1927.11.23
2,091 rows · 16,049 words · 179 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6η
ΤΕΤΑΡΤΗ 23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1927
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ σύνδεσμος παντοπωλῶν Λευκάδος ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἀποδόσεως εἰς ἐμπορικὰ καὶ ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα τῆς Λευκάδος ὁλοκλήρων τῶν συνδρομῶν, τῶν καταβαλλομένων ἐκ μέρους τῶν Λευκαδίων ἐμπόρων κτλ. ὑπὲρ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου Κερκύρας. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ δικαστηρίου αἰσχροκερδείας Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ἀντίγραφον μηνύσεως ἐπὶ αἰσχροκερδείᾳ κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Γεωργ. Ἐμπειρίκου. Οἱ ἐμφυτευταὶ τέως δήμου Εὐρωστίνης, διὰ τηλεγραφήματός των, διαμαρτύρονται δι’ ἐπιψήφισιν τροποποιηθέντος ἐμφυτευτικοῦ νόμου. Ὁ Σῖμος Κατακουζηνὸς ὑποβάλλει ὑπόμνημά του, περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ νομίσματος. Ὁ δημαρχῶν Πλωμαρίου Λέσβου ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν διανομὴν τῆς περιουσίας τῆς παλαιᾶς Κοινότητος Πλωμαρίου. Ὁ Πρόεδρος τῶν συντεχνιῶν Κοζάνης δι’ ὑπομνήματος ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἰσχύος τοῦ τροποποιηθέντος ἐνοικιοστασίου. Ἐργατικὸν Κέντρον Μητυλήνης τηλεγραφικῶς διαμαρτύρεται διὰ συλλήψεις μελῶν του. Ἐπιτροπὴ ἐμπόρων ἐκ Χανίων ζητεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τοῦ Αʹ ἐλαιοκομικοῦ συνεδρίου. Ἡ ἕνωσις γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Ξάνθης διὰ τηλεγραφήματος προσκαλεῖ τοὺς ἐνταῦθα βουλευτὰς Μακεδονίας καὶ Θρᾴκης, ἵνα παρακολουθήσωσι τὸ καπνοπαραγωγικὸν συνέδριον. Οἰκογένειαι προσφύγων Ξάνθης διαμαρτύρονται διὰ βιαίαν μετακίνησίν των. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Μεσενικόλα ὑποβάλλουν ψήφισμα διαμαρτυρίας δι’ ἐξευτελιστικὴν τιμὴν σούμας. Οἱ προσφυγικοὶ οἰκοδομικοὶ συνεταιρισμοὶ Θεσσαλονίκης τηλεγραφικῶς διαμαρτύρονται διὰ βραδύτητα ἀναλήψεως οἰκοπέδων. Κάτοικοι ἐπαρχίας Καλαμπάκας διὰ τηλεγραφήματός των αἰτοῦσι τὸν διορισμὸν προσωπικοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου. Ὁ Σ. Βάμβας τηλεγραφικῶς ζητεῖ ἀκύρωσιν τοῦ νομοθετήματος περὶ κυκλοφορίας κουκουλοσπόρου. Ὁ προσφυγικὸς κόσμος Ἡρακλείου διὰ ψηφίσματος διαμαρτύρεται διὰ κλείσιμον παμπροσφυγικῆς ὀργανώσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Σακαλῆς ὑποβάλλει ψήφισμα κατοίκων Πόρου (Τροιζηνίας) αἰτούντων παράτασιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ Ι. Τομαζηνὸς διὰ τηλεγραφήματος ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν εἰς χρυσὸν καταθέσεων. Ὁ γραμματεὺς συνδικάτου ἐπισιτισμοῦ Βεροίας ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας κατὰ τῆς νυκτερινῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἐφαρμογῆς ὀκταώρου. Μικροϊδιοκτῆται Ἀθηνῶν, Πειραιῶς κλπ. δι’ ὑπομνήματος αἰτοῦσι νὰ τοῖς χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκατοικήσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπενάκης ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας κατοίκων Αἰθέας διὰ νέαν αὔξησιν τῶν εἰσιτηρίων καὶ κομίστρων τῶν Σ.Π.Α.Π. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰωσὴφ Κούνδουρος ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἀποχῆς ἢ ἀντικαταστάσεως τῶν κ. κ. Τσιτσεκλῆ καὶ Καλκάνη ἐκ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἕνωσις ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου Πατρῶν διὰ τηλεγραφήματος διαμαρτύρεται διὰ τὴν περικοπὴν τῶν συντάξεων τῶν ἀναπήρων. Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν βιβλιοπωλῶν Πύργου καὶ Ἀμαλιάδος, διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διδακτικῶν βιβλίων ὡς δημευτικοῦ καὶ μέλλοντος νὰ δημιουργήσῃ ἀνυπολογίστους ζημίας εἰς τούτους, κατόχους μεγάλων ποσοτήτων. Ἡ Ἀνακριτικὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς ἐν σχέσει μὲ τὴν αἴτησιν τοῦ κατηγορουμένου Ι. Κουνδούρου περὶ ἐξαιρέσεως τῶν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς κ. κ. Π. Τσιτσεκλῆ καὶ Ν. Καμπάνη. Ὁ κ. Εὐστρ. Φωτάκης ὑποβάλλει τὰς κάτωθι προτάσεις νόμων: 1) περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν ἄρθρων 19, 20 καὶ 22 τοῦ νόμου ΓΥΛΖʹ καὶ 2) περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς (Ὑπ. Συγκ.) ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων, κυρωτικὰ Ν.Δ., ἵνα τύχωσι κυρώσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος. 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως συναφθείσης συμβάσεως μελέτης καὶ κατασκευῆς ὁδῶν ἐν Ἀχαϊοήλιδι». 2) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως ἐν μέρει συναφθείσης συμβάσεως ἐκπονήσεως μελέτης καὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Σκάλας–Γυθείου». 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως συναφθείσης συμβάσεως, μελέτης καὶ κατασκευῆς τῶν ὁδῶν Ψαθοπύργου —Καμαρῶν, Λιόπεσι–Γουρζομήσης, Ἀχαΐας–Ριόλο καὶ Ἀχαΐας Κάλφα, ἐν τῷ νομῷ Ἀχαϊοήλιδος.» 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἰουλίου 1925 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Μενιδίου εἰς Πάρνηθα». 5) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1071 καὶ 3101 νόμων». 6) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 11 Νοεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1074 καὶ 3101 νόμων», καὶ 7) Περὶ κρρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Δεκεμβρίου 1925 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1074, 3045 καὶ 3101 νόμων ὡς καὶ τοῦ ἀπὸ 14 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ.». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως νοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1927 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1927 συμβάσεως περὶ παραιτήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ προνομίου τῆς ἐκδόσεως τραπεζιτικῶν γραμματίων καὶ συστάσεως νέας Τραπέζης ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» καὶ τοῦ προσαρτωμένου τῇ συμβάσει Καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§3Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπηκολούθησαν ἀγορεύσεις διακεκριμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τοιαῦται ὥστε τὸ θέμα δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐν τῇ κατ’ ἀρχήν του συζητήσει δύναται νὰ θεωρηθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξηντλημένον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσεπάθησε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του μᾶλλον νὰ μεταδώσῃ ἐνθουσιασμὸν δι’ ὅσα αὑτὸς φαίνεται πιστεύων, δὲν νομίζω ὅμως ὅτι παρέσχεν ἀρκετὰ ἐπιχειρήματα διὰ νὰ πείσῃ, καὶ ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀκροαταί, οὐχὶ μόνον τῆς μιᾶς πτέρυγος, οἱ μὴ παρέχοντες τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ οἱ τῆς ἄλλης ἀκόμη πτέρυγος, θὰ κατέστησαν σκεπτικοί. Δὲν εἶναι νομίζω, Κύριοι, τὸ ζήτημα, ζήτημα συμπολιτεύσεως ἢ ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι ζήτημα οὐσιωδέστατον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ πολυειδῶς νὰ τὴν δεσμεύσῃ ἐπὶ χρόνον μακρὸν καὶ πρέπει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ μὴ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ πολιτικὰς πεποιθήσεις μερίδων, ἀλλὰ πάντες νὰ προσπαθήσωμεν, συμβάλλοντες ἕκαστος κατὰ τὸ ἐνόν, νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς θ’ ἀποδώσῃ τοὺς καρπούς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ἐλάχιστα πιστεύομεν ὅτι τὸ ἔργον του, ὡς παρασκευάζεται, εἶνε προωρισμένον νὰ ἀποφέρῃ. Δυστυχῶς ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρξε λίαν ζηλότυπος τοῦ ἔργου του καὶ ὀλίγον ἠθέλησε νὰ τὸ ἐκθέσῃ εἰς ἐμβριθῆ ἐξέτασιν. Καὶ πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι τακτικὴ τοιαύτη ἐτηρήθη, οὐχὶ μόνον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἤρξατο ἀφ’ ὅτου ὑπῆρχεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπετέλεσα μέλος. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν χρονολογίαν ἐκείνην, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, εἶπεν ὅτι σχεδὸν πάντες τότε συνεφώνουν μὲ τὸ πρόγραμμά του, ἐνῷ πράγματι ἀληθὲς ἦτο ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἴχομεν ἄκρως διαφωνήσει, καὶ οὐδεὶς θὰ ἐλησμόνησε τὸν δημοσιογραφικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος διεξήχθη μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐμοῦ, τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μόνον ἵνα φθάσω εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀναγκαίων ἐγγράφων. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Θὰ παρατηρήσω μόνον ὅτι καὶ σήμερον ἡ συζήτησις γίνεται εἰς ἄκρον ἀντικανονική. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε χθὲς ὁ συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς, οὐδὲ περὶ τῆς θεραπείας τῆς προβληθείσης ἀντισυνταγματικότητος τῆς συζητήσεως. Τὰ συνταγματικὰ δὲν εἶναι νομικὰ ζητήματα. Τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν ἡ κατὰ τύπους τήρησις εἶναι ἄνευ ἀξίας. Καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι κανονικὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, ὡς γίνεται, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἦτο ἀκόμη ἀπών, ἔδιδεν ἐντολὴν ἐνταῦθα νὰ γίνῃ συζήτησις ὡς πρὸς τοῦτο ἐν τῇ Κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ, ἐνῷ αὐτὸς ἐπρόκειτο μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐπιτύχῃ τι διὰ τὸ ἔργον του. Καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Ν. Δ., ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπῆλθεν ἡ ἀνωμαλία τῆς συζητήσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἤδη πρὸ ὀφθαλμῶν ἡ Βουλή, τῆς ἐφάπαξ καὶ μόνον παρ’ αὐτῆς συζητήσεως. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς, τοῦ νὰ πληρώσωμεν ἕνα τύπον καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ψηφίζομεν ταύτην τὴν ἑσπέραν, εἰς μίαν ἀνάγνωσιν, τὸ σχετικὸν σχέδιον καὶ νὰ συνεχίσωμεν νὰ συνεχίσωμεν δὲ καὶ ἀμέσως σήμερον εἰς δευτέραν τοιαύτην. Δὲν πρόκειται περὶ τύπου. Πρόκειται περὶ τοῦ νὰ φωτισθῇ ἡ λαϊκὴ γνώμη καὶ νὰ λάβῃ πλήρη γνῶσιν τῶν δεσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν λαόν, καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν εὐεργετικῶν ἢ μή, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν οἱ δεσμοὶ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ. Καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις. Ἂν τὸ σχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν εἰσήγετο ὡς Νομοθετικὸν Διάταγμα πρὸς κύρωσιν ἁπλῶς, ἀλλ’ εἰσήγετο ὡς νομοσχέδιον, θὰ παρεπέμπετο, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν ἁρμοδίαν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐμελέτα τοῦτο καὶ θὰ ἔκαμνε λεπτομερῆ εἰσήγησιν καὶ τοῦ συνόλου καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ κατόπιν τούτου πεφωτισμένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησις εἰς τὰς δύο συνεδριάσεις, τὰς ὁποίας κατ’ οἰκονομίαν καθιερώσαμεν ἵνα συζητῶνται τὰ νομοσχέδια, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν, προβλέπει πολὺ μικροτέραν διαδικασίαν. Καὶ προβλέπει τὴν διαδικασίαν ταύτην ἀκριβῶς ἵνα ἀποφεύγωνται τὰ ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς διάφορα ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν περὶ τὴν ψήφισιν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ δίδεται ἐπαρκὴς χρόνος ἵνα φωτισθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μέλλουν ν’ ἀποφασίσωσιν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὴν διαδικασίαν, τῆς διὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ψηφίσεως τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἡμεῖς, καθιερώσαντες τυπικῶς τὴν Γερουσίαν, κατηργήσαμεν οὐσιαστικῶς καὶ τὴν Βουλήν, διότι οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ ὅτι κατάργησιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀποτελεῖ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλειτούργησαν τελευταίως αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἔλθῃ πάλιν ἄλλη Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἤθελε κληθῇ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος, φρονῶ ὅτι μετὰ πολῆς ἀποστροφῆς θὰ ἔβλεπε ταύτην ἐπαναλαμβανομένην, ἐνῷ, ἂν προσηκόντως ἐφηρμόζετο, θὰ ἦτο διάταξις ἀρκετὰ λυσιτελής. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰ γενικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένει νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν ταύτην, διότι ἐπείγεται ν’ ἀναχωρήσῃ. Ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία εἶναι κυρίαρχος, θ’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τούτου. Ἡμεῖς ὡς μειονοψηφία, κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑποταχθῶμεν. Ἀλλά, Κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ ἔργον αὐτὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν εἰσηγήθη ὁ ἀντιπρόσωπός του ἐνταῦθα, ὁ ἀναπληρῶν αὐτὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰσηγήθη καὶ ὁ ἴδιος ἐπανελθὼν ἤδη ἐνώπιον ἡμῶν; Εἶναι ἔργον, Κύριοι, ἀτελές, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Σῶμα. Δὲν τὸ ἐξετάζω ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οὐσίας αὐτοῦ ὡς ἀτελοῦς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἀτελές, διότι διατελεῖ ὑπὸ ὅρον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξεπληρώθη, καθ’ ἃ ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσε, καὶ ὁ ὁποῖος ὅρος, ἂν δὲν ἐκπληρωθῇ, θά καταστήσῃ αὐτὸ μάταιον. Ἀλλὰ δύναται ν’ ἀπασχολῆται οὕτω πως τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα; Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δύναται ν’ ἀσχοληθῇ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα καὶ διὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ αἵρεσιν ἐξουσιαστικὴν τρίτων, ὡς ἐν προκειμένῳ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δύναται περὶ τούτων νὰ ἀσχοληθῇ, πῶς δύναται νὰ νομοθετήσῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους, ὅταν δὲν γνωρίζει ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ρυθμίσῃ; Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι τὸ ἔργον του ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν τῆς Χώρας ὀργάνωσιν καὶ δὲν εἶναι ἔργον δανείου. Καὶ ἡ οἰκονομικὴ ὅμως τοῦ Κράτους κατάστασις εἶναι ἀκαθόριστος καὶ ἄγνωστος καὶ ὁ περὶ οὗ εἶπον ὅρος ὑφίσταται ἐκκρεμής, ἐφόσον δὲν τακτοποιηθῶσιν αἱ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γαλλίας ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσέτι δὲν ἐκανονίσθησαν. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ὀργάνωσις, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γίνεται παρὰ διὰ δανεισμοῦ χρημάτων. Καὶ θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς πολιτικῆς τῶν δανείων, ἄνευ τῶν παντοίων ἔξωθεν περιορισμῶν καὶ δεσμεύσεων, ἀλλ’ ἐκείνων μόνον, οὓς ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἤθελεν εἰσηγηθῇ καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἤθελεν ἀποφασίσει. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατέληξεν, ἀχθεὶς καὶ οὐχὶ ἀφορμηθείς, ἐξ ἰδίας του σκέψεως. Ὁ διακανονισμὸς τῶν ἀγγλικῶν χρεῶν ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή. Ὁ ἐνταῦθα ἐλθὼν ἀντιπρόσωπος τῆς Κ.Τ.Ε. παρουσίασεν ὁλόκληρον τὴν ἰδέαν καὶ τὸ πρῶτον ταξίδιον τῆς ἑλληνικῆς ἀποστολῆς, δηλαδὴ τῶν δύο μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν Γενεύην, συνεπλήρωσεν ὁλόκληρον τὸ σχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἔκτοτε δι’ ἑαυτὸν ἐν Γενεύῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἔκτοτε, διότι τὸν προεκάλεσα εἰς ἄλλην συζήτησιν ἐνώπιον τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπεχρέωσε τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀληθῶς δὲν ὑπεχρέωσε τότε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν ἐν Γενεύῃ τελεσθέντων, διότι οὐδὲν εἶχε σχετικῶς ἀποφασισθῇ πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του ἐντεῦθεν. Τοὐναντίον δὲ μάλιστα, μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐμοῦ, εἰς συζήτησιν καθ’ ἣν παρίστατο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ρητῶς τοῦ ἐδηλώθη, ὅτι ἐν Γενεύῃ ἡ ἀποστολὴ τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέλαβεν ἔκτοτε τὴν ὑποχρέωσιν, ἡ ὁποία ὡς ἀποτέλεσμα θὰ εἶχεν, ἐὰν δὲν συνεφώνει ὁλόκληρος ἡ τότε Κυβέρνησις, ν’ ἀποσυρθῇ οὗτος ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
§4Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Ἀνέλαβα τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἐγώ;
§5Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ εἴπετε σεῖς εἰς τὴν προηγουμένην σας ὁμιλίαν, ὅτι εἴχετε ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποχωρήσετε τῆς Κυβερνήσεως, ἐάν, ὅ,τι κατὰ τὴν πρώτην σας μετάβασιν εἰς τὴν Γενεύην ἀπεδέχθητε, δὲν ἐγίνετο δεκτὸν παρὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§6Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Ὅταν ἐγὼ μετέβην τὸ πρῶτον εἰς τὴν Γενεύην προῆλθον εἰς προκαταρτικὰς συζητήσεις μετὰ τῶν μελῶν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τῷ Συμβουλίῳ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὅρους ἐνδεχομένης συμφωνίας διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῆς Χώρας καὶ ὁριστικὴν ἔκδοσιν δανείου ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Κ.Τ.Ε. οὐδεμίαν εἰδικὴν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβα. Εἰς οὐδένα εἶπον, ὅτι ἂν δὲν γίνῃ δεκτὸν τοῦτο ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐγὼ θὰ παραιτηθῶ. Αὐτὸ εἶναι τὸ παραδοξότερον τῶν πραγμάτων, ὅτι, ἂν δὲν ἐγκρίνῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐγὼ θὰ παραιτηθῶ. Ὄχι, οὐδεμίαν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἀνέλαβα, ἀλλ’ εἶπα ὅτι, ἂν τὸ σχέδιον ἀπερρίπτετο ὡς σχέδιον ἰδικόν μου, δηλαδὴ αἱ συμφωνίαι μετὰ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἀποκρουσθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀναντιρρήτως θὰ εὑρισκόμην εἰς ὑποχρέωσιν νὰ παραιτηθῶ τῆς Κυβερνήσεως.
§7Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διὰ τῆς παρεμβάσεώς του οὐδὲν προσέθηκεν καὶ οὐδὲν ἀφῄρεσεν ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέλαβεν ἐκεῖ ὑποχρέωσιν. Ἐὰν ὅσα ἐκεῖνος ἀπεδέχθη δὲν τὰ ἀπεδέχοντο τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, θὰ παρῃτεῖτο. Εἶπον μόνον ὅτι εἶχε τοιαύτην ἠθικὴν δέσμευσιν, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ ἄλλοτε εἰς συζήτησιν ἐβεβαίωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχεν αὐτὴν τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἄν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχετο ὅσα αὐτὸς ἀπεδέχθη ἐκεῖ, ν’ ἀπεχώρει τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶπον τότε, τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, καὶ δὲν γνωρίζω διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ διέκοψε χωρὶς νὰ προσθέσῃ οὐδὲ ν’ ἀφαιρέσῃ οὐδέν.
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Ποῖος παραμένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅταν δὲν ἐφαρμόζεται τὸ πρόγραμμά του;
§9Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρόκειται περὶ προγράμματος, τὸ ὁποῖον εἴχετε καὶ εἰς τὸν ὁποῖον διεφωνήσατε μετὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Πρόκειται περὶ τῆς διαφωνίας, εἰς ἣν περιήλθομεν, συνεπεία τῶν ἠθικῶν δεσμεύσεων τὰς ὁποίας σεῖς ἀτομικῶς ἐκεῖ ἀνελάβατε καὶ ἀπὸ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνασθε ν’ ἀποστῆτε. Καὶ ἴδωμεν τώρα, Κύριοι, ποῖον εἶνε αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Πρῶτον ἡ συνομολόγησις δανείου διὰ τοὺς πρόσφυγας. Δεύτερον ἡ συνομολόγησις ἄλλου δανείου διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ μας νομίσματος. Θὰ εἴπω, Κύριοι, εὐθὺς ἀμέσως ὅτι τὸ πρῶτον δάνειον εἶνε ἐντελῶς ξένον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ρύθμισιν τῆς χώρας. Τὸ δάνειον τῶν προσφύγων εἶνε δάνειον ἐντελῶς ἀνεξάρτητον ἀπὸ δύο ἄλλα δάνεια. Εἶνε δάνειον τό ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν νέων συμπολιτῶν ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τῶν δύο ἄλλων, θὰ ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ παντοῦ χωρίς, ὡς πρὸς τοῦτο, νὰ παρεμβληθῶσι προσκόμματα. Προκειμένου περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἐὰν δείξῃ τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον συνετέλεσε σχετικῶς μέχρι σήμερον ἡ Ἑλλάς, πῶς ἦτο τετραυματισμένη καὶ πάσχουσα ὅταν ἦλθον οἱ πρόσφυγες ἐὰν δείξῃ τὴν φιλεργίαν αὐτῶν, ἡ ὁποία πιστοποιεῖται ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐκθέσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, εἶμαι βέβαιος, καὶ ἄν λάβωμεν ἔτι ὑπ’ ὄψιν καὶ ποῖαι ἄλλαι ἠθικαὶ συνθῆκαι συντρέχουσι πρὸς βοήθειαν παρὰ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ συναντήσωμεν οὐδεμίαν δυσχέρειαν, ὡς πρὸς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τούτου, ἀφοῦ μάλιστα καὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς εἶχε δοθῇ τὸ πρῶτον προσφυγικὸν δάνειον, εἶνε τοιοῦτοι καὶ τόσον εὐεργετικοὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδάνεισαν ὥστε οὐδεὶς νὰ διστάσῃ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας μάλιστα κατὰ τὰς ὁποίας ἀφθονεῖ τὸ διαθέσιμον χρῆμα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, νὰ τοποθετήσῃ εὐεργετικῶς τὰ χρήματά του εἰς τὸ δάνειον τῶν προσφύγων. Οὐδὲν ἔχουν νὰ φοβηθοῦν οὔτε διὰ τὴν ἀσφάλειαν, οὔτε κἄν διὰ τὴν διαχείρισιν. Ἀνεξαρτήτως τῆς πίστεως, ἥν καθ’ ἑαυτὸ παρέχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ διαχείρισις τοῦ προσφυγικοῦ δανείου ἔχει ἐμπιστευθῇ εἰς χεῖρας ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἔχει δὲ ἀσφαλισθῇ δι’ ὑπεγγύων προσόδων ὑπεράγαν πλουσίων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπίσης εἰς τὴν διάθεσιν ξένου ὀργανισμοῦ, τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου. Καὶ τὸ δάνειον τοῦτο τὸ νέον, ὑπὸ ἀναλόγους ὅρους συνομολογούμενον, κατ’ οὐδὲν ἀπολύτως δύναται νὰ συνδεθῇ μὲ τὰ δύο ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν. Τὰ δύο ἄλλα δάνεια ἀφορῶσι τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τὴν σταθεροποίησιν. Τὰ δύο ταῦτα δάνεια εἶναι ἀλληλένδετα καὶ τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως κατ’ ἀνάγκην ἔχει προϋπόθεσιν τὴν σύναψιν τοῦ δευτέρου, τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων. Αὐτὰ τὰ δύο δάνεια ἀποτελοῦσι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐσκέφθη διὰ τὴν ὀργάνωσιν ταύτην, ποῖον θὰ ἦτο τὸ πρῶτον μέλημα αὐτοῦ, ἵνα θεωρηθῇ ὅτι πράγματι ἔχει μελετημένον καὶ ὡρισμένον καὶ δυνάμενον νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα σχέδιόν τι; Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλῃ, ὅτι ἔπρεπεν ἐπιμελῶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ οἴκου του, νὰ ἴδῃ ποία εἶνε ἡ τῆς Χώρας οἰκονομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ρυθμίσῃ, θὰ ἔπρεπεν ἐπακριβῶς νὰ γνωρίζῃ τί ἔχει καὶ τί ὀφείλει ἡ Ἑλλάς, καὶ τότε νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις. Καὶ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο καὶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὗτος, ἀγορεύων, ὅτε εἰσηγεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἔλεγεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔμεινεν ἀμέριμνος καθ’ ὅλον τὸ ἐν τῷ μεταξὺ χρονικὸν διάστημα, βραδύνασα νὰ εἰσηγηθῇ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐπεχείρησε τὰ ἀπαιτούμενα ἔργα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα χωρήσωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου ὀργάνωσιν. Καὶ ἕν τῶν σπουδαιοτέρων τούτων ἔργων ἦτο ἡ ἐκκαθάρισις τῶν χρεῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐξεκαθαρίσαμεν τὰ χρέη μας μετὰ τῆς Ἀγγλίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐκκαθαρίσεως ἀνοίγομεν πλέον τὰς διεθνεῖς ἀγορὰς εἰς τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὀρθῶς τοῦτο. Ἀλλὰ διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφάνη τόσον ἀμέριμνος διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ ἄλλων δοσοληψιῶν τῆς Ἑλλάδος; Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ δὲν ἔβαινεν εἰς τὸ ἔργον του ἐπὶ μελετημένου προγράμματος ἢ ἠγνόει, ὡς δὲν ὤφειλε, τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ λέγω, ἢ δὲν ἔβαινεν ἐπὶ μελετημένου προγράμματος, διότι ἡ διαρρύθμισις τῶν χρεῶν τῆς Ἀγγλίας ἐγένετο οὐχὶ ἰδίᾳ ἡμῶν πρωτοβουλίᾳ, δηλαδὴ τῆς τότε Κυβερνήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς, διότι αὕτη εἶχεν ἀρχίσει προηγουμένως, ἡμεῖς δὲ οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν ἢ νὰ τὴν συνεχίσωμεν, καὶ ἴσως διὰ τοῦτο, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄνευ ἰδίου προγράμματος βαίνων καὶ μᾶλλον ἀγόμενος εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν δὲν ἐσκέφθη περὶ ἄλλου τινός. Λέγω τοῦτο, διότι μοῦ εἶνε δύσκολον νὰ πιστεύσω, ὅτι ἠγνόει ὅτι ὑπάρχουν ἄλλαι σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπῄτουν καὶ αὗται ἐκκαθάρισίν τινα. Ὅ,τιδήποτε καὶ ἄν συνέβη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔμαθε τοῦτο ἀργά, ἴσως ἐν Γενεύῃ μεταβάς, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἐπληροφορήθη ὅτι ἄνευ τῆς τοιαύτης τακτοποιήσεως πρόγραμμα γενικόν, σκοποῦν τὴν γενικὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου ὀργάνωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Καὶ τώρα εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα: Τί γνωρίζομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ποία εἶνε ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος; Τί αὕτη ὀφείλει, τί ἔχει λαμβάνειν καὶ τί χρειαζόμεθα διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα ἡμῶν; Εἶπον καὶ χθὲς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον ἠρώτησα τοῦτον, ὅτι ἀνέγνωσα εἰς τὸ σχέδιον τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ, μίαν ἐπιμεμελημένην ἀληθῶς, ἐργασίαν, ὅτι ἐκ δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐγνώριζε πράγματα, ἀναφερόμενα ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐκείνῃ, ὅτι αἱ ἀξιώσεις μας —δὲν λέγω ἀπαιτήσεις, ἀπαιτήσεις λέγει ἡ ἔκθεσις, ἐγὼ λέγω ἀξιώσεις—ὅτι αἱ ἀξιώσεις μας κατὰ τῆς Γαλλίας ἀνέρχονται εἰς ἓν δισεκατομμύριον ἑκατὸν ἑκατομμύρια ἀπέναντι τετρακοσίων ἑξήκοντα ὀκτώ, νομίζω, φράγκων. Ἂν τοιαύτας εἶχεν ἰδέας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τί ἐπλανᾶτο; Καὶ ἂν πλανᾶται, ποία εἶνε ἡ ἀληθὴς κατάστασις; Καὶ πῶς θὰ μᾶς πείσῃ ἂν ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἢ δὲν θὰ ἔχει ἔλλειμα; Τὰ τρία ἑκατομμύρια τῶν λιρῶν θὰ καλύψουν ἢ ὄχι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ὅταν ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν καὶ δὲν γνωρίζει καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ποῖον εἶνε τὸ ἔλλειμμα αὐτό; Δι’ αὐτό, Κύριοι, λέγω ὅτι ἡ συζήτησις εἶνε λίαν πρόωρος καὶ τὸ σχέδιον δὲν εἶνε ἐπαρκῶς μελετημένον.
§10Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ἐγώ, Κύριοι, ἐξετάζων τὸ δημόσιον χρέος, εὗρον εἰς τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἑτοιμασθῇ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἓν χρέος μας πρὸς τὴν Γαλλίαν ἐκ 38 ἑκατομμυρίων φράγκων. Εἰς τὰς προβλέψεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδέσμευον οὔτε τὴν Κυβέρνησιν οὔτε κανένα διὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν πρὸς τὴν Ἀμερικὴν χρεῶν, προσέθεσα τὰ ἑξῆς: ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρὸς τὴν Γαλλίαν ὀφειλόμενα, οὐδεμίαν πρόβλεψιν ἐκρίναμεν ἀναγκαίαν, ἐφόσον εἶνε γνωστὸν ὅτι μᾶς ὀφείλει αὕτη μεγαλεῖτερα ποσά. Ἐγὼ ἔγραφον ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις μᾶς ὀφείλει 300 ἑκατομμύρια ἐκ πιστώσεων ὅπως μᾶς ὀφείλει καὶ ἡ Ἀμερικὴ ἄλλο ποσόν, καὶ ὅπως μᾶς ὤφειλε καὶ ἡ Ἀγγλία ἕτερον, δι’ ὃ συνεβιβάσθημεν, καὶ διὰ ποσόν τι ἐκ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερον τὰ Γαλλικὰ στρατεύματα ἐν Μακεδονίᾳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἀπολύτως ἰδιωτικὴν συνομιλίαν μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἶνε μόνον αὐτὰ καὶ ὅτι ἡ ὀφειλὴ τῆς Γαλλίας πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ. Ἐγὼ δὲν εἶχον συμπεριλάβει ταύτην, διότι ἐνόμιζον ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ μετρηθῇ ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας καὶ ἄνευ συζητήσεως ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐφόσον ἦτο χρέος Κράτους πρὸς πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ὅταν ὅμως εἶδον ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη ἀντίληψις, προσέθεσα καὶ τὰ 400 ἑκατομμύρια λόγῳ ὀφειλῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μοῦ ἐδηλώσατε ὅτι αὐτὰ τὰ ἐγράψατε κατόπιν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§12Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶνε καὶ αὐτὸ τὸ ποσόν, καὶ κατόπιν τῆς πληροφορίας αὐτῆς τὸ ἔγραψα εἰς τὴν ἔκθεσίν μου.
§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὑπάρχει μία κατάχρησις τῶν ἰδιαιτέρων συνομιλιῶν ἡ ὁποία ἄγει εἰς ἄτοπα συμπεράσματα.
§14Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς μόνον συνομιλίας, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τοιαύτην ἐντύπωσιν περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν δοσοληψιῶν μας, τὰ ἐπῆρα δὲ καὶ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας.
§15Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν ὑποθέτω ὅτι δυνάμεθα, ὅ,τι ἰδιαιτέρως λέγομεν, νὰ τὸ ἀναγράψωμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐν πρώτοις τοῦτο ἄγει εἰς ἄτοπα συμπεράσματα. Δεύτερον τοῦτο κλονίζει ἐντελῶς τὴν ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην καὶ τρίτον δὲν εἶνε δυνατὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ διεξάγωνται μαρτυρικαὶ ἀποδείξεις ποῖος λέγει τὴν ἀλήθειαν καὶ περὶ τοῦ τί εἴπομεν καὶ τί δὲν εἴπομεν. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ διεξάγωνται τοιούτου εἴδους συζητήσεις. Ὑποθέτω ὅτι εἰς μίαν ἰδιαιτέραν ἐντελῶς συνδιάλεξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ διεξαγάγω μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Πεσφαζόγλου, ὡμίλησα καὶ περὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν καὶ ἐξέθεσα τὰς ἀπόψεις τῆς Ἑλλάδος, ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα καὶ ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Τί σημασίαν ἔχει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ καὶ νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγράψητε αὐτὰ ὡς ἔσοδα εἰς τὸν προϋπολογισμόν;
§16Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διαστρέφωνται οἱ λόγοι μου τοὺς ὁποίους ἀκούει ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§17Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν συνήθισα νὰ διαστρέφω.
§18Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διορθώνω τὴν λέξιν, νὰ παρανοῶνται. Δὲν εἶπον ὅτι σεῖς ἐνεγράψατε ἢ παρελείψατε. Εἶπον ὅτι ἀπὸ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας καταχωρίζει ὡς δηλώσεις σας ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ τὰς ὁποίας μοῦ εἶπεν ὅτι σεῖς τοῦ τὰς ἀνεκοινώσατε ὡς εἰσηγητοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξήγαγον ὡς ἀποτέλεσμα...
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Κύριε Πεσματζόγλου, σᾶς ἔκαμα ἐγὼ τοιαύτας δηλώσεις;
§20Γ. ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ. Παρακαλῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι ἐγὼ ἔκαμα κακὴν χρῆσιν, ἀνακοινώσας ὅ,τι ἐλέχθη εἰς ἰδιαιτέρας συνομιλίας. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν συζήτησιν ἔφερα εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν ἰδιαιτέραν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πᾶς βουλευτὴς θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ, ἐζήτησα πληροφορίας. Γενομένης ὁμιλίας, μοῦ εἶπεν ὅσα σᾶς ἀνέφερα καθαρά. Ἄλλως τε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ὑπέδειξεν ἀναλόγους δηλώσεις πρὸς τὸν Τύπον ἅμα τῇ πρώτῃ ἐπανόδῳ του ἐκ Παρισίων. Τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων εἶνε ἐδῶ. Δύνασθε κατὰ συνέπειαν νὰ πεισθῆτε ὅτι πρόκειται περὶ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Συνοψίζων τὸ μέρος τοῦτο λέγω, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως προέβην ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν. Ἐξέθεσα εἰς τὸν κ. Πεσμαζόγλου, εἰς φιλικωτάτην συζήτησιν, τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Γαλλία μᾶς ὀφείλει τόσα χρήματα. Τίποτε ἄλλο.
§22Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ γραφόμενον ἐκεῖνο, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη, οὖσα ἔκθεσις εἰσηγητοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἦτο ἀξία προσοχῆς, καὶ ὅταν αὕτη δὲν ἀναφέρεται ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, ἔστω, εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ μὴ θέλων τοῦτο, τὸ κατὰ τὰς δηλώσεις, νὰ τὸ ἐκλάβω ὡς ἐπίσημον, ἐζήτησα ἰδιαιτέρας πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ, ὁ δὲ εἰσηγητὴς κ. Πεσματζόγλου μοῦ εἶπεν ὅτι εἰς ἐπίσκεψιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμε κατ’ οἶκον καὶ σᾶς ὡμίλησε περὶ τῆς ἐκθέσεώς του, ἀναφερόμενος εἰς τὰς δοσοληψίας τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Γαλλίας, σᾶς ἠρώτησε σχετικῶς καὶ τοῦ εἴπετε αὐτὰ τὰ πράγματα. Εἰς ὁμιλίαν, ἐπαναλαμβάνω, κατ’ οἶκον. Τοῦ ἐπεδείξατε μάλιστα καὶ ἐφημερίδας, εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρονται αἱ δηλώσεις σας αὗται. Μοῦ προσέθηκε δὲ ὅτι τοῦ ἐγένετο καὶ παρατήρησις ὅτι δὲν περιελήφθη τι παρ’ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν ἐκ τῶν Γαλλικῶν πιστώσεων, καὶ αὐτὸς εἶπεν ὅτι δὲν τὸ περιέλαβεν. Ἐγὼ δὲν κάμνω χρῆσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ λέγω μόνον διότι ἦλθεν ἡ ὁμιλία. Διότι ἐφόσον δὲν περιείχετο ἐν τῇ ἐκθέσει, δὲν νομίζω ὅτι ἐπὶ τῆς ὁμιλίας αὐτῆς θὰ ἠδυνάμην νὰ κάμω λόγον. Παραμένει λοιπὸν τοῦτο τὸ ζήτημα.
§23Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπισημότητα τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Πεσματζόγλου, ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω καὶ ἐγώ, ὡς ἀντιπρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν ἐπισημότητα διότι δὲν ὑπέστη...
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ κάμω τὴν ἑξῆς τελευταίαν παρατήρησιν. Δὲν γνωρίζω ἂν σεῖς ἀποδίδετε οἱανδήποτε ἔννοιαν ἐπίσημον ἢ ὄχι. Γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Πεσματζόγλου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι τοῦ εἶπον ἐγὼ ὅτι ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν κονδύλιον ἐκ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ὡς ἔσοδον.
§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Οὔτε ἐγὼ δίδω καμμίαν σημασίαν εἰς αὐτό. Ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μὴ ἐκκαθάρισις τοῦ ζητήματος τούτου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ μὴ τακτοποίησις τῆς δοσοληψίας ταύτης τῆς Ἑλλάδος, ἔδωκεν ἀφορμὴν καὶ εἰς σχόλια παρὰ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἐνταῦθα ἠκούσθη ὁμιλία τις δυσάρεστος, ἡ ὁποία ἔκαμε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ παρατηρήσεις, ὅτι οὐδεμία πρέπει ν’ ἀποδίδεται πολιτικὴ σημασία εἰς τὴν ἀντίθεσιν τὴν ὁποίαν συνηντήσαμεν λόγῳ τῆς μὴ ἐκκαθαρίσεως αὐτῆς. Ὀφείλω, ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος ὁμιλῶν καὶ ὡς ἐκπρόσωπος ἑνὸς τῶν κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ, μελετήσας τὰ πρακτικὰ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ βεβαιώσω, ὅτι καὶ ἐκ μέρους τοῦ Γάλλου ἀντιπροσώπου διὰ τὴν διαρρύθμισιν τὴν οἰκονομικὴν ἐνώπιον τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐδόθη πᾶσα βοήθεια καὶ πᾶσα συνδρομὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τοῦτο βεβαιοῦται καὶ διὰ τῶν πρωτοκόλλων παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας ἐβεβαίου ἐν ταὐτῷ ὅτι κατὰ τοῦτο ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὰς ὁδηγίας τῆς Γαλλίας. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἄτοπον ἐκ τοιούτου λάθους νὰ γεννῶνται προστριβαί, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ νὰ ἀκούεται, ὅτι δῆθεν ὑπάρχει μία τῆς κοινῆς γνώμης καταφορὰ κατὰ τῆς Γαλλίας. Οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι, διότι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἔκαμε, δὲν ἦτο παρὰ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων της, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ἔπραξε δυνάμενον ἡμᾶς νὰ βλάψῃ. Πάντως τοὐναντίον ἐβοήθησε καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ ἔργον ἐν Γενεύῃ. Καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἴτε ἐν τῷ τύπῳ εἴτε ἄλλως πως ἂν ἐγεννήθησαν μεμψιμοιρίαι, ἦσαν ἄδικοι. Κάμνω χρῆσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν γνώσει διατελῶν τούτων, ἐδήλωσεν εἰς αἴτησιν, γενομένην ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐξ Ἠπείρου βουλευτοῦ, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ καταθέσῃ ταῦτα, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκαλέσθη ταῦτα καὶ εἶπεν, ὅτι θὰ εἶναι εὐτυχὴς ν’ ἀναγνωσθῶσιν ἵνα γνωσθῇ πῶς διεχειρίσθησαν ἐκεῖ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὀφείλω, Κύριοι, καὶ λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας ἐγένετο ἰσχυρισμός, ὅτι ἐσωτερικοὶ ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠμπόδιζον τὸν κανονισμὸν τῶν μετὰ τῆς Γαλλίας χρεῶν. Ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα, τὴν ἀλήθειαν σεβόμενος, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὑπῆρχον ἐσωτερικοὶ λόγοι παρακωλύοντες τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν τούτων.
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐγένετο ποτὲ τοιοῦτος ἰσχυρισμός.
§27Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐγένετο ἤ ὄχι.
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Οὐδέποτε ἀπολύτως.
§29Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω, καὶ δὲν ἐπικαλοῦμαι τοῦτο διὰ σᾶς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δημοσιονομικῆς ἀναγράφεται ὅτι ἐρρέθη, ὅτι ἐμποδίζεσθε εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν χρεῶν ἐκ λόγων ἐσωτερικῶν.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Οὐδέποτε.
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θ’ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος, διότι ὀφείλομεν, κ. Ὑπουργέ, ἐπιλαμβανόμενοι τῆς εὐκαιρίας ταύτης, νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ παρίσταται εἰς δύο κεχωρισμένα μέρη καὶ νὰ νομίζηται ὅτι τὸ ἓν ἀντιτίθεται πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ὅταν διαπραγματεύεται ζητήματα ἐξωτερικά. Ἀρκετὰ ὑπέστημεν ἐκ τῆς διχονοίας ταύτης καὶ τῶν τοιούτων... (χειροκροτήματα). Εἶναι καιρὸς νὰ σωφρωνισθῶμεν καὶ νὰ παύσωμεν ἐπιδιώκοντες οἱανδήποτε ὠφέλειαν, μειοῦντες τὰς πολιτικὰς μερίδας καὶ τὰ πολιτικὰ ἄτομα ἀκόμη τοῦ τόπου μας. Ὅλοι πρέπει νὰ συναισθανθῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν ἔξω κόσμον εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος. (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος), ἓν ἔχουσα συμφέρον καὶ ἕνα ἔχουσα σκοπόν, τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν πρόοδον αὐτῆς (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς πτέρυγος). Λυποῦμαι διότι φθάσας εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἀκόμη ὅτι καὶ ὁ φιλικός σας τύπος, δὲν ἠξεύρω πόθεν ὁρμηθείς, ἴσως ὁρμηθεὶς ἀπὸ ἕνα τῶν ἀξιοτίμων κ. Ὑπουργῶν, ἔγραψεν ὅτι Ἕλληνες ἐκεῖ ἔξω διατρίβοντες ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν παρεκώλυσαν τὴν κατάρτισιν τοῦ δανείου καὶ ἀνέφερε καὶ τὸ ὄνομα τετιμημένου πατριώτου. (Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἐπιχειρεῖ ν’ ἀπαντήσῃ). Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀφήσατε νὰ τελειώσω καὶ ἀπαντᾶτε. Καὶ δὲν ἔλειψε, Κύριοι, οὔτε τὸ ὄνομα τὸ ἰδικόν μου, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζα εἰς μέρη ξένα μακρὰν ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις. Δὲν λέγω διὰ τὸν τύπον, ὅτι εὐθύνεται οἱοσδήποτε ἐκ τῶν πολιτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκεῖνος εἶναι προσκείμενος, ἀλλ’ ὁ τύπος ἐχρησιμοποίησε τὸ ὄνομα ἑνὸς τῶν κ. Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔσπευσε δυστυχῶς νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὸ γενόμενον.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ. Τὰ διέψευσε.
§33Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ καί, ὡς τὸ διέψευσε, τὸ διέψευσε κατὰ τρόπον οὐχὶ ἱκανοποιητικὸν δι’ αὐτοὺς κατὰ τῶν ὁποίων ἐξετοξεύθη. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, ἐπειδὴ μοῦ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὶ ἐρρέθη ἐνώπιον τῆς Κ.Τ.Ε. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ κ. Μιχαλακόπουλος θέλει ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην).
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΚ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ. Μὴ διακόπτετε.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξ.). Ὁσάκις ἐγένετο ὑπαινιγμὸς οἱοσδήποτε, ἀφορῶν μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἢ Ἀρχηγὸν Κόμματος ἢ βουλευτήν, πάντοτε ἐπεκράτησε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ διακοπή. Λοιπὸν δὲν ζητοῦμεν παρὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς κανόνος καθιερωθέντος.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα νὰ τελειώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ὁμιλίας μου.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξ.). Οὐχὶ φιλική μου ἐφημερίς, διότι δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς δὲν ἔχω καμμίαν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία νὰ εἶναι φιλικὴ πρὸς ἐμέ, οὐχὶ λοιπὸν φιλική μου, ἀλλ’ ἐφημερίς, τῆς ὁποίας ἀνταποκριτὴς εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα ἀείποτε ἔψεξε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔγραψεν, ὡς ἔμαθα, διότι δὲν τὰ εἶδα, ὅσα λέγετε. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μνημονεύσω οὐδὲ τὶς εἶναι ὁ ἀνταποκριτὴς οὗτος, οὐδὲ ποῦ ἀπέκτησε τὰς διπλωματικὰς γνώσεις, οὔτε πότε καὶ ὑπό τίνας συνθήκας ἔτυχε νὰ τὸν γνωρίσω ἄλλοτε τῷ 1918–1920 ἐν Παρισίοις. Ὁ ἴδιος ἀνταποκριτής, ὁ ὁποῖος μετ’ ἀξιοθαυμάστου διπλωματικῆς αὐταρκείας, περισσῆς ὅλως, μὲ εὑρίσκει, ὡς μανθάνω, ὅτι εἶμαι ἀνίκανος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐτηλεγράφησε φαίνεται ἀπὸ τὴν Γενεύην, ὅτι ἐγὼ ἐμνημόνευσα ὡρισμένα πρόσωπα καὶ δὴ καὶ ὑμᾶς, ὅτι ἀντέδρασαν εἰς τὸ σχέδιον τῆς Κ.Τ.Ε., τὸ συζητούμενον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Γνῶσιν τούτου ἔλαβον μετὰ πάροδον πολλῶν ἡμερῶν. Καὶ παρὰ τὴν ἀρχήν μου τὸ διέψευσα. Ὅταν ἦλθον ἐδῶ, ἔλαβον γνῶσιν τῆς διαψεύσεως, ὅτι δὲν ἦτο κατηγορηματική, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον ὅτι οὐδέποτε εἶπον ὅσα μοῦ ἀποδίδονται. Τὸ ἔμαθα μετὰ πάροδον μηνός, ἀφ’ ὅτου ἦλθον ἐδῶ. Οὐδὲν εἶπον, ἂν ὁ κ. Τσαλδάρης καὶ ὁ κ. Στρέϊτ ἀντέδρασαν ἢ δὲν ἀντέδρασαν κατὰ τοῦ σχεδίου, διότι δὲν ἔτυχε νὰ ἔχω ἀποδείξεις περὶ τούτου, ἀλλ’ ὅτι οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτον τι καθ’ ὑμῶν ἢ τοῦ κ. Στρέϊτ. Γνωρίζετε δὲ καλῶς σεῖς, διότι μὲ ὑμᾶς συνειργάσθην καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶχον μικρὰν ὑπόληψιν διὰ τὸν χαρακτῆρά σας, ἀφοῦ συνειργαζόμην, ὅτι τὸν κ. Στρέϊτ ἐζήτησα ἐγὼ αὐτοβούλως, νὰ χρησιμοποιήσω εἰς διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν δὲν εἶχον ἐμπιστοσύνην, δὲν θὰ ἤθελον νὰ τὸν χρησιμοποιήσω. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, Κύριε Βουλευτά, ἐὰν εἰς τοὺς μεταξύ μας ἀγῶνας θελήσωμεν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὶ ἑκάστοτε δημοσιεύεται ὑπὸ τύπον ἀνακοινώσεων καὶ μάλιστα τὶ δημοσιεύουν διάφοροι ἀνταποκριταί, ἀγόμενοι πολλάκις ἐκ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐλατηρίου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ ἀγῶνές μας δὲν θὰ ἵστανται εἰς τὸ ὑψηλὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διεξάγωνται, ἀλλὰ κινδυνεύουν νὰ καταπέσουν εἰς πολὺ χθαμαλὸν ἔδαφος. (χειροκροτήματα).
§38Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Χαίρω ὅτι ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου συνειργάσθην μέχρις ἐσχάτων καὶ συνδέομαι, νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι νομίζω ὅτι περισσότερον ἀφεώρων ἐκεῖνον ἢ ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων ἐγράφησαν. Δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ εἰς βάρος του ἐκκρεμὲς ζήτημα.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξ.) Ὄχι εἰς βάρος μου, Κύριε Συνάδελφε. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δι’ ἀνακριβῶν ἀνταποκρίσεων ἢ ἀνακοινώσεων δημοσιογραφικῶν, εἶναι δὲν δυνατὸν νὰ μείνῃ τι εἰς βάρος μου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ εἴδατε, ὅτι σπανιώτατα, μόνον ὅταν νομίσω ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν σοβαραὶ ἐξωτερικαὶ παρεξηγήσεις, προβαίνω εἰς διαψεύσεις ὑπόπτων ἀνταποκρίσεων, διότι ἐνίοτε καὶ ἡ διάψευσις βλάπτει. Ἄλλο τι δὲν ἐπιζητεῖ ὁ τοιοῦτος δημοσιογράφος ἐπιτιθέμενος κατὰ πολιτικοῦ, παρὰ νὰ τὸν διαψεύσῃ, διὰ νὰ δείξῃ ὅτι δίδει σημασίαν εἰς τὰ ψευδῆ γραφόμενά του.
§40Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ θεωρήσω λῆξαν τὸ ἐπεισόδιον. Καὶ ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι προεβλήθη, ὅτι ἡ μὴ ἐκκαθάρισις τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος παρελκύεται διὰ λόγους ἐσωτερικούς. Ἵνα μὴ θεωρηθῇ ἔτι λέγω τοῦτο ἀβασίμως, ἀναγινώσκω τὸ σχετικὸν μέρος. Ἰδοὺ τί λέγει: (Ἀναγινώσκει). «Πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς διακανονισμὸν λογαριασμῶν τινων πολεμικῶν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ὑπεσχέθη τὸν ταχὺν διακανονισμόν, παρείλκυσε τὰς διαπραγματεύσεις διὰ λόγους τινὰς ἐσωτερικούς».
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§42Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶνε εἰς τὸ πρακτικὸν τῆς συνεδριάσεως τῆς 3ης Σεπτεμβρίου σελὶς 5–6, καὶ τὰ λέγει ὁ κ. Σαλοντάκ, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας.
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Κύριε Βουλευτά, οὐδέποτε ἐγένετο ἐνώπιόν μου συζήτησις περὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπήν. Συζήτησις ἐπὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν ἐγένετο μόνον εἰς τὴν Κομιτὲ Γκρέκ.
§44Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον εἰς τὴν Κομιτὲ Γκρέκ.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀλλὰ ποῦ;
§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Δημοσιονομικήν.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Δημοσιονομικὴν δὲν ἔγινεν ἐνώπιόν μου ἡ συζήτησις περὶ τῶν Γαλλικῶν χρεῶν. Γενικῶς ἠρωτήθην περὶ τῆς θέσεως τῶν πολεμικῶν χρεῶν, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν ὅτι ἔγινε παρέλκυσις.
§48Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀναγνώσατέ το, Κύριε Βουλευτά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι πρόκειται περὶ πλήρους παρερμηνείας τῆς φράσεως. Δὲν ἐξεστομήθη ἀπὸ τὰ χείλη μου καμμία λέξις ποτέ, ἡ ὁποία νὰ καταλογίζῃ εἰς βάρος ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων διΐσταμαι πολιτικῶς ἀντίδρασιν κατὰ τοῦ διακανονισμοῦ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω, ὅπως μὴ ἀφήσω ἔκθετον τὴν μερίδα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ, ὅτι εἰς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐνεργείας μου δὲν ἀφίνομεν νά διαφαίνεται οὐδ’ ἀνάμνησις τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἄλλην ἐξήγησιν δὲν δύναμαι νὰ κάμω. (Χειροκροτήματα).
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διαμαρτύρομαι. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος εἰς τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν κοινὰ ἐγένοντο τὰ πρακτικὰ ταῦτα διὰ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους εἶπον καί ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι θὰ τὰ κατέθετε χθὲς καὶ προχθὲς καὶ θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν ἡ Βουλὴ, βλέπων ταῦτα ἐκεῖ φερόμενα καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὑπέμνησα, νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνταῦθα. Εἶναι καιρὸς καὶ θέλω νὰ δώσω ἀφορμήν, ἵνα πάντες διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ μιᾶς τοιαύτης δυσφημίας τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Καὶ ἂν ὑπῆρχον ἄνδρες, τοιαύτην μεταχειριζόμενοι γλῶσσαν, πρέπει ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ τοὺς ἀποδοκιμάσῃ, καὶ χαίρω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διαμαρτύρεται τόσον ἐντόνως καὶ ἀνέμενα τοῦτο.
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ποία συνεδρίασις εἶνε αὐτή;
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τῆς 3ης Σεπτεμβρίου σελ. 5–6. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξοργίζηται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἐπανελθὼν ἔξωθεν, ἐνόμισεν ὅτι δι’ ὅλα ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὑπεύθυνοι εἴμεθα ἡμεῖς. Καὶ ἐξωργίσθη καθ’ ὅλων τῶν πολιτικῶν δι’ ὅσα ἐγράφησαν εἰς τόν τύπον. Ἐγὼ ἤμην πολὺ πλέον δεδικαιολογημένος, μεθ’ ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅταν εἶδον νὰ φέρωνται ὅσα ἀνέφερον εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ νὰ λέγωνται ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Γαλλίας.
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀπὸ ἐμένα;
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, σεῖς δὲν ἦσθε παρών. Προχωρῶ, Κύριοι εἰς τὸ θέμα τῆς παραλείψεως τοῦ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ὑπῆρξε λίαν ἀτυχὴς ἡ παράλειψις αὕτη, διότι φαίνεται ὅτι καὶ συμφωνία ὑφίσταται περὶ τῆς πληρωμῆς ἐκ τοῦ πρώτου δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμνεν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὸν πόλεμον, ὡρισμένου ποσοῦ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀνερχομένου εἰς 20 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ παρωνυχίδος, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νά παραλείψωμεν καὶ νὰ χωρήσωμεν εἰς ἔργον, τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ δὲν ἦτο ποσῶς ἀναγκαῖον. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ λέγω, ὅτι δὲν ἦτο μελετημένον τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠγνόει τὰς τοιαύτας συμφωνίας, πάντως δὲ ἤδη τῷ ἀνεκοινώθησαν ἐκεῖ ἔνθα διεπραγματεύετο περὶ τοῦ ὑποβαλλομένου σχεδίου. Δι’ αὐτὸ δὲν θὰ μὲ ἀδικήσῃ ἐλπίζω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐξακολουθῶ ἐπιμένων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσηγηθῇ τὸ σχέδιον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μετὰ τοιαύτην ἐκκρεμότητα δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ, ὡς δὲν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα θὰ δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματος τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη ἐνώπιον ἡμῶν. Καὶ λέγω ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, ἐὰν ταῦτα ἤθελον κριθῇ ὁπωσδήποτε δεκτά, νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, διότι ἀμέσως ὁ προϋπολογισμός, ἀνεξαρτήτως τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ νέου ποσοῦ, ἱκανοῦ, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου τὸ διδόμενον ποσὸν πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσῃ. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχων ταῦτα ὑπ’ ὄψει, εἰσηγήθη ἐν τούτοις καὶ ἀπησχόλησεν ἐπὶ τόσας ἡμέρας τὴν Βουλήν. Συνεζήτησεν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζει ποία θὰ εἶναι ἡ ἔκβασις ἐν τῷ μέλλοντι.
§55Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ καταπλήσσει εἶναι ὅτι ἀναγράφεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὅτι ὑπάρχει συμφωνία.
§56Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τι τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικά. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς φέρω ἀποδείξεις.
§57Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ζητῶ νὰ μοῦ εἴπητε, ἐὰν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ποὺ ἀνεγνώσατε, περιλαμβάνεται ὑποχρέωσις.
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναφέρεται ὅτι ὑπάρχει συμφωνία μετὰ τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ ἡ Ἑλλὰς 20 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπὸ τὴν πρώτην συνομολόγησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε γίνει μετὰ τὸν πόλεμον.
§59Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀπέναντι τοῦ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν;
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀναφέρεται εἰς συμφωνίαν παλαιὰν πρὸ ἢ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ προσδιορίσω τὸν χρόνον. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ προέκυψαν καὶ αἱ διάφοροι ἡμῶν ἀξιώσεις ὡς καὶ ἄλλαι τῆς Γαλλίας.
§61Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Πρὸ τοῦ πολέμου;
§62Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ συμφωνία αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας, ἀναφέρεται εἰς ἐποχὴν πρὸ ἢ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, καὶ μετ’ αὐτὴν προέκυψαν αἱ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἀξιώσεις. Ἑπομένως ἐφαρμογὴ αὐτῆς, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ φρονῇ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν πλέον.
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Πρόκειται περὶ ὅρου προτεινομένου εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις.
§64Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον διὰ τούτων ἄλλο τι νὰ ἐπικαλεσθῶ, παρὰ μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἐφόσον ὑπῆρχον τοιαῦται σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔδωκαν τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα δανειστὴν νὰ ἀξιοῖ τὴν ἄμεσον πληρωμὴν ἐκ δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συνομολογηθῇ, λέγω ὅτι σφάλμα εἶναι ὅτι δὲν ἐπεζητήσαμεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὸν περὶ τούτου λογαριασμὸν καὶ παραλείπω σχετικῶς ν’ ἀναφέρω τὶ ἄλλο μᾶς εἶπον. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ προσθέσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, διαρκούσης τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε ἐποιήσατο λόγον περὶ Γαλλικῶν χρεῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ σφάλματος τούτου, φρονῶ ὅτι ἄνευ τῆς ἄρσεως τούτου, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς περαιτέρω ἐπὶ τοῦ σχεδίου συζήτησιν. Ἀλλὰ καὶ τὸ σχέδιον τοῦτο καθ’ ἑαυτὸ στερεῖται τῶν ἀναγκαίων ὅρων. Σκοπός του εἶνε ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος. Δὲν θὰ ἀπασχοληθῶ μὲ τὰς προϋποθέσεις τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως. Εἶναι τόσον γνωσταὶ αὗται εἰς πάντας τοὺς παρακαθημένους ἐνταῦθα καὶ ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοσοῦτον κατὰ κόρον, ὥστε δὲν θὰ μεταδώσω τίποτε καὶ εἰς τοὺς ἔξω ἀσχολουμένους ἵνα φωτισθῶσιν, ὅ, τιδήποτε καὶ ἄν προσέθετον. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, οὐδὲ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶνε ἀπαραίτητον καὶ ἀποτελεῖ ἄλλως καὶ μέρος τοῦ προγράματός του εἶνε ὅτι ἀπαιτεῖται ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καί ἐρωτῶ· εἶνε βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐξησφάλισε ταύτην; Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν προσπαθειῶν πρὸς ἐξασφάλισιν ταύτης. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὴν ἰσοσκέλισιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται δὲν θὰ τὴν ἴδωμεν πραγματοποιουμένην δυστυχῶς. Δὲν θέλω πάλιν νὰ μοῦ ἐπιρίψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν μομφήν, ὅτι τόσον ἀπαισιοδόξως βλέπω τὰ ἑλληνικὰ πράγματα. Θὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἔχω μεγάλην αἰσιοδοξίαν διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ἔχω ἀφορμήν, ἀπὸ ἓν ταξείδιον, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησα ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν τελευταίως νὰ ἐπιτείνω τὴν αἰσιοδοξίαν μου. Ἔχει πολὺν πλοῦτον νὰ παρουσιάσῃ ἡ Χώρα ἐκείνη, ἡ ὁποία, ὅταν προσηκόντως ἐκμεταλλευθῇ, θὰ εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη ἱκανὴ νὰ προσδώσῃ εἰς τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν πάντα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἀκόμη ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν ἐλλείπουσι πολλά. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ὁμιλήσω σήμερον περὶ αὐτῶν. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσω. Ἀλλὰ σήμερον ἔχω τὸ δεδομένον τοῦτο, ὅτι τὸ ἔλλειμμα πρῶτον τοῦ παρελθόντος οἰκονομικοῦ ἔτους, μὲ ὅλον τὸ κυμαινόμενον χρέος, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ παρὰ κεκαλυμμένον ἔλλειμμα, δὲν δύναται νὰ ἐκκαθαρισθῇ μὲ τὰ 3 ἑκατομμύρια λιρῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν. Καὶ πρὸς τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, διατὶ μεταξὺ τῶν πληρωτέων ἐλλειμμάτων ἐκείνων δὲν ἀναφέρεται καὶ τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης χρέος τῶν 200.000.000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τῆς δώσωμεν ἐκ τοῦ πρώτου δανείου. Ἔχετε ὑποβάλει, κ. Ὑπουργέ, σύμβασιν πρὸς κύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν διακανονίζετε τὴν πληρωμὴν τοῦ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέους καὶ λαμβάνετε ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ πρώτου δανείου νὰ δώσητε πρὸς τὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν τῶν 200.000.000 δραχμῶν. Περὶ τούτων ἐγένετο, ὡς θὰ ἴδητε ἐκ τῶν πρακτικῶν, πολλὴ συζήτησις ἐν τῇ Δημοσιονομικῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ ἐξ οὗ ἐβεβαιώθη ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3.000.000 λιρῶν, τὸ ὁποῖον παρέχεται διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, δὲν περιλαμβάνεται καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο δώσητε εἰς τὴν Τράπεζαν, τότε τὰ 3.000.000 θὰ μείνουν μόνον 2.300.000 περίπου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, μὴ δυνάμενος νὰ ἐλέγξω, νὰ δεχθῶ τὸ ἔλλειμμα τῆς προηγουμένης χρήσεως ἄνευ τῶν λοιπῶν τοῦ κυμαινομένου χρέους κονδυλίων, ὡς τὸ παριστᾶτε εἰς τὸ Παράρτημα πέμπτον, τὸ ὁποῖον εἶναι περὶ τὰ 500.000.000. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅπου ἀπετάθην, δὲν μοὶ ἐδόθησαν αἱ ἀπαιτούμεναι ἐξηγήσεις πῶς ἐμειώθη εἰς τὸ ποσὸν ἀπέναντι τῶν 754 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε σεῖς ὡς ἔλλειμα τῆς χρήσεως ἐκείνης κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης χρήσεως, οὐδὲ κἂν τοιαύτας παρέσχεν ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης κ. Μαυρίκης διὰ δημοσιεύσεως εἰς ἣν προέβη διὰ τοῦ τύπου. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῆτε τοῦτο, ὡς ἔχει, δὲν καλύπτεσθε ἂν ὑπολογίσητε καὶ τὰ 200.000.000 τῆς Τραπέζης. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐκτὸς τούτου, προκύπτει καὶ ἕτερόν τι ἐκ τοῦ παραρτήματος, καταδεικνύον ὅτι οἱ προηγούμενοι λογαριασμοί σας εἶναι ἀνακριβεῖς. Δὲν ἀναφέρονται οὐδαμοῦ εἰς τὰς προηγουμένας ὀφειλὰς 53 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ δώσητε εἰς τὴν Ε.Α.Π., λόγῳ τῆς δεκάτης τῆς εἰσπραχθείσης κατὰ τὸ παρελθόν, ἐκ τῶν πρακτικῶν δὲ προκύπτει μάλιστα ὅτι σεῖς ἠμφισβητήσατε ἐκεῖ τοιοῦτον δικαίωμα τῆς Ἐπ. Απ. Πρ., ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τὸ ἐδέχθητε νὰ γραφῇ ὡς χρέος πληρωτέον ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν Ε.Α.Π. Πρόκειται περὶ 53.000.000, τὰ ὁποῖα δὲν εἴχετε ὑπ’ ὄψει κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κυμαινομένου χρέους.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν δύνασθε νὰ λέγετε ὅτι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Παράρτημα τὸ πρὸς τὴν Ε.Α.Π. χρέος τῆς δεκάτης.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀπορῶ πῶς μὲ προσέχετε τόσον ὀλίγον. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ χρέους αὐτοῦ, πρὶν ἢ κάμητε τὸ πρωτόκολλον, δὲν εἴχετε ἰδέαν ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν Ε.Α.Π. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ προκύπτει, ὅτι ἡ Ε.Α.Π., παρουσιασθεῖσα ἐκεῖ, ἠξίωσε τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, διότι τὴν δεκάτην, ἡ ὁποία εἰσεπράχθη παρὰ τοῦ Κράτους διὰ τὰ κτήματα, τὰ εἰς αὐτὴν παραχωρηθέντα, ἔπρεπε κατὰ τὰς ἀξιώσεις της νὰ λάβῃ ἡ Ε.Α.Π. Σεῖς ἠμφισβητήσατε, καθὼς καὶ ὁ κ. Μαντζαβῖνος, τὸ ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ τοῦτο. Κατόπιν ἐγεννήθη ἓν ζήτημα, εἰς τί πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ τέλος κατέληξεν εἰς τὸ ν’ ἀναγνωρισθῇ καὶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Παράρτημα πέμπτον, ὡς καὶ τοῦτο πληρωτέον ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 3.000.000 τοῦ προωρισμένου διὰ τὰ ἐλλείμματα. Τοῦτο σᾶς εἶπον καὶ σᾶς λέγω, ἀπὸ αὐτὸ δὲ συνάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς προκύπτουσιν ἀσάφειαι καὶ εὑρίσκεσθε εἰς τόσον στενὸν περιθώριον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀσφαλὲς ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ δανείου διὰ τὸ ἔλλειμμα θὰ εἶναι ἱκανὸν νὰ καλύψῃ τοῦτο.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Δημοσιονομικὴ βεβαίως δὲν ἐδέχθη ὁριστικῶς τὰς ἀπόψεις μου, ὅπως μὴ περιληφθῇ μεταξὺ τοῦ κυμαινομένου χρέους καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς δεκάτης εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως. Ἐν τούτοις ὅμως συνεφωνήθη, ὅπως εὐθὺς ὡς τὸ ποσὸν αὐτὸ καταλογισθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀποδοθῇ εἰς τὸ Δημόσιον, εἰς τρόπον ὥστε τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ὑποστῇ οὐδεμίαν μείωσιν.
§68Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναφέρεται τίποτε.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Περὶ αὐτοῦ ἔχομεν ἐπιστολήν. Εἶναι ἀπόφασις ἰδιαιτέρα. Μετὰ μακρὰς συζητήσεις κατελήξαμεν εἰς αὐτὸν τὸν συμβιβασμόν. Τὸ ποσὸν ἄλλως τε τοῦτο πρόκειται νὰ καταναλωθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν προσφύγων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέος τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων, θὰ δώσωμεν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις. Καὶ εἰς τὰς χειρίστας τῶν περιστάσεων ὑφίσταται ἐπάρκεια πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέους. Κατὰ τὸ ἐδάφιον λ. χ. 5 ὀφείλομεν 120 ἑκατομμύρια εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μεταφορῶν. Αὐτὸ τὸ ποσὸν ἔχει καταβληθῇ, ὅπως ἔχει πληρωθῇ ἐπίσης καὶ ἡ ὀφειλὴ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως ἐκ 37 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, δηλαδὴ τὰ 180 ἑκατομμύρια, πληρωθέντα ἤδη ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Αὐτὰ ὅμως δὲν ἔχουν τακτοποιηθῇ δι’ ἐγγραφῆς πιστώσεως εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν ὑπολογίσητε καὶ τὰ 57 ἑκατομμύρια, οὕτω ἀπομένει περιθώριον πλέον τῶν 200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἵνα καλύψωμεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ κυμαινόμενον χρέος. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐλήφθη ἡ κατάλληλος μέριμνα.
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθέντων καὶ δὲν θὰ συζητήσω ἄνευ δεδομένων ἐπισήμων δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὅσα λέγει ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ταύτην τὴν στιγμήν, μοὶ δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαναλάβω ὅτι κάκιστα εἰσηγήθη τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ μὴ ὑποβαλὼν ἐνταυτῷ καὶ ἐπεξηγηματικὴν ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ βοηθήσῃ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ διαφωτισθῶμεν εἰς τὴν κατάλληλον ψήφισιν ἢ τὴν ἀπόρριψιν, καὶ ἤδη συζητοῦμεν περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦμεν. Πῶς θέλετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ φαντασθῶ ἐγὼ ὅτι διὰ λόγους προσωπικῆς φιλοτιμίας ἡ Ἐπιτροπὴ περιέλαβεν, ἀφοῦ ἠγωνίσθητε νὰ μὴ περιληφθοῦν, ἀφοῦ ἐκάματε τόσους ἀγῶνας νὰ μὴ γίνουν αὐτά, πῶς ἠθέλατε νὰ φαντασθῶ ἐγώ, ὅτι ἔχετε μίαν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν λέγετε ὅτι ἔχετε; Ὀφείλετε, κ. Ὑπουργέ, ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ φέρετε εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἄλλως ἐγὼ ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς κάμνω.
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.) Κύριε Συνάδελφε, οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ εἶνε ὑπ’ ὄψιν σας.
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶνε κ. Ὑπουργέ, ὅταν λέγετε ὅτι δὲν θὰ πληρώσητε 53 ἑκατομμύρια, διότι δῆθεν συνεφωνήσατε χωρὶς οὐδὲν νὰ προσάγητε περὶ τούτου ἔγγραφον.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Αὐτὸ εἶνε παρεμπίπτον· δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ὁριστικὴν ἐξόφλησιν τοῦ κυμαινομένου χρέους, ἀρκεῖ τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ καλύψῃ ὅλα τὰ κονδύλια τὰ ἀναφερόμενα, διότι εἶνε γνωστὸν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἤδη λογαριασμῶν, ὅτι ἔχομεν ἤδη καταβάλει τὸ χρέος τῶν 56 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν Ε.Α.Π. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος...
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι τῶν 55 ἑκατομμυρίων.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Τῶν 57 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἔχομεν καταβάλει, ἐνῷ τὰ 120 ἑκατομμύρια τῆς ὑπηρεσίας...
§76Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κοντεύετε νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γράφετε, τὰ γράφετε μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τὰ βλέπουν οἱ ξένοι, νὰ μᾶς δώσουν λεπτά.
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Ἐκπλήττεσθε μὲ τὸ λογιστικὸν μας σύστημα. Πιθανὸν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶνε τὸ λογιστικὸν μας σύστημα.
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴχετε ἀναλάβει νὰ τὸ μεταβάλητε.
§79Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ Παράρτημα ἀναγράφονται αἱ ὀφειλαὶ αἱ καθυστερούμεναι τοῦ παρελθόντος, καὶ φέρετε ἐδῶ ἓν Παράρτημα, ἓν πρωτόκολλον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ καθυστερούμενα ἐκ τοῦ παρελθόντος, καὶ λέγετε σήμερον εἰς ἡμᾶς, αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω, τὸ ἄλλο τὸ γνωρίζω.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγάγετε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ἢ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τέλος πάντων; Προχθές, ὅταν ὡμιλήσατε, σᾶς ἐζητήθησαν κατ’ ἐπανάληψιν διασαφήσεις ἐπὶ τοῦ Παραρτήματος. Ὠφείλατε νὰ μᾶς εἴπητε θετικὰ δεδομένα καὶ νὰ προσκομίσητε καὶ τὰ προσήκοντα ἔγγραφα ὥστε καὶ ἡμεῖς νὰ πεισθῶμεν, διότι ἐγὼ δι’ ἄλλα πράγματα ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸ Λογιστήριόν μας καὶ δὲν μοῦ ἐδόθησαν. Καὶ ἐνῷ σεῖς πιστοποιεῖτε ὅτι 500 ἑκατομμύρια εἶνε τὸ ἔλλειμα τοῦ τελευταίου προϋπολογισμοῦ, ὁ ὑπάλληλος τοῦ Λογιστηρίου γράφει μετ’ ἀμφιβολίας ἐκ τοῦ Λογιστηρίου. Αὐτὰ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Ἐὰν νομίζετε ὅτι δι’ ἀποστροφῶν θὰ λυθοῦν ζητήματα ἀριθμῶν, τότε ἂς ἀρχίσωμεν δι’ ἀποστροφῶν. Δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ προσφύγετε εἰς τὸ Λογιστήριον.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τί νὰ κάμω. Εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ τρέξω;
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ προσφύγετε εἰς τὸ Λογιστήριον, διότι ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπάρκειαν τοῦ ποσοῦ τῶν 3 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἀφ’ ἧς ἀπόψεως ἐξητάσθη τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις, θὰ σᾶς ἔδιδεν αὐτὸ τοῦτο τὸ Παράρτημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχουν ἐπὶ πλέον 606 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν λογαριασμῶν ἑκάστης χρήσεως, ἐκ τῶν ὁποίων καλύπτεται τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῶν ἐλλειμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν δὲν ἔχετε ἀνάγκην εὐρυτέρων ἐξηγήσεων.
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατί;
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Διότι 1.100 ἑκατομ. τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ τέλους τοῦ Παραρτήματος, καλύπτονται ἐν μέρει ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 606 ἑκατομμυρίων, ὅπερ προέρχεται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἑκάστης χρήσεως. Λοιπὸν ὁ λογαριασμὸς ἦτο πλήρης καὶ οὐδεμία ἐξήγησις ἦτο ἀναγκαία. Δὲν γνωρίζω τί ἀπάντησιν μᾶς ἔδωκε τὸ Λογιστήριον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ τὸ κείμενον, καὶ ἂν δὲν τὸ ἔκαμεν εἶναι ἴσως μία παράλειψις. Ἔχομεν λοιπόν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κάλυμμα τῶν ἐλλειμμάτων, πλήρη τὴν ἐξήγησιν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ παραρτήματος. Ἔρχεσθε ὕστερα εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ἄλλους.
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἔλεγον τὰ ἑξῆς, ἵνα τακτοποιήσωμεν τὴν μεταξὺ μας ὁμιλίαν, ὅτι ἐὰν αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος τοῦ Λογιστηρίου μοῦ ἔδιδε τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν σεῖς συμβουλεύετε νὰ δώσῃ, δὲν ἔχω παρὰ ν’ ἀναγνώσω τὸ παράρτημα διὰ νὰ ἴδω τὶ γίνεται περὶ τῶν ἐλλειμμάτων. Ὑποθέτω ὅτι ἐὰν σᾶς τὸν κατήγγελα καὶ εἴχετε ἐξουσίαν θὰ ἀπελύετε ὡς ἀκατάλληλον τὸν ὑπάλληλον αὐτόν.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Σᾶς εἶπα ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν λύονται δι’ ἀποστροφῶν.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς λέγω ἀποστροφάς· μὴ συγχύζεσθε.
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Νὰ μᾶς ἀπολύσετε ὡς ἀκαταλλήλους.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θ’ ἀπέλυον τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ὡς ἀκατάλληλον, ὅταν σεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὁμιλοῦντα μετὰ τόσης λεπτομερείας καὶ ἐρωτῶντα ἐπὶ πραγμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα εἶσθε ὑπόχρεος, πρὶν ἢ ἐρωτηθῆτε, νὰ ἔχετε διαφωτίσει τὴν Βουλήν, ἔρχεσθε καὶ μοῦ λέγετε, ἐὰν ἀνεγινώσκετε, δηλαδὴ ἐὰν εἴχετε ὀφθαλμοὺς καὶ νοῦν, θὰ ἐβλέπετε ὅτι τὰ ἐλλείμματα αὐτὰ καλύπτονται ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῶν 606 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Λοιπὸν ἐγὼ σᾶς εἶπα ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον εἰσηγήθητε, εἴπετε ὅτι τὰ ἐλλείμματα, περιλαμβανομένων καὶ τῶν παθητικῶν καὶ ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων, ἀνέρχονται εἰς 754 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐζήτησα τὴν πληροφορίαν πῶς εἶναι 754 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἰσηγήθητε σεῖς καὶ ἐδῶ ἀναφέρονται περὶ τὰ 500 ἑκατομμύρια; Διότι ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ 1.100.000.000, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε ὡς ἔλλειμμα, τὸ ὑπόλοιπον τῶν 606 ἑκατομμυρίων, μένουν περὶ τὰ 500 ἑκατομμύρια. Λοιπὸν πῶς ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῶν 250 ἑκατομμυρίων περίπου; Περὶ τούτου ἠρώτησα τὸ Λογιστήριον καὶ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας. Καὶ σᾶς ἀπαντῶ καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον εἶδον καὶ ἐνταῦθα μοῦ εἶπεν, ὅτι θὰ μὲ διαφωτίσῃ εἰδικώτερον, καὶ εἰς δημοσίευσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα», ἐπανέλαβεν, οὔτε περισσότερον οὔτε ὀλιγώτερον, ὅτι τόσα εἶναι τὰ ἐλλείμματα, 495 ἑκατομμύρια ὡς αὐτὸς πιστεύει, ἀλλὰ καὶ 754 ἑκατομμύρια καὶ ἂν εἶναι τὸ ἔλλειμμα, καλύπτεται. Μετὰ τοῦτο ὑποθέτω ν’ ἀναγνωρίσετε πόσον δεδικαιολογημένα εἶναι ὅσα παρετήρησα. Ὡς πρὸς δὲ τὰ λοιπὰ κονδύλια, διὰ τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἀναφέρονται λογιστικῶς μόνον καὶ δὲν ὀφείλονται, ἐπίστευον καὶ εἶχον πάντα λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι ὅταν ἐζητήσατε χρήματα πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, θὰ ἀνεφέρατε οὐχὶ λογιστικὸν ἔλλειμμα, ἀλλὰ θ’ ἀνεφέρατε πραγματικὸν ἔλλειμμα. Διότι δὲν ἦτο ὁ σκοπός σας νὰ ζητήσετε χρήματα πέρα τῶν ἐλλειμμάτων, πέρα τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς χρειάζεται διὰ νὰ ἰσοσκελίσητε τὸν προϋπολογισμόν. Εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ βαρύνετε τὸν τόπον μὲ ἐπὶ πλέον ποσὸν καὶ ὄχι νὰ ἔρχεσθε ἐδῶ νὰ μᾶς λέγετε, ὅτι αὐτὸ ἔχει ἐξοφληθῆ οὕτω, καὶ τὸ ἄλλο δὲν γνωρίζω πῶς.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Διὰ τὰ 495 ἑκατομμύρια σᾶς ἔδωκα τὴν ἐξήγησιν.
§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ εἰς τὴν τοιαύτην ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ κανονισμοῦ διὰ τοῦ δανείου τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος, προστίθεται νέα τοιαύτη, ἡ τῆς ἐλλείψεως ἰσοζυγίου ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ἐκάμετε ἀληθῶς προχθὲς ἕνα ἀξιοθαύμαστον ἐπὶ τούτου ὑπολογισμόν, τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ πλήρης ἰσοσκέλισις αὐτοῦ. Δυστυχῶς ἡ ὑπηρεσία σας, ὄχι ἐγώ, δὲν εἶνε σύμφωνος μὲ ὑμᾶς, καὶ μὲ ὅλους τοὺς εὐνοϊκοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἔκαμε, κατέληξεν ἐκείνη εἰς ἔλλειμμα κατὰ τὰ δημοσιευθέντα εἰς 100 περίπου ἑκατομμύρια. Ἐγὼ ὑπολογίζω πολὺ πλέον. Καὶ προσέξατε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν δὲν εἶσθε ἀπολύτως βέβαιος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ προϋπολογισμοῦ σας διὰ τὴν σταθεροποίησιν, τὴν ὁποίαν μελετᾶτε, διότι οἱονδήποτε ἔλλειμμα οἰκονομικοῦ ἔτους, μεταφερόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προσεχοῦς, καθιστᾷ ἀδύνατον καὶ οἱονδήποτε ἰσολογισμὸν ἐκείνου. Δὲν εἶνε εὔκολον νὰ κάμῃ κανεὶς τὴν πρόβλεψιν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω καὶ πάλιν, ἐκ μελέτης τῶν πρακτικῶν αὐτῶν, ὅτι καὶ οἱ ξένοι προβλέπουν νέα βάρη, τὰ ὁποῖα δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ἄσχετα ἐννοεῖται πρὸς πᾶν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔλλειμμα. Καὶ ἀνεφέρατε ἐκεῖ 100 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ εἶνε ἐκ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τουρκίας. Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἀνεγίνωσκα εἰς τὰς ἐφημερίδας σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὁ παρακαθήμενος συνάδελφός σας κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κατήρτισε μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν συμφωνίαν εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ πληρωθῶσι 40 χιλιάδες λίραι διὰ τὰ λαμβανόμενα ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως ἵνα διατεθῶσι πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν προσφύγων. Δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως βαρύνεται τὸ Κράτος 40.000 λίρας, δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι αἱ συμβάσεις αὐταὶ καταρτίζονται ἵνα καταρτισθῶσι. Δὲν γνωρίζω πῶς ὑπελογίσατε καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ μεταφοράς τινὰς, τὰς ὁποίας ἐκάματε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1928–29, καθὼς δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τί θὰ εἶνε καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐφετεινὸν προϋπολογισμόν, δεδομένου ὅτι ὄντως αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἀληθῶς ἐζητήσατε καὶ πάντες συνεφωνήσαμεν ἀλλ’ ἐλαχίστας, καὶ ὅταν εἴμεθα μαζί, κατωρθώσαμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ ἀπὸ τῆς ἀποχωρήσεώς μου δὲν ἐπράξατε περισσότερα· τοὐναντίον ηὐξήσατε τὰς δαπάνας. Καὶ θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τί σκέπτονται καὶ οἱ ξένοι περὶ τοῦ προσεχοῦς προϋπολογισμοῦ σας; Λέγουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς πολὺ μεγάλην αἰσιοδοξίαν ἵνα πιστεύῃ, ὅτι ὁ προσεχὴς προϋπολογισμός σας θὰ φθάσῃ εἰς ἰσοζύγιον. Αὐτὰ τὰ λέγει καὶ εἷς ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων μετὰ τοῦ ὁποίου συνωμιλήσατε.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς ἔχετε αἰσιοδοξίαν;
§94Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, ἡ αἰσιοδοξία μὲ διακρίνει πάντοτε, ἀλλὰ καὶ ἡ φρόνησις δὲν πρέπει νὰ λείπῃ ἀπὸ κανένα, καὶ νὰ μὴ βαίνωμεν μὲ αἰσιοδοξίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ βάσεων θετικῶν ὅταν μάλιστα πρόκειται νὰ κάμωμεν ἐγχείρημα οἷον ἡ Κυβέρνησίς σας ἐπιχειρεῖ. Καὶ σᾶς λέγω, κ. Ὑπουργέ. Ποῦ θὰ φθάσετε μὲ τὸ μέτρον τῆς σταθεροποιήσεως, ὅταν ἔχετε ἕνα προϋπολογισμὸν χωλαίοντα; Ἂς ἀφήσω τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα εἶνε τόσον πιθανά, ὥστε νὰ τὰ φοβοῦμαι πολύ, καὶ δὲν λέγω μόνον κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν μου, ἀλλὰ ταῦτα τὰ λέγω κατὰ τὴν κρίσιν τρίτων ἐκτὸς ἡμῶν εὑρισκομένων καὶ εἰδημόνων, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδας. Θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ κουραστικὸν καὶ θὰ κατηνάλισκον πολὺν χρόνον, ἂν ἤθελον μᾶλλον ἐμπεριστατωμένως ν’ ἀσχοληθῶ, ἀλλὰ δύσκολον νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα χρέη τὰ ὁποῖα νὰ ἐμφανισθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ οὕτω κυμαινομένου ἐλλείμματος, δὲν φοβεῖσθε ἆρά γε ὅτι δύναται νὰ σᾶς παρουσιασθῶσιν ἔκτακτοι περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὠφείλατε ἀμέσως νὰ φροντίσετε καὶ αἱ ὁποῖαι εἶνε δυνατὸν νὰ σᾶς ἐκθέσουν εἰς νέας δαπάνας; Καὶ δὲν ἐλέγατε προχθές, καὶ δὲν ἐγένετο συζήτησις ἐνταῦθα, περὶ τῶν ναυτικῶν καὶ ἀπεφασίσθη ν’ ἀναβληθῇ αὕτη, ἵνα εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν συζητηθῇ τὸ σπουδαῖον τοῦτο πρόβλημα διὰ τὴν Ἑλλάδα; Δὲν φοβεῖσθε μὴ ἐκεῖθεν προκύψουν νέαι καὶ δειναὶ δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμός τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὑπάρχων, ἐλάχιστα δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ ἀφοῦ, ὡς καλῶς γνωρίζετε, περιεκόπησαν ἱκαναὶ καὶ ἀπὸ τὰς ὑφισταμένας του ἀνάγκας: Καὶ ἐνῷ οὕτως ἔχουν τά τοῦ προϋπολογισμοῦ, διαρκῶς κλυδωνιζομένου καὶ οὐδὲν ἀσφαλὲς ἔρεισμα παρουσιάζοντος, οὔτε διὰ τὸ παρὸν οὔτε διὰ τὸ ἀμέσως προσεχὲς μέλλον, καὶ τόσον ἀμφίβολος εἶναι ἡ κάλυψις τῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος ποικίλων ἐλλειμμάτων, δὲν νομίζετε ὅτι εἶνε περιττὸν νὰ εἴπω τι ὡς πρὸς τὸ τόσον δυσμενὲς ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν; Ἱκανὰ περὶ τούτου καὶ περὶ ἄλλων ἐρρέθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ καὶ ποία εἶναι ἡ κατὰ τὸ πρωτόκολλον συνισταμένη Ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ τίνα παρέχονται εἰς ταύτην ποσά, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπαιτουμένη ἐγγύσις, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ συγκρατήσῃ τὸ νόμισμα καὶ εἰς περίπτωσιν ἑνὸς κλονισμοῦ οἱουδήποτε, μιᾶς ψυχολογικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ εὐπαθὴς ψυχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὰς τελευταίας περιστάσεις δυστυχῶς εἶνε εὐεπίφορος; Καί μὲ τί ἔχετε ἀσφαλίσει τὴν Τράπεζαν αὐτήν; Μᾶς ἐλέγετε προχθές, ὅλως ἀφῃρημένως, ὅτι τὰ καλύμματα τῆς Τραπέζης ἀνέρχονται εἰς 100%. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶνε ἀνακριβὲς τοῦτο. Ἀλλὰ ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶνε δύσκολον νὰ μὴ ἀναφέρω τί εἶπον περὶ τῆς Τραπέζης ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔκαμαν τὸ σχέδιον αὐτό. Συνεζήτησαν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ εἶπον ὅτι ἐὰν εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτὴν δοθοῦν 3.000.000 λιρῶν, τὸ κάλυμμα θὰ εἶνε 49% καὶ ὅτι ἀπαραιτήτως ἀνάγκη εἶναι νὰ δοθοῦν 4.000.000 λιρῶν διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 55%.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Τῆς δυναμικῆς κυκλοφορίας.
§96Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ δυναμικὴ κυκλοφορία εἶναι τὸ ἴδιον, ἀλλὰ σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι οἱ ἱδρυταὶ τῆς Τραπέζης ἐκείνης λέγουν ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον ν’ ἀφήσωμεν τὴν Τράπεζαν μόνον μὲ τὰ 3.000.000 λίρας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα διὰ τὴν Ἑλλάδα τῆς αὐξήσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου καθίσταται λίαν δυσχερές, διότι, δυοῖν θάτερον, ἢ τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἔπρεπε νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, ἢ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἓν ἄλλο ἑκατομμύριον. Ἀλλ’ ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς Ἑλλάδος διὰ δανείου ἑνὸς ἀκόμη ἑκατομμυρίου λιρῶν θὰ ἐπέφερεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ ἤδη ἀρκούντως κλυδωνιζομένου προϋπολογισμοῦ, ὥστε ν’ ἀποκλείεται ἡ παροχή του. Καὶ δι’ αὐτὸ κατέληξαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παροχῆς ποσοῦ μόνον 3.000.000 λιρῶν, χωρὶς νὰ θεωρεῖται οὐδαμῶς ἐπαρκές. Καὶ μετὰ τὰ τοιαῦτα, κ. Ὑπουργέ, σᾶς λέγω ὅτι ἂν τὸ κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον φέρετε ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ κατασκεύασμα αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἐπιβάλητε ὑπ’ αὐτὰς τὰς περιστάσεις, παρουσιάζεται τόσον ἀσθενικόν, ὥστε νὰ εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τὴν πρώτην πνοὴν τοῦ ἀνέμου, διατὶ τάχα εἶνε τόση ἀνάγκη νὰ μᾶς τὸ ἐπιβάλητε; Καὶ δυστυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔπαυσαν νὰ πνέουν ἄνεμοι, καὶ νὰ πνέουν ἄνεμοι σφοδροὶ ἐνίοτε. Ἐπῆλθε μία νηνεμία καὶ μία γαλήνη, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ἀκόμη νὰ εἴπητε ὅτι ἡ γαλήνη αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ καὶ ὅτι ἐπέφερεν ἀπολύτως τὴν ἡσυχίαν ὑμῶν, τοῦ κυβερνήτου. Δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ ἐπεκταθῶ. Περισσότερα ἐμοῦ γνωρίζετε σεῖς. Ἀλλά, σᾶς λέγω, κάμνετε πείραμα πολὺ ἐπικίνδυνον διὰ τὸν τόπον. Ἀλλὰ καὶ πῶς πρόκειται νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον ὑμῶν τοῦτο τῆς λεγομένης οἰκονομικῆς ἀναδιοργανώσεως, ὥστε καὶ ἀσυζητητεὶ σχεδὸν νὰ θέλετε νὰ γείνῃ δεκτόν, μὲ ὁποίας καὶ ὁπόσας θυσίας; Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ὑλικῶν θυσιῶν· ὁμιλῶ περὶ τῶν θυσιῶν ἐκείνων εἰς ἃς ὑποβάλλεται ἓν ἔθνος μόνον ὅταν εὑρίσκεται ἐν ἐσχάτῃ ἀπελπιστικῇ ἀνάγκῃ. Εὐτυχῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὄχι μόνον δὲν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναται μετὰ πολλῆς αἰσιοδοξίας ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ μέλλον. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὶ ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τοῦτο, πῶς σκέπτονται περὶ ἡμῶν ἄλλοι. Ἀληθῶς πολὺ ἀξιοπρεπέστερον. Γίνεται συζήτησις εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπήν, ποίαν λέξιν πρέπει νὰ μεταχειρισθῆτε, διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, καὶ προτείνεται ἡ λέξις ρεκονστρουξιόν. Καὶ λέγουν ὄχι. Ἡ λέξις αὐτὴ δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ρεκονστρουξιόν, προϋποθέτει χάος. Ἀλλ’ οὔτε χάος οὔτε ντεστρουξιὸν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα πρόκειται νὰ γίνῃ ἁπλῶς σταμπιλιζασιόν, σταθεροποίησις τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, ἀνάλογος πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ Βέλγιον. Διατὶ λοιπόν, ἀφοῦ καὶ οἱ ξένοι οὕτω πως σκέπτονται περὶ ἡμῶν, θέλομεν ἡμεῖς νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐσχάτην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει ὄχι ὑλικὰς θυσίας νὰ ὑποστῶμεν, ἀλλὰ θυσίας ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ὑφίστανται τὰ ἐν καταστροφῇ Κράτη; Καὶ ἐτονίσατε, κ. Ὑπουργέ, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἀλλὰ καὶ παντοῦ, ὅπου ἠναγκάσθητε νὰ ὁμιλήσετε, ὅτι οὐδεὶς δεσμός, οὐδεὶς ἔλεγχος ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ τόνος τῆς φωνῆς σας δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὸ γενόμενον. Καὶ ἀφοῦ ἀπεφασίσατε νὰ τὸ κάμετε, συναινέσει τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τὸ ἐκάλυπτεν ἡ φωνή σας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶνε ἱκανή. Οὐδεὶς ἔλεγχος, λέγετε, ἀπιβάλλεται. Ἀλλά, κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε βεβαίως ὑπ’ ὄψει ὅτι ἔχομεν ἤδη ἐν Ἑλλάδι δύο ἐλέγχους, τὸν Διεθνῆ Οἰκονομικὸν καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, καὶ ἀμφότεροι οὗτοι ἐπεκτείνονται κατὰ τὸ σχέδιόν σας καὶ ἐπὶ τῶν νέων δανείων. Καὶ ἐπεκτείνονται, καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦ δανείου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς πρόσφυγας, καὶ ἡ εἴσπραξις καὶ ἡ διαχείρισις τούτου ἀφήνεται καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν Ε.Α.Π. ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναμίξεως, ὡς πρὸς τὸ ἐπιχειρούμενον ἔργον τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν μόνον τῆς πληρωμῆς. Καὶ κατὰ διαφορὰν ἀπὸ τὸ πρῶτον προσφυγικὸν δάνειον, προστίθεται ἀκόμη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως τῶν Προσφύγων ἁπλῶς θὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς προϋπάρχοντας κανονισμοὺς καὶ συμβάσεις, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον θὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσουν τὰ χρήματα πρὸς παραγωγικοὺς σκοποὺς καὶ δι’ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ τοῦ προέδρου τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖα χωρὶς ἡ Ἑλλὰς οὐδὲ κἂν νὰ ἐρωτηθῇ. Γνωρίζω τοὺς ἀγῶνάς σας, ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τί σεῖς ἐζητήσατε καὶ πόσον ἐπιμόνως ἐξητήσατε καὶ διὰ ποίων ἐπιχειρημάτων ὑπεστηρίξατε, ὅτι δὲν δύναται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ μείνῃ ξένον πρὸς τὸν ἐπιτελούμενον σκοπόν. Ἀνεφέρατε παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρ’ ὑπαλλήλων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπαναπαυομένων ἐκεῖ καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἰσηκούσθητε, καὶ δὲν ἠθέλησαν οὐδὲ κἂν νὰ ὑποβάλουν ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετελοῦντο. Σᾶς εἶπον ὅτι παρὰ τῇ Ε.Α.Π. ἔχετε δύο ἀντιπροσώπους, διὰ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ παρακολουθήσητε αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐνῶ δικαίως σεῖς ἀπηντήσατε ὅτι ἔχω αὐτοὺς τοὺς ἀντιπροσώπους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ προτείνω καὶ διορίζω, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα αὐτοὺς νὰ τοὺς παύσω, εἰς οὐδεμίαν ἔστερξαν μεταβολήν. Καὶ ποῖος ἄλλος ἔλεγχος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ πρόσφατος περὶ αὐτῶν, ὥστε νὰ λέγετε ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ἔλεγχος; Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὰ δύο ἄλλα μέρη τοῦ δανείου. Ταῦτα, ὡς καὶ τὸ προσφυγικὸν ἀκόμη, ὡς πρὸς τὴν πληρωμήν, ἀσφαλίζονται διὰ τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρατῇ διὰ τὸ τοκοχρεολύσιον τούτων τὰ ἀρκοῦντα ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν ἤδη ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Δ.Ο.Ε. ὑπεγγύων προσόδων δι’ ἄλλα δάνεια. Καὶ ἐνῶ τὰ περισεύματα ταῦτα θὰ ἐπήρκουν διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ πληρωμὴν τοῦ νέου τούτου δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἐπιβάλλεται πρόσθετος δέσμευσις εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀκόμη προσόδων της. Καὶ εἶσθε ὑπόχρεως νὰ παράσχητε καὶ ἄλλας προσόδους πρὸς ἐγγύησιν, ὅταν αἱ ἤδη ὑπέγγυοι δὲν ἀνέρχονται τὰ 150% τῆς πληρωτέας δόσεως καθ’ ἑξαμηνίαν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Δ.Ο.Ε. Ἔχετε δὲ δικαίωμα μόνον νὰ κάμετε προσφυγὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κ.Τ.Ε., τὸ ὁποῖον εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως καὶ νὰ ἀναβάλῃ δι’ ἄλλην σύνοδον ὁπότε θὰ εἶναι αἱ πρόσοδοι δεσμευμέναι, μέχρις ὅτου ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς προσφυγῆς, διότι ἡ προσφυγὴ δὲν ἔχει ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Ἄν δὲ καὶ ὁ Δ.Ο.Ε. δὲν εὑρίσκει τὰ ποσὰ αὐτὰ ἐπαρκῆ, τὰ ὁποῖα παραχωροῦνται, θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς τὸ δικαίωμα, μετὰ τριάκοντα ἡμέρας, νὰ προσφύγῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτον ἡ ἀναστολὴ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Καὶ μολονότι πιστεύω ὅτι κατεβάλατε πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἀπόκρουσιν διαφόρων τῆς Ἑλλάδος περιορισμῶν, —διότι δυστυχῶς δὲν εἶνε μόνον οἱ ἀνωτέρω—ὅμως δὲν ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ σχετικοῦ πρωτοκόλλου, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐπιβάλλεται καὶ νέος τοιοῦτος. Καὶ ἔχετε ὑπ’ ὄψει πάσας τὰς διατάξεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ θίξετε, ὡς Κράτος Ἑλληνικὸν, οὐδὲ ὀβολὸν ἐκ τῶν δανειζομένων. Θὰ διατάξητε μόνον ποῦ θὰ δοθοῦν διὰ τῆς Τραπέζης ἢ τῆς Ἐκδοτικῆς ἢ τῆς Ἐθνικῆς, καὶ ἄν δὲν συντρέχῃ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἥν ἀμέσως θὰ μετρηθοῦν, δὲν θὰ ἔλθουν κἄν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν ἄλλην Τράπεζαν, ἀλλὰ θὰ μείνουν εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου ἔξω. Καὶ αὐτὸς εἶνε ὁ χρυσὸς, ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ τὰ ταμεῖα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε προχθές.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.) Ἔλεγχος εἶνε αὐτό;
§98Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν τις κλείσῃ τὸ παιδὶ μέσα εἰς τὸ σπίτι, ἀντὶ νὰ τὸ θέσῃ ὑπὸ φύλακα, ὑποθέτω ὅτι καὶ αὐτὸς ἔλεγχος εἶνε. Προχωροῦν δέ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐσωτερικῶν ζητημάτων καὶ σᾶς λέγουν ὅτι διὰ τὸν προϋπολογισμὸν σας ὀφείλετε νὰ καταβάλητε προσπαθείας νὰ τὸ ἰσοσκελίσητε. Καὶ λέγετε «βεβαίως; δὲν ἔχω ἀνάγκη νὰ μοῦ τὸ εἰπῆτε; Μήπως δὲν ἔχω καταβάλει ὅλας αὐτὰς τὰς προσπαθείας»; Εἶνε διάφορος ὅμως ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς καθήκοντος, ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν ὑποχρεώσεως παρὰ ξένων πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἐδῶ ὑπάρχει μία δέσμευσις. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν μόνον εἰς τοῦτο, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Σᾶς εἶπον ὅτι ὄχι μόνον θὰ τὸν ἰσοσκελίσητε, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑπερβῆτε καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμός σας, τὰ 9 δισεκατομμύρια. Καὶ σεῖς λέγετε πρὸς ἡμᾶς ὅτι δὲν τίθεται οὐδεὶς ἔλεγχος. Καὶ σᾶς εἶπον, τοῦτο ἴσως ὡς κύρωσιν τοῦ ὅτι ἄλλοτε, ἀναλαβόντες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχετε ἰσοσκελῆ προϋπολογισμόν, δὲν τὸν ἐτηρήσατε, καὶ τώρα διὰ νὰ μὴ αὐξήσητε τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, ὥστε οὐδέποτε νὰ δύνασθε νὰ τὸν ἰσοσκελίσετε, σᾶς εἶπον, δεσμεύοντες ἡμᾶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 9 δισεκατομμύρια οὗτος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, πῶς θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσετε ἔκτακτόν τινα ἀνάγκην, ἡ ὁποία θ’ ἀπῄτει δαπάνας πέρα τοῦ τιθεμένου ὁρίου; Τόσον ἀνίκανοι κατήντησαν οἱ διοικοῦντες τὴν Ἑλλάδα, ὥστε νὰ δεχώμεθα ἔξωθεν νὰ μὴ μᾶς ἀφήνουν νὰ διαχειριζώμεθα τὰ τοῦ οἴκου μας, διότι πρόκειται νὰ πάρωμεν 6 ἑκατομμύρια λιρῶν, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία ὑπάρχει ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη; Δὲν ὁμιλῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὸν τόνον αὐτὸν διότι θέλω νὰ προξενήσω ἐντύπωσιν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ αἰσθάνομαι, καὶ ἐὰν ἠσχολούμην δι’ ἕκαστον ἄρθρον, θὰ σᾶς εὕρισκον ὅτι ἕκαστον ἄρθρον ἰδίαν ἀποτελεῖ περίπτωσιν δεσμεύσεως τοῦ τόπου. Θὰ ἴδητε ὅτι σᾶς θέτουν περιορισμὸν καὶ εἰς τὰ κεφάλαια, ἅτινα δύνασθε νὰ διαθέσητε προχείρως. Παρετήρησα πολὺ καὶ ἐπρόσεξα εἰς τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο. Δὲν δύνασθε νὰ διαθέσητε, εἴτε διὰ δανείων, εἴτε δι’ ἐκδόσεως γραμματίων τοῦ Θησαυροφυλακίου σας, πλέον τῶν 800 ἑκατομμυρίων. Ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου εἰς τοῦτο ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν μελέτην τοῦ πρωτοκόλλου, ἀλλ’ ἐβεβαιώθην κατόπιν μετὰ τὰ πρακτικὰ ὅτι δὲν εἶνε περιορισμὸς ἐπιβαλλόμενος, ἵνα μὴ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα πάθῃ ἵνα μὴ δημιουργηθῇ τὸ ἀντικείμενον εἰς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δημιουργεῖται ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ περιωρισμένας δοσοληψίας μετὰ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶνε περιορισμὸς ἐπιβαλλόμενος, εἰς τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ πλέον τῶν 800 ἑκατομμυρίων. Οὐχὶ δὲ μόνον ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ ἐξαργυρώσῃ ἀλλ’ οὔτε εἰς ἄλλην Τράπεζα δύνασθε νὰ προσφύγητε ἐκδίδοντες τὰ λεγόμενα γραμμάτια τοῦ Θησαυροφυλακίου. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἕνα νέον ἐλεγκτήν, τὸν ὁποῖον ἐπαρκῶς δὲν ἐμελετήσατε διὰ νὰ ἔχετε τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ τονίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἔλεγχος. Ὁ ἐλεγκτὴς εἶνε αὐτὴ ἡ λεγομένη Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, διότι δὲν πρόκειτε περὶ Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Δὲν εἶμαι δ’ ἐγὼ ὁ ὁποῖος τὸ λέγω αὐτό· τὸ λέγουσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τὴν κατεσκεύασαν ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ὑπὸ ὅρους καὶ κανόνας, ἀλλὰ περὶ Τραπέζης ἱδρυομένης ὑπὸ περιστάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ μὴ εἶναι Ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Διότι λέγει τὸ πρωτόκολλον ὅτι ἡ δημιουργία τῆς Τραπέζης αὐτῆς δὲν εἶναι πρᾶξις καταστατικὴ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ διεθνὴς πρᾶξις. Εἶνε ὀργανισμὸς ἐγκαθιστάμενος συνεπεία διεθνοῦς συμβάσεως. Τοῦτον ἔχει τὸν χαρακτῆρα ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε. Καὶ διὰ νὰ σαφηνισθῇ αὐτὴ ἡ ἔννοια, ἀφ’ ἑνὸς ὁρίζεται ὑποχρεωτικῶς διὰ τοῦ πρωτοκόλλου ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ὑπόκειται εἰς κανονισμοὺς ἄλλους ἢ τοὺς δι’ αὐτοῦ καθοριζομένους. Εἶνε λοιπὸν ἢ δὲν εἶνε ὀργανισμὸς ξένος ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀνεξάρτητος; ἱδρυθεὶς καὶ ἐπιβληθεὶς συνεπείᾳ διεθνοῦς πράξεως; Καὶ λέγετε ὅτι ἔχετε καὶ νέον ἔλεγχον; Ἔχετε καὶ παραέχετε. Καὶ τί δικαιώματα ἔχει αὐτὴ ἡ Τράπεζα; Ὅστις ἀνέγνωσε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα θὰ εἶδεν ἕως ποῦ φθάνει ἡ δικαιοδοσία. Εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτὴν θὰ συγκεντροῦται ὁλόκληρος ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τοῦ Κράτους καὶ ὅλων τῶν ὀργανισμῶν, τῶν ὁπωσδήποτε δημοσίου δικαίου. Εἰς ταύτην τὴν Τράπεζαν, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτὸς ὅλων τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου ὀφείλετε ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της νὰ μεταφέρετε ὅλα τὰ Ταμεῖα τῶε Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων, ὅλα τὰ διάφορα ἄλλα ταμεῖα, ὑδραυλικά, λιμενικά, κοινοτικὰ ὡς καὶ δημοτικά. Αὐτὴ ἡ Τράπεζα θὰ περιλαμβάνῃ πᾶσαν οἰκονομικὴν ζωήν. Αὐτὴ δὲ ἀναλαμβάνει καὶ τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς πληρωμὰς καὶ αὐτὴ ἀκόμη θὰ ἐνεργῇ καὶ τὰς πρὸς τὸ Κράτος πληρωμὰς διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἔχετε νὰ λάβητε, ἀφοῦ προηγουμένως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον βεβαιώσῃ ὅτι ἔχετε νὰ λάβητε. Ἀπὸ τὴν Τράπεζαν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ συγκεντροῦται τόσος πλοῦτος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλεῖτε προχθὲς καὶ εὔχομαι νὰ εἶνε πολὺς ὁ πλοῦτος διότι θὰ εἶνε τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ λαμβάνετε οὔτε ὀβολὸν τόκον. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριε ὑπουργέ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν συνεζητοῦμεν περὶ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ σᾶς ἔλεγον περὶ τῆς ζημίας ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν τόπον διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ἱδρύματος, ἡ ὁποία θά ἐπέλθῃ μετὰ τὸν διχασμόν, μοῦ εἴπατε ὅτι ἐγὼ ἔχω μέσα νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἵδρυμα καὶ διὰ νόμου θὰ ὑποχρεώσω ὅλα τὰ ἱδρύματα τοῦ δημοσίου δικαίου νὰ καταθέσωσι ἐκεῖ πᾶν ὅ,τι ἔχουν καὶ θὰ εἶνε νέος πόρος διὰ τὴν Τράπεζαν». Τώρα, τί ἔχετε νὰ ἀπαντήσητε ὅταν σᾶς ἐδέσμευσαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὔτε τὰ ἰδικά σας νὰ δύνασθε νά καταθέσητε ὁπωσδήποτε; (Χειροκροτήματα). Καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτὴν θὰ εἶνε ὁ λεγόμενος conseiler (σύμβουλος), ὅστις, βεβαίως κατὰ τὰ φαινόμενα θὰ εἶνε εἷς ὑπάλληλος, ἀλλ’ ὑπάλληλος κύρους διεθνοῦς καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀτομικῆς του θέσεως, διότι θὰ εἶνε εἷς ἐκ τῶν ἀνωτέρων οἰκονομολόγων, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῆς προελεύσεώς του διότι εἶνε ἡ Κ.Τ.Ε. ἡ ὁποία θὰ τὸν προτείνῃ καὶ ἡ Κ.Τ.Ε. ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐπιβάλλῃ καὶ ὄχι ἡ Τράπεζα αὐτή. Καὶ ὁ σύμβουλος αὐτός, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ στέλλῃ τὴν κατάστασιν τῆς κινήσεως τῶν λογαριασμῶν τῆς Τραπέζης, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶνε καὶ λογαριασμοί τοῦ Κράτους. Θὰ στέλλετε δὲ καὶ σεῖς ἐπίσης τὰς ἑκάστοτε καταστάσεις τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους. Καὶ γνωρίζετε καὶ ἀντιλαμβάνεσθε βεβαίως, ποῖος ὁ σκοπὸς τούτων. Νὰ παρακολουθῆσθε εἰς πᾶσαν περίπτωσιν κατὰ πόσον ἐκτελεῖτε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάβετε καὶ νὰ σᾶς ἀπαγορεύουν πᾶσαν παρέκβασιν, εἴτε περὶ προϋπολογισμοῦ πρόκειται, εἴτε περὶ οἱουδήποτε ἄλλου, Ἐκυβερνήσατε καὶ κυβερνᾶτε τὴν Ἑλλάδα καὶ γνωρίζετε ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στελλομένων ἤδη, ὡς εἴπετε, καταστάσεων παρὰ τῇ Ε.Α.Π., ἐγίνοντο παρατηρήσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα περί τινων δαπανῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ μάλιστα καὶ ναυτικῶν τοιούτων, αἵτινες ἐκρίθησαν ὑπερβολικαί. Φαντάζεσθε τί δύναται νὰ γίνῃ ἤδη καὶ ποῖα θὰ ἀκολουθήσουν μέτρα, ὅταν ἔχομεν τὴν ἀναφερθεῖσαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, μὲ τὰ παρεχόμενα δικαιώματα καὶ τὸν ἐν αὐτῇ σύμβουλον, πράγματι δὲ ἐλεγκτὴν τῆς Κ.Τ.Ε., διότι περὶ ἐλεγκτοῦ πράγματι πρόκειται. Μὴ λησμονῆτε κ. Ὑπουργὲ σχετικὴν περὶ τούτου ἔκθεσιν τῆς Κ.Τ.Ε., ἣν καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν ἀνέγνωσα. Βεβαίως ἡ Κ.Τ.Ε., ἀνώτερος διεθνὴς ὀργανισμός, παρέχουσα τὴν βοήθειάν της εἰς τὰ ζητοῦντα ταύτην Κράτη διὰ τὴν οἰκονομικήν των ἀναδιοργάνωσιν, προσπαθεῖ ὡς πρὸς πάντα ἀναγκαῖον διὰ ταύτην περιορισμὸν νὰ ἐπιβάλλεται κατὰ τὸ μᾶλλον δυνατὸν ἤπιον τρόπον καὶ τὸν ὀλιγώτερον θίγοντα τὰ εἰς αὐτὴν προστρέχοντα ἀδύνατα Κράτη. Ἀλλ’ ἔχει καὶ αὐτὴ ὡρισμένην πολιτικὴν καθιερώσει, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλίπῃ. Καὶ ἐν αὐτῇ, μεταξὺ τῶν διαφόρων εἰδῶν τοῦ ἐλέγχου, περιλαμβάνεται καὶ ὁ λεγόμενος Σύμβουλος τῆς Τραπέζης, (conseiler de la Banque), ὁ ὁποῖος, ἐγκαθιστάμενος παρ’ αὐτῇ ὡς τοιοῦτος, ἀλλὰ προερχόμενος ἐκ τῆς Κ.Τ.Ε., εἶνε πράγματι ἐλεγκτὴς καὶ ὡς τοιοῦτος χαρακτηρίζεται εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον καὶ περιττὸν ν’ ἀναγνώσω ἐκ νέου.
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δέν ὑποθέτω ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀναφέρεται γενικῶς.
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀναφέρεται γενικῶς διότι μέχρι τῆς συνομολογήσεως τῶν συμφωνιῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ὅλοι αὐτοὶ οἱ τεχνικοὶ σύμβουλοι, οἱ ταχθέντες πλησίον τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν ὑπὸ τῆς Κ.Τ.Ε. εἶχον δικαίωμα ἀρνησικυρίας, εἶχον τὸ veto ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα τεχνικοῦ συμβούλου, τοποθετηθέντος πρότερον πλησίον Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶχε δικαίωμα νὰ ματαιώσῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Τραπέζης, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶνε σύμφωνοι πρὸς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς Ἑλλάδος, ὁ σύμβουλος αὐτὸς οὐδὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα παρὰ μόνον συμβουλευτικὴν γνώμην.
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν...
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀκούω ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως, ἀλλὰ μέχρι σημείου τινός.
§104Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς βλέπω κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι εἶσθε εὔθικτος εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς συγχαρῶ, διότι βλέπω τὴν εὐθιξίαν σας αὐτήν, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν ἡ εὐθιξία σας αὐτὴ νὰ μὴ σᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸ νὰ διαμαρτύρεσθε ἀσκόπως καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ματαιώσετε τὸν χαρακτηρισμόν, ὁ ὁποῖος προκύπτει ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ δὲν δύνασθε νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι τὸ βέτο, περὶ οὗ λέγετε ὅτι ὑπάρχει ὡς πρὸς τὰς ξένας Τραπέζας, ἄν καὶ δὲν τὸ ἔχω πρόχειρον αὐτὴν τὴν στιγμήν...
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἄν δὲν τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε.
§106Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφήσατέ με νὰ συνεχίσω.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἄν θέλετε ν’ ἀποφύγετε τὴν ἀπάντησιν, ἔχει καλῶς.
§108Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ τὴν ἀποφύγω. Μολονότι εἶνε περιττή, ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ἡ Αὐστρία δὲν ἔχει διεθνῆ σύμβουλον ἐλέγχου ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ τεχνικοῦ συμβούλου.
§109Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριοι, πρόκειται περὶ χαρακτηρισμοῦ...
§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφήσατέ με νὰ συνεχίσω.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἢ ἐπιτρέπετε τὰς ἐξηγήσεις ἢ δὲν ἐπιτρέπετε. Δὲν δύνασθε νὰ καλύπτετε διὰ τῶν φωνῶν σας τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς ὅλας τὰς συμφωνίας, τὰς μέχρι τοῦδε συνομολογηθείσας ἀνεξαιρέτως, καὶ εἰς τὰς συμφωνίας τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Οὐγγαρίας καὶ τῆς Ἐσθονίας, καὶ εἰς ὅλας τὰς συμφωνίας, ὑπάρχει τοιοῦτος σύμβουλος, ὁ ὁποῖος ἔχει δικαίωμα ἀρνησικυρίας, βέτο, δηλαδὴ δικαιοῦται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Τράπεζαν ὅτι δὲν θὰ προβῆτε εἰς αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν, καὶ ἡ Τράπεζα εἶνε ὑποχρεωμένη νὰ σταματήσῃ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς τοῦ τεχνικοῦ συμβούλου ὡς ἐλεγκτοῦ τότε ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς Ἑλλάδος, τροποποιηθείσης τῆς συμβάσεως, δὲν ἔχει θέσιν τοιαύτην ὁ τεχνικὸς σύμβουλος.
§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λοιπὸν ἐτελείωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω τὴν ἐξήγησιν ἐκείνην, ἐκ τῆς ὁποίας νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἶναι πολὺ εὐχαριστημένος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει εἰς ἐμέ· πῶς λέγετε ὅτι εἶνε ἐλεγκτής, ἀφοῦ δὲν ἔχει βέτο; Αὐτὸς εἶνε ἐλεγκτής, ὅστις ἔχει βέτο». Καὶ θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Εἶναι ὑποχρεωτικὸς ἐκεῖνος ὁ διορισμὸς ἢ ὄχι;
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὑποχρεωτικός.
§114Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὴν Αὐστρίαν εἶνε ὑπάλληλός της; Δύναται νὰ τὸν ἀπολύσῃ ναὶ ἢ ὄχι;
§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι, διότι αὐτὸς ὁ τεχνικὸς σύμβουλος πλησίον τῆς Κ.Τ.Ε. ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὅλου τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κ.Τ.Ε. εἶχεν ἐπιβάλει μέχρι τοῦδε εἰς τὰ Κράτη, τὰ ζητοῦντα τὴν ἀρωγήν της. Ὡς τεχνικὸς σύμβουλος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ὁ λεγόμενος ἀντιπρόσωπος τῆς Κ.Τ.Ε. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κίνησιν τῶν ταμείων ὑπάρχει ἀντιπρόσωπος τῆς Κ.Τ.Ε., ὁ ὁποῖος...
§116Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καθ’ ὑμᾶς ἐκεῖ ὑπάρχει ἐλεγκτής, ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης, παρ’ αὐτῆς διοριζόμενος.
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι, Κύριε. Ὅπως καὶ ἐδῶ ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης.
§118Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λοιπὸν καὶ ἐκεῖ καὶ ἐνταῦθα οὗτος τῆς Τραπέζης εἶναι ὑπάλληλος, ὑποχρεωτικὸς δι’ αὐτὴν ἐκ τῆς Κ.Τ.Ε. προερχόμενος, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐκεῖ ἔχει καὶ τὸ βέτο, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας κατὰ συμφωνίαν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδῶ πράγματι δὲν ὑφίσταται καμμία συμφωνία. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἔχει καὶ ἐδῶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, δυνάμει τῶν πραγμάτων ὡς ἐκ τῆς ἀτομικότητός του καὶ τῆς προελεύσεώς του. Καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἄν αὐτὸς δώσῃ συμβουλήν, ἡ συμβουλή του θὰ εἶναι ἐπιταγή. Μὴ λησμονῆτε δέ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι καὶ ἡ Τράπεζα, παρὰ τῇ ὁποίᾳ θὰ εἶναι, ἀποτελεῖ ὀργανισμὸν ἐκ διεθνοῦς ὑποχρεώσεως, τὸν ὁποῖον κατ’ οὐδὲν δύνασθε νὰ θίξητε.
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι.
§120Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα ἐὰν μὲ προσείχετε, θὰ ἐβλέπετε τὶ σᾶς εἶπον περὶ Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 50 τὶ λέγει (ἀναγιγνώσκει). «Ἡ Τράπεζα δὲν ὑπόκειται εἰς εἰδικοὺς κανονισμούς, ἐκδιδομένους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἄλλων Ἀρχῶν, διαρκούσης τῆς περιόδου τοῦ ἐκδοτικοῦ της προνομίου, πλὴν τῶν ἐν τῷ παρόντι καταστατικῷ προβλεπομένων». Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα.
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτὸς εἶνε ὁ διεθνὴς κανονισμός.
§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἰδοὺ τὶ γράφεται εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς 3ης Σεπτεμβρίου, ὅτε ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ντεμπὰρ (ἀναγιγνώσκει).
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὴ εἶνε ἡ γνώμη τοῦ κ. Ντεμπάρ.
§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ὑπουργέ, διότι ἡ γνώμη σας αὐτὴ σᾶς ὑπεχρέωσε...
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι ἀπολύτως.
§126Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς ὑπεχρέωσεν ἀπολύτως.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, συνερχομένης, εἴτε κατ’ ἰδίαν, πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων, διάφοροι, γνῶμαι ἐξεφέροντο εἰς ἀντιλήψεις ἀναμφισβητήτους, εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπήν, εἴτε εἰς ἄλλας ἀντιπροσωπείας, δὲν ἔχουσιν αἱ κατ’ ἰδίαν διασκέψεις καμμίαν ἰδιαιτέραν σημασίαν, ἀλλὰ καὶ οὐδεμία συμφωνία ἢ νύξις ἐκ μέρους τῶν ὑπογραψάντων, (μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς), ἐγένετο, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ὡς ἵδρυμα διεθνοῦς χαρακτῆρος.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρόκειται πάντοτε περὶ ἱδρύματος ἐκ διεθνοῦς ὑποχρεώσεως.
§129Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ γνώμη αὕτη ἠκούσθη καὶ παρὰ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μόνον αἱ συμφωνίαι εἶνε ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καθορίζουσι τὰς σχέσεις. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρωτόκολλον, δὲν περιφρουρεῖ τὴν Τράπεζαν διὰ ξένων στοιχείων ἐναντίον τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὴν ἀνεξαρτησίαν της. Ἡ Κυβέρνησις θέλει καθορίσει τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῆς, ὅπως τὴν περιφρούρησιν ἐναντίον τῆς ἐπεμβάσεως. Δυνατὸν τὸ καταστατικὸν νὰ μεταρρυθμισθῇ, μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτό;
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε Συνάδελφε δὲν ἠθέλησα νὰ σᾶς παρακολουθήσω εἰς τὰ ἐπιχειρήματά σας, διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἰς ὅλα αὐτὰ δὲν ὑπάρχει κανὲν ἀπολύτως πραγματικὸν σημεῖον.
§132Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πολὺ λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοιαύτην ἔχει τὴν ἀντίληψιν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔδιδε μείζονα σημασίαν εἰς ὅσα ἐπιχειρήματα ἐπεκαλέσθην, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολλὰ ἐξ ὅσων ἐδέχθη, ἴσως νὰ μὴ τὰ εἶχε δεχθῇ. Ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἱδρύματος προκύπτει ἐκ τῆς πράξεως ἥτις τὸν ἐπέβαλεν. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν εἶνε ἀποτέλεσμα συμφωνίας τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ εἶνε ἡ Κ.Τ.Ε, ἥτις ἐπέβαλε ταύτην.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ὑπάρχει καμμία δέσμευσις δι’ ἡμᾶς.
§134Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ τὸ δεχθῇ αὐτό. Ἀλλὰ ἅμα τὴν δεχθῆτε καὶ σεῖς καὶ ἡ Βουλή, πρέπει δὲ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ δεχθῇ αὐτήν, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, τόν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει, τὶ εἶνε ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἐγκαθιδρύεται ἐν Ἑλλάδι, δυνάμει διεθνοῦς πράξεως καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ἀναλαμβάνει ἡ Ἑλλὰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ μεταβάλῃ τὸν κανονισμόν, ἢ μᾶλλον ἡ Τράπεζα δὲν εἶνε ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ ἄλλον κανονισμόν, πέρα τοῦ σχετικοῦ πρωτοκόλλου. Μοῦ εἶνε δὲ περιττὸν νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὰ πρακτικά, ἐν οἷς τονίζεται τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀναμφισβητήτως ὄχι.
§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σεῖς πιθανὸν νὰ μὴ τὸ ἐπροσέξατε.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Οὔτε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμέν τι.
§138Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὴ ἀγνοεῖτε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὸν νόμον. Μὴ θέλετε νὰ παίζωμεν.
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν ἐσυνήθισα ποτὲ νὰ παίζω, μάλιστα ὅταν πρόκειται νὰ διαχειρίζωμαι δημοσίας ὑποθέσεις, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἀπέδειξαν ὅτι δὲν ἔπραξα ποτὲ τοῦτο.
§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὴ τὸ λέγετε αὐτό, διότι ἐκεῖ ἀπὸ κάτω ἔχετε βάλει τὴν ὑπογραφὴν τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε ὅσα ἐκεῖ ἀπεδέχθητε, συνεπεία τῆς ὑπογραφῆς, ἡ ὁποία εἶναι ὑπογραφὴ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐάν, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἤθελον νὰ δείξω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἐργασία ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ πρωτοκόλλου παρὰ τῇ Δημοσιονομικῇ Ἐπιτροπῇ, θὰ ἤρκει ν’ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς περίεργον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικά, καὶ τὸ ὁποῖον ἐρρέθη ὅταν ἐπῆλθον τροποποιήσεις τινές, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἐξ ἁβρότητος καὶ εἰς σᾶς τὸ σχέδιον τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ τὸ σχέδιον αὐτό, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθη ἡ Τράπεζα αὕτη ἦτο ἕτοιμον ἐν Γενεύῃ, ἄλλοθεν κατεσκευασμένον, καὶ μόνον τροποποιήσεις τινὰς ὑπέβαλεν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Ἑλληνικὴ ἀποστολή. Θὰ σας εἴπω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν αὐτὴν τὴν εὐθιξίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύετε ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τὴν εἴχετε δείξει καὶ ἐκεῖ, ὑποθέτω ὅτι πολλοὶ περιορισμοὶ καὶ πολλαὶ δεσμεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν, ἴσως θὰ ἦσαν ἐλαφρότεροι τοὐλάχιστον. Καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ ἴσως ἀφορμὴ νὰ μὴ ἐπιμένετε: Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 4 παράγ. 1 τοῦ πρωτοκόλλου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς ὅρους τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, ἡ Κ.Τ.Ε. ἐξ ἀφορμῆς τῆς Ἐσθονίας, ἥτις εἶχε δεχθῆ προσφορὰς μὴ σοβαρῶν οἴκων, ἠθέλησε νὰ τεθῇ περιορισμός. Ἀλλὰ σεῖς ἐπιμόνως ἀπεκρούσατε νὰ τεθῇ οἱοσδήποτε ὡς πρὸς τοῦτο περιορισμὸς καὶ τὸ ἐπετύχατε. «Γνωρίζω, εἴπετε, ὅτι ἡ Κ.Τ.Ε. τοῦτο ἀπαιτοῦσα, δὲν ἐννοεῖ νὰ περιορίσῃ τὴν Ἑλλάδα, γνωρίζω, ὅτι ἐργάζεται καὶ διὰ τὸ συμφέρον της, καὶ διὰ τὸ συμφέρον πρὸ παντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἵνα τὸ δάνειον συναφθῇ παρ’ οἴκων σοβαρῶν, ἀλλὰ μολονότι τοῦτο ἀναγνωρίζω; δὲν δύναμαι νὰ ὑποχωρήσω, διότι ἔχω ἐκτεθῆ ἐν Ἑλλάδι. Μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις ὅτι πρόκειται νὰ περιορίσω τὸν συναγωνισμόν. Ἐγράφη τοῦτο ἐν τῷ τύπῳ, ἐτηλεγραφήθη ἐντεῦθεν, καὶ ὅταν κατόπιν μετέβην εἰς Ἑλλάδα ὁ ἴδιος, ἐδήλωσα ὅτι ὁ συναγωνισμὸς θὰ εἶναι ἐλεύθερος· εἶμαι δεσμευμένος ἑπομένως νὰ μὴ δεχθῶ οὐδένα τοιοῦτον περιορισμόν». Κατόπιν αὐτῆς τῆς ἐπιμονῆς σας, ἐκ τῆς δεσμεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐνταῦθα ἀνελάβατε, ἐγένετο ἡ ὑποχώρησις ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει, ὅτι ὑμεῖς θὰ ἐπρονοεῖτε ἐπαρκῶς ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐνομίσατε, Κύριε Ὑπουργέ, καὶ τὸ εἴπατε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅταν ἀνέπτυξα τὰ τοῦ πρωτοκόλλου, ὅτι σᾶς κάμνω ἀντιπολίτευσιν. Δὲν εἶμαι προδιατεθειμένος ποσῶς νὰ σᾶς κάμω ἀντιπολίτευσιν, διότι πολὺ καλῶς γνωρίζετε ὅτι δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ὁ διάδοχος τῆς Κυβερνήσεώς σας. Καὶ βεβαίως, οὔτε ἀγωνίζομαι νὰ συμμετάσχω τῆς Κυβερνήσεώς σας. Ἤμην ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἀπεμακρύνθην ταύτης· δὲν ἔχω οὐδένα λόγον ἑπομένως νὰ σᾶς ἀντιπολιτευθῶ, σᾶς ἐδήλωσα δέ, καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνέλαβον τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἡ πολιτική μου θὰ εἶναι πολιτική, προάγουσα τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Μὴ ἐπιμένετε ἐκεῖ ὅπου πρέπει μετὰ πολλῆς ψυχραιμίας νὰ σκεφθῆτε. Ἀναγνωρίσατε τίνα δεσμὰ ἐπεβάλατε εἰς τὴν Ἑλλάδα, λόγῳ τοῦ περιβάλλοντος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθητε καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐπηρεάσθητε.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δύνασθε νὰ ἐλέγχητε ἐμὲ ὄχι τὸ περιβάλλον.
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐλέγχω οὐδένα ξένον. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀνέγνωσα ὅσα ἀνέγνωσα ἐνταῦθα, διότι ἀπό τοιούτου εἴδους ἀπροσεξίας, ἂς εἴπω, καὶ ἀτυχεῖς ἕξεις τοῦ προσφάτου παρελθόντος, ἀφήνετο ἡ ἐντύπωσις εἰς τοὺς ἔξω ὅτι οἱ ἀντίπαλοί σας δὲν εἶνε διατεθειμένοι φιλικῶς νὰ συνεργασθῶσι μετ’ ἐκείνων. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ· δὲν εἶνε τὸ μέσον αὐτό, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προαχθῇ ἡ Ἑλλάς. Δὲν εἶσθε ὁ ἰσόβιος ὑπουργὸς καὶ δὲν εἶνε ἰσόβιος ἡ ὑπουργία σας. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς νὰ κανονίσητε τὸν διάδοχόν σας. Ἀφήσατε τὸν ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐκλέξῃ ὅποιον θέλει. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, διότι σᾶς βλέπω διατεθειμένον, εἰς πᾶσαν λέξιν, ἡ ὁποία ἐξέρχεται ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ν’ ἀναλαμβάνετε ὡς διδάσκαλος νὰ μᾶς διδάσκητε τὰ καθήκοντά μας, καὶ μοὶ λέγετε, μὴ ὁμιλεῖτε περὶ τούτου ἢ ἐκείνου. Γνωρίζω πολὺ καλῶς πῶς πρέπει νὰ ὁμιλῶ καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ καταχρᾶσθε μιᾶς τοιαύτης ἕξεως.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἡ παρατήρησίς μου ἦτο αὕτη. Εἶπον, ὅτι εἶμαι ὑπόλογος διὰ τὰς ἐνεργείας μου καὶ δὲν ἀνέμενον ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ζητήσῃ νὰ ἐλέγξῃ ἄλλον τινὰ καὶ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὸ περιβάλλον τὸ ὁποῖον ἔχω. Τοιαύτη ἀντίρρησις δὲν ἠδύνατο νὰ θίξῃ οὐδένα. Τί ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὥστε νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχομεν ἕξεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ μὴ συνεχισθοῦν;
§144Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπατε κ. Ὑπουργέ, ὅτι σᾶς δύναμαι νὰ ἐλέγχω, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπεκτείνω τὸν ἔλεγχον εἰς τόν περιβάλλον σας. Δέν ἦτο δικαιολογημένη ἡ παρατήρησίς σας.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀκριβῶς· ἐκάματε μίαν ὁλόκληρον σειρὰν σκέψεων καὶ δὲν σᾶς διέκοψα, σᾶς εἶπον ὅμως, ἐλέγξατε ἐμὲ ὅσον θέλετε. Εὑρισκόμενος ἐν τῷ δικαίῳ θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀλλ’ εἶνε ἄδικον νὰ ἐπεκτείνετε τὸν ἔλεγχον ἐπὶ ἄλλων ἐκτὸς ἐμοῦ.
§146Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐπεξέτεινα ἐγὼ τὸν ἔλεγχον.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Κύριε Βουλευτά, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐλέχθη, ὑποθέτω, ὅτι ἤκουσα ὅτι ἡμεῖς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διεβάλλομεν ὑμᾶς.
§148Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐλέχθη αὐτό.
§149Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπον ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐγράφησαν καὶ ἤθελον νὰ ἐκκαθαρισθῇ μίαν φορὰν ἡ ὑπόθεσις.
§150Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Εἴπατε ὅτι ἔχομεν ἕξεις ἐκ τοῦ παρελθόντος.
§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θέλω νὰ τελειώσω.
§152Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐλέχθη αὐτό;
§153Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐγίνοντο τοιαῦται διαβολαί.
§154ΑΥΓ. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Τὸ εἴπατε καὶ τὸ ἐπανελάβατε. (Θόρυβος).
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ἀφορμῆς τῆς παρατηρήσεώς μου ὅτι εἶνε περιττὸν νὰ ἐκτείνῃ τὸν ἔλεγχόν του ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ εἰς τὸ περιβάλλον, δὲν ἐδικαιολογεῖτο ἡ ἐξολίσθησις εἰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θίγουν μίαν ὁλόκληρον πολιτικὴν μερίδα, μίαν ὁλόκληρον τάξιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν ἕξεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐξετέθημεν εἰς διαβολὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δικαιοῦμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσχυρισμὸς ἀνακριβέστατος τούτου.
§156Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἀκριβέστατος. (Θόρυβος).
§157Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ, Οἰκ.). Αἱ ἕξεις ἐμοῦ ὑπῆρξαν πάντοτε ἕξεις προστασίας τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων. Συκοφάνται καὶ διαβολεῖς δὲν ὑπήρξαμεν ἡμεῖς ποτέ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποτολμᾷ νὰ ἐκστομίσῃ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τήν ἐσχάτην, αὐτὸς ἐκ προθέσεως καὶ σκοπίμως συκοφαντεῖ. (Χειροκροτήματα).
§158Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ μετὰ τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εἰς αὐτόν, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλω νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἄν θλίβῃ τινὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐμὲ θλίβει πρὸ παντός.
§159Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Τὸ ἐπανεφέρατε ὑμεῖς.
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄν ἤθελα νὰ εἴπω ὅσα ὑπεχρεώθην νὰ κρύψω ἐσωτερικῶς, δὲν γνωρίζω ἄν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συνεδριάζωμεν ὁμοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ γνωρίζετε καλῶς πόσα, καὶ κατηγορηθεὶς ἴσως παρ’ ὁμοφρόνων, ἔπραξα, ὥστε νὰ τεθῇ εἰς αὐτὸ τὸ παρελθὸν κἄτι τι τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς καλλίτερον μέλλον αὐτὸν τὸν τόπον, καί μὴ ζητῆτε διὰ τοιούτων προκλήσεων νὰ φέρετε ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο ἐπ’ ἀγαθῷ, οὐδ’ ἡμῶν ἀλλ’ οὐδὲ τῆς Χώρας πρὸ παντός. Τί ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθὸν δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω, ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ παρὸν καὶ σᾶς εἶπον καὶ σᾶς ἐτόνισα ὅτι εἶδον ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, ὅτι πάντοτε ἐκεῖ, εἰς τοὺς ξένους, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, βεβαίως ὄχι ἀπὸ ἐμέ, ὅστις δὲν ἤμην ἐκεῖ, ὅτι ἐξωτερικαὶ ἀντιδράσεις φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ σᾶς ἐμποδίζουν νὰ κανονίσετε τοὺς λογαριασμοὺς μετὰ τῆς Γαλλίας.
§161Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ὥστε νὰ στηρίζετε ἐπὶ μιᾶς ἀνακριβείας μίαν τοιαύτην ἰδέαν.
§162Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλετε νὰ κάμνετε ἐντυπώσεις καὶ δὲν προσέχετε εἰς ἐκεῖνα, τὸ ὁποῖον λέγω. Ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπον ὅτι ἐκάμετε σεῖς ἢ ἄλλος τις· ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι ἐγεννήθη τοιαύτη ἐντύπωσις.
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἐγεννήθη, Κύριε Βουλευτά.
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγράφη τοῦτο καὶ φέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς.
§165Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐγράφη, Κύριε Συνάδελφε. Λέγεται ἁπλούστατα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρείλκυε τὰς διαπραγματεύσεις διὰ λόγους τινὰς ἐσωτερικούς.
§166Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δίδετε τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν θέλετε, κύριε Ὑπουργέ, ἀλλ’ οἱ ἰδικοί σας ἀνταποκριταί, οἱ παρακολουθοῦντες σᾶς, ἔγραψαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθητε νὰ διαψεύσητε.
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἠναγκάσθην νὰ διαψεύσω τίποτε ἀπολύτως.
§168Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ἰδικῆς σας πλευρᾶς προῆλθον, ἐκ τῶν δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἠκολούθουν.
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν προῆλθον τίποτε ἀπολύτως.
§170Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἰδικῆς σας πλευρᾶς.
§171Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι, θέλω νὰ φθάσω εἰς τὸ τέρμα. Ἀνέπτυξα ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον τοὺς διαφόρους δεσμούς, περιορισμοὺς καὶ ἐλέγχους, οἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὰς βάσεις ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ πρὸ ἡμῶν σύστημα τῆς οἰκονομικῆς ὀργανώσεως. Καταλήγων, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἰδιαιτέραν προσοχήν σας. Ἔχω νὰ συστήσω νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν μέτρων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἀπόφασιν, ἐπηρεαζομένη, ὁπωσδήποτε ἐκ τῶν διαιρουσῶν αὐτήν πολιτικῶν μερίδων. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπιζητῇ τις νὰ ἴδῃ ἐν πάσῃ τῇ δυνατῇ ἐκτάσει ποῖα ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ τὸ ἔργον. Σᾶς ὡμίλησα, οὐχὶ περὶ ὅλων, διότι ἐὰν ἤθελον νὰ ἐξαντλήσω, ταῦτα, ἔπρεπεν ἀκόμη πολὺν νὰ καταναλώσω χρόνον. Δὲν ἔθιξα ποσῶς τὸ ζήτημα τῆς βλάβης, ἥτις γίνεται εἰς τὸ μέγα οἰκονομικόν μας ἵδρυμα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἥτις ἐζητήθη προσωρινῶς νὰ θεραπευθῇ διὰ τῆς εἰς αὐτὴν παραχωρήσεως τοῦ ἀντιτίμου τῶν καλυμμάτων, διὰ τοῦ ὁποίου ὅμως νέα ἄλλη ἐπέρχεται ἀδικία καὶ παρανομία. Περὶ τούτων ἄλλοτε ἐλέχθησαν ἱκανὰ καὶ οὐδεὶς δύναται σοβαρῶς νὰ ἀναμφισβητήσῃ ὅτι τὰ καλύμματα τῶν τραπεζογραμματίων ἀνήκουσι καὶ πρέπει νὰ περιέλθωσιν, ἄνευ ἀποζημιώσεώς τινος εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία θ’ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν τραπεζογραμματίων. Καὶ ἀπόλυτον ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τῆς γνώμης μου καὶ διὰ τοῦτο προέτεινα νὰ διενεργηθῇ διαιτησία ὑπὸ τῶν κορυφαίων οἰκονομικῶν κύκλων τῶν διοικητῶν τῶν μεγαλειτέρων ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων νὰ ὑποβληθῇ τὸ ζήτημα πρὸς λύσιν. Μοὶ εἶπον ὅτι θὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο, καὶ θὰ ἴδητε εἰς τὰ πρακτικά, ὅσοι θὰ θελήσητε ν’ ἀσχοληθῆτε μὲ τὴν ἰδιαιτέραν ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία εἰς τὰ διάφορα οἰκονομικὰ ζητήματα γίνεται, ὅτι καταντᾷ νὰ γεννᾶται ἀπορία εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὸν κανονισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ τῆς νέας Τραπέζης, πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἡ Τράπεζα αὐτὴ κάμνει τόσας παραχωρήσεις. Τὸ πρᾶγμα ἦτο εὔκολον, διότι ἐγένετο ἡ προσωρινὴ ἱκανοποίησις τῶν σήμερον ἐνδιαφερομένων, χωρὶς ὅμως νὰ δίδεται ἡ προσήκουσα προσοχὴ εἰς τὸ ἵδρυμα αὐτὸ ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ τὸ ἵδρυμα αὐτὸ προσεπάθησεν, ἀληθῶς, τουλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης νὰ παραμένουν ἐπὶ ὡρισμένην σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν παλαιὰν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ καλύμματα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο καὶ ἕν εἶδος ἀποζημιώσεως διὰ τὴν στέρησιν τοῦ ἀφαιρεθέντος παρ’ αὐτῆς προνομίου. Ἀλλ’ οἱ ἱδρύοντες τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, κατ’ οὐδένα τρόπον ἐδέχθησαν τοῦτο καὶ κατέληξαν μετὰ πολλὰς συζητήσεις εἰς τὸ νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅπως μόνον μέρος διατηρηθῇ μὲ τὸν περιορισμόν, ὅπως ἡ Τράπεζα μὴ ἀσκῇ ἐντεῦθεν πάντα, ἀλλὰ περιωρισμένα κατ’ ἀριθμὸν δικαιώματα ψήφου. Δὲν θέλω Κύριοι, νὰ κουράσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Θὰ σᾶς εἴπω ὅμως ὅτι σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἀριθμούς τινας οἱ ὁποῖοι προέκυψαν τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τὴν συζήτησιν. Σκεφθῆτε ψυχραίμως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὀλιγώτερον ἐνδιαφέρον. Δὲν σᾶς ζητῶ νὰ πεισθῆτε εἰς ἐμὲ καὶ νὰ μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅσα θὰ σᾶς εἴπῃ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐμπιστοσύνην νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον τοῦτον, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ ἠπίως καὶ ἠρέμως νὰ λάβητε τὸν χρόνον, ὅσος εἶνε ἐπαρκὴς νὰ μελετήσητε ὅ,τι πρόκειται αὔριον διὰ τῆς ψήφου σας νὰ κυρώσητε. Δὲν εἶνε δυνατόν, Κύριοι, νὰ φθάσωμεν εἰς οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν, ὅταν δὲν φροντίσωμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν ἐκ τῶν προτέρων τῶν οἰκονομικῶν δοσοληψιῶν μας καὶ ὅταν σεῖς δὲν θὰ γνωρίζητε ποῖον θὰ εἶνε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκκαθαρίσεως. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ δύνασθε ἐν ἡσύχῳ συνειδήσει νὰ εἴπητε, ὅτι δεχόμεθα τὰ προτεινόμενα. Ναί, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὑπῆρχε τρόπος ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις νὰ διαχειρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, αὐτὴ μόνη αὐταρχικῶς, διότι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὅπου τοιαῦτα ζητήματα ἐλύθησαν, τοῦτο μᾶλλον ἐγένετο. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ Βέλγιον, ὅπου διὰ τὴν ρύθμισιν τῆς οἰκονομικῆς ὀργανώσεως, ἐδόθη ἀπόλυτος αὐταρχικὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσία. Θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ φέρουσα ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ δώσῃ, πολλῷ μείζονα, τὴν προσοχήν της. Δὲν θ’ ἀδικήσω τοὺς κυβερνῶντας ὅτι δῆθεν παρορῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ὅταν ἔχωσιν ὄπισθέν των τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, νομίζοντες ὅτι καλύπτονται διὰ ταύτης. Πολοῦ γε δεῖ. Ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ κυβερνήτης καὶ πάντοτε εἶχον ὑπ’ ὄψει, ἐφόσον ἠδυνάμην νὰ καλυφθῶ δι’ αὐτῶν. Ἀλλὰ ψυχολογικῶς, σπουδαίως ἐπιδρᾷ ἡ συναίσθησις, ὅτι μόνος τις φέρει τὰς εὐθύνας καὶ δὲν τὰς μερίζεται. Καὶ ὅταν ἡ εὐθύνη εἶνε μερισμένη, κατ’ ἀνάγκην πρέπει κεχωρισμένως νὰ σκεφθῆτε καὶ σεῖς κατ’ ἰδίαν διὰ τὸ μέρος τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον θὰ φέρετε. Δὲν εἶνε δυνατὸν τυφλοῖς ὄμμασι νὰ δεχθῆτε νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον περὶ οἰκονομικῆς ὀργανώσεως, χωρὶς νὰ γνωρίζητε πλήρως τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ εἴπητε ὅτι θὰ ὑποβληθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα βάρη, ἐφόσον δὲν εἶσθε πεπεισμένοι περὶ τῶν ἐλπιζομένων ἐξ αὐτῶν ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων. Καὶ τῶν προτεινομένων, εἶνε λίαν ἀμφίβολος ἡ ἐπιτυχία, ὅταν ἔχομεν προϋπολογισμὸν μὴ ἐπαρκῶς ἰσορροπημένον. Ἔχομεν ἐλλείμματα, τῶν ὁποίων ἀμφίβολος εἶνε ἡ κάλυψις, ἔχομεν ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικὸν ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶνε εὐμενές· ἔχομεν μίαν πολιτικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία δὲν μᾶς δίδει καμμίαν σταθερότητα ἀπόλυτον. Εἷς, ἐλάχιστος, ψυχολογικὸς φόβος, παρ’ οἱουδήποτε ἀνοήτου, ὅσον μικροῦ καὶ ἀδυνάτου, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ, δὲν γνωρίζω ποῖον δυσάρεστον ἀποτέλεσμα. Πρέπει νὰ ἔχητε ὅλους τοὺς παράγοντας τούτους ἀσφαλεῖς καὶ τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα καὶ τὸν κοινωνικὸν βίον, πρέπει νὰ ἔχητε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀσφαλές, πρέπει νὰ ἔχητε εὐμενὲς καὶ ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν λογαριασμῶν· πρέπει νὰ ἔχητε ἀκόμη ἐξασφαλίσει τὴν εἰσροὴν εἰς τὴν Χώραν τῶν κεφαλαίων καὶ τήν μὴ ἔξοδον αὐτῶν. Δὲν ἔχομεν ἀκόμη τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐξησφάλισε τὴν μὴ φυγάδευσιν καὶ τῶν πόρων καὶ τῶν κεφαλαίων. Καὶ ἐλλείπει ἀκόμη ἕν πολὺ οὐσιῶδες, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδαμοῦ εἶδον νὰ γίνεται λόγος. Δὲν ὑπάρχει ἢ ἡ ὄπισθεν ἀσφάλεια, ἄς τὴν εἴπω οὕτω, τῆς σταθεροποιήσεως. Ἡ ὄπισθεν ἀσφάλεια εἶνε ἡ ἐξασφάλισις πιστώσεων διὰ τῶν Τραπεζῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀναλάβουν νὰ παράσχουν τοιαύτας εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ὅπως κρατηθῇ ἡ τιμὴ τῆς σταθεροποιήσεως, ἐν περιπτώσει οἱασδήποτε ἐνδεχομένης δυσμενοῦς περιστάσεως. Καὶ ἐφόσον τοιαῦται πιστώσεις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δὲν ὑφίστανται, καὶ ἂν τὰ ἄλλα τὰ ἔχετε ἐξασφαλίσει, θὰ ἔπρεπε μόνη ἡ ἔλλειψις αὐτῶν νὰ σᾶς κάμῃ σπουδαίως νὰ ἀνησυχῆτε διὰ τὰ ἀποτελέσματα ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ ἐξ ἑνὸς ψευδοῦς πανικοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ εἰσεχώρει. Καὶ ἀντὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν αἱ τοιαῦται περιπτώσεις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐξησφαλισμέναι διὰ πᾶσαν περίστασιν, ἡ ὁποία ἤθελε παρουσιασθῇ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, βλέπω τοὐναντίον παρασκευαζομένην τὴν ὁδὸν εὐθείας καταστροφῆς, διότι ὑπάρχουν περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας προβλέπεται ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀναστολὴ τῆς κυκλοφορίας καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δέν θέλω, Κύριοι, νὰ εἶμαι ἀπαισιόδοξος. Ἄν ἡ Βουλή, ἄν ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἔθνους ἀποδεχθῇ τὰ εἰσηγούμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εὐχηθῶ ἐκ πάσης καρδίας νὰ ἐπιτύχωσιν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ θεωρῶ ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, ἄν δὲν ἔθετον πρὸ ὑμῶν παρ’ ὅλον τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον κατηνάλωσα, ἓν πάσῃ συντομίᾳ, ὅλους τοὺς κινδύνους τοὺς ἐνδεχομένους ἐκ τῶν εἰσηγουμένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μέτρων. Πράξατε καὶ σεῖς πάντες ὁμοίως τὸ ἰδικόν σας καθῆκον, ὡς καὶ ἐγώ, ὅπως τὸ αἰσθάνεσθε. Εἶμαι βέβαιος ὅτι περισσότερον πάντων αἰσθάνεται τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος φέρει καὶ τὸ μεγαλεῖτερον ἠθικὸν βάρος. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐρρέθη ὅτι ἀφέθη ἡ προστασία τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κ.Τ.Ε., ἡ ὁποία παρέλιπε νὰ θέσῃ τὸν περιορισμόν, ἵνα αὕτη ἐλέγξῃ τοὺς οἴκους, εἰς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ προσφύγῃ ἡ Ἑλλάς. Ἡ Κ.Τ.Ε., ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπή, ἔπραξε βεβαίως τοῦτο, ἀλλ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της, ὅτι ὁ παριστάμενος καὶ συζητῶν μετ’ αὐτῆς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐνέπνεεν εἰς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ δικαίως ἐνέπνεε τοιαύτην, ὅτι, λέγω, ὁ παριστάμενος Ὑπουργὸς δὲν θὰ εἶναι διαρκὴς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγνώριζεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς διοικεῖται κοινοβουλευτικῶς καὶ ὅτι ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς δύναται νὰ μὴ εἶναι αὔριον καὶ διὰ τοῦτο ἀνέθεσε μὲν τὴν τιμὴν ταύτην, ἀλλ’ ἔλαβεν ὅλην τὴν πρόνοιαν, ὥστε νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐξησφαλισμένη πάσης οἱασδήποτε ἐνδεχομένης παραβάσεως. Ἡ Ἑλλὰς ἀνέθεσεν εἰς πάντας ὑμᾶς τὴν τιμήν της, ἄνευ οὐδενὸς δεσμοῦ, εἰμὴ μόνον τοῦ δεσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ συνείδησίς σας. Ἐξετέλεσα ὅσον ἠδυνάμην τὸ καθῆκον μου· πράξατε καὶ σεῖς ὅ,τι ἐπιβάλλει ἡ συνείδησίς σας. (Χειροκροτήματα).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 10.30′. Μετὰ τὴν διακοπὴν (Ὥρα 12 καὶ 15 μ. μ.)
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§174Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τὴν ἐξάντλησιν αὐτοῦ, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§175Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὡσαύτως, κ. Πρόεδρε, παραιτοῦμαι καὶ ἐγώ. (Κληθέντες μετὰ ταῦτα ὑπὸ τοῦ Κου Προέδρου οἱ ἐγγεγραμμένοι ὅπως ὁμιλήσουν κ. κ. Κ. Δεμερτζῆς, Α. Μητσοτάκης, Ν. Κολυβᾶς καὶ Γ. Ἀθανασιάδης ἀπουσιάζουν).
§176Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ συζήτησις, διότι οἱ ἀπουσιάζοντες εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι πρὸ αὐτῶν ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἵνα ὁμιλήσουν ἄλλοι, δὲν ἠδύναντο δὲ νὰ προϋποθέσουν ὅτι οὗτοι θὰ παρητοῦντο τοῦ λόγου.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοὐλάχιστον ἡ συζήτησις δὲν δύναται, παρὰ νὰ περατωθῇ, ἐφόσον οἱ ἐγγεγραμμένοι ἀπουσιάζουν. Αὔριον δύνανται νὰ ἐπανεγγραφοῦν.
§178Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὔριον θὰ ὁμιλήσω πρῶτος, δύνανται δὲ νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι, λαμβάνοντες ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ τηρηθῇ ἡ ἀπόφασις, ὅπως κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν περατωθῇ ἡ συζήτησις αὕτη.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5ην ἀπογευματινὴν τῆς αὔριον. (Ὥρα 12.45 μ. μ.)