1927.08.25
5,586 rows · 44,961 words · 341 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 91
Πέμπτη 25 Αὐγούστου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 7 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς 22ας Αὐγούστου 1929. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Σύλλογος ἐργατῶν θαλάσσης καὶ φορτοεκφορτωτῶν λιμένος Πατρῶν διαμαρτύρεται δι’ ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς ἀλεύρων ἐξωτερικοῦ καὶ διὰ κακὴν ποιότητα ἀλεύρων. — Οἱ συνιδιοκτῆται τοῦ δάσους Πέλεσι, κάτοικοι Λευκαδιτίου τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος, αἰτοῦν τὸν διακανονισμὸν τῆς ἐκτάσεως τοῦ δάσους. — Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Σιδῶνος τηλεγραφεῖ νὰ ψηφισθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις τοῦ βουλευτοῦ κ. Πετρακάκου ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μπάνιας ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν ἀστικῶν οἰκογενειῶν προσφύγων τοῦ νομοῦ Ἄρτης, ζητούντων ἵνα ληφθῇ μέριμνα περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκονται. — Ἡ καπνεργατικὴ Ἕνωσις Βόλου διαμαρτύρεται διὰ τὴν σύλληψιν καὶ ἐκτόπισιν ἐκ τοῦ καπνεργατικοῦ κέντρου τοῦ Παπαρρήγα καὶ αἰτεῖ τὴν ἄμεσον ἀπελευθέρωσιν αὐτοῦ, καθὼς καὶ ὅλων τῶν φυλακισμένων καὶ ἐξορίστων ἐργατῶν. — Ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῶν ἀναπήρων πολέμου Θεσσαλονίκης διὰ τηλεγραφήματός της ἀξιοῖ τὴν κατάργησιν τοῦ Διατάγματος «περὶ περικοπῆς τῶν συντάξεων καὶ χορηγήσεως ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος πωλήσεως σιγάρων εἰς ἀναπήρους». — Ὁ Σύνδεσμος συντεχνιῶν Μεγαλουπόλεως καὶ ὁ ἐπαγγελματικὸς κόσμος Βόλου διὰ τηλεγραφήματός των ζητοῦν τὴν ἀναστολὴν καὶ τροποποίησιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Τὸ Σωματεῖον καπνεργατῶν Δράμας διαμαρτύρεται ἐντόνως δι’ ἐσκεμμένην ἐπίθεσιν ἐναντίον τοῦ Συνδικάτου ἐργατῶν Ξάνθης καὶ διὰ συνέχισιν τρομοκρατικῶν μεθόδων ἐναντίον τῆς ἐργατικῆς τάξεως. — Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Προαστείου παρακαλεῖ νὰ ψηφισθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Πετρακάκου ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν πρὸς ἀνακούφισιν καὶ στέγασιν αὐτῶν. — Αἱ ἀγροτικαὶ ὀργανώσεις Λευκάδος παρακαλοῦν νὰ ἀποκρουσθῇ οἱαδήποτε τροποποίησις τοῦ νόμου «περὶ ταμείου προνοίας ἐλαιοπαραγωγῆς Λευκάδος» ἄνευ προηγουμένης ἐρωτήσεως τῶν ἀγροτικῶν ὀργανώσεων Λευκάδος. — Ὁ ἐργατικὸς κόσμος Καρδίτσης αἰτεῖ ὁλοκληρωτικὴν ἀποδοχὴν αἰτημάτων ἐκτάκτου Πανελληνίου ἀγροτικοῦ Συνεδρίου. — Ὁ Σωτηρίου, γραμματεὺς τῆς ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐργατῶν Βόλου, διαμαρτύρεται δι’ ἀδικαιολόγητον σύλληψιν γραμματέως Πανεργατικοῦ Κέντρου Παπαρρήγα καὶ δι’ ἀπόφασιν ἐκτοπισμοῦ αὐτοῦ. — Τὸ πρῶτον Συνέδριον νέων ἐργατῶν χωρικῶν τῆς περιφερείας Βόλου ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα πρὸς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς των καταστάσεως. — Οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων Βραλίτσης καὶ Διδυμοτείγου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς δεκάτης καὶ αἰτοῦν τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν περικοπὴν τῆς συντάξεως τῶν θυμάτων πολέμου. — Ἡ Ἕνωσις τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Αἰκατερίνης ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος, κατάργησιν δεκάτης κλπ. — Ἡ κοινότης Ἀμαρουσίου Ἐλασσῶνος διαμαρτύρεται κατὰ ἀποφάσεων Ἐπιτροπῶν καθορισμοῦ καταβλητέου φόρου γεωργικῆς παραγωγῆς. — Ἐπιτροπὴ ἐπαρχίας Οἰτύλου διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀνάμιξιν τῶν φυτικῶν ἐλαίων μετὰ τοῦ ἐλαιολάδου. — Τὸ Συνδικάτον ἐργατῶν ἐπισιτισμοῦ Βερροίας αἰτεῖ τὴν κατάργησιν τῆς νυκτερινῆς ἐργασίας τῶν ἀρτεργατῶν καὶ καθιέρωσιν ἐνάρξεως αὐτῆς τὴν 6ην πρωϊνήν. — Διάφοροι συνεταιρισμοὶ Λευκάδος ἀπεδέχθησαν τὴν κύρωσιν τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ ἱδρύσεως ταμείου ἐλαιοπαραγωγῆς Λευκάδος». — Ὁ Σύλλογος ἀναπήρων πολέμου Χαλκίδος διαμαρτύρεται δι’ ἀναστολὴν συντάξεων θυμάτων πολέμου. — Ἡ Ὁμοσπονδία ἐπαγγελματιῶν Λέσβου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν καὶ τροποποίησιν αὐτοῦ. — Αἱ Ἑνώσεις προσφύγων Λέσβου διαμαρτύρονται δι’ ἀντικατάστασιν τακτικοῦ μέλους δευτεροβαθμίου Ἐπιτροπῆς Δαδούμη, ἐκλεγέντος τούτου παμψηφεὶ παρὰ Γεν. Συνελεύσεως. — Ὁ Κασόλας, δημοσιογράφος Μεσολογγίου, καταγγέλλει τὸν δικαστὴν Τερέζην, συζῶντα παρανόμως καὶ δημιουργήσαντα σειρὰν ἐπεισοδίων, καθὼς καὶ τὸν ἀντεισαγγελέα Καριώρην, δημιουργὸν σειρὰν παρανομιῶν μετὰ γυναικῶν. — Τὸ Σωματεῖον «Ἐργατικὴ Βοήθεια» Δράμας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄδικον ἀπέλασιν τῶν καπνεργατῶν καὶ ζητεῖ τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν καὶ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν φυλακισμένων καπνεργατῶν. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας κ. Μ. Κύρκος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Φαρμακευτικῶν Συλλόγων». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 3364 τῆς 11 Μαρτίου 1927 περὶ προσωρινῆς παραχωρήσεως τῆς ρήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους». — Ὁμοίως ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. περὶ συμβάσεως τῶν αὐτοκινήτων Χάνσα, Λόϋδ κλπ.» — Ὁμοίως ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Παπάζογλου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινοῦ φόρου τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς». — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1640 περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν κερδῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Χριστόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς «περὶ ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Ζησιάδης, Δ. Καζάκης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων κλπ.» — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Καμπάνης, Β. Ζησιάδης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς δικτατορικῆς περιόδου τῆς Βουλῆς». — Ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Δ. περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι Θεσσαλονίκης κλπ. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ν. Βελέντζας ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς «περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως» καὶ τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ καθορισμοῦ θέσεως γραμματέως παρὰ τῷ τμήματι τῶν ἰαματικῶν πηγῶν καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ Ξένων καὶ Ἐκθέσεων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Α. Νικολούδης ὑποβάλλει τροπολογίας: 1) εἰς τὸ σχέδιον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς «περὶ τῶν Ν. Διαταγμάτων τῆς δικτατορικῆς περιόδου» καὶ 2) «περὶ χορηγήσεως ἐπιδόματος εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὅμοια πρὸς τὰ χορηγούμενα εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα» — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑποβάλλει ὡσαύτως τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς «περὶ ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πετρακάκος ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς «περὶ Ν. Διαταγμάτων τῆς δικτατορίας». Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁ κ. Π. Εὐριπαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§3Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο μηνῶν περίπου ἔλαβε χώραν ἓν τραγικὸν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον συνεκλόνισε βαθύτατα τὴν Ἑλληνικὴν δημοσίαν γνώμην. Δύο ἀτμόπλοια τῶν Ἑταιρειῶν Ζούζουλα καὶ Τόγια συνεκρούσθησαν ἔξωθι τοῦ Πειραιῶς καὶ εἰς μικρὰν ἀπ’ αὐτοῦ ἀπόστασιν. Ἐκ τῆς συγκρούσεως αὐτῆς ἐπνίγησαν περὶ τὰ 15 ἄτομα, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ἦσαν συμπολῖταί μου ἐκ τῆς ἐπαρχίας Παροναξίας. Ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, προσέκρουσεν ὅμως εἰς τὴν ἔλλειψιν τεχνικῶν γνώσεων διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῶν ὑπευθύνων. Κατήρτισε μίαν Ἐπιτροπὴν ἐμπειρογνωμόνων, ἡ ὁποία πρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως αὐτὴ, καίτοι παρῆλθεν εἷς μὴν ἀπὸ τότε, δὲν συνῆλθεν, ἀποτελεῖται δὲ ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ ἄλλους ἐμπειρογνώμονας. Παρακαλῶ πολὺ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν πρῶτον ποῖα διοικητικὰ μέτρα ἔλαβον ἐναντίον τῶν ὑπευθύνων καὶ δεύτερον εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις. Διότι εἶναι λυπηρὸν πρᾶγμα 15 οἰκογένειαι νὰ ἀπορφανισθῶσι τελείως καὶ νὰ μείνωσιν ἄνευ ἀποζημιώσεως.
§4Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, καίτοι ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος ἀνάγεται μᾶλλον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης συναδέλφου μου, εἶμαι εἰς θέσιν ἐν τούτοις νὰ παράσχω εἰς τὸν κ. συνάδελφον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· ὅτι ἀληθῶς ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, ἡ Εἰσαγγελία, ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία φέρει χαρακτῆρα ἀξιόποινον, διέταξε πραγματογνωμοσύνην, διωρίσθησαν πραγματογνώμονες, μεταξὺ δὲ τῶν μελῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν πραγματογνωμόνων εἶναι καὶ εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ λιμενικοῦ Σώματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀληθῶς μέχρι τοῦδε δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τὴν ἔκθεσίν της, ἀλλ’ ἡ βραδύτης ὀφείλεται εἰς τὴν δυσχέρειαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Διότι ἐδέησε νὰ μεταβῇ ἐπανειλημμένως ἐπὶ τόπου, ὅπου συνέβη ἡ σύγκρουσις, διὰ νὰ καθορίσῃ καὶ κατανείμῃ τὰς εὐθύνας. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐπῆλθε βραδύτης εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνατεθείσης εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐντολῆς. Οὐχ ἧττον τὸ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ λιμενικοῦ Σώματος, παρηγγέλθη νὰ μὴ ἀμελήσῃ οὐδαμῶς τὰ καθήκοντά του διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἐργασία. Ἐλπίζω δὲ ὅτι συντόμως, συντομώτατα, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπειρογνωμόνων διὰ νὰ λάβῃ τὴν συνέχειάν της ἡ ὑπόθεσις.
§5Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κ. Πρόεδρε, δὲν ἔχει καθόλου γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Παρακαλῶ ὅπως ἀποσταλῇ ἀντίγραφον τῶν λεχθέντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ γίνουν αἱ σχετικαὶ συστάσεις εἰς τὰ δικαστικὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Λούλης ἔχει τὸν λόγον.
§7Α. ΛΟΥΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιστήσω ζωηρῶς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ οἰκτροῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον κατήντησεν ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν Ἠπείρῳ. Ἀπὸ τριμήνου δὲν παρῆλθε σχεδὸν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀναγγελθῇ ἐκεῖθεν λῃστεία ἢ φόνος. Προστιθεμένης καὶ τῆς ἐπιζωοτίας, ἡ ὁποία ἐνέσκηψεν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τῆς πενιχρότητος τῆς ἐσοδείας, οἱ κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου χώρας ἐν Ἠπείρῳ περιῆλθον εἰς ἀπόγνωσιν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ἐρχομένη εἰς συνεννόησιν, εἰ δυνατόν, καὶ μετὰ τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως, διότι πλεῖσται ὅσαι συμμορίαι εἰσερχόμεναι ἐκ τοῦ Ἀλβανικοῦ ἐδάφους διαπράττουσιν ἐγκλήματα ἐν Ἠπείρῳ καὶ αὐθημερὸν ἐπανέρχονται εἰς τὸ Ἀλβανικὸν ἔδαφος. Ἐπίσης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐκτοπισμῶν. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι βάρβαρος, ἀπέτυχε δὲ οἰκτρότατα, διότι κατεστράφησαν ἑκατοντάδες οἰκογενειῶν, ὄχι μόνον δὲ ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἐπαγιώθη, ἀλλὰ τοὐναντίον περιῆλθεν εἰς οἰκτρότατον σημεῖον. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν ἐκτοπισμῶν, διότι ἀρκεῖ μία καταγγελία ἑνὸς χωροφύλακος διὰ νὰ ἐκτοπισθῶσιν ἑκατοντάδες οἰκογενειῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§9Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι καιρός, κ. Πρόεδρε, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβον ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἠπείρου καὶ εἶναι καιρὸς νὰ ληφθῇ συστηματικὴ πρόνοια διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς ἐκεῖ τάξεως. Μόλις ἐμφανίζεται μία συμμορία λῃστρική, ἀμέσως λαμβάνονται μέτρα ἀστυνομικὰ καὶ καταδιώκονται οἱ χωρικοὶ ἐπὶ ὑποθάλψει τῆς λῃστείας. Ἐξ ἄλλου δὲ ἐφαρμόζεται ἄλλο μέτρον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ μέτρον τοῦ ἐκτοπισμοῦ. Φρονοῦσιν ὅτι, ἂν ἐκτοπίσωσι πάντας τοὺς συγγενεῖς τῶν λῃστῶν, δύνανται νὰ ἀνακαλύψωσιν αὐτούς. Εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους καὶ πλέον ἐξετοπίσθησαν ἑκατοντάδες οἰκογενειῶν καὶ ἐν τούτοις ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν ἐξησφαλίσθη. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ ἀσφάλεια τῆς Ἠπείρου εἶναι ζήτημα συγκοινωνιακόν. Πρέπει νὰ γίνωσι τηλεφωνεῖα, ὅπως ὑπέδειξαν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς. Δυστυχῶς ὅμως ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἱδρύει τηλεγραφεῖα παντοῦ, δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐγκαταστήσῃ καὶ τηλεφωνεῖα χάριν τῆς ἀσφαλείας τῆς Ἠπείρου. Τονίζω τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν πρότασιν ταύτην.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κατσᾶνος ὅπως καταθέσῃ ἓν ὑπόμνημα.
§11Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ὑπόμνημα τοῦ Πιστωτικοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Προυλίων, ζητοῦντος τὴν παραχώρησιν δημοσίων γαιῶν. Ἐπίσης καταθέτω αἴτησιν τῶν κατοίκων Σητομένων Τριχονίας, παραπονουμένων διὰ τὴν ἔλλειψιν δημοσίας τάξεως, καθότι τὰ μέρη ἐκεῖνα τὰ μαστίζει ἡ ζωοκλοπή. Δὲν ζητοῦν τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν συγκρότησιν μικροῦ ἀποσπάσματος ὅπως περισώσωσι τὰ ζῷά των, ἅτινα πωλούμενα θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τζίβας ἔχει τὸν λόγον.
§13Ι. ΤΖΙΒΑΣ. Διερμηνεύω, κ. Πρόεδρε, τὰς διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων τῶν περιχώρων τῆς λίμνης Ξυνιάδος κατὰ τῆς σχετικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας περὶ ἀποξηράνσεως. Οἱ ὅροι εἶναι ἐπιζήμιοι καὶ καταστρεπτικοὶ διὰ τοὺς ἐκεῖ κατοίκους. Ἡ Ἑταιρεία κρατεῖ ὁλόκληρον τὴν ἔκτασιν ἡ ὁποία περιστοιχίζει τὴν λίμνην, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ ληστρικῆς συμβάσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἔλαβον χώραν σκάνδαλα, διότι οἱ ἐνδιαφερόμενοι κατέφυγον εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κατέβαλον προσπάθειαν πρὸς ἐπικύρωσιν αὐτῆς. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον κατέφυγον, ἐπίσης καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Γάτου. Κατ’ ἀρχὰς ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως, κατόπιν ὅμως μετέβαλε γνώμην καὶ ἡ σύμβασις εἶναι ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ ποίας σκέψεις ἔχει ἡ Κυβέρνησις.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§15Θ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπατριώτης μου ἀνέφερε περὶ σκανδάλων. Περὶ τούτων δὲν γνωρίζω τίποτε. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ καταστρέφει τοὺς ἐκεῖ κατοίκους καὶ ἐνῷ τὸ Κράτος φροντίζει περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρεία θὰ καταστήσῃ ὅλους ἀκτήμονας τοὺς κατοίκους, ὅσοι εἶναι πέριξ τῆς λίμνης Ξυνιάδος. Ὑπάρχει ἐκεῖ μεγάλη ἐξέγερσις τῶν κατοίκων, συνῆλθον δὲ εἰς συλλαλητήρια καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει γνῶσιν περὶ τούτων.
§16Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὁμολογῶ ὅτι ὡς εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, εἰσηγήθην τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Ξυνιάδος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν ἐπεκύρωσε ταύτην μὲ καλὰς τροποποιήσεις, ἃς ἐδέχθη τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι μία ἐκ τῶν χειροτέρων συμβάσεων, αἵτινες συνήφθησαν ἐπὶ δικτατορίας, ἡ Κοινὴ Γνώμη δὲ τῆς περιοσῆς τῶν ἐπαρχιῶν Φθιώτιδος καὶ Δομοκοῦ διετέθη δυσμενῶς κατ’ αὐτῆς, ἐθεώρησε ταύτην χαριστικήν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ ἐργολάβος τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Κανζοὺχ εἶναι συγγενὴς τοῦ δικτάτορος, ὄπισθεν δὲ αὐτοῦ ἐκρύπτετο ὁ ἐν Λαμίᾳ τότε ὑπηρετῶν νομομηχανικὸς Ρῆγος. Οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως καὶ μετὰ τὴν τροποποίησιν αὐτῆς εἶναι ἐπαχθεῖς διὰ τοὺς παραλιμναίους κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, οἵτινες ἐξηγέρθησαν καὶ διὰ τηλεγραφημάτων καὶ συλλαλητηρίων ἐζήτησαν νὰ μὴ κυρωθῇ αὕτη ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Δυστυχῶς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐκύρωσε ταύτην, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν τὴν ἐδημοσίευσεν. Ἤδη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ ἂν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν δημοσίευσιν τῆς κυρωθείσης συμβάσεως καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ κυροῦντος αὐτὴν Ν. Διατάγματος. Θὰ καταβληθῇ δὲ πᾶσα προσπάθεια νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κατοίκων, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν κωλύεται ἐκ τῶν κειμένων νόμων νὰ ἐμποδίσῃ τὴν δημοσίευσιν συμβάσεων, τῶν ὁποίων ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν παραλιμναίων κατοίκων ἀποκρούει ὡς ἀσύμφορον δι’ αὐτοὺς καὶ αὐτόχρημα, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, χαριστικὴν διὰ τοὺς συγγενεῖς τοῦ δικτάτορος ἐργολάβους.
§17Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον νομικῶς δὲν δικαιοῦται εἰς τὴν δημοσίευσιν τῆς συμβάσεως τῆς ἀφορώσης τὴν λίμνης Ξυνιάδος, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ὅπως παραπέμψῃ ἐκ νέου πρὸς συζήτησιν τὴν σύμβασιν ταύτην, δι’ ἧς σφαγιάζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς περιφερείας.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
§19Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Αἰσθάνομαι, κ. Πρόεδρε, λύπην, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπασχολήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Ἔλαβον ὅμως ἀφορμὴν ἐκ δημοσιεύματος τοῦ ἀξιοτίμου Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Τσουδεροῦ. δημοσιευθέντος εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς χθὲς καὶ σήμερον καὶ σχετιζόμενον μὲ τὰ ὅσα προχθὲς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σχετικῶς μὲ τὴν ἀντιπροσωπείαν τὴν μεταβᾶσαν εἰς Γενεύην καὶ τὰς ἀναληφθείσας ὑπ’ αὐτῆς ὑποχρεώσεις. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Τσουδερὸς ἦτο ἠναγκασμένος διὰ τοῦ Τύπου νὰ ἀναπτύξῃ ὅσα ἀνέπτυξε, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διὰ τῶν ὅσων προχθὲς ἐν τῇ Βουλῇ εἶπον, δὲν ἠθέλησα παρὰ ἓν καὶ μόνον νὰ ἀποδείξω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ τὸ κύριον θέμα τῆς ὁμιλίας μου, τὸ ὅτι ἡμεῖς ὡς Λαϊκὸν Κόμμα συμμετέχοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐλαμβάνομεν γνῶσιν τῶν γενομένων κατὰ τὴν δωδεκάτην ὥραν καὶ δὲν εἴχομεν τὴν εὐχέρειαν καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ συγκυβερνῶμεν.
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδὲν τοιοῦτον παράπονον διετυπώθη ὑφισταμένης τῆς Κυβερνήσεως.
§21Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Διετυπώθη ἐπανειλημμένως, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀκριβῶς ἀνέπτυξα προχθὲς ὅτι ἡ ἔλλειψις μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν τῆς ἀπαιτουμένης ἀλληλεγγύης ἴσως διὰ τὰ μεγάλα ζητήματα τῶν κυρίων γραμμῶν προεκάλεσε τοὺς λόγους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὅλοι ὁμοῦ συνετέλεσαν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ ἠθέλησα προχθὲς νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁμιλῶν ἐπ’ αὐτῶν εἶπον ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυρίων λόγων τῆς διαφωνίας ἦτο καὶ ἡ ἐκ μέρους σας ἀνάληψις ὑποχρεώσεων ἐν Γενεύῃ, παρὰ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἴχετε νὰ ἐπανέλθητε ἐνταῦθα καὶ νὰ ἀναφέρητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ περιεχόμενον τῶν διαπραγματεύσεων. Τότε ἐξηγήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἐγένοντο ad referendum. Ἀπαντῶν δὲ εἰς αὐτὸν ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν, πῶς ἐνῷ ἦσαν αἱ διαπραγματεύσεις αὐταὶ ad referendum, ἤτοι ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Τσουδερὸς ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Λέγων ταῦτα δὲν ἠθέλησα ποσῶς νὰ θίξω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο εἶχον σκοπὸν νὰ πράξω, ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς ἐν Γενεύῃ ἀποστολῆς ἠγέρθη καὶ ἔθεσε τὰ ζητήματα εἰς τὴν θέσιν των. Εἶπεν ὅτι, ὅ,τι ἔκαμεν ὁ κ. Τσουδερός, δὲν τὸ ἔκαμεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλ’ ἐκ πρωτοβουλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίληψίν μου διὰ τὸ ἄκαιρον καὶ ἄσκοπον τῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Τσουδεροῦ δημοσιεύσεως τῶν ὅσων ἐδημοσίευσε. Τὸ δημοσίευμα ὅμως αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μερικὰς ἀπορίας μου καὶ νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων τῆς Γενεύης. Ὄντως λέγονται ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι τοῦ κ. Τσουδεροῦ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι εἶμαι ἐκ τῶν παρακολουθησάντων μετ’ ἰδιαιτέρας προσοχῆς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἀντελήφθην ἐκτιθέμενα τὰ ἐκ μέρους τοῦ κ. Τσουδεροῦ γραφόμενα ὡς λαβόντα χώραν. Ἐκ τούτου ἄγομαι πάλιν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησα νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ πέμπτοι τροχοὶ τῆς κινήσεως τοῦ αὐτοκινήτου τοῦ κυβερνητικοῦ καὶ μάλιστα οἱ τροχοὶ οἱ ἐπικολλώμενοι εἰς τὸ ὄπισθεν μέρος τοῦ αὐτοκινήτου, οἱ ἐφεδρικοὶ καὶ δὲν ἐλαμβάνομεν γνῶσιν τῶν γενομένων. Ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν, ἀντιπροσωπεύοντες ἓν ἐκ τῶν μεγίστων κομμάτων ἓν ἐκ τῶν μεγίστων κομμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τολμῶ νὰ εἴπω τὸ μέγιστον, διότι ἀντιπροσωπεύει τὰ ¾ τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ, νὰ συγκυβερνῶμεν πράγματι δὲν εἴμεθα ἢ παρακεντέδες.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ, ἄ. (Θόρυβος).
§23Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ ἄ, ἄ. (Θόρυβος).
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σημαίνει γηγενεῖς καὶ πρόσφυγες;
§25Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τί σημαίνει; Νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις. Γηγενεῖς μὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ψηφίζουν εἰς τὰς περιφερείας των ἅπαξ, ἐνῷ πρόσφυγες εἶναι οἱ ἐλθόντες μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν, τὴν ὁποίαν ὅλοι θρηνοῦμεν καὶ γενόμενοι δεκτοὶ μὲ τὰς ἀγκάλας ἀνοικτὰς ὑφ’ ὅλων ἡμῶν, ψηφίζουν, 8, 10, 14 καὶ 20 φοράς. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάκρισις. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά.
(Ὥρα 8 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.10′ μ. μ.)
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Γ. Μερκούρης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§28Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριοι, εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον, διότι ἔσχε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἠρεμία, τὴν ὁποίαν λυποῦμαι ὅτι διετάραξα ἐντελῶς ἀκουσίως, οὐδεμίαν ἔχων πρὸς τοῦτο πρόθεσιν.
§29Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει....
§30Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ζητῶ συγγνώμην καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀρκετόν. Καὶ λέγω μάλιστα ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν πρόθεσιν οὔτε τὴν ἠρεμίαν τῆς Βουλῆς νὰ διαταράξω, οὐδὲ νὰ θίξω κατ’ ἐλάχιστον τοὺς πρόσφυγας, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ ὡς ἀδελφοὺς μας, ἀποδείξας τοῦτο πλειστάκις, ἀνατραφεὶς μεταξὺ αὐτῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ σπουδάσας καὶ γνωρίσας τὴν Ἑλλάδα ἀκριβῶς διὰ τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ καὶ ἑπομένως γνωρίζων αὐτοὺς πολὺ προτοῦ οἱ αὐτοκαλούμενοι προστάται αὐτῶν τοὺς γνωρίσωσι. Τοὺς ἐγνώρισα ἐν τῇ Ἑλληνοπρεπῇ Κωνσταντινουπόλει, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀγῶνας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου καὶ διὰ τῆς οἰκογενείας μου καὶ αὐτοπροσώπως ὑπηρετήσας, ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτευτὴς καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς ἄτομον ἐπέδειξα πάντοτε τὸ μεγαλύτερον ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδειχθῇ ἐκ μέρους Ἕλληνος πρὸς Ἕλληνας. Καὶ ὅταν εἴπομεν ὅτι ἡμεῖς οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔχοντες τὴν δικαίαν ἀξίωσιν τὴν ὁμολογημένην καὶ ἐκ μέρους τῶν τέως συναδέλφων μας τῆς συγκυβερνήσεως, ἐννοούσαμεν ὅτι ἡ ἀξίωσίς μας αὐτὴ ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς δικαιολογίας ὅτι ἐκπροσωποῦμεν ἓν τῶν μεγάλων κομμάτων τῆς Ἑλλάδος— τὸ τονίζω—ἐκ τῶν ἐκπροσωπούντων τὸν κατ’ ἐξοχὴν γηγενῆ πληθυσμόν. Λέγων δὲ τὸν γηγενῆ καὶ οὐχὶ τὸν προσφυγικὸν δὲν κάμνω ἄλλην διάκρισιν παρὰ τὴν αὐτομάτως γενομένην εἰς τὴν κομματικὴν σύνθεσιν τῆς Ἑλλάδος, ἐκ τῶν ἕνεκα ἀτυχῶν λόγων προσφύγων ἐνταῦθα ἀδελφῶν ἡμῶν. Τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ θίξῃ οὐδένα ἐξ ὑμῶν τῶν προσφύγων. Ἀλλ’ ἐὰν ἔθιξα ἔστω καί τινα ἐξ ὑμῶν, δὲν ἐννοῶ διατί ἐπροκάλεσα τὴν μῆνιν συναδέλφου, ὁ ὁποῖος κάθε ἄλλο παρὰ πρόσφυξ εἶναι καὶ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ εἶναι ἡ ἐξ ἐπαγγέλματος προσφυγοπροστασία, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἐπέδειξαν καὶ ἐπιδεικνύουν τινὲς διὰ νὰ ἀναμοχλεύουν ἀκριβῶς τὰ πάθη μεταξὺ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ τῆς ἄλλης καὶ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὸν προσφυγικὸν πληθυσμόν, ὁ ὁποῖος ἕνεκα τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἔχουν μεσολαβήσει, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίσωσι τὰ πράγματα κατ’ ἐλευθέραν βούλησιν καὶ νὰ κρίνουν μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν παρέστην εἰς τὸ ἐπεισόδιον, ἀλλ’ αἱ ψῆφοι τὰς ὁποίας συνεκέντρωσε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, δὲν δικαιολογοῦν τὸ ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀντιπροσωπεύει κατ’ ἐξοχὴν τὸν γηγενῆ πληθυσμόν. Διότι πάρετε τὰς ψήφους σας νὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἔχετε πλειονοψηφίαν. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§32Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἄν, κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργέ, ἠθέλατε νὰ παρασύρητε καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος, τότε ἔχω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν ἐγὼ ἔχων τὰς ψήφους τὰς ὁποίας ἔχω καὶ τὰς ὁποίας καυχῶμαι νὰ λέγω ὅτι ἔχω ἀποκλειστικῶς ἐκ γηγενῶν συμπολιτῶν μου, τότε θὰ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς ὅτι οὐδεμίαν θέσιν ἔχετε σεῖς ἐνταῦθα, διότι δὲν ἔχετε οὔτε τὰς ψήφους τῆς ἐπαρχίας σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ ἀποφεύγωμεν νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τοιαῦτα ζητήματα.
§34Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν λύπην μου διὰ μίαν φρᾶσιν, ἡ ὁποία εἶχε σκοπὸν νὰ δείξῃ τὴν διάκρισιν τῆς κομματικῆς συνθέσεως.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε.
§36Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα μου. Ὁ κ. Τσουδερὸς λέγει ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ περιορισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰ καθαρῶς ἐκδοτικά της ἔργα ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Τραπέζης κατὰ Μάϊον, κατὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ κ. Ἀβενὸλ ἐνταῦθα. Ἰδοὺ ἓν γεγονὸς τὸ ὁποῖον οὐχὶ μόνον εἰς ἡμᾶς δὲν ἦτο γνωστόν, οἱ ὁποῖοι ἀπετελούσαμεν μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέρως, ὅστις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμοδίου νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διεπραγματεύετο κατόπιν εἰσηγήσεων μάλιστα ξένων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι κατ’ ἐξοχὴν περίεργον, εἶναι πῶς ἐνῷ ἡ ἐπίσκεψις τοῦ κ. Ἀβενὸλ εἶχε παρασταθῆ εἰς ἡμᾶς ὡς μία ἐπίσκεψις ἐντελῶς συμπτωματικά. Ὄχι μόνον δὲν ἦτο τοιαύτη, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐδῶ διαμονὴν τοῦ κ. Ἀβενὸλ ἔλαβον χώραν διαπραγματεύσεις ἀφορῶσαι κυριώτατα ζητήματα τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Οἰκονομίας καὶ ἐν γένει τῶν δημοσιονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τσουδερὸς μὲ ἀναγκάζει καὶ πάλιν νὰ φέρω, ὅτι ἀφοῦ ὁ κ. Ἀβενὸλ ἀνεχώρησε, μετέβη εἰς Γενεύην καὶ ἐκεῖθεν ἔγραψε μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔλαβε γνῶσιν ἐξ ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ ἐπίσκεψις τοῦ κ. Ἀβενόλ. Ἡ διάβασις τοῦ κ. Ἀβενόλ, ὡς ἀπεδεικνύετο ἐκ τῆς ἐν λόγῳ ἐπιστολῆς, εἶχε προηγηθῆ μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις, τῶν ὁποίων ἡμεῖς τότε μόνον ἐλαμβάνομεν γνῶσιν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὅταν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, εὑρισκόμην ἐν ἀδίκῳ λέγων ὅτι ἡμεῖς ἐθεωρήθημεν ὑπὸ τῶν συναδέλφων μας ὡς ὁ πέμπτος τροχός, ὁ ἀνταλλακτικός, τοῦ κυβερνητικοῦ αὐτοκινήτου; Τοῦτο ἔκτοτε ἠθέλησα νὰ τονίσω, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Προχωρῶν ὁ κ. Τσουδερὸς μᾶς λέγει καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαρρυθμίσεως τῆς Τραπέζης ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Γενεύην καὶ τὸ ἐπανέφεραν, ὡς λέγει ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ τῆς ἀνακοινώσεώς του, ἰδίᾳ αὐτῶν πρωτοβουλίᾳ, οἱ κύκλοι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ὥστε ὅταν ἐγὼ προχθὲς ἔλεγον καὶ ἠρώτων ὑμᾶς πῶς ἐν ᾧ ἐτέθη ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὁ ὅρος οὗτος, σεῖς δὲν τὸν συνεζητήσατε, σεῖς δὲν προσπαθήσατε ὁπωσδήποτε νὰ τὸν μεταβάλητε, ἀλλὰ καὶ τώρα ἀκόμη ὁπότε ἡμεῖς διαμαρτυρόμεθα ἕνεκεν τῶν τεχνικῶν κωλυμάτων, ἅτινα καθιστῶσιν ἀμφότερα τὰ ἱδρύματα καχεκτικὰ διὰ τοῦ ἐπερχομένου διχοτομισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅταν ἔλεγον πῶς σεῖς τὰς σοβαρὰς αὐτὰς ἀντιρρήσεις μας δὲν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν καί, ἐπανερχόμενοι τώρα πάλιν εἰς τὴν Γενεύην, νὰ ἀντιπροτείνετε μίαν λύσιν, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε νὰ ἦτο ἐφικτὴ καὶ ἐξυπηρετικὴ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου καὶ σεῖς μοὶ ἀπαντήσατε ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ πράξητε τοιοῦτόν τι, διότι σεῖς ἐπροτείνατε τὴν διχοτόμησιν ὡς ἐξάρτημα τοῦ προγράμματός σας, δὲν εὑρίσκεσθε ἐν ἀκριβείᾳ; Ἡμεῖς, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐθεωρήσαμεν τὴν διατήρησιν ἐν ἀκμῇ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος ὡς ὕψιστον συμφέρον τοῦ Κράτους, διότι ὁμολογουμένως πολλάκις παρέσχε σημαντικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Χώραν. Ἀλλὰ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἐδυσφημήθη, διότι συνέβη, ὅταν ὁ κ. Ἀβενὸλ ἦτο ἐδῶ καὶ ὅταν ὁ κ. Τσουδερὸς ἐξεπροσώπει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐν Γενεύῃ, πᾶσα ἀταξία καὶ πᾶσα τραπεζιτικὴ ἀτασθάλεια, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀβενὸλ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἐλθόντες ἐνταῦθα ὡς παρατηρηταὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀνεκάλυπτον εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πάντοτε ἐπροβάλλετο ἐκ μέρους τῶν σήμερον διοικούντων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο προήρχετο ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους καὶ πάντοτε ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τὸ ἔδαφος τὸ Ἐθνικὸν πρέπει νὰ καταστραφῇ διότι εὑρέθη πολιτικὴ μερὶς ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ περίεργον καὶ αὐθαίρετον τρόπον. Εἶναι τοῦτο ἀφορμὴ δικαίως μὲν προκαλοῦσα τὴν περιέργειαν τῶν ξένων παρατηρητῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἐνταῦθα παροικοῦντας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Οὐραγουάην, ὥστε ὡς μόνην θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τούτου νὰ θεωρῶμεν τὴν διαίρεσιν τοῦ ἱδρύματος τούτου. Καὶ ἐρωτῶ· ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ τοιαύτη σκανδαλώδης παρέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θὰ ἐγεννᾶτο τοιοῦτον ζήτημα εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ξένων παρατηρητῶν, οἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα; Οὔτε ἡ σύνθεσις τῆς Τραπέζης, οὔτε ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς παρεμποδίζει τὴν λῆψιν ὅλων ἐκείνων τῶν μέτρων τῶν δημοσιονομικῶν, τὰ ὁποῖα πολὺ ἐπιτυχῶς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς (ἀπεφάσισε νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς τὸν Τόπον μας. Οὐδεμίαν ἐκ τῶν σημερινῶν συνθηκῶν τῶν διεπουσῶν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παρεμποδίζει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος, ὅπερ, ὡς προχθὲς ἐτονίσθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο ἡ κυρία ἀφορμὴ ἡ προκαλέσασα τὴν ἰδέαν τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ μᾶλλον τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως νέου ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος. Ὁ κ. Τσουδερὸς περαιτέρω λέγει καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸν αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τρομερὰ ἐνισχυτικὸν τῶν ἀπόψεων τὰς ὁποίας ἐξέθεσε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἀπέκρουσα ἐν πλήρει.... κλπ.» Ὁ κ. Τσουδερὸς εἰς τρία σημεῖα τῆς ἀνακοινώσεώς του ὁμολογεῖ ὅτι ὅταν τὸ πρῶτον ἤκουσε τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως ἰδιαιτέρου ἐκδοτικοῦ ἱδρύματος, συνῃσθάνθη ὅλας τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα, ἐπαναλαμβάνω δὲ τοῦτο ἀκόμη καὶ σήμερον. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Τσουδερὸς –καὶ ἔχει τοῦτο ἐξαιρετικὴν σημασίαν–εἶναι ὅτι ἡ ἰδέα τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο γνώμη ἐπιβληθεῖσα ἢ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἔρχεται ἐντελῶς εἰς ἀντίκρουσιν μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐδήλωσε προχθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἰδέα τῆς διχοτομήσεως εἶναι ἰδέα ἥτις συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸ δημοσιονομικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἡ ὁποία, ἐπειδὴ ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου πῶς δὲν μὲ τὸ εἶπεν, ἀπήντησεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διχοτομήσεως, ἀλλὰ περὶ σταθεροποιήσεως νομισματικῆς καὶ ἡ ἵδρυσις μιᾶς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι συνέπεια, ἦτο μία ἀνάγκη, ἐφόσον θὰ ἠθέλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸν ὅρον τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Τσουδερὸς μᾶς λέγει τὰ ἐναντίον. Ὁμολογεῖ ὅτι δὲν εἶναι πρόγραμμα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἡ ἵδρυσις Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὅρος ἐπιβληθεὶς ἢ ὑποβληθείς, ἂν θέλητε, ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Οὕτω ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίφασιν μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐδήλωσεν προχθὲς ἀκόμη τὸ ἀντίθετον. Ὁ κ. Τσουδερὸς μᾶς λέγει καὶ ἓν ἄλλο, τὸ τρίτον καὶ τελευταῖον, διὰ νὰ ἀπαλλάξω καὶ ὑμᾶς τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι μόνον μετὰ δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμέρας εἰς τὸ Λονδῖνον, ὅταν εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ καὶ συνεζήτησε μετὰ τῆς ὑποεπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, μεταβάσης ἐκεῖ διὰ νὰ συζητήσῃ τοὺς τεχνικοὺς ὅρους, τότε καὶ μόνον ἐδέχθη τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τοῦτο πάλιν ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν μὲ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Τσουδερὸν εἰς τὴν ἐπιστολήν του, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν εἰς τὴν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν τὴν τρίτην ἢ τετάρτην ἡμέραν τῆς μεταβάσεώς του εἰς Γενεύην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιστολὴν λέγει ὁ κ. Τσουδερός, ὡς καὶ προχθὲς ἐτονίσθη ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἔστειλε κατ’ ἐντολὴν καὶ κατὰ πρωτοβουλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως δὲν θὰ διέπραττε τὸ σφάλμα τοῦτο ὁ κ. Τσουδερὸς νὰ ἀποστείλῃ ἐπιστολὴν τοιούτου περιεχομένου αὐτοβούλως. Ἄλλως τε δὲν εἶχε παρὰ συμβουλευτικὴν παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ θέσιν καὶ οὐχὶ τοιαύτην ὥστε νὰ δύναται νὰ δεσμεύῃ τὸ Κράτος. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔθιξε τὸν κ. Τσουδερόν, εἰς τὸ νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν πρόθεσιν νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν κ. Τσουδερὸν ὅτι διενοήθην ποτὲ ὅτι θὰ ἀνελάμβανε τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, δεδομένου ὅτι ἐγνώριζον καλῶς καὶ πάντοτε τῷ ἔδωκα τὴν θέσιν τοῦ τεχνικοῦ συμβούλου. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα. Πῶς ἐννοεῖ ὁ κ. Τσουδερὸς ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀκριβείᾳ λέγων τώρα διὰ τοῦ Τύπου, ὅτι τὸ ζήτημα ἐτέθη ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὅταν ὁ κ. Ἀβενὸλ ἦτο ἐνταῦθα, τὸ δεύτερον ὅτι ὁ κ. Τσουδερὸς ἦτο εἰς Γενεύην καὶ τὸ τρίτον εἰς Λονδῖνον, ὅτι καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς προτάσεις, ἐξεγείρεται ἡ συνείδησις τοῦ κυρίου του, ὡς ὑπαλλήλου καὶ ὡς ἀνθρώπου, ἐξεγείρετο καὶ ἀντελαμβάνετο ὅλα τὰ τεχνικὰ ἐμπόδια, ὡς καὶ τὰς συνεπείας ἃς θὰ εἶχε μία τοιαύτη πρᾶξις, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων ἐν Γενεύῃ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, δι’ ἧς ἀπεδέχετο τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ταῦτα ὅπως καὶ ὅλα τὰ ὅσα ἐλέχθησαν εἶναι μία ἀπάντησις εἰς τελευταίαν παράγραφον τοῦ κ. Τσουδεροῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξαιρετικῶς χαρακτηριστικὰ καὶ ἐξαιρετικῶς δι’ ἐμὲ εὐχάριστα, ὡς γραφέντα ὑπὸ προσωπικότητος οἵα τοῦ κ. Τσουδεροῦ. Ταῦτα χάριν τῆς ἀληθείας. Τί ἄλλο εἶπον χθὲς τὴν ἑσπέραν τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξεγείρῃ τὸν κ. Τσουδερόν; «Ἂν ἤκουον, λέγει, μερικὰς ἀληθείας, θὰ εἶχον ἀλλοίαν γνώμην». (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§37Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει ὑπεύθυνος Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος καλύπτει τὸν κ. Τσουδερόν.
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπροκαλύπτως.
§39Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λοιπόν, λέγει, ἂν ἤκουον μερικὰς ἀληθείας, θὰ εἶχον ἀλλοίαν γνώμην. Βεβαίως ἐκ τῆς καλῆς θελήσεως καὶ τῆς δυνάμεως ἑνὸς ἀτόμου θὰ ἐξαρτᾶται τὸ νὰ ἀκούσῃ τι, ἀπαιτεῖται ὅμως διὰ ν’ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἕτερον ἄτομον, τὸ ὁποῖον νὰ θέλῃ νὰ ἐκθέσῃ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Ὅταν δὲν ἀνακοινοῦται ἐν ὅλῃ τῇ ἐκτάσει ἡ πραγματικότης, ποῖος πταίει; Αὐτὸ ἄλλως τε ἐπανειλημμένως παρεπονέθημεν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ προβῇ μεθοδικώτερον, δηλαδὴ νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος ἐν τῇ σειρᾷ τῶν ὁμιλητῶν, νὰ ἐκτεθοῦν καὶ ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀθηνῶν ὅσα ἐξετέθησαν, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει κινδυνεύομεν νὰ καταστήσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ σπουδαιότερον τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ζήτημα, ἐντελῶς ἐπεισοδιακόν. Ἐν τούτοις εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν τὰς αἰτηθείσας ἐξηγήσεις. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν, δὲν εἶναι ἀνάγκη τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων κομμάτων, νὰ εἴπῃ ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὰ ¾ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἢ τῶν γηγενῶν, διὰ νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, συμπαριστάμενοι ἐν τῇ Κυβερνήσει, νὰ προβῶμεν εἰς ὅλας τὰς ἀνακοινώσεις ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἰδικῶν μας ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος ἢ καὶ ἐνεργειῶν συνδεομένων πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ προγράμματος. Οἱαδήποτε σημασία καὶ ἂν ἔχῃ, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀπετέλει μέλος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ καθιστῶμεν ἐνήμερον... Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἐξολισθήσω εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἡ διεκδικουμένη δύναμις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης. Ὑποθέτω ὅτι ἔχομεν σειρὰν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι δεικνύουν τὰς ἀκριβεῖς ἀναλογίας τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος. Ἐπίσης δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀποκρούοντες ἄλλην τινὰ δοκιμασίαν. Οὕτω τὸ ζήτημα τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος εἶναι ζήτημα λελυμένον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετατεθῶσι τὰ πράγματα δι’ οἱουδήποτε λόγου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ἂν συνοψίσῃ κανεὶς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ προλαλήσαντος διὰ νὰ ἐξαγάγῃ ποῖον τὸ ἐναντίον μας παράπονον καὶ τί ἀπεκρύψαμεν ἀπὸ τοὺς συμπράττοντας λαϊκούς, ἀσφαλῶς δὲν θὰ εὕρισκε βάσιν τοῦ παραπόνου. Μόλις ἐπεστρέψαμεν, ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅλα τὰ ἐρωτήματα, ὅλους τοὺς ὅρους καὶ τὰς ὑποδείξεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μετὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Εἰς τὸ ἐρωματηλόγιον ὑπῆρχεν ἡ τραπεζιτικὴ ἐκκαθάρισις καὶ ἡ νομισματικὴ σταθεροποίησις. Καὶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτὴν εἶπον ὅτι μὲ τὸ ὑπάρχον τραπεζιτικὸν ζήτημα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ νομισματικὴ σταθεροποίησις καὶ ἑπομένως οἰκονομικὴ ἐξυγίανσις. Αὐτὸ δὲ ἀπετέλει τὸν σκοπὸν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος. Ἀποροῦμεν τί ἄλλο ἐπρόκειτο νὰ ἀνακοινώσωμεν. Ὅ,τι ἀπεκρύψαμεν εἶναι ὅτι ἦλθεν ἐδῶ ὁ κ. Ἀβενὸλ καὶ εἰς μίαν ἰδιαιτέραν συνδιάλεξιν μὲ τὸν κ. Τσουδερὸν ἐξέφρασε τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς σύστημα ὡς ἔχει σήμερον εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ καλῶς. Γνώμη προσωπικὴ τοῦ κ. Ἀβενόλ, σύμφωνα πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Κανεὶς ὅρος δὲν διετυπώθη ἀπὸ τὸν κ. Ἀβελόλ, διότι δὲν ἦλθεν ἐδῶ διὰ νὰ διατυπώσῃ ὅρους, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ προλάβῃ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Διότι εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ τὸ πρόγραμμα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶναι γνωστόν. Θὰ μετεβαίνομεν δηλαδὴ ἐκεῖ καὶ θὰ μᾶς ἐτίθετο τὸ ἐρώτημα· ἐφόσον ἀποβλέπετε εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν, εἶσθε διατεθειμένοι νὰ ἄρετε τὴν ἀνωμαλίαν τὴν τραπεζιτικήν, ἡ ὁποία σᾶς ἐμποδίζει νὰ ἐπανέλθητε εἰς ὁμαλότητα οἰκονομικήν; Καὶ ἐλάβομεν ἡμεῖς τὴν ἀπόφασιν ὡς τὴν ἐλάβομεν. Ὁ κ. Ἀβενὸλ συνυπέδειξεν εἰς μίαν ἰδιαιτέραν συνομιλίαν ὅτι μὲ τὸ καθεστὼς αὐτὸ σήμερον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀσύγχρονον, ὀπισθοδρομικὸν καὶ ἐπιζήμιον, δύσκολον θὰ ἦτο νὰ ἀποβλέψῃ τις εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν τῆς Ἑλλάδος.
§42Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὥστε ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀβενόλ, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν τί εἶπεν.
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὔτε ἐγὼ γνωρίζω. Μὲ τὸν κ. Ἀβενὸλ συνωμίλησα ὡς ἰδιώτης, ἔπρεπεν ὅλα αὐτὰ νὰ ἀνακοινοῦνται. Ὁ κ. Ἀβενὸλ δὲν ἦλθεν ἐδῶ διὰ νὰ διατυπώσῃ ὅρους, ἦλθε διὰ νὰ συλλέξῃ στοιχεῖα καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Γενεύην. Εἰς ἰδιαίτεραν του συνομιλίαν μὲ τὸν Ὑποδιοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶπεν ὅτι τὸ σημερινὸν σύστημα δὲν εἶναι σύστημα ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς συγχρόνους τραπεζιτικὰς ἀρχάς.
§44Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὡς ἰδιώτης ἦλθεν ἐδῶ ἢ μὲ ἐπίσημον ἀποστολήν;
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶχεν ἀποστολὴν νὰ συλλέξῃ πληροφορίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἀλλ’ οὐδὲν ἀπολύτως νὰ ὑποδείξῃ οὔτε νὰ συζητήσῃ ἐπὶ ὅρων. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅτι ἡ ὑπόδειξις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἦτο ἡ τραπεζιτικὴ καὶ νομισματικὴ ἐξυγίανσις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἤδη ἐπιδιωκομένων ὅρων. Δὲν ἀπεκρύβη τοῦτο.
§46Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν τὸ εἴπατε αὐτό. Τὸ εἴπατε ad referendum.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Εἶσθε ἐν γνώσει λοιπὸν ὅτι διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ πρόγραμμά μας ἦτο ἀνάγκη νομισματικῆς καὶ τραπεζιτικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἠγέρθη ὅμως τὸ ζήτημα καὶ εἰς τοῦτο φαίνεται ὅτι συνίσταται τὸ παράπονον, ὅτι ἔχει καλῶς, ἐγνωρίζαμεν ὅτι ἀπαιτεῖται τραπεζιτικὴ καὶ νομισματικὴ μεταρρύθμισις, ἀλλὰ διατί δὲν μᾶς κατεστήσατε ἐνημέρους ἂν αὐτὸ ἀπετέλει μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ ἐπιδιωκομένου παρ’ ἡμῶν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἢ ἦτο ἐπιβολὴ παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Σᾶς ἐρωτῶ· ὑπάρχει καμμία διαφορά; Ἀλλὰ προχωρῶ ἔτι περαιτέρω καὶ λέγω ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως εἶναι πρόγραμμα τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως εἶναι πρόγραμμα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, πρόγραμμα ὅμως τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη περιληφθῆ ὡς ἀναπόσπαστον μέρος τῆς ἡμετέρας οἰκονομικῆς πολιτικῆς πρὶν μεταβῶμεν εἰς Γενεύην.
§48Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἴπατε ποτὲ περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Φέρετε παρακαλῶ τὸν λόγον μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διετυπώθη τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἐν γνώσει τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀποδεχθέντος τὸ πρόγραμμα τοῦτο. Αὐτό εἶναι ἀναντίρρητον. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἦτο δύσκολον δι’ ἕνα μελετητὴν τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων νὰ πιστεύῃ ὅτι θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν σταθεροποίησιν μὲ τὴν ὑφισταμένην τραπεζιτικὴν σύγχισιν καὶ ἀταξίαν. Εἰς τὴν Γενεύην ἐκράτει ἡ ἰδέα, ἡ κρατοῦσα καὶ παρ’ ἡμῖν, διότι ἐγὼ προχθὲς εἶπον ὅτι ὁ κ. Μιχαλακόπουλος δημοσίᾳ, ἐγὼ δὲ πάντοτε κατ’ ἰδίαν ὑπεστήριξα ὅτι τὸ τραπεζιτικὸν καθεστὼς εἶναι ἀνώμαλον καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐκκαθαρίσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἂν θέλωμεν νὰ προλάβωμεν καταστροφὰς εἰς τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν. Ἑπομένως ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἰδέᾳ ἡμῶν ἡ τραπεζιτικὴ ἐκκαθάρισις. Εἰς τὴν Γενεύην μᾶς ἐτέθη τὸ ἐρώτημα ἂν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν τῶν τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν καὶ μείνῃ ἡ Τράπεζα ἵδρυμα καθαρῶς ἐκδοτικόν. Τί ἀπηντήσαμεν εἰς τοῦτο εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν; Ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ ἰδέα ἦτο ἀπολύτως σύμφωνος καὶ πρὸς τὰς ἡμετέρας ἀντιλήψεις. Δεχόμεθα τὴν ἰδέαν αὐτὴν καὶ ἔχομεν πᾶσαν ἐπιφύλαξιν ὅπως ἐξετάσωμεν, ἂν δυνάμεθα τὴν μεταβολὴν αὐτὴν νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν ἢ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Αὐτὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν παρέσχομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἴπομεν δηλαδὴ ὅτι ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους ἡμῶν ἔγινε κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ἀνεγνωρίσαμεν τὸ ὀρθὸν τῆς τραπεζιτικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἡ ἐφαρμογή της ἦτο κατορθωτὴ ἢ ἀκατόρθωτος. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ad referendum.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπατε προχθὲς ὅταν σᾶς ἠρώτησα ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σεῖς ἐδέχθητε ἐκεῖ δὲν ἐγένοντο δεκτὰ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνταῦθα, σεῖς εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀπέλθητε τῆς Κυβερνήσεως. Τότε σεῖς εἴχατε ὑποχρέωσιν προσωπικὴν καὶ εἴχατε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἢ δεχόμεθα ἢ διαλύομεν τὴν Οἰκουμενικήν.
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἦτο ζήτημα ἠθικῆς ἐκτιμήσεως ἐκ μέρους μου. Λοιπὸν εἶπον προχθὲς ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεμία ὑποχρέωσις δεσμεύουσα τὴν Βουλὴν ἀνελήφθη ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἠδυνάμεθα, κύριοι, κάλλιστα ἡμεῖς προσωπικῶς νὰ διαφωνήσωμεν καὶ νὰ μὴ παραιτηθῶμεν, διότι ἂν ἡ τραπεζιτικὴ μεταρρύθμισις παρίστατο ἐνταῦθα ἀκατόρθωτος, θὰ ἐδίδομεν τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἐδέχθημεν τὰς ὀρθὰς ἐπιστημονικὰς κατευθύνσεις, ἀλλ’ ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων πρὸς τὸ παρὸν δὲν δύνανται νὰ τύχουν ἐφαρμογῆς. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν ἐγώ, ἂν συνησθανόμην ὅτι εἶχον μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἐφόσον προέβην εἰς συμφωνίας ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ εἶπον ὅτι ἐφθάσαμεν κατ’ ἀρχὴν εἰς κάποιαν συνεννόησιν, ἐφόσον ἡ συνεννόησις ἐματαιώθη, δὲν ἠδυνάμην νὰ παραμείνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αὐτὸ θὰ ἐδυσχέραινε τὰς μετὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν περαιτέρω συνεννοήσεις. Εἶναι ἁπλούστατον, θὰ ἐπήγαινα εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον, θὰ ἐγένετο ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ δύναται καλύτερον νὰ διαχειρισθῇ τὰ ζητήματα αὐτὰ μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων. Δὲν χρειάζεσθε ἄλλο τι ἵνα ἐξηγήσητε ὅλα τὰ ζητήματα αὐτά. Δὲν ἐτέλουν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως παρὰ νὰ ἀναγνώσητε τὰς ὑποδείξεις τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἡ Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Δέχεσθε κατ’ ἀρχὴν ἢ δὲν δέχεσθε; Δεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν τὴν διχοτόμησιν καὶ ἑπομένως τὴν ἵδρυσιν Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τοῦτο κατὰ τί δεσμεύει ἡμᾶς νὰ ἰσχυρισθῶμεν κατόπιν ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη τὴν ὁποίαν ἐδεχόμεθα ἐξηρτᾶτο ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως καὶ οὐδεμία ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις ὁριστικὴ ἀνελήφθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Αὐτὰ ἀνεκοινώθησαν εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἑπομένως τὰ ζητήματα δὲν δύνανται νὰ λάβουν οἵαν ἐπεδιώχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην τροπήν. Ὁ κ. Τσουδερὸς ἔδωσε ἐξηγήσεις τινὰς διὰ τῆς δημοσιότητος, νομίσας ὅτι ἐθίγη ἐξ ὅσων εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος ὡς ταῦτα διετυπώθησαν εἰς τὸν Τύπον. Καὶ ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀπὸ τῆς χθὲς ἔδωκα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἅμα τῇ πρώτῃ ἐπαφῇ μετὰ τῆς Κ.Τ.Ε. εὑρεθέντος ἐνώπιον τοῦ ὅρου τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀντετάξαμεν ὅτι ὁ ἀποχωρισμὸς οὗτος ἔχει ἀνάγκην ἀρκετοῦ χρονικοῦ διαστήματος, διότι τότε ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως ἐκδοτικῆς Τραπέζης δὲν ἦτο τὸ κύριον ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ παρίστατο ὁπωσδήποτε ἀνεφάρμοστος ἐφόσον δὲν κατεφεύγομεν εἰς μίαν ταχεῖαν σταθεροποίησιν. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐποπτεύουσα τὴν κυκλοφορίαν, ἐφόσον ἐπρόκειτο, προτοῦ προβῶμεν εἰς τὴν σταθεροποίησιν, νὰ ἱδρύσωμεν Τράπεζαν γεωργικῆς πίστεως, Τράπεζαν ἐμπορικῆς πίστεως, Τράπεζαν οἰκονομικὴν καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ θὰ ἀπητεῖτο οὕτω χρόνος πολὺς καὶ εἴπομεν τότε ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τὴν ταχεῖαν ἐκείνην λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν καὶ τὴν ὁποίαν ἐπεδιώξαμεν καὶ ἡμεῖς ἀποβλέποντες εἰς τὴν σταθεροποίησιν. Αὐτὴν τὴν ἄποψιν ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς καὶ ἡμεῖς ἀνελάβομεν νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν καὶ τότε εὑρέθη ἡ λύσις ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀντὶ νὰ ἀποκεντρώσωμεν τὰς ὑπηρεσίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ ἀποσπάσωμεν μόνον τὴν ἐκδοτικὴν λειτουργίαν, νὰ ἀποκτήσωμεν μίαν νέαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ διατηρήσωμεν κατὰ τὰ ὑπόλοιπα τὸ πρῶτον πιστωτικὸν ἵδρυμα ἀκέραιον, οἷον εἶναι μέχρι σήμερον. Ἑπομένως καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς ἱδρύσεως δὲν ὑπάρχε καμμία ἀμφιβολία. Ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον, ὅτι ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν ὄχι ὡς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ ὑποδείξεις, προῆλθον ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ ἡ Τράπεζα κατόπιν τῶν ἀεννάων ἐπεμβάσεων τοῦ Κράτους εἰς αὐτήν, καὶ ὅτι ἐξουδετερουμένης τῆς δυνατότητος τῶν ἐπεμβάσεων αὐτῶν, οὐδένα λόγον θὰ εἶχεν ἡ Κ.Τ.Ε. νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰς μεταρρυθμίσεις. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνακριβές. Ἡ Κ.Τ.Ε. ἔχει ὡς πρόγραμμα νὰ συγκεντρώνῃ τὴν ἐκδοτικὴν λειτουργίαν εἰς ἰδίας Τραπέζας, εἶναι ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζει ἀνέκαθεν, δὲν ἐπηρεάσθη ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι ὑπάρχει ἐπέμβασις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι καὶ ἂν παρέμενεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθοῦν μέτρα ἀποκλείοντα τὸ Κράτος ἀπὸ τῶν ἐπεμβάσεων τούτων. Ἄλλως τε καὶ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν δὲν εἶναι ὀλιγώτερον δυνατὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι αὕτη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἄλλαι ἦσαν αἱ ἀρχαί, ἐκ τῶν ὁποίων ὡρμήθη ἡ Κ.Τ.Ε. καὶ ἐπεδίωξε τὴν κατοχύρωσιν τῆς Τραπέζης ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Προῆλθεν ἐκ τῆς μερίμνης, ὅπως ὑπάρχῃ Τράπεζα ἰδιωτική, ἱκανὴ νὰ κατοχυρώσῃ τὸ νόμισμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἑπομένως ὁλόκληρον τὴν πίστιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ οἰκονομικὸς βίος τῆς Χώρας (Χειροκροτήματα).
§52Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν θὰ εἶχον τὴν δύναμιν οὔτε τὴν διάθεσιν νὰ ἀντικρούσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ ὅσα εἶπεν, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι διὰ πρώτην φορὰν λέγονται ὅσα ἐλέχθησαν ἀπόψε. Ἐλέχθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι οὐδεμία ὑποχρέωσις ἀνελήφθη ἀπέναντι τῆς Κ.Τ.Ε. πρὸς διχοτόμησιν, ἀλλὰ τότε ποῖος ἦτο ὁ λόγος τῆς ἐπιμονῆς του νὰ μὴ δεχθῇ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἐξεδηλώσαμεν, ὅτι διὰ τῆς διχοτομήσεως, ἡ ὁποία ἐξασθενεῖ τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν καὶ ἡ ὁποία καὶ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι ἦτο ἄδικος, θὰ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν μίαν δωρεὰν εἰς τὴν Τράπεζαν δηλαδὴ τῶν καλυμμάτων.
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον ποτὲ τοιοῦτον τι.
§54Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἴπατε ὅτι εἶναι ἀθέμιτον κέρδος.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§56Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἴσως ἦτο σχῆμα λόγου ἐκ μέρους σας διὰ νὰ ἀποδείξετε ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἄνευ κρατικῆς μερίμνης ἀφοῦ τῆς ἀφῃρεῖτο τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον. Ἀλλ’ ἦτο ὑποχρέωσις νὰ κάμουν πρὸς τὴν Τράπεζαν μίαν παραχώρησιν, διότι θὰ ἔμενεν ὀργανισμὸς ἀσθενικός. Καὶ ἐφόσον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν ἀσθενικὴν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑποχρεώσεως εἰς τὴν Κ.Τ.Ε., ἀλλ’ ἦτο ad referendum, διατί δὲν συνεφωνήσαμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Κ.Τ.Ε. καὶ νὰ ἀποδείξωμεν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι παρημπόδιζον τὴν διχοτόμησιν. Συνεπῶς δὲν ἦτο λάθος ἡ ἐπιμονὴ ἡ ἰδική μας, ἀλλὰ τῆς ἄλλης μερίδος καὶ αὐτὴ ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς διασπάσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέμεινα εἶναι ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐδεχόμην οἱονδήποτε ἄδικον πλουτισμὸν τῆς Τραπέζης. Καὶ διὰ νὰ μὴ φανῶ ὅτι τὸ Κράτος ἦτο χαριστικὸν ἀπέναντι οἱουδήποτε, ἐπρότεινον ὅπως ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν γίνῃ ὑπὸ ἀνθρώπου τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Οἱ καταφερόμενοι ἐν ἀρχῇ ἐναντίον τῆς διχοτομήσεως ἀνεγνώρισαν ὅτι ἦτο δυνατὴ ἡ ἵδρυσις καὶ διατήρησις καὶ τῶν δύο ἱδρυμάτων ἐν πλήρει ἀκμῇ, ἐφόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν θὰ ἀπεστερεῖτο τοῦ ἰσαξίου τῶν καλυμμάτων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠγέρθη ἡ διχογνωμία, οἱ μὲν ἔλεγον ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν ζήτημα νὰ προδικάσῃ τὴν λύσιν θεμελιώδους οἰκονομικοῦ ζητήματος τῆς Χώρας, δεδομένου ὅτι ἡ λύσις αὕτη ἀρρήκτως συνδεδεμένη πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν, θὰ προσφέρῃ ἀνυπολογίστους θυσίας εἰς τὸν Τόπον. Ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν προεβάλλετο, ὅτι ὅσον καὶ ἂν συνέτρεχον σπουδαῖοι λόγοι εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῆς λύσεως αὐτῆς, ἡ νομικὴ ἀντίληψις περὶ τῆς κυριότητος τῶν καλυμμάτων δὲν ἐπέτρεπε τὴν μεταβολὴν καὶ ὀφείλομεν νὰ σταματήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἐξυγιαντικοῦ προγράμματος μόνον καὶ μόνον διότι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὰ καλύμματα ἦσαν ἰδιοκτησία τῆς ἐκδοτικῆς καὶ ὄχι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἰς ἀπάντησιν, μεταφέρων τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ἐδάφους, λέγω ὅτι ἂν εἴχετε τοιαύτην γνώμην καὶ τὴν ἐδεχόμεθα πρὸς στιγμήν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι νομικῶς τὰ καλύμματα ἀνήκουσι κατὰ πλήρη κυριότητα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ πάλιν τότε ὑπεράνω τῆς νομικῆς φύσεως τῶν καλυμμάτων ὑπάρχει θεμελιώδης τοῦ Κράτους ὑποχρέωσις ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ μὴ ἀποσπάσῃ περιουσιακὰ στοιχεῖα τόσης ἐκτάσεως, ὥστε νὰ κλονισθῇ ἡ βάσις ἐφ’ ἧς στηρίζεται αὕτη. Εἴχομεν συνεπῶς ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσωμεν τὴν κατανομὴν τῶν ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν στοιχείων τῆς Τραπέζης, ὥστε νὰ διατηρήσῃ αὕτη ἀκεραίαν τὴν ἀκμήν της. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων οὔτε νομικῶς, οὔτε πολιτικῶς ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἓν ὁλόκληρον ἐξυγιαντικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι ἀφῃρημένων νομικῶν ἐπεισοδίων. Αὐτὴ ἦτο ἡ διαφωνία.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἤθελον, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ὁ συνάδελφός μου, ὅστις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην πλέον νὰ δώσῃ μερικὰς ἐξηγήσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δι’ ἐντόνου ὕφους ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀλλοίαν παράστασιν τῶν πραγμάτων ἐκείνης ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶναι. Καὶ ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις λέγει ὅτι ἦλθεν ἐδῶ ὁ κ. Ἀβενὸλ καὶ τῷ ἔκαμε τὴν τάδε ὁμιλίαν. Λυποῦμαι διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Ἀβενὸλ δὲν ἦλθεν ἐδῶ τυχαίως, ἀλλ’ ἦλθε κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως ἐν Γενεύῃ καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐμάνθανε τοῦτο μόνον κατόπιν ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀβενὸλ ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁ κ. Ἀβενὸλ ἦλθεν ἐδῶ νὰ κάμῃ ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας καὶ δὲν κατακρίνω τὴν ἔρευναν ταύτην, διότι ὅταν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν τῇ περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ παραστήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ποία εἶναι ἡ πραγματική της οἰκονομικὴ κατάστασις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς ξένους ὅτι ἡ οἰκονομική της κατάστασις δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ κλονισθῇ παρ’ αὐτοῖς ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλει νὰ δέχεται τὴν ἔρευναν ταύτην. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶναι ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐγνώριζεν ὅτι ἦλθεν ἐνταῦθα ὁ κ. Ἀβενὸλ συνεπείᾳ προηγουμένης ἀποφάσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, δὲν κατέστησε γνωστὸν τοῦτο πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐμάνθανε τοῦτο μόνον πολὺ κατόπιν ὅταν ἔστειλε πρὸς αὐτὸ ἐπιστολὴν ὁ ἴδιος ὁ κ. Ἀβενόλ. Ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅτι, ὅταν μᾶς ἀνέγνωσε τοὺς ὅρους ἢ τὰς προτάσεις ἢ τὰς ὑποδείξεις, ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ τας, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναφθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀποκατάστασιν καὶ τῷ ἐζήτησα νὰ μοὶ ἀναπτύξῃ κατ’ ἰδίαν τοὺς ὅρους τούτους, ἡ συνεδρίασις διεκόπη διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν καὶ παρενεβλήθησαν χίλια δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅτι ἐξ ὅσων ἔγραψεν ὁ κ. Τσουδερὸς φαίνεται ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἐγένοντο ἐκεῖ καὶ ὅτι ἔφθασαν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ὥστε, κύριοι, δὲν ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεων ad referendum, ἀλλ’ ὅταν ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις προκύπτει, ὅπως λέγει καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς καὶ φαίνεται ὅτι οὕτως ἔχει, ὅτι ἤρξαντο ἀπὸ τὸ τμῆμα, τὸ τμῆμα τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ κατελήξατε μετὰ τὴν Γενεύην εἰς τὸ Λονδῖνον, ὅπου ἐγένοντο αἱ τελικαὶ διαπραγματεύσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπεδείχθη πρῶτον ἀπὸ τὸν κ. Τσουδερὸν ὁ χωρισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Τσουδερὸς νὰ ἔλθῃ εἰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις καὶ προτάσεις χωρὶς νὰ εἶσθε σεῖς ἐν ἐπιγνώσει τούτων, διότι ἂν τοιοῦτόν τι ἐγένετο, δὲν νομίζω ὅτι οὗτος ἠδύνατο νὰ συνεργάζεται μεθ’ ὑμῶν. Καὶ προχωρῶν λέγω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν διὰ νὰ τῷ ὑπομνήσω τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἔσχε ἢ οὐ συνεννόησιν μὲ τὸν κ. Μάξιμον καὶ δὲν γνωρίζω τί εἶπον, διότι δὲν ἤμην παρών. Ἀλλὰ λέγω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅτι ἡμεῖς ἐπιμένοντες πάντοτε εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ διχοτόμησις τοῦ πρώτου οἰκονομικοῦ ἱδρύματος, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θὰ ἦτο πράγματι ἐπιζημία, ὑπεστηρίξαμεν πάντοτε τὴν ἵδρυσιν εἰδικοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς. Θὰ εἴπω δὲ ἀκόμη ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν τελευταίαν ἔκδοσιν τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει ὅτι τὸν ἐμέμφθησαν διότι ἡ Τράπεζα ἀναμιγνύεται καὶ εἰς ἄλλας ὑποθέσεις καὶ λέγει ὅτι δὲν ἦλθεν ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπροχώρησαν οὕτω πως τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν τοιοῦτον καταμερισμὸν τῶν Τραπεζῶν. Καὶ σᾶς ἀναγινώσκω τί λέγει (ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Διοικητὴς λοιπὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑποστηρίζει ὅτι δὲν εἶναι τὰ πράγματα οὕτω πως προηγμένα, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ τοιοῦτος καταμερισμὸς τῶν τραπεζικῶν ἐργασιῶν. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ὑποστηρίζει ὁ κ. Ὑποδιοικητὴς ἐν Γενεύῃ τὴν τμηματικὴν διαίρεσιν, ἣν ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μάξιμος, ὁ εἰδικώτερος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Καὶ διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα, ἐκάμαμεν τὴν συνάντησιν, καθ’ ἣν παρέστησαν καὶ ὁ κ. Μάξιμος καὶ ὁ κ. Διομήδης. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ χωρισμὸς συνίσταται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὸ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ ἀποζημίωσις τοῦ καλύμματος. Καὶ εἴπατε σεῖς εἰς τὸν κ. Μάξιμον· ἐλᾶτε σεῖς νὰ κάμετε τὸν χωρισμὸν αὐτόν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, διότι ὅταν ὁ κ. Μάξιμος ἐπίστευε καὶ πιστεύει, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸν τὸν χωρισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς αὐθαιρεσίας, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὄχι καλόν; Διότι, ἂν εἶναι γεγονός—καὶ καθ’ ἡμᾶς εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονός—ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουσιν εἰς τὸν φορέα τῶν γραμματίων καὶ ἑπομένως δέον νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων αὐτῶν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν χωρισμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ δώσωμεν ἀποζημίωσιν 1,176,000,000 δραχμῶν καὶ νὰ ἀναλάβωμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν εὐθύνην νὰ κάμωμεν τὸν χωρισμόν, ἐφόσον ἀποδεχόμεθα ὄντως ὅτι ὁ χωρισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ ἄδικον πρᾶξιν.
§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ νομικὴ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ὑπέχει τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι νὰ διατηρήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις ἔναντι αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι θεμελιώδης ὑποχρέωσις, ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπομακρυνθῶμεν οὐδὲ κατὰ κεραίαν. Δὲν ζητοῦμεν τίποτε τὸ αὐθαίρετον εἰμὴ τὴν ἐφαρμογὴν νέας ἀρχῆς ἀπείρως θεμελιωδεστέρας. Ἔχει δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἀξιώσῃ ὅπως μὴ διχοτομηθῇ τὸ σύστημα τοῦ ἱδρύματος, τοῦ ὁποίου ἡ λειτουργία ἐβασίσθη ἐπὶ τόσα ἔτη. Ἀλλ’ ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ ὅπως μὴ ζημιωθῇ, ἀναμφισβητήτως καὶ τὸ Κράτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀποζημιώσῃ. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο γίνῃ, ἀναντιρρήτως θὰ δικαιούμεθα νὰ καταμερίσωμεν τὰ στοιχεῖα οὕτω πως καὶ νὰ προσδώσωμεν εἰς τὸ Κράτος τοιαύτην ἰσχύν, ὥστε νὰ διατηρήσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς κατανομῆς τῶν στοιχείων. Καὶ θὰ ηὐχόμεθα ἡ κατανομὴ νὰ μὴ γίνῃ παρὰ τρίτων, ἀλλὰ παρ’ ἀνθρώπων ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης. Δὲν πρόκειται νὰ διαπράξωμεν, λέγω, αὐθαιρέτους πράξεις, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν ἠθικὰς καὶ νομικὰς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ νὰ μὴ ζημιώσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τί δύνασθε νὰ εἴπητε εἰς αὐτά; Ἀπολύτως τίποτε νομίζω. Θεμελιώδης διαφορὰ προέκυψεν ὅσον ἀφορᾷ τὰ καλύμματα, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διαφορετικά.
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ κατέκρινεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ λέγει ὅτι δὲν δικαιολογοῦμαι διὰ τὴν διαφωνίαν μου. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ, ἂν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε ἐνόμιζεν ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἰσχωρήσω. Ἄλλως τε συναισθάνομαι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἤθελον νὰ ἐξαντλήσω πᾶσαν προσπάθειαν, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ διάσπασις καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπεχώρησα ἀμέσως, ἀλλ’ ἐζήτησα νὰ φωτισθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἰδιαιτέρως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχων παρὰ τὸ πλευρόν μου τὸν κ. Μάξιμον. Αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ὡς ὅπλον ἐναντίον μου, διότι ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἐξονυχισθοῦν τὰ πράγματα, ὅταν ὅμως κατέστη βέβαιον ὅτι ὁ συμβιβασμὸς ἀπεκλείετο, τότε καὶ ἀπεχώρησα. Τὸ κύριον ἔρεισμα τῆς διχονοίας ἡμῶν ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν καλυμμάτων. Πάντως τὸ ποσὸν τῶν καλυμμάτων πρέπει νὰ πληρωθῇ, κατὰ τίνα ὅμως τρόπον δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Τὴν εὐθύνην ἀνέλαβεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ νομίζω ὅτι, ἂν θελήσῃ νὰ τὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν Τράπεζαν, δὲν θὰ γίνῃ ὀρθῶς τοῦτο.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σαχτούρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν Ἑλληνοσερβικῶν συμβάσεων.
§63Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων ἀπεστάλησαν πρὸς μελέτην αἱ Ἑλληνοσερβικαὶ συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἡ δικτατορικὴ Κυβέρνησις εἶχε συνάψει τὴν 17ην Αὐγούστου 1926. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ μετὰ πάσης προσοχῆς ἐμελέτησε καὶ ἐξήτασε τὰς σπουδαίας ταύτας συμβάσεις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἐθνικὸν συμφέρον ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐμφορουμένη, συμφώνως πρὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὰ αἰσθήματα, ἀπὸ εἰλικρινῆ συμπάθειαν πρὸς τὸ φίλον καὶ εὐγενὲς Σερβικὸν Ἔθνος. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν—θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν συνοπτικὴν ἐξιστόρησιν τῶν συμβάσεων τούτων—ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν Ἑλληνοσερβικὴν τοῦ 1913 ἡ Ἑλλὰς προσεφέρθη προθύμως, ἀποδεικνύουσα τὰ φιλικὰ αὐτῆς αἰσθήματα πρὸς τὴν Σερβίαν, προσεφέρθη, λέγω, προθύμως νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Σερβίαν μίαν διέξοδον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, μίαν διέξοδον εἰς τὸν λιμένα τῆς Θεσσαλονίκης, χρήσιμον διὰ τὸ εἰσαγωγικὸν καὶ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον τῆς γείτονος Ἐπικρατείας. Μετὰ ταῦτα ὑπεγράφη ἡ σχετικὴ σύμβασις τοῦ 1914. Ἐν τοσούτῳ ὁ μεσολαβήσας παγκόσμιος πόλεμος δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως ταύτης. Βραδύτερον κατὰ τὸ 1923, κατόπιν νέων διαπραγματεύσεων αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς ἐσωτερικῶς μὲν εὑρίσκετο εἰς οἵαν γνωρίζετε κατάστασιν, ἐξωτερικῶς δὲ καὶ διεθνῶς διήρχετο μίαν δυσχερεστάτην καὶ κρισιμωτάτην περίοδον. Οὕτω συνωμολογήθη τότε ἡ γνωστὴ σύμβασις τοῦ 1923, ἡ ὁποία δὲν παρεχώρει πλέον εἰς αὐτὴν μόνον διέξοδον ἐμπορικὴν, ἡ ὁποία ἦτο τῳόντι χρησιμωτάτη τῇ Σερβίᾳ, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν αὕτη δὲν εἶχε φθάσει τὴν Ἀδριατικήν. Ἡ σύμβασις τοῦ 1923, ὅτε ἡ Σερβία εἶχε διέξοδον εἰς τὴν Ἀδριατικήν, παρεχώρει εὐρύτατον χῶρον διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἐν αὐτῇ Σερβικὴ ζώνη, διευκολύνουσα τὸ ἐμπόριον τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικὸν τῆς φίλης Ἐπικρατείας. Οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως τοῦ 1923, ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἀνώδυνοι διὰ τὴν Χώραν. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ σύμβασις συνήφθη συνετέλεσαν, ὥστε ἡ δυσφορία τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ μὴ ἐκδηλωθῇ ἐναργέστερον. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τινός. Κατόπιν ὅμως τῆς ὑπὸ τῆς Σερβίας καταγγελίας τῆς Ἑλληνοσερβικῆς συνθήκης συμμαχίας ἡ γείτων Ἐπικράτεια ἤρξατο διατυπώνουσα ἀξιώσεις πολὺ βαρυτέρας, πολὺ ἐπαχθεστέρας, θιγούσας αὐτὰ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι διερμηνεύω καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως εἶμαι πεπεισμένος ὅτι διερμηνεύω τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὰ αἰσθήματα, ὅταν λέγω ὅτι εὑρέθη Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ Ἕλλην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑπογράψῃ σύμβασιν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος παρεβίαζεν, ἀλλ’ ἔθετε καὶ τὰ θεμέλια οὕτως εἰπεῖν καὶ τὴν ἀσφαλῆ πηγὴν τῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως θὰ ἐπήρχοντο μεταξὺ τῶν δύο φίλων καὶ πρώην συμμάχων Κρατῶν, ἂν ἐπεκυροῦντο καὶ ἐλάμβανον σάρκας καὶ ὀστᾶ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν κεκμηκυῖαν Βουλήν, θὰ ἀρκεσθῶ νὰ ἀναφέρω σημεῖα τινά, τὰ ὁποῖα βαθύτατα ἔτρωσαν τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν καὶ τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ. Τὰ ὑπέστη ἀδιαμαρτυρήτως μόνον καθ’ ἣν στιγμὴν φίμωτρον σκληρὸν εἶχε θέσει ἡ δικτατορία ἐπί τε τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἐπὶ τοῦ Τύπου, ὡς καὶ ἐπὶ παντὸς δυναμένου νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ὁ Λαὸς ὑπερίσχυσε, τόσον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ὅσον καὶ ὁ Τύπος ἔσπευσαν νὰ ἐκφράσουν τὸν πόνον καὶ τὴν θλῖψιν διὰ τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν διὰ τὴν ταπείνωσιν ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπὸ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Χώρας. Σύσσωμον τὸ Ἔθνος ἐκήρυττεν ἀπαραδέκτους καὶ ἀκύρους τὰς τοιαύτας συμβάσεις. Περιορίζομαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγα μόνον σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκετὰ ἵνα ἐκδηλώσωσι καὶ νὰ πιστοποιήσωσι τὴν τρωθεῖσαν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διὰ τῶν ἐν λόγῳ συμβάσεων δὲν εἶναι πλέον ὁ χῶρος, τὸν ὁποῖον παρεχώρησεν ἡ σύμβασις τοῦ 1923, ἀλλ’ εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ ἐγκαθίδρυσις ξένου Κράτους ἐντὸς τῆς Θεσσαλονίκης (ἀναγινώσκει): «Ὑποβάλλει εἰς ἰδιότυπον καθεστὼς τὴν Ἑλληνικὴν γραμμὴν Γευγελῆς–Θεσσαλονίκης, καθιεροῦσα Ἑλληνοσερβικὴν ἐπ’ αὐτῆς συγκυριότητα καὶ συνδιοίκησιν». Ἐν Θεσσαλονίκῃ ἱδρύεται καθαρὸς Σερβικὸς λιμὴν καὶ διεθνῶς ἀνεγνωρισμένος Σερβικὸς σταθμὸς ἐν τούτῳ. Ἡ ἐπὶ τῶν ναυτιλιακῶν ἐγγράφων θεώρησις Σερβικῶν προξενείων ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν διὰ τὰς Ἑλληνικὰς λιμενικὰς Ἀρχάς. Παραχωρεῖται δικαίωμα ἀκτοπλοΐας εἰς τὴν Σερβικὴν σημαίαν. Τὰ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν ἀποτελέσματα εἶναι εὔκολον νὰ κατανοήσῃ πᾶς τις ἀναλογιζόμενος ὅτι διὰ τῆς ρήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, δηλαδὴ ἡ ἀκτοπλοΐα θὰ ὤφειλε νὰ παραχωρηθῇ καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη μὲ τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς εἰς συμβατικὸν καθεστώς. Ἐγεννήθη ὑποχρέωσις προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς πᾶσαν περὶ διαμετακομίσεως εἰς Θεσσαλονίκην σύμβασιν, ἣν ἤθελε καταρτίσει ἡ Σερβία μετὰ τρίτου Κράτους. Δηλαδὴ ὄχι μόνον ἡ Σερβία εἶχε δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄλλο Κράτος τὸ ὁποῖον θὰ συνῆπτε σχετικὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Σερβίας. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω περισσότερον ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, λέγω ὅτι δημιουργοῦνται, τίθενται τρόπον τινὰ ἐν τῇ Ἑλληνικωτάτῃ Θεσσαλονίκῃ τὰ θεμέλια πρὸς ἵδρυσιν μιᾶς μεγάλης Σερβίας καὶ τῆς ὁποίας....
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι δὰ καὶ τόσον.
§65Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Ἐκεῖ θὰ κατέληγον τὰ πράγματα. Ὁπωσδήποτε ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως εὗρεν ὅτι οἱ ὅροι οἱ περιλαμβανόμενοι εἰς τὰς ἐν λόγῳ συμβάσεις εἶναι ὅροι θίγοντες βαθύτατα τὴν Ἑλληνικὴν κυριαρχίαν πολλαχῶς, ἐπιζήμιοι καὶ δυνάμενοι νὰ ἀποβῶσι πηγὴ σοβαρῶν προστριβῶν μετὰ τῆς γείτονος καὶ φίλης Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μὴ ἐπιψήφισιν, ἀλλὰ τὴν ἀπόρριψιν τῶν ἐν λόγῳ συμβάσεων, ἔχουσα τὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίζουσα ὅτι αἰρομένου τοῦ ἐμποδίου τῶν ἐν λόγῳ συμβάσεων θὰ ἐπακολουθήσουν διαπραγματεύσεις ἐλεύθεροι, ὥστε νὰ συναφθοῦν συμβάσεις ἐπὶ ἴσοις ὅροις, ἐξασφαλίζουσαι τὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν καὶ συντελοῦσαι εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν κοινῶν συμφερόντων. Παραδίδω ὑμῖν τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. (Χειροκροτήματα).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἀποδέχεται τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ ἀπορρίψεως τῶν Ἑλληνοσερβικῶν συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν τῶν ὑπογραφεισῶν ἐν Ἀθήναις τὸ 1926 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἅπαντες οἱ βουλευταί).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως αἱ συμβάσεις θεωροῦνται ὡς μὴ ὑπάρχουσαι.
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ παραμείνωσι πέντε λεπτὰ διὰ νὰ ψηφίσωμεν μερικὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐξετασθῆ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Φιλανδίας ὑπογραφείσης ἐν Ἕλσινγκ τῇ 18 Δεκεμβρίου 1926 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Λεττονίας ὑπογραφείσης ἐν Ρίγᾳ τῇ 25 Φεβρουαρίου 1927 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1926». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Φεβρουαρίου 1927 προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως αʹ) τῆς ἐν Βαρκελώνῃ συναφθείσης διεθνοῦς συμβάσεως καὶ καταστατικοῦ ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος τῶν πλωτῶν ὁδῶν διεθνοῦς ἐνδιαφέροντος καὶ βʹ) τῆς ἐν Βαρκελώνῃ ὑπογραφείσης δηλώσεως περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς σημαίας στερουμένων θαλασσίας ἐξόδου Κρατῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐφάπαξ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ὀκτωβρίου 1926 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐφάπαξ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 3364 τῆς 11 Μαρτίου 1927 «περὶ προσωρινῆς παραχωρήσεως τῆς ρήτρας τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους κλπ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς τῆς 16–17 Μαρτίου 1927 καταστραφέντος ἀρχείου τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας καὶ τῆς Εἰσαγγελίας αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§81Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 36 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κ. Πρόεδρε.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Θεραπευτηρίου «Σωτηρία» ὡς καὶ τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ χρήσεως 1926–1927 ἀναγραφομένης ............». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.20′ μ. μ.)
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τῶν χρηματικῶν ὑπολοίπων τοῦ Ταμείου Ἀγροφυλακῆς Καρδίτσης πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτση». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Παπανικολάου καὶ Δαυΐδ Σολάν. Ὁ κ. Λ. Κυβετὸς ἔχει τὸν λόγον.
§86Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει ἓν ταμεῖον ἀσφαλίσεως καὶ προστασίας τῶν καπνεργατῶν. Τὸν κανονισμὸν τοῦ ταμείου τούτου εἶχε τροποποιήσει διὰ Διατάγματος ἡ Κυβέρνησις Παγκάλου. Ἐγένετο κίνησις καπνεργατῶν πρὸς ἀκύρωσιν τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος καὶ ἐπαναφορὰν τῆς προτέρας συστάσεως τοῦ ταμείου. Τὴν κίνησιν καθωδήγουν οἱ συνάδελφοι τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ τροποποίησις ἡ ὁποία ἐγένετο εἶναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης προεκλήθη συγκέντρωσις τὴν 2αν Ἰουνίου ἐν Θεσσαλονίκῃ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμάδες καπνεργατῶν ἔφθασαν πρὸ τοῦ Διοικητηρίου καὶ ἐζήτησαν νὰ εἰσέλθωσιν διὰ τῆς βίας εἰς αὐτό. Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθε δύναμις χωροφυλάκων καὶ κατόπιν δύναμις ἱππικοῦ διὰ νὰ τοὺς διασκορπίσῃ. Τινὲς ἐξ αὐτῶν κατέφυγον εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔρριψαν κατ’ ἀρχὰς λίθους καὶ κατόπιν ἐπυροβόλησαν. Ἐγένοντο τραυματισμοί τινες καὶ κατασταλέντος τοῦ κινήματος ἐπῆλθεν ἡ σύλληψις 82 περίπου ἐκ τῶν θεωρηθέντων πρωτεργατῶν. Καθ’ ἃ φαίνεται ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις εἶχε δέσει τοὺς 82 συλληφθέντας καὶ ἡτοιμάζετο νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ κρατητήριον, ἐνεφανίσθησαν οἱ συνάδελφοι κ. κ. Γ. Παπανικολάου καὶ Σολὰν καὶ καθὰ λέγουσι τινὲς ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Ἱππικοῦ, ὁ κ. Παπανικολάου ἤθελε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον διὰ νὰ ἐξετάσῃ τί συμβαίνει ἐκεῖ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν φράσιν, ὅπως τὴν ἀναφέρει ὁ οὐσιώδης, ὡς χαρακτηρίζεται ὑπὸ τῆς ἀνακρίσεως, μάρτυς ἀνθυπίλαρχος Ἀσημάκης Καθάριος, διότι ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται ἡ κατὰ τοῦ κ. Παπανικολάου κατηγορία (ἀναγινώσκει): «Εὐθὺς μετὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἐργατῶν καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐτακτοποιοῦντο οἱ παραδοθέντες εἰς γραμμὴν ἵνα ὁδηγηθῶσιν εἰς τὸ κρατητήριον, ἀντελήφθην τὸν βουλευτὴν κ. Παπανικολάου, ὃν ἐγνώριζα καλῶς καὶ ἕνα ἀκόμη, ὅστις ὡς ἤκουσα ἦτο ὁ βουλευτὴς κ. Σολὰν ἢ ὁ βουλευτὴς κ. Χαΐνογλου, ἔξω τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου δεικνύοντας ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς ἐργάτας καὶ ἐπιμένοντας νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ζημιῶν κλπ. Προφανῶς θὰ ἦσαν κρυμμένοι ἐκεῖ πλησίον». Τὸ τελευταῖον αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. ἀνθυπιλάρχου, ὅστις ὅμως δὲν ἐθεώρησεν ὅτι κάτι κακὸν ἔκαμαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν οἱ βουλευταί. Τοὺς ἀφῆκαν λοιπὸν ἐλευθέρους καὶ ὡδήγησαν τοὺς 82 συλληφθέντας ἐργάτας εἰς τὸ κρατητήριον, τοὺς παρέπεμψαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ κατόπιν εἰς τὸ 5ον ἀνακριτικὸν τμῆμα, ἐξεδόθησαν ἐντάλματα καὶ τὴν 2αν Ἰουνίου ἐκδίδεται ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τῶν συναδέλφων κ. κ. Βεντούρα, Χαΐνογλου, Σολὰν Μπουχὰρ καὶ Παπανικολάου. Ἐξ αὐτῶν οἱ δύο συνελήφθησαν ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας, οἱ δὲ ἕτεροι δύο ἐπειδὴ δὲν κατωρθώθη νὰ συλληφθῶσι τὴν ἡμέραν ἐκείνην, παρέμειναν ἐλεύθεροι καὶ ζητεῖται ἁπλῶς σήμερον ἡ ἄδεια διώξεως αὐτῶν ἢ μή. Ὁ εἰσαγγελεὺς καθ’ ἃ εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐτηλεγράφησε τὴν 4ην Ἰουνίου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀναφέρων τὴν σύλληψιν αὐτῶν καὶ ζητῶν τὴν ἄδειαν τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς διώξεως. Ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ἡ Βουλή, ἀπεστάλη τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔκτοτε ὅμως τοῦτο οὐδεμίαν ἔδωκεν ὤθησιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Πρόκειται νὰ ἐξετασθῶσι σήμερον δύο κεχωρισμένα ζητήματα. Πρῶτον ἂν οἱ συνάδελφοι κ. κ. Παπανικολάου καὶ Σολάν, ὅπως τοὺς φέρει τὸ κατηγορητήριον, ὑπῆρξαν οἱ ἠθικοὶ αὐτουργοὶ τῆς στάσεως καὶ δεύτερον ἂν καλῶς συνελήφθησαν ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήσαντες. Βεβαίως αὐτόφωρος ἠθικὴ αὐτουργία δὲν ὑπῆρξε, διότι δὲν συνελήφθησαν οὔτε κατὰ τὸ τέλος τῆς πράξεως, οὔτε διωκόμενοι ὑπὸ τῆς κοινῆς κραυγῆς, τοὐναντίον παρουσιάσθησαν μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν ταραχοποιῶν στοιχείων καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον τεθῆ οἱ ταραχοποιοὶ εἰς τὴν γραμμὴν καὶ ὡδηγοῦντο εἰς τὸ κρατητήριον, ἤτοι καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν ἐπικρατήσει ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθον καὶ ἐζήτησαν νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον διὰ νὰ ἴδουν τί συμβαίνει, ὅπως θὰ ἔπραττε τοῦτο πᾶς ἄλλος βουλευτής. Δὲν συνελήφθησαν δὲ διότι δὲν ἐθεωρήθη ὅτι ἔπραττόν τι παράνομον, ἐρωτῶντες τί συνέβαινε καὶ πληροφορούμενοι περὶ τῆς τύχης τῶν συλληφθέντων. Ἡ κατηγορία διὰ νὰ θεωρήσῃ ὅτι εἶναι αὐτόφωρον τὸ ἀδίκημα καὶ ὅτι εἶναι ἠθικοὶ αὐτουργοὶ οἱ βουλευταί, στηρίζεται ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι τὴν παραμονήν, δηλαδὴ εἰς τὰς 5.30′ μ. μ. τῆς 1ης Ἰουνίου, εἶχε γίνει συγκέντρωσις ἀρτεργατῶν εἰς ἓν κινηματοθέατρον καὶ ὡμίλησαν διάφοροι συνάδελφοι τῆς παρατάξεως αὐτῆς καὶ μετ’ αὐτῶν ὡμίλησε καὶ ὁ κ. Παπανικολάου, ὅστις φέρεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος παρηκολούθησε τὰ γιγνόμενα ἐκεῖ, ὅτι εἶπεν εἰς τοὺς ἐργάτας ὅτι μόνον διὰ τῆς πυγμῆς καὶ τοῦ γρόνθου θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐπικρατήσουν εἰς τὰς ἀπόψεις αὐτῶν. Εἶναι πασίγνωστον ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος αὐτοῦ εἶναι πρόγραμμα ἀνατρεπτικὸν τοῦ σημερινοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, ὅτι εἶναι πρόγραμμα ἀνατρεπτικὸν οὐχὶ διὰ τῆς πειθοῦς, διότι οὕτω δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐπιτύχουν ποτέ. Καὶ ἐπιδιώκουν ὄχι τὴν ἐγκαθίδρυσιν καταστάσεως ἐγγυωμένης τὴν ἰσότητα μεταξὺ πλουσίων καὶ πτωχῶν, ἀλλὰ δικτατορίας τοῦ προλεταριάτου ἐπὶ πασῶν τῶν λοιπῶν τάξεων. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ πρόγραμμά των τὸ διελάλησαν καὶ ἐδῶ καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων των καὶ διὰ τῶν διαλέξεών των. Ἐν ᾗ περιπτώσει εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἠθικοὶ αὐτουργοὶ οἱ κ. κ. Παπανικολάου καὶ Σολὰν διότι οὗτοι παρευρέθησαν εἰς μίαν ἄλλην συγκέντρωσιν ἀρτεργατῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπον ὅτι μόνον διὰ τῆς βίας θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐπικρατήσουν, διατί νὰ μὴ θεωρήσωμεν ἠθικοὺς αὐτουργοὺς ὅλα τὰ μέλη τοῦ κόμματος τούτου; Διατί νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν κ. κ. Παπανικολάου καὶ Σολὰν καὶ τῶν ἄλλων μελῶν; Γενομένης ἐρεύνης εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον εὑρέθησαν διάφοροι ἐγκύκλιοι, εἰς τὰς ὁποίας φέρεται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἐδῶ κομμουνιστικοῦ κέντρου Χατζησταύρου. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἠθέλησαν νὰ στηρίξουν τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἀποδεικνύεται ἡ ἠθικὴ αὐτουργία τῶν συναδέλφων, Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ ἐνοχὴν τοῦ κ. Παπανικολάου ἢ τοῦ κ. Σολὰν εἰς τὰς πράξεις αὐτάς, ἐφόσον φέρεται ἡ ὑπογραφὴ ἄλλου. Μόλις συνελήφθησαν, προσήχθησαν εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἵνα ἀπολογηθῶσιν. Ἠρνήθησαν οἱανδήποτε ἐνοχήν, λέγοντες ὅτι ἐφόσον δὲν ὑπάρχει κύριος αὐτουργός, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε ἠθικὴ αὐτουργία, ἐπεκαλέσθησαν δὲ καὶ τὴν ἀσυλίαν των, ἀνέκοψαν τὸ ἔνταλμα προφυλακίσεως, τὸ ὁποῖον συναινούντων εἰσαγγελέως καὶ ἀνακριτοῦ ἐξεδόθη ἐναντίον των. Ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διὰ προτάσεως πρὸς τὸ Συμβούλιον ἀναγνωρίζει ὅτι προκειμένου περὶ αὐτοφώρου ἠθικῆς αὐτουργίας τὰ ὅρια μεταξὺ τῆς προτροπῆς ἢ ἀπειλῆς ἢ συστάσεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἀδικήματος εἶναι στενότατα. Ἐν τούτοις ἔφθασε νὰ προτείνῃ εἰς τὸ Συμβούλιον νὰ θεωρήσῃ ὅτι δὲν εἶναι τόσον στενά, ὥστε νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ πιθανότης τῆς ἠθικῆς αὐτουργίας διὰ τῆς παραινέσεως ἡ ὁποία ἐγένετο τὴν παραμονὴν εἰς ἄλλους ἐργάτας, ὅπως διὰ τῆς βίας ἐπιβάλουν τὰς θελήσεις αὐτῶν. Ἐπρότεινε λοιπὸν τὴν ἀπόρριψιν τῆς ἀνακοπῆς κατὰ τοῦ ἐντάλματος καὶ σύμφωνον εὑρέθη τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν. Ἐγένετο αἴτησις ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν Θεσσαλονίκης ὑπέβαλε πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις πάντων τῶν κρατουμένων, εἴτε βουλευτῶν, εἴτε ἰδιωτῶν, καὶ διὰ μὲν τοὺς ἰδιώτας ζητεῖ νὰ ὁρισθῇ ἐγγύησις 4,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τοὺς βουλευτὰς λέγει ὅτι λόγῳ τῆς βεβαιώσεως ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν ὡς βουλευτῶν, δὲν θὰ φυγαδευθῶσι καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐγγυήσεως καὶ πρέπει νὰ ἀπολυθοῦν ἀμέσως. Τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπεφάνθη ὅτι πρόκειται περὶ ἀδικήματος ὅπερ κατὰ τὴν κρίσιν του θὰ ἐτιμωρεῖτο μὲ πρόσκαιρα δεσμὰ καὶ ἀπέρριψε τὰς αἰτήσεις τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐζήτησε τὴν ἀπόλυσιν ἄνευ ἐγγυήσεως τῶν βουλευτῶν, ἐπὶ ἐγγυήσει δὲ 4,000 δραχμῶν διὰ τοὺς λοιποὺς κατηγορουμένους. Ἦλθε δὲ πάλιν τὸ Συμβούλιον Ἐφετῶν ὅπερ διέταξε τὴν ἀπόλυσιν τῶν μὲν ἐπὶ ἐγγυήσει 4,000 δραχμῶν, τῶν λοιπῶν ἐπὶ ἐγγυήσει 3,000 δραχμῶν, τῶν δὲ συναδέλφων ἐπὶ ἐγγυήσει 50,000 δραχμῶν δι’ ἑκάτερον.
§87Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ κατ’ οὐσίαν ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία, διότι ὑπερακοντίζει τὰ ὅρια τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐξετάσῃ ἓν καὶ μόνον μὴ τυχὸν ἡ αἴτησις καταδιώξεως βουλευτοῦ γίνεται ἐπὶ σκοπῷ ἀλλοιώσεως τῆς συνθέσεως τοῦ Σώματος. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, αὐτὴν θὰ τὴν κρίνῃ τὸ δικαστήριον.
§88Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ἂν ἐπρόκειτο μόνον νὰ ἐξακριβώσωμεν, κ. Ὑπουργέ, κατὰ πόσον οἱ συνάδελφοι αὐτοὶ συνελήφθησαν διὰ τὰς κομματικὰς αὐτῶν ἰδέας, διὰ νὰ ἀλλοιωθῇ ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν οὕτω. Ἐπειδὴ οἱ κομμουνισταὶ βουλευταὶ εἶναι δέκα, ἂν συλληφθοῦν καὶ οἱ δέκα καὶ δὲν ἀλλοιώνουν τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς, ἕπεται ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτὴν ἡ Βουλή; Ἐγὼ τοὐναντίον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οὐσίαν. Καὶ ἡ φράσις τῆς εἰσαγγελικῆς προτάσεως, ἥτις ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, εἶναι αὐτὴ (ἀναγινώσκει): «Ὅσον καὶ ἂν περιορίσωμεν τὰ μεταξὺ τῆς προτροπῆς καὶ τῆς τελέσεως τοῦ ἀδικήματος χρονικὰ ὅρια τοὺς βουλευτὰς τούτους ἔχομεν δρῶντας οὐ μόνον κατὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς προτεραίας, καθ’ ἣν παραστάντες εἰς συγκέντρωσιν ὡμίλησαν κατὰ τὸν βιαιότερον δυνατὸν τρόπον καὶ ἐξώθησαν λόγῳ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐπιβολῆς των ἐπὶ τῶν κομμουνιστικῶν μαζῶν τοὺς συνελθόντας εἰς τὴν διάπραξιν τῶν ὅσων τὴν ἑπομένην ἐγένοντο, ἀλλὰ καὶ κατὰ ταύτην διευθύνοντες καὶ καθοδηγοῦντας αὐτούς, ἄρα δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι οὗτοι δὲν συνελήφθησαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ». Σημειωτέον ὅμως ὅτι καὶ ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸ βούλευμα λέγουσι τοῦτο, στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν καταθέσεων αὐτῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα καὶ αἵτινες τὰ ἐναντία ἀποδεικνύουσιν. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς κ. Καλεύρας καταθέτει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν σκηνῶν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως οὐδὲν γνωρίζω ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀνάμιξιν τῶν βουλευτῶν.... κλπ.»
§89ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται οὕτω εἰς ἀλλότρια καθήκοντα. Θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεωρίας τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός.
§90Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Πῶς ἄλλως θὰ εὕρωμεν λύσιν ἐπὶ τῇ βάσει καὶ αὐτῆς τῆς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἰμὴ ἐρευνῶντες μὴ τυχὸν μόνον διὰ τὰς πολιτικάς των πεποιθήσεις διώκονται οἱ δύο οὗτοι συνάδελφοι; Πῶς ἄλλως παρὰ ἐξετάζοντες ἂν ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιστάσει ἀσχέτως ἄλλης ἐποχῆς παραβάσεων, ἀνεμίχθησαν οἱ κατηγορούμενοι ἢ ὄχι; Ἐπὶ τούτου λοιπόν. Τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ πόρισμα εἶναι διὰ ψήφων 15 κατὰ 10 ὅτι δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ δίωξις ἐναντίον τῶν δύο συναδέλφων. Ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας ἦτο ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ δίωξις.
§91Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σεῖς ὁ ὁποῖος ἐμελετήσατε, ὡς εἰσηγητής, τὴν δικογραφίαν μὲ τὴν εὐσυνειδησίαν τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίσαμεν, σᾶς ἀπευθύνω τοῦτο τὸ ἐρώτημα· κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας τὴν προσωπικήν, οἱ κατηγορούμενοι βουλευταὶ ἠδίκησαν πράγματι;
§92Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε. Παραδέχομαι ὅτι ὄχι μόνον οἱ δύο κατηγορούμενοι συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου ἔχουν ἠθικὴν εὐθύνην διὰ τὸ χανόμενον ἑκάστοτε αἷμα, εἴτε τῶν παρασυρομένων ἀπὸ τὰ διδάγματα τῶν ἐργατικῶν μαζῶν, εἴτε τῶν ἀνδρῶν τῆς δημοσίας τάξεως, ἀνηκόντων καὶ τούτων εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις. Ἀλλὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς συγκεκριμένως κατὰ πόσον εἶναι ποινικῶς κολάσιμοι εἴτε συνεργοί, εἴτε ἠθικοὶ αὐτουργοί, δὲν προκύπτουσιν ἐκ τῆς δικογραφίας στοιχεῖα.
§93Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐρώτημα δεύτερον· κατὰ τὴν κρίσιν ὑμῶν τὸ ἀδίκημα διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦνται ὑπῆρξεν αὐτόφωρον;
§94Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ὄχι, δι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§96Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ἂν τὸ ἀδίκημα εἶναι αὐτόφωρον ἢ ὄχι, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ἰδικήν μας, εἶναι ζήτημα καθαρῶς δικαστικόν, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι αὐτόφωρον. Ἡ ἁρμοδιότης μας περιορίζεται εἰς τὸ ἂν θὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ συνεχισθῇ ἡ δίωξις, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ προκειμένου περὶ φυλακίσεως ἑνὸς βουλευτοῦ, καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἢ μὴ ἡ δίωξις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐρωτᾶται εἶναι· ὑπάρχουν στοιχεῖα διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ δίωξις ἢ ὄχι; Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἀσφαλῶς, ἐξ ὅσων ἀνέπτυξεν ὁ κ. εἰσηγητής, ὑπάρχουν. Πρόκειται περὶ μιᾶς αἱματηροτάτης συρράξεως. Καὶ ἀπεδείχθη ὅτι τὴν προηγουμένην τῆς αἱματηρᾶς συρράξεως οἱ κατηγορούμενοι βουλευταὶ εἶπον πρὸς τὴν γενομένην ἐκεῖ συγκέντρωσιν ὅτι οἱ σκοποί μας δὲν ἠμποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ ἀπαιτοῦν ἔργα. Θέλουν, κύριοι, νὰ καταλύσουν τὰς Ἀρχὰς καὶ πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπῆρχον καὶ δύο ἐκ Τρικκάλων συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίουν ὅτι εἰς ὅλας τὰς σκηνὰς μετέβησαν οἱ κατηγορούμενοι καὶ εἰς Καρδίτσαν καὶ εἰς Τρίκκαλα καὶ αὐτοὶ τὰς ἐπροκάλεσαν. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι ὄχι στοιχεῖα, ἀλλ’ ἀποδείξεις πλήρεις ὑπάρχουν διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ δίωξις. Λέγω καὶ ἄλλο, ὅτι ὑπάρχει καὶ περίπτωσις ἐπ’ αὐτοφώρῳ, διότι ἐδιώκοντο διὰ δημοσίου κραυγῆς καὶ ἦταν παρόντες πρὸ καὶ μετὰ τὴν σύρραξιν. Τὸ πρόγραμμα τῆς ὁμάδος αὐτῆς εἶναι ἡ βιαία κατάλυσις τοῦ καθεστῶτος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ πρόγραμμα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προγράμματος. Ἡ παροῦσα δὲ ἐνέργεια αὐτῶν εἶναι ἐνέργεια, ἡ ὁποία προσβάλλει τὸν ποινικὸν νόμον καὶ ἡ ὁποία περιέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ τελεσθέντος ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματος. Λοιπὸν ἡ δικογραφία μαρτυρεῖ ὅτι τοιαῦτα στοιχεῖα ὑπάρχουν πλήρη, δικαιολογοῦντα τὴν συνέχισιν τῆς διώξεως. Τί δικαίωμα ἔχομεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν συνέχισιν τῆς διώξεως; Λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις διώξεως.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§98Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριοι, λυποῦμαι διότι ὑπάρχει συνηγορία δύο κ. κ. βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους συνέλαβεν ἡ μόνη ἁρμοδία κατὰ τὸ Σύνταγμα δικαστικὴ Ἀρχή, νὰ κρίνῃ ἂν συντρέχῃ καὶ ἡ περίπτωσις τῆς συλλήψεως καὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ δύο βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν κατηγοροῦνται διὰ κανένα ἀπὸ τὰ συνήθη ἀδικήματα, ἀλλὰ διὰ τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα τὰ τείνοντα εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ ἐννόμου καθεστῶτος, εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἐννόμου τάξεως. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἠκούετο παρ’ οὐδενὸς ἐκ τῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ Ἑνιαῖον Μέτωπον, τό ὁποῖον παρεισήχθη ἐνταῦθα χάρις εἰς τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, νὰ μὴ ἠκούετο, λέγω, καμμία συνηγορία. Θὰ περιορισθῶ ἀκριβῶς ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἄποψιν. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὅμοιον καὶ πρὸς τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ προηγουμένου Συντάγματος καὶ ἄλλων Κρατῶν, καθιέρωσε τὴν λεγομένην ἀσυλίαν τῶν βουλευτῶν ὄχι διὰ νὰ παράσχῃ προνόμιόν τι προσωπικὸν εἰς τοὺς βουλευτὰς διὰ τὸ ἀκαταδίωκτον ἔναντι τῶν ἄλλων πολιτῶν, ἀλλ’ ἵνα κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοὐλάχιστον αἱ ὁποῖαι ἐκράτησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθεσπίσθη τοιαύτη διάταξις, προφυλάξῃ τοὺς βουλευτὰς ἀπὸ ἀδίκους τυχὸν καταδιώξεις τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, γενομένας κατ’ ἐπιβολὴν τῶν Κυβερνήσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 56. Καὶ ἄλλοτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 56 καὶ εἶπον τὰ αὐτά, ταῦτα δὲ ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μερλόπουλος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἤδη ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς καταστάσεως τοιαύτη ἐπιβολὴ τῶν Κυβερνήσεων παρὰ ταῖς δικαστικαῖς Ἀρχαῖς ἐξέλειπεν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐθεωρήθη ὅτι ἡ χρησιμότης τοῦ ἄρθρου δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ διατηρεῖται. Ἐρωτῶ λοιπόν· ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 56, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἀνέφερε κανεὶς ὅτι συνελήφθησαν οἱ δύο βουλευταὶ κατ’ ἐπιβολὴν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως;
§99Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἀπὸ ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως.
§100Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν ἠμποροῦμεν ποτὲ νὰ συμφωνήσωμεν. Λοιπὸν ἐρωτῶ· ἐν προκειμένῳ ἐλέχθη ὅτι ἡ σύλληψις αὐτῶν τῶν δύο βουλευτῶν ἐγένετο κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ τυχὸν χάσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ; Διότι οὕτω πως γράφουσιν οἱ συγγραφεῖς ὅτι δικαιολογεῖται ἡ τοιαύτη διάταξις. Πρόκειται μᾶλλον περὶ ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐνήργησε κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον κρίσιν της, διότι μὴ λησμονῶμεν, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα φρουροὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἰδίως ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσαμεν αὐτό, ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ εἶναι ἀνεξάρτητος ἐξουσία, ἰσότιμος πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἂν δὲ περιπίπτῃ ἐνίοτε εἰς σφάλματα, ὑπάρχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔχει πάντα τὰ μέτρα νὰ περιστείλῃ τὰς παρεκτροπάς. Ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης ἐφηρμόσθη μία ἐκτενὴς νομολογία τρόπον τινά. Ἡ ἐκτενὴς αὕτη νομολογία συνίσταται εἰς τὸ ὅτι δυνάμεθα ὁπωσδήποτε νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦνται οἱ βουλευταί. Ἡ τοιαύτη νομολογία εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἔστω, ἂς τὴν παραδεχθῶμεν ὡς μίαν ἀρχὴν κοινοβουλευτικήν. Καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐρευνῶσα τὸ ζήτημα περὶ συνεχίσεως ἢ μὴ τῆς διώξεως, ἀπησχολήθη ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως τοῦ ζητήματος, ἐξήτασε τὴν δικογραφίαν καὶ εὗρε—καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν δύο ἀκόμη συναδέλφων τῶν μειονοψηφισάντων ὡς πρὸς τὴν δίωξιν—εὗρε, λέγω, ὅτι ὑπάρχουν πλήρη τὰ στοιχεῖα διώξεως καὶ ὅτι ὑπάρχουν ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις διὰ τὴν κατηγορίαν ἥτις ἐπηγγέλθη εἰς αὐτούς, τῆς στάσεως. Τὰ ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἀποδεικνύουν πλήρως ὅτι καὶ οὐσιαστικῶς ἐνέχονται καὶ ὀφείλουν νὰ δώσουν λόγον διὰ τὴν πρᾶξίν των. Λοιπὸν παρὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς, ἀποδεικνύουν πόσον δεδικαιολογημένη εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. εἰσηγητὴς εἶπεν ὅτι ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς δικογραφίας ὅτι τὴν προτεραίαν τῆς πράξεως οἱ κατηγορούμενοι βουλευταὶ παρίσταντο καὶ ἐνεθάρρυνον τοὺς μέλλοντας στασιαστάς. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ εἶδος τῶν ἐργατῶν, ὅλοι αὐτοὶ ἀποτελοῦν μίαν ὁμάδα ὅταν πρόκειται νὰ δράσουν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ πράττουσα τὸ καθῆκόν της συνέλαβε περὶ τοὺς 82, οἱ κύριοι αὐτοὶ οἱ κατηγορούμενοι μετέβησαν καὶ ἀποτόμως καὶ μετ’ αὐθαιρεσίας ἠξίουν νὰ συναντήσουν τοὺς συλληφθέντας κατηγορουμένους, ἵνα αὐτοὶ ἐνεργήσουν ἀνακρίσεις. Πόθεν ἤντλουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσουν ἀνακρίσεις; Αὐτὰ τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῆς δικογραφίας δὲν ἀποτελοῦν ἀφορμὴν τῆς προφυλακίσεως; Λοιπὸν καὶ μὲ τὴν ἐπιεικῆ νομολογίαν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, προκειμένου περὶ διώξεως βουλευτῶν, ἂν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς, πάλιν θὰ ἐλέγαμεν ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἶναι νόμιμος, ἂν δὲ σεῖς, κ. Κυβετέ, εἶσθε εἰσαγγελεύς, τὰ αὐτὰ θὰ ἐπράττατε. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ. Αὐτοὶ οἱ κύριοι ἔχουν κανὲν προσωπικὸν πάθος; Ὑπάρχει κατόπιν πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι κρίνουν νόμιμον τὴν ἐνέργειαν τῆς συλλήψεως. Τί θέλετε λοιπόν; Ποῦ νὰ ὑπάγωμεν διὰ νὰ ἀντλήσωμεν στοιχεῖα; Ἀλλὰ μελετῶμεν καὶ τὴν δικογραφίαν καὶ εὑρίσκομεν ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς εἶναι πλήρης καὶ τελείως σύμφωνος μὲ τὰ πράγματα. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ ἔρευναν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, διὰ ψήφων 15 κατὰ 9 ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς διώξεως. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι τὴν πρότασιν αὐτήν. Τὰ γεγονότα, κύριοι, ἐμφανίζονται οὕτως, ἀλλ’ ὀφείλω ἐπίσης νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς παρουσιάζονται τοιαῦτα ζητήματα, παρουσιάσθη καὶ ἄλλοτε βουλευτὴς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, εἴχομεν καὶ ἄλλοτε δικογραφίαν κατὰ τὴν ὁποίαν βουλευτὴς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου συνελήφθη φέρων στολὴν ἐργάτου καὶ ἀναμιγνυόμενος εἰς σκηνάς.
§101Ε. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ. Εἶναι ψευδέστατον καὶ λυποῦμαι ποὺ τὸ λέγει τὸ στόμα τὸ ἰδικόν σας.
§102Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἴσως νὰ εἶσθε σεῖς. Ὁπωσδήποτε ἐπεκράτησε πάντοτε ἐπιείκεια ἀπέναντι βουλευτῶν. Ἂν ὅμως αὐτοὶ οἱ κύριοι ἐξακολουθοῦν νὰ ἐκθρασύνωνται διαρκῶς καὶ ἔχωμεν τὰς σκηνὰς τοῦ Μαρτίου, δὲν δυνάμεθα διαρκῶς νὰ φερώμεθα ἐπιεικεῖς. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον χάριν τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ καθεστῶτος, νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς τοὺς κυρίους εἰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχάς. Δύνανται νὰ ἔχουν τὰς θεωρίας των, ἀλλ’ ὀφείλουν, ὅπως καὶ ἡμεῖς, νὰ τὰς ἐφαρμόζουν ἐντὸς τοῦ κύκλου των. Ὅταν ἐπικρατήσουν αὐτοί, ἂς κάμουν ἰδικούς των νόμους καὶ ἂς ζήσῃ τότε τὸ Κράτος τῶν ἰδικῶν των νόμων.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτοῦνται τοῦ λόγου οἱ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι;
§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
(Ὥρα 12.15′ π. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 12.25′ μ. μ.)
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐρωτῶ τοὺς ἐγγραφέντας ἵνα ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν, ἂν παραιτῶνται τοῦ λόγου.
§108Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὄχι.
§109Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ὄχι.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος τότε νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχομεν παρεκκλίνει καὶ συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως.
§111Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον ἂν γίνῃ ψηφοφορία ἀμέσως, ἀλλέως θὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως.
§113Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν τόση εὐθιξία παρατηρεῖται ἐκ τῆς διώξεως ἑνὸς βουλευτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ λόγου. Πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῶν τεκταινομένων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ νὰ μάθῃ ἐπίσης ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν τὰς ἀπεργίας. Ἂν παραιτηθῶμεν τοῦ λόγου, θὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι συγκινούμεθα ἀπὸ τὴν φυλάκισιν ἑνὸς βουλευτοῦ, ἐνῷ εἶναι γεγονὸς ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, βουλευταὶ κατ’ ἐπανάληψιν, κατὰ δεκάδας ὡδηγήθησαν εἰς τὰς φυλακὰς χωρὶς νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις.
§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς διώξεως τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ ἔλθῃ αὔριον πρώτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§117Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διέκοψα χθὲς τὴν ἀγόρευσίν μου, ἀφοῦ ἐξήντλησα τὸ πρῶτον μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ δάνειον. Ἤρχισα τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν σταθεροποίησιν καὶ τὰ καλύμματα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι πολλοὶ ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἡ συζήτησις ἡ διεξαχθεῖσα χθὲς μεταξὺ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐξήντλησε τὸ θέμα, ὥστε νὰ μὴ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐξακολουθήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἐξακολουθῶ ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ θέματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κολυβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§119Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐνεσαρκώθησαν εἰς τὴν ζητουμένην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς γενομένας κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ προτεινόμενα μέτρα πρὸ πάσης ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἔχω ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν ἀνάγκης. Ἀλλὰ πρόκειται, κύριοι βουλευταί, καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου ζητήματος, περὶ ἑνὸς ζητήματος ἀρχῆς. Τοῦ ἂν καὶ κατὰ πόσον δηλονότι τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπῃ τὴν παροχὴν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, οἵα διεμορφώθη ἐν τῷ κατατεθέντι νομοσχεδίῳ. Ἵνα κρίνωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναμνησθῶμεν ὡρισμένων συζητήσεων κατὰ τὰς συνταγματικὰς ἡμέρας καὶ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τῆς προτάσεως τῆς γενομένης ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων περὶ συστάσεως μονίμου Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὑποκαθιστώσης Βουλὴν καὶ Γερουσίαν πρὸς ψήφισιν τῶν νόμων. Ἡ πρότασις, κύριοι, αὕτη, κατὰ τὰς γενομένας συζητήσεις ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ ἐγένετο ἀποδεκτὴ κατὰ πλειονοψηφίαν. Καὶ αὐτοὶ ὅμως οἱ ὑπέρμαχοι τῆς προτάσεως ταύτης ἐδέξαντο φραγμούς, διότι ἐθεώρησαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς καταχρήσεις. Ὅταν κατὰ τὰς γενομένας συνταγματικὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἠκούσθησαν αἱ διάφοροι γνῶμαι, ἡ πρότασις αὕτη ἀπερρίφθη καὶ ἐγένετο καὶ παρέμεινεν ἡ ἑτέρα διάταξις ἡ προταθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» περὶ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις αὗται τὴν αὐτὴν δικαιολογητικὴν βάσιν εἶχον. Τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ κίνησις τῆς σημερινῆς κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς, βραδυτάτης καὶ ἀτελοῦς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν φόρτον τῶν ὑποθέσεων τοῦ συγχρόνου Κράτους. Τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν εἶχε καὶ ἡ πρότασις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀπήτει ἵνα ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ λειτουργήσῃ μετὰ προηγουμένην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, κατατιθεμένην ἐν νομοσχεδίῳ καὶ καθορίζουσαν σαφῶς τὰς γενικὰς καὶ θεμελιώδεις διατάξεις.
§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἀποφάσει.
§121Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Μάλιστα. Κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ μὲν Βουλὴ νὰ δύναται νὰ συζητήσῃ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ νὰ συμπληρώσῃ ταύτας. Ἐθεσπίσθη συγχρόνως ὅτι τὸ νομοθέτημα δύναται μεταγενεστέρως νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν τελικὴν αὐτῆς ψῆφον καὶ κύρωσιν. Ἀλλ’ ἆρά γε, κύριοι βουλευταί, ἡ κατατεθεῖσα νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἐκπληροῖ τὰς ἀντιλήψεις ταύτας; Ὁλόκληρον, ὡς εἶπον, τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐνεσαρκώθη εἰς τὴν ζητουμένην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Δὲν περιέχονται ὅμως ἐν αὐτῇ αἱ γενικαὶ καὶ θεμελιώδεις διατάξεις κατὰ τρόπον ὥστε νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· προκειμένου περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, ποῖος ἐξ ὑμῶν γνωρίζει κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα νὰ ἱδρυθῇ; Ἔχομεν πολλαπλᾶ συστήματα Γεωργικῆς Πίστεως. Ποῖον ἐκ τῶν συστημάτων αὐτῶν πρόκειται νὰ προκριθῇ; Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης; Ὁμιλοῦμεν περὶ ἀποσπάσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ ἀπόσπασις αὕτη νὰ ἐνεργηθῇ; Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα, κύριοι βουλευταί, νὰ συζητήσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ νομοθετικὴ αὕτη ἐξουσιοδότησις, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, ἀποτελεῖ δέ, κύριοι βουλευταί, ἐπικίνδυνον ὅπλον. Διότι ποῖος ἐγγυᾶται ὅτι μία Κυβέρνησις στηριζομένη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς καὶ τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ ἔλθῃ μίαν ἡμέραν νὰ καταλύσῃ Βουλὴν καὶ Γερουσίαν, ὑποκαθισταμένη εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν;
§122Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄνευ Ἐπιτροπῆς.
§123Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Οὐδεμία, νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἀμφιβολία. Δὲν εἶμαι, κύριοι βουλευταί, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ κατάστασις ἡ σημερινὴ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς σημερινὰς συνθήκας. Οὔτε ὅταν πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθεσε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς ὅπως διαρρυθμίσῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν συμμετέσχον τῆς εὐθιξίας τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου μέχρι τῆς ἀχρηστεύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ἱδρύσαμεν ὡς Σῶμα καλυτέρας παρασκευῆς τῶν νόμων, ὑπάρχει νομίζω μεγάλη ἀπόστασις. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ τακτικὴ ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται, ὁσονδήποτε ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἂν δηλοῖ ὅτι θὰ φέρῃ τὰ νομοθετήματα ἐν καιρῷ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι εἰς ἄκρον ἐπικίνδυνος. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω, κύριοι βουλευταί, τὴν ἤδη καταπονηθεῖσαν Βουλὴν ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων τῶν καλυμμάτων, τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς σταθεροποιήσεως καὶ ἄλλων συναφῶν ζητημάτων. Νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἑτέρου σημείου, τοῦ σημείου τῶν ζητουμένων οἰκονομιῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, εἶναι σπουδαῖον, διότι συνδέεται πρὸς τὸ ἕτερον σκέλος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰς δαπάνας. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐμελετήθη καὶ συνεζητήθη καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ παρ’ ἡμῖν συνεστήθησαν Ἐπιτροπαὶ ἐμπειρογνωμόνων, αἱ ὁποῖαι ἐμελέτησαν τὰ ζητήματα καὶ τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν. Ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸ δύο περίπου μηνῶν νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις διὰ ψηφίσματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη διὰ τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου. Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοσοῦτον σπουδαίου, δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδεμία νὰ διενεργηθῇ οἰκονομία καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰς ἄκρον ἀσαφές. Διότι, κύριοι βουλευταί, παραγνωρίζομεν τρεῖς οὐσιώδεις καὶ θεμελιώδεις ὅρους, παραγνωρίζομεν τὸ ὑφιστάμενον σύστημα τῆς διοικήσεως, παραγνωρίζομεν ἀκόμη τὸ διοικητικὸν δόγμα τῆς ἰσότητος τῆς διοικήσεως, παραγνωρίζομεν τέλος τὸ ψυχολογικὸν συναίσθημα τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τὸ ὁποῖον συνέχει τὰς κεντρικὰς ὑπηρεσίας. Τὸ πρόβλημα τῆς διοικήσεως δὲν συνεζητήθη μέχρι σήμερον ἐν τῷ συνόλῳ του· δὲν ἐξήτασαν τὴν λειτουργίαν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς ἐν τῷ συνόλῳ της. Συνέλαβον τὰ διάφορα τεμάχια τῆς διοικητικῆς μηχανῆς, ἐξήτασαν τὰ τεμάχια αὐτῆς. Δὲν παρετήρησαν ὅμως τὴν λειτουργίαν τῆς μηχανῆς κατὰ πόσον καλῶς ἢ κακῶς λειτουργεῖ καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ταύτης νὰ ἐξετάσουν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθοῦν οἰκονομίαι. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ οἰκονομιῶν, ἂν δὲν παγιώσωμεν προηγουμένως ὡρισμένον διοικητικὸν σύστημα. Τὸ ὑπάρχον διοικητικὸν σύστημα εἶναι ἀτελέστατον, εἶναι συγκεντρωτικόν, ἀποτέλεσμα ἄλλου πολιτεύματος καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ πρὸς τοὺς ἀντίποδας πλέον. Ὑπὸ τὸ σημερινὸν σύστημα πᾶσαι αἱ δημόσιαι καὶ ἰδιωτικαὶ ὑποθέσεις ὑποφέρουν. Αἱ ὑπηρεσίαι, κύριοι, καθὼς ἄριστα γνωρίζετε, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι παράλυτοι. Ἔλεγχος οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ δὲ ὑπάρχων ἐξέλειψεν. Ἐλάττωσις τῆς παραγωγικότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ οἰκονομιῶν, ἂν προηγουμένως δὲν παγιώσωμεν ἓν σύστημα διοικητικόν; Ἡ παγίωσις αὐτὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατὰ δύο τρόπους· διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἀλλ’ ἀμφότερα τὰ συστήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἔχομεν τὴν συνταγματικὴν ἐξουσιοδότησιν περὶ ἀποκεντρώσεως, ἀλλ’ οὐδεὶς Ὑπουργός, κύριοι, ἐδέχθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι αἱ ὑπάρχουσαι κομματικαὶ ἀνάγκαι διατηροῦν ἀκόμη τὸ σύστημα τοῦτο ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐν ἰσχύϊ. Τὸ σύστημα ἐπίσης τῆς αὐτοδιοικήσεως δὲν ἐφηρμόσθη, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι ἀπαιτεῖ δαπάνας. Αἱ πληροφορίαι, ἃς μοὶ παρέσχον, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀμφότερα τὰ συστήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις. Οὔτε ἡ σύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἡ Κυβέρνησις συνασπισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς ἐφαρμογὴν πολιτικοῦ προγράμματος εὐρυτάτου. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀλλαχοῦ ἐμελετήθη ὑπὸ ἄλλην μορφήν. Συνεστήθησαν καὶ ἐκεῖ Ἐπιτροπαί, ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ὅμως, Ἐπιτροπαὶ μόνιμοι, ἀσχολούμεναι μὲ τὰς δαπάνας, μελετῶσαι ἐν τινι μέτρῳ καὶ συντάσσουσαι τὸν Προϋπολογισμόν, ὥστε νὰ παγιωθῇ ὡρισμένον σύστημα. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος νὰ ἀναπτύξωμεν τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτω ὅμως ζητουμένης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ δύο μῆνας ἤδη, ὁπότε ἔχει ἐκδοθῇ τὸ ψήφισμα περὶ διενεργείας οἰκονομιῶν, γνωρίζετε ἂν διενεργήθη οἰκονομία τις; Οὐδεμία ἀπολύτως. Καὶ ἐκεῖ ὅπου ἐφηρμόσθη τὸ ψήφισμα τοῦτο, ὅπως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Προνοίας, ἀπέτυχεν. Ἀπέτυχε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἔλθῃ νὰ διαμαρτυρηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τούτου. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν μεγάλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὴν Χώραν. Εἶπον προηγουμένως ὅτι ἡ σύνθεσίς της δὲν ἐγγυᾶται διὰ τοῦτο. Αἱ Κυβερνήσεις συνασπισμοῦ συνήθως, ἀπότοκοι κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος, δὲν ἐγγυῶνται πάντοτε τὴν ἐφαρμογὴν πολιτικῶν προγραμμάτων. Θὰ ἦτο ὀρθότερον ἂν συνεκροτεῖτο Κυβέρνησις ὁμοιογενής, δυναμένη νὰ τύχῃ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς καὶ δυναμένη νὰ προβῇ πράγματι εἰς ἐφαρμογὴν ὡρισμένου προγράμματος. Ἄν τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, θὰ ἦτο προτιμωτέρα ἡ σύστασις Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ προβῇ εἰς ἐπίλυσιν ὡρισμένων μόνον ζητημάτων καὶ κατόπιν νὰ διενεργηθοῦν ἐκλογαὶ μεταβαλλομένου τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι παρατεινομένης τῆς καταστάσεως ταύτης διατρέχομεν κινδύνους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ προπαρασκευὴν ἴσως κινημάτων. Τοῦτο νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖ τὸ ὑπέρτατον πολιτικὸν συμφέρον τῆς Χώρας. Μὴ φοβεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν ἐκλογῶν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψουν πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι. Πάντες διαπνεόμεθα ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀναμορφώσεως καὶ ὑπὲρ παντὸς ἄλλου ζητήματος θέτομεν τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος. Αὐταὶ εἶναι αἱ ὀλίγαι ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ἐκθέσω ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν ζητήματος.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§125Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὰ θέματα, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται, εἶναι πράγματι πολλῆς σοβαρότητος καὶ πολὺ σπουδαῖα. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐπ’ αὐτῶν. Ἰδιαιτέρως παρηκολούθησα τὰς πολλαπλὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ἀγορεύσεις τὰς ὁποίας πράγματι ἐκαμάρωσα, διότι τὰς διέκρινε καὶ ἀπαράμιλλον κάλλος λόγου, ἀλλὰ καὶ ἄφθαστος δεξιότης περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν ζητημάτων. Δεξιότης τοιαύτη, ἡ ὁποία, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἤγγιζε ὅρια τῆς σοφιστείας, καὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν ἀπεκόμιζέ τις τὴν ἐντύπωσιν, τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τοῦ ὁποίου ἀποτελῶ μέλος καὶ τὸ ὁποῖον μετέσχεν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, οὐ μόνον δὲν εἶχε κανὲν ἀπολύτως ἔδαφος διαφωνίας ὥστε νὰ ἀποσπασθῇ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, κατὰ τὰς πρώτας ὀξυτάτας ἀγορεύσεις παρενέβαλλε καὶ πλεῖστα ἐμπόδια κατὰ τὸ στάδιον καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς. Καὶ τὸ πρᾶγμα μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, διότι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἔπνιξεν ὅλα τὰ αἰσθήματα τὰ ζωηρά, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τῶν παλαιοτάτων γεγονότων καὶ ἀποβλέπον μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ μετάσχῃ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, φρονῶν ὅτι ἐπεβάλλετο ὁ συντονισμὸς ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Εἰλικρινῶς ὅμως σᾶς βεβαιῶ ὅτι αἰσθάνομαι λύπην, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐμπόδια τὸ Λαϊκὸν Κόμμα πᾶν ἄλλο ἢ νὰ προβάλῃ ἐζήτησεν, ἐνῷ ἀντιθέτως τὰ ἄλλα κόμματα ἐπέβαλον πλείστους ὅσους φραγμοὺς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σκοπῶν δι’ οὓς συνέστη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Δύο θεμελιώδεις εἶναι οἱ ἀντικειμενικοὶ σκοποί· ἡ ἀποκατάστασις τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος, ὁ πρῶτος καὶ θεμελιώδης ὅρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου θὰ παρέλυε πᾶσα ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δεύτερον ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τῆς Χώρας. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ρίψω ἓν βλέμμα ἵνα ἴδω κατὰ τίνα τρόπον ἐπραγματοποιήθη ὁ πρῶτος ὅρος, ὁ ὅρος ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιηθῇ ταχύτατα, διότι ὅλων τῶν συνηνωμένων κομμάτων σκοπὸς εἶναι νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ὁμαλότης διὰ τῆς λύσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, διότι ὑπῆρχε μία μεγάλη τάξις ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ, νὰ ἀνατρέψῃ καὶ δεύτερον νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ Στράτευμα. Τὸ πῶς ἐλύθη τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, ἐγὼ θὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ πάντως βραδύτατα. Καὶ δὲν θὰ ἦτο ὁ σκοπὸς αὐτός, ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ ἀσφαλισθῇ τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατόν ποτε ἡ στρατιωτικὴ τάξις νὰ ἐπανέλθῃ εἰς πολιτικὰς πράξεις. Τοῦτο δὲ θὰ ἐπετυγχάνετο, ἂν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀνῆκον εἰς τὰς διαφόρους ἀποχρώσεις, ὅτε θὰ ὑπῆρχε μία ἰσορροπία ἐν τῷ Στρατῷ καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἀνατροπὴ τῆς τάξεως. Τοῦτο ἀκριβῶς θὰ ἐγίνετο. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον κατηγοροῦμεν ὅτι αὐτὸ παρενέβαλεν ἐμπόδια, ἀνέμενε μὲ ὑπομονὴν ὑπερβᾶσαν πᾶν ὅριον, ἐπὶ 3, 4 καὶ 5 μῆνας, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ μετάβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς Γενεύην καὶ τότε μόνον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐδέησε νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὸ νὰ δημοσιευθοῦν οἱ πίνακες. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα παρενέβαλε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται νὰ ἔχῃ παράπονα ἡ μία παράταξις, φυσικὸν εἶναι καὶ ἡ ἀντίθετος παράταξις νὰ ἔχῃ τὰ ἰδικά της παράπονα. Καὶ ἐλέχθη τί ἔπραξαν τὰ κόμματα διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος; Ἀπολύτως τίποτε. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐγένετο μέγας λόγος περὶ οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τόσον χρόνον οὐδὲν μέτρον ῥιζικὸν ἐλαμβάνετο. Καὶ μόνον τοῦτο; Διατρέχει, κύριοι, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις τὸν ἕβδομον μῆνα καὶ δὲν βλέπω καμμίαν προσπάθειαν διὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς δίκης τοῦ Παγκάλου καὶ προκαλεῖται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι ἀνίσχυρος νὰ δικάσῃ τὸν δικτάτορα. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δημιουργοῦνται πράγματα, διότι ὅλαι αἱ κινήσεις τῶν στρατιωτικῶν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐντυπώσεως καὶ ἡ ὁποία ἔχει τὸ ἔρεισμα τοῦτο, ὅτι μία μερὶς τῆς Πολιτείας δὲν ἀνέχεται τὴν κατάστασιν. Ἡ δικτατορία προέβη εἰς πολλὰ παραπτώματα, ἀλλ’ εἶχε τὴν δικαιολογίαν ὅτι ἦτο δικτατορία, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὴν νόμιμον Κυβέρνησιν, ἀποδεικνύομεν ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν δίκην νὰ προβῶμεν. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι, καίτοι παρῆλθον 8 ἢ 9 μῆνες, ἴσως καὶ πλέον, οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια διὰ νὰ κριθῇ τέλος πάντων ὄχι Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὄχι Πρωθυπουργός, ἀλλ’ οἱοσδήποτε πολίτης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ παρατηρήσω εἶναι ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη ἦτο αἱ αἱματηραὶ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας, μολονότι ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις, οὐδαμοῦ εἴδομεν πραγματοποιημένας. Ἐπίσης ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω εἶναι ὅτι εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν πέντε μηνῶν, καθ’ οὓς ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπηγγέλλετο τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν, εἰς οὐδὲν προέβη καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουνίου, ὅταν ἐπρόκειτο οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ ἀπέλθωσιν εἰς Γενεύην ἵνα παρασκευάσωσι τὰ τοῦ δανείου, τότε ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ παραγγείλει τίποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὑπέβαλε τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια καὶ ἐζήτησεν ἐπιμόνως ἐν μιᾷ στιγμῇ καὶ μόνῃ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐπέτυχε. Καὶ θὰ εἶχον τὴν ἀπορίαν ὡς πολίτης, ὄχι ὡς λαϊκὸς ἀντιπρόσωπος, διατί ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν εἶχε πραγματοποιήσει τὰς οἰκονομίας τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθη; Βέβαια ἡ ἀπάντησις εὐχερῶς ἐδόθη καὶ ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι αἱ οἰκονομίαι ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν καθεστὼς ὑπὸ τὸ ὁποῖον διατελοῦμεν δὲν εἶναι εὐχερές, ἀλλ’ εἶχον καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἶναι εὐχερέσταται εἰς ἕνα καὶ μόνον κλάδον τῆς Πολιτείας, δηλαδὴ εἰς τὸν Στρατὸν καὶ τὸ Ναυτικόν. Εὐχερέστατα, τόσον εὐχερῶς, ὥστε θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς συζητουμένου τοῦ ψηφίσματος «περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀποτάκτων», ὅτε τῷ ἐγένετο παρατήρησις, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ ποῖον σημεῖον τῆς αἰθούσης, ἀπήντησε: «Καλά, ποῦ θὰ χωρέσουν καὶ αὐτοί;» Ὁ ὀργανισμὸς προβλέπει μείζονα ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ἀλλὰ τὸ ἐρευνητέον εἶναι τοῦτο· ἔχομεν, ὅπως προβλέπει ὁ ὀργανισμός, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖος ὁ ἀριθμὸς τὸν ὁποῖον προβλέπει ὁ ὀργανισμός; Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω ἀπὸ ἕνα πίνακα, διὰ νὰ ἴδητε τί ἀξιωματικοὺς ἔχομεν ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη. Ἔχομεν τετραπλασίους, πενταπλασίους, ἑξαπλασίους, διότι μὴ λησμονεῖτε, κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀνάμιξις τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὴν πολιτικὴν τάξιν τῆς Χώρας, εἶναι καὶ ἡ ἀνοχὴ ὑπὸ τῆς Πολιτείας Στρατοῦ μείζονος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἀντέχουν οἱ ὦμοι τῆς Πολιτείας. Καὶ διὰ νὰ λάβητε μίαν ἰδέαν τοῦ τί ἀξιωματικοὺς ἔχομεν ἐν σχέσει πρὸς ἄλλα Κράτη, σᾶς λέγω ὅτι ἐπὶ πληθυσμοῦ 6,000,000 ἔχομεν 6,198 ἀξιωματικούς.
§126Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι ἀληθές, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι 5,300, συμπεριλαμβανομένων ὅλων τῶν κλάδων.
§127Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν περὶ οἰκονομιῶν, ἐπειδὴ μερικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ θέλουν νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἐκπαίδευσις τῶν ναυτῶν ἀπαιτεῖ 2–3 ὥρας, ἀπετόλμησαν νὰ μεταφέρουν τὸ Προγυμναστήριον εἰς τὸν Ναύσταθμον, ποὺ διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ χρειάζονται 500.000.000 δραχμῶν. Δὲν τὸ ἀπεπειράθησαν. Ἑβδομήκοντα δύο χιλιάδες στρατιῶται ἀναλογία ἀξιωματικῶν πρὸς στρατιώτας 1:12. Ἔξοδα Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν 1.499.000.000 δραχμῶν, ἔξοδα Ὑπουργείου Ναυτικῶν 465.000.000 δραχμῶν.
§128Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τοῦ ἐφετεινοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§129Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, τοῦ ἀμέσως προηγουμένου. Τώρα ἔρχομαι εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ μεγάλα, διὰ νὰ ἴδητε τί τεραστία διαφορὰ ὑπάρχει. Γαλλία, πληθυσμὸς 39.000.000, ἀξιωματικοὶ 20,000, στρατιῶται 479.000, ἀναλογία ἀξιωματικῶν πρὸς στρατιώτας 1 πρὸς 24. Καὶ ἀκολουθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀναλογίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐλάχισται. Ἡ Γιουγκοσλαυΐα, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν 13.000.000, ἔχει 6,740 ἀξιωματικούς. Ἡ Ρουμανία ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν 7.500.000, ἔχει 11.000 ἀξιωματικούς. Ἡ Ἰαπωνία ἐπὶ πληθυσμοῦ 56 ἑκατομμυρίων ἔχει 17.000 ἀξιωματικούς. Παραβλέπω δὲ ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχουν καὶ τὸν ἀποικιακὸν στρατόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχουν ἄλλα Κράτη. Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι, ἂν ρίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὸ Ναυτικόν, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ ἔχουν ὑπερδιπλασιασθῆ εἰς τὸ διάστημα τῆς τελευταίας δεκαετίας. Διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ μερικοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, διὰ νὰ λάβητε μίαν ἰδέαν τοῦ τί εἶναι. Οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ κατὰ τὸ 1912 ἀνήρχοντο εἰς 212, ηὐξήθησαν εἰς 298 τὸ 1914 καὶ κατὰ τὸ 1926 εἰς 470. Οἱ μὴ μάχιμοι ηὐξήθησαν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἔτη ἀπὸ 184 εἰς 533.
§130Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ἠξεύρετε πόσοι εἶναι τὸ 1927;
§131Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι τοῦ κ. Κουτούπη, εἶναι τῆς τελευταίας τριμηνίας. Ὁ κ. Κουτούπης, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικὸς ἐμπειρογνώμων, ταχθεὶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὰ 31% πρέπει νὰ σημειώσητε εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν πολεμικῶν ἐξόδων ἐπὶ τῶν γενικῶν, αἱ δαπάναι δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπορροφοῦν τὸ μεῖζον μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποτὲ δὲν ἀπερρόφησαν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὰ 31%.
§133Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τοῦτο ἐξάγεται ἀπὸ ἐπιστολὴν τοῦ προέδρου τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, διότι ὅταν ἐγένοντο αἱ συνεννοήσεις διὰ τὸ πρῶτον δάνειον, γνωρίζετε ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἔγραψε πρὸς τὸν κ. Ἔντυ ἐπιστολήν, ἡ ὁποία λέγει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐφιστᾷ ἰδιαιτέρως.... κλπ.»
§134Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πρόκειται περὶ τοῦ περυσινοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον περιελαμβάνοντο καὶ τὰ θύματα τοῦ πολέμου.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν παρελθόντα Προϋπολογισμόν, παρελθόντος ἔτους δαπάναι θυμάτων πολέμου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ὑγιεινῆς, διότι εἶχε καταργηθῆ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο καὶ συνυπολογίσθησαν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας λοιπὸν θὰ ἀφαιρέσητε 350 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§136Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μένουν λοιπὸν δύο δισεκατομμύρια ὡς ἔγγιστα. Ἡμεῖς ἀγωνιζόμενοι πρὸς ἐξασφάλισιν εὐμενοῦς γνώμης τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν πηγαίνομεν πρὸς αὐτὴν καὶ τῇ λέγομεν ἵνα τὴν πείσωμεν ὅτι ἡ οἰκονομική μας πολιτικὴ εἶναι ἀνθηρά. Ταῦτα ὅμως δὲν ἔχουσι σημασίαν, διότι ἔχω ἔκθεσιν τοῦ προέδρου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι.... κλπ.»
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε νὰ δώσω, κ. συνάδελφε, μίαν πληροφορίαν; Αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλ’ ὅταν εἶχον τιμὴν νὰ δώσω πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν μας, ἀκριβῶς ἐπέστησα ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν της ἐπ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀνασκευάσω μίαν ἐσφαλμένην ἐντύπωσιν καὶ τότε ἀνέφερον ὅτι εἰς τὰ 1926–1927 ἐπρόκειτο πλέον περὶ τῶν ἀναγκαιουσῶν δαπανῶν, ἡ ἀναλογία ἦτο 20 καὶ 28% ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν. Ὥστε εἶναι 7 ἑκατοστὰ ὀλιγώτερον. Ἐνομίζετο ὅτι εἶναι καὶ 30, δηλαδὴ τὸ ⅓. Εἶναι διαφορὰ ἀπείρως κατωτέρα εἰς τὸν τρέχοντα Προϋπολογισμόν. Ὑπελογίσαμεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀναλογία ἔχει εἰς τὸν ἐφετεινὸν πρὸς 16 καὶ 4 ἑκατοστά. Εἶναι μία ἀπὸ τὰς μικροτέρας ἀναλογίας.
§138Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγελθῆ τὴν περικοπὴν τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ 7%. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πληροφορήσητε ἐπ’ αὐτοῦ τί ἐγένετο;
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ἡ αὐτὴ ἀπορία ἠγέρθη καὶ εἰς ἐμὲ ὅτε εὑρισκόμην εἰς τὴν Γενεύην καὶ ἔσπευσα νὰ δώσω τὰς δεούσας ὁδηγίας. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ζητῶ καὶ ἐξουσιοδότησιν διὰ τὴν πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν.
§140Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ εἶναι τὸ μόνον σημεῖον διὰ τὸ ὁποῖον θὰ τὴν ἔδιδον ὁλοψύχως.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον αὐτό, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Δὲν ὑπάρχει ὅμως κανεὶς λόγος ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ μὴ ἀμείβωνται ἐπαρκῶς. Ἄλλο ζήτημα ἂν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν σκληρὰν καὶ ἀδυσώπητον ἀνάγκην νὰ περικόψωμεν τοὺς μισθοὺς αὐτῶν.
§142Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ζήτημα ἀνάγκης καὶ ὄχι εὐχαριστήσεως.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς.
§144Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως καὶ ἀπὸ ὑμᾶς καὶ ἀπὸ ἄλλους ἐτέθη πρὸ τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα αὐτό, τῆς ὑπερβολικῆς δηλαδὴ ἀναλογίας τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, ὀφείλω, νομίζω, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον νὰ δημιουργῶνται τοιαῦται ἐντυπώσεις. Ἡ ἀναλογία εἶναι ὄντως μεγάλη. Τὸ ποσοστὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέναντι τῶν γενικῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους εἶναι βεβαίως μέγα. Ἂν ἠθέλατε νὰ σκεφθῆτε ποῖα τὰ αἴτια αὐτοῦ, σᾶς λέγω ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι τὸ ⅓ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπορροφᾶται ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἐπιβληθείσας ἕνεκα τῆς ἀπολύτου καταγραφῆς, ἀπωλείας ἢ φθορᾶς ὁλοκλήρου τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τῆς Χώρας. Καὶ ὅταν κάμητε τὴν ἀναλογίαν μὲ ἄλλα Κράτη τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ἀναφέρητε, ἅτινα ὄχι μόνον δὲν ἔχουσι ἀνάγκην νὰ προσθέσουν οὐδὲ ὀβολὸν διὰ τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ ὡς μὴ ἐξαντληθέντων εἰσέτι τῶν στὸκ τὰ ὁποῖα ἔκαμον κατὰ τὰ ἔτη τοῦ πολέμου καὶ τὰ συγκρίνητε μὲ τὸ ἡμέτερον Κράτος, τὸ ὁποῖον εὑρέθη μὲ κενὰς τὰς ἀποθήκας ἐντελῶς ἢ μᾶλλον στερουμένων καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀπαραιτήτων εἰδῶν διὰ τὴν ἐν εἰρήνῃ περίοδον, νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα στοιχειώδους μελέτης καὶ ζήτημα στοιχειώδους ἐνδιαφέροντος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ νὰ γίνεται ἡ ἁρμόζουσα διάκρισις καὶ νὰ μὴ δημιουργῶμεν τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴν ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἡ ὁποία εὐχαρίστως θὰ ἐδέχετο, λέγω, τοιαύτην παρεξηγημένην ἐντύπωσιν. Ἂν δὲ θελήσητε νὰ θίξητε τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τοῦ Στρατοῦ ἐπὶ ἄλλης βάσεως, θὰ ἦτο ζήτημα συζητήσεως. Ἂν ἀξιώσητε ἀντὶ τῶν 7,200 θέσεων, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ περυσινὸς ὀργανισμὸς καὶ ἂν περιωρίσαμεν κατὰ 2,000 τὰς θέσεις, ἂν θεωρεῖτε καὶ αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν ὡς ὑπερβολικόν, τοῦτο εἶναι ζήτημα συζητήσεως. Ἀλλ’ εἶναι κατ’ ἀρχὴν καὶ ζήτημα σκέψεως περὶ τῆς βάσεως τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ περὶ τοῦ συστήματος τῆς ὀργανώσεως. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται βαθυτέρα ἐγχείρισις. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν βάσιν ταύτην. Ἂν θέλητε νὰ ἔχητε Στρατόν, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι χρήσιμος ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ἂν φύγετε ἀπὸ αὐτὴν τὴν βάσιν, τότε δύνασθε νὰ κάμητε καὶ μεγαλυτέρας οἰκονομίας καὶ δύνασθε νὰ τὸν περιορήσητε εἰς τὸ ⅒. Ἂν ὅμως ἔχητε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀκόμη ὁ Τόπος Στρατοῦ, εἶσθε ὑποχρεωμένοι ὄχι μόνον νὰ δεχθῆτε τὰ γεγονότα αὐτὰ διὰ νὰ μὴ ὑποστῆτε βαρυτάτας συνεπείας ἐν δεδομέναις περιπτώσεσιν, ἀλλ’ ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκρίνητε τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ νὰ δεχθῆτε πᾶσαν δαπάνην ἡ ὁποία θὰ ἦτο προωρισμένη νὰ πληρώσῃ τὰ ὑπάρχοντα φοβερὰ κενά.
§145Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ἐγὼ τὰ ἀνέφερα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀρθοῦν μερικαὶ παρεξηγήσεις. Καὶ εἶπον εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὅτι τὸ ὑπερβολικὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 20% ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν δικαιολογεῖται ἐκ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ Στρατοῦ, ἀνάγκαι αἵτινες ἐδημιουργήθησαν μετὰ τὴν καταστροφήν. Καὶ ἔσπευσα τότε νὰ προσθέσω ὅτι ἡμεῖς, παρ’ ὅλην τὴν ἀνάγκην, ἠλαττώσαμεν τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας σχεδὸν εἰς τὸ ἐλάχιστον. Εἴμεθα ὅμως πρόθυμοι νὰ τὰς ἐλαττώσωμεν ἀκόμη περαιτέρω καὶ νὰ φθάσωμεν δηλαδὴ μέχρις ὁρίου, ἂς ἐπαναλάβω τὴν λέξιν, αἱματηρῶν οἰκονομιῶν, ἂν καὶ οἱ ἄλλοι γείτονες ἡμῶν κάμωσι τὸ αὐτό. Διότι ἀτυχῶς, κύριοι βουλευταί, εἶπον εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ὅτι ζῶμεν μέσα εἰς μίαν ζώνην—ἐννοῶ τὴν Βαλκανικήν—ἡ ὁποία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, δηλαδὴ ἡ περαιτέρω ἐλάττωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν, ἀλλ’ ἔργον μιᾶς γενικωτέρας Βαλκανικῆς συνεργασίας.
§146Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Χάριν τῆς ἱστορίας τῆς στατιστικῆς ἀκριβῶς ἤθελον ὑπομνήσει τοῦτο, ὅτι ἐκτὸς τῶν ποσῶν τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, μὴ λησμονῶμεν καὶ τὰ δύο εἰδικὰ ταμεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα, τῆς ὁποίας ὁ περυσινὸς προϋπολογισμὸς ἀνέγραφε δαπάνας 100,000,000 δραχμῶν καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει δαπάνας περίπου 50,000,000 δραχμῶν.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ συνόλου τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§148Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ζήτημα βεβαίως ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη εἰς αὐτὰς τὰς δυσκόλους οἰκονομικὰς συνθήκας προκειμένου νὰ ἐπιβάλῃ τόσα οἰκονομικὰ βάρη, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου. Καὶ εἰδικῶς θὰ ἔθετον τὸ ἐρώτημα· ἡ Γιουγκοσλαυΐα, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν 13,000,000, ἔχει τὸν ἥμισυ σχεδὸν ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν;
§149Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχετε τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Γιουγκοσλαυΐας, κ. βουλευτά;
§150Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸν ἔχω πρόχειρον τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτόν. Ἐδῶ ἀναφέρεται ὅτι ἔχει 6.000 ἀξιωματικούς.
§151Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Γνωρίζετε καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν;
§152Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Τὸν γνωρίζετε σεῖς;
§153Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια δηναρίων.
§154Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τεσσαράκοντα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν περισσότερον, ὑπολογιζόμενα τὰ δηνάρια εἰς δραχμάς.
§155Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἡ Γιουγκοσλαυΐα εἶναι Κράτος ἔχον διπλάσιον πληθυσμὸν ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐκεῖ εἶμαι ὡπλισμένος μὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰδικοῦ ἐμπειρογνώμονος, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐβάλατε.
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζετε σεῖς ὅτι ὅταν βάζωμεν ἐμπειρογνώμονας, δεχόμεθα καὶ ὅλας τὰς ἀπόψεις των;
§157Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, σᾶς ἀναφέρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ ἐμπειρογνώμων, διὰ νὰ τὰ κρίνητε σεῖς καὶ ἡ Βουλή.
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει ἀναγραφῆ χιλιάκις εἰς τὸν Τύπον ὅτι περισσεύουν 27,000 ὑπάλληλοι.
§159Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καὶ ἀπὸ καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου μάλιστα.
§160Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Ἐννενήκοντα δύο ἀξιωματικοί... κλπ».
§161Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ποῖος τὰ γράφει αὐτά;
§162Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Κουτούπης, ἐμπειρογνώμων.
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Κουτούπης δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐμπειρογνωμόνων. Ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἀρχὴν μόνον, διότι ἠσθένησε—καὶ τοῦτο εἶναι λυπηρὸν—καθόσον δὲν κατώρθωσε νὰ συμμετάσχῃ μέχρι πέρατος τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς.
§164Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἐξηκριβωμένοι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί.
§165Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐκ τῶν ἐμπειρογνωμόνων κ. Κουτούπη ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνδεκα Διευθύνσεις.... κλπ.» Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον εὑρίσκω λίαν πολυτελῆ.
§166Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐπιτρέπετε; Ἐτελειώσατε τὰ περὶ Στρατοῦ ζητήματα καὶ εἶσθε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν;
§167Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ τὰ διαχειρίζομαι παραλλήλως.
§168Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω μίαν λέξιν εἰς ὅσα ἐλέχθησαν περὶ Στρατοῦ.
§169Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εὐχαρίστως.
§170Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶπε, τὸ μεγαλύτερον μέρος, τὸ ὁποῖον ἐξήντλησε τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι αἱ ἔκτακτοι δαπάναι. Τοῦτο εἶναι πολὺ ὀρθόν. Εἶπεν ὅμως καὶ τοῦτο, ὅτι ἂν ἤθελε γίνει σκέψις περὶ περαιτέρω μειώσεως τῶν δαπανῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγίνετο σκέψις περὶ μεταβολῆς ὀργανισμοῦ. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ λόγου ἤθελον νὰ προσθέσω τοῦτο, ἐπειδὴ ἔχω δημοσιογραφήσει καὶ ἔχω ἐκτεθειμένας τὰς ἰδέας μου, προτίθεμαι δὲ νὰ ἀπασχολήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην, ὑποστηρίζω τοῦτο, ὅτι ἐν ἀναλογίᾳ τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς δυνατότητος τῆς ἀποδόσεως τῆς Χώρας εἰς ἄνδρας, κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἄλλων γειτόνων καὶ μεγάλων Κρατῶν, χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ οὔτε κατὰ μίαν τρίχα ἡ Ἐθνικὴ Ἄμυνα, διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀστεῖον, φρονῶ καὶ πιστεύω ἀκραδάντως—τὸ ἔγραψα δὲ καὶ θὰ ἀπασχολήσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν δημοσίαν γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ—ὅτι δύναται νὰ μειωθῇ κατὰ πολὺ ὁ ὀργανισμός.
§171Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Χαίρω πολὺ διότι ἀκούω ἀπὸ ἕνα εἰδικώτατον καὶ ἐντιμότατον ἀξιωματικὸν αὐτά. Τοῦτο δὲ ἔχει μεγαλυτέραν σημασίαν, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ τόσας βαρυτάτας φορολογίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ νὰ περικόπτῃ αὐτὰς τὰς συντάξεις τῶν θυμάτων πολέμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κάμνει ἀγρίαν ἐντύπωσιν, εἶναι πολὺ ἄδικον νὰ ἀφίνῃ ἄθικτον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.
§172Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔμεινεν ἄθικτος. Ἐπανέρχεσθε, ἀφοῦ σᾶς ἐβεβαίωσα ὅτι ἔγινε περικοπὴ κατὰ τὸ ⅓.
§173Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Ἐγὼ λέγω ὅτι δυνατὸν νὰ γίνῃ περικοπὴ καὶ πέραν τούτου.
§174Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὰ εἶναι ζητήματα ἀντιλήψεως, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται περὶ γεγονότων. Δὲν συζητοῦμεν περὶ γεγονότων. Καὶ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἀπὸ πέρυσι μέχρις ἐφέτος μεταξὺ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν ὑπάρχει περικοπὴ 2,000 ἀξιωματικῶν. Ἀπὸ 7,200 ἔμειναν 5,200. Τώρα ἂν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ παρακάτω, εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως.
§175Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν διέψευσα ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός.
§176Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Οὔτε ἐγὼ τὸ διέψευσα. Ἐγὼ λέγω τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἄλλη περικοπή, διατί νὰ μὴ γίνῃ ἡ περικοπὴ αὐτή, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἡ περικοπὴ τῶν συντάξεων τῶν θυμάτων πολέμου;
§177Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Καὶ ἓν ἄλλο. Οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι διπλάσιοι τῶν μισθῶν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν στρατιωτικοὺς καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν πολιτικοὺς ὑπαλλήλους;
§178Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ δὲ εἶπον αὐτό.
§179Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Διατί δὲν καθιερεῖτε ἰσότητας. Οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι πένονται.
§180Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ζήτημα λίαν συζητήσιμον. Εἶναι μία ἐκ τῶν πλανῶν αἱ ὁποῖαι κρατοῦν.
§181Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν, ἤθελον νὰ μὴ παραμείνῃ ἡ ἐντύπωσις. Ἐλέχθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι δὲν περιεκόπησαν αἱ δαπάναι αἱ προκαλούμεναι ἐκ τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις καὶ πάντοτε παραμένει ἡ ἐντύπωσις καὶ πιστεύει ὁ κόσμος ὅτι πράγματι ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ὑπερβολικὸς καὶ πολὺ μεγαλύτερος τοῦ μισθοῦ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων. Εἶναι μεγάλη πλάνη, διότι ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ὁλόκληρος ὁ δικαστικὸς κόσμος, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρους μισθούς. Ἐπὶ πλέον ὑπάρχει ἡ ἑξῆς πλάνη. Φρονοῦσί τινες ὅτι, ὅπως εἰς τὸν Στρατὸν οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι μέρος εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ ἀμείβονται ἰδιαιτέρως, οὕτω καὶ εἰς τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν διὰ μιᾶς διαιρέσεως νὰ προαχθῶσιν εἰς τμηματάρχας κλπ. καὶ νὰ λαμβάνωσι περισσότερα καὶ θέλουσι νὰ ἐξισωθῶσι μὲ τὸν βαθμὸν καὶ τὴν θέσιν καὶ ἐκεῖ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μίαν ἀναλογίαν. Καὶ ἐδημιουργήθη μία ἀτμόσφαιρα, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι πολλά. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφήσωμεν νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀμείβονται γενναίως καὶ ὅτι λαμβάνουσι μισθοὺς παχυλοὺς καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπιδεκτικοὶ μειώσεως οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν.
§182Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας των μὲ αὐτὸν τὸν εὐτελῆ μισθόν.
§183Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ πείσω τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἀγγλία δαπανᾷ 6% ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ της, ἡ Ἑλλὰς δαπανᾷ 5% οὐχὶ διὰ νὰ ἔχῃ Ναυτικόν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταστήσῃ ἑαυτὴν ἀδύνατον, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορέσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔχῃ τοιοῦτον. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων εἶναι 445,000,000 καὶ 30,000,000 διὰ τὰ ἀεροπλάνα, μόνον δὲ 20,000,000 εἶναι ἀναγεγραμμένα διὰ τὴν μέλλουσαν ναυτικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. Δυστυχῶς οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος των διὰ νὰ ἐξετάσωσι τὰ τοιαῦτα.
§184Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς λοιπὸν εἶπεν ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀπέσχε τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα πραγματικὸν λόγον διαφωνίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ καλύμματα καὶ διὰ τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐλέχθησαν πολλά. Ἀφορμὴ τῆς διαφωνίας ἦτο, κύριοι, ὅτι ἐξεστράτευσαν δύο Ὑπουργοί, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ μετέβησαν εἰς Γενεύην, χωρὶς νὰ ἀνταλλάξωσιν οὐδεμίαν σκέψιν περὶ τῶν ἐνεργειῶν εἰς ἃς ἤθελον προβῆ ἐκεῖ, ἐπρόκειτο δὲ νὰ μὴ ληφθῇ οὐδεμία ἀπόφασις, ἡ δὲ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκεῖ τοὺς ἀπηύθυνε τὰ ἀκόλουθα ἐρωτήματα (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις... κλπ.» Τοιαῦτα ἐρωτήματα ἀπηύθυνεν ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τὰ ὁποῖα μετέβησαν ἐκεῖ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἰς συζήτησιν γενομένην ἐνταῦθα διαλογικῶς εἶπε: «Μὰ καλά, θὰ ὑπάγουν δύο Ὑπουργοὶ νὰ διεξαγάγωσι διαπραγματεύσεις, φυσικὸν εἶναι νὰ ἔχωσι ἐλευθερίαν συζητήσεως». Θὰ ἦτο μωρὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγε τὸ ἀντίθετον. Μετέβησαν δύο Ὑπουργοὶ καὶ εἶχον ἐλευθερίαν νὰ συζητήσωσι καὶ νὰ διαπραγματευθῶσι καὶ ἀφοῦ συζητήσωσι καὶ διαπραγματευθῶσι, φυσικὰ κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο περὶ Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία περιελάμβανεν ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα τῆς Χώρας, φυσικὸν ἦτο νὰ συνεννοηθῶσι μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων κομμάτων. Λέγουν ἐκεῖνο καὶ δι’ ἐκεῖνο, τί λέγετε σεῖς; Ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλεγε ταῦτα, τοὺς εἶπον θὰ ἐρωτήσωμεν καὶ τοὺς ἄλλους καὶ θὰ ἀπαντήσωμεν καὶ τώρα λέγετε τάχα ὅτι μᾶς δεσμεύουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον. Θὰ σᾶς εἴπω τί εἴπομεν. Καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὴν συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν με τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τί νομίζετε ὅτι εἶπεν; Εἶπε; ὅτι ἔφθασε παρατηρητὴς ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἐνεργῶν ἔλεγχον οἰκονομικόν, ἔφθασεν ὁ κ. Ἀβενόλ.
§185Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Συνέλεξε στοιχεῖα.
§186Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά, προκειμένου νὰ ἔλθῃ εἷς, ὄχι παρατηρητής, εἷς φίλος. Ὁ κ. Ἀβενὸλ λοιπὸν συνηντήθη τυχαίως εἰς ἕνα τσάϊ μὲ τὸν κ. Τσαλδάρην, συνεστήθησαν καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν καμμίαν ἰδέαν καὶ ὄχι πέμπτος τροχὸς τῆς ἁμάξης δὲν εἴμεθα, ἀλλ’ οὔτε ὁ δέκατος πέμπτος. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἐγνώριζον τίποτε, μόλις τοὺς ἔκαναν τὰ ἐρωτήματα αὐτά, ἀπήντησαν (ἀναγινώσκει). Εἰς τὸ δεύτερον, ὑποθέτω, δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ κατόπιν νὰ τὸ δεχθῶμεν. Ἠμπορεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ δεχθῇ νὰ μὴ γίνῃ, ἀλλὰ διατί νὰ τὸ εἴπητε αὐτό, ἀφοῦ δὲν σᾶς δεσμεύει; Ναί, ἀλλὰ σεῖς, κ. Ὑπουργέ, δεσμεύεσθε. Διατί; Διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ πραγματοποιήσητε αὐτό, θὰ φύγετε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δηλαδὴ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει εἷς τοιούτου εἴδους τρόπος δεσμεύσεως....
§187Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποία δέσμευσις τὸ νὰ δίδωμεν πληροφορίας;
§188Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Αὐτὰ εἶναι μυστικά.
§189Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῦ εἶναι τὸ μυστικόν; Ὅλα τὰ Κράτη δημοσιεύουν τοὺς προϋπολογισμούς των εἰς μηνιαῖα τεύχη κλπ. Ἀλλὰ σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἀνεξαρτήτως τούτου, ἀνεξαρτήτως τοῦ συμφέροντος τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ μὴ κρύπτωμεν τίποτε ἀπολύτως, ὅπως καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκρύψωμεν καὶ νὰ φροντίζωμεν νὰ καθιστῶμεν τὴν δημοσιότητα ἀκόμη μεγαλυτέραν, ὅπως φροντίζομεν καὶ τὴν καθιστῶμεν, διότι φροντίζομεν νὰ δημοσιεύωμεν κατὰ μῆνα ἕνα ἰσολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀνεξαρτήτως αὐτῶν, αὐτοὶ οἱ λογαριασμοί, αὐταὶ αἱ πληροφορίαι πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἐδίδοντο πάντοτε μέχρι τοῦδε. Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνόδου τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαντήσητε ὅτι ἠρωτήθη ὁ ἐν Βερολίνῳ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔδωκε πληροφορίας περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐν τῷ Πρωτοκόλλῳ τοῦ 1923 εἶχεν ἀναλάβει τὸ Ἑλληνικόν Κράτος ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν νὰ ἔχῃ ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν ἀφ’ ἑτέρου. Εἶχεν ἀναλάβει αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τοῦ 1923 καὶ ἐδίδοντο ἔκτοτε τακτικὰ αἱ πληροφορίαι.
§190Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐξήντλησα γενικῶς τὸ θέμα καὶ εἶπον ποία ἦτο ἡ ἀντίληψίς μου. Δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ κατατρίβεσθε τόσον πολύ, διότι ἡ ὥρα εἶναι προχωρημένη.
§191Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς ἐξουσιοδοτήσεις, παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν τῶν δύο τελευταίων ἡμερῶν ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ λέξεις ἔχουν ἀποβάλει τὴν σημασίαν των. Διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μὲ τὸ χάρισμα τῆς εὐγλωττίας τὴν ὁποίαν ἔχει παριστάνει ὅτι μὲ τὸ νὰ παραχωρήσῃ ἡ Βουλὴ ἐν λευκῷ ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῶν δικαιωμάτων της, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἀποτελεῖ αὔξησιν αὐτῶν. Διότι—ἀκούσατε, ἀκούσατε—ἔχομεν ἀντὶ μιᾶς, δύο συζητήσεις, ἤτοι μίαν ὅταν θὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις καὶ ἑτέραν μετὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὅταν θὰ ἐγκριθῇ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς. Καὶ διὰ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως δὲν λέγει τίποτε. Διὰ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δὲν λέγει τίποτε. Καὶ ὅταν λέγῃ θὰ ἐπανέλθῃ, δηλαδὴ ὅταν θὰ εἶναι τετελεσμένον πλέον τὸ γεγονός, θὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισίν μας. Τί ἄλλο λοιπὸν θέλομεν; Καὶ οὕτω μένομεν μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχουν μειωθῆ τὰ δικαιώματα ἡμῶν ὡς βουλευτῶν μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔχουν αὐξηθῆ.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ ἐννέα μηνῶν διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοινώθησαν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη ῥητῶς (ἀναγινώσκει). Θὰ ἐξετάσωμεν τοὺς δύο τούτους ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη πρὸ ἐννέα ἀκριβῶς μηνῶν διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἐπραγματοποιήθησαν κατά τι αἱ ὑποσχέσεις αὗται. Καὶ πρῶτον ἐπανῆλθεν ἡ ποθητὴ γαλήνη, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν εἰς τὸν Τόπον διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ γαλήνη, ἀλλὰ τοὐναντίον καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν νὰ πληροφοροῦν τὸ Κοινὸν αἱ ἐφημερίδες ὅτι πρωτόκολλα ὑπογράφονται περὶ ἐπαναστάσεων, συζητήσεις γίνονται μέχρι τοῦ σημείου ὥστε καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ νὰ ὑπογράφουν πρωτόκολλα, διότι καὶ αὐτοὶ ὑπέγραψαν πρωτόκολλα, μέχρις οὗ ἴδωμεν νὰ ὑπογράψουν τοιαῦτα καὶ οἱ στρατιῶται. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ὕπαρξις τοῦ Στρατοῦ διὰ τὴν Χώραν μας καὶ ἄνευ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν, εἶναι ἀπαραίτητος ὄχι μόνον εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ κυρίως καὶ εἰς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν ἔχομεν πραγματικὸν Στρατὸν ἢ ἄθροισμα ὁπλοφορούντων παρανόμως ἀνθρώπων; Εἴπομεν λοιπὸν ὅτι δὲν ἐλύθη τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ λυθῇ. Δὲν ἔφερον ἀντίρρησιν τούτου καὶ δὲν εἶναι φυσικὰ ὁ κατάλληλος καιρὸς νὰ ἐξετάσωμεν τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν σημερινὴν κατάστασιν, οὔτε καὶ διατί δὲν ἐπῆλθεν ἡ λύσις καὶ εἰς τίνας ὀφείλεται ἡ μὴ δοθεῖσα ἱκανοποιητικὴ λύσις. Ἀπολύτως εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις καὶ μάλιστα εἰς ἀκέραιον, διότι συνετέλεσε διὰ τῶν ἐνεργειῶν της, διὰ τὴν μὴ λῆψιν ὡρισμένων μέτρων εἰς τὸ νὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ σημερινὸν κατάντημα, ὄχι μόνον νὰ μὴ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν χειροτερεύσωμεν, διότι ἐχειροτέρευσε καὶ διότι μεταξὺ τῶν ὑπαρχουσῶν δύο καταστάσεων ἐδημιουργήθη τρίτη κατάστασις καὶ ἐφθάσαμεν σήμερον μὲ τὴν νέαν Κυβέρνησιν συνασπισμοῦ νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ προσθέσωμεν καὶ νέαν παραφυάδα εἰς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ περιορίζωνται ἢ θὰ ἐκτοπίζωνται διάφοροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὕποπτοι εἰς τὴν ἡσυχίαν τῆς Χώρας. Δὲν ἐλύθη, κύριοι, τὸ πρῶτον ζήτημα. Ἤθελον νὰ ἐξετάσω τὴν δευτέραν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἰσοσκελίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐφαρμόζουσα μέτρα οἰκονομίας, ἐπραγματοποιήθη; Εἴδατε καμμίαν οἰκονομίαν νὰ ἐφαρμοσθῇ μέχρι σήμερον; Ἀφίνω ὅτι ἐπὶ ἓξ μῆνας κυβερνῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος καὶ ἐνῷ ὑπεσχέθημεν οἰκονομίας, τοὐναντίον δὲν ἐγένοντο τοιαῦται, ἀλλ’ ὑπεβλήθησαν φόροι 1,500,000,000 δραχμῶν. Ἐρωτᾶται· ἠδύναντο νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι; Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἠδύναντο νὰ γίνωσι τοιαῦται καὶ εἰς τὸν Στρατόν. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ ὅσα διετύπωσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ 7,200 εἰς 5,200. Δὲν ἠλαττώθη εἰς τὴν πρᾶξιν, ἠλαττώθη εἰς τὸ χαρτί. Ἀπὸ πέρυσιν ἕως ἐφέτος δὲν ἔφυγε κανείς.
§193Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς συντάσσεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχουσῶν θέσεων. Ὅταν θὰ καταργηθῶσιν αἱ μονάδες, θὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμός. Αὐτὰ δὲν γίνονται διὰ τοῦ γράμματος.
§194Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπάρχουν πρόσωπα κατέχοντα τὰς θέσεις τῶν 2,000 ἀξιωματικῶν.
§195Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Θὰ συνεπληροῦντο αἱ θέσεις.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι καὶ οἱ ἀπότακτοι.
§197Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἐνομίζαμεν ὅτι θὰ ἐπανέλθουν οἱ ἀπότακτοι καὶ θὰ μείνωσιν οἱ ὑπάρχοντες. Εἴπατε καὶ σεῖς καὶ ἡ Βουλὴ ὅτι θέλετε νὰ φέρετε τὴν γαλήνην εἰς τὸν Στρατόν. Ἐπρόκειτο ὁ Στρατὸς νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἑαυτόν, θὰ ἐπανέλθουν ἐκ τῶν ἀποτάκτων οἱ ἱκανοὶ καὶ νὰ φύγωσιν οἱ ἀνίκανοι.
§198Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Διατί βεβαιοῦτε πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀποδειχθῶσιν ἀνακριβῆ; Πρέπει νὰ γνωρίζετε καλῶς ὅτι θὰ φύγωσι καὶ περισσότεροι ἀπὸ ὅσους λέγετε.
§199Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἔφυγε κανείς.
§200Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Φοβεῖσθε μήπως διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου «περὶ ληστείας» γίνωσι πρωτόκολλα; Διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν δὲν θὰ γίνωσι πρωτόκολλα.
§201Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Θὰ γίνωσι καὶ μὲ τὴν ἐκκαθάρισιν πρωτόκολλα καὶ μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀποτάκτων καὶ μὲ ὅλους, διότι ὁ Στρατὸς δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν του, ἐφόσον δὲ δὲν ἀποκτήσωμεν Ἐθνικὸν Στρατόν. Θὰ γίνωνται πρωτόκολλα καὶ στάσεις. Ὅταν ἐλέγαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἀποτάκτων δὲν ἐννοούσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωσιν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί, ἐννοούσαμεν ὅτι ἔπρεπεν ὁ Στρατὸς νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν Στρατὸν καὶ εἰς τὴν Πατρίδα. Τοῦτο δὲν ἐγένετο.
§202Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καθ’ ὑμᾶς.
§203Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ἐγένοντο αἱματηραὶ οἰκονομίαι καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐγένοντο, ἀλλὰ προσετέθη καὶ κάτι τι. Διότι εἰς τὸ Ναυτικὸν μὲ δύο παληοκάραβα ἔχομεν ἕνδεκα ναυάρχους, εἰς δὲ τὸν Στρατὸν μίαν πληθώραν στρατηγῶν. Καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης συνάδελφος, ὅτι δύνανται πραγματικῶς νὰ γίνουν τεράστιαι οἰκονομίαι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι περιοριζόμεθα ἀπὸ ὡρισμένους λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ γίνουν οἰκονομίαι. Ἠδύναντο καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα νὰ γίνουν οἰκονομίαι. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὑπάρχει ἡ Διοίκησις τῶν Σιδηροδρόμων. Γνωρίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν Σιδηροδρόμων ἐν Μακεδονίᾳ μόνη ὑπέδειξε τὴν πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν 35,000,000. Ἂν καταργηθοῦν ὡρισμέναι Διοικήσεις, ὅπως εἶναι ἡ Διοίκησις τῶν Σιδηροδρόμων, ἡ ὁποία ἀπορροφᾷ ἓν μέγα ποσὸν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ ἡ ὕπαρξις τῶν διαφόρων ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττά. Καὶ ἀφοῦ ἐπὶ ἕξ μῆνας δὲν κατωρθώσαμεν νὰ κάμωμεν καμμίαν οἰκονομίαν, δηλαδὴ νὰ κατορθώσωμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτᾶται· εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγωμεν ἀμέσως εἰς φορολογίας, διὰ τῶν ὁποίων πλήσσεται ὁ γεωργικὸς κόσμος; Εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν φορολογίαν τῆς δεκάτης, ἔστω καὶ ἂν αὕτη ἠλαττώθη κατὰ ⅓; Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἀπηχεῖ βαθύτατα ἡ ἀντιπάθεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει προκειμένου περὶ τῶν εἰσπρακτόρων, οἱ ὁποῖοι ἐπίεζον ἐπὶ πολὺ τὴν Ἑλληνικὴν γεωργικὴν Κοινωνίαν. Νομίζω ὅτι οἱονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἐφόσον ἡ πίεσις τὴν ὁποίαν θὰ ᾐσθάνετο ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, θὰ ἦτο μεγάλη καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοστοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἰταλίας, προκειμένου περὶ τῶν ἀμέσων φόρων λέγει κάτι τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀπὸ ἡμᾶς. Λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς ἀμέσου φορολογίας ὁ σκοπός ... κλπ.» Ἕν τοιοῦτόν τι συμβαίνει καὶ διὰ τὴν δεκάτην. Κύριοι, λέγομεν ὅτι θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν καὶ ἐν τούτοις ἐπιβάλλομεν φορολογίας. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι κατὰ ποῖον τρόπον ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσὸν αὐτό; Δὲν ἠξεύρω, ἀλλὰ πάντως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία αὐτή. Δὲν θὰ ἐξετάσω ποσῶς τὰ τῆς διχοτομήσεως τῆς Τραπέζης καὶ ἐν γένει τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεφύησαν, διότι τὰ ζητήματα αὐτὰ ἐξηντλήθησαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, εἶναι τοῦτο, ὅτι δέον νὰ δυνατωθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἵνα μὴ τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον ὑπέστησαν ἄλλοι, εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἡμᾶς. Διότι ὅλων τῶν ἀπόψεων τούτων προϋπόθεσις εἶναι ἡ ἀπόλυτος γαλήνη τοῦ Τόπου, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ ἐλαχίστη διαταραχὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ διακινδυνεύσῃ ὅλην αὐτὴν τὴν προσπάθειαν πρὸς μεγάλην ζημίαν τῆς Χώρας καὶ νὰ ἐπισκορπίσῃ ὅλα τὰ δεινὰ ἐπ’ αὐτῆς.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Γούδας ἔχει τὸν λόγον.
§205Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοπώσεως αὐτῆς κατὰ τὰς μεσονυκτίους ταύτας ὥρας, θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, διότι ἄλλως τε καὶ αἱ ἀποσκευαὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εὑρίσκονται ἕτοιμοι ἔξω τῆς θύρας τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ τὸ ἀτμόπλοιον εἶναι ἕτοιμον πρὸς ἀναχώρησιν. Εἰς τὰς στιγμὰς ὅμως ταύτας τὰς ἐπειγούσας καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, τί; Νομοσχέδια; Ὄχι. Καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν μίαν ἐξουσιοδότησιν περιέχουσαν πολυαρίθμους τίτλους νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων ἀγνοοῦμεν τὸ περιεχόμενον καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως–ἴσως νὰ εὑρίσκωνται ἀκόμη ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἔχω ἤδη ἀνὰ χεῖρας ἓν ἔντυπον, τὸ ὁποῖον περιέχει τίτλους νομοσχεδίων. Καὶ θὰ ἦτο ἴσως λογικὸν νὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις τῆς Βουλῆς διὰ τὰ ἀπαραίτητα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς χρειάζεται διὰ τὸ ἔργον του ἐν Γενεύῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἐν τῇ ἐξουσιοδοτήσει ταύτῃ, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω.
§206Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖα;
§207Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἀπειρίαν. Πρῶτον μία πρότασις τροπολογίας, διὰ τῆς ὁποίας παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσιοδότησις ὅπως συνάψῃ σύμβασιν....
§208Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν συζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις διὰ τὰ Παγκαλικὰ Διατάγματα. Αὐτῶν σεῖς ἔχετε ὡς ἔχει.
§209Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Καὶ προκειμένου περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ θέματος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς χρησιμεύσουν διὰ τὴν μετάβασίν σας εἰς Γενεύην, εἶχον νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Ὅτι ἑκάστοτε ἔρχεσθε εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἑσπέραν καὶ μᾶς λέγετε· εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Γενεύην. Εἶναι ἡ δευτέρα φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται αὐτό. Μίαν ἑσπέραν ἐφέρατε ἓν χειρόγραφον Προϋπολογισμοῦ.
§210Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔντυπον ἦτο.
§211Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν ἦτο ἔντυπον. Πρὸ 15 ἡμερῶν μόλις ἔλαβον ἐγὼ τὸν ἔντυπον Προϋπολογισμόν.
§212Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν δὲν διενεμήθη, ἐγὼ δὲν πταίω. Διενεμήθη πρὸ τῆς καταθέσεως.
§213Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Πρὸ τῆς καταθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶχε διανεμηθῆ.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι ἦτο ἔντυπος.
§215Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ζητεῖτε τὴν συναίνεσίν μας εἰς μέτρα τὰ ὁποῖα ἔχετε ἐν νῷ καὶ τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦμεν τί ἔκτασιν θὰ λάβουν εἰς τὴν διατύπωσιν καὶ τὰς λεπτομερείας.
§216Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς γίνονται αἱ διαπραγματεύσεις; Γίνονται κατ’ ἄλλον τρόπον; Θὰ τὰς φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς ἀκόμη καὶ τὴν τραπεζιτικὴν μεταρρύθμισιν. Εἶναι μία ὑπόδειξις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον τῆς τραπεζιτικῆς μεταρρυθμίσεως. Θὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὅταν καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα, ἂν μείνωμεν σύμφωνοι, τότε αἱ ἀποφάσεις θὰ εἰσαχθοῦν κατὰ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπαρτιζομένης ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα καὶ κατόπιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ συζητηθοῦν.
§217Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὰ θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖτε τὴν ἔγκρισιν σήμερον εἶναι τὰ ἑξῆς· ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος, ἡ ἀποδοχὴ ἑνὸς ξένου παρατηρητοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἑδρεύῃ ἐν Ἀθήναις.
§218Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχομεν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ πρὸς τὸ παρόν. Ἡ ἐξουσιοδότησις ἔγκειται εἰς τοῦτο· ἐθέσαμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰς ὑποδείξεις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἐδέχθημεν, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μᾶς ἀποδοκιμάσῃ, δὲν θὰ μᾶς δώσῃ ψῆφον. Ἡμεῖς δὲν ὑπεβάλλομεν κανὲν σχέδιον, οὔτε πρόκειται νὰ γίνῃ καμμία ἰδιαιτέρα συμφωνία εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ζητοῦμεν ἐξουσιοδότησιν.
§219Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Διὰ Ν. Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν.
§220Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρωτοφανές, οὐδέποτε συνέβη αὐτό. Ζητοῦμεν ἐξουσιοδότησιν παρέχοντες λεπτομερείας αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐξουσιοδότησιν. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν διὰ νὰ ψηφίσωμεν νόμους. Ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ καταρτίσωμεν νόμους. Ἡ ἀρχὴ μᾶς ἐνδιαφέρει, ἂν τὴν ἐγκρίνετε ἢ ὄχι. Αἱ λεπτομέρειαι θὰ κανονισθοῦν καὶ θὰ ἔλθουν πάλιν πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὸ Βέλγιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξόχως κοινοβουλευτικόν, δὲν ἐγένοντο αὐταὶ αἱ συζητήσεις ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἡ σταθεροποίησις. Τὴν ἔδωσαν ἀμέσως μετὰ πάσης πληρεξουσιότητος, ἄνευ ὑποχρεώσεως νὰ ὑποβάλλωνται τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν. Ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀσκεῖται κάποιος ἔλεγχος, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης νὰ τὴν ἔχητε διαρκῶς καθηλωμένην καὶ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ κινηθῇ, τὴν καθιστᾶται Κυβέρνησιν ὑποχείριον.
§221Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Διατυποῦται διαρκῶς ἡ γνώμη ὅτι πάντα ταῦτα τὰ μέτρα διὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖτε τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ τὰ ἐφαρμόσητε διὰ Διαταγμάτων, τὰ εἶχεν ἀποδεχθῆ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα προηγουμένως. Σήμερον εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, εἰς διακοπὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμον, λέγετε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Φέρετε παρακαλῶ τὸν λόγον μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διετυπώθη τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἐν γνώσει τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀποδεχθέντος τὸ πρόγραμμα τοῦτο. Αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἦτο δύσκολον δι’ ἕνα μελετητὴν τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων νὰ πιστεύσῃ ὅτι θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν σταθεροποίησιν μὲ τὴν ὑφισταμένην τραπεζιτικὴν σύγχυσιν καὶ ἀταξίαν». Αὐτὰ γράφονται εἰς τὰ πρακτικά. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν διχοτόμησιν τῆς Τραπέζης;
§222Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἐξήγησα καὶ αὐτό. Δὲν εἶχε θιχθῆ τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης.
§223Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς;
§224Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§225Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἔχω τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 1ης Ἰουνίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡμιλήσατε ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰ ἀνέγνωσα, δὲν ἀναφέρετε οὐδὲ λέξιν περὶ σταθεροποιήσεως.
§226Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι τὰ χειρόγραφα τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, τὰ τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ζητήσητε, νὰ σᾶς δώσω δὲ τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Ἐτελείωνε ἡ συνεδρίασις ἐκείνη εἰς τὰς 8 τὸ πρωΐ, δὲν εἶχον οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην διάθεσιν διὰ νὰ ἴδω τί ἐδημοσιεύθησαν, οὔτε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἐδιόρθωσα, διότι τὴν ἑπομένην τὸ πρωΐ ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσω καὶ ἤμην βεβαρυμένος διὰ τεραστίων ὑποθέσεων, δὲν ἐκοιμήθην ἐκείνην τὴν ἡμέραν καθόλου. Δὲν ἐπρόφθασα λοιπὸν νὰ ἴδω τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ τὰ διορθώσω, ἑπομένως δὲν ἔχω γνῶσιν τί ἐδημοσιεύθη.
§227Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἀπαντῶ ὅμως εἰς μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ εἰς μίαν διακοπὴν τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅτι ἠγνόουν τί κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέφερεν ἐν σχέσει μὲ τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως. Ἤθελον λοιπὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα μᾶς διενεμήθησαν δὲν ἀναφέρεται τίποτε ἀπολύτως.
§228Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τί σημασίαν ἔχουν ὅλα αὐτά. Ἡ ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν ἐνέκρινε τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχει σημασίαν ἂν ἀναφέρεται ἢ ὄχι εἰς τὰ πρακτικά, διότι ἡ συγκατάθεσις ἔγινε διὰ τῶν μελῶν τοῦ Κόμματος, τὰ ὁποῖα μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως.
§229Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σταθεροποίησιν, συνεφωνήσαμεν ὅλοι ὅτι θὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἂν θὰ γίνῃ νόμῳ εἰς εἰς ὡρισμένον χρόνον δὲν συνεζητήσαμεν. Πρὶν φύγῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὡμιλήσαμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς σταθεροποιήσεως. Θὰ ἦτο δὲ καὶ ἐντελῶς ἀκατανόητον ἐὰν ἐσκέπτετό τις περὶ ἐπανόδου τῆς τιμῆς τῆς δραχμῆς εἰς τὸ ἄρτιον. Λοιπὸν ὡμιλήσαμεν περὶ σταθεροποιήσεως. Πῶς θὰ γίνῃ αὐτὴ καὶ πότε, περὶ τούτου δὲν ὡμιλήσαμεν καθόλου. Σᾶς εἶπον δὲ μάλιστα ὅτι καὶ μετὰ τοῦ κ. Ἀβενὸλ ὅταν ἦτο ἐδῶ καὶ ἦλθε καὶ μᾶς ἐπεσκέφθη, ὡμίλησα καὶ τῷ εἶπον ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως καὶ θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ μακρότερον στάδιον πραγματικῆς σταθεροποιήσεως καὶ ἐντεῦθεν θὰ καθοδηγηθῶμεν. Πρὶν ἀναχωρήσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶχε γίνει ποτὲ λόγος περὶ νόμῳ σταθεροποιήσεως ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου.
§230Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κατὰ συνέπειαν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν εἶχεν ἀποδεχθῇ τὴν σταθεροποίησιν.
§231Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται αὐτὰ τὰ πράγματα. Ὅταν εἰς μίαν Κυβέρνησιν γίνεται λόγος περὶ σταθεροποιήσεως καὶ ἀναπτύσσεται ἓν πρόγραμμα πολιτικόν, δὲν γίνεται ἁπλῶς ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν ἀξίαν ὅταν ἡ ἐφαρμογή των πρόκειται νὰ εἶναι προσεχής. Λοιπὸν ἐλέγομεν περὶ σταθεροποιήσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ὁ βίος δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἶναι μακρότατος. Ἔλεγον δὲ ὅτι ἡ σταθεροποίησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τότε πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑπταμήνου.
§232Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὴν πρότασιν τῆς σταθεροποιήσεως ἐντὸς ἑπταμήνου μὲ τὴν εἴπατε εἰς τὸ τελευταῖον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἠμπορεῖ νὰ εἴχατε εἰς τὸν νοῦν σας μίαν ὡρισμένην προθεσμίαν. Εἰς τὴν συζήτησιν τὴν μεταξύ μας καὶ προηγουμένως ἀκόμη ὅταν ἐγένετο λόγος ὁμιλούσαμεν πάντοτε περὶ σταθεροποιήσεως, ἀλλὰ χωρὶς νὰ εἴπωμεν πότε θὰ φθάσωμεν καὶ ἂν ὑπάρχουν οἱ ὅροι κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ φθάσωμεν. Ὅταν δὲ θὰ συνεζητεῖτο πῶς θὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς σταθεροποιήσεως, τότε θὰ ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἐξετάζοντο αἱ προϋποθέσεις, ἂν δυνάμεθα καὶ πότε δυνάμεθα. Ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη θὰ δεσμευθῆτε ἵνα ἐφαρμόσητε τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἐντὸς τῆς προθεσμίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν λέγετε, διότι δὲν γνωρίζετε αὔριον ποῦ θὰ σᾶς ὁδηγήσουν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν διὰ τὴν σταθεροποίησιν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς δὲν πρέπει νὰ δεσμευθῆτε διὰ τὴν προθεσμίαν, διότι τοῦτο θὰ εἶναι οἰκονομικὸν ἄτοπον.
§233Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδὲν οἰκονομικὸν ἄτοπον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς σταθεροποιήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο, ὅτι ὅλοι οἱ μετέχοντες τῆς Κυβερνήσεως, ὅλα τὰ κόμματα εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς σταθεροποιήσεως. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἡ σταθεροποίησις ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Ἐφόσον λοιπὸν ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη αὐτή, ἔπρεπε τὸ κόμμα τὸ ἔχον ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἐπιφυλάξεις ταύτας.
§234Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἂν ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν εἰς τόσον προκεχωρημένην ὥραν, τὴν ἀπησχόλησα διότι ἤθελον νὰ ἀποσαφηνίσω τὴν στιχομυθίαν μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ, ἥτις ἐγένετο προηγουμένως. Εἶχον ἀποφασίσει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς διαφωνίας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τῆς ἀποχωρήσεώς του ἐκ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς φαίνεται παράδοξον πῶς διεφώνησε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ πῶς προσπαθήσατε ἐνταῦθα νὰ παραστήσητε ὅτι ἡ διαφωνία προῆλθεν ἐκ τῶν καλυμμάτων. Δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὰ καλύμματα ἡ διαφωνία μας. Ἡ κυρία ἀφορμὴ τῆς διαφωνίας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι ὅτι ἀνελάβατε ἐν Γενεύῃ ὑποχρεώσεις χωρὶς νὰ ἔχητε καμμίαν ἐντολὴν πρὸς ἀνάληψιν τοιούτων ὑποχρεώσεων.
§235Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πάλιν τὰ ἴδια;
§236Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐξεθέσατε τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 1ης Ἰουνίου ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς λέγει ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει). Εἶναι τὰ πρακτικὰ οὐχὶ τὰ συμπεπληρωμένα, ἀλλὰ τὰ κατόπιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐνδεχομένως νὰ παρελείφθησαν φράσεις του καὶ νὰ τὰς συνεπλήρωσεν εἰς τὰ δεύτερα πρακτικά.
§237Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔδωκα ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτῶν. Τὰ ἀμφισβητῶ ἀπολύτως.
§238Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Μεταβαίνοντες εἰς Γενεύην ἵνα διαπραγματευθῶμεν τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, δηλῶ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀνελάβομεν. Διατηροῦμεν πᾶσαν ἐλευθερίαν νὰ πράξωμεν ὅ,τι εἶναι συμφέρον εἰς τὴν Χώραν». Καὶ ἐρωτῶ· ἀνελάβατε ὑποχρεώσεις ἢ δὲν ἀνελάβατε; Ὅταν ἀπηντήσατε εἰς ὡρισμένας καὶ κατηγορηματικὰς ἐρωτήσεις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ τῆς ἀποδοχῆς πράξεων, αἵτινες πράξεις δὲν ἦσαν τῆς ἀποδοχῆς ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως; Τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ συνάδελφόν σας πρό τινων μηνῶν, ἐνθυμοῦμαι ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἠρνεῖσθε τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέσῃ ἕνα ἀπειθῆ ὑπάλληλον, τὸν ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, εἴχατε σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε ἐν Γενεύῃ καὶ νὰ ἔχητε τὴν ἔγκρισιν τῶν συμπραττόντων κομμάτων; Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, διότι καὶ αἱ στιγμαί σας εἶναι ὀλίγαι. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀναχωρήσητε ἐλευθέρως καὶ θὰ ἠδύνασθε ἴσως προτιμότερον ἀντὶ νὰ μᾶς καταπονήσητε τρεῖς ὁλοκλήρους ἑσπέρας, νὰ φέρητε τὰ μέτρα σας ἕνα μῆνα προηγουμένως ἀφ’ ἧς ἐπεστρέψατε ἐκ Γενεύης καὶ κατηναλώσατε 15 ἡμέρας συζητοῦντες ἂν εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ δώσητε ἢ νὰ μὴ δώσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάξατε ἐν Γενεύῃ εἰς τοὺς συναδέλφους σας καὶ τὰ ὁποῖα ἐν τέλει ἐδημοσιεύσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας μετὰ 10 ἡμέρας καὶ ἂν δὲν κατηναλίσκετε καὶ μίαν ὁλόκληρον ἑβδομάδα ἐν τῇ συζητήσει μετὰ τῶν συμπραττόντων ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων τοῦ συνασπισμοῦ διὰ τὴν διανομὴν τῶν χαρτοφυλακίων. Αἱ καταναλωθεῖσαι αὐταὶ 23 ἡμέραι εἰς τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα ἠδύναντο νὰ καταναλωθῶσιν ἐδῶ καὶ νὰ μὴ ἀπασχολώμεθα εἰς μεταμεσονυκτίους ὥρας ἵνα συζητῶμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐν τῷ νῷ ὑμῶν ἔχετε.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§240Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, κύριοι βουλευταί, μόλις πρὸ ὀλίγης ὥρας εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἐξ Ἰωαννίνων ἀξιότιμον συνάδελφον ὅτι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, εἶναι ὅμως ἀληθέστατον ὅτι τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ δυσπιστία τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.
§241Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ναί, ἀκριβῶς αὐτὸ θὰ εἴπῃ ἐμπιστοσύνη, ἡ ἐμπιστοσύνη ἡ ἀπορρέουσα μετὰ ἐλέγχου.
§242Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸν τόν λόγον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἐδόθη μετὰ φειδοῦς μεγάλης καὶ ἐδόθη ἐπὶ ζητημάτων ἐπουσιωδῶν, πάντως δὲ ἐπὶ συγκεκριμένων καὶ ὡρισμένων θεμάτων. Ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἔρχεται νὰ ζητήσῃ ἐξουσιοδότησιν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, δι’ ὅλας τὰς λειτουργίας τοῦ Κράτους, διότι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ σχεδίου αὐτοῦ, ἀποφάσεως, ὅπως καλεῖται, πρόκειται νὰ συμπεριλάβῃ ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμόν, τὸν οἰκονομικόν, τὸν διοικητικὸν καὶ πάσας τὰς λειτουργίας τοῦ Κράτους. Δηλαδὴ θέλει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς ἓν ἄτομον, διότι αὐτὸ κατ’ οὐσίαν σημαίνει ἡ αἰτουμένη ἐξουσιοδότησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ρυθμίσῃ δικτατορικῶς ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Χώρας. Ὅσην ἐμπιστοσύνην καὶ ἂν ἔχῃ εἰς τὴν εὐθυκρισίαν καὶ ἐντιμότητα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ δώσῃ τοιαύτην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς ἓν ἄτομον, διότι, σὺν τοῖς ἄλλοις, ὑποθέσατε ὅτι ὁ ἔντιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατελαμβάνετο ἀπὸ ἕνα οἶστρον γενικῆς καινοτομίας καὶ ἀνακαινίσεως, τίς θὰ τὸν ἐμποδίσῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς νὰ ἀναστατώσῃ τὸ σύμπαν; Ἡ πρώτη φράσις, τὴν ὁποίαν ἐξεστόμισα ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς ὅταν διὰ πρώτην φορὰν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἦτο ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή, ἐκλεγεῖσα ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐξελέγη καὶ μετὰ μίαν πολιτειακὴν καὶ πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, εἶχε προορισμὸν νὰ ἐκπληρώσῃ μέγαν σκοπόν. Καὶ μεταξὺ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ λυθῶσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἦτο καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τῆς Χώρας. Ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τῆς Χώρας, κύριοι βουλευταί, προϋποθέτει λῆψιν μέτρων σοβαρῶν ἀφορώντων ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ Λαοῦ καὶ οὐσιωδέστατα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μέτρα εἶναι προωρισμένα νὰ δημιουργήσωσιν ὑποχρεώσεις εἰς βάρος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅσον σοβαρὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Βουλὴ αὐτή, ἐξ ἴσου μέγα εἶναι τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς νὰ περιφρουρήσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ καὶ μετὰ συνέσεως καὶ περισκέψεως καὶ μετὰ λεπτομερῆ ἐξονύχισιν τῶν ζητημάτων νὰ δημιουργήσωμεν εἰς βάρος αὐτοῦ ὑποχρεώσεις. Ἔχομεν οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ἐπιτακτικὴν ὑπὸ τοῦ Λαοῦ πρὸς τοῦτο ἐντολὴν καὶ ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπεμπολήσωμεν. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει δὲν θὰ εἶχε λόγον κἂν ἡ παρουσία μας ἐνταῦθα. Ζητεῖται ἐξουσιοδότησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἂν ἐξεπληροῦντο οἱ ὅροι τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι δὲν ἐκπληροῦνται ἐπειδὴ λείπουν αἱ Ἐπιτροπαί, λείπει ἡ Γερουσία, λείπουν πολλὰ στοιχεῖα, καὶ ἄν, λέγω, ἐξεπληροῦντο οἱ ὅροι αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου διὰ τὴν παραχώρησιν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ πάλιν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἐξουσιοδότησιν ἐπὶ τόσων σοβαρῶν ζητημάτων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ οὐδεὶς ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν εἶναι οἵα προσπαθεῖται νὰ τῷ ἀποδοθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι ἡ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις θὰ ἀντέκειτο καὶ πρὸς ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἀπορῶ δὲ πῶς Κυβέρνησις δημοκρατική, ἐκπροσωποῦσα ἀκράτους δημοκρατικὰς ἀρχάς, ὡς ἰσχυρίζεται, ἀξιοῖ ὅπως δώσωμεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμιν εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτομον, ἵνα τοῦτο ρυθμίζῃ μόνον του καὶ δικτατορικῶς τοσοῦτον οὐσιώδη καὶ ζωτικὰ διά τὴν Χώραν ζητήματα. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰς θεωρίας αὐτὰς τῆς τυπικότητος καὶ νομιμότητος καὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἢ μὴ τῆς ζητουμένης ἐξουσιοδοτήσεως. Μᾶς ζητοῦσιν ἐξουσιοδότησιν διὰ τὴν λῆψιν μέτρων, τὰ ὁποῖα αὐτὰ καθ’ ἑαυτά εἶναι ἄστοχα διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκουσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀποσκοποῦσα, ὡς ἰσχυρίζεται, εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τῆς Χώρας, ἐπιδιώκει τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος. Πολὺ ὀρθῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν εἰς ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἂν δὲν ἐπιτευχθῇ ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος. Τὴν σταθεροποίησιν αὐτὴν θὰ τὴν ἐπιτύχῃ, ὡς ἰσχυρίζεται, διὰ μιᾶς τραπεζιτικῆς μεταρρυθμίσεως, τῆς ἱδρύσεως δηλαδὴ ἰδιαιτέρας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ διὰ τῆς συνάψεως δανείου.
§243ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ δι’ ἄλλου μέσου.
§244Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλο μέσον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἤμην εὐγνώμων εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ μοὶ τὸ καθίστα γνωστόν. Καὶ ἐλέχθη ὅτι τὸ νῦν λειτουργοῦν ἐκδοτικὸν ἵδρυμα, ἡ ὑπάρχουσα Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὑπῆρξεν ἀνεπαρκὴς νὰ συγκρατήσῃ τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς καὶ νὰ ρυθμίσῃ τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν τῆς Χώρας.
§245Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ δὲν ἐλέχθη.
§246Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐλέχθη, συνάγεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἱδρύσῃ νέαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν.
§247Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι, δὲν ἐλέχθη τίποτε ἀπὸ αὐτά.
§248Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νὰ θέλετε νὰ ἱδρύσητε νέαν Τράπεζαν, σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζετε ἀνεπάρκειαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅπως ρυθμίσῃ τὸ συνάλλαγμα καὶ τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἄλλως διατί νὰ θέλετε νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν τραπεζιτικὴν κυκλοφορίαν; Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς τὴν τραπεζιτικὴν μεταρρύθμισιν, διότι, ὡς συνάγεται, πιστεύει ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ὑπάρχον πιστωτικὸν νὰ ρυθμίσῃ τὸ συνάλλαγμα καὶ τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν τῆς Χώρας. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἶναι τὸ νῦν ὑπάρχον πιστωτικὸν ἵδρυμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνίκανον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ λόγῳ τοῦ συστήματος ὅπερ ἐφαρμόζει, νὰ ρυθμίζῃ τὸ συνάλλαγμα καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν τῆς Χώρας ἢ μήπως ἄλλα αἴτια ξένα πρὸς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐφαρμοζόμενον σύστημα κατέστησαν ἀνίκανον καὶ ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἐν τῷ παρόντι ἵνα ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ; Καὶ ἂν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ καὶ ἂν πταίουν τὰ ἐξωτερικὰ αἴτια καὶ οὐχὶ τὸ σύστημα, διατί νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμιν εἰς αὐτὸ ὅπως ἀναλάβῃ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς; Καὶ δὲν θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ σκεφθῶμεν τίνι τρόπῳ θὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ ἵδρυμα ἀπὸ τὰ αἴτια αὐτὰ καὶ νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ νὰ ρυθμίσῃ τὴν κατάστασιν; Ἡ νομισματικὴ νόσος, κύριοι βουλευταί, δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν δῆθεν ἀνεπάρκειαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὔτε εἰς τὸ ἐλλειπὲς τοῦ ἐκδοτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ αὕτη, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς γνωστὰ αἴτια. Κατὰ πρῶτον λόγον ὀφείλεται εἰς τὴν ἀποστράγγισιν τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῶν οἰκονομιῶν τοῦ Τόπου πρὸς διεξαγωγὴν πολυχρονίων ἀπελευθερωτικῶν πολέμων καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς λόγῳ τῆς πολυετοῦς στρατεύσεως τοῦ παραγωγικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας. Ἕνεκα τῶν πολέμων αὐτῶν τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ στραφῇ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν βοήθειάν της καὶ ἥτις ἠναγκάσθη νὰ ἀκινητοποιήσῃ μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων αὑτῆς χάριν τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπέμβασις αὕτη ἦτο ἀναπόφευκτος. Συνέβη καὶ ἀλλαχοῦ καὶ δὴ εἰς μεγαλυτέραν κλίμακα. Θὰ συνέβαινε δὲ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ μορφὴ τῆς Τραπέζης ὅπως συνέβη καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπου ἐλειτούργουν καθαρῶς Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι. Ἐπίσης οὐσιωδῶς συνετέλεσεν εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς καὶ εἰς τὴν παράτασιν τῆς νομισματικῆς νόσου καὶ ἡ φυγάδευσις ἐξ Ἑλλάδος τῶν κεφαλαίων λόγῳ τῆς ἐπαχθοῦς φορολογίας καὶ τῆς ἀπηνοῦς διώξεως αὐτῶν, διὰ τῶν ἀντιοικονομικῶν μέτρων, ἅτινα ἐλήφθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1922 καὶ ἐντεῦθεν καὶ πρὸ παντὸς διὰ τῶν γνωστῶν μέτρων τοῦ κ. Κοφινᾶ. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ πολιτικαὶ καὶ πολιτειακαὶ αὐθαιρεσίαι τῆς χρονικῆς αὐτῆς περιόδου, ἡ διακυβέρνησις τῆς Χώρας διὰ μονοπλεύρου Βουλῆς, αἱ στάσεις καὶ ἐπαναστάσεις ἐξηφάνισαν καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς κρατικῆς πίστεως. Αὐτὰ εἶναι τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν κυρίως εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ εἰς τὴν παράτασιν τῆς νομισματικῆς νόσου. Καὶ κατόπιν τοιούτων γεγονότων κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδύνατο μία ἀποκλειστικῶς Ἐκδοτικὴ Τράπεζα νὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὴν νομισματικὴν νόσον; Κατ’ οὐδένα τρόπον. Καὶ διατί δὲν θὰ ἐπήρκει εἰς τὸ μέλλον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος καὶ εἰς τὴν ρύθμισιν τῆς κυκλοφορίας τοῦ τόκου καὶ ἂν μάλιστα αὕτη ἐνισχυθῇ διὰ τοῦ μελετωμένου δανείου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον; Ἀλλά, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ἂν προβῶμεν εἰς τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τί θὰ προκύψῃ; Θὰ προκύψῃ μία πιθανότης σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος. Βεβαιότης ὄχι ὅμως. Τὸ μόνον βέβαιον τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ θὰ εἶναι ἡ μείωσις τῆς πίστεως τῆς νῦν ὑπαρχούσης Ἐθνικῆς Τραπέζης. Βεβαιότης σταθεροποιήσεως ἐκ τῆς διχοτομήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ. Καὶ ἡ τοιαύτη ἄστοχος ἐνέργεια δὲν θὰ ἔχῃ μόνον ὡς συνέπειαν τὴν μείωσιν τῆς πίστεως τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας ὀλεθρίας συνεπείας. Ἰσχυρίζονται οἱ ὑπέρμαχοι τῆς διχοτομήσεως ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἐκδοτικόν της σκοπὸν καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτάσσει ἡ ἐπιστήμη καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ρύθμισιν καὶ σφυγμομέτρησιν τῆς ἀγορᾶς, τὴν αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος, τὸν περιορισμὸν ἢ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου κλάδου ἐμπορίου ἢ βιομηχανίας κλπ. ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπηλλαγμένων πάσης ἄλλης ἀσχολίας τῶν μελετῶν της. Λέγουσι δηλαδὴ ὅτι πιεζομένη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς τοποθετήσεως τῶν ἐκ τῶν καταθέσεων διαθεσίμων ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ παραβλέπῃ τὸ κύριον ἔργον της. Προχωροῦντες ἔτι μᾶλλον λέγουσιν ὅτι δὲν θὰ ἦτο καθόλου ἐπιτετραμμένον ἀπὸ τῆς ἐπιστήμης ὡς Ἐκδοτικὴ Τράπεζα νὰ ἔχῃ καταθέσεις.
§249Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντόκως.
§250Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄτοκοι καταθέσεις δὲν γίνονται συνήθως καὶ δὴ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχουν Τράπεζαι ἔχουσαι τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχολοῦνται μὲ ἀτόκους καταθέσεις.
§251Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πολλαί. Ὅλαι αἱ Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι δέχονται καταθέσεις ἀτόκως, τὰ δὲ ποσὰ τὰ κατατεθειμένα εἶναι μεγάλα, ὅπως καὶ ἐδῶ πιστεύω ὅτι θὰ εἶναι μεγάλα.
§252Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, μὴ σᾶς διαφεύγῃ ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ μιᾶς Χώρας διαφέρει ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν μιᾶς ἄλλης Χώρας. Ἐπίσης οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς διεξάγονται αἱ τραπεζιτικαὶ ἐπιχειρήσεις δὲν εἶναι οἱ αὐτοὶ παντοῦ. Εἰς Χώρας μεγάλας ὅπως εἶναι ἡ Ἀγγλία, Ἀμερική, Γαλλία καὶ Γερμανία ἐπιτρέπεται καταμερισμὸς τῶν ἔργων. Μία Τράπεζα ἐπιδιδομένη εἰς ἕνα μόνον κλάδον τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν ἔχει ἔδαφος ἱκανοποιήσεως ἀπὸ ἀπόψεως κερδῶν. Καὶ διὰ νὰ γίνω περισσότερον ἀντιληπτὸς θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φέρω ἓν παράδειγμα ξένον πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα. Οἱ ἐπιστήμονες τῶν μεγάλων Χωρῶν, εἷς δικηγόρος π. χ. ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ, Ἀμερικῇ, δύναται νὰ εἰδικευθῇ ὄχι μόνον ὡς ποινικολόγος ἢ ὡς ἀστικολόγος, ἀλλὰ καὶ εἰς μερικώτερον κλάδον τοῦ ποινικοῦ ἢ ἀστικοῦ δικαίου, εἰς τὰ πλημμελήματα π. χ. ἢ εἰς ἐνοχικὰς ἀπαιτήσεις, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ἀπειρία ὑποθέσεων καὶ μεγάλη δικαστηριακὴ κίνησις. Ἐν Ἑλλάδι δύναταί τις νὰ εἰδικευθῇ ἐπὶ τοσοῦτον; Ὄχι βεβαίως. Διότι ἂν θὰ ἱκανοποιεῖται ὡς ἐκ τοῦ μικροῦ κύκλου τῶν σχετικῶν ἐργασιῶν. Οὕτω συμβαίνει καὶ μὲ τὰς Τραπέζας καὶ τραπεζιτικὰς ἐργασίας ἐν ταῖς μεγάλαις Χώραις. Ἐν Ἑλλάδι τίνα κίνησιν ἔχομεν; Ἐν συγκρίσει π. χ. μὲ τὴν Γαλλίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα ἔχομεν ἓξ δισεκατομμύρια περίπου ἔναντι 65 ἑκατομμυρίων κυκλοφορούντων ἐκεῖ. Πρὸς δὲ ἐκεῖ κυκλοφορεῖ ταχύτερον τὸ χρῆμα. Ἐν Ἀμερικῇ π. χ. τὸ δολλάριον κυκλοφορεῖ δεκάκις καὶ πλέον ἀπὸ ὅ,τι κυκλοφορεῖ ἐδῶ ἡ δραχμή. Καὶ λέγω ταῦτα διὰ νὰ καταδειχθῇ τὸ διάφορον τῶν συνθηκῶν ὑφ’ ἃς διεξάγονται αἱ τραπεζιτικαὶ ἐργασίαι εἰς διαφόρους Χώρας. Προκειμένου περὶ τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν ἐν Ἑλλάδι, ἐργασιῶν αἵτινες δὲν δύνανται νὰ παρίδωσι τὴν πραγματικότητα ἀτιμωρητεί, ἡ ἐπιστήμη, ὡς διεμορφώθη καὶ ἐφηρμόσθη ἀλλαχοῦ, ἐφαρμοζομένη ἐδῶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξυπηρετῇ τὴν πραγματικότητα καὶ αἱ οἰκονομολογικαὶ θεωρεῖαι νὰ εἶναι ἁπλῆ φιλολογία. Ἡ πεῖρα μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἀσκοῦσα προνομιακῶς καὶ τὸ ἐκδοτικὸν ἔργον, ὀρθῶς ἔπραξε δεχθεῖσα ἐντόκους καταθέσεις, διότι διὰ τῶν καταθέσεων αὐτῶν κατώρθωσε νὰ ἀντεπεξέλθῃ μετὰ πολλῶν κινδύνων καὶ ὅτε τὸ Κράτος τὴν ἠνάγκασε νὰ ἀκινητοποιήσῃ τὸ ὅλον σχεδὸν τῶν κεφαλαίων της. Λέγουσιν ἐπίσης οἱ ὑπὲρ τῆς διχοτομήσεως ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνεμίχθη εἰς ξένας πρὸς τὸ ἐκδοτικόν της ἔργον ἐπιχειρήσεις. Καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὴν καταδικάσωμεν εἰς τὸν διὰ τῆς διχοτομήσεως θάνατον; Ἀλλ’ ἡ ἀνάμιξις αὕτη, χωρὶς νὰ ἐπιδρᾷ οὐσιωδῶς ἐπὶ τοῦ ἐκδοτικοῦ τῆς Τραπέζης ἔργου, ἔσχεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν καθόλου οἰκονομίαν τοῦ Τόπου. Αἱ ἐπιχειρήσεις εἰς ἃς ἀναμιγνύεται ἡ Τράπεζα εἶναι ἡ ἐνυπόθηκος πίστις, οἱ ἀνταλλάξιμοι καὶ τὸ χαρτοφυλακεῖόν της. Καὶ διὰ τῆς ἀναμίξεώς της εἰς τὴν ἐνυπόθηκον πίστιν παρέσχε μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὸν Τόπον, κατορθώσασα ἐν τέλει νὰ ἱδρύσῃ ἰδιαιτέραν πρὸς ἐνάσκησιν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης Τράπεζαν, τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν, ἥτις δὲν ἦτο ἄλλως δυνατὸν νὰ ἱδρυθῇ καὶ νὰ εὐδοκιμήσῃ. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ ἱδρύσῃ σὺν τῷ χρόνῳ καὶ ἐξελικτικῶς καὶ μόνον ἐξελικτικῶς καὶ Γεωργικὴν Τράπεζαν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ ἰδιαιτέρως καὶ τῷ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν, διότι αἰτεῖται νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀφελές. Δεδομένου ὅτι ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι, οὔτε πρέπει νὰ εἶναι ἐπιχείρησις, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν θὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπός της, δὲν δύναται νὰ ἱδρυθῇ καὶ νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐκ τῶν ἰδίων πόρων της καὶ δι’ ἰδίων ὑποκαταστημάτων καὶ προσωπικοῦ. Μόνον τῇ βοηθείᾳ καὶ προστασίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα, διότι πλὴν τῆς εἰς χρῆμα βοηθείας θὰ δύναται νὰ ἐνισχύσῃ αὐτὴν διὰ τῶν ὑποκαταστημάτων της καὶ τοῦ πεπειραμένου προσωπικοῦ της, ὡς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν.
§253Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μοὶ λέγετε σᾶς παρακαλῶ τί θὰ ἀπομείνῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἂν αὕτη ἀποξενωθῇ τῆς ἐπιχειρήσεως τῆς Γεωργικῆς Πίστεως, ἐνδεχομένως καὶ τῶν ἀνταλλαξίμων, ὡς ἀπεξενώθη τῆς Κτηματικῆς Πίστεως;
§254Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ συμβῇ ὅ,τι ἀκριβῶς ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπαλλασσομένη τῶν ἐπιχειρήσεων τῆς Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Πίστεως, διὰ τῆς ἱδρύσεως ἰδιαιτέρων Τραπεζῶν, θὰ ἐξελιχθῇ εἰς καθαρῶς Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἐνῷ ταυτοχρόνως θὰ ἵσταται ἐν μέσῳ τῶν θυγατέρων της Τραπεζῶν μὲ ἀμείωτον τὸν εἰς διεθνῆ πίστιν καὶ κῦρος ὄγκον της, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν διὰ τῆς βεβιασμένης καὶ μὴ ἀπαραιτήτου διχοτομήσεως νὰ μειώσωμεν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν στερεότυπον ἀξίωσιν τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τὴν ὁποίαν θέτει ὡς ὅρον πρὸς πᾶν Κράτος προσφεῦγον πρὸς αὐτὴν πρὸς τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν του. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δὲν θὰ ἔθετε τοιοῦτον ὅρον, ἂν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἐξαιρετικὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς λειτουργεῖ καὶ τὴν ἀποστολὴν ἣν ἔχει ἀναλάβει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἔθεσεν ὅρον τὴν ἵδρυσιν Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, δὲν ὑπάρχει μία Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἓν δηλαδὴ παγκοσμίου φήμης πιστωτικὸν ἵδρυμα, κατατασσόμενον μεταξὺ τῶν πρώτων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων τοῦ κόσμου. Ἀσφαλῶς ἡ Δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δὲν θὰ ἐπέμενεν εἰς τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπ’ αὐτῆς τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, ἂν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἡ τοιαύτη διχοτόμησις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς πίστεως καὶ ὑπάρξεως ἑνὸς τοιούτου οἰκονομικοῦ κολοσσοῦ, πιθανὸν δὲ νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας παρὰ ὠφέλη. Διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν θὰ ἀνελάμβανε νὰ παίξῃ τὸν ρόλον τοῦ Σαϋλώκ, ὅστις ἠξίωσε τὴν «διχοτόμησιν» τοῦ ὀφειλέτου του διὰ τῆς ἀποκοπῆς τεμαχίου κρέατος ἀπ’ αὐτόν, ἐπικαλούμενος προγενεστέραν συμφωνίαν.
§255Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ Σαϋλώκ.
§256Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι θὰ τῇ ἀπέδιδον τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, αἵτινες δὲν ὑφίστανται, διότι ἀσφαλῶς ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν γνωρίζει ἢ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν της τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂς θεωρηθῇ τὸ λεχθὲν ὡς σχῆμα λόγου.
§257Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶναι χρήσιμος θεσμός. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ μᾶς ἀρέσουν οἱ ὅροι της, ἀλλὰ πάντως εἶναι εἷς θετικὸς χρήσιμος.
§258Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν μάλιστα διηυθύνετο ἀπὸ Ἕλληνας καὶ ἀπὸ ἄλλα μικρὰ Κράτη, θὰ ἀπέδιδε περισσότερα. Πιθανὸν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ὑπερέχομεν ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς εἰς πολιτισμόν. Δυνάμεθα ὅμως νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ὑπερέχομεν εἰς ἀνθρωπισμὸν καὶ δικαιοσύνην.
§259Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶναι πρὸ παντὸς ὠφέλιμος διὰ τοὺς μικρούς.
§260Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον ὅτι, ἂν διηυθύνετο ἀπὸ τὰ μικρὰ Κράτη, ὄχι ἀπὸ τοὺς ἰσχυρούς, θὰ ἀπέδιδε περισσότερα, διότι θὰ ἐξυπηρέτει περισσότερον τὸ δίκαιον. Οὕτω λοιπὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπαλλασσομένη, ὡς εἶπον ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν ἀξιοτίμου συναδέλφου, τῶν ξένων πρὸς τὸ ἐκδοτικόν της ἔργον ἀσχολιῶν, πρὸς δέ, λαμβάνουσα καὶ τὰ πρὸς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους ὀφειλόμενα κεφάλαια, ρευστοποιοῦσα τὸ χαρτοφυλάκιόν της σὺν τῷ χρόνῳ καὶ μεθοδικῶς, θὰ καταστῇ ἔτι ἱκανωτέρα πρὸς σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς καὶ πρὸς ρύθμισιν τῆς πιστωτικῆς κυκλοφορίας τῆς Χώρας, ἀπομένουσα καθαρῶς Ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Πάντα ὅμως ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ματαιωθῶσι διὰ τῆς μελετωμένης διχοτομήσεως, διότι ἐξ αὐτῆς θὰ προκύψῃ μία συνήθης Ἐμπορικὴ Τράπεζα, ἥτις θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν μέλλουσαν νὰ ἐναπομείνῃ Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀνίκανον μάλιστα νὰ συναγωνισθῇ, λόγῳ τῶν ἕξεων καὶ παραδόσεών της, τὰς ἄλλας Τραπέζας εἰς τὸ πεδίον τῶν τραπεζιτικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐργασιῶν καὶ μία νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἀγνώστου καὶ ἀμφιβόλου μέλλοντος, εἷς δηλαδὴ νέος ἐκδοτικὸς ὀργανισμός, ὅστις θὰ ἀναλάβῃ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς καὶ τὴν ρύθμισιν τῆς πιστωτικῆς κυκλοφορίας τῆς Χώρας... Τουτέστι δύο σκοπούς, ἡ ἐπίτευξις τῶν ὁποίων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν καὶ τὴν συνετὴν διοίκησιν τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ ἀντικειμενικὰ καὶ ξένα πρὸς τὴν διοίκησιν γεγονότα. Μία ἐξωτερικὴ περιπλοκὴ ἢ μία ἐσωτερικὴ ἀνωμαλία εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐπιδράσῃ τοσοῦτον ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, ὥστε νὰ μετατοπίσῃ ἐπὶ τὰ χείρω τὸ ὅριον τῆς διὰ νόμῳ σταθεροποιήσεως. Καὶ τότε, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, τί θὰ συμβῇ; Ὁ σκοπὸς τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης θὰ ἔχῃ ναυαγήσει, διότι οὐδεμία ἀνθρωπίνη δύναμις θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ συγκρατήσῃ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς καὶ δὴ σταθεροποίησιν γενομένην οὐχὶ ἐκ τῶν πραγμάτων, de facto, ἀλλὰ νόμῳ, ἥτις ἀπατηλὴ οὖσα, εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος. Ταυτοχρόνως ὅμως δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ σημερινὴ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς ὄγκον πίστεως καὶ κύρους, θὰ πάθωμεν δηλαδὴ ὅτι ἔπαθε καὶ ὁ κύων, ὅστις κατὰ τὸν γνωστὸν μῦθον κρατῶν τεμάχιον κρέατος καὶ διερχόμενος ποταμὸν ἠθέλησε νὰ ἁρπάσῃ καὶ τὴν σκιὰν τοῦ τεμαχίου, ἀπωλέσας οὕτω καὶ ὃ κατεῖχε, παρασυρθὲν ὑπὸ τοῦ ρεύματος. Καὶ ἁπλῆ πιθανότης μιᾶς τοιαύτης συνεπείας πρέπει νὰ μᾶς καθιστᾷ πολὺ διστακτικοὺς προκειμένου περὶ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι βουλευταί, ἀντὶ νὰ σκεπτώμεθα περὶ μιᾶς περιττῆς πολυτελείας, ἀλλὰ καὶ ριψοκινδύνου καινοτομίας, ἀπειλούσης ἕνα οἰκονομικὸν κολοσσόν, ἐξυπηρετοῦντα τὸ πανελλήνιον καὶ τιμῶντα τὴν οἰκονομικὴν Ἑλλάδα, εἶναι συνετώτερον, εἶναι προτιμώτερον νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων τῆς κρατικῆς ἐπεμβάσεως καὶ μελλουσῶν σχέσεων Τραπέζης καὶ Κράτους καὶ ἐν γένει νὰ ἄρωμεν πᾶν ἐμπόδιον εἰς τὴν δι’ αὐτῆς σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς καὶ ρύθμισιν τῆς πιστωτικῆς κυκλοφορίας. Ἂν ἡ ἀντίθετος γνώμη ἐπικρατήσῃ καὶ ἱδρυθῇ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, σᾶς εἶπον ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἐνδεχόμενα καὶ πολὺ πιθανὰ ἀποτελέσματα. Σᾶς εἶπον τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ τῆς νέας Τραπέζης εἶναι τὰ μέγιστα ἀμφίβολος. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς μελλούσης νὰ ἐναπομείνῃ Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰ μέγιστα ἐπισφαλής. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔχει κατανοήσει ἀπολύτως καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ δι’ αὐτὸ ἐσκέφθησαν νὰ ἐνισχύσωσιν αὐτήν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὁμιλῶν εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἔχει πᾶσαν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία προσέφερε τοιαύτας καὶ τοσαύτας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. Ἀλλὰ τίς λέγει τὸ ἐναντίον; Ἂν συνέβαινε νὰ εἶναι τόσον πλούσιος ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὥστε ἐξ ἰδίων νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀσφαλῶς θὰ ἔπραττε πρᾶξιν ἀγαθήν. Τούτου ὅμως μὴ ὄντος δυνατοῦ, ἂς προσπαθήσῃ νὰ προσπορισθῇ τὰ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Τραπέζης ἀπαιτούμενα ἐξ ἄλλης νομίμου πηγῆς. Ἐπ’ οὐδενὶ ὅμως ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐνισχύσῃ τὴν μετὰ τὴν διχοτόμησιν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀναλώμασι τῆς περιουσίας τῶν κομιστῶν τῶν τραπεζογραμματίων, τουτέστι τοῦ Λαοῦ, ἀφαιρῶν ἀπὸ αὐτὸν ἓν δισεκατομμύριον διακόσια περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν ὑπὲρ τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης. Εἶναι βεβαίως ἀξία πάσης ἐκτιμήσεως ἡ προσπάθεια τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ὄχι ὅμως διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ τὴν ἐνισχύσῃ, δηλαδὴ διὰ τῆς κατακυρώσεως εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν καλυμμάτων. Τὰ περίφημα αὐτὰ καλύμματα, τὰ ὁποῖα τόσον πολὺ μᾶς ἀπησχόλησαν, ἀνήκουσιν ἀναμφισβητήτως, νομικῶς καὶ ἠθικῶς, εἰς τοὺς κομιστὰς τῶν τραπεζογραμματίων. Ἀντίθετος γνώμη δὲν δικαιολογεῖται. Ἐκτὸς ἄν τις ἐμφορούμενος ἀπὸ ἀγαθὸν ἐλατήριον ὑποστηρίξῃ ἀντίθετον γνώμην, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅστις νομίζει ὑποχρέωσίν μας νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι παρέσχεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. Ἀλλ’ αὐτὸ πιθανὸν νὰ ἔχῃ ἠθικήν τινα ὑπόστασιν, νομικὴν ὅμως οὐδεμίαν. Καὶ πρὶν ὁμιλήσω περὶ τῶν καλυμμάτων, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς ἱστορίας τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, ἐξ οὗ καὶ ἐδημιουργήθησαν τὰ καλύμματα αὐτά. Κατὰ τὸ ἔτος 1898, ὅτε ἐπεβλήθη ὁ Διεθνὴς Οἰκονομικὸς Ἔλεγχος, ἐκδοτικὸν προνόμιον εἶχον τρεῖς Τράπεζαι: Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δι’ 60,000,000 δραχμῶν, ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δι’ 7,000,000 δραχμῶν καὶ ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας δι’ 6,000,000 δραχμῶν. Εἰς ταύτας προσετέθη μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους καὶ ἡ Τράπεζα Κρήτης, ἥτις εἶχε προνόμιον ἐκδόσεως 10,405,000 δραχμῶν. Ἤτοι ἐν ὅλῳ 83,405,000 δραχμῶν. Τὰ προνόμια τῶν Τραπεζῶν αὐτῶν περιῆλθον σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὸ ἔτος 1914 μᾶς εὑρίσκει μὲ κυκλοφορίαν 83,405,000 δραχμῶν, διὰ λογαριασμὸν τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν καὶ μετέπειτα διὰ λογαριασμὸν μόνον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκτὸς τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων καὶ τῶν τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ. Ζήτημα καλυμμάτων ὅσον ἀφορᾷ τὰ 83,405,000 δραχμῶν δὲν ὑφίσταται. Καὶ τοῦτο λέγω ἵνα μὴ γίνῃ σύγχισις. Μετὰ τὴν μεγέθυνσιν τῆς Ἑλλάδος, τὸ Κράτος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ προνόμιον εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ διὰ τοῦ νόμου 656 τοῦ 1915 ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν 80,000,000 δραχμῶν τραπεζογραμματίων. Ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀρχίζει τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, τὰ προηγούμενα 83,405,000 δραχμῶν δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὰ ἀμφισβητούμενα καλύμματα. Τὸ 1920 τὸ Κράτος ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκδώσῃ διὰ λογαριασμόν της 300 ἔτι ἑκατομμύρια δραχμῶν τραπεζογραμμάτια. Οἱ σχετικοὶ νόμοι, ἤτοι ὁ νόμος 656 τοῦ 1915 καὶ ὁ νόμος 2547 τοῦ 1920 ὁρίζουν ὅτι τὸ ¼ ἐκ τῶν ἐκδοθέντων 380,000,000 δραχμῶν τραπεζογραμματίων θέλει ἐπενδυθῆ κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς χρυσὸν μεταλλικὸν καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς ὁμολογίας δανείου εἰς χρυσόν. Τὸ δὲ ὑπόλοιπον, ἤτοι τὰ ¾, θέλει διατεθῆ εἰς βραχυπροθέσμους τοποθετήσεις. Οὕτω τὰ καλύμματα τῶν δύο αὐτῶν ἐκδόσεων ἀνέρχονται εἰς 95,000,000 χρυσᾶ φράγκα. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο ὑποχρεωμένη κατὰ τὸν νόμον νὰ τὸ ἐξεύρῃ, διαθέτουσα ἴσον ποσὸν ἐκ τῶν ἐκδόσεών της.
§261Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν λέγει νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ποσὸν αὐτό, ἀλλὰ θὰ τὸ εἶχεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§262Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, κ. Ὑπουργέ, τὸ ¼ ἔδει νὰ διατεθῇ πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ χρυσοῦ.
§263Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναγνώσατε τὸν νόμον. Ὑποχρεοῦται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἔχῃ ὡς κάλυμμα, ὄχι ὅτι θὰ διετίθετο ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, διότι ὅπως τὸ λέγετε τόσον τὸ καλύτερον δι’ ἡμᾶς, δηλαδὴ διὰ τῆς κυκλοφορίας τῶν 380,000,000 δραχμῶν.
§264Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω καὶ ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, ὑποχρεοῦται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἔχῃ κάλυμμα τῶν ἐκδόσεών της, διότι αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον λυποῦμαι διότι δὲν τὸν ἔχω ἐδῶ διὰ νὰ σᾶς τὸν ἀναγνώσω. Τὸ ὅτι ὁ νόμος λέγει «θέλει ἔχει» ὡς εἰδικὸν κάλυμμα δὲν σημαίνει ὅτι ἂν δὲν τὸ ἔχῃ νὰ τὸ ἀγοράσῃ; Καὶ ἂν ἐξ ἰδίων της διέθεσεν αὐτό, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον ὡς ἂν τὸ ἠγόρασεν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν της, δεδομένου ὅτι τὸ ἀντίστοιχον ποσὸν ἐκ τῶν 380,000,000 δραχμῶν διέθεσεν αὕτη πρὸς ἴδιον ὄφελος; Τούτων οὕτως ἐχόντων, τὰ καλύμματα θεωροῦνται καὶ εἶναι ἀναπόσπαστα μὲ τὸ προνόμιον καὶ συνεπῶς τούτου μεταβιβαζομένου δέον αὐτοδικαίως νὰ συμπαρασυρθῶσι καὶ τὰ καλύμματα.
§265Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μοὶ εἴπητε διατί θὰ τὰ συμπαρασύρετε;
§266Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὅλα αὐτά, ὡς εἶπον, ἀνήκουσιν εἰς τὸ προνόμιον καὶ προορισμὸν ἔχουν τὴν ἐξαργύρωσιν τραπεζογραμματίων. Ὁ ἰσχυρισμὸς δὲ τῶν ἀντιφρονούντων ὅτι ἡ κυριότης τῆς Τραπέζης ἐπὶ τῶν καλυμμάτων ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ Τράπεζα λαμβάνει τοὺς τόκους τῶν καλυμμάτων, δὲν εἶναι βάσιμος, διότι τόκους ἀπελάμβανεν ἡ Τράπεζα καὶ ἐκ τῶν ἀντικρυσμάτων τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ, τὰ ὁποῖα ἐπίσης δὲν τῆς ἀνήκουν.
§267Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ἀκριβῶς φέρετε παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δὲν μετεχειρίσθην καθόλου ἐγώ. Κυττάξατε τί διάκρισις ὑπάρχει μεταξὺ καλύμματος καὶ τοῦ ἀντικρύσματος. Ὁ νόμος ΓΧΜΒʹ συνδέει τὸ ἀντίκρυσμα μὲ τὸ τραπεζογραμμάτιον. Τὸ λέγει ρητῶς.
§268Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις, μολονότι τὰ ἀντικρύσματα τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ καὶ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 23ης Ἀπριλίου 1923 δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ εἰς τὸ τραπεζογραμμάτιον, δηλαδὴ εἰς τοὺς κομιστὰς τραπεζογραμματίων, ἡ Τράπεζα ἀπολαμβάνει τοὺς ἐξ αὐτῶν τόκους. Ἰδοὺ διατί δὲν εἶναι βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ἀντιφρονούντων. Ἐπὶ πλέον δὲ παντοῦ ὅπου τὰ καλύμματα εἶναι προσοδοφόρα, ὡς ἐν Ἀμερικῇ, Ἀγγλίᾳ, Βελγίῳ κλπ., αἱ Τράπεζαι καρποῦνται τοὺς τόκους αὐτῶν.
§269Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὰς Τραπέζας.
§270Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως τὰ καλύμματα τῆς Τραπέζης τοῦ Βελγίου τὰ ἔλαβε τὸ Κράτος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπιχείρημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα εὐθύνεται δι’ ὅλης τῆς περιουσίας της ἔναντι τῶν πιστωτῶν της ἀδιακρίτως....
§271ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπεν ὁ ἕτερος κ. Μπακόπουλος.
§272Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ἰσχυρίσθη ὅτι τὰ καλύμματα ἀποτελοῦσι περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης ὡς καὶ ἡ λοιπή της περιουσία, διὰ τῆς ὁποίας εὐθύνεται ἔναντι τῶν κομιστῶν τῶν τραπεζογραμματίων, ὡς καὶ ἔναντι τῶν πιστωτῶν της ἀδιακρίτως. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀπόψεώς μας. Διότι ἀφοῦ ἡ Τράπεζα εὐθύνεται δι’ ὅλης της τῆς περιουσίας ἔναντι τῶν πιστωτῶν της, διὰ τίνα λόγον ἐδημιουργήθη ἡ κατηγορία τῶν καλυμμάτων; Δὲν σημαίνει τοῦτο ὅτι ταῦτα ἔχουσιν ἰδιάζοντά τινα προορισμόν;
§273Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἐνεργητικὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν ἐνεργητικῶν στοιχείων ὥρισεν ἓν μέρος νὰ εἶναι ἀμέσως ρευστοποιήσιμον. Ἀπὸ τὴν περιουσίαν σου ὅλην, κυρία Τράπεζα, ὀφείλεις νὰ ἔχῃς ἓν μέρος τοιαύτης ἰδιότητος, ὥστε ἐν ᾗ περιπτώσει παρουσιάζονται τραπεζογραμμάτια εἰς τὰ γκισσέ σου, νὰ εἶσαι εἰς θέσιν νὰ προβαίνῃς εἰς τὴν μετατροπήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἔννοια.
§274Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἐπίδειξιν πνεύματος, δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα διὰ τὴν ὑπόθεσιν.
§275Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ἐνισχύει τὰς ἀπόψεις μου, ὅτι τὰ καλύμματα εἶναι πάντοτε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κοινοῦ, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§276Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντικρύσῃ ἀθρόας ἀπαιτήσεις. Τοῦτο εἶναι ἓν ἐκ τῶν στοιχείων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἂν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι αἱ βραχυπρόθεσμοι ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς ἀσφάλειαν τῆς κυκλοφορίας, ἀνήκουν εἰς τὸ Κοινόν, ἀσφαλῶς καὶ ὁ χρυσὸς ἀνήκει εἰς τοὺς κομιστὰς τῶν τραπεζογραμματίων.
§277Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ βραχυπρόθεσμοι ἀπαιτήσεις ἀφορῶσι τραπεζογραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα, εἰς περίπτωσιν οἱασδήποτε κρίσεως, θὰ ἔσπευδε νὰ εἰσπράξῃ ὡς ὀφειλόμενα εἰς αὐτὴν καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔμενεν εἰς κυκλοφορίαν παρὰ ποσὸν σχεδὸν ἴσον πρὸς τὸ τῶν εἰς χρυσὸν καλυμμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἤρετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὤφειλε νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κατόχων τοῦ ποσοῦ τῶν ἐναπομεινάντων ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζογραμματίων. Ὥστε, ὡς βλέπετε, δὲν δύνανται νὰ ἐξομοιωθῶσι τὰ εἰς χρυσὸν καλύμματα πρὸς τὰς βραχυπροθέσμους ἀπαιτήσεις ἀπὸ ἀπόψεως προορισμοῦ. Ὀρθῶς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παρετήρησεν ὅτι ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντικρύσῃ ἀθρόας ἀπαιτήσεις κομιστῶν τραπεζογραμματίων. Καὶ διὰ μὲν τοὺς κομιστὰς τραπεζογραμματίων ἔχει τὰ εἰς χρυσὸν καλύμματα, διὰ δὲ τὰς ἐν ὄψει ἐκ καταθέσεων ὑποχρεώσεις της ἔχει τὰ εἰς τραπεζογραμμάτια διαθέσιμά της. Ἂν τὰ καλύμματα εἶναι περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης, διατί νὰ μὴ δύναται νὰ ἀναμίξῃ ταῦτα μετὰ τῶν διαθεσίμων της, τὰ ὁποῖα ἐπίσης εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ διὰ τοὺς καταθέτας της; Καὶ δύναται ἡ Τράπεζα νὰ θίξῃ τὰ καλύμματα ὑπὲρ ἄλλων μὴ κομιστῶν τραπεζογραμματίων πιστωτῶν της, χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ κατ’ ἀνάλογον ποσὸν τὴν κυκλοφορίαν της; Ὄχι βεβαίως. Πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς κομιστὰς τραπεζογραμματίων.
§278Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ διαθέσιμα, κ. βουλευτά—μὲ ἀναγκάζεται νὰ σᾶς διακόψω —διαφέρουν τῶν καλυμμάτων. Διαθέσιμα εἶναι τὰ τραπεζογραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα δὲν θέτει εἰς κυκλοφορίαν. Αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσουν ὡς καλύμματα.
§279Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν χρησιμεύουν ὡς καλύμματα, χρησιμεύουν ὅμως διὰ τὰς ἐν ὄψει καταθέσεις. Ὡς κάλυμμα χρησιμεύει τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὁ νόμος συνέδεσε μὲ τὸ προνόμιον. Λέγεται ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ προνομίου της, διότι μέγα μέρος τῶν ἐκδόσεών της διέθεσεν εἰς δάνεια πρὸς τὸ Κράτος. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἡ Τράπεζα οὐδέποτε ἐδάνεισε τό Κράτος ἄνευ κέρδους. Πάντοτε ἐδάνεισεν αὐτὸ ἐντόκως πρὸς 5% καὶ 6%. Τὰ δὲ 200,000,000, τὰ ὁποῖα ἔδωσεν εἰς τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν 300,000,000 πρὸς 1%, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι τὰ ἔδωσε δωρεάν, διότι τὸ Κράτος παρῃτήθη τῶν ἐκ τῆς κυκλοφορίας αὐτῶν κερδῶν, θεωρῆσαν ταῦτα, ὡς πρὸς αὐτό, ὡς μὴ κυκλοφοροῦντα, ἐνῷ ἡ Τράπεζα ἀποκομίζει κέρδη ἐκ τῆς κυκλοφορίας αὐτῶν.
§280Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλα τὰ δάνεια εἰς τραπεζογραμμάτια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, νὰ σᾶς τό ἐξηγήσω, ὑπάρχουν διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης καὶ ὑπάρχουν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Τί διαφέρουν μεταξύ των; Ὅτι τὰ μὲν τραπεζογραμμάτια διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης τοποθετοῦνται ἐπικερδῶς ὑπὸ τῆς Τραπέζης εἰς διαφόρους ἐργασίας. Δύνανται νὰ δοθοῦν καὶ εἰς τὸ Κράτος ἐντόκως. Τὰ ἄλλα δίδονται εἰς τὸ Κράτος ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ λαμβάνει ἡ Τράπεζα μόνον τὴν προμήθειαν. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι τὰ 200,000,000 ἢ τὰ 300,000,000. Τὰ 200 ἑκατομμύρια τὰ ἐπῆρεν ὅπως θὰ τὰ ἔπαιρνε δι’ οἱονδήποτε κέρδος ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία.
§281Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν τραπεζογραμματίων τῶν ἐκδοθέντων καὶ κυκλοφορούντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ ἐκείνων, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὁποίων ἀνήκουσι καὶ τὰ 200,000,000 καὶ τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν δυνάμει τοῦ προνομίου διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐνδιατρίψω περισσότερον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν, διότι ἡ ὥρα παρῆλθεν, εἶναι δὲ καὶ ἄλλοι πολλοὶ νὰ ὁμιλήσουν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει δὲν δύναμαι νὰ ἀποφύγω ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἀκόμη, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ καταδειχθῇ πέραν πάσης ἀμφιβολίας ὅτι, ἂν ἐπικρατήσῃ ἡ ἄποψις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν κυριότητα τῶν καλυμμάτων, θὰ ὑποστῇ ζημίαν τὸ Κοινὸν ὑπὲρ τῶν μετόχων. Τί κεφάλαια θὰ ἔχῃ ἡ μέλλουσα νὰ ἱδρυθῇ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα; Εἰς τί θὰ συνίσταται τὸ κάλυμμά της διὰ τὴν κυκλοφορίαν; Θὰ ἔχῃ: αʹ) τὰ περὶ ὧν ἡ συζήτησις καλύμματα, ἂν θὰ τὰ ἔχῃ, ἐξ 1,200,000,000 δραχμῶν, βʹ) τὸ ποσὸν τοῦ μέλλοντος νὰ συναφθῇ δανείου ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἤτοι 1,100,000,000 περίπου δραχμῶν καὶ γʹ) τὸ συνάλλαγμα τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 23ης Ἀπριλίου τοῦ 1923, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 1,300,000,000 δραχμάς. Ἤτοι ἐν ὅλῳ θὰ ἔχῃ 3,600,000,000 δραχμάς. Καὶ ἂν ὑποχρεωθῇ ἡ Ἐκδοτικὴ αὐτὴ Τράπεζα νὰ ἀποζημιώσῃ εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὰ καλύμματα καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἄρτιον, ὡς δέον γενέσθαι, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ πράξῃ ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ νὰ διαθέσῃ ἐκ τοῦ εἰς χρυσὸν ἀντικρύσματος διὰ νὰ ἀγοράσῃ χαρτονόμισμα ἀπὸ τὴν ἀγορὰν πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ τότε τὸ ἀντίκρυσμά της θὰ ἐλαττωθῇ εἰς βάρος τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος, ἢ θὰ ἐκδώσῃ νέον χαρτονόμισμα ἑνὸς δισεκατομμυρίου διακοσίων περίπου ἑκατομμυρίων, ὅπερ ποσὸν διεκδικεῖ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ τότε θὰ κυκλοφορῇ περισσότερον χαρτονόμισμα ἔναντι τοῦ αὐτοῦ ἀντικρύσματος, ὅπερ καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι εἰς βάρος τῶν κατόχων τῶν τραπεζογραμματίων, δηλαδὴ εἰς βάρος τοῦ Λαοῦ, διότι θὰ μειωθῇ ἡ ἀξία των. Παρὰ πάντα ὅμως ταῦτα καλούμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ, οἱ ἐντεταλμένοι τὴν περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, νὰ ἐνισχύσωμεν, νὰ πλουτίσωμεν ἔτι μᾶλλον τοὺς πλουσίους μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς βάρος αὐτοῦ. Νὰ ἐξυπηρετήσωμεν δηλαδὴ ἐκείνους, οἵτινες πιστεύοντες εἰς τὸ δόγμα ὅτι τὸ κεφάλαιον δὲν ἔχει πατρίδα φυγαδεύουσιν εἰς τὴν ξένην τὰ περισσεύοντα κεφάλαιά των, εἰς βάρος ἐκείνων τῶν ὁποίων τὸ μικρὸν κεφάλαιον ἔχει πατρίδα, ἔχει τὴν Ἑλλάδα. Καλούμεθα νὰ συγκατατεθῶμεν εἰς τὴν διχοτόμησιν, δηλαδὴ εἰς τὴν μείωσιν ἢ καὶ καταστροφὴν τῆς πίστεως ἑνὸς μεγάλου πιστωτικοῦ ἱδρύματος, διὰ τὴν σταδιοδρομίαν καὶ τὴν σημερινὴν ἐξέλιξιν τοῦ ὁποίου ἀπῃτήθη εἷς περίπου αἰών, καὶ νὰ ἱδρύσωμεν νέαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, δικαιολογούμενοι εἰς τὴν συνείδησίν μας ὅτι τοιαῦται ὑπάρχουν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ καὶ ἄλλα μεγάλα Κράτη.
§282ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοιαῦται ὑπάρχουν καὶ εἰς μικρὰ Κράτη, ὡς ἡ Σερβία, Ἀλβανία κλπ.
§283Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν εἰς τὰ μικρὰ αὐτὰ Κράτη ὑπῆρχε μία Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐσκέπτοντο περὶ τῆς διχοτομήσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖ τοιοῦτος οἰκονομικὸς κολοσσὸς καὶ ἡ ἵδρυσις Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν ἦτο ἀπαραίτητος. Ἐδῶ ὅμως δὲν παρίσταται τοιαύτη ἀνάγκη, διότι ἡ ὑπάρχουσα Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος καὶ τὴν ρύθμισιν τῆς πιστωτικῆς κυκλοφορίας τῆς Χώρας καὶ μάλιστα ἂν ἐκπληρωθῶσιν οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους ἀνέφερα. Δι’ αὐτὸ τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οὔτε πρέπει νὰ δοθῇ ἡ αἰτουμένη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἐπιδεινώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κουμάνταρος ἔχει τὸν λόγον.
§285Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, διὰ τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ζητεῖ ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν ἐξουσιοδότησις διὰ Ν. Διαταγμάτων, ἵνα συνάψῃ δάνεια, καταρτίσῃ συμβάσεις, ἱδρύσῃ Τραπέζας, καταργήσῃ προνόμια καὶ εἰδικώτερον ἱδρύσῃ Κεντρικὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματός μας. Ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων καὶ οὐσιωδεστάτων τούτων ζητημάτων καὶ πράξεων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ ὅλη οἰκονομικὴ καὶ νομισματικὴ κατάστασις καὶ τὸ μέλλον τῆς Χώρας, ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις ὅπως ἀνατεθῇ εἰς μόνην τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαπραγματευθῇ, καταρτίσῃ καὶ κυρώσῃ διὰ Ν. Διαταγμάτων ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὅρων καὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν συμβάσεων ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς των θέλει καταστήσει γνωστὰ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ νομίζω πῶς τότε θὰ εἶναι πάρα πολὺ ἀργά, καθόσον αἱ ὑποχρεώσεις θὰ ἔχωσιν ἀναληφθῆ καὶ οὐδεμία Βουλὴ θὰ εἶναι ἱκανὴ κατόπιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ταύτης νὰ ἀκυρώσῃ ὅρους ἢ συμβάσεις ἐπιζημίους διὰ τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο ἐγὼ τουλάχιστον φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερείας, θὰ ἠδύνατο τουλάχιστον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς νὰ καθορίσῃ τὶ ἀκριβῶς σκοπεῖ νὰ πράξῃ ἐφ’ ἑκάστης πράξεως, ἐφόσον μάλιστα πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἡ σπουδαιότης τούτων εἶναι τοσαύτη, ὥστε ἡ διαφωνία ἐπ’ αὐτῶν, ὡς ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπέφερε καὶ τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἕνεκεν τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας θέλω περιορίσει τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τῶν δύο μόνον ζητημάτων, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις, τῆς ἱδρύσεως τουτέστι τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ συστήματος τῆς διὰ θετοῦ νόμου σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ καταδείξω εἰς ποῖα ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα θὰ μᾶς ὁδηγήσωσι κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον, ὡς τουλάχιστον ἠδυνήθημεν νὰ ἀντιληφθῶμεν ἐκ τῶν συζητήσεων καὶ ἀγορεύσεων, ὅτι σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ ταῦτα. Ἡ ἵδρυσις νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀποτελεῖ ἀναμφιβόλως σπουδαιότατον ἱστορικὸν σταθμὸν διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας, ἥτις διὰ νὰ ὀρθοποδήσῃ οἰκονομικῶς ἔχει ἀνάγκην νέας οἰκονομικῆς καὶ συναλλαγματικῆς πολιτικῆς. Διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης κατέστη ζήτημα ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας καὶ περὶ τῶν ὑγειῶν βάσεών της ἀνεφύη ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῆς καταρτίσεως τοῦ νέου τούτου ἱδρύματος. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν ἵδρυσιν νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης μὲ κεφάλαια ἀνεπαρκῆ πρὸς τὸν σκοπὸν ὃν προορίζεται νὰ ἐπιτελέσῃ, ἂν ταῦτα περιορίζωνται εἰς μόνα τὰ ἀναφερθέντα 13,000,000 στερλινῶν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι καὶ ὡς καλύμματα τῶν τραπεζογραμματίων διὰ τὴν νέαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ θὰ προσπορισθῶσι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ συναφθησομένου ἔξωθεν δανείου.
§286Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ εἶναι ταῦτα καὶ μόνον, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς καλύμματα, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης θὰ ἀποτελεσθῶσι καὶ ἀπὸ ἄλλα ποσά.
§287Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν διὰ τὴν πληροφορίαν καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ζητήσω καὶ μίαν ἄλλην ἐξήγησιν, ὅπως ἐντοπισθῶ καὶ περιορίσω τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἰς τὸ σχέδιον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἀναφέρεται ὅτι «τὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἅτινα θὰ κυκλοφορῶσιν ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ὡς ἐκδιδόμενα παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, θὰ κυκλοφορῶσιν ὡς νόμιμα χρήματα ἐκτὸς τῆς Ἐπικρατείας κτλ.». Δηλαδὴ τὰ τραπεζογραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὸ νέον ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐξοφλήσεως ἢ ἀνταλλαγῆς τούτων ἀντὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν· ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ μεταβιβάσῃ καὶ μέρος τοῦ ἐνεργητικοῦ της, δηλαδὴ ποσὸν ἴσον μὲ τὰ ἀντικρύσματα τῆς ἀξίας τῶν τραπεζογραμματίων;
§288Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§289Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσητε καὶ τὴν ἐκχώρησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου ἑκατὸν τριάκοντα ἐννέα ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν τοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου, τὸ ὁποῖον ποσὸν ἀνήκει προνομιακῶς εἰς τὰ τραπεζογραμμάτια.
§290Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαιότατα.
§291Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Ἂν τοῦτο γίνῃ, ἐξητάσατε ποία θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μίαν ἑκατονταετηρίδα διὰ τῆς σώφρονος αὐτοῦ οἰκονομικῆς τακτικῆς ἐβοήθησε καὶ τὸ Κράτος εἰς τὰς δυσχερεῖς αὐτοῦ περιστάσεις καὶ τὴν Ἐθνικὴν ἐν γένει Οἰκονομίαν, ἀφοῦ θὰ ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτοῦ ἓν τόσον μέγα ποσὸν χρυσοῦ; Καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν εὐεργετικὸν αὐτοῦ προορισμόν;
§292Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξητάσθησαν καὶ θὰ ἀφαιρεθῶσι καὶ ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ ἐκ τοῦ παθητικοῦ συγχρόνως ποσά, ὥστε τὸ ἵδρυμα νὰ μείνῃ ἀκμαῖον καὶ ἀνθηρόν.
§293Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις ταύτας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, οὐδέν τι πλέον ἔχω νὰ ἐξετάσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ θὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ συστήματος τῆς διὰ θετοῦ νόμου σταθεροποιήσεως, ὅπως καταδείξω εἰς ποῖα οἰκτρὰ ἀποτελέσματα θέλει μᾶς καθοδηγήσει τοῦτο, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ τὸ νέον ἐκδοτικὸν ἵδρυμα θὰ ἔχῃ τόσα κεφάλαια εἰς χρυσόν, νὰ ἐπιφέρῃ καὶ ἐπιτελέσῃ οὐχὶ μόνον τὴν οἰκονομικήν μας ἐξυγίανσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν σταθεροποίησιν κατὰ πρῶτον καὶ τὴν βαθμιαίαν καὶ μακροχρόνιον νομισματικὴν ἐξυγίανσιν καὶ δεύτερον, διὰ τῆς βαθμιαίας ἀνατιμήσεως τῆς δραχμῆς μας καὶ διὰ συστήματος τὸ ὁποῖον θέλω ἀναπτύξει ὥστε νὰ μὴ ἐπιφέρῃ τὰ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα τῆς διὰ νόμου σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς.
§294Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Καὶ ἐντὸς πόσου χρόνου θὰ ἐπιτελεσθῇ ἡ ἐξυγίανσις τῆς δραχμῆς;
§295Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς βουλήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἐμὲ δὲν ἐπιτρέπεται ὀλιγώτερον τῆς δεκαπενταετίας, ἵνα μὴ φέρῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν. Καὶ ἤδη ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως. Θεωρῶ περιττόν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐκθέσω διὰ μακρῶν τὰς γνωστοτάτας λεπτομερείας ἐπὶ τῆς δυσμενεστάτης ἐπιδράσεως, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ἡ ἀστάθεια τῆς τιμῆς τῆς δραχμῆς ἐν σχέσει μὲ τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα καὶ ἰδίᾳ αἱ ἀπότομοι διακυμάνσεις τῆς τιμῆς αὐτῆς ἐπὶ πασῶν ἐν γένει τῶν ἐκφάνσεων τῆς τε οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ Τόπου. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ συνοψίσω ταύτην εἰς τὸ ὅτι αἱ διακυμάνσεις αὗται γενικῶς ἐπιφέρουσι τόσας ἀλλοιώσεις εἰς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ Τόπου, ὥστε νὰ δύνανται αὐταὶ καὶ μόναι νὰ ὁδηγήσωσιν ἡμᾶς εἰς ὀξυτάτους κοινωνικοὺς ἀγῶνας. Εἰδικώτερον δὲ τὸν μὲν κρατικὸν Προϋπολογισμὸν καθιστῶσιν ἀβέβαιον καὶ οὐδέποτε ἐπαληθεύοντα, τὰς δὲ ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις μετατρέπουσιν εἰς χρηματιστηριακὰς κερδοσκοπικὰς τοιαύτας, ὥστε νὰ καθίσταται ἀβέβαιον καὶ ἐπισφαλὲς τὸ μέλλον αὐτῶν. Διὰ τοῦτο καθίσταται ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς κατὰ πρῶτον καὶ ἡ βαθμιαία βελτίωσις αὐτῆς κατὰ δεύτερον. Ἀλλ’ ὅπως ἐπέλθῃ ἡ σταθεροποίησις καὶ ἡ βεβαίωσις τοῦ νομίσματός μας πρέπει νὰ γνωρίσωμεν τὰ αἴτια τῆς ὑποτιμήσεως αὐτοῦ, ἀφοῦ εἶναι κανὼν γενικὸς ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῶσιν αἱ αἰτίαι διὰ νὰ ἐκλείψωσι τὰ ἀποτελέσματα. Ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑγιὲς νόμισμα ὀφείλεται καὶ εἰς ἄλλους μὲν ἴσως παρεμπίπτοντας λόγους, ἀλλὰ κυρίως: 1ον) Εἰς τὴν ἀνισοσκέλειαν τοῦ κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ πέραν τοῦ ἐσόδων αὐτοῦ ἐπιβάρυνσις τοῦ κονδυλίου τῶν ἐξόδων ἐπέβαλε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὴν ἔκδοσιν πληθωρικοῦ χαρτονομίσματος, ὅπερ συνετέλεσε τὰ μέγιστα πρὸς ὑποτίμησιν τῆς τε ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς τιμῆς τῆς δραχμῆς. 2ον) Εἰς τὴν ἀνισοσκέλειαν τοῦ ἐμπορικοῦ μας ἰσοζυγίου. Ἂν ἀνατρέξωμεν τὰς ἐπισήμους στατιστικὰς τῆς τε εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς καὶ ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ εἰσαγόμενον ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα εἶναι κατὰ πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων. Ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς βάρος τῆς ἐξαγωγῆς ἀνέρχεται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια στερλίνας, ἐξ οὗ καὶ ὁ αἰώνιος νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως ἐπέδρασε σοβαρῶς πρὸς ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς. 3ον) Εἰς τὴν μέχρι σήμερον πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀστάθειαν τῆς Χώρας, ἥτις ἐπέδρασεν ὀλεθρίως πρὸς ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς, καθόσον τὰ ἐλλείμματα τοῦ ἐμπορικοῦ μας ἰσοζυγίου προπολεμικῶς καὶ μέχρι τοῦ 1921 ἐκαλύπτοντο εὐχερῶς καὶ ἀνέτως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τοῦ μεταναστευτικοῦ συναλλάγματος, ἐκ τοῦ συναλλάγματος τῆς ἐμπορικῆς μας ναυτιλίας καὶ ἄλλων ἀδήλων πόρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου εἰς ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα τῶν τε Τραπεζῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἀλλ’ ἤδη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ μεταναστευτικοῦ συναλλάγματος καὶ μόνον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἠλαττώθη αἰσθητῶς καὶ ὡς ἑξῆς εἰς στρογγυλοὺς ἀριθμούς:) Ἐνῷ τὸ 1920 ἡ εἰσαγωγὴ τῆς λίρας ἦτο 21,000,000, τὸ 1921 ἡ εἰσαγωγὴ εἰς λίρας ἦτο 19.000,000, τὸ 1922 ἡ εἰσαγωγὴ κατέρχεται εἰς 4,000,000, τὸ 1923 ἡ εἰσαγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 5,000,000, τὸ 1924 ἡ εἰσαγωγὴ κατέρχεται εἰς 6,000,000, τὸ αὐτὸ δὲ καὶ εἰς τὸ 1925 περίπου καὶ τὸ 1926. Τὸ ἐκ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ ἐκ τῶν ἀδήλων πόρων συνάλλαγμα μόνον ἐν μέρει ὁμοίως περιέρχεται εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, μέγα δὲ μέρος ἢ εἶναι κατατεθειμένον εἰς Τραπέζας ἐξωτερικοῦ ἢ ἀποκρύπτεται. Ἐν τέλει δὲ καὶ μέρος τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος τῆς ἀγορᾶς ἐξαγοράζεται ὑπὸ πεφοβισμένων ὑπὸ τῆς καταστάσεως ἰδιωτῶν καὶ Τραπεζῶν, οἱ ὁποῖοι ὁμοίως ἀποκρύπτουσι τοῦτο. Ὅτι δὲ τὸ ἀποκρυπτόμενον τοῦτο συνάλλαγμα μετὰ τοῦ ἐν ταῖς Τραπέζαις τοῦ ἐξωτερικοῦ κατατεθειμένου Ἑλληνικοῦ τοιούτου ἀποτελεῖ μεγίστας ποσότητας ἀδρανούντων κεφαλαίων, εἶναι ἰδιωτικῶς τοῖς πᾶσι γνωστόν. Ἴσως μάλιστα καὶ δὲν θὰ ἤμην μακρὰν τῆς ὁδοῦ τῆς ἀληθείας ἀποτιμῶν τοῦτο εἰς τὸ ποσὸν πολὺ πλέον τῶν 75,000,000 στερλινῶν. Ἂν δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰσὶν κατατεθειμένα εἰς τὰς Τραπέζας τοῦ ἐξωτερικοῦ, φοβούμενα καὶ σήμερον ἔτι νὰ κατατεθῶσιν εἰς Ἑλληνικὰς Τραπέζας καὶ διευκολύνωσι τὰς ἀνάγκας τῆς ἀγορᾶς, ἂς μὴ φανῇ εἰς κανένα ἄπορον κατόπιν τῶν ἀστόχων καὶ ἀψυχολογήτων κρατικῶν ἐνεργειῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ δήμευσις τῶν εἰς χρυσὸν καταθέσεων ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπετέλεσε τὸ κυριώτερον πλῆγμα. Εἰς τὰς τρεῖς ταύτας κυρίως αἰτίας δέον νὰ ἀποδοθῇ ἡ πτῶσις τῆς ἀγοραστικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς μας, αἵτινες αἰτίαι δέον νὰ ἀρθῶσιν ὅπως ἐκλείψωσι καὶ τὰ ἀποτελέσματα. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν πρῶτον συντελεστὴν τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἣν μετὰ πεποιθήσεως προβλέπομεν. Ἀλλ’ ἡ ἀνισοσκέλεια τοῦ κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι μία τῶν οὐσιωδῶν αἰτιῶν τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς. Ἀλλ’ ἀπό τινος ὁρίου καὶ πέραν ἡ ἀνισοσκέλεια αὐτοῦ εἶναι καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς. Μόνον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν εἰς χρυσὸν τοκοχρεωλυσίων ἐτησίων ὑποχρεώσεών του ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διαφορὰ νομισματικὴ ἓν δισεκατομμύριον τριακόσια τεσσαράκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ἀφίνω τὰς ἄλλας εἰς χρυσὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, οὐδὲ εἶναι ἄγνωστον ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἀναλόγως τῆς τιμῆς τῆς λίρας ἔχουσι δεκαπενταπλασιασθῆ, χωρὶς ἐξ ἄλλου νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ δεκαπενταπλασιασθῶσιν ἀναλόγως καὶ ὅλα τὰ ἔσοδα αὐτοῦ. Ἕνεκα τούτων τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀποτελοῦνται μόνον ἀπὸ τὸ ποσὸν τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα ποσὰ καὶ ἄλλας αἰτίας, τῶν ὁποίων ὅμως κυρία ἀφορμὴ εἶναι ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς. Κατὰ συνέπειαν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν ἰσοζυγίου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἤθελε συντελέσει ἀσφαλῶς ἡ σταθεροποίησις καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ νομίσματός μας, ἀφοῦ τῆς ἀνισοσκελείας αὐτοῦ αἰτία εἶναι καὶ ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο πρωτίστως πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἴδιον σύστημα οἰκονομικῆς καὶ συναλλαγματικῆς πολιτικῆς στηριζομένου ἐπὶ στοιχείων καὶ τῶν μέσων ἐκείνων τὰ ὁποῖα τῆς παρέχονται πρὸς ἐπίτευξιν τούτου καὶ οὐχὶ ἀντιγράφουσα τὰ εἰς ἄλλα Κράτη γενόμενα ὑπὸ ἄλλους ὅρους καὶ ἄλλας συνθήκας. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ τῆς μειωτικῆς διατιμήσεως καὶ τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἔχει μελετηθῆ παρὰ τῶν ἐπιστημόνων καὶ ἐφαρμοσθῆ εἰς πολλὰ Κράτη καὶ οἵτινες τὸ ἔχουσι παραδεχθῆ ὡς δυνάμενον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης καὶ μόνον καὶ μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι διὰ τὴν ἐφαρμογήν του πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ποσὸν χρυσοῦ ἀνάλογον πρὸς τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν. Δὲν ἐδίστασαν ὅμως καὶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας νὰ εἴπωσιν ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν κεκρυμμένην νομισματικὴν χρεωκοπίαν, ἥτις ἐπιτρέπεται μόνον ὡς μέτρον ὑπερτάτης ἀνάγκης πρὸς ἔξοδον τοῦ Κράτους τῆς λαβυρινθώδους οἰκονομικῆς κρίσεως. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἰς τοῦτο διαφωνοῦμεν ῥιζικῶς. Εἶναι δυνατὸν καὶ ἓν Κράτος νὰ πτωχεύσῃ, νὰ καταντήσῃ δηλαδὴ νὰ μὴ δύναται νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς δανειστάς του εἰς τὸ ἄρτιον. Τοῦτο εἶναι μία κατάστασις πραγματικὴ ἐπερχομένη ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ πτωχεύσαντος Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ὅταν πτωχεύσῃ ἓν Κράτος, ὡς καὶ πᾶς ὀφειλέτης, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσῃ ὥστε νὰ λάβωσιν οἱ δανεισταὶ πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσιν ἔναντι τῶν ἀπαιτήσεών των καὶ νὰ ἐντείνῃ τὰς δυνάμεις του ὥστε νὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς περισσότερον καὶ νὰ καταστήσῃ εἰς αὐτοὺς μικροτέραν καὶ ὀλιγώτερον ὀδυνηρὰν τὴν ἐκ τῆς πτωχεύσεώς του ζημίαν. Τὸ νὰ φροντίσῃ ὅμως νὰ πληρώσῃ πρὸς τοὺς δανειστὰς ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα, διὰ νὰ νομισθῇ ὁ πτωχεύσας τὸ ὑπόλοιπον, τὸ νὰ μετέλθῃ ἔναντι τῶν δανειστῶν οἱονδήποτε δόλον διὰ νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐκ τῆς καταστάσεως ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δανειστῶν, ἀποτελεῖ χρεωκοπίαν, ἡ ὁποία διὰ τοὺς ἰδιώτας συνιστᾷ ἀδίκημα τιμωρούμενον ποινικῶς. Ἀλλ’ ὅπως διὰ τοὺς ἰδιώτας, οὕτω καὶ διὰ τὸ Κράτος ἀποτελεῖ καὶ πρᾶξιν ἀτιμωτικήν. Καὶ εἰς τὸ Κράτος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαπράττῃ ἀτιμίας, νὰ γίνεται παράδειγμα ἀτιμίας πρὸς τοὺς πολίτας, νὰ διδάσκῃ τὴν ἀτιμίαν καὶ νὰ προβάλῃ τὴν ἰδίαν ἠθικὴν ὑπόστασιν ἐπὶ βλάβῃ καὶ τῶν πολιτῶν καὶ ἑαυτοῦ. Ἡ πτώχευσις δικαιολογεῖται ἐκ τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης. Ἡ χρεωκοπία οὐδέποτε δικαιολογεῖται καὶ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται. Καὶ ταῦτα, ἂν τὸ σύστημα περιωρίζετο εἰς μόνην τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τὸ σύστημα θὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν καὶ εἰς τὰ ἰδιωτικὰ χρέη καὶ εἰς τὰς παντὸς εἴδους σημερινὰς σχέσεις. Καὶ τοιουτοτρόπως τὸ προτεινόμενον σύστημα δὲν δημιουργεῖ μόνον χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπιβάλλει τὴν χρεωκοπικὴν ἐξόφλησιν εἰς πάντα ὀφειλέτην, δίδει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ χρέη του μὲ μίαν ἀναλογίαν ἐξαρτωμένην μόνον ἐκ τῆς κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐξοφλήσεως τιμῆς τῆς δραχμῆς, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ οὔτε ποῖον τὸ χρηματικὸν ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ ὀφειλέτης, οὔτε ἡ περιουσιακὴ αὐτοῦ κατάστασις ἢ ἡ ἱκανότης νὰ πληρώσῃ τὸ πραγματικῶς ληφθὲν ποσόν. Τὸ νὰ μὴ πληρώσῃ ὁ ὀφειλέτης ὅσον ποσὸν συνωμολόγησεν ὅτι ἐδανείσθη χωρὶς πραγματικῶς νὰ λάβῃ, εἶναι ὀρθὸν καὶ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Τὸ νὰ πληρώσῃ ὁ ὀφειλέτης μόνον ὅσα δύναται καὶ ὄχι ὅσα πράγματι ἔλαβεν, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης. Οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Ἀλλὰ τὸ νὰ δοθῇ εἰς τὸν ὀφειλέτην τὸ δικαίωμα νὰ μὴ πληρώσῃ ὅσα πράγματι ἔλαβε, καίτοι δύναται νὰ τὰ πληρώσῃ, τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν δολίαν χρεωκοπίαν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου. Διὰ νὰ κατανοήσωμεν εὐκολώτερα τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου συστήματος διὰ τὸ παρελθὸν διῃρέσαμεν τὰς ὑφισταμένας σήμερον σχέσεις πιστοχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀφορᾷ τὸ σύστημα: 1ον) Εἰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἰδιώτας. 2ον) Εἰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. 3ον) Εἰς σχέσεις τῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς ἰδιώτας καὶ 4ον) Εἰς σχέσεις τῶν ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλήλους. Εἴπομεν ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι κατὰ τὴν διάλυσιν τῶν ὑφισταμένων σχέσεων νὰ πληρώσῃ ἕκαστος ὅ,τι πραγματικῶς ἔλαβε, νὰ πληρωθῇ ἕκαστος ὅ,τι πραγματικῶς ἔδωσε καὶ ταῦτα ἐννοεῖται ἐφόσον δύναται. Παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ κανόνος τούτου ἀποτελεῖ ἀδικίαν, ἀδιαφόρως ἂν τὸ ποσὸν τῆς ἐκ τοιαύτης ἀδικίας προερχομένης ζημίας εἶναι μικρὸν ἢ μέγα, ἂν καταλήγῃ εἰς ὠφέλειαν τῶν ὀφειλετῶν ἢ τῶν δανειστῶν. Καὶ εἰδικώτερον προκειμένου περὶ τῶν εἰς χαρτίνας δραχμὰς σημερινῶν σχέσεων τὸ δίκαιον εἶναι ἄν τις ἐδάνεισεν 100 δραχμὰς μὲ τιμὴν λίρας εἰς τὸ ἄρτιον ἢ ἄν τις ἐδάνεισεν 100 δραχμὰς μὲ τιμὴν ἰσοδυναμοῦσαν πρὸς 50 χρυσᾶς ἢ πρὸς 25 χρυσᾶς, νὰ λάβῃ εἰς χρυσόν, εἰς ἀρτίας δραχμάς, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔδιδον αἱ χάρτιναι δραχμαὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συνάψεως τοῦ δανείου. Διὰ τοῦ προτεινομένου ὅμως μέτρου μὲ τὴν ἀναλογίαν 1:15 θὰ λάβωσι δραχμὰς ἀρτίας 6,70 καὶ οἱ δανείσαντες τὰς χαρτίνας δραχμὰς 100 μὲ τιμὴν λίρας εἰς τὸ ἄρτιον καὶ οἱ δανείσαντες τὰς χαρτίνας δραχμὰς 100 μὲ τιμὴν λίρας 50 ἢ μὲ τιμὴν λίρας 100. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὴν ἀναλογίαν 1:5 ἢ καὶ πᾶσαν ἄλλην. Καὶ ἀντιθέτως ἄν τις ἐδάνεισεν 100 δραχμὰς χαρτίνας μὲ τιμὴν λίρας 150, ἰσοδυναμούσας πρὸς χρυσᾶς δραχμὰς μόνον 5,55%, θὰ λάβῃ καὶ αὐτὸς διὰ μὲν τῆς ἀναλογίας 1 πρὸς 10 δραχμὰς 10 χρυσᾶς, διὰ δὲ τῆς ἀναλογίας 1 πρὸς 5, δραχμὰς χρυσᾶς 20, ἀδιάφορον ἂν ἐδάνεισε 5 μόνον χρυσᾶς. Ἂς ἐξετάσωμεν ἰδιαιτέρως τὸ μέτρον ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τοὺς ἰδιώτας. Μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν 1927–1928, τὰ εἰς τραπεζιτικὰ γραμμάτια δάνεια τοῦ Κράτους διαιροῦνται εἰς παλαιὰ ἀνερχόμενα εἰς 98,000,000, ὅσα ὑπολείπονται πρὸς ἐξόφλησιν καὶ εἰς νέα, ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν, περὶ τὰ 10,000,000,000. Ἂς ἴδωμεν τώρα πόσας χρυσᾶς δραχμὰς εἶχε λάβει τὸ Δημόσιον διὰ τῶν δανείων τῶν 10,000,000,000. Ἐκ τῶν παλαιοτέρων, τῶν πρὸ τοῦ 1917, δανείων, ὑπολείπεται ποσὸν μόνον 98,000,000 εἰς ἐξόφλησιν. Τὸ ποσὸν ἔχει ληφθῆ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ ἄρτιον. Τὸ δάνειον τοῦ 1917 (100,000,000 Ἐπιτάξεως), τὸ δάνειον τοῦ 1918 (75,000,000), τὸ δάνειον τοῦ 1919 (35 ἑκατομμυρίων), ἔχουσι ληφθῆ εἰς τὸ ἄρτιον. Τὸ δάνειον τοῦ 1920 (λαχειοφόρον 300,000,000), τὸ προσωρινὸν δάνειον (ἑνὸς δισεκατομμυρίου), τὸ δάνειον τῶν 12.000,000 μὲ τιμὴν λίρας δραχ. 35. Τὰ 802,000,000 τῶν ἄνευ πιστώσεων ἐκδοθέντων τραπεζογραμματίων ἐλήφθησαν ὑπὸ τιμὴν λίρας εἰς τὸ ἄρτιον. Τὰ τοῦ 1921 ἐξ 75,000,000 καὶ 125,000,000 ὑπὸ μέσην τιμὴν λίρας 70. Τὸ αʹ ἀναγκαστικὸν ὑπὸ τιμὴν λίρας 100. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια μὲ τὴν μέσην τιμὴν λίρας τοῦ 1923 δραχ. 296. Ἐκ τῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρεῶν τὸ δάνειον 350,000,000 ἐλήφθη ὑπὸ τιμὴν λίρας 71. Τὰ 550,000,000 (νόμος 2855) ἐλήφθησαν ὑπὸ τιμὴν λίρας περὶ τὰ 166. Τὸ δάνειον τῶν 600,000,000 (τέλος 1922) ὑπὸ τιμὴν λίρας 350. Τὸ δάνειον τῶν 750,000,000 (ἀρχαὶ Μαρτίου 1923) ὑπὸ τιμὴν λίρας 426. Τὸ τῶν 45.000,000 (Ἰανουάριος 1923) μὲ τιμὴν λίρας 384. Τὰ 40.000.000 ἐκ τοῦ παλαιοῦ δανείου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑπολογίζομεν εἰς τὸ ἄρτιον καὶ τὰ 436,000,000 ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ μὲ τιμὴν λίρας κατὰ μέσον ὅρον 100. Τὸ βʹ ἀναγκαστικὸν μὲ λίραν 350. Οἱ λογαριασμοὶ δίδουν τὰ ἑξῆς περίπου πορίσματα: Ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων περὶ τὰ 10,000,000.802,000,000 εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον χρ. δραχμὰς 2 δισεκατομμύρια 580 ἑκατομμύρια. Ἐκ τῶν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δανείων εἰσέπραξεν εἰς χρυσὸν 605,000,000. Ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων περὶ τὰ 10,000,000,000. Ἤτοι ἔλαβε τὸ ὅλον εἰς χρ. δραχμὰς 3.195.000.000. Ἀντὶ τούτων τῶν 3,195,000,000 θὰ πληρώσῃ κατὰ τὸ σύστημα τῆς μειωτικῆς διατιμήσεως καὶ κατὰ τὴν ἀναλογίαν 1:15 περὶ τὸ 667,000,000 χρ. δραχ. πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 10 δισεκατομμυρίων. Ἂν τὸ Δημόσιον πληρώσῃ ὅσα πράγματι ἔλαβε, θὰ πληρώσῃ 3,195,000,000 χρ. δραχμὰς καὶ θὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ βάρους τῶν ὑπολοίπων 7 δισεκατομμυρίων, ἐνῷ διὰ τῆς ἀναλογίας 1:15 θὰ πληρώσῃ μόνον 667,000,000, ὀλιγώτερα καὶ τῶν ὅσων πράγματι ἔλαβε κατὰ χρ. δραχμὰς, 2,528,000,000, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ὑπολοίπων 9,343,000,000 τοῦ δημοσίου χρέους. Ταῦτα τὰ 9,343,000,000, ἀλλὰ πράγματι τὰ 2 δισεκατομμύρια 528 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν, θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς δανειστάς του, ἤτοι ἀπὸ μόνον τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεισέφερον εἰς τὰς δημοσίους ἀνάγκας διὰ νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἐντεῦθεν ἐξυγιάνσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους τὰ μηδὲν ἢ ἐλάχιστα συνεισενεγκόντα κεφάλαια καὶ δὲν θὰ λάβῃ παρὰ πάντων, ὡς εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ θὰ λάβῃ παρὰ ἑνὸς καὶ μόνου εἴδους κεφαλαίου καὶ μάλιστα κατὰ παράβασιν τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες συνεισφέρουσι πάντες εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Καὶ παρ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ κεφαλαίου ἂν ζητηθῶσι τὰ 2,528,000,000 χρυσῶν δραχμῶν ἢ 9,343,000,000 χαρτίνων, θὰ εἶναι μία εἰσφορὰ ἀγρία, μία φορολογία τοῦ κεφαλαίου βαρυτάτη, ἐνῷ ὡς εἶναι γνωστὸν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔχει ἐπιβαρυνθῆ ὑπὲρ τὸ δέον μὲ φόρους. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν Γενικὸν Ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1926. Ἄν ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τὰ κονδύλια ὅσα ἀναγράφονται συγχρόνως καὶ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν καὶ εἰς τὸ παθητικόν, καὶ τοῦτο, τὸ μὲν διότι τὰ 1,184,486,000 τοῦ παθητικοῦ τὰ ἀνήκοντα εἰς χαρτονόμισμα ἐκδοθὲν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἀγορὰν χρυσοῦ κατὰ τὸν νόμον τοῦ Ἀπριλίου 1923 ἀναγράφονται καὶ εἰς τὸ παθητικὸν καὶ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν εἰς τὴν στήλην τοῦ χρυσοῦ, τὸ δὲ διότι καὶ τὰ 40,000,000 χαρτονομίσματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔχουσιν ἐκδοθῆ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ 851,000,000 τοῦ εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης χαρτονομίσματος δέον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ κυκλοφοροῦντα, θὰ ἔχωμεν ἰσολογισμὸν μὲ ἐνεργητικὸν ἐκ χρυσοῦ 1,571,000,000 καὶ ἐξ ἀπαιτήσεων εἰς χαρτονόμισμα 7,464,000,000 καὶ μὲ παθητικὸν εἰς χρυσὸν 55,842,000 καὶ εἰς χαρτονόμισμα 8,980,000,000. Ἄν διὰ τοῦ εἰς χρυσὸν ἐνεργητικοῦ ἐξοφλήσωμεν τὸ εἰς χρυσὸν παθητικόν, θὰ μείνῃ ἐνεργητικὸν εἰς χρυσὸν 1,515,852,000. Ἄν ἐκ τοῦ εἰς χαρτονόμισμα παθητικοῦ (8,980,000,000) ἀφαιρέσωμεν τὰ 850,000,000 μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ καὶ τὰ 3,640,000,000 τοῦ κυκλοφοροῦντος διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης χαρτονομίσματος, ἀπομένει καθαρὸν παθητικὸν 4,989,922,000. Ἄν προβῶμεν εἰς εἴσπραξιν τοῦ εἰς χαρτονόμισμα ἐνεργητικοῦ καὶ ἐξόφλησιν τοῦ εἰς χαρτονόμισμα παθητικοῦ (πλὴν τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ καὶ τοῦ χαρτονομίσματος), θὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ 7,464,000,000, θὰ πληρώσωμεν τὸ καθαρὸν παθητικὸν 4,989,922,000 καὶ θὰ μείνῃ ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ ὑπόλοιπον εἰς χαρτονόμισμα εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 2,474,301,770. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ἔξω τῶν ταμείων τῆς Τραπέζης εἰς κυκλοφορίαν χαρτονόμισμα θὰ περιορισθῇ εἰς 1,165 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μετὰ τῶν 350,000,000 μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ θὰ παριστῶσι τὸ ὅλον παθητικὸν τῆς Τραπέζης εἰς 1,515,000,000, ὅσον εἶναι καὶ τὸ εἰς χρυσὸν ἐνεργητικόν. Θὰ πληρωθῇ δηλαδὴ τὸ χαρτονόμισμα εἰς τὸ ἄρτιον καὶ ἑκάστη ἐκ τῶν 20,000 μετοχῶν τῆς Τραπέζης θὰ λάβῃ δραχ. 17,500 χρυσᾶς. Ἐνῷ διὰ τοῦ συστήματος τῆς μειωτικῆς διατιμήσεως, θὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ ἐκτὸς τῶν ταμείων τῆς Τραπέζης χαρτονόμισμα μὲ 1:15 καὶ θὰ δώσωμεν ἐκ τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἐνεργητικοῦ 77,600,000 πρὸς ἐξόφλησίν του καὶ θὰ ἀπομείνῃ ὑπὲρ τῶν μετόχων 1,437,400,000 χρ. δραχ., ἴσον πρὸς 71,870 χρ. δραχ. κατὰ μετοχήν. Αὐτὸ θὰ εἶναι περίπου τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ κανονισμοῦ τῶν εἰς χαρτίνας δραχμὰς σημερινῶν σχέσεων τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς ἰδιώτας διὰ τῆς ἀναλογίας τοῦ συζητουμένου μέτρου. Οὐδὲ ἐνδιαφέρει τὸ ποσοστὸν τῆς ἀναλογίας. Ἡ Τράπεζα θὰ πληρώσῃ ὅπως θὰ πληρωθῇ, εἴτε μὲ 1 πρὸς 10, εἴτε μὲ 1 πρὸς 5 καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι σχεδὸν τὸ αὐτό. Ἡ διαφορὰ τῶν 1,437,000,000 χρυσῶν δραχμῶν, αἵτινες θὰ μείνωσιν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Τραπέζης ὑπὲρ τῶν μετόχων, ἐξηγεῖται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν χρυσῶν δραχμῶν 1,139,000,000, τὰς ὁποίας ἀπέκτησεν ἡ Τράπεζα διὰ τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ καὶ αἱ ὁποῖαι εἰσὶ διαθέσιμοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ἠγοράσθησαν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον εἰς τὸ ἄρτιον καὶ ἐξοφλεῖται διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου μὲ ἀναλογίαν 1 πρὸς 15 καὶ ἐκ τοῦ ὅτι καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια χαρτονομίσματος τοῦ ἰδίου τῆς Τραπέζης λογαριασμοῦ τεθέντα εἰς κυκλοφορίαν μὲ τιμὴν εἰς τὸ ἄρτιον, πληρώνονται τώρα διὰ τῆς αὐτῆς ἀναλογίας. Εἴπομεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐκ τῆς κατὰ τὴν προτεινομένην μέθοδον ἐκκαθαρίσεως τοῦ λογαριασμοῦ τῆς Τραπέζης θὰ μείνῃ περίσσευμα δραχμῶν χρυσῶν 1,437,000,000 ὑπὲρ τῶν μετόχων. Εἴπομεν καὶ ὅτι διὰ τῆς ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον 2,528,640,000 δραχμὰς ὀλιγώτερα τῶν ὅσων πράγματι ἔλαβε καὶ θὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ χρέους δραχ. χαρτίνων 9,335,000,000 ὅσον ἔχει συνομολογήσει διὰ τῶν συμβάσεων. Καὶ χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅσα κερδίζει τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τῶν χρεῶν του, μόνον τὰ 2,528,000,000 χρυσῶν δραχμῶν, ὅσα πληρώνει ὀλιγώτερον τῶν ὅσων πράγματι ἔλαβε, μετὰ τῶν 1,437,000,000 χρυσῶν δραχμῶν, ὅσα ἡ Τράπεζα κερδίζει, ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν δραχμῶν χρυσῶν 4,000,000,000 περίπου ἢ δραχμῶν χαρτίνων σημερινῶν 60,000,000,000 καὶ μόνα ταῦτα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἰς τὰς καθαρῶς ἰδιωτικὰς σχέσεις ἀνωμαλιῶν, ἀποτελοῦσι δήμευσιν τοῦ κεφαλαίου ὡρισμένων ἀτόμων ἢ τάξεων καὶ δὴ τῶν κατωτέρων καὶ ἀγρίαν εἰσφορὰν προωρισμένην νὰ ἐπιφέρῃ ἀνυπολογίστους καταστροφὰς καὶ κοινωνικὴν ἀνατροπήν. Εἰς τὰς σχέσεις ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλήλους δὲν ἐμφανίζεται ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὠθεῖ τὸ Κράτος εἰς περικοπὴν τῶν χρεῶν του. Αἱ σχέσεις συνεπῶς αὗται δέον νὰ κριθῶσι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δικαίου. Καὶ τὸ δίκαιον, ὡς εἴπομεν, εἶναι κατὰ τὴν διάλυσιν τῶν ὑφισταμένων σχέσεων νὰ πληρώσῃ ἕκαστος ὅ,τι πραγματικῶς ἔλαβε, πλὴν τῆς περιπτώσεως τῆς πτωχεύσεως τοῦ ἰδιώτου ὀφειλέτου, καὶ νὰ πληρωθῇ ἕκαστος ὅ,τι πραγματικῶς ἔδωκε. Παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ κανόνος τούτου ἀποτελεῖ ἀδικίαν, ἀδιαφόρως ἂν τὸ ποσὸν τῆς ἐκ τῆς τοιαύτης ἀδικίας προερχομένης ζημίας εἶναι μικρὸν ἢ μέγα, ἂν καταλήγῃ εἰς βάρος τῶν ὀφειλετῶν ἢ τῶν δανειστῶν. Ἡ παρὰ τὸ δίκαιον περικοπὴ τῶν ἰδιωτικῶν χρεῶν μόνον ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς ἀνάγκης θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ. Καὶ ὁ Σόλων εἰσήγαγε τὴν σεισάχθειαν, ἀλλὰ τὴν εἰσήγαγε μόνον ὑπὲρ τῶν καταχρέων ὀφειλετῶν, οἵτινες, ἐπωλοῦντο ὡς δοῦλοι πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους των καὶ εἰς βάρος τῶν πλουσίων δανειστῶν, τῶν ἀθεμίτως μάλιστα πλουτησάντων. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ σύστημα τῆς μειωτικῆς διατιμήσεως προτείνουσι τὴν σεισάχθειαν ὑπὸ τὰς νομισματικάς, οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ὁ νέος κόσμος, αἱ ὁποῖαι ὅμως εἶναι τελείως διάφοροι τῶν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 6ου πρὸ Χριστοῦ αἰῶνος. Καθόσον ὀφειλέται δὲν εἶναι σήμερον οἱ πτωχοὶ τοῦ 6ου αἰῶνος οἱ πωλούμενοι ὡς δοῦλοι, ἀλλ’ ἄτομα φερέγγυα καὶ ἰσχυροὶ οἰκονομικοὶ ἢ ἄλλοι ὀργανισμοί. Καὶ ἀληθῶς, συμβαίνει σήμερον δανεισταὶ νὰ εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ πτωχοὶ καὶ ὀφειλέται κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ πλούσιοι. Καὶ μόνη ἡ κίνησις τῶν ταμιευτηρίων τῶν Τραπεζῶν ἀποδεικνύει τοῦτο. Ἡ κίνησις τῶν ταμιευτηρίων τῶν Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν κατὰ τὸ αʹ ἑξάμηνον τοῦ ἔτους 1927 ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 1,127,076,595, εἰς τέσσαρας μόνον Τραπέζας, ὡς ἑξῆς: Ἐθνικὴ Τράπεζα δραχ. 705,045,307, Τράπεζα Ἀθηνῶν δραχ. 243,118,943, Λαϊκὴ Τράπεζα δραχ. 154,232,370 καὶ Τράπεζα Ἀνατολῆς δραχ. 24,669,975. Ἤτοι σύνολον δραχ. 1,127,076,595. ἀνερχόμενα εἰς 129,000,000 περίπου δραχμάς, ἤτοι τὸ ὅλον 1,260,000,000, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς παραλειφθείσας Τραπέζας. Οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι καταθέται τῶν ταμιευτηρίων εἶναι οἱ πλούσιοι. Καταθέτης εἶναι ὁ πτωχὸς κόσμος. Ἀλλὰ καὶ τῶν διαρκῶν καὶ ἐπὶ προθεσμίᾳ καταθέσεων καταθέται δὲν εἶναι μόνον οἱ πλούσιοι. Εἶναι εἰς μέγαν ἀριθμὸν ὁ πτωχὸς κόσμος. Καὶ εἰς τὰς ἰδιωτικὰς συναλλαγὰς ὑπάρχουσι πτωχοὶ δανείζοντες ἐπὶ τόκῳ τὰ μικρὰ περισσεύματά των. Καὶ γενικώτερον πᾶς κάτοχος τραπεζογραμματίων εἶναι δανειστὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ εἶναι γνωστὸν καὶ ἀπεδείχθη ἄλλως καὶ ἐκ τῶν ἀναγκαστικῶν δανείων, ὅτι τὸ χαρτονόμισμα δὲν εὑρίσκεται εἰς τῶν πλουσίων μόνον τὰς χεῖρας. Οἱ πλούσιοι ἔχουσι τὴν περιουσίαν των καὶ εἰς κτήματα καὶ ἄλλα πράγματα καὶ εἰς χρυσὸν συνάλλαγμα. Καὶ τὰ ἑκατομμύρια τῶν καταθετῶν δὲν χορηγεῖ ἡ Τράπεζα ὡς δάνεια εἰς τοὺς πτωχούς. Τὰ χορηγεῖ συμφώνως καὶ πρὸς τὸ Καταστατικόν της πρὸς τοὺς παρέχοντας ἐχέγγυα ἰδιώτας καὶ πρὸς διαφόρους ὀργανισμούς, τοὺς ὁποίους δὲν ἀποτελοῦν οὔτε ἵδρυσαν οἱ πτωχοί. Προτείνεται λοιπὸν ἡ σεισάχθεια σήμερον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὑπὲρ τῶν εὐπόρων μετόχων τῶν Τραπεζῶν ὑπὲρ τῶν εὐρώστων ποικίλων ὀργανισμῶν καὶ εἰς βάρος τῶν καταθετῶν καὶ εἰς βάρος τῶν κατεχόντων τὸ χαρτονόμισμα μὴ πλουσίων, διότι οἱ πλούσιοι δὲν ἔχουσι συνηθέστατα, ὡς εἴπομεν, τὰ πλούτη των εἰς χαρτονόμισμα, γνωρίζουσι δὲ ἄλλως καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ χαρτονομίσματος, ὅταν θὰ ἴδωσιν ἐπερχόμενον τὸν κίνδυνον. Ἀναλογισθῆτε, κύριοι βουλευταί, τοὺς δανείσαντας τὸ Κράτος Ἕλληνας πολίτας ὑποχρεουμένους νὰ λάβουν εἰς ἀρτίας δραχμὰς μόνον τὸ δέκατον πέμπτον τῶν ἀρτίων δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐδάνεισαν εἰς τὸ Κράτος καὶ σκεφθῆτε εἰς ὁποίαν ἀγρίαν εἰσφορὰν ὑποβάλλονται κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους πολίτας μόνοι οἱ δανείσαντες εἰς τὸ Κράτος ἐν στιγμαῖς μεγίστων ἀναγκῶν καὶ κινδύνων, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ὠφελοῦνται ἐκ τῆς τοιαύτης εἰσφορᾶς οἱ μηδὲν συνεισενεγκόντες εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ πολλαπλασιάσαντας τὰς περιουσίας των, οἱ μετατρέψαντες εἰς συνάλλαγμα καὶ φυγαδεύσαντες τὰ κεφάλαιά των. Ἀναλογισθῆτε ἀκόμη τὴν θέσιν παντὸς δανειστοῦ τῶν Τραπεζῶν, δηλαδὴ παντὸς καταθέτου ἢ κατόχου τραπεζογραμματίων, οἱ ὁποῖοι διὰ μέσου τῶν Τραπεζῶν εἶναι καὶ δανεισταὶ τῶν μεγαλοεπιχειρηματιῶν, εἰς οὓς καὶ μόνους κατὰ τὸ μέγιστον μέρος ἔχουσι διατεθῆ αἱ καταθέσεις, ἀναλογισθῆτε, λέγω, τοὺς ἐπιχειρηματίας τούτους, οἵτινες ἔλαβον δάνεια μακροχρόνια παρὰ τῶν Τραπεζῶν, τὸ χρῆμα τοῦ καταθέτου πτωχοῦ Λαοῦ, μὲ τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν τῆς ὁρισθησομένης διὰ τοῦ νόμου καὶ οἵτινες ἐπηύξησαν τὰς ἐπιχειρήσεις των, ἐκέρδισαν ἐκ τούτων, ἐπαυξάνουν ἐκ τούτων τὰς ἐμπορικάς των ἐπιχειρήσεις, ἀναλογισθῆτε αὐτοὺς ἐρχομένους σήμερον ἢ καὶ μετ’ ὀλίγα ἔτη νὰ ἐξοφλήσωσι τοὺς πτωχοὺς καταθέτας μὲ τὸ 1)15 ἐκ τῶν ληφθέντων, ἀναλογισθῆτε καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἥτις ἔλαβε τὸν χρυσὸν τοῦ μετανάστου κατὰ τὸν νόμον ΓΧΜΒʹ μὲ χαρτονόμισμα εἰς τὸ ἄρτιον, ἐξοφλοῦσαν τὸ χαρτονόμισμα τοῦτο μὲ τὸ 1)15 τῶν ὅσων ἔλαβεν. Ἀναλογισθῆτε πάντα ταῦτα καὶ σκεφθῆτε καλῶς ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς νομοθετήσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν μέτρου νὰ παρεμποδισθῇ ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ κομμουνισμοῦ ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ἀλλ’ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ σύστημα τῆς μειωτικῆς διατιμήσεως ἐξετάζουσιν ἀπὸ μιᾶς μόνον πλευρᾶς τὸ ζήτημα· πῶς νὰ μὴ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον καὶ πᾶς ἄλλος ὀφειλέτης καὶ πῶς νὰ μὴ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως τῆς δραχμῆς οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων καὶ οἱ παντὸς εἴδους δανεισταί. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προτείνουσι δεικνύει ὅτι ἔχει σκοπὸν οὐχὶ πῶς νὰ μὴ ὠφεληθῶσιν, ἀλλὰ πῶς νὰ ζημιωθῶσιν οἱ δανεισταὶ καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Τραπέζης καὶ οἱουδήποτε ἄλλου καὶ ἰδίως οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων. Καὶ ταῦτα διότι δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ τραπεζογραμμάτιον τὸ ὑποστὰν ἤδη ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς τὰς ζημίας, τὸ κινδυνεῦον νὰ ὑποστῇ ἐκ νέας τυχὸν ὑποτιμήσεως νέας ζημίας, δικαιοῦνται καὶ εἰς τὰς ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως ὠφελείας εἰς κάλυψιν τῶν προηγηθεισῶν ζημιῶν, ὅτι οἱ φέροντες τοὺς κινδύνους τῶν ζημιῶν δικαιοῦνται καὶ εἰς τὰ κέρδη, ὅτι οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων δὲν εἶναι, ὡς νομίζετε, κοινῶς οἱ πλούσιοι ἢ μόνον οἱ πλούσιοι, ἀλλ’ εἶναι πρὸ παντὸς ὁ μὴ πλούσιος κόσμος, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ λόγου ὅτι οἱ πλούσιοι ὑπενδύουν τὰς χαρτίνας δραχμὰς εἰς χρυσόν, τὸν ὁποῖον ἀποκρύπτουσι, βλάπτοντες οὕτω καὶ τὴν Ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐν γένει Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν, διὰ νὰ μὴ ἔχωσι χαρτίνας δραχμὰς καὶ φέρωσι τοὺς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως κινδύνους. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ κυρίαρχος τῶν παντὸς εἴδους συναλλαγῶν νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως ἀσφαλῶς θὰ ἀποδείξῃ ἀδύνατον τὴν διὰ θετοῦ νόμου παγίωσιν τῆς δραχμῆς, ἐφόσον αὕτη δὲν θὰ συμβαδίζῃ πρὸς τὰ πράγματα καὶ ὅτι, ὅταν ἡ τιμὴ συμβαδίζῃ πρὸς τὰ πράγματα, ἡ ἐπέμβασις τοῦ θετοῦ νόμου εἶναι περιττὴ καὶ ματαία. Καὶ πράγματι, ἂν ἡ ὑπὸ τοῦ θετοῦ νόμου ὁρισθησομένη τιμὴ τῆς χαρτίνης δραχμῆς συμβῇ νὰ εἶναι μεγαλυτέρα τῆς πραγματικῆς ὡς ἐκ τοῦ ἀδυνάτου τοῦ καθορισμοῦ τῆς πραγματικῆς ἀξίας αὐτῆς, εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ κάτοχοι τῆς δραχμῆς θὰ σπεύσωσι νὰ μετατρέψωσιν αὐτὴν εἰς συνάλλαγμα καὶ θὰ αὐξήσωσιν οὕτω τὰς συναλλαγματικὰς δυσχερείας, ἂν δὲ εἶναι μικροτέρα, εἶναι ἐπίσης φανερὸν ὅτι θὰ καταστῇ ἀκριβώτερος καὶ δυσκολώτερος ὁ βίος καὶ μόνον ὅταν ἡ κατὰ τὸν τοιοῦτον νόμον τιμὴ συμβῇ νὰ εἶναι ἡ πραγματική, τότε καὶ μόνον θὰ δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἐφόσον ἡ δι’ αὐτοῦ ὁριζομένη τιμὴ δὲν μεταβληθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ τότε πάλιν θὰ εἶναι περιττὸς ὁ νόμος, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν θὰ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὰς διακυμάνσεις, ὅσας θὰ δύναται νὰ δημιουργῇ ὁ φυσικὸς νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, καθιστῶν οὕτω τὴν διὰ νόμου ὡρισμένην τιμὴν μικροτέραν ἢ μεγαλυτέραν κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ συνεπῶς ἀσταθῆ καὶ ἀκατάλληλον νὰ δώσῃ τὰ ζητούμενα ἀποτελέσματα καὶ ἑπομένως ὁ νόμος θὰ μείνῃ μόνον διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος ὑφισταμένων σχέσεων πιστοχρεώσεων καὶ τοῦ ὁποίου τὰ οἰκτρὰ ἀποτελέσματα ἀνέφερον προηγουμένως. Ὁρμώμενος, κύριοι βουλευταί, ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι τὸ Κράτος μὴ δυνάμενον νὰ ἀποφύγῃ τὴν πτώχευσιν ὀφείλει νὰ ἀποφύγῃ τὴν χρεωκοπίαν, εἰς τὰς ἐκ χαρτονομίσματος ὀφειλάς του, ἡ ὕπαρξις τῶν ὁποίων οὐδέποτε ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀνορθωθῇ οἰκονομικῶς καὶ νὰ ἐξυγιάνῃ τὸ νόμισμά του καὶ μελετῶν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιώσῃ ὀλιγώτερον τοὺς δανειστάς του, καθότι καὶ οἱ κατέχοντες χαρτονόμισμα τῆς σήμερον εἶναι δανεισταὶ τοῦ Κράτους καὶ τοῦτο οὐχὶ χάριν τῶν δανειστῶν, ἀλλὰ χάριν τῆς εὐημερίας τοῦ συνόλου, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, ἐφόσον μάλιστα κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ θὰ ὑπάρχῃ τόσον χρῆμα εἰς χρυσὸν ἢ συνάλλαγμα διὰ τὴν νέαν Τράπεζαν, νὰ ἐφαρμόσῃ σύστημα ἕτερον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποφευχθῇ τὸ χρεωκοπικὸν σύστημα τῆς μειωτικῆς διατιμήσεως καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐξυγιανθῶσι τὰ οἰκονομικά μας καὶ ἡ σταθεροποίησις καὶ ἐξυγίανσις τοῦ νομίσματός μας θὰ ἐπήρχετο ἄνευ τῶν καταστρεπτικῶν ἀποτελεσμάτων διὰ τὰς λαϊκὰς τάξεις, συγχρόνως δὲ κατανεμηθῇ ἡ ἐκ τῆς πτωχεύσεως ζημία ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον καὶ εἰς ὅλους σχεδόν, εἰ δυνατόν, τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Ἑκάστη Χώρα, κύριοι βουλευταί, καὶ ἕκαστον Κράτος παρέχει ἴδια μέσα, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ οἰκονομολόγοι θὰ ἠδύναντο ἐξετάζοντες νὰ στηριχθῶσιν ὅπως ἀκολουθήσωσιν ἰδίαν οἰκονομικὴν καὶ συναλλαγματικὴν πολιτικὴν ἐφ’ ἑκάστης Χώρας πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ νομισματικοῦ ζητήματος. Καὶ τὸ ἡμέτερον Κράτος τοῦτο πρωτίστως ὀφείλει νὰ πράξῃ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου εἶπον ὅτι μεγάλαι ποσότητες ἀδρανούντων Ἑλληνικῶν κεφαλαίων εἰσὶ κατατεθειμέναι εἰς ξένας Τραπέζας ἢ ἀποκρύπτονται. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἂν ἐξεβιάζοντο ἢ ἀπέκτων ἐμπιστοσύνην καὶ προσελκύοντο εἰς τὸν Τόπον τὰ κεφάλαια ταῦτα καὶ ἐξήρχοντο τῶν κρυπτῶν των τὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κεκρυμμένα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ οὐχὶ μόνον ἡ παγίωσις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξυγίανσις τῆς δραχμῆς. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι πλεῖστοι τῶν πλουτοπαραγωγικῶν κλάδων τῆς Χώρας μένουν ἀνεκμετάλλευτοι. Ἐπίσης δὲ καὶ ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τοῦ Ἐθνικοῦ πλούτου μένει ἀδρανὲς καὶ τοῦτο ἐλλείψει μέσων, καὶ μόλις ἐπ’ ἐσχάτων ἤρχισε νὰ δίδεται προσοχή τις ἐπὶ τούτων, ἀλλ’ οὐχὶ μεθοδικῶς χρησιμοποιουμένου πρὸς βελτίωσιν τῆς ὅλης καταστάσεως. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ ἐν ταῖς ξέναις Τραπέζαις κατατεθειμένα Ἑλληνικὰ κεφάλαια νὰ ἐκβιασθῶσιν ἢ προσελκυσθῶσιν εἰς τὸν Τόπον; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ἐθνικὸς πλοῦτος καὶ οἱ πλουτοπαραγωγικοὶ κλάδοι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν, ἀφοῦ ἐλλείπουσι τὰ μέσα; Ἐπὶ τῶν δύο τούτων σημείων δέον νὰ γίνῃ ἡ δέουσα μελέτη, τῶν ὁποίων ἡ λύσις ἀσφαλῶς θὰ ἐπιφέρῃ καὶ τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ νομισματικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Πρὸς τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἥτις, ὡς προβλέπω, θὰ σχηματισθῇ μὲ 33–35 ἑκατομμύρια λιρῶν, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ Κράτος καὶ μέρος τοῦ ἀδρανοῦντος Ἐθνικοῦ πλούτου, ὥστε τὰ κεφάλαια αὐτῆς νὰ ἀνέλθουν εἰς 40 ἑκατομμύρια λιρῶν Ἀγγλίας, δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ νομισματικοῦ ζητήματος, κατὰ τὸ σύστημα ὅπερ θέλω ἐκθέσει, χωρὶς νὰ θίξῃ καὶ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καθόσον φρονῶ ὅτι ἔργον τοῦ πολιτικοῦ δὲν εἶναι μόνον νὰ ἐλέγχῃ καὶ κατηγορῇ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ὑποδεικνύῃ ἂν ἔχῃ τι ὠφελιμώτερον. Ὅταν καλυφθῇ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, τὸ Κράτος θέλει χορηγήσει εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἔναντι τοῦ εἰς χρυσὸν συναλλάγματός του καὶ τῶν ἀναγκῶν του τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα καὶ τμηματικῶς καὶ εἰς ποσὸν ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν συνηθειῶν προβλεπόμενον, ὥστε νὰ κυκλοφορῇ εἰς τὸ ἄρτιον, ἄνευ δηλαδὴ οὐδεμιᾶς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀντὶ παροχῆς εἰς τὸ Κράτος δανείου ἱκανοῦ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν εἰς χαρτίνας δραχμὰς χρεῶν του. Προπολεμικῶς ἐθεωρεῖτο κάλυμμα τοῦ χαρτονομίσματος, διὰ τοῦ ⅓ μεταλλικοῦ ὡς τὸ ἐλάχιστον καὶ ἑπομένως τὸ τραπεζιτικὸν τοῦτο ἵδρυμα θὰ δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἔναντι τοῦ κεφαλαίου του τῶν 40 ἑκατομμυρίων λιρῶν τὸ διπλάσιον τοὐλάχιστον ἀντὶ τοῦ τριπλασίου, ἤτοι 80 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἀξίας χαρτονομίσματος, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει δανείσει τὸ Κράτος πρὸς ἐξόφλησιν τῶν εἰς χαρτίνας δραχμὰς χρεῶν του. Τὸ Δημόσιον χρέος εἰς χαρτονόμισμα ἀνέρχεται περὶ τὰ 10 δισεκατομμύρια δραχμάς, διὰ τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν περὶ τὰ 590 ἑκατομμύρια διὰ τὸ τοκοχρεωλύσιον καὶ ἔξοδα ὑπηρεσίας. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους 1927 ἀναγράφει περὶ τὰ 95 ἑκατομμύρια χρ. δραχμὰς διὰ τοκοχρεωλύσια τῶν εἰς χρυσὸν δανείων. Διὰ τὰ 95 ταῦτα ἑκατομμύρια ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει νομισματικὴν διαφορὰν μὲ λίραν 385 περὶ τὸ 1.344,600,000 χαρτίνας δραχμάς, ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται διὰ τοκοχρεωλύσια τῶν δανείων τῶν τε εἰς χρυσὸν καὶ τραπεζογραμματίων περὶ τὰ δύο δισεκατομμύρια χαρτίνων δραχμῶν. Ἂν τὸ Κράτος θελήσῃ νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ εἰς χαρτονόμισμα χρέη του ὅπως ἀπαλλαγῇ τῶν 600.000.000 εἰς χαρτονόμισμα τοκοχρεωλυσίων, ἔχει σήμερον ἀνάγκην μὲ τιμὴν λίρας 400 δραχμάς, 25,000,000 λίρας, ἣν τιμὴν εὐκόλως εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν δύναται νὰ ὠθήσῃ τὸ Κράτος. Τὰ 25 ταῦτα ἑκατομμύρια λίρας ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ ἐκ τοῦ νέου τούτου ἱδρύματος ἔναντι τῶν προνομίων ἅτινα θὰ τῷ παράσχῃ. Μὲ τὸ ποσὸν τῶν 25 τούτων ἑκατομμυρίων λιρῶν, παραδιδομένων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δύναται νὰ ἐκδοθῇ, συμφώνως πρὸς τὸν μηχανισμὸν τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζει ἡ Τράπεζα δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1923 μὲ τρέχουσαν τιμὴν λίρας 400 δραχμάς, 10 δισεκατομμύρια χαρτονομίσματος. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 10 δισεκατομμυρίων χαρτίνων δραχμῶν τὸ Κράτος δύναται ἀμέσως νὰ πληρώσῃ πάντα τὰ εἰς τραπεζογραμμάτια χρέη του, κηρῦσσον ταῦτα ληξιπρόθεσμα καὶ μετατρέπον οὕτω ταῦτα ἀπὸ ἐντόκων εἰς ἄτοκα. Τὸ ἐκδοθησόμενον χαρτονόμισμα θὰ χρησιμεύσῃ νὰ πληρωθῇ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία οὕτω θὰ ἀποσύρῃ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας ὁλόκληρον τὸ ποσὸν χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδώσει συνεπείᾳ τῶν περὶ δανείων πρὸς τὸ Δημόσιον συμβάσεων δι’ ἴδιόν της λογαριασμόν. Οὕτω εἰς τὴν κυκλοφορίαν θὰ μείνουν περὶ τὰ 10 δισεκατομμύρια δραχμῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, διὰ λογαριασμὸν δὲ τῆς Τραπέζης μόνον τὸ ποσὸν τοῦ ἀρχικοῦ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προνομίου της καὶ τὰ δυνάμει τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ κυκλοφοροῦντα. Καὶ τὰ χρέη τοῦ Κράτους εἰς δραχμὰς πάντα θὰ ἔχωσιν ἐξοφληθῆ. Κατ’ οὐσίαν τὸ Κράτος θὰ ὀφείλῃ τὸ αὐτὸ ποσόν, ἀλλὰ θὰ τὸ ὀφείλῃ ἀτόκως καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ χαρτονόμισμα. Διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους 10 δισεκατομμυρίων χαρτίνων δραχμῶν ἤθελεν ὑποθέσει τις ὅτι ἡ τιμὴ τῆς λίρας θὰ ἀνήρχετο ἔτι πλέον τῶν 400 δραχμῶν, ἐπωφελουμένης τῆς κερδοσκοπίας ἐκ τούτου, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, καθόσον ἂν ἡ κερδοσκοπία θελήσῃ νὰ ὠθήσῃ τὴν λίραν πρὸς τὰ ἄνω, ἔστω καὶ κατὰ μίαν μονάδα, θὰ θέσῃ τὴν κεφαλήν της εἰς βρόγχον, καθόσον τὸ Κράτος ἐκτὸς τοῦ ἀποθέματος τῶν 25 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ διέτασσε τὴν ἐκποίησιν τόσου συναλλάγματος, ὥστε νὰ ἀπέσυρεν χαρτονόμισμα ὅσον θὰ ἀπῃτεῖτο νὰ ματαιώσῃ τὰς προσπαθείας τῆς κερδοσκοπίας, θὰ ἐπέτρεπεν ἀμέσως εἰς τὸ νέον ἵδρυμα τὴν ἔκδοσιν μέρους τοῦ ὑπολοίπου χαρτονομίσματος εἰς λίρας, ὅπερ θὰ δικαιοῦται νὰ ἐκδώσῃ, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τὰ αὐτὰ ὡς ἄνω ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἠδύνατό τις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ παρατηρήσῃ ὅτι ὁ ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ μόνον τῆς μελλούσης νὰ σχηματισθῇ Τραπέζης μὲ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον ἡ λίρα οὐδέποτε ἤθελε σταθῆ εἰς τὰ ἐπίπεδα εἰς ἃ εὑρίσκεται σήμερον, οὔτε ἤθελεν ἀνέλθει εἰς τὰς 400 δραχμάς, ὅπως τὸ Κράτος ἐκτελέσῃ τὸν σκοπὸν τῆς ἐξοφλήσεως τῶν εἰς χαρτίνας δραχμὰς χρεῶν του. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποδίσῃ τὸ Κράτος νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα ἔναντι τῶν λιρῶν του, ἀποτιμῶν τὴν λίραν εἰς 400 δραχμὰς ἢ καὶ πλέον. Μετὰ τὴν ἄδειαν εἰς τὸ νέον ἵδρυμα τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὑπολοίπου εἰς χαρτονόμισμα λιρῶν του, ἤτοι τῶν ὑπολοίπων 55 ἑκατομμυρίων λιρῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ του, ἤτοι τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν κλάδων τοῦ Τόπου, ἐμποροβιομηχανίαν γεωργίαν κλπ., ἡ ἀνατίμησις τῆς δραχμῆς θὰ ἐπέλθῃ ραγδαία καὶ ἰδίως κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα, εἰς τοῦτο δὲ θέλει συντελέσει ἔτι μᾶλλον ἡ ἀθρόα εἰσροὴ τοῦ εἰς ξένας Τραπέζας κατατεθειμένου σήμερον Ἑλληνικοῦ χρήματος εἰς ξένον συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον πανικόβλητον θέλει σπεύσει νὰ ἀνταλλαχθῇ μὲ τὴν ἀνακτῶσαν ὑπόληψίν της χαρτίνην δραχμήν, ὁ δὲ πανικὸς θὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν θὰ εἶμαι ἐκτὸς τῆς ἀληθείας ἂν εἴπω ὅτι θὰ κατέλθῃ καὶ κάτω τῶν 200 δραχμῶν ἡ τιμὴ τῆς λίρας. Ἀλλὰ τότε ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συγκρατήσῃ τὴν τιμὴν ταύτην, διατάσσουσα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1923, νὰ ἀγοράζῃ ὁσαδήποτε ποσὰ μὲ τιμὴν κάτω τῶν 200 δραχμῶν, ὥστε νὰ σχηματίσῃ ἀπόθεμα περὶ τὰ 30 ἑκατομμύρια λιρῶν καὶ οὕτω καταστῇ πλέον κυρία τῆς συναλλαγματικῆς καταστάσεως, ρυθμίζουσα κατὰ βούλησιν εἰς τὸ μέλλον καὶ κατὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὴν τιμὴν τῆς λίρας. Τὸ ὅτι δὲ ἐντὸς μηνὸς ἢ δύο μηνῶν θέλει ἐκπέσει ἡ λίρα εἰς τὰς 200 δραχμὰς ἢ καὶ κάτω τῶν 200 δραχμῶν, τοῦτο θέλει ἐπηρεάσει μόνον τὴν διανομισματικὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς καὶ οὐδόλως ἢ ἐλάχιστα τὴν ἀγοραστικὴν ἀξίαν αὐτῆς καὶ ἑπομένως οὐδόλως θὰ διαταράξῃ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν, καθόσον, ὡς εἶναι παραδεδεγμένον καὶ πρακτικῶς παρατηρημένον, οὐδέποτε ἡ ἀγοραστικὴ ἀξία ἑνὸς νομίσματος παρακολουθεῖ συγχρονιστικῶς καὶ μαθηματικῶς τὴν ὕψωσιν ἢ τὴν πτῶσιν τῆς διανομισματικῆς ἀξίας αὐτοῦ. Οὕτως ἐπιγενησομένως καὶ παρελθόντος τοῦ πανικοῦ, τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ ἀπόθεμα εἰς χρυσὸν τὰ 25,000,000 λιρῶν τὰ ἀρχικῶς παραδοθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ 30 ἑκατομμύρια λιρῶν ἀγορασθέντα κατὰ τὴν πτῶσιν τῆς λίρας, ἤτοι τὸ ὅλον 55,000,000 στερλινῶν, ἔναντι τῶν ὁποίων θὰ κυκλοφορῇ χαρτονόμισμα εἰς χρ. δραχμὰς 15½–16 δισεκατομμύρια περίπου, ἤτοι τὰ 10 δισεκατομμύρια τὰ ἀρχικῶς ἐκδοθέντα ἔναντι τῶν 25,000,000 λιρῶν καὶ 5½ ἕως 6 δισεκατομμύρια διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν 30,000,000 λιρῶν καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ 50 ἑκατομμύρια λιρῶν μὲ μέσην τιμὴν κόστους εἰς χαρτίνας δραχμὰς 290 περίπου ἑκάστη. Εἰς τὴν τιμὴν ταύτην τῶν 300 δραχμῶν περίπου θὰ κανονίσῃ τὸ Κράτος τὴν ἀξίαν τῆς λίρας, μὴ δυναμένης τοῦ λοιποῦ τῆς ἀνατιμήσεως αὐτῆς. Μετὰ ταῦτα τὸ Κράτος ἔχει νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χαρτονόμισμα τοῦτο, νὰ ἄρῃ δηλαδὴ αὐτὸ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ στενότης χρήματος. Ἡ ἄρσις δέον νὰ γίνῃ τμηματικῶς καὶ βαθμιαίως διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀπότομος ἡ ἀνατίμησις τῆς δραχμῆς, ὅπερ θὰ ἦτο τοῦτο καταστρεπτικὸν διὰ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν. Δύναται π. χ. ἡ Κυβέρνησις νὰ κρίνῃ ὅτι εἶναι εὔκολον καὶ δυνατὸν νὰ ἄρῃ τμηματικῶς ἐκ τῆς κυκλοφορίας ὁλόκληρον τὸ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐντὸς μιᾶς δεκαπενταετίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ αἴρῃ κατ’ ἔτος περὶ τὸ ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν ἐκ τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος, ἐκποιοῦσα ἰσάξιον ποσὸν λιρῶν. Αἱ περιστάσεις θὰ τὴν ὁδηγήσωσιν ἂν θὰ πρέπει ἢ θὰ δύναται κατὰ τὰ πρῶτα ἰδίως ἔτη νὰ ἄρῃ καὶ περισσότερον ἄνευ οἰκονομικῆς διαταραχῆς. Ἀλλ’ ἡ κατ’ ἔτος ἄρσις ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν καὶ πλέον χαρτονομίσματος θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν κατ’ ἔτος ἀνατίμησιν τῆς δραχμῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ρυθμιστὴς τῶν τιμῶν τοῦ συναλλάγματος, θὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἀνατιμήσεως ἀναλόγως. Διὰ νὰ φθάσῃ ὅμως κατὰ τὸ τέλος τῆς δεκαπενταετίας ἡ τιμὴ τῆς χαρτίνης δραχμῆς εἰς ἰσοτιμίαν πρὸς τὴν μεταλλικήν, ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ ὑπολογίσῃ ὅτι πρέπει νὰ καταβιβάζῃ τὴν τιμὴν τῆς λίρας ἀναλόγως, διὰ νὰ διανείμῃ τὰς διαφορὰς ἐφ’ ὅλων τῶν ἐτῶν. Ἂν ἡ λίρα ἐν ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου ἔχῃ δραχμὰς 300 καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς δεκαπενταετίας πρέπει νὰ ἔχῃ δραχμὰς 25, δέον κατ’ ἔτος ἡ τιμὴ αὐτῆς νὰ καταβιβάζεται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον κατὰ δραχμὰς 18 ἢ κατὰ μίαν δραχμὴν καὶ 50 λεπτὰ μηνιαίως. Ἐκ τῆς τοιαύτης βαθμιαίας ὑποτιμήσεως τῆς λίρας διὰ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 55,000,000 λιρῶν θέλει ἐμφανισθῆ ὡς συνέπεια τὸ μὲν ὡς ζημία τοῦ Δημοσίου δραχμαὶ 7,562,250,000, τὸ δὲ ἴσον ποσὸν χαρτονομίσματος ἐκτιθέμενον εἰς τὴν κυκλοφορίαν, διότι διὰ τῆς ἀνατιμήσεως τῆς δραχμῆς κατ’ ἔτος δὲν θὰ ἐπαρκέσουν τὰ 55,000,000 λιρῶν ἐκποιούμενα νὰ ἄρουν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 15½–16 δισεκατομμυρίων χαρτονομίσματος. Ὁ μέσος ὅρος τῆς τοιαύτης ζημίας διὰ νὰ κατέλθῃ ἡ λίρα ἀπὸ 300 εἰς 25 δραχμὰς εἶναι τὸ ἥμισυ τῶν δραχμῶν 275, ἤτοι δραχ. 137.50 κατὰ λίραν, ἐπὶ δὲ τῶν 55,000,000 λιρῶν ζημία δραχ. ἐν ὅλῳ 7,562,250,000. Ἀλλ’ ἡ ζημία αὕτη δὲν εἶναι διὰ τὸ Δημόσιον πραγματική, ἀλλὰ φαινομενική. Διότι, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει κατ’ ἔτος διὰ τοκοχρεωλύσια δραχ. 2 δισεκατομμύρια περίπου. Ἀλλ’ ἐξοφλουμένων τῶν εἰς τραπεζογραμμάτια χρεῶν, θὰ περισσεύῃ τὸ διὰ τοὺς τόκους αὐτῶν ἀναγραφόμενον ποσὸν τῶν 590,000,000 χαρτίνων δραχμῶν καὶ θὰ ἀπομένῃ ὡς πραγματικὴ ὀφειλὴ τὸ ποσὸν διὰ τῶν εἰς χρυσὸν δανείων. Ἀλλ’ εἰς τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου εἰς χρυσὸν θὰ προστεθῶσι καὶ τὰ 25,000,000 λιρῶν τοῦ νέου δανείου καὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτοῦ θὰ χρειασθῇ ποσὸν τοὐλάχιστον, μὲ 5%, 31,000,000 χρυσῶν δραχμῶν. Κατὰ ταῦτα τὸ Δημόσιον ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἔχῃ νὰ πληρώνῃ περὶ τὸ 125,000,000 χρ. δραχ. διὰ τὰ εἰς χρυσὸν τοκοχρεωλύσια, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἔχῃ νὰ διαθέτῃ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς ἀγορὰν αὐτῶν ὅσα ἀναγράφει καὶ σήμερον, δύο δισεκατομμύρια. Ἀλλὰ δέχομαι ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν θὰ δύναται καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀναγράφῃ τὸ ἄνω ποσὸν καὶ περιορίζω τοῦτο εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου καὶ 200 ἑκατομμυρίων κατὰ μέσον ὅρον. Πρὸς ἐξαγορὰν τῶν 125,000,000 χρυσῶν δραχμῶν ἢ λιρῶν 5,000,000 μὲ τιμὴν λίρας 300 δραχμὰς χρειάζεται χαρτονόμισμα δραχμῶν 1,500,000,000, μὲ τιμὴν ὅμως λίρας 200 θὰ χρειάζεται ἓν δισεκατομμύριον χαρτονόμισμα, ἤτοι κατὰ 500 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον καὶ μὲ τιμὴν λίρας 150 θὰ χρειάζεται χαρτονόμισμα 750,000,000, ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ δραχ. 750,000,000 καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαπενταετίας διὰ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν 70 περίπου ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ οὐχὶ 75 ἑκατομμυρίων λιρῶν, καθόσον ὡς ἐκ τῆς κατ’ ἔτος πληρωμῆς θὰ κατέλθῃ κάτω καὶ τῶν 70, ὅσα θὰ χρειασθῇ διὰ τὰ τοκοχρεωλύσια, θὰ δαπανήσῃ οὐχὶ 18 δισεκατομμύρια χαρτίνων δραχμῶν, ὅσα θὰ συμποσοῦνται μὲ τὸ ἀναγραφόμενον κατ’ ἔτος ἓν δισεκατομμύριον καὶ 200 ἑκατομμύρια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τιμῆς λίρας κατὰ μέσον ὅρον κατὰ τὴν πενταετίαν, πρὸς δραχ. 137.50, θὰ δαπανήσῃ μόνον 9,625,000,000, ἤτοι θὰ τοῦ μείνῃ περίσσευμα ὡς ὠφέλεια ἐκ τοῦ κονδυλίου τούτου τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν δεκαπενταετίαν 8.375.000.000 χαρτίνων δραχμῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καλύψῃ τὴν φαινομενικὴν ζημίαν τῶν 7,562,000 καὶ θὰ αἴρῃ μὲ ταύτας κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἀναλογίαν τὸ πλεονάζον χαρτονόμισμα τῶν 7 δισεκατομμυρίων 562 ἑκατομμυρίων καὶ θὰ ἀφήσῃ καὶ πλεόνασμα χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ τέλος τῆς δεκαπενταετίας θὰ εἶναι ἰσάξιον τῆς μεταλλικῆς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἔχωμεν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ ἐπὶ πλέον μένοντος χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ δίδεται ἔναντι τῶν τοκοχρεωλυσίων, ὁπότε τὸ πλεόνασμα τοῦ χαρτονομίσματος κατὰ τὸ τέλος τῆς δεκαπενταετίας θὰ ἀνέλθῃ πλέον τῶν δύο δισεκατομμυρίων, ὅπερ θὰ εἶναι ἰσάξιον τῆς μεταλλικῆς, ὥστε νὰ δύναται ἐκ τούτου νὰ ἐξοφληθῶσι καὶ ὅλα τὰ εἰς χρυσὸν ὑπάρχοντα τότε χρέη. Τὰ 55 ἑκατομμύρια, ἅτινα θὰ μένωσι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, βεβαίως δὲν θὰ μένωσι χωρὶς τόκον, καὶ ταῦτα θὰ ἀποφέρωσιν ἕνα τόκον τοὐλάχιστον 3% ἐτησίως, ἤτοι 1½ ἑκατομμύριον λιρῶν τὸ πρῶτον ἔτος, 1,200,008 περίπου κατὰ τὸ δεύτερον καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαπενταετίας μέχρις ἐξαντλήσεως θὰ ἀποφέρωσιν ἓν ποσὸν περὶ τὰ 10 ἑκατομμύρια λίρας, αἵτινες θὰ συνεισφέρωνται καὶ αὗται κατ’ ἔτος πρὸς ἄρσιν τοῦ χαρτονομίσματος. Ἀφ’ ἑτέρου καὶ ὡς μέτοχον τὸ Κράτος εἰς τὴν νέαν Τράπεζαν θὰ προσκομίζῃ καὶ ἐκ ταύτης ἓν κέρδος σημαντικόν, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πάντα ταῦτα προϋποθέτουσιν ὅτι θὰ παύσῃ νὰ ἐκδίδεται χαρτονόμισμα πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὅτι θὰ ἀναγράφεται κατ’ ἔτος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τοκοχρεωλύσια ἂν ὄχι τὸ σήμερον ἀναγραφόμενον ποσὸν τῶν 2,000,000,000 ἀλλὰ τοὐλάχιστον 1,200.000.000 κατὰ μέσον ὅρον τῆς δεκαπενταετίας. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾶ διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς δραχμῆς. Ἀλλ’ ἀνεφέραμεν ἀρχικῶς ὡς αἰτίαν τῆς πτώσεως τῆς δραχμῆς ἕτερον συντελεστήν, τὸν τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ ἐμπορικοῦ μας ἰσοζυγίου. Ἡ βελτίωσις τούτου ἂν ὄχι ἡ ἐντελὴς θεραπεία αὐτοῦ ἀπομένει εἰς τὸ νέον ἵδρυμα, ὅπερ θὰ ἔχῃ νὰ διαθέτῃ διὰ τοὺς πλουτοπαραγωγικοὺς κλάδους καὶ ἐκμετάλευσιν τοῦ δημοσίου πλούτου ἀμέσως ἢ ἐμμέσως περὶ τὰ 55 ἑκατομμύρια λίρας καὶ φρονῶ ὅτι μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν διὰ τῆς συντελέσεως ἀρδευτικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Μακεδονίᾳ, διὰ τῆς ἀποξηράνσεως καὶ τῶν ἑλῶν, διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως εἰς παραγωγικὴν δύναμιν τῆς πτώσεως τῶν ὑδάτων καὶ τὰς ροὰς τῶν ποταμῶν, διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὑδάτων καὶ μεταλλείων, ὀρυχείων, ἰχθυοτροφείων, ἰαματικῶν πηγῶν καὶ λοιποῦ πλούτου τῆς Χώρας, διὰ τῆς ἐνισχύσεως πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας μας ἢ δημιουργίαν νέων βιομηχανιῶν πρὸς κατεργασίαν τῶν ἐν τῇ Χώρᾳ παραγομένων πρώτων ὑλῶν, θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξίσωσις τοῦ ἐμπορικοῦ μας ἰσοζυγίου. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν θὰ ἔχῃ νὰ διαθέτῃ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ της μέρος πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων συγκοινωνίας καὶ πλουτοπαραγωγικῶς ὠφελίμων. Ὡς πρὸς τὸν τρίτον συντελεστὴν τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς εὐσταθείας τῆς Χώρας ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς καὶ μόνον καὶ περιττεύει νὰ εἴπῃ τις τί περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τούτου τῆς συναλλαγματικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον προτείνω, θέλουσι προκύψει τὰ ἑξῆς. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς κυκλοφορίας 15 περίπου δισεκατομμυρίων χαρτίνων δραχμῶν θέλει ἐκλείψει ἡ παρατηρουμένη στενότης χρήματος καὶ ὁ τόκος ἀπὸ 15% θέλει κατέλθει εἰς 5–6%. Κίνησις ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας καὶ συνέπεια τούτου ἐξάλειψις τῆς ἀνεργίας καὶ κρίσεως. Περιορισμὸς τῆς σπατάλης καὶ ὤθησις πρὸς οἰκονομίαν, καθόσον ἕκαστος θὰ ἔχῃ συνείδησιν τῆς μετὰ δεκαπενταετίαν ἐξισώσεως τῆς δραχμῆς του πρὸς τὸ ἄρτιον καὶ τὴν καλυτέρευσιν οἰκονομικῶς τῶν κοινωνικῶν τάξεων, καθόσον τὰ μικρά των ἀποθέματα θὰ ἐξυγιανθοῦν καὶ πτῶσιν συνεχῆ τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς ἀφ’ ἑτέρου. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου οἱ δανεισθέντες μέχρι σήμερον χαρτίνας δραχμὰς μὲ τιμὴν λίρας ὑπερτιμημένην θέλουσιν ὑποστῆ ζημίας καὶ οὐδέποτε ἴσως θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ χρέη των, ἀνατιμωμένης τῆς δραχμῆς, ἴσως μάλιστα ὀργανισμοί τινες, οἵτινες ἔχουσι δανεισθῆ μὲ μακροχρόνιον προθεσμίαν πληρωμῆς θὰ κηρυχθῶσιν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ἐκ τούτου. Πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει μέτρα προστασίας διὰ νομοθετικῶν μέτρων ὅπως ἔπραξε περίπου ἡ Αὐστρία τὸ 1811 καὶ ἡ Γαλλία τῷ 1792 καὶ ἡ Γερμανία κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη περίπου, δηλαδὴ θέλει διαιρέσει τὰ χρέη εἰς δύο κατηγορίας, τὰ μὲ τιμὴν λίρας ἄνω τῶν δραχμῶν 300 συντελεσθέντα καὶ τὰ μὲ τιμὴν λίρας κάτω τῶν 300 δραχμῶν. Λαμβάνω ὅριον τιμῆς λίρας 300, διότι ἐκεῖ περίπου ὑπελόγισα ἀνωτέρω τὴν παγίωσιν τῆς τιμῆς τῆς λίρας. Καὶ τὰ μὲν μὲ τιμὴν λίρας ἄνω τῶν 300 δραχμῶν συντελεσθέντα θέλουσι πληρωθῆ ἐντὸς ὡρισμένου λογικοῦ χρονικοῦ διαστήματος μὲ τὸ ἀνάλογον χαρτονόμισμα, ὅπερ ἀποδίδει τόσας λίρας ὅσας ἀπέδιδον τὰ δανεισθέντα χαρτονομίσματα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συνάψεως τοῦ δανείου, τὰ δὲ κάτω τῶν δραχμῶν 300 τιμῆς λίρας συντελεσθέντα μὲ τοὺς νῦν ὡς σήμερον ἰσχύοντας νόμους, ἐκτὸς ἂν ἄλλοι λόγοι θέλουσι καταβάλλει καὶ τοῦτο. Διατυπώνων, κύριοι βουλευταί, τὰς κεφαλαιώδεις ταύτας σκέψεις μου πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἀξιῶ νὰ θεωρηθῇ τὸ προβαλλόμενον παρ’ ἐμοῦ σχέδιον ὡς ἄτρωτον, οὐδὲ φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἐπισύρῃ καθ’ ἑαυτοῦ ἀντιρρήσεις. Ἀλλ’ ὅταν ἀποβλέψῃ τις εἰς τὸν μέγιστον σκοπόν, ὃν θὰ προωρίζετο νὰ ἐπιτύχῃ τὸ νέον τοῦτο ἵδρυμα, πάντα τὰ δευτερεύοντα ἐμπόδια πρέπει νὰ τεθοῦν ἐκποδών. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρόκειται περὶ συστήματος δυναμένου νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τόσον ὑμῶν ὅσον καὶ τῶν ἁρμοδίων καὶ νὰ ἐξελεγχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ δυνατὸν τῆς πραγματοποιήσεώς του παρ’ Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν θεωρηθῇ πραγματοποιήσιμον, ὅπερ ἀκραδάντως πιστεύω, τότε αἱ λεπτομέρειαι ἀπόκεινται νὰ κανονισθῶσιν ὑπὸ ἄλλων εἰδικῶν καὶ μᾶλλον πεπειραμένων ἐμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαζανᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§297Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρηκολούθησα τὰς συζητήσεις καὶ προσεπάθησα ἀντικειμενικῶς ὅσον ἠδυνάμην καὶ προσεπάθησα συμπαθῶς πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως νὰ πεισθῶ ὅτι τὸ δίκαιον εὑρίσκεται πρὸς τὸ μέρος τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Παρηκολούθησα καὶ τὰς συζητήσεις τὰ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς αἵτινες ἐν δημοσιογραφίᾳ καὶ μετὰ μεγάλης προσοχῆς διεξῆλθον τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Διομήδους. Οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὸν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔχουσι δύο ἀπόψεις· ἓν νομικὸν ἐπιχείρημα καὶ ἓν πραγματικὸν ἐπιχείρημα. Ποῖον εἶναι τὸ νομικὸν ἐπιχείρημα; Τὸ νομικὸν ἐπιχείρημα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περισσότερον ἀνέπτυξεν ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Ν. Μπακόπουλος, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Πραγματικῶς ἰδίως ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Διομήδης. Πραγματικῶς, διότι λέγουσι τὰ ἑξῆς, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ἔθιξε τὰ 380,000,000 τοῦ χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1914, 1915 καὶ 1920. Δὲν ἔθιξε τὸ ὅλον, λέγει ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐλάχιστα, λέγει, ἐθίγη τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐπὶ πλέον συμμεριζόμενος τὸ πραγματικὸν τοῦτο γεγονὸς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐκ τῶν 300 ἑκατομμυρίων τῆς δευτέρας ἐκδόσεως τὰ 200 ἑκατομμύρια ἐδόθησαν εἰς τὸ Κράτος μὲ 1%, δηλαδὴ ἡ δευτέρα ἔκδοσις δὲν ἐγένετο διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ διὰ τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος ἔλαβεν ἐκ τῶν 300 ἑκατομμυρίων τὰ 200, καὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια ἐχρησιμοποίησεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, κυκλοφορήσασα αὐτὰ εἰς τὸ Κοινὸν καὶ λαβοῦσα τὴν ἀξίαν τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν νομικὴν ἄποψιν. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος διὰ νὰ καταλήξῃ ὅτι τὰ χρήματα αὐτά, ὁ χρυσὸς αὐτὸς ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀφοῦ ἀνέπτυξε τὴν θεωρίαν περὶ τραπεζιτικῶν γραμματίων, περὶ καλυμμάτων κλπ., κατέληξεν εἰς τὸ νομικὸν συμπέρασμα ὅτι τὰ καλύμματα εἶναι, ὅπως λέγει καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἓν ἐνεργητικὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης, εἶναι μία ἁπλῆ ἀσφάλεια, προσθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ πλέον. Μία ἀσφάλεια ἁπλῆ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθη τὸ τραπεζιτικὸν γραμμάτιον. Καὶ ἀφοῦ εἶναι μία ἁπλῆ ἀσφάλεια, εἶναι τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Τραπέζης. Διατί σήμερον θὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν κυριότητα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ εἶναι ἁπλῆ ἀσφάλεια πρὸς κατόχους χαρτονομίσματος; Διότι σήμερον θὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι τὰ χρήματα ἀνήκουσιν εἰς ἄλλον καὶ προκειμένου νὰ μεταβιβάσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τῶν πληρωμῶν τῶν τραπεζογραμματίων καὶ νὰ τὰ πάρωμεν ἀπὸ τὸν κύριον. Διατί νὰ εἴπωμεν δὲν εἶσαι σύ, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ τὰ τραπεζιτικὰ γραμμάτια; Δηλαδὴ μὲ τὴν βοήθειαν τῶν νομικῶν κανόνων ἐπὶ τῆς κυριότητος καταλήγουσι νὰ εἴπωσιν, ἐφόσον ἡ κυριότης ἐν τῇ νομικῇ ἐννοίᾳ εἶναι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδεὶς δύναται νὰ τὰ θίξῃ. Καὶ ἡ λέξις «ἀσφάλεια» δὲν ἐξητάσθη. Προχωροῦν καὶ λέγουσιν, ἵνα καταδειχθῇ περισσότερον ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι μία ἁπλῆ ἀσφάλεια τῶν κατόχων τῶν τραπεζογραμματίων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἡ κυριότης των, λέγουν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν πτωχεύσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Τότε θὰ συντρέξουν καὶ οἱ λοιποὶ πιστωταὶ ἐπὶ τῶν καλυμμάτων αὐτῶν. Θὰ συντρέξουν ἐξ ἴσου. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ νομικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία πείθει ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀφοῦ θὰ συντρέξουν καὶ οἱ ἄλλοι πιστωταί. Κύριοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τοῦτο. Τὰ καλύμματα, ἐξ ὅσων ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἀσχοληθῶ νομικῶς, δὲν ἔχουσιν ἀπασχολήσει τὴν θεωρίαν τῆς ἐπιστήμης εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἀπασχολεῖ σήμερον ἡμᾶς. Αὐτὴ αὕτη ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν λέγει τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι αὐτὰ τὰ καλύμματα δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἄλλον παρὰ εἰς τὰ τραπεζογραμμάτια, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν. Διότι τί ἄλλο εἶναι ἀφοῦ λέγομεν καλύμματα; Καλύπτουσι τὰ τραπεζογραμμάτια. Εἶναι μία ἀσφάλεια τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ἡ ὁποία τίθεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ τραπεζογραμμάτια. Τὴν ἀσφάλειαν τοῦ τραπεζογραμματίου θὰ τὴν ἀναγνωρίσωμεν ἀπὸ τὸ κάλυμμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς τοῦτο. Καὶ ἂν πτωχεύσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ διεκδικήσῃ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ αὐτῆς θὰ εἶναι ὁ κάτοχος τοῦ τραπεζογραμματίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἄλλος, διότι ὁ ἄλλος δὲν ἀπέβλεψεν ὅταν ἐγένετο πιστωτὴς τῆς Τραπέζης, δὲν ἀπέβλεψε, λέγω, εἰς τὸν χρυσὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἦτο κάλυμμα τοῦ τραπεζογραμματίου, ἀλλ’ ἀπέβλεψεν εἰς τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, ἂν τὸ ὑπόλοιπον ἐνεργητικὸν τῆς Τραπέζης ἐπαρκεῖ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν διαφόρων πιστωτῶν, βεβαίως θὰ πληρωθῶσι ἐξ ἐκείνου τοῦ ὑπολοίπου. Ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἀξιοῦν τὴν ἀσφάλειαν ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἐτέθη διὰ τὸ ζήτημά των. Ὥστε ἡ ἀσφάλεια τοῦ τραπεζογραμματίου ἀνήκει εἰς τὸν φορέα τοῦ τραπεζογραμματίου, δηλαδὴ ἐν προκειμένῳ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἔρχομαι εἰς τὸ πραγματικὸν μέρος. Εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ 1914 καταφαίνεται ὅτι ἡ Τράπεζα εἰς τὸ τέλος τοῦ 1914 ἔχει ὀλιγώτερον χρυσόν. Εἰς τὰ 1915 μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν 80,000,000 τραπεζιτικῶν γραμματίων ἔχει περισσότερον χρυσόν, τοποθετεῖ τὸν χρυσὸν τῶν 20 ἑκατομμυρίων καὶ περισσεύει περισσότερος εἰς τὰ ταμεῖά της χρυσός. Ἀπὸ τοῦ 1914 περισσεύουν ἀκριβῶς 70,000,000 εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς χρυσὸν καὶ ἐπὶ πλέον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὸ τέλος τοῦ 1914. Φαίνεται δηλαδὴ ὅτι ἐκ τῶν 80 ἑκατομμυρίων τῆς πρώτης αὐτῆς ἐκδόσεως ἠγόραζεν 80 ἑκατομμύρια δραχμὰς εἰς χρυσὸν καὶ τὰς ἔχει εἰς τὰ ταμεῖά της, διότι ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ φαίνεται ὅτι τὰς ἔχει εἰς τὰ ταμεῖά της. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς δὲν ἐθίγη ἡ ἔκδοσις τῶν χαρτονομισμάτων αὐτῶν, ὅπως ὑπεστηρίξατε ὑμεῖς, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ἀφοῦ φαίνεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἰσολογισμοῦ ὅτι ἠγόρασε διὰ τῶν δραχμῶν αὐτῶν 70 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια δραχμῶν χρυσῶν, εἰς δὲ τὸ τέλος τοῦ 1915 ἡ Τράπεζα εἶχεν εἰς τὰ ταμεῖά της 9 ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι κατὰ τὴν διάρκεια αὐτοῦ τοῦ ἔτους καθ’ ὃ ἐξέδωκε τὸ χαρτονόμισμα τῶν 80 ἑκατομμυρίων τὸ διέθεσεν ὁλόκληρον, διότι τὰ 9 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἔπρεπε ταμειακῶς νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ ταμεῖά της, διότι δὲν εἶναι μόνον Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ εἶναι Τράπεζα ἡ ὁποία συναλλάσσεται καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς τὰ ταμεῖά της χρήματα. Ἂν παρακολουθήσητε εἰς τὴν δευτέραν ἔκδοσιν τῶν 300 ἑκατομμυρίων, θέλετε πεισθῆ ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ἐκυκλοφόρησε καὶ ἀκόμη ἔκαμε χρῆσιν τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ, διότι φαίνεται ὅτι ἐξέδωκε χαρτονόμισμα περὶ τὰ 500 ἑκατομμύρια, δηλαδὴ 300 ἑκατομμύρια τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου καὶ 200 ἑκατομμύρια ἀκόμη δυνάμει τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ, δηλαδὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατέθεσε χρυσὸν εἰς ὁμολογίας, εἰς χρυσόν, καὶ πιστώσεις εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τὸ ὁποῖον πάντα διέθεσεν ὅπως εἶχε διαθέσει ὁλόκληρα τὰ 80 ἑκατομμύρια τοῦ 1914 καὶ τὰ διέθεσεν εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τὸ ἀντάλλαγμα ἦτο πάλιν χρυσός, διότι ἔδωκεν εἰς τὰ 1914 εἰς χαρτονόμισμα, τὰ ἐπῆρεν εἰς οἱανδήποτε συναλλαγὴν καὶ ἂν προῆλθεν, εἰς χρυσόν, διότι τότε ἡ δραχμὴ ἦτο χρυσός. Ἔδωκεν 80 ἑκατομμύρια—εἴτε ἠγόρασε συνάλλαγμα ἢ ὁμολογίας εἰς χρυσὸν ἢ ἐχρέωσε τοὺς πελάτας της ἢ συνηλλάχθη ὁπωσδήποτε τραπεζιτικῶς—καὶ εἰσέπραξεν 80 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν. Τοῦτ’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τὸ 1920, διότι καὶ τότε ἡ διαφορὰ ἦτο ἐλαχίστη. Ἔρχεται τώρα ἡ Τράπεζα, προκειμένου νὰ πληρώσῃ ἡ νέα Γράπεζα τὸ Κράτος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὰ 380 ἑκατομμύρια εἰς χαρτονόμισμα καὶ εἰσέπραξε 380 ἑκατομμύρια εἰς χρυσόν, ἔρχεται, λέγω, ἡ Τράπεζα καὶ λέγει: δὲν θὰ πληρώσω εἰς χρυσόν, θὰ πληρώσω 380 ἑκατομμύρια σημερινὰς δραχμάς. Τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι θὰ πληρώσῃ τὸ 1)16 ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἰσπέπραξεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δεχθῶμεν τὴν θεωρίαν ὅτι ἡ κυριότης καὶ τὸ ἐμπράγματον δικαίωμα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὑπάρχει ἡ ἀσφάλεια τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κοινόν, ἡ ὁποία εἶναι τοὐλάχιστον ἓν δικαίωμα ἐνοχικόν, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ὑπάρχει μία ἀσφάλεια. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐνοχικῆς αὐτῆς ὑποχρεώσεως ἀπέναντι τῶν κομιστῶν τῶν τραπεζογραμματίων; Εἶναι τὰ καλύμματα. Νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀξίαν τῶν καλυμμάτων, ἀφοῦ ἔχει τὸ ἐμπράγματον δικαίωμα, ἔχει τὴν κυριότητα ἡ Τράπεζα τοὐλάχιστον νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐνοχικὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου. Καὶ ποία ἄλλη δύναται νὰ εἶναι ἡ ἐνοχικὴ ὑποχρέωσις καὶ ὄχι ἡ ἐμπράγματος, ἀπὸ αὐτὰ τὰ καλύμματα; Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, αὐτὴ εἶναι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Κράτος μὲ τὴν Τράπεζαν, νὰ ἔχῃ καλύμματα διὰ τὰ τραπεζογραμμάτια. Ἡ ἱστορία αὐτὴ δημιουργεῖται ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν γενικωτέραν ἀναστάτωσιν ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐδημιούργησεν ὅλας τὰς σχέσεις τὰς πρωτοτύπους ἐν πολλοῖς, αἵτινες δέον ἄνευ θετικῶν διατάξεων νὰ λυθῶσιν. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ἠγόρασαν εἰς τὰ 1916—καὶ ἠξεύρετε ὅτι ἀσχολοῦνται ὅλα τὰ δικαστήρια ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου—ἓν κτῆμα παρατύπως ἀντὶ 1000 δραχμῶν, δὲν ἐπῆγαν δὲ εἰς τὸν συμβολαιογράφον. Τοῦτο ἐγένετο εἰς τὰς Νέας Χώρας. Κατὰ κανόνα πηγαίνει ὁ πωλητὴς καὶ τοῦ λέγει ὅτι ἡ πώλησις εἶναι ἄκυρος καὶ ἐζήτει τὸ κτῆμά του, ἀφοῦ τοῦ ἐπέστρεφε τὰς χιλίας δραχμάς. Κατ’ οὐσίαν ὅμως τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ πωλητὴς τότε ἦσαν 16 φορὰς περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δίδει σήμερον. Οὕτω συνέβη καὶ μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰσέπραξεν εἰς τὰ 1914 καὶ 1920 380,000,000 εἰς χρυσόν. Τὰ εἰσέπραξεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ δὲν θέλει, κύριοι, νὰ δώσῃ τὰ καλύμματα. Τὸ ¼ εἰς χρυσὸν ἐκείνου τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον εἰσέπραξεν εἰς χρυσὸν δὲν θέλει νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει καὶ τοὺς ὁποίους ἀδικεῖ, διότι ἀπὸ τὰ 380,000,000 δὲν θέλει νὰ δώσῃ τίποτε, διότι ἂν δώσῃ τὰ καλύμματα, θὰ δώσῃ μόνον 95 ἑκατομμύρια. Ἄν δὲν δώσῃ 95 ἑκατομμύρια, θὰ δώσῃ ἓν ἑκατομμύριον λίρας μόνον, ἤτοι 380,000,000 δραχμῶν. Καὶ διὰ νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο καὶ ἐν τῇ γενικωτέρᾳ ἐννοίᾳ, εἶναι δίκαιον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καθ’ ὃν χρόνον ἔχει καταστραφῆ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐκ τοῦ νομίσματος νὰ εἰσπράξῃ αὐτά; Διότι ὅλον αὐτὸ τὸ δισεκατομμύριον εἶναι πληρωμένον κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς χρυσὸν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶχον 100,000 δραχμὰς χρυσᾶς εἰς τὸ 1914, 1915 καὶ 1920, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουσι καὶ σήμερον 100,000 δραχμὰς σημερινάς, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἔχουσι μόνον 6,000 χρυσᾶς δραχμάς. Καὶ ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τῆς ὁποίας τόσα ἐγκώμια ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπλέξαμεν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν εἴπομεν ὅτι εἶναι τὸ Κράτος εὐγνῶμον, διότι ὑπερήσπισε πολλάκις τὰ κρατικὰ συμφέροντα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρέπει νὰ μὴ εἶναι ὀλιγώτερον εὐγνώμων πρὸς τὸ Κράτος, διότι κατώρθωσεν ὁ μέτοχος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν μετοχὴν τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1914 εἶχε μὲ ἀξίαν 4,000 μόνον δραχμῶν, κατώρθωσε, λέγω, νὰ τὴν ἔχῃ σήμερον μὲ 55,000 δραχμὰς καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἀναλαμβάνουσα καὶ τὸ ποσὸν τῶν καλυμμάτων καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, μήπως αἱ μετοχαὶ αὐτῆς ἔχουσι αὔριον, ὅπως ὑποστηρίζεται ἀπὸ τοὺς εἰδικούς, ὑπὲρ τὰς 100,000 δραχμῶν ἑκάστη. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ πολίτης ὁ Ἕλλην, ὁ συναλλασσόμενος μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὁ ἔχων 100,000 δραχμὰς τῷ 1914, ἔχει σήμερον μόλις 6,000 δραχμὰς χρυσᾶς, διότι τὸ τραπεζογραμμάτιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπετιμήθη, ὁ μέτοχος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ ἔχων τῷ 1914 4,000 δραχμάς, σήμερον ἔχει 55,000, δηλαδὴ συνεκράτησε τὸν χρυσόν. Λοιπὸν ἂν τῷ ἀφαιρέσωμεν τὰ καλύμματα τοῦ μετόχου τούτου, πάντοτε οὗτος θὰ ἔχῃ τὰς 55,000 δραχμάς, διότι εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐδέποτε αὕτη ὑπελόγισε τὰ καλύμματα ὡς ἐνεργητικὸν αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν τῷ ὑποβιβάσωμεν τὰς 55,000 δραχμὰς εἰς 40,000, εἰς 35,000, εἰς 20,000 ἔστω, τὸ δίκαιον δὲν θὰ εἶναι πάλιν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, νὰ πάρῃ δηλαδὴ αὐτὸς τὰ καλύμματα, ὁ ὁποῖος ἔχασε τὸ δεκαεξαπλάσιον τῆς ἀξίας του; Καὶ διατί νὰ δείξωμεν τόσον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἀφοῦ ἀκριβῶς διὰ τῆς κατευθύνσεως, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν θὰ εἶναι παρὰ ὁ ἰδιώτης, ὁ μέτοχος, ἰδιωτικὴ Τράπεζα, θὰ εἶναι ὁ τραπεζίτης τῆς ὁδοῦ Σοφοκλέους καὶ θὰ παύσῃ νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸ Κράτος, ὡς καὶ τὸ Κράτος νὰ παρακολουθῇ τὴν Τράπεζαν, διατί θὰ δώσωμεν αὐτὸ τὸ κάλυμμα, τὸ ὁποῖον νομικῶς, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινόν, εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ νὰ αὐξήσωμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς στιγμῆς ἀρκετὰ πλουτίσας ὁ μέτοχος, κατώρθωσε νὰ τὸ ἔχῃ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Καὶ διατί ἔχει τοῦτο ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν; Διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατώρθωσε νὰ ἔχῃ τὰς μετοχάς της εἰς ὃ σημεῖον τὰς ἔχει, διότι ἐβοηθήθη ἀπὸ τὸ Κράτος. Παρακολουθήσατε ἀκόμη καὶ συγκρίνατε τὰς μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὰς μετοχὰς τῶν ἄλλων Τραπεζῶν καὶ θὰ ἴδητε ποίαν διαφορὰν ἔχει ἡ ἀξία τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν τῶν ἄλλων Τραπεζῶν. Θέλω λοιπὸν καταλήγων, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, νὰ εἴπω ὅτι, ἂν τὰ καλύμματα αὐτὰ τὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, θὰ πράξητε πρᾶξιν δικαίαν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νόμου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως αἰσθήματος δικαίου. Θὰ λάβητε πρὸς τὸ μέρος σας τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, εἰς ἐκεῖνον θὰ ἀποβλέψητε. Ἂν τὰ ἀφήσητε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τότε θὰ πλουτίσητε ἀναμφισβητήτως καὶ ἀδικαιολογήτως τοὺς μετόχους ἱδρύματος ὄχι πλέον Ἐθνικοῦ, ἀλλὰ μιᾶς ἁπλῆς ἰδιωτικῆς Τραπέζης καὶ ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐκδηλώσεως τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως ὑμῶν καὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν καλυμμάτων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὁπότε θὰ πεισθοῦν περὶ τούτου οἱ μέτοχοι καὶ θὰ ἀναλάβουν αἱ μετοχαί των κατὰ δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν ἀπὸ τὴν τιμὴν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον, τότε ἀσφαλῶς θὰ μετανοήσητε, ἀλλὰ θὰ εἶναι πλέον ἀργά, διότι τὸ κακὸν θὰ ἔχῃ γίνει.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας ἔχει τὸν λόγον.
§299Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὸ θέμα ἐξηντλήθη, τὸ πλοῖον εὑρίσκεται ὑπὸ ἀτμὸν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σπεύσῃ νὰ ἀνέλθῃ ταχέως ἐπὶ τοῦ πλοίου καὶ συνεπῶς τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ συζητῇ δι’ ἓν τόσον εὐτελὲς ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας, τῆς κλονισθείσης ἐπὶ μίαν πενταετίαν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ θὰ ἐκφράσω ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ μίαν θλῖψιν, τὴν ὁποίαν συναισθάνομαι, τὴν θλῖψιν ὅτι μετὰ μίαν πενταετῆ καταστροφήν, μετὰ μίαν πενταετῆ ἀναρχίαν τοῦ Τόπου, ἐξ ἧς ἐπῆλθε πλήρης οἰκονομικὴ καταβαράθρωσις αὐτοῦ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ διαμφισβητήσω τὴν ἱκανότητα, τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰ ἐφόδια τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Χώρας καὶ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα αὐτῆς δὲν τίθενται ὑπὸ τὴν συζήτησιν τὴν εὐρεῖαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνῷ κατ’ ἐμὴν γνώμην καὶ πεποίθησιν, ἂν καὶ ἐφόσον φρονοῦμεν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ Κοινοβούλιον, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσουν τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ σοβαρώτερον καὶ τοὐλάχιστον ἐπὶ πέντε ἡμέρας συνεχεῖς. Διότι, ἂν εἶναι ἓν θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου κάποια προσοχή, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο τὸ θέμα τοῦτο. Βλέπω ὅτι ἠπατήθην εἰς τὰς βλέψεις μου ταύτας καὶ εὑρίσκωμαι ὡς πρὸς τοῦτο ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐχούσης ἄλλην ἀντίληψιν καὶ ἄλλην γνώμην, ἐχούσης τὴν γνώμην ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τοῦ Τόπου εἶναι συζήτησις τόσον ἐλαφρά, ὥστε νὰ ἐνοχλῇ αὕτη τὴν πλειονοψηφίαν. Κύριοι βουλευταί, ἐνθυμεῖσθε ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήλθομεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην συνεργαζόμενοι πάντες, κατὰ τίνα τρόπον ἐσκεπτόμεθα πάντες τότε καὶ τί ἐλέγομεν τότε καὶ τί ἐξηγγέλομεν τότε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ὑπάρχουσι προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς τέως Κυβερνήσεως καὶ τὰς προγραμματικὰς αὐτὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης γενομένας πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὰς ἐλησμονήσαμεν. Ἐλέγομεν τότε κεντρικῶς δύο τινὰ (ἀναγινώσκει): «Ἐκ παραλλήλου ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθοῦν μέτρα πρὸς ἄρσιν τῶν ἐν τῷ Στρατῷ ἀνωμαλιῶν». Πρὸς δὲ ἐλέγομεν ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ (ἀναγινώσκει): «.... μᾶς ἀπασχολεῖ ἐκ τῶν κυριωτέρων ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ μὲ βάσιν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν». Αὐταὶ ἦσαν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις, ὅτι δηλαδὴ βάσις ἡμῶν θὰ ἦτο ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ μὲ οἰκονομίας. Ταῦτα ἐλέγοντο τὴν 7ην Δεκεμβρίου 1926 καὶ ἀφοῦ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπησχολήθη μὲ τὴν λύσιν φαίνεται τοῦ δυσχεροῦς τούτου προβλήματος καὶ ἀφοῦ, ὡς φαίνεται, δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ δυσχεροῦς τούτου προβλήματος, τῆς λύσεως τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος δι’ οἰκονομιῶν, στρέφεται ἐξ ἀπίνης πρὸς τὰς φορολογίας. Ἀφίνομεν τὴν πολιτικὴν τῶν οἰκονομιῶν καὶ τρεπόμεθα πρὸς τὴν πολιτικὴν τῶν φορολογιῶν. Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς αὐτὴν τὴν πολιτικήν, μετὰ σπουδῆς ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια φορολογικὰ μὲ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν νὰ τὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἐρανισθῇ ἐκ τοῦ πτωχοῦ τούτου Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον καὶ περιττὸν εἶναι, ἀφοῦ διὰ Ν. Διαταγμάτων τὰ πάντα λύονται ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ, νὰ ἐρανισθῇ, λέγω, καὶ ἐντεῦθεν φῶτα τινὰ ἐκ τοῦ σκότους ἴσως τῆς Βουλῆς καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐνῷ ὑπέβαλε τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὡς νομοσχέδια καὶ ἔδει κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα νὰ συζητηθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τρεῖς διαφόρους συζητήσεις καὶ ἐξονισθῶσιν, αἴφνης ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἐπειδὴ καὶ τότε τὸ πλοῖον ἦτο ἕτοιμον πρὸς ἀναχώρησιν, ἐσκέφθη ὅτι καὶ πάλιν ἔπρεπε νὰ μεταβάλῃ σκέψεις καὶ μετέβαλε τὰ νομοσχέδια εἰς ψηφίσματα, ἀξιῶν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ καὶ ἔλεγε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ ὅπως τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ψηφίσματα .... κλπ.» Ἡ σπουδὴ ἐπέβαλε νὰ μεταβληθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικὰ εἰς ψηφίσματα, διὰ νὰ τὰ ψηφίσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα ἄνευ ἐξονυχίσεως, ἄνευ συζητήσεως, ἄνευ κἂν ἀναγνώσεως καὶ ἀξιῶν τοῦτο ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔδιδε τὴν ἑξῆς πανηγυρικὴν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἔλεγε τότε (ἀναγινώσκει): «Μὴ ἀνησυχεῖτε διότι μεταβάλλονται τὰ νομοσχέδια εἰς ψηφίσματα, τὴν συζήτησιν τὴν εὐρεῖαν τὴν κοινοβουλευτικὴν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ, προκειμένου νὰ ληφθῶσι μέτρα φορολογικὰ διὰ τὴν Χώραν». Θέλετε λοιπόν, κύριοι βουλευταί, διὰ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ἄλλην εὐρυτέραν συζήτησιν ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἔγινεν ἀπόψε; Αὐτὴ εἶναι ἡ συζήτησις, ἡ εὐρυτέρα συζήτησις, ὡς ἔλεγε καὶ ὑπέσχετο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Μεταβάλλομεν τὰ νομοσχέδια εἰς ψηφίσματα, μεταβάλλομεν τὰ ψηφίσματα εἰς Ν. Διατάγματα καὶ φορολογοῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν διὰ τῆς μεθόδου τῶν Διαταγμάτων. Θὰ ἦτο κατὰ τὴν γνώμην μας περιττόν, κύριοι βουλευταί, τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἀφοῦ οὔτε περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας δέον ν’ ἀσχολεῖται καὶ νὰ συζητῇ καὶ συνεπῶς οὕτω δὲν θὰ ὑπεβάλλετο ἡ Ἑλλὰς εἰς τόσας δαπάνας καὶ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μετοχετεύσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκπροσωπῇ ὅλους ἡμᾶς καὶ νὰ καθοδηγῇ τὴν Χώραν εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Λέγω αὐτά, διότι πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ὁ Τόπος ἄνευ Κοινοβουλίου καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἡ πίστις τῶν κυβερνώντων ἐπὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διὰ τῶν ἐν αὐτῷ συζητήσεων εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ κάτι τι τὸ σοβαρὸν εἰς τὴν πρόοδον τῆς Χώρας. Δυστυχῶς ὅμως τὸ Κοινοβούλιον, κύριοι, οὐδὲν εἰσφέρει εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας, τὸ Κοινοβούλιον εἶναι ἀδρανές, ἡ Βουλὴ δὲν συμμετέσχει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ τὸ πᾶν ἀφέθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καὶ Ἄτλας ἂν ἦτο, θὰ ἐναυάγει ὡς ἐναυάγησε. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λέγω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὅτι, ἐνῷ τὸ πρῶτον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προσεπάθησεν ὁμολογουμένως νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα ὡς ἔδει δι’ οἰκονομιῶν καὶ ὡς ἄλλως τε αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπισχνοῦντο, αἴφνης καὶ ἐξ ἀπίνης ἐγκαταλείπει τὴν πολιτικὴν τῶν οἰκονομιῶν καὶ στρέφεται καὶ ἐναγκαλίζεται τὴν πολιτικὴν τῶν φορολογιῶν. Δὲν θὰ συζητήσω ποσῶς περὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἢ μὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον τονίζω εἶναι τοῦτο, ὅτι πλέον τοιαύτη ὑπάρχει ἀντίληψις ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ τώρα ἀκολουθήσαντες τὸ σύστημα τῶν φορολογιῶν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐλύσαμεν κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρόβλημα τῆς Χώρας. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν ἀριθμῶν δὲν λύει τὸ ζήτημα, ἄνευ τῆς πραγματικῆς βεβαιώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν προϋπολογιζομένων ἐξόδων. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς γνωρίζει ὅτι ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα ἐξ ἀμέσων φόρων 208 ἑκατομμύρια. Γνωρίζει δὲ ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα τριμηναία ἔκθεσις εἰσπράξεων εἶναι μόνον 39 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι 60 ἑκατομμύρια.
§300Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔγινε καμμία βεβαίωσις οὔτε φόρου οἰκοδομῶν, οὔτε ἐπιτηδευμάτων καμμία εἴσπραξις.
§301Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁμιλῶ περὶ ἐκθέσεως εἰσπράξεων καὶ ὄχι περὶ βεβαιώσεως καὶ λέγω τοῦτο διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ ἰσοσκέλισις δὲν εἶναι ἀρκετὴ ὅταν ἐπιτυγχάνεται μόνον δι’ ἀριθμῶν, διότι πρέπει νὰ εἶναι καὶ πραγματική. Ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πραγματική, ἀφοῦ ἠκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἐπιλύσεως τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος διὰ τῶν ὑπερβολικῶν φορολογιῶν. Ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅτι ὁ συντελεστὴς τῶν εἰσπράξεων, ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, καὶ ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ ἀντοχὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν φορολογικῶν μέτρων καὶ δὲν ἐλήφθη σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν ἀντέχει πλέον, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἰσφέρῃ ὁ Ἕλλην πολίτης, θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ διαπιστωθῇ τοῦτο, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, ὥστε θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται ὄχι σκέψις περὶ φορολογίας αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ ἐνισχύσεως αὐτοῦ καὶ ἀπαλλαγῆς αὐτοῦ ἀπὸ ταύτης ἐπὶ τοσοῦτον, ὡς ἄλλως τε ἀνηγγείλατε καὶ διὰ τῶν προγραμματικῶν σας δηλώσεων ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνεται καὶ ἐπὶ πλέον, διότι ὅταν ὁ Ἕλλην πολίτης, ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία χρεωκοπήσῃ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς μετὰ τοσαύτης ὁμολογουμένως περινοίας καταρτισθεὶς θὰ χρεωκοπήσῃ, διότι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖθεν ἀντλεῖ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, ἐκεῖθεν ἀντλεῖ τὰς εἰσφοράς του. Δὲν θὰ ἔχητε, νομίζω, τὴν γνώμην ὅτι ὁ Ἕλλην πολίτης εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὴν εὐεξίαν, θὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας ἴσως ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ τόσῃ οἰκονομικῇ στασιμότητι. Αὐτὰ τὰ λέγω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς διὰ νὰ αἰσθανθῶμεν πάντες ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ ἔπρεπε νὰ στρέφωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν πρὸς τὴν ζωὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα φειδωλότεροι ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, διότι ἄλλως ἐπιβαρύνοντες τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, φορολογοῦντες αὐτὸν διὰ μεγαλυτέρων φόρων, ἀσφαλῶς δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ εἰσπράξωμεν οὔτε ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ εἰσπράξωμεν. Εὔχομαι εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅπως ἐπανέλθῃ ὑγιὴς ἐκ Γενεύης. Εὔχομαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ἐπανερχόμενος ἔχῃ ἐπιτύχει τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν μετὰ τὴν ἐπάνοδόν του ὅπως κάμῃ μίαν περιοδείαν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἂς ἀρχίσῃ κατὰ προτίμησιν ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, ἐξ ἧς μόλις προχθὲς κατῆλθον καὶ ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἴδῃ μετὰ θλίψεως ὅτι ὁ Εὐρυτὰν δὲν ἀντέχει πλέον εἰς τὴν ζωήν. Κατόπιν ἂς στραφῇ πρὸς τὰ κάτω καὶ πρὸς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι ὁ Λεβαδεὺς γεωργὸς ἔχει φθάσει εἰς οἰκτρὰν θέσιν τῆς ζωῆς, συντελεσάσης ἐπὶ πολὺ καὶ τῆς φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς. Ἂν δὲ θελήσῃ καὶ προχωρήσῃ ἐπὶ πλέον εἰς τὴν περιοδείαν του καὶ ἐπισκεφθῇ καὶ τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, θὰ πεισθῇ ἀπολύτως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὸ ἀειθαλὲς τῆς ἐργασίας τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας δένδρον ἐμαράνθη. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, σκεφθῆτε σοβαρῶς ὅτι εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, τὴν ὄχι τόσον εὐχάριστον, εὑρίσκεσθε μετὰ μίαν μεγάλην καταστροφὴν καὶ ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Ἕλληνος ἔχει φθάσει εἰς τὸ δυσχερέστατον σημεῖον, εἰς τὴν φρικωδεστέραν κατάστασιν, εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Προσπαθήσατε ὅθεν διὰ σταθερῶν μέτρων νὰ ἐνισχύσετε τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν καὶ τὰς πλουτοπαραγωγικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας καὶ δι’ αὐστηροτάτων οἰκονομιῶν νὰ περιορίσητε τὰ ἔξοδα εἰς τὸ ἐλάχιστον, διότι οὕτω καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν θὰ εἶναι δυνατὸν πραγματικῶς καὶ οὐχὶ εἰκονικῶς νὰ ἐνισχύσητε. (Χειροκροτήματα).
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§303Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ γνώμη μας, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὅτι εἰς τὴν οὐσίαν ἡ συζήτησις γίνεται ὄχι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς ὡς κυβερνητικῆς ἀπόψεως, ἡ γνώμη μας εἶναι ὅτι θὰ συζητηθοῦν μέτρα προτεινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Τόπου, ἀλλὰ συζητοῦμεν μέτρον ἢ σχέδιον σταθεροποιήσεως, τὸ ὁποῖον ἔγινε προτοῦ ἔλθῃ ὑπὸ μορφὴν κυβερνητικῆς δηλώσεως. Ἔγινε μεταξὺ τῶν κύκλων ἐκείνων τοῦ Χρηματιστηρίου, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦντο τῆς ὅλης οἰκονομικῆς κινήσεως τοῦ Τόπου, τῶν κύκλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ δι’ αὐτῆς ὅλην τὴν οἰκονομικὴν ζωήν. Μεταξὺ κύκλων ἐπίσης τραπεζιτικῶν, ἐπίσης καρχαριῶν τοῦ κεφαλαίου, οἱ ὁποῖοι ἑδρεύουν εἰς τὸ Λονδῖνον. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ συγκεκριμένου σχεδίου οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς εἶναι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, εἰς τὴν πραγματικότητα δὲ εἰσηγηταὶ οἱ διευθύνοντες τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ Τόπου, οἱ διευθύνοντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Αὕτη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Ὅλα τὰ ταξείδια τῶν διευθυντῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς Λονδῖνον καὶ Παρισίους καὶ ὅλαι αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐπιστολαὶ καὶ συνεντεύξεις ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀκριβῆ πραγματοποίησιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως. Ὥστε ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται ἓν νομοσχέδιον ὡρισμένων καπιταλιστικῶν κύκλων. Ἀπὸ ὅλους τοὺς προλαλήσαντος μόνον εἷς ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὁ κ. Δεμερτζῆς, ἠθέλησε κάπως νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο ἀπὸ μιᾶς ἱστορικῆς ἀπόψεως. Ἀλλὰ τοῦτο ἔχει πράγματι σημασίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἔχῃ συγκεκριμένην ἀντίληψιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς, χωρὶς νὰ ἔχῃ γενικὴν ἀντίληψιν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, ἐπὶ τῶν ἐκδηλώσεων τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Τί εἶναι οἰκονομικὴ κρίσις; Προτοῦ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων πρέπει νὰ ἔχω σαφῆ ἀντίληψιν. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἔχῃ κανεὶς μίαν σαφῆ ἀντίληψιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος καὶ συγκεκριμένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς, χωρὶς νὰ ἔχῃ συγχρόνως μίαν γνώμην ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, διότι τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς εἶναι στενῶς συνυφασμένον μὲ τὴν παραγωγήν, μὲ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου. Τὰ σχέδια τῆς σταθεροποιήσεως, τὰ προστατευτικὰ δασμολόγια, εἶναι μέρη τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὥστε τὸ σύνολον αὐτῶν νὰ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν προκειμένου νὰ τεθῇ τις ἀντιμέτωπος τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τῶν τραπεζιτικῶν κύκλων, οἱ ὁποῖοι παρασκηνιακῶς διευθύνουν τὰς οἰκονομικὰς τύχας ὅλων ἡμῶν τῶν ταπεινῶν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ βασικὴ αἰτία τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Βοζίκης εἶπεν ὅτι ἡ βασικὴ αἰτία τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως εἶναι οἱ πόλεμοι. Νομίζω ὅτι ἡ ἀντίληψις αὐτὴ εἶναι ἀντίληψις καὶ ἄλλων κύκλων καὶ ἰδιαιτέρως αὐτῶν τῶν κύκλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ μίαν περικοπὴν ἄρθρου τοῦ «Οἰκονομικοῦ Ταχυδρόμου», ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸν ἐκπροσωπεῖ τὰς γνώμας τῶν κύκλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Λέγει ὁ «Οἰκονομικὸς Ταχυδρόμος» (ἀναγινώσκει): (.... Διὰ νὰ εἴμεθα ὅμως δίκαιοι κριταί, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τονίσωμεν.... κλπ.» Αὐτὸ τὸ τελευταῖον σημεῖον εἰδικώτερον (ἡ κακὴ ἔκβασις αὐτῶν) δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἡ οἰκονομικὴ κρίσις ἐδημιουργήθη καὶ εἰς τὰς Χώρας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καὶ εἶναι νικήτριαι. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ἡ Γαλλία διῆλθεν οἰκονομικὴν κρίσιν. Καὶ αὐτὸ εἶναι κυρίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τοὺς πολέμους. Δὲν εἶναι ἡ νίκη καὶ ἡ ἧττα, ἡ ὁποία θὰ προσδώσῃ τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν ἑνὸς Τόπου. Ἡ κεφαλαιοκρατία εἶναι μία τάξις, ἡ ὁποία γνωρίζει νὰ ἐκμεταλλεύεται ἐξ ἴσου καὶ τὴν νίκην καὶ τὴν ἧτταν. Οἱ πόλεμοι λοιπὸν εἶναι ἡ βασικὴ αἰτία τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Εἰς τὸν πόλεμον ἡμῶν κατηναλώθησαν 163,000,000 λιρῶν. Κάποιος συνάδελφος τὰ ἀνεβίβασεν εἰς 180,000,000, συνυπολογίζων καὶ τὰς ζημίας τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων. Ἑκατὸν ἑξήκοντα τρία ἑκατομμύρια λιρῶν ἐδαπανήθησαν διὰ τοὺς πολέμους καὶ ἔφερον ὡς ἀποτέλεσμα ὅλην αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν ἀναρχίαν καὶ τὸ χάος. Εἶναι ἀξία, ἡ ὁποία κατεσπαταλήθη. Πρέπει νὰ ἀναπληρωθῇ. Πῶς; Διὰ τῆς ἐντάσεως τῆς ἐργασίας καὶ διὰ νέων μεθόδων ἐκμεταλλεύσεως. Ἐκεῖνο ὅπερ χαρακτηρίζει, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι μόνον ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ γενικῶς εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ κοινωνικὸν καθεστώς, εἶναι ὅτι ὁ κεφαλαιοκρατισμὸς προσπαθεῖ νὰ εὕρῃ διέξοδον ἀπὸ μίαν ὡρισμένην κρίσιν, καὶ εἰσέρχεται διὰ τῆς ἄλλης ὁδοῦ εἰς ἓν νέον ἀδιέξοδον. Ἐδημιούργησε πληθωρικὴν κυκλοφορίαν διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ εἰσπράξῃ ἀξίας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὰ θυλάκια τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ. Ἡ πληθωρικὴ ὅμως κυκλοφορία, ἡ ὁποία εὑρέθη ὡς τὸ καταλληλότερον καὶ προχειρότερον μέσον ἐξοικονομήσεως τῶν πολεμικῶν ἀναγκῶν τῆς κεφαλαιοκρατίας, ἐδημιούργησεν ἓν ἀδιέξοδον καὶ τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη πρὸς στιγμὴν ὡς διέξοδος. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν πληθωρικὴν κυκλοφορίαν, ἡ ὁποία διετάραξεν ἐκ βάθρων τὰς παλαιὰς σχέσεις καὶ ἐδημιούργησε νέας σχέσεις. Ἀλλ’ ἐκ τῆς πληθωρικῆς αὐτῆς κυκλοφορίας ὑπάρχουν τὰ θύματα, ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐκμεταλλευταί. Ἡ πληθωρικὴ αὕτη κυκλοφορία ἔφερεν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος τῆς Χώρας, τῆς ὁποίας ἐπωφελήθη ἡ βιομηχανία καὶ ἀνεπτύχθη. Καὶ βλέπετε ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις κατεστράφη, ἐδημιουργήθησαν νέαι ζωτικαὶ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀπερρόφησαν ἄλλας δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι κατεστράφησαν. Ὅταν λέγωμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς διέρχεται οἰκονομικὴν κρίσιν, εἶναι μία ἁπλοϊκὴ ἀντίληψις ὅτι διέρχεται τὸ σύνολον τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος οἰκονομικὴν κρίσιν. Ὄχι, κύριοι. Διέρχεται οἰκονομικὴν κρίσιν ὡρισμένη τάξις. Κατὰ τὰ ἔτη 1920–1921 τὰ ἐκδηλωτικὰ τῆς καταστροφῆς ἐδημιουργήθησαν αἱ μεγαλύτεραι βιομηχανίαι. Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Εἶναι βέβαιον ὅτι κατὰ τὰ ἔτη αὐτά, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπεκράτησεν ἡ μεγαλυτέρα ἡσυχία, κατὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐπιβαρύνσεις φορολογικάς, κατὰ τὰ ἴδια ἀκριβῶς ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπιβαρύνσεις διὰ τοὺς ἐργάτας καὶ χωρικούς, ἔχομεν ταυτοχρόνως καὶ μίαν τεραστίαν αὔξησιν τῆς ἀξίας καὶ τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας, τῶν προϊόντων τῶν βιομηχανικῶν. Βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις ἱδρύθησαν κατὰ τὸ 1920 85, κατὰ τὸ 1921 56, κατὰ τὸ 1922 48, κατὰ τὸ 1923 42, κατὰ τὸ 1924 109 καὶ κατὰ τὸ 1925 132.
§304ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί δὲν τὸ ἀποδίδετε ἐν μέρει καὶ εἰς τὸ δασμολόγιον;
§305Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Παρακαλῶ, θὰ φθάσω. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀξία τῶν προϊόντων τῶν βιομηχανικῶν παρουσιάζει τεραστίαν αὔξησιν. Βιομηχανία εἰδῶν διατροφῆς (ἀναγινώσκει): «1921 801,000,000, 1922 2,036,000,000, 1923 2,627,000, 1924 3,345,000,000. Βιομηχανία ὑφαντουργίας 1921 182,000,000, 1922 407,000,000, 1923 751,000,000, 1924 742,000,000. Χημικαὶ βιομηχανίαι: 1921 161,000,000, 1922 295,000,000, 1923 454,000,000, 1924 523,000,000». Αὐτοὶ εἶναι ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι μαρτυροῦν τὴν αὔξησιν τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας εἰς ἐποχὴν γενικῆς καταπτώσεως, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἄλλα στρώματα τοῦ πληθυσμοῦ ὑπέστησαν μίαν τεραστίαν ζημίαν, ἐπεβαρύνθησαν μὲ φόρους. Ὥστε παρατηροῦμεν ὅτι, ἂν ἀναλύσωμεν ἐσωτερικῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, θὰ ἴδωμεν ἀντιθέτους κινήσεις, κινήσεις πρὸς τὰ κάτω καὶ κινήσεις πρὸς τὰ ἄνω. Ὁ καπιταλιστής, κύριοι βουλευταί, ἐπωφελήθη τῆς κρίσεως καὶ δημιουργεῖ κεφάλαια, ἀλλ’ ὁ ἐργάτης; Ἐλαττοῦται ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις τοῦ ἡμερομισθίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθεσις ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸ καθεστὼς τῆς κεφαλαιοκρατίας. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη, ἡ ὁποία προσδίδει τὸν χαρακτῆρα εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ καθεστὼς τῆς κοινωνικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας εἶναι ἀναμφισβήτητον βεβαίως ὅτι συνετέλεσε καὶ ἡ προστατευτικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω χιλίας ἀποδείξεις ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν τῶν βιομηχανικῶν καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὰς τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν. Αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα, ἅτινα εἶναι γραμμένα εἰς Ἀγγλικὰ καπιταλιστικὰ συγγράμματα, εἰς συγγράμματα ἀνθρώπων, οἵτινες κάθε ἄλλο παρὰ σοσιαλισταὶ εἶναι, οἱ ὁποῖοι ἴσως οὐδὲ νὰ μᾶς ἴδουν θὰ ἤθελον. Ἐν τούτοις αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ καπιταλιστικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον σύρεται ἀπὸ μίαν ἀναρχίαν οἰκονομικὴν καὶ τὸ ὁποῖον συσσωρεύει κεφάλαια πρὸς μίαν κατεύθυνσιν καὶ δυστυχίαν πρὸς μίαν ἄλλην κατεύθυνσιν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην ἐκδήλωσιν τῆς κρίσεως καὶ τοῦτο εἶναι τὸ παθητικὸν ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ἦτο πολὺ παλαιὸν καὶ τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τὸ νόμισμα ἦτο σταθερόν. Ἐν τούτοις ὑπάρχει μία μεγάλη αὔξησις τοῦ παθητικοῦ τοῦ ἰσοζυγίου καὶ κατὰ τὴν γνώμην ἑνὸς συναδέλφου τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ἐφέτος ἐπαρουσίασεν ἐλάττωσιν τῆς εἰσαγωγῆς. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ καθόλου εὐρωστίαν τοῦ Τόπου. Ἡ ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς δύναται νὰ σημαίνῃ ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὔξησις τῆς παραγωγῆς. Ἔχουν παθητικὸν ἰσοζύγιον ἀνερχόμενον κατὰ τὸ ἔτος 1926 εἰς 162,130,000 λίρας καὶ 144 δραχμάς. Λοιπὸν τὰ 163 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν κυρίως εἰς ἐξοπλισμοὺς καὶ συνεπῶς ἐδημιουργήθη ὑπέρογκον δημόσιον χρέος, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς τεράστιον ποσόν. Μερικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ εἶναι ἀσφαλῶς κάτοχοι τῶν στατιστικῶν αἱ ὁποῖαι δίδουν μίαν εἰκόνα τῆς ἐξελίξεως τοῦ δημοσίου χρέους. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν αὔξησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ὁποία ὑπηρεσία ἀσφαλῶς πρέπει νὰ προσπορισθῇ τὰ μέσα της ἀπὸ τὴν φορολογικὴν μᾶζαν. Αὔξησις τεραστία τῶν ἐμμέσων φόρων, παραλλήλως ἔχομεν καὶ αὔξησιν τῶν ἀμέσων φόρων. Ἐδῶ ἐπὶ τῆς κατηγορίας τῶν φόρων, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, παρουσιάζονται συμπτώματα μὲ σημεῖα ἀντίθετα. Ἡ αὔξησις τοῦ κεφαλαίου, κύριοι βουλευταί, εἶναι φανερά. Εἰς ἑκατοντάδας ἀνέρχονται τὰ ἑκατομμύρια. Τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ὡς ἀναφέρει ὁ εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνέρχεται εἰς 39% τοῦ ὅλου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Κατὰ προϋπολογισμὸν περίπου ἀληθῆ, τὰ 39% τοῦ ὅλου εἰσοδήματος εἰς τὴν Ἑλλάδα δίδεται εἰς φόρους, 17% δίδεται εἰς φόρους εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ 12% εἰς τὴν Γαλλίαν. Ὥστε εἴμεθα ἀπὸ Χώραν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἱστάμεθα οἱ πρῶτοι μεταξὺ τῶν πρώτων ὀφειλετῶν. Καὶ ὄντως, κύριοι βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς εἶναι μία Χώρα, ἡ ὁποία ἔχει χιλιάδας ἑκατομμυρίων δημοσίου χρέους καὶ ἔχει ξένα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὴν βάσιν τῶν πολιτικῶν ἐπεμβάσεων. Τετρακόσια ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ προπολεμικὰ ἦσαν τὰ ξένα κεφάλαια, διατεθειμένα εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, μεταπολεμικῶς ἔφθασαν αὐτὰ τὰ 400,000,000 εἰς 500,000,000. Ὥστε ποῦ ἔγκειται ἡ θεωρία ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐγκατάστασιν κεφαλαίων, ἀλλὰ τὴν φυγάδευσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Αὐτὴ ἡ θεωρία ἀποδεικνύεται ἐσφαλμένη. Ἔχομεν λοιπὸν αὔξησιν τῆς τοποθετήσεως τῶν κεφαλαίων, γεγονὸς ἀναμφισβήτητον καὶ τῶν ξένων καὶ τῶν ἐντοπίων κεφαλαίων. Ἡ θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ Ἑλληνικὰ κεφάλαια ἐφυγαδεύθησαν καὶ ξένα ἔρχονται εἶναι θεωρία ἐσφαλμένη. Δὲν βλέπω νὰ δημιουργεῖται ἐντύπωσις ὅτι τὸ κεφάλαιον εὑρίσκεται ἐν διωγμῷ. Ὑπάρχουν συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι τὸ κεφάλαιον ἐν Ἑλλάδι καταδιώκεται. Ἔτυχε κάποτε μερικοὶ χωρικοὶ νὰ μὲ ἐρωτήσωσιν ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶναι κομμουνιστής, ἀλλὰ δὲν ἔδωσα ἀπάντησιν...
§306Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καλὰ κάματε.
§307Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἐν ὀλίγοις ἡ γενικὴ εἰκὼν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ ἕνας συγκριτικὸς πίναξ τῶν δαπανῶν τοῦ πολέμου τῶν Κυβερνήσεων τῶν μεταπολεμικῶν, διότι ὑποτίθεται ὅτι ἡ Μικρασιατικὴ πολιτικὴ ἔθεσε ἓν τέρμα εἰς τοὺς ἐξοπλισμούς. Εἴπομεν ὅτι τώρα κατεστράφημεν καὶ ἡ πολιτική μας θὰ εἶναι πολιτικὴ τῆς εἰρήνης. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἐκφραζομένη εἰς ἀριθμοὺς ἐμφανίζει τὴν ἑξῆς εἰκόνα (ἀναγινώσκει): τ.... πολεμικαὶ δαπάναι.... κλπ.» Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι πολιτικὴ εἰρήνης, εἶναι πολιτικὴ τῶν ἐξοπλισμῶν, εἶναι πολιτικὴ ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ἀνταγωνισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τοὺς πολέμους αὐτούς. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις μᾶς ἔφερε τὸ σχέδιον αὐτὸ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Ἤθελον νὰ θίξω τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀπὸ μιᾶς καὶ μόνον ἀπόψεως. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καθὼς καὶ ἡ προηγουμένη πρᾶξις, ἡ ἀπόσπασις τῆς Κτηματικῆς Πίστεως ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος ἀναγραφὴ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, ἀποδεικνύουσι γενικῶς ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ἓν ἁπλοῦν τραπεζιτικὸν ἵδρυμα ἐξειλίχθη εἰς μίαν τεραστίαν ὄχι πλέον τραπεζιτικὴν ὑπὸ τὴν παλαιὰν ἔννοιαν τῆς λέξεως ἐπιχείρησιν, ἀλλ’ εἰς μίαν τεραστίαν οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία ἔχει ρίξει τοὺς πλοκάμους της εἰς ὅλα τὰ δίκτυα τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς πίστεως. Εἶναι χαρακτηριστικὸν σημεῖον τῆς ἐξελίξεως τοῦ κεφαλαίου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχομεν πλέον ὄχι τραπεζιτικὸν κεφάλαιον, ἀλλ’ ἓν κεφαλαιοκρατικὸν τράστ, τὸ ὁποῖον ἀναμιγνύεται καὶ εἰς τὴν κτηματικὴν πίστιν καὶ εἰς τὰ δάνεια καὶ εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Πάουερ καὶ ἄλλων Ἑταιρειῶν. Δὲν εἶναι πλέον αὐτὴ ἡ παλαιὰ μορφὴ τοῦ τραπεζιτικοῦ κεφαλαίου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νομίζω ὅτι εἶναι κάπως περιττὴ ἡ συζήτησις περὶ τῶν κινδύνων τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι οἱ διευθύνοντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προκαλοῦν καὶ σχεδιάζουν τὴν διχοτόμησιν αὐτήν. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν σχέσεών της πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν ὑποταγῆς, ὑποτελείας. Θὰ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅ,τι καὶ ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα, πέριξ τῆς ὁποίας ἐγείρεται τόσος θόρυβος. Πρόκειται δὲ περὶ ἑνὸς πλανητικοῦ συστήματος Τραπεζῶν μὲ κέντρον τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Πρόκειται περὶ μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔχει τοὺς πλοκάμους της ὄχι μόνον εἰς τὰς Τραπέζας αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἀπὸ ταύτην τὴν Τράπεζαν, ὄχι μόνον εἰς τὴν Κτηματικὴν καὶ τὴν Γεωργικήν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία κατέχει ὁμολογίας καὶ τίτλους καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει γίνει κυρία τῆς ὅλης οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ Τόπου. Εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι αὐτὴ ἡ διευθύνουσα τὴν πολιτικήν, εἶναι αὐτὴ ἡ συνδέουσα τὸ Ἑλληνικὸν κεφάλαιον μὲ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἀπὸ τοὺς ἀστικοὺς πολιτικοὺς ἐκεῖνοι θὰ εὐδοκιμήσουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι θὰ κατορθώσουν νὰ ἱκανοποιήσουν καλύτερον τὰς βλέψεις καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ μιᾶς Τραπέζης Ἐθνικῆς, ἡ ὁποία θὰ διχοτομηθῇ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς συγκεκριμένου σχεδίου τελειωτικῆς ὑποδουλώσεως τῆς Ἑλλάδος ὄχι πολιτικῶς, ἀλλ’ οἰκονομικῶς. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ ὑποδούλωσις εἶναι πάντοτε ὁ ἀπαραίτητος ὅρος, ἡ ἀπαραίτητος βεβαίωσις τῆς πολιτικῆς ὑποδουλώσεως. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐδήλωσεν ὅτι ὁ κ. Ἀβενὼλ προσεκλήθη, δὲν ἦλθεν ἐδῶ τυχαίως. Δηλαδὴ ἦλθε κατόπιν ὡρισμένων εἰσηγήσεων τραπεζιτικῶν κύκλων τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅλοι κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς Πάουερ ὅτι ἀπεκαλύφθη καὶ ἔγινεν ἀπὸ ὅλους ἀντιληπτὸν ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη τῆς Πάουερ ἦτο ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία μεταβᾶσα εἰς τὸ Λονδῖνον περιεβλήθη Ἀγγλικὸν μανδύαν καὶ ἐπέστρεψεν ἐνταῦθα ὑπὸ τὴν μορφὴν Ἀγγλικῆς ἐπιχειρήσεως. Πρόκειται περὶ τῶν ἰδίων κύκλων, τῶν ὁποίων τὰς ἀπόψεις ἐκφράζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δι’ αὐτὸ εἴμεθα ἡμεῖς ἐναντίον τῶν σχεδίων τῆς σταθεροποιήσεως. Ὥστε ἔχομεν ἤδη καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς πολιτικῆς ἔκδηλα τὰ φαινόμενα τῶν ἐπεμβάσεων, ἔχομεν ἀκόμη καὶ ἓν πρᾶγμα πολὺ φανερόν, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σημαντικὸν δι’ ἡμᾶς, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς προστασίας τῶν ἀδυνάτων ἔχει ἀποκαταστήσει δίκτυον ὁλόκληρον δημοσιονομικὸν καὶ αὐτὸ διευθύνει τὸν χρηματιστηριακὸν μᾶλλον χαρακτῆρα τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ ἢ τὸν φιλάνθρωπον, τὸν ἐθνικόν, τὸν πανεθνικόν. Ὥστε ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἶναι εἰς τὴν οὐσίαν οἱ διάφοροι ἐκεῖνοι τραπεζιτικοὶ κύκλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀγαπητὸς προστάτης τῆς Ἑλλάδος κ. Χάμπρο, τοῦ ὁποίου ὁ πατὴρ μᾶς ἐδάνειζεν ἀπὸ τοῦ 1821. Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κρατοῦν εἰς χεῖράς των τὰ νήματα τῆς ζωῆς τῶν διαφόρων Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους χρησιμοποιοῦν ἀναλόγως τῶν διαφόρων πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν συμφερόντων. Τὸ αὐτὸ πράττουν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Καὶ ἐκεῖ ἡ σταθεροποίησις εἶναι ὁλόκληρος ἐπιχείρησις. Αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν μᾶς φέρει σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἔχει ἤδη σταθερῶς προσκολληθῆ εἰς τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἀδιαφορήσῃ, νὰ ἀντιταχθῇ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς τάξεις τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν ὑποδούλωσιν. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, μίαν ἐπιστολὴν τῆς Ὑδραϊκῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν αὕτη ἦτο ἀντιμέτωπος τοῦ Καποδίστρια, μίαν ἐπιστολὴν σταλεῖσαν ἐξ Ὕδρας εἰς μερικοὺς φίλους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εὑρισκομένης εἰς τὴν Πέτραν. Εἰς αὐτὴν ἔλεγον μεταξὺ ἄλλων: «Συνάδελφοι, τί εἴδους εἶναι αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ὅταν πληρώνωμεν φόρους περισσοτέρους σήμερον ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῶν Τούρκων;» Αὐτὴ ἡ ἔκφρασις εἶναι πολὺ χαρακτηριστική. Ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι λέξις κενὴ καὶ ἐστερημένη ἐννοίας. Ἔχει πάντοτε ἓν οἰκονομικὸν περιεχόμενον, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ. Καὶ αἱ τάξεις ἐκεῖναι καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἰκονομικῶς ὑπόδουλοι εἰς τοὺς ἄλλους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐλεύθεροι, δὲν εἶναι δυνατὸν κἂν νὰ ἔχουν τὸ αἴσθημα τῆς ἐλευθερίας. Πιθανὸν αὐτὰ νὰ εἶναι πρόωρα καὶ νὰ μὴ φαίνωνται καταληπτά. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον γεγονὸς καὶ πολὺ ὀδυνηραὶ ὑπῆρξαν αἱ ἐπεμβάσεις τῶν φίλων αὐτῶν, τῶν διαφόρων αὐτῶν προστατῶν κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Καὶ θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅλοι μίαν ἐπέμβασιν, ἡ ὁποία δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε ἔγινε, τῷ 1848 ἢ τῷ 1853, διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἰουδαίου ἐκείνου, τοῦ Ἰωσήφ. Μία ἐπέμβασις κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου ἀπὸ τὰς φίλας καὶ προστάτιδας Δυνάμεις. Εἶναι μία ἱστορία διαρκῶν ἐπεμβάσεων, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ὡδήγησε καὶ τὴν Ἑλλάδα εἰς τοὺς τελευταίους πολέμους καὶ εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι πολιτικὴ συμφιλιώσεως καὶ εἰρήνης, εἶναι μία πολιτικὴ πολεμική. Ἦλθον χθὲς αἱ Παγκαλικαὶ συμβάσεις καὶ ἐτέθησαν κατὰ ἕνα τρόπον πολὺ περίεργον, καίτοι πρόκειται περὶ ζητήματος φλέγοντος καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις ἀποδεικνύει τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ὁδηγοῦν αἱ οἰκονομικαὶ ἀντιθέσεις μεταξὺ τῶν διαφόρων Χωρῶν, ἀποδεικνύει μίαν σταθερὰν ἀντίθεσιν συμφερόντων καὶ οἰκονομικῶν βλέψεων μεταξὺ τῆς κεφαλαιοκρατίας τοῦ Βελιγραδίου καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἀποδεικνύει καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αἱ δικτατορικαὶ δὲν διστάζουν πρὸ τῶν γενικῶν συμφερόντων νὰ κατηγορήσουν τοὺς ἄλλους ὡς προδότας, διότι ὑποστηρίζουν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Μακεδονίας, ἐνῷ οἱ ἴδιοι παραχωροῦν ζώνας εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὰ εἶναι τὰ γενικὰ συμφέροντα ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, τοῦ περιφήμου οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ὁδηγήσῃ τὴν Χώραν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν, ἀλλὰ θὰ δημιουργήσῃ τὴν κεφαλαιοκρατίαν. Σχέδια ὁδοποιΐας τεράστια καταρτίζονται, ἀλλὰ ποῖος εἶναι κατὰ τῆς κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς τῶν ὁδῶν; Ἐκεῖνος ὅστις καταρτίζει σχέδια πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους καὶ ὅταν μάλιστα τὰ 39% δαπανῶνται εἰς φόρους. Αὐτὸ εἶναι μία πολιτικὴ ἐξωφρενική, εἶναι πολιτικὴ τύπου Μακρῆ καὶ Σίας, εἶναι πολιτικὴ ἡ ὁποία δὲν προέρχεται ἀπὸ ἐσωτερικὴν ἐπίγνωσιν τῆς καταστάσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ γίνῃ μεγάλη καὶ σπουδαία μὲ δάνεια ἐξωτερικά, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ ὁ ἐργαζόμενος Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται ὄχι εἰς 6.000,000, ἀλλὰ μόνον 2,800,000 καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ βαστάξῃ ἕνα Προϋπολογισμόν....
§308Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τί εἶναι τὰ τέσσαρα ὑπόλοιπα ἑκατομμύρια τοῦ πληθυσμοῦ;
§309Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Εἶναι εἰς παραγωγικὰς ἐργασίας, ὁ πληθυσμὸς τῶν γυναικῶν, ὁ ἐργαζόμενος πληθυσμός, οἱ χωρικοὶ καὶ οἱ ἐργάται. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ αὐτὴ ἔχει ἰδιαιτέρας συνεπείας εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, διότι εἰς τὴν βάσιν ἡ ὅλη οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις τῆς κεφαλαιοκρατίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παρὰ μὲ τὴν ἀξίαν τῶν ἐργατῶν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως» ἀναγράφονται καὶ σημεῖα περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδώσῃ καὶ Νομοθετικὰ Διατάγματα διὰ τὸν ἐργάτην. Μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει θέσει ὡς δόγμα ἀπαράβατον τῆς οἰκονομικῆς της πολιτικῆς τὴν οἰκονομικὴν σταθεροποίησιν μὲ τὴν διπλῆν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως, μία Κυβέρνησις τοιαύτη, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ τὰς πλέον ἀντεργατικὰς ἀπόψεις. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰσήγαγεν εἰς τὸ παρελθὸν τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια. Μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ζητεῖ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ κανονίσῃ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνηθείας τῆς ἐργασίας τῶν ἐργατῶν, μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία κινεῖται ἀπὸ τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν προανέφερα, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κανονίσῃ τὴν ἐργατικὴν νομοθεσίαν πρὸς τὸν σκοπὸν τῶν συμφερόντων τῶν ἐργοδοτῶν. Μόλις προχθὲς ἐγένετο συζήτησις καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸν ὁποῖον κατηγόρησαν ὅτι ἐξώρισε κατὰ ἑκατοντάδας τοὺς ἐργάτας. Ὀφείλω νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι τὸ Τμῆμα ἤδη τῶν Μεταγωγῶν ἔχει ἐξορίσει πολλοὺς νέους, μεταξὺ δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Κέντρου Βόλου. Ὥστε αἱ ἐξορίαι συνέβησαν καὶ ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ δὴ ὑπουργοῦντος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος εἶχε δηλώσει ὅτι εἶναι ἐναντίον τῶν ἐξοριῶν. Φέρετε τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι πεινῶσι καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν δίδετε οὔτε ἐπίδομα. Ἀνέγνωσα προχθὲς ὅτι προκειμένου νὰ ἐξορισθῶσι οἱ Παγκαλικοὶ θὰ δίδωνται εἰς αὐτοὺς συσσίτιον καὶ 150 δραχμαὶ μηνιαίως, ἐνῷ εἰς τοὺς ἐργάτας δὲν δίδονται οὔτε 10 δραχμαὶ ὡς ἐπίδομα. Ἐπὶ τρεῖς μῆνας μένουσιν εἰς τὴν ἐξορίαν καὶ δὲν ἔχουσι πάρει οὔτε μίαν δεκάραν ἀπὸ τὸ Κράτος, οὔτε ἔχουσι νὰ φάγωσιν. Ἐκτὸς τούτου καταδιώκονται καὶ οἱ ἐργάται οἱ ὁποῖοι συλλέγουν χρήματα καὶ φυλακίζονται. Εἶναι νόμος «περὶ ἀποζημιώσεως δεκαδράχμου».
§310ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ νὰ χορηγεῖται;
§311Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἐναντίον τῶν ἐξοριῶν.
§312Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπάρχουν νόμοι. Κατηγορήσατε τὴν Πολιτείαν ἡ ὁποία κάμνει τοὺς νόμους. Ὁ Ὑπουργὸς σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἔχει ἐνεργεῖ. Ἔχετε διαφόρους ἀντιλήψεις, ἀλλὰ καὶ ἡ Πολιτεία ἔχει ἀνάγκην προστασίας. Μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ὑπέστην τὸν νόμον αὐτόν.
§313Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὑπῆρξαν πολλαὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔθεσαν εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν τὸ σύνθημα ἦτο ἡ καταπολέμησις τῶν ἐργαζομένων καπνεργατῶν, φανερώνεται ὅτι καὶ ὁ νομάρχης καὶ αἱ ἄλλαι Ἀρχαὶ ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς αὐτόν. Μᾶς εἴπατε, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, νὰ κάμωμεν προσφυγήν. Ἐκάμαμεν τοιαύτην, ἀλλ’ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐπῆλθε. Κύριοι, εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη ὅτι ὅταν γίνεται μία ἀπεργία, γίνεται διὰ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος. Αὐτὸ δύναται νὰ στηρίξῃ πολιτικὰς ἐνεργείας τῆς στιγμῆς. Αὐτά, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τὸ ἀφορῶν τὴν ἐξουσιοδότησιν ἐπὶ τῶν ἐργατικῶν ζητημάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς ἐκ τῶν ἄλλων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συγκεκριμένως ὑπ’ ὄψιν των τὰ τελευταῖα γεγονότα καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκανδαλωδῶς ἐνήργησε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὅσον ὀλίγοι καὶ ἂν εἶναι, εἰς μίαν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία μόνον δι’ ἐπιβολῆς φορολογιῶν καὶ μόνον διὰ τοῦ κέρδους τῶν κεφαλαιούχων θέλει νὰ ἀνορθωθῇ ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τοῦ Τόπου.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§315Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὑπάρχει κίνδυνος, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἔχει, νὰ εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Διότι τὸ σχέδιον τῆς ἀποφάσεως λέγει ὅτι παρέχει τὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 87. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ παλαιοῦ, οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ. Ἀλλ’ ἡ συνήθεια αὐτὴ ἐκ τῶν προηγουμένων ἔπαυσε, διότι διὰ τοῦ νέου Συντάγματος ἐθεσμοθετήθη εἰδικὸς θεσμὸς καὶ ὁρίζεται ἐν τῷ Συντάγματι ποία εἶναι ἡ Κυβέρνησις (ἀναγινώσκει): «Τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.... κλπ.» Διὰ τοῦ ἄρθρου 87, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ σχέδιον ἀποφάσεως, τὸ δικαίωμα τοῦτο δίδεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Ὀρθὸν λοιπὸν θὰ εἶναι ἀντὶ τῆς φράσεως «εἰς τὴν Κυβέρνησιν» νὰ τεθῇ «εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν» ὅπως λέγει τὸ ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία.... κλπ.» Ἔχει διαφοράν, διότι καὶ τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ κηρύξουν ἀντισυνταγματικὰ τοιαῦτα. Καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νόμος 348, ὁ ὁποῖος ἔδωσε πρῶτος τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὁμιλεῖ περὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§317Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ θέμα ἐξηντλήθη, κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ παρατηρήσω σχετικῶς πρὸς τὴν πρότασιν αὐτὴν εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέμιξε ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐξουσιοδότησις εἶναι τὸ μέτρον τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως καὶ ἕτερα τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν συνδέονται. Ἔχετε τὸ ἄρθρον 1. Νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον μέτρον δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσητε, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν, ἐπὶ τῇ προφάσει οἰκονομιῶν, οὔτε νὰ κάμῃ μεταβολὴν ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀνατρέψῃ πάντα ὀργανισμόν. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ μόνον διὰ συζητήσεων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν νομίζω ὅτι διευκολύνεσθε εἰς τὰς οἰκονομίας ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὁποίων ζητεῖτε τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐνῷ εἰς τὴν Βουλὴν ἴσως ὑποδειχθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν λάβητε, θὰ διευκολυνθῆτε κατ’ ἄλλον τρόπον, ἔχοντες καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον εἶχε δοθῆ καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀντεπροσωπεύοντο ὅλα τὰ κόμματα. Δὲν δύναται ἑπομένως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖται ἤδη ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, νὰ διαρρυθμίσῃ κατὰ τοῦτο τὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ γνώμης τῆς Βουλῆς. Θὰ μοὶ εἴπητε βεβαίως ὅτι αὐτὰ θὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δύνασθε νὰ κάμητε τὰς παρατηρήσεις σας. Ἐκεῖ εἶναι ὁ ἐγωϊσμὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατήρτισε τὰ Ν. Διατάγματα καὶ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νομίζω ὅτι εἶναι σφάλμα, ἂν θέλητε νὰ ἀρυσθῆτε αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν πρὸς βλάβην καὶ κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονοψηφίας. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ἀνεπτύχθησαν αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας εἴχομεν διὰ τὰ μέτρα τῆς νομισματικῆς ἐξυγιάνσεως. Ἀλλὰ χθὲς εἰς τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πεσμαζόγλου, εἴπατε ὅτι «μὴ φοβεῖσθε, διότι ἐγὼ δὲν θὰ ἐφαρμόσω κανὲν ἐκ τῶν Ν. Διαταγμάτων πρὶν ἔλθουν ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς». Ἀλλὰ τίνα σημασίαν ἔχει αὐτό; Τί ἐννοεῖτε δι’ αὐτοῦ; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι Διατάγματα ἀφορῶντα τὰ νομισματικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ καταρτισθοῦν ἐδῶ συνεπείᾳ συμφωνιῶν μετὰ ξένων, ἂν δὲν ἐφαρμοσθοῦν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβιβασθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Σκέπτεσθε τοῦτο ὡς δυνατόν; Διότι χθὲς ἐθεωρήθη ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἐγγύησιν τῆς Βουλῆς τὸ ὅτι αὕτη θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ ἐγκρίνῃ. Ἐνῷ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἰδιαιτέρως, ὥστε νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι παραμένει τὸ ἕτερον στάδιον. Νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ ἠμπορέσητε νὰ συμβιβάσητε τὰς γνώμας, διότι μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν αὐταί. Ἂν ἠθέλατε νὰ ἔχητε τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὴν ἁπλῆν ἐξουσιοδότησιν καὶ κατόπιν νὰ τὰ φέρητε καὶ νὰ ζητήσητε ἐξουσιοδότησιν.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§319Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνεγνώσθη πλειστάκις κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἀφορῶν τὰς οἰκονομίας, ἐψέχθη δὲ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὡς διαψεύσασα ἐπαγγελίας πανηγυρικῶς δοθείσας ἀρχικῶς. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι παρὰ τὰς καταβληθείσας προσπαθείας συνετελέσθη μὲν ὄχι εὐκαταφρόνητον μέρος τῶν ὑποσχεθεισῶν οἰκονομιῶν, τὸ συντελεσθὲν ὅμως μέχρι τοῦδε ἔργον δὲν θεωρεῖται παρὰ τῆς Κοινῆς Γνώμης τελείως ἱκανοποιητικόν. Ἡ φορολογικὴ δυσφορία ἡ ἀναπτυχθεῖσα, τὴν ὁποίαν πρῶτος ἐγὼ δικαιολογῶ, διότι ὁ Λαὸς βαρύνεται ἤδη ὑπερόγκως, ἡ φορολογικὴ αὕτη δυσφορία δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ἀνακούφισιν. Ἂν πεισθῇ ἡ Κοινὴ Γνώμη ὅτι εἰς τὰς ἐπαγγελίας της ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀληθής, ἂν πεισθῇ ὅτι τὸ στάδιον τῶν οἰκονομιῶν δὲν ἐπεξετάθη ἔτι εὐρύτερον, τοῦτο δὲν ὑπῆρξεν ἀπόρροια ἀμελείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ συνέπεια ἀνάγκης ἀνυπερβλήτου. Διὰ τοῦ τελευταίου ψηφίσματος τοῦ γενομένου πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μας εἰς τὴν Γενεύην, τὸ δικαίωμα τῶν οἰκονομιῶν εἶχεν ἐπεκταθῆ καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς πᾶσαν μεταβολὴν τείνουσαν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν ἐπὶ ἓν ἔτι ἑξάμηνον. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑποστηρίζει ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς οἰκονομίας ἀκόμη μεγαλυτέρας, ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι, δύσκολοι αὐταὶ καθ’ ἑαυτάς, παρὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἂν ὄχι ἀδύνατοι σχεδόν, δι’ ἀποφάσεως πέντε ἀρχηγῶν κομμάτων, εἶναι καθαρὰ χίμαιρα, ἐφόσον τῶν οἰκονομιῶν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ διὰ συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὅτι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπέβλεψαν εἰς τὰς οἰκονομίας ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου, οὐδεμία δὲ ὑπῆρξεν ἡ περιστολή, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι ὑπαινίσσεται ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν κανένα ὀργανισμὸν δι’ οἰκονομιῶν. Λοιπὸν τί θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἢ θὰ κυρωθοῦν οἱ ὀργανισμοὶ καὶ τότε καλῶς ἐγένετο ἡ μεταβολή, ἢ δὲν θὰ κυρωθοῦν καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστὼς τὸ ἰσχῦον. Ὁ φόβος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος βασίζεται μόνον ἐπὶ τῆς ἠθικῆς ἐπιδράσεως, τὴν ὁποίαν θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀσκήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας, λόγῳ τοῦ ὅτι θὰ ἔχῃ ἤδη προχωρήσει πρὸς ὡρισμένην κατεύθυνσιν. Ἀλλ’ ἡ ἐπίδρασις αὐτὴ δὲν ὑφίσταται, οὔτε πρέπει νὰ ὑφίσταται, ἐφόσον μία Κυβέρνησις ἔχει πίστιν εἰς τὸ πρόγραμμά της, θὰ ἦτο δὲ ἀναξία νὰ κυβερνᾷ τὸν Τόπον Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔθετεν ἐπὶ τῆς πλάστιγγος, ἂν θὰ ἐθεώρει τὰ μέτρα της σοβαρά, αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασίν της. Ἡ αὐτὴ σκέψις ἐπεκράτησε παρὰ τῷ ἀξιοτίμῳ ἀρχηγῷ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος, δηλαδὴ τὴν παρατήρησιν ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν ἡ διαβεβαίωσις ἡ παρ’ ἐμοῦ χθὲς δοθεῖσα, ὅτι πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομικῶν μέτρων θὰ ὑποβληθοῦν ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι εἶπε, τί ὠφελεῖ; Ἡ Κυβέρνησις πρὸς πραγματοποίησιν τῶν μέτρων τούτων θὰ πιέσῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ τί πίεσις; Πίεσις θὰ εἶναι ἡ πίεσις τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀσκῇ πᾶσα Κυβέρνησις, δηλαδὴ θὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμά της. Τὸ δέχεται; Ἄν δὲν τὸ δέχεται, θὰ εἶναι περιττὸν νὰ μείνῃ εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ ἐνταῦθα εἶναι μήπως κατὰ τὸν μεταξὺ χρόνον ἡ χρησιμοποίησις τῶν μέτρων τούτων δημιουργήσῃ καθεστὼς δυσκόλως ἀνατρεπόμενον. Ἀλλ’ ἡ δήλωσίς μου προφυλάσσει κατὰ παντὸς τοιούτου φόβου. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ σταθεροποίησις καὶ ἡ τραπεζιτικὴ μεταρρύθμισις θὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἄν ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχει ἐκ τοῦ προγράμματος. Ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀναντιρρήτως ὑποχρέωσις καὶ ἐκ τῶν ὁριστικῶν μετὰ τῆς Γενεύης συμφωνιῶν, δηλαδὴ καὶ ὅταν ἔλθωμεν ἐδῶ τὸν Ὀκτώβριον, ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην καὶ αὐτὸ θὰ κρίνῃ βεβαίως τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ὑπέχει καμμίαν δέσμευσιν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἄν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ τὴν βάσιν ταύτην τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος ἀναπόφευκτον, ὀρθὸν εἶναι νὰ συνδέσῃ τὰ μέτρα ταῦτα μὲ τὴν τύχην της. Ταῦτα διὰ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Δύο λέξεις διὰ τὸν ἡγέτην τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου. Τὸ ὅτι καταπολεμεῖται τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα ἐκ μέρους τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς ὁμάδος, τὸ θεωρῶ τὸ φυσικώτερον ἐκ τῶν πραγμάτων. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐξυπηρετοῦνται ὅσον ποτὲ δὲν ἐξυπηρετήθησαν διὰ τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ καὶ ἐργατικὴν τάξιν δυναμένην νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ προαχθῇ ἐν μέσῳ τοῦ κλυδωνισμοῦ τοῦ νομισματικοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρωτίστως καταποντίζονται αἱ ἀσθενεῖς τοῦ Λαοῦ μᾶζαι. Εἶναι λοιπὸν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ἐργατικῆς τάξεως νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν βάσιν, ἡ ὁποία θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτὴν τὴν βιωτικὴν ἐπάρκειαν. Εἶναι ἀκριβῶς εἷς ἐκ τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους ἀποκρούεται τὸ σχέδιον τοῦτο ὑπὸ μέρους τῆς ὁμάδος ἐκείνης, διότι ἄν εἶχε τὴν συναίσθησιν ὅτι θὰ προαχθῇ ἡ ἐργατικὴ κρίσις διὰ τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, πᾶν συμφέρον θὰ εἶχε νὰ ὑποθάλψῃ τὰ μέτρα ταῦτα. Μόνον ἐπειδὴ ἡ ἐργατικὴ τάξις ἀνδροῦται καὶ εὐτυχεῖ, τὸ Ἑνιαῖον Μέτωπον ἔχει πάντα λόγον νὰ ἀντιτάσσεται, διότι ἡ εὐτυχία τῆς ἐργατικῆς τάξεως ὑπὸ τὸ σημερινὸν καθεστὼς ἀναιρεῖ πάντα λόγον ὑπάρξεως τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, διότι δὲν θὰ παρέμενεν εἰς τὸ Ἑνιαῖον Μέτωπον παρὰ μόνον τὸ ἐξαγγελθὲν τὴν ἑσπέραν ταύτην πρόγραμμα τῆς ἐθνικῆς ἐξουδετερώσεως, διότι πρόγραμμα ἐθνικῆς ἐξουδετερώσεως εἶναι νὰ ἐξαγγελθῇ ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς μίαν Μακεδονίαν κατεχομένην σήμερον ἀπὸ ἀκραιφνῆ Ἑλληνισμόν, εἰς μίαν Μακεδονίαν αὐτόνομον, τὸ ὁποῖον ἐξισοῦται πρὸς ἀπεμπόλησιν χωρῶν καὶ πληθυσμῶν καθαρῶς Ἐθνικῶν. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε συνησθάνθησαν πραγματικὸν φόβον ἐκ τῆς μικρᾶς παρ’ ἡμῖν κομμουνιστικῆς κινήσεως, διότι πάντοτε ἀπέβλεψα εἰς τὰς πραγματικὰς οἰκονομικὰς προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Πᾶσαι αἱ προϋποθέσεις καὶ αἱ συνθῆκαι αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ εὐνοήσουν τάσεις ἀποσυνθετικάς, οἷαι αἱ ὑποστηριζόμεναι ὑπὸ τῆς ὁμάδος αὐτῆς. Εἶναι ἑπομένως ὅλη ἡ κίνησις αὕτη καθαρῶς τεχνητή, στηριζομένη ἐπὶ μιᾶς προσκαίρου ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐργατικῶν ἀνωμαλιῶν. Ὅσον ἡ ἐργατικὴ τάξις ἀποκαθίσταται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐπανερχομένης τῆς ὁμαλότητος, ὅσον τὰ μεγάλα προβλήματα λύονται διὰ τῆς ἐργασίας τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος, ὅσον τὸ ἀγροτικὸν πρόγραμμα λύεται ὁριστικῶς διὰ τῆς κατανομῆς τῆς γῆς, δὲν θὰ ἀπομείνῃ λόγος ὑπάρξεως διὰ τὰς ἀνατρεπτικὰς ὁμάδας. Εἶμαι λοιπὸν ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὸ πρόγραμμά μας τὸ φιλελεύθερον, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται εἰς ἁπλᾶς θεωρίας, ἀλλ’ ἔχει νὰ παρουσιάσῃ θετικὴν ἐργασίαν ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν μαζῶν. Δὲν φοβοῦμαι λοιπὸν τὴν μικρὰν αὐτὴν κοινωνικὴν κίνησιν καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε συνέστησα μετριοπάθειαν εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς συνεργάτας μου τοὺς πολιτικοὺς ἀπέναντι τοῦ θορύβου τῶν κομμουνιστικῶν στοιχείων. Ἀλλὰ δὲν θὰ φθάσω ποτὲ παρ’ ὅλην τὴν φιλελευθέραν μου ψυχὴν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἀφήσω ἐγὼ ἔκθετον τὸ Κράτος οἱασδήποτε ἀνατρεπτικῆς κινήσεως. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν δὲν αἰσθάνομαι τὸν φόβον αὐτὸν εἰς τὴν ψυχήν μου, ἔχω καθῆκον νὰ ὑποκαταστήσω τὰς πραγματικάς μου πεποιθήσεις πρὸς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν Πατρίδα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν τάξιν αὐτὴν λαμβάνοντες ἐνίοτε μέτρα αὐστηρὰ ἐναντίον τάξεων αἱ ὁποῖαι ζητοῦν νὰ ἐμβάλουν τὴν Κοινωνίαν εἰς τὴν ἀπόλυτον δυστυχίαν. Ἂν ὑφίσταται ὁ νόμος «περὶ λῃστείας», θὰ συστήσω πάντοτε τὴν μετρίαν αὐτοῦ χρῆσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῶ νομίμου μέσου, ὅπως καταδιώξω κίνησιν, ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ ἐμβάλῃ τὸν Τόπον εἰς ἀναρχίαν.
§320Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶναι περίεργον ὅτι ἀποδίδει μίαν δύναμιν καὶ μίαν ἀδυναμίαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Διότι κατὰ τίνα τρόπον θὰ κάμωμεν τὰς οἰκονομίας; Τὸ νὰ νομίσητε ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὅλα τὰ μέτρα διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ τὰ φέρητε κατόπιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἡ ὁποία ἐπίσης ἐμφορεῖται ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῶν οἰκονομιῶν καὶ ἡ ὁποία ἐπίσης δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ μέλλον εἰς τελεσφόρα μέτρα. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ λέγετε ὅτι θὰ τὸ φέρητε εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ πρὸ ἡμῶν τὴν γνώμην σας, θὰ ἔχητε δεσμευθῆ ἀπέναντι τῆς Γενεύης καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς συνιστῶ προτοῦ κάμητε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, θὰ ἦτο καλύτερον νὰ λάβητε μίαν ἄδειαν καὶ νὰ φέρητε τὰ μέτρα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§321Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλῶ κατηγορηματικῶς ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον διαφωνῶ ἄρδην πρὸς τὴν ἀντίληψιν τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ μία Κυβέρνησις ἐπιδιώκουσα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της, θέτουσα ἐπὶ τῆς πλάστιγγος αὐτὴν ταύτην τὴν πολιτικήν της ὑπόστασιν, διότι ἐγὼ ὑποστηρίζω ἀντιθέτως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία θὰ ἐτύγχανε τῆς πλήρους ἐκμηδενίσεως τοῦ προγράμματος αὐτῆς παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ θὰ ἐξηκολούθει νὰ παραμένῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, δὲν θὰ εἶχε σοβαρὰν ἀντίληψιν τῶν ὑποχρεώσεών της. Καὶ ὑπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην κατ’ οὐδὲν μεταβάλλεται. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς οἰκονομίας σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι εἰς οὐδένα ἐκτὸς αὐτοῦ ἐδήλωσα ὅπως δοθῇ πληρεξουσιότης δι’ οἰκονομίας. Καὶ προχωρῶ ἔτι περισσότερον. Οὐδεμία ὑφίσταται διαφορὰ μεταξὺ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς παρούσης, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι σήμερον ὀφείλομεν τὰ πάντα νὰ ἐπιχειρήσωμεν διὰ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ διὰ τῆς ὑφισταμένης Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξωμεν, διότι ἡ ὑπόστασις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως διευκολύνει ἔν τινι μέτρῳ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τὴν ἀμεσωτέραν μέτρων ἐπαγομένων ἐλάττωσιν δαπανῶν, ἐνῷ τοῦτο σήμερον κατέστη ἔτι δυσκολώτερον ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἑνὸς κόμματος. Ποῖον σκοπὸν ἔχουσιν αἱ οἰκονομίαι ἂν θὰ περιμένωμεν νὰ ἔλθωμεν τὸν Ὀκτώβριον, ἵνα φέρωμεν τὰ μέτρα μας εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφισθῶσι; Διότι χρειάζεται ἓν ἑξάμηνον ὅπως ψηφισθῶσιν καὶ κατὰ τὸ ἑξάμηνον αὐτό, θὰ ἐπιβαρυνθῶμεν διὰ δαπανῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην ἐπειγόντως τῶν μέτρων τούτων, τὰ ὁποῖα θὰ δύναται βεβαίως ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἀνατρέψῃ, ἐφόσον τὰ εὕρῃ ἀδόκιμα, κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν της, ἀλλὰ θὰ ἔχωσιν ὅμως ἀποδώσει σύμφωνα μὲ τὰς κυβερνητικὰς ἀντιλήψεις μίαν βελτίωσιν δαπανῶν σημαντικὴν πρὸς ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένομεν.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑπάρχει τροπολογία ἐκ μέρους τῶν κ. κ. βουλευτῶν Δράμας.
§323Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ γίνῃ δεκτὴ ὡς εἶναι μὲ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «ἐνδεχομένως» καὶ τὴν διαγραφὴν τῆς τελευταίας παραγράφου. Τὰ ἄλλα θὰ συζητηθῶσιν εἰς τὴν νέαν Βουλήν.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπόφασιν «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§326Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ «περὶ συγκροτήσεως τοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου».
§327Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, διότι θὰ λάβω τὸν λόγον πάλιν.
§328Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν δὲν ψηφισθῇ ἀπόψε, ἡ Δικαιοσύνη μένει ἐντελῶς ἀπροστάτευτος. Δέχομαι ὅλας τὰς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§329Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι.
§330Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δέχεται τὸ νομοσχέδιον ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§331Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν διασάφησιν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν λαμβάνει μέρος. Ὅπως κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, λαμβάνει μέρος ὡς μόνιμον μέλος. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ μέρος, ἢ ἂν πρόκειται νὰ λαμβάνῃ μέρος, ἀπαραιτήτως εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ κανεὶς ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ μέρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἂν εἶναι εἰς θέσιν ὁ πρόεδρος νὰ γνωρίζῃ ἐν γένει τὰ πρόσωπα, κατὰ μείζονα λόγον ἔχει καθῆκον νὰ τὰ γνωρίζῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§332Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ ὁρισθῇ μόνιμον μέλος ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ πρόεδρος λόγῳ τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ μὴ ἐξασκῇ ἐπίδρασίν τινα ἐπὶ τῶν ἄλλων συμβούλων δικαστῶν, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην τοῦ προέδρου μόνον, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν τὸ ἀποδέχθη. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἶναι καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς ἓν μόνιμον μέλος, ὡς εἶναι καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§333Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀποτελεῖται ἀπὸ 7 μέλη καὶ δύναται νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ ὁ εἰσαγγελεύς. Ἀλλ’ εἰς τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία, πῶς θὰ γίνῃ;
§334Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Διὰ τὸ δεύτερον δὲν ἔχει σπουδαιότητα, ἐνῷ τὸ πρῶτον ἀφορᾷ πρωτοδίκας, εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ προέδρους Ἐφετῶν.
§335Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τότε νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δὲν δέχεται κανὲν μόνιμον μέλος.
§336Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα λόγον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντεταλμένος νὰ ἐποπτεύῃ τὴν Δικαιοσύνην καὶ οὗτος εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, πῶς οὗτος δὲν θὰ λάβῃ μέρος.
§337Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου κατ’ ἀνάγκην ἔχει μείζονα γνώμην διὰ τὰ δικαστικὰ πρόσωπα.
§338Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ναί, ἀλλ’ ἐξασκεῖ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἄλλων προσώπων. Νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν ἑσπέραν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀναγεγραμμένον πρῶτον.
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναγραφῇ πρῶτον. Θὰ εἶναι δεύτερον. Ἀναβάλλεται ἡ περαιτέρω περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζήτησις. Αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1926 Ν. Δ. δι’ ὧν ἐκυρώθησαν αἱ ἀπὸ 17 Ἀπριλίου 1926 συμβάσεως μετὰ Γερμανικῶν ἐργοστασίων αὐτοκινήτων Χάνσα Λόϋδ κλπ». Πιστεύω ὅτι εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§340ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπορρίπτεται, ἀπορρίπτεται. (Ἀπορρίπτεται τὸ νομοσχέδιον).
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη σήμερον τὴν 6ην μ. μ. (Ὥρα 7 π. μ.)