1927.08.22
6.207 στίχοι · 50.004 λέξεις · 243 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 88
Δευτέρα 1 Αὐγούστου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν πρὸς συγκρότησιν συνεδριάσεως, προκειμένου μάλιστα νὰ συζητηθῶσι τόσον σοβαρὰ ζητήματα, οἷα τὰ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο θέλω καλέσει τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν ὅταν πεισθῶ ὅτι ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
(Ὥρα 6.05′ μ. μ,)
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 88
Δευτέρα 22 Αὐγούστου 1927 Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη (Ὥρα 6.20′ μ. μ.)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Μετὰ βαθυτάτης θλίψεως ἀγγέλλω τὸν θάνατον τοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτοῦ Ἰωάννου Παπαϊωάννου. Κατὰ τὴν κηδείαν αὐτοῦ κατετέθη στέφανος ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἐκ μέρους δὲ τοῦ Προεδρείου διηρμηνεύθη εἰς τοὺς οἰκείους αὐτοῦ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸ πένθος. Νεοσύλλεκτος ἐν τῇ πολιτικῇ ζωῇ, δὲν ἀφίνει, βεβαίως, ὄπισθεν αὐτοῦ ἱστορικὰς ἀναμνήσεις μακρᾶς σταδιοδρομίας, καταλείπει ὅμως ζωηροτάτην τὴν ἐντύπωσιν ἐξόχων πολιτικῶν ἀρετῶν, αἱ ὁποῖαι, συνδυαζόμεναι καὶ πρὸς ἀρτίαν καὶ ἐμβριθῆ μόρφωσιν, παρεῖχον τὰς μᾶλλον εὐλόγους καὶ βαθείας ἐλπίδας ἑνὸς λαμπροῦ πολιτικοῦ μέλλοντος. Ἡ Βουλὴ θὰ διατηρήσῃ ἐσαεὶ συμπαθῆ τὴν μνήμην τοῦ μεταστάντος συναδέλφου. Ἀνακοινῶ ὅτι ἀπὸ 17 Αὐγούστου ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου κ. Α. Θ. Ζαΐμη καὶ τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Α. Μιχαλακοπούλου, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Ἀγγελοπούλου, ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Π. Τσαλδάρη, ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρη, ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Θρησκευμάτων κ. Α. Ἀργυροῦ, ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Μερκούρη, ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Μεταξᾶ, ἐπὶ τῆς Γεωργίας κ. Α. Παπαναστασίου, ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως κ. Μ. Κύρκου, ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μαζαράκη, ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Κανάρη καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑφυπουργοῦ κ. Α. Μπακάλμπαση καὶ ὅτι διὰ Διαταγμάτων τῆς αὐτῆς χρονολογίας διωρίσθησαν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Α. Θ. Ζαΐμης, Ὑπουργοὶ δὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης, ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Γ. Καφαντάρης, ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ τῶν Θρησκευμάτων ὁ κ. Θ. Νικολούδης, ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὁ κ. Ν. Βελέντζας, ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὁ κ. Ι. Μεταξᾶς, ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὁ κ. Α. Παπαναστασίου, ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Α. Μαζαράκης, ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὁ κ. Π. Μερλόπουλος καὶ Ὑφυπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὁ κ. Α. Μπακάλμπασης. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§3Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτων, κύριοι, τὰς Ἑλληνοσερβικὰς συμβάσεις ἐπιθυμῶ νὰ διασαφήσω τοῦτο. Ὅπως ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ἐζητήθη πρὸ μηνῶν ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ἐπανειλημμένως ἡ κατάθεσις τῶν συμβάσεων τούτων καὶ ἐξεφράζετο γενικώτερον καὶ ἐντόνως ἡ ἐπιθυμία αὕτη καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἄλλως τε καὶ κατὰ ρητὴν καὶ ἐπιτακτικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρουσιάζῃ εἰς τὴν κυρίαρχον ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν συμβάσεις οἰκονομικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ περιεχομένου, αἵτινες δὲν ἐνέχουσι διπλωματικόν τι μυστικόν. Θὰ διανεμηθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποθέτω ὅτι αὕτη συμφωνεῖ ἵνα σταλῶσιν εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων Ἐπιτροπήν. Ἡ γνώμη μου, κύριοι, εἶναι ἤδη γνωστή. Δὲν πρόκειται περὶ πράξεων συντελεσθεισῶν ὑπ’ ἐμοῦ. Οὐδεὶς δύναται ἐκ τοῦ πολιτικοῦ παρελθόντος μου νὰ καταγνώσῃ εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην αἴσθημα ἀσυμπαθείας πρὸς τὸ γεῖτον καὶ φίλον ἔθνος, μεθ’ οὗ ἀγῶνες κοινοὶ μᾶς συνέδεσαν. Κινεῖται ἁπλῶς ἀπὸ βαθὺ αἴσθημα περιφρουρήσεως τῶν κυριαρχικῶν τῆς Χώρας συμφερόντων καὶ ἀπὸ βαθύτερον αἴσθημα πλήρους ἐπιγνώσεως ὅτι μόνον συμφωνίαι, συντελούμεναι ἀπὸ κοινοβουλευτικὰς Κυβερνήσεις, ἐλευθέρως συζητούμεναι, ἐν πλήρει τῶν διαπραγματευομένων ἰσοτιμίᾳ καὶ κυρούμεναι ἀπὸ τὰς ἐθνικὰς ἀντιπροσωπείας, εἶναι δυνατὸν στερεὰ νὰ παραγάγουν θεμέλια ἀγαθῆς γειτονίας καὶ πολιτικῆς φιλίας. Ἐν τούτοις, ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδικῆς μου γνώμης, παρακαλῶ καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι καὶ ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἐξετάσουν τὰς συμφωνίας ταύτας μὲ εἰλικρινὲς πνεῦμα συμπαθείας πρὸς τὴν γείτονα Χώραν, ἀλλὰ καὶ περιφρουρήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι κατετέθησαν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μαζαράκη: 1) «Περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρου Νομοθετικοῦ Διατάγματος 19 Φεβρουαρίου 1926 περὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». 2) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 1926 Ν. Διατάγματος δι’ οὗ ἐκυρώθησαν αἱ ἀπὸ 17 Ἀπριλίου 1926 συμβάσεις μετὰ τῶν Γερμανικῶν ἐργοστασίων αὐτοκινήτων «Χάνσα, Λόϋδ, Βέρκε, Μπρέμεν καὶ Νιόϊτσε, Λάουτ ὁτομομπὶλ φαμπρὶκ ντίσελντορφ» ἀφορῶσαι τὴν προμήθειαν αὐτοκινήτων ἔναντι τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων». Παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Λ. Κανάρη: 1) «Περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἐκ δρχ. 158.295 καὶ 10 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1927 Διατάγματος περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀποδοχῶν τιθεμένων εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». Παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας κ. Μ. Κύρκου νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ ἐν Ἀθήαις Πολιτικοῦ Νοσοκομείου ἡ «Ἐλπὶς» κειμένων διατάξεων». Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως ἀνεγέρσεως, ἐπισκευῆς, μεταρρυθμίσεως, κλπ. δημοσίων τελωνειακῶν καταστημάτων». 2) «Περὶ ὑποβολῆς προσωρινοῦ φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς» καὶ 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1640 περὶ φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ ἑτέρων φορολογικῶν νόμων». Ἐπίσης ἡ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως ὁδῶν καὶ συνομολογήσεως τοῦ ἀπαιτουμένου δανείου». Ὡσαύτως ἀνακοινῶ ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Στρίγκος ὑπέβαλε πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 ἐδ. αʹ τοῦ ἀπὸ 22 Ἰανουαρίου 1926 Ν. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ κώδικος τῶν νόμων περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πετρακᾶκος ὑπέβαλε πρότασιν νόμου «περὶ στεγάσεως δαπάναις τοῦ Κράτους τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ τῆς 1ης Ἰουλίου παθόντων κατοίκων τοῦ νομοῦ Λακωνίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σήφακας καὶ Ε. Φωτάκης ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου καὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου ἐλαίου Παλαιᾶς καὶ Ν. Ἑλλάδος». Ἐπίσης ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: — Οἱ ἀρτοποιοὶ τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Γαστούνης, οἱ Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι Θεσσαλονίκης, Ἀνδραβίδος κλπ. διαμαρτύρονται διὰ τὴν κακὴν ποιότητα τῶν πιτυρούχων ἀλεύρων, παρακαλοῦντες τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν δασμὸν τῶν ἀλεύρων τοῦ ἐσωτερικοῦ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τσιριμῶκος καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Ἑνώσεως ἀναπήρων θυμάτων Λοκρίδος Παρνασίδος διαμαρτυρομένων κατὰ ἐκδοθέντος Διατάγματος περικοπῆς συντάξεων. — Ὁ αὐτὸς κ. βουλευτὴς καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Φθιωτιδοφωκίδος πρὸς παροχὴν ἀνακουφιστικῶν μέτρων εἰς τοὺς ἀκριδοπλήκτους γεωργούς. — Οἱ ἰδιοκτῆται καὶ ἐνοικιασταὶ λαχανοκήπων περιφερείας Νέστου διαμαρτύρονται δι’ ἐπιβληθεῖσαν δευτέραν φορολογίαν αὐτοῖς. — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Παπαδάκος τηλεγραφεῖ ὅτι λόγῳ ἀσθενείας δὲν δύναται νὰ παρευρεθῇ εἰς συνεδρίασιν Βουλῆς, δηλοῖ δὲ ὅτι τίθεται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίζων ταύτην διὰ τῆς ψήφου του. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Φωτάκης ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Μυλοποτάμου αἰτούντων τὴν μεταφορὰν τοῦ Εἰρηνοδικείου ἀπὸ Πανόρμου εἰς Πέραμα. Ὁ κ. Ζήσιμος Χριστόπουλος, μοίραρχος ἐν ἀποστρατείᾳ, αἰτεῖ τὴν λῆψιν νομοθετικοῦ μέτρου πρὸς παροχὴν αὐτῷ τῆς συντάξεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου. — Ὁ δήμαρχος Μεσολογγίου παρακαλεῖ ὅπως μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλο οἴκημα αἱ φυλακαὶ καὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ ἔκτισις τῆς ποινῆς τῶν εἰς ἔλαττον τοῦ μηνὸς καταδικαζομένων ἐκ τῆς πόλεως Μεσολογγίου. — Ἡ Ἕνωσις ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων Ἀττικῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1640 καὶ ἑτέρων φορολογικῶν νόμων». — Ὁ Σύνδεσμος ἰδιοκτητῶν φορτηγίδων παρακαλεῖ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ ἀλεύρων. — Ὁ Γ. Τούμπας, κάτοικος Ζυρνόβου Δράμας, διαμαρτύρεται διὰ τὴν αὐθαίρετον διαταγὴν περὶ ἀπελάσεώς του εἰς Βουλγαρίαν, αἰτῶν τὴν ἀναστολὴν τῆς διαταγῆς ταύτης μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἐπιδίκου δηλώσεώς του περὶ μεταναστεύσεως. — Ὁ συνεταιρισμὸς Καστελλίου Παρνασσίδος παρακαλεῖ ὅπως ἀπαλλαγοῦν ὑπερόγκου φορολογίας παραγωγοὶ καπνοῦ. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Τυρνάβου ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου περὶ ἄρσεως ὑφισταμένου ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν κουκουλίων. — Ὁ δικηγορικὸς Σύλλογος Λαρίσσης ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τῶν δικηγόρων». — Ἡ Ἕνωσις ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ὑποβάλλει ψήφισμα σχετικὸν μὲ τὴν διακοπὴν τῶν πολεμικῶν συντάξεων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συντηρήσεως καὶ ἀναπτύξεως τῶν ἱστορικῶν τόπων τοῦ Σουλίου». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Ἰωαννίδης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους» καὶ 2) «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως δημοσίων ὁδῶν καὶ συνομολογήσεως τοῦ ἀπαιτουμένου δανείου». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Μεταξᾶς ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ συστάσιας Ταμείου Προνοίας ἰδιοκτητῶν αὐτοκινήτων λεωφορείων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Θ. Τουρκοβασίλης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΨΒʹ τοῦ 1911 περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Γενεύῃ ὑπογραφείσης μετὰ τῆς Ἑλβετικῆς Ὁμοσπονδίας συνθήκης συνδιαλλαγῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τῆς 1ης Ἰουλίου 1927 «περὶ προσωρινῆς ἰσχύος οἰκονομικῶν τινῶν μέτρων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Θ. Νικολούδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 3177 περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Σχολείων Θράκης». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Θ. Τουρκοβασίλης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ εἰσαγγελέως Σερρῶν αἰτουμένου τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Π. Ἀλεξίδου. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν). — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Θ. Τουρκοβασίλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συγκροτήσεως τοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως 4 δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ κατατεθειμένου Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–1928». — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βούλτσος ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν ἀπουσίας δύο καὶ ἡμίσεως μηνῶν διὰ τὸ ἐξωτερικόν. — Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Πετσάλης ζητεῖ δίμηνον ἄδειαν διὰ τὸ ἐξωτερικόν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, αἱ ὡς ἄνω ἄδειαι χορηγοῦνται). — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Ἀλεξίδης, Ι. Βατίστας, Ε. Χατζηδάκης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς ναυτικῶν συντάξεων». — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τιμωρίας τῶν εἰς ἀλλότρια τοῦ καθήκοντός των ἔργα ἀναμιγνυομένων ἀξιωματικῶν». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμου: 1) «Περὶ ἐπικυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἐσθονίας ὑπογραφείσης συμβάσεως ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας». 3) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταθὺ Ἑλλάδος καὶ Φιλανδίας συμβάσεως ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας» καὶ 4) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Λεττονίας ὑπογραφείσης ἐν Ρίγᾳ συμβάσεως ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας». — Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ γενικῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος νόμων». — Ὁμοίως ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως καὶ λειτουργίας τεχνικῆς ὑπηρεσίας τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων». — Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σολὰν Μπαχὰρ Δαυῒδ διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης προφυλάκισίν του, κατὰ παράβασιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§5Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Συνεπείᾳ διαφωνίας, ἀναφυείσης ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἐπὶ εἰδικοῦ τινος σημείου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀποχωρησάντων τῶν μελῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν αὐτῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Οὕτω διεκόπη πολύμηνος τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦσα συνεργασία τῶν πέντε πολιτικῶν μερίδων. Ἀλλ’ αἱ λοιπαὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει μερίδες, σύμφωνοι καθ’ ὅλα ὡς πρὸς τὴν συνέχισιν τῶν προσπαθειῶν διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Χώρας, ἐδέχθησαν νὰ συμπράξωσιν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν. Ἡ νέα Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ μήπω συντελεσθὲν ἔργον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ πνεύματι, ὑφ’ οὗ διεπνέετο ἐκείνη. Ἡ ἀνακοίνωσις δὲ αὕτη καθίστησι περιττὴν τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐν ταῖς προγραμματικαῖς δηλώσεσι τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1926 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξαγγελθέντων. Χρήσιμον ἐν τούτοις νομίζω νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ καὶ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ τὰς γραμμάς, τὰς ὁμοφώνως χαραχθείσας ὑπὸ τῶν συμπραττόντων ἐν τῇ προκατόχῳ Κυβερνήσει κομμάτων. Διευθετηθέντων ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ σοβαρῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐπὶ μακρὸν ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν, θέλει καταστῆ ἤδη δυνατὸν ἵνα αὕτη ἐν ἀνέσει ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως μέτρων νομοθετικῶν, ὑποβληθησομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Μεταξὺ τούτων προέχουσιν ἐκεῖνα, ὧν ἡ περάτωσις ἐπιβάλλεται ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν Χάρτου, ἐν οἷς τὸ περὶ συστάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, συμφώνως πρὸς τὸ νέον Σύνταγμα, καὶ τὰ ἀφορῶντα ἐν γένει τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει περὶ καταλληλοτέρας ὀργανώσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως διὰ τῆς συστάσεως ἰδία Γεωργικῆς Τραπέζης, ἥτις ὄχι μόνον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν στερέωσιν τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων, οἵτινες καὶ μετὰ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν θὰ ἔχουν μεγάλας πιστωτικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν ὁλοκλήρου τοῦ γεωργικοῦ κόσμου. Θέλει ἀσχοληθῆ μὲ τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένην ἐκπαιδευτικὴν διαρρύθμισιν διὰ τῆς γενικῆς ἐν Ἑλλάδι ἐφαρμογῆς τῆς ἑξαετοῦς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς καταλληλοτέρας ρυθμίσεως τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἰδίᾳ τῆς γεωργικῆς. Θέλει ἐργασθῆ ὅπως ἐφαρμοσθῇ αὐστηρότερον καὶ συμπληρωθῇ ἡ ὑφισταμένη ἐργατικὴ κοινωνικὴ νομοθεσία, καθόσον ἐκ τῆς τελευταίας οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ τῆς ἐκ ταύτης προκυψάσης ἀνεργίας πάσχουσι γενικῶς αἱ ἐργαζόμεναι τάξεις. Πρὸς τούτοις, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ καθῆκόν της νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ταχυτέραν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐκτελέσεως τῶν μεγάλων ὑδραυλικῶν ἔργων, ἰδίως τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θεσσαλίας, καθὼς καὶ εἰς τὴν ταχεῖαν βελτίωσιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ ὁδικοῦ δικτύου τῆς Χώρας, ὡς καὶ τοῦ ἀπαραιτήτου σιδηροδρομικοῦ. Οὐδεμιᾶς θέλει φεισθῆ προσπαθείας ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ταχυτέραν ἀποπεράτωσιν τῆς ὁριστικῆς τῶν προσφύγων ἀποκαταστάσεως. Ἡ συμπλήρωσις τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἀγρότας πρόσφυγας, ἐξασφαλισθεῖσα εὐτυχῶς ἤδη, θέλουσιν ἀποτελέσει κύρια σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θὰ στρέψῃ ἀκεραίαν τὴν προσοχήν της. Τὸ κυριώτερον πρόβλημα, εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ὁποίου θέλει ἐπιδοθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελεῖ ἡ οἰκονομικὴ τῆς Χώρας ἀνόρθωσις. Ἔχει ἤδη τεθῆ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ πρόγραμμα, δι’ οὗ φρονοῦμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀναπτύξει τὰς πλουτοπαραγωγικὰς αὐτῆς δυνάμεις, τὰ οὐσιώδη δὲ σημεῖα τοῦ προγράμματος τούτου συνίστανται εἰς τὴν σταθερὰν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἰσοσκέλισιν, τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν κυμαινομένων τοῦ Κράτους ὀφειλῶν, τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν καὶ τὴν ἐν γένει ἐμπέδωσιν τῆς πίστεως, μοχλοῦ τῆς οἰκονομικῆς προόδου καὶ εὐημερίας τῶν λαῶν. Πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ ἐν λόγῳ προγράμματος ἐκρίθη ἀπὸ πάσης ἀπόψεως χρήσιμος ἡ ἠθικὴ ἀρωγὴ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐπετεύχθησαν δὲ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον ἀποτελέσματα ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, ἀποδόσαντα ἤδη τὴν κοινὴν πρὸς τὴν Χώραν ἐμπιστοσύνην καὶ προπαρασκευάσαντα τὴν πλήρη κατὰ τὴν ἐπικειμένην τοῦ Συμβουλίου σύνοδον ἀποδοχὴν τῶν Ἑλληνικῶν αἰτημάτων. Ὅπως ἐν τούτοις καὶ τὸ ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας διευκολυνθῇ καὶ ἀποκατασταθῇ ἡ ἐπιβαλλομένη τάξις καὶ εὐστάθεια εἰς τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις, ἡ Κυβέρνησις κρίνει ἀπαραίτητον τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν μέτρων συναφῶν πρὸς τὴν ὀργάνωσιν καὶ εὔρυθμον λειτουργίαν κεντρικῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ τὴν νομισματικὴν σταθερότητα. Τῶν μέτρων τούτων ἡ σοβαρότης καὶ ἡ ἀνάγκη οὐδένα διαφεύγει, εὐελπιστεῖ δὲ ἡ Κυβέρνησις ὅτι θέλει τύχει οἵας καὶ μέχρι τοῦδε ὁμοθύμου ἀπὸ μέρους τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὑποστηρίξεως πρὸς τὴν ἀπὸ κοινοῦ ριζικὴν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος διευθέτησιν, ἐξ ἧς ἤρτηται ἡ θεραπεία τῶν πολλαπλῶν τῆς Χώρας ἀναγκῶν. (Χειροκροτήματα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§7Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήγγειλεν ὁ σεβαστὸς κ. Πρόεδρος αὐτῆς, θὰ περιορίσω τὸν λόγον εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ τελευταίου σημείου, τοῦ ἀφορῶντος τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἰδίως τὰ ἐξυγιαντικὰ νομισματικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὧν, ὡς γνωστόν, ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, μετέχοντος εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν καὶ ἐξ ἧς διαφωνίας ἐπῆλθε κυβερνητικὴ κρίσις καὶ διάλυσις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐπανελθὼν ἐκ τῆς εἰς Γενεύην ἀποστολῆς, μετὰ τὴν συνεννόησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐκεῖ μετὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὑπέβαλεν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ κατέληξε σχετικῶς πρὸς τὴν παρ’ ἐκείνης ἄδειαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πρὸς σύναψιν δανείου 9 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ὡς εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν δημοσιεύσεων, συνίστανται εἰς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Εἰς τὸ 7ον τοῦτο ζήτημα ἀπήντησε ναί, εἰδικώτερον δὲ ἐπὶ τούτου διεπραγματεύθη ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Τσουδερὸς. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἀποστολὴ εἰς Γενεύην κατέβαλε πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν ὅπως ἐπιτύχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐνοϊκωτέρους διὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου ὅρους. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ εἴπω εὐθὺς ἀμέσως ὅτι εὑρίσκετο καὶ ὑπὸ ὅρους εὐνοϊκούς. Πρὶν ἢ ἔλθῃ ἀκόμη ἡ Ἑλληνικὴ ἀποστολὴ ἐγένετο γνωστὸν ὅτι ἐπέτυχε νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ἔλεγχος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπεβεβαίωσεν ἡ ἀποστολὴ μετὰ ταῦτα, ὅταν ἦλθεν ἐνταῦθα. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖοι λόγοι συντρέχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε εἰς τὸ δάνεισμα ἑνὸς ποσοῦ νὰ ἐπισείεται ὁ ἔλεγχος κατ’ αὐτῆς. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐπεβλήθη ὁ Διεθνὴς Οἰκονομικὸς Ἔλεγχος, οὔτε εἰς τὴν νεωτέραν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐπεβλήθη ἕτερος ἔλεγχος, ὁ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, ὅστις εἶναι καὶ ἰσχυρότερος τοῦ πρώτου. Διότι περιλαμβάνει καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν διαχείρισιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιξόους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη, τόσον πολιτικῶς ὅσον καὶ οἰκονομικῶς, οὐδέποτε παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ πλήρως τὰς ὑποχρεώσεις της ἀπέναντι παντός. Ἀκόμη καὶ τελευταίως ἔσπευσεν εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν μετὰ τῆς Ἀγγλίας χρεῶν, ἂν δὲ ὑπάρχουσιν ἀκόμη λογαριασμοὶ ἀκανόνιστοι μετ’ ἄλλων Ἐθνῶν, πρέπει νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἡ ὑπαίτιος τοῦ μὴ διακανονισμοῦ τούτου καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνας, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν παρίσταται μόνον ὀφειλέτης, ἀλλὰ καὶ δανειστής. Δὲν δύναμαι συνεπῶς νὰ δίδω ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἠπειλήθη κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἔλεγχος νέος καὶ ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ἐνδιαφερομένη διὰ τὴν νομισματικὴν ἐξυγίανσιν, ἐννοεῖ ὁπωσδήποτε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν προκύπτουν ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς θελήσεως. Πᾶν δάνειον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν συναφθῆ νέον διὰ τὴν Ἑλλάδα, κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑπάγεται εἰς τὸν ἕνα ἢ εἰς τὸν ἄλλον τῶν δύο ὑφισταμένων ἐλέγχων. Εἴτε θὰ εἶναι δάνειον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφορῶν τοὺς πρόσφυγας καὶ θὰ ἀναχθῇ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως, εἴτε θὰ εἶναι ἄλλο γενικώτερον καὶ τοῦτο θὰ ὑπάγεται εἰς τὸν Διεθνῆ Οἰκονομικὸν Ἔλεγχον. Πρὸς τί λοιπὸν αὐτὴ ἡ νεωτέρα ὑποβολὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς περιορισμοὺς διὰ τὴν συνομολόγησιν οἱουδήποτε νέου δανείου. Εἶναι λυπηρόν. Ἐν τούτοις ὅμως, ὅταν ἐπιζητοῦμεν νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν περὶ τῆς συμπεριφορᾶς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς οἱασδήποτε συναλλαγὰς μεθ’ ἡμῶν, οὐδὲν πρέπει νὰ ἀποκρύπτεται καὶ μάλιστα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπου οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους πρόκειται νὰ ἀποφασίσουν περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ. Εἶναι λυπηρὸν νὰ εἴπω ὅτι τὰ ζητηθέντα παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν δὲν εἶναι τόσον ἁπλᾶ ὅσον ἐξητήθη ἤδη νὰ παρασταθῶσιν. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἕνα νέον ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἵνα τῆς δοθῇ ἡ ἄδεια πρὸς σύναψιν δανείου. Ἄν μελετήσητε κατ’ ἰδίαν ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσα, θὰ διΐδητε παντοῦ ὅτι ὑφίσταται δυσπιστία, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ζητεῖται μία ἀσφάλεια. Ζητεῖται νὰ ἱδρυθῇ μία ἰδιαιτέρα Τράπεζα ἐκδοτική, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλαι αἱ δοσοληψίαι, αἱ ἀφορῶσαι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ζητεῖται ἐπὶ πλέον ἵνα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κατὰ τρίμηνον λογοδοσίας περὶ τῆς προόδου τῶν Προϋπολογισμῶν της, κατὰ πόσον οὗτοι ἐξικνοῦνται συμφώνως πρὸς ὅσα αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν αὐτοῖς ἀναγράφει. Τίνα σημασίαν ἔχει αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ τῶν Προϋπολογισμῶν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, εἴτε γίνεται δι’ εἰδικοῦ ἀπεσταλμένου, εἴτε γίνεται, ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐτροποποίησε τοῦτο, διὰ τοῦ ἐν Γενεύῃ ἀντιπροσώπου της; Ζητεῖ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ ἀντλήσῃ διδάγματα ἐξ ἡμῶν σχετικὰ πρὸς τὴν πρόοδον τοῦ Προϋπολογισμοῦ μας ἢ ζητεῖ νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διαχειρίζονται τὰ οἰκονομικὰ τὰ διάφορα Ἔθνη; Βεβαίως, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν θὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον τούτων. Ἡ παρακολούθησις, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐνασκήσῃ μίαν ἐποπτείαν ἐφ’ ἡμῶν. Θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσητε ἐποπτείαν; Θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσητε ὁπωσδήποτε ἄλλως; Εἶναι πάντως ἕνας ἔλεγχος. Καὶ θὰ μοῦ εἴπητε. Καὶ τίνα σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἔλεγχος οὗτος; Εὔκολον νὰ τὴν εὕρητε, ὅταν θὰ παρουσιασθῇ περίστασις νὰ ἐνασκηθῇ. Βεβαίως, δὲν θὰ ἐνασκηθῇ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ, δὲν φαντάζομαι ποσῶς ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ζητεῖ νὰ κατασταθῇ ὁπωσδήποτε ἐνοχλητική. Ἀλλά, ἐν τούτοις, τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο. Ἕτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκδηλοῦται ἡ τοιαύτη ἐποπτεία, εἶναι ὁ διοριζόμενος ὑπάλληλος παρὰ τῇ Τραπέζῃ. Ἐγράφη κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸν Τύπον, ὅτι οὗτος δὲν εἶναι ἕτερόν τι παρὰ εἷς ἁπλοῦς βοηθός, τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα μόνη της θὰ ἔπρεπε νὰ προσλάβῃ, διότι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιχειρήσῃ ἡ νέα Τράπεζα τῆς σταθεροποιήσεως εἶναι ἔργον σημαντικόν, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ πεῖραν καὶ γνώσεις ἰδιαιτέρας καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πάντως ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς εἰδικόν. Ἀλλὰ διατί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ Τράπεζα μόνη νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ καταφύγῃ, ἀλλ’ ἔπρεπε τοῦτο νὰ γίνῃ τοῦτο ἐν συνδυασμῷ καὶ διὰ συμφωνίας μετὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν; Βέβαια, ὁ ἐρχόμενος θὰ εἶναι ὑπάλληλος καὶ θὰ εἶναι ἁπλοῦς σύμβουλος εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ τὸ εἶδος τοῦ συμβούλου ἐν ἑκάστῃ περιπτώσει εἶναι διάφορον καὶ πλειστάκις ἡ ἐπιρροὴ τοῦ συμβούλου φθάνει νὰ εἶναι διαταγή, διότι ὁ σύμβουλος, ὅστις θὰ ἔλθῃ, θὰ εἶναι πρόσωπον διεθνοῦς οἰκονομικοῦ κύρους, ἡ θέσις του δὲ δὲν θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ θὰ ἐρωτᾶται καὶ ἡ θέλησις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν θέλει διὰ τῶν μέσων τούτων νὰ σᾶς ἐνοχλήσῃ, ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀδιαφορήσωμεν, διότι εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὑπάρχουσιν Ἔθνη ἔχοντα ποικίλα συμφέροντα καὶ δύνανται νὰ προκύψωσιν ἐνοχλήσεις. Δυστυχῶς ἔχομεν καὶ πρόσθετα γεγονότα καὶ εἶναι γνωστὸν ποῖαι ἀπαιτήσεις μᾶς ἐπεβλήθησαν ἐσχάτως, προκειμένου περὶ διευκολύνσεως ἐκ μέρους τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου, αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ὅταν παρέχῃ τὴν προστασίαν της σχετικῶς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα ἑνὸς Κράτους, ὁπότε λαμβάνει τὰ προστατευτικὰ μέτρα, τὰ κατ’ αὐτὴν ἀναγκαῖα καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν ἔλεγχον. Εἰδικῶς δέ, προκειμένου περὶ τοῦ συμβούλου, ἀποτελεῖ ἕνα ἀόρατον ἔλεγχον. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει σχετικῶς πρὸς τὰς περιπτώσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν Οὑγγαρίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ αὐτὴ ἐπιθυμία... κλπ.»
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τίνος εἶναι αὐτὴ ἡ ἔκθεσις;
§9Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τοῦ 1927.
§10Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τί τίτλον ἔχει;
§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι μία ἔκθεσις, τῆς ὁποίας σᾶς ἔχω δείξει ἄλλοτε τὸ σχετικὸν μέρος. Ἂν ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ ἄλλως, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ τὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ ἐξεταστέον εὑρίσκεται σήμερον ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ὥστε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς περιορισμοὺς τούτους; Εἶναι γνωστόν, ὅτι πρὶν ἢ προσφύγωμεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ καθ’ ὃν χρόνον διεπραγματευόμεθα τοὺς ὅρους ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρέθη ἐστερημένη διαφόρων προτάσεων πρὸς παροχὴν δανείων, αἵτινες προτάσεις ἐγένοντο ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ζητεῖ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὰς προτάσεις περὶ προσφορᾶς τοῦ Σουηδικοῦ δανείου ἐξ 9 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ὅτι αὗται ἐγένοντο ἄνευ οὐδενὸς ἄλλου περιορισμοῦ, εἰμὴ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο διὰ τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου. Ἀπεφασίσθη δὲ τότε ὅτι ἔπρεπε τάχιστα νὰ ἀποσταλῶσιν αἱ προτάσεις αὗται εἰς τὴν ἐν Γενεύῃ ἡμετέραν ἀποστολήν, ἵνα ἔχῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἐπλάσθη ἡ γνώμη ὅτι ἐντεῦθεν ὑπεδεικνύετο ἡ διάρρηξις πάσης συνεννοήσεως μετὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἵνα στραφῶμεν πρὸς τὰς προτάσεις ἐκείνας. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἐντεῦθεν μὲν οὐδὲν ἄλλο μετεβιβάσθη εἰμὴ μόνον αἱ προτάσεις αὗται, ἰδιαιτέρως δὲ ἐγὼ τότε παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐδίδετο ἡ σχετικὴ ἀπάντησις.
§12Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρὰ τίνος δὲν ἐδίδετο ἡ ἀπάντησις;
§13Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἤρχετο ταχέως ἡ ἀπάντησίς σας.
§14Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐβράδυνε καμμία ἀπάντησις.
§15Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐβράδυνε δύο ἡμέρας.
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνθυμοῦμαι ὅτι δὲν καθυστέρησε καμμία ἀπάντησις.
§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς μέμφομαι, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ θέλω νὰ διασαφηνισθῇ τὸ ζήτημα. Ἔλαβα λοιπὸν ἀφορμὴν ἐκ τῶν γραφομένων καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ σᾶς ἔστειλε τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Τσαλδάρης... κλπ.» Ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία ἐστάλη εἶναι ὅτι ἐκεῖ ἐγένοντο διαπραγματεύσεις σχετικῶς πρὸς τὴν νομισματικὴν ἐξυγίανσιν καὶ ὅταν βραδύτερον ἡ Ἑλλὰς πρόκειται νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον θὰ ληφθῶσιν ὅλαι αἱ προτάσεις.
§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὴν διαβάζετε τὴν ἀπάντησιν καλύτερα;
§19Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἰδοὺ νὰ τὴν διαβάσω. Δὲν ἔχω ἐδῶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Καφαντάρη, ἀλλὰ νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ταυτόσημον (ἀναγινώσκει): «Ἀπόψεις μας... κλπ.»
§20Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Διεφωνήσατε σεῖς εἰς τὰς ἀπόψεις τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ;
§21Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ λάβετε τὸν λόγον ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας. Σᾶς ἀνέγνωσα τί ἐντεῦθεν ἐτηλεγραφεῖτο. Τὰ δύο ἕτερα τηλεγραφήματα ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφεώρων ἁπλῶς τὴν μεταβίβασιν ξηρῶς τῶν ὅρων ὡς ὑπεβλήθησαν. Τὸ δὲ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶχον μεταβιβάσει, ἀφεώρα τοῦτο καὶ μόνον, ὅπως τὰ ἐνταῦθα παραμένοντα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ὦσιν ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἀντιλήψεων τῶν ἰθυνόντων τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ προγράμματος καὶ κανονισμὸν τῆς στάσεως, ἣν ἔπρεπε τύποις νὰ τηρῶσιν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἐκ τῶν προτέρων τὰς ἐνδεχομένας δυσχερείας, τὰς ὁποίας θὰ συνηντῶμεν. Διὰ τοῦτο τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ἐκεῖθεν, παραμένει ἐντελῶς ἀνεξήγητον· πόθεν ἤχθη ὁ τηλεγραφήσας Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐντεῦθεν οἱαδήποτε, ἔστω καὶ ἀμυδρά, τοῦ ἐδίδετο ὑπόδειξις ὅτι ἔπρεπε νὰ διακόψωμεν τὰς διαπραγματεύσεις; Ἐμνημόνευσα, κύριοι, πάντα τὰ ἀνωτέρω, ἵνα δείξω ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκετο εἰς δυσχερῆ θέσιν τοιαύτην ὥστε νὰ ἔπρεπε νὰ ὑποκύψῃ εἰς οἱουσδήποτε περιορισμούς, προκειμένου νὰ συνάψῃ ἓν δάνειον. Τὴν γνώμην ταύτην τὴν πιστοποιεῖ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τηλεγραφῶν ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑφίσταται σπουδῆς, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσφυγικὸν δάνειον ἔχομεν ἀκόμη ποσὸν ἐπαρκὲς διὰ τὰς ἀμέσους ἀνάγκας διὰ δὲ τὸ δάνειον πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, διατί ἐπειγόμεθα νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα; Ἡ μεγαλυτέρα ἀνάγκη παρίσταται, ὡς φαίνεται, ἐπιτακτικὴ διὰ τὴν λεγομένην νόμῳ σταθεροποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Ἄν τοῦτο δὲν συνέβαινε διὰ τὰ ἄλλα δύο δάνεια, δὲν θὰ παρίστατο καμμία ἀνάγκη, ἀφοῦ μάλιστα τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν θὰ τὸ διαχειρισθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Ἀλλὰ ἐξεταστέον, εἶναι τοιαύτη ἡ ἀνάγκη καὶ τόσον ἐπιτακτική, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ προβῇ εἰς θυσίας διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος; Ἐπειδὴ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπροξενήθη ἡ διαφωνία, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἶμαι ὀλίγον διεξοδικώτερος καὶ νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου μᾶλλον ἐμπεριστατωμένως. Κατὰ τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν ἀπεφασίσθη ὅπως μετὰ ἕξ τοὐλάχιστον μῆνας ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεως, δι’ ἧς θὰ ἀπεφασίζετο ἡ ἵδρυσις τῆς Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἡ Ἑλλὰς προβῇ εἰς σταθεροποίησιν νόμῳ τοῦ νομίσματος καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ὥριζε τότε ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Βεβαίως τὸ νόμισμά μας περιῆλθεν εἰς σημεῖον τοιοῦτον ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ ἡ τύχη του. Ἐξέπεσεν ἐπ’ ἀρκετόν. Τοῦτο δὲν συνέβη μόνον εἰς τὰ Κράτη τὰ πολεμήσαντα, καὶ μάλιστα τὰ ὑποστάντα ἀτυχήματα. Συνέβη καὶ εἰς τὰ Κράτη ἀκόμη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνίκησαν καὶ εἰς ἐκεῖνα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα δὲν μετέσχον τοῦ πολέμου. Ἐπὶ τῶν τελευταίων τούτων ἡ ἐπίδρασις ἦτο ἀντανακλαστική. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν διὰ τὴν νομισματικὴν τακτοποίησιν, ἦσαν δύο, τὸ ἓν ἦτο ἡ ἀνατίμησις, τὸ δὲ ἄλλο ἡ σταθεροποίησις εἰς μίαν ὡρισμένην βαθμῖδα. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν εὐτυχῆ περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ σκέπτεται περὶ ἀνατιμήσεως τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Διότι ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον ἀδύνατος νὰ εἶναι ἡ ἐπάνοδος τῆς δραχμῆς σχεδὸν εἰς τὸ ἄρτιον, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνος θὰ ἦτο διὰ τὰς συναλλαγάς. Ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσῃ τις μόνον τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος εἰς χρυσὸν καὶ εἰς δραχμὰς ἵνα ἴδῃ ποίας τερατώδεις ζημίας θὰ ὑποστῇ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ δραχμὴ ἀνετιμᾶτο, δεδομένου, ὅτι τὸ μὲν εἰς χρυσὸν χρέος ἀνέρχεται εἰς 43 ἑκατομμύρια λίρας, τὸ δὲ εἰς δραχμὰς εἰς 4 δισεκατομμύρια 700 ἑκατομμύρια.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πολὺ περισσότερα.
§23Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφίνω πλέον τί θὰ γίνῃ εἰς τὰς ἰδιωτικὰς συναλλαγάς. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν οὔτε σκέψιν νὰ κάμωμεν περὶ ἀνατιμήσεως τῆς δραχμῆς καί, κατ’ ἀνάγκην ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη, παρὰ ἡ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς καὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις εἶχε μείνει σύμφωνος. Σταθεροποίησις δὲν εἶναί τι πρᾶγμα εὐχερές, προϋποθέτει ὅρους οἵτινες κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν ἵνα ἀτιμωρητεὶ προβῇ ἓν Κράτος εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν. Οἱ φόροι οὗτοι στρέφονται κυρίως καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὸ νὰ πραγματοποιηθῇ μία οἱαδήποτε πραγματικὴ σταθεροποίησις de facto. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ αὕτη, οἱ ὅροι οἵτινες πρέπει νὰ συντρέχουν εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἰσοζύγιον τῶν λογαριασμῶν ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐκ τρίτου ἡ ἔλλειψις ψυχολογικῶν παραγόντων ἐπιδρώντων ἐπὶ τοῦ νομίσματος. Οἱ παράγοντες οὗτοι γεννῶνται συνήθως ἐκ τῆς πολιτικῆς ἀσταθείας, τὴν ὁποίαν οὐχὶ πρὸ ὀλίγου ἐγνώρισεν ἡ Χώρα μας καὶ ἀγνοῶ ἂν ἀκόμη ἀπηλευθερώθη τελείως ταύτης. Ἀλλὰ σκεπτόμενοι τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν εὑρισκόμεθα πρὸ αὐτῶν τῶν περιστάσεων. Μόλις ἤδη κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὁ παρουσιασθεὶς Προϋπολογισμὸς δὲν παρέχει πλήρη ἰσοσκέλισιν, ἀλλὰ προσέγγισιν τῆς ἰσοσκελίσεως. Οὗτος, ὡς γνωστόν, παρουσιάζει ἓν ἔλλειμμα 49 ἑκατομμυρίων, νομίζω, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν πλήρη ἰσοσκέλισιν.
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ὑποβληθεὶς καὶ μήπω ψηφισθεὶς ἀπέληγεν εἰς πλῆρες ἰσοζύγιον· ἔγινε περὶ τούτου δήλωσις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δηλαδὴ τὰ 49 αὐτὰ ἑκατομμύρια ἀποτελοῦν ἓν εἰκονικὸν ἔλλειμμα, εἰκονικὸν δὲ μὲ τιμὴν λίρας 380, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ μὲ 375· ἔχομεν ἐκ τούτου διαφορὰν 80 ἑκατομμυρίων εἰς τρόπον ὥστε τὸ ἔλλειμμα καλύπτεται. Ἑπομένως πλῆρες ἰσοζύγιον παρουσιάζεται.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί θὰ πραγματοποιηθῇ;
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς καὶ μήπω ψηφισθεὶς ἀπέληγεν εἰς πλῆρες ἰσοζύγιον.
§27Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ χαρτιά.
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μαζὶ τὸν ὑπεβάλατε.
§29Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶμαι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν δίδετε ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλήν.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὴν ἔδωκα ταύτην τὴν στιγμήν.
§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ προσέξω ὅταν ἀπετέλουν μέλος τῆς Κυβερνήσεως.
§32Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔγινε δήλωσις εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ δήλωσις εἰς τὴν Βουλήν.
§33Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐφόσον ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν ἐπρόσεξα διατί μὲ ἐλέγχετε;
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι σπουδαῖον, ἂς προχωρήσωμεν.
§35Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμός, ὡς εἶπε καὶ ὁ φίλος κ. Ἀγγελόπουλος, εἰς τὰ χαρτιὰ δὲν παρουσιάζει ἔλλειμμα, ἀλλ’ εἶναι ἐν πλήρει ἰσοζυγίῳ. Μεταξὺ ὅμως τῆς ὑποβολῆς καὶ πραγματοποιήσεως ἑνὸς Προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Θέλω δὲ νὰ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Ἐθνικὴ Οἰκονομία θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ αἱ οἰκονομίαι νὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ νὰ ἀνθέξῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἰς ὅλα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα μοιραῖαι περιστάσεις ἔθεσαν ἐπὶ τῆς ράχεώς του. Ἀλλὰ παρὰ τὰς ἐλπίδας ταύτας δύνανται νὰ μεσολαβήσουν καὶ ἀπρόοπτα καὶ λίαν πιθανά, ὥστε αἱ ἐλπίδες αὐταὶ νὰ μὴ πραγματοποιηθοῦν. Αἱ μελετηθεῖσαι οἰκονομίαι προσκόπτουσι μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε δύσκολον εἶναι νὰ πραγματοποιηθοῦν μέχρι τέλους. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατορθωθῇ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοῶμεν ὅτι ἡ πίεσις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸ ἐπιβαλλόμενον βάρος. Εἶναι γνωστὸν ποία δυσφορία καὶ ποία ἐξέγερσις ἐπικρατεῖ εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν διὰ τὸν φόρον τῆς δεκάτης. Ἔχομεν διαμαρτυρίας καὶ κατὰ τοῦ φόρου καὶ κατὰ τῆς βεβαιώσεως αὐτοῦ. Καὶ ὅταν ἤμην ἐν τῇ Κυβερνήσει εἶπον ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἰδιάζουσαν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου, διότι θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ἐξεγείρωμεν ὁλόκληρον τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν ἐναντίον ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου διὰ φόρον ἀπὸ τὸν ὁποῖον προϋπολογίζομεν νὰ εἰσπράξωμεν περὶ τὰ 230 ἑκατομμύρια καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ ὅσων ἐγνώριζον καὶ ἐξ ὅσων βλέπω σήμερον δημοσιευόμενα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν πιθανὴν ἐλάττωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως ἄλλων φόρων ἴσων δὲν θὰ ἱκανοποιηθοῦν αἱ προσδοκίαι μας. Ἐκ τῶν δημοσιευθεισῶν τριμηνιαίων καταστάσεων ἐξάγεται ὅτι ἡ μὲν ἀπόδοσις τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι ἱκανοποιητική, τῶν δὲ ἀμέσων καθυστερεῖ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἂν ἡ καθυστέρησις ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐφεξῆς, θὰ εἶναι τὸ προϋπολογισθὲν ἰσοζύγιον λίαν λυπηρὸν εἰς τὰ ἀποτελέσματά του. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μὴ προσεγγίζοντες εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπερ θὰ ἦτο ἡ πρώτη καὶ ἡ κυριωτέρα προϋπόθεσις μιᾶς σταθεροποιήσεως, δὲν γνωρίζω διατί ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς ταύτην. Ἐξ ἄλλου τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν λογαριασμῶν ἀποδεικνύει ὅτι ἡ κατὰ τοῦτο προϋπόθεσις εἶναι ἔτι μᾶλλον καθυστέρησις, διότι καίτοι κοινὸς εἶναι ὁ πόθος ὅλων μας περὶ μονίμου ἡσυχίας ἐν τῷ Τόπῳ, καίτοι κοινὴ εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τῆς προθύμου συμβολῆς καὶ τῆς προηγουμένης καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διὰ τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν μιᾶς ὁμαλότητος ἐν τῷ Τόπῳ, ἐν τούτοις δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπεβλήθη τὸ Κράτος, ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὅτι καὶ χθὲς ἀκόμη εἴχομεν ἐκδηλώσεις. Καὶ ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως πῶς νομίζετε ὅτι ἔχετε τὰς ἐνδείξεις ἐκείνας μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς τιμῆς τοῦ νομίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον θέλετε διὰ νόμου νὰ ἀναλάβητε ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν διὰ νὰ προβῆτε εἰς τὴν σταθεροποίησιν αὐτήν; Γνωρίζετε ὅλοι τὰ κακὰ μιᾶς ἀκαίρου ἢ μιᾶς κακῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως. Ὁ Τόπος ἔχει ὑποστῆ τόσα κακά, ὥστε δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν ἄνευ λόγου νὰ ἐπιβάλωμεν μέτρον ὅπερ δύναται νὰ προξενήσῃ καὶ ἄλλα κακά. Ἀλλ’ ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν προϋποθέσεις, ἦτο ἆρά γε στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς ταύτην; Θὰ μοὶ εἴπητε, διὰ νὰ ἀπαλλαχθῶμεν τῶν κινδύνων τῆς διακυμάνσεως. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβές. Οἱ κίνδυνοι οὗτοι θὰ ἀποφευχθοῦν, ἐφόσον προπαρασκευάσωμεν σταθεροποίησιν πραγματικήν, διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον καὶ πρὸ παντὸς ἐξαλείφοντες ἀπὸ τῆς Χώρας ἡμῶν πᾶσαν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ νομίσματος, ἡ ὁποία ἀσκεῖται εἰς τὴν ὁδὸν Ἀριστείδου. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν νόμῳ σταθεροποίησιν, διότι γνωρίζετε ποῖα τὰ ἀποτελέσματά της, δὲν εἶναι ἄνευ ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς καθόλου συναλλαγῆς τοῦ κοινωνικοῦ βίου. Τὸ πρώτιστον ἀποτέλεσμα αὐτῆς εἶναι ἡ ἐξύψωσις τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τῆς δραχμῆς ἐσωτερικῶς. Ἐφόσον ὑπάρχει ἡ διακύμανσις, εὑρισκόμεθα εἰς μίαν μεγάλην διαφοράν. Ἀπὸ πίνακα τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τῶν ἀρχῶν τοῦ 1926 ὁ τιμάριθμος εἰς τὴν νομισματικὴν διαφορὰν τῆς δραχμῆς εἶναι 1000, ἐνῷ ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς προκειμένου περὶ ἐξωτερικοῦ εἶναι εἰς τὰ 160.
§36Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς Χώρας μὲ ὑγιὲς νόμισμα;
§37Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα, ἐννοῶ τὴν Ἀμερικήν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σταθεροποιήσεως θὰ εἶναι ἡ ἐξίσωσις τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ζητήματος τούτου, τὰ γνωρίζετε. Ἡ μεγάλη ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς βιομηχανίας ἡ ἐπίδρασις τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς ἀγοραστικῆς ἱκανότητος τοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγοράζῃ ὀλιγώτερα, ἡ ἐπίδρασις τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀξιοῦσι περισσότερα καὶ ἐν γένει ἡ ἀκρίβεια τοῦ βίου τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφέρῃ, διότι κατ’ ἀνάγκην ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, τὰ ἐγχώρια προϊόντα. Θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν δασμοὺς βαρεῖς, ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσερχομένων προϊόντων. Ἀλλὰ λέγω, ὅταν ἡ Ἐθνική μας Οἰκονομία, ὅταν ὁ Λαὸς εὑρίσκεται ὑπὸ οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, ὅταν μετὰ δυσφορίας πληρώνῃ τοὺς βαρεῖς φόρους, τοὺς ὁποίους κατ’ ἀνάγκην τῷ ἐπιβάλλομεν, εἶναι ἀνάγκη τώρα νὰ τῷ γεννήσωμεν καὶ νέαν πληγὴν καὶ νὰ ἐπιφέρωμεν νέαν ἀναστάτωσιν ἐν τῷ Τόπῳ; Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀρκοῦν αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, διὰ νὰ μὴ σπεύσητε εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐξ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης ἐπιβάλλεται. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἰς τὸ κύριον σημεῖον τῆς νομισματικῆς ἐξυγιάνσεως διεφώνησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Διὰ τὴν νομισματικὴν ταύτην ἐξυγίανσιν ζητεῖται νὰ ἐπέλθωσιν ἄλλαι οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι. Ἐσωτερικῶς παρίσταται ἀνάγκη νὰ κάμωμεν μίαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν καὶ μετὰ πολλὰ σχέδια, ὅσα ἐκ τῶν ἐφημερίδων ἐγνώσθησαν, διότι ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀνεκοινώθησαν τοιαῦτα, κατέληξεν ὁ τότε καὶ νῦν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ διχοτομηθῇ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο πιστωτικὸν ἵδρυμα εἰς δύο καὶ τὸ μὲν ἓν νὰ ἀποτελέσῃ τὴν νέαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὸ δὲ ἕτερον θὰ ἀποτελέσῃ ἄλλην ἰδιωτικὴν Τράπεζαν. Καὶ ναὶ μὲν ἡ ἐπιστήμη ἐπιβάλλει τὴν ἵδρυσιν ἰδίας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ πέραν τῆς ἐπιστήμης ὑπάρχουσιν αἱ ἀνάγκαι ἑκάστου Τόπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι παντοῦ αἱ γενικαὶ θεωρίαι, διότι ἂν ἐφαρμοσθῶσιν ἐκεῖ ὅπου δὲν συντρέχουσιν αἱ περιστάσεις, θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι αὗται οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ πρὸς καταβαράθρωσιν αὐτοῦ. Βεβαίως ὁ καταμερισμὸς τῶν ἔργων ὁσημέραι προάγεται, ἀλλὰ προάγεται ἐφόσον εὑρίσκει ἔδαφος, δὲν φρονῶ δὲ ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἐγχείρημα τοῦτο. Ἂν δὲ θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἐγχείρημα τοῦτο, ζητοῦμεν νὰ καταστρέψωμεν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ἵδρυμα. Καὶ τονίζω ὅτι πρόκειται νὰ καταστραφῇ τὸ ἐθνικὸν πιστωτικὸν ἵδρυμα, τὸ ἵδρυμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξειλίχθη μετὰ τῆς ζωῆς ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους καὶ τὸ ὁποῖον συνεκέντρωσε τὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὸ ὁποῖον μὲ τὴν εὐχέρειαν τὴν ὁποίαν εἶχε τῆς συγκεντρώσεως, εἶχε καὶ τὴν ἱκανότητα τῆς διαθέσεως τοῦ συγκεντρωμένου πλούτου εἰς πᾶσαν ἀνάγκην ἐθνικήν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὁποῖαι ὑπηρεσίαι προσεφέρθησαν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τοὺς διαφόρους ἡμῶν πολέμους. Ὡς ἐπίσης τελευταίως εἰς τὴν πρώτην περίθαλψιν τῶν προσφύγων καὶ πάντες γνωρίζομεν τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσφέρει εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς δι’ ἀπείρων δανείων, τὰ ὁποῖα συνάπτει πολὺ πέραν τῶν ὑποχρεώσεών της. Διατί ἄρα πρέπει νὰ σπεύσωμεν, ἂν ὄχι νὰ καταστρέψωμεν, ἀλλὰ νὰ μειώσωμεν τὸ κῦρος ἑνὸς τοιούτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς περιστάσεις, διὰ μόνον τὸν λόγον ἵνα σπεύσωμεν νὰ κάμωμεν μίαν σταθεροποίησιν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ἐξ οὐδενὸς λόγου ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ καὶ συντρέχουσι πλεῖστοι ὅσοι λόγοι νὰ μὴ συντελεσθῇ; Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, αἰσθανθεὶς βαθύτατα τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, προσέφυγεν εἰς μέσον, δι’ οὗ θὰ ἠδύνατο ὁπωσδήποτε νὰ μειώσῃ τὸ πλῆγμα τοῦτο. Καὶ εἶπεν ὅτι δὲν σκέπτεται καθόλου νὰ μειώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ θὰ πάρωμεν ἓν δάνειον, τὸ δάνειον τῆς σταθεροποιήσεως. Θὰ δώσωμεν εἰς τὴν νέαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τὸ δάνειον τοῦτο τῆς σταθεροποιήσεως τῶν 3.000.000 λιρῶν. Ἔχομεν ἀκόμη τρία ἄλλα ἑκατομμύρια στερλινῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνεπείᾳ τοῦ νόμου τοῦ 1923. Θὰ δώσωμεν ἐκεῖνα τὰ τρία ἑκατομμύρια λιρῶν, ἔχομεν ἀκόμη τὰ καλύμματα τῶν τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὰ ὁποῖα καλύμματα θὰ μεταβιβασθοῦν μετὰ προνομίου εἰς τὴν ἰδιωτικὴν Τράπεζαν αὐτὴν καὶ ἰδοὺ θὰ ἀποκτήσωμεν μίαν νέαν Τράπεζαν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μετ’ αὐτοῦ συνεντεύξει μοὶ ἀνέπτυξε καὶ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μοὶ ἐξέθηκεν ὅτι θὰ λάβῃ πολλὰ μέτρα προνοίας διὰ τὴν μέλλουσαν πλέον Τράπεζαν τὴν ἰδιωτικήν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλει νὰ ἀποξενώσῃ τοῦ τίτλου τῆς «Ἐθνικῆς» καὶ λέγει ὅτι εἰς ταύτην θὰ ὑποχρεώσῃ διὰ νόμου νὰ κατατίθενται αἱ διάφοροι περιουσίαι τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, αἱ διάφοροι περιουσίαι τῶν λιμενικῶν ταμείων καὶ ἄλλων δημοσίας φύσεως νομικῶν προσόδων. Καὶ ἰδοὺ θὰ τὴν πλουτίσω, λέγει, δι’ αὐτῶν τῶν μέσων, ἀλλ’ ἔχει ἐπὶ πλέον ἡ Τράπεζα καὶ μίαν ἄλλην περιουσίαν, τὴν περιουσίαν τῶν καλυμμάτων. Πρὶν ἢ ὁμιλήσω περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅτι δύναται μὲν σήμερον νὰ σκέπτεται οὕτω πως περὶ τῆς Τραπέζης ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἁπλῆ ἰδιωτικὴ Τράπεζα καὶ οὐχὶ πλέον Ἐθνικὴ Τράπεζα, νὰ τὴν προικίσῃ δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐφοδίων, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι αὐτὴ ἡ προὶξ τὴν ὁποίαν θὰ τῆς δώσῃ θὰ εἶναι καὶ διαρκής. Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἄλλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διαφόρως σκεπτόμενος καὶ δὴ οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὰ νομικὰ ταῦτα πρόσωπα Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Συγκοινωνίας, νὰ σκέπτωνται ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκείνην αἱ περιουσίαι τῶν προσώπων αὐτῶν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἀπὸ τῆς Τραπέζης ἐκείνης νὰ παρέχεται μὲν πλήρης ἡ ἀσφάλεια, ἀλλὰ νὰ μὴ παρέχῃ ἐπαρκῆ κέρδη τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δίδῃ. Καὶ βεβαίως ἀπὸ τῆς μελλούσης ἰδιωτικῆς Τραπέζης δὲν δύνασθε νὰ περιμείνητε τὰ ἴδια κέρδη τὰ ὁποῖα θὰ παρέχουν αἱ ἄλλαι Τράπεζαι. Δὲν θὰ δύναται ἡ ἰδιωτικὴ αὕτη Τράπεζα νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὰς ἄλλας ἐμπορικὰς Τραπέζας, διότι αἱ παλαιαὶ αὗται ἔχουσι τὰς μεθόδους των, ἐνῷ ἡ νέα ἰδιωτικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία θὰ προικισθῇ, δὲν θὰ δύναται νὰ συναγωνίζεται διὰ τῶν αὐτῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων συναγωνίζονται αἱ ἄλλαι Τράπεζαι, ὥστε καὶ οἱ τόκοι καὶ τὰ ὠφέλη ἐξ αὐτῆς δὲν θὰ ἱκανοποιοῦν τοὺς πελάτας. Ἡ προίκισις ὅθεν δι’ ἧς νομίζετε ὅτι θὰ διατηρηθῇ ἡ νέα ἰδιωτικὴ Τράπεζα εἰς τὸ προσῆκον ὕψος της, δὲν θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀσφαλῶς θὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ σύστημα τῶν καλυμμάτων. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἐπίμαχον θέμα, τὸ καὶ δῶσαν ἀφορμὴν εἰς τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Τὰ καλύμματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζογραμματίων, εἰς ἣν περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, λέγει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον. Ἀλλὰ μὲ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον τὸ βάρος τῆς ἐξοφλήσεως τῶν γραμματίων μεταφέρεται εἰς βάρος τοῦ Λαοῦ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ὑποχρεωθῆ τὸ μὲν ἥμισυ τῶν καλυμμάτων ἀνερχομένων εἰς 95,000,000 δραχμῶν νὰ ἔχῃ εἰς χρυσόν, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ εἰς γραμμάτια καὶ χρεώγραφα τοῦ Κράτους καὶ ἐπειδὴ τὰ γραμμάτια ἀνέρχονται εἰς 380,000,000 δραχμῶν, ἔχει ἐν ὅλῳ διὰ καλύμματα 95,000,000 χρυσᾶ φράγκα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς ἀναβιβάζονται εἰς 1176 ἑκατομμύρια. Καὶ νομίζετε ὅτι ἂν μεταβιβάσητε τὸ προνόμιον εἰς ἄλλην Τράπεζαν θὰ δύνασθε νὰ ἀπαλλάξητε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πάσης ὑποχρεώσεως καὶ νὰ τῆς δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ καρπωθῇ πρὸς ἴδιον ὄφελος τὰ καλύμματα; Νομίζω ὅτι ὑπάρχει πλάνη καὶ ἡ πλάνη εἶναι σπουδαία. Καὶ ἡ πλάνη αὕτη ἴσως ἤγαγε καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Τράπεζαν νὰ δεχθῇ τὴν διχοτόμησιν καὶ ἂν δὲν ἐνεφυλλοχώρει ἡ πλάνη αὕτη, ἴσως τὸ σχέδιον θὰ εἶχε ἐγκαταλειφθῆ ἅμα τῇ συλλήψει του. Ὄχι, τὸ κάλυμμα τῶν γραμματίων δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ προνόμιον τὸ ἐκδοτικόν, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὸ Κοινόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ φορεὺς τοῦ τραπεζογραμματίου. Ἡ Τράπεζα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ τὸ ¼ τούτων τῶν καλυμμάτων καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν παρουσιάζεται γραμμάτιον πρέπει νὰ παρέχεται τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὅταν λοιπὸν πᾶς φορεὺς γραμματίου ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ καλύμματος, κατὰ τίνα λόγον δὲν εἶναι ὁ φορεὺς τούτου ὁ κύριος, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ ὁποία εἶναι ἁπλοῦς θεματοφύλαξ ἀπέναντι τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν παρέχει πρὸς πληρωμήν; Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀντετάχθη καὶ παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔκαμε τὰ καλύμματα ταῦτα χειριζομένη τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον. Ἡ πλάνη εἶναι τόσον πρόδηλος εἰς τὴν σκέψιν ταύτην, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔκαμε τὸ κάλυμμα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, ὥστε παραμένει μόνον ἡ μελάνη ἡ ὁποία ἐχύθη διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον. Νομίζω ὅτι πολὺ ὀλίγον ἔπεισεν. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς εἰς τοὺς ὁποίους προέβη ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς ἕτερον ἐπιχείρημα, διὰ νὰ στηρίξῃ δηλαδὴ ὅτι δὲν ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πολὺ ὀλίγον δύναται νὰ ἀντίσχῃ. Διότι, ἂν ῥίψῃ τις ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἰσολογισμῶν τῶν ἑκάστοτε δημοσιευομένων, θὰ ἴδῃ ὅτι ὄχι μόνον δὲν μένει τι ἐκ τῶν γραμματίων τὰ ὁποῖα ἔχει, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι καὶ ὀφειλέτης. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν εἶμαι μόνος εἰς τὴν γνώμην ταύτην. Θὰ ἠρώτων δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ εἰς μίαν ἁπλουστάτην ἐρώτησιν. Ἂν σήμερον δὲν ὑπῆρχε τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα δὲν ὑποχρεοῦται εἰς ἄμεσον ἐξόφλησιν τῶν τραπεζιτικῶν γραμματίων, ἂν αὔριον ἤρχετο τὸ Κράτος καὶ ἔλεγεν ὅτι πληρώνει ὅλα τὰ χρέη, θὰ ὑποχρεοῦτο ἡ Τράπεζα νὰ μεταχειρισθῇ ὅλον τὸ κάλυμμα τὸ ὁποῖον ἔχει δι’ ἐξόφλησιν τῶν εἰς λογαριασμόν της κλυκλοφορούντων τραπεζιτικῶν γραμματίων; Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνασθε νὰ μοὶ δώσητε ἄλλην ἀπάντησιν εἰμὴ μόνον ναί.
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι σχῆμα λόγου ἢ περιμένετε ἀπάντησιν;
§39Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ κάμνω ἐρώτησιν ἂν θέλητε νὰ μοὶ ἀπαντήσητε.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ ἐρωτᾶτε, ἂν αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Τράπεζα εἰς ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων. Ἀναμφισβητήτως αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ὑποχρεοῦτο εἰς ἐξόφλησιν. Ὅλα τὰ γραμμάτια ἀνεξαιρέτως, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ὑπέκειντο εἰς μετατροπήν.
§41Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀναμφιβόλως δι’ αὐτὸ δὲν ἀνέμενον τὴν ἀπάντησίν σας, διότι ἦτο γνωστὴ αὕτη. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη ἡ ἀπάντησις παρὰ αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐδώσατε.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποίαν ἄλλην ἀπάντησιν νὰ δώσω;
§43Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ δώσητε ἄλλην ἀπάντησιν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ἂν τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον μεταβιβασθῇ εἰς ἄλλην Τράπεζαν, πῶς θὰ δύναται νὰ ρευστοποιήσῃ ὅλον αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν καλυμμάτων; Ἂν σήμερον αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ τὸ κατέβαλεν ὅλον, ἂν μεταβιβασθῇ αὔριον εἰς τὴν νέαν Τράπεζαν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ρευστοποιήσῃ;
§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐρώτησις εἶναι ἢ σχῆμα λόγου;
§45Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ. Ἂν θέλητε, κρατήσατε σημείωσιν νὰ ἀπαντήσητε. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι δύναται νὰ στηριχθῇ οἱαδήποτε ἀξίωσις ἐπὶ τῶν καλυμμάτων ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν νὰ ἀφήσωμεν τὸ νομικὸν μέρος κατὰ μέρος καὶ νὰ διορίσωμεν πραγματογνώμονας, οἱ ὁποῖοι νὰ ὁρίσωσι τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην Τράπεζαν. Ἀλλ’ οἱ ἐμπειρογνώμονες δὲν ἔχουν νὰ ἀποφασίσουν εἰμὴ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ὡρισμένης ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσι. Καὶ τοῦτο εἶναι, τί πρέπει κατὰ νόμον νὰ πάρουν, τί ἀνήκει εἰς αὐτὰς κατὰ τοὺς τραπεζιτικοὺς κανόνας. Ὁ τοιοῦτος ἐμπειρικὸς διακανονισμὸς τῶν σχέσεων τῶν δύο Τραπεζῶν δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ εἶναι δεκτός. Ταῦτα θὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων συνθηκῶν καὶ κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν προέτεινα ὅπως εἰδικώτατοι ἄνδρες ἔμπειροι περὶ τὰ τοιαῦτα λύσωσι τὸ ζήτημα. Εἶναι γνωστὴ ἡ πρότασις αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα διὰ τοῦ Τύπου, ὅπως οἱ διοικηταὶ μεγάλων ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, μεγάλων Κρατῶν, ἀποφανθῶσι περὶ τούτου. Ἀναφέρω τοῦτο, διότι πολλὰ εἶδον γραφόμενα σήμερον περὶ αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δὲν προέρχονται ἐκ κυβερνητικῶν πηγῶν. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν νὰ ἀφαιρέσῃ περιουσίαν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸν φορέα τοῦ τραπεζογραμματίου καὶ νὰ τὴν δώσῃ εἰς μίαν ἰδιωτικὴν Τράπεζαν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν δύναμαι εἰμή, ἐφόσον ἔχω ἀκλόνητον πεποίθησιν, νὰ ἐπιμείνω. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα μετὰ τῶν ἄλλων κομμάτων νὰ συνεργασθῇ διὰ τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος, ὄχι μόνον ἀπεσύρθη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ πάντη ἀντίθετον καὶ κατὰ τῆς νέας σχηματισθείσης Κυβερνήσεως, ἐφόσον ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ θέματος γνώμην. Θὰ ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ ἀκόμη βαθύτερον τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε τὴν λύσιν. Εἶναι δυσχερεῖς αἱ στιγμαὶ τὰς ὁποίας διέρχεται τὸ Κράτος ἡμῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ τῷ ἀνοίξωμεν ὁδὸν νέων οἰκονομικῶν κινδύνων. Εἶναι ἡ μᾶλλον εὐαίσθητος δι’ αὐτὸ ἐποχὴ καὶ ἐφόσον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σκέπτεται ἐκ νέου νὰ μεταβῇ εἰς Γενεύην ὅπως διαπραγματευθῇ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂς καταδείξῃ εἰς τοὺς ἰσχυρούς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπέφερεν ἀκριβῶς τὴν διάσπασιν Κυβερνήσεως περιβαλλομένης ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοκλήρου τῆς Κοινῆς Γνώμης. Νομίζω ὅτι οἱ λόγοι τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος παρέχουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νέον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ στηριχθῇ καὶ νὰ ἀξιώσῃ τὴν ἀποτροπὴν ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐδὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἄδειαν τὴν ὁποίαν ζητεῖ. Ἀλλὰ προτοῦ μεταβῇ ἐκεῖ, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξῃ εἰς τὴν λανθάνουσαν ἐντύπωσιν τὴν μεταβιβαζομένην ἔξω καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλονται οἱ ἐπιβαλλόμενοι εἰς Ἑλλάδα δεσμοὶ καὶ ἡ ἐντύπωσις αὕτη ἔχει ὡς ἀφορμὴν τὴν μὴ πλήρη πολιτικὴν ὁμαλότητα. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις θὰ περιλάβῃ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην καὶ ἐμὲ αὐτὸν ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε πάντοτε ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτὴν ἵνα ἐπαναφέρῃ τὸν Τόπον εἰς τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἄλλως ἐπελαμβάνετο τοῦ ζητήματος τούτου, σήμερον δὲν θὰ εἴχομεν οὐδεμίαν δυσμενῆ διὰ τὸν Τόπον μας ἐκδήλωσιν. Αἱ αἰτίαι τῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας ἦσαν δύο· ἡ μία ἡ ἔλλειψις Συντακτικοῦ Χάρτου καὶ ἡ ἄλλη ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων ξένων στοιχείων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα τηρῆσαν τὰς ἐπιφυλάξεις πρὸς τὸ πολίτευμα ἀπέσχε πάσης σχετικῆς πρὸς τοῦτο ἐκδηλώσεως. Εὐτυχῶς τὸ συντακτικὸν ἔργον ἦλθεν εἰς πέρας. Καὶ χωρὶς νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους τώρα, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τοῦτο, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ πλήρης ἐκείνη πεποίθησις, ὅτι μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐξ ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων τοῦ Τόπου, εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπαναφέρῃ κατὰ τοῦτο πλήρη τὴν τάξιν ἐν τῷ Τόπῳ. Δὲν ὑπῆρξε, λέγω, ἐσχηματισμένη ἡ τοιαύτη πεποίθησις, ἰδίᾳ παρ’ ἐκείνοις οἱ ὁποῖοι εἶχον μείζονα τὴν δύναμιν διὰ νὰ ἐπιβληθῶσιν ὡς πρὸς τοῦτο. Καὶ σήμερον κατὰ τοσούτῳ μᾶλλον εἶναι λυπηρὸν ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ τοιαύτη πεποίθησις, καθόσον ἔχομεν πλήρεις τὰς ἐκδηλώσεις ὅτι ἐκεῖθεν, ὁπόθεν ποτὲ ὑπῆρξεν ἡ ἐπέμβασις εἰς τὰ τῆς Πολιτείας, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐξεδηλοῦτο πλήρης ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ πόθος νὰ μὴ ἀκούεται οὐδεμία μνεία περὶ τούτου. Καὶ θὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἤδη, ὁπότε, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, παρίσταται ὀγκωδεστέρα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λύσῃ καὶ ἄλλα ζητήματα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα διαταράττουσι διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον τὴν ἡσυχίαν τοῦ Τόπου καὶ ἂν δὲν τὴν διαταράττουσιν ἐν τοῖς πράγμασι, τὴν διαταράττουσιν ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Λαοῦ καὶ γεννῶσι τὴν κακὴν ἐντύπωσιν. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν εἰς τοῦτο δώσῃ τὴν προσήκουσαν προσοχήν, ἄλλο θὰ εἶναι τὸ ὄμμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μακρὰν ἡμῶν ἱστάμενοι διαφοροτρόπως καὶ ποικιλοτρόπως τὰ πράγματα ἡμῶν διαπυνθάνονται καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ θὰ τοὺς εὕρουν μᾶλλον εὐμενεστέρους ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ζητημάτων καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἀκόμη ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἔσχε καὶ ἀγαθὸν ἕτερον, διότι ἐνῷ πλέον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ὡς ἐκ τῶν διαφόρων προστριβῶν εἶχε καταστήσει τὴν κρατικὴν μηχανὴν ἐπιβλαβῆ, ἡ διάσπασίς της ἀπήλλαξε τὴν κρατικὴν μηχανὴν ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἀνεδημιούργησε τὴν πίστιν ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διαλυθείσης τῆς ὑπαρχούσης κοινοβουλευτικῆς δικτατορίας, παρ’ ὅλους τοὺς διαπρεπεῖς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι διεξήγαγον τὸν ἀντιπολιτευτικὸν ἀγῶνα. Ἀλλ’ Ἀντιπολίτευσις μὴ ἔχουσα τὴν δυναμικότητα νὰ διαδέχεται τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι Ἀντιπολίτευσις.
§46Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δι’ ἐμὲ τὰ λέγετε;
§47Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ Ἀντιπολίτευσις, κ. Βοζίκη, μὲ τὸ λέγειν τὰ ἐναντία πρὸς τὰ ὑποστηριζόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μόνον τότε δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἀντιπολίτευσις, ὅταν διεξάγεται κοινοβουλευτικὸς ἀγὼν ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων καὶ μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν διαδοχὴν τῆς ἐπικρινομένης Κυβερνήσεως. Ἐπῆλθεν ἑπομένως διὰ τῆς διασπάσεως ἀγαθὸν εἰς τὸν Τόπον καὶ ἂν ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος, ἐκέρδισεν ἡ ὁμαλότης. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐλάχιστα συνεμορφώθη πρὸς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι προσεπάθησε νὰ δώσῃ διὰ διαφόρων μέσων χρωματισμόν, ὡσὰν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν προήρχετο ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου. Σέβομαι καθολοκληρίαν καὶ ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ τοὺς μετέχοντας εἰς ταύτην, ἀλλ’ ἡ παρατήρησίς μου δὲν στρέφεται κατὰ προσώπων, ἀνάγεται εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ πολλάκις βεβαίως περιεφρονήσαμεν τοὺς θεσμοὺς καὶ εἴδομεν ὁπόσα καὶ ὁποῖα κακὰ ἔφερεν ὁ τρόπος οὗτος. Εἶναι καιρὸς λέγω νὰ εἰσέλθωμεν ἤδη εἰς τὴν περίοδον τῆς πραγματικῆς ὁμαλότητος. (Χειροκροτήματα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτὰ.
(Ὥρα 8.40′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.50′ μ. μ.)
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§50Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι διὰ δευτέραν φορὰν εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν ταύτην. Λέγω δὲ ταύτην, διότι ἡ Κυβέρνησις κατὰ μεγίστην πλειονοψηφίαν ἀπαρτίζεται ἐκ τῶν σημερινῶν προσώπων καὶ ἐκ τῶν τεσσάρων, ἐκ τῶν πέντε συμμετασχουσῶν εἰς τὴν πρώτην Κυβέρνησιν μερίδων. Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως φέρουσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ θέλει συνεχίσει τὸ ἔργον τῆς προκατόχου αὐτῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου θὰ εἰσέλθω καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχω καθῆκον νὰ εἰσέλθω, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις θὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐν παντί. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀρχίσω τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ αὐτὸ οἷον ἦτο τὸ τῆς προκατόχου. Τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀκολούθων προϋποθέσεων. Πρῶτον ἐπιδιώκει τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μετὰ δὲ τὴν σύναψιν δανείου 9,000,000 λιρῶν θέλει ἡ Κυβέρνησις προβῆ εἰς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος, ἀφοῦ προηγουμένως διὰ μέρους τοῦ δανείου τούτου ἐκ 3,000,000 λιρῶν θέλει ἐξασφαλίσει ἅπαντα τὰ μέχρι τῆς λήξεως 1926–1927 ἐλλείμματα, συγχρόνως δὲ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ λοιπὰς ἐπιτακτικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους μὴ ἀναφερομένας ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς. Νομίζω ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι κατὰ βάσιν ἐσφαλμένον καὶ ὡς πρὸς τὴν φορολογικὴν αὐτῆς πολιτικὴν τὴν τείνουσαν, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπίσης δὲ εἶναι κατὰ βάσιν ἐσφαλμένον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὅλην αὐτῆς ταμειακὴν πολιτικήν. Ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη μὲ πλήρη ἰσοσκέλισιν, ἀλλ’ ὡς ὁ ἴδιος ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, μακρὰν ἀπέχει ἡ τυπικὴ ἰσοσκέλισις ἡ γενομένη ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ τὴν πραγματικὴν τοιαύτην. Καὶ τὸ τοιοῦτον θὰ ἀποδειχθῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου. Ἤδη, κύριοι, ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος....
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε εἶναι ἀκριβές, δηλαδὴ ὡς μία γενικὴ ἰδέα. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ διασαφίσω ὅτι δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι σύνολον, οὔτε ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς τρεχούσης χρήσεως....
§52Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι, βεβαιότατα, οὔτε ἐγὼ εἶπον αὐτό. Ἁπλῶς ἤθελον νὰ πιστοποιήσω ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ὑποβολὴ Προϋπολογισμοῦ ἰσοσκελισμένου διὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν ὅλαι αἱ ἐλπίδες καὶ αἱ πιθανότητες πραγματικῆς ἰσοσκελίσεως. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, κύριοι, ὡς ὑπεβλήθη, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ ὑπαρχούσης πλήρους πολιτικῆς ὁμαλότητος ἐν τῷ Τόπῳ, καθ’ ὅλον τὸν χρόνον ὁ ὁποῖος θέλει διαρρεύσει μέχρι τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος θέλει ἀναμφισβητήτως καταλίπει ἔλλειμμα 600 ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον δραχμῶν. Ἤδη ἡ Κυβέρνησις κατὰ μέγα μέρος ἐμείωσε τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς δεκάτης.
§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει σκέψις.
§54Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐννοῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 10 μέχρις 11%, διότι ὑπεβάλλατε τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ 7%. Ἑπομένως εἴπατε ὅτι θὰ εἰσπράξητε 250,000,000 δραχμῶν, προστιθεμένου καὶ τοῦ ποσοστοῦ μὲ φορολογικὸν ποσοστὸν 10%. Ἀναμφισβητήτως μὲ ποσοστὸν 6%, ὅπως ἐψηφίσθη ὁ σχετικὸς νόμος, ἄνευ προσθέτων ποσοστῶν καὶ ἄνευ οἱασδήποτε ἄλλης ἐπιβαρύνσεως, εἰσερχομένης καὶ αὐτῆς εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, θὰ εἰσπράξητε μόλις 120,000,000 δραχμῶν. Ἂν δὲ, ὡς φαίνεται, ἐπικρατήσῃ ἡ σκέψις καὶ ὡς θέλω ὑποστηρίξει καὶ ἐγὼ κατόπιν περὶ τῆς πλήρους καταργήσεως τοῦ φόρου τούτου καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ δι’ ἑτέρου πλήττοντος τὴν παραγωγήν, ἡ ὁποία εἶναι δίκαιον νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀμέσως, ἂν ἐλαττώσητε τὸ ποσοστὸν τοῦτο, θὰ εἰσπράξητε ποσὸν μεταξὺ 50 ἕως 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Θὰ ἔχητε ἑπομένως κατὰ τοὺς ἰδίους ὑμῶν ὑπολογισμούς, ἓν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνέρχηται εἰς 180,000,000 ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα θὰ ἔχητε ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου. Προϋπολογίσατε αὐτὸν ἐν συνόλῳ δραχ. 200,000,000. Προστιθεμένου καὶ τῶν 4)10 τῆς φορολογίας, ἐνῷ οὐδεὶς συντρέχει λόγος διὰ νὰ εἰσπράξητε μέχρι 15% ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσεπράχθησαν 60 ἕως 65 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἶναι ἀδύνατον ἑπομένως μὲ τὰ 40% τοῦ κυρίου φόρου νὰ μὴ ἔχητε ἔλλειμμα ἐκ τοῦ φόρου τῶν καθαρῶν προσόδων τῶν οἰκοδομῶν 100,000,000. Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἔχητε τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, θὰ ἐκθέσω ἐπικρίνων τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἠδύνασθε ὄχι μόνον νὰ μὴ ἔχητε ἔλλειμμα, ἀλλὰ καὶ ὁ φόρος οὗτος νὰ ἀπέδιδεν ἀκόμη περισσότερον. Ἑπομένως μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ὑπολογίζω ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα ἐκ τῆς καθυστερήσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης καὶ ἐκ τῶν καθαρῶν προσόδων τῶν οἰκοδομῶν κατ’ ἐλάχιστον περὶ τὰ 250,000,000 δραχμῶν. Σεῖς τί θέλετε, κ. Ὑπουργέ;
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σεῖς νὰ μοὶ εἴπητε τί θέλετε. Ἐγὼ θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§56Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θέλετε 250,000,000 δραχμῶν, ἐφόσον πιστοποιεῖται ἔλλειμμα μικρόν....
§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει οὔτε καὶ σεῖς, οὔτε καὶ ἐγὼ εἴμεθα ἁρμόδιοι.
§58Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶσθε ἀρκετὰ εὐφυής, ὥστε νὰ τὸ ἐννοήσητε. Δὲν πιστοποιῶ, ἀλλὰ προβλέπω ἓν ἔλλειμμα. Ἐπίσης προβλέπω ἓν σημαντικώτατον ἔλλειμμα περὶ τῆς μὴ προσηκούσης ἀποδόσεως τοῦ φόρου τοῦ συμπληρωματικοῦ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ὄχι μόνον διότι ὑπελογίσθη ὁ φόρος οὗτος ὑπερμέτρως, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα θὰ κάμουν αὐτὸν παραγωγικώτερον εὑρίσκονται ὑπὸ μελέτην, εἶναι δὲ ἄγνωστον πότε θὰ ψηφισθῶσιν. Εἶναι δὲ ἐπίσης ἄγνωστον ἂν καὶ ψηφιζόμενον μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὰς ὑπολοίπους κρίσεις, ὥστε νὰ ἀποδίδουν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ἑπομένως ἐκ τῆς μὴ ἀποδόσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξέθετα προβλέπω ἔλλειμμα 300,000,000 δραχμῶν Εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ προστεθῇ πιθανὸν ἔλλειμμα ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὑπολογιζόμενον, κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς εἰς τὸ ποσὸν τῶν 50 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἑπομένως ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων νομίζω ὅτι θὰ προκύψῃ ἓν ἔλλειμμα ὑπολογιζόμενον κατὰ τοὺς μετριωτέρους κατ’ ἐμὲ ὑπολογισμοὺς εἰς 350,000,000 δραχμῶν. Εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ μὴ πραγματοποιηθεῖσαι οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐξήγγειλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὴν ἰσοζύγισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ 130 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ τῆς περικοπῆς τῶν συντάξεων τοῦ πολέμου. Βεβαίως, ἂν θέλωμεν, δυνάμεθα νὰ περικόψωμεν ὅλας τὰς συντάξεις διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν οἰκονομίαν. Ἐφόσον ὅμως καὶ λογικῶς καὶ δικαίως θέλομεν νὰ περικόψωμεν μόνον τὰς συντάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι καταχρηστικῶς ἐδόθησαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ περικοπῶσι, κατὰ τὴν γνώμην μου, πλέον τῶν 30,000,000 δραχμῶν, διότι ἀναμφισβητήτως ἐδόθησαν συντάξεις εἰς μὴ δικαιουμένους, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν λαβόντων τὰς συντάξεις εἶναι καταπληκτικῶς ἐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ συνόλου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουν αἱ συντάξεις τῶν ἀναπήρων πολέμου. Ἑπομένως εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 350 ἑκατομμυρίων δραχμῶν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἔλλειμμα ἐκ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῆς περικοπῆς τοῦ κονδυλίου τῶν συντάξεων τῶν ἀναπήρων πολέμου. Τοιουτοτρόπως φθάνομεν εἰς τὴν διαφορὰν τῶν 450,000,000 δραχμῶν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐγένοντο αἱ οἰκονομίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξαγγελθείσας περικοπὰς τῶν μισθῶν τοῦ 7%. Ἑπομένως καὶ ἐκεῖθεν θὰ προκύψῃ μία διαφορὰ περὶ τὰ 300,000,000 δραχμῶν. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συνολικὸν ποσὸν τῶν 480,000,000 δραχμῶν. Ἄν, κύριοι, ἐπὶ τῶν κυρίων τούτων γραμμῶν ἐφθάσαμεν εἰς ἓν ἀναπόφευκτον τυπικὸν ἔλλειμμα 500,000,000 περίπου δραχμῶν, δὲν εἶναι τολμηρὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι τὸ ἔλλειμμα, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὐδεμία ἐκ τῶν οἰκονομιῶν τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθη μέχρι σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἐπραγματοποιήθη, ἄν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἐν τῇ ἐμμέσῳ φορολογίᾳ παρατηρεῖται ὀλιγωτέρα ἀπόδοσις ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀνέμενεν ὁ Προϋπολογισμός, ὡς ἐκ τῆς δημοσιευθείσης ἐκθέσεως προκύπτει, νομίζω ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ ἀνέλθῃ τυπικῶς μεταξὺ 600 μέχρις 700 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ τοῦτο ὑπὸ πλήρως ὁμαλὰς πολιτικὰς συνθήκας. Διότι αἱ ἀνώμαλοι πολιτικαὶ συνθῆκαι, ἃς πᾶς βεβαίως ἀπεύχεται καὶ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων δυνατὸν ἐκ τῆς ἰδίας ὑμῶν θελήσεως νὰ ἀποτρέψωμεν, οὐχὶ μόνον θὰ φέρωσι μείζονας ὑποχρεώσεις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἡμῶν χρέος, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ φέρωσι καὶ ὀλιγωτέραν ἀπόδοσιν τῶν φορολογιῶν. Ἀλλὰ μένω εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Δι’ ὅσα εἶπον, κύριοι βουλευταί, ἐπιστοποίησα τὸ προβλεπόμενον ἔλλειμμα. Τοῦτο δὲ ἔχει ἐπιρροήν, διότι συνδέεται μὲ τὴν ὅλην δανειακὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ὅλη δανειακὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοῦτο ἀπέβλεψεν, ὅπως ἐπιφέρῃ πλήρη οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν οὐχὶ μόνον τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐγγὺς μέλλοντος. Καὶ ἐρωτῶ ἂν μετὰ δύο τριμηνίας θὰ χρειασθῶμεν 2,000,000 λίρας διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς τότε τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἅτινα 2,000,000 προστίθενται εἰς τὸ κατὰ μετριώτερον ὑπολογισμὸν ὑπολογισθὲν ἔλλειμμα 3,000,000 λιρῶν ἐκ τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, σᾶς ἐρωτῶ, λέγω, κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιτυχὲς τὸ σχέδιον τοῦτο τῆς δανειακῆς πολιτικῆς, ὅταν ζητῶμεν ὀλιγώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα χρειαζόμεθα διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων; Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν στρέφομαι κατὰ τῆς δανειακῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως μόνον διότι δὲν προέβλεψε καὶ διότι δὲν ὑπελόγισε καὶ τὸ πιθανὸν ἔλλειμμα τῆς τρεχούσης χρήσεως. Στρέφομαι κατὰ τῆς δανειακῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐντελῶς ἀντιδημοσιονομικῆς. Διότι, ἐνῷ ἐπηγγέλθη ὅτι διὰ τῆς δανειακῆς πολιτικῆς θέλει ἐκκαθαρίσει τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος καὶ θέλει παράσχει ἰσοσκέλισιν τῶν τακτικῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους, παρέλειψεν ὅλα, τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, παρέλειψε τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἶναι ὄχι μόνον ὀρθόν, ἀλλ’ ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον διὰ νὰ μὴ καμφθῇ ἡ φορολογικὴ ἀντοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον νὰ καταβληθῶσιν ἐξ ἐκτάκτων πόρων τοῦ Κράτους. Καὶ ἐξηγοῦμαι, διότι δὲν κάμνω λεπτομερῆ ἀγόρευσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ μὲ συγχωρέσουν, ἂν παρέλειψα οὐσιῶδες κονδύλιον ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων τούτων ἐξόδων. Ὁλόκληρον τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ ἐξ ἐκτάκτων πόρων τοῦ Κράτους καὶ ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν δάνειον, διότι τὸ χρέος τοῦτο τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀποτελεῖ ἔκτακτον ἔξοδον τοῦ Κράτους, γενόμενον πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ ἀπολύτως ἄδικον, ἀλλὰ καὶ ἀντεδείκνυται διὰ τὴν φορολογικὴν ἀντοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, εἶναι, λέγω, ἀπολύτως ἄδικον αἱ ἔκτακτοι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους νὰ καταβάλλωνται ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰς ἐκτάκτους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους παντοῦ ἀπὸ πᾶν σύστημα καταβάλλουν πάντοτε τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Κράτους, τοιαῦτα δὲ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Κράτους προφανῶς καὶ κυρίως εἶναι τὰ δάνεια. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν τὰ 180,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξ ὑπολοίπων λογαριασμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρωθῶσι διὰ τοῦ δανείου, ἑπομένως ἔπρεπε καὶ αὐτὰ νὰ ὑπολογισθῶσιν ἐν τῷ ποσῷ τοῦ μέλλοντος νὰ ζητηθῇ δανείου. Πλὴν τοῦ ποσοῦ τούτου ἔχομεν τὰ 250,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα καταβάλλομεν ὡς χορηγίαν εἰς τοὺς κρατικοὺς σιδηροδρόμους διὰ τὸ αἶσχος ἐκεῖνο τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς οὔτε κἂν ἠξίωσεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις νὰ θίξῃ. Καταβάλλομεν, λέγω, ὡς ἔκτακτον ἔξοδον 250,000,000 δραχμῶν διὰ τὰ δάνεια πρὸς τὸν Βελγικὸν ὅμιλον. Εἶναι δὲ ἐντελῶς περιττὸν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, νὰ ἀποδείξω πόσον ὀλεθρία καὶ ἐναντία πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπῆρξεν ἡ σύμβασις αὕτη. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ἐπιδιώξει τὴν ματαίωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης, ἦτο ἀπολύτως ὀρθὸν καὶ δίκαιον καὶ τὰ κονδύλια ταῦτα, ἐφόσον πρόκειται νὰ βαρύνωσι μόνον πέντε ἢ ἓξ Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, νὰ καλυφθῶσι δι’ ἐκτάκτων πόρων τοῦ Κράτους, διὰ δανείων. Ἔχομεν ἐπίσης, κύριοι, ὅλον τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν τῶν 200,000,000 δραχμῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ ἐκτάκτῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν 200,000,000 τῶν καταβαλλομένων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς ἐγγύησις διὰ τὰς μετοχὰς τῶν ἀνταλλαξίμων. Ὑπῆρξεν ἔκτακτος ἀνάγκη τῆς Ἑλλάδος νὰ προβῇ εἰς τὰς θυσίας ταύτας τὰς δικαίως ὀφειλομένας πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς πρόσφυγας. Ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως ἄδικον τὸ βάρος τοῦτο τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ φέρῃ μόνον ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἦτο ὀρθόν, ἦτο δίκαιον καὶ ἦτο ἀμέσως ἐφαρμόσιμον νὰ ὑπολογισθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δι’ ἐκτάκτων πόρων τοῦ Κράτους, διὰ δανείου, θὰ ἠδύναντο νὰ καταβληθοῦν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς ἕτερα κονδύλια τοῦ ἀποθεματικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποθεματικοῦ δὲν πληρώνονται μόνον ὑποχρεώσεις τῆς παρούσης, ἀλλὰ καὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ κονδυλίου τούτου ἀποτελεῖ ἀνάγκας παρελθούσας, τῶν ὁποίων τὴν ἐκκαθάρισιν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιδιώξωμεν. Ὅταν λάβητε, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1926 μέχρι 1927 κατέλιπεν οἰκονομικὸν ἔλλειμμα τὸ ποσὸν τῶν 550,000,000 δραχμῶν—λέγω δὲ οἰκονομικὸν ἔλλειμμα, ὄχι τὴν ἀπόστασιν ἐν γένει τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐν τῷ συνόλῳ, τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἀλλὰ τὴν ἀπόστασιν τῶν τακτικῶν ἐξόδων ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔσοδα—ὅταν, λέγω, λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν τοὐλάχιστον, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσα, ἀναφέρεται εἰς ἐκτάκτους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὰς ὁποίας ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα δανειακὴν πολιτικήν, εἶχεν ὑποχρέωσιν χάριν τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως νὰ καθορίσῃ, εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ συνδυάσῃ τὴν δανειακὴν πολιτικὴν πρὸς τὴν ἐπαχθεστάτην φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν δανειακὴν πολιτικὴν ἐν πλήρει αὐτῆς τῇ εὐρύτητι καὶ νὰ καλύψῃ διὰ τῆς μεθόδου ταύτης τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐκπληροῦσα κατὰ μέγα μέρος αὐτὰς καὶ παραπέμπουσα ἴσως ἐλάχιστον μόνον μέρος εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ τοιουτοτρόπως τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιορισθῇ εἰς 50,000,000 δραχμῶν, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀναποτρέπτως δι’ οἰκονομιῶν καὶ μόνον δι’ οἰκονομιῶν. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καθώριζεν ἐπαρκῶς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἐγκριθῇ παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν πρὸς κάλυψιν ὅλων τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν ἐκτάκτων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἤθελε δὲ ἐξ ἑτέρου προβῆ εἰς οἰκονομίας 500 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, οὐδεμία φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις θὰ ἐπεβάλλετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, συγχρόνως δὲ θὰ ἐξυγιαίνετο καὶ ὁλόκληρος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις προετίμησε, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, ἠμπορῶ νὰ εἴπω τὴν μέσην πολιτικήν, νὰ δανεισθῇ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἴσως τοῖς προσεφέροντο, ἴσως ἐνόμισε κατορθωτά, νὰ ζητήσῃ προχείρως τὰ ποσὰ μόνον ἐκεῖνα καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπιβάλῃ τὰς σήμερον ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς τρόπον ὥστε καὶ οἱ φόροι οὗτοι νὰ ἐπιβληθοῦν καὶ μετ’ ὀλίγους μῆνας νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν σημερινήν. Τὴν τοιαύτην πολιτικήν, κύριοι, μοὶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐγκρίνω, διότι εἶναι πολιτικὴ ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν σώζει, ἀλλὰ τοὐναντίον χειροτερεύει ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν, ἠκολούθησεν ὀρθὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν; Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑποστηρίζω ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσι πολὺ σπουδαιότεραι οἰκονομίαι καὶ ἰδίως εἰς τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, διότι ὁ λόγος τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι ὡς ἔχει σήμερον ἡ σύνθεσις τοῦ Στρατοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν μεγαλύτεραι οἰκονομίαι, ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι λόγος ἀποχρῶν δι’ Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, διὰ μίαν Κυβέρνησιν ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνησπίσθησαν ὅλαι αἱ πολιτικαὶ ἀποχρώσεις τοῦ Τόπου, δὲν ἦτο, λέγω, λόγος ἀποχρῶν διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τελείαν ἀναδιοργάνωσιν ἐπὶ καλυτέρων βάσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ τοιουτοτρόπως ἐπιτύχωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ἐλάττωσιν τῆς στρατιωτικῆς θητείας εἰς ἓν καὶ μόνον ἔτος. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν ἐπραγματοποίησε καμμίαν μέχρι σήμερον οἰκονομίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ εἰς ὡρισμένας κεντρικὰς ὑπηρεσίας ηὔξησε τὰ ἔξοδα, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἐφόσον δὲν ἐπραγματοποίησε μέχρι σήμερον οἰκονομίας, ἦτο φυσικὸν ἀκολουθοῦσα τὴν κακὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν νὰ ζητήσῃ ὄχι μόνον 500,000,000 δραχμῶν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ ἄνω τῶν 1300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ χείριστον πάντων, κύριοι, εἶναι ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε κατὰ τὸν πλέον ἀντιδημοσιονομικὸν τρόπον. Ἔχω βαθυτάτην, ἂς μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ, ὑπόληψιν καὶ πρὸς τὰς ἀρτίας οἰκονομικὰς γνώσεις καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι εἰς ἐποχὴν ἀναδιοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις παρέλαβε τὴν Ἑλλάδα ἄπορον ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν διαμαχῶν καὶ τῆς καταλυθείσης δικτατορίας, ἡ Κυβέρνησις ἡ Οἰκουμενικὴ κατώρθωσε νὰ ἐφεύρῃ τὸ ἀντιδημοσιονομικώτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε ποτὲ ἐν τῇ πράξει τῶν Ἐθνῶν. Ἠκολούθησεν εἰς γενικὰς γραμμὰς τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, διότι διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ηὔξησε τοὺς ὑφισταμένους φόρους κατὰ 400,000,000 δραχμῶν, κατὰ 10%, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ τοιοῦτον ἐπιτείνει ἔτι μᾶλλον τὴν φορολογικὴν ἀνισότητα, ὅτι διὰ τοῦ ποσοστοῦ τούτου αἱ μὲν λαϊκαὶ τάξεις, αἱ ἀπορώτεραι, θὰ ἐθίγοντο βαθύτερον καὶ ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦτο δι’ ἄλλας τάξεις μὴ πληττομένας ἐπαρκῶς, εἶναι ἐλάχιστον. Διότι, κύριοι, εἰς ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία νὰ πλήξῃ ἐξ ἴσου τὰς στοιχειώδεις ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν «τοῦ ἄρτου τοῦ Λαοῦ», διότι εἶναι ἐξηντλημένη λίαν ἡ φράσις αὐτή, τὰς στοιχειώδεις ἀνάγκας διὰ τοῦ αὐτοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ, δι’ οὗ ἔπληττε καὶ τὰς ἄλλας. Θὰ μοὶ ἀντείπῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὅτι, ἐφόσον τὸ Κράτος εἶχεν ἀνάγκην τῶν 400,000,000 δραχμῶν, ταμιευτικοὶ λόγοι ὑπηγόρευον τὴν τοιαύτην φορολογίαν, ἀλλ’ ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅτι ὑπῆρχον ἄλλοι φόροι δυνάμενοι ἐκ τῆς ἐμμέσου φορολογίας νὰ ἀποδώσωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ φόρος οὗτος θὰ ἀποδώσῃ. Μοὶ εἶναι ἀκατανόητον, κύριοι, διατί δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ πανταχοῦ ἐφαρμοσθεὶς φόρος ἐπὶ τοῦ κύκλου ἐργασιῶν. Μοὶ εἶναι ἀκατανόητον διατί δὲν ἐφαρμόζεται ὁ ἐψηφισμένος οὗτος νόμος, ὁ ὁποῖος βαρύνει τὴν κατανάλωσιν, ἀλλὰ βαρύνει δικαιότερον, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῶσι τὰ φορολογικὰ ποσοστὰ διὰ διαβαθμίσεως τῶν πληττομένων εἰδῶν. Γνωρίζω τὴν ἀντίρρησιν ὅτι ὑφίσταται οἰκονομικὴ κρίσις, ὅτι πάσχει τὸ ἐμπόριον. Ἀλλ’ ἂν ἀληθεύῃ τοῦτο, ἔχω νὰ ἀντείπω ὅτι ἂν πάσχῃ τὸ ἐμπόριον, πάσχει ἀκόμη δεινότερον ὁ πληττόμενος Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ὁ μὴ δυνάμενος νὰ διαμαρτυρηθῇ. Μοὶ εἶναι ἀκατανόητον, κύριοι, πῶς ὑπεβλήθη ἡ ἀντιδημοσιονομικὴ φορολογία τῶν 400,000,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀκατανόητον ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προσέτρεξεν εἰς τὸ ἀναχρονιστικὸν σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀκαθαρίστων προσόδων τῆς παραγωγῆς, τὸν φόρον τῆς δεκάτης. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν ὅτι οἱ περισσότεροι πρέπει νὰ μένουν ἀφορολόγητοι. Ἑπομένως πολὺ ἀπέχω ἀπὸ τοῦ νὰ πρεσβεύω ὅτι ὁλόκληρος ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος ὁ παράγων τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ὅτι ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς οὗτος ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀφορολόγητος, καθ’ ἣν στιγμὴν βαρυτάτη ὑπάρχει φορολογία ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων κοινωνικῶν τάξεων. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ δευτέρου τούτου σημείου μέχρι τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ὑπάρχει, κύριοι, μεγίστη ἀπόστασις. Διὰ τὸν φόρον τοῦτον τοσάκις ἐπανελήφθησαν τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, ὅτι φορολογεῖται ἀνίσως ὁ ἀσθενέστερος ἀπέναντι τοῦ ἰσχυροτέρου, ἐπίσης δὲ φορολογεῖται ἀνίσως ὁ παράγων εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἐπικρατείας. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ δεχθῇ ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τόσους φόρους καὶ ἀκόμη καὶ τὴν φορολογίαν τοῦ σπόρου, κατὰ λόγον ἀντίστροφον πρὸς τὴν ποσότητα τοῦ παραγομένου εἴδους. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δικαίως ὑποστηρίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητοι ὅλοι οἱ γεωργοὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δύναται νὰ συμβουλευθῇ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐμπειρογνωμόνων καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἀντλήσῃ τὸ καταλληλότερον σύστημα φορολογίας τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, διότι ὡς προτείνεται τὸ σύστημα τοῦτο, συνδυαζόμενον πρὸς τὸ διανεμητέον σύστημα κατὰ κοινότητας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς τρωτῆς παραγωγῆς, τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐξευρισκομένης κατὰ τόπους παραγωγῆς καὶ τεκμήρια, θὰ ἦτο δυνατὸν ὄχι μόνον νὰ μὴ φορολογηθῇ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος, ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαβαθμηθῇ καὶ ἡ φορολογία προοδευτικῶς, διότι δι’ ἐμέ, κύριοι, τὰ παράπονα τοῦ Ἕλληνος μικροῦ καλλιεργητοῦ εἶναι ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν φορολογία, καίτοι εἶμαι ἀπολύτως τῆς γνώμης ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ καὶ ὁ γεωργὸς κάτι τι, τὰ παράπονα, λέγω, τοῦ μικροῦ καλλιεργητοῦ, ἀποζῶντος ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτοῦ καὶ σπείροντος τρία ἢ πέντε ἢ δέκα στρέμματα διὰ νὰ ἀποζήσῃ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του καταβάλλοντες ὅλην τὴν παραγωγικότητα τῶν μελῶν αὐτῆς, αὐτὰ τὰ παράπονα τῆς οἰκογενείας τοῦ γεωργοῦ, ἐφόσον πρόκειται περὶ στοιχειώδους ἐκπληρώσεως τῆς πρώτης ἀνάγκης αὐτῶν, εἶναι ἐν ἑνὶ μέτρῳ ἀπολύτως δικαιολογημένα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δικαιολογημένα τὰ παράπονα τῶν μεγαλυτέρων καλλιεργητῶν, οἱ ὁποῖοι προσεκόμισαν μέγιστα κέρδη ἐκ τῆς ὅλης καταστάσεως καὶ τὰ ὁποῖα κέρδη ἐν τῷ κοινωνικῷ συμφέροντι δικαιοῦται κατὰ μέγα μέρος νὰ νεμηθῇ τὸ Κράτος, ἂν εἰσήγετο ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου, κατὰ κοινότητας τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐξευρισκομένης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρὰ τίνος;
§60Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Παρὰ τῶν κοινοτήτων. Τὸ Δημόσιον θὰ εὑρίσκῃ τὴν πρόσοδον κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαμερισμάτων τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως τὸ λέγει καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἐμπειρογνωμόνων, ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ μέσου ὅρου τῆς γῆς καὶ τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, θὰ κατελογίζετο ὡρισμένον ποσὸν εἰς τὰς κοινότητας, τὸ ὁποῖον αὐταὶ θὰ εἰσέπραττον. Οὗτοι, κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ὁλόκληρον τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένον, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἡ δανειακὴ πολιτικὴ καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι παραχωρεῖται εἰς ἡμᾶς τὸ δάνειον τοῦτο. Ἡ δανειακὴ πολιτικὴ αὐτῆς δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐξαρκέσῃ πρὸς ἐξυγίανσιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ παρελθόντος. Ἔχων ταύτην τὴν γνώμην, κύριοι, ὀφείλω νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τοῦ ἑτέρου μέρους τοῦ προγράμματος τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Ὅταν, κύριον, εὑρισκόμεθα πρὸ τοιαύτης βεβαίως καταστάσεως μὴ ἐξυγιάνσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ὁρίζοντος τοῦ παρελθόντος καὶ μὴ ἀσφαλοῦς προβλέψεως διὰ τὸ μέλλον, πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ τοιαύτας ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας καὶ τοιαύτην ἐξωτερικὴν κατάστασιν νὰ σταθεροποιήσωμεν διὰ νόμου τὴν δραχμήν; Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διότι ἐν μέρει εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτόν, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἐσωτερικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς ἀποτελεῖ δεινὸν διὰ τὸν Τόπον.
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι δεινόν. Θὰ ἐπιφέρῃ ἀνωμαλίας προσκαίρους.
§62Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἔστω καὶ προσκαίρους. Θὰ εἶναι μία βλάβη, ἐνῷ ἐγὼ δὲν τὴν θεωρῶ βλάβην.
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι βλάβη. Μία πρόσκαιρος ἀνωμαλία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν.
§64Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀλλ’ ἀντιτίθεμαι κυρίως κατὰ τῆς διὰ νόμου σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς, διότι δὲν θεωρῶ ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὸ νόμισμα ἡμῶν ἐκτὸς τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν σταθεροποιοῦντες αὐτό, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν νομίζω ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἐξυγίανσις ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης εἰς τὸν Τόπον. Ἂν ἐνόμιζον ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβῇ ἓν ἐκ τῶν δύο, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἠδυνάμεθα διὰ τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ νομίσματος ἡμῶν νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα εἰς τὴν Χώραν ἢ ἂν ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ νόμισμα ἡμῶν νὰ τεθῇ ἐκτὸς τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, θὰ ἤμην ἀσφαλῶς ὑπὲρ τῆς ἀμέσου διὰ νόμου σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς, διότι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀνυπολόγιστα τὰ εὐεργετήματα μιᾶς τοιαύτης σταθεροποιήσεως, ἀλλ’ ἀποβλέπων εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπετυγχάνετο τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον καὶ πιστεύων τοῦτο, ὡς ἀνέπτυξα, ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω προβλέπων μεγάλα δεινὰ τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως, διότι ἀφοῦ ἐπί τινα καιρὸν προσαρμοσθῇ μετὰ μεγίστων δυσχερειῶν ἡ ὅλη οἰκονομικὴ ζωὴ πρὸς τὸ νέον νόμισμα, οἱαδήποτε οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτρέψῃ ἡ σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς καὶ ἡ ὁποία πολιτικὴ ἀνωμαλία ἀναμφισβητήτως θὰ πλήξῃ πάλιν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν νόμισμα, θὰ φέρῃ νέας ἀνωμαλίας εἰς τὸν Τόπον. Διατί λοιπόν, κύριοι, εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη νὰ σταθεροποιήσωμεν σήμερον διὰ νόμου τὴν δραχμήν; Δὲν θὰ εἶναι ἀρκετὸν ἵνα πορευώμεθα ἐν ὁμαλότητι οἰκονομικῇ, νὰ καταβάλωμεν ὅλας μας τὰς δυνάμεις ὅπως ἐπιφέρωμεν ἰσοσκέλισιν Προϋπολογισμοῦ, διὰ τῆς ἀστυνομικῆς δὲ δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ τὸ Κράτος τρόπον τινὰ ἐπὶ τοῦ νομίσματος καὶ ἐπὶ τῶν ἀποτόμων διακυμάνσεων τῶν νομισματικῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται de facto σταθεροποίησις, μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ἀσφαλῶς νὰ δυνάμεθα μετά τινα χρόνον νὰ κάμωμεν καὶ τὴν λεγομένην νόμιμον σταθεροποίησιν; Εἶναι τόσον ἁπλᾶ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά, εἶναι τόσον εἰς ὅλους ἡμᾶς βαθεῖα ἡ συναίσθησις ὅτι ἀκόμη τίποτε δὲν ἐξησφαλίσθη τὸ ἀσφαλὲς διὰ τὴν Χώραν ταύτην, βαθεῖα ἡ συνείδησις ὅτι τίποτε τὸ ἀσφαλὲς οἰκονομικῶς δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ Χώρᾳ ταύτῃ, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι θὰ διστάσητε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἡ νόμιμος σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς ἐνῷ οὐδεμίαν εἶναι δυνατὸν σημαντικὸν νὰ φέρῃ πρόσκαιρον ὠφέλειαν, εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ φέρῃ ἀνατροπὴν ὅλων τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν νομισματικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίον τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον διεφώνησεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, τῶν καλυμμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὰ καλύμματα ταῦτα ἀνήκουν κατὰ κυριότητα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἀφωρίσθησαν πρὸς ὡρισμένον κρατικὸν σκοπὸν καὶ ὅτι τούτου ἕνεκα τὸ Κράτος, καθ’ ὃν τρόπον ἠδυνήθην καὶ ἐδικαιώθη νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν περιουσιακῶν σχέσεων ὅλων τῶν ἀτόμων, ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα, χωρὶς νὰ στερήσῃ τῆς κυριότητος τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων συμφώνως πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον. Εἶναι τόσον τὸ πρᾶγμα ἐξυπακουόμενον ὥστε διστάζω νὰ παραδεχθῶ ὅτι τοῦτο ὑπῆρξεν ὁ λόγος τῆς διασπάσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἦτο δι’ ἐμέ—καὶ τοῦτο ἀφορᾷ ὅλους τοὺς συμμετασχόντας εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην—λυπηρὸν διὰ τὸν ὅλον πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, ἂν Κυβέρνησις ἑνωθεῖσα διὰ τῆς συμπράξεως ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων τῆς Χώρας, ἡ ὁποία εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ σπουδαιότατα ζητήματα, κατέληγε νὰ διαλυθῇ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ ἀντίθετος λύσις τοῦ ὁποίου δὲν ἀντέχει εἰς τὴν κοινὴν λογικήν. Θὰ ἦτο, λέγω, λυπηρὸν διὰ τὸν ὅλον πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, ἂν τοῦτο κυρίως καὶ μόνον ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία τῶν συμπραξάντων ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει κομμάτων, διότι εἴτε κατὰ κυριότητα ἀνήκουσι τὰ καλύμματα ταῦτα, εἴτε εἰς τὸ Κοινόν, εἴτε εἰς τὴν μέλλουσαν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἓν μόνον εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν αὑτοῦ πρὸς ἐξυγίανσιν τοῦ νομίσματος ἔχει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναποτρέπτως τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ ὑπάρχοντος μεγάλου ἐθνικοῦ ἱδρύματος καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ μέλλοντος νὰ ἱδρυθῇ ἱδρύματος. Ἂν εἰς τοιαύτην ἁπλῆν ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμονοήσῃ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας, ἂν τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι εἶχεν ἀκόμη νὰ ἐπιτελέσῃ ἐματαιώθη διότι δὲν ἐλύθη κατὰ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον, τὸ παρεπόμενον τοῦτο ζήτημα, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὐδεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ εἴτε καταστροφὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἴτε μείωσιν τῆς μεγάλης Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, τότε τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο λυπηρὸν διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, τοὐλάχιστον ἔχω τὴν γνώμην ταύτην, ἀσυναισθήτως ἴσως, ὅτι τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως βαθύτεραι, ριζικώτεραι διαφωνίαι προεκάλεσαν. Ἤδη ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν συνέστησε νὰ προσέξῃ κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἐγγείου φορολογίας τῆς δεκάτης. Τὸ τοιοῦτον, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀπετέλει μὴ κατ’ ἀρχὴν ἔγκρισιν τῆς τοιαύτης φορολογίας.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε μοὶ συνέστησε;
§66Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι σᾶς συνέστησε. Πότε σᾶς συνέστησεν, αὐτὸ εἶναι λογαριασμὸς ἰδικός σας καὶ τοῦ κ. Τσαλδάρη.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε μοὶ συνέστησε;
§68Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω. Ἀποταθῆτε πρὸς τὸν κ. Τσαλδάρην.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπευθύνομαι δι’ ὑμῶν πρὸς τὸν κ. Τσαλδάρην, διότι ἐγὼ δὲν ἤκουσα ποτὲ ὅτι μοὶ ἀπηύθυνε συστάσεις περὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας.
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ ἐπιβληθεῖσα ἔγγειος φορολογία ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τὸν γεωργικὸν κόσμον καὶ συνέστησα εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν....
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε; Πρὸ τῆς ἐπιβολῆς;
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μετά.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ παρέχετε τὴν πληροφορίαν αὐτήν, δὲν θέλω νὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου μνήμης ὅπως ἀρνηθῶ τὴν ἀκρίβειαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορῶ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν εἶναι ὅτι πρώτην φορὰν ἤκουσα ὅτι εἴχετε ἐπιφυλάξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔγγειον φορολογίαν. Κατόπιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔγινε λόγος περὶ τῆς τροποποιήσεως τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ἔγινεν ἀπὸ κοινοῦ λόγος καὶ ἐγὼ συνεφώνησα ἀπολύτως. Οὐδέποτε ἠγέρθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου οἱαδήποτε ἀφορμὴ διαφωνίας μεταξὺ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἡμῶν. Οὐδέποτε.
§74Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἶπον ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ὡς ἔχει γίνει ἔχει πολλὰ σημεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων κινδυνεύει νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀνέφερα δὲ παραδειγματικῶς μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν φόρον τῆς ἐγγείου φορολογίας, διὰ τὸν ὁποῖον παρετηρήθη μία γενικὴ ἐξέγερσις τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Εἶπον ὅτι δὲν ἠδύνατο ἀπέναντι διαφόρων ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τῶν 8½ δισεκατομμυρίων, ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει ταύτην, νὰ ἐκτίθεται εἰς τὴν δυσφορίαν αὐτὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ προσέθεσα ἀκόμη ὅτι καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν δυσφορίαν αὐτὴν ἐσκέφθη ἤδη ὅτι πρέπει νὰ προτείνῃ τὴν μεταρρύθμισιν. Γʹ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδέποτε προέκυψεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ διαφωνία μετὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, οὔτε κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας, οὔτε κατὰ τὴν τροποποίησιν αὐτῆς. Ὁρίστε νὰ ἀνεύρητε ἄλλην ἀφορμὴν διαφωνίας.
§75Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνεῦρον ἄλλην ἀφορμὴν διαφωνίας, εἶπον ὅ,τι ἀντελήφθην κατὰ τὴν συζήτησιν.
§76Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἐπ’ αὐτοῦ διαφωνία.
§77Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἄν, κύριοι, δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος λόγος διαφωνίας διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην μου λύπην δι’ ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, ὁ ὁποῖος διεφώνησε διὰ τὰ καλύμματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅταν εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐνώπιον αὐτοῦ δυσεπίλυτα μεγάλα ἐσωτερικὰ ζητήματα, ὅταν ἡ Χώρα ἀναρχεῖται πολιτικῶς ἀκόμη, ὅταν κανὲν ἐκ τῶν μεγάλων ζητημάτων τῆς Χώρας ἐλύθη, ὅταν διὰ τῆς κοινῆς συνεργασίας τῶν κομμάτων δὲν κατωρθώθη νὰ γίνωσι περιστολαὶ δαπανῶν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅταν κανὲν ἐκ τῶν ἀπασχολούντων τὴν Χώραν ζητημάτων δὲν ἐλύθη καὶ ὅταν ἡ Χώρα—καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ εἴπω—διατελεῖ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς στρατοκρατίας.
§78Γ. ΜΟΔΗΣ. Πῶς διατελεῖ;
§79Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω ὅτι εἶναι λυπηρότατον διὰ τὴν Χώραν ἂν διὰ τὸν λόγον τοῦτον μόνον διεφώνησαν οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί. Διότι, ὅπως εἶπον, ἦτο ἀπολύτως ἐπιβαλλόμενον καὶ ἀπολύτως εὐχερὲς νὰ εὑρεθῇ λύσις σώζουσα τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἱδρυμάτων καὶ λύσις ἐξυπηρετοῦσα ἀμφότερα ταῦτα. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ τῆς διαφωνίας.
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄν ἐπροσέξατε εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, θὰ εἴχατε ἀκούσει ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων εἶχε περιέλθει τελευταίως ἐκτὸς τῆς διαφωνίας αὐτῆς εἰς κατάστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπετρέπετο ἡ πλήρης λειτουργία τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Ἐθεώρουν δὲ ὅτι ἐκ τῶν γενομένων προστριβῶν ἐθίγετο καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος.
§81Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἄλλα αἴτια, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἐξηγήσω περιπλέον ἀπὸ ὅ,τι ἐν τῇ δημοσιότητι καὶ ἐνταῦθα ὡμίλησα περὶ τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, καθόσον δὲν κρίνεται πλέον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπάρχουσα.
§83Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὡς μὴ Ὑπουργός, δὲν ἔχετε καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσητε, ἀλλ’ ὡς ἀρχηγὸς κόμματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρύψητε οἱονδήποτε λόγον, ὁ ὁποῖος ἐπέφερε τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζετε τὰς συμπαθείας μου πρὸς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἑπομένως θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶσθε ἐν πλήρει συνεπείᾳ πρὸς τὰ καθήκοντά σας ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ δώσω λόγον διατί δὲν θέλω νὰ εἶμαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ εἶχον νὰ δώσω λόγον, ἂν ἤμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δύναμαι νὰ ἐρωτηθῶ αὔριον ἀπὸ τὸν Λαὸν καὶ εἰς τὸν Λαὸν θὰ ἀπαντήσω.
§85Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀείποτε ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια, ὁσάκις ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινοβουλευτικῇ τακτικῇ δημιουργεῖται ὑπουργικὴ κρίσις, πρὸ παντὸς δὲν λαμβάνει γνῶσιν τῶν αἰτίων τῆς κρίσεως ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Λαοῦ, περὶ τῆς ὁποίας κύπτουν πάντες.
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι αἱ ὑπουργικαὶ κρίσεις ἐν τῇ ὁμαλῇ λειτουργίᾳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος γίνονται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει πλήρη γνῶσιν αὐτῆς. Ἐνταῦθα ὅμως εὑρισκόμεθα οὐχὶ ἐν ὁμαλότητι κοινοβουλευτικῇ, ἀλλ’ ἐν πλήρει κοινοβουλευτικῇ ἀνωμαλίᾳ.
§87Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατερχόμενος τοῦ βήματος κατέστη ἀλληλέγγυος μὲ τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ προσέθεσε συγχρόνως ὅτι αὕτη ἐξεπλήρωσε καθόσον ἠδύνατο καλύτερον τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐτὴν ἔργον.
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶσθε μακρὰν καὶ δὲν ἠκούσατε. Διότι εἶπον ὅτι λυποῦμαι πολὺ διότι μετέχων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, δὲν ἐξεπλήρωσεν αὕτη τὸ οὐσιωδέστατον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἦτο νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν Χώραν εἰς τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα. Καὶ καθόσον θὰ εἶμαι ὑπεύθυνος, φέρω τὴν εὐθύνην. Δὲν τὴν ἀρνοῦμαι. Ἀλλ’ εἶπον ἐπεξήγησα δὲ σαφῶς καὶ καθαρῶς εἰς τὸ τί συνίσταται ἡ ἀνωμαλία. Καὶ εἶπον ὅτι, καθόσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐπεβάλλετο, ἐξεπλήρωσα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ συνετέλει εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῆς ἀνωμαλίας. Ὡμίλησα τόσον σαφῶς, ὥστε, ἂν θέλατε νὰ μὲ προσέξητε, δὲν θὰ τὰ λέγατε αὐτά.
§89Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι, περαίνων τὸν λόγον μου συνιστῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς δανειακῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐνόμιζον ὅτι διὰ τοῦ συναπτομένου δανείου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καθορισθῇ καλῶς ὁ οἰκονομικὸς ὁρίζων τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ προβλεφθῶσι καλαὶ προβλέψεις διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἀλλ’ ἐντὸς πολὺ ὀλίγου καιροῦ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς πολὺ χειροτέραν θέσιν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, τῆς ὁποίας μεγάλως ἀναγνωρίζω τὴν συμβολὴν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης καὶ μεγάλως ἀναγνωρίζω τὴν ἀλληλεγγύην αὐτῆς, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει παρ’ αὐτῆς ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐξησφάλιζε τὴν ὅλην ἐκκαθάρισιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, δὲν θὰ εἶχον οὐδένα δισταγμόν, καίτοι δὲν εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ψηφίσω τὴν τοιαύτην δανειακὴν πολιτικήν, ἐφόσον ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ φέρῃ ἐκκαθάρισιν ὅλην τῆς καταστάσεως καὶ ἐφόσον διὰ τῆς ὀρθῆς δανειακῆς πολιτικῆς θὰ ἀπεφεύγετο ἡ ἐπαχθεστέρα φορολογία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται σήμερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἂν ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετέλθῃ δι’ οἱονδήποτε λόγον τὴν ὀρθὴν ταύτην δανειακὴν πολιτικήν, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς δημοσιονομικῆς πείρας καὶ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθοῦν τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς Τόπου, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δύναται μόνον νὰ λάβῃ τὸ ἐλάχιστον ποσόν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καταναλισκόμενον θὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς χειροτέραν θέσιν ἀμέσως; συμβουλεύω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπόσχῃ πάσης δανειακῆς πολιτικῆς. Ἀντὶ τῶν ἡμιμέτρων συμβουλεύω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Τόπου. Καὶ ὅπως ἡ Ἑλλὰς διεξήγαγεν ἐν πλήρει ἀξιοπρεπείᾳ τοσούτους πολέμους, ἄνευ σχεδὸν οὐδεμιᾶς δανειακῆς πολιτικῆς, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ἑλλὰς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πορευθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Μὴ μετέλθετε, κύριοι, σᾶς ἀποτρέπω μὲ ὅσην ἔχω δύναμιν, μὴ μετέλθετε τὸ ἡμίμετρον τῆς δανειακῆς πολιτικῆς, ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐξαρκέσῃ οὐδὲ εἰς αὐτὰ τὰ στοιχειώδη ἐλλείμματα τοῦ τρέχοντος ἔτους. Μὴ μετέλθετε δανειακὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία διὰ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν δὲν ἐξαρκεῖ νὰ πληρωθῶσι τὰ ὑπάρχοντα ἐλλείμματα, τὸ ὁποῖον φαίνεται διὰ μέσου τῶν γραμμῶν τῆς δημοσιονομικῆς ἐκθέσεως τῶν ξένων ἐμπειρογνωμόνων, δὲν ἐξαρκεῖ νὰ πληρωθῶσι τὰ ὑπάρχοντα ταμειακὰ ἐλλείμματα καὶ λοιπὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Μὴ μετέλθετε δανειακὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς φέρῃ, μετὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, εἰς νέον ἔλλειμμα καὶ εἰς νέαν οἰκονομικὴν περιπέτειαν. Νὰ μετέλθητε τὴν ὀρθὴν δανειακὴν πολιτικὴν τὴν δυναμένην νὰ ὑπολογίσῃ ὅλα ἐκεῖνα—καὶ εἶναι εὔκολον νὰ ὑπολογίσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποσά—τὰ ὁποῖα σᾶς χρειάζονται διὰ νὰ ἐξυγιάνῃ πραγματικῶς τὸ παρελθὸν καὶ θὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀμέσους ἀνάγκας. Μετέλθετε ταύτην, διότι εἶναι δίκαιον τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἕνεκα τῶν ὁποίων βαρύνεται δι’ 1,300,000,000 ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτοῦ, εἶναι δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον διὰ νὰ μὴ καταπαύσῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, εἶναι δίκαιον, λέγω, νὰ πληρωθῶσι δι’ ἐκτάκτων πόρων. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλωμεν δὲν εἶναι οὔτε τὸ ⅙ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖτε διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους νὰ πληρωθῶσιν, ὅσαι ἀξιώσεις ὑπάρχουσιν. Εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένη ἀπὸ δημοσιονομικῆς πολιτικῆς καὶ ἀσφαλῶς θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἀδιέξοδον, διότι ὄχι μόνον ὑπὸ ὁμαλὰς πολιτικὰς συνθήκας θὰ ἔχωμεν νέον ἔλλειμμα ἐντὸς 4 ἢ 5 μηνῶν δύο ἑκατομμύρια λιρῶν, ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθῶμεν οὐδ’ αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐκ τοῦ παρελθόντος νὰ ἐκπληρώσωμεν. Μετέλθετε τὴν ὀρθὴν δανειακὴν πολιτικὴν καὶ ἀπαλλάξατε τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅλου τοῦ ἐπιβαλλομένου ἄχθους τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσα. Ἂν δὲ ἀδυνατεῖτε νὰ ἐπιτύχητε τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἔχετε κάθε ὑποχρέωσιν στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς ἀμοιβαίοτητος τῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία ὑπάρχει—καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ—μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπόσχητε τοῦ τοιούτου δανείου. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐχάθη δημιουργήσασα τόσους πολέμους καὶ ἐξελθοῦσα μετὰ πάσης τιμῆς ἐξ ὅλων αὐτῶν, εἶναι τὸ μόνον τῶν Κρατῶν τὸ ὁποῖον ἐξεπλήρωσε μέχρι κεραίας τὰς οἰκονομικάς του ὑποχρεώσεις. Ἑπομένως δικαιοῦται νὰ προσέλθῃ καὶ νὰ διαπραγματευθῇ ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα χρειάζονται εἰς αὐτὸ διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἐξυγίανσιν. Ἂν προσκόψῃ ἡ διεθνὴς ἀλληλεγγύη, ἂν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν θέλῃ νὰ κάμῃ τὸ τοιοῦτον δάνειον, ἂν ἀδυνατῶμεν εἰς τὰς ἀγορὰς εἰς τὰς ὁποίας διαπραγματευόμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ τοιοῦτον δάνειον, ἡ Ἑλλὰς θὰ δυνηθῇ νὰ βαδίσῃ καὶ μόνον, ἀλλὰ πρέπει νὰ κάμῃ τὴν προειδοποίησιν ὅτι, ἂν ἀφεθῇ ἐγκαταλελειμμένη ἐν τῇ διεθνεῖ Κοινωνίᾳ, ἂν δὲν τῇ δοθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τῇ ἁρμόζουσι διὰ νὰ μετέλθῃ τὴν ὀρθὴν δανειακὴν πολιτικήν, ὅτι οἱ πόροι τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι καὶ ἀνεξάντλητοι. Πρέπει νὰ δηλωθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς μόνη ἐξ ὅλων ἴσως τῶν Κρατῶν ἐν τῇ μεταπολεμικῇ Εὐρώπῃ ἐξεπλήρωσε τελείως τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου τῆς ἐκπληρώσεως τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεων. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι προσερχόμενοι τοιουτοτρόπως εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, θὰ λάβωμεν ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον χρειάζεται διὰ νὰ ἐξυγιάνωμεν τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία ἀληθῶς παρέχει μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἡ ὁποία μετὰ τοιαύτης ἐπιτυχίας εἰργάσθη καὶ ἐργάζεται πρὸς οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν τῆς Εὐρώπης, εἶμαι βέβαιος, λέγω, ὅτι θὰ σᾶς παράσχῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον πρὸς ἄμεσον πληρωμὴν τόσων, τὰ ὁποῖα εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους συνήθως πληρώνομεν ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων. Ἀλλά, κύριοι, δὲν συντρέχει λόγος δίκαιος τῶν ἐκτάκτων τούτων βαρῶν, συντρέχει καὶ λόγος στοιχειώδους αὐτοσυντηρήσεως τοῦ Κράτους, διότι ὅλοι πρέπει νὰ γνωρίζετε—καὶ θὰ γνωρίζετε ἀσφαλῶς—ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἤρχισεν ἐξαντλουμένη. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀποβλέψητε εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1914 καὶ τοῦ 1919 διὰ νὰ ἴδητε ὅτι παρὰ τὸν διπλασιασμὸν τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας ἐν τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ, παρὰ τὸν διπλασιασμόν, λέγω τῶν ποσοστῶν ἐν τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ, ἡ φορολογικὴ ἀπόδοσις τῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι κάτω καὶ αὐτοῦ τοῦ τιμαρίθμου τοῦ συναλλάγματος. Διέθεσε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος 500,000,000 φρ. χρυσὰ κατὰ τὸ 1919 καὶ διεξῆγε τότε σκληροὺς πολέμους καὶ εἶναι φυσικὸν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν σκληρῶν τούτων πολέμων νὰ μειωθῇ ἡ φορολογικὴ ἀντοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ἐν τούτοις ἡ φορολογία ἀπὸ τοῦ 1919 σχεδὸν ἐτριπλασιάσθη, ἐπιβληθεῖσα ἀθρόως, αὐξανόμενα τὰ φορολογικὰ ποσοστὰ εἰς ὅλας τὰς φορολογίας, ἐπεβλήθη μέχρι σήμερον τὸ 40% ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς φορολογίας, εἶναι ἀπολύτως ἐξηκριβωμένον, δὲν γίνεται σήμερον συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ νὰ φέρωμεν ἐκτενεστέρας πληροφορίας, εἶναι ἀπολύτως ἐξηκριβωμένον, κύριοι, ὅτι τοὐλάχιστον ὑπερδιπλασιασμὸν τῶν φορολογικῶν βαρῶν ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1919. Ἔπρεπε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιβεβλημένων ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπιτεθῆ εἰς τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους, θὰ ἔπρεπε, λέγω, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ εἰσπράττῃ ποσὸν 15 καὶ 20 δισεκατομμυρίων καὶ ἐν τούτοις μόλις καὶ μετὰ βίας ἠδυνήθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ εἰσπράξῃ 7½ δισεκατομμύρια κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ἐκ τούτου πόσον ἔχει καμφθῆ ἤδη ἡ φορολογικὴ ἀντοχὴ τοῦ Λαοῦ. Δὲν λαμβάνετε τὰς ἀποδόσεις ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἐν ἀναλογίᾳ ἡ κατανάλωσις ἔχει μειωθῆ εἰς καταπληκτικὸν βαθμόν; Καὶ ἐρωτῶ· ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὐτή, ἂν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγκην τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους διπλασιάζωμεν τὰ φορολογικὰ ποσοστὰ καὶ παραθέτωμεν νέους φόρους ἐπὶ τῶν πόρων του, ποῦ ἐπὶ τέλους θὰ βαδίσωμεν; Πότε θὰ δοθῇ μετὰ τὸν τερματισμὸν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὸν τερματισμὸν τῶν ἀτυχιῶν ἡμῶν, πότε, λέγω, θὰ δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ ἀνακουφισθῇ ἐκ τῶν βαρῶν αὐτοῦ καὶ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν τῶν φορολογικῶν αὐτοῦ βαρῶν; Κυβερνήσεις διαδέχονται Κυβερνήσεις καὶ ἀμέσως ἐπιβάλουσι νέας φορολογίας. Οὐδεμία Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἐκτάσει. Ὅλαι προσπαθοῦσι νὰ διέρχωνται καὶ ἐπαυξάνωσι τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη πολιτικὴ ἔχει φέρει δυστυχῶς ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὅλοι ἠλπίσαμεν, ὅλοι οἱ πολεμήσαντες ἐναντίον τοῦ ἀνωμάλου πολιτικοῦ βίου, ἠλπίσαμεν ὅτι θὰ ἠδύνατο ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας διαχειριζόμενος τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ νὰ φέρῃ ἄμεσον ἀνακούφισιν εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ τοιαύτη ἀνακούφισις τοῦ Λαοῦ δὲν ἐπῆλθεν. Ὄχι μόνον δὲν ἐπῆλθε τοιαύτη ἀνακούφισις, ἀλλὰ συνέπεσεν ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς Χώρας διὰ νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἐκ τῶν προτέρων ἐξαγγελλομένην δημοσιολογικήν των, νὰ ἐπιβάλουν 1½ δισεκατομμύριον φόρους. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι δειναί, εἶναι κρισιμώταται. Καὶ δὲν εἶναι μόνον κρισιμώταται διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, ἀλλ’ εἶναι κρίσιμοι διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν εὐκαιρίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπω, ἤρχισεν, ἀνεξαρτήτως κοινωνικῶν τάξεων, νὰ πεινᾷ, εὑρίσκεται εἰς μεγίστην ἀνησυχίαν καὶ ἐνῷ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀνησυχίαν, ὁ πολιτικὸς κόσμος συνήθισεν, ἀντὶ νὰ φέρῃ αὐτὸν πρὸς τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα, νὰ ζητῇ δισεκατομμύρια πρὸς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων. Κύριοι εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ αἰσθανθῇ διὰ τὸν πολιτικὸν τοῦτον κόσμον; Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ φορολογία ἦτο βαρεῖα. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη πρὸ δυσχερειῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων δὲν εὑρίσκεται συνήθως μία οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐπετέλεσε τὸ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καθῆκόν της. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διέψευσε τὰς προσπαθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὰς διέψευσε δὲ κατὰ τὸν οἰκτρότατον τρόπον, διότι οὐδὲν ἐκ τῶν μεγάλων ἐσωτερικῶν ζητημάτων ἐλύθη. Αὐτὴ ἡ διάλυσις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει τὴν ἐσωτερικῶς ἐκτάκτως ἀνώμαλον κατάστασιν. Ἀλλὰ καὶ ὄχι μόνον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ λύσῃ ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ συγχρόνως περιέπλεξε κατ’ ἀφόρητον τρόπον καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Χώρας. Ὅταν, κύριοι, ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε 1500 ἑκατομμύρια νέους φόρους, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὁ Λαὸς εἶναι πρόβλημα ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ δώσῃ, ἂν θὰ ἀνθέξῃ ἡ δύναμις αὐτοῦ, θὰ εἶναι ζήτημα, ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθοῦν οἱ φόροι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπόσχεται ὁ Προϋπολογισμός. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ὅτι δὲν ἐλύθησαν τὰ μεγάλα οἰκονομικὰ ζητήματα, συγχρόνως διῳκήσαμεν τὴν Ἑλλάδα κατὰ τρόπον προάγοντα καὶ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴν ἀνωμαλίαν. Αἱ πράξεις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ κρατικῆς ἀπόψεως ὑπῆρξαν τοιαῦται, ὥστε οὐδόλως ἐξυπηρετήθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Λαοῦ. Τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως κατετρίβουν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα εἰς μικρὰς ἔριδας. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, κύριοι, δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὰς ἔριδας ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θέλει ἐργασίαν. Ἀντὶ ἐργασίας ὅμως ἐπηκολούθησε πλήρης ἀναρχία. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἤθελε τὴν σύμπνοιαν τῶν κομμάτων, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τῆς τοιαύτης πάλιν συμπνοίας, ὑπῆρξε συνεχῶς ὑπονόμευσις τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ταύτην κομμάτων. Τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχε σημασίαν ἂν τοιαύτη Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν ὑπενόμευεν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ συνεχίσατε τοὐλάχιστον οἱ ἀπολειπόμενοι ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει καλύτερον τὸ ἔργον σας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐπειδὴ τὴν βάσιν τοῦ ἔργου τὴν ἐθέσατε τόσον κακά, νὰ σᾶς ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου. (Χειροκροτήματα).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 11ην μ. μ.
(Ὥρα 10.15′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.55′ μ. μ.)
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§92Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὴν μορφὴν συγκεκριμένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ σημείου δηλαδὴ ἐκείνου τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν θὰ πραγματοποιήσῃ, θὰ ἐργασθῇ διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Τοῦτο εἶναι πολὺ φυσικὸν δεδομένου ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα εἶναι τὸ κυριώτερον, τὸ θεμελιῶδες πρόβλημα, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖον περιστρέφονται ὅλοι οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ κοινωνικοὶ ἀγῶνες τῆς τελευταίας περιόδου. Καὶ συνεπῶς ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξῃ κάθε κόμμα τῆς ἀστικῆς τάξεως ἢ κόμμα τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ τοῦ τρόπου τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τῆς Χώρας, καθορίζει εἰς τὸ κόμμα αὐτὸ ὡς κόμμα αὐτῆς ἢ ἐκείνης τῆς κατηγορίας τοῦ πληθυσμοῦ, αὐτῆς ἢ ἐκείνης τῆς τάξεως τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς προβλήματος, χωρὶς προηγουμένως νὰ γίνῃ συνοπτικὴ ἔστω ἐξέτασις καὶ ἀνάλυσις τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς νέας Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον, ὅπως αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις εἶπε, δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ τὸ παλαιὸν πρόγραμμα, τὸ πρόγραμμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς ταυτοχρόνως νὰ ἐξετασθῇ πῶς συνέβη νὰ διαλυθῇ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἦτο μία ἐξαιρετικὴ πολιτικὴ κατάστασις, μία Κυβέρνησις τοῦ συνασπισμοῦ τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν τῆς Ἑλληνικῆς κεφαλαιοκρατίας, μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία συνήνωσε πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἠγωνίζοντο τὰ μὲν ἐναντίον τῶν δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τῆς Χώρας. Ἡ συνοπτικὴ ἐξιστόρησις τοῦ ἔργου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὀκταμήνου παραμονῆς εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἄγῃ εἰς συμπεράσματα εὐνοϊκὰ διὰ τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Κατὰ τὸ ὀκτάμηνον διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησε, κατεῖχε τὴν Ἐξουσίαν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ συνασπισμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων τῆς ἀστικῆς τάξεως, ἀπεδείχθη πρῶτον ἡ ὀρθότης τῆς κομμουνιστικῆς ἀντιλήψεως ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀστικὸν χαρακτῆρα τῶν κομμάτων τῆς Ἑλληνικῆς κεφαλαιοκρατίας. Ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Λαοῦ ἡ ἐντύπωσις καὶ παραμένει ἴσως ἀκόμη εἰς ὡρισμένα λαϊκὰ στρώματα, ὅτι μεταξὺ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἢ μεταξὺ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὑπάρχουν οὐσιώδεις διαφοραί, διαφοραὶ ἀρχῶν, ὅτι τὰ κόμματα αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουσι διαφορετικὰς ἴσως τάξεις καὶ ὅτι τὰ προγράμματά των εἶναι προγράμματα ἐντελῶς διαφορετικὰ καὶ ἀντίθετα. Ὁ συνασπισμὸς ὅμως αὐτῶν, ἡ δημιουργία τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἀπέδειξεν ὅτι τὰ κόμματα αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συνεργασθῶσιν, ὅτι τὰ κόμματα αὐτὰ δὲν διαφέρουν εἰς ζητήματα ἀρχῶν καὶ ὅλα εἶναι κόμματα ἀστικά, ὅτι ὅλα συμφωνοῦν πρὸς τὴν σταθεροποίησιν τοῦ σημερινοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ συγκροτήματος τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὅλα εἶναι σύμφωνα ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν φορολογιῶν ἐπὶ τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ, ὅτι μὲ μίαν μόνην διαφωνίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διαφωνίαν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅλα εἶναι σύμφωνα ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν τῆς Χώρας, ὄχι εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ εἰς βάρος τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἐργατῶν καὶ διαφωνοῦσι μόνον μεταξὺ τῶν ἐπὶ ζητημάτων μὴ δυναμένων νὰ προσδώσωσιν εἰς τὰ κόμματα αὐτὰ χαρακτῆρα ταξικῆς ἀντιθέσεως. Ἕν γνώρισμα ταξικῆς ἀντιλήψεως κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησε τὴν Χώραν ἡ συνησπισμένη ἀστικὴ τάξις τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ὅτι ἔχομεν μίαν μεγάλην ὕψωσιν τοῦ τιμαρίθμου. Τοῦτο εἶναι γεγονὸς ἀνεξάρτητον τοῦ ἂν τὸ λέγῃ τὸ Ἑνιαῖον Μέτωπον ἢ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἢ ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἢ οἱ Βενιζελικοί. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ὕψωσις τιμαρίθμου τῆς ζωῆς, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις κατεπολέμησε τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἐπαγγελματιῶν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐτήρησε στάσιν ἐχθρικὴν πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοσυστηματικῶς τὰς ἐργατικὰς ἀπαιτήσεις καὶ ἀξιώσεις. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως κατεδιώχθησαν καὶ ἐξωρίσθησαν ἑκατοντάδες ἐργατῶν καὶ μάλιστα ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος ἐξεφράσθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τοῦ νόμου «περὶ ληστείας». Ὁ ἴδιος ἐξετόπισε περὶ τοὺς ἑκατὸν ἐργάτας. Εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔδειξεν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ κατὰ ἀναμφισβήτητον τρόπον τὸν χαρακτῆρά της ὡς Κυβερνήσεως προωρισμένης νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ καπιταλιστικὸν καθεστὼς τῆς Ἑλλάδος. Διότι τί ἄλλο εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς παρὰ αὐτὸ τὸ πρόβλημα κατὰ βάθος τῆς σταθεροποιήσεως αὐτοῦ τοῦ καθεστῶτος; Ἡ ἰσορρόπησις τοῦ νομίσματος εἶναι παράγων τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ καθεστῶτος, τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ ἀπὸ τῆς βιομηχανίας.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἀναμφισβήτητον εἶναι;
§94Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἀναμφισβήτητον, κύριοι, εἶναι ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἰς τὴν οὐσίαν ἡγεῖτο πάντοτε ἡ φιλελευθέρα ἀστικὴ παράταξις, ἠθέλησε συνεννοῦσα ὅλας τὰς πολιτικὰς ἀστικὰς τάξεις ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ ὅλων τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς κεφαλαιοκρατίας νὰ ἐπιτύχῃ μίαν σταθεροποίησιν τοῦ καθεστῶτος εἰς βάρος τῶν χωρικῶν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡμολόγησε πρὸ ὀλίγου τὴν βαρύτητα τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία ἐπεσωρεύθη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸν ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν. Τί ἄλλο εἶναι παρὰ σταθεροποίησις τοῦ καθεστῶτος εἰς βάρος τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ, ἀφοῦ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων ἀναγράφεται τὸ ποσὸν τῶν 25,000,000 ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ παρελθὸν ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ κονδύλιον αὐτὸ ἦτο μόνον 150,000 δραχμῶν; Οἱ δὲ ἄμεσοι φόροι αὐξάνουν; Μήπως ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν βιομηχάνων εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλαττώσεως τῶν κερδῶν τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Ὑπάρχει, κύριοι, μία ἔκθεσις τῆς Γενικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι καπιταλιστικὴ καὶ ἡ ὁποία λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βιομηχανικῶν κερδῶν εἰς μίαν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς καὶ τὰ προστατευτικὰ δασμολόγια συντελοῦν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς καὶ ἀποδεικνύουσιν ὡς μῦθον τὸ λεγόμενον ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ κεφάλαια ἐφυγαδεύθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει σταθερὰν κατεύθυνσιν εἰς ποίας κοινωνικὰς τάξεις πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῶσι διὰ νὰ στερεοποιηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἡ δραχμή. Τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν ἦσαν σύμφωνα εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ νομίζω ὅτι ὅταν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔκαμεν εἰσήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ εἰσήγησις ἐγένετο ἀπὸ ὅλην τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐδεμία ἀντίρρησις ἠγέρθη ἀπὸ κανὲν κόμμα καὶ ἰδίᾳ ἐκ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος διὰ κανὲν κονδύλιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὐδεμία ἐπίσημος ἀντίρρησις ἐξεδηλώθη ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα καὶ σκοπιμότητα τῆς ἐπιβολῆς τῆς Α ἢ Β φορολογίας. Συνεπῶς ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία εἶχε γενικὸν χαρακτῆρα καὶ ἡ ὁποία περιελάμβανε καὶ δανειακὸν χαρακτῆρα, ἔτυχε τῆς πλήρους ἐγκρίσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Νομίζω ὅτι ἦσαν παρόντες πολλοὶ βουλευταὶ καὶ νομίζω ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐγένετο ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, δὲν ἔχει δὲ οὐδεμίαν σχέσιν ἂν δὲν ἐψηφίσθη.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλαβε χώραν οὐδεμία ἐλάττωσις ἐπὶ τῶν κερδῶν, οὐδεμία ἀπολύτως, ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς προβλέψεως τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ ὑφισταμένου πόρου εἶναι ζήτημα ἁπλῆς ἐκτιμήσεως. Ἡ ἐλάττωσις ἐν σχέσει πρὸς τὸν περυσινὸν Προϋπολογισμὸν ἐπῆλθεν ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι πρὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐπεκταθέντος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος μέχρι 150,000 δραχμῶν, μοιραίως μία μεγάλη τάξις ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων ὑπεχρεώθη εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ ἑπομένως οὐδεμία καπιταλιστικὴ διάθεσις ὑπηγόρευσε τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένην φορολογίαν.
§96Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ποία λοιπὸν ἦτο ἡ ὀξεῖα αἰτία τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος; Τοῦτο δὲν διεφώνησε μὲ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῶν ἐπαγγελματιῶν. Δὲν διεφώνησε μὲ τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐναντίον τῶν ἐργατῶν, δὲν διεφώνησεν ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διεφώνησεν ὅμως τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπὶ ἑνὸς σημείου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ σημείου τοῦ ἀφορῶντος τὰ καλύμματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκφράζουσα ἀναλυτικώτερον τὰς ἀπόψεις της ὡς πρὸς τὴν συνολικὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι ἡ διαφωνία της δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὅτι καὶ κυρίως διαφωνεῖ πρῶτον ἐπὶ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς, ἐπὶ τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος καὶ ὅτι ἐκτὸς τῆς διαφωνίας αὐτῆς ὑπῆρχον γενικῶς καὶ ἄλλαι διαφωνίαι καὶ πολιτικαὶ ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθοῦν παρὰ μόνον ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ καὶ εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι, ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Λαός, νομίζω ὅτι ἡ καταλληλοτέρα στιγμὴ θὰ ἦτο ἡ οἰκονομικὴ πολιτική, ἂν ἐγκρίνῃ ἢ ὄχι ὁ Λαὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις διαφωνεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Διατί διαφωνεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Φοβοῦμαι ὅτι διαφωνεῖ διότι ἡ Κυβέρνησις συμφωνεῖ ἐπὶ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Τὸ πρόβλημα τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς ἀπὸ ἀπόψεως καπιταλιστικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσῃ καμμίαν πολιτικὴν ὁδὸν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος ἀντ’ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὴ ἐφόσον μάλιστα τίθεται ζήτημα σταθεροποιήσεως ὄχι οὐσιαστικῆς, ἀλλὰ νόμῳ, σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς εἰς μίαν ὡρισμένην τιμὴν τὴν ὁποίαν νὰ καθορίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς. Πέριξ τοῦ ζητήματος τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς ἀναμφισβητήτως ἐγείρεται μία πάλη μεταξὺ ὡρισμένων ὁμάδων κεφαλαιοκρατικῶν. Διότι, ὅπως σᾶς ἀνέγνωσα ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς, λέγει τὸ σημεῖον τοῦτο, ἔκαμεν ὥστε, παρὰ τὰς πολιτικὰς ἀνωμαλίας τοῦ παρελθόντος ἔτους, νὰ διατηρηθοῦν 1500 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν βιομηχανίαν. Ὥστε τοῦτο εἶναι εἷς παράγων ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας. Ἀλλ’ εἶναι αὐτοὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὠθοῦσι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν μὴ σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς; Μήπως διότι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας ἢ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνδιαφερθῇ οὐσιαστικῶς διὰ τὸ πρόβλημα τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς; Τοῦτο ἐνδιαφέρει τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν συνεπειῶν. Ἐξηγοῦμαι. Μία σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς θὰ ἔχῃ πάντοτε ὡς ἀποτέλεσμα μίαν βιομηχανικὴν κρίσιν, δηλαδὴ μίαν ἀνεργίαν. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῆς λήψεως μέτρων διὰ τοὺς ἀέργους, εἴμεθα συνεπῶς ἐναντίον τῶν συνεπειῶν τῆς σταθεροποιήσεως, διότι ἡ σταθεροποίησις ἡ ὑπὸ καπιταλιστικὸν καθεστὼς γίνεται εἰς βάρος τῆς ἐργατικῆς τάξεως, διότι τότε κλείνουν τὰ ἐργοστάσια καὶ μένουν οἱ ἐργάται ἄεργοι. Εἴμεθα ἐναντίον τῆς σταθεροποιήσεως ταύτης διότι αὕτη γίνεται μὲ ἔξοδα τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Ἰδιαιτέρως δὲ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ σταθεροποίησις αὕτη θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα μίαν ἀνακατάταξιν τῶν δυνάμεων τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Μία κρίσις βιομηχανίας θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸ κλείσιμον μιᾶς μικρᾶς ἐπιχειρήσεως. Τὸ πρόβλημα λοιπὸν τῆς σταθεροποιήσεως τίθεται μόνον ἀπὸ τὴν ἄποψιν τῆς καταπολεμήσεως τῶν συνεπειῶν αὐτῆς, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι κάθε πρόοδος ἐντὸς τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος, ὅπως πρόοδος εἶναι ἡ συγκέντρωσις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ὑπὸ τὴν Πάουερ, δυστυχῶς γίνεται εἰς βάρος τῶν ἐπαγγελματιῶν, τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν χωρικῶν καὶ πληρώνουν πολὺ ἀκριβὰ τὰ στρώματα αὐτά. Ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐτόνισεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔχει βαρυνθῆ ἀπὸ τοὺς φόρους καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ αὐξηθῇ ἡ ἔμμεσος φορολογία καὶ ὄχι ἡ ἄμεσος. Νομίζω ὅτι τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ὑπὲρ τῆς ἐμμέσου καὶ ὄχι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου φορολογίας δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι κατὰ τῶν φόρων. Δύναται κάλλιστα νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ καταλληλότερος τρόπος ἀφαιρέσεως τοῦ ἱδρῶτος τῶν χωρικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι κατὰ τῆς φορολογίας. Ἡ ἄμεσος φορολογία ἀπὸ 46,772,000 δραχμὰς μὲ λίραν 25 τὸ 1914, ἀναγράφεται ἐφέτος εἰς 1,000,433,171 δραχμάς, ἤτοι λίρας 4,800,000. Αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σοβαρόν, διότι ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη ἡ ὁποία ἀποδεικνύει περισσότερον παντὸς ἄλλου τὸν χαρακτῆρα μιᾶς Κυβερνήσεως ἀστικῆς, ἂν καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπὲρ τῶν μεταρρυθμίσεων ἢ εἶναι κατὰ τῶν μεταρρυθμίσεων, μᾶλλον δὲ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶναι Κυβέρνησις ἀντεργατική, ἀντιχωρικὴ ἢ ἀντικεφαλαιοκρατική. Καὶ πραγματικῶς τὸ μέρος τοῦτο τῆς φορολογίας τῆς ἀμέσου ὅπως ἀναγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, δὲν ἀφίνει καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς προσόδου τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ, χωρὶς νὰ θίξῃ τὸ κεφάλαιον. Ἓν ζήτημα ἤθελον ἐπίσης νὰ θίξω ἰδιαιτέρως. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσοσκελισθῇ ὁ ἰσολογισμὸς ἄνευ σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ σταθεροποιηθῇ ἡ δραχμὴ ἄνευ ἰσοσκελίσεως ἰσοσκελισμοῦ; Τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα εἶναι συναφῆ καὶ εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον νὰ γυρίζῃ κανεὶς εἰς τὸν φαῦλον αὐτὸν κύκλον; Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς χωρὶς ἰσοσκέλισιν τοῦ ἰσολογισμοῦ, εἶναι τὸ αὐτὸ ὅταν τὸ νόμισμα δὲν εἶναι σταθερόν, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ πληθωρικὴ κυκλοφορία, ἥτις εἶναι εἷς νόμιμος τρόπος κλοπῆς, διότι τὸ νὰ δίδῃ κανεὶς ἀναγκαστικῶς εἰς ἓν ἄτομον ἕνα χαρτὶ 100 δραχμῶν ὅταν δὲν ἔχῃ τὸ κάλυμμα, εἶναι ὡσὰν νὰ τῷ ἀφαιρῇ 100 δραχμάς. Τὸ νὰ μὴ ὑπάρχῃ σταθερὸν νόμισμα, τοῦτο σημαίνει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεταβολὴ ὡς ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος. Εἶναι δυνατὸν ἡ ἀξία ὡρισμένων πραγμάτων νὰ αὐξηθῇ καὶ ἄλλων νὰ ἐλαττωθῇ. Συνεπῶς τὰ προβλήματα εἶναι συναφῆ καὶ στενῶς συνδεδεμένα ὄχι μόνον μὲ τὸ πρόβλημα τῆς δανειακῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μὲ τὸ ὅλον πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς σταθεροποιήσεως τῆς Χώρας, μὲ τὸ ὅλον πρόβλημα τῆς παραγωγῆς. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς δανείων εἶναι ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς παλαιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ἰδία δηλαδὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης, τῆς θεωρίας ἐκείνης ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἐξυγίανσις τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χωρὶς τὴν ὑποστήριξιν ξένων κεφαλαίων. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ τῶν ξένων κεφαλαίων, τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἀνορθώσεως τῆς Χώρας μὲ τὴν βοήθειαν τῶν ξένων κεφαλαίων, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς μίαν πλήρη ὑποδούλωσιν τῆς Χώρας εἰς τοὺς ξένους ἰμπεριαλιστάς. Δὲν ἔχει σημασίαν ἂν ἡ ὑποδούλωσις αὐτὴ γίνεται δι’ ἑνὸς ἀντιπροσώπου διοριζομένου ἢ ἐκλεγομένου ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Δὲν ἔχει σημασίαν ἂν ἡ ὑποδούλωσις αὐτὴ δὲν εἶναι πλήρης ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικήν της ἐκδήλωσιν. Μία Χώρα ὅμως, ἡ ὁποία ἔχει τόσα δισεκατομμύρια χρέος εἰς τοὺς ξένους ἰμπεριαλιστάς, μία Χώρα ἡ ὁποία ἔχει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐσωτερικὰ ἰδιωτικὰ κεφάλαια περὶ τὰ 1,600,000,000 δραχμῶν, μία Χώρα εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν ὅλαι αἱ προϋποθέσεις ἰμπεριαλιστικῶν ἐπεμβάσεων, πολιτικῶν ἐπεμβάσεων, μία τοιαύτη Χώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰς ἐπεμβάσεις αὐτὰς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ τὴν αὐτοτέλειαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν της παρὰ μόνον ὅταν στρέψῃ καὶ προσανατολίσῃ τὴν πολιτικήν της ἐναντίον τῶν δυνάμεων αὐτῶν καὶ συνεπῶς ἐναντίον τῆς δανειακῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία προλειαίνει τὰς ἐπεμβάσεις τῶν ἰμπεριαλιστικῶν Δυνάμεων. Ὑπάρχει μία ἀντίληψις τὴν ὁποίαν θὰ ἐκθέσῃ ἴσως ἀργότερον ἄλλος συνάδελφος, τέως τοῦ Μεταξικοῦ κόμματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔπρεπε νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν ἐν πτωχεύσει. Αὐτὴ εἶναι μία ἀντίληψις, ἡ ὁποία θὰ ἐκτεθῇ ἀργότερα. Γεγονὸς εἶναι ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι αἱ καπιταλιστικαί, τὰς ὁποίας παρουσιάζουν ὅτι μόνον μὲ ἐξωτερικὰ δάνεια εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυγιανθῇ ἡ Ἑλλάς, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αὐταὶ εὐσυνειδήτως παρασκευάζουν τὰς πολιτικὰς ἐπεμβάσεις εἰς περίπτωσιν οἱασδήποτε περιπλοκῆς, τὰς ἐπεμβάσεις τῶν ξένων δυνάμεων. Ἡ ἱστορία τῶν δανείων ἐν Ἑλλάδι εἶναι μία ἱστορία διαρκῶν ἐπεμβάσεων, εἶναι μία ἱστορία καταχρήσεων ἐκ μέρους τῶν διεθνῶν οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῶν εἰς βάρος τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Αὐτὰ τὰ ὁμολογεῖ καὶ ἡ ἰδία ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐτόνισε τὸν κίνδυνον τῆς ὑποδουλώσεως εἰς τοὺς ἰμπεριαλιστάς, οἱ ὁποῖοι κινοῦνται ὄπισθεν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὑπόκειται εἰς τὴν ἐπιρροὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ. Αὐτά, κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητα γεγονότα. Ἡ ἐπιμονή σας νὰ ἀνορθώσητε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας ἐσωτερικῶς μὲν εἰς βάρος τοῦ Λαοῦ, ἐξωτερικῶς δὲ διὰ δανειακῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἁπλοποιουμένη σημαίνει ἐπιβολὴν νέας φορολογίας, διότι δὲν βλέπει πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθοῦν τὰ δάνεια αὐτά, εἶναι μία πολιτικὴ ἥτις εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν, πολὺ δὲ περισσότερον ὑπὸ τὰς περιστάσεις τὰς σημερινάς, ὅπου ἐνεργεῖται μία ἔντονος πολεμικὴ ἀπὸ μέρους τοῦ Ἀγγλικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ ἐναντίον τῆς σοβιετικῆς Ρωσσίας καὶ καταβάλλεται προσπάθεια σχηματισμοῦ «μπλόκ». Ἄλλως τε ἔχομεν καὶ τὸ προηγούμενον ἐπεισόδιον μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ρωσσικῆς Πρεσβείας ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς μεταρρυθμίσεως τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, διότι αὐτὰ δῆθεν ὑπέκρυπτον πράκτορες, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ 100 τὸν ἀριθμὸν κατῆλθον εἰς 28 καὶ εἰς τὸ τέλος ἀπεδείχθη ὅτι ἦσαν 2. Αὐτὸ εἶναι πολιτικὴ εἰρήνης καὶ αὐτὸ εἶναι πολιτικὴ σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι πολιτικὴ ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ μόνον ξένα συμφέροντα. Νομίζω ὅτι ἡ ὅλη συζήτησις θὰ ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ γύρω ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξα. Πρῶτον τὴν αἰτίαν τὴν βασικωτέραν τῆς διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἐνδιαφέρει πολὺ ἐξωτερικῶς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τὸν ἐργαζόμενον Λαὸν ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ αἰτία τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἀπεχώρησε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, διότι ἦτο κατὰ τῶν φορολογιῶν; Ἀπεχώρησε διότι διεφώνει μόνον εἰς τὰ καλύμματα ἢ διότι ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ Χώρα ὑποδουλώνεται εἰς τοὺς ξένους; Αὐτὰ εἶναι οὐσιώδη σημεῖα, τὰ ὁποῖα θίγουν ἀμέσως τὰ συμφέροντα τῶν μαζῶν, τὰ ὁποῖα συμφέροντα νομίζω ὅτι θὰ ἐξυπηρετηθοῦν μόνον διὰ μιᾶς πολιτικῆς ἀντιθέτου ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς θὰ καταψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ συνασπισμοῦ, βέβαιοι ὄντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν θὰ κυβερνήσῃ περισσότερον τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς, διότι ἡ ἀποχώρησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνεξαρτήτως τῶν βαθυτέρων αἰτίων της εἶναι μία ἔνδειξις τῆς ἀντιθέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ καὶ ἡ ἀντίθεσις αὐτὴ ὀξυνομένη ἐν τῷ μέτρῳ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, θὰ ὁδηγήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς μίαν νέαν κρίσιν, ἡ ὁποία κρίσις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἔντασιν τοῦ ἀγῶνος τῶν κοινωνικῶν τάξεων.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§98Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διελύθη προτοῦ ἐπιτελέσῃ τοὺς σκοποὺς διὰ τοὺς ὁποίους συνέστη, λόγῳ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Πιστεύω ὅμως ὅτι αἱ ἐκ τῆς ἀκαίρου ταύτης διασπάσεως συνέπειαι δὲν θὰ εἶναι ἐπιζήμιοι διὰ τὸν Τόπον. Νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ καθορισθοῦν οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐπῆλθεν ἡ διάσπασις καὶ νὰ καταλογισθοῦν αἱ εὐθῦναι. Εἶναι δὲ ἀπολύτως εὔκολος ἡ διαπίστωσις τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ ρῆξις. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος προσεπάθησεν ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς του νὰ ἀναγάγῃ τὰ αἴτια τῆς διαφωνίας εἰς γενικωτέρους λόγους, ἀλλ’ ἦσαν τόσον πρόσφατα τὰ γεγονότα ὥστε ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν προσπάθειαν ταύτην καὶ ἐθεώρησε καλύτερον νὰ ἐντοπίσῃ τὴν αἰτίαν τῆς κρίσεως ἐκεῖ ἔνθα καὶ προῆλθεν αὕτη, ἐπὶ τῶν τραπεζιτικῶν καλυμμάτων. Ἔτι δὲ μᾶλλον προχωρῶν ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀποκαλύψῃ τοὺς πραγματικοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ, φρονῶν ὅτι μόνον οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει ὀφείλουν νὰ λογοδοτοῦν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι οἱ ἐκτὸς αὐτῆς οὐδένα λόγον ἔχουν νὰ δώσουν, ἐφόσον δὲν καλοῦνται ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των. Ὑπεμνήσθη ὀρθῶς εἰς τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι κατ’ ἀπαράβατον παράδοσιν κοινοβουλευτικὴν ἀνὰ πᾶσαν κυβερνητικὴν κρίσιν ἐκτίθενται εἰς φῶς οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες αὐτήν.
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἐκθέσω εἰδικώτερον τοὺς λόγους.
§100Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ἀπολύτως εὐτυχής, διότι θὰ ἐκθέσητε εἰδικώτερον τοὺς λόγους, εὑρίσκεσθε δὲ ἐν πλάνῃ ἂν ἐφαντάσθητε ὅτι ἤθελον νὰ παραμείνουν κρύφιοι οἱ λόγοι τῆς ἀποχωρήσεώς σας. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρῶτος ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἀφήσω ὑμᾶς ὅπως ἀπόσχητε τῆς ἐφευρετικότητος, τὴν ὁποίαν ἀκολουθήσατε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ καθιερωθεῖσαν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν ἀνὰ πᾶσαν κυβερνητικὴν κρίσιν ἔρχονται εἰς φῶς οἱ πραγματικοὶ λόγοι οἱ προκαλέσαντες αὐτήν, ἦτο ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις νὰ ἐκτεθῶσιν οὗτοι, προκειμένου περὶ συνεργασίας ἐθνικῆς προώρως διασπαθείσης. Ὅ,τι δύναται νὰ βεβαιωθῇ εἶναι τοῦτο. Ὅτι ἡ ἀποχώρησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν προέκυψεν ἐκ τῆς διαφωνίας ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἐπὶ τῆς νομισματικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, οὐδὲ ἐκ τῶν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀνακαλυφθεισῶν ἀφορήτων δῆθεν δεσμεύσεων τῆς Γενεύης. Ἡ ἀποχώρησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι τὸ πρόσχημα τῆς προασπίσεως τῆς Κοινωνίας ἔναντι τοῦ ἀθεμίτου πλουτισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πέραν τούτου οὐδὲν ἕτερον ὑπάρχει, οὐδὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δικαιοῦται νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοὺς λόγους τῆς διαφωνίας αὐτοῦ. Δὲν ἀποκρύπτω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ τέως ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργάτου μου ἐπροξένησεν εἰς ἐμὲ εἰλικρινῆ θλῖψιν διὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἀπαισιόδοξον καὶ τὸ σχεδὸν σκοτεινόν, τὸ ὁποῖον διαπνέουν ἀπὸ ἀρχῆς μέχρι τέλους αἱ δηλώσεις του. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ καλυφθῇ, οἱ φόροι δὲν δύνανται νὰ ἀποδώσουν, διότι ἐκάμφθη ἡ ἀντοχὴ τοῦ Λαοῦ, οἰκονομίαι δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθοῦν, σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος εἶναι ἀδύνατος, διότι προσκρούει εἰς τὴν θεωρίαν τῶν καλυμμάτων, ἡ πολιτικὴ τάξις δὲν ἀποκατέστη, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκαταστῇ. Εἷς θρῆνος ἀπογνώσεως ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας λέξεως. Ἂν ταῦτα ἦσαν ἀληθῆ, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς θὰ ἦτο ἤδη νεκρός. Ἀλλὰ ὅλη αὐτὴ ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσεν ὁ ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἦτο εἰκὼν τὴν ὁποίαν ἠρύσθη ἐκ τῶν μυχίων του, ἐλάχιστα ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν πραγματικὴν ἐξέλιξιν ἑνὸς Λαοῦ σφύζοντος, παρὰ τὰς συμφοράς, ἐκ ζωτικότητος. Δὲν ὑπῆρξε, φρονῶ, περισσότερον αἰσιόδοξος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κατακρίνων τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀντιδημοσιονομικήν, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ θὰ ἦτο ἐκείνη ἥτις θὰ προσέφευγεν εἰς τὴν σύναψιν ἀθρόων δανείων πρὸς ῥιζικὴν ἐκκαθάρισιν ὅλων τῶν ἐκτάκτων τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεων. Καὶ εἶπεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ τὴν σταθεροποίησιν καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν κυμαινομένων ὀφειλῶν, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνωμεν αὐτὸ ἐφ’ ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκτάκτων τοῦ Κράτους, ὅπως μὴ ἐπιβαρύνεται ἀστόχως ὁ κρατικὸς Προϋπολογισμός. Καὶ ἀνέφερε τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξοφλήσωμεν καὶ τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ παγιώσωμεν κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν. Ἔπρεπε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ παγιώσωμεν τὰ χρέη ἡμῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὰ πρὸς αὐτὴν χρέη, ἐπιβαρύνοντες τὸ Κράτος μὲ ἐτησίαν ὑπηρεσίαν 6%. Αὐτὸ θὰ συνέβαλλεν εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ νομίσματος. Θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ καταβάλλωμεν τὴν πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους ἐτησίαν καταβολὴν διὰ τῆς συνάψεως προσθέτου ἐξωτερικοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἡ πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους καταβολὴ ἐκ τῆς Βελγικῆς συμβάσεως εἶναι πληρωμὴ ἐπίσης τοκοχρεωλυτικῆς δόσεως.
§101Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἑξαετής.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δεκαετής. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν τὰς ἐτησίας δόσεις ἑνὸς δανείου δεκαετοῦς νὰ καταβάλωμεν δι’ ἑνὸς ἑτέρου προσθέτου δανείου εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Καὶ οὗτος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐξυγιάνσεως. Θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἑνὸς ἐτησίου χρέους τὴν ἐτησίαν ἡμῶν καταβολὴν διὰ τὸ δάνειον τῶν ἀνταλλαξίμων, ἡμεῖς ἀναλαμβάνοντες ἐξωτερικὰς ὑποχρεώσεις μὴ βαρυνούσας τὸ Κράτος, ὅπερ ἔρχεται ἀρωγὸν μόνον καὶ ἡ ὁποία ἀρωγὴ θὰ βαίνῃ μειουμένη ἐφόσον ἐπεκτείνεται ἡ ἐκποίησις τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας. Θὰ ἔπρεπεν οὕτω νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ παγίας δανειακῆς ὑποχρεώσεως μία πρόχειρος τοιαύτη, ἐνεργουμένου ἐπὶ ἀπαλήψει, ἐφόσον καὶ τὰ τυχὸν παρὰ τοῦ Κράτους ὡς ἀρωγὴ καταβαλλόμενα θὰ ἀνελαμβάνοντο, συμπληρουμένης τῆς ἐκποιήσεως. Τὴν πολιτικὴν αὐτὴν δὲν τὴν ἀκολουθήσαμεν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ παραμείνωμεν εἰς τὴν Ἀρχήν, δὲν γνωρίζω ἐπὶ πόσον χρόνον, οὐδέποτε ὑποθέτω θὰ ἐφθάνομεν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ κατεδίκαζε τὸν Τόπον εἰς ἀληθῆ συντριβήν. Ὡς πρὸς τὰς συστάσεις, κύριοι, τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ περὶ αἰτήσεως μεγαλυτέρου δανείου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ ζητήσεως τοιούτου παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσητε τοιοῦτον καθολοκληρίαν ἄγριον, δι’ ὃ θὰ ἤξιζεν ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν ἀπονενοημένων. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτοῦ θὰ ἐπεβάρυνε τὸ Κράτος ἄνευ σκοποῦ καὶ λόγου δι’ ἀθρόων δανείων, πληττόντων καὶ τὸν Λαὸν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν ἀδικαιολογήτως καὶ διὰ προσφυγῆς εἰς μέτρα τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ποτὲ ἐχεφρονῶν δύναται νὰ ἐπιδοκιμάσῃ, εἴτε ἐν τῇ θεωρίᾳ, εἴτε ἐν τῇ πράξει. Καὶ ὅλα ταῦτα διατί; Διότι ἔχει τὴν ἔμμονον ἰδέαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν θὰ παρουσιάσῃ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ ἀνέρχωνται εἰς 800 ἢ 700 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐφόσον οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς ἰσοσκελίσεως ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀνακριβεῖς, τότε οὔτε ἡ σύναψις τῶν δανείων, οὔτε τὰ ἐγχειρήματα τὰ ὁποῖα συνέστησεν ὁ κ. πολιτευτὴς θὰ εἶχον δικαιολογίαν τινά. Εἰς τὰς σκέψεις του κατέληξεν ὁ κ. βουλευτὴς περὶ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ 650 ἢ 700 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὑπολογίσας προχείρως εἰς 350,000,000 δραχμῶν τὸ ἔλλειμμα τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, 100,000,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἕτερα 100,000,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου εἰσοδήματος καὶ ἐκ τοῦ φόρου καπνοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἐλησμόνησεν ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι σαφεῖς ὑπῆρξαν αἱ δηλώσεις μου ὅτι οἱαδήποτε μείωσις τῆς φορολογίας γίνῃ ἀποδεκτή, θὰ ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀντιστάθμισμα καλύπτον τὸ κενόν. Εἶναι πιθανὸν νὰ προβῶμεν—δύναμαι νὰ τὸ ἀναγγείλω ὡς ἀπολύτως βέβαιον ὅτι θέλομεν προβῆ—εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ βάρους τούτου τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, ἀλλὰ θὰ προτείνωμεν ἀναπλήρωσιν τοῦ ὑστερήματος δι’ ἑτέρων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ θὰ ἀναγγείλωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀναπληρώσιμον. Ἡ καθυστέρησις ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν εἶναι καθολοκληρίαν παράδοξος, διότι ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀπογραφῆς καὶ τοῦ ἐλέγχου παρουσιάζονται ἀποτελέσματα ἀνώτερα, ἐν μὲν τῇ πρωτευούσῃ κατὰ 50%, ἐν δὲ ταῖς ἐπαρχίαις κατὰ 20%. Ἑπομένως ἂν δὲν ἔχωμεν ἀνωτέρας ἀποδόσεις, πάντως τὸ προβλεπόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον θέλει πραγματοποιηθῆ μέχρι κεραίας. Ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις, ἀγνοεῖ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου θὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καὶ θὰ εἰσπραχθῇ οὗτος ἀκέραιος, ὥστε νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἔλλειμμα. Ὡς πρὸς τὸ ἔλλειμμα ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα δὲν τὸ δικαιολογοῦν, δικαιολογοῦντα ἀντιθέτως μέχρι κεραίας τὰς προβλέψεις μας. Ὅλαι συνεπῶς αἱ κατηγορηθεῖσαι παρὰ τοῦ κ. Δεμερτζῆ καθυστερήσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἐντελῶς φανταστικαί, διότι τὰ πράγματα θέλουσι δικαιολογήσει τὰς προβλέψεις ἡμῶν καὶ ὅτι οἱ φόροι καὶ τὰ ἔσοδα θέλουν εἰσπραχθῆ ὡς προϋπελογίσθησαν καὶ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη μετὰ πάσης δυνατῆς περισκέψεως. Τούτου δοθέντος καὶ ἂν ὅλαι αἱ ἐκ τῶν δαπανῶν διαψεύσεις ἤθελον ἐπαληθεύσει, ὁ Προϋπολογισμὸς ἤθελε καταλήξει καὶ πάλιν εἰς ἰσοζύγιον, δοθέντος ὅτι τὸ ἀπόθεμα τὸ ἀναγραφόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνέρχεται εἰς 350 ἑκατομ. δραχ., προωρισμένον ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐνδεχομένην διάψευσιν τῶν προβλέψεων. Δύναμαι ὅμως νὰ πιστοποιήσω ὅτι καὶ αἱ προβλεφθεῖσαι δαπάναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν θὰ πραγματοποιηθοῦν ἐν τῷ συνόλῳ, ἂν δὲν ἠλαττώθησαν, ἂν δὲν ἠλαττώθη ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ἂν δὲν ἐπῆλθεν ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Ἀστυνομιῶν, θέλομεν ζητήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ προβῆ ἀδιστάκτως, ταύτην λαμβάνοντες, ὄχι μόνον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγραφαμένων οἰκονομιῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπέκτασιν αὐτῶν. Καταθέτων τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνέφερα ὅτι πρὸς στιγμὴν εὑρισκόμενος ἐνώπιον ἑνὸς χάσματος 300 ἑκατομμυρίων, ἐσκέφθην νὰ καλύψω αὐτὸ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐψηφισμένου φόρου τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὑστάτην στιγμὴν ἐδίστασα, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν κρατοῦσαν οἰκονομικὴν καχεξίαν. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε πάντα λόγον νὰ εἰσακούσῃ τὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, ἂν δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι ἀνθιστάμενοι κατὰ λυσσώδη τρόπον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ φόρος τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν, μέτρον ἐσχάτης ἀνάγκης, θέλει πλήξει ὁλόκληρον τὴν κατανάλωσιν καὶ θέλει ἐπιβάλλει ἐπιβάρυνσιν ἐντελῶς ἀφόρητον. Πρὶν φθάσωμεν εἰς τὸν φόρον τοῦτον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δοκιμάσωμεν πάντα τὰ ἠπιώτερα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύουν αἱ ὀρθαὶ ἀντιλήψεις τῆς δημοσιονομικῆς ἐπιστήμης. Δὲν ἠθελήσαμεν οὐδὲ πρὸς στιγμὴν νὰ δημιουργήσωμεν εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν πλοῦτον τεχνητόν. Τὸ ἄφθονον χρῆμα τῶν δανείων εἰσρέον μετατρέπει ὅλας τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις τῆς Χώρας ἡμῶν, καθιστᾷ δὲ τὸ Κράτος σπάταλον. Διεγράψαμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπαραιτήτων ἀναγκῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ προσδοκωμένη ἠθικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις. Ἀμφότεροι οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι ἐφάνησαν πιστεύοντες ὅτι σκοπὸς τῆς μεταβάσεως ἡμῶν εἰς τὴν Γενεύην ἦτο ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Καὶ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ διὰ τοῦ Τύπου καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ ἐδηλώσαμεν ὅτι, ἂν σκεπτώμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, τοῦτο δὲν πράττομεν ὅπως μᾶς βοηθήσῃ αὕτη εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ διὰ λόγους συνεπεῖς πρὸς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ μας προβλήματος ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ. Τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν πρόγραμμα ἀποτελεῖται ἐκτὸς τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐξ ἑτέρων δύο κυριωτέρων σημείων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς οἰκονομικῆς τῆς Χώρας ἀναδιοργανώσεως διὰ τῆς ἀναστηλώσεως τῆς πίστεως ἡμῶν, ἥτις θὰ δυνηθῇ νὰ γονιμοποιήσῃ ὅλας τὰς λανθανούσας δυνάμεις τοῦ Τόπου. Ἐκτὸς τούτου εἴχομεν νὰ διαλύσωμεν καὶ τὰς κρατούσας ἐν τῇ ξένῃ ἀντιλήψεις ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν θέσιν καὶ νὰ ἐμπεδώσωμεν εἰς πάντας τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν ὁριστικῶς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀναρρώσεως. Τὴν διαπίστωσιν ταύτην θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παράσχωμεν ἐγκύρως καὶ ἀσφαλῶς προσφεύγοντες εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Ἀνεπτύξαμεν σαφῶς ὅτι ὁ σκοπὸς ἡμῶν δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν σύναψιν δανείου. Ἁθρόαι ἄλλως τε, πολὺ πρὸ τῆς μεταβάσεως ἡμῶν εἰς Γενεύην, ἐγένοντο προσφοραί. Μηδὲ τὰς προσφορὰς ταύτας ἀπεκρούσαμεν, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ τὰς ἐξετάσωμεν εἰς εὐθετώτερον χρόνον. Ἐνῷ ταῦτα ἐδηλοῦντο σαφῶς κατὰ τὰς ἐξαιρετικὰς στιγμὰς τῆς διαπραγματεύσεως τῶν δανείων, ἐξερηγνύετο τὸ ζήτημα τῶν Σουηδικῶν προτάσεων ἐν Ἑλλάδι καὶ δι’ ὅλου τοῦ πραγματοποιηθέντος θορύβου ἐπετασσόμεθα νὰ στρέψωμεν τὰ νῶτα πρὸς τὴν Γενεύην, ἵνα ἐπιστρέψωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας ὅπως ἀπολαύσωμεν τὸ προσφερόμενον δάνειον.
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρὰ τίνος ἐπετάσσεσθε;
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν Γενεύην δὲν ἤρχοντο μόνον τὰ ἐπίσημα τηλεγραφήματα, ὑπῆρχον αἱ πληροφορίαι περὶ τῆς κινήσεως τῆς λαμβανούσης χώραν ἐν Ἑλλάδι, μεταδιδόμεναι οὐχὶ μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ξένους.
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Οἱ εὑρισκόμενοι ἐν Γενεύῃ δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχουν ἄλλην γνώμην εἰμὴ τὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ἐνταῦθα εὑρισκόμενοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀκούσουν τὰ διαδιδόμενα, ἀλλ’ ἐζήτουν ἀπ’ εὐθείας νὰ ἔχουν τὰς ἀντιλήψεις σας, ἵνα συμμορφωθοῦν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Λαοῦ.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐνταῦθα ἐδημιουργεῖτο ἡ ἀτμόσφαιρα ὅτι ἡ ἐν Γενεύῃ ἀντιπροσωπεία συνεχίζει διαπραγματεύσεις ἀπολύτως περιττάς, κατόπιν τῶν γενομένων Σουηδικῶν προσφορῶν.
§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐδημιουργήθη τοιαύτη ἀντίληψις.
§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωρίζω ποῖαι ἦσαν αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι ἐδημιουργεῖτο κίνησις τείνουσα νὰ πείσῃ πάντας ὅτι αἱ Σουηδικαὶ προτάσεις ἦσαν τόσον συμφέρουσαι, ὥστε δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ ἐν Γενεύῃ διαπραγματεύσεις καὶ ὅτι αἱ ἐν Γενεύῃ διαπραγματεύσεις ἐδημιούργουν, ἂν μὴ δεσμούς, τοὐλάχιστον ἐνοχλήσεις περιττὰς διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν. Ἡμεῖς δὲν ἐστρέψαμεν τὰ νῶτα πρὸς τὴν Γενεύην, παρ’ ὅλον τὸν γεννηθέντα θόρυβον, εἴμεθα βέβαιοι καὶ ἐδικαιούμεθα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἡ ἐμμονὴ ἡμῶν ἐπέφερεν ἀγλαοὺς καρπούς, ἀποτελέσματα ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, τοσούτῳ μᾶλλον ἄξια σημειώσεως, ὥστε τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἐσημείωσαν τὴν πρώτην παρέκκλισιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀπὸ τῆς πιστῆς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τηρηθείσης οἰκονομικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Κύριοι βουλευταί, πολλοὶ παρετήρησαν ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν διαφέρει κατ’ οὐδὲν ἑνὸς οἱουδήποτε τραπεζιτικοῦ ὁμίλου ἀναλαμβάνοντος τὴν τοποθέτησιν δανείων. Προξενεῖ ὅμως θλῖψιν ἡ εὐχέρεια μεθ’ ἧς ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν προπηλακίζονται θεσμοὶ καὶ πρόσωπα ἄξια ἐκτιμήσεως καὶ εὐγνωμοσύνης. Ἡ οἰκονομικὴ δρᾶσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐνεπνεύσθη πάντοτε ἀπὸ ὁρίζοντας εὐρυτέρους, διότι ἀπέβλεψεν εἰς τὴν βαθμιαίαν ἀνακούφισιν τῆς πασχούσης ἀνθρωπότητος ἐκ τῶν οἰκονομικῶν διαταραχῶν, τὰς ὁποίας ἐκληροδότησεν ὁ πόλεμος καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν ὑποβοήθησιν τῶν περισσότερον ἐκ τοῦ πολέμου πληγέντων Κρατῶν πρὸς ἀνόρθωσιν. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα παρέσχε τὴν συνδρομὴν αὐτῆς ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἰς τὴν Αὐστρίαν, τὴν Οὑγγαρίαν καὶ σχεδὸν εἰπεῖν εἰς τὴν Γερμανίαν, εἰς τρόπον ὥστε τὰ Κράτη ταῦτα κατώρθωσαν νὰ ἀναπτύξουν τὰς οἰκονομικάς των δυνάμεις. Ὁμοίως ἐνήργησε καὶ διὰ τὴν Λεττονίαν καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν τοῦ Δάντσιγκ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς νομισματικῆς αὐτῶν ὁμαλότητος. Οὐδεὶς λησμονεῖ ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ὑπῆρξεν ἐκείνη, χάρις εἰς τὴν συνδρομὴν τῆς ὁποίας ἀνεκουφίσθησαν οἱ πρόσφυγες. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εἰς τὰ Κράτη ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνεργεῖ ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις καὶ περιορισμοὺς σημαντικοὺς ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, οὐδὲ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δανειστῶν μόνον, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν Κρατῶν, ἐκλείπουν δὲ ἅμα τῇ διαπιστώσει τῆς ἐπιδιωκομένης βελτιώσεως. Ἐπέδειξεν ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν μέχρι τοῦδε ἐξαιρετικὴν αὐστηρότητα ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῶν περιορισμῶν τούτων καὶ ὀρθῶς, διότι τὸ ἔργον αὐτῆς ἄνευ τῶν περιορισμῶν τούτων θὰ ἤγετο εἰς βέβαιον ναυάγιον, διὰ τῆς ἀποτυχίας δὲ ταύτης δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἄτρωτον αὐτὸ τὸ κῦρος τοῦ ἱδρύματος τούτου. Ἔχει πάντα λόγον ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν νὰ παρακολουθῇ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν γενομένην εἰς ἕκαστον τῶν Κρατῶν ἀνορθωτικὴν ἐργασίαν, ἐπιβάλλουσα περιορισμοὺς σημαντικούς. Καὶ ὄχι μόνον δι’ ἀντιπροσώπων της ἀσκεῖ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ὄχι μόνον διὰ τῶν συμβούλων της παρὰ τῇ Τραπέζῃ παρακολουθεῖ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀλλὰ πολλάκις αὐτὴ ἐνεργεῖ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων προσόδων, ὅπως ἐξασφαλίζῃ τὰ Κράτη εἰς τὴν λῆψιν ἐκείνων τῶν ὀδυνηρῶν μέτρων, δι’ ὧν τελοῦναι αἱ οἰκονομικαὶ ἀνορθώσεις. Ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς μεταβαίνουσα εἰς τὴν Γενεύην θὰ εὑρίσκετο ἐνώπιον παραπλησίων ἀξιώσεων καὶ εὑρέθη ἐνώπιον τοιούτων. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἄξιον σημειώσεως τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα. Παρὰ τὰς διατυπωθείσας, κύριοι, ἀξιώσεις, πρώτη ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν νὰ ἀπομακρυνθῇ τῶν μέχρι τοῦδε οἰκονομικῶν της κατευθύνσεων καὶ νὰ χαράξῃ νέαν ὅλως διάφορον πολιτικήν, διότι ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι ἐκεῖνοι οἱ συμφωνηθέντες μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Γενεύην; Τοὺς ἠκούσατε τοὺς ὅρους τούτους μίαν ἔτι φορὰν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Οἱ πλεῖστοι ἀναφέρονται εἰς ὑποδείξεις ἤδη τηρουμένας. Ἡ ὑπόδειξις περὶ ἰσοσκελίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ περὶ καταβολῆς τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ὀφειλομένων δυνάμει ἐνταλμάτων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ ὑπόδειξις περὶ διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων παρὰ τῆς Δ.Ε.Ο.Ε., ἡ ὑπόδειξις περὶ περιοδικῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι καὶ αὐτὸ εἶναι μία ὑποχρέωσις ὑπάρχουσα συνεπείᾳ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1925, καθ’ ὃ ἡ Ἑλλὰς ὑπεχρεώθη ὅπως ἐπιφέρῃ πλῆρες ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν τακτικῶν της ἐσόδων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν δαπανῶν της ἀφ’ ἑτέρου. Ἀλλ’ ἐξήρθη ὡς δεσμευτικὸν τὸ ὅτι πρόκειται νὰ τοποθετηθῇ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ σύμβουλος ξένος, ἐκλεγόμενος ὅμως παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης μεταξὺ προσώπων κρινομένων ἁρμοδίων παρὰ τῆς δημοσιονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνέγνωσεν ἓν τεῦχος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, καθ’ ὃ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς ἀσκεῖται κατὰ παντοίους τρόπους, εἰς τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ τοποθέτησις πλησίον τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν συμβούλων. Οἱ σύμβουλοι οἱ τοποθετηθέντες εἰς τὰς Τραπέζας τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Οὑγγαρίας εἶχον δικαιώματα τοιαύτης ἀναμίξεως εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης, ὥστε αὐτοὶ κυρίως διηύθυνον τὰς ἐργασίας τῆς Τραπέζης. Εἰς τὴν Ἐσθωνίαν, εἰς ἣν ἡ πίεσις τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὑπῆρξε μετριωτάτη, ἐτοποθετήθη σύμβουλος, ἔχων δικαιώματα ἀνασταλτικῆς ἀρνησικυρίας, δικαιούμενος νὰ ζητῇ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἀποφάσεων τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, τὴν ἀναστολὴν πράξεων ἃς αὐτὸς ἐθεώρει μὴ συμφώνους πρὸς τὸ ἐξυγιαντικὸν πρόγραμμα, ἕως ὅτου ἀποφανθῇ περὶ τῆς διαφωνίας ἡ διαιτησία τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ λειτουργοῦ τῆς Ἐσθωνίας. Αὐτὰ ἴσχυον πρότερον, ἐδικαιολογοῦντο δὲ πληρέστατα, ἦσαν δὲ καὶ μέτριαι αἱ ἐκφράσεις αἱ χαρακτηρίζουσαι τὸν διορισμὸν συμβούλου ὡς ἄσκησιν ἐλέγχου ἀπὸ μέρους τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλὰ ποῖον τοιοῦτον χαρακτῆρα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεύρῃ εἰς τὴν συμφωνίαν τὴν συνομολογηθεῖσαν μεθ’ ἡμῶν, ὅταν ὁ σύμβουλος ὁ καλούμενος πλησίον τῆς Τραπέζης οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, κατὰ ῥητὴν καὶ ἔγγραφον συμφωνίαν ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ἀναμίξεως εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης καὶ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ εἶναι καθαρῶς συμβουλευτικά, τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης δικαιουμένης νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς ἰδίας αὐτῆς γνώμας; Εἶναι τοσοῦτον σαφῆ τὰ πράγματα, ὥστε ἐδέησεν ὁ ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ παραστήσῃ ὅτι ὄπισθεν ὅλων τῶν κατ’ ἐπίφασιν ἀθώων συστάσεων τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν κρύπτονται δὲν γνωρίζω ποῖαι μυστηριώδεις καὶ ἐπικίνδυνοι ἀντιδράσεις.
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὡμίλησα καθαρῶς καὶ σαφῶς.
§110Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡμιλήσατε ὅτι διὰ μέσου τῶν γραμμῶν διαφαίνεται ὅτι ὁ τοποθετούμενος σύμβουλος καὶ ὁ ἔλεγχος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κρύπτῃ δέσμευσιν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τίποτε δὲν ὑπάρχει τὸ μυστηριῶδες εἰς ὅσα ἡμεῖς συνεφωνήσαμεν ἐν Γενεύῃ. Ὅ,τι προσηγάγομεν ἐνώπιον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὅ,τι εἶδε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας διὰ τῆς δημοσιότητος, εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιορισθήσονται αἱ ἀναληφθεῖσαι παρ’ ἡμῶν ὑποχρεώσεις. Οὐδ’ ὁ σύμβουλος τῆς Τραπέζης, οὐδ’ ἡ ὑποβολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποτελεῖ μείωσίν τινα ἢ ταπείνωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅταν ἐνώπιον τοιούτων πραγμάτων θέλωμεν νὰ φαινώμεθα ἐξανιστάμενοι, ὅτι εἰς τὸ Κράτος τοῦτο ὄχι ἀπὸ τῆς ἥττης μόνον τοῦ 1897, ἀλλὰ πολὺ πρότερον ἦλθον ξέναι ἀποστολαὶ οὐχὶ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, οὐδὲν ἐχούσης ἴδιον συμφέρον, ἀλλ’ ἦλθον ἀποστολαὶ ἀνήκουσαι εἰς Κράτη ἔχοντα καὶ βλέψεις καὶ συμφέροντα, εἰς ἃς ἀνετέθησαν λεπτότατα δικαιώματα, δικαιώματα τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ φωνὴ ὅτι τὸ Κράτος ὑφίσταται ὑποδούλωσιν, καθόσον πάντες ἦσαν ἐν γνώσει ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ αὗται εἰς ἕνα ἀπέβλεπον σκοπόν, εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῶν κλάδων. Δὲν προέβημεν λοιπὸν εἰς δέσμευσιν τῆς Ἑλλάδος. Πᾶσα προσπάθεια ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἶναι προωρισμένη νὰ παραμείνῃ ἄκαρπος. Συνεφωνήσαμεν πρὸς τὰς ὑποδείξεις τὰς γενομένας εἰς ἡμᾶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας εἶναι καὶ ἡ ἵδρυσις τῆς νέας ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ὑπῆρξε καὶ τοῦτο κεφάλαιον κατηγορίας, εἰς ἣν ἀφέθη νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἓν ἐκ τῶν αἰτίων τῆς ἐπελθούσης κυβερνητικῆς κρίσεως... Δὲν γνωρίζω πρὸ πόσων μηνῶν ἀναπτύσσων τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα δὲν ἔπαυσα νὰ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων στοιχείων ὤφειλε νὰ εἶναι καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ παγίωσις τῆς νομισματικῆς ἡμῶν μονάδος. Ἡ ἀρχὴ τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως ἀπετέλει τὴν βάσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν προγράμματος, τοῦ ἐγκριθέντος παρ’ ὅλων τῶν συναδέλφων. Ὑποθέτω ὅτι μόλις πρὸ δέκα ἡμερῶν ἤκουσα διὰ πρώτην φορὰν ἀσθενεῖς τινας ἐπιφυλάξεις ἐκ μέρους τοῦ ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως. Ἐβασίσθησαν ἐπὶ τῶν λόγων ὅτι ἡ σταθεροποίησις προϋποθέτει ὅρους τινὰς μὴ πραγματοποιηθέντας. Προϋποθέτει πολιτικὴν ὁμαλότητα μήπω ἀποκατασταθεῖσαν. Εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις ποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀποδίδει ἔννοιαν εἰς τὸν ὅρον τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Ἂν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος φρονεῖ ὅτι ἡ ὁμαλότης σημαίνει νὰ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν ἡ Ἑλλὰς σύμφωνος ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἡ ἡμέρα αὕτη δὲν θὰ ἔλθῃ ποτὲ καὶ εἶναι πολὺ μακρὰν καὶ θὰ ἦτο περίεργον ἂν ἀνεμένωμεν νὰ θέτωμεν τάξιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα καὶ νὰ δημιουργήσωμεν πραγματικὸν ἀνταλλακτικὸν νόμισμα, ἕως ὅτου ἐκλείψῃ καὶ ἡ ἐσχάτη ἐπιφύλαξις ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν τάξιν, διότι ἕως ὅτου ἐπέλθῃ ἡ ἀναμενομένη ὁμοφωνία, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ κατέρρεεν ἐξ ὁλοκλήρου, βυθιζόμενον εἰς τὴν δυστυχίαν του. Δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ λεχθὲν ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπηρεασθῶμεν προκειμένου νὰ καθορίσωμεν τὰς ἀπόψεις ἡμῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν τῶν μεγάλων δυσκόλων προβλημάτων, ὑπὸ μωρῶν τινῶν ἑκάστοτε ἀναφαινομένων καὶ σπερμολογημένων φημῶν περὶ ἐνδεχομένων κινημάτων ἢ ἐκ τῶν ἑκάστοτε ἀνακαλυπτομένων κινήσεων τῶν λειψάνων τῆς δικτατορίας. Ἡ Κοινωνία ὀρθοφρονοῦσα περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἡγέτας, ἡσυχάζει εὐθὺς ὡς διῃσθάνθη ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπειλήσῃ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς. Καὶ ἐνῷ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κρούεται ὁ κώδων τοῦ κινδύνου αὐτοῦ καὶ ζητεῖται ἡ ματαίωσις τοῦ οἰκονομικοῦ μας προγράμματος διὰ τὰς ἐπιφερομένας κατὰ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως ἀπειλάς, τὸ νόμισμα ἐκ τοῦ ἀνακαλυφθέντος συνδέσμου δὲν ὑπέστη οὐδεμιᾶς μονάδος μείωσιν. Εὔκολον θὰ ἦτο νὰ καταπνίξωμεν καὶ αὐτὰς τὰς κινήσεις καὶ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν ἐντύπωσιν μιᾶς ἀπαρασαλεύτου καταστάσεως, εὔκολον θὰ ἦτο νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον τοῦτο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἂν δὲν τὸ ἐπετέλεσεν, ἀσφαλῶς αἱ εὐθύναι δὲν βαρύνουν ἡμᾶς. Ὅταν εὑρέθημεν ἐνώπιον συγκινήσεως τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ Στρατεύματος, ἥτις φαίνεται προσεγγίζουσα τὴν πλευρὰν ταύτην, γνωρίζουν πάντες ὅτι ἐσπεύσαμεν τότε πρῶτοι νὰ δηλώσωμεν ὅτι θέλομεν καταστῆ σημαιοφόροι τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον οἱασδήποτε ἀνατρεπτικῆς στάσεως καὶ ἤρκεσαν μόνον δύο ἡμέραι ὅπως ἐμπεδωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὸν Λαὸν ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως κίνδυνος ἐπαπειλεῖ τὴν νόμιμον τάξιν. Ἀλλ’ ὁσάκις ἐζητήσαμεν νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῆς Πολιτείας ἐναντίον τῶν πολιτῶν τῶν συνωμοτούντων κατὰ τῆς τάξεως, εὑρέθημεν πάντοτε ἀντιμέτωποι ἐπιφυλάξεων κρυπτομένων ὄπισθεν τῶν τύπων. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα, ἐλέγετο πάντοτε, νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν τάξιν, διότι ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὰς νομίμους διατυπώσεις καὶ καθ’ ἣν ἐποχήν, ὡς ὀρθῶς διεμαρτυρήθησαν, συνελαμβάνοντο κατὰ δεκάδας καὶ ἑκατοντάδας καὶ ἀπελαύνοντο εἰς τὰς νήσους, δυνάμει τοῦ νόμου «περὶ ληστείας», ἐργάται, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἀπειλοῦντες τὴν κοινωνικὴν τάξιν, παρέλυον αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως εὐθὺς ὡς ἐσκέπτετο νὰ στραφῇ ἐναντίον τῶν πραγματικῶν τῆς τάξεως ὑπονομευτῶν.
§111Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε ὅτι ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ διωχθοῦν οἱ Παγκαλικοὶ κινηματίαι, ἐδεσμεύετο ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀντιδράσεων.
§112Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξ ἐπιφυλάξεων ἀναγομένων εἰς τοὺς τύπους.
§113Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἐπιφυλάξεων ἀναγομένων εἰς τοὺς τύπους. Ποῖος εἶναι ὁ τύπος; Αἱ ἀντιδράσεις ἐγεννήθησαν ὅταν συνελαμβάνοντο πολῖται ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν καὶ ἐπενέβησαν αἱ δικαστικαὶ καὶ ἐξήσκησαν τὰ δικαιώματά των. Ὡς κυβερνήτης ἔπρεπε νὰ εἶσθε ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων. Ὅταν ὑμεῖς συνελήφθητε καὶ σᾶς ἀπῆγον εἰς τὸ Αἰγαῖον....
§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ πλέον εἶναι ἀγόρευσις, δὲν εἶναι διακοπή. Ἐνεργηθεῖσαι συλλήψεις τῶν πραγματικῶν συνωμοτῶν ἐματαιώθησαν πᾶσαι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ συλληφθοῦν ἄνευ πλήρων ἀποδείξεων. Ποῦ ὑπῆρχον ἀποδείξεις; Ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρχον δικαστικαὶ ἀποδείξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνωμοσίαν, τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς συλλήψεις, διότι τότε οἱ ἁρμόδιοι δικασταὶ θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἀπόλυσιν. Καὶ ὅμως ἐλειτούργει κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον νόμος ἐφαρμοζόμενος εἰδικῶς ἐναντίον τῶν κομμουνιστῶν, νόμος ὅμως γενικῆς φύσεως, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνελαμβάνοντο ἄνευ ἀποφάσεως τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν καὶ ἀπηλαύνοντο εἰς τὰς νήσους ἑκατοντάδες πολιτῶν, τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, ποία ὑπῆρξεν ἡ πραγματικὴ αἰτία τῆς συλλήψεως.
§115Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε παρακολουθήσει αὐτὰς τὰς ἐνεργείας, διότι ἂν τὰς εἴχατε παρακολουθήσει, δὲν θὰ ἐλέγατε τόσας ἀνακριβείας. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§116Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναμένω τὴν ἀπάντησίν σας, ὢν βέβαιος ὅτι ἐξ ὅσων εἶπον οὐδὲν θὰ ἀναιρέσητε. Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ πείσητε τινὰ ὅτι τόσαι μακραὶ συζητήσεις ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἔλαβον χώραν ἐν τῇ φαντασίᾳ μου μόνον. Πόσαι νυκτεριναὶ προσπάθειαι δὲν κατεβλήθησαν ὅπως πεισθῆτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἀφίνετε ἕρμαιον ὀλίγων ταραχοποιῶν καὶ ὅτι ὑπάρχει νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπείσθητε ὅπως προσχωρήσητε εἰς ἐνεργείας παγιούσας τὴν τάξιν.
§117Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀνακαλύψατε τώρα τελευταίως, ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπεχώρουν. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω τί ἔγινεν ὅταν ἀνεκαλύπτετε πράγματι παρεκτροπὰς γενομένας κατὰ Ὑπουργῶν καὶ συναδέλφων σας καὶ ἀντιτάσσεσθε εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀπὸ τοῦ βήματος.
§118Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐξ ὅσων παρηκολούθησα εἰς τὰς ἐφημερίδας, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διέτασσε κατὰ νόμον συλλήψεις, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἔγινε τὸ δεύτερον κίνημα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ συντελεσθῇ τὸ ἀδίκημα ἵνα διατάξῃ νὰ συλληφθοῦν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τοὺς ἐπισκεπτομένους αὐτὸν ἔλεγεν ὅτι ἀποδοκιμάζει τὴν πρᾶξιν.
§119Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ λέγετε σεῖς.
§120Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κορίνθου, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὑποθέτω ὅτι ἀπετέλει τὴν κοινὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐντύπωσιν ὅτι, ἂν δὲν ἐτιμωρήθησαν μέχρι τοῦδε οἱ πραγματικοὶ συνωμόται κατὰ τῆς τάξεως καὶ ἂν ἐξηκολούθουν νὰ διατηρῶνται παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ τὰ σπέρματα τοῦ φόβου, τοῦτο νομίζω ὀφείλεται εἰς τοὺς δισταγμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ὁπωσδήποτε, ἂν θεωρεῖται ὡς τάσις πολιτικῆς ὁμαλότητος, ὡς ἀποκατάστασις τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος ἡ νομικὴ τοῦ νομίσματος σταθεροποίησις, ὁ ὅρος αὐτὸς ὑφίσταται πλήρης παρ’ ἡμῖν, διότι ἡ σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος δὲν εἶναι συνέπεια μόνον, ἀλλὰ πρόδρομος τῆς πολιτικῆς σταθερότητος. Θέλετε νὰ κάμητε τὴν σταθεροποίησιν — λέγει ὁ κ. Μάξιμος — διὰ νὰ παγιώσητε τὸ κοινωνικὸν καθεστώς; Ἀκριβῶς θέλομεν ταύτην διὰ νὰ παγιώσωμεν τὸ καθεστώς. Τὰ πρόσωπα εἶναι εὔκολον νὰ κινῶνται ἐν τῷ μέσῳ τῆς οἰκονομικῆς συγχίσεως, ἀρκεῖ ὅμως νὰ προσφέρουν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πολιτικὴν τάξιν. Παρατηρῶ ἐν τούτοις ὅτι ὅλοι οἱ θέλοντες νὰ ματαιώσωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀσυστάτων ἐντελῶς θεωριῶν, ἀποκλείουσι τὴν σταθεροποίησιν ὡς προάγγελον τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὀχυροῦνται καὶ ὄπισθεν μιᾶς ἄλλης σταθεροποιήσεως, τῆς λεγομένης ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως. Διατί ὅμως θέλετε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἔμπρακτον σταθεροποίησιν, ὅταν ἔχωμεν τὴν σταθεροποίησιν ἀποδίδουσαν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα; Θὰ ἐπεθύμουν δέ, κύριοι, νὰ μοὶ ἐξηγηθῇ τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν συνιστωμένην ὑπὸ τοῦ ἐκ Κορινθίας ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ, ὡς καὶ ὑπὸ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν προλαλήσαντος. Ποία εἶναι ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις; Ὅταν λέγωμεν ἔμπρακτον σταθεροποίησιν, ἐννοοῦμεν μήπως ὅτι πρέπει ἡ τιμὴ τῆς νομισματικῆς ἡμῶν μονάδας νὰ καθορίζεται ἐλευθέρως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως; Ὄχι. Καὶ ὄχι ἀναμφιβόλως, διότι ἂν τοῦτο συνέβαινε, θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὸ νὰ παραδώσωμεν τὸν Τόπον ἡμῶν ἔρημον ἀπολύτως οἰκονομικῆς προστασίας εἰς τὴν κερδοσκοπίαν. Δὲν ὑπεστήριξε κανεὶς ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ὡς ἔμπρακτον σταθεροποίησιν τὴν ἐλευθερίαν τῶν νομισματικῶν συναλλαγῶν. Ἄς ἴδωμεν περαιτέρω, ἐννοοῦμεν μήπως ἔμπρακτον σταθεροποίησιν τὴν συνάρσει τοῦ Κράτους, ὄχι διὰ τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τῶν οἰκονομικῶν νόμων, ἀλλὰ τὴν συνάρσει τοῦ Κράτους διακύμανσιν τοῦ νομίσματος πέριξ ὡρισμένων ὁρίων, ἀλλὰ πάντως ἐντὸς μικρᾶς ἀκτῖνος, δηλαδὴ ὑποβοηθοῦντος καὶ τοῦ Κράτους καὶ κυμαινομένων ἐντὸς ὡρισμένων χρονικῶν ὁρίων; Εἶναι αὐτὴ ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις; Βεβαίως ὄχι. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν ἀπάντησιν τῶν ἀξιοτίμων δύο προλαλησάντων. Ἂν δὲν εἶναι οὔτε τὸ πρῶτον, οὔτε τὸ δεύτερον, ὡς ἴδωμεν καὶ τὸ τρίτον, μήπως δηλαδὴ θέλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι σταθεροποίησις σημαίνει τὸν ὑπὸ τοῦ Κράτους πλέον προσδιορισμὸν μιᾶς παγίας τοῦ νομίσματος τιμῆς, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ἄνευ ὑποχρεωτικῆς ἐξαργυρώσεως, δηλαδὴ νὰ ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ νὰ λέγῃ, ὁρίζω τιμὴν τοῦ νομίσματος δραχμὰς 350 καὶ τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μετατροπῆς τῶν τραπεζογραμματίων, νὰ προστατεύῃ τὴν τιμὴν αὐτήν; Ἐννοεῖται μήπως αὐτὴ εἶναι ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις;
§121Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἔμπρακτον σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος ἐννοῶ τὴν σταθερὰν τοιαύτην μετὰ τὴν προΰπαρξιν τῶν οἰκονομικῶν ὅρων, τουτέστιν ἰσοσκέλισιν Προϋπολογισμοῦ, ἰσοζύγιον πληρωμῶν καὶ ὕπαρξιν ἐσωτερικῆς ὁμαλότητος.
§122Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τοιαύτην γλῶσσαν. Ἂν εἶναί τις ὁ δυνάμενος νὰ ἐξηγήσῃ σαφέστερον τὰ λεχθέντα παρ’ ὑμῶν, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸν ἀκούσω. Δὲν ἀμφέβαλλον, κύριοι, ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο ὅσον ὑπῆρξεν ἀόριστος. Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφερον τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ τοῦ βήματος. Τὸ ἔφερον καὶ ἄλλοτε καὶ οὐδεμία ἐδόθη ἐξήγησις, διότι δὲν ὑπάρχει ἀτυχῶς ἐξήγησις. Ὑπάρχει, λέγουν, μία ἔμπρακτος σταθεροποίησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προηγηθῇ, ἄγνωστον ἐπὶ πόσον χρόνον, τῆς νομίμου σταθεροποιήσεως καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς ἡ νόμιμος σταθεροποίησις ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἐπικίνδυνον. Ὅσοι ὅμως ἠθέλησαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς νὰ ἐξετάσουν τὰ πράγματα, ἀντελήφθησαν ὅτι ὁ ὅρος τῆς ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως δὲν δύναται νὰ σημαίνῃ τίποτε ἄλλο ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ, ὅτι δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν ἐπί τινα χρόνον, ὄχι μόνον δυνάμει τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τῶν οἰκονομικῶν νόμων, ἀλλὰ πάντοτε τῇ ἐπεμβάσει τοῦ Κράτους, νὰ τηρηθῇ ἓν ἐπίπεδον τιμῆς, δηλαδὴ νὰ ἴδωμεν ἂν δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς παντοίας ἐπιδράσεις, ἔστω καὶ ἐπικουροῦντος τοῦ Κράτους, ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος καὶ νὰ παραμείνῃ αὕτη ἀμετάβλητος ἢ μετὰ μικρῶν διακυμάνσεων πέριξ μιᾶς ὡρισμένης τιμῆς. Αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως ὀρθόν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι τὴν ἔμπρακτον αὐτὴν σταθεροποίησιν τὴν ἔχομεν ἤδη παρ’ ἡμῖν, ὅτι ἀπὸ ἐννέα μηνῶν δὲν παρουσιάζει ἢ μικρὰς διακυμάνσεις. Θὰ ἔχωμεν δὲ ἓν ὀκτάμηνον ἐπὶ πλέον μέχρι τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἂν ἑπομένως αὐτὸ καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν διὰ τῆς ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν τίποτε ἄλλο, ὁ ὅρος αὐτὸς ἔχει ἤδη ἐκπληρωθῆ.
§123Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πουανκαρὲ ἀπὸ τόσου χρόνου κυβερνῶν τὴν Γαλλίαν ἔχει ἐντελῶς ἀντίθετον γνώμην ἀπὸ ὑμᾶς, θεωρεῖ δὲ ὅτι ἡ νόμιμος σταθεροποίησις τοῦ νομίσματος ἀποτελεῖ αὐτόχρημα κλοπήν, ἐφόσον δὲν γνωρίζομεν τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος. Αὐτὸς εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. Πουανκαρέ, ὅστις δὲν εἶναι ὁ πρῶτος τυχών, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ παράδειγμα, κύριοι, τῆς Γαλλίας, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα, διότι εἶναι ἀπολύτως γνωστὸν ὅτι ἡ τιμὴ εἰς τὴν ὁποίαν τηρεῖται σήμερον τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα εἰς τὴν Γαλλίαν, εἶναι τιμὴ καθοριζομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἡ τιμὴ τὴν ὁποίαν ὁρίζει ἡ λειτουργία τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. 124 φράγκα ἔχει σήμερον ἡ λίρα ἐν Γαλλίᾳ, δὲν ἐπιτρέπει δὲ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, παρὰ τὴν θεωρίαν τῆς κλοπῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν—ἐγὼ δὲν τὴν ἤκουσα, οὐδὲ τὴν ἀνέγνωσα— ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Δὲν ἐπιτρέπει, λέγω, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ κατέλθῃ τὸ νόμισμα οὐδὲ ἓν φράγκον κάτω τοῦ ἐπιπέδου αὐτοῦ, διότι εἶναι ἀπολύτως γνωστὸν ὅτι, ἂν ἐπετρέπετο ἡ ἐλευθέρα συναλλαγὴ ἐπὶ τοῦ νομίσματος, τὸ Γαλλικὸν νόμισμα θὰ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ, συνεπείᾳ τῶν συσσωρευθέντων τεραστίων ἀποθεμάτων χρυσοῦ εἰς τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ ἰσοτιμίαν. Ἔχομεν ἐδῶ ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους, καθορίζοντος ὅλως αὐθαιρέτως τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος.
§125Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Διότι ἡ τιμὴ προπαρασκευάζεται καὶ δὲν καθορίζεται διὰ τοῦ νόμου.
§126Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἐννοεῖτε διὰ τῆς ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως; Ἂν ἐννοεῖτε αὐτό, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἔμπρακτος σταθεροποίησις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ νόμιμος σταθεροποίησις, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἔχει....
§127Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, γνωρίζετε τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε ἂν ἡ πραγματικὴ της ἀξία ἔναντι τῆς λίρας εἶναι 400, ἢ εἶναι 200, ἢ εἶναι 100 δραχμαί;
§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ συζητήσω διαλογικῶς. Δύναμαι ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι ἡ ἐρώτησις εἶναι ὁπωσδήποτε ἀφελής.
§129Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφελεστέρα ἡ ἀπάντησις.
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἀμέσως. Δὲν θέλω νὰ σᾶς θίξω. Διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις εἰς ὅλον τὸν κόσμον, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ εἴπωμεν μετὰ βεβαιότητος ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὴν πραγματικὴν ἀξίαν, τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν οἱουδήποτε νομίσματος, διότι, ὡς ἠκούσατε, σήμερον οὐδαμοῦ ἀφίνεται ἐλευθέρα ἡ λειτουργία τῶν νομισματικῶν συναλλαγῶν. Ἔρχεται ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους ὅπως ἀλλοιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ ἔλθωσιν ἐκ τῆς παρατηρήσεως ὑμῶν. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι τὰ Κράτη τὰ ἐνδιαφερόμενα διὰ τὴν Κοινωνίαν θὰ σταυρώσωσι τὰς χεῖρας καὶ θὰ παρακολουθῶσιν ἀπαθῆ ὅλας τὰς ἐπιδρομὰς ἐναντίον τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος τῆς κερδοσκοπίας τῆς ἀναπτυχθείσης κατὰ τὸν πόλεμον εἰς δύναμιν ἀληθῶς κολοσσιαίαν. Ὁσάκις τὰ Κράτη ἠδιαφόρησαν, εἴδομεν τὰς διακυμάνσεις τοῦ νομίσματος τεραστίας. Εἴδομεν ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι τὸ νόμισμα ἡμῶν νὰ κυμαίνεται ἀπὸ δραχμὰς 470 εἰς δραχμὰς 320. Ποία ἦτο ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος; 470 ἢ 320 δραχμαί;
§131Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ χρηματιστῶν κακοήθων.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ εἶναι ἡ τιμὴ ἡ καθωρισμένη τυχὸν κατόπιν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἔστω εἰς δραχμὰς 350 ἢ εἰς δραχμὰς 300; Κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ μετὰ βεβαιότητος ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐσωτερικὴ ἀξία εὑρίσκεται εἰς αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο τὸ ἐπίπεδον. Ἀλλά, κ. βουλευτά, ἂν θέλητε νὰ ἀνακαλύψωμεν πρῶτον ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀξία τῆς δραχμῆς καὶ κατόπιν νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ κάμωμεν τὴν νόμιμον σταθεροποίησιν, δὲν γνωρίζω πόσους αἰῶνας θὰ ἐχρειάζεσθε, τῶν πραγμάτων ἀφιεμένων εἰς τὴν τύχην των, ὅπως φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα ἡμῶν. Διότι ἑκάστοτε θὰ ἐβλέπατε ὅταν εὑρίσκεσθε εἰς οἱανδήποτε τιμήν, ὅτι ἡ τιμὴ αὕτη δὲν εἶναι τιμὴ αὐθαίρετος. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν θὰ δυσπιστεῖτε πρὸς αὐτήν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἂν ἀφήνατε ἐλευθέρας τὰς χρηματικὰς συναλλαγάς, θὰ ἐβλέπατε διακυμάνσεις συνεπείᾳ τῆς κερδοσκοπίας, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζητε ποίαν ἐκ τῶν τιμῶν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκλέξητε. Κατ’ ἀνάγκην ἑπομένως θὰ ἐταλαιπωρεῖσθε ἐπὶ ἔτος ἢ δεκάδας ἐτῶν ἕως ὅτου εὕρητε τὴν λύσιν τοῦ πράγματος τούτου. Ὅταν τὰ Κράτη ἀποφασίζουν νὰ φέρουν τάξιν εἰς τὰ νομισματικά των πράγματα, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς κρατούσας ἤδη καταστάσεις. Εἶναι θεωρία, εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ κρατήσασα εἰς ὅλας τὰς νομισματικὰς σταθεροποιήσεις καὶ οὐδαμοῦ παρετηρήθησαν ἀτοπήματα. Ἔχομεν δὲ παραδείγματα ὅτι ὅπου τὰ Κράτη ἐπεχείρησαν καὶ εἰσήγαγον τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν, ἐκεῖ αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις ἀνεπτύχθησαν διὰ μιᾶς καὶ ἡ εὐμάρεια φυγαδευθεῖσα πρότερον ἐπανῆλθεν εἰς τὸν Τόπον. Τοῦτο συνέβη εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Οὑγγαρίαν. Αὐτὸ συμβαίνει πανταχοῦ ὅπου ἡ τιμὴ τοῦ νομίσματος εἶχε καταπέσει καὶ ὅπου τὰ Κράτη ἀπεφάσισαν νὰ δώσωσιν εἰς τὸν Τόπον πραγματικὸν ἀνταλλακτικὸν νόμισμα. Ἀκόμη περισσότερον ἐκεῖ ὅπου ἐζήτησαν καὶ ὅπου ἐχάραξαν ὡς πολιτικὴν τὴν ἀνατίμησιν τοῦ νομίσματος, ὄχι μόνον ἐπέτυχον αὐτήν, ἀλλὰ προεκλήθη καὶ κρίσις, ὡς λ. χ. εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου κατήντησαν ἰσχυρόταται Κυβερνήσεις νὰ μεταβάλλουν τὴν πολιτικήν των. Μία καὶ μόνη δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπιφύλαξις ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομισματικὴν σταθεροποίησιν, ἂν συντρέχωσιν οἱ τεχνικοὶ ὅροι τῆς σταθεροποιήσεως, ἂν δηλαδὴ τὰ κυκλοφοροῦν ποσὸν τοῦ νομίσματος εἶναι ὑπέρογκον ἢ ἂν συγκεντροῦνται ὅλαι αὐταὶ αἱ προϋποθέσεις τῶν καλυμμάτων πρὸς προάσπισιν τοῦ νομίσματος ἐναντίον τῆς κερδοσκοπίας καὶ τῶν ἐνδεχομένων ἀπροόπτων γεγονότων.
§133Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τὸ ἐξασφαλίσατε αὐτό;
§134Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Ὅλα τὰ λεχθέντα μέχρι τοῦδε περὶ τῆς ἐμπράκτου σταθεροποιήσεως εἶναι προσχήματα. Συντρέχουν πραγματικῶς οἱ ὅροι οἱ τεχνικοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα. Μήπως εἶναι ὑπέρογκον τὸ ποσὸν τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίσματος; Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ περιορίσωμεν, ὅπως ἐναρμονίσωμεν τὴν κυκλοφορίαν μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς νέας νομισματικῆς αὐτοῦ ἀναλογίας. Τὸ κυκλοφοροῦν προπολεμικὸν νόμισμα ἀναλογεῖ εἰς 48 χρυσᾶς δραχμάς. Τὸ κυκλοφοροῦν σήμερον εἶναι 40 περίπου χρυσαῖ δραχμαὶ καὶ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν τιμάριθμον εἶναι 35.50 δραχμαί. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον. Δυνάμεθα ἡμεῖς σήμερον νὰ συγκεντρώσωμεν ἐπαρκῆ κεφάλαια, ὥστε νὰ προασπίσωμεν τὸ νόμισμα; Οἱ μελετήσαντες τὸ ζήτημα καὶ πρῶτος πάντων ὁ τεχνικὸς ὑποθέτω σύμβουλος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀνεγνώρισαν ὅτι αἱ συγκεντρούμεναι δυνάμεις εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκεῖς, ὅπως περιφρουρήσωσι τὸ νόμισμα μετὰ πάσης ἀσφαλείας, διότι ἔχομεν ἐξησφαλισμένα τὰ καλύμματα ἐκ δραχ. 4,903 ἑκατομ. Τὰ ἔχομεν ἐξησφαλισμένα πρῶτον ἐξ ἀποθέματος εἰς χρυσόν, δεύτερον ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῆς σταθεροποιήσεως 3,000,000 λιρῶν καὶ τρίτον ἐκ τῶν διαθέσεων τοῦ κρατικοῦ συναλλάγματος 3,000,000 λιρῶν. Ἐκ τῶν πιστώσεων τὰς ὁποίας θὰ λάβωμεν ἔχομεν ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν. Ἑπομένως ἔχομεν ποσὸν ἀντίστοιχον πρὸς δραχμὰς 4,903 ἑκατομμύρια, ἔναντι πραγματικῆς κυκλοφορίας δραχμῶν 4,825 ἑκατομμυρίων. Ἐκάμαμεν τὸν ὑπολογισμὸν σήμερον. Δὲν εἶναι ὁριστικός. Ἀνέφερα ἀριθμοὺς ἀρκετὰ χαρακτηριστικοὺς διὰ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχομεν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνώτατον ἓν κάλυμμα 101.06, ἔχομεν κάλυμμα τῆς δυναμικῆς κυκλοφορίας 77%. Οὐδεὶς ὑποθέτω ἀγνοεῖ ὅτι θεωρεῖται σήμερον ἀσφαλὴς ἐγγύησις διὰ τὴν κυκλοφορίαν κάλυμμα, οὗτινος ἀναλογία εἶναι 40%. Δίδεται δὲ τοιουτοτρόπως τοιαύτη ἐλαστικότης εἰς τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ὥστε νὰ χορηγήσῃ μετὰ πάσης εὐχερείας τὸ ποσὸν τῆς κυκλοφορίας. Ἰδοὺ λοιπὸν κατὰ τίνα τρόπον ἐννοοῦμεν τὴν σταθεροποίησιν, ἐνεργουμένην ἐπὶ τοιούτων βάσεων, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀνθέξῃ ὄχι μόνον εἰς τὰς ἀποπείρας τῆς κερδοσκοπίας, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον ἀπροόπτων γεγονότων, ὡς ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι δημιουργοῦνται τοιαῦται ἀναστατώσεις, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ὁποίων τὰ πάντα θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτύχωσιν. Ὑπεστηρίξαμεν πάντοτε τὴν νόμιμον σταθεροποίησιν. Δὲν εἶναι τοῦτο ἡ γνώμη ἡμῶν. Ἡ ἀνάγκη αὐτῆς ἔχει ἤδη ἀνυψωθῆ ἀπὸ πολλοῦ εἰς κοινὴν συνείδησιν. Τὸ νομισματικὸν πρόβλημα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐδέσποζεν ὅλων τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων, οὐδὲ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει καθαρὰ ἀξία παρ’ ἡμῖν. Τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ παραγωγὴ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἐκλυδωνίζοντο ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὑψώσεως καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Ὡς ἦτο ἑπόμενον, ὅλα τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἐγχώρια καὶ τὰ ξένα, ἐφυγαδεύοντο ἔξω τῶν ὁρίων τῆς Χώρας πρὸς ἀναζήτησιν ἀσφαλείας. Ποίαν ἀξίαν θὰ εἶχεν οἱονδήποτε οἰκονομικὸν πρόβλημα, ἐφόσον παραμένει ἄλυτον τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ ἐπίδρασιν ἐσωτερικὴν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων. Ἐπὶ ποίας βάσεως θὰ ἐστηρίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ὁ ἐξαρτώμενος ἐκ τῶν νομισματικῶν διακυμάνσεων, ἢ ποίαν βαρύτητα θὰ εἶχεν ἡ λεγομένη ἔμπρακτος σταθεροποίησις, ὅταν τὸ Κράτος ἐφαίνετο διστάζον νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν του οἰκονομικῶν σχέσεων; Πῶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταλύουσι τὴν κερδοσκοπίαν καὶ πῶς θὰ ἀπεκαθίστα τὴν κανονικότητα τῶν συναλλαγῶν; Πρὶν ἢ ἀποφασίσωμεν τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ συναλλάγματος ἡμῶν. Δὲν εἶναι ἓν καὶ δύο τὰ Κράτη τὰ ἐπιχειρήσαντα καὶ ἐπιτυχόντα τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος πρὸ τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἐπῆλθεν ὡς συνέπεια τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν ταύτην. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον πραγματικῆς ἰσοσκελήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ὅπως ἀγάγωμεν εἰς αἴσιον πέρας τὰς ἀνωμαλίας, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐποπτείαν τῆς κυκλοφορίας καὶ τῆς πίστεως τῆς Χώρας. Κατὰ τὰς μακρὰς συζητήσεις τῶν τελευταίων ἑβδομάδων οὐδένα εὗρον ἀπολύτως ἀμφισβητήσαντα κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύσεως ἰδίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἀπηλλαγμένης τῶν περισπασμῶν οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν ἀμφίβολον τὴν προσήκουσαν ἄσκησιν τῆς ἐκδοτικῆς ἐποπτείας. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι εἶναι ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια καὶ ὑπαγόρευσις τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης ἡ ἵδρυσις ἰδίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶναι ἓν δόγμα ἐπιστημονικὸν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν ἡμῶν; Ἀνέγνωσα μάλιστα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὅτι γίνεται ἐπίκλησις ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι διάφορος τῆς θέσεως τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ ἐπεκαλέσθησαν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἵνα εἴπουν ὅτι, ἀφοῦ ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι διάφορος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν γραμμήν. Εἶπον εἰς τὴν Γενεύην ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι διάφορος, διότι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις δὲν ἦτο οἵα εἰς τὰς ξένας Χώρας, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐσκέφθην ὅτι ὁ Τόπος ἡμῶν εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον αἱ ἐπιστημονικαὶ ἀντιλήψεις ἐκπνέουν πρὶν ἢ εἰσέλθουν εἰς αὐτόν. Τὸ τραπεζιτικὸν καθεστὼς τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖ μοναδικὴν ἐξαίρεσιν ἀνὰ τὸν κόσμον. Δὲν ὑπάρχει ἕτερον Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ στερεῖται ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν Τράπεζαν συμφύρονται ἀτάκτως πάσης φύσεως λειτουργίαι, πιστωτικῶν ἐργασιῶν, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐμπορικὴν πίστιν, τὴν βιομηχανικὴν πίστιν καὶ τὴν γεωργικὴν τοιαύτην. Ὅταν ἱδρύθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπὸ τὸν σημερινὸν τύπον, εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἀλλοίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὁ βίος ἦτο ἁπλοῦς καὶ ἠδύνατο μία Τράπεζα νὰ ἦτο συγχρόνως ἐκδοτική, πιστωτική, γεωργική, κτηματική, νὰ ἐνήργει τὰ πάντα, ὅπως εἴχομεν καὶ τὰ καταστήματα τὰ ἐκτελοῦντα παντὸς εἴδους ἐμπόριον. Ὁ οἰκονομικὸς ἡμῶν βίος σήμερον δὲν εἶναι οἷος κατὰ τὸ 1844 ἢ τὸ 1860, δὲν εἶναι οὔτε οἷος ἦτο κατὰ τὸ 1900 ἢ τὸ 1910, εἶναι ἐντελῶς διάφορος, εὐρὺς καὶ πολυσύνθετος, μὴ ἐπιτρέπων συγχίσεις, δυναμένας νὰ ἀγάγουν εἰς καταστροφήν. Εἶναι ἀκατανόητον νὰ ἔχωμεν σήμερον τὴν ἐκδοτικὴν ἡμῶν Τράπεζαν ἐμπεπλεγμένην εἰς παντοίας ἐπιχειρήσεις, τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰς ἐκβάσεις δὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζωμεν. Εἶναι δυνατὸν πολλαπλασιαζομένων τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον ἀπροόπτων, εἶναι δὲ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον νὰ προβλέπῃ τὰς καταστροφάς, ἀλλὰ καὶ νὰ προλαμβάνῃ αὐτάς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀποτελῶμεν ἡμεῖς ἐξαίρεσιν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη ὅλως ἀδικαιολόγητον. Θὰ ἐνόουν ὅτι διατυποῦνται ἐπιφυλάξεις, ἂν διεκηρύττετο ὅτι εἶναι ἀδύνατον διὰ τῶν δυνάμεων τὰς ὁποίας διαθέτομεν νὰ ἱδρύσωμεν ἐκ τοῦ ἑνὸς δύο ἱδρύματα ἐξ ἴσου ἰσχυρά. Ἂν τοιοῦτόν τι ἀντετάσσετο, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο σοβαρόν, ὑποθέτω ὅτι πρῶτος ὁ κ. Μάξιμος ἀνεγνώρισεν ὅτι ὡς διαρρυθμίζεται τὸ τοῦ τραπεζιτικοῦ ζητήματος, ἄριστα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν εὔρωστον καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀμείωτον. Καὶ τότε διατί ὁλόκληρος ἡ ἀναμφισβητήτου ὀρθότητος πολιτικὴ αὕτη ἔπρεπε νὰ ματαιωθῇ; Ἔπρεπε νὰ ματαιωθῇ διὰ ποικίλλους λόγους. Ὑπεστηρίχθη κατὰ πρῶτον ὅτι διχοτομουμένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ πιστωτικὸν ἵδρυμα θὰ ἔμενεν ἀνίσχυρον, ὥστε θὰ κατέρρεεν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὅλης Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὑπεστηρίχθη εἶτα ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ διχοτομήσωμεν τὴν Τράπεζαν, διότι θὰ ἐνισχύσωμεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὥστε νὰ ἴδωμεν καὶ τὰς μετοχὰς αὐτῆς ὑπερδιπλασιαζομένας. Καὶ εἰς τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐπιχείρημα ἐσταθμεύσαμεν. Ἐλέχθη δηλαδὴ ὅτι ἀναγνωριζομένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς κυρίας τῶν τραπεζιτικῶν καλυμμάτων, θὰ ἐδημιουργεῖτο ὑπὲρ τῶν μετόχων αὐτῆς ἀθέμιτος πλουτισμός, μὴ ἐπιτρεπόμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὅτι θὰ ἔφθανον αἱ μετοχαὶ αὐτῆς εἰς μίαν στιγμὴν εἰς 150,000 δραχμὰς καὶ προέκυψε τοιουτοτρόπως τὸ πολυθρύλλητον τοῦτο ζήτημα. Εἶναι ἀκατανόητον ὅτι τοιοῦτον ἐξελέγη θέμα καὶ εἶναι δίκαιαι αἱ παρατηρήσεις ὅτι ἐξελέγη τοιοῦτον θέμα πρὸς δημιουργίαν πολιτικῆς κρίσεως διὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ ζητήματος τῶν τραπεζιτικῶν καλυμμάτων εἰς ἐπίμαχον πολιτικὸν ἀντικείμενον, ἐφ’ οὗ διεσπάσθη ἡ συνεργασία τῶν κομμάτων, ἡ δημιουργηθεῖσα ἀκριβῶς πρὸς ἀποκατάστασιν μιᾶς οἰκονομικῆς ὁμαλότητος εἰς τὴν Χώραν. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ δημιουργηθῇ πολιτικὸν ζήτημα. Ὅλα τὰ ἄλλα σημεῖα θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον τεχνικῆς διαρρυθμίσεως καὶ κατανομῆς τῶν περιουσιακῶν στοιχείων μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης Τραπέζης. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἠγέρθη τὸ ζήτημα, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ὡς παλαιὸς νομικὸς μᾶλλον ἢ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ δυνάμει τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κυκλοφοροῦντα τραπεζογραμμάτια ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 380,000,000, ὑπαγόμενα, ὡς γνωστόν, εἰς τὸν νόμον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁ ὁποῖος ἴσχυε παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1885. Κατὰ κανόνα σχεδὸν ἀπαράβατον, τραπεζογραμμάτια ἐκδιδόμενα ὑπὸ τὸ κράτος ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην καλυμμάτων. Κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος τούτου, διὰ τῶν δύο συμβάσεων τοῦ 1914 καὶ τοῦ 1920, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεξετάθη τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὰς συναλλαγματικὰς ἀνάγκας, ὑπεχρεώθη αὕτη νὰ δημιουργήσῃ καλύμματα τῆς προσθέτου ἐκδόσεως τῶν 350,000,000 δραχμῶν, ἐν μέρει ἐξ ἀποθέματος εἰς μεταλλικὸν καὶ ἐν μέρει ἐξ ὁμολογιῶν δανείων ἐθνικῶν εἰς χρυσόν.
§135Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ ποῖον ὑπεχρεώθη;
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τῶν συμβάσεων.
§137Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει ἀξιώσεως τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου;
§138Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἔγκυρον πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ λόγου ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν. Δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ πιστεύσω ὅτι τότε τῇ ἀξιώσει τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἐδημιουργήθη ἡ ὑποχρέωσις αὐτή, ὑπαρχούσης τότε πραγματικῆς ἰσοτιμίας. Ἡ ὑπόσχεσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀναμφισβητήτως δὲν ἐκτείνεται ἐφ’ ὅλου τοῦ ποσοῦ αὐτῶν τῶν καλυμμάτων τῶν 97½ ἑκατομμυρίων χρυσῶν δραχμῶν, ἀλλ’ ἐκτείνεται μόνον ἐπὶ ποσοῦ ἀναλόγου πρὸς τὴν ἑκάστοτε κυκλοφορίαν, εἰς τὸ ἓν τέταρτον δηλαδή. Τοῦτο προκύπτει σαφῶς καὶ ἐκ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς διεπούσης τὰ τῶν τραπεζιτικῶν καλυμμάτων. Τίτλοι κυριότητος τῶν καλυμμάτων αὐτῶν οὐδέποτε ἠγέρθησαν. Ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦτο μόνον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας. Ἄν ἀνεκινήθη κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας συνεπείᾳ τῆς μελετωμένης διχοτομήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρέπει νὰ εἴπωμεν ἀπεριφράστως ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον ἐν ᾗ περιπτώσει ματαιωθῇ ἡ διχοτόμησις. Τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων, ἐγερθὲν ἤδη, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁπωσδήποτε λύσιν. Εἰς ποῖον ἀνήκουν τὰ καλύμματα; Ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὴν Τράπεζαν; Ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι πράγματι ἀνήκουν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ διχοτόμησις δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν σημασίαν. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ λάβῃ τὰ καλύμματα αὐτὰ εἰς ἀκέραιον, ὀφείλει νὰ λάβῃ τὴν ἀξίαν τῶν σημερινῶν καλυμμάτων.
§139Ν. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΟΣ. Τὸ θέμα εἰς ποῖον ἀνήκουν τὰ καλύμματα δὲν εἶναι τοῦτο, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔδωσεν ἀντίκρυσμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἕτερον ἑκάτερον. Εἰς τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, θέλει μεταβιβασθῆ ἡ ἀξία τῶν καλυμμάτων. Τὸ ἐξεταζόμενον ζήτημα εἶναι ἂν ἡ μεταβίβασις αὕτη θὰ γίνῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως. Τὰ καλύμματα ἐν πάσῃ περιπτώσει τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης δὲν πρόκειται νὰ μειωθοῦν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, ζήτημα εἶναι μόνον ἂν τὴν προκύπτουσαν μεταλλαγὴν θέλει ἐπωφεληθῆ τὸ Κράτος ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν κυριότητα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἓν καὶ μόνον ἔχουν νὰ προβάλουν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἐλύετο τοῦ ἐκδοτικοῦ της δικαιώματος νὰ ἀγοράσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς αὐτὴν ἀντικρύσματος καὶ τοῦτο τὸ διετήρησεν ἀκέραιον. Ὅτι ἑπομένως μεταβιβαζομένης ἤδη εἰς τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τῆς κυκλοφορίας, τὰ καλύμματα αὐτὰ δύνανται νὰ τὴν παρακολουθήσουν, διότι ἀποτελοῦν κτῆμα τῶν κατόχων τῶν τραπεζογραμματίων. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι τόσον βεβιασμένη ἡ θεωρία αὐτή, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ μέχρι τέλους. Οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων ἓν καὶ μόνον ἔχουν δικαίωμα ἐν σχέσει πρὸς τὰ τραπεζογραμμάτια, τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτῶν. Τὸ δικαίωμα ὅμως αὐτὸ καταπαύει καὶ ἐξουδετεροῦται εὐθὺς ὡς ἤθελεν ἐπιβληθῇ ὁ νόμος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καταργουμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ συνομολογηθοῦν νέαι συμβάσεις, ἄλλως καθορίζουσαι τὰ τῶν σχέσεων Τραπέζης καὶ Κράτους, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν νόμων νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς καθεστὼς νομισματικῆς ὁμαλότητος, ἄνευ προσθέτων συμφωνιῶν προσαρμοζομένων πρὸς τὰς ὑφισταμένας συνθήκας. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι οἱ κάτοχοι τῶν τραπεζογραμματίων εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρίσκονται πρὸς τὰ καλύμματα. Τὰ καλύμματα ἀποτελοῦν καθαρῶς ἐνεργητικὸν στοιχεῖον τῆς Τραπέζης, θὰ ἦτο δὲ περίεργος ἡ ἀντίθετος ἐκδοχή. Εἶπον, κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν τραπεζιτικῶν καλυμμάτων, διότι ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Κράτος, ὡς ἐκπροσωποῦν τοὺς φορεῖς τῶν τραπεζογραμματίων, ἔχει δικαιώματα ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς ἐπικαταλλαγῆς ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν καλυμμάτων, τοῦτο τί σημαίνει; Ὅτι τὸ Κράτος δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Τραπέζης τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτό. Ἤθελον ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν ἡγέτην τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος ἐχαιρέτησε τὴν ἐπάνοδον ἡμῶν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον διὰ τῆς ὑπάρξεως Ἀντιπολιτεύσεως, ἤθελον ἐρωτήσει αὐτὸν ἂν αὔριον, ἀναλαμβάνων τὴν Ἀρχὴν καὶ ἐφαρμόζων ὑπευθύνως τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, δηλαδὴ τῆς διατηρήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θὰ ἔλθῃ νὰ ἀξιώσῃ τὴν καταβολὴν παρὰ ταύτης τῶν 1200 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀψηφῶν τὸν ἄφευκτον αὐτὸν κίνδυνον;
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς δηλῶ ὅτι δὲν θὰ ἔκαμα τοιαύτην κλοπὴν ἀπέναντι τῶν κατόχων τῶν τραπεζογραμματίων.
§142Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄς ἀφίσωμεν τὰς ὑπεκφυγάς, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραποῦν.
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Οὐδεμία ὑπεκφυγή.
§144Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑφίσταται σήμερον ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ὑποθέσατε ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν νομισματικὴν ὁμαλότητα. Ἄν τὰ τραπεζογραμμάτια ἀνερχόμενα εἰς τόσον ποσὸν ἀνήκουν εἰς τὸ Κοινὸν καὶ ἑπομένως εἰς τὸ Κράτος, θὰ ἦτο ἄστοργον τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας ἂν ἐξηκολούθει ἀδιαφοροῦν καὶ καταβάλλον βαρυτάτους φόρους εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐνῶ θὰ εἶχε νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Τραπέζης ποσὸν σημαντικόν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφύγωμεν ἀπὸ τοῦ διλήμματος τούτου. Τὸ ζήτημα λοιπὸν παραμένει ἀκέραιον καὶ διατηρουμένης τῆς Τραπέζης ἢ δικαιοῦται τὸ Κράτος εἰς ἀπόληψιν τῶν καλυμμάτων καὶ ὀφείλει νὰ τὰ διεκδικήσῃ ἢ δὲν δικαιοῦται καὶ τότε τὸ ἐπιχείρημα ἡμῶν εἶναι ἐπίπλαστον καὶ ἄδικον καὶ οὐχὶ ἐφαρμόσιμον. Ὅτι τὰ καλύμματα αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν ἀποδεικνύεται καὶ ἄλλως. Τὰ καλύμματα εἶναι διττῆς φύσεως, καλύμματα εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων, εἰς χρυσόν. Καὶ ἂν τὰ καλύμματα τῆς πρώτης τάξεως εἶναι ἀπολύτως ἄγονα, τὰ ἀποτελούμενα ἐξ ὁμολογιῶν εἶναι προσοδοφόρα, αἱ δὲ πρόσοδοί των ἀνέρχονται εἰς 35,000,000 δραχμῶν. Εἶναι κύριον τὸ Κράτος τῶν καλυμμάτων; Ἔχει κἂν δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τοὐλάχιστον τὴν ἀπάληψιν τοῦ τόκου αὐτῶν χωρὶς οὐδέποτε νὰ διαπράξῃ κλοπὴν τῶν κατόχων τῶν γραμματίων.
§145Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς λέγω ὅτι εἰς τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ καλύμματα ἀνήκουν εἰς τοὺς φορεῖς τῶν τραπεζογραμματίων, δηλαδὴ ὅταν προέρχωνται ἐξ ἀσκήσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, τίς ἐσκέφθη νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ταῦτα ἀνήκουν οὐχὶ εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ εἰς τοὺς φορεῖς τῶν γραμματίων; Δὲν τὸ ἐσκέφθη κανεὶς καὶ σεῖς τὸ ἀναγνωρίζετε ὅτι, ἂν ἡ Τράπεζα ἀπέκτησε τὰ καλύμματα διὰ τοῦ ἐκδοτικοῦ της προνομίου, ταῦτα ἀνήκουσιν οὐχὶ εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ εἰς τοὺς φορεῖς. Τὸ ἀμφισβητεῖτε τοῦτο;
§146Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναντιρρήτως τὸ ἀμφισβητῶ.
§147Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε ἀμφισβητεῖτε τὰ πάντα.
§148Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὴ ταράττεσθε, κ. συνάδελφε, διότι ἡ ὕψωσις τῶν χειρῶν δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα. Τὰ καλύμματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται οἱαδήποτε ἐκδοτικὴ Τράπεζα νὰ σχηματίσῃ, δὲν ἀνήκουν εἰς τὰ τραπεζογραμμάτια. Τὰ τραπεζογραμμάτια εἶναι ἠσφαλισμένα ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Τράπεζα πρὸς μετατροπὴν αὐτῶν εἰς χρυσόν. Οὔτε εἶναι ἀσφάλεια τῶν κατόχων τῶν τραπεζογραμματίων, ἂν ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ κρατῇ ἐν ἀκινητοποιήσει ἓν μέρος τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι ὅπως παρέχεται ἡ πίστις εἰς τοὺς κατόχους τῶν τραπεζογραμματίων ὅτι δὲν διατρέχουν κανένα ἀπολύτως κίνδυνον τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἐξαργυρώσεως.
§149Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ θεωρία τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος εἶναι τόσον μᾶλλον ἀκατανόητος, καθόσον ὁ τρόπος τῆς θέσεως εἰς κυκλοφορίαν τῶν τραπεζογραμματίων ἅτινα ἐκδίδει μία ἐκδοτικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι μοναδικὸς διὰ τῆς ἀγορᾶς χρυσοῦ. Βεβαίως εἶναι καὶ οὗτος τρόπος.
§150Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λέγω λοιπόν, κύριοι, ὅτι μία ἀπόδειξις ὅτι θεωρεῖται ἡ Τράπεζα κυρία τῶν καλυμμάτων ὑπῆρξε καὶ τοῦτο, ὅτι οἱ τόκοι τῶν ἐθνικῶν ὁμολογιῶν κατεβλήθησαν πάντοτε εἰς τὴν Τράπεζαν, οὐδεμία δὲ θεωρία εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ οἱανδήποτε παρεκτροπήν, διότι εἶναι ἁπλούστατον ὅτι καὶ ἂν τὰ τραπεζογραμμάτια ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος, ὡς ἐκπρόσωπον τῶν κατόχων τῶν τραπεζογραμματίων, εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ παρακρατήσῃ τὰ καλύμματα καὶ τοὺς τόκους τῶν ἐθνικῶν ὁμολογιῶν, ἐφόσον δὲν ἤθελε προσθέσει αὐτοὺς πρὸς ἐπαύξησιν τῶν καλυμάτων, διότι τότε καρποῦται κέρδη ἐκ περιουσίας μὴ ἀνηκούσης εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἐπίσης καὶ ἕτερον γεγονὸς πιστοποιοῦν τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, τὸ γεγονὸς τουτέστιν ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῶν καλυμμάτων ἐπεβλήθη διὰ τοῦ νόμου «περὶ ἐλέγχου», ἐπεβλήθη δηλαδὴ διὰ τὴν πρώτην ἄσκησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, ὑποχρέωσις σχηματισμοῦ τοιούτων ἀποθεμάτων. Ἀλλὰ τί συνέβη εὐθὺς μετ’ ὀλίγον. Τὰ ἀποθέματα ταῦτα ἐπηύξανον τῇ συναινέσει μὲν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀποτελοῦν ἀσφάλειαν τῆς κυκλοφορίας, τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ δὲ Κράτος εἶχε πάντοτε τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδὲν κέκτηται δικαίωμα ἐπὶ τῶν καλυμάτων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ νομικὴ γνώμη ἑκάστου ἐξ ὑμῶν, ἀναμφισβήτητον τυγχάνει γεγονὸς ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης δὲν εὐθύνεται παρὰ μόνον πέραν τοῦ ¼ τῶν κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων, δηλαδὴ μόνον πέραν τοῦ ¼ τῶν 380,000,000 δραχμῶν τῶν ἐκδοθέντων διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς πραγματικῆς ἀπόψεως. Ἔκαμε χρῆσιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τοῦ ἐκδοτικοῦ της προνομίου καὶ εἰς ποῖον βαθμόν; Ἔχει ὑποχρέωσιν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ θεωρία ὑμῶν εἶναι ὀρθή, ἔχει, λέγω, ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδώσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 97½ ἑκατομμυρίων χρυσῶν δραχμῶν ἢ ποῖον ποσὸν ὑποχρεοῦται νὰ ἀποδώσῃ; Οἱ ἐν τῇ Τραπέζῃ ἰσχυρίζονται ὅτι οὐδέποτε ἔκαμον χρῆσιν τῶν καλυμμάτων τούτων, ἔχω δὲ ἀναμφισβήτητον, δεδομένου ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1920 ὑπεχρεώθη ἡ Τράπεζα νὰ ἀποδώσῃ ἐκ τῶν 300 ἑκατομμυρίων τὰ 200 εἰς τὸ Κράτος. Τὰ 200 αὐτὰ ἑκατομμύρια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλογισθοῦν εἰς βάρος τῶν τραπεζογραμματίων. Ἔχομεν λοιπὸν μείωσιν κατὰ 50,000,000 τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἀπόδοσιν τῶν καλυμμάτων.
§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐπεκαλέσθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§152Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Τὸ ἐπικαλοῦμαι ἐγώ. Εἶναι ἐπιχείρημα ἀπολύτως ἀδιάσειστον. Ἐπὶ τῶν 50,000,000 δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπ’ οὐδεμιᾷ ἐκδοχῇ ὑφίσταται ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἀπόδοσιν. Ἐξ ἑνὸς δὲ πίνακος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸν ὁποῖον ἔχω, εἶναι ἀπολύτως εὔκολον νὰ δειχθῇ ποία ἀκριβῶς χρῆσις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκδοτικοῦ ἐγένετο. (Ἀναγινώσκει). Ἂν οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀκριβεῖς, βεβαίως ὁ πάταγος πέριξ τῶν καλυμμάτων εἶναι ἀπολύτως ἕωλος. Πρὶν προβῶμεν εἰς οἱανδήποτε σκέψιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὑφίσταται ἢ ὄχι τὸ ζήτημα τῶν καλυμμάτων. Καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι κατὰ 50% τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνύπαρκτον. Διὰ τοῦτο εἶπον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγείρεται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον πολιτικῆς συζητήσεως. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λειτουργεῖ μέχρι σήμερον ὡς ἑνιαῖος ὀργανισμὸς ἐπὶ 80 καὶ πλέον ἔτη. Προκειμένου σήμερον τῶν προβῶμεν τῶν ὑπερτέρων τοῦ Τόπου συμφερόντων εἰς τὴν διχοτόμησιν αὐτῆς, ἡ πρώτη ὑποχρέωσις ἡμῶν ἠθικὴ καὶ νομικὴ εἶναι νὰ μὴ θίξωμεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, οὐδὲ νὰ ζημιώσωμεν ἀδίκως τοὺς μετόχους. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκ τοῦ λόγου τούτου τὸ δικαίωμα τῆς κατανομῆς τῶν στοιχείων κατὰ δύο κρίσεις, διότι ὑποχρεούμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τόσα ἐνεργητικὰ στοιχεῖα, ὥστε αἱ δυνάμεις αὐτῆς νὰ μὴ μειωθοῦν τὸ παράπαν, χωρὶς ὅμως ἐν ταὐτῷ νὰ προσεταιρισθῇ τις ἄδικον ὄφελος ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως ἡ ὁποία ἐγένετο. Τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ δι’ ἀνθρώπων εἰδικῶν καὶ προέβην μέχρι τοῦ σημείου νὰ προτείνω ὅπως διορισθῇ ἓν μέλος ὡς διευθυντὴς τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, οὗτος ὁ νομικὸς σύμβουλος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ καὶ ἐγείρας τὸ ζήτημα τῶν τραπεζογραμματίων καὶ αὐτὸς νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ ὑπευθύνως, ὅτι ἡ Τράπεζα λαμβάνουσα οὐχὶ αὐθαιρέτως, ἀλλὰ δυνάμει τῆς νομικῆς ὑποχρεώσεως τῆς δημιουργούσης αὐτῇ δικαιώματα, λαμβάνουσα τόσον ποσὸν περιουσιακῶν στοιχείων ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν διατηρεῖ ἄθικτον καὶ ἀκεραίαν τὴν ὑφισταμένην αὐτῆς πίστιν, ἡμεῖς δὲ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἄποψιν ταύτην. Θὰ εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μᾶς εἴπῃ τί θὰ ἐγίνοντο τὰ καλύμματα καὶ ποίαν σημασίαν θὰ εἶχον. Ἔχει ἀνάγκην ἡ Τράπεζα τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦν τὰ καλύμματα; Αὐτὰ θὰ τῆς ἐδίδοντο ὑπὸ τὴν μίαν ἢ ὑπὸ τὴν ἄλλην μορφὴν ὑποχρεωτικῶς, εἴτε ἠθέλατε εἴπει ταῦτα καλύμματα, εἴτε ἤθελε πορισθῆ τὸ χρῆμα δι’ οἱωνδήποτε ἄλλων μέσων. Πάντως ἀναμφισβητήτως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὤφειλε νὰ πορισθῇ τὰ τρία ἑκατομμύρια λιρῶν, ἵνα μὴ ὑποστῇ ζημίαν. Ἂν πάλιν δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν τριῶν αὐτῶν ἑκατομμυρίων, τὰ τρία ἑκατομμύρια τῶν καλυμμάτων δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ δοθοῦν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ θὰ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία εἰς τὸν κ. Μάξιμον νὰ ἀποσοβήσῃ τὸν ἀθέμιτον πλουτισμὸν τῶν μετόχων.
§153Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἂν τῆς ἀνῆκον, ἔπρεπε νὰ τῆς τὰ δώσωμεν. Ἄλλο ζήτημα ἂν δὲν τῆς ἀνῆκον καὶ πρέπει νὰ τῆς τὰ δώσωμεν ἵνα στηριχθῇ.
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν τῆς ἀνῆκον αὐτὰ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ καλύμματα, δὲν θὰ τῆς ἐδίδομεν τότε ἄλλα στοιχεῖα.
§155Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Στοιχεῖα ἐφ’ ὧν δὲν θὰ εἶχε δικαιώματα, ἀλλ’ ἵνα στηριχθῇ.
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχῃ δικαιώματα, διότι εἶναι συνυφασμέναι αἱ πιστωτικαὶ λειτουργίαι μετὰ τῶν ἐκδοτικῶν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀνήκουν κατὰ τρόπον ὁριστικὸν εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην Τράπεζαν. Τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἐδίδοντο, ἂν εἶχεν ἀνάγκην τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῶν καλυμμάτων εἴτε ὑπὸ ἄλλον τινὰ τύπον. Οὐσιαστικὸν ζήτημα δὲν ὑπῆρχε. Θὰ ἤρχετο πρὸς ἀποφυγὴν τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ θὰ τῆς τὰ ἐδίδομεν. Εἶναι ἀναντιρρήτως ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Μαξίμου ὅτι διὰ τῆς διαρρυθμίσεως ἣν ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν θὰ διπλασιάσωμεν τὰς μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ ἐδίδετο εὐκαιρία εἰς αὐτὸν νὰ ἀποτρέψῃ τὸν ἀθέμιτον τοῦτον πλουτισμόν. Ἀλλ’ ἡ λύσις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπροτείνομεν, ἀπεκρούσθη ἀδικαιολογήτως. Ἡ σήμερον προτεινομένη λύσις διαιτησίας οὐδένα ἔχει ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ τὴν παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος καὶ τὴν ματαίωσιν τῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Πρόκειται νὰ καλέσωμεν σήμερον ξένους τραπεζίτας, ἵνα ἀποφανθῶσιν εἰς τίνα ἀνήκουσι τὰ καλύμματα. Ἀλλὰ σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἂν πρόκειται ἐπὶ τοιούτων ξένων διαιτητῶν νὰ στηρίξωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ γνώμη αὕτη ὑφίσταται, διότι ὁλόκληρος ἡ δημοσιονομικὴ Ἐπιτροπή, ἀπαρτιζομένη ἐξ ἐπιφανῶν οἰκονομολόγων κατ’ ἐξοχὴν εἰδικευμένων εἰς τὰ τραπεζιτικά, ἔχει ὁμόφωνον τὴν γνώμην ὅτι τὰ καλύμματα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἔχομεν δηλαδὴ περὶ τούτου καὶ τὴν ἐπιζητουμένην ἔγκυρον γνώμην. Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Γενεύην τὴν Χώραν ἡμῶν εἰς οὐδεμίαν δέσμευσιν ἢ ταπείνωσιν, ἠρνήθημεν ὑπὲρ αὐτῆς δυνάμεις διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τείνει τὸ πρόγραμμα ἡμῶν. Δὲν ἐπεδιώξαμεν ὑπὲρ οὐδενὸς ἀθέμιτον πλουτισμόν. Ἐπεζητήσαμεν τὴν λύσιν τῶν ἀναφυέντων ζητημάτων κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον τὴν ἀπονομὴν ἀπολύτου δικαιοσύνης, ἀλλὰ συγχρόνως διευκολύνοντα τὸν διακανονισμὸν ζητημάτων ἀμέσως συνδεομένων πρὸς τὴν ἐν γένει ἀναδιοργάνωσιν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν—δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ εἴπω—εἶναι πράγματι πρόγραμμα θυσιῶν. Εἶναι πράγματι πρόγραμμα θυσιῶν καὶ αὐταπαρνήσεως ὄχι μόνον ἐκ μέρους τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ θυσιῶν καὶ αὐταπαρνήσεως πρωτίστως ἀπὸ μέρους τῶν κομμάτων καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Δὲν θεραπεύονται βαρεῖαι καταστάσεις οὔτε διὰ θωπειῶν πρὸς τὸν Λαόν, οὔτε διὰ λιποψυχιῶν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Θὰ ἀκούσωμεν μετ’ ὀλίγον ποῖα ὑπῆρξαν τὰ πραγματικὰ αἴτια τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπεχώρησεν ὅμως καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ καὶ αὐτὸ εἰς θυσίας καὶ νὰ ἐπιδείξῃ αὐταπάρνησιν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Δὲν σκεπτόμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ἔργον τοῦτο ἡμιτελές, οἱαδήποτε καὶ ἂν μᾶς ἀναμένῃ ἐκλογικὴ τύχη. Ὅταν μετ’ ὀλίγον, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἐκφέρει τὴν ἀπόφασίν της, ἓν καὶ μόνον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν. Δύναται μὴ κρίνουσα τὸ πρόγραμμα ἡμῶν νὰ μᾶς ἀνατρέψῃ. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ μᾶς παράσχῃ τὴν ψῆφόν της, θὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς, ἡ ἐμπιστοσύνη τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς παράσχῃ νὰ εἶναι ἀνεπιφύλακτος καὶ ἀπόλυτος, νὰ μᾶς παράσχῃ ὅλα τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸ ἀκανθῶδες ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν. Ὑπεβάλομεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σχέδιον ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς μελέτης τῆς τραπεζιτικῆς καὶ νομισματικῆς μεταρρυθμίσεως. Εἴχομεν πᾶσαν τὴν διάθεσιν ὅπως ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων συζητήσωμεν ἐπὶ μακρόν. Ὁ χρόνος ἀπολείπει καὶ εἶναι τοῦτο γνωστόν. Εἴμεθα ὑπόχρεοι καὶ πάλιν νὰ μεταβῶμεν εἰς Γενεύην ὅπως συμπληρώσωμεν τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς τῆς Χώρας ἀνορθώσεως. Εἶναι ἐσχάτη τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ παραποίησις τὸ λεγόμενον ὅτι πρέπει πᾶν μέτρον ζητούμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ δίδεται μετὰ μακρᾶς ταλαιπωρίας. Ἓν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλή, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἀλλὰ τοιαύτη μείωσις δὲν ὑπάρχει, ὅταν τὰ μέτρα ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν θὰ ὑποβληθοῦν εἰς μίαν συζήτησιν, εἰς δευτέραν βάσανον ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τρίτην πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν πρὸς κύρωσιν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀντὶ τοῦ διπλοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος θὰ ἠσκεῖτο ὁμαλῶς, τριπλοῦν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον θὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλή. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν εἶναι ἡ κατ’ ἀρχὴν ἔγκρισις τῶν μέτρων ἡμῶν, ὅπως δυνάμει τῆς ἐγκρίσεως ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν συμπληρώσωμεν τὸ ἐπιτελεσθὲν ἔργον. Ἂν ἡ Βουλὴ διστάζῃ, ἂν δὲν τὰ ἐγκρίνῃ κατ’ ἀρχήν, ἂς τὰ καταψηφίσῃ. Ἀλλ’ ἂν τὰ ἐγκρίνῃ, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἀφήσωμεν ἔκθετα χάριν τῶν δικαιωμάτων, μὴ παραβιαζομένων. Ἐξήτασα, κύριοι, καταθέτων τὸν Προϋπολογισμὸν τὰς ἐνδεχομένας ἀπόψεις οἱασδήποτε ἄλλης πολιτικῆς καὶ ἀπέδειξα ὅτι δι’ οὐδεμιᾶς ἄλλης πολιτικῆς δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ἐξήτασα καὶ τὰς ἐκτεθείσας ἀπόψε τοιαύτας, αἵτινες ἄγουν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Τὸ πρόγραμμα ἡμῶν δὲν εἶναι ἔργον στιγμιαίας ἐμπνεύσεως, ἀλλ’ ἀπαύγασμα πείρας. Δὲν δυνάμεθα τίποτε νὰ ἐλπίσωμεν διὰ τῶν δανείων, διὰ τῶν πιστώσεων ἢ διὰ τῶν ἐσωτερικῶν μέτρων. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πάντα ταῦτα θὰ καταβληθοῦν ἀπὸ τὸν Λαὸν καὶ ὅσῳ ταχύτερον, τόσον ἡ θεραπεία θὰ εἶναι ταχυτάτη. Κύριοι, ἐπέστη ἡ ὥρα τῶν ἀποφάσεων. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἂς ἀναμετρήσῃ τὸ ψυχικὸν σθένος αὐτοῦ. Ἔχομεν τὴν δύναμιν τῶν θυσιῶν; Δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν τὰ ἐκλογικά μας συμφέροντα; Ὑψούμεθα εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων; Ἔχει καλῶς. Ἂν ὄχι, ἄλλοι θὰ ἔλθουν ὅπως ἐφαρμόσουν ἕτερον πρόγραμμα. (Χειροκροτήματα).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§158Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀλίγας λέξεις παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§160Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα θέματα νὰ συζητῶνται τὴν 4ην πρωϊνὴν ὥραν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ ἐξ ὑφαρπαγῆς συζήτησις. (Θόρυβος).
§161Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁμιλήσας εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προσεπάθησα ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ διαπιστώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέφερον τὴν διάσπασιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, προσέξας νὰ μὴ θίξω κατ’ οὐδὲν ἐκείνους μετὰ τῶν ὁποίων χθὲς συνειργαζόμην ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ μετὰ τῶν ὁποίων συνεργάζομαι καὶ σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἔθιξα μόνον τὸ κύριον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία καὶ ἡ μετ’ αὐτὴν κυβερνητικὴ κρίσις. Ἦτο δὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος ἡμῶν καὶ τοῦ μετ’ αὐτοῦ συνδεομένου ζητήματος τῶν καλυμμάτων καὶ τῆς διαιρέσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δι’ οἱονδήποτε ζήτημα ἐκ τούτων καὶ μόνον ἂν προέκυπτε διαφωνία μὲ τὰς πεποιθήσεις καὶ μὲ τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρεσβεύω, θὰ ἦτο ἱκανὸν διὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀνεξαρτήτως τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους ἐπεδίωκε καὶ τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Διότι, ὅταν πολιτικός τις παραβιάζῃ ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ διαχειρισθῇ μεγαλύτερα ζητήματα διὰ τὰ ὁποῖα ἐτάχθη. Καὶ ὅταν ἐπίστευον καὶ πιστεύω ὅτι τὰ καλύμματα δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβιβασθοῦν εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς καὶ ὅτι ἐκείνη ἡ μεταβολὴ θὰ ἀπετέλει ἀθέμιτον πρᾶξιν, θὰ ἦτο ἱκανὴ τουλάχιστον νὰ μὲ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ ἐνεργείας, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τοῦτο ὡς ἀποτέλεσμα. Οἱ ἀντίθετα σκεπτόμενοι ὀρθῶς θὰ ἔπραττον προβαίνοντες εἰς τοῦτο, διότι εἶχον ἀντίθετον γνώμην καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν των οὐδὲν τὸ ἀθέμιτον θὰ ἔπραττον. Ὅταν ἐγὼ ἐπίστευον καὶ πιστεύω ὅτι τοῦτο ἦτο πρᾶξις ἀθέμιτος, μόνον διὰ τοῦτο ὤφειλον νὰ ἀποχωρήσω τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔπραττεν ἀντιθέτως τῶν ἰδικῶν μου ἀντιλήψεων. Ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο μόνον, ἦτο καὶ ἡ ἔννοια τῆς σταθεροποιήσεως καὶ ὁ χωρισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τοῦ ὁποίου ἤμην καὶ εἶμαι ἐναντίος. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, ἀνέπτυξα τὴν γνώμην μου καὶ δὲν θὰ ἐπανέλθω, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν παραλείπω νὰ εἴπω διὰ νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς ἀνάπτυξιν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι γνωστὰ καὶ τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι οὔτε διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε διὰ τὴν Βουλὴν θὰ ἔπρεπε νὰ φέρω ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶπον μόνον ὅτι ἡ συνεργασία εἶχε περιέλθει εἰς σημεῖα τοιαῦτα, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Κυβερνητικὴ μηχανὴ δὲν ἐλειτούργει πλέον κανονικῶς. Καὶ ὄχι μόνον ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ δὲν ἐλειτούργει κανονικῶς, ἀλλ’ ἐκρύπτοντο καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ζημίᾳ οὐχὶ αὐτῶν, διότι ἂν ἡ ζημία θὰ ἦτο μόνον ἀτομική, δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀξίαν. Ἀλλ’ ἡ ζημία εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἐλλείπει ἡ ἔννοια τοῦ πολίτου, ἡ ἔννοια τοῦ κυβερνήτου. Καὶ θὰ ὑπενθυμίσω μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν τελευταίως εἶπεν ὁ εὐθὺς πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τὴν τελευταίαν τροπήν, ἣν ἔλαβεν ἡ μεταξύ μας συνεργασία, ὅτι ἐγένετο πολιτικὴ τῶν πεζοδρομίων. Μία τοιαύτη πολιτικὴ λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ λειτουργῇ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων τῆς Ἑλλάδος; Νομίζω ὅτι ἐπεβάλλετο καὶ ἐκ τούτου καὶ μόνον νὰ παύσῃ ὑφισταμένη. Δυστυχῶς γνωρίζετε ἐκ τίνων λόγων ἀνεπτύχθη μία δύσκολος κατάστασις συνεργασίας. Καὶ μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἦλθον εἰς διάστασιν διὰ ζήτημα ἁπλούστατον. Ἀλλ’ ἡ μηχανή, ἂν δὲν εἶχε τεθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἴσως δὲν θὰ ἔφθανε ἐκεῖ ὅπου ἔφθασε, διότι γνωρίζει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς πόσα μεταξύ μας καὶ ὁποῖα συνέβησαν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ὁποίαν τελευταίως ἐφθάσαμεν, φιλικῶς καὶ μετὰ πλήρους εἰλικρινείας συνελθόντες καὶ ἀναπτύξαντες τὰς γνώμας μας. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ προηγήθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν συντελεστικὰ διὰ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν. Ἄν θέλητε νὰ προχωρήσω ἀκόμη περαιτέρω, ὑπῆρξαν πολλαὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀπουσιάζοντα δυστυχῶς αὐτὴν τὴν στιγμήν, νὰ ἀπομακρυνθῶ ἐξ αἰτίας τῶν γενομένων, δηλώσας ὅτι καὶ ἀπομακρυνόμενος θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ συντρέξω τὸ ἔργον αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μὲ κατηγόρησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὑπῆρξα καὶ αἰτία, ἡ ὁποία παρεκώλυε τὴν ὁμαλὴν ἀποκατάστασιν, διότι δὲν συνήνουν εἰς πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἦσαν ὅλοι σύμφωνοι. Θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ θὰ τὸν ὑπενθυμίσω ὅτι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνεφωνήθη μεταξύ μας, ὅταν ἀπετελέσαμεν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἡ τακτοποίησις τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, διότι ἐκεῖθεν προήρχετο ἡ ἀνωμαλία. Καὶ θέλω νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν εἰς τοῦτο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ ἐπιβαλλόμενον καὶ τίς ἦτο ὑπαίτιος εἰς τοῦτο. Ἤμην ἐγώ; Θὰ ὑπενθυμίσω ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν πινάκων, τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ εἰσηγηθῆτε τὸν Προϋπολογισμόν, ἔστειλα ἐπιστολὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τῶ ἐξέθετον ὅλα τὰ συμβάντα τὴν ἀμέσως προηγουμένην καὶ τῶ ἔλεγον ὅτι ἢ θὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ κατάστασις αὐτὴ ἢ εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχω. Διότι τὴν προηγουμένην, ὡς γνωρίζετε, εἰς ἐπανειλημμένα Συμβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα συνήλθομεν ἐν τῷ Πολιτικῷ Γραφείῳ, ἀπεφασίζετο παρ’ ὑμῶν τῶν ἄλλων καὶ οὐχὶ παρ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ δημοσιευθοῦν πλέον οἱ στρατιωτικοὶ πίνακες, διότι εἶχε παρέμβει τότε καὶ ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος συνίστα καὶ τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ δὲν ἀπεφασίσθη ποτέ.
§163Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἐδιαβάσατε.
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποίαν ἐπιστολήν;
§165Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἔστειλα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ὅλοι καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐξετίθεντο ὅλα τὰ συμβάντα τῆς προηγουμένης ἡμέρας καθ’ ἣν ἐδίδετο ἡ συμβουλὴ ἐκ μέρους σας ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπέναντι τῆς γενικῆς ἀντιδράσεως καὶ νὰ μὴ δημοσιευθοῦν οἱ πίνακες.
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖος τὸ ἔλεγεν αὐτό;
§167Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς ὅτι οὐδέποτε ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, οὐδὲ ἐγὼ προσωπικῶς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσα εἰς οὐδένα ὅτι δὲν θὰ δημοσιευθῶσιν οἱ πίνακες.
§168Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πιστοποιήσῃ ὅλα. Ἔγραφον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν τὴν 1ην παρελθόντος Ἰουνίου (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐξέλιξις κατ’ αὐτὰς τῶν πολιτικῶν πραγμάτων.... κλπ.»
§169Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἐπιστολή σας καὶ τὰ ἐπακολουθήσαντα γεγονότα ὑπέδειξαν ὅτι ὑπῆρχε μὲν μία ἀνωμαλία, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἦτο κυρία τῆς καταστάσεως.
§170Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι δὲν θὰ ἔκαμον καμμίαν χρῆσιν, εἶναι ἀπόλυτος ἐξιστόρησις τῆς καταστάσεως καὶ ἡ κατάληξις τῆς ἐπιστολῆς ἦτο νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρα καὶ ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ λύσῃ τὴν κατάστασιν. Ἐπροφυλάχθην ὅσον ἦτο δυνατόν. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι μία ἀνώμαλος κατάστασις ἐκρατεῖτο μέχρις ἐσχάτων καὶ κατὰ τὴν πεποίθησιν τὴν ἰδικήν μου ἐκρατεῖτο, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἤθελε νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἔγραψα ὅτι, ἂν ὁπωσδήποτε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ εἷς ὁμαλὸς τρόπος συνεργασίας, ἐγὼ ἤμην πρόθυμος νὰ ἀποχωρήσω τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις θὰ ἐξηκολούθουν νὰ παρέχω τὴν ὑποστήριξίν μου πρὸς ἐπίτευξιν τῶν παρ’ αὐτῆς ἐπιδιωκομένων σκοπῶν, φέρων τὰ βάρη τὰ ὁποῖα θὰ ἔφερον ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἐδεχόμην, κύριοι, τοιοῦτόν τι, δὲν δύναται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ λέγῃ ὅτι διὰ νὰ ἀποφύγω βάρη καὶ εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ μὲ ἐξέθετον εἰς τὸν Λαόν, δὲν ἠξεύρω ποίας δυσφορίας τοῦ Λαοῦ, ἐζήτησα νὰ ἀποχωρήσω τῆς Κυβερνήσεως. Ποτὲ δὲν ἐπεδίωξα δόξαν διὰ τοιούτων μέσων, πάντοτε τὸ ἔργον μου τὸ ἐπετέλεσα, ἀδιαφορῶν ποίας θὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὸ ἄτομόν μου καὶ θὰ ἐξακολουθήσω νὰ ἐπιτελῶ τοῦτο ἄνευ τινὸς δυσφορίας, ἀναμένων νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἔχω ἀναλάβει. Ὥστε καὶ εἰς ζητήματα τοῦ Ὑπουργείου μου, κατὰ τὰ ὁποῖα οὐχὶ ἐγὼ προσωπικῶς, ἀλλ’ οἱ διευθυνταὶ τοῦ Ὑπουργείου ἐθίγησαν, δὲν ἐδίστασα νὰ ὑποχωρήσω. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι μέχρι τῆς παραιτήσεώς μου δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα τὸ νομαρχιακὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ σπουδαιότερον. Δὲν ἦσαν λοιπὸν ἀτομικοὶ οἱ λόγοι νὰ κερδίσω ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ, διότι γνωρίζετε πολὺ καλῶς, πρὸ παντὸς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἰδιαιτέρως ἀνεγνώρισεν ὅτι ἂν ὑπῆρχον δυσχέρειαι καὶ δυσχέρειαι σοβαρώταται, αἱ ὁποῖαι πολυειδῶς παρεκώλυον ἐμὲ καὶ τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι, εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἂν ὑπῆρχον, λέγω, λόγοι, ὑπῆρχον πρὸ παντὸς εἰς ἐμὲ καὶ τὸ κόμμα αὐτό. Καὶ ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ ὅτι, ὅταν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν διαπραγματεύσεων κατελήξαμεν εἰς συμφωνίαν διὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀπεχωρίσθημεν ἐκ τῆς οἰκίας μου, σεῖς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς μοὶ ἐξεδηλώσατε τὴν εὐγνωμοσύνην σας διὰ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἔκαμα, διότι ἀληθῶς ἀνεγνωρίσατε ὅτι ἔκαμα θυσίας. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς τῶν πολιτικῶν, ὄχι μόνον τῶν ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρῆλθον, ἔχουσιν ἀτομικὴν ἐξυπηρέτησιν. Ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ὅλοι πικρίας ὑπέστησαν. Θὰ προχωρήσω καὶ ἀκόμη. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μὲ ἐμέμφθη ὅτι ἠμποδίζετο ἡ ἐπαναφορὰ τῆς τάξεως, διότι ἐγὼ ἀντετασσόμην εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον ὅτι ἦσαν ἐπιβεβλημένα, ἠμπόδιζα νὰ ἐφαρμοσθοῦν μέτρα τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ὡς ἀναγκαῖα.
§171Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ δὲν πιστεύω.
§172Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ ζήτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς ἀπήντησα, ἀλλὰ μοὶ εἴπατε ὅτι ἡ εὐαισθησία μου μοὶ ἠμπόδιζε νὰ ἐφαρμόσω μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται κατὰ τῶν ὑπονομευόντων τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ὅτι πρὸ παντὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνεφανίσθη ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου «περὶ ληστείας» κατὰ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν ταραχοποιοὶ καὶ μόνον λέγω κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸν νόμον ὅμως αὐτὸν τῶν ἀπελάσεων τὸν θεωρῶ νόμον κάκιστον καὶ ἂν ὑπεχρεώθην νὰ τὸν ἐφαρμόσω ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ἐφήρμοσα κατ’ ἀνάγκην. Τὸν ἐφήρμοσα δὲ ὄχι ἐγώ. Ὑπάρχει μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διατάσσει τὰς ἀπελάσεις. Ὅταν λέγω ὅτι τὸν ἐφήρμοσα, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἐγὼ ἔκαμον ἀμέσως τὴν ἐφαρμογήν, ἐννοῶ ὅτι ἐγὼ δὲν ἠμπόδισα τὴν ἐφαρμογήν, διότι δὲν εἶχον πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Ὑπάρχει μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ εἶδος δικαστηρίου καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, τὸν νομάρχην καὶ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται περὶ αὐτῶν. Ὡς Ὑπουργὸς δὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁσάκις ἐδόθη ἀφορμὴ ἐφαρμογῆς τούτου, συνέστησα νὰ ἐφαρμοσθῇ μετ’ ἄκρας ἐπιεικείας.
§173Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε συνάδελφε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι εἰς ἓν ἀπὸ τὰ τελευταῖα Ὑπουργικὰ Συμβούλια ἐδέχθητε νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὸς νόμος ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπενόμευον τὸ καθεστώς. Δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις ὅμως ἐκείνη, διότι ὁ κίνδυνος παρήρχετο μετὰ μίαν ἡμέραν. Τὴν ἡμέραν ὅμως ἐκείνην ἐδέχθητε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§174Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Συμβιβασθῆτε μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§175Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σᾶς εἶπον καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω τί εἴπατε εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅταν εἴπατε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς τῶν ἀπελάσεων δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν.
§176Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς περιορίζεται ἐπὶ ὡρισμένων κατηγοριῶν καὶ εἶπον ὅτι θὰ ἴδω τὸν νόμον ἂν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν ἐλήφθη ὅμως καμμία ἀπόφασις, οὐδ’ ἐγὼ συνήνεσα εἰς τοῦτο.
§177Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Συμφωνήσατε, δὲν ἐξετελέσθη ὅμως ἡ ἀπόφασις, διότι παρῆλθε τὸ κίνημα.
§178Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο.
§179Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ ὀκτὼ ὁλοκλήρους μῆνας ὁσάκις προεβλήθη ζήτημα καταδιώξεως τῶν ἐμφανῶς ταραξιῶν, εὑρέθην ἐνώπιον τῆς ἀρνήσεώς σας, ὅτι οἱ κοινοὶ νόμοι δὲν ἐπέτρεπον συλλήψεις καὶ ἀπελάσεις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦσαν τὰ ἐμφανιζόμενα στοιχεῖα. Αὐτὴ ἡ ἀντίρρησις διετυποῦτο ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας. Ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνεζήτει τρόπους ἀμύνης τοῦ Κράτους κατὰ τῶν συνωμοτούντων. Θὰ ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅτι ὅταν τὸ πρᾶγμα ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον καὶ δὲν ὑπῆρχε σωτηρία, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνεχθῶμεν οἱανδήποτε πλεκτάνην ἐναντίον τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρῶτος ἐγὼ ὑπέδειξα ὅτι εἶναι ἀδύνατον κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ γίνωνται συλλήψεις ἄνευ ἐπεμβάσεως τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζετε τὸν νόμον καὶ νὰ συλλαμβάνητε λῃστὰς καθ’ ἣν στιγμὴν ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ ἀμύνεται; Εὑρεθεὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν μέσῳ ἀδιεξόδου, διλήμματος, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Δὲν γνωρίζω ἂν παραμένων εἰσέτι εἰς τὴν Ἀρχὴν θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὰς γνωστὰς ἐπιφυλάξεις. Γνωρίζω ὅμως τοῦτο· αἱ ἐπιφυλάξεις αὗται κατέστησαν δημιουργοί, παρέσχον τὴν δύναμιν εἰς τοὺς συνωμοτοῦντας νὰ διαταράττουν καθ’ ἑκάστην τὴν ἡσυχίαν τῆς Κυβερνήσεως, παρακολουθούσης μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας. Αὐτὰ εἶναι, κ. συνάδελφε, ἀναμφισβητήτου ἀληθείας γεγονότα. Ἀποφασίζω νὰ κάμω θυσίας τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ ὄχι κέρδη. Δὲν ἔπρεπε νὰ μὲ προκαλέθητε νὰ προβῶ εἰς τοιαῦτά τινα, ἅτινα ἀπεσιώπησα, διότι νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰ ἀποσιωπήσω καὶ νὰ μὴ δώσω ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω ἴσως πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκθέσω.
§180Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, συντομεύσατε τὴν ἀγόρευσίν σας διὰ νὰ συνεχίσω ἐγώ. Ἐν σχέσει πρὸς μίαν διακοπήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, μὲ τὸν ὁποῖον εὑρέθητε νὰ συμφωνήσητε, σᾶς λέγω, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ὅτι τὰ παρουσιαζόμενα ζητήματα ἦσαν πολλάκις ἔξω τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἠθέλατε σεῖς τελευταίως νὰ ἐφαρμόσητε. Καὶ ἐν τούτοις εἴχατε ὅλην τὴν δύναμιν εἰς τὰς χεῖράς σας νὰ πραγματοποιήσητε ἄλλους νόμους καὶ ἠρνήθητε νὰ τοὺς ἐφαρμόσητε. Καὶ δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσητε νόμους αὐστηρούς, ἐπρόκειτο ἁπλῶς ἴσως μεταθέσεις νὰ κάμητε ἐξ Ἀθηνῶν εἰς ἄλλα μέρη. Ἀλλὰ πάντοτε ἐφάνητε ὑπερασπιστὴς —καὶ τὸ τονίζω— ἐφάνητε ὑπερασπιστὴς ὅλης τῆς ἐκεῖθεν δημιουργηθείσης καταστάσεως.
§181Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπῆρχε μία ὁλόκληρος ἱστορία ἡ ὁποία σᾶς διαψεύδει.
§182Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κ. Ὑπουργέ, ἂν πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἱστορία αὐτὴ ἦτο, ὅταν τὰ μέτρα ἐστρέφοντο ἐναντίον σας καὶ ὄχι ὅταν ἐστρέφοντο ἐναντίον τρίτων.
§183Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδέποτε ἐστρέφοντο τὰ μέτρα αὐτὰ ἐναντίον μου.
§184Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιτρέπω διακοπάς.
§185Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σεῖς δεκάκις μὲ διεκόψατε.
§186Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι ὑπῆρξε καὶ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδηλώθησαν πράξεις κατὰ συναδέλφων σας καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ λάβητε οἱαδήποτε μέτρα. Καὶ ποῖος εἶχεν ὅλην τὴν δύναμιν κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτὴν τὴν κυβερνητικήν; Σεῖς εἴχατε ὅλην τὴν δύναμιν καὶ ἠδύνασθε νὰ εὑρίσκετε ὅ,τι ἠθέλατε. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τοῦτον, ἐγὼ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐπανειλημμένως ἐδήλωσα ὅτι μετὰ πολλῆς ἀποστροφῆς τὸν βλέπω ἐφαρμοζόμενον, οὐδέποτε δὲ ἐσκέφθην καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἐγκυκλίους ἔχω κάμει ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, οὐδέποτε ἐφαντάσθην ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι ἠδύναντο νὰ προβλέψουν καὶ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διότι δὲν ἔλαβον ποτὲ ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶ. Ἐσκέφθην μόνον ὅταν σεῖς μοὶ εἴπατε νὰ τὸν ἐφαρμόσω εἰς ὡρισμένην περίπτωσιν καὶ σᾶς ἀπήντησα ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην. Μοὶ εἴπατε λοιπὸν ὅτι ἐγὼ σᾶς ἠμπόδιζα, ὅταν σεῖς εἴχατε ὅλην τὴν δύναμιν νὰ ἐπαναφέρητε τὴν παλαιὰν ὁμαλὴν κατάστασιν καὶ ἐν τούτοις ἐπανειλημμένως ὀπισθοχωρήσατε. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὰ αἴτια, περὶ τῶν ὁποίων ἀναφέρατε σχετικῶς πρὸς τὴν μεταξύ μας διαφωνίαν. Ἀλλὰ μὲ κατηγορεῖ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὅτι τόσον ἄπελπι βλέπω τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐγὼ βλέπω ὅτι ὁ Λαὸς δὲν ἀντέχει εἰς καμμίαν φορολογίαν. Καὶ πότε τὰ ἠκούσατε ἀπὸ ἐμὲ αὐτά, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ; Καὶ διατί ἐπλάσατε ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν ἵνα κάμητε μίαν ἐντύπωσιν, ἐνῷ ἐγὼ ποτὲ δὲν ἐζήτησα ἐναντίον σας ἐντύπωσιν, ἀλλὰ ἀπαθῶς καὶ ξηρῶς ἀνέπτυξα τὰς γνώμας μου; Κύριε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, γνωρίζω καλῶς, ὡς καὶ σεῖς, τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ γνωρίζω ποίας ἀρετὰς καὶ ποίαν ζωτικότητα ἔχει μέσα του ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀσφαλὲς καὶ βέβαιον τὸ μέλλον. Καὶ ἤρκει διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὸ μέγα παράδειγμα, ὅτι ἐπὶ δεκαετίαν πολεμῶν καὶ ὑποστὰς οἷον ὑπέστη ἐθνικὸν ἀτύχημα, κατώρθωσε νὰ εἶναι ἀνθηρότατος καὶ ἀκόμη τοὺς ἀτυχεῖς ἀδελφούς του πρόσφυγας ἐπαρκῶς νὰ περιθάλψῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ φέρω βεβαίως τὰς εὐθύνας καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ποτὲ τὰς πράξεις μου ἐπὶ τῶν ὁποίων φέρω τὰς εὐθύνας, εἶναι ἐνδεχόμενον, σᾶς εἶπον, νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ τὰς οἰκονομίας του, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ τὰς πράξεις του. Καὶ σᾶς ἀνέφερα προβλέψεις τινάς, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων καὶ σᾶς εἶπον ὅτι εὔχομαι αἱ προβλέψεις μου αὐταὶ νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσιν. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν παρέστησα ἐγὼ τὴν ἀπελπισίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μεταδώσητε σεῖς ὅτι εἶπον ἐγὼ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Καὶ θὰ προχωρήσω καὶ εἰς ἄλλην ἀνακριβῆ ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν ἐξεδηλώσατε. Καὶ εἴπατε ἐντεῦθεν ὅτι, ἐνῷ σεῖς διεπραγματεύεσθε ἐν Γενεύῃ, σᾶς παρετηρήθη ἐντεῦθεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διακόψητε τὰς ἐργασίας σας ἐκεῖ, ἵνα στραφῆτε εἰς τὸ δάνειον τῶν Σουηδικῶν προτάσεων. Ἀλλὰ σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως τὸ τηλεγράφημα καὶ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν εἰς πρᾶξις ἀπέναντί σας προέβην ἢ εἰς τοῦτο καὶ μόνον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐδῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὴ δὲ ἡ πρᾶξις δὲν ἦτο πρᾶξις ἐμοῦ, ἦτο πρᾶξις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι ἐφάνησαν λίαν ἐπωφελεῖς. Ἦτο καθῆκον τῶν ἐδῶ μελῶν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνακοινώσουν καὶ εἰς ὑμᾶς πᾶν ὅ,τι συνέβη ἐκεῖ σχετικῶς πρὸς τὰς ἐνεργείας αὐτὰς καὶ σᾶς ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς μεταβιβάσητε τὰς ἀντιλήψεις σας, διότι σεῖς ὑπευθύνως ἐνεργεῖτε τὴν ὑπόθεσιν, ἵνα καὶ ἡμεῖς κανονίσωμεν ἐδῶ τὴν συμπεριφοράν μας. Καὶ μετὰ τοῦτο, εἴπατε, ὅτι αἱ ἐφημερίδες δὲν ἠξεύρω πως ἀνέγραψαν ἓν τηλεγράφημα, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ σᾶς ἐλέγομεν νὰ διακόψητε τὰς διαπραγματεύσεις. Δὲν εἶναι νομίζω ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχετε νὰ στηρίζεσθε ἐπὶ τῶν γραφομένων εἰς τὰς ἐφημερίδας διὰ νὰ κατηγορεῖτε τοὺς συναδέλφους σας ἀπὸ τοῦ βήματος. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν ἡμεῖς ἐπιστεύομεν εἰς τὰ γραφόμενα τῶν ἐφημερίδων, τὰ ὁποῖα ἐφέροντο μάλιστα οὐχὶ ὡς ἁπλαῖ ἀνακοινώσεις τοῦ Τύπου, οὐχὶ ὡς ἁπλαῖ εἰδήσεις, ἀλλ’ ὡς ἀπαντήσεις ἰδικαί σας, ἔπρεπεν ὄχι πλέον νὰ μεμφθῶμεν ὑμᾶς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εἴχομεν ἤδη ἀπέλθει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντα ἀναγινώσκοντα ἐφημερίδας, ἐγράφετε ὅτι διὰ τὸ δάνειον ἐχρησίμευσε μόνον τὸ πρόσωπον ὑμῶν καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ θὰ εἶχον περισσότερόν τινα ἀκόμη λόγον, τὸν ὁποῖον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διεπραγματεύετο τὸ δάνειον χωρὶς νὰ καταστήσῃ γνωστοὺς εἰς τοὺς συναδέλφους του τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἐπρότειναν καὶ τοὺς ὁποίους οὗτος ἀπεδέχετο. Δὲν συνέβη ποτὲ εἰς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ διαπραγματεύεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζητήματα καὶ νὰ μὴ καταστῇ γνωστὸν τὸ πρᾶγμα εἰς τοὺς συναδέλφους του. Κατὰ τοσοῦτον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, καθόσον καὶ πρὶν ἀναχωρήσητε εἶχεν ὁρισθῆ ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἴχατε νὰ ἀναλάβητε ὑποχρεώσεις ἄνευ τῆς συναινέσεως ἡμῶν, οἵτινες ἀποτελοῦμεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συνεκροτεῖτο ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν πέντε κομμάτων. Δὲν ἠθέλησα, κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργέ, οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον νὰ σᾶς εἴπω, ὄχι μόνον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλ’ οὔτε ἰδιαιτέρως καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἐλάχιστα ἐδικαιοῦσθε νὰ εἴπητε ὅσα εἴπατε, λαμβάνοντες ἀφορμὴν ἀπὸ τὰ γραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας. Δὲν θέλω παρὰ νὰ εἰσέλθω πλέον εἰς τὸ ζήτημα τὸ σχετικόν, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπον τὰς γνώμας μου. Εἶναι περιττὸν νὰ φθάσω εἰς ἀντίκρουσιν τῶν ἰδικῶν σας. Διϊστάμεθα καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔσπευσε, κύριοι, ὁ προλαλήσας συνάδελφος νὰ πλέξῃ τὸ ἐγκώμιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὡσὰν ἐγὼ ἐξέφερον κατηγορίας κατ’ αὐτοῦ, ὡσὰν νὰ μὴ ἠθέλησα νὰ ὑπερασπίσω ἐγὼ αὐτὸν ἐναντίον τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀπαισιοδοξίας, τὸ ὁποῖον διέκρινε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. συναδέλφου. Δὲν ἀφεώρα ἡ παρατήρησίς μου τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη εἶναι ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν εὗρε κἂν στοιχεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ εἴπῃ ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ παρὰ τοῦ Λαοῦ. Τοῦτο τοσοῦτον εἶναι ἀνακριβές, ὥστε ὁ ἴδιος, ἂν ἤθελεν ἐπανασκεφθῆ ὅσα ἐλέχθησαν παρ’ αὐτοῦ, θὰ εὕρισκεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ οἰκονομίας, διότι, ὡς ὑπέδειξα εἰς αὐτόν, αἱ οἰκονομίαι εἶναι ἀδύνατοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῶσιν οἱ πόροι, διότι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔφθασεν εἰς τὸ ἀκρότατον ὅριον τῆς ἀντοχῆς του, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεργασθῶμεν μετὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐφόσον δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν ἄλλων. Ἐγὼ δὲν προσέθεσα τίποτε περισσότερον, ἀλλ’ ἔδωκα τόνον διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. συνάδελφος, συνώψισα ἁπλῶς ὅλην τὴν οὐσίαν τῆς ἀγορεύσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν Σουηδικῶν προτάσεων εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρξα πιστὸς ἀπολύτως ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν πραγμάτων, διότι εἶπον ὅτι κατὰ τὸ κρισιμώτατον σημεῖον τῶν διαπραγματεύσεων ἔφθασε μέχρι τῆς Γενεύης ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε τὸ περιεχόμενον τῶν προτάσεων, καλουμένων ἡμῶν νὰ δεχθῶμεν αὐτὰς καὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν ἐνταῦθα. (Θόρυβος). Λέγω λοιπὸν ὅτι ἔφθασεν ἐξ Ἀθηνῶν ὁ θόρυβος περὶ τῶν Σουηδικῶν προτάσεων καὶ ἡ ἐπιτακτικὴ φωνὴ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς προτάσεις αὐτάς, μὴ δικαιολογουμένης τῆς περαιτέρω παραμονῆς ἡμῶν εἰς τὴν Γενεύην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐζητοῦντο παρ’ ἡμῶν θυσίαι, ἐνῷ ὁ ὅμιλος ὁ Σουηδικὸς οὐδεμίαν ἐζήτει δέσμευσιν, ἀλλὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπολοίπου τῶν ὑπεγγύων προσόδων παρὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Πόθεν ἦλθεν ὁ θόρυβος ἐκ τῆς Γενεύης, τὸ εἶπον. Δὲν ἔθεσα ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου διετυποῦντο αἱ ἀξιώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ θόρυβος ἐγένετο ἐντεῦθεν ἐπὶ τῶν προτάσεων τῶν Σουηδικῶν, αἱ ὁποῖαι ἔτειναν νὰ δημιουργήσωσι μίαν τυπικὴν ἐπιβολήν, ὥστε νὰ μὴ συνεχίσωμεν τὰς ἐν Γενεύῃ διαπραγματεύσεις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπεραμύνεται τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ στάσεως, ἡ ὁποία οὐδαμῶς ἐτέθη ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ὁ θόρυβος ὁ ἐγερθεὶς ὑπῆρξε τοιοῦτος, ὥστε νὰ χρονίσῃ ἡ ἐν Γενεύῃ θέσις ἡμῶν. Ὑπὸ ποίων ἐγένετο καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις, εἶναι γνωστόν, ὥστε δὲν θέλω νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὸν λόγον. Τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐσεβάσθην, ὅπως πάντοτε συνηθίζω νὰ σέβωμαι αὐτήν. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ συζήτησις ἐξέκλινεν εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτήριζον ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας τὰς μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως σχέσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρέσκωμαι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὅταν ἐξήγγειλε κεραυνοβόλως τὴν ἀπόφασίν του ὁ κ. ἐκ Κορινθίας βουλευτής, ὅτι θὰ ἀπήντα καὶ θὰ ἀπεκάλυπτε πλέον τοὺς λόγους τῆς πραγματικῆς διαφωνίας, εἶπον ὅτι τὸν προσμένω, διότι ἀγνοῶ ποῖος λόγος τὸν ἔκαμε νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἀνήρχετο εἰς τὸ βῆμα, ἐδικαίωσε τὴν προσδοκίαν ἡμῶν, διότι ἡ διαφωνία καὶ ἡ διάσπασις ὑφίστατο εἰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἀκόμη ὅταν συνεκροτεῖτο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ ἐν γνώσει τῶν ὑπαρχουσῶν ἀντιθέσεων διετηρούμεθα εἰς τὴν Ἀρχήν. Διατηρηθεῖσα δὲ εἰς τὴν Ἀρχὴν παρὰ τὰς ἐμφιλοχωρησάσας προστριβὰς ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ σύστημα ὁλόκληρον οἰκονομικόν, ἐγκριθὲν παρὰ τοῦ κ. Τσαλδάρη, δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ δικαιολογηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων μικρολόγων προστριβῶν.
§189Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι μικρολόγος.
§190Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐρεθίζεσθε διαρκῶς....
§191Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διότι ταύτην τὴν ἑσπέραν προσπαθεῖτε πάντοτε νὰ μεταχειρίζεσθε πολιτικήν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς πολιτικὸν ἄνδρα.
§192Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐρεθίζεσθε ἀδίκως, συναισθανόμενος τὴν δυσχέρειαν τῆς θέσεως ὑμῶν.
§193Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσχέρειαν.
§194Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Σᾶς λέγω ὅτι ὑποθάλπετε τὰ κινήματα τοῦ Στρατοῦ.
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία Κυβέρνησις, πολλῷ δὲ μᾶλλον αἱ Οἰκουμενικαὶ Κυβερνήσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ διασπασθοῦν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τότε καὶ τὴν διακοπὴν τοῦ ἔργου, εἰς τὸ κρισιμώτερον ἄλλως καὶ σπουδαιότερον σημεῖον, ἠδυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν δημιουργίαν παροδικῆς ἄλλως τε προστριβῆς εἰς τὰς καχυποψίας αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἴς τινας ἢ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς μικρολόγους, ἐπαναλαμβάνω, συζητήσεις, τὰς ὁποίας διεξαγάγομεν, διότι ἐγράψατε μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἢ διότι ἔγραψα ἐγὼ μίαν ἐπιστολήν, δι’ αὐτὸ συμφωνοῦντες ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τῆς Χώρας. Θὰ ἠδύνασθέ ποτε νὰ δικαιολογήσητε τὴν διάσπασιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν διακοπὴν τοῦ ἔργου αὐτῆς; Δὲν εἶναι ἀξία τῶν περιστάσεων ἡ ἐπίκλησις τῶν ἐπιστολῶν καὶ ὅλων τῶν μεταξὺ ἡμῶν ἰδίως μικρῶν διαφορῶν. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἐξαιρετικοῦ προβλήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξηρτᾶτο ἡ εὐημερία τῆς Χώρας, τοῦ προβλήματος τούτου ἡ λύσις εἶχεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς καὶ ὑμῶν. Καθ’ ἣν στιγμήν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα τοῦτο ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους, οὐδεμιᾶς ὑπαρχούσης πραγματικῆς διαφωνίας, ἀπεσπάσθητε τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἤλθετε νὰ ἐπικαλεσθῆτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλας ἐκείνας τὰς ἔριδας, τὰς ὁποίας ἠνειχόμεθα καὶ ταύτας μετὰ θλίψεως, διότι δὲν ἠδυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ τὰς ἀποσοβήσωμεν. Ὑπῆρξε διαφορά τις ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος; Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσατε ἔχει ἤδη λυθῆ πρὸ τριῶν μηνῶν κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον. Πῶς τὴν ἀνεμνήσθητε, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος; Πῶς τὴν ἀνεμνήσθητε ὅταν ἐπρόκειτο καὶ πάλιν νὰ ἐπιζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς θυσίας διὰ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν Γενεύην; Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς ἱστορίας διὰ νὰ ἀποδείξω, ἂν ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ ὀπαδὸς στρατοκρατικῶν διαθέσεων καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὁ προστάτης τῆς ἐννόμου τάξεως. Δὲν θὰ εἶχον ἐγώ, κύριοι, παρὰ νὰ ὑπομνήσω μόνον πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1923 διεξάγω ἕνα ἀγῶνα κατὰ τῆς στρατοκρατίας, τὸν ὁποῖον εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιδείξῃ τις ἄλλος ἐκ τῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὴν πτέρυγα τὴν δημοκρατική, διὰ τὸν λόγον τὸν ἁπλούστατον, τὸν ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐπεκαλέσθην, ὅτι τοὺς ἀγῶνας ἡμῶν ἐναντίον τῶν στρατοκρατῶν ἡμεῖς τοὺς διεξηγάγομεν παρέργως, ὄχι κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν φίλων ἡμῶν. Ὅταν κατὰ τὸ 1923 ἀντελήφθην ἐγὼ κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἐκδηλουμένην ἐκ μέρους τοῦ τέως δικτάτορος καὶ τῶν συμπρατόντων μετ’ αὐτοῦ, ὅταν, λέγω, ἀντελήφθην διαθέσεις ἐπεμβάσεως τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὰ ζητήματα τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, πολὺ πρὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τῆς Δʹ Συνελεύσεως, ἅμα τῷ ἀντεπαναστατικῷ κινήματι τοῦ Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ κινήματος, ἀνέλαβον σφοδρότατον ἀγῶνα προσωπικὸν ἐναντίον τοῦ δικτάτορος καὶ παντὸς ἄλλου στρατιωτικοῦ παράγοντος τείνοντος εἰς πολιτικὰς παρεμβάσεις. Ἔκτοτε ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα, ἀγῶνα ἐπεκταθέντα καὶ ἐναντίον αὐτῆς τῆς στρατιωτικῆς ἐπαναστάσεως, ὅταν ἦλθον εἰς ἔριδας τότε πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅταν δὲν προσῆλθον εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Δʹ Συνελεύσεως, διότι δὲν ἐπεδοκίμαζον τὰς ἐνεργείας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, εἰς τὸν ὁποῖον θεωρῶ ὅτι χρεωστεῖ εὐγνωμοσύνην τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα διαμαρτυρόμενον ἀποχωρεῖ).
§196Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀπηύθυνα καμμίαν ὕβριν. Δὲν λύονται, κύριοι, οὕτω ζητήματα ἱστορικῆς κρίσεως· δικαιοῦμαι, ἂν θέλω, νὰ κάμω συσχέτισιν πρὸς ὡρισμένα γεγονότα τῆς ἐπαναστατικῆς δράσεως. Δικαιοῦμαι ἐκ τῆς συσχετίσεως αὐτῆς νὰ εἴπω ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ προσφερθεῖσα ἅμα τῇ ἀποσυνθέσει τοῦ Στρατεύματος τῆς Μ. Ἀσίας, ὑπῆρξε πράγματι ὑπηρεσία πρὸς τὸ Ἔθνος. Τὴν προσωπικήν μου ταύτην γνώμην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλω ἐκ γεγονότων ἐπακολουθησάντων. Εὑρέθην εἰς ἀντίθεσιν οὐχὶ ἅπαξ πρὸς τὴν Ἐπανάστασιν ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη ἀνεχαίτισε τὴν Ἐθνικὴν καταστροφὴν καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅσα εἶπον περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς. Ἐπολέμησα λοιπὸν πρῶτος ἐγὼ πᾶσαν στρατοκρατικὴν ἐκδήλωσιν, ἐξηκαλούθησα τὸν πόλεμον τοῦτον εἰς πᾶσαν ἀφορμὴν ἀντιταχθεὶς καὶ κατὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας διὰ τῆς παρεμβάσεως τῶν στρατιωτικῶν παραγόντων. Ὑπῆρξα ἀπὸ γενετῆς δύναμαι νὰ εἴπω πολίτης δημοκρατικῶν φρονημάτων καὶ ὅμως ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμὴ καὶ ἀντελαμβανόμην ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ ὅτι ἡ Δημοκρατία εἶναι προϊὸν ἐπεμβάσεων στρατοκρατικῶν, ἀντετάχθην κατὰ τῆς ἱδρύσεως ταύτης καὶ κατόπιν ὅταν ἔβλεπον οἱανδήποτε στρατιωτικὴν ἐκδήλωσιν, ἐτασσόμην πάντοτε παρὰ τὸ πλευρὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ τὴν καταστείλουν διὰ πάσης θυσίας. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι ὁ τέως δικτάτωρ δὲν θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ μοὶ παράσχῃ ὅλα τὰ μέσα μιᾶς πολιτικῆς ἐπικρατήσεως, εὑρίσκονται εἰς πλάνην οἰκτράν. Καὶ ὅταν ἀκόμη διεξῆγον τοὺς κατ’ αὐτοῦ ἀγῶνας, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν παρήρχετο ἑβδομὰς κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ μὲ ἐπεσκέπτετο κατ’ οἶκον νὰ μὲ παρακαλέσῃ καὶ μοὶ συστήσῃ νὰ ἀναλάβω τὴν ἡγεσίαν μιᾶς ἀναμίκτου οὕτως εἰπεῖν καταστάσεως στρατιωτικοπολιτικῆς. Τῷ ἀπήντησα εἰς τὰς προτάσεις αὐτὰς πάντοτε κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον. Ὅταν ἐγεννήθη τελευταῖον τὸ ζήτημα τῆς δημοσιεύσεως τῶν πινάκων, ἀγνοῶ πῶς ἀπέστειλεν ἐπιστολὴν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἓν γνωρίζω καὶ μόνον ὅτι δὲν ὑπῆρξε μία στιγμὴ εἰς καμμίαν μου ὁμιλίαν δημοσίαν ἢ ἰδιωτικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρῶτος νὰ μὴ συνίστων τὴν ἄμεσον δημοσίευσιν τῶν πινάκων ἢ τὴν ἄμεσον κατάπνιξιν ἐν τῇ πρώτῃ της ἐκδηλώσει καὶ πρὸ τῆς ἐκδηλώσεως οἱασδήποτε ἀποπείρας πρὸς διατάραξιν τῆς τάξεως.
§197Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπιτρέπετε νὰ ὑπενθυμίσω κάτι; Τὴν προηγουμένην ἑσπέραν πρὶν ἀποσταλῇ ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ τοῦ κ. Τσαλδάρη, ὁ ἐκνευρισμὸς εἰς τὸ Στράτευμα εἶχε φθάσει πράγματι εἰς ἀληθῶς ἐπικίνδυνον σημεῖον. Διότι ἐνθυμεῖσθε τότε ὅτι ἐπὶ δίμηνον καὶ τρίμηνον ὁ Τύπος, διερμηνεὺς ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐλέγοντο μεταξὺ διαφόρων πολιτικῶν κύκλων, ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα διεδίδοντο ὡς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐδημοσίευε καθ’ ἑκάστην σχετικὰ μὲ τὰς δημοσιεύσεις τῶν πινάκων καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἀποτάκτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ γεννήσουν τὸν ἐρεθισμὸν αὐτόν. Ἐνθυμεῖσθε, κ. συνάδελφε, ὅτι, ὅπως σᾶς εἶπον, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὁ ἐρεθισμὸς εἶχε φθάσει εἰς ἓν ἐπικίνδυνον σημεῖον. Συνηντήθημεν τότε εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι τὴν στιγμὴν αὐτὴν παρών, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Ἐθέσαμεν τότε τὸ ζήτημα, τί θά πράξωμεν ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐρεθισμὸς τοῦ Στρατοῦ ἐξεδηλοῦτο ἐμπράκτως. Καὶ εἴπομεν τότε, σεῖς πρῶτος, ὅτι κηρυσσόμεθα ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ πάσης ἐνεργείας, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο πρὸς καταστολὴν πάσης στρατιωτικῆς στάσεως, ὅτι θὰ δημοσιεύσωμεν τοὺς πίνακας ἀμέσως καὶ ἂν πρόκειται νὰ πέσωμεν ἀπὸ στάσιν, προτιμώτερον νὰ πέσωμεν ἀπὸ στάσιν παρὰ νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Κατόπιν ἐγένετο μία σκέψις περὶ ἀναβολῆς ἐπί τινας ἡμέρας, τὴν ὁποίαν ἀναβολὴν παρεξήγησεν ἴσως ὁ ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἀπέστειλε τὴν ἐπιστολὴν τῆς ἑπομένης, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἀπέστελλεν ἂν ἐγνώριζεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέθησαν τὴν ἰδίαν νύκτα. Ἡ ἀντίστασις εἶχε κατασταλῆ καὶ ὅσοι ἠγρυπνήσαμεν τότε, τὸ ἠξεύρομεν καλά. Τὴν ἑπομένην ἐστάλη ἡ ἐπιστολὴ αὐτή. Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω διὰ νὰ μειώσω τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§198Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ ἐνθυμηθῶ ὅλας αὐτὰς τὰς λεπτομερείας. Ἓν καὶ μόνον γνωρίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε στιγμὴ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀνακινήσεως τοῦ ζητήματος, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐτάχθην εἰς τὸ πλευρὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔτεινον νὰ καταστείλουν ἐνδεχομένην κίνησιν, πρόθυμος νὰ συναγωνισθῶ ἀντὶ πάσης θυσίας παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν. Τὴν δήλωσιν ταύτην ἐπανέλαβον πλειστάκις καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπετίθετο ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ καμφθῶ καὶ νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὰς ἀντιλήψεις μου αὐτάς, διότι ἐδημοσιεύθη τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἡγέτης τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ ἄρθρον τοῦ «Κήρυκος τῶν Χανίων». Ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἔλαβον γνῶσιν κατόπιν πῶς εἶχε παρασταθῆ εἰς τὸν ἀπέχοντα βεβαίως τῆς πολιτικῆς ἡγέτην τῶν Φιλελευθέρων ἡ τότε κατάστασις. Εἶχε παρασταθῆ ὅτι τὸ κίνημα ἦτο ἀπολύτως ἄφευκτον, ὅτι ὑπῆρχε περὶ τούτου συνεννόησις ὅλου τοῦ Στρατεύματος, μὴ ἀνεχομένου τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἀποτάκτων καὶ ὅτι τούτου δοθέντος δὲν ὑπολείπεται ἡ ἀναζήτησις ἄλλης διεξόδου καὶ ἔγραψε τότε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐφόσον τὸ κίνημα ἐθεώρει ἄφευκτον, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν δεινῶν τὰ ὁποῖα θὰ ἐπηκολούθουν μίαν τοιαύτην ἀνατροπήν, ἔγραφεν ὅτι εἶναι προτιμωτέρα ἡ διάλυσις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, ἡ ὁποία ἐγράφη καὶ εἰς ἐμέ, δὲν ἔτυχεν ἀπαντήσεως. Ἡ στάσις μου ὄχι μόνον δὲν μετεβλήθη ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον κατέστη ἐντονωτέρα ἔτι. Εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει δύναμις ἱκανή, ἡ ὁποία νὰ μὲ μεταπείσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ μεταστρέψω τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας τρέφω ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν. Πᾶσα καθαρῶς στρατιωτικὴ ἐπέμβασις θὰ εὕρῃ ἐν ἐμοὶ τὸν ἄσπονδον πάντοτε πολέμιον. Ποία εἶναι ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέθαλψα ἢ ἐνεθάρρυνα ἢ ἠνέχθην ἢ ὁπωσδήποτε ὀλιγώρησα ἐνώπιον οἱασδήποτε στρατοκρατικῆς αὐθαιρεσίας; Ὅλα ταῦτα, κύριοι, εἶναι ἀπολύτως γνωστά. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλήν. Ἠναγκάσθην νὰ τὸ πράξω. Ζητῶ συγγνώμην παρ’ αὐτῆς, διότι τὴν κατέτριψα εἰς ζητήματα ἄγονα ἀπολύτως. Δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα τοιούτων ἀντεγκλήσεων. Τὰ ζητήματα ἐπείγουν. Θὰ ἐπεθύμουν ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἀκούσω γνώμας ἐμπεριστατωμένας, θὰ ἐπεθύμουν ἐπ’ αὐτῶν νὰ συζητήσω, ἐφόσον ἕτεραι ἀντιλήψεις ἀντετίθεντο πρὸς τὰς ἡμετέρας. Τοιαῦται δὲν διετυπώθησαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρωμεν κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας τὴν πολιτικὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦ ἐπιπέδου τῶν μεγάλων ζητημάτων εἰς τὸ ἐπίπεδον τῶν μικρῶν, ἐπαναλαμβάνω, διαφορῶν. (Χειροκροτήματα).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§200Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ νέαι προγραμματικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς νέας Κυβερνήσεως τοῦ εὐρέος συνασπισμοῦ, ὡς καὶ ἡ σημερινὴ ἀνάπτυξις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, καθιστῶσιν, ὡς εἶναι ἑπόμενον, ἀναγκαίαν καὶ ἐπείγουσαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν τελευταίαν πρὸ τῶν διακοπῶν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὡμίλησεν ἐν ἐκτάσει μεσονυκτίοις πόθ’ ὥραις περὶ τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ αὐτοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–1928, ὡς καὶ περὶ τῶν συναφῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ στηριχθῇ οὗτος. Ἐξέθηκεν ἰδίως τὴν κυρίαν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ οἰκοδόμημα καὶ ἡ κυρία αὕτη βάσις, ὡς ἀντελήφθημεν τότε, ἀντελήφθημεν δὲ καὶ σήμερον σαφῶς ἐκ τῆς προσφάτου αὐτοῦ ἀγορεύσεως, συνίσταται εἰς τὴν ἐν Γενεύῃ ταχεῖαν ἀναζήτησιν καὶ ταχυτέραν σύναψιν δανείων ἐξ 9.000.000 Ἀγγλικῶν λιρῶν, πρὸς ὁριστικὴν ἐξυγίανσιν καὶ θεραπείαν τῶν δέκα πληγῶν τοῦ Φαραώ, αἵτινες ἀπὸ καιροῦ ἤδη μαστίζουσι τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας ὑπόστασιν. Εἰς συμπλήρωσιν τοῦ μεγαλοπρεποῦς τούτου σχεδίου, τῶν 9.000.000 λιρῶν, σχεδίου τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ τοσαύτην γοητείαν καὶ προκαλεῖ τὸν εὔλογον ἐνθουσιασμὸν τῆς ἡνωμένης πλειονοψηφίας—τὰ δάνεια ἔχουσι τὴν χάριν αὐτήν—προστίθεται τὸ μεγαλοφυὲς σχέδιον τῆς νόμῳ σταθεροποιήσεως, ἡ σύστασις νέας Ἐκδοτικῆς Τραπέζης, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἡ σύστασις Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἄν, ὡς διδάσκει ὁ Ἱπποκράτης, χρόνιαι νόσοι δέονται χρονίας θεραπείας, ἡ οἰκονομικὴ νόσος, ἐξ ἧς ἀπὸ μακρῶν χρόνων ὑποφέρομεν, πρόκειται νὰ θεραπευθῇ διὰ τῶν σχεδίων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διὰ μιᾶς καὶ εἰς μίαν μόνον νύκτα. Ψηφίζοντες τὴν νύκτα αὐτὴν ἐν τάχει καὶ μὲ ἀλαλαγμοὺς ἐνθουσιασμοῦ τὸ δάνειον τῶν 9.000.000 λιρῶν καὶ τὰ ἄλλα συμπαρομαρτοῦντα, ὡς εἶπον, σχέδια, ἀσφαλῶς αὔριον τὴν πρωΐαν θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πλήρη ἡμῶν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν, πλήρη κρατικὴν καὶ κοινωνικὴν σωτηρίαν. Ἀλλ’ ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρήσῃ καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατόπιν. Ἡ σπουδὴ αὕτη, ὅπως εἰς τὸ διάστημα μιᾶς καὶ μόνης νυκτὸς ψηφίσωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ σοβαρώτατα σχέδια, ὑπενθυμίζει εἰς ἐμὲ τὴν ἀργόσχολον ἐκείνην γυναῖκα, ἥτις, καθημένη παρὰ τὴν ὁδὸν τῆς ἐξωθύρας, κατηνάλισκε ὁλόκληρον τὴν ἑβδομάδα εἰς ματαίαν φλυαρίαν μετὰ τῶν γειτόνων καὶ μόλις περὶ δείλην ὀψίαν Σαββάτου καταληφθεῖσα ὑπὸ παραφόρου πρὸς ἐργασίαν ὁρμῆς, ἐζήτει ἐπειγόντως τὴν γενειάδα τοῦ συζύγου, διὰ νὰ γνέσῃ «ἄνδρα μ’ οὐρθ’ ἡ γρηγοράδα, φέρ’ τὰ γένεια σου νὰ γνέσω». Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν εἰς ἐμέ, φρονῶ δὲ καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον, εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ὁμιλίαν, ἐν μιᾷ συνεδρίᾳ, εἰς ὥρας πρωϊνάς, ὅτε πρὸ πολλοῦ ἔδυσεν ἡ σελήνη καὶ αἱ πλειάδες, νὰ ἀναπτύξω ἐμπεριστατωμένως γνώμας ἐπὶ τοσούτον σοβαρῶν καὶ πολλαπλῶν ὁμοῦ ζητημάτων, ὅσα περιλαμβάνει τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Θὰ παρακαλέσω οὐχ ἧττον, ὅπως μετ’ εὐμενοῦς τινὸς ἀνοχῆς ἀκούσητε σκέψεις τινὰς καὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς κυρίας, ἐφ’ ἧς ἐστήριξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ οἰκοδόμημα, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς δανειακῆς πολιτικῆς καὶ νὰ παρακαλέσω νὰ θελήσητε νὰ ἐξετάσωμεν ὁμοῦ, εἰ δυνατόν, sine ira et studio, ἂν ἡ βάσις αὕτη εἶναι πράγματι στερεά, εἶναι ἱκανὴ νὰ βαστάσῃ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνεγείρωμεν ἢ ἂν τοὐναντίον εἶναι βάσις ἐλαττωματική, βάσις σαθρά, προωρισμένη νὰ καταρρεύσῃ εἰς οὐχὶ πολὺ ἀφεστῶτα χρόνον μετὰ πατάγου καὶ ἤχου, συμπαρασύρουσα εἰς τὴν πτῶσιν καὶ ὅ,τι ἐναπέμεινεν ἕως τώρα ὄρθιον εἰς τὸν δυστυχῆ τοῦτον Τόπον. Ἀνεκηρύχθη, κύριοι συνάδελφοι, πρὸ πολλοῦ ἤδη ὡς δόγμα, ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ σοφῶν ὡς ἀλήθεια ἀνεπίδεκτος οἱασδήποτε ἀντιρρήσεως, ὡς ἀλήθεια ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἑκάστοτε κυρουμένη, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν Προϋπολογισμῶν εἶναι principio e causa d'ogni malo, ἀρχὴ καὶ αἰτία πολλῶν καὶ μεγάλων κακῶν. Ἄμεσος συνέπεια τῶν ἐλλειμμάτων εἶναι: 1) Νέα αὔξησις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. 2) Νέα ἐλάττωσις τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος καὶ ἀστάθεια τοῦ συναλλάγματος, ἔτι ἀσταθεστέρα. 3) Νέα ὕψωσις τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ βίου. Αἱ συνέπειαι αὗται τῶν ἐλλειμμάτων ἐξεδηλώθησαν μέν, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν, κατὰ τὸν μᾶλλον ἐμφαντικώτερον, ἀλλὰ καὶ ἀποδεικτικώτερον τρόπον. αʹ) Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1922 τὸ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα ἀνήρχετο εἰς δραχ. 3,099,141,091. Τὴν 30ὴν Δεκεμβρίου τοῦ 1925 εἰς δραχ. 4,531,189,175. Τέλος Δεκεμβρίου 1926 τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα ἀνέρχεται εἰς δραχ. 3,774,328,051—ἐκτὸς τοῦ κυκλοφοροῦντος δυνάμει τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 23ης Ἀπριλίου 1923 ἐξ 1,184,486,375 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον καλύπτεται δι’ ἴσης ἀξίας χρυσοῦ. βʹ) Ἔντοκα γραμμάτια Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἔμμεσος ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐφόσον κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῶν δὲν ἐξοφλοῦνται ὑπὸ τοῦ ἐν ἀχρηματίᾳ εὑρισκομένου Κράτους, ἀνήρχοντο τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1922 εἰς δραχ. 354,276,100, ἐνῷ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1924 ἀνῆλθον εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν δραχμῶν 1,191,719,500, χωρὶς οὐδὲ μία δραχμὴ ἐξ αὐτῶν νὰ ἐξοφληθῇ ὑπὸ τοῦ ἐν ἀδυναμίᾳ πτωχοῦ Κράτους, ἐξ ἰδίων προσόδων. Ἤτοι ἐπὶ πλέον εἰς τὸ διάστημα δύο ἐτῶν δραχ. 1,557,443,401. γʹ) Ἡ Ἀγγλικὴ λίρα τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1922 ἐτιμᾶτο πρὸς δραχ. 142, τὸν Μάρτιον τοῦ 1923 τιμᾶται δραχ. 362 καὶ σήμερον Αὔγουστον τοῦ 1927 δραχ. 370. Αἱ διακυμάνσεις τοῦ συναλλάγματος κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη ὑπῆρξαν τεράστιαι. Τῷ 1922 κατωτάτη τιμὴ τῆς λίρας δραχ. 97, ἐνῷ ἡ ἀνωτάτη ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 386. Τῷ 1923 κατωτάτη τιμὴ δραχ. 158 καὶ ἀνωτάτη 426. Τῷ 1924 κατωτάτη τιμὴ 215 καὶ ἀνωτάτη 262.65. Τῷ 1925 κατωτάτη τιμὴ δραχ. 250 καὶ ἀνωτάτη 390. Τῷ 1926 κατωτάτη τιμὴ 326 καὶ ἀνωτάτη 456. δʹ) Ὁ τιμάριθμος ἀκριβείας τῆς ζωῆς ἐν Ἀθήναις ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἔτος βάσεως 1914, 100. Τῷ 1922, 775,7. Τῷ 1923, 1213,6. Τῷ 1924, 1341,8. Τῷ 1925, 1475. Τῷ 1926, 1673. Ἰούλιος 1927, 1911. Ἐμφανῆ οὕτω τὰ πράγματα τὰ παρ’ ἡμῖν, ἐμφανέστατα ἀποδεικνύουσι, πόσον θλιβεραὶ εἶναι αἱ συνέπειαι τῶν ἐλλειμμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξαν αἱ ἀπὸ τοῦ 1922 μέχρι σήμερον χρήσεις. Ὀρθῶς ἔτι τοῦτο, ὀρθότατα σκεπτόμενος ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐπεδίωξε φιλοτίμως, ὅπως παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, Προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ, τοῦτο μὲν διὰ νέων φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, τοῦτο δὲ διὰ περικοπῆς δαπανῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περιλαμβάνει ἔσοδα δραχ. 8,829,331,545 καὶ ἔξοδα δραχ. 8,829,331,545, κατὰ τὰς σημερινὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πλῆρες δηλαδὴ καὶ θαυμαστὸν ἰσοζύγιον. Χάρις οὕτως εἰς τὰς προσπαθείας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ θὰ ἐγκλείσωμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸν κλωβὸν τοῦ Ὑπουργείου τὸ ἀσύλληπτον ἐκεῖνο πτηνόν, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ἰσοζύγιον, ὅμοιον ἀπαράλλακτα πρὸς τὸ μυθολογούμενον ἐκεῖνο πτηνὸν τῆς Αἰγύπτου, τὸν Φοίνικα, περὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι ὁμιλοῦν ἐνθουσιωδῶς καὶ πεζοὶ καὶ ἐμβρόντητοι ποιηταί, ἐξαίροντες τὴν γλυκύτητα τῆς λαλιᾶς καὶ τὸ κάλλος τῶν πολυχρώμων πτερῶν του, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον κανείς, ἀπολύτως κανεὶς ἕως τώρα δὲν εἶδε. Ἀλλ’ ὅπως ἐννοήσωμεν καὶ ἐξακριβώσωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιτυχέστερον, ὁποῖα θὰ εἶναι τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα τοῦ καταστρωθέντος τούτου ἐν ἰσοζυγίῳ Προϋπολογισμοῦ, ἀντιληφθῶμεν δὲ συγχρόνως σαφῶς ποία εἶναι ἡ ὅλη χρηματικὴ καὶ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, εἶναι οὐ μόνον σκόπιμον, ἀλλ’ ἀπαραίτητον νὰ καθορίσωμεν ἐπίσης ἀκριβῶς, ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν λήξαντος Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1926–1927, ὅστις ἀποτελεῖ τὸ παρόν, νὰ γνωρίσωμεν δὲ πλήρως καὶ ἐν τῷ συνόλῳ ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, ὅπως οὕτως ἀσφαλεστέρα γίνηται ἡ διάγνωσις τοῦ μέλλοντος. Παρελθὸν καὶ παρὸν εἶναι οἱ δύο ὅροι τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνεται ὅσον οἷόν τε εὐχερῶς ἡ ἀνεύρεσις τοῦ ἀγνώστου τρίτου, ἤτοι τοῦ ἀγνώστου μέλλοντος. Εἶναι δύο, ὡς ἔπος εἰπεῖν, ἠλεκτρικοὶ προβολεῖς, δέσμας σκορπίζοντες ἀπλέτου φωτὸς καὶ καθοδηγοῦντες ἀσφαλῶς τὴν πορείαν ἡμῶν διὰ μέσου τῶν σκοτεινῶν διαδρόμων τοῦ μέλλοντος, ἄνευ κινδύνων δυσαρέστων παραπλανήσεων ἢ πικρῶν ἀπογοητεύσεων. Ποῖον εἶναι τὸ παρελθόν; Παρελθὸν εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν ὁριστικῶν καὶ προσωρινῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου (1833) μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1926. Παρὸν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως 1926–1927. Ποία εἶναι ἡ κληρονομία, ἣν ἐκληροδότησαν ἡμῖν οἱ Προϋπολογισμοὶ καὶ Ἀπολογισμοὶ τοῦ παρελθόντος; Κατὰ τὰ ἐπίσημα βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἡ κληροδοσία τοῦ παρελθόντος (1833–31 Μαρτίου 1926) παρουσιάζει τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς: Χρήσεις 1833–1916 περισσεύματα 259,300,644. Χρήσεις 1917–1918 καὶ 1919–1920 ἐλλείμματα 294,342,962. Χρῆσις 1920–1921 ἔλλειμμα 14,459,834. Χρῆσις 1921–1922 ἔλλειμμα 85,258,680. Χρήσεις 1922–1923 περισσεύματα 1,168,997,263. Χρήσεις 1923– 1924 ἐλλείμματα 943,481,680. Χρήσεις 1924–1925 περισσεύματα 267,399,237. Χρήσεις 1925–1926 περισσεύματα 263,153,027. Τὸ ὅλον ἔλλειμμα 1,337,572,997, περίσσευμα 1,950,850,171. Ἤτοι περίσσευμα 621,277,174. Ποῖον εἶναι τὸ παρόν, δηλαδὴ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1926–1927, ὅστις ἔληξε τὴν 31ην Ἰουλίου 1927; Κατὰ τὴν προσωρινὴν Κατάστασιν τῆς 31ης Μαρτίου 1927 —νεωτέραν δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοὐλάχιστον— αἱ εἰσπράξεις ἐκ πραγματικῶν ἐσόδων ἀνῆλθον εἰς δραχ. 7,021,000,000. Εἰς τὰς εἰσπράξεις ταύτας πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ εἰσπράξεις τῶν τεσσάρων τελευταίων μηνῶν τῆς χρήσεως ἐκ δραχμῶν 150,000,000 περίπου. Ἤτοι ἔχομεν σύνολον εἰσπράξεων ἐκ δραχμῶν 7,171,000,000. Πόσα τὰ ἔξοδα; Αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις μέχρι 31ης Μαρτίου 1927 ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 8,637,000,000. Εἰς ταύτας πρέπει νὰ προσθέσωμεν πιθανὰς ἀναλήψεις κατὰ τοὺς τέσσαρας τελευταίους προσθέτους μῆνας, ἤτοι μέχρι 31ης Ἰουλίου 1927, ἐκ δραχμῶν 200,000,000. Ὥστε ἔχομεν σύνολον δαπανῶν δραχ. 8,837,000,000. Ἑπομένως ἔλλειμμα ἐκ δρ. 1,666,000,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο περιωρίσθη διὰ τοῦ Σουηδικοῦ καὶ μικρῶν τινῶν ἄλλων δανείων κατὰ δραχ. 420,000,000, ἤτοι ἀπέμεινεν ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1926–1927 ἐκ δραχμῶν 1,246,000,000. Ὥστε ἔχομεν τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι 31ης Μαρτίου 1927: Πλεόνασμα 622,000,000. Χρῆσις 1926– 1927 ἔλλειμμα 1,246,000,000. Ἤτοι παρελθὸν ὁμοῦ καὶ παρὸν καταλείπουσιν εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1927–1928 κληρονομίαν παθητικὴν ἐκ δραχμῶν 624,000,000. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ καὶ ὁ λογαριασμὸς τῶν Ἐνεργητικῶν καὶ Παθητικῶν Ὑπολοίπων. Κατὰ τὰ ἐπίσημα βιβλία τοῦ Κράτους, τὰ βεβαιωθέντα ἐνεργητικὰ ὑπόλοιπα ἐκ τῶν χρήσεων 1918 μέχρι 1925–1926 ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1,090,205,000. Τὰ εἰσπραχθέντα ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1926 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 203,683,000. Ὁμοίως ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1926 μέχρι 31ης Μαρτίου 1927 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 86,532,000. Κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, θεωροῦνται ὡς εἰσπράξιμα ἕτερα 100,000,000 δραχμῶν. Ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν εἰσπραχθέντων καὶ εἰσπραξίμων ἐνεργητικῶν ὑπολοίπων θὰ ἀνέλθῃ κατὰ τοὺς ἀρτιωτέρους ὑπολογισμοὺς εἰς δραχ. 390,215,000. Ἑτέρωθεν τὰ Παθητικὰ Ὑπόλοιπα τὰ βεβαιωθέντα ἀπὸ 1918 μέχρι 1925–1926 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 3,272,109,000. Αἱ σημειωθεῖσαι ἀνατροπαὶ ἀνέρχονται εἰς δραχ. 276,000,000. Ἑπομένως ὑπόλοιπον βεβαιωθέντων Παθητικῶν Ὑπολοίπων 2,996,109,000 δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν ἐπληρώθησαν ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1919 μέχρι 31ης Ἰουλίου 1926 δρ. 1,440,000,000. Ἐπληρώθησαν ἐπίσης ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1926 μέχρι 31ης Μαρτίου 1927 δραχ. 718,000,000, ἤτοι ἐπληρώθησαν ἐν συνόλῳ δραχ. 2,058,000,000. Συνεπῶς παρέμεινεν ἀπλήρωτον ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 838,109,000. —Ἀφαιρουμένου ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν Παθητικῶν Ὑπολοίπων τῶν Ἐνεργητικῶν Ὑπολοίπων ἐκ δραχ. 390,215,000, ἀπομένει ὑπόλοιπον Παθητικόν, προστιθέμενον εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 448,109,000. Ἔχομεν ἐντεῦθεν σύνολον ἐλλείμματος παρελθόντος καὶ παρόντος, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἐκ δραχ. 624,000,000. Εἰς τοῦτο θὰ προσθέσωμεν τὸ ὑπόλοιπον τῶν Παθητικῶν Ὑπολοίπων ἐκ δραχ. 448,109,000. Ὥστε ἔχομεν σύνολον ἐλλείμματος δραχ. 1,072,109,000. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὸ χρέος τοῦ Ἐπισιτισμοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ δρ. 444.755,091. Τὸ χρέος τὸ ἐκ Μεταφορῶν ἐκ δραχ. 135,000,000. Ἔντοκα γραμμάτια ἀνεξόφλητα μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1926 δραχ. 229,865,000. Ἤτοι σύνολον δραχ. 1,881,391,917. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἄγνωστον τουλάχιστον εἰς ἐμὲ ποσὸν ἐκ προκαταβολῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἄλλων χρεῶν τοῦ Κράτους πρὸς νομικὰ πρόσωπα, ὡς καὶ ἑτέρων ἐπίσης χρεῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ δὲν ἀφίσταται νομίζω τῆς ἀληθείας ἂν βεβαιώσῃ τις ὅτι τὸ σύνολον τῶν βαρῶν, μὲ τὸ ὁποῖον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν νέαν χρῆσιν 1927–1928, ἀνέρχεται κατ’ ἐλάχιστον ὅριον εἰς δραχ. 2,000,000,000, ἐφόσον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τοῦ Κράτους δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ἐντελῶς ἐξηκριβωμένους ἀριθμούς. Τὰ Δημόσια Λογιστικὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι δυστυχῶς ὅ,τι καὶ τὰ Δημόσια Λογιστικὰ ὅλων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα διατελοῦσιν ὑπὸ ἐξαιρετικῶς ἀνωμάλους οἰκονομικὰς καταστάσεις. Βαθὺς γνώστης καὶ βαθὺς μελετητὴς τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, εἰς τὸν ὁποῖον ὅλοι γενικῶς ἀναγνωρίζουσι καὶ αὐθεντίαν καὶ κῦρος, ὁ Πὼλ Λερουᾶ Μπωλιέ, γράφων ἄλλοτε πρὸ ἐτῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῶν Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν τῶν ἀναγνωστῶν του ἐπὶ τῆς διαρκοῦς ἀνάγκης λόγῳ συνεχῶν ἐλλειμμάτων, νὰ δανείζωνται ἀενάως, νὰ συνάπτωσι δάνεια ἀλλεπάλληλα, βραχυπρόθεσμα, προσωρινὰς προκαταβολάς, παρατηρεῖ ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα κατήντησαν ἀληθὴς μάστιξ καὶ πληγὴ τοῦ Φαραώ, πραγματικὴ ψώρα καὶ λέπρα εἰς τοὺς λαοὺς τῶν Κρατῶν τούτων καὶ εἴ τι ἐνέχουσι καὶ ἓν ἄλλο κακὸν μέγιστον καὶ σπουδαιότατον τοῦτο, ὅτι καθιστοῦν τὰ Λογιστικὰ τοῦ Κράτους σκοτεινά, δυσεξιχνίαστα, λαβυρινθώδη καὶ ἐμποδίζουν εἰς τοὺς νομοθετοῦντας, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς κυβερνῶντας νὰ ἐμβαθύνωσιν εἰς τὴν δημοσίαν αὐτῶν οἰκονομίαν. Ὅ,τι παρετηρήθη ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Ἱσπανίᾳ καὶ ἐν Πορτογαλλίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι, πρὸ τῆς πτωχεύσεως τοῦ 1903, φοβοῦμαι ὅτι συμβαίνει εἰς μικροτέραν οὕτω κλίμακα καὶ σήμερον εἰς τὰ Λογιστικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐφόσον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ἀκριβῆ εἰκόνα τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν Καθ’ ἑκάστην σελήνην, παλαιὰν καὶ νέαν, ἄλλοι ἀντ’ ἄλλων παρουσιάζονται ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου οἱ ἀριθμοί. Ἐν τοσούτῳ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην δέον νὰ δεχθῶμεν πάντες, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, εἶναι ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἐλλειμμάτων, μὲ τὸ ὁποῖον εἰσερχόμεθα εἰς τὴν νέαν χρῆσιν 1927–1928, ἀνέρχεται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς δραχμὰς 2,000,000,000. Ποία φροντὶς λαμβάνεται ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ ἐλλείμματος τούτου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέστρωσε Προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ διὰ τὸ ἔτος 1927–1928 καὶ ἐδήλωσεν ὅτι μεταβαίνων εἰς Γενεύην, θὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐκ λιρῶν στερλινῶν 3,000,000, ὅπως καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος. Ἐπειδὴ δὲ μὲ ἓν δάνειον τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τῆς λίρας δὲν θὰ ἀποκτήσωμεν πλέον τοῦ ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν, ἐγεννήθη ἀμέσως φυσικὸν τὸ ἐρώτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν χρέος δύο δισεκατομμυρίων νὰ καλυφθῇ μὲ δάνειον ἑνὸς δισεκατομμυρίου; Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς πολὺ προχείρως καὶ πολὺ ἀφελῶς ἔλυσε τὴν ἀπορίαν λέγων ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν 2,000,000,000 δὲν εἶναι ὅλον ἀμέσως ἀπαιτητόν, λ. χ. τὸ χρέος τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, τὸ χρέος τῶν Μεταφορῶν, τὸ χρέος πρὸς τὸ Ταμεῖον Παρακαταθηκῶν, αἱ προκαταβολαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἄλλα καὶ ὅτι τὴν ἐξόφλησιν αὐτῶν οἱ ἔχοντες λαμβάνειν δύνανται ἀδιαμαρτυρήτως νὰ ἀναμένωσιν εἰς εὐθετώτερον χρόνον, νὰ ἀναμένωσι δηλαδὴ νέαν Ἀργοναυτικὴν ἐκστρατείαν πρὸς ἀνεύρεσιν νέων δανειστῶν. Θὰ καταπλεύσωμεν λοιπὸν καὶ τὸ ἐρχόμενον θέρος κάθιδροι καὶ ἀσθμαίνοντες καὶ πάλιν εἰς Γενεύην, ὅπως ζητήσωμεν μὲ ἄλλα «Σῶσον, ἐλέησον» νέον δάνειον καὶ διὰ τοῦ νέου τούτου δανείου καλύψωμεν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐλλείμματος ἐξ ἑνὸς δισεκατομμυρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ προστεθῇ καὶ τὸ πλέον ἢ πιθανὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1927–1928, ἐφόσον κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἶναι τόσον ἀφελὴς ὥστε νὰ πιστεύῃ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς 1927–1928 ὡς κατεστρώθη ἐν σπουδῇ καὶ βίᾳ, θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ περιᾳδόμενον ἰσοζύγιον. Καὶ διερωτῶμαι, ἀνήσυχος περὶ τοῦ μέλλοντος· ποῦ θὰ φθάσωμεν μὲ τοιαύτην δανειομανῆ πολιτικήν; Ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα αὐτῆς; Ἐμποιεῖ, κύριοι συνάδελφοι, θλιβερωτάτην ἐντύπωσιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1914 μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1927, οἱ τόκοι τοῦ Δημοσίου ἡμῶν Χρέους καταβάλλονται οὐχὶ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκ νέων ἐτησίων δανείων. Χαρακτηριστικὸς εἶναι ὁ ἀκόλουθος πίναξ: Τόκοι ὑπηρεσίας: 1914 Δημοσίου Χρέους 39,517,743, νέα δάνεια 363,505,180. 1915 Δημοσίου Χρέους 59,089,466, νέα δάνεια 229,999,935. 1916 Δημ. Χρέους 59,730,737, νέα δάνεια 84,468,560. 1917 Δημ. Χρέους 59,252,511, νέα δάνεια 202,075,490. 1918 Δημ. Χρέους 84,127,307, νέα δάνεια 1,018,000,000. 1919–1920 Δημ. Χρέους 71,177,043, νέα δάνεια 781,750,000. 1920–1921 Δημ. Χρέους 148,997,538, νέα δάνεια 572,500,000. 1921–1922 Δημοσίου Χρέους 406,809,523, νέα δάνεια 910,984,000. 1922–1923 Δημοσίου Χρέους 725,229,179, νέα δάνεια 2,710,084,050. 1923–1924 Δημ. Χρέους 1,040,804,569, νέα δάνεια 252,612,863. 1924– 1925 Δημ. Χρέους 885,124,814, νέα δάνεια 810,885,350. 1925–1926 Δημοσίου Χρέους 1,024,925,638, νέα δάνεια 2,009,808,000. 1926–1927 Δημ. Χρέους 1,538,067,432, νέα δάνεια 420,000,000. Σύνολον Δημ. Χρέους 6,108,653,440, νέα δάνεια 10,366,674,377. Προκύπτει καταφανῶς ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ὅτι τοὺς τόκους τῶν χρεῶν ἡμῶν κατὰ τὰ τελευταῖα 13 ἔτη κατεβάλομεν διὰ νέων δανείων. Καὶ ἐπὶ πλέον ὅτι τὰ νέα ταῦτα δάνεια ἐκάλυπτον καὶ ἄλλας τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, πατέρες τοῦ Κράτους συγγεγραμμένοι, ἕως πότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἰσορροπίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ δανεικῶν χρημάτων καὶ ποίαν ἐπὶ τέλους ὠφέλειαν δυνάμεθα ἐξ αὐτοῦ νὰ ἐλπίζωμεν; Εἰς ποῖον ἔμπορον ἢ βιομήχανον ἢ ἐπιχειρηματίαν ἐπιτρέπεται νὰ συνομολογῇ νέα ἀπαύστως δάνεια διὰ νὰ πληρώνῃ τοὺς τόκους τῶν προηγουμένων του δανείων καὶ νὰ συμπληροῖ ἐπὶ πλέον καὶ δαπάνας τῆς οἰκογενείας του; Ἀλλὰ καὶ εἰς τί δύναται νὰ τὸν ὠφελήσῃ τοιαύτη ἀκολασία; Θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν του, θὰ ἐξαγριώσῃ καὶ δικαίως, τοὺς ἐξαπατηθέντας παρ’ αὐτοῦ δανειστάς, οἵτινες θὰ ζητήσουν ἀδυσώπητοι καὶ θὰ ἐπιτύχουν ἀσφαλῶς τὴν τιμωρίαν του ἐπὶ δολίᾳ χρεωκοπίᾳ. Ἀντιθέτως ἐγκαίρως καὶ ἐν εἰλικρινείᾳ χρηστοῦ ἀνδρὸς ἐξηγῶν πρὸς αὐτοὺς τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς ἣν περιῆλθε, δύναται νὰ ἐλπίζῃ ἐπιεικῆ κρίσιν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ λογικὴν μεθ’ αὐτῶν συνεννόησιν, ἱκανὴν νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτῷ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν του. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, παλαιοτέραν ἐποχήν, διότι ὡς βλέπω ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται δυστυχῶς. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1892, διατελῶν γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ Πρωθυπουργὸν τὸν μακαρίτην Κ. Κωνσταντόπουλον, παρεκλήθην παρ’ αὐτοῦ, ἀδιαθετοῦντος, νὰ μεταβῶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἀνδρέα Συγγροῦ καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω ἐξ ὀνόματός του, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν ἑνὸς προσωρινοῦ δανείου 16,000,000 φράγκων, ἀπαραιτήτου διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῆς αʹ ἑξαμηνίας. Τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἀνεύρῃ ἔστω καὶ 1000 φράγκα χρυσᾶ ἐκ τῆς ἀγορᾶς καὶ ὁ Ἀνδρέας Συγγρὸς εἶχεν ἀναλάβει νὰ ἐξεύρῃ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν τῶν 16,000,000 φράγκων. Μετέβην ἀμέσως εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Συγγροῦ, ἐκεῖ ὅπου ἀκριβῶς συνεδριάζει σήμερον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ μοιραίαν συγκυρίαν καταβάλλονται ἀγωνιώδεις προσπάθειαι, ἀπὸ μηνῶν, πρὸς συνομολόγησιν ὁμοίων δανείων, δι’ ὁμοίους σκοπούς. Εὗρον τὸν μακαρίτην Συγγρὸν καθήμενον νωχελῶς ἐν τῷ γραφείῳ του καὶ τὸν ἠρώτησα, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ δανείου. Ὁ Συγγρός, μὲ τὸ ὕφος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν οἱ τραπεζῖται ἐν γένει πρὸς τοὺς ζητοῦντας παρ’ αὐτῶν δάνεια, ἀπήντησεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι τοιούτου εἴδους λεπταὶ ὑποθέσεις—δηλαδὴ ὑποθέσεις λεπτῶν— λύονται ἀμέσως, ἀλλ’ ὅτι πάντως ἐλπίζει ὅτι πρὸ τῆς λήξεως τοῦ τοκομεριδίου θὰ λήξουν αἰσίως καὶ αἱ σχετικαὶ διαπραγματεύσεις. Ἤμην τότε, κύριοι συνάδελφοι, ὁπωσδήποτε νέος καὶ ἂν παραδεχθῇ τις ὅ,τι πρὸ δύο ἡμερῶν ἀνεκάλυψεν ἡ ἐφημερὶς τοῦ νέου Ὑπουργοῦ τῶν Θρησκευμάτων, ἡ ὁποία μὲ τόσην χάριν καὶ εὐγένειαν ἐνασχολεῖται ἤδη περὶ τοῦ ἐλεεινοῦ χαρακτῆρός μου καὶ τῆς ὀγδοηκονταετοῦς ἡλικίας μου, ἤμην, λέγω, νέος καὶ εὔθικτος ἄγαν καὶ ᾐσθανόμην μυχίαν ἀγανάκτησιν διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλει ὁ μακαρίτης Συγγρός, ἀλλὰ καὶ αἰσχύνην, διότι ἤμην ἀνώτερος ὑπάλληλος Κράτους, εὑρισκομένου εἰς τοιαύτην ταπεινωτικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ ἐκλιπαρῇ παρ’ ἑνὸς κοινοῦ τραπεζίτου ἐν ἀδημονίᾳ καὶ ἀγωνίᾳ, ἓν δάνειον 16,000,000 φράγκων, διὰ νὰ ἀποφύγῃ προσωρινῶς τὸ αἶσχος τῆς πτωχεύσεως. Ἐπιστρέψας ἀνέφερα εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν καὶ θεῖόν μου μακαρίτην Κωνσταντόπουλον, ὅσα μοὶ εἶπεν ὁ Συγγρὸς καὶ συγχρόνως ὑπέβαλον εἰς αὐτὸν τὴν σκέψιν ὅτι δὲν μοὶ φαίνεται καθόλου λογικὸν νὰ ἐπαιτῶμεν δάνειον, ὅπως ἐξοφλήσωμεν τοὺς ἑξαμηνιαίους τόκους προηγουμένων δανείων, ἐφόσον δὲν διαφαίνεται εἰς τὸν ὁρίζοντα καμμία ἄλλη ἐλπίς, ὅτι τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν δὲν θὰ ἔχωμεν ἐκ δευτέρου πάλιν νέα τρεξίματα. Δὲν εἶναι τάχα, εἶπον, λογικώτερον, ἠθικώτερον, ἐντιμότερον, ἀξιοπρεπέστερον νὰ ἐκθέσωμεν πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς εἰλικρινῆ μετ’ αὐτῶν συνενόησιν; Καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν ὅτι εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς ὅσα λέγω, ἀλλ’ ὅτι προσωρινῶς κληθεὶς νὰ διεξαγάγῃ τὰς νέας ἐκλογὰς δὲν ἐννοεῖ κατ’ οὐδένα τρόπον, ξένος αὐτὸς πρὸς τὰς εὐθύνας τοῦ παρελθόντος, νὰ κηρύξῃ εἰς πτώχευσιν τὸ Κράτος καὶ ὅτι ὀρθὸν εἶναι καὶ δίκαιον νὰ πτωχεύσῃ ἐκεῖνος, ὅστις καὶ συνωμολόγησε τὰ δάνεια. Αἱ μετὰ δύο ἑβδομάδας ἐκλογαί, προσέθηκεν, εἶναι προφανὲς ὅτι θὰ ἀναδείξωσι πλειονοψηφοῦν τὸ κόμμα τοῦ κ. Χ. Τρικούπη καὶ ὁ κ. Χ. Τρικούπης πρέπει νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν ἐλευθερίαν νὰ πράξῃ ὅ,τι νομίσῃ καλύτερον. Αἱ νέαι ἐκλογαὶ πράγματι ἀνέδειξαν Πρωθυπουργὸν τὸν μακαρίτην Χ. Τρικούπην, ὅστις, ἐμμένων εἰς τὴν παλαιὰν τακτικήν, ἐζήτησε πρὸς οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν—καλὴ ὥρα ὡς σήμερον—νέα δάνεια. Ἐστάλη τότε ὁ μακαρίτης Θεοτόκης εἰς Λονδῖνον πρὸς ἀνεύρεσιν νέων δανειστῶν. Νέον δάνειον δὲν ἐδόθη καὶ μετά τινας μῆνας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ καὶ ἐγὼ σήμερον, εἶπε τὸ ἱστορικὸν ἐκεῖνο: «Κύριοι, δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν». Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἀληθεύει ἐντελῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγραφον τότε πρὸ τῆς πτωχεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβον καὶ ἄλλοτε, θὰ ἐπαναλάβω δὲ καὶ πάλιν. Ὡς ὑπάρχουσιν ἄτομα μορφινομανῆ, ὑπάρχουσι καὶ Κράτη δανειομανῆ, ἔχοντα ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ νὰ ζήσωσι, διὰ νὰ παρατείνωσι τεχνητῶς τὴν ἐλεεινὴν αὐτῶν ὕπαρξιν, ἐνέσεων περιοδικῶν χρυσίου κατὰ διαστήματα βραχυνόμενα ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον, ἐφόσον ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον κατὰ φυσικὴν συνέπειαν ὀξύνονται τῆς ἀνεχείας οἱ πόνοι. Εὑρίσκουσι δάνεια ὅπως–ὅπως; Ζῶσι τὴν ἐπαίσχυντον αὐτῶν ζωήν. Παύουσι τὰ δάνεια, θὰ παύσῃ καὶ ὁ σφυγμός των. Τὸ δανειομανὲς Κράτος, ὅπως τὸ μορφινομανὲς ἄτομον, ἄνευ δανειακῶν ἐνέσεων θὰ περιπέσῃ εἰς κῶμα, θὰ ἀρχίσῃ νὰ ρέγχῃ τὸν λοίσθιον ρόγχον, ψιθυρίζον ἐν ὀδύνῃ καὶ σπαραγμῷ, ὡς ὕστατον ἀποχαιρετισμόν, τὴν λέξιν «Δάνειον, δάνειον, ἀκόμη ἓν δάνειον». Καὶ ὕστερον; Ὕστερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κρατῶν περιδεὴς τὸν σφυγμὸν τοῦ ἀρρώστου, βλέπων ἀφισταμένην πᾶσαν ἐλπίδα, διαλυόμενον πᾶν ὄνειρον, τὴν χρεωκοπίαν πτερυγίζουσαν περὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀσθενοῦς, θὰ μιμηθῇ ἀσφαλῶς τὸν Βασιλέα Ριχάρδον τοῦ Σαιξπήρου, ὅστις, παράφρων ἐξ ἀπελπισίας, ἐφώναζεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, ὅπου ὁ τάλας ἡττήθη: «Ἵππον, ἵππον, δότε μοι ἕνα ἵππον. Τὸ Βασίλειόν μου ὅλον δι’ ἕνα ἵππον». Ἀλλ’ ὁ ἵππος, ὅστις θὰ δοθῇ εἰς τοιαύτην περίστασιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ εἶναι ἵππος ὠκύπους τῆς Οὐκρανίας, εἰς τὴν ράχιν τοῦ ὁποίου ἔδεσαν τὸν Μαζέππαν, διὰ νὰ φύγῃ ταχέως, πολὺ ταχέως μακράν, πολὺ μακρὰν τῶν συνόρων. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ἐπίσης ὅτι τὸν Αὔγουστον τοῦ 1923 ὁ ἐν Γενεύῃ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος καὶ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Νικόλαος Πολίτης, ἔλεγεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς, συμφώνως πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, οἵτινες παρείχοντο ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Κοφινᾶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον: «Προβλέπεται ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1924–1925, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκ τοῦ παρελθόντος ἓν ἀκάλυπτον ἔλλειμμα ἐκ τριῶν δισεκατομμυρίων δραχμῶν, πρὸς κάλυψιν τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν ἓν δάνειον 10,000,000 λιρῶν—τιμὴ τῆς λίρας τότε δραχ. 300—καὶ ἐζήτει ἐπὶ πλέον χάριν τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν ἕτερον δάνειον ἐκ 10,000,000 λιρῶν. Τὸν Αὔγουστον τοῦ 1927 μεταβαίνομεν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνοις, ἀκράτητοι ἐξ ἐνθουσιασμοῦ αὐταρεσκείας, καὶ πάλιν εἰς Γενεύην, ὅπως ἐπαιτήσωμεν νέον δάνειον 3,000,000 λιρῶν, διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἥμισυ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ παρελθόντος ἐξ ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν, ἐπιφυλασσόμενοι εἰς νέαν ἐκστρατείαν νὰ καλύψωμεν τὸ ὑπόλοιπον δι’ ἄλλου δανείου. Καὶ ἐρωτᾶται, ἐπαναλαμβάνω, εἶναί τι τὸ λογικόν, τὸ φρόνιμον, τὸ εὐπρεπές, τὸ ἔντιμον, τοιαύτη ἐπαιτεία δανείων πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων; Τὸ ἐρώτημά μου τοῦτο προέβαλον εἰς ἐπανειλημμένα Ὑπουργικὰ Συμβούλια, ἀλλ’ ἀπάντησιν δὲν ἔλαβον, ὅπως φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ λάβω καὶ σήμερον παρ’ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι. Καὶ θὰ ἀντιστρέψῃ τις ἴσως τὸ ἐρώτημά μου εἰς ἄλλην ἐρώτησιν· τί πρέπει λοιπὸν νὰ πράξωμεν καὶ πῶς θὰ σωθῶμεν ἄνευ δανείων; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δημοσίου Χρέους μερίζεται εἰς δύο μέρη, εἰς τὴν καταβολὴν τῶν συμφωνηθέντων τόκων καὶ εἰς τὸ χρεωλύσιον. Ἐννοοῦμεν τὸ Κράτος νὰ ἐξακολουθήσῃ καταβάλλον τὰς εἰς χρυσὸν ὀφειλὰς αὐτοῦ εἰς χρυσόν, εἰς λίρας Ἀγγλικάς. Εἶναι τοῦτο οἰκονομικὸς ἐκ μέρους ἡμῶν ἱπποτισμός, ἄξιος ἐκτιμήσεως παρὰ τῶν ξένων δανειστῶν, δεδομένου τῶν δυσχερῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς. Τὸν ἱπποτισμὸν τοῦτον δὲν ἐπέδειξαν ἄλλοι, εὑρισκόμενοι ὑπὸ οἰκονομικοὺς ὅρους πολλῷ κρείσσονας τῶν ἡμετέρων. Ἀναφέρω, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς ἡμᾶς τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια αὐτῆς εἰς χρυσόν, πληρώνει ταῦτα εἰς χάρτινα Γαλλικὰ φράγκα, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν συναλλαγματικὴν διαφοράν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ne verse à ses créanciérs que le ⅕ de ce qu'il leur doit, δηλ. δὲν καταβάλλει εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτῆς εἰμὴ τὸ ⅕ ἐκείνου, ὅπερ ὤφειλε νὰ καταβάλῃ. Ἀναφέρω, κύριοι, τὸ παράδειγμα τῆς Ἱσπανίας, ἥτις ἐπίσης ἐν τῇ καταβολῇ τῶν τοκομεριδίων αὐτῆς προῆλθεν εἰς λῆψιν ἀναλόγων τινῶν μέτρων, οὐχὶ ὅλως ὁμοίων πρὸς τὰ τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σοβαρῶς θιγόντων τὰ δικαιώματα τῶν ὁμολογιούχων. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα προῆλθον εἰς ὅμοια μέτρα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ κατ’ οὐδένα λόγον, δὲν κρίνω οὔτε δίκαιον, οὔτε νόμιμον, οὔτε ἠθικόν, ὅσον καὶ ἂν εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας, νὰ θίξωμεν κατ’ ἐλάχιστον τρόπον τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰς χρυσὸν καταβολὴν τῶν τόκων. Διὰ πολλοὺς λόγους, ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀντὶ πάσης θυσίας, περισυλλεγομένη ἐν ἀνάγκῃ εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον τῆς περισυλλογῆς, νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκεραίας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς πρὸς τοὺς ξένους δανειστὰς καὶ τοὺς ἐντοπίους, μὴ ἐκθέτουσα εἰς ζημίαν οἱανδήποτε, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ τόκου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ χρεωλύσιον, ὅσιον καὶ πρέπον εἶναι, εὑρισκόμενοι πρὸ διαρκῶν καὶ κολοσσιαίων ἐλλειμμάτων νὰ ζητήσωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν ἄλλο μέτρον. Τί εἶναι τὸ χρεωλύσιον; Μία τμηματικὴ ἀπόσβεσις συνομολογηθέντος δανείου. Ἐξεδώκαμεν λ. χ. 1000 ὁμολογίας ἑνὸς δανείου καὶ συνεφωνήσαμεν μὲ τοὺς δανειστάς, ἐκτὸς τοῦ τόκου νὰ ἀποσβεννύωμεν ἐτησίως 50–100 ὁμολογίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ ὅλον συνομολογηθὲν δάνειον εἰς τὸν διὰ τῆς συμβάσεως προσδιορισθέντα χρόνον. Ἡ ὑποχρέωσις βεβαίως εἶναι ῥητή. Ἀλλὰ πότε ὁ ὀφειλέτης εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξοφλῇ δι’ ἐτησίας ἀποσβέσεως ἓν δάνειόν του, ὑποχρεούμενος συγχρόνως νὰ καταβάλῃ καὶ τὸν τόκον; Προφανῶς ὅταν ἐκ τῶν ἐτησίων αὐτοῦ εἰσοδημάτων περισσεύει τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ χρεωλυσίου. Ἂν δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν βλέπῃ ὁ ὀφειλέτης ὅτι τὰ ἐτήσια αὐτοῦ εἰσοδήματα δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς ἐξόφλησιν τῶν τόκων, συγχρόνως δὲ καὶ πρὸς πραγματικὴν ἐξόφλησιν διὰ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ κεφαλαίου, τί ἔχει νὰ σκεφθῇ; Πρέπει νὰ προστρέξῃ εἰς νέον δανειστὴν νὰ ζητήσῃ νέον δάνειον, διὰ νὰ καταβάλῃ τὸ χρεωλύσιον καὶ τοὺς τόκους τοῦ προηγουμένου δανείου; Τοιοῦτος δανεισμός, ἐφόσον δὲν ὑποφώσκει εἰς αὐτὸν ἡ ἐλπὶς νὰ αὐξήσῃ τὰ εἰσοδήματά του, τοσοῦτον ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ τόκους καὶ χρεωλύσιον τοῦ προηγουμένου δανείου καὶ τοῦ νέου τοιούτου, ἀσφαλῶς θὰ ἀποτελέσῃ τὴν πλήρη καὶ βεβαίαν αὐτοῦ οἰκονομικὴν καταστροφήν. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ἔχει διαρκῶς κολοσσιαῖα ἐλλείμματα, προσπαθεῖ νὰ ἐξοφλήσῃ διὰ τοῦ χρεωλυσίου τμηματικῶς παλαιὰ δάνεια, διὰ τῆς συγχρόνου συνομολογήσεως νέων τοιούτων. Ἀλλ’ εἶναι φόβος καὶ φόβος πολύς, διὰ νὰ μὴ εἴπω βεβαιότης ἀπόλυτος, ὅτι μὲ τοιοῦτον σύστημα θὰ φθάσῃ ἀσφαλῶς καὶ οὐχὶ βραδέως εἰς τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταβάλῃ οὔτε τόκους, οὔτε χρεωλύσιον. Σκέπτομαι λοιπὸν ὅτι εἶναι πολλῷ προτιμότερον, ἀντὶ νὰ ζητῶμεν ἐν Γενεύῃ τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωμεν νέον δάνειον, πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, νὰ ζητῶμεν, εἰλικρινῶς ἐκθέτοντες τὴν κατάστασιν, μίαν προσωρινὴν ἐπὶ πενταετίαν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου τῶν τε εἰς χρυσὸν καὶ τῶν εἰς δραχμὰς δανείων. Δὲν νομίζω καὶ δὲν εὑρίσκω, ὅσον καὶ ἂν ἐξετάζω τὸ πρᾶγμα, ὅτι οἱ δανεισταὶ ἡμῶν πρόκειται διὰ τοῦ μέτρου τούτου νὰ ὑποστῶσιν οἱανδήποτε πραγματικὴν ζημίαν. Ἄν διὰ τῆς συμβάσεως προσδιωρίσθη ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου εἰς τεσσαράκοντα λ. χ. ἔτη, οὐδὲν ζημιοῦται ἂν ἡ ἐξόφλησις αὕτη παραταθῇ διὰ τῆς ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου ἐπὶ πέντε ἀκόμη ἔτη. Τοὐναντίον ὠφελοῦνται, διότι, ἂν ἐπιμένωσι, διατρέχουσι τὸν προφανῆ κίνδυνον ἑνὸς ἀπροόπτου δι’ αὐτούς, προβλεπομένου ὅμως παρὰ παντὸς φρονίμου παρατηρητοῦ, νὰ ἴδωσιν εἰς προσεχῆ ἡμέραν οὐ μόνον τὸ χρεωλύσιον, ἀλλὰ καὶ τὸ τοκομερίδιον ἐξανεμιζόμενον εἰς τοὺς αἰθέρας. Τώρα εἶναι πλέον ἢ βέβαιον ὅτι διὰ τῆς ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου θὰ ζημιωθῶσι μεγαλωστὶ οἱ τραπεζῖται οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἔκδοσιν δανείων. Θὰ ζημιωθῶσιν ἀσφαλῶς καὶ οἱ πράκτορες τῶν Τραπεζῶν τούτων διάφοροι μεσῖται. Προμήθειαι καὶ ἔξοδα, δηλαδὴ ἑκατομμύρια δραχμῶν θὰ ἁρπαγῶσιν. Ἀλλὰ τότε εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ Λαοῦ. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ χρηματικὸν ἀποτέλεσμα τῆς προσωρινῆς ἐπὶ πενταετίαν ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου; Εἶναι ἀκριβῶς ἡ πλήρης κάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος. Χρειαζόμεθα ἐτησίως κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1927–1928, δραχ. 460,000,000 πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου. Ἡ ἐπὶ πενταετίαν ἀναστολὴ αὐτοῦ θὰ ἀρκέσῃ πρὸς ὁλοσχερῆ κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν 2,000,000,000, τὸ ὁποῖον, ὡς προηγουμένως ἐλέχθη, ἀποτελεῖ τὸ παθητικὸν ἡμῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου 1833 μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1927. Ποῖαι ἄλλαι ἀνάγκαι ἐκτὸς τῶν ἐλλειμμάτων ὑπάρχουσι, πρὸς πλήρωσιν τῶν ὁποίων πρέπει νὰ σπεύσωμεν; Ἀναμφισβητήτως ἀνάγκη σπουδῆς καὶ σπουδῆς μεγίστης εἶναι ἡ ἐξεύρεσις χρημάτων πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐπεβεβαίωσεν ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἓν δάνειον 3,000,000 λιρῶν. Δεδομένου ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐν Γενεύῃ ἐπιστοποίησεν ἤδη ἐπισήμως τὴν φερεγγυότητα ἡμῶν, δυνάμεθα ἀξιόλογα νὰ συνομολογήσωμεν ἀσφαλῶς δάνειον, χάριν τῶν προσφύγων, ἐν Γενεύῃ καὶ ἄνευ τῆς Γενεύης, ἀποβλέποντες φρονίμως καὶ προσεκτικῶς εἰς κρείττονας ὅρους καὶ ἔχοντες πάντοτε εἰς τὴν διάθεσιν τῶν δανειστῶν πρὸς ἐξασφάλισιν τὰ περισσεύματα τοῦ Ἐλέγχου. Τὸ δάνειον ὑπὲρ τῶν προσφύγων δὲν εἶναι δάνειον πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Εἶναι καταφανῶς δάνειον παραγωγικόν. Ἐντελὴς ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων σημαίνει αὔξησιν παραγωγῆς, εὐημερίαν αὐτῶν καὶ εὐεργεσίαν τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Κατὰ ταῦτα δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη σπουδῆς καὶ μεταβάσεως εἰς Γενεύην ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς λήψεως δανείου 9,000,000 λιρῶν. Εἶναί τι βεβαίως τὸ πολὺ εὐχερές, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄκρον δελεαστικὸν ἡ διὰ τοῦ δανεισμοῦ προσωρινὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπαλλαγὴ καὶ ἀνακούφισις. Ἀλλ’ ἀναμετρῶμεν ἆρά γε τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσι διὰ τὸ μέλλον; Δὲν εἶναι, ἔλεγε παλαιὸς ρήτωρ τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Ἀνδοκίδης, ἀγαθὸς προστάτης τῆς πόλεως, ἀγαθὸς κυβερνήτης ἐκεῖνος, ὅστις τοῦ παρόντος ἐπιμελεῖται καὶ μὴ τοῦ μέλλοντος προνοεῖται καὶ τὰ ἥδιστα τῷ πλήθει παραλιπὼν τὰ βέλτιστα συμβουλεύει. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παρατηρήσω καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, «ὅτι δάνειον σημαίνει ἀπαραιτήτως φορολογίαν». Ὅ,τι θεωρεῖτε, ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως ὁ πολὺς Μιραμπὼ, ὅ,τι θεωρεῖτε ὑμεῖς ὡς εὐεργέτημα, εἶναι ἐπιβάρυνσις τῶν δεινῶν ἡμῶν. Τὸ νὰ δανείζεσθε, χωρὶς νὰ ἐπιβάλλετε φορολογίαν, εἶναι ὡς νὰ παραδίδεται ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος εἰς τοκογλύφους, διότι μόνον τοκογλύφοι δανείζουσιν ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξαπατᾶτε ὁλόκληρον Λαὸν καὶ ρίπτετε ἐπὶ τῶν μελλουσῶν γενεῶν τὸ βάρος τῶν ἀδικιῶν ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Εὔπιστε Λαέ, ἐκραύγαζεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Μιραμπὼ, σπεῦσον νὰ θαυμάσῃς τὸν Ὑπουργόν σου αὐτόν, ἀλλὰ τὰ τέκνα σου θὰ σὲ καταρασθοῦν. Φανερὸν ἐντεῦθεν καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ νοητόν, ὅτι, δανειζόμενοι 9,000,000 λιρῶν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, θὰ χρειασθῶμεν ὅπως καλύψωμεν τὴν ἐτησίαν αὐτοῦ ὑπηρεσίαν 900,000 λίρας περίπου, ἤτοι 350 ἑκατομμύρια δραχμῶν περίπου. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ ἐτησία ὑπηρεσία καὶ ἄλλων δανείων τῆς ἀποξηράνσεως. Ἐξητάσαμεν ἆρά γε μετὰ προσοχῆς ποῖον τὸ φορολογικὸν ὅριον τῆς ἀντοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἐτῶν αὐξάνομεν διαρκῶς τὴν φορολογίαν. Χάριν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ 1927–1928, ηὐξήσαμεν τὸ φορολογικὸν βάρος τοῦ Λαοῦ κατὰ ὁλόκληρον δισεκατομμύριον καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι τὸ ἐρχόμενον ἔτος, ἕνεκα τῶν μελετωμένων νέων δανείων, νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους. Ἀλλὰ θὰ ἀνθέξῃ ἆρά γε ἡ σπονδυλικὴ στήλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Πολλὰ καὶ πρόδηλα εἶναι τὰ σημεῖα ἀπὸ καιροῦ ἤδη, ὅτι τὸ φορολογικὸν βάρος εἶναι δυσβάστακτον καὶ ὁ ὑπολογισμὸς τῶν κυβερνώντων ὅτι αὐξάνοντες συνεχῶς τὸ φορολογικὸν βάρος θὰ αὐξήσωσι καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, θὰ ἀποδειχθῇ ἀσφαλῶς πεπλανημένος. Ὅτε εἰς τὸ πρῶτον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς ἀνέγνωσε τὸ σχέδιον τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, ἐζήτησα ὅπως ρητῶς ἀναγραφῇ ἐν τῇ σχετικῇ πρὸς τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ μέρος παραγράφῳ ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θὰ ἀναγραφῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ προσεκτικῶς, πόσα βάρη ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ σηκώσῃ εἰς τοὺς ὤμους του, πόσα ἔσοδα δηλαδὴ νὰ καταβάλῃ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων τούτων νὰ κανονισθῶσιν εἶτα καὶ αἱ δαπάναι. Ἡ πρότασίς μου δὲν ἐγένετο δεκτή. Καὶ ὅμως τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἐδογμάτισε τὸ Διεθνὲς Οἰκονομολογικὸν Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν, τὸ κατ’ ἐντολὴν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν συγκροτηθὲν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1920, ὅτι πρέπει νὰ ρυθμίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων. Ἄλλοτέ ποτε, εἰς χρόνους παρῳχημένους, ὑπεστηρίζετο ἀντιθέτως ὑπὸ πολιτευομένων καὶ ὑπὸ σοφῶν ἔτι διδασκάλων τῆς Δημοσιονομίας, ἡ θεωρία καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις πρέπει πρῶτον νὰ προσδιορίζῃ τὰ ἔξοδα, ὅσα ἐννοεῖ καὶ κρίνει ἀπαραίτητα διὰ τὴν Διοίκησιν τῆς Χώρας, καὶ εἶτα νὰ ζητῇ παρὰ τοῦ Λαοῦ τὰ ἀνάλογα πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτῶν ἔσοδα. Ἀλλ’ ἡ θεωρία ἀπεδείχθη κακή, ὡς ἐνθαρρύνουσα τοὺς κυβερνῶντας εἰς ἀλογίστους δαπάνας. Ὑπεστηρίχθη ἀντιθέτως ὅτι ὑπάρχει πάντοτε ἓν ὅριον εἰς τὴν φορολογικὴν ἀντοχὴν τοῦ Λαοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς τὸν κίνδυνον νὰ θραύσῃ τὴν σπονδυλικὴν αὐτοῦ στήλην. Ἐθεωρήθη ἐντεῦθεν φρονιμώτερον ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ πρότερον μεμονωμένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, ὅπως ὁ Λαὸς ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τοῦ βάρους τῶν φόρων, τοῦ ὑπερβαίνοντος τὰς δυνάμεις του. Εἶτα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἀπαλλασσομένου ἑνὸς μέρους τοῦ βάρους, αἱ δαπάναι θὰ προσδιωρίζοντο κατ’ ἀνάγκην ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὸ ἐπίπεδον τῶν ἐσόδων τούτων καὶ οἱ Ὑπουργοὶ θὰ ἐξηναγκάζοντο ὡς ἐκ τούτου νὰ προβαίνωσιν εἰς οἰκονομίας. Τὸ Διεθνὲς Οἰκονομολογικὸν Συνέδριον τῶν Βρυξελλῶν, ὡς εἶπον—89 οἰκονομολόγοι ἀντιπροσωπεύοντες 39 Κράτη, ἤτοι τὰ 75% τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς—ἠσπάσθησαν ὁμοφώνως τὴν ἄποψιν ταύτην καὶ συνέστησαν αὐστηρῶς ὅπως αἱ Κυβερνήσεις ρυθμίζωσι τὰ ἔξοδα αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων. Ἐζήτησα, ὡς εἶπον, καὶ ἐγὼ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ κυβερνητικῷ προγράμματι τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι τότε μόνον δυνάμεθα νὰ καταστρώσωμεν εἰλικρινῆ καὶ εὐσυνείδητον Προϋπολογισμόν, ὅταν κανονίσωμεν πρῶτον τὰ ἔσοδα ἡμῶν προσεκτικῶς καὶ αὐστηρῶς, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὴν φορολογικὴν ἀντοχὴν τοῦ Λαοῦ καὶ περιορίσωμεν οὕτω κατ’ ἀνάγκην τὰ ἔξοδα ἡμῶν μέχρι τοῦ ὁρίου τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπουσιν οἱ πόροι ἡμῶν. Δυστυχῶς ἡ πρότασίς μου ἀπερρίφθη καὶ συνεπῶς ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1927–1928 κατεστρώθη, ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ τούτου, χωρὶς ἐμπεριστατωμένην ἐξέτασιν τῆς φορολογικῆς ἀντοχῆς τοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσωμεν ἐκτενέστερον, ἂν προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ψήφισιν ὁ νέος Προϋπολογισμός. Ὅ,τι ἐπὶ τοῦ παρόντος δύναται νὰ λεχθῇ εἶναι ὅτι τὰ νέα μελετώμενα δάνεια, ἂν πραγματοποιηθῶσι, θὰ προκαλέσωσι κατ’ ἀνάγκην νέαν φορολογίαν, ἐν ᾧ χρόνῳ ἡ νῦν ὑφισταμένη κρίνεται ὡς ὑπερβαίνουσα τὸ ὅριον τῆς φορολογικῆς ἡμῶν ἀντοχῆς. Ἐντεῦθεν φρονῶ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ, ὅπως θὰ ὑπάρχῃ βεβαίως, ἀληθὴς πόνος διὰ τὸν ἔντιμον τοῦτον Λαὸν τῆς Ἑλλάδος, πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγωμεν νὰ θέσωμεν εἰς τὴν ράχιν αὐτοῦ νέα βάρη. Εἶπον, ἂν ὑπάρχῃ πόνος, προσθέτω, ἂν ὑπάρχῃ σύνεσις καὶ ἀκριβὴς ὑπολογισμὸς τῶν συνεπειῶν. Ὡμίλησα ἤδη περὶ τοῦ δανείου τῶν 3,000,000 λιρῶν πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος καὶ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα. Συνέστησα τὴν ταχυτέραν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων λιρῶν πρὸς κάλυψιν τῶν προσφυγικῶν ἀναγκῶν, δανείου ἀποκλειστικῶς καὶ κυριώτατα παραγωγικοῦ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ τρίτου δανείου τῆς σταθεροποιήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι σοβαρῶς δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς διὰ νόμου καὶ ταχείας μάλιστα σταθεροποιήσεως, πρὶν ἢ ἐξακριβώσωμεν πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα, ἀλλ’ ἰδίως ποῖα θὰ εἶναι τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως 1927–1928 καὶ ποίαν ἀξίαν λόγου βελτίωσιν θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον σήμερον καὶ πρὸ πολλοῦ καταλείπει ἐτησίως παθητικὸν ὑπὲρ τὴν δεκάδα ἑκατομμυρίων λιρῶν Ἀγγλικῶν. Διότι, ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, δὲν ἐπαληθεύσωσιν αἱ προβλέψεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, δὲν καταλήξῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως 1927– 1928 εἰς ἰσοζύγιον, παραμείνῃ δὲ τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ὡς νῦν ἔχει, τότε ἔχε ὑγείαν σταθεροποίησις. Κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος πρὸς πᾶσαν ἰδέαν σταθεροποιήσεως διὰ νόμου, φρονῶ ὅτι διαθέτομεν ἐπαρκῆ μέσα ὅπως ἐπιτύχωμεν σταθεροποίησιν ἐπὶ τοῦ παρόντος «ντὲ φάκτο», ἀναμένοντες μετὰ φρονήσεως τὴν φυσιολογικὴν ἐξέλιξιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ὡς εἶπον, τῆς τρεχούσης χρήσεως. Περιορίζομαι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα, διότι καὶ ὑμᾶς ἐβάρυνα ἴσως ὑπερμέτρως, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς δὲν ἐβαρύνθην ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον περιορίζομαι εἰς ὅσα εἶπον. Τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως περιλαμβάνει τόσον πολλὰ καὶ τόσον σοβαρὰ ζητήματα, ἀνεξάρτητα τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου, ὥστε ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις πρέπει νὰ διεξαχθῇ μεμονωμένως ἐπὶ ἑκάστου τούτων καὶ ἐν πάσῃ δυνατῇ εὐρύτητι. Ἄλλως οὐχὶ διαφώτισις, ἀλλὰ συσκοτισμὸς καὶ σύγχισις καὶ συμφυρμὸς ἰδεῶν θὰ ἐπακολουθήσῃ. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν πολλαπλῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα, ἀναλυτικῶς νὰ ἐκθέσῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ ἐπὶ ἑκάστου τούτων καὶ νὰ δημοσιεύσῃ ταύτας ἐγκαίρως, ὅπως οὕτως εὐρεῖα καὶ πραγματικὴ συζήτησις διεξαχθῇ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Λαοῦ καὶ καθοδηγηθῇ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἂν πράγματι εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική, ἂν ἀληθὲς συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιβάλλῃ τὴν ἀποδοχὴν ὁλοκλήρου τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, τοῦ δανειακοῦ ἐγχειρήματος. Εἶπον ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς ὑμᾶς, ὅσα ἐνόμισα ἱκανὰ νὰ διαφωτίσωσιν ὁπωσδήποτε ὑμᾶς ἐπὶ τῆς πραγματικῆς ἡμῶν οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἂν καλῶς εἶπον, τοῦτο ἐπεθύμουν. Ἂν κακῶς, τόσον ἠδυνάμην. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐκ τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων καὶ ἐξ ὅσων θὰ λεχθῶσι παρ’ ἄλλων, μὲ τὸν πόνον τὸν ὁποῖον πραγματικῶς ἔχετε ἐν τῇ ψυχῇ ὑμῶν ὑπὲρ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύετε καὶ μὲ ἀκεραίαν τὴν συνείδησιν τῶν εὐθυνῶν ὑμῶν, ψηφίσατε ὅ,τι ἡ συνείδησις ὑμῶν αὐτὴ ὑποβάλλει, ὅ,τι τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας ἐπιτακτικῶς ὑπαγορεύει. (Χειροκροτήματα).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§202Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἡ οἰκονομικὴ κατεύθυνσις, κύριοι βουλευταί, τὴν ὁποίαν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν, δὲν εἶναι οἰκονομικὴ κατεύθυνσις ἑνός, δύο, τριῶν ἐτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ ἐτησίου Προϋπολογισμοῦ, μεθ’ ὃν μετὰ ἓν ἔτος δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἄλλον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ οἰκονομικῆς κατευθύνσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐπηρεάσῃ μίαν ὁλόκληρον γεννεάν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα σταθμὸν ἱστορικόν, ἐθνικόν, ὁ ὁποῖος μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ μίαν ἐθνικὴν περίοδον, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἀπὸ τὴν 25ην Μαρτίου 1821, ὁπότε ὑψώθη ἡ σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως, μέχρι τῆς 31ης Αὐγούστου 1922, περίοδον 101 ἐτῶν. Εἶναι περίοδος ἐθνική, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐστραμμένα —καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐστραμμένα— πρὸς ἀνατολὰς τὰ βλέμματα. Γυμνή, ἀνυπόδητος, ἐβάδισεν ἕνα δρόμον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τιμὴν ἀληθῶς εἰς τὴν Ἱστορίαν ἑνὸς Λαοῦ. Καὶ ἐπῆλθε τὸ τέλος τῆς περιόδου. Μετὰ μίαν καταστροφήν, ἐν τούτοις ἡ Ἑλλὰς ἐξῆλθε διπλασία κατὰ τὴν ἔκτασιν, ἣν εἶχε κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου τοῦ 1922. Ἀπὸ 60 χιλ. τετραγωνικῶν χιλιομέτρων εἶναι σήμερον ἡ Ἑλλάς, μετὰ μίαν ἐθνικὴν καταστροφήν, Χώρα 120 χιλ. τετραγωνικῶν χιλιομέτρων. Φαντασθῆτε τί θὰ ἦτο ἄνευ τῆς καταστροφῆς. Ἰδοὺ ἀμέσως ἡ μεγάλη σημασία τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχεται ἡ νέα Ἑλλάς, ἡ Ἑλλὰς τοῦ Ἕβρου, νὰ σκεφθῇ· θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἔχῃ τὰ βλέμματα πρὸς ἀνατολὰς καὶ τὰ νῶτα ἐστραμμένα πρὸς τὸ ἔδαφός της καὶ τὸν ἐκπολιτισμόν της; Θὰ ἀσχολεῖται καὶ θὰ δαπανᾷ μόνον διὰ Στρατὸν καὶ Στόλον; Ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁμαλότητος», ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπον πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν: «Χαίρω διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρῶτος προέβλεψα, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ ὁμαλότης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ παρὰ διὰ τῆς συμφωνίας πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν κομμάτων, ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν δύο μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐδημοσίευσα ἐν τῇ «Ἑστίᾳ», ἐνεσαρκώθη εἰς μίαν ἐπίσημον Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις αὐτή, παρὰ τὸ ζήτημα τῆς ὁμαλότητος, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς γενικῆς κατευθύνσεως, ἰδίᾳ τῆς Οἰκουμενικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς τοῦ Ἕβρου ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ. Τὸ περίμενα πολὺν καιρόν, αὐτὸ τὸ σχέδιον ἐθνικῆς κατευθύνσεως δὲν τὸ περιμένω πλέον. Ἀμφιβάλλω ἂν τοιαύτη συζήτησις θὰ κατεδέχθησαν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ νὰ γίνῃ ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς συνέστησεν εἰς ἡμᾶς πάντας, ὅτι σήμερον ἡ μέλλουσα οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ ψυχὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους νὰ ἐξαρθῇ πρὶν ἢ ἀκούσω τὴν σύστασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἔπραξα μόνος μου. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς τοῦ Ἕβρου, πρέπει νὰ δώσῃ τώρα εἰς τὸν ἑαυτόν της κατεύθυνσιν, ἣν συντομώτατα θὰ σᾶς χαράξω. Πρῶτον, ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν σώφρονα πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὁ Περικλῆς θνήσκων—οἱ αἰῶνες ἀντιγράφουσιν ἀλλήλους—διέγραψε πρὸς τοὺς Ἀθηναίους: «Προσέξατε μήπως ἐπεκτείνητε τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν, διότι εἶναι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις σας». Καὶ ἐπιπόλαιοι προπάτορες ἐπιπολαίων ἀπογόνων ἔκαμαν τὴν εἰς Σικελίαν ἐκστρατείαν καὶ τὴν ἔπαθαν. Ἑπομένως πρέπει νὰ φρουρήσωμεν καλῶς τὰ σύνορά μας καὶ παρασκευάσωμεν καλῶς τὴν νέαν πλέον γεννεάν, ἥτις καὶ νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐκπολιτισμὸν τοῦ Κράτους, ἔκαμα ἀρκετοὺς ὑπολογισμοὺς ἐπιπόνους, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους δύναται εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν νὰ κάμῃ. Ὑπελόγισα ὅτι διὰ νὰ γίνῃ ἡ Ἑλλὰς μία Ἑλβετία ἢ μία Αὐστρία, χρειάζεται νὰ δαπανήσῃ περὶ τὰ 80,000,000 λιρῶν, ἵνα ἐκτελέσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα χρειάζονται ἀπὸ ἀπόψεως ἐκπολιτισμοῦ ἐδάφους, δημόσια ἔργα κλπ., ἀπὸ ἀπόψεως ἐκπολιτισμοῦ τῆς Διοικήσεως, στεγάσεως αὐτῆς, ὀργανώσεως τῆς ὑπαλληλίας κλπ. καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐκπολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων διὰ νὰ παύσουν νὰ εἶναι 60% ἀγράμματοι καὶ 30% φθισιῶντες καὶ ἑλονοσοῦντες, παντὸς εἴδους σχολαὶ κλπ. Χρειάζονται ἀκόμη περὶ τὰ 30,000,000 λιρῶν διὰ μόνιμον στρατιωτικὴν παρασκευὴν καὶ περὶ τὰ 10,000,000 λιρῶν διὰ μόνιμον ναυτικὴν παρασκευήν. Ἤτοι ἐν ὅλῳ 120,000,000 λιρῶν. Καὶ ἔρχεται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα· ἀντέχει ἆρά γε νὰ δαπανήσῃ αὐτά; Ἰδοὺ τὸ πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς μας πολιτικῆς. Καὶ ἂν ἀντέχῃ, πρέπει νὰ τὰ δαπανήσῃ διὰ δανείων ἢ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ οἰκονομικῆς πολιτικῆς «νοικοκυρωσύνης»; Θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ὀλίγους ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς καταστήσουν δῆλον πόσον καταστρεπτικὴ εἶναι ἡ δανειακὴ πολιτική. Κατὰ τὰ 33 ἔτη, ἂν ἡ Ἑλλὰς δαπανᾷ ἐτησίως ἐκ τοῦ τακτικοῦ αὐτῆς Προϋπολογισμοῦ τὸ τριακοστὸν τρίτον τῶν 120,000,000, δηλαδὴ ποσὸν ἀντίστοιχον 3,600,000 λιρῶν ἐτησίως ἢ 1,350,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα μετὰ 3 ἔτη θὰ δύναται νὰ δαπανήσῃ, τότε εἰς τὸ διάστημα τῶν 33 ἐτῶν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ συμπληρώσει ὅλα τὰ παραγωγικὰ αὐτῆς ἔργα, θὰ ἔχῃ ἐξοφλήσει ὅλα τὰ δάνεια αὐτῆς εἰς χρυσὸν καὶ χαρτονόμισμα, πλὴν ἐλαχίστων ποσῶν, θὰ ἔχῃ ἐφόδια διὰ Στρατὸν 600,000 ἀνδρῶν, θὰ ἔχῃ ναυτικὸν περιζήτητον, λαμπρὰν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν καὶ ἐγκαταστάσεις διὰ Στόλον μεγάλης δυνάμεως. Ἂν τοὐναντίον θελήσῃ σήμερον νὰ συνάψῃ δάνειον εἰς τὸ ἄρτιον πρὸς 8%, τὸ ὅλον 120,000,000 λιρῶν—ἂν ἦτο δυνατὸν τοῦτο νὰ τὸ συνάψῃ—καὶ νὰ πληρώνῃ τοκοχρεωλύσια ἐπὶ 33 ἔτη, τότε εἰς τὸ τέλος τῶν 33 ἐτῶν θὰ εἶχε πληρώσει 291,000,000 λίρας. Δηλαδὴ πληρώνει τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ δανείζεται μὲ 8% καὶ εἰς τὸ ἄρτιον τρεῖς φορὰς τὸ δανεισθὲν ποσόν, πλουτίζον διὰ τῶν τόκων τοὺς δανειστάς, οἱ ὁποῖοι ἐδάνεισαν. Ὑπάρχουν βέβαια ἐξαιρέσεις ἐξόχως ἐπειγόντων καὶ παραγωγικῶν ἔργων, ἅτινα πρέπει νὰ γίνουν διὰ δανείων, ἀλλ’ οὐχὶ πλέον τῶν 20,000,000 λιρῶν. Καὶ τώρα, κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ πόθεν ἀναχωρεῖ οἰκονομικῶς ἡ Ἑλλάς, ποῖα εἶναι τὰ φαινόμενα τῆς οἰκονομικῆς της νόσου, μετὰ ταῦτα δὲ ποῖα εἶναι τὰ φάρμακα καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Εἰς τὸν βωμὸν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς Κυβερνήσεως θὰ θυσιάσω ἓν χάρτινον τάλληρον, δὲν ἀξίζει περισσότερον. Ὅταν ἡ λίρα εἶχε περίπου 100 δραχμάς, δηλαδὴ τὸ χαρτονόμισμα εἶχε χάσει τὰ ¾ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, ὅταν δηλαδὴ ἀπὸ τόσον ἔμεινε τόσον, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρισκόμενος πρὸ τῆς ἀνάγκης, τὸ ἔκοψεν εἰς τὸ μέσον. Καὶ ἔμεινε τότε αὐτό. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἡ λίρα μετεπήδησεν ἀπὸ 100 δραχμὰς εἰς 400. Ἀλλ’ ἦλθεν ὁ μέγας οἰκονομολόγος Πάγκαλος καὶ τοῦ ἔκοψε καὶ αὐτὸς τὸ ¼. Χρειάζεται μικροσκόπιον διὰ νὰ τὸ κόψω, διότι δὲν θὰ εἶμαι ἀκριβής. Καὶ ἔμεινε μόνον αὐτό. Αὐτὸ τὸ τάλληρον ἤξιζεν ἓν δολλάριον εἰς τὰ 1920 καὶ τώρα ἑπτὰ μόνον σέντς. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ μοὶ λέγει: «Βάστα το αὐτὸ τὸ μικροσκοπικὸν κομμάτι καλά, θὰ σοῦ τὸ σταθεροποιήσω». Τοῦ ἀπαντῶ: «Καὶ αὐτὰ τὰ κομμάτια, τὰ 93 σέντς, ποῖος θὰ μοῦ τὰ ξαναδώσῃ;» Μοῦ ἀπαντᾷ: «Συγχώρα τα καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ συγχωρέσῃ. Αὐτά, παιδί μου, τὰ ἔκαμαν ἄλλοι ἐξυπνότεροι ἀπὸ ἐσένα συνάλλαγμα καὶ τὰ κατέθεσαν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας». Αὐτὴ εἶναι ἡ νόσος. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα μεθοδικῶς τὰ ἀποτελέσματα τῆς νόσου ἐπὶ τῆς Κοινωνίας. Δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν νοσοῦσαν οἰκονομικῶς Κοινωνίαν en bloc, διότι τότε θὰ πάθωμεν ὅ,τι ὁ παθολόγος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ἐξωτερικῶς τὸ σύνολον τοῦ ἀσθενοῦς χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἓν πρὸς ἓν τὰ ὄργανά του. Ἂς ἐξαπλώσωμεν λοιπὸν τὴν ἀσθενῆ Κοινωνίαν εἰς τὴν κλίνην τοῦ ἀρρώστου καὶ ἂς τὴν διαιρέσωμεν εἰς τόσα μέρη, καλούμενα «ἐπαγγελματικὰς τάξεις», εἰς ὅσας τὴν διαιρεῖ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἂς ἀρχίσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ποίαν ἐπιρροὴν ἔχει ἡ νόσος τοῦ νομίσματος πρὸς μίαν–μίαν χωριστὰ ἐπαγγελματικὴν τάξιν. Καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τῆς πρώτης, ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀγροκτηματίας. Περὶ τὰς δύο χιλιάδας μεγάλα ἀγροκτήματα ἀπηλλοτριώθησαν, κύριοι βουλευταί. Πόσον θέλετε νὰ τὰ ὑπολογίσωμεν; Ἐγὼ θὰ εἶμαι μέτριος. Ἂς τὰ ὑπολογίσωμεν πρὸς 4,000 λίρας ἕκαστον. Τὸ ὅλον 8,000,000 λιρῶν. Εἶναι πολὺ περισσότερα ὅμως. Τὰ ἀπηλλοτριώσαμεν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἄριστα ἔκαμε τὸ Κράτος νὰ τὰ ἀπαλλοτριώσῃ, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ὑπὸ Δημοκρατίαν πρεσβεύουσαν καὶ ὑπερασπιζομένην «τὰ δίκαια τοῦ ἀνθρώπου». Ὡς βλέπετε τώρα, διὰ δύο μόνον ἀναρχικοὺς εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἐσηκώθηκεν ὅλος ὁ κόσμος. Πρέπει τὸ Κράτος νὰ μὴ φανῇ ἄστοργον καὶ πρὸς αὐτούς, ἂν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχον νὰ λάβουν 25,000 δραχμὰς χρυσᾶς, δηλαδὴ 375,000 δραχμάς. Σήμερον μὲ τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς δὲν θὰ ἔχουν ἐλπίδα πλέον νὰ πάρουν παρὰ 25,000 δραχμὰς χαρτίνας. Ἔρχομαι εἰς τοὺς ἀγρότας. Οἱ ἀγρόται εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δίδουν εἰς ὅλους μας καὶ τρώγομεν. Εἶναι τὰ 70% τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, 4,200,000 ψυχαί. Αὐτοὶ ἔπαθον τὴν ἑξῆς πανωλεθρίαν. Εἶχον μαζεύσει εἰς τὸ «σεντοῦκι» των τὰ χαρτονομίσματα καὶ ὅταν κατὰ πρῶτον τὰ ἔκοψεν ὁ πρῶτος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔπειτα καὶ ὁ δεύτερος, τὸ ὅλον ἐκ παραλλήλου χαρτονόμισμα ἐξητμίζετο καὶ φαντάζεσθε ποία ζημία τοὺς κατέλαβεν, ὅταν ἔχασαν τὰ 93% τῶν μετρητῶν των. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐφεξῆς οἱ ἀγρόται πληρώνουν ἕνα ἄδηλον φόρον, ἕνα ἀρνητικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον θὰ ἀποκαλέσω φόρον Μαρκόνι, φόρον τῶν κυμάτων τοῦ Χέρτς, τὰ ὁποῖα δὲν φαίνονται εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς κανενός, φόρον τὸν ὁποῖον καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἀγρόται δὲν τὸν καταλαμβάνουν. Εἶναι ὅτι τὰ προϊόντα των δὲν παρηκολούθησαν τὴν ὕψωσιν τῆς λίρας ἀπὸ τοῦ 1921.
§203Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπερπαρακολουθοῦν.
§204Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἡ γνώμη σας. Πιθανὸν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν ἰδικόν μου νομόν. Ὁ καπνὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ποιότητος, τὴν ὁποίαν παράγει αἴφνης ἡ πεδιὰς τῶν Καϊλαρίων, πωλεῖται 30–36 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν, δηλαδὴ 2 ἕως 2.40 δραχμὰς χρυσᾶς.
§205Η. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴκοσιν ἕως τριάκοντα δραχμὰς μόνον.
§206Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἀκόμη χειρότερον. Οὐδέποτε μέχρι τοῦ 1920 ἐπωλήθη ὁ καπνὸς κάτω ἀπὸ τρεῖς δραχμὰς χρυσᾶς. Ἔφθασε καὶ εἰς 10 δραχμὰς χρυσᾶς. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὴν σταφίδα, διότι πράγματι ἡ σταφὶς ἔπαθε κρίσιν.
§207Γ. ΣΤΡΙΓΚΟΣ. Δὲν ἐξέπεσεν ἡ σταφίς, ἀλλὰ δὲν ἔχουν λόγον οἱ Ἄγγλοι νὰ τὴν πληρώσουν περισσότερον. Οἱ Γερμανοὶ ἐπώλησαν τὰ προϊόντα των εὐθηνότερον, διότι εἶχον τὴν ἐπικαταλλαγήν.
§208Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Κρίσις τοῦ καπνοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι ὑπάρχει, διότι ἤρχισαν νὰ καπνίζουν καὶ αἱ γυναῖκες καὶ ὁ κόσμος καπνίζει δύο φορὰς περισσότερον ἀπὸ πρίν. Κατ’ ἀναλογίαν ἐκ τῶν λοιπῶν γεωργικῶν προϊόντων ἐλάχιστα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρηκολούθησαν τὴν λίραν εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς, ὄχι εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν. Μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην ἐπαγγελματικὴν τάξιν, εἰς τοὺς μεγαλεμπόρους. Ὑπὸ τὴν λέξιν «μεγαλέμπορος» ἡ ἐπιστήμη δὲν ἐννοεῖ μόνον τοὺς μεγάλους ἐμπόρους τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ καὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου, ἀλλ’ ἐννοεῖ πάντα ἔχοντα μεγάλην περιουσίαν, εἴς τινος εἴδους ἀξίαν. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ σπίτια, ἁπλῶς οἰκόπεδα, μετρητὰ χρήματα, ὁπότε καλεῖται τραπεζίτης. Λοιπὸν οἱ μεγαλέμποροι αὐτοὶ ἄλλοι μὲν ἐζημιώθησαν, ἄλλοι δὲ ἐκέρδισαν. Ἐκέρδισαν ὅμως ὁριστικῶς ὅλοι ὅσοι μετέτρεψαν καὶ ἐσταθεροποίησαν τὴν περιουσίαν των εἰς χρυσὸν καὶ τὴν ἔστειλαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ δὲν τοὺς κατηγορῶ παντάπασιν! Ἀναφέρω τὸ γεγονὸς διὰ τὰ συμπεράσματά μου. Μετὰ ταῦτα εἶναι οἱ μικρέμποροι, οἱ κοινῶς καλούμενοι «ἐπαγγελματίαι». Καὶ αὐτῶν τὰ κέρδη εἰς χαρτονόμισμα δὲν παρηκολούθησαν τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῆς λίρας. Προσθέτως οἱ φόροι των ηὔξησαν καὶ τώρα ἤρθη καὶ τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μεγάλους βιομηχάνους, ἕτερος προλαλήσας συνάδελφος εἶπεν ὀρθῶς ὅτι πράγματι ὅλοι ἐκέρδισαν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δραχμῆς καὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν δασμῶν εἰσαγωγῆς. Οἱ βιοτέχναι ἔχουν ἐπίσης μικρότερα κέρδη παρὰ πρίν, ὅπως οἱ μικρέμποροι. Οἱ διανοούμενοι, ἐπιστήμονες, οἱ μεγάλοι ἰατροὶ καὶ δικηγόροι, βεβαίως ἐκέρδισαν, οἱ μικροὶ ὅμως ὄχι. Οἱ καλλιτέχναι εἶναι παρακάτω. Οἱ δημοσιογράφοι καὶ οἱ ἐκδόται ἐφημερίδων εἶναι παρακάτω. Μία ἐφημερὶς ἐπωλεῖτο τὸ 1920 πρὸς 10 λεπτὰ χρυσᾶ, δηλαδὴ 160 χάρτινα. Σήμερον πωλεῖται μίαν δραχμήν, δηλαδὴ 6½ λεπτὰ χρυσᾶ. Μετὰ ταῦτα εἶναι ἡ ἐπαγγελματικὴ τάξις τῶν ὑπαλλήλων. Αὐτοὶ ἔπαθον ἐπίσης συμφορὰν ἀνάλογον τῆς τῶν ἀγροτῶν. Ὑπὸ τὴν λέξιν «ὑπάλληλοι» ἐννοοῦμεν τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς δημοσίους, τοὺς ἰδιωτικούς, τοὺς συνταξιούχους καὶ τὰ θύματα πολέμου. Εἶναι περὶ τὰ 20% τοῦ πληθυσμοῦ, εἶναι περὶ τὸ 1,200,000 ψυχῶν, μετὰ δὲ τῶν ἀγροτῶν, 4,200,000 καὶ μικρεμπόρων καὶ βιοτεχνῶν, ἀποτελοῦν 5,600,000 ψυχῶν, δηλαδὴ τὰ 95% τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐκ μιᾶς στατιστικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐδῶ, ἐμφαίνεται ὅτι ὁ τμηματάρχης ἐλάμβανεν εἰς τὰ 1920, 400 δραχμάς, δηλαδὴ 16 λίρας στερλίνας, ἤτοι περὶ τὰς 6,000 σημερινὰς δραχμὰς μὲ 375 δραχ. τὴν λίραν.
§209ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ τὸν τιμάριθμον.
§210Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἀκόμη χειρότερα. Μὲ τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς 20, ἀλλὰ μὲ τὸν τιμάριθμον λίρας 15. Ἔρχομαι εἰς τοὺς συνταξιούχους καὶ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Ἡ Βουλὴ ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τὸν ἀποθανόντα στρατηγὸν Ἰωάννου, ἀποστρατευθέντα τῷ 1920. Αὐτὸς ἔλαβε σύνταξιν 770 δραχμάς, ἤτοι 11,600 σημερινὰς δραχμάς. Ἀντὶ τούτων ἐλάμβανε 3,340 δραχμάς, δηλαδὴ τὰ 30%. Δι’ αὐτὸ δὲν εἶχε σκέπασμα διὰ νὰ σκεπασθῇ καὶ ὅταν ἀκόμη ἠσθένησε καὶ ἐσκεπάζετο, ἀσθενῶν, μὲ τὸν μανδύαν του, ἠσθένησε βαρύτερον, μετεφέρθη εἰς τὸ νοσοκομεῖον καὶ ἐκεῖ ἀπέθανεν. Εἰς τὴν αὐτὴν δυσαναλογίαν εἶναι περίπου καὶ οἱ ἰδιωτικοὶ ὑπάλληλοι, ὡς καὶ οἱ ἀνάπηροι καὶ τὰ θύματα πολέμου, ἡ ἀριστοκρατία αὐτὴ τοῦ ἀλτρουϊσμοῦ τῆς Δημοκρατίας. Ἔρχομαι τώρα εἰς ἑτέραν ἐπαγγελματικὴν τάξιν, ὄχι τόσον πολυπληθῆ, ἀλλὰ πολυπαθῆ, εἰς τοὺς ἐργάτας. Βεβαίως τὰ ἡμερομίσθια δὲν παρηκολούθησαν τὴν λίραν, ἀλλὰ προσέτι ἕνεκα τῆς νόσου τῆς νομισματικῆς ἐπῆλθε κρίσις καὶ δὲν εὑρίσκουν ἐργασίαν. Καὶ ἔρχομαι εἰς ἓν ἄλλο εἰδικὸν ἄτομον, ἀποτελοῦν ἓν εἰδικὸν στοιχεῖον, τὸν κύριον πυρῆνα τῆς «Πάλης τῶν τάξεων». Εἶναι εἷς πλουσιώτατος Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἔχει 25,000,000 λίρας τὸ ἔτος εἰσόδημα. Εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Αὐτὸς ὁ Κεφαλαιοκράτης–Κράτος τὰ μὲν ἔσοδα του τὰ μετέτρεψεν εἰς τιμὰς λίρας, τὰ δὲ ἔξοδα του τὰ ἀφῆκε κάτω τῆς λίρας, περίπου εἰς τὰς 250 τὴν λίραν καὶ ἐπέφερε, πρωτίστως αὐτός, μίαν ἰσχυρὰν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν καθόλου οἰκονομίαν τῆς Χώρας. Εἶναι ὁ πρωταίτιος τῆς καχεξίας καὶ τῶν ἀναρχικῶν τάξεων. Ἐξήτασα τὴν ἐπιρροὴν εἰς ὅλας τὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις. Ἐκ τῆς γενικῆς ἐπισκοπήσεως τῆς ἀσθενείας τῆς ὅλης Κοινωνίας ἕνεκα τοῦ νομίσματος ἐξάγω ὅτι: 1) Ἡ ὕψωσις τῆς λίρας ἔφερεν ὕψωσιν τιμαρίθμου ζωῆς καὶ στενότητα νομίσματος. 2) Ἡ στενότης τοῦ νομίσματος ἔφερε τόκον ὑψηλόν. 3) Ὁ ὑψηλὸς τόκος ἔφερε νέκρωσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ 4) Ἡ νέκρωσις αὕτη ἔφερε χρεωκοπίας ἀθρόας καὶ ἀνεργίαν καὶ τοιουτοτρόπως ἐπῆλθε κρίσις, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅλοι πῶς πρέπει νὰ παρέλθῃ. Σᾶς ἔκαμα, κύριοι βουλευταί, μίαν διερεύνησιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι καὶ ἐφαρμογὴ τῆς θεωρίας τῆς «Βουλῆς τῶν τάξεων», τὴν ὁποίαν κάποτε ἀνέπτυξα, τὴν θεωρῶ δὲ ἀπαραίτητον συνταγματικὸν ὀργανισμὸν τῆς Χώρας, ὄχι μόνον ὡς ἀντίρροπον τῆς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐλλογευούσης «ἰθυνούσης τάξεως», ἥτις τὰ μέγιστα ἐπηρεάζει τὴν Βουλήν, ὡς καὶ τὸν Τύπον εἰς πάσας τὰς Χώρας, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τὰ δύσκολα ζητήματα θὰ ἀκούεται ἡ φωνὴ τῶν εἰδικῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ὑπὸ τῆς σημερινῆς Ἄνω Βουλῆς, ἥτις καὶ θὰ εἶναι ἡ Βουλὴ τῆς Ἰδεολογίας, τῆς λέξεως «Κράτος». Οὕτως ἡ Βουλὴ τῶν τάξεων δὲν ἐξετάζει παρὰ μόνον οἰκονομικὰ καὶ οὐχὶ πολιτικὰ ζητήματα. Καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν φαρμάκων τῆς νόσου. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προτείνει σταθεροποίησιν τῆς λίρας. Ἀμέσως ὅμως σταθεροποίησις τῆς λίρας σημαίνει σταθεροποίησιν τῆς νόσου, ἄρα καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς νόσου, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ νόσος προῆλθεν ἀπὸ τὴν ὕψωσιν τῆς λίρας. Ἡ σταθεροποίησις τῆς λίρας σημαίνει σταθεροποίησιν: 1) τῆς στενότητος τοῦ νομίσματος, 2) τοῦ ὑψηλοῦ τόκου, 3) τοῦ ὑψηλοῦ τιμαρίθμου καὶ 4) τῆς νεκρώσεως τοῦ ἐμπορίου καὶ ἀνεργίας. Σταθεροποιήσατε, κύριοι, τὴν νόσον, ἀλλ’ ἀναμείνατε ὅλας τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας ἔχει ἡ νόσος, πρώτην πάντων τὴν ὕψωσιν τοῦ τιμαρίθμου καὶ ἑπομένως ἐπίτασιν τῆς λαϊκῆς δυσφορίας. Ὅταν θὰ ἴδῃ ὁ κόσμος ὅτι ἡ σημερινὴ δραχμὴ ἐγένετο ἕξ χρυσᾶ λεπτὰ, τότε ἑκάστη ἐπαγγελματικὴ τάξις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον, θὰ προσαρμόσῃ τὰ συμφέροντά της, τὰ ἔσοδα ἑαυτῆς πρὸς τὸν χρυσόν, μὲ δραχμὴν ἕξ χρυσῶν λεπτῶν, εἰς τὰς τιμὰς τοῦ 1920. Καὶ ἀναμείνατε τιμὰς 1920 εἰς χρυσόν. Τότε ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς ἀπὸ 19 θὰ γίνῃ 25 καὶ τότε ἡ Ραχὴλ θὰ κλαύσῃ τὰ τέκνα της, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μετατρέψει τὸ νόμισμά των εἰς χρυσόν, φρονίμως ποιοῦσαι καὶ ἐξαγάγει τοῦτο εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Θέλετε σταθεροποίησιν; Μάλιστα. Τὴν δέχομαι. Μετὰ βραδεῖαν πτῶσιν τῆς λίρας εἰς τὰ 250 καὶ προσαρμογὴν ἑπομένως τῆς λίρας πρὸς τὰς σημερινὰς τιμὰς τῶν προϊόντων καὶ μισθῶν. Κάμετέ το εἰς τὰ 250 καὶ σᾶς δίδω ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἡ σταθεροποίησις εἰς τὰ 400 εἶναι συμφέρουσα εἰς τὰ 2% καὶ καταστροφὴ εἰς τὰ 98% τοῦ πληθυσμοῦ. Εἶναι σταθεροποίησις μόνον διὰ τοὺς τραπεζίτας. Ἂν δὲ ὑψώσητε τὴν λίραν ἀπὸ 370 εἰς τὰ 400 διὰ νὰ τὴν σταθεροποιήσητε ἐκεῖ, κάμνετε πολιτικὴν κεφαλαιοκρατίας. Καὶ ἡ λίρα θὰ εἶχε πέσει εἰς τὰ 320, ἂν δὲν διεκηρύττετε ὅτι θὰ τὴν σταθεροποιήσητε πολὺ ὑψηλότερον. Ἂς ἐξετάσω τώρα, μετὰ τὴν σταθεροποίησιν, πῶς πρέπει νὰ ρυθμισθῇ ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία, δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς νέας Τραπέζης. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξάγει προϊόντα ἀξίας 12 ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ ἀντὶ νὰ εἰσάγῃ συνάλλαγμα 12 ἑκατομμύρια λιρῶν, εἰσάγει δύο φορὰς τὸ 12. Καὶ τοῦτο σημαίνει ὅτι ἔχει πλὴν τοῦ ἐδάφους της καὶ ἄλλον πλοῦτον καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ζωϊκὸς πλοῦτος: 1) τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαβιούντων Ἑλλήνων καὶ 2) τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ διαβιούντων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν στείλει τὰ κεφάλαιά των εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ πόσα εἶναι τὰ κεφάλαια αὐτά; Ἔξω τῆς Ἑλλάδος, κύριοι, ζοῦν περὶ τὸ 1½ ἑκατομμύριον Ἑλλήνων. Θέλετε νὰ τοὺς δώσωμεν περιουσίαν, περὶ τῆς ὁποίας δύνανται νὰ μαρτυρήσουν οἱ κ. κ. πρόσφυγες βουλευταί; Λογίσατε μόνον 200 λίρας κατὰ ψυχήν, δηλαδὴ 1000 λίρας κατὰ οἰκογένειαν. Ἔχετε τότε 300,000,000 λιρῶν. Εἶναι αἱ περιουσίαι τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ βιούντων Ἑλλήνων. Ἂς ἴδωμεν καὶ πόσα εἶναι τὰ ἐξαχθέντα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐκ τοῦ περισσεύματος 12,000,000 λιρῶν τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν ἐξ ἀδήλων πόρων, εἶναι γνωστὸν ὅτι μόνον τὰ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια ἔρχονται ἐκ μεταναστῶν, ἐξ Ἑλλήνων βιούντων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἄρα τὰ ὑπόλοιπα περίπου 6 ἑκατομμύρια λιρῶν εἶναι εἰσόδημα τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἔχει τοποθετηθῆ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δηλαδή, πρὸς 6%, περίπου 100,000,000 λιρῶν. Δὲν εἶμαι καθόλου ὑπερβολικός. Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Μίαν αὐτόματον πίεσιν τοῦ συναλλάγματος πρὸς τὰ κάτω. Καὶ ἂν ὑπῆρχε καλὴ διοίκησις, ἂν δὲν ὑπῆρχον Πάγκαλοι κλπ., ἡ λίρα, κατ’ ἐμέ, θὰ ἦτο εἰς τὰς 100 δραχμάς. Δημιουργεῖται μία εἰσαγωγὴ συναλλάγματος διπλασία τοῦ συναλλάγματος τὸ ὁποῖον εἰσπράττομεν ἀπὸ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν προϊόντων. Εἶναι φαινόμενον μοναδικὸν εἰς τὸν κόσμον, εἰς τὸ ὁποῖον μόνον ἡ Γαλλία πρωτίστως καὶ ἡ Ἰταλία κατόπιν προσομοιάζουν ὀλίγον πρὸς ἡμᾶς καὶ δι’ αὐτὸ αὐταὶ εἶναι αἱ Χῶραι τὰς ὁποίας πρέπει νὰ παρακολουθῶμεν καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐσταθεροποίησαν τὸ συνάλλαγμα, ὡς τὸ Βέλγιον, ἡ Αὐστρία, ἡ Οὑγγαρία κλπ., μεθ’ ὧν οὐδεμίαν οἰκονομολογικὴν συνθήκην ἔχομεν κοινήν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Βέλγιον προσήρμοσαν τὴν λίραν εἰς τὰς τιμὰς προϊόντων καὶ μισθῶν, τὰ 175 φράγκα, ἀφοῦ ἀπέτυχον εἰς τὰ 105, διότι δὲν τὴν εἶχον προσαρμόσει, δηλ. ἔκαμον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον προτείνω. Συνεπείᾳ τῆς αὐτομάτου αὐτῆς πιέσεως ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος, τί ἐνδείκνυται; Ὅτι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ἀφοῦ αὐτομάτως αὐτὴ ἔρχεται, νὰ δώσωμεν φορὰν πρὸς τὰ κάτω εἰς τὸ συνάλλαγμα, ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους τεχνικοὺς ὅρους, ὥστε ἡ πτῶσις αὐτοῦ νὰ μὴ φέρῃ τὰς ἀντιστρόφους καταστροφὰς ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἡ ὕψωσις. Καὶ πρώτιστα πάντων πρέπει τάχιστα νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ εἰς χαρτονόμισμα δάνεια, διότι, ἐφόσον ἡ λίρα κατέρχεται, τὸ εἰς χρυσὸν «νομισματικὸν δυναμικὸν» τῶν δανείων τούτων θὰ ἀνέρχεται, διότι θὰ ἀνέρχεται ἡ τιμὴ τῆς δραχμῆς. Πῶς θὰ τὰ ἐξοφλήσωμεν τάχιστα; Θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω. Ὥστε τὰ πράγματα δεικνύουν ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ πτῶσις τοῦ συναλλάγματος. Καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἓν μηχάνημα, ὥστε τὸ συνάλλαγμα νὰ πίπτῃ δύο μόνον δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἤτοι 24 δραχμὰς τὸ ἔτος, οὕτως ὥστε μετὰ 15 ἔτη νὰ τὸ φέρωμεν εἰς ἰσοτιμίαν χρυσῆς δραχμῆς, τότε μετὰ τριετίαν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συνάλλαγμα τῶν 300 δραχμῶν καὶ τότε ὅλοι μαζί, Ὑπουργοί, βουλευταὶ καὶ πολῖται θὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ ἀσφαλῶν πλέον δεδομένων, ποίαν περαιτέρω πορείαν θὰ δώσωμεν εἰς τὸ συνάλλαγμα. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ τὸ καταβιβάσωμεν εἰς τὰ 250, θὰ τὸ σταθεροποιήσωμεν εἰς τὰ 300 ἢ θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ τὸ καταβιβάσωμεν μέχρι τῶν 25 δραχμῶν καὶ κατὰ 2 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἢ βαθμηδὸν ὀλιγότερον, ἀφοῦ τὸ «νομισματικὸν δυναμικὸν» τῆς δραχμῆς θὰ αὐξάνῃ. Ὁ κ. Πουανκαρὲ αὐτὸ κάμνει. Ἐσταμάτησε κάπου τὸ συνάλλαγμα καὶ ἐσκέφθη: Σταματῶ ἐδῶ καὶ μελετῶ φαινόμενα. Ὁ κ. Μουσσολίνι, τολμηρότερος, ἠθέλησε νὰ καταβιβάσῃ ἀποτόμως τὴν λιρέτταν ἀπὸ τὰ 120 εἰς τὰ 80, δηλαδὴ ἔκαμε τὸ ἴδιον ὡς ἂν ἡμεῖς νὰ κατεβιβάζαμεν τὴν λίραν ἀπὸ 375 εἰς τὰ 250 ἀποτόμως, καὶ ἔφερε κρίσιν. Ἐνδείκνυται λοιπόν, κύριοι βουλευταί, πτῶσις συναλλάγματος, ἀλλὰ βαθμιαία, ἰσόχρονος καὶ ὁμοιόμορφα εἰς 2 δραχμὰς τὸ πολὺ κατὰ μῆνα καὶ ἐπὶ 3 ἔτη. Καὶ βλέπομεν. Πῶς νὰ τὸ κατορθώσωμεν αὐτό; Πολὺ καλά, ἡ θεωρία μᾶς τὸ δεικνύει. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τὸ κατασκευάσωμεν αὐτὸ τὸ μηχάνημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμόσῃ τὴν θεωρίαν; Διὰ νὰ γίνῃ αὐτό, πρέπει νὰ θελήσῃ καὶ ἡ λίρα, ἡ ὁποία δὲν ἀκούει διαταγὰς νὰ κατέλθῃ παρὰ μόνον ὅταν βλέπῃ ἐμπρός της κλίμακα ἐκ συμπαγῶν ὄγκων χρυσοῦ. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ φυγαδευθὲν συνάλλαγμα. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἐπιστρέψῃ, ἀφοῦ πότε ἀκούει τὸν Πάγκαλον, πότε ἐπαναστάσεις, πότε καθεστωτικά, πότε ἡμερολόγια καὶ τὰ τοιαῦτα; Ὁ Βίσμαρκ ἔλεγεν: «Ἄν οἱ Ἕλληνες δὲν ἐτρώγοντο μεταξύ των, ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἦτο πολιτισμένος ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ θὰ ὡμίλει μόνον Ἑλληνικά». Ἐπειδὴ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωμεν χωρὶς πολιτικὰς ἀνωμαλίας, χωρὶς ἐμφύλιον σπαραγμόν, διότι ἡ ζωὴ μᾶς φαίνεται ἄνοστος, πρέπει νὰ τὸ πάρωμεν ἀπόφασιν ὅτι ὁ ἐμφύλιος αὐτὸς σπαραγμὸς ἀπὸ 3,000 ἐτῶν εἶναι χρόνιον νόσημα τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ εὕρωμεν ἓν μηχάνημα ἀσφαλείας καὶ ρυθμίσεως τῆς λίρας, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐπηρεάζῃ ἡ χρονία νόσος μας, ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός. Αὐτὸ τὸ ρυθμιστικὸν μηχάνημα τὸ ἀποκαλῶ «Προεξοφλητικὴ Τράπεζα τοῦ Κράτους», ὑπὸ ξένον ἔλεγχον καὶ θὰ σᾶς τὸ περιγράψω. Ἔχομεν, κύριοι βουλευταί, ἔλεγχον ἀπὸ τοῦ 1897, πρὸ 30 ἐτῶν. Εἶναι ἐντροπή μας, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἔβλαψεν. Ἔχομεν ἐπίσης ἀποστολὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικάς. Ἔχομεν καὶ μίαν Τράπεζαν, «Προσφυγικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν». Εἶναι ἡ λεγομένη Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Καὶ αὐτὴ ἡ Κτηματικὴ Προσφυγικὴ Τράπεζα διοικεῖται ἀπὸ ξένους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναχωρήσουν ὁμοῦ μετὰ τῶν δύο Ἑλλήνων Ὑπουργῶν καὶ θὰ συμπαρεδρεύσουν ὡς ἰσότιμοι εἰς Γενεύην, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὴν ἐλέγξῃ, μολονότι διαχειρίζεται κρατικὰ κεφάλαια καὶ ἰδικά της κεφάλαια. Ἰδού, κύριοι, ἀληθῶς ξενικὸς ἔλεγχος ἀτιμωτικός. Ἑπομένως νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει δεδομένον, ὑπάρχει ἔδαφος, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ παρουσιασθῇ ἐν Γενεύῃ καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν: Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν δικαιοσύνην σας πρὸς τὴν εὐθιξίαν τῆς Ἑλληνικῆς φιλοτιμίας τὴν προερχομένην ἐξ ἑνὸς τόσου βαρέος ἐλέγχου, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ ζημιωθῆτε. Προτείνομεν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὡς ἀντάλλαγμα μὴ ἐλαττοῦν ἀλλ’ αὐξάνον τὴν ἀσφάλειαν κεφαλαίων νὰ συγχωνευθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων μὲ μίαν νέαν Τράπεζαν, τὴν «Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν τοῦ Κράτους», τῆς ὁποίας τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ δεχόμεθα νὰ εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) Κεφάλαια 6,000,000 λιρῶν, ὧν τὰ 3,000,000 θὰ δανείσῃ ὅμιλος ἐξ Ἀγγλικῶν, Γαλλικῶν καὶ Ἀμερικανικῶν Τραπεζῶν πρὸς τὸ Κράτος, τὰ δὲ ἕτερα 3,000,000 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὰ περίφημα καλύμματα, μὲ τόκον 3–4%. Οὕτω τὰ κεφάλαια ταῦτα θὰ εἶναι κρατικὰ καὶ ἑπομένως θὰ τὰ καρποῦνται ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὡς μέτοχοι καὶ ὄχι οἱ μέτοχοι τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας «Ἐθνικὴ Τράπεζα», ἡ ὁποία εἶναι ἄλλο τόσον «Ἐθνικὴ» ὅσον καὶ ἡ «Ἐθνικὴ Ἀτμοπλοΐα», ἡ Ἀσφαλιστικὴ Ἑταιρεία «Ἐθνικὴ» κλπ. 2) Τὸ προσωπικὸν αὐτῆς θὰ ἀποτελῶσι: αʹ) Διοικητὴς Ἕλλην διοριζόμενος αὐθαιρέτως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι ξένος ὅπως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων καὶ μὴ διοριζόμενος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. βʹ) Πέντε σύμβουλοι, διοριζόμενοι ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὧν οἱ τρεῖς ξένοι, ὑποδεικνυόμενοι ὑπὸ τῶν ὁμίλων, Ἀγγλικοῦ, Γαλλικοῦ καὶ Ἀμερικανικοῦ, εἷς τέταρτος Ἕλλην ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἷς πέμπτος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Προσθέτως καὶ εἷς Ἐπίτροπος τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, προτεινόμενος ὑπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ διοριζόμενος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. 3) Εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην θὰ συγχωνευθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων μὲ τὸν σημερινόν της ἐντελῶς ὀργανισμόν, ὡς τμῆμα τῆς Τραπέζης, ἐχούσης Ἕλληνα Διοικητὴν καὶ ὄχι, ὡς σήμερον, Τράπεζα μὲ ξένον Διοικητὴν καὶ τῆς ὁποίας τὴν διαχείρισιν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, μολονότι τὰ κεφάλαια τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων εἶναι κρατικά, τὸ προσφυγικὸν δάνειον. 4) Εἰς τὴν Τράπεζαν θὰ δοθῇ τὸ μονοπώλιον τῆς ἀγοραπωλησίας συναλλάγματος καὶ τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος χρυσῆς δραχμῆς, οὐχὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ τοὺς ἐπιθυμοῦντας τυχὸν νὰ συναλλαχθῶσιν εἰς χρυσόν, ἀφοῦ θὰ μεταβάλλεται, ἔστω καὶ ἠρέμα, ἡ χαρτίνη δραχμή. 5) Οὐδεμίαν ἄλλην τραπεζιτικὴν ἐργασίαν θὰ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκτελῇ ἡ Τράπεζα πλὴν τῶν δανείων εἰς χρυσόν, ἐπὶ ἐνεχύρῳ τίτλων εἰς χρυσὸν καὶ καταθέσεων μόνον εἰς χρυσόν, ἵνα μὴ συναγωνίζεται ἐπιζημίως τὰς λοιπὰς Τραπέζας. Ἀλλὰ τὴν ἐθνωφελεστάτην αὐτὴν Τράπεζαν δὲν τὴν θέλουν αἱ λοιπαὶ Τράπεζαι καὶ πρώτη αὐτὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, πρῶτον διότι τὰ κεφάλαιά της, ἄρα καὶ τὰ κέρδη της, θὰ εἶναι κρατικά, δηλαδὴ πάντων τῶν Ἑλλήνων. Δεύτερον διότι, ἔχουσα τὸ μονοπώλιον τῆς ἀγοραπωλησίας τοῦ συναλλάγματος, θὰ τοὺς κόψῃ τὰ ἀπὸ τοῦ 1921 ἀθέμιτα ἐκ τοῦ συναλλάγματος κέρδη, δι’ ὧν ἐγύμνωσαν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ ἐξήτμησαν τὰ 93% τῆς δραχμῆς. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῖς λέγει: Σᾶς σταθεροποιῶ αὐτὴν τὴν ἐξάτμισιν. Τρίτον διότι δὲν τοὺς συμφέρει νὰ πέσῃ ἡ λίρα, διότι ἔχουν μεγάλα ἀποθέματα εἰς χρυσόν. Θὰ ἐγίνετο αὐτὴ ἡ Τράπεζα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ πανίσχυρος ρυθμιστὴς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς του δύο σταγονόμετρα, τὴν Προεξοφλητικὴν καὶ τὴν Ἐθνικήν, συναλλάγματος καὶ χαρτονομίσματος καὶ θὰ ρυθμίζῃ μετὰ μικρομετρικῆς ἀκριβείας τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν, μὲ δέκατα τῆς δραχμῆς. Εἶμαι βεβαιότατος ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν εὐχαρίστως θὰ ἔβλεπε τὴν ἵδρυσιν μιᾶς τοιαύτης Τραπέζης. Ἡ δὲ εὐεργεσία τὴν ὁποίαν τοιαύτη Τράπεζα θὰ ἐπροξένει εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀνυπολόγιστος. Δὲν θὰ ὑπάρξουν εὐκόλως «Δαναοὶ» οἱ ὁποῖοι θὰ ἐμπιστευθοῦν νὰ καταθέσωσι κεφάλαια εἰς χρυσὸν εἰς τὴν ἱδρυθησομένην αὔριον Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρχουν πάρα πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ καταθέσουν εἰς μίαν Τράπεζαν, ὡς αὐτή, ἣν προτείνω, ἡ ὁποία θὰ εἶναι «Βράχος Πίστεως», μία κορυφή, ἰσότιμος πολλῶν κορυφαίων Εὐρωπαϊκῶν Τραπεζῶν. Ὅταν καὶ ἂν ἱδρυθῇ, κύριοι βουλευταί, μία τοιαύτη Τράπεζα, ἂς μαίνεται ὁ ἀγὼν τοῦ καθεστῶτος τριγύρω της καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος ἀγών. Αἱ καταθέσεις εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ θὰ εἶναι ἀθρόαι, διότι θὰ εὑρίσκουν πίστιν καὶ προσέτι μεγαλύτερον κέρδος καὶ βεβαιότατα αὐτὸ τὸ μεγαλύτερον κέρδος ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐνέργειαι τῆς Τραπέζης, ἣν προτείνω, δὲν συμφέρουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τοὺς κεφαλαιοκράτας. Θὰ εἰσρεύσουν, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν προσεχῆ πενταετίαν, περὶ τὰ 22–25 ἑκατομμύρια λιρῶν ἐκ δανείων, χάρις εἰς τὴν δανειομανίαν καὶ συμβασομανίαν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Νομίζω, διὰ νὰ μὴ ἐπιφέρουν ἀνωμαλίαν ὅλα αὐτὰ τὰ δάνεια, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς τοιοῦτος ἰσχυρὸς συναλλαγματικὸς ὀργανισμός. Τότε χάρις εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ χάρις εἰς τὸ μέγα ἀντίκρυσμα εἰς χρυσόν, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ ἡ εἰσροὴ συναλλάγματος ἐκ τῶν ἀθρόων δανείων εἰς χρυσόν, θὰ δυνηθῶμεν, χωρὶς ὕψωσιν τῆς λίρας, νὰ ἐκδώσωμεν χαρτονόμισμα πρὸς ἐξόφλησιν μεγάλου μέρους τῶν εἰς χαρτονόμισμα δανείων, ὧν τὸ εἰς χρυσὸν δυναμικὸν θὰ ὑψοῦτο, ἐφόσον καὶ ἡ δραχμὴ ὑψοῦται καὶ θὰ εἶναι τεῖχος γρανίτου ἐμποδίζον τὴν λίραν νὰ κατέλθῃ. Τὸ χαρτονόμισμα τοῦτο θὰ ἄρῃ τὴν στενότητα, θὰ καταβιβάσῃ τὸν τόκον, θὰ δώσῃ οἰκονομικὸν ὀξυγόνον εἰς τὰς συναλλαγάς, ὑπὸ τὸν ὅρον βέβαια νὰ μὴ ὑψωθῇ ἡ λίρα. Ἀλλ’ ἐγγύησις ὅτι δὲν θὰ ὑψωθῇ θὰ εἶναι ἡ Προεξοφλητικὴ Τράπεζα, ὡς τὴν προτείνω, ὑπὸ ξενικὸν ἔλεγχον, ἀντικαθιστῶσα τὸν πολὺ βαρύτερον καὶ ἀτιμωτικὸν ἔλεγχον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως. Τότε θὰ λυθῇ εὐκόλως κατὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος καὶ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα. Αὐτό, κύριοι, εἶναι ζήτημα πρωτίστως πλουτοπαραγωγικὸν καὶ ὄχι φιλανθρωπικόν, ἀνώτερον παντὸς ἄλλου πλουτοπαραγωγικοῦ ἔργου, διότι μεταβάλλει τὰς ἀργὰς γαστέρας εἰς μηχανὰς πλουτοπαραγωγικάς. Ἂν ἑπομένως ἱδρυθῇ αὐτὴ ἡ Τράπεζα, εἶναι λίαν πιθανὸν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μεσολαβήσῃ καὶ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ αὐτὴ διὰ μεγάλου δανείου συμφόρου καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων δι’ ἀμέσου προκαταβολῆς τῆς ἀξίας των εἰς τοὺς πρόσφυγας καὶ νὰ πωλήσῃ αὐτὰ βραδύτατα ἔπειτα καὶ ὄχι βιαστικὰ ἄνω τῶν 12,000,000,000 δραχμῶν καὶ ὄχι ὅσα–ὅσα εἰς τὸ σφυρί, ὅπως σήμερον ἀντὶ τῶν τεσσάρων ποὺ ἔχουν ὑπολογισθῆ καὶ ἑπομένως νὰ λυθοῦν ὁριστικῶς τὰ προσφυγικὰ προβλήματα οὐχὶ διὰ τῆς πολιτικῆς τῶν ἀποζημιώσεων διὰ σταγονομέτρου, ἀλλὰ τῆς ἀθρόας ἀποζημιώσεως ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων. Ἐνῷ σήμερον, διὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ σταγονομέτρου καὶ αἱ ὁμολογίαι τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ τὰ κτήματα εἶναι θήραμα πρώτης τάξεως διὰ νὰ τροφοδοτήσῃ τοὺς κερδοσκόπους καὶ τὰς Τραπέζας καὶ διαιωνίσῃ τὴν πενίαν τῶν προσφύγων. Ἂς τὸ ἐννοήσουν πρῶτοι οἱ πρόσφυγες, διότι δὲν τὸ ἐννοοῦν. Τὸ ἐννοεῖ ὅμως ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ γνωρίζει. Ἐκφέρω τὰ συμπεράσματά μου, πρῶτον διότι εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐθνικήν μας εὐρωστίαν ἡ Προεξοφλητικὴ αὕτη Τράπεζα τοῦ Κράτους πρῶτον ἵνα ἐμπνεύσῃ ἀσφάλειαν εἰς πάντα Ἕλληνα ἔχοντα καταθέσεις εἰς χρυσὸν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δεύτερον ἵνα διευκολύνῃ τὴν λύσιν τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων ταχέως, τρίτον ἵνα ρυθμίζῃ τὸ συνάλλαγμα, τέταρτον ἵνα διευκολύνῃ τὴν σύναψιν τῶν μελλόντων τυχὸν δανείων ὑπὸ ἐπωφελεστέρους ὅρους ἢ πρὶν καὶ πέμπτον ἵνα διαφημίζῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τῆς Ἑλλάδος. Θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν σταθεράν, μικρὰν καὶ ὁμαλὴν πτῶσιν συναλλάγματος κατὰ δύο τὸ πολὺ δραχμὰς μηνιαίως. Δεύτερον φρονῶ ὅτι χρειάζεται ἡ ὑποτίμησις τῆς λίρας καὶ ὄχι ἡ σταθεροποίησις: 1) Ἵνα εἰσρεύσουν ἀναγκαστικῶς ἔξωθεν τὰ φυγαδευθέντα εἰς χρυσὸν κεφάλαια, ὀσφραινόμενα πτῶσιν τῆς λίρας. 2) Ἵνα πέσῃ ὁ τιμάριθμος. 3) Ἵνα παύσῃ ἡ στενότης νομίσματος καὶ ὁ ὑψηλὸς τόκος. 4) Ἵνα προσαρμοσθοῦν πρὸς τὴν χαμηλὴν λίραν αἱ ὀπίσω μείνασαι τιμαὶ προϊόντων καὶ μισθῶν. 5) Ἵνα παύσῃ νέκρωσις ἐμπορίου, πεῖνα καὶ κομμουνισμός. Ὅλοι τότε θὰ γίνωμεν γελαστοὶ καὶ θὰ μᾶς πέσουν τὰ νεῦρα. Καὶ ἔρχομαι τώρα, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν δημοκρατικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς. Ὑποθέτω ὅτι σᾶς ἀνέλυσα ἐπὶ τῆς χειρουργικῆς κλίνης τὴν ἀσθένειαν καὶ ἐπείσθητε ὅτι ἡ σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς εἰς τὰ 400 εἶναι βεβαίως λίαν ἐπωφελὴς διὰ τὰ δύο ἑκατοστὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἐπιβλαβὴς διὰ τὰ 98%. Ὑποθέτω ὅτι ζῶμεν ὑπὸ Δημοκρατίαν καὶ ὅτι ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μᾶς συνέστησε νὰ προσβλέψωμεν πρὸς τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Οὑγγαρίαν μόνον, ἐγὼ τῷ συνιστῶ νὰ μὴ προσβλέψῃ οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν, οὔτε εἰς κανένα, ἀλλὰ μόνον τὴν ὑπὸ εἰδικὰς συνθήκας Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἔστω, προσβλέψατε πρὸς τὴν Γαλλικὴν Δημοκρατίαν ὄχι διότι ἔχει πόρους ἀδήλους συναλλάγματος, ὡς ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχει πολιτικοὺς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἰδεολόγοι δημοκράται. Ἐλάχιστοι εἶναι οἱ θέλοντες ἐκεῖ τὴν σταθεροποίησιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν γίνῃ ἡ σταθεροποίησις, πρῶτον πάντων ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θὰ προσαρμόσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὴν σημερινὴν τιμήν, δηλαδὴ θὰ πενταπλασιάσῃ τοὺς μισθοὺς. Δυνάμεθα ἡμεῖς σήμερον νὰ τὸ κάμωμεν. Ἂς σταθεροποιήσωμεν τὴν λίραν εἰς τὰ 400. Πρέπει νὰ προσαρμοσθοῦν τότε αἱ τιμαὶ τῶν μισθῶν καὶ τῶν προϊόντων πρὸς λίραν 400. Καὶ ἐπειδὴ σήμερον ἔχουν προσαρμοσθῆ πρὸς λίραν μόνον 250, πρέπει τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰς τιμὰς τῶν προϊόντων νὰ τὰς αὐξήσωμεν κατὰ 50%. Δυνάμεθα; Ὄχι. Καὶ ἐπειδὴ τὸ σύνολον τῶν μισθῶν μόνον τοῦ Κράτους εἶναι ἓν δισεκατομμύριον καὶ τῶν συνταξιούχων 500 ἑκατομμύρια, θὰ πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας αὐτὰς τοῦ Κράτους κατὰ 50%, ἤτοι κατὰ 750,000,000 δραχμάς. Τὰ ἔχετε τὰ 750 αὐτὰ ἑκατομμύρια; Ὄχι. Ἔ, τότε σταθεροποιήσατε τὴν λίραν εἰς τὰ 250 καὶ ὄχι εἰς τὰ 400 καὶ δὲν χρειάζεται νὰ τὰ δώσητε. Τότε καὶ μόνον ὁ ἀναβρασμὸς θὰ λείψῃ ἀμέσως καὶ θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι δημοκρατικὴ καὶ ὅτι δὲν ἀποβλέπει εἰς τὰ συμφέροντα μιᾶς μόνον τάξεως πλουτοκρατικῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν προσαρμόζει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῶν 98% τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ ἰδική μου Δημοκρατία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν πλουτοκρατικήν σας Δημοκρατίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀσφυκτιῶ. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θὰ δώσω ψῆφον δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§212Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι, νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἑξῆς. Κατόπιν μιᾶς φράσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συναδέλφου, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀπῆλθε τῆς αἰθούσης ταύτης. Γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε, καθὼς γνωρίζει καὶ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων εἶχε καὶ ἔχει ἐπὶ τοῦ παρελθόντος περὶ προσώπων καὶ πραγμάτων ἐν πολλοῖς διαφορετικὰς ἰδέας μὲ τὰ κόμματα, μὲ τὰ ὁποῖα σήμερον συμπράττει. Ἀλλ’ ἐθεώρησε καθῆκον χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ Τόπου νὰ θέσῃ τὰς ἀντιθέσεις ταύτας κατὰ μέρος, ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ συνεργασία. Ἐτείναμεν πρὸς ἀλλήλους τὰς χεῖρας καὶ ἐβαδίσαμεν πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ οὕτω θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ πράττωμεν, μέχρις οὗ ἡ Ἑλλὰς ἐξέλθῃ ἐκ τῆς κρισίμου θέσεώς της. Τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων δὲν ἔχει διόλου σκοπὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς φράσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἡ ὁποία ἄλλως τε εἶναι προσωπική του γνώμη. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔδωκεν ἐξηγήσεις περὶ τούτου, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ἐπαρκεῖς. Μ’ ὅλον τοῦτο καὶ μ’ ὅλον ὅτι τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα μᾶς ὑποστηρίζουν ἔχουν ἀρκετὴν δύναμιν νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τέλους, τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὅπως κατεδίκασε πάντοτε τὴν ἀποχήν, ἐπίσης πάντοτε θὰ καταδικάζῃ καὶ τὰς ἐξόδους ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι νομίζω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς μᾶς ἔστειλε νὰ ἐργαζώμεθα ἐνταῦθα καὶ οὐχὶ νὰ φεύγωμεν, μ’ ὅλα ταῦτα θὰ ἐθεώρουν καλόν, ἂν ἦτο δυνατὸν πρὸς ἄρσιν καὶ πάσης δικαιολογίας περαιτέρω ἀποχῆς, ἂν ἦτο δυνατόν, λέγω, ἵνα εὑρεθῇ μία κάποια διέξοδος, ἂν ἤθελεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν καὶ νὰ ἐξηγήσῃ περισσότερον τὴν ἰδέαν του κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δοθῇ διέξοδος ἱκανοποιητικὴ διὰ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, οὕτως ὥστε καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐπιμείνῃ ἐπὶ τῆς στάσεώς του ταύτης, ὅπερ δὲν πιστεύομεν, νὰ μὴ ρίψῃ τὸ βάρος ἐφ’ ἡμῶν τῶν συμπραττόντων κομμάτων.
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι εἰλικρινῶς διὰ τὴν ἐκ τῆς αἰθούσης ἀποχώρησιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, οὗτινος τὴν παρουσίαν πρῶτος ἐγὼ ἐπιθυμῶ, κατὰ τὴν συζήτησιν ἰδίᾳ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων. Ἐξέφρασα προσωπικὴν ἱστορικὴν κρίσιν ὡς πρὸς τὴν ἀναχαίτισιν τῆς Ἐθνικῆς καταστροφῆς ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922, μετὰ τῆς ὁποίας ἐπὶ πολλῶν ἄλλων εὑρέθην διαφωνῶν. Ἡ κρίσις μου ἐν οὐδεμιᾷ διατελεῖ σχέσει πρὸς τὰ γεγονότα, ὅσα θίγουν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Δὲν εἶναι ἄγνωστον μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων ὅτι βαθεῖαι ὑφίστανται ἀντιθέσεις ἐν τῇ κρίσει τῶν γεγονότων τοῦ προσφάτου παρελθόντος. Οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῶν ἄλλων νὰ ἀπαρνηθοῦν τὰς πεποιθήσεις των. Πάντες ὀφείλουν νὰ ἀποφεύγουν νὰ ἐκφράζωνται ἀνευλαβῶς περὶ τῶν ἀντιπάλων των. Δὲν νομίζω ὅτι ἐξωλίσθησα εἰς τοιοῦτον σφάλμα. Ἂν εἶχον τὴν συναίσθησιν ταύτην, δὲν θὰ ἐδίσταζον ποσῶς νὰ τὸ ἀνομολογήσω. Δὲν εἶχον πρόθεσιν νὰ θίξω κανένα καὶ νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐν ὁμαλότητι τὰς συζητήσεις. (Χειροκροτήματα).
§214Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τοιαύτην ὥραν δὲν δύναται πλέον νὰ χωρήσῃ ἡ συζήτησις, διότι πάντες οἱ βουλευταὶ εἶναι καταπεπονημένοι. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δηλῶ ὅτι παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἂν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει παρεξήγησίς τις, διότι οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ὁμιλήσουν δύνανται νὰ τὸ πράξουν κατὰ τὰς ἑπομένας συζητήσεις. Ἤδη πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἴθισται δὲ νὰ μὴ ἐξέρχεται ἡ Κυβέρνησις τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν λήξῃ ἡ ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων συζήτησις.
§216Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναται παρὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι λήξεως τῆς συζητήσεως, διότι οὕτως εἴθισται κατὰ μακρότατον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος ἔχει τὸν λόγον.
§218Α. ΜΕΡΟΣ. Ἡ πολιτικὴ τῶν δανείων εἶναι προφανῶς μία πολιτικὴ προερχομένη ἐκ τῆς ἀνάγκης. Κατὰ κοινὴν ἀντίληψιν, ὁμολογηθεῖσαν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἡ ὀρθοτέρα πολιτικὴ διὰ μίαν Χώραν εἶναι ἡ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, τῆς ἀναπτύξεως γενικῶς τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ ὁ Τόπος ὅσον τὸ δυνατὸν αὐτάρκης καὶ νὰ ἐξασφαλίζεται τὸ ἰσοζύγιον τῶν μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ λογαριασμῶν. Δυστυχῶς ὅμως παρ’ ἡμῖν τοιαύτη συστηματικὴ πολιτικὴ δὲν καθιερώθη. Πρὸ ὀλίγου μόλις ἡ τάξις τῶν παραγωγῶν ἐπλήγη, μαραθέντος τοῦ ζήλου της δι’ ἑνὸς ἀστόχου μέτρου. Πρόκειται περὶ πράξεως ἡ ὁποία ἐξέθεσεν ὅλα τὰ συνεργασθέντα καὶ συνεργαζόμενα ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματα εἰς τὴν μορφὴν τῆς πολιτικῆς ἀσυνεπείας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλα τὰ κόμματα εἶχον ὑποσχεθῆ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ ἰδίως εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν ὅτι θὰ κατήργουν τὸν φόρον τῆς δεκάτης, τὸν ἐπιβληθέντα ἐπὶ τῆς Παγκαλικῆς δικτατορίας. Μολονότι ὅμως ἡ ὑπόσχεσις αὕτη ἦτο ρητή, τὰ κόμματα, ἀθετήσαντα ταύτην, ἐπανέφερον τὴν δεκάτην, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἤλλαξαν τὴν ὀνομασίαν αὐτῆς, καθόσον τὴν ὠνόμασαν φορολογίαν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς. Αἱ σημεριναὶ δηλώσεις, αἱ γενόμεναι ἐκ μέρους τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας ταύτης θὰ μετριασθῇ, δὲν ἐξαγνίζουν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ Λαοῦ τὸν κυβερνῶντα πολιτικὸν κόσμον. Ἡ μόνη πρᾶξις, ἡ ἐξαγνιστικὴ θὰ ἦτο μία κατηγορηματικὴ τῆς Κυβερνήσεως δήλωσις ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἄρῃ πλήρως τὴν δεκάτην καὶ ἀντ’ αὐτῆς νὰ θεσπίσῃ μίαν φορολογίαν περισσότερον δικαίαν καὶ ὀλιγώτερον καταθλιπτικήν. Τοιαύτη ὅμως δήλωσις δυστυχῶς δὲν ἐγένετο. Τοὐναντίον ἐκ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἀφέθη νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις εἶναι ἡ ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων βαρυνομένη. Οἱ ταῦτα ὅμως πρεσβεύοντες δὲν ἔχουν παρὰ νὰ ἐξετάσουν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος οἰκονομικοῦ ἔτους καὶ θὰ ἴδουν ἐκεῖ ὅτι ἐκ τοῦ κονδυλίου τῶν ἀμέσων φόρων, ἀνερχομένων εἰς 1400 ἑκατομμύρια, τὰ 709 ἑκατομμύρια κατέβαλεν ἡ γεωργικὴ τάξις, ὡς φόρον τοῦ καπνοῦ, τοῦ ἐλαίου, τῶν σύκων, τῆς δεκάτης καὶ δι’ ἄλλας φορολογίας, αἱ ὁποῖαι πλήττουν τοὺς παραγωγούς. Θὰ ἦτο εὐχὴ τοῦ Κοινοβουλίου νὰ δηλωθῇ σήμερον, ἀπὸ τῆς πρώτης δηλαδὴ ἐμφανίσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως, ὅτι ὁριστικῶς πλέον αἴρεται ἡ δεκάτη, διότι ἄνευ τούτου δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐνθάρρυνσις εἰς τὰς παραγωγικὰς τάξεις, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ ζῆλος, ὁ συντείνων εἰς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ μόνης εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ ὑγιὴς οἰκονομικὴ πολιτική. Ἡ πολιτικὴ τῶν δανείων ἴσως νὰ ἱκανοποιῇ ἐφημέρους ἀνάγκας, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει κατόπιν μὲ νέα βάρη τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅμως τούτου, τῆς ἀναπτύξεως τουτέστι τῆς παραγωγῆς, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀπολύτως ἱκανοποιητικὴν διαβεβαίωσιν. Παρέχονται φιλολογικῶς μᾶλλον αἱ ὑποσχέσεις περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, περὶ ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπίσης διάφοροι ἄλλαι ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν τίποτε ἄλλο παρὰ ἁπλῆν, ἐπαναλαμβάνομεν, φιλολογίαν. Δημιουργεῖται ὅθεν ἡ ἐντύπωσις ὅτι αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῶν Κυβερνήσεων συντάσσονται μὲ ἔλλειψιν πίστεως πρὸς ὅσα εἰς αὐτὰ διαλαμβάνονται. Ὑπάρχουν ἀποδείξεις ἀπὸ πρόσφατα γεγονότα. Οὕτω πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν εἶχε δοθῆ ἡ ὑπόσχεσις ὅτι ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος θὰ ἐφηρμόζετο παρ’ ἡμῖν ἡ αὐτοδιοίκησις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τόσα ἀγαθὰ ἀναμένει ὁ Λαός. Καὶ ὅμως ἡ αὐτοδιοίκησις δὲν ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὰς σημερινὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν γίνεται κἂν μνεία περὶ αὐτῆς.
§219Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναφερόμεθα εἰς προηγουμένας δηλώσεις. Δὲν τὰς ἐπαναλαμβάνομεν.
§220Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐδόθη προσέτι ἡ διαβεβαίωσις διὰ τῶν σημερινῶν δηλώσεων ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις θὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νέου Συντάγματος. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς καθαρᾶς εἰρωνείας, διότι, ἐφόσον δὲν λειτουργεῖ καλῶς τὸ σημερινὸν τετρατάξιον δημοτικὸν σχολεῖον, εἶναι ἀστεῖον νὰ λέγεται ὅτι θὰ καθιερώσωμεν τὴν ἑξατάξιον δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὑπόσχεται ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις τὴν ἵδρυσιν ἐπαγγελματικῶν ἐκπαιδευτηρίων, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην θεωροῦμεν ἄνευ ἀξίας, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν βλέπομεν νὰ ὑπάρχῃ σοβαρὰ πρὸς τοῦτο διάθεσις. Διὰ τὴν γεωργίαν ἔχομεν γεωπόνους, ἀλλὰ διαμένουν οὗτοι μέσα εἰς τὰς ἕδρας τῶν νομῶν, εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα. Γεωπόνους διὰ νὰ καθοδηγήσουν τοὺς ἀγρότας εἰς τὰς νέας καλλιεργητικὰς μεθόδους δὲν ἔχομεν. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς εἶναι, λέγω, ἀστειότης, ἵνα μὴ εἴπω ἐμπαιγμός, τὸ λεγόμενον ὅτι καταβάλλεται σοβαρὰ προσπάθεια ὅπως τονωθοῦν οἱ γεωργικοὶ κλάδοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν, εἶναι βεβαίως γνωστὸν ὅτι αὕτη λειτουργεῖ σήμερον κατὰ τρόπον λίαν ἐλαττωματικόν. Αἱ παρεχόμεναι εἰς τοὺς ἀγρότας πιστώσεις εἶναι ἀνεπαρκεῖς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς γεωργίας, ὅσα δὲ δάνεια χορηγοῦνται, εἶναι μικρᾶς προθεσμίας καὶ δι’ αὐτὸ πιεστικὰ διὰ τοὺς χωρικούς καὶ ἀλυσιτελῆ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταί, ἂν πρόκειται νὰ ἱδρυθῇ εἰδικὴ Γεωργικὴ Τράπεζα, νὰ στηριχθῇ αὕτη ἐπὶ οἰκονομικῶν βάσεων ἰσχυρῶν, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ ἱκανοποιητικῶς τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς. Ἂν ὅμως πρόκειται ἡ Τράπεζα νὰ συσταθῇ μὲ πενιχρὰ οἰκονομικὰ μέσα, τότε θὰ εἶναι προτιμώτερον ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας θὰ συνάψῃ, νὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑποχρεωτικῶς νὰ παρέχῃ πρὸς τὸν γεωργικὸν κόσμον δάνεια οὐχὶ μόνον ἐννεάμηνα, ἀλλὰ καὶ τεσσάρων καὶ πέντε ἐτῶν μὲ μικρὸν πάντοτε τόκον, διότι μὲ τὸν τόκον τῶν 9%, τὸν ἰσχύοντα σήμερον διὰ τὰ γεωργικὰ δάνεια καὶ μὲ τὸν ὅρον τῆς ἐντὸς βραχείας προθεσμίας ἀποδόσεως αὐτῶν, εἶναι ἀδύνατον ἡ γεωργικὴ τάξις νὰ ἀντεπεξέλθῃ. Ἀλλὰ δὲν θὰ αὐξηθῇ ποτὲ ἡ παραγωγὴ ἡμῶν, ἐφόσον ἔχομεν τὸ πρόσφατον γεγονός, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος πλοῦτος γεωργικὸς ἐξ ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν περίπου ἐχάθη ἐξ ἀβελτηρίας τοῦ Κράτους, ὅπως καταδιώξῃ ἐπαρκῶς τὴν ἀκρίδα. Εἶναι ἐπίσης ἀναντίρρητον ὅτι τὸ μοναδικόν μας προϊόν, ἡ ἐλαία, καὶ αὐτὴ δὲν τυγχάνει ὅσης ἔπρεπε προστασίας. Ὡς καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη, ἀπὸ τὰ 70 ἑκατομμύρια τῶν ἐλαιοδένδρων τῆς Ἑλλάδος μόνον τὰ 12 ἑκατομμύρια ραντίζονται ἐναντίον τοῦ δάκου καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ παραγωγὴ τῶν ἐλαιῶν τοῦ ἐλαίου εἶναι μειωμένη. Δὲν ἀρνούμεθα ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πλούσιον εἰς ὑποσχέσεις. Ἀλλ’ αἱ ὑποσχέσεις αὗται ἀποτελοῦν διάκοσμον, ἐφόσον λείπει ἡ πίστις πρὸς τὰ ἐπαγγελλόμενα καὶ ἡ πραγματικὴ προθυμία διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν παραγωγικῶν κλάδων. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τοὺς γενικωτέρους οἰκονομικοὺς τῆς Χώρας ὅρους. Εἶχεν ὑποσχεθῆ καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις βελτίωσιν. Ἀντὶ ὅμως τούτου βλέπομεν ἐπιβάρυνσιν νέαν τῆς ζωῆς, εἰς τρόπον ὥστε τὰ λαϊκὰ ἰδίᾳ στρώματα νὰ δυστυχοῦν καὶ νὰ κατέχωνται ὑπὸ ἀγανακτήσεως. Ἡ νέα Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ καμμίαν διαβεβαίωσιν, ἀλλ’ οὐδ’ ἁπλῆν ἔστω παρέχει ἔνδειξιν ὅτι θὰ σκεφθῇ σοβαρῶς νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα καὶ νὰ ἀνακουφίσῃ τὰς τάξεις τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἐπιφέρουσα καλυτέρευσιν εἰς τὰς βιωτικὰς συνθήκας. Μ’ ὅλα ταῦτα ὅμως ἡ δανειακή μας πολιτική, ἐφόσον μάλιστα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς μὲ ἄμεσον ἀπόδοσιν ἄλλη πολιτική, εἶναι ἐκ τῆς ἀνάγκης ἐπιβεβλημένη καὶ τὴν ἀποδέχεται τὸ Ἑλληνικὸν Κοινόν, ἂν καὶ οἱ πόθοι του ἦσαν ἀλλοῖοι. Ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιπέδου, ὡς τοῦτο ἐμφανίζεται σήμερον, προβάλλονται καὶ ἄλλαι ἀπαιτήσεις τοῦ Λαοῦ, ἄξιαι ἐκτιμήσεως. Εἶχε δοθῆ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ βεβαίωσις ὅτι θὰ ἠλαττοῦντο οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ 7%. Μέχρι τῆς στιγμῆς ὅμως ἡ τοιαύτη ἐλάττωσις δὲν ἔχει πραγματοποιηθῆ. Ἐφόσον ὅμως δὲν ἐλήφθη τὸ μέτρον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται καὶ νὰ ἔχῃ ἐγκαταλειφθῆ ὁλοσχερῶς, γεννᾶται ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους νὰ ἐξισώσῃ τοὺς μισθοὺς ὅλων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, εὑρισκομένων εἰς μειονεκτικὴν θέσιν πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν εἶναι ἰδίως ἐπιβεβλημένη διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν κατωτέρω βαθμῶν. Ὅπως ἀντιλαμβάνεται, εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπάρχει ψυχικὴ ἐξέγερσις, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπέβησαν παρ’ ἡμῖν προνομιοῦχοι. Ἄν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις δὲν περικόψῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ αὐξήσῃ, κατ’ ἀναλογίαν, τὰς ἀπολαυὰς τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν κατωτέρων. Ἄνευ τῆς τοιαύτης ἱκανοποιήσεως, ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος θὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ὡς εὑρισκόμενον εἰς θέσιν καταφρονήσεως καὶ τοῦτο θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον εἰς τὰ ἔργα του, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀπόδοσις θὰ εἶναι κατωτέρα, ἐλλείψει ἐνδιαφέροντος. Εἰδικῶς ὁ ἀγροτικὸς κόσμος εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσαρέσκειάν του, ἐφόσον δὲν αἴρεται ἡ φορολογία τῆς δεκάτης. Εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἐφόσον δὲν ἔχει σαφεῖς καὶ κατηγορηματικὰς δηλώσεις ἐν σχέσει μὲ τὴν βελτίωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαμαρτυρηθῇ, ἐφόσον βλέπει ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν χωλαίνει, ἰδίᾳ ἐν Μακεδονίᾳ, διότι ἐγένετο μὲν ἡ κήρυξις τῶν κτημάτων ὡς ἀπαλλοτριωτέων, παρεδόθη ἡ νομή, ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς ἐκδικάσεως καὶ τῆς ὁριστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καθυστερεῖ. Ἐφόσον λοιπὸν αὐτὰ συμβαίνουν, ὁ ἀγροτικὸς κόσμος διατηρεῖ ἀπέναντι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὅλας αὑτοῦ τὰς ἐπιφυλάξεις, θὰ κατεψήφιζε δὲ ἀπροκαλύπτως τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν παριστάνετο ὡς ἐθνικὴ ἀνάγκη ἡ σύναψις τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου, χάριν τῆς ὁποίας ἑτοιμάζεται ἀποστολὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς Γενεύην. Θὰ συμπληρώσωμεν μὲ τὴν παράκλησιν, ὅπως ἡ ὑπόσχεσις περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων μὴ μείνῃ ὡς μία ἀπὸ τὰς συνήθεις ὑποσχέσεις τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας ἔχουν ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἐπαρκῶς μελετηθῆ καὶ δὲν φαίνεται δύσκολον νὰ γίνουν, ἂν προκηρυχθῇ εἷς διεθνὴς διαγωνισμός. Πάντως ἀποτελεῖ ἀνάγκην ἐπιτακτικὴν ὄχι μόνον διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Χώραν ὁλόκληρον ἡ ἐκτέλεσίς των. Καὶ ὑπάρχει ἡ ἀξίωσις, ὅπως εἰς τὸ ὑπὸ μελέτην διάφορα ἔργα περιληφθοῦν καὶ τὰ ὑδραυλικὰ τῆς Θεσσαλίας.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Θέος ἔχει τὸν λόγον.
§222Κ. ΘΕΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ὁμάς μας ἀπαντῶσα εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως προέβλεψε τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπάνω εἰς τὰς ἐργατικὰς μάζας, τὰς ὁποίας ἐκπροσωπεῖ. Προέβλεψεν ὅτι ἡ ἐργατικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο ἡ ἐλάττωσις τῆς ἐργασίμου ὥρας. Τὰ πρῶτα συμπτώματα τῆς ἀντεργατικῆς πολιτικῆς ἐξεδηλώθησαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἄνοδον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὕστερον ἀπὸ ὀλίγας ἑβδομάδας ἀπὸ τὴν ἄνοδον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἐξουσίαν ὁ καπνεμπορικὸς Σύλλογος ἐπετίθετο ἐναντίον τῶν καπνεργατῶν, ἵνα τοὺς ὑποβιβάσῃ τὰ ἡμερομίσθια καὶ ἵνα τοὺς καταργήσῃ τὸ ὀκτάωρον μὲ μίαν σύμβασιν ἡ ὁποία τοὺς καθώριζε τὸ ἡμερομίσθιον καὶ τὴν ὁποίαν οἱ ἐργάται εἶχον κατακτήσει ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνας. Καὶ οἱ καπνέμποροι εὑρῆκαν σύμμαχον τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τὸ Κράτος δὲν ἐδίστασεν ἀκόμη νὰ τυφεκίσῃ ἕνα ἐργάτην καὶ νὰ πληγώσῃ ἄλλους. Τὰ καπνεργοστάσια μετεβλήθησαν εἰς πεδία μάχης καὶ οἱ χωροφύλακες τῶν Καλοχριστιανάκηδων ἐνθαρρυνόμενοι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐνήργει κατ’ ἐντολὴν ὁλοκλήρου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐδίστασαν νὰ δολοφονήσουν τοὺς ἐργάτας. Ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον καιρὸν αἱ Ἑταιρεῖαι ἀρνοῦνται νὰ πληρώσουν τὸν δέκατον τρίτον μισθὸν εἰς τοὺς σιδηροδρομικοὺς καὶ τοὺς ἠλεκτροτεχνίτας. Οἱ καπνεργάται, 50.000 τὸν ἀριθμὸν ἄνεργοι, εἶχον ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην των. Εἴκοσι πέντε ἑκατομμύρια ἔδωκε τὸ Κράτος ὡς δάνειον, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς ἀπαιτήσεις τῶν καπνεργατῶν, ἂν καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψήφισε τὸ Κράτος, γιὰ νὰ τοὺς κόψῃ τὸν μισθὸν ὑποχρεοῦται νὰ τοὺς πληρώσῃ ἑξῆντα ἡμερομίσθια. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις, διότι ὁ ἴδιος ὁ νομοθέτης, ὁ Πειρουνάκης, ὅστις ἔκαμε τὸν νόμον, εἰς τὸ Συνέδριον τῶν καπνεργατῶν μᾶς εἶπε: «Παιδιά, ἂν δὲν φθάσουν τὰ 60 ἡμερομίσθια, τότε τὸ Κράτος δὲν θὰ μείνῃ ἀσυγκίνητον ἐμπρὸς εἰς τὴν δυστυχίαν σας καὶ θὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα». Ἀπὸ αὐτὸ ἔβγαινε τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ παράγραφος ἐκείνη ἐδέσμευε τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ 60 ἡμερομίσθια εἰς τοὺς καπνεργάτας κατὰ τὴν τὴν περίοδον τῆς ἀνεργίας. Τὸ Κράτος ἐψήφισεν 25 ἑκατομμύρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν μόνον τὰ 20 καὶ τὰ ἄλλα 5 ἀκόμη τὰ χρεωστεῖ.
§223Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Τὰ πέντε αὐτὰ ἑκατομμύρια ἐχρησιμοποιήθησαν διὰ τὴν ὑγείαν τῶν καπνεργατῶν καὶ μὲ αὐτὰ νοσηλεύονται σήμερον ἀρκετοὶ ἐξ αὐτῶν εἰς τὰ Σανατόρια τοῦ Ἀσβεστοχωρίου καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ οὕτως ἐχρησιμοποιήθησαν καλύτερον ἀπὸ τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν.
§224Κ. ΘΕΟΣ. Τὸ ταμεῖον προβλέπει ἐνδεχόμενον τμῆμα διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν καπνεργατῶν.
§225Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἶναι ἄλλως τε ἐκκρεμῆ νομοσχέδια καὶ λαμβάνεται εἰδικωτάτη πρόνοια περὶ τῶν καπνεργατῶν.
§226Κ. ΘΕΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθουν τὰ νομοσχέδια, τότε θὰ τὰ εἴπωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα περιθάλψεως, εἶναι εἰδικὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαλλάσει τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ τὰ ἑξήκοντα ἡμερομίσθια καὶ νὰ περιθάλψῃ συνάμα καὶ τοὺς φυματικοὺς καπνεργάτας.
§227Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Παρουσιάσθησαν ἄνθρωποι διὰ νὰ λάβωσιν ἀποζημίωσιν, οἱ ὁποῖοι κάθε ἄλλο παρὰ καπνεργάται ἦσαν. Ὅλα τὰ γκαρσόνια τῆς Θεσσαλονίκης ἔγιναν καπνεργάται.
§228Κ. ΘΕΟΣ. Αὐτὴ εἶναι θεωρία, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τοὺς δρόμους. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι δὲν γίνεται τις καπνεργάτης ὅταν αὐτὸς θέλῃ, ἀλλ’ ὅταν τὸν προσλάβῃ ὁ καπνέμπορος καὶ τὸν βάλῃ νὰ ἐργασθῇ. Τὰ καπνεργοστάσια δὲν τὰ ἔχουν οἱ καπνεργάται, ἀλλ’ οἱ καπνέμποροι οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς προσλαμβάνουν διὰ νὰ ἔχουν περισσοτέρους ἐργάτας. Ἡ πρώτη περίοδος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀντεργατικοῦ προγράμματος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἄφησε πολλὰ σημεῖα ἐπάνω εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις. Αἱ προσπάθειαί των ἀπέβλεψαν νὰ διαλύσουν τὰ ἐργατικὰ Συνδικάτα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν ἐμπόδιον εἰς τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ ἡμερομισθίου καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐργασίμων ὡρῶν. Ἀνεπτύξαμεν διὰ ποῖον λόγον ἐπέβαλαν τοῦτο τὰ συμφέροντα τῆς πλουτοκρατίας. Ἄλλως τε τὸ ἀπέδειξε τὸ συμπέρασμα τῶν ἐμπειρογνωμόνων, τοὺς ὁποίους ὥρισεν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ εὕρουν τὸ φάρμακον τὸ ὁποῖον θὰ ἐθεράπευε τὴν κρίσιν. Εἶπεν εἰς τὸ συμπέρασμά της ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι μόνον μὲ τὴν ἔντασιν τῆς ἐργασίας καὶ μὲ τὰς αὐστηρὰς οἰκονομίας εἰς τὰ ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια οἰκονομικὰ θὰ ἤρχετο ἡ θεραπεία. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ δημόσια οἰκονομικά, εἴδομεν τὰς οἰκονομίας τὰς ὁποίας ἐκάματε. Ἐπανεφέρατε ἑκατοντάδας, χιλιάδας ἀποτάκτων. Δὲν περικόψατε οὔτε μίαν πεντάραν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἔπρεπε νὰ γίνουν ἰδιωτικαὶ οἰκονομίαι, νὰ φορολογηθῇ περισσότερον ὁ ἀγρότης, διὰ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀγοράσῃ οὔτε παπούτσια, νὰ ὑποβιβασθῇ τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἐργάτου διὰ νὰ μὴ τὸν ἐπαρκῇ οὔτε ψωμὶ νὰ φάγῃ καὶ νὰ ἐργάζεται περισσότερον διὰ νὰ αὐξήσῃ τὰς ἐργασίμους ὥρας. Διὰ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ τοῦ προγράμματος, διὰ νὰ ἐξέλθητε ἀπὸ μίαν κρίσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐρρίξατε τὸν Τόπον μὲ τοὺς δεκαχρόνους πολέμους, ἔπρεπε νὰ διαλύσητε τὰ ἐργατικὰ Συνδικάτα. Οὕτω ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἦτο τόσον δημοκρατικὴ ὥστε νὰ ἔχῃ καὶ φανατικοὺς Βασιλικούς, μετεβλήθη εἰς μίαν δικτατορίαν, εἰς μίαν λευκὴν τρομοκρατίαν ἐναντίον τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ὅλα τὰ μέσα μετεχειρίσθησαν διὰ τὴν διάλυσιν τῶν ἐργατικῶν Συνδικάτων....
§229Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μόνον σεῖς ἀντιπροσωπεύετε τοὺς ἐργάτας; Ἡμεῖς εἴμεθα Μομερανοί;
§230Κ. ΘΕΟΣ. .... Ἐχρησιμοποιήθη ἡ ὠμὴ βία. Ὁ μοναρχικὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐχρησιμοποίησε τὸν νόμον «περὶ λῃστείας» διὰ νὰ ἐκτοπίσῃ τοὺς καπνεργάτας καὶ γενικῶς κάθε ἐργάτην ὅστις εἶχε συνείδησιν τῆς τάξεώς του καὶ ἠγωνίζετο διὰ τὸ ὀκτάωρον καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου του. Ἐπειδὴ δὲ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι αἱ ἀποφάσεις διὰ τῶν ὁποίων ἐξετοπίζοντο οἱ ἐργάται ἐστηρίζοντο εἰς γεγονότα, ἔχω ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας Λαρίσσης, διὰ τῆς ὁποίας ἐξετοπίσθη εἷς ἐργάτης κουρεύς. Ἡ ἀπόφασις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει). Ἡ ἰδία Ἐπιτροπὴ πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐξετόπισε τρία παιδιά, κυριολεκτικῶς παιδιά, μὴ ἔχοντα συμπληρώσει τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας των, διότι ὠργάνωσαν ἕνα Συνέδριον τῆς ἐργαζομένης νεολαίας τοῦ Βόλου. Μὲ αὐτὰ τὰ μέσα προσεπάθησεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις νὰ διαλύσῃ τὰ ἐργατικὰ Συνδικάτα διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμά της. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνον αὐτά. Ἐχρησιμοποίησε τὸ ταμεῖον ἀσφαλείας καὶ προστασίας ἐργατῶν, τὸ ὁποῖον συνεστήθη κατόπιν σειρᾶς σκληρῶν ἀγώνων τῶν καπνεργατῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐζήτουν ὄχι νὰ τὸ χρησιμοποιήσουν οἱ καπνέμποροι διὰ νὰ διαλύσουν τὰς ὀργανώσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀσφαλίσουν εἰς τοὺς καπνεργάτας ἕνα κρεββάτι διὰ νὰ ἀποθάνουν, διότι τὰ 99% εἶναι φυματικοὶ καὶ διὰ νὰ πάρουν φάρμακα, διότι σεῖς δὲν δύνασθε νὰ καταλάβητε τί τραβοῦν οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται μέσα εἰς τὴν νικοτίνην. Σεῖς μόνον ἅμα πιάσῃ τὴν γάτα σας κόψιμο φροντίζετε νὰ τὴν στείλητε εἰς τὸν κτηνίατρον. Τὸ ταμεῖον ἀσφαλείας καὶ προστασίας καπνεργατῶν, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι μέτοχοι οἱ καπνεργάται οἵτινες καὶ πληρώνουν, τὸ ταμεῖον αὐτὸ παρεδόθη ἀπὸ τὸν μοναρχικὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Μερκούρην εἰς τοὺς καπνεμπόρους διὰ νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ χρήματά του, πότε μὲν νὰ πηγαίνουν εἰς περιοδείαν οἱ διάφοροι κοινωνιολόγοι διὰ νὰ φωτίζωνται καὶ πότε χρησιμοποιοῦνται ἀκόμη διὰ νὰ διαλύουν τὰς ἐργατικὰς ὀργανώσεις. Τεσσαράκοντα πέντε χιλιάδες καπνεργάται ἐζήτησαν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος 868 «περὶ μετοχικῶν ταμείων». Σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον τοῦτον, τὰ ⅔ τῶν διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν μετοχικῶν ταμείων πρέπει νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς χεῖρας τῶν μετόχων. Παρὰ πάντα νόμον ὅμως εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ τὸ διοικητικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν κάθε συμφέρον νὰ διαλύσουν τὰς ὀργανώσεις. Ὅταν οἱ καπνεργάται ἐξηγέρθησαν καὶ διεξεδίκησαν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, ὁλόκληρος ὁ ἀστικὸς κόσμος ἐξηγέρθη ἐναντίον των. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις φέρει τὰς εὐθύνας διὰ τὰς παρανομίας, τὰς ὁποίας τὰ διάφορα ἀστυνομικὰ καὶ ἄλλα ἀπεσταλμένα ὄργανα τῶν δύο μοναρχικῶν Ὑπουργῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διέπραξαν. Ἑκατὸν τεσσαράκοντα εἶναι οἱ ἐξόριστοι εἰς τὰς νήσους, περὶ τοὺς 500 δὲ εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ εἶναι ἀμέτρητοι οἱ διὰ μικρὰ παραπτώματα συρόμενοι εἰς τὰ ἀστυνομικὰ μπουδρούμια καὶ ξυλοκοπούμενοι ἐργάται. Ἀπεθρασύνθη ὁ κάθε ἀνθυποχωροφύλαξ καὶ εἰς κάθε χωρίον ἔχει γίνει τύραννος. Χθὲς ἀκόμη ἐδημιούργησαν σκηνὰς εἰς τὴν Ξάνθην καὶ ἐκακοποίησαν διαφόρους ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ κάμουν μίαν λειτουργίαν τοῦ Συνδικάτου τῶν καπνεργατῶν Ξάνθης, τὸ κτύπημα τῆς καμπάνας, ἡ ὁποία σημαίνει τὴν ὥραν ὅπου ἀρχίζει καὶ παύει ἡ ἐργασία. Διὰ νὰ διαλύσουν λοιπὸν αὐτὴν τὴν λειτουργίαν, ἔκαμαν ὁλόκληρον ἐκστρατείαν μὲ ἀξιωματικοὺς καὶ πυροβόλα καὶ ἐτραυμάτισαν σοβαρῶς ἕξ, ἄλλους δὲ 15 συνέλαβον καὶ ἔρριψαν εἰς τὰς φυλακὰς. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐργατικοῦ προγράμματος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Αἱ συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι, αἱ ὁποῖαι κατεκτήθησαν ἀπὸ τὴν ἐργατικὴν τάξιν, παρεδόθησαν ἀπὸ τὸν μοναρχικὸν Ὑπουργὸν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως κ. Μερκούρην, εἰς κάθε χωροφύλακα. Συμφώνως μὲ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, κάθε Τμῆμα Ἀσφαλείας ἔχει ὁδηγίας ἀπὸ τὸ ἴδιον Ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ μηνύσεις ἐναντίον τῶν ἐργατικῶν Σωματείων, τὰ ὁποῖα δὲν στέκουν ἐπάνω εἰς τὸ ἐπίπεδον ποὺ συμφέρει εἰς τοὺς ἐργοδότας καὶ αἱ μηνύσεις ὑποβάλλονται ἐναντίον τῶν Σωματείων αὐτῶν, ὅτι δῆθεν παρέκλιναν ἀπὸ τὸν σκοπὸν ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται εἰς τὸ καταστατικόν των. Ἀλλά, κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ συνδικαλιστικὴ ἐλευθερία, ὅταν κάθε χωροφύλαξ κάμνῃ μήνυσιν ὅτι παρέβη καὶ παρεξέκλινε τοῦ σκοποῦ του κάθε Σωματεῖον; Κάθε Σωματεῖον πραγματικὰ ἔχει μέσα του καὶ ἕνα σκοπόν, τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ τὴν ἀνύψωσιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἠθικῶν συμφερόντων τῶν μελῶν ποὺ ἔχει τὸ Σωματεῖον καὶ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἠμπορεῖ νὰ περιληφθῇ κάθε δρᾶσις αὐτοῦ τοῦ Σωματείου. Δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ κάμῃ μηνύσεις διὰ τὴν διάλυσιν αὐτῶν τῶν Συνδικάτων. Εἰς τὸ πρόγραμμά της ἡ παροῦσα Κυβέρνησις λέγει ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ παλαιὸν πρόγραμμα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Καμμία ἀμφιβολία δὲν ὑπῆρχε δι’ αὐτό ὅτι ἡ ἀντεργατικὴ πολιτικὴ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐξησκήθη ἀπὸ τοὺς δύο μοναρχικοὺς Ὑπουργούς, θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ εὐρέος συνασπισμοῦ. Εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις της ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι θὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια εἶναι λόγοι κενοὶ καὶ δὲν περιέχουν τίποτε τὸ οὐσιαστικὸν τὸ ὁποῖον νὰ προστατεύῃ τὰς ἐργατικὰς τάξεις.
§231Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Περιέχουν. Δὲν τὰ ἐδιαβάσατε.
§232Κ. ΘΕΟΣ. Σεῖς εἶσθε νέος Ὑπουργός. Ἐγὼ τὰ ἐδιάβασα καὶ τὰ γνωρίζω πολὺ καλά. Ἀλλὰ καὶ τὸ οὐσιαστικώτερον εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις σήμερον κυρίως ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ὀργανώσεών της καὶ διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς λειτουργίας αὐτῶν, μὲ τὰς ὁποίας ὀργανώσεις θὰ προστατεύσῃ καὶ θὰ ἐπιβλέψῃ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑπαρχόντων νόμων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν, ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζονται. Διότι οὔτε ὁ νόμος «περὶ ὀκταώρου», οὔτε ὁ νόμος «περὶ γυναικῶν καὶ ἀνηλίκων», οὔτε κανεὶς ἄλλος ἐργατικὸς νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἀπὸ κανένα ἐργοδότην. Δὲν παρῆλθον ἀκόμη πολλαὶ ἡμέραι ποὺ ἔγινε μία δίκη ἐπὶ παραβάσει τοῦ ὀκταώρου. Τί νομίζετε ὅτι ἔγινεν; Ἡ Ἀρχὴ ἡ ἐντεταλμένη τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἐπῆγεν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ εἶπεν ὅτι δὲν παρεβιάσθη ὁ νόμος τοῦ ὀκταώρου. Τὸ δικαστήριον ὅμως ἐπειδὴ ἦτο προφανὲς τὸ πρᾶγμα, ἠναγκάσθη νὰ τιμωρήσῃ τὸν κατηγορούμενον εἰς πολλὰς χιλιάδας δραχμὰς πρόστιμον καὶ οὕτως ἀπεδείχθη ψευδόμενος ὁ ἀστυνόμος, ὅστις εἶναι ἐντεταλμένος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Συνεπῶς δὲν ἐνδιαφέρει τὰς ἐργατικὰς τάξεις ἂν ἔχητε νὰ καταθέσητε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν εἰς τὰ χαρτιὰ τὸν παράδεισον εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Ἡ ἐργατικὴ τάξις δὲν ζητεῖ ἐλεημοσύνην ἀπὸ σᾶς ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν καὶ ὅλον τὸ σφρῖγος καὶ ὅλην τὴν ζωὴν καὶ τὴν ζωτικότητα νὰ πάρῃ ὅσα τῆς ἀνήκουν. Ὁ ἀγὼν τῆς ἐργατικῆς τάξεως εἶναι διὰ τὴν διατήρησιν τῶν κεκτημένων διὰ νὰ ἀνυψωθῇ οἰκονομικῶς καὶ κατ’ ἀνάγκην νὰ ἀγωνισθῇ ἐναντίον τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ εὐρέος συνασπισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ πῶς ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τοῦ ἐργαζομένου Λαοῦ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ ἐπιδόματα εἰς τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους της. Ὁμιλεῖτε περὶ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουν τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἐργάτου καὶ ὅμως λέγουν τὰ νομοσχέδια ὅτι ἂν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ὁ ἐργάτης δὲν πληρώσῃ εἰσφορὰς διὰ 26 ἑβδομάδας, δὲν δικαιοῦται κανενὸς ἐπιδόματος. Ἀλλὰ καὶ τότε ἀκόμη καὶ ἐνῷ εἶχε πληρώσει τὴν εἰσφορὰν τῶν 26 ἑβδομάδων, δηλαδὴ ἐνῷ εἶχεν ἐργασθῆ 26 ἑβδομάδας, πάλιν δὲν ἐδικαιοῦτο ἐργασίας. Συνεπῶς τὰ νομοσχέδια δὲν ἀντιμετωπίζουν τὰ προβλήματα τῆς ἀνεργίας. Εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἐδῶ μέσα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς Ἐξουσίας, ὑπάρχουν 2,500 φορτοεκφορτωταὶ εἰς τὸν λιμένα, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται δύο μόνον φορὰς τὴν ἑβδομάδα. Ἄλλοι 40 ἕως 50 χιλιάδες εἶναι ἄνεργοι ἐργάται οἰκοδομῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθὼς καὶ ἄλλαι 50 χιλιάδες εἶναι οἱ ἄνεργοι καπνεργάται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ ἀνεργία μὲ αὐτοὺς τοὺς ἰατρούς σας. Διὰ τὴν λύσιν τοῦ σοβαροῦ τούτου προβλήματος τῆς ἀνεργίας ἡ ἐργατικὴ τάξις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἀγωνισθῇ διὰ νὰ λύσῃ τὰ προβλήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα τὴν ἀπασχολοῦν καὶ νὰ λύσῃ αὐτὰ σύμφωνα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἀγωνιζομένης τάξεως. Δι’ αὐτὸ κηρυσσόμεθα ἐναντίον τοῦ συνασπισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀποβλέπομεν δὲ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἐργατοαγροτικῆς Κυβερνήσεως.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Χασιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§234Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Εἴμεθα κουρασμένοι ἀπὸ τὴν ὁλονυκτίαν καὶ ἐντελῶς ἀνίκανοι διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν οἱονδήποτε θέμα, κατὰ τὴν ὥραν ταύτην. Ἐγὼ θὰ εἴπω μόνον ὀλίγα. Δέον νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι κατεβλήθησαν καὶ καταβάλλονται ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ πολλοὶ κόποι διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι τὸ νόσημα δὲν ἐμελετήθη καλῶς καὶ φοβοῦμαι μὴ πολλοὶ ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν ἀποβῶσιν ἐπὶ ματαίῳ, διότι τὸ νόσημα δὲν εἶναι μόνον εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερον ἔλλειμμα εἶναι μεταξὺ τῶν ἀναγκῶν καὶ τοῦ πλούτου τῆς Χώρας. Αὐτὸ δὲν ἐμελετήθη καλῶς, διὰ ποίους λόγους λ. χ. ὑπάρχει τὸ κοινωνικὸν αὐτό ἔλλειμμα καὶ ὁποῖον εἶναι τοῦτο. Ἂν δὲν συμπληρωθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, φοβοῦμαι μὴ λαμβανομένων καὶ ἄλλων ἐκ παραλλήλου μέτρων πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς τοῦ Τόπου νὰ γίνῃ ἀκόμη μεγαλύτερον τὸ κενὸν τὸ ὑπάρχον εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Κοινωνίας, ὁπότε ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ μεγαλυτέραν ἰσοσκέλισιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κοινωνίας. Συνέπεια τούτου θὰ εἶναι τότε κατ’ ἀνάγκην νέα ἐλλείμματα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δὴ μεγαλύτερα καὶ οὕτω δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον κάμνομεν σήμερον τὴν διὰ νέων δανείων καὶ νέων φορολογιῶν ἐπανόρθωσιν. Εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας δὲν βλέπομεν παρὰ ψιχία γεωργικῆς πολιτικῆς, σχεδὸν δὲν βλέπομεν γεωργικὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας, τῆς ὁποίας τὰ ¾ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου εἶναι γεωργικὰ προϊόντα. Ἐξάγομεν τέσσαρα περίπου δισεκατομμύρια δραχμῶν προϊόντα, πρὸ παντὸς γεωργικά, εἰσάγομεν δὲ ἐμπορεύματα ὀκτὼ ἕως ἐννέα δισεκατομμύρια δραχμῶν. Ὑπάρχει οὕτως ἓν ἔλλειμμα τεσσάρων ἕως πέντε δισεκατομμυρίων δραχμῶν ἐτησίως μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Ἐφόσον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξοδεύομεν δὲν τὸ ἀναπληροῦμεν διὰ παραγωγῆς ἀναλόγου, ἀλλ’ ἐξοικονομοῦμεν τὸ ἐλλεῖπον διὰ δανείων καὶ ἐκ τῶν ἐναποταμιευμάτων, πολὺ ταχέως θὰ ἐξαντληθῶμεν καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Αὐτὴ εἶναι ἰδέα ἁπλῆ καὶ ἐν τούτοις ἡ ἰδέα αὐτὴ δὲν ἐλήφθη διόλου ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐμελετήθησαν καὶ αἱ συνθῆκαι τῆς ἐθνικῆς μας παραγωγῆς καὶ ἐν τούτοις λέγομεν ὅτι ἔχομεν γεωργικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ γεωργικὴ πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ παράγῃ ὁ Τόπος περισσότερα. Ἀλλ’ οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐργάζεται σήμερον ὁ γεωργὸς εἶναι ἆρά γε ἱκανοὶ διὰ νὰ τὸν καταστήσουν ἱκανὸν νὰ παράγῃ περισσότερα; Ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων ὅρων πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς πρὸ παντὸς εἶναι ἡ ἱκανότης ἡ παραγωγὴ τῶν ἀνθρώπων. Ταύτην δὲ ἀναπτύσσουν βεβαίως ὄχι μόνον τὰ κεφάλαια, ἀλλὰ καὶ αἱ γνώσεις ὅσας οὗτοι ἐφαρμόζουν εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γῆς. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐταὶ αἱ ἐλλείψεις δὲν θεραπεύονται τόσον εὐκόλως. Πόθεν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀρχίσωμεν; Βεβαίως ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα στοιχίζουν πολὺ ὀλιγώτερον καὶ μὲ τὰ ὁποῖα θέλομεν ἔχει ταχύτερον τὰ μεγαλύτερα ἀποτελέσματα. Τοιοῦτον ἀποτέλεσμα φέρει ἡ διάδοσις τῶν γνώσεων εἰς τὸν Λαόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς τί κάμνομεν; Καταρτίζομεν ἓν πρόγραμμα πρὸς διάδοσιν τῶν γεωργικῶν γνώσεων, τὸ ὁποῖον ὅμως οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν ἀφίνουν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Τοὐναντίον μάλιστα ἐλαττώνουσιν ἢ καὶ διαγράφουν ὅλας τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ προγράμματος. Εἴχομεν γνωμοδοτήσει περὶ γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνεστήθη τὸ 1920 ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐθεωρήθη ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ σταλοῦν εἰς ἢ δύο γεωπόνοι εἰς κάθε ἐπαρχίαν καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ περιοδεύουν ἀνὰ τὰ χωρία καὶ νὰ μελετήσουν ὑπὸ ποίους ὅρους φυσικοὺς καὶ τεχνικοὺς γίνεται ἡ γεωργία τῆς Ἑλλάδος. Ὁ γεωπόνος εἶναι ἀνεπαρκὴς ὅταν ἔλθῃ ἀπὸ τὰς σχολὰς τῆς Εὐρώπης ἢ τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ καταστῇ ἀμέσως ἱκανὸς διὰ τὴν λαϊκὴν γεωργικὴν διδασκαλίαν. Πρέπει νὰ τὸν στείλωμεν εἰς τὰ χωρία, νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς χωρικούς, νὰ ἴδῃ τὰ χωράφια των, νὰ ἴδῃ τὰς τεχνικάς των ἐλλείψεις, καθὼς καὶ τὰ διατιθέμενα ὑπ’ αὐτῶν κεφάλαια. Ὅλοι δηλαδὴ αὐτοὶ πρέπει νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ μὴ παραμένουν διαρκῶς εἰς τὰς πόλεις. Διότι θὰ εἶναι ἀνεπαρκεῖς διὰ τὴν ἐκλαΐκευσιν τῆς γεωπονικῆς ἐπιστήμης εἰς τὴν Χώραν. Τώρα μάλιστα μὲ τὸ σύστημα τοῦ Ἐποικισμοῦ, ὅπως διωργανώθη καὶ ὅπως ἐφαρμόζεται, παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν χωρικῶν, οἱ γεωπόνοι μας ἐγκατέλειψαν κατὰ μέγα μέρος τὰ κύρια ἔργα των καὶ μετέρχονται ἔργα ἀλλότρια πρὸς τὴν ἐπιστήμην των, χρησιμοποιούμενοι ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ τὰς οἰκοδομὰς τῶν συνοικισμῶν τῶν προσφύγων, ὡς ἀρχιτέκτονες, ταμίαι, λογισταὶ καὶ ἀποθηκάριοι, πλὴν γεωπόνοι. Δηλαδὴ τὰς δυνάμεις αὐτάς, τὰς ὁποίας ἔχει παρασκευάσει τὸ Κράτος δι’ ὑποτροφιῶν εἰς Εὐρώπην καὶ διὰ τῆς ἀνωτέρας ἐνταῦθα γεωπονικῆς σχολῆς, τὰς διαθέτει τὸ Κράτους εἰς ἄλλους σκοποὺς πρὸς μεγίστην ζημίαν τῆς Ἑλληνικῆς γεωργίας. Ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἠδύνατο νὰ παράγῃ καλῶς καλλιεργουμένη διπλάσια μὲ ἐλαχίστας βελτιώσεις καὶ μὲ ἐλαχίστην διδασκαλίαν εἰς τοὺς γεωργούς, ἵνα ἐργάζωνται μεθοδικώτερον καὶ μὲ μεγαλυτέραν ἔκτασιν καὶ συνάμα ἵνα καταπολεμῶσι τὰς ἀσθενείας ἀπὸ τὰς ὁποίας προσβάλλονται τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῷά μας ἀπὸ τὰ ἐπιβλαβῆ ἔντομα κλπ. Διότι εἶναι ἀδύνατον, ἂν κάμητε μίαν ἔρευναν ὁπουδήποτε καὶ νὰ εὕρητε ὅτι ἡ ζημία εἶναι μόνον ἐκ τῶν ἐπιβλαβῶν ἐντόμων καὶ τῶν ἐπιζωοτιῶν, τοὐλάχιστον 20%. Ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχεται μετὰ τῆς κτηνοτροφίας εἰς 15 δισεκατομμύρια ἐτησίως. Μία ἀπώλεια 20%, ἡ ὁποία εἶναι εἰς ὅλους φανερὰ καὶ ἀναμφισβήτητος, εἶναι ἀπώλεια 3 δισεκατομμυρίων δραχμῶν. Εἶναι ἀνάξιον λόγου αὐτὸ τὸ νὰ ἴδωμεν πῶς χάνονται αὐτὰ τὰ 3 δισεκατομμύρια καὶ δὲν ὑπάρχει ἆρά γε τρόπος νὰ σωθοῦν; Καὶ ἐν τούτοις δὲν χρειάζεται καμμία μεγάλη φιλοσοφία, οὔτε κολοσσιαῖα κεφάλαια διὰ νὰ προλάβωμεν τὴν ζημίαν αὐτήν.
§235ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἁρμόζει μᾶλλον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§236Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐλλειπέστατον καὶ δὲν θὰ φέρῃ εὐκόλως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸ ἰσοζύγιον, παραμελουμένης τῆς παραγωγῆς. Ἀρκεῖ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐφετεινὸν παράδειγμα. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον εὑρισκόμην ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἷς τῶν κ. κ. συναδέλφων μὲ διέκοψεν, ὅπως τώρα μὲ διακόπτετε σεῖς. Ἐπρόκειτο τότε περὶ τῆς ἀκρίδος. Σᾶς ἔλεγον ὅτι θὰ χάσωμεν ἐφέτος πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ ὄντως ἐχάσαμεν πολλὰ κατὰ τὸ ὀλίγον διάστημα. Ἡ ἐκ τῆς ἀκρίδος ζημία ἐφέτος δὲν εἶναι μικροτέρα τῶν 300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Πόσα ἔχασεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους; Ὅταν ἐχάθησαν τριακόσια ἑκατομμύρια μόνον ἀπὸ τὸν καπνόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος λαμβάνει ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τοὐλάχιστον 30%, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἔχασεν 90 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἡ ζημία αὐτὴ θὰ ἔλθῃ ἀφεύκτως, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πῶς προῆλθεν. Ὅταν οἱ γεωργοὶ ἔχουν ἀνεπάρκειαν παραγωγῆς, πῶς θὰ πληρώνουν τοὺς φόρους των ἐν γένει; Μὴ θὰ πρέπει τότε νὰ πωλήσουν τὸ ἄλογόν των, νὰ πωλήσουν τὰ ζῷά των διὰ νὰ πληρώνουν εἰς τὸ Δημόσιον; Ἐγὼ αὐτὴν τὴν ζημίαν ἐκ τῆς ἀκρίδος τὴν εἶχον προείπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔλεγα ὅτι μεταξὺ τῶν χωρίων εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζεται ὁ νόμος περὶ ἀκρίδων, ὑπάρχουν χέρσαι ὀρειναὶ καὶ ἀκατοίκητοι ἐκτάσεις ἀπέραντοι, εἰς τὰς ὁποίας σποραδικῶς εὑρίσκονται ὀλίγαι κατοικίαι. Οἱ ὀλίγιστοι κάτοικοι τῶν ἐκτάσεων αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον περὶ ἀκρίδων, οὔτε ἐργασίαν νὰ καταβάλλουν ὅση χρειάζεται, οὔτε ἡ εἰς χρῆμα πληρωμὴ ὑπ’ αὐτῶν θὰ ἐπαρκέσῃ ποτέ. Εἶναι ὀλίγα σπίτια εἰς τὸ βουνόν. Ἀλλὰ τὸ βουνὸν εἶναι ἀπέραντον. Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βουνὸν θὰ κατέλθουν πλήθη ἀκρίδων, ἀμέτρητα σμήνη, καὶ θὰ καταφάγουν ὅλα τὰ προϊόντα καὶ εἰς τὰ χωρία ἀκριβῶς ἐκεῖνα, εἰς ὅσα ἔγινεν ἡ καταδιωκτικὴ αὐτὴ ἐργασία τῶν ἀκρίδων. Τί ἔγινε λοιπὸν τώρα μὲ τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικά; Ἕνεκα ἀνεπαρκείας τῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους διατεθεισῶν πιστώσεων ἀπειλεῖται ζημία τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς 300 τουλάχιστον ἑκατομμυρίων ἐκ μόνον τῆς μάστιγος τῆς ἀκρίδος.
§237Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὐδέποτε τὸ Κράτος ἔπαυσε νὰ δαπανᾷ, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι διὰ νὰ γίνῃ ἡ καταπολέμησις τῆς ἀκρίδος πρέπει νὰ τὴν διδάξωσιν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς καὶ νὰ τὴν ἐπιδιώξωσι αἱ κοινότητες. Ἐκεῖ ὅπου ἐδείχθησαν πρόθυμοι οἱ κάτοικοι, ἡ ἀκρὶς κατεπολεμήθη.
§238Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀκρὶς κατεπολεμήθη, ἔπαθαν τὰ προϊόντα πολλαχοῦ μάλιστα καὶ περισσότερον. Διότι κατῆλθον ἀκρίδες ἐκ τῶν παρακειμένων βουνῶν καὶ κατέφαγον τὰ προϊόντα των, διότι τὰ μέσα τῆς γενικῆς καὶ ἐγκαίρου καταδιώξεως ἦσαν ἀνεπαρκῆ. Τώρα λ. χ. εἶναι ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν πρέπει νὰ προληφθῇ ἡ ἀκρίς. Αὐτὴν τὴν ἐποχὴν πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ ὑπὸ περιοδευόντων γεωπόνων, ποῦ ἀφῆκαν αἱ ἐφετειναὶ ἀκρίδες τὰ αὐγά των, διὰ νὰ διαταχθῇ καὶ ἐνεργηθῇ ἡ καταστροφή των πρὶν νὰ ἐκκολαφθῶσι. Πρέπει νὰ παρακολουθῶμεν κατὰ τὸ θέρος τὴν ἀκρίδα διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποῦ θὰ συλλέξωμεν ἢ ἄλλως νὰ καταστρέψωμεν τὰ αὐγά των διὰ συνεργείων καλῶς ὠργανωμένων. Καὶ ἂν δὲν εὕρωμεν τὸν ἀναγκαῖον πρὸς τοῦτο ἀριθμὸν ἐργατῶν, τότε πρέπει νὰ μεταβῶσι 10,000 ἐν ἀνάγκῃ στρατιῶται εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας ἢ νὰ γίνῃ ἐν ἀνάγκῃ μία ἐπιστράτευσις διὰ 10 ἡμέρας ἔστω ὅλου τοῦ ἄρρενος κόσμου, ὡρισμένης ἡλικίας. Διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν αὐγῶν τῶν ἀκρίδων δὲν θὰ δαπανήσωμεν οὔτε τὸ δέκατον τοῦ ποσοῦ διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ἀκρίδος, ὅσον θὰ δαπανηθῇ ἂν τὴν ἀφήσωμεν νὰ ἐκκολαφθῇ καὶ νὰ διαδοθῇ κατὰ σμήνη. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο θέσει εἰς ἐνέργειαν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν παρὰ μόνον τὸν χωροφύλακα, ὁ ὁποῖος διαβιβάζει τὰς διαταγὰς καὶ τὰς ὁδηγίας περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐργασίας τῶν χωρικῶν. Ὁ χωροφύλαξ φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐντάλματα συλλήψεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Διαβιβάζει τὴν διαταγήν, διὰ τῆς ὁποίας καλοῦνται οἱ κάτοικοι νὰ προσέλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς καταπολεμήσεως τῆς ἀκρίδος. Αὐτὸ λέγει ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ ποῖος εἶναι ἐκεῖ εἰς ἕκαστον χωρίον ὁ ἁρμόδιος διὰ νὰ πειθαναγκάσῃ καὶ νὰ ὀργανώσῃ καὶ καθοδηγήσῃ τοὺς πολίτας διὰ τὸ ἔργον αὐτό; Ποῦ εἶναι οἱ περιοδεύοντες ἐπαρχιακοὶ γεωπόνοι; Πηγαίνει λοιπὸν ὁ χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος μᾶλλον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων, διότι ἐπ’ αὐτῶν ἔχει καὶ ποσοστὰ καὶ παραλαμβάνει τὴν διαταγὴν ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος, ὁ ὁποῖος εἰς πολλὰ μέρη ἔχει ἀνάγκην μᾶλλον αὐτὸς πειθαναγκασμοῦ καὶ ὁδηγιῶν πρὶν ὁδηγήσῃ διὰ τὸ ἔργον τοὺς συμπολίτας του. Δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα μόνον οἱ γεωπόνοι εἶναι ἁρμόδιοι. Ἀλλ’ αὐτοὶ εὑρίσκονται μακρὰν τοῦ κοινοῦ συνήθως, δηλαδὴ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ. Ποῦ νὰ πρωτοπηγαίνουν οὗτοι; Ἀρκοῦνται λοιπὸν νὰ ὑποβάλουν μίαν ἔκθεσιν κατὰ μῆνα περὶ τῶν γενομένων ζημιῶν ὅσαι ἀνηγγέλθησαν πρὸς αὐτούς. Παραμένοντες καὶ ἐκτελοῦντες τὰ ἔργα τοῦ ἐποικισμοῦ, ἐπιφορτίζονται μὲ καθήκοντα ἀστυνόμου, εἰρηνοδίκου, μηχανικοῦ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα τοὺς ἔχομεν ἐπιβαρύνει καὶ μόνον τοῦ γεωπόνου τὰ καθήκοντα δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν, ἀφοῦ τοὺς χρησιμοποιλοῦμεν εἰς ἔργα ἀλλότρια, ἄσχετα κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸν προορισμόν των. Γενικῶς ἡ μείωσις τῆς παραγωγῆς εἶναι κατ’ ἔτος πολὺ μεγάλη καὶ προέρχεται ἐκ τῆς ἀμαθείας ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τῶν γεωργῶν. Δὲν γνωρίζουν νὰ σπείρουν, δὲν γνωρίζουν νὰ ἐκλέξουν τὸν σπόρον δὲν γνωρίζουν νὰ λυπαίνουν, δὲν γνωρίζουν τίποτε καὶ ἐξ ἐκείνων ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν θὰ ἠδύναντο νὰ μάθουν ἐὰν ὑπῆρχον οἱ διδάσκοντες εἰς τὰ χωρία. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔχουν δίκαιον οἱ λέγοντες, ὅτι ἡ γεωπονικὴ ἐπιστήμη εἶναι περιττὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ δὲν τὴν χρησιμοποιοῦμεν παντελῶς. Τὴν ἀφίνομεν ἀχρησιμοποίητον. Καὶ εἶναι ἄγνωστος. Ἀλλὰ μήπως ἐλάβομεν ἐπαρκῆ μέτρα διὰ νὰ προφυλάττωμεν τὰ ζῷα μας ἀπὸ τὰς συχνὰς ἐπιζωοτίας; Ὅταν ὁ γεωργὸς χάσῃ τὸ μουλάρι του, ἡ ζημία εἶναι τόσον μεγάλη ὅση ὅταν καταστρέφεται ὁλόκληρον τὸ μαγαζὶ ἑνὸς ἐμπόρου. Μὲ αὐτὸ τὸ μουλάρι ἢ τὸ βῶδι ἢ τὸ ἄλογον κερδίζει τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας του. Ὅταν χάσῃ τὸ μουλάρι αὐτὸ ὁ χωρικὸς εἶναι πολλάκις τελείως κατεστραμμένος καὶ δὲν δύναται οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ κοινότης νὰ τὸν σώσῃ ἀπὸ τὴν ἐσχάτην δυστυχίαν. Συχνότατα συμβαίνει νὰ παρουσιάζεται μία ἀσθένεια κολλητικὴ εἰς ἕνα ζῷον. Τί κάμουν εἰς τὴν Εὐρώπην; Ἀμέσως θὰ τρέξουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι θὰ φροντίσουν νὰ εὕρουν τὸν κτηνίατρον, θὰ κάμουν ὅ,τι ἐπιβάλλεται καὶ ἀμέσως ἡ ἐπιζωοτία θὰ σταματήσῃ δι’ ἐμβολιασμοῦ τῶν ζώων, δι’ ἀπομονώσεων, δι’ ἀπολυμάνσεων κλπ. Ἐνῷ τί κάμουν ἐδῶ; Ἐκεῖ, ὅπου ἐψόφισε ἓν ζῷον ἀπὸ ἄνθρακα, λόγου χάριν, θὰ μεταδοθῇ μετ’ ὀλίγον τὸ νόσημα εἰς ὅλα τὰ ζῷα τῆς ἐπαρχίας, δηλαδὴ θὰ χαθοῦν ἄπειρα ζῷα, ἑκατοντάδες ἢ καὶ χιλιάδες βώδια, ἄλογα, μουλάρια κλπ. Ὅπως συνέβη ἐφέτος εἰς τὴν Ἤπειρον. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει συχνότερον ἀκόμη εἰς τὰ ποίμνια, τὰ ὁποῖα πολλάκις θνήσκουν ἀπὸ ἄνθρακα καὶ ἀπὸ ἄλλας ἐπιζωοτίας κατὰ δεκάδας χιλιάδων ἢ καὶ κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων. Δι’ αὐτὸ ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰγοπροβάτων κατῆλθεν ἀπὸ 10 ἕως 11 ἑκατομμύρια εἰς 8–9 ἑκατομμύρια κατὰ τὰ δύο αὐτὰ τελευταῖα ἔτη. Διατί; Διότι δὲν ἔχομεν κτηνιάτρους εἰς τὰς ἐπαρχίας ἔχομεν ἕνα καὶ μόνον ἢ δύο κατὰ νομόν. Ἐνῷ εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἔχουν 600 κτηνιάτρους εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§239Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§240Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Θὰ σᾶς φέρω, ἂν θέλετε, τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλγαρίας. Εἶναι βεβαίως ἐπὶ πλέον ἐκεῖ καὶ πολλοὶ ἰδιωτικοὶ ἰατροὶ κτηνίατροι. Διότι οἱ ἀγρόται εἶναι περισσότερον μορφωμένοι ἐκεῖ ἕνεκα τῆς ἀνὰ τὰ χωρία γεωργικῆς διδασκαλίας. Ἐγὼ λοιπὸν τοῦτο ἤθελα νὰ συστήσω δι’ ὅσων λέγω, ὅτι εἶναι καιρὸς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ πρόγραμμα γεωργικῆς πολιτικῆς πραγματικῆς καὶ δὴ ἐκπαιδευτικὴν μεταρρύθμισιν ἀνάλογον πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαγγελματικὴν μόρφωσιν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίζῃ πολὺ στοιχειωδῶς πως ἀπὸ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Σκοπὸς αὐτῶν θὰ εἶναι εἰς τὰ χωρία μᾶλλον ἡ ἀνάπτυξις εἰς τὰ παιδία τῶν ἀγροτῶν τῆς ἀγάπης πρὸς τὰ ἀγροτικὰ ἔργα καὶ πρὸς τὴν ἀγροτικὴν ζωήν.
§241Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπάρχουν σχέδια ἀποφάσεων καὶ ἐξουσιοδοτήσεων δι’ ἀνάλογα νομοθετικὰ Διατάγματα.
§242Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Φοβοῦμαι μὴ ὑπάγωμεν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ αὔριον μὲ τὰ χέρια κενὰ πρὸς τοὺς ἐκλέξαντας ἡμᾶς γεωργούς, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔκαμε τίποτε σχεδὸν ἄξιον λόγου ἡ Βουλή. Πρέπει, λέγω, νὰ ἐφαρμόσωμεν εὐρυτάτην γεωργικὴν πολιτικὴν διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸν γεωργὸν ἱκανὸν νὰ παράγῃ περισσότερα. Διότι, ἄλλως, ὁ γεωργικὸς κόσμος θὰ χάσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ πρὸς τὸ Κράτος. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν, ὅτι ὁ γεωργικὸς κόσμος ἔχει ἀρκετὴν ζωτικότητα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ κατασταθῇ καὶ πράγματι οἰκονομικῶς ἰσχυρὸς καὶ εὐτυχής. Πρέπει τὴν γεωργικὴν φορολογίαν νὰ μὴ αὐξάνωμεν πέραν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ γεωργοῦ δυνάμεως. Συχνὰ ἀκούομεν, ὅτι ὁ γεωργὸς κερδίζει πολλά. Πολλοὶ ἐν τούτοις αὐτῶν δὲν ἔχουν οὔτε ἄρτον ἀρκετὸν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των. Εἰς τὴν Ἤπειρον ἐφέτος τὰ ¾ δὲν ἔχουν κατόπιν τῆς ἐφετεινῆς ξηρασίας, οὔτε τὸν ἄρτον των. Ἀνέφερα τὰ ζητήματα ταῦτα ἔστω καὶ κατὰ τὰ χαράγματα. Διότι δύο φορὰς μόνον ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τοιαῦτα οἰκονομικὰ ζητήματα ἀνεκινήθησαν. Καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τῆς Κοινωνίας ὑπάρχει κίνδυνος ἀναρχίας. Πολλοὶ χωρικοί, μὴ ἐπαρκοῦντες, θὰ τραποῦν πρὸς ἄλλα ἐπαγγέλματα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπομείναντες διὰ νὰ ἀντεπεξέλθουν θὰ πωλήσουν κατ’ ἀνάγκην τὰ προϊόντα των εἰς ὑψηλὰς τιμὰς διὰ νὰ ἐπαρκέσουν. Οὕτω καὶ ἡ ζωὴ εἰς τὰς πόλεις καθίσταται πολὺ δυσχερὴς διὰ τὸν περισσότερον κόσμον. Ἡ ἀνικανότης αὐτῶν νὰ πληρώσωσιν ὑπερβολικοὺς φόρους καὶ ἡ δυσαρέσκεια κατὰ τοῦ Κράτους δίδει βεβαίως ἔδαφος εἰς ἀναρχίαν. Ὁ λαὸς παρασύρεται ὅταν δυστυχῇ ἀπὸ ἀναρχικὰ στοιχεῖα, ἅτινα προθυμοποιοῦνται δῆθεν νὰ τοὺς δώσωσι τὰ μέσα τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν των διὰ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ὅταν εἷς ἀσθενὴς ἀπελπίζεται ἀπὸ τὸν ἐπιστήμονα ἰατρόν, τότε θὰ ὑπόσχεται ὁ χειρότερος πρακτικὸς ἰατρός, ὁ ἀγύρτης, νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Καὶ βεβαίως τότε ὁ ἀπηλπισμένος ἀσθενὴς θὰ καταφύγῃ εἰς αὐτὸν ἐλπίζων νὰ εὕρῃ τὴν σωτηρίαν του. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις. Δυστυχῶς ὅμως, δὲν τὸ συναισθάνεται ἐπαρκῶς καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶδον νὰ ἐγγράφῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν κονδύλια ἀρκετῶν ἑκατομμυρίων διὰ νὰ θεραπευθῇ τὸ νόσημα τῆς παραγωγικῆς μας ἀνεπαρκείας. Τὸ νόσημα εἶναι ὄχι μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπάρχον εἰς τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν. Ἡ θεραπεία τοῦ νοσήματος αὐτοῦ ἔγκειται εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων τῆς βελτιώσεως καὶ ἀναπτύξεως τῆς παραγωγικῆς ἱκανότητος τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ. Ὅσα δὲ εἶπον, τὰ εἶπον διὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεπτώμεθα διὰ τὴν οἰκονομικὴν τῆς Χώρας μας ἀνόρθωσιν. (Χειροκροτήματα).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐγγεγραμμένος διὰ νὰ ὁμιλήσῃ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἀναβάλλεται ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν 6ην μ. μ. σήμερον. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 6ην μ. μ. σήμερον. (Ὥρα 8 π. μ.)