1927.12.07
4,538 rows · 33,287 words · 261 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16Η
ΤΡΙΤΗ 7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1927
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέλθῃ ὁ κ. Παπαθανασίου, νὰ δώσῃ τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον. (Προσέρχεται ὡς εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Ἰωάννου Εὐταξία, κληθεὶς βουλευτὴς κ. Α. Παπαθανασίου καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον)
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἕνωσις Ἀποστράτων Πατρῶν, ὑποβάλλει θερμὴν παράκλησιν «περὶ βελτιώσεως τῆς συντάξεώς των». Ὁ Γ. Τσάμης, κάτοικος Δελήμπαλι, ζητεῖ ὅπως ληφθοῦν μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς ζωοκλοπῆς. Ἐπιτροπὴ κατοίκων λαοῦ Βερροίας διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην μετάθεσιν Ἱεράρχου Σωφρονίου. Ὁ Στέφανος Πετρολιᾶς, πολιτευτὴς Χαλκιδικῆς, παρακαλεῖ, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις τοῦ Νομάρχου Στελλάκη καὶ ἐνεργηθῇ ἔλεγχος πρὸς διαπίστωσιν τῆς γενομένης σπατάλης τοῦ δημοσίου χρήματος. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον Ταμείου Ἀμύνης Οἰνοπαραγωγῶν Λευκάδος, ζητεῖ τὴν μὴ τροποποίησιν τοῦ Ν. Δ. «περὶ ἐμπορίου τοῦ οἴνου». Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ζακύνθου διαμαρτύρεται ἐντονώτατα κατ’ ἀπαλλοτριώσεως ἐκκλησιαστικῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Ὁ Ἰωάννης Γεροβαμίλης, τέως χωροφύλαξ, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως. Ὁ Δήμαρχος Παγασῶν ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παγασῶν, περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας. Ὁ Στέφανος Τσατσάνης, τέως χωροφύλαξ, κάτοικος Ἀγρινίου, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως Ὁ Πρόεδρος Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Χανίων παρακαλεῖ ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ ἐξαγωγικὸς δασμὸς ἐλαιολάδων. Ὁ Γεώργιος Γαλανός, δημοδιδάσκαλος, ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἀποκατάστασίν του εἰς τὸν βαθμὸν ὃν εἶχε πρότερον. Κάτοικοι Τραγαίας, Νάξου ὑποβάλλουν ψήφισμα ζητοῦντες ἄμεσον κατάργησιν ἀποθηκῶν Σύρου καὶ καθορισμὸν ὅρμου Μουτσούνης. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Μαχαίρας διαβιβάζει πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν κατωτέρων ὑπαλλήλων ΣΠΑΠ, ζητούντων ὅπως καταβληθῇ ἐνέργεια παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ «ΣΠΑΠ» καὶ προσμετρηθῇ ὁ χρόνος τῆς στρατιωτικῆς των θητείας κατὰ τὸ 1924, ὡς χρόνος ὑπηρεσίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Α. Μάρκου καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἀποστράτου ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πυροβολικοῦ Σ. Γ. Δημακοπούλου. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Εὐριπαῖος ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν κατοίκων τῆς νήσου Νάξου, συνελθόντων κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τραγαίας, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄμεσος κατάργησις τῶν ἀποθηκῶν σμύριδος Σύρου καὶ ἄμεσος ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν διὰ τὰ λιμενικὰ ἔργα Μουτσούνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποστέλλει εἰς τὴν Βουλὴν δικογραφίαν κατὰ τῶν Βουλευτῶν Ἑνιαίου Μετώπου κ. κ. Σ. Μαξίμου, Κ. Θέου, Ι. Σταυρίδου, Ζ. Βεντούρα, Ν. Κυριακοπούλου, Λ. Συνόκα, Σολὰν–Μπουχὰρ–Δαβίδ. (Ἡ ἀνωτέρω δικογραφία παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν). Ὁ κ. Θ. Νικολούδης (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια. 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν.Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου 1925 Ν.Δ. περὶ μονιμοποιήσεως καὶ διαβαθμίσεως τῶν μέχρι τοῦδε διωρισμένων ὡς προσωρινῶν καθηγητῶν τῆς Γαλλικῆς γλώσσης». 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν.Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 17)20 Σεπτεμβρίου 1926 Ν.Δ. περὶ διαβαθμίσεως καθηγητῶν τῆς Γαλλικῆς». 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν.Δ. «περὶ ὁρισμοῦ προθεσμίας ὑποβολῆς καὶ δημοσιεύσεως μεταβολῶν Μ. Ἐκπαιδεύσεως». 4) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 3273 καὶ τοῦ Ν.Δ. τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1923 «περὶ διοικήσεως τῶν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν καὶ ἐποπτείαν τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Ὑπουργείου ὑπαγομένων κληροδοτημάτων». 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν.Δ. «περὶ κυρώσεως διορισμοῦ προσωρινῶν δημοδιδασκάλων». 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ ὁρίου ἡλικίας τοῦ προϊσταμένου τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας». 7) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. τοῦ δημοσιευθέντος εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 282 τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως «περὶ ἐκποιήσεως χρεωγράφων καθιδρύματος Ἀθ. Ματάλα κλπ». 8) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. «περὶ παροχῆς συνδρομῆς εἰς τὸν Σύλλογον Συναυλιῶν Ἀθηνῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Τσιτσεκλῆς, Ν. Καμπάνης, Σ. Σωτηριάδης, Χ, Λαδᾶς, Π. Εὐριπαῖος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Χαβίνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν συμβουλίων καὶ τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων». Οἱ κ. κ. Ε. Νικολαΐδης, Δ. Ἰασονίδης, Α. Παχνὸς καὶ Γ. Γεωργιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως γραφείου μεταγραφῶν ἐν Πειραιεῖ». Ὁ κ. Ν. Βελέντζας (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου. 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Μαΐου 1926 Ν. Δ. περὶ Ὀργανισμοῦ τῆς Ἀνωτ. Σχολῆς Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορικῶν ἐπιστημῶν καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τούτου» 2) «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς διὰ τοῦ Ν. Δ. τῆς 5 Μαρτίου 1925 κυρωθείσης συμβάσεως μεταξὺ τοῦ ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἑταιρείας χημικῶν προϊόντων καὶ λιπασμάτων, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς τῶν λιπασμάτων καὶ χρησιμοποιήσεως ὑπὸ τῆς Γεωργίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κουτσοπέταλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀθανασιάδης Νόβας ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διδακτικῶν βιβλίων» καὶ «περὶ ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Ν. Βελέντζας (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ προστασίας καπνῶν». Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1927 διατάγματος «περὶ ἐπιβατηγῶν πλοίων». Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυνθέσεως τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8)22 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. «περὶ διορθώσεως διατάξεών τινῶν τοῦ νόμου 3099 περὶ ναυτικῆς σημάνσεως τοῦ Στενοῦ Πρεβέζης». 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8)11 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ σημάνσεως συντηρήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς διώρυγος Λευκάδος–Ἀλεξάνδρου». 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8)11 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ ναυτικοῦ φωτισμοῦ λιμένων ἐπινείων καὶ ἀγκυροβολίων καταφυγῆς καὶ συναφῶν ὑποχρεώσεων τῶν λιμενικῶν Ταμείων». 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8)12 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως ὡς ἔχει τοῦ Ν. Δ. τῆς 14)6)26 περὶ ἐπιβολῆς φορολογίας ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ Ταμείου Κιάτου». 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 13)13 Νοεμβρίου 1927 «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 17)24 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τοὺς λιμενικοὺς φόρους καὶ τοὺς περὶ λιμένων νόμους» μετὰ τῆς σχετικῆς αἰτιολογικῆς αὐτῶν ἐκθέσεως καὶ παρακαλεῖ ὅπως εἰσαχθῶσι πρὸς κύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 77 τοῦ Συντάγματος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Χαβίνης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐκτοπισθέντων πολιτῶν ἐπὶ ὑποθάλψει λῃστῶν.
§6Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δώσῃ προσοχήν, εἰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω, σχετικῶς μὲ τὰς ἐκτοπίσεις. Ὡς εἶναι γνωστόν, Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ ἑνὸς ἔτους καὶ πλέον ἐγένετο τὸ ἔγκλημα τῆς Πέτρας. Εἶνε ἐπίσης γνωσταὶ εἰς ὑμᾶς οἱ βανδαλισμοὶ καὶ αἱ διώξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς βάρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὑπαίθρου χώρας ἐκ μέρους τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, δι’ ἓν ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐθύνωνται ἠθικῶς ἄλλοι, παρὰ μόνοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐγνώριζον ὅτι ἑκατομμύρια πολλὰ μετεφέροντο ἐκ Πρεβέζης εἰς Ἰωάννινα, δι’ ἓν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὀργανωθῇ ὡς ὠργανώθη, παρὰ μόνον ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον καλῶς τοιαύτην ὀργάνωσιν. Τοιοῦτοι ἀσφαλῶς δὲν εἶνε οἱ ἁπλοῖ χωρικοί. Ἐν τούτοις συνελήφθησαν χωρικοί, κάτοικοι ἀπομεμακρυσμένων χωρίων, εὑρισκομένων εἰς ἀπόστασιν πέντε καὶ δέκα ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, οἵτινες, ἀφοῦ ἐδάρησαν ἀνηλεῶς, ἐξετοπίσθησαν εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τρόπον μάλιστα μεσαιωνικόν· διότι, ἐνῶ ὁ ἀνὴρ ἐξετοπίσθη εἰς Σῦρον, ἡ γυναῖκα αὐτοῦ ἐξετοπίσθη εἰς Καλάμας, καὶ οὕτω, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσιν, κινδυνεύουσι νὰ ἀποθάνωσι τῆς πείνης. Μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους, διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη κατόπιν ἐπεξεργασίας τῆς σχετικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐδόθη μόνον τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὰς ἐκτοπίσεις, τὰς ὁποίας θὰ προτείνωσιν αἱ κατὰ τόπους ἐπιτροπαὶ ἀσφαλείας. Νομίζω ὅτι εἶναι δικαιότατον νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακαλῇ ἐκ τῶν ἐκτοπίσεων τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς μετὰ πάροδον ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, διότι εἶναι ἀληθῶς ἄδικον νὰ εὑρίσκωνται ἐκτοπισμένοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον δὲν ἐνέχονται εἰς τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἶναι καὶ θύματα ἐκδικήσεως τῶν διαφόρων Ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ τῶν διαφόρων ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους μετεχειρίζοντο αἱ κατὰ τόπους Ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ πρὸς παροχὴν πληροφοριῶν. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ κάτοικοι, οἱ ζῶντες εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, ὑπόκεινται εἰς τὴν θέλησιν τῶν λῃστῶν, οἱοσδήποτε δὲ ἐξ ὑμῶν, ἐὰν κατῴκει εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, θὰ ἦτο καὶ αὐτὸς ἐκτοπισμένος ἐπὶ ὑποθάλψει. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ τοὺς ἀνακαλέσῃ, ἀνεξαρτήτως, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἂν εἶναι ἢ οὒ ἔνοχοι ὑποθάλψεως. Πρέπει δὲ νὰ σημειωθῇ καὶ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς κατὰ 90% εἶναι πάντοτε κατὰ τῆς ἐκτοπίσεως καὶ ἀντιθέτως ὑπὲρ τῆς ἐκτοπίσεως οἱ νομάρχαι καὶ οἱ ἀστυνομικοί, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ἔχουν πάντοτε στοιχεῖα, κρίνουν μετ’ αὐστηρότητος καὶ διατάσσουν τὴν ἐκτόπισιν. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἵνα διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνακαλῇ μετὰ πάροδον ὡρισμένου διαστήματος ἐκ τῆς ἐκτοπίσεως τοὺς ἤδη ἐκτοπισθέντας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς καὶ τώρα.
§8Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἔχει, κ. συνάδελφε. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ Ὑπουργός, ἂς ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον, χαρακτηριζόμενον ὑπηρεσιακόν, νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν κατὰ τὰς 5–6 συνεδριάσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν ἀκόμη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον αὐτὴ ἡ κατάστασις. Εἶναι καὶ ἄδικον καὶ ἀπάνθρωπον τὸ μέτρον τοῦτο. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτοπισθῇ μία γυναῖκα, εὑρισκομένη εἰς τὸν ἔννατον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης, ἠναγκάσθην δὲ νὰ μεταβῶ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὸν Νομάρχην, διὰ ν’ ἀναβληθῇ ὁ ἐκτοπισμὸς μέχρι τῆς γεννήσεως. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἐκτοπισθῇ εἰς Καλάμας, ὁ δὲ σύζυγός της ἦτο εἰς Πάρον. Διότι καὶ τοῦτο συμβαίνει εἰς τὸν ἐκτοπισμόν. Εἰς ἄλλο μέρος εἶναι ὁ σύζυγος καὶ εἰς ἄλλο ἡ σύζυγος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀπάνθρωπον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως στέρξῃ καὶ ψηφίσῃ σχετικὸν νομοσχέδιον ἀνακλήσεως αὐτοῦ.
§9Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μὰ μοῦ φαίνεται ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργός.
§10Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δι’ ἑνὸς Διατάγματος κατὰ τὸ θέρος ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὰς ἐκτοπίσεις, τὰς ὁποίας τοῦ προτείνει ἡ Ἐπιτροπή, δὲν ἐδώσαμεν ὅμως τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακαλῇ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἔτους ἔχουν ἐκτοπισθῆ. Αὐτὸ ζητοῦμεν. Ζητοῦμεν ὅπως διὰ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα εἰς μίαν ἀνάγνωσιν νὰ ψηφίσωμεν, νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἵνα μετὰ 5–6 μῆνας ἐκτοπίσεως, ἀνακαλῇ αὐτάς, ἐφόσον σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξετοπίσθησαν ἐντελῶς ἀδίκως. Δύναμαι δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι πολλοὶ ἐξετοπίσθησαν διότι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἔχουν αἱ Ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ πρὸς παροχὴν πληροφοριῶν, ὑποδεικνύουν πρὸς ἐκτοπισμὸν πρόσωπα, ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν ἢ μὴ συμπαθειῶν των καὶ πρὸς ἐκδίκησιν.
§11Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Καὶ ἀναλόγως τῶν συμφερόντων.
§12Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἴσως καὶ τῶν συμφερόντων. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν διαθέσεων τῆς Βουλῆς καὶ φέρῃ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον νὰ ψηφίσωμεν εἰς μίαν ἀνάγνωσιν καὶ νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία εἶναι ἀφόρητος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λούλης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§14Α. ΛΟΥΛΗΣ. Εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἑξῆς. Εἶναι τόσον ἐκπληκτικὴ ἡ μέθοδος, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα προβαίνουν εἰς ἐκτοπίσεις, ὥστε κάποιος Βασίλειος Παπαγιάννης, ὁ ὁποῖος ἦλθεν πέρυσιν εἰς Ζαγόρι ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ ὁ ὁποῖος διέθεσε 500 χιλιάδας ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου του ταμείου καὶ ἔκτισε εἰς τὸ χωρίον Τσίρνεσι σχολικὸν κτίριον, αὐτός, λέγω, ὁ Βασίλειος Παπαγιάννης, διότι δὲν ἐφιλοξένησε κάποιον ἀνθυπομοίραρχον, ἐνῷ οὗτος εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ φιλοξενῆται τὸ ὄργανον τοῦτο τῆς καταδιώξεως, ἐξετοπίσθη, τῇ προτάσει τοῦ ὡς ἄνω ἀνθυπομοιράρχου. Διετάχθη δηλαδὴ ἐκτοπισμὸς ἐναντίον ἑνὸς εὐεργέτου. Ὁ Παπαγιάννης πληροφορηθεὶς τὸν ἐκτοπισμὸν καὶ μὴ θέλων νὰ ὑποστῇ τὴν διαπόμπευσιν, τοῦ νὰ σύρεται εἰς τὰς ὁδοὺς ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς ἀσφαλείας, ἀνεχώρησε δι’ Ἀμερικήν. Ἀφῆκε δὲ μίαν ἐπιστολήν, δημοσιευθεῖσαν καὶ εἰς τὸν τύπον τῶν Ἰωαννίνων — καὶ τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναγνώσω καὶ προσκομίσω τότε, ὅταν θὰ κάμω σχετικὴν ἐπερώτησιν, — διὰ τῆς ὁποίας λέγει ὅτι, ἐνῷ αὐτὸς ἐδώρησε μισὸ ἑκατομμύριο, ἡ πατρίς, διὰ τῶν καταδιωκτικῶν της ὀργάνων, ἠθέλησε νὰ ἐκτοπίσῃ αὐτόν, εἰς ἀνταπόδοσιν τῆς δωρεᾶς. Καταλήγων, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ τὸ δικαίωμα καὶ ἄρῃ τὰς μέχρι τοῦδε ἐκτοπίσεις, ρυθμισθῇ δὲ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ ζήτημα τοῦ ἐκτοπισμοῦ, κατὰ τρόπον ἐντελῶς νέον.
§15Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Διατὶ δὲν ὑποβάλλετε σεῖς πρότασιν νόμου;
§16Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἑτοιμάσει σχετικὴν πρότασιν νόμου.
§17Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νὰ ὑποβάλλητε σεῖς τὴν πρότασιν καὶ νὰ τὴν ψηφίσωμεν, εἴτε θέλει, εἴτε δὲν θέλει ὁ Ὑπουργός.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὑποβάλετε σεῖς μίαν πρότασιν, κ. Χαβίνη.
§19Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Μᾶς εἶπον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι εἶναι ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπανιᾶς.
§21Γ. ΜΠΑΝΙΑΣ. Κ’ ἐγὼ συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἰς ποῖον ἀριθμὸν εἴμεθα, κ. Πρόεδρε;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 73. Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἐσταματήσαμεν. Αἱ ἄλλαι ἂς διαγραφοῦν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασίου, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν χαλαζοπλήκτων Ἀμαλιάδος.
§25Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οἱ συμπολῖται μου τῆς Ἀμαλιάδος παραπονοῦνται, διότι, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου τὸ Κράτος ἔλαβε πᾶν μέτρον, ὅπως ἐνισχύσῃ οἰκονομικῶς τοὺς ἐκ χαλάζης παθόντας, ἐν τούτοις, ἂν καὶ παρῆλθε τόσος χρόνος, ἡ ἐργασία ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὴν διανομὴν τῶν ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας ἐφ’ ὅλης τῆς παραγωγῆς χρημάτων, δὲν συνετελέσθη εἰσέτι, καὶ οἱ ἀτυχεῖς χαλαζόπληκτοι διέρχονται ἀληθῆ κρίσιν, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. Ἡ μαστίζουσα δὲ τούτους φοβερὰ οἰκονομικὴ κρίσις καθίσταται ἀκόμη τραγικωτέρα, διότι ἐγγίζει ὁ καιρὸς τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων, αὐξάνουσα τὰς ἀνάγκας τῶν παραγωγῶν, κινδυνευόντων νὰ ἀφήσωσιν τὰ κτήματά των ἀκαλλιέργητα. Πρέπει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ λάβῃ συντόμως πᾶσαν πρόνοιαν διὰ τὴν ταχυτέραν διανομὴν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶνε ἰδικά των, προερχόμενα ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰδικῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, δὲν πρόκειται κἂν νὰ δοθῶσι εἰς αὐτοὺς ὡς ἀποζημίωσις, ἀλλ’ ὡς δάνεια καὶ ἔντοκα μάλιστα.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθή, τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῆς Γεωργίας λαμβάνει μερικὰ μέτρα, ὅπως τὸ ταχύτερον ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῶν δυσχερειῶν αἱ ὁποῖαι παρενεβλήθησαν, λόγῳ τῶν ἀνωμαλιῶν, αἵτινες ἐμεσολάβησαν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πάργας, τὸν λόγον ἔχουν οἱ κ. κ. Τσαρλαμπᾶς καὶ Μπανιᾶς.
§28Γ. ΜΠΑΝΙΑΣ. Συνιστῶ, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Πάργας, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται, διότι τὸ σχολεῖον των παραμένει κλειστόν, καθόσον δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ οὐδεὶς καθηγητής. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας μὲ ἐπληροφόρησεν ὅτι διετάχθη ὁ Ἐπιθεωρητὴς νὰ ἀποστείλῃ ἐπειγόντως καθηγητήν, παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως διατάξῃ νὰ μεταβῇ τὸ ταχύτερον.
§29Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, Κύριε Πρόεδρε, ἔμεινε κλειστὸν τὸ σχολεῖον. Τελευταίως μὲ ἐπληροφόρησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι διετάχθη νὰ μεταβῇ καθηγητής, ἀλλ’ ἐὰν εἰσέτι δὲν μετέβη, παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ νὰ μεταβῇ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζίσκος, ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀποτάκτων ἀξιωματικῶν τοῦ πίνακος Β.
§31Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπουσιάζει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ἑπομένως παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀναβάλλεται καὶ ἡ ἑπομένη. Ὁ κ. Κοκκινάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς ἑστιατόρων.
§33Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἑστιατόρων, διότι εἶναι ζήτημα μεγάλης κοινωνικῆς σημασίας.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοκκινάκης ἐπίσης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐφεδροεπαγγελματικῶν σωματείων.
§36Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσουν περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον νὰ χρονίζουν τὰ ζητήματά των.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταλλιαδοῦρος, ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐπαγγελματιῶν Λαρίσης.
§38Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Πρόκειται νὰ συνδεθῇ ὁ νομὸς Τρικκάλων καί, εἰδικώτερον, ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης, μετὰ τῆς Λαρίσσης, καὶ θὰ συνδεθοῦν μέρη πολὺ παραγωγικά. Ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ Καρδίτσης–Λαρίσσης χαρακτηρίζεται ὡς ἐθνικὴ ὑποχρέωσις, διότι θὰ συνδεθοῦν τὰ εὐφορώτερα μέρη, ἡ Ἐπαρχία Καρδίτσης καὶ Λαρίσης. Καὶ ζητοῦν τοῦτο οἱ κάτοικοι ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Ἤρχισεν ἡ ὁδός, ἀλλ’ ἐσταμάτησεν εἰς τὸ μέσον.
§39Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἐμπορικοῦ συλλόγου Ἀγρινίου.
§41Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ξένος πρὸς τὸ Ἀγρίνιον, νὰ μεριμνήσῃ σχετικῶς.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νόβας Ἀθανασιάδης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§43Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ ΝΟΒΑΣ. Τὸ αὐτὸ θέλω νὰ συστήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν Κύριον Ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι βέβαια ἀναμφισβήτητον, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων αὐτῶν καὶ μεριμνήσῃ σχετικῶς μὲ τὴν ὁδὸν Βάλτου Τριχωνίας, προσθέτω δὲ ἐγὼ καὶ Ναυπακτίας.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καντιάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς λαοῦ Καλαμῶν.
§45Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Μία πόλις 50.000 κατοίκων μένει εἰς τὸ σκότος, διότι ἡ Ἑταιρία ἔχει πεπαλαιωμένα μηχανήματα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀναφορᾶς.
§47Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελα νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν εἶναι μόνον αἱ Καλάμαι, ἀλλὰ καὶ ἐν Πύλῳ τὸ αὐτὸ συμβαίνει. Ἡ Ἑταιρία ἔγινεν τυραννία πλέον τοῦ λαοῦ· δὲν ὑπάρχει πλέον φωτισμός. Συλλαλητήρια ἐγένοντο ἐν Καλάμαις καὶ Πύλῳ ταὐτοχρόνως, καὶ εἶδον μὲν ὅτι ὑπεβάλετε νομοσχέδιον....
§48Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§50Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐπειδὴ χθὲς ἠμφισβητήθη ἡ γνησιότης τῶν ἀναγνωσθέντων δημοσιευμάτων, καταθέτω τὰ ἐπίσημα τεύχη τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ Βήματος» πρὸς γνῶσιν καὶ εἰς τὴν διάθεσιν πάντων.
§51Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ προτιμηθῇ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ἄλλων νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§52Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Μετὰ τὴν διακοπήν, ἀπόψε.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπανδρέου.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὑπὸ τὸ κράτος προφανοῦς νευρικότητος, προέβη εἰς ἕνα βαρύτατον χαρακτηρισμὸν ἐναντίον τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τὸν ὁποῖον διακρίνει εὐγένεια ὕφους, θὰ ἐπωφεληθῇ τῆς πρώτης εὐκαιρίας ἵνα ἐπανορθώσῃ τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θεωροῦμεν τιμῆς καθῆκον νὰ δηλώσωμεν ὅτι, ἐὰν ὑπὸ τὸ κράτος πολιτικῆς ἀνάγκης συντρέχωμεν εἰς τὴν θυσίαν ἀνωτάτων διοικητικῶν λειτουργῶν, ἰδεολογικῶς ὁμοφρονούντων, ἀδυνατοῦμεν ὅμως νὰ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἀνυπερασπίστους. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐκφράζοντες τὴν λύπην μας διὰ τὰ λεχθέντα, θεωροῦμεν ὑποχρέωσίν μας νὰ διαδηλώσωμεν μὲ τὸν πλέον ἀπερίφραστον τρόπον πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου τὴν ἀμέριστον καὶ ἀνεκτίμητον συμπάθειαν ἡμῶν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπότσαρης.
§56Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶναι ἐπικριτέα, Κύριοι, ἡ νευρικότης, ἥτις ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, νομοσχεδίων ἐχόντων ἀνάγκην, ἀντιθέτως, ἠρέμου καὶ ὡρίμου συζητήσεως. Θὰ ηὐχόμην ἐπίσης τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης νὰ ἐφέροντο σπανιώτερον, διότι τὰ ἐκπαιδευτικὰ θέματα, θίγοντα αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τῆς φυλῆς, ὤφειλον νὰ μὴ ἔχωσιν οὔτε κομματικόν, οὔτε Κυβερνητικὸν χαρακτῆρα. Τὰ ἄτομα δὲν ἔχουν σημασίαν· ἔρχονται καὶ παρέρχονται. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἔκρηξις ἑνὸς Κυβερνητικοῦ ζητήματος θὰ ὡδήγει εἰς ἀκυβερνησίαν, διὰ τοῦτο, ἀφοῦ δηλώσω ὅτι θὰ ψηφίσω τὰ νομοσχέδια, θὰ κάμω ὑποδείξεις τινὰς καὶ δὴ εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον. Ἡ τακτικὴ ἡ μέχρι τοῦδε ἀκολουθηθεῖσα ἐν σχέσει πρὸς τὰ προσωπικὰ ζητήματα εἶνε ἀκατανόητος, διότι φέρει συνήθως ἀντίθετον ἀποτέλεσμα τοῦ ἐπιδιωκομένου. Οὐδὲν προσεκομίσθη κλονίζον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς δράσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Προσεκομίσθη μόνον εἷς κατάλογος τριπηχυαῖος, ὅστις καὶ δὲν ἀνεγνώσθη. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν διδακτικῶν βιβλίων δὲν διΐσταμαι πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως σοβαρῶς, οὐχ’ ἧττον ὅμως θὰ διατυπώσω ὡρισμένας τροπολογίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Γενικῶς ὁμιλῶν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει κριτὴς καὶ κρινόμενος νὰ εἶναι τὸ αὐτὸ πρόσωπον, εὔχομαι δὲ ὅπως ἡ πρὸς κρίσιν τῶν διδακτικῶν βιβλίων ἐπιτροπὴ μὴ συνιστᾶται ἕνα μῆνα πρὸ τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν τῶν ὑπὸ κρίσιν βιβλίων. Πρέπει τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Πολιτεία νὰ κατοχυρωθοῦν ἀπέναντι παντὸς πειρασμοῦ. Δι’ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔπρεπε νὰ συνιστᾶται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν τῶν ὑπὸ κρίσιν βιβλίων. Εὔχομαι συγχρόνως νὰ ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς κριτὰς τῶν βιβλίων ἡ συγγένεια ὡρισμένου βαθμοῦ μετὰ τῶν συγγραφέων αὐτῶν. Συγχρόνως δέ, ὅπως μὴ ἐπιτρέπηται εἰς οὐδένα ἐκπαιδευτικὸν σύμβουλον νὰ εἶνε συγγραφεὺς διδακτικῶν βιβλίων, διότι τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν.
§57Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὰ ἔκτακτα μέλη τοῦ Συμβουλίου οὔτε διοίκησιν ἔχουν, οὔτε κριταὶ βιβλίων εἶναι.
§58Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Πάντως ἀναπτύσσεται μεταξὺ αὐτῶν εἷς δεσμός. Ἄλλο σημεῖον εἶναι τὸ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐγκρινομένων βιβλίων. Ὑπάρχουσιν ἐπ’ αὐτοῦ δύο ἀπόψεις. Ἡ τῆς ἐγκρίσεως ἐλαχίστων βιβλίων καὶ ἡ ἀντίθετος, πρὸς ἣν καὶ ἐγὼ κλίνω, τῆς ἐγκρίσεως μείζονος ἀριθμοῦ, διότι δι’ αὐτῆς ἐνισχύεται ὁ ζῆλος τῶν συγγραφέων. Προτείνω δὲ ὅπως ἐγκρίνωνται τοὐλάχιστον τρία βιβλία. Καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ὁσάκις ἐπεκράτησε τὸ σύστημα τῆς μονοπωλήσεως, τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἐπιζήμιον, διότι οἱ κρείσσονες τῶν συγγραφέων, εἴτε ἐμειώθησαν εἴτε ἀπεσύρθησαν, καὶ ἀναφέρω τὸν Ἰωάν. Χατζηδάκιν, ὅστις ὅταν ἐπεκράτησε τὸ σύστημα τοῦτο ἀπεσύρθη. Ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῆς γλώσσης, δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτό, διότι συνήθως τὸ γλωσσικὸν ζήτημα κουράζει μὲν τοὺς φίλους ἐξεγείρει δὲ τοὺς ἀντιπάλους χωρὶς οὐδένα νὰ πείθῃ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα κατέκτησεν ἔδαφος καὶ τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν ὑπεστήριξαν ταύτην οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτῆς, ἀλλὰ εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν τὴν ἐπολέμησαν οἱ ἐπικριταὶ αὐτῆς. Ἡ ζωὴ ἐκύλισε πρὸς κατευθύνσεις ὀλιγώτερον σκληρὰς πρὸς τὴν ἐμφάνισιν, ἡ δὲ καθαρεύουσα ἠθέλησε νὰ ὀχυρωθῇ εἰς τύπους καὶ ὁ τρόπος οὗτος ἐπέφερεν εἰς αὐτὴν μείωσιν ποσοτικήν, ἀλλὰ ἐκ τῆς ποσοτικῆς ταύτης μειώσεως ὑπέστη βελτίωσιν ποιοτικήν. Τὸ ὕφος τῶν ἐφημερίδων ἐλεπτύνθη καὶ ἡ γλῶσσα προσέλαβε μορφὴν παρουσιάζουσαν ἓν ὄργανον λεπτόν, πλούσιον καὶ δυσαντικατάστατον. Ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἀντιθέτως ἐκέρδισεν ἀναμφιβόλως εἰς ποσόν, ἀλλὰ ἔχασεν εἰς ποιόν, διότι εἰς τὴν μαθητικὴν μορφὴν ὑφ’ ἣν προσάγεται εἰς τὰ σχολεῖα δὲν ἔχει τὴν ὁμοιογένειαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς αὐτὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτῆς τὴν κατέστησαν μᾶλλον δύσκαμπτον. Φρονῶ ὅτι μεταξὺ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ παρακαθημένων ὀλίγοι ἔζησαν πλησίον τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὰς διαφόρους γωνίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσον ἐγὼ λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματός μου, καὶ γνωρίζω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συχνάκις τηρεῖ εἰς τὸ βάθος γλωσσικοὺς τύπους αὐτόχρημα καθαρεύοντας. Ἡ Βουλὴ ὅμως εἶναι Σῶμα πολιτικὸν καὶ ὄχι ἐπιστημονικόν, ἡ δὲ συζήτησις αὕτη οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ εἶχε. Καλῶς, διδάσκεται, Κύριοι, εἰς τὸ Δημοτικὸν σχολεῖον ἡ δημοτικὴ γλῶσσα καὶ ἐφ’ ὡρισμένας ὥρας εἰς τὴν πέμπτην καὶ ἕκτην τάξιν. Τὰ μέτρα ἅτινα εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις ἐπιφέρουν μίαν ἐπανάστασιν, ἥτις ἐπιφέρει ζημίας εἰς τάξιν ἀνθρώπων τῶν ὁποίων ἡ βιοπάλη εἶναι εἷς εὐγενὴς ἀγών. Καὶ δὲν εἶναι μὲν τὸ Κράτος ὑποχρεωμένον νὰ ἀποζημιώνῃ δι’ ἑκάστην πρόοδον τὰ ἄτομα, ἀλλὰ ἐνταῦθα προκειμένου περὶ διαρρυθμίσεως, εἶναι δίκαιον τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς βιοπαλαιστὰς πᾶν μέσον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξέλθωσι τῶν ἔργων των ἀζημίως. Κύριοι, ἐκ τῶν βιαίων μέτρων ἅτινα διαδέχονται ἄλληλα, ὡς πρὸς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, ἡ μέση ἐκπαίδευσις πάσχει ἐκ τῆς δημοτικῆς, διότι δὲν ἐτηρήθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐκπαιδευτικὴ πολιτική, ἀλλὰ γλωσσικὴ τοιαύτη. Εἶνε συνεπῶς ἀνάγκη νὰ χωρισθῶσι τὰ ζητήματα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τὰ τῆς δημοτικῆς. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν κρίσιν τῶν βιβλίων, θεωρῶ ταύτην μεγάλην καὶ παρακαλῶ ὅπως μὴ ὑποβληθῶσιν οἱ συγγραφεῖς εἰς τοιαύτας δαπάνας. Ὁ πολὺς δογματισμὸς πρὸς τὸν ὁποῖον φερόμεθα κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην δὲν δύναται νὰ θίξῃ τὴν οὐσίαν τῶν ὑπ’ ὄψει ζητημάτων. Ὁ στρατὸς καὶ τὸ σχολεῖον δύνανται νὰ δημιουργήσουν τέκνα σωματικῶς καὶ ψυχικῶς ὑγιᾶ, ἅτινα θὰ δημιουργήσωσι μίαν καλλιτέραν αὔριον. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εὑρίσκω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ περιεχομένου τῶν βιβλίων, τὸ ὁποῖον ἐθίγη ἐνταῦθα, εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον καὶ εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἔλλειψις περιεχομένου ἀπὸ περιεχόμενον ἀμφιβόλου ποιότητος. Τὰ κοινωνικὰ φαινόμενα εἶναι φαινόμενα μαζῶν καὶ μόνον ἐξαιρετικαὶ φυσιογνωμίαι δύνανται νὰ χαλιναγωγήσωσι ταῦτα. Προτιμῶ τὰ κείμενα τὰ ἄνευ θέσεως, ἀπὸ τὰ κλυδωνιζόμενα μεταξὺ τῶν δύο θέσεων καὶ τὰ πνιγόμενα μεταξὺ τῶν θέσεων αὐτῶν. Δὲν εἶναι φρόνιμον τὴν ἀκατάρτιστον λαϊκὴν ψυχολογίαν νὰ τὴν ὠθήσωμεν διὰ βιαίου παλμοῦ, ὅστις δύναται νὰ φέρῃ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Εἶναι λίαν ἀμφίβολον πόσοι ἐκ τῶν διδασκόντων εἶναι ἱκανοὶ νὰ διαφωτίζωσι τὸν παῖδα καὶ ὅταν φθάσωσιν εἰς τὸ τέρμα νὰ ἐξαίρωσι τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ τονώσωμεν τὸν διδάσκαλον εἰς τρόπον ὥστε νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει τὴν συνείδησιν τῆς ἀληθείας καὶ ὅτι εἶναι ἑδραιωμένη ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα. Εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς τοιαύτης κοινωνίας οἱ διδάσκαλοι εἶναι οἱ λειτουργοὶ εἰς τοὺς ὁποίους παραδίδομεν τὰ τέκνα μας. Τοὺς λειτουργοὺς αὐτοὺς πρέπει νὰ τοὺς ἐφοδιάζωμεν διὰ διδακτικῶν κειμένων, τῶν ὁποίων ὁ πλοῦτος τῆς ἰδέας καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῆς ἐμφανίσεως νὰ ἐξελίσσωνται διαρκῶς ἀναλόγως πρὸς τοὺς ἐπιδιωκομένους σκοπούς. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπιμέλεια καὶ κοσμιότης περιέχοντος καὶ αὔξων πλοῦτος περιεχομένων. Ἡ ἐκπαίδευσις ἡμῶν ὀφείλει νὰ κατέχῃ καλῶς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὅσον περισσότερον εἷς λαὸς προοδεύει εἰς μόρφωσιν καὶ πολιτισμόν, τόσον ἰσχυροτέρα γίνεται ἡ φιλοπατρία καὶ ἑδραιοτέρα ἡ αὐτοπεποίθησίς του. (Χειροκροτήματα).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κολυβᾶς.
§60Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ κλάδου, δέον κυρίως νὰ κριθῶσιν ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰς κρατούσας διοικητικὰς ἀντιλήψεις· διότι δι’ αὐτῶν δὲν μεταρρυθμίζεται τὸ ὑπάρχον σύστημα, οὔτε ἐπιζητεῖται ἡ ἐπιβολὴ νέων μορφωτικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ ἐπιζητεῖται κυρίως ὁ τρόπος τῆς μεταβολῆς τῆς διοικήσεως τῆς Παιδείας. Τὸ γλωσσολογικὸν ζήτημα, ἀπασχολῆσαν ἄλλοτε Βουλὴν καὶ κοινὴν γνώμην καὶ ἀποκρυσταλλωθὲν περίπου εἰς ὡρισμένας ἀντιλήψεις, ἀκολουθεῖ τὸν φυσικὸν αὐτοῦ ροῦν, ἡ δὲ νομοθετικὴ παρεμβολὴ αὐτοῦ ἦτο ὅλως περιττὴ καὶ προωρισμένη νὰ προκαλέσῃ συζητήσεις ἀκαίρους καὶ ἀσκόπους. Ἄλλωστε ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν βιβλίων εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προσαρμόζηται πρὸς τὰς διαμορφουμένας ἑκάστοτε γλωσσικὰς συνειδήσεις, ἡ δὲ νομοθετικὴ αὐτῆς ἐπιβολὴ εἶναι ὅλως περιττή. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, τὸ χωλαῖνον παρ’ ἡμῖν εἶναι ἆρά γε ἡ ἔλλειψις καλῆς διοικήσεως τῆς παιδείας ἢ τὸ πλημμελὲς τοῦ ὑπάρχοντος μορφωτικοῦ συστήματος; Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἀμφότερα εἶναι πλημμελῆ καὶ ἐλαττωματικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ἐμφανίζει τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μόνον τῆς διοικητικῆς, ἴσως δὲ αὔριον ἐμφανίσῃ καὶ ἄλλα νομοσχέδια ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως. Συνεπῶς εἴμεθα σήμερον ὑποχρεωμένοι, ἐν συντόμῳ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ νομοσχέδια ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς διοικητικῆς. Ποῖαι εἶναι, Κύριοι, αἱ ἐπερχόμεναι εὐρύταται μεταβολαὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Διχοτομοῦνται καὶ κερματίζονται αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, ἀφαιρεῖται ἡ δικαιοδοσία τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν βιβλίων καὶ ἀνατίθεται αὕτη εἰς ἐπιτροπήν, παραμένουσι δὲ αἱ λοιπαὶ ἁρμοδιότητες καὶ ἰδίως ἡ ἁρμοδιότης, ἡ ἀφορῶσα τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸν διορισμόν, τὴν προαγωγήν, τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν. Εἰσάγεται ἐπίσης ἡ καινοτομία ὅτι τὸ συμβούλιον ἀπόλλυσι τὴν σταθερότητα αὑτοῦ, καθίσταται ρευστὸν καὶ ἐναλλασσόμενον, κατὰ τρόπον κοινοβουλευτικόν, καθ’ ὡρισμένας χρονικὰς περιόδους. Οὕτως ὅμως ἐμφανιζομένου τοῦ συμβουλίου, ἀποψιλουμένου τῆς κυρίας αὐτοῦ δικαιοδοσίας, διερωτώμεθα ἐὰν ἔχῃ λόγον περαιτέρω ὑπάρξεως. Τὸ ἐκπαιδευτικόν, Κύριοι, συμβούλιον δὲν ἦτο ἓν ἐκ τῶν συνήθων διοικητικῶν συμβουλίων τῶν Ὑπουργείων· ἦτο ὁ θεματοφύλαξ τῆς ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους καὶ ὁ μέγιστος ῥυθμιστὴς ταύτης. Ἡ ἐκπαιδευτικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἐνεσαρκώθη περιέργως πως ἐν Ἑλλάδι εἰς τὰ διδακτικὰ βιβλία, διὰ τῶν ὁποίων καθορίζονται αἱ γλωσσικαὶ κατευθύνσεις καὶ ἐκδηλοῦνται τὰ προγράμματα τὰ ἐκπαιδευτικά. Ἦτο ἀκόμη ὁ ρυθμιστὴς τῆς ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς, ἀφοῦ καὶ ἐκ τῆς διακριτικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας ἐξηρτᾶτο νὰ εἰσαγάγῃ ἢ μὴ τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, σήμερον δὲ καὶ τὴν καθαρεύουσαν εἰς ὡρισμένας τάξεις τοῦ σχολείου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, Κύριοι, τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον ἐξειλίχθη εἰς πανίσχυρον διοικητικὸν ὀργανισμόν, ἀπονεκρωθείσης τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν ἔχει σημασίαν ἐὰν τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον δὲν ἐξήσκησεν προσηκόντως τὴν ἀποστολὴν ταύτην, ὡς ἰσχυρίζονται, καὶ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον ὅτι ἤντλησε πελωρίαν δύναμιν καὶ ἰσχύν. Ἤδη, ἐκ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου ἀφαιρεῖται ἡ δικαιοδοσία του αὐτὴ καὶ ἀνατίθεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν διδακτικῶν βιβλίων, ἐμφανιζομένην καθ’ ὡρισμένας περιόδους. Ἡ ἱστορία τῶν διδακτικῶν βιβλίων ἐκτίθεται σαφῶς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῶν νομοσχεδίων. Ἐπανερχόμεθα περίπου, Κύριοι, εἰς τὸν νόμον τοῦ 1907. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐνεφάνισε κατὰ τὸ παρελθὸν πολλαπλᾶ ἐλαττώματα, καὶ ἡ κρίσις τῶν ἐπιτροπῶν τούτων δὲν ὑπῆρξε πάντοτε δικαία καὶ ἀμερόληπτος. Ἡ ἔλλειψις αὐτή, τῆς σταθερότητος τῶν συμβούλων, ἐκμηδενίζει, κυρίως, τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης τῶν ἐπιτροπῶν, εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν εὐρυτάτῃ κλίμακι. Αἱ ἐπικρατοῦσαι μᾶλλον ἀντιλήψεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰ αἰσθήματα ταῦτα, εἶναι τῆς συναρμογῆς τοῦ συνδυασμοῦ τῆς μονιμότητος, τοῦ πνεύματος τῆς παραδόσεως, τῆς εὐθύνης, τῆς κτηθείσης πείρας, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν πρόσληψιν μονίμων μελῶν καὶ τὴν ἔγχυσιν νέου αἵματος διὰ τῆς προσλήψεως ἐκτάκτων μελῶν, φορέων τῶν ἔξωθεν κρατουσῶν κοινωνικῶν ἀντιλήψεων καὶ ροπῶν. Εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν δικαιοδοσίαν ταύτην ἀπὸ τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον, ἔχει ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστήσῃ τὸ συμβούλιον τοῦτο μᾶλλον σταθερόν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλω ὑποβάλει, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡρισμένας τροποποιήσεις. Ἀφαιρουμένης, κύριοι, τῆς δικαιοδοσίας ταύτης, τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν βιβλίων, διερωτώμεθα ἂν τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον ἔχῃ λόγον περαιτέρω ὑπάρξεως. Τί εἶναι αἱ ἐναπομένουσαι ἁρμοδιότητες; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀνατίθεται εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον ἡ ἔκφρασις ἐκπαιδευτικῶν γνωμῶν καὶ συμβουλῶν, ἡ τήρησις μητρώου, ἡ σύνταξις τῶν νομοσχεδίων—ὄχι βεβαίως ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας—καὶ ἄλλαι ἁρμοδιότητες ἐπουσιώδεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν κἂν διοικητικὰς λειτουργίας.
§61Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καί ἡ ἀποκέντρωσις.
§62Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Ὄχι. Ἡ ἀποκέντρωσις δύναται νὰ γίνῃ καὶ δι’ ἄλλου τρόπου. Θὰ σᾶς εἴπω εὐθὺς ἀμέσως. Ἠδύναντο αἱ ἁρμοδιότητες αὗται ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς σώματος πολυμελοῦς, ἐκ δεκατεσσάρων μελῶν. Ἄλλωστε ἡ διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἔχει σήμερον ἀποψιλωθῇ ἐκ τῶν τόσων καθηκόντων αὐτῆς καὶ περιορίζεται εἰς τὰς αἰτήσεις τοῦ κοινοῦ, νὰ παρέχῃ ἀναρρωτικὰς ἀδείας καὶ νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου. Ἐὰν καὶ αἱ λειτουργίαι αὗται ἤθελον ἀνατεθῆ εἰς τὴν Διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ λειτουργία αὕτη ἤθελεν ἐκπληρωθῆ προσηκόντως. Ἡ ἐναπομείνασα, κύριοι, ἄλλη ἁρμοδιότης, εἶναι ἡ τῆς καταστάσεως τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τοῦ διορισμοῦ δηλονότι, τῆς προαγωγῆς, τῆς μεταθέσεως, τῆς ἀπολύσεως καὶ τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας. Ἀλλ’ ἆρά γε διὰ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτήν, διὰ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτήν, ἀπαιτεῖται ἡ ὕπαρξις πολυμελοῦς συμβουλίου, ἐκ 14 μελῶν; Ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, ἐγένετο κατάχρησις τῶν συμβουλίων. Εἰς οἱονδήποτε ἄλλον τόπον, τὰ συμβούλια ταῦτα λειτουργοῦν ὡς σώματα καθαρῶς τεχνικά, ἀσκοῦντα τεχνικὴν ἁρμοδιότητα, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι ἐξετράπησαν εἰς ὄργανα αὐτόνομα, συλλογικῆς διοικήσεως, χωρὶς κἂν νὰ φέρουν τὴν ἐπιστημονικὴν μορφὴν τῆς ἀποκεντρώσεως ἢ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Εἶναι ἆρά γε ἀναγκαία ἡ ὕπαρξις συμβουλίου; Ἀναμφισβητήτως ναί. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ προστασία τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων ἔχει ἀνατεθῆ εἰς συμβούλια, ἀποτελούμενα κατὰ τὰ ⅔ ἐκ μονίμων ὑπαλλήλων. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἐφόσον εἰς τὸ συμβούλιον τοῦτο ἀνατίθεται ἡ προστασία τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, τὸ μεταθετὸν καὶ ἡ ἀπόλυσις, ἀσφαλῶς ἔχομεν ἀνάγκην συμβουλίων. Ἡ κρατήσασα ἀντίληψις ἐν Ἑλλάδι περὶ τῶν συμβουλίων τούτων εἶναι νὰ ἀνατίθεται ἡ ἁρμοδιότης αὕτη, οὐχὶ εἰς ὑπαλλήλους ἐνασκοῦντας, ad hoc δηλ. ἐπίτηδες τὴν λειτουργίαν αὐτήν, ἀλλ’ εἰς ὑπαλλήλους ἀσκοῦντας ἄλλην κυρίαν ἁρμοδιότητα καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἀνατίθεται, ἐν συμβουλίῳ, ἡ κρίσις ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς μονιμότητος καὶ προστασίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διατὶ τάχα, κύριοι, καὶ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ παρόμοιον συμβούλιον; Διατὶ ἆρά γε προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπαλλήλων διαχειριζομένων σπουδαιότατα οἰκονομικὰ συμφέροντα, εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ὑπάρχον διοικητικὸν συμβούλιον, δὲν θὰ εἶναι δὲ παρόμοιον συμβούλιον ἐπαρκὲς διὰ τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς λειτουργούς; Οὐδεμία, κύριοι, ἀμφιβολία, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἐπαρκές.
§63Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Αὐτὸ ἀφορᾷ μόνον τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας εἶναι 16.000 λειτουργοί.
§64Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ συνεχίσω, διότι ἔχω καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα, κ. Ὑπουργέ. Θὰ ἦτο τοσούτῳ μᾶλλον ἐπαρκές, ὅσον ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει ἔχομεν πολὺ μεγαλυτέραν ἀποκέντρωσιν, τῆς ὑφισταμένης ἀποκεντρώσεως εἰς ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ὅπως γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀποκεντρώσει διὰ τῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ διευκολύνηται οὐσιωδῶς, οὐσιωδέστατα τὸ ἔργον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἐπίκειται ἐπὶ πλέον, κατόπιν συνταγματικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀποκεντρωθῇ καὶ ἡ μέση ἐκπαίδευσις, ἱδρυομένων συμβουλίων κατὰ νομόν. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ αὐτὴ ἐπαρκῶς ἐξασφαλίζεται, δεδομένου ὅτι ἐπίκειται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως περὶ ἱδρύσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους χορηγεῖται προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πρὸς προστασίαν τῶν ὑπαλληλικῶν αὑτῶν συμφερόντων. Ἀλλά, ὅπως διαμορφοῦται, κύριοι, τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον, δὲν δύναται κἂν νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ. Πρῶτον, διότι δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 114 τοῦ Συντάγματος, ἡ κρίσις ἐπὶ τῆς μονιμότητος τῶν Δημοσ. Ὑπαλλήλων ἀνατίθεται εἰς συμβούλια, ἀποτελούμενα καὶ αὐτὰ ἐκ μονίμων μελῶν. Μόνιμος δὲ ὑπάλληλος, κύριοι, εἶναι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἐνασκῶν ὡρισμένην λειτουργίαν καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀπολυθῇ, ἄνευ καταργήσεως τῆς θέσεως αὑτοῦ. Ἀλλὰ οἱ ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοί, μεθ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἀπολύονται, χωρὶς νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις αὑτῶν. Ἄρα δὲν εἶναι μόνιμοι. Καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἡ συγκρότησις τοῦ συμβουλίου διὰ τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ὥρισε διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀντισυνταγματική. Δὲν ἐμφανίζει τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γεωργιάδης, εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐμφανίζει νέον θέμα συνταγματικῆς μορφῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἱδρυομένου, Κύριοι, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὁ νόμος οὗτος δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ. Ὅπως γνωρίζετε, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν· ἑπομένως τὸ Συμβούλιον θὰ ἀκυρώνῃ τὰς πράξεις, τὰς στηριζομένας εἰς νόμον ἀντισυνταγματικόν, ἐφόσον ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου θὰ εἶναι τοιαύτη, οἵαν τὸ νομοσχέδιον καθορίζει. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἤθελεν ἱδρυθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὁ ἀπολυθεὶς ὑπάλληλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἵνα ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, διότι ἡ ἀπόλυσις αὕτη ἦτο παράνομος, ἐφόσον ἐστηρίζετο εἰς νόμον ἀντισυνταγματικόν. Ὡμιλήσαμεν, κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τηρήσεως τῶν νόμων. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται, πολὺ δὲ περισσότερον, ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος. Ὅ,τι κατὰ τοὺς τελευταίους, κύριοι, χρόνους κυρίως παρετηρήθη, ἦτο ἡ ἔλλειψις θρησκευτικῆς προσηλώσεως πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἀντινομία αὐτῶν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν, διότι τὸ ἐγειρόμενον ζήτημα θὰ παρεμβάλῃ πολλαπλᾶς δυσχερείας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, κύριοι βουλευταί, τὸ συμβούλιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ὡς τοῦτο διαμορφοῦται διὰ τῶν κατατιθεμένων νομοσχεδίων. Ἡ ἄποψις τῶν ἐναλλασσομένων συμβουλίων, μεθ’ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον, εἶναι ἄποψις καθαρῶς ἀντιδιοικητική. Ἡ μονιμότης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἐξασφαλίζεται μόνον διὰ λόγους προσωπικούς. Ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ συμφέρον τῆς Δημοσίας ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας ἀπαραίτητος προϋπόθεσις εἶναι ἡ ἑνότης, ἡ συνέχεια, ἡ μέθοδος ἐν τῇ διοικήσει. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: ποία ἑνότης καὶ συνέχεια καὶ μέθοδος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ὅταν ἀνὰ πᾶσαν ἑξαετίαν οἱ ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοὶ θὰ ἀπολύωνται καὶ θὰ ἔρχωνται ἄλλοι; Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ. Ἄλλως τε, ἡ παρακολούθησις τῆς ἐργασίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι εὐχερής. Κρίσις ἐπὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς ἱκανότητος καὶ ἐπιδόσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ δι’ ἐναλλασσομένων συμβουλίων. Τέλος, Κύριοι, τὸ Συμβούλιον, μειωθὲν εἰς ἔκτασιν καὶ κῦρος, ὑποβιβασθὲν δὲ καὶ κατὰ βαθμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν προορισμόν αὐτοῦ. Ὅπως ἴσως θὰ γνωρίζετε, ἔχει σήμερον ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ πάσας τὰς νεωτέρας νομοθεσίας ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ τοῦ ὑποβιβασμοῦ. Διότι διὰ τοῦ ὑποβιβασμοῦ δὲν πλήσσεται μόνον ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλὰ πλήσσεται αὐτὴ αὕτη ἡ δημοσία ὑπηρεσία. Αἱ ὁριζόμεναι πειθαρχικαὶ ποιναὶ—καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀναγράφει ταύτας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ—εἶναι τῆς ἐπιπλήξεως, τοῦ προστίμου καὶ τῆς ἀπολύσεως. Κατὰ τὰς κρατούσας διοικητικὰς ἀντιλήψεις, ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ τῆς στασιμότητος καὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ ἀπαγορεύεται, διότι πλήσσεται δι’ αὐτῶν ἡ δημοσία ὑπηρεσία καὶ ὄχι τόσον ὁ δημόσιος ὑπάλληλος. Πλήσσεται ὁ ζῆλος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ προσηκόντως τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Καὶ τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον, ὑποβιβαζόμενον, μειούμενον κατὰ βαθμὸν καὶ ἔκτασιν, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: πρὸς ποῖον σκοπόν, κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς στοιχειώδεις διοικητικὰς ἀντιλήψεις, ἔχον ἐν ἑαυτῷ ἀντισυνταγματικότητα καὶ ὂν προωρισμένον νὰ ἐπιφέρῃ ἀνωμαλίαν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν; Δὲν ὑπάρχει λόγος ἐπιψηφίσεως παρομοίου νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τροποποίησιν, διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον—διότι, ὡς διαμορφοῦται τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως—καὶ ἀνασυγκροτεῖται δι’ ἑτέρου συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἀπὸ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα μέλη, κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξα ἐν ἀρχῇ περὶ τῆς συνθέσεως τῶν διοικητικῶν συμβουλίων. Τοιαῦται εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ, αἱ ἀντιλήψεις ἡμῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, βεβαίως, νὰ ἐξάρω τὰς ἀγαθὰς προθέσεις ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Λυποῦμαι ὅμως διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος συγχρόνως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν προορίζονται αὗται νὰ βελτιώσωσι τὴν ἐκπαίδευσιν. Ὅ,τι ζητοῦμεν, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον νὰ διαρρυθμίσωμεν τὴν διοίκησιν τῆς Παιδείας, ἀλλὰ νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὸ ὑπάρχον μορφωτικὸν σύστημα. Νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν ψυχὴν καὶ τὸ πνεῦμα τῶν νέων, νὰ συνδυάσωμεν τοῦτο πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ σύγχρονα προβλήματα τῆς ζωῆς, ἵνα δυνηθῇ ἡ χώρα αὕτη καὶ ἐπιτελέσῃ τὴν ἱστορικὴν αὐτῆς ἀποστολήν. Ἰδού, κύριοι, διὰ βραχέων ὅσα εἶχον νὰ εἴπω. (Χειροκροτήματα).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρακάκος.
§66Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, συνισταμένην τῶν κυβερνητικῶν ἀποφάσεων ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, θέλων οὕτω νὰ ἀποκλείσῃ συζήτησιν, τείνουσαν πρὸς μίαν δεδικαιολογημένην ἀλλοίωσιν τῶν διατάξεων, θέλων οὕτω νὰ πιέσῃ τὴν Βουλήν. Δὲν χρειάζεται τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Τὰ γνωρίζει ὅλα καὶ σᾶς λέγει σχεδόν: Ψηφίσατε, ἄνευ συζητήσεως! Ἀδιάφορον ἂν καταλύεται οὕτως ἡ αὐτονομία τῆς Βουλῆς, ἀδιάφορον ἂν Βουλή, οὕτω πιεζομένη, μεταπίπτει εἰς τὴν παλαιὰν ἐκείνην τοῦ Κεδίβου Βουλήν. Παρήλασαν πρὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ μέγιστοι τῶν Κοινοβουλευτικῶν ἡμῶν Ἡγετῶν καὶ οἱ μέγιστοι τῶν Ἑλλήνων Ὑπουργῶν. Καὶ ἔλεγεν ὁ Χαρίλαος Τρικούπης εἰς τὰς ἀνατολὰς τοῦ βίου του (Ἀναγινώσκει): (23 Νοεμβρίου 1867): «Τὸ Ὑπουργεῖον αἰσθάνεται πληρέστατα τὸ καθῆκον του. Αἰσθάνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλο, παρὰ ὁ ἐκτελεστὴς τῶν θελήσεων τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λάβῃ σύμβουλον αὐτοῦ πάντα βουλευτὴν καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος.» Ἐτόνιζε δὲ ἄλλοτε (16 Δεκεμβρίου 1879) (Ἀναγινώσκει): «Τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶνε κυρίως τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξεγείρεται ἡ κοινὴ γνώμη εἰς σύμπραξιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως». Ἐγνώριζε δὲ νὰ θέτῃ τόσον ὑψηλὰ τὴν Βουλήν, ὥστε ἔλεγε (12 Νοεμβρίου 1893) (Ἀναγινώσκει): «Τὴν ἐνδεχομένην ἀνεπάρκειαν τῶν προσώπων θὰ ἀνεπλήρου τὸ σθένος, ὅπερ θὰ μετέδιδεν εἰς αὐτὰ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπικοινωνία. Ἡ Βουλὴ εἶνε πάντοτε ἐπαρκὴς πρὸς τὸ ἐθνικὸν αὐτῆς ἔργον. Ἐνδέχεται, τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ εἶνε δυσχερές, ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν δὲν ὑπάρχει ἀδιέξοδον. Τὸ κῦρος εἰς τὴν διέξοδον προσδίδεται ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καθοδηγουμένης ἐκ τῆς θελήσεως, ὅπως ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς χώρας». Καὶ ὁ μέγας τῆς Δικαιοσύνης μεταρρυθμιστής, ὁ Ν. Δημητρακόπουλος, εἰσάγων τὰ πρῶτα του μέτρα κατέληγεν. (Ἀναγινώσκει): «Τοιαύτη, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν εἶναι ἡ ἀνάγκη, οὐχὶ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τῆς δικαστικῆς ἀνορθώσεως. Καὶ εἰς ἔργον τοιαύτης ἀποστολῆς καὶ τοιαύτης σπουδαιότητος καλεῖται νὰ συγκεντρώσῃ πᾶσαν αὑτοῦ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν, ὅλας αὐτοῦ τὰς δυνάμεις καὶ ἀμέριστον τὴν συνδρομήν του, τοῦτο τὸ μέγιστον συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους.» (Παρατεταμένα χειροκροτήματα) (7 Νοεμβρίου 1910). Τοιαύτην ἤθελον τὴν Βουλὴν οἱ μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες. Ἀλλὰ τὰ παράδοξα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν ἀπό τινος ἐδῶ, συντελοῦσιν ἁπλούστατα εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους, καὶ τὸν τοῦ Ἔθνους ἐνώπιον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Καὶ εἶνε ἀληθῶς παραδοξότατον τὸ θέαμα, τοῦ μὲν Ὑπουργοῦ ἀναιροῦντος ἑαυτόν, τῶν Βουλευτῶν δὲ τῆς πλειοψηφίας, ἀποκρουόντων μὲν κατὰ συνείδησιν τὰ νομοσχέδια, δηλούντων ὅμως ἐν τέλει ὅτι ἀναγκάζονται νὰ τὰ ψηφίσουν, ἀφοῦ τίθεται πολιτικὸν ζήτημα! Τί Βουλὴ λοιπὸν εἶναι αὐτή, Κύριοι; Εἶνε αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἡ κεκλημένη νὰ ἀνορθώσῃ τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ἢ ἡ ψηφίζουσα παρὰ συνείδησιν κομματικὰς ἀντιλήψεις;
§67Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα.
§68Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Αὐτὸ ἐνοούσατε. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὅταν βαρεῖς κατέθλιβον τὴν Γερμανίαν τοῦ Μ. Ναπολέοντος οἱ στρατοί, φιλόσοφος περιώνυμος, ὁ Φίχτε, ἐξήγειρε τὸ ἔθνος του διὰ τῶν φλογερῶν καὶ ὀνομαστῶν του ἐκείνων λόγων τοῦ 1808. Ἀπῄτει ἐντόνως, ἵνα δι’ ὀρθῆς καὶ ἐπιμεμελημένης ἀγωγῆς καὶ παιδείας τῆς Νεολαίας ἀναγεννηθῇ τὸ γερμανικὸν ἔθνος, ἵνα διὰ τῆς Παιδείας ἔλθῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος. Παρὰ τὸν Φίχτε, ὁ φιλόσοφος Ἔγελος ἐδίδασκε τὴν διαρκῆ μελέτην τῶν κλασσικῶν Ἑλλήνων συγγραφέων, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπορίζοντο νέας δυνάμεις, ὡς ἡ τοῦ Ἀνταίου, ἐκ τῆς πρὸς τὴν γῆν ἐπαφῆς. Καὶ ἡμεῖς; Μετὰ τὴν Μικρασιατικήν, ἰδίως, συμφοράν, ἐπιτακτικὴν πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα διὰ τῆς παιδείας ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς οἰκείας καὶ πατρίους ἀρετάς. Ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ διεκρίθη ἀείποτε, οὐχὶ διὰ τὴν ὑλικὴν δύναμιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν δαψίλειαν τῶν λαμπρῶν διανοημάτων καὶ τῶν εὐγενῶν αἰσθημάτων τὴν εὐπορίαν. Ἁπαξάπαντες οἱ Γερμανοὶ σοφοὶ διακηρύττουσιν, ὅτι, τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων ἡ σπουδή, συνετέλεσεν εἰς τὴν μόρφωσιν ἐθνικῆς γερμανικῆς συνειδήσεως, χαρακτηρίζουσι δὲ τοὺς Ἕλληνας ἀείποτε διδασκάλους καὶ καθηγεμόνας τῆς διανοήσεως. Τὸν ἀρχαῖον ἀναγνωρίζουσιν ὡς τὸ κέντρον τῆς γενικῆς μορφώσεως. Ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ ἀπὸ τοιούτου περιλάμπρου παρελθόντος, παρουσιάσθησαν ἄνθρωποι ἀχαρακτήριστοι, κατ’ ὄνομα μόνον Ἕλληνες, οἵτινες ἀντεθνικώτατα ἀγωνίζονται, ὅπως μᾶς ἀποσπάσωσιν ἐκ παντὸς τρόπου ἀπὸ τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος καὶ περιορίσωσιν ἡμᾶς, ἐν μόνῳ τῷ παρόντι. Τὰ παρόντα ὅμως πράγματα δὲν κυβερνῶσιν ἐν ἐπιγνώσει οἱ ζῶντες· κατευθύνουσι ταῦτα λεληθότως καὶ οἱ ἀποθανόντες. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὠνομάσθη προσφυῶς ἡ γλῶσσα τῶν Θεῶν. Παρὰ τὴν ἐμφάνισιν νεωτέρων διαλέκτων, οὐδέποτε ἔπαυσεν ἡ ἑνιαία τῶν Ἑλλήνων κοινὴ γλῶσσα λαλουμένη καὶ γραφομένη, καὶ διὰ ταύτης ἐκηρύχθη ἀνὰ πάντα τὸν κόσμον τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον καὶ τὰ θεῖα τοῦ Χριστιανισμοῦ νάματα. Ἡ γλῶσσα λοιπὸν αὕτη, δεόντως σὺν τῷ χρόνῳ καθαρθεῖσα καὶ ὁσημέραι μᾶλλον καθαιρομένη, προσφυῶς ὠνομάσθη καθαρεύουσα. Κατέστη ἡ καθαρεύουσα τὸ σύμβολον τῆς ἑνότητος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ τὸ πληρέστερον ὄργανον τοῦ ἠθικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ βίου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον καλεῖται νὰ προπαρασκευάσῃ τὸν πολίτην μὲ ὅλα τὰ ἀτομικὰ καὶ κοινωνικὰ ἐφόδια, ὥστε καὶ ἑαυτὸν νὰ δύναται νὰ κυβερνᾷ καὶ τῆς διακυβερνήσεως τῶν κοινῶν νὰ μετέχῃ μετὰ λόγου. Ἡ διδασκαλία λοιπὸν τοῦ γλωσσικοῦ μαθήματος ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ, τοῦτο κυριώτατα προτίθεται: νὰ καταστήσῃ κτῆμα τῶν μαθητῶν τὴν γλῶσσαν τῶν μεμορφωμένων τάξεων τοῦ ἔθνους αὐτῶν. Ἡ γλῶσσα αὕτη, φυσικὸν εἶνε νὰ διαφέρῃ ἀπὸ τῆς κοινότερον ὁμιλουμένης ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ, τῆς χρησιμευούσης πρὸς προφορικὴν ἔκφρασιν νοημάτων κοινῶν καὶ ἁπλουστάτων, ἀτελεστέρας δὲ ἐντεῦθεν ὅπως ἐκφράσῃ τὰ σπουδαιότερα διανοήματα τῶν πεπαιδευμένων τάξεων. Ἡ γλῶσσα αὕτη, ἡ καθαρεύουσα, ἐκτήσατο διὰ τῶν αἰώνων σταθερὸν γραμματικὸν καὶ συντακτικὸν μηχανισμόν, πλουσιωτάτη δὲ οὖσα, ἀποτελεῖ τὴν ζωντανὴν τοῦ ἔθνους γλῶσσαν, ἀρρήκτως μετὰ τοῦ νεωτέρου κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου συνδεδεμένη. Διὰ τῆς καθαρευούσης ἐκδηλοῦται οὕτως ἅπασα ἡ διανοητική, κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους ἡμῶν ζωή. Τὴν γλῶσσαν λοιπὸν ταύτην, τῶν πεπαιδευμένων, οὐχὶ τῶν ἀπαιδεύτων, πρέπει μεθοδικῶς νὰ διδάσκηται ὁ Ἑλληνόπαις ἐν τῷ σχολείῳ, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ὕψιστος εἶνε ἡ ἀνύψωσις τοῦ μαθητοῦ ἐκ τῆς δημώδους γλώσσης εἰς τὴν καθαρεύουσαν, ἄνευ ἁλμάτων, βαθμιαίως, μεθοδικῶς. Ἀλλὰ ποία τάχα γλῶσσα διδάσκεται σήμερον εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα; Ἀπὸ ἐτῶν φανατικὴ καταβάλλεται προσπάθεια νὰ στερεοποιηθῶσιν ἐν τῇ συνειδήσει τῶν μαθητῶν, ὅλαι ἐκεῖναι αἱ γλωσσικαὶ ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας ὁ παῖς, ὁ τὸ πρῶτον φοιτῶν εἰς τὸ σχολεῖον, κομίζει μεθ’ ἑαυτοῦ ἐκ τοῦ οἴκου. Ἀδόκιμοι τύποι, ξενικαὶ λέξεις, ἰδιωτισμοὶ παράδοξοι, ἐπιμελῶς συλλέγονται καὶ ἐπιμελέστερον διδάσκονται, οὕτως ὥστε ὁ μαθητὴς καθηλοῦται εἰς ἣν ἐκτήσατο πρὸ τοῦ σχολείου ἀτελεστάτην γλῶσσαν, στερουμένην πάσης γλωσσικῆς ἐξελίξεως. Περισυλλέγεται καὶ χρησιμοποιεῖται πᾶν ὅ,τι ξενικὸν καὶ βάρβαρον, ἐνῷ οὐδεὶς ποτὲ λαὸς ἔστερξε τὰς ξενικὰς λέξεις, ἄνευ ἀνάγκης, διὰ νὰ λησμονηθῶσιν αἱ γνήσιαι ἑλληνικαὶ λέξεις καὶ ἀλλοιωθῇ ἡ μορφὴ τῆς νέας ἑλληνικῆς· ἀλλὰ καὶ πέραν τῶν ξενικῶν, εἰσήχθη πλῆθος ἰδιωματικῶν λέξεων καὶ φράσεων, ἀγνώστων κατὰ τὸ πλεῖστον παρὰ τῷ ἑλληνικῷ λαῷ. Διαβάλλοντες τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν, πειρῶνται, οἱ λεγόμενοι μαλλιαροί, νὰ ἐμποιήσωσι, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς μαθητάς, ἀποστροφήν, χαρακτηρίζοντες τοὺς ὀρθοὺς τύπους καὶ τὰς καλὰς ἐκφράσεις ὡς διδασκαλισμοὺς καὶ ἑλληνικοῦρες. Ὑβρίζουσι τὴν καθαρεύουσαν ὡς περιττὴν καὶ βλαβερὴν (Μ. Τριανταφυλλίδου ὁ Δημοτικισμὸς σ. 33). Καὶ ἔχει μεγάλον δίκαιον ὁ λαὸς ἡμῶν νὰ βδελύσσηται τοιοῦτον ἰδίωμα, οὐδὲ στέργει νὰ ἀκούῃ λέξεις καὶ τύπους ἀσυνήθεις καὶ ἀγνώστους, οὔτέ που λεγομένους οὔτε πρὸς τὸ παραδεδομένον γλωσσικὸν συναίσθημα συμβιβαζομένους. Προφανῶς ἡ λεγομένη δημοτικὴ δὲν εἶνε γλῶσσα τῶν δημοτῶν, ἀλλ’ αὐθαίρετον κατασκεύασμα! Διὰ τοῦ κινήματος τῆς Θ)νίκης ἐπεβλήθη ἡ μαλλιαρὴ γλῶσσα εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον· χαρακτηριστικὴ δὲ εἶνε ἡ ὁμολογία αὐτῶν τούτων τῶν εἰσηγητῶν (Ἀναγινώσκει): «Εἶνε βέβαια κρῖμα ποὺ καθιερώθηκε ἡ νέα σχολικὴ γλῶσσα στὰ 1917 ἀπὸ κυβέρνηση ἐπαναστατική, ποὺ γέννησε σὲ δύσκολους καιροὺς τόσα μίση καὶ θὰ ἔκαμε καὶ λάθη, ἀπὸ τὸ ἄλλο ὅμως μέρος, πρέπει νὰ συλλογιστοῦμε ὅτι, ἂν ἡ καθιέρωσις δὲν εἶχε γίνει τότε, δὲ θὰ τολμοῦσε κανεὶς νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ στὰ χρόνια μας». Πρώτη κατὰ τῆς καθαρευούσης ἀπόπειρα ἔγινε διὰ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου τῷ 1901. Κατόπιν δὲ τῶν τότε αἱματηρῶν Εὐαγγελικῶν, ἐψηφίσθη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, πρωτοστατήσαντος τοῦ ἀειμνήστου Ν. Δημητρακοπούλου, τὸ ἄρθρον 107, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσθη ὡς ἐπίσημος γλῶσσα ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσονται τὰ κείμενα τῆς νομοθεσίας. Τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν κύρωσιν ἐπεδίωξα, πλὴν ματαίως, κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ματαίως, διότι οἱ μαλλιαροὶ εἶχον εἰσχωρήσει ἤδη εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ ἤρχισαν ὑπονομεύοντες τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν. Ἐνδιαφέρει βεβαίως τὴν Βουλὴν νὰ μάθῃ τὸ εἶδος τοῦ τεχνητοῦ αὐτοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος, ὅπερ ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλου τοῦ δημοτικοῦ σχολείου διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἄς ἀρχίσωμεν τὸ ἄχαρι, πλὴν διαφωτιστικώτατον, αὐτὸ ἔργον. 1. Ἀλεξάνδρας Παπαμόσκου «ὁ μηχανισμὸς τοῦ ἀνθρώπου». —Ὁ ἄνθρωπος ἔχει πνοὴ καὶ ξεπνοή, ἔχει πέντε αἴστησες, ἀγγιγμό, γνέψη, μυρουδιά, ἀκουὴ καὶ βλεψιά. Ὁ εἰσοφάγος λέγεται «καταπιόνας», ἡ δὲ σπονδυλικὴ στήλη «ραχόσκοινο» (Γέλωτες). 2. Γραμματικὴ τοῦ Φιλλήντα, διὰ τῆς ὁποίας, λέγει, θὰ σωθῇ «τὸ μελλούμενο τῆς Ρωμηοσύνης» ὅ ἐστὶν μεθηρμηνευόμενον, τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τὰ φωνήεντα καὶ τὰ σύμφωνα ὀνομάζονται «φθόγγοι ἄτριφτοι καὶ τριβάμενοι! ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ «φθόγγοι μισότριβοι». Τὰ «τριβάμενα» διαιροῦνται εἰς «μπροστινά, μεσιανά, πισινά», τὰ ἠχηρὰ σύμφωνα λέγονται «ψουψουριστὰ τριβάμενα», ἡ ἀπώλεια τοῦ τόνου μιᾶς λέξεως: «χασυτονιὰ» ἡ δὲ δεχομένη τὸν τόνον αὐτὸν προηγουμένη λέξις: τονοτραβήχτρα». (Γέλωτες παρατεταμένοι). 3. Γραμματικὴ τοῦ Ρυτάκη «τὰ ψηφιὰ τῆς γλώσσας μας ποὺ παρασταίνουν ὅλες τὲς στοιχειακὲς φωνὲς εἶναι 25. Ψηφίο λέγεται ἐκεῖνο τὸ σημάδι ποὺ παρασταίνει μία στοιχειακὴ φωνὴ ποὺ λέγεται ἦχος». Καὶ προχωρεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς γλῶσσαν ἀληθῶς πρωτάκουστον καὶ ἐν πλείστοις ἀκατάληπτον. Τὸ φωνήεντο, τοῦ φωνηέντου, τὸ πνεῦμα τοῦ πνευμάτου, τοῦ αἱμάτου, τοῦ γαλάτου, τοῦ κρεάτου, κλπ. Καὶ περὶ τοῦ κανόνος τῆς ἐκθλίψεως: Ὅταν μία λέξι τελειώνει σὲ φωνήεντο καὶ ἡ κατοπινή της ἀρχίζει ἀπὸ φωνήεντο, ἡ δυνατὴ φωνὴ καταπίνει τὴν ἀδύνατη καὶ στὸν τόπο της μπαίνει τὸ ψηλὸ σημάδι, τὸ ἀπόβγαλμα! Οὕτως ἔπλασαν καὶ κλίσεις, τὰς ὁποίας, μετὰ περισσῆς μωρίας, χαρακτηρίζουσιν ὡς κανονικὰ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης στοιχεῖα· ἵνα δὲ συμπληρώσωσι τὴν ἀπαισίαν αὐτὴν τεχνητὴν γραμματικήν των, διαστρεβλοῦσι τῆς καθαρευούσης τοὺς τύπους, καθιστῶντες τούτους ἀγνωρίστους, ἀποκόπτουσιν ἀρχικὰς συλλαβάς, προσθέσεις μεταβάλλοντες δὲ φθόγγους καὶ τονισμούς. Ι. Α. Πάλλη (τοῦ μεταφραστοῦ τῆς Ἰλιάδος καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, καταργήσαντος πλὴν τῶν ἄλλων καὶ τοὺς τόνους) «Μπρουσσὸς» σ. 27. «Οταν μετα το παρσιμο και τα πλουσια λαφυρα της Τριπολιτσας εφτασαν στην Πατρα να βοηθησουν οι Κολοκοτρωναιοι ο Πατρων Γερμανος, μεγαλος ραδιουργος της εποχης και ο Αντρεας Ζαιμης τους αναγκασανε να παν πισω. Κατι Μωραιτες και αφτοι με μυτη ακονισμενη, μυριστηκαν τον καθαφτο σκοπο τους να ξαναχαρουν πλουτη και χαρεμια αγαδικα. Των χαρεμιων ο πυρετος σε κεινη την εποχη ειχε καταντησει σωστη επιδημια τοσο που και δεσποταδες κολλησαν. Του κληρου οπως τωρα πρωτιστο χαρακτηριστικο ειταν και τοτες η ιδιοτελεια. Το πως η εκκλησια εσωσεν το εθνος ειναι παραμυθι· αναποδα βρισκεται η ιστορικη αληθεια. Η εκκλησια σταθηκε οχι μητερα αλλα λαμια μητρυια.» Καὶ ἐν σελ. 28: Μυλωνας για τον Κολοκοτρωνη ας προσθεσω πως συχνα με διασκεδαζει οταν περνω το αγαλμα του το στημενο παραπλευρα της Βουλης. Πρωτα πρωτα δεν εννοω καν γιατι του στηθηκε αγαλμα. Τιποτα ωφελιμο δεν εκαμε.» Σ. Γ. Σκληρός, (Α. Κωνσταντινίδης, κομμουνιστής, πρῶτος ἱδρυτὴς τοῦ κατὰ τὸ 1905 ἱδρυθέντος μαλλιαροκομμουνιστικοῦ κόμματος). «Τὸ κοινωνικό μας ζήτημα» ἔκδοσις δεύτερη τοῦ σοσιαλιστικοῦ κέντρου Ἀθηνῶν 1922 σελ. 60: «Τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ κτυπήσουν τὴν διαφθορὰν καὶ σαπήλαν τῆς ἀστικῆς μας τάξεως εἶναι οἱ δημοτικισταί· αὐτοὶ θὰ λύσουν τὸ γλωσσικὸν ζήτημα ὅταν κλονίσουν τὸ ὅλον κοινωνικὸν σύστημα διότι τὸ γλωσσικὸν ζήτημα δὲν εἶναι τόσης ἀκαδημαϊκῆς φύσεως ὅσον κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς φύσεως συνδεδεμένον μὲ ὁλόκληρον ἱστορικοκοινωνικὸν σύστημα». 6. Γ. Σκληρὸς «τὰ σύγχρονα προβλήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ» Ἀλεξάνδρεια 1919 σ. 14. «Στὶς παροικίες αὐτές, ὡς γνωστόν, ἀπὸ ἁπλοὺς ἐμπόρους ἀστοὺς συστήθηκε ἡ «Φιλικὴ Ἑταιρεία» τοῦ 1814 ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὶς τότε ἀστικὲς ἐπαναστατικὲς ἑταιρεῖες τῆς Εὐρώπης. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1821 ἦταν ἐπανάσταση ἀστική. Ἡ πίστις καὶ ἡ θρησκεία εἶναι ἰδεώδη φεουδαρχικὰ ἀριστοκρατικά· πατρὶς καὶ ἔθνος εἶναι ἀστικὰ ἰδανικά».....
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, διδάσκονται αὐτὰ εἰς τὰ σχολεῖα;
§70Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Τώρα θὰ φθάσω καὶ ἐκεῖ. Λοιπὸν ἔχομεν τὸν Σκληρὸν τὸν μακαρίτην· ἀλλ’ ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται (ἀναγινώσκει) «μαζὺ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἐπεκράτησαν...
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἀμφισβητεῖτε αὐτὸ ποὺ λέγει;
§72Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὁ ψευδοδημοτικισμὸς εἶνε κομμουνισμός. Δὲν διαφωνῶ. Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων τοῦ Σκληροῦ τὰ «σύγχρονα προβλήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλεξάνδρεια σελὶς 14». (Ἀναγινώσκει): ...........
§73Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατὶ δὲν διαβάζετε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔγραψεν ὁ ἀδελφός μου πρὸς τὸν Σκληρόν;
§74Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Δυστυχῶς δὲν τὴν ἔχω· θέλω νὰ ἀποδείξω ὅτι ὁ ψευδο–δημοτικισμὸς εἶνε τοῦ κομμουνισμοῦ σύμμαχος.
§75Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Καὶ ὁ Δραγούμης εἶναι δημοτικιστής.
§76Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Δῆμος Τανάλιας, καθηγητὴς τῆς Ἀκαδημίας....
§77Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἐὰν αὐτὰ τὰ λέγει εἰς τὴν καθαρεύουσαν, ἕπεται, ὅτι δὲν εἶνε δημοτικιστής.
§78Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ (Ἐξακολουθεῖ). 1. Δῆμος Τανάλιας (καθηγητὴς τῆς ἄλλοτε Παιδαγωγικῆς Ἀκαδημίας Κ. Βάρναλης) «Ὁ Λαὸς τῶν Μουνούχων» σ. 12 ἑπ. «Μετὰ οἱ πατεράδες μουνούχησαν τὰ παιδιά τους καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ὅλος ὁ λαὸς τῶν ἀθανάτων (Ἑλλήνων) ἔγινε λαὸς μουνούχων... Οἱ Μουνοῦχοι θυμηθήκανε πὼς εἴχανε προγόνους ἀθανάτους.» 8. Δῆμος Τανάλιας «Τὸ φῶς ποὺ καίει» σ. 65: Εἶμαι ἡ ἱερὴ Πατρίδα, πόρνη ποὺ διδάχνω τὸ μῖσος, τὴν κλοπή, τὸ φόνο σείωντας ἕνα πανὶ χρωματισμένο (σημαία) μπροστὰ στὰ μάτια ποὺ τυφλώνονται μὲ χίλιους τρόπους». Σελ. 66: «Εἶμαι ἡ Θρησκεία ποὺ εὐλογάει τοὺς χριστούς, τοὺς ἐπισήμους φονιάδες, ποὺ καταριέται τὰ θύματά της, εἶμαι ἡ Θρησκεία ποὺ φανερώνω τὴ θέληση τῶν οὐρανῶν στὰ πλήθη ποὺ δὲν ἔχουν θέληση, γιατὶ δὲν ἔχουν γνώση.» Ι. Κορδᾶτος. «Ἡ κοινωνικὴ σημασία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως» σ. 30 ἑπ.: «Ἡ ἐθνικὴ ἐξέγερσις τοῦ 21 εἶνε ἀποκλειστικῶς ἔργον τῆς ἀστικῆς τάξεως. Ὁ λαὸς ἐξεβιάσθη νὰ συντρέξῃ καὶ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν ἐπανάστασιν ὑπὸ τῶν ἐμπόρων ἐφοπλιστῶν καὶ φεουδαρχῶν. Οἱ Δεσποτάδες τῆς Πελοποννήσου, οἱ ὁποῖοι ὕψωσαν τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως, παρεσύρθησαν δι’ οὓς λόγους παρεσύρθησαν καὶ οἱ κοτσαμπάσηδες. Ὁ Πατριάρχης ὁ Εʹ ἦτο καλόγηρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠννόει νὰ διαταραχθῇ ἡ ἡσυχία καὶ πρὸ παντὸς ἡ θέσις του· οὗτος δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν ἑλληνοπρέπειαν, ποῦ τοῦ ἀποδίδουν οἱ ἱστορικοί· ὁ δὲ θάνατος αὐτοῦ εἶναι μία πολιτικὴ δολοφονία ἀπὸ τὰς συνήθεις τρομοκρατικὰς πράξεις, εἰς ἐποχὰς ἐπαναστατικοῦ ἀναβρασμοῦ ἐκ μέρους τῆς κρατούσης τάξεως καὶ ἐξουσίας.» 10. Μῆτρος Γληνὸς (πρόεδρος τοῦ καταχθονίου Ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου, εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς του): «Σᾶς δηλῶ λοιπόν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω θρησκείαν, πατρίδα, οἰκογένειαν. Δι’ ἐμὲ ὁ Τοῦρκος, ὁ Βούλγαρος, ὁ Σέρβος εἶναι ἀδελφοί. Ἀντιπροτείνω λοιπὸν ὅπως τὰ σάπια ἰδανικά, θρησκεία, πατρίς, οἰκογένεια ἀντικατασταθοῦν μὲ τὰς τρεῖς λέξεις Ἄνθρωπος, γῆ, Ἐπιστήμη καὶ καλῶ τοὺς ἀσπαζομένους τὸ πρόγραμμά μου τοῦτο ὅπως ἄρωσι τὸν σταυρὸν καὶ μὲ ἀκολουθήσωσι. Ἄν τὸ πρόγραμμά μου τοῦτο δὲν γίνῃ ἀποδεκτόν, δηλῶ ὅτι θὰ ἀποχωρήσω τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου...» Ἐπίσης ὁ Μῆτρος Γληνός. Ἀκούσατε πάλιν: «σᾶς δηλῶ, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω οὔτε πατρίδα, οὔτε θρησκεία· δι’ ἐμὲ ὁ Σέρβος, Βούλγαρος καὶ Τοῦρκος εἶνε ἀδελφός.»
§79Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἰδέαι περὶ κομμουνισμοῦ κύριε συνάδελφε, γράφονται τόσον εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, ὅσον καὶ εἰς τὴν καθαρεύουσαν.
§80Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὄχι. Γράφονται μόνον εἰς τὴν ψευδοδημοτικήν.
§81Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Μαξίμου· κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει ὡρισμένη γλῶσσα· ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς καταχρήσεως. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς Δημοτικῆς γλώσσης, ζήτημα πολὺ σοβαρὸν, μὴ λυόμενον εὐχερῶς, μὴ ἀναγινώσκετε μόνον αὐτά, ἀλλὰ ἀναγνώσατε καὶ μερικὰ δημοτικὰ τραγούδια. Ἀνατρεπτικαὶ ἢ πατριωτικαὶ ἰδέαι ἐγράφησαν καὶ εἰς τὴν καθαρεύουσαν καὶ εἰς τὴν δημοτικήν. Διὰ νὰ μᾶς καταστήσητε ὅμως σαφεστέραν τὴν ἐντύπωσιν περὶ τῆς δημοτικῆς γλώσσης, θὰ ἦτο ὀρθὸν ν’ ἀνέλθητε εἰς κάποιαν παλαιοτέραν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγράφησαν τὰ πρῶτα δημοτικὰ τραγούδια, καὶ τὰ τραγούδια τῆς Ἠπείρου, τοῦ ἀκριτικοῦ κύκλου, καὶ νὰ ἐνθυμηθῆτε τὰ τραγούδια τοῦ Φερραίου, καὶ τ’ ἀργότερα, τὰ ὁποῖα ὅλα, γλυκόλαλα, συνδέονται ἀδιασπάστως μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀναγέννησιν τῆς Πατρίδος. Τότε θὰ αἰσθανθῆτε τὴν ἐπιβολὴν τῆς δημοτικῆς γλώσσης, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν συγκεντρώνεται εἰς τὰ παρ’ ἡμῶν κατ’ ἐκλογὴν ἀναγινωσκόμενα, διότι οἱ λογιοτατισμοὶ δὲν ἔλειψαν οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν· ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν Θρησκείαν, μὲ τὴν Πατρίδα, καὶ μὲ τὴν Ἀγάπην (Χειροκροτήματα).
§82Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ (Ἀναγινώσκει). 11. Α. Δελμοῦζος (συναρχηγὸς τοῦ Γληνοῦ ἐν τῷ Ἐκπαιδευτικῷ Ὁμίλῳ) βλ. περὶ τούτου «Πρακτικὰ δίκης Ναυπλίου ἔκδοσις Βασιλείου 1915» σ. 202: «Ὁ Δελμοῦζος ἐκάθητο κατὰ τὴν Μεγάλην Παρασκευὴν ἔν τινι καφενείῳ καὶ εἶπε δημοσίᾳ: Τὸν ἀγύρτην τὸν Ἰησοῦν, νὰ καταφέρῃ τόσα, ὥστε νὰ προσκυνᾶμε τὰ πάθη του ὡς πρόβατα.... Ἐγίνετο κυριολεκτικῶς μαλλιοτράβηγμα μαθητριῶν καὶ διδασκάλου Δελμούζου, κατὰ τὸν διεξαγόμενον χιονοπόλεμον, εἰς ὃ μαλλιοτράβηγμα ὁ Δελμοῦζος ἔφθασε καὶ μέχρις ἀγκαλιασμάτων τῶν μαθητριῶν. Τὰς ἐστρίμωχνεν εἰς τὸν τοῖχον καὶ τὰς ἔτριβε στὰ μοῦτρα μὲ χιόνι, ἀλλὰ καὶ πολλάκις τὰς ἥρπαζεν ἀπὸ τὸ στῆθος, κατὰ τρόπον σκανδαλωδέστατον». Ὁ μάρτυς Μ. Μπουφίδης καταθέτει σ. 36 ἑπ. «Ἕνεκεν τῶν ὀργίων, ἅτινα ἐλυμαίνοντο τό παρθεναγωγεῖον τοῦ Βόλου, μίαν ἡμέραν εἰς τὸν Βόλον ἡ ἐξεγερθεῖσα ἀγανάκτησις τῶν κατοίκων, ἔκλεισε βίᾳ καὶ κοινῇ βοῇ τὸ σχολεῖον αὐτό, καὶ ἐκινδύνευσε μάλιστα ὁ ἱδρυτὴς τῆς σχολῆς Δελμοῦζος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐχρειάσθη ἰσχυρὰ δύναμις τῆς ἀρχῆς νὰ τὸν προστατεύσῃ, καὶ ἔκτοτε κατελύθη τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο». Συμπέρασμα ἐξ ὅλων τούτων: Ὁ μαλλιαρισμὸς συνεμάχησε μετὰ τοῦ κομμουνισμοῦ πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος. Πρὸς τοῦτο σατανικώτατα ἤρχισαν οἱ μητραλοῖαι τὴν ὑπονόμευσιν τῶν ὑπάτων τῆς Ἑλλάδος στύλων καὶ ἀγαθῶν, τῆς Πατρίδος, τῆς θρησκείας, τῆς οἰκογενείας, τῆς γλώσσης. Τὴν οἰκτρὰν δὲ ταύτην γλῶσσαν, μὲ ὅλας της τὰς καταχθονίους ἐννοίας εἰσήγαγεν εἰς τὸ σχολεῖον. Οὕτω λοιπόν: 1. Ν. Κοντοπούλου «Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα» διὰ τὴν I τάξιν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔκδοσις II 1925 σελ. 5: «Ἐκείνη τὴ νύχτα μιὰ γυναῖκα συντροφιασμένη ἀπὸ τὸν τέχτονα, τὸν ἄντρα της, στάθηκε μισοστρατὶς σὲ μιὰ σπηλιὰ καὶ γέννησε ἕνα παιδί. Κάτω ἀπὸ τὸ γαλάζιο φόρεμα καὶ τὸ κόκκινο στηθοπάνι τὸ κορμὶ φάνταζε λυγερό, ἄξιο γιὰ νὰ θρονιάσῃ μιὰ πάναγνη ψυχή. Γέννησε τὸ παιδί, τὸ βύζαξε, τὸ τύλιξε μὲ τὸ σάλι της καὶ τ’ ἀπίθωσε στὴ φάτνη. Σὲ λίγο ὁ ἀνασασμὸς ἔβγαινεν ἀπὸ τὸ στηθάκι του ἥσυχος σὰν ἀνασασμὸς βαλσαμόδενδρου. Ὁ Ἰωσὴφ μόλις εἶδε κοιμισμένο τὸ παιδί, κατέβηκε στὸ χωριὸ νὰ φροντίσῃ γιὰ τὴ λεχώνα. Ἡ Παναγιὰ εἶδε τὸν ψηλό, λυγερὸ μὲ τὸ ῥοδοζύμωτο πρόσωπο Ἰησοῦ Χριστό, τριαντάχρονο λεβεντονιό. Κρατεῖ τὸ καλαμένιο σκῆπτρο καὶ ἀνεβαίνει στὸ μαρτύριο. Γυναῖκα, νά ὁ γυιός σου· νὰ φύγουμε, λέει ὁ Ἰωσὴφ τρέμοντας στὴ γυναῖκά του... Δὲ μοῦ λές, εἶπε στὸν ἀδερφό μου τὸ μικρότερο, τί ὅραμα εἶδεν ἡ Παναγία τὴ νύχτα ποὺ γέννησε τὸν Κ. Η. Ἰησοῦν Χριστό; Κόκκαλο ἐκεῖνος... Δὲν μοῦ λές, βλάμη, εἶδεν ἡ Παναγία στ’ ὄνειρό της καὶ τὸν πατριώτη σου τὸν Βαρραβᾶ;» Ἰδοὺ μετὰ ποίας βαναύσου ἀσεβείας διδάσκεται εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας ἡ Γέννησις τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 2. Ν. Κοντοπούλου αὐτ. σ. 63 ἑπ.: «Στὶς 12 ὅμως Αὐγούστου ὁ Τζεμὰλ ἄρχισε νὰ μαζεύῃ τὰ πιὸ ὤμορφα κορίτσια γιὰ τὸ χαρέμι του. Ἐπῆγαν 18 κορίτσια στὸν Τζεμάλ, ἀλλὰ αὐτὸς τὰ ἔδιωχνε ὅλα, διότι ἤθελε τὴν ὤμορφη τὴ Σοφία ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μ’ ἕνα Χριστιανό. Τὴ Σοφία τὴν ἔφεραν στὸν Τζεμὰλ οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς της. Ἐγονάτισαν μπροστὰ του οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς της καὶ ὁ Τζεμὰλ εἶπε στὴ κόρη. Γιατὶ τόσον καιρὸ ποὺ σὲ ζητούσαμε δὲν ἦλθες; Καὶ οἱ γονεῖς ἀπήντησαν: Μᾶς συγχωρεῖτε ποὺ σᾶς τὴν ἐφέραμε ἔτσι ἀργά, ἀλλὰ δὲν ξέρει τὸ κορίτσι, εἶναι πολὺ μικρὸ καὶ σᾶς τὴν ἐφέραμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ Γονεῖς της». Ἐπίσημος διδασκαλία τῆς πορνείας. Θέλετε νὰ προχωρήσω; Μέσῳ φρασεολογίας χασισοποτῶν καὶ ἀλητῶν, διδάσκονται περαιτέρω ἡ μοιχεία καὶ πᾶσα ἀνηθικότης, ὁ ἐλεύθερος ἔρως καὶ ἡ οἰνοποσία. Τὸ ἐξαμβλωματικὸν αὐτὸ ἔργον βρίθει ἀλβανοτουρκικῶν λέξεων καὶ φράσεων! 3. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς ἓν ἀναγνωστικὸν τῆς τρίτης τάξεως, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησέ τις εὐφήμως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐννοῶ τὰ «ψηλὰ βουνὰ» ἔκδ. 1 1918 (συντακτικὴ ἐπιτροπή: Δ. Ἀνδρεάδης, Α. Δελμοῦζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μιχ. Τριανταφυλλίδης). Τοῦ βιβλίου τούτου ἡ χυδαιότης εἶναι ἀνωτέρα πάσης περιγραφῆς, καθίσταται δὲ ἐμφανὴς καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν, τὰς εἰκόνας, τὰ πρόσωπα καὶ τὰς ἃς περιγράφει σκηνάς. Ἀντιθέτως, λοιπόν, πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῆς Παιδαγωγικῆς, ὅτι τὸ ἀναγνωστικὸν βιβλίον ὀφείλει νὰ καθιστᾷ εἰς τοὺς παῖδας γνωστὸν πᾶν ὅ,τι εὐγενὲς κέκτηται τὸ ἔθνος αὐτῶν, τὸ βιβλίον εἶναι γεγραμμένον εἰς τὴν χυδαιοτάτην μορφὴν τῆς μαλλιαρῆς· γέμει δὲ ξενισμῶν, ἰδιωματικῶν καὶ ἐκφράσεων μόνον ἐν περιωρισμένῃ περιοχῇ συνειθιζομένων καὶ γνωστῶν, τύπων ἀσυνήθων καὶ ἐκπεσόντων ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου ἢ μηδέποτε ὁμιληθέντων, λέξεων τῆς καθαρευούσης, αἵτινες κατὰ ποικίλους τρόπους στρεβλωθεῖσαι, κατήντησαν ἀγνώριστοι. Οὕτως ἑκάστην τοῦ βιβλίου σελίδα πληροῦσι λέξεις καὶ φράσεις, οἷαι αἱ ἑπόμεναι: οἱ κότες κούρνιαζαν, τὰ γίδια στέρφεψαν, τὸ ὄρνιο φτεροζυγιάστηκε, τὸ κυπρὶ τοῦ μουλαριοῦ, γενιά, ἀγγάνια, λακοῦβα, τοῦτα, τοῦφα, χνότο, γκέμι, κεσέμι, βέργα, τζάκι, μαῦροι κάδοι, φέρμελες, χράμι, ἀλαφίνα, τσέλιγκας, ρουφιξιές, μπρούμυτα, δαγκωματιές, σβέρκος, κουδούνια, ἀφουγκραστεῖ κ.τ.λ. Τῆς αὐτῆς δὲ χυδαίας λέξεως χρησιμοποιοῦνται πλειστάκις πλείονες τοῦ ἑνὸς τύποι. Οὕτω τῆς λέξεως, σχολεῖον ἀναφέρονται τρεῖς τύποι, σχολεῖο, σχολειό, σκολειό, καὶ μόνος ὁ ὀρθὸς παραλείπεται. Κρίνατε γλῶσσαν καὶ ἔννοιαν ἀπὸ μερικὰ ἀποσπάσματα, σελ. 37: «Ὁ μπαλωματὴς μὲ ἕνα παποῦτσι στὰ γόνατά του ἔδινε γροθιὲς στὸν ἀέρα....... Μερικοὶ τὸν πλησίασαν, ἔβγαλαν τὰ παπούτσια τους καὶ ζήτησαν νὰ τοὺς βάλῃ καρφιά. Μπάρμπα, εἶπαν, νὰ μᾶς πεταλώσης». σ. 124: «Ξαδέρφια, ἔρχομαι ἀπὸ ξένον τόπον· εἶμαι πεινασμένος καὶ δὲ θὰ φύγω. Αὐτὰ θὰ ἔλεγεν ὁ λύκος στοὺς ξαδέρφους του τοὺς σκύλους, ἂν ἤξερε πῶς ἔπερναν ἀπὸ λόγια». Τὰ πρόσωπα τοῦ βιβλίου ἀνήκουσιν σχεδὸν ἅπαντα εἰς τὰς κατωτάτας τάξεις τῆς κοινωνίας. Ὁ γανωματῆς, δύο μπαλωματῆδες, ὁ Ζαβοπαναγῆς, ἡ γριὰ Χάρμαινα, ὁ Μπάρμπα Κώστας, ὁ Κορφολόγος, ὁ μεθυσμένος Μυλωνᾶς, ὁ καστανᾶς, ὁ Θύμιος ὁ κουδουνᾶς ἀπὸ τὰ Σάλωνα. Εἶναι τὰ πρόσωπα ἱκανὰ ὅπως φρονηματίσωσι τοὺς παῖδας; Καὶ αἱ σκηναὶ τοῦ βιβλίου, κατώτεραι καὶ αὐτῶν τῶν ἀγοραίων, ἀναφερόμεναι τὸ πλεῖστον εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον καὶ τὰς συνηθείας τῶν χωρικῶν, ποιμένων καὶ ἄλλων προσώπων, ὧν τὰ πλεῖστα εἶναι οὐ μόνον τάξεως ἀλλὰ καὶ ὑποστάσεως ταπεινῆς. Περὶ πατρίδος οὐδεὶς λόγος. Οἱ περίφημοι συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου περιγράφουσιν μαθητὰς ἄνευ πατρίδος καὶ προφανῶς σκοποῦσι νὰ διαπλάσουσιν δι’ αὐτοῦ μαθητὰς ἀπάτριδας. Τῆς Θρησκείας τὸ ὄνομα εἶναι ἀπολύτως ἀποκεκλεισμένον ἀπὸ τοῦ βιβλίου. Καὶ ἡ θρησκεία ἔχει καταργηθῇ ἐν τῇ παραδόξῳ κοινότητι τῶν παίδων, ἣν οἱ συγγραφεῖς προσφέρουσιν ὡς μαθητικὸν ἀνάγνωσμα. Ἐπισκέπτονται οἱ παῖδες τὰ ἐν τῷ δάσει χωρία, εἰσέρχονται «εἰς τὰ μαγαζιὰ καὶ τὶς ταβέρνες» ἐν οἷς κουτσόπιναν οἱ χωρικοί». Εἰσδύουσι μέχρι τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ μπαλωματῆ καὶ συνάπτουσι μετ’ αὐτοῦ διαλόγους καὶ ἀστεΐζωνται μετ’ αὐτοῦ κατὰ τρόπον ἀπρεπέστατον καὶ μόνον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ χωρίου δὲν σκέπτονται νὰ ἐπισκεφθῶσιν. Συναντῶσι τὰς διαφόρους τοῦ χωρίου προσωπικότητας, καὶ μόνον περὶ τοῦ ἱερέως τοῦ χωρίου δὲν γίνεται λόγος. Ἀκόμη, περιγράφοντες, πῶς οἱ παῖδες διέρχονται τὴν Κυριακὴν ἐν τῷ δάσει, θεωροῦσι περιττὸν νὰ παραστήσωσιν αὐτοὺς μεταβαίνοντας εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ χωρίου ἢ τουλάχιστον ᾄδοντας ᾆσμά τι πρὸς τὸν Θεόν. Ἀλλ’ οὐδὲ ἡ οἰκογένεια ἀναφέρεταί που. Παραθέτομεν καὶ ἓν ποιημάτιον τοῦ βιβλίου, ἐν ᾧ ὁ ἀναγνώστης δύναται νὰ θαυμάσῃ γλῶσσαν, ἰδέας ὑψηλάς, ἔμπνευσιν, ῥυθμόν, ἁρμονίαν: Τὸ Τσιριτρό. Σὲ μιὰ ῥόγα ἀπὸ σταφύλι ἔπεσαν ὀχτὼ σπουργῖτες καὶ τρωγόπιναν οἱ φίλοι τσίρι–τίρι–τσίρι–τρὸ τσιρι τρὶ τσιριτρό. Ἐχτυπούσανε τὶς μύτες καὶ κουνοῦσαν τὶς οὐρὲς καὶ εἶχαν γέλια καὶ χαρὲς τσίρι–τίρι τσίρι–τρὸ τσιρι τρὶ τσιριτρό. Πώπω πώπω σὲ μία ῥόγα φαγοπότι καὶ φωνή, τὴν ἀφῆκαν ἀδειανή... τσίρι–τίρι τσίρι–τρὸ τσιρι τρὶ τσιριτρό. Καὶ μεθύσαν κι’ ὅλη μέρα πᾶνε δῶθε πᾶνε πέρα τραγουδῶντας τὸν ἀέρα τσίρι–τίρι τσίρι–τρὸ τσίρι τρὶ τσίρι–τρό. Κατεχράσθην τῆς μακροθυμίας σας καὶ σταματῶ τὴν ἀνάγνωσιν, ἵνα μὴ ἐντείνω μέχρις ἀπροχωρήτου τὴν καταλαβοῦσαν ὑμᾶς ἀηδίαν. Κατὰ τῆς οἰκτρᾶς ταύτης, λοιπόν, γλώσσης, κατὰ τῆς τοιαύτης ἐκπαιδευτικῆς ἀναρχίας, δεδικαιολογημένως ἐξεστράτευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ πρὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπέβαλε τὸ περὶ ἀναγνωστικῶν βιβλίων νομοσχέδιον. Δὲν ἔσχε μὲν τὸ θάρρος νὰ προτείνῃ τὸν τέλειον καθαρμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἀπὸ τῆς μαλλιαροσύνης, ὡμολόγησεν ὅμως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει. (Ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ ἡ τροποποίησις τοῦ θεσμοῦ τῶν διδακτικῶν βιβλίων, μοιραίως φέρει ἡμᾶς εἰς ἐπαφὴν καὶ μὲ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Εἶναι γνωστὸς ὁ ἀγών, ὅστις συνάπτεται κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀγών, τοῦ ὁποίου αἱ ἑκατέρωθεν ἀλόγισται ἀκρότητες, ὡδήγησαν εἰς τὴν σημερινὴν ἀπαιδευσίαν. Ἔχοντες τὴν γνώμην, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐκδηλωθεῖσα κρατικὴ ἐπέμβασις ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἐνισχύουσα, ὁτέ μεν τὴν μίαν, ὁτέ δε τὴν ἑτέραν μερίδα, ἐπέτεινε τὸν ἑκατέρωθεν φανατισμὸν καὶ ἐξέτρεφεν αὐτὸ ἀπὸ τῆς φιλοσοφικῆς τροχιᾶς, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διαγράψωμεν ἐνταῦθα τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ κινῆται ἡ κρατικὴ ἐπέμβασις. Ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, καλλιεργηθεῖσα ἐν τῇ λογοτεχνίᾳ καὶ ἐν τῇ ποιήσει, κατέκτησεν ἀδιαφιλονείκητον ἔδαφος ἐν ταῖς συναισθηματικαῖς ἐκδηλώσεσι τῆς ζωῆς. Ἐνῷ ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου πρόοδον τῆς δημοτικῆς γλώσσης, εἴμεθα ἐξ ἄλλου ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τοῦ ἐπιστημονικοῦ καὶ καθόλου τοῦ διοικητικοῦ πεδίου τοῦ ἔθνους γλῶσσα κυρία, εἶναι ἡ καθαρεύουσα. Οὐδεὶς σοβαρὸς ἐπιστήμων καὶ καλῆς πίστεως ἄνθρωπος, δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ καθαρεύουσα, ἀποτελοῦσα γλωσσικὸν καθεστώς, ἑδραζόμενον ἐπὶ ἱστορικῶν λόγων καὶ ἐθνικῶν παραδόσεων, ἔχει τὰς ρίζας της βαθείας εἰς τὴν γλωσσικὴν ἡμῶν συνείδησιν καὶ ὅτι ἡ ἄμυνα αὐτῆς ἐναντίον τῆς ἐπικρατήσεως τῆς δημοτικῆς, δὲν εἶναι τὶ ἐξωτερικὸν φαινόμενον, δυνάμενον νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν κρατικὴν βίαν ἢ ἄλλας τεχνικὰς ἐπηρείας. Τὸ βῆμα, καθ’ ὅ ἀναγκάζεται νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ καθαρεύουσα, καταλαμβάνεται ὑπὸ τῆς δημοτικῆς, ἀφοῦ προηγουμένως κατακτήσῃ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἀλλ’ ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν ἀνέχεται βίαν, θέλει πειθώ. Διὰ τῆς γλώσσης ἑρμηνεύεται ἡ ζωὴ καὶ ἡ ζωὴ ῥέει, ἐξελίσσεται, σύμφωνα μὲ τοὺς βιολογικοὺς κανόνας. Ἡ γλῶσσα ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ αὐτὴν εἰς τὴν ἐξέλιξίν της καὶ νὰ προσαρμόζηται πρὸς αὐτήν. Ἐκτὸς τῆς γραμμῆς αὐτῆς, ἡ γλῶσσα ἐκτρέπεται τοῦ προορισμοῦ της καί, ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετῇ, δυσχεραίνει τὴν ζωὴν καὶ περιπλέκει τὰς λειτουργίας της. Ἀπὸ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμώμενοι, φρονοῦμεν ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ κρατικὴ ἀνάμιξις εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα πρέπει νὰ εἶναι διαιτητική. Ἀναγνωρίζουσα τὰς προόδους τῆς δημοτικῆς καὶ μὴ παραβλέπουσα τῆς καθαρευούσης τὰ δικαιώματα, ν’ ἀφήνῃ τὴν γλῶσσαν νὰ ἐξελίσσηται, κατὰ τὴν ὑπὸ τῶν πραγμάτων διαπλαττομένην κατάστασιν, χωρὶς νὰ τίθεται οὐδεμιᾶς ἀντιμέτωπος. Τὸ σφάλμα ἢ ἡ βαρεῖα εὐθύνη τοῦ Κράτους τῶν τελευταίων ἐτῶν εἶνε, ὅτι, ἀντὶ ἐκπαιδευτικῆς, ἤσκησε γλωσσικὴν πολιτικήν. Ἡ γλῶσσα δὲν εἶνε ὑπόθεσις τοῦ Κράτους. Ἡ γλῶσσα εἶνε ὑπόθεσις τῶν συγγραφέων καὶ τοῦ χρόνου. Σύμφωνοι πρὸς τὰς ἀνωτέρω ἐκτιθεμένας ἀντιλήψεις, ἵνα μὴ ἐκ μιᾶς βασικῆς ἀνατροπῆς τοῦ ἰσχύοντος ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος προκληθῇ ἀναστάτωσις, μὴ ἐξυπηρετοῦσα πλέον, (ἅπαξ δημιουργηθέντος τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τῆς γλωσσικῆς μεταρρυθμίσεως ἐν ταῖς πρώταις τάξεσι τοῦ δημοτικοῦ σχολείου) προτείνομεν ὅπως διατηρηθῇ μὲν ἡ δημοτικὴ γλῶσσα καθ’ ὁλοκληρίαν κατὰ τὰ τέσσαρα πρῶτα ἔτη τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἰσαχθῇ δὲ εἰς τὴν πέμπτην καὶ τὴν ἕκτην ἡ καθαρεύουσα ὡς κυρία γλῶσσα τῶν ἀναγνωστικῶν, διδασκομένης συγχρόνως καὶ τῆς δημοτικῆς ἐπὶ δύο ὥρας καθ’ ἑβδομάδα. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου, φρονοῦμεν, ὅτι ἀνταποκρινόμεθα καὶ ἐξυπηρετοῦμεν τὰς πνευματικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας τῶν μαθητῶν. Ἐφόσον ἡ κρατικὴ μηχανὴ χρησιμοποιεῖ ὡς ἀποκλειστικὸν αὐτῆς ὄργανον τὴν καθαρεύουσαν, ἐφόσον αἱ ἐφημερίδες γράφονται εἰς τὴν καθαρεύουσαν καὶ ἐφόσον ἡ ἐν γένει πνευματικὴ κίνησις ἐξυπηρετεῖται διὰ τῆς καθαρευούσης, θὰ ἦτο ἐγκληματικὸν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ν’ ἀποκλείσῃ τὴν διδασκαλίαν αὐτῆς ἀπὸ τὰς ἀνωτέρας τοὐλάχιστον τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου. Θὰ ἦτο ἐγκληματικόν, ὁ ἀπόφοιτος τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐννοήσῃ τὴν κοινοποιηθεῖσαν αὐτῷ ἀγωγήν, νὰ μὴ δύναται νὰ ἀντιληφθῇ τίνα φόρον καλεῖται νὰ πληρώσῃ, νὰ μὴ δύναται νὰ παρακολουθήσῃ διὰ τῶν ἐφημερίδων τὴν σύγχρονον πολιτικήν, πνευματικὴν καὶ κοινωνικὴν κίνησιν, νὰ μὴ ἐννοῇ τὶ τῷ διδάσκει ὁ ἱεροκῆρυξ, τὶ τῷ ὑπόσχεται ὁ πολιτικός, πῶς ἀγορεύει ὁ δικηγόρος ὑπὲρ τῶν ὑποθέσεών του, τὶ ἀκούεται εἰς μίαν διάλεξιν, ποία ἡ θεωρία, ἥτις γίνεται εἰς τὸν στρατιώτην κατὰ τὴν θητείαν του, τὶ μὲ μίαν λέξιν, περικλείει καὶ διερμηνεύει ὁ τεράστιος κύκλος τῶν ἐπισήμων τοῦ Κράτους λειτουργιῶν. Θὰ ἠθέλαμεν νὰ εἴπωμεν καὶ ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ ὁρισμοῦ, τὸν ὁποῖον δίδομεν εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν. Τὸν ὁρισμὸν τοῦτον παρέχομεν ἐν ἄρθρῳ 6 τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Κατ’ αὐτόν, δημοτικὴ γλῶσσα εἶναι «ἡ κοινὴ ὁμιλουμένη δημοτική, συμφώνως ὅμως πρὸς τὸ πανελλήνιον γλωσσικὸν αἴσθημα τοῦ προφορικοῦ λόγου καὶ πρὸς τὰ διὰ τῶν δημοτικῶν ἀσμάτων καὶ τῶν ἔργων τῶν μεγάλων νεωτέρων ποιητῶν προβαλλόμενα πρότυπα, ἀπηλλαγμένων ἰδιωματισμῶν ἢ ἀρχαϊσμῶν». Διὰ τούτων σαφῶς ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν παραδεχόμεθα ὡς δημοτικὴν γλῶσσαν, τὴν κατασκευαζομένην ἐντὸς τῶν γραφείων ὑπερβολικῶν τινῶν ὀπαδῶν αὐτῆς, τὴν ξένην πρὸς τὸ πανελλήνιον γλωσσικὸν αἴσθημα καὶ βρίθουσαν ἐξεζητημένων λέξεων καὶ τύπων ἀκαταλήπτων εἰς τὸ μέγιστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Δημοτικὴν γλῶσσαν ἀναγνωρίζομεν τὴν ὁμιλουμένην δημοτικήν, τὴν ζωντανὴν γλῶσσαν, τὴν δημιουργηθεῖσαν, διὰ τῶν ἔργων τῶν μεγάλων ἡμῶν ποιητῶν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐκφράζεται καὶ τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὡς γλῶσσαν του.... (Ὀκτώβριος τοῦ 1927). Συνεπείᾳ δὲ τῶν ἀντιλήψεων τούτων προέτεινον τότε, ὅπως εἰς τὰς τέσσαρας κατωτέρας τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου διδάσκηται ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, εἰς τὰς δύο δὲ ἀνωτέρας ἡ καθαρεύουσα, συνδιδασκομένης καὶ τῆς δημοτικῆς ἐπὶ δύο ἐν ὅλῳ ὥρας τὴν ἑβδομάδα. (Ἄρθρον 6 ἐδάφιον 1). Εἰσηγηθέντες τότε ἐν τῇ ἐπιτροπείᾳ παρετηρήσαμεν ὅτι (Ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰς ἐπιστημονικὰς ἀρχάς, τὰς ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἐφαρμοζομένας, ἡ γλωσσικὴ διδασκαλία ἐν τοῖς σχολείοις πρέπει νὰ θεωρῇ ὡς τελικὸν σκοπὸν αὐτῆς, νὰ καταστήσῃ διὰ συστηματικῆς ἐργασίας κτῆμα τῶν μαθητῶν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἡ κοινὴ τῶν πολιτῶν συνείδησις ἀναγνωρίζει ὡς ἐπίσημον καὶ ἐθνικήν. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ δὲ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρχίσῃ συστηματικὴ ἐργασία, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς φοιτήσεως τῶν παίδων εἰς τὸ σχολεῖον, λαμβανομένου φυσικὰ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ εἴσοδος τῶν μαθητῶν εἰς τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν, πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τρόπον μεθοδικόν, ἄνευ ἁλμάτων καὶ χωρὶς νὰ παρεμβάλλωνται δυσχέρειαι εἰς τὴν ἀβίαστον παιδικὴν ἔκφρασιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον Ν. Δ. θὰ διδάσκεται ἀποκλειστικῶς ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, συστηματικὴ δὲ ἐργασία πρὸς διδασκαλίαν τῆς ἐπισήμου ἑλληνικῆς γλώσσης θὰ ἀρχίζῃ μόλις ἀπὸ τῆς πέμπτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Κατὰ τὸν τρόπον ὅμως τοῦτον, δὲν θὰ ὑπάρχῃ χρόνος πρὸς συστηματικὴν διδασκαλίαν τῆς γλώσσης ταύτης, ὁ δὲ ἀπόφοιτος τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δὲν θὰ ἔχῃ καιρὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ γραμματικοῦ καὶ τοῦ συντακτικοῦ μηχανισμοῦ αὐτῆς καὶ νὰ διεξέλθῃ ἐν τῷ σχολείῳ πλούσιον ἀριθμὸν λογοτεχνικῶν ἔργων γεγραμμένων ἐν αὐτῇ. Διὰ τοῦτο θεωροῦμεν ὀρθὸν καὶ ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλόμενον νὰ ἀρχίζῃ ἡ διδασκαλία τῆς καθαρευούσης πολὺ ἐνωρίτερον ἢ ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Ν. Δ. Μία ὁλοσχερὴς παλινόρθωσις τοῦ νόμου 2678 τοῦ 1921 (ὁλοσχερὴς ἐξοστρακισμὸς τῆς δημοτικῆς) θὰ ἦτο ἀπείρως εὐκταία, καὶ ταύτην πρὸ παντὸς ἐπιθυμοῦμεν νὰ εἰσηγηθῶμεν. Πάντως ὅμως ἐπιμένομεν, ὅση ἡμῖν δύναμις, ὅπως εἰς τὰς δύο πρώτας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου γίνεται διδασκαλία τῆς δημοτικῆς, ἀπὸ δὲ τῆς τρίτης τάξεως αὐτοῦ, ἀρχίζῃ συστηματικὴ διδασκαλία τῆς ἐπισήμου γλώσσης, εἰς τὴν ὁποίαν φυσικὰ πρέπει νὰ εἶναι γεγραμμένα καὶ τὰ ἀναγνωστικὰ καὶ λοιπὰ βιβλία ἀπὸ τῆς τρίτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ καὶ ἄνω. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τούτων εἰσηγήθην τότε, ἵνα τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου Ν. Δ. συμπτυχθῶσιν ὡς ἑξῆς; «Εἰς τὰς δύο κατωτέρας τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου διδάσκεται ἡ κοινὴ ὁμιλουμένη δημοτικὴ γλῶσσα, ἡ σύμφωνος πρὸς τὸ πανελλήνιον γλωσσικὸν αἴσθημα τοῦ προφορικοῦ λόγου καὶ πρὸς τὰ προβαλλόμενα πρότυπα διὰ τῶν ἀνεγνωρισμένου κύρους ποιητῶν, τῶν ἐν τῇ γλώσσῃ ταύτῃ γραψάντων, ἀπηλλαγμένα ἰδιωματικῶν ἐκφράσεων καὶ λέξεων ξενικῶν ἢ ἐξεζητημένων καὶ τύπων ἀκαταλήπτων εἰς τὸ μέγιστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀπὸ τῆς τρίτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἄρχεται συστηματικὴ ἡ διδασκαλία τῆς καθαρευούσης, ἣν ἡ κοινὴ τῶν Ἑλλήνων συνείδησις ἀναγνωρίζει ὡς ἐπίσημον καὶ ἐθνικήν, λαμβανομένης φροντίδος, ὅπως αὕτη εἶναι, τὸ μὲν καθαρὰ καὶ ὁμαλή, ἀπηλλαγμένη παντὸς ἀρχαϊσμοῦ, τὸ δέ, ἁπλῆ τὴν σύνταξιν, μικροπερίοδος καὶ καθόλου σύμμετρος πρὸς τὴν ἀντίληψιν καὶ κατανόησιν τῶν μαθητῶν ἑκάστης τάξεως. Τὰ βοηθητικὰ βιβλία δέον νὰ ὦσι γεγραμμένα εἰς οἵαν γλῶσσαν καὶ τὰ ἀναγνωστικὰ τῶν ἀντιστοίχων τάξεων. Μετὰ πρότασιν δὲ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου εἰσάγεται εἰς τὴν πέμπτην καὶ ἕκτην τάξιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ τὸ κείμενον τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐν πρωτοτύπῳ». Ὅλα τὰ μαθήματα εἶναι ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως καὶ γλωσσικὰ καὶ ὅλοι οἱ διδάσκαλοι ὀφείλουσι νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν γλωσσικὴν μόρφωσιν τῶν μαθητῶν καὶ διὰ τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ μεταχειρίζονται, διδάσκοντες, καὶ διὰ τῆς προσοχῆς, τὴν ὁποίαν καταβάλλουσι περὶ τῆς γλώσσης τῶν μαθητῶν των, καὶ διὰ τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἐμβάλλουσιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν παίδων. Ἀλλ’ ἔχομεν λόγον προφορικὸν καὶ δὴ τῶν τάξεων τοῦ Λαοῦ καὶ προφορικὸν λόγον τῶν μεμορφωμένων τάξεων. Ἔχομεν τέλος τὸν γραπτὸν λόγον. Ποῖον ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων νὰ τεθῇ ὡς βάσις τῆς συστηματικῆς γλωσσικῆς διδασκαλίας ἐν τῷ σχολείῳ; Τὴν ἀπάντησιν δέον νὰ ἀρυσθῶμεν ἀπὸ τὰς κρατούσας εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἀρχάς, ὡς πρὸς τὴν διδακτέαν ἐν τῷ σχολείῳ μητρικὴν γλῶσσαν. Ὁ ἐπιφανὴς Ἑλβετὸς παιδαγωγὸς Otto von Grehnert, ἀσχοληθεὶς εἰδικῶς περὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ γλωσσικοῦ μαθήματος ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ, διδάσκει (Ἀναγινώσκει): «Οἱ παῖδες, τοὺς ὁποίους παραλαμβάνομεν ἐκ τῶν χειρῶν τῶν μητέρων των, εἶναι ὡπλισμένοι διὰ γλώσσης, ἥτις κέκτηται παιδαγωγικῶς σπουδαῖα πλεονεκτήματα, ὑπὲρ τὴν γραπτὴν γλῶσσαν· τοὐτέστι μείζονα ἐπινοητικότητα, ἁπλότητα καὶ ζωήν. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἀσυγχώρητον, ἂν δὲν ἠθέλομεν ἐπωφεληθῆ τῶν πλεονεκτημάτων τούτων, κατὰ τὴν γλωσσικὴν διδασκαλίαν, ἂν δὲν ἠθέλομεν μεταφέρει τοὺς μαθητὰς εἰς τὴν νέαν γλῶσσαν, ἣν ὀφείλουσι νὰ διδαχθῶσι, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ αὕτη νὰ ἀποκτήσῃ ζωὴν εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῶν. Ἵνα δὲ μεταφέρωμεν τὸν μαθητὴν βαθμιαίως ἐκ τοῦ γνωστοῦ εἰς τὸ ἄγνωστον, ὀφείλομεν πρῶτον νὰ παρέχωμεν εἰς αὐτὸν πρὸς ἐκμάθησιν λέξεις ἐντελῶς γνωστὰς καὶ βαθμηδὸν νὰ προχωρῶμεν εἰς λέξεις, αἵτινες ἐν τῇ γραπτῇ γερμανικῇ γλώσσῃ προφέρονται διαφόρως, καὶ ἔχουσι διάφορον σημασίαν. Ἐν τῇ τρίτῃ δὲ γραμμῇ καὶ πάλιν βαθμιαίως νὰ καθιστῶμεν εἰς τοὺς μαθητὰς γνωστὰς γερμανικὰς λέξεις, αἵτινες δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν διάλεκτον αὐτῶν. Ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν λέξεων τούτων εἶναι ἀπεριόριστος καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ σχολείου νὰ καταστήσῃ αὐτὰς γνωστὰς εἰς τὸν μαθητὴν ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς ἀνωτάτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου, χωρὶς νὰ ἐπιτυγχάνεται πλήρως. Ὀφείλομεν περαιτέρω»,—λέγει ὁ κ. Grehnert—» νὰ ἐθίζωμεν τοὺς μαθητὰς εἰς τὸ ὀρθῶς προφέρειν τὰς λέξεις τῆς γραπτῆς γλώσσης. Τὸ ἐλευθέρως ὁμιλεῖν εἶναι τὸ ἀρχικὸν καὶ φυσικόν, τὸ δὲ ἀναγινώσκειν εἶναι τὸ τεχνητόν. Καὶ ὅστις θέλει νὰ μάθῃ νὰ ἀναγινώσκῃ, ὀφείλει πρῶτον νὰ μάθῃ νὰ προφέρῃ ὀρθῶς. Ἐπομένως εἶναι θεμελιώδης ἀπαίτησις τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου νὰ ὑπερνικήσῃ τὰς δυσκολίας, ἃς προβάλλει εἰς τοὺς παῖδας ἡ διαλεκτική των γλῶσσα, ὅταν ἐπιχειρῶσι νὰ ἐκμάθωσι τὴν καθαρεύουσαν Γερμανικήν. Ὑπερνικῶνται δ’ αἱ δυσχέρειαι αὗται μόνον δι’ ἀόκνων προφορικῶν ἀσκήσεων, συνιστωμένων εἰς συστηματικὰς προσπαθείας περὶ τὴν ὀρθὴν προφορὰν τῶν φθόγγων, περὶ τὴν ὀρθὴν χρῆσιν τῶν λέξεων, περὶ τὴν χρῆσιν τῶν ὀρθῶν γραμματικῶν τύπων καὶ τὸν σχηματισμὸν τῶν προτάσεων, γινομένης διαρκοῦς παραβολῆς, μεταξὺ διαλεκτικῆς προφορᾶς καὶ τῆς ἐν τῇ καθαρευούσῃ γλώσσῃ. Ὑπερνικῶνται κατὰ δεύτερον λόγον αἱ δυσχέρειαι, ὅταν χρησιμοποιεῖται ἡ καθαρεύουσα ὡς ὄργανον συνδιαλέξεως, μεταξὺ διδασκάλων καὶ μαθητῶν. Οἱ παῖδες ὀφείλουσιν ἐν τῷ σχολείῳ νὰ ἐθισθῶσι νὰ συνδιαλέγωνται ἐν τῇ καθαρευούσῃ, μεθ’ ὅσης εὐκολίας καὶ φυσικότητος πράττουσι τοῦτο ἐν τῇ διαλεκτικῇ των γλώσσῃ. Μόνον δὲ ὅταν ἡ νέα αὕτη γλῶσσα καταστῇ ἐν τῷ στόματι αὐτῶν φυσική, μόνον τότε θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀνεύρωσι καὶ ἐν τῇ ἀπολαύσει τὸν φυσικὸν τόνον». Καὶ προσθέτει ὁ Von Grehnert τὰ θαυμάσια ταῦτα, ἅτινα πρέπει νὰ ἀναγνώσωσιν οἱ ἰδικοί μας μαλλιαροί, μὲ πολλὴν προσοχήν! (Ἀναγινώσκει): «Τὸ σχολεῖον δὲν σκοπεῖ νὰ διδάξῃ τὴν λαλουμένην διαλεκτικὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ τὴν γερμανικὴν γραπτὴν γλῶσσαν, τὴν καθαρεύουσαν γερμανικὴν (Hochdeutch), ἥτις πραγματικῶς εἶναι δι’ ἡμᾶς ἡ ἀνωτέρα γλῶσσα, διότι μᾶς συνδέει μετὰ τοῦ λοιποῦ κόσμου καὶ μετὰ τοῦ ὑψηλοτέρου πολιτισμοῦ. Εἶναι δὲ παραφροσύνη νὰ περιφρονῶμεν καὶ παρορῶμεν αὐτὴν ἐν τῷ σχολείῳ. Παρῆλθον ἀνεπιστρεπτεὶ οἱ χρόνοι, καθ’ οὓς οἱ μεταρρυθμισταὶ ἡμῶν ἔγραφον γερμανιστὶ ὅπως ὄφειλον. Τὸ ὄνειρον τοῦ παλαιοῦ Bodinen, καθ’ ὃ οἱ Ἑλβετοὶ ὀφείλουν νὰ καταστήσουν τὴν ὁμιλουμένην των γλῶσσαν καὶ γλῶσσαν γραπτήν, ἦτο ὄνειρον, ὅπερ ἤδη, κατὰ τὸν 18ον αἰῶνα, δὲν εἶχε πλέον καμμίαν σημασίαν. Ἂς μὴ ζητῶμεν νὰ ἀναμίξωμεν τὰς δύο γλώσσας. (Die Mandart als Grundlage des deutzchunterrichts σ. 12 ἑπ. 2 ἔκδ. 1913). Ὁ Regener ἐν τῇ εἰδικῇ διδακτικῇ του (σ. 12 ἔκδ. 3 1905) παρατηρεῖ. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ γλῶσσα ἡ μητρική, ἥτις πρέπει νὰ διδάσκηται συστηματικῶς ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ, δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη ἢ ἡ καθαρεύουσα γερμανικὴ γλῶσσα. Αὕτη εἶναι τὸ μέσον πρὸς συνεννόησιν τῶν γερμανικῶν φυλῶν, αἵτινες ὁμιλοῦσι διαφόρους διαλέκτους. Εἶναι δεσμὸς συνδέων ἅπαντας τοὺς Γερμανούς. Εἶναι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους, τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Σχολείου, τοῦ Δικαστηρίου, τῶν Δημοσίων συναθροίσεων, τῆς Ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης.....» Ὁ Kirste, εἷς τῶν νεωτέρων παιδολόγων τῆς Γερμανίας, ἀποφαίνεται κατηγορηματικῶς: «Ἡ διδακτικὴ γλῶσσα, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὸν διδάσκαλον ὡς πρότυπον τῆς ἐκφράσεως αὐτοῦ. Τὸ πολὺ δύναται νὰ χρησιμοποιῆται εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ὡς ἀφετηρία, εἰς βαθμιαίαν ὕψωσιν τοῦ παιδὸς εἰς τὰς ἀνωτέρας γλωσσικὰς βαθμίδας.» Ἀλλ’ ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος! Ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ θεωρῶν τὸν Ὀκτώβριον ἐγκληματικὴν τὴν μὴ διδασκαλίαν τῆς καθαρευούσης ὡς κυρίου μαθήματος τῶν ἀνωτέρων τάξεων τοῦ Δημοτικοῦ, τὸν Νοέμβριον λαμβάνει ἀνὰ χεῖρας τὸ φραγγέλιον, ἵνα ἐκδιώξῃ ὁλοσχερῶς ταύτην ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου. Δὲν γράφει πλέον ὅτι θὰ ἦτο ἐγκληματικόν, ἀλλ’ ἁπλῶς: «Δὲν θὰ ἦτο ἔργον φρονήσεως ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ ἀποκλείσῃ τὴν διδασκαλίαν τῆς καθαρευούσης ἀπὸ τὰς ἀνωτέρας, τοὐλάχιστον, τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου.» Κατὰ τὰ σήμερον κρατοῦντα, ἀπὸ τῆς πέμπτης τάξεως ἄρχεται ἡ διδασκαλία τῆς καθαρευούσης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου (ἄρθρον 6), ἐκβάλλεται τελείως ἡ καθαρεύουσα ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου, χάρις δὲ ἁπλῶς εἰς τὴν ἀνοχὴν τοῦ αἰφνιδίως ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις μεταβαλόντος ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, θὰ διδάσκηται καὶ ἡ καθαρεύουσα ἐπὶ 3–4 ὥρας καθ’ ἑβδομάδα, καὶ τοῦτο, κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, ὁρίζοντος τὸν ἀριθμὸν τῶν ὡρῶν! Καὶ ἐρωτῶμεν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν: Ἀφοῦ θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὴν γνῶσιν τῆς καθαρευούσης παρὰ παντὶ Ἕλληνι, πῶς ἔχει τὴν ἀφέλειαν νὰ θέλῃ νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι ἐντὸς 80 τὸ πολὺ ὡρῶν ὁ χωρικὸς θὰ ἐκμανθάνῃ τὴν καθαρεύουσαν; Ἂν κατ’ ἔτος σπουδάζωσι 600,000 Ἑλληνοπαίδων εἰς τὰ σχολεῖα τοῦ Κράτους, μόλις τὸ ⅒, δηλαδὴ 60,000 προχωροῦσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς θέλει ὅπως ὁ Ἑλληνόπαις ἐννοῇ τὴν γλῶσσαν τοῦ δικηγόρου καὶ τοῦ ἱεροκήρυκος καὶ τοῦ δικογράφου καὶ τῆς κρατικῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας, διὰ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου του καθιστᾷ τυφλὴν ὁλοσχερῶς τὴν νέαν γενεάν. Τυφλώνει δὲ ταύτην ἐπὶ μᾶλλον, διότι κατὰ τὰ σήμερον ἰχύοντα, τὰ ἀναγνωστικὰ βιβλία πρέπει νὰ εἶναι γεγραμμένα εἰς τὴν κοινὴν ὁμιλουμένην, ἀπηλλαγμένην παντὸς ἰδιωτισμοῦ. Εἶναι λυπηρόν, κύριοι, τὸ φαινόμενον τοῦτο, ὅταν καὶ αὐτὴ ἡ δικτατορία ἐπρονόησε περὶ τῆς γλώσσης καὶ διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον εὕρηται ὑπὸ τὴν ἀκύρωσιν ἡμῶν, κατήργησεν ἐντὸς τοῦ ἔτους τοῦ σχολικοῦ, ὅλα τὰ βιβλία τὰ μαλλιαρά. Ἓν ἀπὸ τὰ ὀλίγα καλά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερε. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ ἐλάττωμα τὸ γλωσσικόν, διὰ τοῦ ὁποίου διαφθείρεται ἡ ψυχὴ τοῦ Ἑλληνόπαιδος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ σπουδάσῃ εἰς βιβλία, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀντλήσῃ ὑψηλοτέραν παίδευσιν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ καταστροφὴ τοῦ ἠθικοῦ τοῦ παιδός, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρουν τὰ βιβλία ταῦτα. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τονίζεται καὶ ἐξαίρεται τὸ γεγονός, ὅτι καλοῦνται εἰς τὸ συμβούλιον καὶ τρεῖς καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἔκτακτα μέλη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ὁμολογουμένως ἄξιον ἐξάρσεως, διότι τὸ Πανεπιστήμιον δὲν πρέπει νὰ παραμένῃ μακρὰν τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε πρέπει ν’ ἀπομακρύνεται τῆς παιδείας, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαφωτίζῃ καὶ καθοδηγῇ εἰς τὰ μεγάλα ζητήματα. Εἰς τὰς διατάξεις ὅμως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου ὁρίζεται ὅτι: (Ἀναγινώσκει). «Ἔκτακτα μέλη δύνανται νὰ εἶναι: Καθηγηταὶ Πανεπιστημίου, γυμνασιάρχαι, διευθυνταὶ Διδασκαλείων, ἀκόμη δὲ καὶ λόγιοι καὶ ἐπιστήμονες». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας συνηγωνίσθη, μεθ’ ἡμῶν ὅλων, εἰς ἀγῶνα, ὅστις ἐτελείωσε διὰ μιᾶς περιλάμπρου νίκης, τῆς νίκης τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920. Ἡ 1η Νοεμβρίου, ἐκ τῶν πρώτων, ἐθεώρησε καθῆκον αὑτῆς νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν πατρῴαν γλῶσσαν εἰς ὅλα τὰ σχολεῖα. Δι’ ἡμᾶς, ἡ πατρῴα γλῶσσα εἶναι ἡ καθαρεύουσα, καὶ θὰ εἴπω διατί, πατρῴα γλῶσσα εἶναι ἡ καθαρεύουσα. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1921, εἰσήχθη ἡ καθαρεύουσα εἰς ὅλας τὰς τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, καὶ ὁ Ὑπουργός, ὅστις ἦτο τὸν Ἰούνιον τοῦ 1922, ὁ κ. Πολυγένης, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τότε νομοσχέδιον, μὴ ψηφισθέν, λόγῳ τῶν ἐπακολουθησάντων γεγονότων, περὶ διοικήσεως ἐκπαιδεύσεως, φωτεινότατον καὶ πληρέστατον. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχῃ γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἂν δὲν ἔχῃ, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ γνῶσιν, διότι πλεῖστα θὰ ἀρυσθῇ ἐξ αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοῦ Γούναρη, θεωρεῖται ὡς τὸ τελειότερον περὶ τῆς διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα οὗτος ἀρυσθῇ ἐξ αὐτοῦ φωτεινὰ διδάγματα. Αὗται, Κύριοι, εἶναι αἱ ἀντιφάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, αὗται εἶναι αἱ ἀντιφάσεις, αἵτινες θὰ συμβάλωσιν εἰς τὸ ἀγαθὸν τῆς παιδείας καὶ τοῦ ἔθνους; Ὄχι, ἀπολύτως ὄχι· ὁ ψευδοδημοτικισμὸς εἶναι ἁπλούστατα μαλλιαρισμός, οὗτος δὲ εἶναι ἡ ὑπονόμευσις τῆς Πατρίδος.
§83Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ καθαρὰ δημοτική;
§84Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἡ καθαρὰ δημοτική, διότι σήμερον εἶναι ὁ κ. Νικολούδης. Ἀλλ’ αὔριον, ἄλλος ὑπουργός, θὰ εἰσαγάγῃ τὸν Νουμᾶ εἰς τὰ σχολεῖα. Ἰδού, Κύριοι, πρὸς ποίαν γλῶσσαν ὠθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς Ἑλληνόπαιδας. (Ἀναγινώσκει): Κατὰ τὰ σήμερον ἰσχύοντα: «Τὰ ἀναγνωστικὰ βιβλία πρέπει νὰ εἶναι γεγραμμένα εἰς τὴν κοινὴν ὁμιλουμένην, ἀπηλλαγμένην παντὸς ἰδιωτισμοῦ». Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἐν τοσούτῳ, ἐπεκτείνει τὴν κοινὴν ὁμιλουμένην, μέχρι τοσούτου, ὥστε καὶ ἡ διδασκαλία αὐτή, δηλαδὴ ἡ ἐπικοινωνία τοῦ διδασκάλου πρὸς τοὺς μαθητάς, ἐπιβάλλει νὰ γίνεται δημοτικιστί. Τοῦτο εἶνε ἀληθῶς τερατῶδες, διότι ἀπαγορεύει εἰς τὸν διδάσκαλον τὴν χρησιμοποίησιν γλώσσης, ἀναλόγου πρὸς τὸ πνευματικὸν ἐπίπεδον τῶν μαθητῶν. Ἀκόμη δὲ ὁρίζεται ἡ δημοτικὴ ὑποχρεωτικῶς καὶ διὰ τὰς ἐκθέσεις ἰδεῶν. Τὸ νομοσχέδιον δηλαδὴ ὑπερακοντίζει τὰ ὑπὸ τοῦ μαλλιαρισμοῦ, ὑπὲρ ἑαυτοῦ, θεσπισθέντα νομοθετήματα. Ἂς προχωρήσωμεν: Κατὰ τὸ 7ον ἄρθρον γλῶσσα τῶν ἀναγνωστικῶν δέον νὰ εἶναι ἡ κοινὴ ὁμιλουμένη δημοτική, ἀπηλλαγμένη κατὰ κανόνα ἰδιωματισμῶν ἢ ἀρχαϊσμῶν. Κατὰ τὰ μέχρι σήμερον ἰσχύοντα, ὁρίζεται ἡ δημοτική, ἀπηλλαγμένη παντὸς ἰδιωτισμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον χαλαρώνει τὴν εἰσχώρησιν τοῦ μαλλιαρισμοῦ. Ἀκόμη περαιτέρω: Μέχρι τοῦδε ὡρίζετο, διὰ τὴν 5ην καὶ 6ην τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἓν ἀναγνωστικὸν εἰς τὴν δημοτικὴν καὶ ἓν εἰς τὴν καθαρεύουσαν. Ἤδη θεσπίζεται καὶ διὰ τὰς 6 τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἡ δημοτικὴ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ διδασκάλου εἰς τὴν δημοτικήν. Τὸ νομοσχέδιον, κατὰ ταῦτα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀποτελεῖ τὸν μεγαλύτερον θρίαμβον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Ἠθέλησα νὰ δικαιολογήσω τὸ γεγονὸς ὅτι, ὢν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποκρούω δι’ ὅλων μου τῶν δυνάμεων τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, τὰ προωθοῦντα μέχρι τοῦ Γυμνασίου τὴν ψευδο–δημοτικὴν καὶ ἀποκλείοντα ὁλοσχερῶς τὴν καθαρεύουσαν. Τὰ ἀποκρούω δι’ ὅλων μου τῶν δυνάμεων καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ποτὲ ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ψηφίσῃ, διότι ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων, θὰ διακόψῃ τὸ νῆμα τῆς Ἐθνικῆς παραδόσεως καὶ θὰ διακόψῃ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀπὸ τοῦ ἐνδόξου αὐτῆς παρελθόντος.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§86Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὰ μεγάλα κόμματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν Κυβέρνησιν, εἶμαι ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης· ἀλλ’ ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπερβάλλει τὴν σημασίαν τῶν νομοσχεδίων του, ὅταν λέγῃ ὅτι ἀποτελοῦσιν ἀπαρχὴν γενικωτέρας μεταρρυθμίσεως. Νομίζω ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτά, δὲν ἔχουν τὴν ριζικότητα, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ἀπαρχὴ γενικωτέρας μεταρρυθμίσεως. Ἀποτελοῦν ἁπλῶς, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, μικρὰν βελτίωσιν τῆς προηγουμένης καταστάσεως εἰς πολλὰ σημεῖα, καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα παρατηρεῖται βελτίωσις, νομίζω ὅτι ὑπερέχουν. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λέσβου, τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνθέσεως τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἡ ἀνόρθωσις τῆς παιδείας θὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ προσαρμογῆς τῆς ἀποκεντρώσεως πρὸς γενικωτέραν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου. Ἀνέπτυξε τόσον σαφῶς τὸ ζήτημα, ὥστε δὲν ἐπανέρχομαι ἐπ’ αὐτοῦ. Τονίζω μόνον ὅτι ἡ ἀποκέντρωσις αὕτη τοῦ κλάδου, θὰ ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσῃ ἐκ παραλλήλου γενικωτέραν μεταρρύθμισιν ὅλων τῶν διοικητικῶν κλάδων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀποκεντρώσεως τῆς παιδείας, ἐὰν δὲν πραγματοποιηθῇ πρῶτον εὐρεῖα τοπικὴ αὐτοδιοίκησις. Νομίζω, ὅτι ἄλλη ριζικὴ μεταρρύθμισις τῆς παιδείας θὰ ἐπετελεῖτο, ἐὰν ἐλάμβανεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πρόνοιαν περὶ ἐνισχύσεως, πρὸ παντός, τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, τῆς δημοτικῆς. Ἡ ἐνίσχυσις αὐτὴ δύναται νὰ γίνῃ διὰ πολλῶν μέσων, κυρίως δι’ ἐνισχύσεως οἰκονομικῆς. Ἄνευ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀνορθώσεως τῆς παιδείας μας, τῆς δημοτικῆς πρὸ παντός. Θὰ ἔπρεπε π. χ. νὰ προτείνῃ τὴν δωρεὰν διανομὴν τῶν διδακτικῶν βιβλίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπίσης δὲ τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§87Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ἀτελής.
§88Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι ἀτελής, ἀφοῦ χαρτοσημαίνονται τὰ βιβλία. Νὰ γίνουν ἐπίσης κτίρια σχολικά, τὰ ὁποῖα εἰς πολλὰ μέρη ἔχουν ἀρχίσει νὰ ἀνεγείρωνται, ἀλλ’ ἔχουν μείνει ἀστέγαστα καὶ καταστρέφονται. Νὰ φροντίσῃ κατόπιν περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ διδακτικοῦ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ διδακτικὸν προσωπικόν, δύναται νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ ἀνατρεπτικὰς ἰδέας, κυρίως, διότι δὲν ἀμείβεται ὅπως πρέπει. Δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐπαρκοῦς συντάξεως τοῦ δημοδιδασκάλου. Δὲν λαμβάνεται σχεδὸν καμμία πρόνοια περὶ περιθάλψεώς του, ὅταν πάσχῃ. Δὲν λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὴν κατοικίαν του, καὶ δύναμαι νὰ πιστοποιήσω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καταντοῦν πραγματικοὶ μάρτυρες εἰς τὰ ἀπομακρυσμένα χωρία. Κατοικοῦν εἰς τρώγλας, εἰς τὰς ὁποίας καὶ διδάσκουν καὶ τρώγουν καὶ κοιμῶνται. Διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὅμως ὁ δημοδιδάσκαλος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν προορισμόν του καὶ νὰ μεταδώσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τὴν φωτιάν, τὴν ὁποίαν ἔχει μέσα εἰς τὴν καρδίαν του, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχῃ ἀκμαῖον ἠθικόν. Αὐτὸ τὸ ἠθικὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἔχῃ, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ζῇ εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα. Βεβαίως, ὑπάρχουν καὶ πολλὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ σχολικὰ κτίρια εἶναι καλὰ καὶ ἡ διαμονὴ τῶν δημοδιδασκάλων εἶναι ὑποφερτή. Ἀλλ’ εἰς τὰ περισσότερα μέρη, ἰδίως εἰς τὰ ἀπόκεντρα χωρία καὶ τὰ ὀρεινά, εἶναι τρομερά. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρὸ πάντων διὰ τῶν προληπτικῶν αὐτῶν μέσων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς δημοδιδασκάλους ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῶν ἀνατρεπτικῶν στοιχείων καὶ ὄχι τόσον διὰ τῶν κατασταλτικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶναι συνήθως ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις πρόθυμοι καὶ ἕτοιμοι νὰ λάβουν ἐναντίον τῶν παραβαινόντων τὸ καθῆκον των. Ὅταν δὲ βελτιωθοῦν οἱ ὅροι τῆς καταστάσεως τοῦ δημοδιδασκαλικοῦ κλάδου, θὰ βελτιωθῇ καὶ ἡ ποιότης του, διότι θὰ προθυμοποιοῦνται νὰ εἰσέρχωνται εἰς αὐτὸν οἱ καλλίτεροί των. Ἑπομένως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ πραγματικὴ ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμισις εἶναι ζήτημα μᾶλλον συστήματος, παρὰ προσώπων. Καὶ διὰ τὸ Συμβούλιον, ἐπίσης, τὸ ἐκπαιδευτικόν, ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην. Πολλοὺς ἐκ τῶν συναδέλφων ρητόρων παρέσυρεν ἡ ἄποψις, ἡ ἀφορῶσα μᾶλλον τὰ πρόσωπα, παρὰ τὸ σύστημα. Νομίζω, ὅτι ἡ μετατροπὴ τοῦ συστήματος τοῦ συμβουλίου, τοῦ ἀποτελουμένου ἀπὸ μόνιμα μέλη, εἰς συμβούλιον ἀπὸ μέλη ἐναλλασσόμενα, ἀποτελεῖ πράγματι κάποιαν βελτίωσιν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παύει ἡ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας μονοκρατορία ἑνὸς σώματος μανδαρίνων. Ἀκόμη, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἴσως καλὸν νὰ περιορισθῇ διὰ τὸν ἴδιον λόγον καὶ ὁ χρόνος τῆς θητείας. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ ὀκταετία εἶναι πολὺ μακρά. Ἐπίσης φοβοῦμαι, ὅτι τὸ διάλειμμα τῶν δύο ἐτῶν, τῶν μεσολαβούντων μεταξὺ δύο θητειῶν τοῦ αὐτοῦ προσώπου, εἶναι ἀντιθέτως πολὺ σύντομον καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ. Παρατηρῶ δὲ εἰς ἓν ἄλλο σημεῖον, ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τοῦ συμβουλίου, ὅτι διὰ τὰ ἔκτακτα μέλη τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁμιλεῖ περὶ «εἰδικῶν ἐπιστημόνων», ἐνῶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ μετέτρεψεν εἰς «εἰδικῶν ἐπιστημόνων». Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ μετατροπὴ προῆλθεν ἀπὸ λάθος τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἀκριβῶς ἐπεδιώχθη ἀρχικῶς νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Συμβούλιον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἀνήκουν εἰς τὸν κλάδον, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν ποικιλωτέραν πεῖραν τῆς ζωῆς, εὐρυτέραν ἀντίληψιν καὶ ὄχι στενῶς διδασκαλικήν. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 8 τὴν ἑξῆς διάταξιν. (Ἀναγινώσκει): «Οἱ πτυχιούχοι Σχολῆς τινὸς τοῦ Πανεπιστημίου, προϋπηρετήσαντες ἐπὶ διετίαν τοὐλάχιστον ὡς διευθυνταὶ τῆς Παιδείας ἢ ὡς τμηματάρχαι τῆς μέσης καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Καὶ ὁ Εἰσηγητὴς δὲν μᾶς εἶπε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἡ ἀφαίρεσις.
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι ἐθεωρήθη ἀρκοῦσα ἡ παρουσία τοῦ Διευθυντοῦ, προκειμένου περὶ γενικῶν κατευθύνσεων.
§90Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπίσης ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 16 ἡ διάταξις περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν λειτουργῶν ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ τοῦτο ὑπῆρξε λάθος, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἀποτελεῖ ἐκπρόσωπον τοῦ Λαοῦ, ἐλέγχοντα τὴν διοίκησιν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἔξωθεν ἐλέγχει τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἑπομένως ὁ ἐλέγχων πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκαμε λάθος, καὶ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν ὅπως τὴν εἶχεν τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῶν σχολικῶν βιβλίων, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: ὅτι συμφωνῶ κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς προκηρύξεως διαγράμματος, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον θὰ γραφοῦν τὰ βιβλία, διότι νομίζω ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἁρμοδιώτερον οἱουδήποτε συγγραφέως νὰ ὁρίζῃ τὸ πρόγραμμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ διδάσκωνται τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀφεθῇ ὁ καθορισμὸς οὗτος εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κάθε συγγραφέως. Εἶναι σπουδαιότατον τὸ ζήτημα. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀποτυχία τῶν περισσοτέρων διδακτικῶν βιβλίων τῆς λεγομένης ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως, ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι σήμερον, εἰς τοῦτο ὀφείλεται, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐδόθη ἀρκετὴ προσοχὴ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ βιβλίου, εἰς τὸ περιεχόμενόν του ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ ὄργανον, ἤτοι εἰς τὴν γλῶσσαν. Καὶ γενικῶς νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον μόνην τὴν Ἑλλάδα, διότι τὸ ζήτημα τῶν σχολικῶν βιβλίων παρουσιάζεται καὶ εἰς ἄλλους τόπους, ὅπου πολλοὶ νεώτεροι ἐπιστήμονες θεωροῦν, ὅτι δύναται ἡ διδασκαλία νὰ γίνεται καὶ καλλίτερον ἄνευ πολλῶν βιβλίων. Ὑπὲρ τῆς ἐναντίας ἀπόψεως ἐδῶ ἔχω κἄτι, πολὺ πρόσφατον, γραμμένο ἀπὸ γνωστὸν Γάλλον φιλόσοφον, καθηγητὴν Πανεπιστημίου, Alain Chartier ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος, γράφων τὴν 20ὴν τοῦ τελευταίου Νοεμβρίου, δίδει ἀκριβῆ χαρακτηρισμὸν τῆς διαφορᾶς τῶν δύο αὐτῶν θεωριῶν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὶ γράφει σχετικῶς, διότι συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην του, (Ἀναγινώσκει): «Εἴτε πρόκειται γιὰ ἱστορία, εἴτε γιὰ φυσική, εἴτε γιὰ ἠθική, πρέπει πάντα τὸ βιβλίο νὰ εἶναι ὁ ἀρχιεκπαιδευτής, καὶ σεῖς, οἱ δάσκαλοι, νὰ εἶσθε οἱ βοηθοί του. «Πρῶτοι σεῖς πρέπει νὰ ὑποτάσσεσθε στὸ βιβλίο, διαβάζοντες οἱ ἴδιοι καθαρὰ καὶ παραστατικά· ἔπειτα τὰ παιδιὰ θὰ ξαναδιαβάσουν τὴν ἴδια σελίδα, καὶ μάλιστα πολλὲς φορές. Προσέχετε νὰ διαβάζῃ τὸ καθένα μὲ τὸ νοῦ του, καί, γιὰ νὰ κρατῆτε τὴν προσοχή των ξυπνητή, ἀλλάζετε τὸν ἀναγνώστη συχνά. «Βέβαια δὲν εἶναι τοῦτο διασκεδαστικό. Μὰ δὲν ἤλθαμε δῶ γιὰ νὰ διασκεδάσωμε. Ὅλα τὰ καλὰ πράγματα, καθὼς λέγει ἡ παροιμία, εἶναι δύσκολα, καὶ στὰ παιδιὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρέχωμεν ὅ,τι ταιριάζει σὲ μελλοντικοὺς ἄνδρες· δηλαδὴ κόπον, προσοχήν, μὴ προκαταβολικὰ ἱκανοποιουμένην, καὶ κάποια σφιχτοδεμένη τέχνη ποὺ θ’ ἀποδώσῃ καρποὺς στὴν ὥρα της. Τὸ σπουδαῖο τοῦ ἔργου εἶναι, ὄχι νὰ ξυπνήσωμε τὴν ἐξυπνάδα τῶν μικρῶν, γιατὶ αὐτὰ ἤδη εἶναι πάρα πολὺ πονηρά, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τὴν κανονίσωμε, σύμφωνα πρὸς τὸ βιβλίο, ποὺ εἶναι ἡ ἀρχιτεκτονική μας, ὁ καθεδρικός μας ναός. Μνημεῖο ἀντίκρυ σὲ μνημεῖο, ἢ μᾶλλον μνημεῖο πάνω σὲ μνημεῖο. Εὐτυχῶς ἡ ἐποχὴ τῆς ρητορείας πέρασε πιά.» Δυστυχῶς τὰ περισσότερα ἀναγνωστικὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, ἀκριβῶς ἐπρόκειτο νὰ διασκεδάσουν τὰ παιδιὰ καὶ ὄχι νὰ τὰ μορφώσουν. Ἐὰν ὅμως μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ βιβλία εἶναι καλά, θὰ διατηρηθοῦν καὶ θὰ διορθωθοῦν, σύμφωνα μὲ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, συμφωνῶ εἰς τὸ ὅτι πρέπει εἰς τὰς ἓξ τάξεις τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ὄργανον διδασκαλίας νὰ εἶναι ἡ δημοτική. Ἡ δημοτικὴ γλῶσσα εἶναι ἡ γλῶσσα ποὺ ξέρει τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του, καί, ὅταν πηγαίνει εἰς τὸ σχολεῖον, δὲν δυσκολεύεται νὰ τὴν γράφῃ καὶ νὰ ἐκφράζῃ μ’ αὐτὴν πιστὰ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς σκέψεις του καὶ τὸ σχολεῖον δὲν δυσκολεύεται μ’ αὐτὸ τὸ ὄργανο νὰ κανονίζῃ καὶ ρυθμίζῃ τὸ μυαλὸ τοῦ παιδιοῦ. Ἀλλά, δυστυχῶς, εὑρισκόμεθα ἐμπρὸς εἰς πραγματικὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοήσῃ κανείς. Ἔχομεν διγλωσσίαν· κοντὰ στὴ δημοτικὴ γλῶσσα ἔχομεν καὶ τὴν καθαρεύουσαν. Μὲ τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν ἐκφράζομεν τὸν συναισθηματικόν μας κόσμον. Εἰς αὐτὴν γράφεται ἡ ποίησις καὶ ἡ πεζὴ λογοτεχνία καὶ μόλις τώρα ἀρχίζουν μερικοὶ νὰ γράφουν μ’ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν καὶ ἄλλα θέματα, ἐπιστημονικὰ καὶ πολιτικά. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔχομεν τὴν καθαρεύουσαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι γραμμένα ὅλα τὰ ἐπιστημονικὰ βιβλία, οἱ νόμοι καὶ αἱ ἐφημερίδες. Τὸ παιδὶ ποὺ θὰ βγῇ ἀπὸ τὸ δημοτικὸ σχολεῖο, εἶναι ὁπωσδήποτε ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ἰδέαν καὶ τῆς καθαρευούσης, ἔστω καὶ ἂν δὲν πρόκειται νὰ πάῃ στὸ γυμνάσιο. Ἀλλὰ εἰς τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ μάθουν καλὰ τὴν καθαρεύουσαν. Διὰ τοῦτο τὸ πολύ, πολύ, ἠμπορεῖ νὰ διδάξῃ κανεὶς εἰς τὰ παιδιὰ τὰ στοιχεῖα τῆς γραπτῆς γλώσσης διὰ νὰ ἀρχίσῃ, ἐὰν θέλῃ, ἀργότερα μόνο του νὰ παρακολουθῇ καὶ τὰς ἐφημερίδας, καὶ τοὺς νόμους. Ἄλλωστε ἐπιστημονικὰς μελέτας δὲν θὰ εἶναι ποτὲ ἱκανὸς ὁ ἀπόφοιτος τοῦ δημοτικοῦ σχολείου νὰ κάμῃ, ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς γλώσσης, ἀλλὰ τῆς λοιπῆς ἀνεπαρκοῦς καταρτίσεώς του. Δι’ αὐτὸ συμφωνῶ εἰς τὸν ὁρισμὸν τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ὡρῶν διδασκαλίας τὴν ἑβδομάδα καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία αὐξάνει τὰς ὥρας ματαίως. Ἁπλῶς πρέπει τὰ παιδιὰ νὰ μάθουν ἐλάχιστα στοιχεῖα τῆς καθαρευούσης, χωρὶς νὰ τὰ κουράσωμεν καὶ χωρὶς νὰ τοὺς ἀφαιρέσωμεν χρόνον χρήσιμον δι’ ἄλλα μαθήματα, θετικώτερα καὶ ὠφελιμώτερα. Θὰ εἶχα ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ δημοτικὴ νὰ καλλιεργῆται καὶ εἰς τὸ Γυμνάσιο μὲ ἐκθέσεις καὶ ἀναγνώσματα. Νὰ εἶναι μὲν βεβαίως ἡ καθαρεύουσα ὄργανον διδασκαλίας εἰς τὰ Γυμνάσια, ἀλλὰ νὰ μὴ παραμελῆται καὶ ἡ δημοτική.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ ποίαν γραμματικὴν θὰ διδάσκεται ἡ δημοτική; Μὲ τοῦ Γληνοῦ;
§92Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ γραμματικὴ εἶναι τῆς γλώσσης. Ἡ γραμματικὴ ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει, ὅπως ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἡ γλῶσσα. Καὶ ἡ γλῶσσα τῶν Ζουλούδων ἔχει γραμματικοὺς καὶ συντακτικοὺς κανόνας. Τὸ κακὸν τοῦ πράγματος εἶναι, ὅτι ἐμεῖς ἔχομεν διγλωσσίαν, ὅτι ἀναγκαζόμεθα νὰ κουράζωμεν τὰ παιδιά μας μὲ τὸ νὰ τοὺς διδάσκωμεν δυὸ γλῶσσες. Αὐτὸ εἶναι δυστύχημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμε νὰ κάμωμε διαφορετικὰ παρὰ πρέπει νὰ τὸ δεχθῶμεν ἕως ὅτου, μὲ τὴν ἐργασίαν καὶ τὸν χρόνον, νὰ τὸ διορθώσωμεν. Θὰ ἔλθῃ στιγμή, ὅπου θὰ ἐξαλειφθῇ ἡ διγλωσσία. Ἀλλὰ πρὸς τὸ παρὸν ὑπάρχει, εἴτε θέλομεν, εἴτε ὄχι. Ὁπωσδήποτε ἐδῶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἀκαδημία, ὥστε νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ δημοτικὴ θὰ ἐπικρατήσῃ ἢ ἡ καθαρεύουσα. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν, ὡς νομοθέται, εἶναι νὰ ἴδωμεν καθαρὰ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ νὰ προσαρμόσωμεν τὴν ἐκπαιδευτικήν μας νομοθεσίαν πρὸς τὰ πράγματα, ὥστε τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα θὰ βγοῦν ἀπὸ τὰ δημοτικὰ Σχολεῖα, νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὡπλισμένα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς ἀνάγκας τῆς ζωῆς. Κατὰ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, νομίζω, ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ δημοτικὴ τελειωτικά, ἀφομοιώνουσα πολλὰ λεκτικὰ στοιχεῖα, ὀλίγα γραμματικὰ καὶ ἐλάχιστα συντακτικὰ τῆς καθαρευούσης, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπικρατήσῃ, πρέπει οἱ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν τοῦτο ὅπως ἐγώ, νὰ γράφουν τὰ ἐπιστημονικά τους βιβλία εἰς τὴν δημοτικήν, διότι ἡ γλῶσσα αὐτὴ πρέπει νὰ καλλιεργηθῇ συστηματικῶς διὰ νὰ γίνῃ ἱκανή, ὥστε νὰ διατυπώνωνται σ’ αὐτὴ μὲ σαφήνειαν καὶ μὲ ἀκρίβειαν τὰ ἐπιστημονικὰ θέματα. Τότε μόνον, ὅταν πραγματοποιηθῇ τοῦτο θὰ ἐκλείψῃ ἡ διγλωσσία. Θὰ εἶχα τώρα νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς εἰς τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰς ὥρας τῆς διδασκαλίας τῆς καθαρευούσης εἰς τὰς δύο τελευταίας τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλε κάποιο νομοσχέδιον, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον ἀπαλλάσσονται τὰ παιδιὰ τῶν ξενοφώνων μερῶν ἀπὸ τὰ σχολικὰ τέλη. Θὰ ἤμην τῆς γνώμης—καὶ θὰ συστήσω μὲ ὅλην τὴν θέρμην μου εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὰ ξενόφωνα χωρία νὰ μὴ διδάσκεται οὔτε τὶς τρεῖς ὧρες τὴν ἑβδομάδα ἡ καθαρεύουσα εἰς τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα, διότι τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα ἐπειδὴ δὲν ἠξεύρουν ἀπὸ τὸ σπίτι τους νὰ ὁμιλήσουν Ἑλληνικά, ὅταν πᾶνε εἰς τὸ Σχολεῖον, ἐκτὸς ἀπ’ ὅσα μαθαίνουν τὰ Ἑλληνόφωνα παιδιά, εἶναι πρῶτα ἀνάγκη νὰ μάθουν ἐπὶ πλέον καὶ κυρίως νὰ ὁμιλοῦν τὴν δημοτικήν· εὑρίσκονται ἑπομένως εἰς πολὺ μειονεκτικότερη θέση ἀπὸ τὰ ἑλληνόφωνα παιδιά, τὰ ὁποῖα ἠξεύρουν ἀπὸ τὸ σπῆτι τους προφορικὰ τὸ ὄργανο διδασκαλίας τοῦ σχολείου. Ἑπομένως ὁ κόπος ποὺ κάνουν τὰ ξενόφωνα παιδιά, εἶναι πολὺ μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν κόπον τῶν ἑλληνοφώνων. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι τὰ παιδιὰ αὐτὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖον, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν νὰ ὁμιλήσουν ἀρκετὰ καλὰ οὔτε τὴν δημοτικήν. Πόσον μᾶλλον θὰ πάθουν σύγχυση γλωσσική, ἂν θὰ διδάσκωνται καὶ τρίτη γλῶσσα, τὴν καθαρεύουσα, ποὺ ἄλλωστε εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατο νὰ τὴ μάθουν, σὲ τόσο λίγον καιρό, οὐδὲ τὰ ἑλληνόφωνα παιδιά. Γι’ αὐτὸ προτείνω κατὰ τὶς 3 ἢ 4 ὧρες, ποὺ στὰ ἑλληνόφωνα παιδιὰ θὰ διδάσκωνται τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς καθαρευούσης, εἰς τὰ ξενόφωνα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ διδασκαλία τῆς δημοτικῆς, μάλιστα μὲ συνομιλίες πρὸς τὸ δάσκαλο. Δηλαδὴ προτείνω, στὰ ξενόφωνα μέλη νὰ μὴ διδάσκεται καθόλου ἡ καθαρεύουσα στὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Νομίζω γιὰ τὴ σύνθεσι τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ καταρτίσουν τὰ προγράμματα τῶν σχολικῶν βιβλίων καὶ θὰ τὰ ἐγκρίνουν, ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου δὲν πρέπει νὰ διορίζεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποδεικνύεται ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον. Διότι, ἂν ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου θὰ διορίζεται μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, δυνατὸν νὰ ὑφίσταται τὸν ἐπηρεασμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου θὰ ὑποδεικνύωνται ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον. Σ’ ἕνα σημεῖον ἔχω νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου, εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ἄρθρου 10, ὅπου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἰσάγει τὴν διδασκαλίαν τῆς λαϊκῆς τέχνης εἰς τὰ σχολεῖα. Θὰ παύσωμεν, ἐλπίζω, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ βλέπωμεν τῆς ἀηδίες τῶν διαφόρων χειροτεχνημάτων, τὰ ὁποῖα παράγουν τώρα μὲ τόσην ἀπελπιστικὴν ἀφθονίαν τὰ σχολεῖα μας. Δι’ αὐτοὺς ὅλους τοὺς λόγους θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἂν καί, καθὼς σᾶς εἶπον εἰς τὴν ἀρχήν, εἶμαι ἀνεξάρτητος καὶ δὲν ἐπηρεάζομαι καθόλου ἀπὸ τὴν θέσιν οἱουδήποτε ζητήματος ἐμπιστοσύνης. (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μέρος.
§94Α. ΜΕΡΟΣ. Εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ρίπτει τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος καὶ τῆς καταδίκης ἐναντίον τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Νομίζω, ὅτι ἐκτοξεύεται μία βαρυτάτη κατηγορία ἐναντίον τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, κατόπιν τῆς ὁποίας θὰ ἐπερίμενε κανεὶς νὰ ἴδῃ πρότασιν περὶ ὁλοσχεροῦς τοῦ θεσμοῦ καταργήσεως, ὡς χρεωκοπήσαντος. Ἀντὶ ὅμως τοιαύτης προτάσεως, προτείνεται μία μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία, ἀσφαλῶς, θὰ προῆλθεν ἐκ προσωπικῶν ἀφορμῶν, τὰς ὁποίας θὰ εἶχον δώσει μέλη τινὰ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ ποῖαι ἦσαν αἱ ἀφορμαὶ αὗται; Ὁ θόρυβος ὁ γενόμενος εἰς τὸν τύπον καὶ ἡ πρώτη εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, ἄφηνον νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι αἱ ἀφορμαὶ αὗται εἶχον σχέσιν μὲ ἐπιληψίμους ἐνεργείας τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ὡς σώματος. Καὶ θὰ ἐπεριμέναμεν πρότασιν διὰ τὴν ὁλοχερῆ του κατάργησιν. Παραδόξως ὅμως—καὶ διὰ νὰ εὑρίσκεται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εἰς μίαν ἀκόμη ἀντίφασιν—βλέπομεν, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 25 τοῦ Νομοσχεδίου, οὔτε τὴν αὐτὴν κατάστασιν ὅλων τῶν μονίμων μελῶν τοῦ συμβουλίου προτείνει. Ἀρκεῖται εἰς μίαν βαθμιαίαν ἀποχώρησιν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτᾶται: Αἱ κατηγορίαι αἱ ἐκτοξευθεῖσαι ἐναντίον τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου ἦσαν ἀσύστατοι καὶ συκοφαντικαὶ ἢ ἦσαν ἀληθεῖς; Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἶναι ἀπολύτως σαφής, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ στηρίζωμεν μίαν μεταρρύθμισιν ἐπὶ ἀσυστάτων κατηγοριῶν. Εἴμεθα ὅθεν ἠναγκασμένοι νὰ ἐρωτήσωμεν πάλιν: ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἐλατήριον τῆς περιφήμου αὐτῆς μεταρρυθμίσεως, ποία ἡ ἀφορμή, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τόσον θόρυβον καὶ ἔκαμε τὴν Βουλὴν νὰ καταναλίσκῃ πολύτιμον χρόνον; Ἀγωνίζεται ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ αὐξήσῃ τὰ ἑπτὰ μόνιμα μέλη τοῦ Συμβουλίου εἰς ἐννέα; Περὶ αὐτοῦ καὶ μόνον πρόκειται ἢ πρόκειται, τὰ τέσσαρα αἱρετὰ μέλη νὰ γίνουν δύο; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἅπαντον τῶν προσπαθειῶν του; Ὁμολογοῦμεν, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ὅτι εἶναι ἀσέβεια πρὸς αὐτὴν τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀπασχολοῦμεν μὲ ἓν ζήτημα τόσον λεπτομερειακόν, ἐνῷ ὑπάρχουν σημαντικώτατα ζητήματα εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἄξια νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν, δοθέντος ὅτι ἡ ἐκπαιδευτική μας κατάστασις πᾶν ἄλλο ἢ εἰς εὐχάριστον εὑρίσκεται θέσιν. Πρέπει κανεὶς νὰ ἐρευνήσῃ προσεκτικῶς τὴν ἐκπαιδευτικήν μας κατάστασιν, διὰ ν’ ἀντιληφθῇ τὰ πραγματικὰ αὐτῆς τρωτά, τὰ ἄξια νὰ κινήσουν τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ μελετήσουν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν περὶ τῆς σχολικῆς ὑγιεινῆς, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι τὸ ¼ τῶν ἐξετασθέντων ἰατρικῶς μαθητῶν εὑρέθη πάσχον ἀπὸ διάφορα νοσήματα, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς πολλὰς σκέψεις. Ἰδοὺ λοιπὸν μία θλιβερὰ πλευρὰ τῆς ἐκπαιδευτικῆς μας καταστάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἀδιαφόρους. Ἀλλ’ ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς προσκομίσῃ ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐβελτιώνετο ἡ ὑγιεινὴ τῶν μαθητῶν, μᾶς παρουσιάζει τοιοῦτον, ἀφορῶν τὴν ἀντικατάστασιν δύο ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων. Γνωρίζετε ἐπίσης, κύριοι, οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτήριά μας εἶναι, τὰ πλεῖστα, καταγώγια καὶ ὅτι μέσα εἰς αὐτὰ φθείρεται ἡ ὑγεία τῶν μαθητῶν καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ δημιουργηθῇ φρόνημα ὑψηλόν. Ἐκεῖ γίνονται οἱ φυματικοί, οἱ νευρασθενικοί, οἱ ἐξησθενημένοι. Ἐκεῖ ἀτονοῦν οἱ χαρακτῆρες. Διὰ τὸ κατάντημα αὐτὸ βλέπομεν μόνον τὴν ἀδιαφορίαν καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν. Οὐδεμία προσοχή. Τὸ ζήτημα τῶν διδακτηρίων παρουσιάζει, σύμφωνα μὲ τὴν ὡς ἄνω ἔκθεσιν, μίαν τραγικὴν εἰκόνα. Βλέπομεν οὕτω, ὅτι ἐκ τῶν σχολικῶν κτιρίων, πλέον τοῦ ἑνὸς τετάρτου εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἡ ἐξέτασις περιωρίσθη εἰς σχολεῖα τῶν πόλεων καὶ δὲν περιέλαβε καὶ σχολεῖα τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ποίαν οἰκτρότητα παρουσιάζουν. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῶν διδασκάλων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμεθα τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ τοὺς παράσχουν τὰ πρῶτα φῶτα καὶ τὰ πρῶτα διὰ τὴν ζωὴν ἐφόδια. Καὶ ἡ κατάστασις αὐτῶν εἶναι οἰκτροτάτη καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ διεγείρῃ εἰς τὴν ψυχὴν ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τῆς Βουλῆς, ζωηρὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς καὶ τῆς εὐθύνης. Ἐξητάσθησαν, κύριοι, 2.230 ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοί. Ἐξ αὐτῶν εὑρέθησαν ἄρρωστοι 1.042. Οἱ ἡμίσεις, δηλαδή, εἶναι ἀσθενεῖς παθολογικῶς, ἀλλὰ καὶ διανοητικῶς, διότι παρετηρήθη ὅτι ἀρκετὸς ἀριθμὸς διδασκάλων πάσχει ἐκ ψυχικῶν νόσων. Ταῦτα ἀπὸ ἀπόψεως ὑγιεινῆς μόνον τῶν διδασκάλων. Ἐὰν ὅμως θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη καὶ τὸ ποιὸν αὐτῶν, ἀπὸ ἀπόψεως μορφώσεως καὶ ἱκανότητος διὰ τὸ διδακτικόν των ἔργον, θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν πρὸ νέας οἰκτρότητος. Τοσαύτη δὲ εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια ἀρκετῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, ὥστε θὰ ἦτο προτιμότερον πολλὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα σχολεῖα νὰ ἦσαν κλειστά, παρὰ νὰ λειτουργοῦν μὲ διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀνικανότητος στρεβλώνουν τὴν παιδικὴν ψυχήν. Ἔχομεν, κύριοι, 12.000 περίπου δημοδιδασκάλους. Ἐξ αὐτῶν τέσσαρες ἕως πέντε χιλιάδες στεροῦνται καὶ διπλώματος. Εἶναι ἕνας ὄχλος, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰσδύσει εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, διὰ νὰ διαπράττῃ τὸ μέγα ἔγκλημα τῆς ἐθνικῆς τυφλώσεως καὶ τῆς νεκρώσεως τῶν παιδικῶν ψυχῶν. Δὲν ὑπάρχουν, κύριοι βουλευταί, οἱ ἱκανοὶ ἐκπαιδευτικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ χύσουν φῶς εἰς τὴν παιδικὴν διάνοιαν καὶ νὰ ἐμπνεύσουν εἰς αὐτὴν ὑψηλὰ ἰδανικά. Ὅστις θὰ ἐξετάσῃ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τὴν ἐκπαίδευσίν μας, θὰ αἰσθανθῇ τὴν μεγαλυτέραν ἀπογοήτευσιν, διότι οὐδεμία σχεδὸν εἰς τὸ σημερινὸν σχολεῖον γίνεται ἐργασία ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, τῶν ἀπαιτουμένων δηλαδὴ διὰ τὴν νεότητα ἰδανικῶν.
§95Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐάν, κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν μέχρι τοῦδε κατάστασιν δὲν εὐθύνωνται οἱ μέχρι τοῦδε διοικοῦντες τὴν παιδείαν, τότε ποῖοι εὐθύνονται;
§96Α. ΜΕΡΟΣ. Τὴν εὐθύνην, κ. Ὑπουργέ, ἀκεραίαν φέρουν οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ καὶ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Πταίει τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ ἀναλαμβάνοντες τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, κάθε ἄλλο παρὰ κατάλληλοι εἶναι, διὰ νὰ ἐξυψώσουν τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἰδοὺ ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρατηρεῖται τῆς Παιδείας ἡ κατάπτωσις. Καὶ ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω τοῦτο, κ. Ὑπουργέ: Παρήλασαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δεκάδες Ὑπουργῶν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Καὶ εἶναι ζήτημα ἐὰν εἷς ἢ δύο ἐξ αὐτῶν, ἐνδιεφέρθησαν νὰ καλέσουν τοὺς ἀνωτέρους τοῦ Ὑπουργείου ὑπαλλήλους, διὰ νὰ ζητήσουν παρ’ αὐτῶν πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐκπαίδευσις. Ἡ φροντὶς τῶν περισσοτέρων Ὑπουργῶν ἐξετείνετο μόνον εἰς τὴν ἀποστολὴν σημειωμάτων εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, περὶ μεταθέσεων διδασκάλων.
§97Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εὐθύνονται ἀναμφισβητήτως καὶ οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοί. Ἀλλ’ ἡ ἐξουσία αὐτῶν εἶναι περιωρισμένη, ἰδίως εἰς τὰ διοικητικὰ ζητήματα.
§98Α. ΜΕΡΟΣ. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ εἰκὼν εἰς τὰς γενικωτέρας αὐτῆς γραμμάς. Ἂς ἔλθωμεν ὅμως εἰς τὸ ζήτημα τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία περισσότερον πρέπει νὰ κινῇ τὴν προσοχήν μας. Γνωρίζετε, ὅτι ἔχομεν ἕναν ὡρισμένον ἀριθμὸν δημοτικῶν σχολείων, εἰς τὰ ὁποῖα φοιτοῦν τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ. Ἐκεῖνα ὅμως, τὰ ὁποῖα καλῶς ὁπωσδήποτε καὶ κανονικῶς λειτουργοῦν, εἶναι τὰ σχολεῖα τῶν πόλεων. Διὰ τὰ χωρία δὲν ὑπάρχει καμμία πρόνοια. Ὅ,τι χειρότερον εἰς τὸν ἐκπαιδευτικὸν κλάδον, ἐκπέμπεται εἰς τὰ χωρία, ἀκριβῶς διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν πνευματικὴν τύφλωσιν.
§99Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐγὼ ἐνεργῶ τὰς τοποθετήσεις;
§100Α. ΜΕΡΟΣ. Δὲν καταφέρομαι προσωπικῶς. Δίδω μίαν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὴ νὰ μᾶς συγκινήσῃ.
§101Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐφόσον μᾶς κατηγορεῖτε, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν μεριμνῶμεν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, θέλομεν νὰ ἴδωμεν ποῖος ἐνεργεῖ τὰς μεταθέσεις.
§102Α. ΜΕΡΟΣ. Τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον προτείνει τὰς μεταθέσεις καὶ προαγωγάς, ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὰς ἐκτελέσῃ ἢ ὄχι.
§103Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Μόνον τὰς προτάσεις.
§104Α. ΜΕΡΟΣ. Ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν εἶναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου, αἱ ἀφορῶσαι μεταθέσεις δι’ ὑπηρεσιακὰ παραπτώματα. Διὰ τὰς ἄλλας, τὸ βέτο τὸ ἔχει ὁ Ὑπουργός.
§105Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἶναι τόσον ἀλληλένδετοι αἱ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ μὴ τὰς ἐνεργήσῃ.
§106Α. ΜΕΡΟΣ. Ἔλεγα λοιπόν, ὅτι ὅ,τι ἐκλεκτὸν ὑπάρχει εἰς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον, παραμένει εἰς τὰ κέντρα, διὰ νὰ ἐμφανίζηται ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἐκπαίδευσις ὡς εὑρισκομένη εἰς ὑψηλὸν ἐπίπεδον καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ ἔχουν τὰς ἀνέσεις των οἱ ἐπιτήδειοι ἐκ τῶν διδασκάλων. Εἰς τὰ χωρία, ἐπαναλαμβάνω, στέλλονται συνήθως οἱ χειρότεροι. Γενικώτερον, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐκπαιδευτική μας ἀνόρθωσις ἔδει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία, κατὰ κοινὴν πλέον ὁμολογίαν, πρέπει νὰ εἶναι ἑξαετὴς καὶ πραγματική. Δηλαδὴ πρέπει νὰ ὑποχρεοῦνται ἀνεξαιρέτως ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ νὰ φοιτῶσιν εἰς τὰς 6 τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ἐπίσης ἐπιτακτικὴ προβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, νὰ μεριμνήσῃ καὶ διὰ τὴν ἐπαγγελματικὴν μόρφωσιν τῶν νέων, δηλαδὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἀποφοιτῶντες ἀπὸ τὸ ἑξατάξιον δημοτικὸν σχολεῖον, θὰ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ριφθοῦν εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς. Εἶναι καθῆκον ὅθεν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ φροντίσῃ ἀπὸ τοῦδε, ὅπως διαμορφωθῇ εἷς κύκλος ἐπαγγελματικῆς μορφώσεως, μέσα εἰς δύο ἢ τρία ἔτη, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἤθελον καθορισθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Γυμνάσια, κοινὴ ὁμολογουμένως εἶναι ἡ ἀντίληψις, ὅτι ταῦτα ἐν Ἑλλάδι εἶναι περισσότερα τοῦ δέοντος, ὅτι καλλιεργοῦν τὸν κλασσικισμὸν καὶ ὅτι συντρέχουν λόγοι πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Πρέπει νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ Γυμνάσια καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸ προσωπικὸν αὐτῶν δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην ἐπάρκειαν. Ἐννοοῦμεν ὀλιγώτερα Γυμνάσια μὲ καλοὺς καθηγητάς. Ἀπέναντι ὅμως ὅλων αὐτῶν τῶν τρωτῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀντέταξε τὴν Πλατωνικὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι μελλοντικῶς θὰ προνοήσῃ, ἐνῷ ὁλόκληρος ἤδη ἡ προσοχή του συνεκεντρώθη εἰς τὴν προτεινομένην μεταρρύθμισιν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἀνορθώσεως τῆς χωλαινούσης Παιδείας μας. Ἐξ ὅσων ὅμως ἔχουν λεχθῆ, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ διατυμπανιζομένη αὐτὴ μεταρρύθμισις εἶναι μία ἁπλῆ λεπτομέρεια, ἡ ὁποία, πρὸς τὸ παρόν, ὀφείλει ν’ ἀφήσῃ ἐντελῶς ἀδιάφορον τὴν Βουλήν. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ θελήσῃ νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πλῆρες αὐτοῦ τὸ ἐκπαιδευτικὸν πρόγραμμα, ἕνα δηλαδὴ σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀρχίζῃ ἀπὸ τὴν ἐξυγίανσιν τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἀπὸ τὴν ἀπόκτησιν καταλλήλων διδακτηρίων, ἀπὸ τὴν ἠθικὴν καὶ μορφωτικὴν ἐξύψωσιν τῶν διδασκάλων, ἕνα σύστημα μὲ πρόγραμμα ἐκπαιδεύσεως, προσαρμοζόμενον πρὸς τὰς σημερινὰς συνθήκας τῆς ζωῆς, τότε θὰ δύναται νὰ ὑποβάλῃ καὶ νομοσχέδιον ὡς αὐτό, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ συζήτησις, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ, παρὰ εἰς τὴν ἐξοικονόμησιν δύο προσώπων. Ἂν δὲν προηγηθῇ ἡ σειρὰ τῶν σοβαρῶν ἐκπαιδευτικῶν μέτρων, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλή, ἀσεβοῦσα πρὸς τὸν λαόν, νὰ συζητῇ ἐπὶ προσωπικῶν νομοσχεδίων. Ὁπωσδήποτε, δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ αὐτὸς ὁ ὑπερβολικὸς τόνος καὶ νὰ καταναλωθοῦν τρεῖς τῆς Βουλῆς συνεδριάσεις, διὰ ζήτημα τόσο ἀσήμαντον καὶ τόσο λεπτομερειακόν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην μ. μ. (Μετὰ τὴν διακοπήν). (Ὥρα 11 καὶ 10′ μ. μ.).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§109Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἂν μὴ ἐγεννῶντο διάφοροι ἀντιρρήσεις κατὰ τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός, ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν ἔχουν σοβαρὰν ὑπόστασιν. Περιεστράφη κυρίως τὸ ζήτημα τῶν ἀντιλεγόντων καὶ ἡ ἔννοια τῶν ἀντιλεγόντων εἰς τοῦτο, ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις αὗται εἶναι μικραὶ καὶ συνεπῶς δὲν λύουσι τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα καὶ δὲν εἶναι, τούτου τοῦ λόγου ἕνεκεν, ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῶμεν εἰς αὐτὸ διὰ μακρῶν μετὰ τὰς γνώμας τῶν ἀντιλεγόντων. Δυοῖν θάτερον: ἢ αἱ μεταρρυθμίσεις εἶναι μικραὶ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν πράγματι αἱ τοιαῦται μεταρρυθμίσεις, αἱ εἰσαγόμεναι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι μικραί, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐγείρεται τόσον σφοδρά, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀντίρρησις ἐκ μέρους διαφόρων ἀντιλεγόντων, ἢ αἱ μεταρρυθμίσεις εἶναι μεγάλαι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεγόμενον παρ’ ὅλων σχεδὸν τῶν ἀντιλεγόντων, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα δὲν εἶναι ἄξιον σοβαρᾶς προσοχῆς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο εἶναι ἀκριβές, οὔτε αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ εἰσαγόμεναι, εἶναι μικραί, οὔτε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι μεγάλαι. Εἶναι ἀκριβῶς τὰ πρῶτα βήματα μιᾶς μεταρρυθμίσεως, ἡ ὁποία θ’ ἀναγεννήσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ συνεπῶς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐξεταζόμενον, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ σοβαρὰς ἀντιρρήσεις, διότι δὲν μεταρρυθμίζει καὶ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸν τρόπον τῆς διδασκαλίας, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ὁ τόσος θόρυβος. Μία ἐκ τῶν βασικωτέρων ἀντιρρήσεων ἦτο, τρόπον τινὰ εἰσάγουσα ἰσχυρισμὸν ἀπαραδέκτου, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων καὶ εἰδικῶς ἢ μᾶλλον ἰδιαίτατα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, τὴν ἐνεφάνισαν οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, οἱ προλαλήσαντες, ὑπὸ δύο μορφάς. Ὁ μὲν κ. Γεωργιάδης τὴν ἐνεφάνισεν ὑπὸ τὴν μορφήν, ὅτι οἱ σύμβουλοι οἱ ἐκπαιδευτικοὶ εἶναι μόνιμοι καὶ ὅτι, καθοριζομένης τῆς θητείας ἑξαετοῦς καὶ τῆς κατὰ διετίαν ἀνανεώσεως τῶν ἤδη ὑπαρχόντων, ἐπέρχεται οἱονεὶ μία κατάργησις τῆς μονιμότητος, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται κατὰ τὴν ἐκδοχὴν αὐτὴν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι, οὐδὲν τούτου ἀναληθέστερον. Δὲν θὰ εἶναι συνεπὴς κανεὶς πρὸς τὴν ἀκριβῆ ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ἤθελε δεχθῇ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἀποδίδεται φραγμὸς καὶ ἐμφιλοχωρεῖ πρόσκομμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλοίμονον ἂν δεχθῶμεν τὴν ἐκδοχήν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ρυθμίζουσα μίαν κρατικὴν λειτουργίαν, ἔχει ἐμπόδια ἐν τῇ διαρρυθμίσει ταύτῃ ἐκ τοῦ ὅτι ὡρισμένα πρόσωπα τυχὸν θὰ ἀπομακρυνθῶσι τῆς θέσεως αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ φαντασθῇ κανείς, ὅτι ὁ νομοθέτης ποτὲ ἠθέλησεν νὰ θέσῃ χειροπέδας, νὰ δεσμεύσῃ δι’ ἀναλύσεων συνταγματικῶν τὴν ἐνέργειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ νὰ ρυθμίσῃ ὁπωσδήποτε κεντρικὴν λειτουργίαν, καθ’ ὃν τρόπον αὕτη ἤθελε νομίσῃ πρόσφορον. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ καὶ νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, πρὸς τὸ πνεῦμα, πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς νομιμότητος, ὅτι ὁ νομοθέτης, εἴτε ὁ συνταγματικὸς εἴτε ὁ ἁπλοὺς νομοθέτης, ἠθέλησεν νὰ παραλύσῃ τέλεον τὴν κρατικὴν μηχανὴν καὶ νὰ καταστῇ ὑποχείριον ὡρισμένων προσώπων. Διότι ἐὰν αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὸ ἠνείχετο καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, θὰ ἠγόμεθα ἀσφαλῶς εἰς τὸ ἄτοπον νὰ εἴπωμεν, ὅτι καθίσταται ὁλόκληρος ἡ κρατικὴ μηχανὴ ὑποχείριον ὡρισμένων προσώπων, ἐξυπηρετοῦσα τοὺς σκοποὺς αὐτῶν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ τοιοῦτόν τι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ λειτουργοῦσα ὀρθῶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐὰν δὲν εἶναι ἐλευθέρα νὰ ρυθμίσῃ, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤθελεν αὕτη νομίσῃ πρόσφορον, μίαν κρατικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νομοθέτης εὑρίσκεται πρὸ ἐμποδίων, εὑρίσκεται πρὸ φραγμῶν εἰς τὸ νὰ κανονίσῃ κατὰ τὸν προσφορώτερον τρόπον ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς κρατικῆς μηχανῆς μίαν οἱαδήποτε ὑπηρεσίαν. Σήμερον τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ ὡρισμένα πρόσωπα καὶ ἡ θητεία αὐτῶν εἶναι διαρκής. Αὔριον ὁ νομοθέτης διαβλέπει, ὅτι διὰ τῆς α ἢ β καλλιτέρας διαρρυθμίσεως, καλλίτερον ἤθελεν λειτουργήσῃ ἡ κρατικὴ μηχανή. Θὰ δημιουργήσῃ νέαν κατάστασιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, μεταβάλλων τρόπον σκέψεως, μεταβάλλων τρόπον ἐνεργείας καὶ λέγων, ὅτι τὴν α ὑπηρεσίαν δὲν τὴν θέλω διαρκῆ, τὴν θέλω ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ νομοθέτης, ἐὰν βλέπῃ ὅτι ζημιοῦται, ὅτι παραλύει ἡ Κρατικὴ μηχανὴ ὁλόκληρος, νὰ ἀφήσῃ τὸ Κράτος ἔκθετον καὶ ἐγκαταλελειμμένον; Καὶ θὰ εἶναι σχολαστικὸς νομοθέτης καὶ θὰ εἶναι νομοθέτης ἀνάξιος τοῦ νὰ ρυθμίζῃ Σύνταγμα ὁλόκληρον, ὅταν, λέγω, ἀφήσῃ ἔκθετον εἰς ἕνα κλύδωνα πολιτικόν, εἰς μίαν παραζάλην, εἰς ἕνα οἱονδήποτε κρημνόν, εἰς τὸν ὁποῖον φέρεται διὰ τῆς τοιαύτης διαρρυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης, καὶ δὲν θὰ εἶναι νομοθέτης σώφρων ἐκεῖνος, ὅπως ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀφήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅπως ἤθελε κρίνῃ αὕτη προσφορώτερον. Δὲν νομίζω ὅτι εὑρίσκονται, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἐν δικαίῳ οἱ λέγοντες, ὅτι ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόσκομμα νομοθετικόν.
§110Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς δώσετε τὴν ἑρμηνείαν τῆς Συνταγματικῆς Διατάξεως, ὅπως σεῖς τὴν ἐννοεῖτε;
§111Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀμέσως. Ἡ ἔννοια τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, εἶναι νὰ μὴ μένωσιν ἔκθετοι εἰς οἱανδήποτε μεταβολὴν ἢ εἰς οἱανδήποτε πνοὴν τοῦ ἰσχυροῦ. Ὅταν ὅμως ὁ νομοθέτης λέγῃ τοῦτο, δὲν ἐννοεῖ ποτὲ νὰ ὑποτάξῃ τὰ πάντα εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ καταργήσῃ τὴν θέσιν ἐκείνην, νὰ τὴν καταργήσῃ ὁλοσχερῶς καὶ πρόρριζα καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος νὰ ἀπολυθῇ. Τοῦτο τὸ πράττει ὁ νόμος. Διότι ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἤθελε σκεφθῇ, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως ἐκείνης ἀγαθὰ θὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, δίδει τὸ δικαίωμα νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις ἐκείνη καὶ ἀφήνει τὸν ὑπάλληλον ἔκθετον καὶ ἐγκαταλελειμμένον. Τοῦτο τὸ πράττει, διότι πρὸ παντὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας δέον νὰ ἐξυπηρετηθῶσι. Συμφέρον τῆς Πολιτείας εἶναι καὶ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἶναι, τρόπον τινά, ἕνα ἀσφαλιστικὸν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου κατοχυρώνεται ὁ ὑπάλληλος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του. Ἀλλὰ ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην, προσφυᾶ ἔκφρασιν νομοδιδασκάλου, τοῦ Ἀγγελοπούλου, ὅτι δὲν θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ Κράτος ἔκθετον καὶ δὲν θὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ τηρήσωμεν τοὺς ἀσφαλιστικοὺς τύπους. Δὲν θὰ ἀφήσωμεν νὰ καταποντισθῇ αὐτό, τὸ ἀσφαλιζόμενον ὁλόκληρον, διὰ νὰ μὴ παραδῶμεν ἕναν ἀσφαλιστικὸν τύπον. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀκριβολογοῦντες ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ κυρωθῇ ὁ ἀσφαλιστικὸς τύπος, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, διὰ τὴν καλὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Ὅταν ὅμως βλέπῃ, ὅτι διὰ τοῦ τύπου πρόκειται νὰ καταποντισθῇ αὐτὸ τὸ ἀσφαλιζόμενον, θὰ ἦτο σώφρων ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔθετε φραγμόν; Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εἴμεθα ἀκριβεῖς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν κειμένων νόμων ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου κώλυμα νομοθετικόν. Ὁ ἕτερος τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων εἶπεν ἀπόψε, ὅτι ἐμφανίζει τὴν ἄποψιν τῆς συνταγματικότητος, ἀπὸ ἄλλης μορφῆς, ὅτι δηλαδή, κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὰ συμβούλια ταῦτα θὰ ἀποτελοῦνται κατὰ τὰ ⅔ ἐκ μονίμων ὑπαλλήλων καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ ἐκπαιδευτικοὶ δὲν εἶναι μόνιμοι. Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ εἶναι καὶ παραμένουσι μόνιμοι, παραμένουσιν δὲ ἐφόσον ὑπάρχει ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη. Δὲν γεννᾶται, λοιπόν, ἀμφιβολία οὐδεμία, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ κώλυμα ἐκ τοῦ Συντάγματος. Δὲν φαντάζομαι, ὅτι σώφρων τις θὰ εἴπῃ, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰ κείμενα τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, θὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ παραλύσῃ ὁλόκληρος ἡ λειτουργία χάριν ἑνὸς ἁπλουστάτου τύπου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξασφαλίζεται. Διότι δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος. Ὥστε εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας, ὅτι Συνταγματικὸν κώλυμα δὲν ὑπάρχει. Εἰσήχθησαν, κύριοι, ὡρισμέναι μεταβολαὶ εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, διότι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Ἐφόσον, λοιπόν, οὐδὲν κώλυμα ὑπάρχει, εἶναι ἀνάγκη δι’ ἐλαχίστων νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν καὶ κατὰ πόσον στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ἐπὶ τοῦ δικαίου, ἢ ὑπαγορεύεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, λέγω, τῆς σιδηρᾶς, τῆς ἀλυγίστου, ἡ τοιαύτη μεταρρύθμισις, ἡ εἰσαγομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Καὶ διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀσφαλὲς ἐπὶ τοῦ προκειμένου πόρισμα, θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐὰν τὸ περὶ οὗ πρόκειται Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ πιστῶς, ἢ ἂν τὰ ἐξεπλήρωσεν ἀμελῶς ἢ ἂν τὰ ἐξεπλήρωσε κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιοῦται, ὄχι ἁπλῶς νὰ δικαιοῦται, ἀλλὰ νὰ ὑποχρεοῦται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ προϊσταμένη ἐξουσία νὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ καθίστανται δυναταὶ τοιαῦται ὑπερβασίαι, ἂν θέλετε, ἢ τοὐλάχιστον ἐπιπολαιότητες. Ὁ σκοπὸς τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου εἶναι νὰ ἐνεργῇ τὰς ἐκπαιδευτικὰς μεταβολάς, σκοπὸς τούτου σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ ἐνίων ἐκ τῶν συμβούλων εἰδικώτερον, εἶναι νὰ παρέχωσιν οὗτοι τὰ διδακτικὰ βιβλία, σκοπὸς τούτου εἶναι νὰ παρατηρῇ μὲ ἄγρυπνον βλέμμα τὴν ἐν γένει λειτουργίαν τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸ Κράτος ὁλόκληρον, σκοπὸς τούτου εἶναι καὶ νὰ ὑποδεικνύῃ ποῖα εἶναι τὰ κατὰ τὴν ἀντίληψίν του πρόσφορα μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ θέτῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ προϊστάμενον Ὑπουργεῖον. Καὶ ἐρωτᾶται: Τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ τὰ καθήκοντά του ταῦτα, ἅτινα ἀπαρτίζουσιν τὸν μόνον προορισμόν του, τὰ ἔργα ταῦτα τὰ ἐξεπλήρωσε; Καὶ ἐὰν τὰ ἐξεπλήρωσε, τὰ ἐξεπλήρωσεν ὡς ἔπρεπεν εἰς ἓν ἐπιστημονικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον προΐσταται τῆς ἐκπαιδεύσεως ὁλοκλήρου; Τοῦτο εἶναι τὸ ἐξεταστέον. Εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ παιδεία στηρίζεται ἐπὶ ὡρισμένων ἐννοιῶν, στηρίζεται ἐπὶ τῆς θρησκείας, τὴν ὁποίαν διδάσκει, τὴν ὁποίαν καὶ πρέπει νὰ ἐμφυσήσῃ εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλληνοπαίδων καὶ νὰ γαλουχήσῃ αὐτὴν μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς πατρίδος, μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς οἰκογενείας, ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνεται ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή. Ἡ ἐκπαίδευσις, δεδομένη ὅπως ἐμπρέπει, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ μητρικὸν γάλα τῆς πνευματικῆς καὶ διανοητικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἐδόθη λοιπὸν ἡ τοιαύτη τροφή; Τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἐμερίμνησεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ὑποχρεώσεών του καὶ καθηκόντων του, ὥστε ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὑπ’ αὐτὸν τὸν τόνον καὶ τοῦτο τὸ πνεῦμα νὰ γαλουχηθῶσι αἱ μέλλουσαι γενεαί; Ἀναμφισβητήτως ἠστόχησεν ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ του καὶ ἀναμφισβητήτως ἦτο ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις, κατόπιν τῆς τοιαύτης ἀστοχίας, διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὅσα νομίζει μέτρα, κατὰ τὴν κρίσιν του, διὰ νὰ περιστείλῃ τὸ κακὸν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καὶ τὰ μέτρα ταῦτα νὰ τὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριοι, ἓν ἀναγνωστικὸν ἐγκεκριμένον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον, τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον· διακωμῳδεῖ τὴν ἔννοιαν τῆς θρησκείας, δίδει τὴν ἰδέαν καὶ ἐμβάλλει καὶ ἐμφυσᾷ τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς νεαροὺς Ἑλληνόπαιδας, ὅτι πρέπει νὰ ἀσεβῶσι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τηρῶσι τὸν ἀπαιτούμενον σεβασμὸν καὶ τὴν πεποίθησιν πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς θρησκείας. Καὶ τὸ ἐγκεκριμένον αὐτὸ ἀναγνωστικὸν λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει): «.... ὁ χορὸς ἄρχισε μέσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν». Ὁ χορὸς δίδει τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ σεβώμεθα τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια.
§112Α. ΠΑΧΝΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§113Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι τὰ πράγματα καὶ αἱ ἐκφράσεις τόσον καθαραί, ὥστε νὰ κατανοῶνται ἀπὸ τοὺς πάντας καὶ ἀπὸ τοὺς μαλλιαροὺς καὶ ἀπὸ τοὺς δημοτικιστὰς καὶ ἀπὸ τοὺς καθαρευουσιάνους· αἱ φράσεις εἶναι σαφεῖς.
§114Α. ΠΑΧΝΟΣ. Νὰ τὸ διαβάσητε ὁλόκληρον, ὄχι ἀποσπάσματα. Φράσιν μὲ φράσιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κρίνωμεν.
§115Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ δώσητε ἄλλην ἔννοιαν ἀπὸ αὐτήν, τὴν ὁποίαν δίδομεν, διότι εἶναι τὸ γράμμα ἀνεπίδεκτον ἄλλης ἑρμηνείας.
§116Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶνε ἐγκεκριμένον ἀπὸ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον αὐτὸ τὸ βιβλίον;
§117Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μάλιστα.
§118Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἐγκεκριμένον, εἶναι ἓν ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἀναγνωστικὸν τοῦ Παπαμάρκου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐγκριθῆ.
§119Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι τὸ ἀναγνωστικὸν «ὁ Ἥλιος» ἐγκεκριμένον διὰ τὰς ἀνωτέρας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς τὸ φέρω. Μὲ ἀρκεῖ ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι αὐταὶ αἱ ἐκφράσεις, διότι οἱ Ἕλληνες δὲν στέλλουν τὰ παιδιά τους εἰς τὰ σχολεῖα νὰ μάθουν ὅτι πρέπει νὰ ὀρχῶνται μὲ τὸν Μπάρμπα Μῆτρο μὲ τὶς ποδάρες του γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι, ἂν μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ἀδιαφορίας, τὴν ὁποίαν δικαιοῦμαι νὰ ὀνομάσω ἐγκληματικήν, καὶ ἐπιτακτικὴ ἐγένετο ἡ ὑποχρέωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὸ νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἂν δὲν θέλετε δολίως, ἂν δὲν θέλετε συμπαθῶς πρὸς τὸν κομμουνισμόν, τοῦ ὁποίου πρόγραμμα εἶναι ἡ κατάργησις τῆς θρησκείας—ὅπως ἴσως ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὸ δεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι ἐγένετο δολίως ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ὑποδαυλισθῶσιν αἱ κομμουνιστικαὶ ἰδέαι, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς καταρρίψεως τῆς θρησκείας—ἐπέδειξαν πάντες τεραστίαν ἀδιαφορίαν, ἡ ὁποία εὐλόγως καὶ εἰκότως ἐγέννησε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅστις δὲν θὰ ἦτο συνεπὴς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ἂν, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰ τοιούτου εἴδους ἀναγνώσματα καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει του ὅτι λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ οἱ Ἕλληνες εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των διὰ νὰ τὰ ποτίζωσι μὲ τὰ νάματα τῆς ἀσεβείας καὶ ἀθεΐας, ἄν, λέγω, δὲν προσεπάθη συστηματικῶς καὶ ἐντόνως νὰ παρακολουθήσῃ μὲ ἄγρυπνον βλέμμα, ὡς ἔπραξε, καὶ νὰ λάβῃ τὰ ἐνδεδειγμένα μέτρα. Ἂν νομίσητε σεῖς, ὅτι τὰ προτεινόμενα μέτρα δὲν εἶναι πρόσφορα καὶ τελεσφόρα, εὕρετε ἄλλα ριζικώτερα, ἀλλὰ δὲν νομίζω ποτὲ ὅτι θὰ εἴπετε ὅτι τὰ ἐπιπόλαια μυαλά, αἱ ἐπιπόλαιαι αὗται σκέψεις—διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ βαρυτέραν ἔκφρασιν, ἀλλὰ τὴν μετριωτέραν τοιαύτην—πρέπει νὰ μείνωσιν αἰσιόδοξοι καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξεύρωσι ἄλλον Μπαρμπα–Μῆτρον διὰ νὰ κάμῃ ἄλλο τι χειρότερον, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν. Κύριοι, μὴ λησμονῆτε ὅτι ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Μὴ λησμονῆτε ὅτι μᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται βαθὺν τὸν πόνον πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ βαθὺν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν θρησκείαν. Μὴ λησμονῆτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωμεν ἀντιθέτους ἰδέας, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἀκριβεῖς τῆς ἐντολῆς μας ἐκτελεσταί, μὴ λησμονῆτε, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς ἐντολῆς καὶ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ πνεύματος καὶ τῆς βουλήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἐντολεῖς μας· καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἶμαι πεπεισμένος ἀπολύτως, ὅτι θὰ ἐξεγερθῇ σύσσωμος ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ καὶ πελωρία ἡ ἀγανάκτησις τῶν Ἑλλήνων, ὅταν τὰ παιδιά των διδάσκωνται τὸν κομμουνισμόν, τὴν ἀθεΐαν καὶ τὴν τελείαν περιφρόνησιν πρὸς τὴν οἰκογένειαν, ὅπως μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς ἀποδείξω, καὶ ὅταν βλέπωσιν ὅτι ἡ θρησκεία καὶ ἡ οἰκογένεια, τὰ δύο θεμέλια ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται ἡ ἐκπαίδευσις, παρεδόθησαν ἕρμαιον εἰς τὴν τύχην τοῦ πρώτου τυχόντος ἐκμεταλλευτοῦ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ ἄλλο γεγονός, ὅτι ὁμιλοῦσι μετὰ τῆς ἐσχάτης περιφρονήσεως πρὸς μίαν ἄλλην ἰδέαν, ἐξ ἴσου ἱερὰν μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς θρησκείας, πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς μάννας. Καὶ ἀκούσατε κατὰ τίνα τρόπον καὶ ποῖαι ἐκφράσεις ἐκφεύγουσι τῶν χειλέων διαφόρων τῶν ἡρώων, τῶν ἀναγνωσμάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα προορισμὸν ἔχουν νὰ ἐμφυσήσωσι τὰς εὐγενεστέρας ἰδέας εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλληνοπαίδων. Ἀκούσατε ἕνα διάλογον (Ἀναγινώσκει: «Ποιὸς εἶσαι καὶ μὲ ἐρωτᾷς τὶ κάνω;..... ἐγὼ εἶμαι ἡ μητέρα σου.» Ἡ ἀπάντησις τοῦ παιδιοῦ εἶναι (Ἀναγινώσκει); «Εἶσαι τρελλή, φωνάζει τὸ παιδὶ πρὸς ἐμέ, τόσα ὑποστᾶσαν ἵνα τὸ ἐπανεύρω, τὴν μητέρα του, θυμωμένο. Δὲν εἶμαι γυιός σου, γιατὶ σὺ εἶσαι μία ζητιάνα καὶ κουρελιάρα.»...
§120Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Ποῦ τὸ ηὕρατε αὐτό;
§121Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Παπαμιχαὴλ «Μέλισσα» ἀναγνωστικά.
§122Ε. ΜΑΧΑΙΡΑΣ. Ὑπὸ τίνος συμβουλίου εἶναι ἐγκεκριμένον;
§123Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τοῦ γνωστοῦ (Ἀναγινώσκει): «εἶσαι τρελλή, φωνάζει θυμωμένο, γιατὶ σὺ εἶσαι ζητιάνα καὶ κουρελιάρα...
§124Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Αἱ λέξεις εἶναι ἄσχημαι, αἱ ἰδέαι εἶναι καλαί.
§125Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εὐχαριστοῦμαι, κ. συνάδελφε, ἰδιαζόντως, διότι συμφωνοῦμεν (Ἀναγινώσκει): «Ὠϊμέ.... ................... παρὰ ἐσένα.»
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῦ τὸ ηὕρατε αὐτό;
§127Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀπολύτως ἐπίσημα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἑξαετὲς καὶ ἑπταετὲς παιδί, τὸ ὁποῖον μεταβαίνει διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ὡρισμένας ἰδέας εὐγενεῖς, νὰ ἀκούσῃ ὅτι ὑπάρχουν παιδιά, τὰ ὁποῖα λέγουν συχαμένη τὴν μάννα τους, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι, ἂν μή τι ἄλλο, δύνασθε νὰ εἴπητε ἀψυχολόγητα, διότι καὶ ἂν ἀκριβῶς θέλῃ νὰ παραστήσῃ ἕνα κακὸ παιδί...
§128Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα δὲν δύνασθε νὰ σχηματίσητε ἰδέαν.
§129Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, λάβετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ὀρθότερον, τὸ νὰ προσκομισθοῦν ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ βιβλία αὐτά, εἶναι κἄτι τι σχεδὸν ἀδύνατον. Εἶναι ἀπολύτως ἀρκετὸν ὅτι σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν σελίδα, εἰς τὸ βιβλίον, καὶ ἔχω καὶ τὴν κριτικήν, δὲν ὑποθέτω δέ, ὅτι θὰ θέσητε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἐπίσημον κριτικήν. Θέσατε τὴν χεῖρα εἰς τὴν συνείδησίν σας καὶ ψηφίσατε. Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι, ἐν ἐλαχίστῃ σκιαγραφίᾳ, τὰ ἀφορῶντα τὴν θρησκείαν ἀφ’ ἑνός, καὶ τὴν οἰκογενειακήν των γλῶσσαν ἀφ’ ἑτέρου. Αἱ δύο ἱερώτεραι καὶ αἱ δύο προσφιλέστεραι καὶ αἱ δύο τιμιώτεραι ἔννοιαι, τὰς ὁποίας ἔχει βεβαίως ἀνεξιτήλοις γράμμασιν ἐγκεχαραγμένας εἰς τὴν ψυχὴν ἀκόμη καὶ τῶν παιδίων ὁ Ἕλλην, ζωγραφίζονται μὲ αὐτὰς τὰς φράσεις. Καὶ ἔλθετε τώρα ὑμεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι παρορῶμεν τὴν γενικὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, παρορῶμεν τὸν ὀρθὸν λόγον, παρορῶμεν τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους—διότι, νομίζω, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δύναται νὰ προοδεύσῃ ἓν Κράτος, ὅταν παρορῶνται καὶ ρίπτωνται εἰς τὴν λήθην πάντα ταῦτα—ἔλθετε νὰ εἴπητε, εἴτε πρὸς ἐξυπηρέτησιν μιᾶς ἐσφαλμένης ἰδέας, εἴτε πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἑνὸς πείσματος, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ τὰ τοιαῦτα μέτρα ἀπέναντι τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ἀποτείνομαι πρὸς ἐντίμους ἀντιπροσώπους τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου καὶ ἔχω τὴν ἀσφαλῆ πεποίθησιν, ὅτι πάντα ταῦτα θὰ τὰ σταθμίσωσιν ἰδιαζόντως οὗτοι, ὅτι δὲν θὰ εἶσθε ὑμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ρίψετε τὰ ἅγια τοῖς κυσίν. Ὅμοιαι, Κύριοι, ἐκφράσεις ὑπάρχουν καὶ περὶ τῆς ἐννοίας τῆς Πατρίδος. Καὶ ταῦτα μέν, δι’ ἐλαχίστων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμέλειαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ὑψηλοτέρου καθήκοντός του, ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντος τῆς ἐπιλογῆς τῆς πνευματικῆς τροφῆς, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ τροφοδοτήσῃ τὰς νεαρὰς ἐκείνας ὑπάρξεις. Τὸ Κράτος, Κύριοι, πολλῷ κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως· τὸ Κράτος ἔχει ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀγρυπνῇ διαρκῶς ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐφόσον ἔταξεν ἓν σῶμα ἐπιστημονικόν, καὶ ἐφόσον ἔταξεν ἓν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐφρόντισε νὰ τὸ περιβάλῃ μὲ ἀρκετὰ προσόντα, ἐπέβαλε ταὐτοχρόνως εἰς αὐτὸ ἐν τῇ ἐνασκήσει ἑνὸς τόσον ὑψηλοῦ ἔργου, ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸ καὶ ὡρισμένας ἀρχάς, ἐπιτακτικὰς ὑποχρεώσεις, ὑποχρεώσεις, τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἀποστῇ καὶ τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ παραβλέψῃ, διότι κατ’ ἐμὲ εἶναι τόσον ἱεραὶ αὗται αἱ ὑποχρεώσεις καὶ τόσον τίμιαι, ὥστε οὐδὲ ἡ ἐλαφρὰ ἢ ἐλαφροτάτη ἀμέλεια ἐπ’ αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωρηθῇ. Κατὰ συνέπειαν, τὰ ὅσα ἐγὼ λέγω διὰ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον, ἀντιθέτως εἴχατε σεῖς ὑποχρέωσιν νὰ τὰ εἴπητε διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδράνει, κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐκινεῖτο, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ γενόμενα καὶ ἐνεργούμενα ἐνώπιον αὐτοῦ τὸν ἄφηνον ἀσυγκίνητον. Διαβλέπω εὐγενῆ προσπάθειαν, διαβλέπω, καὶ κατ’ ἐμὲ θὰ ἰδῆτε καὶ ὑμεῖς, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς ὑψηλοῦ καὶ ἐπιβεβλημένου καθήκοντος. Ἔρχονται εἰς τὸν νοῦν μου τὴν στιγμὴν ταύτην, κύριοι, τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γεωργιάδης εἶπεν, καὶ ἐξηγῶ τὰ πλεῖστα τούτων, ἐκ τοῦ ὅτι διετέλεσε συνήγορος τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν κατηγορουμένων. Δὲν ἀδικῶ τοῦτον, λόγῳ τοῦ ἐπηρεασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀσυναισθήτως ᾐσθάνθη, λόγῳ τοῦ ἐπηρεασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνεπιγνώτως κατέλαβεν αὐτόν, ἀφοῦ συνεταύτισε τὴν τύχην του, ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντός του, μετὰ τοῦ κατηγορουμένου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ὅπως ὡμολόγησεν, ἔδωσεν ἀντίγραφα ὡρισμένων σημειωμάτων. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, περὶ τούτου τοῦ γεγονότος τοὐλάχιστον, δὲν ἔχει τὴν ἐμπρέπουσαν σοβαρότητα. Εἶναι τοῖς πᾶσιν γνωστόν, ὅτι πάντες οἱ Βουλευταί, οὐδενὸς σχεδὸν ἐξαιρουμένου, εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα μεταβαίνοντες, δίδουσι σημειώματα, ἀλλὰ τὰ σημειώματα περιέχουσι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν βουλευτῶν, αἰτήσεις αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γίνωσιν ἀποδεκταί, διότι εὑρίσκονται ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ καὶ στηρίζονται κατὰ τὴν γνώμην των ἐπὶ τοῦ δικαίου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὶ ἐγένετο; Ἁπλῶς, ἐγένοντο ὅσα ἐλέχθησαν. Ἔχομεν κατηγορηματικὴν δήλωσιν, καὶ ὑπομιμνήσκω τὴν δήλωσιν αὐτήν, ὅτι δὲν ἐδόθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ σημειώματα τοιαῦτα.
§130Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἀληθῆ αὐτά, τότε θὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς χρῆσιν τῶν σημειωμάτων αὐτῶν.
§131Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἔχετε νὰ ζητήσητε καμμίαν ἄδειαν ἀπὸ ἐμέ. Λέγω ὅτι ἔχομεν κατηγορηματικὴν τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τοιαῦτα σημειώματα δὲν ἐδόθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ βαρυσήμαντον γεγονός, ὅτι ὅταν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἔφθασαν εἰς τὸν Πρόεδρον τοιαῦτα σημειώματα, μετέβη ὁ ἴδιος.....
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μετέβη κληθείς.
§133Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. ..... καὶ ἠρώτησε τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν, ἐὰν τυχὸν ἐστάλησαν ἐκ μέρους του σημειώματα, καὶ ἐὰν ἐνδιεφέρετο διὰ ταῦτα. Καὶ ἐδόθη κατηγορηματικὴ καὶ σαφὴς ἀπάντησις, ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε, οὐδὲ ἔδωσεν ὁ ἴδιος σημειώματα. Ἀλλὰ καὶ ἄν, ὅπως γίνεται εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ἐὰν μία ὑπηρεσία διεβίβασε τοιαῦτα σημειώματα, ἔχομεν τὴν μοναδικὴν ἀπάντησιν ὅτι, «κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἐξασκήσητε τὸ καθῆκόν σας, κάμνοντες ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει ἡ συνείδησις ὑμῶν· καὶ ἂν εὑρίσκετε, ὅτι οἱονδήποτε αἴτημα στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου, αὐτὸ νὰ ἐκτελέσητε, ἀδιαφοροῦντες καὶ μὴ ἐνδιαφερόμενοι δι’ οὐδὲν τούτων». Τὴν κατηγορηματικὴν ταύτην ἀπάντησιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον. Εἶναι ἀπάντησις, ἡ ὁποία ἐξύψωσε τὸν λέγοντα. Ὅταν τοιαῦτα πρόκεινται γεγονότα, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος Βουλευτής, φέρων τοιαῦτα ὡς ἐπιχείρημα, εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ; Ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς ἐμέ, ὅτι ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν σημειωμάτων, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἠθέλησαν νὰ προσαγάγουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐξελέγη, διὰ νὰ ἀναγνωσθῇ, ἕν, φέρον τὴν ὑπογραφήν, τίνος; ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, ὅστις ὑπάρχει καὶ σήμερον, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ σώματος τῆς διώξεως τοῦ κομμουνισμοῦ.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§135Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁ Φεσσόπουλος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς διώξεως τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἔρχεται νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σημείωμα αὐτοῦ, παρ’ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος — δὲν εἶναι πρὸς μείωσιν αὐτοῦ, διότι πρεσβεύει τὰς ἰδέας του — παρ’ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος διάκειται συμπαθῶς πρὸς τὸν κομμουνισμόν, διάκειται συμπαθῶς πρὸς τὸν Σοσιαλισμόν, καὶ κατὰ συνέπειαν, δὲν ἠδύνατο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, νὰ λέγεται ὅτι ἐλέχθησαν ἀνεπηρεάστως. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ταῦτα ἐλέχθησαν πρὸς διαστρέβλωσιν τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ἀνεπιγνώτως καὶ ἀναληθῶς. Κατὰ συνέπειαν, τὸ σημείωμα ἐκεῖνο, καὶ ἂν ἀκριβὲς εἶναι, δὲν προέρχεται ποτὲ ἀπὸ πολιτευόμενον, ἀλλὰ ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ δώσῃ οἱονδήποτε σημείωμα.
§136Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι συνταγματάρχης καὶ λέγετε ὅτι ἐδικαιοῦτο;
§137Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Λέγω ἐδικαιοῦτο, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ κανεὶς νὰ δίδῃ σημειώματα, ὅπως καὶ σᾶς καὶ οἱονδήποτε ἄλλον πολίτην. Θέλω τώρα νὰ μοῦ εἴπητε, τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως —καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν ἀντίληψιν, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ μοῦ εἴπητε εἰλικρινῶς—εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι συνέπεσε νὰ εἶναι καὶ διάφορον τὸ πρόσωπον τὸ δῶσαν τὸ σημείωμα, εἴτε τοῦτο συνεδέετο μὲ τὸν Α, εἴτε συνεδέετο μὲ τὸν Β; Καὶ τίς δύναται νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὅτι ὁ συνταγματάρχης ἔδωσεν ἕνα σημείωμα, διότι συνεδέετο μὲ ἕνα κομματάρχην, μὲ ἕνα γραμματέα, μὲ ἕνα εἰσηγητήν, μὲ ἕνα ἐκπαιδευτικὸν σύμβουλον, εἴτε οἱονδήποτε πρόσωπον τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου; καὶ πῶς θὰ εἶναι καλὸς συζητητὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δοθὲν σημείωμα τὸ διεβίβασε; Δὲν νομίζω ὅτι, ἐὰν τυχὸν ἐγένετο ποτὲ τοιοῦτόν τι, δὲν θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, διότι δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀπόδειξιν, οὔτε βεβαίωσιν, οὔτε πιθανότητα περὶ τοῦ ὅτι τὸ σημείωμα τοῦτο ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὸ διεβίβασεν ὁ Ὑπουργὸς ἐκ μέρους τοῦ Φεσσοπούλου. Δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὥστε ἐφόσον, λέγω, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι, ἔρχεται τὸ ἐρώτημα: τίνα λόγον εἶχεν ἡ ἐπίκλησις τοῦ σημειώματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένον ποῖος τὸ ἔδωκε καὶ τίς τὸ διεβίβασε; Ὥστε, ὅταν πρόκειται νὰ ἀνατάμῃ τις τὰ πράγματα, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἀληθείας, εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι μία. Ὁ τρίτος τῶν προλαλησάντων σήμερον, κ. ὁ Μέρος, διεξετραγώδησε τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ παρέστησε καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις εὑρίσκεται εἰς ἓν ἐλεεινὸν σημεῖον. Τοῦτο ἀκριβῶς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ λυπηρόν, ἐὰν εἶναι ἀκριβές, εἶναι ἓν ἐπιχείρημα ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχῃ εὐθύνην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐτάχθη ἐπόπτης καὶ διαχειριστὴς τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν, συνεπεία τῶν ὁποίων ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον κατάντημα ἡ ἐκπαίδευσις. Καὶ συνεπῶς ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ὥστε γεννᾶται ἡ ἑξῆς σοβαρὰ ἀντίρρησις παρά τινος: ἦτο ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ νὰ ἐνεργήσῃ, καθ’ ὃν ἐνήργησε τρόπον, καὶ νὰ ὑποδείξῃ τὰ ληπτέα μέτρα καὶ νὰ προβῇ εἰς ὡρισμένας μεταρρυθμίσεις, εἰς ὅσα σημεῖα ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια; Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν πρῶτον τὴν μίαν ἐκ τῶν τροποποιήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὰ ληφθέντα μέτρα ἐνεδεικνύοντο ἢ ὄχι. Τὰ ὅσα ἐλέχθησαν καταλήγουσιν εἰς τὸ πόρισμα ὅτι ὑπαίτιος τῆς παρατηρουμένης καταστάσεως, ἂν μὴ ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ἐν τοῖς πλείστοις, εἶναι τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ληφθῶσι τὰ μέτρα. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ληφθέντα μέτρα; Ἐνισχύεται τὸ ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον διὰ τριῶν νέων μελῶν, τριῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι πλείονας ἐγγυήσεις καὶ δύνανται σπουδαίως νὰ συμβάλωσιν εἰς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ συμβουλίου. Καὶ ὅταν εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως, ὅταν οἱ πάντες συμφωνοῦμεν ὅτι τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον δὲν ἐξεπλήρωσε, εἴτε δολίως εἴτε ἐξ ἐλαφρᾶς συνειδήσεως εἴτε ἐξ ἀμελείας, πλήρως τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, τὸ ὅτι ἐνισχύθη τὸ νέον Συμβούλιον ἀπὸ τρεῖς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι τοῦτο μεμπτόν; Ἡ προσθήκη τῶν τριῶν τούτων μελῶν δὲν ἐξασφαλίζει πληρέστερον τὴν ὑπηρεσίαν; Οἱ τρεῖς οὗτοι καθηγηταὶ δὲν παρέχουσι τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ εἶναι ἐμφανῶς πληρέστερον συγκεκροτημένον τὸ Συμβούλιον ὅτι θὰ θεῶνται τὰ πράγματα ἀπὸ ὑψηλοτέρους σκοπούς, ὅτι θὰ προσφέρωσιν ὅλην τὴν πεῖραν των πρὸς ἀρτιωτέραν συντέλεσιν τοῦ ἔργου; καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλωμεν ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἦτο ἐπιβεβλημένη ὑπὸ τῶν πραγμάτων;
§138Α. ΜΕΡΟΣ. Νομίζετε, ὅτι ἂν ἀλλάξωμεν δύο μέλη τοῦ συμβουλίου, θεραπεύεται ἡ κατάστασις;
§139Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Μέρο, δὲν δύναμαι νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα εἶπον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἐρωτῶ, λοιπόν, καὶ ἡ ἐρώτησίς μου βλέπετε εἶναι ἄσχετος πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα ὑμῶν, ἐρωτῶ, ὅταν ἐνισχύωμεν διὰ τριῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον, τοῦτο δὲν εἶναι μία διάταξις, ἡ ὁποία ἔχει νὰ ἐπιχύσῃ ἓν ἐπιστημονικὸν φῶς εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον — διότι ὁρίζομεν, ὅτι τὰ τακτικὰ μέλη τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου συμπληροῦνται — λέγω, ἐρωτῶ, ὅταν συμπαρακάθηνται εἰς τὸ αὐτὸ συνέδριον ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουν νὰ ἀλλάξωσι γνώμας, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουν νὰ ἐπικοινωνήσωσι πρὸς ἄλληλα πνευματικῶς, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουν ἀπὸ κοινοῦ νὰ μεταλαμπαδεύσωσι τὰ φῶτά των, τὰ μέλη ἐκεῖνα, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις νὰ εἶναι ὁμότιμα; πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδ’ ἐλαχίστην διαφοράν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιστημονικὴν κατάστασίν των; Πῶς δέχεσθε, λοιπόν, ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ μέλος τοῦ συνεδρίου αὐτοῦ καὶ δημοδιδάσκαλος, μὴ ἔχων ἄλλο ἐφόδιον ἢ μόνον ἀπολυτήριον Σχολαρχείου; Καὶ ὅταν μὲ ἕνα καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου συμπαρακάθηται εἷς δημοδιδάσκαλος, μὴ ἔχων οὔτε ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ὁποία συνεργασία εἶναι δυνατὸν νά γίνῃ;
§140Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ὅμως αὐτοὶ διορίζονται, καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην.
§141Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ ἦτο ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις, ἀκριβῶς χάριν τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα συμπαρακάθηνται μετ’ ἄλλων, ἀνωτέρας μορφώσεως μελῶν, νὰ ληφθῇ ἡ πρόνοια αὕτη. Φαντασθῆτε ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις ἐν τῷ συνεδρίῳ ἐκείνῳ, τῶν κατωτέρας μορφώσεως τοιούτων μελῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀπετέλουν παρὰ ἓν ἁπλοῦν μορμολύκειον, ἓν ἄμορφον καὶ ἄνευ γνώμης μέλος. Πῶς θὰ εἶχε τὸ θάρρος ἐκεῖνος, ὁ τελειόφοιτος τοῦ Σχολαρχείου, ἀκούων συζήτησιν ἐπιστημονικήν, νὰ ἐπέμβῃ καὶ μεταδώσῃ τὴν γνώμην του; Κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία ἐπιτάσσει ὅτι πρέπει νὰ ἐκλέγωνται τὰ μέλη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ὁμότιμα, ἦτο καὶ αὕτη ἐπιβεβλημένη. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπάρχει τι τὸ μεμπτόν; Δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἀμφιβολία, ὅτι καὶ ἡ ἄλλη διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας καθιστᾶται ἴδιον συμβούλιον διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐφέσεων καὶ ἐνστάσεων, εἶναι καὶ αὐτὴ μεστὴ ἐννοίας, εἶναι καὶ αὐτὴ ἀπόρροια μιᾶς ἐμπεριστατωμένης μελέτης τῶν πραγμάτων. Ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὅλαι αἱ ἐφέσεις τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, ἐφέσεις ἐναντίον ἀποφάσεων συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλον εἰς αὐτοὺς βαρυτάτας ποινάς, ἀδίκους μεταθέσεις, ἔρχονται ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἐφέσεως. Ὅταν, κύριοι, ὁ δικαστὴς τῆς κατ’ ἔφεσιν δίκης εἶναι ὁ αὐτὸς μὲ τὸν δικαστὴν τῆς πρωτοδίκου, δικαιοσύνη δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδοθῇ. Τοῦτο εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἄντικρυς πρὸς πᾶσαν ἔννοιαν δικαιοσύνης. Οἱοσδήποτε πρόσκειται πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης, πρόσκειται πρὸς τοὺς δικονομικοὺς τύπους, θὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἄβυσσον, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν ὀρθὸν λόγον ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ νοηθῇ ποτέ, ὅτι ὁ δικάσας εἰς πρῶτον βαθμόν, θὰ κληθῇ νὰ δικάσῃ ὁ ἴδιος καὶ εἰς δεύτερον βαθμόν. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοιοῦτόν τι συνέβαινεν. Ὑπέβαλλε τὴν αἴτησιν ὁ παραπονούμενος καὶ ἐκαλεῖτο ἡ ὁλομέλεια νὰ τὸν δικάσῃ, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως τὴν πλειοψηφίαν ἔχουν τὰ μέλη τὰ κρίναντα. Πῶς θὰ ὑπάρχῃ λοιπὸν οἱαδήποτε βάσιμος σκέψις, οἱαδήποτε πεποίθησις ὅτι θ’ ἀπεδίδετο τὸ δίκαιον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος παραπονούμενος ἤσκει ἔφεσιν, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ δικαίου; Καὶ οἱαδήποτε ἀπόφασις καὶ ἐὰν ἐξεδίδετο παρὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ συμβουλίου, ἔστω καὶ δικαία, εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἐγείροντος τὴν ἔφεσιν θὰ ὑπῆρχε τὸ πικρὸν παράπονον ὅτι ἐδικάσθη πάλιν ἀπὸ τὸν δικαστὴν τῆς πρώτης δίκης. Κατήντα λοιπὸν ν’ ἀποδίδῃ ἀδικίαν, τὸ χείριστον δὲ εἶναι, ὅτι καὶ δικαίαν τυχὸν ἀπόφασιν ἐὰν ἐξέδιδε δὲν θὰ κατώρθωνε νὰ πείσῃ κανένα, πολλῷ δὲ ἧττον τὸν παραπονούμενον, περὶ τούτου. Ὁ σκοπὸς τῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι μόνον ν’ ἀποδίδῃ τὸ δίκαιον, εἶναι καὶ νὰ ἐμπνέῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν δικαζομένων, ὅτι πράγματι ἀποδίδει δίκαιον. Ἀνατρέψατε τὰς βάσεις ταύτας καὶ τὰ δόγματα οἱασδήποτε δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα ἐθεμελιώθησαν διὰ τῆς παρατηρήσεως καὶ τῆς πείρας διὰ μέσου τῶν αἰώνων— καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀναλλοίωτα — τὰ θεμέλια αὐτά, τὰ δόγματα αὐτά, τὰ παραδεδεγμένα γενικῶς, εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ δικαστήρια, οἱασδήποτε μορφῆς καὶ ἐὰν εἶναι ταῦτα, εἴτε διοικητικά, εἴτε καθαρῶς δικαστικά, ὅταν λέγω, ἀνατρέψητε τὰ ἀξιώματα αὐτὰ καὶ κλονίσητε τὰ βάθρα τῆς δικαιοσύνης, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ν’ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη. Καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ὅτι τοιαῦτα ἐτελεσιουργοῦντο διὰ τῆς τοιαύτης κρίσεως τῶν ἐνδίκων μέσων, ἐρωτῶ, ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης καὶ δὲν ἦτο καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐπιτακτικὴ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὥστε ἄλλα πρόσφορα καὶ τελεσφόρα μέσα νὰ ληφθῶσιν, ἵνα ἀποδίδηται πράγματι δικαιοσύνη καὶ συγχρόνως νὰ ὑπάρχῃ πίστις εἰς τοὺς δικαζομένους, ὅτι ἀπονέμεται εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνη καὶ δὲν ἀδικοῦνται; Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁλόκληρος ἡ θητεία ἔπρεπε ν’ ἀνανεωθῇ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, ἔπρεπε νὰ συσταθῇ ἕνα νέον Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον. Ἐφόσον ὅμως τοῦτο δὲν γίνεται, ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ γενόμενον ἤδη. Καὶ ἡ ἑξαετὴς θητεία εἶναι ἀρκετὴ καὶ ἡ ἀνανέωσις θὰ ἐπιφέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, γίνῃ. Δὲν εἶναι τί τὸ νέον, καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν σωματεῖα ὁλόκληρα καὶ συνέδρια, ἀποσκοποῦντα εἰς τοῦτο: ὅτι πρέπει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ὑπάρχῃ μία συνέχεια καὶ μία πολυετὴς πεῖρα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ χύνεται νέον αἷμα, πρὸς ἀναζωογόνησιν. Τοιοῦτον σύστημα ἔχει ἀναγνωρισθῆ καὶ παρὰ τῆς ἐπιστήμης καὶ παρὰ τῆς λογικῆς καὶ παρὰ τῆς δυναμικῆς τῶν πραγμάτων. Λέγεται ὅτι πρέπει νὰ δημιουργῆται τοιοῦτον τι συνέδριον, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη ν’ ἀνανεοῦνται ἑκάστοτε, ὥστε καὶ ἡ πεῖρα ἡ κτηθεῖσα νὰ παραμείνῃ ἐν αὐτῷ, ὥστε νὰ εἶναι ἐνήμερον τῶν περιστάσεων τῶν προηγουμένων, ἀλλὰ καὶ νέον αἷμα νὰ χύνεται εἰς αὐτό. Εἶναι σχεδὸν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς Γερουσίας, εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν, τὴν σύνθεσίν του καὶ τὴν ἀναδημιουργίαν, ἐγένετο παρὰ πάντων ἀποδεκτόν. Δὲν νομίζω, λοιπὸν ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ δύναται νὰ ξενίσῃ καὶ δὲν δύναται νὰ ξενίσῃ, διότι, ὡς προεῖπον, ὑπάρχει ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο ἀνανέωσιν τοῦ συμβουλίου, ὡρισμένων ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν. Διότι, κύριοι, εἰς τὸ πρόσφατον ἀκόμη σημεῖον, εἰς τὴν πρόσφατον δρᾶσιν των ὑπάρχουν οὐκ ὀλίγαι ἀτασθαλίαι, οὐκ ὀλίγαι ἀμέλειαι καὶ τῶν νῦν ἐν ἐνεργείᾳ ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων. Ἀλλὰ καὶ πρὸ αὐτῆς ὑπῆρξε μία ἀτελείωτος σειρὰ ἀτασθαλιῶν, καὶ πρέπει νὰ κρίνωμεν τὸ συμβούλιον ὡς ἑνιαῖον σύνολον. Ἓν ἐκ τῶν ἔργων τοῦ συμβουλίου, ὡς προεῖπον, εἶναι τὸ νὰ καταρτίζῃ καὶ τοὺς πίνακας τῶν προακτέων. Καὶ ὅμως εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, εἶναι βεβαιωμένον ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι εἰς τοὺς πίνακας τῶν προακτέων λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως περιελήφθησαν καὶ λειτουργοί, μὴ ἔχοντες τὰ πρὸς προαγωγὴν νόμιμα προσόντα. Τοιοῦτοι ὑπῆρξαν οἱ Ἐκπαιδευτικοὶ Σύμβουλοι, προκειμένου νὰ κρίνουν τὴν τύχην ὡρισμένων ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, προκειμένου νὰ κρίνουν τὴν τύχην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν, ἵνα ἀποκτήσουν ἕνα στάδιον, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν δικαίαν ἀξίωσιν νὰ προσδοκῶσι παρὰ τῆς Πολιτείας μίαν δικαίαν κρίσιν, μίαν κρίσιν ἐμπεριστατωμένην, μίαν μεγαλυτέραν προσοχήν, δεδομένου ὅτι οἱ πίνακες αὐτοὶ εἶναι διαρκείας ἑνὸς ἔτους, καὶ ὅτι θὰ καταβάλλεται ἡ δέουσα προσοχή, ἵνα μὴ μαραίνηται ὁ ζῆλος καὶ καταστρέφωνται τὰ ἰδανικὰ καὶ τὰ ἐν γένει ὄνειρα τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ Ἐκπαιδευτικοὶ Λειτουργοὶ πρὸς ἐπιτέλεσιν ἑνὸς ὡρισμένου σκοποῦ καὶ πρὸς διάνυσιν ἑνὸς εὐγενοῦς σταδίου. Καὶ ὅμως ἐκ τῆς ἀβελτηρίας καὶ ὀλιγωρίας τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, εἰς τοὺς πίνακας τῶν προακτέων λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως περιελήφθησαν λειτουργοὶ μὴ ἔχοντες τὰ πρὸς προαγωγὴν νόμιμα προσόντα. Καὶ ἀντιθέτως, παρελείφθησαν ἄλλοι, κεκτημένοι τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἐπροτάθη ἐπίσης ὁ διορισμὸς ὡς καθηγητοῦ τῆς Γαλλικῆς εἰς ὡρισμένον Γυμνάσιον, ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἦτο ἤδη διωρισμένος εἰς ἄλλο σχολεῖον. Προδίδει καὶ τοῦτο μίαν ἀβελτηρίαν. Ἐπροτάθη ἐπίσης ἡ μετάθεσις διδασκάλου ἀπὸ ἕνα σχολεῖον εἰς ἄλλο, ἐνῷ οὗτος ἦτο ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ἐπροτάθη ἡ μετάθεσις εἰς κενὴν θέσιν, ἐνῷ δὲν ἦτο κενή. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἐτηρεῖτο τίποτε εἰς τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο. Δὲν ἐτήρουν Μητρῷον ἀκριβές, δὲν εἶχον ἀκριβῆ καὶ πλήρη πίνακα τῶν κενῶν θέσεων καὶ τῶν προσώπων τῶν διαφόρων Ἐκπαιδευτικῶν Λειτουργῶν. Ἐπροτάθη ἡ προαγωγὴ ἄλλου, μὴ κεκτημένου πτυχίον Πανεπιστημίου. Ἐπροτάθη ἐπίσης ἡ προαγωγὴ ἄλλων καὶ ὁ διορισμὸς ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ προσόντα. Καὶ ἐπροτάθη ὁ διορισμὸς ἄλλου, ὡς κεκτημένου τὰ προσόντα, ἐνῷ οὗτος πρὸ ὀλίγου εἶχε ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας δι’ ἀνηθίκους πράξεις, ἀνθρώπου, λέγω, ὁ ὁποῖος ἀπελύθη τῆς θέσεώς του καὶ ἀπεπέμφθη ἐκ τοῦ σώματος τοῦ διδασκαλικοῦ δι’ ἀνηθίκους πράξεις. Καὶ εὑρέθη τὸ Συμβούλιον νὰ ἀγνοήσῃ τὰς πράξεις αὐτάς, ν’ ἀγνοήσῃ τὴν ἰδίαν του ἀπόφασιν περὶ ἀπολύσεως καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀνήθικον ἐκεῖνον, ὅπως τὸν ἐχαρακτήρισαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ σώματος τοῦ διδασκαλικοῦ, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς τοιαύτας ἀνηθικότητάς του. Ὅταν, λέγω, τοιαῦτα γεγονότα ἔχει τις ὑπ’ ὄψει του, τὰ ὁποῖα δίδουσιν ἀμυδρὰν ἰδέαν τῶν τεκταινομένων, ὅταν ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς αὐτά, θὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ πατάξῃ καὶ ἔπρεπε νὰ παραμείνωσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι διαρκῶς καὶ ἐπ’ ἄπειρον διὰ νὰ ἐξακολουθῶσι ἐνεργοῦντες, καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργοῦσι καὶ ἔπρεπε νὰ παραμείνωσι διαρκῶς ἀθάνατοι διὰ νὰ σχηματίζωσι κλίκας; Διότι εἶναι ἀνθρώπινον ν’ ἀπαρτίζωνται κλίκες διὰ μιᾶς τοιαύτης συνεχοῦς διαχειρίσεως δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ δύναται κανεὶς νὰ τοὺς ἀποπέμψῃ. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν παρὰ ν’ ἀπαρτίζωνται, λέγω, κλίκες, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὁ χείριστος ὁδηγός, διότι χύνουσι τὸ μεγαλύτερον δηλητήριον μέσα εἰς τὴν Ἐκπαίδευσιν, δὲν ἔχουσι δὲ νὰ πάθωσι τίποτε ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα διότι θὰ μεταδῶσιν εἰς ἰσόβαθμον καὶ ἰσότιμον θέσιν. Κύριοι, ἡ κεντρικὴ ἰδέα, κατ’ ἐμέ, ἡ ὁποία διήκει ἐν τῷ συνόλῳ τὰ νομοσχέδια αὐτά, καὶ ἰδίως τὸ δεύτερον, εἶναι ἡ προστασία τῶν ἱερωτέρων θεσμῶν τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Ἑλλάς. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπάρχωσι προπαγάνδαι, μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἰς τὸν ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ κρυσφύγετον τῶν κομμουνιστῶν, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ὑπὸ προσωπεῖον ἑκάστοτε, ὑπῆρχον καὶ μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου διακείμενα συμπαθῶς πρὸς τὸν ὅμιλον αὐτόν. Ὁ ὅμιλος αὐτὸς συμπαθεῖ πρὸς τὸν Κομμουνισμόν, δὲν συζητεῖται δὲ ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν πυρῆνα, μίαν βόμβαν, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα ἔναυσμα διὰ ν’ ἀνάψῃ μίαν πυρκαϊὰν καὶ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὅ,τι ἱερώτερον ἔχει ἡ Ἑλλάς, διὰ νὰ κλονίσῃ τὰ θεμέλια τοῦ Ἔθνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος.
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ μὴ ἀσεβῆτε πρὸς τὸ ὄνομα τοῦ Δραγούμη.
§143Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μὴ μολύνετε τὸ ὄνομα τοῦ Δραγούμη, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο κομμουνιστής. Ἡ ἀλήθεια εἶναι μία: Δὲν πρόκειται περὶ ὅλων, πρόκειται περὶ τοῦ σκοποῦ ὃν ἐπιδιώκει ὁ Κομμουνισμός, κρυπτόμενος ὑπὸ οἷον δήποτε πρόσχημα. Ὁ σκοπὸς τοῦ κομμουνισμοῦ, κατ’ ἐμὲ καὶ κατὰ πάντα ἄνθρωπον ὁποῖος θέλει νὰ λέγῃ ἀπροφασίστως καὶ εὐθέως τὴν ἀλήθειαν, ἀποτελεῖ σάρακα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν.
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν.
§145Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀφοῦ δὲν διαφωνεῖτε, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ συμφωνήσετε. Ἐφόσον εἰς τὸ βασικὸν γεγονὸς δὲν διαφωνεῖτε, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ λέγητε, ὅτι ὁ ὅμιλος τῶν μαλλιαρῶν πρεσβεύει τὸν Κομμουνισμόν.
§146ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§147Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐὰν ἐξετάσητε λεπτομερῶς καὶ βαθέως τὰ πράγματα, θὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν φεύγω οὔτε κατὰ κεραίαν τῆς ὠμῆς, τῆς γυμνῆς ἀληθείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζῃ κανείς, διότι ἀκριβῶς δὲν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ὁ μαλλιαρισμός, δὲν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ἡ γλῶσσα ἡ μαλλιαρή. Ἀκριβῶς ὑπάρχουν ἐκθέσεις ἄπειροι, διὰ τῶν ὁποίων προσάγονται ὡρισμένα ἀναγνωστικά, διότι μέσα εἰς αὐτὰ δὲν ὑπῆρξε λέξις, φράσις μαλλιαρή. Πρόκειται, λέγω, περὶ γλώσσης δημοτικῆς, γλώσσης καθαρῶς δημοτικῆς, ἡ ὁποία θὰ διδάσκηται μόνον μέχρις οὗ τὸ παιδίον φθάσῃ εἰς ἡλικίαν δέκα ἐτῶν, πρόκειται περὶ τῆς γλώσσης ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ Βαλαωρίτης, περὶ τῆς γλώσσης, ἡ ὁποία, ἀποκαθαιρομένη ἀπὸ ὅλας ἐκείνας τὰς προσπαθείας δι’ ὧν ἀπεσκοπεῖτο ἡ εἰς αὐτὴν εἰσαγωγὴ χυδαϊσμῶν, ἀποτελεῖ τὴν γλῶσσαν, μὲ τὴν ὁποίαν, λέγω, καὶ οἱ ποιηταί μας ἔγραψαν τὰ ἐθνικά μας ᾄσματα. Ὅταν, λέγω, λοιπόν, ὅτι πρόκειται περὶ καθαρευούσης γλώσσης, οὐχὶ ἐκχυδαϊκευθείσης, ἀλλὰ περὶ γλώσσης, ἡ ὁποία εἶναι πραγματικῶς ἡ ὁμιλουμένη γλῶσσα, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἔχει τοὺς κανόνας της, ἡ ὁποία εἶναι εὔληπτος καὶ κανονικὴ διὰ τὸ παιδίον, δὲν νομίζω, ὅτι γεννᾶται σπουδαῖον ζήτημα, δεδομένου ὄντως, ὅτι σήμερον μέχρι τῆς στιγμῆς ἔχουσιν εἰσαχθῆ διὰ διαφόρων κυρίων καὶ ἀναγνώσματα ἀκόμη μαλλιαρά, τὰ ὁποῖα σήμερον τίθενται ἐκποδὼν πὺξ καὶ λάξ. Ὑπάρχουσιν ἀναγνώσματα, τὰ ὁποῖα διακηρύττουν διὰ τῆς γλώσσης αὐτῆς τὸν κομμουνισμὸν καὶ διαφθείρουν τὴν ἔννοιαν τῆς Πατρίδος. Μὴ λησμονῆτε πὼς ὁμιλοῦν περὶ ἐπαναστάσεως τοῦ 1921. Ἡ γλῶσσα αὐτῶν εἶναι γεγονός, ὅτι σποραδικῶς ρίπτει τὸ δηλητήριον. Σήμερον ὑπάρχουσιν ἀναγνώσματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωσι θέσιν εἰς τὰ σχολεῖα, διότι ἀπαγορεύεται ἐντελῶς καὶ θὰ ὑπάρχῃ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν ὅτι, σὺν τῷ χρόνῳ, θὰ ἐποπτεύῃ καὶ θὰ γίνῃ καλλίτερον. Ταῦτα, κ. Συνάδελφοι, λέγων, ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ νομίσω ὅτι δὲν πρέπει, πρὸ παντὸς καὶ κυρίως, ἐκ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως νὰ εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἑλλήνων ἡ καθαρεύουσα. Τὰ παιδία θὰ διδαχθῶσι ἐπὶ μίαν διετίαν τὴν καθαρεύουσαν. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν πρόκειται νὰ πᾶνε παραπέρα, διότι αὐτοὶ θὰ μείνωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἐκπαιδεύσεως ἐννοοῦμεν τὴν Μέσην καὶ Ἀνωτάτην Ἐκπαίδευσιν, ἀλλ’ ἐκεῖ εἶναι πλέον, ὅπως πρέπει νὰ εἶναι, καὶ ὀρθῶς, ἡ διδασκαλία τῆς καθαρευούσης ὑποχρεωτική, διότι ἡ καθαρεύουσα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ κἄποιαν ὑψηλοτέραν ἐκπαίδευσιν, ἐξ οἱασδήποτε ἀπόψεως. Εἶναι ἡ γλῶσσα ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ὁ τύπος ὁμιλεῖ. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι μέχρις ἑνὸς σημείου δικαιολογεῖται ἡ διδασκαλία τῆς Δημοτικῆς. Ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου ὅμως καὶ πέραν ὀφείλει νὰ διδάσκηται ἡ καθαρεύουσα, διότι εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ ζωντανὴ ἡ καθιερωμένη, διὰ τῆς ὁποίας ἐπικοινωνοῦσι πάντες οἱ πνευματικῶς ἀσχολούμενοι. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διήκει δι’ ὅλης τῆς γραμμῆς καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ἐπεκράτησεν, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ σύντονος ἡ προσοχή, διότι διὰ τῆς ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως, ὅπως σήμερον ἐνεργεῖται καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀρχίζουσιν ὁλονὲν νὰ ἐμφυλλοχωρῶσι προπαγάνδαι κουμμουνιστικαί, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν βεβαιωμένον ὅτι καὶ οἱ ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοὶ εἶναι μεμυημένοι εἰς τὰ νάματα τοῦ κουμμουμνισμοῦ, ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν μας εἶναι τὸ σημεῖον τοῦτο, ὅτι, δὲν πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἑλληνοπαίδων εἰς αὐτούς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ τοιοῦτόν τι. Βεβαίως τὰ νομοσχέδια δὲν ἀπαρτίζουν τὸ ὅλον ἐκπαιδευτικὸν πρόγραμμα. Ἀπαρτίζουσι τὰ πρῶτα βήματα, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε παρέχουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν ἀφεθῇ ἡ τοιαύτη σταδιοδρομία εἰς τὸν Ὑπουργόν, θὰ συμπληρωθῇ ὁλόκληρον τὸ πρόγραμμα αὐτῆς καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ περιφρουρηθῇ τελείως ἡ πλήρης μόρφωσις τῶν Ἑλληνοπαίδων καὶ δὲν θὰ ἐγκαταλείψωμεν, κύριοι, ἔκθετον, εἰς τὴν διάθεσιν οἱουδήποτε, τὸν γαλουχισμὸν τῶν μικρῶν ἐκείνων παιδίων, τὰ ὁποῖα, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων θὰ λάβωσι διδάγματα, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἤθελον κυριαρχήσει, εἶναι ἱκανὰ νὰ καταρρίψωσιν ὁλοσχερῶς ἓν βάθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁλόκληρος ἡ ἔννοια τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ἐστηρίχθη ἐφ’ ὡρισμένων ἐπαναστάσεων καὶ διὰ τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ἀκόμη μία εἶναι ἡ φωνή, ὅτι πρέπει νὰ προστατευθῶσι τὰ πολυτιμότερα καὶ τιμαλφέστερα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ἑλληνισμός. (Χειροκροτήματα).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χασιώτης.
§149Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἡ κατάστασις τῆς παιδείας εἶχεν αὐτὰ τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. προλαλήσας, τοὐτέστιν, ἂν τὰ μόνα μειονεκτήματα τῆς ἐκπαιδεύσεως ἦσαν φράσεις καὶ ἔννοιαί τινες κακαί, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὰ ἐν χρήσει ἀναγνωστικὰ βιβλία, αὐτὸ τὸ κακόν, μὲ τὸν ἁπλούστατον τρόπον ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ ὁμαλῶς. Ἂν λόγου χάριν ἐψηφίζετο ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀνετίθετο εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἡ ἐξέλεγξις τῶν ὑπαρχόντων βιβλίων, εἰς τὰ κείμενα τῶν ὁποίων ὑπάρχουν, τυχόν, φράσεις ἀσεβεῖς κατὰ τῆς Κοινωνίας, κατὰ τῆς θρησκείας, κατὰ τῆς Πολιτείας, ἵνα τὰ κρίνουν ἐν γένει ὑπὸ τὰς ἐπόψεις ταύτας ἢ καὶ ὑπὸ ἄλλας ἠθικὰς ἀπόψεις, καὶ ὅσα ἐξ αὐτῶν ἤθελον κριθῆ ἀκατάλληλα διὰ τὴν μόρφωσιν τῆς νεολαίας, ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν εἰς τὰ σχολεῖα. Αὐτὸ καὶ μόνον θὰ ἦτο ἀρκετὸν διὰ τὸν ἄνω σκοπόν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ φιλοδοξία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπῆρξεν εὐγενής, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλέπω εἶναι, ὅτι δὲν εἶχε τὸν καιρὸν καὶ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τοῦ χρειάζονται, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως γενικῶς καὶ φοβοῦμαι μήπως δὲν ἱκανοποιηθῇ ἡ εὐγενὴς αὐτὴ φιλοδοξία του καὶ ὁ εὐγενὴς αὐτοῦ ζῆλος. Διότι ἡ κατάστασις εἶναι σοβαρωτέρα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ τόσον προχείρως καὶ μάλιστα διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀρχὴν κάμνει τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς προγράμματος καὶ ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ συμπληρώσῃ αὐτὸ βραδύτερον, ὑποβάλλων ἄλλα σχέδια νόμου, λέγει τρόπον τινὰ εἰς τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος διψᾷ καὶ πεινᾷ διὰ μίαν ἐκπαίδευσιν πραγματικήν: Σᾶς προσκαλῶ εἰς δεῖπνον. Στρώνει λοιπὸν μίαν τράπεζαν καὶ οἱ προσκληθέντες, καθήμενοι πέριξ αὐτῆς, ἀντὶ νὰ εὕρουν φαγητά, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ κορεσθῇ ἡ πεῖνά των, βλέπουν ὀλίγα ραπανάκια. Καὶ ἂν ἐρωτήσουν: Μὲ αὐτά, κύριε Ὑπουργέ, θὰ χορτάσωμεν; τοῖς ἀπαντᾷ: ἔννοια σας θὰ σᾶς φέρω ἄλλην ἡμέραν τὰ ἄλλα φαγητά, ὅταν θὰ εὕρω τὰ ὑλικά, τὸν μάγειρον κλπ. Ἀλλὰ πρὸς τὸ παρὸν δὲν ἔχομεν ἄλλα ἀπ’ αὐτά. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῇ τὸ τραπέζι αὐτὸ διὰ νὰ μὴ διακωμῳδῶμεν τὰ ζητήματα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Πολὺ μεγαλυτέραν ὑπηρεσίαν θὰ προσέφερεν εἰς τὸν κόσμον ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν κατήρτιζεν ἕνα ὀργανισμὸν σοβαρᾶς μελέτης τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ γίνωνται αὐτά, τὰ ὁποῖα γίνονται μέχρι τοῦδε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ ἡ ἐκπαίδευσις ἐὰν δὲν καταρτισθῇ ὁλόκληρον πρόγραμμα. Οὔτε πρέπει ν’ ἀρχίζῃ τις νὰ οἰκοδομῇ ἄνευ σχεδίου καὶ χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιος ἂν θὰ ἔχῃ τὰ μέσα διὰ νὰ τὸ φέρῃ εἰς πέρας. Ἔπρεπε δὲ νὰ εἶναι, ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ, σύμφωνος μὲ ὅλα τὰ κόμματα. Διότι τὸ σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ γενικῶς παρ’ ὅλων παραδεδεγμένον, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, κατόπιν λεπτομεροῦς ἐρεύνης καὶ μελέτης εἰς σοβαρώτατα καὶ εἰς ἄριστα παρεσκευασμένα συνέδρια, μὲ βάσιν τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πεφωτισμένης πείρας. Εἰς τοῦτο ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μιμηθῇ τὸν ἀρχηγόν του, Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἔφερε νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας ἐπὶ τῇ βάσει προγράμματος καλῶς μελετημένου καὶ ἱκανοῦ διὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν διετυπώθησαν μὲν μικραὶ διαφωνίαι ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ἐψηφίσθη παρ’ ὅλων μὲ ἰδιαιτέραν προθυμίαν. Διότι ὅλα τὰ κόμματα ἠσπάσθησαν τὴν ἰδέαν, ἐπειδὴ εἶχεν ὡριμάσει εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων. Καὶ ταῦτα μέν, ὡς πρὸς τὴν γενικὴν κατεύθυνσιν, ὡς πρὸς τὴν ὀργάνωσιν καὶ ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὴν γλῶσσαν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γράφωνται τὰ βιβλία, δὲν πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ εἶναι ἀντικείμενον τῆς γνώμης ὀλίγων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔτυχε νὰ εἶναι ἢ τμηματάρχαι ἢ γενικοὶ γραμματεῖς ἢ καὶ σύμβουλοι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀντικείμενον ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης εὐρυτέρας, βαθυτέρας καὶ γενικωτέρας. Λοιπόν, ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ ἓν Ἐπιστημονικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους εἰδικοὺς ἐπιστήμονας, ὥστε νὰ θέσῃ αὐτός, ὁ κ. Ὑπουργός, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τὰς βάσεις τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν μάλιστα ἦτο δυνατόν, νὰ ζητήσωμεν καὶ ξένας ἀκόμη γνώμας. Διατὶ τἄχα, αὐτὸ νὰ γίνεται μόνον διὰ τὸ ναυτικὸν καὶ στρατιωτικόν; Μήπως τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι ζήτημα ἐπίσης σοβαρόν; Δὲν ἠξεύρω μάλιστα, ἐὰν τὸ θέμα αὐτὸ—καὶ διεθνῶς ἐξητάσθη—ἐὰν δηλαδὴ εἶναι σπουδαιότερον τὸ ἔργον τῆς ὀργανώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν τύχην τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν λαῶν τοῦ κόσμου. Διότι ἡ ἐκπαίδευσις σκοπεῖ, ὅπως κάμῃ τὸν ἄνθρωπον ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τέλειον διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ. Τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν εἶναι μικρόν. Διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως σκοπεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἐπιδίωξιν τῆς εὐτυχίας του, ὄχι τῆς ὑλικῆς μόνον, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερον, ἵνα καταστῇ ἱκανὸς νὰ ἀπολαμβάνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπαρκέστερον τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν, τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ὅσον τελειοτέρα εἶναι ἡ μόρφωσις τοῦ λαοῦ, τόσον περισσότερον ἐξυψώνεται ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς ἓν Κράτος. Ἐὰν ἓν Κράτος ἔχῃ πολίτας ἄριστα μορφωμένους, τότε μόνον δύναται καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν του νὰ διατηρῇ καὶ δυνάμεις ἰσχυροτέρας νὰ διαθέτῃ, διὰ νὰ ὑπερασπίζηται ἑαυτὸ ἄν ποτε ἤθελε κινδυνεύσῃ. Μεγαλυτέρα δὲ δύναμις διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς χώρας, ἐν περιπτώσει κινδύνου, εἶναι ἡ ψυχικὴ δύναμις, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ ἐκπαίδευσις εἰς τὸν λαόν. Πρέπει ἀκόμη νὰ κάμωμεν τὴν παιδείαν ὄργανον ἀναπτύξεως καὶ τῆς παραγωγῆς, διὰ νὰ ὑπάρχουν ἐπαρκῆ τὰ ἐφόδια διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ζωῆς, τῆς τε σωματικῆς, ὅσον καὶ τῆς πνευματικῆς, ὅσον καὶ ἐπαρκῆ τὰ μέσα διὰ τὰς κρατικὰς λειτουργίας. Εἰς τὸ σχολεῖον τῆς σήμερον ἀποκτᾷ τις παρ’ ἡμῖν μᾶλλον τὴν τάσιν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν παραγωγικὴν ἐργασίαν τῶν γονέων του καὶ νὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὸς νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὰς πόλεις. Διότι νομίζει, ὅτι ἐκεῖ θὰ εὕρῃ τὴν εὐτυχίαν του. Ἐκ τούτου προῆλθε τὸ φαινόμενον τῆς ἀστυφιλίας, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῆς τῆς ἀνεξαρτησίας μας. Διότι θὰ συμβῇ νὰ γίνουν τὰ ἀστικὰ ἐπαγγέλματα τόσον πληθωρικά, ὥστε νὰ δημιουργῶνται ἀπειράριθμοι παρασιτικοὶ ὀργανισμοὶ ἀέργων ἢ ἐκμεταλλευτῶν τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητοῦν νὰ ζήσουν εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων. Θὰ κάμουν τότε καὶ νόμους ἀκόμη, διὰ νὰ ἐκμεταλλεύωνται νομίμως καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τοὺς ἐργαζομένους καὶ νὰ καθιστῶσι τὴν ζωὴν αὐτῶν λίαν δυστυχῆ. Ὁ κόσμος θὰ γίνῃ πτωχότερος καὶ φόροι θὰ ἐπιβάλλωνται ὁλονὲν περισσότεροι καὶ βαρύτεροι διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ πλήθους τῶν παρασίτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσχωρῶσιν, ἐννοεῖται, καὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς πολιτείας. Ἡ ἀνεπάρκειά μας ἡ οἰκονομική, ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸ ὅτι ἡ παραγωγή μας δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συντηρήσεως τοῦ πλήθους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἐκπαίδευσις ὠθεῖ πρὸς τὰ ἐπαγγέλματα καὶ πρὸς τὴν ζωὴν τῶν πόλεων. Καὶ ἑπομένως ἡ ἐκπαίδευσις ὅπως διεξάγεται μέχρι τοῦδε, γίνεται αἰτία δυστυχίας καὶ σοβαρωτάτων ἐθνικῶν κινδύνων. Διότι ὁ ἐκπαιδευόμενος, ὁ μὴ μανθάνων νὰ ἀγαπᾷ τὰ ἔργα τῶν γονέων του, τοὺς ἀγρούς του, δὲν ἀγαπᾷ καὶ τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, ζητεῖ νὰ ἀποφύγῃ αὐτὴν τὴν πατρίδα καὶ νὰ εὕρῃ ἀλλοῦ τὴν εὐτυχίαν. Εἰς τὸ σχολεῖον δὲν τοῦ ἀναπτύσσουν τὴν ἀγάπην πρὸς αὐτὴν τὴν πατρίδα του, τὴν ἀγάπην πρὸς τὰ ἐπαγγέλματα τὰ πατρικά, πρὸς τὸν ἀγροτικὸν πολιτισμόν, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία εἰκὼν τοῦ ἀγροτικοῦ πολιτισμοῦ, τὴν ὁποίαν νὰ ἀγαπήσῃ, διότι δὲν τὴν βλέπει. Μόνον εἰς τὰ ποιήματα βλέπετε νὰ λένε, ὅτι τὸ χωριὸ εἶναι πολὺ ὡραῖον. Νομίζουν πολλοὶ χωρικοί, ὅτι ἂν μάθουν γράμματα, πρέπει ν’ ἀφήσουν τὴν γεωργίαν. Ἂν ρωτήσετε οἱονδήποτε γεωργόν, διατὶ θέλει νὰ μάθῃ τὸ παιδί του γράμματα, θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ: Διὰ νὰ μὴ μείνῃ στραβό, διὰ νὰ γίνῃ κάτι τι ἀνώτερον ἀπὸ ἐμένα. Δηλαδὴ ἐπιστήμων, ἢ ἔμπορος, ἢ ἐπαγγελματίας καὶ ὄχι γεωργός. Ἡ ἐκπαίδευσις, ὠθοῦσα τὸν γεωργὸν πρὸς τὰς πόλεις, ὄχι μόνον αὐτὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὰ ἀγροτικὰ ἔργα καὶ ἀπὸ τὴν ἀγροτικὴν ζωήν, ἀλλὰ καὶ τὰ κεφάλαια τοῦ πατρός του φυγαδεύει μετὰ τοῦ ἐκπαιδευθέντος υἱοῦ πρὸς τὰς πόλεις καὶ δὲν διατίθενται ταῦτα εἰς τὰ χωρία διὰ μᾶλλον ἐντατικὴν ἐργασίαν. Ἔπρεπε, λοιπόν, ἡ ἐκπαίδευσις νὰ ἔχῃ περιεχόμενον τοιοῦτον, ὥστε νὰ καθιστᾷ τὸν ἄνθρωπον παραγωγικόν, ν’ ἀγαπᾷ τὴν παραγωγικὴν ἐργασίαν καὶ νὰ μὴ θέλῃ νὰ ζήσῃ εἰς βάρος ἄλλων ἐργαζομένων. Ἡ μόνη ἐργασία, ἡ ὁποία δύναται νὰ λάβῃ τὰς μεγαλυτέρας διαστάσεις καὶ ν’ ἀπασχολήσῃ περισσότερον κόσμον, χωρὶς νὰ προκύψῃ μέγας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀνταγωνισμός, μέγας καὶ ἀνοικονόμητος, εἶναι ἡ γεωργικὴ ἐργασία, ἰδιαιτέρως μάλιστα παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἡ γῆ ἡμῶν, δὲν ἀποδίδει οὐδὲ τὸ ἥμισυ ἢ μᾶλλον οὐδὲ τὸ τρίτον ἀπὸ ὅσα θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποδώσῃ, ἂν ἐκαλλιεργεῖτο μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν ἔντασιν. Καὶ ἀκούομεν συχνὰ νὰ γίνεται λόγος περὶ ἐντατικῆς καλλιεργείας. Ἀλλὰ χρειάζονται ἀνάλογοι νέαι πρὸς τοῦτο καὶ πληρέστεραι γνώσεις καὶ περισσότερος πρὸς τοῦτο ζῆλος, περισσότερον προοδευτικὸν πνεῦμα καὶ ἐπαρκέστερα κεφάλαια.
§150Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λόγια σας εἶναι πολὺ ὡραῖα. Δὲν μᾶς λέτε τί πρέπει νὰ γίνῃ;
§151Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι τὸ πρόγραμμα μιᾶς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δύνανται νὰ τὸ συντάξουν μόνον ἐκεῖνοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀποτελοῦνται ἑκάστοτε τὰ Ἐκπαιδευτικὰ Συμβούλια ἐν Ἀθήναις. Διότι δὲν ἀρκοῦν αἱ γνώσεις τῶν ἐχόντων μίαν μονομερῆ μόρφωσιν, φιλολογικὴν λ. χ. ἢ καὶ παιδαγωγικὴν μόνον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ γνώσεις, αἱ σχετιζόμεναι μὲ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Λοιπόν, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ καλλίτερος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ κάμῃ ἕνα πρόγραμμα ἐκπαιδεύσεως καὶ μάλιστα τοιοῦτον, ὥστε νὰ παρασκευάζωνται ὡς ἄριστα τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, διὰ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσωσι τὴν κοινωνίαν ὡς οἷόν τε εὐτυχεστέραν, λαμβανομένων καλῶς ὑπ’ ὄψιν τῶν πραγματικῶν τῆς κοινωνικῆς ἀναγκῶν καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ὁλότητος, πρὸς γενικὴν εὐημερίαν. Τὸ μεγαλύτερον κακὸν ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὸ Κράτος μας, εἰς τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἀγροτικήν μας χώραν, δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη νὰ κάμῃ γεωργικὴν πολιτικήν. Λέγει ὅτι δὲν ἔχει χρήματα διὰ νὰ κτίσῃ σχολεῖα. Τὰ σχολεῖά μας λειτουργοῦν εἰς πλεῖστα χωρία μέσα σὲ σταύλους, μέσα σὲ ἀχυρῶνας, χωρὶς φῶς, χωρὶς ἀέρα. Εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ἀνθυγιεινὰ καὶ ἀντιπαιδαγωγικὰ σχολεῖα πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ μᾶλλον ἡ φοίτησις τῶν παιδίων τοῦ κόσμου. Περισσότερα θὰ ἐμάνθανον τὰ παιδία καὶ περισσότερον σωματικῶς καὶ διανοητικῶς θὰ ἐτελειοποιοῦντο, ἐὰν ἐγύριζον εἰς τὰ δάση περιεργαζόμενα τὴν φύσιν, παρὰ κλειόμενα εἰς τὰ ἀνθυγιεινὰ καὶ ἀνήλια αὐτὰ μπουδρούμια, ποὺ λέγονται σχολεῖα, ἄνευ μάλιστα πραγματικῶν δημοδιδασκάλων, διότι ὑπάρχουν ἀκόμη χιλιάδες διδάσκαλοι μὲ μόνον τὰς γνώσεις σχολαρχείου. Εἶναι αὐτοὶ ἱκανοὶ νὰ διαπαιδαγωγήσουν τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ; Οἱ Ὑπουργοὶ θέλουν καλοὺς διδασκάλους. Ἀλλὰ δὲν ἔχουν, λέγουν, τὰ ὑλικὰ μέσα νὰ τοὺς πληρώσουν, οὔτε καὶ χρήματα διὰ νὰ κτίσουν σχολεῖα. Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀπὸ τὸ 1910, ἔστω, ἀνεγράφετο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους μία πίστωσις διὰ κτίρια ἀπὸ 5 ἑκατομ. μεταλλικὰς δραχμὰς κατ’ ἔτος ἕως σήμερον, θὰ εἴχομεν δυνηθῇ νὰ κτίσωμεν σχολεῖα ἀξίας ἑνὸς δισεκατομμυρίου σημερινῶν δραχμῶν ἕως τώρα, δηλαδὴ 4–5 χιλιάδες νέα κτίρια σχολείων εἰς τὰ χωρία μας, ὑπολογιζόμενα πρὸς 200 χιλ. δραχ. ἕκαστον. Τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα διὰ σχολεῖα μὲ οἱονδήποτε προϋπολογισμὸν ἐσόδων, οἷον κατ’ ἔτος καταρτίζομεν, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχομεν συνείδησιν τῆς ὑπερτάτης αὐτῆς ἀνάγκης. Ἂν εἴχομεν τὴν συνείδησιν καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν λαϊκῶν σχολείων, διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους, ἡ ὁποία πρωτίστως ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καλὴν μόρφωσιν τῶν τέκνων μας, θὰ ἐξευρίσκομεν τὰ μέσα τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑπερτάτης αὐτῆς ἀνάγκης. Ὅταν, λοιπόν, πρόκειται περὶ ἑνὸς τοιούτου σκοποῦ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εὑρίσκομεν χρήματα. Καὶ σήμερον, ὅταν ἀναγκάζεται οἱαδήποτε Κυβέρνησις, διὰ λόγους σοβαρᾶς τινος ἀνάγκης, ἀμέσως εὑρίσκει χρήματα. Ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης ἀρκεῖ διὰ νὰ τὰ ἐξοικονομήσῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Ἀλλὰ διατί ἆρά γε δὲν τὴν ἐξαναγκάζει καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκπαιδεύσεως πρὶν ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην ἀνάγκην; Μήπως ὑπάρχῃ ἄλλη ἀπὸ τὰς κρατικὰς ἀνάγκας ὑπερτέρα ἀπέναντι τῆς παιδείας; Καὶ δὲν ἔχομεν χρήματα διὰ νὰ κτίσωμεν σχολεῖα. Ἀλλὰ μήπως διαθέτομεν τοὐλάχιστον τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῶν διδασκάλων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναθέτομεν τὸ μέγιστον τῶν ἔργων τῆς μορφώσεως τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ; Οἱ μισθοὶ τῶν διδασκάλων οὐδόλως ἐπαρκοῦν καὶ δυστυχοῦν οἱ πλεῖστοι αὐτῶν. Ὅταν δὲ δυστυχοῦν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταδώσουν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ τὰς καλὰς ἰδέας καὶ τὰς καλὰς γνώσεις εἰς τὴν νεολαίαν, οὔτε ἡ παράστασις αὐτῶν εἶναι οἵα ἁρμόζει, ἐπιβαλλομένη ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Εὑρέθησαν μάλιστα, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐκ μιᾶς ἐρεύνης, χίλιοι μεταξὺ τῶν διδασκάλων αὐτῶν φθισικοί. Ἑπομένως χρειάζονται περισσότερα χρήματα ἐκ μέρους τοῦ Κράτους δι’ ἀμοιβὴν τῶν διδασκάλων, διὰ σχολικὰ κτίρια, διὰ διδακτικὰ ὄργανα καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη κῆπον δι’ ἕκαστον σχολεῖον. Ἐστάθη ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσωμεν σχολικοὺς κήπους, διότι δὲν ἀνεγνωρίσθη ἀκόμη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὅτι ἡ παιδαγωγικὴ ἐπιστήμη διδάσκει, ὅτι αἱ περισσότεραι ἀρεταὶ δὲν ἀποκτῶνται ἀπὸ τὸ παιδίον μὲ τὴν ἀνάγνωσιν βιβλίων, ἀλλὰ περισσότερον διὰ τῆς ἐργασίας ὑπ’ αὐτῶν, ὡς λόγου χάριν γίνεται εἰς τὸν σχολικὸν κῆπον. Διότι εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἐργάζεται, ἀνακαλύπτονται αἱ φυσικαὶ τάσεις, τὰ ἰδιαίτερα φυσικὰ προτερήματα, ὅσον καὶ τὰ μειονεκτήματα καὶ αἱ κακαὶ ἀκόμη ἕξεις τῶν παιδίων. Καὶ οὕτω μετὰ τοιαύτην διάγνωσιν, ἐπεμβαίνει ἐπικαίρως καὶ καταλλήλως ὁ διδάσκαλος, πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐλαττωμάτων, φυσικῶν ἢ ἐπικτήτων, καὶ πρὸς μόρφωσιν καὶ διάπλασιν τῆς ψυχῆς τῶν μαθητῶν. Καὶ δὲν γίνεται ὁ κῆπος, ὄχι δι’ ἔλλειψιν τῶν ὀλίγων ὑλικῶν μέσων, ὅσα πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἁρμοδίων ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως σχολικῶν κήπων. Καὶ ἐν τούτοις ὁ κῆπος, ὅπου ἐργάζονται τὰ παιδία, φυτεύοντα καὶ καλλιεργοῦντα ἰδιοχείρως, ἀτομικῶς καὶ ὁμαδικῶς διάφορα δένδρα, κηπουρικὰ εἴδη κλπ., ἀναπτύσσει, ὡς ἄριστα, τὴν ἀγάπην πρὸς τὰ παραγωγικὰ ἔργα, τὴν αὐτοπεποίθησιν καὶ τὸ δημιουργικὸν πνεῦμα τῶν παίδων, ἤτοι τῶν μελλόντων πολιτῶν. Ἀλλὰ μήπως οἱ δημοδιδάσκαλοι παρασκευάζονται καταλλήλως; Μήπως παρασκευάζονται ἐπαρκῶς, διὰ νὰ μεταδώσουν ἕνα πολιτισμὸν ἀγροτικὸν εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν; Δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν διδασκαλείων καθηγηταὶ τῶν γεωργικῶν μαθημάτων. Καὶ οἱ ὀλίγιστοι ποὺ ὑπάρχουν, δὲν ἔχουν τὰ μέσα διὰ νὰ διδάξουν, ἐνῶ ἔχουν ἄφθονα τὰ μέσα ταῦτα τῆς γεωργικῆς διδασκαλίας εἰς τὰ Διδασκαλεῖα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ αὐτῆς τῆς Βουλγαρίας ἀκόμη. Πρέπει νὰ διδάσκωνται οἱ μέλλοντες δημοδιδάσκαλοι τὰς γεωργικὰς γνώσεις, ὄχι βλέποντες τὰ διάφορα σχήματα εἰς τὸν μαυροπίνακα, ἀλλὰ νὰ βλέπουν τὰ διδασκόμενα καὶ νὰ ζῶσι τὴν ζωὴν τῶν ἀγροτῶν εἰς τὴν πραγματικότητα, ἐργαζόμενοι μέσα εἰς μέγα ἀγροκήπιον τοῦ Διδασκαλείου. Πάντοτε, ὅταν τὰ λέγωμεν αὐτά, γελοῦν οἱ ἀκούοντες, διότι τὰ θεωροῦν αὐτὰ ὡς ὑπερβολικά, ἴσως καὶ ὡς ἀσήμαντα, διότι δὲν ἔχουν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μὴ ὑπάρχουν πιστώσεις 30–40 χιλ. δρχ., δι’ ἕκαστον, τῶν ὀλίγων ἄλλως τε Διδασκαλείων μας, δι’ ἓν τοιοῦτον ἀγροκήπιον ὅπου χρειάζεται ὡς παράρτημα αὐτοῦ, μὲ δενδροκομεῖα καὶ κήπους, μὲ ὀρνιθοτροφεῖον, μελισσοκομεῖον, χοιροστάσιον, μὲ πειραματικοὺς ἀγροὺς κλπ. Διότι ἐξ αὐτοῦ, διὰ τῶν δημοδιδασκάλων, θὰ μεταδοθῇ ὁ γεωργικὸς πολιτισμὸς εἰς μίαν χώραν. Ἡ ἔλλειψις καταλλήλου μορφώσεως τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ ὑπὸ τὰς ἄνω ἐπόψεις, ἀποτελεῖ τὸν κίνδυνον τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ ὄχι αἱ ἀτυχεῖς, ἔστω, ὀλίγαι φράσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὰ ἀναγνωσματάρια. Ἡ ἔλλειψις τῶν ἀγαθῶν τῆς ζωῆς εἰς μίαν ἐλευθέραν Πολιτείαν, ἡ δυστυχία τοῦ λαοῦ ἐξ ἀνεπαρκείας τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, ἡ ἔλλειψις ἐπαρκοῦς ἐργασίας καὶ ἀναλόγου πλουτοπαραγωγῆς πρὸς τὰς βιωτικὰς τοῦ πληθυσμοῦ ἀνάγκας, ἀποτελεῖ τὸν κίνδυνον διὰ τὸν κομμουνισμὸν ἢ μᾶλλον διὰ τὴν ἀπόγνωσιν καὶ τὴν ἀναρχίαν. Εἰς τὰ σχολεῖα ἐπιδιώκεται ἡ μόρφωσις τοῦ χαρακτῆρος τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, ἤτοι τῶν μελλόντων πολιτῶν, πρὸς σχηματισμὸν μιᾶς ἀρίστης κοινωνίας. Ἀλλὰ πρέπει ὁ διδάσκαλος νὰ διαθέτῃ χρόνον καὶ μέσα, διὰ νὰ διαπλάσσῃ τοὺς καλοὺς χαρακτῆρας, διὰ νὰ εὐρύνῃ τὸ πνεῦμα τῶν ἐκπαιδευομένων, νὰ μεταδώσῃ τὰς καλὰς ἰδέας, τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα καὶ τὰς ἄλλας ἀρετὰς τοῦ τελείου ἀνθρώπου καὶ τοῦ τελείου πολίτου· δὲν ἀρκεῖ βεβαίως ἡ διδασκαλία τῶν 4 μόνων ἐτῶν, τῆς ὁποίας καὶ μόνης τυγχάνουν εἰς τὰ σχολεῖά μας τὰ 90% ἀπὸ τὰ παιδία τοῦ λαοῦ, οὔτε διὰ ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα. Χρειάζονται περισσότερα ἔτη εἰς τὰ Σχολεῖα καὶ περισσότερα μέσα διδακτικά. Ὁ πατριωτισμός, ἄλλως τε, δὲν ἀναπτύσσεται μόνον μὲ ἀναγνώσματα εἰς τὰ μικρὰ παιδία καὶ μόνον μὲ ποιήματα, πολλὰ τῶν ὁποίων οὐδὲ κἂν τὰ συναισθάνονται εἰς τόσην μικρὰν ἡλικίαν, οὐδὲ μὲ διδάγματα φανατισμοῦ καὶ μίσους κατὰ ἀλλοεθνῶν γειτόνων. Ἡ πραγματικὴ ἀγάπη πρὸς τὴν ἰδίαν πατρίδα εἶναι ἀρκετή, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ τις πατριωτισμὸν τόσον, ὅσος χρειάζεται διὰ ν’ ἀμύνηται καὶ νὰ θυσιάζηται ὑπὲρ αὐτῆς, ὅταν κινδυνεύῃ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ ἐλευθερία αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ πατρὶς πρέπει νὰ παρέχῃ τὰ μέσα τῆς ζωῆς καὶ νὰ εἶναι παράδεισος καὶ ὄχι κόλασις διὰ τοὺς εἰς αὐτὴν ζῶντας. Τοῦτο διὰ τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας κατορθοῦται ὡς ἄριστα. Αὕτη δὲ ἐνισχύεται διὰ τῆς καλῆς μορφώσεως εἰς τὰ σχολεῖα, ἀναπτυσσομένης δι’ αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ἐργασίαν καὶ μάλιστα πρὸς τὴν παραγωγικὴν ἐργασίαν. Θὰ μ’ ἐρωτήσητε: Πῶς, εἰς χωρία ὅπου δὲν ὑπῆρχον σχολεῖα, ἀνεπτύχθη πατριωτισμός, οἷος ἀπεδείχθη κατὰ τοὺς τελευταίους πολέμους, δοθέντος, ὅτι 50% ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ μας εἶναι τελείως ἀγράμματοι; Εἰς τοῦτο συνετέλεσεν ἡ ἐπίδρασις τῶν λαμπρῶν ἐθνικῶν παραδόσεων, αἱ ἀπὸ γενεᾶς εἰς γεννεὰν μεταδιδόμεναι, τὰ ἐξυμνούμενα κατορθώματα τῶν πατέρων μας καὶ αὐτὰ τὰ κλέφτικα τραγούδια, ποὺ τραγουδοῦν ἀκόμη εἰς τὰ χωριὰ οἱ ἀγρόται μας, καὶ αὐτὴ ἡ φλογέρα ἀκόμη, ποὺ παίζουν ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ οἱ ποιμένες μας. Ἐὰν ἔχωμεν, κύριοι, ἐπάρκειαν οἰκονομικήν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ φόβος νὰ ἐπιζητῶνται ἄλλα κοινωνικὰ καθεστῶτα. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ κίνδυνος κομμουνιστικῶν ἢ ἀναρχικῶν ἐπιδράσεων εἰς τὸν λαόν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διπλασιάσωμεν τὸν πλοῦτον τῆς χώρας. Ἄλλοτε εἴχομεν καὶ τὰ ἐμβάσματα ἐξ Ἀμερικῆς. Εἴχομεν εἰσαγωγὴν μεγάλων χρηματικῶν ἐμβασμάτων ἀπὸ τὴν Ρωσσίαν, ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Σερβίαν, τὴν Ρουμανίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν, ὅπου πλεῖστοι εἰργάζοντο συμπατριῶται ὁμοεθνεῖς μας. Αἱ πηγαὶ αὗται ἤδη, δυστυχῶς ἐστείρευσαν, ἔχομεν δὲ ἀνάγκην νὰ ζήσωμεν ἀπὸ τὸν ἰδικόν μας τόπον. Καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διπλασιάσωμεν τὴν παραγωγήν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔκολον. Ἀρκεῖ νὰ μορφώσητε διδασκάλους καὶ δι’ αὐτῶν νὰ μεταδώσητε τὰς γνώσεις καὶ τὰς προοδευτικὰς ἰδέας εἰς τὸν λαόν. Πρέπει ὅμως πρῶτον νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ γλωσσικὴ διαίρεσις. Διότι καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς, τὴν καθαρεύουσαν ὁμιλοῦν καὶ γράφουν. Ὁσάκις ἐκφράζουν ἐννοίας ἁπλᾶς, δύνανται νὰ μεταχειρισθοῦν τὴν Δημοτικήν, διότι εὑρίσκουν λέξεις, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ ἐκφράσουν ἐννοίας ὑψηλοτέρας, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ὁμιλοῦντες κατὰ τῆς καθαρευούσης, ἀντλοῦσιν ὅλας των σχεδὸν τὰς λέξεις ἀπὸ τὴν καθαρεύουσαν καὶ ἀλλάζουν μόνον τὴν κατάληξιν ἢ κάμνουν ἄλλας τινὰς προσθαφαιρέσεις μᾶλλον ὡς πρὸς τοὺς τύπους. Σᾶς λέγουν λόγου χάριν τῆς ἐξέλιξης, ἀντὶ τῆς ἐξελίξεως, τῆς διαίσθησης, ἀντὶ τῆς διαισθήσεως, τῆς μόρφωσης, ἀντὶ τῆς μορφώσεως, διὰ νὰ τοὺς ἐννοῇ, ὡς νομίζουν, καλύτερα ὁ λαός. Ὁμοιάζουν σὰν ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θέλουν νὰ διατηρήσουν τὴν ἐθνικὴν στολήν, ὅπως θὰ ἔκαμον λ. χ. φορῶντες φουστανέλα ἢ τὴν βράκαν ὡς πατροπαράδοτον ἔνδυμα, ἀλλὰ παρουσιάζονται καὶ αὐτοὶ μὲ τὰ φράγκικα. Καὶ ἐνῶ ἀλλάζουν ὅλα τὰ ἐγχώρια, φοροῦντες ἀντ’ αὐτῶν σακκάκι ἢ ζακέτα, πανταλόνι, καπέλο καὶ λοιπά, διατηροῦν μόνον εἰς τὰ πόδια των τὰ τσαρούχια. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρεύουσα μὲ καταλήξεις τῆς δημοτικῆς. Εἶναι ἀναγκαία, βεβαίως, ἡ καθαρεύουσα διὰ τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον. Ἀφοῦ τὴν μεταχειρίζονται, πλὴν τῶν ὡς ἄνω μικρῶν διαφορῶν, καὶ αὐτοὶ οἱ μαλλιαροί, πρὸς τί λοιπὸν ὁ τόσος φανατισμὸς διὰ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα; Τὴν ὁμιλουμένην, ὡς πολὺ ἁπλῆν γλῶσσαν, πρέπει, βεβαίως, νὰ μεταχειριζώμεθα διὰ τὰ μικρὰ παιδία, προκειμένου νὰ τοὺς ἀναπτύξωμεν στοιχειώδεις τινὰς ἰδέας καὶ γνώσεις, ὡς λ.χ. εἰς τὰς τέσσαρας πρώτας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ὅταν ὅμως δώσωμεν καιρὸν εἰς τὰ παιδία καὶ μείνουν ἓξ χρόνια εἰς τὰ σχολεῖα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς θέτουν καὶ θέματα καὶ ἀναγνώσματα ἀσκήσεως αὐτῶν, διὰ νὰ διαβάζουν καὶ κατανοοῦν καὶ τὴν καθαρεύουσαν μὲ τὸ καθιερωμένον τυπικὸν αὐτῆς, διὰ νὰ μὴ διαβάζουν μόνον τὸν Ριζοσπάστην καὶ ἐκεῖ μόνον νὰ εὑρίσκουν εὐχαρίστησιν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἄλλας ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι γράφονται εἰς τὴν καθαρεύουσαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι γραμμένοι οἱ νόμοι καὶ γίνεται αὐτῆς χρῆσις εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὰ δικαστήρια κλπ. Ἄς ἀσκήσωμεν, λοιπόν, τοὺς μέλλοντας πολίτας εἰς τὴν καθαρεύουσαν καὶ ἐπί τινας ὥρας καθ’ ἑβδομάδα εἰς τὰς δύο ἀνωτέρας τάξεις τοῦ ἑξαετοῦς δημοτικοῦ σχολείου, ἀφοῦ ἔχομεν εἰς χρῆσιν τὴν γλῶσσαν αὐτὴν καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν. Διότι εἶναι ὡραία καὶ ἀρκετὰ πλουσία γλῶσσα καὶ καύχημα διὰ τὸν νέον Ἑλληνισμόν, ὅτι κατώρθωσε νὰ μορφώσῃ μίαν γλῶσσαν νεοελληνικὴν τόσον τελείαν, ὥστε νὰ ἐκφράζῃ, ὡς ἄριστα, ὅλας τὰς ἐννοίας, χωρὶς τὰς δυσκολίας ποὺ θὰ μᾶς ἔδιδεν ἡ ἀρχαία Ἑλληνική. Ὡς πρὸς τὴν ὁμιλουμένην, τὴν λεγομένην δημοτικήν, πρέπει νὰ τὴν καθορίσωμεν εἰς τὴν προκήρυξιν τί ἐννοοῦμεν, διότι εἶναι πολλαὶ αἱ ὁμιλούμεναι. Ὁ κ. Δραγούμης εἶπεν, ὅτι εἶναι μία ἡ ὁμιλουμένη. Αἱ ὁμιλούμεναι ὅμως εἶναι πολλαί. Λ.χ. εἰς ἓν βιβλίον ποὺ ἐπῆρα, διὰ νὰ ἴδω ποίους τύπους μεταχειρίζονται, εὗρον τὰς ἑξῆς λέξεις: ἤρχοντο. Οἱ Πελοποννήσιοι λέγουν ἐρχόντανε, ἄλλοι ἐρχόντουσαν, ἄλλοι ἐρχόσαντε καὶ ἕνας ἀπὸ τὴν Κάλυμνον μοῦ εἶπεν, ὅτι λέγουν ἐκεῖ ἔρχουντο. Ποῖον τύπον θὰ διδάξωμεν εἰς τὸ παιδὶ ἀπὸ ὅλους αὐτούς; Καὶ ἄλλοι τύποι, καταλήξεων πρὸ πάντων, εἶναι διάφοροι εἰς τὰ διάφορα διαμερίσματα τῆς χώρας. Πρέπει, λοιπόν, νὰ γίνῃ ἓν ἐπιστημονικὸν συνέδριον διὰ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα. Καὶ ἂς ἔχωμεν ὀλίγην ὑπομονήν. Ἂς μὴ νομίζωμεν, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν τίποτε, διότι θὰ ἀλλάξωμεν δύο πρόσωπα εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ἄλλως τε, ὅτι οἱ διάδοχοι δὲν θὰ τὰ ἐπαναφέρουν. Δὲν συνεφώνησαν ἄλλως τε ἐπὶ τοῦ ἑνιαίου ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος τὰ κόμματα· ὥστε κάμνομεν, ὄχι ματαίαν, ἀλλ’ ἐπιβλαβῆ ἐργασίαν, διότι ὀπισθοδρομεῖ ἡ παιδεία, ὅταν ἔρχεται ὁ ἕνας ὑπουργὸς καὶ χαλᾷ ὅ,τι κάμνει ὁ ἄλλος. Ἂς ἀναλάβῃ ἡ Ἀκαδημία, ἂς καλέσῃ καὶ ἄλλους ἐπιστήμονας ἐξ ὅλων τῶν κλάδων καὶ οἰκονομολόγους, καὶ γεωπόνους καὶ πολιτικοὺς νὰ λάβουν μέρος διὰ νὰ καθορισθοῦν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμοσθοῦν διὰ μίαν ἀρτίαν ἐκπαίδευσιν ὑπὸ πάσας τὰς ἀπόψεις, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας καὶ διὰ τὰς σημερινὰς καὶ τὰς μελλούσας ἀνάγκας τῆς κοινωνίας τῆς χώρας μας. Ἐγὼ εἶμαι εἰλικρινὴς καὶ σᾶς λέγω ὅτι δὲν βλέπω οἱ βουλευταὶ τῶν διαφόρων κομμάτων νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὰ νομοσχέδια τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Βλέπω μίαν ἀφοσίωσιν καὶ μίαν πειθαρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπαινετὴ εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Μεταξᾶ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει καὶ συνταύτησιν ἰδεῶν, ἀλλ’ ἐμπιστοσύνην μόνον εἰς πρόσωπον. Ἐζήτησε δηλαδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς, διότι τὸ ἀπῄτησεν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, καὶ διὰ τοῦτο θὰ τὸ ψηφίσουν, ὄχι ἴσως ἐξ ἰδίας πεποιθήσεως. Πρέπει ὅμως εἰς ὅλα τὰ κόμματα νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, διὰ νὰ μὴ ἀλλάσωμεν διαρκῶς συστήματα, μετὰ πᾶσαν ἀλλαγὴν ὑπουργοῦ. Οὔτε πρέπει νὰ φανατιζώμεθα, διότι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι φανατισμένος ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, τότε δὲν ἔχει πλέον ἐλευθέραν κρίσιν. Φανατισμὸς θὰ εἴπῃ πάθος. Τὸ δὲ πάθος ἀποκλείει τὴν ψυχρὰν καὶ ἀμερόληπτον κρίσιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοιαῦτα ὑψίστης ἐθνικῆς καὶ κοινωνικῆς σημασίας θέματα. Ὅπως εἰς τὸ στράτευμα, ὅπου ὑπάρχει μὲν πατριωτισμὸς—ὡς τὸ ἀπέδειξαν εἰς τὰς μάχας τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Μ. Ἀσίας—ἕνεκα ὅμως τῆς διαιρέσεως ἐμειώθη οὗτος εἰς κρισίμους διὰ τὸ ἔθνος στιγμάς, μὲ τόσον κακὰς συνεπείας, οὕτω καὶ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ὅταν ἀλληλοτρωγώμεθα καὶ ἀποτελῶμεν ἀντιμαχομένας φατρίας, μετὰ πείσματος καὶ φανατισμοῦ κρίνοντες καὶ ἐνεργοῦντες, καὶ ἐνταῦθα θὰ ἔχομεν καταστροφήν, ὅπως εἴχομεν καὶ ἐκεῖ. Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν πολλὰς ἐκπαιδευτικὰς πολιτικάς. Εἶναι ὀλέθριον τοῦτο, διότι δὲν θὰ ὠφεληθῶμεν τίποτε. Φαντασθῆτε δύο δυνάμεις ἀντιθέτους πρὸς ἀλλήλας, ἐπὶ τῆς αὐτῆς γραμμῆς ἐνεργούσας. Ἡ μία δύναμις νὰ τραβᾷ πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἡ ἄλλη πρὸς τὰ ἐδῶ. Εἰς τὸ μέσον εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ ὠθήσωμεν πρὸς τὰ ἐμπρός, διὰ νὰ προοδεύσῃ. Τί γίνεται; Ἐξουδετεροῦται ἡ πρόοδος. Δὲν προχωρεῖ πρὸς τὰ ἐμπρός. Τί πρέπει νὰ γίνῃ; Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ κλίνῃ ὀλίγον πρὸς τὰ ἐμπρὸς ἑκατέρα τῶν δυνάμεων τούτων, διότι τότε θὰ γίνῃ ἡ συνισταμένη, τουτέστιν, ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ὠθήσῃ τὴν πρόοδον πρὸς τὰ ἐμπρός. Αὐτὴν τὴν συνισταμένην, αὐτὸν τὸν συμβιβασμὸν πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν διὰ νὰ ἐκτελέσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τὸν προορισμόν του, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐμέ, γίνεται σήμερον θῦμα τοῦ ὑπερβολικοῦ του ζήλου. Καὶ διὰ νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα σημαντικὰ εἰς τὴν παιδείαν ἕνας ὑπουργός, πρέπει νὰ ἔχῃ μακρὸν πρὸ αὐτοῦ στάδιον δράσεως διὰ νὰ κάμῃ συνέχειαν εἰς ὅσα ἀρχίζει. Ἐνῷ διὰ τὸν σημερινὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας εἶνε πολὺ βραχὺς ὁ χρόνος εἰς Κυβέρνησιν συμμαχικοῦ συνασπισμοῦ, οὐχὶ βεβαίως μακρᾶς διαρκείας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ καὶ νὰ διατηρηθῇ μία μεταρρύθμισις ἐὰν δὲν ἔχῃ συνέχειαν ἢ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον ἢ ἀπὸ τὸν διάδοχόν του. Δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἀρχίζωμεν μίαν οἰκοδομήν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῖον εἶναι τὸ σχέδιον αὐτῆς τῆς οἰκοδομῆς καὶ πῶς θὰ τελειώσῃ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ στήνεται ἕνα οἰκοδόμημα ἐκπαιδευτικὸν τόσον προχείρως ἀπὸ ἕνα Ὑπουργὸν ἢ ἀπὸ ἕνα σύμβουλον αὐτοῦ, ὅσον σοφὸς καὶ ἂν εἶναι οὗτος. Διότι τὸ ἔργον εἶναι μέγα καὶ κολοσσιαῖον.
§152Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ γίνῃ ἀποκέντρωσις τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§153Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ δυστυχῶς καὶ ἡ ἀποκέντρωσις. Ἀφοῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἔστω καὶ μίαν οἰκοδομὴν σωστήν, πῶς θὰ κάμωμεν πλείστας οἰκοδομὰς εἰς ἑκάστην περιφέρειαν; Ἐκτὸς ἐὰν ἐμελέτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ζήτημα τὸ ἐκπαιδευτικόν, ὄχι ἀπὸ τὰ χαρτιά, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ἐπὶ τόπου. Ἄν μετέβη δηλαδὴ εἰς τοὺς τόπους, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μελετήσῃ τις τὴν κατάστασιν τῶν χωρίων μας ἀπὸ τὰ βιβλία. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον παρετήρησα, εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτι οὐδεὶς πολιτευόμενος, κατὰ τὰς παραμονὰς σχηματισμοῦ ἑνὸς νέου Ὑπουργείου, οὐδεὶς ὑποψήφιος ὑπουργὸς γνωρίζει, ὅτι εἶναι προωρισμένος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἢ δι’ ἄλλο Ὑπουργεῖον. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος περισσότερον τὰ καταφέρνει νὰ προτιμηθῇ ὡς Ὑπουργὸς οἱουδήποτε Ὑπουργείου, δὲν εἶναι, βεβαίως, πάντοτε καὶ ὁ καταλληλότερος διὰ νὰ κάμῃ μεταρρυθμίσεις εἰς αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον συμβαίνει νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν προπαρασκευήν. Λοιπόν, πῶς θέλετε νὰ ἐμπιστευθῶμεν ἓν τόσον μέγα ἔργον τῆς ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως εἰς ἕνα Ὑπουργὸν προσωρινόν, μὴ ἀνήκοντα εἰς κόμμα κυβερνῶν, μὲ ἀρκετὴν μάλιστα πλειονοψηφίαν, διὰ νὰ μείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ διάρκειαν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν διὰ νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ τὸ σύστημά του; Τὰ κρατικὰ πράγματα πρέπει νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ καλῶς ἐκ τῶν προτέρων μελετημένα καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν συνείδησιν παραδεδεγμένα. Ὅταν ζητῇ ἕνας Ὑπουργὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῆς παιδείας, πρέπει νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὸ σύστημα καὶ ὄχι μίαν μικρὰν ἀρχήν, μὲ ἄγνωστον αὐτῆς συνέχειαν. Καὶ τότε θὰ ἔχῃ, ἐπὶ καλῶς μελετημένου συστήματος, πρόθυμον τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἔσχεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὰ νομοσχέδια τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως ἔχει ἀνάγκην ριζικῆς λύσεως καὶ ὄχι ἡμιμέτρων. Τί θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας, τοὺς ὁποίους μόνον φροντίζομεν πῶς νὰ φορολογῶμεν; Μία καλῶς ὠργανωμένη καὶ καλῶς πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ συνθήκας τοῦ τόπου μας προσηρμοσμένη ἐκπαίδευσις θὰ μετριάσῃ καὶ τὰς κοινωνικὰς ἀνισότητας καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τότε τόσον εὔκολος ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἁπλοϊκῶν καὶ τῶν ἀμαθῶν, ὅπως εἶναι σήμερον ὁ πολὺς λαός, ἀπὸ τοὺς ἐν μέσῳ αὐτῶν ἀνεπτυγμένους καὶ ἐπιτηδείους. Διότι καὶ ὁ πλοῦτος καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους σπουδαίως θ’ ἀνεπτύσσοντο. Εἴπομεν νὰ κάμωμεν οἰκονομίας καὶ νὰ παύσωμεν ὑπαλλήλους. Νομίζετε ὅτι γλυτώνωμεν ἀπὸ τὸ βάρος τῆς συντηρήσεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνουν ἄεργοι; Διότι, λόγῳ τοῦ κακοῦ συστήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἔμαθον καμμίαν ἐργασίαν, κανὲν ἐπάγγελμα. Ὅταν θὰ ἀπολύωνται τῆς ὑπηρεσίας, θὰ ἔρχωνται εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ θὰ ζητοῦν νὰ ζήσουν εἰς βάρος πάλιν τῆς κοινωνίας, τίς οἶδε μὲ ποῖα ἀθέμιτα μέσα! Ἰδοὺ πῶς καὶ πάλιν θὰ ὑπάρχῃ, μετὰ τῆς οἰκονομικῆς, καὶ κρίσις κοινωνική. Κομμουνιστικὰ κινήματα, ἀναρχικαὶ τάσεις, ἀγυρτικὰ σχέδια κοινωνικῶν μεταρρυθμίσεων καὶ τὰ τοιαῦτα. Περαίνων, θέλω τὸ ἑξῆς: Νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Νομοσχεδίου, ὑπὸ μόνον τὸν ὅρον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς καλέσῃ Ἐπιστημονικὸν Συνέδριον, συνεννοούμενος μετὰ τῶν ἐπιστημονικῶν σωματείων, ἰδίᾳ δὲ μετὰ τῆς Ἀκαδημίας καὶ τοῦ Πανεπιστημίου διὰ ν’ ἀποτελέσωσι τὴν πρωτοπορείαν μιᾶς ἐκπαιδευτικῆς κινήσεως. Νὰ καλέσῃ ἀκόμη καὶ ἄλλους, ἔχοντας γνώσεις, ὄχι μόνον παιδαγωγικὰς καὶ φιλολογικὰς ἀλλὰ καὶ οἰκονομικάς, κοινωνικάς, γεωργικάς, βιομηχανικάς, μηχανικάς, στρατιωτικάς, κλπ. πρὸς συγκρότησιν τοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον θὰ καθορίσῃ, μετὰ σοβαρὰν μελέτην, τὸ πρόγραμμα τῆς ριζικῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν συστήματος, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι κοινὸν κτῆμα ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Διότι ἡ κοινὴ τότε γνώμη, συμφώνως μὲ τὰς ἀποφάσεις τοιούτου Συνεδρίου, θὰ ἐπιβάλῃ εἰς ὅλα τὰ Κόμματα τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς καθωρισμένου προγράμματος καὶ θὰ εἴπῃ: Κύριοι, αὐτὸ θέλει ὁ λαός, αὐτὸ θέλει ὁ ἐπιστημονικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὁσάκις εἶδον κατάλογον διανοουμένων, εἶδον μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γράφουν ποιήματα ἢ φιλολογικὰ ἔργα ἢ γράφουν εἰς τὰς ἐφημερίδας χρονογραφήματα. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον αὐτοί. Ἀλλ’ εἶναι καὶ οἱ πάσης ἄλλης εἰδικότητος ἐπιστήμονες, μὲ ἀνωτέραν μόρφωσιν καὶ πεῖραν. Διὰ τὴν ριζικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς παιδείας θὰ χρειασθῶσι βεβαίως ἀνάλογοι πόροι χρηματικοί, διὰ μισθοὺς προσωπικοῦ ἐπαρκεστέρους καὶ δι’ ἀπόκτησιν καλοῦ καὶ ἐπαρκοῦς προσωπικοῦ καὶ διὰ τὰ ἄλλα ὑλικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ἐκπαίδευσις διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ὄχι μόνον μὲ νόμους ἀνεφαρμόστους καὶ ἐμβαλωματικοὺς ἢ μὲ λόγια ὡραῖα καὶ μὲ φράσεις εὐγλώττους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς μὲ πράγματα, διὰ νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα μεγάλα καὶ σπουδαῖα διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους μας, οἷα ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν.
§154Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, κ. Πρόεδρε, νὰ παραιτηθοῦν οἱ ἐγγεγραμμένοι καὶ νὰ ὁμιλήσωσιν εἰς τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν;
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτοῦνται οἱ ἐγγεγραμμένοι;
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, κ. Πρόεδρε.
§157Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη κανονικῶς, δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένη παρὰ δέκα Βουλευτῶν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις.
§159Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ προχωρήσωμεν, διότι διὰ τῆς μεθόδου τῆς παρελκύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε.
§160Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὑπάρχει λόγος σπουδῆς; Ἀφοῦ θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς συνεδριάσεις, πρέπει νὰ ἀπέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καὶ μάλιστα ἐνῷ συζητοῦμεν τοιαῦτα νομοσχέδια. Τὸ γεγονὸς εἶνε ἕν: θέλετε συζήτησιν σοβαρὰν μὲ δέκα Βουλευτὰς μόνον; πῶς θὰ γίνῃ αὐτό;
§161Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ πρέπει ἀπόψε νὰ τελειώσωμεν τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων. Εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιερώθη, νὰ συζητῶμεν πάντοτε τὰ σπουδαιότερα τῶν θεμάτων τὸ πρωΐ. Βεβαίως, ἂν θέλῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ τὰ συζητήσῃ καὶ νὰ μείνῃ ἕως τὸ πρωΐ, θὰ τὸ κάμῃ, διότι ἔχει τὴν πλειοψηφίαν· ἀλλὰ δὲν εἶναι πολιτικῶς εὐπρεπὲς τὸ πρᾶγμα, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τῆς Φυλῆς. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 5 τὸ πρωΐ, καὶ νὰ λέγωμεν: Θὰ τὸ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Πάντως εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ τὸ συζητήσῃ μέχρι τῆς 6ης τὸ πρωΐ καὶ νὰ τὸ ψηφίσῃ καὶ αὐτό, ὅπως ἐψήφισε καὶ τὰ ἄλλα διάφορα νομοσχέδια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πολιτικῶς εὐπρεπὲς τοῦτο. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτόν μου· ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου καὶ νὰ συμβάλω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν φωτισμὸν τῆς Βουλῆς. Πῶς θέλετε νὰ γίνῃ τοῦτο εἰς τὰς 5 τὸ πρωΐ; Ὅταν ἦλθεν ἡ συζήτησις τῶν οἰκονομικῶν Νομοσχεδίων κατεδικάσθην νὰ ὁμιλήσω εἰς τὰς 5 τὸ πρωΐ, καὶ εἶπον μόνον τὸ ⅕ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ εἴπω. Τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: Ὑπάρχει καμμία τόσον ἐπείγουσα ἀνάγκη, ὁπότε δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἢ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη; ὁπότε νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ βιάσῃ τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων ἀπόψε. (Χειροκροτήματα).
§162Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιζητεῖ νὰ βιάσῃ ἀπολύτως, τοὐναντίον εἶναι περίπου 7 ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις παρακολουθεῖ μετὰ τῆς μεγαλυτέρας ὑπομονῆς τὰς συζητήσεις. Ἡ συζήτησις αὕτη διεκόπη πολλάκις, διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ τάδε νομοσχέδιο, ἄλλοτε διὰ νὰ ψηφισθῇ ἄλλο νομοσχέδιον, ἄλλοτε διὰ νὰ γίνῃ ἄλλη συζήτησις. Ἀλλά, ὡς βλέπετε, τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ παροραθῇ, τὸ συναισθάνεσθε πολὺ καλά, ἐξ ἄλλου πλησιάζουν καὶ αἱ ἑορταί, ὁπότε, ὡς γνωρίζετε, οἱ κ. Βουλευταὶ θέλουν νὰ ὑπάγουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐργασθῶμεν περισσοτέρας ὥρας, διότι, ὡς εἶδον, πολλοὶ Βουλευταὶ ἀνέπτυξαν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον τὸ ζήτημα ἀλληλοδιαδόχως, καὶ πολλοὶ ἐπίσης Βουλευταὶ ἐπανέλαβον τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα καὶ λέγουν τὰ αὐτὰ πράγματα. Τότε τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία παρέλκυσις καὶ ἀσφαλῶς τείνουσιν εἰς παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ φθάσουν διὰ τῆς μεθόδου ταύτης, εἰς τὴν μὴ ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων.
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρέλκυσις θεωρεῖται τοῦ κ. Καλκάνη;
§164Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἄν πρόκειται ν’ ἀκουσθῶσιν ἐπιχειρήματα διαφέροντα τῶν ἄλλων προαγορευσάντων, θέλω προθύμως νὰ τοὺς ἀκούσωμεν. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ὥρας, ἄν ἐξαιρέσητε δύο τρεῖς Βουλευτάς, οἱ ἄλλοι δὲν εἶπον παρὰ τὰ ἴδια. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, καὶ ἕνεκα τῆς θελήσεως πολλῶν Βουλευτῶν, ἵνα λάβωσι τὸν λόγον, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συγκατανεύσῃ νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ περισσοτέρας ὥρας, καὶ ἐπειδὴ αἱ ὥραι, καθ’ ἃς ἐργάζεται εἶναι ὀλίγαι, διότι δυστυχῶς κατ’ ἔθιμον ἐπικρατῆσαν εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ἐργάζεται μόνον ἀπόγευμα, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς πρωΐας.
§165Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἑπομένως δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφόσον οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἐπιμένουν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως ἢ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε;
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§169Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κύριος Χασιώτης, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, μέχρις ὅτου ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς παρουσιάσῃ ὁλόκληρον πρόγραμμα ἐκπαιδεύσεως.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσει περιπτώσει, πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§171Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δηλαδὴ πρόκειται περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως διὰ τὴν ἐπιοῦσαν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο ποτὲ εἰς Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου εἰσάγεται ἐμμέσως ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ὑπάρξεως ἀπαρτίας.
§172Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἀφήνομεν εἰς τὴν πεῖραν τοῦ κ. Προέδρου νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα.
§173Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Πρόεδρε, νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἀνακοινοῦται ἡ αἴτησις περὶ ἀναβολῆς τῶν 10 βουλευτῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν στέργῃ αὕτη, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις, ὄχι ὅμως ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Δι’ αὐτὴν ἀπαιτεῖται ὑπογραφὴ 15 βουλευτῶν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ σᾶς λέγω καὶ ἐγώ. Τὸ ζήτημα λύεται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀποφαίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§175Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον, λέγει ὁ Κανονισμός, πότε ἀποφαίνεται δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἡ Βουλή. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν λέγει τίποτε.
§176Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περὶ ἀναβολῆς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Ἀλλὰ τώρα δὲν ὑπάρχει.
§177Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Θὰ ἰδοῦμε ἐὰν ὑπάρχῃ.
§178Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία νὰ ἐξακριβωθῇ ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον φαίνεται.
§179Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν ἐφανταζόμην ποτέ, κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ζήτημα περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 44. Ὁ ἔχων σχέσιν τινὰ μὲ τὴν νομικὴν ἐπιστήμην καὶ ὁ γνωρίζων ἀνάγνωσιν τῆς καθαρευούσης, ἐννοεῖται, καὶ οὐχὶ τῆς μαλλιαρῆς...
§180Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς φωτίσητε σεῖς.
§181Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Σᾶς ἠκούσαμεν ἐπὶ τετράωρον, κ. Καλκάνη καὶ δὲν σᾶς διεκόψαμεν.
§182Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σεῖς δὲν μὲ διακόψατε;
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κίνιας πάντοτε διακόπτει.
§184Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Μόλις δύο φορὰς σᾶς διέκοψα.
§185Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ γνωρίζετε σεῖς!
§186Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει ἀναλάβει τὴν ἀποκλειστικὴν προστασίαν τῆς Κυβερνήσεως.
§187Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σᾶς συμβουλεύω...
§188Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ κρατήσητε τὰς συμβουλὰς διὰ τὸν ἑαυτόν σας.
§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὰ μὲ τὸν κ. Καλκάνην θ’ ἀσχοληθῆτε; Ἀναπτύξατε τὸ θέμα.
§190Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Μὰ βλέπετε μὲ προκαλεῖ. Τὸ ἄρθρον 44 λέγει. (Ἀναγιγνώσκει): «Πᾶσα πρότασις...» Εἶναι πλέον ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἐπιβεβλημένη, καθ’ ὃν τρόπον ὁ Κανονισμὸς καθορίζει καὶ θὰ ἔπρεπεν ἀντίθετος ἑρμηνεία νὰ προέρχεται μόνον ἐξ ἀσυγγνώστου πλάνης περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου. Ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ παραβιάσωμεν Συντάγματα, νόμους καὶ Κανονισμούς, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ πᾶν κατέρρευσεν, ἀφ’ ἧς τὸ κόμμα ὑμῶν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) συνέπραξε μετὰ τῶν Φιλελευθέρων.
§191Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κατὰ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἅμα ληφθῇ ἡ ἀπόφασις, δὲν ἀναβάλλεται πλέον ἡ συζήτησις, ἀλλὰ θὰ ἐξακολοθήσῃ.
§192Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀσφαλῶς, ὑπάρχει μιὰ κακὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου. Ὅπως εἶναι διατυπωμένον, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ μιὰ ἔνστασις ἀπαρτίας. Ἐγώ, κατὰ τὴν τότε συζήτησιν, ἤμην κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς ἐνστάσεως. Νομίζω δὲ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἑρμηνεύσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς μίαν ἔμμεσον ἔνστασιν ἀπαρτίας, δὲν θὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν πρότασιν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρκεῖ ἡ ὑπογραφὴ 10 βουλευτῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, ἀπαιτεῖται ὑπογραφὴ 15 βουλευτῶν. Συνεπῶς ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Ὁ κ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§194Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Μὰ τέτοια ὥρα, θὰ ὁμιλήσω κ. Πρόεδρε;
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Μόδης.
§196Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι συνάδελφοι, τὴν στενοχωρίαν σας, διὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποδεχθῶμεν. Ὁ ἀγών μας, δυστυχῶς, δὲν εἶναι ἢ ἀγὼν διεξαγόμενος ἐκ μέρους μας δι’ ἀσφαίρων πυρῶν, ἀγών, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει παρὰ τὴν σημασίαν διαμαρτυρίας. Διαμαρτυρίας, διότι ἡ Κυβέρνησις τόσον εὐκόλως ἔρριψε τὸ βάρος, τὸ κῦρος της καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν της εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐάν, ὅπως ἡμεῖς τουλάχιστον πιστεύομεν, ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν κρίσιμον ταύτην καμπὴν τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, προσέφερε καὶ κέκληται καὶ ἐφεξῆς ἀκόμη νὰ προσφέρῃ ὑψίστας εἰς τὴν χώραν ὑπηρεσίας, ἐνδείκνυται καὶ ἐπιβάλλεται, ὅπως μὴ κατατρίβηται ἢ κατατρίβει τὸ κῦρος της εἰς πράγματα προσωπικὰ καὶ μικρά, ἀποβλέποντα καὶ ἀποσκοποῦντα εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως. Δι’ ἡμᾶς, ἡ ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμισις εἶναι τὸ μόνον ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπελείφθη ἀπὸ μίαν περίοδον, ἡ ὁποία κατέληξε μὲν εἰς συντρίμματα, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐγέννησε πολλὰ ὄνειρα καὶ ἐστήριξε πολλὰς ἐλπίδας. Ἀλλὰ ὁ ἀγών μας ἔχει τὴν ἔννοιαν διαμαρτυρίας καὶ διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τόσον εὐκόλως καὶ τόσον προχείρως, διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ ἐπιπολαίως, διετύπωσε δημοσίᾳ κατηγορίας κατὰ ὑφισταμένων του δημοσίων λειτουργῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν ἔπαυσαν ὅμως νὰ ἔχωσι καὶ τὴν στοιχειώδη ἀνθρωπίνην ἀξιοπρέπειαν, ἡ ὁποία εὐλόγως καὶ δικαίως τοὺς ἐξηνάγκασε νὰ προβῶσιν εἰς διαψεύσεις. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἔχει εὐγενεῖς φιλοδοξίας ἀναμορφώσεως καὶ ἀναδημιουργίας τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ πρώτου βήματος ἐσκόνταψεν εἰς τὰ σκαλιὰ τῆς Βουλῆς. Ἀνεκάλυψεν, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτικά μας πράγματα δὲν ἔχουν καλῶς. Ἀλλὰ γλαῦκα εἰς Ἀθήνας φέρει! Ἡ ἐκπαίδευσίς μας νοσεῖ πράγματι, ἀλλὰ νοσεῖ οὐχὶ ἐσχάτως, οὐχὶ ἀπ’ ὀλίγων ἐτῶν, ἀλλ’ ἀπὸ δεκαετηρίδων, ἂν μὴ ἀπὸ αἰώνων. Ἡ ἐκπαίδευσίς μας δὲν εἶναι παρὰ μία κοροϊδεία. Ἡ λεγομένη δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ διδάξῃ τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ τὴν καθαρεύουσαν ἢ μᾶλλον τὴν γραμματικὴν τῆς καθαρευούσης. Κατέληξε νὰ δημιουργήσῃ ἕνα ἀναλφαβητισμόν, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ διὰ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος αἶσχος, κατέληξεν, ὥστε ἀπόφοιτοι, ὄχι Δημοτικοῦ Σχολείου ἁπλῶς, ἀλλ’ ἀνωτέρων Γυμνασιακῶν τάξεων νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ διατυπώσωσι στοιχειωδῶς τὰ διανοήματα καὶ τὰ αἰσθήματά των, ἐνῷ διὰ τὸν Βούλγαρον καὶ τὸν Σέρβον καὶ δι’ αὐτὸν τὸν Ἀλβανόν, ἀρκοῦν δύο ἢ τριῶν ἑβδομάδων μαθήματα, διὰ νὰ ἠμποροῦν νὰ διατυπώσουν τὰς σκέψεις των καὶ τὰ αἰσθήματά των καὶ νὰ δύνανται νὰ ἀναγινώσκωσι καὶ τὰ λογοτεχνικὰ προϊόντα τοῦ ἔθνους των. Ἡ λεγομένη Μέση ἐκπαίδευσις περιωρίσθη ἐπίσης εἰς τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς ἢ μᾶλλον τοὺς τύπους καὶ τὸ γράμμα, ὄχι τὸ πνεῦμα αὐτῶν, μὲ μόνον ἀποτέλεσμα, ὥστε οἱ ἀπόφοιτοι τῶν ἑλληνικῶν Γυμνασίων νὰ εὑρίσκωνται εἰς πλήρη διάστασιν μὲ τοὺς συγγραφεῖς τούτους, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἀποφοίτους τῶν ξένων Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα ὀλίγας ὥρας τῆς ἑβδομάδος διαθέτουν διὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἀρχαίων κλασσικῶν συγγραφέων. Τελευταίως πράγματι παρετηρήθη καὶ κἄποια χαλαρότης καὶ εἰς τὴν τυπικὴν αὐτὴν ἐνέργειαν τῆς Παιδείας, χαλαρότης ὀφειλομένη εἰς τὰς πολιτικὰς καὶ πολεμικὰς περιπετείας, εἰς τὰς ἐπιστρατεύσεις, εἰς τὰς ἐπιτάξεις σχολείων, εἰς τὴν χαλαρότητα τὴν γενικὴν μεταπολεμικῶς εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ὀφειλομένη, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ εἰς ἡμᾶς αὐτούς, διότι ὅταν ψηφίζωμεν τόσον εὐκόλως ἀναδρομικὰς ἐγγραφάς, ἐπαναληπτικὰς ἐξετάσεις, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι καταφέρομεν πραγματικῶς καίριον πλῆγμα κατὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κοπτώμεθα. Ἀνάγλυφον εἰκόνα τῆς σημερινῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, μᾶς δίδει ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπάρχει τοὐλάχιστον εἰς τὴν περιφέρειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, εἰς περιφέρειαν, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς συνθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ της ἔπρεπε νὰ συγκεντρώνῃ ἀμέριστον τὴν προσοχήν του, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν καὶ σήμερον πλεῖσται διδασκαλικαὶ θέσεις κεναὶ καὶ πλεῖστα σχολεῖα ἀπὸ ἔτους ἡμιτελῆ καὶ καταρρέοντα. Τὸ Διδασκαλεῖον Σερρῶν μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, ἀντὶ παντὸς ἄλλου καθηγητοῦ, εἶχε μόνον μίαν Γυμνάστριαν εἰς Διδασκαλεῖον ἀρρένων! Εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶχεν ἐνώπιόν του πεδίον δράσεως καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅπως αὕτη εἶναι συντεθειμένη σήμερον, τοῦ παρεῖχε τὰ μέσα, ὅπως πράγματι ἐμφανίσῃ πρόγραμμα ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως, μεταρρυθμίσεως σταθερᾶς, βασίμου καὶ παγίας. Ἠδύνατο νὰ εἰσηγηθῇ τοιοῦτον πρόγραμμα, χωρὶς βεβαίως νὰ βιασθῇ, καθ’ ὃν τρόπον ἐβιάσθη. Ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ μέτρα ἐναντίον τῆς αὐξήσεως καὶ τῆς πληθύνσεως τῶν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν πυκνῶν τάξεων τῶν ἀποφοίτων των δημιουργοῦσι πραγματικὸν κίνδυνον καὶ διὰ τὸ καθεστὼς τὸ κοινωνικόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμόν, κίνδυνον τοσούτῳ μᾶλλον σοβαρώτερον, ὅσῳ περισσότερον ἀμόρφωτοι εἶναι οὗτοι. Ἀντί πάντων τούτων, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, ἐθεώρησεν ἀρκετὸν νὰ στρέψῃ τὴν ἔρευνάν του, κατὰ τοῦ ὑφισταμένου Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἢ τουλάχιστον κατὰ μερικῶν ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ καὶ νὰ φορτώσῃ ὅλας τὰς ἁμαρτίας, παλαιὰς καὶ νεωτέρας, εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μόλις ἀπὸ ἑνὸς ἔτους ἀνέλαβον τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἡ οὐσία τοῦ νομοθετήματος εἶναι, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποπεμφθοῦν μερικὰ πρόσωπα καὶ ν’ ἀντικατασταθοῦν ὑπὸ ἄλλων. Τοῦτο, βεβαίως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ κατ’ οὐδένα λόγον ὡς μεταρρύθμισις, μέλλουσα ν’ ἀναζωογονήσῃ τὴν Παιδείαν ἀπὸ τὸ τέλμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει καταπέσει. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο μόνον. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο καὶ δημοσίᾳ καὶ ἐνταῦθα νὰ διατυπώνῃ ἐναντίον τῶν μελῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου κατηγορίας, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀβασίμους, νὰ ρίπτῃ ἐναντίον των κατηγορίας ἐπὶ κομμουνισμῷ καὶ νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν ἕναν ἐκ τῶν θιγομένων νὰ τὰς διαψεύσῃ δημοσίᾳ καὶ διεξήχθη μία δίκη, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Αὐτὸν τὸν Σύμβουλον ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸν γνωρίζω οὐδὲ κατ’ ὄψιν. Καὶ ἠναγκάσθη ὁ ἄνθρωπος, ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου νὰ προσαγάγῃ στοιχεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα, βεβαίως, δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ γίνεται ἐπὶ πλέον λόγος.
§197Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ποῖα στοιχεῖα;
§198Γ. ΜΟΔΗΣ. Τοὐλάχιστον ὁ συνάδελφος κ. Γεωργιάδης προσεκόμισε ἀρκετὰ στοιχεῖα, κατάλογον δηλονότι μήκους μέτρων ὁλοκλήρων.
§199Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐπιμένετε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διεκδικεῖτε σοβαρότητα, οἵα σᾶς ἀνήκει; Ἐπιμένετε ἀκόμη εἰς τοιαῦτα στοιχεῖα, παρ’ ὅλην τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἐπιμένετε ἀκόμη; τὸ θεωρεῖτε σοβαρὸν καὶ ὑπερήφανον;
§200Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ἤκουσα ὅτι ἐγένετο λόγος καὶ περὶ προσθήκης δύο τάξεων εἰς κάποιον καθολικὸν σχολεῖον ἐν Κεφαλληνίᾳ. Αὐτὰ ἠναγκάσθη νὰ τὰ εἴπῃ ὁ Ρουχωτᾶς. Κατὰ τοῦτο δὲ πταίετε σεῖς, διότι προέβητε εἰς δημοσίας δηλώσεις, κατόπιν τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀμυνθῇ τῆς τιμῆς του.
§201Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὁ Ρουχωτᾶς τὰ κατήγγειλεν εἰς τὸ δικαστήριον.
§202Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἡ ἀπόφασις τοῦ Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου ἀπέδωκε μετρίαν σύγχυσιν. Ἀνεγνώρισε πλήρως τὸ συκοφαντικὸν τοῦ δημοσιεύματος τοῦ κ. Ρουχωτᾶ καὶ θὰ τὸν ἀπέλυεν, ἐὰν ἐπιεικῶς δὲν τοῦ ἀπέδιδε μετρίαν σύγχυσιν. Τὸ Ἀνώτερον Πειθαρχικὸν Συμβούλιον, ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα σεβαστὰ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄλλους. Κατόπιν τοιούτων ἀποφάσεων, ἀπασχολεῖτε τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην προκεχωρημένην ὥραν, μετὰ τόσης βεβαιότητος καὶ μετὰ τόσης ἀφελείας, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν, μὲ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα στρέφονται κατὰ τῶν προστατευομένων σας καὶ τῶν εὐνοουμένων σας;
§203Γ. ΜΟΔΗΣ. Εἶναι τόσον εὐνοούμενος καὶ προστατευόμενός μου, ὥστε δὲν τὸν γνωρίζω οὐδὲ κατ’ ὄψιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπω ἐκ μέρους σας εἶναι, ὅτι ἔχετε δυσμένειαν κατ’ αὐτοῦ. Εἶναι γεγονός, ὅτι καὶ προχθὲς εἶδον νὰ λέγετε μὲ τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ δημοσιογραφικὴ ἰδιότης σας καὶ οὐχὶ ἡ Ὑπουργική, ὅτι οἱ διευθύνοντες τὸ Ἐκπαιδευτικὸν σχολεῖον καὶ τὴν Ὁμοσπονδίαν εἶναι κομμουνισταί, δηλαδὴ ἐξέφυγον τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων σας βαρύταται κατηγορίαι, μὲ εὐκολίαν πρωτοφανῆ διὰ τὴν αἴθουσαν ταύτην.
§204Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐπειδὴ χθὲς ἠμφισβητήθη ἡ ἀλήθεια τῶν ἀναγνωσθέντων ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς γραφέντων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Διδασκαλικῆς Συνομοσπονδίας, κατέθεσα τὰ ἐπίσημα κείμενα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§205Γ. ΜΟΔΗΣ. Καὶ ὅμως διεπράξατε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει διαπραχθῆ ἄλλοτε.
§206Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Σᾶς ἀπαγορεύω νὰ ὁμιλῆτε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἁρμόζει. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατέθηκα ἀπόψε εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ κείμενα τοῦ ἐπισήμου ὀργάνου τῆς Διδασκαλικῆς Συνομοσπονδίας καὶ σᾶς ἀπαγορεύω ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου νὰ λέγητε ἀνακριβείας εἰς βάρος μου. Εἶσθε ἐμβρόντητος.....
§207Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ ἐμβρόντητος; Κύριε Ὑπουργέ, διωρίσθητε βουλευτής, διωρίσθητε Ὑπουργός, προεχειρίσθητε εἰς ἐκπαιδευτικὸν ἀναμορφωτήν. Σᾶς ἀρκεῖ τοῦτο. Μὴ ζητήσετε νὰ γίνετε καὶ διδάσκαλος ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ἡ ἐφημερὶς σας, ἡ «Πολιτεία», ὡς προερχόμενα ἐξ ὑμῶν, ἤκουσα μὲ τὰ ἴδια τὰ ὦτα μου ἐνταῦθα τὴν κατηγορίαν σας, ὅτι οἱ διευθύνοντες σήμερον τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον καὶ τὴν Ὁμοσπονδίαν εἶναι κομμουνισταί.
§208Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἶπον, ὅτι εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἠνέχθησαν καὶ ὑπέθαλψαν κομμουνιστικὰς ἀρχάς, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ Προεδρεῖον τῆς Διδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας, διακηρύσσω ἐκ νέου καὶ πάντοτε θὰ διακηρύττω ἐκ τοῦ ἐπισήμου βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὄντως ἀπαρτίζεται ἐκ προσώπων, ἀνηκόντων εἰς κομμουνιστικὰς τάξεις. Ἐὰν θέλετε νὰ τὰ ἴδητε τὰ δημοσιεύματα, παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε τὴν συνέχειαν τοῦ ἐπισήμου ὀργάνου.
§209Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προχθὲς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ προβῇ εἰς ἀποδείξεις, μετὰ τὸ τέλος τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἄνω ῥητόρων. Ὁ κ. Ὑπουργός, προτοῦ νὰ προβῇ εἰς κατηγορίας τόσον βαρείας καὶ τόσον συγκεκριμένας ἐναντίον ὡρισμένων προσώπων, εἶχε τὴν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν νὰ προσκομίσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπειθον καὶ ἡμᾶς, ὅτι πραγματικῶς οἱ διοικοῦντες τὴν Διδασκαλικὴν Ὁμοσπονδίαν, εἶναι κομμουνισταί. Εἶχε ὑποχρέωσιν νὰ τὰ προσαγάγῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας.
§210Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας) Τὰ προσήγαγον.
§211Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅταν τὰ ἐθέσατε ἐν ἀμφιβολίᾳ, κατετέθησαν.
§212Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἐστράφη καὶ κατὰ τῶν διοικούντων τὴν Διδασκαλικὴν Ὁμοσπονδίαν. Δὲν τὰ προσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς ἤλεγξε καὶ μὲ εὐκολίαν διετύπωσε κατηγορίαν.
§213Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αἱ ἐρωτήσεις ἀποτείνονται εἰς τὸ κενόν.
§214Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ κ. Ὑπουργός, φρονῶ, ὅτι ὀφείλει νὰ συγκρατῇ περισσότερον τὰ νεῦρα του. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσιν ἠπιωτέραν γλῶσσαν τῶν βουλευτῶν.
§215Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Θίγεται ἡ ἀξιοπρέπειά μου.
§216Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Χθές, κ. Βουλευτά, ἐμέμφθητε τοῦ Προεδρείου.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε.
§218Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσω καὶ δηλῶ, ὅτι οὐδόλως ἔθιξα τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§219Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὸ τὸ κάμνετε ἐξ ἀρχῆς τῆς ἀγορεύσεώς σας. Δὲν δύνασθε νὰ κάμητε εἰς βάρος ἑνὸς Ὑπουργοῦ ὑπαινιγμούς, τοὺς ὁποίους ἀνῄρεσα χθές. Τοῦτο πράττετε ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν.
§220Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἤλεγξα, διότι μὲ τόσην εὐκολίαν προβαίνετε εἰς καταγγελίας καὶ δὲν ἐπροχώρησα πέραν τούτου. Σεῖς μὲ ἐπροκαλέσατε νὰ προχωρήσω, ἐγὼ εἶχον ἀποφύγει νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἰδίοις ὄμμασι τὰ γνωρίζω.
§221Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Διότι τὰ ἀναφέρατε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§222Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ἀπηγγείλατε κατηγορίαν κατὰ τῆς Διδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας. Αὐτὸ τὸ ἤκουσα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ τὸ εἶδον δημοσιευόμενον εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας ἐν τῇ ἐφημερίδι σας.
§223Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Περὶ τοῦ προέδρου τῆς Διδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας, δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἠνέχθη τὸν κομμουνισμόν.
§224Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν, ὅτι τὴν μῆνιν του, μετὰ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἔπρεπε νὰ τὴν στρέψῃ καὶ κατὰ τῆς Διδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας, διότι ἀναγνωρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ σχολικῶν πραγμάτων οἱ Πρόεδροι τῶν Σωματείων, τῶν κοινοτήτων καὶ δὲν γνωρίζω ποῖοι ἄλλοι, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐπάγγελμα τὴν διδασκαλίαν· τοὺς θέλει οὐδετέρους εἰς τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό, τοῦ διωγμοῦ τῆς Διδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας, εὗρεν συνεπίκουρον καὶ τὸν ἀπουσιάζοντα Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸν ὁποῖον, ὁμολογῶ, ὅτι ἐξαιρετικῶς ἐκτιμῶ, ἰδίως διὰ τὴν δρᾶσίν του εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§225Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Χθές, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀπήντησε καὶ ἀπελογήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Σεῖς ἀπουσιάζατε.
§226Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπεκαλέσθη νόμους κοιμωμένους ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν. Ἡμεῖς δέ, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα εἰς τὰς Ἐπαρχίας, μίαν πρωΐαν ἀνεγνώσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἀνεκαλύφθησαν διαχειριστικαὶ ἀνωμαλίαι εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Διδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτήν, γνωρίζομεν ὅλοι μας τὶ ἐστὶ ἀνωμαλία διαχειριστική, καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐνόμιζαν, ὅτι οἱ κύριοι προσεπάθησαν νὰ εὐλογήσουν πρῶτοι τὰ γένεια των καὶ ἐδέησεν ὅλοι νὰ παραδεχθοῦν, ὅτι «ὁ πολὺς θόρυβος ἦτο διὰ τὸ τίποτε», συμφώνως μὲ τὴν γνωστὴν κωμωδίαν τοῦ Σαίξπηρ καὶ ὅτι ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ καταστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διοικοῦντες τὴν Διδασκαλικὴν Ὁμοσπονδίαν καὶ ἠναγκασμένοι ὡς ἐκ τούτου νὰ διαμένουν ἐν Ἀθήναις, ἐλάμβανον ἀπὸ ἐτῶν καὶ κατόπιν ἀποφάσεων ἐπανειλημμένων τῶν Συνελεύσεων, ἐπίδομα μεγαλείτερον κατά τι ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐπέτρεπεν. Καὶ ὄχι μόνον προῆλθεν εἰς τὴν ἄμεσον ἀπόλυσιν τοῦ συμβουλίου τούτου, ἀλλ’ ἐπεχείρησε νὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ, κατὰ παράβασιν κειμένων νόμων, διὰ προσώπων μὴ ἀνηκόντων κἄν εἰς τὴν Ὁμοσπονδίαν καὶ ὡρίσθη ἡμέρα συγκλήσεως τῶν μελῶν τῆς Ὁμοσπονδίας ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, ἐνῶ κατὰ πᾶσαν λογικὴν καὶ κατὰ πᾶσαν δικαιοσύνην ἐπεβάλλετο, ὅπως ἡ ἄμεσος ἐκλογὴ γίνῃ ἐντὸς τοῦ βραχυτέρου δυνατοῦ διαστήματος. Ὅλα δὲ ταῦτα ἐγένοντο ἐν ὀνόματι τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὸν κίνδυνον τὸν κομμουνιστικόν. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, πέρυσι μᾶς εἶχε διανεμηθῆ ἓν φυλλάδιον, τοῦ ὁποίου συντάκτης ἦτο εἷς ἐκ τῶν ζηλωτῶν τοῦ Χριστοῦ Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐκάλει ὅλους εἰς σταυροφορίαν κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, τοῦ σοσιαλισμοῦ, τοῦ χιλιασμοῦ, τοῦ μασωνισμοῦ καὶ τοῦ μαλλιαρισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, βεβαίως, δὲν ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην σύγχυσιν, ἀλλὰ πολὺ προθύμως ἀνέλαβε νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου. Ἀλλ’ ὁ κομμουνισμὸς δὲν εἶναι τι τὸ ἀπόκρυφον. Δρᾷ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς, μᾶς ἀπειλεῖ ἀναφανδόν. Καὶ ἂν θέλωμεν νὰ τὸν πλήξωμεν, ὀφείλομεν νὰ τὸν πλήξωμεν εἰς τὴν κεφαλήν. Ἀφήνοντες τὸν κομμουνισμὸν νὰ δρᾷ ἐλευθέρως καὶ ἀπευθύνοντες ὅλην τὴν μῆνιν μας κατὰ τῶν θυμάτων αὐτοῦ, ὁμοιάζομεν μὲ τοὺς ἀποσπασματάρχας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βλέποντες καὶ ἀντικρύζοντες τοὺς ληστάς, ἐξαντλοῦν ὅλον των τὸ μένος κατὰ τῶν χωρικῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του προχθές, μᾶς εἶπε, ὅτι σέβεται τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως τῶν διδασκάλων, τοὺς θέλει τυπικῶς ἀφωσιωμένους εἰς τὸ καθῆκον των καὶ πέραν τούτου οὐδέν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο προχωρῶ πέραν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, διότι δὲν μᾶς ἀρκοῦν διδάσκαλοι τυπικῶς ἐκτελοῦντες τὴν ἀποστολήν των. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει σημασίαν, εἶναι πρὸ παντὸς ἡ ψυχή. Μᾶς χρειάζεται ἡ ψυχὴ τῶν διδασκάλων, ἡ ὁποία πρέπει νὰ πάλλεται μὲ τὰ αὐτὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα· Διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς θὰ περιωρίζοντο νὰ διδάσκουν τὴν Ἐθνικὴν Ἱστορίαν, τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν Πατρίδα, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον τὴν καρδίαν των ἀφωσιωμένην εἰς τὴν Ρωσσίαν, διδάσκαλοι οἱ ὁποῖοι δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐννοήσουν καὶ νὰ ἀγαπήσουν τὴν ἐθνικὴν ἱστορίαν, τὴν ἱστορίαν 40 αἰώνων, ἀσφαλῶς εἶναι καὶ ἐπικίνδυνοι καὶ ἐντελῶς περιττοί. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἔχει διατυπώσει, ὅτι δηλαδὴ ἀνετράπησαν σήμερον τὰ παλαιὰ ἰδανικά, ὅτι αἱ παλαιαὶ ἀξίαι, αἱ ἠθικαί, αἱ κοινωνικαί, μετεβλήθησαν καὶ ὅτι εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν ἐστάθησαν νέαι ἰδέαι. Ὁ πόλεμος οὐδόλως ἀνέτρεψεν τὰς παλαιὰς ἰδέας καὶ ἀντιλήψεις. Τοὐναντίον ὁ πόλεμος, εἰς τὴν Βαλκανικὴν τοὐλάχιστον, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ἐπυράκτωσε τὸ παλαιὸν ἐθνικιστικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀκράτητον πνέει σήμερον εἰς τὴν Σερβίαν, τὴν Βουλγαρίαν, τὴν Τουρκίαν. Καὶ ἀσφαλῶς θὰ ὁμοιάζωμεν μὲ τοὺς Βυζαντινοὺς τῆς ἐποχῆς τῆς καταπτώσεως, ἐὰν ἐπεριμέναμεν τὴν ἐξ ὕψους βοήθειαν καὶ δὲν κατεβάλλομεν πάσας τὰς δυνάμεις, ὅπως μορφώσωμεν γενεάν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἑτοίμη ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς μικρᾶς λωρίδος τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπέμεινε. Καταλήγων, κύριοι, διότι ἡ ὥρα εἶναι περασμένη, δηλῶ ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἐδήλωσα, ἐπὶ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς ἔπρεπε νὰ ἐκτεθῇ τὸ κῦρος τὸ Κυβερνητικόν, καὶ τὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀπήγγειλε εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, κατηγορίας κατὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα καίτοι ὑπηρεσιακῶς ὑφιστάμενα, εἶχε πᾶσαν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ περισσότερον.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, διὰ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§228Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ ὀνόματα.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ ἀναγνωσθοῦν. (Ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλλόντων τὴν πρότασιν), — Εἶναι 17. Λοιπόν, θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§230Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμενος ἀριθμός. Ὑποθέτω, ὅτι αὐτὸς δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως ἂν γίνῃ δοκιμή, δὲν θὰ ὠφελήσῃ τίποτε, διότι θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς Βουλευτῶν καὶ κατόπιν θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν, φυσικά, δύναται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα πῶς ἔχει. Οἱ καλούμενοι δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι νὰ προσέλθωσιν, ἢ νὰ ἀποχωρήσωσι, πρὶν ἢ ἐκφωνηθῇ τὸ ὄνομά τους. Δὲν δύναται ὅμως, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, νὰ κηρυχθῇ τερματισθεῖσα ἡ συζήτησις, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλέον εἰς θέσιν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Νὰ συνεχίσῃ δύναται.
§232Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἴμεθα σύμφωνοι.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Γ. Μπακόπουλος καὶ Γ. Νόβας. Ἡ πρότασις τίθεται οὕτω: «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι». Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης τῆς διαλογῆς προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 41. Εἶπον Ναὶ 15. Εἶπον ὄχι 24. Ἠρνήθησαν ψῆφον 2.
§234Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε κ. Ράλλη.
§236Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ, οὔτε περὶ τῆς ἀναβολῆς, οὔτε περὶ τῆς ἐξακολουθήσεως. Συνεπῶς ἐπιβάλλεται ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως. Ἐπὶ πλέον νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, λόγῳ εὐπρεπείας τοῦ Σώματος, πιστοποιηθέντος ὅτι παρόντες εἶναι 40 βουλευταί, νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν.
§237Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι ἀπολύτως ὀρθή. Νομίζω ὅτι εἰς ὑμᾶς, ὡς πρόεδρον, ἐπιβάλλεται ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, ἐφόσον εἴμεθα 40 βουλευταὶ παρόντες.
§238Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ πιστοποιήσωμεν τὴν συνεχιζομένην κωλυσιεργίαν.
§239Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω ποτέ, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐκτοξεύῃ τὴν μομφὴν τῆς κωλυσιεργίας.
§240Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Θέλομεν νὰ πιστοποιηθῇ ἡ ἐξασκουμένη κωλυσιεργία (θόρυβος)..... μὲ σκοπὸν τὴν ματαίωσιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζοντες, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς συντηρητικῆς τάξεως....
§241Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐκφράζω, κ. βουλευταί, τὴν κατάπληξίν μου, ὅτι.....
§242Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Μετὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐπιστοποιήθη ὅτι ἀσκεῖται συστηματικὴ κωλυσιεργία πρὸς ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, δυνάμεθα νὰ λύσωμεν δι’ ἀπόψε τὴν συνεδρίασιν. (Θόρυβος).
§243Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε αὐτὰ διὰ τοὺς βουλευτάς.
§244Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Λυποῦμαι, καὶ λυποῦμαι ἀληθῶς βαθύτατα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐπέρριψεν ἐναντίον τῆς Βουλῆς τὴν μομφὴν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ.
§245Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὄχι τῆς Βουλῆς. Ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὴν κωλυσιεργίαν.
§246Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὴν ἐπερρίψατε ἐναντίον ὅλων. Ἑπομένως καὶ ἐπ’ ἐμοῦ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ὑπογράψει τὴν αἴτησιν.
§247Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐφ’ ὑμῶν γενικῶς δὲν τὴν ἐπέρριψα. Ἀλλ’ ὑπάρχει ὁμὰς μεταξὺ ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων συμπράττετε, ἡ ὁποία ζητεῖ...
§248Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μετ’ οὐδενὸς δὲν συμπράττω. Ἁπλῶς μόνον σᾶς εἶπον προηγουμένως....
§249ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ὑπογραφήν σας τὴν ἐβάλατε ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τῶν κομμουνιστῶν.
§250Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ ὁμὰς ἐκείνη στέκεται πολὺ ὑψηλά.
§251Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι ἀπρεπὲς νὰ συνεχίζεται συζήτησις περὶ τοιούτων ζητημάτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ μέσου τῆς νυκτός.
§252Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἶναι ἡ πρώτη φορά;
§253Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἂν ὑπῆρχον τὴν ἄλλην φορὰν δικαιολογίαι, ὅτι ἐπείγουσαι ἀνάγκαι ἐπέβαλλον τοῦτο, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, τοιαῦται δικαιολογίαι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν. Οὔτε τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, οὔτε ἡ συνοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπειλεῖται, οὔτε ἡ σωτηρία τῆς χώρας. Ἔπρεπε νὰ παρατείνετε τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας. Εἴχατε κάθε ὑποχρέωσιν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ σᾶς ἀνεπτύξαμεν τοὺς λόγους, εἴχατε κάθε ὑποχρέωσιν νὰ παράσχητε αὐτήν. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθετε ἐδῶ καὶ κυριαρχοῦντες ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ἀναγκάσετε τὴν Βουλὴν νὰ παραμείνῃ μέχρι τῆς τετάρτης πρωϊνῆς ὥρας διὰ νὰ συζητῇ ζητήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξαρτᾶται αὐτὴ αὕτη ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἴχατε ὑποχρέωσιν, κύριε Ὑπουργέ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἐζήτησα ἐγὼ προσωπικῶς τὴν ἀναβολὴν τὴν συζητήσεως, εἴχατε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀναβάλετε. Ἀλλὰ ἤλθατε ἐδῶ δεσπόζων τῆς πλειονοψηφίας καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν τοιαῦτα νομοσχέδια εἰς τοιαύτην ὥραν. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ἀποτελεῖ παραποίησιν κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἐστάλημεν ὑπὸ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην νὰ ψηφίσωμεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νομοσχέδια τὴν τετάρτην καὶ πέμπτην πρωϊνήν. Ἐστάλημεν ἐδῶ διὰ νὰ φροντίσωμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ. (Θόρυβος)
§254ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφῆστε τὰς δημοκοπίας.
§255Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οὐδέποτε ἐδημοκόπησα, οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ καταναλώσω τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος κωλυσιεργῶν ἢ διὰ νὰ καρπωθῶ πολιτικὰ ὀφέλη καὶ διὰ τοῦτο εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, προκειμένου περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο κάλλιστα νὰ συζητηθοῦν, εἴτε αὔριον, εἴτε μετὰ μίαν ἑβδομάδα, εἶχον τὴν ἀξίωσιν, τὴν γνώμην ταύτην νὰ τὴν σεβασθῇ ὄχι μόνον ὡς γνώμην προσωπικήν, ἀλλὰ καὶ ὡς γνώμην ἐκπροσωποῦσαν ὁλόκληρον τὴν ἀντιπολίτευσιν. Καὶ πῶς ἐννοήσατε, ὅτι θέλομεν νὰ κωλυσιεργήσωμεν καὶ θέλομεν νὰ σᾶς ἀναβάλωμεν τὰ ἐκπαιδευτικὰ Νομοσχέδια; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐψήφισα τὰ νομοσχέδιά σας, εἰς δὲ τὰ ζητήματα τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν ἐπίσης ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, διὰ τῆς σιωπῆς μου ὑπεβοήθησα τὴν ψήφισιν τῶν μέτρων τούτων. Ποῖον μέτρον ἔφερεν τὸ κόμμα ὑμῶν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ συστηματικῶς ἐπολέμησα; Διὰ τοῦτο εἶχον τὴν ἀξίωσιν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἀντὶ νὰ ἐγερθῆτε νὰ ἀπειλῆτε καὶ σχεδὸν νὰ ὑβρίζετε τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῆτε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Δυστυχῶς, βλέπω, ὅτι ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ τακτικὴ καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεκινήσαμεν. (Χειροκροτήματα).
§256Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Οὔτε ὁ τόνος τοῦ κ. βουλευτοῦ, οὔτε ἡ ὀργὴ μετὰ τῆς ὁποίας ὡμίλησε, δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸ γεγονὸς ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπέμενον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νομοσχεδίου ἤρχισε ἐξασκουμένη συστηματικὴ κωλυσιεργία. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ τὸ πιστοποιήσω, ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ γεγονός. Ἄν ὁ κ. βουλευτὴς εἶχε τὴν πρόθεσιν ν’ ἀποτελέσῃ καὶ αὐτὸς μέρος τῆς κωλυσιεργήσεως ἢ ὄχι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τὸ βεβαιώσω, ἀλλὰ μὲ τοῦτο δὲν μεταβάλλεται τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶπον. Τὸ ὅτι συζητοῦμεν νομοσχέδια ἐπὶ παρουσίᾳ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀριθμοῦ βουλευτῶν οὐχὶ μεγάλου, τοῦτο δὲν εἶναι πρωτοφανὲς διὰ τὴν Βουλήν. Ἄν τὰ νομοσχέδια ταύτην ἔχωσι τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἀποδίδει ὁ κ. βουλευτής, μὲ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι καὶ ἐνώπιον μικροτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι οὔτε ἡ ἀπόφασις θὰ ληφθῇ, οὔτε ἡ συζήτησις ἐξαντλεῖται. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ καὶ εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ γίνῃ, ἤρχετο εἰς ἀντίθεσιν μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρεκάλεσα ἐγώ. Διατὶ νὰ ὑποκύψω ἐγὼ εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ ὄχι ὁ κ. βουλευτής; Καὶ τοῦτο ἁπλούστατα μόνον, διὰ νὰ μὴ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. βουλευτὴς ἀπόψε, ἐνῷ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ τὸν λάβῃ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὁπότε ἤθελε γίνει ἀκουστὸς παρ’ ὅλων. Ἀλλὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ἐπειδὴ ἐζήτησε νὰ ὑποκύψωμεν ἡμεῖς ἀμέσως εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν, τοῦτο εἶναι πάρα πολὺ ὑπερβολικόν. Διότι, ἀλλοίμονον ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν· αὔριον ἠμπορεῖ νὰ ζητήσῃ τὸ αὐτὸ ἕνας ἄλλος βουλευτὴς τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῦ θὰ πᾶμε; Δὲν ὑπάρχει καμμία δεσποτεία ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ αὐτὸ τὸ βλέπει ἀπόψε. Ὑπάρχει μία ἀνάγκη, τὰ νομοσχέδια αὐτά, νὰ ψηφισθοῦν ἢ ν’ ἀπορριφθοῦν, ἀλλὰ νὰ γνωρίζωμεν ἐπὶ τέλους ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένουν ἐκκρεμῆ περισσότερον χρόνον. Συζητοῦμεν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας, ἠκούσθησαν ὅλαι αἱ γνῶμαι καὶ ἐπαναλαμβάνονται παρ’ ἄλλων Βουλευτῶν καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰς ἀκούωμεν. Ποῦ θὰ φθάσωμεν; Θέλετε νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἑορτῶν, διὰ νὰ διακόψωμεν ὑποχρεωτικῶς καὶ νὰ ἐπέλθῃ οὕτω παρέλκυσις τοῦ ζητήματος; Θὰ ἀναλάβητε, κύριοι, τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων ὑμῶν, ἂν κατωρθώσετε νὰ ματαιώσητε τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν; Εἶσθε βέβαιοι, ὅτι δύνασθε νὰ κρατήσητε ἐπὶ τῶν ὤμων σας τὴν εὐθύνην ταύτην; Ἐγὼ πολὺ ἀμφιβάλλω δι’ αὐτὸ καὶ διὰ τοῦτο ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διὰ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, ὅτι ἐπειδὴ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, ἔπρεπε ἡμεῖς νὰ τὴν ἐκλάβωμεν ὡς ἀξίωσιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ὑποκύψωμεν. Σέβομαι τὸν κύριον Βουλευτὴν καὶ τὸν ἐκτιμῶ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀξίωσίς του αὕτη, ἦτο ὑπερβολική.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἐξηγέρθη καὶ συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην του, ὅτι ἡ στοιχειώδης Κοινοβουλευτικὴ εὐπρέπεια ἀπαιτεῖ, νὰ λυθῇ ἡ Συνεδρίασις.
§258Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ στοιχειώδης Κοινοβουλευτικὴ εὐπρέπεια ἐπιβάλλει νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§259Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν ἠθέλησε νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, παρόντων τεσσαράκοντα βουλευτῶν, εἶναι τραῦμα δεινὸν κατ’ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεραμύνονται τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἔχουσι καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσουν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν πλήρει ὁμαλότητι, παρόντων τοὐλάχιστον τόσων βουλευτῶν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ προσαφθῇ πρὸς τοὺς ὑποβαλόντας τὰ νομοσχέδια καὶ τοὺς ψηφίσαντας ταῦτα, ὅτι κατὰ τρόπον ταχυδακτυλουργικὸν ἐπεζήτησαν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Οὐδὲν ἔχουν νὰ χάσουν τὰ νομοσχέδια—ἐὰν δύνανται νὰ ὑποστῶσι τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς—ἐὰν ἡ συζήτησις γίνῃ ἐν πλήρει Κοινοβουλευτικῇ ὁμαλότητι καὶ ὄχι κατὰ τρόπον ἀντιβαίνοντα εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Ἡ μομφὴ συνεπῶς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας κατὰ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, εἶναι μομφή, ἡ ὁποία ἀτυχῶς ἀντανακλᾷ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διέλαθέν τι ἐπὶ πλέον τούτου. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας τί ἐζήτησεν; Ἐζήτησεν, μετὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τὴν ἀπόδειξιν τῆς μὴ παρουσίας ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν ἀπόφασιν ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἐζήτησε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως. Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας: ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ δὲν θὰ ἦτο ἆρά γε δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κενόσπουδος; Διότι ποίαν ἀξίαν, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, θὰ εἶχεν ἡ συζήτησις, ὅταν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαναρχίσῃ ἀπ’ ἀρχῆς; Ὅταν ἠδύναντο ὅλοι οἱ βουλευταί, οἱ ἀντιφρονοῦντες, νὰ παραιτηθῶσι σήμερον τοῦ λόγου καὶ αὔριον νὰ ζητήσουν καὶ πάλιν τὸν λόγον; Δὲν θὰ ἦτο ἡ συζήτησις αὕτη κενόσπουδος, δὲν εἶναι συνεπῶς ἡ ἀξίωσις τοιαύτης συζητήσεως κενόσπουδος καὶ δὲν εἶναι ματαιοπονία ἡ συζήτησις ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὅταν αὔριον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ; καὶ δὲν διαπράττομεν ἔργον περιττῆς καταπονήσεως τῆς Βουλῆς, ταῦτα συζητοῦντες; Ταῦτα ἤθελον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ εὐθύτητι αὐτοῦ, θὰ παραδεχθῇ τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεως.
§260ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις δι’ αὔριον τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς 5. (Ὥρα 3 καὶ 30 πρωϊνῆς).