1927.12.02
2.386 στίχοι · 17.053 λέξεις · 181 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13Η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1927
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 καὶ 25 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Δούκας καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν προέδρων Συντεχνιῶν Σιδηροκάστρου διαμαρτυρομένων διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς Κοινότητος Σιδηροκάστρου εἰς Δῆμον. Ὁ σύνδεσμος δημοδιδασκάλων Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ τὴν Σεβ. Βουλὴν ὅπως ψηφίσῃ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια. Ἡ συνέλευσις τῆς Γενικῆς Ἑνώσεως Ἀναπήρων Πολέμου Ἀττικῆς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως δημοσιευθῇ καὶ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ διάταγμα τὸ ἀφορῶν τὸν συνεταιρισμὸν τῶν περιπτέρων. Οἱ σύνδεσμοι κτηματιῶν Θεσσαλονίκης, Μυτιλήνης, Κερκύρας καὶ Αἰκατερίνης διαμαρτύρονται ἐπὶ μελετωμένῃ τροποποιήσει τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ σύνδεσμος σαπωνοβιομηχάνων Λέσβου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μείωσιν τοῦ φόρου λευκῶν σαπώνων. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Φιλιατρῶν παρακαλεῖ ὅπως δημοσιευθῇ ὁ νόμος περὶ ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Οἱ ἐργολάβοι Λαμίας διαμαρτύρονται δι’ ἀποκλεισμόν των ἐκ τῶν ἔργων ὁδοποιΐας. Ἐπιτροπὴ ἐπαγγελματιῶν Ἄργους διαμαρτύρεται κατὰ Νομάρχου Ἀργολίδος, ἀπαγορεύσαντος ἐλευθέραν πώλησιν σιγαρέττων πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἀναπήρων. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἰθάκης ζητεῖ τάχιστα διορισμὸν καθηγητοῦ Λαμπινίδου πρὸς εὐχερεστέραν λειτουργίαν σχολαρχείων. Αἱ ἀνεξάρτητοι δημοκρατικαὶ ὀργανώσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικῆς δημοκρατικῆς νεολαίας Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσι ὑπόμνημα διαμαρτυρόμεναι κατὰ τῆς σατραπικῆς, ἐκδικητικῆς καὶ ὑποθαλπούσης τὴν ἀνηθικότητα συμπεριφορᾶς μερικῶν ὑπαλλήλων τοῦ τμήματος προσωπικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Οἱ πρόεδροι τῶν σωματείων Ἀμφίσσης καὶ ἀντιπρόσωποι συντεχνιῶν διαμαρτύρονται ἐπὶ μελετωμένῃ ἀπαλλοτριώσει 300 στρεμμάτων ἐν Αὐλακίῳ τῆς περιφερείας Λαμίας. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ λάβῃ μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἀνεργείας, τὴν ἄμεσον λειτουργίαν ταμείου ἀνεργείας κλπ. Ὁμοσπονδία ἐκ Βουλγαρίας προσφύγων διαμαρτύρεται ἐπὶ ἀποφάσει καταργήσεως ὑποεπιτροπῆς ἀποζημιώσεως αὐτῶν. Οἱ ἀλευροβιομήχανοι Σάμου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 2822. Ὁ ἐπαγγελματικὸς κόσμος Δράμας καὶ οἱ μισθωτοὶ τῶν ἀνταλλαξίμων καταστημάτων καὶ οἰκιῶν ζητοῦσι τὴν ἀναστολὴν τῆς κατακυρώσεως τῶν γενομένων δημοπρασιῶν ἐπὶ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Π. Νικολαΐδης ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν κατοίκων Μεγάρων αἰτούντων τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν φόρων γεωργικῆς παραγωγῆς ἕνεκα καταστροφῆς ἣν ὑπέστησαν ἐκ τῆς ἀκρίδος. Ἡ διευθύνουσα ἐπιτροπὴ τοῦ Συνεδρίου τῶν Δημάρχων ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὸ Συνέδριον ψηφίσματα διὰ διάφορα ζητήματα τῶν Δήμων τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐγγράφου του ἀνακοινοῖ ὅτι ἡ Α. Ε. ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ διατάγματος ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν, εὐηρεστήθη νὰ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Α. Ζαΐμην, ἐφόσον ἤθελε διαρκέσει ἡ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀπουσία τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ κ. Α. Μιχαλακοπούλου. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως, συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος α) τῆς 10)13 Ὀκτωβρίου 1925 περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων ὡς ὑπαλλήλων ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, β) τῆς 1)12 Ἰουνίου 1926 περὶ συμπληρώσεως τῶν προστατευτικῶν τῶν ἐφέδρων νόμων καὶ γ) τῆς 3)3 Σεπτεμβρίου 1926 περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)10)25 Ν. Δ. περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων ὡς ὑπαλλήλων ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων» καὶ κωδικοποιήσεως τούτων εἰς ἑνιαῖον μέτωπον. 2) «Περὶ κυρώσεως τῶν Ν. Διαταγμάτων τῆς 10)13 Ὀκτωβρίου 1925 «περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων ὡς ὑπαλλήλων ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων β) τῆς 1)12 Ἰουνίου 1926 περὶ συμπληρώσεως τῶν προστατευτικῶν τῶν ἐφέδρων νόμων καὶ γʹ) τῆς 1)12 Σεπτεμβρίου 1925 περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)10)25 Ν. Δ. περὶ ὑποχρεωτικῆς προσλήψεως ἐφέδρων ὡς ὑπαλλήλων ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων». 3) «Περὶ χρηματιστηρίων ἀξιῶν». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ εἰσφορᾶς 2% κλπ. διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ἐν Τεγέᾳ Ἐπαγγελματικῆς Σχολῆς». 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 12 Δεκεμβρίου 1925» περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς κειμένης νομοθεσίας «περὶ Ναξίας σμύριδος». 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως Ν. Δ. τῆς 16 Σεπτεμβρίου 1926 «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν Νέου Καρλοβασίου καὶ Χανίων». 7) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 2 Ἰουλίου 1926 «περὶ καταργήσεως Ἐμπορικῶν Σχολῶν». 8) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12–11–27 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 10 Σεπτεμβρίου 1926 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν κειμένων περὶ ἰδιωτικῆς Ἐμπορικῆς Ἐκπαιδεύσεως διατάξεων καὶ προσθήκης ἑτέρων τοιούτων περὶ ἐμπορικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει». 9) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1925 Ν. Δ. περὶ ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς τῶν Ἐμπ. καὶ Βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων τοῦ Κράτους ὑπὲρ συντηρήσεως Δημοσίων Σχολῶν Μέσης Ἐμπορικῆς Ἐκπαιδεύσεως». 10) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἀπριλίου 1926 Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3256 περὶ Ταμείων Προνοίας προσωπικοῦ Ἐφημερίδων». 11) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ σχηματισμοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ σιδηροδρομικῶν συνταξιούχων». 12) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Νοεμβρίου 1927 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1926 Ν. Διατάγματος «περὶ ὁρισμοῦ ἐτησίας εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Προνοίας δημοσίων ὑπαλλήλων». 13) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Διατάγματος «περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν». 15) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Διατάγματος περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 10 τῆς ἀπὸ 27 Νοεμβρίου 1925 συμβάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου κυρωθέντος διὰ τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. ὁριζομένης προθεσμίας». 16) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουλίου Ν.Δ. περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἀπὸ 30 Ἰουνίου καὶ 18 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Διατάγματος «περὶ Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Ὑπαλλήλων». 17) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ συστάσεως ταμείου ἁλιείας ἐν Λευκάδι». 18) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τῶν περὶ Ταμείου Τροχαίας Κινήσεως Ν. Διαταγμάτων ὡς ἐτροποποιήθησαν». 19) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ μεταλλουργίας νικελίου ἐν Ἑλλάδι». 20) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 6 Νοεμβρίου 1926 περὶ μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτοτελοῦς ὑπηρεσίας Ξένων καὶ Ἐκθέσεων». 21) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου ἐ.ἔ. Ν.Δ. περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 18 Ὀκτωβρίου 1925 «περὶ τροποποιήσεως τῆς μεταξὺ Δημοσίου καὶ προνομιούχου Ἑταιρείας Ἱπποδρομιῶν συμβάσεως». 22) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 5 Ἰουλίου 1926 περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2992 «περὶ παραχωρήσεως ἰαματικῶν πηγῶν». 23) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1925 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων «περὶ Κυριακῆς ἀναπαύσεως». 24) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1926 Ν. Δ. «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». 25) «Περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων μεταλλευτικῶν νόμων». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰουλίου 1926 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως συμβάσεως ἐνοικιάσεως τοῦ ἐν τῷ Παλαιῷ Φαλήρῳ ἐργοστασίου Ἀεροπλάνων Δημοσίου μετὰ τῶν ἐπενεχθεισῶν τροποποιήσεων καὶ κωδικοποιουμένου κειμένου» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21)9)26 Ν. Δ. «περὶ τιμητικῆς διαθεσιμότητος, τιμητικῆς ἀποστρατείας καὶ εἰδικῆς ἀποστρατείας ἐν τῷ Π. Ν. Οἱ κ. κ. Δ. Ἰασονίδης, Γ. Γεωργιάδης Ν. Ἀμυρᾶς, Δ. Εὐθυμιάδης, Γ. Βοραζάνης, καὶ Τ. Τηλικίδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν Ἐκπαιδευτικῶν Συμβουλίων». Ἡ ἐπὶ τῆς Παιδείας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Οἱ κ. κ. Β. Μεϊμαράκης, Ν. Βλιάμος, Γ. Κουκουλίδης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεως ἐφημερίδων». Οἱ κ. κ. Μ. Δερλερές, Α. Ψάρρας, Δ. Μπαμπᾶκος, Θ. Παπαστρατῆς, Δ. Ἀνδρεάδης. Δ. Χατζίσκος καὶ Γ. Μπακόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Ὀκτωβρίου 1927 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 16 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν Διεύθυνσιν τῶν Σιδηροδρόμων». Οἱ κ. κ. Α. Παχνός, Σ. Νικολαΐδης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Οἱ κ. κ. Χ. Χριστοβασίλης, Μ. Γούδας, Δ. Μπότσαρης καὶ Δ. Δούλης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυνθέσεως τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου». Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεως ἐφημερίδων». Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως ἐφάπαξ τοῦ Ν. Δ. «περὶ ἀπονομῆς τοῦ μισθοῦ τοῦ Τμηματάρχου εἰς τοὺς Εἰσηγητὰς καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Μοσχούλας, ὅπως ἐκθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ πρότασίν του περὶ τοῦ «Πόθεν Ἔσχες». Κύριοι Βουλευταί, Λαβὼν τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 119ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ ὁμιλῶν περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἔλεγον ὅτι ἡ νομίμως καὶ δικαίως κτηθεῖσα ἰδιοκτησία, δέον νὰ προστατευθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ προσέθετον, ὅτι αἱ μεταπολεμικαὶ περιουσίαι, πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ ἐὰν νομίμως καὶ ἠθικῶς ἐκτήθησαν καὶ ἐδήλουν, ὅτι θὰ ὑπέβαλον ἐν καιρῷ τότε πρότασιν νόμου περὶ τοῦ «Πόθεν Ἔσχες». Ἐκπληρῶν τὴν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν ταύτην. Ἡ περίοδος τοῦ παγκοσμίου πολέμου περιέλαβεν εἰς τὰς αἱματοβρέκτους σελίδας της καὶ τὴν χειμαζομένην ἡμῶν πατρίδα καὶ παρῆλθεν ἀφοῦ ἀφῆκεν ἀνεξίτηλα τὰ ἴχνη τῆς καταστρεπτικῆς διαβάσεώς της ἐπὶ ὅλης τῆς πολιτικῆς, κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς Χώρας. Ἡ μεταπολεμικὴ περίοδος, ἡ ἀπὸ τοῦ 7)βρίου τοῦ 1922 ἀσυνείδητος συντελεστὴς τῆς παραγνωρίσεως τῆς ἀδιασαλεύτου ἀρχῆς τῆς Λαϊκῆς κυριαρχίας, ἐνεφάνησεν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, καὶ πρόδηλον, τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀναρχίαν καὶ διέσεισε τὸ κρατικὸν οἰκοδόμημα. Τὸ μεγαθήριον τῶν σκανδάλων, τῶν καταχρήσεων, τῶν κλοπῶν, τῆς διαρπαγῆς τοῦ δημοσίου πλούτου, τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν ὑπὸ ἐπιτηδείων πατριδοκαπήλων, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἄφηνον τὰ Πάρθενα βέλη των κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, ὅμοιοι πρὸς τοὺς ἀλήτας τῆς δημοτικῆς ἀγορᾶς τῆς ἀρχαιότητος, οἵτινες ἀπὸ τῆς σκηνῆς τῶν ὑπαιθρίων θεάτρων ἐσατύριζον τοὺς μεγάλους πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς ἐποχῆς των, ἡ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ἐμφάνισις τῶν παραγόντων, πολλῶν ἐξ αὐτῶν δοσιλόγων, αἱ αὐθαιρεσίαι αὐτῶν καὶ τὰ ἐκ τῆς ἀτασθάλου πολιτικῆς των συγκομισθέντα οἰκονομικὰ ναυάγια, ἐγέννησαν παρὰ τῷ λαῷ τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ προεκάλεσαν μίαν ψυχικὴν ἀτονίαν ὁδηγοῦσαν εἰς τέλμα ἐνῷ φαίνονται βυθιζόμενα τὰ μεγάλα προτερήματα τοῦ Ἕλληνος, τοῦ ὁποίου ἀείποτε ἀκμαῖον ὑπῆρχε τὸ πατριωτικὸν φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν γένει, τοῦ μέχρι τῆς χθὲς σφριγῶντος εἰς πρόοδον καὶ στερρῶς προσηλωμένου εἰς τὰ πάτρια καὶ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη. Εὐτυχῶς αἱ ἐκλογαὶ τῆς 7ης Νοεμβρίου ἀπέκτησαν τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τῆς νομίμου ἀμφοτεροπλεύρου ἐκπροσωπήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ δὲν παρεσχέθη ἔτι ἡ εὐκαιρία ὅπως διὰ νομοθετικῶν μέτρων ἐπιζητηθῇ ἡ ἐξυγίανσις τῆς Χώρας, ἣν ζητεῖ ὁ Λαὸς καὶ ὁ καθαρμὸς τῶν μικροσχήμων καὶ μεγαλοσχήμων ἐκμεταλευτῶν τοῦ Λαοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου. Σημασία, λάβαρον, ἔμβλημα εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, οἵτινες πρῶτοι θὰ κύψωμεν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Νόμου ἐὰν κυρώσητε τοῦτο ἔστω τὸ «Πόθεν Ἔσχες», ἔστω καὶ γένοιτο τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ἀναζωογονήσεως, τῆς ἀναζωπυρώσεως, τῆς τονώσεως καὶ τῆς ἐξυψώσεως τοῦ καταπεσόντος φρονήματος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τῆς ἀποκαλύψεως παντὸς ἐκμεταλλευτοῦ καὶ νοσφιστοῦ τοῦ δημοσίου χρήματος, τὸ ὁποῖον εἶνε ὁ ἱδρὼς τοῦ πεινῶντος ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ θὰ δικαιολογήσητε τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸ ἐπίκαιρον τοῦ μέτρου, καὶ ἐκ τῆς γνώμης ἡμῶν, ἣν θὰ μορφώσητε, τῆς ἀποφάσεως ἣν θὰ λάβητε, θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ σωτηρία ἢ μὴ τῆς Πατρίδος. Ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὁμιλῶν κατὰ συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τοῦ κυρώσαντος τὰς συμφωνίας τῆς Γενεύης ἐζήτει νὰ ἀντλήσῃ τὴν δύναμιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ κύρους ὅπερ θὰ τῷ προσέδιδεν ἡ ψῆφος ὑμῶν: καὶ προσέθετεν ὅτι εἶναι βέβαιος περὶ τούτου, διότι ὁ πατριωτισμός σας δὲν σφύζει μόνον εἰς τὰ χείλη σας, ἀλλὰ πτερυγίζει καὶ εἰς τὰς ψυχάς σας. Τούτου δοθέντος ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ φιλοπατρία σας δὲν θὰ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ πρότασίς μου περὶ τοῦ «Πόθεν Ἔσχες», διὰ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον θὰ ἐξυψωθῇ τὸ μειωθὲν κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐπὶ σωτηρίᾳ τῆς Πατρίδος, ἀλλὰ καὶ οἱ μεταγενέστεροι θαυμασταὶ τοῦ μεγάλου ὑμῶν ἔργου θὰ ἐντειχήσωσι πλάκα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐν ᾗ θὰ χαράξωσι χρυσοῖς γράμμασι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ὅτι ὑπήρξατε ἄξιοι τῆς Πατρίδος. Ὑποβάλλων τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ Νόμου δὲν ἀξιῶ ὅτι παρέχω τι τέλειον, καίτοι πολύτιμον μοὶ παρέσχον συμβολὴν αἱ σοφαὶ γνῶμαι τοῦ σοφοῦ ἐπιτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Καζάζη, τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Ἠλία Ἀναστασιάδη, Καθηγητοῦ τῆς Ἀν. Ἐπορικῆς Σχολῆς καὶ τοῦ Συναδέλφου κ. Ἰωσὴφ Κουνδούρου διὰ τὴν διασκευὴν τῶν διατάξεων τοῦ Νομοσχεδίου ὅστις διὰ τῆς συνδρομῆς του κατέκτησε τὸ δικαίωμα τῆς συνυπογραφῆς τοῦ Νομοσχεδίου. Καταθέτων εἰς χεῖρας ὑμῶν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐξυπηρέτησα ὕψιστα συμφέροντα τῆς Πατρίδος (χειροκροτήματα).
§4Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐκάμαμε μίαν τιμίαν καὶ εὐσυνείδητον προσπάθειαν, διότι ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ «πόθεν ἔσχες» ἔχει πλήρη ἰσχὺν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει· διότι ἐπιστεύσαμεν ὅτι θὰ συντελέσῃ σπουδαίως εἰς τὴν κανονικὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡς Κράτους καὶ ὡς κοινωνίας. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ πολύτιμος πεῖρα ὅλων τῶν βουλευτῶν, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς ὅλων ὑμῶν, θὰ ἐγκρίνῃ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο καὶ ὅτι θὰ συμπληρώσῃ πάντα τὰ κενὰ οὕτως, ὥστε νὰ τὸ καταστήσῃ περισσότερον ἄρτιον ἢ καὶ περισσότερον ἀντάξιον πρὸς τὸν παλαιὸν θεσμὸν τοῦ «πόθεν ἔσχες», ὁ ὁποῖος πρὸ χιλίων ἐτῶν ἴσχυσεν εἰς τὴν Χώραν αὐτήν, Κύριοι Συνάδελφοι. (Χειροκροτήματα).
§5Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ «πόθεν ἔσχες», πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν Ζακύνθῳ ὑπάρχει ἡ Λεωφόρος Ἀναστασίου Ταβουλάρη.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυβετὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς περὶ διευθετήσεως τῶν ἐνυποθήκων εἰς χρυσὸν ἀπαιτήσεων.
§7Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Θὰ συστήσω εἰς τὸν ἀναπληροῦντα τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ φροντίσῃ διὰ τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν ἐν Τουρκίᾳ ἐνυποθήκων συνομολογηθεισῶν ὑποχρεώσεων εἰς χρυσόν, διότι ἐξεδόθη μὲν εἷς νόμος ἐπὶ ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κοφινᾶ, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ὑποχρεώσεις εἰς χρυσὸν πληρώνονται εἰς χαρτονόμισμα, προκειμένου ὅμως περὶ ὑποχρεώσεων ἰδιωτῶν, συναφθεισῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ὁ ὀφειλέτης πληρώνει εἰς χαρτονόμισμα εἰς δραχμὰς 23 τὴν λίραν χρυσῶν, ἐνῷ οὔτε ὁ πιστωτὴς πληρώνει τίποτε οὔτε τὸ Δημόσιον παίρνει τὴν διαφορὰν μεταξὺ χρυσοῦ καὶ δραχμῆς. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ὑποβάλῃ τροποποιητικὸν νομοσχέδιον τῆς διατάξεως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Ἑλλήνων ἐν Ἀμερικῇ.
§9Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Πρόκειται περὶ Ἑλλήνων διαμενόντων ἐν Ἀμερικῇ, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς.
§11Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν καὶ τῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς γεφύρας Καραϊσκάκη, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν μὲ ὀλίγας δαπάνας οὐ μόνον νὰ ἐπισκευασθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ κατασκευασθῇ ἐκ νέου. Ἡ γέφυρα αὐτὴ συνδέει τὸ ὁδικὸν κέντρον μὲ τὸ Μουζάκι, ὁπόθεν προμηθεύονται τὰ εἴδη πρώτης ἀνάγκης.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταλλιαδοῦρος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§13Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφοράν. Πρόκειται περὶ μιᾶς γεφύρας, τῆς ὁποίας τὸ κατάστρωμα εἶχε πέσει λόγῳ τῆς πλημμύρας. Ἡ γέφυρα αὐτὴ εἶναι χρησιμωτάτη καὶ δέον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπισκευήν της.
§14Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ταλλιαδοῦρος ἐπὶ ἀναφορᾶς δημοτῶν Καρδίτσης.
§16Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐγένοντο δηλώσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ φορολογίας κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας ἀπὸ τὸν ἔφορον Καρδίτσης. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς οἰκοδομάς, ἡ διάταξις τοῦ νόμου λέγει ὅτι ἡ ἀξία τῶν οἰκοδομῶν εὑρίσκεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθαρᾶς προσόδου ἢ ἐπὶ τῇ βάσει γενομένων ἀπαλλοτριώσεων. Οἱ τρόποι οἱ ὑπάρχοντες διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀξίας τῆς οἰκοδομῆς εἶναι τρόποι περιοριστικοί, ἐφαρμόζονται δὲ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ ὁ ἔφορος Καρδίτσης ζητεῖ διὰ κοινοποιήσεων ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ ἐξεύρῃ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῶν οἰκοδομῶν καὶ ὄχι τὴν τεκμαρτήν. Τὸ ζήτημα νομικῶς ἔχει λυθῇ, θὰ ὑποστῇ δὲ τὸ Δημόσιον ἔξοδα διὰ τοῦ διορισμοῦ ἐκτιμητῶν.
§17Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ συμβόλαιον καὶ δημόσιον ἂν εἶναι, δὲν ἀποδεικνύει πλήρως.
§18Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ προσβληθῇ ὡς ψευδές. Ἄλλωστε αὐτό, μόνον εἰς τὴν Καρδίτσαν ἐφηρμόσθη.
§19Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἂς διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά.
§20Α. ΨΑΡΡΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυβετὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀλευρεμπόρων Θεσσαλονίκης.
§22Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Πρὸ ὀκτὼ μηνῶν εἶχε τελειώσει τὸ ἔργον της ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ συσταθεῖσα διὰ νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῶν ἀλευρεμπόρων. Τότε εἶχε γίνει ψηφοφορία καὶ, μὲ διαφορὰν 3 ψήφων, ἐψηφίσθη μία δασμολογικὴ διαφορὰ 3 λεπτῶν χρυσῶν ἐπὶ πλέον. Ἀνεμέναμεν ὅτι τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἐπαχθὲς δι’ ἐμπόρους καὶ καταναλωτάς, θὰ εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν. Δυστυχῶς παρῆλθον ὀκτὼ μῆνες καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν συνέταξεν ἀκόμη τὴν σχετικὴν πρότασιν νόμου. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀνεστάλη ἡ εἰσαγωγὴ παντὸς ξένου ἀλεύρου.
§23Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβληθῇ ταχέως τὸ ἁρμόδιον σχέδιον νόμου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μέρος ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀγροτικοῦ κόσμου Τρικκάλων–Καλαμπάκας.
§25Α. ΜΕΡΟΣ. Εἰς τὰς διαφόρους Συνελεύσεις ἐκτίθενται ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸν τόπον μας. Μία τοιαύτη συνέλευσις ἐγένετο πρωτοβουλίᾳ τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου Καρδίτσης καὶ Τρικκάλων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίαν ἀξιολογωτάτην ὀργάνωσιν. Ἡ ὀργάνωσις ἠσχολήθη κυρίως μὲ τὰ γεωργικὰ ζητήματα καὶ πρωτίστως διετυπώθη ἡ ἀξίωσις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐφόσον κατὰ παράβασιν δοθείσης ὑποσχέσεως ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἡ φορολογία τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, εἰς τὸ μέλλον νὰ δοθῇ κατηγορηματικὴ διαβεβαίωσις ὅπως ὁ φόρος αὐτός, ὁ τόσον δυσμενὴς καὶ τόσον καταθλιπτικὸς διὰ τὴν παραγωγήν, μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐφαρμογήν. Ὁ γεωργικὸς κόσμος ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἀντὶ τοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου. Αὗται εἶναι τοὐλάχιστον αἱ γεωργικαὶ ἀντιλήψεις καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσακούσῃ τὴν γεωργικὴν φωνήν. Ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἀπησχόλησεν τὴν Συνέλευσιν αὐτήν, ἦτο ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα. Ἡ ἵδρυσις αὐτῆς ἐνεποίησεν εὐχάριστον ἐντύπωσιν εἰς τὸν γεωργικὸν κόσμον. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἀπευθύνωμεν συγχαρητήρια εἰς τὸν σχόντα τὴν πρωτοβουλίαν Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω νὰ ἱκανοποιήσῃ ἕνα πόθον τοῦ ἑλληνικοῦ γεωργικοῦ κόσμου ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Ὁ γεωργικὸς κόσμος ὑποβάλλει τὴν παράκλησιν ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ γεωργικοῦ κόσμου ἐν τῷ Συμβουλίῳ εἶναι μᾶλλον ἐπαρκεῖς. Ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ὁλόκληρον τὸν γεωργικὸν κόσμον καὶ τὸ ὁποῖον πολλοὺς ἄλλους συναδέλφους ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐποικισμοῦ. Ὅπως γνωρίζετε, τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου αὐτοῦ χρησιμοποιοῦνται διὰ μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἐποικισμοῦ. Πρόκειται περὶ μιᾶς προσθέτου φορολογίας, ἡ ὁποία ἔχει καταδικασθῆ εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἀπομένει παρὰ μόνον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσηγηθῇ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ ἄρῃ τὴν φορολογίαν αὐτήν. Πρὸς τὸ παρὸν θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ κανονισθῇ ἡ ἀδικία, διότι, ὅπως τοὐλάχιστον παρουσιάζονται σήμερον, ὑπάρχουν Συνεταιρισμοὶ οἵτινες καταβάλλουν 10% εἰς τὸ Ταμεῖον. Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, δύο λόγια διὰ τὸ ζήτημα τῶν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὅλους τοὺς ἀγρότας καὶ ὅλους τοὺς Θεσσαλούς. Ἐγένοντο ἐνέργειαι, ὅπως τὰ ἔργα λάβουσιν πραγματικὴν μορφήν. Ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔχομεν καμμίαν ἔνδειξιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ παρέχῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσιν εἰς τὸ μέλλον. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ παράσχῃ κἄποιαν διαβεβαίωσιν, εὐχόμενος ὅπως αἱ εὐχαὶ αὗται πραγματοποιηθῶσιν. Ἐπίσης θὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ καταργήσῃ τὸν φόρον τοῦ 10% εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐποικισμοῦ. Εἶναι μία φορολογία κατὰ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, μὴ συντελοῦσα εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐποικιστικῶν γραφείων.
§26Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὰ ὑδραυλικά, παρακαλῶ ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐκθέσῃ τὰς ἀντιλήψεις της.
§27Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τοὺς κ. Βουλευτὰς Θεσσαλίας ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Θεσσαλίας, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ μονομερῶς, διότι ἡ μελέτη, ἡ ὁποία εἶναι πλήρης, ἀποδεικνύει ὅτι χρειάζονται τόσον μεγάλα ποσά, ὥστε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν τὰ ἔργα μονομερῶς. Πρέπει νὰ γίνουν οἱ συνδυασμοὶ μὲ ἄλλα ἔργα ὑδραυλικά. Ἑπομένως τὸ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας τοῦτο καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν γενικὰ μέτρα, ἀσφαλῶς θὰ περιλάβωμεν εἰς τὰ γενικώτερα αὐτὰ μέτρα καὶ τὰ ὑδραυλικὰ τῆς Θεσσαλίας. Ἂν δὲν ἐκάμαμεν χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἐδόθη, δὲν σημαίνει ὅτι ἐλησμόνησα τοῦτο, θὰ ὑποβάλω δὲ ἐν καιρῷ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
§28Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔχουν γίνει τόσαι μελέται, ὥστε ὅλα ἔχουν ὡριμάσει.
§29Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν ὑπάρχουν χρήματα.
§30Σ. ΤΑΛΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Διὰ φορολογίας τοπικῆς.
§31Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Οἱαδήποτε φορολογία τοπικὴ θὰ εἶναι τόσον βαρεῖα, ὥστε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ὑποστῇ ὁ λαός· ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ γίνουν παρὰ ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλα ἔργα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».
§33Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23 καὶ 35. Ἐπίσης εἰς τὸ σχέδιον ὑπάρχουν μερικὰ τυπογραφικὰ λάθη.
§34Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δημιουργοῦνται θέσεις.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀντιγραφεῖς τῶν στενογράφων ὑπάρχουν. Τώρα τοὺς διορίζω ἐγώ.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτοὶ τοὺς ὁποίους θὰ διορίσητε νὰ καθαρογράφουν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ νὰ μὴ ἀνορθογραφοῦν.
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ μὴ τεθῶσι προσόντα τυπικά, ἀλλὰ οὐσιαστικά.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰ ἄλλα οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ὑπολείπεται ἡ ψηφοφορία.
§40Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν, διότι δὲν ἐπρόφθασα νὰ ἴδω τὸ τελευταῖον δημοσιευθὲν σχέδιον. Τίθεται κανένα ὅριον ἡλικίας;
§41Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὄχι. Παρέμεινε τοῦτο οἷον ἦτο ἐν τῷ παλαιῷ Κοινοβουλίῳ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου διὰ τὰς Ἐπιτροπάς.
§43Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν ὁρίζεται ἀπὸ 30–40. Ἡ πρόσφατος πεῖρα ἐδίδαξεν ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ δυσχερὴς ἡ συγκρότησις ἀπαρτίας τῶν Ἐπιτροπῶν, τόσῳ δυσχερεστέρα, ὅσον περισσότερα εἶναι τὰ μέλη τὰ ἀποτελοῦντα αὐτάς. Εἶναι δὲ δυστυχῶς βεβαιωμένον, ὅτι ὀλίγοι, ὀλιγώτεροι τοῦ ἡμίσεως, ἐνίοτε τὸ τρίτον μόνον, προσέρχονται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν. Νομίζω ὅτι, μὴ ὄντος δυνατοῦ νὰ θεραπευθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, ὄχι τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἀτόπου τούτου, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν. Ὑπηρετήσαμεν ὅλοι εἰς ἐπιτροπὰς καὶ γνωρίζομεν ὅτι ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται καὶ οἱ ὁποῖοι λύουν τὰ ζητήματα. Ὑπάρχουν δὲ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ οἱ ὁποῖοι φέρονται ὀνομαστὶ μόνον. Ἐκάματε δεκτὸν τὸν ὁρισμὸν 35–40, δηλ. ἐμεγαλώσατε τὸ κακόν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς καὶ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ διάταξις δι’ ἧς νὰ ὁρισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ περὶ τῶν μὴ προσερχομένων Βουλευτῶν. Πῶς νὰ γίνῃ; Νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συντάσσῃ κατάλογον τῶν παρόντων. Μετὰ 2–3 δὲ ἀπουσίας ν’ ἀντικαθίστανται.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ γίνεται καὶ τώρα.
§45Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν γίνεται.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς δηλώσῃ ὅτι ἀπουσιάζῃ ὁ δεῖνα Βουλευτής, ἀμέσως ἀντικαθίσταται.
§47Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βέβαια, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς σᾶς στείλῃ τὴν πρότασιν, σεῖς θὰ τὸν ἀντικαταστήσητε, ἀλλὰ δὲν στέλλει. Καὶ ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ δὲν λειτουργοῦν αἱ Ἐπιτροπαὶ ὡς ἀξιοῖ ὁ Κανονισμός. Ἄν αἱ Ἐπιτροπαὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λειτουργήσουν, πρέπει νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον ἡ διάσκεψις ἐγένετο καὶ εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία εἰδικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν ἑνὸς Κανονισμοῦ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δυστυχῶς διαφωνῶ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν μὲ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, παραγνωρίζει τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως τῶν Ἐπιτροπῶν. Ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι νὰ γίνεται μία προεργασία, ὄχι μὲ τὰς ἐπισήμους ἀγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ὁλομελείας καὶ αἱ ὁποῖαι καταναλίσκουν πολὺν χρόνον. Ἀλλὰ συγχρόνως σκοπὸς εἶναι, ὅπως εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκπροσωποῦνται ὅλα τὰ κόμματα καὶ οὕτω δύναται νὰ προλειαίνηται τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἂν περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν τί ἔχομεν νὰ κερδίσωμεν; Εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν νὰ μετέχωσι τῆς Ἐπιτροπῆς ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς ὡρισμένα νομοσχέδια ἐνδιαφέρονται; Δὲν εἶναι δυνατόν. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν πεῖραν μου ὡς ἀρχηγὸς κόμματος. Ὑπάρχουν νομοσχέδια καὶ ὑποθέσεις ὡρισμένων Ὑπουργείων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ ἀξίωσις ὄχι 30 καὶ 40 Βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ 60. Ποία εἶναι ἡ ὠφέλεια ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ συζητοῦν τὰ νομοσχέδια; Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ὠφέλεια. Εἰς ἄλλας Βουλάς, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ μετατρέπεται εἰς Ἐπιτροπήν. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ διατυπώσεις καὶ καθιστῶσι τὸ ἔργον της δυσχερές. Ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία μεταβολή. Ἐγὼ μάλιστα, ὅταν ἐγένετο μία σκέψις περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς προέτεινα νὰ μείνῃ πεντήκοντα ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀλλὰ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, ἂν θέλωμεν νά διευκολύνωμεν, μπορεῖ νὰ ἔχωμεν μικρὰν ἀπαρτίαν καὶ Βουλευταὶ καὶ κόμματα νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ θὰ συζητοῦν τὰ νομοσχέδια. Τὰ κόμματα καὶ οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀπουσιάζοντες, δὲν ἠμποροῦν νὰ διαμαρτύρωνται ἐὰν λαμβάνεται ἀπόφασις ὑπὸ ἀριθμοῦ μικροτέρου τοῦ ὡρισμένου διὰ τὰς ἐπιτροπάς. Τὸ σπουδαῖον εἶναι νὰ παρέχηται ἡ εὐκολία εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον βουλευτὴν νὰ μετέχῃ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καρποφόρον τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν. Ὁ περιορισμὸς δὲν ἔχει κανένα λόγον. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν ὅταν λέγει ὅτι ὀλίγοι προσέρχονται εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι τὰ αὐτὰ πρόσωπα εἶναι εἰς διαφόρους Ἐπιτροπάς. Ὅταν περιορίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐπιτροπῶν, θὰ καταστῇ ἀδύνατον οἱ δραστηριώτεροι τῶν Βουλευτῶν νὰ μετέχουν δύο καὶ τριῶν Ἐπιτροπῶν. Διότι ἐπὶ τέλους, κάθε Βουλευτὴς ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ μετέχῃ δύο καὶ τριῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ αὐτὴ ἡ ἀξίωσις, πρέπει αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ εἶναι πολυμελεῖς διὰ νὰ μετέχουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προσφέρουν μεγαλυτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν. Θὰ προτιμοῦσα νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὑπάρχῃ πολὺ μεγαλυτέρα εὐκολία διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν μὴ ἐργαζομένων Βουλευτῶν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐκλέγουν τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν τὰ κόμματα ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἡ προσαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα εἶναι εὔκολος. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθόν, εἶναι ὅπως τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα ἐκλέγουσι τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἔχουν ἀναπληρωτὰς ἑτοίμους νὰ ἀναπληροῦν τοὺς ἀπουσιάζοντας Βουλευτάς. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνῃ. Ἄλλον κανένα κίνδυνον δὲν βλέπω.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης.
§52Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἠγωνίσθην, παρακολουθῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, νὰ ἀνεύρω τὸν οὐσιώδη λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διεφώνησε πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπεστήριξα εἶναι τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὅτι ἐπὶ τέλους ἔχουν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν οἱ Βουλευταὶ νὰ μετέχουν τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τῶν Βουλευτῶν νὰ μετέχουν τῶν Ἐπιτροπῶν, χωρὶς νὰ ἐργάζωνται, προτείνω νὰ τὴν περιορίσωμεν. Νὰ μετέχουν ὅσοι θέλουν νὰ ἐργάζωνται. Διὰ τοὺς μὴ συμπεριλαμβανομένους εἰς τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν, τὸ στάδιον νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ νὰ συζητήσουν εἶναι ἐλεύθερον, διότι ὡς καθιερώθη καὶ ὡς ἐκανονίσθη, ἔχει δικαίωμα πᾶς Βουλευτὴς καὶ μὴ ἀνήκων εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ μόνον νὰ ψηφίσῃ δὲν δύναται. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἐν προκειμένῳ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπὴ νὰ μελετήσῃ τὰ τῶν Ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ νὰ μὴ εἶναι πολυμελὴς καὶ παρουσιάσῃ τὰ ἴδια ἐλαττώματα, νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐπιτροπῶν, θεσμοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν χρήσιμον καὶ ὄχι θεσμὸν δυνάμενον νὰ ἱκανοποιῇ ἀξιώσεις ἀσκόπους.
§53Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, σκοπὸς τῶν Ἐπιτροπῶν, νομίζω, εἶναι ἡ παρακολούθησις τῶν νομοσχεδίων καὶ ἡ ἐπεξεργασία αὐτῶν. Καὶ ἐρωτῶ: Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνώσῃ κανεὶς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ νὰ ἴδῃ πόσα νομοσχέδια ἔχουν ὑποβληθῆ ἕως σήμερον, πόσα ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον καὶ τὰ ὁποῖα θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς; Ἐὰν θέσωμεν ἀπὸ 40 βουλευτὰς εἰς ἑκάστην Ἐπιτροπήν, ἂν εἶναι 10 Ὑπουργεῖα, χρειάζονται 400 βουλευταί. Ἑπομένως εἷς βουλευτὴς θὰ λάβῃ μέρος καὶ εἰς τὴν μίαν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν ἄλλην. Ἀλλὰ συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἐκ πείρας, τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικότης καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ. Συνεδριάζουν τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὥραν διάφοροι Ἐπιτροπαὶ καὶ ὅλαι αἱ αἴθουσαι εἶναι κατειλημμέναι. Πῶς θὰ γίνῃ χίλια κομμάτια εἷς βουλευτής, ὁ ὁποῖος εἰς δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας Ἐπιτροπάς, νὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτάς; Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο ἄτοπον, ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἐκ τῶν Ἐπιτροπῶν εἰς τὰς ὁποίας μετέσχον ἔχω τὴν ἑξῆς πεῖραν, ἡ ὁποία ἀπεδείχθη καὶ δὶς καὶ τρίς. Ἐλύθη ἡ συνεδρίασις ἐλλείψει ἀπαρτίας, διότι οἱ βουλευταὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν των, ὅτι εἶναι μεγάλος ὁ ἀριθμός, ἢ ὄντες ἀπησχολημένοι εἰς διαφόρους ἄλλας Ἐπιτροπάς, δὲν κατορθώνουν νὰ ἔλθουν καὶ δὲν γίνεται ἀπαρτία Ἔχομεν καὶ ἄλλο λόγῳ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ. Δὲν παρακολουθοῦν καὶ ἕνας ἢ πολλοὶ βουλευταὶ ἔρχονται τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὁ ἄλλος ἔρχεται τὴν τετάρτην καὶ ὁ ἄλλος τὴν ἕκτην, εἴτε διότι δὲν εὐκαιροῦν, εἴτε μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι εἶναι ἄλλοι 39 καὶ ἂς λείψω ἐγὼ ὁ τεσσαρακοστός. Τί συμβαίνει ἀκόμη; Ζητεῖ ἕκαστος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἢ ζητεῖ ἐπανασυζήτησιν ἢ καὶ ἐπαναφορὰν καὶ οὕτω μακρύνεται ὁ χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῶν Ἐπιτροπῶν. Διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερώσαμεν, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ καταρτίζονται κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων. Ἡ ἀναλογία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ναὶ μὲ μικρότερον ἀριθμόν. Καὶ μὲ εἴκοσι τὸν ἀριθμὸν τηρεῖται καὶ ἡ ἀναλογία καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπεύσεως. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπεύσεως; Εἶναι ἡ μεταφορά, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἕκαστος βουλευτὴς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ψηφοφορία ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς, ἀναλόγως τῆς τεκμαιρομένης ψηφοφορίας ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἴτε εἶναι μεγάλος ὁ ἀριθμὸς εἴτε εἶναι μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ἀναλογία τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων θὰ εἶναι αὐτή, καὶ διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν γνωμῶν καὶ διὰ τὴν ψηφοφορίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἀνώτατον ὅριον εἰς ἑκάστην Ἐπιτροπήν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβληθῇ, καὶ ὡς τοιοῦτο προτείνω τὸν ἀριθμὸν 20. Μὲ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν δύνανται νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλα τὰ κόμματα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησαν δέκα βουλευταὶ τὸν λόγον. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν τὴν πρότασίν μου, ἂν δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀνατεθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα τὴν πρότασίν της.
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ γίνῃ εἰδικὴ Ἐπιτροπή, ὄχι ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὴ ἡ παραπομπὴ εἰς Ἐπιτροπήν).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήθη ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ συζήτησις περιεστράφη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν κυρίως εἰς τοῦτο, ὅτι κατὰ τὰς δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίας δὲν παρίσταται ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν, διὰ νὰ ἀποτελῇ τὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας καὶ ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια δι’ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Ἐλέχθη μάλιστα, ὅτι θὰ ἠδύνατο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ τοὺς γραμματεῖς καὶ μὲ ἕνα οἱονδήποτε ἀρχηγὸν κόμματος νὰ ψηφίσῃ ἕνα νομοσχέδιον, ὅπερ ὁ ἀρχηγὸς θὰ ἤθελε νὰ ψηφισθῇ... Ἐπειδὴ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀπαρτίας, πέραν τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐβεβαιώθην δὲ ἐγώ, ἴσως νὰ εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψίς μου, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ καθορισμὸν ἀριθμοῦ ἀπαρτίας, φοβουμένη ἴσως μὴ γίνῃ κατάχρησις δι’ αὐτῆς τῆς προκλήσεως τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, ἐγὼ κατέληξα εἰς μίαν ἀνώδυνον πρότασιν. Ὅτι κατὰ τὴν δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίαν δὲν ἔχομεν ἄλλην ἐγγύησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτία, ἐφόσον δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν διάταξιν ὡρισμένου ἀριθμοῦ. Ἔχομεν ἤδη τὴν ὑφισταμένην βεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζει ἐν ἀπαρτίᾳ. Καὶ σήμερον, ἐφόσον ὁ κ. Πρόεδρος ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν καὶ δίδει τὸ πρόσταγμα, «οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν», ὑποτίθεται ὅτι βλέπει ἀπαρτίαν. Ἀλλὰ ἤθελον καὶ ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τὴν ἀντίληψιν νὰ τὴν θέσω ὑπὸ ἀνώδυνον κανόνα. Ν’ ἀνεγράφετο εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὑπῆρξεν ἀπαρτία. Δὲν εἶναι τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ δυσχεραίνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ὑπέβαλα αὐτὴν τὴν παράκλησιν καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅπως προκληθῇ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τὴν δέχεται, ἔχει καλῶς.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως...
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε, Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 19 ἀντιγράφει τὸ σχετικὸν ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος καὶ ὡς διατυποῦται ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, ἀναγκαῖον συμπέρασμα ἕπεται ὅτι, διὰ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλή, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀριθμὸς οὗτος, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλλείπει εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τηρηθῇ τοῦτο. Ἐὰν πράγματι τηρῆται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, βεβαίως θὰ δύνανται οἱ βουλευταὶ νὰ κάμουν τὴν παρατήρησιν περὶ μὴ ὑπάρξεως ἀπαρτίας καὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ ὑποβάλουν πρότασιν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὅτε θ’ ἀποδειχθῇ ἐὰν τηρῆται ἡ διάταξις αὕτη ἢ ὄχι. Ἀλλὰ ἡ πρότασις αὐτὴ πολλάκις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ, διότι χρειάζονται 15 βουλευταί, οἵτινες πιθανὸν νὰ μὴ ὑπάρχουν ἢ νὰ μὴ εἶναι παρόντες. Ἑπομένως, τρόπος ἄμεσος ἐλέγχου κατὰ πόσον τηρεῖται ἡ διάταξις αὕτη ἢ ὄχι δὲν ὑφίσταται. Ἡ Βουλὴ ἐζήτησε τοῦτο, κατὰ τίνα τρόπον θ’ ἀσφαλισθῇ ἡ τήρησις αὕτη τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία εἶναι καὶ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει βεβαίως ὅτι εἶναι καθῆκον τῶν βουλευτῶν νὰ μὴ δέχωνται νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι χωρὶς νὰ τηρῶνται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο, περισσότερον παντὸς ἄλλου, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν διευθύνοντα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Πρόεδρος αὐτῆς. Καὶ βεβαίως, ἐὰν πρόκειται περὶ οὐσιώδους νομοσχεδίου, δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ἐπιτρέψῃ οὗτος καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως, μὴ ὑπαρχούσης τῆς κατὰ νόμον ἀπαιτουμένης ἀπαρτίας, νὰ ψηφισθῇ τοῦτο. Ὁ κ. Βοζίκης ἐζήτησε καὶ μίαν ἀκόμη πρόσθετον κύρωσιν. Δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν διὰ τῆς σιωπῆς τήρησιν τῆς διατάξεως. Ἐφόσον ἔχει τὸ δικαίωμα εἷς βουλευτὴς νὰ κάμῃ πρότασιν εἰς τὸν Πρόεδρον, διατὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ κ. Πρόεδρε, ἄρθρον εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποχρεοῖ τὸν Πρόεδρον νὰ βεβαιοῖ τὴν ἀπαρτίαν; Νομίζω ὅτι ἡ συντηρητικὴ αὕτη πρότασις τοῦ κ. Βοζίκη, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὥς τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν. Ἐγὼ θὰ τὴν ἤθελον περισσότερον αὐστηράν. Νὰ ὑπάρχῃ καὶ πρότασις 3 ἢ 5 βουλευτῶν καὶ νὰ μὴ γίνηται βεβαίωσις ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἡ ἀπαρτία χωρὶς ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν. Ὅταν 5–10 βουλευταὶ ἐγερθῶσι καὶ εἴπωσι: Κύριε Πρόεδρε, δὲν τηρεῖται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, νὰ δύναται τότε ὁ Πρόεδρος νὰ βεβαιώσῃ ταύτην, ἐφόσον ὑπάρχει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὑρίσκῃ ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν αὐτήν, ἂς τὴν δεχθῇ, εἴτε ὑπὸ τύπον ἑρμηνείας, εἴτε ὑπὸ τύπον σημειώσεως εἰς τὰ Πρακτικά. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θ’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἢ τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης.
§62Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὑφ’ ὃ πνεῦμα ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες κ. κ. Συνάδελφοι καὶ ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, προέβην εἰς τὴν ἑξῆς διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἄρθρου 19, προκειμένου περὶ ἀμφισβητήσεως τῆς ἀπαρτίας, νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς παράγραφος «Τῇ αἰτήσει 10 βουλευτῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑποχρεοῦται νὰ βεβαιοῖ εἰς τὰ Πρακτικὰ τὴν ὕπαρξιν ἀπαρτίας, ὁπότε νὰ λαμβάνηται ἀπόφασις ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§63Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Οἱ 10 νὰ γίνουν 2 βουλευταί.
§64Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, προηγεῖται ὁ κ. Τσαλδάρης.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι, ὄχι μόνον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἡ θέλησις εἶναι νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ βεβαιοῦται ἡ ὕπαρξις τῆς ἀπαρτίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλή, ὁσάκις ἐκλέγει τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, φρονῶ ὅτι ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὸν τὴν διεύθυνσιν τῶν ἔργων αὐτῆς· καὶ φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ Πρόεδρος θὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του. Ἡ βεβαίωσις, λοιπόν, τοῦ Προέδρου περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ οὐ τῆς ἀπαρτίας, δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς.
§67Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐγὼ κ. Πρόεδρε, εἶμαι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως τοῦ νὰ τεθῇ εἰς τὸν Κανονισμόν, ὅτι ἀπαρτία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν συζήτησιν, διότι ἐὰν μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως, δὲν γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, δὲν θὰ εἶναι γνωστὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν.
§68Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὄχι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν συζήτησιν δὲν χρειάζεται ἀπαρτία.
§69Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Καὶ αὐτό, θὰ καταρρίψῃ τὸ κῦρος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἑκάστοτε θὰ ἀμφισβητεῖται, ἐὰν ἦσαν 50 ἢ 60. Ἡ Βουλή ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ζήτημα ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται σύμφωνος, πῶς θὰ κάμωμεν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν;
§71Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τσαλδάρη, διατυπῶ διαμαρτυρίαν καὶ λέγω, ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ἐὰν δὲν ὁρισθῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀπαρτία. Τὰ παλαιότερα Συντάγματα, ἄφηνον εἰς τοὺς Κανονισμοὺς τῶν Βουλῶν τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ παρακαλέσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο εἰσηγηταὶ τῆς καταργήσεως τῆς ἀπαρτίας διὰ τὴν συζήτησιν, νὰ μοὶ ὑποδείξωσι Κανονισμὸν οἱασδήποτε Βουλῆς τῆς Εὐρώπης, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖται ἀπαρτία κατὰ τὸν συζήτησιν.
§72Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Προκειμένου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ βεβαιώνῃ ὑπευθύνως εἰς τὰ Πρακτικὰ τὴν παρουσίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπόφασιν ἑβδομήκοντα δύο βουλευτῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑποθέτω, ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, βεβαιοῦντος τοῦτο, εἶναι βαρυτάτη. Διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξακριβωθῇ ἡ παρουσία τῶν ἑβδομήκοντα δύο βουλευτῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τίνας γνώμας θὰ ἔχωσιν οὗτοι. Κατὰ συνέπειαν ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι εἶναι βαρὺ δι’ ἕνα Πρόεδρον Βουλῆς καὶ ἐπικίνδυνον, νὰ βεβαιοῖ, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ θὰ ἐπρότεινα, ὅπως τοῦτο πιστοποιεῖται διὰ ψηφοφορίας, τῇ προτάσει μόνον 5 βουλευτῶν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαγιᾶς.
§74Β. ΣΑΓΙΑΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος, μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Θέλω ὅμως νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν ἀπαρτίαν, δὲν τίθενται ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἥ τε πλειονοψηφία καὶ μειονοψηφία εἶναι σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως καὶ ἐπὶ τῆς λήψεως τῆς ἀποφάσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι τίθενται πρὸ παντός, ὅπως προστατεύσωσι τὴν μειονοψηφίαν κατὰ τῶν καταπιέσεων τῆς κακοπίστου πλειονοψηφίας, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μετεῖχεν ἐκείνην τὴν στιγμὴν καὶ ὁ Πρόεδρος.
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§76Β. ΣΑΓΙΑΣ. Δὲν μ’ ἐννοεῖτε. Αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν τίθενται διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ καλῆς πίστεως πλειονοψηφία, θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν καλῆς πίστεως μειονοψηφίαν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρευρισκομένων Βουλευτῶν καὶ νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις, ἀλλὰ τίθενται πρὸ παντὸς διὰ νὰ προστατεύσωσι μίαν οἱανδήποτε μειονοψηφίαν, κατὰ τῆς οἱασδήποτε κακῆς πίστεως πλειονοψηφίας, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ προέρχεται καὶ ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ μετέχῃ εἰς τὴν κακὴν πίστιν τῆς πλειονοψηφίας. Θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτό, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς μεγίστης εὐθύνης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τοῦ οἱουδήποτε Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ δηλῶ, ὅτι εἰς τὸν ἤδη κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τρέφω ἀπεριόριστον ἐκτίμησιν, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ δὲν θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τῆς μεγίστης εὐθύνης καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ, ὅτι καὶ τὸ κῦρος τοῦ κ. Προέδρου καταρρίπτεται ἀπὸ μίαν, ἔστω κακῆς πίστεως, ἀμφισβήτησιν τῆς πιστοποιήσεως τῆς ἀπαρτίας, πρόκειται καθ’ ὁλοκληρίαν περὶ τῆς μεγίστης ἐξασφαλίσεως τῆς ἀπαρτίας, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τῷ Κανονισμῷ, τῆς μειονοψηφίας κατὰ τῆς πλειονοψηφίας καὶ δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος μικροῦ. Καὶ ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ διατηρηθῶσιν αἱ διατάξεις ἐν τῷ Κανονισμῷ περὶ τῆς ἀπαρτίας, ἐφόσον κατὰ τὴν γνώμην καὶ ἄλλων, ἐγερθέντος τοιούτου ζητήματος, τὸ Σύνταγμα, οὐδὲν καθορίζει περὶ τῆς ἀπαρτίας, ἀφήνει δὲ τὸ ζήτημα ἐκκρεμές, ὅπως κανονισθῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§78Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι Βουλευταί, περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς πίστεως τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου τῆς Βουλῆς ἢ τῆς ἐν αὐτῇ πλειονοψηφίας, ἣν φοβεῖται ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ πολιτικῶν πεποιθήσεων καὶ κομματικῶν κατευθύνσεων, εἰς ἃς ὑπόκειται καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς ἀνήκων κατὰ κανόνα εἰς κόμμα. Ὑπόκειται βεβαίως καὶ ὁ Πρόεδρος εἰς ψυχολογικὰς ἐπιδράσεις καὶ προκαταλήψεις, ὥστε καὶ ἡ κρίσις του νὰ μὴ ἀνταποκρίνεται ἔστιν ὅτε εἰς τὴν πραγματικότητα. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἦτο πολὺ ἐπισφαλές, τὸ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἀπόλυτον πρωτοβουλίαν αὐτοῦ νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον οἱ παριστάμενοι βουλευταὶ ἀποτελοῦσιν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν πρὸς συνέχισιν τῆς συζητήσεως. Δὲν εἶναι ἀπίθανον ἡ τοιαύτη κρίσις του νὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κόμματος, ἐκ τοῦ ὁποίου οὗτος προέρχεται. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ καθορισθῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐλάχιστον ὅριον ἀπαρτίας. Ἐλέχθη, ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ δὲν ὑπάρχει σχεδὸν ὅριον ἀπαρτίας, ἤ, καὶ ἂν ὑπάρχει, εἶναι ἐλάχιστον. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, εὐθὺς ἅμα τῇ ἐκλογῇ του παύει πραγματικῶς ν’ ἀνήκῃ εἰς οἱονδήποτε Κόμμα. Οὔτε παρασκηνιακῶς, οὔτε πόρρωθεν δύναται νὰ δώσῃ οἱανδήποτε γνώμην ἢ συμβουλὴν εἰς Κόμμα τι ἢ εἰς ἀρχηγὸν Κόμματος. Ἐκεῖ ὁ Πρόεδρος δὲν ἀνέρχεται εἰς τὴν προεδρικὴν ἕδραν διὰ νὰ εἴπῃ ὡς ἐλέχθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης (τῆς προεδρικῆς ἕδρας) καὶ εἰς ἐπήκοον πάντων ἡμῶν, ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ὅτι ἀνήκει «μὲ ὅλην τὴν θέρμην τῆς ψυχῆς του» εἰς ὡρισμένην πολιτικὴν παράταξιν...
§79Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶπε καὶ κάτι ἄλλο.
§80Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὅτι, μ’ ὅλα ταῦτα, θὰ ἐνασκήσῃ τὰ προεδρικὰ του καθήκοντα ἀμερολήπτως. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως ἡ ἀμεροληψία τοῦ Προέδρου. Ὑπάρχουσι καὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς πρέπει νὰ ἐνισχύεται καὶ νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ ὀρθότης τῆς κρίσεώς του διὰ δραστικωτέρων μέτρων. Πρέπει νὰ θεσπισθῶσι καὶ μέσα ἐλέγχου τῆς ὀρθότητος τῆς σχετικῆς κρίσεως. Ἐπὶ πλέον, Κύριοι Βουλευταί, ἡ γνώμη, καθ’ ἣν δὲν παρίσταται ἀνάγκη ὁρίου ἀπαρτίας, ἔστω καὶ ἐλαχίστου, καὶ καθ’ ἣν δύναται νὰ συνεχίζεται ἡ συζήτησις, ἐφ’ οἱουδήποτε ζητήματος σοβαροῦ ἢ μή, ἐνώπιον οἱουδήποτε ἀριθμοῦ βουλευτῶν, θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος καὶ προδίδει ἀδιαφορίαν καὶ περιφρόνησιν πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ βουλευτοῦ. Ὡς εἶναι γνωστόν, πολλάκις, πολλοὶ βουλευταὶ ἀπουσιάζουν ἐκ λόγων ἀνωτέρων τῆς θελήσεώς των. Καὶ ἂν ἡ γνώμη περὶ μὴ καθορισμοῦ ὁρίου ἀπαρτίας ἐπικρατήσῃ, θὰ ἀπουσιάζωσι καὶ πολλοὶ τῇ θελήσει των. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐλάχιστοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, ἐνώπιον τῶν ὁποίων θὰ διεξάγεται ἡ συζήτησις. Καὶ ἂν συμβῇ περὶ τὰ τέλη τῆς συζητήσεως νὰ προσέλθωσιν οἱ ἀπουσιάζοντες, οὗτοι θὰ κληθῶσι νὰ ψηφίσωσι, καὶ θὰ ψηφίσωσι χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὔτε ἰδέαν περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ τοιαύτη περίπτωσις, ἥτις συχνὰ θὰ συμβαίνῃ, θὰ εἶναι ἥκιστα τιμητικὴ διὰ τοὺς Βουλευτάς, καὶ θὰ παρουσιάζῃ αὐτοὺς οὐχὶ ὡς βουλευομένους, ἀλλὰ ὡς ψηφοφορικὸν ὑλικόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ κατὰ πόσον ἤθελεν εἶσθαι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων, δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἀπόλυτον καὶ ἀνεξέλεγκτον κρίσιν τοῦ Προέδρου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, ἐπὶ τούτου θέλει διεξαχθῇ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§82Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος αὐτὸς θὰ ἔλυε βεβαίως τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ἁπλῆ βεβαίωσις τοῦ Προέδρου περὶ τοῦ ἐπαρκοῦς ἀριθμοῦ παρόντων, θὰ ἤρκει διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Ἂν τοιοῦτό τι καθιερωθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὴ τουλάχιστον ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καθ’ ἣν καὶ ἐλάχιστος ἀριθμὸς Βουλευτῶν νὰ δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν τοιαύτην βεβαίωσιν τοῦ Προέδρου, ὡς ὑπευθύνου.
§83Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἰς ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν τίθεται κατὰ συνέπειαν ἡ πρότασις, ὡς διετυπώθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἐκ τῆς συζητήσεως προκύπτει, ὅτι καὶ ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, δὲν γίνεται δεκτή.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ πρότασις. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ εἶναι κατωτέρα τοῦ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν». Αὐτὸ δὲν εἶναι γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἶναι καθορισμὸς τοῦ Συντάγματος. Ἐρωτῶ: ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ;
§85Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς περιέχει ἀντιγραφὴν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§86Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Καὶ προσθήκην συνάμα.
§87Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὄχι, διότι τὸ Σύνταγμα μᾶς δεσμεύει. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν ἡ πρότασις, διότι δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο τὸ Σύνταγμα.
§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ὁ κ. Συνάδελφος ὑπέβαλε μίαν ὑποτροπολογίαν τῆς τροπολογίας. Συνεπῶς, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§89Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ὄχι. Τὴν ὑπαβάλλομεν ἡμεῖς εἰς ψηφοφορίαν.
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ μόνη λύσις, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, εἶναι νὰ τεθῶσιν εἰς ψηφοφορίαν πᾶσαι αἱ προτάσεις. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἓν σχέδιον. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, ἂς ψηφισθοῦν αἱ τροπολογίαι τοῦ σχεδίου.
§91Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς προϋπῆρχεν.
§92Β. ΣΑΓΙΑΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, δὲν λύει τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, ἀλλ’ ἀφήνει τὸ ὅλον ζήτημα εἰς τὸν Κανονισμόν. Συνεπῶς καὶ ἂν τεθῶσιν εἰς ψηφοφορίαν αἱ τροπολογίαι τῆς Ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀντίγραφον τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀπόρριψις αὐτοῦ δὲν θὰ ἐσήμαινεν ἀπόρριψιν διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀπόρριψιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀπορριπτομένου τοῦ παλαιοῦ 19ου.
§94Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ τεθῇ οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα, ἄν θὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἀπορριφθῇ αὐτό, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄλλο.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή...
§96Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, διότι ἄλλο ζήτημα ἐτέθη ἀρχικῶς πρὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλο διεμορφώθη ἐκ τῶν ποικίλων προτάσεων. Ἔχω δὲ ἀντίρρησιν, διότι διατυποῦται τὸ ζήτημα, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς ἑρμηνείας τῆς Βουλῆς, δεδομένης ἐπεισοδιακῶς, νὰ καταργηθῇ πράγματι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ ὡρισμένου ἀριθμοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν συζήτησιν, εἶναι αὐτοδικαίως κατηργημένη. Σήμερον, ζητοῦντες νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, πράττομέν τι, ἀντιβαῖνον πρὸς τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς.
§97Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀνετέθη εἰς τὸν Κανονισμὸν ὁ καθορισμὸς τοῦ ζητήματος.
§98Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Δὲν ἀνετέθη εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἡ Βουλὴ ἐτάχθη πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ οὐδεὶς περιορισμός. Ἡ γνώμη ἡ ὁποία σήμερον προβάλλεται, ἔδει νὰ εἶχεν ὑποβληθῇ τότε, ὅτε ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἀσκοῦσα ἁρμοδίως τὰ συντακτικὰ αὐτῆς δικαιώματα, ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἤδη, ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἐπιχειροῦμεν πρᾶξιν ματαίαν καὶ πρᾶξιν ἀντισυνταγματικήν, διότι διὰ τῆς ψηφοφορίας θέλομεν νὰ μετατοπίσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι οἱ ἀντιλέγοντες Κύριοι Συνάδελφοι, διατηροῦσιν εἰσέτι ἀντίθετον γνώμην, ἐπικαλοῦμαι τὰ Πρακτικά.
§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ταῦτα ἐλέχθησαν.
§100Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐλέχθησαν, πλὴν δὲν εἰσηκούσθησαν. Τὸ κόμμα τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου εἶχε τὴν γνώμην νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν αὐτήν. Σᾶς ἐξομολογοῦμαι, ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς εἶχον ἐναντίαν γνώμην, καὶ κατεψήφισα τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡ ἄλλη, ἀτυχῶς, ἐγένετο τότε δεκτὴ καὶ περιελήφθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὥστε ἤδη δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἀντιθέτως.
§101Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα, μὴ ποιούμενον λόγον περὶ ἀπαρτίας κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀφήνει ἐλευθέραν τὴν Βουλήν, νὰ ὁρίσῃ ποία εἶναι ἡ ἀπαρτία.
§102Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἀπαντῶ εὐθέως εἰς τὸν διακόψαντα σεβαστὸν φίλον καὶ λέγω ὅτι, διὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἤδη ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τιθειμένη, φυσικῷ τῷ λόγῳ, πρέπει νὰ συμβουλευθῶμεν τὰ ἑρμηνευτικὰ στοιχεῖα, καὶ τὸ ἐκ τούτων προέχον εἶναι ἡ ἐξέτασις τῶν αἰτιολογιῶν τῶν διαμορφωθεισῶν εἰς ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἔπεισαν τότε τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν ἐκείνην. Ἡ αἰτιολογία τῆς ἀπαλείψεως τῆς διατάξεως, εἶναι ἡ παρεμπόδισις τῆς κωλυσιεργίας. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν οἷς ἀποσαφηνίζονται αἱ αἰτιολογίαι αὗται. Ἐὰν ἀνατρέξητε λοιπὸν ἐκεῖ θὰ ἴδητε, ὅτι λόγος τῆς διαγραφῆς τῆς διατάξεως ἐκείνης ὑπῆρξεν ὄντως ἡ παρακώλυσις τῆς κωλυσιεργίας. Διετυπώθη ὡς λόγος τῆς διαγραφῆς τοῦ ὅρου τῆς ἀπαρτίας ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀπαρτίας. Ἑπομένως θεσμὸς «ἀπαρτίας» δὲν ὑπάρχει σήμερον. Διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ σᾶς ἀπασχολήσω κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἤμην ὑπέρμαχος τῆς ἀπαρτίας, διὰ λόγους ἐξυπηρετήσεως τοῦ γοήτρου τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀλλ’ ἤδη πλέον δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἀλλοίαν διαρρύθμισιν, φοβοῦμαι δ’ ἐπὶ πλέον, ὅτι δι’ ἑρμηνειῶν τοιούτων δημιουργοῦμεν προηγούμενον ἐπικίνδυνον. Ἐὰν τοῦτο κρατήσῃ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, δὲν βλέπω τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμποδίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τοῦτο ἐπιθυμούσης ἐνδεχομένως, νὰ θέσῃ ζήτημα δῆθεν ἑρμηνείας μιᾶς διατάξεως τοῦ Συντάγματος πρὸς τὸν σκοπὸν τῷ ὄντι τῆς καταργήσεως τῆς διατάξεως ταύτης.
§103Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἴχομεν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ μίαν διάταξιν περὶ ἀναλογικῆς ψηφοφορίας. Θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε διὰ τῶν σκέψεών σας, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀναλογικήν, διότι διεγράφη ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡ διάταξις ἐκείνη;
§104Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω αὐτό, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου πράγματος, οὔτε κἂν περὶ παρομοίου. Ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογὴ ὑπῆρχεν ἕως ἐσχάτων ὡς συνταγματικὸς θεσμὸς καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ διὰ νόμου. Ἡ ἀπάλειψις αὐτῆς ἀπὸ τοῦ Συντάγματος ἔχει ταύτην τὴν μοναδικὴν ἔννοιαν, ὅτι ἤδη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μένει ἀδέσμευτος, ὡς ἐλευθέρα πρὸς ρύθμισιν τῶν ἀφορώντων τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Ἑπομένως, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα βεβαίως μετατοπίζεται εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βοζίκης καὶ τὴν ὁποίαν υἱοθέτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, δηλαδὴ τὴν πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, μόνον προβαλλομένης ἀμφισβητήσεως περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ψηφοφορίαν γινομένην δι’ ἀναστάσεως, προκαλεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, ἵνα δηλώσῃ ἐπισήμως τὴν ἀντίληψίν του, διατυπῶν τὴν γνώμην αὐτοῦ εἰς τὰ πρακτικά. Πρόκειται βεβαίως περὶ κυρώσεως ἠθικῆς μόνον φύσεως πρὸς κατοχύρωσιν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἐξασφάλισιν, ὅπως τὰ νομοσχέδια ψηφίζωνται ὑπὸ τοῦ τεταγμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς ἀναπτυχθείσης ἀπόψεως, διότι εἶσθε βεβαίως ἐλεύθεροι ν’ ἀποφασίσητε κατὰ τὴν κρίσιν σας, ψηφίζοντες ὑπὲρ μιᾶς δι’ ἑρμηνείας δῆθεν καταργήσεως Συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι οὕτω πως ἀνοίγετε θύραν ἐπικίνδυνον διὰ τὸ μέλλον, διότι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ δύναται, δι’ ὁμοίου τρόπου, ὅμοιον ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιζητηθῇ ἀτόπως. (χειροκροτήματα).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καμπάνης.
§106Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Χαίρω πολύ, Κύριοι Συνάδελφοι, διότι ἦλθεν ἐγκαίρως νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Διότι ὁ κ. Μπαμπάκος, παρ’ ὅλην του τὴν εὐγλωττίαν περιεστράφη περὶ τὸ ζήτημα καὶ οὐχὶ ἐντὸς τοῦ ζητήματος. Κύριοι Συνάδελφοι, τὰ ζητήματα τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, καὶ τὰ στοιχειωδέστερα τῶν Συνταγματικῶν ἐγχειριδίων λέγουν, ὅτι ἀνήκουν εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἁρμοδιότητα αὐτῶν τούτων τῶν Σωμάτων. Μὲ ἄλλους λόγους, ἕκαστον Νομοθετικὸν Σῶμα εἶναι ἁρμόδιον νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν του, ἤτοι πόσοι πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν ἀπόφασιν, πῶς θὰ τὴν λάβουν τὴν ἀπόφασιν, πῶς θὰ γίνωνται οἱ συζητήσεις, κατὰ τίνα τρόπον θὰ διεξάγωνται καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ λύωνται αὐταὶ αἱ συζητήσεις, διὰ νὰ ληφθῇ ἐπ’ αὐτῶν μία ἀπόφασις. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ζητήματα τοῦ Κανονισμοῦ, δηλαδὴ ζητήματα τῆς ἁρμοδιότητος τῶν ἰδίων Νομοθετικῶν Σωμάτων. Ἀλλὰ ἵνα μὴ ἡ πλειονοψηφία καταδυναστεύῃ τὴν μειονοψηφίαν, ἐθεωρήθη ὀρθόν, σκόπιμον καὶ λυσιτελές, ἵνα ὁρίσωμεν ὅπως, διατάξεις κανονίζουσαι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰ τῶν ἐργασιῶν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, τοποθετοῦνται εἰς τοὺς Καταστατικοὺς Χάρτας διαφόρων Κρατῶν, ἵνα μὴ ἡ πλειονοψηφία θελήσῃ καὶ αὐτὰ ἀκόμη, ἐν τῇ δυνάμει, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ καταργήσῃ. Μεταξὺ τῶν ὅρων αὐτῶν ἐθεωρήθη, ὅτι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα εἶναι ἡ ἀπαρτία, ἤγουν ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος, ἵνα θεωρηθῇ μία ἀπόφασις ἐγκύρως, ἰσχυρῶς καὶ νομίμως ληφθεῖσα. Εἰς ἄλλα Κράτη εἶναι τόσος ὁ ἀριθμός, εἰς ἄλλα τόσος, εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, καίτοι ἔχει ἑπτακοσίους βουλευτάς, ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι κατ’ ἐλάχιστον ὅριον 40 βουλευταί. Σᾶς προσθέτω τοῦτο, ὅτι ὁμιλῶ ἄνευ προπαρασκευῆς, διότι τὸ ζήτημα ἐγεννήθη καὶ εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911, καὶ τότε ἐγεννήθη, διότι τότε περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀπαρτίας ἀπὸ τοῦ ½ πλέον ἑνός, εἰς τὸ ⅓. Τί ἦλθε καὶ ἔκαμε σήμερον ἡ Βουλή, ἀσκοῦσα συντακτικὰ καθήκοντα; Εἶπεν ὅτι δὲν θεωρεῖ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἐπιβεβλημένον, ἵνα ὁ ἀριθμός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει κατὰ τὴν συζήτησιν, νὰ εἶναι τόσος· ἤγουν διὰ τὴν συζήτησιν, θεωρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἀπαρτία. Ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ τὸ κατοχυρώσῃ συνταγματικῶς, προσέξατε εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, διότι διὰ τοῦτο εἶπα, ὅτι τὸ ζήτημα τίθεται εἰς τὴν θέσιν του, ἐν τούτοις ὅμως, δὲν τολμῶ καὶ νὰ καινοτομήσω καὶ πολὺ καὶ λέγω ὅτι, ἵνα εἶναι νόμιμος ἡ ἀπόφασις, πρέπει νὰ εἶναι τοὐλάχιστον σύμφωνος ὑπὲρ τῆς ἀποφάσεως, τὸ τέταρτον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἡ σημερινὴ Βουλή, νομοθετοῦσα περὶ τοῦ Κανονισμοῦ της, δὲν δεσμεύεται ἀπὸ οὐδεμίαν καθόλου Συνταγματικὴν διάταξιν, ἵνα εἴπῃ ὅτι ἐγὼ θέλω, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως ὡρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν. Δὲν μοῦ λέγετε, Κύριε προλαλήσας Συνάδελφε, ποῦ εὑρίσκετε τὸ ἀντισυνταγματικόν; Ἀντισυνταγματικὸν θὰ ἦτο ἂν τὸ ἄρθρον διετυποῦτο...
§107Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Συνάδελφος, εἰς τοῦτο εὑρίσκει τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῆς διατάξεως, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ἀνατρέπεται μία διάταξις τοῦ Συντάγματος κατὰ τρόπον σιωπηρὸν μέν, ἀλλὰ σαφῆ.
§108Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν μὲ παρηκολουθήσατε. Τὸ ζήτημα εἶναι πόσος ἀριθμὸς βουλευτῶν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπόφασιν. Τὸ Σύνταγμα ὥρισεν ἀριθμὸν βουλευτῶν διὰ τὴν ἀπόφασιν, οὐδαμῶς ὅμως ἀπηγόρευσε καὶ τὸν ὡρισμένον ἀριθμὸν διὰ τὴν ἀπαρτίαν.
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ κατάργησις τῆς σχετικῆς διατάξεως περὶ ἀπαρτίας ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν. Οὐχὶ ἡ Βουλή, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ ἐν διατάξει τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Ἀφῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ καθορίσῃ τοῦτο, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Ἀφῆκε νὰ κανονίσῃ ἐὰν θέλῃ αὕτη ἕνα ὡρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν διὰ τὰς συζητήσεις.
§110Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὁ κ. Μπαμπᾶκος ὑπεστήριξε τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς· ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ ἀπαρτίας.
§111Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι. Καταργεῖται ἡ κατοχύρωσις τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν ἀπαρτίαν, διότι τὸ Σύνταγμα ἤθελε νὰ κατοχυρώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας διὰ τὰς προτάσεις καὶ ὄχι τὸν ἀριθμὸν διὰ τὴν συζήτησιν. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἂν θέλει σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ καθορίσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, οὐδόλως εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Ἀσκεῖ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐξ αὐτῆς τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς, ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου. Πᾶσα ἄλλη ἑρμηνεία θὰ ἀπετέλει παρερμηνείαν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένος τις ἀριθμὸς βουλευτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν, διότι ἂν ἀφήσωμεν ἀσυμπλήρωτον τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ παρέλθῃ καιρός, ὅτε ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων θὰ γίνεται ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις δέ, κυρίως, εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ βάσις, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ φωτισθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν. Ἐάν, Κύριοι Συνάδελφοι, δεχθῶμεν, ὅτι δυνάμεθα διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς ἀπαιτεῖται καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ συντελέσητε εἰς τὴν ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν κανονικωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαγιᾶς.
§113Β. ΣΑΓΙΑΣ. Προεκλήθη ἡ ἀντίρρησις εἰς τὴν θέσιν τῶν ζητημάτων, ἀντίρρησις ἀπαραδέκτου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι διὰ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, οἷον τίθεται, δηλαδὴ περὶ τῆς ἀνάγκης ἀπαρτίας κατὰ τὴν συζήτησιν, γίνεται προσβολὴ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας—αὐτὸς εἶναι ὁ ἰσχυρισμός, ὁ ὁποῖος προεβλήθη—διὰ τῆς ὁποίας, ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συζητῇ ἐν ἀπαρτίᾳ. Καὶ προεκλήθη ἀπὸ τὸν κ. Συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς διατάξεως τῆς σχετικῆς τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται διάφοροι βουλευταί, ἀγορεύσαντες, ἀπέδωκαν αὐτὴν τὴν σημασίαν εἰς τὴν διαγραφὴν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ ἀναφέροντος τὰ τῆς ἀπαρτίας ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπηλείφθη ἡ διάταξις, ἡ περιεχομένη εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα καὶ ἡ ὁρίζουσα τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ὥρισεν, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν ἀπαιτεῖται διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων. Ἐν ἄρθρῳ 45 τοῦ Συντάγματος ὁρίζεται ρητῶς, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχοντος ἰσχὺν νόμου, ὁρίζει τὸν τρόπον καθ’ ὃν θέλει ἐνασκῇ τὰ ἔργα αὑτῆς καὶ ρυθμίζει τ’ ἀφορῶντα τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν γραφείων καὶ τῆς βιβλιοθήκης αὐτῆς». Καὶ τὶ ἄλλο, παρὰ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ θέλει ἀσκῆ τὰ ἔργα της εἶναι καὶ ὁ καθορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὅστις ἀπαιτεῖται διὰ νὰ δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀσκῇ τὰ ἔργα της; Καὶ δὲν εἶναι πλέον, τὸ προβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Συναδέλφου, ὅτι διὰ τοῦ Συντάγματος ἀπηγορεύθη ἡ ἀξίωσις περὶ ἀπαρτίας, μετὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, δὲν εἶναι τοῦτο ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὸ ἄρθρον 45 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ἀκόμη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπῆρξε Βουλή, ἡ ὁποία τοιαύτην ἀπέδωκεν ἑρμηνείαν διὰ τὴν διαγραφήν, ἥτις ἐγένετο διὰ τοῦ παλαιοῦ ἄρθρου 48 τοῦ Συντάγματος; Ἐπικαλοῦμαι, ἐναντίον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. Συναδέλφου τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθώρισεν, ὡς Πολίτευμα τῆς Χώρας τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα, εἶναι δυνατόν, λέγω, διὰ τοῦ πρώτου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὡς ἀρχὴν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀρχήν, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαγορεύηται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀξιώσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν παρόντων διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, εἰς πολίτευμα ἀντιπροσωπευτικὸν καὶ κοινοβουλευτικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐπιδιώκει, τὴν πληρότητα τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχεται τὸ κοινοβούλιον. Καὶ ἐὰν ἀκόμη δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 45 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ρητῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ καθορίσῃ τὰ τῶν ἐργασιῶν της, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀπηγόρευσεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τεθῇ ἐγγύησις ἐπιβεβλημένη, ὅτι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα τῆς Χώρας, θὰ περιορίζεται εἰς ἕνα ἐλάχιστον ἀριθμόν; Ποῖον εἶναι τὸ ἀντίθετον πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀξιοῦμεν ἡμεῖς ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ ὁ κ. Συνάδελφος, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 48, ὅτι ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν ἀποφάσεις, ὄχι παρισταμένου ἑνὸς ἐλαχίστου ἀριθμοῦ, δυναμένου κατὰ τεκμήριον νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ, ὅπερ καταρρίπτει τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται τὸ Κοινοβούλιον;
§114Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἡ Βουλή, λέγουσιν οἱ ἔχοντες ἀντίθετον ἄποψιν, δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ⅕ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ ὑποβάλλουν σχετικὴν τροποποίησιν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐξακριβώσεως, προβλέπει τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Κανονισμοῦ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ, ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ⅕ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν, μηδὲ ν’ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις οὐδέποτε εἶναι μικροτέρα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἀπορριπτομένου τοῦ ἄρθρου 19, θὰ εἶναι ἐν ἰσχύϊ ἡ τροπολογία.
§116Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐὰν ἀπορριφθῇ, τί θὰ γίνῃ;
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰσχύει ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ, ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ⅕ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, μηδὲ νὰ ἀποφασίσῃ ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις δὲν δύναται νὰ εἶναι μικροτέρα τοῦ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, ἡ πρότασις ἀπορρίπτεται. Οἱ παραδεχόμενοι λέγουσι «Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «Ὄχι». Ἀπορριπτομένης τῆς τροπολογίας, ἰσχύει ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Κ. Καλκάνης καὶ Ν. Μαντᾶς. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 152. Εἶπον ὄχι 101, εἶπον ναὶ 50 καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Συνεπῶς ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 19 ὡς ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ. (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ σύνολον τῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς ἐτροποποιήθη μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν).
§119Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συνεχίσωμεν τὴν συνεδρίασιν ἀπόψε, προκειμένου νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου.
§120Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει.
§121Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, προκειμένου περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τριακονταετίας.
§122Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πρὸ πάσης συζητήσεως παρακαλῶ νὰ προτιμηθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μοναστηριακῶν κτημάτων.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 καὶ ἡμίσειαν. Μετὰ τὴν διακοπήν. Ὥρα 11 καὶ 20′).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὑπάρχει μία πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ σχεδίου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν Ν. Δ. ἐπὶ προσφυγικῶν ζητημάτων, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος.
§125ΦΩΝΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία, ὅτι αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπεξεργάζηται καὶ τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν σχέδια νόμων, ἀφορῶντα προσφυγικὰ ζητήματα.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Δεκτόν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης.
§129Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκκρεμὴς συζήτησις περὶ μοναστηριακῶν κτημάτων.
§130Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Παρακαλῶ, κ. Χαβίνη, νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν πρότασίν σας, διὰ νὰ προηγηθῇ ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Δέχεται νὰ προηγηθοῦν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια;
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου» καὶ «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§134Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι Βουλευταί, τὰ δύο ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια περὶ «διδακτικῶν βιβλίων» καὶ «Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου», ἅτινα ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, δὲν εὑρίσκουσιν ἀπαράσκευον τὴν Βουλήν. Ἐξ ἀφορμῆς δύο σχετικῶν Διαταγμάτων τῆς Δικτατορίας, ἅτινα τροποποιημένα ἀπέστειλα εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, προηγήθη τῆς σημερινῆς συζητήσεως εὐρυτάτη ἐξέτασις τοῦ θέματος καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Σπανίως εἰς τὴν νομοθετικὴν ταύτην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν μὲ τόσον φανατισμὸν ἐχρωμάτισαν οἱ ἁρμόδιοι καὶ οἱ εἰδικοί, ἐγένετο τόση συζήτησις, ἀλλὰ καὶ σπανίως μετέσχε τῶν συζητήσεων ἡ ἀφανάτιστος δημοσία γνώμη τῆς Χώρας, ἁπλῆ αὐτὴ καὶ σταθερὰ καὶ αὐθόρμητος, ἡ ὁποία ὅμως ἓν ἠξίωσε καὶ ἀξιοῖ, πῶς νὰ ἀνορθωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκπαίδευσις. Ὅταν τοσοῦτο καθολικῶς, εἰς ἕνα Κράτος, ὁ ἐργαζόμενος, ὁ φορολογούμενος λαός, ὁ καθημερινῶς πιστοποιῶν εἰς τὸν καθημερινὸν καθρέπτην τοῦ ἐκπαιδευομένου τέκνου του, τὴν προκοπὴν τοῦ διδασκάλου καὶ τοῦ συστήματος τῆς κρατικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξεγείρεται, ὡς ἐσχάτως, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐξηγέρθη, μόλις μετὰ μακρὰν νάρκην εἷς ὑπουργὸς ἐφάνη ἀνήσυχος διὰ τὴν φορὰν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων τοῦ Ἕλληνος, τότε ἀσφαλῶς, κύριοι βουλευταί, παρὰ πᾶσαν σκόπιμον, εἰλικρινῆ καὶ ἀνειλικρινῆ, σεμνὴν ἢ αὐθάδη ἀντίρρησιν καὶ διαφωνίαν, τῶν «εἰδικῶν λεγομένων κύκλων, ἡ κατάστασις τῆς Παιδείας εἶναι κακή, ἡ χρονίσασα αὐτῆς κατάστασις ἐπισωρεύει κινδύνους ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἔθνους καὶ πᾶσα Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δικαιοῦται νὰ χάνῃ χρόνον, δὲν δικαιοῦται νὰ κοιμᾶται ἥσυχος. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν κύκλον τῆς ἀναζητήσεως τῶν αἰτίων τῆς σημερινῆς ἐκπαιδευτικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ἐφόσον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐγείρονται διάφοροι γνῶμαι, τῶν ὁποίων ἡ διατύπωσις θὰ μᾶς ἀπεμάκρυνεν ἴσως τοῦ τελικοῦ καὶ ἐπείγοντος σκοποῦ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχεδίων, ἐφόσον κυρίως πλέον σήμερον ἐνδιαφέρει πάντας ἀνεξαιρέτως ἡ τωρινὴ κατάστασις τῆς παιδείας καὶ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκπαίδευσις θὰ καθίστατο ἐκ νέου πράγματι ἐθνική, καρποφόρος, συντονισμένη πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, ἑλληνικὴ ἐκπαίδευσις, φωτεινή, ἀφατρίαστος ἐλευθερία, ἐφόσον ἐπὶ τῶν σκοπῶν τούτων, τῶν ὄντως ὑψηλῶν καὶ ἐπιτακτικῶς ἀναγκαίων, συναντώμεθα, ἐλπίζω ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ἔσω καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, ἡ ἀναζήτησις τῶν ἀφορμῶν καὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ παρελθόντος, δὲν θὰ ἀπέβαινε μόνον ματαία καὶ ἐπιζήμιος ἴσως. Θὰ ἀρκεσθῶ συνεπῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν γενικῶς τῆς παρούσης ἐκπαιδευτικῆς καταστάσεως καὶ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῶν πρώτων μέσων, δι’ ὧν αὔριον θὰ καταστῇ καλλιτέρα τῆς σήμερον. Ὅταν μοὶ ἐγένετο ἡ τιμὴ τῆς ἀναθέσεως εἰς χεῖράς μου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ τῶν Θρησκευμάτων, εὑρέθην κατόπιν ἀρκετὰ πολυημέρου καὶ συστηματικῆς ἐξετάσεως τῆς καταστάσεως πρὸ μιᾶς τάξεως πραγμάτων, ἥτις ἔχρῃζε συντονωτάτης ἀντιμετωπίσεως ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Δὲν ἀνέμενον βεβαίως νὰ εὕρω πλήρη τὸν ἀριθμὸν τῶν χρειαζομένων εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας σχολείων. Δὲν ἀνέμενον βεβαίως νὰ εὕρω σχολικὰ κτίρια ἀνθρώπινα, στοιχειωδῶς ἀνταποκρινόμενα, ἀπὸ ἀπόψεως χώρου ἐξαρτημάτων καὶ ὑγιεινῆς εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ἑλλήνων μαθητῶν. Δὲν ἐφανταζόμην ὅτι θὰ διηγωνιζόμην καθημερινῶς πρὸς ἐπιθεωρητὰς ἰδεώδεις καὶ διδασκάλους καὶ καθηγητάς, ἀποτελοῦντας πρότυπα παιδαγωγικῆς ἢ γενικωτέρας ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως. Δὲν ἀνέμενον μὲ μίαν λέξιν νὰ εἰσέλθω εἰς τὸν ἐκπαιδευτικὸν παράδεισον τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ ἀπόψεως διδακτικῶν βιβλίων, συστήματος, προγράμματος, ἐπιστημονικῆς καὶ ἐθνικῆς κατευθύνσεως τοῦ κλάδου, καὶ ἀνελογιζόμην μάλιστα πόσαι δυσχέρειαι, πόσαι ἄκανθαι, πόσαι ἐλλείψεις, πόσαι ἀνάγκαι θὰ καθίστων προβληματικὴν τὴν προσπάθειαν οἱουδήποτε ὑπουργοῦ, φιλοδοξοῦντος σήμερον νὰ ὑπηρετήσῃ διὰ μιᾶς καλῶς ὠργανωμένης καὶ ἐθνικῶς λειτουργούσης παιδείας τὴν πατρίδα του. Ἡ κατάστασις ὅμως, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρέθην, Κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξε χειροτέρα καὶ τῆς ἀπαισιοδοξωτέρας προβλέψεως. Ἐὰν καταλογίσωμεν τὴν εὐθύνην τῆς ἀνεπαρκείας τῶν σχολείων καὶ τῶν Διδασκαλείων, τὴν εὐθύνην τῆς ἐλλείψεως νυκτερινῶν σχολῶν, πρακτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, βιβλιοθηκῶν, φροντιστηρίων, σχολικῶν κτιρίων, ὀργάνων παιδαγωγικῶν, ἐπιθεωρητῶν, διδασκάλων, καθηγητῶν, εἰς τὸ ὕψος τῶν εὑρισκομένων, ἐὰν τὴν εὐθύνην ὅλων τούτων τῶν σοβαρωτάτων ἐλλείψεων ἐπιρρίψωμεν, ἔστω διὰ μίαν στιγμὴν, ἐπὶ τοῦ πτωχοῦ καὶ ταλαιπωρηθέντος Κράτους ἡμῶν, τοῦ μὴ δυνηθέντος ἐν μέσῳ τόσων περιπετειῶν νὰ ἀφιερώσῃ τὰ πρέποντα ὑλικὰ μέσα ὑπὲρ τῆς παιδείας του, καὶ πάλιν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναζητήσωμεν ἀλλαχοῦ ταύτας τὰς εὐθύνας διὰ τὴν ὅλην καθίζησιν, τὴν ὅλην ἐξάρθρωσιν, τὴν ὅλην σύγχυσιν τοῦ ὑπάρχοντος ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ. Ἀλλὰ εἴπομεν ὅτι δὲν θὰ ἀναχθῶμεν εἰς τὸ παρελθόν, καὶ προχωροῦμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρόντος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι χρειάζεται, δι’ ἕνα σημερινὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, φιλοδοξοῦντα νὰ ἀνορθώσῃ τὴν ἑλληνικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ εὐτυχὲς βεβαίως πρόγραμμα καὶ ἡ σχετικὴ ὄρεξις, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄνετος ἐκ μέρους τοῦ Κράτους διάθεσις τῶν ἀναγκαιούντων οἰκονομικῶν πρὸς τοὺς σκοποὺς τούτους πόρων, χρόνος ἐπαρκὴς καὶ ὁμοιογενὴς Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἐπειδὴ ἡ Ἑλλάς, λόγῳ τῶν μεταπολεμικῶν της συνθηκῶν, θὰ ὑποχρεωθῇ ἴσως ἐπί τινα ἔτη νὰ κυβερνᾶται παρὰ συμμαχικῶν Κυβερνήσεων, δὲν νομίζω ὅτι, ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας συμμαχικοὶ δὲν θὰ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσωσι δραστηρίως διὰ μιᾶς συγκεκερασμένης προγραμματικῆς πορείας ἔστω, διὰ τὴν τροποποίησιν τῶν νόμων ἢ τῶν θεσμῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἐκ τῆς πείρας καὶ τῶν πραγμάτων, ἀτυχεῖς, ἐσφαλμένοι ἢ ἐπικίνδυνοι. Οὕτω σκεπτόμενος, ἐν ἁρμονίᾳ πάντοτε πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ κόμματος εἰς ὃ ἀνήκω, καὶ διότι εὑρέθην πρὸς οἵας καταστάσεως εὑρέθην καὶ διότι ἡ σειρὰ τῶν Διαταγμάτων τῆς Δικτατορίας μὲ ὑπεχρέου, ἤρχισα μεριμνῶν διὰ μίαν σειρὰν νομοθετημάτων, ἅτινα, χωρὶς νὰ ἀνατρέπωσιν ἄρδην μίαν ἀπὸ μακροῦ καθιερωμένην κατάστασιν, θὰ περιώριζον ἢ θὰ ἐξουδετέρωνον ὡρισμένους καλλιεργουμένους μέχρι σήμερον κινδύνους, θὰ προελάμβανον ἄλλους καὶ θὰ κατώρθωνον ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ χαράξουν μίαν καὶ ἐκπαιδευτικῶς, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως κατευθυντήριον γραμμὴν ἐν τῇ παιδείᾳ, σύμφωνον πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους. Εἶπον ὅτι ἡ σειρὰ τῶν διαταγμάτων τῆς Δικτατορίας μὲ ὡδήγησε πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς ταχυτέρας ἀντιμετωπίσεως καὶ δὲν ἀποκρύπτω ὅτι ἐχάρην χαρὰν μεγάλην, ὅταν ἀντελήφθην ὅτι ὤφειλα ν’ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν τροποποίησιν δύο βασικῶν οὕτως εἰπεῖν, διὰ τὴν παιδείαν νόμων: τὸν νόμον περὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν νόμον περὶ διδακτικῶν βιβλίων. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐὰν ὁ εὐεργετικὸς θεσμὸς τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου ἐλειτούργει πρεπόντως, ἐὰν ἡ κρίσις καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν διδακτικῶν βιβλίων ἦσαν ἀλλοῖα τῶν μέχρι τοῦδε τοιούτων, ὁ νοῦς, ἡ μόρφωσις, ἡ ψυχή, αἱ κοινωνικαὶ καὶ ἐθνικαὶ πεποιθήσεις πολλῶν χιλιάδων Ἑλλήνων, δὲν θὰ εὑρίσκοντο εἰς οἷον σημεῖον εὑρίσκονται σήμερον καὶ παρὰ τὰς ἀτελείας, καὶ ἐλλείψεις, ἃς ἀπηρίθμησα πρὸ ὀλίγου καὶ παρὰ τὴν ἐθνικὴν δοκιμασίαν τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἀλλὰ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ὡς ἐλειτούργει καὶ ὡς εἶναι συντεθειμένον μέχρι τῆς στιγμῆς καὶ ἐπιστημονικῶς δὲν ἐπήρκει καὶ μοιραίως ὑφίστατο τὴν ἐπίδρασιν κακῶν διοικητικῶν ἕξεων, κακῶν καὶ ἀνωμάλων περιόδων, ἕξεων βλαπτικῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἑλλήνων, καὶ μεθόδων αἵτινες δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀκώλυτον καὶ ἐλευθέραν ἔρευναν τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὸν ἐκπαιδευτικὸν κλάδον, τῶν πορισμάτων εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστημονικὴ κρίσις καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἑκάστου λειτουργοῦ τῆς Παιδείας ἠδύναντο νὰ καταλήξωσι. Ἦτο φυσικόν, ὅταν ἐπιστοποίησα ἐκ τοῦ σύνεγγυς ὅλην τὴν ἀμάθειαν, ἥτις μαστίζει τοὺς ἐκπαιδευομένους εἰς τὰ σχολεῖα ὁλοκλήρου τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἡμῶν κλίμακος καὶ μέχρι τοῦ Πανεπιστημίου ἀκόμη, ὅταν ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασι τὴν χαλάρωσιν τῆς πειθαρχίας καὶ τὰς ἀντικοινωνικὰς τάσεις τῶν ἰθυνόντων τὰς διδασκαλικὰς ὀργανώσεις, ὅταν καθημερινῶς μέχρις ἡμῶν ἔφθανον αἱ ἠχοῖ τῶν κομμουνιστικῶν κρουσμάτων, πότε μεταξὺ τῶν μαθητῶν, πότε μεταξὺ τῶν φοιτητῶν καὶ πότε μεταξὺ καθηγητῶν καὶ διδασκάλων, ἦτο φυσικόν, ἐνώπιον μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως εὑρεθείς, νὰ σκεφθῶ ὅτι, ἂν οὐχὶ ἐνσυνειδήτως, πάντως ἀσυνειδήτως, τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἀνώτατος διοικητικὸς καὶ ἐπιστημονικὸς ὀργανισμὸς τῆς παιδείας, πνευματικῶς, ἠθικῶς καὶ τεχνικῶς ἀποτελοῦν τὸ πρῶτον Ἐπιτελεῖον τοῦ Ἔθνους, ἀφέθη νὰ συρθῇ πρὸς τὴν ἀνοχὴν ἢ τὴν ὑπόθαλψιν μιᾶς τάξεως πραγμάτων ἐν τῇ παιδείᾳ χρηζούσης ἀμέσου ἀντιμετωπίσεως. Ὁμοίως ἐπείσθην, μόλις ἀνέγνωσα τὰς πέντε οἱασδήποτε σελίδας ὁλοκλήρου σειρᾶς διδακτικῶν βιβλίων, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως παιδαγωγικῆς, γλωσσικῆς, κοινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς, ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῶν μαθητῶν τῆς Ἑλλάδος ἦτο κακίστης ποιότητος καὶ ἐξέθετεν εἰς κινδύνους δηλητηριάσεως τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὕτω, καὶ διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ σειρὰ τῶν δικτατορικῶν διαταγμάτων τὸ ἐπέβαλεν, ἀνέπτυξα πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὰ δύο σχετικὰ νομοθετήματα, ἅτινα, ἂν δὲν ἐκυρώθησαν παρ’ αὐτῆς προεκάλεσαν ὅμως τὸ μέγα ἀγαθὸν τῆς πανελληνίου συμμετοχῆς εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἔπεισαν ὁλόκληρον πλέον τὴν Κυβέρνησιν, μεριμνῶσαν διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἑλληνικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ τὰ δύο ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχέδια. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐπισύρω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι τὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν εὑρισκόμενα νομοσχέδια, ἀποτελοῦντα τὴν συνισταμένην τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀντιλήψεων τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου, ἀπετέλεσαν καὶ ἀντικείμενον συμφωνίας μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐνεχούσης σημασίαν πολιτικήν. Διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου περὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἐπιτυγχάνεται μόνον ἡ τμηματικὴ ἀνανέωσις τοῦ σημερινοῦ Συμβουλίου, ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀλλ’ αὐξανομένων τῶν μελῶν αὐτοῦ, διαιρεῖται τοῦτο εἰς δύο τμήματα: τὸ διοικητικὸν καὶ ἐπιστημονικόν, εἰς ὃ θὰ μετέχουν καὶ τρεῖς καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ ἄλλοι ἰσάριθμοι εἰδικοί, προβλεπόμενοι ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς ἔκτακτα μέλη, καταμεριζομένου οὕτω τοῦ ὄγκου τῆς ἐργασίας ἀμφοτέρων τῶν τμημάτων, ὥστε νὰ μὴ παρατηρῆται οἷα παρετηρεῖτο μέχρι σήμερον ἀπορρόφησις τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου ἐκ τῶν διοικητικῶν μόνον καθηκόντων αὐτοῦ, παραβλεπομένων παντελῶς τῶν ἄλλων. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο. Διὰ τῆς νέας συνθέσεως τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὰ αἱρετὰ μέλη θὰ ὑποχρεοῦνται νὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ μὲ τὰ τακτικὰ μέλη προσόντα, θὰ ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἐπάρκεια τοῦ Συμβουλίου καὶ μία συντηρητικὴ μορφὴ αὐτοῦ καὶ μία ἀφατρίαστος διαχείρισις τῶν προσωπικῶν ζητημάτων τοῦ κλάδου, ἀφοῦ ἐπὶ ἐννέα τακτικῶν μελῶν, αἱρετῶν καὶ τριῶν ἐκτάκτων, δὲν θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλον εὐχερὲς νὰ ἐπικρατῇ καὶ ἐπὶ τῶν γενικῶν καὶ ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων μία οἱαδήποτε μονομερὴς ἄποψις, οἱασδήποτε ἐκπαιδευτικῆς παρατάξεως. Διὰ τοῦ νέου ἐπίσης νομοσχεδίου ἐξασφαλίζεται ὑπὲρ τῶν λειτουργῶν δευτεροβάθμιον δικαστήριον δυνάμενον ἐλευθέρως νὰ κυρώσῃ ἢ ἀπορρίψῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ τμήματος τοῦ Συμβουλίου, ὅπερ ἐπέβαλλε μέχρι τοῦδε τὰς τιμωρίας καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ προηγούμενον καθεστὼς ἐκύρου καὶ δευτεροβαθμίως καὶ μὲ ἀσφαλῆ πάντοτε πλειονοψηφίαν τὰς πρωτοβαθμίους ἐπιβαλλομένας παρ’ αὐτοῦ ποινάς. Ὡς πρὸς τὰ διδακτικὰ βιβλία, διὰ τοῦ νέου νόμου, οὐχὶ μόνον ἀναθεωροῦνται τὰ μέχρι τοῦδε ἐγκεκριμένα, διότι κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, τὰ πλεῖστα ἐκ τούτων ἔχουσι περιεχόμενον ἀπὸ παιδαγωγικῆς, κοινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀπόψεως ἀπορρίψιμον, ὡς ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀγωγήν, ἀλλὰ καὶ καθορίζονται Ἐπιτροπεῖαι, παρέχουσαι ἐγγύησιν εὐσυνείδητον καὶ σοβαρᾶς κριτικῆς ἐργασίας καὶ προκηρύξεις διαγωνισμῶν μὲ προδιαγεγραμμένον διάγραμμα τῆς ὕλης, καθορίζεται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγκρινομένων, περιορίζεται, διότι ἡ ἀνεξέλεγκτος μέχρι τοῦδε ἔγκρισις, οἱουδήποτε ἀριθμοῦ διδακτικῶν βιβλίων ἐδημιούργει πληθωρικὴν συγγραφικὴν κατάστασιν, βλαπτικὴν ἐπίσης τῶν συμφερόντων τῆς παιδείας ἀπὸ ἀπόψεως διδακτικῆς. Ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν αὐτῶν καθορίζεται μὲν ὅτι αὕτη θὰ εἶναι, ὡς καὶ διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου 3180 καθορίζεται διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἡ δημώδης λεγομένη γλῶσσα, ἀλλὰ κατοχυροῦται αὕτη διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τῶν παραμορφώσεων καὶ ἐκχυδαίσεων, ἃς ὡρισμένοι συγγραφεῖς ἐπιφέρουν ἐπ’ αὐτῆς, ἀφοῦ θεσπίζεται διὰ τοῦ νέου νόμου, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ διδασκομένη εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ πανελλήνιον αἴσθημα τοῦ προφορικοῦ λόγου, πιστὴ εἰς τὰ πρότυπα τῶν μεγάλων ἡμῶν ποιητῶν καὶ πεζογράφων, ἀπεκκαθαρμένη δηλαδὴ ἰδιωματισμῶν καὶ μαλλιαρισμῶ. Ὁρίζεται ἐπίσης, ὅτι ἡ καθαρεύουσα θὰ συνδιδάσκηται εἰς τὰς δύο τελευταίας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἵνα ἐγκαίρως ὁ Ἕλλην μαθητὴς ἀρχίζῃ νὰ ἐκμανθάνῃ καὶ τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν μεταβαίνων εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὁπωσδήποτε. Δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς μίαν πλατεῖαν περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος συζήτησιν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ δεκαετηρίδων συγκλονίζει τὸ Ἔθνος καὶ προκαλεῖ ἑκάστοτε ἐκ τῶν δύο ἀντιμαχομένων φανατικῶν παρατάξεων ἀκρότητας καὶ ἀποφάσεις συσκοτιζούσας ἑκάστοτε τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Μὴ κρίνων σκόπιμον κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν τὴν ἀνακίνησιν ὁλοκλήρου τοῦ ζητήματος, περὶ τούτου μόνον δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν: ὅτι ἐκ τῆς θέσεώς μου, τοὐλάχιστον, θὰ προσπαθήσω ὅπως ὁ κλάδος ὁ ἐκπαιδευτικός, προσηλωθῇ ἐφεξῆς μόνον εἰς τὰ ἐκπαιδευτικά του καθήκοντα. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ ἀσκῇ γλωσσικὴν πολιτικήν. Τὴν γλῶσσαν δὲν τὴν καθορίζουν νόμοι, θεσπιζόμενοι συνήθως ὑπὸ τὸ κράτος φανατισμῶν καὶ κομματικῶν προκαταλήψεων. Τὴν γλῶσσαν καθορίζει ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων, ὁ χρόνος, τὸ τάλαντον τῶν μεγάλων συγγραφέων. Ὅταν τὸ σύστημα εἰς μίαν Χώραν, εἶναι τὸ ὀρθόν, ὅταν ὁ διδάσκαλος, ὁ παιδαγωγός, ὁ καθηγητής, ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι μορφωμένος, συστηματικός, ἀδέκαστος, πιστὸς πρὸς τοὺς ἀντικειμενικοὺς κοινωνικοὺς σκοπούς, οὓς ἕκαστον Κράτος θέτει δι’ ἑαυτὸ ἐν τῇ παιδείᾳ, οἱ καρποὶ καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου θὰ εἶναι πάντοτε καλοί, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ ἐτῶν ἴσχυσεν ἀντίθετος ἱστορία, καὶ χάριν τῆς γλωσσικῆς πίστεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν τὸ Κράτος ἠδιαφόρησε πρὸς τὴν ποιότητα καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν. Διὸ καὶ τὰ ἀποτελέσματα εἶναι οἷα γνωρίζομεν πάντες. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι καὶ τὸ γλωσσικὸν ὄργανον δὲν ἀσκεῖ τὴν ἐπιρροήν του ἐπὶ τῆς μορφώσεως, ἰδίως τῶν μικρῶν μαθητῶν. Ἀλλὰ ὅταν ἐκ τῆς ὑπερβολικῆς ἐπιθυμίας θελήσωμεν νὰ μεταχειρισθῶμεν γλῶσσαν ἁπλῆν, φθάνομεν εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς περιπλόκου τοιαύτης, ἁπλῆς δῆθεν γλώσσης, ἀλλὰ ἀγνώστου εἰς τοὺς μαθητάς, ἔχομεν ἐξ ἀντιστροφῆς σχολαστικισμὸν ἐκ νέου, ἐπίσης καταστρεπτικόν. Διὸ καὶ νομίζομεν, ὅτι ἐὰν τὸ Κράτος προσηλοῦτο κυρίως εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ καταλλήλου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος καὶ κατώρθωνε νὰ παράσχῃ εἰς τὸν ἑλληνόπαιδα σχολεῖα καὶ διδασκαλεῖα πολλά, ἐπιθεωρητάς, ἀκέραια κτίρια ἀνθρωπινά, σχολικὰ ὄργανα, ὑγιεινήν, διδακτικὰ βιβλία παιδαγωγικῶς συντεταγμένα, διδασκάλους καὶ καθηγητὰς διδάσκοντας καὶ οὐχὶ πολιτευομένους, ὁ Ἕλλην μαθητὴς θὰ ἐμορφοῦτο ἀρτίως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διδακτικῶν βιβλίων τὸ πρῶτον εἰσάγεται παρ’ ἡμῖν καὶ τὸ μάθημα τῆς χειροτεχνίας εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, μὲ βάσιν τὴν ἑλληνικὴν λαϊκὴν τέχνην. Λόγῳ τῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν ἡμῶν καὶ τῶν ξενικῶν ἐπιδράσεων, ὁ ἑλληνικὸς ρυθμὸς τείνει νὰ ἐκλίπῃ. Μόλις εἰς ἐλάχιστα τμήματα τῆς Χώρας διατηρεῖται κατὰ παράδοσιν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἡ ἑλληνικὴ λαϊκὴ τέχνη, ἐκδηλουμένη κυρίως εἰς τὰ κεντήματα, τὴν ξυλογλυπτικήν, τὴν μεταλλουργικὴν καὶ τὴν πηλοπλαστικήν. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τὰ ὑπολείμματα ταῦτα τῆς λαϊκῆς τέχνης ὀφείλομεν νὰ τονώσωμεν εἰς τρόπον, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ χειροτεχνία καὶ βιοτεχνία νὰ λάβωσι βαθμηδὸν νέαν πνοὴν καὶ ὤθησιν. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν δύο νομοσχεδίων καὶ τὰς βελτιώσεις τῆς καταστάσεως, ἃς ἐπιδιώκουσι ταῦτα. Πρὶν ὅμως κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω ὅτι οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αἱ γνῶμαι τῶν κύκλων ἐκείνων, οἵτινες εὐθὺς ἀμέσως ὠρθώθησαν κατὰ τῆς ἐκπαιδευτικῆς προσπαθείας τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ μόνον ἐκ λόγων ἀντικειμενικῶν, ἐκ λόγων γενικωτάτης ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἐπεχείρησα, ὅ,τι ἐπιχειρεῖται νῦν, καὶ θὰ ἐπιχειρήσω ὅσα ὁ χρόνος καὶ τὰ πράγματα θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ ἐπιχειρήσω καὶ μετὰ ταῦτα, ἐκ συμφώνου πάντοτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τὰ πρόσωπα, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα καὶ αἱ ἰδέαι θίγονται ἐκ τῆς νέας ἐκπαιδευτικῆς διαρρυθμίσεως, ὅπως δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω ἐκεῖνα, ἅτινα ἐνδεχομένως θὰ ἱκανοποιοῦντο ἰδεολογικῶς ἐκ τῶν σημερινῶν κατευθύνσεων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. Οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ἐσταμάτησα ἐνώπιον προσωπικῶν ζητημάτων, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν οἱ διαδίδοντες ὅτι ἐκ λόγων ὑποκειμενικῶν ἢ κομματικῶν σκέπτομαι νὰ θίξω πρόσωπα ἢ ὁπωσδήποτε τὰς σωματικὰς ἐλευθερίας τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου, τὰ ἀναληθῆ σκοπίμως ὑποστηρίζουσι. Τὰ πνευματικὰ καὶ οἰκονομικὰ προβλήματα τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν τῆς Χώρας, δὲν ἔχουσι στοργικώτερον ἐμοῦ ὑποστηρικτήν. Καὶ ἐφόσον αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τοῦ Κράτους θὰ τὸ ἐπέτρεπον συντόμως, μέσα εἰς τὸ γενικώτερον οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Παιδείας, ὅπερ θὰ ἐκθέσω ἐν πλάτει πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἅμα τῇ ἐπανόδῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ παραλείψω, βεβαίως, νὰ τονίσω τὴν ἀνάγκην τῆς ἱκανοποιήσεως καὶ τῶν δικαίων αἰτημάτων, τῶν ὑπηρετούντων τὴν δημοσίαν ἑλληνικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὁ κύκλος τῶν νομοθετικῶν μέτρων, διὰ τοῦ ὁποίου, ἐπιτρεπούσης ἀργότερον καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, θὰ ἐπιδιωχθῇ μία συστηματικὴ ἀνόρθωσις τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων τῆς Χώρας, θὰ περικλείῃ βεβαίως καὶ ὅσα νομισθοῦν ἀναγκαῖα μέτρα διὰ τὴν καλλιτέραν πνευματικὴν μόρφωσιν καὶ καλλιέργειαν τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν καὶ διὰ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ κλάδου των. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ Κράτος στοργικῶς μεριμνᾷ πάντοτε, ἐν μέσῳ πικροτάτων δυσχερειῶν, ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, ὑπὲρ ὅλων τῶν ὑπηρετούντων αὐτό, δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ἰδίᾳ, ἐκ μέρους ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους παραδίδει τὰ τέκνα τοῦ, τὰς τρυφερὰς τῶν ψυχὰς καὶ τὴν ἄπλαστον φύσιν των νὰ κινῶνται ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς μέσα εἰς τὰ ἰδεολογικὰ ὅρια αὐτοῦ, τοῦ Κράτους ὅπερ συντηρεῖ καὶ προάγει τοὺς ὑπαλλήλους του. Δὲν θέλω διὰ τούτων νὰ μεμφθῶ τῆς παμμεγίστης πλειονοψηφίας τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν τῆς Χώρας, ὡς ἀντιθέτως πρὸς τὰς κοινωνικὰς καὶ ἐθνικὰς ἀρχὰς τῆς πατρίδος των κινουμένης. Πολλοῦ γε δεῖ. Εἶναι γνωστὴ ἡ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτῆς προσήλωσις τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου. Ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ κλάδου, ὑπάρχουσι σήμερον, ἀτυχῶς, μειονοψηφοῦντα ἔστω, ἀλλὰ ὠργανωμένα ἄτομα, ἐπηρεάζοντα ψυχολογικῶς τοὺς ἀσθενεῖς τὸν χαρακτῆρα συναδέλφους των, κοπτόμενοι δῆθεν ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῶν σωματειακῶν δικαιωμάτων τοῦ κλάδου, πράγματι ὅμως ἐντεταλμένα νὰ στρέφωσι βαθμιαίως καὶ ἀνεπαισθήτως τὴν πυκνὴν ἐθνικὴν στρατιὰν τῶν Ἑλλήνων διδασκάλων καὶ καθηγητῶν πρὸς κόσμον ἰδεῶν καὶ συμφερόντων, πολέμιον τῆς σημερινῆς ἀστικῆς πατρίδος. Τὴν ἀποκέντρωσιν, τὰς σωματειακὰς ἐλευθερίας, τὴν ἐλευθερίαν συνειδήσεως τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ κλάδου, οὐδεὶς διενοήθη νὰ περιορίσῃ ἢ δεσμεύσῃ ὁπωσδήποτε. Ἀντιθέτως, εὑρίσκομαι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Παιδείας σήμερον, ἵνα ἀποδώσω τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰς τρομοκρατημένας συνειδήσεις καὶ ἀφήσω ἕκαστον ἐλεύθερον νὰ ἔχῃ οἵας θέλει γλωσσικὰς καὶ ἐκπαιδευτικὰς ἰδέας, φθάνει νὰ μὴ ἐφαρμόζῃ ταύτας ἐν τῷ κύκλῳ τῶν διδακτικῶν του καθηκόντων, ἐφόσον αὗται θὰ ἀντέκειντο εἰς ὑφισταμένους καὶ ἰσχύοντας νόμους καὶ κανονισμούς. Ἐκεῖνο μόνον, ὅπερ ἀποτελεῖ δικαίωμα τοῦ σημερινοῦ Κράτους ἀναφαίρετον, εἶναι ἡ περιφρούρησις τῶν μαθητῶν του καὶ τῶν σχολείων του ἀπὸ πάσης διδασκαλίας, ἐμμέσου ἢ ἀμέσου ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, συνειδητῶς ἢ ἀσυνειδήτως, διασειόντων σήμερον τὰς ρίζας τῆς ἐθνικῆς παραδόσεως. Δὲν σκοπεύω νὰ πιέσω ἢ νὰ διώξω οἱονδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε. Μακροὶ ἄλλωστε ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ πολίτου ἀγῶνες ἡμῶν ἐξησφάλισαν ἡμῖν τίτλους ἰδεῶν ἀντιθέτων πρὸς πᾶσαν αὐταρχικὴν τάσιν καὶ διάθεσιν. Δηλῶ ὅμως ὅτι, ἐφόσον θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀγωνισθῶ ἐν τῷ κύκλῳ τῆς δικαιοδοσίας μου, ὅπως ἡ πειθαρχία καὶ ἡ τάξις ἐν τῷ κλάδῳ, ὅπως ἡ προσήλωσις πρὸς τὰς κοινωνικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Παιδείας ἐξασφαλισθῇ ἀπολύτως καὶ ἀδιατάρακτος. Ἄλλο ἐλευθερία, ἄλλο ἀναρχία, ἐκπεσμός, ἀποσύνθεσις! Ἕτερον ἑκάτερον... Ταῦτα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν, βέβαιος ὤν, ὅτι διὰ τῆς ψήφου της θὰ κυρώσῃ νόμους ἀποτελοῦντας τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀνορθώσεως, ἣν θὰ ἐπιχειρήσῃ βαθμιαίως καὶ συστηματικῶς εὔελπις διὰ τὸ μέλλον, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου.
§136Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τίνος θέματος θὰ ὁμιλήσῃ, κ. Πρόεδρε;
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς. Γνωρίζω περὶ τίνος θέλετε νὰ ὁμιλήσητε σεῖς, περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἑτοίμη πρὸς συζήτησιν. Διότι μόλις πρὸ ὀλίγου ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§138Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει αὐτό, κ. Πρόεδρε. Ἀλλὰ λέγων ὅτι εἶναι συνταγματικῶς ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις, τοῦ ἑνὸς νομοσχεδίου ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἰσηγούμενος τὸ νομοθέτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὸ ὀλίγου, ὡμολόγησεν ὅτι αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων. Ἐφόσον ἔχομεν ἐπαύξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος, δὲν χωρεῖ συζήτησις ἐπὶ προτάσεως νόμου, ἐπιβαρυνούσης τὸν προϋπολογισμόν.
§139Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν μείωσιν 200 χιλιάδων δραχμῶν.
§140Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν χωρεῖ συζήτησις ἐπὶ προτάσεως νόμου, ἐπιβαρυνούσης τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβούλων, κατὰ τοὺς κοινῶς παραδεδεγμένους κανόνας τοῦ λογικῶς σκέπτεσθαι, ἐπάγεται αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν τώρα ἐξ ἄλλων ἄρθρων τῶν νομοσχεδίων ἐπέρχεται μείωσις τῆς δαπάνης τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὕτως ὥστε συλλογικῶς νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὔξησις, αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς εἴπῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὁμιλῶν, ἐννοῶ αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὑποβάλλω ἔνστασιν τοῦ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου.
§142Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ, κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ συζήτησις.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰσηγητής.
§144Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ εἰσήγησις εἶναι συζήτησις, διότι ἀφορᾷ τροπολογίας τὰς ὁποίας ἐπιφέρει ἡ Ἐπιτροπή.
§145Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐπέρχεται αὔξησις δαπανῶν, διότι ἡ δαπάνη μειοῦται περὶ τὰς 200 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐκτὸς τούτου, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατόπιν διονυχιστικῆς συζητήσεως, ἀπεδέχθη τὸ νομοσχέδιον.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει ἡ δαπάνη;
§147Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μ’ ἐνδιαφέρει τὸ ἄρθρον 49. Εἶναι ζήτημα τάξεως συνταγματικῆς καὶ δικαιοδοσίας Προέδρου Βουλῆς. Δὲν χωρεῖ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν εἶναι αὔξησις ἢ πραγματικὴ ἐλάττωσις θὰ μᾶς τὸ εἴπῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον.
§148Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Τὸ Διάταγμα περὶ Ἐκπαιδευτικῶν Συμβουλίων ἀποτελεῖ δικτατορικὴν πρᾶξιν, τελοῦσαν ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπὴ δὲ τὸ ἠκύρωσε καὶ συνεπῶς, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸν ἐν λόγῳ θεσμὸν μέχρι τοῦ προσεχοῦς Φεβρουαρίου, θὰ περιπέσῃ οὗτος εἰς ἀχρηστίαν. Προκειμένου περὶ τμηματικῆς ἀνανεώσεως ἑνὸς Ὀργανισμοῦ, βασιζομένου ἐπὶ μὴ εἰσέτι κυρωθέντος νομοθετήματος, καὶ δεδομένου, ὅτι οἱ ἀντικαθιστώμενοι ἐκπαιδευτικοὶ σύμβουλοι ἐπανέρχονται εἰς τὰς παλαιάς των θέσεις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ζήτημα περὶ ἀντισυνταγματικῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς ἔχει τὸν λόγον. Ἢ μᾶλλον ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν: Ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Εἰσηγητὴν νὰ ἀπαντήσῃ;
§150Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα Βουλῆς αὐτό. Σᾶς εἶπα εἶναι ζήτημα Προέδρου. Εἶναι φραγμὸς τοῦ Συντάγματος. Τὸ ζήτημα εἶναι σαφές, ἐπέρχεται αὔξησις δαπανῶν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι ζήτημα Βουλῆς, ἀλλὰ Προεδρείου, ὁ Πρόεδρος νομίζει ὅτι δύναται ὁ εἰσηγητὴς νὰ προβῇ εἰς τὴν εἰσήγησίν του.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ὅταν προφανῶς, ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀθροίσεως, δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου ἐπέρχεται δαπάνη, νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ προσθήκη τῆς Ἐκθέσεως τοῦ Λογιστηρίου δὲν εἶναι τόσον ἀπαραίτητος.
§153Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τηρήσωμεν τὸ Σύνταγμα. Κάθε πλειονοψηφία ἠμπορεῖ νὰ τὸ λέγῃ αὐτό.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Εἰσηγητὴς κ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§155Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν, ὑποβαλλόμενα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. δὲν ἔρχονται ἀκάλυπτα. Ἐμφανίζονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ μίαν πρόσφατον καὶ πολυπαθῆ φράσιν, περιβεβλημένα μὲ πολιτικὸν μανδύαν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀνέμενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τοῦ ὁποίου τιμῶ τὴν μαχητικὴν ἱστορίαν, νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ὀχύρωμα τῆς πολιτικῆς συμφωνίας τῶν Ἀρχηγῶν, διότι, μόνον ὅταν ἡ Βουλὴ παραμείνῃ ἀδέσμευτος, εἰς τὸν ἐλεύθερον στίβον τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν ἰδεῶν, ἠμπορεῖ νὰ ἀνεύρῃ ἀσφαλῶς τὴν ἀλήθειαν. (Χειροκροτήματα). Νομίζω μάλιστα, γενικώτερον, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι προκειμένου περὶ κυβερνῶντος συνασπισμοῦ, ἡ θέσις πολιτικῶν ζητημάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβαίνῃ, παρὰ μόνον εἰς τὰ γενικώτατα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν λόγον τῆς συγκροτήσεως καὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς Κυβερνήσεως. Καίτοι τοῦτο νομίζω, ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσοι πιστεύουν ὅπως ἐγώ, ὅτι ἡ διατήρησις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ μεγάλην ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν τόπον, εὔχονται εἰλικρινῶς νὰ μὴ παρουσιάζωνται συχνὰ ἀφορμαὶ διαταράξεως τῆς κυβερνητικῆς ἁρμονίας, διὰ τῆς δημιουργίας ὀξύτητος ἐπὶ λεπτομερειακῶν ζητημάτων, καθὼς ἐπίσης καὶ ἀφορμαί, ὅπως θίγεται ἡ εὐαισθησία τῆς κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας διὰ τῆς ἀσκήσεως πολιτικοῦ καταναγκασμοῦ, πρὸς ψήφισιν διαφόρων δευτερευόντων ζητημάτων. Καὶ νομίζω, ἀκόμη, ὅτι, χάριν αὐτῆς τῆς τύχης τῶν νομοσχεδίων, ἐπιβάλλεται νὰ περιβάλλωνται ταῦτα, ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον μὲ τὴν βίαν τοῦ πολιτικοῦ καταναγκασμοῦ, διότι μόνον ὅσα προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας, μόνον ἐκεῖνα ἔχουν ἐσωτερικὴν ἠθικὴν δύναμιν, ἔχουν ἐσωτερικὴν ἠθικὴν ἀξίαν, καὶ συνεπῶς διάρκειαν. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν πλευρὰν τοῦ ζητήματος. Καὶ τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τίθεται σήμερον πρὸς συζήτησιν, ἀφορᾷ τήν ἀνασύνθεσιν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Θὰ ἦτο δυνατόν, λαμβάνοντες ἀφετηρίαν ἀπὸ τὴν γενικότητα τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐκτίθενται εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τόσον τὴν πρώτην, ὅσον καὶ τὴν δευτέραν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θέσωμεν ὑπὸ συζήτησιν ὁλόκληρον τὸ ἐκπαιδευτικὸν πρόβλημα τῆς Χώρας. Θὰ ἦτο ἐπίσης δυνατόν, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐντοπίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προσωπικῆς συνθέσεως τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου. Νομίζω ὅμως ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἡ συζήτησις ἐνετοπίζετο ἐπὶ τοῦ κλάδου τῆς διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὸ κυρίως εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον σήμερον πρόκειται πρὸς συζήτησιν. Ποία εἶναι ἡ πρέπουσα μεταρρύθμισις, ποία εἶναι ἡ εἰσαγομένη μεταρρύθμισις. Αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν. Γνωστὸν εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν, ὑπάρχουν δύο συστήματα, ἡ συγκέντρωσις καὶ ἡ ἀποκέντρωσις, ἐπίσης ἡ αὐτοδιοίκησις. Ἂς προσδιορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τῶν ὅρων αὐτῶν. Ὀνομάζομεν συνήθως συγκέντρωσιν, τὴν ἄσκησιν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ὀνομάζομεν συνήθως ἀποκέντρωσιν, ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὰ κεντρικὰ ὑπηρεσιακὰ συμβούλια. Νομίζω ὅτι τοιαύτη χρῆσις τῶν ὅρων εἶναι ἀτυχὴς καὶ προκαλεῖ σύγχυσιν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις, ὑπάρχει συγκέντρωσις. Διὰ τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις πολιτικῆς συγκεντρώσεως. Καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις ἡ ἐξουσία ἀσκεῖται ἀπὸ τὸ κέντρον, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, ἀσκεῖται ἀπὸ συμβούλια ὑπηρεσιακά. Ἐπίσης ὑπάρχει ἀποκέντρωσις πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἀπὸ τοὺς διοικητὰς καὶ νομάρχας, δηλαδὴ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς κεντρικῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ ἀποκέντρωσις ὑπηρεσιακὴ ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἀπὸ τὰ κατὰ τόπους ὑπηρεσιακὰ συμβούλια. Περαιτέρω, καθόσον ἀφορᾷ τὴν αὐτοδιοίκησιν, εἶναι ἐπίσης ἐπιβεβλημένη μία διάκρισις. Ἡμεῖς, ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ αὐτοδιοικήσεως, ἐννοοῦμεν τὴν λαϊκὴν αὐτοδιοίκησιν. Βεβαίως εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ὁ λαός, ἐφόσον βάσις εἶναι ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, αὐτοκυβερνᾶται. Ἡ διαφορὰ μόνον εἶναι ὅτι, διὰ μὲν τῆς Βουλῆς διοικεῖται κατὰ τρόπον ἀντιπροσωπευτικὸν καὶ ἐμμέσως, διὰ δὲ τῆς αὐτοδιοικήσεως διοικεῖται κατὰ τρόπον ἐγγύτερον καὶ ἀμεσώτερον. Ἐσχάτως ὅμως ἐτέθη εἰς κυκλοφορίαν ὁ ὅρος καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν. Ἀνέγνωσα εἰς τὰ διάφορα προγράμματα τῆς διδασκαλικῆς ὁμοσπονδίας, ὅτι καὶ αὐτὴ ἐπιδιώκει αὐτοδιοίκησιν. Πρόκειται ὅμως προφανῶς περὶ ἄλλης αὐτοδιοικήσεως, περὶ ἐπαγγελματικῆς, ὑπαλληλικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ζητεῖ δηλαδὴ ὁ κλάδος νὰ διοικῇ αὐτὸς ἑαυτόν. Ὀφείλω ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς νὰ δηλώσω, ἐφόσον διὰ τῆς ἀναλύσεως τῶν ὅρων ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὅτι, ὅσον αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου ψυχικῶς συγγενῆ πρὸς τὴν τάξιν αὐτήν, ἄλλο τόσον διαμαρτύρομαι ἐναντίον τοιαύτης τινὸς ἀξιώσεως. Ἀξίωσις ἐπαγγελματικῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν κλάδων, θὰ ἐσήμαινεν ἀναρχίαν καὶ ἀποσύνθεσιν. Πρέπει αἱ ὑπηρεσίαι νὰ ἐννοήσουν, ὅτι ἔχουν βεβαίως δικαιώματα, ὅτι προσφέρουν πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος ἀσφαλῶς, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουν χάριν τοῦ Κράτους καὶ χάριν τοῦ λαοῦ. Δὲν ὑπάρχει τὸ Κράτος, καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ λαὸς χάριν αὐτῶν. Ὑπεράνω αὐτῶν πρέπει νὰ ἀσκεῖται ἡ ἐποπτεία τοῦ Κράτους καὶ τοῦ λαοῦ, εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ πειθαρχοῦν (χειροκροτήματα). Καὶ ἐπιλαμβανόμενος τοῦ σημείου τοῦ λόγου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐτόνισεν ὅτι κομμουνισταὶ δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν Παιδείαν, ὤφειλε νὰ δηλώσῃ, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία παρεξήγησις, ὅτι καὶ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν πτέρυγα, ἐπίσης δὲν ὑπάρχει κανείς, ἐκτὸς τῶν «συντρόφων», ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συμφωνῇ πρὸς τὸ διακηρυχθὲν ἔργον, ὅτι οἱ κομμουνισταί, ὅσοι ἀποδεδειγμένως εἶναι τοιοῦτοι, καὶ ὄχι ἁπλῶς δυσφημοῦνται, δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Παιδείαν. Καὶ τώρα, κύριοι Βουλευταί, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ποῖον σύστημα ἐκ τῶν δύο εἶναι προτιμότερον. Ποῖον σύστημα ἰσχύει εἰς τὴν Ἑλλάδα· ποῖαι μεταρρυθμίσεις εἶναι ἐνδεδειγμέναι καὶ ποίας μεταρρυθμίσεις εἰσάγει πράγματι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἐλευθέρου της βίου, ἰσχύει ἡ συγκέντρωσις. Ἐναντίον τῆς συγκεντρώσεως βοᾷ ὁ λαὸς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ αἰῶνος. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὁ πολιτικὸς κόσμος δὲν κατώρθωσε νὰ τὴν καταργήσῃ ἀκόμη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ βαρεῖαν εὐθύνην του. Εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἡ πρώτη ἐμφάνισις τῆς ἀποκεντρώσεως, ἐγένετο κατὰ τὸ 1895 μὲ τὸν νόμον τοῦ Πετρίδη, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια κατὰ τόπους καὶ τοῦ ὁποίου διὰ τοῦτο ἡ μνήμη δικαίως γεραίρεται ἀπὸ τὸν διδασκαλικὸν κόσμον. Κατόπιν ἐλάχισται μόνον ἐγένοντο προσπάθειαι, διὰ νὰ καταλήξωμεν κατὰ τὸ 1914 εἰς τὴν σύστασιν τοῦ Κεντρικοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἰσχύει μέχρι σήμερον. Συμφώνως πρὸς τὸ ἰσχύον σήμερον σύστημα, ὁ πρῶτος βαθμὸς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπάγεται εἰς τὰ Τοπικὰ Ἐποπτικὰ Συμβούλια, δηλαδὴ εἰς τοπικὴν ὑπηρεσιακὴν ἀποκέντρωσιν. Ὁ δεύτερος βαθμὸς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περίεργον εἶναι, κύριοι Βουλευταί, καὶ εἶναι ὅμως ἀληθές, ὁ δεύτερος βαθμὸς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπάγεται εἰς τὸ Κεντρικὸν Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον. Δώδεκα χιλ. δημοδιδάσκαλοι τῆς Ἑλλάδος, ὅσοι ἔχουν νὰ κάμουν ἐνστάσεις ἐναντίον πρωτοβαθμίων ἀποφάσεων, καταφεύγουν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον. Αὐτὸ ἀποδεικνύει πόσον ἡ γραφειοκρατία μᾶς κατατρύχει ἀκόμη καὶ πόσον βαρεῖα διὰ τοῦτο εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος συζητεῖ μὲν περὶ πλήθους ἄλλων πραγμάτων, δὲν κατώρθωσεν ὅμως ἀκόμη νὰ ἐκριζώσῃ τὸ γραφειοκρατικὸν τέρας. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις λοιπὸν σήμερον δὲν ἐποπτεύεται καὶ δὲν διοικεῖται οὔτε ἀπὸ τὰ τοπικὰ συμβούλια, οὔτε ἀπὸ τὰ συμβούλια τῶν γονέων, οὔτε ἀπὸ ἀντιπροσώπους οἱουσδήποτε τοῦ λαοῦ. Τὰ ζητήματα τῶν δημοδιδασκάλων, διορισμοί, ἀναρρωτικαὶ καὶ κανονικαὶ ἄδειαι, ἐνστάσεις ἐναντίον οἱονδήποτε πρωτοβαθμίων ἀποφάσεων, λύονται ἐν Ἀθήναις. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος βαθμὸς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὁλόκληροι, ὑπάγονται ἐπίσης εἰς τὸ κεντρικὸν ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον, ἀνέρχονται δὲ εἰς 3.000 περίπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἡ διοικητικὴ τοῦ κλάδου σήμερον, κατάστασις ἀξιοθρήνητος. Τί ἐπιβάλλεται; Ἐπιβάλλεται νὰ εἰσαγάγωμεν μίαν ἀληθῶς ἀναμορφωτικὴν μεταρρύθμισιν, μίαν εὐρεῖαν ἀποκέντρωσιν καὶ αὐτοδιοίκησιν. Φρονῶ συγκεκριμένως, ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ δεύτερος βαθμὸς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀποσπώμενος ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰ κατὰ τόπους συνιστώμενα ἀνώτερα Ἐποπτικὰ Συμβούλια. Εἰς ταῦτα πρέπει ἐπίσης νὰ ὑπαχθῇ καὶ ὁ πρῶτος βαθμὸς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑπολειφθῇ διὰ τὸ κεντρικὸν ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον, ὁ δεύτερος μόνον βαθμὸς αὐτῆς. Ὑπὸ τὸ κρατοῦν σήμερον σύστημα, τὸ κεντρικὸν ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον εὑρίσκεται ὑπὸ τὸν φόρτον ἀπείρων προσωπικῶν ὑποθέσεων, καὶ ὁ κονιορτὸς αὐτῶν τῶν λεπτομερειῶν, εἶναι φυσικὸν νὰ φθείρῃ τὸν ὀργανισμὸν αὐτόν, καὶ νὰ καθιστᾷ ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ, ἐντελῶς ἀνίκανον διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν γενικῶν προορισμῶν του. Καὶ εἶναι σήμερον, ὄχι μόνον τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον βεβαρημένον μὲ φόρτον τῶν λεπτομερειῶν· εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Οἱ διορισμοὶ τῶν διδασκάλων ἐνεργοῦνται ἐκτὸς ἀπὸ τοῦ νομάρχου καὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ ἔχομεν τοιουτοτρόπως ἀταξίαν καὶ σύγχυσιν. Αἱ κανονικαὶ καὶ ἀναρρωτικαὶ ἄδειαι τῶν δημοδιδασκάλων — καὶ εἶναι 12.000 — παρέχονται ἐπίσης ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐζήτησα στατιστικὰς πληροφορίας καὶ ἐξηκρίβωσα ὅτι τὰ ⅘ τῆς ἐργασίας τῶν ἁρμοδίων τμημάτων ἀποτελοῦν αἱ αἰτήσεις τῶν ἀδειῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ νόσος τῆς διοικήσεως τῆς Παιδείας, ἡ συγκέντρωσις. Καὶ ἡ θεραπεία ἐπίσης, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ὅταν ἡ πολιτικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὅταν τὸ κεντρικὸν ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν βαρὺν καὶ ἀφόρητον φόρτον τῶν λεπτομερειῶν, τότε βεβαίως, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν μελέτην τῶν γενικωτέρων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν τότε νὰ ἀξιώσωμεν παρ’ αὐτοῦ καθορισμὸν φωτεινῶν κατευθύνσεων, ἄσκησιν ἀγρύπνου καὶ ἀδιακόπου ἐποπτείας. Ἀλλ’ ἐφόσον διατηροῦμεν τὸν φόρτον αὐτὸν τῶν λεπτομερειῶν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτοῦ, ἀσφαλῶς πταίομεν ἡμεῖς, ἀξιοῦντες παρ’ αὐτοῦ οἱανδήποτε γενικὴν εὐδοκίμησιν. Καὶ δὲν ἀνταποκρινόμεθα εἰς αἴσθημα δικαιοσύνης, καταλογίζοντες εἰς αὐτοὺς τὰς εὐθύνας, καὶ καθιστῶντες αὐτοὺς ἐξιλαστήρια θύματα... Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διὰ τῆς πρώτης αἰτιολογικῆς του ἐκθέσεως, κατελόγισεν εἰς αὐτὸ διπλᾶς ἀντιφατικὰς εὐθύνας. Πρῶτον, τοὺς κατηγόρησεν ὡς ὀπισθοδρομικοὺς καὶ ἀσυγχρονίστους, καὶ ἔπειτα ὡς κομμουνιστάς.
§156Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅσοι δὲν εἶναι κομμουνισταί, εἶναι ὀπισθοδρομικοί;
§157Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ ἐρωτήσητε τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Εἰς αὐτὸν ἀνήκει τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω. Καὶ ἂν συνέβαινεν, ὅσα γράφει εἰς τὴν αἰτιολογικήν του ἔκθεσιν, νὰ εἶχον γραφῆ ἀπὸ μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἀσφαλῶς θὰ ἀπετέλουν σήμερον πειστήρια εὐθυνῶν...
§158Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Θὰ προσαγάγω τὰς ἀποδείξεις.
§159Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως τῆς διοικητικῆς τῆς ἐκπαιδεύσεως, κύριοι Βουλευταί, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ διὰ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ὁλοκληρωτικὴν καὶ γνησίαν ἔκφρασιν τῶν ἀναμορφωτικῶν του ἰδεῶν, καὶ διὰ τῶν δευτέρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν πόρισμα τοῦ πολιτικοῦ συμβιβασμοῦ τῆς ἀνομοιογενοῦς Κυβερνήσεως, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑπέδειξεν; Εὑρίσκει ὅτι ὑπάρχει ἀπαιδευσία καὶ ἀναρχία εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ κατόπιν τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε, πείθεται ὅτι τὰ πρόσωπα τοῦ σημερινοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑπεύθυνα διὰ τὴν ἐξάρθρωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁλοκληρωτικὴ ἑπομένως κατὰ τὸ πρῶτον σχέδιον, μερικὴ κατὰ τὸ δεύτερον, καθαίρεσις τῶν μελῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, εἰσάγει τὴν Χώραν εἰς μίαν ὡραίαν περίοδον ἀναγεννήσεως! Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ πρόσωπα τοῦ σημερινοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου διωρίσθησαν πέρυσιν, ἐκτὸς δύο, καὶ ἐκεῖνοι οἱ δύο, οἱ ὁποῖοι εἶναι παλαιότεροι, εἶναι ἴσως οἱ χειρότεροι. Ὀφείλω ἐπίσης νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐκ τῆς πτέρυγος ἀκριβῶς ταύτης, ὁ εἰδικώτερος ἴσως τῆς πτέρυγος, ὁ κ. Στάης, εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν τῶν Ἐπιτροπῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ δύο εἶναι οἱ καλλίτεροι κατὰ τὴν γνώμην του. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, οἱ δύο, καθ’ ὁμόφωνον ὁμολογίαν, εἶναι οἱ καλλίτεροι. Οἱ ἄλλοι διωρίσθησαν πέρυσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμιλεῖ καὶ περὶ ἐξαρθρώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία ἴσχυεν ἀπὸ πολλοῦ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπαιδευσία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Χώρα κατατρύχεται καὶ καταγγέλλει ὡς ὑπαιτίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν πέρυσιν.
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ποίαν Κυβέρνησιν διωρίσθησαν;
§161Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὸ δὲν ἐνδιαφέρει. Διωρίσθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Κονδύλη. Πρόκειται ὄχι περὶ τῆς ποιότητος· πρόκειται περὶ τοῦ χρόνου τοῦ διορισμοῦ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐγνώριζα, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος κριτηρίου δικαιοσύνης εἶναι δυνατὸν οἱ Ἐκπαιδευτικοὶ Σύμβουλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν μόνον ἑνὸς ἔτους, νὰ θεωρηθῶσιν ὑπεύθυνοι διὰ τὴν τυχὸν ὑφισταμένην ἐξάρθρωσιν τῆς Ἐπαιδεύσεως, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ χρονολογεῖται ἀπὸ χρόνου μακροῦ; Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀδίκου ταύτης μομφῆς. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ φύσις τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προστατεύσωμεν τούτους. Ἄδικος εἶναι ἡ μομφὴ καὶ ἑπομένως ἀστήρικτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπηύθυνεν ἐπίσης ἐναντίον αὐτῶν ἄλλην συγκεκριμένην βαρεῖαν μομφήν. Εἶπεν ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου εἶναι κουμουνισταί. Ἀπηύθυνε κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν, ἡ ὁποία, ἂν ἦτο ἀληθής, θὰ ἦτο βαρυτάτη.
§162Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἶσθε βέβαιος, ὅτι τὸ εἶπον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον;
§163Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσίν σας. Εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπευθύνεται ἐναντίον τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου κατὰ τρόπον περίεργον. Περιλαμβάνει δύο ἀντιφατικὰς κατηγορίας. Τὴν μίαν ἐπὶ ὀπισθοδρομικότητι, τὴν ἄλλην ἐπὶ κομμουνισμῷ. Ἡ πρώτη εἶναι κατηγορία ἐπὶ ὀπισθοδρομικότητι, κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἐκθέσεως, ἡ ἄλλη ὅλως ἀντιφατική, ἐπὶ κομμουνισμῷ, κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἐκθέσεως.
§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε εὑρίσκετε, ὅτι ὁ κομμουνισμὸς εἶναι ἀντίθετος τῆς ὀπισθοδρομικότητος;
§165Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν λέγομεν, ὀπισθοδρομικότης, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν κομμουνισμόν, λέγομεν, ὅτι ὁ κουμουνισμὸς εἶναι πρόοδος.
§167Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καταγγέλλεται τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ὅτι διετήρησεν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τὸ πρόγραμμα τοῦ 1913, καὶ προσθέτει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. (Ἀναγινώσκει): «Ἐνῶ ἐν τῷ μεταξὺ ἔλαβε χώραν ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον τὰς συνθήκας τῆς ζωῆς μετέβαλεν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἰδανικὰ τῆς ἀνθρωπότητος ἔτρεψε πρὸς ἄλλας διευθύνσεις». Ἐὰν αὐτὰ ἐγράφοντο ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἀναμφιβόλως θὰ καθίσταντο ὕποπτα. Βραδύτερον κατηγορεῖ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ὅτι εἶναι κομμουνιστικόν. Θὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως. (Ἀναγινώσκει): «Μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὕπαρξις προσώπων ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν Ἐκπαιδευτικὸν Ὅμιλον...».
§168Θ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων). Μὲ συγχωρεῖτε· δύο λέξεις. Δὲν διακόπτω τὸν ἀγορεύοντα κ. Συνάδελφον, ὡς δὲν σκοπῶ νὰ διακόψω καὶ οἱονδήποτε ἄλλον συνάδελφον, ἐπιφυλασσόμενος ὅπως εἰς τὸ τέλος ἀπαντήσω ὁλοκληρωτικῶς εἰς ὅλας τὰς ἀγορεύσεις. Συνεπῶς καὶ ἐπὶ τῆς ἀντιφάσεως, τὴν ὁποίαν φαντάζεται ὁ κ. Συνάδελφος, θὰ λάβω τὸν λόγον τελευταῖος καὶ θὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου. Ἔχω μόνον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν τὴν ἑξῆς· ὅτι ἐγώ, εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδιά μου, ἀκριβῶς πρὸς ἀποφυγὴν ἀναμοχλεύσεως τοῦ παρελθόντος, ἵνα μὴ θίξω εὐαισθησίας ὡς συνεργαζόμενος σήμερον πολιτικῶς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν εὐθυνῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ὅλης ἐκείνης καταστάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἀπορρέον, ὑπεχρεώθη νὰ πράξῃ ὅσα ἔπραξεν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Συνάδελφος δὲν ἠρκέσθη μόνον νὰ εἰσηγηθῇ καὶ ἐκθέσῃ τὰς ἀντιλήψεις του ἐπὶ τῶν ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα τροποποιημένα ὑπέβαλον εἰς τὴν Ἐκπαιδευτικὴν Ἐπιτροπήν, κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι μετὰ λύπης μου εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως θὰ ἀνακεφαλαιώσω τὴν ὅλην ὑπόθεσιν καὶ θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν κατηγοριῶν καὶ τῶν πρώτων καὶ τῶν τελευταίων.
§169Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀναμένομεν καὶ ἡμεῖς τὴν διατύπωσιν συγκεκριμένων κατηγοριῶν καὶ τὴν διαπίστωσιν συγκεκριμένων εὐθυνῶν ἐναντίον τῶν σημερινῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου καὶ δηλοῦμεν ὅτι, ἐφόσον διαπιστωθῇ εὐθύνη τοιαύτης φύσεως, οὐδεμίαν πρὸς ταῦτα θὰ αἰσθανθῶμεν συμπάθειαν καὶ θὰ διαδηλώσωμεν ἀλληλεγγύην, διότι τὸ ἐδηλώσαμεν κατηγορηματικῶς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι ὅπου διαπιστοῦται διάθεσις τοιούτων ροπῶν, ἀλληλεγγύη ἐκ μέρους ἡμῶν δὲν ὑφίσταται. Εἴμεθα ὅμως πεπεισμένοι ὅτι εἶναι ἀνεύθυνοι. Καὶ ὑποστηρίζομεν ἀκόμη, ὡς λογικῶς ἀπαράδεκτον, ὅτι μέλη, διορισθέντα μόλις πρὸ ἔτους, ἐπιτρέπεται νὰ καταστῶσιν ὑπεύθυνα διὰ τὴν ἀπαιδευσίαν τοῦ αἰῶνος, ἢ ἔστω καὶ τῆς σημερινῆς γεννεᾶς. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἀπετέλουν μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου καὶ διὰ τοῦτο εἶναι κομμουνισταί, ἀπαντῶμεν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, ὅτι ἐκ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου μόνον δύο ἦσαν μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου καὶ οὐχὶ τῆς Μαρξικῆς ὁμάδος, ἡ ὁποία ἀπεσχίσθη, ἀλλὰ τῆς ἐθνικῆς ὁμάδος, ἧς μετέσχον, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐντίμου σταδιοδρομίας της οἱ προοδευτικοὶ ἄνδρες ὅλων τῶν κομματικῶν παρατάξεων.
§170Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποίους ἐκπροσωπεῖται ἡ μαρξικὴ μερίς;
§171Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπὸ τὸν κ. Γλυνὸν καὶ ἄλλους.
§172Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ὁποίους ἀποκηρύσσετε......
§173Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τί σημαίνει ἀποκηρύσσομεν; Μὲ ποίαν ἁρμοδιότητα θ’ ἀποκηρύξωμεν; Ἁπλῶς διαφωνοῦμεν. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξαμεν κατὰ τὴν μελέτην τῶν Ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Ὅτι πράγματι ἡ διοίκησις τῆς Ἐκπαιδεύσεως νοσεῖ, ἀλλὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια δὲν ἀποτελοῦν τὸ κατάλληλον φάρμακον. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει μόνον μία ριζική, μία γενναία μεταρρύθμισις τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, μία γενναία κατεύθυνσις πρὸς ἀποκέντρωσιν καὶ αὐτοδιοίκησιν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ σημερινὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, περιέχουν ἁπλῶς μεταβολὴν τῶν προσώπων τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, τὰ μὲν παλαιότερα νομοσχέδια ὅλων, τὰ δὲ νεώτερα, δύο μόνον μελῶν. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δοκιμάζω ἀπορίαν, κατὰ τίνα τρόπον ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως μόνον δύο μελῶν, καὶ τῆς διατηρήσεως ἑπομένως πέντε ἐκ τῶν παλαιῶν ἀνεπιθυμήτων, εἶναι δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, ἐκ μόνου τοῦ γεγονότος τούτου, νὰ προσδοκᾷ τὸ θαῦμα μιᾶς διοικητικῆς ἀναγεννήσεως εἰς τὴν Ἐκπαίδευσιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ γενικὰ συμπεράσματα τῆς μελέτης ἡμῶν. Συγκεκριμένως, ἐπὶ τῶν ἄρθρων 8 καὶ 9, ἡ Ἐπιτροπή, ἐπὶ μακρὸν συζητήσασα καθώρισε τὸν τρόπον καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἀποσπῶνται καὶ νὰ διορίζωνται τὰ μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου καὶ ὅτι αἱ ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει μόνιμοι θέσεις τῶν κατ’ ἀπόσπασιν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου, δύνανται κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς θητείας νὰ πληρωθῶσι προσωρινῶς. Ἐπίσης φρονεῖ, ὅτι ὅλα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, τά τε τακτικὰ καὶ τὰ προσωρινά, δέον νὰ λαμβάνωσιν ἐπίδομα καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ὥρισεν, ὅτι τὰ μὲν μέλη περιορίζονται κατὰ ἕν, γίνονται ὀκτώ, εἰς ἕκαστον δὲ Ἐκπαιδευτικὸν Σύμβουλον χορηγεῖται ἐπίδομα χιλίων δραχμῶν μηνιαίως. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τῶν αἱρετῶν μελῶν, ἡ ὁποία προσδιορίζεται ἄμεσος, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη, ὅπως ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς προσδιορισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διέγραψε δὲ τὴν φράσιν καὶ ἀνήκει ἐπομένως εἰς τὸ Διάταγμα ὁ καθορισμὸς τῆς ἀμέσου ἢ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς τῶν αἱρετῶν μελῶν. Ἔχομεν καὶ τὸ ἄρθρον τῆς θητείας τῶν ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι κεφαλαιῶδες. Θίγει ἐντελῶς γενικώτερον ζήτημα. Τὰ κεντρικὰ ὑπηρεσιακὰ συμβούλια εἶναι σκόπιμον νὰ εἶναι ἰσόβια, εἶναι σκόπιμον νὰ ἐπανανεῶνται ὁλοκληρωτικῶς; Κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὁ θεσμὸς διατηρεῖται ἀμετάβλητος. Τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον διετήρει τὰ μέλη αὐτοῦ ἰσόβια. Κατὰ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, τὰ μέλη ἔχουσι θητείαν ἑξαετῆ, μετὰ δὲ τὴν ἑξαετῆ θητείαν ἀπέρχονται ἅπαντα καὶ ἀνανεοῦνται. Φρονοῦμεν ὅτι ἀμφότερα τὰ συστήματα εἶναι ἐλαττωματικά. Καὶ τὸ φρονοῦμεν, ὄχι μόνον προκειμένου περὶ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Φρονοῦμεν γενικώτερον, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, πρέπει νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν εἰσηγάγομεν, προκειμένου περὶ τῆς Γερουσίας, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς τμηματικῆς ἀνανεώσεως. Ἡ ἰσοβιότης τῶν μελῶν δημιουργεῖ προσωπικὰς δυναστείας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅπως, οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, καθ’ ὅλον τὸν βίον των, διοικοῦν τὸν κλάδον, ὁρμώμενοι ἀπὸ τὰς συμπαθείας καὶ τὰς ἀντιπαθείας των. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς ὑπῆρχε τοὐλάχιστον διὰ τοὺς ἀδικουμένους ὑπαλλήλους ἡ παρηγορία, ὅτι θ’ ἀνατείλουν καὶ δι’ αὐτοὺς κἄποτε εὐτυχεῖς ἡμέραι, ἐνῷ, ἐὰν συμβῇ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιακῶν συμβουλίων, ὡρισμένοι ὑπάλληλοι νὰ τεθοῦν ὑπὸ δυσμένειαν καὶ διωγμόν, καθ’ ὅλον τὸν βίον των εἶναι προωρισμένοι νὰ εἶναι δυστυχεῖς. Διὰ τοῦτο ἡ ἰσοβιότης ἀποτελεῖ ἐσφαλμένην ἀρχὴν δι’ ὅλα τὰ κεντρικὰ ὑπηρεσιακὰ συμβούλια. Ἔχομεν καθῆκον νὰ καταργήσωμεν τὰς ἰσοβίους προσωπικὰς δυναστείας καὶ νὰ εὐκολύνωμεν τὴν ἀνανέωσιν. Ἐπίσης διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν ὁλοσχερῆ ἀνανέωσιν τῶν μελῶν κατὰ χρονικὰ διαστήματα, διότι καὶ αὐτὴ καταλύει τὴν συνέχειαν, ἡ ὁποία εἶναι πολύτιμος. Μόνον ἡ τμηματικὴ ἀνανέωσις συνδυάζει τὴν ζωήν, ὑπηρετεῖ τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὴν πρόοδον. Διὰ τοῦτο εἰσήγαγε τὸν θεσμὸν τῆς τμηματικῆς ἀνανεώσεως ἡ ἐπιτροπή, ὁρίσασα τὴν θητείαν ὀκταετῆ καὶ ἀνανέωσιν δύο μελῶν κατὰ διετίαν. Περαιτέρω τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ὁρίζει, ὅτι ὁ πρόεδρος καὶ ἀντιπρόεδρος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου ὁρίζεται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας διὰ διαταγῆς αὐτοῦ. Εἶναι προφανὲς ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ πολιτικὴν ἐπέμβασιν, τὴν ὁποίαν, καθιστᾷ πολὺ δεινοτέραν ἡ προσθήκη «ἑκάστοτε», πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διορίζωνται καὶ ν’ ἀπολύωνται οὗτοι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀναλόγως τῶν διαθέσεων τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοῦτο, προφανῶς, καταλύει τὸ κῦρος τοῦ θεσμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστευόμεθα τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεθέσαμεν εἰς τὸ ἴδιον Σῶμα, ὅπως ἐκ τῶν μελῶν του, κατ’ ἔτος, ἐκλέγῃ τὸν Πρόεδρον καὶ Ἀντιπρόεδρον. Εἰς τὸ ἄρθρον 14 ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι τὰ ἔκτακτα μέλη τοῦ συμβουλίου λαμβάνονται ἀπὸ καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀπὸ διευθυντὰς τῶν διδασκαλείων καὶ Γυμνασίων». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια πρὸς ἀνάκλησιν ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν τῶν διευθυντῶν διδασκαλείων. Πάσχουν αἱ Ἐπαρχίαι ἀπὸ ἔλλειψιν διευθυντῶν τῶν σχολείων. Οἱ παιδαγωγοί, οἱ καλλίτεροι ἐκπαιδευτικοὶ συρρέουν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα τῶν Ἐπαρχιῶν στεροῦνται ἱκανῶν ὁδηγῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ὡρίσαμεν, ὅτι μόνον διευθυνταὶ διδασκαλείων καὶ Γυμνασίων, ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ εὑρισκόμενοι, εἶναι δυνατὸν νὰ μετέχουν εἰς τὰς γενικὰς συνεδρίας. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς πειθαρχικὰς ποινάς, ἐπαναφέρομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Νομ. Διάταγμα τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον εἶναι σαφὲς καὶ τοῦ ὁποίου ἐσχάτως, κατὰ μίαν νομικὴν γνώμην, εἶχεν ἀμφισβητηθῆ ἡ ἰσχύς. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἐπίμαχον θέμα τῆς μεταβατικῆς διατάξεως. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον καθωρίσθη, ὅτι ἡ θητεία θὰ εἶναι ἑξαετής, ἡ δὲ ἀνανέωσις θὰ εἶναι τμηματικὴ κατὰ διετίαν. Ἀλλὰ οἱ ὑπάρχοντες σύμβουλοι; Συζήτησις διεξήχθη μακρὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατὰ πλειονοψηφίαν ἀναγνωρίζει τὸ ἄδικον, καθὼς καὶ τὸ ἄσκοπον τῶν ἐπιδιωκομένων προσωπικῶν μεταβολῶν. Ὀρθὸν θὰ ἦτο ἡ καθιερουμένη ἀρχὴ τῆς τμηματικῆς ἀνανεώσεως νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸ σημερινὸν συμβούλιον, ἐξερχομένων δύο ἐξ αὐτῶν διὰ κλήρου μετὰ διετίαν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των. Τοῦτο ἀποτελεῖ γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐφόσον ὅμως ἄλλως ὥρισεν ἡ πολιτικὴ συμφωνία τῶν ἀρχηγῶν, ἡ ἐπιτροπή, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης, προέβη εἰς τὴν γνωστὴν διατύπωσιν τῆς μεταβατικῆς διατάξεως. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, αἱ συγκεκριμέναι τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θίγει ἀποκλειστικῶς πρόσωπα καὶ οὐδόλως τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τῆς διοικήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν καμμίαν βελτίωσιν. Ἐλπίζομεν ὅμως, ὅτι ὁ βίος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι μακρός—καὶ ὅτι συνετρέξαμεν πρὸς τοῦτο μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις. Πιστεύομεν, ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἶναι θερμὸς καὶ ἡ ὁρμὴ πρὸς δημιουργικὴν ἐργασίαν ἀκράτητος. Καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι προσεχῶς θὰ ἴδωμεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐμφανιζόμενα νομοσχέδια, ἐμπνεόμενα ὑπὸ τοιούτων σκέψεων, ὥστε πράγματι νὰ χαράσσουν μίαν νέαν κατεύθυνσιν ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, κατεύθυνσιν ἀληθοῦς μεταρρυθμίσεως. Καὶ τότε βεβαίως, χωρὶς τὴν χρείαν οὐδενὸς πολιτικοῦ καταναγκασμοῦ, θὰ σπεύσωμεν νὰ εὑρεθῶμεν παρὰ τὸ πλευρόν του, διότι θὰ πιστεύωμεν, ὅτι θὰ τίθενται πλέον ἀσφαλῶς αἱ βάσεις μιᾶς ἀληθοῦς ἐκπαιδευτικῆς ἀναγεννήσεως. (Χειροκροτήματα).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καθόσον ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸ ὀλίγου ἔχει διανεμηθῆ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ὥριμος πρὸς συζήτησιν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή: οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ συνεχισθῇ αὔριον ἡ συζήτησις παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι. (Δημιουργεῖται θόρυβος).
§176Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἕως τώρα ἐπεκράτησεν ἡ τάξις, δὲν γνωρίζω ἂν καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἐθεσπίσθη τοῦτο, νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ Σάββατον συνεδρίασιν. Διὰ διαφόρους λόγους, καὶ ἰδίως μάλιστα διὰ νὰ παρέχηται καιρὸς εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς νὰ ἐργάζωνται, νὰ μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὸ Σάββατον. Μάλιστα ἀπὸ ἕνα τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ὑπεστηρίχθη νὰ μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν καὶ τὸ Σάββατον καὶ τὴν Δευτέραν. Δὲν νομίζω ὅτι συντρέχει ἐξαιρετικὴ περίπτωσις, ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι συντρέχει ἐξαιρετικὴ περίπτωσις νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ Βουλὴ ὅλη, τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ μετάσχουν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων καὶ ἑπομένως εἶναι ὀρθὸν νὰ παρασχεθῇ ὁ ἐπαρκὴς χρόνος μέχρι τῆς Δευτέρας, ἵνα μᾶλλον παρεσκευασμένοι προσέρχωνται οἱ κ. Βουλευταί, ὅτε καὶ ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ κανονικωτέρα.
§177Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπ. Συγκοινωνίας). Ἀντιλαμβανόμεθα καὶ ἡμεῖς καθὼς καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιταχύνσεως τοῦ νὰ δοθῇ μιὰ λύσις. Ὑπάρχει ἑπομένως μία ἀνάγκη ἐπιταχύνσεως τῆς συζητήσεως, ὥστε νὰ φθάσωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὸ τέρμα. Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἄν ἐπιμένῃ ὁ κ. Ἡγέτης ἀπολύτως εἰς τὸ νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐκκρεμῆ μέχρι τῆς Δευτέρας, δὲν θὰ εἴχομεν ἡμεῖς καμμίαν δυσκολίαν. Ἄλλως πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι τὴν Δευτέραν δὲν θὰ ἔχωμεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§178Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος τὴν Δευτέραν, νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὔριον. Ἐψηφίσθη ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ τὸ κῦρός του θὰ τὸ ἀποκτήσῃ μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων τὴν Δευτέραν;
§180ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα! Μάλιστα!
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν καὶ ὥραν 5 μ.μ. (ὥρᾳ 1.30′ μετὰ Μεσονύκτιον).