| 379 | α) | ἀντίτιμον κτημάτων ἀνη- | |||
| 380 | κόντων εἰς ξένους | Δρ. | 150.000.000 | ||
| 381 | β) | ἀποζημιώσεις ὀφειλόμε- | |||
| 382 | ναι εἰς ἰδιοκτήτας πλοίων | ||||
| 383 | ἐπιταχθέντων κατὰ τὸν πό- | ||||
| 384 | λεμον | Δρ. | 80.000.000 | ||
| 385 | 230.000.000 | ||||
| 386 | γ) | Ὑπηρεσία Μεταφορῶν | » | 129.000.000 | |
| 387 | δ) | Διάφορα | » | 171.000.000 | |
| 388 | ε) | Ὀφειλὴ πρὸς Ε.Α.Π. | » | 57.000.000 | |
| 389 | ζ) | Ἑτέρα ὀφειλὴ Ε.Α.Π. | » | 53.000.000 | |
| 390 | Ἤτοι ἐν ὅλῳ | » | 640.000.000 |
1927.11.22
3,506 rows · 26,815 words · 1 table · 95 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5η
ΤΡΙΤΗ 22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1927
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ ἕνωσις κατωτέρου προσωπικοῦ δημοσίας ὑπηρεσίας δι’ ὑπομνήματος αἰτεῖ αὔξησιν ἀποδοχῶν δημοσίων κλητήρων. Τὸ σωματεῖον κτηνοτρόφων Κιλκὶς «τὸ Πρόβατον» διὰ ψηφίσματός του συνιστᾷ τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν προστασίαν καὶ προαγωγὴν τῆς κτηνοτροφίας. Ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις σωματείου ἁμαξοκαρραγωγέων ἐργατῶν ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν καταβολὴν ἐπιδικασθείσης ἀποζημιώσεως ἐνδιαφερομένων. Ὑποβάλλεται αἴτησις Κωνστ. Πολυχρόνου κλπ. κατοίκου Καλοχωρίου Θεσσαλονίκης περὶ μεταθέσεως δημοδιδασκάλου Θ. Κρυστάλη. Καπνεργατικὸς κόσμος Μακεδονίας, Θράκης καὶ Παλ. Ἑλλάδος τηλεγραφικῶς διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι καταβολὴν ἐπιδομάτων ἀνεργίας βʹ περιόδου. Ὁ σύλλογος καταστηματαρχῶν ὑποδηματοποιῶν Λευκάδος «Ἅγιος Χαράλαμπος» διὰ ψηφίσματος τῶν μελῶν αἰτεῖται ὅπως ληφθῇ καὶ οὗτος ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ περὶ Ἐπιμελητηρίων νόμου. Ὁ σύλλογος ἐργατῶν λιμένος Λευκάδος ἡ «Ἀλληλοβοήθεια» διὰ ψηφίσματός της ἐκφράζει εὐχὴν ἐγκρίσεως νομοσχεδίου περὶ ἀποδόσεως εἰς τὰ σωματεῖα Λευκάδος τῶν ἐπὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Κερκύρας συνδρομῶν κλπ. Ἰδιοκτῆται οἰκοπέδων κάτοικοι Κοινότητος Γαστούνης ὑποβάλλουν ψήφισμα διαμαρτυρίας διὰ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως τῆς ἐπιταχθείσης περιουσίας των. Ἐπιτροπὴ συνδέσμου δημοσίων ὑπαλλήλων Πτολεμαΐδος διὰ ψηφίσματός της διαμαρτύρεται διὰ λαμβανόμενα μέτρα παρὰ Κυβερνήσεως κατὰ ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ. Ἕνωσις φαρμακοϋπαλλήλων κλπ. Πατρῶν Πελοποννήσου παρακαλεῖ ὅπως προταχθῇ σχέδιον νόμου κατατεθὲν ἀπὸ παρελθόντος Ἰουλίου. Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καρατζόβας διὰ τηλεγραφήματός του ἱκετεύει Κυβέρνησιν ἀποτρέψῃ μελετωμένην διακοπὴν λειτουργίας τοπικοῦ σιδηροδρόμου. Ὁ Πρόεδρος Νέου Πύργου Κουγιουμτζόγλου ὑποβάλλει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας δι’ ἄδικον φυλάκισιν εἰς μπουδρούμια οἰκογενειαρχῶν ἀγροτῶν. Κάτοικοι σταθμοῦ Ἀγκίστης διὰ τηλεγραφήματος διαμαρτύρονται δι’ ἀφαίρεσιν παρ’ ἐπιτηδείων τῆς προσόψεως τοῦ συνοικισμοῦ Ἀγκίστης. Γεωργοὶ κάτοικοι Σερρῶν τηλεγραφικῶς αἰτοῦσι ἀπόδοσιν διαρπαγείσης περιουσίας. Ἐξόριστοι Κάρτας διαμαρτύρονται διὰ διάλυσιν ἐργατικῶν ὀργανώσεων κλπ. Ἡ Λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Κατακώλου ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου 1855 περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Κάστα. Ἡ ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Μαγνησίας, δι’ ὑπομνήματός της ζητεῖ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας εὑρισκομένων σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων Θεσσαλίας. Ἀντιπρόσωποι Καπνεργατικῆς ὁμάδος αἰτοῦσι τὴν ὑλικὴν ἐνίσχυσιν αὐτῶν. Ἡ Συνομοσπονδία τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἐλαττώσεως τέλους ἐπιτηδεύματος καί καταργήσεως ὑποβληθείσης ἐμμέσου φορολογίας. Τὸ Συνδικᾶτον ἐργατῶν ἐπισιτισμοῦ ἡ «Πρόοδος» διὰ ψηφίσματός του αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τῆς ἑβδομαδιαίας ἀναπαύσεως καὶ τὴν χορήγησιν ἐπιδομάτων εἰς ἀνέργους κλπ. Ὁ κ. Ι. Κούνδουρος πρώην ὑπουργὸς ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἀποχῆς ἢ ἀντικαταστάσεως τῶν κ. κ. Π. Τσιτσεκλῆ καὶ Κ. Καλκάνη, ἐκ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§3Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νὰ συζητηθῇ ἀπόψε.
§4Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Νὰ συζητηθῇ τὴν Παρασκευήν. Ὄχι ἀπόψε.
§5Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τὴν Παρασκευήν.
§6Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὸν λόγον. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε.
§7Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἡ Ἀνακριτικὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ἐκλεγεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἰωσὴφ Κουνδούρου, κατηγορουμένου διὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Πολιτεύματος καὶ διὰ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ Διατάγματος τῆς ἀναδρομικῆς ποινῆς, ὑπεβλήθη αἴτησις ἐξαιρέσεως διά τε τὸν Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τὸν κ. Καλκάνην, τὸν εἰσηγητὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ὀφείλω πρὸ παντὸς νὰ δηλώσω ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀγχόνης ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Τσιτσεκλῆς, ὡς δημοσιογραφήσας καὶ ἐκφράσας ἐπιστημονικῶς τὴν γνώμην του, ἐδήλωσε κώλυμα διὰ τὴν συμμετοχήν του, ὡς καὶ ὁ κ. Λαδᾶς, ὡς συνήγορος τοῦ καταδικασθέντος καὶ ἐκτελεσθέντος πελάτου του. Ἐπίσης τοιαύτην αἴτησιν ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὁ κ. Καλκάνης, ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν βλέπει βάσιμον τὸν λόγον τῆς ἐξαιρέσεως, διότι ὁ κ. Καλκάνης ἦτο συνήγορος ἀνθρώπου καταδικασθέντος εἰς εἱρκτήν. Γεννᾶται, Κύριοι, τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι ζήτημα παρωνυχίδος. Ἡ Ἐπιτροπή, κατόπιν μακρᾶς διασκέψεως, ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν, ὡς νόμῳ καὶ κατ’ οὐσίαν ἀστήρικτον, εἰσηγουμένου τοῦ κ. Σωτηριάδου, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχεν αὕτη καὶ ἐπροχώρησε εἰς τὸ ἔργον της. Αὐτὰ ἤθελον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ὀφείλετε νὰ γνωρίζετε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀναφορά, ἡ ὑποβληθεῖσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἀναφορὰ ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἐξ ὧν κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δύναται πᾶς τις ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον. Πρόκειται περὶ καθαρῶς δικαστικοῦ ἐγγράφου καὶ περὶ δικαστικῆς ἐνεργείας. Αὐτὸ νὰ τὸ προσέξητε. Ἔφερε δὲ καὶ φέρει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ὑποβληθεῖσαν αἴτησιν, ὄχι διὰ νὰ τὴν ἐκδικάσῃ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τοιοῦτο δικαίωμα, ἀλλὰ διότι, ὡς κυρίαρχον σῶμα ἡ Βουλή, ἐκ τῆς ὁποίας ἀντλεῖ τὰ δικαιώματα αὐτῆς ἡ ἐπιτροπή, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταργήσῃ ἂν θέλῃ, ἐν ἀνάγκῃ, τὴν δίκην. Δηλαδὴ ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ τὸ πᾶν. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ λογοδοτεῖ πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα, ἵνα ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως κρίνουσα αὕτη, περὶ τῆς ἀδικίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἀποφανθῇ ἂν μέχρι τοῦδε ἔπραξεν ἡ ἐπιτροπὴ τὸ καθῆκόν της ἢ ἂν ὑπάρχουν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα παρεβίασαν τὰ στοιχειώδη καθήκοντα τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Θὰ ἐξετασθῇ δηλαδή, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπολαμβάνῃ ἀκόμη τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων της, ἢ ὄχι.
§8ΙΩΣΗΦ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρεξηγήθη ἐντελῶς τὸ πνεῦμα τῆς ὑποβληθείσης αἰτήσεως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἐξετασθῇ ἐν καιρῷ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§10Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἶνε ἤδη γνωστὸν εἰς ὑμᾶς καὶ ἐκ παλαιῶν καὶ προσφάτων ἀνακοινώσεων, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Πανέλληνας. Στηρίζεται ἐπὶ μεγαλοφυοῦς σχεδίου, φιλοτεχνηθέντος ἐπιμελῶς ἐν Γενεύῃ, μετὰ προκληθεῖσαν ἐπίσκεψιν καὶ συνεννόησιν πρὸς τοὺς ἐν Ἀθήναις Τραπεζίτας τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης, καὶ τοὺς ἄλλους ἐπισήμους, σχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ ὁλοκληρωτικὴ καὶ κατὰ γράμμα ἐκτέλεσις θὰ συντελέσῃ ἀσφαλῶς, ὡς φρονοῦσι καὶ διαλαλοῦσιν οἱ μεμυημένοι, εἰς τὴν πλήρη ἡμῶν οἰκονομικὴν καὶ νομισματικὴν ἐξυγίανσιν. Ἡ Γενεύη εἶπε διὰ τοῦ σχεδίου τούτου εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Ἑλλάδος, εὐλαβεῖς προσκυνητάς, καὶ διὰ τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν: Μὴ ἀνησυχῆτε διὰ τὸ μέλλον καὶ μὴ θορυβῆσθε: «Ρανῶ ἐγὼ ἐφ’ ὑμᾶς ὕδωρ καθαρὸν καὶ καθαρισθήσεσθε ἀπὸ πασῶν τῶν ἀκαθαρσιῶν ὑμῶν, καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν καινὴν καὶ πνεῦμα καινόν, καὶ ἀφελῶ τὴν καρδίαν ὑμῶν τὴν λιθίνην, καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην». Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως οἱ Ἕλληνες Ὑπουργοί, οἱ ἐπὶ τῶν γονάτων πεσόντες, μετὰ τὴν παρήγορον ταύτην ἐπανάληψιν τῆς προφητείας τοῦ Ἰεζεκιήλ, ἠγέρθησαν περιχαρεῖς καὶ ἔσπευσαν νὰ ἐξέλθωσιν θριαμβευτικῶς τῆς Γενεύης, μὲ καρδίαν καινὴν καὶ πνεῦμα καινόν, καθ’ οἷον τρόπον ἐξέρχονται τοῦ ἡγιασμένου ὕδατος dalla Santissima ouda οἱ συμπληροῦντες τὴν θητείαν αὐτῶν εἰς τὸ Καθαρτήριον: Rifati si come piante novelle Rinovelate di novella fronda puri e disposte à salire alle s'elle ἀναγεννηθέντες ὡς τὰ νέα ἄνθη, τὰ ἀνανεούμενα διὰ νέων φύλλων, ἁγνοὶ καὶ ἕτοιμοι νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἢ ὅπερ ταὐτὸν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἀδημονοῦσαν νὰ ἐπανίδῃ αὐτοὺς τὸ ταχύτερον γλυκυτάτην καὶ δανειόθρεπτον Ἑλλάδα. Ἀλλ’ εἶνε, νομίζω, πρέπον, ὡς εἰπεῖν ἐπιβεβλημένον, δὲν θὰ θεωρηθῇ δὲ βεβαίως ὡς ὑπερβολικὴ ἀξίωσις, οὔτε ὡς αὐθάδεια νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὸ καθαρὸν τοῦτο καὶ ἡγιασμένον ὕδωρ τῆς Γενεύης εἶνε ἀληθῶς προωρισμένον ν’ ἀποπλύνῃ πάσας τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς καρδίαν καινὴν καὶ πνεῦμα καινόν, νὰ ἐξασφαλίσῃ δὲ καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὴν ἡσυχίαν καὶ εὐτυχίαν τοῦ μέλλοντος, ἤ, ἂν τοὐναντίον, κίνδυνος εἶνε νὰ σωρεύσῃ νέας ἐπὶ τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν καὶ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον οἱανδήποτε εἰς τὸ μέλλον οἰκονομικὴν ἐπανόρθωσιν. Πρὸς τοιαύτην ἐξέτασιν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ὅπως μετ’ εὐμενοῦς τινος προσοχῆς παρακολουθήσητε τὴν ἀνάλυσιν τοῦ σχεδίου τῆς Γενεύης, ἔν τε ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς συνεπείαις, αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς ἀποδοχῆς καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Τὸ σχέδιον τῆς Γενεύης περιλαμβάνει τὴν σύναψιν τριμεροῦς δανείου 9.000.000 λιρῶν ἀγγλικῶν. Τὸ πρῶτον τμῆμα ἐκ 3.000.000 λιρῶν, εἶνε προωρισμένον πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν προηγουμένων χρήσεων. Τὸ δεύτερον πρὸς συμπλήρωσιν ἀποκαταστάσεως προσφύγων. Καὶ τὸ τρίτον ἐκ 3.000.000 λιρῶν ἐπίσης πρὸς σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς, ἐν συνδυασμῷ συγχρόνως πρὸς τὴν ἵδρυσιν νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς, εἰς ἐπιστέγασμα τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος, ἢ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀξιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας σύστασιν νέας Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἐξετάσωμεν μεθοδικῶς ἓν ἕκαστον τῶν μερῶν τοῦ πολυπλόκου σχεδίου. Ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον μέρος τοῦ τριμεροῦς δανείου τῶν 3.000.000 λιρῶν, κατὰ τὸ Πρωτόκολλον, τὸ ὑπογραφὲν ἐν Γενεύῃ τὴν 15ην Σεπτεμβρίου 1927, ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶνε προωρισμένον ἀποκλειστικῶς νὰ ἐκκαθαρίσῃ πάντα τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος, ἤ ὡς ἀναγράφει τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης ἐν τῷ Παραρτήματι Εʹ, τὰς καθυστερουμένας ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται αἱ ὀφειλαὶ αὗται; Εἰς προηγουμένην μου ὁμιλίαν ἐν τῇ Βουλῇ κατέδειξα, ὅτι αἱ ὀφειλαὶ αὗται ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ εἰς 2.100.000.000 δραχμῶν. Κατὰ τὸ Παράρτημα Εʹ τοῦ Πρωτοκόλλου αἱ ὀφειλαὶ αὗται ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 1.753.805.121.75. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν παρ’ ἐμοῦ ὑπολογισθέντων καὶ τῶν ἐν τῷ Πρωτοκόλλῳ σημειουμένων καθυστερήσεων, ἐκ προηγουμένων χρήσεων, προέρχεται ἐκ τούτου: Ὅτι εἰς τὸ Πρωτόκολλον δὲν σημειοῦται ἡ πρὸς τὴν Τράπεζαν ὀφειλὴ ἐκ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ἤτοι δὲν συμπεριλαμβάνονται 450.000.000 δραχμῶν περίπου, καθόσον ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἱκανὴν χρηματικὴν ἄνεσιν, καὶ δύναται νὰ περιμένῃ τὴν ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς διὰ τμηματικῶν δόσεων ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ 20%, ὡς θὰ περιμένῃ ἐπίσης τὴν ἐξόφλησιν τῶν 850.000.000 δραχμῶν περίπου, τὰ ὁποῖα κατέβαλε τοῖς μετρητοῖς διὰ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ μεγίστου μέρους τοῦ χρυσοῦ αὐτῆς ἀποθέματος, χάριν τοῦ δανείου τῶν Προσφύγων διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν δεχθῶμεν ὡς ἀκριβὲς καὶ βέβαιον τὸ ποσὸν τῶν καθυστερήσεων, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ Πρωτόκολλον ἐκ δραχμῶν 1,743,804,121,75 προβάλλει φυσικὸν τὸ ἐρώτημα, φυσικὴ ἡ ἀπορία: Πῶς μὲ ἓν δάνειον λιρῶν 3,000,000, τὸ ὁποῖον θὰ πορίσῃ εἰς ἡμᾶς 1,100,000,000, θὰ ἐξοφλήσωμεν καθυστερήσεις τοῦ παρελθόντος ἐκ δρχ. 1.743,805,121,75; Τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης λύει χαριέντως τὴν ἀπορίαν ταύτην. Διὰ τῶν 3,000,000 λιρῶν, θὰ ἐξοφλήσωμεν 1,100,000,000 καθυστερουμένων ὀφειλῶν, τὸ δ’ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον ἡ Γενεύη ὑπολογίζει εἰς 643,805, 121,75 δραχμὰς θὰ ἐξοφληθῇ διὰ τῶν διαθεσίμων πόρων τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Συγχρόνως ἐν τῷ Πρωτοκόλλῳ, ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5, καὶ εἰς Ἐδάφ. 2, ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δηλοῖ: Ὅτι τὸ ποσὸν τῶν διαθεσίμων αὐτῆς πόρων, ὁμοῦ μετὰ τοῦ ρηθέντος τμήματος τοῦ Δανείου τῶν 3,000,000 λιρῶν θὰ ἐπαρκέσουν πρὸς ὁλοσχερῆ ἐξόφλησιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ εἴποι τις ἄν, ἐξ ὑμῶν τῶν ἀκουόντων, περὶ ποίων διαθεσίμων πόρων ὁμιλεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπογράψας τὸ Πρωτόκολλον, ὅστις ἐξ ὀνόματος τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ, ὅτι θὰ ἐξοφλήσῃ δι’ αὐτῶν τὸ ὑπόλοιπον τῶν ὀφειλῶν τοῦ παρελθόντος ἐξ 643 ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει δυστυχῶς, πολλοῦ γε καὶ δή, διαθεσίμους πόρους, ἀφοῦ διηνεκῶς οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτῆς καταλήγουσιν εἰς ὀγκώδη ἐλλείμματα, καλυπτόμενα ἑκάστοτε διὰ νέων ἐτησίως δανείων καὶ ὅτι τοὐναντίον ἔχει ἔντονον οἰκονομικὴν καχεξίαν καὶ ἀδιαθεσίαν χρηματικήν, ἀκριβῶς ὁμοίαν πρὸς τὴν καχεξίαν τῶν προσβεβλημένων ὑπὸ ἑλειογενοῦς πυρετοῦ, ὅστις ἐκ βάθρων συγκλονίζει τὴν ὑγείαν αὐτῶν καὶ ταρταρίζειν ποιεῖ κατὰ συνεχῆ διαλείμματα τὸ δύστηνον αὐτῶν σῶμα. Ὅταν λέγομεν εἰς τὴν Γενεύην, ὅτι ἔχομεν διαθεσίμους πόρους, διὰ νὰ καλύψωμεν ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος, πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινέστεροι καὶ θετικώτεροι, καὶ ἀντὶ τῆς ἀκατανοήτου φράσεως τῶν ἀνυπάρκτων διαθεσίμων πόρων, νὰ δώσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ φροντίσωμεν εἰς τὸ μέλλον, διὰ τῆς πραγματικῆς περισυλλογῆς, διὰ περισσευμάτων ἀληθινῶν καὶ ἀσφαλῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ καθαρίσωμεν μεθοδικῶς τὰς ἀκαθαρσίας τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ τοιαύτη ὑπόσχεσις καὶ τοιαύτη δήλωσις ἐκ μέρους Ἕλληνος Ὑπουργοῦ, ποίαν σημασίαν, ποίαν πραγματικὴν ἀξίαν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τὸ ἑξῆς; Ἄν οἱ ὅρκοι τῶν γυναικῶν γράφωνται ἐπὶ τῆς ἄμμου, αἱ ὑποσχέσεις καὶ δηλώσεις τῶν Ἑλλήνων Ὑπουργῶν καὶ Ἑλλήνων Οἰκονομολόγων γράφονται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς λίμνης Λεμάν, τῆς λίμνης τῆς Γενεύης. Εἰς τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης τοῦ 1924 καὶ ἐν ἄρθρῳ 6ῳ, οἱ τότε Ἕλληνες Ὑπουργοί, ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσαν, ὅτι ἀναλαμβάνουσιν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἰσοσκελίσωσι τὸ ταχύτερον τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ὅμως, παρὰ πᾶσαν ταύτην τὴν ἐπίσημον ὑπόσχεσιν ἐξηκολούθησαν ἀλλεπάληλα τὰ ἐλλείμματα. Σἂν τοῦ Χελμοῦ τὸ χιόνι ποὺ ὅσο νὰ λυώσῃ τὸ παληὸ καινούργιο τὸ πλακώνει. Τῇ 3ῃ Μαΐου 1924, εἰσάγων εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1924)5 ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ἀλ. Παπαναστασίου, ἐβεβαίου, ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 288.168.830. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὡς ἔστιν ἰδεῖν, εἶναι λίαν ἐπιμεμελημένος καὶ κομψότατος τὴν περιβολήν, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν, ἦτο πολὺ ἀτημέλητος. Ἄνευ οἱασδήποτε εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, δικαιολογούσης ὁπωσδήποτε τοὺς ἀναγεγραμμένους εἰς τὰς στήλας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἀριθμούς, ἐφαίνετο ἐκ πρώτης ὄψεως οἰκτρὸν καὶ ἀξιοθρήνητον κατασκεύασμα. Μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς, ἤτοι τὸν Ἰούνιον τοῦ 1924, ὁ διάδοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ἐμμ. Τσουδερὸς παρουσίασεν ἕτερον Προϋπολογισμὸν τῆς αὐτῆς χρήσεως μὲ ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 492.993.915. Μετὰ ἕνα πάλιν μῆνα, ἤτοι τὸν Ἰούλιον τοῦ 1924, ὁ αὐτὸς κ. Ἐμμ. Τσουδερὸς παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν Τρίτην ἔκδοσιν Προϋπολογισμοῦ τῆς αὐτῆς χρήσεως, μὲ ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 516.717.509. Μετὰ δύο μῆνας, ἤτοι τὴν 1ην Ὀκτωβρίου 1924, ἕτερος διάδοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Κ. Γκότσης, παρουσίασεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τετάρτην ἔκδοσιν προϋπολογισμοῦ τῆς αὐτῆς χρήσεως, διακηρύττων ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 772.043.242. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἤτοι τὴν 24ην Ὀκτωβρίου, ὁ αὐτὸς Ὑπουργός, εἰς τὴν αὐτὴν ἀγαθὴν Συνέλευσιν, εἰσήγαγεν ἕκτην ἔκδοσιν τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς αὐτῆς χρήσεως 1924–25, διακηρύττων ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 802.573.594. Μετὰ τέσσαρας μῆνας, ἤτοι τὴν 20 Φεβρουαρίου 1925, ὑποβάλλων τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς αὐτῆς χρήσεως 1924–25, ἐβεβαίου, ὑψῶν τὴν διὰ πασῶν, τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς ἐν λόγῳ χρήσεως ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 990.590.608. Μετὰ μίαν ἡμέραν, ἤτοι τὴν 21ην Φεβρουαρίου, εἰσερχόμενος εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐβεβαίωσεν αὐτὴν μὲ νέους ἀριθμοὺς εἰς τὰς χεῖρας καὶ διὰ φωνῆς ἠπιωτέρας, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐβεβαίωσε τὴν προτεραίαν περὶ ἐλλείμματος δραχμῶν 990.000.000 καὶ ὅτι τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1924–25 εἶναι μόνον δραχ. 920.005.152. Εὐθὺς μετ’ ὀλίγον, ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτῳ καὶ μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις, ἐβεβαίωσε (τελευταία ὥρα) αἰφνηδίως καὶ χαρμοσύνως τὴν καλὴν Δʹ Συνέλευσιν ὅτι ὅσα ἐδήλωσε μέχρι τότε, ἦσαν ψεύδη καὶ ὅτι ὁ πολυπαθὴς οὗτος Προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1924)5 θὰ καταλήξῃ εἰς ἰσοζύγιον. Ἡ Συνέλευσις, ἀποτινάξασα πρὸς στιγμὴν τὴν νάρκην, ἐχειροκρότησε γενναίως τὸν χαρίεντα Ὑπουργόν. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ὁ κατόπιν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Κοφινᾶς, ἐν ἐπισήμῳ ἐκθέσει αὐτοῦ πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐβεβαίωσεν, ὡς ἦτο καὶ ἀληθές, ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη τοῦ 1924)5 κατέληξεν εἰς ἔλλειμμα 700.000.000, ἀντὶ ἰσοζυγίου. Ἡ χρῆσις τοῦ 1925 ἔλλειμμα ἐπίσης. Ἡ χρῆσις ἡ τελευταία τοῦ 1929, ἔλλειμμα ἐξ 1.454.000 διότι βεβαίως τὸ δάνειον τὸ Σουηδικόν, ἐξ 1.000.000 λιρῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς Ἔσοδον. Γράφων ἄλλοτε περὶ τῶν Ἑλληνικῶν Προϋπολογισμῶν, ἐπωνόμασα αὐτοὺς Προϋπολογισμοὺς φύσκωνας. Ἐνεθυμήθην τὸ ἐπίθετον, τὸ ὁποῖον οἱ φιλογέλωτες τῆς Ἀλεξανδρείας ἀστοί, ἐφιλοδώρησαν εἰς ἕνα τῶν Βασιλέων τῶν Πτολεμαίων τῆς Αἰγύπτου διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἀνυποφόρως προγάστορα. Τὸ ἐπίθετον περιέσωσεν ἡ Ἱστορία καὶ ὁ κτήτωρ τῆς πεφυσιωμένης ἐκείνης καὶ οἰδαλέας γαστέρος φέρεται ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν Βασιλέων καὶ Πτολεμαίων τῆς Αἰγύπτου ὑπὸ τὸ ἐπίθετον τοῦτο «Πτολεμαῖος ὁ Φύσκων». Οἱ Ἑλληνικοὶ προϋπολογισμοὶ ἔχουσι τὸ χάρισμα τῆς πεφυσιωμένης καὶ οἰδαλέας κοιλίας. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συντάκται αὐτῶν ἐμφυσσῶσιν εἰς ὡρισμένα διαμερίσματα μὲ τόσην δύναμιν πνευμόνων, ὥστε ἐν ἀκαρεὶ λαμβάνουσιν οὗτοι τὰς διαστάσεις ἀεροστάτου, καὶ μὰ τὸν Ἑρμῆν, τὸν Θεὸν τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης, πρέπει νὰ προσπασαλεύωνται οὗτοι διὰ σιδηρῶν ἁλύσεων εἰς τὸ δάπεδον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μὴ πετάξωσιν ἐκ τῆς πολλῆς ἐλαφρότητος εἰς τὰ οὐράνια ὕψη, κοιτίδα ὅλων τῶν ἀθῴων πλασμάτων. Ἰδοὺ τὰ ἰσοζύγια καὶ ἰδοὺ αἱ ὑποσχέσεις τῶν Ἑλλήνων ὑπουργῶν. Ὅμοιον ἀποτέλεσμα ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ καὶ ἡ ὑπόσχεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐν τῷ Πρωτοκόλλῳ τῆς Γενεύης ἐμπεριεχομένη δήλωσις, ὅτι θὰ ἐξοφλήσῃ τὰς καθυστερουμένας ὀφειλὰς ἐξ 643,000,000 δραχμῶν, διὰ περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργόν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1927–8 θὰ κλείσῃ τὸ πολὺ μὲ ἰσοζύγιον, καὶ δὲν θ’ ἀφήσῃ οὐδ’ ἐλάχιστον περίσσευμα, ὅπως διατεθῇ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν καθυστερουμένων ὀφειλῶν τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παρατηρηθῇ καὶ ἕτερόν τι, ἐφ’ οὗ δέον νὰ προσέξητε. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ Παραρτήματος Εʹ προβλέπει τὸν τρόπον τῆς ἐξοφλήσεως τῶν καθυστερουμένων ὀφειλῶν τοῦ παρελθόντος. Οἱ ἐν Γενεύῃ ἐφρόντισαν ἐπιμελῶς ὅπως τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ τριμεροῦς δανείου, τὰ 3.000.000 λιρῶν Στερλινῶν, διατεθῇ κατὰ τὴν ἑξῆς σειρὰν προτιμήσεως τῶν πρὸς τοὺς ξένους ὀφειλῶν. Θὰ ἐξοφληθῇ:
| α) | ἀντίτιμον κτημάτων ἀνη- | ||
| κόντων εἰς ξένους | Δρ. | 150.000.000 | |
| β) | ἀποζημιώσεις ὀφειλόμε- | ||
| ναι εἰς ἰδιοκτήτας πλοίων | |||
| ἐπιταχθέντων κατὰ τὸν πό- | |||
| λεμον | Δρ. | 80.000.000 | |
| 230.000.000 | |||
| γ) | Ὑπηρεσία Μεταφορῶν | » | 129.000.000 |
| δ) | Διάφορα | » | 171.000.000 |
| ε) | Ὀφειλὴ πρὸς Ε.Α.Π. | » | 57.000.000 |
| ζ) | Ἑτέρα ὀφειλὴ Ε.Α.Π. | » | 53.000.000 |
| Ἤτοι ἐν ὅλῳ | » | 640.000.000 |
Μετὰ τὴν ἐξόφλησιν αὐτῶν θὰ ἐξοφληθῇ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1926–7 ἐκ Δρ. 535.000.000 καὶ θὰ διατεθῇ οὕτως ὁλόκληρον τὸ ποσόν τοῦ ἐκ Λιρῶν 3.000.000 δανείου, ἤτοι δραχμαὶ 1.100.000.000. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης αἱ καθυστερούμεναι ὀφειλαὶ ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1.743.805.121, ἔπεται, ὅτι θὰ μείνῃ ἀκάλυπτον ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἕν ποσὸν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος ἐκ δραχ. 643.000.000. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω καί τι, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησεν ἐντελῶς: Κατὰ τό σχέδιον Νόμου περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 23ης Μαΐου 1927 συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἀφορώσης τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ 20% (ἄρθρον 2ον): «Ἐκ τοῦ πρώτου Ἐξωτερικοῦ Δανείου, τοῦ συναφθησομένου διὰ τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ποσὸν τοὐλάχιστον 200.000.000 δραχμῶν, ἔναντι τῶν πρὸς αὐτὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1ον, ὀφειλῶν αὐτῆς». Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρεθῶσι τὰ 200.000.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ συναφθησομένου δανείου τῶν 3.000.000 λιρῶν, τότε πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἐν τῷ Παραρτήματι Εʹ τοῦ Πρωτοκόλλου ἀναγεγραμμένων, θὰ διατεθῇ ποσὸν μόνον 900.000.000 δραχμῶν, δηλαδὴ θὰ καλυφθῇ τὸ ἥμισυ μόνον, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ καταφανῶς θὰ μείνῃ ἀκάλυπτον. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένει ἀφελέστατα, ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν θὰ ἱκανοποιηθῶσι πλήρως. Παρουσιάζεται δηλαδὴ ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς δεύτερος Χριστός, ἐννοῶν νὰ χορτάσῃ μὲ πέντε ἄρτους, πεντακισχιλίους πειναλέους. Ἀλλὰ ποῖος, ὑγιεῖς ἔχων τὰς φρένας, δύναται νὰ πιστεύσῃ εἰς τοιαῦτα θαύματα; Καὶ ἐδῶ ἔχομεν δευτέραν ἐπαναληπτικὴν δήλωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπεξηγηματικὴν τῆς πρώτης. Τὸ Παράρτημα Εʹ τοῦ Πρωτολόλλου ἀναφέρει ἐν τέλει, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τῶν καθυστερουμένων ὀφειλῶν, τὸ ὁποῖον μένει ἀκάλυπτον, ἤτοι τὰ 643.000.000 θὰ ἐξοφληθῇ μὲ τὸ ποσὸν τῶν 606.000.000 ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ διαθέσιμον τοῦ δημοσίου Ταμείου ἐκ τῶν χρήσεων 1926–1927 καὶ προηγουμένων καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1927. Μένω κατάπληκτος πρὸ τῆς τοιαύτης δηλώσεως τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ χρῆσις, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ 1926–27 καὶ αἱ προηγούμεναι τοιαῦται κατέληξαν εἰς ὡμολογημένα ἐν συνόλῳ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κ. Ἀβενὸλ καὶ τὸ Γενικὸν ἡμῶν Λογιστήριον, ὑπελόγησαν εἰς δραχμὰς 1.743.000.000. Πόθεν προέρχονται καὶ εἰς ποῖον χρηματοκιβώτιον εὑρίσκοντο αὐτὰ τὰ διαθέσιμα καὶ περίφημα 606.000.000, περὶ ὧν ὁμιλεῖτε; καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, ἐνῷ ὁμολογεῖτε, ὅτι αἱ χρήσεις κατέληξαν εἰς ἐλλείμματα 1.743.000.000 νὰ λέγητε συγχρόνως ὅτι ἔχετε εἰς τὸ Ταμεῖον ἀδιαθέτους πόρους 606.000.000; Πόθεν καὶ πῶς; Ἐὰν κατὰ τὰς ἐρεύνας τοῦ κ. Ἀβενόλ, ὑπῆρχον ἀδιάθετοι πόροι 606.000.000, τότε ὁ ἄνθρωπος οὗτος, εὐφυέστατος λογιστής, κακῶς ὑπελόγησε τὸ ἔλλειμμα εἰς 1.743.000.000. Ἁπλούστατα ἔπρεπε νὰ δεχθῇ καὶ νὰ παρηγορήσῃ καὶ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους βεβαιῶν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἐν συνόλῳ, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξαν αἱ προηγούμεναι χρήσεις δὲν εἶναι 1.743.000.000, ἀλλὰ 1.100.000.000, τὸ ὁποῖον ἄριστα καὶ εὐκολώτατα θὰ ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ ἐκ λιρῶν 3.000.000 δανείου. Ἀλλ’ ἐδήλωσε προσθέτως καὶ συγχρόνως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, καὶ διότι τὸ δηλωθὲν ἀδιάθετον ποσὸν τῶν προηγουμένων χρήσεων ἐκ δραχ. 606.000.000, εἶνε, ὡς δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ ὁ ἀφελέστατος πολίτης οἰκτρὸν καὶ παιδαριῶδες κατασκεύασμα, ὅτι θὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ἀκάλυπτον ποσὸν τῶν ἐλλειμμάτων, ἤτοι τὰ 643.000.000 ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1927. Ἀλλά, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως 1927–1928 ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1927, εἶνε προωρισμένα νὰ καλύψωσι δαπάνας τῆς αὐτῆς χρήσεως, καθόσον τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1927 μέχρι 31ης Ἰουλίου 1927 καὶ ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν 1926–1927 ὑπελογίσθησαν ἤδη εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος, ἤτοι περιλαμβάνονται εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1.743.000.000. Προφανῶς λοιπὸν ἐννοεῖτε, ὅτι θὰ ἐξοφλήσητε τὸ ἀκάλυπτον ποσὸν τῶν 643.000.000, ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως 1927)8. Ἀλλ’ ὑμεῖς λέγετε συγχρόνως, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα μόλις θὰ ἐπαρκέσωσι πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῆς αὐτῆς χρήσεως, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς ὑμῶν θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα 49.000.000. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσητε ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων 643.000.000 πρὸς ἐξόφλησιν καθυστερουμένων ὀφειλῶν τῶν προηγουμένων χρήσεων, πῶς θὰ ἔχετε τὸ πολυθρύλητον καὶ πολυΰμνητον ὑμῶν ἰσοζύγιον τῆς χρήσεως 1927–28; Εἶνε φανερὸν ἐντεῦθεν, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δανείου τῶν 3.000.000 λιρῶν, τοῦ προωρισμένου νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ ἐλλείμματα ἡμῶν τοῦ παρελθόντος, θὰ ἐξοφληθῶσι μὲν πρωτίστως αἱ πρὸς τοὺς ξένους ὀφειλαί, κατὰ πολὺ ἐνοχλητικὴν σειρὰν προτιμήσεως, καὶ ἐν συνόλῳ ἕν ποσὸν καθυστερήσεων ἐξ 1.100.000.000 δραχμῶν, τὸ δ’ ἕτερον τμῆμα, ἐκ δραχ. 643.000,000 θὰ μείνῃ ἐντελῶς ἀκάλυπτον καὶ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ βαρύνῃ καὶ τὴν νῦν χρῆσιν καὶ τὰς ἑπομένας. Τὸ ὕδωρ τουτέστι τῆς Γενεύης δὲν θὰ καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ πασῶν τῶν ἀκαθαρσιῶν ἡμῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἡ Γενεύη δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς οὔτε καρδίαν καινήν, οὔτε πνεῦμα καινόν. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ κυβερνῶμεν τὸν τόπον, τοῦτον, ἄξιοι κρείττονος τύχης, μὲ κενὴν καρδίαν καὶ μὲ κενὴν κεφαλήν. Ὤ! ναί! Θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς αὐταπάτης καὶ τὸ σύστημα τῆς διηνεκοῦς ἐπαιτείας δανείων καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἄ! Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁμοιάζετε πολὺ πρὸς τὸν ὁδοιπόρον, ὅστις ἀπρόσεκτος καὶ ἀνύποπτος πλησιάζει εἰς τὰ ὕπουλα τέλματα τῆς Βρεττάνης. Ὁ Βίκτωρ Οὐγγὼ περιέγραψε διὰ θαυμασίας γραφίδος τὴν οἰκτρὰν τύχην τοῦ ἀπροσέκτου αὐτοῦ. Πλησιάζει εἰς τὸ τέλμα, ἐπιχειρῶν νὰ διέλθῃ, χωρὶς νὰ ἀντιληφθῇ τὸν κίνδυνον. Βυθίζεται ἐν ἀρχῇ ὀλίγον μέχρι τοῦ ἀστραγάλου. Νομίζει ἀσήμαντον τὸ πρᾶγμα καὶ προχωρεῖ πρὸς τὰ ἐμπρός. Βυθίζεται ἔτι μᾶλλον. Καταβάλλων ὑστάτην προσπάθειαν πηδᾷ ἀνοήτως πάλιν πρὸς τὰ ἐμπρός, καὶ βυθίζεται μέχρι τῶν γονάτων. Προσπαθεῖ νὰ ἐξέλθῃ, ἀλλ’ οἴμοι! εἶναι ἀδύνατον. Τὸ βάρος τοῦ σώματος ἑλκύει αὐτὸν πρὸς τὸ βάθος, μέχρις οὗ ἡ ἰλὺς καλύψῃ ἐντελῶς τὴν ἀνόητον κεφαλήν του. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς δανειακῆς ὑμῶν πολιτικῆς βαδίζετε ἀπροσέκτως εἰς τέλμα οἰκονομικόν. Προσέξατε. Προχωρῶν πρὸς τὰ ἐμπρός, θὰ καλυφθῆτε μέχρι τῆς κεφαλῆς ὑπὸ τῆς ἰλύος, καὶ θὰ συμπαρασύρητε εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ τὸ δυστυχὲς Ἔθνος. Ὄπισθεν ὁλοταχῶς. Ἰδοὺ τὸ σωτήριον κέλευσμα. Τὸ Διεθνὲς οἰκονομολογικὸν Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν, τὸ συγκληθὲν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1920, δυνάμει εἰδικῆς ἐντολῆς τοῦ Συμβουλίου τῆς Κ.Τ.Ε., διετύπωσεν ὡς δόγμα ὁμοφώνως ἀποδεκτὸν (89 οἰκονομολόγοι, ἀντιπροσωπεύοντες 39 Κράτη τῆς Ὑφηλίου, ἤτοι τὰ 75% τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Γῆς) ὅτι τὸ πρῶτον μέτρον πρὸς ἐξυγίανσιν οἰκονομικὴν καὶ νομισματικήν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ, εἶναι νὰ καθοδηγηθῇ ἡ Κοινὴ Γνώμη ἑκάστης Χώρας ὅπως ἐννοήσῃ εὐκρινῶς τὴν ἀληθῆ αὑτῆς οἰκονομικὴν κατάστασιν. Πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ πεισθῇ ἐπὶ τῆς ἀμέσου ἀνάγκης τῆς ἀποκαταστάσεως ὑγιῶν οἰκονομικῶν, ἂν θέλῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν εὐρεῖαν κλίμακα τῶν οἰκονομικῶν μεταρρυθμίσεων, ἃς ἀξιοῖ ὁ κόσμος. Ἀγωνίζομαι, κύριοι Συνάδελφοι, ἐπὶ πέντε ὁλόκληρα ἔτη, παρακολουθῶν ἐπιμελῶς κατὰ τὰ δυνατὸν εἰς ἐμὲ τὴν οἰκονομικὴν κατεύθυνσιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, ὅπως καταστήσω ἐμφανὲς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅτι ἡ κατεύθυνσις αὕτη εἶναι ἐντελῶς σφαλερά, καὶ μᾶλλον εἰπεῖν, ἐγκληματική, καὶ ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ πολὺ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ φθάσωμεν, ἂν δὲν ἐφθάσαμεν ἤδη, εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἀπροχώρητον. Ἀλλ’ ἐπὶ πενταετίαν ὁλόκληρον, οἱ ἐκ περιτροπῆς 16 Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, διεκήρυττον στομφωδῶς, ἀπατῶντες τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον ἑκάστοτε προχείρως καὶ ἀμελετήτως, ἀληθινοὶ τυχοδιῶκται οἰκονομολόγοι, ἡ οἰκονομικὴ ἀποκατάστασις ἔμελλε νὰ εἶναι πλήρης. Καὶ ὅμως, εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν κλειομένων χρήσεων καὶ μετὰ τὴν πληθὺν τῶν ὀγκωδῶν ἀναγκαστικῶν δανείων, τὴν διπλῆν διχοτόμησιν τοῦ χαρτονομίσματος καὶ συνεπεία αὐτῶν, μετὰ τὸ δυσβάστακτον βάρος νέας καὶ ἀγρίας φορολογίας, ἔκλειον μὲ τεράστια ἐλλείμματα. Ὅτε, κατὰ τὸ 1926, διεξήγοντο ἐν Λονδίνῳ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς κανονισμὸν τῶν πολεμικῶν χρεῶν διὰ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κ. Ἐλ. Βενιζέλου, ἠλιθίως δὲ καὶ ψευδῶς ἐν Ἀθήναις διελαλεῖτο ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν προσκειμένων αὐτῷ ἐφημερίδων, ἡ ζωτικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ ἄκρα αὐτοῦ ἐπάρκεια καὶ ἡ στερεὰ αὐτοῦ οἰκονομικὴ ὑπόστασις, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ν’ ἀποστείλω εἰς τὸν Λονδίνειον «Χρόνον», ἄρθρον δημοσιευθέν, ἐν τῷ ὁποίῳ κατέδεικνυον τὴν ἀληθῆ ἡμῶν οἰκονομικὴν ἀκαταστασίαν, ἐμφανιζομένην εἰς κολοσσιαῖα ἐλλείμματα ὅλων τῶν ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν Χρήσεων, εἰς ὕψωσιν ἔντονον τοῦ Συναλλάγματος, εἰς τεραστίας αὐτοῦ διακυμάνσεις, καὶ προϊοῦσαν αὔξησιν τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς. Τὸ ἄρθρον μου ἐκεῖνο ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις ἐπισήμων οἰκονομολόγων καὶ Κυβερνητῶν ὡς προδοσία. Ἐφημερὶς δέ, στενῶς προσκειμένη πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν κ. Τανταλίδην, τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα», δὲν ἐδίστασε νὰ μὲ ἀποκαλέσῃ δημοσίως, ὡς προδότην τῆς Πατρίδος μου καὶ ἄξιον ποινικῆς διώξεως. Ἕτερος δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς μὲ εἰσήγαγεν καὶ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ἓν δὲ ἄρθρον κατηγορίας καὶ καταδίκης εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν ἦτο καὶ τὸ ἄρθρον μου ἐκεῖνο, τὸ δημοσιευθὲν εἰς τὸν Λονδίνειον «Χρόνον». Ἀλλ’ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, ἀηδῆ καὶ χυδαῖον ἄνθρωπον, ἐξήγησα ἡσύχως, ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμὲ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς εἶπον, διεξήγοντο ὑπὸ τοῦ κ. Ἐλ. Βενιζέλου ἐν Λονδίνῳ, ἐπισήμου ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεις πρὸς κανονισμὸν τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν. Ποῖον ἦτο τὸ ἀκλόνητον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε ν’ ἀντιτάξῃ, ἐκτὸς τῆς ἀρνήσεως τῶν Πιστώσεων ἐναντίον τῶν Ἀγγλικῶν ἀξιώσεων; Τὸ ἐπιχείρημα εὑρίσκετο εἰς τὸ ἄρθρον 2, τῆς συμφωνίας τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1918, τῆς σχετικῆς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς προμηθείας, ἔχον ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὴν παῦσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Μεγάλη Βρετανία θὰ καθορίσωσιν ἐν τίνι μέτρῳ τὰ εἰς χρέωσιν τοῦ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ προβλεπομένου Λ)σμοῦ ἀχθησόμενα ἔξοδα, θὰ ἐπιβαρύνωσιν ὁριστικῶς τὴν Ἑλλάδα, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καὶ χρηματικῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τότε τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος κρεμάμενος ἀπὸ τῆς κεραίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς φλύαρος κόσσυφος ἀπὸ κλάδου συκῆς, διελάλει χαρμοσύνως, ἐπιδεικνύων φύρδην μίγδην πίνακας καὶ πινακίδια τοῦ Γενικοῦ ἡμῶν Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐν παρόδῳ εἰρήσθω, ἀπέκτησε θαυμασίαν ἐπιτηδειότητα νὰ κατασκευάζῃ κατὰ τὰς ὀρέξεις καὶ διαθέσεις τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν ἀνάλογα λογιστικὰ καρυκεύματα, πίνακας δημοσιευομένους εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, χάρις εἰς τὸν μέλλοντα προϋπολογισμὸν 1926–7, θὰ εὑρίσκωνται ἀπὸ τῆς 1ης Ἀπριλίου 1927,— ἀπὸ τῆς ἡμέρας αὐτῆς τοῦ καθιερουμένου ψεύδους ἄρχονται καὶ οἱ ἑλληνικοὶ προϋπολογισμοί,—ἔλεγεν, ἱκανὰ περισσεύματα, ὅπως καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος καὶ καθησυχάσωσιν συγχρόνως πάντα ἔχοντα λαμβάνειν, ἐντόπιον καὶ ξένον. Ὁ τάλας ἐψεύδετο ἀναισχύντως, ἀλλὰ καὶ ἠλιθίως. Καὶ ἡ ἠλιθιότης αὕτη περὶ ἐπαρκείας καὶ περισσευμάτων ἐδυσχέραινε καταφανῶς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ κ. Ἐλ. Βενιζέλου, ἀφοῦ διὰ τῶν ἠλιθίων δηλώσεων τοῦ κ. Τανταλίδου, ἀφῃρεῖτο αὐτὴ ἡ βάσις τῶν ἑλληνικῶν ἀπόψεων. Ἀκριβῶς δὲ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔγραψα εἰς τὸν Λονδίνειον «Χρόνον», τοῦτον εἶχε κυρίως τὸν λόγον: νὰ παραστήσῃ ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἀληθείᾳ ὅτι ἡ ἀληθινὴ οἰκονομικὴ ἀκαταστασία τοῦ Κράτους, τὰ κολοσσιαῖα ἐλλείμματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔκλειον ἐν συνεχείᾳ, εἷς μετὰ τὸν ἄλλον οἱ ἀπολογισμοὶ τῆς τελευταίας πενταετίας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ ἔξοδα ἀποζημιώσεως διὰ πολεμικὸν ὑλικόν, χάριν πολέμου, εἰς τὸν ὁποῖον Γάλλοι καὶ Ἄγγλοι βεβαίως θά συνῃσθάνθησαν πρὸ πολλοῦ, ὅτι παρέσυρον διὰ τῆς βίας τὴν Ἑλλάδα, οὐχὶ πρὸς ὠφέλειαν αὐτῆς, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν. Ἀλλ’ αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ κ. Ε. Βενιζέλου ἐξηκολούθησαν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς, θὰ ἐνθυμῆται βεβαίως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἠρώτησα εἰς ἕν τῶν πρώτων Ὑπουργικῶν Συμβουλίων τὸν κ. Καφαντάρην, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ μετὰ τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεις διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν πολεμικῶν χρεῶν καὶ ποίας πληροφορίας παρέσχεν ὁ ἐν Λονδίνῳ κ. Ε. Βενιζέλος. Καὶ οἱ δύο Ὑπουργοὶ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐβεβαίωσαν ὅτι ὁ κ. Ε. Βενιζέλος ἐκφράζει τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ διακοπῶσιν ὡς ἀσύμφοροι αἱ μετὰ τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεις, καὶ ἐπὶ πλέον ὅτι αὐτὸς ἀναλαμβάνει προσωπικῶς ν’ ἀρθρογραφήσῃ εἰς τὰς ἀγγλικὰς ἐφημερίδας ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν ἀπόψεων, συνδυάζων ὑπὲρ αὐτῶν τὴν καθυστέρησιν τῶν Πιστώσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως προβαλλόμενον ἐπιχείρημα, ὅτι παρῃτήθημεν τῶν πιστώσεων τούτων, ὁ κ. Ε. Βενιζέλος ἐδήλου ὅτι εἶχεν ἐξασφαλίσει τὴν γνωμοδότησιν ἐπισήμου Ἄγγλου νομομαθοῦς, ἀποδεικνύοντος δι’ ἀκλονήτων ἐπιχειρημάτων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν παρῃτήθη τῶν πιστώσεων. Εἶπον τότε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ε. Βενιζέλου εἶναι ἀπολύτως ὀρθή, ὅτι πρέπει νὰ συμμορφωθῶμεν ἀκριβῶς πρὸς αὐτήν, ὑποδεικνύων συγχρόνως τὸν κίνδυνον ὅτι, ἂν ὑποκύψωμεν ἀπροσέκτως εἰς τὰς ἀγγλικὰς πιέσεις, μὲ ἀγγλικὴν ἀκαμψίαν γενομένας, ὅπως πληρώσωμεν χρέη ἀμφισβητησίμου ὑποστάσεως, καθ’ ὃν χρόνον ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις εἶνε ἀξιοθρήνητος, θὰ προκαλέσωμεν κατ’ ἀνάγκην πιέσεις καὶ ὁμοίας ἀξιώσεις καὶ ἐκ μέρους ἄλλων, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐφάνη τότε ὁπωσοῦν ἀποδεχόμενον τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἐλευθερίου Βενιζέλου, χωρὶς ὅμως νὰ λάβῃ ὁριστικὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν, καθόσον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς Οἰκουμενικῆς συνεζήτει ἐπὶ ὥρας καὶ ἡμέρας καὶ μῆνας, Θεέ μου, καὶ μῆνας περὶ πάντων τῶν ζητημάτων καὶ ἄλλων ἔτι τινῶν, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ λύῃ ὁριστικῶς κανὲν ἐξ αὐτῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ καμμίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Παραδόξως μετὰ ἕνα μῆνα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνήγγειλαν περιχαρεῖς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ κατόπιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι ἐκλείσθη ὑπὸ συμφέροντας ὅρους ἡ γνωστὴ συμφωνία μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν ἐκ Λονδίνου τοῦ κ. Ἐ. Βενιζέλου, διὰ τοῦ κ. Κακλαμάνου, καὶ ὅτι ἐπετεύχθη καὶ ἓν μέγιστον ἀγαθόν, μία ἐπιστολὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας κ. Τσῶρτσιλ, ὅτι θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συνομολόγησιν δανείων ἑλληνικῶν ἐν Λονδίνῳ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπετρέπετο, ἂν δὲν ἐκλείετο ἡ συμφωνία. Ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμφωνίας καὶ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη τοῦ κ. Τσῶρτσιλ, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀστεία τὴν ἐμφάνισιν, ἀπετέλεσε τὸν θρίαμβον τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἰδίως τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ἐν Λονδίνῳ: Ἰδοὺ τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς διπλωματικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Δάνεια, Δάνεια!! Ἰδίως ἐν Ἀγγλίᾳ διότι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ δάνεια φαίνεται, ὅτι ἔχουσιν ἰδιαιτέραν χάριν καὶ ἰδιαιτέρας ὠφελείας διὰ τοὺς ἐν Ἑλλάδι, ἰδοὺ ὁ πόθος τῶν Κυβερνητῶν καὶ ἡ σωτηρία τῆς Χώρας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις ἡ ὁποία, ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὰ πρῶτα ὑπουργικὰ συμβούλια τῆς Οἰκουμενικῆς, ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἄκρως τραγική, μετεβλήθη εἰς διάστημα ἑνὸς μηνός, εἰς ἐκτάκτως εὐάρεστον. Ὁ πλήρης ἀκανθῶν καὶ τριβόλων κῆπος μετεβλήθη διὰ μιᾶς εἰς κῆπον πολύρροδον, ἀνθεμώδη. Ἰσοζύγιον Προϋπολογισμοῦ ἄρτιον καὶ πλῆρες, ἡ ἀντοχὴ καὶ ἡ ζωτικότης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ θαυμασία, ἱκανὴ νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος νέας φορολογίας. Ἄλλως ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶνε τόσον φιλότιμος, τόσον δραστήριος, τόσον ὑπερήφανος, τόσον νοήμων, ὥστε δύναται ἀδιαμαρτυρήτως νὰ βαστάσῃ, χάριν τῆς διαλαλουμένης ἀξιοπρεπείας του, εἰς τὴν ράχιν του τὰ βάρη καὶ τῶν μᾶλλον ἀδικαιολογήτων ἀποζημιώσεων, ἀδιαφορῶν γενναίως καὶ ἱπποτικῶς, ἄν κινδυνεύῃ ἐκ τούτων νὰ θραυσθῇ ἡ σπονδυλική του στήλη. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Τσῶρτσιλ, ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμφωνίας ὡδήγησε πλησίστιον τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν Γενεύην. Μετὰ προκληθείσας ἐπισκέψεις οἰκονομικῶν ἐλεγκτῶν τῆς Γενεύης διεπιστώθη παταγωδῶς ἡ ἀνθηρὰ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐκτὸς μικρῶν τινῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία θὰ ἐξυγιανθῇ πλήρως, μετὰ τὴν σύναψιν τοῦ τριμεροῦς δανείου τῶν 9.000.000 λιρῶν. Προκύπτει καταφανῶς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων, ὅτι τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ τριμεροῦς δανείου ἐκ 3.000.000 λιρῶν θὰ καλύψῃ ἐν μέρει μόνον τὰς καθυστερουμένας ὀφειλὰς τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ ὅτι ἕτερον τμῆμα ἐκ δραχμῶν 643.000.000 θὰ μείνῃ ἐντελῶς ἀκάλυπτον, βαρύνον τὴν χρῆσιν 1927–28 καὶ τὰς ἑπομένας. Ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἡ παραμικροτέρα ἐλπίς, ὡς διεκήρυττεν ὁ πολὺς ἐκεῖνος εὐφάνταστος Τανταλίδης καὶ ὡς μετ’ ἐμφάσεως ἐπανελάμβανε τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα», ὅτι ἡ χρῆσις 1927)8, καὶ ἡ χρῆσις 1928)9 καὶ αἱ ἑπόμεναι θὰ καταλήξωσιν εἰς ἀσφαλῆ περισσεύματα δισεκατομμυρίων, θὰ συνωμολόγουν καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο τῶν ἀκαλύπτων ἐλλειμμάτων δὲν θὰ παρουσιάσῃ δυσχερείας εἰς τὸ μέλλον καὶ κινδύνους οἰκονομικούς. Ἐφόσον ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1927)8, διαλαλεῖται ἰσοσκελὴς —καὶ εὔχομαι χωρὶς νὰ ἐλπίζω, ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐπαληθεύσωσιν ἐντελῶς,— ἐφόσον καὶ αἱ ἑπόμεναι χρήσεις 1928)9 καὶ 1929)30, θὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν νέων δανείων καὶ μὲ νέας ἄλλας ἀπαραιτήτους δαπάνας, τὸ ἀκάλυπτον ἔλλειμμα, περὶ οὗ ὡμίλουν, ἐνισχυόμενον καὶ διὰ νέων ἐλλειμμάτων θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀσκοῦν ὀλεθρίαν ἐπιρροὴν καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ θὰ περιαγάγῃ τὸν τόπον εἰς ἀληθῆ πλέον καὶ ἀναπότρεπτον κίνδυνον οἰκονομικόν. Διότι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, κύριοι συνάδελφοι, κανεὶς τοσοῦτον ἀφελής, ὥστε νὰ πιστεύῃ, ὅτι αἱ θύραι τῶν δανειστῶν θὰ εἶναι διαρκῶς καὶ πάντοτε ἀνοικταὶ πρὸς ἡμᾶς. Ἡ θύρα τῶν δανείων θὰ κλεισθῇ ἑρμητικῶς πλέον κατὰ πρόσωπον ἡμῶν καὶ τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 9.000.000 λιρῶν, θὰ εἶνε, ἄν πραγματοποιηθῇ, θὰ εἶνε ἀσφαλῶς, —πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι περὶ τούτου— τὸ τελευταῖον. Ἐφόσον δὲ μετὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου τούτου ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι θὰ μείνῃ ὑπόλοιπον καθυστερήσεων χρηματικῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ νέαι χρήσεις 1928–29 καὶ 1929–30, ἄν ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν ἀπὸ ἐτῶν μακρῶν, θὰ παρουσιάσωσι νέον ἔλλειμμα, ἡ θεραπεία θὰ ζητηθῇ πλέον κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰ δύο ὑπολειπόμενα μέσα: Τὰς οἰκονομίας καὶ νέαν φορολογίαν. Ἀλλὰ θὰ ἐφευρεθῶσιν ἆρά γε, καὶ θὰ ἐπιδιωχθῶσι νέαι οἰκονομίαι εἰλικρινῶς, εἰλικρινέστερον ἢ τὸ πρόσθεν; Ὑπάρχει ἐλπίς τις περὶ τούτου; Εἰς τὸ Διεθνὲς Οἰκονομολογικὸν Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν τοῦ 1920, ὁ λόρδος Ὄσβουρν, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως παρετήρει μὲ ἀγγλικὸν φλέγμα, ὅτι εἶνε μεγάλη ἀστειότης νὰ ὁμιλῶμεν περὶ οἰκονομιῶν εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες συνήθισαν νὰ ζοῦν μὲ ξένα χρήματα. Συνηθίσαμεν, κύριοι, ἀπὸ ἐτῶν μακρῶν, ἐν ἀδιαλείπτῳ συνεχείᾳ νὰ ζῶμεν μὲ τὰ ξένα χρήματα καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν καθαρὰν καὶ σαφῆ ἀντίληψιν τῆς ἀξίας τῶν οἰκονομιῶν. Κυβερνήσεις καὶ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τοῦδε ἐτόνισαν μετὰ στόμφου, ὅτι θὰ ἐφαρμόσωμεν οἰκονομίας σκληράς, οἰκονομίας αἱματηράς, ἀλλ’ ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἐφαρμογῆς, οὔτε σταγὼν ἱδρῶτος δὲν ἐχύθη. Αἱ οἰκονομίαι ἔμειναν ἐπὶ τοῦ χάρτου εἰς φυλλάδια καὶ ὀγκώδη βιβλία πρὸ πολλοῦ παρερριμένα εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων. Ἡ κακὴ συνήθεια νὰ ζῶμεν μὲ τὰ ξένα χρήματα ἄγει ἡμᾶς φυσιολογικῶς εἰς ἀδιαφορίαν καὶ εἰς περιφρόνησιν τῆς ἀξίας τῶν πραγματικῶν οἰκονομιῶν. Αἱ οἰκονομίαι εἶναί τι, τὸ ὁποῖον στενοχωρεῖ τὸν οἰκογενειάρχην, ἄν εὑρίσκῃ πρόχειρον τρόπον νὰ ζῇ διαρκῶς μὲ δανεικὰ χρήματα, ἔχει δὲ καὶ σχετικήν τινα ἀσυνειδησίαν καὶ ἀναισθησίαν. Θὰ προτιμᾷ αἰωνίως τὸ δάνειον, ἀντὶ τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς οἰκονομίας. Ὁ ἕτερος τρόπος διορθώσεως καὶ θεραπείας, ὁ διὰ τῆς ἐπιβολῆς φορολογιῶν ἀποκλείεται πλέον ἐντελῶς εἰς τὸ μέλλον. Ἐφθάσαμεν ἤδη εἰς τὸ φορολογικὸν ἀπροχώρητον, καὶ ὅσοι ἔχουν ὀφθαλμούς, οὐχὶ χάριν εὐμορφίας, ἀλλὰ διὰ νὰ βλέπουν, ἀντιλαμβάνονται εὐκρινῶς τοῦτο. Οἱ ἐν Ἱερουσαλὴμ παροικοῦντες γνωρίζομεν ἀσφαλῶς, ὅτι τοῦτο εἶνε ἀλήθεια ἀνεπίδεκτος οἱασδήποτε ἀντιρρήσεως. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τρώγει πρὸ πολλοῦ τὰς σάρκας του, καὶ τὰς σάρκας τῶν τέκνων του, ὅμοιος ἐντελῶς πρὸς τὸν Κόμητα Οὐγολῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπηνὴς Ἐπίσκοπος ἐτοίχισεν εἰς τὸν Πύργον τῆς Πίσσης, τὸν ἐπονομασθέντα Πύργον τῆς Πείνης. Καὶ τὸ μέλλον παρουσιάζεται, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου τοὐλάχιστον, λίαν ζοφερόν. Ἀφοῦ ἡ θύρα τῶν δανείων θὰ κλεισθῇ ἑρμητικῶς πλέον, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τῶν οἰκονομιῶν, ἀξίας 240.000.000 δραχμῶν, χάρις εἰς τὰς ὁποίας ἰσοσκελίσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν 1927)8, ἀφοῦ νέα φορολογία δὲν θὰ εἶνε πλέον δυνατή, ἄνευ ἐπικινδύνου ἐξεγέρσεως τοῦ Λαοῦ, εἶνε φανερὸν ὅτι τὸ ἀκάλυπτον ἔλλειμμα τοῦ παρελθόντος, περὶ οὗ ὡμίλουν, μὲ τὴν ἀσφαλῆ προσθήκην νέων ἐλλειμμάτων, θὰ δημιουργήσῃ, κατὰ φυσικὴν συνέπειαν, οἰκονομικὴν ἀναρχίαν. Καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀναρχία ἑνὸς τόπου εἶνε πηγὴ καὶ αἰτία Κρατικῆς καὶ Κοινωνικῆς ἀναρχίας, γνωρίζετε δέ, κύριοι Συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ τοῦ Σοφοκλέους ἐν Ἀντιγόνῃ λεγόμενον, ὅτι ἀναρχίας μεῖζον οὐκ ἔστι κακόν, αὕτη πόλεις ὄλλυσι καὶ ἀναστάτους οἴκους τίθησιν. Οἰκονομικὴ ἀναρχία καταρρίπτει τὴν πειθαρχίαν, ἡ ὁποία σώζει τὰς πόλεις καὶ τὰ Ἔθνη. Καὶ τὸ Κρατικὸν σκαφίδιον διάτρητον, ὡς χιτὼν Μενίππου, θὰ κατευθυνθῇ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ ἀναρχουμένου πλήθους ἀριστερά, πολὺ ἀριστερά, καὶ ὁ σώζων τότε σώζου. Καὶ τώρα πρέπει νὰ ἐξετάσω, ἐάν, ἀντὶ τῆς συνάψεως νέων δανείων, ἅτινα βυθίζουσιν ἡμᾶς ἔτι μᾶλλον εἰς οἰκονομικὸν τέναγος, εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξεύρεσις ἄλλου τρόπου θεραπείας, λογικωτέρου, εἰλικρινεστέρου, τιμιωτέρου καὶ μᾶλλον ἀποτελεσματικοῦ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίαν τῆς Βουλῆς, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἔθιξα δι’ ὀλίγων τὸ ζήτημα τοῦ χρεολυσίου, ὑποστηρίξας ὅτι θὰ ἦτο ἀπείρως τιμιώτερον, ὠφελιμώτερον ἐν ταὐτῷ, ἂν προσερχόμενοι εἰς τὴν Γενεύην, ἐζητοῦμεν, ἐκθέτοντες εἰλικρινῶς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, οὐχὶ νέα δάνεια, ἀλλὰ μόνον τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεολυσίου τῶν μέχρι σήμερον ὑφισταμένων δανείων. Ἡ Δημοσιονομικὴ ἐπιστήμη, στηριζομένη ἐπὶ τῆς πείρας καθιέρωσεν ἤδη πρὸ πολλοῦ τὰς θεμελειώδεις ἀρχάς, αἵτινες πρέπει νὰ διέπωσι τὸ χρεολύσιον. Διαπρεπὴς διδάσκαλος τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιστήμης, εἰς ὃν πάντες ἀναγνωρίζουσιν αὐθεντίαν καὶ κῦρος, ὡς κατακλεῖδα εἰς τὸ μακρὸν κεφάλαιον τῆς συγγραφῆς αὑτοῦ περὶ χρεολυσίου ἀναγράφει τὰς ἑξῆς ὀλίγας λέξεις: Τὸ ὑγιέστερον σύστημα χρεολυσίου εἶνε τὸ ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων τῷ 1828 καθιερωθέν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐν πολλοῖς ἐμποδίζει τὸ Κράτος νὰ ἐξοφλῇ διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς χρεολυτικῶς, προηγούμενα δάνεια, ἐνῷ συγχρόνως δανείζεται νέα δάνεια διὰ τῆς ἑτέρας. Καὶ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, ἀπορῶ καὶ θαυμάζω, θὰ ἀπορήσῃ δὲ βεβαίως καὶ πᾶς ὁ ἔχων στοιχειώδη γνῶσιν τῶν διδαγμάτων τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιστήμης, πῶς οἱ Ἄγγλοι Τραπεζῖται καὶ οἰκονομολόγοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι κυρίως τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Γενεύης δὲν ὑπενθύμισαν εἰς ἑαυτούς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας Ὑπουργούς, ἐνοχλητικοὺς ἐπαίτας δανείων, τὸ Ἀγγλικὸν σύστημα χρεολυσίου, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς πρὸ ἑνὸς αἰῶνος ἠκολούθησεν ἡ Ἀγγλία, καὶ τὸ ὁποῖον ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς πλήρη οἰκονομικὴν καὶ χρηματικὴν καταστροφήν. Ἀπὸ τοῦ 1794 μέχρι τοῦ 1816 οἱ Ἄγγλοι ἀπέσβεσαν διὰ τοῦ χρεολυσίου 188 ἑκατομμύρια παλαιὰ δάνεια, ἐνῷ συγχρόνως κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐδανείσθησαν ἴσον ποσὸν πρὸς τὸ ἀποσβεσθέν. Ἀλλὰ διὰ τὰ μὲν ἀποσβεσθέντα ποσὰ τῶν 188 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἡ Ἀγγλία κατέβαλεν ὑπηρεσίαν 9.168 000 λίρας, τὰ δὲ νέα δάνεια ἴσου ποσοῦ 188.000.000 ἀπῄτησαν ὑπηρεσίαν 9.726.000 δηλαδή, διὰ νὰ ἐννοηθῇ σαφῶς τὸ πρᾶγμα, ἐξώφλησαν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς οἱ Ἄγγλοι ἓν δάνειον 188.000.000 λιρῶν, δανεισθέντες συγχρόνως νέον ἄλλο δάνειον, ἴσου ποσοῦ, ἀλλ’ ἐπιβαρυνθέντες μὲ ὑπηρεσίαν ἀνωτέραν κατὰ 568.000 λίρας, εἰς τὸ διάστημα τῶν 22 ἐτῶν. Ἀνατρέχοντες εἰς ἄλλο χρονικὸν διάστημα, ἔτι εὐρύτερον, εὑρίσκομεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1785 μέχρι τοῦ 1829, οἱ Ἄγγλοι ἐξώφλησαν, ἀπέσβεσαν δάνεια διὰ τοῦ χρεολυσίου 330.050.455 λιρῶν Ἀγγλικῶν μὲ νέα δάνεια ἴσου ποσοῦ. Ἀλλὰ διὰ μὲν τ’ ἀποσβεσθέντα δάνεια κατεβάλλετο τόκος Λ. Α. 4–10–0%, ἐνῷ διὰ τὰ νέα δάνεια ἐπλήρωσαν Λ. Σ. 5.06%. Ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου, ὅστις κατεβάλλετο μεταξὺ τῶν ἀποσβεσθέντων τίτλων καὶ τῶν νέων συνομολογηθέντων δανείων, εἶναι Λ. Σ. 0.10.6%. Ἤτοι ἐπὶ κεφαλαίου 330.050.455 λιρῶν, ὅσον ἦτο τὸ ἀποσβεσθὲν ποσὸν καὶ τὸ νέον πρὸς ἀπόσβεσιν συνομολογηθὲν ἴσου ποσοῦ δάνειον, ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου παρουσιάζει καταφανῆ ζημίαν 1.627.765 λιρῶν ἀγγλικῶν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος ἐκ τοῦ παραλόγου τούτου συστήματος. Ἰδοὺ ἐπιλέγει ὁ Πὼλ Λεροὰ Μπωλιέ, τί στοιχίζει πλάνη οἰκονομική, ὅταν τὸ Κράτος ἐμμένει ἀπροσέκτως εἰς αὐτὴν ἐπὶ μακρὰν περίοδον χρόνου. Οἱ Ἄγγλοι ἀνένηψαν βραδέως, καὶ τῷ 1828, ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων συνέστησεν Ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος. Ἡ Ἐπιτροπή, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, ἀπεδέχθη καὶ συνέστησεν, ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον ἐπιτρέπεται ἡ καταβολὴ χρεολυσίου ἄλλως, ἢ διὰ πραγματικῶν καὶ ἀληθινῶν περισσευμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἕν ἔτος πρὸ τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, εἷς Λόρδος, Γκράνβιλ, συνέταξεν δοκίμιον περὶ τοῦ χρεολυσίου, εἰς τὸ ὁποῖον περιέχονται αἱ ὑγιεῖς περὶ χρεολυσίου ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἡ δημοσιονομικὴ ἐπιστήμη καθιέρωσε πλέον, ὡς ἀποτελούσας σύστημα ἀνεπίδεκτον ἀντιρρήσεως. Κατὰ τὸν Λόρδον Γκράνβιλ καὶ κατὰ τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιστήμην, τρεῖς εἶναι αἱ θεμελιώδεις ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπωσι τὸ χρεολύσιον. α) Τὸ χρεολύσιον δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἢ τότε μόνον, ὅταν ὑπάρχει, θετικόν, καθαρόν, εἰλικρινὲς περίσσευμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. β) Χρεολύσιον, τὸ ὁποῖον καταβάλλεται διὰ τῆς συγχρόνου συνομολογήσεως νέων δανείων, εἶναι ἄξιον καταδίκης τελείας. γ) Χρεολύσιον, τὸ ὁποῖον καταβάλλεται ἐν καιρῷ πολέμου, ἢ ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς καταλήγῃ εἰς ἔλλειμμα, ἀποτελεῖ καταστροφὴν διὰ τὸ Κράτος. Ἡμεῖς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τοῦ χρεολυσίου παρεβιάσαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ παραβιάζωμεν καὶ τὰς τρεῖς ταύτας θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιστήμης, ὑφιστάμενοι ἀκριβῶς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ Ἄγγλοι, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ πρᾶγμα, ἀναφέρω καὶ ἓν μικρὸν ἑλληνικὸν παράδειγμα. Πέρυσυ τῷ 1926, ἐδανείσθημεν τὸ γνωστὸν Σουηδικὸν δάνειον 1.000.000 Λιρῶν, πρὸς 8½%. Ἐπορίσθημεν ἐκ τοῦ δανείου 376.000000 δραχμῶν. Κατά τὸ αὐτὸ ἔτος ἀπεσβέσαμεν διὰ τοῦ χρεολυσίου ἴσον ποσὸν προηγουμένων δανείων. Ἀλλὰ τοῦ μὲν ἀποσβεσθέντος ποσοῦ, ἡ ἐτησία ὑπηρεσία ἀνήρχετο εἰς δραχ. 19.000.000, ἐνῷ τὸ νέον δάνειον, ἴσου ποσοῦ, βαρύνει ἡμᾶς μὲ ἐτησίαν ὑπηρεσίαν τόκου ἐκ δραχμῶν 32.000.000, ἤτοι 13.000.000 ἐπὶ πλέον. Ποίου εἴδους λογικὴ συγχωρεῖ τοιοῦτον παραλογισμόν; Δὲν ἔπρεπε τάχα, μελετῶντες τὰ ξένα παραδείγματα ν’ ἀρυσθῶμεν ὠφέλιμα διδάγματα; Οἱ ἀνόητοι τῶν ἀνθρώπων διδάσκονται, ἀφοῦ πάθουν, ἀλλὰ ἴδιον τῶν φρονίμων εἶνε νὰ διδάσκωνται, χωρὶς νὰ πάθουν, ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν παθημάτων τῶν ἄλλων. Καὶ ἄν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ ἐξακριβώσω — θὰ πράξω τοῦτο προσεχῶς,— ποῖον ποσὸν ἀπεσβέσαμεν χρεολυτικῶς, καὶ ποῖον συγχρόνως ἴσον ποσὸν ἐδανείσθημεν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, ποία δὲ ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου μεταξὺ ἴσου ποσοῦ ἀποσβεσθέντων καὶ νέων δανείων, θὰ εὕρισκον ἀσφαλῶς, ὅτι ἡ χρηματικὴ ἡμῶν καταστροφὴ θὰ εἶνε ὁμοία, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, πρὸς τὴν συμφοράν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν οἱ Ἄγγλοι, δανειζόμενοι διὰ τῆς μιᾶς χειρός, ὡς ἡμεῖς, διὰ ν’ ἀποσβέσωσι παλαιὰ δάνεια, διὰ τῆς ἄλλης. Διότι δὲν γνωρίζω, τὶ συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλ’ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς, τὰ αὐτὰ αἴτια ὁδηγοῦσιν ἀπαρεγκλίτως εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἀνακύπτει, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε πολύ, Κύριοι Συνάδελφοι, εἰς τοῦτο, ἕτερον σπουδαιότατον πρὸς ἐξέτασιν ζήτημα, σχετικὸν πρὸς τὸ χρεολύσιον. Ποῖοι εἶνε οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὰ Κράτη τὴν διὰ χρεολυσίου τμηματικὴν ἀπόσβεσιν τῶν χρεῶν; Ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιστήμη διδάσκει, ὅτι ὑπὲρ τῆς καταβολῆς τοῦ χρεολυσίου, δηλαδὴ ὑπὲρ τῆς τμηματικῆς ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους συνηγοροῦσι λόγοι ἠθικοὶ καὶ λόγοι πολιτικοί. Οἱ ἠθικοὶ λόγοι συνίστανται εἰς τὴν λογικὴν ἄποψιν ὅτι μία γενεὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ βαρύνῃ τὰς γενεὰς τὰς μελλούσας, ὅτι πρέπει νὰ ὑφίσταται ἡ γενεὰ αὕτη μόνη τὸ βάρος τῶν σφαλμάτων αὑτῆς καὶ τῶν ἐγκλημάτων, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται, ἐν συνειδήσει νὰ μεταβιβάζῃ εἰς τὰς ἐπερχομένας ἡλικίας ἢ τοὺς καρποὺς τῶν βιομηχανικῶν αὑτῆς προσόδων, τῆς φειδοῦς καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν αὑτῆς ἀποκαλύψεων καὶ οὐχὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀτασθαλιῶν αὑτῆς. Ὁ αἰσθηματικὸς οὗτος λόγος, γράφει ὁ Μπωλιέ, εἶνε λίαν σαγηνευτικὸς καὶ ἄξιος συστάσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ προφυλαχθῶμεν ἐναντίον τῆς ὑπερβολῆς τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἄν μία γενεὰ μεταβιβάζῃ εἰς τὴν ἑπομένην ὅλον τὸ ἐνεργητικὸν αὑτῆς, δὲν φαίνεται πρᾶγμα τι ἄδικον νὰ μεταβιβάσῃ καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ σφαλμάτων αὑτῆς. Ἄν εἷς πατὴρ βιομήχανος ἢ ἔμπορος μεταβιβάσῃ εἰς τὸν κληρονόμον υἱόν του ὅλον τὸ ἐνεργητικὸν τῆς πολυετοῦς ἐργασίας του, εἶνε τάχα ἄδικον νὰ μεταβιβάσῃ εἰς αὐτὸν καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ σφαλμάτων του; Τὸ αὐτὸ ρητέον καὶ περὶ γενεᾶς Ἔθνους, τὸ ὁποῖον μεταβιβάζει κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν ἑπομένην καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ σφαλμάτων αὑτῆς ἢ οἰκονομικῶν παρεκτροπῶν. Ἐντεῦθεν οἱ αἰσθηματικοὶ λόγοι ὑπὲρ τοῦ χρεολυσίου δὲν ἔχουσιν ἢ μόνον σχετικὴν ἀξίαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ κρίνωνται ὑπερβολικῶς. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχωσι λόγοι συνιστῶντες τὴν καταβολὴν τοῦ χρεολυσίου, ὑπάρχουσιν, ὡς διδάσκει ἡ Δημοσιονομικὴ ἐπιστήμη λόγοι καὶ σκέψεις, οἵτινες ἐλαττοῦσι κατὰ πολὺ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην αὐτοῦ. Πρέπει νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι τὸ χρεολύσιον εἶναι οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προσιδιάζει πολὺ εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι περίσσειαν χρηματικήν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς τὰ Κράτη, τὰ ἠναγκασμένα νὰ ὑποβάλλωνται εἰς πληθὺν στερήσεων, ὅπως ἐπιτύχωσι τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον. Ὑπάρχουσιν οὕτω περιστάσεις, καθ’ ἅς τὸ χρεολύσιον, κατὰ τοὺς συγγραφεῖς τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιστήμης, εἶνε ἀγαθὸν τοὐλάχιστον πολιτικόν. Εἶνε ἀγαθὸν εἰς τὰ Ἔθνη, ἐν οἷς ἀφθονοῦσι τὰ κεφάλαια, ὅπου οἱ φόροι ἔχουσιν ὁμαλῶς, καὶ δὲν παρακωλύουσι τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν Βιομηχανίαν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐπίσης περιστάσεις, καθ’ ἅς τὸ χρεολύσιον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κακὸν οἰκονομικόν. Εἶνε κακὸν οἰκονομικὸν τὸ χρεολύσιον, ὅταν τὸ Ἔθνος εἶνε ἤδη συντετριμμένον ὑπὸ τὸ βάρος φορολογίας ἀπαραιτήτου, ὅταν τὸ Κράτος, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀνάγκην τοῦ χρεολυσίου, διατηρεῖ καὶ ἐπιβάλλει νέους ἐπαχθεῖς φόρους, οἵτινες παραβλάπτουσι τὴν παραγωγήν, ἤτοι τὴν Γεωργίαν, τὴν Βιομηχανίαν, τὸ Ἐμπόριον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐμποδίζεται ν’ ἀναπτυχθῇ ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος, ἐν ᾧ μέτρῳ θὰ ἠδύνατο οὗτος ν’ ἀναπτυχθῇ. Ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ καταβολὴ χρεολυσίου 100 ἢ 200.000,000 ἐτησίως, προξενεῖται δι’ ἐπαχθοῦς φορολογίας ἴσου ποσοῦ εἰς τὸ Ἔθνος ζημία, ἥτις, ὡς διδάσκει ὁ συγγραφεύς, οὗ πολλάκις ἐμνήσθην, δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ κατωτέρα τοῦ διπλοῦ ἴσως καὶ τοῦ τριπλοῦ. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονῆται, ὅτι ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως τὸ πρώτιστον καὶ ὑπέρτατον συμφέρον τοῦ Κράτους εἶνε νὰ στενοχωρῇ, ὅσον οἷόν τε ὀλιγώτερον τὴν παραγωγήν, δηλαδὴ τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον, νὰ μὴ ἐμποδίζῃ τὴν συσσώρευσιν κεφαλαίων καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ὅταν ἕν Κράτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ εἰς τὸ δίλημμα νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ χρεολυσίου καὶ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων ἢ τῆς διατηρήσεως φορολογίας, καταφανῶς καταθλιπτικῆς, ἥτις βαρύνει βαρύτατα ἐπὶ τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας, δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ ἀπόψεως Δημοσιονομικῆς ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει σπουδαιότερον πλεονέκτημα νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ χρεολύσιον, καὶ νὰ μὴ διατηρηθῶσιν οἱ ὑπάρχοντες καταθλιπτικοὶ φόροι, πολλῷ δὲ μᾶλλον, νὰ μὴ ἐπιβληθῶσι νέοι τοιοῦτοι. Ἡ ὠφέλεια τοῦ Δημοσιονομικοῦ τούτου μέτρου γίνεται καταφανεστέρα, ὅταν τις σκεφθῇ, ὅτι τῶν καταθλιπτικῶν φόρων ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος πάρα πολύ. Ἐὰν ἐπὶ παραδείγματι θέλετε νὰ ἐξοφλήσητε διὰ τοῦ χρεολυσίου 100.000.000 ἐτησίως, διατηροῦντες φόρους καταθλιπτικοὺς διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ἴσου ποσοῦ ἢ ἐπιβάλλοντες νέους τοιούτους, ἰδοὺ τὶ θὰ συμβῇ. Οἱ φόροι οὗτοι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, εἶνε διὰ τὸ Κράτος λίαν δαπανηροί. Διὰ τὰ 100.000.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέλθωσιν ἐκ τῶν φόρων τούτων εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους, συνήθως ἐξέρχονται ἐκ τῶν θυλακίων τοῦ φορολογουμένου λαοῦ 110 ἤ 120 ἑκατομμύρια. Ἐπὶ πλέον οἱ φόροι οὗτοι, ἀποτελοῦσι διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν προσθέτους δαπάνας, αἵτινες δὲν ὠφελοῦσι κανένα, ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν γενικῶν ἐξόδων, ἀπωλείας χρόνου κ.τ.λ. οὕτως ὥστε τὰ 100.000.000 χρεολυσίου, τὰ ὁποῖα θέλετε ν’ ἀποσβέσητε διὰ τῆς φορολογίας ἴσου ποσοῦ, στοιχίζουν ἐν τῇ πραγματικότητι εἰς τοὺς φορολογουμένους 150.000.000 καὶ ἐνίοτε, ὡς γράφει ὁ Λερουὰ Μπωλιέ, περισσότερα. Πρὶν ἤ τὸ Κράτος ἀποσβέσῃ τμηματικῶς διὰ τοῦ χρεολυσίου ὑφιστάμενα δάνεια, πρέπει, διδάσκει ἡ Ἐπιστήμη, νὰ διερωτήσῃ ἑαυτό, ἄν ἐν τῷ φορολογικῷ του συστήματι ὑπάρχῃ φόρος τις καταφανῶς καταθλιπτικὸς διὰ τὴν παραγωγήν, καὶ ἄν τὸ Κράτος ἀνακαλύψῃ φόρον παρόμοιον, πρέπει ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, ἀναστέλλον τὴν λειτουργίαν τοῦ χρεολυσίου. Πῶς ἐσκέφθησαν οἱ ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ χρεολυσίου; Κατά τὸν ἀντεπιστημονικώτερον καὶ καταστρεπτικώτερον τρόπον. Αἱ μετὰ τὸν πόλεμον ἀνάγκαι τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1923 ἐπέβαλον εἰς αὐτὸ τὴν ἔκδοσιν ἀναγκαστικοῦ δανείου 750.000.000. Ὁ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐσκέφθη νὰ ἐξοφλήσῃ χρεολυτικῶς τὸ δάνειον τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἡ ἐτησία ὑπηρεσία πρὸς ½%, ἀνήρχετο εἰς δρχ. 3.750.000 διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐφ’ ἅπαξ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τοῦ ὁποίου ἡ πρόσοδος ὑπελογίσθη εἰς 2.000.000.000 εἰς ὁλόκληρον τὴν πενταετίαν ἤτοι 400.000.000 κατ’ ἔτος. Ὑπελόγιζε δηλαδὴ διὰ τῆς βαρείας ταύτης φορολογίας, ἥτις κατέληξεν εἰς κωμικὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ ἀπόψεως εἰσπράξεων νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τῶν 750.000.000, τὸ ὁποῖον ἐβάρυνε τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ δραχμὰς 3.750.000 ἐτησίως. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἄν καὶ κατὰ πόσον ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου κρίνεται ὀρθὸς καὶ ὠφέλιμος ἐν γένει, ἀλλ’ ἰδίως μάλιστα εἰς τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀφθονοῦσι τὰ Κεφάλαια, τοὐναντίον ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλεται ἡ ἐνίσχυσις αὐτῶν πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Καὶ ὅσον τὸ κατ’ ἐμέ, πιστεύω καὶ θὰ πιστεύω πάντοτε εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεως τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸ Διεθνὲς Οἰκονομολογικὸν Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν ὅτι ἡ ἔλλειψις Κεφαλαίου — καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἔλλειψις παραγωγικῆς δυνάμεως — ἔχει μεγάλην καὶ θεμελιώδη σπουδαιότητα. Ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ Κεφαλαίου ταχέως ὅσον τὸ δυνατὸν πρέπει νὰ εἶναι τὸ κύριον ἀντικείμενον τῶν σκέψεων ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνασχολοῦνται ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων. Ὁ πλοῦτος ἑνὸς Ἔθνους πρέπει νὰ προηγῆται τοῦ πλούτου τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ Διεθνὲς Οἰκονομολογικὸν Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν ὁ πολὺς Δελακρουά, Πρωθυπουργὸς τοῦ Βελγίου καὶ Ἀντιπρόσωπος τῆς Βελγικῆς Κυβερνήσεως, ὑπεστήριξεν ἐντόνως, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ Κεφαλαίου εἶναι κακὸν οἰκονομικόν. Τὸν φόρον τοῦτον, εἶπε μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ὁ Δελακρουά, κανὲν Κράτος δὲν ἐπραγματοποίησεν. Μετὰ τῆς μᾶλλον ἐντεταμένης προσοχῆς, εἶπε, παρηκολούθησα τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ. Εἰς στιγμήν τινα, οὐχὶ πολὺ ἀφεστῶσαν τῆς ἀνακωχῆς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας δὲν ἦτο κεκηρυγμένος ἀντίπαλος τῆς ἀφαιρέσεως μέρους τοῦ Κεφαλαίου. Ἀλλ’ αἱ ἰδέαι αὐτοῦ μετεβλήθησαν πολὺ ταχέως. Ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1919 ἐφάνη Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔδειξε τὰς αὐτὰς διαθέσεις πρὸς φορολογίαν τοῦ Κεφαλαίου. Οἱ ἐναντίον τῆς φορολογίας ταύτης παρατηροῦσιν, ὅτι θὰ παρουσιάσῃ αὕτη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ πολλὰς δυσχερείας. Τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων, τὸ ἱκανὸν νὰ ἐπιβλέψῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου Νόμου, εἶνε ἤδη ἐπιβεβαρημένον ἐκ τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων καὶ κατὰ συνέπειαν, ἔλεγεν ὁ Δελακρουά, ὁ δόλος θὰ κορυφωθῇ. Παρατηροῦσιν ἐπίσης οἱ ἐναντίον τῆς φορολογίας τοῦ Κεφαλαίου, οὐχὶ ἀλόγως, ὅτι τὸ Κεφάλαιον κατ’ ἀνάγκην θορυβούμενον καὶ ἀνησυχοῦν θὰ ἐκπατρισθῇ, συνεπιφέρον κατ’ ἀνάγκην τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῆς Χώρας. Ὁ λόρδος Σάλμερς, Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ὑπὸ τοῦ Δελακρουά λεχθέντων κατὰ τοῦ φόρου τοῦ Κεφαλαίου προσέθετο, ὅτι ἐμελέτησε καὶ αὐτὸς τὸν φόρον τοῦτον καὶ ἐπὶ στιγμήν τινα ἔκλινε ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὸν ὡς μέτρον οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ αἱ δυσχέρειαι τῆς ἐφαρμογῆς ἀνέκυψαν ὑπὲρ πολὺ μεγάλαι, ἔπειτα δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον καὶ συμφέρον νὰ φονεύωμεν τὴν χρυσοτόκον ὄρνιθα. Προσθέτως παρετήρησεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀνακαλύψωμεν Κράτος τι, τὸ ὁποῖον νὰ εὗρε τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου μετὰ τινος ἐπιτυχίας. Τὸ Κράτος τοῦτο εὑρέθη. Εἶνε ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχία ποία; Ὁ φόρος ἐν πρώτοις, δὲν ἀπέδωκε τὸ φανταστικὸν εἰσόδημα τῶν 2.000.000.000, ὅπερ ὑπελόγισεν ὁ τότε ὑπουργός. Καὶ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη διὰ τῆς καταστρεπτικῆς αὐτῆς φορολογίας τοῦ Κεφαλαίου, ἦτο ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ αὐτὴ ἀπέδωκεν οὐχὶ ἴσον ποσόν πρὸς τὸ εἰσπραχθέν, ὡς ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ σχετικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ὑπολογίσατε, εἰς ποῖα βάρη ὑπεβλήθησαν οἱ φορολογηθέντες πολῖται ἕνεκεν συμφυῶν ἄλλων λόγων πρὸς τὴν φορολογίαν ταύτην, καί θὰ εὕρητε ἀσφαλῶς ὅτι ἐπὶ ποσοῦ εἰσπραχθέντων 1.000.000.000 ἐφορολογήθησαν μὲ 150.000.000 καὶ πλέον, δεδομένου, ὅτι κατέβαλον εἰς δικηγόρους, εἰς ὑπαλλήλους, ἰδίως εἰς διαμέσους, ἱκανὰ ποσά, καθόσον ὁ δόλος κατ’ ἀνάγκην ἐκορυφώθη. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλὰ θὰ παραδεχθῆτε κατ’ ἀνάγκην ὅλοι, ὅτι διὰ τὴν ἀνακούφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν Ἐσόδων κατὰ 500.000 δραχμῶν ὑπεβλήθησαν οἱ φορολογούμενοι Ἕλληνες εἰς χιλιαπλάσια βάρη καὶ ἐπὶ πλέον, ὅτι τὸ ἐκπατρισθὲν ἑλληνικὸν κεφάλαιον κατήνεγκε πλῆγμα δεινὸν καὶ δυσεπανόρθωτον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Χώρας. Ὑπολογίσατε τώρα, ὅτι ἡ ἐξόφλησις τῶν 100.000.000 τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε 200.000.000 (τόκος ½%) ἐγένετο διὰ τοῦ συγχρόνου δανεισμοῦ νέου δανείου πρὸς 8% καὶ θὰ ἐννοήσητε ὅλον τὸ μέγεθος τῆς βλακείας, ἥτις διοικεῖ τὸν τόπον τοῦτον. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς συστάσεις γενομένας αὐτῷ κατὰ τὰ πρῶτα Ὑπουργικὰ Συμβούλια, ὅπως τὸ ἔσοδον τοῦτο τοῦ φόρου τοῦ Κεφαλαίου διατεθῇ, χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου τῶν 750 ἑκατομμυρίων ἀφοῦ καταφανῶς οἱ ἀπὸ τετραετίας Προϋπολογισμοὶ καταλήγουσιν ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον εἰς ἀναμφισβήτητα ἐλλείμματα, προέβαλλεν ἐν ἀρχῇ ἀντιρρήσεις, εὐθὺς ὅμως μετ’ ὀλίγον, ἐπειδὴ ἡ λογικὴ εἶνε μία καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τῶν Πυρηναίων, ἔβλεπε δὲ προφανῶς, ὅτι τὸ πολυΰμνητον ἰσοζύγιον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, ἐὰν τὰ 130.000.000, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν εἰς τὴν στήλην τῶν ἐσόδων, ὡς προϊὸν τοῦ φόρου τούτου, ἀνεγράφοντο ἐπίσης ἐν τῇ στήλῃ τῶν Ἐξόδων ὡς χρεολύσιον τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου τῶν 750.000.000, ἀπεδέχθη ὡς ὀρθὴν τὴν ἀντίληψίν μου καὶ τὴν γενομένην αὐτῷ παρατήρησιν καὶ διέγραψεν ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ἐξόδων τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 130.000.000, ποσόν, ἐπαναλέγω, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ ἰσοζύγιον δὲν ἐπετυγχάνετο. Ἡ ἀποδοχὴ αὕτη λογικῶν συστάσεων ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποτελεῖ ἀρχὴν ἀναγνωρίσεως τῆς κεντρικῆς καὶ ὑγιοῦς ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λειτουργῇ τὸ χρεολύσιον, ὅταν δὲν ὑπάρχει πραγματικὸν περίσσευμα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὅταν τὸ Κράτος εἶνε ἠναγκασμένον νὰ ἐπιβάλλῃ νέους ἐπαχθεῖς φόρους. Παραδόξως, εὐθὺς ὡς κατεφάνη ὅτι αἱ περιλάλητοι οἰκονομίαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ ὑγιεῖς περὶ χρεολυσίου ἀρχαὶ ἐγκαταλείφθησαν καὶ πάλιν καὶ ἐλησμονήθησαν ἐντελῶς. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμιμήθη, δυστυχῶς, κατὰ πάντα τὸν προηγηθέντα αὐτοῦ κ. Κοφινᾶν, καὶ διὰ ν’ ἀποσβέσῃ ἐτησίως χρεολύσιον 500.000.000 περίπου δραχμῶν ἐπέβαλε νέους φόρους 500 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τοῦ ἄρτου, ἐπὶ τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, τιθέμενος οὕτως ἀπροσέκτως καὶ ἐπιζημίως διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ μέτωπον ἐναντίον πρὸς τὰς ὑγιεῖς καὶ λογικὰς ἀξιώσεις τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιστήμης. Ποῦ θὰ ὁδηγήσῃ νέα καταθλιπτικὴ φορολογία μὲ τὴν ὑπάρχουσαν τοιαύτην τὸ δυστυχὲς τοῦτο Κράτος; Ποῦ ἀλλοῦ παρὰ εἰς τὴν ἀναρχίαν καὶ τὸν ὄλεθρον. Εἶπον ἤδη ἱκανὰ περὶ τοῦ κινδύνου τούτου, τοῦ κατ’ ἐμὲ ἀναποφεύκτου, ἐφόσον ἐξακολουθεῖ ὁ παραλογισμὸς τῆς λειτουργίας τοῦ χρεολυσίου, διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων καὶ τῆς συνάψεως νέων δανείων, ὥστε δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω τι, ἐπὶ πλέον ἐπὶ τούτου. Συνοψίζων τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα λέγω, ὅτι: α) Ἡ ἐξακολούθησις δανειακῆς πολιτικῆς θὰ ἔχῃ ἀσφαλῶς ὡς ἐπιστέγασμα τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. β) Ὅτι τὸ δάνειον τῶν 3.000.000 λιρῶν καὶ ἄν συναφθῇ, δὲν θὰ ἀρκέσῃ διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, ὅτι θὰ παραμένῃ ἀκάλυπτον ἔλλειμμα ἐκ Δρχ. 843.000.000 εἰς τὸ ὁποῖον θὰ προστεθῶσι τ’ ἀσφαλῆ ἐλλείμματα τῆς τρεχούσης χρήσεως καὶ τῶν ἑπομένων. γ) Ὅτι νέα δάνεια δὲν θὰ εἶνε δυνατὸν πλέον νὰ ζητηθῶσιν οὔτε νὰ δοθῶσιν, ὅτι νέαι οἰκονομίαι ἄνευ σπουδαίων κοινωνικῶν διαταραχῶν δὲν εἶναι ἐφικταί, καὶ ὅτι νέα φορολογία κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ εἶνε ἀνεκτή. δ) Ὅτι ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶνε, συμφώνως πρὸς τὰ διδάγματα τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, ἡ προσωρινὴ ἀναστολὴ τοῦ χρεολυσίου, μέχρις οὗ τακτοποιηθῶσιν αἱ ἐκκρεμεῖς δοσοληψίαι ἡμῶν, καὶ ἐπιτευχθῇ ἀληθινὸν καὶ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀναστολὴ τοῦ χρεολυσίου θ’ ἀνακουφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ 500.000.000 περίπου δραχμῶν ἐτησίως, τὸ ὁποῖον ποσόν, ἂν οὐχὶ ἐν ὅλῳ, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέγιστον τμῆμα αὐτοῦ θὰ δυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν κατ’ ἔτος πρὸς τμηματικὴν ἄρσιν τῶν ἀκαθαρσιῶν τοῦ παρελθόντος, ἐπιτυγχάνοντες οὕτω κατὰ φυσικὴν συνέπειαν μειοδοτικῶς καὶ προοδευτικῶς καὶ ἐν πάσῃ ἀσφαλείᾳ καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν νομίσματος. Θὰ ἔχωμεν δηλονότι τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς ντὲ φάκτο, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία θὰ εἶνε πεπεισμένη, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, βάσις καὶ θεμέλιον ὑγιοῦς νομισματικῆς πολιτικῆς, θὰ εἶνε καθ’ ὅλα ἄρτιος καὶ μὲ ἱκανὸν καὶ ἀληθινὸν περίσσευμα. Τὸ περίσσευμα τοῦτο θὰ συντρίψῃ πᾶσαν ἀπόπειραν κερδοσκοπίας ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος. Τώρα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ δεύτερον μέρος τοῦ τριμεροῦς δανείου, ἐπίσης ἐκ 3.000.000 λιρῶν, τὸ προωρισμένον πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐθεώρησα εἰς προηγουμένην μου ὁμιλίαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θεωρῶ ἀπαραίτητον, εὑρίσκω δὲ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν μόνον εἰς τὴν Γενεύην, ὅπως ἐπιτύχωμεν δάνειον 3.000.000 λιρῶν, χάριν τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν. Τὸ ὑπὲρ τῶν προσφύγων δάνειον πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀδιαφιλονεικήτως παραγωγικόν. Θὰ δανεισθῶμεν, διὰ νὰ δώσωμεν χρήματα εἰς τοὺς πρόσφυγας, διὰ νὰ ἐργασθῶσιν, ἀλλὰ ἡ ἐργασία αὐτῶν θ’ ἀποβῇ μέν, ὡς εἶναι πρέπον καὶ ἐπιβεβλημένον, πρὸς ἴδιον αὐτῶν ὄφελος, ἀλλὰ καὶ τοῦ Κράτους καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας. Εἰς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσεν ὁ κ. Τσουδερὸς περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, σημειοῖ, ὅτι θὰ χρειασθῶσι πρὸς τοῦτο οὐχὶ ἐλάσσονα τῶν 5.000.000 λιρῶν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἀκριβῶς περὶ τούτου. Ἀλλὰ ἐὰν προβλέψωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ συνομολογήσεως δανείου 3.000.000 λιρῶν εἰς δύο ἐτησίας δόσεις, θὰ πράξωμεν ὑπὲρ τῶν προσφύγων πᾶν τὸ δυνατὸν καὶ ὠφέλιμον πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτῶν, χωρὶς ἐννοεῖται ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ φροντὶς ὅπως, ἐὰν ὑπάρξῃ ἔλλειψις, θεραπευθῇ ἡ ἔλλειψις αὕτη διὰ νέας μικρᾶς προσθήκης δανείου, εἴτε καὶ διὰ τῶν πόρων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δεδομένου, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τοῦ χρεολυσίου, ἐὰν γίνῃ ἀσπαστή, δὲν θὰ εἶνε διαρκείας μικροτέρας τῶν ἓξ ἐτῶν. Ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1860 μέχρι τοῦ 1866, ἤτοι ἐπὶ ὁλόκληρον ἑξαετίαν τὸ χρεολύσιον ἀνεστάλη ὁλοκληρωτικῶς. Ὑπολείπεται ἤδη ἡ ἐξέτασις τοῦ τρίτου μέρους τοῦ δανείου, ἡ καὶ περισσότερον ἐνδιαφέρουσα, τοῦ προωρισμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς. Τὸ θέμα εἶνε πολυσχιδὲς καὶ πολύπλοκον, ὅσα δὲ ἐγράφησαν καὶ γράφονται καθ’ ἑκάστην περὶ αὐτοῦ, φέρουσιν εἰς τοιαύτην σύγχυσιν διὰ τῆς ἀντιθέσεως τῶν γνωμῶν καὶ τῆς παρατάξεως ἑκατέρωθεν ἐπιχειρημάτων, τῶν ὁποίων δὲν εἶνε εὔκολος ἡ πρόχειρος μελέτη, ὥστε ὁ θέλων ν’ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς περὶ τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῆς σταθεροποιήσεως, θὰ εὑρεθῇ κατ’ ἀνάγκην εἰς δύσκολον θέσιν. Ὅ,τι ἐγὼ ἐπιθυμῶ καὶ δικαιοῦμαι νὰ παρατηρήσω πρωτίστως εἶνε τοῦτο: Ὅτι εἰς τὸ Οἰκονομικὸν Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, καὶ πρέπει νὰ τονίσω καὶ πάλιν, συνεκλήθη δυνάμει εἰδικῆς ἐντολῆς τοῦ Συμβουλίου τῆς Κ.Τ.Ε., 89 σοφοὶ οἰκονομολόγοι ἀπεδέχθησαν ὁμοφώνως τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας καὶ ἀνέγραψαν ὑπὸ τὸ ἄρθρον 11, τὴν ἑξῆς σύστασιν, μᾶλλον εἰπεῖν, τὸ ἑξῆς δόγμα: «Δὲν δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν καμμίαν δοκιμὴν σταθεροποιήσεως τοῦ χρυσοῦ, καὶ ἀμφιβάλλομεν, σφόδρα, ἂν ἀπόπειρα τοῦ εἴδους τούτου δύναται νὰ ἐπιτύχῃ», Ἐπίσης ὑπὸ τὸ ἄρθρον 9 ἀνέγραψαν: «Εἶνε ματαία ἡ προσπάθεια προσδιορισμοῦ σχέσεως τῆς ὑφισταμένης πιστωτικῆς κυκλοφορίας πρὸς τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ». Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω πῶς, ἀφοῦ τὸ Διεθνὲς Οἰκονομολογικὸν Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν διατυποῖ γνώμην καταδικαστικὴν τῆς ἰδέας τῆς σταθεροποιήσεως, πῶς ἡ Γενεύη, ἡ ὁποία ἐζήτησε διὰ τοῦ Συνεδρίου τούτου νὰ συστήσῃ εἰς τὰ ἀσθενῆ οἰκονομικῶς Κράτη, ὑγιὲς ἐπιστημονικὸν σύστημα νομισματικῆς κυκλοφορίας, ἔρχεται ἤδη, καὶ ἐκβιάζει ἡμᾶς εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μέτρου τῆς σταθεροποιήσεως διότι ἐκβιασμὸς εἶνε ὁ ζητούμενος καὶ ἐπιβαλλόμενος συνδυασμὸς τῆς σταθεροποιήσεως μὲ τὸ διδόμενον δάνειον καὶ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Τῆς ἀπορίας μου, λύσιν πιθανὸν νὰ εὕρωσιν οἱ ὀπαδοὶ τῆς σταθεροποιήσεως, ὅπου καὶ ἄν εὑρίσκωνται οὗτοι, εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1920, ὅτε συνεκροτήθη τὸ Διεθνὲς Οἰκονομικὸν Συνέδριον μέχρι σήμερον παρῆλθεν ὁλόκληρος ἑπταετία, καὶ ὅτι εἰς τὸ διάστημα τοῦτο μετεβλήθησαν ἄρδην αἱ οἰκονομικαὶ καὶ Δημοσιονομικαὶ σκέψεις τῶν ἐν Γενεύῃ, καὶ μετεπήδησαν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς πόλου ἀκριβῶς εἰς τὸν ἀντίθετον. Ὅσοι ὡμίλησαν ἐναντίον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου ἀντέταξαν ὡς ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῶν, ὅτι κανὲν Κοινοβούλιον δὲν ἐψήφισε τοιοῦτον φόρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σταθεροποίησιν, πρέπει ὁμοίως νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον Κράτος, παραπλήσιον ὁπωσδήποτε πρὸς ἡμᾶς, εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ νομισματικὴν αὐτοῦ κατάστασιν, ἀπεδέχθη αὐτὴν, καὶ ποῖα προέκυψαν ἀποτελέσματα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Καθόσον γνωρίζω ἡ δοκιμὴ ἐγένετο κυρίως ἐν Αὐστρίᾳ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Πολωνίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ἐννοεῖται πάντοτε περὶ νομίμου σταθεροποιήσεως, τῇ βοηθείᾳ ἐξωτερικῶν δανείων καὶ ξένων πιστώσεων. Ἵνα κρίνῃ τις ἀσφαλῶς περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τοῦ μέτρου, πρέπει ν’ ἀναζητήσῃ ἐπιμελῶς καὶ προσεκτικῶς τὰ ἐπιτευχθέντα μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα. Ἐν Αὐστρίᾳ ἐπεχειρήθη σταθεροποίησις, ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἐξωτερικὰ δάνεια καὶ ἵδρυσιν Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, εἰδικῶς ἐπιφορτισμένης, ὅπως διὰ τῆς σκοπίμου διαχειρίσεως τῶν δανείων τούτων καὶ πιστώσεων τηρήσῃ τὸ Αὐστριακὸν νόμισμα εἰς τὴν καθορισθεῖσαν διὰ τοῦ Νόμου τῆς σταθεροποιήσεως σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν χρυσόν. Οἱ ὑπέρμαχοι τῆς σταθεροποιήσεως, ὑπερηφάνως ἐπιδεικνύουσι τὴν ἐν Αὐστρίᾳ ἐπιτυχίαν τῆς σταθεροποιήσεως, καὶ καλοῦσι τοὺς πάντας ὅπως θαυμάσωσιν αὐτήν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ δοκιμὴ ἐξελίσσεται ἕως ἄρτι ἐπιτυχῶς, ἀλλ’ ὅμως πρόκειται περὶ ὅλως εἰδικῆς περιπτώσεως, ἀφορώσης χώραν μικράν, δὸς εἰπεῖν, περὶ πειράματος, ὡς ἔγραψεν ὁ Γάλλος οἰκονομολόγος, ἐν ἐπιστημονικῷ ἐργαστηρίῳ. Ἐν ἀρχῇ ἡ σταθεροποίησις ἐγένετο εἰς τὴν τιμὴν τῶν 12.850 κορωνῶν χαρτίνων ἔναντι μιᾶς χρυσῆς κορώνας. Σήμερον ἡ γενομένη δεκτὴ νομισματικὴ μονὰς εἶναι τὸ Σελλίνιον, τοῦ ὁποίου ἡ πρὸς τὸν χρυσὸν σχέσις εἶναι 0.73 τοῦ χρυσοῦ φράγκου. Ἐν τούτοις μετὰ πολλῶν ἀνησυχιῶν παρακολουθοῦσιν οἱ ἐν Βιέννῃ τὴν κίνησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου. Διότι, μὴ ἀπατώμεθα, τὸ οὐ οὐκ ἄνευ τῆς ἐπιτυχίας τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως, βασιζομένης ἐπὶ ἐξωτερικῶν δανείων εἶναι ἐκτὸς τῆς ὁμαλῆς καταστάσεως, ἐκτὸς τῆς στερεότητος τῶν κρατικῶν οἰκονομικῶν, εἶναι ἡ ἀποκατάστασις εὐμενοῦς ἰσοζυγίου τῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ λογαριασμῶν. Ἐπὶ πλέον ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἀπότοκος τῆς σταθεροποιήσεως, ἐμποδίζει, ὡς θὰ ἐξηγήσω κατόπιν, ἐπιζημίως τὴν δημιουργίαν νέων βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων ἐν Αὐστρίᾳ ἢ ἐπέκτασιν τῶν παλαιῶν. Ἐντεῦθεν κατάπτωσις οἰκονομική, ἐπέκτασις τῆς ἀνεργίας εἶναι ἡ πραγματικὴ εἰκών, ἣν ἐμφανίζει σήμερον ἡ Αὐστρία, ἥτις καὶ δι’ Ἐθνικοὺς λόγους, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ κυρίως διὰ λόγους οἰκονομικούς, ἐπιζητεῖ τὴν ἕνωσιν αὐτῆς μετὰ τῆς Γερμανίας, ὡς μόνον μέσον σωτηρίας. Ἐν Πολωνίᾳ ἡ νομισματικὴ μεταρρύθμισις ὑπῆρξε πλήρης. Ἐδημιουργήθη ἐξ ὑπαρχῆς, δύναταί τις εἰπεῖν, νέον νόμισμα, τὸ ζλότυ, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τὸ Πολωνικὸν μάρκον, καὶ ἐθεωρήθη ἰσότιμον πρὸς τὸ χρυσοῦν φράγκον. Ἡ σταθεροποίησις τοῦ τελείως ἐξηυτελισμένου πολωνικοῦ μάρκου ἐγένετο ἐπὶ τιμῇ: ἓν ζλότυ ἴσον πρὸς 1.800.000 πολωνικὰ μάρκα. Ἐν Πολωνίᾳ δηλαδὴ ἡ χρεοκοπία, ὡς ἐν Γερμανίᾳ, ὑπῆρξε πλήρης. Ἐν τοσούτῳ μετὰ ἐνθουσιώδη ἔναρξιν, τῇ βοηθείᾳ ἐξωτερικῶν δανείων, ἡ Πολωνία δὲν ἠδυνήθη νὰ διατηρήσῃ τὴν σταθερότητα τοῦ ζλότυ. Ἵνα ἀγοράσῃ τις μίαν λίραν στερλίναν κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1926, ἔπρεπε νὰ δώσῃ 50 ζλότυ, ἀντὶ 25. Σήμερον ἡ κατάστασις φαίνεται τραχυτέρα. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ Πολωνία ἤδη διαπραγματεύεται νέα δάνεια, οὐδεμία δέ, πολλοῦ γε καὶ δή, ὑπάρχει ἔνδειξις, ὅτι θὰ εἶναι τὰ τελευταῖα. Πλήρης δηλαδὴ ἀποτυχία τῆς σταθεροποιήσεως. Ἐν Βελγίῳ κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1925. Ἅμα τῷ κατορθώματι τούτῳ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Βελγίου ἐσκέφθη νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα τῆς σταθεροποιήσεως διὰ τῆς συνάψεως μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου. Διαπραγματεύσεις ἐγένοντο πρὸς Τραπέζας ἀγγλικάς, ἀμερικανικάς, ὀλλανδικάς, σουηδικάς, ἑλβετικάς, ἐχορηγήθησαν δὲ οὕτω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ Βελγίου σπουδαῖαι πιστώσεις εἰς συνάλλαγμα, αἵτινες προσετέθησαν εἰς τὸ ὑπόλοιπον συναλλάγματος ἐκ τῶν δύο δανείων Μόργκαν 1924–25 ἐξ 100.000.000 δολλαρίων. Χάρις εἰς τὰ μέτρα ταῦτα τὸ Βελγικὸν φράγκον κατωρθώθη νὰ σταθεροποιηθῇ ντὲ φάκτο, καθ’ ὅλον τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1925 εἰς τὴν τιμὴν 107 τὴν λίραν, καὶ 21–22 τὸ δολλάριον. Ἀντὶ νὰ καταβληθῇ ἐσωτερικὴ προσπάθεια διὰ τὴν μεθοδικήν, σὺν τῷ χρόνῳ βελτίωσιν, οἱ Βέλγοι ἐπεχείρησαν νόμῳ σταθεροποίησιν εἰς τὰς ἄνω τιμάς. Ἅπασα ἡ προκαταρκτικὴ ἐργασία ἐγένετο, καὶ δὲν ὑπελείπετο ἢ ἡ πραγματοποίησις νέου δανείου 100 –150.000.000 δολλαρίων εἰσέτι. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1926 ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις ἀπετάθη πρὸς τοὺς δανειστάς, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀκούσῃ παρ’ αὐτῶν, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν ἐνέπνεε καμμίαν ἀσφάλειαν, ὅτι εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωσιν ἐγγυήσεις, ἀποτελούσας σχεδὸν ἀναγνώρισιν ξένης ἐποπτείας ἐπὶ τῆς Βελγικῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τῶν Βελγικῶν οἰκονομικῶν, καθ’ ὃν τρόπον ζητοῦνται καὶ παρ’ ἡμῖν ἤδη τοιαῦται, προσβλητικαὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους ἐγγυήσεις καὶ ἐποπτεῖαι. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἡ Βελγικὴ εὑρεθεῖσα πρὸ τοιούτων αὐθαδῶν ἀξιώσεων ἐκ μέρους τῶν δανειστῶν προετίμησε νὰ παραιτηθῇ, καὶ ἡ νόμῳ σταθεροποίησις ἐγκατελείφθη. Ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως παρέσυρε τὸ Βελγικὸν φράγκον εἰς πτῶσιν, ἤτοι ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ χρυσοῦν φράγκον ὑπῆρξεν ἀπὸ 23,25, ὅσον ἐτιμᾶτο τὸ Βελγικὸν φράγκον, τὸ βʹ ἑξάμηνον τοῦ 1925 εἰς 18.50, τὸν Μάρτιον τοῦ 1926, 17.90 τὸν Ἀπρίλιον καὶ 14.40 τὸν Μάϊον. Ἡ ἀποτυχία αὕτη ἀποτελεῖ μέγα δίδαγμα δι’ ἡμᾶς. Οἱ Βέλγοι ἐδανείσθησαν 100.000.000 δολλάρια (δάνειον Μόργκαν), ἰσοσκέλισαν τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῶν, ἔλαβον νέας πιστώσεις κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1925, ἀλλὰ καὶ δάνειον καὶ πιστώσεις ἀπερροφήθησαν ραγδαίως. Εἰς διάστημα ἓξ μηνῶν ἐξ ἑνὸς ποσοῦ 118.000.000 δολλαρίων, συγκεντρωθέντος εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ Βελγίου ἐκ δανείων καὶ ἄλλων πιστώσεων, ἀπερροφήθη τὸ ποσὸν τῶν 87.000.000 δολλαρίων, τοῦθ’ ὅπερ ἐξηγεῖ εὐκόλως τὴν ἀποτυχίαν. Διότι πρέπει νὰ σημειωθῇ καὶ νὰ τονισθῇ σοβαρῶς, ὅτι ἡ ἐπιτυχία τῆς σταθεροποιήσεως εἶνε στενῶς συνυφασμένη μὲ τὸ ποσὸν τοῦ ἀποθέματος εἰς χρυσὸν ἢ συνάλλαγμα, ἐν σχέσει πάντοτε πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ λογαριασμῶν. Τὸ ἰσχυρότερον ἀπόθεμα εἶνε βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς ὅτι θὰ ἐξαντληθῇ, ἐὰν τὸ ἰσοζύγιον τῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ λογαριασμῶν ἐξακολουθῇ νὰ εἶνε παθητικόν. Κατὰ τὸ 1919, ὡς ἔγραφεν ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὐτοῦ ἐκθέσει ὁ τότε ὑποδιοικητὴς καὶ νῦν διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Α. Διομήδης, ἡ οἰκονομικὴ πλάστιγξ ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξε δυσμενής. Ὁ δὲ τότε διοικητὴς αὐτῆς καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς κ. Α. Ζαΐμης, ἐπεξηγῶν τὴν δυσμένειαν ταύτην ἔλεγεν εἰς τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὐτοῦ ἐκθέσει, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐξαγωγῆς ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος προεκάλεσαν ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν τὴν ἐξάντλησιν τῶν παρὰ Τραπέζαις ἐξωτερικοῦ διαθεσίμων χρυσῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων. Ἡ διαφορὰ εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης τῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ δοσοληψιῶν ἡμῶν, ἡ προκύψασα ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνῆλθεν ἐντὸς μιᾶς ἑξαμηνίας εἰς 367.000.000 δραχμάς, δηλαδὴ 15.000.000 περίπου λίραι χρυσοῦ Ἑλληνικοῦ ἀποθέματος ἐξηφανίσθησαν ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν, Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐξαγάγῃ ὠφέλιμα συμπεράσματα ἐκ τοῦ παραδείγματος τούτου. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς πρώτης ἀποπείρας σταθεροποιήσεως ἐν Βελγίῳ, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ζασπάρ, ἐθεώρησε πρωτίστως ἀπαραίτητον νὰ προβῇ εἰς πλήρη ἐκκαθάρισιν τῆς ἐσωτερικῆς, οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας διὰ πραγματικῆς τακτοποιήσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ κυμαινομένου χρέους, τῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὀφειλῶν καὶ ἄλλων ὑποχρεώσεων καὶ διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως πραγματικοῦ ἰσοζυγίου εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Μετὰ τοῦτο προέβη εἰς συνομολόγησιν μεγάλου δανείου ἐξ 100.000.000 δολλαρίων (καθαρὸν προϊὸν 90.000.000) καὶ κατὰ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου 1926, προέβη εἰς τὴν διὰ νόμου σταθεροποίησιν, ἀλλ’ οὐχὶ πλέον μὲ τὴν τιμὴν τῶν 107 φράγκων Βελγικῶν διὰ μίαν λίραν, τοῦθ’ ὅπερ συνετέλεσεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων πολὺ εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῆς πρώτης σταθεροποιήσεως, διότι ὁ ἤπιος οὗτος καὶ ἐπιεικὴς προσδιορισμὸς ἐνεθάρρυνε τὴν ἀθρόαν εἰσαγωγὴν ἐκ μέρους τῶν βιομηχάνων πρώτων ὑλῶν, δυσανάλογον πρὸς τὴν χρηματικὴν αὐτῶν ἀντοχήν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου παρημπόδιζε τὴν ἐξαγωγήν, ἐπὶ τῇ προβλέψει ἐπιτεύξεως ὑψηλοτέρων τιμῶν. Ἡ τιμὴ τῆς δευτέρας σταθεροποιήσεως προσδιωρίσθη ἀνωτέρα τῆς πρώτης, ἤτοι πρὸς 175 τὴν Ἀγγλικὴν λίραν. Ἡ δευτέρα αὕτη σταθεροποίησις τοῦ Βελγίου δεικνύει ἀληθῶς σημεῖα ἐπιτυχίας, ἀφοῦ κατωρθώθη νὰ συγκρατηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ Βελγικοῦ φράγκου εἰς ὅ σταθερὸν σημεῖον ὡρίσθη. Ἀλλὰ λογικαὶ ἐπιφυλάξεις δὲν ἀποκλείονται, διότι τὸ πᾶν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς σταθερᾶς καὶ διαρκῶς βελτιουμένης οἰκονομικῆς καταστάσεως, Κρατικῆς καὶ Κοινωνικῆς, δὲν γνωρίζω δὲ ἐγὼ ἀσθενέστερον πρᾶγμα, ἢ τὴν οἰκονομικὴν ὑγείαν τῶν Κρατῶν, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἐκ πολλῶν καὶ διαφόρων ἐνδεχομένων. Περὶ ὁριστικῆς ἐπιτυχίας τῆς δευτέρας σταθεροποιήσεως τοῦ Βελγίου πρέπει πάντοτε νὰ θεωρηθῇ ὡς πρόωρος πᾶσα πρόβλεψις. Ἡ μέθοδος αὕτη τῆς ταχείας νομισματικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ἀποτόμου ἀποκαταστάσεως εἰς τὴν ἀρχικὴν ἀξίαν τοῦ Ἐθνικοῦ νομίσματος ἐπεβλήθη εἰς τὴν Βελγικὴν Κυβέρνησιν προφανῶς ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ παραδείγματος. Δὲν ὑφίσταται ὅμως ὁμοιότης περιπτώσεων. Ἡ Γερμανία ἐβάδισε κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὴν χρεοκοπίαν, τὸ Κράτος ἀπηλλάγη ὅλων τῶν χρεῶν του. Ἡ Γερμανικὴ Τράπεζα ἠγνόησε τὰς κολοσσιαίας μάζας τῶν Γερμανικῶν χαρτονομισμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκε. Τὸ κυμαινόμενον χρέος καὶ αἱ προσωριναὶ Ταμειακαὶ ὑποχρεώσεις ἐξητμίσθησαν. Ἡ Γερμανικὴ Τράπεζα ἀνεγεννήθη ἐκ τῆς τέφρας, καὶ πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι ἄνευ τῆς πλήρους ταύτης χρεοκοπίας ἡ Γερμανικὴ σταθεροποίησις δὲν θὰ ἦτο δυνατή. Ἐντεῦθεν τὸ Γερμανικὸν παράδειγμα οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ προβλήματος τῆς σταθεροποιήσεως ἐπιβολήν, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα παραδείγματα καὶ τὸ Βελγικὸν ἔτι ὁμοῦ, δὲν δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὰς σκέψεις ἡμῶν καὶ τὰς ἀποφάσεις, περὶ Ἑλληνικῆς σταθεροποιήσεως, ἐφόσον πρωτίστως καὶ ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἐπιμελῶς καὶ ἐπισταμένως οἱ ἰδιαίτεροι οἰκονομικοὶ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται ἡ Χώρα ἡμῶν σήμερον καὶ ὑπὸ ποίους τοιούτους ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῇ καὶ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον. Πόθεν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τῆς σταθεροποιήσεως; Ἐγεννήθη ἐκ τούτου, ὅτι ἡ ἀστάθεια τοῦ νομίσματος, αἱ ἀπότομοι αὐτοῦ διακυμάνσεις, αἱ διαταράσσουσαι ἐπικινδύνως τὰς συναλλαγματικὰς σχέσεις, εἶνε κακόν, παγκοίνως ἀνεγνωρισμένον, ἀφοῦ εἰς ὅλους εἶνε καταφανῶς αἰσθητόν, κακόν, τοῦ ὁποίου ἡ ἄρσις εἶνε διὰ τοῦτο κοινὸς πόθος. Ἄρσις τοῦ κακοῦ σημαίνει ἀπόκτησιν νομίσματος ἐθνικοῦ, ὑγιοῦς, ἱκανοῦ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰς συναλλακτικὰς σχέσεις ἀπὸ πάσης ἀποτόμου καὶ ἐπικινδύνου διαταραχῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ σταθεροποίησις εἶναι εἰς ὅλους ἐπιθυμητή, ὅλοι δὲν συμφωνοῦσι περὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν αὐτήν. Οἱ μὲν θεωροῦσιν, ὅτι ἡ δίαιτα, ἡ προσιδιάζουσα εἰς τοὺς ἀναρρωνύοντας δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ ἀσθενὲς νόμισμα ν’ ἀνακτήσῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μεθοδικῶς τὴν ὑγείαν του, ν’ ἀνέλθῃ sans à coup, ὁμαλῶς ἄνευ βιαίων κλονισμῶν εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ ἀξίαν. Οἱ ὀπαδοὶ τῆς θεωρίας ταύτης στηρίζουσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ συγκεκριμένων παραδειγμάτων, ἐξηγμένων ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἱστορίας. Ἐὰν ἡ Ἀγγλία, μετὰ τοὺς Ναπολεοντείους πολέμους, ἐὰν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ χωρισμοῦ, ἐὰν ἡ Γαλλία, μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870–1, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἀνέκτησαν τὴν νομισματικὴν αὐτῶν ὑγείαν, τοῦτο ἐπετεύχθη, χάρις εἰς τὰς οἰκονομικὰς αὐτῶν μεταρρυθμίσεις καὶ ἰδίως εἰς τὴν συστηματικὴν καὶ μεθοδικὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ἀναγκαστικοῦ χαρτονομίσματος, διὰ πραγματικῶν περισσευμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, δηλαδὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Κεφαλαίου. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἦτο τὸ ὁρατὸν σημεῖον, οὕτως εἰπεῖν, τὸ σύμβολον νομισματικῆς καταστάσεως, ἐπανορθωθείσης, σημεῖον ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦτο πλῆρες. Παρομοία διαπίστωσις προκύπτει ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἱστορίας τῆς Ἰταλίας τοῦ 19ου αἰῶνος, δι’ ἧς ἡ Ἰταλία ἀνέκτησε τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ συναλλάγματος τῷ 1883, καὶ τῷ 1890. Ἀλλὰ τὶ βλέπομεν εἰς ἑκατέρας τῶν χρονολογιῶν τούτων; Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ἰταλικοῦ χαρτονομίσματος ὑπῆρξεν ἐλαχίστη, ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1883, ἀφοῦ περιωρίσθη ἀπὸ τοῦ ποσοῦ 1675 ἑκατομμυρίων λιρεττῶν, εἰς 1511. Ἐπὶ πλέον ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐπετεύχθη δι’ ἐξωτερικῶν δανείων. Τῷ 1883, πραγματοποιηθέντος τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ λιρέττα ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτῆς ἀξίαν. Ἀλλὰ τῷ 1892 τὰ ἐλλείμματα τῶν Ἰταλικῶν Προϋπολογισμῶν, γεννηθέντα ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κρίσπη, ἐπανέφερον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὴν πτῶσιν τῆς λιρέττας. Τῷ 1900 ἐπανῆλθεν ἐν Ἰταλίᾳ ἡ ἰσοτιμία συγχρόνως μὲ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Ἰταλικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ στενὴ σχέσις καὶ συνάφεια μεταξὺ τῶν δύο τούτων φαινομένων τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἰσοτιμίας τοῦ συναλλάγματος εἶναι ἀλήθεια, προκύπτουσα καταφανῶς ἐκ τῶν μνημονευθέντων παραδειγμάτων. Ἀλλ’ οἱ ὀπαδοὶ τῆς σταθεροποιήσεως, βιαστικοί, ἐνδιαφερόμενοι δὲ ἀπ’ εὐθείας καὶ προσωπικῶς ν’ ἀποσείσωσι τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν, ἀξιοῦσι μετὰ κραυγῶν καὶ θορύβου ἄμεσον χειρουργικὴν ἐπέμβασιν, ἐννοοῦσι νὰ ἐγχειρίσωσιν, ὡς γράφει εὐφυῶς ὁ Γάλλος οἰκονομολόγος à Chaud. Ἐντεῦθεν αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας οἱ περισσότερον μεταξὺ αὐτῶν μεμυημένοι ἀντιλαμβάνονται ἄριστα, διότι αἱ συνέπειαι αὗται ἐξεδηλώθησαν καὶ ἐκδηλοῦνται καὶ εἰς ἄλλας χώρας. Αἱ συνέπειαι αὗται παράγονται ἐξ αὐτῆς τῆς χειρουργικῆς ἐπεμβάσεως καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸν κύκλον ἐκείνων τῶν ὀπαδῶν τῆς σταθεροποιήσεως, οἵτινες δὲν ἀγνοοῦσι τὰς δυσχερείας εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς ἀποτόμου μεταβολῆς, ἐκ τῆς ἀσταθείας τοῦ νομίσματος, εἰς τὴν σταθεροποίησιν αὐτοῦ προσπαθοῦσι νὰ μετριάσωσιν αὐτὰς καὶ νὰ εὕρωσι φάρμακον. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἐν Γαλλίᾳ, διὰ τοῦ ἀπὸ 31ης Μαΐου 1926 Διατάγματος συνεστήθη Ἐπιτροπὴ Ἐμπειρογνωμόνων, ὅπως μετὰ μελέτην ἐμβριθῆ γνωματεύσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς σταθεροποιήσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη συνέστησε πράγματι διὰ μακροῦ καὶ ἐμπεριστατωμένου ὑπομνήματος τὴν ἀποδοχὴν τῆς σταθεροποιήσεως, δὲν παρέλειψεν ὅμως ἐν ἰδιαιτέρῳ Κεφαλαίῳ τῆς Ἐκθέσεως αὐτῆς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν συνεπειῶν, αἵτινες μοιραίως θὰ προκύψωσιν, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου τούτου. Ἡ σταθεροποίησις, παρατηρεῖ ἐπὶ λέξει, ἡ Ἔκθεσις τῶν Γάλλων Ἐμπειρογνωμόνων, θὰ ἔχῃ ὡς μοιραῖον ἐπακολούθημα τὴν εἰς τὰ πραγματικὰ ἐπίπεδα ἐπάνοδον τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ. Ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν τῆς παραγωγῆς, ἥτις θὰ πηγάσῃ ἐκ τούτου, θὰ ἐλαττώσῃ τὰς δυνατότητας τῆς ἐξαγωγῆς, ἐνῷ συγχρόνως ἡ ἐσωτερικὴ κατανάλωσις θὰ περιορισθῇ, λόγῳ τῆς ὑψώσεως τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς. Ἐντεῦθεν διαταραχὴ προσωρινὴ μέν, ἀλλὰ βαθεῖα τῶν ἀγορῶν καὶ λόγῳ τῆς ἀνάγκης τῆς πραγματοποιήσεως πωλήσεων ὑπερβολὴ συναγωνισμοῦ. Ἐὰν προστεθῇ εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ πιθανὴ αὔξησις τοῦ προεξοφλητικοῦ τόκου, ὡς καὶ ὁ περιορισμὸς καὶ ἡ ἀκρίβεια τῶν πιστώσεων, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ πωλήσεις θὰ ἐλαττῶνται, πρέπει τις νὰ προβλέψῃ τὸν κίνδυνον, εἰς ὃν θὰ περιέλθῃ ἀριθμός τις ἐπιχειρήσεων, πτώχευσιν τῶν ἀσθενεστέρων ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐξαφάνισιν ἐκείνων, ὧν ἡ ἐπιτυχία καὶ ἡ ὕπαρξις συνεκρατεῖτο τεχνητῶς ἐκ τῆς πτώσεως τοῦ φράγκου. Βαρὺς φόρος, προσθέτει ἡ ἔκθεσις, τὸν ὁποῖον αἱ περιουσίαι αἱ διατεθειμέναι ἐν τῇ Ἐθνικῇ Βιομηχανίᾳ θὰ καταβάλωσι διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ τόπου. Ὡς ἐκ τούτου ἅπαντα τὰ ὑγιᾶ στοιχεῖα τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν συναλλαγῶν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ζωὴν αὐτῶν, θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ βελτιώσωσι τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς πρέπει νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὸ μέλλον. Ὅσα ἄλλα στοιχεῖα τῆς παραγωγῆς ἔζησαν εἰς τὸ περιθώριον τῆς ὑγιοῦς βιομηχανίας καὶ τοῦ ὑγιοῦς ἐμπορίου, ἀναμφιβόλως θὰ ἐξαφανισθῶσιν, ἄμεσον δὲ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξαφανίσεως ταύτης θὰ εἶναι ἡ αὔξησις τῆς ἀνεργίας, μεθ’ ὅλων τῶν κοινωνικῶν συνεπειῶν, ἃς ἐπισύρει αὕτη, καθόσον εἶναι ἀληθές, ὅτι ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ἐργασίας (ἐργάται, ὑπάλληλοι καὶ ἐργοδόται) εἶναι ἀλληλέγγυοι οἱ μὲν πρὸς τοὺς δέ, καὶ ὠφελοῦνται ἢ πάσχουσιν ὁμαδὸν ἐκ τῆς ἐπιτυχίας ἢ τῆς καταστροφῆς τῶν ἐπιχειρήσεων. Ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος, γράφει ἡ ἔκθεσις τῶν Γάλλων ἐμπειρογνωμόνων θὰ ὑποστῇ διὰ τῆς σταθεροποιήσεως τὸν ἀντίκτυπον τῆς κρίσεως, λόγῳ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων, οἵτινες καταβάλλονται ἐκ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Εἴτε πρόκειται περὶ φόρου ἐπὶ τῶν βιομηχανικῶν ἢ ἐμπορικῶν κερδῶν, τοῦ γενικοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, τοῦ ἐπὶ τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, τῶν ἐπὶ τῶν μεταφορῶν καὶ τοῦ χαρτοσήμου τελῶν κτλ., αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου Ταμείου θὰ θιγῶσι κατ’ εὐθεῖαν ἐκ τῆς ἐπιβραδύνσεως τῶν Συναλλαγῶν. Τὸ Κράτος, προσθέτει ἡ Ἔκθεσις, θὰ ὑποχρεωθῇ ὡς ἐκ τούτου ν’ ἀναζητήσῃ συμψηφισμὸν τῶν ἐλαττωθησομένων εἰσπράξεων ἐν τῷ περιορισμῷ τῶν δαπανῶν του, προσθέτω δὲ ἐγώ, ὅτι ἐφόσον περιορισμὸς τῶν δαπανῶν ἐν Ἑλλάδι κατεδείχθη πλέον ἀδύνατος, κατ’ ἀνάγκην θὰ ζητηθῇ ἡ ἀναπλήρωσις τῶν ἐλαττωθησομένων εἰσπράξεων διὰ νέας φορολογίας, ἐπίσης ὅμως ἀδυνάτου. Οἱ Γάλλοι Ἐμπειροτέχναι τονίζουσιν, ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ θλιβεραὶ συνέπειαι, δηλαδὴ ἡ αὔξησις τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς, ἡ πτώχευσις καὶ ἐξαφάνισις τῶν ἀσθενεστέρων ἐπιχειρήσεων, ἡ αὔξησις ὡς ἐκ τούτου τῆς ἀνεργίας καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου Ταμείου θὰ εἶνε προσωριναί. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ συνηθίζουσι νὰ λέγωσι il n'ya que le provisoire qui dure τὸ προσωρινὸν διαρκεῖ, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ, ἄν μετὰ τὴν καταστροφήν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς ἀόριστον διάστημα τοῦ χρόνου, θὰ ὑπάρχῃ πλέον θετικὴ ἐλπὶς ἐντελοῦς θεραπείας, ἐὰν δηλαδὴ τὸ φάρμακον τῆς σταθεροποιήσεως θὰ εἶνε πλέον ἱκανὸν ν’ ἀσκήσῃ θεραπευτικήν τινα δύναμιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν Γαλλίᾳ, Χώρᾳ βιομηχανικῇ καὶ πλουσίᾳ καὶ γεωργικῶς αὐτάρκει, τοιαῦται καὶ τοσαῦται προβλέπονται αἱ τραγικαὶ συνέπειαι τῆς σταθεροποιήσεως, ἔστω καὶ προσωριναί, ὑπὸ τῶν Γάλλων Ἐμπειρογνωμόνων, οἵτινες ἐπιμόνως συνιστῶσιν αὐτήν, ποῖαι πρέπει νὰ εἶνε αἱ συνέπειαι αὗται ἐν Ἑλλάδι, Χώρᾳ εὑρισκομένῃ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εἰς θέσιν πολὺ κατωτέραν τῆς Γαλλίας; Θὰ δυνηθῶμεν ἆρά γε οἱ Ἕλληνες νὰ ὑποστῶμεν ἐπὶ χρόνον ἀορίστου διαρκείας τὸ βάρος νέας αὐξήσεως τῆς ἤδη εἰς ἀφόρητον βαθμὸν αὐξηθείσης ἀκριβείας τῆς ζωῆς, τὴν ἐξαφάνισιν τῶν μικρῶν καὶ ἐνίων ἄλλων σπουδαιοτέρων Βιομηχανιῶν ἡμῶν; Θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ὡς ἐκ τούτου αὔξησιν τῆς ἀνεργίας, αὔξησιν ἐπικίνδυνον, καὶ τὴν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου Ταμείου; Ἐπὶ δύο ἤ τρία ἔτη, ἔστω, θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνθέξωμεν εἰς τὰς νέας αὐτὰς οἰκονομικὰς περιπετείας, αἱ ὁποῖαι, ὡς θίασος ρυπαρῶν ἀθιγγανίδων θὰ εἰσβάλωσιν ὁμαδὸν εἰς τὴν Χώραν; Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης δὲν εἶνε δύσκολον νὰ ἀποφανθῇ τις. Ἡ ἀντοχὴ ἡμῶν εἶναι ἀνίκανος καὶ ἀνεπαρκὴς ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοιαύτην κρίσιν οὔτε ἐπὶ ἓν ἑξάμηνον. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμέ, ἀπορῶ καὶ θαυμάζω, πῶς οἱ ἐν Γενεύῃ Γάλλοι ἀντιπρόσωποι συνιστῶσι θαρραλέως καὶ ἐπιμόνως τὴν ἀποδοχὴν τῆς σταθεροποιήσεως ὡς μέτρου σωστικοῦ, ἐνῷ ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν πατρίδι ἡ σταθεροποίησις συζητεῖται ἔτι, δὲν βλέπω δὲ καμμίαν σπουδὴν τῆς γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ διάθεσιν τῆς γαλλικῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποδεχθῶσι τὴν γνώμην τῶν Γάλλων ἐμπειρογνωμόνων. Τῆς ἀπορίας μου λύσιν δὲν εὑρίσκω ἄλλην ἤ μὴ ταύτην καὶ μόνην· ὅτι πάντες οἱ ξένοι, οἱ ἔχοντες ἄρτιον συνάλλαγμα, ὑφίστανται περιορισμοὺς καὶ ἐλάττωσιν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῶν βιομηχανικῶν αὐτῶν προϊόντων ὡς ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν νομίσματος, ἐκπτώσεως, ἥτις εὐνοεῖ ἐν ἐπαρκεῖ μέτρῳ τὴν ἐγχώριον παραγωγήν. Ἔχουσιν οἱ ξένοι οὗτοι ἄμεσον καὶ προφανὲς συμφέρον, ὅπως διὰ τῆς σταθεροποιήσεως, ἤτοι διὰ τῆς βιαίας ἐπαναγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς δραχμῆς εἰς τὸ ἄρτιον, ἐνισχύσωσι τὴν ἰδίαν Βιομηχανίαν διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν ἐν Ἑλλάδι συναγωνιστῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἄρτιον νόμισμα δὲν δύνανται πλέον νὰ ὑπάρξωσι. Ἕτερον κέρδος τῶν ξένων εἶνε, ὅτι θὰ τοποθετήσωσιν ἐπὶ τόκῳ μεγάλῳ τὰ Κεφάλαια αὑτῶν, ἀξιοῦντες κατὰ τρόπον οὐχὶ ἄμεμπτον καὶ κατὰ παράβασιν τῆς νομικῆς ἀρχῆς, ὅτι ὀφειλέτης εἰς πᾶσαν στιγμὴν δικαιοῦται νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος του ὅπως τὰ δάνεια αὑτῶν μὴ ὦσι βραχυτέρας προθεσμίας τῶν τριάκοντα ἐτῶν. Ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς μετατροπῆς (κονβερσιὸν) καὶ νὰ εὕρῃ νέους δανειστάς, νέα Κεφάλαια μὲ ἐλαφρότερον τόκον, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τῶν 9.000.000 λιρῶν, διότι, δυνάμει τοῦ ἀνοσίου ὅρου τῆς συμβάσεως, θὰ εἶνε ὑποχρεωμένη τριάκοντα ὁλόκληρα ἔτη νὰ πληρώνῃ εἰς αὐτοὺς τὸν συμπεφωνημένον ἀνώτερον τόκον. Ἐγὼ βέβαια δὲν θὰ ὑπομνήσω εἰς τοιούτους δανειστὰς τὸ λόγιον τοῦ Δημοσθένους, ὅτι οἱ δανείζοντες ἐπὶ μεγάλοις τόκοις ἀπέστησαν καὶ τῶν παλαιῶν. Ἀλλ’ εἶνε πρέπον εἰς τοιαύτας δανειστικὰς συμβάσεις νὰ ὑπάρχῃ καί τις ἀνωτέρα ἠθικὴ ἀντίληψις καὶ εὐπρέπεια. Συνοψίζων ὅσα ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς περὶ τῆς σταθεροποιήσεως, λέγω. α) Κύριος καὶ πρώτιστος ὅρος αὐτῆς εἶνε ἡ ἀπόκτησις πραγματικοῦ καὶ ἀληθινοῦ ἰσοζυγίου εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. β) Ἡ προσεκτικὴ ἐξέτασις τοῦ ἰσοζυγίου τῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ λ)σμῶν. Ὑπάρχει στενή, στενωτάτη συνάφεια καὶ σχέσεις μεταξὺ τοῦ χρυσοῦ ἀποθέματος, τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τοῦ ἰσοζυγίου τῶν λογαριασμῶν, δηλαδή, ἐὰν τὸ εἰς χρυσὸν ἀπόθεμα τῆς σταθεροποιήσεως εἶνε ἀνεπαρκές, εἶνε κατώτερον τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, θὰ ἐξαντληθῇ, θὰ ἀπορροφηθῇ ραγδαίως καὶ ἡ σταθεροποίησις θὰ παραμείνῃ λέξις κενή. Οἱ δύο οὗτοι ὅροι δὲν πληροῦνται δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν. Ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ, πολλοῦ γε καὶ δή, δὲν φαίνεται ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον· τοὐναντίον ὑπάρχουσι θετικαὶ ἐνδείξεις, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1927–28 θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα, ἐνῷ συγχρόνως εἶνε ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι παραμένει ἀκάλυπτον ἐκ τῶν προηγουμένων χρήσεων, ἀκάλυπτον ποσὸν 843,000.000 δραχμῶν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν. γ) Ἡ αὔξησις τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία μοιραίως θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς σταθεροποιήσεως, ὁ ἐξαφανισμὸς πολλῶν ἐπιχειρήσεων καὶ Βιομηχανιῶν θὰ ἐμβάλωσι κατ’ ἀνάγκην τὴν χώραν εἰς διαταραχὰς Κοινωνικάς, ὧν δὲν δύναμαι ἀλλ’ οὔτε ἐπιθυμῶ νὰ προσδιορίσω τὴν ἔντασιν καὶ ἔκτασιν καὶ τὸν ἐξ αὐτῶν πραγματικὸν κίνδυνον τοῦ Ἔθνους. δ) Ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως ἡ διατήρησις τῶν ἐλλειμμάτων, θὰ συνεπιφέρωσι μοιραίως τὴν αὔξησιν τοῦ Παθητικοῦ ἐν τῷ ἰσοζυγίῳ τῶν μετὰ τοῦ Ἐξωτερικοῦ λ)σμῶν, καὶ συναφῶς νέαν συναλλαγματικὴν διαφοράν, ἤτοι καὶ πάλιν πτῶσιν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος καὶ ἀστάθειαν αὐτοῦ. Οἱ βέβαιοι οὗτοι κίνδυνοι μὲ πείθουσι νὰ πιστεύω, ὅτι, ἂν ἐξετασθῶσι προσεκτικῶς παρ’ ἡμῶν, θὰ πεισθῆτε ἐπίσης καὶ ὑμεῖς, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς Γενεύης διὰ τοῦ τριμεροῦς δανείου τῶν 9.000.000 λιρῶν καὶ τῆς σταθεροποιήσεως θὰ προκαλέσῃ ἀληθῆ οἰκονομικὴν ἀναστάτωσιν καὶ κοινωνικὴν ἀναρχίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει, ἀπορρίπτοντες τὸ σχέδιον τοῦτο, ἐγκαίρως νὰ προλάβωμεν. Μὴ πιστεύσῃ κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι εἰς ὅσα εἶπον, εἰσέρχεται ταπεινὸς κομματικὸς ὑπολογισμὸς ἢ ἀηδὴς ἀντιπολιτευτικὴ διάθεσις. Ὡμίλησα ἀπὸ καθαρῶς οἰκονομικῆς ἀπόψεως, ἐξήτασα τὸ σχέδιον τῆς Γενεύης, ὡς ἐμφανίζεται ἐν ταῖς συνεπείαις αὐτοῦ, ἐσχημάτισα ἑδραίαν καὶ ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶνε προωρισμένον, πολλοῦ γε καὶ δή, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τ’ ἀληθῆ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ διὰ τοῦτο προτείνω μετὰ θάρρους πρὸς ὑμᾶς τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὑπερβαλλόντως κατεχράσθην τῆς ὑπομονῆς ὑμῶν, ἀπέκαμον δὲ ὁμολογουμένως καὶ ἐγώ, ἡ συζήτησις περὶ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἱδρύσεως νέας Ἐκδοτικῆς, νέας Γεωργικῆς καὶ ἡ ἐξέτασις ἡ προσεκτικὴ τῶν δεσμευτικῶν ὅρων τῆς Ἐθνικῆς Κυριαρχίας, ἡ διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης βεβαιουμένη, θ’ ἀποτελέσωσι θέμα ἰδιαιτέρας ἐξετάσεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάξιμος.
§12ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ Πρωτοκόλλου, νομίζω, ὅτι διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπὸ τὴν τελευταίαν του ἀγόρευσιν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως. Τὸ γενικὸν χαρακτηριστικὸν τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι μία ὑπερβολικὴ αἰσιοδοξία, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέλιξιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, αἰσιοδοξία, ἡ ὁποία δὲν βασίζεται ἐπὶ συγκεκριμένων στοιχείων, ἀλλ’ ἀποβλέπει μᾶλλον εἰς τὸ νὰ καλύψῃ τὴν πραγματικότητα διὰ λόγους καθαρῶς πολιτικῆς σκοπιμότητος. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ μέσου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸ τριῶν καὶ πρὸ δύο μηνῶν ἀκόμη, ἐζήτει θυσίας καὶ πάλιν θυσίας, διότι ἔβλεπε πολὺ σκοτεινὸν τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, τῆς κεφαλαιοκρατικῆς Ἑλλάδος, μάλιστα. Ἔκαμε δὲ καὶ ἐπικλήσεις πρὸς τοῦτο καὶ ἦτο γενικὴ ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἀντίληψις, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ξένων κεφαλαίων καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνορθωθῇ, χωρὶς τὴν βοήθειαν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ξένου κεφαλαίου. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἰσχυρίζετο τότε ἡ Κυβέρνησις, σήμερον, μέσῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διατείνεται, ὅτι κατὰ τὸ διαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα ὑπάρχουν σταθερὰ σημεῖα, φανερώνοντα μίαν ἐπὶ τὰ βελτίω ἐξέλιξιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἓν δὲ ἀπὸ τὰ συγκεκριμένα αὐτὰ στοιχεῖα εἶναι καὶ ἡ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει εὐμάρειαν οἰκονομικήν.
§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι δὰ εὐμάρειαν.
§14Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὑποτίθεται ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγοράσουν τὰ ἐμπορεύματα, ἔχουν εὐρωστίαν οἰκονομικὴν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αἰσιοδοξίαν αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ μιᾶς καθαρῶς καιροσκοπικῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία τείνει νὰ καλύψῃ τὴν πραγματικότητα, ἥτις εἶναι ἐντελῶς διαφορετική. Ὑπάρχει σταθεροποίησις πρὸ πολλῶν μηνῶν, λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὑπάρχουν προσέτι καὶ οἱ ὑποστηρικταί της. Ἀλλὰ τὶ εἴδους εἶναι αὐτὴ ἡ de facto σταθεροποίησις; Εἶναι σταθεροποίησις τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ λίρα κυμαίνεται καὶ εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν 360–375 δραχμῶν; Ὄχι βεβαίως, διότι σταθεροποίησις δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὅταν ὑπάρχει ἀναλογία μεταξὺ δραχμῆς καὶ λίρας, καὶ αὐτὴ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς σταθερότητος, καὶ ἐπ’ αὐτῆς στηριζόμενός τις δύναται νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ λίρα εὑρίσκεται πάντοτε μεταξὺ 360–375 δραχμῶν, ὁ δὲ τιμάριθμος τῆς ζωῆς κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἀνῆλθεν ἀπὸ 16 εἰς 22 δραχμάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία τοῦ νομίσματος ὑπετιμήθη, αὐτὸ δὲν εἶναι σταθεροποίησις.
§15Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ σταθεροποίησις εἶναι τεχνητή.
§16Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐκ τούτου ἐπέρχεται ὑποκατανάλωσις εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις, διότι τὰ ἡμερομίσθια, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πρώτου ἔτους τῆς σταθεροποιήσεως, τῆς τῆς de facto, δὲν ηὐξήθησαν οὔτε κατὰ μίαν δραχμήν. Ἡ μὴ αὔξησις δὲ τῶν ἡμερομισθίων σημαίνει, ὅτι ἐπῆλθε ἐλάττωσις κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἐργατικῶν ἡμερομισθίων καὶ συνεπῶς ὑποκατανάλωσις αὐτῆς τῆς ἐργατικῆς τάξεως, τῆς τάξεως δηλαδὴ ἐκείνης, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ὅλον αὐτὸν τὸν θησαυρὸν καὶ τὴν οἰκονομικὴν εὐμάρειαν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μᾶς παρουσιάσετε ὡς ἔργον ἰδικόν σας. Διὰ νὰ εἶνε δὲ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μίαν συγκεκριμένην ἀντίληψιν καὶ τῶν βαρῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν δεσμεύσεων τὰς ὁποίας μελετᾷ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἰς βάρος τοῦ ἐργαζομένου τῆς Ἑλλάδος λαοῦ, δέον νὰ ἔχωμεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ἔστω μίαν σαφῆ ἀντίληψιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐξελίξεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς κατευθύνσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν αὐτὴ τείνει, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν. Ἐπὶ τοῦ σημείου δὲ τούτου τῆς οἰκονομικῆς, τοὐτέστιν ἐξελίξεως, παρατηροῦμεν, ὅτι ὑπάρχουν δύο πλευραί. Ἡ μία πλευρὰ εἶνε ἡ θετική, καὶ ἡ ἑτέρα ἡ ἀρνητική. Ὁποία τις δὲ εἶνε ἡ θετικὴ πλευρά; Ἔχομεν πραγματικῶς καθ’ ὅλην τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον μίαν κολοσσιαίαν πρόοδον τῆς βιομηχανίας. Εἶνε γεγονὸς ἀναμφισβήτητον τοῦτο. Ἱδρύθησαν νέα ἐργοστάσια, νέαι βιομηχανίαι καὶ ἐγένοντο νέαι ἐγκαταστάσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν ἀπὸ 150.000 τῷ 1921 ἀνῆλθε εἰς 300.000 τῷ 1927. Αὐτὸ εἶνε θετικὸν στοιχεῖον, ἀποδεικνῦον τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ καπιταλισμοῦ καὶ τῶν καπιταλιστικῶν οἰκονομικῶν σχέσεων, κατὰ τρόπον μάλιστα τελείως μεταρρυθμιστικὸν διὰ τὰς ἐργαζομένας τάξεις. Παρετηρήθη δὲ ὁ τρόπος οὗτος ὄχι μόνον εἰς τὰ ἐργοστάσια, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα εἴδη, σχετιζόμενα πρὸς τὰς ἐργατικὰς τάξεις. Κατηργήθη ἡ φεουδαρχία, ἀπὸ τοὺς μεγάλους γαιοκτήμονας καὶ ἀπεκατεστάθη μία ἐργατικὴ πίστις, ἡ ὁποία συνεδέθη ἀπολύτως μὲ τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις. Ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων ἐξ ἄλλου καὶ τῶν ἀγροτῶν ἀποτελεῖ ἐπίσης καὶ αὕτη μίαν ἀνάπτυξιν τῶν καπιταλιστικῶν σχέσεων ἐν τῇ χώρᾳ διότι προστίθενται νέαι ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις καὶ δημιουργοῦνται νέοι ὅροι πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ ἐρωτᾶται: Ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀνάπτυξις αὐτὴ τῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ δημιουργῇ αἰσιοδόξους προβλέψεις διὰ τὸ μέλλον εἶνε καὶ ἡ πραγματικὴ ἀνάπτυξις; Βαδίζει πράγματι κηπιταλιστικῶς ἡ Ἑλλὰς εἰς μίαν ἐξέλιξιν, δυναμένην νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς ὑπερασπιστὰς τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, νὰ νομίζουν ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ μεταβληθῇ αὕτη εἰς Βέλγιον; Ἡ ἀπάντησις δυστυχῶς εἶναι ἀρνητική. Ὑπάρχουν ἀρνητικὰ στοιχεῖα ἐν τῷ τρόπῳ τούτῳ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, τὰ ὁποῖα δεικνύουν ὅτι ἡ ἐξέλιξις τοῦ καπιταλισμοῦ ἐν Ἑλλάδι δὲν γίνεται ἐπ’ ὠφελίᾳ, ἀλλ’ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς βάρος τῆς ὅλης Ἐθνικῆς οἰκονομίας τῆς Ἑλλάδος. Τίνα εἶναι τὰ στοιχεῖα αὐτά; Πρῶτον στοιχεῖον εἶναι τὸ παθητικὸν ἰσοζύγιον πληρωμῶν, τὸ ὁποῖον σημαίνει μείωσιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἔχομεν παθητικὸν ἰσοζύγιον πληρωμῶν 13 ἑκατομμυρίων λιρῶν τοῦ ἔτους 1926 καὶ 11–12 τοῦ 1925. Τὸ παθητικὸν τοῦτο ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν ἀποτελεῖ μίαν ἀρνητικὴν βάσιν διὰ τὴν εὐοίωνον οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ὁδηγεῖ τὴν Χώραν εἰς μίαν ὑποδούλωσιν εἰς τοὺς ξένους κεφαλαιούχους, ὑποδούλωσιν οὐχὶ ἀφῃρημένην, ἀλλὰ συγκεκριμένην. Βάσις δὲ τούτου εἶναι ἡ πολιτικὴ θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν χωρὶς ξένα κεφάλαια δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀναζήσῃ οἰκονομικῶς. Εἶναι αὕτη ἡ δευτέρα βάσις ἡ ἀρνητική, διότι τὰ ξένα κεφάλαια τὰ εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις χρησιμοποιούμενα δὲν ἀποτελοῦν θετικὸν ἀλλ’ ἀρνητικὸν στοιχεῖον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν ξένων κεφαλαίων ἐν Ἑλλάδι ὑπολογίζεται ὅτι ἀνέρχεται εἰς 450 περίπου ἑκατομμύρια. Καὶ γνωρίζομεν πολὺ καλὰ τὶ σημαίνει ξένον κεφάλαιον κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνταγωνισμῶν, περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν καταβάλλεται προσπάθεια, ἵνα γίνουν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ συνδυασμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν ἰμπεριαλιστικῶν Δυνάμεων. Ποῖον εἶναι τὸ τρίτον ἀρνητικὸν στοιχεῖον; Εἶναι τὰ ξένα κεφάλαια εἰς τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν. Καὶ τὰ τρία αὐτὰ χαρακτηριστικὰ γεγονότα, μᾶς πείθουν ὅτι ἡ ἐξέλιξις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος γίνεται μὲ μίαν προϊοῦσαν τάσιν ὑποδουλώσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς ξένους κεφαλαιούχους. Αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες γεγονός. Ἡ Αὐστραλία, Κύριοι, καὶ ὁ Καναδᾶς ἦσαν Χῶραι ὑποτεταγμέναι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὑποτεταγμέναι οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς. Ὁ Καναδᾶς ἦτο μία ἀποικία τῆς Ἀγγλίας. Ἐν τούτοις, κατὰ τὸ διαρρεῦσαν αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἡ ἀποικία αὐτὴ ἐξειλίχθη καὶ καπιταλιστικῶς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε σήμερον νὰ εἶναι οὗτος ὀλιγώτερον ἐξηρτημένος ἀπὸ τὸ Λονδῖνον, παρὰ ἡ Ἑλλάς. Ἡ ἐξέλιξις τῆς καπιταλιστικῆς οἰκονομίας τοῦ Καναδᾶ ἐδημιούργησε χαλάρωσιν τοῦ δεσμοῦ μὲ τὴν Μητρόπολιν. Ἔφερε τὴν ἰδίαν ἀποικίαν εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν Ἀγγλικὴν βιομηχανίαν καὶ ἐδημιούργησε καὶ προϋποθέσεις τῆς πολιτικῆς ἀπελευθερώσεως. Συμβαίνει ὅμως τὸ ἴδιον καὶ μὲ τὴν Ἑλλάδα; Ὄχι βεβαίως. Ἡ ὅλη περίοδος καὶ ἡ μεταπολεμικὴ καὶ ἡ πολεμικὴ καὶ ἡ προπολεμικὴ ἀπέδειξαν ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ δεσμοί, εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅταν λέγωμεν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος ἐννοοῦμεν εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων στρωμμάτων τῆς Ἑλλάδος, οἱ δεσμοὶ αὐτοὶ ἀναπτύσσονται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ περισσότερον. Καὶ ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, καὶ κυρίως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ δανείου τῶν 9.000.000 λιρῶν. Ἡ μοναρχικὴ ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξε καὶ ἐν μέρει ἀπέδειξε, διὰ συγκεκριμένων ἀριθμῶν καὶ διὰ στοιχείων, τὰ ὁποῖα ὁ καθεὶς δύναται νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ δάνειον καὶ κυρίως ὡρισμένα ποσὰ αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον διατίθενται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων μὲ 3.00000 λιρῶν.
§17Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν εἶπε κανεὶς αὐτό.
§18Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν εἶπα ὅτι διετήνεσθε τοῦτο σεῖς. Ὁ κ. Τσουδερὸς λέγει ὅτι ἀπαιτοῦνται 5.000.000 λιρῶν.
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Εἶπα κατὰ σαφέστερον τρόπον ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ ἀποκατάστασις διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 3.000.000 λιρῶν. Διατὶ δὲν ὑπελογίσαμεν τό ποσὸν αὐτό; Διότι ὑπελογίσαμεν ἀπὸ μιᾶς περιόδου διετίας καὶ μὲ τὰ τεχνικὰ μέσα τὰ ὁποῖα διαθέτομεν. Πέρα τούτου θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν δι’ αὐτὴν ποσὸν ἀνώτερον. Δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν τόπον μὲ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου μεγαλειτέρου.
§20Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε τὰ πέντε ἑκατομμύρια νὰ πάρωμεν διὰ μιᾶς, διότι δὲν θὰ διατεθῶσι ταῦτα. Καὶ ἂν χρειασθῶμεν καὶ περισσότερα, ἔχομεν πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ λάβωμεν, ἐφόσον τὸ προσφυγικὸν δάνειον εἶναι ἀναμφισβητήτως παραγωγικόν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην καμμιᾶς Γενεύης καὶ κανενός, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν δάνειον, ὑπὲρ τῶν προσφύγων καὶ πρέπει νὰ τὸ εὕρωμεν μεθοδικῶς, διότι κατ’ ἔτος δυνάμεθα, ἐξοδεύοντες ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν, νὰ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς πρόσφυγας.
§21Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὥστε δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ σκοπὸς τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων διὰ τῶν 3.000.000 λιρῶν. Ἀλλ’ ἐπίσης ἀπεδείχθη, ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀγορεύσαντας, ὅτι τὰ 3.000.000 τῶν λιρῶν, δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ καλύψουν τὰ ποσὰ τοῦ πίνακος 5.
§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὑπεραρκοῦν. Ἐξηγήθην ἤδη, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ 1100 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, δὲν εἶναι τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν ἐλλειμμάτων, διότι ὑπάρχει διόρθωσις εἰς τὸ τέλος τοῦ 5ου παραρτήματος. Διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ γενικὸν ἐξαγόμενον τῶν ἐλλειμμάτων ἔχομεν δύο λογαριασμούς· τὸν λογαριασμὸν τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸν λογαριασμὸν τῶν ἀποτελεσμάτων κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν ὑπολοίπων 1100 ἑκατομ. ἔλλειμμα. Ἔχομεν ὅμως τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἀποτελεσμάτων κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως κατὰ τὸ τέλος αὐτῆς, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει τὰ 600 ἑκατομ., τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ τέλος τοῦ Παραρτήματος καὶ ἑπομένως μένει ὑπόλοιπον πρὸς ἐξόφλησιν 497 ἑκατ. Ἐὰν βάλετε λοιπόν, ἀντὶ 1100 ἑκατομ., 497 ἑκατομ. καὶ προσθέσετε καὶ τὰ ὑπόλοιπα, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 3 ἑκατομ. ὄχι μόνον ἀρκεῖ ἀλλὰ καὶ πλεονάζει.
§23Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Αὐτὴ εἶναι γενικὴ παρατήρησις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον τῶν 9 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ σταθεροποίησις ὑπό τὴν ἔννοιαν μιᾶς παγίας νομισματικῆς καταστάσεως. Τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλα δάνεια καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι, εἶναι δυνατόν, καὶ θὰ πραγματοποιηθῇ τελικῶς ἡ σταθεροποίησις, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθῇ κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα καὶ τὴν ἐλαχίστην προϋπόθεσιν οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος. Θὰ σταθεροποιηθῇ τὸ νόμισμα, ἀλλ’ ὅταν σταθεροποιηθῇ, θὰ εἶναι περισσότερον τοῦ Χάμπρο καὶ ὀλιγώτερον τῆς Ἑλλάδος. Θὰ εἶναι ξένον νόμισμα, θὰ εἶναι νόμισμα τῶν ξένων κεφαλαιούχων. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρωμεν καὶ πάλιν τὴν περίφημον Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, περὶ τῆς ὁποίας τόσον κολακευτικῶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶναι λοιπὸν τόσον ἀλτρουϊστικὸς ὁ σκοπὸς τῆς Κ.Τ.Ε. καὶ μόνον ἀπὸ χάριν καὶ συγκατάβασιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὴν δεινοπαθοῦσαν, μόνον ἀπὸ λόγους φιλανθρωπίας ἐδέχθη νὰ παραχωρήσῃ τὸ δάνειον αὐτό; Ὄχι, κύριοι. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἔχει ἀναλάβει ἐργολαβικῶς τὴν οἰκονομικὴν σταθεροποίησιν ὡρισμένων Χωρῶν καὶ ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Πολωνία, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἡ Γερμανία μὲ τὸ σχέδιον Ντέβις, τὸ ὁποῖον σήμερον τείνει νὰ φέρῃ ἀντίθετα ἀποτελέσματα καὶ ζητεῖται ἡ ἐπίσημος ἀναθεώρησις αὐτοῦ, περιλαμβάνονται εἰς τὸ ἐργολαβικὸν αὐτὸ σχέδιον. Εἴπομεν καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ὅτι ἡ Διπλωματία καλύπτει ἡ μὲν πραγματικότητα, ἡ δὲ προσχήματα. Ποῦ ἦτο εἰς ἄλλας περιστάσεις ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐδεινοπάθησε; Ποῦ ἦτο ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν κατὰ τὴν κατάληψιν τῆς Κερκύρας; Διατὶ δὲ νὰ καλύπτεται ὁ χαρακτὴρ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὅταν πρόκειται περὶ καθαρῶς καπιταλιστικοῦ ἱδρύματος, εὑρισκομένου ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῆς καπιταλιστικῆς Ἀγγλικῆς διπλωματίας, ἥτις τείνει εἰς πολιτικοὺς σκοπούς, ἐξυπηρετικοὺς τῶν συμφερόντων τῆς διπλωματίας αὐτῆς; Ἢ μήπως δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ἀντιπροσωπεῖαι τῶν διαφόρων αὐτῶν μικρῶν Κρατῶν ἑκοῦσαι ἄκουσαι, παίζουσιν ρόλον οἰκτρὸν τὰς περισσοτέρας φοράς; Ἢ μήπως δὲν χρησιμοποιοῦνται αἱ ἀντιζηλίαι καὶ οἱ ἐθνικοὶ ἀνταγωνισμοί, διὰ σκοποὺς καθαροὺς οἰκονομικῶν συμφερόντων; Ἡ σταθεροποίησις, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἴπομεν καὶ ἄλλοτε ὅτι εἶναι σταθεροποίησις πραγματοποιουμένη εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν χωρικῶν. Χωρὶς ὑπερβολὴν 33% τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ὑπολογιζομένου εἰς δέκα καὶ ἕξ δισεκατομμύρια ἦσαν φορολογικὰ βάρη κατὰ τὸ ἔτος 1925. Ἀλλ’ ἡ φορολογία ἀνῆλθε κατὰ τὸ 27 μὲ 28 εἰς 50% τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἐνῷ κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν χρεοκοπήσασαν Αὐστρίαν, τὰ φορολογικὰ βάρη ἔφθασαν εἰς τὰ 17%. Ἀλλὰ μήπως ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πραγματικὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας καὶ πρὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῆς ἐργαζομένης μάζης; Κύριοι, 18% δαπανᾷ ἡ Ρωμουνία διὰ στρατιωτικοὺς ἐξοπλισμούς, καὶ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ Ρωμουνία εἶναι Κράτος μιλιταριστικόν. 18% δαπανᾷ καὶ ἡ Βουλγαρία, ἡ δὲ Ἑλλὰς δαπανᾷ 26%. Διὰ τὴν παιδείαν, ἀντιθέτως —καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ—διὰ τὴν παιδείαν ἡ Ρωμουνία δαπανᾷ 9.6%, ἡ Βουλγαρία 9.5% ἡ δὲ Ἑλλὰς μόνον 5.2%. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐμφανίζεται σήμερον ἐν τῇ Χώρᾳ μας. Ἡ κατάστασις αὐτὴ φανερώνει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶνε Κυβέρνησις αὐστηρῶς περιοριζομένη εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς καπιταλιστικῆς μειοψηφίας καὶ ἀδίκως ὠργίσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε πρὸ δύο μηνῶν, εἶπον ὅτι τὸ σχέδιον τῆς σταθεροποιήσεως δὲν εἶνε σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἶνε σχέδιον τῶν Τραπεζιτικῶν κύκλων, καὶ συγκεκριμένως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὄχι διότι θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὰς οἰκονομικὰς γνώσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι σταθερῶς παραδέχομαι καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συγκεντρώνει ὅλας ἐκείνας τὰς ἐκμεταλλευτικὰς τάσεις τοῦ ξένου καὶ ἐντοπίου χρηματιστικοῦ κεφαλαίου καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ τονίσω ἀκόμη περισσότερον, διότι εἶνε γνωστὸν ὅτι πολὺ γρήγορα μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς δέχεται τὴν ὑποδούλωσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς ξένους, ὡς τὸν μόνον τρόπον οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως, ὅτι μία τοιαύτη Κυβέρνησις, πολὺ γρήγορα εἶνε ὑποχρεωμένη νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ πλευρὸν καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν ἑνὸς πολιτικοῦ συνασπισμοῦ καπιταλιστικοῦ. Δὲν θέλω νὰ θίξω περισσότερον τὰ ζητήματα τῆς Ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ὑπάρχουν εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ πείσουν καὶ τὸν ἁπλοϊκώτερον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐξετάζει προχείρως τὰ πράγματα, ὅτι μέγας ἀνταγωνισμὸς διεξάγεται περὶ τὴν κατάκτησιν τῶν Βαλκανικῶν λαῶν καὶ ὅτι αὐταὶ αἱ ἀνασυσσωματώσεις δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο, παρὰ προπαρασκευαὶ ἑνὸς μελλοντικοῦ πολέμου, λίαν προσεχοῦς διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὁμιλοῦν οἱ φανατικοὶ κομμουνισταί, ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος ὅπως εἶνε ὁ Λόϋδ Τζώρτζ. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου καὶ ἔχει μεγάλην σημασίαν νὰ γνωσθῇ εἰς ποίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς αὐτήν τὴν στιγμὴν, μία Ἑλλὰς καπιταλιστικὴ μὲ παθητικὸν ἰσοζύγιον, μία Ἑλλὰς μὲ 450.000.000 χρυσῶν φράγκων ξένου κεφαλαίου. Μία Ἑλλὰς μὲ 40.000.000.000 δημοσίου χρέους, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσῃ καμμίαν ἄλλην πολιτικήν, πλὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύουν οἱ κάτοχοι τῶν ξένων αὐτῶν κεφαλαίων. Κύριοι, ἡ σταθεροποίησίς σας στρέφεται μοιραίως ἐναντίον τῆς ἐργατικῆς μάζης. Θέλετε ἀποδείξεις; Ἐγένοντο πράξεις ἐναντίον τῶν ἐργατικῶν σωματείων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔγιναν ἐπὶ Παγκαλικοῦ καθεστῶτος. Διελύθη ἓν σωματεῖον ἡ «Ἐργατικὴ Βοήθεια» διότι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν συλλογὴν ἐράνων διὰ τοὺς ἐξορίστους ἐργάτας, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος δὲν παρέχει ἐπίδομα καὶ τὸ σωματεῖον αὐτὸ εἶχεν ἀνεχθῇ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πάγκαλος.
§24Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Τὸ Σωματεῖον «ἡ Ἐργατικὴ Βοήθεια» διελύθη διότι ἐκ τοῦ γενομένου ἐλέγχου ἀπεδείχθησαν παραβάσεις τοῦ νόμου περὶ Σωματείων, ὡς καὶ ἀνωμαλίαι διαχειριστικαί. Δὲν ἐξεπληροῦτο, οὕτως ὁ σκοπὸς τοῦ Σωματείου αὐτοῦ. Σκοπὸς τῆς «Ἐργατικῆς Βοηθείας» ἦτο ἡ προάσπισις τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν μελῶν, δηλαδὴ ποσά τινα νὰ ἐδίδοντο διὰ τοὺς ἀνέργους, διὰ τοὺς πάσχοντας καὶ διὰ τοὺς ἀσθενήσαντας ἐργάτας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο. Τὸ σωματεῖον οὕτω, παρεξέκλινε τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Διὰ τὴν κατάργησιν αὐτὴν τοῦ Σωματείου ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἴτησις, διαβιβασθεῖσα εἰς τὰς Ἀστυνομικὰς Ἀρχὰς καὶ θὰ ζητήσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων νὰ διαλύσῃ τὸ Σωματεῖον αὐτό.
§25Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τί κάμνει τὸ Ὑπουργεῖον. Δέν γνωρίζω ὅμως τί θὰ κάμῃ ὁ κ. Εἰσαγγελεύς.
§26Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθ. Οἰκ.). Τὸ ὑπουργεῖον ἐφήρμοσε τὸν νόμον περὶ Σωματείων, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ. Τώρα μόλις γίνεται ἔλεγχος εἰς Σωματεῖα κομμουνιστικά, δρῶντα ἐν Θεσσαλονίκῃ, Δράμᾳ καὶ Καβάλλᾳ, καὶ διαθέτοντα χιλιάδας δραχμῶν ὑπὲρ τῆς ἀριστερᾶς παρατάξεως, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει τὴν ἀνατροπὴν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, καὶ ἀποκαλύπτονται τρομακτικαὶ καταχρήσεις.
§27Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Εἶνε εὔκολον νὰ δίδῃ τις τοιαύτας ἀπαντήσεις.
§28Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων.
§29Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Αὐτὸς εἶνε ὁ χαρακτὴρ τῆς ἐργατικῆς πολιτικῆς καὶ ἐκεῖ ἤθελον νὰ καταλήξω καὶ μὲ βοηθήσατε σεῖς. Ὑπάρχει ἡ πρώτη ἐπίσημος δήλωσις τοῦ τμηματάρχου σας, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι τὰ βιβλία τοῦ Σωματείου ἡ «Ἐργατικὴ Βοήθεια» εὑρίσκονται ἐν τάξει.
§30Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Εἶνε ἀνακριβέστατον αὐτό. Ὁ τμηματάρχης μοὶ ἀνέφερεν ὅλας τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὸ Σωματεῖον αὐτὸ καὶ θὰ σᾶς προσκομίσω τὴν ἔκθεσίν του, ἵνα λάβητε γνῶσιν. Αὐταὶ εἶνε ἀνακρίβειαι, αἱ ὁποῖαι γράφονται εἰς τὸν «Ριζοσπάστην».
§31Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Σεῖς συνηθίζετε πάντοτε καὶ βλέπετε μεμονωμένως τὰ γεγονότα καὶ ἀνεξάρτητα τὰ μὲν ἀπὸ τὰ δέ. Ἡμεῖς συνηθίζομεν νὰ ἀνευρίσκωμεν σύνθεσιν τῶν γεγονότων καὶ εἰς τὰς μεμονωμένας αὐτὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀντεργατικῆς της πολιτικῆς. Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει ὅλας τὰς τροποποιήσεις τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, εἴτε εἰς τὸν κύκλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, εἴτε εἰς τὸν κύκλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας;
§32Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Ἡ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατηγορήθη ὡς ὑπεράγαν φιλεργατική. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§33Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Λέγω, λοιπόν, ὅτι συνέπεια ἀπόλυτος καὶ ἄμεσος τῆς πολιτικῆς τῆς σταθεροποιήσεως, συνέπεια ἐκπηγάζουσα ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ καπιταλιστικοῦ καθεστῶτος εἰς τὴν Ἑλλάδα...
§34Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Δὲν σᾶς ἀρέσουν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τὴν προστασίαν τοῦ ἐργάτου διότι θέλετε νὰ τὸν παρασύρετε σεῖς καὶ νὰ τὸν τρέφετε μὲ τὰς ἀρχάς σας.
§35Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅταν θὰ ἔλθωσι τὰ νομοσχέδια ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας καὶ θά σᾶς ἀποδείξωμεν ὅτι δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς ὅπως θέλετε νὰ εἴπητε τῆς ἐξυψώσεως τοῦ ἐργάτου, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς καταπολεμήσεως καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ. Ἔλεγον, λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν σημερινὴν πολιτικήν, τὴν πολιτικὴν τῆς ὑποταγῆς, ἡ Κυβέρνησις αὐτή, εἶναι ἐξ ἴσου ὑποχρεωμένη νὰ ἀντιδράσῃ εἰς ὅλας τὰς ἐσωτερικὰς ἐκείνας προσπαθείας, τοὺς ἐσωτερικοὺς ἐκείνους κοινωνικοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ νομίζω ὅτι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον εἶναι ἀρκετὰ χαρακτηριστικά. Ποῦ ἔχει ἀκουσθῇ νὰ στέλλωνται ἐξόριστοι —οὔτε ἐπὶ Τσάρου δὲν ἐξωρίζοντο οἱ ἐργάται —χωρὶς νὰ δίδεται εἰς αὐτοὺς οὔτε τὸ 23δραχμον ἐπίδομα;
§36Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Ἐπίδομα παρέχεται.
§37Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν παρέχεται. Οὔτε ἐξητάσατε ἂν παρέχεται. Σᾶς ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου ὅτι καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῆς ὑψώσεως τοῦ τιμαρίθμου ἐλαττώνει τὴν ἀξίαν τοῦ ἐργατικοῦ ἡμερομισθίου καὶ συνεπῶς δημιουργεῖ προκατανάλωσιν τῶν ἐργατικῶν μισθῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς σημαίνει ὅτι ἡ πραγματοποίησις τῶν κερδῶν καὶ ἡ συσσώρευσις τοῦ κεφαλαίου γίνεται ἀποκλειστικὰ εἰς βάρος τῶν τάξεων αὐτῶν. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ θὰ ὁδηγήσῃ μοιραίως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φορολογιῶν. Πρὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἤθελα ν’ ἀπαντήσω εἰς ἕνα τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος εἶπεν: πῶς εἶναι δυνατὸν ἂν παρουσιασθοῦν ἔκτακτοι περιστάσεις νὰ ὑπερτιμῶμεν ἕνα προϋπολογισμὸν 9 δισεκατομμυρίων, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Κ.Τ.Ε., καὶ τὸ Πρωτόκολλον ἀναφέρει σχετικῶς ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῶμεν τὸ ποσὸν αὐτό; Ὁ κ. αὐτὸς Συνάδελφος ἐλησμόνησε τὸν νόμον τῆς σχετικότητος, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει ὅτι ὅταν ἡ Ἑλλὰς εὑρεθῇ παρὰ τὸ πλευρόν, εἴτε τῆς Ἀγγλίας εἴτε τοῦ Ἀγγλοϊταλικοῦ συνασπισμοῦ, ἡ ἀπόφασις τῆς Κ.Τ.Ε. εἶναι εὔκολον νὰ μεταβληθῇ. Ὅταν ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρεθῇ μοιραίως καὶ αὐτὴ μεταξὺ τῶν ἀντιμαχομένων διὰ νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωὴν τῶν ἐργατο–χωρικῶν της, τότε θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ 9 δισεκατομμύρια νὰ ὑπερβῇ ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλὰ καὶ τὰ 10 καὶ τὰ 12 καὶ τὰ 15. Αὐτά, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σταθεροποίησιν, ἡ ὁποία μοιραίως θὰ ὁδηγήσῃ τὴν μὲν Κυβέρνησιν δεξιώτερον, τὰς δὲ μᾶζας ἀριστερώτερον. Εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀντιθέσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὁλονὲν καὶ θὰ βαδίζῃ δεξιώτερον, ὁλονὲν καὶ θὰ καταπιέζῃ, ὁλονὲν καὶ θὰ ἐπιβάλλῃ οἰκονομικὰ βάρη περισσότερα. Ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτὴν τὴν φορολογικήν, τὴν πολιτικήν, αἱ μᾶζαι τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δυνατόν, παρά, ἀργὰ ἢ γρήγορα, νὰ τραπῶσι πρὸς τὴν μόνην ὀρθὴν ὁδόν, τὴν ὁδὸν μιᾶς ἐργατο–ἀγροτικῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὰς 10½ μ. μ. (Ὥρα 9 μ. μ.) Μετὰ τὴν Διακοπὴν (Ὥρα 11 καὶ 20 μ. μ.)
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κρανιωτάκης.
§40Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἀφ’ ἧς εἶχε συνομολογηθῇ τὸ πρῶτον προσφυγικὸν δάνειον, ἦτο γνωστὸν ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ δανείου ἐκείνου δὲν θὰ ἐπήρκει διὰ τὴν κάλυψιν τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία προέκυπτεν ἐκ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἦτο γνωστόν, ὅτι θὰ ἀπῃτεῖτο καὶ ἕτερον προσφυγικὸν δάνειον ὅπως τὸ συμπληρωματικόν. Ὑπελογίσθη ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο διὰ τὰς ἀμέσους προσφυγικὰς ἀνάγκας θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ εἰς ποσὸν 3.000.000 λιρῶν περίπου, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας, καὶ ἡ ὁδὸς ἦτο ἁπλῆ καὶ ἐνδεδειγμένη. Ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσωμεν τὸ δάνειον εἰς τὰς ἀγοράς, ὁπόθεν παρέχεται τὸ χρῆμα. Πρὸς τοῦτο εἴχομεν πόρους διαθεσίμους, εἴχομεν δὲ καὶ δύο ὀργανισμοὺς ἐδῶ, τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν Ἐλέγχου καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Οἱ δύο αὐτοὶ ὀργανισμοὶ ἐνίσχυον τὴν φερεγγυότητα τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ ἀπόψεως ἐξυπηρετήσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ κάμω μίαν μικρὰν παρέκβασιν. Ἔχει ἐπικρατήσει ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις πράγματι ἔχει υἱοθετήσει, ὅτι τὸ δάνειον θὰ ἀναζητηθῇ κατὰ προτίμησιν εἰς μεγάλην ἀγοράν, εἰς τὴν ἀγορὰν τὴν Ἀγγλικήν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε, καθόσον τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ἔχει υἱοθετήσει τὴν ἀντίληψιν ταύτην. Μάλιστα δέ, ὁσάκις ἐγένετο λόγος εἰς τὸν τύπον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διεμαρτύρετο ἐντόνως κατὰ τῆς ἀπόψεως ταύτης. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν πρέπει νὰ ἐλέγχωμεν μόνον τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μόνον ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, θὰ παρετήρουν ὅτι εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ φροντίσωμεν, ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ἀγοραστικὸν πεδίον τῶν ἑλληνικῶν χρεογράφων, καὶ θὰ ἐπεξετείνετο νομίζω ἐάν, ὑπὸ ὅρους, οἵτινες δὲν θὰ ἔβλαπτον τὰ συμφέροντά μας, ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ εὕρωμεν καὶ νέας ἀγορὰς προμηθευτικὰς χρημάτων διὰ τὰ ἑλληνικὰ δάνεια, ὥστε νὰ ὑπερτιμῶνται αἱ ἀξίαι ἡμῶν καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐπεκτείνεται καὶ ὁ κύκλος τῶν ἀγοραστῶν τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Ἐὰν ὑπερτιμηθῶσιν αὗται, ἡ ὑπερτίμησίς των θὰ εἶχεν ὡς ἄμεσον συνέπειαν τὴν πτῶσιν τοῦ τόκου κεφαλαιοποιήσεως, ὁ ὁποῖος σήμερον πρέπει νὰ ὑπολογίζεται εἰς 7½%. Καὶ ὅταν ὁ τόκος τῆς κεφαλαιοποιήσεως θὰ ἔφθανεν τὰ 7%, τότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταρριφθῇ τὸ φράγμα τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ τὸν δανεισμόν. Σήμερον δηλαδὴ δανείζονται χρήματα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὲ 7%. Ἐὰν τὰ χρεόγραφα ἀπέκτων ζήτησιν εὐρυτέραν, ὁ τόκος τῆς κεφαλαιοποιήσεως θὰ κατήρχετο, θὰ κατήρχετο δὲ τότε καὶ ὁ τόκος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἐζητοῦμεν δάνειον εἰς τὸ μέλλον. Εἴπομεν, ὅτι ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν θὰ ὠφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ ἀπαιτούμενον δάνειον ἦτο ἁπλῆ, ἡ ὁδὸς τῆς ἀμέσου ἀναζητήσεως διὰ τῶν Πρεσβειῶν μας. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἠκολουθήσαμεν τὴν ὁδὸν ταύτην, ἀλλὰ τὴν ὁδὸν τῆς φενάκης. Τοῦτο ἐγένετο, ὡς ἐλέχθη, διότι, ἐκτὸς τοῦ δανείου, εἴχομεν ἀνάγκην ἑνὸς πιστοποιητικοῦ, διεθνοῦς κύρους. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν δὲν μᾶς ἦτο ἀπαραίτητον. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει πιστοποιητικὰ ἰσχυρότερα τῆς ἀπόψεως ταύτης. Ἔχει πρῶτον, τὸ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον παρέχει ὁ πλοῦτος τῶν περισσευμάτων τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔφθασαν τὰ 1.500 ἑκατομμύρια καὶ τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, προϋπολογίζονται εἰς περισσότερα ἀκόμη. Ὁ πλοῦτος τῶν περισσευμάτων εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἀσφαλίζῃ ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς δανείου, ὄχι 3 μόνον ἑκατομμυρίων λιρῶν ἀλλὰ δανείου πολλῶν εἰσέτι ἑκατομμυρίων λιρῶν. Δεύτερον πιστοποιητικὸν εἶναι ὅτι μᾶς ἐγένετο ἐδῶ προθύμως προσφορὰ δανείου. Τὸ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναζητῇ ἡ Κ.Τ.Ε. δὲν θὰ ἦτο βεβαίως παρὰ ἓν δίπλωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπλαισιοῦμεν, ἵνα τὸ ἀναρτήσωμεν εἰς τὸν τοῖχον, ὅτι ἐπετύχομεν ἓν μέσον δι’ ὡρισμένον σκοπόν, καὶ μεταξὺ τῶν σκοπῶν τούτων προεῖχε ἡ εὕρεσις δανείου ὑπὸ ἀγαθοὺς ὅρους. Ἀλλ’ ὅταν τὰ δάνεια ταῦτα προσφέρονται, ἐρωτῶ: Ὅταν ὁ σκοπὸς ἐκπληροῦται, τί χρειάζεται διὰ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ μέσον; Τρίτον πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλάς, εἶναι τοῦτο· εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἑλλάς, τόσα παθοῦσα, οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ἠπείλησε νὰ ἀθετήσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐξεπλήρωσε πάντοτε τὰς ὑποχρεώσεις της ἔναντι παντὸς εἰς χρυσὸν καὶ ἀκέραιον. Τέταρτον πιστοποιητικὸν εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἐδαπάνησε κατὰ τὸ δεκαπενταετὲς διάστημα τῶν πολέμων ἑκατὸν ἑβδομήκοντα τρία ἑκατομμύρια λιρῶν διὰ πολεμικὰς ἑτοιμασίας καὶ ἄλλας ἀνάγκας, καὶ ἐνῷ, ἔναντι τοῦ ποσοῦ τούτου, δὲν ἐδανείσθη ἀπὸ ξένους, εἰμὴ μόνον 36 ἑκατομμύρια λιρῶν, ἐν τούτοις τὸ ἐθνικὸν αὐτῆς νόμισμα δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ τελευταῖα. Ἔρχεται ἀμέσως μετὰ τὰ ἐθνικὰ νομίσματα τῶν Χωρῶν ἐκείνων, τῶν περισσότερον εὐνοουμένων, καὶ ἴσως μάλιστα ὑπερβαίνει καὶ μερικὰ ἐξ αὐτῶν. Δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ θεωρῶμεν ὅτι τὰ ἐλλείμματα ἀποτελοῦν ἔνδειξιν ἀντοχῆς καὶ ἰσχύος, τὴν ὁποίαν θὰ ἦσαν εὐτυχῆ ἐὰν ἠδύναντο νὰ ἐπιδείξωσι καὶ ἄλλα Ἔθνη. Τοιαύτην ὅμως οὖσαν καὶ τόσον ἀκμαίαν τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἤγαγεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. ὡς οὐραγὸν Κρατῶν χρεοκοπησάντων ἢ ἀναδιοργανωθέντων. Τοιαύτη ἦτο ἡ θέσις τῆς προσφυγούσης Ἑλλάδος εἰς τὴν Κ.Τ.Ε., διότι εἴδομεν ποῖα εἶναι τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσέρχονται, ἐκτὸς τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὁποία προσέφυγεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν διὰ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας αὐτῆς ὅπως καὶ ἡμεῖς τῷ 1924. Προσέφυγεν ἐπίσης τὸ Ἐσθονικὸν Κράτος, ἡ Αὐστρία, τὸ Δάντσιγκ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόκομμα Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον ἀπῄτει συμβιβασμόν, ὅστις παρέστη ἀναγκαῖος, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὁπωσδήποτε ἀνάγκην τῆς κηδεμονείας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.
§41Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Οὔτε εἶναι Κράτος ἐκεῖνο.
§42Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἡ Ἐσθονία εἶναι τόπος πλουσιώτατος, ἀλλὰ πολιτικῶς ἀνοργάνωτος, ὅπως δύναται ν’ ἀποδείξῃ καὶ τὸ ὅτι Παρεδρεύει εἷς ξένος ἀντιπρόσωπος, τοῦ ὁποίου αἱ ὑποδείξεις ἀποτελοῦσι θέσφατα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Αὐστρίαν, αὐτὴ μετὰ τὸν πόλεμον ἀπεψιλώθη ὅλων τῶν ἐκτάσεων αὐτῆς. Ἀπέμεινε μία πρωτεύουσα μιᾶς μικρᾶς περιφερείας. Ὁ καγκελάριος τῆς Αὐστρίας ἀπετάθη πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ ἑδρεύουσαν Διάσκεψιν τῶν οἰκονομολόγων καὶ διεξετραγῴδησε τὴν κατάστασιν. Εἶπεν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Αὐστρίας πένεται, ἀπειλεῖται ὑπὸ τῆς πείνης καὶ τοῦ ψύχους καί, ὅτι δὲν ἀπέχει πολὺ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Αὐστρία θὰ κατεκρημνίζετο καὶ θὰ ἠνοίγετο ἓν χάος, τὸ ὁποῖον θὰ διέκοπτε τὴν ὑφισταμένην συνοχὴν τῆς ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν Εὐρώπης. Τοιαύτη οὖσα ἡ Αὐστρία, προσέφυγεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Οἱ πόροι της εἶχον δεσμευθῇ ἀπὸ τὴν Συνθήκην καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς χρησιμοποιήσῃ. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, εὑρεθεῖσα πρὸ τῆς Αὐστριακῆς αἰτήσεως ὅπως τὴν βοηθήσῃ, περιέστη εἰς μίαν πρωτότυπον θέσιν. Ἕως τότε εἰς τὸ ἐν ἐφαρμογῇ πρόγραμμα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δὲν ὑπῆρχον προβλήματα τοιαῦτα. Ἦτο ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἐκαλεῖτο νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτου θέματος. Ἐμελέτησε τοῦτο καὶ κατέληξεν εἰς μερικὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι, ὡς γράφει ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Σῶλτερ, ἀποτελεῖ πρωτοτυπίαν διὰ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἀπεφάνθη, ὅτι ἀπαιτεῖται πρῶτον ἄρσις τῆς δεσμεύσεως τῶν πόρων τῆς Αὐστρίας, δεύτερον ἰσοσκέλισις τοῦ αὐστριακοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τριετίας, τρίτον ἀποκατάστασις ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, τέταρτον σταθεροποίησις Αὐστριακοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει φθάσει εἰς τὸ μηδὲν σχεδόν. Πλὴν τούτων, ἵδρυσιν ἰδίας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, τέλος δὲ ἀνεγνώριζεν ὅτι ἀπῃτεῖτο ἡ ἐπιβολὴ ἐλέγχου ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν Δυνάμεων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὥριζον τοὺς ὅρους τῶν δανείων καὶ θὰ εἶχον τὴν ἐποπτείαν τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Ὡρίζετο τέλος ὅτι εἰς τὸ δάνειον τῆς Αὐστρίας θὰ ἐνεγράφοντο αἱ Δυνάμεις ὑποχρεωτικῶς, δηλαδὴ ἐπρόκειτο νὰ διαιρεθῇ τὸ δάνειον εἰς τόσα μέρη, ὅσαι θὰ ἦσαν καὶ αἱ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἤθελον νὰ ἐκδηλώσωσι πρὸς τὴν Αὐστρίαν τὴν μέριμναν αὐτῶν. Ἑπομένως ἑκάστη τῶν Δυνάμεων τούτων θ’ ἀνελάμβανε μέρος τῆς εὐθύνης, ὥστε ἐὰν ἡ Αὐστρία ἠδυνάτει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, νὰ τὰς ἐκπληρώσωσιν αὗται. Εἰς ἐπίμετρον ἐπεβλήθη εἰς τὴν Αὐστρίαν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις αὐτῆς, μὴ δύναται νὰ λαμβάνῃ οἱαδήποτε μέτρα οἰκονομικά. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ περὶ τῆς Αὐστρίας. Ἐὰν οἱ ὅροι εἶναι ὅμοιοι δὲν πταίω ἐγώ. Πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι ἡ Αὐστρία, πρὶν στραφῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ σχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει οἰκονομιῶν, ἡ πρωτοβουλία ὅμως ἐκείνη τῆς Αὐστρίας προσέκρουσεν εἰς τοὺς ξένους κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι εἶχον κατορθώσει μετὰ τὸν πόλεμον νὰ παραλάβωσιν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των τὰς δύο μεγάλας Τραπέζας τῆς Αὐστρίας. Ἐκεῖνοι ἤθελον νά γείνῃ ἡ ἐξυγίανσις κατὰ τρόπον ἄλλον, ἐπιβαρύνοντα τὴν Αὐστρίαν καὶ οὐχὶ τὰς Δυνάμεις. Καὶ μᾶς ἐνθυμίζει τοῦτο, ὅτι πρὸ δύο μηνῶν παρέστημεν μάρτυρες γεγονότος τοιούτου, ὅτε ἐδῶ ἐνηργεῖτο προπαγάνδα ὑπὲρ ἐπιβολῆς ἐλέγχου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀνέφερα τὰ γεγονότα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προτείνονται διὰ τὴν Ἑλλάδα. Πρέπει ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Αὐστρίας ὑπάρχουν διαφοραὶ σπουδαῖαι, λόγῳ τῶν ὁποίων δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς ἡμᾶς τὰ αὐτὰ μέτρα. Ἡ Αὐστρία ἤρχισε πρώτη τὸν πόλεμον, μαχομένη ἐναντίον τῶν Συμμάχων, ἐνῷ ἡμεῖς εἰσήλθομεν εἰς τὸν πόλεμον τελευταῖοι, συνεχίσαντες τὸν πόλεμον. Ἡ Αὐστρία δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ἀλλαχοῦ δάνειον, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς προσεφέρθησαν νὰ δανείσουν ξένοι κεφαλαιοῦχοι, οἱ Σουηδοί, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν προσέφεραν εἰς τὴν Γαλλίαν δάνειον ὑπὸ ἐκτάκτως εὐνοϊκοὺς ὅρους μὲ 5%, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοὺς Γάλλους οἰκονομολόγους χαρακτηρίζεται, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα σταθμὸν οἰκονομικὸν διὰ τὴν Γαλλίαν.
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιον δάνειον, διότι συνδυάζεται ἡ παραχώρησις τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μάλιστα δὲν λέγεται δάνειον εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν, μὲ τὴν παραχώρησιν τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουν οἱ Σουηδοὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἔδωκαν λοιπὸν αὐτὸ τὸ δάνειον καὶ ἀνέλαβον τὸ μονοπώλιον. Αὐτὸ δὲν εἶναι δάνειον. Εἶναι μία βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις. Κάμνουν ἕνα συνδυασμὸν μὲ τὴν Γαλλίαν, ἀντὶ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μονοπωλίου.
§44Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Αὐτὸς ὁ ἴδιος Οἶκος, ὁ ὁποῖος προσέφερεν εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ δάνειον, μετὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μονοπωλίου, εἰς ἡμᾶς προσέφερε τὸ δάνειον, ἄνευ παραχωρήσεως τοῦ μονοπωλίου.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐδόθησαν ἐπ’ αὐτοῦ τόσαι ἐξηγήσεις καὶ θὰ δώσω καὶ πάλιν ἐξηγήσεις, διότι ἡ πολιτικὴ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν. Δὲν ἐσκέφθημεν ἡμεῖς νὰ λάβωμεν τὸ δάνειον. Ἡμεῖς ἀποβλέπομεν ἀκριβῶς εἰς τὰ μέσα μιᾶς ριζικῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως. Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν κἀνὲν πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ὁ κόσμος αὐτός, τὸ κοινόν, τὸ ὁποῖον κάμνει τὴν ἐπένδυσιν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἓν Κράτος βαίνει πρὸς μίαν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐμπνέεται ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ δημιουργεῖται ἓν ἐπίπεδον δανεισμοῦ ὑπὸ εὐθηνὰς τιμάς, εἰς τρόπον, ὥστε καὶ τὰ ἄλλα δάνεια τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας νὰ ἀναθαρρήσωσι καὶ νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὴν ἀγοράν. Κερδαίνεται δηλαδὴ τεράστιον χρῆμα, εἰς ὄφελος τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις, ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐξοικονομῶμεν τὰς περιστάσεις, νὰ καταφεύγωμεν εἰς δανειστὰς καὶ πληρῶμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ αὐτό, ἀντὶ νὰ ἐνισχύῃ τὴν πίστιν, τὴν καταρρίπτει. Διὰ τὴν σταθεροποίησιν δὲν ἀρκεῖ νὰ εὕρωμεν τὰ τρία ἑκατομμύρια λιρῶν τοῦ δανείου. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἄλλην κατάστασιν, ἡ ὁποία νὰ ἀποτελῇ τὸ ἰσχυρότερον ἔρεισμα, τὸ πεῖθον ὅτι ἡ σταθεροποίησις εἶναι ἄμεσος. Ἔχομεν ἀνάγκην τῆς πίστεως αὐτῆς, τῆς ἀλληλεγγύης, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρωμεν διὰ τῆς συνάψεως τοῦ δανείου 3.000.000 λιρῶν ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐὰν τὸ δάνειον τὸ ἐκάμνομεν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἐγὼ θὰ περιωριζόμην πάντως εἰς τὸ νὰ κάμω ἓν δάνειον διὰ τὰς ἀμέσους προσφυγικὰς ἀνάγκας, ἀναβάλλων εἰς εὐθετώτερον χρόνον τὰ μέτρα τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ τόπου. Ἐφόσον ὅμως ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω σήμερον, ὑπὸ ὅρους ἀσφαλεστάτους καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου, θὰ ἤμην ἀσφαλῶς ἀδιάφορος πρὸς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐὰν δὲν ἔσπευδον νὰ τὸ κάμω καὶ νὰ ὠθήσω οὕτω πρὸς συμφέρουσαν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ βελτίωσιν τὸν τόπον.
§46Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρεκάλουν, ἐὰν τυγχάνω τῆς προσοχῆς σας, νὰ μοὶ κάμητε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀπαντήσητε ὅταν θὰ κάμητε γενικὴν ἀπάντησιν.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Λυποῦμαι, διότι σᾶς διέκοψα, ἀλλὰ παρενεβλήθη ἐκεῖθεν μία λέξις, ἡ ὁποία μὲ ἠνάγκασε νὰ κάμω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις.
§48Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρεκάλουν, ἂν θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τύχω τῆς προσοχῆς σας, νὰ μοὶ ἀπαντήσετε, ὅταν θὰ κάμετε τὴν γενικὴν ἀπάντησίν σας. Ἀνέφερα, Κύριοι, τὰς μεταξὺ τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ἑλλάδος διαφοράς, αἱ ὁποῖαι ὅλαι εἶναι εἰς βάρος τῆς Αὐστρίας καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Προσθέτω εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα πρίν, ὅτι ἡ Αὐστρία διὰ τῶν διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας διεξήγαγε καὶ τῆς συμφωνίας, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε, δὲν ἐλάμβανε ἓν ἁπλοῦν πιστοποιητικὸν χρήσιμον ἢ ἄχρηστον· ἐλάμβανε κἄτι πλέον τούτου. Ἐλάμβανε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα καὶ πρίν, δηλαδὴ τὴν ὑπογραφὴν τῶν Δυνάμεων εἰς τὰ δάνειά της καὶ τὴν ὑποχρέωσίν των, ὅπως ἐξοφλοῦν ἐκεῖναι τὰς ὀφειλὰς αὐτῆς, ἐὰν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὰς ἐξοφλῇ αὐτή. Μία ἄλλη διαφορὰ ἐπίσης εἶναι, ὅτι ἡ Αὐστρία ἐλάμβανεν εἴκοσιν ἐτῶν χρεοστάσιον. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἀπηλευθεροῦντο οἱ πόροι της, ὥστε νὰ δύναται νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον. Δέον νὰ σημειωθῇ εἰς ταῦτα, ὅτι ἡ Αὐστρία, παρ’ ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὰς παραμονὰς τῆς καταστροφῆς, ὅταν προσέφυγεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, παρ’ ὅτι ἡ πρὸς αὐτὴν συμπεριφορὰ τῆς Κοινωνίας ἦτο ἐξαιρετικὰ εὐμενής, ἐὰν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρὶν ἢ προσέλθῃ ἡ Αὐστρία εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, αἱ Δυνάμεις εἶχον δώσει εἰς αὐτὴν ὑπὸ τύπον, ἂς εἴπω, βοηθήματος 20–25 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, παρ’ ὅλα ταῦτα ἐν τούτοις ἡ Αὐστρία ἔφερε βαρύτατα τοὺς ἐπιβαλλομένους εἰς αὐτὴν ἐλέγχους καὶ ὁ Πρωθυπουργός, ὁ Καγγελάριος τῆς Αὐστρίας, εὗρε λόγους ἐκτάκτως συγκινητικοὺς διὰ νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ὅτι ἡ Αὐστρία ἐθλίβετο βαθύτατα, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη ἐκ τῆς ἀδηρίτου ἀνάγκης νὰ ὑποτάξῃ τὴν αὐτοκυριαρχίαν της εἰς μίαν περίστασιν ὅλως ἐξαιρετικήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Οὑγγαρίαν, ἠναγκάσθη καὶ ἡ Οὑγγαρία εἰς τὰ 1923 νὰ ζητήσῃ τὴν ἔξωθεν ἀρωγήν. Ἀπετάθη κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐπανορθώσεων, ἡ ὁποία δυνάμει τοῦ 180 ἄρθρου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς Συνθήκης τοῦ Τριανὸν ἐκράτει δεσμευμένους ὅλους τοὺς πόρους τοῦ Οὑγγρικοῦ Κράτους. Ἡ Οὑγγαρία ἐζήτησε νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς δεσμεύσεως αὐτῆς τῶν πόρων της διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συνομολογήσῃ ἓν δάνειον πρὸς οἰκονομικήν της σωτηρίαν, διότι εὑρίσκετο καὶ αὕτη εἰς τὰς παραμονὰς τῆς καταστροφῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐπανορθώσεων ἐζήτησε, ἵνα ἀποφανθῇ, συγκεκριμένας προτάσεις δανείου εἰς τὰς ὁποίας παρεκάλεσε νὰ παρατεθοῦν ὅροι ἐξασφαλίζοντες τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ὀφειλῶν τῆς Οὑγγαρίας ὑπὲρ τῶν Ἐπανορθώσεων. Τὸ ζήτημα ἔφθασε κατόπιν τούτου εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Εἰς τὴν Οὑγγαρίαν ἐστάλη, ἓν γνωστόν, ὅπως καὶ εἰς ἡμᾶς, μέλος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὁ κ. Ἀβενόλ, ἐντεταλμένος νὰ ἐξακριβώσῃ ἐπιτοπίως τὴν κατάστασιν. Μετὰ τοῦτο ἐζητήθη παρὰ τῆς Οὑγγαρίας νὰ τακτοποιήσῃ μερικὰ ζητήματά της μετὰ τῆς Μικρᾶς Ἀντὰντ καὶ ἐπὶ τέλους ἔστειλεν ἄλλην Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν Οὑγγαρίαν, ἵνα τακτοποιήσῃ καὶ ἐκεῖ τὸ ζήτημα τῶν ἰδίων ἐξουσιοδοτήσεων, τὰς ὁποίας ἐψηφίσατε καὶ σεῖς, διὰ νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις ἔργα ἀνάλογα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς ἀνελάβετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμητε. Τὸ σχέδιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κατηρτίσθη τελείως ὅμοιον. Καὶ εἶναι (Ἀναγινώσκει) «ἵδρυσις Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, συνομολόγησις δανείου διὰ τὴν ἀπόσβεσιν ἐλλειμμάτων, σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος, διακανονισμὸς τῶν ἐκ τῆς Συνθήκης ὀφειλῶν τῆς Οὑγγαρίας κ. λ. π.». Δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν θέλουσι ν’ ἀντικαταστήσωσι τὴν λέξιν «ἔλεγχος» δι’ ἄλλης λέξεως. Γνωρίζομεν, ὅμως, ὅτι οἱ σεβόμενοι τὴν οὐσίαν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ σέβωνται τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ προγράμματος. Ἴδωμεν δι’ ὀλίγων, ἀφοῦ κακῶς μετέβημεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ ἀφοῦ ὑπεβιβάσθημεν εἰς τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβιβασθῶμεν, τὶ ἀπεκομίσαμεν. Μετέβημεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία ἐζήτησε πληροφορίας, τὰς ὁποίας παρέσχομεν. Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ κ. Ἀβενιόλ, ὁ ὁποῖος εἰσέδυσεν εἰς τὰς ὑπηρεσίας, ἀνεδίφησεν ἀρχεῖα, ἐζήτησε πολλὰ καὶ ἐξετέλεσε τέλος πάντων τὴν εἰδικὴν ἀποστολὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἦτο ἐντεταλμένος, τὴν ἀποστολὴν ὅπως μεταβῇ εἰς τὰ Κράτη καὶ ἐξελέγξῃ ἐὰν τὸ Ναὶ εἶναι Ναὶ καὶ τὸ Ὄχι εἶναι πραγματικῶς Ὄχι. Μετὰ τοῦτο μετέβημεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, καὶ ἐνῶ εἴχομεν ἀνάγκην ἑνὸς δανείου συμπληρωματικοῦ προσφυγικοῦ, ἐπανήλθομεν ἐκεῖθεν μὲ ἓν πρωτόκολλον περὶ συνάψεως τριῶν δανείων, ἀντὶ 3.000.000 λιρῶν ἕκαστον. Δανειζόμεθα 9.000.000 καὶ χρειαζόμεθα 11.000.000 λιρῶν. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἔδωκε καὶ εἰς ἡμᾶς τὴν συνταγήν, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς ὅλους, οἱ ὁποῖοι προσφεύγουν ἐκεῖ, τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ συναλλάγματος. Ἐξετάσωμεν ἤδη καὶ πάλιν τὰ δύο ταῦτα δάνεια. Τὸ δάνειον τῆς ἰσοσκελίσεως, δηλαδὴ τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων. Εἶναι ἀκατανόητον τοῦτο. Ἔχομεν ἐλλείμματα καὶ ἄλλας ὀφειλάς, αἱ ὁποῖαι ὑπολογίζονται περίπου εἰς 1.750.000 λίρας. Ἐκ τῶν ὀφειλῶν τούτων γνωρίζω, ἢ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι γνωρίζω, ὅτι ἓν ἐλάχιστον μέρος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὀφειλὴ μὲ ἀμέσους ἀπαιτητάς. Τὸ σύνολον δὲν ἀποτελεῖ ἀμέσως ἀπαιτητάς, ὅπως μεταβῶμεν ἔξω καὶ ζητήσωμεν δάνειον. Ἔπειτα παρουσιάζεται καὶ μία περίεργος λεπτομέρεια. Ὀφείλομεν 1.750.000 λίρας, δανειζόμεθα 3.000.000 λίρας, δηλαδὴ 1.100.000 λίρας. Δὲν δύναμαι νὰ εὕρω ἄλλας ἐξηγήσεις παρὰ τὴν φροντίδα ὅπως μὴ μεταβληθῇ ἡ συμμετρία τοῦ τριπτύχου δανείου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τρία δάνεια. Νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν μίαν ὁδὸν ὀρθοτέραν, ἁπλουστέραν, στοιχειωδεστέραν. Νὰ ἴδωμεν πρῶτον πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ δίδῃ ὁ λαός, χωρὶς νὰ τὸν κουράσωμεν μὲ βαρεῖς φόρους, καὶ ἐὰν ὑπετίθετο, ὅτι θὰ ἦτο τοῦτο δυνατόν, τότε νὰ ἐζητοῦμεν νὰ μᾶς δοθῇ τὸ δάνειον τῶν 9.000.000 λιρῶν. Θὰ εἴχομεν τότε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταρτίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἀντίστοιχον καὶ συγχρόνως νὰ καταρτίσωμεν κατά τι μικρότερον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, οὕτως ὥστε ἓν ποσὸν ἑκατομμυρίων νὰ μείνῃ διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰς ὀφειλὰς αὐτὰς χωρὶς νὰ προσφύγωμεν εἰς δάνειον. Τοῦτο ἀπῄτει ἡ φρόνησις καὶ ἡ χεὶρ ἡ σταθερά, τοῦτο ἀπῄτει πρὸ πάντων ἡ πίστις εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται λοιπὸν νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἠκολούθησε τὴν ὁδὸν τῶν οἰκονομιῶν. Τὰς ἔβλεπε μακρὰν τρέμων καὶ τὰς ἀπέφευγε.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐγώ;
§50Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Μάλιστα. Εἴπετε ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ ὁδὸς τῶν οἰκονομιῶν εἶναι ἀκανθωδεστάτη ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην. Τὰ λέγουν αὐτὰ αἱ δηλώσεις σας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν διατρέξωμεν τὰς δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων συνωδεύσατε τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον κατεθέσατε, θὰ ἴδωμεν ὅτι σχεδὸν δὲν προέβητε εἰς οἰκονομίας. Ὑπάρχουν διάφορα προγράμματα οἰκονομιῶν ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἐφηρμόσατε. Προέβητε εἰς μίαν μετάθεσιν βαρῶν ἀπὸ τοῦ παρόντος ἔτους εἰς τὸ ἑπόμενον. Ἀναφέρω πάντα ταῦτα, ἀρυόμενος αὐτὰ ἀπὸ τὰς δηλώσεις σας, ὅπως ἔχουν καταχωρηθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Φαίνεται ὅτι ἐπιτυγχάνετε μίαν ἐλάττωσιν δαπανῶν 172.000.000. Ἐὰν ἀναδιφήσῃ κανεὶς εἰς τὸν προϋπολογισμόν σας καὶ εἰς τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι συνώδευσαν αὐτόν, εὑρίσκει ὅτι κυρίως εἴπετε δύο εἶναι αἱ περιπτώσεις τῶν περικοπῶν εἰς τὰς ὁποίας προέβητε. Ἡ μία περίπτωσις εἶναι ἡ τῶν περικοπῶν εἰς βάρος τοῦ κονδυλίου διὰ τὰς συντάξεις τῶν θυμάτων πολέμου. Τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὴν ἐμφανίζετε ὡς προσπάθειαν ἀποκαθαρμοῦ τῆς τάξεως τῶν διαφόρων δικαιούχων ἀπὸ τὰ διάφορα παράσιτα, τὰ ὁποῖα εἰσέδυσαν ἐκεῖ. Εἶναι ἀναμφισβητήτως ὀρθοτάτη ἡ τακτικὴ τῆς τοιαύτης ἐκκαθαρίσεως. Θὰ παρετήρουν ὅμως ὅτι ἐκ τῶν θυμάτων τῶν ἑλληνικῶν πολέμων ἀπέμειναν ἐν Ἑλλάδι δύο τάξεις παθόντων. Ἡ μία εἶναι ἡ τάξις τῶν παθόντων ἐν πολέμῳ, ἡ δὲ ἑτέρα εἶναι ἡ τάξις τῶν προσφύγων. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν αὐστηρὰν δικαιοσύνην τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ ἐπιδείξῃ ἔναντι τῶν θυμάτων πολέμου...
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Μὴ θυμάτων.
§52Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Νὰ τὴν ἐπιδείξῃ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν προσφύγων, διότι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἔχουν παρεισφρήσει ἐπιτήδειοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεμεταλλεύθησαν τὰς περιστάσεις εἰς βάρος τοῦ μεγάλου πλήθους τῶν προσφύγων. Πάντως ἐκεῖνοι, ὅσοι ἐνδιαφέρονται, πράγματι, διὰ τὸν προσφυγικὸν κόσμον, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ συμβάλουν δι’ ὅλων των τῶν δυνάμεων, ὅπως ἀποκαθαρθῇ, κατὰ τὸ δυνατόν, ὁ κόσμος τῶν δικαιούχων προσφύγων ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταχρῶνται αὐτοῦ. Εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας ὑπάρχει ἄλλη μία περίπτωσις περικοπῶν. Εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς περικοπῆς ποσοῦ τοῦ 7% ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶναι μία περίπτωσις ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἀμφισβητεῖται ἐν τῇ ἐκτελέσει, ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει αὐτό. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ ἐκφράσω τὸν φόβον μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπεσε, καὶ ἐν προκειμένῳ, θῦμα μιᾶς πλάνης. Μήπως δηλαδὴ ἐπλανήθη νομίσας, ὅτι ἡ περικοπὴ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἀποτελεῖ τρόπον διὰ νὰ φέρῃ εἰς ἁρμονίαν τὴν λαϊκὴν κοινὴν γνώμην πρὸς τὸν στρατόν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ τὸ γνωρίζομεν πάντες, ὅτι μεταξὺ τῆς λαϊκῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ στρατοῦ ὑπῆρξε κάποτε μία δυσαρέσκεια, ἡ ὁποία σχεδὸν δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἡ δυσαρέσκεια ὅμως ἐκείνη δὲν ὠφείλετο εἰς οἱανδήποτε γνώμην, ὅτι τάχα οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος ἀμείβονται διὰ μισθῶν κολοσσιαίων. Ὁ κόσμος γνωρίζει ὅτι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν νὰ ἐξαρτοῦν τὴν ὕπαρξίν των ἀπὸ τὸ Κράτος, δὲν ἀμείβονται πλουσιοπαρόχως καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα ἀποτελοῦντα σκάνδαλον, ὡς ἐλέχθη, δὲν ἀμείβονται κἂν ἐπαρκῶς. Ἀμείβονται κακῶς καὶ γλίσχρως. Ἐὰν μεταξὺ τῆς λαϊκῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ στρατεύματος ἐνεφιλοχώρησε μία δυσαρμονία, αὕτη ὀφείλεται εἰς ἄλλα γεγονότα. Αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι οἱ διάφοροι κινηματίαι τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ στρατεύματος ἐξεμεταλλεύοντο τὴν ἐμπιστοσύνην ἢ τὴν ἄγνοιαν, ἢ τὴν στενῶς ἐννοουμένην πειθαρχίαν διὰ νὰ ἐκτελέσουν τὰ καθήκοντά των. Καὶ ὀφείλεται ἀκόμη εἰς τὸ γεγονός, ὅτι οἱ διάφοροι δικτάτορες, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὰς ἁμαρτωλὰς θελήσεις των εἰς τὸν λαὸν διὰ πολεμικῶν ὅπλων, ἔφερον στολὴν ἀξιωματικοῦ καὶ πηλίκιον στρατηγοῦ ἢ συνταγματάρχου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπῆρξε δυσαρμονία μεταξὺ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ. Ἡ δυσαρμονία ὅμως αὐτή, μειουμένη βαθμηδόν, ἔχει σχεδὸν ἐκλείψει. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχει ἐκλείψει, ἡ τιμή τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς ὀφείλεται εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις διὰ τῆς καταδηλωθείσης θελήσεώς του μετέδωκε τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν καὶ εἰς τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον περιωρίσθη ἀπό τινος ὁριστικῶς καὶ ἀποφασιστικῶς εἰς τὰ πατριωτικά του ἔργα. Θὰ ἦτο ἐσφαλμένον νὰ νομισθῇ ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπιβάλῃ ἕν πρόστιμον 7% εἰς τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τὰ γενόμενα κινήματα.
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἡ σκέψις, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ ἐξεδηλώθη ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ ἦτο μέτρον ἀποκαταστάσεως τῆς οὐδέποτε, κατὰ τὴν γνώμην μου, κλονισθείσης ῥιζικῶς τοὐλάχιστον ἁρμονίας μεταξὺ τῆς λαϊκῆς γνώμης καὶ τοῦ στρατεύματος. Ἦτο μέτρον καθαρῶς περικοπῆς μισθῶν καὶ ἰδίως ἐξισώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀποστροφαὶ τοῦ ῥήτορος, δὲν ἔχουν σχέσιν οὔτε μὲ τὰ αἴτια οὔτε μὲ ὅσα ἐγὼ εἶπα ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα τοῦτο.
§54Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Μετὰ πάντα ταῦτα, ὅσα ἐλέχθησαν, τὸ δάνειον τῆς ἰσοσκελίσεως, τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν, οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀποδείξῃ ὡς χρήσιμον καὶ ἀπαραίτητον. Αἱ οἰκονομίαι καὶ ἡ περισυλλογὴ ἦσαν αἱ ὁδοὶ τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ταύτας τὰς ὁδούς, τὴν πολιτικὴν ταύτην, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν ἀντὶ νὰ φθάσωμεν ὅπως καὶ διὰ διεθνῶν συμβάσεων μονιμοποιήσωμεν ἵνα Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι ἄμοιρος προχειρότητος. Μετὰ τὸ δάνειον τῆς ἰσοσκελίσεως, ἔχομεν τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ὅτι ἡμεῖς διαφωνοῦμεν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ Κράτη μετὰ τὸν πόλεμον κατετάγησαν εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἰς τὰ Κράτη τῶν ὁποίων τὸ νόμισμα διετηρήθη ἄρτιον, εἰς τὰ Κράτη τῶν ὁποίων τὸ νόμισμα ὑπέστη μικρὰν σχετικῶς πτῶσιν, ὡς εἶναι ἡ Ἰταλία, ἡ Γαλλία, ἡ Τσεχοσλοβακία, ἡ Ἑλλάς, ἡ Ρουμουνία, καὶ ἄλλα, καὶ τέλος τὰ Κράτη τῶν ὁποίων τὸ νόμισμα ἔφθασε περίπου εἰς τὸ μηδέν, ὡς ἡ Αὐστρία, ἡ Γερμανία, καί τινα ἄλλα. Ἐκ τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ ἡ Ἑλλάς, ἕν μόνον Κράτος προέβη εἰς σταθεροποίησιν, τὸ Βέλγιον. Γνωρίζομεν ὅλοι, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπιδείξω δοκησισοφίαν, γνωρίζομεν ὅλοι ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐγένετο ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος τοῦ Βελγικοῦ, συνθῆκαι αἱ ὁποῖαι εἶναι τελείως διάφοροι τῶν ἰδικῶν μας. Τὸ Βέλγιον ἠθέλησε νὰ σταθεροποιήσῃ τὸ νόμισμά του, διότι εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀπομακρύνῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἄμεσον ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν ὑφίστατο ἐκ τῶν διακυμάνσεων τοῦ Γαλλικοῦ φράγκου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συνέτρεχε δι’ ἡμᾶς. Ἡ ἑλληνικὴ σταθεροποίησις γνωρίζομεν περίπου ὑπὸ ποίους ἐνεργεῖται ὅρους, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο διατίθενται 3.000.000 λιρῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη πολλῶν ἐπιχηρημάτων διὰ νὰ καταστῇ δῆλον, ὅτι ποσὸν 3.000.000 λιρῶν, προστιθέμενον εἰς ὅλα τὰ ὑπάρχοντα μέχρι τοῦδε στοιχεῖα, εἶναι ἐπαρκὲς νὰ κατοχυρώσῃ τὸ νόμισμά μας, τὸ ὁποῖον ὑπερετιμήθη καὶ ὑπετιμήθη κατὰ καιρούς. Εἶναι ἐπίσης περιττὸν νὰ διατρέχῃ κανεὶς περισσότερον ἵνα καταστήσῃ δῆλον, ἐὰν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ σταθεροποίησις εἶναι ἰσχυρὰ προκειμένου περὶ τόπου, ὁ ὁποῖος εἶναι εὐεπίφορος εἰς τοὺς πανικούς, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον μὲ παθητικόν, ἑνὸς τόπου μαστιζομένου ὑπὸ κινημάτων, ἂν καὶ ὅλοι θέλομεν νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι τὰ κινήματα παρῆλθον ἀνεπιστρεπτὶ πλέον ἐν Ἑλλάδι. Αὐτὰ εἶναι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα, ἐκτὸς τοῦ προσφυγικοῦ, ἐκομίσαμεν ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Αἱ συμφωνίαι, τὰς ὁποίας ὑπεγράψαμεν, αἱ συνολικῶς γνωσταί, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, ἀποτελοῦν ἕν πολύεδρον, τοῦ ὁποίου τὰς ἕδρας, μίαν πρὸς μίαν, ἐξήτασαν ἤδη αἱ παρελάσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ῥήτορες. Ἐγὼ θὰ θίξω ἁπλῶς δύο γωνίας μόνον τοῦ πολυέδρου, αἱ ὁποῖαι εἶναι τόσον ὀξεῖαι, ὥστε ὑποπίπτουν καὶ εἰς τὴν ὀλιγώτερον λεπτὴν ἁφήν. Θὰ θίξω τὰς γωνίας τῶν ἐλέγχων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία καταβάλλεται καὶ διήκει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ τῶν Παραρτημάτων, ὅπως οὐδὲ ἓν λεπτὸν, οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν εὑρεθῇ εἰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τῶν ἐλέγχων δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω τι. Ἐλέχθησαν ἤδη παρ’ ἄλλων συναδέλφων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, ἐπειδὴ διέκρινα ἄλλωστε καὶ τὴν ἐκδήλωσιν κάποιας ἐκπλήξεως, θὰ εἴπω τι καὶ ἐξηγοῦμαι. Εἰς τοὺς πρώτους ὅρους τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ τῶν Παραρτημάτων ἀναφέρονται ῥητῶς καὶ καταβάλλεται μέριμνα ἰδιαιτέρα, ὅπως τὸ τάδε ἢ τάδε ὑπόλοιπον τοῦ δανείου διαβιβασθῇ ἀπευθείας εἰς τὴν τάδε Τράπεζαν, ἤ, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ διαβιβασθῇ, νὰ μείνῃ εἰς χεῖρας τῶν ἐκδοτικῶν ἱδρυμάτων. Καταβάλλεται, ἐπαναλαμβάνω, μία προσπάθεια κατάδηλος καὶ ἀναμφισβήτητος, ὅπως οὐδὲ ἓν λεπτὸν οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν διέλθῃ ἐκ τῶν χειρῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ πράγματα, καὶ αὐτὴ δυστυχῶς εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τὴν ὁποίαν ἐνεπνεύσατε, ὄχι ὡς ἄτομον βεβαίως, εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία σᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν τιμήν της. Τὴν τιμήν της σᾶς ἐνεπιστεύθη, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐνεπιστεύθη οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν οὐδὲ ἓν λεπτὸν τοῦ δανείου. Ἀφοῦ μετέβητε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ τῶν ἀπηλπισμένων, ἦτο φυσικὸν νὰ φερθῇ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὅπως ἐφέρθη καὶ εἰς ἡμᾶς. Εἶχε μίαν συνταγὴν διὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τὴν ἰδίαν συνταγὴν ἔδωκε καὶ εἰς ἡμᾶς. Τὸ σφάλμα εἶναι ἰδικόν μας, οἱ ὁποῖοι προσεφύγομεν εἰς αὐτὴν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Τὸ ὅτι μᾶς ἐφέρθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, βαρύνει ἡμᾶς. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρουσιάζῃ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπαύριον εἰς ὅλων τὰ βλέμματα ὄχι σκοτεινήν, ἀλλ’ αἰθρίαν, ἡ δημοσιονομική μας διαγωγὴ ἀναμφισβητήτως εἶναι καλὴ καὶ ἡ διαγωγὴ τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαμεν ἔναντι τῆς Κ.Τ.Ε. δὲν εἶναι φυσικὰ καλή. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ 1924, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνωμολογήσαμεν τὸ πρῶτον προσφυγικὸν δάνειον, ἐνυπάρχει εἷς ὅρος ἐπιβάλλων εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἰσοσκελίσωμεν τὸν Προϋπολισμὸν μας. Ὁ ὅρος οὗτος, Κύριοι, δὲν ἐτηρήθη. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐτηρήσαμεν τὸν ὅρον, ἀλλὰ συνετάσσομεν πάντοτε προϋπολογισμοὺς ψευδεῖς ἢ διαψευδομένους ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τοῦδε. Ὅλοι οἱ Προϋπολογισμοὶ ὁμιλοῦν περὶ ἰσοσκελίσεως, τοὐλάχιστον, ἄν δὲν ὁμιλοῦν περὶ περισσευμάτων, ἀλλὰ καταλήγουν εἰς ἐλλείμματα, χωρὶς ἐν τῷ μεταξὺ οὐδεμία ἔκτακτος ἀφορμὴ νὰ παρουσιασθῇ, δικαιολογοῦσα τὸ τοιοῦτον κατάντημα τῶν Προϋπολογισμῶν αὐτῶν. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας μετέβημεν εἰς τὴν Κ.Τ.Ε., ἡ ὁποία μᾶς ἐφέρθη, καθ’ ὅν τρόπον μᾶς ἐφέρθη. Καὶ δι’ ὅλους τούτους τοὺς λόγους ἐρωτῶμεν: Διατί, ἀφοῦ εἴχομεν ἀνάγκην ἑνὸς καὶ μόνου δανείου, μετέβημεν ἐκεῖ νὰ ζητήσωμεν τρία δάνεια; Διατί, ἐνῷ μᾶς ἐχρειάζοντο 3.000.000 λιρῶν, φορτώνομεν εἰς τὴν ράχην τοῦ λαοῦ ἓν πραγματικὸν χρέος 10–11 ἑκατομ. λιρῶν; Καὶ ἐρωτῶμεν τὴν Κυβέρνησιν· διατὶ μετέβητε εἰς τὴν Κ.Τ.Ε.; Διὰ νὰ μᾶς φέρετε αὐτὰς τὰς ριζικὰς μεταρρυθμίσεις τῶν οἰκονομικῶν μας πραγμάτων, τὰς ὁποίας μᾶς ἐφέρατε; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε χθές, ὅτι πάντα ταῦτα ἀποτελοῦν τὸ πρόγραμμά μου. Εἶναι ἀληθῶς εὐχάριστος ἡ συμφωνία εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ ἐμπνεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς Κ.Τ.Ε. Λυπούμεθα ὅμως, διότι δὲν ἐνθυμούμεθα ποτὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὶν ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Κ.Τ.Ε., καὶ πρὶν γνωρίσῃ ἐκεῖθεν τὰς ἀπόψεις της, λυπούμεθα διότι πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης οὐδέποτε μᾶς ἐπαρουσίασε πρόγραμμα, οἷον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζει. Ἀλλά, καὶ ἐὰν θέλετε νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι πρόγραμμα ἰδικόν σας, εἶσθε σεῖς ἐδῶ ἢ θὰ ἦσαν ἄλλοι ἀνθ’ ὑμῶν, οἱ ἁρμόδιοι διὰ νὰ ὑποβάλουν τὸ πρόγραμμα εἰς ἡμᾶς; Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμοδιώτεροι παντὸς ἄλλου καὶ παντὸς ξένου διὰ νὰ νομοθετήσωμεν ἐν Ἑλλάδι; Ἀλλὰ σεῖς δὲν ἠκολουθήσατε τὴν ὁδὸν ταύτην. Δὲν ἠκολουθήσατε τὴν ὁδὸν τὴν ὀρθήν, ὅπως ἡμεῖς ὡς εἰσηγηταὶ ψηφίσωμεν τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους θὰ ἐνομίζετε ἀναγκαίους. Αὐτὸ εἶναι, βεβαίως, ζήτημα αὐτοτελείας, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅλας τὰς εἰρωνείας τὰς ὁποίας κατὰ καιροὺς ἀπεκόμισεν ἡ ἐκστόμισις τῆς λέξεως ἐκ μέρους μας. Εἴπομεν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν εἴχομεν ἀνάγκην προγράμματος, τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἑλληνικὴν τὴν πηγὴν καὶ νὰ ἔλθῃ διὰ τῆς ἑλληνικῆς ὁδοῦ ἐνώπιόν μας. Καὶ ἐὰν εἴχομεν ἀνάγκην δανείων καὶ μᾶς προσεφέροντο ἢ ἐὰν ταῦτα δὲν ἦσαν τὰ ἐπωφελῆ, ἠδυνάμεθα νὰ τὰ ζητήσωμεν διὰ τῆς φυσιολογικῆς ὁδοῦ. Τὸ ἴδιον 6ον ἄρθρον τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μνημονεύσω πρὸ ὀλίγου, ἀναφέρει ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ συνομολογῇ δάνεια διὰ παραγωγικοὺς σκοπούς. Τοιαῦτα δάνεια ἀπὸ τοῦ 1924 καὶ ἐντεῦθεν συνωμολογήθησαν. Εἶναι τὸ δάνειον τῆς Οὔλεν, εἶναι τὸ δάνειον τῆς Φαουντέσιον, εἶναι τὸ δάνειον τὸ Βελγικόν, εἶναι τὸ δάνειον τοῦ 1.000.000 λιρῶν, τὸ γνωστὸν αὐτὸ δάνειον. Διὰ πάντας αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐνώπιον ἡμῶν μένουν ἀναπάντητα μερικὰ ἐρωτήματα. Μένει ἀναπάντητον τὸ ἐρώτημα, διατὶ μετέβητε εἰς τὴν Γενεύην καὶ μᾶς ἐφέρατε τὴν παράδοξον αὐτὴν πλάκα τοῦ Μωϋσέως μὲ τὰς ἐντολὰς τῆς νέας δεσμευτικῆς σας θρησκείας; Διατὶ μᾶς ἐφορτώσατε μὲ τὸν ὄγκον τῶν τεραστίων δανείων καὶ διατὶ μᾶς ἐφέρατε πάλιν ἐλέγχους καὶ πάλιν ἐλέγχους; (χειροκροτήματα).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπετσιώτης.
§56Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ κυρώσεως τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης, ὡς τοῦτο ἐκυρώθη παρὰ τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ σοβαρᾶς προσκρούσεως εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀνατροπῆς, ἐὰν θέλετε, τούτου. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἐν λόγῳ Νομοθετικοῦ Διατάγματος εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐγένετο ἐντελῶς παρατύπως καὶ ἀντισυνταγματικῶς, καὶ δυστυχῶς ἐψηφίσθη παρὰ τὰς τότε ζωηρὰς διαμαρτυρίας ἐμοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ ἡ ἰδία νὰ ἐπιδείξῃ σεβασμόν τινα πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος κυροῦντος δῆθεν τὴν σύμβασιν τῆς Γενεύης, ἀλλὰ νὰ εἰσαγάγῃ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ πρὸς ψήφισιν. Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐξέλθωμεν τῆς ἀτραποῦ τῶν ψηφίσεων διὰ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τοιαύτην, εἰς τὴν λεωφόρον τῆς ψηφίσεως τῶν διαφόρων νομοθετημάτων διὰ τῆς Βουλῆς, πολὺ περισσότερον ὅταν ρητὴ συνταγματικὴ διάταξις ἐπιβάλλει τὴν τοιαύτην ψήφισιν. Διότι ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 50 τοῦ Συντάγματος πείθει, ὅτι τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ ἐκ μέρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἔδει καὶ ὡς σύμβασις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως νὰ εἰσαχθῇ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος, παράγραφος 4, νὰ εἰσαχθῇ καὶ ψηφισθῇ μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν παραβλέψωμεν τὸ γεγονὸς τοῦτο, δηλαδὴ ὅτι ὡς σύμβασις δὲν ἠδύνατο κανονικῶς νὰ εἰσαχθῇ ὡς Νομοθετικὸν Διάταγμα ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς τοῦτο εἰσήχθη, ὑπάρχουν καὶ ἕτεροι λόγοι, σοβαρώτεροι ἴσως συνηγοροῦντες πρὸς τοῦτο. Καὶ οἱ σοβαροὶ οὗτοι λόγοι εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Γενεύης παρεισήγετο ἀμέσως πρὸς κύρωσιν καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὡρισμένων δεσμεύσεων ἐξ ὡρισμένων ὑποχρεώσεων, αἵτινες περιέχονται εἰς ὡρισμένας διατάξεις τῆς συμβάσεως τῆς Γενεύης. Δὲν ἀρκεῖ δέ, ὅτι, αἱ δεσμεύσεις αὐταὶ περιλαμβάνονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀλλ’ ἐκτείνονται καὶ διὰ τρία ὁλόκληρα οἰκονομικὰ ἔτη. Ἐν τούτοις τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφίζεται (ἀναγινώσκει) «πάντοτε» ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν παράγραφον. «Ἄρθρον 50 Προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους κ.λ.π. ψηφίζονται πάντοτε, ὁ μὲν προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς κατὰ τὸ ἄρθρον 52, αἱ δὲ λοιπαὶ προτάσεις κατὰ τὸ ἄρθρον 49 ἐδάφιον 4». Τὸ δὲ ἄρθρον 52 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει (ἀναγιγνώσκει) «Κατὰ τὴν ἐτησίαν τακτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλὴ ψηφίζει διὰ τὸ ἑπόμενον οἰκονομικὸν ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ». Ἡ τρίτη παράγραφος λέγει (ἀναγινώσκει) «Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, ἀφοῦ δὲ ἐξετασθῇ ὑπὸ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς Βουλευτῶν, ψηφίζεται κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα εἰς τμήματα ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς 4 διαφόρους ἡμέρας». Ἀλλ’ ἂς ἀναγνώσωμεν ἤδη καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Πρωτοκόλλου τὸ ὁποῖον μάλιστα τιτλοφορεῖται καὶ μὲ τὸν τίτλον «Προϋπολογισμός». Ἡ παράγραφος 1 ῥητῶς ἀναφέρει (ἀναγινώσκει) «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει ἀπὸ τοῦδε νὰ καταβάλῃ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ καταβάλλουσα πᾶσαν προσπάθειαν ἵνα διατηρήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς τοῦ ὁρίου τῶν 9.000 ἑκατομμυρίων δραχμῶν περίπου μέχρι τέλους τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1929–1930 καὶ νὰ διατηρῇ κατόπιν πλῆρες ἰσοζύγιον μεταξὺ τρεχόντων ἐσόδων καὶ τρεχόντων ἐξόδων τοῦ Κράτους κλπ.». Καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος ῥητῶς καθορίζει (ἀναγιγνώσκει). «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ ταχύτερον ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει διατεθῇ δι’ ἄλλους σκοποὺς κατὰ τὰ ἀναφερόμενα ἄρθρα εἰς τὰς ὀφειλὰς τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ παράρτημα Γʹ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου». Ἡ τοιαύτη ἀνάληψις ὑποχρεώσεως, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς μὴ ὑπερβῇ τὰ 9 δισεκατομμύρια, ἀποτελεῖ μίαν προκαταβολικὴν ρύθμισιν ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν, προδικάζουσαν περὶ αὐτοὺς ἢ μάλιστα ὄχι ἐπὶ ἕν, ἀλλὰ διὰ τρία ὁλόκληρα οἰκονομικὰ ἔτη, διὰ τρεῖς ὁλοκλήρους οἰκονομικὰς περιόδους.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Τὶ ἀναγιγνώσκετε τὸ Ἑλληνικὸν ἢ Γαλλικὸν κείμενον;
§58Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ Ἑλληνικόν.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν λέγει ὅτι «θὰ προσπαθήσῃ νὰ κάμῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις». Εἶναι τοῦτο δέσμευσις;
§60Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Λέγει «νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν».
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Τὶ «νὰ καταβάλῃ;» «Πᾶσαν προσπάθειαν» νὰ καταβάλῃ.
§62Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ θὰ εἶναι μία προκαταβολικὴ δέσμευσις, μία προκαταβολικὴ ρύθμισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐφόσον ὑπάρχει εἰς τὸ πρωτόκολλον ἡ ρήτρα αὕτη, θὰ δυνηθῇ ποτε Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτήν, νὰ τὴν παραβιάσῃ; Σᾶς ἐρωτῶ, σεῖς ὁ ἴδιος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν παρουσιάζετο περίπτωσις ἀσφαλείας τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τούτου ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ πέρα τοῦ ὁρίου τούτου, θὰ τὸ ἐπράττετε;
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Πῶς εἶναι ρύθμισις τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἐφόσον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀκόμη προκύπτει διαφωνία, ἠμπορεῖτε νὰ ἐξακολουθήσετε, κ. Βουλευτά.
§64Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, προβάλλων τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις κωλυσιεργίας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης. Ἐγὼ δέχομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εὑρεθῇ ὅτι ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἡ σύμβασις τῆς Γενεύης διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι κωλυσιεργῶ. Ἀλλά, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς ἐρωτῶ· θὰ δεχθῆτε ποτὲ νὰ συνεχίσετε τὸν βίον σας ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐὰν εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην νὰ ὑπερβάλητε τὸν προϋπολογισμὸν ἄνω τῶν 9 δισεκατομμυρίων, τονίζω δὲ καὶ ἂν ἤθελε παραστῇ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη;
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Διὰ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, περὶ τῆς ὁποίας τόσος γίνεται λόγος, ὑπάρχει συμφωνία μετὰ τῆς Γενεύης ἀπὸ μιᾶς τριακονταετίας. Δὲν ἐτηρήθη ὅμως ποτὲ ἡ συμφωνία αὐτή. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπογραφῇ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Γενεύης, θὰ ἐξακολουθῇ ὑπάρχουσα συνεπεία τῆς συμφωνίας τοῦ 1924. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν ὅρον ἐκεῖνον οὔτε μία προσθήκη, διότι λέγει, ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν.
§66Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἀναλαμβάνομεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας μόνον ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίσῃ, κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἄρθρου 52 ῥητῶς καθορίζει ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως ἤ, ὡς καὶ προηγουμένως ἐτόνισα, πάντοτε διὰ τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ συμφέρον διὰ τὴν ἐπιτυχῆ πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον σεῖς κατ’ ἐξοχὴν ἐνδιαφέρεσθε, ἐπιβάλλει νὰ τηρηθῶσιν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, ἵνα καταστῇ νομιμωτέρα ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει συμφέρον νὰ σέβηται τὸ Σύνταγμα πρὸς τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἀποδίδει μεγαλυτέραν σημασίαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀποδίδομεν ἡμεῖς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ προϋπολογισμὸς προπαρασκευάζεται καὶ ψηφίζεται ὑπὸ ὅλως διαφορετικοὺς ὅρους ἢ οἱ συνήθεις νόμοι. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, μίαν γενικὴν πρᾶξιν διοικήσεως ἐμπεπιστευμένην καὶ ἐκτελουμένην ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διακεκριμένως καὶ κατὰ διάφορον τρόπον ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῶν Νόμων. Καὶ τούτου ἕνεκα εἰς ὅλους τοὺς Καταστατικοὺς Χάρτας ὅλων τῶν Κρατῶν ὑφίστανται ὁμοιόμορφοι περίπου αἱ διατάξεις, ὡς περιέχονται εἰς τὰ ἄρθρα 50 καὶ 52 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τίθεται οὕτω. Ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις τὴν παραβίασιν τοῦ μόλις ψηφισθέντος Συντάγματος; Δι’ ἡμᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Σύνταγμα δὲν ἔχει ἐξαιρετικὴν ἀξίαν. Ἐὰν θέλετε νὰ τὸ καταρρακώσητε, νὰ τὸ μεταβάλητε εἰς κουρελόχαρτον, χάριν μιᾶς ἐφημέρου σκοπιμότητος, πράξατέ το. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, προκειμένου νὰ καταπατηθῶσι θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὑπάρχουσαι ἀπὸ αἰώνων ἀναγεγραμμέναι εἰς ὅλους τοὺς Καταστατικοὺς Χάρτας τῶν πεπολιτισμένων Χωρῶν. Δὲν ἔφερα, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἔνστασιν ταύτην μὲ τὸν σκοπὸν τῆς κωλυσιεργίας. Σᾶς εἶπον, ἂς δεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν συζητεῖται τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς συμβάσεως τῆς Γενεύης, ἀλλ’ ὅτι δέχεται αὕτη ταύτην εἰς αʹ. ἀνάγνωσιν πρὸς ψήφισιν ὡς νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ δευτέρα ψήφισις, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει. Ἀλλ’ ἀσχέτως τῆς περιπτώσεως τοῦ περιορισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὡς σύμβασιν δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ψηφίσεως καὶ νὰ τὴν κυρώσῃ διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, παραβιάζουσα, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν οὐσιαστικώτερον τὰς περιπτώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ συναφθῇ τὸ τριμερὲς δάνειον. Ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας ἐκ μέρους τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐνεφανίζετο ἐπὶ τῆς ἀπόψεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἦτο ἡ σύναψις συμπληρωματικοῦ δανείου πρὸς συνέχισιν τοῦ ἔργου τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Κώλυμα πρὸς σύναψιν τοῦ τοιούτου δανείου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑφίστατο ἐκ τοῦ μὴ διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν πολεμικῶν χρεῶν, ἐφόσον ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου εὑρισκόμεθα πρὸ οἰκονομικοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς χρηματαγορᾶς. Ἀλλὰ καίτοι ὑφισταμένου τοῦ περιορισμοῦ τούτου, δὲν ἦτο δύσκολος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἡ ἐξεύρεσις δανείου πρὸς συνέχισιν τοῦ ἔργου τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Διότι καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς δικτατορικῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο τοιαῦται προτάσεις, ὥστε, κατὰ ἰσχυρότερον λόγον, ὑπαρχούσης Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, κατὰ τεκμήριον, ἀντιπροσωπεύει τὴν ὁλότητα τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἡ ἐπίτευξις δανείου ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ἦτο εὐχερὲς νὰ συναφθῇ. Λέγω τοῦτο, διότι ὀφείλω εὐθὺς ἀμέσως νὰ τονίσω ὅτι οὐδένα λόγον εἴχομεν μεταβάσεως εἰς Γενεύην ὡς κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον θ’ ἀποδείξω. Ἀλλὰ καὶ μεταβάντες ἐκεῖ, μετέβημεν ἀσυγγνώστως ἀπαράσκευοι, χωρὶς κἄν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐνδεχομένως ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῶσιν. Ἐνεπέσαμεν δηλαδὴ εἰς τὴν παγίδα, διότι παγίδα ἀποτελεῖ καὶ ὁλόκληρος ὁ μηχανισμὸς δανείων ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς Κ.Τ.Ε., εἰς τὰ ἀτυχήσαντα οἰκονομικῶς ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ μεγάλου πολέμου Κράτη. Πρόκειται δυστυχῶς περὶ μιᾶς οἰκονομικῆς φεουδαρχίας, ἀσκουμένης ὑπὸ ὁμίλου διεθνῶν καρχαριῶν, χρηματιστῶν ἄν θέλετε, ἥτις κατέστησε σχεδὸν ὄργανόν της τὴν Κ.Τ.Ε., ἡ ὁποία, χρεωκοπήσασα ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἐπιβολῆς, ὡς δικαιότατα κατηγορήθη τελευταίως ὑπὸ ἀνδρῶν διεθνοῦς κύρους, οἵτινες ὡς λέγεται, ἀπετέλουν μέχρι πρό τινος καὶ τὴν ψυχὴν αὐτῆς, καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ δημιουργοὶ αὐτῆς, τοῦ λόρδου Σέσιλ καὶ τοῦ κ. Ντὲ Ζουβενάλ, τείνει νὰ ἐπιβληθῇ οἰκονομικῶς διὰ μιᾶς προσπαθείας οἰκονομικῆς ὑποδουλώσεως, κατὰ προτίμησιν τῶν προσβληθέντων ὑπὸ τῆς νομισματικῆς νόσου μικρῶν Κρατῶν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως αὐτῶν, πράγματι δὲ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ ὁμίλου τῶν περιβαλλόντων αὐτὴν διεθνῶν χρηματιστῶν, οἵτινες ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὰ κρατικὰ χρεώγραφα, ἐκδοθέντα μὲ ἣν ἐτικέτταν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἀγοράζονται εὐκόλως καὶ ἐπωφελῶς δι’ αὐτοὺς ὑπὸ τῶν ἐχόντων διαθεσίμους οἰκονομίας εἰς τὰς διαφόρους Χώρας, καὶ μάλιστα ἐν Ἀμερικῇ.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἡ Ἀμερικὴ εἶναι τὸ μόνον Ἔθνος τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιπροσωπεύεται οὔτε εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. οὔτε εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπήν.
§68Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Εἶναι οἱ περισσότερον πλουτίσαντες ἐκ τοῦ πολέμου, ὡς δὲ θὰ ἐκθέσω περαιτέρω εἶναι εὐτύχημα δι’ ἡμᾶς ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν παρεδρεύει εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. καὶ ἡ Ἀμερική, διότι, πλὴν τῆς Γαλλίας, θὰ εἴχομεν νὰ λογαριασθῶμεν καὶ μὲ αὐτήν.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Εἰς τὴν Κοινωνίαν συμβαίνει ν’ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη τοῦ κόσμου, δηλαδὴ καὶ ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία, ἐντελῶς ἀντιθέτων συμφερόντων, ἡ Ἰταλία, Σερβία, Ἰαπωνία. Σχεδὸν τὰ πλεῖστα ἀντιπροσωπεύονται, ἀλλ’ ἔχουν οἰκονομικὰ συμφέροντα ἐντελῶς ἀντίθετα μεταξύ των, δηλαδὴ ἡ ἐπικράτησις ἡ οἰκονομικὴ διεξάγεται μεταξύ των. Κατὰ τίνα λογικὴν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν παρὰ μίαν παγίδα;
§70Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐπροσέξατε τὶ εἶπον. Εἶπον ὅτι περὶ τὴν Κ.Τ.Ε., καὶ μάλιστα περὶ τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπήν, ἔχουσι δημιουργηθῆ διάφοροι ὅμιλοι ἐκ μέρους τῶν διεθνῶν χρηματιστῶν καὶ διὰ ταύτης ἐξυπηρετεῖται, οὐχὶ ὁ σκοπός, ὁ ἀνθρωπιστικός, δι’ ὃν συνέστη ἡ Κ.Τ.Ε., ἀλλ’ ἐξυπηρετεῖται ὁ ὠφελιμιστικὸς καὶ συμφεροντολογικὸς σκοπὸς τῶν διεθνῶν αὐτῶν χρηματιστῶν. Τοῦτο εἶναι ἡ ἀναμφισβήτητος ἀλήθεια τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε.
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἁπλῶς, κ. Συνάδελφε, δὲν αἰσθάνομαι ὅτι δύναμαι νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῶν ὅσων λέγετε. Τόσον ταῦτα εἶναι ἀποκρουστέα ἀπὸ τῆς πραγματικότητος.
§72Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον, ἴσως, καὶ εἰς τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν θέλετε νὰ προσέξητε καὶ δὲν θέλετε, ἴσως καὶ νὰ τὰ ἀκούσητε, διότι ἐὰν τὰ ἐπροσέχετε δὲν θὰ μετεβαίνετε εἰς Γενεύην. Ἴσως καὶ ἐγώ, ἐὰν ἐκαθήμην εἰς τὸ ἰδικόν σας ἑδώλιον, θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ διατυπώσω παρομοίας πρὸς τὰς ἰδικάς σας διαμαρτυρίας, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ σεῖς ἐὰν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἰδικήν μου θέσιν, τοῦ ἀνεξαρτήτου βουλευτοῦ, τοῦ ἐνδιαφερομένου ν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Χώρας, θὰ ᾐσθάνεσθε τὴν αὐτὴν ἀνάγκην νὰ βροντοφωνήσητε πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν τὰς ἀληθείας αὐτάς. Πρόκειται περὶ τῆς ἐπιβολῆς τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἡ ὁποία προφανέστατα ἀπεκλήθη διεθνῶς στραγγαλιστική, μηχανισμὸς δηλαδὴ στραγγαλιστικὸς καὶ ἡ ὁποία διὰ τῆς μεθόδου τῆς Κ.Τ.Ε. ἐπιβάλλεται εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἠστόχησαν κατὰ τὸν μέγαν πόλεμον καὶ τῆς ὁποίας τὰ κυριώτερα χαρακτηριστικὰ εἶναι ἡ ἐπιβολὴ ξενικοῦ ἐλέγχου καὶ ἡ μείωσις τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Χώρας, ὁ βρόχος περὶ τὸν λαιμὸν τοῦ θύματος, διότι περὶ ἐπιβολῆς βρόχου πρόκειται ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ τῆς Χώρας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἑκάστοτε ἐκλέγεται ὡς ὑποψήφιον θῦμα τῶν διεθνῶν χρηματιστῶν. Ὁ βρόχος δὲ οὗτος πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐπὶ τῆς ἀτυχοῦς Ἑλλάδος, διότι ἀκριβῶς τὸν βρόχον αὐτὸν πρόκειται νὰ περιβληθῇ καὶ ἡ Ἑλλάς, ἐκλεγεῖσα εὔκολον θῦμα, καὶ ἐξησφαλισμένη λεία τῶν διεθνῶν χρηματιστῶν, τῶν περισαινόντων τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω κρίσεις σοβαρωτάτης οἰκονομικῆς ἐφημερίδος, τῆς Παρισινῆς «Information» περὶ ἑτέρου θύματος τῶν διεθνῶν καρχαριῶν, τῶν περισαινόντων τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, εὑρισκομένου ὑπὸ τὰς αὐτὰς περίπου πολιτικὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς καὶ ἡ Ἑλλάς. Πρόκειται περὶ τῆς Πορτογαλλίας, τῆς ὁποίας αἱ πολιτικαὶ περιπέτειαι, μετὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Βασιλικοῦ θεσμοῦ ἐν αὐτῇ, εἶναι καταπληκτικῶς ὅμοιαι πρὸς τὰς τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ν’ ἀναφέρωνται ὡς ὅροι συγκρίσεως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς ἐξουθενώσεως, ὡς ἐγένετο ἤδη ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ρουμανίας κ. Βρατιάνο εἰς προσφάτους δηλώσεις του. Ἰδοὺ τὶ γράφει ὁ γνωστὸς οἰκονομικὸς ἀρθρογράφος κ. Ἀλμπέρτο Ντὲ Σπάξ, ὁ ὁποῖος εὐφήμως ἀναφέρεται εἰς διαφόρους οἰκονομικὰς μελέτας καὶ τοῦ ὁποίου ὁ διάσημος καθηγητὴς τῆς Δημοσιονομίας κ. Ζέζ, ἔκαμε εὔφημον μνείαν. Ἐξετάζων ὁ κ. Ντὲ Σπὰξ τὰ τῆς καταστάσεως τῆς Πορτογαλλίας καὶ τῶν διαφόρων διακυμάνσεων, τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν εἰς αὐτήν, φθάνει εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα (ἀναγιγνώσκει). «Ἡ Πορτογαλλία εὑρίσκεται πράγματι εἰς μίαν ἀσταθῆ πολιτικὴν κατάστασιν καί οἰκονομικὴν τοιαύτην κακήν. Ἡ πολιτικὴ ἐσωτερική της ἱστορία ποικίλλεται μὲ ἀπείρους ἐπαναστάσεις καὶ πολιτικὰ πραξικοπήματα. Τὸ σύγχρονον καθεστώς, τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου 1926, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταστείλῃ ἤδη δύο ἐπαναστάσεις, μίαν Δημοκρατικὴν τοιαύτην, κατὰ Φεβρουάριον ἐ. ἔ. καὶ μίαν βασιλόφρονα, κατ’ Αὔγουστον τοῦ τρέχοντος ἐπίσης ἔτους 1927». Βλέπετε ὅτι καὶ οἱ βασιλόφρονες δὲν κάθηνται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ὅπως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ κινοῦνται. «Ἡ Πορτογαλλία ὤφειλεν δῆθεν φυσικώτατα νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀναλαμβανόντων ἐργολαβικῶς τὴν νομισματικὴν ἐξυγίανσιν, οἵτινες ἄλλως τε ἐπεζήτουν πολὺ ὀλιγώτερον τὴν εὐημερίαν τῆς ἀνθρωπότητος ἀπὸ ἐπικερδεῖς options ἐπὶ τῶν δανείων τῶν Κρατῶν, ἀφοῦ οἱ διαθέτοντες οἰκονομίας ἀπορροφῶσιν ἤδη κρατικὰ χρεόγραφα, χωρὶς νὰ παρακληθῶσι πολὺ πρὸς τοῦτο, ἰδίως εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς». Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀδίκως σᾶς ἐξένισαν αἱ παρατηρήσεις μου.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Βλέπετε πουθενὰ εἰς τὸ ἄρθρον νὰ γίνεται λόγος περὶ τῆς Κ.Τ.Ε.;
§74Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ἄρθρον κάμνει λόγον καὶ περὶ ἡμῶν, οἵτινες δὲν κατεφύγαμεν ἀλλοῦ ἀλλὰ εἰς τὴν Κ.Τ.Ε.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ἀλλὰ καὶ διότι εὑρέθη μία ἐφημερὶς καὶ ἔγραψε μίαν παρατήρησιν, σημαίνει ὅτι ἔχετε δίκαιον;
§76Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἀπορῶ πῶς σεῖς, ὁ ὁποῖος ἐμείνατε ἐπ’ ἀρκετὸν καὶ εἰς τὴν Γενεύην καὶ εἰς Παρισίους, δὲν ἀντελήφθητε ὅτι αὐτὰ συζητοῦνται εὐρύτατα καὶ ἔχει μορφωθῆ διεθνῶς παρομοία ἀντίληψις καὶ πεποίθησις.
§77Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχω τὴν ἐντελῶς ἀντίθετον ἀντίληψιν.
§78Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ (ἐξακολουθεῖ ἀναγιγνώσκων) «ὅπως λοιπὸν καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Λισσαβῶνος πολιορκεῖται ἤδη ἀπὸ προτάσεις ξένων χρηματιστῶν, οἵτινες προσπαθοῦσι διὰ παντὸς μέσου νὰ τῆς ἀποδείξωσι τὸ ἐπεῖγον τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματός της διὰ τοῦ τρόπου τῶν ἐξωτερικῶν δανείων». Γίνεται ἤδη συζήτησις περὶ ἑνὸς δανείου 12 ἑκατομμυρίων ἀγγλικῶν λιρῶν, ἀλλ’ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς ἐν Πορτογαλλίᾳ ξενικοῦ ἐλέγχου, ἐπιφέροντος μείωσιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ὅπως ἐγένετο εἰς τὴν Πολωνίαν, τὴν Ἀλβανίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα. Μέχρι σήμερον ἡ Κυβέρνησις τῆς Λισσαβῶνος ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τοιαύτην ὑποταγήν». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ ὡς εὔθυμοι χαρακτηριζόμενοι Πορτογάλλοι ἠρνήθησαν ν’ ἀποδεχθοῦν, ἡμεῖς, οἱ αὐτοκαλούμενοι εὐφυεῖς, ἐδέχθημεν νὰ κύψωμεν τὴν κεφαλήν, νὰ ὑποστῶμεν τὴν ὑποταγὴν διὰ νὰ περιβληθῶμεν τὸν βρόχον τῶν διεθνῶν χρηματιστῶν.
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει εἶναι ὅτι, πρὶν ἢ ἐξαγγείλητε ὅτι θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὰς ἐναντίον τῆς Κ.Τ.Ε. κρίσεις σας, καὶ νὰ τονίσητε ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι σύμφωνοι μὲ τὰς ἰδικάς σας ἰδέας, ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσητε μετὰ μεγαλυτέρας προσοχῆς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀληθὲς ἂν ἦτο ὅτι περιεῖχε κρίσεις δυσμενεῖς, δὲν θὰ εἶχε σημασίαν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, δὲν γίνεται λόγος περὶ τῆς Κ.Τ.Ε. Ἀλλ’ οὔτε ὑπαινιγμός τις γίνεται ἐν αὐτῷ. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς δανείου διὰ σταθεροποιήσεως ἔξω τῆς Κ.Τ.Ε. καὶ κατὰ τρόπον ἀπείρως ἀσυγκριτώτερον.
§80Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ὅταν ὁ ἀρθρογράφος ὁμιλεῖ περὶ τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι φανερὸν ὅτι πρόκειται περὶ τῆς Κ.Τ.Ε., διότι ἡ Ἑλλὰς μόνον εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν προσέφυγε.
§81Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ Πολωνία ἐπεχείρησε τὴν σταθεροποίησιν ἔξω καὶ ἔκαμε καὶ τὸ δάνειον ὑπὸ ὅρους βαρυτάτους, διότι εἶχεν ἐκδοθῇ εἰς τὰ 92, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων, καὶ εἰς τιμὴν ἐξοφλήσεως 13 καὶ ἐπεβλήθησαν καὶ ἄλλοι ὅροι. Αὐτοὺς τοὺς ὅρους ὑπαινίσσεται ὁ ἀρθρογράφος. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶναι βάσιμοι αἱ αἰτιάσεις, ἀλλ’ εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι δὲν ἀφορᾷ οὔτε ὑπαινιγμὸν κάμνει κατὰ τῆς Κ.Τ.Ε.
§82Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ σχέδιον τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι ἀποκλειστικὸν σχέδιον τῆς Κ.Τ.Ε.
§83Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν.
§84Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐφόσον ἀναφέρει καὶ τὴν Ἑλλάδα, πρόκειται ἀναντιρρήτως περὶ τῆς Κ.Τ.Ε.
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Οὔτε ἡ Πολωνία ἔκαμε τὸ δάνειον εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. οὔτε ἡ Ἀλβανία.
§86Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἄς ἐξετάσωμεν ἤδη διὰ βραχέων τὸ ἱστορικὸν τῆς ἐπιχειρουμένης ἀποπείρας τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς ἡμετέρας οἰκονομικῆς καταστάσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἔχει σχέσιν καὶ κατὰ πόσον ὁμοία εἶναι ἡ προέλευσις πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, παρ’ ὅλας τὰς ἀμφισβητήσεις τοῦ κ, Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν χρεῶν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κ. Διομήδης, ἐπανῆλθεν ἐκ Λονδίνου καὶ διεκήρυξεν ἐν Γεν. Συνελεύσει τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι ἡ ἐξυγίασις τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας καὶ ἡ ἀνόρθωσις εἶναι ἀδύνατος, ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς σταθεροποιήσεως, ἐν γένει δὲ ἀνέλυσε περίπου ὁλόκληρον τὸ σχέδιον τοῦ τριμεροῦς δανείου, ἐκθέσας ἐν λεπτομερείᾳ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποδειχθῇ ὑπὸ τῶν περιβαλλόντων τὴν Κ.Τ.Ε. χρηματιστῶν κύκλων, τῶν ὁποίων ἡ κεντρικὴ ἕδρα εὑρίσκεται εἰς τὴν Lombard Street τοῦ Λονδίνου. Τὶ ἦτο τὸ σχέδιον τοῦτο; Δὲν ἦτο κἄν ἐπαναλαμβάνω τοῦ κ. Διομήδους, ἀλλὰ τὸ ἐκπονηθὲν ὑπὸ τῶν διεθνῶν χρηματιστῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν παρακολουθήματά των ἐν Γενεύῃ. Ὁ κ. Διομήδης, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς, ἔπεσαν προφανῶς εἰς τὴν παγίδα τῶν διεθνῶν χρηματιστῶν. Τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ ἐνεῖχε σημασίαν ἄν εἰς τὴν αὐτὴν παγίδα δὲν ἐνέπιπτε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος διὰ τῆς υἱοθετήσεως τοῦ ξένου τούτου σχεδίου. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο εἶναι προϊὸν τῆς σκέψεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ παραδεχθῇ ὅτι πρόκειται περὶ σχεδίου ἐπιβληθέντος καὶ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔξωθεν. Τί ἐπηκολούθησε μετὰ τήν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ σχεδίου τούτου, εἶναι γνωστόν, Ὁ κ. Ἀβενὸλ τῆς Κ.Τ.Ε. ἦλθεν εἰς Ἀθήνας, παρακολουθούμενος ὑπὸ δύο αὐτοῦ βοηθῶν, τῶν Κυρίων Φέλκιν καὶ Ρίεφ, οἵτινες ἐγκατεστάθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τήν Ἐθνικήν Τράπεζαν, Πάντα τὰ βιβλία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐτέθησαν εἰς τήν διάθεσίν των. Καὶ κατόπιν τῆς τοιαύτης προπαρασκευῆς καὶ τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ καταρτισμοῦ τοῦ σχεδίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέλαβε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Γενεύην πρὸς διαπραγμάτευσιν ἐπὶ τοῦ τελικοῦ διακανονισμοῦ τοῦ τριμεροῦς δανείου. Προβάλλει ὅμως τό ἐρώτημα ὁ κ. Καφαντάρης καὶ ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, Ὑπουργός μάλιστα αὐτὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἐγνώριζον ὅτι μεταβαίνοντες εἰς Γενεύην θὰ ἀντιμετώπιζον, πλὴν τῆς οἰκονομικῆς ὑποδουλώσεως τῆς Χώρας, τὴν ὁποίαν προκαταβολικῶς εἶχον δυστυχῶς ἀποδεχθῆ, καὶ τὴν ἐκδήλωσιν τῶν συμφεροντολογικῶν διαθέσεων τῶν μεγάλων Δυνάμεων, τῶν ὁποίων δυστυχῶς ἡ Κ.Τ.Ε. κατήντησεν πράκτωρ, ἐφόσον μάλιστα μεμονωμένως εἶχον προβῆ εἰς διακανονισμὸν τῶν Ἀγγλικῶν χρεῶν, παρέμενον δ’ ἐκκρεμεῖς καί ἄλλαι τοῦ Κράτους ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διελάλησεν ὅτι κατόπιν τοῦ κανονισμοῦ τῶν πρὸς τήν Ἀγγλίαν χρεῶν ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν Γενεύην ἦτο ἐλευθέρα καὶ ὅτι ἡ Ἑλλάς δὲν θὰ ἠκολούθει τυχοδιωκτικὴν πολιτικήν, ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τήν ὑπαγορευομένην ἐκ τῶν διεθνῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει ἡ Ἑλλάς, καὶ θὰ προέβαινεν εἰς πλήρη ἐκκαθάρισιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως; Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ὁ κ. Ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν, ταῦτα διακηρύσσων, ἐλησμόνησε τὴν ὕπαρξιν τῶν Γαλλικῶν χρεῶν, τῶν Ἀμερικανικῶν τοιούτων καὶ ἄλλων ὑποχρεώσεων καὶ ἐκκρεμῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τήν Ἑλλάδα. Καὶ πρῶτον, ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἄγνοια τοῦ ζητήματος τῶν Γαλλικῶν χρεῶν, κυρίως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ διαφωτίσῃ τόν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνάδελφόν του, ὥστε νὰ μὴν εὑρίσκεται οὗτος εἰς τὴν κολοσσιαίαν πλάνην νὰ νομίζῃ ὅτι ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τῶν πρὸς τὴν Γαλλίαν χρεῶν προκύπτει καὶ περίσευμα; Διότι καὶ τοῦτο εἶναι γνωστόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὴν ἀναγραφὴν ἐσόδων εἰς τόν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ προβλέψει ὅτι διὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν πρός τήν Γαλλίαν χρεῶν θὰ προήρχετο καὶ περίσσευμα.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Καὶ πάλιν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδέν τούτου ἀνακριβέστερον.
§88Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν παράγραφον ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς ἐκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ 1927–1928 κ. Γ. Πεσματζόγλου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς ἐν σελίδι 34: (ἀναγινώσκει) Ὡς πρὸς τὰ ὀφειλόμενα ὅμως εἰς τὴν Γαλλίαν, οὐδεμίαν πρόβλεψιν ἐκρίναμεν ἀναγκαίαν, ἐφόσον γνωστὸν εἶναι ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις μᾶς ὀφείλει, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, 400 ἑκατομμύρια φράγκα Γαλλικά, τὰ ὁποῖα ἐμετρήθησαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὰ ἐν Μακεδονίᾳ Γαλλικά στρατεύματα, ἕτερα 400 περίπου ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἐν Μακεδονίᾳ προξενηθείσας ζημίας ὑπὸ τῶν Γαλλικῶν στρατευμάτων καὶ ἕτερα 300 ἑκατομμύρια λόγῳ τῶν μήπω καταβληθεισῶν πολεμικῶν πιστώσεων, ἤτοι ἐν συνόλῳ φράγκα Γαλλικά 1.100.000.000 ἔναντι τῶν ὁποίων ὀφείλονται 425 ἑκατομμύρια φράγκα δι’ ἀξίαν πυρομαχικῶν καὶ τὰ ἐν τῷ παρόντι πίνακι ἀναγραφόμενα 38 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν συνόλῳ 263 ἑκατομμύρια φράγκων. Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀριθμοί οὗτοι εἶναι ἀκριβεῖς καί συμφώνως πρὸς αὐτούς ἡ Ἑλλὰς ἔχει λαμβάνειν παρά τῆς Γαλλίας 637 ἑκατομμύρια φράγκα.
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Λυποῦμαι πολύ. Οὐδέποτε ἐζητήθη παρ’ ἐμοῦ ἀναγραφή τοιούτων ἐσόδων εἰς τόν προϋπολογισμὸν ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τῶν πρὸς τήν Γαλλίαν χρεῶν.
§90Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἄλλως τε, πλήν τῆς ἐπισήμου ταύτης ἐκθέσεως, ἧς ἐλάβατε γνῶσιν πρὶν ἐκτυπωθῇ, καί αἱ ἐφημερίδες αἱ προσκείμεναι πρός ὑμᾶς διεβεβαίουν τοῦτο, δημοσιεύσασαι τούς αὐτούς ἀριθμούς.....
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.). Ὅλα ὅσα λέγετε ὅτι ἀνεγράφησαν, κεῖνται ἐκτός πάσης ἀληθείας. Ἔπρεπε νά εἶμαι ὁ ἔσχατος τῶν ἀνθρώπων διά νά εἴπω ὅτι θ’ ἀναγράφω ὡς ἔσοδον τόν διακανονισμόν τῶν Γαλλικῶν χρεῶν.
§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀνεγράφη πράγματι αὐτό τό ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, εἰς δηλώσεις σας.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κακουλίδης.
§94Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ ἠγόρευσα πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν ἐπὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ὁπότε καὶ ἔθιξα τὰ κεφαλαιώδη αὐτὰ μέτρα, νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη σήμερον νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι τότε εἶπον. Θέλω μόνον νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν μερικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ τὴν πείσουν. Αἱ σημεριναὶ δύο συμβάσεις. Κύριε Πρόεδρε, ἔχουσι κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην τέσσαρας ἀπόψεις. Πρῶτον τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν, δεύτερον τὴν οἰκονομικήν, τρίτον τὴν διπλωματικὴν καὶ τέταρτον τὴν κοινωνιολογικήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν ἔχω νὰ παρατηρήσω, ἐγὼ ὁ ἔνθερμος λάτρης τοῦ Συντάγματος, ὁ θεωρῶν αὐτὸ ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς ἐθνικῆς μας ὑπάρξεως, ὡς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην δικονομίαν, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἕνα ὕπατον δικαστὴν ρυθμίζοντα καὶ δικάζοντα τὰς ἑκάστοτε διαφοράς μας, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σκέπτεται ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ νὰ δικάσῃ τὸν Πάγκαλον ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη, σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως οἱ παλαιοὶ πολιτικοί, καὶ ἀναφέρω τὸν Χαρίλαον Τρικούπην, μετὰ 15 ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἀνήρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν εἶχεν ἕτοιμον τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὤφειλεν, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, μετὰ τὰς στρατιωτικὰς δικτατορίας, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμὸν κατὰ τὰς προθεσμίας τοῦ Συντάγματος, διότι καὶ οἱ Προϋπολογισμοί, ἀλλὰ κυρίως οἱ ἀπολογισμοὶ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητοι. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ ἀνεγράφησαν ἀκριβῶς εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ παράλειψις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι κατακριτέα καὶ δι’ ἄλλους λόγους ἀλλὰ καὶ διότι στερεῖ πάντα μελετητὴν τῶν μεγάλων ἐκείνων στοιχείων, ἅτινα χρειάζονται διὰ τὴν ἀκριβῆ κρίσιν τῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἁπλᾶ παραπτώματα. Συνέβη ὅμως ἓν ἄλλο· ὅτι παρὰ τὴν ἔννοιαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἐφανταζόμεθα ποτὲ ὅτι θὰ ἱδρύετο παρακοινοβούλιον, καταργουμένης τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις παρέπεμψεν εἰς τοιοῦτον παρακοινοβούλιον τὴν σπουδαιοτέραν οἰκονομολογικὴν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς, διότι δὲν ἀναφέρει ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος μεγαλειτέραν οἰκονομολογικὴν μεταρρύθμισιν. Καὶ δηλῶ μετὰ λύπης μου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη δυστυχῶς τὴν παραβίασιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐδημοσίευσε νόμον διὰ νὰ κυρώσῃ τὰς συμβάσεις αὐτάς, συμβάσεις ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ εὐημερία τῶν 90 ἑκατοστῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι, ὅπως ἀπέδειξα τότε καὶ ὡς θὰ εἴπω καὶ τώρα, δὲν ἐξυπηρετοῦνται διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς παρὰ τὰ συμφέροντα τῶν δέκα ἑκατοστῶν μόνον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῷ τὰ συμφέροντα τῶν 90 ἑκατοστῶν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἐξυπηρετοῦνται ἀλλὰ καὶ βλάπτονται. Καὶ ἐψηφίσαμεν αὐτὰς τὰς συμβάσεις καὶ εἶναι ὥρα—μολονότι εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος ὄχι ὅμως καὶ ἐκτὸς τῆς σχετικῆς πρὸς τὴν συνταγματικὴν ἀπόψεως—εἶναι ὥρα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἀκόμη, κ. Πρόεδρε, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι συμβάσεις ἀφορῶσαι αὐτὴν τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας καὶ αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς Χώρας, ὡς ἡ σύμβασις τοῦ πυριτιδοποιείου καὶ ἡ σύμβασις τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου αὐτῆς, καὶ αὗται παρὰ τὸ Σύνταγμα παρεπέμφθησαν εἰς τὸ παρακοινοβούλιον. Ἐκ τούτων ἡ δευτέρα ἐγένετο ἤδη δεκτὴ ἀπὸ τὸ παρακοινοβούλιον, παρά, ἐπαναλαμβάνω, τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ παρεπέμφθη ἐξ ἄλλου εἰς τὸ παρακοινοβούλιον, παρὰ τὸ Σύνταγμα, ποία; ἡ σύμβασις τοῦ πυριτιδοποιείου! Συγχωρήσατέ με, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω τὶ ἐστι σύμβασις τοῦ πυριτιδοποιείου καὶ ποίαν ὀλεθρίαν ἐπιρροὴν θὰ εἶχεν ἂν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις αὕτη, οὐχὶ ἐκείνη τὴν ὁποίαν παρέστησεν ἀπὸ τῶν στηλῶν ἐφημερίδος ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔδιδεν ὅπλα εἰς ἡμᾶς τοὺς πτωχοὺς ἀντὶ ἓξ λιρῶν μόνον μετὰ χιλίων φυσιγγίων. Σήμερον, χάρις εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ πυριτιδοποιείου καὶ τὴν ὅλην ἀκολουθουμένην πολιτικήν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ὅπλα πρὸς 8 λίρας ἕκαστον καὶ πρὸς ἄλλας 7 λίρας τὰ 1000 φυσίγγια δηλαδὴ 7 καὶ 8=15 λίρας ἀντὶ τῶν 6 λιρῶν. Ἑπομένως ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν νὰ τὰ πληρώσωμεν, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔμενεν ἄνευ ὁπλισμοῦ. Αὐτῆς τῆς σημασίας συμβάσεις παρέπεμψεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ παρακοινοβούλιον, καὶ τὸ παρακοινοβούλιον ἐδέχθη ὅτι ἔσεται σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα. Μὲ ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ καταδείξω ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως σχετικῶς, πρὸς τὸν σεβασμὸν τοῦ Συντάγματος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ δικάσῃ τὸν Πάγκαλον διὰ τὴν παραβίασιν αὐτοῦ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὴν συνταγματικὴν ἄποψιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἰσέρχομαι τώρα εἰς τὴν οἰκονομολογικὴν ἄποψιν, εἰς τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸ τετραμήνου ἀγορεύων ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἔπεισαν, ὅτι ὀρθῶς ἐφρόνουν τότε εἰπὼν ὅσα εἶπον. Πράγματι, κ. Πρόεδρε, προεῖπον τότε, ὅτι ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε 19, θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ 25. Δὲν ἀνῆλθεν ἀκόμη εἰς τὰ 25, ἀλλὰ βαδίζει πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ εἶναι εἰς τὰ 22 καὶ θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ 25, διότι δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ γνωρίζῃ ὅτι ἡ ὕψωσις τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς, χωρὶς τὰ ἀνάλογα ἔσοδα ἑκάστου πολίτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ ἄλλο τι εἰς τὴν Χώραν παρὰ τὴν λαϊκὴν πεῖναν. Καὶ ἡ πεῖνα γεννᾷ τάσιν πρὸς ἀνατροπὰς— κομμουνισμόν. Ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ περὶ σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ σταθεροποιήσεως τῆς λίρας, διότι περὶ σταθεροποιήσεως τῆς λίρας πρόκειται καὶ δὴ εἰς ὑψηλὰ ἐπίπεδα, εἰς ἐπίπεδα, τὰ ὁποῖα συμφέρουν εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέουν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλοι, ὅταν ἡ λίρα ἀπὸ 250 δραχμὰς μετεπήδησεν εἰς τὰς 375 ὅπου ἔφθασεν ἐπὶ Παγκάλου, ὅλοι ἐθεωρήσαμεν αὐτό, ὡς ἓν δυστύχημα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει σήμερον νὰ εἴπῃ: σταθεροποιῶ αὐτὸ τὸ μεγάλο δυστύχημα. Ἂς ἐξετάσωμεν διατὶ αὐτὴ ἡ ὕψωσις τῆς λίρας εἶναι κοινωνικὸν δυστύχημα. Ἡ ὕψωσις τῆς λίρας, ὅταν τὸ χαρτονόμισμα μένει τὸ ἴδιον καὶ δὲν αὐξάνει, ἐπιφέρει κατὰ μίαν ἄλυσσον οἰκονομικῶν φαινομένων τὰ ἑξῆς φαινόμενα. Πρῶτον, στενότητα χρήματος. Μία οἰκογένεια εἶχεν εἰς τὰ 1920, 1000 δραχμὰς χρυσᾶς εἰσόδημα. Εἰς τὰ 1927 πρέπει νὰ ἔχῃ 15 χιλιάδας εἰσόδημα τὸν μῆνα κατὰ τὸν τιμάριθμον τῆς λίρας καὶ 22 χιλιάδας δραχμὰς τὸν μῆνα κατὰ τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς. Ἐγὼ θὰ λάβω τὸν τιμάριθμον τῆς λίρας. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως πρέπει καὶ κἄτι τι ἄλλο νὰ συμβαδίζῃ: ὄχι μόνον τὰς 15 χιλιάδας δραχμὰς τὸν μῆνα διὰ νὰ ζήσῃ ἡ οἰκογένεια αὐτή, ἀλλὰ θὰ πρέπῃ νὰ ἔχῃ παραλλήλως καὶ τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον θὰ αὔξησῃ τὸ χαρτονόμισμά του 15 φορὰς περισσότερον ἀπὸ τὸ 1920, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ δυσκολία συναλλαγῶν. Ὥστε εἰς τὰ χαρτιὰ μόνον θὰ ἔχῃ αὐτὴ ἡ οἰκογένεια αὐτὸ τὸ εἰσόδημα, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὰ πράγματα. Συνέβη αὐτὸ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος; Ηὔξησαν τὰ εἰσοδήματα τῶν πολιτῶν κατὰ 15 φορὰς ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ηὔξησεν ἐκ παραλλήλου καὶ τὸ χαρτονόμισμα ἀπὸ 1 εἰς 15; Ὄχι. Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Μόνον τὸ ⅒ τῶν πολιτῶν οἱ ὁποῖοι—δὲν τοὺς κατηγορῶ παντάπασιν—ἔκαμαν ἓν ἔργον εὐφυές, καὶ ἓν ἔργον ἐθνωφελέστατον ταὐτοχρόνως, διότι διεφύλαξαν ἐθνικὸν συνάλλαγμα, μόνον διὰ τὸ ⅒ αὐτῶν τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μετέτρεψαν τὰς περιουσίας αὐτῶν εἰς ξένον νόμισμα καὶ τὰς ἐξήγαγον εἰς τὸ ἐξωτερικόν, μόνον δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει καμμία στενοχωρία ζωῆς. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, ἡ στενότης αὐτὴ τοῦ νομίσματος φέρει μοιραίως ὕψωσιν τοῦ τόκου. Ἡ ὕψωσις τοῦ τόκου φέρει νέκρωσιν τῶν συναλλαγῶν μοιραίως. Δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς οἰκονομολόγος διὰ νὰ τὸ κατανοήσῃ. Ἡ νέκρωσις τῶν συναλλαγῶν φέρει ἀνεργίαν, φέρει μείωσιν ἐσόδων, φέρει δυσφορίαν ψυχολογικὴν καὶ ὅλα αὐτὰ μαζὺ φέρουν τὴν πεῖναν. Καὶ ἡ πεῖνα ἀπεύχομαι νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπως ἦλθεν εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ Λουδοβίκου 16ου καὶ εἰς τὴν Ρωσσίαν ἐπὶ Νικολάου τοῦ Βʹ; Ὅλαι αὐταὶ αἱ προρρήσεις, τὰς ὁποίας ἔλεγον, ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ ἡ σταθεροποίησις τῆς λίρας ἐπεβεβαιώθησαν κατὰ γράμμα ἀπὸ τότε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τότε, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀγορεύσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἔχομεν εἰς ἐπίτασιν ἀκόμη τῶν δυσχερειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ κάτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἀπὸ τῶν χειλέων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι τώρα, ἀλλὰ ὅτε τότε ἠγόρευον ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐνῶ τὸ χαρτονόμισμα εἰς τὰ 1920 ἦτο 520 ἑκατομμύρια δραχμῶν—ἴσως ἀπατῶμαι κατὰ 15, 20 ἢ 30 ἑκατομμύρια—ἀντὶ νὰ εἶναι σήμερον 15 φορὰς περισσότερον, δηλαδὴ 750 ἑκατομμύρια διὰ νὰ εἶναι κανονικὴ ἡ ἰσορροπία τοῦ νομίσματος, εἶναι σήμερον 5.600 ἑκατομμύρια. Ὅταν ἦλθεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξουσίαν μετὰ ταῦτα τὸ ἠλάττωσεν εἰς 4.800 ἑκατομμύρια ὡς ἐὰν ἦτο πληθώρα χαρτονομίσματος καὶ ὁ τόκος νὰ μὴ ἦτο 3% διὰ τὰς ἐπαρχίας καὶ 15% ἐδῶ διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ μὲ ἀσφαλείας τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ καθεὶς νὰ δώσῃ. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ σταθεροποιήσῃ τὴν λίραν εἰς αὐτὸ τὸ ἐπίπεδον. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ τὸ νόμισμα τὸ 1½% ἀπομένει ὑγιές, τὸ δὲ 5% εἰς ὁμολογίας. Δηλαδὴ ἂν εἶχον ἕνα τάλληρον καὶ ἦτο ἓν δολλάριον, σήμερον ἔχω 1½ σέντς. Καὶ αὐτὸ τὸ χαρτονόμισμα θέλει νὰ τὸ σταθεροποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις μὲ ὅλας του τὰς θλιβερὰς συνεπείας τὰς ὁποίας πρὶν ἀνέφερα. Ἀλλὰ τὶ ἄλλο συμβαίνει κύριε Πρόεδρε. Ἀπὸ τὰς ἀναφορὰς τὰς ὁποίας λαμβάνετε καθ’ ἑκάστην, δὲν παρατηρεῖται τίποτε ἄλλο παρὰ διαμαρτυρίας συνεχεῖς ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἢ ἐπαγγελματικῶν κλάσεων ὅτι τοὺς εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσουν. Προχθὲς ἀκόμη, εἰσερχόμενος εἰς τὸ προαύλιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐδέχθην μίαν ἐπιτροπὴν κλητήρων τῶν Ὑπουργείων, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἔδωκαν ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι λαμβάνουν 850 δραχμὰς τὸν μῆνα δηλαδὴ 55–60 δραχμάς. Μὲ 55 δραχμὰς ζοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι σήμερον, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐσταθεροποίησε τὴν λίραν εἰς τὰ 375. Ἀντιθέτως ὅμως ὁ κεφαλαιοῦχος ὁ ὁποῖος ἔχει λίρας ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι εὐχαριστημένος διότι θὰ ἐξαργυρώσῃ τὴν λίραν του εἰς 375. Δὲν φοβεῖται πτῶσιν. Ἂν δὲ ἡ λίρα ἀνέλθῃ, αὐτὸς εἶναι ἐξησφαλισμένος. Ἰδοὺ αἱ συνθῆκαι αἱ ἄνισοι, αἱ ἀντιδημοκρατικαὶ ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῇ καὶ θὰ ζήσῃ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ὑπὸ τὸ ἀντιδημοκρατικὸν μέτρον τῆς σταθεροποιήσεως τῆς λίρας. Θὰ φέρω καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα. Ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ τμηματάρχης λ. χ. διότι καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔχομεν διαμαρτυρίας, ἐλάμβανεν εἰς τὰ 1920 δραχμὰς 350, δηλαδὴ 18 λίρας εἶναι περίπου 6.000 δραχμαί, ἐνῷ σήμερον λαμβάνει 4.030. Τὶ συμβαίνει λοιπόν, διὰ νὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ μιᾶς ἐπαγγελματικῆς κλάσεως ὄχι τάξεως, διότι μία τάξις περιλαμβάνει 1.250.000, εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ἰδιωτικοί, οἱ συνταξιοῦχοι κ.λ.π. Οἱ μισθοὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους εἶναι 1 δισεκ. 600 ἑκατομ. καὶ μὲ συντάξεις ἁπαξαπάντων τῶν συνταξιούχων εἶναι 500.000.000, ἤτοι 1.500.000.000. Οὗτοι ἐκανονίσθησαν μὲ λίραν 250 ἐπὶ Κυβερνήσεως Μιχαλακοπούλου. Ἐπήδησεν ἡ λίρα κατὰ 50% ἐπάνω, εἰς τὰ 375, ἦτο φυσικὸν ἂν ὑπῆρχεν δικαία οἰκονομολογικὴ ἀντίληψις, νὰ αὐξήσουν οἱ μισθοὶ κατὰ 50%, δηλαδὴ 750.000.000. Τὰ ἔχομεν; Ὄχι. Θὰ ἐσυμβούλευα νὰ τὰ δώσωμεν; Ἐγὼ βεβαιότατα ὄχι. Ἀλλὰ τὶ συμβουλεύω; Πτῶσιν τῆς λίρας, διότι ἄλλως, ἂν σταθεροποιήσω τὴν λίραν εἰς τὰ ὑψηλὰ αὐτὰ ἐπίπεδα, μοιραίως τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἔχωμεν λαϊκὰς ταραχάς. Διὰ νὰ κατέλθῃ κάτω ἡ ἀξιότιμος κυρία, τὴν ὁποίαν ἐπαύσαμεν νὰ βλέπωμεν ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν, πρέπει νὰ τὴν κολακεύσωμεν τόσον πολύ, ὥστε νὰ τῆς παρασκευάσωμεν ἕνα ἀνάκτορον τοῦ ὁποίου πρέπει αἱ κλίμακες νὰ εἶναι ἐκ συμπαγοῦς ὄγκου χρυσοῦ. Διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὸ τὸ ἀνάκτορον δι’ αὐτὴν τὴν Κυρίαν, πρέπει κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἔχοντες τὸν νοῦν ἐστραμμένον μόνον πρὸς τὴν ἐθνικὴν σκοπιμότητα, ἀποβλέποντες μόνον εἰς μίαν πατριωτικὴν σκοπιμότητα καὶ εἰς τίποτε ἄλλο, πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν Τράπεζαν ἀκλόνητον. Δυστυχῶς δὲ ποῦ τὸ καθεστὼς τὸ ἰδικόν μας εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ— διὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὁ Σλῶσσερ εἶπεν ὅτι ἂν οἱ Ἕλληνες δὲν ἐτρώγοντο μεταξύ των, ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἦτο πρὸ αἰώνων πολιτισμένος καὶ θὰ ὡμίλει μόνον ἑλληνικά, πρέπει νὰ λάβωμεν ἡμεῖς ἡ ἀνεπτυγμένη τάξις, ἡμεῖς οἱ πράγματι πατέρες τοῦ Ἔθνους, πρέπει νὰ λάβωμεν τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπαγορεύῃ ἡ φιλοτιμία καὶ ὁ πατριωτισμός, διὰ τὴν οἰκονομολογικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ σύμφωνα μὲ τὰ μεγάλα δυστυχῶς ἐλαττώματά του, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶμαι ἐγώ, ἔστω καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ κολακεύσῃ καὶ σύμφωνα πρὸς τὰ προτερήματά του, ὥστε θὰ ἔπρεπε νὰ κατασκευάσωμεν ἓν μηχάνημα, ἵνα οἱαδήποτε λαϊκὴ θύελλα ἤθελε γίνει καὶ οἱοσδήποτε καυγᾶς, μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι μαθημένος νὰ ζῇ, αὐτὸ τὸ μηχάνημα νὰ λειτουργῇ κανονικῶς, κανονικώτατα καὶ νὰ περισώζῃ τὰ θυλάκιά του. Τοιοῦτον μηχάνημα πρέπει νὰ εἶναι ἡ Τράπεζα καὶ ὄχι αὐτὴ τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἱδρύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι οἱ δύσπιστοι Δαναοί, δὲν θὰ ἐμπιστευθοῦν, ἔστω καὶ μίαν λίραν, εἰς αὐτὴν τὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς ἢ εὐτυχῶς, ἂς μὴ τὸ ἐξετάσω, ἔχομεν ξενικὸν ἔλεγχον καὶ δυστυχῶς εἰς τὰ 1924, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸν ἐπεζητήσαμεν, θὰ ἦτο σκόπιμος ἡ μετατροπὴ τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς Τραπέζης. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς θὰ ἤρκει διὰ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ Εὐρωπαίους πράγματι πολιτισμένους τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐλέγχου ἐκείνου τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως μὲ ἀντάλλαγμα μιᾶς Τραπέζης νέας ὑπὸ ξενικὸν ἔλεγχον ἐπιεικεστέρας, μὴ μειούσης τὰ ἐθνικά μας δικαιώματα καὶ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως προσφύγων. Ἐὰν ἡ Τράπεζα αὐτὴ γίνῃ, θὰ ὑπάρξουν δύο πράγματα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἓν θὰ εἶναι ἡ ἀσφάλεια, ἡ συναίσθησις ἀσφαλείας, καὶ δεύτερον θὰ ὑπάρξῃ ἡ χρυσῆ ἐκείνη κλῖμαξ, τὴν ὁποίαν πρὶν ἀνέφερον, τὴν ὁποίαν ἡ κυρία κόμησσα λίρα, ὅταν θὰ βλέπῃ, θὰ ἀρχίσῃ σιγά, σιγὰ νὰ κατεβαίνῃ καὶ θὰ τὴν παρακαλέσωμεν τότε, ἀντὶ νὰ κατεβαίνῃ γρήγορα, νὰ κατεβαίνῃ, ἂν εἶναι δυνατόν, δύο σκαλοπάτια μόνον κατὰ μῆνα, διότι ἄλλως θὰ σπάσῃ τὰ πόδια της. Ἰδού, κ. Πρόεδρε, μία πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ὀρθὴν καὶ ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ κυρία ἀφορμὴ νὰ διασεισθῇ τελικῶς πλέον ἡ ἐμπιστοσύνη μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ μερικῶς εἶχεν ἤδη διασεισθῆ διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως Πάουερ. Καὶ εἰσέρχομαι, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν διπλωματικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆται κανεὶς ὅτι ὑπέστημεν τραῦμα τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας μας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὔχομαι, χωρὶς νὰ ἐπιζητήσω εὐθύνας, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς ἀκροβατικὰς ὁδούς, εὔχομαι ὅπως μὴ συναφθῶσι δάνεια χωρὶς νὰ διακανονισθοῦν τὰ πρὸς τὴν Γαλλίαν χρέη καὶ χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐξησφαλισμένην τὴν συγκατάθεσιν καὶ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς ἐπέδειξε δείγματα συμπαθείας πολλὰ εἰς τὸ παρελθόν, ἔστω καὶ ἂν εἰς ἀντιξόους περιστάσεις μᾶς ἐπέδειξε τὴν δυσμένειαν αὐτῆς, ὅπως δυστυχῶς καὶ τώρα, ἀλλὰ θὰ ἦτο πλάνη χείρων τῆς πρώτης ἐὰν ἡμεῖς ἐμνησικακοῦμεν, λησμονοῦντες τὰς εὐεργεσίας καὶ ἐνθυμούμενοι μόνον τὰς περιόδους τῆς δυσμενείας. Διὰ τοῦτο ἀπεύχομαι ὅπως ἡ Κυβέρνησις συνάψῃ δάνειον ἄνευ τῆς τελείας συγκαταθέσεως τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας. Ἔρχομαι εἰς τὴν τελευταία ἄποψιν, Κύριε Πρόεδρε. Εἴπομεν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν εἶναι ἓν πολίτευμα εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς Μανωλιὸς ἄλλαξε τὰ ροῦχα του καὶ τὰ ἔβαλεν ἀλλοιῶς. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐνομίζομεν ὅτι αὐτὸ σημαίνει Δημοκρατία. Αὐτὸ θὰ ἐσήμαινεν ὅτι εἴμεθα ἀμαθεῖς, καὶ ὅτι δὲν γνωρίζομεν τὴν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη πρὸ 3.000 ἐτῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Δημοκρατία ἐκείνη ἀπέβλεπε καὶ ἔδιδε σημασίαν εἰς τὰς ἐννοίας, ἠδιαφόρει περὶ τῆς μορφῆς. Καὶ ἂν θελήσω νὰ ζωγραφίσω τὰς ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας ἐκείνης, θὰ εἴπω, ὅτι ὁμοιάζει μὲ τὸν ποταμὸν Νεῖλον ἀρδεύοντα μὲ τὰ ὕδατά του τὴν ὅλην Χώραν εἰς ὄφελος πάντων ἐν ἴσῃ μοίρᾳ διὰ πάντας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπω ὅτι ὁ Νεῖλος αὐτὸς τώρα δὲν ἔχει φράγματα, δὲν ἀρδεύει τὸ ὅλον ἐθνικὸν ἔδαφος, δὲν ἀρδεύει τὰ θυλάκια καὶ τῶν 6.000.000 Ἑλλήνων, ἀλλὰ μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταθέσεις εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Θὰ ηὐχόμην ὅπως ἡ πολιτικὴ αὐτὴ γίνῃ δημοκρατικὴ τώρα καὶ ἑπομένως λείψουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ κοινωνιολογικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα πολὺ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐπέλθουν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον καὶ ὥραν 5 μ. μ. (Ὥρα 2 καὶ 20 πρωϊνῇ)