1927.06.02
2,488 rows · 16,047 words · 128 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87
Πέμπτη 2 Ἰουνίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 7.20′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ἕνεκα τῆς ἑορτῆς τῶν τυπογράφων καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου δὲν κατωρθώθη παρὰ μόνον ἡ ἐκτύπωσις τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἐκτύπωσις τῶν πρακτικῶν τῶν περιεχόντων τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 119. Ἑπομένως διὰ τὰ λοιπὰ πρακτικὰ τῶν δύο συνεδριάσεων, ἐφόσον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ ἀπόψε τὰς ἐργασίας της, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ ὅπως ἐπικυρώσω αὐτὰ ὑπ’ εὐθύνην μου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω δύο σχέδια νόμου, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς: 1ον) «Περὶ στοιχειώδους γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως» καὶ 2ον) «Περὶ διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων».
§4Σ. ΣΤΑΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ εἶναι σχετικὰ μὲ τὰ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης. Ἐννοῶ τὸ τῶν δημοσίων κτημάτων. Ἐπειδὴ εἶμαι πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης, τῆς ὁποίας τὸ ἔργον ἔχει σχεδὸν ἐπιτελεσθῆ, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσῃ δι’ ἐμοῦ ὅπως τὰ σχετικὰ Ν. Διατάγματα τὰ ἀφορῶντα τὴν Ἀεροπορικὴν Ἄμυναν σταλῶσι πρὸς αὐτὴν πρὸς ἐξέτασιν, διότι οὐδεμία ἄλλη Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία πρὸς τοῦτο πλὴν ἡ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης.
§5Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κοινὴ συνεδρία τῶν δύο Ἐπιτροπῶν, τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μαζαράκης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ διακανονισμοῦ συντάξεων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατοῦ καὶ τῆς Χωροφυλακῆς, κριθέντων ὑπὸ τοῦ ἐννεαμελοῦς Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ἀνωτάτου τοιούτου». Ἐπίσης ὑποβάλλονται αἱ ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ὑπογραφείσης προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας τὴν 28ην Φεβρουαρίου 1927». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταθὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 13ῃ Ὀκτωβρίου 1926 συμβάσεως προξενικῆς ἐγκαταστάσεως» καὶ 3) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 28 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Διατάγματος «περὶ κυρώσεως τῶν γενομένων μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1920 ἀνακλήσεων κλπ. ἀπομακρυνθέντων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν περισσοτέρων βουλευτῶν σχεδὸν ἀχρηστεύουν αἱ περισσότεραι Ἐπιτροπαί. Διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ γίνῃ, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἐργασιῶν, ἥτις δὲν εἶναι οὕτω ἐφικτή, παρακαλῶ ὅπως δεχθῇ ἡ Βουλὴ προσωρινὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, προκειμένου περὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, δυνάμει τῶν ὁποίων αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ θεωροῦνται ἐν ἀπαρτίᾳ ὅταν παρίσταται τὸ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῶν. Τοῦτο θὰ ἰσχύσῃ μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν.
§8Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Προκειμένου νὰ κρίνουν αἱ Ἐπιτροπαὶ περὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν νομοθετημάτων τῆς καταλυθείσης δικτατορίας καὶ ἐν γένει περὶ ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ Ἐπιτροπαὶ ἔχουσι νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὸ προτεινόμενον μέτρον τὸ θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον.
§9Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι καλύτερον θὰ ἦτο τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ ἀναπληροῦντο, ἐφόσον ἀπουσιάζουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καθ’ ὑπόδειξιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ὥστε νὰ μὴ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀπαρτίας, διότι εὑρίσκω ὅτι ἡ δικαιοδοσία εἶναι τεραστία προκειμένου περὶ τῶν Διαταγμάτων τῆς Παγκαλικῆς δικτατορίας καὶ εὑρίσκω συνεπῶς παρακεκινδυνευμένον τὸ μέτρον τῆς ἀπαρτίας διὰ τοῦ ¼ τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν.
§10Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος, ἐφόσον οἱ βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὰς Ἐπιτροπὰς δύνανται νὰ λαμβάνωσι μέρος. Ἐφόσον ὅμως δὲν θέλουσι νὰ μείνωσι διὰ νὰ ἐργασθῶσι....
§11Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅλαι αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐργάζονται. Ὄχι δὲν θέλουσι νὰ ἐργασθῶσι. (Θόρυβος).
§12Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι περίεργος ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως....
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶναι σκέψις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι σκέψις τοῦ Προεδρείου, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τί θὰ γίνῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν.
§14Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε ἀνακαλῶ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ προτεινόμενον μέτρον. Δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς ὅπου αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀντελήφθησαν τάσιν ἐξ ὡρισμένων κατευθύνσεων ὅπως μὴ ἀποσταλοῦν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τὰ Διατάγματα. Σήμερον ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε ὅτι ἐπειδὴ θὰ ἀπουσιάζουν μερικὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν λόγῳ τοῦ θέρους εἰς τὰς ἐπαρχίας των, αἱ Ἐπιτροπαὶ πρέπει νὰ ἀποφασίζουν μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ ¼ τῶν μελῶν αὐτῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ἀποφάσεις Ἐπιτροπῶν ἐπὶ διαφόρων Διαταγμάτων διὰ 4 ἢ 5 ψήφων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νομίζω νὰ γίνῃ τοιοῦτόν τι ἀποδεκτόν.
§15Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν εὑρίσκω δικαιολογημένην τὴν ἐξέγερσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν Κανονισμὸν τοῦτον, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλὰ τῶν Διαταγμάτων παρερχομένης ὡρισμένης προθεσμίας θὰ ἀκυρωθῶσιν. Ὑπάρχει συνεπῶς ἀνάγκη αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργασθῶσι κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Ἡ προτεινομένη τροπολογία δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν κακὸν ἀποτέλεσμα. Ἂν ὑπάρχωσι βουλευταὶ μεταξὺ τῶν Ἐπιτροπῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι τὸ καθῆκόν των τοὺς ἐπιβάλλει νὰ παρακολουθήσωσι τὰς ἐργασίας τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν, δύνανται νὰ παραμείνωσιν. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουσι πολλοὶ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ διαφόρων λόγων θὰ ἐμποδισθῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐργασθῶσιν αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ εὑρίσκω βάσιμον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ἔχει γίνει ψήφισμα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ ἐπὶ τῆς δικτατορίας ἐκδοθέντα Διατάγματα παραπέμπονται εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ μόνον διὰ ψηφίσματος δύναται νὰ μεταβάλλῃ τοῦτο.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κατὰ τὸ ψήφισμα, δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν Διαταγμάτων εἰς τὰς Ἐπιτροπάς.
§17Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν ὅσον προσπαθεῖται νὰ παρασταθῇ. Διότι ἀναμφισβητήτως, προκειμένου περὶ τῶν συνήθων ἔργων τῶν Ἐπιτροπῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ἔργου τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ ἀφορῶντος τὰ Ν. Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ἐπὶ τῆς δικτατορίας, νομίζω ὅτι ἡ πρότασις πρέπει ἀσυζητεὶ νὰ ἀπορριφθῇ. Ἤκουσα τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ λέγοντος τοῦτο· τίς ἐμποδίζει τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ παρίστανται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς αὐτάς; Ἡ θεωρία τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ θεωρία ἡ γνωστὴ ὑπὸ τὸν τίτλον «très facinut collegium». Θὰ ἠδύνατο καὶ ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀπαρτίας νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις, διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ βουλευταὶ καλοῦνται νὰ λάβωσι μέρος εἰς αὐτὴν καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἀντιπροσωπευθῶσιν ὑπὸ τριῶν μελῶν. Νομίζω ὅτι τοιαύτη θεωρία δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου δὲν τροποποιοῦνται οἱ Κανονισμοὶ δι’ ἁπλῶν προτάσεων. Διὰ τοῦτο νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἀναγνωρίζοντες τὸ δίκαιον τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν, δὲν θὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν πρότασίν σας, ἡ ὁποία βεβαίως προὐτάθη ἵνα ἁπλοποιήσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς.
§18Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνῷ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος δύναται νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις διὰ τοῦ ¼ τῶν μελῶν αὐτῆς, διὰ ποῖον λόγον δὲν δύνανται αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀποφάσεις διὰ τῆς αὐτῆς ἀπαρτίας;
§19Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι τὸ ἔργον τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας παραπέμπονται τὰ Διατάγματα τῆς Παγκαλικῆς δικτατορίας, εἶναι σοβαρώτατον, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ λόγῳ τοῦ ὄγκου τῆς ἐργασίας τῆς ἀκυρώσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν Ν. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς δικτατορίας τὰ παραπεμπόμενα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι τὸ ἔργον τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι σοβαρώτατον. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μετέχω δύο Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ἐπιτροπῆς, ἀναπληρῶ δὲ διὰ λόγους ἀσθενείας τὸν κ. Καναβὸν ἐν τῇ προεδρίᾳ τῆς Κοινοβουλευτικῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἔχουσιν ὑποβληθῆ σοβαρώτατα Διατάγματα καὶ σοβαρώταται συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ἐφελκύσει μέχρι τοῦδε τὴν προσοχὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα μὴ λαμβάνωνται ἀποφάσεις μὲ ἀριθμὸν βουλευτῶν μόνον μὲ ἀπαρτίαν. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν εἶναι ἐκκρεμῆ καὶ τὰ νομοσχέδια τῆς ὁδοποιίας, τὴν ταχύτητα τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὁποίων, ὑποθέτω, ἀναγνωρίζει ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τὰ νομοσχέδια «περὶ ὁδοποιΐας» τὰ ἐξετάζει μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ δὲν εἶναι εὔκολον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ἔργον νὰ διεξάγεται μετὰ ταχύτητος, διότι πρέπει νὰ συλλέξῃ ὅλας τὰς ἀναγκαίας ἐκείνας πληροφορίας, νὰ συζητῇ τὰ νομοσχέδια ἄρθρον πρὸς ἄρθρον καὶ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅσον εἶναι δυνατὸν τελειότερον. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ἀποτελεῖται ἀπὸ 44 μέλη. Νομίζω δὲ ὅτι, ἂν ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου εἰς 11, θὰ εἶναι πολὺ μικρός. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς πρότασιν. Ἂν οἱ κ.κ. συνάδελφοι θέλουν ν’ ἀπουσιάσουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, νὰ δηλώσωσι τοῦτο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος νὰ ἀναπληρώσῃ τούτους ἐκ τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις βουλευτῶν, κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων.
§22Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζω ὅτι δύναται τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ ὡς ἑξῆς. Νὰ παρακληθῶσι τὰ κόμματα νὰ ὁρίσουν ἀπὸ τοῦδε, ἀπὸ σήμερον ἂν εἶναι δυνατόν, τοὺς ἀναπληρωματικούς. Νὰ δύναται δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν περιπτώσει ἀπουσίας τῶν τακτικῶν μελῶν, νὰ καλῇ τὰ ἀναπληρωματικά.
§23Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλή;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἂν γίνωνται οὕτω πως αἱ συζητήσεις, ἂν γίνωνται αἱ προτάσεις μία ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἄλλη ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἄνευ οὐδεμιᾶς βάσεως, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Νομίζω ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Μεταξᾶν μία πρότασις, νὰ ὁρισθοῦν ἀναπληρωματικὰ μέλη ἐν ἐλλείψει τῶν τακτικῶν. Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ὑποδείξουν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποδείξεων αὐτῶν νὰ συμπληροῦνται αἱ Ἐπιτροπαί, χωρὶς νὰ μεταβληθῇ ὁ Κανονισμός.
§27Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ ἰδέα μου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁ πρόεδρος ἑκάστης Ἐπιτροπῆς καλεῖ εἰς τὴν συνεδρίασιν ὄχι μόνον τὰ τακτικά, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη. Ἂς ὁρισθοῦν ἀπὸ τοῦδε τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη, οἱ δὲ πρόεδροι τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἰς τὰς συνεδριάσεις νὰ καλοῦν καὶ τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη καὶ ἐν περιπτώσει ἀπουσίας τῶν τακτικῶν μελῶν νὰ λαμβάνουν μέρος τὰ ἀναπληρωματικά.
§28Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ Ἐπιτροπαὶ δι’ ἀναπληρωματικῶν μελῶν καὶ νὰ καλοῦνται καὶ τὰ ἀναπληρωματικά.
§29Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε, ὁ Κανονισμός, τὸν ὁποῖον προχθὲς ἐψηφίσαμεν καὶ ὁ ὁποῖος καθορίζει τὸν τρόπον τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν.
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα μετὰ γενικὴν συναίνεσιν ἐλύθη. Μετὰ τοῦτο θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω ὅπως ψηφισθοῦν νομοσχέδιά τινα, ἐπειδὴ θὰ εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῶν διακοπῶν, νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσουν συζήτησιν. Ἂν πρόκειται νὰ προκαλέσουν συζήτησιν, τότε τὰ ἀφίνομεν.
§31Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ δικαιοδοσία τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ Παγκαλικὰ Διατάγματα, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἔχει κολοσσιαίαν σημασίαν. Ὑπάρχουν συμβάσεις ἑκατομμυρίων λιρῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκινδύνευον νὰ κυρωθῶσιν ἀπὸ 4 ἢ 5 πρόσωπα, χωρὶς νὰ ὑποστοῦν οὐδένα ἔλεγχον μέχρι τοῦδε ἄξιον λόγου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρωθῶσιν τὰ τακτικὰ μέλη μιᾶς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς δι’ ἄλλων ἀναπληρωματικῶν μελῶν;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ, ὅπως αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ συμπληροῦνται κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν δι’ ἀναπληρωματικῶν μελῶν, ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἀπουσιαζόντων, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Δ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§34Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Πρὸ ἀρκετῶν ἡμερῶν ἀνηγγέλθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ θάνατος τοῦ ἥρωος στρατηγοῦ Ἰωάννου. Ἐνθυμεῖσθε μετὰ πόσης δικαίας συγκινήσεως ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὸ θλιβερὸν ἄγγελμα καὶ μετὰ πόσης δικαίας εὐγνωμοσύνης ἀνεγνώρισε τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα τὸ Κράτος περιθάλψῃ κατὰ τὸν ὑπόλοιπον αὐτῆς βίον τὴν μόνην ἐπιζῶσαν ἀπροστάτευτον ἀδελφὴν τοῦ ἥρωος νεκροῦ. Παρῆλθε τόσον μακρὺ διάστημα χωρὶς νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ εὐγενὴς εὐχὴ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ σήμερον κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πανηγυρισμοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται ἐπί τι διάστημα νὰ μείνωμεν μακρὰν τῆς αἰθούσης ταύτης, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν μὲ θάρρος νὰ φέρω εἰς τὴν ἐντύπωσιν τῆς Βουλῆς ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναβληθῇ περαιτέρω τὸ ἔργον τῆς ἐπιβαλλομένης ταύτης περιθάλψεως. Εἶναι τόσον ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη αὕτη, ὥστε δὲν ἀμφιβάλω ὅτι ἡ Βουλὴ σύμπασα θὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Δεκτόν.
§36Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ ἀμέσως νόμος.
§37Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω, κ. Πρόεδρε, πρότασιν ψηφίσματος καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ χορηγήσεως συντάξεως εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀποθανόντος στρατηγοῦ Δ. Ἐλ. Ἰωάννου».
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§40Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ ἀπονομὴ συντάξεως εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀποβιώσαντος στρατηγοῦ Ἰωάννου ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ αἰσθήματα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ ὀρθῶς καὶ δικαίως ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὸ ψήφισμα καὶ ἐχορήγησε σύνταξιν εἰς τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀειμνήστου στρατηγοῦ.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐψηφίσθη αὐτό.
§42Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἠθικὴ ὑποχρέωσις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα τελοῦνται μνημόσυνα ὑπὲρ τοῦ στρατάρχου τῆς Ρούμελης Γεωργίου Καραϊσκάκη, νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ μέριμναν ὑπὲρ τοῦ μόνου ἀπογόνου αὐτοῦ, ὅστις σήμερον πένεται ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Περὶ αὐτοῦ, κύριοι, ἤθελον νὰ ὁμιλήσω. Δὲν ἔχει τὰ μέσα τῆς ἁπλῆς συντηρήσεως, κύριοι. Καὶ ἤθελον νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἴσως ἀγνοεῖ.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά.
§44Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει ψηφίσει βοήθημα διὰ τὴν οἰκογένειαν Καραϊσκάκη πρὸ ἐτῶν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Ὅλως ἀπροόπτως ἔρχεται ὑπὸ συζήτησιν αὐτὴ ἡ πρότασις. Νὰ ὑποβάλητε ψήφισμα. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Θεολογίτης.
§46Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι, κ. Πρόεδρε, τὴν κούρασιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν σπουδὴν αὐτῆς ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐν τούτοις ὅμως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναφέρω μερικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ τὰ ὁποῖα δηλητηριάζουν τὴν χαρὰν τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς αἰσθάνεται ἐπὶ τῷ τερματισμῷ ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον σημειώνει ἕνα σταθμὸν εἰς τὴν Νεοελληνικὴν Ἱστορίαν. Σημερινὰ τηλεγραφήματα ἐκ Θεσσαλονίκης ἀναγγέλλουν ὅτι συνήφθη αἱματηρὰ μάχη ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ ἡ μάχη αὐτὴ ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα ἀνωμαλιῶν καὶ ἀταξιῶν, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται εἰς ὁλόκληρον τὴν Μακεδονίαν. Σήμερον ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην φορὰν ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Θράκη διατελοῦν ὑπὸ πίεσιν κρίσεων ἐσωτερικῶν τοιούτων, οἵας δὲν ἀντίκρυσαν κατὰ τὴν περίοδον τῆς μεγαλυτέρας ἀνωμαλίας. Ἐκτὸς τῶν συχνῶν λῃστειῶν, αἱ ὁποῖαι παρετηρήθησαν εἰς τὰς πόλεις, γίνονται καθημερινῶς συρράξεις. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐκ τῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, οἱ ὁποῖοι φαντάζονται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἡ ἐργατικὴ τάξις, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κόπτονται, ὅταν αὐτοὶ ἐγκαταλείποντες τὰ βουλευτικὰ ἑδώλια περιέρχονται τὰς ἐπαρχίας καὶ ἡγοῦνται διαδηλώσεων ὅπως διαταράξωσι τὴν τάξιν. (Φωναί: Αἶσχος). Δὲν εἶναι δυνατὸν πολὺ περισσότερον νὰ υἱοθετήσω τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔρριψαν εἰς ἕνα ἀγῶνα ἐξοντώσεως τὴν ἐργατικὴν τάξιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ καὶ ἀπαρατήρητον τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ αἱματοχυσία ἐν Μακεδονίᾳ, ἡ αἱματοχυσία ἡ ὁποία ὑφίστατο πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐξακολουθεῖ καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν δεκαετίαν εἰς βάρος τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ τοῦ ἀτάκτου, ὁ ὁποῖος διεξάγεται μεταξὺ τῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν καπνεργατικῶν ὀργανώσεων, νὰ μᾶς δηλώσῃ δὲ πῶς σκέπτεται νὰ δώσῃ τέρμα εἰς τὰς ἀνωμαλίας αὐτάς, ἀνωμαλίας ἀπὸ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν βεβαίως ἰσχυρὰ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, διαθέτουσα ὅλα τὰ μέσα ὅπως πατάξῃ τοὺς ταραξίας. Ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ μειωθῇ τὸ αἴσθημα τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Κράτος ὅλων ἐκείνων τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι πάσχουν καὶ αἱ ὁποῖαι βλέπουν ὅτι ἀπὸ πενταμήνου ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ ἀντὶ νὰ παγιωθῇ ἀπεναντίας διεταράχθη κατὰ τρόπον μὴ συγκρινόμενον πρὸς οὐδεμίαν ἄλλην κατάστασιν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§48Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Προηγοῦμαι, κ. Πρόεδρε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάξιμος μοὶ εἶχε ζητήσει τὸν λόγον εἰς τὸ γραφεῖόν μου.
§50Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐπιτραπῇ.
§52Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Οὐδὲ σκέψις μου εἶναι νὰ ὑποκινήσω τοιαύτην συζήτησιν. Χθὲς τὸ ἑσπέρας εἶχον ζητήσει πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸν λόγον, ἀκριβῶς διὰ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς μερικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην....
§53Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὰ ὁποῖα προκαλεῖτε σεῖς. (Θόρυβος).
§54Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. .... μερικὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ νὰ τονίσω τὴν ἀνάγκην νὰ ληφθοῦν μέτρα πρὸς λύσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς.
§55Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἂν καταργηθοῦν τὰ Σωματεῖα, τότε θὰ ἡσυχάσητε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰωαννίδη, παρακαλῶ μὴ διακόπτετε.
§57Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Παρατηρεῖται μία συστηματικὴ προσπάθεια νὰ μετατεθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν βάσιν του εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ὁ ἀγὼν τῶν καπνεργατικῶν ὀργανώσεων δὲν στρέφεται, οὐδὲ ἐναντίον τοῦ Κράτους, οὐδὲ ἐναντίον τῆς δημοσίας τάξεως. Ὁ ἀγὼν τῶν καπνεργατικῶν ὀργανώσεων ἀποβλέπει εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς συνθέσεως τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου ἀσφαλείας καὶ προστασίας τῶν καπνεργατῶν, γενομένης ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς Παγκαλικοῦ Διατάγματος.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐλέχθησαν.
§59Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, κύριοι, τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ σπουδαιότερον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προσέξῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἄμεσα μέτρα, εἶναι αὐτό· εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ διωγμοῦ καὶ τῆς τρομοκρατίας. Ἔγιναν ἑκατὸν συλλήψεις. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ πιθανὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀγνοῇ τὴν κατάστασιν, ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ μερικὰ στοιχεῖα. Τεσσαράκοντα πέντε ἐργάται ἐξετοπίσθησαν.
§60Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Νὰ δοθῇ ἐντολὴ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἀπόψε....
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰωαννίδη, δὲν ἔχετε τὸν λόγον, μὴ διακόπτετε.
§62Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅταν ἔγιναν ἑκατὸν συλλήψεις σήμερον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην...
§63Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Χιλιάδες θὰ γίνουν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰωαννίδη, δὲν εἶσθε σεῖς ἁρμόδιος νὰ δίδητε ἀπαντήσεις.
§65Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Μὲ αὐτὸ μὴ νομίζετε ὅτι θὰ σταματήσῃ εἷς ἀγὼν 40,000 ἐργατῶν. Ἄν νομίζητε σεῖς ὅτι θὰ καταπνίξητε τὴν φωνὴν καὶ τὸ αἴσθημα τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ἀπατᾶσθε.
§66Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ γίνῃ ἐπερώτησις, ἐπρόκειτο νὰ ἀναγγελθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς τὴν Μακεδονίαν, ὅπως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δώσῃ μίαν ἀπάντησιν καὶ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Ἄν λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχῃ ἀκόμη νὰ προσθέσῃ τι, νὰ τὸ προσθέσῃ, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ θὰ δώσω ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀναπληρῶν τὸν ἀπουσιάζοντα συνάδελφόν μου, τὰς δεούσας πληροφορίας.
§67Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Τελειώνω, κύριοι, καὶ ζητῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα καὶ ἑτοιμάζονται πανηγύρεις, νὰ λάβῃ μέτρα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐργατῶν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§69Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εὑρισκόμην εἰς Θεσσαλονίκην κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ταραχῶν, ὁπότε προσῆλθον οἱ κ. κ. Μάξιμος καὶ Παπανικολάου, εἰς τοὺς ὁποίους παρετήρησα τὴν σύμπτωσιν ταύτην τῆς παρουσίας των μὲ τὰς ταραχάς. Μοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι ἀφορμὴ εἶναι ἡ κράτησις τῶν καπνεμπόρων ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν καπνεργατῶν 4% ὑπὲρ τοῦ ταμείου ἀσφαλίσεως. Τοὺς ἀπήντησα ὅτι πρόκειται περὶ νομίμου ὑποχρεώσεως καὶ ὅτι πάντως εἶναι ζήτημα πλέον νομοθετικὸν ἢ τροποποίησις τῆς συνθέσεως τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Τοὺς ἐδήλωσα ἐπίσης ὅτι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ κάμουν σαμποτάζ. Οἱ καπνεργάται θέλουν τὴν μεταβολὴν τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου βιαίως. Ἐπετέθησαν ἐναντίον τῶν ἐργαζομένων ἐργατῶν καὶ τῶν ἀρχῶν. Ἡ Γενικὴ Διοίκησις, πολὺ ὀρθῶς πράττουσα, ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα. Μόνη ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μετατρέπῃ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου καὶ οὐδεὶς ἄλλος.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθῶς, κύριοι, ἔλαβον χώραν ἔκτροποι σκηναὶ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θρᾴκῃ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ἀφορμὴ δὲ τούτων ὑπῆρξεν ἡ διοίκησις τοῦ ταμείου ἐργατῶν. Τὸ ταμεῖον τῶν καπνεργατῶν ἔχει ἰδιάζουσαν τὴν συγκρότησίν του ἀπὸ τὰ λοιπὰ ταμεῖα, διότι καὶ κατὰ διάφορον τρόπον ἀπὸ τὰ λοιπὰ συντελοῦνται αἱ ἀποτελοῦσαι αὐτὸ εἰσφοραί. Συνεισφέρουν οἱ ἐργάται, παρακρατουμένου ποσοῦ τινος ἐκ τοῦ μισθοῦ των, οἱ ἐργοδόται καὶ τὸ Κράτος. Κατ’ ἀκολουθίαν, τὸ ταμεῖον τοῦτο ἀποτελεῖ κρατικὸν ὀργανισμὸν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, οὐχὶ ὡς ἀτόμων, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ὡς ἑνὸς κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ. Εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ τὴν διαχείρησίν του καὶ ἀπὸ τὰς τρεῖς ταύτας προελεύσεις. Ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπή, ἀποτελεῖται ἐξ ἐργατῶν, ἐξ ἐμπόρων καὶ ἐξ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, κατ’ ἀναλογίαν δὲ ἔχει παραχωρηθῆ μείζων κατ’ ἀριθμὸν ἀντιπροσωπεία εἰς τοὺς ἐργάτας, τελευταίως τινὲς ἐκ τῶν ἐργατῶν, τῶν ὁποίων τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν κίνησιν κανονίζει ἀντιπροσωπεία ἐκ τοῦ ἐνταῦθα κόμματος τῶν λεγομένων «Ἑνιαίου Μετώπου», ἠθέλησαν νὰ μεταβάλουν τὸ ταμεῖον τοῦτο οὐχὶ διὰ συνεννοήσεως πρὸς τὸ Κράτος, οὐχὶ διὰ προτάσεως, τὴν ὁποίαν οὗτοι ἠδύναντο νὰ κάμουν ὡς βουλευταί, ἀλλὰ δι’ ἐξεγέρσεως τῶν ἐργατῶν καὶ χρησιμοποιήσεως αὐτῶν κατὰ τῶν ἐργοδοτῶν καὶ κατὰ τῶν ἄλλων ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται καὶ δὲν φέρουν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ ταμείου συγκρότησιν. Εἰς τοὺς κ. κ. ἀντιπροσώπους, ὅταν προσῆλθον εἰς ἐμὲ παραπονούμενοι διὰ τὰς ταραχάς, ἃς αὐτοὶ προεκάλουν, τοὺς εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ταραχῶν, ἀλλὰ δέον νὰ κανονισθῇ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, εἴτε διὰ τῆς διοικητικῆς. Ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αἱ πληροφορίαι μου, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ τῶν Ἀρχῶν τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν διὰ πᾶν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας, γίνεται μία σκόπιμος προσπάθεια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν στραφῆ ἐντελῶς πρὸς τὰ ἀριστερά, νὰ μεταχειρίζωνται τοῦτο, προσπαθοῦντες βιαίας λύσεις, ἵνα παραστήσωσι τὸ Κράτος ὑποβαλλόμενον εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν καὶ νὰ φαίνωνται αὐτοὶ δῆθεν τῶν ἐργατῶν ὑπέρμαχοι.
§72Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Αὐτὰ εἶναι παληά.
§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δυστυχῶς, συμβαίνουν σήμερον. Εἰς τὰς κινήσεις αὐτὰς προΐστανται συνήθως τρεῖς βουλευταί, οἱ κ. κ. Μάξιμος, Παπανικολάου καὶ Χαΐνογλου.
§74Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Σταυρίδης, ὁ πανταχοῦ παρών.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸ ἡμερῶν αἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἀρχαὶ ἔλαβον ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ἐνδεικνυόμενα κατόπιν συνενοήσεως μετὰ τοῦ κέντρου, ἵνα προστατεύσουν τὴν ἐργασίαν, τόσον ἀπέναντι τῶν ἐργοδοτῶν, ὅσον καὶ ἀπέναντι τῶν φιλησύχων ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐξακολουθήσουν τὰς ἐργασίας των. Πρὸς τοῦτο συνεστήθη, παρὰ τὰς διαφόρους δυσχερείας, τὰς ὁποίας φέρουν οἱ πρὸς τὰ ἀριστερὰ κατευθυνόμενοι, νὰ παύσῃ τὸ Λὸκ–Ἄουτ καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ λεγομένη ἐλευθέρα ἐργασία, ἀλλ’ ἀντὶ τῆς ἐργασίας μία ὡρισμένη μερὶς εἰσῆλθεν εἰς τὰ ἐργοστάσια καὶ ἔκαμε τὴν λεγομένην λευκὴν ἀπεργίαν. Δὲν ἤρκεσε δὲ τοῦτο, ἀλλὰ κατῆλθον εἰς τὰς ὁδοὺς μετ’ ἀφαντάστου προκλητικότητος κατὰ τῆς τεταγμένης πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως δημοσίας δυνάμεως καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἴπω, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκεῖθεν, τόσον τὰς τηλεγραφικὰς ὅσον καὶ τὰς τηλεφωνικὰς, ὅτι ἐπέδειξεν ἀνοχὴν ὑπερβαίνουσαν ἀληθῶς πᾶν ὅριον ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ ὑπὲρ τῆς τάξεως καθῆκον ἄνευ ἀπευκταίων.
§76Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν ἔπρεπε.
§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὸ νομίζω. Αἱ Ἀρχαὶ ἔχουν μίαν ὑποχρέωσιν, νὰ ἐπιβάλλουν τὸ κράτος τοῦ νόμου. Καὶ ἐφόσον δύνανται νὰ πράξουν τοῦτο χωρὶς νὰ μεταχειρισθῶσι βίαια μέτρα εἶναι καθῆκόν των τοσούτῳ δὲ μᾶλλον καθόσον καὶ εἰς τὰς ἐξεγέρσεις τῶν ὁμάδων δὲν δύνανται νὰ γνωρίζουν μέχρι τίνος σημείου οἱ πολλοὶ συμμερίζονται τὰς ἰδέας τῶν ἐξεγειρόντων αὐτοὺς ἢ γίνονται ἁπλῶς τυφλὰ ὄργανα, μὴ γνωρίζοντα τί κάμουν. Διὰ τοῦτο συνεχάρην τὰς Ἀρχὰς καὶ συνέστησα νὰ συνεχίσουν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δυσχεροῦς αὐτῶν ἔργου. Ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι ἀποκατέστησαν τὴν τάξιν καὶ δὲν ἐχύθη οὔτε ρανὶς αἵματος καὶ ἀναληθῶς ἰσχυρίζονται τὸ ἐναντίον οἱ κύριοι τῆς ἀριστερᾶς. Συνελήφθησαν οἱ ταραξίαι καὶ δυνάμει τοῦ νόμου «Περὶ δημοσίας ἀσφαλείας» ἀπηλάθησαν ἐκ τοῦ τόπου (Χειροκροτήματα) ὅπως δυνηθῶσιν οἱ ἥσυχοι ἐργάται νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ ἔργα των. Θὰ προσθέσω ὅτι αἱ Ἀρχαί, ἵνα ἀποφύγουν τὴν σύγκρουσιν, μετῆλθον καὶ τέχνασμα ἀκόμη. Ὁ κ. Γ. Παπανικολάου, ἡγούμενος μερίδος ἐργατῶν, μετέβη προχθὲς εἰς τὸ Διοικητήριον καὶ προκλητικῶς ἠπείλησεν ὅτι, ἂν ἀπελαθῶσιν οἱ συλληφθέντες, ἡ παραλία θὰ πλημμυρίσῃ αἵματος. Ἡ ἀπάντησις ἦτο ὅτι αἱ Ἀρχαὶ ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκόν των καὶ οὔτε εἰς τὴν παραλίαν θὰ χυθῇ αἷμα, οὔτε οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς συγκρούσεως ἡ ἀπέλασις ἐγένετο ἐξ ἄλλου μέρους καὶ οὐχὶ ἐκεῖθεν, ὅπου οἱ ὁδηγοῦντες τοὺς ἐργάτας ἀριστεροὶ εἶχον συνέλθει πρὸς χύσιν τοῦ αἵματος τῶν ἄλλων καὶ οὐχὶ βεβαίως τοῦ ἰδικοῦ των· καὶ σήμερον ἐπίσης ἄλλαι λυπηραὶ σκηναὶ ἔλαβον χώραν εἰς Θεσσαλονίκην, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ κράτος τοῦ νόμου κατίσχυσε διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν Ἀρχῶν ἄνευ τραχέων μέτρων καὶ ἐπετεύχθη ὥστε αἱ Ἀρχαὶ νὰ συλλάβουν περὶ τοὺς 120 ἐργάτας καὶ νὰ διαλύσουν τὰς γενομένας συγκεντρώσεις, χωρὶς κανεὶς νὰ πάθῃ τίποτε. (Εὖγε, εὖγε). Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται διὰ χύσεως αἵματος. Εἶναι εὐτυχὲς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται δι’ αὐτῆς τῆς παραστάσεώς του. Δὲν ἠρνήθη ποτὲ τὸ Κράτος νὰ ἐξετάσῃ τὰ αἰτήματα τῶν ἐργατῶν, ἀλλ’ ὅταν προσέρχωνται εἰς τοῦτο καὶ οὐχὶ ὅταν ἄλλοι ἐκμεταλλευταὶ τῶν ἐργατικῶν ζητημάτων ἐπιδιώκουσι πρὸς ἄλλους σκοποὺς νὰ χρησιμοποιῶσι τοὺς ἐργάτας κατὰ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο καὶ συνέστησα εἰς τοὺς συντηρητικοὺς ἐργάτας νὰ ἀποχωρισθῶσι τῶν ἀριστερῶν καὶ τὸ Κράτος θὰ ἐξετάσῃ τὰ αἰτήματά των, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως ἐπιβληθῇ ὁ νόμος καὶ τὸ Κράτος ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες ἀντετάχθησαν κατὰ τούτου. Σήμερον αἱ Ἀρχαὶ τῆς Θεσσαλονίκης εἶχον σκοπὸν νὰ συλλάβουν καὶ τοὺς δύο κυρίους βουλευτάς, οἵτινες εἶχον τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἐργατῶν ἐξωθοῦντες τούτους κατὰ τῶν Ἀρχῶν, ἀλλ’ ἐνῷ ἐξώθησαν τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς ἔθεσαν ἀντιμετώπους τῶν Ἀρχῶν, ἐνῷ ἐξώθησαν τοὺς ἐργάτας εἰς τὸν κίνδυνον, αὐτοὶ ἀπέδρων λάθρα καὶ ἔφυγον. (Αἶσχος). Εἶναι καιρὸς νὰ κατανοηθῇ παρὰ τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου ὅτι οἱ παριστάμενοι ἐνταῦθα ὡς δῆθεν ἐκπρόσωποι τῶν συμφερόντων του, ἄλλους ἐπιδιώκουσι σκοπούς, οἵτινες μόνον εἰς κινδύνους τοὺς ἐργάτας ἐκθέτουσιν. Ἄν πράγματι ἤθελον νὰ προστατεύσωσιν ἐργατικὰ συμφέροντα θὰ ἠδύναντο νὰ φέρωσι ταῦτα ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ὅπου καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου θὰ ἐτύγχανον ὅλης τῆς εὐμενοῦς ἀκροάσεως καὶ τῆς συνδρομῆς πάντων ἡμῶν, εἰλικρινὲς καὶ πλῆρες ἐχόντων τὸ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἐνδιαφέρον. (Χειροκροτήματα).
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διαμαρτύρομαι. Δὲν εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεως ἡ σημερινὴ ἡμέρα. Κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπετράπη εἰς μερικοὺς συναδέλφους νὰ ὁμιλήσωσιν. Ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως καὶ κατανάλωσιν ὁλοκλήρου τῆς συνεδριάσεως εἰς συζήτησιν θέματος τοιούτου. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα πρὸ τῶν διακοπῶν καὶ παρακαλῶ νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς 30ῆς Μαΐου).
§80Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Θέλω νὰ ὑποδείξω κάποιαν παράλειψιν τῶν πρακτικῶν. Κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 119, ὡς ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὸ ἐδάφιον 5 τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου παρελείφθη ἡ λέξις «ἀστική». Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι διὰ τὰ γήπεδα τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν «ἀγροτικὴν» ἢ «ἀστικὴν» ἀπαλλοτρίωσιν.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§82Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Μάλιστα ἐξαιροῦνται τῆς δευτέρας ἀπαλλοτριώσεως.
§83Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Διὰ τὴν «ἀγροτικὴν» πρόκειται.
§84Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Καὶ διὰ τὴν «ἀστικήν».
§85Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν πρακτικῶν νὰ μεταβάλλωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιμένω εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν.
§86Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὸ αἴσθημα τῆς μνήμης τοῦ κ. συναδέλφου, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραδεκτὸν τὴν τελευταίαν στιγμήν.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγένετο, ἐγένετο.
§88ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ἀντελήφθην τοιαύτην τροπολογίαν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ὑπάρχουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ θὰ συμμορφωθῶ πρὸς αὐτά. Εἶναι καλὸς ὁδηγός.
§91Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ λέξις «ἀστική». Ἐξετέλουν τότε τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου.
§92Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 119 εἰς τὴν παράγραφον 6 ἐγένετο μία παράλειψις, παραλειφθείσης τῆς λέξεως «νῦν».
§93Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§94Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἂν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι ἐψηφίσθη ἡ προσθήκη τῆς λέξεως «νῦν». Θὰ καταφύγω ὅμως ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§96Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει κατατεθειμένον εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας τὸ ψηφισθὲν σχετικὸν σημείωμα.
§97Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡ λέξις «νῦν».
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῇ ἡ σιωπή μου, δηλῶ ὅτι παρὰ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην ἤθελεν ἡ Βουλὴ τὴν λέξιν «νῦν» καὶ τὴν ἐδέχθη.
§99Κ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις τοῦ ἄρθρου 119 εἰς τὴν βʹ παράγραφον «περὶ καπνοτόπων», ἐνῷ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅπως διαγραφῇ ἡ διάταξις διὰ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, ἐν τούτοις παρέμεινεν αὕτη καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀπάλειψις αὕτη.
§102Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κίνδυνος εἶναι ὁ ἑξῆς. Δὲν ὑπάρχει ἰδιοκτήτης ἐν Μακεδονίᾳ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ καπνοχώραφα καὶ πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ αὕτη.
§103Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰς τὴν παράγραφον 5 προσετέθη ἡ φράσις καὶ «ἀστική». Τὸ ἐβεβαίωσεν, ἄλλως τε, τοῦτο καὶ ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος κατὰ τὴν συνεδρίασιν κ. Γούσκος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν ὅπως μεταβάλλωνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς διὰ μιᾶς ψευδοῦς κατασκευῆς τῶν πρακτικῶν.
§104Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν τελευταίαν στιγμὴν διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν, ἥτις ἀνατρέπει πλήρως τὸ ἄρθρον 119. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς σχετικῆς διατάξεως ἐγένετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυσχερὲς νὰ δημιουργηθῶσι παρεξηγήσεις. Ἀλλὰ τοιαύτην τροπολογίαν, προτεινομένην, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ δεχθῶσιν οἱ πρόσφυγες βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἅπαντες θὰ ἐξηγείροντο καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἄνευ συζητήσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶσαι αἱ συζητήσεις εἶναι μάταιαι, ἐφόσον αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς περιέχονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παρέστην καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι δὲν ἀντελήφθην νὰ ἐγένετο τοιαύτη τροπολογία.
§107Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν παρατήρησιν. Ἐκεῖ ὅπου φαίνομαι εἰπὼν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, ἂν τὰ 300 στρέμματα θεωρῇ ἀναπαλλοτρίωτα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπήντησεν ὅτι εἶναι ἀναπαλλοτρίωτα, ἀλλ’ ἐν ᾗ ὅμως περιπτώσει ἤθελον ἀπαλλοτριωθῇ θὰ ἀπαλλοτριώνωνται κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 19, εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ φαίνεται ἀπαντήσας ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι μὲν ἀναπαλλοτρίωτα, ἀλλ’ ἐν ᾗ πρειπτώσει ἀπαλλοτριωθοῦν, ἡ ἀποζημίωσις θὰ εἶναι πλήρης. Ἔχει τελείαν διαφορὰν τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο. Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι πλήρης ἡ ἀπαλλοτρίωσις, ἀλλὰ νὰ εἶναι καὶ προηγουμένη κατὰ τὸ ἄρθρον 19.
§108Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα αὐτό. Ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς τοῦτο· εἰς τὸ νὰ εἶναι πλήρης ἡ ἀποζημίωσις καὶ προηγουμένη διὰ τὰ 300 στρέμματα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 30 Μαΐου.
§112Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπέβαλον εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν τὴν κάτωθι ἑρμηνείαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 117 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι αἱ διατάξεις περὶ ἀσυμβιβάστου τοῦ ἄρθρου 40 ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ἐπὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς ἐκ τοῦ λειτουργήματος αὐτῶν ἀσκούντων ἐποπτείαν ἢ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ἀναφερομένων νομικῶν προσώπων». Ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη ὑπεβλήθη κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς συνεδριάσεως, ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβεν ἀπόφασιν. Νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτῆς.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἐκκρεμής. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ἐγένετο δεκτὸν νὰ γίνουν καὶ σήμερον ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν εἶναι δεδικαιολογημένη. Διότι, ὅταν ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, εἴχαμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ αὕτη πρότασις).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ λήξεως τῆς Συντακτικῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ ἀναθεωρητικοῦ Συντάγματος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§117Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Ἀρχείου τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας».
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Μαρτίου 1917 Ν. Διατάγματος «περὶ τοῦ τρόπου ἐκδικάσεως τῶν μὴ ἐκδικασθεισῶν ἐμπροθέσμων περιουσιακῶν δηλώσεων ὁμοεθνῶν ἀνταλλαξίμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως τριακονταμελοῦς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς παρακολούθησιν ἐν γένει τῶν προσφυγικῶν ζητημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Μαρτίου 1927 Ν. Διατάγματος «περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων τῶν ἐκ Τουρκίας προσφύγων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τῶν χρηματικῶν ὑπολοίπων τοῦ τέως Ταμείου Ἀγροφυλακῆς Ἰωαννίνων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων συγκοινωνίας ἐν Ἠπείρῳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφάπαξ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκποιήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Δημητρίου Ν. Σταΐκου καταλειφθείσης περιουσίας εἰς τὸν Δῆμον Ἀγρινίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Ἰασονίδης, Α. Μυλωνᾶς, Κ. Μουζενίδης, Β. Καραπαναγιώτης, Ε. Ἐμμανουηλίδης, Ε. Φωτάκης, Α. Μητσοτάκης, Α. Εὐφραιμίδης, Ε. Λούκας, Τ. Σήφακας, Ν. Μπακόπουλος, Σ. Ταλιαδοῦρος, Ρ. Κούνδουρος, Γ. Ἐξηντάρης, Α. Γρηγορίου, Κ. Μητᾶκος, Ν. Μανούσης, Κ. Σπυρίδης, Χ. Ἀλαμανῆς, Η. Παπαδόπουλος, Α. Δουλγερίδης, Α. Θεολογίτης, Δ. Καζάκης, Α. Ἀποστολίδης, Α. Λαζαρίδης, Β. Ζησιάδης, Β. Γκλαβάνης, Γ. Τσακανίκας, Χ. Λαδᾶς, Π. Πετρίδης, Μ. Τσαρλαμπᾶς, Λ. Κυβετός, Α. Ψάρρας, Θ. Χαβίνης, Γ. Βοραζάνης, Α. Ἔξαρχος, Γ. Σίδερης, Τ. Ζερβός, Λ. Θεοδωρίδης, Α. Ἀνδρεάδης, Λ. Κουτσοπέταλος, Π. Εὐριπαῖος, Δ. Φλωριᾶς, Π. Διαμαντόπουλος, Μ. Βολουδάκης, Φ. Παπαγεωργίου, Δ. Ἀμπατζόπουλος, Α. Παπαδᾶτος, Π. Νικολαΐδης, Π. Πολυχρονίδης, Φ. Δημάδης, Θ. Τσιριμῶκος, Γ. Καλδῆς, Ι. Τσιγκόλης, Μ. Ἀργυρόπουλος, Κ. Ὀρφανός, Ε. Μαχαίρας, Α. Μάρκου, Δ. Κατσάνος, Ε. Μαλαμίδας, Α. Μέρος καὶ τρεῖς ἔτι ὑπογραφαὶ δυσανάγνωστοι ὑποβάλλουσι πρότασιν, δι’ ἧς παρακαλοῦσιν ὅπως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἐξαγγελθῇ δὲ εἰς ὅλας τὰς Ἀρχὰς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ γαλήνη καὶ ἡ εὐημερία τοῦ Τόπου.
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν ὡς συνημολογήθη τὸ σύνολον τοῦ Συντάγματος ἔχον οὕτω):
§125ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει):
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ.
Θρησκεία καὶ Ἐκκλησία Ἄρθρον 1. Ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκείνη, τοὺς ἱερούς, ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα, καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιτήρησιν, εἰς ἣν καὶ οἱ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος. Τὰ τῆς λατρείας πάσης γνωστῆς θρησκείας τελοῦνται ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. Ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται. Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον. Ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις αὐτοῦ ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1: «Εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ἀντίκειται ἡ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ τῇ Κρήτῃ ὑφισταμένη ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Μορφὴ καὶ βάσις τοῦ Πολιτεύματος Ἄρθρον 2. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι Δημοκρατία. Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἀπὸ τὸ Ἔθνος, ὑπάρχουν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἀσκοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἄρθρον 3. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἄρθρον 4. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἄρθρον 5. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ Δικαστηρίων ἀνεξαρτήτων, ὑποκειμένων μόνον εἰς τοὺς νόμους. Αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκδίδονται καὶ ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι τὰ δικαστήρια ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ ἐφαρμόζουν νόμον, οὗτινος τὸ περιεχόμενον ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων Ἄρθρον 6. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων καὶ συνεισφέρουν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των. Εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας εἶναι δεκτοὶ μόνον πολῖται Ἕλληνες, πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων ἐξαιρέσεων. Οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ δημόσιος ὑπάλληλος εἰς μὴ νομοθετημένην θέσιν. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσουν τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως ἢ παράσημα, πλὴν τῶν μεταλλίων πολέμου, οὔτε ἀπονέμονται, οὔτε ἀναγνωρίζονται. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι ὅτι εἰς κρατικὰς ὑπηρεσίας διορίζονται ὑπάλληλοι μόνον πολῖται Ἕλληνες, ἐφόσον κέκτηνται τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα, ξένοι δὲ μόνον ὅταν δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐπιτρέπεται. Ἡ δὲ λέξις «πολίτης» καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἄρθρα, ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου, τοῦ ἔχοντος δηλαδὴ Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἀδιακρίτως φύλου ἢ ἡλικίας. Πολιτικὰ δικαιώματα εἰς τὰς γυναῖκας δύνανται νὰ ἀπονεμηθῶσι διὰ νόμου». Ἄρθρον 7. Πάντες οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας ἀπολαύουν ἀπολύτου προστασίας τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας των ἀδιακρίτως ἐθνικότητος, θρησκείας καὶ γλώσσης. Ἐξαιρέσεις ἐπιτρέπονται εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον. Ἄρθρον 8. Ἀδίκημα δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ ποινὴ ἐπιβάλλεται, ἄνευ νόμου ἰσχύοντος πρὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως. Βαρυτέρα ποινὴ οὐδέποτε ἐπιβάλλεται μετὰ τὴν τέλεσιν τῆς πράξεως. Ἄρθρον 9. Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ. Ἄρθρον 10. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, ἀπελαύνεται, ἐκτοπίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Ἄρθρον 11. Ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως. Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τόν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν ἄνευ τινος ἀναβολῆς, τὸ βραδύτερον δὲ ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως, ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταφορὰν χρόνου. Ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει, ἐντὸς τεσσαράκοντα ὀκτὼ τὸ πολὺ ὡρῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς, εἴτε νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Ἡ προθεσμία αὕτη παρατείνεται μέχρι πέντε ἡμερῶν, αἰτήσει τοῦ προσαχθέντος, ἢ ἐξ ἀνωτέρας βίας, βεβαιουμένης ἀμέσως δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Παρελθούσης ἀπράκτου ἑκατέρας τῶν προθεσμιῶν τούτων, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος, εἴτε στρατιωτικός, ὀφείλει νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα. Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται, διωκόμενοι καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος, ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ὑποχρεοῦνται δὲ καὶ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εἰς τὸν παθόντα καὶ ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δέκα μεταλλικῶν δραχμῶν δι’ ἑκάστην ἡμέραν. Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρέχεται ἡ ἀποζημίωσις ἀπὸ τὸ Κράτος εἰς ἀδίκως προφυλακισθέντας ἢ καταδικασθέντας. Ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν διὰ νόμου ὁριζομένων ὁρίων. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 ἀναφορικῶς μὲ τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπαιτίων διὰ παρανόμους κατακρατήσεις εἶναι ὅτι δὲν εἶναι στοιχεῖον τοῦ ἀδικήματος ἡ δολία προαίρεσις, ἀλλ’ ἀρκεῖ καὶ ἡ ἁπλῆ γνῶσις τῆς παρανόμου κατακρατήσεως». Ἄρθρον 12. Ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται πάντοτε τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἐπὶ ἐγγυήσει, ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου. Οὐδέποτε δύναται ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἡ προφυλάκισις νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν. Ἄρθρον 13. Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται ν’ ἀπαγορευθοῦν, ἂν ὡς τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καθ’ ὃν τρόπον θέλει ὁρίσει ὁ νόμος. Ἄρθρον 14. Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγουν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Συνεταιρισμὸς δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων, εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἄρθρον 15. Τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας εἶναι ἀπαραβίαστον. Οὐδεμία ἔρευνα ἢ εἴσοδος εἰς κατοικίαν ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ καταχρήσει τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς, ὑποχρεοῦνται δὲ καὶ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν ἑκατὸν μεταλλικῶν δραχμῶν. Ἄρθρον 16. Ἕκαστος δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς, ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ Τύπου τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὁ Τύπος εἶναι ἐλεύθερος. Ἡ λογοκρισία, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον, ἀπαγορεύονται. Ἐξαιρετικῶς διὰ τοὺς Κινηματογράφους δύνανται νὰ ληφθοῦν προληπτικὰ μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς νεότητος. Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν εἴτε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, εἴτε μετ’ αὐτήν. Ἐπιτρέπεται κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας, εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιπτώσεις, ἕνεκεν ἀσέμνων δημοσιευμάτων, προσβαλλόντων καταφανῶς τὴν δημοσίαν αἰδῶ· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς κατασχέσεως ὀφείλει καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ τοῦτο ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἄρσεως τῆς κατασχέσεως, ἄλλως ἡ κατάσχεσις αἴρεται αὐτοδικαίως. Ἀνακοπὴ κατὰ βουλεύματος ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὸν δημοσιεύσαντα τὸ κατασχεθέν. Ἐπιτρέπεται νὰ ληφθοῦν διὰ νόμου ἰδιαίτερα μέτρα πρὸς καταπολέμησιν τῆς προσβαλλούσης τὰ δημόσια ἤθη φιλολογίας καὶ προστασίαν τῆς νεότητος ἀπὸ δημοσίων θεαμάτων καὶ παραστάσεων ἀκαταλλήλων. Δύναται, καθ’ ὃν τρόπον νόμος ὁρίζει, ν’ ἀπαγορευθῇ ἐπὶ ἀπειλῇ κατασχέσεως καὶ ποινικῆς διώξεως ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων, ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς κινήσεις ἢ εἰς ἔργα ὀχυρώσεως τῆς Χώρας. Εἰς τὴν κατάσχεσιν ἐφαρμόζονται αἱ ἀνωτέρω διατάξεις. Ὁ τε ἐκδότης ἐφημερίδος καὶ ὁ συγγραφεὺς ἐπιληψίμου δημοσιεύματος, ἀναφερομένου εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, πλὴν τῆς κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπιβαλλομένης ποινῆς, εἶναι ἀστικῶς καὶ ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι εἰς πλήρη ἀνόρθωσιν πάσης προσγενομένης ζημίας καὶ εἰς ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δ’ ἐλάσσονος τῶν διακοσίων μεταλλικῶν δραχμῶν. Εἰς μόνον πολίτας Ἕλληνας ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων. Τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου δὲν θεωροῦνται ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἄρθρον 17. Βάσανοι καὶ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Πολιτικὸς θάνατος δὲν ἐπιβάλλεται. Ἐπίσης θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δὲν ἐπιβάλλεται, ἐκτὸς τῶν συνθέτων, ἐφ’ ὧν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, ἐὰν τὸ μετὰ τοῦ πολιτικοῦ συνδεόμενον κοινὸν ἀδίκημα ἐπισύρῃ καθ’ ἑαυτὸ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17: «Διὰ τῆς λέξεως «βάσανοι» ἐννοεῖται καὶ οἱαδήποτε κάκωσις πρὸς κολασμὸν ἢ ἀνακάλυψιν ἐγκλήματος». Ἄρθρον 18. Τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, τηλεγραφημάτων καὶ τηλεφωνημάτων εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστον. Ἄρθρον 19. Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται πάντοτε ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐν περιπτώσει δ’ ἐπειγούσῃ δύναται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁρισθῇ δικαστικῶς, μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δικαιούχου, ὅστις δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ εἰς παροχὴν ἀναλόγου ἐγγυήσεως, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίσει ὁ νόμος. Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως. Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουν τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν, ἰαματικῶν, ρεόντων καὶ ὑπογείων ὑδάτων. Εἰδικοὶ νόμοι θέλουσι κανονίσει ὁμοίως τὰ τῶν ἐπιτάξεων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης εἰς περίπτωσιν πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως, ἢ πρὸς θεραπείαν ἀμέσου κοινωνικῆς ἀνάγκης, δυναμένης νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ ὑγείαν. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19: «Ἐν τῷ ὅρῳ «ἰδιοκτησία» νοεῖται καὶ ἡ κινητὴ τοιαύτη». Ἄρθρον 20. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τοῦ περιεχομένου ἢ τῶν ὅρων διαθήκης ἢ δωρεᾶς κατὰ τὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ κοινωφελοῦς σκοποῦ διατάξεις αὐτῆς. Ἐξαιρετικῶς ἐπιτρέπεται διὰ νόμου, ὅταν ἡ θέλησις τοῦ δωρητοῦ ἢ διαθέτου ἀποβαίνῃ ἀπολύτως ἀπραγματοποίητος, ἡ διάθεσις τοῦ διατιθεμένου ἢ δωρουμένου πρὸς ἄλλον παρεμφερῆ σκοπόν. Ἄρθρον 21. Ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ διδασκαλία αὐτῶν εἶναι ἐλεύθεραι, διατελοῦν δὲ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον συμμετέχει εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ ἐξάπλωσιν αὐτῶν. Ἄρθρον 22. Ἡ ἐργασία, ἥ τε πνευματικὴ καὶ σωματική, διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, μεριμνῶντος συστηματικῶς ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἐξυψώσεως τῶν ἐργαζομένων τάξεων, ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν. Ἄρθρον 23. Ἡ ἐκπαίδευσις διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους καὶ ἐνεργεῖται δαπάνῃ αὐτοῦ ἢ τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ὅλους ὑποχρεωτική, παρέχεται δὲ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος ὁρίζει διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν τὰ ἔτη τῆς ὑποχρεωτικῆς φοιτήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ εἶναι ὀλιγώτερα τῶν ἕξ. Διὰ νόμου δύναται ἐπίσης νὰ καταστῇ ὑποχρεωτικὴ ἡ φοίτησις καὶ εἰς σχολεῖα συμπληρωματικὰ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως μέχρι τοῦ 18ου ἔτους τῆς ἡλικίας. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, λειτουργούντων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23: 1) «Τὰ προγράμματα τῶν σχολείων τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ἐν αὐτοῖς διδασκαλία ὑπόκεινται ἀπεριορίστως εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους». 2) «Ἐφόσον οἱ μαθηταὶ φοιτῶσιν εἰς ἀντιστοίχους τάξεις σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ φοιτήσουν εἰς τὰς ἀναλόγους τάξεις τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως». 3) «Ἡ ἔννοια τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 23 εἶναι ὅτι διὰ νόμου δύνανται νὰ θεσπισθῶσιν ἄδειαι πρὸς ἵδρυσιν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων». Ἄρθρον 24. Ὁ γάμος, ὡς θεμέλιον τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καὶ τῆς συντηρήσεως καὶ προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους, διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἰδιαιτέραν προστασίαν τοῦ Κράτους. Πολυμελεῖς οἰκογένειαι δικαιοῦνται εἰς εἰδικὴν μέριμναν. Ἄρθρον 25. Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουν τὸ δικαίωμα, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως εἰς τὰς Ἀρχάς, ὑποχρεωμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἥν ἡ ἀναφορὰ Ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ ἔγερσις ποινικῆς ἀγωγῆς κατὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας. Ἄρθρον 26. Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ Ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων. Ἄρθρον 27. Οὐδεὶς ὅρκος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος καὶ τὸν τύπον αὐτοῦ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δʹ.
Νομοθετικὴ Ἐξουσία Ἄρθρον 28. Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 28: «Διὰ τοῦ ὅρου «Κυβέρνησις» νοεῖται ἐνταῦθα καὶ εἷς ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν κεχωρισμένως, δυνάμενος νὰ εἰσηγηθῇ πρότασιν νόμου ἐπ’ ἀντικειμένου τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργείου του». Ἄρθρον 29. Πᾶσα πρότασις νόμου, ὑποβαλλομένη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ συνεπαγομένη δαπάνην ἢ ἐλάττωσιν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ ἔκθεσιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλύψεώς της, ὑπογεγραμμένην ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει πρὸς ὄφελος προσώπου, προέρχεται ἐκ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Γερουσίας. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ 1ου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 29 εἶναι ὅτι καὶ πρότασις νόμου ὑποβαλλομένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ οἱουδήποτε ἄλλου Ὑπουργοῦ, θίγουσα δὲ τὰς ὑπὸ ἄλλου Ὑπουργείου διαχειριζομένας ὑποθέσεις, πρέπει νὰ ὑπογράφεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ἄλλους Ὑπουργούς». Ἄρθρον 30. Πρότασις νόμου ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθεῖσα παραπέμπεται εἰς τὴν Γερουσίαν, ἥτις ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήψεως ἀποφασίζει ἐπ’ αὐτῆς. Ἐὰν ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἡ Γερουσία δὲν λάβῃ ἀπόφασιν, τεκμαίρεται συμφωνία αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Γερουσία, εἴτε σιωπηρῶς, εἴτε μετὰ συζήτησιν, συμφωνήσῃ μὲ τὴν Βουλήν, ἡ πρότασις καθίσταται νόμος. Ἐὰν ἡ Γερουσία ἀπορρίψῃ ἢ τροποποιήσῃ τὴν πρότασιν, ἐπαναφέρεται αὕτη εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐμμείνῃ εἰς τὴν προηγουμένην αὐτῆς ἀπόφασιν, ἡ ἐπιψήφισις ἀναβάλλεται ἐπὶ δίμηνον, ὁπότε ἡ πρότασις καθίσταται νόμος, ἂν συγκεντρώσῃ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Δύναται ὅμως καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ διμήνου νὰ ληφθῇ ὁριστικὴ ἀπόφασις ἐν κοινῇ συνεδριάσει τῶν δύο Σωμάτων, ἐφόσον ἤθελε προκαλέσει ταύτην ἡ Γερουσία δι’ ἀποφάσεως λαμβανομένης δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Τὰ δύο Σώματα συνέρχονται πρὸς τοῦτο τὸ ταχύτερον εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 31. Πρότασις νόμου, ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ψηφισθεῖσα, παραπέμπεται εἰς τὴν Βουλὴν καί, ἂν αὕτη συμφωνήσῃ μὲ τὴν Γερουσίαν, καθίσταται νόμος τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲ τὴν τροποποιήσῃ, τὴν παραπέμπει εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 30, ὡς ἐὰν ἡ πρότασις εἶχεν εἰσαχθῆ ἀρχικῶς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν τέλος τὴν ἀπορρίψῃ, ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 33. Ἄρθρον 32. Ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 30 καὶ 34. Ἐν περιπτώσει ἀνανεώσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὑπὸ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ψήφισις προτάσεώς τινος θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη, ἐφόσον πρὸ τῆς διαλύσεως δὲν ἐψηφίσθη καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας ὁριστικῶς. Ἄρθρον 33. Προτάσεις νόμων, γενόμεναι ἀποδεκταὶ ὑπὸ τοῦ ἑνὸς τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, τελικῶς ὅμως ἀπορριφθεῖσαι, δύνανται νὰ ὑποβληθοῦν καὶ πάλιν ὡς νέαι προτάσεις μόνον εἰς τὴν ἑπομένην τακτικὴν σύνοδον. Ἄρθρον 34. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὑποβάλλεται πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ παραπέμπεται εἰς τὴν Γερουσίαν, ἡ ὁποία ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἐντὸς μηνός. Ἐὰν ἐντὸς μηνὸς ἡ Γερουσία δὲν λάβῃ ἀπόφασιν, τεκμαίρεται συμφωνία πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐν διαφωνίᾳ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπαναφέρεται εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις ἀποφασίζει ὁριστικῶς διὰ τῆς συνήθους πλειοψηφίας. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει προκειμένου καὶ περὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀφορώντων παροχὴν κρατικῶν πιστώσεων καὶ σύναψιν δημοσίων δανείων. Ἄρθρον 35. Πρὸς εὐχερεστέραν συνεννόησιν μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων ἐπὶ νομοθετικῶν ζητημάτων συγκροτοῦνται μικταὶ Ἐπιτροπαὶ ἐξ ἀναλόγου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν, κατὰ πρότασιν τοῦ ἑτέρου τῶν Σωμάτων. Εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης περιόδου συνιστᾶται μικτὴ μόνιμος Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἡ ὁποία λειτουργεῖ καὶ κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Αἱ συνεδρίαι τῆς Ἐπιροπῆς δὲν εἶναι δημόσιαι, πλὴν ἂν ἀποφασισθῇ ἡ δημοσιότης διὰ πλειοψηφίας τῶν δύο τρίτων τῶν μελῶν της. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, ἡ ὁποία δύναται κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου νὰ συμπληρώνεται, μετέχουν ἀπαραιτήτως ὅσοι ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς καὶ γερουσιαστὰς διετέλεσαν Πρωθυπουργοί. Ἄρθρον 36. Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ βουλευτῶν ἐκλεγομένων κατὰ νόμον ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας. Αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ διατάσσονται καὶ ἐνεργοῦνται ταυτοχρόνως καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας ὁρίζεται διὰ νόμου, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Ποτὲ ὅμως ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν δὲν δύναται νὰ εἶναι μικρότερος τῶν διακοσίων, οὔτε μεγαλύτερος τῶν διακοσίων πεντήκοντα. Ἕδραι βουλευτικαὶ κενούμεναι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου πληροῦνται δι’ ἀναπληρωματικῆς ἐκλογῆς, πλὴν ἂν κατ’ ἄλλον τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ ἄρθρου 36: «Ἡ διατύπωσις τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 36 δὲν ἐμποδίζει ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν ὁρίζηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφιζόντων ἐκλογέων». Ἄρθρον 37. Οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν τὸ Ἔθνος καὶ ὄχι μόνον τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκλέγονται. Ἄρθρον 38. Οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ τέσσαρα συναπτὰ ἔτη, ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν γενικῶν ἐκλογῶν. Ἅμα τῇ λήξει τῆς τετραετοῦς περιόδου, διατάσσεται ἡ ἐνέργεια γενικῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐντὸς τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν· ἐντὸς δὲ ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν συγκαλεῖται ἡ Βουλή. Ἀναπληρωματικὴ ἐκλογὴ δὲν ἐνεργεῖται κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς περιόδου, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν κενῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν ὑπερβῇ τὸ τέταρτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Ἄρθρον 39. Ὅπως ἐκλεγῇ τις βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην, νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ εἰκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐκλέγειν. Βουλευτὴς στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων, ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἐγειρομένων περὶ τούτου ἀμφισβητήσεων ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Ἄρθρον 40. Ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, δήμαρχοι καὶ πρόεδροι κοινοτήτων, συμβολαιογράφοι καὶ φύλακες μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταί, οὐδὲ νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι, ἐὰν δὲν παραιτηθῶσι πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως τῶν ὑποψηφίων. Ἡ παραίτησις αὐτῶν συντελεῖται διὰ τῆς ἐγγράφου ὑποβολῆς της, ἡ δὲ ἐπάνοδός των εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπαγορεύεται πρὸ τῆς παρόδου ἑξαμήνου ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς. Οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταί, οὐδὲ νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς τοιετίαν. Ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ ξηρᾶς ἢ θαλάσσης παραιτηθέντες τοῦ ἀξιώματός των ἵνα ἐκλεγῶσι βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν πλέον εἰς τὸ Στράτευμα οὔτε διὰ νόμου. Τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ διευθυντοῦ ἢ ἄλλου διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου ἢ διοικητικοῦ ἢ νομικοῦ συμβούλου καὶ ὑπαλλήλου ἐμπορικῶν Ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων, ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῶν ἐπιχορηγήσεων δυνάμει εἰδικῶν νόμων. Οἱ διατελοῦντες εἴς τινα τῶν κατηγοριῶν τούτων ὀφείλουν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν νὰ δηλώσουν ἐπιλογὴν μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν ὡς ἄνω ἔργων, Ἐν παραλείψει δὲ τοιαύτης δηλώσεως ἐκπίπτουν αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Νόμος δύναται νὰ καθιερώσῃ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ πρὸς ἕτερα ἔργα. Ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 40: 1) «Ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι θεωροῦνται καὶ οἱ τῆς Ἀνταλλαγῆς καὶ οἱ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. 2) «Ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι θεωροῦνται καὶ οἱ ἐπὶ ἡμερομισθίῳ τακτικῶς ὑπηρετοῦντες». 3) «Στρατιωτικοὶ κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς τρίτης περιόδου τῆς πρώτης παραγράφου εἶναι οἱ μόνιμοι ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοί, οὐχὶ δὲ οἱ ἔφεδροι οἱ ἀνακληθέντες εἰς τὴν ἐνέργειαν». Ἄρθρον 41. Βουλευταὶ ἀποδεχόμενοι οἱονδήποτε τῶν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀναφερομένων καθηκόντων ἢ ἔργων ἐκπίπτουν αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἡ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησις οὖσα δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, θεωρεῖται τετελεσμένη ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς σχετικῆς ἐγγράφου δηλώσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 42. Οἱ βουλευταὶ ὀμνύουν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίαν τὸν ἑξῆς ὅρκον: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου». Ἀλλόθρησκοι βουλευταί, ἀντὶ τῆς ἐπικλήσεως «ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος» ὁρκίζονται κατὰ τὸν τύπον τῆς ἰδίας αὐτῶν θρησκείας. Ἄρθρον 43. Ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, κατὰ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων ἐγείρονται ἐνστάσεις, ἀναφερόμεναι εἴτε εἰς ἐκλογικὰς παραβάσεις, εἴτε εἰς ἔλλειψιν προσόντων, ἀνατίθεται εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, συγκροτούμενον διὰ κληρώσεως μεταξὺ πάντων τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους. Ἡ κλήρωσις ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, προεδρεύει δὲ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ὁ ἐκ τῶν κληρωθέντων κατὰ βαθμὸν ἢ ἀρχαιότητα προηγούμενος. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὰ τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ὅλης διαδικασίας αὐτοῦ ὁρίζονται διὰ νόμου. Ἄρθρον 44. Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἐκ τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης τακτικῆς βουλευτικῆς Συνόδου τὸν Πρόεδρον, τοὺς Ἀντιπροέδρους καὶ τοὺς Γραμματεῖς αὐτῆς. Διὰ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τῶν ἕνδεκα εἰκοστῶν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ὁ Πρόεδρος ἐκλέγεται δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἂν αὕτη δὲν ἐπιτευχθῇ, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία, ὁπότε ἀρκοῦν πρὸς ἐκλογὴν τὰ τέσσαρα πέμπτα τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας. Ἡ τελευταία πλειοψηφία ἀρκεῖ πρὸς ἐκλογὴν τῶν Ἀντιπροέδρων καὶ Γραμματέων. Ἄρθρον 45. Ἡ Βουλὴ διὰ Κανονισμοῦ, ἔχοντος ἰσχὺν νόμου, ὁρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἐνασκῆ τὰ ἔργα αὑτῆς καὶ ρυθμίζει τ’ ἀφορῶντα τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν γραφείων καὶ τῆς βιβλιοθήκης αὐτῆς. Ὁ Κανονισμὸς συζητεῖται καὶ ψηφίζεται εἰς δύο συνεδρίας, ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς εἰσάγεται καὶ ἐκτελεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 45: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς αʹ παραγράφου «Ἡ Βουλὴ διὰ Κανονισμοῦ ἔχοντος ἰσχὺν νόμου ὁρίζει τὸν τρόπον κλπ.» εἶναι ὅτι «ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ἔχων ἰσχὺν νόμου, δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ δι’ ἄλλου νόμου εἰμὴ διὰ τοῦ ἰδίου Κανονισμοῦ». Ἡ δὲ ἀληθὴς ἔννοια τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἰδίου ἄρθρου ὅτι «ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς εἰσάγεται καὶ ἐκτελεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν», εἶναι ὅτι «ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς περιβάλλεται καθήκοντα καὶ ἁρμοδιότητα Διατάκτου καὶ δικαιοῦται νὰ ἐντέλληται πληρωμὰς συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, ἐφόσον δὲν ἀντιτίθενται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ ἐγκεκριμένῳ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ἀναγραφομένων πιστώσεων». Ἄρθρον 46. Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως εἰς μίαν κατ’ ἔτος τακτικὴν Σύνοδον τὴν δεκάτην πέμπτην Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους, ἐκτὸς ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλέσῃ αὐτὴν ἐνωρίτερον. Ἡ διάρκεια ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι βραχυτέρα τῶν τριῶν, οὐδὲ μακροτέρα τῶν ἕξ μηνῶν, εἰς οὓς δὲν ὑπολογίζεται ὁ χρόνος τῆς ἀναστολῆς ἢ τῆς πέραν τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν. Ἄρθρον 47. Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατ’ αἴτησιν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδρίᾳ κατὰ πλειοψηφίαν, μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται, ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος συζήτησις πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίαν. Ἄρθρον 48. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι κατωτέρα τοῦ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 48: «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 48 εἶναι «ὅτι ἀπόφασις θεωρεῖται καὶ ὁ τερματισμὸς τῆς συζητήσεως». Ἄρθρον 49. Πᾶσα πρότασις νόμου συνοδεύεται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, παραπέμπεται δὲ εἰς Βουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καί, ἀφοῦ ἐξετασθῇ ὑπ’ αὐτῆς ἢ παρέλθῃ ἡ ταχθεῖσα προθεσμία, εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, μετὰ προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφόσον δὲν ἔγινε τοιαύτη κατὰ τὴν κατάθεσιν τῆς προτάσεως. Πρότασις νόμου, συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφόσον μὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἂν δὲν συνοδεύηται ἀπὸ ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καθορίζουσαν τὴν συνεπαγομένην δαπάνην, ἐφόσον δὲ ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρὸ πάσης συζητήσεως διαβιβάζεται εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑποχρεούμενον νὰ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Προτάσεις σκοποῦσαι τὴν τροποποίησιν τῶν περὶ συντάξεων νόμων ἢ ἀπονομὴν συντάξεως, ὡς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπηρεσίας ὡς παρεχούσης τοιοῦτον δικαίωμα, ὑποβάλλονται μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοιαῦται περὶ συντάξεων προτάσεις πρέπει νὰ εἶναι εἰδικαί, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς ἀναγραφῆς διατάξεων περὶ συντάξεως εἰς νόμους σκοποῦντας τὴν ρύθμισιν ἄλλων θεμάτων. Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἐὰν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὶς καὶ εἰς δύο διαφόρους συνεδρίας, ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας, κατ’ ἀρχὴν μὲν καὶ κατ’ ἄρθρον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἄρθρον δὲ καὶ σύνολον κατὰ τὴν δευτέραν. Ἂν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ προσθῆκαι ἢ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ τροπολογηθέντος σχεδίου. Οὐδεμία προσθήκη εἰς πρότασιν νόμου ἢ τροπολογία αὐτῆς γίνεται δεκτή, ἂν δὲν σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τῆς προτάσεως. Ἐξαιρετικῶς ἐπιτρέπεται ἡ εἰς μίαν μόνην κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ψήφισις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν τοῦτο ἐζητήθη ἀπὸ τὸν ὑποβαλόντα τὴν πρότασιν πρὸ τῆς παραπομπῆς αὐτῆς εἰς τὴν κατὰ τὸ ἐδάφιον 1 τοῦ ἄρθρου τούτου Ἐπιτροπὴν καὶ ἐφόσον ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπεδέχθη τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ ὑποβαλόντος καὶ δὲν ἠγέρθη, ἀφ’ ἧς ἡ πρότασις ὑπεβλήθη καὶ μέχρι τοῦ τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως, ἀντίρρησις ἐκ μέρους εἴκοσι τοὐλάχιστον βουλευτῶν. Διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γερουσίας δύναται νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ παρ’ αὐτῆς συζήτησις καὶ ψήφισις τῶν προτάσεων νόμων γίνεται εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν. Πρότασις νόμου, σκοποῦσα τὴν τροποποίησιν διατάξεων προηγουμένων νόμων, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἐὰν εἰς μὲν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν δὲν καταχωρίζεται ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῆς τροποποιουμένης διατάξεως, εἰς δὲ τὸ κείμενον τῆς προτάσεως ὁλόκληρος ἡ νέα διάταξις, καθὼς διαμορφώνεται μετὰ τὴν τροποποίησιν. Ἡ ἐπιψήφισις δικαστικῶν ἢ διοικητικῶν κωδίκων, τοὺς ὁποίους συνέταξαν εἰδικαὶ Ἐπιτροπαὶ συσταθεῖσαι δι’ εἰδικῶν νόμων, δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου, κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων, πλὴν τῶν φορολογικῶν. Ἄρθρον 50. Ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους ὡς καὶ προτάσεις νόμων ἐπιβάλλουσαι φορολογίαν ἢ ἀφορῶσαι εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συνθήκης ἢ οἱασδήποτε φύσεως συμβάσεων, ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 97 εἰδικὸς νόμος, ὡς καὶ προτάσεις εἰσαχθεῖσαι ἤδη εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα καὶ ἀπορριφθεῖσαι ὑπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον, ψηφίζονται πάντοτε ὁ μὲν προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς κατὰ τὸ ἄρθρον 52, αἱ δὲ λοιπαὶ προτάσεις κατὰ τὸ ἄρθρον 40 ἐδ. 4. Ἄρθρον 51. Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἐξαιρετικῶς ἐπὶ ἐπιβολῆς αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ ἢ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιβάλλεται, ἂν μὴ ἄλλως ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς εἰς τὴν Βουλὴν ἢ τὴν Γερουσίαν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως νόμου. Οἱ τοιούτου περιεχομένου νόμοι δημοσιεύονται τὸ βραδύτερον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς των. Ἄρθρον 52. Κατὰ τὴν ἐτησίαν τακτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλὴ ψηφίζει διὰ τὸ ἑπόμενον οἰκονομικὸν ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει ν’ ἀναγράφωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, ἀφοῦ δὲ ἐξετασθῇ ὑπὸ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς βουλευτῶν, ψηφίζεται κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα εἰς τμήματα ὁριζόμενα ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας. Ἐντὸς ἔτους τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως εἰσάγεται ὁ ἀπολογισμὸς αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξετάζεται δὲ ὑπὸ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς βουλευτῶν καὶ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ ἐν τῷ Κανονισμῷ αὐτῆς ὁριζόμενα. Ἄρθρον 53. Μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου. Ἄρθρον 54. Οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ ν’ ἀναφέρῃ τι προφορικῶς ἢ ἐγγράφως, ἀναφοραὶ ὅμως παρουσιάζονται διά τινος βουλευτοῦ ἢ παραδίδονται εἰς τὸ γραφεῖον αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς εἰς τοὺς Ὑπουργούς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδουν διασαφήσεις ὁσάκις ζητηθοῦν. Ἄρθρον 55. Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης Συνόδου εἰδικὰς Ἐπιτροπὰς ἐκ μελῶν αὑτῆς, κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων, πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν εἰς αὐτὴν ὑποβαλλομένων προτάσεων νόμων καὶ ἀναφορῶν. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὁρίζει τὰς λεπτομερείας τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων. Ἡ Βουλὴ δικαιοῦται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει δὲ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὑτῆς ὑποχρεοῦται, νὰ διορίζῃ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὰς συντεθειμένας κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων. Ἐπὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἢ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Τὰ τῆς λειτουργίας τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων κανονίζονται διὰ νόμου. Ἄρθρον 56. Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου, τὴν ὁποίαν ἔδωσε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Βουλευτής, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος. Τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως αὐτὴν ἡ Βουλή, εἰδοποιουμένη ἀμέσως, ἀποφασίζει περὶ παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου. Ἄρθρον 57. Οἱ βουλευταὶ λαμβάνουν ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀποζημίωσιν, ὁριζομένην ἑκάστοτε διὰ νόμου, καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα ἐλευθέρας κυκλοφορίας εἰς τὰς σιδηροδρομικάς, τροχιοδρομικάς, καθὼς καὶ εἰς τὰς ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοϊκὰς συγκοινωνίας. Εἰς τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παρέχονται ἔξοδα παραστάσεως ἴσα μὲ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἄρθρον 58. Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐνοικιάζουν ἀγροτικὰ κτήματα τοῦ Δημοσίου ἢ νὰ ἀναλαμβάνουν κρατικὰς προμηθείας ἢ ἐργολαβικὰς ἐκτελέσεις δημοσίων ἔργων ἢ ἐνοικιάσεις δημοσίων φόρων ἢ νὰ δέχωνται παραχωρήσεις ἐπὶ δημοσίων κτημάτων. Ἡ παράβασις τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ἐπιφέρει πάντως ἀκυρότητα τῆς πράξεως. Ἄρθρον 59. Ἡ Γερουσία ἀπαρτίζεται ἀπὸ 120 γερουσιαστάς. Τὰ 9)12 τουλάχιστον αὐτῶν ἐκλέγονται ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ τὸ 1)12 τὸ πολὺ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλέγουν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἐν κοινῇ συνεδρίᾳ κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου. Οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται δι’ ἐννέα ἔτη, ἀνανεούμενοι ἀνὰ τριετίαν κατὰ τὸ ⅓· οἱ δὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐκλεγόμενοι, δι’ ὅσον χρόνον διαρκεῖ ἡ βουλευτικὴ περίοδος. Νόμος θέλει ὁρίσει τὸν τρόπον καὶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἀνανεώσεως ἑκάστης κατηγορίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν. Οἱ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐκλεγόμενοι πρέπει νὰ συγκεντρῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθησόμενα ἰδιαίτερα προσόντα. Ἄρθρον 60. Ὅπως ἐκλεγῇ τις γερουσιαστὴς ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ 40ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐκλέγειν. Γερουσιαστὴς στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος, ἐγειρομένης δὲ ἀμφισβητήσεως ἀποφασίζει ἡ Γερουσία. Οἱ γερουσιασταὶ λαμβάνουν ὅσην καὶ οἱ βουλευταὶ ἀποζημίωσιν. Ἄρθρον 61. Τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ γερουσιαστοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνυπάρξουν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Ἄρθρον 62. Ἡ Γερουσία συνέρχεται πάντοτε ὅταν καὶ ἡ Βουλή, αἱ σύνοδοι δὲ αὐτῆς διαρκοῦν ὅσον καὶ αἱ τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Γερουσία συγκροτεῖται εἰς δικαστήριον, ὁπότε ἐργάζεται μὲν καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ παρὰ μόνον δικαστικὰ καθήκοντα. Ἄρθρον 63. Ἡ Γερουσία συνεδριάζει εἰς τὸ μέγαρον αὐτῆς δημοσίᾳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατ’ αἴτησιν πέντε ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίαν κατὰ πλειοψηφίαν, μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος συζήτησις πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίαν. Ἄρθρον 64. Ἡ Γερουσία δύναται, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῶν ἄρθρων 73 καὶ 93, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον, ὅπως δικάσῃ πᾶν πρόσωπον, κατηγορούμενον δι’ ἀδίκημα ἐσχάτης προδοσίας, προδοσίας τῆς Πατρίδος ἢ ἄλλην πρᾶξιν κατὰ τῆς ἀσφαλείας καὶ ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους. Νόμος θέλει ὁρίσει τὰ τῆς κατηγορίας, ἀνακρίσεως καὶ ἀποφάσεως. Ἄρθρον 65. Κατὰ τὰς κοινὰς συνεδρίας τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων προεδρεύει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς. Ἄρθρον 66. Τὰ ἄρθρα 37, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 48, 49, 54, 55 παράγρ. 1, 56, 57 καὶ 58 τοῦ Συντάγματος ἐφαρμόζονται καὶ ὡς πρὸς τὴν Γερουσίαν, τοὺς γερουσιαστὰς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας. Κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς παραγρ. 1ης τοῦ ἄρθρου 40 οἱ τακτικοὶ καθηγηταὶ τῶν Πανεπιστημίων καὶ τοῦ Πολυτεχνείου εἶναι ἐκλέξιμοι γερουσιασταὶ καὶ τῶν τριῶν κατηγοριῶν τοῦ ἄρθρου 59.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Εʹ.
Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας Ἄρθρον 67. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκλέγεται διὰ μίαν πενταετίαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, συνερχομένων εἰς κοινὴν συνεδρίαν, παρόντων τοὐλάχιστον τῶν τριῶν πέμπτων καὶ μὲ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ συνόλου τῶν μελῶν αὐτῶν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλεῖ πρὸς τοῦτο τὰς Βουλὰς κατὰ τὸ τελευταῖον τρίμηνον τῆς προεδρίας του, ἄλλως αὗται συνέρχονται αὐτοδικαίως τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν πρὸ τῆς λήξεως τῆς πενταετίας. Μὴ ἐπιτευχθείσης ἀπολύτου πλειοψηφίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία. Ἐὰν καὶ μετὰ τὴν δευτέραν ψηφοφορίαν δὲν ἐπιτευχθῇ ἡ ἐκλογὴ ὡς ἀνωτέρω, ἐνεργεῖται νέα ψηφοφορία μεταξὺ τῶν δύο ὑποψηφίων τῶν λαβόντων τὰς περισσοτέρας ψήφους κατὰ τὴν δευτέραν ψηφοφορίαν, ὁπότε ὁ πλειοψηφίσας ἐκλέγεται Πρόεδρος. Ἀπαγορεύεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἰδίου προσώπου εἰς τρεῖς συνεχεῖς προεδρικὰς περιόδους. Ἡ προεδρικὴ περίοδος ἄρχεται ἀπὸ τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ Προέδρου. Ἄρθρον 68. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀποθάνῃ, παραιτηθῇ ἢ δὲν δύναται ἐξ οἱουδήποτε λόγου νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του, ἀναπληροῦται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας. Εἰς περίπτωσιν θανάτου ἢ παραιτήσεως, ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας, ὡς ἀναπληρῶν τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὀφείλει χωρὶς ἀναβολὴν νὰ συγκαλέσῃ τὰς Βουλὰς ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ θανάτου ἢ τῆς παραιτήσεως πρὸς ἐκλογὴν νέου Προέδρου κατὰ τὸ ἄρθρον 67. Εἰς περίπτωσιν ἀδυναμίας πρὸς ἄσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου, ἐφόσον αὕτη ἤθελε διαρκέσει πλέον τοῦ διμήνου, ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας συγκαλεῖ τὰ νομοθετικὰ Σώματα εἰς κοινὴν συνεδρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποφαίνονται κατ’ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τοῦ συνόλου τῶν μελῶν των ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις ἐκλογῆς νέου Προέδρου. Ἐὰν εἰς τὰς ἀνωτέρω περιπτώσεις ἡ Βουλὴ ἔχῃ διαλυθῆ ἢ ἔχῃ λήξει ἡ περίοδος αὐτῆς, ἡ κοινὴ συνεδρία τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων συγκαλεῖται μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς νέας Βουλῆς. Τὰ τῆς ἀποδημίας τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ ἀναπληρώσεως αὐτοῦ κανονίζονται διὰ νόμου. Τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ γερουσιαστοῦ. Ἄρθρον 69. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δίδει μετὰ τὴν ἐκλογήν του ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τὸν ἀκόλουθον ὅρκον: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάττω τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, νὰ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ νὰ ἀφιερώσω ὅλας μου τὰς δυνάμεις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων μου, ἀποβλέπων πάντοτε εἰς τὸ καλὸν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ». Ἄρθρον 70. Ἡ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ἐτησία χορηγία προσδιορίζεται διὰ νόμου. Ἄρθρον 71. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διορίζει καὶ παύει τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ προτάσει δὲ αὐτοῦ τοὺς λοιποὺς Ὑπουργούς. Ἄρθρον 72. Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἰσχύει οὐδὲ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν εἶναι προσυπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Εἰς περίπτωσιν ἀλλαγῆς ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ δὲν συγκατατεθῇ νὰ προσυπογράψῃ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νέου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπογράφονται ταῦτα παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ νέου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ οὗτος, διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, δώσῃ τὸν ὅρκον. Διὰ πᾶσαν παράλειψιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφομένων ὑποχρεώσεων αὐτοῦ εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, καθὼς καὶ διὰ τὰς πολιτικὰς δηλώσεις αὐτοῦ. Ἄρθρον 73. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν φέρει καμμίαν πολιτικὴν εὐθύνην διὰ πράξεις ἐκτελεσθείσας κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων του. Εὐθύνεται μόνον, ἂν καταστῇ ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας, παραβιάσεως ἐκ προθέσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν Ποινικῶν Νόμων, δικάζεται δὲ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, συγκροτουμένης εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Ἡ πρότασις περὶ τοιαύτης κατηγορίας καὶ παραπομπῆς εἰς δίκην ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει δὲ νὰ ὑπογραφῇ ἀπὸ τὸ ἓν τρίτον καὶ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ διὰ πλειοψηφίας τῶν δύο τρίτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἄρθρον 74. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλεῖ παρ’ ἑαυτῷ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὁσάκις κρίνῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, ὅτε προεδρεύει αὐτοῦ. Ἄρθρον 75. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκδίδει καὶ δημοσιεύει τοὺς ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ψηφισθέντας νόμους ἐντὸς διμήνου ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν. Ἄρθρον 76. Ὁ Πεόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα Διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· οὐδέποτε δὲ δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Ἄρθρον 77. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατόπιν εἰδικῶν ἐξουσιοδοτήσεων τῶν Βουλῶν διὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν των, ἐντὸς τῶν ὑπ’ αὐτῶν τεθειμένων ὁρίων καὶ μετὰ σύμφωνον πάντοτε γνώμην εἰδικῶν μικτῶν Ἐπιτροπῶν ἀπὸ βουλευτὰς καὶ γερουσιαστάς. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κατώτερος τοῦ δεκάτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν. Πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτὰς ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν των καὶ σχετικὴ πλειοψηφία, ἡ ὁποία πάντως πρέπει νὰ συγκεντρώνῃ τὰ δύο πέμπτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῶν. Τὰ ἀνωτέρω Νομοθετικὰ Διατάγματα ὑποβάλλονται εἰς τὰς Βουλὰς μόλις ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι των πρὸς κύρωσιν, ἡ ὁποία γίνεται δι’ ἐπιψηφίσεως εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον. Ἐὰν ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας δὲν γίνῃ ἡ κύρωσις αὕτη ὑπ’ ἀμφοτέρων ἢ τοὐλάχιστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθίστανται τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα ἄκυρα ἐφεξῆς. Ἐὰν ἡ Γερουσία δὲν λάβῃ ἀπόφασιν ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω τετραμήνου προθεσμίας, θεωρεῖται κυρώσασα τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἐὰν τὰ ἀπορρίψῃ, ἐφαρμόζονται τὰ τοῦ ἄρθρου 30, παρατεινομένης ἐπὶ τετράμηνον τῆς ἰσχύος τῶν σχετικῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἄρθρον 78. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας συγκαλεῖ τακτικῶς μὲν ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, ἐκτάκτως δὲ ὁσάκις τὸ κρίνῃ εὔλογον. Ὀφείλει ὅμως νὰ συγκαλέσῃ ταύτας, ἐὰν κατὰ τὸ μεταξὺ τῶν δύο συνόδων χρονικὸν διάστημα ζητήσουν τοῦτο τοὐλάχιστον οἱ ἡμίσεις τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν γερουσιαστῶν. Κηρύσσει διὰ Διατάγματος τὴν ἔναρξιν καὶ τὴν λῆξιν ἑκάστης συνόδου, ἐπικοινωνεῖ δὲ μετὰ τῶν Βουλῶν διὰ Διαγγελμάτων, ἀνακοινουμένων διὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἄρθρον 79. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πρὶν λήξῃ ἡ περίοδος αὐτῆς μετὰ σύμφωνον ἀπόφασιν τῆς Γερουσίας, λαμβανομένην κατόπιν προτάσεώς του καὶ κατ’ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἡ ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω προτάσεως συζήτησις πρέπει νὰ περατωθῇ καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτῆς ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς της. Παρελθούσης ἀπράκτου τῆς προθεσμίας ταύτης ἡ πρότασις θεωρεῖται ἀπορριφθεῖσα. Δὲν ἐπιτρέπεται διάλυσις δύο συνεχῶν Βουλῶν διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν. Ἡ Βουλὴ διαλύεται ἐπίσης, ἐὰν ἀποφασίσῃ τὴν διάλυσιν ἡ ἰδία μὲ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν μελῶν της. Τὸ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς Διάταγμα προσυπογράφεται πάντοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρέπει δὲ νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν σύγκλησιν τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν, τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἄρθρον 80. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ ἅπαξ μόνον τὰς ἐργασίας τῆς Συνόδου μέχρι τριάκοντα τὸ πολὺ ἡμερῶν, εἴτε ἀναβάλλων τὴν ἔναρξιν, εἴτε διακόπτων τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς. Ἄλλη ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τὴν αὐτὴν Σύνοδον ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν περίπτωσιν κυβερνητικῆς μεταβολῆς δὲν δύναται δι’ ἀναστολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου νὰ ἀναβληθῇ πέραν τῶν δέκα πέντε ἡμερῶν ἡ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 89 ἐμφάνισις τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἐὰν δ’ ἔχῃ προηγηθῆ μακροτέρα ἀναστολή, αὕτη συντομεύεται ἀναλόγως. Ἄρθρον 81. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἶναι ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ διοικήσῃ, ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς, διορίζει καὶ παύει κατὰ νόμον τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τῶν νόμων ὁριζομένων ἐξαιρέσεων. Ἄρθρον 82. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀντιπροσωπεύει διεθνῶς τὸ Κράτος, συνομολογεῖ καὶ ἐπικυρώνει συνθήκας εἰρήνης καὶ συμμαχίας, ἐμπορικὰς καὶ ἄλλας συμβάσεις μὲ ἄλλα Κράτη, ἀνακοινώνει δὲ αὐτὰς εἰς τὰς Βουλὰς ἅμα τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέψουν. Αἱ συνθῆκαι εἰρήνης, ἐμπορίας καὶ ὅσαι ἐπιβαρύνουν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἢ ἀτομικῶς τοὺς Ἕλληνας ἢ περιέχουν παραχωρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ τι ἄνευ νόμου, δὲν ἔχουν ἰσχὺν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Οὐδέποτε τὰ μυστικὰ ἄρθρα συνθήκης τινὸς δύνανται νὰ ἀνατρέψουν τὰ φανερά. Ἄρθρον 83. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κηρύττει τὸν πόλεμον μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τῶν Βουλῶν, ἑνουμένων εἰς κοινὴν συνεδρίαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ διαλυθῆ ἢ ἔχῃ λήξει ἡ περίοδος αὐτῆς, συγκαλεῖται εἰδικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἄρθρον 84. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα ἵνα, κατὰ νόμον, χαρίζῃ, μεταβάλλῃ καὶ ἐλαττώνῃ τὰς παρὰ τῶν δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινάς, ἐξαιρουμένων τῶν περὶ Ὑπουργῶν διατεταγμένων. Ἐπίσης δύναται νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν μόνον ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀμνηστεία ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων οὐδὲ διὰ νόμου ἀπονέμεται. Ἄρθρον 85. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμῃ εἰς ὑπηκόους ἄλλων Κρατῶν τὰ κεκανονισμένα παράσημα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ αὐτῶν νόμου. Ἄρθρον 86. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤʹ.
Κυβέρνησις καὶ Ὑπουργοὶ Ἄρθρον 87. Τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συγκείμενον ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Δύναται διὰ Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ διορισθῇ εἷς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν ἐλλείψει τοιούτου ὁ Πρωθυπουργὸς ὁρίζει, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, ἕνα ἐκ τῶν Ὑπουργῶν προσωρινὸν ἀναπληρωτήν του. Ἄρθρον 88. Πάντες οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ὑπεύθυνοι διὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἕκαστος δὲ ἐξ αὐτῶν ἰδιαιτέρως διὰ τὰς πράξεις τῆς ἁρμοδιότητός του. Ἄρθρον 89. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ὀφείλει μόλις καταρτισθῇ καὶ δύναται ὁποτεδήποτε ἄλλοτε νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔχουν διακοπῆ αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καλεῖται αὕτη ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της περὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἀπὸ μέλος αὐτῆς. Πρότασις περὶ δυσπιστίας δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰμὴ μετὰ πάροδον δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀπορρίψεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοιαύτης προτάσεως, πρέπει δὲ νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ εἴκοσι τοὐλάχιστον βουλευτῶν καὶ νὰ καθορίζωνται ἐν αὐτῇ σαφῶς τὰ θέματα περὶ τὰ ὁποῖα θέλει στραφῆ ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως συζήτησις. Ἐξαιρετικῶς δύναται νὰ ὑποβληθῇ πρότασις περὶ δυσπιστίας καὶ πρὸ τῆς παρόδου τοῦ ἀνωτέρω διμήνου, ἐὰν εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἡμίσεος τῶν βουλευτῶν. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ πρὸ τῆς παρόδου διημέρου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς της, οὐδὲ νὰ παραταθῇ πέραν τῶν πέντε ἡμερῶν. Ἡ περὶ προτάσεως ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας ψηφοφορία δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ 48ωρον, ἐὰν τὸ ζητήσουν εἴκοσι βουλευταί. Πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτή, ἐὰν δὲν ψηφίσουν ὑπὲρ αὐτῆς τοὐλάχιστον τὰ δύο πέμπτα τῶν βουλευτῶν. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω προτάσεων δικαιοῦνται νὰ ψηφίζουν καὶ οἱ Ὑπουργοὶ βουλευταί. Ἄρθρον 90. Οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουν εἴσοδον ἐλευθέραν εἰς τὰς συνεδρίας τῆς Βουλῆς, τῆς Γερουσίας καὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, πλὴν τῶν ἐξεταστικῶν, καὶ ἀκούονται ὁσάκις ζητήσουν τὸν λόγον, ψηφοφοροῦν δὲ μόνον, ἐὰν εἶναι μέλη αὐτῶν. Ἡ Βουλή, ἡ Γερουσία καὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐτῶν δύνανται νὰ ἀπαιτήσουν τὴν παρουσίαν τῶν Ὑπουργῶν. Ἄρθρον 91. Εἰδικὸς νόμος δύναται νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελοῦν μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 90 ἰσχύουν καὶ διὰ τοὺς Ὑφυπουργούς. Ἄρθρον 92. Τὸ ἀσυμβίβαστον, τὸ θεσπιζόμενον εἰς τὸ ἄρθρον 40 ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ, ἰσχύει καὶ διὰ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ. Ἄρθρον 93. Διαταγὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἔγγραφος ἢ προφορική, δὲν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης τοὺς Ὑπουργούς. Ἡ Βουλὴ μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργούς, κατὰ τοὺς περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμους, δι’ ἀδικήματα διαπραχθέντα κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, συγκροτουμένης εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, συμφώνως μὲ ὅσα εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ ἀπονείμῃ χάριν εἰς Ὑπουργὸν καταδικασθέντα κατὰ τὰς ἀνωτέρω διατάξεις μόνον μὲ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζʹ.
Δικαστικὴ ἐξουσία Ἄρθρον 94. Ἡ Δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν διοριζομένων κατὰ νόμον ὁρίζοντα καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν. Δύναται διὰ νόμου νὰ ἀνατεθῇ καὶ εἰς Ἀρχάς, ἀσκούσας ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἡ ἐκδίκασις ἀστυνομικῶν παραβάσεων, τιμωρουμένων διὰ προστίμου. Αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν ὑπόκεινται εἰς ἔφεσιν ἐνώπιον δικαστικῆς Ἀρχῆς. Ἡ ἔφεσις ἔχει πάντοτε ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Ἄρθρον 95. Οἱ Ἀρεοπαγῖται, Ἐφέται καὶ Πρωτοδίκαι εἶναι ἰσόβιοι, οἱ δὲ Εἰσαγγελεῖς, Ἀντεισαγγελεῖς, Εἰρηνοδίκαι, Πταισματοδίκαι, Γραμματεῖς καὶ Ὑπογραμματεῖς τῶν Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν, συμβολαιογράφοι καὶ φύλακες ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν εἶναι μόνιμοι, ἐφόσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ θέσεις. Οἱ ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος ἀπολαύοντες δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, εἴτε κατ’ ἀκολουθίαν ποινικῆς καταδίκης, εἴτε ἕνεκα πειθαρχικῶν παραπτωμάτων ἢ νόσου ἢ ἀνεπαρκείας, βεβαιουμένων καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει, τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 98 καὶ 99. Ἀποχωροῦν δὲ ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας τὰ μὲν μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ Πρόεδροι καὶ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ἑβδομηκοστοῦ ἔτους τῆς ἡλικίας των, οἱ δὲ λοιποὶ ἔμμισθοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ἑξηκοστοῦ πέμπτου. Οἱ φύλακες ὑποθηκῶν καὶ συμβολαιογράφοι ἀποχωροῦν ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ἑβδομηκοστοῦ πέμπτου ἔτους. Ἄρθρον 96. Αἱ προαγωγαί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ ἀποσπάσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, ἐξαιρουμένων τῶν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἀποσπωμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων δι’ εἰδικὰς ὑπηρεσίας ἢ τοποθετήσεις, ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων, τῶν συμβολαιογράφων καὶ τῶν φυλάκων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, ἐνεργοῦνται διὰ Διατάγματος μετὰ σύμφωνον, εἰδικῶς δὲ καὶ ἐμπεριστατωμένως, ἠτιολογημένην γνώμην Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς νόμος ὁρίζει. Τὰς ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου συντιθεμένην ἐξ ἁπάντων τῶν μελῶν αὐτοῦ, πλὴν τῶν νομίμως κωλυομένων καὶ ἧς ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἡ προαγωγὴ εἰς τὰς θέσεις Προέδρου, Ἀντιπροέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, ἐνεργουμένη διὰ Διατάγματος μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μετὰ τρία ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος δύνανται αἱ ἐντὸς τῆς περιφερείας ἑκάστου Ἐφετείου μεταθέσεις τῶν Εἰρηνοδικῶν, Πταισματοδικῶν καὶ τῶν Γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων νὰ ὑπαχθοῦν διὰ νόμου εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῶν Ἐφετῶν ἐν Συμβουλίῳ, διατηρουμένης τῆς δικαιοδοσίας τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ μεταθέσεις ἀπὸ τῆς περιφερείας ἑνὸς Ἐφετείου εἰς τὴν περιφέρειαν ἄλλου. Ἄρθρον 97. Δικαστικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθοῦν. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει διὰ τὴν περίπτωσιν ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ γενικῆς ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων ἐπιστρατεύσεως, τὰ τῆς προσωρινῆς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 11, 12, 13, 14, 15, 16, 18 καὶ 100, τὰ τῆς κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐξαιρετικῶν δικαστηρίων. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς. Τίθεται δὲ κατὰ πάσας ἢ τινὰς μόνον διατάξεις αὐτοῦ εἰς ἐφαρμογήν, καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς, διὰ Διατάγματος ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐκδιδομένου. Ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων, συνέρχονται ταῦτα εἰς κοινὴν συνεδρίαν καὶ ἀποφασίζουν. Ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν ὁ νόμος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἄνευ ἀδείας, διὰ Διατάγματος, προϋπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ συγκαλοῦνται αἱ Βουλαὶ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς, ἢ διελύθη αὕτη, ὅπως διὰ πράξεως αὐτῶν ἀποφασίσουν τὴν διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν τοῦ Διατάγματος. Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 56 ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος τούτου. Ἡ ἰσχὺς τῶν ἀνωτέρω Διαταγμάτων, προκειμένου μὲν περὶ πολέμου, δὲν ἐπεκτείνεται πέραν τῆς λήξεως αὐτοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως, αἴρεται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἐὰν ἐν τῷ μετταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ἀδείᾳ πάλιν τῶν Βουλῶν. Οὐδέποτε τὰ τελεσθέντα ἀδικήματα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν ὁ στρατιωτικὸς νόμος, δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν συνιστωμένων ἐξαιρετικῶν δικαστηρίων. Ἄρθρον 98. Αἱ συνεδριάσεις τῶν δικαστηρίων εἶναι δημόσιαι, ἐκτὸς ἂν ἡ δημοσιότης ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ τότε τὰ δικαστήρια ὀφείλουν νὰ ἐκδίδουν περὶ τούτου ἀπόφασιν. Ἄρθρον 99. Πᾶσα δικαστικὴ ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι εἰδικῶς ἠτιολογημένη καὶ ν’ ἀπαγγέλλεται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἄρθρον 100. Ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων δικάζονται τὰ κακουργήματα, τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ὡς καὶ τὰ τοῦ Τύπου, ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἐκτὸς τῶν κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ ἄνω ἀδικημάτων τοῦ Τύπου, δικαζομένων πάντοτε ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων δύνανται διὰ νόμου νὰ ὑπαχθοῦν καὶ ἄλλα ἀδικήματα. Κακουργήματα ὑπαχθέντα δι’ εἰδικῶν νόμων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων θέλουν ἐξακολουθήσει δικαζόμενα ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τούτων, ἐφόσον νόμος δὲν ἤθελεν ἐπαναφέρει ταῦτα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων. Τὰ περὶ Στρατοδικείων, Ναυτοδικείων καὶ Δικαστηρίων Λειῶν κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων, οἵτινες ὅμως δὲν δύνανται νὰ ὑπαγάγουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων ἀδικήματα διαπραττόμενα ὑπὸ στρατιωτικῶν καὶ στρεφόμενα κατὰ τῆς ζωῆς, ὑγείας, τιμῆς, ἁγνείας καὶ σωματικῆς ἀκεραιότητος τῶν ἰδιωτῶν ἢ ἐν γένει κατὰ τοῦ προσώπου αὐτῶν ἢ ἀφορῶντα εἰς φθορὰν ἢ βλάβην τῆς περιουσίας των. Οὐδέποτε ἰδιῶται δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων. Εἰδικὸς νόμος δύναται νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν εἰδικῶν δικαστηρίων παίδων. Ἐπὶ τῶν δικαστηρίων τούτων δύνανται νὰ μὴ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν αἱ διατάξεις τῆς παραγράφου πρώτης τοῦ ἄρθρου 94, τῆς παραγράφου πρώτης τοῦ ἄρθρου 97, τῶν ἄρθρων 98 καὶ 99, καθὼς καὶ τοῦ παρόντος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 100: «Ἡ ἔννοια τῆς 3ης § τοῦ ἄρθρου 100 εἶναι ὅτι δὲν περιλαμβάνονται εἰς αὐτὴν τὰ ἀδικήματα στρατιωτικῶν κατὰ πολιτῶν, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν στρατιωτικῆς ἐντολῆς». Ἄρθρον 101. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ δεχθῇ καὶ ἄλλην ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, ἐκτὸς τῆς τοῦ καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ηʹ.
Διοικητικὴ Δικαιοσύνη Ἄρθρον 102. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκουσιν ἰδίως: αʹ) Ἡ ἐπεξεργασία τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων. βʹ) Ἡ ἐκδίκασις τῶν κατὰ τοὺς νόμους ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὸ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ἢ κατὰ παράβασιν νόμου, κατὰ τὰ εἰδικώτερον διὰ νόμου ὁριζόμενα. Κατὰ τὰς ὑπὸ στοιχεῖα βʹ καὶ γʹ περιπτώσεις ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 98 καὶ 99 τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 103. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας ὁρίζεται διὰ νόμου, δὲν δύναται ὅμως νὰ εἶναι μεγαλύτερος τῶν εἴκοσι καὶ ἑνός. Ἄρθρον 104. Οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας διορίζονται διὰ Διατάγματος, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι δὲ ἰσόβιοι, προστατευομένης τῆς ἰσοβιότητος αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 95, εἰδικώτερον δὲ κατὰ τὰς περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὰ καθήκοντα τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα οἱουδήποτε δημοσίου, δημοτικοῦ ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἐκτὸς τῶν καθηκόντων τοῦ καθηγητοῦ τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ τοῦ καθηγητοῦ νομικῶν ἢ οἰκονομικῶν ἀνωτάτων ἰσοτίμων Σχολῶν. Ἰδιαίτερος νόμος κανονίζει τὰ προσόντα τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, τὰ περὶ ἀποχωρήσεως αὐτῶν διαρκούσης τῆς ὑπηρεσίας των, τὰ περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ καὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἄρθρον 105. Αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ἐξακολουθοῦν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ὑπὸ τῶν ὁποίων δικάζονται ὡς νόμῳ προτετιμημέναι, πλὴν ἐκείνων, δι’ ἃς εἰδικοὶ νόμοι συνιστοῦν διοικητικὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα τηροῦνται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 98 καὶ 99 τοῦ Συντάγματος. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Διὰ νόμου δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ κατὰ πρῶτον βαθμόν. Αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων, ὑπάγονται ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ. Ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων: αʹ) μεταξὺ δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν, βʹ) μεταξὺ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν καὶ γʹ) μεταξὺ διοικητικῶν καὶ κοινῶν δικαστηρίων δικάζεται ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, μέχρις οὗ ἰδιαίτερος νόμος συστήσῃ πρὸς ἐκδίκασιν ταύτης μικτὸν δικαστήριον, ἀποτελούμενον ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θʹ.
Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον Ἄρθρον 106. Οἱ σύμβουλοι καὶ οἱ πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ἰσόβιοι καὶ δὲν παύονται εἰμὴ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 95, ἀποχωροῦν δὲ ὑποχρεωτικῶς ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 70οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας των.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ιʹ.
Αὐτοδιοίκησις καὶ Ἀποκέντρωσις Ἄρθρον 107. Τὸ Κράτος διαιρεῖται εἰς περιφερείας, ἐντὸς τῶν ὁποίων οἱ πολῖται διαχειρίζονται ἀπ’ εὐθείας τὰς τοπικὰς ὑποθέσεις, ὡς ὁ νόμος θέλει ὁρίσει. Ἡ κοινότης ἀποτελεῖ ἀπαραιτήτως τὴν πρώτην βαθμίδα τῶν τοιούτων ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον δύο βαθμῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν δήμων καὶ τῶν συνδέσμων τῶν κοινοτήτων. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀποφασίζειν εἰς τοὺς ἀνωτέρω ὀργανισμοὺς ἐπὶ ζητημάτων ὑπαγομένων εἰς τὴν σφαῖραν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἀνήκει ἀπαραιτήτως εἰς αἱρετὰ ὄργανα, ἐκλεγόμενα διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας ἢ καὶ ἀμέσως εἰς τὸ σύνολον τῶν εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ἀνηκόντων πολιτῶν. Τὸ Κράτος ἀσκεῖ, καθὼς ὁ νόμος θέλει ὁρίσει, μόνον ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, μὴ ἐμποδίζουσαν τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν ἐλευθέραν δρᾶσιν αὐτῶν. Τὸ Κράτος δύναται νὰ συντρέχῃ οἰκονομικῶς τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἄρθρον 108. Ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους ὀργανοῦται κατὰ σύστημα ἀποκεντρωτικόν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ κρατικὴ ἐξουσία νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον προσιτὴ εἰς τοὺς πολίτας καὶ νὰ λύωνται τὰ ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν ζητήματα τὸ ταχύτερον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀμεσωτέρας ἀντιλήψεως τῶν ἀφορωσῶν αὐτὴν συνθηκῶν. Αἱ κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι πρέπει νὰ ἔχουν μόνον τὴν γενικὴν διεύθυνσιν καὶ ἐποπτείαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑʹ.
Διοίκησις τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄρθρον 109. Ἡ Χερσόνησος τοῦ Ἄθω, ἀπὸ τῆς Μεγάλης Βίγλας καὶ ἑξῆς, ἀποτελοῦσα τὴν περιοχὴν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἶναι κατὰ τὸ ἀρχαῖον τούτου προνομιακὸν καθεστὼς αὐτοδιοίκητον τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ κυριαρχία παραμένει ἄθικτος ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐξ ἀπόψεως πνευματικῆς διατελεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπὸ τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὅλοι οἱ μονάζοντες εἰς αὐτὸ ἀποκτοῦν τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἅμα τῇ προσλήψει αὐτῶν ὡς δοκίμων ἢ μοναχῶν χωρὶς ἄλλην διατύπωσιν. Ἄρθρον 110. Τὸ Ἅγιον Ὄρος διοικεῖται, κατὰ τὸ καθεστὼς αὐτοῦ ὑπὸ τῶν εἴκοσιν Ἱερῶν Μονῶν του, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι κατανεμημένη ὁλόκληρος ἡ Χερσόνησος τοῦ Ἄθω καὶ διατελεῖ ἀναπαλλοτρίωτον τὸ ἔδαφος αὐτῆς. Ἡ διοίκησις ἀσκεῖται δι’ ἀντιπροσώπων τῶν Ἱερῶν Μονῶν του, ἀποτελούντων τὴν Ἱερὰν Κοινότητα. Οὐδεμία ἀπολύτως μεταβολὴ ἐπιτρέπεται τοῦ διοικητικοῦ συστήματος ἢ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οὐδὲ τῆς Ἱεραρχικῆς τάξεως καὶ τῆς σχέσεως αὐτῶν πρὸς τὰ ὑποτελῆ των ἐξαρτήματα, ἀπαγορεύεται δὲ ἡ ἐγκαταβίωσις ἐν αὐτῷ ἑτεροδόξων ἢ σχισματικῶν. Ἄρθρον 111. Ὁ λεπτομερὴς καθορισμὸς τῶν Ἁγιορειτικῶν καθεστώτων καὶ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας αὐτῶν γίνεται διὰ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὸν ὁποῖον, συμπράττοντος τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους, συντάσσουν μὲν καὶ ψηφίζουν αἱ εἴκοσιν Ἱεραὶ Μοναί, ἐπικυρώνουν δὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἡ ἀκριβὴς τήρησις τῶν Ἁγιορειτικῶν καθεστώτων τελεῖ ὡς πρὸς μὲν τὸ πνευματικὸν μέρος ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὡς πρὸς δὲ τὸ διοικητικὸν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἀποκλειστικῶς καὶ ἡ διαφύλαξις τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Ἄρθρον 112. Αἱ εἰς τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα 109 καὶ 111 ἐξουσίαι τοῦ Κράτους ἀσκοῦνται διὰ Διοικητοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, καθὼς καὶ ἡ ὑπὸ τῶν Μοναστηριακῶν Ἀρχῶν καὶ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος ἀσκουμένη δικαστικὴ ἐξουσία, καὶ τέλος τὰ τελωνειακὰ καὶ φορολογικὰ πλεονεκτήματα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καθορίζονται διὰ νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒʹ.
Γενικαὶ διατάξεις Ἄρθρον 113. Οὐδεμία παραχώρησις, ἀπόκτησις ἢ ἀνταλλαγὴ χώρας δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου. Ἐπίσης ἄνευ νόμου δὲν εἶναι δεκτὸς στρατὸς ξένος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, οὐδὲ δύναται νὰ διαμένῃ εἰς τὸ Κράτος ἢ νὰ διέλθῃ δι’ αὐτοῦ. Ἄρθρον 114. Τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου. Οἱ τακτικοὶ ὑπάλληλοι ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν εἶναι μόνιμοι, ἐφόσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ αἱ θέσεις, πλὴν δὲ τῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, οὔτε μετατίθενται ἄνευ γνωμοδοτήσεως, οὔτε ἀπολύονται, οὔτε ὑποβιβάζονται ἄνευ εἰδικῆς ἀποφάσεως κατὰ νόμον ὠργανωμένου Συμβουλίου καὶ ἀποτελουμένου κατὰ τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον ἀπὸ μονίμους ὑπαλλήλους. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐπιτρέπεται προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καθὼς εἰδικώτερον νόμος ὁρίζει. Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις ἰσχύουν καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Βουλῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπόκεινται ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν καὶ τὸν ὑποβιβασμὸν εἰς Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἀπὸ δέκα βουλευτὰς ἢ γερουσιαστάς, κληρουμένας ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ οἰκείου Νομοθετικοῦ Σώματος εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου. Τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος δύνανται νὰ ἐξαιροῦνται διὰ νόμου οἱ Πρέσβεις καὶ οἱ Διπλωματικοὶ Πράκτορες, οἱ Γενικοὶ Διοικηταί, Γενικοὶ Γραμματεῖς καὶ Γενικοὶ Διευθυνταὶ τῶν Ὑπουργείων, οἱ Νομάρχαι, ὁ Ἐπίτροπος τοῦ Δημοσίου παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου καὶ τῶν ἰδιαιτέρων γραφείων τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν Προέδρων τῶν Βουλῶν. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 114: «Αἱ ἐν τῇ παραγράφῳ 3 τοῦ ἄρθρου 114 ἀναφερόμεναι καὶ προϋπάρχουσαι ἐξαιρέσεις μονιμότητος ἐξακολουθοῦν ὑφιστάμεναι». Ἄρθρον 115. Ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ Ἀρεοπαγιτῶν, ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας δικάζονται ὑπὸ πενταμελοῦς εἰδικοῦ δικαστηρίου, συγκροτουμένου, καθὼς ὁρίζει ὁ νόμος, διὰ κληρώσεως ἐκ τῶν τριῶν τούτων Σωμάτων, τῶν ἐκ δικηγόρων μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, λαμβανομένου ἑνὸς μέλους ἐξ ἑκάστου Σώματος. Εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προπαρασκευαστικὴ διαδικασία, οὐδεμία δὲ ἄλλη ἄδεια ἀπαιτεῖται. Εἰς τὸ αὐτὸ δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν διὰ νόμου καὶ αἱ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ Πρωτοδικῶν, Ἐφετῶν καὶ Εἰσαγγελέων. Ἄρθρον 116. Ἡ κατὰ πρῶτον βαθμὸν πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ Συμβουλίου συγκειμένου ἀπὸ δύο μέλη ἐξ ἑκάστου τῶν Σωμάτων τούτων καὶ τρεῖς καθηγητὰς τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁριζομένους διὰ κλήρου, προεδρευομένου δὲ ὑφ’ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, ἐκλεγομένου παρὰ τῶν ἰδίων. Ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἐξαιροῦνται ἑκάστοτε τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, δι’ ἐνέργειαν τοῦ ὁποίου εἴτε ὁλοκλήρου, εἴτε μελῶν αὐτοῦ, καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον. Νόμος ὁρίζει τὰ κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀνωτέρας πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὡς ἄνω διωκομένων. Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 116: «Ἡ ἀνωτέρω πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν ὡς μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου». Ἄρθρον 117. Τὰ ἀσυμβίβαστα τοῦ ἄρθρου 40 ἐφαρμόζονται καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους. Οὐδέποτε αἱ ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου ἢ ταμείων νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου ἀμοιβαὶ ἢ οἱαιδήποτε ἄλλαι ἀπολαυαὶ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου ἕνεκα παροχῆς ὑπηρεσιῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ δύνανται νὰ ὑπερβοῦν ἐν τῷ συνόλῳ των μηνιαίως τὸν ὀργανικὸν μισθὸν αὐτοῦ. Ἄρθρον 118. Ἡ ἐνέργεια μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν κεντρικῶν συμβουλίων τῶν Ὑπουργείων, πλὴν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, κατὰ τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ὑπαλληλικὰς μεταβολὰς καὶ προαγωγὰς ἢ ἄσκησιν πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ὑπόκειται καὶ εἰς τὸν ἰδιαίτερον ἄμεσον ἔλεγχον τῶν Βουλῶν κατὰ τὰς ἀκολούθους διατάξεις. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, συνιστωμένη κατὰ τὸ ἄρθρον 55, βεβαιώσῃ ὅτι ὑπάρχουν σοβαραὶ ἐνδείξεις, ὅτι μέλος τι τῶν ἀνωτέρω συμβουλίων κατὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως τῶν μνησθεισῶν κατηγοριῶν ἐνήργησε μεροληπτικῶς, συνιστᾶται ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Γερουσίας εἰκοσαμελὲς συμβούλιον ἐκ γερουσιαστῶν διὰ κληρώσεως, γινομένης εἰς συνεδρίαν τῆς Γερουσίας. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ ἀνακριτικὰ δικαιώματα τῶν ἐξεταστικῶν Κοινοβουτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἐξετάζει τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐφόσον ἤθελεν εὕρει βασίμους τὰς αἰτιάσεις, δύναται δι’ ἀποφάσεως ἠτιολογημένης καὶ λαμβανομένης δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν μελῶν του νὰ ἐπιβάλῃ οἱανδήποτε πειθαρχικὴν ποινὴν εἰς τὸν παραβάντα τὰ καθήκοντά του ὑπάλληλον, τῆς ὁριστικῆς ἀπολύσεως συμπεριλαμβανομένης, ἥτις εἶναι ὑποχρεωτικῶς ἐκτελεστή. Σύστασις ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς διὰ τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μετὰ πάροδον ἔτους ἀπὸ τῆς παραβάσεως. Ἡ ἄσκησις τοῦ ἀνωτέρω ἐλέγχου δὲν περιορίζει τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδὲ τὸν κανονικὸν ἔλεγχον ἀπὸ τὰς Βουλὰς. Ἐπίσης δὲν καταργεῖ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ πειθαρχικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἄρθρου 115 ἢ οἱουδήποτε ἄλλου παρεμφεροῦς Συμβουλίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓʹ.
Μεταβατικαὶ διατάξεις Ἄρθρον 119. Πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, μικρῶν κτηνοτρόφων καὶ προσφύγων, ἀγροτῶν ἢ ἀστῶν, χωρεῖ ἐπὶ μίαν πενταετίαν παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 19, ὡς ἑκάστοτε ὁρίζει ὁ νόμος, ὑπὸ τοὺς ἑπομένους περιορισμούς; Διὰ τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν προσφύγων χωρεῖ ἀπαλλοτρίωσις καὶ κατάληψις πρὸ τῆς ἀποζημιώσεως ἀνοικοδομήτων γηπέδων πρὸς ἵδρυσιν συνοικισμῶν ἐξ εἴκοσι τοὐλάχιστον οἰκιῶν, οὐχὶ μικροτέρας συνολικῆς ἐκτάσεως τῶν δύο χιλιάδων τετραγωνικῶν μέτρων, ἢ πρὸς ἐπέκτασιν ἢ συμπλήρωσιν ὑφισταμένων συνοικισμῶν. Ἡ συνεπείᾳ τῆς συρροῆς τῶν προσφύγων ἐπελθοῦσα ὑπερτίμησις τῶν γηπέδων δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, ἥτις ὑπολογίζεται διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην εἰς τὴν μέσην τιμὴν τοῦ Σεπτεμβρίου 1922, ἀναγομένη εἰς μεταλλικὰς δραχμάς. Γήπεδα, ἐφ’ ὧν ἔχουσιν ἤδη ἀνοικοδομηθῆ προσφυγικοὶ συνοικισμοὶ ἐξ εἴκοσι τοὐλάχιστον οἰκιῶν καὶ οὐχὶ κατωτέρας συνολικῆς ἐκτάσεως τῶν 2000 τετραγωνικῶν μέτρων, ὑπόκεινται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν, τῆς ἀποζημιώσεως ὁριζομένης κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ἐπὶ ἀπαλλοτριώσεως λειβαδίων ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν αὐτοτελῆ ἀποκατάστασιν μικρῶν κτηνοτρόφων, ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται οὐχὶ κατωτέρα τῶν ⅔ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τῶν λειβαδίων κατὰ τὴν πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1914 τριετίαν εἰς μεταλλικὰς δραχμὰς ἢ οὐχὶ κατωτέρα τοῦ δεκαπενταπλασίου τοῦ θεμιτοῦ μισθώματος τοῦ ἔτους 1926–1927. Τὰ δημοτικά, κοινοτικὰ καὶ ἀνταλλάξιμα λειβάδια δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος ἄρθρου. Ἐξαιροῦνται τῆς κατὰ τὸ παρὸν ἄρθρον ἀπαλλοτριώσεως: 1) γεωργικαὶ μικροϊδιοκτησίαι αὐτοπροσώπως καλλιεργούμεναι ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῆς οἰκογενείας του, 2) ὁπωσδήποτε καλλιεργούμεναι γαῖαι μέχρι 300 στρεμμάτων, 3) λειβάδια πρὸς αὐτοτελῆ ἀποκατάστασιν μικρῶν κτηνοτρόφων μέχρι 300 στρεμμάτων, 4) γήπεδα διὰ προσφυγικὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν μέχρι 500 τετραγωνικῶν μέτρων, 5) γήπεδα ἀνήκοντα εἰς ἰδιοκτήτας ὑποστάντας ἤδη ἀγροτικὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ 6) αἱ μὴ διὰ διηνεκῶν βαρῶν βεβαρυμέναι φυτεῖαι ἀμπέλων, σταφιδαμπέλων, ἐλαιῶν, ὀπωροφόρων δένδρων καὶ δάση, ἐφόσον ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὸν νῦν ἰσχύοντα ἀγροτικὸν νόμον καὶ ἀνήκουν εἰς φυσικὰ πρόσωπα. Εἰδικοὶ νόμοι καὶ κατὰ παρέκβασιν τοῦ ἄρθρου 19 ὁρίζουσι τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως μοναστηριακῶν κτημάτων. Οἱ μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντες νόμοι περὶ ἐξαγορᾶς ἐμφυτευτικῶν κτημάτων ἢ περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ἀγροληπτικῶν καὶ ἐδαφονομικῶν βαρῶν θεωροῦνται ὡς μὴ ἀντικείμενοι εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119: 1) «Εἰς τὴν διάταξιν τῆς εʹ παραγράφου, ἐδαφίου 2 δὲν ὑπάγονται: αʹ) αἱ μπάσταιναι, βʹ) οἱ καπνότοποι τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης, τῶν ὁποίων τὰς ἐξαιρουμένους ἐκτάσεις κανονίζει ὁ νόμος. Κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ ἐδαφίου τούτου, ἡ ἐξαίρεσις τῶν 300 στρεμμάτων χωρεῖ ἅπαξ ἐπὶ τσιφλικίων ἀνηκόντων διῃρημένως εἰς πλείονας ἰδιοκτήτας». 2) «Ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἀγρολῆπται, ἐμφυτευταὶ καὶ ἐδαφολῆπται Κερκύρας καὶ Λευκάδος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ἀγροληπτικῶν, ἐμφυτευτικῶν καὶ ἐδαφοληπτικῶν κτημάτων ἀπὸ τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὸ διηνεκῶν βαρῶν, περὶ ὧν εἰδικοὶ νόμοι προβλέπουσι καὶ μέχρις ἐκδόσεως τῶν ἀποφάσεων ἔτι ἐπιβληθεισῶν καὶ ὑποβληθησομένων αἰτήσεων». 3) «Εἰς τὴν διάταξιν τῆς προτελευταίας παραγράφου περιλαμβάνεται καὶ ὁ νόμος 3345 περὶ Ταμείου Ἐφέδρων Πολεμιστῶν Κρήτης δυνάμενος νὰ τροποποιηθῇ διὰ νόμου». Ἄρθρον 120. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θέλει συγκροτηθῆ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν ὁ διορισμὸς τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας θὰ γίνῃ διὰ Διατάγματος προκαλουμένου κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἄρθρον 121. Τὸ ἐκλογικὸν προνόμιον τῶν νήσων Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Ψαρῶν διατηρεῖται μέχρι τοῦ ἔτους 1944, ὅτε συμπληροῦται ἑκατονταετία ἀπὸ τῆς διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως τῆς 3ης Σεπτεμβρίου παραχωρήσεώς του. Ἄρθρον 122. Τὰ μέχρι τοῦδε παραχωρημένα Ἑλληνικὰ παράσημα εἰς Ἕλληνας πολίτας, ὡς καὶ αἱ ἄδειαι ἀποδοχῆς ξένων παρασήμων ὑπὸ Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀνακαλοῦνται. Ἄρθρον 123. Ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος θὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, εἰσαγόμενοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ νόμοι ὧν τὴν ψήφισιν προβλέπουσιν αἱ καθ’ ἕκαστον διατάξεις αὐτοῦ. Ἄρθρον 124. Διὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ παρόντος Συντάγματος Προεδρικὴν ἐκλογὴν ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 67 ὁριζομένη πρὸς σύγκλησιν τῆς Βουλῆς τριμηνία, ἄρχεται ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας εἰς Σῶμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔʹ.
Ἰσχὺς καὶ μεταρρύθμισις τοῦ Συντάγματος Ἄρθρον 125. Μόνον αἱ μὴ θεμελειώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ ἀναθεωρηθοῦν μετὰ πενταετίαν κατὰ τὰ κατωτέρω ὁριζόμενα. Ἡ πρότασις πρὸς ἀναθεώρησιν, περιλαμβάνουσα ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἴτε εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ πρέπει πρῶτον νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας, ἔπειτα δέ, μετὰ πάροδον τριῶν μηνῶν, νὰ γίνῃ ἐπίσης ἀποδεκτὴ ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων, συνερχομένων ἐπὶ τούτῳ εἰς Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, διὰ πλειοψηφίας τοὐλάχιστον τῶν τριῶν πέμπτων τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως προεδρεύει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Αἱ ἀναθεωρούμεναι διατάξεις ἰσχύουν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς των εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὴν περὶ ἀναθεωρήσεως ἀπόφασίν της εἰς δημοψήφισμα, ὁπότε αἱ ἀναθεωρούμεναι διατάξεις τίθενται εἰς ἐφαρμογήν, ἐὰν ἐγκριθῶσι παρὰ τοῦ Λαοῦ. Ἄρθρον 126. Τὸ παρὸν Σύνταγμα, ὡς ἀνεθεωρήθη καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθεται εἰς ἐνέργειαν εὐθὺς ὡς ὑπογραφῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρον 127. Ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων.
§126Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Πρόεδρος). Εἶναι ἀληθῶς ἱερὰ ἡ στιγμὴ αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν καθιεροῦται ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Χώρας. Ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα τῆς Χώρας καὶ αἱ ἀποχρώσεις καὶ ἰδίᾳ ἕκαστος ὑμῶν, τῶν ἀντιπροσώπων, εἰσήνεγκον δαψιλῆ τὴν πνευματικὴν αὐτῶν εἰσφορὰν πρὸς τὸν κοινὸν αὐτὸν ἐθνικὸν ἔρανον, ὥστε νὰ φιλοτεχνηθῇ εὔρυθμον καὶ στερεὸν τὸ νέον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ στεγάσῃ τὰς λαϊκὰς τοῦ Ἔθνους ἐλευθερίας. Τὸ νέον ἡμῶν Σύνταγμα, πόρισμα ἁρμονικῆς συνεργασίας ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ἀποτελεῖ τὴν ἀκραιφνῆ ἔκφανσιν τῆς συνολικῆς θελήσεως καὶ τῶν πόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ μόνον ἡ εὔορκος προσήλωσις τῶν ἑκάστοτε ἐντεταλμένων τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, μόνον ἡ πίστις καὶ ἡ ἀφοσίωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρὸς αὐτό, ὡς πρὸς μίαν ἱερὰν ἐθνικὴν παρακαταθήκην θὰ προσδώσῃ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος τὴν ζωοποιὸν δύναμιν, ἡ ὁποία μόνη εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας καὶ νὰ κατευθύνῃ τὸ Ἔθνος εἰς νέαν εὐημερίαν καὶ προκοπὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικήν. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτομάτως ἀναβλύζει τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐκ τῶν μυχιαιτάτων τῆς ψυχῆς μου μία εὐχὴ καὶ μία ὡραία προσδοκία μὲ θερμαίνει, ἡ εὐχὴ καὶ ἡ προσδοκία, ὅτι ἡ ἐπὶ ἑξάμηνον εἰρηνικὴ αὐτὴ συνεργασία καὶ εἰρηνικὴ προσέγγισις, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, θὰ καταστήσῃ καὶ στενωτέραν τὴν ψυχικὴν ἐπαφὴν καὶ προσέγγισιν τῶν ἀντιθέτων πολιτικῶν κόσμων, ὥστε καὶ ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς εἰς τὸ μέλλον, μακρὰν πάσης βιαιότητος παθῶν καὶ τραχύτητος, νὰ ἀποβῇ μόνον μία εὐγενὴς ἅμιλλα ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Χώρας. Καὶ τότε ἡ περίοδος αὕτη, ἡ ὁποία τερματίζεται σήμερον διὰ τῆς κυρώσεως τοῦ Συντάγματος τόσον ὡραῖα, θὰ ἀποτελέσῃ ἐν τῇ λαϊκῇ συνειδήσει μίαν τῶν μᾶλλον εὐλογημένων ἀναμνήσεων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ζωῆς καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴν σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναφωνήσητε: Ζήτω τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα). Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἐξαγγείλω δὲ εἰς ὅλας τὰς Ἀρχὰς τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ γαλήνη καὶ ἡ εὐημερία τοῦ Τόπου. Παρακαλῶ ἐπίσης ὅπως ἡ Βουλὴ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ καὶ ὑπὸ ἰδίαν μου εὐθύνην ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 μ. μ.)