1927.12.09
1.606 στίχοι · 11.991 λέξεις · 150 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18Η
ΤΗΣ 9ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1927
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς. Ἡ Διεθνὴς Νορβηγικὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ βραβείου Νόμπελ, ἀποστέλλει ἀριθμὸν ἐγκυκλίου αὐτῆς ἀφορώσης τὴν ἀπονομὴν τοῦ βραβείου Νόμπελ διὰ τὸ ἔτος 1928, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ἀνακοινωθῇ πρὸς γνῶσιν τῶν ἐνδιαφερομένων. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Φ. Παπαγεωργίου ὑποβάλλει ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Ὀργανώσεως «Παῦλος Μελᾶς», δι’ οὗ οἱ ὁπλαρχηγοὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος αἰτοῦνται τὴν λῆψιν διαφόρων Κυβερνητικῶν μέτρων ὑπὲρ αὐτῶν. Ὁ Σύλλογος Εἰσπρακτόρων καὶ κλητήρων Ἐθνικῆς Τραπέζης παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφισθῇ ἐν τῇ τρεχούσῃ περιόδῳ ἡ παρὰ τοῦ κ. Γ. Γεωργιάδου ὑποβληθεῖσα πρότασις Νόμου «περὶ ἀκατασχέτου τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων». Οἱ ἐμποροεπαγγελματίαι Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην τροποποίησιν τοῦ Ν.Δ. περὶ μεσημβρινοῦ κλεισίματος χειμερινῆς περιόδου τῶν καταστημάτων Θεσσαλονίκης. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀχαϊοήλιδος, παρακαλεῖ, ὅπως εἰσαχθῇ πρὸς ψήφισιν νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως ἀναμίξεως σπορελαίων μετ’ ἐλαιολάδων. Ὁ Πρόεδρος Κοινοτήτων Καρατζόβης διαμαρτύρεται, διότι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ὑποκαταστήματος Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἐδέσσης ἀρνεῖται τὰς ἀνανεώσεις συμβολαίων δανείου καλλιεργείας. Ὁ ἀπόστρατος Ταγματάρχης Πεζικοῦ, Παπαδόπουλος Λεωνίδας, ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ αἰτεῖται τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γενομένου αὐτῷ ἀδικήματος παρὰ τοῦ ἐννεαμελοῦς Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Σωτηριάδης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ Συνοικισμοῦ Ταμπουρίων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀπελπιστικὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρίσκονται, συνεπείᾳ τῆς παρατηρουμένης ἀστοργίας τῶν ἁρμοδίων τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Χαβίνης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἀναστασίου Καραθανάση, Ἐμμανουὴλ Καλούτση, κλπ. ἀποστράτων ὑπαξιωματικῶν, αἰτούντων τὸν διακανονισμὸν μερίσματος ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κατσάνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐμπόρου Δημητρίου Παναγιωτοπούλου, κατοίκου Μεσολογγίου, ἐπικαλουμένου τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν κατάστασιν εἰς ἣν περιῆλθε τὸ ἀτμόπλοιον «Καλυδὼν» τῆς γραμμῆς Πατρῶν–Κρυονερίου. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Πανεργατικοῦ Προσφυγικοῦ Συνεδρίου Νομοῦ Πρεβέζης ὑποβάλλει ὑπόμνημα, ἐκθέτων ἐν αὐτῷ τὰς ἀνάγκας τῶν γεωργῶν προσφύγων καὶ συνοικισμῶν τῆς περιφερείας τοῦ Γραφείου Ἐποικισμοῦ Πρεβέζης καὶ ἐπικαλεῖται τὴν δέουσαν προσοχὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν λύσιν τῶν δικαίων αἰτημάτων των. Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927» «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 3 Ἰουλίου 1926» «περὶ ἱδρύσεως Πανθεσσαλικοῦ Σταδίου ἐν Βελεστίνῳ». Οἱ κ. κ. Α. Παπαναστασίου (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας) καὶ Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ξυλανθράκων, προερχομένων ἐξ Ἀλβανίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Φ. Μοσχούλας, Μ. Δερλερές, Δ. Χατζίσκος, Δ. Βοῦλτσος κλπ. ὑποβάλλουσιν τροπολογίαν εἰς τὸν σχετικὸν νόμον «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰσαὰκ Σιακῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τῶν χρονικῶν ὁρίων ἐργασίας καταστημάτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Μπακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μπακόπουλος, Δ. Πετρακάκος, Ι. Κίνιας καὶ Δ. Πλαπούτας ὑποβάλλουν τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Λαδᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. «περὶ τῆς θέσεως τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Χαβίνης, Α. Μέρος, Σ. Χασιώτης καὶ Γ. Ἀθανασιάδης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 19)21 Ἀπριλίου 1924, «περὶ συστάσεως ἐν ἑκάστῳ νομῷ ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας». Οἱ κ. κ. Γ. Βαρβούτης καὶ Δ. Κυβετὸς ζητοῦν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν κτηματικὴν πίστιν τῶν Νέων Χωρῶν.
§2Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἱ νῆσοι ἐκ τῶν ὁποίων ἀπαρτίζεται ἡ ἐπαρχία ἡμῶν, ἡ Νάξος, εὐτυχῶς μέχρι σήμερον δὲν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσουν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἄλλαι ἐπαρχίαι, ὁσάκις ἐπλήγησαν ἀπὸ τὰς κακοκαιρίας, τὴν χάλαζαν, τὴν νεροποντὴν κτλ. Ἡ εὐμενὴς ἀποδοχὴ τῆς ὁποίας ἔτυχαν αἱ ἐπικλήσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ προθυμία μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρέσχε τὴν συνδρομήν της εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτάς, μὲ ἐνθαρρύνει νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὴν συνδρομὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἕν μέγα δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν χθὲς ἐν τῇ νήσῳ Πάρῳ. Συνεχεῖς βροχαί, ὑπὸ μορφὴν τυφῶνος, ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον καταπίπτουσαι εἰς τὰ πέριξ τῆς πρωτευούσης τῆς Πάρου, καὶ εἰς τὴν κωμόπολιν Παροικίαν, ἐπλημμύρησαν τὸν χείμαρρον, τὸν διερχόμενον διὰ τῆς κωμοπόλεως ταύτης, ὁ ὁποῖος, διαρρήξας τὰ πέριξ αὐτοῦ χαρακώματα, παρέσυρε πολλὰς οἰκίας, κατέστησε δὲ ἑτοιμορρόπους καὶ πλείστας ἄλλας. Ἕνεκα τούτου οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται σήμερον ἐκτεθειμένοι εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν εὐγενεστάτην καλωσύνην νὰ δηλώσῃ εἰς τὸν συνάδελφον κ. Ναυπλιώτην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ 100.000 δραχμάς, ἵνα παρασχεθοῦν αἱ πρῶται βοήθειαι εἰς τοὺς παθόντας κατοίκους. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι τόσον γλίσχρον, ὥστε δὲν θὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον προορίζεται.
§5Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὡρίσθη τὸ ποσόν. Ἐπιφυλλάσσεται ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ λάβει γνῶσιν ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς καταστροφῆς, νὰ λάβῃ ὅλα τὰ προσήκοντα μέτρα, καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων. Ἐδόθη μόνον μία προκαταβολὴ ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὸν Νομομηχανικὸν διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ ποία εἶναι ἡ κατάστασις. Τὰ περαιτέρω ἀνάγονται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§6Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, θὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησίν μου, ἵνα τὸ ποσόν, κατόπιν τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας θὰ παράσχῃ ἡ ἁρμοδία ἐπιτόπιος ὑπηρεσία, νὰ εἶναι ὁπωσδήποτε ἱκανοποιητικόν. Ἐκ τῶν προτέρων δὲ ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐριπαῖος.
§8Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, χθεσινὸν τηλεγράφημα μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι συνεπεία ραγδαίων βροχῶν ἐξεχείλισεν ὁ χείμαρρος, ὁ διασχίζων τὸ δυτικὸν μέρος τῆς κωμοπόλεως Παροικίας τῆς νήσου Πάρου, τὸ ὁποῖον κατοικεῖται ἀπὸ πτωχοτάτας οἰκογενείας, καὶ ἐν τῇ ὁρμῇ του παρέσυρε περὶ τὰς 150 οἰκίας, οἱ κάτοικοι τῶν ὁποίων μένουν ἄστεγοι καὶ ἐλεεινοί. Ἡ Κυβέρνησις, εἰς γνῶσιν τῆς ὁποίας περιῆλθε τὸ γεγονός, χθὲς τὸ βράδυ μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ δώσῃ τὰς πρώτας βοηθείας, συνισταμένας εἰς χρηματικόν τι ποσόν. Ἀλλ’ ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως, διότι οἱ κάτοικοι ὑποφέρουν πολύ, μένοντες εἰς τὸ ὕπαιθρον ἄστεγοι. Νεώτερα μάλιστα τηλεγραφήματα τῶν ἐκεῖ τοπικῶν Ἀρχῶν παριστοῦν τὴν κατάστασιν τῶν κατοίκων ἐλεεινὴν καὶ ἀπελπιστικήν. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν παροχὴν περιθάλψεως τῶν κατοίκων διὰ τῆς ἀποστολῆς χρηματικῶν βοηθειῶν καὶ διὰ τῆς παροχῆς καὶ ἄλλων μέσων.
§9Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι ἄποροι αὐτοί;
§10Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Μάλιστα. Τὸ τμῆμα αὐτὸ κατοικεῖται ἀπὸ οἰκογενείας ἐντελῶς ἀπόρους.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ναυπλιώτης.
§12Κ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, καὶ ἰδίᾳ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κατόπιν τοῦ ἐπελθόντος δυστυχήματος εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Πάρον ἔλθῃ ἀρωγός, προκειμένου νὰ βοηθηθῶσιν 150 οἰκογένειαι, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι κατέρρευσαν, καὶ αἱ ὁποῖαι παραμένουσιν ἄστεγοι, φιλοξενούμεναι εἰς τὴν Πάρον. Ὁ χείμαρρος «Κατάκης» παρέσυρε σπίτια, κατέστρεψε τὰς περιουσίας τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, τόσον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ διατάξῃ τὸν νομομηχανικὸν Κυκλάδων νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ μελετήσῃ τὴν κατάστασιν, ὅσον καὶ εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀγγλοελληνικῆς Τραπέζης καὶ βουλευτὴν Σάμου κ. Μανταφούνην, προσενεγκόντα 10.000 δραχμάς. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ἐπίσης τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε πραγματικῶς τὴν καλωσύνην νὰ προθυμοποιηθῇ ὅπως παρασχεθῇ ὅ,τι ποσὸν χρειάζεται εἰς τοὺς δεινοπαθήσαντας συμπολίτας μου. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ διατάξῃ τὸν Ταμίαν Πάρου, ὅπως δοθῇ μία προκαταβολὴ εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτούς.
§13Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς μικρᾶς νήσου ἀγόνου, ἧς οἱ κάτοικοι, παθόντες, εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τοὺς δρόμους. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγὸς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§14Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ κ. Πρόεδρε, εἶμαι ἀπρόσκλητος συνήγορος τῶν παρακλήσεων τῶν Παρίων συναδέλφων, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ παρομοίας ἀφορμὰς ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι καὶ τῷ νομῷ μου καὶ παρακαλῶ, ὄχι μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλην τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ μέτρα τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ μὴ ὑπόκεινται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τοιούτου εἴδους καταστροφάς. Ἔχω πρόχειρον παράδειγμα τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ὅπου καὶ ἐκεῖ χείμαρρος κατέστρεψεν ὁλόκληρον τὴν φυτείαν τῶν περιβολιῶν τῆς νήσου καὶ ἐπροξένησε ζημίας ἑκατομμυρίων. Βεβαίως ἡ συνδρομή, ἡ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐπιβαλλομένη, δὲν εἶναι ἡ τῆς παροχῆς βοηθήματος, ἀλλὰ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τοιαύτας καταστροφάς, ἀπὸ τῶν ὑπερμέτρων καὶ βαρυτάτων φορολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίστανται. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακουφίσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὰ ὑπέρμετρα βάρη. Ἐπίσης ἔχω νὰ ὑποδείξω τὴν ἐπαρχίαν Σκύρου καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ξηροχωρίου, εἰς τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐπροθυμοποιήθη νὰ ἀποσταλῶσιν ἐνισχύσεις, ἀλλ’ ἐνισχύσεις ἀνεπαρκεῖς. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν γενναιότερον καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ, ἐὰν ὄχι ἀπὸ τοῦ ὅλου, τοὐλάχιστον ἀπὸ μέρους τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα τοὺς βαρύνουν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαννόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Μποδοσάκη.
§16Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάτην ἀνέμενον, κ. Βουλευταί, ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν ἀνακοινώσεων τῶν γενομένων, ἃς εἴπω ἀσκόπως καὶ περιττῶς, τόσον πρὸς τὸν τύπον ὅσον καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος τοῦ δημιουργηθέντος περὶ τὸ πρόσωπόν μου, ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Μποδοσάκη, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ βαθείᾳ συναισθήσει, κ. Βουλευταί, τῆς ὑποχρεώσεώς μου νὰ καταστήσω ὑμᾶς καὶ τοὺς ἐντολεῖς μου ἐνημέρους τῶν συμβαινόντων, καὶ νὰ παράσχω οὕτω τὴν εὐκαιρίαν εἰς ὑμᾶς νὰ ἐκφράσητε ἐπὶ τούτου γνώμην, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀπολύτῳ μερίμνῃ περὶ τῆς ὑπολήψεώς μου, τοῦ πολυτιμοτέρου μου ἐφοδίου, θεωρῶ ἀνάγκην μεγάλην, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ὁμιλήσω δημοσίᾳ καὶ νὰ διαφωτίσω μίαν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἡ συκοφαντία, ἡ ἐμπάθεια, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, καὶ ἡ κακόβουλος συμβολὴ καὶ ἄλλων ἐπισήμων, ἀτυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, ἐπισήμων παραγόντων, κατώρθωσαν νὰ συσκοτίσουν ἐπικινδύνως διὰ τὴν κρίσιν ἀμερολήπτων κριτῶν. Καὶ τὴν πρόθεσίν μου ταύτην, κ. Βουλευταί, δὲν ἐξεδήλωσα τὸ πρῶτον τὴν ἑσπέραν ταύτην· τὴν ἐξεδήλωσα ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς παρούσης συνόδου. Ἠμποδίσθη ὅμως ἡ πραγματοποίησίς της ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, πρὸς τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατέφυγον. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι σοβαρὰ δι’ ἐμὲ ἡ στιγμή, δεδομένης ἄλλωστε καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς μου ἀπειρίας, καὶ ἐλπίζω, ὅτι, συναισθανόμενοι καὶ ὑμεῖς ταύτην, καὶ συμμεριζόμενοι τὴν δυσκολίαν καὶ λεπτότητα τῆς θέσεώς μου, θὰ θελήσητε μετ’ εὐμενείας νὰ ἀκούσητε τὴν παράκλησίν μου καὶ νὰ εἰσακούσετε ταύτην, ὅπως μετ’ ἐξαιρετικῆς προσοχῆς παρακολουθήσετε τὴν ἐξιστόρησιν τῶν γεγονότων, καὶ μετ’ ἄκρας ἐπιφυλακτικότητος θελήσετε νὰ ἀκούσετε τὰς περὶ τούτων ἰδέας καὶ γνώμας μου, ἔχοντες πάντοτε ὑπ’ ὄψει σας, κ. Βουλευταί, τὴν προκαταβολικῶς γενομένην παρ’ ἐμοῦ δήλωσιν, ὅτι θὰ εἶμαι πρόθυμος εἰς πᾶσαν πρόκλησιν διὰ παροχὴν πάσης ἐξηγήσεως, δι’ οἱανδήποτε ἀντίρρησιν ὁποθενδήποτε προερχομένην. Πρὸ πάσης ἐξιστορήσεως τῶν γεγονότων κ. Βουλευταί, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς καταστήσω γνωστόν, ὅτι δὲν εἶμαι κληρονόμος, οὔτε διάδοχος οὐδενὸς προσωπικοῦ κόμματος. Εἰς τὴν πολιτικὴν κατῆλθον ὀλίγους μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, χωρὶς νὰ ἔχω προηγουμένην πολιτικὴν ἱστορίαν, χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν ἀνάμιξιν εἰς τὴν πολιτικήν, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν συνδρομὴν οὐδενὸς τοπικοῦ κομματικοῦ παράγοντος, χωρὶς νὰ ἔχω, κ. Βουλευταί, κἂν προηγουμένην ἐπαγγελματικὴν δρᾶσιν, χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν. Τὸ κυριώτερον ἐφόδιον, κ. Βουλευταί, ἦτο ἡ ἀτομικὴ καὶ οἰκογενειακή μου ὑπόληψις καὶ ἐκτίμησις, τὴν ποίαν ἐννοῶ ὡς ἱερὸν Παλλάδιον νὰ διαφυλάξω. Καὶ κατόπιν τῆς ἐξομολογήσεώς μου ταύτης, κ. Βουλευταί, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι θὰ συγχωρήσετε τὴν συγκίνησίν μου, θὰ δικαιολογήσετε τὴν ἀγανάκτησίν μου, τὴν ἠθικὴν ὀδύνην τὴν ὁποίαν δὲν γεννᾶ εἰς τὴν ψυχήν μου ὁ φόβος τῆς σπιλώσεως τῆς ὑπολήψεώς μου, λόγῳ μιᾶς τόσον καταφώρου καὶ ἐξωφθάλμου ἐγκληματικῆς συκοφαντίας, ἀλλὰ τὴν προκαλεῖ, ἐπαναλαμβάνω, τὸ θράσος τῶν συκοφαντῶν μου, ἡ τόσον ἐγκληματικῶς ἐκδηλουμένη ἐμπάθεια, αἱ ἐκδηλώσεις μικρονόων καὶ εὐτελῶν ἐχθρῶν μου, καὶ ἐπὶ πλέον, κ. Βουλευταί, οἱ ὕπουλοι καὶ κακόβουλοι ὑπαινιγμοὶ τρίτων, καὶ τὸ κυριώτερον, τὸ λέγω μετὰ πολλῆς μου θλίψεως, αἱ ὕποπτοι καὶ ἐξαιρετικῶς κακόβουλοι ἐνέργειαι καὶ πράξεις ἐπισήμων ὀργάνων τοῦ Κράτους.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὰ κατανομάσητε.
§18Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ ἐκθέσω. Πρὸ τῆς καταρτίσεως τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, Κύριοι Βουλευταί, ἐν συσκέψει τοῦ κόμματος, κληθεὶς παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ἐδήλωσα εἰς τοῦτον, ὅτι, καίτοι αἱ ἀνάγκαι αἱ τοπικαί, αἱ οἰκογενειακαὶ καὶ αἱ πολιτικαί, μοῦ ἐπιβάλλουν νὰ μεταβῶ εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ νὰ παραμείνω κατὰ τὰς θερινὰς διακοπάς, ἐν τούτοις ὅμως θὰ ἤμην πρόθυμος, ἐὰν λόγῳ τῆς ἀπουσίας τῶν κ. Συναδέλφων ἐδημιουργεῖτο ἀνάγκη, νὰ μετάσχω εἰς οἱανδήποτε τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐξεδήλωσα δὲ τὴν προτίμησίν μου διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν. Παραδόξως μετά τινας ἡμέρας ἐπληροφορήθην ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι συγκατελέγην εἰς τὴν λεγομένην ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν παγκαλικῶν. Ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο μοὶ ἀπήρεσεν, μοὶ ἀπήρεσε δὲ διότι ἐγὼ ἤμην ἐντελῶς νέος πολιτικός, οὐδεμίαν ἔχων ἀνάμιξιν προηγουμένην, οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν παγκαλικὴν κατάστασιν, μὲ τὰ παγκαλικὰ πρόσωπα. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδέποτε εἶχον ἐπισκεφθῆ τὰς Ἀθήνας. Δὲν ἤθελον δὲ κατὰ τὸ πρῶτον μου στάδιον νὰ δημιουργήσω ἐχθρότητας καὶ ἀντιπαθείας. Συμμετέχων εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ὁμολογῶ τὴν ὑψηλὴν ἀποστολήν, βεβαίως θὰ κατέληγα εἰς τὸ νὰ δημιουργήσω ἐχθρότητας. Ἔσπευσα νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀμέσως εἰς τὸν Κον Πρόεδρον τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ νὰ καταστήσω γνωστὸν ὅτι ἡ ἐπιθυμία μου ἦτο νὰ μὴ λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Πρόεδρος, μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐπανέλαβον τὰ ἴδια εἰς τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος ἔφερε μερικὰς δυσκολίας. Πρὸ τῶν δυσκολιῶν τούτων εὑρεθείς, ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ καὶ παρέμεινα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διότι ἐφοβήθην μήπως ἐκληφθῇ ὡς δειλία ἐν τῇ ἐκπληρώσει ἑνὸς καθήκοντος, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔταξεν ἡ Βουλή, ἡ μὴ ἀποδοχή μου, καὶ ἀπεδέχθην. Ἐσχηματίσθη ἡ ἐπιτροπή, ὡρίσθην δὲ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ὡς εἰσηγητής. Μοὶ ἐδόθησαν μερικαὶ ὑποθέσεις, 7 τὸν ἀριθμόν, ἵνα χρησιμεύσω ὡς εἰσηγητὴς τῶν ὑποθέσεων τούτων. Ἔγινα εἰσηγητὴς χωρὶς νὰ ἐκδηλώσω οὐδεμίαν προτίμησιν, καὶ ἐπεδόθην εἰς τὸ ἔργον μου. Κατὰ πόσον ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἔργου ἐκείνου ἐπήρκεσα, κ. Βουλευταί, καὶ καταλλήλως ἐνήργησα καὶ ἁρμοδίαν κατέβαλα προσπάθειαν διὰ νὰ φανῶ συνεπὴς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον, περὶ τούτου ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ κρίνετε καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποτὲ φθάσουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ ὑποθέσεις. Ὁμολογῶ, κ. Βουλευταί, ὅτι δὲν ἔχω δικαστικὰ προσόντα, διότι οὐδέποτε ἀπέβλεψα συμπαθῶς πρὸς τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο, τὸ δικαστικόν, καὶ ὅταν ἀνέλαβον τὴν διαχείρισιν τοῦ ἀξιώματος τούτου, ἐσκεπτόμην ὅτι θὰ ἐνεργήσω ὄχι ὡς ψυχρὸς καὶ ἀσυγκίνητος δικαστής, ἀλλὰ ἐσκεπτόμην ὅτι θὰ ἐνεργήσω ὡς Βουλευτὴς συγκινούμενος καὶ συμπάσχων καὶ προσέχων ἀπολύτως εἰς τὰ δίκαια παράπονα τῶν κατηγορουμένων, ὅπως ἐπίσης στέργων εἰς τὰς δικαίας ἀξιώσεις αὐτῶν. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις καὶ τὰς διαθέσεις, κ. Βουλευταί, ἀνέλαβον τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ δὲν φαντάζομαι ὅτι ἀπὸ μέρους τῶν κατηγορουμένων θὰ μοὶ δοθῇ διάφορος χαρακτηρισμός, ἀπὸ τὸν τοῦ δικαστοῦ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ συμπάσχοντος καὶ τοῦ εὐσυνειδήτου. Οὕτως ἐβάδιζον τὰ πράγματα, κύριοι Βουλευταί, ὁπότε πρωΐαν τινὰ ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν ἐκ μέρους ἑνὸς συμπολίτου μου, ἀνήκοντος εἰς μίαν φιλικήν μου οἰκογένειαν, μὲ τὸν ὁποῖον μὲ συνέδεε παλαιὰ φιλία προσωπική, συμμαθητοῦ μου μέχρι τῆς 4ης τοῦ Γυμνασίου, λοχαγοῦ τὸ ἐπάγγελμα, κρατουμένου εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ ἐπὶ καταχρήσει. Μὲ ἐκάλει, Κύριοι Βουλευταί, νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ εἰς τὰς φυλακὰς διὰ νὰ μοῦ ἀνακοινώσῃ σοβαράν τινα ὑπόθεσιν. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν, ὄχι μόνον ὡς πολιτευόμενος, ὄχι μόνον ὡς ἀσκῶν ἐλευθέριον ἐπάγγελμα, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος, νὰ ὑπακούσω εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτήν, ἀφοῦ μάλιστα ἀνῆκεν εἰς μίαν οἰκογένειαν πρὸς τὴν ὁποίαν μὲ συνέδεον παλαιοὶ φιλικοὶ δεσμοί. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταβῶ πρὸς τὸν φίλον μου ἐκεῖνον Βάβαλην, τὸν κρατούμενον εἰς τὰς φυλακάς. Ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἀντίθετον ἔχῃ ἀντίληψιν, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαμφισβητήσω ἂν ἐκεῖνος ἔχει δίκαιον. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀκούω μόνον τὰ παράπονα τῶν ἀριστοκρατῶν, τὰ παράπονα τῶν δικαίων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀδίκων τῶν ἐγκεκλεισμένων εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ καὶ ὡς πολίτης, ἀσκῶν ἐλευθέριον ἐπάγγελμα, εἶχον καὶ ἐπιβεβλημμένην καὶ στοιχειώδη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ παρίδω τὴν πρόσκλησίν του, διότι ἐκρατεῖτο ὁ δυστυχὴς εἰς τὰς φυλακάς, ὁ παλαιός μου αὐτὸς συμμαθητής. Παρῆλθον δύο ἡμέραι ἀπὸ τῆς λήψεως τῆς ἐπιστολῆς καὶ δὲν συνεμμορφώθην πρὸς τὴν παράκλησιν ἐκείνην καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐπικράθην. Μετὰ παρέλευσιν δύο ἡμερῶν μετέβην εἰς τὸ Φάληρον μετ’ ἄλλων συμπολιτῶν, τεσσάρων τὸν ἀριθμόν, ἐν οἷς καὶ ὁ δικηγόρος κ. Τσεκλένης, καὶ ἐκεῖθεν ἐσκέφθην ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ μεταβῶ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, τὰς ὁποίας δὲν ἐγνώριζον. Ἐν παρενθέσει, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι πρὸ καιροῦ εἶχε συλληφθῇ κατηγορούμενος ἐπὶ στάσει, ἕνας ἄλλος συμπολίτης μου, ὁ λοχίας Δημακόπουλος, περιεπλανήθην δ’ ὥρας ὁλοκλήρους διὰ νὰ τὸν ἀνεύρω εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, διότι ᾐσθανόμην ὡς καθῆκον μου τοῦτο, παρ’ ὅλον τὸν ἀποτροπιασμόν, τὸν ὁποῖον ᾐσθανόμην, διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ κατηγορουμένου. Μετέβην εἰς τὰς φυλακάς, συνεζήτησα, ὄχι μόνος μου, ἀλλὰ μετὰ τῶν ἄλλων δύο συμπολιτῶν μου καὶ τὸν ἠρώτησα περὶ τῆς καταστάσεώς του. Ἐκεῖ τὸ πρῶτον κ. Βουλευταί, ἐπληροφορήθην ὅτι ἐκρατεῖτο ὁ κ. Μποδοσάκης. Καὶ θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως: Ἄν ἐγνωρίζατε ὅτι ὁ κ. Ἀθανασιάδης ἦτο ἐκεῖ, δὲν θὰ ἐπηγαίνατε; Θὰ μετέβαινον. Δὲν θὰ μὲ ἠμπόδιζε ἡ παρουσία τοῦ, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν τὸν ἐγνώριζον. Ἠκούσθη καὶ ἐγράφη ὅτι εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν ἀποφυλακίσεως ὁ Ἀθανασιάδης. Δὲν ἤμην εἰσηγητὴς καὶ οὔτε ἐγνώριζον ἂν ἐκρατεῖτο εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ ἢ εἰς τὰς φυλακὰς Παλαιοῦ Στρατῶνος. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἐξηκριβώθη, ὅταν ὑπεβάλετο ἡ αἴτησις ἐκείνη, ὁ Μποδοσάκης δὲν ἦτο εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, ἀλλ’ εἰς τὰς φυλακὰς Παλαιοῦ Στρατῶνος.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν.
§20Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἂν ἤξευρον ὅτι ἦτο ὁ Μποδοσάκης ἐκεῖ, θὰ ἐπήγαινα, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς δὲν τὸ ἤξευρον. Τὸ πρῶτον ἐκεῖ μοῦ ἀναφέρεται ἀπὸ μέρους τοῦ Βάβαλη, παρουσίᾳ καὶ τῶν ἄλλων συμπολιτῶν μου, ὅτι ὁ Μποδοσάκης διάγει ἕνα βίον πολὺ καλὸν ἐκεῖ καὶ ἠρωτήθην σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν Μποδοσάκη καὶ εἶπον τὰ κατ’ αὐτόν. Μετὰ ταῦτα, ἀπερχόμενος, λέγω εἰς τὸν Βάβαλην, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν μοῦ εἶχε ἀνακοινώσει τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον μὲ ἐκάλεσε, ἂν μὲ θέλῃ τίποτε. Ἀπομακρυνθέντων ὀλίγων βημάτων τῶν συνομιλητῶν μου, ἔμεινα μόνος μὲ τὸν Βάβαλην, καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ δύο ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἐθεώρουν φύλακας τῶν φυλακῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἦσαν κατάδικοι. Προχωρεῖ τότε καὶ μοῦ λέγει ἐπὶ λέξει ὁ Βάβαλης: «Τί ἀντίληψιν ἔχεις; Ἠμπορεῖ ν’ ἀποφυλακισθῇ ὁ Μποδοσάκης ἂν ὑποβάλῃ αἴτησιν ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει;» Λέγω, καθόλου παράδοξον· πολὺ ἐνδεχόμενον, διότι ἐνθυμοῦμαι· ἀπερρίφθη ἡ αἴτησίς του μὲ δύο ψήφους, καὶ δὲν ἀπερρίφθη διότι ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ἐπισύρει ποινὴν λόγῳ τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσις, ἀλλὰ διὰ τὴν καλυτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων. Εἶναι, λοιπόν, ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ δεκτὴ νέα αἴτησις περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει.
§21Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπερρίψαμεν τὴν αἴτησιν, ὄχι μόνον διὰ νὰ μὴ παρεμβληθῇ πρόσκομμα εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπῆρχε καὶ ἄλλη κατηγορία, καὶ εἴπομεν ὅτι ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως ἑνὸς κατηγορουμένου, εἶναι ἕνα πρᾶγμα συγχωρούμενον, ἀλλὰ δὲν εἶναι σοβαρὸν διὰ τὴν ἐπιτροπήν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ πιθανότης μετ’ ὀλίγον καιρόν, ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῶν τηλεφώνων θὰ διαταχθῇ ἡ νέα προφυλάκισίς του, δὲν θὰ ἦτο λοιπὸν σοβαρὸν τὴν μίαν ἡμέραν νὰ τὸν συλλαμβάνῃ ἡ ἐπιτροπή, τὴν ἄλλην νὰ τὸν ἀπολύῃ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν θὰ εἶχεν ὅλα τὰ στοιχεῖα ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ κανονίσῃ καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, προτοῦ ἐξετάσει ὅλας τὰς κατηγορίας.
§22Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τι ἀνακριβὲς εἰς ὅ,τι εἶπον.
§23Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Συμπληρῶν τὸν κ. Μπακόπουλον, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ βασικὸς λόγος, ὁ νόμιμος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀπερρίφθη ἡ αἴτησις, εἶναι, ὅτι ὁ κατηγορούμενος, ἀπολυόμενος, θέλει δυσχεράνει τὴν ἀνάκρισιν. Διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀπόλυσιν, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ὁ κ. Μπακόπουλος λέγει.
§24Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Γιαννόπουλος.
§25Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἴσως, κ. Βουλευταί, θὰ μοῦ παρατηρηθῇ ἐκ μέρους τινῶν ἐξ ὑμῶν, τίνα λόγον εἶχον νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸν Βάβαλην διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς αἰτήσεως καὶ διὰ τὸ ἐνδεχόμενον τῆς παραδοχῆς της; Δὲν γνωρίζω τὶ γίνεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, προκειμένου περὶ τοιούτων ἀποφάσεων, ἂν τηρεῖται μυστικότης ἢ οὔ. Ἡμεῖς δίδομεν ἀνακοινωθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ λέγομεν, ὅτι ἐψήφισαν τόσοι ὑπὲρ καὶ τόσοι κατά, καὶ γράφομεν καὶ τὰ ὀνόματα. Εἶδον τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Βάβαλη, ὅστις μοῦ εἶπεν ὅτι συνδέεται στενώτατα. Δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ὁμιλήσω. Κατόπιν μοῦ ἐγένετο ἡ ἑξῆς πρότασις, ἀπροκαλύπτως ἐντελῶς: «Ἔχεις τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ βγάλωμε τὸν Μποδοσάκην, νὰ κάνουμε μίαν αἴτησιν, καὶ ἂν χρειάζεται νὰ διαθέσωμεν καὶ χρήματα; Ἐγὼ ἔχω ἀναλάβει τὸ χρηματικὸν μέρος». Αὐτὰ περίπου μοὶ ἐλέχθησαν. Φαντάζεσθε, κύριοι, τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν μοῦ προεκάλεσε μία τοιαύτη πρότασις. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν παρατηρήσω δι’ αὐτὰ ποῦ μοῦ εἶπε, καὶ τοῦ εἶπον: «Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ σκέπτεσαι; Εἶναι δυνατὸν νὰ δωροδοκηθῶσιν οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν πολιτικὴν εὐθύνην καὶ ἀντιπροσωπεύουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ πληρωθῶσιν ἵνα ἀποφανθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Μποδοσάκη; Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι οὔτε νὰ τὰ σκεφθῇς ἔπρεπεν αὐτά». Ἀλλά, Κύριοι, ὤφειλον νὰ σκεφθῶ κατὰ τίνα τρόπον ἔπρεπε νὰ προλάβω ἓν κακὸν μεγαλύτερον, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἀποβῇ εἰς βάρος μου τὸ κακὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ συμβῇ, νὰ ἐκμεταλλευθῇ δηλαδὴ ὁ Βάβαλης τὴν ἐπίσκεψίν μου. Δύο τινὰ ἐσκέφθην τότε, ὅτι θὰ συνέβαινον: Ἢ τοῦτο θὰ ἐφαίνετο ὅτι προήρχετο ἐκ μέρους τοῦ Βάβαλη, ἵνα οὗτος ἐκμεταλλευθῇ τὸν Μποδοσάκην, ἤ τοῦτο ἐγένετο κατόπιν συνεννοήσεως τοῦ Βάβαλη καὶ τοῦ Μποδοσάκη. Ἐσκέφθην ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προλάβω τὴν κατάστασιν αὐτὴν διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ θόρυβος. Δὲν ἐνόμισα σκόπιμον, κ. Βουλευταί, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειάν μου καὶ τὴν θέσιν μου, νὰ δημιουργηθῇ θόρυβος. Καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ καλέσω τὸν ἴδιον τὸν Μποδοσάκην. Βέβαια, κ. Βουλευταί, θὰ μοῦ εἴπητε, διατί ἐκάλεσα τὸν Μποδοσάκην, ἂν εἶχον τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ Μποδοσάκης εἶναι συνένοχος τοῦ Βάβαλη; Ὁμολογῶ ὅτι τοιαύτην πεποίθησιν δὲν εἶχον. Ἦτο ἐνδεχόμενον καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο. Τὸν καλῶ λοιπόν, τὸν χαιρετίζω, τὸν παρακαλῶ νὰ καθήσῃ, ἀπομακρύνεται ὁ Βάβαλης, καὶ ἀρχίζω νὰ τοῦ ἀπευθύνω μερικὰς τυπικὰς ἐρωτήσεις, καὶ κατόπιν φέρω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ὑπόθεσίν του, καὶ τὸν βεβαιῶ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶχεν οὐδὲν παράπονον ἐναντίον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀρχίζει κατόπιν νὰ ἐκφράζεται ἐναντίον τοῦ κ. Στρατηγοπούλου. Ἐθεώρησα ὅτι ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀμυνθῶ τοῦ κ. Στρατηγοπούλου καὶ νὰ πείσω καὶ ἐκεῖνον νὰ μὴ ἐκφράζεται ἐναντίον αὐτοῦ. Τοῦ λέγω: Δὲν ἔχεις δίκῃο, διότι εἰς τὴν αἴτησίν σου περὶ ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως ἐψήφισεν ὑπέρ, ὅπως καὶ ἐγώ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα καὶ 5.000.000 ὡς ἐγγύησιν, καὶ τόπον διαμονῆς μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν. Αἴ! Κύριοι Βουλευταί, δὲν νομίζω ὅτι δύναται καὶ ὅτι πρέπει νὰ κακισθῇ ἡ τοιαύτη μου συμπεριφορά. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐξηκολούθησε νὰ ἐπιμένῃ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τοῦ λέγω, δὲν ἔχετε τίποτε ἄλλο νὰ κάμετε κ. Μποδοσάκη, παρά, ἐὰν εἶναι βάσιμα τὰ παράπονά σας, νὰ ἀπευθύνετε αἴτησιν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰ παράπονά σας. Αὐτὰ ἐλέχθησαν καὶ μετὰ ταῦτα, εὐθὺς ἀμέσως, εἶπον πρὸς τὸν Μποδοσάκην, ὅτι ἐγὼ σᾶς ἐκάλεσα ἐδῶ διὰ νὰ σᾶς συστήσω νὰ μὴν κάμνετε σκέψεις περὶ δωροδοκίας καὶ νὰ μὴν ἀκούετε συστάσεις τρίτων, διότι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀνώτερα πάσης τοιαύτης ὑπονοίας. Μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι δὲν εἶχε τοιαύτην σκέψιν. Εὐθὺς μετὰ τοῦτο, ὡς ἐξῆλθον, Κύριοι Βουλευταί, τοῦ θαλάμου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχα κάμῃ τὴν συνομιλίαν μὲ τὸν Μποδοσάκην, εἰς τὴν ἔξοδον τῆς φυλακῆς ἀκριβῶς, συναντῶ τοὺς δύο συμπολίτας μου μετὰ τῶν ὁποίων εἶχον ἔλθει. Εὐθὺς ἀμέσως τότε τοὺς λέγω: Δὲν ἠξεύρετε τὶ μοῦ ἔκαμεν ὁ Βάβαλης! Δὲν εἶχον ὅμως κάμει δύο βήματα καὶ συναντῶ τὸν φίλον μου, τὸν κ. Τσεκλένην, δικηγόρον. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἐρωτηθῶ, ἴσως, διατί προέβην εἰς τὰς ἀνακοινώσεις ἐκείνας, ἐφόσον εὐθὺς ἀμέσως εἶχον κάμει τὴν σκέψιν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προλάβω τὴν κατάστασιν πρὸς ἀποφυγὴν θορύβου; Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν ἔλεγον εἰς αὐτούς, εἶχον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐχεμύθειαν αὐτῶν, καὶ ἠθέλησα, ἐπειδὴ εὑρισκόμην εἰς μίαν ταραχὴν νὰ τοὺς συμβουλευθῶ ποίαν πορείαν ν’ ἀκολουθήσω. Μετέβην τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον τὸ «Διεθνές», συνηντήθην μετὰ τοῦ συναδέλφου καὶ σεβαστοῦ φίλου Ἀγγέλου Ἀγγελοπούλου, βουλευτοῦ, καὶ ἀφοῦ συνέφαγον μετ’ αὐτοῦ, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν συμβουλευθῶ ἀφοῦ τοῦ ἐξιστόρησα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα σᾶς περιέγραψα, ἀκριβῶς ὅπως σᾶς τὰ ἐξέθηκα. Τὴν ἑπομένην ᾐσθάνθην τὴν ἀνάγκην νὰ προστρέξω, εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ν’ ἀναφέρω τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ τηρήσῃ ἀπόλυτον ἐχεμύθειαν, διότι ἐπίστευα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ θόρυβος. Τὸν παρεκάλεσα δὲ ἐπὶ πλέον νὰ λάβῃ καὶ τὰ προσήκοντα μέτρα, διότι μὲ ἐπληροφόρησαν ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Μποδοσάκη ἦτο τοιαύτη, ὥστε, ὅ,τι συνέβη εἰς ἐμέ, ἠδύνατο νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἄλλον. Μετὰ τοῦτο συναντῶ τὸν συνάδελφον, ἀντιπρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς κ. Ν. Καμπάνην, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Διηγοῦμαι εἰς αὐτὸν τὸ γεγονὸς καὶ ζητῶ τὴν συμβουλήν του. Μοῦ συνέστησεν οὗτος ν’ ἀνακοινώσω τὰ πράγματα καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§26Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τοιαύτην σύστασιν σᾶς ἔκαμα καὶ ἐγώ.
§27Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐρωτᾶται: διατί προέβην εἰς τὰς ἀνακοινώσεις αὐτάς; Θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, ἴσως, νὰ μὴ προέβαινον εἰς τὰς ἀνακοινώσεις ἐκείνας, ἤθελον ὅμως νὰ ἐξασφαλίσω τὴν ὑπόληψίν μου, διότι ἐὰν αὔριον συνέβαινε νὰ γνωσθῇ ὅτι ἐπῆγα εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἦλθον εἰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ Βάβαλη καὶ Μποδοσάκη, θὰ παρείχετο μία βάσις πρὸς δημιουργίαν μιᾶς συζητήσεως σκανδαλώδους εἰς βάρος μου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ διὰ νὰ προλάβω μίαν τοιαύτην ἐξέλιξιν κατὰ τῆς ὑπολήψεώς μου, προέβην εἰς τὰς ἀνακοινώσεις αὐτὰς πρός τε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸν κ. Καμπάνην, καὶ κατόπιν συμβουλῆς ἀμφοτέρων τούτων πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς πάντας δὲ τούτους ἔκαμα τὴν θερμὴν παράκλησιν νὰ μὴ γνωσθῇ οὔτε λέξις, ἐξ ὅσων τοὺς εἶπον. Μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι δὲν θὰ ἔλεγον τίποτε. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἔκαμα καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἣν καὶ εἰσήκουσεν οὗτος. Μετὰ δύο ὅμως ἡμέρας, σπεύδει πρὸς συνάντησίν μου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μοῦ λέγει: Κύριε Γιαννόπουλε, φοβοῦμαι, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀποκρυπτόμενον, ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ μίαν δυσάρεστον κατάστασιν εἰς βάρος σας, καὶ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀνακοινωθοῦν ταῦτα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Κύριε Πρόεδρε, τοῦ ἀπαντῶ, φοβοῦμαι ὅτι, ἐὰν ἀνακοινωθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν θὰ κατορθωθῇ νὰ τηρηθῇ μυστικότης. Θὰ γνωσθοῦν ταῦτα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ θὰ δημιουργηθῇ θόρυβος.
§28Δ. ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δὲν τὸ εἴχετε εἴπει εἰς κανένα ἄλλον;
§29Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν, τὰ ἀνεκοίνωσα εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶχον ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην ὅτι θὰ τηρηθῇ μυστικόν. Καὶ τοιαύτη μυστικότης ἐτηρήθη ἐκ μέρους τούτων. Μετὰ τοῦτο τὸ ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐχεμύθειαν ἐνόμιζα ὅτι ἔπρεπε νὰ βασισθῶ, καὶ κατόπιν εἰς τὸν κ. Καμπάνην, πρὸς τὴν ἐχεμύθειαν τοῦ ὁποίου καὶ πάλιν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ βασίζωμαι.
§30Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν σᾶς ἔδωκαν τὴν συμβουλὴν νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὸν Κύριον Εἰσαγγελέα;
§31Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνακοίνωσιν ὁ κ. Γιαννόπουλος μὲ ἐκάλεσεν ἰδιαιτέρως, εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Προέδρου, καὶ μοῦ εἶπεν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκριβῶς ὅπως τὰ διηγεῖται· τότε ἐγὼ τοῦ εἶπον ὅ,τι ἔπρεπε νὰ τοῦ εἴπω. Τοῦ εἶπα νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§32Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Αὐτὰ μοῦ εἴπετε. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἤθελον νὰ καταγγελθῇ τὸ ζήτημα ἐπισήμως πρὶν ἐξασφαλίσω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἀνακοινώσεις μου, τόσον εἰς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον καὶ εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον, θὰ εἶναι ὁμοιόμορφοι πρὸς τὰς ἀνακοινώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ μοῦ παρετήρουν ὅτι, ἄλλα ἔλεγον ἰδιαιτέρως, καὶ ἄλλα εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπερ δὲν συνέβη. Πράγματι μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς, μοῦ εἶπαν, ὅτι τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ καταγγελθῇ. Κύριοι, δὲν εἶχον καμμίαν πεποίθησιν ὅτι αἱ προτάσεις προήρχοντο ἀπὸ τὸν κ. Μποδοσάκην, ἀλλ’ ἴσως νὰ ἦσαν κατασκεύασμα τῆς φαντασίας τοῦ Βάβαλη, ὁ ὁποῖος, δι’ ὅσους τὸν γνωρίζουν, δὲν εἶναι ἄνθρωπος τόσον καλοήθης, πιθανὸν δὲ νὰ ἐφαντάζετο ὅτι θὰ μὲ εὕρισκε πρόθυμον εἰς τὰς προτάσεις του. Ἐὰν ἀνεκοινοῦντο αὐτὰ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, τί θὰ ἐγίνετο; Θὰ ἐδημιουργεῖτο θόρυβος περὶ τὸ ὄνομά μου, πᾶν ἄλλο ἢ εὐχάριστος. Ἀλλ’ οὔτε τὸν Βάβαλην ἤθελον νὰ καταγγείλω.
§33Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος σας.
§34Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ εἶναι τὸ σφάλμα; Ἐπετρέπετο εἰς ἐμέ, ἕνα πολιτικόν, νὰ στραφῶ ἐναντίον μιᾶς οἰκογενείας, διότι ἓν μέλος αὐτῆς εἶχε τὴν ἀνοησίαν νὰ μοῦ κάμῃ μίαν τοιαύτην πρότασιν;
§35Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπεράνω πάσης πολιτικῆς φιλίας ἵστατο ἡ τιμή σας, διότι ἠμφισβητήθη ἡ τιμή σας διὰ τῆς ὁμιλίας ταύτης.
§36Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως διημφισβητήθη ἡ τιμή μου, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ τιμὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου τὸ παρελθὸν εἶναι ἄσπιλον, καὶ ὁ ὁποῖος μάλιστα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατέφυγεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἐγνωρίζετε τὸν χαρακτῆρα τοῦ Βάβαλη, θὰ ἐπιστεύατε ὅτι δὲν εἶχε τοιαύτην πρόθεσιν. Ἐπίστευεν ὁ Βάβαλης, ὅτι, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμέ, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ τὸν εὔκολον βοηθόν, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται τὸ εἶδος τῆς πράξεως αὐτῆς.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι προσβολή;
§38Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις προσβολῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Βάβαλη ἐναντίον μου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, τί ἐπρόκειτο νὰ διαφυλάξω ἐγὼ καὶ νὰ ἀσφαλίσω διὰ τῆς καταγγελίας αὐτῆς; Τὴν τιμὴν μου, καὶ τὴν ὑπόληψίν μου; Ἀσφαλῶς δὲν διέτρεχον τοιοῦτον κίνδυνον ἡ τιμή μου καὶ ἡ ὑπόληψίς μου. Ταῦτα συνέβησαν, Κύριοι Βουλευταί, ὁπότε μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν, μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, βλέπω εἰς τὴν «Ἑλληνικὴν» ἀναγραφομένην τὴν εἴδησιν περὶ ἀποπείρας δωροδοκίας. Παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ δημιουργηθῇ θόρυβος, καὶ αὐτὸ ἦτο ἡ αἰτία νὰ μὴ θέλω νὰ καταγγελθῇ τὸ ζήτημα, παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν μου, λέγω, αὐτήν, βλέπω εἰς τὴν «Ἑλληνικὴν» νὰ γράφωνται ὅσα ἐγράφησαν περὶ ἀποπείρας δωροδοκίας. Ἤμην τότε εἰς τὴν Βιβλιοθήκην καὶ ἔκαμνα ἀνακρίσεις. Ἔρχεται ὁ κ. Νικολόπουλος, συντάκτης τοῦ «Ἔθνους», ὁ ὁποῖος μοῦ λέγει: τί σχετικὰ ἔχετε νὰ μοῦ εἴπητε μὲ τὴν εἴδησιν, ἥτις ἀνεγράφη σήμερον εἰς τὴν «Ἑλληνικήν»; Ἔστειλα ἀμέσως καὶ ἐπῆρα τὴν «Ἑλληνικὴν» καὶ κατεπλάγην ἐκ τῆς εἰδήσεως ἐκείνης. Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι οὐδὲν ἔχω νὰ τοῦ εἴπω. Μὲ βεβαιώνει ὅτι, ἐὰν τοῦ ἔλεγα πῶς εἶχον τὰ πράγματα, δὲν θὰ ἔκαμνε χρῆσιν αὐτῶν. Καὶ τοῦ ἀφηγήθην ὡς εἶχον τὰ γεγονότα. Ἔκαμα μόνον ἐπιστολὴν πρὸς τὴν ἐφημερίδα «Ἔθνος», ὅτι τὰ γραφέντα εἰς τὴν «Ἑλληνικὴν» εἶναι ξένα πρὸς ἐμέ, καὶ ὅτι οὐδεμία ἀπόπειρα δωροδοκίας ἐγένετο εἰς ἐμὲ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Μποδοσάκη. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐκδίδεται ἡ ἐφημερὶς «Παρατηρητὴς» καὶ εἰδοποιοῦμαι ἀπὸ ἓν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐκυκλοφόρησε μία Παγκαλικὴ ἐφημερίς, ἡ ὁποία γράφει τὰ ἐξ ἁμάξης ἐναντίον μου. Ἐν ἀρχῇ μάλιστα τῆς εἰδησεογραφίας ἐκείνης ἀνεγράφετο ἓν μακροσκελέστατον ἄρθρον ἀναφερόμενον εἰς τὸν ἰδιωτικόν μου βίον, μετὰ ψευδῶν, συκοφαντιῶν καὶ παντὸς ὅ,τι δύναται ἄνθρωπος νὰ φαντασθῇ. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι λέγει δι’ ἐμέ, ὅτι ἐπῆγα εἰς τὰς φυλακὰς διὰ μίαν κατάχρησιν, ὅτι τὴν δίκην μου ἐκείνην τὴν ἐκέρδισα διὰ πλαγίων μέσων καὶ ἄλλα!... Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς καὶ ἄξιον ἐμοῦ ν’ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ ψευδολογήματα ταῦτα. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἔχω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸν ἰδιωτικόν μου βίον, βραχὺν πράγματι, τὸν ἔκρινεν ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας μου κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς, ὁπότε, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἠγωνίσθην ἐναντίον σοβαρῶν, σοβαρωτάτων ἡνωμένων κομματικῶν δυνάμεων, μόνος ἐγώ, χωρὶς πολιτικὴν ἱστορίαν, χωρὶς πολιτικὸν παρελθόν, χωρὶς τὴν ὑποστήριξιν οὐδενὸς πολιτικοῦ παράγοντος καὶ ἐτιμήθην διὰ τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς λαοῦ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ κρίνῃ καὶ νὰ δικαιώνῃ τοὺς λευκοὺς καὶ ἐντίμους χαρακτῆρας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς κατ’ ἐμοῦ κατηγορίας, περὶ ἐκβιασμοῦ, τὰς ὁποίας μοῦ ἀποδίδουν, τρεῖς ὑπῆρχον δι’ ἐμὲ δρόμοι· ἡ ὁδὸς τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁδὸς τῆς χειροδικίας ἢ ἡ ὁδὸς τῆς περιφρονήσεως. Ἐνόμισα, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ μᾶλλον ἁρμόζουσα ὁδός, ἦτο ἡ ὁδὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀτυχῶς ἐκείνην ἠκολούθησα, καὶ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεώς μου εἷς δικαστικός. Κατέγινεν εἰς μακρὰν ἀνάκρισιν καὶ ἐπὶ τέλους ἐξέδωκε μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀτυχὲς ψυχολογικὸν δοκίμιον, μὰ πολὺ ἀτυχές...
§39Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος ἦτο δικαστής;
§40Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πεπονῆς.
§41Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγένετο πρότασις, πρόκειται περὶ βουλεύματος. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, ἡ ὁποία υἱοθέτησε τὰ συμπεράσματα.
§42Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προχωρήσω· ὁμιλῶ περὶ τῆς προτάσεως.
§43Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὅταν ἡ «Ἑλληνικὴ» ἐδημοσίευσε τὴν εἴδησιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐγνωρίζομεν πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, τὸ ἑσπέρας εἶχε κάμει συνεδρίασιν ἡ Ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔλαβον μέρος. Ἤμην ἀπών, διότι εἶχον ἄλλην ὑπόθεσιν τῆς ἀνακρίσεως, καὶ διότι ἔπρεπε νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Τὸ ἑσπέρας ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν Μποδοσάκην, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἔλεγεν ὅτι ἐγὼ δὲν ἀπεπειράθην νὰ δωροδοκήσω τὸν κ. Γιαννόπουλον, καὶ παρακαλῶ νὰ διατάξητε ἀνάκρισιν. Ἦτο πολὺ ἀργά. Ἐννέα ἡ ὥρα. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο κουρασμένη. Δὲν τὴν ἀνέγνωσα, ἀλλ’ ἀμέσως τὴν παρέδωκα εἰς τὸν κ. Στρατηγόπουλον, ὡς εἰσηγητὴν τῆς ὑποθέσεως, ἵνα εἰσαγάγῃ τὸ ζήτημα τὴν Πέμπτην. Τὴν ἑπομένην ὅλαι αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Μποδοσάκη, ἡ ὁποία ἔφερε τὰς ὑπογραφὰς πέντε δικηγόρων. Εἶδον λοιπὸν ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐπισημοποιεῖτο, καὶ ἐπροκαλούμην νὰ καλέσω τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ ἐπεμβῇ. Ὅταν εἶδον καὶ τὴν ἑπομένην αὐτὸ τὸ δημοσίευμα, τὸ φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν πέντε δικηγόρων, ἐθεώρησα καλὸν νὰ κάμω ἓν ἀνακοινωθὲν ἰδικόν μου καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἀπασχοληθῇ τὴν Πέμπτην. Πράγματι δὲ ἀπησχολήθη, καὶ τότε εἶπον πάντες ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι ἐδῶ ποῦ ἔφθασαν τὰ πράγματα, πρέπει πάντως νὰ σταλῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ κατ’ ἀπόφασιν, ληφθεῖσαν παμψηφεί, ἔστειλα ἐγὼ ἓν ἔγγραφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ παρεκάλουν νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις. Σημειώσατε δὲ ὅτι καὶ διὰ τοῦτο παρεξηγήθημεν, ὅτι ἐπεμβαίνομεν εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα, διότι παρεκάλουν νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ὑπόθεσις τὸ ταχύτερον.
§44Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Παμψηφεὶ ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς;
§45Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ... (Δὲν ἠκούσθη).
§46Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶχον δηλώσει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἤθελον νὰ ὑπάγῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἐπέδωκα τὴν μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ, καὶ ἤρχισεν ἀνάκρισις ἐμπεριστατωμένη ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ, μεθ’ ὃ ἐπῆλθεν ἡ σχετικὴ πρότασις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως.
§47Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐνέκρινε τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως;
§48Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ἡ ἐφημερίς. (Διεκνύει μίαν ἐφημερίδα). Ἐγένετο αὕτη δεκτὴ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον. Ἡ ἀπόφασις ἐσχηματίσθη ἐξ ἀφορμῆς τῶν δύο μηνύσεων, τῶν ἰδικῶν μου ἐπὶ συκοφαντίᾳ, καὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ λέγει. (Ἀναγινώσκει). «Ἀποδίδομεν πολλὴν σημασίαν ...» Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι: εἶπον τι διάφορον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ἀνθιστάμην κατὰ τῆς ἐπιθυμίας τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ καταδιωχθῇ ἡ πρᾶξις αὕτη; Εἶπον τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν βεβαιότητα.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἴπετε ὅτι σεῖς δὲν θέλετε νὰ γίνετε ὁ διώκτης ἑνὸς συμπολίτου σας.
§50Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§51Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Γιαννόπουλος ἔσπευσε καὶ μοῦ ἀνεκοίνωσε τὴν πρότασιν ἡ ὁποία τοῦ ἐγένετο. Ἐσκέφθην ὅμως ὅτι τὴν ὑπόθεσιν δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν παραπέμψω εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, διότι ἦτο ὑπόθεσις τῆς ἀποκλειστικῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ συστήσω καὶ εἰς αὐτὸν νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Προέδρου ταύτης, διὰ νὰ τὴν φέρῃ κατόπιν εἰς τὸ Σῶμα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐπίσης ὅτι εἶδον τὸν κ. Γιαννόπουλον πολὺ τεταραγμένον, καὶ δὲν μοῦ ἔμεινεν ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἐν λόγῳ πρόσωπον, ὁ Βάβαλης, δὲν ἦτο πρόσωπον μεγάλης ὑπολήψεως, ἤθελον δὲ νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὸν κ. Γιαννόπουλον νά...
§52Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ αἰσθάνωμαι συμπαθείας πρὸς συμμαθητὴν παλαιόν, καὶ τέλος πάντων πολιτικὸν φίλον;
§53Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀδιαφορῶ ἂν πρόκειται περὶ ἑνὸς συμμαθητοῦ ἢ ἰδιώτου. Τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι, ὅταν εὑρέθη συμμαθητὴς ποιούμενος τοιαύτας προτάσεις, δὲν ἦτο κἄν συμμαθητὴς ἢ φίλος.
§54Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ προβαίνει εἰς τὰς κρίσεις του ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, καὶ λέγει ὅτι ὁ Γιαννόπουλος περιπίπτει εἰς ἀντιφάσεις. Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκετε τὰς ἀντιφάσεις; Ποῦ ἀνεῦρε ταύτας ὁ Εἰσαγγελεύς; Κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐγένετο τὸ ἑξῆς σχόλιον. Ἠρωτήθην ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν: τὶ ἐντύπωσιν εἶχον; Ὁ Μποδοσάκης εἶναι ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν; Ἀπήντησα, δὲν γνωρίζω. Εἶναι δυνατὸν εἶπον νὰ εἶναι αὐτός, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ εἶναι. Κάποιος ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶπεν, ὅτι εἶναι μαθημένοι ἀπὸ τὴν Τουρκιά, καὶ ὁ κ. Καλκάνης, ἐξεταζόμενος πρὸ τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐλέχθη τοῦτο παρ’ ἐμοῦ, ὅτι δηλαδή, εἶπον ἐγὼ τοῦ Μποδοσάκη «σὺ εἶσαι μαθημένος ἀπὸ τὴν Τουρκιά», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε λεχθῆ ὑπ’ ἐμοῦ. Κατὰ πλάνην, λοιπόν, ἐλέχθη, ὅτι ἐλέχθη παρ’ ἐμοῦ. Ἐπίσης ὁ κ. Λαδᾶς ἐκ πλάνης εἶπεν, ἐρωτηθείς, ὅτι ἐγώ, ἐρωτηθεὶς ἐὰν καὶ ὁ Μποδοσάκης ἦτο συνένοχος, ἀπήντησα: ὑποθέτω ναί, διότι εἶπεν τὸ ὄνομα Μποδοσάκης, ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα Βάβαλης καὶ ὅτι ἐγὼ εἶδον τὸν Βάβαλην.
§55Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπλανήθην, ἀλλὰ κατέθεσα. Ἐγὼ κατέθεσα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ διαβεβαίωσα κατηγορηματικῶς ἐρωτηθείς, διότι ἐγνώριζον ὅτι τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἐνδιέφερεν ὁ Βάβαλης, ἀλλὰ ὁ Μποδοσάκης. Λοιπὸν ἐρωτήσας ποία ἦτο ἡ ἐντύπωσίς σας, ἐὰν ὁ Μποδοσάκης ἦτο ἐν γνώσει, μοῦ εἴπετε ὁ Βάβαλης σᾶς εἶπεν μερικὰ πράγματα.
§56Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην σας.
§57Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι καλά, ἀλλὰ προσέχω τὸ ἑξῆς: Ὅτι, ἐπειδὴ μὲ τὴν φράσιν αὐτὴν ἐγὼ δὲν θὰ ἐσχημάτιζα τὴν γνώμην ἐὰν ὁ Μποδοσάκης ἦτο ἐν γνώσει, διότι ὅταν θὰ τοῦ ἔλεγον τοῦ Μποδοσάκη ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμῃς δωροδοκίας», θὰ μοῦ ἔλεγεν «καὶ ποῖος σοῦ εἶπεν ἐσένα περὶ δωροδοκιῶν;» Σεῖς εἶσθε ἑπομένως ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι ὁ Μποδοσάκης ἦτο ἐν γνώσει.
§58Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅταν ὁ κ. Γιαννόπουλος ὡμίλησε περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἶπεν, ὅτι πρῶτον ἀνέκρινε τὸν Βάβαλην. Νομίζω ὅμως ὅτι ἔπρεπε νὰ καλέσῃ καὶ τὸν Μποδοσάκην, διὰ νὰ ἴδῃ καὶ αὐτός, τὶ ἔλαβε χώραν μεταξὺ Βάβαλη καὶ Γιαννοπούλου, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μία ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τοῦ Μποδοσάκη εἰς βάρος τοῦ Γιαννοπούλου.
§59Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διαμαρτύρομαι διὰ τὸ φαινόμενον τὸ ἀποψινόν, διότι ἡ Βουλὴ ἐμφανίζεται δικάζουσα Βουλευτὴν ἐπὶ ἀδικήματος ἀνυπάρκτου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται χαριστικαὶ πράξεις πρὸς Βουλευτήν. Συζητοῦμεν ἀντικανονικῶς. Δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ μεταβάλλεται ἡ Βουλὴ εἰς δικαστήριον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κατηγορούμενος.
§60Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἀνακοινώσῃ ὅσα θέλει νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἄνευ διακοπῶν καὶ σχολίων.
§61Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Καὶ βεβαίως, διότι ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν.
§62Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δημιουργεῖται ὅμως, κύριε Συνάδελφε, ζήτημα προσωπικόν, καὶ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὁμιλήσω δημοσίᾳ, ἐφόσον μοῦ ἀποδίδεται ἡ μομφὴ αὐτὴ ὡς μέλους τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς.
§63Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ σημειωθῇ τοῦτο: ὅτι ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ ἐξαιρέσεως τοῦ ἀγορεύοντος, ὡς συνηγόρου τοῦ συνηγόρου τοῦ κατηγορουμένου. Περὶ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ θὰ εἰσαχθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πάντως, τὴν στιγμὴν ποὺ ὑποβάλλεται τοιαύτη αἴτησις ἐξαιρέσεως, ὁ κύριος βουλευτὴς εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως!
§65Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μὰ κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ παρουσιάζει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν εἰκόνα δικαστηρίου.
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ῥήτωρ καὶ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτάς, νὰ μὴ κάμουν οὐδεμίαν διακοπήν.
§68Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως Πεπονῆ περιέπεσαν ἀντιφάσεις κατὰ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἰδίαν ἐλέχθησαν παρ’ ἐμοῦ εἰς ἄλλους καὶ δὲν ἀνεκοινώθησαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Ὅτι ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ. Ἐγὼ ἔκαμα ἀνακοινώσεις εἰς τὸν κ. Τσιτσεκλῆν, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν κ. Καμπάνην, καὶ μετὰ ταῦτα εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐπιτροπήν. Τὰς ἀντιφάσεις λοιπὸν θὰ τὰς εὕρισκεν ὄχι εἰς τὰς κατ’ ἰδίας ἀνακοινώσεις, ἀλλὰ εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔκαμα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν τὸ πρῶτον μέρος τῶν ἀνακοινώσεων. Ἀλλὰ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀντίφασις, ἢ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἔλεγον τὰ ἴδια εἰς τὰς καταθέσεις, ἐφόσον ὡμίλησα ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἶπον τ’ ἀντίθετα τῶν ὅσων ἀνεκοίνωσα, ἢ ἄλλως πρόκειται περὶ προφανοῦς πλάνης τῶν ἐξετασθέντων μελῶν, ἅτινα διάφορα κατέθεσαν. Ἀλλ’ ἐφόσον, κύριοι Βουλευταί, ἐπρόκειτο ὁ κ. Πεπονῆς νὰ καταλήξῃ — δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ πῶς — εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὑπάρχουν ἀντιφάσεις, διατὶ δὲν διευκρίνισε περισσότερον τὰ πράγματα; Διατὶ δὲν ἐκάλεσε πρὸς ἐξέτασιν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ πρῶτον ἀνεκοίνωσα τὸ πρᾶγμα —διότι ὁ κ. Ὑπουργός, κύριοι, οὐδόλως ἐξετάσθη μέχρι σήμερον— πρὶν καταλήξῃ εἰς ὃ κατέληξε συμπέρασμα; Αὐτό, κύριοι, ἐγὼ τὸ χαρακτηρίζω ὡς ἐξαιρετικῶς ὕποπτον. Ἡ μὴ πρόσκλησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, αὐτὸ καὶ μόνον μοῦ παρέχει σπουδαίαν ὑποψίαν, καὶ ἐκ τούτου κρίνω διατὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν.
§69Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις αὐτή, ἡ ὁποία οὐδόλως βασίζεται εἰς πραγματικὰ στοιχεῖα. Διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν οἱανδήποτε πίστιν εἰς τὴν κατηγορίαν.
§70Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς σκέψεις καταλήγων ὁ κ. Ἀνακριτής, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀθῳότητα τοῦ κ. Μποδοσάκη, θεωρεῖ ὕποπτον τὸν κ. Βάβαλην, ὃν ὅμως ἀπαλλάσσει διότι ἡ κατηγορία δὲν χαρακτηρίζεται ὡς ἀπόπειρα δωροδοκίας, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡμεῖς δὲν θεωρούμεθα δημόσιοι λειτουργοί, ἀλλὰ παραπέμπει τὸν συντάκτην τοῦ «Παρατηρητοῦ».
§71Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατὰ συνέπειαν ὁ συγγραφεὺς τοῦ ἄρθρου παραπέμπεται ἐπὶ συκοφαντίᾳ.
§72Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐφόσον παραπέμπονται οἱ συκοφαντοῦντες, εἶναι περιττὴ ἡ ἔκθεσίς σας αὕτη.
§73Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, Κύριε Πρόεδρε. Διότι ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον, εἶχον ὑποχρέωσιν, νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ὅλην ἀλήθειαν, διότι ἐκατηγορούμην ὅτι δὲν ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῶν δημοσίᾳ.
§74Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ πόρισμα τοῦ βουλεύματος εἶναι ὅτι ὁ συγγραφεὺς παραπέμπεται ἐπὶ συκοφαντίᾳ.
§75Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὁ κ. ἀνακριτὴς κατέληξεν εἰς τὸ πόρισμα ὅτι ὁ Βάβαλης ἐπῆγε νὰ ἐκβιάσῃ τὸν Μποδοσάκην, ἀλλὰ δέχεται, ὅτι ἁπλῶς προτάσεις τοῦ ὑπέβαλε καὶ ὅτι δὲν ἦτο ἐν γνώσει ὁ κ. Μποδοσάκης.
§76Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι τόσον ἀποδεδειγμένον τὸ πρᾶγμα, ὅτι εἶναι καθαρὰ συκοφαντία, ὥστε πρέπει ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ σταματήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§77Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμορφούμενος πρὸς τὰς συστάσεις τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. Συναδέλφων, καταπαύω τὸν λόγον. Πρὸ τούτου ὅμως ἔχω νὰ προσθέσω τι. Ὑπεβλήθη αἴτησις ἐξαιρέσεώς μου, ὡς μανθάνω, ἐκ μέρους τοῦ κ. Μποδοσάκη. Καίτοι, Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου ἀνώτερον παντὸς ἐπηρεασμοῦ, ἐν τούτοις διὰ νὰ μὴ μένῃ οὐδὲν εἰς τὸν κ. Μποδοσάκην παράπονον, ἔχω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν πρὸς ὑμᾶς τοὺς ἐντολεῖς μου, ὅτι δηλῶ κώλυμα διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Μποδοσάκη (Χειροκροτήματα).
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§79Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἔχω ἐντολὴν ἐκ μέρους τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ὁμιλήσω, διότι ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς δὲν θίγεται βεβαίως μόνον ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος. Θίγεται ἀσφαλῶς καὶ ἡ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέλος. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι ὁ διαχειριζόμενος οἱανδήποτε δημοσίαν λειτουργίαν, ἰδίᾳ δικαστικήν, διατελεῖ εἰς μίαν ἐξαιρετικῶς λεπτὴν θέσιν, διότι ὁ διαχειριζόμενος τοιαύτην λειτουργίαν δὲν πρέπει μόνον νὰ ἀσκῇ εὐσυνειδήτως καὶ εἰλικρινῶς, κατὰ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει, τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἐμπνέῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ εἰς τοὺς πολίτας ὅτι πράγματι εὐσυνειδήτως ἀσκεῖ τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ τοιοῦτος λειτουργὸς ὁ κρατικός, πρέπει νὰ εἶναι ὡπλισμένος ἐκ τῶν προτέρων μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ὑποστῇ ἔλεγχον ἐν γένει τοῦ δημοσίου, καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτοῦ βίου, καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ὀφείλει νὰ τὸν ὑποστῇ ἀπαθῶς. Εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐξαρχῆς δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν εἶναι δικαστήριον διὰ νὰ κρίνῃ περὶ τοιούτων ζητημάτων. Τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἀσφαλῶς ἐνώπιον τῆς Ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, προκειμένου νὰ κριθῇ ἡ αἴτησις ἐξαιρέσεως ἡ ὁποία ὑπεβλήθη κατὰ τοῦ κ. Γιαννοπούλου. Ἀλλ’ ὀφείλω, κ. Συνάδελφοι, νὰ δηλώσω, χωρὶς βεβαίως νὰ μὲ παρεξηγήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Γιαννόπουλος, ὅτι εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν ἐμαρτύρησε τὴν προσήκουσαν πεῖραν, δηλ. ἐξεδήλωσε κάποιαν ἀπειρίαν. Τὸ νὰ μεταβῇ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν Βάβαλην, βεβαίως ἦτο μία ἐνέργεια κατ’ ἐξοχὴν φιλάνθρωπος, διότι ἀφοῦ ἐκλήθη ἀπὸ ἕνα πολίτην πάσχοντα καὶ εὑρισκόμενον εἰς τὰς φυλακάς, καθῆκον εἶχε ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν τοιαύτην αἴτησιν. Εὑρίσκω ὅμως — τί νὰ σᾶς εἴπω — ὅτι, ἦτο παρακεκινδυνευμένον ν’ ἀντικρύσῃ τὸν κ. Μποδοσάκην ἐκεῖ — εὑρίσκω τὸ σφάλμα τοῦτο πηγάζον ἐκ τῆς ἀπειρίας του, πρὸ παντὸς δὲ ὄχι μόνον νὰ τὸν ἀντικρύσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτοῦ, αὐτὸς μέλος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ τῆς ὑποθέσεώς του.
§80Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον τὴν ἀντίληψιν ὅτι βλάπτω κανένα. Λευκὸς καὶ ἄσπιλος ἤμην καὶ παρέμεινα. Δὲν εἶχον τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἤμην ἱκανὸς νὰ δημιουργήσω οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἐναντίον μου ὑπόνοιαν.
§81Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑπονοιῶν. Εἶμαι ἀσαλεύτως πεπεισμένος, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς γνώμης μου, ὅτι σᾶς θεωρῶ λευκὸν καὶ ἄσπιλον, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι ὅταν διαχειρίζησθε δικαστικὴν ἐξουσίαν τόσον λεπτὴν, καὶ μόνον τὸ γεγονὸς τῆς συναντήσεως εἰς τὰς φυλακάς, μετὰ μίαν τοιαύτην συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε μὲ τὸν Βάβαλην, μεθ’ ἑνὸς κατηγορουμένου, καὶ τὸ γεγονός, ὅτι συνεζητήσατε μετ’ αὐτοῦ περὶ τῆς ὑποθέσεώς του, βεβαίως σᾶς καθίστα, ἂν μή τι ἄλλο, ὕποπτον ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ κατηγορουμένου. Ἀπόδειξις δὲ ὅτι σᾶς καθίστα ὕποπτον, εἶναι ὅτι παρέσχετε ἀφορμὴν εἰς αὐτὸν νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲν τὸν ἐβλέπετε, δὲν θὰ τὴν ἀπηύθυνεν.
§82Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν δὲν ἔπιπτε θῦμα πλεκτάνης ὁ κ. Γιαννόπουλος.
§83Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, τὸ ζήτημα δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εἶμαι παλαιὸς δικαστικός. Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εἶναι ἐξουσία ἐντελῶς ἀνεξάρτητος καὶ ὁσάκις ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, οἱοσδήποτε πολίτης, καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἀνήκων εἰς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, ὀφείλει νὰ δεχθῇ ἀπαθῶς τὰ πορίσματα αὐτῆς, ἐὰν δὲ ἔχῃ παράπονα κατὰ τῶν πορισμάτων αὐτῆς, θὰ ἐνασκήσῃ ταῦτα διὰ τῶν ἐνδίκων μέσων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδὲ προσῆκον νὰ ἐνεργῆται ἐνταῦθα ἔλεγχος ἑνὸς βουλεύματος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅλα τὰ στοιχεῖα.
§84Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἐνηργήθη ἔλεγχος. Ὁ ἴδιος ὁ μηνυτὴς εἶναι καὶ πολιτικὸν πρόσωπον. Εἶναι βουλευτής. Ἐκθέτει τὰ πράγματα διὰ τὴν ἀπόκρουσιν τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἐνώπιον τῶν συναδέλφων του. Εἶχε καθῆκον νὰ τὸ κάμῃ αὐτό.
§85Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτήν, ἦτο δικαίωμά του. Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανείς. Διαφωνῶ εἰς τοῦτο, ὅτι ἄνθρωπος τῆς πείρας τοῦ Κυρίου Βουλευτοῦ, ἐλησμόνησεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐλέγξῃ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν οἱανδήποτε γνώμην περὶ αὐτοῦ, διότι αὐτὸ θὰ ἦτο ἀσφαλῶς παρακεκινδυνευμένον, καὶ μάλιστα ὅταν τὸ ζήτημα εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐκκρεμότητος. Διότι σημειώσατε, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἀκόμη δὲν ἔχει εἰπῇ τὴν τελευταίαν της λέξιν, καὶ ἡ τοιαύτη συζήτησις θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κρίσιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, τῆς Νομοθετικῆς καὶ τῆς Δικαστικῆς.
§86Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἔγινε κανεὶς ἔλεγχος κατὰ τοῦ βουλεύματος. Εἶπεν ὁ ἄνθρωπος κανονικῶς, ἐνώπιον τῶν συναδέλφων του, ὅτι ὁ εἱρμὸς τοῦ βουλεύματος, διότι ἔγινεν ἐκμετάλλευσις τῆς προτάσεως τοῦ εἰσαγγελέως, δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰ πορίσματα. Τὰ πορίσματα τὰ ὁποῖα λέγει ἐν τῇ προτάσει του ὁ εἰσαγγελεύς, δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰ πράγματα.
§87Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἐλέγοντο αὐτά, θὰ εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Ἀλλὰ δὲν ἐλέχθησαν αὐτά. Ὁ κ. βουλευτής, εἶπεν ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ εἶναι ἐπιλήψιμος. Τώρα ἐγώ, δὲν γνωρίζω οὐδὲ προσωπικῶς τὸν δικαστικὸν λειτουργόν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν πρότασιν πρὸς τὸ Συμβούλιον, ὑπεραμύνομαι ὅμως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ λέγω τοῦτο: ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἀσκεῖ τὸ ἔργον της ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἐκεῖνος, καθ’ οὗ ἐνεργεῖ ἡ ὁπωσδήποτε ἀσχολεῖται αὕτη, πρὶν ἢ τερματισθῇ τὸ δικαστικὸν ἔργον, οὗτος πρέπει νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικός, πρέπει τὴν τελευταίαν λέξιν νὰ τὴν εἰπῇ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἂν δὲν εἶναι εὐχαριστημένος ὁ πολίτης, θὰ ἀσκήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγούμενα ἔνδικα μέσα.
§88Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀσκήσῃ ἔνδικα μέσα. Τὸ βούλευμα εἶναι ἱκανοποιητικὸν διὰ τὸν κ. Γιαννόπουλον. Παραπέμπει τὸ βούλευμα ἐπὶ συκοφαντίᾳ τὸν συντάκτην τοῦ «Παρατηρητοῦ». Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Γιαννόπουλος εἶναι τοῦτο: ὅτι ὁ ποιήσας τὴν πρότασιν, ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του καὶ ἐξήτασε τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Γιαννοπούλου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, διότι δὲν ἦτο κατηγορούμενος ὁ κ. Γιαννόπουλος.
§89Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Φρονεῖτε;
§90Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως.
§91Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Πλανᾶσθε πλάνην δεινήν, κ. Συνάδελφε. Ὅταν ἀπευθύνεσθε εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ καταγγέλλετε ἕνα πολίτην ἐπὶ συκοφαντίᾳ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἀμέσως, προκειμένου περὶ τῆς προσαπτομένης πράξεως, ἔχετε θέσιν κατηγορουμένου. Ὀφείλετε πρὸ παντὸς νὰ ἀποδείξητε τὴν ἀθῳότητά σας καὶ τότε θὰ σκεφθῇ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἂν πρέπει ὁ μηνυόμενος νὰ παραπεμφθῇ ἢ ὄχι.
§92Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀποκαταστήσω τά πράγματα. Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔφθασε πρὸ τῆς Εἰσαγγελίας ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ μιᾶς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν διεχειριζόμην κατ’ ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, ἥτις μὲ διώρισεν εἰσηγητήν, καὶ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, ἐφόσον ἐκδίδεται μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἀποδίδει εἰς ἐμὲ ὡρισμένην μομφήν, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἔλθω ἐνώπιον αὐτῆς, ἡ ὁποία μὲ εἶχε διορίσει εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, καὶ νὰ ἐξηγήσω πῶς ἀκριβῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἦλθον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ ἔδωκα ἐξηγήσεις ἀπαραιτήτους, διότι ἕνας νέος βουλευτὴς πρέπει, ὅταν ἐκδίδεται μία ἀπόφασις, πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ λογοδοτήσῃ.
§93Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν Δικαστικὴν Ἀρχήν. Ἐνταῦθα ὅμως, ὁ κ. Συνάδελφος, δὲν ἦλθε νὰ ἐλέγξῃ τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἱκανοποιητικόν. Τὸ βούλευμα ἀναφέρει ὡρισμένα πράγματα. Ἐγένετο ἐκμετάλλευσις ἔξωθεν καὶ αὐτὴ ἐπέδρασεν...
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπεραμύνεσθε τοῦ κ. Γιαννοπούλου;
§95Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὄχι!
§96Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη ἀρκετὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Σωτηριάδην, νὰ ἐκθέσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§97Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ εἶχον τελειώσει πρὸ πολλοῦ, ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο αἱ διακοπαί.
§98Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Νὰ μὴ ἐπιτρέπωνται διακοπαί.
§99Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ εἴπω ἐλάχιστα. Ἐγὼ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν πλημμελῶν ἐνεργειῶν τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς, μετὰ τὸ τέρμα τοῦ ἔργου αὐτῆς, θὰ ἦτο ἀπολύτως ἐπιτετραμμένος ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατόν, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶναι εἰσέτι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, νὰ γίνεται ἔλεγχος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ὁ ἔλεγχος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἔργου τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ὁμιλῶ πάντοτε ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς.
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ, ὅπως τερματισθῇ ἡ συζήτησις.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ κάμνω.
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Συνάδελφον νὰ περατώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§103Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἀσκῶ μίαν ἐντολὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐννοῶ νὰ περατώσω, καὶ θὰ τὴν περατώσω συντομώτατα. Εὑρίσκω, καὶ τοῦτο τὸ λέγω κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἑρμηνεύων τὴν γνώμην της, ὅτι ὑπῆρξαν δύο σφάλματα, ὀφειλόμενα εἰς μίαν ἀπειρίαν, διότι δέχομαι ὡς ἀπολύτως εἰλικρινῆ καὶ ἀνύποπτον τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Συναδέλφου.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἡ πεποίθησις ὅλων μας αὐτὴ εἶναι.
§105Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὑπῆρξαν δύο τὰ σφάλματα. Τὸ ἓν ὅτι, ὡς εἰσηγητὴς καὶ μέλος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθη νὰ μεταβῇ εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ διὰ νὰ ἴδῃ τὸν Βάβαλην, δὲν ἔπρεπε νὰ ἴδῃ τὸν Μποδοσάκην καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτοῦ. Εἶναι τὸ πρῶτον σφάλμα, ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἀπειρίαν του. Τὸ δεύτερον εἶναι, ὅτι, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦ ἐνεπιστεύθη τοῦτο καὶ ἔδωκε τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, καὶ μετέβη καὶ ἐπεσκέφθη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ τὰ ἀνεκοίνωσε, κατόπιν δὲ μετέβη εἰς τὰ μέλη τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἔκαμε τὸ ἴδιον, εἶχε καθῆκον στοιχειῶδες, διότι δὲν διεχειρίζετο ὑπόθεσιν ἰδιωτικήν, ἀλλὰ ὑπόθεσιν ἀναγομένην εἰς τὴν δημοσίαν λειτουργίαν, εἶχε καθῆκον, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τοῦ ἀπηυθύνετο μία βαρυτάτη μομφή, πρότασις περὶ δωροδοκίας, νὰ μὴ μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ βαδίσῃ ἀμέσως εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ νὰ ἐπιδώσῃ μήνυσιν. Καὶ τρίτον σφάλμα ἦτο, ὅτι ἔλεγεν ἐπανειλημμένως, ὅτι: «θὰ σᾶς ἀνακοινώσω κάτι ὑπὸ ἐχεμύθειαν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ δώσητε τὸν λόγον τῆς τιμῆς σας, ὅτι ὅ,τι θὰ σᾶς εἴπω, δὲν θὰ τὸ εἴπητε εἰς κανένα». Ἐρωτῶ· ἀφοῦ ἐζήτησε τὸν λόγον τῆς τιμῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μὴ τὸ εἴπωσι, διατὶ τὸ ἔλεγεν; Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθε τὴν κλίμακα τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὸ εἶπεν εἰς τὸν Α, εἰς τὸν Β καὶ εἰς τὸν Γ, κατὰ τίνα λογικὴν ἑρμηνείαν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ γεγονός, νὰ μὴ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς διὰ νὰ πιστοποιηθῇ, κατόπιν πλέον δικαστικοῦ ἐλέγχου, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς κακοηθείας; Αὐτὸ εἶναι σφάλμα ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἀπειρίαν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εὐθύνεται ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία δι’ ὅλων τῶν μελῶν της, καὶ τοῦ κ. Γιαννοπούλου, ἐνήργησε τὸ καθῆκον της. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε τὸ ἐμπιστευθὲν αὐτῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔργον, μὲ ἄφθαστον δραστηριότητα, μὲ πολλὴν εἰλικρίνειαν καὶ εὐσυνειδησίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐξάρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς παλαιὸς δικαστικὸς καὶ γεροντότερος τῶν ἄλλων. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, ἀστόχως ἔφθασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§106Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δημιουργεῖται ἓν προσωπικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐπιβάλλει νὰ ἀπαντήσω. Δὲν ἔχω τὴν πρόθεσιν, κ. Βουλευταί, νὰ θίξω κανένα ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι καὶ σέβομαι, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἠκούσθησαν ἀπὸ τὸν κ. Σωτηριάδην, μὲ ἔπληξαν ὑπερβολικά, ὅταν μάλιστα ἀκούω ὅτι τὰ λέγει αὐτὰ κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προβῶ εἰς τὴν ἑξῆς βεβαίωσιν. Ὅταν τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο προέβην εἰς ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὁ κ. Συνάδελφος μὲ ἐκάκισε, καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ ἀνακοινώσω.
§107Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἕνας ἄνθρωπος πολὺ ἐμπειρότερος δὲν θὰ ἐπρόσεχεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Βάβαλης...
§108Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (δὲν ἀκούεται).
§109Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ (ἐπίσης δὲν ἀκούεται). (Δημιουργεῖται θόρυβος, Ὁ κ. Γιαννόπουλος κατέρχεται τοῦ βήματος).
§110Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐπειδὴ ἔχω πληροφορίας, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν τὶ συνέβη σήμερον εἰς τὸν Πειραιᾶ. Διατὶ ἡ Ἀστυνομία ἐπετέθη ἐναντίον τῶν ἐργατῶν τοῦ τελωνείου Πειραιῶς καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς πνέοντες τὰ λοίσθια 4–5 ἐργάται;
§111Χ. ΛΑΔΑΣ. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οἱ ἐργάται τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς δὲν εἶναι κομμουνισταί.
§112Σ. ΣΥΜΕΟΝΟΓΛΟΥ. Εἶναι ἓν μικρὸν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον συνεβιβάσθη τῇ ἐπεμβάσει τῶν προσφύγων βουλευτῶν, διότι οἱ ἐργάται οὗτοι εἶναι πρόσφυγες, οἱ δὲ κομμουνισταὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύουν τοὺς πρόσφυγας.
§113Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Οἱ ἐργάται τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ παράσχω σχετικὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρβούτης.
§115Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλήφθη ἀπόφασις κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν, νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως δανείων ὑπὸ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης εἰς τὰς Νέας Χώρας. Αἱ Νέαι Χῶραι, καὶ ἰδίως ἡ Μακεδονία, παραπονοῦνται ἐναντίον τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, διότι δὲν ἐπεκτείνει τὴν χορήγησιν δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Εἶναι γνωστὸν πόση στενότης χρήματος ὑφίσταται εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως δὲ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι καὶ διὰ ἐμπορικοὺς λόγους ἀκόμη καὶ διὰ λόγους κοινωνικοὺς αἱ Νέαι Χῶραι ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς αὐτῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως, τῆς ὁποίας τυγχάνουσιν καὶ αἱ ἄλλαι Χῶραι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει στηρίζεται ἐπὶ γνωμοδοτήσεως νομομαθῶν, οἱ ὁποῖοι τῆς λέγουν ὅτι ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἡ ἀκίνητος πίστις δὲν παρέχει τὰ ἐχέγγυα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν χρημάτων, ἅτινα θὰ δίδωνται εἰς δάνεια. Ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα στηρίζεται εἰς γνωμοδοτήσεις τῶν νομομαθῶν της, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάνθησαν ὅτι ἡ κατάστασις τῶν Κτηματολογικῶν βιβλίων τῶν Νέων Χωρῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν χορήγησιν δανείων εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐπὶ ὑποθήκῃ. Στηρίζεται δηλ. ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα εἰς τὸ ὅτι εἰς τὰς Νέας Χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων, εἰς τίνα ἀνήκουσι ταῦτα, διὰ νὰ χορηγηθοῦν τὰ δάνεια. Κτηματικὴ πίστις εἶναι ἡ πίστις, ἡ ὁποία δίδεται ἐπ’ ἀντικρύσματι ὑποθήκης. Νομίζω ὅτι οὐδεμίαν διαφορὰν παρουσιάζει ἡ ἐνυπόθηκος πίστις εἰς τὰς Νέας Χώρας ἀπὸ τὴν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, οὕτω καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας, πᾶν στοιχεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τοῦ δανειζομένου ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου, τὸ ὁποῖον οὗτος παρέχει πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου εἶναι τὸ στοιχεῖον τὸ ἄγραφον, ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς. Τὶ συμβαίνει εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα; Προκειμένου νὰ δανεισθῇ κανεὶς παρουσιάζει ὡρισμένον τίτλον. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔγγραφα καὶ πράξεις μεταγραφῆς καὶ ἕτερα νομικὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν ἐξακριβοῦται ἐὰν ὁ μεταβιβάζων καὶ πωλῶν τὸ ἀκίνητον αὐτοῦ, εἶναι κύριος τοῦ ἀκινήτου. Τοῦτο ἐπίσης θ’ ἀποδειχθῇ καὶ ἐκ τῆς παρελεύσεως ὡρισμένου χρόνου. Ἀλλ’ εἰς τὰς Νέας Χώρας ὑπάρχει τίτλος κυριότητος ἐκ τοῦ Ὀθωμανικοῦ κτηματολογίου. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὅμως λέγει τοῦτο· δὲν δύναμαι νὰ στηριχθῶ εἰς αὐτὸ καὶ θὰ προβῶ καὶ εἰς ἑτέραν ἐξακρίβωσιν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ βεβαιωθῶ περὶ αὐτοῦ. Τὸ ἴδιον γίνεται καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Πλὴν τῶν πιστοποιητικῶν μεταγραφῆς καὶ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν ἐν γένει ἐξαρτᾶτε τὴν πεποίθησίν σας ἐπὶ τῆς κυριότητος τοῦ ἀκινήτου καὶ ἀπὸ τὸ στοιχεῖον τὸ ἄγραφον, ἐκ τῆς παρελεύσεως δηλ. ὡρισμένου χρόνου ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ αἰτῶν εἶναι ὁ κύριος. Ἀλλ’ εἰς τὰς Νέας Χώρας, ὄχι μόνον δὲν παρουσιάζονται ὀλιγώτερα ἐχέγγυα, ἀλλὰ τοὐναντίον παρουσιάζονται περισσότερα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι οἱ Τουρκικοὶ τίτλοι, ὄχι μόνον εἶναι στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ἄλλης βεβαιότητος ἀποτελοῦν πλήρη ἀπόδειξιν τῆς κυριότητος, ἀλλ’ εἶναι στοιχεῖα, ὄχι μόνον τοῦ Τουρκικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, τοῦ νόμου τῆς 1ης Νοεμβρίου 1914, ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τὴν συνθήκην μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος καὶ λέγει τὰ ἑξῆς: (Ἀναγιγνώσκει). «Τὰ μέχρι τῆς καταλήψεως....» Κατὰ τὴν Τουρκικὴν νομοθεσίαν, κ. Συνάδελφοι, ὁ τίτλος κυριότητος, ὁ ἐκδιδόμενος ἐπὶ Τουρκικοῦ Κτηματολογίου, εἶναι ἔγκυρος. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλλην ἀνάγκην βεβαιώσεως. Μόνον ἡ ἔνστασις τῆς πλαστότητος εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἀπέναντι τοῦ τίτλου αὐτοῦ. Ἡ Τράπεζα λέγει ἐδῶ, ὅτι δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ τίτλος αὐτὸς εἶναι ὁ τελευταῖος ἐκδοθείς. Ἡ ἔνστασις αὕτη δὲν εἶναι σοβαρά, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱονδήποτε ἔγγραφον εἶναι πιθανὸν νὰ εἶναι πλαστόν, διότι τοιαύτη ὑπόνοια εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ καὶ δι’ ἄλλους τίτλους τῆς Ἑλλάδος τῆς πρὸ τοῦ 1912. Ἀλλὰ πάντως, εἴτε εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, εἴτε εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἐφόσον ὁ παρουσιάζων τὸν τίτλον ἔχει τὴν κατοχὴν τοῦ ἀκινήτου, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος τοῦ ἀκινήτου, τὸ ὁποῖον προσφέρει πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Συνεπῶς δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ ἐπιχείρημα τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης.
§116Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Μήπως ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῶν κτηματικῶν βιβλίων;
§117Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Σήμερον ὑπάρχει Γενικὸν Κτηματολόγιον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἐπίσημον κεκυρωμένον ἀντίγραφον τοῦ Κτηματολογίου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω καὶ τονίζω τοῦτο, ὅτι καὶ μὴ ὑπάρχοντος τοῦ Κτηματολογίου αὐτοῦ, ὑπάρχουν ἐχέγγυα, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουν οἱανδήποτε Τράπεζαν. Τὰ ἐχέγγυα δὲ αὐτὰ εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτον ὁ τίτλος τὸν ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ ὁ κάτοχος τοῦ ἀκινήτου, καὶ δεύτερον ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ἀκινήτου αὐτοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν νομικὴν αὐτὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία μόνον εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν αἱ Νέαι Χῶραι ἔχουν, νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς αὐτὰς ἡ οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις, τὴν ὁποίαν ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πίστεως ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ἀρύεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις τῶν κατοίκων τῶν νέων χωρῶν νὰ εἰσρεύσῃ καὶ ἐκεῖ ἓν μέρος τοῦ χρήματος αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσρεύσῃ, ὄχι μόνον διὰ λόγους στοιχειώδους δικαιοσύνης, ἡ ὁποία οὐδεμίαν δὲν ἐπιτρέπει διάκρισιν μεταξὺ τῆς Νέας καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ διὰ ἐθνικοὺς λόγους. Καὶ ἄλλοτε, πέρυσιν, ὁμιλῶν εἰς ὑμᾶς, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς τονίσω, ὅτι εἰς τὰς Νέας Χώρας, διεξάγεται ὁ ἀνταγωνισμὸς ἐκεῖνος, ἡ ἐπικράτησις τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ στερεώσῃ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν τάξεων εἶναι ὀξύτατος εἰς τὰς Νέας Χώρας. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη εἶναι τὸ κέντρον τοῦ Βαλκανικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ἄμεσον καὶ ταχεῖαν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν χορήγησιν δανείων καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας, καὶ ἀκόμη διὰ λόγους κοινωνικῆς γαλήνης καὶ διὰ λόγους στοιχειώδους δικαιοσύνης.
§118Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὑποστηρίξω ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν.
§119Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Τί διάφορον λέγω ἐγὼ κ. Συνάδελφε; Ἀλλὰ καὶ πλὴν αὐτοῦ, ὑπάρχει μὲν ἡ γνώμη νὰ δώσωμεν δάνεια εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν, λέγουν, ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς πείθουν, ὅτι τὰ κτήματα ἀνήκουν εἰς τὴν κυριότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὰ δάνεια, καὶ δι’ αὐτό, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν τὰ ἐχέγγυα, νὰ ἐπέμβητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἀντλήσῃ τὰ στοιχεῖα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐκτήθησαν τὰ ἐμπράγματα δίκαια εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπιμένω εἶναι, ὅτι, αἱ σήμερον ὑφιστάμεναι συνθῆκαι πραγματικαὶ καὶ νομικαί, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέπουν εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν, χωρὶς τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον, νὰ δανείσῃ τοὺς κατοίκους τῶν Νέων Χωρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν, εἰς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου, τὰ ἀκίνητά των.
§120Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν τῆς Κρήτης ἀρνεῖται νὰ χορηγήσῃ δάνεια ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα.
§121Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δυνάμεθα νὰ ἀναφέρωμεν ὡρισμένα γεγονότα, ἐκ τῶν ὁποίων εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ σχηματίσῃ μίαν πεποίθησιν, ὅτι τὰ παράπονα τῶν ἀξιοτίμων κ. Συναδέλφων διὰ τὰς Νέας Χώρας, εἶναι ἴσως μία φάσις τοῦ ὅλου ζητήματος. Διότι ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει σταθῆ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι θὰ ἵστατο.
§122Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ ὅσα ὁ κ. Συνάδελφος ἀνέπτυξε, σχετικῶς μὲ τὴν τακτικὴν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης.
§123Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα καὶ εἰς πολλὰς πόλεις τῆς Μακεδονίας δὲν ἠρνήθη τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεων αὐτῆς πρὸς χορήγησιν κτηματικῶν δανείων, ἐφόσον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τίτλους, τῶν ὁποίων δὲν ἠμφισβητεῖτο ἡ πραγματικότης. Καὶ εἰς πολλὰς πόλεις ἐχορήγησεν πολλὰ τοιαῦτα δάνεια, ὅπου ὅμως εὑρίσκετο ἐν ἀδυναμίᾳ, δὲν ἐχορήγησεν. Διότι κατὰ τίνα τρόπον θέλετε ἡ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ τὰ δάνεια; Τὰ δάνεια παρέχονται ἐπὶ τῇ βάσει τίτλων μὴ ἀμφισβητουμένων.
§124Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διατὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα δίδει;
§125Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Διότι μετὰ πολλῆς προσοχῆς εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἐλέγχονται οἱ τίτλοι ἀπὸ τὰς Τραπέζας. Ἅμα δὲν ἔχετε τοιοῦτον τίτλον, διότι πολλοὶ τίτλοι εἶναι κατεστραμμένοι, κατὰ τίνα τρόπον θέλετε ἡ Τράπεζα νὰ παραχωρήσῃ τὸ δάνειον; Θὰ ζητήσωμεν τοὺς τίτλους αὐτοὺς ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸ Γενικὸν Κτηματολόγιον, ἀλλ’ οἱ τίτλοι αὐτοὶ δὲν παραχωροῦνται.
§126Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἔχετε ἐσφαλμένας πληροφορίας, κ. Ὑπουργέ.
§127Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, διὰ τίνας λόγους δὲν ἐκπληροῖ τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις της, καὶ μοῦ ἀπήντησαν ὅτι δὲν ἀρνεῖται ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ θέλει νὰ ἐξασφαλισθοῦν τὰ δάνειά της. Πρέπει λοιπὸν ἀσφαλῶς νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ διὰ νὰ ἀναγνωρισθοῦν τίτλοι κυριότητος, στηριζόμενοι, εἴτε ἐπὶ τῆς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κατοχῆς, ἡ ὁποία βεβαίως κατὰ τὸν νόμον γεννᾷ τίτλον κτήσεως κυριότητος, εἴτε ἐπὶ τοῦ τελευταίου κατόχου, κατὰ ἕνα τρόπον ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντικείμενον νομοθετικῆς προνοίας καὶ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ταχέως ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συναδέλφου, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ τοιαύτην πρόνοιαν.
§128Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν δύναμαι βεβαίως προχείρως νὰ ἀντικρύσω τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Συνάδελφος. Ἐγὼ ὅμως κατόπιν τούτου προέβην εἰς τὴν ἑξῆς ἐνέργειαν. Κατήρτισα μίαν ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ δύο νομικῶν συμβούλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀναμιγνύονται μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνθηκῶν, τοῦ κ. Πεσματζόγλου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Σύμβουλος τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ἡ ὁποία θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ θὰ εἰσαγάγωμεν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον θὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀμέσως.
§129Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Νὰ ἴδωμεν πρωτίστως τί θὰ ῥυθμίσῃ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, διότι ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὑποχρεούμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ῥυθμίσῃ νομοθετικῶς πῶς ἀποδεικνύεται ἡ κυριότης ἐπὶ τῶν ἀκινήτων τῶν Νέων Χωρῶν. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ποῖα δεδομένα ἔχομεν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Διὰ νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ ἀπαιτηθοῦν πολλὰ χρόνια, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσητε νόμον καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ τελευταῖος κάτοχος ἀναγνωρίζεται κατὰ τεκμήριον ὡς κύριος, διότι ἐὰν ἐκδώσητε ἕνα τοιοῦτον νόμον, θὰ διασαλεύσητε τὴν Κτηματικὴν πίστιν τῶν Νέων Χωρῶν.
§130Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἶπα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἀνεύρῃ τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ διευκολύνῃ τὴν παραχώρησιν κτηματικῶν δανείων εἰς τὰς Νέας Χώρας, τρόπον ὁ ὁποῖος νὰ ἐνισχύῃ τὸν κτηματικὸν κόσμον τῶν Νέων Χωρῶν. Ἤθελα νὰ μάθω τί ζητεῖτε σεῖς; Ἄνευ τίτλου νὰ σᾶς δώσουν δάνειον;
§131Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ὁ λαὸς τῶν Νέων Χωρῶν ζητεῖ νὰ λάβῃ δάνειον διὰ νὰ κάμῃ τὶς δουλειές του καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εὕρῃ τὴν νομικὴν ἐμφάνισιν τῶν ἀξιώσεων αὐτῶν. Ἐγὼ σᾶς ἔκαμα μίαν παραβολὴν τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ τῆς Παλαιᾶς καὶ σᾶς εἶπον ὅτι οὐδὲν στοιχεῖον περισσότερον ὑπάρχει εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα.
§132Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Οἱ τίτλοι.
§133Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Εἶσθε νομικὸς καὶ σᾶς ἀπαντῶ εὐθὺς ἀμέσως, εἰς τὶ συνίστανται αὐτοὶ οἱ τίτλοι.
§134Α. ΛΟΥΛΗΣ. Τὸ κτηματολόγιον τῆς Ἠπείρου εἶναι τελειότατον. Ἐν τούτοις μετὰ μεγίστης φειδοῦς καὶ πολλῶν διατυπώσεων ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα παραχωρεῖ δάνεια, ὥστε σχεδὸν δὲν παραχωρεῖ καθόλου.
§135Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ἐν Σάμῳ εἶναι κτηματολόγιον τέλειον. Διατὶ δὲν παραχωρεῖ δάνεια;
§136Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Συνεχίζων, σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Δὲν δέχομαι ὅτι εἶναι πρόφασις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ὅτι ἕνα οἰκονομικὸν Ἵδρυμα δὲν θέλει νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐργασίας του, ἐκτὸς ἄν ἔχῃ ἄλλα δεδομένα, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔχει ἄλλα δεδομένα. Ὑπάρχει μία πλάνη, ὑπάρχει μόνον μία ὑποσυνείδητος προκατάληψις διὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὑπάρχει ἡ ὑποσυνήδειτος προκατάληψις ὅτι, ὅ,τι εἶναι πέραν τοῦ Ἁλιάκμονος εἰς τὰς Νέας Χώρας δὲν παρουσιάζει τὴν σταθερότητα, τὴν ὁποίαν παρουσιάζουν τὰ ἐντεῦθεν. Εἶναι ἀναμφισβήτητος αὐτὴ ἡ προκατάληψις καὶ εἰς ταύτην ὀφείλεται ἡ ἀπόφασις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία καὶ τὰς ἰδίας της ἐργασίας μειώνει. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἀποδίδω οὐδεμίαν πρόθεσιν εἰς αὐτὴν τὴν προκατάληψιν. Τοῦτο εἶναι ζήτημα καθαρῶς ψυχολογικόν. Ἐσυνήθισαν οἱ ἄνθρωποι, οἱ διοικοῦντες τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν, νὰ βλέπουν τὴν Ἑλλάδα τὴν πρὸ τοῦ 1912 ὡς κάτι τι σταθερώτερον. Δὲν εἶναι δὲ τοῦτο καὶ εἰς βάρος τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. Εἶναι φυσικὸν εἰς ἕκαστον ἄνθρωπον εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν στενώτερον κύκλον τὸν ὁποῖον ζῇ, νὰ νομίζῃ ὅτι αὐτὸς ὁ κύκλος εἶναι περισσότερον ἰδικός του ἀπὸ τὸν μεμακρυσμένον. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν θέλω νὰ κτυπήσω καὶ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ νομοθετικὴ ρύθμισις τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία νὰ μεταβάλῃ τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν εἰς τὰς Νέας Χώρας, διότι αὕτη ἐδημιουργήθη ἐπὶ τῇ βάσει γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μεταβάλητε δι’ ἑνὸς νομοθετικοῦ μέτρου καὶ νὰ μὴ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ γεγονότα αὐτά. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξεδίδατε ἕναν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἔλεγε, πᾶς τελευταῖος κάτοχος εἰς τὰς Νέας Χώρας εἶναι ἀναμφισβήτητος κύριος; Τοῦτο θὰ ἦτο ἀφροσύνη, διότι θὰ διεσάλευε τὴν κτηματικὴν πίστιν, ἀντὶ νὰ τὴν σταθεροποιήσῃ. Καὶ σᾶς λέγω, ἀναγκαζόμενος νὰ ἐπαναλάβω τὶ εἶπον εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θέλει νὰ δανεισθῇ εἰς τὰς νέας χώρας εἶναι τὰ αὐτὰ καὶ περισσότερα ἀπὸ τὸν ζητοῦντα δάνειον εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὅταν ὁμιλεῖτε περὶ τίτλων εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, τὶ ἐννοεῖτε; Συμβολαιογραφικὸν ἔγγραφον καὶ μεταγραφήν. Ἀποδεικνύουν ταῦτα ὅτι, ἐγὼ ποὺ σᾶς τὰ προσάγω, εἶμαι ἀναμφισβητήτως ὁ κύριος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς πείσω ὅτι καὶ ἐκεῖνος παρὰ τοῦ ὁποίου ἠγόρασα εἶναι ἀναμφισβήτητος κύριος; Εἶναι ζήτημα πραγματικόν, ἐὰν αἱ διάφοροι μεταβιβάσεις ἐγένοντο ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς τριακονταετοῦς παραγραφῆς ὁπότε θὰ ἐξετάσητε ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς καὶ τὸ ἄγραφον δίκαιον. Ταῦτα γίνονται εἰς τὰς χώρας τὰς πρὸ τοῦ 1912. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὰς νέας χώρας. Τὶ γίνεται; Σᾶς παρουσιάζουν τίτλους τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κτηματολογίου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν ὑπάρχουν γραφεῖα ἢ ὄχι. Εἰς τὸν τίτλον αὐτὸν νομικῶς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἔχουν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἀποδώσουν πλήρη ἰσχύν, χωρὶς νὰ ἐξετάσουν τὸ ἔγγραφον στοιχεῖον ἐὰν ὁ τίτλος αὐτὸς εἶναι ὁ τελευταῖος ἐκδοθείς. Καὶ 999 ἐπὶ τοῖς χιλίοις εἶναι ὁ τελευταῖος ἐκδοθείς, ἐγὼ συνεπῶς εἶμαι ὁ ἀναμφισβήτητος κύριος. Ἀλλὰ καὶ ἄν εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσητε τὸ ἄγραφον στοιχεῖον τῆς κατοχῆς, σᾶς παραπονοῦνται διατὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα χορηγεῖτε δάνεια, τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζονται διὰ τοῦ στοιχείου τῆς κατοχῆς καὶ ἀρνεῖσθε νὰ τὸ κάμετε καὶ διὰ τὰς νέας χώρας; Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πεπεισμένη ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, διότι τὰ πράγματα εἶναι τόσον ἁπλᾶ, ὥστε νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω ἄλλην μίαν φορὰν καὶ ὅτι μόνον ἡ προκατάληψις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀναγκάζει τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν νὰ περιορίσῃ τὰς ἐργασίας της εἰς τὰς Νέας Χώρας. Θὰ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ λάβωμεν μέρος εἰς μίαν ἐπιτροπήν, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἄν τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, νὰ μεταβληθοῦν δι’ ἑνὸς νόμου, Ὁ νόμος παρέλκει, εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ἀπ’ ὅ,τι ἐγὼ τοὐλάχιστον συνήγαγον ἐκ τῆς ἐπαφῆς μετὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀνεχθῶμεν καὶ νέαν παρέλκυσιν, καὶ τὴν φορὰν ταύτην θὰ τεθῇ ὑπὸ νέαν μορφὴν ζήτημα ἐμπιστοσύνης τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).
§137Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Εἶμαι συμφωνότατος πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βαρδούτης, ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν βουλευτῶν τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ τονίσω μόνον ὅτι οἱ τίτλοι ἰδιοκτησίας, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν οἱ ἔχοντες ἀκίνητα εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἔχουν μεγαλυτέραν ἀσφάλειαν ἀπὸ τοὺς τίτλους ἰδιοκτησίας τῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων ἀκινήτων ἐν τῇ Παλαιᾷ Χώρᾳ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τίτλος ἰδιοκτησίας εἰς χεῖρας κατόχου τῶν Νέων Χωρῶν, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔχει ἕναν τίτλον ἰδιοκτησίας συμφώνως πρὸς τὸ κτηματολόγιον. Ἐκτὸς τούτου, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ τὸ βιβλίον τῶν φόρων. Ἐμφαίνεται ἑπομένως ὁ τίτλος καὶ ἐκ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ. Τοιουτοτρόπως δὲν μοῦ φαίνεται, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ φόβος μέσα εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ὥστε νὰ σκεφθῇ νὰ δώσῃ δάνειον. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀμέσου ἀνάγκης ἱκανοποιήσεως τόσων ζωτικῶν συμφερόντων τῶν Νέων Χωρῶν, αἱ ὁποῖαι συνεισφέρουν περισσότερα ὁπωσδήποτε ἀπ’ ὅ,τι συνεισφέρουν αἱ Παλαιαὶ Χῶραι εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, νομίζω, ὅτι τὸ ταχύτερον πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ ἡ μόνη νομοθετικὴ λύσις, θὰ ἦτο νὰ παρασχεθῇ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐγγυηθῇ εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐνυποθήκων δανείων εἰς τὰς Νέας Χώρας διὰ νὰ ἐκλείψῃ καὶ ἡ τελευταία πρόφασις.
§138Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ὁμοιάζει μὲ τὴν γυναῖκα, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ ζυμώσῃ, ὅλην τὴν ἡμέραν κοσκινίζει, διότι ἐὰν περιμένωμεν ν’ ἀποκτήσωμεν κτηματολόγια, πρέπει νὰ περιμένωμεν τοὐλάχιστον 100 ἔτη. Τὸ γεγονὸς εἶναι κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐδανείσθη πέρυσι πλέον τῶν 100 ἑκατομμυρίων ἀπὸ τὸν πληθυσμὸν τῶν Νέων Χωρῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου, διαθέσῃ δι’ ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὸ ἔλαβεν. Ἤδη δὲ ἡ Ἐθνική, ἡ μήτηρ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, δὲν ἔχει παύσει νὰ προβαίνῃ εἰς κατάσχεσιν κτημάτων καὶ ἐκποίησιν κτημάτων, καὶ δὴ κατέσχεσεν ὁλόκληρον τὴν μουσουλμανικὴν περιουσίαν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τίτλους καὶ μεταγραφάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραταθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ Νέαι Χῶραι νὰ εὑρίσκωνται εἰς κατωτέραν τῶν ἄλλων μοῖραν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ταχυτάτην μέριμναν, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν, ἐὰν δὲν καταβάλῃ κάθε προσπάθειαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§139Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Κύριοι Συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῶν Νέων Χωρῶν παραπονοῦνται διότι δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ παροχὴ νέων δανείων παρὰ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, διότι, προσθέτω ἐγώ, δὲν διαθέτει αὕτη ἐνυπόθηκα δάνεια. Τοῦτο εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς καὶ ἀπολύτως δίκαιον. Ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν φορὰν ποὺ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, προσεπάθησα νὰ συλλέξω τὰς περισσοτέρας πληροφορίας ἀπὸ τὴν Διοίκησιν· οὐχὶ μόνον ἀπὸ τὴν Διοίκησιν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπληροφορήθην δὲ ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ τούτου τοῦ Διοικητοῦ, ὅταν μετέβησαν παρ’ αὐτῷ καὶ παρεπονέθησαν μερικοὶ βουλευταὶ τῶν Νέων Χωρῶν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτι οὗτος τοὺς ὑπέδειξεν τὶ πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα νὰ παραχωρήσῃ δάνεια. Οὐδὲν ὅμως ἐγένετο ἐκ τούτων. Δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι, ἀλλ’ ἀναφέρω τὰ πράγματα.
§140Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Εἶσθε σύμβουλος τῆς Τραπέζης καὶ δύνασθε νὰ γνωρίζητε διατὶ συμβαίνει αὐτὸ τὸ ἄδικον. Ὄχι μόνον βουλευταὶ μετέβησαν, ἀλλὰ ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα ἐστάλησαν, τώρα δὲ ποὺ ἡ Μουσουλμανικὴ περιουσία εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, κινδυνεύει νὰ μείνῃ ἡ Μακεδονία εἰς τοὺς δρόμους. Δὲν εἶσθε βέβαιοι διὰ τὰ χρήματά σας· δι’ αὐτὸ δὲν θέλετε νὰ παραχωρήσητε τὰ δάνεια.
§141Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Νομίζετε ὅτι μόνον σεῖς πονεῖτε τὰς Νέας Χώρας; Καθῆστε κάτω.
§142Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ λέγετε «καθῆστε κάτω».
§143ΑΥΓ. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κάθε ἀντίρρησις τῆς Τραπέζης εἶναι προσχηματική. Πρόκειται περὶ ἐγκληματικῆς ἀδιαφορίας ἀπέναντι τῶν Νέων Χωρῶν.
§144Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Λοιπόν, Κύριοι συνάδελφοι, ἡ διαμαρτυρία τῶν βουλευτῶν τῶν Νέων Χωρῶν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶναι ἀπολύτως δικαία, καὶ πρέπει νὰ λήξῃ ἡ ἐκκρεμότης αὐτή, θὰ λήξῃ δὲ μὲ τὸν τρόπον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι καλὴ ἢ κακὴ ἡ Ἐπιτροπή, δύναται ὅμως αὕτη συνερχομένη νὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Ἔχω δὲ νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα ἔχει πᾶν συμφέρον νὰ δοθοῦν τὰ χρήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδιάθετα, διότι ἐκ τῆς μὴ διαθέσεως αὐτῶν ὑφίσταται ζημίας.
§145Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐπίσης ἐξαναγκάζει καὶ λαμβάνει 9%, καὶ ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.
§146Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Θὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Τοῦτο ἤθελα νὰ παρατηρήσω. Ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα, εἶναι Τράπεζα ἰδιωτικοῦ δικαίου.
§147Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, παρὰ τοὺς κανόνας τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου καὶ τῆς καλῆς πίστεως τῆς ἐπιβαλλομένης καὶ εἰς τοὺς ἁπλοῦς ἐμπόρους, ἔξωθεν τοῦ Καταστήματος τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης ἀναγράφεται «Ἐθνικὴ Τράπεζα, Κτηματικὴ πίστις»;
§148Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε.
§149Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Θέλω νὰ μοῦ ἀπαντήσετε ἐπ’ αὐτοῦ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν οὕτω. Λύεται ἡ Συνεδρίασις διὰ τὴν 6 μ.μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. Ὥρα 9 μ.μ.