Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Α · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 89

1927.08.23

2.893 στίχοι · 22.144 λέξεις · 1 πίνακας · 149 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1927.08.23
Προεδρεία
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Π. ΣΟΦΟΥΛΗ
Περίοδος
Α
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1929)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 89

Τρίτη 23 Αὐγούστου 1927

Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη

(Ὥρα 7 μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Φωτάκης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ ὑποδιδασκάλου Μ. Τσαγκαράκη, αἰτοῦντος τὸν ἐπαναδιορισμὸν αὐτοῦ ὡς τριτοβαθμίου δημοδιδασκάλου. — Στρατεύσιμοι φοιτηταὶ τῆς ναυτικῆς ἀπογραφῆς 1926 β αἰτοῦν ἀναβολὴν προσελεύσεως μέχρι πέρατος τῶν σπουδῶν αὐτῶν. — Ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου ἀπαντᾷ εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων ὑποβληθὲν πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ὑπόμνημα περὶ τοῦ Νοσοκομείου «Ἐλπίς». — Ὁ δήμαρχος Δράμας ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς τοῦτο διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ ἀπὸ 5 Ὀκτωβρίου 1920 Β. Διατάγματος «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν παρὰ τὴν κεντρικὴν πλατεῖαν κτημάτων κλπ.» — Οἱ χαλαζόπληκτοι κάτοικοι Σμοκόβου Καρδίτσης τηλεγραφοῦν παρακαλοῦντες τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς λόγῳ τῆς καταστραφείσης ἐσοδείας αὐτῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Φωτάκης ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Ρεθύμνης σχετικῶς μὲ τὴν χάραξιν τῆς μελετωμένης ὁδοῦ Ρεθύμνης–Ἀρκαδίας. — Οἰκογένειαι ἀπελαθέντων καπνεργατῶν Δράμας διαμαρτύρονται δι’ ἀπέλασιν συγγενῶν των, ζητοῦντες τὴν ἐπαναφορὰν αὐτῶν. — Ὁ ἐπαγγελματικὸς καὶ βιοτεχνικὸς κόσμος Καλαμῶν διαμαρτύρεται ἐξ ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος Ἐνοικιοστασίου καὶ αἰτεῖ τὴν ἀναστολὴν καὶ παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. — Ἡ Κυριακὴ Τζιλαλῆ ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἀφορῶν τὴν ἐξαφάνισιν τῆς ἰδιογράφου διαθήκης τοῦ θείου της Ὄθ. Μάνεση, δικηγόρου καὶ πρώην δημάρχου Τριπόλεως, δι’ ἧς ἐγκαθιστᾷ αὐτὴν μοναδικὸν κληρονόμον καὶ παρακαλεῖ νὰ ἐνεργηθοῦν τὰ δέοντα πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. — Ἡ Ἕνωσις ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ὑποβάλλει ψήφισμα σχετικὸν πρὸς τὸ καταρτισθὲν Ν. Διάταγμα περὶ τῶν ὑποπεσόντων εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς λιποταξίας ἢ ἀνυποταξίας δημοσίων ὑπαλλήλων. — Ἐπιτροπὴ Πανενοριακοῦ Συνεδρίου ὑποβάλλει ψήφισμα δι’ οὗ ζητεῖ νὰ τροποποιηθῇ ὁ ἐνοριακὸς νόμος, νὰ συστηθῇ δὲ εἰς τὴν κεντρικὴν ὀργάνωσιν νὰ παύσῃ ἀναμιγνυομένη εἰς τὰ ζητήματα τῆς διοικήσεως τῶν ἐνοριῶν. — Πρόσφυγες κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Χαλκίδος λόγῳ τῆς μὴ ἀποσβέσεως τοῦ παρὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης παραχωρηθέντος κατὰ τὸ 1925 αὐτοῖς δανείου, ζητοῦν τὴν ἀποφυλάκισιν αὐτῶν, ὑποσχόμενοι τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου. — Διάφοροι ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις Καβάλλας ζητοῦν ὅπως ληφθοῦν κατάλληλα μέτρα ἐπὶ τῶν ἀνταλλαξίμων κτημάτων, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ μεγαλυτέρα οἰκονομικὴ κρίσις. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Μητιληνῶν Σάμου ὑποβάλλει αἴτησιν τῆς χήρας Μερόπης Ν. Μηλαρινοῦ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως. — Ὁ Σύνδεσμος ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Μακεδονίας ζητεῖ ὅπως καταβληθῇ πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων καὶ πραγματικῶς ὑπευθύνων τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. — Ὁ ἀπόστρατος ὑπολοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ Β. Κωνσταντόπουλος παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς συντάξεώς του, καθότι τυγχάνει ἀνίκανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Κοκκινάκης, Γ. Σήφακας, Ι. Πολυχρονάκης, Ε. Φωτάκης κλπ. ὑποβάλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Κρητικῆς πολιτικῆς δικονομίας». — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Καλκάνης ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῶν κατοίκων Λευκάδος, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν κακὴν ποιότητα τοῦ ἄρτου ἐξ ἐγχωρίων ἀλευροβιομηχανιῶν καὶ ζητούντων νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγὴ ἀλεύρων, ἐπικαλεῖται δὲ ἄμεσον καὶ σύντονον μέριμναν τῶν ἁρμοδίων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκοπέδων Γαστούνης, ὧν τὰ οἰκόπεδα πρὸ πενταετίας ἐπετάχθησαν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, χωρὶς τὸ Κράτος νὰ ἀποζημιώσῃ αὐτοὺς εἰσέτι. — Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας τεσσάρων δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ κατατεθειμένου Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–1928». — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Κρεμεζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς «περὶ Ν. Διαταγμάτων τῆς δικτατορικῆς περιόδου κλπ.» — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Τσιόκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ στεγάσεως δαπάναις τοῦ Κράτους τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ τῆς 1ης Ἰουλίου παθόντων κατοίκων τοῦ νομοῦ Λακωνίας. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως ὁδῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κοκκινάκης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους» καὶ «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς». — Ὁ βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους». — Ὁμοίως ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς ὑποβάλει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης τελευταίας παραγράφου εἰς τὸ σχέδιον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς πρὸς νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Κυβερνήσεως». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Καλκάνης καὶ Λ. Τσιόκος καταθέτουν ἀναφοράν, διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἐγκληματικὴν ἀδιαφορίαν τῶν ἁρμοδίων περὶ ἀποστολῆς βοηθημάτων καὶ σκηνῶν εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς Μήτικα Πρεβέζης καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν ἄμεσον κυβερνητικὴν ἀρωγήν. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει τὸν λόγον.

§2Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν 30ὴν Ἰουλίου ἐγένετο ἰσχυρὸς σεισμὸς εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Πρεβέζης, ἔνθα κατέπεσαν συνεπείᾳ τούτου πολλαὶ οἰκίαι ἐντὸς τῆς Πρεβέζης καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ χωρίον Μήτικα. Ὅλαι σχεδὸν αἱ οἰκίαι εἶναι κατεστραμμέναι καὶ οἱ κάτοικοι παραμένουσιν εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐπὶ τόπου μετέβησαν αἱ Ἀρχαί, ὁ δὲ κ. νομάρχης ἐτηλεγράφησεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Προνοίας διὰ τὴν ἀποστολὴν βοηθημάτων καὶ σκηνῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀπέστειλεν 80 χιλιάδας δραχμῶν ὡς βοήθημα, αἵτινες ἦσαν ἀνεπαρκεῖς καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. νομάρχης διένειμεν αὐτὰς εἰς τοὺς κατοίκους. Παρεκαλέσαμεν καὶ ἡμεῖς ὅπως ἀποσταλῶσι σκηναί, καίτοι δὲ διετάχθησαν ἐπανειλημμένως αἱ Ἀρχαί, ἐν τούτοις μέχρι σήμερον δὲν ἀπεστάλησαν τοιαῦται. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντονώτατα διὰ τὴν ἀστοργίαν τῆς Πολιτείας καὶ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, προκειμένου περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς τὴν ὕπαιθρον ἐπὶ τόσους μῆνας. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀποστείλῃ τὸ ταχύτερον σκηνὰς εἰς τὸ χωρίον Μήτικα, διότι μένουσιν οἱ κάτοικοι εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ νὰ χορηγήσῃ βοήθημα ἐπαρκὲς πρὸς ἐπισκευὴν τῶν οἰκιῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ φανῇ ἀδιάφορος πρὸς πτωχοὺς πληθυσμοὺς καὶ θὰ διατάξῃ τὸ ταχύτερον τὴν διάθεσιν ἐπαρκοῦς βοηθήματος διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν οἰκιῶν αὐτῶν.

§3Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις. Πρὸς ποῖον ἀποτείνεσθε;

§4Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ πρᾶγμα, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀπολύτως κατεπεῖγον. Ἡ θέσις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι πράγματι τραγική. Εὑρίσκονται ὑπὸ περιστάσεις ἐλεεινὰς καὶ διαρκῶς εἰς τὴν ὕπαιθρον ἐκτεθειμένοι εἰς ὅλας τὰς καιρικὰς μεταβολὰς καὶ εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους τῶν στερήσεων. Εἶναι ἔργον φιλανθρωπίας ἡ ἄμεσος σύστασις παντὸς βοηθήματος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη ταχείας ἐπεμβάσεως.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.

§6Θ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε, δύνασθε ὅμως νὰ καταθέσητε ἔγγραφον δήλωσιν. Ἡ ὑπὸ ψηφοφορίαν πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς: Οἱ παραδεχόμενοι τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως λέγουσι «Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «Ὄχι». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τσιριμῶκος κατέθεσε τὴν ἑξῆς δήλωσιν (ἀναγινώσκει): «Δηλῶ ὅτι συμφώνως μὲ τὰ ὑπὸ τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων λεχθέντα κατὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὰ παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν κ. Γ. Κακουλίδου ἐκτεθέντα, θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν». Ὁμοίως οἱ βουλευταὶ κ. κ. Φ. Δραγούμης καὶ Σ. Παπάζης κάμνουσι τὴν ἑξῆς δήλωσιν (ἀναγινώσκει): «Δηλοῦμεν ὅτι θὰ καταψηφίσωμεν τὴν νέαν Κυβέρνησιν, διότι θεωροῦμεν ὅτι ἦτο δυνατὴ ἡ διατήρησις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν διάσπασιν τῆς ὁποίας εὐθύνονται πάντες οἱ ἡγέται τῶν ἀποτελεσάντων αὐτὴν κομμάτων. Ἅπαξ διασπαθείσης ταύτης, ἥτις εἶχε συσταθῆ χάριν μεταβάσεως ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν ὁμαλότητα, νομίζομεν ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ διαδεχθῇ αὐτὴν καθαρῶς κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, διότι ὁ σχηματισμὸς τοιαύτης Κυβερνήσεως θὰ ἀπετέλει γενναῖον βῆμα πρὸς φυσιολογικωτέραν κοινοβουλευτικὴν κατάστασιν». Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Ι. Κίνιας καὶ Σ. Κρεμεζῆς. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Κίνια καὶ Σ. Κρεμεζῆ, τοῦ κ. γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Ἀγγελόπουλος Ἰωάν. Γιαννόπουλος Ν
Ν. Ἀμηρᾶς ΝΑ. Μάρκου Ν
Μιχ. Ἀργυρόπουλος ΝἈνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
Χαρ. Βοζίκης Δ. Μπούκουρας
Γ. Γεωργιάδης Σ. Πολυζωγόπουλος Ν
Κ. Δεμερτζῆς ΟΒ. Κανακάρης Ροῦφος
Α. Δουλγερίδης ΝΒασίλ. Σαγιᾶς
Γ. Ἐμπειρῖκος ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος
Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης ΝΙ. Σισίνης
Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝΑ. Στεφανόπουλος
Ν. Κρανιωτάκης Γ. Βοραζάνης Ν
Χρ. Λαδᾶς ΝΚ. Γεωργαντόπουλος
Θ. Νικολούδης ΝΓ. Ζερβός Ν
Γ. Μερκούρης Λ. Θεοδωρίδης Ν
Δ. Μπαμπᾶκος ΝΚ. Κωνσταντινίδης Ο
Ἰωάν. Ράλλης Α. Λαμπριανίδης Ν
Ἀντ. Στρατηγόπουλος ΝΚ. Ὀρφανός Ν
Π. Τσιτσεκλῆς ΝΧ. Πανταζίδης Ν
Γ. Ἀθανασιάδης ΝΚ. Παπάζογλου Ν
Γ. Ἀλεξανδρόπουλος Α. Παπαπαναγιώτου Ν
Γ. Καλαντζόπουλος ΝΛ. Χαΐνογλου Ο
Ι. Καναβός ΝΒ. Χατζηλίας Ν
Δ. Κατσάνος ΝΚ. Βλαχοθανάσης
Γ. Καφαντάρης ΝΒογιατζῆς
Ἰωάν. Νικολίτσας ΝΘ. Κακαρᾶς
Σπυρ. Τρικούπης Σ. Οἰκονομίδης Ν
Γ. Τσακανίκας ΝΘ. Παπαστρατῆς Ν
Ἰωάν. Τσιγκόλης ΝΠ. Χατζηπᾶνος Ν
Α. Γρηγοριάδης ΝΔ. Βούλτζος
Δ. Δημάδης ΝΘ. Γοῦσκος Ν
Γ. Παπαπαράσχος Ν. Κολυβᾶς
Α. Χατζηνώτας Ε. Λούντζης Ν
Ἀπ. Ζούζουλας Ἀντ. Γαλανάκης Ν
Σπυρ. Ἠλιόπουλος Γ. Κοκινάκης Ν
Γ. Καρπετόπουλος Γ. Μαρῆς Ν
Γ. Μηναῖος ΝΒ. Μεϊμαράκης Ν
Ι. Μουντζουρίδης Ι. Περδικογιάννης
Π. Πετρίδης Κ. Πολυχρονάκης Ν
Σ. Στάης Γ. Φραγκιαδάκης
Π. Τσαλδάρης Δημ. Ἀμπατζόπουλος Ν
Κ. Τσαλδάρης ΝΙ. Ι. Ἄμποτ Ν
Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΘ. Ἀνδρεάδης
Ἠλίας Ἀποσκίτης ΝἈλ. Βουτυρᾶς Ν
Θ. Γρηγορίου ΝΖ. Βεντούρας Ο
Γ. Μπακόπουλος Ν. Δαρβέρης
Ν. Μπακόπουλος ΝΔ. Εὐθυμιάδης Ν
Δ. Πλαπούτας Μ. Θεοδωρίδης
Θεόδ. Τουρκοβασίλης ΝΛ. Ἰασονίδης Ν
Α. Τροχάνης ΝΔ. Κάκαβος Ν
Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ι. Καυταντζόγλου
Σπυρ. Τσακόπουλος Μ. Κύρκος Ν
Ν. Ἀνδρεαδάκης ΝΔ. Κυβετός Ν
Ἰωάν. Κίνιας ΟΜεντὲς Λιάο Μεσαιζῆς Ν
Λουκᾶς ΚουτσοπέταλοςΝΚ. Μουζενίδης Ν
Μ. Μαντᾶς Κ. Μιττᾶκος Ν
Γεώργ. Μικρός ΝἈλ. Παπαναστασίου Ν
Π. Νικολαΐδης Γ. Παπανικολάου Ο
Γεώργ. Πεσμαζόγλου ΟΣταμ. Παπάζης Ο
Α. Ἀγγελόπουλος Φ. Παπαγεωργίου Ν
Τάσης Ἀναστασίου ΝἸσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ
Κ. Γκότσης Δαυῒδ Μπουχὰρ Σολάν
Κ. Γόντικας Γ. Χατζηγεωργίου Ν
Μ. Γούδας Δ. Σάλτας Ν
Α. Μελᾶς ΝΚ. Σῖμος Π
Δ. Μπότσαρης ΝΠ. Ἀντωναρόπουλος
Ἀλ. Μυλωνᾶς ΝΓ. Καντιάνης
Σπυρ. Χασιώτης ΠΑ. Ἐμπ. Κουμουνδοῦρος
Χ. Χρηστοβασίλης Π. Μερλόπουλος Ν
Ἀλκ. Λούλης ΝΔ. Μισυρλῆς
Γ. Ἐξηντάρης Φ. Μοσχούλας
Αὔγ. Θεολογίτης ΝΔ. Μπενάκης Ν
Σ. Καραγεώργης ΝΠ. Μποῦτος Ν
Στ. Νικολαΐδης ΝΠ. Σάκκης
Α. Παπαδᾶτος ΝΕ. Φεσᾶς Ν
Ε. Σταυρίδης ΟἸωάν. Βατίστας
Ι. Τσονταρίδης ΝΙ. Διαμαντόπουλος Ν
Εὐθ. Βελλιανίτης ΝἘμ. Μαχαίρας Ν
Δ. Ζερβός Γ. Προυκάκης Ν
Ἰωάν. Θεοτόκης Γ. Σακαλῆς Ν
Σπυρ. Παϊπέτης Σ. Σιμεόνογλου Ν
Α. Πιέρρης Ι. Σκυλίτσης
Β. Ἀλεξᾶτος ΝἸωάν. Σπετσιώτης
Ι. Μεταξᾶς ΝΓ. Στρίγκος Ν
Κ. Μπουρμπούλης ΝΣωτ. Σωτηριάδης
Α. Φωκᾶς ΝΘ. Μαγκριώτης
Α. Ἀνδρεάδης ΝΚ. Μαζαράκης Ν
Γ. Βαρβούτης ΝΓρ. Τηληκίδης Ν
Α. Ζάχος Θ. Χρυσοβέργης
Γ. Κακουλίδης ΟΑ. Βαλαωρίτης Ο
Ν. Κουπαροῦτος ΝΓ. Μπανιᾶς
Γ. Μπούσιος Δ. Τσιόκος Ν
Η. Παπαδόπουλος ΝΘ. Χαβίνης Ν
Κωνστ. Ἀλαβᾶνος ΝΚ. Καλκάνης Ν
Δ. Βοκοτόπουλος Μ. Τσαρλαμπᾶς
Μ. Δερλερές Β. Σκουλᾶς Ν
Κ. Ἐμπειρῖκος Ε. Φωτάκης Ν
Π. Εὐριπαῖος ΝΧασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ ΜουσταφᾶΝ
Ν. Καμπάνης Ἀν. Μπακάλμπασης Ν
Π. Καμπάνης Καδοὺζ Ὀσμὰν Ἀλῆ ΓκαλήπΝ
Π. Μαζαράκης ΝΣουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ Ν
Κ. Ναυπλιώτης ΝΦεχμῆ Χασὰν Βέη Ζαδέ Ν
Θ. Βαρβιτσιώτης ΝΚ. Τελωνίδης
Ν. Δ. Κουμάνταρος Ἀθ. Σινόκας
Ν. Παπαδᾶκος Νικόλ. Βλιάμος Ν
Δ. Πετρακάκος Σ. Μανταφούνης
Γ. Φικιώρης ΝΘεμ. Σοφούλης Ν
Α. Ἀποστολίδης Ἐμ. Χατζηδάκης
Ε. Γκλαβάνης ΝΠ. Ἀλεξίδης
Α. Εὐφραιμίδης ΝΑ. Ἀργυρός
Β. Ζησιάδης Δ. Δούκας Ν
Κωνστ. Θέος ΟΑ. Λαζαρίδης Ν
Ἀλ. Ἰωαννίδης ΝΝ. Μανούσης Ν
Δ. Καζάκης Ν. Τερζόγλου Ν
Κ. Καρτάλης Δημ. Φλωριᾶς Ν
Ἀνδρ. Κόρακας Π. Μπούμπουλης Ν
Σ. Μάξιμος ΟΚ. Πετσάλης
Α. Μέρος ΠΧρ. Ἀλαμανῆς Ν
Κ. Σπυρίδης ΝΣ. Ἀλεξιάδης
Μ. Κοθρῆς ΝΠερ. Ἀλεξανδρῆς Ν
Ροῦσσος Κούνδουρος Ἀδὰμ Ἔξαρχος Ν
Ε. Μοδάτσος ΝΕ. Ζούκας Ν
Α. Γαληνός Γ. Σίδερης
Γ. Θεοδοσιάδης ΝΣ. Ταλιαδοῦρος Ν
Γ. Καλδῆς ΝΣωτ. Χατζηγάκης
Β. Καραπαναγιώτης Φ. Χρηστοδῆμος Ν
Σ. Κρητικᾶς ΝΑ. Ψάρρας
Γ. Λαζανᾶς Ι. Μάνος Ν
Μ. Λαίλιος Ἀθ. Μιαούλης Ν
Γ. Παπανδρέου Α. Σαχτούρης Ν
Ν. Βελέντζας ΝΔ. Τζίμας Ν
Σ. Γάτος ΝἈλ. Ξανθόπουλος Ν
Ἰωάν. Εὐταξίας Μ. Βολουδάκης Ν
Σπυρ. Κρεμεζῆς ΝΑ. Μητσοτάκης
Εὐστ. Μαλαμίδας Ι. Πολυχρονίδης Ν
Χ. Στεργιόπουλος ΝΓ. Σήφακας Ν
Ι. Τζίβας Α. Ἀνδρεάδης Ν
Θαλῆς Τσιριμῶκος ΟΒ. Κουκουρίδης Ν
Δ. Χατζῖσκος Θ. Πανταζίδης Ν
Ι. Βαλαλᾶς ΝΑ. Παχνός Ν
Φ. Δραγούμης ΟΑ. Πολεμίδης Ν
Ν. Κυριακόπουλος ΟἈλ. Κανάρης
Σ. Λιούμπης ΝΝ. Μαμούνης Ν
Γ. Μόδης Ν

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 177. Εἶπον «Ναὶ» 156, εἶπον «Ὄχι» 16, ἠρνήθησαν ψῆφον 2. (Χειροκροτήματα).

§10Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§12Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἓν ἐκκρεμὲς ζήτημα. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ σύλληψις βουλευτοῦ δὲν εἶναι δυνατή, παρὰ μόνον ὅταν διαπράξῃ ἀδίκημα ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ἀπαιτεῖται ἀμέσως νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἂν θὰ συνεχισθῇ ἡ περαιτέρω φυλάκισις τοῦ συλληφθέντος βουλευτοῦ. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, κύριοι βουλευταί, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἔχομεν μίαν περίπτωσιν συλλήψεως δύο βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου διὰ κακούργημα χαρακτηρισθὲν ὡς αὐτόφωρον, διότι ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ πορεία τῶν ἀνακρίσεων ἀπέδειξεν ὅτι οὐδὲ κἂν περίπτωσις ἀδικήματος ὑπάρχει, οἱ δὲ εἰσαγγελεῖς τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης ἀπεφάνθησαν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφυλακισθῶσιν οἱ δύο οὗτοι βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, θεωρουμένης τῆς βουλευτικῆς των ἰδιότητος ὡς ἐπαρκοῦς ἐγγυήσεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Βουλὴ συμφωνοῦσα μὲ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔχει καθῆκον νὰ κρίνῃ ἀμέσως διὰ ψηφοφορίας περὶ τῆς περαιτέρω διώξεως τῶν βουλευτῶν τούτων. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν οὐσίαν εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Δημοκρατίαν νὰ συλλαμβάνωνται βουλευταὶ μόνον καὶ μόνον διότι ἔχουν κομμουνιστικὰ φρονήματα καὶ διότι ἔλαβον μέρος εἰς διαδήλωσιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει νὰ εἴπῃ τίποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης;

§14Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα διὰ πρώτην φορὰν ἀπασχολεῖ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ αὔριον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἴδωμεν τί πρέπει νὰ γίνῃ καὶ νὰ εἰσηγηθῶ ἓν μέτρον εἰς τὴν Βουλήν.

§15Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι ζήτημα Βουλῆς, κ. Πρόεδρε.

§16Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ ἂν θὰ ἀποφασισθῇ ἢ ὄχι ἡ παραπομπὴ τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς κρατήσεως ἢ μὴ τῶν δύο βουλευτῶν, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἀμέσως.

§17Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. Ἐπ’ αὐτοφώρῳ συνελήφθησαν;

§18Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, ἐπερωτῶν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διατί δὲν ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἵνα σταλῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν;

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα αὐτό. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν.

§20Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι ἄλλο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ τὸ Σύνταγμα προκειμένου περὶ διώξεως καὶ ἄλλο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ προκειμένου περὶ συλλήψεως διὰ κακούργημα χαρακτηριζόμενον ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ὡς αὐτόφωρον. Ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Βουλευτής, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται.... κλπ.» Ἀνακύπτουν λοιπὸν τὰ ἑξῆς ζητήματα. Πρῶτον θὰ ἔπρεπεν ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἂν ἔχητε ἐπισήμους πληροφορίας διὰ τὰ τῆς συλλήψεως τῶν δύο βουλευτῶν. Ἂν δὲ ἔχητε τοιαύτην ἐπίσημον γνῶσιν, εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ προφυλάκισις, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀδείας πρὸς καταδίωξιν.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τηρηθοῦν αἱ συνήθεις διατυπώσεις. Θὰ ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλή.

§22Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν χρειάζεται.

§23Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἂν θὰ παραπεμφθοῦν εἰς δίκην ἢ ὄχι. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἂν θὰ παραταθῇ ἡ προφυλάκισις.

§24Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Λαδᾶς ἐτοποθέτησε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Τὸ Σύνταγμα, κ. Πρόεδρε, δὲν διακρίνει ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, δὲν προσδιορίζει εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὴν παραπομπὴν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, προκειμένου δὲ περὶ ζητήματος προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ δὴ βουλευτοῦ συλλαμβανομένου κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν κατὰ παράβασιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, χαρακτηρισθέντος τοῦ ἀδικήματός των ὡς δῆθεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν κατὰ μίαν ἠθικὴν τρόπον τινὰ οἰκονομίαν τοῦ πράγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν ἡ μακροχρόνιος καὶ νωχελὴς διαδικασία τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι θέμα Ἐπιτροπῆς, εἶναι θέμα ἀμέσου καὶ ἀπ’ εὐθείας εἰσαγωγῆς του εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δὲ θέμα ἠθικῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν λόγον. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου τὸ ζήτημα ἐμφανίζεται καὶ ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς, ἥτις θίγει πλέον τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὡς ἐπιβλέποντα ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ἐκτελεστικῶν λειτουργῶν. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς καταγγέλλεται ἐπισήμως ἀπὸ τοὺς κ. κ. συναδέλφους τοῦ Κόμματος τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου τοῦτο. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ἔδρασαν κατὰ παράβασιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, χαρακτηρισθέντος ἀδικήματος δῆθεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, γνωρίζομεν δὲ κατὰ τοὺς νόμους πότε τὸ ἀδίκημα εἶναι αὐτόφωρον. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ δευτέρα αὐτὴ ἐπιφάνισις τοῦ ζητήματος ἀφορᾶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν προκειμένου περὶ ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ, ἔστω ἀνηκόντων εἰς τὴν παράταξιν τὴν ἀντιτιθεμένην εἰς τὸ ἀστικὸν καθεστώς, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ ὁποίῳ διαβιοῦμεν.

§25Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ἡ Βουλὴ ἔχει ἐπίσημον εἴδησιν ὅτι συνελήφθησαν οἱ δύο βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς ἀποφυλακίσεώς των εἶναι ζήτημα Βουλῆς. Ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ τοῦ Συντάγματος εἶναι σαφής. Τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματα. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα τὰ δικαστήρια καθορίζουν καὶ ὄχι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἀφοῦ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα καὶ ἀφοῦ ἔχει φθάσει ἐπισήμως μέχρι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποφασίσῃ οὗτος ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ προφυλάκισις τῶν δύο συλληφθέντων.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.

§27Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς νομικόν. Διὰ τὴν σύλληψιν ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐν τῷ νόμῳ ἀναγραφομένην διαδικασίαν. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς συνεχίσεως τῆς προφυλακίσεως. Διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνηργήθη σύλληψις διὰ κακούργημα θεωρηθὲν ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ τελεσθέν, τότε ἄρχεται ἀμέσως ἡ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία καὶ γίνεται ἄνευ ἄλλης τινὸς διαδικασίας. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ προφυλάκισις ἢ ὄχι. Τώρα τὸ ζήτημα ἂν ἐθεωρήθη τὸ ἀδίκημα ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ τελεσθὲν εἶναι ζήτημα τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα γνῶσιν τῆς ἀλληλογραφίας δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἂν θὰ συνεχισθῇ ἢ ὄχι ἡ προφυλάκισις.

§28Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι προκειμένου περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας βουλευτῶν πρέπει αὐστηρῶς νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἶναι σαφής. Ἐφόσον περιῆλθεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπισήμως τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ συνάδελφοι κρατοῦνται κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀμέσως θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἡ κράτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ ὄχι. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Δὲν εἶναι δὲ κἂν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δικογραφία διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.

§29Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἔρχεται ἐξαίφνης καὶ ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ θέματος, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν; Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ συνελάμβανέ τινα ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐπὶ κακουργήματι ἀδικήσαντα, δέον κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 νὰ τηρηθῶσιν αἱ αὐταὶ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐτηροῦντο καὶ εἰς τὴν μὴ σύλληψιν. Δηλαδὴ παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν δικογραφίαν, κάμνει τὴν δέουσαν εἰσήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, δικαιουμένην νὰ ἀποφασίσῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἐπιλαμβάνεται ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ τῆς διώξεως τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, δέον νὰ τηρηθῶσιν αἱ αὐταὶ διατυπώσεις. Καὶ αἱ διατυπώσεις αὐταὶ εἶναι ὅτι δέον νὰ παραπεμφθῇ ἡ δικογραφία εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα τὴν μελετήσῃ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας διώξεως. Αὐτὴν τὴν ἁρμοδιότητα ἔχει. Ἂν δὲ δὲν παράσχῃ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως, τότε βεβαίως ἀφ’ ἑαυτῶν αἴρονται πᾶσαι αἱ συνέπειαι. Τὸ Σύνταγμα λέγει (ἀναγινώσκει): «.... Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῆς παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας διώξεως». Τοῦτο μόνον λοιπὸν δύναται νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, νὰ παραπέμψῃ τὴν δικογραφίαν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Βουλὴ τότε νὰ ἀποφασίσῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πρότασις εἰσήχθη ἀντικανονικῶς καὶ δεύτερον προτείνεται ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.

§30Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἀποφανθῇ αὕτη ἐντὸς 24 ὡρῶν.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δέχεται ἵνα ἡ σχετικὴ δικογραφία παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἀποφανθῇ ἐντὸς 24 ὡρῶν καὶ νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἀντικείμενον πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πρὸς συζήτησιν;

§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐτελείωσεν ἐπ’ αὐτοῦ.

§34Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα αὐθαιρέτως νὰ δίδωμεν ἑρμηνείαν....

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ συζήτησις ἐτελείωσε, θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ τότε δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.

§36Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι, διότι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν. Πρόκειται περὶ παραβιάσεως συνταγματικῆς διατάξεως. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, δύται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ διαπράττει πρᾶξιν ἐναντίον ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος.

§37Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἤδη.

§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἀμφισβητεῖτε τοῦτο, ἐρωτῶ πάλιν τὴν Βουλὴν ἂν παραδέχεται ὅπως παραπεμφθῇ ἡ δικογραφία εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἀποφανθῇ ἐντὸς 24 ὡρῶν καὶ νὰ ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.

§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.

§43Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀρξάμενον χθὲς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἀφορῶντος τὴν Κυβέρνησιν, προσεπάθησε νὰ περιορισθῇ ἐντὸς ὁρίων τοιούτων, ὥστε οὐδένα νὰ προκαλέσῃ καὶ νὰ τηρήσῃ πᾶσαν τὴν κοσμιότητα τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δυστυχῶς παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μείζονος μερίδος, ἐκ τῶν ἀποτελουσῶν τὴν Κυβέρνησιν, εὐθὺς ἅμα ἤρξατο τοῦ λόγου του, ἐδείχθη ὅλη ἡ τάσις ὄχι μόνον προκλήσεως κατὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλὰ καὶ δυσφημίας ἀκόμη αὐτοῦ. Προϊούσης τῆς συζητήσεως βραδύτερον ὁ ἀρχηγὸς οὗτος ἔφθασε νὰ θίξῃ τὰ ἱερὰ αἰσθήματα τοῦ κόμματος τούτου, διότι εἶχεν ἀνάγκην, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὁλόκληρος ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης συμπεριφορᾶς ἓν εἶχε νὰ πράξῃ, νὰ ἀπόσχῃ τῆς περαιτέρω συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης τοὐλάχιστον κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας καὶ τοῦ περιστατικοῦ τούτου ἵνα καταπιέσῃ τὴν μειονοψηφίαν, ἐφαρμόζουσα τὸ σύστημα τῆς παννυχίδος. Ἦτο περιττὸν σήμερον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐνταῦθα διὰ νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξεδηλώθη πλήρης, ὅτι ἐλλείπει πᾶσα ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μάλιστα δὲ ὅταν οὕτω διαχειρίζεται καὶ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ μένῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐχάραξε κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἂν προκληθῇ, δὲν θὰ μεταχειρισθῇ πλέον τὴν μέθοδον αὐτήν, ἀλλὰ θὰ ἀντιπροκαλέσῃ. (Χειροκροτήματα).

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπως πᾶν κόμμα καὶ τὸ Λαϊκὸν εἶναι ἐλεύθερον νὰ κανονίσῃ τὴν πορείαν του κατὰ τὸ δοκοῦν, τηροῦν ἐφόσον θέλει στάσιν προκλητικήν. Ἐλυπήθην διὰ τὴν ἀποχώρησιν καὶ προθύμως θὰ παρεῖχον πᾶσαν ἐξήγησιν ἂν ἠσθανόμην ὅτι ἔστω ἔδωκα καὶ ἀκουσίως εὔλογον ἀφορμήν. Συναισθάνομαι ὅμως ὅτι οὐδεμίαν ἔδωκα ἀφορμήν. Ἀπαντῶν εἰς τὴν παράδοξον κατηγορίαν ὅτι ἐνεθάρρυνα τὴν στρατοκρατίαν, ἀνέφερα ὅτι εὑρέθην ἐν διαφωνίᾳ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1922, ἥτις πιστεύω ὅτι προσέφερεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ἔθνος, ἀναστείλασα τὴν καταστροφήν. Τίνα ἠδύνατο νὰ θίξῃ ἡ γνώμη μου αὐτὴ ἐπὶ ἑνὸς ἱστορικοῦ γεγονότος; Κανένα ἀπολύτως. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τοῦ ὁποίου τὰς ἀρχὰς ἐπικαλούμεθα, βασίζεται ἐπὶ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας καὶ δὲν δικαιολογεῖται ἡ μομφὴ ὅτι πράττει τι ἄτοπον ἡ Κυβέρνησις ἐπισπεύδουσα μέτρα συναφῆ μὲ τὸ πρόγραμμά της. Ἂν μέχρι τοῦ Σαββάτου δὲν ἐπιψηφισθοῦν ὡρισμένα μέτρα, ἡ Κυβέρνησις, ἧς τὸ πρόγραμμα ματαιοῦται, δὲν θὰ ἔχῃ λόγον πλέον παραμονῆς εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς Βουλῆς, οὐδὲν παράπονον καὶ ἡ πολιτικὴ ἐξέλιξις ἀκολουθεῖ τὴν φυσιολογικήν της πορείαν. Ἂν ὅμως περιβαλλόμεθα διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας, ἐγκρινούσης τὸ πρόγραμμά μας, θὰ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Πολίτευμα νὰ ἐπέλθῃ κυβερνητικὴ μεταβολὴ διὰ τῆς παρελκύσεως τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ τότε θὰ ἀσκηθῇ ἀληθὴς πίεσις τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν εἶναι ἀσύνηθες εἰς κανὲν Κράτος ἡ ἐν σπουδῇ ἐπιψήφισις κυβερνητικῶν μέτρων, ὅταν αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν τὴν σπουδήν. Τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι μόνον τόπος λόγων, ἀλλὰ καὶ δρῶσα δύναμις. Ἂν δὲ ἐπὶ τέλους ἄλλοτε ἡ ἐξουσιοδότησις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἐνέχουσα ἀπεμπόλησιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Σώματος, σήμερον τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἰς ἣν ὑποχρεωτικῶς ἐπανέρχονται τὰ ζητήματα δυνάμει τοῦ Συντάγματος πρὸς τελικὴν ἀπόφασιν παραμένουν ἄθικτα.

§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὴν χθεσινὴν ὅμως συνεδρίασιν τοὐλάχιστον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤσκησε κἂν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὁμιλήσῃ. Διὰ τοῦτο ἡ Συμπολίτευσις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐφόσον κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας χθὲς ἀπούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκηρύχθη περαιωμένη ἡ συζήτησις.

§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναται νὰ καθιερωθῇ ὅπως ὁσάκις ἀποχωρεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπαναφέρεται ἡ συζήτησις. Ἄλλως τε ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἐπαναφερθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν δωδεκατημορίων καὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.

§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω διατί ἡ συζήτησις μετεστράφη ἀπὸ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον πράγματι ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται. Διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις χθὲς δὲν ἀπεχώρησε παρὰ ἐξ αἰτίας τοῦ ἐπεισοδίου τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοὺς ὁποίους ἐθεωρήσαμεν ὅτι μᾶς θίγουν. Ἔχομεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν πληγὰς καὶ παρακαλοῦμεν ὅπως μὴ θίγετε τὰς πληγὰς ταύτας, διότι εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ πόνῳ ἡμῶν νὰ φερθῶμεν κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν συμφέρει εἰς τὴν γαλήνην τοῦ Τόπου.

§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδέποτε ἐπεζήτησα νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, οὐδὲ νὰ ἀναξέσω πληγὰς τοῦ παρελθόντος.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων». Ὁ κ. Γ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.

§52Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ χθεσινὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς διαφωνίας, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἔδωσε μίαν ἐξήγησιν εἰς ὅλην τὴν Βουλὴν καὶ ἴσως καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὐρυτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ ρήτορες ἀπεπειράθησαν νὰ δώσωσιν. Ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς της ἔδωσε πλήρη εἰκόνα τοῦ πνεύματος τὸ ὁποῖον καθωδήγησε τὰς ἐργασίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ θεωρῶ ὑποχρέωσιν παντὸς κόμματος καὶ παντὸς πολιτευομένου ὁσάκις τῷ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ λογοδοτῇ διὰ τὰς πράξεις του ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν του, δράττομαι τῆς σημερινῆς εὐκαιρίας, ἡ ὁποία σημειώνει ἕνα σταθμὸν τῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς τῆς Χώρας μας. Ζητῶ ὅθεν τὴν ἄδειαν ὑμῶν νὰ ἐμβαθύνω καὶ εἰς τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προβῶ εἰς τὴν λογοδοσίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ καθῆκον νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς τοὺς συμπολίτας μου. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀγωνιζόμενον ἀπὸ ἐτῶν ἐναντίον πάσης βίας, ἰδίᾳ δὲ ἐναντίον στρατοκρατικῆς τοιαύτης, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν ὁπότε ἡ στρατοκρατικὴ τυραννία ἐνεφανίσθη κατὰ τὸν ἀπεχθέστερον τρόπον, εἰς δοθεῖσαν αὐτῇ εὐκαιρίαν ἔπνιξεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα κατεῖχον τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ ἔτεινε τὴν χεῖρά του διαπνεόμενον ὑπὸ εἰλικρινοῦς ἐπιθυμίας εἰς τὴν σύμπραξιν κατὰ τοῦ ἀγῶνος τῆς καταμαχήσεως τοῦ στρατοκρατικοῦ ἐκείνου συγκροτήματος, τὸ ὁποῖον κατέθλιψε τὴν Χώραν. Τὴν χειρονομίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἂν παρεξήγησάν τινες καὶ ἂν κατηγόρησαν ἄλλοι, ἡ μεγάλη μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὴν ἐπεκρότησε ζωηρῶς, διότι ἐν τῷ αἰσθήματι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὑπάρχει βαθέως ἐρριζωμένη ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐπικρατήσεως μιᾶς γαλήνης καὶ μιᾶς νέας προσπαθείας πρὸς ἀνασυγκρότησιν τῆς τόσον ταλαιπωρηθείσης Χώρας. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου ἐπῆλθε συνεννόησις μεταξὺ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τῶν ἄλλων μερίδων τῶν ἀποτελουσῶν τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως καὶ ἐχρειάσθη ὀλίγος καιρὸς νὰ διαπιστωθῇ ὅτι ἀτυχῶς ἡ σύμπραξις ἐκείνη προσέκοπτεν εἰς ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις ἐπὶ ὡρισμένων ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι καὶ ἠθετήθησαν. Καὶ κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ἀναλογικὸν παρὰ τὰ συμπεφωνημένα παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ παρὰ τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν πρόβλεψιν τοῦ καταντήματος, τὸ ὁποῖον ἡ μέλλουσα Βουλὴ θὰ παρουσιάζῃ, ἐφόσον αἱ ἐκλογαὶ θὰ διενεργοῦντο ὑπὸ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα. Ἀπεπειράθημεν τότε καὶ τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν νὰ πείσωμεν, ἀλλὰ καὶ τὸν Λαὸν εἰς εὐρεῖαν κλίμακα νὰ διαπαιδαγωγήσωμεν περὶ τῶν καταστρεπτικῶν διὰ τὴν Χώραν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχε τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, οὐδεὶς ὅμως ἠθέλησε νὰ προσέξῃ ταῦτα καὶ διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ ὡς διεξήχθη. Τὴν ἑπομένην τῆς αὐτῆς παρουσιάσθη τὸ χάος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεβλέπομεν καὶ κατέστη ἀδύνατος ὁ σχηματισμὸς ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως διὰ νὰ διοικήσῃ τὸν Τόπον, μετὰ τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀνωμάλου ἐκείνης καταστάσεως. Κατόπιν πολλῶν παρεκκλίσεων, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ ἐπικλήσεων τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἐσχηματίσθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τὰς καλυτέρας συνθήκας καὶ ὑπὸ τὰς εὐνοϊκωτέρας προϋποθέσεις, διὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὴν Χώραν ἐκ τῆς ἀβύσσου, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν εἶχε ῥίψει ἡ ἀνωμαλία τῶν τελευταίων δέκα πέντε ἐτῶν. Καὶ ὄντως κατεβλήθη ἐκ μέρους πάντων ἡμῶν ἡ καλὴ θέλησις ἡ ἀπαιτηθεῖσα διὰ νὰ προαγάγῃ τὰς ἐργασίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω οὐδένα, διότι οὐδὲ πρόθεσιν τοιαύτην ἔχω, οὐδὲ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν κατέχομαι ἀπὸ τῆς βαθυτέρας ἐκτιμήσεως διὰ τὰς πρώην συνεργασίας μου, ἡ διαφορὰ τῆς νοοτροπίας τῶν ἀποτελούντων τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν μελῶν. Αἱ λέξεις «Βενιζελισμὸς» καὶ «Ἀντιβενιζελισμὸς» δὲν εἶναι λέξεις κεναὶ διακρίνουσαι ἀλλήλων τοὺς δύο πολιτικοὺς κόσμους τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχει μία διαφορὰ σκέψεως μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, ἡ ὁποία εἶναι τόσον βαθεῖα, ὥστε νὰ καθίσταται δυσχερὴς πᾶσα συνεννόησις. Παρετηρήθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ ἀρχὴ τῆς σκοπιμότητος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς νομιμότητος ἀφ’ ἑτέρου, ἡ ὁποία ἐχώριζεν εἰς πᾶσαν περίστασιν τοὺς δύο πολιτικοὺς κόσμους κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτῶν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων καὶ ἀποκρούω μετ’ ἀγανακτήσεως πᾶσαν ἔκθεσιν δημοσίᾳ τῶν λαμβανόντων χώραν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Χθὲς δὲ κατεθλίβην ἀκούων πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς ἀναφερομένους εἰς ἐπεισόδια λαβόντα χώραν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Φρονῶ ὅτι αἱ σχέσεις μας καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους συμπεριφορὰ πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἁβρότητος καὶ τῆς φιλικότητος τῆς ἐπικρατησάσης παρὰ τὰς διαφωνίας μας κατὰ τὴν πρόσφατον συνεργασίαν μας. Τονίζω τοῦτο διότι ἤκουσα ἀξιοτίμου μέχρι χθὲς συνεργάτου νὰ κατηγορῇ ἡμᾶς, ὅτι ἐν τῇ Κυβερνήσει ὑπήρξαμεν ἐμπόδιον εἰς τὴν λῆψιν ὡρισμένων μέτρων καὶ ὅτι ὑπήρξαμεν οἱ ἀποκαρδιωταὶ οὕτως εἰπεῖν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ὑπῆρξαν διαφωνίαι καὶ ἂν ὑπῆρξαν παρεξηγήσεις μεταξὺ ἡμῶν, τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλεται εἰς τὴν διαφορὰν τῶν ἀντιλήψεων, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, χωρίζει τοὺς δύο πολιτικοὺς κόσμους. Ἄν διελύθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, διελύθη καὶ δι’ ἕνα σημαντικώτατον λόγον, τὸν ὁποῖον χθὲς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, νομίζω, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνέφερε. Μετὰ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν δοθεῖσαν τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀνεχώρησεν εἰς Γενεύην ἡ ἀντιπροσωπεία, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς συνεφωνήθη ὅτι οὐδεμία δέσμευσις θὰ ἀνελαμβάνετο ὑπὸ τῶν μελῶν τὰ ὁποῖα μετεῖχον τῆς ἀποστολῆς πρὸ τῆς ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Κυβερνήσεως ἐγκρίσεως. Τί ὅμως συνέβη; Εὐθὺς ὡς ἐπέστρεψαν οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἀντιπροσωπείαν, ἐγνώσθη ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ αὐτῶν ὡρισμέναι ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδέσμευον ἀπολύτως ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν.

§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλα αὐτὰ ἦσαν ad referendum.

§54Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω.

§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Χιλιάκις εἶπον ὅτι ἴσως ἐγὼ ἠθικῶς, προσωπικῶς νὰ εἶχον ἀναλάβει μίαν ὑποχρέωσιν, ἐφόσον προῆλθον εἰς μίαν συμφωνίαν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ δεσμεύσω οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὴν Βουλὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις της. Ἐφόσον κατεδεικνύετο ὅτι τὰ συμφωνηθέντα παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Γενεύην ἦσαν ἀσύμφορα διὰ τὸ Κράτος, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἐγένετο θὰ ἦτο νὰ ἀποχωρήσω ἐγὼ καὶ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐφήρμοζεν ἄλλο πρόγραμμα.

§56Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν τὸ εἶχον ἀντιληφθῆ.

§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ad referendum αὐτὸ ὑπονοεῖται, διότι βεβαίως δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καθίστατο τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως δυσχερές, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπήρχετο ἡ διάλυσις. Τοῦτο ἦτο τὸ λάθος σας.

§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἔργον ἦτο ad referendum. Ἡ τύχη παντὸς διαπραγματευομένου, ἐφόσον ἀπορρίπτονται αἱ διαπραγματεύσεις, εἶναι αὐτονόητος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ εἷς ἄνθρωπος παραμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐφόσον αἱ ἐνέργειαί του δὲν τύχουν ἐγκρίσεως. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ, ἠδύνατο δὲ καὶ νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως, ἐφόσον ἐπειθόμην καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπερέβην τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς καὶ ἐξέθεσα τὸ Κράτος εἰς ζημίας. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ἐπὶ ποίου ζητήματος ἐγένετο ἡ δέσμευσις; Δὲν προέβην εἰς καμμίαν δέσμευσιν. Τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως εἶχε περιληφθῆ εἰς τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα. Ἐπ’ αὐτοῦ διεπραγματεύθην καθ’ ἣν εἴχομεν ἐντολήν. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶσθε ἀκόμη εἰς Γενεύην τὴν τελευταίαν ἡμέραν καὶ προήλθομεν μίαν νύκτα εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτήν, μὴ δεσμεύουσαν ἀπολύτως τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τί ἐδημιούργησε κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐγέννα ὑπονοίας εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὅτι ἀνέλαβον εἰς τὴν Γενεύην ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ; Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν. Τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως ἐτέθη, ἀνεπτύχθη, ἐγένετο ἀποδεκτὸν παρὰ πάντων καὶ ἤμην ἐλεύθερος νὰ τὸ διαπραγματευθῶ καὶ ἐγώ, ἐπαναλαμβάνων ὅμως ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως.

§59Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι δὲν εἶχον ἀντιληφθῆ ὅτι αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις ἦσαν ad referendum.

§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι τὸ ad referendum ἐννοεῖται πάντοτε, διότι ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνῃ, δὲν ὑπάρχει πρᾶξις, διότι οἱ δύο Ὑπουργοὶ δὲν ἀποτελοῦν τὴν Κυβέρνησιν. Ἦτο ὅμως παράλειψις κοινοβουλευτικῆς τάξεως, διότι οὐδέποτε δύο μέλη τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ κάμωσι πράξεις, ἂν προηγουμένως δὲν ἔχωσι τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ μείζονα δὲ λόγον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι ὁμοιογενές.

§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ πρᾶγμα ἐκτρέπεται ἀπὸ τῆς φυσικῆς καὶ κανονικῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν διαπραγματεύσεις μὴ διεξαγόμεναι ἐν τῷ Τόπῳ καὶ μὴ διεξαγόμεναι μεταξὺ προσώπων τὰ ὁποῖα νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν ἰδίαν Χώραν. Ὁσάκις πρόκειται περὶ διαπραγματεύσεων, διεξαγομένων εἴτε πρὸς ἄλλην Χώραν, εἴτε πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, δύο εἶναι οἱ τρόποι καθ’ οὓς δύνανται νὰ γίνωσιν αἱ διαπραγματεύσεις. Ὁ εἷς τρόπος εἶναι νὰ εἰδοποιεῖται ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις περὶ ὅλων τῶν συζητήσεων καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ τὴν συγκατάθεσίν της. Ὁ ἕτερος τρόπος εἶναι νὰ στέλλεται πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ποιάν τινα ἐλευθερίαν περὶ τὸ συζητεῖν, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν δύναται νὰ δεσμεύσῃ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι διπλωματικὴ δέσμευσις ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν περὶ μὴ διπλωματικοῦ ζητήματος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Νομικὴ δέσμευσις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι πρόκειται περὶ θεμάτων διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον πρόσωπον ἔχει, ὡς εἶπον, μίαν ἐλευθερίαν περὶ τὰ συζητεῖν. Εἴθισται δὲ περὶ ζητημάτων κάπως σπουδαιοτέρων νὰ μὴ στέλλωνται ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν θὰ ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἄν ἐστέλλοντο τοιοῦτοι ἀντιπρόσωποι, τί θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Κάθε σκέψις, ἡ ὁποία μᾶς ἐπεβάλλετο νὰ τηλεγραφεῖται ἐνταῦθα, θὰ ἔφθανεν ἐδῶ μετὰ πάροδον 48 ὡρῶν ἢ καὶ 24, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ ἐλάμβανε τὰς ταχείας ἀποφάσεις μὲ τὴν ταχύτητα τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν πάντες ὅτι λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις, θὰ γίνεται ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία εἶναι φυσικὸν καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ, ἤ, ἂν προκαλέσῃ τροποποιήσεις, θὰ ἔπρεπε νὰ τηλεγραφεῖται καὶ αὐτὴ ἡ τροποποίησις. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐπρόκειτο νὰ διαρκέσῃ πέντε ἡμέρας καὶ εἶχε νὰ συζητήσῃ ζήτημα δι’ ὅλον τὸν κόσμον. Ἦτο λοιπὸν ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχῃ κάποια σχετικὴ ἐλευθερία εἰς τοὺς διαπραγματευομένους....

§62Β. ΣΑΓΙΑΣ. Σᾶς ἐδόθη αὐτὴ ἡ ἐλευθερία;

§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μόνον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ πῶς γίνονται αἱ διεθνεῖς διαπραγματεύσεις δύναται νὰ ἐρωτᾷ ἂν ἐδόθη αὐτὴ ἡ ἐλευθερία. Ἀλλὰ δύνανται νὰ μεταβαίνουν νὰ συζητοῦν μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν; Δέσμευσις ὅμως ἐκ νομικῶν λόγων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ μᾶς μεμφθῇ ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη κατάχρησις.

§64Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ εἴπῃ τίνα τρόπον γίνονται αἱ διαπραγματεύσεις. Ὅλοι γνωρίζομεν πῶς διεξάγονται αὗται.

§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέπτυξε σύστημα τρόπου διαπραγματεύσεων, δὲν ἀνέπτυξεν ὅμως ἓν σύστημα τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συνεργασία ἐν τινι Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Τὸ ζήτημα ἦτο τοῦτο. Ἠδύναντο οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ οἱ ἐκεῖ μεταβάντες, ἔστω καὶ δι’ ἴδιον λογαριασμόν, νὰ ἀναλάβουν ὑποχρεώσεις οἱασδήποτε; Ἐδηλώθη ἐκεῖ κατὰ τίνα τρόπον γίνεται αὐτό. Ὅταν αὐτὸ γίνεται, γίνεται ad referendum πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε καὶ πολὺ ὀρθῶς ὅτι, ἂν παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν γίνουν δεκτὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐδέχθημεν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς νὰ ἀπόσχωμεν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἰδοὺ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐκ κακοῦ τρόπου διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἀποστολῆς. Διότι, ἂν ἡ ἐκεῖ ἀποστολὴ ἔλεγεν ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν ἔχομεν ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἵνα δώσωμεν μίαν ὁριστικὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, τότε τοιαῦτα ζητήματα δὲν θὰ ἐγεννῶντο καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει οὐδένα εἶχε λόγον νὰ δώσῃ διὰ τὴν Α ἢ Β κατηγορίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἐνδιέφερε τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐνδιέφερεν ἡμᾶς. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν εἶχέ τι ἄλλο νὰ εἴπῃ, παρὰ νὰ τοὺς εἴπῃ ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, δυνάμει τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ σᾶς παράσχωμεν τὴν ἄδειαν. Σεῖς σκεφθῆτε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἂν τοὺς δέχεσθε ἢ ὄχι. Τοῦτο θὰ διηυκόλυνεν ἀκόμη περισσότερον τοὺς κυρίους διαπραγματευθέντας, ἂν καθίστων βέβαιον ὅτι διὰ ταῦτα δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, ὅτι θὰ ἠδύναντο ταῦτα νὰ μὴ γίνουν ἀποδεκτὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ συνόλῳ. Ἤχθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦτο συζητῶ ἁπλῶς. Δὲν συνεζήτησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, διότι μεταξὺ μας ὑπετέθη ὅτι δὲν ἐδεχόμεθα ταῦτα. Ἂν ἐκεῖ κατέληγεν, ἂν ἔφθανεν εἰς τὴν γενικὴν γραμμήν, θὰ εὑρίσκετο εἰς μίαν θέσιν στενόχωρον, δημιουργοῦσα τὸ ad referendum οὐχὶ πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ πρὸς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι κακῶς διεχειρίσθη καὶ ἐδημιούργησε τὸ ad referendum, κατόσον τὸ ad referendum δὲν ἐτέθη εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ μεταξὺ μας.

§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν ὑπῆρχεν ὅρος, κατὰ τὸν ὁποῖον διὰ νὰ δοθῇ ἡ ὁριστικὴ ἔγκρισις κατὰ τὸν Ἰούνιον ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προηγουμένως ἓν σχέδιον καταστατικοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς νέας Τραπέζης καὶ περὶ νομισματικῆς σταθεροποιήσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν μετὰ τῆς Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἁπλούστερον τῶν πραγμάτων ἦτο ἡ διαφωνία νὰ προκύψῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ὑπῆρξεν ἀπόλυτος ἐλευθερία νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς δὲν συμφωνοῦμεν μὲ τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν ὅσον ἀφορᾶ τὸν διχασμὸν τῆς Τραπέζης ἢ τὴν ρύθμισιν τοῦ τραπεζιτικοῦ ζητήματος καὶ τότε θὰ ἐπήρχετο διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ θὰ ἔπαυον αἱ συνεννοήσεις. Ποίαν λοιπὸν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία; Εἴπομεν ὅτι, ἂν μείνωμεν σύμφωνοι μετὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως θὰ προχωρήσωμεν, ἂν δὲ δὲν μείνωμεν σύμφωνοι πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, θὰ παύσωμεν τὴν συζήτησιν. Ὑπῆρξεν ἀπόλυτος ἐλευθερία καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ δίδεται ἑρμηνεία ὅτι ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν νὰ δεσμεύσωμεν τὸν Τόπον ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως;

§67Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶχον ἀντιληφθῆ ἢ μᾶλλον δὲν εἶχον προκαλέσει τόσον σαφῆ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ διὰ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Γενεύης.

§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἐγνωρίζατε ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μὴ μείνωμεν σύμφωνοι, δὲν ὑπῆρχε ζήτημα.

§69Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ἐνῷ σεῖς λέγετε ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν ad referendum, ὁ κ. Τσουδερὸς ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐπιστολῆς του ἀνελάμβανε νὰ διχοτομήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸν καιρὸν νὰ ἀναμετρήσῃ καὶ τὰς συνεπείας τῆς πράξεώς του.

§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὸ σχέδιον. Ἐκάμαμεν μίαν προκαταρκτικὴν συμφωνίαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.

§71Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ προκαταρκτικῆς μόνον συμφωνίας;

§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διατί ἐπήγαμεν εἰς τὴν Γενεύην; Διὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἠθικὴν ἀρωγὴν καὶ τὴν κηδεμονίαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ νὰ εὕρωμεν χρήματα καὶ τακτοποιήσωμεν τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν ἔχει χρήματα. Παρ’ αὐτῆς λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἠθικὴν ἀρωγὴν καὶ τὴν κηδεμονίαν.

§73Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι τὴν κηδεμονίαν.

§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πολὺ καλά, τὴν ἠθικὴν ἀρωγήν. Ἴσως ἡ λέξις «κηδεμονίαν» ἦτο ἄστοχος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὸ ὀνομάζεται κηδεμονία, ὄχι βέβαια ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν οἱ νομικοί, διότι, κ. συνάδελφε, σεῖς εἶσθε πολιτικὸς καὶ γνωρίζετε ὅτι αἱ λέξεις δὲν διατηροῦν τὴν ἰδίαν σημασίαν ἐν τῇ πολιτικῇ, τὴν ὁποίαν διατηροῦν ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ. Λοιπὸν περὶ ἠθικῆς ἀρωγῆς πρόκειται καὶ δύνασθε τοῦτο νὰ τὸ ὀνομάσητε κηδεμονίαν. Διότι Κράτη τὰ ὁποῖα εἶναι οἰκονομικῶς ἰσχυρά, αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ προκειμένου νὰ συνάψουν δάνειον οὔτε ἀνάγκην ἔχουν τοῦ Δημοσίου Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου, οὔτε συστάσεώς τινος. Ὅταν ἡ Ἀγγλία ἢ ἡ Γαλλία θέλῃ νὰ κάμῃ ἓν δάνειον, θὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ὑποθέτω ὅτι Κράτη μικρότερα ἔχουν κάποιαν ἀνάγκην προστασίας, ἀρωγῆς.

§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλα τὰ Κράτη ἔχουν ἀνάγκην τοιαύτης ἀρωγῆς, μικρὰ καὶ μεγάλα, ἔχουν κηδεμονίαν. Ἔχομεν τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία συζητεῖ μὲ τὴν Ἀμερικήν.

§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία οἰκονομικὴ ἀλληλεγγύη. Μετέβημεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ ὑποθέσατε ὅτι ἐκλείομεν μίαν ὁριστικὴν συμφωνίαν. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἰς τὴν ὁποίαν προσετρέξατε διὰ νὰ σᾶς βοηθήσῃ νὰ τακτοποιήσητε τὰ οἰκονομικά σας, δέχεται νὰ σᾶς δώσῃ αὐτὴν τὴν ἀρωγὴν ὑπὸ τοὺς δεῖνα ἢ δεῖνα ὅρους καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκει ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι δεκτὴ ἡ ἀρωγὴ ἡ ἠθικὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ συμφωνία αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν δέσμευσιν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἐζητήσατε τὴν ἀρωγήν της τὴν ἠθικήν. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν σᾶς λέγει ὅτι σᾶς τὴν παρέχω ὑπὸ τοὺς δεῖνα ὅρους, θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀρωγὴν ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν ὑποχρέωσιν, δηλαδὴ δὲν ἀνελάβατε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξητε αὐτό. Ἐζητήσατε τὴν ἀρωγὴν ἑνὸς ὡρισμένου προσώπου. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ σᾶς θέτει αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Ἂν θέλητε, τοὺς ἐκτελεῖτε. Ὥστε οἱανδήποτε καὶ ἂν ἐκάματε συμφωνίαν μεταξὺ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ τοῦ Κράτους, αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμεύσῃ τὸ Κράτος. Ἐζητήσατε ἀρωγήν. Σᾶς τὴν δίδει ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους. Σεῖς δὲν δέχεσθε τοὺς ὅρους αὐτούς. Καμμία δέσμευσις δὲν ὑπάρχει. Δυνάμεθα σήμερον νὰ μὴ δεχθῶμεν τοὺς ὅρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ μὴ συνάψωμεν τὰ δάνεια. Αὐτὸ δὲν θὰ τοὺς κακοφανῇ καθόλου, τοὐναντίον θὰ τοὺς εὐχαριστήσωμεν.

§77Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶμαι ἐνθουσιασμένος διότι προεκάλεσα τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῶν σημερινῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προσπαθήσω νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ ἀπόδοσις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὐθύνης εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα διὰ τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἂν ὄντως ἔχῃ οὕτως ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅτι ἡ συμφωνία μεταξὺ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἦτο ad referendum, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦτο λόγος διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἐφόσον ἡ συμφωνία ἦτο ad referendum, θὰ ἠδύναντο κάλλιστα οἱ ἀπεσταλμένοι νὰ εἴπωσι πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δὲν ἀποδέχεται τὸν ὅρον τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κατὰ πόσον ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ὠφέλιμος διὰ τὸν Τόπον καὶ τὸ Κράτος, δὲν τὸ ἐξετάζω, ἀνεπτύχθησαν ἐπ’ αὐτοῦ ὅλαι αἱ ἀντιλήψεις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω ἀκραδάντως, διότι εἶχον προηγηθῆ τῶν φίλων συναδέλφων ἐν Γενεύῃ καὶ ἀντελήφθην τὸ εὐνοϊκὸν πνεῦμα τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εὐχαρίστως θὰ ἐδέχετο νὰ συζητήσῃ ἐπὶ ἄλλης βάσεως ἐξασφαλιζούσης τὴν ὁμοφωνίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὄντως, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ἀποτελεῖ ἕνα θεσμὸν κατ’ ἐξοχὴν ἠθικοῦ κύρους, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ Κράτη καὶ τὰ μεγαλύτερα, ὑποκλίνονται καὶ διέρχονται διὰ τῶν θυρῶν αὐτῆς. Εἶναι εἷς θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν δημοσιονομικός, ἀπὸ τὸν ὁποῖον βεβαίως ὀφείλουν νὰ διέρχωνται ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῆς διεθνοῦς Κοινωνίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι θεσμὸς τοιοῦτος ὅστις νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς Κράτη ὅρους θίγοντας τὴν κυριαρχίαν, τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῶν ὁμαλότητα. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ κλονίσῃ καὶ καταστρέψῃ καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἂν ἀντὶ νὰ καταληφθῶμεν ὑπὸ νευρικότητος καὶ ἐπιμονῆς, ἀντὶ νὰ χωρίσωμεν τὰς ἀντιλήψεις μας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δημιουργήσωμεν μεταξὺ μας τὸ ἀνεπανόρθωτον θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐπανερχώμεθα πρὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ ἀναπτύξωμεν τοὺς τεχνικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ὅρου τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἐπιτύχωμεν τροποποίησιν ἱκανοποιητικὴν διὰ πάντας. Ἔχω ἐρριζωμένην τὴν πεποίθησιν αὐτὴν καὶ τοῦτο ἠθέλησα νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν ὑπέχει καμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Κατ’ ἐμὲ ἀντιθέτως εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητος ἡ ἐπιμονὴ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐφόσον μάλιστα ἑκατέρωθεν ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἡ διχοτόμησις θὰ ἐπέφερε μέγαν κλονισμὸν εἰς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ἵδρυμα. Ἡ διαφωνία ἐπῆλθε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον ἀρκετὰ ἀνεπτύχθη ἐνώπιον ὑμῶν, τοῦ κατὰ πόσον θὰ ἔπρεπε, ζημιουμένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τῆς διχοτομήσεως ταύτης, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀντιθέτως ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι τὸ Κράτος δὲν ὀφείλει νὰ διχοτομήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὥστε νὰ δημιουργήσωμεν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπροκάλει τὴν δωρεάν. Ἐφόσον εἴμεθα σύμφωνοι ἀπολύτως εἰς μίαν ἄποψιν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ βάσις τοῦ ὅλου ζητήματος, ὅτι δηλαδὴ ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἐξησθένει ἐπικινδύνως τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ἵδρυμα, ὀφείλομεν ἀφίνοντες κατὰ μέρος πᾶσαν προσωπικὴν φιλοτιμίαν νὰ κατεγινόμεθα εἰς τὴν ἐξεύρεσιν ἄλλης λύσεως καὶ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν περὶ καλυμμάτων διένεξιν, δεδομένου ὅτι δι’ αὐτῶν ἐγένετο μία δωρεὰ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ καλυφθῇ ἡ πρὸς αὐτὴν προσγενομένη ζημία. Εἶναι δὲ ἀπολύτως ἄξιον, πῶς ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, μὲ ταχύτητα ἀνεξήγητον, ἐδέχθη τὴν διχοτόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Γενεύῃ, ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν ταύτης εὑρισκόμενος.

§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν λαβοῦσαν χώραν ἁπλῆν διαδικασίαν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ ἄποψις περὶ ἱδρύσεως ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἡ διχοτόμησις δὲν ἦλθεν εἰς τὸ σχέδιον. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης συνεζήτησεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς παρέσχεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μόνον τὰς τεχνικὰς γνώσεις του. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμφωνίαν περὶ τοποθετήσεως συμβούλου εἰς τὴν Τράπεζαν, τοῦτο θὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, διότι εἶναι πρᾶξις τῆς Τραπέζης καὶ οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς συμφωνίας, διότι καὶ ὁ σύμβουλος εἶναι ὑπάληλος τῆς Τραπέζης.

§79Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Τσουδερὸς δὲν ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῇ συγκαταθέσει ὑμῶν.

§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τῇ πρωτοβουλίᾳ ἡμῶν.

§81Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λέγω ὅτι ὁ κ. Τσουδερὸς τὴν ταχεῖαν κρίσιν τῆς ἀναλήψεως τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως ἐξέφερε, διότι οὗτος ἀντιπροσωπεύων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἦτο ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐνδεδειγμένος οἰκονομικὸς σύμβουλος ὑμῶν καὶ γνώστης τῶν πραγμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὤφειλε νὰ προΐδῃ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἐκ τῆς διχοτομήσεως ταύτης. Ἐξακολουθῶ ὅμως νὰ ἐπιμένω ὅτι ὁ κ. Τσουδερὸς ἐνήργησε κατὰ τρόπον ταχύτατον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐπιπόλαιον.

§82Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ τὸ λέγετε, διότι εἶναι ἄδικον. Ἦτο πολὺ μεγάλη ἡ πιθανότης ὅτι οὐδεμία ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ζημία ἐκ τῆς νέας μεταρρυθμίσεως. Ἐν τῷ σχεδίῳ, ὡς σᾶς εἶπον, οὐδεμία εἶναι ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συμφωνία εἶναι προκαταρκτική. Δεχόμεθα ἁπλῶς ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἱδρύσεως ἰδίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἤλθομεν νὰ μελετήσωμεν τώρα ἂν οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους εὑρίσκομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐπιδεκτικοί. Ἂν ἐρχόμενοι ἐβλέπομεν κατ’ ἀρχὴν ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστοι εἰς τὸν Τόπον μας, θὰ ἐλέγαμεν εἰς τὴν Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τοῦτο. Διατί κατηγορεῖτε τὸν κ. Τσουδερόν; Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως ἐγένετο δεκτὴ ἐκ τοῦ προχείρου.

§83Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἂν ἐλέγομεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχετε, ἐρωτῶ, τὴν ἰδέαν ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ ἐτροποποίει τὸν ὅρον τοῦτον;

§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν πεποίθησίν σας. Ἀκούσατε, κ. συνάδελφε. Ἡ πολιτικὴ ἡ ἰδική μας, ὄχι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἦτο πολιτικὴ νομίμου σταθεροποιήσεως. Εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν νὰ κανονίσωμεν κατὰ τρόπον πλέον συγχρονισμένον τὸν τραπεζιτικὸν αὐτὸν ὀργανισμόν. Αὐτὰ εἶχον μελετηθῆ εἰς τὸν Τόπον μας καὶ δὲν ἦτο τίποτε νέον. Ὅλος ὁ κόσμος παρεπονεῖτο καὶ συνίστα νὰ μὴ διατηρηθῇ μία ἀταξία τραπεζιτική. Εἴχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ Τράπεζα αὐτὴ τῆς μεταρρυθμίσεως ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός μας τῆς σταθεροποιήσεως καὶ ἐδέχθημεν κατ’ ἀρχὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πρεσβεύομεν.

§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόκειται περὶ διχοτομήσεως ἢ περὶ ἱδρύσεως;

§86Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐπεκράτησεν ἡ λέξις «διχοτόμησις» διὰ νὰ μὴ λέγωμεν «ἵδρυσις» καὶ τὰ λοιπά.

§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀναγκαία ἡ συγκατάθεσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης;

§88Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Περὶ αὐτὸ περιστρέφεται ὁλόκληρον τὸ ζήτημα, κ. βουλευτά. Ἐφόσον πρόκειται περὶ ἱδρύσεως ἑνὸς κρατικοῦ ἱδρύματος ἀφαιροῦντος ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ἐκδοτικόν της δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ διὰ συμβάσεως μέχρι τοῦ 1950, βεβαίως ἀπαιτεῖται συγκατάθεσις αὐτῆς. Δι’ ὅλων αὐτῶν ἤθελον νὰ καταλήξω ἐκεῖ ὅπου κατέληξα, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐπιμονὴ ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τῶν κηρυχθέντων ὑπὲρ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο ἡ ἀφορμὴ ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ἡ ἀντίθετος ἄποψις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι εἰς ἓν σημεῖον εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅτι ἡ διχοτόμησις φέρει μεγάλην ζημίαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐφόσον δὲ τοῦτο εἶναι ὑπὸ πάντων δεκτόν, δὲν ἐναπόκειτο παρὰ νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι καθίστατο ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὅρου τούτου καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐπεδιώκετο ἡ ἐξεύρεσις ἑτέρας λύσεως. Οὕτω θὰ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπροχώρει ἀπροσκόπτως εἰς τὸ ἀναληφθὲν ἔργον τῆς δημοσιολογικῆς ἐξελίξεως τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε. Τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον θὰ καθίστατο ἐφικτόν, ἐφόσον ὁ ἴδιος ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μᾶς ἐδήλωσε διὰ πρώτην φορὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι ἡ δημοσιολογικὴ αὕτη πολιτικὴ δὲν εἶναι πολιτικὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον. Τῆς πολιτικῆς ταύτης ἡμεῖς οὐχὶ ὡς κυβερνῶντες, ἀλλ’ ὡς δευτερεύοντες παράγοντες ἐλάβομεν γνῶσιν μόλις μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῆς ἀποστολῆς ἐκ Γενεύης. Ἑπομένως καὶ τὸ σχέδιον τῆς διχοτομήσεως ἦτο πρᾶγμα ἐντελῶς νέον δι’ ἡμᾶς.

§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι καὶ τοῦτο προϋπόθεσις τῆς σταθεροποιήσεως.

§90Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἠδύνατο ὅμως νὰ γίνῃ ὑπὸ τὴν ἄλλην μορφήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπροτείναμεν. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ δικαιολογῶ τὴν ψῆφόν μου ἐναντίον τῆς δημοσιολογικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως.

§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν κάθε ἔλεγχον καὶ ἀναλαμβάνομεν κάθε εὐθύνην. Τὰ στήθη μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀνοικτὰ πρὸ ὑμῶν εἰς πᾶσαν ἐπίθεσιν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ἀναζητῶνται ἀλλαχοῦ εὐθῦναι καὶ μάλιστα ἐκεῖ ὅπου αὗται δὲν ὑπάρχουν.

§92Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Περαίνων τὸν λόγον μου προσθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ ψῆφον ἐξουσιοδοτήσεως, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ ἡ ἀντιπροσωπεία εἰς Γενεύην. Ἔχω τὴν ἰδέαν καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ εἶχεν ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν παρὰ τὸ πλευρόν της, ἂν μεταβαίνουσα εἰς Γενεύην διεπραγματεύετο τὰ ζητήματα ὑπὸ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἐκτεθείσας πολλάκις, αἱ ὁποῖαι καὶ θετικῶς καὶ πατριωτικῶς ὠφελοῦσι τὸν Τόπον. Ἀλλ’ ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ μεταβῇ εἰς Γενεύην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν, διότι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους γίνεται καὶ ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς καὶ ἡ νομισματικὴ σταθεροποίησις διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἐμπράκτου ἐξελίξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν θὰ ἀπέκλειε καὶ τὴν διὰ νόμου ἐπιβολήν, εἶναι ὅροι διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος ἐννοῶ νὰ τονίσω καὶ πάλιν ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα προβαῖνον εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποχωρῆσαν αὐτῆς ἀναλαμβάνει ἀκεραίας τὰς εὐθύνας ἔναντι τοῦ Τόπου διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Ἀλλ’ οὐδεμίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνει καὶ διὰ τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς. Αὕτη ἐπῆλθε πρῶτον ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδώσαμεν εἰς τοὺς μεταβάντας εἰς Γενεύην, δεύτερον οἱ μεταβάντες εἰς Γενεύην ἐδέσμευσαν τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν μὲ τοὺς διαπραγματευθέντας μετ’ αὐτῶν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται παρὰ διὰ θυσιῶν νὰ ὑποχωρήσωσι καὶ τρίτον διότι οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἐδέσμευσαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι οἱ συμφερότεροι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς ἐφαρμόσιμοι διὰ τὸν Τόπον.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 11 π.μ. (Ὥρα 10.30′ μ. μ.)

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ

(Ὥρα 11.20′ μ. μ.)

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.

§95Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ ὅπως, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου» εἶναι τυπικόν, ἐπιτραπῇ ἡ εἰς μίαν μόνην κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ψήφισίς του ὑπὸ τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 49 § 7 τοῦ Συντάγματος.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ;

§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις, κατ’ ἀρχὴν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως τοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων». Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητεῖται, κύριοι βουλευταί, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρὸς ἐξυγίανσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἠγωνίσθησαν διὰ τὴν ἐξυγίανσιν ταύτην καὶ αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν, ὅτι ἔφθασεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον ἀπεφασίσθη ὅπως διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πολύπλοκον καὶ σοβαρώτατον ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ζήτημα τοῦτο. Ζητεῖται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν ἐξυγίασιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἡ λέξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν μαρτυρεῖ, ὅτι κἄτι τι τὸ νοσηρὸν ὑπάρχει. Ἄς ἴδωμεν εἰς τί ἔγκειται ἡ νόσος διὰ νὰ κανονίσωμεν τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μᾶλλον πρόσφορα διὰ τὴν ἐξυγίασιν τοῦ ἀσθενοῦς τούτου μέρους τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χώρας. Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι ἡ φύσις πάσης Τραπέζης δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι μεσίτης μεταξὺ τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων τῆς Χώρας, τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ζητοῦν τοποθέτησιν καὶ τῶν ἐπιχειρηματιῶν, τῶν ἐμπόρων, τῶν βιομηχάνων, οἱ ὁποῖοι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἔχουσιν ἀνάγκην κεφαλαίων καὶ δὲν διαθέτουσι ταῦτα. Ἓν δὲ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Τράπεζα ἐπιτελεῖ τὸν σκοπόν της τοῦτον τοῦ χρηματικοῦ μεσίτου εἶναι καὶ ἡ ἔκδοσις τραπεζογραμματίων. Τὸ τραπεζογραμμάτιον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἐν τῇ οἰκονομικῇ αὑτοῦ ἐννοίᾳ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κοινὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον πᾶς ἰδιώτης εἴτε εἶναι πρόσωπον νομικόν, εἴτε εἶναι πρόσωπον φυσικόν, δύναται νὰ ἐκδώσῃ ὡς ἄμεσος ὀφειλέτης. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐκδίδουσα τραπεζογραμμάτια δὲν πράττει τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκδίδει γραμμάτια πληρωτέα πρὸς τὸν ἑκάστοτε κομιστὴν τούτων. Ὥστε ἡ ἔκδοσις τραπεζογραμματίων εἶναι κἄτι ἀνάλογον πρὸς τὴν ἔκδοσιν οἱουδήποτε γραμματίου. Ἡ ἐμπιστοσύνη ὅμως, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἐκδίδουσα ταῦτα Τράπεζα, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ κυκλοφορῇ τὸ τραπεζογραμμάτιον τοῦτο ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα, οὕτως εἰπεῖν, διὰ λευκῆς ὀπισθογραφήσεως. Οὕτω δ’ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν τῶν διαφόρων Χωρῶν βλέπομεν τραπεζογραμμάτια ἐκδιδόμενα ὑπὸ φερεγγύων Τραπεζῶν, νὰ χρησιμεύωσιν, νὰ παίξωσι μονονουχὶ τὸν ρόλον τοῦ χρήματος. Διὰ νὰ εἶναι ὅμως ἐξησφαλισμένη ἡ οἰκονομικὴ λειτουργία τοῦ τραπεζογραμματίου πρέπει ἡ συνολικὴ ὀργάνωσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέζης τῆς Ἐκδοτικῆς νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἐξαργύρωσις τοῦ τραπεζογραμματίου νὰ εἶναι πάντοτε ἐξησφαλισμένη, καὶ εἶναι ἐξησφαλισμένη τότε μόνον ὅταν ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ Τράπεζα, ἡ ἐκδίδουσα τὰ τραπεζογραμμάτια, εἶναι ἀπολύτως ἀνάλογος πρὸς τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει. Λαμβάνει πίστωσιν δανειζομένη διὰ τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, σεβομένη τὴν ἑαυτῆς πίστιν, ὅπως αἱ ἐργασίαι, χάριν τῶν ὁποίων ἐδανείσθη, εἶναι τῆς αὐτῆς φύσεως. Καὶ ἐφόσον τὸ γραμμάτιον εἶναι ἀπαιτητὸν εἰς πρώτην ζήτησιν, πρέπει καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Τραπέζης νὰ εἶναι πραγματοποιήσιμοι τόσον εὐκόλως, ὥστε ἡ πραγματοποίησις τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς Τραπέζης νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων. Πᾶσα πίστωσις, διδομένη ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, εἶναι τραπεζιτικὴ ἐργασία. Καὶ ἐκ τοῦ ποιοῦ τῶν ἐργασιῶν τούτων τῆς Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καταφαίνεται ποῦ ἔγκειται ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ τὸ τραπεζικὸν ἡμῶν σύστημα. Ἐκ τῶν τραπεζικῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ πρωτίστη διὰ τὴν μεγάλην αὐτῆς σημασίαν, σημασίαν προερχομένην ἐκ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει τὸ εἶδος αὐτὸ τῶν τραπεζικῶν ἐργασιῶν, εἶναι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Χώρας ἔχει δώσει πρὸς τὸ Κράτος. Κατὰ μίαν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρόχειρον, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἶχε κατὰ τὸ 1913 εἰς τὸ ἐνεργητικόν της δάνεια πρὸς τὸ Κράτος 31%. Εἰς τὰ 1920 τὸ ποσοστὸν τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς 75%, τὸ 1921 εἰς 82%, τὸ 1923 εἰς 74%, τὸ 1924 εἰς 65%, εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ Ἰουνίου 1927 εἶχε φθάσει τὸ βάρος τοῦ δανείου πρὸς τὸ Κράτος κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον εἰς 6 δισεκατομμύρια δραχμῶν, δηλαδὴ ὑπερέβαινε κατὰ ἓν δισεκατομμύριον καὶ πλέον τὸ σύνολον τῶν τραπεζογραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶχε προβῆ εἰς χορηγήσεις μακροχρονίων πιστώσεων, τὸ γεγονὸς καὶ μόνον ὅτι ἔχει χορηγήσει τοιαύτης ἐκτάσεως δάνεια πρὸς τὸ Κράτος ἀποτελεῖ ἕνα κίνδυνον διὰ τὰ γραμμάτια αὐτῆς, κρινομένης στενῶς ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ λόγους ἱστορικοὺς ἔχει ἐπιδοθῆ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ἡ ἀγροτικὴ πίστις, ὡς ἐκ τῆς κρίσεως αὐτῆς, εἶναι μακροπρόθεσμος· πάντως ἡ προθεσμία τῶν γεωργικῶν δανείων εἶναι πάντοτε σημαντικῶς ἀνωτέρα τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κάτοχος τοῦ τραπεζογραμματίου διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτοῦ. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν αὐτῆς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἔχει παρεκκλίνει σημαντικῶς τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἔχει προσθέσει ἕνα ἀκόμη κίνδυνον εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς ὑπόστασιν ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὅταν εἰς τὰ 1923 ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχε σκεφθῆ τὴν ἵδρυσιν ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέζης εἶχε συσταθῆ μία Ἐπιτροπὴ ἐξ ἀντιπροσώπων καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἄλλων ἐπιστημόνων ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ὅπως δώσῃ τὰς γνώμας της ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ἱδρύσεως ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέζης. Εἶχον κληθῆ καὶ ἐγὼ τότε καὶ ὑπεστήριξα ἔκτοτε τὴν ἀνάγκην τοῦ χωρισμοῦ τοῦ εἴδους τούτου τῶν ἐργασιῶν ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας προορισμὸς ἦτο νὰ εἶναι ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Τότε οἱ κύκλοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑποστήριξαν, καὶ ὀρθῶς διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἐφόσον τὸ Κράτος τότε δὲν εἶχε ἐξησφαλισμένα ἄλλοθεν τὰ κεφάλαια, τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἵδρυσιν ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέζης, θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ ἱδρυθῇ νέα Γεωργικὴ Τράπεζα μὲ κεφάλαια συλλεγόμενα διὰ φορολογίας, ὅπως ἐσκέπτετο τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ, διότι αὕτη δὲν θὰ εἶχε τὰ οἰκονομικὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ προορισμοῦ της. Καὶ ἐξ ἄλλου, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔχουσα τότε περὶ τὰ 4 δισεκατομμύρια καταθέσεις μακροπροθέσμους κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, ἠδύνατο νὰ ἐνασκῇ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν. Ἕνεκα δὲ τῶν δύο τούτων λόγων, δηλαδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι τὸ Κράτος δὲν θὰ διέθετε τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια διὰ τὴν ἄμεσον ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐνήσκει τὴν ἀγροτικὴν πίστιν διὰ τῶν μακροχρονίων παρ’ αὐτῇ καταθέσεων, ἐγκατελείφθη τότε ἡ σκέψις τῆς ἱδρύσεως ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ παρέμειναν τὰ πράγματα ὅπως εἶχον. Ἀλλ’ ἐξηκολούθησε παραμένον καὶ τὸ σπέρμα τῆς νόσου ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μία τρίτη αἰτία τῆς νόσου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης, εἶναι ἡ συμμετοχὴ αὐτῆς εἰς διαφόρους ἐπιχειρήσεις. Ἡ δὲ συμμετοχὴ μιᾶς ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς διαφόρους ἐπιχειρήσεις βιομηχανικὰς ἢ ἄλλας ἀποτελεῖ καὶ αὕτη ἓν εἶδος τραπεζικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν μὲν νὰ ἐπιτρέπεται εἰς ἄλλης φύσεως Τραπέζας, ἀλλ’ ἀπολύτως ἀντενδείκνυται εἰς τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας. Εἶναι δὲ αὕτη μία πολιτική, ἡ ὁποία ἴσως νὰ ἐξυπηρέτησε μέχρι τοῦδε ἄλλους σκοποὺς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὅταν τὸ ζήτημα ἐξετάζεται στενῶς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν ὑπῆρξε πολιτικὴ ἀξία βραβεύσεως διὰ τοὺς διοικητὰς τῆς Τραπέζης. Τὰ πράγματα ὅμως ἔχουν οὕτως: Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δηλαδὴ ἡ ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Χώρας, ἔχει πρῶτον τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῆς διαθέσει εἰς δάνεια πρὸς τὸ Κράτος· δεύτερον ἀσκεῖ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν καὶ τρίτον ἔχει συμμετοχὴν εἰς διαφόρους ἐπιχειρήσεις οἰκονομικάς. Ἐφόσον διαρκεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ νοηθῇ ἐξυγίανσις τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζογραμματίων αὐτῆς. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἐνδείκνυται πλέον τίς πρέπει νὰ εἶναι ἡ θεραπεία το κακοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος καὶ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὁμιλῶν χθὲς ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφέρων ρῆσιν τινὰ τοῦ Ἱπποκράτους, ὅτι εἰς χρονίας νόσους χρόνια θεραπευτικὰ μέσα ἐνδείκνυνται καὶ ὄχι ἄμεσα καὶ ἀκαριαῖα καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ἐφόσον τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόβλημα νοσεῖ χρονίαν νόσον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ ἀμέσως. Εἶπον καὶ χθές, λέγω καὶ σήμερον, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἱπποκράτους μέχρι σήμερον ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη ἔκαμε κολοσσιαίας προόδους ὅσον ἀφορᾷ τὴν χειρουργικὴν καὶ δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου καλούμεθα σήμερον νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακόν. Καλούμεθα δηλαδή, κρίνοντες τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν θέσιν τῆς Χώρας, νὰ κάμωμεν μίαν νέαν ὁδόν, χειρουργοῦντες ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἢ κατὰ τοῦτον ἢ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον. Διότι δύο τρόποι ὑπάρχουσι: Κατὰ τὸν ἕνα ἀποκαθερομένης τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῶν τραπεζικῶν ἐκείνων ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ἐπιστήμην καὶ κατὰ τὰ πορίσματα τῆς πράξεως, δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὴν φύσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, θὰ παραμείνῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς ἐκδοτικὴ τοιαύτη. Κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον θὰ παραμείνῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς μία ἐμπορικὴ Τράπεζα ἄνευ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος καὶ θὰ ἱδρυθῇ μία νέα ἐκδοτικὴ Τράπεζα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ κείμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὸ ὁποῖον τίθεται σήμερον ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ εἴτε τὴν μίαν ὁδὸν εἴτε τὴν ἄλλην. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἀποκλίνει μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως νέας ἐκδοτικῆς Τραπέζης, οὐχ’ ἧττον ὅμως νομίζει ὅτι ἡ συζήτησις εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς διὰ νέων στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἤθελον προσκομισθῆ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, ἤθελε πείσῃ αὐτὸν ὅτι θὰ ἦτο προτιμώτερος ὁ τρόπος τῆς παραμονῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἐκδοτικῆς, δὲν θὰ εἶχεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν δεχθῇ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, τάσσομαι καὶ σήμερον ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εἶχον δημοσίᾳ ἐκφέρει, ὅτι προτιμωτέρα θὰ εἶναι ἡ παραμονὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς Τραπέζης ἐκδοτικῆς, χωρὶς νὰ ἱδρύσωμεν νέαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ἐξετάζω τὸ ζήτημα πρῶτον ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς νομικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθές, εἶναι ἀξίωμα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὅτι εἷς ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν προϋπόθεσιν διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας πάσης Χώρας εἶναι ἡ ἐξασφάλισις καλῆς δικαιοσύνης, δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι πᾶσα οἰκονομικὴ μονὰς ὡς ὑποκείμενον δικαίου πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀσφάλειαν ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτῆς θὰ εἶναι σεβαστὰ καὶ ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ πάντοτε τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν σεβασμὸν τοῦτον τῶν δικαιωμάτων ἀπέναντι παντός, ὅστις ἤθελε τὰ προσβάλλει. Τούτου δοθέντος, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως πραγμάτων νομικῆς, καθ’ ἣν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Χώρας, ἔχει ἀποκτήσει διὰ συμβάσεως μετὰ τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα προνομιακῶς μόνον αὐτὴ νὰ ἐνασκῇ τὴν ἔκδοσιν τραπεζογραμματίων μέχρι τοῦ 1950. Ἔχει λοιπὸν τὸ δικαίωμα καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς οἰκονομικὴ μονὰς ὑποκείμενον δικαίου καὶ αὐτὴ ν’ ἀπαιτῇ παρὰ τοῦ Κράτους ὅπως ὄχι μόνον τὸ Κράτος ἐξασφαλίσῃ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης ἀπέναντι παντὸς τρίτου ἀλλ’ ὅπως καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε αὐτὸ τοῦτο τῆς ἀναγνωρίζει κατὰ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας συνῆψε μετ’ αὐτῆς. Καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἐὰν τὸ κράτος ἔλθῃ σήμερον καὶ διὰ τῆς κρατικῆς ἐπιβολῆς ἀφαιρέσῃ τὸ προνόμιον αὐτὸ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, φοβοῦμαι, λέγω, μήπως γεννηθῇ μία δυσπιστία πρὸς τὸ Κράτος διὰ τὸν σεβασμὸν τῶν ὑποχρεώσεών του, δυσπιστία ἡ ὁποία, ἂν γενικευθῇ, θὰ φέρῃ μέγαν κλονισμὸν εἰς τὴν Χώραν, κλονισμὸν τοιοῦτον, ὥστε πιστωτικὸν ἵδρυμα μὲ ὁσονδήποτε ἰσχυρὰς βάσεις καὶ ἂν ὀργανωθῇ....

§101Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ Τράπεζα τὸ ζητεῖ αὐτό.

§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ κείμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι «ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις ὅπως συνάψῃ σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ἧς παραιτουμένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἐκδοτικοῦ της δικαιώματος, θέλει ἱδρυθῆ Κεντρικὴ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος κλπ. Ἑπομένως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ περὶ συμβάσεως συναφθησομένης μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι εἶναι μήπως ἡ παραίτησις αὐτὴ ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν γίνῃ οἰκειοθελῶς ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν νομίμων αὐτῆς ἐκπροσώπων κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ ὑποχρεωθῇ ἔστω καὶ κεκαλυμμένως ἀπὸ μίαν κρατικὴν ἐπιβολήν. Οὗτος εἶναι ὁ πρῶτος λόγος ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ τὰς σκέψεις μου. Ὁ δεύτερος, ὁ οὐδὲν ἧττον σπουδαῖος, εἶναι ὁ λόγος τῆς ἱστορικῆς σημασίας μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ 86 ἐτῶν ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, μιᾶς ἱστορικῆς συνεχείας, τῆς ὁποίας ἡ ἄμεσος ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος δὲν πρέπει οὐδαμῶς νὰ ὑποτιμᾶται. Ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα συνέστη ἀπ’ ἀρχῆς ὡς Τράπεζα ἐκδοτική. Ὁ νόμος τῆς 30ῆς Μαρτίου 1841 «περὶ συστάσεως Ἐθνικῆς Τραπέζης» ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 9 ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης θὰ ἦσαν χορηγήσεις δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ ἐνεχύρῳ καὶ ἐνέργεια προεξοφλήσεων. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τῆς ἐνεργείας προεξοφλήσεων καθωρίζετο διὰ τοῦ ἄρθρου 19 ἐδ. 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τραπεζιτικὰ γραμμάτια πληρωτέα εἰς τὸν φέροντα. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἱδρυμένην ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς συστάσεώς της ὡς Τράπεζαν ἐκδοτικήν. Ὡς τοιαύτη δέ, ὡς καθαρῶς ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἔδρασεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, μέχρις ὅτου ἡ ἐπιβολὴ πάλιν τοῦ Κράτους, ὁ ἐξαναγκασμὸς τῆς Τραπέζης ὅπως δανείσῃ τὸ Κράτος ὑπέρογκα χρηματικὰ ποσά, ἐπέφερε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζογραμματίων αὐτῆς. Εἶναι ὅμως ἀληθές, εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διὰ τῆς ὁποίας περιεβλήθησαν τὰ τραπεζογραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ σειρᾶς ἐτῶν, ἡ ἰδιότης αὐτῆς ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης συνετέλεσε τὰ μέγιστα, ὥστε νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν πίστιν της εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ εἷς λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου συνεπτύχθη καὶ ἠνδρώθη τὸ πιστωτικὸν τοῦτο ἵδρυμα, εἶναι καὶ ἡ ἰδιότης αὐτῆς ὡς πιστωτικῆς Τραπέζης. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν μίαν τοιαύτην γένεσιν καὶ ἱστορίαν τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι, νομίζω τολμηρὸν τὸ νὰ παραμερίσωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν καὶ νὰ ἱδρύσωμεν νέαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Ἀνάλογον θέμα παρουσιάσθη πρὸ 80 σχεδὸν ἐτῶν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Καὶ ἐκεῖ ὅτε τὸ 1844 εὑρέθησαν πρὸ καταστάσεως τοιαύτης, ὥστε συνεζήτουν καὶ ἐκεῖ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ συστήματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ τότε ἐπροτάθησαν δύο λύσεις. Ἡ μία λύσις προτεινομένη ὑπὸ τοῦ Ρόμπερτ Πίελ ἦτο ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς ὑφισταμένης ἀπὸ μακρῶν αἰώνων Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας. Ἡ ἄλλη πρότασις, προτεινομένη ὑπὸ τοῦ λόρδου Ὄβερστον, ἦτο ἡ ἀνάθεσις εἰς νέους οἰκονομικοὺς ὀργανισμοὺς τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ ἄποψις τοῦ Ρόμπερτ Πίελ, λέγοντος τότε σὺν ἄλλοις καὶ ταῦτα (ἀναγινώσκει): «.... ὁδηγουμένη δὲ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι εἶναι φρόνιμον νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ ὄργανα, ἅτινα κατέχομεν ἤδη, εἶναι τῆς γνώμης ὅτι εἶναι προτιμώτερον νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας, παρὰ νὰ διορίσωμεν ἐντολοδόχους ἐπεφορτισμένους μὲ τὴν ὑπὸ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου ἔκδοσιν τοῦ κυκλοφορικοῦ χαρτίου». Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ὅταν τοιαῦτα ἱστορικὰ διδάγματα ἔχωμεν ἀπὸ Κράτη, τὰ ὁποῖα οἰκονομικῶς εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι ὄχι μόνον μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι οἱ ὁδηγοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ποδηγετοῦν ὅλην τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν τοῦ κόσμου, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἄσκοπον νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀνάλογος ἄλλως τε εἶναι καὶ ἡ νεωτέρα πρᾶξις. Ὅταν μετὰ τὸν παγκόσμιον πόλεμον ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ νομισματικοῦ συστήματος εἰς τὰ διάφορα Κράτη, ἓν τῶν μέσων πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου ἦτο πανταχοῦ καὶ ἡ ἐξυγίανσις τῶν ἐκδοτικῶν των Τραπεζῶν. Καὶ ἐκεῖ τὰ πλεῖστα Κράτη ἀνεδιωργάνωσαν τὰς ὑφισταμένας ἐκδοτικάς των Τραπέζας. Ὅπου δὲ ἱδρύθη νέα Τράπεζα, ἂν ἀφαιρέσωμεν τὴν Αὐστρίαν, τῆς ὁποίας τὸ νόμισμα ὑπέστη τὴν γνωστὴν ὑποτίμησιν, πρόκειται δὲ καὶ περὶ νέου Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀνεφύη ἐκ τῆς τέφρας τοῦ πολέμου, ἡ ἵδρυσις αὕτη δὲν συνετελέσθη εἰς ὅσα Κράτη εἶχον παλαιὰν τοιαύτην. Σᾶς ἀναγινώσκω κατάλογον 20 Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ 1920 μέχρι σήμερον προέβησαν εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ τραπεζιτικοῦ συστήματος, εἴτε διὰ τῆς ἱδρύσεως νέων ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, εἴτε διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῶν ὑφισταμένων (ἀναγινώσκει): «Γερμανία, Αὐστρία, Οὐγγαρία, Ρωσσία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Βέλγιον, Βρεττανικαὶ Ἰνδίαι, Νότιος Ἀφρική, Μεξικόν, Χιλή, Περοῦ, Λιθουανία, Λεττονία, Κολομβία, Δάντσιγκ, Γουατεμάλα, Φιλανδία, Μαδαγασκάρη, Ἀλβανία». Τὸ ζήτημα ὅμως, κύριοι βουλευταί, ἐνέχει καὶ τρίτην τινὰ ἄποψιν, τὴν καὶ σπουδαιοτέραν ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς Ἑλληνικῆς καὶ ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῆς ὡς Τραπέζης ἐκδοτικῆς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δέχεται καταθέσεις ἐντόκους. Τοῦτο δὲ διότι ἡ Τράπεζα ἡ ἐκδοτικὴ δὲν ἔχει ὡς ἄμεσον προορισμὸν αὐτῆς τὴν ἐπίτευξιν μεγάλων ἐμπορικῶν κερδῶν. Τὸ κέρδος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης βεβαίως πρέπει νὰ ὑφίσταται, διότι ἄνευ κέρδους καμμία οἰκονομικὴ ἐπιχείρησις δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Ἀλλὰ τὸ μέγα κέρδος δὲν εἶναι ὁ ἄμεσος σκοπὸς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὁ ἄμεσος σκοπὸς τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι ἡ διαφύλαξις, ἡ ἐξασφάλισις μιᾶς ὁμαλῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ διατήρησις ἑνὸς ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ εἰς μίαν περίπτωσιν ἐκτάκτου ἀνάγκης νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν ἐνδεχομένων ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Ἂν λοιπὸν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἀφίνεται εἰς τὴν ἀπόληψιν ἐντόκων καταθέσεων, θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν διὰ νὰ καλύψῃ καὶ τοὺς τόκους αὐτῶν καὶ ἓν κέρδος τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε νὰ ἐπιζητήσῃ ἐκ τῆς τοιαύτης κινήσεως τῶν κεφαλαίων, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ διαθέσῃ τὸ τοιοῦτον κεφάλαιον κατὰ τρόπους μὴ ἐπιτρεπομένους εἰς Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ὁπότε ὁ πρώτιστος αὐτὸς προορισμὸς νὰ ἐτίθετο ἐν κινδύνῳ. Διὰ τοῦτο δὲ προπολεμικῶς παντοῦ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐτέθη περιορισμὸς εἰς τὰς Ἐκδοτικὰς Τραπέζας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάληψιν ἐντόκων καταθέσεων. Καὶ εἰς ἄλλα μὲν Κράτη, ὅπως λ. χ. εἰς τὴν Γερμανίαν, εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ ἀνάληψις καταθέσεων πέραν ἑνὸς ὡρισμένου ποσοῦ, πέραν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης. Εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπως ἡ Ἰταλία, εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ ἀνάληψις ἐντόκων καταθέσεων μὲ τόκον πέραν ὡρισμένου ποσοῦ. Ἐξ ἄλλου δὲ Κράτη, ὅπως εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ ἀνάληψις. Ἡ Ἐκδοτικὴ λοιπὸν Τράπεζα καὶ παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δέχεται ἐντόκους καταθέσεις, τοὐλάχιστον ὄχι ἄνευ περιορισμῶν. Καὶ λέγουσιν ὅτι ἂν διατηρήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν Τράπεζαν καθαρῶς ἐκδοτικὴν σήμερον, ἀφαιρουμένων ἀπ’ αὐτῆς ὅλων τῶν ἄλλων τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν, ὅσαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν νεωτέραν ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ χάσωμεν ὅλας τὰς καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν μεγαλυτέραν ζωτικὴν ἰκμάδα τοῦ μεγαλυτέρου πιστωτικοῦ ἱδρύματος, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργήσωμεν μίαν κατάστασιν, καθ’ ἣν οἱ νέοι καταθέται, εἰθισμένοι μὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἀποταμιευμάτων των εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἂν προσέρχωνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπὸ τὴν νέαν μορφὴν διὰ νὰ καταθέσουν τὰ ἀποταμιεύματά των, νὰ λαμβάνουν τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν δέχεται καταθέσεις καὶ οὕτω νὰ γεννᾶται εἰς τὴν ψυχήν των ἓν αἴσθημα δυσπιστίας διὰ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς Τραπέζης. Διότι φυσικὸν εἶναι νὰ γεννηθῇ παρ’ αὐτοῖς τὸ ἐρώτημα διατί τάχα δὲν δέχεται πλέον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καταθέσεις; Καὶ τὸ Κοινόν, εἶναι πιθανόν, ἴσως νὰ κλονισθῇ εἰς τὴν πίστιν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ μόνου τοῦ λόγου τούτου. Ἐνῷ λέγουσιν ἀντιθέτως ὅτι ἂν προβῶμεν εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δὲν θὰ δέχεται ἐντόκους καταθέσεις, θὰ παραμείνῃ ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἷος εἶναι, οἷος θὰ ἀπομείνῃ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ προνομίου καὶ ἑπομένως ὁ κλονισμὸς οὗτος δὲν θὰ ἐπέλθῃ. Δὲν ὑποτιμῶ, κύριοι, οὐδόλως τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου καὶ δὲν τὴν ὑποτιμῶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἂν πρὸ 100 καὶ πλέον ἐτῶν τὸ κύριον μέσον τῆς ἀποκτήσεως κεφαλαίων ρευστῶν ὑπὸ μέρους τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν ἦτο ἡ ἔκδοσις τραπεζογραμματίων, ἡ νεωτέρα ἐξέλιξις ἡ τραπεζιτική, στηριζομένη εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ πνεύματος τῆς ἀποταμιεύσεως καὶ τὴν διεύρυνσιν τοῦ συστήματος τοῦ συναλλάγματος φέρει τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζογραμματίων ἀπὸ ἀπόψεως προσπορισμοῦ κεφαλαίων καὶ τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν εἰς ἥσσονα μοῖραν ἀπέναντι τῶν καταθέσεων. Τοῦτο δὲ ἤγαγεν ἕνα εἰδικὸν μελετητὴν τοῦ συστήματος τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, τὸν Ἄγγλον Κόναντ, νὰ εἴπῃ τὸν ἀφορισμόν, ὅτι δύο εἶναι οἱ κύριοι σταθμοί, τοὺς ὁποίους ἔχει νὰ σημειώσῃ ἡ τραπεζιτικὴ ἐξέλιξις ὑπὸ τὴν σύγχρονον αὐτῆς μορφήν. Ὅταν λέγωμεν σύγχρονον αὐτῆς μορφήν, ἐννοοῦμεν τὴν ἐξέλιξιν τῶν Τραπεζῶν ἀπὸ τοῦ 1600 καὶ ἐντεῦθεν. Πρῶτος σταθμός, λέγω, εἶναι ἡ παγίωσις τοῦ τραπεζογραμματίου ὡς μέσου κυκλοφοριακοῦ καὶ δεύτερος σταθμὸς μᾶλλον σπουδαῖος εἶναι ἡ ὑποχώρησις τοῦ τραπεζογραμματίου ἔναντι τοῦ συναλλάγματος, ὀφειλομένου εἰς τὴν πληρεστέραν ὀργάνωσιν τοῦ συστήματος τῶν καταθέσεων. Εἶναι τοῦτο ἀληθὲς καὶ διὰ τὰ ἄλλα Κράτη, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἂν ἴδητε ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα τὸ ἐκδοτικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δι’ ἴδιον αὐτῆς λογαριασμὸν ὄχι μόνον τώρα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ὁπότε γεννᾶται τὸ μέγα ζήτημα ἂν τὸ τραπεζογραμμάτιον εἶναι δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἢ διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς παλαιοτέρους χρόνους, καίτοι ὑφισταμένης τῆς Τραπέζης, θὰ ἴδητε ὅτι αἱ καταθέσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὸ δικαίωμα αὐτῆς τὸ ἐκδοτικόν. Περὶ τὸ σημεῖον λοιπὸν τοῦτο τῶν καταθέσεων γίνεται ὁ μέγας ἀγὼν καὶ περὶ τὸ σημεῖον τοῦτο πρέπει νὰ στραφῇ κατὰ μέγα μέρος ἡ προσοχὴ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ διαχειρισθοῦν ὑπευθύνως τὸ ζήτημα. Ἐγὼ ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχω — δὲν δύνανται δὲ ταῦτα νὰ εἶναι οὔτε τόσον πλούσια, οὔτε τόσον ὑπεύθυνα ὅσον θὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς — ἐγώ, λέγω, ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ ἔχω καὶ ἐκ τῶν ἐπιστημονικῶν ἐφοδίων τὰ ὁποῖα ἀπαραιτήτως καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι χρήσιμα, νομίζω ὅτι μολονότι ἡ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος — ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε ὅτι θὰ ἱδρυθῇ τοιαύτη — θὰ συλλέξῃ καὶ αὐτὴ ἀτόκους ἀκόμη καταθέσεις ἀξίας μεγάλης οἰκονομικῆς ἀπὸ ἀπόψεως ποσότητος. Διότι τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐνεφανίσθη εἰς ἁπάσας ἀνεξαιρέτως τὰς Ἐκδοτικὰς Τραπέζας. Ἑπομένως ὁσημέραι θὰ συσσωρεύεται καὶ σωρεία καταθέσεων ἀτόκων λόγῳ τῆς ἀσφαλείας τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ λόγῳ τῆς εὐκολίας τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε νὰ πληρώνῃ διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἐπιταγῶν. Φοβοῦμαι δὲ καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κυβερνητικὴν πρότασιν πρόκειται νὰ ὀνομασθῇ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, παραμενούσης τῆς ὀνομασίας Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ὑπόλοιπον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, φοβοῦμαι, λέγω, ὅτι ὁ τοιοῦτος κατονομασμὸς θὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην σύγχισιν. Τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα, κύριοι βουλευταί, εἰς πάσας τὰς Χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον ἡ Κεντρικὴ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Χώρας. Εἶναι δὲ πάντοτε εἰς ὅλας τὰς Χώρας τοῦτο ἵδρυμα ἐθνικὸν διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι ἐξασφαλίζει τὴν κυκλοφορίαν τὴν νομισματικὴν διὰ τῆς συνδρομῆς της καὶ διότι ἀφ’ ἑτέρου χρησιμεύει ὡς θεματοφύλαξ τῶν εἰς χρυσὸν ἀποθεμάτων τοῦ Κράτους. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία θὰ ὀνομασθῇ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, παραλλήλως δὲ νὰ ἔχωμεν ἄλλην Τράπεζαν ἐνεργοῦσαν πιστωτικὰς ἐργασίας διαφόρους, νὰ φέρῃ δὲ αὕτη τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους τάσσομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἀποκαθαίροντες τὴν ὑφισταμένην Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἀπὸ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὴν ἐκδοτικὴν αὐτῆς φύσιν, νὰ ἐξακολουθήσωμεν διατηροῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ὡς ἐκδοτικὴν τοιαύτην. Εἰς τοῦτο δὲ ἐνισχύομαι καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἄρα ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀποφασίσει τὴν ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Καὶ διερωτῶμαι τί θὰ μείνῃ πλέον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μετὰ τὸν ἀποχωρισμὸν ἀπὸ τοῦ Σώματος αὐτῆς τῆς κτηματικῆς πίστεως, μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, καὶ μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης; Δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ κατάτμησις τοῦ μεγαλυτέρου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς Χώρας εἰς τέσσαρας μερικωτέρας Τραπέζας; Ἐλέχθη, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸν Τύπον ἀνευθύνως κατὰ τὴν ῥύμην τῶν συζητήσεων διὰ τοῦ Τύπου τὰς τελευταίας ἡμέρας, ὅτι τάχα ἡ ἵδρυσις νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης γίνεται ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἡ σημερινὴ ὅμως συζήτησις ἡ πρὸ τοῦ γεύματος γενομένη μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ συναδέλφου κ. Μερκούρη κατέδειξεν ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὄχι μόνον δὲν ἀξιοῖ ἐπιτακτικῶς τὴν ἵδρυσιν νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀναλάβει τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἔχομεν ἀναλάβει καὶ ἂν ἡμεῖς προβῶμεν εἰς τὴν ἵδρυσιν νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, θὰ πράξωμεν τοῦτο ὑπὸ ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην καὶ διότι θὰ πεισθῶμεν ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Χώρας. Ἄν πάλιν ἀποφασίσωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς ἐκδοτικήν, ἔχομεν πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξωμεν, ἂν πεισθῶμεν ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξυπηρετοῦμεν πληρέστερον τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἔχει πλήρη τὴν εὐχέρειαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τῆς Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης, εἴτε ἀκολουθοῦσα τὴν μίαν ὁδόν, εἴτε ἀκολουθοῦσα τὴν ἄλλην.

§103Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι ὅπως τὸ λέγετε, διότι τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ λόγος διαφωνίας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.

§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ἐξηγήσεις, ὑποθέτω, τὰς ὁποίας παρέσχον εἶναι σαφεῖς. Ὅ,τι γίνεται, γίνεται τῇ ἰδίᾳ ἡμῶν πρωτοβουλίᾳ. Ἡ διαφωνία ἡ ὑπάρχουσα δὲν ὑπῆρξε μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὑπῆρξε μεταξὺ τῶν κομμάτων καὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Δὲν πρόκειται ἑπομένως περὶ ἐπιβολῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.

§105Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀνέκαθεν προεβάλλετο εἰς τὰς συζητήσεις ἡ ἀναληφθεῖσα ὑποχρέωσις μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.

§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι δὲν θὰ λάβωμεν τὴν ἔγκρισιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐφόσον δὲν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολήν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀναλάβει καμμίαν ὑποχρέωσιν. Τὰ ἐρωτήματα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶναι· δέχεσθε νὰ ἀναλάβητε ἐξυγίανσιν τραπεζιτικήν, ὅτι ἡ ἐκδοτικὴ λειτουργία θὰ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐργασίας τῆς Τραπέζης, ναὶ ἢ ὄχι;

§107Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλαδὴ εἰς τὴν σημερινὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην.

§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θεωρεῖ ὅτι ὁ ὀργανισμός της δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀξιώσεις μιᾶς ὑγιοῦς κυκλοφορίας. Νὰ παράσχω μεγαλυτέραν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπασχολεῖ. Ἐξητάσθη τὸ ζήτημα καὶ ἐκεῖ τεχνικῶς πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τραπεζιτικὴν ἐξυγίανσιν. Θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξυγίανσιν βαθμιαίως ἢ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱδρύσωμεν Ἐκδοτικὴν ἀμέσως, διατηροῦντες τὰς πιστωτικὰς ἐργασίας εἰς τὸ μέλλον; Μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεθα νὰ ἐκλέξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορούσαμεν νὰ προτιμήσωμεν.

§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, εἴτε ἱδρύσωμεν νέαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, εἴτε ἀποκαθάρωμεν τὴν ὑφισταμένην ἐν Ἑλλάδι τοιαύτην, γεγονὸς πραγματικὸν εἶναι ὅτι βαίνομεν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τέμνομεν πλέον καὶ ἐγκαινιάζομεν μίαν νέαν ὁδὸν μελλούσης ἐκδοτικῆς τραπεζιτικῆς πολιτικῆς. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐρχόμεθα πλέον φυσιολογικῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πολυθρυλήτου ζητήματος τῶν καλυμμάτων καὶ τῆς τύχης αὐτῶν. Διὰ νὰ εἴμεθα σαφῶς προσανατολισμένοι περὶ τῆς φύσεως αὐτῶν, περὶ τῆς δυνάμεως αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ προορισμοῦ των καὶ ἑπομένως διὰ νὰ δυνάμεθα σαφῶς νὰ σχηματίσωμεν μίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ πολυμάχου τούτου ζητήματος εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορίσωμεν πρῶτον τί ἐννοοῦμεν λέγοντες «κάλυμμα» καὶ νὰ ἀνατάμωμεν ποῖον εἶναι τὸ εἶδος τῶν καλυμμάτων τούτων διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ οἰκονομική του δύναμις καὶ ποία ἡ νομική του φύσις. Εἶπον, κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι τὸ τραπεζογραμμάτιον τὸ ἐκδιδόμενον ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι καὶ ἐν τῇ φύσει αὐτοῦ τῇ οἰκονομικῇ ἓν κοινὸν χρεωστικὸν γραμμάτιον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐξέλιξίς του εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν ἀπέκτησε τοιαύτην σημασίαν, ὥστε νὰ χρησιμεύῃ ὡς ὑποκατάστατον τοῦ χρήματος, τὸ Κράτος ἐπενέβη πλέον διὰ τῆς κυριαρχικῆς αὐτοῦ δυνάμεως εἰς τὸν καθορισμὸν τὸν νομικὸν τῆς κυκλοφορίας τοῦ τραπεζογραμματίου. Ἡ ἐπέμβασις αὐτὴ τοῦ Κράτους ἐκδηλοῦται διὰ σαφοῦς ἐκφάνσεως, εἴτε καθορίζον τὰς Τραπέζας αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τοῦ τραπεζογραμματίου, εἴτε καθορίζον τὸ ποσὸν τῶν νομισμάτων τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἕκαστον τραπεζογραμμάτιον, εἴτε καθορίζον τὴν ἐκδοτικὴν φύσιν τῆς Τραπέζης, πρὸ πρὸ παντὸς διὰ νομικῶν ἐπιταγῶν ἐπιβάλει εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ λάβῃ μέτρα τὰ ὁποῖα νὰ ἐξασφαλίζουν πάντοτε τὴν ἄμεσον ἐξαργύρωσιν τοῦ τραπεζογραμματίου. Καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀμέσου ἐξαργυρώσεως τοῦ τραπεζογραμματίου ἐδημιουργήθη ἡ ὕπαρξις τῶν καλυμμάτων. Ὥστε ὅταν λέγωμεν «κάλυμμα» ἐννοοῦμεν ἓν ποσὸν χρήματος, χρήματος μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον εἴτε ἀπολύτως μόνον, εἴτε ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἄλλας βραχυπροθέσμους τραπεζιτικὰς ἀπαιτήσεις ἐξασφαλίζει τὴν ἄμεσον—καὶ τονίζω τὴν λέξιν—ἄμεσον ἐξαργύρωσιν παντὸς τραπεζογραμματίου. Ἡ πεῖρα δὲ τῶν πραγμάτων κατέδειξεν ὅτι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν οὔτε ὅλαι αἱ καταθέσεις συγχρόνως καὶ ἀμέσως νὰ ἀποσυρθοῦν ἀπὸ μίαν Τράπεζαν, οὔτε ὅλα τὰ ὑπὸ μιᾶς Τραπέζης ἐκδοθέντα τραπεζογραμμάτια νὰ προσκομισθῶσι συγχρόνως καὶ ἀμέσως πρὸς ἐξαργύρωσιν. Καὶ διὰ τοῦτο τὸ μεταλλικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον κατὰ νομικὴν ἐπιταγὴν αἱ Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ κρατοῦν εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῶν ὡς κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων, δὲν εἶναι πάντοτε ἴσου ποσοῦ πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐκδιδομένων γραμματίων. Μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ Ρόμπερτ Πέελ τοῦ 1844, τὸν ὁποῖον καὶ πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, καθιερώθη ὅτι τὸ κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων πρέπει νὰ εἶναι ἀκριβῶς ἴσου ποσοῦ πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἐκδιδόμενα γραμμάτια. Τοῦτο ὅμως ἐγένετο ἐν Ἀγγλίᾳ, ὄχι διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἤθελον νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἄμεσον ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων, διότι καὶ διὰ τοῦ τραπεζιτικοῦ συστήματος ἐξασφαλίζεται αὕτη, ἀλλὰ διότι ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο ἀπόρροια μιᾶς γενικωτέρας οἰκονομικῆς διδασκαλίας, τῆς ὁποίας πρόδρομος πατὴρ καὶ ὑπερασπιστὴς ἦτο καὶ εἶναι εἷς τραπεζίτης, ὁ Σάμουελ, ὁ μετέπειτα λόρδος Ὄβερστον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε γενικῶς ἡ κυκλοφορία ἡ νομισματικὴ εἰς τὴν Χώραν νὰ μὴ ὑφίσταται μεταβολὴν διὰ τῆς αὐξομειώσεως τῶν τραπεζογραμματίων. Λέγουν δηλαδὴ ὅπως μία Χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ γραμμάτιον εἶναι ἄγνωστον, ἔχει ἀνάγκην ὡρισμένον ἀριθμὸν κυκλοφοριακοῦ μέσου, νομίμου χρήματος τῆς Χώρας, οὕτω καὶ εἰς Χώραν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεισέρχεται τὸ τραπεζογραμμάτιον, ἡ ποσότης αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται διαταραχήν. Διὰ πᾶν ἄρα γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδίδῃ ἡ Τράπεζα δέον νὰ λαμβάνῃ τὸ ἰσάξιον ποσὸν αὐτοῦ εἰς χρῆμα καὶ τοιουτοτρόπως διῄρεσαν τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας εἰς δύο τμήματα, τὸ ἐκδοτικὸν καὶ τὸ τραπεζιτικόν. Καὶ καθώρισαν ὅτι τὸ ἐκδοτικὸν τμῆμα δύναται ἄνευ καλύμματος νὰ ἐκδώσῃ τραπεζογραμμάτια ποσοῦ μέχρι 14 ἑκατομμυρίων λιρῶν, τὸ ὁποῖον ηὐξήθη εἰς 18½ ἑκατομμύρια λίρας. Διότι, εἶπον, μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐκείνου τὰ τραπεζογραμμάτια δύνανται ἀκινδύνως νὰ κυκλοφοροῦν ἐλευθέρως, διότι μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐκείνου οὐδέποτε θὰ παρουσιασθοῦν τραπεζογραμμάτια πρὸς ἐξαργύρωσιν, ἐπειδὴ θὰ τὰ ἔχῃ ἀνάγκην τούτων ἡ κυκλοφορία. Ὡς κάλυμμα τούτων ἔθεσαν ἴσης ἀξίας χρέος τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὑφιστάμενον τότε. Καὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ κριταὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ καταδικάζουν τὴν ἀκάλυπτον αὐτὴν ἔκδοσιν ὡς αὐθαίρετον. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ κ. Ἀνδρεάδης εἰς ἓν μνημειῶδες δίτομον ἔργον του, γραφὲν γαλλιστί, περὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας. Διότι λέγει ὅτι εὑρίσκει ὅτι τὰ 18½ ἑκατομμύρια λιρῶν εἶναι ποσὸν τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ πρὸς ἐξαργύρωσιν, ἐπειδὴ τόσον εἶναι τὸ χρέος τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν. Διὰ τὰ ἄλλα τραπεζογραμμάτια τὸ ἐκδοτικὸν τμῆμα τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἐκδώσῃ μόνον ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ ἴσου ποσοῦ εἰς χρυσόν, οὕτως ὥστε τὸ κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων εἶναι 100% εἰς μεταλλικὸν χρῆμα ἢ αὐτούσιον χρυσόν. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἑξῆς οὐσιώδους ζητήματος. Ὅτι, παρ’ ὅλον τὸν χωρισμὸν τοῦτον τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας εἰς δύο τμήματα, νομικῶς ἡ Τράπεζα ἔμεινε μία καὶ ἑνιαία. Ἔχει δὲ τοῦτο ὑψίστην σημασίαν ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατόχους τῶν τραπεζογραμματίων. Διότι, ἂν φαντασθῇ κανεὶς ὅτι ἤθελε πτωχεύσει ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας, οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων, ὅπως καὶ οἱ οἱοιδήποτε ἄλλοι ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν δανεισταὶ αὐτῆς καὶ οἱ καταθέται, δὲν θὰ εἶχον κανὲν προνόμιον ἐπὶ τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποθέματος τῆς Τραπέζης, ἵνα μειώσουν τὴν προνομιακὴν αὐτῶν πληρωμὴν ἐκ τοῦ καλύμματος, ἀλλὰ θὰ συρρέουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν πτώχευσιν τῆς Τραπέζης ὅπως ὅλοι οἱ πιστωταὶ καὶ θὰ λαμβάνουν τὸ ποσὸν τῆς ἀπαιτήσεώς των, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλογεῖ εἰς ὅλους τοὺς δανειστάς. Εἴδομεν λοιπὸν τί ἐστὶ κάλυμμα τραπεζιτικόν. Ἄς ἐντοπισθῶμεν πλέον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἀπὸ καθαρᾶς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ ἀπόψεως τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης. Ἡ νομικὴ φύσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα ἰδιωτικόν, εἶναι πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου. Τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τῆς 30ῆς Μαρτίου 1841 «περὶ συστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης» ὁρίζουν ὅτι «συνιστᾶται Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐν εἴδει Ἀνωνύμου Ἑταιρείας». Ἑπομένως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἱδρύθη ὡς μία Ἀνώνυμος Μετοχικὴ Ἑταιρεία μὲ ὡρισμένον κεφάλαιον, εἰς τὴν πραγματοποίησιν δὲ τοῦ κεφαλαίου τούτου συμμετέσχε καὶ τὸ Κράτος δι’ ἀγορᾶς 1000 μετοχῶν Βραδύτερον, μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ τότε Ὑπουργὸς καὶ Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει εἰς ἔγγραφον αὐτοῦ, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ἐκ τῶν μετοχῶν τούτων χιλίας, σκοπὸν ἄλλον δὲν ἔχει εἰμὴ νὰ ἐμψυχώσῃ ἐκ πρώτης ἀφετηρίας κατάστημα τόσον ἐθνικόν, ἀλλ’ οὔτε θεωρεῖ ἄλλως ἑαυτὴν εἰμὴ ὡς ἰδιώτην μέτοχον ὡς καὶ τοὺς λοιπούς, ὑποκειμένη δὲ εἰς τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις». Βραδύτερον δὲ εἰς τὴν αἰτιολογικήν του ἔκθεσιν ἑνὸς νόμου τῆς 28ης Ἰανουαρίου 1859 ἐπανελήφθη ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποτελεῖ ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Μετά τινα δὲ χρόνον, ἐν ἔτει 1868, τὸ Κράτος ἐπώλησε καὶ τὰς 1000 αὐτὰς μετοχάς, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἑπομένως ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι καθαρῶς ἰδιωτική, ὑπόκειται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις παντὸς νομικοῦ προσώπου, δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζει τὸ κοινὸν δίκαιον ἐν Ἑλλάδι. Ἑπομένως ὄχι μόνον τὸ μετοχικὸν αὐτῆς κεφάλαιον εἶναι ἀτομική τις περιουσία, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄλλο περιουσιακὸν αὐτῆς στοιχεῖον ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ μόνον εἰς αὐτήν. Σχετικῶς ἤδη πρὸς τὰ καλύμματα, ἀπὸ τὴν δημοσίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν παρ’ ἡμῖν, διετυπώθησαν δύο θεωρίαι. Ἡ μία ὑποστηριζομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἡ ἄλλη ὑποστηριζομένη ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος λέγει: «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα κρατικόν, τὰ δὲ καλύμματα αὐτῆς ἀνήκουν εἰς τὸ Κοινόν». Καὶ ὅτι μὲν ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι ἵδρυμα κρατικόν, νομίζω ὅτι σαφῶς ἀπέδειξα ἐκ τῶν ὅσων πρὸ ὀλίγου εἶπον.

§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν τελευταῖον νόμον τοῦ 1914, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα ἐπεμβάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα ὡς κύριον ἔργον αὐτῆς ἔχει τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη παρὰ τοῦ Κράτους. Αὐτὰ τὰ δύο εἶναι οὐσιώδη διὰ νὰ τῆς δώσῃ μορφὴν κρατικήν.

§111Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀγνοῶ οὐδόλως οὔτε τὸν νόμον τὸν ὁποῖον εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ὑπομνήσητε, οὔτε τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν, οὔτε ἡ συμμετοχὴ αὐτοῦ εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης εἶναι κάτι τι καινοφανὲς ἐν Ἑλλάδι, οὔτε εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὴν νομικὴν φύσιν τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Διότι πολὺ προτοῦ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν ὁ νόμος τοῦ 1914, ἀνάλογον μέτρον ἐφηρμόζετο εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅπου ὑπάρχουν Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι. Ἀκριβῶς δὲ ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ τραπεζογραμμάτιον κυκλοφορεῖ εἰς χρῆμα, ἔχει τὸ Κράτος συμφέρον νὰ προστατεύσῃ πρῶτον τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα τῶν κατόχων τραπεζογραμματίων ἀπέναντι μιᾶς ἐνδεχομένης κακοπίστου διαχειρίσεως ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐκδοτικὴ εἶναι προωρισμένη νὰ εἶναι θεματοφύλαξ τῶν εἰς χρυσὸν ἐθνικῶν ἀποθεμάτων, ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν. Καὶ διὰ τοῦ λόγου τούτου εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὅπου ὑπάρχουν ἰδιωτικαὶ Τράπεζαι, πάντοτε κατὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον τὸ Κράτος ἀναμιγνύεται εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης, χωρὶς ὅμως ἐκ τούτου νὰ ὑποστηριχθῇ οὐδαμοῦ, οὐδέποτε, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι ἡ νομικὴ φύσις τῆς Τραπέζης μεταβάλλεται ἐκ τούτου. Παντοῦ καὶ πάντοτε αἱ ἰδιωτικαὶ Τράπεζαι παρέμειναν νομικῶς ἰδιωτικὰ ἱδρύματα καὶ ἡ περιουσία τῶν ἀνήκει εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς Τραπέζης, οὐδὲν δὲ δικαίωμα ἔχει τὸ Κράτος ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν. Τώρα βέβαια καὶ εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ εἰς τὸν πολὺν ἀμαθῆ Λαὸν παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ νὰ θεωρεῖται κρατικὸν ἵδρυμα. Ὀφείλεται ὅμως τοῦτο κατὰ πολὺ καὶ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζογραμματίων της, ἡ ὁποία κατέστησε πλέον νόμισμα τοῦ Κράτους τὰ τραπεζογραμμάτια καὶ ἑπομένως ὁ πολὺς κόσμος, καὶ δὲν ἐννοῶ τὸν ἀμαθῆ μόνον Λαόν, ἀλλὰ τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην οἰκονομικὴν μόρφωσιν διὰ νὰ κάμῃ τὴν διάκρισιν μεταξὺ τραπεζογραμματίου καὶ χαρτονομίσματος, νομίζει ὅτι εἶναι μόνη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐκδώσῃ χρῆμα, ἄρα ὑπολαμβάνει ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι κρατικὸν ἵδρυμα. Ἡ ἐπιπολαία ὅμως ἀντίληψις αὕτη οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχει πρὸς τὴν νομικὴν φύσιν τοῦ πρώτου ἡμῶν πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν σαφῶς κεχωρισμένη ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἐννοίας ἐξαργυρώσεως τοῦ τραπεζογραμματίου καὶ ἐξοφλήσεως αὐτοῦ. Ὅταν λέγωμεν ἐξαργύρωσιν τοῦ τραπεζογραμματίου, ὑπονοοῦμεν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς κάτοχος τῶν τραπεζογραμματίων νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἄμεσον ἀνταλλαγὴν αὐτοῦ πρὸς τὸ νόμιμον χρῆμα τοῦ Κράτους, πρὸς μεταλλικὸν χρῆμα. Ὅταν λέγωμεν ἐξόφλησιν τοῦ τραπεζογραμματίου, ἐννοοῦμεν τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐπὶ τοῦ τραπεζογραμματίου, ὄχι πλέον ἀμέσως, ἀλλὰ κατόπιν μακρᾶς διαδικασίας, ὅταν ἡ Τράπεζα εὑρεθῇ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἄμεσον ἐξαργύρωσιν. Διότι εἶναι δυνατὸν πολὺ εὐκόλως μία Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία δὲν ἐτήρησεν αὐστηρῶς τὴν ἐμπρέπουσαν σχέσιν μεταξὺ τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ αὐτῆς, νὰ εὑρεθῇ εἰς ἐνεργητικὴν θέσιν, ἂν θέλητε, πολὺ καλυτέραν καὶ ἐν τούτοις ὅμως ἡ ἐξαργύρωσις τῶν τραπεζογραμματίων νὰ μὴ εἶναι εὔκολος, διότι τὸ ἐνεργητικὸν νὰ ἔχῃ διατεθῆ εἰς μακροπροθέσμους ἀπαιτήσεις.

§112Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Πῶς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία;

§113Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς. Σεῖς μοὶ λέγετε ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ, ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ.

§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἰδική μας Τράπεζα εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ.

§115Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, διότι ὄχι μόνον θεωρητικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς ἐγένετο χρῆσις αὐτοῦ. Καὶ δι’ αὐτό, τὸ Κράτος ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον διὰ νομικῶν ἐπιταγῶν νὰ ὑποχρεοῦνται αἱ Τράπεζαι νὰ ἔχουν ὡρισμένα καλύμματα. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν κεχωρισμένην τὴν διάκρισιν τῶν δύο τούτων ἐννοιῶν, θὰ εὐκοληθῶμεν πολὺ εἰς τὴν κατανόησιν τοῦ προορισμοῦ τῶν καλυμμάτων διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων. Ὑπεύθυνος πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων εἶναι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ὄχι μόνον διὰ τὰ εἰς χρυσὸν καλύμματα αὐτῆς, ἀλλὰ δι’ ὅλης αὐτῆς τῆς περιουσίας. Ὅλον τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Τραπέζης, ἀπὸ τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῆς ἀποθέματος, ἀπὸ τοῦ πρώτου αὐτῆς χρυσοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποταμιεύσῃ μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου κονδυλοφόρου της, εἶναι τὸ ἐνεργητικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ πληρωθοῦν ὄχι μόνον τὰ τραπεζογραμμάτια, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἄλλη ὀφειλὴ τῆς Τραπέζης. Οὐδαμοῦ δὲ οὐδέποτε εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου ὑπῆρξε ποτὲ προνόμιον οἱασδήποτε φύσεως ὑπὲρ τῶν κατόχων τραπεζογραμματίων ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ ἀποθέματος, τῆς Τραπέζης, οὔτε ἀκόμη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας, ὅπου, ὅπως σᾶς εἶπον, ὑπάρχει κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων 100% εἰς μεταλλικόν, οὔτε ἐκεῖ ὑπάρχει προνόμιον ὑπὲρ τῶν κατόχων τραπεζογραμματίων πρὸς προνομιακὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἐκ τοῦ εἰς μεταλλικὸν ἀποθέματος τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας ἤθελε πτωχεύσει, θὰ συρρέουν οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων μετὰ τῶν ἄλλων δανειστῶν τῆς Τραπέζης καὶ θὰ λάβουν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς πτωχεύσεως τὸ ἀνάλογον ποσοστόν. Ἕν εἰδικὸν προνόμιον ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν γραμματίων ἔχει καθιερωθῆ εἰς τὸν Καναδᾶν καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ὅπως ἐν περιπτώσει πτωχεύσεως τῆς Τραπέζης οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων θὰ πληρώνωνται κατὰ προτίμησιν τῶν ἄλλων δανειστῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῆς Τραπέζης καὶ ὄχι μόνον ἐκ τοῦ καλύμματος τῆς Τραπέζης. Ἑπομένως ἡ θεωρία....

§116Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ποῦ εἶναι αἱ συμβάσεις ποὺ δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Τραπέζας τῆς ἐκδόσεως τοῦ χαρτονομίσματος;

§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δημιουργεῖται μία πρόσθετος ἀσφάλεια.

§118Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσφάλεια πρὸς ἄμεσον ἐξαργύρωσιν.

§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόσθετον λέγων, ἐννοῶ ὅτι ἐκ τῶν στοιχείων της ἡ Τράπεζα θὰ κρατήσῃ ἐν τῶν τραπεζογραμματίων ἓν ποσὸν ἀμέσως ρευστοποιήσιμον, ἁπλούστατα.

§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀληθές, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, καὶ διότι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, οἱαδήποτε ἐκδοτικὴ Τράπεζα, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ τραπεζογραμμάτια διὰ τοῦ μεταλλικοῦ ἀποθέματος αὐτῆς, εἶναι δὲ πολλάκις δυνατὸν καὶ ἐν τῇ πράξει παρουσιάσθη, νὰ ἐξαργυρώνωνται τὰ τραπεζογραμμάτια, χωρὶς νὰ θιχθῇ ποσῶς τὸ εἰς χρυσὸν ἀπόθεμα αὐτῆς, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Διότι, ὅπως μοναδικὸς τρόπος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων δὲν εἶναι ἡ ἀγορὰ μεταλλικοῦ χρήματος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγορὰ βραχυπροθέσμων ἐμπορικῶν ἀπαιτήσεων, συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων εἰς διαταγήν, καὶ ἐκεῖνα δὲ ἀκόμη χρησιμεύουν ὡς κάλυμμα ἄμεσον διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων. Κατ’ ἀντίστροφον τρόπον εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς πληρωμῆς πρὸς τὴν Τράπεζαν τῶν ὀφειλῶν αὐτῆς ἐκ τῶν συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Τράπεζα τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῆς ἀρκοῦν, ἵνα ἐξαργυρώσῃ τὰ γραμμάτια τὰ ὁποῖα θὰ τῆς προσκομισθοῦν. Καὶ ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ εἰς πλείστας Τραπέζας Ἐκδοτικὰς ἡ δυνατότης νὰ ἀποκτήσουν χρηματικὸν κεφάλαιον διὰ καταθέσεων ἀτόκων καὶ εἶναι δυνατὸν κάτοχοι γραμματίων προσκομίζοντες τὰ γραμμάτια πρὸς ἐξαργύρωσιν νὰ πληρωθοῦν διὰ τῶν καταθέσεων. Ἑπομένως εἶναι δυνατὸν θεωρητικῶς νὰ παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις μιᾶς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐχούσης Α ποσὸν τραπεζογραμματίων ἐν κυκλοφορίᾳ καὶ Β ποσὸν καταθέσεων καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων νὰ ἐξαργυρωθῇ ἐκ τῶν καταθέσεων. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῦ εὑρίσκετε, κ. συνάδελφε, τὸ εἰδικὸν προνόμιον τῶν κατόχων τραπεζογραμματίων ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ ἀποθέματος; Σεῖς λέγετε ὅτι τὸ κάλυμμα αὐτὸ ἀνήκει πάντοτε εἰς τὸ Κοινόν.

§121Β. ΣΑΓΙΑΣ. Εἶναι ὑπέγγυον.

§122Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ὑπέγγυον, κ. Σαγιᾶ. Ἀλλὰ διατί λέγετε ὅτι ἀνήκει τὸ κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων εἰς τοὺς κατόχους τῶν γραμματίων καὶ δὲν ἀνήκουν καὶ τὰ τραπέζια καὶ οἱ κονδυλοφόροι καὶ τὸ «πορτφέϊγ» καὶ οἱαδήποτε ἄλλα περιουσιακὰ στοιχεῖα; Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι ἐξαργυρώνονται τὰ γραμμάτια διὰ χρημάτων ὄχι ἐκ τοῦ καλύμματος, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων πηγῶν. Ποῦ εὑρίσκετε πλέον τὸ προνόμιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ εἴπητε ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τοὺς κατόχους τῶν τραπεζογραμματίων; Δημιουργεῖται μία κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν ἰδικήν σας λογικήν, τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸ Κοινόν, τὸ ὁποῖον κατέθεσε τὰ καλύμματα. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δέ.

§123Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐφόσον λέγετε ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ πληρώσῃ τὰ καλύμματα ἐξ ἄλλων πηγῶν, τότε τὰ καλύμματα εἶναι περιττά. Εἶναι ὡσάν, χρεωστῶν εἰς τὴν Τράπεζαν 300 χιλιάδας δραχμῶν, τῆς δώσω τὸ σπίτι μου, ὡς δὲ τῆς ἐπιστρέψω κατόπιν τὰς 300 αὐτὰς χιλιάδας, τὸ σπίτι μου φυσικὰ εἶναι ἐλεύθερον. Ἴσως δὲν ἐξηγήθητε καλά. Εἶναι πολλὰ τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῶν καλυμμάτων, ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι οὔτε ὑπὲρ τῶν μὲν ἀντιτίθεμαι, οὔτε ὑπὲρ τῶν δέ, διότι δὲν μὲ ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, εἶναι ἓν περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ διατηρήσῃ, διότι ἐφόσον νομίζει ὅτι εἶναι περιουσία τῶν μετόχων, θὰ τὸ διεκδικήσῃ καὶ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, ἂν δὲ ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀποδείξῃ ὅτι ἀνήκει εἰς τοὺς κατόχους, θὰ ὑπάγῃ εἰς τοὺς κατόχους, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι πιστεύετε σεῖς καὶ ἐγώ. Καὶ αὐτὸς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ οὕτως.

§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς παλαιοῦ νομικοῦ, οὐδένα δὲ δεσμεύει αὕτη.

§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω λοιπὸν ἐχόντων τῶν πραγμάτων, πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι, ἐφόσον τὰ καλύμματα ἀποτελοῦσι καὶ αὐτὰ ἓν στοιχεῖον συστατικὸν τοῦ ὅλου ἐνεργητικοῦ τοῦ ἱδρύματος, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, νομικῶς σκεπτόμενος, ὅτι, ὅπως εἰς πᾶσαν Ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, οὕτω καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πάντα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῆς ἀνήκουν εἰς αὐτὸ τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας, οὕτω καὶ τὰ καλύμματα, ἓν τῶν συστατικῶν στοιχείων τοῦ ὅλου ἐνεργητικοῦ τοῦ νομικοῦ προσώπου τῆς Τραπέζης, ἀνήκουν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ νομικοῦ προσώπου τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ὑποχρέου διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζογραμματίων. Εἶναι ἓν ποσὸν τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν ἐξαργύρωσιν τὴν ἄμεσον, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ νομικῶς ὅτι ἴσον δικαίωμα ἐπὶ τῶν καλυμμάτων ἔχουσιν ὄχι μόνον οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων, ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄλλος πιστωτὴς τῆς Τραπέζης. Ἂν ἐξοφλουμένων ὅλων τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Τραπέζης ἤθελον ἀπομείνει τὰ καλύμματα ἐλεύθερα, ἀναμφισβητήτως αὐτὰ θὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἔτι πλέον. Οἱ ὑποστηρίζοντες ὅμως ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸ Κοινόν, ὁδηγοῦν εἰς τὰ ἑξῆς δύο ἄτοπα. Ἂν δεχθῶμεν τὴν Ἀρχὴν ταύτην, ὅτι τὰ καλύμματα εἶναι προϊόν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, ἑπομένως διὰ τῶν τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἀπέκτησε τὸ εἰς χρυσὸν ἀπόθεμα, τότε φθάνομεν εἰς τὸ ἄτοπον ὅτι τραπεζογραμμάτια τεθέντα εἰς κυκλοφορίαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐχὶ διὰ τῆς ὁδοῦ ἀγορᾶς δι’ αὐτῶν χρυσοῦ νομίσματος ἢ χρυσῶν πλακῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν προεξοφλήσεων ἢ διὰ χορηγήσεως οἱασδήποτε ἄλλης πιστώσεως, δὲν θὰ ἔχουν καλύμματα; Οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων τῆς δευτέρας ταύτης φύσεως θὰ εἶχον τάχα εἰδικὸν προνόμιον πληρωμῆς αὐτῶν μόνον διὰ τῶν πιστωτικῶν τίτλων, οἱ ὁποῖοι ἀπεκτήθησαν ἀπὸ μέρους τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζογραμματίων τῆς κατηγορίας ταύτης; Καὶ ἂν οἱ ὀφειλέται πρὸς τὴν Τράπεζαν τῶν συναλλαγματικῶν τούτων εἶναι ἀφερέγγυοι καὶ δὲν πληρώνουν, θὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι ὁ κάτοχος τῶν τραπεζογραμματίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς κυκλοφορίαν, δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα πληρωμῆς ἀπὸ μέρους τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ ἂν ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν ἀρχὴν ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸν κάτοχον τοῦ τραπεζογραμματίου, φθάνομεν εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον ὅτι, ἂν ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν ἔχῃ εἰς χρυσὸν κάλυμμα ὅλου ἀπολύτως τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν, τότε καὶ οἱ κάτοχοι αὐτῶν τῶν τραπεζογραμματίων δὲν θὰ ἔχωσι δικαίωμα πληρωμῆς παρὰ μόνον ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς μεταλλικὸν κάλυμμα ἡ Τράπεζα; Κατ’ ἐμὴν γνώμην λοιπὸν ὅλα τὰ καλύμματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀποτελοῦν ἀναφαίρετον περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς ὅλης περιουσίας τῆς Τραπέζης. Ὁ συνάδελφος ὅμως ἐξ Ἀθηνῶν κ. Δεμερτζῆς, ἀγορεύων χθὲς εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς καὶ ὑποστηρίζει καὶ αὐτὸς ὅτι τὰ καλύμματα εἶναι περιουσία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὅπως τὸ Κράτος, προσέθηκεν, ἐπεμβαίνει εἰς τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα ἄλλων, δύναται νὰ ἐπέμβῃ καὶ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἐρωτῶ ὅμως’ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ τοιαύτη ἐπέμβασις; Ἡ ἐπέμβασις, κύριοι, τοῦ Κράτους εἰς τὴν κατανομὴν τοῦ πλούτου δύναται νὰ γίνῃ διὰ δύο ὁδῶν· εἴτε διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς ὑπὸ μορφὴν φόρου, εἴτε δι’ ἀμέσου ἀφαιρέσεως ὡρισμένων στοιχείων, διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τουτέστι. Καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς Ἀνώνυμος Ἑταιρεία ἐργαζομένη, καὶ κέρδη ἀποκομίζει, ἀλλὰ καὶ τὴν καθιερωμένην φορολογίαν ὑφίσταται. Ἂν ἠννόει ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, θὰ εἶχον νὰ ἐκφράσω μίαν ἔκπληξιν καὶ μίαν ἀντίρρησιν. Μίαν ἔκπληξιν τὴν ἑξῆς. Ὅτι, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, ὅταν εἰς τὴν Βουλὴν συνεζητοῦντο τὰ ἄρθρα 19 καὶ 119 τοῦ Συντάγματος, ὑπεστήριξε μετὰ θέρμης περισσῆς τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀναφαιρέτου τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας. Πῶς δὲ σήμερον ἔρχεται, λησμονῶν τὴν θεωρίαν του ἐκείνην, καὶ ὑπεστήριξεν, ἂν ἡ ἔννοιά του ἦτο αὐτή, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ περιουσία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀναγκαστικῶς; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου θὰ εἶχον νὰ ἀντιτάξω τὴν ἀντίρρησιν ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καθίσταται ἀδύνατος, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 19 αὐτοῦ, ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς περιουσίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἂν ἀκόμη τὸ Κράτος ἤθελε διὰ τῆς βίας νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτήν. Ἂν δὲ ἡ Τράπεζα ὡς ἵδρυμα δὲν ἤθελε διαμαρτυρηθῆ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀφαιρέσεως, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πᾶς μέτοχος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Κράτους ὡς ἀντισυνταγματικήν, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν θὰ ἐγίνετο κατόπιν πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἂν ὅμως ἐγένετο κατόπιν πλήρους ἀποζημιώσεως, πρὸς τί ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος; Ἐγένετο, λέγουν, ὁ θόρυβος, διότι ἡ ἀναγνώρισις ὅτι τὰ καλύμματα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν ἀποτελεῖ ἕνα ἀθέμιτον πλουτισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν συμμερίζομαι ποσῶς τὴν ἄποψιν ταύτην. Διατί ἀποτελεῖ ἀθέμιτον τάχα πλουτισμόν; Διότι σήμερον εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθν. Τραπέζης ἀναγράφονται 95 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἁπλῶς, ἐνῷ πράγματι εἶναι 95 ἑκατομμύρια χρυσᾶ; Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι μία Ἀνώνυμος Ἑταιρεία ἀναγράφει εἰς τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῆς ὡρισμένον μέρος τοῦ εἰς χρυσὸν ἐνεργητικοῦ της εἰς τὴν ὀνομαστικὴν αὐτοῦ ἀξίαν εἰς δραχμάς, δὲν ἀποτελεῖ τι τὸ πρωτοφανὲς μόνον εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅλαι—κατὰ τὸ πλεῖστον—αἱ Τράπεζαι, θὰ ἠδυνάμην νὰ ὀνομάσω εἰδικώτερον τὴν Ἐμπορικὴν Τράπεζαν, ὅλαι, λέγω, αἱ Τράπεζαι ἀναγράφουσιν εἰς τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῶν τὸν χρυσὸν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν αὐτοῦ εἰς δραχμάς.

§126Β. ΣΑΓΙΑΣ. Αἱ εἰς χρυσὸν ὁμολογίαι δὲν εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ χρῆμα.

§127Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ τελειώσω. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ διδάξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐκφέρω γνώμας μου. Ὅστις θέλει τὰς ἀποδέχεται καὶ ὅστις πάλιν δὲν θέλει ἀκροᾶται. Ὄχι λοιπόν, δὲν θὰ ἀπετέλει πλουτισμὸν ἀθέμιτον, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν πλουτισμόν. Τοὐναντίον ἂν ἤθελέ τις ἀφαιρέσῃ διὰ τῆς βίας τὰ ἀποθέματα ταῦτα, τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἀθέμιτον ζημίαν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ πλουτισμοῦ ἀθεμίτου τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν ὅτι αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνήκουσι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς διάφορα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα τὰς κατέχουσιν ἀπὸ σειρᾶς ἐτῶν αὐτάς, ἀγοράσαντα αὐτὰς εἰς χρόνους καθ’ οὓς ἡ ἀξία τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο μικροτέρα μὲν τῆς σημερινῆς, ἀλλὰ πάντως ἀλλαγὴ τῆς κατοχῆς τῶν μετοχῶν αὐτῆς δὲν ἔλαβε χώραν ἀπὸ τῶν χειρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι τὰς ἠγόρασαν. Ἑπομένως ἂν σήμερον ἐκκαθαριζομένης τῆς περιουσίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λάβουν οἱ μέτοχοι αὐτῆς, οἱ ἀπὸ μακρῶν δεκαετηρίδων τοιοῦτοι τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐκ τοῦ συνόλου τῆς περιουσίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον φυσικῶς καὶ νομικῶς καὶ ἠθικῶς τοῖς ἀνήκει, κατὰ τί τοῦτο εἶναι πλουτισμὸς καὶ δὴ ἀθέμιτος; Δὲν πρόκειται δὲ περὶ πλουτισμοῦ ἀκόμη περισσότερον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχουσι σήμερον χρηματιστηριακὴν ἀξίαν 54,000 δραχμῶν. Πρὸ δύο ὁλοκλήρων ἐτῶν αἱ μετοχαὶ τῆς αὐτῆς Τραπέζης εἶχον σημειωθῆ εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 62,000 δραχμῶν. Ποῦ εἶναι ὁ πλουτισμὸς ὁ σημερινός; Αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰ 1920 ἐτιμῶντο 12,000 δραχμῶν χρυσῶν. Ποία εἶναι ἡ ἀξία τῶν 12,000 χρυσῶν δραχμῶν σήμερον; Εἶχον 12,000 χρυσῶν δραχμῶν εἰς τὰ 1920 καὶ εἶχε 95,000,000 χρυσῶν δραχμῶν ἀπόθεμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἔχει σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὰ 95 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἀπόθεμα καὶ πάλιν ἔχουν ὅμως αἱ μετοχαὶ αὐτῆς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὰ 1920; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀνακεφαλαιῶν καὶ συμπεραίνων, βραβεύω πρῶτον τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποκαθαρμὸν ἐπὶ τέλους τῆς Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης, εἰς στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἀποκαθάρῃ ὁριστικῶς τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόβλημα καὶ πρὸ παντὸς τείνει νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν δημοσιονομικὴν ἡμῶν θέσιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλέψῃ καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης. Διότι ἡ ἐκκαθάρισις τῆς Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν δημοσιονομικόν, ἐπειδὴ χρέος τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν εἶναι νὰ ἐκπροσωπῇ τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντα τραπεζογραμμάτια. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως ἡ Κυβέρνησις παρὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ καὶ τὴν Ἐκδοτικὴν ἡμῶν Τράπεζαν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Τούτου τεθέντος, θὰ ἤμην τῆς γνώμης ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Οἰκονομίας καὶ διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐκδοτικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος νὰ ἐξεχώριζεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ τὰς ἐργασίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ἰδιότητα τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Τοῦτο θὰ ἦτο εὐχερέστερον νὰ γίνῃ δι’ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρὰ διὰ τῆς ἱδρύσεως νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἂν ὅμως ἤθελεν ἱδρυθῆ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ τύχη τῶν καλυμμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι διάφορος παρὰ ἡ ἑξῆς. Μὲ ποῖα κεφάλαια θὰ ἱδρυθῇ ἡ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα; Θὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν κεφαλαίων τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Κατὰ ποῖον ποσόν; Καὶ πρῶτον ποίας φύσεως θὰ εἶναι τὰ κεφάλαια τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης; Θὰ ἱδρυθῇ μὲ κεφάλαια εἰς δραχμὰς ἢ θὰ ἱδρυθῇ μὲ κεφάλαια εἰς χρυσόν; Ἐφόσον ἀτενίζει ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς εἰς μίαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ὡς εἰς ἓν ἵδρυμα τὸ ὁποῖον, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, προώρισται νὰ ἐξασφαλίσῃ μίαν ὁμαλὴν καὶ παγιωμένην νομισματικὴν κυκλοφορίαν, νομίζω ὅτι τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο τὰ κεφάλαια τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης νὰ εἶναι εἰς χρυσόν. Ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα πλέον τὸ νόμισμά μας ἀποδεικνύεται τρανῶς ἐκ τοῦ ὅτι κάμνομεν τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν. Ὅταν κάμνωμεν τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν, παραδεχόμεθα ὅτι ἡ δραχμή μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ προπολεμικὸν ἄρτιον, ὅτι ἀντὶ νὰ δώσωμεν 25 δραχμὰς διὰ νὰ πάρωμεν μίαν λίραν, θὰ δώσωμεν 300, παραδείγματος χάριν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ κεφαλαίου τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἤθελε συμμετάσχει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἂν μὲν τὰ κεφάλαια τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι εἰς χρυσόν, ἡ συνεισφορὰ ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἱουδήποτε ποσοῦ....

§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τῶν καλυμμάτων;

§129Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῶν καλυμμάτων. Ἡ συνεισφορά, λέγω, οἱουδήποτε ποσοῦ ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν θὰ παρουσίαζεν οἱανδήποτε δυσχέρειαν. Εἰς χρυσὸν θὰ ἦσαν τὰ κεφάλαια τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, εἰς χρυσὸν θὰ ἦτο καὶ ἡ εἰσφορὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἂν ὅμως θὰ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ εἰσφορὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς δραχμάς, τότε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ μεταφορὰ τῶν καλυμμάτων ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως ἢ εἰς τὴν τιμὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σταθεροποιηθῇ ἡ δραχμή. Ἕν μόνον θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀντείπῃ λογικῶς καὶ ὀρθῶς ἐναντίον τῆς τοιαύτης ἀπολύτου χρησιμοποιήσεως τῶν καλυμμάτων. Ὅτι, ἐφόσον εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης αὐτὰ φέρονται ὡς 95,000,000 δραχμῶν, παρουσιάζεται Α οἰκονομικὴ κατάστασις Τραπέζης, ἑπομένως καὶ Α κέρδη. Ἂν ὅμως αὐτὰ ἐφέροντο εἰς τὴν ὀνομαστικὴν των ἀξίαν, εἰς δραχμάς, θὰ ἤλασσεν ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης, τότε ἡ οἰκονομική της κατάστασις θὰ ἦτο ἄλλη καὶ τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μεγαλύτερα. Ὅσον δὲ μεγαλύτερα θὰ ἦσαν τὰ κέρδη, τόσον βεβαίως μεγαλύτερα θὰ ἦτο καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Τραπέζης. Καὶ θὰ ἠδύνατο εὐλόγως τότε τὸ Κράτος νὰ ἀξιώσῃ τὴν συμμετοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς τοιαύτης φύσεως. Τοῦτο ὅμως εἶναι ζήτημα τεχνικόν, ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελε λύσει μία ἐπισταμένη ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ἐκ μέρους εἰδικῶν ἐμπειροτεχνῶν. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι βουλευταί, τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς, δὲν θὰ εἶχον νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπε χθὲς εἰς ὑμᾶς. Ἐκφράζονται ὅμως ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς τύχης τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως. Θὰ ἐπιτύχῃ τάχα; Καὶ προεβλήθησαν δύο φόβοι, ὁ εἷς φόβος ὅτι διὰ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως αὐτῆς θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναστάτωσις εἰς τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις τῆς Χώρας, εἰς τὸν καθορισμὸν δηλαδὴ τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τοῦ νομίσματος ἡμῶν, ἡ ὁποία θὰ βαίνῃ προϊοῦσα. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν Ἐγένετο μνεία τοῦ ὅτι ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς εἰς ξένας Χώρας μὲ ὑγιὲς νόμισμα εἶναι 160%, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς μὲ τὸ ἀσθενὲς νόμισμα δὲν ἔχει φθάσει εἰς τὴν βαθμίδα αὐτήν. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον ὅτι, ὅταν ἡμεῖς κάμνωμεν τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν, ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βαίνῃ προϊὸν μέχρις ὅτου φθάσῃ εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς. Θὰ βαίνῃ ὅμως βαθμιαίως. Ἀλλ’ εἶναι φαινόμενον οἰκονομικόν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς ὅλας τὰς Χώρας, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου δὲν παρακολουθεῖ ἀπαραιτήτως καὶ κατ’ ἴσον βαθμὸν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος. Ἑπομένως οὕτως ἢ ἄλλως ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου μέχρις ὅτου φθάσωμεν τὸ διεθνὲς ἐπίπεδον τοῦ τιμαρίθμου θὰ ἐπέλθῃ. Ἂν αὐτὸ πραγματοποιηθῇ, τί κινδύνους ἔχομεν; Ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ συνάψῃ τὸ Κράτος, θὰ διατεθῇ ἓν ποσὸν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν αὐτῆς τῆς σταθεροποιήσεως. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ διατεθῇ; Τὸ σχέδιον τῆς ἀποφάσεως, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, τὸ λέγει ὅτι αὐτὸ θὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους εἰς τραπεζιτικὰ γραμμάτια. Ἑπομένως 3,000,000 λιρῶν τραπεζογραμμάτια θὰ ἀρθῶσι τῆς κυκλοφορίας. Τὸ χρῆμα δὲν θὰ χαθῇ. Τὰ 3,000,000 λιρῶν θὰ ἀποτεθῶσιν εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ νόμῳ σταθεροποίησις δὲν πραγματοποιηθῇ, ἀλλ’ ὅτι αὐξάνει ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἡ ἀξία τῆς λίρας, τὸ Κράτος δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, διότι ἀπέκτησεν ἓν ὡρισμένον ποσὸν χρήματος, τὸ ὁποῖον πάλιν θὰ τὸ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι δύναται ἐν συνειδήσει ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αἰτουμένην ἐξουσιοδότησιν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ διαχειρισθῶσι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ σταθμίσει ὅλων τῶν ἀντιθέτων ἀπόψεων νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, τουλάχιστον καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία κατὰ τὸν ἀσφαλέστατον τρόπον θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. (Χειροκροτήματα).

§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας 4 δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–1928». Ἐπίσης καὶ τὸ «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φόρου γεωργικῆς παραγωγῆς» μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι θὰ φέρω τροποποίησιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, μειοῦσαν τὸν φόρον εἰς τὸ ἥμισυ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν ταύτην δηλῶ ὅτι γίνεται ἐργασία ὅπως μὴ σημειωθοῦν τεχνικαὶ δυσχέρειαι κατ’ αὐτήν, ἐφόσον ἔχει γίνει αὕτη συλλήβδην καὶ διὰ τὰ κηπουρικὰ καὶ διὰ τὰς σπειρομένας γαίας.

§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὅτι θὰ εὑρεθῇ μὴ ἐπαχθὴς τρόπος βεβαιώσεως, δέχομαι τὴν ψήφισιν.

§132Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀπαλλαγοῦν τῆς φορολογίας τὰ κηπουρικὰ προϊόντα, διότι εἶναι καταδυναστευτικὴ ἡ διάταξις αὕτη.

§133Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ φόρος τῆς ἐγγείου παραγωγῆς εἶναι πολὺ ἐπαχθὴς καὶ δέον νὰ μειωθῇ κάτω τοῦ ½, ὡς ἐπίσης νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς φορολογίας ὁ σπόρος, δι’ ὃν ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε. Καὶ τέλος παρακαλῶ νὰ ἀπαλλαγοῦν τῆς πληρωμῆς φόρου οἱ πτωχοὶ μισθωταὶ καὶ πληρώσουν τοῦτον οἱ ἰδιοκτῆται καὶ ἡ Ἑταιρεία Κωπαΐδος. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλω καὶ σχετικὴν τροπολογίαν.

§134Δ. ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δέχονται οἱ παραγωγεῖς τὸν νέον κανονισμὸν τοῦ φόρου;

§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, τὸν ἐδέχθησαν.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας 4 δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χρήσεως 1927–1928».

§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φόρου ἐγγείου παραγωγῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς καταστραφέντος ἀρχείου τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Εἰσαγγελίας Ἠλείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων». Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§141Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόλις σήμερον τὸ ἀπόγευμα, κύριοι βουλευταί, ἠδυνήθην νὰ ἀναγνώσω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὁμολογῶ ὅτι μοὶ ἔκαμε κατάπληξιν. Δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ αὐθαιρετώτερον κατασκεύασμα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τὴν λέξιν, ὡς τὸ εὑρίσκω τερατῶδες. Διότι αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ἐφορειακαί, αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ταμιακαί, ὅλη ἡ νομοθεσία ἡ τραπεζιτική, ὅλη ἡ νομοθεσία ἡ νομισματικὴ καὶ αὐτὴ ἡ νομοθεσία ἡ στηριζομένη εἰς τὰς συμβάσεις τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως περὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τῆς Ἑλλάδος, ὅλα ταῦτα παραδίδονται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ περὶ ὅλων αὐτῶν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ νομοθετήσῃ μόνος ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Τερατωδεστέρα ἀληθῶς—ἐπαναλαμβάνω τὴν λέξιν—ἀπεμπόλησις τῶν νομοθετικῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Προσθέτω ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του καὶ ὅλας τὰς δημοσίας θέσεις ἐν γένει, διότι ὑπὸ τὴν κρίσιν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας οἱασδήποτε δημοσίας θέσεως ὅλαι αἱ δημόσιαι θέσεις εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐρωτῶ ἐμαυτόν· ποῦ εὑρίσκει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον; Ποία διάταξις τοῦ Συντάγματος ἢ ποία μεγάλη ἐθνικὴ ἀνάγκη δίδει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπογυμνωθῇ ἀπὸ πάσης ἐξουσίας νομοθετικῆς καὶ νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ δὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Ἡ πρώτη ἐντύπωσις αὕτη ἐμεγαλύνθη παρ’ ἐμοί, ὅταν εἶδον ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τῆς 3ης Μαΐου ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται νὰ νομοθετῇ μόνη. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν καὶ Γερουσίαν δὲν ἔχομεν. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως στηρίζεται, ὑποθέτω, εἰς ἓν ψήφισμα τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου, τὸ ὁποῖον εἰς δύο στίχους λέγει ὅτι αἱ λειτουργίαι πᾶσαι τῆς Γερουσίας μέχρι τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς ἀσκοῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐρωτᾶται· ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ λειτουργίαι τῆς Γερουσίας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλή; Δύνανται αὐταὶ αἱ λειτουργίαι νὰ εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία; Εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς τοιαύτης ὑποσχέσεως τῆς Βουλῆς νὰ ἀναιρεθῇ ἡ Γερουσία εἰς νομοθετικὸν Σῶμα; Ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μόνον, ἂν ὅλαι αἱ λειτουργίαι τῆς Γερουσίας ἀσκοῦνται ἀπὸ τὴν Βουλήν, τί ἐμποδίζει τὴν Βουλὴν νὰ ἀντιποιηθῇ τὰ δικαιώματα τῆς Γερουσίας καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας;

§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἂν ἐκενοῦτο ἡ θέσις, θὰ τὸν ἐξέλεγε.

§143Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Ἐκτὸς ἂν ἐννοεῖτε ὅτι λέγοντες ψήφισμα λειτουργίας ἐννοεῖτε ὅλας τὰς ἐξουσίας καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐννοεῖ. Λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παραδίδεται ὅλη εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ δὴ εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶναι δυνατὸν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ὄχι μόνον τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα τῶν γερουσιαστῶν; Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀνατίθενται ὑπηρεσίαι συνταγματικῆς φύσεως εἰς τὸ πρόσωπον τῶν γερουσιαστῶν. Εἶναι λειτουργίαι καὶ αὐταὶ τῆς Γερουσίας αἱ λειτουργίαι τῶν προσώπων τῶν γερουσιαστῶν; Καὶ διαφέρει πολὺ τὸ πρᾶγμα διότι δὲν δύνασθε νὰ ψηφίσητε κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχετε παρὰ ἀφοῦ λάβητε τὴν ἄδειαν τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Συντάγματος, αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀπὸ βουλευτὰς καὶ γερουσιαστὰς ὡρισμένου ἀριθμοῦ, ὄχι ἀπὸ λειτουργίας, ἀλλ’ ἀπὸ πρόσωπα γερουσιαστῶν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, κατ’ ἐμέ, κύριοι βουλευταί, καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ μὴ νομίσουν ὅτι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ὁμιλῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐπιθυμῶ ἡ ἀποστολὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται νὰ μεταβῇ εἰς Γενεύην καὶ εἰς τὰς Δυτικὰς Εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις, ἐπιθυμῶ νὰ εἶναι ἐντελῶς ἐφωδιασμένη νομίμως διὰ νὰ μὴ ἔχῃ δευτέραν ἀποτυχίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸ σωτηριῶδες, τὸ μέγα ζήτημα τῆς εὑρέσεως δανείου, διότι ἀρκεῖ ἡ ἐλαττωματικὴ θέσις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, θέσις ἡ ὁποία ὑπεδείχθη ὡς ἐλαττωματικὴ καὶ εἰς τὸ τελευταῖον ταξείδιον τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Διότι ἡ Εὐρωπαϊκὴ γνώμη καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων εἰδικῶς καὶ ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἔδειξε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ εἶναι ἐλαττωματικὴ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ τὴν ἠθικὴν ἀρωγήν, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ παρασταθῇ ὡς ἀντιπροσωπεύουσα ἀληθῶς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ὡς πολιτισμένη νομίμως ὄχι μὲ παρανομίας. Μὴ νομίζετε ὅτι αἱ Δυνάμεις καὶ ἰδίως ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ δανείσουν τὴν Ἑλλάδα, θὰ κυττάξουν τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν σᾶς ὠφελεῖ τίποτε. Δὲν πρόκειται περὶ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Κυβερνήσεις ζητοῦν Κυβέρνησιν ἀντιπροσωπεύουσαν τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Κυβερνήσεις θέλουν Κυβέρνησιν προερχομένην ἀπὸ Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ Λαοῦ. Τοιαύτην Κυβέρνησιν θέλουν, διότι τοιαύτη Κυβέρνησις ἐγγυᾶται τὴν πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Μόνον τοιαύτη Κυβέρνησις ἐμπνέει τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ παύσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κηδεμονευομένη ἀπὸ τὸν κ. Πλαστήραν— μὲ συγχωρεῖτε ποὺ τὸν εἶπον κύριον—ἀπὸ τὸν Κονδύλην, ἀπὸ τὸν Πάγκαλον κλπ. Καὶ ὅτι ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν αὐτὴν εἶσθε, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἐκλέξατε τὸν Πλαστήραν διὰ νὰ σᾶς βοηθήσῃ εἰς τὸ στρατιωτικόν, νὰ σᾶς συνδράμῃ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ κατάργησις τῆς στρατοκρατίας, κ. Πρωθυπουργέ; Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀπέτυχεν, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐξεπλήρωσεν οὐδὲν ἐκ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Καὶ ἐφόσον ἀπέτυχεν αὕτη, ἀπέτυχε καὶ ἡ ἀποστολή της εἰς τὴν Εὐρώπην. Καὶ ἴδετε ποίας ὑποδοχῆς ἔτυχεν εἰς τὰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης. Ἡ δεξίωσις ἡ ὁποία ἐγένετο ἦτο τυπικῆς φιλοφροσύνης, διότι δὲν ἤθελον νὰ σᾶς ἀναγνωρίσουν ὡς Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅταν λοιπὸν δὲν ἐνεπνέατε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Λαοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβῆτε μὲ παρανομίας καὶ μὲ ἐφόδια παράνομα. Μόνον μία ἐφημερὶς Εὐρωπαϊκή, οἱ «Καιροὶ» τοῦ Λονδίνου, σᾶς εἶπον ὅτι κάτι ἐκάματε, εἶπον δηλαδὴ ὅτι ἔπραξεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις τὰ ἑξῆς: Πρῶτον ἐδημοσίευσε τὸ Σύνταγμα. Δεύτερον ἔφερε μεταρρυθμίσεις. Τρίτον ἐκανόνισε τὸ χρέος πρὸς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τέταρτον ἐτακτοποίησε τὸ ζήτημα τῶν ἀποτάκτων. Τὸ δεύτερον καὶ τὸ τέταρτον εἶναι ἐσφαλμέναι πληροφορίαι. Διότι οὐδεμία μεταρρύθμισις ἔγινε. Τὸ ζήτημα τῶν ἀποτάκτων εἶναι ἐκκρεμές. Τὰ δύο ἄλλα δὲν εἶναι τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως κατορθώματα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ ἢ Βουλὴ Ἑλληνική, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀνεγνώριζε τὸ χρέος τὸ Ἑλληνικόν, ὡς ὑποχρέωσιν ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ ὅτι ὁ Ἀγγλικὸς Λαὸς ἐπροστάτευσε τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος. Ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀντετάχθη εἰς τὴν κατάλυσιν τοῦ καθεστῶτος τοῦ συνταγματικοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν θὰ λησμονήσῃ ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔδειξε πᾶσαν προσπάθειαν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις Γούναρη τὸ δάνειον ἐν τῇ Ἀγγλικῇ ἀγορᾷ. Δὲν θὰ λησμονήσῃ τὰς εὐγενεῖς προσπαθείας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως νὰ σώσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δολοφόνων τοὺς ἕξ. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ἑπομένως ὁ κανονισμὸς τοῦ χρέους πρὸς τὴν Ἀγγλίαν δὲν εἶναι κατόρθωμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε τὸ παρελθὸν τῆς ἀποτυχίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχετε πρόσφατον τὴν ἀποτυχίαν σας ἐν Γενεύῃ, πῶς θέλετε νὰ ὑπάγητε νὰ ζητήσητε ἐκ νέου τὴν προστασίαν τῶν Δυνάμεων, χωρὶς νὰ εἶσθε ἐφωδιασμένοι νομίμως μὲ τὴν πλειονοψηφίαν; Αἱ Δυνάμεις θέλουν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἐν τῷ παρόντι ἀξιόχρεος καὶ ἐν τῷ μέλλοντι φερέγγυος. Κύριοι, μόνον διὰ μιᾶς τοιαύτης Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δύναται νὰ παραταθῇ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης καὶ νὰ παύσῃ πᾶσα ἀντίδρασις, εἴτε στρατιωτική, εἴτε ἐπαναστατική. Ἡ Ἐπανάστασις δὲν δύναται νὰ τελειώσῃ ἂν δὲν ἔλθῃ ἐδῶ μέσα ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, ἡ ὁποία νὰ ἀποφασίσῃ τί θέλει ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ πῶς θὰ κυβερνηθῇ διὰ Βασιλείας ἢ Δημοκρατίας. Ἔρχομαι εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ψηφίσματος. Θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδίδῃ Ν. Διατάγματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Σεῖς λέγετε μόνον τὰς Ἐπιτροπάς. Ἐπιτροπὰς δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε, διότι δὲν ὑπάρχουν γερουσιασταί. Ἄνευ Ἐπιτροπῶν Ν. Διατάγματα δὲν δύνασθε νὰ ἐκδίδητε, οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας θὰ σᾶς ὑπογράψῃ τοιαῦτα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἀπογυμνώνουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἄνευ δικαιώματος, ἄνευ δυνάμεως πολιτικῆς. Ἡ πολιτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία διηύθυνε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἡ αὐτὴ δύναμις διευθύνει καὶ σήμερον. Θελήσατε, κύριοι Ὑπουργοί, νὰ νομιμοποιηθῆτε μεταβαίνοντες εἰς τὴν Εὐρώπην. Μὴ θελήσετε νὰ ἀποτύχητε καὶ τὸ δεύτερον πρὸς μεγίστην ζημίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴ θελήσετε νὰ σᾶς στρέψουν τὰ νῶτα, ὅπως σᾶς τὰ ἔστρεψαν ἐν τῷ παρελθόντι. Μὴ θελήσετε νὰ διακυβεύσητε τὴν ἀξιοπιστίαν ἐπὶ τέλους τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἐζήτουν πιστοποιητικὸν φερεγγυότητος καὶ τὸ ἐπῆραν. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ προηγούμενον εἶναι ἀληθές. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι. Διότι ἡ παραγγελία τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς εἶναι ἡ ἑξῆς. Καὶ πρὸ μικροῦ ἀκόμη τὸ εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Θὰ σᾶς ἀκούσωμεν, θὰ συζητήσωμεν μεθ’ ὑμῶν, ἀλλὰ νὰ μᾶς φέρετε αὐτὰ ἕτοιμα. Αὐτὰ εἶναι ἀπαράσκευα. Ὅ,τι ἐζήτησεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, δὲν τὰ ἔχει ἡ Κυβέρνησις σήμερον εἰς χεῖράς της, τὰ ἔχει μὲ τὴν ὑπόθεσιν ὅτι θὰ ἐκδώσῃ τὰ Ν. Διατάγματα καὶ ὅτι αὐτὰ τὰ Ν. Διατάγματα θὰ γίνουν καὶ ὅτι θὰ εἶναι ἰσχυρά, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ κανείς, διότι παρῆλθεν ὁ καιρός, κύριοι βουλευταί, κατὰ τοὺς ὁποίους, πρὸ ἓξ ἐτῶν, ἡ ἐπαναστατικὴ ἐπιβολὴ ἐτρομοκράτει τὸν Ἄρειον Πάγον ἐξ ἀνθρώπων ἐπίσης ἀρεοπαγιτῶν καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδωκε τὸ τερατῶδες ἀπόφθεγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξαν τὴν νομολογίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπετάχθησαν τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους. Ὁ ἐπαναστατικὸς Ἄρειος Πάγος, διὰ νὰ ὠφελήσῃ τὴν Ἐπανάστασιν, ἐφεῦρεν αὐτὸ τὸ παμπάλαιον τῆς Ρωμαϊκῆς Δημοκρατίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁπλῶς νομικὸν καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος καθιέρωσεν αὐτὴν τὴν νομολογίαν, ἡ ὁποία κατέστρεψε τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχε καθῆκον νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Βενιζέλον ὅτι μὲ Ν. Διατάγματα δὲν κανονίζω ἐγὼ νόμους. Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη παρῆλθε καὶ θὰ ἔλθουν σήμερον τὰ δικαστήρια νὰ σᾶς εἴπουν ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος δὲν εἶναι νόμος. Καὶ θὰ τὸ εἴπουν, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἀπεφάσισε καὶ ἡ Βουλὴ ἐδέχθη, ὅτι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐξετάζωσι τὸ συνταγματικὸν ἢ ὄχι τοῦ νόμου. Καὶ θὰ ἔλθουν αὔριον τὰ δικαστήρια νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ εἴπουν· εἶναι δυνατόν ποτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀπογυμνώσῃ ἑαυτὴν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Γερουσία εἶμαι ἐγώ; Ἀδύνατον. Καὶ δὲν θὰ τὸ εἴπουν μόνον τὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ δώσουν τὰ χρήματα. Ἐπαναλαμβάνω, σπεύδει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναχωρήσῃ. Λάθος της ὅτι δὲν προεννόησε πρότερον περὶ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀναχωρήσῃ μὲ τοιαῦτα ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ἡ ἀποτυχία πρὸς ζημίαν τῆς Χώρας θὰ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία.

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.

§145Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἠκούοντο διαμαρτυρίαι κατὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τόσον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅσον καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ζητουμένην ἐξουσιοδότησιν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ εἴμεθα ἐν ἀπολύτῳ τάξει. Διότι κοινοβουλευτισμός, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τόσον κόπτονται οἱ φωνασκοῦντες, δὲν εἶναι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐνίοτε πολὺ θεατρικαὶ καὶ ἄσκοποι, αἱ ὁποῖαι ὁμοιάζουν πολλάκις κατὰ τὴν γραφικὴν φράσιν Γάλλου πολιτικοῦ μὲ ἕλικα ἀτμοπλοίου κινούμενον εἰς τὸν ἀέρα. Ἡ σημαντικωτέρα ἀρετὴ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ὅτι δύναται νὰ προσαρμόζεται πρὸς τὰς ἑκάστοτε παρουσιαζομένας περιστάσεις καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἐμφανιζομένας ἀνάγκας. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου εἰς τὰς Χώρας αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξεν ἡ κοιτὶς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἐδημιουργήθησαν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον περιβληθῆ μὲ εὐρύτατα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καὶ αὐτοὶ οἱ δικτάτορες τῆς καλῆς περιόδου τῆς ἀρχαίας Ρώμης. Εὐθὺς δὲ μετὰ τὸν πόλεμον ὅταν ἐνεφανίσθησαν αἱ μεταπολεμικαὶ ἀνάγκαι, ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἔδωσεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰ μέσα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν κίνδυνον ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ νομίσματος καὶ τὰ μέσα διὰ νὰ ἀνορθώσουν οἰκονομικῶς τὰς Χώρας. Ἔχομεν δὲ πολλὰ παραδείγματα ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν νομισματικὴν ἐξυγίανσιν. Εἰς τὴν Πολωνίαν, νομίζω, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξουσιοδοτήθη νὰ κάμῃ τὰς νομισματικὰς μεταρρυθμίσεις. Εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Οὐγγαρίαν εἶχε δοθῆ ἐξουσία δικτατορική, ἂν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη ἐξουσία ἀπορρέουσα ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον εἰς τὰς Ἐθνικὰς Κυβερνήσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Καὶ τελευταίως εἰς τὸ Βέλγιον ἡ νομισματικὴ μεταρρύθμισις ἐπετελέσθη διὰ Διαταγμάτων κατ’ ἐξουσιοδότησιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ περίεργον, τίποτε τὸ ἐξαιρετικὸν νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ οἰκονομίας καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν νομισματικὴν μεταρρύθμισιν διὰ Ν. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα μάλιστα θὰ ἔλθουν ὑπὸ τὴν κύρωσιν ἡμῶν. Εἶχον τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατόπιν τῆς δεκαετοῦς μεταπολεμικῆς πείρας δὲν θὰ ἠκούοντο ἀντιρρήσεις ἐναντίον τῆς νομισματικῆς μεταρρυθμίσεως. Εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἀποτελεῖ πλέον τὴν χειροτέραν κοινοτυπίαν τὸ νὰ λέγῃ κανεὶς ὅτι δὲν ὑπάρχει πληγὴ μεγαλυτέρα εἰς μίαν Χώραν ἀπὸ τὴν ἔκπτωσιν καὶ ἀστάθειαν τοῦ νομίσματος καὶ δὲν ὑπάρχει ἐπιτακτικώτερον καθῆκον διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἑκάστης Χώρας ἀπὸ τὸ νὰ προικοδοτήσῃ αὐτὴν μὲ νόμισμα ὑγιὲς καὶ σταθερόν. Πραγματικὴ νομισματικὴ ἐξυγίανσις εἶναι καὶ κρατικὴ καὶ ἐθνικὴ ἐξυγίανσις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξῃ τις οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν ἐπὶ νομισματικῆς μονάδος ἀσταθοῦς καὶ παντὶ ἀνέμῳ ἀναπεπταμένης, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοικοδομήσῃ τις οἰκοδομὴν στερεὰν ἐπὶ ἐδάφους σειομένου καὶ κλονιζομένου. Μεταξὺ τῶν χωρῶν αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν τὴν μεταπολεμικὴν πληγὴν τῆς νομισματικῆς ἐκπτώσεως καὶ τὰ ἐπακόλουθα ταύτης ὑπῆρξεν ἀτυχῶς καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ εἶναι ἴσως κοινὸν μυστικὸν εἰς πάντας, οἱ ὁποῖοι καὶ μακρόθεν παρακολουθοῦν τὰ πράγματα καὶ δὲν ἔχουν τὴν εὐτυχίαν νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὴν Γενεύην ἵνα ὠτακουστήσουν τί ἐλέχθη εἰς τὴν Ἑλλην. Ἀντιπροσωπείαν, εἶναι κοινὸν μυστικὸν ὅτι ἐκτυλίσσεται ἐνώπιόν μας μία κίνησις παγκόσμιος, μία παγκόσμιος πολιτική, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τὴν πραγματικὴν ὅλων τῶν Χωρῶν τοῦ κόσμου, αἱ ὁποῖαι νοσοῦν. Τὴν πρωτοβουλίαν τῆς πολιτικῆς ταύτης ἔσχον αἱ Χῶραι αἱ ἀπὸ νομισματικῆς ἀπόψεως ἰσχυραί, αἱ ὁποῖαι ἀνέλαβον τὸ βάρος τῆς νοσηλείας καὶ θεραπείας τοῦ νοσοῦντος κόσμου, οὐχὶ βέβαια μόνον ἐκ πνεύματος εὐγενοῦς ἀλληλεγγύης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος, δεδομένου ὅτι καὶ οἱ ὑγιεῖς ὀργανισμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ζημιωθοῦν ἐκ τῆς γειτνιάσεως νοσούντων. Τὴν κίνησιν αὐτὴν τὴν ἔχει υἱοθετήσει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ἔχουσα ὄπισθέν της τὰς Τραπέζας τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς, αἱ ὁποῖαι καὶ κατήρτισαν ἓν Συνδικάτον τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν ὅλου τοῦ κόσμου. Ἑπομένως οἰκονομικὴ ἐξυγίανσις καὶ νομισματικὴ τοιαύτη σημαίνει κατ’ οὐσίαν τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς ἀρωγῆς τῶν τραπεζιτικῶν αὐτῶν κολοσσῶν. Νομίζω ὅτι ἀτυχῶς διεπράχθη ἐξ ἀρχῆς τὸ σφάλμα νὰ μὴ διαφωτισθῇ ἀρκούντως ἡ Κοινὴ Γνώμη περὶ τῆς σημασίας τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὴν Χώραν καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς ἡ ἀναληφθεῖσα Ἡράκλειος προσπάθεια πρὸς οἰκονομικὴν καὶ νομισματικὴν κάθαρσιν. Ἂν εἶχε διαφωτισθῇ ὅσον ἔπρεπεν, ἀσφαλῶς οὐδὲν κόμμα δὲν θὰ ἠσθάνετο τοὺς ὤμους του τόσον ἰσχυρούς, ὥστε νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἐπιχειρουμένης ἐξυγιάνσεως, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐγένετο ὁ ἐκκωφαντικὸς ἐκεῖνος θόρυβος, ὁ ὁποῖος περὶ τὸ Σουηδικὸν δάνειον ἔγινεν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐσχηματίσθη ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀσκόπως καὶ ματαίως μετέβημεν εἰς τὴν Γενεύην, ἐφόσον ὁ ὅρος, δηλαδὴ τὸ δάνειον, εἶχεν ἔλθει αὐτοπροαιρέτως πρὸς ἡμᾶς ἐνταῦθα. Ἀσφαλῶς δὲ οὔτε τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα θὰ ἀντετίθετο κατὰ τῆς ἐξυγιάνσεως αὐτῆς, δεδομένου ὅτι ἡ τάξις ἐκείνη ἡ ὁποία περισσότερον παντὸς ἄλλου ὑποφέρει ἐκ τῆς νομισματικῆς ἀσταθείας καὶ ἐκπτώσεως, πωλοῦσα πολλάκις τὸν ἱδρῶτά της ἀντὶ πινακίου φακῆς καὶ ὅτι ἀντιθέτως ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία πρὸ παντὸς καὶ περισσότερον πάσης ἄλλης θὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀποκτήσεως σταθεροῦ νομίσματος, εἶναι ἡ ἐργατική, τῆς ὁποίας ἐνασμενίζονται νὰ προβάλλουν οἱ μοναδικοὶ ἀντιπρόσωποι. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ἀντιρρήσεις αἱ προβαλλόμεναι κατὰ τῆς σταθεροποιήσεως; Ἡ περίφημος ἐκ τῶν πραγμάτων σταθεροποίησις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐξαγγείλει ἐκ Φλωρεντίας ὁ κ. Μάξιμος, ὅταν ἀκόμη ἡ ἀντιπροσωπεία ἦτο εἰς Γενεύην; Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐξήγησεν ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων σταθεροποίησις οὔτε ὑπάρχει, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ παραμείνῃ ἐντελῶς οὐδέτερον, ἀφίνον ἔκθετον τὴν τύχην τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἤθελε περιέλθει εἰς τὰς χεῖρας ἀχαλινώτου κερδοσκοπίας. Ἡ ἀπροσδιόριστος καὶ ἀκαθόριστος ἐκ τῶν πραγμάτων σταθεροποίησις, τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζουν ὡς πανάκειαν, ὁμοιάζει μὲ τὰς καὶ ἀτελειώτους ὀρθοδόξους νηστείας, τὰς ὁποίας καθιέρωσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πρὸ τῶν μεγάλων ἑορτῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὅμως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅ,τι καὶ διὰ τὰς ἐγχειρήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐπέτυχον μέν, ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς ἀπέθανεν. Διετυπώθη ὅτι μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων σταθεροποίησις, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἐμπορικὸν καὶ δὲν γνωρίζω τίνα ἄλλα. Ἀλλ’ ἡ παγκόσμιος μεταπολεμικὴ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ὑπεράνω καὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ ἐμπορικοῦ κεῖνται οἱ ἀστάθμητοι ψυχολογικοὶ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι ἐνασκοῦν πράγματι ἐντελῶς κυρίαρχον ἐπιρροήν. Ἀνέφεραν χθὲς τὸ παράδειγμα τὸ ἰδικόν μας τοῦ 1923, κατὰ τὸ ὁποῖον ἄνευ οὐδενὸς γεγονότος εἰς παραμονὰς πολέμου ἡ λίρα κατῆλθεν ἀπὸ 470 εἰς 120 δραχμάς. Τὸ παράδειγμα τοῦτο ἐπανελήφθη πολλάκις παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες ὅτι πέρυσιν ἐν Γαλλίᾳ ἡ λίρα κατῆλθεν ἀπὸ 240 εἰς 125 φράγκα ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, χάρις εἰς μίαν ἁπλῆν κυβερνητικὴν μεταβολήν, τὴν ἀντικατάστασιν δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως Ἑρριὼ ὑπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς τοῦ κ. Πουανκαρέ. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐπίσης ὅτι οὔτε καὶ αὐταὶ αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἀσκοῦν πάντοτε ἐπιρροὴν οὐσιώδη, διότι ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Πορτογαλλίας, ἡ ὁποία ἐπέτυχε σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματός της, τοῦ «ἐσκοῦδο», μὲ τὴν ἐφαρμογὴν κυρίως αὐστηροῦ τραπεζιτικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ ἰδικοῦ μας «κονσόρτσιουμ», παρὰ τὰς συνεχεῖς στάσεις καὶ ἐπαναστάσεις, αἱ ὁποῖαι εὐδοκιμοῦν ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἠρώτησαν, ποῖος ὁ λόγος νὰ σπεύσωμεν νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν διὰ νόμου σταθεροποίησιν; Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν πραγματογνωμόνων ὑπάρχει εἷς πίναξ ἀρκετὰ διαφωτιστικός. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐτιμῶντο τὸ 1914 δραχ. 3,648, τὸ 1915 δραχ. 6,835, τὸ 1920 δραχ. 12,000, τὸ 1925 δραχ. 41,415 αἱ ὁποῖαι μεταβαλλόμεναι εἰς χρυσόν, ἀντιπροσωπεύουν ἀξίαν 2,671 δραχμῶν εἰς χρυσόν, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεως τῆς τιμῆς τοῦ 1914. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς ὅλας τὰς μετοχὰς ὅλων τῶν μεγαλυτέρων τραπεζιτικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεών μας. Ἐπίσης ἡ κυκλοφορία ἀνερχομένη τὸ 1916 εἰς 463,000,000 δραχμῶν, τὸ 1919 εἰς 1,322,000,000 δραχμῶν, τὸ 1920 εἰς 1,425,000,000 δραχμῶν, ἀνέρχεται εἰς ποσὸν σήμερον 5,000,000,000, δραχμῶν τὸ ὁποῖον μετατρεπόμενον εἰς ὑγιὲς νόμισμα εἶναι κάτω τοῦ ποσοῦ τοῦ 1914. Τοῦτο παρετηρήθη παντοῦ, διότι εἰς τὴν Γερμανίαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς χαώδους στάσεως τοῦ νομίσματός της, τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα δὲν ἀντιπροσωπεύει οὐσιαστικῶς ἀξίαν μεγαλυτέραν ὀλίγων μόλις δεκάδων ἑκατομμυρίων μάρκων χρυσῶν. Εἰς τὴν Ρουμανίαν τὸ σήμερον κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, μολονότι ἡ Χώρα εἶναι διπλασία εἰς ἔκτασιν καὶ πλοῦτον τῆς προπολεμικῆς, δὲν προσεγγίζει τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρει τὸ 1914. Ἐπίσης αἱ καταθέσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνερχόμεναι τὸ 1915 εἰς 347,000,000 δραχμῶν, τὸ 1918 εἰς 430,000,000 δραχμῶν, τὸ 1923 εἰς δραχ. 240,000,000 καὶ τὸ 1925 εἰς δραχ. 2,637,000,000, ἀντιπροσωπεύουν τὸ 1925 μόλις 163,000,000, περίπου δηλαδὴ τὸ τρίτον τῶν καταθέσεων τοῦ 1915. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, πρόσφατον καὶ κλασικὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς δὲν πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ τὸ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ἓν παράδειγμα τὸ περυσινὸν τῆς Βελγικῆς σταθεροποιήσεως. Οἱ Βέλγοι θωπεύοντες μέχρι τοῦ 1915 τὸ ὄνειρον τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ νομίσματός των, ἀπεφάσισαν ὁριστικῶς καὶ ἀποτόμως τὸ φθινόπωρον τοῦ ἰδίου ἔτους νὰ προβοῦν εἰς τὴν σταθεροποίησιν ἄνευ νόμου εἰς τὴν τιμὴν τῶν 107 φράγκων κατὰ λίραν, εἰς ἣν τὸ Βελγικὸν φράγκον εἶχε διατηρηθῆ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Λόγῳ ὅμως τοῦ ὅτι ὑπῆρχε σοβαρότατον κυμαινόμενον χρέος, λόγῳ τοῦ ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἕνεκα τούτου ἀκριβῶς δὲν συνήφθη τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἤλπιζον νὰ συνάψουν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον στηριχθῆ —δὲν συνήφθη δὲ διότι οἱ χρηματοδόται τὴν τελευταίαν στιγμὴν τοὺς εἶπον, ὅτι δὲν ἐθεώρουν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις ἐφόσον δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ κυμαινομένου χρέους. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ πρώτη των προσπάθεια ἀπέτυχε καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1926 ἠναγκάσθησαν νὰ προβοῦν εἰς νέαν ἔκδοσιν 1500 ἑκατομμυρίων φράγκων ἀκαλύπτου νομίσματος καὶ εἶδον μετ’ ἐκπλήξεως κάθε ἄλλο παρὰ μὴ δικαιολογημένης τὴν ἀναρρίχησιν πρὸς τὰ ὕψη τοῦ ξένου συναλλάγματος. Ἔγινε κρίσις κυβερνητική, ἀμέσως παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐπιχειρήσασα τὴν σταθεροποίησιν, ἐσχηματίσθη νέα Κυβέρνησις οἰκουμενικὴ καὶ ἡ ὁποία θαρραλέως, ἀλλὰ μὲ ἀρτιωτέρας προπαρασκευὰς ἐξηκολούθησε, χωρὶς οὐδόλως νὰ ἀπογοητευθῇ, τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ Σισσύφειον. Ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιβάλουν φορολογίαν 1500 ἑκατομμυρίων, διὰ τῆς ὁποίας ἐπροικοδότησαν εἰδικὸν ταμεῖον ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν, ἠναγκάσθησαν νὰ ρευστοποιήσουν τοὺς κρατικοὺς σιδηροδρόμους σχηματίσαντες ἑταιρείας μὲ ὁμολογίας καὶ μετοχὰς ἀξίας 11 δισεκατομμυρίων φράγκων καὶ προέβησαν κατόπιν τούτου, τὸ φθινόπωρον τοῦ ἰδίου ἔτους, εἰς τὴν διὰ νόμου σταθεροποίησιν τοῦ φράγκου των εἰς τὴν τιμὴν τῶν 175 κατὰ λίραν, τιμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς σταθεροποιήσεως. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ θεωρία τῆς ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως εἰς τὸ Βέλγιον, κατὰ τὴν δευτέραν τουλάχιστον σταθεροποίησιν, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ἐφαρμογήν. Διότι κατὰ Φεβρουάριον ἡ λίρα ἐτιμᾶτο 107 φράγκα. Κατὰ Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον ἔφθασε τὰ 130. Ἀνετιμήθη κατ’ Ἰούλιον μέχρι τῶν 220, τοῦ Γαλλικοῦ φράγκου συναγωνιζομένου εἰς τὸν δρόμον πρὸς τὸν κατήφορον μὲ τὸ Γαλλικόν. Ἀπὸ τὸν Ἰούλιον καὶ ἐφεξῆς ἤρχισε νὰ ἐκπίπτῃ καὶ τὸν Ὀκτώβριον ἐσταθεροποιήθη εἰς τὴν τιμὴν τῶν 175 φράγκων κατὰ λίραν. Ἐν τούτοις ἡ προσπάθεια ἐπέτυχεν, ἐθεωρήθη ὡς θαῦμα, ὁ δὲ συντελέσας σημαντικώτατα εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτὴν διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ Βελγίου εἰς κἄποιαν ἀνακοίνωσιν, ἀπαντῶν εἰς τὰς διατυπωθείσας κατηγορίας, διατί ἔσπευδε μετὰ τὴν πρώτην ἀποτυχίαν νὰ προβῇ εἰς νέαν ἀπόπειραν σταθεροποιήσεως, ἐξ ἴσου ἀμφίβολον καὶ ἀβεβαίαν, ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο πολὺ περισσότερον ἐπικίνδυνον ἂν ἀφήνετο νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις ἡ χαώδης, ἡ δημιουργηθεῖσα κατὰ τὸ θέρος τοῦ ἰδίου ἔτους. Ταὐτοχρόνως συνήφθη δάνειον 100 ἑκατομμυρίων δολλαρίων ἐπὶ πλέον δὲ ἀνέλαβον αἱ Τράπεζαι Ἀγγλίας, Ἀμερικῆς, Γαλλίας, Γερμανίας, Αὐστρίας Οὐγγαρίας, μέχρι καὶ Ἰαπωνίας διὰ συμβάσεως εἰδικῆς νὰ ὑποστηρίξουν διὰ πιστώσεων τὴν Βελγικὴν Τράπεζαν εἰς τὴν νομισματικήν της μεταρρύθμισιν. Ἐρωτᾶται λοιπόν, διατί ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον θριαμβευτικῶς ἐπέτυχε, τὸ ὁποῖον εἶχε τόσην λαμπρὰν ἐπιτυχίαν εἰς τὸ Βέλγιον, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν; Διὰ τίνα λόγον ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὸ περιθώριον τῶν πεπολιτισμένων χωρῶν; Μᾶς εἶπον ὅτι ὁ Προϋπολογισμός μας δὲν ἔχει ἀκόμη ἰσοσκελισθῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἀντίθετον γνώμην. Αἰσιοδοξεῖ καὶ ἔχει τις πάντα λόγον νὰ ἀποδέχεται τὴν αἰσιοδοξίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ ἐλλείμματος ὀλίγων δεκάδων ἑκατομμυρίων ἢ ἔστω ἐλαχίστων ἑκατοντάδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ 8½–9 δισεκατομμύρια, βεβαίως δὲν θὰ ἀπετέλει Ἡράκλειον ἄθλον τοῦ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἀντιθέτως ὀρροδοῦντες καὶ ὑποχωροῦντες ἐνώπιον τόσον μικροῦ ποσοῦ. Θὰ ὁμοιάζωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταπίνουν τὴν κάμηλον καὶ διϋλίζουν τὸν κώνωπα. Μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἀπεκτήσαμεν ἀκόμη τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα. Παρὰ τὴν σοφὴν γνώμην τοῦ πρὸ ὀλίγου κατελθόντος ἀπὸ τὸ βῆμα γεραροῦ καὶ σοφοῦ συναδέλφου, νομίζομεν ὅτι τὸ νέον Σύνταγμα ἔθεσε τέρμα ὁριστικὸν εἰς τὰς πολιτικάς μας ἀνωμαλίας. Ἂν ὑπάρχῃ κίνδυνος ἐκ μέρους στρατιωτικῶν, ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν ἢ ὁπλιτῶν δὲν εἶναι δύσκολον εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, σεβομένην ἑαυτήν, νὰ τὸν ἀντιμετωπίσῃ τελεσφόρως. Κυβέρνησις ἀποφασισμένη νὰ ἀμυνθῇ ἑαυτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀνατραπῇ διὰ τῆς βίας. Ἔχομεν, ἄλλως τε, πλεῖστα παραδείγματα τοῦ Παγκάλου, ὁ ὁποῖος ἐκρατήθη τόσους μῆνας εἰς τὴν ἀρχήν, παρὰ τὴν ἔχθραν καὶ τὰς προσπαθείας τοῦ μεγίστου μέρους τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἐπιτύχει καὶ τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἐμπορικόν. Ἡ Ἑλλὰς ἐξάγει τόσον συνάλλαγμα κατ’ ἔτος. Ἑπομένως ὁσασδήποτε θυσίας καὶ ἂν κάμωμεν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς σταθεροποιήσεως θὰ ἀποβῶσι μάταιαι δεδομένου, ὅτι λόγῳ τῆς ἀθρόας ἐξαγωγῆς τοῦ συναλλάγματος, τὸ νόμισμά μας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποστῇ νέον κατρακύλισμα. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου τὸ ἀκούομεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἂν τὰ πράγματα εἶχον ὅπως τὰ ἐμφανίζουν αἱ στατιστικαί μας καὶ οἱ ἀπαισιόδοξοί μας, ἔπρεπε νὰ εἴμεθα οἱ πτωχότεροι τῶν ἀνθρώπων, ὅπως, ἄλλως τε, θὰ συνέβαινε μὲ τὰς περισσοτέρας Χώρας τοῦ κόσμου. Ἐν τούτοις ὁ κόσμος δὲν ἀπελπίζεται, διότι εἶδον ὅτι αἱ στατιστικαὶ δὲν εἶναι πάντοτε ἀκριβεῖς, διότι ἴσως αἱ στατιστικαί, ὅπως ἀπεκλήθησαν ὑπὸ Ἄγγλου πολιτικοῦ, εἶναι πολλάκις ἁπλᾶ μέσα ἀπάτης καὶ ψεύδους ὄχι ἐκ προθέσεως. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτύχῃ ἡ σταθεροποίησις; Ἀδιστάκτως ἐφόσον ἔχομεν κάλυμμα, τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν πιστώσεων ἀνέρχεται εἰς 13½ ἑκατομμύρια λίρας, κάλυμμα, τὸ ὁποῖον καλύπτει ὁλόκληρον τὸ σημερινὸν ἐν κυκλοφορίᾳ χαρτονόμισμα καὶ τὸ ὁποῖον συμπεριλαμβανομένων τῶν καταθέσεων ἐν ὄψει ἀνέρχεται μέχρι 70%. Θὰ εἴμεθα ἀσφαλῶς ἀπαισιόδοξοι καὶ ὡπλισμένοι μὲ ὀμματοϋάλια μυωπικὰ ἵνα προσβλέπωμεν μετὰ τόσου δέους πρὸς τὴν προσπάθειαν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ σταθεροποίησις εἶναι εὔκολος καὶ ἡ ἐπιτυχία της ἀσφαλὴς ἔπρεπε μετὰ πολλὰς ἐπιφυλάξεις, μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ μετὰ πολλῆς ψυχραιμίας, ἴσως μὲ βῆμα σημειωτόν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, διότι θὰ δημιουργηθῇ ἀνεργία διότι θὰ ἔχωμεν ὑπερτίμησιν, διότι θὰ ἐπιβάλωμεν δεσμοὺς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, διότι οἱ ὦμοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσι νέαν ἐπιβάρυνσιν καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐθεωρήθη, ὅτι μόλις μία χώρα προικοδοτηθῇ μὲ νόμισμα σταθερόν, ἀμέσως χρυσορρόος Πακτωλὸς θὰ ρεύσῃ εἰς αὐτήν, ὅτι δηλαδὴ ὅλαι αἱ χῶραι ἐξισοῦνται καὶ ἰσοπεδοῦνται ἐφόσον ἔχουν χρυσοῦν νόμισμα, ἐνῷ αἱ πτωχαὶ Χῶραι δὲν παύουσι νὰ εἶναι πτωχαὶ ὅταν ἔχουν νόμισμα χρυσοῦν, ὅπως αἱ πλούσιαι Χῶραι δὲν παύουσι νὰ εἶναι πλούσιαι καὶ ὅταν δὲν ἔχουσι νόμισμα χρυσοῦν. Τὰ ἡμερομίσθια θὰ εἶναι ἀνάλογα μὲ τὸν πλοῦτον αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐλπίσῃ κανεὶς ὅτι εἰς τὰς πτωχὰς χώρας οἱ ἐργάται θὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ ἡμερομίσθια, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οἱ Ἀμερικανοὶ συνάδελφοί των, ἐφόσον ἐκεῖ καὶ τὰ ἐργατικὰ ἡμερομίσθια ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ καὶ αὐτὰς τὰς ἰδικάς μας βουλευτικὰς ἐπιχορηγήσεις, περὶ τῶν ὁποίων τόσος θόρυβος ἐδημιουργήθη. Ἑπομένως οὐδένα κίνδυνον ἡ βιομηχανία μας δύναται νὰ διατρέξῃ ἀπὸ τὴν σταθεροποίησιν. Ὅταν δὲ βλέπωμεν ὅτι μεγάλαι Χῶραι τῆς Εὐρώπης, ὅπως ἡ Γερμανία καὶ τὸ Βέλγιον, αἱ ὁποῖαι ἀποζοῦν ἀπὸ τὸ μέγα ἐμπόριον καὶ τὰς βιομηχανίας, εἰσάγουσαι ἔξωθεν πρώτας ὕλας, τὰς ὁποίας ἐπανεξάγουν κατειργασμένας, βλέπομεν ὅτι αἱ Χῶραι αὗται προβᾶσαι εἰς σταθεροποίησιν ἐπέτυχε καὶ εἶναι εὐχαριστημέναι, εἶναι ἀστεῖον νὰ φοβώμεθα ὅτι ἡ βιομηχανία μας ἡ μικρά, ἡ μὴ ἀποβλέπουσα εἰς ἐξαγωγὴν εἰς τὸ παγκόσμιον ἐμπόριον, θὰ διατρέξῃ οἱονδήποτε ἔκτακτον κίνδυνον. Ἄλλως τε ἐκεῖνο ἐκ τοῦ ὁποίου ὑποφέρει ἡ βιομηχανία εἶναι πρὸ παντὸς ἡ ἔλλειψις κεφαλαίων, τῆς ὁποίας ἀπότοκος εἶναι ὁ ὑψωμὸς τοῦ τόκου. Εὐτυχῶς δὲ ἡ ἔλλειψις κεφαλαίων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάσχει ἡ βιομηχανία μας καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ κάθε παραγωγικὴ ἐργασία ἐν τῷ Τόπῳ, θεραπεία δύναται νὰ ἔχῃ μόνον εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος, διότι μόνον κατόπιν ταύτης θὰ εἰσρεύσουν εἰς τὴν Χώραν μας ἐπανακάμπτοντα τὰ Ἑλληνικὰ χρήματα ἢ εἰσερχόμεθα διὰ πρώτην φορὰν ξένα κεφάλαια κατὰ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀνελλιπῶς παρετηρήθη εἰς ὅλας τὰς Χώρας, ὅπου ἐφηρμόσθη ἡ σταθεροποίησις. Τὸ ποσὸν τῶν εἰσαχθέντων χρημάτων ὑπὸ τύπον δανείων εἰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, δήμους, κοινότητας καὶ διάφορα ἄλλα νομικὰ πρόσωπα εἰς τὴν Γερμανίαν τῷ 1925 ἀνέρχεται εἰς 5 δισεκατομ. μάρκα χρυσᾶ, εἰς τρόπον ὥστε ἠναγκάσθη ἡ Τράπεζα τῆς Γερμανίας νὰ λάβῃ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν καὶ τὸν γνωστὸν πανικὸν τῆς ἀγορᾶς τοῦ Βερολίνου. Ἄλλως τε ἡ συνταύτισις μεταξὺ τῆς ἐσωτερικῆς ἀνταλλακτικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς τοιαύτης, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ μὲ τὴν σταθεροποίησιν, δὲν θὰ προξενήσῃ κρίσιν σοβαράν. Παρετηρήθη ὅτι εἰς τὸ Βέλγιον ἡ διαταραχὴ ἦτο ἀσήμαντος. Δι’ ὅλα ταῦτα φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ χωρήσωμεν θαρροῦντες εἰς τὴν ἀναληφθεῖσαν σταθεροποίησιν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι προσφέρομεν εἰς τὴν Χώραν τὴν θετικωτέραν καὶ μεγαλυτέραν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὰς παρούσας κρισίμους συνθήκας δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν. Δυνάμεθα δὲ ἁπλῶς νὰ καταλογίσωμεν τὰς εὐθύνας τῆς ἀκατανοήτου ἀντιδράσεως κατὰ τῆς προσπαθείας ταύτης εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀναφαίρετα δικαιώματα ἐπ’ αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.

§147Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, διότι ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἔχομεν πάντες καθῆκον νὰ συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἵνα πάνοπλος μεταβῇ εἰς Εὐρώπην. Ἀλλ’ ἐν τούτοις θέλω νὰ στρέψῃ καὶ τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ὀπίσω, ἵνα ἴδῃ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὰς συνεπείας τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει νὰ ψηφίσωμεν. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διὰ τῶν αὐθαιρέτων μέτρων του περικόπτει τὰ 5)12 τῶν εἰσοδημάτων του καὶ ἑπομένως περικόπτει καὶ ἀπὸ τοὺς ἀποστράτους τὰ 5)12 τοῦ μερίσματος, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι. Δὲν θέλω νὰ καταλογίσω τὰς εὐθύνας εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν τοῦ μέτρου τούτου, διότι γνωρίζω ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι εἰσήγησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Κράτους. Σᾶς παρέστησα, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὰ μετοχικὰ ταῦτα ταμεῖα καὶ ἰδίως τὸ τοῦ Στρατοῦ ἐλεηλάτησαν τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ τὰ ὑπὲρ αὐτῶν ληφθέντα προνομιακὰ μέτρα. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω μὲ τὴν πεῖραν τῶν ἄσπρων μαλλιῶν ποὺ ἔχω εἰς τὸ Ναυτικόν, ὅτι δὲν συμβαίνει τοῦτο διὰ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ Π. Ναυτικοῦ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὰ εἰσοδήματα τοῦ μετοχικοῦ ταμείου εἶναι 12 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο εἴμεθα ὑποχρεωμένοι κατὰ λογαριασμὸν ἀπολύτως ἐκκαθαρισμένον νὰ καταβάλωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὸ Δημόσιον περὶ τὰ 4½ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἤτοι τὰ 5)12 τῶν ὅλων εἰσοδημάτων. Φυσικὸν ἀποτέλεσμα τούτου θὰ εἶναι ὅτι καὶ τὸ ταμεῖον θὰ περικόψῃ ἀπὸ τοῦ μερίσματος τὰ 5)12. Σᾶς παρεκάλεσα καὶ εἰσηκούσατε τὴν παράκλησίν μου καὶ ἀνεγράψατε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀπεδώσατε τὸ ποσὸν τῶν 17,000 λιρῶν, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους παραγγελίας τοῦ Παγκάλου καὶ τὸ ὁποῖον ποσὸν ἦτο ἐκτάκτως μέγα, διότι ἦσαν ἐκτάκτως μεγάλαι αἱ παραγγελίαι αἱ δοθεῖσαι περὶ ὑποβρυχίων καὶ ἄλλων εἰδῶν. Ἀλλὰ σήμερον τὸ δῶρον τοῦτο καθίσταται ἄδωρον, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μᾶς ἐδώσατε ἓν ποσὸν ἔκτακτον ἅπαξ, ἐξ ἄλλου μᾶς περικόπτετε τὰ τακτικὰ εἰσοδήματα καὶ μᾶς προξενεῖτε μεγίστην ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ δὲν θὰ λεηλατήσῃ ποσῶς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ ἰδική μου σύνταξις εἰς τὰ 1920, ὅπου ἀπεστρατεύθην τότε μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν, ἦτο 770 δραχμαί, ἤτοι 31 λίραι Ἀγγλίας, δηλαδὴ σημερινὰς περὶ τὰς 12,000 δραχμάς. Σήμερον ἡ σύνταξίς μου εἶναι 3,340, δηλαδὴ ἔχασα 70% τῆς συντάξεώς μου καὶ τώρα ἔρχεσθε καὶ σεῖς καὶ μοὶ λέγετε: «Σᾶς περικόπτω καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ μερίσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι 1500 δραχμαὶ δι’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ναύαρχος καὶ ὀλιγώτερον διὰ τοὺς παρακάτω βαθμοὺς καὶ διὰ τὴν παρακάτω φτωχολογιάν, ὑπαξιωματικοὺς καὶ λοιπούς. Ἂν ἦτο μία δαπάνη, ἡ ὁποία ἐκτάκτως προσετέθη καὶ περικόπτεται διότι τὴν ἐπέβαλεν ὁ Πάγκαλος, τοῦτο θὰ ἦτο λογικόν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περικόπτετε εἶναι ἡ τακτικὴ εἰσφορὰ τοῦ Κράτους εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον ἀπὸ δεκαετηρίδων, εἶναι χίλιοι μέτοχοι. Συνέστησα εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ταμείου νὰ κάμῃ μίαν μελέτην περὶ μετατροπῆς τῶν ταμείων εἰς ἀσφαλιστικὴν Ἑταιρείαν, ὁπότε σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ἀπηλλάσσομεν τὸ Κράτος ἀπὸ πᾶσαν εἰσφοράν, ἂν εἴχομεν Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς συνδράμωσιν. Θὰ εἴχομεν κάμει θαύματα, θὰ εἴχομεν κάμει καὶ συνοικισμοὺς ἀπὸ τὸ ταμεῖον. Λοιπὸν νὰ σᾶς διαβάσω καὶ μίαν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου (ἀναγινώσκει): «Ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ ταμείου εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ ληφθοῦν σύντονα μέτρα πρὸς σωτηρίαν αὐτοῦ». Κατόπιν αὐτῶν ποὺ ἠκούσατε, κρίνατε ἂν εἶναι οἰκονομία τὸ νὰ περικόψητε ἀπὸ πτωχοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ ἀποστράτους ὑπαξιωματικοὺς ἰδίως, αὐτὸ τὸ μέρισμα. (Χειροκροτήματα).

§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη σήμερον τὴν 6ην μ. μ. (Ὥρᾳ 2.40′ π. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 89
2Τρίτη 23 Αὐγούστου 1927
3Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
4(Ὥρα 7 μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
7— Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Φωτάκης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ ὑ-
8ποδιδασκάλου Μ. Τσαγκαράκη, αἰτοῦντος τὸν ἐπαναδιορισμὸν
9αὐτοῦ ὡς τριτοβαθμίου δημοδιδασκάλου.
10— Στρατεύσιμοι φοιτηταὶ τῆς ναυτικῆς ἀπογραφῆς 1926 β
11αἰτοῦν ἀναβολὴν προσελεύσεως μέχρι πέρατος τῶν σπουδῶν
12αὐτῶν.
13— Ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου ἀπαντᾷ εἰς τὸν ὑπὸ
14τοῦ δημάρχου Ἀθηναίων ὑποβληθὲν πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν
15Ἑλλήνων ὑπόμνημα περὶ τοῦ Νοσοκομείου «Ἐλπίς».
16— Ὁ δήμαρχος Δράμας ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ
17Συμβουλίου, δι’ ἧς τοῦτο διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ
18ἀπὸ 5 Ὀκτωβρίου 1920 Β. Διατάγματος «περὶ ἀπαλλοτριώ-
19σεως τῶν παρὰ τὴν κεντρικὴν πλατεῖαν κτημάτων κλπ.»
20— Οἱ χαλαζόπληκτοι κάτοικοι Σμοκόβου Καρδίτσης τηλε-
21γραφοῦν παρακαλοῦντες τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἔλθῃ
22ἀρωγὸς λόγῳ τῆς καταστραφείσης ἐσοδείας αὐτῶν.
23— Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Φωτάκης ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν
24κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Ρεθύμνης σχετικῶς μὲ τὴν χάραξιν
25τῆς μελετωμένης ὁδοῦ Ρεθύμνης–Ἀρκαδίας.
26— Οἰκογένειαι ἀπελαθέντων καπνεργατῶν Δράμας διαμαρ-
27τύρονται δι’ ἀπέλασιν συγγενῶν των, ζητοῦντες τὴν ἐπαναφο-
28ρὰν αὐτῶν.
29— Ὁ ἐπαγγελματικὸς καὶ βιοτεχνικὸς κόσμος Καλαμῶν
30διαμαρτύρεται ἐξ ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος Ἐνοικιοστασίου
31καὶ αἰτεῖ τὴν ἀναστολὴν καὶ παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν
32Βουλήν.
33— Ἡ Κυριακὴ Τζιλαλῆ ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἀφορῶν τὴν
34ἐξαφάνισιν τῆς ἰδιογράφου διαθήκης τοῦ θείου της Ὄθ. Μά-
35νεση, δικηγόρου καὶ πρώην δημάρχου Τριπόλεως, δι’ ἧς ἐγκα-
36θιστᾷ αὐτὴν μοναδικὸν κληρονόμον καὶ παρακαλεῖ νὰ ἐνεργη-
37θοῦν τὰ δέοντα πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων.
38— Ἡ Ἕνωσις ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ὑποβάλλει ψήφισμα
39σχετικὸν πρὸς τὸ καταρτισθὲν Ν. Διάταγμα περὶ τῶν ὑποπε-
40σόντων εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς λιποταξίας ἢ ἀνυποταξίας δημο-
41σίων ὑπαλλήλων.
42— Ἐπιτροπὴ Πανενοριακοῦ Συνεδρίου ὑποβάλλει ψήφισμα
43δι’ οὗ ζητεῖ νὰ τροποποιηθῇ ὁ ἐνοριακὸς νόμος, νὰ συστηθῇ δὲ
44εἰς τὴν κεντρικὴν ὀργάνωσιν νὰ παύσῃ ἀναμιγνυομένη εἰς τὰ
45ζητήματα τῆς διοικήσεως τῶν ἐνοριῶν.
46— Πρόσφυγες κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Χαλκίδος λό-
47γῳ τῆς μὴ ἀποσβέσεως τοῦ παρὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης παρα-
48χωρηθέντος κατὰ τὸ 1925 αὐτοῖς δανείου, ζητοῦν τὴν ἀπο-
49φυλάκισιν αὐτῶν, ὑποσχόμενοι τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου ἐντὸς
50ἐλαχίστου χρόνου.
51— Διάφοροι ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις Καβάλλας ζητοῦν
52ὅπως ληφθοῦν κατάλληλα μέτρα ἐπὶ τῶν ἀνταλλαξίμων κτη-
53μάτων, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ μεγαλυτέρα οἰκονομικὴ κρίσις.
54— Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Μητιληνῶν Σάμου ὑποβάλ-
55λει αἴτησιν τῆς χήρας Μερόπης Ν. Μηλαρινοῦ περὶ ἀπονομῆς
56συντάξεως.
57— Ὁ Σύνδεσμος ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Μακεδονίας ζητεῖ
58ὅπως καταβληθῇ πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια πρὸς ἀνακάλυψιν
59τῶν ἐνόχων καὶ πραγματικῶς ὑπευθύνων τῆς Μικρασιατικῆς
60καταστροφῆς.
61— Ὁ ἀπόστρατος ὑπολοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ Β. Κωνσταν-
62τόπουλος παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως μεριμνήσῃ
63διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς συντάξεώς του, καθότι τυγχάνει ἀνί-
64κανος πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν.
65— Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Κοκκινάκης, Γ. Σήφακας, Ι. Πο-
66λυχρονάκης, Ε. Φωτάκης κλπ. ὑποβάλουσι τροπολογίαν ἐπὶ
67τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς
68Κρητικῆς πολιτικῆς δικονομίας».
69— Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Καλκάνης ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν
70διαμαρτυρίαν τῶν κατοίκων Λευκάδος, διαμαρτυρομένων διὰ
71τὴν κακὴν ποιότητα τοῦ ἄρτου ἐξ ἐγχωρίων ἀλευροβιομηχα-
72νιῶν καὶ ζητούντων νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγὴ ἀλεύρων,
73ἐπικαλεῖται δὲ ἄμεσον καὶ σύντονον μέριμναν τῶν ἁρμοδίων.
74— Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν
75ἀναφορὰν τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκοπέδων Γαστούνης, ὧν τὰ οἰκό-
76πεδα πρὸ πενταετίας ἐπετάχθησαν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν
77προσφύγων, χωρὶς τὸ Κράτος νὰ ἀποζημιώσῃ αὐτοὺς εἰσέτι.
78— Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑ-
79ποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας
80τεσσάρων δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ κατατεθειμένου Προϋπολο-
81γισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–1928».
82— Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Κρεμεζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ
83τοῦ σχεδίου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς «περὶ Ν. Διαταγμάτων
84τῆς δικτατορικῆς περιόδου κλπ.»
85— Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Τσιόκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ
86τῆς προτάσεως νόμου «περὶ στεγάσεως δαπάναις τοῦ Κράτους
87τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ τῆς 1ης Ἰουλίου παθόντων κατοίκων τοῦ
88νομοῦ Λακωνίας.
89— Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν
90ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως
91ὁδῶν».
92— Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κοκκινάκης ὑποβάλλει τροπολογίας
93ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν
94ὁδῶν τοῦ Κράτους» καὶ «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φόρου ἐπὶ
95τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς».
96— Ὁ βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν
97ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν
98ὁδῶν τοῦ Κράτους».
99— Ὁμοίως ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς ὑποβάλει πρότασιν νόμου
100«περὶ προσθήκης τελευταίας παραγράφου εἰς τὸ σχέδιον ἀποφά-
101σεως τῆς Βουλῆς πρὸς νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Κυ-
102βερνήσεως».
103— Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Καλκάνης καὶ Λ. Τσιόκος καταθέ-
104τουν ἀναφοράν, διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἐγκληματικὴν ἀδια-
105φορίαν τῶν ἁρμοδίων περὶ ἀποστολῆς βοηθημάτων καὶ σκηνῶν
106εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς Μήτικα Πρεβέζης καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν
107ἄμεσον κυβερνητικὴν ἀρωγήν.
108Ὁ κ. Θ. Χαβίνης πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει τὸν
109λόγον.
110§2Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν 30ὴν Ἰουλίου ἐγένε-
111το ἰσχυρὸς σεισμὸς εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν περιφέ-
112ρειαν τῆς Πρεβέζης, ἔνθα κατέπεσαν συνεπείᾳ τούτου πολλαὶ
113οἰκίαι ἐντὸς τῆς Πρεβέζης καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ χωρίον Μήτικα.
114Ὅλαι σχεδὸν αἱ οἰκίαι εἶναι κατεστραμμέναι καὶ οἱ κάτοικοι
115παραμένουσιν εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐπὶ τόπου μετέβησαν αἱ Ἀρ-
116χαί, ὁ δὲ κ. νομάρχης ἐτηλεγράφησεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν
117Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Προνοίας διὰ τὴν ἀποστολὴν βοηθημά-
118των καὶ σκηνῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἀπέστειλεν 80 χι-
119λιάδας δραχμῶν ὡς βοήθημα, αἵτινες ἦσαν ἀνεπαρκεῖς καὶ
120διὰ τοῦτο ὁ κ. νομάρχης διένειμεν αὐτὰς εἰς τοὺς κατοίκους.
121Παρεκαλέσαμεν καὶ ἡμεῖς ὅπως ἀποσταλῶσι σκηναί, καίτοι δὲ
122διετάχθησαν ἐπανειλημμένως αἱ Ἀρχαί, ἐν τούτοις μέχρι σή-
123μερον δὲν ἀπεστάλησαν τοιαῦται. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριε
124Πρόεδρε, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντονώτατα διὰ τὴν ἀστοργίαν τῆς
125Πολιτείας καὶ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν ἐκ μέρους τῶν
126στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, προκειμένου περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι
127μένουσιν εἰς τὴν ὕπαιθρον ἐπὶ τόσους μῆνας. Θὰ παρακαλέσω
128καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀποστείλῃ τὸ ταχύτερον σκη-
129νὰς εἰς τὸ χωρίον Μήτικα, διότι μένουσιν οἱ κάτοικοι εἰς τὴν
130ὕπαιθρον καὶ νὰ χορηγήσῃ βοήθημα ἐπαρκὲς πρὸς ἐπισκευὴν
131τῶν οἰκιῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ φανῇ ἀδιάφορος
132πρὸς πτωχοὺς πληθυσμοὺς καὶ θὰ διατάξῃ τὸ ταχύτερον τὴν
133διάθεσιν ἐπαρκοῦς βοηθήματος διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν οἰκιῶν
134αὐτῶν.
135§3Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις. Πρὸς
136ποῖον ἀποτείνεσθε;
137§4Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ πρᾶγμα, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀπολύτως
138κατεπεῖγον. Ἡ θέσις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι πράγματι
139τραγική. Εὑρίσκονται ὑπὸ περιστάσεις ἐλεεινὰς καὶ διαρκῶς
140εἰς τὴν ὕπαιθρον ἐκτεθειμένοι εἰς ὅλας τὰς καιρικὰς μεταβο-
141λὰς καὶ εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους τῶν στερήσεων. Εἶναι ἔργον
142φιλανθρωπίας ἡ ἄμεσος σύστασις παντὸς βοηθήματος, ἀλλὰ
143πρὸ παντὸς εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη ταχείας ἐπεμβάσεως.
144§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
145Ἡμερησίαν Διάταξιν
146τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
147Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν προγραμ-
148ματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.
149§6Θ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
150§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε, δύνασθε ὅμως
151νὰ καταθέσητε ἔγγραφον δήλωσιν.
152Ἡ ὑπὸ ψηφοφορίαν πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς: Οἱ παραδεχόμε-
153νοι τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως λέγουσι
154«Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «Ὄχι».
155Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τσιριμῶκος κατέθεσε τὴν ἑξῆς δήλω-
156σιν (ἀναγινώσκει): «Δηλῶ ὅτι συμφώνως μὲ τὰ ὑπὸ τῶν
157προλαλησάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων λεχθέντα κατὰ τῆς οἰ-
158κονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὰ παρὰ
159τοῦ κ. βουλευτοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρα-
160τικῶν κ. Γ. Κακουλίδου ἐκτεθέντα, θὰ καταψηφίσω τὴν Κυ-
161βέρνησιν».
162Ὁμοίως οἱ βουλευταὶ κ. κ. Φ. Δραγούμης καὶ Σ. Παπάζης
163κάμνουσι τὴν ἑξῆς δήλωσιν (ἀναγινώσκει): «Δηλοῦμεν ὅτι
164θὰ καταψηφίσωμεν τὴν νέαν Κυβέρνησιν, διότι θεωροῦμεν ὅτι
165ἦτο δυνατὴ ἡ διατήρησις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διὰ
166τὴν διάσπασιν τῆς ὁποίας εὐθύνονται πάντες οἱ ἡγέται τῶν ἀ-
167ποτελεσάντων αὐτὴν κομμάτων. Ἅπαξ διασπαθείσης ταύτης,
168ἥτις εἶχε συσταθῆ χάριν μεταβάσεως ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀνωμα-
169λίας πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν ὁμαλότητα, νομίζομεν ὅτι θὰ
170ἦτο προτιμότερον νὰ διαδεχθῇ αὐτὴν καθαρῶς κοινοβουλευτι-
171κὴ Κυβέρνησις, διότι ὁ σχηματισμὸς τοιαύτης Κυβερνήσεως
172θὰ ἀπετέλει γενναῖον βῆμα πρὸς φυσιολογικωτέραν κοινοβου-
173λευτικὴν κατάστασιν».
174Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Ι. Κί-
175νιας καὶ Σ. Κρεμεζῆς. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
176(Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία
177ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Κίνια καὶ
178Σ. Κρεμεζῆ, τοῦ κ. γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀ-
179νόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ
180τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
181Κ. Ἀγγελόπουλος Ἰωάν. Γιαννόπουλος Ν
182Ν. Ἀμηρᾶς ΝΑ. Μάρκου Ν
183Μιχ. Ἀργυρόπουλος ΝἈνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
184Χαρ. Βοζίκης Δ. Μπούκουρας
185Γ. Γεωργιάδης Σ. Πολυζωγόπουλος Ν
186Κ. Δεμερτζῆς ΟΒ. Κανακάρης Ροῦφος
187Α. Δουλγερίδης ΝΒασίλ. Σαγιᾶς
188Γ. Ἐμπειρῖκος ΝἈνδρ. Στεφανόπουλος
189Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης ΝΙ. Σισίνης
190Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝΑ. Στεφανόπουλος
191Ν. Κρανιωτάκης Γ. Βοραζάνης Ν
192Χρ. Λαδᾶς ΝΚ. Γεωργαντόπουλος
193Θ. Νικολούδης ΝΓ. Ζερβός Ν
194Γ. Μερκούρης Λ. Θεοδωρίδης Ν
195Δ. Μπαμπᾶκος ΝΚ. Κωνσταντινίδης Ο
196Ἰωάν. Ράλλης Α. Λαμπριανίδης Ν
197Ἀντ. Στρατηγόπουλος ΝΚ. Ὀρφανός Ν
198Π. Τσιτσεκλῆς ΝΧ. Πανταζίδης Ν
199Γ. Ἀθανασιάδης ΝΚ. Παπάζογλου Ν
200Γ. Ἀλεξανδρόπουλος Α. Παπαπαναγιώτου Ν
201Γ. Καλαντζόπουλος ΝΛ. Χαΐνογλου Ο
202Ι. Καναβός ΝΒ. Χατζηλίας Ν
203Δ. Κατσάνος ΝΚ. Βλαχοθανάσης
204Γ. Καφαντάρης ΝΒογιατζῆς
205Ἰωάν. Νικολίτσας ΝΘ. Κακαρᾶς
206Σπυρ. Τρικούπης Σ. Οἰκονομίδης Ν
207Γ. Τσακανίκας ΝΘ. Παπαστρατῆς Ν
208Ἰωάν. Τσιγκόλης ΝΠ. Χατζηπᾶνος Ν
209Α. Γρηγοριάδης ΝΔ. Βούλτζος
210Δ. Δημάδης ΝΘ. Γοῦσκος Ν
211Γ. Παπαπαράσχος Ν. Κολυβᾶς
212Α. Χατζηνώτας Ε. Λούντζης Ν
213Ἀπ. Ζούζουλας Ἀντ. Γαλανάκης Ν
214Σπυρ. Ἠλιόπουλος Γ. Κοκινάκης Ν
215Γ. Καρπετόπουλος Γ. Μαρῆς Ν
216Γ. Μηναῖος ΝΒ. Μεϊμαράκης Ν
217Ι. Μουντζουρίδης Ι. Περδικογιάννης
218Π. Πετρίδης Κ. Πολυχρονάκης Ν
219Σ. Στάης Γ. Φραγκιαδάκης
220Π. Τσαλδάρης Δημ. Ἀμπατζόπουλος Ν
221Κ. Τσαλδάρης ΝΙ. Ι. Ἄμποτ Ν
222Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΘ. Ἀνδρεάδης
223Ἠλίας Ἀποσκίτης ΝἈλ. Βουτυρᾶς Ν
224Θ. Γρηγορίου ΝΖ. Βεντούρας Ο
225Γ. Μπακόπουλος Ν. Δαρβέρης
226Ν. Μπακόπουλος ΝΔ. Εὐθυμιάδης Ν
227Δ. Πλαπούτας Μ. Θεοδωρίδης
228Θεόδ. Τουρκοβασίλης ΝΛ. Ἰασονίδης Ν
229Α. Τροχάνης ΝΔ. Κάκαβος Ν
230Ν. Τριανταφυλλᾶκος Ι. Καυταντζόγλου
231Σπυρ. Τσακόπουλος Μ. Κύρκος Ν
232Ν. Ἀνδρεαδάκης ΝΔ. Κυβετός Ν
233Ἰωάν. Κίνιας ΟΜεντὲς Λιάο Μεσαιζῆς Ν
234Λουκᾶς ΚουτσοπέταλοςΝΚ. Μουζενίδης Ν
235Μ. Μαντᾶς Κ. Μιττᾶκος Ν
236Γεώργ. Μικρός ΝἈλ. Παπαναστασίου Ν
237Π. Νικολαΐδης Γ. Παπανικολάου Ο
238Γεώργ. Πεσμαζόγλου ΟΣταμ. Παπάζης Ο
239Α. Ἀγγελόπουλος Φ. Παπαγεωργίου Ν
240Τάσης Ἀναστασίου ΝἸσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ
241Κ. Γκότσης Δαυῒδ Μπουχὰρ Σολάν
242Κ. Γόντικας Γ. Χατζηγεωργίου Ν
243Μ. Γούδας Δ. Σάλτας Ν
244Α. Μελᾶς ΝΚ. Σῖμος Π
245Δ. Μπότσαρης ΝΠ. Ἀντωναρόπουλος
246Ἀλ. Μυλωνᾶς ΝΓ. Καντιάνης
247Σπυρ. Χασιώτης ΠΑ. Ἐμπ. Κουμουνδοῦρος
248Χ. Χρηστοβασίλης Π. Μερλόπουλος Ν
249Ἀλκ. Λούλης ΝΔ. Μισυρλῆς
250Γ. Ἐξηντάρης Φ. Μοσχούλας
251Αὔγ. Θεολογίτης ΝΔ. Μπενάκης Ν
252Σ. Καραγεώργης ΝΠ. Μποῦτος Ν
253Στ. Νικολαΐδης ΝΠ. Σάκκης
254Α. Παπαδᾶτος ΝΕ. Φεσᾶς Ν
255Ε. Σταυρίδης ΟἸωάν. Βατίστας
256Ι. Τσονταρίδης ΝΙ. Διαμαντόπουλος Ν
257Εὐθ. Βελλιανίτης ΝἘμ. Μαχαίρας Ν
258Δ. Ζερβός Γ. Προυκάκης Ν
259Ἰωάν. Θεοτόκης Γ. Σακαλῆς Ν
260Σπυρ. Παϊπέτης Σ. Σιμεόνογλου Ν
261Α. Πιέρρης Ι. Σκυλίτσης
262Β. Ἀλεξᾶτος ΝἸωάν. Σπετσιώτης
263Ι. Μεταξᾶς ΝΓ. Στρίγκος Ν
264Κ. Μπουρμπούλης ΝΣωτ. Σωτηριάδης
265Α. Φωκᾶς ΝΘ. Μαγκριώτης
266Α. Ἀνδρεάδης ΝΚ. Μαζαράκης Ν
267Γ. Βαρβούτης ΝΓρ. Τηληκίδης Ν
268Α. Ζάχος Θ. Χρυσοβέργης
269Γ. Κακουλίδης ΟΑ. Βαλαωρίτης Ο
270Ν. Κουπαροῦτος ΝΓ. Μπανιᾶς
271Γ. Μπούσιος Δ. Τσιόκος Ν
272Η. Παπαδόπουλος ΝΘ. Χαβίνης Ν
273Κωνστ. Ἀλαβᾶνος ΝΚ. Καλκάνης Ν
274Δ. Βοκοτόπουλος Μ. Τσαρλαμπᾶς
275Μ. Δερλερές Β. Σκουλᾶς Ν
276Κ. Ἐμπειρῖκος Ε. Φωτάκης Ν
277Π. Εὐριπαῖος ΝΧασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ ΜουσταφᾶΝ
278Ν. Καμπάνης Ἀν. Μπακάλμπασης Ν
279Π. Καμπάνης Καδοὺζ Ὀσμὰν Ἀλῆ ΓκαλήπΝ
280Π. Μαζαράκης ΝΣουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ Ν
281Κ. Ναυπλιώτης ΝΦεχμῆ Χασὰν Βέη Ζαδέ Ν
282Θ. Βαρβιτσιώτης ΝΚ. Τελωνίδης
283Ν. Δ. Κουμάνταρος Ἀθ. Σινόκας
284Ν. Παπαδᾶκος Νικόλ. Βλιάμος Ν
285Δ. Πετρακάκος Σ. Μανταφούνης
286Γ. Φικιώρης ΝΘεμ. Σοφούλης Ν
287Α. Ἀποστολίδης Ἐμ. Χατζηδάκης
288Ε. Γκλαβάνης ΝΠ. Ἀλεξίδης
289Α. Εὐφραιμίδης ΝΑ. Ἀργυρός
290Β. Ζησιάδης Δ. Δούκας Ν
291Κωνστ. Θέος ΟΑ. Λαζαρίδης Ν
292Ἀλ. Ἰωαννίδης ΝΝ. Μανούσης Ν
293Δ. Καζάκης Ν. Τερζόγλου Ν
294Κ. Καρτάλης Δημ. Φλωριᾶς Ν
295Ἀνδρ. Κόρακας Π. Μπούμπουλης Ν
296Σ. Μάξιμος ΟΚ. Πετσάλης
297Α. Μέρος ΠΧρ. Ἀλαμανῆς Ν
298Κ. Σπυρίδης ΝΣ. Ἀλεξιάδης
299Μ. Κοθρῆς ΝΠερ. Ἀλεξανδρῆς Ν
300Ροῦσσος Κούνδουρος Ἀδὰμ Ἔξαρχος Ν
301Ε. Μοδάτσος ΝΕ. Ζούκας Ν
302Α. Γαληνός Γ. Σίδερης
303Γ. Θεοδοσιάδης ΝΣ. Ταλιαδοῦρος Ν
304Γ. Καλδῆς ΝΣωτ. Χατζηγάκης
305Β. Καραπαναγιώτης Φ. Χρηστοδῆμος Ν
306Σ. Κρητικᾶς ΝΑ. Ψάρρας
307Γ. Λαζανᾶς Ι. Μάνος Ν
308Μ. Λαίλιος Ἀθ. Μιαούλης Ν
309Γ. Παπανδρέου Α. Σαχτούρης Ν
310Ν. Βελέντζας ΝΔ. Τζίμας Ν
311Σ. Γάτος ΝἈλ. Ξανθόπουλος Ν
312Ἰωάν. Εὐταξίας Μ. Βολουδάκης Ν
313Σπυρ. Κρεμεζῆς ΝΑ. Μητσοτάκης
314Εὐστ. Μαλαμίδας Ι. Πολυχρονίδης Ν
315Χ. Στεργιόπουλος ΝΓ. Σήφακας Ν
316Ι. Τζίβας Α. Ἀνδρεάδης Ν
317Θαλῆς Τσιριμῶκος ΟΒ. Κουκουρίδης Ν
318Δ. Χατζῖσκος Θ. Πανταζίδης Ν
319Ι. Βαλαλᾶς ΝΑ. Παχνός Ν
320Φ. Δραγούμης ΟΑ. Πολεμίδης Ν
321Ν. Κυριακόπουλος ΟἈλ. Κανάρης
322Σ. Λιούμπης ΝΝ. Μαμούνης Ν
323Γ. Μόδης Ν
324§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς
325ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή.
326(Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
327§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει):
328Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 177. Εἶπον «Ναὶ» 156, εἶπον «Ὄχι»
32916, ἠρνήθησαν ψῆφον 2. (Χειροκροτήματα).
330§10Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κα-
331νονισμοῦ.
332§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
333§12Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἓν ἐκκρεμὲς
334ζήτημα. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ σύλληψις βουλευ-
335τοῦ δὲν εἶναι δυνατή, παρὰ μόνον ὅταν διαπράξῃ ἀδίκημα ἐπ’
336αὐτοφώρῳ. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ σχετικὸν ἄρ-
337θρον τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ἀπαιτεῖται ἀμέσως νὰ εἰδο-
338ποιηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἂν θὰ συνεχισθῇ ἡ περαι-
339τέρω φυλάκισις τοῦ συλληφθέντος βουλευτοῦ. Εἶναι γνωστὸν
340εἰς ὅλους, κύριοι βουλευταί, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
341γὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἔχομεν μίαν περίπτωσιν συλλήψεως
342δύο βουλευτῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου διὰ κακούργημα χαρα-
343κτηρισθὲν ὡς αὐτόφωρον, διότι ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ πορεία τῶν
344ἀνακρίσεων ἀπέδειξεν ὅτι οὐδὲ κἂν περίπτωσις ἀδικήματος
345ὑπάρχει, οἱ δὲ εἰσαγγελεῖς τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐ-
346φετῶν Θεσσαλονίκης ἀπεφάνθησαν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφυλα-
347κισθῶσιν οἱ δύο οὗτοι βουλευταὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, θεω-
348ρουμένης τῆς βουλευτικῆς των ἰδιότητος ὡς ἐπαρκοῦς ἐγγυή-
349σεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Βουλὴ συμφωνοῦσα μὲ τὸ σχετικὸν
350ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔχει καθῆκον νὰ κρίνῃ ἀμέσως διὰ
351ψηφοφορίας περὶ τῆς περαιτέρω διώξεως τῶν βουλευτῶν τού-
352των. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν
353οὐσίαν εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Δημοκρατίαν νὰ συλλαμβάνωνται
354βουλευταὶ μόνον καὶ μόνον διότι ἔχουν κομμουνιστικὰ φρονή-
355ματα καὶ διότι ἔλαβον μέρος εἰς διαδήλωσιν τῆς ἐργατικῆς
356τάξεως.
357§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει νὰ εἴπῃ τίποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
358τῆς Δικαιοσύνης;
359§14Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
360Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα διὰ πρώτην φορὰν ἀπασχολεῖ τὴν
361Κυβέρνησιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν
362τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτη-
363μα καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ αὔριον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα
364ἴδωμεν τί πρέπει νὰ γίνῃ καὶ νὰ εἰσηγηθῶ ἓν μέτρον εἰς τὴν
365Βουλήν.
366§15Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι ζήτημα Βουλῆς, κ. Πρόεδρε.
367§16Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ ἂν θὰ ἀποφα-
368σισθῇ ἢ ὄχι ἡ παραπομπὴ τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν Δικαιοσύνην.
369Τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Βου-
370λὴ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς κρατήσεως ἢ μὴ τῶν δύο
371βουλευτῶν, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ
372ἀποφασίσῃ ἀμέσως.
373§17Α. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ. Ἐπ’ αὐτοφώρῳ συνελήφθησαν;
374§18Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, ἐπε-
375ρωτῶν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν διατί δὲν ὑπέ-
376βαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἵνα σταλῇ εἰς τὴν Κοινοβου-
377λευτικὴν Ἐπιτροπήν;
378§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα αὐτό. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν
379σχέσιν.
380§20Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι ἄλλο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ τὸ Σύνταγ-
381μα προκειμένου περὶ διώξεως καὶ ἄλλο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀ-
382ξιοῖ προκειμένου περὶ συλλήψεως διὰ κακούργημα χαρακτηρι-
383ζόμενον ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ὡς αὐτόφωρον. Ἡ σχε-
384τικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
385«Βουλευτής, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου, δὲν κατα-
386διώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται.... κλπ.» Ἀνακύπτουν λοι-
387πὸν τὰ ἑξῆς ζητήματα. Πρῶτον θὰ ἔπρεπεν ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε,
388νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἂν ἔχητε ἐπισήμους πληροφο-
389ρίας διὰ τὰ τῆς συλλήψεως τῶν δύο βουλευτῶν. Ἂν δὲ ἔχητε
390τοιαύτην ἐπίσημον γνῶσιν, εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφαν-
391θῇ ἂν πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ προφυλάκισις, ἀνεξαρτήτως τῆς
392ἀδείας πρὸς καταδίωξιν.
393§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τηρηθοῦν αἱ συνήθεις διατυπώσεις. Θὰ
394ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλή.
395§22Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν χρειάζεται.
396§23Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δι-
397καίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἂν θὰ παραπεμφθοῦν εἰς δίκην ἢ ὄχι.
398Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ ἂν θὰ παραταθῇ ἡ
399προφυλάκισις.
400§24Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ.
401Λαδᾶς ἐτοποθέτησε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Τὸ Σύνταγ-
402μα, κ. Πρόεδρε, δὲν διακρίνει ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης,
403δὲν προσδιορίζει εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὴν παραπομπὴν
404τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, προκειμένου δὲ περὶ ζητή-
405ματος προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ δὴ βουλευτοῦ συλλαμβανομέ-
406νου κατὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν κατὰ παράβασιν τῆς συνταγ-
407ματικῆς διατάξεως, χαρακτηρισθέντος τοῦ ἀδικήματός των
408ὡς δῆθεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν κατὰ
409μίαν ἠθικὴν τρόπον τινὰ οἰκονομίαν τοῦ πράγματος, δὲν εἶναι
410δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν ἡ μακροχρόνιος καὶ νωχελὴς διαδι-
411κασία τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ θέμα δὲν
412εἶναι θέμα Ἐπιτροπῆς, εἶναι θέμα ἀμέσου καὶ ἀπ’ εὐθείας εἰ-
413σαγωγῆς του εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δὲ θέμα ἠθικῆς κοινοβου-
414λευτικῆς τάξεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι πρέπει
415νὰ ἔχῃ τὸν λόγον. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου τὸ ζήτημα ἐμ-
416φανίζεται καὶ ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς, ἥτις θίγει πλέον τὸν ἀ-
417ξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὡς ἐπιβλέποντα
418ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ἐκτελεστικῶν λειτουργῶν. Ἀπὸ τῆς
419πλευρᾶς αὐτῆς καταγγέλλεται ἐπισήμως ἀπὸ τοὺς κ. κ. συ-
420ναδέλφους τοῦ Κόμματος τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου τοῦτο. Εἰς τὴν
421προκειμένην περίπτωσιν αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ἔδρασαν κατὰ
422παράβασιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, χαρακτηρισθέντος
423ἀδικήματος δῆθεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, γνωρίζομεν δὲ κατὰ τοὺς
424νόμους πότε τὸ ἀδίκημα εἶναι αὐτόφωρον. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν
425ὅτι ἡ δευτέρα αὐτὴ ἐπιφάνισις τοῦ ζητήματος ἀφορᾶ τὸν ἀξιό-
426τιμον κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος θὰ εὐαρε-
427στηθῇ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια τῶν δικαστικῶν
428Ἀρχῶν προκειμένου περὶ ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ, ἔστω ἀνη-
429κόντων εἰς τὴν παράταξιν τὴν ἀντιτιθεμένην εἰς τὸ ἀστικὸν
430καθεστώς, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος
431ἐν τῷ ὁποίῳ διαβιοῦμεν.
432§25Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
433Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ἡ Βουλὴ ἔχει ἐπίσημον εἴδησιν ὅτι συ-
434νελήφθησαν οἱ δύο βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς ἀποφυλακίσεώς
435των εἶναι ζήτημα Βουλῆς. Ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ τοῦ Συν-
436τάγματος εἶναι σαφής. Τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὰ
437ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικήματα. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα τὰ
438δικαστήρια καθορίζουν καὶ ὄχι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
439Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἀφοῦ ἀνεκι-
440νήθη τὸ ζήτημα καὶ ἀφοῦ ἔχει φθάσει ἐπισήμως μέχρι τοῦ κ.
441Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποφασίσῃ οὗτος ἂν πρέπει νὰ ἐ-
442ξακολουθήσῃ ἡ προφυλάκισις τῶν δύο συλληφθέντων.
443§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
444§27Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς νομικόν.
445Διὰ τὴν σύλληψιν ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πρέ-
446πει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐν τῷ νόμῳ ἀναγραφομένην διαδικασίαν.
447Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς συνεχίσεως τῆς προφυλακίσεως. Διὰ
448τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνηργήθη σύλληψις διὰ κα-
449κούργημα θεωρηθὲν ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ τελεσθέν, τότε ἄρχεται
450ἀμέσως ἡ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία καὶ γίνεται ἄνευ
451ἄλλης τινὸς διαδικασίας. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει
452νὰ συνεχισθῇ ἡ προφυλάκισις ἢ ὄχι. Τώρα τὸ ζήτημα ἂν ἐ-
453θεωρήθη τὸ ἀδίκημα ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ τελεσθὲν εἶναι ζήτημα
454τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑποθέτω ὅτι ἡ
455Βουλὴ λαμβάνουσα γνῶσιν τῆς ἀλληλογραφίας δύναται νὰ ἀ-
456ποφασίσῃ ἂν θὰ συνεχισθῇ ἢ ὄχι ἡ προφυλάκισις.
457§28Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι προκειμένου περὶ
458τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας βουλευτῶν πρέπει αὐστηρῶς νὰ
459ἐφαρμόζωνται αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἡ διάταξις τοῦ
460ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἶναι σαφής. Ἐφόσον περιῆλθεν εἰς
461τὸ Προεδρεῖον ἐπισήμως τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ συνάδελφοι κρατοῦν-
462ται κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀμέσως θὰ ἀπο-
463φασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἡ κράτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ ὄχι. Δὲν
464εἶναι ἀνάγκη τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ
465Διατάξει. Δὲν εἶναι δὲ κἂν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δικο-
466γραφία διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
467§29Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ
468συζήτησις ἔρχεται ἐξαίφνης καὶ ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Πῶς
469δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ θέματος, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀναγε-
470γραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν; Ἔχω τὴν γνώμην
471ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ συνε-
472λάμβανέ τινα ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐπὶ κακουργήματι ἀδικήσαντα,
473δέον κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 νὰ τηρηθῶσιν αἱ αὐταὶ
474προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐτηροῦντο καὶ εἰς τὴν μὴ σύλλη-
475ψιν. Δηλαδὴ παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπὶ τῆς Δικαιο-
476σύνης Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν δικογρα-
477φίαν, κάμνει τὴν δέουσαν εἰσήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, δικαιουμέ-
478νην νὰ ἀποφασίσῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν
479καθ’ ἣν ἐπιλαμβάνεται ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ τῆς διώξεως τοῦ
480ἐπ’ αὐτοφώρῳ, δέον νὰ τηρηθῶσιν αἱ αὐταὶ διατυπώσεις. Καὶ
481αἱ διατυπώσεις αὐταὶ εἶναι ὅτι δέον νὰ παραπεμφθῇ ἡ δικο-
482γραφία εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα τὴν
483μελετήσῃ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀπο-
484φασίσῃ περὶ τῆς παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας διώξεως. Αὐτὴν τὴν
485ἁρμοδιότητα ἔχει. Ἂν δὲ δὲν παράσχῃ τὴν ἄδειαν τῆς διώ-
486ξεως, τότε βεβαίως ἀφ’ ἑαυτῶν αἴρονται πᾶσαι αἱ συνέπειαι.
487Τὸ Σύνταγμα λέγει (ἀναγινώσκει): «.... Ἡ Βουλὴ ἀπο-
488φασίζει περὶ τῆς παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας διώξεως». Τοῦτο μόνον
489λοιπὸν δύναται νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, νὰ παραπέμψῃ τὴν δικογρα-
490φίαν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Βουλὴ τότε
491νὰ ἀποφασίσῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πρότασις εἰσήχθη ἀντι-
492κανονικῶς καὶ δεύτερον προτείνεται ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἐ-
493πιτροπήν.
494§30Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
495Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἀποφανθῇ αὕτη ἐντὸς
49624 ὡρῶν.
497§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δέχεται ἵνα ἡ σχετικὴ δι-
498κογραφία παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία
499νὰ ἀποφανθῇ ἐντὸς 24 ὡρῶν καὶ νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἀντικείμενον
500πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πρὸς συζήτησιν;
501§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
502§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐτελείωσεν ἐπ’ αὐτοῦ.
503§34Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα αὐθαιρέτως νὰ δί-
504δωμεν ἑρμηνείαν....
505§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ συζήτησις ἐτελείωσε, θὰ
506ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ τότε δύνασθε νὰ
507ὁμιλήσητε.
508§36Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι, διότι ἡ Κοινοβουλευτι-
509κὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν. Πρόκειται περὶ παρα-
510βιάσεως συνταγματικῆς διατάξεως. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, δύ-
511ται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ διαπράττει πρᾶξιν ἐναντίον ρητῆς
512διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
513§37Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
514§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη
515ἤδη.
516§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
517§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἀμφισβητεῖτε τοῦτο, ἐρωτῶ πάλιν τὴν
518Βουλὴν ἂν παραδέχεται ὅπως παραπεμφθῇ ἡ δικογραφία εἰς
519τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἀποφανθῇ ἐντὸς
52024 ὡρῶν καὶ νὰ ἀναγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διά-
521ταξιν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.
522§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
523§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης
524ἔχει τὸν λόγον.
525§43Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀρ-
526ξάμενον χθὲς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστο-
527σύνης τοῦ ἀφορῶντος τὴν Κυβέρνησιν, προσεπάθησε νὰ περιο-
528ρισθῇ ἐντὸς ὁρίων τοιούτων, ὥστε οὐδένα νὰ προκαλέσῃ καὶ
529νὰ τηρήσῃ πᾶσαν τὴν κοσμιότητα τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς τὴν
530αἴθουσαν ταύτην. Δυστυχῶς παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μείζονος
531μερίδος, ἐκ τῶν ἀποτελουσῶν τὴν Κυβέρνησιν, εὐθὺς ἅμα ἤρ-
532ξατο τοῦ λόγου του, ἐδείχθη ὅλη ἡ τάσις ὄχι μόνον προκλή-
533σεως κατὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλὰ καὶ δυσφημίας ἀκόμη
534αὐτοῦ. Προϊούσης τῆς συζητήσεως βραδύτερον ὁ ἀρχηγὸς οὗ-
535τος ἔφθασε νὰ θίξῃ τὰ ἱερὰ αἰσθήματα τοῦ κόμματος τούτου,
536διότι εἶχεν ἀνάγκην, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, νὰ ἐκ-
537δηλώσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐπα-
538ναστάσεως τοῦ 1922. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἡ Ἀντιπολίτευ-
539σις ὁλόκληρος ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης συμπεριφορᾶς ἓν εἶχε
540νὰ πράξῃ, νὰ ἀπόσχῃ τῆς περαιτέρω συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζη-
541τήματος τῆς ἐμπιστοσύνης τοὐλάχιστον κατὰ τὴν χθεσινὴν συ-
542ζήτησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας καὶ τοῦ
543περιστατικοῦ τούτου ἵνα καταπιέσῃ τὴν μειονοψηφίαν, ἐφαρμό-
544ζουσα τὸ σύστημα τῆς παννυχίδος. Ἦτο περιττὸν σήμερον νὰ
545ἐπανέλθωμεν ἐνταῦθα διὰ νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν ψηφοφο-
546ρίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ γνώμη τῆς Ἀν-
547τιπολιτεύσεως ἐξεδηλώθη πλήρης, ὅτι ἐλλείπει πᾶσα ἐμπι-
548στοσύνη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μάλιστα δὲ ὅταν οὕτω διαχει-
549ρίζεται καὶ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ὀφείλω νὰ δη-
550λώσω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ μένῃ ἐντὸς
551τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐχάραξε κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἂν
552προκληθῇ, δὲν θὰ μεταχειρισθῇ πλέον τὴν μέθοδον αὐτήν, ἀλλὰ
553θὰ ἀντιπροκαλέσῃ. (Χειροκροτήματα).
554§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει
555τὸν λόγον.
556§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
557Ὅπως πᾶν κόμμα καὶ τὸ Λαϊκὸν εἶναι ἐλεύθερον νὰ κανονίσῃ
558τὴν πορείαν του κατὰ τὸ δοκοῦν, τηροῦν ἐφόσον θέλει στάσιν
559προκλητικήν. Ἐλυπήθην διὰ τὴν ἀποχώρησιν καὶ προθύμως
560θὰ παρεῖχον πᾶσαν ἐξήγησιν ἂν ἠσθανόμην ὅτι ἔστω ἔδωκα
561καὶ ἀκουσίως εὔλογον ἀφορμήν. Συναισθάνομαι ὅμως ὅτι οὐδε-
562μίαν ἔδωκα ἀφορμήν. Ἀπαντῶν εἰς τὴν παράδοξον κατηγορίαν
563ὅτι ἐνεθάρρυνα τὴν στρατοκρατίαν, ἀνέφερα ὅτι εὑρέθην ἐν
564διαφωνίᾳ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1922, ἥτις πι-
565στεύω ὅτι προσέφερεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ἔθνος, ἀναστείλασα
566τὴν καταστροφήν. Τίνα ἠδύνατο νὰ θίξῃ ἡ γνώμη μου αὐτὴ
567ἐπὶ ἑνὸς ἱστορικοῦ γεγονότος; Κανένα ἀπολύτως. Τὸ κοινοβου-
568λευτικὸν πολίτευμα, τοῦ ὁποίου τὰς ἀρχὰς ἐπικαλούμεθα, βα-
569σίζεται ἐπὶ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας καὶ δὲν δικαιο-
570λογεῖται ἡ μομφὴ ὅτι πράττει τι ἄτοπον ἡ Κυβέρνησις ἐπι-
571σπεύδουσα μέτρα συναφῆ μὲ τὸ πρόγραμμά της. Ἂν μέχρι τοῦ
572Σαββάτου δὲν ἐπιψηφισθοῦν ὡρισμένα μέτρα, ἡ Κυβέρνησις, ἧς
573τὸ πρόγραμμα ματαιοῦται, δὲν θὰ ἔχῃ λόγον πλέον παραμονῆς
574εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς Βουλῆς, οὐδὲν
575παράπονον καὶ ἡ πολιτικὴ ἐξέλιξις ἀκολουθεῖ τὴν φυσιολογι-
576κήν της πορείαν. Ἂν ὅμως περιβαλλόμεθα διὰ τῆς ἐμπιστο-
577σύνης τῆς πλειονοψηφίας, ἐγκρινούσης τὸ πρόγραμμά μας, θὰ
578εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Πολίτευμα νὰ ἐπέλθῃ κυβερνητικὴ
579μεταβολὴ διὰ τῆς παρελκύσεως τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ τότε
580θὰ ἀσκηθῇ ἀληθὴς πίεσις τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῆς πλειονο-
581ψηφίας. Δὲν εἶναι ἀσύνηθες εἰς κανὲν Κράτος ἡ ἐν σπουδῇ ἐ-
582πιψήφισις κυβερνητικῶν μέτρων, ὅταν αἱ περιστάσεις ἐπιβάλ-
583λουν τὴν σπουδήν. Τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι μόνον τόπος λό-
584γων, ἀλλὰ καὶ δρῶσα δύναμις. Ἂν δὲ ἐπὶ τέλους ἄλλοτε ἡ
585ἐξουσιοδότησις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἐνέχουσα ἀπεμπόλησιν τῆς
586ἐξουσίας τοῦ Σώματος, σήμερον τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς
587εἰς ἣν ὑποχρεωτικῶς ἐπανέρχονται τὰ ζητήματα δυνάμει τοῦ
588Συντάγματος πρὸς τελικὴν ἀπόφασιν παραμένουν ἄθικτα.
589§46Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς
590ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὴν χθεσινὴν ὅμως συνεδρίασιν τοὐλάχι-
591στον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ
592ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤσκησε κἂν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὁμιλή-
593σῃ. Διὰ τοῦτο ἡ Συμπολίτευσις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούσῃ
594τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐφόσον κατὰ τὰς πρωϊνὰς
595ὥρας χθὲς ἀπούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκηρύχθη περαιω-
596μένη ἡ συζήτησις.
597§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
598Δὲν δύναται νὰ καθιερωθῇ ὅπως ὁσάκις ἀποχωρεῖ ἡ Ἀντιπο-
599λίτευσις ἐπαναφέρεται ἡ συζήτησις. Ἄλλως τε ἡ συζήτησις
600δύναται νὰ ἐπαναφερθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν δωδεκατημο-
601ρίων καὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως.
602§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
603§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω διατί ἡ συζήτησις μετεστράφη
604ἀπὸ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον πράγματι ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται.
605Διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις χθὲς δὲν ἀπεχώρησε παρὰ ἐξ αἰτίας
606τοῦ ἐπεισοδίου τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑ-
607πουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοὺς ὁποίους ἐθεωρήσαμεν ὅτι μᾶς
608θίγουν. Ἔχομεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν πληγὰς καὶ παρακαλοῦμεν
609ὅπως μὴ θίγετε τὰς πληγὰς ταύτας, διότι εἶναι δυνατὸν ἐν
610τῷ πόνῳ ἡμῶν νὰ φερθῶμεν κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν συμφέ-
611ρει εἰς τὴν γαλήνην τοῦ Τόπου.
612§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
613Οὐδέποτε ἐπεζήτησα νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, οὐδὲ
614νὰ ἀναξέσω πληγὰς τοῦ παρελθόντος.
615§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ
616σχεδίου νόμου «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως
617ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων».
618Ὁ κ. Γ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
619§52Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ χθεσινὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σημείου
620τῆς διαφωνίας, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκου-
621μενικῆς Κυβερνήσεως, ἔδωσε μίαν ἐξήγησιν εἰς ὅλην τὴν Βου-
622λὴν καὶ ἴσως καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὐρυτέραν ἐκείνης, τὴν
623ὁποίαν οἱ ρήτορες ἀπεπειράθησαν νὰ δώσωσιν. Ὁ τρόπος τῆς
624διεξαγωγῆς της ἔδωσε πλήρη εἰκόνα τοῦ πνεύματος τὸ ὁποῖον
625καθωδήγησε τὰς ἐργασίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
626Ἐπειδὴ θεωρῶ ὑποχρέωσιν παντὸς κόμματος καὶ παντὸς πο-
627λιτευομένου ὁσάκις τῷ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ λογοδοτῇ διὰ
628τὰς πράξεις του ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν του, δράττομαι τῆς
629σημερινῆς εὐκαιρίας, ἡ ὁποία σημειώνει ἕνα σταθμὸν τῆς κοι-
630νοβουλευτικῆς ζωῆς τῆς Χώρας μας. Ζητῶ ὅθεν τὴν ἄδειαν
631ὑμῶν νὰ ἐμβαθύνω καὶ εἰς τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν
632διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προβῶ εἰς
633τὴν λογοδοσίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ καθῆκον νομίζω ὅτι ὀφείλω
634νὰ δώσω ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης εἰς τοὺς συμπολίτας μου. Εἶ-
635ναι γνωστὸν ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀγωνιζόμενον ἀπὸ ἐτῶν
636ἐναντίον πάσης βίας, ἰδίᾳ δὲ ἐναντίον στρατοκρατικῆς τοιαύ-
637της, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν ὁπότε ἡ στρατο-
638κρατικὴ τυραννία ἐνεφανίσθη κατὰ τὸν ἀπεχθέστερον τρόπον,
639εἰς δοθεῖσαν αὐτῇ εὐκαιρίαν ἔπνιξεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἰσθήματα,
640τὰ ὁποῖα κατεῖχον τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ ἔτεινε τὴν χεῖρά του
641διαπνεόμενον ὑπὸ εἰλικρινοῦς ἐπιθυμίας εἰς τὴν σύμπραξιν
642κατὰ τοῦ ἀγῶνος τῆς καταμαχήσεως τοῦ στρατοκρατικοῦ ἐ-
643κείνου συγκροτήματος, τὸ ὁποῖον κατέθλιψε τὴν Χώραν. Τὴν
644χειρονομίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἂν παρεξήγησάν τινες καὶ
645ἂν κατηγόρησαν ἄλλοι, ἡ μεγάλη μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ
646τὴν ἐπεκρότησε ζωηρῶς, διότι ἐν τῷ αἰσθήματι τοῦ Ἑλληνι-
647κοῦ Λαοῦ ὑπάρχει βαθέως ἐρριζωμένη ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐπικρα-
648τήσεως μιᾶς γαλήνης καὶ μιᾶς νέας προσπαθείας πρὸς ἀνα-
649συγκρότησιν τῆς τόσον ταλαιπωρηθείσης Χώρας. Κατὰ τὸ διά-
650στημα τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου ἐπῆλθε συνεννόησις μεταξὺ τοῦ Λαϊ-
651κοῦ Κόμματος καὶ τῶν ἄλλων μερίδων τῶν ἀποτελουσῶν τὸν
652πολιτικὸν κόσμον τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως καὶ ἐχρειάσθη ὀ-
653λίγος καιρὸς νὰ διαπιστωθῇ ὅτι ἀτυχῶς ἡ σύμπραξις ἐκείνη
654προσέκοπτεν εἰς ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις ἐπὶ ὡρισμένων ἀναλη-
655φθεισῶν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι καὶ ἠθετήθησαν. Καὶ κατήλ-
656θομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ἀναλογικὸν παρὰ
657τὰ συμπεφωνημένα παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμμα-
658τος καὶ παρὰ τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν πρόβλεψιν τοῦ καταντή-
659ματος, τὸ ὁποῖον ἡ μέλλουσα Βουλὴ θὰ παρουσιάζῃ, ἐφόσον
660αἱ ἐκλογαὶ θὰ διενεργοῦντο ὑπὸ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα. Ἀπε-
661πειράθημεν τότε καὶ τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν νὰ πείσωμεν, ἀλλὰ
662καὶ τὸν Λαὸν εἰς εὐρεῖαν κλίμακα νὰ διαπαιδαγωγήσωμεν περὶ
663τῶν καταστρεπτικῶν διὰ τὴν Χώραν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα
664θὰ εἶχε τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, οὐδεὶς ὅμως ἠθέλησε νὰ προ-
665σέξῃ ταῦτα καὶ διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ ὡς διεξήχθη. Τὴν ἑπομέ-
666νην τῆς αὐτῆς παρουσιάσθη τὸ χάος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεβλέ-
667πομεν καὶ κατέστη ἀδύνατος ὁ σχηματισμὸς ἰσχυρᾶς Κυβερνή-
668σεως διὰ νὰ διοικήσῃ τὸν Τόπον, μετὰ τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἐκ
669τῆς ἀνωμάλου ἐκείνης καταστάσεως.
670Κατόπιν πολλῶν παρεκκλίσεων, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ
671ἐπικλήσεων τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἐσχηματίσθη ἡ Οἰκουμενικὴ
672Κυβέρνησις ὑπὸ τὰς καλυτέρας συνθήκας καὶ ὑπὸ τὰς εὐνοϊ-
673κωτέρας προϋποθέσεις, διὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὴν Χώραν ἐκ τῆς ἀ-
674βύσσου, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν εἶχε ῥίψει ἡ ἀνωμαλία τῶν τελευ-
675ταίων δέκα πέντε ἐτῶν. Καὶ ὄντως κατεβλήθη ἐκ μέρους πάν-
676των ἡμῶν ἡ καλὴ θέλησις ἡ ἀπαιτηθεῖσα διὰ νὰ προαγάγῃ
677τὰς ἐργασίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς μοὶ
678ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω οὐδένα,
679διότι οὐδὲ πρόθεσιν τοιαύτην ἔχω, οὐδὲ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν
680κατέχομαι ἀπὸ τῆς βαθυτέρας ἐκτιμήσεως διὰ τὰς πρώην
681συνεργασίας μου, ἡ διαφορὰ τῆς νοοτροπίας τῶν ἀποτελούντων
682τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν μελῶν. Αἱ λέξεις «Βενιζελι-
683σμὸς» καὶ «Ἀντιβενιζελισμὸς» δὲν εἶναι λέξεις κεναὶ διακρί-
684νουσαι ἀλλήλων τοὺς δύο πολιτικοὺς κόσμους τῆς Ἑλλάδος.
685Ὑπάρχει μία διαφορὰ σκέψεως μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, ἡ
686ὁποία εἶναι τόσον βαθεῖα, ὥστε νὰ καθίσταται δυσχερὴς πᾶσα
687συνεννόησις. Παρετηρήθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ ἀρχὴ τῆς σκοπιμό-
688τητος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς νομιμότητος ἀφ’ ἑτέρου, ἡ ὁ-
689ποία ἐχώριζεν εἰς πᾶσαν περίστασιν τοὺς δύο πολιτικοὺς κό-
690σμους κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτῶν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων καὶ
691ἀποκρούω μετ’ ἀγανακτήσεως πᾶσαν ἔκθεσιν δημοσίᾳ τῶν λαμ-
692βανόντων χώραν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Χθὲς δὲ κα-
693τεθλίβην ἀκούων πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς ἀναφερομένους εἰς ἐ-
694πεισόδια λαβόντα χώραν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ὑπουρ-
695γικοῦ Συμβουλίου. Φρονῶ ὅτι αἱ σχέσεις μας καὶ ἡ πρὸς ἀλ-
696λήλους συμπεριφορὰ πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων
697τῆς ἁβρότητος καὶ τῆς φιλικότητος τῆς ἐπικρατησάσης παρὰ
698τὰς διαφωνίας μας κατὰ τὴν πρόσφατον συνεργασίαν μας. Το-
699νίζω τοῦτο διότι ἤκουσα ἀξιοτίμου μέχρι χθὲς συνεργάτου νὰ
700κατηγορῇ ἡμᾶς, ὅτι ἐν τῇ Κυβερνήσει ὑπήρξαμεν ἐμπόδιον
701εἰς τὴν λῆψιν ὡρισμένων μέτρων καὶ ὅτι ὑπήρξαμεν οἱ ἀπο-
702καρδιωταὶ οὕτως εἰπεῖν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ὑ-
703πῆρξαν διαφωνίαι καὶ ἂν ὑπῆρξαν παρεξηγήσεις μεταξὺ ἡμῶν,
704τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλεται εἰς τὴν διαφορὰν τῶν ἀντιλήψεων,
705ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, χωρίζει τοὺς δύο πολιτικοὺς κόσμους. Ἄν
706διελύθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, διελύθη καὶ δι’ ἕνα ση-
707μαντικώτατον λόγον, τὸν ὁποῖον χθὲς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, νομίζω,
708ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνέφερε. Μετὰ τὴν ψῆφον
709τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν δοθεῖσαν τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀνεχώ-
710ρησεν εἰς Γενεύην ἡ ἀντιπροσωπεία, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν μελῶν
711τῆς Κυβερνήσεως ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς συνεφωνήθη
712ὅτι οὐδεμία δέσμευσις θὰ ἀνελαμβάνετο ὑπὸ τῶν μελῶν τὰ ὁ-
713ποῖα μετεῖχον τῆς ἀποστολῆς πρὸ τῆς ὑπὸ τῆς ὁλομελείας
714τῆς Κυβερνήσεως ἐγκρίσεως. Τί ὅμως συνέβη; Εὐθὺς ὡς ἐ-
715πέστρεψαν οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἀντιπροσωπείαν, ἐγνώσθη ὅτι
716ἐλήφθησαν ὑπ’ αὐτῶν ὡρισμέναι ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδέ-
717σμευον ἀπολύτως ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν.
718§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
719Ὅλα αὐτὰ ἦσαν ad referendum.
720§54Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω.
721§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
722Χιλιάκις εἶπον ὅτι ἴσως ἐγὼ ἠθικῶς, προσωπικῶς νὰ εἶχον
723ἀναλάβει μίαν ὑποχρέωσιν, ἐφόσον προῆλθον εἰς μίαν συμφω-
724νίαν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ δεσμεύσω οὔτε τὴν Κυβέρνη-
725σιν, οὔτε τὴν Βουλὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις της. Ἐφόσον κατε-
726δεικνύετο ὅτι τὰ συμφωνηθέντα παρ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Γενεύην ἦ-
727σαν ἀσύμφορα διὰ τὸ Κράτος, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἐγένετο
728θὰ ἦτο νὰ ἀποχωρήσω ἐγὼ καὶ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐφήρμοζεν
729ἄλλο πρόγραμμα.
730§56Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν τὸ εἶχον ἀντιληφθῆ.
731§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ad referendum αὐτὸ ὑπονοεῖται,
732διότι βεβαίως δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐγκρίνῃ ἢ
733νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καθίστατο
734τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως δυσχερές, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ
735ἐπήρχετο ἡ διάλυσις. Τοῦτο ἦτο τὸ λάθος σας.
736§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
737Τὸ ἔργον ἦτο ad referendum. Ἡ τύχη παντὸς διαπραγμα-
738τευομένου, ἐφόσον ἀπορρίπτονται αἱ διαπραγματεύσεις, εἶναι
739αὐτονόητος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ εἷς ἄνθρωπος
740παραμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐφόσον αἱ ἐνέργειαί του δὲν
741τύχουν ἐγκρίσεως. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ, ἠ-
742δύνατο δὲ καὶ νὰ μὴ κλονισθῇ ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως, ἐφό-
743σον ἐπειθόμην καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπερέβην τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς καὶ
744ἐξέθεσα τὸ Κράτος εἰς ζημίας. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ἐπὶ ποίου
745ζητήματος ἐγένετο ἡ δέσμευσις; Δὲν προέβην εἰς καμμίαν δέ-
746σμευσιν. Τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως εἶχε περιληφθῆ εἰς
747τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα. Ἐπ’ αὐτοῦ διεπραγματεύθην καθ’
748ἣν εἴχομεν ἐντολήν. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶσθε ἀκόμη εἰς Γενεύην
749τὴν τελευταίαν ἡμέραν καὶ προήλθομεν μίαν νύκτα εἰς τὴν
750συμφωνίαν αὐτήν, μὴ δεσμεύουσαν ἀπολύτως τὴν Κυβέρνησιν.
751Κατὰ τί ἐδημιούργησε κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐγέννα ὑπονοίας
752εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὅτι ἀνέλαβον εἰς τὴν Γενεύην ὑποχρεώ-
753σεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ; Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν.
754Τὸ ζήτημα τῆς σταθεροποιήσεως ἐτέθη, ἀνεπτύχθη, ἐγένετο
755ἀποδεκτὸν παρὰ πάντων καὶ ἤμην ἐλεύθερος νὰ τὸ διαπραγμα-
756τευθῶ καὶ ἐγώ, ἐπαναλαμβάνων ὅμως ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν ὑπὸ
757τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως.
758§59Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι δὲν εἶχον ἀντιλη-
759φθῆ ὅτι αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις ἦσαν ad referendum.
760§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει καμμίαν σημα-
761σίαν, διότι τὸ ad referendum ἐννοεῖται πάντοτε, διότι ἂν ἡ
762Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνῃ, δὲν ὑπάρχει πρᾶξις, διότι οἱ δύο Ὑ-
763πουργοὶ δὲν ἀποτελοῦν τὴν Κυβέρνησιν. Ἦτο ὅμως παράλει-
764ψις κοινοβουλευτικῆς τάξεως, διότι οὐδέποτε δύο μέλη τῆς
765Κυβερνήσεως δύνανται νὰ κάμωσι πράξεις, ἂν προηγουμένως
766δὲν ἔχωσι τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ μεί-
767ζονα δὲ λόγον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ Ὑπουργικὸν
768Συμβούλιον δὲν εἶναι ὁμοιογενές.
769§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
770κῶν). Τὸ πρᾶγμα ἐκτρέπεται ἀπὸ τῆς φυσικῆς καὶ κανονι-
771κῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν διαπραγματεύσεις μὴ διεξα-
772γόμεναι ἐν τῷ Τόπῳ καὶ μὴ διεξαγόμεναι μεταξὺ προσώπων
773τὰ ὁποῖα νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν ἰδίαν Χώραν. Ὁσάκις πρόκειται
774περὶ διαπραγματεύσεων, διεξαγομένων εἴτε πρὸς ἄλλην Χώ-
775ραν, εἴτε πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, δύο εἶναι οἱ τρό-
776ποι καθ’ οὓς δύνανται νὰ γίνωσιν αἱ διαπραγματεύσεις. Ὁ εἷς
777τρόπος εἶναι νὰ εἰδοποιεῖται ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις περὶ ὅλων
778τῶν συζητήσεων καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δίδῃ τὴν συγκατάθεσίν
779της. Ὁ ἕτερος τρόπος εἶναι νὰ στέλλεται πρόσωπον, τὸ ὁ-
780ποῖον ἔχει ποιάν τινα ἐλευθερίαν περὶ τὸ συζητεῖν, τὸ ὁποῖον
781ὅμως δὲν δύναται νὰ δεσμεύσῃ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι
782διπλωματικὴ δέσμευσις ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν
783περὶ μὴ διπλωματικοῦ ζητήματος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Νο-
784μικὴ δέσμευσις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι πρόκειται περὶ θε-
785μάτων διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ
786ὁποῖον πρόσωπον ἔχει, ὡς εἶπον, μίαν ἐλευθερίαν περὶ τὰ συζη-
787τεῖν. Εἴθισται δὲ περὶ ζητημάτων κάπως σπουδαιοτέρων νὰ
788μὴ στέλλωνται ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἀνήκουν εἰς τὴν
789Κυβέρνησιν, διότι δὲν θὰ ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν διαπραγ-
790ματεύσεων. Ἄν ἐστέλλοντο τοιοῦτοι ἀντιπρόσωποι, τί θὰ ἔπρε-
791πε νὰ γίνῃ; Κάθε σκέψις, ἡ ὁποία μᾶς ἐπεβάλλετο νὰ τηλε-
792γραφεῖται ἐνταῦθα, θὰ ἔφθανεν ἐδῶ μετὰ πάροδον 48 ὡρῶν
793ἢ καὶ 24, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ
794ἐλάμβανε τὰς ταχείας ἀποφάσεις μὲ τὴν ταχύτητα τὴν ὁποίαν
795γνωρίζομεν πάντες ὅτι λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις, θὰ γίνεται
796ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία εἶναι φυσικὸν καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ,
797ἤ, ἂν προκαλέσῃ τροποποιήσεις, θὰ ἔπρεπε νὰ τηλεγραφεῖται
798καὶ αὐτὴ ἡ τροποποίησις. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις τῆς Κοινωνίας
799τῶν Ἐθνῶν ἐπρόκειτο νὰ διαρκέσῃ πέντε ἡμέρας καὶ εἶχε νὰ
800συζητήσῃ ζήτημα δι’ ὅλον τὸν κόσμον. Ἦτο λοιπὸν ἀπαραίτη-
801τον νὰ ὑπάρχῃ κάποια σχετικὴ ἐλευθερία εἰς τοὺς διαπραγμα-
802τευομένους....
803§62Β. ΣΑΓΙΑΣ. Σᾶς ἐδόθη αὐτὴ ἡ ἐλευθερία;
804§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
805κῶν). Μόνον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ πῶς γίνονται αἱ διε-
806θνεῖς διαπραγματεύσεις δύναται νὰ ἐρωτᾷ ἂν ἐδόθη αὐτὴ ἡ
807ἐλευθερία. Ἀλλὰ δύνανται νὰ μεταβαίνουν νὰ συζητοῦν μέλη
808τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν; Δέ-
809σμευσις ὅμως ἐκ νομικῶν λόγων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ
810δὲν δύναται κανεὶς νὰ μᾶς μεμφθῇ ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη κατά-
811χρησις.
812§64Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
813γὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ εἴπῃ τίνα τρόπον γίνονται αἱ
814διαπραγματεύσεις. Ὅλοι γνωρίζομεν πῶς διεξάγονται αὗται.
815§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουρ-
816γὸς ἀνέπτυξε σύστημα τρόπου διαπραγματεύσεων, δὲν ἀνέπτυ-
817ξεν ὅμως ἓν σύστημα τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ
818συνεργασία ἐν τινι Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Τὸ ζήτημα ἦτο
819τοῦτο. Ἠδύναντο οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ οἱ ἐκεῖ μεταβάντες, ἔστω
820καὶ δι’ ἴδιον λογαριασμόν, νὰ ἀναλάβουν ὑποχρεώσεις οἱασδή-
821ποτε; Ἐδηλώθη ἐκεῖ κατὰ τίνα τρόπον γίνεται αὐτό. Ὅταν
822αὐτὸ γίνεται, γίνεται ad referendum πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
823Βεβαίως τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε καὶ πολὺ ὀρθῶς ὅτι,
824ἂν παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν γίνουν δεκτὰ ἐκεῖνα
825τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐδέχθημεν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἴμεθα ὑπο-
826χρεωμένοι ἡμεῖς νὰ ἀπόσχωμεν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἰδοὺ
827τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐκ κακοῦ τρόπου διαχειρίσεως
828τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἀποστολῆς. Διότι, ἂν ἡ
829ἐκεῖ ἀποστολὴ ἔλεγεν ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν ἔχομεν
830ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἵνα δώσωμεν μίαν ὁριστικὴν ἀπάντησιν,
831ἀλλὰ πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, τότε
832τοιαῦτα ζητήματα δὲν θὰ ἐγεννῶντο καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν
833ὅτι ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει οὐδένα εἶχε λόγον νὰ δώσῃ
834διὰ τὴν Α ἢ Β κατηγορίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν
835Ἐθνῶν, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἐνδιέφερε τὴν Κοινωνίαν τῶν
836Ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐνδιέφερεν ἡμᾶς. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν
837εἶχέ τι ἄλλο νὰ εἴπῃ, παρὰ νὰ τοὺς εἴπῃ ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ
838ὅροι, δυνάμει τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ σᾶς παράσχωμεν τὴν
839ἄδειαν. Σεῖς σκεφθῆτε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἂν τοὺς δέχε-
840σθε ἢ ὄχι. Τοῦτο θὰ διηυκόλυνεν ἀκόμη περισσότερον τοὺς κυ-
841ρίους διαπραγματευθέντας, ἂν καθίστων βέβαιον ὅτι διὰ ταῦτα
842δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὴν διαβεβαίω-
843σιν ταύτην, ὅτι θὰ ἠδύναντο ταῦτα νὰ μὴ γίνουν ἀποδεκτὰ παρὰ
844τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ συνόλῳ. Ἤχθη τὸ ζήτημα ἐνώπιον
845τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦτο συζητῶ ἁπλῶς. Δὲν συνεζήτησεν
846ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός,
847διότι μεταξὺ μας ὑπετέθη ὅτι δὲν ἐδεχόμεθα ταῦτα. Ἂν ἐκεῖ
848κατέληγεν, ἂν ἔφθανεν εἰς τὴν γενικὴν γραμμήν, θὰ εὑρίσκετο
849εἰς μίαν θέσιν στενόχωρον, δημιουργοῦσα τὸ ad referendum
850οὐχὶ πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ πρὸς τὰ μέλη τῆς
851Κυβερνήσεως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴ-
852πωμεν ὅτι κακῶς διεχειρίσθη καὶ ἐδημιούργησε τὸ ad refe-
853rendum, κατόσον τὸ ad referendum δὲν ἐτέθη εἰς τὴν Κοι-
854νωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ μεταξὺ μας.
855§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
856Ἂν ὑπῆρχεν ὅρος, κατὰ τὸν ὁποῖον διὰ νὰ δοθῇ ἡ ὁριστικὴ ἔγ-
857κρισις κατὰ τὸν Ἰούνιον ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ παρὰ τῆς Κυ-
858βερνήσεως προηγουμένως ἓν σχέδιον καταστατικοῦ περὶ ὀργα-
859νισμοῦ τῆς νέας Τραπέζης καὶ περὶ νομισματικῆς σταθερο-
860ποιήσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν μετὰ τῆς
861Δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἁπλούστερον τῶν πραγμάτων
862ἦτο ἡ διαφωνία νὰ προκύψῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ὑπῆρ-
863ξεν ἀπόλυτος ἐλευθερία νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς δὲν συμφωνοῦμεν
864μὲ τὴν Δημοσιονομικὴν Ἐπιτροπὴν ὅσον ἀφορᾶ τὸν διχασμὸν
865τῆς Τραπέζης ἢ τὴν ρύθμισιν τοῦ τραπεζιτικοῦ ζητήματος
866καὶ τότε θὰ ἐπήρχετο διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κοινωνίας
867τῶν Ἐθνῶν καὶ θὰ ἔπαυον αἱ συνεννοήσεις. Ποίαν λοιπὸν ὑ-
868ποχρέωσιν ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἡ
869Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία; Εἴπομεν ὅτι, ἂν μείνωμεν σύμφω-
870νοι μετὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς
871Τραπέζης καὶ τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως θὰ προχω-
872ρήσωμεν, ἂν δὲ δὲν μείνωμεν σύμφωνοι πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν
873Ἐθνῶν, θὰ παύσωμεν τὴν συζήτησιν. Ὑπῆρξεν ἀπόλυτος ἐ-
874λευθερία καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνα-
875τὸν νὰ δίδεται ἑρμηνεία ὅτι ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν νὰ δεσμεύ-
876σωμεν τὸν Τόπον ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως;
877§67Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶχον ἀντιληφθῆ ἢ
878μᾶλλον δὲν εἶχον προκαλέσει τόσον σαφῆ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ κ.
879ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ διὰ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐξουσιο-
880δοτήσεως, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Γε-
881νεύης.
882§68Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
883Τὸ ἐγνωρίζατε ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μὴ μείνωμεν σύμφωνοι,
884δὲν ὑπῆρχε ζήτημα.
885§69Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ἐνῷ σεῖς λέγετε ὅτι
886ὅλα αὐτὰ ἦσαν ad referendum, ὁ κ. Τσουδερὸς ἐξ ὀνόματος
887τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐπιστολῆς
888του ἀνελάμβανε νὰ διχοτομήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, χωρὶς
889νὰ λάβῃ τὸν καιρὸν νὰ ἀναμετρήσῃ καὶ τὰς συνεπείας τῆς
890πράξεώς του.
891§70Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
892Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὸ σχέδιον. Ἐκάμαμεν μίαν προκαταρκτι-
893κὴν συμφωνίαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως
894καὶ τῆς Βουλῆς.
895§71Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ προκαταρκτι-
896κῆς μόνον συμφωνίας;
897§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
898κῶν). Διατί ἐπήγαμεν εἰς τὴν Γενεύην; Διὰ νὰ ζητήσωμεν
899τὴν ἠθικὴν ἀρωγὴν καὶ τὴν κηδεμονίαν τῆς Κοινωνίας τῶν
900Ἐθνῶν εἰς τὸ νὰ εὕρωμεν χρήματα καὶ τακτοποιήσωμεν τὴν
901οἰκονομικήν μας κατάστασιν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν
902Ἐθνῶν δὲν ἔχει χρήματα. Παρ’ αὐτῆς λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν
903τὴν ἠθικὴν ἀρωγὴν καὶ τὴν κηδεμονίαν.
904§73Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι τὴν κηδεμονίαν.
905§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
906κῶν). Πολὺ καλά, τὴν ἠθικὴν ἀρωγήν. Ἴσως ἡ λέξις «κη-
907δεμονίαν» ἦτο ἄστοχος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὸ ὀνομάζεται κη-
908δεμονία, ὄχι βέβαια ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν οἱ
909νομικοί, διότι, κ. συνάδελφε, σεῖς εἶσθε πολιτικὸς καὶ γνωρί-
910ζετε ὅτι αἱ λέξεις δὲν διατηροῦν τὴν ἰδίαν σημασίαν ἐν τῇ πο-
911λιτικῇ, τὴν ὁποίαν διατηροῦν ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ. Λοιπὸν
912περὶ ἠθικῆς ἀρωγῆς πρόκειται καὶ δύνασθε τοῦτο νὰ τὸ ὀνο-
913μάσητε κηδεμονίαν. Διότι Κράτη τὰ ὁποῖα εἶναι οἰκονομικῶς
914ἰσχυρά, αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ προκειμένου νὰ συνάψουν δάνειον οὔτε
915ἀνάγκην ἔχουν τοῦ Δημοσίου Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου, οὔτε συ-
916στάσεώς τινος. Ὅταν ἡ Ἀγγλία ἢ ἡ Γαλλία θέλῃ νὰ κάμῃ
917ἓν δάνειον, θὰ ἀποταθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ὑπο-
918θέτω ὅτι Κράτη μικρότερα ἔχουν κάποιαν ἀνάγκην προστασίας,
919ἀρωγῆς.
920§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
921Ὅλα τὰ Κράτη ἔχουν ἀνάγκην τοιαύτης ἀρωγῆς, μικρὰ καὶ
922μεγάλα, ἔχουν κηδεμονίαν. Ἔχομεν τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία συ-
923ζητεῖ μὲ τὴν Ἀμερικήν.
924§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
925κῶν). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μία οἰκονομικὴ ἀλληλεγγύη.
926Μετέβημεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ ὑποθέσατε ὅτι
927ἐκλείομεν μίαν ὁριστικὴν συμφωνίαν. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν
928εἰς τὴν ὁποίαν προσετρέξατε διὰ νὰ σᾶς βοηθήσῃ νὰ τακτο-
929ποιήσητε τὰ οἰκονομικά σας, δέχεται νὰ σᾶς δώσῃ αὐτὴν τὴν
930ἀρωγὴν ὑπὸ τοὺς δεῖνα ἢ δεῖνα ὅρους καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρί-
931σκει ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι δεκτὴ ἡ ἀρωγὴ ἡ ἠθικὴ
932τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ συμφωνία αὐτὴ
933δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν δέσμευσιν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν
934Ἐθνῶν. Ἐζητήσατε τὴν ἀρωγήν της τὴν ἠθικήν. Ἡ Κοι-
935νωνία τῶν Ἐθνῶν σᾶς λέγει ὅτι σᾶς τὴν παρέχω ὑπὸ τοὺς
936δεῖνα ὅρους, θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀρωγὴν ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους.
937Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν ὑποχρέωσιν, δηλαδὴ δὲν ἀνελά-
938βατε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξητε αὐτό. Ἐζητήσατε τὴν ἀρω-
939γὴν ἑνὸς ὡρισμένου προσώπου. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ σᾶς θέτει
940αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Ἂν θέλητε, τοὺς ἐκτελεῖτε. Ὥστε οἱανδή-
941ποτε καὶ ἂν ἐκάματε συμφωνίαν μεταξὺ τῆς Κοινωνίας τῶν
942Ἐθνῶν καὶ τοῦ Κράτους, αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμεύσῃ
943τὸ Κράτος. Ἐζητήσατε ἀρωγήν. Σᾶς τὴν δίδει ὑπὸ ὡρισμέ-
944νους ὅρους. Σεῖς δὲν δέχεσθε τοὺς ὅρους αὐτούς. Καμμία δέ-
945σμευσις δὲν ὑπάρχει. Δυνάμεθα σήμερον νὰ μὴ δεχθῶμεν τοὺς
946ὅρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ μὴ συνάψωμεν τὰ δά-
947νεια. Αὐτὸ δὲν θὰ τοὺς κακοφανῇ καθόλου, τοὐναντίον θὰ τοὺς
948εὐχαριστήσωμεν.
949§77Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶμαι ἐνθουσιασμένος διότι προεκάλεσα
950τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀκρι-
951βῶς ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῶν σημερινῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
952ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ προσπαθήσω νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν
953Βουλὴν ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ ἀπόδοσις ἐκ μέρους τοῦ κ.
954Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὐθύνης εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμ-
955μα διὰ τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Διότι
956ἂν ὄντως ἔχῃ οὕτως ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑ-
957πουργός, ὅτι ἡ συμφωνία μεταξὺ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν
958ἦτο ad referendum, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦτο λόγος διαλύ-
959σεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἐφόσον ἡ συμφωνία
960ἦτο ad referendum, θὰ ἠδύναντο κάλλιστα οἱ ἀπεσταλμένοι
961νὰ εἴπωσι πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὅτι ἡ Κυβέρνησις
962ἡ Ἑλληνικὴ δὲν ἀποδέχεται τὸν ὅρον τῆς διχοτομήσεως τῆς
963Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κατὰ πόσον ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς
964Τραπέζης εἶναι ὠφέλιμος διὰ τὸν Τόπον καὶ τὸ Κράτος, δὲν
965τὸ ἐξετάζω, ἀνεπτύχθησαν ἐπ’ αὐτοῦ ὅλαι αἱ ἀντιλήψεις. Ἐ-
966κεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω ἀκραδάντως, διότι
967εἶχον προηγηθῆ τῶν φίλων συναδέλφων ἐν Γενεύῃ καὶ ἀντελή-
968φθην τὸ εὐνοϊκὸν πνεῦμα τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε διὰ τὴν Ἑλλάδα
969εἶναι ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εὐχαρίστως θὰ ἐδέχετο νὰ
970συζητήσῃ ἐπὶ ἄλλης βάσεως ἐξασφαλιζούσης τὴν ὁμοφωνίαν τῆς
971Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
972Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὄντως, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ
973τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ἀποτελεῖ ἕνα θεσμὸν κατ’ ἐξοχὴν
974ἠθικοῦ κύρους, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ Κράτη καὶ τὰ με-
975γαλύτερα, ὑποκλίνονται καὶ διέρχονται διὰ τῶν θυρῶν αὐτῆς.
976Εἶναι εἷς θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν δημοσιονομικός, ἀπὸ τὸν ὁποῖον
977βεβαίως ὀφείλουν νὰ διέρχωνται ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα θέ-
978λουν νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῆς διεθνοῦς Κοινωνίας,
979ἀλλὰ δὲν εἶναι θεσμὸς τοιοῦτος ὅστις νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς Κράτη
980ὅρους θίγοντας τὴν κυριαρχίαν, τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν ἐσω-
981τερικὴν αὐτῶν ὁμαλότητα. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τῆς διχοτο-
982μήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ κλο-
983νίσῃ καὶ καταστρέψῃ καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς Οἰκουμενικῆς
984Κυβερνήσεως, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἂν ἀντὶ νὰ καταλη-
985φθῶμεν ὑπὸ νευρικότητος καὶ ἐπιμονῆς, ἀντὶ νὰ χωρίσωμεν
986τὰς ἀντιλήψεις μας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δημιουρ-
987γήσωμεν μεταξὺ μας τὸ ἀνεπανόρθωτον θὰ ἦτο προτιμότερον
988νὰ ἐπανερχώμεθα πρὸ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ
989ἀναπτύξωμεν τοὺς τεχνικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν ἀ-
990δύνατον τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ὅρου τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐθνι-
991κῆς Τραπέζης. Θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἐπιτύχωμεν τροπο-
992ποίησιν ἱκανοποιητικὴν διὰ πάντας. Ἔχω ἐρριζωμένην τὴν
993πεποίθησιν αὐτὴν καὶ τοῦτο ἠθέλησα νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν
994διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν ὑπέχει καμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν διά-
995σπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τὸ Λαϊκὸν Κόμμα.
996Κατ’ ἐμὲ ἀντιθέτως εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητος ἡ ἐπιμονὴ τῆς
997διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐφόσον μάλιστα ἑκα-
998τέρωθεν ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἡ διχοτόμησις θὰ ἐπέφερε μέγαν
999κλονισμὸν εἰς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ἵδρυμα. Ἡ διαφωνία ἐπῆλθε
1000καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον ἀρκετὰ
1001ἀνεπτύχθη ἐνώπιον ὑμῶν, τοῦ κατὰ πόσον θὰ ἔπρεπε, ζημιου-
1002μένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ τῆς διχοτομήσεως ταύτης,
1003νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀν-
1004τιθέτως ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι τὸ Κράτος δὲν ὀφείλει νὰ
1005διχοτομήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὥστε νὰ δημιουργήσωμεν
1006τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπροκάλει τὴν δωρεάν. Ἐφόσον
1007εἴμεθα σύμφωνοι ἀπολύτως εἰς μίαν ἄποψιν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ
1008βάσις τοῦ ὅλου ζητήματος, ὅτι δηλαδὴ ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐ-
1009θνικῆς Τραπέζης θὰ ἐξησθένει ἐπικινδύνως τὸ ἐθνικὸν τοῦτο
1010ἵδρυμα, ὀφείλομεν ἀφίνοντες κατὰ μέρος πᾶσαν προσωπικὴν φι-
1011λοτιμίαν νὰ κατεγινόμεθα εἰς τὴν ἐξεύρεσιν ἄλλης λύσεως
1012καὶ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν περὶ καλυμμάτων διένεξιν, δεδομένου
1013ὅτι δι’ αὐτῶν ἐγένετο μία δωρεὰ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
1014διὰ νὰ καλυφθῇ ἡ πρὸς αὐτὴν προσγενομένη ζημία. Εἶναι δὲ
1015ἀπολύτως ἄξιον, πῶς ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
1016τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, μὲ ταχύτητα ἀνεξήγητον, ἐδέχθη τὴν διχο-
1017τόμησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Γενεύῃ, ἐν γνώσει τῶν
1018συνεπειῶν ταύτης εὑρισκόμενος.
1019§78Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1020Κατὰ τὴν λαβοῦσαν χώραν ἁπλῆν διαδικασίαν ἐγένετο ἀποδε-
1021κτὴ ἡ ἄποψις περὶ ἱδρύσεως ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἡ διχο-
1022τόμησις δὲν ἦλθεν εἰς τὸ σχέδιον. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης
1023συνεζήτησεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς
1024παρέσχεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μόνον τὰς τε-
1025χνικὰς γνώσεις του. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμφωνίαν περὶ τοποθε-
1026τήσεως συμβούλου εἰς τὴν Τράπεζαν, τοῦτο θὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν
1027Τράπεζαν, διότι εἶναι πρᾶξις τῆς Τραπέζης καὶ οὐχὶ τῆς Κυ-
1028βερνήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς συμφωνίας, διότι καὶ ὁ
1029σύμβουλος εἶναι ὑπάληλος τῆς Τραπέζης.
1030§79Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Βεβαίως ὁ κ. Τσουδερὸς δὲν ἀνέλαβε
1031τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῇ συγκαταθέσει ὑμῶν.
1032§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1033Τῇ πρωτοβουλίᾳ ἡμῶν.
1034§81Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λέγω ὅτι ὁ κ. Τσουδερὸς τὴν ταχεῖαν
1035κρίσιν τῆς ἀναλήψεως τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως ἐξέφερε,
1036διότι οὗτος ἀντιπροσωπεύων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἦτο ὁ κατ’
1037ἐξοχὴν ἐνδεδειγμένος οἰκονομικὸς σύμβουλος ὑμῶν καὶ γνώ-
1038στης τῶν πραγμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὤφειλε νὰ προΐ-
1039δῃ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἐκ τῆς διχοτομήσεως ταύτης.
1040Ἐξακολουθῶ ὅμως νὰ ἐπιμένω ὅτι ὁ κ. Τσουδερὸς ἐνήργησε
1041κατὰ τρόπον ταχύτατον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐπιπόλαιον.
1042§82Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1043Μὴ τὸ λέγετε, διότι εἶναι ἄδικον. Ἦτο πολὺ μεγάλη ἡ πιθα-
1044νότης ὅτι οὐδεμία ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ζημία ἐκ τῆς νέας με-
1045ταρρυθμίσεως. Ἐν τῷ σχεδίῳ, ὡς σᾶς εἶπον, οὐδεμία εἶναι ἀ-
1046νειλημμένη ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συμφωνία εἶ-
1047ναι προκαταρκτική. Δεχόμεθα ἁπλῶς ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἱδρύ-
1048σεως ἰδίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἤλθομεν νὰ μελετήσω-
1049μεν τώρα ἂν οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους εὑρίσκομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα,
1050εἶναι ἐπιδεκτικοί. Ἂν ἐρχόμενοι ἐβλέπομεν κατ’ ἀρχὴν ὅτι εἶ-
1051ναι ἀνεφάρμοστοι εἰς τὸν Τόπον μας, θὰ ἐλέγαμεν εἰς τὴν
1052Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τοῦτο.
1053Διατί κατηγορεῖτε τὸν κ. Τσουδερόν; Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι
1054ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως ἐγένετο δεκτὴ ἐκ τοῦ προχείρου.
1055§83Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἔχετε τὴν ἰδέαν
1056ὅτι ἂν ἐλέγομεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὅτι δὲν εἶναι
1057δυνατὴ ἡ διχοτόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχετε, ἐρωτῶ,
1058τὴν ἰδέαν ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ ἐτροποποίει τὸν ὅρον τοῦτον;
1059§84Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1060Κατὰ τὴν πεποίθησίν σας. Ἀκούσατε, κ. συνάδελφε. Ἡ πο-
1061λιτικὴ ἡ ἰδική μας, ὄχι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἦτο πο-
1062λιτικὴ νομίμου σταθεροποιήσεως. Εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην
1063διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν νὰ κανονίσωμεν κατὰ
1064τρόπον πλέον συγχρονισμένον τὸν τραπεζιτικὸν αὐτὸν ὀργανι-
1065σμόν. Αὐτὰ εἶχον μελετηθῆ εἰς τὸν Τόπον μας καὶ δὲν ἦτο
1066τίποτε νέον. Ὅλος ὁ κόσμος παρεπονεῖτο καὶ συνίστα νὰ μὴ
1067διατηρηθῇ μία ἀταξία τραπεζιτική. Εἴχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι
1068ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ Τράπεζα αὐτὴ τῆς μεταρρυθμίσεως ἀπαραί-
1069τητος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός μας τῆς σταθερο-
1070ποιήσεως καὶ ἐδέχθημεν κατ’ ἀρχὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς
1071πρεσβεύομεν.
1072§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόκειται περὶ διχοτομήσεως ἢ περὶ
1073ἱδρύσεως;
1074§86Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐπεκράτησεν ἡ λέξις «διχοτόμησις»
1075διὰ νὰ μὴ λέγωμεν «ἵδρυσις» καὶ τὰ λοιπά.
1076§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀναγκαία
1077ἡ συγκατάθεσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης;
1078§88Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Περὶ αὐτὸ περιστρέφεται ὁλόκληρον τὸ
1079ζήτημα, κ. βουλευτά. Ἐφόσον πρόκειται περὶ ἱδρύσεως ἑνὸς
1080κρατικοῦ ἱδρύματος ἀφαιροῦντος ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
1081τὸ ἐκδοτικόν της δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ διὰ συμβάσεως
1082μέχρι τοῦ 1950, βεβαίως ἀπαιτεῖται συγκατάθεσις αὐτῆς. Δι’
1083ὅλων αὐτῶν ἤθελον νὰ καταλήξω ἐκεῖ ὅπου κατέληξα, ὅτι δη-
1084λαδὴ ἡ ἐπιμονὴ ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυ-
1085βερνήσεως τῶν κηρυχθέντων ὑπὲρ τῆς διχοτομήσεως τῆς Ἐ-
1086θνικῆς Τραπέζης ἦτο ἡ ἀφορμὴ ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν διάσπα-
1087σιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ἡ ἀντίθετος ἄ-
1088ποψις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι εἰς
1089ἓν σημεῖον εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅτι ἡ διχοτόμησις φέρει
1090μεγάλην ζημίαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐφόσον δὲ τοῦτο
1091εἶναι ὑπὸ πάντων δεκτόν, δὲν ἐναπόκειτο παρὰ νὰ ἐπιστρέψω-
1092μεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι κα-
1093θίστατο ἀδύνατος ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὅρου τούτου καὶ ἀπὸ κοινοῦ
1094νὰ ἐπεδιώκετο ἡ ἐξεύρεσις ἑτέρας λύσεως. Οὕτω θὰ ἐδίδετο
1095ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπροχώρει ἀπροσκόπτως εἰς
1096τὸ ἀναληφθὲν ἔργον τῆς δημοσιολογικῆς ἐξελίξεως τὸ ὁποῖον
1097ἀνέλαβε. Τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον θὰ καθίστατο ἐφικτόν, ἐφόσον
1098ὁ ἴδιος ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μᾶς ἐδήλωσε διὰ
1099πρώτην φορὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι ἡ δημοσιολογικὴ αὕτη
1100πολιτικὴ δὲν εἶναι πολιτικὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν πρωτοβουλίαν
1101τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον. Τῆς πολι-
1102τικῆς ταύτης ἡμεῖς οὐχὶ ὡς κυβερνῶντες, ἀλλ’ ὡς δευτερεύον-
1103τες παράγοντες ἐλάβομεν γνῶσιν μόλις μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν
1104τῆς ἀποστολῆς ἐκ Γενεύης. Ἑπομένως καὶ τὸ σχέδιον τῆς
1105διχοτομήσεως ἦτο πρᾶγμα ἐντελῶς νέον δι’ ἡμᾶς.
1106§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1107Εἶναι καὶ τοῦτο προϋπόθεσις τῆς σταθεροποιήσεως.
1108§90Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἠδύνατο ὅμως νὰ γίνῃ ὑπὸ τὴν ἄλλην
1109μορφήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπροτείναμεν. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ δι-
1110καιολογῶ τὴν ψῆφόν μου ἐναντίον τῆς δημοσιολογικῆς πολιτι-
1111κῆς τῆς Κυβερνήσεως.
1112§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1113Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν κάθε ἔλεγχον καὶ ἀναλαμβάνο-
1114μεν κάθε εὐθύνην. Τὰ στήθη μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
1115κῶν εἶναι ἀνοικτὰ πρὸ ὑμῶν εἰς πᾶσαν ἐπίθεσιν, ὥστε νὰ μὴ
1116ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ἀναζητῶνται ἀλλαχοῦ εὐθῦναι καὶ μάλι-
1117στα ἐκεῖ ὅπου αὗται δὲν ὑπάρχουν.
1118§92Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Περαίνων τὸν λόγον μου προσθέτω ὅτι
1119ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ ψῆφον ἐξουσιο-
1120δοτήσεως, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ ἡ ἀντιπροσωπεία εἰς Γε-
1121νεύην. Ἔχω τὴν ἰδέαν καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ εἶχεν ὁλόκληρον τὴν
1122Βουλὴν παρὰ τὸ πλευρόν της, ἂν μεταβαίνουσα εἰς Γενεύην διε-
1123πραγματεύετο τὰ ζητήματα ὑπὸ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἐκτεθείσας
1124πολλάκις, αἱ ὁποῖαι καὶ θετικῶς καὶ πατριωτικῶς ὠφελοῦσι
1125τὸν Τόπον. Ἀλλ’ ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ με-
1126ταβῇ εἰς Γενεύην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ τῆς ἐμπιστοσύ-
1127νης ἡμῶν, διότι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους γίνεται καὶ ἡ διχο-
1128τόμησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς καὶ ἡ νομισματικὴ στα-
1129θεροποίησις διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἐμπράκτου ἐξελίξεως
1130αὐτῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν θὰ ἀπέκλειε καὶ
1131τὴν διὰ νόμου ἐπιβολήν, εἶναι ὅροι διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν
1132εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς τὴν Κυ-
1133βέρνησιν.
1134Ἀλλὰ προτοῦ κατέλθω τοῦ βήματος ἐννοῶ νὰ τονίσω καὶ
1135πάλιν ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα προβαῖνον εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς
1136διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποχωρῆσαν
1137αὐτῆς ἀναλαμβάνει ἀκεραίας τὰς εὐθύνας ἔναντι τοῦ Τόπου
1138διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Ἀλλ’ οὐδεμίαν εὐθύνην ἀναλαμβάνει
1139καὶ διὰ τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς. Αὕτη ἐπῆλθε πρῶ-
1140τον ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδώσαμεν εἰς
1141τοὺς μεταβάντας εἰς Γενεύην, δεύτερον οἱ μεταβάντες εἰς Γε-
1142νεύην ἐδέσμευσαν τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν μὲ τοὺς δια-
1143πραγματευθέντας μετ’ αὐτῶν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται παρὰ διὰ
1144θυσιῶν νὰ ὑποχωρήσωσι καὶ τρίτον διότι οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι, οἱ
1145ὁποῖοι ἐδέσμευσαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι
1146οἱ συμφερότεροι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς ἐφαρμόσιμοι διὰ
1147τὸν Τόπον.
1148§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ
1149αὕτη τὴν 11 π.μ. (Ὥρα 10.30′ μ. μ.)
1150ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
1151(Ὥρα 11.20′ μ. μ.)
1152§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρία-
1153σις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
1154§95Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1155Παρακαλῶ ὅπως, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Ἀ-
1156νωτάτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου» εἶναι τυπικόν, ἐπιτραπῇ ἡ
1157εἰς μίαν μόνην κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ψήφισίς
1158του ὑπὸ τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 49 § 7 τοῦ
1159Συντάγματος.
1160§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ;
1161§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1162§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις, κατ’ ἀρχὴν κατ’ ἄρθρον καὶ σύ-
1163νολον ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως τοῦ κατὰ
1164τὸ Σύνταγμα Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου».
1165(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
1166§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
1167«περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδο-
1168σιν Ν. Διαταγμάτων».
1169Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1170§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητεῖται, κύριοι βουλευταί, παρὰ
1171τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς ἔκδοσιν Νομοθετικῶν
1172Διαταγμάτων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγμα-
1173τος πρὸς ἐξυγίανσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Εἶμαι καὶ
1174ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἠγωνίσθησαν διὰ
1175τὴν ἐξυγίανσιν ταύτην καὶ αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν εὐχαρίστη-
1176σιν, ὅτι ἔφθασεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε διὰ τὸν ἕνα
1177εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον ἀπεφασίσθη ὅπως διὰ τῆς νομοθετι-
1178κῆς ὁδοῦ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πολύπλοκον καὶ σοβαρώτατον
1179ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ζήτημα τοῦτο. Ζητεῖται ἡ νομοθε-
1180τικὴ ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν ἐξυγίασιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τρα-
1181πέζης. Ἡ λέξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν μαρτυρεῖ, ὅτι κἄτι τι τὸ
1182νοσηρὸν ὑπάρχει. Ἄς ἴδωμεν εἰς τί ἔγκειται ἡ νόσος διὰ νὰ
1183κανονίσωμεν τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μᾶλλον
1184πρόσφορα διὰ τὴν ἐξυγίασιν τοῦ ἀσθενοῦς τούτου μέρους τοῦ
1185οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χώρας. Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι ἡ φύ-
1186σις πάσης Τραπέζης δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἡ Τρά-
1187πεζα εἶναι μεσίτης μεταξὺ τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων τῆς
1188Χώρας, τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ζητοῦν τοποθέτησιν καὶ
1189τῶν ἐπιχειρηματιῶν, τῶν ἐμπόρων, τῶν βιομηχάνων, οἱ ὁποῖοι
1190καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἔχουσιν ἀνάγκην κεφαλαίων καὶ δὲν
1191διαθέτουσι ταῦτα. Ἓν δὲ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Τρά-
1192πεζα ἐπιτελεῖ τὸν σκοπόν της τοῦτον τοῦ χρηματικοῦ μεσίτου
1193εἶναι καὶ ἡ ἔκδοσις τραπεζογραμματίων. Τὸ τραπεζογραμμά-
1194τιον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἐν τῇ οἰκονομικῇ αὑτοῦ ἐννοίᾳ δὲν εἶναι
1195τίποτε ἄλλο παρὰ κοινὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον πᾶς ἰδιώτης
1196εἴτε εἶναι πρόσωπον νομικόν, εἴτε εἶναι πρόσωπον φυσικόν, δύνα-
1197ται νὰ ἐκδώσῃ ὡς ἄμεσος ὀφειλέτης. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα
1198ἐκδίδουσα τραπεζογραμμάτια δὲν πράττει τίποτε ἄλλο παρὰ
1199ἐκδίδει γραμμάτια πληρωτέα πρὸς τὸν ἑκάστοτε κομιστὴν τού-
1200των. Ὥστε ἡ ἔκδοσις τραπεζογραμματίων εἶναι κἄτι ἀνάλο-
1201γον πρὸς τὴν ἔκδοσιν οἱουδήποτε γραμματίου. Ἡ ἐμπιστοσύνη
1202ὅμως, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἐκδίδουσα ταῦτα Τράπεζα, συντε-
1203λεῖ εἰς τὸ νὰ κυκλοφορῇ τὸ τραπεζογραμμάτιον τοῦτο ἀπὸ χει-
1204ρὸς εἰς χεῖρα, οὕτως εἰπεῖν, διὰ λευκῆς ὀπισθογραφήσεως.
1205Οὕτω δ’ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε εἰς τὸν οἰκονομικὸν
1206ὀργανισμὸν τῶν διαφόρων Χωρῶν βλέπομεν τραπεζογραμμάτια
1207ἐκδιδόμενα ὑπὸ φερεγγύων Τραπεζῶν, νὰ χρησιμεύωσιν, νὰ
1208παίξωσι μονονουχὶ τὸν ρόλον τοῦ χρήματος. Διὰ νὰ εἶναι ὅμως
1209ἐξησφαλισμένη ἡ οἰκονομικὴ λειτουργία τοῦ τραπεζογραμμα-
1210τίου πρέπει ἡ συνολικὴ ὀργάνωσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέ-
1211ζης τῆς Ἐκδοτικῆς νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἐξαργύρωσις τοῦ
1212τραπεζογραμματίου νὰ εἶναι πάντοτε ἐξησφαλισμένη, καὶ εἶναι
1213ἐξησφαλισμένη τότε μόνον ὅταν ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ
1214ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ Τράπεζα, ἡ ἐκδίδουσα τὰ τραπεζο-
1215γραμμάτια, εἶναι ἀπολύτως ἀνάλογος πρὸς τὴν πίστωσιν, τὴν
1216ὁποίαν λαμβάνει.
1217Λαμβάνει πίστωσιν δανειζομένη διὰ τῆς ἐκδόσεως τραπεζο-
1218γραμματίων, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, σεβομένη τὴν ἑαυτῆς πίστιν,
1219ὅπως αἱ ἐργασίαι, χάριν τῶν ὁποίων ἐδανείσθη, εἶναι τῆς αὐτῆς
1220φύσεως. Καὶ ἐφόσον τὸ γραμμάτιον εἶναι ἀπαιτητὸν εἰς πρώτην
1221ζήτησιν, πρέπει καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Τραπέζης νὰ εἶναι
1222πραγματοποιήσιμοι τόσον εὐκόλως, ὥστε ἡ πραγματοποίησις
1223τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς Τραπέζης νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἐξαργύ-
1224ρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων. Πᾶσα πίστωσις, διδομένη ἐκ
1225μέρους τῆς Τραπέζης καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, εἶναι τραπε-
1226ζιτικὴ ἐργασία. Καὶ ἐκ τοῦ ποιοῦ τῶν ἐργασιῶν τούτων τῆς
1227Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλ-
1228λάδος καταφαίνεται ποῦ ἔγκειται ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ τὸ
1229τραπεζικὸν ἡμῶν σύστημα.
1230Ἐκ τῶν τραπεζικῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ
1231πρωτίστη διὰ τὴν μεγάλην αὐτῆς σημασίαν, σημασίαν προερ-
1232χομένην ἐκ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει τὸ εἶδος
1233αὐτὸ τῶν τραπεζικῶν ἐργασιῶν, εἶναι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ
1234Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Χώρας ἔχει δώ-
1235σει πρὸς τὸ Κράτος. Κατὰ μίαν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἔχω
1236πρόχειρον, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἶχε κατὰ τὸ
12371913 εἰς τὸ ἐνεργητικόν της δάνεια πρὸς τὸ Κράτος 31%.
1238Εἰς τὰ 1920 τὸ ποσοστὸν τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς 75%, τὸ 1921
1239εἰς 82%, τὸ 1923 εἰς 74%, τὸ 1924 εἰς 65%, εἰς τὸ
1240τέλος δὲ τοῦ Ἰουνίου 1927 εἶχε φθάσει τὸ βάρος τοῦ δανείου
1241πρὸς τὸ Κράτος κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον εἰς 6 δισεκατομ-
1242μύρια δραχμῶν, δηλαδὴ ὑπερέβαινε κατὰ ἓν δισεκατομμύριον
1243καὶ πλέον τὸ σύνολον τῶν τραπεζογραμματίων τῆς Ἐθνικῆς
1244Τραπέζης. Καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶχε προβῆ
1245εἰς χορηγήσεις μακροχρονίων πιστώσεων, τὸ γεγονὸς καὶ μόνον
1246ὅτι ἔχει χορηγήσει τοιαύτης ἐκτάσεως δάνεια πρὸς τὸ Κρά-
1247τος ἀποτελεῖ ἕνα κίνδυνον διὰ τὰ γραμμάτια αὐτῆς, κρινομέ-
1248νης στενῶς ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως.
1249Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ λό-
1250γους ἱστορικοὺς ἔχει ἐπιδοθῆ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀγροτικῆς
1251πίστεως. Ἡ ἀγροτικὴ πίστις, ὡς ἐκ τῆς κρίσεως αὐτῆς, εἶ-
1252ναι μακροπρόθεσμος· πάντως ἡ προθεσμία τῶν γεωργικῶν δα-
1253νείων εἶναι πάντοτε σημαντικῶς ἀνωτέρα τῆς προθεσμίας, τὴν
1254ὁποίαν ἔχει ὁ κάτοχος τοῦ τραπεζογραμματίου διὰ νὰ ζητήσῃ
1255τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτοῦ. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν αὐτῆς
1256ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἔχει παρεκκλίνει
1257σημαντικῶς τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ
1258ἔχει προσθέσει ἕνα ἀκόμη κίνδυνον εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς
1259ὑπόστασιν ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὅταν εἰς τὰ 1923 ἡ τότε
1260Κυβέρνησις εἶχε σκεφθῆ τὴν ἵδρυσιν ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέ-
1261ζης εἶχε συσταθῆ μία Ἐπιτροπὴ ἐξ ἀντιπροσώπων καὶ τῆς
1262Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἄλλων ἐπιστημόνων ὑπὸ τοῦ τότε Ὑ-
1263πουργοῦ τῆς Γεωργίας ὅπως δώσῃ τὰς γνώμας της ἐπὶ τῆς
1264ἀνάγκης ἱδρύσεως ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέζης. Εἶχον κληθῆ
1265καὶ ἐγὼ τότε καὶ ὑπεστήριξα ἔκτοτε τὴν ἀνάγκην τοῦ χωρι-
1266σμοῦ τοῦ εἴδους τούτου τῶν ἐργασιῶν ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
1267πέζης, τῆς ὁποίας προορισμὸς ἦτο νὰ εἶναι ἐκδοτικὴ Τράπεζα.
1268Τότε οἱ κύκλοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑποστήριξαν, καὶ
1269ὀρθῶς διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἐφόσον τὸ Κρά-
1270τος τότε δὲν εἶχε ἐξησφαλισμένα ἄλλοθεν τὰ κεφάλαια, τὰ
1271ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἵδρυσιν ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέζης, θὰ
1272ἦτο τολμηρὸν νὰ ἱδρυθῇ νέα Γεωργικὴ Τράπεζα μὲ κεφάλαια
1273συλλεγόμενα διὰ φορολογίας, ὅπως ἐσκέπτετο τότε ἡ Κυβέρ-
1274νησις νὰ κάμῃ, διότι αὕτη δὲν θὰ εἶχε τὰ οἰκονομικὰ ἐφόδια,
1275τὰ ὁποῖα θὰ ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ προορισμοῦ
1276της. Καὶ ἐξ ἄλλου, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔχουσα τότε περὶ τὰ
12774 δισεκατομμύρια καταθέσεις μακροπροθέσμους κατὰ τὸ μᾶλλον
1278καὶ ἧττον, ἠδύνατο νὰ ἐνασκῇ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν. Ἕνεκα
1279δὲ τῶν δύο τούτων λόγων, δηλαδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι τὸ Κρά-
1280τος δὲν θὰ διέθετε τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια διὰ τὴν ἄμεσον
1281ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι ἡ Ἐ-
1282θνικὴ Τράπεζα ἐνήσκει τὴν ἀγροτικὴν πίστιν διὰ τῶν μακρο-
1283χρονίων παρ’ αὐτῇ καταθέσεων, ἐγκατελείφθη τότε ἡ σκέψις
1284τῆς ἱδρύσεως ἰδίας Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ παρέμειναν τὰ
1285πράγματα ὅπως εἶχον. Ἀλλ’ ἐξηκολούθησε παραμένον καὶ τὸ
1286σπέρμα τῆς νόσου ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
1287Μία τρίτη αἰτία τῆς νόσου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἐκδο-
1288τικῆς Τραπέζης, εἶναι ἡ συμμετοχὴ αὐτῆς εἰς διαφόρους ἐπι-
1289χειρήσεις. Ἡ δὲ συμμετοχὴ μιᾶς ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἰς δια-
1290φόρους ἐπιχειρήσεις βιομηχανικὰς ἢ ἄλλας ἀποτελεῖ καὶ αὕτη
1291ἓν εἶδος τραπεζικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν μὲν νὰ
1292ἐπιτρέπεται εἰς ἄλλης φύσεως Τραπέζας, ἀλλ’ ἀπολύτως ἀν-
1293τενδείκνυται εἰς τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας. Εἶναι δὲ αὕτη μία
1294πολιτική, ἡ ὁποία ἴσως νὰ ἐξυπηρέτησε μέχρι τοῦδε ἄλλους
1295σκοποὺς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὅταν τὸ ζήτημα ἐξετάζεται στενῶς
1296ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὀφείλομεν νὰ ὁμο-
1297λογήσωμεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν ὑπῆρξε πολιτικὴ ἀξία
1298βραβεύσεως διὰ τοὺς διοικητὰς τῆς Τραπέζης. Τὰ πράγματα
1299ὅμως ἔχουν οὕτως:
1300Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δηλαδὴ ἡ ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς
1301Χώρας, ἔχει πρῶτον τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῆς
1302διαθέσει εἰς δάνεια πρὸς τὸ Κράτος· δεύτερον ἀσκεῖ τὴν ἀγρο-
1303τικὴν πίστιν καὶ τρίτον ἔχει συμμετοχὴν εἰς διαφόρους ἐπιχει-
1304ρήσεις οἰκονομικάς. Ἐφόσον διαρκεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις δὲν
1305εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ νοηθῇ ἐξυγίανσις τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέ-
1306ζης ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον
1307τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζογραμματίων αὐτῆς. Οὕτως ἐ-
1308χόντων τῶν πραγμάτων ἐνδείκνυται πλέον τίς πρέπει νὰ εἶναι
1309ἡ θεραπεία το κακοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος
1310καὶ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὁμιλῶν χθὲς ἐπὶ
1311τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε πρὸς
1312τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφέρων ρῆσιν τινὰ τοῦ
1313Ἱπποκράτους, ὅτι εἰς χρονίας νόσους χρόνια θεραπευτικὰ μέσα
1314ἐνδείκνυνται καὶ ὄχι ἄμεσα καὶ ἀκαριαῖα καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι
1315ἐφόσον τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόβλημα νοσεῖ χρονίαν νόσον, δὲν
1316εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ ἀμέσως. Εἶπον
1317καὶ χθές, λέγω καὶ σήμερον, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἱππο-
1318κράτους μέχρι σήμερον ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη ἔκαμε κολοσσιαίας
1319προόδους ὅσον ἀφορᾷ τὴν χειρουργικὴν καὶ δι’ αὐτῆς τῆς μεθό-
1320δου καλούμεθα σήμερον νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακόν. Καλούμεθα
1321δηλαδή, κρίνοντες τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Ἐκδοτικῆς
1322Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν θέσιν τῆς
1323Χώρας, νὰ κάμωμεν μίαν νέαν ὁδόν, χειρουργοῦντες ἐπὶ τοῦ
1324σώματος τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἢ κατὰ τοῦτον ἢ κατὰ
1325τὸν ἄλλον τρόπον. Διότι δύο τρόποι ὑπάρχουσι: Κατὰ τὸν ἕνα
1326ἀποκαθερομένης τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῶν τραπε-
1327ζικῶν ἐκείνων ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ἐπιστήμην καὶ
1328κατὰ τὰ πορίσματα τῆς πράξεως, δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὴν
1329φύσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, θὰ παραμείνῃ ἡ Ἐθνικὴ
1330Τράπεζα ὡς ἐκδοτικὴ τοιαύτη. Κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον θὰ
1331παραμείνῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς μία ἐμπορικὴ Τράπεζα ἄνευ
1332ἐκδοτικοῦ δικαιώματος καὶ θὰ ἱδρυθῇ μία νέα ἐκδοτικὴ Τρά-
1333πεζα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ κείμενον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς
1334ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὸ ὁποῖον τίθεται σήμε-
1335ρον ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
1336κάμῃ εἴτε τὴν μίαν ὁδὸν εἴτε τὴν ἄλλην. Καὶ εἶναι μὲν ἀλη-
1337θὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἀποκλίνει
1338μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως νέας ἐκδοτικῆς Τραπέζης, οὐχ’
1339ἧττον ὅμως νομίζει ὅτι ἡ συζήτησις εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς
1340εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς διὰ νέων στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἤθελον προσ-
1341κομισθῆ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, ἤθελε πείσῃ αὐτὸν ὅτι θὰ ἦτο προ-
1342τιμώτερος ὁ τρόπος τῆς παραμονῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
1343ὡς ἐκδοτικῆς, δὲν θὰ εἶχεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις
1344νὰ τὴν δεχθῇ.
1345Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, τάσσομαι καὶ σήμερον ὑπὲρ τῆς γνώ-
1346μης, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εἶχον δημοσίᾳ ἐκφέρει, ὅτι προτι-
1347μωτέρα θὰ εἶναι ἡ παραμονὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς Τρα-
1348πέζης ἐκδοτικῆς, χωρὶς νὰ ἱδρύσωμεν νέαν Ἐκδοτικὴν Τρά-
1349πεζαν. Καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ἐξετάζω τὸ ζήτημα
1350πρῶτον ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς νομικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως δικαιο-
1351σύνης. Εἶναι ἀληθές, εἶναι ἀξίωμα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστή-
1352μης, ὅτι εἷς ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι
1353τὴν προϋπόθεσιν διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας
1354πάσης Χώρας εἶναι ἡ ἐξασφάλισις καλῆς δικαιοσύνης, δικαιο-
1355σύνης ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι πᾶσα οἰκονομικὴ μονὰς ὡς ὑποκείμε-
1356νον δικαίου πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀσφάλειαν ὅτι τὰ δικαιώματα
1357αὐτῆς θὰ εἶναι σεβαστὰ καὶ ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ πάν-
1358τοτε τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν σεβασμὸν
1359τοῦτον τῶν δικαιωμάτων ἀπέναντι παντός, ὅστις ἤθελε τὰ
1360προσβάλλει. Τούτου δοθέντος, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστά-
1361σεως πραγμάτων νομικῆς, καθ’ ἣν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ
1362ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Χώρας, ἔχει ἀποκτήσει διὰ συμβάσεως
1363μετὰ τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα προνομιακῶς μόνον αὐτὴ νὰ
1364ἐνασκῇ τὴν ἔκδοσιν τραπεζογραμματίων μέχρι τοῦ 1950. Ἔχει
1365λοιπὸν τὸ δικαίωμα καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς οἰκονομικὴ
1366μονὰς ὑποκείμενον δικαίου καὶ αὐτὴ ν’ ἀπαιτῇ παρὰ τοῦ
1367Κράτους ὅπως ὄχι μόνον τὸ Κράτος ἐξασφαλίσῃ τὸν σεβασμὸν
1368πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης ἀπέναντι παντὸς τρίτου
1369ἀλλ’ ὅπως καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος σεβασθῇ τὰ δικαιώματα
1370τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε αὐτὸ τοῦτο τῆς
1371ἀναγνωρίζει κατὰ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας συνῆψε μετ’
1372αὐτῆς. Καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἐὰν τὸ κράτος ἔλθῃ σήμερον καὶ διὰ
1373τῆς κρατικῆς ἐπιβολῆς ἀφαιρέσῃ τὸ προνόμιον αὐτὸ ἀπὸ τὴν
1374Ἐθνικὴν Τράπεζαν, φοβοῦμαι, λέγω, μήπως γεννηθῇ μία
1375δυσπιστία πρὸς τὸ Κράτος διὰ τὸν σεβασμὸν τῶν ὑποχρεώσεών
1376του, δυσπιστία ἡ ὁποία, ἂν γενικευθῇ, θὰ φέρῃ μέγαν κλονι-
1377σμὸν εἰς τὴν Χώραν, κλονισμὸν τοιοῦτον, ὥστε πιστωτικὸν ἵ-
1378δρυμα μὲ ὁσονδήποτε ἰσχυρὰς βάσεις καὶ ἂν ὀργανωθῇ....
1379§101Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ Τράπεζα τὸ ζητεῖ αὐτό.
1380§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ κείμενον τῆς ἐξουσιοδο-
1381τήσεως ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι «ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις ὅπως
1382συνάψῃ σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ἧς πα-
1383ραιτουμένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἐκ-
1384δοτικοῦ της δικαιώματος, θέλει ἱδρυθῆ Κεντρικὴ Ἐκδοτικὴ
1385Τράπεζα ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος κλπ. Ἑ-
1386πομένως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ περὶ συμβάσεως συναφθη-
1387σομένης μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φο-
1388βοῦμαι εἶναι μήπως ἡ παραίτησις αὐτὴ ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνι-
1389κῆς Τραπέζης δὲν γίνῃ οἰκειοθελῶς ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς
1390Τραπέζης, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν νομίμων αὐτῆς ἐκπρο-
1391σώπων κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ ὑποχρεωθῇ ἔστω καὶ
1392κεκαλυμμένως ἀπὸ μίαν κρατικὴν ἐπιβολήν. Οὗτος εἶναι ὁ
1393πρῶτος λόγος ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ τὰς σκέψεις μου. Ὁ δεύτερος, ὁ
1394οὐδὲν ἧττον σπουδαῖος, εἶναι ὁ λόγος τῆς ἱστορικῆς σημασίας
1395μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ 86 ἐτῶν ἔχει δημιουργηθῆ εἰς
1396τὴν Ἑλλάδα, μιᾶς ἱστορικῆς συνεχείας, τῆς ὁποίας ἡ ἄμεσος
1397ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν
1398ἱδρύματος δὲν πρέπει οὐδαμῶς νὰ ὑποτιμᾶται. Ἡ Ἐθνικὴ
1399ἡμῶν Τράπεζα συνέστη ἀπ’ ἀρχῆς ὡς Τράπεζα ἐκδοτική. Ὁ
1400νόμος τῆς 30ῆς Μαρτίου 1841 «περὶ συστάσεως Ἐθνικῆς
1401Τραπέζης» ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 9 ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης
1402θὰ ἦσαν χορηγήσεις δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ ἐνεχύρῳ καὶ ἐ-
1403νέργεια προεξοφλήσεων. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τῆς ἐνεργείας
1404προεξοφλήσεων καθωρίζετο διὰ τοῦ ἄρθρου 19 ἐδ. 2 τοῦ αὐτοῦ
1405νόμου ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τραπεζιτικὰ
1406γραμμάτια πληρωτέα εἰς τὸν φέροντα. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν
1407Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἱδρυμένην ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς
1408συστάσεώς της ὡς Τράπεζαν ἐκδοτικήν. Ὡς τοιαύτη δέ, ὡς
1409καθαρῶς ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἔδρασεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, μέχρις
1410ὅτου ἡ ἐπιβολὴ πάλιν τοῦ Κράτους, ὁ ἐξαναγκασμὸς τῆς Τρα-
1411πέζης ὅπως δανείσῃ τὸ Κράτος ὑπέρογκα χρηματικὰ ποσά, ἐ-
1412πέφερε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζογραμμα-
1413τίων αὐτῆς. Εἶναι ὅμως ἀληθές, εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον
1414ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διὰ τῆς ὁποίας
1415περιεβλήθησαν τὰ τραπεζογραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
1416ἀπὸ σειρᾶς ἐτῶν, ἡ ἰδιότης αὐτῆς ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης
1417συνετέλεσε τὰ μέγιστα, ὥστε νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν πίστιν της εἰς
1418ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ εἷς λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου συνεπτύχθη
1419καὶ ἠνδρώθη τὸ πιστωτικὸν τοῦτο ἵδρυμα, εἶναι καὶ ἡ ἰδιότης
1420αὐτῆς ὡς πιστωτικῆς Τραπέζης. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν μίαν
1421τοιαύτην γένεσιν καὶ ἱστορίαν τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐν
1422Ἑλλάδι, νομίζω τολμηρὸν τὸ νὰ παραμερίσωμεν ὅλην αὐτὴν
1423τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν καὶ νὰ ἱδρύσωμεν νέαν ἐκδοτικὴν Τρά-
1424πεζαν. Ἀνάλογον θέμα παρουσιάσθη πρὸ 80 σχεδὸν ἐτῶν καὶ
1425εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Καὶ ἐκεῖ ὅτε τὸ 1844 εὑρέθησαν πρὸ κα-
1426ταστάσεως τοιαύτης, ὥστε συνεζήτουν καὶ ἐκεῖ τὴν ἀναδιοργά-
1427νωσιν τοῦ συστήματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Καὶ
1428ἐν Ἀγγλίᾳ τότε ἐπροτάθησαν δύο λύσεις. Ἡ μία λύσις προ-
1429τεινομένη ὑπὸ τοῦ Ρόμπερτ Πίελ ἦτο ἡ ἀναδιοργάνωσις
1430τῆς ὑφισταμένης ἀπὸ μακρῶν αἰώνων Τραπέζης τῆς Ἀγ-
1431γλίας. Ἡ ἄλλη πρότασις, προτεινομένη ὑπὸ τοῦ λόρδου
1432Ὄβερστον, ἦτο ἡ ἀνάθεσις εἰς νέους οἰκονομικοὺς ὀργανι-
1433σμοὺς τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Ἐπεκράτησεν ὅμως
1434ἡ ἄποψις τοῦ Ρόμπερτ Πίελ, λέγοντος τότε σὺν ἄλλοις καὶ
1435ταῦτα (ἀναγινώσκει): «.... ὁδηγουμένη δὲ ἡ Κυβέρνησις
1436ὑπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι εἶναι φρόνιμον νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ ὄρ-
1437γανα, ἅτινα κατέχομεν ἤδη, εἶναι τῆς γνώμης ὅτι εἶναι προτι-
1438μώτερον νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Τράπε-
1439ζαν τῆς Ἀγγλίας, παρὰ νὰ διορίσωμεν ἐντολοδόχους ἐπεφορ-
1440τισμένους μὲ τὴν ὑπὸ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου ἔκδοσιν τοῦ
1441κυκλοφορικοῦ χαρτίου».
1442Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ὅταν τοιαῦτα ἱστορικὰ διδάγματα ἔχω-
1443μεν ἀπὸ Κράτη, τὰ ὁποῖα οἰκονομικῶς εἶναι ἀναμφισβήτητον
1444ὅτι εἶναι ὄχι μόνον μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι οἱ ὁ-
1445δηγοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ποδηγετοῦν ὅλην τὴν οἰκονομικὴν κί-
1446νησιν τοῦ κόσμου, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἄσκοπον
1447νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἠκο-
1448λούθησαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀνάλογος ἄλλως τε εἶναι
1449καὶ ἡ νεωτέρα πρᾶξις. Ὅταν μετὰ τὸν παγκόσμιον πόλεμον
1450ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ νομισματικοῦ συστή-
1451ματος εἰς τὰ διάφορα Κράτη, ἓν τῶν μέσων πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ
1452σκοποῦ τούτου ἦτο πανταχοῦ καὶ ἡ ἐξυγίανσις τῶν ἐκδοτικῶν
1453των Τραπεζῶν. Καὶ ἐκεῖ τὰ πλεῖστα Κράτη ἀνεδιωργάνωσαν
1454τὰς ὑφισταμένας ἐκδοτικάς των Τραπέζας. Ὅπου δὲ ἱδρύθη
1455νέα Τράπεζα, ἂν ἀφαιρέσωμεν τὴν Αὐστρίαν, τῆς ὁποίας τὸ νό-
1456μισμα ὑπέστη τὴν γνωστὴν ὑποτίμησιν, πρόκειται δὲ καὶ περὶ
1457νέου Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀνεφύη ἐκ τῆς τέφρας τοῦ πολέμου, ἡ
1458ἵδρυσις αὕτη δὲν συνετελέσθη εἰς ὅσα Κράτη εἶχον παλαιὰν
1459τοιαύτην.
1460Σᾶς ἀναγινώσκω κατάλογον 20 Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ
14611920 μέχρι σήμερον προέβησαν εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ
1462τραπεζιτικοῦ συστήματος, εἴτε διὰ τῆς ἱδρύσεως νέων ἐκδοτι-
1463κῶν Τραπεζῶν, εἴτε διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῶν ὑφισταμένων
1464(ἀναγινώσκει): «Γερμανία, Αὐστρία, Οὐγγαρία, Ρωσσία, Πο-
1465λωνία, Τσεχοσλοβακία, Βέλγιον, Βρεττανικαὶ Ἰνδίαι, Νότιος
1466Ἀφρική, Μεξικόν, Χιλή, Περοῦ, Λιθουανία, Λεττονία, Κο-
1467λομβία, Δάντσιγκ, Γουατεμάλα, Φιλανδία, Μαδαγασκάρη,
1468Ἀλβανία».
1469Τὸ ζήτημα ὅμως, κύριοι βουλευταί, ἐνέχει καὶ τρίτην τινὰ
1470ἄποψιν, τὴν καὶ σπουδαιοτέραν ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς Ἑλλη-
1471νικῆς καὶ ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα
1472λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῆς ὡς Τραπέζης ἐκδοτικῆς δὲν εἶναι ἐ-
1473πιτετραμμένον νὰ δέχεται καταθέσεις ἐντόκους. Τοῦτο δὲ διό-
1474τι ἡ Τράπεζα ἡ ἐκδοτικὴ δὲν ἔχει ὡς ἄμεσον προορισμὸν αὐ-
1475τῆς τὴν ἐπίτευξιν μεγάλων ἐμπορικῶν κερδῶν. Τὸ κέρδος τῆς
1476Ἐκδοτικῆς Τραπέζης βεβαίως πρέπει νὰ ὑφίσταται, διότι ἄ-
1477νευ κέρδους καμμία οἰκονομικὴ ἐπιχείρησις δὲν δύναται νὰ
1478ζήσῃ. Ἀλλὰ τὸ μέγα κέρδος δὲν εἶναι ὁ ἄμεσος σκοπὸς τῆς
1479Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὁ ἄμεσος σκοπὸς τῆς Ἐκδοτικῆς
1480Τραπέζης εἶναι ἡ διαφύλαξις, ἡ ἐξασφάλισις μιᾶς ὁμαλῆς νο-
1481μισματικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ διατήρησις ἑνὸς ἀποθέματος,
1482τὸ ὁποῖον καὶ τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν νὰ ἐξασφαλίσῃ
1483καὶ εἰς μίαν περίπτωσιν ἐκτάκτου ἀνάγκης νὰ χρησιμεύσῃ διὰ
1484τὴν ἐξυπηρέτησιν ἐνδεχομένων ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Ἂν λοιπὸν
1485ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἀφίνεται εἰς τὴν ἀπόληψιν ἐντόκων
1486καταθέσεων, θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν διὰ νὰ καλύψῃ καὶ τοὺς
1487τόκους αὐτῶν καὶ ἓν κέρδος τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε νὰ ἐπιζητήσῃ
1488ἐκ τῆς τοιαύτης κινήσεως τῶν κεφαλαίων, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη
1489νὰ διαθέσῃ τὸ τοιοῦτον κεφάλαιον κατὰ τρόπους μὴ ἐπιτρεπο-
1490μένους εἰς Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ὁπότε ὁ πρώτιστος αὐτὸς
1491προορισμὸς νὰ ἐτίθετο ἐν κινδύνῳ. Διὰ τοῦτο δὲ προπολεμικῶς
1492παντοῦ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐτέθη περιορισμὸς εἰς τὰς Ἐκδοτι-
1493κὰς Τραπέζας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάληψιν ἐντόκων καταθέσεων.
1494Καὶ εἰς ἄλλα μὲν Κράτη, ὅπως λ. χ. εἰς τὴν Γερμανίαν, εἶ-
1495χεν ἀπαγορευθῆ ἡ ἀνάληψις καταθέσεων πέραν ἑνὸς ὡρισμένου
1496ποσοῦ, πέραν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης. Εἰς ἄλ-
1497λα Κράτη, ὅπως ἡ Ἰταλία, εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ ἀνάληψις ἐν-
1498τόκων καταθέσεων μὲ τόκον πέραν ὡρισμένου ποσοῦ. Ἐξ ἄλλου
1499δὲ Κράτη, ὅπως εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, εἶχεν ἀπαγο-
1500ρευθῆ ἡ ἀνάληψις. Ἡ Ἐκδοτικὴ λοιπὸν Τράπεζα καὶ παρ’ ἡ-
1501μῖν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δέχεται ἐντόκους καταθέσεις, τοὐλά-
1502χιστον ὄχι ἄνευ περιορισμῶν. Καὶ λέγουσιν ὅτι ἂν διατηρήσωμεν
1503τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν Τράπεζαν καθαρῶς ἐκδοτικὴν σήμερον,
1504ἀφαιρουμένων ἀπ’ αὐτῆς ὅλων τῶν ἄλλων τραπεζιτικῶν ἐρ-
1505γασιῶν, ὅσαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν νεωτέραν ἐπιστημονι-
1506κὴν ἀντίληψιν, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ χάσωμεν ὅλας τὰς
1507καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν μεγαλυτέραν ζωτικὴν
1508ἰκμάδα τοῦ μεγαλυτέρου πιστωτικοῦ ἱδρύματος, ἀλλὰ καὶ νὰ
1509δημιουργήσωμεν μίαν κατάστασιν, καθ’ ἣν οἱ νέοι καταθέται,
1510εἰθισμένοι μὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἀποταμιευμάτων των εἰς τὴν
1511Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἂν προσέρχωνται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
1512πεζαν ὑπὸ τὴν νέαν μορφὴν διὰ νὰ καταθέσουν τὰ ἀποταμιεύ-
1513ματά των, νὰ λαμβάνουν τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1514πεζα δὲν δέχεται καταθέσεις καὶ οὕτω νὰ γεννᾶται εἰς τὴν
1515ψυχήν των ἓν αἴσθημα δυσπιστίας διὰ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν
1516τῆς Τραπέζης. Διότι φυσικὸν εἶναι νὰ γεννηθῇ παρ’ αὐτοῖς τὸ
1517ἐρώτημα διατί τάχα δὲν δέχεται πλέον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
1518καταθέσεις; Καὶ τὸ Κοινόν, εἶναι πιθανόν, ἴσως νὰ κλονισθῇ εἰς
1519τὴν πίστιν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ μόνου τοῦ λό-
1520γου τούτου. Ἐνῷ λέγουσιν ἀντιθέτως ὅτι ἂν προβῶμεν εἰς τὴν
1521ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δὲν θὰ δέχεται
1522ἐντόκους καταθέσεις, θὰ παραμείνῃ ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἐθνικῆς
1523Τραπέζης οἷος εἶναι, οἷος θὰ ἀπομείνῃ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ
1524προνομίου καὶ ἑπομένως ὁ κλονισμὸς οὗτος δὲν θὰ ἐπέλθῃ. Δὲν
1525ὑποτιμῶ, κύριοι, οὐδόλως τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου
1526καὶ δὲν τὴν ὑποτιμῶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἂν πρὸ 100 καὶ
1527πλέον ἐτῶν τὸ κύριον μέσον τῆς ἀποκτήσεως κεφαλαίων ρευ-
1528στῶν ὑπὸ μέρους τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν ἦτο ἡ ἔκδοσις
1529τραπεζογραμματίων, ἡ νεωτέρα ἐξέλιξις ἡ τραπεζιτική, στη-
1530ριζομένη εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ πνεύματος τῆς ἀποταμιεύσεως
1531καὶ τὴν διεύρυνσιν τοῦ συστήματος τοῦ συναλλάγματος φέρει
1532τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζογραμματίων ἀπὸ ἀπόψεως προσπορι-
1533σμοῦ κεφαλαίων καὶ τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν εἰς ἥσσονα μοῖ-
1534ραν ἀπέναντι τῶν καταθέσεων. Τοῦτο δὲ ἤγαγεν ἕνα εἰδικὸν
1535μελετητὴν τοῦ συστήματος τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, τὸν Ἄγ-
1536γλον Κόναντ, νὰ εἴπῃ τὸν ἀφορισμόν, ὅτι δύο εἶναι οἱ κύριοι
1537σταθμοί, τοὺς ὁποίους ἔχει νὰ σημειώσῃ ἡ τραπεζιτικὴ ἐξέλι-
1538ξις ὑπὸ τὴν σύγχρονον αὐτῆς μορφήν. Ὅταν λέγωμεν σύγ-
1539χρονον αὐτῆς μορφήν, ἐννοοῦμεν τὴν ἐξέλιξιν τῶν Τραπεζῶν
1540ἀπὸ τοῦ 1600 καὶ ἐντεῦθεν. Πρῶτος σταθμός, λέγω, εἶναι ἡ
1541παγίωσις τοῦ τραπεζογραμματίου ὡς μέσου κυκλοφοριακοῦ καὶ
1542δεύτερος σταθμὸς μᾶλλον σπουδαῖος εἶναι ἡ ὑποχώρησις τοῦ
1543τραπεζογραμματίου ἔναντι τοῦ συναλλάγματος, ὀφειλομένου
1544εἰς τὴν πληρεστέραν ὀργάνωσιν τοῦ συστήματος τῶν καταθέ-
1545σεων. Εἶναι τοῦτο ἀληθὲς καὶ διὰ τὰ ἄλλα Κράτη, ἀλλ’ ἀκόμη
1546καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἂν ἴδητε ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα τὸ
1547ἐκδοτικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δι’ ἴδιον αὐτῆς λογαρια-
1548σμὸν ὄχι μόνον τώρα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ὁπότε
1549γεννᾶται τὸ μέγα ζήτημα ἂν τὸ τραπεζογραμμάτιον εἶναι δι’
1550ἴδιον λογαριασμὸν ἢ διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς πα-
1551λαιοτέρους χρόνους, καίτοι ὑφισταμένης τῆς Τραπέζης, θὰ
1552ἴδητε ὅτι αἱ καταθέσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Τράπεζα ἡ Ἐ-
1553θνικὴ ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὸ δικαίωμα αὐτῆς τὸ ἐκδοτι-
1554κόν. Περὶ τὸ σημεῖον λοιπὸν τοῦτο τῶν καταθέσεων γίνεται
1555ὁ μέγας ἀγὼν καὶ περὶ τὸ σημεῖον τοῦτο πρέπει νὰ στραφῇ
1556κατὰ μέγα μέρος ἡ προσοχὴ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ διαχειρισθοῦν
1557ὑπευθύνως τὸ ζήτημα. Ἐγὼ ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχω —
1558δὲν δύνανται δὲ ταῦτα νὰ εἶναι οὔτε τόσον πλούσια, οὔτε τόσον
1559ὑπεύθυνα ὅσον θὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις
1560καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς — ἐγώ,
1561λέγω, ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ ἔχω καὶ ἐκ τῶν
1562ἐπιστημονικῶν ἐφοδίων τὰ ὁποῖα ἀπαραιτήτως καὶ εἰς τὸ ση-
1563μεῖον τοῦτο εἶναι χρήσιμα, νομίζω ὅτι μολονότι ἡ νέα Ἐκδοτι-
1564κὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος — ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε ὅτι
1565θὰ ἱδρυθῇ τοιαύτη — θὰ συλλέξῃ καὶ αὐτὴ ἀτόκους ἀκόμη κα-
1566ταθέσεις ἀξίας μεγάλης οἰκονομικῆς ἀπὸ ἀπόψεως ποσότητος.
1567Διότι τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐνεφανίσθη εἰς ἁπάσας ἀνεξαιρέτως
1568τὰς Ἐκδοτικὰς Τραπέζας. Ἑπομένως ὁσημέραι θὰ συσσωρεύε-
1569ται καὶ σωρεία καταθέσεων ἀτόκων λόγῳ τῆς ἀσφαλείας τὴν
1570ὁποίαν παρέχει ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα καὶ λόγῳ τῆς εὐκολίας
1571τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε νὰ πληρώνῃ διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἐπιταγῶν.
1572Φοβοῦμαι δὲ καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ νέα
1573Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κυβερνητικὴν πρότασιν
1574πρόκειται νὰ ὀνομασθῇ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, πα-
1575ραμενούσης τῆς ὀνομασίας Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος
1576εἰς τὸ ὑπόλοιπον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, φοβοῦμαι, λέγω, ὅτι
1577ὁ τοιοῦτος κατονομασμὸς θὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην σύγχισιν.
1578Τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα, κύριοι βουλευταί, εἰς πάσας τὰς Χώρας
1579δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον ἡ Κεν-
1580τρικὴ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα τῆς Χώρας. Εἶναι δὲ πάντοτε εἰς
1581ὅλας τὰς Χώρας τοῦτο ἵδρυμα ἐθνικὸν διὰ δύο λόγους. Πρῶ-
1582τον διότι ἐξασφαλίζει τὴν κυκλοφορίαν τὴν νομισματικὴν διὰ
1583τῆς συνδρομῆς της καὶ διότι ἀφ’ ἑτέρου χρησιμεύει ὡς θε-
1584ματοφύλαξ τῶν εἰς χρυσὸν ἀποθεμάτων τοῦ Κράτους. Πῶς
1585λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία
1586θὰ ὀνομασθῇ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, παραλλήλως δὲ νὰ ἔ-
1587χωμεν ἄλλην Τράπεζαν ἐνεργοῦσαν πιστωτικὰς ἐργασίας δια-
1588φόρους, νὰ φέρῃ δὲ αὕτη τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
1589πέζης;
1590Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους τάσσομαι ὑπὲρ τῆς γνώ-
1591μης ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως
1592νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἀποκαθαίροντες τὴν ὑφιστα-
1593μένην Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἀπὸ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐργασιῶν,
1594αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὴν ἐκδοτικὴν αὐτῆς φύσιν,
1595νὰ ἐξακολουθήσωμεν διατηροῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς
1596Ἑλλάδος ὡς ἐκδοτικὴν τοιαύτην. Εἰς τοῦτο δὲ ἐνισχύομαι καὶ
1597ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν νο-
1598μοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἵδρυσιν
1599Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἄρα ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀποφασίσει τὴν
1600ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Καὶ διερωτῶμαι τί θὰ μείνῃ
1601πλέον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μετὰ τὸν ἀποχωρισμὸν ἀπὸ
1602τοῦ Σώματος αὐτῆς τῆς κτηματικῆς πίστεως, μετὰ τὴν ἵδρυσιν
1603τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, καὶ μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς
1604Γεωργικῆς Τραπέζης; Δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ κα-
1605τάτμησις τοῦ μεγαλυτέρου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς Χώρας
1606εἰς τέσσαρας μερικωτέρας Τραπέζας;
1607Ἐλέχθη, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸν Τύπον ἀνευθύνως κατὰ
1608τὴν ῥύμην τῶν συζητήσεων διὰ τοῦ Τύπου τὰς τελευταίας ἡ-
1609μέρας, ὅτι τάχα ἡ ἵδρυσις νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης γίνεται
1610ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.
1611Ἡ σημερινὴ ὅμως συζήτησις ἡ πρὸ τοῦ γεύματος γενομένη
1612μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ
1613ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ συναδέλφου κ. Μερ-
1614κούρη κατέδειξεν ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὄχι μόνον δὲν
1615ἀξιοῖ ἐπιτακτικῶς τὴν ἵδρυσιν νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης,
1616ἀλλ’ οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀναλάβει τοιαύτην ὑποχρέωσιν
1617ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1618Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἔχομεν
1619ἀναλάβει καὶ ἂν ἡμεῖς προβῶμεν εἰς τὴν ἵδρυσιν νέας Ἐκ-
1620δοτικῆς Τραπέζης, θὰ πράξωμεν τοῦτο ὑπὸ ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην
1621καὶ διότι θὰ πεισθῶμεν ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Χώ-
1622ρας. Ἄν πάλιν ἀποφασίσωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν Ἐθνι-
1623κὴν Τράπεζαν ὡς ἐκδοτικήν, ἔχομεν πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ
1624τὸ πράξωμεν, ἂν πεισθῶμεν ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξυπηρε-
1625τοῦμεν πληρέστερον τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας. Ἑπομένως ἡ
1626Κυβέρνησις ἔχει πλήρη τὴν εὐχέρειαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξυ-
1627γίανσιν τῆς Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης, εἴτε ἀκολουθοῦσα τὴν
1628μίαν ὁδόν, εἴτε ἀκολουθοῦσα τὴν ἄλλην.
1629§103Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι ὅπως τὸ λέγετε, διότι τότε
1630δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ λόγος διαφωνίας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
1631§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1632Αἱ ἐξηγήσεις, ὑποθέτω, τὰς ὁποίας παρέσχον εἶναι σαφεῖς.
1633Ὅ,τι γίνεται, γίνεται τῇ ἰδίᾳ ἡμῶν πρωτοβουλίᾳ. Ἡ διαφωνία
1634ἡ ὑπάρχουσα δὲν ὑπῆρξε μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμ-
1635ματος καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὑπῆρξε μεταξὺ τῶν
1636κομμάτων καὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι
1637πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέ-
1638ζης. Δὲν πρόκειται ἑπομένως περὶ ἐπιβολῆς τῆς Κοινωνίας
1639τῶν Ἐθνῶν.
1640§105Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀνέκαθεν προεβάλλετο εἰς τὰς συζη-
1641τήσεις ἡ ἀναληφθεῖσα ὑποχρέωσις μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῆς Κοι-
1642νωνίας τῶν Ἐθνῶν.
1643§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1644Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι δὲν θὰ λάβωμεν τὴν ἔγκρισιν τῆς Κοι-
1645νωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐφόσον δὲν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβο-
1646λήν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀναλάβει καμμίαν ὑποχρέωσιν. Τὰ
1647ἐρωτήματα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν εἶναι· δέχεσθε νὰ ἀ-
1648ναλάβητε ἐξυγίανσιν τραπεζιτικήν, ὅτι ἡ ἐκδοτικὴ λειτουργία
1649θὰ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐργασίας τῆς Τραπέζης, ναὶ
1650ἢ ὄχι;
1651§107Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλαδὴ εἰς τὴν σημερινὴν ἐκδοτικὴν
1652Τράπεζαν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην.
1653§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1654Θεωρεῖ ὅτι ὁ ὀργανισμός της δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀ-
1655ξιώσεις μιᾶς ὑγιοῦς κυκλοφορίας. Νὰ παράσχω μεγαλυτέραν
1656ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπασχολεῖ.
1657Ἐξητάσθη τὸ ζήτημα καὶ ἐκεῖ τεχνικῶς πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ
1658προβῶμεν εἰς τραπεζιτικὴν ἐξυγίανσιν. Θὰ ἔπρεπε νὰ προβῶ-
1659μεν εἰς τὴν ἐξυγίανσιν βαθμιαίως ἢ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱδρύ-
1660σωμεν Ἐκδοτικὴν ἀμέσως, διατηροῦντες τὰς πιστωτικὰς ἐρ-
1661γασίας εἰς τὸ μέλλον; Μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεθα νὰ ἐ-
1662κλέξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορούσαμεν νὰ προτιμήσωμεν.
1663§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, κύ-
1664ριοι βουλευταί, εἴτε ἱδρύσωμεν νέαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, εἴτε
1665ἀποκαθάρωμεν τὴν ὑφισταμένην ἐν Ἑλλάδι τοιαύτην, γεγονὸς
1666πραγματικὸν εἶναι ὅτι βαίνομεν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς
1667κυκλοφορίας καὶ τέμνομεν πλέον καὶ ἐγκαινιάζομεν μίαν νέαν
1668ὁδὸν μελλούσης ἐκδοτικῆς τραπεζιτικῆς πολιτικῆς. Καὶ ἐν τῷ
1669σημείῳ τούτῳ ἐρχόμεθα πλέον φυσιολογικῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν
1670τοῦ πολυθρυλήτου ζητήματος τῶν καλυμμάτων καὶ τῆς τύχης
1671αὐτῶν. Διὰ νὰ εἴμεθα σαφῶς προσανατολισμένοι περὶ τῆς φύ-
1672σεως αὐτῶν, περὶ τῆς δυνάμεως αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ προορι-
1673σμοῦ των καὶ ἑπομένως διὰ νὰ δυνάμεθα σαφῶς νὰ σχηματίσω-
1674μεν μίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ πολυμάχου τούτου ζητήματος εἶναι
1675ἀνάγκη νὰ καθορίσωμεν πρῶτον τί ἐννοοῦμεν λέγοντες «κάλυμ-
1676μα» καὶ νὰ ἀνατάμωμεν ποῖον εἶναι τὸ εἶδος τῶν καλυμμάτων
1677τούτων διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ οἰκονομική του δύναμις καὶ
1678ποία ἡ νομική του φύσις.
1679Εἶπον, κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι τὸ τραπεζο-
1680γραμμάτιον τὸ ἐκδιδόμενον ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι
1681καὶ ἐν τῇ φύσει αὐτοῦ τῇ οἰκονομικῇ ἓν κοινὸν χρεωστικὸν
1682γραμμάτιον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐξέλιξίς του εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὀρ-
1683γανισμὸν ἀπέκτησε τοιαύτην σημασίαν, ὥστε νὰ χρησιμεύῃ ὡς
1684ὑποκατάστατον τοῦ χρήματος, τὸ Κράτος ἐπενέβη πλέον διὰ
1685τῆς κυριαρχικῆς αὐτοῦ δυνάμεως εἰς τὸν καθορισμὸν τὸν νο-
1686μικὸν τῆς κυκλοφορίας τοῦ τραπεζογραμματίου. Ἡ ἐπέμβασις
1687αὐτὴ τοῦ Κράτους ἐκδηλοῦται διὰ σαφοῦς ἐκφάνσεως, εἴτε κα-
1688θορίζον τὰς Τραπέζας αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδό-
1689σεως τοῦ τραπεζογραμματίου, εἴτε καθορίζον τὸ ποσὸν τῶν νο-
1690μισμάτων τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἕκαστον τραπεζογραμμά-
1691τιον, εἴτε καθορίζον τὴν ἐκδοτικὴν φύσιν τῆς Τραπέζης, πρὸ
1692πρὸ παντὸς διὰ νομικῶν ἐπιταγῶν ἐπιβάλει εἰς τὴν Τράπεζαν
1693νὰ λάβῃ μέτρα τὰ ὁποῖα νὰ ἐξασφαλίζουν πάντοτε τὴν ἄμεσον
1694ἐξαργύρωσιν τοῦ τραπεζογραμματίου. Καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν
1695τῆς ἀμέσου ἐξαργυρώσεως τοῦ τραπεζογραμματίου ἐδημιουρ-
1696γήθη ἡ ὕπαρξις τῶν καλυμμάτων. Ὥστε ὅταν λέγωμεν «κά-
1697λυμμα» ἐννοοῦμεν ἓν ποσὸν χρήματος, χρήματος μεταλλικοῦ,
1698τὸ ὁποῖον εἴτε ἀπολύτως μόνον, εἴτε ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἄλλας
1699βραχυπροθέσμους τραπεζιτικὰς ἀπαιτήσεις ἐξασφαλίζει τὴν ἄ-
1700μεσον—καὶ τονίζω τὴν λέξιν—ἄμεσον ἐξαργύρωσιν παντὸς
1701τραπεζογραμματίου. Ἡ πεῖρα δὲ τῶν πραγμάτων κατέδειξεν
1702ὅτι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν οὔτε ὅλαι αἱ καταθέσεις συγχρόνως
1703καὶ ἀμέσως νὰ ἀποσυρθοῦν ἀπὸ μίαν Τράπεζαν, οὔτε ὅλα τὰ
1704ὑπὸ μιᾶς Τραπέζης ἐκδοθέντα τραπεζογραμμάτια νὰ προσκομι-
1705σθῶσι συγχρόνως καὶ ἀμέσως πρὸς ἐξαργύρωσιν. Καὶ διὰ τοῦ-
1706το τὸ μεταλλικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον κατὰ νομικὴν ἐπιταγὴν αἱ
1707Ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ κρατοῦν εἰς τὰ
1708ταμεῖα αὐτῶν ὡς κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων, δὲν εἶναι
1709πάντοτε ἴσου ποσοῦ πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐκδιδομένων γραμμα-
1710τίων. Μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ Ρόμπερτ
1711Πέελ τοῦ 1844, τὸν ὁποῖον καὶ πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, κα-
1712θιερώθη ὅτι τὸ κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων πρέπει νὰ εἶ-
1713ναι ἀκριβῶς ἴσου ποσοῦ πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἐκδιδόμενα
1714γραμμάτια. Τοῦτο ὅμως ἐγένετο ἐν Ἀγγλίᾳ, ὄχι διότι διὰ τοῦ
1715τρόπου αὐτοῦ ἤθελον νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἄμεσον ἐξαργύρωσιν
1716τῶν γραμματίων, διότι καὶ διὰ τοῦ τραπεζιτικοῦ συστήματος
1717ἐξασφαλίζεται αὕτη, ἀλλὰ διότι ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο
1718ἀπόρροια μιᾶς γενικωτέρας οἰκονομικῆς διδασκαλίας, τῆς ὁ-
1719ποίας πρόδρομος πατὴρ καὶ ὑπερασπιστὴς ἦτο καὶ εἶναι εἷς
1720τραπεζίτης, ὁ Σάμουελ, ὁ μετέπειτα λόρδος Ὄβερστον, κατὰ
1721τὴν ὁποίαν ἔπρεπε γενικῶς ἡ κυκλοφορία ἡ νομισματικὴ εἰς
1722τὴν Χώραν νὰ μὴ ὑφίσταται μεταβολὴν διὰ τῆς αὐξομειώσεως
1723τῶν τραπεζογραμματίων. Λέγουν δηλαδὴ ὅπως μία Χώρα, εἰς
1724τὴν ὁποίαν τὸ γραμμάτιον εἶναι ἄγνωστον, ἔχει ἀνάγκην ὡρι-
1725σμένον ἀριθμὸν κυκλοφοριακοῦ μέσου, νομίμου χρήματος τῆς
1726Χώρας, οὕτω καὶ εἰς Χώραν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεισέρχεται τὸ
1727τραπεζογραμμάτιον, ἡ ποσότης αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται
1728διαταραχήν. Διὰ πᾶν ἄρα γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδίδῃ ἡ
1729Τράπεζα δέον νὰ λαμβάνῃ τὸ ἰσάξιον ποσὸν αὐτοῦ εἰς χρῆμα
1730καὶ τοιουτοτρόπως διῄρεσαν τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας εἰς
1731δύο τμήματα, τὸ ἐκδοτικὸν καὶ τὸ τραπεζιτικόν. Καὶ καθώρι-
1732σαν ὅτι τὸ ἐκδοτικὸν τμῆμα δύναται ἄνευ καλύμματος νὰ ἐκ-
1733δώσῃ τραπεζογραμμάτια ποσοῦ μέχρι 14 ἑκατομμυρίων λιρῶν,
1734τὸ ὁποῖον ηὐξήθη εἰς 18½ ἑκατομμύρια λίρας. Διότι, εἶπον,
1735μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐκείνου τὰ τραπεζογραμμάτια δύνανται ἀκιν-
1736δύνως νὰ κυκλοφοροῦν ἐλευθέρως, διότι μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐ-
1737κείνου οὐδέποτε θὰ παρουσιασθοῦν τραπεζογραμμάτια πρὸς ἐ-
1738ξαργύρωσιν, ἐπειδὴ θὰ τὰ ἔχῃ ἀνάγκην τούτων ἡ κυκλοφορία.
1739Ὡς κάλυμμα τούτων ἔθεσαν ἴσης ἀξίας χρέος τοῦ Κράτους
1740πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὑφιστάμενον τότε. Καὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ
1741κριταὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ καταδικάζουν τὴν
1742ἀκάλυπτον αὐτὴν ἔκδοσιν ὡς αὐθαίρετον. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι
1743καὶ ὁ κ. Ἀνδρεάδης εἰς ἓν μνημειῶδες δίτομον ἔργον του, γρα-
1744φὲν γαλλιστί, περὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας. Διότι λέ-
1745γει ὅτι εὑρίσκει ὅτι τὰ 18½ ἑκατομμύρια λιρῶν εἶναι ποσὸν
1746τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ πρὸς ἐξαργύρωσιν, ἐπει-
1747δὴ τόσον εἶναι τὸ χρέος τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν.
1748Διὰ τὰ ἄλλα τραπεζογραμμάτια τὸ ἐκδοτικὸν τμῆμα τῆς Τρα-
1749πέζης τῆς Ἀγγλίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἐκδώσῃ μόνον ἐπὶ
1750τῇ προσαγωγῇ ἴσου ποσοῦ εἰς χρυσόν, οὕτως ὥστε τὸ κάλυμμα
1751τῶν τραπεζογραμματίων εἶναι 100% εἰς μεταλλικὸν χρῆμα
1752ἢ αὐτούσιον χρυσόν.
1753Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἑξῆς οὐσιώ-
1754δους ζητήματος. Ὅτι, παρ’ ὅλον τὸν χωρισμὸν τοῦτον τῆς
1755Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας εἰς δύο τμήματα, νομικῶς ἡ Τράπεζα
1756ἔμεινε μία καὶ ἑνιαία. Ἔχει δὲ τοῦτο ὑψίστην σημασίαν ἀπὸ
1757ἀπόψεως νομικῆς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατόχους τῶν τραπεζο-
1758γραμματίων. Διότι, ἂν φαντασθῇ κανεὶς ὅτι ἤθελε πτωχεύσει
1759ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας, οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμμα-
1760τίων, ὅπως καὶ οἱ οἱοιδήποτε ἄλλοι ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν δα-
1761νεισταὶ αὐτῆς καὶ οἱ καταθέται, δὲν θὰ εἶχον κανὲν προνό-
1762μιον ἐπὶ τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποθέματος τῆς Τραπέζης, ἵνα μειώ-
1763σουν τὴν προνομιακὴν αὐτῶν πληρωμὴν ἐκ τοῦ καλύμματος,
1764ἀλλὰ θὰ συρρέουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν πτώχευσιν τῆς Τραπέζης
1765ὅπως ὅλοι οἱ πιστωταὶ καὶ θὰ λαμβάνουν τὸ ποσὸν τῆς ἀπαι-
1766τήσεώς των, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλογεῖ εἰς ὅλους τοὺς δανειστάς.
1767Εἴδομεν λοιπὸν τί ἐστὶ κάλυμμα τραπεζιτικόν. Ἄς ἐντοπισθῶ-
1768μεν πλέον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἀπὸ καθαρᾶς Ἑλ-
1769ληνικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ ἀπόψεως τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέ-
1770ζης. Ἡ νομικὴ φύσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ὅτι ἡ
1771Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα ἰδιωτικόν, εἶναι πρόσωπον ἰ-
1772διωτικοῦ δικαίου. Τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τῆς 30ῆς Μαρτίου
17731841 «περὶ συστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης» ὁρίζουν ὅτι
1774«συνιστᾶται Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐν εἴδει Ἀνωνύμου Ἑταιρείας».
1775Ἑπομένως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἱδρύθη ὡς μία Ἀνώνυμος Με-
1776τοχικὴ Ἑταιρεία μὲ ὡρισμένον κεφάλαιον, εἰς τὴν πραγμα-
1777τοποίησιν δὲ τοῦ κεφαλαίου τούτου συμμετέσχε καὶ τὸ Κράτος
1778δι’ ἀγορᾶς 1000 μετοχῶν Βραδύτερον, μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς
1779Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ τότε Ὑπουργὸς καὶ Γραμματεὺς τῆς
1780Ἐπικρατείας ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει εἰς ἔγγραφον αὐτοῦ,
1781ὅτι «ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ἐκ τῶν μετοχῶν τούτων χι-
1782λίας, σκοπὸν ἄλλον δὲν ἔχει εἰμὴ νὰ ἐμψυχώσῃ ἐκ πρώτης
1783ἀφετηρίας κατάστημα τόσον ἐθνικόν, ἀλλ’ οὔτε θεωρεῖ ἄλλως
1784ἑαυτὴν εἰμὴ ὡς ἰδιώτην μέτοχον ὡς καὶ τοὺς λοιπούς, ὑπο-
1785κειμένη δὲ εἰς τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώ-
1786σεις». Βραδύτερον δὲ εἰς τὴν αἰτιολογικήν του ἔκθεσιν ἑνὸς
1787νόμου τῆς 28ης Ἰανουαρίου 1859 ἐπανελήφθη ῥητῶς καὶ κα-
1788τηγορηματικῶς ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποτελεῖ ἰδιωτικὴν
1789ἐπιχείρησιν. Μετά τινα δὲ χρόνον, ἐν ἔτει 1868, τὸ Κράτος
1790ἐπώλησε καὶ τὰς 1000 αὐτὰς μετοχάς, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει
1791πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Ἐθνικῆς
1792Τραπέζης. Ἑπομένως ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1793πεζα εἶναι καθαρῶς ἰδιωτική, ὑπόκειται εἰς τοὺς νόμους τοῦ
1794Κράτους. Ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις παντὸς
1795νομικοῦ προσώπου, δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζει τὸ κοινὸν
1796δίκαιον ἐν Ἑλλάδι. Ἑπομένως ὄχι μόνον τὸ μετοχικὸν αὐτῆς
1797κεφάλαιον εἶναι ἀτομική τις περιουσία, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄλλο πε-
1798ριουσιακὸν αὐτῆς στοιχεῖον ἀνήκει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
1799καὶ μόνον εἰς αὐτήν.
1800Σχετικῶς ἤδη πρὸς τὰ καλύμματα, ἀπὸ τὴν δημοσίαν συ-
1801ζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν παρ’ ἡμῖν, διετυπώθησαν δύο
1802θεωρίαι. Ἡ μία ὑποστηριζομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ
1803τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἡ ἄλλη ὑποστηριζομένη ὑπὸ τοῦ
1804Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ
1805Κόμματος λέγει: «Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα κρατικόν,
1806τὰ δὲ καλύμματα αὐτῆς ἀνήκουν εἰς τὸ Κοινόν». Καὶ ὅτι μὲν
1807ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι ἵδρυμα κρατικόν, νομίζω ὅτι σαφῶς ἀ-
1808πέδειξα ἐκ τῶν ὅσων πρὸ ὀλίγου εἶπον.
1809§110Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν τελευταῖον
1810νόμον τοῦ 1914, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα
1811ἐπεμβάσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα ὡς
1812κύριον ἔργον αὐτῆς ἔχει τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη
1813παρὰ τοῦ Κράτους. Αὐτὰ τὰ δύο εἶναι οὐσιώδη διὰ νὰ τῆς
1814δώσῃ μορφὴν κρατικήν.
1815§111Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀγνοῶ οὐδόλως οὔτε τὸν νό-
1816μον τὸν ὁποῖον εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ὑπομνήσητε, οὔτε
1817τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’
1818οὔτε ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν, οὔτε ἡ συμ-
1819μετοχὴ αὐτοῦ εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης εἶναι κάτι τι καινο-
1820φανὲς ἐν Ἑλλάδι, οὔτε εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον μεταβάλλει
1821τὴν νομικὴν φύσιν τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Διότι πολὺ προ-
1822τοῦ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν ὁ νόμος τοῦ 1914, ἀνάλογον μέτρον
1823ἐφηρμόζετο εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅπου ὑπάρχουν Ἐκδοτικαὶ Τρά-
1824πεζαι. Ἀκριβῶς δὲ ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ τραπεζογραμμάτιον
1825κυκλοφορεῖ εἰς χρῆμα, ἔχει τὸ Κράτος συμφέρον νὰ προστατεύ-
1826σῃ πρῶτον τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα τῶν κατόχων τραπεζογραμ-
1827ματίων ἀπέναντι μιᾶς ἐνδεχομένης κακοπίστου διαχειρίσεως ἐκ
1828μέρους τῆς Τραπέζης. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα ἡ
1829Ἐκδοτικὴ εἶναι προωρισμένη νὰ εἶναι θεματοφύλαξ τῶν εἰς
1830χρυσὸν ἐθνικῶν ἀποθεμάτων, ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ
1831λαμβάνῃ πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν. Καὶ διὰ τοῦ λόγου τούτου
1832εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὅπου ὑπάρχουν ἰδιωτικαὶ Τράπεζαι, πάν-
1833τοτε κατὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον τὸ Κράτος ἀναμιγνύεται εἰς
1834τὸν καθορισμὸν τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης, χωρὶς ὅμως
1835ἐκ τούτου νὰ ὑποστηριχθῇ οὐδαμοῦ, οὐδέποτε, κ. ἀρχηγὲ τοῦ
1836Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι ἡ νομικὴ φύσις τῆς Τραπέζης μεταβάλ-
1837λεται ἐκ τούτου. Παντοῦ καὶ πάντοτε αἱ ἰδιωτικαὶ Τράπεζαι
1838παρέμειναν νομικῶς ἰδιωτικὰ ἱδρύματα καὶ ἡ περιουσία τῶν
1839ἀνήκει εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς Τραπέζης, οὐδὲν δὲ δι-
1840καίωμα ἔχει τὸ Κράτος ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν. Τώρα βέ-
1841βαια καὶ εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ εἰς τὸν πολὺν ἀμαθῆ
1842Λαὸν παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ
1843Ἐθνικὴ νὰ θεωρεῖται κρατικὸν ἵδρυμα. Ὀφείλεται ὅμως τοῦτο
1844κατὰ πολὺ καὶ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τρα-
1845πεζογραμματίων της, ἡ ὁποία κατέστησε πλέον νόμισμα τοῦ
1846Κράτους τὰ τραπεζογραμμάτια καὶ ἑπομένως ὁ πολὺς κόσμος,
1847καὶ δὲν ἐννοῶ τὸν ἀμαθῆ μόνον Λαόν, ἀλλὰ τὴν μεγάλην
1848πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην οἰκονομικὴν
1849μόρφωσιν διὰ νὰ κάμῃ τὴν διάκρισιν μεταξὺ τραπεζογραμμα-
1850τίου καὶ χαρτονομίσματος, νομίζει ὅτι εἶναι μόνη ἡ Ἐθνικὴ
1851Τράπεζα, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐκδώσῃ χρῆμα, ἄρα ὑπολαμβά-
1852νει ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι κρατικὸν ἵδρυμα. Ἡ ἐπιπολαία ὅμως
1853ἀντίληψις αὕτη οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχει πρὸς τὴν νομικὴν φύσιν
1854τοῦ πρώτου ἡμῶν πιστωτικοῦ ἱδρύματος.
1855Ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἀντί-
1856ληψιν ἡμῶν σαφῶς κεχωρισμένη ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἐν-
1857νοίας ἐξαργυρώσεως τοῦ τραπεζογραμματίου καὶ ἐξοφλήσεως
1858αὐτοῦ. Ὅταν λέγωμεν ἐξαργύρωσιν τοῦ τραπεζογραμματίου,
1859ὑπονοοῦμεν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς κάτοχος τῶν τρα-
1860πεζογραμματίων νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν
1861καὶ νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἄμεσον ἀνταλλαγὴν αὐτοῦ πρὸς τὸ νόμι-
1862μον χρῆμα τοῦ Κράτους, πρὸς μεταλλικὸν χρῆμα. Ὅταν λέγω-
1863μεν ἐξόφλησιν τοῦ τραπεζογραμματίου, ἐννοοῦμεν τὴν πληρω-
1864μὴν τοῦ ποσοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐπὶ
1865τοῦ τραπεζογραμματίου, ὄχι πλέον ἀμέσως, ἀλλὰ κατόπιν μα-
1866κρᾶς διαδικασίας, ὅταν ἡ Τράπεζα εὑρεθῇ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐ-
1867ξασφαλίσῃ τὴν ἄμεσον ἐξαργύρωσιν. Διότι εἶναι δυνατὸν πολὺ
1868εὐκόλως μία Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία δὲν ἐτήρησεν αὐ-
1869στηρῶς τὴν ἐμπρέπουσαν σχέσιν μεταξὺ τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ
1870παθητικοῦ αὐτῆς, νὰ εὑρεθῇ εἰς ἐνεργητικὴν θέσιν, ἂν θέλητε,
1871πολὺ καλυτέραν καὶ ἐν τούτοις ὅμως ἡ ἐξαργύρωσις τῶν τρα-
1872πεζογραμματίων νὰ μὴ εἶναι εὔκολος, διότι τὸ ἐνεργητικὸν
1873νὰ ἔχῃ διατεθῆ εἰς μακροπροθέσμους ἀπαιτήσεις.
1874§112Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Πῶς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό, ἂν δὲν
1875ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία;
1876§113Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστη-
1877μονικῆς. Σεῖς μοὶ λέγετε ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ,
1878ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ.
1879§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1880Ἡ ἰδική μας Τράπεζα εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ.
1881§115Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, διότι ὄχι μόνον θεωρη-
1882τικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς ἐγένετο
1883χρῆσις αὐτοῦ. Καὶ δι’ αὐτό, τὸ Κράτος ἔφθασεν εἰς τὸ ση-
1884μεῖον διὰ νομικῶν ἐπιταγῶν νὰ ὑποχρεοῦνται αἱ Τράπεζαι νὰ
1885ἔχουν ὡρισμένα καλύμματα. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν κεχωρισμέ-
1886νην τὴν διάκρισιν τῶν δύο τούτων ἐννοιῶν, θὰ εὐκοληθῶμεν
1887πολὺ εἰς τὴν κατανόησιν τοῦ προορισμοῦ τῶν καλυμμάτων διὰ
1888τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων. Ὑπεύθυνος πρὸς ἐ-
1889ξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων εἶναι ἡ Ἐκδοτικὴ Τρά-
1890πεζα ὄχι μόνον διὰ τὰ εἰς χρυσὸν καλύμματα αὐτῆς, ἀλλὰ
1891δι’ ὅλης αὐτῆς τῆς περιουσίας. Ὅλον τὸ ἐνεργητικὸν τῆς
1892Τραπέζης, ἀπὸ τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῆς ἀποθέματος, ἀπὸ τοῦ
1893πρώτου αὐτῆς χρυσοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποταμιεύσῃ
1894μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου κονδυλοφόρου της, εἶναι τὸ ἐνεργητι-
1895κόν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ πληρωθοῦν ὄχι μόνον τὰ τραπεζογραμ-
1896μάτια, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἄλλη ὀφειλὴ τῆς Τραπέζης. Οὐδαμοῦ
1897δὲ οὐδέποτε εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου ὑπῆρξε ποτὲ προνό-
1898μιον οἱασδήποτε φύσεως ὑπὲρ τῶν κατόχων τραπεζογραμματίων
1899ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ ἀποθέματος, τῆς Τραπέζης, οὔτε ἀκόμη εἰς
1900τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας, ὅπου, ὅπως σᾶς εἶπον, ὑπάρχει
1901κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων 100% εἰς μεταλλικόν,
1902οὔτε ἐκεῖ ὑπάρχει προνόμιον ὑπὲρ τῶν κατόχων τραπεζογραμ-
1903ματίων πρὸς προνομιακὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἐκ τοῦ εἰς μεταλ-
1904λικὸν ἀποθέματος τῶν Τραπεζῶν.
1905Ἀλλ’ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγ-
1906γλίας ἤθελε πτωχεύσει, θὰ συρρέουν οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζο-
1907γραμματίων μετὰ τῶν ἄλλων δανειστῶν τῆς Τραπέζης καὶ θὰ
1908λάβουν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς πτωχεύσεως τὸ ἀνάλογον ποσοστόν.
1909Ἕν εἰδικὸν προνόμιον ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν γραμματίων ἔ-
1910χει καθιερωθῆ εἰς τὸν Καναδᾶν καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πο-
1911λιτείας, ὅπως ἐν περιπτώσει πτωχεύσεως τῆς Τραπέζης οἱ
1912κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων θὰ πληρώνωνται κατὰ προτί-
1913μησιν τῶν ἄλλων δανειστῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῆς
1914Τραπέζης καὶ ὄχι μόνον ἐκ τοῦ καλύμματος τῆς Τραπέζης.
1915Ἑπομένως ἡ θεωρία....
1916§116Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ποῦ εἶναι αἱ συμβάσεις ποὺ δίδουν
1917τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Τραπέζας τῆς ἐκδόσεως τοῦ χαρτονομί-
1918σματος;
1919§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1920Δημιουργεῖται μία πρόσθετος ἀσφάλεια.
1921§118Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσφάλεια πρὸς ἄμεσον ἐξαργύ-
1922ρωσιν.
1923§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1924Πρόσθετον λέγων, ἐννοῶ ὅτι ἐκ τῶν στοιχείων της ἡ Τράπε-
1925ζα θὰ κρατήσῃ ἐν τῶν τραπεζογραμματίων ἓν ποσὸν ἀμέσως
1926ρευστοποιήσιμον, ἁπλούστατα.
1927§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀ-
1928ληθές, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, καὶ διότι ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπε-
1929ζα, οἱαδήποτε ἐκδοτικὴ Τράπεζα, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρέω-
1930σιν νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ τραπεζογραμμάτια διὰ τοῦ μεταλλικοῦ
1931ἀποθέματος αὐτῆς, εἶναι δὲ πολλάκις δυνατὸν καὶ ἐν τῇ πράξει
1932παρουσιάσθη, νὰ ἐξαργυρώνωνται τὰ τραπεζογραμμάτια, χωρὶς
1933νὰ θιχθῇ ποσῶς τὸ εἰς χρυσὸν ἀπόθεμα αὐτῆς, διὰ τοὺς ἑξῆς
1934λόγους. Διότι, ὅπως μοναδικὸς τρόπος τῆς ἐκδόσεως τραπε-
1935ζογραμματίων δὲν εἶναι ἡ ἀγορὰ μεταλλικοῦ χρήματος, ἀλλὰ
1936καὶ ἡ ἀγορὰ βραχυπροθέσμων ἐμπορικῶν ἀπαιτήσεων, συναλ-
1937λαγματικῶν ἢ γραμματίων εἰς διαταγήν, καὶ ἐκεῖνα δὲ ἀκόμη
1938χρησιμεύουν ὡς κάλυμμα ἄμεσον διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν
1939γραμματίων. Κατ’ ἀντίστροφον τρόπον εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς
1940πληρωμῆς πρὸς τὴν Τράπεζαν τῶν ὀφειλῶν αὐτῆς ἐκ τῶν συ-
1941ναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Τράπεζα τὰ
1942μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῆς ἀρκοῦν, ἵνα ἐξαργυρώσῃ τὰ γραμ-
1943μάτια τὰ ὁποῖα θὰ τῆς προσκομισθοῦν. Καὶ ἑπομένως εἶναι
1944δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ εἰς πλείστας Τραπέζας Ἐκδοτικὰς
1945ἡ δυνατότης νὰ ἀποκτήσουν χρηματικὸν κεφάλαιον διὰ κατα-
1946θέσεων ἀτόκων καὶ εἶναι δυνατὸν κάτοχοι γραμματίων προσ-
1947κομίζοντες τὰ γραμμάτια πρὸς ἐξαργύρωσιν νὰ πληρωθοῦν διὰ
1948τῶν καταθέσεων. Ἑπομένως εἶναι δυνατὸν θεωρητικῶς νὰ
1949παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις μιᾶς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἐχούσης
1950Α ποσὸν τραπεζογραμματίων ἐν κυκλοφορίᾳ καὶ Β ποσὸν κα-
1951ταθέσεων καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ὁλόκληρον τὸ πο-
1952σὸν τῶν τραπεζογραμματίων νὰ ἐξαργυρωθῇ ἐκ τῶν καταθέ-
1953σεων. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῦ εὑρίσκετε,
1954κ. συνάδελφε, τὸ εἰδικὸν προνόμιον τῶν κατόχων τραπεζογραμ-
1955ματίων ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ ἀποθέματος; Σεῖς λέγετε ὅτι τὸ
1956κάλυμμα αὐτὸ ἀνήκει πάντοτε εἰς τὸ Κοινόν.
1957§121Β. ΣΑΓΙΑΣ. Εἶναι ὑπέγγυον.
1958§122Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ὑπέγγυον, κ. Σαγιᾶ. Ἀλλὰ
1959διατί λέγετε ὅτι ἀνήκει τὸ κάλυμμα τῶν τραπεζογραμματίων
1960εἰς τοὺς κατόχους τῶν γραμματίων καὶ δὲν ἀνήκουν καὶ τὰ
1961τραπέζια καὶ οἱ κονδυλοφόροι καὶ τὸ «πορτφέϊγ» καὶ οἱαδήποτε
1962ἄλλα περιουσιακὰ στοιχεῖα;
1963Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι ἐξαργυρώνονται τὰ γραμμάτια διὰ
1964χρημάτων ὄχι ἐκ τοῦ καλύμματος, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων πηγῶν.
1965Ποῦ εὑρίσκετε πλέον τὸ προνόμιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ
1966εἴπητε ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τοὺς κατόχους τῶν
1967τραπεζογραμματίων; Δημιουργεῖται μία κατάστασις, κατὰ τὴν
1968ὁποίαν, κατὰ τὴν ἰδικήν σας λογικήν, τὰ καλύμματα ἀνήκουν
1969εἰς τὸ Κοινόν, τὸ ὁποῖον κατέθεσε τὰ καλύμματα. Ἐγὼ σᾶς λέ-
1970γω ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς
1971τοὺς δέ.
1972§123Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐφόσον λέγετε ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1973πεζα θὰ πληρώσῃ τὰ καλύμματα ἐξ ἄλλων πηγῶν, τότε
1974τὰ καλύμματα εἶναι περιττά. Εἶναι ὡσάν, χρεωστῶν εἰς τὴν
1975Τράπεζαν 300 χιλιάδας δραχμῶν, τῆς δώσω τὸ σπίτι μου, ὡς
1976δὲ τῆς ἐπιστρέψω κατόπιν τὰς 300 αὐτὰς χιλιάδας, τὸ σπίτι
1977μου φυσικὰ εἶναι ἐλεύθερον. Ἴσως δὲν ἐξηγήθητε καλά. Εἶναι
1978πολλὰ τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῶν καλυμμάτων, ἐγὼ σᾶς εἶπον
1979ὅτι οὔτε ὑπὲρ τῶν μὲν ἀντιτίθεμαι, οὔτε ὑπὲρ τῶν δέ, διότι δὲν
1980μὲ ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, εἶναι ἓν περιουσια-
1981κὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ διατηρή-
1982σῃ, διότι ἐφόσον νομίζει ὅτι εἶναι περιουσία τῶν μετόχων, θὰ
1983τὸ διεκδικήσῃ καὶ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, ἂν δὲ ἡ ὁδὸς αὐτὴ
1984ἀποδείξῃ ὅτι ἀνήκει εἰς τοὺς κατόχους, θὰ ὑπάγῃ εἰς τοὺς
1985κατόχους, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι πιστεύετε σεῖς καὶ ἐγώ. Καὶ
1986αὐτὸς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὀφείλω νὰ τὸ
1987ὁμολογήσω, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ οὕτως.
1988§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1989Εἶπον ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου
1990ὡς παλαιοῦ νομικοῦ, οὐδένα δὲ δεσμεύει αὕτη.
1991§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω λοιπὸν ἐχόντων τῶν πραγ-
1992μάτων, πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι, ἐφόσον τὰ καλύμματα ἀποτε-
1993λοῦσι καὶ αὐτὰ ἓν στοιχεῖον συστατικὸν τοῦ ὅλου ἐνεργητικοῦ
1994τοῦ ἱδρύματος, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, νομικῶς σκε-
1995πτόμενος, ὅτι, ὅπως εἰς πᾶσαν Ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, οὕτω
1996καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πάντα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐνερ-
1997γητικοῦ αὐτῆς ἀνήκουν εἰς αὐτὸ τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς
1998Ἀνωνύμου Ἑταιρείας, οὕτω καὶ τὰ καλύμματα, ἓν τῶν συστα-
1999τικῶν στοιχείων τοῦ ὅλου ἐνεργητικοῦ τοῦ νομικοῦ προσώπου
2000τῆς Τραπέζης, ἀνήκουν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ νομικοῦ προσώ-
2001που τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ὑποχρέου διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐ-
2002ξαργυρώσεως τῶν τραπεζογραμματίων. Εἶναι ἓν ποσὸν τὸ ὁ-
2003ποῖον συντελεῖ εἰς τὴν ἐξαργύρωσιν τὴν ἄμεσον, οὐδεὶς ἀμφι-
2004σβητεῖ τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ νομι-
2005κῶς ὅτι ἴσον δικαίωμα ἐπὶ τῶν καλυμμάτων ἔχουσιν ὄχι μόνον
2006οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων, ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄλλος πι-
2007στωτὴς τῆς Τραπέζης. Ἂν ἐξοφλουμένων ὅλων τῶν ἀπαιτή-
2008σεων τῆς Τραπέζης ἤθελον ἀπομείνει τὰ καλύμματα ἐλεύθερα,
2009ἀναμφισβητήτως αὐτὰ θὰ ἀνήκωσιν εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον
2010τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ἔτι πλέον. Οἱ ὑποστηρίζοντες ὅμως
2011ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸ Κοινόν, ὁδηγοῦν εἰς τὰ ἑξῆς
2012δύο ἄτοπα. Ἂν δεχθῶμεν τὴν Ἀρχὴν ταύτην, ὅτι τὰ καλύμ-
2013ματα εἶναι προϊόν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου,
2014ἑπομένως διὰ τῶν τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ
2015Ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἀπέκτησε τὸ εἰς χρυσὸν ἀπόθεμα, τότε
2016φθάνομεν εἰς τὸ ἄτοπον ὅτι τραπεζογραμμάτια τεθέντα εἰς
2017κυκλοφορίαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐχὶ διὰ τῆς ὁδοῦ
2018ἀγορᾶς δι’ αὐτῶν χρυσοῦ νομίσματος ἢ χρυσῶν πλακῶν, ἀλλὰ
2019διὰ τῶν προεξοφλήσεων ἢ διὰ χορηγήσεως οἱασδήποτε ἄλλης
2020πιστώσεως, δὲν θὰ ἔχουν καλύμματα; Οἱ κάτοχοι τῶν τραπε-
2021ζογραμματίων τῆς δευτέρας ταύτης φύσεως θὰ εἶχον τάχα
2022εἰδικὸν προνόμιον πληρωμῆς αὐτῶν μόνον διὰ τῶν πιστωτικῶν
2023τίτλων, οἱ ὁποῖοι ἀπεκτήθησαν ἀπὸ μέρους τῆς Ἐκδοτικῆς
2024Τραπέζης διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζογραμματίων τῆς κα-
2025τηγορίας ταύτης; Καὶ ἂν οἱ ὀφειλέται πρὸς τὴν Τράπεζαν τῶν
2026συναλλαγματικῶν τούτων εἶναι ἀφερέγγυοι καὶ δὲν πληρώνουν,
2027θὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι ὁ κάτοχος τῶν τραπεζογραμμα-
2028τίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς κυκλοφορίαν, δὲν θὰ ἔχῃ δικαίω-
2029μα πληρωμῆς ἀπὸ μέρους τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ ἂν ἠθέλομεν
2030δεχθῆ τὴν ἀρχὴν ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τὸν κάτοχον
2031τοῦ τραπεζογραμματίου, φθάνομεν εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον ὅτι, ἂν
2032ἡ Ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν ἔχῃ εἰς χρυσὸν κάλυμμα ὅλου ἀπο-
2033λύτως τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν,
2034τότε καὶ οἱ κάτοχοι αὐτῶν τῶν τραπεζογραμματίων δὲν θὰ ἔ-
2035χωσι δικαίωμα πληρωμῆς παρὰ μόνον ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁ-
2036ποῖον ἔχει εἰς μεταλλικὸν κάλυμμα ἡ Τράπεζα;
2037Κατ’ ἐμὴν γνώμην λοιπὸν ὅλα τὰ καλύμματα τῆς Ἐθνικῆς
2038Τραπέζης ἀποτελοῦν ἀναφαίρετον περιουσιακὸν στοιχεῖον τῆς
2039ὅλης περιουσίας τῆς Τραπέζης. Ὁ συνάδελφος ὅμως ἐξ Ἀθη-
2040νῶν κ. Δεμερτζῆς, ἀγορεύων χθὲς εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ
2041αὐτὸς καὶ ὑποστηρίζει καὶ αὐτὸς ὅτι τὰ καλύμματα εἶναι πε-
2042ριουσία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὅπως τὸ Κράτος, προ-
2043σέθηκεν, ἐπεμβαίνει εἰς τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα ἄλλων, δύνα-
2044ται νὰ ἐπέμβῃ καὶ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἐρωτῶ ὅμως’
2045πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ τοιαύτη ἐπέμβασις; Ἡ ἐ-
2046πέμβασις, κύριοι, τοῦ Κράτους εἰς τὴν κατανομὴν τοῦ πλούτου
2047δύναται νὰ γίνῃ διὰ δύο ὁδῶν· εἴτε διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς εἰσ-
2048φορᾶς ὑπὸ μορφὴν φόρου, εἴτε δι’ ἀμέσου ἀφαιρέσεως ὡρισμέ-
2049νων στοιχείων, διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τουτέστι. Καὶ καθό-
2050σον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς Ἀνώνυμος Ἑται-
2051ρεία ἐργαζομένη, καὶ κέρδη ἀποκομίζει, ἀλλὰ καὶ τὴν καθιε-
2052ρωμένην φορολογίαν ὑφίσταται. Ἂν ἠννόει ὅμως ὁ ἀξιότιμος
2053συνάδελφος ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ἀφαι-
2054ρέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς
2055ὁδοῦ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, θὰ εἶχον νὰ ἐκφράσω μίαν ἔκπλη-
2056ξιν καὶ μίαν ἀντίρρησιν. Μίαν ἔκπληξιν τὴν ἑξῆς. Ὅτι, καὶ ὁ
2057ἀξιότιμος συνάδελφος περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, ὅταν εἰς τὴν
2058Βουλὴν συνεζητοῦντο τὰ ἄρθρα 19 καὶ 119 τοῦ Συντάγματος,
2059ὑπεστήριξε μετὰ θέρμης περισσῆς τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀναφαιρέ-
2060του τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας. Πῶς δὲ σήμερον ἔρχεται, λη-
2061σμονῶν τὴν θεωρίαν του ἐκείνην, καὶ ὑπεστήριξεν, ἂν ἡ ἔν-
2062νοιά του ἦτο αὐτή, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ περιουσία τῆς
2063Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀναγκαστικῶς; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τού-
2064του θὰ εἶχον νὰ ἀντιτάξω τὴν ἀντίρρησιν ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν
2065τοῦ Συντάγματος καθίσταται ἀδύνατος, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 19
2066αὐτοῦ, ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς περιουσίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
2067ζης καὶ ἂν ἀκόμη τὸ Κράτος ἤθελε διὰ τῆς βίας νὰ ἀφαιρέ-
2068σῃ αὐτήν. Ἂν δὲ ἡ Τράπεζα ὡς ἵδρυμα δὲν ἤθελε διαμαρτυ-
2069ρηθῆ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀφαιρέσεως, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι
2070πᾶς μέτοχος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ
2071τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Κράτους ὡς ἀντισυνταγματικήν, ὑπὸ
2072τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν θὰ ἐγίνετο κατόπιν
2073πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἂν ὅμως ἐγένετο κατόπιν πλήρους
2074ἀποζημιώσεως, πρὸς τί ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος; Ἐγένετο, λέ-
2075γουν, ὁ θόρυβος, διότι ἡ ἀναγνώρισις ὅτι τὰ καλύμματα ταῦτα
2076ἀνήκουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν ἀποτελεῖ ἕνα ἀθέμιτον πλουτι-
2077σμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν συμμερίζομαι ποσῶς τὴν
2078ἄποψιν ταύτην. Διατί ἀποτελεῖ ἀθέμιτον τάχα πλουτισμόν; Διό-
2079τι σήμερον εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθν. Τραπέζης ἀναγράφον-
2080ται 95 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἁπλῶς, ἐνῷ πράγματι εἶναι 95
2081ἑκατομμύρια χρυσᾶ; Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι μία Ἀνώνυμος Ἑ-
2082ταιρεία ἀναγράφει εἰς τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῆς ὡρισμένον μέρος
2083τοῦ εἰς χρυσὸν ἐνεργητικοῦ της εἰς τὴν ὀνομαστικὴν αὐτοῦ ἀ-
2084ξίαν εἰς δραχμάς, δὲν ἀποτελεῖ τι τὸ πρωτοφανὲς μόνον εἰς
2085τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅλαι—κατὰ τὸ
2086πλεῖστον—αἱ Τράπεζαι, θὰ ἠδυνάμην νὰ ὀνομάσω εἰδικώτερον
2087τὴν Ἐμπορικὴν Τράπεζαν, ὅλαι, λέγω, αἱ Τράπεζαι ἀνα-
2088γράφουσιν εἰς τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῶν τὸν χρυσὸν εἰς τὴν ὀ-
2089νομαστικὴν ἀξίαν αὐτοῦ εἰς δραχμάς.
2090§126Β. ΣΑΓΙΑΣ. Αἱ εἰς χρυσὸν ὁμολογίαι δὲν εἶναι τὸ ἴδιον
2091μὲ τὸ χρῆμα.
2092§127Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε δὲν ἔχει
2093καμμίαν ἔννοιαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ τε-
2094λειώσω. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ διδάξω ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2095του, ἐκφέρω γνώμας μου. Ὅστις θέλει τὰς ἀποδέχεται καὶ
2096ὅστις πάλιν δὲν θέλει ἀκροᾶται. Ὄχι λοιπόν, δὲν θὰ ἀπετέλει
2097πλουτισμὸν ἀθέμιτον, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν πλουτισμόν. Τοὐναντίον
2098ἂν ἤθελέ τις ἀφαιρέσῃ διὰ τῆς βίας τὰ ἀποθέματα ταῦτα,
2099τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἀθέμιτον ζημίαν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ
2100πλουτισμοῦ ἀθεμίτου τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
2101Εἶναι ἄλλως τε γνωστὸν ὅτι αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
2102πέζης ἀνήκουσι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς διάφορα φιλανθρωπικὰ
2103ἱδρύματα, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα τὰς κα-
2104τέχουσιν ἀπὸ σειρᾶς ἐτῶν αὐτάς, ἀγοράσαντα αὐτὰς εἰς χρό-
2105νους καθ’ οὓς ἡ ἀξία τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
2106ἦτο μικροτέρα μὲν τῆς σημερινῆς, ἀλλὰ πάντως ἀλλαγὴ τῆς
2107κατοχῆς τῶν μετοχῶν αὐτῆς δὲν ἔλαβε χώραν ἀπὸ τῶν χει-
2108ρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι τὰς ἠγόρασαν. Ἑπομένως ἂν
2109σήμερον ἐκκαθαριζομένης τῆς περιουσίας τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
2110πέζης λάβουν οἱ μέτοχοι αὐτῆς, οἱ ἀπὸ μακρῶν δεκαετηρίδων
2111τοιοῦτοι τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐκ τοῦ συνόλου τῆς περιουσίας τῆς
2112Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον φυσικῶς καὶ νομικῶς καὶ ἠθι-
2113κῶς τοῖς ἀνήκει, κατὰ τί τοῦτο εἶναι πλουτισμὸς καὶ δὴ ἀ-
2114θέμιτος;
2115Δὲν πρόκειται δὲ περὶ πλουτισμοῦ ἀκόμη περισσότερον διὰ τὸν
2116ἑξῆς λόγον. Αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχουσι σή-
2117μερον χρηματιστηριακὴν ἀξίαν 54,000 δραχμῶν. Πρὸ δύο ὁλο-
2118κλήρων ἐτῶν αἱ μετοχαὶ τῆς αὐτῆς Τραπέζης εἶχον σημειω-
2119θῆ εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὴν τιμὴν τῶν
212062,000 δραχμῶν. Ποῦ εἶναι ὁ πλουτισμὸς ὁ σημερινός; Αἱ
2121μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰ 1920 ἐτιμῶντο
212212,000 δραχμῶν χρυσῶν. Ποία εἶναι ἡ ἀξία τῶν 12,000 χρυ-
2123σῶν δραχμῶν σήμερον; Εἶχον 12,000 χρυσῶν δραχμῶν εἰς τὰ
21241920 καὶ εἶχε 95,000,000 χρυσῶν δραχμῶν ἀπόθεμα ἡ
2125Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἔχει σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὰ 95
2126αὐτὰ ἑκατομμύρια ἀπόθεμα καὶ πάλιν ἔχουν ὅμως αἱ μετοχαὶ
2127αὐτῆς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὰ 1920;
2128Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀνακεφαλαιῶν καὶ συμπε-
2129ραίνων, βραβεύω πρῶτον τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς
2130ἀποκαθαρμὸν ἐπὶ τέλους τῆς Ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης,
2131εἰς στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ
2132ἀποκαθάρῃ ὁριστικῶς τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόβλημα καὶ πρὸ
2133παντὸς τείνει νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν δημοσιονομικὴν ἡμῶν θέσιν,
2134δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλέψῃ καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς Ἐκ-
2135δοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης. Διότι ἡ ἐκκαθάρισις τῆς Ἐκδοτικῆς
2136ἡμῶν Τραπέζης καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
2137εἶναι ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν δημοσιονομικόν, ἐπειδὴ χρέος τοῦ
2138Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν εἶναι νὰ ἐκπροσωπῇ τὰ ἐπ’ ἀναγ-
2139καστικῇ κυκλοφορίᾳ κυκλοφοροῦντα τραπεζογραμμάτια. Δὲν ἦτο
2140λοιπὸν δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως ἡ Κυβέρνησις παρὰ νὰ ἐκκαθα-
2141ρίσῃ καὶ τὴν Ἐκδοτικὴν ἡμῶν Τράπεζαν, τὴν στιγμὴν κατὰ
2142τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ἡ-
2143μῶν κατάστασιν. Τούτου τεθέντος, θὰ ἤμην τῆς γνώμης ὅτι
2144θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν
2145Οἰκονομίας καὶ διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐκδοτικοῦ ἡμῶν ἱδρύ-
2146ματος νὰ ἐξεχώριζεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ τὰς ἐργασίας
2147ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ἰδιότητα τῆς Ἐκ-
2148δοτικῆς Τραπέζης. Τοῦτο θὰ ἦτο εὐχερέστερον νὰ γίνῃ δι’ ἀ-
2149ναδιοργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρὰ διὰ τῆς ἱδρύ-
2150σεως νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἂν ὅμως ἤθελεν ἱδρυθῆ
2151νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἡ τύχη τῶν καλυμμάτων δὲν εἶναι
2152δυνατὸν νὰ εἶναι διάφορος παρὰ ἡ ἑξῆς. Μὲ ποῖα κεφάλαια θὰ
2153ἱδρυθῇ ἡ νέα Ἐκδοτικὴ Τράπεζα; Θὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸν
2154σχηματισμὸν τῶν κεφαλαίων τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης
2155ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Κατὰ ποῖον ποσόν; Καὶ πρῶτον ποίας
2156φύσεως θὰ εἶναι τὰ κεφάλαια τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης; Θὰ
2157ἱδρυθῇ μὲ κεφάλαια εἰς δραχμὰς ἢ θὰ ἱδρυθῇ μὲ κεφάλαια εἰς
2158χρυσόν; Ἐφόσον ἀτενίζει ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς εἰς μίαν Ἐκ-
2159δοτικὴν Τράπεζαν ὡς εἰς ἓν ἵδρυμα τὸ ὁποῖον, αἰρομένης τῆς
2160ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, προώρισται νὰ ἐξασφαλίσῃ μίαν
2161ὁμαλὴν καὶ παγιωμένην νομισματικὴν κυκλοφορίαν, νομίζω ὅτι
2162τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο τὰ κεφάλαια τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τρα-
2163πέζης νὰ εἶναι εἰς χρυσόν. Ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα πλέον τὸ
2164νόμισμά μας ἀποδεικνύεται τρανῶς ἐκ τοῦ ὅτι κάμνομεν τὴν
2165νόμῳ σταθεροποίησιν. Ὅταν κάμνωμεν τὴν νόμῳ σταθεροποίη-
2166σιν, παραδεχόμεθα ὅτι ἡ δραχμή μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐ-
2167πανέλθῃ εἰς τὸ προπολεμικὸν ἄρτιον, ὅτι ἀντὶ νὰ δώσωμεν 25
2168δραχμὰς διὰ νὰ πάρωμεν μίαν λίραν, θὰ δώσωμεν 300, παρα-
2169δείγματος χάριν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν εἰς τὸν καταρ-
2170τισμὸν τοῦ κεφαλαίου τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἤθελε
2171συμμετάσχει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἂν μὲν τὰ κεφάλαια τῆς
2172Ἐκδοτικῆς Τραπέζης εἶναι εἰς χρυσόν, ἡ συνεισφορὰ ἀπὸ
2173μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἱουδήποτε ποσοῦ....
2174§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τῶν καλυμμάτων;
2175§129Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῶν καλυμμάτων. Ἡ συνει-
2176σφορά, λέγω, οἱουδήποτε ποσοῦ ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
2177πέζης δὲν θὰ παρουσίαζεν οἱανδήποτε δυσχέρειαν. Εἰς χρυσὸν
2178θὰ ἦσαν τὰ κεφάλαια τῆς νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, εἰς
2179χρυσὸν θὰ ἦτο καὶ ἡ εἰσφορὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἂν
2180ὅμως θὰ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ εἰσφορὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
2181εἰς δραχμάς, τότε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ μεταφορὰ τῶν καλυμ-
2182μάτων ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τρά-
2183πεζαν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως ἢ εἰς τὴν τιμὴν ἐ-
2184κείνην, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σταθεροποιηθῇ ἡ δραχμή. Ἕν μό-
2185νον θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀντείπῃ λογικῶς καὶ ὀρθῶς ἐναντίον
2186τῆς τοιαύτης ἀπολύτου χρησιμοποιήσεως τῶν καλυμμάτων.
2187Ὅτι, ἐφόσον εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης αὐτὰ φέρονται
2188ὡς 95,000,000 δραχμῶν, παρουσιάζεται Α οἰκονομικὴ κατά-
2189στασις Τραπέζης, ἑπομένως καὶ Α κέρδη. Ἂν ὅμως αὐτὰ ἐ-
2190φέροντο εἰς τὴν ὀνομαστικὴν των ἀξίαν, εἰς δραχμάς, θὰ ἤλασ-
2191σεν ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης, τότε ἡ οἰκονομική της κα-
2192τάστασις θὰ ἦτο ἄλλη καὶ τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
2193μεγαλύτερα. Ὅσον δὲ μεγαλύτερα θὰ ἦσαν τὰ κέρδη, τόσον
2194βεβαίως μεγαλύτερα θὰ ἦτο καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κράτους ἐπὶ
2195τῶν κερδῶν τῆς Τραπέζης. Καὶ θὰ ἠδύνατο εὐλόγως τότε τὸ
2196Κράτος νὰ ἀξιώσῃ τὴν συμμετοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς
2197τοιαύτης φύσεως. Τοῦτο ὅμως εἶναι ζήτημα τεχνικόν, ζήτημα
2198τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελε λύσει μία ἐπισταμένη ἐξέτασις τοῦ ζητή-
2199ματος ἐκ μέρους εἰδικῶν ἐμπειροτεχνῶν.
2200Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι βουλευταί, τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν
2201τῆς δραχμῆς, δὲν θὰ εἶχον νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ἐκεῖνα τὰ
2202ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπε χθὲς
2203εἰς ὑμᾶς. Ἐκφράζονται ὅμως ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς τύχης τῆς
2204νόμῳ σταθεροποιήσεως. Θὰ ἐπιτύχῃ τάχα; Καὶ προεβλήθησαν
2205δύο φόβοι, ὁ εἷς φόβος ὅτι διὰ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως αὐ-
2206τῆς θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναστάτωσις εἰς τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις
2207τῆς Χώρας, εἰς τὸν καθορισμὸν δηλαδὴ τῆς ἀγοραστικῆς δυνά-
2208μεως τοῦ νομίσματος ἡμῶν, ἡ ὁποία θὰ βαίνῃ προϊοῦσα. Νο-
2209μίζω ὅμως ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν
2210Ἐγένετο μνεία τοῦ ὅτι ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς εἰς ξένας
2211Χώρας μὲ ὑγιὲς νόμισμα εἶναι 160%, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς μὲ τὸ
2212ἀσθενὲς νόμισμα δὲν ἔχει φθάσει εἰς τὴν βαθμίδα αὐτήν. Εἶναι
2213ὅμως ἀναμφισβήτητον ὅτι, ὅταν ἡμεῖς κάμνωμεν τὴν νόμῳ στα-
2214θεροποίησιν, ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ
2215νὰ βαίνῃ προϊὸν μέχρις ὅτου φθάσῃ εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς διε-
2216θνοῦς ἀγορᾶς. Θὰ βαίνῃ ὅμως βαθμιαίως. Ἀλλ’ εἶναι φαινό-
2217μενον οἰκονομικόν, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται εἰς ὅλας τὰς Χώ-
2218ρας, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου δὲν παρακολουθεῖ ἀπαραι-
2219τήτως καὶ κατ’ ἴσον βαθμὸν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος.
2220Ἑπομένως οὕτως ἢ ἄλλως ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου μέχρις
2221ὅτου φθάσωμεν τὸ διεθνὲς ἐπίπεδον τοῦ τιμαρίθμου θὰ ἐπέλθῃ.
2222Ἂν αὐτὸ πραγματοποιηθῇ, τί κινδύνους ἔχομεν; Ἐκ τοῦ πο-
2223σοῦ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ συνάψῃ τὸ Κράτος, θὰ διατεθῇ
2224ἓν ποσὸν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν αὐτῆς τῆς σταθεροποιήσεως.
2225Κατὰ τίνα τρόπον θὰ διατεθῇ; Τὸ σχέδιον τῆς ἀποφάσεως, τὸ
2226ὁποῖον ὑποβάλλει ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις, τὸ λέγει
2227ὅτι αὐτὸ θὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους εἰς τραπεζι-
2228τικὰ γραμμάτια. Ἑπομένως 3,000,000 λιρῶν τραπεζογραμμά-
2229τια θὰ ἀρθῶσι τῆς κυκλοφορίας. Τὸ χρῆμα δὲν θὰ χαθῇ. Τὰ
22303,000,000 λιρῶν θὰ ἀποτεθῶσιν εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τῆς
2231Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ νόμῳ σταθεροποίησις
2232δὲν πραγματοποιηθῇ, ἀλλ’ ὅτι αὐξάνει ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον
2233ἡ ἀξία τῆς λίρας, τὸ Κράτος δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ, διότι ἀπέ-
2234κτησεν ἓν ὡρισμένον ποσὸν χρήματος, τὸ ὁποῖον πάλιν θὰ τὸ
2235ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του.
2236Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι δύ-
2237ναται ἐν συνειδήσει ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερ-
2238νήσεως αἰτουμένην ἐξουσιοδότησιν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ
2239ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ διαχειρισθῶσι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι δυ-
2240νατὸν ἐν τῇ σταθμίσει ὅλων τῶν ἀντιθέτων ἀπόψεων νὰ φθά-
2241σωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, τουλάχιστον καθόσον ἀφορᾷ
2242τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία κατὰ
2243τὸν ἀσφαλέστατον τρόπον θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ Ἑλληνικὰ συμ-
2244φέροντα. (Χειροκροτήματα).
2245§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
2246Παρακαλῶ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας 4
2247δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος Προϋπολογισμοῦ τῆς
2248χρήσεως 1927–1928». Ἐπίσης καὶ τὸ «περὶ ἐπιβολῆς προ-
2249σωρινοῦ φόρου γεωργικῆς παραγωγῆς» μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι θὰ
2250φέρω τροποποίησιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, μειοῦσαν τὸν
2251φόρον εἰς τὸ ἥμισυ.
2252Ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν ταύτην δηλῶ ὅτι γίνεται ἐρ-
2253γασία ὅπως μὴ σημειωθοῦν τεχνικαὶ δυσχέρειαι κατ’ αὐτήν, ἐ-
2254φόσον ἔχει γίνει αὕτη συλλήβδην καὶ διὰ τὰ κηπουρικὰ καὶ
2255διὰ τὰς σπειρομένας γαίας.
2256§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὅτι θὰ εὑρεθῇ μὴ ἐ-
2257παχθὴς τρόπος βεβαιώσεως, δέχομαι τὴν ψήφισιν.
2258§132Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀπαλλαγοῦν τῆς φορολογίας
2259τὰ κηπουρικὰ προϊόντα, διότι εἶναι καταδυναστευτικὴ ἡ διά-
2260ταξις αὕτη.
2261§133Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
2262λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ φόρος τῆς ἐγγείου παραγωγῆς εἶναι πολὺ
2263ἐπαχθὴς καὶ δέον νὰ μειωθῇ κάτω τοῦ ½, ὡς ἐπίσης νὰ ἐ-
2264ξαιρεθῇ τῆς φορολογίας ὁ σπόρος, δι’ ὃν ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε.
2265Καὶ τέλος παρακαλῶ νὰ ἀπαλλαγοῦν τῆς πληρωμῆς φόρου
2266οἱ πτωχοὶ μισθωταὶ καὶ πληρώσουν τοῦτον οἱ ἰδιοκτῆται καὶ ἡ
2267Ἑταιρεία Κωπαΐδος. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλω καὶ σχετικὴν τρο-
2268πολογίαν.
2269§134Δ. ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δέχονται οἱ παρα-
2270γωγεῖς τὸν νέον κανονισμὸν τοῦ φόρου;
2271§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
2272Μάλιστα, τὸν ἐδέχθησαν.
2273§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ
2274σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας 4 δωδεκατημορίων ἐπὶ
2275τοῦ Προϋπολογισμοῦ χρήσεως 1927–1928».
2276§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2277(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
2278§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ
2279σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσωρινοῦ φόρου ἐγ-
2280γείου παραγωγῆς».
2281(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
2282§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων τοῦ
2283σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς
2284καταστραφέντος ἀρχείου τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς
2285Εἰσαγγελίας Ἠλείας».
2286(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
2287§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
2288«περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν Ν. Δια-
2289ταγμάτων».
2290Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2291§141Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόλις σήμερον τὸ ἀπόγευμα,
2292κύριοι βουλευταί, ἠδυνήθην νὰ ἀναγνώσω τὸ προκείμενον νο-
2293μοσχέδιον. Ὁμολογῶ ὅτι μοὶ ἔκαμε κατάπληξιν. Δὲν ἠδυνά-
2294μην νὰ φαντασθῶ αὐθαιρετώτερον κατασκεύασμα. Θὰ μοὶ ἐπι-
2295τρέψητε νὰ εἴπω τὴν λέξιν, ὡς τὸ εὑρίσκω τερατῶδες. Διότι
2296αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ἐφορειακαί, αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ταμιακαί, ὅλη
2297ἡ νομοθεσία ἡ τραπεζιτική, ὅλη ἡ νομοθεσία ἡ νομισματικὴ
2298καὶ αὐτὴ ἡ νομοθεσία ἡ στηριζομένη εἰς τὰς συμβάσεις τῆς
2299Λατινικῆς Ἑνώσεως περὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τῆς
2300Ἑλλάδος, ὅλα ταῦτα παραδίδονται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐ-
2301ξουσίας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ περὶ ὅλων αὐτῶν δύναται
2302νὰ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ νομοθετήσῃ μόνος ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκο-
2303νομικῶν Ὑπουργός. Τερατωδεστέρα ἀληθῶς—ἐπαναλαμβάνω
2304τὴν λέξιν—ἀπεμπόλησις τῶν νομοθετικῶν δικαιωμάτων τῆς
2305Βουλῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑ-
2306πάρξῃ. Προσθέτω ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν
2307Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του καὶ ὅλας
2308τὰς δημοσίας θέσεις ἐν γένει, διότι ὑπὸ τὴν κρίσιν ὅτι ἔχει τὸ
2309δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας οἱασδήποτε δημοσίας θέ-
2310σεως ὅλαι αἱ δημόσιαι θέσεις εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑ-
2311πουργοῦ. Καὶ ἐρωτῶ ἐμαυτόν· ποῦ εὑρίσκει τὸ δικαίωμα ἡ
2312Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον; Ποία διάταξις τοῦ
2313Συντάγματος ἢ ποία μεγάλη ἐθνικὴ ἀνάγκη δίδει εἰς τὴν
2314Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπογυμνωθῇ ἀπὸ πάσης ἐξουσίας νο-
2315μοθετικῆς καὶ νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς εἰς τὴν ἐ-
2316κτελεστικὴν καὶ δὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Ἡ
2317πρώτη ἐντύπωσις αὕτη ἐμεγαλύνθη παρ’ ἐμοί, ὅταν εἶδον ὅτι
2318τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις
2319νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τῆς 3ης Μαΐου ἡ Βουλὴ
2320δὲν δικαιοῦται νὰ νομοθετῇ μόνη. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ νομο-
2321θετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν
2322καὶ Γερουσίαν δὲν ἔχομεν. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως στηρίζεται,
2323ὑποθέτω, εἰς ἓν ψήφισμα τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου, τὸ ὁ-
2324ποῖον εἰς δύο στίχους λέγει ὅτι αἱ λειτουργίαι πᾶσαι τῆς Γε-
2325ρουσίας μέχρι τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς ἀσκοῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
2326Καὶ ἐρωτᾶται· ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ λειτουργίαι τῆς Γερου-
2327σίας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλή; Δύνανται αὐ-
2328ταὶ αἱ λειτουργίαι νὰ εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία; Εἶναι δυνα-
2329τὸν διὰ μιᾶς τοιαύτης ὑποσχέσεως τῆς Βουλῆς νὰ ἀναιρεθῇ ἡ
2330Γερουσία εἰς νομοθετικὸν Σῶμα; Ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία
2331τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μόνον, ἂν ὅ-
2332λαι αἱ λειτουργίαι τῆς Γερουσίας ἀσκοῦνται ἀπὸ τὴν Βουλήν,
2333τί ἐμποδίζει τὴν Βουλὴν νὰ ἀντιποιηθῇ τὰ δικαιώματα τῆς
2334Γερουσίας καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας;
2335§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2336Ἂν ἐκενοῦτο ἡ θέσις, θὰ τὸν ἐξέλεγε.
2337§143Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα ἀπὸ τὸ Σύν-
2338ταγμα. Ἐκτὸς ἂν ἐννοεῖτε ὅτι λέγοντες ψήφισμα λειτουργίας
2339ἐννοεῖτε ὅλας τὰς ἐξουσίας καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
2340Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐννοεῖ. Λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσω-
2341μεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρα-
2342δίδεται ὅλη εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ δὴ εἰς χεῖρας
2343τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶναι δυνατὸν αἱ διατάξεις
2344τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ὄχι μόνον τὴν Γερου-
2345σίαν, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα τῶν γερουσιαστῶν; Κατὰ τὸ Σύν-
2346ταγμα ἀνατίθενται ὑπηρεσίαι συνταγματικῆς φύσεως εἰς τὸ
2347πρόσωπον τῶν γερουσιαστῶν. Εἶναι λειτουργίαι καὶ αὐταὶ τῆς
2348Γερουσίας αἱ λειτουργίαι τῶν προσώπων τῶν γερουσιαστῶν;
2349Καὶ διαφέρει πολὺ τὸ πρᾶγμα διότι δὲν δύνασθε νὰ ψηφίσητε
2350κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχετε παρὰ ἀφοῦ λάβητε τὴν
2351ἄδειαν τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Συντάγματος, αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲ
2352τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀπὸ βουλευτὰς καὶ γερουσιαστὰς ὡρι-
2353σμένου ἀριθμοῦ, ὄχι ἀπὸ λειτουργίας, ἀλλ’ ἀπὸ πρόσωπα γε-
2354ρουσιαστῶν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, κατ’ ἐμέ, κύριοι
2355βουλευταί, καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ μὴ νο-
2356μίσουν ὅτι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ὁμιλῶ αὐτὴν τὴν
2357στιγμήν. Ἐπιθυμῶ ἡ ἀποστολὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐ-
2358πιβάλλεται νὰ μεταβῇ εἰς Γενεύην καὶ εἰς τὰς Δυτικὰς Εὐ-
2359ρωπαϊκὰς Δυνάμεις, ἐπιθυμῶ νὰ εἶναι ἐντελῶς ἐφωδιασμένη
2360νομίμως διὰ νὰ μὴ ἔχῃ δευτέραν ἀποτυχίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
2361βέρνησις εἰς τὸ σωτηριῶδες, τὸ μέγα ζήτημα τῆς εὑρέσεως
2362δανείου, διότι ἀρκεῖ ἡ ἐλαττωματικὴ θέσις τῆς σημερινῆς
2363Κυβερνήσεως, θέσις ἡ ὁποία ὑπεδείχθη ὡς ἐλαττωματικὴ καὶ
2364εἰς τὸ τελευταῖον ταξείδιον τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Διότι ἡ Εὐ-
2365ρωπαϊκὴ γνώμη καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων εἰδικῶς καὶ ἐκ τῶν
2366δηλώσεων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἔδειξε περὶ
2367τῆς ἀνάγκης τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πο-
2368λιτεύματος ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους.
2369Ἀλλ’ εἶναι ἐλαττωματικὴ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι
2370τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀπόλυ-
2371τον ἀνάγκην διὰ τὴν ἠθικὴν ἀρωγήν, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ.
2372Ὑπουργός. Ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ παρα-
2373σταθῇ ὡς ἀντιπροσωπεύουσα ἀληθῶς τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλλη-
2374νικοῦ Λαοῦ καὶ ὡς πολιτισμένη νομίμως ὄχι μὲ παρανομίας.
2375Μὴ νομίζετε ὅτι αἱ Δυνάμεις καὶ ἰδίως ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ
2376δανείσουν τὴν Ἑλλάδα, θὰ κυττάξουν τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν
2377σᾶς ὠφελεῖ τίποτε. Δὲν πρόκειται περὶ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία
2378νὰ ἔχῃ ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ
2379Κυβερνήσεις ζητοῦν Κυβέρνησιν ἀντιπροσωπεύουσαν τὴν λαϊ-
2380κὴν κυριαρχίαν. Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Κυβερνήσεις θέλουν Κυβέρ-
2381νησιν προερχομένην ἀπὸ Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία εἶ-
2382ναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ Λαοῦ. Τοιαύ-
2383την Κυβέρνησιν θέλουν, διότι τοιαύτη Κυβέρνησις ἐγγυᾶται
2384τὴν πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Μόνον τοι-
2385αύτη Κυβέρνησις ἐμπνέει τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ παύσῃ ἡ Ἑλ-
2386ληνικὴ Κυβέρνησις κηδεμονευομένη ἀπὸ τὸν κ. Πλαστήραν—
2387μὲ συγχωρεῖτε ποὺ τὸν εἶπον κύριον—ἀπὸ τὸν Κονδύλην, ἀπὸ
2388τὸν Πάγκαλον κλπ. Καὶ ὅτι ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν αὐτὴν εἶσθε,
2389ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἐκλέξατε τὸν Πλαστήραν διὰ νὰ σᾶς βοη-
2390θήσῃ εἰς τὸ στρατιωτικόν, νὰ σᾶς συνδράμῃ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν
2391ἡ κατάργησις τῆς στρατοκρατίας, κ. Πρωθυπουργέ; Ἡ Οἰ-
2392κουμενικὴ Κυβέρνησις ἀπέτυχεν, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις
2393δὲν ἐξεπλήρωσεν οὐδὲν ἐκ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ
2394τοῦ βήματος ἀπήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐ-
2395κείνης. Καὶ ἐφόσον ἀπέτυχεν αὕτη, ἀπέτυχε καὶ ἡ ἀποστολή
2396της εἰς τὴν Εὐρώπην. Καὶ ἴδετε ποίας ὑποδοχῆς ἔτυχεν εἰς
2397τὰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης. Ἡ δεξίωσις ἡ ὁποία ἐγένετο
2398ἦτο τυπικῆς φιλοφροσύνης, διότι δὲν ἤθελον νὰ σᾶς ἀναγνωρί-
2399σουν ὡς Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅταν λοιπὸν
2400δὲν ἐνεπνέατε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Λαοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ με-
2401ταβῆτε μὲ παρανομίας καὶ μὲ ἐφόδια παράνομα. Μόνον μία
2402ἐφημερὶς Εὐρωπαϊκή, οἱ «Καιροὶ» τοῦ Λονδίνου, σᾶς εἶπον
2403ὅτι κάτι ἐκάματε, εἶπον δηλαδὴ ὅτι ἔπραξεν ἡ Οἰκουμενικὴ
2404Κυβέρνησις τὰ ἑξῆς: Πρῶτον ἐδημοσίευσε τὸ Σύνταγμα. Δεύ-
2405τερον ἔφερε μεταρρυθμίσεις. Τρίτον ἐκανόνισε τὸ χρέος πρὸς
2406τὴν Ἀγγλίαν καὶ τέταρτον ἐτακτοποίησε τὸ ζήτημα τῶν ἀ-
2407ποτάκτων. Τὸ δεύτερον καὶ τὸ τέταρτον εἶναι ἐσφαλμέναι
2408πληροφορίαι. Διότι οὐδεμία μεταρρύθμισις ἔγινε. Τὸ ζήτημα
2409τῶν ἀποτάκτων εἶναι ἐκκρεμές. Τὰ δύο ἄλλα δὲν εἶναι τῆς
2410Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως κατορθώματα, διότι δὲν εἶναι δυ-
2411νατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις
2412Ἑλληνικὴ ἢ Βουλὴ Ἑλληνική, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀνεγνώριζε τὸ
2413χρέος τὸ Ἑλληνικόν, ὡς ὑποχρέωσιν ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης.
2414Διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ ὅτι
2415ὁ Ἀγγλικὸς Λαὸς ἐπροστάτευσε τὰς συνταγματικὰς ἐλευθε-
2416ρίας τῆς Ἑλλάδος. Ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀντετάχθη
2417εἰς τὴν κατάλυσιν τοῦ καθεστῶτος τοῦ συνταγματικοῦ Βασι-
2418λέως Κωνσταντίνου. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν θὰ λησμονήσῃ
2419ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔδειξε πᾶσαν προσπάθειαν νὰ λά-
2420βῃ ἡ Κυβέρνησις Γούναρη τὸ δάνειον ἐν τῇ Ἀγγλικῇ ἀγορᾷ.
2421Δὲν θὰ λησμονήσῃ τὰς εὐγενεῖς προσπαθείας τῆς Ἀγγλικῆς
2422Κυβερνήσεως νὰ σώσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δολοφόνων τοὺς
2423ἕξ. Αὐτὰ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν αἰσθήματα εὐγνω-
2424μοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ἑπομένως ὁ κανονισμὸς
2425τοῦ χρέους πρὸς τὴν Ἀγγλίαν δὲν εἶναι κατόρθωμα τῆς Οἰ-
2426κουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε τὸ παρελθὸν
2427τῆς ἀποτυχίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχετε πρό-
2428σφατον τὴν ἀποτυχίαν σας ἐν Γενεύῃ, πῶς θέλετε νὰ ὑπάγητε
2429νὰ ζητήσητε ἐκ νέου τὴν προστασίαν τῶν Δυνάμεων, χωρὶς
2430νὰ εἶσθε ἐφωδιασμένοι νομίμως μὲ τὴν πλειονοψηφίαν; Αἱ Δυ-
2431νάμεις θέλουν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἐν τῷ παρόντι ἀ-
2432ξιόχρεος καὶ ἐν τῷ μέλλοντι φερέγγυος.
2433Κύριοι, μόνον διὰ μιᾶς τοιαύτης Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας
2434δύναται νὰ παραταθῇ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης καὶ νὰ παύσῃ πᾶ-
2435σα ἀντίδρασις, εἴτε στρατιωτική, εἴτε ἐπαναστατική. Ἡ Ἐ-
2436πανάστασις δὲν δύναται νὰ τελειώσῃ ἂν δὲν ἔλθῃ ἐδῶ μέσα
2437ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, ἡ ὁποία νὰ ἀποφασίσῃ τί θέλει ὁ Ἑλλη-
2438νικὸς Λαός, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ πῶς θὰ κυβερνηθῇ διὰ Βασι-
2439λείας ἢ Δημοκρατίας.
2440Ἔρχομαι εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ψηφίσματος. Θὰ ἔχῃ τὸ
2441δικαίωμα, λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδίδῃ Ν.
2442Διατάγματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίσῃ ἡ
2443Βουλή. Σεῖς λέγετε μόνον τὰς Ἐπιτροπάς. Ἐπιτροπὰς δὲν δύ-
2444νασθε νὰ ἔχητε, διότι δὲν ὑπάρχουν γερουσιασταί. Ἄνευ Ἐπι-
2445τροπῶν Ν. Διατάγματα δὲν δύνασθε νὰ ἐκδίδητε, οὔτε ὑμεῖς,
2446οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας θὰ σᾶς ὑπογράψῃ τοιαῦ-
2447τα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἀπογυμνώνουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντι-
2448προσωπείαν ἄνευ δικαιώματος, ἄνευ δυνάμεως πολιτικῆς. Ἡ
2449πολιτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία διηύθυνε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρ-
2450νησιν, ἡ αὐτὴ δύναμις διευθύνει καὶ σήμερον.
2451Θελήσατε, κύριοι Ὑπουργοί, νὰ νομιμοποιηθῆτε μεταβαί-
2452νοντες εἰς τὴν Εὐρώπην. Μὴ θελήσετε νὰ ἀποτύχητε καὶ τὸ
2453δεύτερον πρὸς μεγίστην ζημίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴ θελή-
2454σετε νὰ σᾶς στρέψουν τὰ νῶτα, ὅπως σᾶς τὰ ἔστρεψαν ἐν τῷ
2455παρελθόντι. Μὴ θελήσετε νὰ διακυβεύσητε τὴν ἀξιοπιστίαν ἐπὶ
2456τέλους τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν
2457ὅτι ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἐζήτουν πιστοποιητικὸν
2458φερεγγυότητος καὶ τὸ ἐπῆραν. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ προηγούμε-
2459νον εἶναι ἀληθές. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι. Διότι ἡ παραγγελία
2460τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἰς τοὺς κ. κ.
2461Ὑπουργοὺς εἶναι ἡ ἑξῆς. Καὶ πρὸ μικροῦ ἀκόμη τὸ εἶπεν ὁ κ.
2462ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Θὰ σᾶς ἀκούσωμεν, θὰ συ-
2463ζητήσωμεν μεθ’ ὑμῶν, ἀλλὰ νὰ μᾶς φέρετε αὐτὰ ἕτοιμα. Αὐτὰ
2464εἶναι ἀπαράσκευα. Ὅ,τι ἐζήτησεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, δὲν
2465τὰ ἔχει ἡ Κυβέρνησις σήμερον εἰς χεῖράς της, τὰ ἔχει μὲ τὴν
2466ὑπόθεσιν ὅτι θὰ ἐκδώσῃ τὰ Ν. Διατάγματα καὶ ὅτι αὐτὰ τὰ
2467Ν. Διατάγματα θὰ γίνουν καὶ ὅτι θὰ εἶναι ἰσχυρά, πρᾶγμα τὸ
2468ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ κανείς, διότι παρῆλθεν ὁ
2469καιρός, κύριοι βουλευταί, κατὰ τοὺς ὁποίους, πρὸ ἓξ ἐτῶν, ἡ
2470ἐπαναστατικὴ ἐπιβολὴ ἐτρομοκράτει τὸν Ἄρειον Πάγον ἐξ
2471ἀνθρώπων ἐπίσης ἀρεοπαγιτῶν καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδω-
2472κε τὸ τερατῶδες ἀπόφθεγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξαν τὴν
2473νομολογίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπετάχθησαν τὰ δικαστήρια τοῦ
2474Κράτους.
2475Ὁ ἐπαναστατικὸς Ἄρειος Πάγος, διὰ νὰ ὠφελήσῃ τὴν
2476Ἐπανάστασιν, ἐφεῦρεν αὐτὸ τὸ παμπάλαιον τῆς Ρωμαϊκῆς Δη-
2477μοκρατίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁπλῶς νομικὸν καὶ ὁ Ἄρειος Πά-
2478γος καθιέρωσεν αὐτὴν τὴν νομολογίαν, ἡ ὁποία κατέστρεψε
2479τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχε κα-
2480θῆκον νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Βενιζέλον ὅτι μὲ Ν. Διατάγματα δὲν
2481κανονίζω ἐγὼ νόμους. Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη παρῆλθε καὶ θὰ ἔλ-
2482θουν σήμερον τὰ δικαστήρια νὰ σᾶς εἴπουν ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος
2483δὲν εἶναι νόμος. Καὶ θὰ τὸ εἴπουν, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι
2484ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἀπεφάσισε καὶ ἡ Βουλὴ ἐ-
2485δέχθη, ὅτι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐξετάζωσι τὸ συνταγ-
2486ματικὸν ἢ ὄχι τοῦ νόμου. Καὶ θὰ ἔλθουν αὔριον τὰ δικαστήρια
2487νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ εἴπουν· εἶναι δυνατόν ποτε ἡ νομοθετικὴ
2488ἐξουσία νὰ ἀπογυμνώσῃ ἑαυτὴν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Γερουσία
2489εἶμαι ἐγώ; Ἀδύνατον. Καὶ δὲν θὰ τὸ εἴπουν μόνον τὰ δικα-
2490στήρια, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ δώσουν τὰ
2491χρήματα.
2492Ἐπαναλαμβάνω, σπεύδει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναχωρήσῃ. Λά-
2493θος της ὅτι δὲν προεννόησε πρότερον περὶ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ
2494νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀναχωρήσῃ μὲ τοιαῦτα ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ζητεῖ
2495νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ἡ ἀποτυχία πρὸς ζημίαν τῆς
2496Χώρας θὰ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία.
2497§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
2498§145Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι
2499θὰ ἠκούοντο διαμαρτυρίαι κατὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου
2500τόσον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅσον καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἀλλὰ
2501νομίζω ὅτι δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν
2502Κυβέρνησιν τὴν ζητουμένην ἐξουσιοδότησιν, μὲ τὴν πεποίθησιν
2503ὅτι θὰ εἴμεθα ἐν ἀπολύτῳ τάξει. Διότι κοινοβουλευτισμός, ὑ-
2504πὲρ τοῦ ὁποίου τόσον κόπτονται οἱ φωνασκοῦντες, δὲν εἶναι αἱ
2505συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἐνίοτε πολὺ θεατρικαὶ καὶ ἄσκοποι,
2506αἱ ὁποῖαι ὁμοιάζουν πολλάκις κατὰ τὴν γραφικὴν φράσιν Γάλ-
2507λου πολιτικοῦ μὲ ἕλικα ἀτμοπλοίου κινούμενον εἰς τὸν ἀέρα.
2508Ἡ σημαντικωτέρα ἀρετὴ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ὅτι δύ-
2509ναται νὰ προσαρμόζεται πρὸς τὰς ἑκάστοτε παρουσιαζομένας
2510περιστάσεις καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἐμφα-
2511νιζομένας ἀνάγκας.
2512Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου εἰς τὰς Χώρας αἱ ὁποῖαι
2513ὑπῆρξεν ἡ κοιτὶς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἐδημιουργήθησαν
2514Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον περιβληθῆ μὲ εὐρύτατα δικαιώ-
2515ματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καὶ αὐτοὶ οἱ δικτάτορες τῆς καλῆς
2516περιόδου τῆς ἀρχαίας Ρώμης. Εὐθὺς δὲ μετὰ τὸν πόλεμον ὅ-
2517ταν ἐνεφανίσθησαν αἱ μεταπολεμικαὶ ἀνάγκαι, ὁ κοινοβουλευτι-
2518σμὸς ἔδωσεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὰ μέσα διὰ νὰ ἀντιμετωπί-
2519σουν τὸν κίνδυνον ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ νομίσματος καὶ τὰ
2520μέσα διὰ νὰ ἀνορθώσουν οἰκονομικῶς τὰς Χώρας. Ἔχομεν
2521δὲ πολλὰ παραδείγματα ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν νομισματικὴν
2522ἐξυγίανσιν. Εἰς τὴν Πολωνίαν, νομίζω, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑ-
2523πουργικοῦ Συμβουλίου ἐξουσιοδοτήθη νὰ κάμῃ τὰς νομισματι-
2524κὰς μεταρρυθμίσεις. Εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Οὐγγαρίαν
2525εἶχε δοθῆ ἐξουσία δικτατορική, ἂν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ τοιαύ-
2526τη ἐξουσία ἀπορρέουσα ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον
2527εἰς τὰς Ἐθνικὰς Κυβερνήσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀν-
2528τιπροσώπους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Καὶ τελευταίως εἰς
2529τὸ Βέλγιον ἡ νομισματικὴ μεταρρύθμισις ἐπετελέσθη διὰ Δια-
2530ταγμάτων κατ’ ἐξουσιοδότησιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν
2531ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ πε-
2532ρίεργον, τίποτε τὸ ἐξαιρετικὸν νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν καὶ ἡμεῖς
2533τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ οἰκονομίας καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν
2534νομισματικὴν μεταρρύθμισιν διὰ Ν. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα
2535μάλιστα θὰ ἔλθουν ὑπὸ τὴν κύρωσιν ἡμῶν.
2536Εἶχον τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατόπιν τῆς δε-
2537καετοῦς μεταπολεμικῆς πείρας δὲν θὰ ἠκούοντο ἀντιρρήσεις
2538ἐναντίον τῆς νομισματικῆς μεταρρυθμίσεως. Εἶχον τὴν γνώμην
2539ὅτι ἀποτελεῖ πλέον τὴν χειροτέραν κοινοτυπίαν τὸ νὰ λέγῃ
2540κανεὶς ὅτι δὲν ὑπάρχει πληγὴ μεγαλυτέρα εἰς μίαν Χώραν ἀπὸ
2541τὴν ἔκπτωσιν καὶ ἀστάθειαν τοῦ νομίσματος καὶ δὲν ὑπάρχει
2542ἐπιτακτικώτερον καθῆκον διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἑκάστης Χώρας
2543ἀπὸ τὸ νὰ προικοδοτήσῃ αὐτὴν μὲ νόμισμα ὑγιὲς καὶ σταθερόν.
2544Πραγματικὴ νομισματικὴ ἐξυγίανσις εἶναι καὶ κρατικὴ καὶ ἐ-
2545θνικὴ ἐξυγίανσις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξῃ τις οἰκονομι-
2546κὴν ἀνόρθωσιν ἐπὶ νομισματικῆς μονάδος ἀσταθοῦς καὶ παντὶ
2547ἀνέμῳ ἀναπεπταμένης, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοικοδομή-
2548σῃ τις οἰκοδομὴν στερεὰν ἐπὶ ἐδάφους σειομένου καὶ κλονιζο-
2549μένου. Μεταξὺ τῶν χωρῶν αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν τὴν μεταπολε-
2550μικὴν πληγὴν τῆς νομισματικῆς ἐκπτώσεως καὶ τὰ ἐπακόλου-
2551θα ταύτης ὑπῆρξεν ἀτυχῶς καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ εἶναι ἴσως
2552κοινὸν μυστικὸν εἰς πάντας, οἱ ὁποῖοι καὶ μακρόθεν παρακο-
2553λουθοῦν τὰ πράγματα καὶ δὲν ἔχουν τὴν εὐτυχίαν νὰ παρευρί-
2554σκωνται εἰς τὴν Γενεύην ἵνα ὠτακουστήσουν τί ἐλέχθη εἰς
2555τὴν Ἑλλην. Ἀντιπροσωπείαν, εἶναι κοινὸν μυστικὸν ὅτι ἐκτυ-
2556λίσσεται ἐνώπιόν μας μία κίνησις παγκόσμιος, μία παγκό-
2557σμιος πολιτική, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τὴν
2558πραγματικὴν ὅλων τῶν Χωρῶν τοῦ κόσμου, αἱ ὁποῖαι νοσοῦν.
2559Τὴν πρωτοβουλίαν τῆς πολιτικῆς ταύτης ἔσχον αἱ Χῶραι αἱ
2560ἀπὸ νομισματικῆς ἀπόψεως ἰσχυραί, αἱ ὁποῖαι ἀνέλαβον τὸ βά-
2561ρος τῆς νοσηλείας καὶ θεραπείας τοῦ νοσοῦντος κόσμου, οὐχὶ
2562βέβαια μόνον ἐκ πνεύματος εὐγενοῦς ἀλληλεγγύης, ἀλλὰ καὶ
2563ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος, δεδο-
2564μένου ὅτι καὶ οἱ ὑγιεῖς ὀργανισμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ζη-
2565μιωθοῦν ἐκ τῆς γειτνιάσεως νοσούντων. Τὴν κίνησιν αὐτὴν
2566τὴν ἔχει υἱοθετήσει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ἔχουσα ὄπισθέν
2567της τὰς Τραπέζας τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς, αἱ ὁ-
2568ποῖαι καὶ κατήρτισαν ἓν Συνδικάτον τῶν Ἐκδοτικῶν Τραπε-
2569ζῶν ὅλου τοῦ κόσμου. Ἑπομένως οἰκονομικὴ ἐξυγίανσις καὶ νο-
2570μισματικὴ τοιαύτη σημαίνει κατ’ οὐσίαν τὴν ἐξασφάλισιν τῆς
2571ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς ἀρωγῆς τῶν τραπεζιτικῶν αὐτῶν κολοσ-
2572σῶν. Νομίζω ὅτι ἀτυχῶς διεπράχθη ἐξ ἀρχῆς τὸ σφάλμα νὰ
2573μὴ διαφωτισθῇ ἀρκούντως ἡ Κοινὴ Γνώμη περὶ τῆς σημα-
2574σίας τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὴν Χώραν καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς
2575ἡ ἀναληφθεῖσα Ἡράκλειος προσπάθεια πρὸς οἰκονομικὴν καὶ
2576νομισματικὴν κάθαρσιν. Ἂν εἶχε διαφωτισθῇ ὅσον ἔπρεπεν, ἀ-
2577σφαλῶς οὐδὲν κόμμα δὲν θὰ ἠσθάνετο τοὺς ὤμους του τόσον
2578ἰσχυρούς, ὥστε νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἐπιχειρουμένης ἐξυ-
2579γιάνσεως, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐγένετο ὁ ἐκκωφαντικὸς ἐκεῖνος θό-
2580ρυβος, ὁ ὁποῖος περὶ τὸ Σουηδικὸν δάνειον ἔγινεν, ἐκ τοῦ ὁ-
2581ποίου ἐσχηματίσθη ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀσκόπως καὶ ματαίως με-
2582τέβημεν εἰς τὴν Γενεύην, ἐφόσον ὁ ὅρος, δηλαδὴ τὸ δάνειον,
2583εἶχεν ἔλθει αὐτοπροαιρέτως πρὸς ἡμᾶς ἐνταῦθα. Ἀσφαλῶς δὲ
2584οὔτε τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα θὰ ἀντετίθετο κατὰ τῆς ἐξυγι-
2585άνσεως αὐτῆς, δεδομένου ὅτι ἡ τάξις ἐκείνη ἡ ὁποία περισσό-
2586τερον παντὸς ἄλλου ὑποφέρει ἐκ τῆς νομισματικῆς ἀσταθείας
2587καὶ ἐκπτώσεως, πωλοῦσα πολλάκις τὸν ἱδρῶτά της ἀντὶ πινα-
2588κίου φακῆς καὶ ὅτι ἀντιθέτως ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία πρὸ
2589παντὸς καὶ περισσότερον πάσης ἄλλης θὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς
2590ἀποκτήσεως σταθεροῦ νομίσματος, εἶναι ἡ ἐργατική, τῆς ὁ-
2591ποίας ἐνασμενίζονται νὰ προβάλλουν οἱ μοναδικοὶ ἀντιπρόσω-
2592ποι. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ἀντιρρήσεις αἱ προβαλλόμεναι κατὰ τῆς
2593σταθεροποιήσεως; Ἡ περίφημος ἐκ τῶν πραγμάτων σταθερο-
2594ποίησις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐξαγγείλει ἐκ Φλωρεντίας ὁ κ.
2595Μάξιμος, ὅταν ἀκόμη ἡ ἀντιπροσωπεία ἦτο εἰς Γενεύην; Ὁ
2596κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐξήγησεν ὅτι ἐκ τῶν πραγ-
2597μάτων σταθεροποίησις οὔτε ὑπάρχει, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ.
2598Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ παραμείνῃ ἐντελῶς οὐ-
2599δέτερον, ἀφίνον ἔκθετον τὴν τύχην τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος, τὸ
2600ὁποῖον ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἤθελε περιέλθει εἰς τὰς χεῖρας ἀ-
2601χαλινώτου κερδοσκοπίας. Ἡ ἀπροσδιόριστος καὶ ἀκαθόριστος ἐκ
2602τῶν πραγμάτων σταθεροποίησις, τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζουν
2603ὡς πανάκειαν, ὁμοιάζει μὲ τὰς καὶ ἀτελειώτους ὀρθοδόξους
2604νηστείας, τὰς ὁποίας καθιέρωσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας,
2605πρὸ τῶν μεγάλων ἑορτῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὅμως θὰ ἦτο δυ-
2606νατὸν νὰ λεχθῇ ὅ,τι καὶ διὰ τὰς ἐγχειρήσεις ἐκείνας, αἱ ὁ-
2607ποῖαι ἐπέτυχον μέν, ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς ἀπέθανεν.
2608Διετυπώθη ὅτι μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων σταθερο-
2609ποίησις, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
2610τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἐμπορικὸν καὶ δὲν γνωρίζω τίνα ἄλλα. Ἀλλ’
2611ἡ παγκόσμιος μεταπολεμικὴ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ὑπεράνω καὶ
2612τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ ἐμπο-
2613ρικοῦ κεῖνται οἱ ἀστάθμητοι ψυχολογικοὶ παράγοντες, οἱ ὁ-
2614ποῖοι ἐνασκοῦν πράγματι ἐντελῶς κυρίαρχον ἐπιρροήν. Ἀνέ-
2615φεραν χθὲς τὸ παράδειγμα τὸ ἰδικόν μας τοῦ 1923, κατὰ τὸ
2616ὁποῖον ἄνευ οὐδενὸς γεγονότος εἰς παραμονὰς πολέμου ἡ λίρα
2617κατῆλθεν ἀπὸ 470 εἰς 120 δραχμάς. Τὸ παράδειγμα τοῦτο
2618ἐπανελήφθη πολλάκις παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ ἐν-
2619θυμεῖσθε πάντες ὅτι πέρυσιν ἐν Γαλλίᾳ ἡ λίρα κατῆλθεν ἀπὸ
2620240 εἰς 125 φράγκα ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, χάρις εἰς μίαν ἁ-
2621πλῆν κυβερνητικὴν μεταβολήν, τὴν ἀντικατάστασιν δηλαδὴ
2622τῆς Κυβερνήσεως Ἑρριὼ ὑπὸ τῆς Οἰκουμενικῆς τοῦ κ. Πουαν-
2623καρέ. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐπίσης ὅτι οὔτε καὶ αὐταὶ αἱ
2624πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἀσκοῦν πάντοτε ἐπιρροὴν οὐσιώδη, διότι
2625ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Πορτογαλλίας, ἡ ὁποία ἐπέτυχε
2626σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματός της, τοῦ «ἐσκοῦδο», μὲ τὴν ἐ-
2627φαρμογὴν κυρίως αὐστηροῦ τραπεζιτικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τοῦ συ-
2628ναλλάγματος, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ ἰδικοῦ μας «κονσόρ-
2629τσιουμ», παρὰ τὰς συνεχεῖς στάσεις καὶ ἐπαναστάσεις, αἱ ὁ-
2630ποῖαι εὐδοκιμοῦν ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἠρώτησαν, ποῖος ὁ λόγος νὰ
2631σπεύσωμεν νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν διὰ νόμου σταθεροποίησιν;
2632Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν πραγματογνωμόνων ὑπάρχει εἷς πίναξ ἀρ-
2633κετὰ διαφωτιστικός. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, αἱ μετοχαὶ τῆς
2634Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐτιμῶντο τὸ 1914 δραχ. 3,648, τὸ 1915
2635δραχ. 6,835, τὸ 1920 δραχ. 12,000, τὸ 1925 δραχ. 41,415
2636αἱ ὁποῖαι μεταβαλλόμεναι εἰς χρυσόν, ἀντιπροσωπεύουν ἀξίαν
26372,671 δραχμῶν εἰς χρυσόν, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεως τῆς
2638τιμῆς τοῦ 1914. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς ὅλας τὰς μετο-
2639χὰς ὅλων τῶν μεγαλυτέρων τραπεζιτικῶν καὶ βιομηχανικῶν
2640ἐπιχειρήσεών μας. Ἐπίσης ἡ κυκλοφορία ἀνερχομένη τὸ 1916
2641εἰς 463,000,000 δραχμῶν, τὸ 1919 εἰς 1,322,000,000 δραχ-
2642μῶν, τὸ 1920 εἰς 1,425,000,000 δραχμῶν, ἀνέρχεται εἰς πο-
2643σὸν σήμερον 5,000,000,000, δραχμῶν τὸ ὁποῖον μετατρεπόμε-
2644νον εἰς ὑγιὲς νόμισμα εἶναι κάτω τοῦ ποσοῦ τοῦ 1914. Τοῦτο
2645παρετηρήθη παντοῦ, διότι εἰς τὴν Γερμανίαν κατὰ τοὺς τελευ-
2646ταίους μῆνας τῆς χαώδους στάσεως τοῦ νομίσματός της, τὸ
2647κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα δὲν ἀντιπροσωπεύει οὐσιαστικῶς ἀ-
2648ξίαν μεγαλυτέραν ὀλίγων μόλις δεκάδων ἑκατομμυρίων μάρ-
2649κων χρυσῶν. Εἰς τὴν Ρουμανίαν τὸ σήμερον κυκλοφοροῦν χαρ-
2650τονόμισμα, μολονότι ἡ Χώρα εἶναι διπλασία εἰς ἔκτασιν καὶ
2651πλοῦτον τῆς προπολεμικῆς, δὲν προσεγγίζει τὸ ποσὸν τὸ ὁ-
2652ποῖον ἐκυκλοφόρει τὸ 1914. Ἐπίσης αἱ καταθέσεις τῆς Ἐθνι-
2653κῆς Τραπέζης ἀνερχόμεναι τὸ 1915 εἰς 347,000,000 δραχ-
2654μῶν, τὸ 1918 εἰς 430,000,000 δραχμῶν, τὸ 1923 εἰς δραχ.
2655240,000,000 καὶ τὸ 1925 εἰς δραχ. 2,637,000,000, ἀντι-
2656προσωπεύουν τὸ 1925 μόλις 163,000,000, περίπου δηλαδὴ τὸ
2657τρίτον τῶν καταθέσεων τοῦ 1915.
2658Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, πρόσφατον καὶ κλασικὸν παράδειγμα,
2659τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς δὲν πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ τὸ ἔχωμεν ὑπ’
2660ὄψιν μας, ἓν παράδειγμα τὸ περυσινὸν τῆς Βελγικῆς σταθερο-
2661ποιήσεως. Οἱ Βέλγοι θωπεύοντες μέχρι τοῦ 1915 τὸ ὄνειρον
2662τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ νομίσματός των, ἀπεφάσισαν ὁριστικῶς
2663καὶ ἀποτόμως τὸ φθινόπωρον τοῦ ἰδίου ἔτους νὰ προβοῦν εἰς
2664τὴν σταθεροποίησιν ἄνευ νόμου εἰς τὴν τιμὴν τῶν 107 φράγ-
2665κων κατὰ λίραν, εἰς ἣν τὸ Βελγικὸν φράγκον εἶχε διατηρηθῆ
2666ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Λόγῳ ὅμως τοῦ ὅτι ὑπῆρχε σο-
2667βαρότατον κυμαινόμενον χρέος, λόγῳ τοῦ ὅτι τὴν τελευταίαν
2668στιγμὴν ἕνεκα τούτου ἀκριβῶς δὲν συνήφθη τὸ δάνειον, τὸ ὁ-
2669ποῖον ἤλπιζον νὰ συνάψουν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον στηριχθῆ
2670—δὲν συνήφθη δὲ διότι οἱ χρηματοδόται τὴν τελευταίαν στιγ-
2671μὴν τοὺς εἶπον, ὅτι δὲν ἐθεώρουν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις ἐφόσον
2672δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ κυμαινομέ-
2673νου χρέους. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ πρώτη των
2674προσπάθεια ἀπέτυχε καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1926 ἠναγκάσθησαν
2675νὰ προβοῦν εἰς νέαν ἔκδοσιν 1500 ἑκατομμυρίων φράγκων ἀκα-
2676λύπτου νομίσματος καὶ εἶδον μετ’ ἐκπλήξεως κάθε ἄλλο παρὰ
2677μὴ δικαιολογημένης τὴν ἀναρρίχησιν πρὸς τὰ ὕψη τοῦ ξένου
2678συναλλάγματος.
2679Ἔγινε κρίσις κυβερνητική, ἀμέσως παρῃτήθη ἡ Κυβέρνη-
2680σις, ἡ ἐπιχειρήσασα τὴν σταθεροποίησιν, ἐσχηματίσθη νέα Κυ-
2681βέρνησις οἰκουμενικὴ καὶ ἡ ὁποία θαρραλέως, ἀλλὰ μὲ ἀρτιω-
2682τέρας προπαρασκευὰς ἐξηκολούθησε, χωρὶς οὐδόλως νὰ ἀπο-
2683γοητευθῇ, τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ Σισσύ-
2684φειον. Ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιβάλουν φορολογίαν 1500 ἑκατομ-
2685μυρίων, διὰ τῆς ὁποίας ἐπροικοδότησαν εἰδικὸν ταμεῖον ἀπο-
2686σβέσεως τῶν χρεῶν, ἠναγκάσθησαν νὰ ρευστοποιήσουν τοὺς
2687κρατικοὺς σιδηροδρόμους σχηματίσαντες ἑταιρείας μὲ ὁμολο-
2688γίας καὶ μετοχὰς ἀξίας 11 δισεκατομμυρίων φράγκων καὶ
2689προέβησαν κατόπιν τούτου, τὸ φθινόπωρον τοῦ ἰδίου ἔτους, εἰς
2690τὴν διὰ νόμου σταθεροποίησιν τοῦ φράγκου των εἰς τὴν τιμὴν
2691τῶν 175 κατὰ λίραν, τιμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὴν ἡμέραν
2692τῆς σταθεροποιήσεως.
2693Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ θεωρία τῆς ἐμπράκτου σταθεροποιή-
2694σεως εἰς τὸ Βέλγιον, κατὰ τὴν δευτέραν τουλάχιστον σταθε-
2695ροποίησιν, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ἐφαρμογήν. Διότι κατὰ Φεβρουά-
2696ριον ἡ λίρα ἐτιμᾶτο 107 φράγκα. Κατὰ Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον
2697ἔφθασε τὰ 130. Ἀνετιμήθη κατ’ Ἰούλιον μέχρι τῶν 220, τοῦ
2698Γαλλικοῦ φράγκου συναγωνιζομένου εἰς τὸν δρόμον πρὸς τὸν
2699κατήφορον μὲ τὸ Γαλλικόν. Ἀπὸ τὸν Ἰούλιον καὶ ἐφεξῆς ἤρ-
2700χισε νὰ ἐκπίπτῃ καὶ τὸν Ὀκτώβριον ἐσταθεροποιήθη εἰς τὴν
2701τιμὴν τῶν 175 φράγκων κατὰ λίραν. Ἐν τούτοις ἡ προσπάθεια
2702ἐπέτυχεν, ἐθεωρήθη ὡς θαῦμα, ὁ δὲ συντελέσας σημαντικώ-
2703τατα εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτὴν διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
2704ζης τοῦ Βελγίου εἰς κἄποιαν ἀνακοίνωσιν, ἀπαντῶν εἰς τὰς
2705διατυπωθείσας κατηγορίας, διατί ἔσπευδε μετὰ τὴν πρώτην
2706ἀποτυχίαν νὰ προβῇ εἰς νέαν ἀπόπειραν σταθεροποιήσεως, ἐξ
2707ἴσου ἀμφίβολον καὶ ἀβεβαίαν, ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο πολὺ περισ-
2708σότερον ἐπικίνδυνον ἂν ἀφήνετο νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις ἡ
2709χαώδης, ἡ δημιουργηθεῖσα κατὰ τὸ θέρος τοῦ ἰδίου ἔτους. Ταὐ-
2710τοχρόνως συνήφθη δάνειον 100 ἑκατομμυρίων δολλαρίων ἐπὶ
2711πλέον δὲ ἀνέλαβον αἱ Τράπεζαι Ἀγγλίας, Ἀμερικῆς, Γαλ-
2712λίας, Γερμανίας, Αὐστρίας Οὐγγαρίας, μέχρι καὶ Ἰαπωνίας
2713διὰ συμβάσεως εἰδικῆς νὰ ὑποστηρίξουν διὰ πιστώσεων τὴν
2714Βελγικὴν Τράπεζαν εἰς τὴν νομισματικήν της μεταρρύθμισιν.
2715Ἐρωτᾶται λοιπόν, διατί ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον θριαμβευτι-
2716κῶς ἐπέτυχε, τὸ ὁποῖον εἶχε τόσην λαμπρὰν ἐπιτυχίαν εἰς τὸ
2717Βέλγιον, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν; Διὰ τίνα
2718λόγον ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὸ περιθώριον τῶν
2719πεπολιτισμένων χωρῶν; Μᾶς εἶπον ὅτι ὁ Προϋπολογισμός μας
2720δὲν ἔχει ἀκόμη ἰσοσκελισθῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
2721κῶν ἔχει ἀντίθετον γνώμην. Αἰσιοδοξεῖ καὶ ἔχει τις πάντα
2722λόγον νὰ ἀποδέχεται τὴν αἰσιοδοξίαν αὐτήν.
2723Ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ ἐλλείμματος ὀλίγων δεκάδων ἑκα-
2724τομμυρίων ἢ ἔστω ἐλαχίστων ἑκατοντάδων τοῦ Προϋπολογι-
2725σμοῦ 8½–9 δισεκατομμύρια, βεβαίως δὲν θὰ ἀπετέλει Ἡ-
2726ράκλειον ἄθλον τοῦ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἀντι-
2727θέτως ὀρροδοῦντες καὶ ὑποχωροῦντες ἐνώπιον τόσον μικροῦ πο-
2728σοῦ. Θὰ ὁμοιάζωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταπίνουν τὴν κάμηλον
2729καὶ διϋλίζουν τὸν κώνωπα. Μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἀπεκτήσαμεν
2730ἀκόμη τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα. Παρὰ τὴν σοφὴν γνώμην τοῦ
2731πρὸ ὀλίγου κατελθόντος ἀπὸ τὸ βῆμα γεραροῦ καὶ σοφοῦ συνα-
2732δέλφου, νομίζομεν ὅτι τὸ νέον Σύνταγμα ἔθεσε τέρμα ὁριστικὸν
2733εἰς τὰς πολιτικάς μας ἀνωμαλίας. Ἂν ὑπάρχῃ κίνδυνος ἐκ
2734μέρους στρατιωτικῶν, ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν ἢ ὁπλι-
2735τῶν δὲν εἶναι δύσκολον εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, σεβομένην
2736ἑαυτήν, νὰ τὸν ἀντιμετωπίσῃ τελεσφόρως. Κυβέρνησις ἀποφα-
2737σισμένη νὰ ἀμυνθῇ ἑαυτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀνατραπῇ
2738διὰ τῆς βίας. Ἔχομεν, ἄλλως τε, πλεῖστα παραδείγματα τοῦ
2739Παγκάλου, ὁ ὁποῖος ἐκρατήθη τόσους μῆνας εἰς τὴν ἀρχήν,
2740παρὰ τὴν ἔχθραν καὶ τὰς προσπαθείας τοῦ μεγίστου μέρους
2741τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἐπιτύχει καὶ τὸ
2742ἰσοζύγιον τὸ ἐμπορικόν. Ἡ Ἑλλὰς ἐξάγει τόσον συνάλλαγμα
2743κατ’ ἔτος. Ἑπομένως ὁσασδήποτε θυσίας καὶ ἂν κάμωμεν
2744διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς σταθεροποιήσεως θὰ ἀποβῶσι μάταιαι
2745δεδομένου, ὅτι λόγῳ τῆς ἀθρόας ἐξαγωγῆς τοῦ συναλλάγμα-
2746τος, τὸ νόμισμά μας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποστῇ νέον
2747κατρακύλισμα.
2748Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου τὸ
2749ἀκούομεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἂν τὰ πράγματα εἶχον ὅπως τὰ
2750ἐμφανίζουν αἱ στατιστικαί μας καὶ οἱ ἀπαισιόδοξοί μας, ἔπρεπε
2751νὰ εἴμεθα οἱ πτωχότεροι τῶν ἀνθρώπων, ὅπως, ἄλλως τε, θὰ
2752συνέβαινε μὲ τὰς περισσοτέρας Χώρας τοῦ κόσμου. Ἐν τούτοις
2753ὁ κόσμος δὲν ἀπελπίζεται, διότι εἶδον ὅτι αἱ στατιστικαὶ δὲν εἶ-
2754ναι πάντοτε ἀκριβεῖς, διότι ἴσως αἱ στατιστικαί, ὅπως ἀπεκλή-
2755θησαν ὑπὸ Ἄγγλου πολιτικοῦ, εἶναι πολλάκις ἁπλᾶ μέσα ἀπά-
2756της καὶ ψεύδους ὄχι ἐκ προθέσεως. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτύχῃ ἡ σταθε-
2757ροποίησις; Ἀδιστάκτως ἐφόσον ἔχομεν κάλυμμα, τὸ ὁποῖον
2758μετὰ τῶν πιστώσεων ἀνέρχεται εἰς 13½ ἑκατομμύρια λίρας,
2759κάλυμμα, τὸ ὁποῖον καλύπτει ὁλόκληρον τὸ σημερινὸν ἐν κυκλο-
2760φορίᾳ χαρτονόμισμα καὶ τὸ ὁποῖον συμπεριλαμβανομένων τῶν κα-
2761ταθέσεων ἐν ὄψει ἀνέρχεται μέχρι 70%. Θὰ εἴμεθα ἀσφαλῶς
2762ἀπαισιόδοξοι καὶ ὡπλισμένοι μὲ ὀμματοϋάλια μυωπικὰ ἵνα προσ-
2763βλέπωμεν μετὰ τόσου δέους πρὸς τὴν προσπάθειαν αὐτήν. Ἀλλὰ
2764καὶ ἂν ἡ σταθεροποίησις εἶναι εὔκολος καὶ ἡ ἐπιτυχία της ἀσφα-
2765λὴς ἔπρεπε μετὰ πολλὰς ἐπιφυλάξεις, μετὰ μακρὰν μελέτην
2766καὶ μετὰ πολλῆς ψυχραιμίας, ἴσως μὲ βῆμα σημειωτόν, νὰ προ-
2767βῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, διότι θὰ δημιουργηθῇ ἀνεργία
2768διότι θὰ ἔχωμεν ὑπερτίμησιν, διότι θὰ ἐπιβάλωμεν δεσμοὺς ἐπὶ
2769τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, διότι οἱ ὦμοι τοῦ Ἑλ-
2770ληνικοῦ Λαοῦ δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσι νέαν ἐπιβάρυνσιν καὶ
2771οὕτω καθεξῆς.
2772Ἐθεωρήθη, ὅτι μόλις μία χώρα προικοδοτηθῇ μὲ νόμισμα
2773σταθερόν, ἀμέσως χρυσορρόος Πακτωλὸς θὰ ρεύσῃ εἰς αὐτήν,
2774ὅτι δηλαδὴ ὅλαι αἱ χῶραι ἐξισοῦνται καὶ ἰσοπεδοῦνται ἐφόσον
2775ἔχουν χρυσοῦν νόμισμα, ἐνῷ αἱ πτωχαὶ Χῶραι δὲν παύουσι νὰ
2776εἶναι πτωχαὶ ὅταν ἔχουν νόμισμα χρυσοῦν, ὅπως αἱ πλού-
2777σιαι Χῶραι δὲν παύουσι νὰ εἶναι πλούσιαι καὶ ὅταν δὲν
2778ἔχουσι νόμισμα χρυσοῦν. Τὰ ἡμερομίσθια θὰ εἶναι ἀνάλογα μὲ
2779τὸν πλοῦτον αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐλπίσῃ κανεὶς
2780ὅτι εἰς τὰς πτωχὰς χώρας οἱ ἐργάται θὰ ἔχωσι τὰ αὐτὰ ἡμερο-
2781μίσθια, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν οἱ Ἀμερικανοὶ συνάδελφοί των, ἐφό-
2782σον ἐκεῖ καὶ τὰ ἐργατικὰ ἡμερομίσθια ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ
2783καὶ αὐτὰς τὰς ἰδικάς μας βουλευτικὰς ἐπιχορηγήσεις, περὶ
2784τῶν ὁποίων τόσος θόρυβος ἐδημιουργήθη.
2785Ἑπομένως οὐδένα κίνδυνον ἡ βιομηχανία μας δύναται νὰ δια-
2786τρέξῃ ἀπὸ τὴν σταθεροποίησιν. Ὅταν δὲ βλέπωμεν ὅτι μεγάλαι
2787Χῶραι τῆς Εὐρώπης, ὅπως ἡ Γερμανία καὶ τὸ Βέλγιον, αἱ ὁ-
2788ποῖαι ἀποζοῦν ἀπὸ τὸ μέγα ἐμπόριον καὶ τὰς βιομηχανίας, εἰ-
2789σάγουσαι ἔξωθεν πρώτας ὕλας, τὰς ὁποίας ἐπανεξάγουν κατειρ-
2790γασμένας, βλέπομεν ὅτι αἱ Χῶραι αὗται προβᾶσαι εἰς σταθε-
2791ροποίησιν ἐπέτυχε καὶ εἶναι εὐχαριστημέναι, εἶναι ἀστεῖον νὰ
2792φοβώμεθα ὅτι ἡ βιομηχανία μας ἡ μικρά, ἡ μὴ ἀποβλέπουσα εἰς
2793ἐξαγωγὴν εἰς τὸ παγκόσμιον ἐμπόριον, θὰ διατρέξῃ οἱονδήποτε
2794ἔκτακτον κίνδυνον. Ἄλλως τε ἐκεῖνο ἐκ τοῦ ὁποίου ὑποφέρει
2795ἡ βιομηχανία εἶναι πρὸ παντὸς ἡ ἔλλειψις κεφαλαίων, τῆς ὁ-
2796ποίας ἀπότοκος εἶναι ὁ ὑψωμὸς τοῦ τόκου. Εὐτυχῶς δὲ ἡ ἔλ-
2797λειψις κεφαλαίων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάσχει ἡ βιομηχανία μας
2798καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ κάθε παραγωγικὴ ἐργασία ἐν τῷ Τόπῳ,
2799θεραπεία δύναται νὰ ἔχῃ μόνον εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νο-
2800μίσματος, διότι μόνον κατόπιν ταύτης θὰ εἰσρεύσουν εἰς τὴν
2801Χώραν μας ἐπανακάμπτοντα τὰ Ἑλληνικὰ χρήματα ἢ εἰσερ-
2802χόμεθα διὰ πρώτην φορὰν ξένα κεφάλαια κατὰ τὸ παράδειγμα
2803τὸ ὁποῖον ἀνελλιπῶς παρετηρήθη εἰς ὅλας τὰς Χώρας, ὅπου
2804ἐφηρμόσθη ἡ σταθεροποίησις. Τὸ ποσὸν τῶν εἰσαχθέντων χρη-
2805μάτων ὑπὸ τύπον δανείων εἰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, δή-
2806μους, κοινότητας καὶ διάφορα ἄλλα νομικὰ πρόσωπα εἰς τὴν
2807Γερμανίαν τῷ 1925 ἀνέρχεται εἰς 5 δισεκατομ. μάρκα χρυσᾶ,
2808εἰς τρόπον ὥστε ἠναγκάσθη ἡ Τράπεζα τῆς Γερμανίας νὰ λά-
2809βῃ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν καὶ τὸν γνωστὸν πανικὸν τῆς
2810ἀγορᾶς τοῦ Βερολίνου. Ἄλλως τε ἡ συνταύτισις μεταξὺ τῆς
2811ἐσωτερικῆς ἀνταλλακτικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς καὶ τῆς ἐξω-
2812τερικῆς τοιαύτης, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ μὲ τὴν σταθεροποίησιν,
2813δὲν θὰ προξενήσῃ κρίσιν σοβαράν. Παρετηρήθη ὅτι εἰς τὸ
2814Βέλγιον ἡ διαταραχὴ ἦτο ἀσήμαντος.
2815Δι’ ὅλα ταῦτα φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ χωρήσωμεν θαρροῦν-
2816τες εἰς τὴν ἀναληφθεῖσαν σταθεροποίησιν, μὲ τὴν πεποίθησιν
2817ὅτι προσφέρομεν εἰς τὴν Χώραν τὴν θετικωτέραν καὶ μεγαλυ-
2818τέραν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὰς παρούσας κρισίμους συν-
2819θήκας δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν. Δυνάμεθα δὲ ἁπλῶς νὰ κα-
2820ταλογίσωμεν τὰς εὐθύνας τῆς ἀκατανοήτου ἀντιδράσεως κατὰ
2821τῆς προσπαθείας ταύτης εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀναφαί-
2822ρετα δικαιώματα ἐπ’ αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).
2823§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.
2824§147Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀπασχολήσω
2825ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, διότι ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἔχομεν
2826πάντες καθῆκον νὰ συνδράμωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἵνα πάνοπλος
2827μεταβῇ εἰς Εὐρώπην. Ἀλλ’ ἐν τούτοις θέλω νὰ στρέψῃ καὶ
2828τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ὀπίσω, ἵνα ἴδῃ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὰς
2829συνεπείας τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει νὰ ψηφίσωμεν. Θὰ
2830ὁμιλήσω περὶ τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτι-
2831κοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
2832γὸς διὰ τῶν αὐθαιρέτων μέτρων του περικόπτει τὰ 5)12 τῶν
2833εἰσοδημάτων του καὶ ἑπομένως περικόπτει καὶ ἀπὸ τοὺς
2834ἀποστράτους τὰ 5)12 τοῦ μερίσματος, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι.
2835Δὲν θέλω νὰ καταλογίσω τὰς εὐθύνας εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰ-
2836κονομικῶν Ὑπουργὸν τοῦ μέτρου τούτου, διότι γνωρίζω ὅτι
2837τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι εἰσήγησις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ
2838Λογιστηρίου τοῦ Κράτους. Σᾶς παρέστησα, κ. Ὑπουργέ, ὅτι
2839τὰ μετοχικὰ ταῦτα ταμεῖα καὶ ἰδίως τὸ τοῦ Στρατοῦ ἐλεηλά-
2840τησαν τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ τὰ ὑπὲρ αὐτῶν ληφθέντα προνο-
2841μιακὰ μέτρα. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω μὲ τὴν πεῖ-
2842ραν τῶν ἄσπρων μαλλιῶν ποὺ ἔχω εἰς τὸ Ναυτικόν, ὅτι δὲν
2843συμβαίνει τοῦτο διὰ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ Π. Ναυτικοῦ.
2844Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον μὲ τὸ ζή-
2845τημα τοῦτο. Τὰ εἰσοδήματα τοῦ μετοχικοῦ ταμείου εἶναι 12
2846ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο εἴμεθα ὑποχρεωμέ-
2847νοι κατὰ λογαριασμὸν ἀπολύτως ἐκκαθαρισμένον νὰ καταβά-
2848λωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὸ Δημόσιον περὶ τὰ
28494½ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἤτοι τὰ 5)12 τῶν ὅλων εἰσοδη-
2850μάτων. Φυσικὸν ἀποτέλεσμα τούτου θὰ εἶναι ὅτι καὶ τὸ τα-
2851μεῖον θὰ περικόψῃ ἀπὸ τοῦ μερίσματος τὰ 5)12. Σᾶς παρεκά-
2852λεσα καὶ εἰσηκούσατε τὴν παράκλησίν μου καὶ ἀνεγράψατε
2853εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀπεδώσατε τὸ ποσὸν τῶν 17,000
2854λιρῶν, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους παραγγελίας
2855τοῦ Παγκάλου καὶ τὸ ὁποῖον ποσὸν ἦτο ἐκτάκτως μέγα, διότι
2856ἦσαν ἐκτάκτως μεγάλαι αἱ παραγγελίαι αἱ δοθεῖσαι περὶ ὑπο-
2857βρυχίων καὶ ἄλλων εἰδῶν. Ἀλλὰ σήμερον τὸ δῶρον τοῦτο
2858καθίσταται ἄδωρον, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μᾶς ἐδώσατε ἓν ποσὸν
2859ἔκτακτον ἅπαξ, ἐξ ἄλλου μᾶς περικόπτετε τὰ τακτικὰ εἰσο-
2860δήματα καὶ μᾶς προξενεῖτε μεγίστην ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἐπι-
2861τρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ
2862Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ δὲν θὰ λεηλατήσῃ ποσῶς τὸ δημόσιον
2863ταμεῖον. Ἡ ἰδική μου σύνταξις εἰς τὰ 1920, ὅπου ἀπεστρα-
2864τεύθην τότε μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν, ἦτο 770 δραχμαί, ἤτοι
286531 λίραι Ἀγγλίας, δηλαδὴ σημερινὰς περὶ τὰς 12,000
2866δραχμάς. Σήμερον ἡ σύνταξίς μου εἶναι 3,340, δηλαδὴ ἔχασα
286770% τῆς συντάξεώς μου καὶ τώρα ἔρχεσθε καὶ σεῖς καὶ μοὶ
2868λέγετε: «Σᾶς περικόπτω καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ μερίσματος, τὸ ὁ-
2869ποῖον εἶναι 1500 δραχμαὶ δι’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ναύαρχος καὶ
2870ὀλιγώτερον διὰ τοὺς παρακάτω βαθμοὺς καὶ διὰ τὴν παρακάτω
2871φτωχολογιάν, ὑπαξιωματικοὺς καὶ λοιπούς. Ἂν ἦτο μία δα-
2872πάνη, ἡ ὁποία ἐκτάκτως προσετέθη καὶ περικόπτεται διότι τὴν
2873ἐπέβαλεν ὁ Πάγκαλος, τοῦτο θὰ ἦτο λογικόν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο
2874τὸ ὁποῖον περικόπτετε εἶναι ἡ τακτικὴ εἰσφορὰ τοῦ Κράτους
2875εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον ἀπὸ δεκαετηρίδων, εἶναι χίλιοι μέ-
2876τοχοι. Συνέστησα εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ταμείου νὰ κάμῃ μίαν
2877μελέτην περὶ μετατροπῆς τῶν ταμείων εἰς ἀσφαλιστικὴν Ἑ-
2878ταιρείαν, ὁπότε σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ἀπηλλάσσομεν τὸ Κράτος
2879ἀπὸ πᾶσαν εἰσφοράν, ἂν εἴχομεν Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν
2880νὰ μᾶς συνδράμωσιν. Θὰ εἴχομεν κάμει θαύματα, θὰ εἴχομεν
2881κάμει καὶ συνοικισμοὺς ἀπὸ τὸ ταμεῖον. Λοιπὸν νὰ σᾶς διαβά-
2882σω καὶ μίαν ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου
2883(ἀναγινώσκει): «Ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ ταμείου εἶναι
2884τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ ληφθοῦν σύντονα μέτρα πρὸς σωτη-
2885ρίαν αὐτοῦ».
2886Κατόπιν αὐτῶν ποὺ ἠκούσατε, κρίνατε ἂν εἶναι οἰκονομία
2887τὸ νὰ περικόψητε ἀπὸ πτωχοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ ἀποστράτους
2888ὑπαξιωματικοὺς ἰδίως, αὐτὸ τὸ μέρισμα. (Χειροκροτήματα).
2889§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε
2890Πρόεδρε.
2891§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη
2892σήμερον τὴν 6ην μ. μ.
2893(Ὥρᾳ 2.40′ π. μ.)