1927.05.13
2.264 στίχοι · 17.732 λέξεις · 183 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
Παρασκευὴ 13 Μαΐου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 94, ἐν ἀρχῇ τοῦ 6ου στίχου παρελείφθη ἡ λέξις «ἢ», μετὰ τὴν λέξιν δὲ «ἀνεγνωρισμένας» παρελείφθη ἡ φράσις «ἐν τῷ ἐξωτερικῷ» καὶ πρέπει νὰ προστεθῇ.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου δὲν ἔχει καλῶς ὑπὸ γραμματικὴν ἔποψιν διατυπωθῆ. Ἐπίσης νομίζω ὅτι κακῶς συμπεριελήφθησαν «αἱ τοποθετήσεις» καὶ πρέπει νὰ ἐπανερωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.
§5Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ δὲν περιελάμβανε τὰς τοποθετήσεις.
§6Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀφαιρεθοῦν αἱ τοποθετήσεις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω καὶ πάλιν τὴν τεθεῖσαν εἰς Ψηφοφορίαν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ περιλαμβάνουσαν τὰς τοποθετήσεις.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔτσι εἶναι.
§9Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὡσαύτως κακῶς εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 94 ἐγράφη ὅτι ἐψηφίσθη ἡ τριετὴς προθεσμία.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὡς ἐν τῷ πρακτικῷ φέρεται. (Διορθοῦται ὡσαύτως ἡ λέξις «ἀποστελλομένων» διὰ τῆς λέξεως «ἀποσπωμένων»).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 94ον ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Αἱ προαγωγαί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ ἀποσπάσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, ἐξαιρουμένων τῶν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἀποσπωμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων δι’ εἰδικὰς ὑπηρεσίας ἢ τοποθετουμένων εἰς ἀνεγνωρισμένας ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ θέσεις, ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων, τῶν συμβολαιογράφων καὶ τῶν φυλάκων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, ἐνεργοῦνται διὰ Διατάγματος μετὰ σύμφωνον, εἰδικῶς δὲ καὶ ἐμπεριστατωμένως ἠτιολογημένην γνώμην Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς νόμος ὁρίζει. Τὰς ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, συντιθεμένην ἐξ ἁπάντων τῶν μελῶν αὐτοῦ, πλὴν τῶν νομίμως κωλυομένων καὶ ἧς ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἡ προαγωγὴ εἰς τὰς θέσεις Προέδρου, Ἀντιπροέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, ἐνεργουμένη διὰ Διατάγματος μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μετὰ τρία ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος δύνανται αἱ ἐντὸς τῆς περιφερείας ἑκάστου Ἐφετείου μεταθέσεις τῶν Εἰρηνοδικῶν, Πταισματοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων νὰ ὑπαχθοῦν διὰ νόμου εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῶν Ἐφετῶν ἐν Συμβουλίῳ, διατηρουμένης τῆς δικαιοδοσίας τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ μεταθέσεως ἀπὸ τῆς περιφερείας ἑνὸς Ἐφετείου εἰς τὴν περιφέρειαν ἄλλου.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 94ον ἄρθρον).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ ἐπαγγελματικὸς κόσμος Κομοτινῆς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἐπιβληθείσης νέας φορολογίας εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων τάξεων. — Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων Πραδίου, Ἀντιφιλίππων καὶ Κηπείων παρακαλοῦν ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπισκευὴ τῶν κυριωτέρων ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας των. — Διάφοροι Σύλλογοι Πηλίου παρακαλοῦν ὅπως διατηρηθῇ τὸ ὑπάρχον εἰδικὸν ταμεῖον ὁδοποιΐας Πηλίου. — Ὁ Σύνδεσμος προσκόπων Πειραιῶς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀπειλουμένης ἐκποιήσεως παρὰ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης τοῦ Γυμναστηρίου. — Ὁ Σύλλογος Μισραλῆ κλπ. Ἰσραηλιτῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ὁρισθῇ οἱαδήποτε ἄλλη ἡμέρα ἐμποροαγορᾶς Θεσσαλονίκης πλὴν τοῦ Σαββάτου. — Οἱ καπνεργάται Βαρυπόμπης ὑποδεικνύουσι διάφορα μέτρα κατὰ τῆς ἀνεργίας καὶ παρακαλοῦσι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διάφοροι ἀξιώσεις των. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Χρυσουπόλεως διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ συγκοινωνία της. — Ἡ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου Λέσβου παρακαλεῖ ὅπως τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1926 ἔσοδα ἐκ προσθέτου φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὑπὲρ ταμείου θυμάτων πολέμου διατεθῶσι διὰ τὸ Σανατόριον Πάρνηθος. — Οἱ κάτοικοι Πραδίου παρακαλοῦν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἄμεσος ἐπισκευὴ τῶν κυριωτέρων ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας των. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ζ. Βεντρούρας καταγγέλλει τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ Φρουραρχείου Βερροίας Μαλτέζον δι’ αὐθαιρεσίας πραχθείσας εἰς βάρος πολιτῶν. — Τὸ Σωματεῖον ἀρτοποιῶν Πειραιῶς «Δήμητρα» παρακαλεῖ ὅπως μεταρρυθμισθῶσι διὰ Διατάγματος ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1912 «περὶ ἀρτοποιείων». — Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Κιούπκιοϊ διαμαρτύρονται διὰ τὴν παράτασιν τῆς λύσεως τῆς διαφορᾶς Κιούπκιοϊ–Νέας Πάφρας. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Παπαναστασίου ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1ον) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος τὴν λειτουργίαν τῶν ἐπιτροπῶν «Ζαππείου» καὶ «Ὀλυμπίων» Κληροδοτημάτων ὑπ’ ἀριθ. 3379, καὶ 2ον) «Περὶ ἄρσεως ἀπαγορεύσεως καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἐπὶ μοναστηριακῶν κτημάτων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Μοσχούλας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τῶν ὡς στασίμων κριθέντων ὑπαλλήλων τῶν Τ.Τ.Τ.». — Αἱ ἁρμόδιαι Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1ον) «Περὶ ρυθμίσεως τῆς Διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις Δημοτικοῦ Νοσοκομείου «Ἐλπίς», 2ον) «Περὶ κανονισμοῦ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων κλπ. τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ ἀρχικελευστῶν τῶν μεταβαινόντων δι’ ὑπηρεσίαν ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἢ Ναύσταθμον» καὶ 3ον) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3093 καὶ τοῦ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1925 Ν. Διατάγματος περὶ προσόντων τῶν ὑποψηφίων φαροφυλάκων καὶ ἑτέρων συμπληρώσεων τῶν περὶ φάρων διατάξεων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Πετρακάκος, Λ. Ζάχος, Δ. Χατζίσκος, Ι. Κίνιας, Μ. Δερλερές, Μ. Γούδας κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καθορισμοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως». — Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Καλκάνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς 1ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 98 τοῦ Συντάγματος. — Ὁμοίως ὁ βουλευτὴς κ. Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 98 τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 98 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Α. Στρατηγόπουλος ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§14Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ τὴν συναίνεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ὅπως μὴ ὑπάγωνται τὰ ἀδικήματα τὰ ἀφερῶντα τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δικαστικῶν εἰς τοὺς ἐνόρκους. Λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ ὑπερασπίσω θεσμόν, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 98 ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς κινδυνεύει καὶ κινδυνεύει ἀδίκως, διότι μέχρι τοῦδε ἀπέδωκεν ἄριστα ἀποτελέσματα καὶ ἐξησφάλισε τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Γνωρίζετε τοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ὅπως οἱ κατηγορούμενοι δικάζωνται ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, ἐθεωρήθη δὲ τοῦτο ὡς ἓν τῶν παλλαδίων τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ πάντοτε τὰ Συντάγματα, τά τε ἡμέτερα καὶ τὰ ξένα, ἐξησφάλισαν τοὺς πολίτας ἀπὸ τὸ νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὰ ἐπαγγελματικὰ δικαστήρια, κατηγορουμένους διὰ κακουργήματα. Δυστυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐνόμισαν ὅτι δι’ ἀτελείας τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων καὶ διὰ μερικὰς ἀποφάσεις ἐξαιρετικῶς ἐπιεικεῖς, ἔπρεπε νὰ δώσουν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ὑπαγάγῃ τὰ κακουργήματα εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Τὸ τοιοῦτον εἶναι μία καινοτομία, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ δώσωμεν ἐξαιρετικὴν προσοχήν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι μέχρι τοῦδε ὅλα τὰ κακουργήματα πλὴν τῆς ναυταπάτης καὶ τῆς πειρατείας δικάζονται ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἡ διάταξις ἑπομένως τοῦ ἄρθρου 98, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει νὰ δικάζωνται τὰ κακουργήματα ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους, καταντᾷ φράσις κενή, διότι εἰς τὸ μέλλον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ εἶναι δυνατὸν οἱονδήποτε κακούργημα νὰ τὸ ὑπαγάγῃ εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια.
§15Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ ποῖον λόγον θὰ τὸ πράξῃ; Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς σπουδαῖος λόγος, ἂν δηλαδὴ ἴδῃ ὅτι ἓν ἀδίκημα πλεονάζει ἢ ὅτι κακῶς τιμωρεῖται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων.
§16Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι νομοθέτημα συνταγὲν ἀπὸ ἔγκριτον νομικὸν καὶ ψηφισθὲν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ 1920 ὑπήγαγεν ἀδίκημα τεκμαιρόμενον μὲ ποινὴν ἐγκληματικήν, δηλαδὴ τὸ ἀδίκημα τῆς μονομαχίας, ὅταν συνεπιφέρῃ τὸν θάνατον ἢ θανατηφόρον τραῦμα, τὸ ὑπήγαγεν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια καὶ κατόπιν κατακραυγῆς ὑπήχθη εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Πολλάκις οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος δικασταὶ ἔχουν ὡρισμένας ἀντιλήψεις καὶ τῶν ἀντιλήψεων τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτραπῶσι. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ τακτικὸς δικαστὴς νὰ ἀποφανθῇ ὅπως ὁ λαϊκός, ὅταν δὲν θεωρῇ μέγα τὸ ἀδίκημα. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι σήμερον γίνεται μέγας ἀγὼν καὶ ἐπεκράτησε μία ἀρχὴ ὅπως καὶ τὰ πλημμελήματα δικάζωνται ἀπὸ δικαστήρια μικρά, συντεθειμένα ἀπὸ τακτικοὺς δικαστὰς καὶ ἀπὸ ὁρκωτοὺς τοιούτους, διότι κατενοήθη ὅτι ἡ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν ἐξασφαλίζεται ὅταν μετὰ τῶν τακτικῶν δικαστῶν μετέχῃ καὶ ἡ Κοινωνία εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ δὲν ἐπικρατοῦν μόνον ἐπαγγελματικαὶ ἀντιλήψεις εἰς τὴν ἀπονομὴν αὐτῆς. Σήμερον εἰς τὴν Γερμανίαν τὰ Πλημμελειοδικεῖα συντίθενται καὶ ἀπὸ ὁρκωτοὺς καὶ ἀπὸ τακτικοὺς δικαστάς. Ἐφόσον τοιαύτη πρόοδος γίνεται ἀλλαχοῦ, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ καταργήσωμεν οὐσιαστικῶς καὶ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια ἡμεῖς. Ἄν τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 98, ὅτι ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων ἐκδικάζονται τὰ κακουργήματα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα ἁπλοῦ κανονισμοῦ ἁρμοδιότητος. Ἄς τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ καθορίσῃ ποῖα ἀδικήματα εἰς τὰ ὁρκωτὰ καὶ ποῖα εἰς τὰ τακτικὰ θὰ ὑπαγάγῃ. Ἄν ἀναγνωρίζωμεν ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐξασφάλισιν πολιτικὴν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Λαοῦ, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ.
§17Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ διακινδυνεύουν ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ Λαοῦ;
§18Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπουν καὶ οἱ ἐκδίδοντες Ν. Διατάγματα, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος ὑπάγοντες ὡρισμένα ἀδικήματα εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ Ἐφετεῖα. Ἀλλὰ σημειώσατε καὶ ἓν ἄλλο· ὅπως εἶναι διατυπωμένη ἡ διάταξις αὐτή, κ. Ὑπουργέ, «ὑπαχθησόμενα κακουργήματα» περιλαμβάνει καὶ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα.
§19Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρεῖτε. Νὰ κάμωμεν ἂν θέλητε δι’ αὐτὸ οἱανδήποτε διασάφησιν.
§20Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα εἶναι κακουργήματα. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ διάταξις λέγει ὅτι «κακουργήματα ὑπαχθέντα ἢ ὑπαχθησόμενα», δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν νομοθέτην ὅπως καὶ πολιτικὰ ἀδικήματα τὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Σημειώσατε δέ, κύριοι βουλευταί, ὅτι αἱ διατάξεις περὶ ὑπαγωγῆς εἰς δικαστήριον ἀπὸ δικαστηρίου εἶναι διατάξεις δικονομικαὶ καὶ ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν τετελεσμένων ἤδη ἀδικημάτων. Τόσον ἐπικίνδυνος εἶναι ἡ διάταξις αὕτη. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ εἶπα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Θὰ ἀκουσθοῦν καὶ ἄλλαι γνῶμαι ἄλλως τε.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἡ διάταξις αὐτή.
§22Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς ἔγινε δεκτή.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὴν τροποποιήσωμεν.
§24Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι τὰ «ὑπαχθησόμενα» δύνανται νὰ δικασθῶσιν ἀπὸ τὰ κοινὰ δικαστήρια.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διατί διέγραψε, κ. βουλευτά, ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν φράσιν «περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια τῶν ὑπαλλήλων τῶν θιγόντων τὰ δημόσια δίκαια τῶν πολιτῶν»;
§26Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὄντως διέγραψε τὴν διάταξιν αὐτήν, καθ’ ἣν ὡρισμένα ἀδικήματα ἀστυνομικῶν, διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων δικάζωνται ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὰ δημόσια δίκαια τῶν πολιτῶν. Εἰς τὴν ἀπάλειψιν ταύτην προέβη ὄχι διότι δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τοὺς ὁρκωτοὺς δικαστὰς νὰ δικάσουν τὰ ἀδικήματα αὐτά, ἀλλὰ γνωρίζει ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτὰ πρέπει νὰ τιμωρῶνται τάχιστα καὶ ἀπὸ τοὺς τακτικοὺς δικαστάς. Ἄν τὰ ἀφήσωμεν νὰ δικασθοῦν ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, ἡ προσβολὴ θὰ ἐπανορθοῦται μετὰ ἓν ἔτος καὶ μετὰ δύο ἔτη. Αὐτὸ σᾶς εἶναι γνωστόν. Πόσον δηλαδὴ βραδύνουν αἱ διαδικασίαι ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων δι’ ἔλλειψιν μαρτύρων κλπ. Διὰ τοῦτο προετίμησεν ἡ Ἐπιτροπή, ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἀνορθοῦται τὸ προσβληθὲν ἀδίκημα τάχιστα, νὰ παραπέμπωνται ἀμέσως οἱ ἀδικοπραγοῦντες ὑπάλληλοι εἰς τακτικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐτιμώρησαν ἄλλως τε τὰς παραβάσεις αὐτάς.
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νομίζω ὅτι ἡ διόρθωσις εἶναι εὔκολος. Ἄν πράγματι ἀναγνωρίζετε μίαν ἀνάγκην ὅπως προστατευθῶσιν οὐσιαστικώτερον τὰ δημόσια δίκαια, τὰ ὁποῖα ὅταν προσβάλλονται δὲν ἱκανοποιοῦνται τόσον ταχέως, ὅπως εἴπατε δὲ σπανιώταται εἶναι αἱ περιπτώσεις τιμωρίας ἀστυνομικοῦ τινὸς ὑπαλλήλου συλλαβόντος τινὰ ἄνευ ἐντάλματος ἢ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου διατηρήσαντος ἐν τῇ φυλακῇ πολίτην πέραν τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγραφομένων ὡρισμένων προθεσμιῶν. Ἄν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἀσφαλίσωμεν οὐσιαστικώτερον τὰ δίκαια αὐτὰ καὶ ἐξ ἄλλου νομίζομεν ὅτι ἡ διαδικασία τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων δὲν εἶναι πάντοτε τόσον ταχεῖα ὅσον πρέπει, θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν δυνητικήν. Νὰ ἐξαρτᾶται δηλαδὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παθόντα. Ἄν ὁ παθὼν θέλῃ νὰ δικασθῇ ἀπὸ ὁρκωτῶν δικαστήριον ἢ ἀπὸ τακτικόν, νὰ εἶναι δικαίωμά του.
§28Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ παθών; Πῶς εἶναι δυνατόν;
§29Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, μὴ προσκολλᾶσθε εἰς παλαιὰς δικονομικὰς ἀντιλήψεις. Πρόκειται νὰ ἀσφαλίσωμεν οὐσιαστικώτερον τὸ δημόσια δίκαια. Κατὰ τί προσκρούει νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἂν ὁ παθὼν ζητήσῃ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου ἀπὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον, νὰ ἀπονέμεται ἀπὸ αὐτό;
§31Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδὲν κωλύει τὸν νομοθέτην ἂν νομίσῃ ὅτι δὲν τιμωροῦνται ἐπαρκῶς ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια τὰ ἀδικήματα νὰ τὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ γνωρίζω αὐτό, κ. βουλευτά. Δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ ὁ νομοθέτης τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων. Τὸ γνωρίζω. Ἀλλ’ ἡ παλαιὰ Ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων.
§33Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἐτελειώσαμεν τὸ ζήτημα τῆς προασπίσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων. Θὰ ὁμιλήσω διὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου κατὰ τὴν ὁποίαν εἰδικὸς νόμος δύναται νὰ κανονίσῃ τὸ τῶν εἰδικῶν δικαστηρίων παίδων. Ἡ τροπολογία τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Μάρκου, ὁ ὁποῖος συμφώνως πρὸς τὰ κρατοῦντα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐπρότεινε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν δικαστηρίων παίδων καὶ παρ’ ἡμῖν. Κύριοι βουλευταί, σᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Πολιτεία μέχρι σήμερον ἔδειξε τελείαν ἀδιαφορίαν διὰ τὸν πταίσαντα ἀνήλικον. Δικάζεται ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς δικαστάς, δικάζεται ὑπὸ τῶν αὐτῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἐγκλείεται κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς αὐτὰς φυλακὰς ὁ ἐγκληματίας ἀνήλικος, τιμωρούμενος δι’ ἐλαχίστας πολλάκις παραβάσεις καὶ ἐξελίσσεται εἰς ἐπικίνδυνον ἐγκληματίαν διὰ τὴν Κοινωνίαν. Ἀλλαχοῦ ἐθεωρήθη ὅτι οἱ δικασταὶ οἱ ἀπονέμοντες τὸ δίκαιον εἰς τοὺς κοινοὺς πολίτας τοὺς ἐνηλίκους, οἱ ὁποῖοι ἀμύνονται διὰ τὴν πληττομένην Πολιτείαν, διότι ἡ σημερινὴ θεωρία περὶ ποινῆς εἶναι ὅτι ἡ ποινὴ ἀποτελεῖ ἄμυναν τῆς Πολιτείας κατὰ τῶν ἀδικοπραγούντων πολιτῶν. Ἀλλαχοῦ ἐθεωρήθη ὅτι οἱ αὐτοὶ δικασταὶ δὲν δύνανται νὰ δικάζωσι τοὺς παῖδας ἐγκληματοῦντας, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἄλλοι δικασταὶ παιδαγωγοὶ ψυχολόγοι, εἰδικῶς καταγίναντες εἰς τὰ ἀδικήματα τῶν παίδων, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται νὰ τιμωρῶσι μὲ εἰδικὰς ποινὰς τοὺς παῖδας καὶ νὰ ἀποκλείσουν ἐκ τῶν συνεδριῶν τῶν δικαστηρίων τῶν δικαζόντων αὐτὰ καὶ συγχρόνως νὰ ἀφαιρέσουν ἀπὸ τὸν ἀνάξιον ἀνατροφέα, ἀπὸ τοὺς ἀναξίους γονεῖς τὰ τέκνα καὶ νὰ παραδώσωσιν αὐτὰ εἰς εἰδικοὺς οἴκους ὅπου θὰ ἀνατρέφωνται. Χαιρετίζω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ τὴν διάταξιν ὡς ἀπαρχὴν εἰδικῆς προστασίας τῶν ἐγκλημάτων τῶν παίδων παρ’ ἡμῖν καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὴν παραδεχθῇ διὰ νὰ ἀποτελέσῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν ἀπαρχὴν νομοθεσίας εἰδικῆς διὰ τοὺς παῖδας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§35Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, κύριοι βουλευταί, θεωρεῖται, κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον, ὅτι εἶναι προϊὸν τῆς ὁμοφώνου γνώμης τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις τὸ ἐπεξειργάσθη καὶ αἰσθάνομαι ἐντεῦθεν τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Διότι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ δύο κυρίως σημείων καὶ θεμάτων ἐκ τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ εὑρέθη ἐν ριζικῇ διχογνωμίᾳ. Καὶ τὸ πρῶτον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρέθησαν ἀντιμέτωποι δύο ἀντίθετοι γνῶμαι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπῆρξε τὸ θέμα τοῦ ἐδαφίου 1 τοῦ ἄρθρου 98, εἰδικῶς δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν διὰ τοῦ Τύπου διαπραττομένων κατὰ δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἄνω, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου θὰ δικάζωνται πάντοτε παρὰ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων καὶ ὅταν ἀκόμη τὰ ἀδικήματα ταῦτα στρέφωνται κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Τοῦτο ἀπετέλεσε, κύριοι, μίαν ἐξαίρεσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν δικαστικὸν κλάδον, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς πάντα πολίτην, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς πάντα ἄλλον δημόσιον ὑπάλληλον. Κατὰ παράδοξον δὲ ἐξαίρεσιν μόνον οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ὑπήχθησαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων διὰ τὰ ἀδικήματα ταῦτα τὰ κατ’ αὐτῶν διαπραττόμενα τοῦ Τύπου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ καθιερωθῇ τοιαύτη ἐξαίρεσις, ἐξαίρεσις ὡς ἀνώδυνος μὲν παρουσιαζομένη, ἀλλ’ ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς συνειδήσεως τοῦ δικαστοῦ. Καὶ ἐν Συντάγματι, εἰς τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἰδιαιτέρα πρόνοια, ἵνα κατοχυρωθῇ κατὰ τρόπον ἀσφαλῆ καὶ ἀκλόνητον, ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως διὰ τῆς ἰσοβιότητος καὶ ἔν τινι μέτρῳ καὶ διὰ τοῦ ἀμεταθέτου τοῦ δικαστοῦ, θὰ παρουσιάσῃ, φρονῶ, μίαν καταφανῆ ἀδικίαν καὶ ἀνακολουθίαν ἡ καθιέρωσις τῆς διατάξεως αὐτῆς τῆς ἀφορώσης τοὺς δικαστάς. Διότι τοιαύτη διάταξις καθιερουμένη θὰ ἀφήσῃ ἔκθετον τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ κῦρος, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀπολαύουν οἱ δικασταί, διὰ πάντα κακοήθη, διὰ πάντα ἐκβιαστήν, διὰ πάντα οἱονδήποτε, ὅστις ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων τοῦ δικαστοῦ δὲν μένει εὐχαριστημένος, ἀποκομίζει δὲ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ τὸ μῖσος καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως κατὰ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Τὰ ἔνστικτα ταῦτα θὰ ὑποθάλψωμεν καθιεροῦντες τοιαύτην διάταξιν καὶ εἰδικῶς εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ ἀδίκημα τῆς ἐξυβρίσεως καὶ τῆς συκοφαντίας, τὸ ὁποῖον θὰ καθάπτεται τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τοῦ δικαστοῦ καὶ τῆς οἰκογενειακῆς αὐτοῦ τιμῆς καὶ ὑπολήψεως, διαπράττεται διὰ τοῦ Τύπου καὶ φθάνει εἰς τὰ πέρατα τῆς Χώρας ἡμῶν διὰ τῶν ἐφημερίδων. Καὶ θὰ ἔχωμεν μὲν τὴν ἐλαφρὰν παρηγορίαν ὅτι ὁ ἔλεγχος τοιούτου ἀδικήματος θὰ παραπέμπεται εἰς τὸ ὀρκωτὸν δικαστήριον. Ἀλλὰ γνωρίζετε πόσον βραδεῖα εἶναι κίνησις τῆς μηχανῆς τοῦ ὀρκωτοῦ δικαστηρίου. Θὰ περιμένῃ δὲ ὁ ἀτυχήσας δικαστής, τοῦ ὁποίου ἐτέθη εἰς ἀμφισβήτησιν τὸ κῦρος καὶ ἡ ὑπόληψις, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἄσκησιν τῶν δικαστικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Θὰ περιμένῃ ἐπὶ ἑξάμηνον διὰ νὰ ἴδῃ τὴν δικαιοσύνην τῶν ὀρκωτῶν δικαστηρίων ἐρχομένην ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ μετὰ πολὺν χρόνον διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἀδίκημα τὸ γενόμενον καὶ νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν ζημίαν τῆς δικαστικῆς ὑπολήψεως. Ἡ καθιέρωσις τῆς διατάξεως ταύτης προέκυψεν ἀναντιρρήτως ἐκ τοῦ φόβου ὅτι τὰ δικαστήρια τὰ τακτικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν κεκλημένα, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ ἀποφανθῶσιν ἂν τὸ ἀδίκημα ἀφορᾷ τὸν δημόσιον ἢ ἰδιωτικὸν βίον τοῦ ὑπαλλήλου, ἐκ λόγων συναδελφότητος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωσιν ὅτι ἀφορᾷ τὸν δημόσιον χαρακτῆρα αὐτοῦ καὶ οὐχὶ τὸν ἰδιωτικὸν καὶ εἰς ἣν ἀκόμη περίπτωσιν συντρέχουσιν αἱ ἀναγκαῖαι προϋποθέσεις. Αὐτός, κυρίως, ὁ φόβος ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἐνδέχεται νὰ φθάσωσιν εἰς τοιαύτην παρέκκλισιν ἀπὸ τὰς ἀπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεως προκειμένου περὶ συναδέλφων δικαστῶν, εἶναι ἀνυπόστατος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔχω τὸν φόβον ὅτι θὰ εὑρεθοῦν τακτικοὶ δικασταὶ δικαιολογοῦντες τὸν φόβον τοῦτον. Δὲν ἔχομεν ἄλλως τε καὶ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα τακτικὰ δικαστήρια παρηγκώνισαν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀλλοιοῦντα τὰ γεγονότα τὰ μεμαρτυρημένα ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, νὰ εἴπουν ὅτι τὸ διὰ τοῦ Τύπου ἀδίκημα ἀφορᾷ οὐχὶ τὸν δημόσιον, ἀλλὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ ὑπαλλήλου, ὥστε νὰ μὴ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ἔχομεν ἀντιθέτως πολλὰ παραδείγματα, ἄπειρα παραδείγματα, οὐχὶ λελογισμένης ἐπιεικείας τῶν ὀρκωτῶν δικαστηρίων, ὅταν πρόκειται νὰ κρίνουν περὶ ἀδικήματος διαπραχθέντος διὰ τοῦ Τύπου κατὰ δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ συνεπῶς ἐκ τῶν γεγονότων τούτων δὲν μοὶ ἐμπνέεται καμμία ἔνδειξις ἐμπιστοσύνης καὶ ἡ ἀναγκαία προϋπόθεσις ὅτι τὰ ὀρκωτὰ δικαστήρια θὰ κρίνουν ἀσφαλέστερον καὶ δικαιότερον ἢ τὰ τακτικὰ προκειμένου περὶ τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν. Ἕνεκα τῶν λόγων αὐτῶν συνηγόρησα ὅπως διαγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη. Ἕτερον θέμα, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προέκυψε διχογνωμία ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ εἶναι τὸ θέμα τοῦ γʹ ἐδαφίου τὸ ἀφορῶν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων. Πολλάκις ἐγένετο λόγος καὶ ἐγένετο παρομοίωσις πρὸς τὰς διατάξεις τὰς καθιερωθείσας ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ ἀντίστοιχος διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι αὕτη (ἀναγινώσκει): «Τὰ περὶ Στρατοδικείων, Ναυτοδικείων, πειρατείας, ναυταπάτης καὶ δικαστηρίων λειῶν κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων». Σαφὴς ὑπῆρξεν ἡ διάταξις αὕτη ὡς διετυπώθη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, σαφὴς ἐπίσης ὑπῆρξεν ἡ ἀποδιδομένη εἰς αὐτὴν ἔννοια, διότι ἔκτοτε ὁ νομοθέτης οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ περιορίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων, καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖτε, σήμερον. Ἔκτοτε δὲ μέχρι σήμερον δὲν γνωρίζω ἂν ἀνέκυψαν γεγονότα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιολογοῦν τὴν καθιέρωσιν συνταγματικῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν ὡρισμένα ἀδικήματα νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ὑπῆρξε, λέγω, σαφὴς ἀλλὰ καὶ προνοητικὴ ἡ διάταξις, διότι ἀφῆκε πᾶσαν εὐχέρειαν καὶ πᾶσαν δυνατότητα εἰς τὸν νομοθέτην, ὥστε εἰς τὸ μέλλον, ὁσάκις ἀνεγνώριζεν ὅτι ἐξαιρετικαὶ περιπτώσεις ἐπέβαλον τὴν ἀνάγκην ἵνα ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατοδικείων ἀδικήματά τινα καὶ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν κοινῶν δικαστηρίων, δὲν ἀπέκλεισε τοῦτο. Ἔχομεν δὲ ἀλλεπάλληλα παραδείγματα, κύριοι, τῆς σκοπιμότητος τῆς προνοίας ταύτης τοῦ νομοθέτου ὅπως μὴ ἀφήσῃ ἐκτεθειμένα τὰ δημόσια συμφέροντα, καθηλώνων διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἐπὶ πασῶν ἐν γένει τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Οὕτως ἔχομεν. Πρῶτον αὐτὴν ταύτην τὴν στρατιωτικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰς περιπτώσεις συνεργείας στρατιωτικῶν μετὰ ἰδιωτῶν, ἡ ὑπόθεσις ὑπάγεται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἔχομεν, δεύτερον, τὸν νόμον τοῦ 1845 «περὶ ναυταπάτης καὶ πειρατείας», ὅστις ὑπήγαγε τοὺς στρατιωτικούς, κατὰ τὴν περίπτωσιν τῶν ἀδικημάτων τούτων, εἰς τὰ Ἐφετεῖα. Ἔχομεν τρίτον τὸν νόμον «περὶ ἐξυβρίσεως καὶ συκοφαντίας», τὸν 1699, τοῦ 1919. Καὶ τὰ ἀδικήματα ταῦτα διὰ τοῦ νόμου τούτου ὑπήχθησαν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἔχομεν, τέταρτον, τὸν νόμον «περὶ μονομαχίας» τοῦ 1918. Ἔχομεν, πέμπτον, τὰ ἐκλογικὰ ἀδικήματα, ἅτινα κατὰ τὸν νόμον ΧΜΗʹ τοῦ 1877 ὑπήχθησαν, ἀπὸ οἱονδήποτε διαπραττόμενα, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Ἔχομεν τὰς παραβάσεις τῶν νόμων «περὶ τελωνείων», «περὶ δημοσίων ἢ δημοτικῶν φόρων», «περὶ δασῶν» καὶ «περὶ δημοσίων ὁδῶν» τοῦ 1887, οἵτινες ἐπίσης ὑπήγαγον εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια καὶ τοὺς στρατιωτικούς. Ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1884, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἀδικήματα τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων ὑπάγονται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἔχομεν τὸν νόμον «περὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν ἀστυνομιῶν», τὸν νόμον «περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους» τοῦ 1906, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἀδικήματα ταῦτα ὑπήχθησαν ἐπίσης εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἔχομεν τὸν νόμον «περὶ ἀδικημάτων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τῆς τελωνειακῆς ἀστυνομίας» τοῦ 1918, κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ τὰ ἀδικήματα ταῦτα ὑπήχθησαν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Καὶ τελευταῖον ἔχομεν τὸ ψήφισμα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1924, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀδικήματά τινα ὑπήχθησαν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, τὰ Ἐφετεῖα. Βλέπω λοιπὸν ἐντεῦθεν, κύριοι, ὅτι τὰ ἀδικήματα περὶ ὧν ἀνεγνωρίσθη ἑκάστοτε ἡ ἀνάγκη ἵνα ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων καὶ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια δὲν ἀπέστερξε, δὲν ἠμέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ λάβῃ ἑκάστοτε τὸ προσῆκον νομοθετικὸν μέτρον καὶ ἔλαβε τὰ μέτρα ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων ἠλαττώθη ἡ δικαιοδοσία τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἐκ τῆς σοφῆς προνοίας τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου. Ἐν τῷ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματι ἐγένετο, κύριοι, ἀπόπειρα διακρίσεως μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων καθαρῶς στρατιωτικῶν καὶ μὴ στρατιωτικῶν, ὥστε μόνον τὰ τελευταῖα, τὰ μὴ καθαρῶς στρατιωτικά, νὰ μὴ ὑπάγωνται εἰς τὸ μέλλον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων. Ἡ τοιαύτη διάκρισις, ἂν ἀκόμη θὰ ἦτο δυνατή, θὰ ἀπέβαινεν ἀξία πάσης κατακρίσεως διὰ πολλοὺς λόγους. Πρῶτον, ὁμοία διάταξις ἐν τῇ Ἐπιστήμῃ δὲν ἐτέθη ἀκόμη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσιν ὅρια, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνωνται τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα ἀπὸ τὰ μὴ τοιαῦτα. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ, τῆς ὁποίας τὴν νομοθεσίαν ἔχομεν ἀπομιμηθῆ, τοιαύτη διάκρισις δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ γίνῃ ποτέ, ὥστε νὰ ὑπαχθῶσι τὰ μὴ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, ἔχομεν τὸν λόγον τοῦτον συνηγοροῦντα διὰ τὴν μὴ καθιέρωσιν τῆς τοιαύτης διακρίσεως, ἀδυνάτου ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν ὅτι θέλομεν νὰ ἀποσπάσωμεν τὰ ἀναγνωριζόμενα, κακῶς βεβαίως, ὡς μὴ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα καὶ νὰ τὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Θὰ ἐρωτήσωμεν κατόπιν ποῖα εἶναι ἆρά γε τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ μέλλον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων; Καὶ θὰ γεννᾶται πάντοτε ἡ ἀμφιβολία ποῖα εἶναι τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα. Ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τοιαῦτα θὰ ἦτο δυνατόν, μετὰ στενοχωρίας τινὸς τῶν πραγμάτων, νὰ εὑρεθῶσι, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας. Ἐν τούτοις καὶ μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἶναι ἐλάχιστα, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογεῖται ἡ ὕπαρξις πέντε Στρατοδικείων, διότι νομίζω ὅτι ἔχομεν πέντε Στρατοδικεῖα, ἕνεκα τοῦ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ τῶν ἀδικημάτων τούτων καὶ νὰ ἀποβαίνῃ ὅλως περιττὴ ἡ πολυτέλεια τῆς ὑπάρξεως πέντε Στρατοδικείων, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχουν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλω ἂν δύνασθε νὰ χαρακτηρίσητε ὡς στρατιωτικά, οἷα εἶναι ἡ λιποταξία, ἡ ὑπεξαίρεσις χρημάτων τοῦ Στρατοῦ καὶ ἄλλα τινά. Καὶ ἐρωτῶ, ἐπὶ παραδείγματι, περὶ κλοπῆς ἑνὸς ἄρτου, διαπραττομένης ἀπὸ στρατιώτην, ὅταν εὑρεθῆτε ἐνώπιον τοιούτων ἀδικημάτων, θὰ τὰ ὑπαγάγητε εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια; Καὶ ἂν τὰ ὑπαγάγητε, ἐλπίζετε ὅτι ἡ τιμωρία, ἡ ἐπιβληθησομένη ἀπὸ τὸ κοινὸν δικαστήριον, θὰ εἶναι ἀνάλογος καὶ θὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς περὶ κολασμοῦ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὸ Στράτευμα ἀπαιτεῖ καὶ ἡ πειθαρχία, ἡ ἐν τῷ Στρατῷ ὑπάρχουσα; Ἡ τοιαύτη κλοπὴ θὰ τιμωρηθῇ ἴσως διὰ φυλακίσεως τριῶν ἡμερῶν ἢ τὸ πολὺ μιᾶς ἑβδομάδος ἀπὸ τὸ κοινὸν δικαστήριον, ἐνῷ εἰς τὸ στρατιωτικὸν δικαστήριον θὰ ἐπισύρῃ τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς.
§36Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς δι’ αὐτὴν τὴν δυσαναλογίαν τῶν ποινῶν, ἡ ὁποία καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου χαρακτηρίζεται ὡς ἄδικος, εἶναι ἀναγκαῖον μία πρᾶξις, ἓν ἀδίκημα νὰ κρίνεται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Διατί μία κλοπὴ ἑνὸς ἄρτου διαπραχθεῖσα ὑπὸ ἕνα στρατιώτην νὰ τιμωρηθῇ διὰ μιᾶς εἱρκτῆς, ἐνῷ εἷς πολίτης, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀδίκημα νὰ τιμωρηθῇ δι’ ἁπλῆς φυλακίσεως; Ἡ πρᾶξις εἶναι ἡ αὐτή.
§37Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρνοῦμαι τὴν τοιαύτην ἀρχήν. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἂν τοιαύτη ἀρχὴ καθιεροῦτο περὶ Στρατοῦ, διότι οὐδέποτε ἄνευ πειθαρχίας καὶ αὐστηροῦ κολασμοῦ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν Στρατόν. Ποτὲ ἡ Δικαιοσύνη δὲν εἶναι ἀπόλυτος. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι δημοσία λειτουργία χάριν γενικωτέρων σκοπῶν, τὴν ὁποίαν ἡ Κοινωνία καθιερώνει. Καὶ ἡ πολιτικὴ Κοινωνία ἐμφανιζομένη ὡς Κράτος ῥυθμίζει τὴν λειτουργίαν ταύτην ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιτελεῖ καὶ ἀναλόγως τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει. Ἡ Δικαιοσύνη δὲν εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ πάντοτε διὰ τὸν πολίτην καὶ τὸν στρατιώτην. Διότι ἄλλα εἶναι τὰ δημόσια συμφέροντα κατὰ ἑκατέρων τῶν περιπτώσεων τούτων, τὰ ὁποῖα ὁ ποινικὸς νόμος καὶ τὸ ποινικὸν δικαστήριον καλεῖται ἑκάστοτε νὰ προστατεύσῃ διὰ τοῦ κολασμοῦ.
§38Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κλέπτης θὰ δικασθῇ ὡς κλέπτης.
§39Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν τὸν κρίνητε μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον τὸν πολίτην καὶ τὸν στρατιώτην, βέβαιον εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν πειθαρχίαν ἐν τῷ Στρατῷ, τὴν εὐγενῆ ταύτην δουλείαν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ καὶ νὰ ὑπάρχῃ Στρατὸς ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ βαρύτης τῶν ποινῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἴδιον τῆς φύσεως αὐτῆς τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης. Ἀπεδείχθη ἀπαραίτητος καὶ ἀναγκαία διὰ τὴν ὕπαρξιν τὴν στρατιωτικὴν ἡ ἐξαιρετικὴ δικαιοδοσία, συντρέχουν δὲ καὶ ἄλλοι μύριοι λόγοι, ἵνα μείνῃ καθιερωμένη ἡ δικαιοδοσία τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν. Σᾶς εἶναι γνωστόν, κύριοι, πόσον ἁπλῆ εἶναι ἡ προδικασία, πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Στρατοδικεῖον καὶ πόσον πολυτελὴς εἶναι ἡ προδικασία, ὅταν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Καὶ ἔρχεται τὸ ἐρώτημα· τί συντελεῖ περισσότερον, ἡ ταχεῖα καὶ σύντομος διαδικασία ἢ ἡ πολυτελὴς καὶ βραδεῖα, ἡ ὁποία μετὰ χρόνον πολύν, μετὰ μῆνας, μετὰ ἔτη θὰ ἔλθῃ νὰ ἀποδώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ κολασμοῦ; Ἀναντιρρήτως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, προκειμένου περὶ τῆς συνοχῆς ἐν τῷ Στρατεύματι, εἶναι ἡ ταχύτης, εἶναι ὁ μὴ χρονισμὸς τῶν ὑποθέσεων, εἶναι ἡ τιμωρία ἡ ἀμέσως ἐπιβαλλομένη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, κύριοι, ὅτι τὴν φύσει δυσκίνητον πολιτικὴν Δικαιοσύνην θὰ τὴν κάμῃ δυσκινητοτέραν ἡ προσθήκη τοῦ ἐπὶ πλέον φόρτου τούτου τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἠθέλαμεν παραπέμψει εἰς αὐτὴν διὰ τῆς κυρώσεως τοιαύτης συνταγματικῆς διατάξεως. Καὶ ὡς κορύφωμα τῆς βραδείας διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων θὰ ἐπέρχεται ἐν τέλει ἡ ἐπιεικής, ἡ εἰς ἄκρον ἐπιεικὴς κρίσις τοῦ πολιτικοῦ δικαστοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀδίκημα τιμωρούμενον ἀμέσως καὶ βαρέως ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, θὰ ἐτιμωρεῖτο ἐπιεικῶς ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ. Διότι ὁ πολιτικὸς δικαστὴς δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀθροίσματος τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ ἡ συνείδησίς του ἐξοικειωμένη ἐκ τοῦ ἔθους, τὸ ὁποῖον ἔχει δικάζων, νὰ ρέπῃ πρὸς τὴν ἐπιείκειαν, θὰ δικάζῃ ἐπιβάλλων ποινὴν ἐπιεικῆ, ποινὴν ἀσήμαντον διὰ τὸν στρατιωτικόν, σημαντικωτάτην δὲ διὰ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Στρατεύματος. Φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἕνεκα περιστάσεών τινων, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν ἐνίοτε καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη ἀπεφάνθη ἐπιεικῶς, ἰδίως ὅταν οἱ προσερχόμενοι ἐνώπιον αὐτῆς στρατιωτικοὶ κατηγοροῦντο δι’ ἀδικοπραξίας κατὰ πολιτῶν, φοβοῦμαι ὅτι ἕνεκα μεμονωμένων γεγονότων ἤχθημεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ ἀποβάλωμεν τὴν ἀπάθειαν ἡμῶν ὡς νομοθετῶν καὶ τὴν ψυχραιμίαν ἡμῶν καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξαίρεσιν κακῶς βεβαίως ἐγένετο εἴς τινας περιστάσεις, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς ἀφετηρία, διὰ νὰ ἐπιφέρωμεν μέγα κακόν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ αἰρώμεθα ὑπεράνω τῶν περιστάσεων τῶν ἐξαιρετικῶν, διότι, ἂν ὑπάρχῃ περίστασις νὰ ἀποσπάσωμεν τὸν στρατιωτικὸν ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικὴν δικαιοδοσίαν, ἀντιθέτως δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει ἀντίθετος περίπτωσις, ὅταν ἔχωμεν μόνον τὰς κρίσεις τῶν κοινῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Κακῶς νομίζεται ὅτι ὑπῆρξαν πάντοτε ἐπιεικεῖς αἱ κρίσεις τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων. Ἀσχέτως πρὸς τὰ μεμονωμένα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ὑπάρχουν καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπεδείχθη τοιαύτη ἐπιείκεια, κατὰ κανόνα δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αὐστηροτάτη ὑπῆρξε πάντοτε ἡ κρίσις τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναλογισθῇ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ὁ λογοδοτῶν ἐνώπιον τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει μόνον νὰ ὑποστῇ τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ τυχὸν ἀπαλλαγή του δὲν ἀποκλείει τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν αὐτοῦ, δὲν ἀποκλείει τὴν παραπομπὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς Συμβούλιον πειθαρχικόν, δὲν ἀποκλείει τὸν ἐπηρεασμὸν τοῦ μέλλοντος τοῦ στρατιωτικοῦ μία ποινή, εἴτε ἀπὸ τὸ δικαστήριον ἐπιβαλλομένη, εἴτε πειθαρχικῶς ἐπιβαλλομένη εἰς αὐτόν. Βλέπετε λοιπὸν ἐντεῦθεν, κύριοι, ὅτι πολαὶ ζημίαι ἀπειλοῦνται διὰ τὸν στρατιωτικὸν καὶ ἐπιβολὴ μεγάλων ποινῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη χωλαίνει καὶ ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς ὑποθέσεις, τὰς κατηγορίας κατὰ στρατιωτικῶν ἀπὸ τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην καὶ νὰ τὰς ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ κοινὰ Δικαστήρια. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει πλῆγμα δεινὸν κατὰ τῆς πειθαρχίας. Ἀλλ’ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ ἂς ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τάξις τοιαύτη πραγμάτων εἰς τὸ μέλλον. Ἡ Δικαιοσύνη ἡ ποινική, ἡ κοινή, ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ στάδιον τῆς προδικασίας καὶ ἀπὸ τὸ στάδιον τῆς ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου διαδικασίας. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον καὶ κατὰ τὸ δεύτερον, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι πλεῖστα ἐμπόδια θὰ συναντήσῃ, ὅταν ἔχῃ ἐνώπιον αὐτῆς στρατιωτικόν. Ὁ στρατιωτικὸς δὲν ἔχει μόνιμον κατοικίαν· σήμερον εὑρίσκεται ἐδῶ καὶ αὔριον ἀλλαχοῦ· τὸ Σῶμα τὸ ὁποῖον ἐπιστρατεύεται ἐν Ἀθήναις, αὔριον ἀποστέλλεται εἰς τὴν Λάρισσαν. Πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν ἡ κοινὴ ποινικὴ Δικαιοσύνη νὰ παρακολουθῇ τὸν δοσίλογον εἴτε ἐν Ἀθήναις εὑρίσκεται, εἴτε ἐν Λαρίσσῃ, εἴτε ἀλλαχοῦ; Πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μετακαλῇ τοὺς μάρτυρας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στρατιωτικούς, διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν ἀξιοποίνων γεγονότων; Πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὅταν ἡ μὲν Ἀρχὴ ἡ διεξάγουσα τὴν ἀνάκρισιν εὑρίσκεται ἐν Ἀθήναις, ὁ δὲ στρατιωτικὸς εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν; Τὸ πρᾶγμα ἀποβαίνει ἀσφαλῶς ἀδύνατον καὶ ἀπραγματοποίητον ἕνεκα τῶν εἰδικῶν τούτων περιστάσεων. Ἀλλ’ ἔστω· ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις ἡ ἐπιβάλλουσα ποινήν τινα. Πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἀπὸ τὸ κοινὸν ποινικὸν δικαστήριον; Μήπως ὁ εἰσαγγελεὺς θὰ ἔχῃ τοιαύτην δικαιοδοσίαν; Βεβαίως θὰ προσφύγῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν Ἀρχὴν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἕτερον τοῦτο κώλυμα διὰ τὴν τοιαύτην τάξιν τῶν πραγμάτων. Ἡ ἐκτέλεσις δὲν θὰ εἶναι δυνατή, κατ’ ἀνάγκην δὲ θὰ ἀναβάλλεται αὕτη ἐπ’ ἄπειρον, ἴσως μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θὰ ἐπέλθῃ ἡ παραγραφὴ τοῦ ἀδικήματος καὶ τῆς ποινῆς, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἐπιγενόμενον ἀδίκημα. Οἱ λόγοι αὐτοί, κύριοι, μὲ ἔπεισαν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς γενομένης προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 98, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μὴ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα ὑπάγονται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, ὡς καὶ τῆς ἑτέρας προσθήκης τῆς γενομένης ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς δεκτῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν «οὐδέποτε ἰδιῶται δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων». Ὅλαι αὐταὶ αἱ περιπτώσεις ὑπάγονται εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ τὸ Στράτευμα καὶ συνεπῶς ἡ ἰδιαιτέρα Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Καὶ ἐπειδὴ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα κατ’ ἐμέ, θὰ ἐπρότεινον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἴσως θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ νὰ ἐπεκτείνωμεν ἀκόμη τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων καὶ εἰς τινας ἄλλας περιστάσεις χάριν ἐθνικῶν σκοπῶν καὶ χάριν τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφον τοῦ Στρατιωτικοῦ Ἐπιτελείου, ἀνακοινωθὲν εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον συνελήφθησαν παρὰ τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν Ἀρχῶν προκαλύψεως ὕποπτοί τινες ἐκ Βουλγαρίας, οἵτινες ἀπεπειράθησαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος ἄνευ διαβατηρίου. Γίνεται γνωστὸν δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι, ὡς ἀνέφερε τὸ Γʹ Σῶμα Στρατοῦ, οἱ ἐπὶ σκοπῷ κατασκοπείας εἰσελθόντες εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος παρεπέμφθησαν, ὡς ὤφειλε νὰ γίνῃ, εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ ὄχι εἰς τὸν ἐπίτροπον παρὰ τῷ Στρατοδικείῳ. Σημειοῦται δὲ ἐντεῦθεν εἷς ὀγκώδης κίνδυνος περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους.
§40Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Παρ’ Ἑλλήνων;
§41Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Ἑλλήνων, ὁμιλῶ περὶ παντὸς κατασκόπου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ὑπερβῆ τὰ ὅρια τοῦ Κράτους.
§42Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Οἱ δικασταὶ δὲν ἔχουσι πατριωτισμόν;
§43Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως ἔχουσιν. Ἀλλ’ ἡ βραδυποροῦσα κοινὴ Δικαιοσύνη δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ κρίνῃ τοιαῦτα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦν ἄμεσον κίνδυνον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Ἡ ἁρμοδιοτέρα Ἀρχὴ νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν εἶναι ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη καὶ ὄχι ἡ πολιτική. Καὶ ἐντεῦθεν τὸ συμπέρασμα ἵνα ἐπεκταθῇ ἡ ἁρμοδιότης τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἐπὶ τοιούτων ἀδικημάτων, ἵνα ἀμέσως καὶ βαρὺς ἐπιπέσῃ ὁ πέλεκυς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἐπιβεβουλευμένην τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω δὲ ὅτι δὲν ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ψυχραιμίας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρακολουθῇ ἡμᾶς εἰς τὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις μας. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν διεῖδον ὀξύτητα διαθέσεων μεταξὺ τῶν μετασχόντων εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ὁρμὴν ψυχικὴν ἀδικαιολόγητον, ἂν δὲ ἐντεῦθεν ἠδυνάμην νὰ διακρίνω ὁποία θὰ ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν προτεινομένην ταύτην καινοτομίαν, θὰ προέβαινον εἰς τὴν ὑποβολὴν μετριωτέρας προτάσεως. Ἡ γνώμη περὶ ἀπαλείψεως τῆς ἐξαιρετικῆς ταύτης διατάξεως τῆς περιληφθείσης ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 98 ἐμειονοψήφησεν. Ὑπὲρ τῆς προσθήκης ἐτάχθησαν ὀκτὼ τῶν συναδέλφων καὶ πέντε κατ’ αὐτῆς. Οἱ μειονοψηφίσαντες ὑπῆρξαν οἱ κ. κ. Πετρίδης, Κρεμεζῆς, Γόντικας, Τσαλδάρης καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἀντίθετον πνεῦμα κρατεῖ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὲρ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν διαπραττομένων ἀδικημάτων εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Θὰ ἐπρότεινον λοιπόν, ὥστε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ παράγραφος 3 μεταρρυθμισθῇ διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς λέξεως «στρατιωτικῶν» καὶ προτείνω ὅπως ἡ λέξις «στρατιωτικῶν» νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἀξιωματικῶν», ὥστε μόνοι οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ εἶναι δοσίλογοι ἐνώπιον τῆς κοινῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης. Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀπεδέχετο τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, θὰ ὤφειλε νὰ σκεφθῇ ἂν δὲν ἐπιβάλλεται ἵνα, οὐχὶ πάντες οἱ στρατιωτικοί, ἀλλὰ μόνον οἱ ὁπλῖται ἐν γένει ἐξακολουθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον ὑπαγόμενοι εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, τοὐναντίον οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται. Καὶ οὕτω θὰ ἀφῃροῦντο ἀπὸ τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ καθιστάμενοι δοσίλογοι ἐνώπιον τῆς κοινῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ταῦτα προτείνω ὡς δευτερεύουσαν τροπολογίαν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν στέρξῃ νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν τῆς τρίτης παραγράφου τὴν ὑπάγουσαν εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια τοὺς στρατιωτικούς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς ὅτι μετ’ ὀλίγον λήγει ἡ τρίωρος προθεσμία πρὸς συζήτησιν τοῦ ἄρθρου.
§45Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἂς ἐφαρμοσθῇ τὺ τέταρτον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§47Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν ἢ ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνον ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα παρὰ τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἵνα διὰ δύο μόνον λέξεων ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Ἔκπαλαι ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα ἐκδικάζονται πάντοτε ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων. Κατὰ τὴν ἀρχαιοτάτην ἀκόμη ἐποχήν, ὡς πάντες γνωρίζετε, ὁ τρίτος ἄρχων, ὁ Πολέμαρχος ἐδίκαζε τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα, ἤσκει τὴν στρατιωτικὴν ἀγωγήν. Τὰ κοινὰ ἀδικήματα ἐδικάζοντο παρὰ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Βραδύτερον ἐπὶ Πτολεμαίων εὑρίσκομεν τοὺς στρατηγοὺς ἀποφαινομένους περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων. Ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν αἰώνων, πανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχουν Στρατοί, τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα κολάζονται παρὰ Στρατοδικείων. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ μακρὸν ἀπησχόλησε τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην. Παρόμοιαι γνῶμαι καὶ τότε ἐξετέθησαν, ἀφορμὴν ἔχουσαι γεγονότα ἐξαιρετικά, βάσιμα ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ μερικοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐζήτουν ἵνα ἀδικήματα στρεφόμενα κατὰ τῶν πολιτῶν ἐκδικάζονται παρὰ τῶν κοινῶν δικαστηρίων καὶ οὐχὶ παρὰ τῶν στρατιωτικῶν, πολλοὶ βουλευταὶ ὅμως τότε καὶ ἰδίᾳ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν τὴν γνώμην καὶ ἐζήτησαν καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὅπως ἀφεθῇ ἵνα ὁ νόμος κανονίζῃ ἑκάστοτε, ἂν τυχὸν ἐν δεδομένῃ τινὶ στιγμῇ θεωρεῖται σκόπιμον ὅπως ἀδικήματα τινὰ δικάζωνται οὐχὶ παρὰ τῶν Στρατοδικείων, ἀλλὰ παρὰ τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἔχομεν σειρὰν νόμων, ὅπως ὁ νόμος «περὶ μονομαχίας», ὁ νόμος «περὶ συκοφαντίας καὶ ἐξυβρίσεως», οἱ ὁποῖοι ὑπήγαγον μερικὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα, στρεφόμενα κατὰ τῶν πολιτῶν, εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια καὶ οὐδὲν παρουσιάσθη τὸ ἄτοπον. Τὸ προσωρινῶς ἰσχῦον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν πάντες πῶς ἐδημιουργήθη, προυνόησεν ὅτι τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα ἔδει νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων. Ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς αὐτὸ ἀπερρίφθη, διότι, ὅπως λίαν ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀνέπτυξεν ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῇ Ἐπιστήμῃ εἶναι σαφῶς καθορισμένον οὐδὲ δύναται νὰ καθορισθῇ ποῖα εἶναι τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα. Ἐθέσπισεν ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἔχομεν τὸ σχέδιον ὑπὸ κρίσιν, ὅτι ὡρισμένα ἀδικήματα, στρεφόμενα κατὰ τῶν πολιτῶν, ἔπρεπε νὰ δικάζωνται παρὰ τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Κύριοι συνάδελφοι, ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν λόγοι, καὶ σοβαροί, ἂν θέλετε, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν σκέψιν καὶ κατέληξαν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἐσκέφθησαν. Ἐπιθυμῶ ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τονίσω ὑμῖν, ὅτι Στρατὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ πειθαρχίας. Τὸ θεμέλιον ἑνὸς Στρατοῦ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, εἶναι ἡ πειθαρχία.
§48Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδίᾳ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§49Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφίσετε νὰ ἐκφράσω τὰς γνώμας μου καὶ θὰ σᾶς ἀκούσω εὐχαρίστως ὅταν θελήσητε νὰ μὲ διαδεχθῆτε εἰς τὸ βῆμα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε παρεμπιπτόντως νὰ εἴπω τοῦτο. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω ὅτι ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς ἔχει σταθερὰς ἰδέας γνωστὰς κατὰ πάσης στρατοκρατικῆς τάσεως, γνωρίζει δὲ τελείως καὶ τὸ φάρμακον, ἂν θέλετε, τὸ ὁποῖον χρειάζεται ὅπως ἐκριζωθῶσι τελείως αὗται, ἐξεδήλωσα δὲ τὴν πρόθεσίν μου, ἀλὰ δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ αὕτη ἵνα ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτου, θὰ εὕρω ὅμως ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ποῖοι ἐξ ὑμῶν εἰλικρινῶς ἐνδιαφέρονται περὶ τῆς ὁμαλότητος, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀποτελεῖ αὕτη ἁπλῆν φιλολογίαν καὶ ἁπλῆν ἀκαδημαϊκὴν συζήτησιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι ἡ πειθαρχία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐμὲ δὲν μὲ εὑρίσκει ἀντίθετον, πιστεύω δὲ ἀκραδάντως ὅτι μόνον ἡ Κυβέρνησις καὶ μόνον ἡ δύναμις τοῦ Κράτους εἶναι ἱκανὴ εἰς μίαν καὶ μόνην στιγμὴν νὰ ἐπιβάλῃ πανταχοῦ καὶ εἰς πάντας τὸ κράτος τοῦ νόμου καὶ νὰ ἑδραιώσῃ τὴν πειθαρχίαν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν μὲ εὑρίσκετε διαφωνοῦντα εἰς τὰς ἰδέας αὐτάς, τὰς ὀρθάς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐπάλαισα καὶ ἠγωνίσθην καθ’ ὅλον μου τὸν βίον καὶ θὰ ἀγωνισθῶ ἐφόσον μοῦ μένει καὶ μία ῥανὶς αἷματος. (Χειροκροτήματα). Λοιπὸν ἐπανέρχομαι καὶ ζητῶ συγγνώμην, ἂν οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητός μου εἰς μίαν στιγμὴν παρεξέκλινα τοῦ θέματος. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι, ὅτι ὁ Στρατὸς πρὸ παντὸς προϋποθέτει πειθαρχίαν, ἡ πειθαρχία δὲ βασίζεται κυρίως ἐπὶ τῆς ἀκριβοδικαίας, σταθερᾶς καὶ ταχυτάτης ἀποφάσεως. Ἡ βραδύτης, ἡ ἐκκρεμότης εἶναι ὁ σάραξ τῆς πειθαρχίας. Πῶς θέλετε, κύριοι συνάδελφοι, ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διὰ μιᾶς ἁπλῆς, ὅπως γνωρίζετε πάντες, διαδικασίας, διὰ μιᾶς ἑνιαίας καὶ ὁμοιομόρφου, σταθερᾶς καὶ ταχυτάτης ἀποφάσεως, ὡς ἐδημιουργήθη εἰς ὅλας τὰς Χώρας, ἐκδικάζονται, νὰ τὰ ἀποστείλητε πρὸς διεύθυνσιν, τῆς ὁποίας τὴν βραδυπορίαν, τὴν ἐκκρεμότητα γνωρίζετε πάντες; Καὶ διατί, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀρκεῖσθε ἵνα ὁ νόμος ἐν δεδομένῃ στιγμῇ παρέχῃ πᾶσαν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τοῦ μέλλοντος, ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε συμβαίνει, ἵνα καθορίζωσιν, ἀναλόγως τῆς σκοπιμότητος καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς στιγμῆς, τὴν δοσιδικίαν τῶν διαφόρων ἀδικημάτων; Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς μίαν ταχύτητα, μίαν ἑνιαίαν καὶ ὁμοιόμορφον κρίσιν τῶν φυσικῶν δικαστῶν ἑκάστου στρατιωτικοῦ, διότι εἴτε ὑπάρχει ἀνάγκη Στρατοδικείων, καὶ ἑπομένως αὐτὰ εἶναι οἱ φυσικοὶ δικασταὶ τῶν στρατιωτικῶν, εἴτε δὲν ὑπάρχει. Ἂν ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη αὕτη καὶ ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων ὅτι τὰ Στρατοδικεῖα εἶναι οἱ φυσικοὶ δικασταὶ τῶν στρατιωτικῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀδικήματα τινὰ συλλήβδην νὰ τὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα καὶ νὰ τὰ δώσητε εἰς τὰς Ἀρχάς, τῶν ὁποίων ἡ βραδυπορία καὶ ἡ ἐκκρεμότης μέχρι σημείου παραλυσίας εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας ἡμᾶς; Ἂν τὰ κοινὰ δικαστήρια δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ τὴν μέχρι τοῦδε φόρτωσιν τῆς ὕλης, ὑπὸ τῆς ὁποίας βαρύνονται, πῶς θέλετε νὰ φορτωθῶσι καὶ ἕτερα ἀδικήματα, τῶν ὁποίων ἡ ὑπαγωγὴ εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν καὶ τὸν κλονισμὸν τῆς πειθαρχίας τοῦ Στρατεύματος;
§50Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν ἐνδεχομένην παραγραφὴν τοῦ ἀδικήματος.
§51Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἄλλως τε, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μερλόπουλος, δὲν εἶναι μόνον, ὡς ἐλπίζομεν ὅτι θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, αὐτὸ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως ἐνδιαφέρονται οἱ στρατιωτικοὶ τὸ ἂν θὰ ὑποστῶσι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ποινήν. Ἐλπίζομεν, καὶ εἶμαι βέβαιος ἐγὼ ὅτι θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν. Σήμερον ἡ προσοχὴ πάντων τῶν στρατιωτικῶν καὶ δὴ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἐστραμμένη κυρίως εἰς τὴν σκέψιν τῆς δημιουργίας μέλλοντος. Ἑπομένως δὲν εἶναι μόνον ἡ ποινή, ἡ τιμωρία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ὁ ἀξιωματικός, ἀλλ’ εἶναι αἱ συνθῆκαι τῆς ποινῆς, αἱ ὁποῖαι κυρίως βαρύνουσιν, αἱ ὁποῖαι κρίνονται κατὰ πολὺ διάφορον τρόπον παρὰ τῶν Στρατοδικείων ἢ παρὰ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν καθιερωθεῖσαν ἀρχὴν ἡ ὁποία ἄλλως τε οὐδὲν τὸ ἄτοπον παρουσιάζει, νὰ μὴ θέσωμεν συνταγματικὸν φραγμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεχόμενον ἐν μιᾷ στιγμῇ νὰ μᾶς κάμῃ νὰ μετανοήσωμεν, διότι ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ στιγμὴ αὕτη, καθ’ ἣν συζητοῦμεν, εἶναι ἥκιστα κατάλληλος διὰ τὴν λῆψιν ψυχραίμου ἀποφάσεως. Ἔχει δυστυχῶς δημιουργηθῆ μία ὀξύτης, μία ἀντιπάθεια γενικῶς κατὰ τοῦ Στρατοῦ. Τοῦτο εἶναι οὐ μόνον ἀσύμφορον, ἀλλὰ καὶ ἄδικον, διότι ἂν ὡρισμένα, εὐτυχῶς ὀλίγα, ἄτομα ἔδωκαν ἀφορμήν, δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδὲ δίκαιον νὰ εὐθύνεται τὸ σύνολον. Τουναντίον δὲν πρέπει νὰ ἐπιτείνωμεν τὴν ὀξύτητα, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ ἄρωμεν πᾶν μέσον καὶ ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον τείνει πρὸς τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ νὰ δημιουργήσωμεν κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου θὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ποθεῖ πᾶσα Ἑλληνικὴ ψυχή. Ἐγὼ δὲν θὰ ἤμην τοὐλάχιστον προσωπικῶς διατεθειμένος εἰς τὴν δευτερεύουσαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. προλαλήσας. Θὰ ἠδυνάμην ἴσως πολὺ περισσότερον νὰ δεχθῶ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε χθές, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Φωτάκης.
§52Α. ΜΑΡΚΟΥ. Διὰ νὰ κάμωμεν ἰσοβίους στρατιωτικοὺς δικαστάς;
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ συνεζητήθη ἤδη καὶ ἐλύθη καὶ δὲν ἐγένετο δεκτόν.
§54Α. ΜΑΡΚΟΥ. Συνάμα λέγοντες ὅτι θὰ δικασθοῦν ἀπὸ Στρατοδικεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελοῦνται ἀπὸ στρατιωτικοὺς δικαστικοὺς συμβούλους, καθιερεῖτε συνταγματικῶς τὴν ἰσοβιότητα.
§55Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἶναι ἤδη, κ. Μάρκου, τὰ Στρατοδικεῖα ἀπὸ τοῦ 1914. Διὰ τοῦ νόμου 484 εἰσήχθησαν ἐν Ἑλλάδι καὶ ὑπάρχουν. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶμαι διατεθειμένος νὰ κάμω ὑποχώρησιν, ἀλλ’ ἂν τυχὸν ἡ Βουλὴ διὰ λόγους τινὰς ἤθελε νομίσει ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ἐξαιρετικὰ μέτρα ἐναντίον τῶν ἀδικοπραγούντων κατὰ πολιτῶν, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ καταλήξω εἰς τὸ νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φωτάκη χάριν περισσοτέρας ἐγγυήσεως, διότι παρετήρησα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τὴν δυσμένειαν κατὰ τῶν ἀποτελούντων τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ Δικαιοσύνην.
§57Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν Στρατοδικείων ἀπὸ τοῦ 1914 ἐβελτιώθη μεγάλως ἡ ἀπονομὴ τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, διότι καίτοι ἀναμφιβόλως ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ ἠδυνάμεθα ἴσως καὶ εἴμεθα εἰς θέσιν καλυτέραν νὰ κρίνωμεν περὶ στρατιωτικῶν ἀδικημάτων, οὐχ ἧττον ὅμως, ὅπως γνωρίζετε πάντες, ὁ Ὑπουργός, ὁ ἀσκῶν τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ δὲν ἔχουν παρ’ αὐτοῖς Συμβούλια περὶ ἐκδόσεως τῶν ἀποφάσεων, ὑπάρχει ὅμως εἷς σύμβουλος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τοὺς νόμους καὶ δύναται καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῆς προανακρίσεως νὰ φροντίζῃ διὰ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων, κατὰ δὲ τὴν διαδικασίαν τόσον ὁ ἐπίτροπος, ὅσον καὶ ὁ πρόεδρος ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν τήρησιν τῶν τύπων τῆς διαδικασίας, ἀλλὰ καὶ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν νομικῶν ζητημάτων παρέχει ἐγγύησιν. Τοῦτο ἐσημείωσε μεγίστην πρόοδον μὴ προϋπάρχουσαν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν, ὅπως ὑπάρχουν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους ἀνωμαλίαι, δίδουσαι ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ παρουσιασθοῦν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς δὲν ὑπῆρξαν ἢ δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ καταδικάσωμεν τὸν θεσμόν. Ἐλπίζομεν ὅτι διατηροῦντες τὸν θεσμὸν θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐπιθυμητὴν περίοδον.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀμφισβητῶ τὴν ἀμεροληψίαν τῶν στρατιωτικῶν. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φωτάκη δὲν θεραπεύει τίποτε. Φρονοῦμεν ὅτι ἐκ λόγων ἀλληλεγγύης συναδελφικῆς καὶ σχέσεων τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα μετὰ πολιτῶν δὲν δικάζονται ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων, ἐνῷ θὰ ἐδικάζοντο καλύτερον ἂν ἐδικάζοντο παρὰ τῶν δικαστηρίων.
§59Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐν τούτοις ἡ πεῖρα τῶν Πρωτοδικείων ἀπέδειξεν ὅτι τὰ ἀδικήματα κατὰ τῶν πολιτῶν δικάζονται πάντοτε αὐστηρότερα. Μόνον ὅπου εἶναι ἀνάμιξις πολιτικοῦ φρονήματος, ἐκεῖ μόνον ἡ ποινὴ δὲν εἶναι ἡ δέουσα.
§60Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐκτὸς τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ὁ κ. Λαδᾶς εἶπε καὶ ἐκτὸς τῶν λόγων τῆς βραδύτητος, θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω ὅτι πραγματικῶς τὰ Στρατοδικεῖα ἀπέδωκαν πάντοτε τὸ δίκαιον κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν τὸ καθῆκόν των καὶ διέπραξαν ἀδίκημα κατὰ πολιτῶν. Θὰ ἦτο λοιπὸν δίκαιον τὸ ἄρθρον νὰ διατυπωθῇ ὡς εἶχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἂν δὲν ἤθελε γίνει δεκτὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐγὼ προτείνω, θὰ ἠδυνάμην δευτερευόντως νὰ δεχθῶ τὴν ἑτέραν πρότασιν ὅτι ὡρισμένα ἀδικήματα νὰ παραπεμφθοῦν εἰς Στρατοδικεῖα, τῶν ὁποίων ἡ σύστασις κατὰ πλειονοψηφίαν θὰ ἦτο ἐκ στρατιωτικῶν δικαστικῶν συμβούλων. Ταῦτα πιστεύω εἰλικρινῶς. Εἶμαι πολίτης αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον μου εἶναι οἷον καὶ τὸ ἰδικόν σας, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα γνωρίζω. (Χειροκροτήματα).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§62Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἰδίως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ, ἂν δὲν ἐσχημάτιζον τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπέδωκε τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τοῦ Στρατεύματος, αὐτὴν ταύτην τὴν πραγματικὴν ὀργάνωσιν τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἔλαβον τὸ λόγον ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπί τινων σημείων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐθίγησαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Δὲν πρέπει, κύριοι βουλευταί, εἰς ζήτημα τοιαύτης σοβαρότητος νὰ ἐπηρεαζώμεθα ἀπὸ μεμονωμένα γεγονότα, κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἰδίως διαπραχθέντα ὑπὸ στρατιωτικῶν, καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἀξίων τῆς ἀποστολῆς των, μαχιμωτάτων καὶ ἱκανῶν, μὴ ἐχόντων ὅμως τὴν ἐκπαίδευσιν ἐκείνην τὴν στρατιωτικήν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν καὶ θὰ λαμβάνουν εἰς τὸ μέλλον πάντοτε οἱ ἀξιωματικοί, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὸ μέλλον μόνον ἐκ τῶν σχολῶν θὰ προέρχωνται. Δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζεται, λέγω, ἡ Βουλὴ ὑπὸ μεμονωμένων τοιούτων γεγονότων, διότι ἄλλως ψηφίζουσα τὸ Σύνταγμα θὰ ψηφίσῃ διατάξεις ὄχι μόνον ἐσφαλμένας, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπικινδύνους. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Στρατὸς καὶ εἰς τὰ δημοκρατικὰ ἀκόμη Κράτη εἶναι ὀργανισμός, δύναταί τις νὰ εἴπῃ’ ἀπολυταρχικός, διότι ὄχι μόνον τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα τιμωροῦνται αὐστηρότερον, ἀλλὰ καὶ εἰδικὰ ἀδικήματα ὑπάρχουν. Ἂν π. χ. εἷς στρατιώτης δὲν χαιρετίσῃ τὸν ἀνώτερόν του, τιμωρεῖται μὲ 15 ἡμερῶν φυλάκισιν, ἐνῷ εἷς πολίτης διὰ νὰ τιμωρηθῇ εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν πρέπει νὰ διαπράξῃ σοβαρόν τι ἀδίκημα. Προκειμένου περὶ τῶν στρατιωτικῶν δὲν εἶναι μόνον ἡ ποινὴ ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Στρατεύματος διὰ τὸ διαπραχθὲν ἀδίκημα, ἀλλ’ εἶναι καὶ αἱ διοικητικαὶ συνέπειαι αὐτῆς. Ὁ στρατιώτης τιμωρούμενος δι’ αὐστηρᾶς φυλακίσεως δὲν ἐκτίει μόνον τὴν ποινήν του, ἀλλὰ στερεῖται καὶ τῆς τροφῆς του καὶ παραμένει εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ ἐπὶ πλέον τῶν ἄλλων στρατιωτῶν τῆς αὐτῆς κλάσεως τόσας ἡμέρας, ὅσαι εἶναι αἱ ἡμέραι τῆς φυλακίσεώς του. Ὁ ἀξιωματικὸς τιμωρούμενος δὲν ἐκτίει μόνον τὴν ποινήν του, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Στρατοδικείου ὡς ἄμεσος συνέπεια εἶναι καὶ ὁ διοικητικὸς αὐτοῦ ἔλεγχος. Διὰ τὰ πλεῖστα τῶν ἀδικημάτων παραπέμπεται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν ἀπόταξίν του ἐκτὸς τοῦ Στρατεύματος. Καὶ ἂν τοῦτο δὲν γίνῃ, ἀναγράφεται τὸ ἀδίκημα τοῦτο εἰς τὸ φύλλον τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἂν δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ τὰ Στρατοδικεῖα, δύναται νὰ τὰ κατηγορήσῃ μόνον διὰ τὸν τρόπον τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης προκειμένου περὶ τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν, δύναται, λέγω, νὰ τὰ κατηγορήσῃ δι’ ἓν ζήτημα ὅτι αἱ ποιναὶ εἶναι αὐστηρόταται μέχρι σκληρότητος. Ἂν θεσπισθῇ, κύριοι βουλευταί, ἡ ἀρχὴ ὅπως τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἐναντίον τῶν πολιτῶν δι’ ὡρισμένας κατηγορίας παραπέμπονται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τῆς δυσμενοῦς ἀτμοσφαίρας ἐναντίον τῶν στρατιωτικῶν σήμερον, θὰ βλέπωμεν καθ’ ἑκάστην ἀξιωματικοὺς καὶ γενικῶς στρατιωτικοὺς συρομένους ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ καταρρακωθῇ τὸ γόητρον αὐτῶν ἀπέναντι ἐκείνων τοὺς ὁποίους διοικοῦν. Τοῦτο θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς συνοχῆς τοῦ Στρατεύματος καὶ εἰς τὴν ἐξάρθρωσιν τοῦ Στρατεύματος. Θὰ ἴδωμεν στρατιωτικοὺς συρομένους ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων κατηγορουμένους ψευδῶς ὑπὸ ἀτόμων ἐχόντων τὸ συμφέρον νὰ ἐξαρθρώσωσι τὰς μαχίμους δυνάμεις τῆς Χώρας, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ συνοχὴ τοῦ Στρατεύματος ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πειθαρχίας, ἥτις ἐπίσης στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀνωτέρων ὑπὸ τῶν κατωτέρων. Ὅταν δὲ ὁ στρατιώτης βλέπῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς συρομένους ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ κοινότατα ἀδικήματα, εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κατωτέρου πρὸς τὸν ἀνώτερον καὶ ἡ ἀμοιβαία ἐκτίμησις θὰ ἐκτεθῇ εἰς σημεῖον ἐπικίνδυνον. Στρατὸς ἄνευ ἐμπιστοσύνης τῶν κατωτέρων πρὸς τοὺς ἀνωτέρους δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἄλλως εἶναι προτιμώτερον νὰ ἀποφασίσητε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ μήπως τὰ Στρατοδικεῖα δὲν τιμωροῦσιν αὐστηρῶς αὐτὰ τὰ ἀδικήματα; Διατί λοιπὸν οἱ στρατιωτικοὶ νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὰ λαϊκὰ δικαστήρια;
§63Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Οἱ πολῖται δὲν μᾶς τουφεκίζουν, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ μᾶς τουφεκίζουν.
§64Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι περίεργον, κύριοι....
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ ὁμιλεῖτε ἐπ’ αὐτοῦ. Ὑπήρξατε στρατοδίκης....
§66Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἔχω ὑπὲρ πάντα ἄλλον αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§67Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα τὸ ἔχει, καθὼς καὶ πᾶς ἄλλος.
§68Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἡ σκοπιμότης, ἡ ὁποία μᾶς ἐδολοφόνησε.
§69Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς ἐδολοφονήσατε ἓν Ἔθνος ὁλόκληρον.
§70Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς τὸν τουφεκίσατε.
§71Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Σεῖς.
§72Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ διὰ διακοπῆς ἓν τοιοῦτον ζήτημα, καλύτερον νὰ σταματήσῃ.
§73Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δέχομαι οἱανδήποτε συζήτησιν. Ἔλεγον ὅτι καὶ οἱ στρατιωτικοί, ἀδιάφορον ἂν φέρωσι τὴν στολὴν τὴν ὁποίαν φέρουσι καὶ τὴν ὁποίαν τελευταίως ἠθέλησαν νὰ καταρρίψουν ὅσον δὲν ἔπρεπεν, εἶναι καὶ αὐτοὶ Ἕλληνες πολῖται καὶ ἀπονέμουσι τὴν δικαιοσύνην ὅπως καὶ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Ἐφόσον οἱ δικηγόροι καὶ οἱ δικασταὶ δικάζονται ὑπὸ ἀνθρώπων ἐχόντων τὴν αὐτὴν νοοτροπίαν, διὰ ποῖον λόγον οἱ στρατιωτικοὶ νὰ μὴ δικάζωνται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὴν αὐτὴν νοοτροπίαν; Ἐξ ἄλλου ἡ ἐκδίκασις τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων ὅπως ἀνέφερον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων εἶναι αὐστηρά, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ πειθαρχία τοῦ Στρατεύματος, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Στρατός. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον, διότι καὶ τὸ ζήτημα θεωρῶ ἐξηντλημένον καὶ διότι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τούτου. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἂς λάβῃ ἡ Βουλὴ οἱαδήποτε θέλει μέτρα περιοριστικὰ κατὰ τοῦ Στρατοῦ, εἴτε ἐλαττώσεως αὐτοῦ εἴτε πάσης ἄλλης φύσεως, δὲν πρέπει ὅμως νὰ λάβῃ μέτρα τοιαύτης φύσεως, τὰ ὁποῖα συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ Στρατεύματος καὶ τὴν ἐξάρθρωσιν τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον παραμείνῃ ὡς ἔχει διατετυπωμένον εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§75Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ συζητούμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι σχετικὸν μὲ τὸ ἄρθρον 95 τοῦ Συντάγατος τοῦ 1864, ὡς ἀναθεωρήθη κατὰ τὸ 1911. Ὅπως καλῶς γνωρίζετε, ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 ὡς καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ προηγούμενον αὐτοῦ, τοῦ 1844, περιεῖχον συντομωτάτους καὶ βραχυλόγους διατυπώσεις. Τὸ θέμα τὸ ρυθμιζόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ρυθμίζεται μὲ τρεῖς στίχους ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 95 τοῦ ἀναθεωρηθέντος κατὰ τὸ 1911 Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων.... κλπ.» Τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος λόγου ἔχει σχοινοτενεῖς διατάξεις πλείστας ὅσας δικονομικῆς μορφῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὡς καλῶς γνωρίζετε καὶ καλύτερον ἐμοῦ, ὅλοι οἱ περὶ τὸ δημόσιον δίκαιον ἀσχοληθέντες συγγραφεῖς ἀφειδῶς κατακρίνουν. Σχολιαστὴς ἰδικός μας σχολιάζων τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ τὰ συναφῆ πρὸς αὐτὸν ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καθὼς καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 λέγει ὅτι περιέχουν τοιαύτας διατάξεις, ὥστε δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς πανδοχεῖον, κατακρίνει δὲ σφοδρότατα τὰς δικονομικὰς διατάξεις. Τὰ Συντάγματα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1822–1823 καὶ τὸ τελευταῖον τῆς Τροιζηνίας τοῦ 1827 περιεῖχον ἐπίσης συντομωτάτας διατάξεις, ἄρθρα μὲ 4, 5 ἢ τὸ πολὺ 8 στίχους. Αὐτὸ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα «Συνταγματικὸς νόμος τοῦ ἔτους 1875», δὲν γνωρίζω, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ἂν ἀποτελεῖται ἀπὸ 50 τὸ ὅλον ἄρθρα. Καὶ αὐτὴν τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν πλὴν τῶν δύο ἐξουσιῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις, ἀφότου καθιερώθη τὸ δίκαιον τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς, πλὴν αὐτῆς τῆς διακρίσεως, τὴν ὁποίαν κάμνει, δὲν ποιεῖται κανένα λόγον ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τῆς Γαλλίας. Ἐκ τῶν νεωτέρων Συνταγμάτων, λόγῳ τῶν συνθηκῶν τοῦ Κράτους ἐκεῖνο, τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης εἶναι ἀκατανόητον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἄλλοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἔκτασιν εἰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, λόγοι μὴ ὑφιστάμενοι παρ’ ἡμῖν. Ταῦτα ὡς γενικὴν παρατήρησιν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν διασκευὴν τοῦ ἄρθρου 98, περὶ οὗ σήμερον πρόκειται, νομίζω ἡ διατύπωσις ὅτι ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων δικάζονται τὰ κακουργήματα, τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα κλπ., νομίζω, λέγω, ὅτι παρέλκει, ὡς παρετήρησε καὶ εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων πρὸ τοῦ κ. Μερλοπούλου ὁμιλήσας, ὁ κ. Στρατηγόπουλος, διότι αὐτὸ εἶναι ζήτημα νομοθετικῆς μερίμνης, δὲν εἶναι ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου. Αὔριον ὁ νομοθέτης δύναται νὰ ὑπαγάγῃ ὡρισμένα πλημμελήματα, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι πολλαὶ νομοθεσίαι Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ὑπήγαγον ὡρισμένα πλημμελήματα εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν ἐνόρκων.
§76Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει εἰς τὴν τελευταίαν φρᾶσιν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου, ὅπου λέγεται ὅτι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τούτων δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν διὰ νόμου καὶ ἄλλα ἀδικήματα.
§77Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν παρατήρησιν ἢ μᾶλλον διὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν μοὶ δίδετε, ἀλλ’ ὅμως νὰ ἐξηγούμεθα. Διὰ ποῖον λόγον τότε ὑπάρχει ὁ πρῶτος στῖχος τοῦ νὰ δικάζωνται τὰ κακουργήματα ὑπὸ τῶν ἐνόρκων; Μέχρι τοῦδε ὑπὸ τίνων ἐδικάζοντο, ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων ἢ ὑπὸ τῶν Εἰρηνοδικείων; Εἰς τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι δυνατὸν τυχαίως νὰ τίθενται διατάξεις ἄνευ ἐννοίας.
§78Χ. ΛΑΔΑΣ. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐξασφαλίζεται διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκδίκασις τῶν κακουργημάτων ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια.
§79Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αὐτὸ περιέχεται κατωτέρω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μία προσπάθεια, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουν ἴσως αἱ περιστάσεις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐψηφίσθη χθὲς ἐν μέσῳ θορύβου τὸ προηγούμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ παράβασιν τοῦ δόγματος τῆς διακηρύξεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀφῃρέθη ἡ διοίκησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα, ἀλλ’ ἀπόντος δυστυχῶς τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἀπεμπολίσαμεν τὰ δικαιώματα, τα ὁποῖα μᾶς ἔδωσεν ὁ Λαός, παρεδώσαμεν τὴν διοίκησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς ἀνευθύνους, καταργήσαμεν τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, περὶ τῶν ὁποίων πολλαὶ γνῶμαι ἐξηνέχθησαν. Ἐλέχθη τότε ἐν Γαλλίᾳ ὅτι ἡ ἕνωσις τῶν ἐξουσιῶν καταργεῖ τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἀπαντᾷ ὁ Μιραμπώ, ἐπικουρῶν, ὅτι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας. Δὲν μοὶ λέγετε, κύριοι, εἰς ποῖον θὰ λογοδοτήσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ πρᾶξιν διοικήσεως, ὅπου τῷ παρεδώσατε ὁλόκληρον τὴν Δικαιοσύνην εἰς χεῖράς του; Ἡ Βουλὴ λογοδοτεῖ ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ. Ὁ Λαὸς θὰ μᾶς κρίνῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπολιτεύθημεν. Ἡ Κυβέρνησις λογοδοτεῖ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐνώπιον τίνος θὰ λογοδοτήσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης; Ἀνέγνων μίαν σαφῆ διάταξιν εἰς ἓν ἐκ τῶν ἐπαναστατικῶν Συνταγμάτων, νομίζω τοῦ τρίτου καὶ τὸ ὁποῖον ἔγραφεν ὅτι ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας προέρχονται αἱ ἐξουσίαι. Ἀλλὰ λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ ἓν ἄλλο (ἀναγινώσκει): «Οἱ δικασταὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ δόλον... κλπ.» Δὲν θὰ ἐκτείνω τὴν παρέκβασιν αὐτήν, διότι δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀλλά, λέγω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμε χθὲς ἡ Βουλή, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μετανοήσῃ. Θὰ ἴδητε ποία θὰ εἶναι ἡ διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης παρὰ τῶν κυρίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν διεχειρίσθησαν καθ’ ὃν τρόπον εἶναι εἰς πάντας γνωστόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, λέγω ὅτι μετὰ τὰ γενόμενα χθές, ἡ προσθήκη αὐτὴ εἶναι ὀρθὴ καὶ σκόπιμος, διότι εἶναι ἓν ἀμυντήριον ὅπλον ἐναντίον τῶν αὐθαιρεσιῶν, πρὸ τῶν ὁποίων ἀσφαλῶς θὰ εὑρεθῶμεν μάρτυρες ἐντὸς ὀλίγου. Διότι καὶ τὰ ἀφορῶντα διὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἄνω, ἀδικήματα, θὰ δικάζωνται ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Ἀξιότιμος συνάδελφος ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου χθές, ἀντικρούων τὴν διάταξιν ταύτην, ἐπαίνους καὶ ἐγκώμια ἀπηύθυνεν ὑπὲρ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, δεικνύει μίαν ἀντίφασιν εἰς τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών του. Διότι ἐνῷ ἐξαίρει τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, ἀντιθέτως ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ δικάζωνται τὰ διὰ τοῦ Τύπου ἀδικήματα κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων. Τοῦτο ὑπεστηρίχθη καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων. Ἐγὼ ἔχω ῥιζικῶς ἀντίθεσιν καὶ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα χθές. Δὲν μοὶ εἶναι νοητὸν ὅτι εἷς πολίτης εἰς τὰ καλὰ καθούμενα νὰ βγῇ νὰ καταγγείλῃ δικαστήν, εἴτε διὰ τὸν δημόσιον, εἴτε διὰ τὸν ἰδιωτικόν του βίον, ἐκτὸς ἂν εἶναι δραπέτης τοῦ φρενοκομείου. Διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν τόπον μας εἷς πολίτης καὶ νὰ γράψῃ ἐνυπογράφως κατὰ δικαστοῦ, σημαίνει ὅτι τὸν ἔπνιξε τὸ δίκαιον.
§80Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρόκειται περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου.
§81Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν εὑρίσκει πουθενὰ δικαιοσύνην, διότι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ λογοδοσία αὐτῶν τῶν κυρίων. Ὁ ὁμιλῶν ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν ὅτι εἰς οὐδεμίαν ποτὲ ἐπαφὴν ἦλθε μετὰ δικαστικῶν προσώπων, ἀγνοῶν τὰς κλίμακας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Συνάδελφοί μου ὑπηρετήσαντες ἐν Καλάμαις τὸ γνωρίζουν ὅτι ἀγνοῶ πῶς ὀνομάζεται ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν Καλαμῶν ἢ ποῖοι εἶναι οἱ δικασταί. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος ὅπως ὁμιλῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι ἡ διάταξις ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς πλείστας περιστάσεις ὁ δημόσιος συνυφαίνεται μὲ τὸν ἰδιωτικόν. Τὴν μεσημβρίαν ἀκριβῶς μὲ ἐπεσκέφθη εἷς συμπολίτης μου καὶ μοὶ ἀνέφερεν ὅτι εἷς τῶν εἰρηνοδικῶν τῆς περιφερείας του εἶναι μέθυσος, ἀλλὰ δὲν πίνει δημοσίᾳ. Αὐτὸ τὸν βαρύνει ὡς δικαστικὸν πρόσωπον, ἀλλὰ τὸν βαρύνει καὶ ἄλλως, διότι μὲ τὰ πρόσωπα μὲ τὰ ὁποῖα συμπίνει, ἀποκτᾷ ἰδιαιτέρους δεσμοὺς καὶ ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν σας ποίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων του δύναται νὰ ἔχῃ Πῶς δύναται νὰ λεχθῇ αὐτὸ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον; Θὰ ἔλθῃ ὁ Λαὸς νὰ τοὺς δικάσῃ αὐτοὺς καὶ ὅταν γνωρίζουν αὐτὸ θὰ τοὺς περιμαζέψωμεν. Δὲν εὑρίσκω ἀντιθέτως καμμίαν σκοπιμότητα εἰς τὴν 2αν παράγραφον τοῦ ἄρθρου. Ἂν ἔλεγεν ὅτι ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τῶν δικαστηρίων εἰς τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν πρέπει νὰ τελειώσουν, ἀλλὰ τὰ ὑπαχθησόμενα διὰ ποῖον λόγον νὰ σταλοῦν εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ἐνῷ ἱδρύομεν ὁρκωτὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα μόνον διὰ νόμου δυνάμεθα νὰ τὰ ὑπαγάγωμεν. Θὰ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν;
§82Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔδωκα χθὲς ἐπανειλημμένας ἐξηγήσεις καὶ εἶπα ὅτι δυνατὸν εἶναι ἡ νομοθετικὴ Ἀρχὴ τοῦ μέλλοντος νὰ εὕρῃ ὅτι ὡρισμένα τινὰ ἀδικήματα πλεονάζουν καὶ ὅτι τὰ ὡρισμένα ταῦτα ἀδικήματα κακῶς δικάζονται ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἡ Ἀντιπροσωπεία πεισθῇ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ὑπαγάγῃ τὰ ἀδικήματα ταῦτα.
§83Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι διαγραπτέα ἡ δευτέρα παράγραφος. Κύριοι εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ συζητούμενον περιέχεται μία ἐντελῶς πρωτότυπος καὶ καινοφανὴς διάταξις, ἡ τελευταία τοῦ ἄρθρου. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο ὁ εἰσηγητὴς τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἤκουσα ὅτι ἦτο ὁ κ. Μάρκου, μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς ἡ Δικαιοσύνη δὲν θὰ ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστοῦ καὶ δὲν θὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 96 καὶ 97, αἵτινες εἶναι καθιερωμέναι ἀνέκαθεν. Αὐτό, διὰ νὰ εἶμαι συνεπής, εἶναι ὀρθόν, διότι ἀπαγορεύει τὴν σύστασιν ἐκτάκτων δικαστηρίων, ἀλλ’ ἐπικαλεῖται τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 96 καὶ 97. Αὐταί, κύριοι, εἶναι αἱ θεμελιώδεις δικονομικαὶ ἀρχαί, ἰσχύουσαι εἰς ὅλα τὰ Κράτη.
§84Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δημοσιότης ὑπάγεται καὶ εἰς μίαν ἐξαίρεσιν.
§85Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ δημοσιότης εἶναι ἡ αὐτὴ τοῦ 1864 καὶ ὡς τὸ σήμερον συζητούμενον ἄρθρον. Ὅταν ὑπάρξῃ βλάβη ἠθῶν, λέγει, τὸ δικαστήριον συνεδριάζει κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ καταργεῖ. Ἔπειτα εἶναι ἡ αἰτιολογία τῶν ποφάσεων. Ἤθελα νὰ ἀκούσω αὐτὰ τὰ πρωτότυπα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐφευρέθησαν ἔκ τινος κοινωνικῆς ἀνάγκης. Διότι, κύριοι, παραπήραμεν κατήφορον εἰς τοὺς νεωτερισμοὺς καὶ ἐρωτῶ· μὲ τοὺς νεωτερισμοὺς οἱ ὁποῖοι ἔγιναν τὰ τελευταῖα ἔτη, καλύτερα πηγαίνομεν ἢ χειρότερα; Ὅτι διαφθείρονται ὅταν πηγαίνουν εἰς τὰς φυλακάς, αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικόν. Κάμετε φυλακὰς παίδων. Ἀλλὰ τί θέλουν αἱ διατάξεις αὐταὶ εἰς τὸ Σύνταγμα; Νομίζω λοιπὸν, διὰ νὰ καταλήξω τὸν λόγον, ὅτι ἡ αʹ παράγραφος καθώρισε τὴν ἐκδίκασιν ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων καὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν διὰ τοῦ Τύπου γιγνομένων κατὰ τῶν δικαστικῶν προσώπων. Εἶναι μία ἀσφαλιστικὴ δικλείς, μία ἄμυνα τῆς Κοινωνίας κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τὴν ὁποίαν ἐδώσατε καὶ τοῦ ἀσυδότου εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἂν ἀληθῶς τὴν ἐδώσατε καὶ κατεστήσατε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν σκιάν, κατεστήσατε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐξ ἀνεξηγήτου δυσπιστίας πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἓν ὀργανέττον, ἕνα διεκπεραιωτὴν ἐγγράφων καὶ τίποτε ἄλλο. Τὸ πρῶτον λοιπὸν τὸ θεωρῶ σκόπιμον, τὴν δευτέραν παράγραφον τὴν νομίζω ὅτι εἶναι διαγραπτέα. Ἡ τρίτη παράγραφος περὶ Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων μετὰ τὰ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν συμβάντα εἶναι ἐνδεδειγμένη καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, προστιθεμένης τῆς φράσεως «κατὰ τῆς ζωῆς, ἀγνίας, καὶ ἐλευθερίας» καὶ ἂν ἤθελε θεωρηθῆ περιττὴ ἡ λέξις «ἐλευθερία», δὲν βλάπτει, ἀφοῦ μένουν καὶ τόσα ἄλλα περιττὰ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ δὲ τελευταία παράγραφος περὶ εἰδικῶν δικαστηρίων παίδων, τὴν πρωτοτυπίαν αὐτὴν τὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐννοίας, κατὰ τὴν κρίσιν μου, πρέπει νὰ τὴν διαγράψητε. Ταῦτα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 98 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§88Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ βραχέων, κύριοι βουλευταί, θὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 98 τοῦ Συντάγματος. Ἐν πρώτοις ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, νομίζω ὅτι ἡ ἐγγύησις τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων εἶναι ἐγγύησις μεγίστη καὶ ὅτι ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν γνώμην περὶ τοῦ δικαίου τοῦ Λαοῦ, ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς διατύπωσις εἶναι αὐτόχρημα ἀντίληψις τοῦ ὁρκωτοῦ συστήματος, διότι ὁρίζει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Κακουργήματα ὑπαχθέντα ἢ ὑπαχθησόμενα.... κλπ.» Ἀφίεται συνεπῶς πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο μέχρι τοῦ σημείου ὥστε εἷς νόμος νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἅπαντα τὰ κακουργήματα ὑπαχθέντα εἰς τὸ δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν καὶ συνεπῶς εἰς τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων εἶναι δυνατὸν διὰ πράξεως νομοθετικῆς νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν ταύτην. Ὀρθῶς λοιπὸν ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σήμερον ὅτι εἰς Κράτη μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα ἐθεωρήθη τόσον μεγάλης λαϊκὴ δικαιοσύνη, ὥστε καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἐγένετο τροποποίησις, ὥστε νὰ μετέχουν ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ, τουτέστιν λαϊκοὶ δικασταί. Καθ’ ἣν στιγμὴν ταῦτα ἐγένοντο εἰς Κράτη μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν, ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ φέρομεν εἰς τοῦτο σύστημα ἰσχῦον πρὸ δύο αἰώνων, τὸ ὁποῖον ἦλθε καὶ κατέρριψεν ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις καὶ καταργοῦμεν τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων καὶ ἐπαναφέρομεν ἐκεῖνο τὸ ἀπηρχαιωμένον τοῦ μεσαίωνος. Ἀληθῶς, κύριοι, ἐκπλήσσομαι ὅτι τοιαῦτα ὑποστηρίζονται πράγματα ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος ἀκόμη ὀφείλουν μεγάλον νὰ ἔχουν σεβασμὸν πρὸς τὰς ἐγγυήσεις καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν θεωρίας τόσον τυραννικάς, ὥστε νὰ φθάσουν αὗται μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι πρέπει τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα νὰ δικάζωνται ὑπὸ Στρατοδικείων. Ὅταν, κύριοι, τοιαῦται θεωρίαι ἀποτολμῶνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου....
§89Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§90Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ τὸ ἤκουσα. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, κ. συνάδελφε. Ὅταν, λέγω, τοιαῦται θεωρίαι ἀποτολμῶνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐνταῦθα ἵνα προασπίζῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τότε βεβαίως θὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου καὶ τὰ δικαστήρια νὰ καταργήσωμεν καὶ ὅλας τὰς ἄλλας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν ζωὴν τοῦ πολίτου νὰ ποδοπατήσωμεν. Ἀλλ’ ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παρασυρθῇ ἐκ τοιούτων καινοφανῶν καὶ ἐπικινδύνων θεωριῶν, ἀλλ’ ἐπιμένουσα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὡς ἴσχυον μέχρι σήμερον, μέχρι τῆς τελευταίας μεταβολῆς, ὡς ἴσχυεν ἐκ τῆς τελευταίας μεταβολῆς μέχρι σήμερον, διότι τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον καὶ τὸ ὁποῖον τροποποιοῦμεν καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἀφῆκε καὶ τὰς διατάξεις περὶ δικαστηρίων ἀθίκτους, ἐρχόμεθα ἡμεῖς διὰ προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος νὰ καταργήσωμεν τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας καὶ νὰ θεσπίσωμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι καθ’ αὐτὸ τυραννικαί.
§91Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τυραννικὰς διατάξεις, τὸ κῦρος τῶν ὁποίων θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς θελήσεως τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας.
§92Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ εἰς ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔσχον μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν ἔδωκεν, ἀλλ’ ἀντέταξα εἰς αὐτὸν τὴν ἀπάντησιν, ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις, εἶναι κωμῳδία αὐτή, τὴν ὁποίαν παίζομεν σήμερον, νὰ ψηφίσωμεν δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα. Ἂς μὴ ψηφίσωμεν κανὲν Σύνταγμα. Διατί, κ. Ὑπουργέ, νὰ ὑπάρχῃ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ ἐντάλματος προφυλακίσεως, διατί νὰ μὴ ἀφίνητε ἐλευθέραν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ καὶ τὸ ζήτημα αὐτό;
§93Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ χαλινοῦ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐδῶ θέλετε νὰ θέσωμεν χαλινὸν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§94Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Πολιτείας εἶναι φραγμὸς κατὰ πάσης ἐξουσίας τοῦ Κράτους καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς. Σεῖς λέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιούτου φραγμοῦ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιούτου φραγμοῦ, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ χροστριβῶμεν ἐδῶ. Ἀνατρέξατε εἰς τὴν Γαλλίαν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχουν ἐκεῖ συνταγματικοὶ νόμοι. Διότι, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχουν συνταγματικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι καθιεροῦσι τὸ ὁρκωτὸν σύστημα. Μήπως εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀπαντήσωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς; Ἐν τούτοις ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται ὡς συνταγματικοί, δηλαδὴ διὰ νὰ μεταβληθῶσιν ἀπαιτοῦνται ὡρισμέναι διατυπώσεις. Διατί θέλετε νὰ ἀφαιρέσητε τὴν ἰσχὺν διατάξεως καὶ νὰ προσθέσητε τὸ καινὸν δαιμόνιον καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον ἀπὸ ἀπόψεως λεκτικῆς; Διότι ἀληθῶς εἶναι ἀκατανόητος ἀπὸ ἀπόψεως λεκτικῆς ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Κακουργήματα ὑπαχθέντα ἢ ὑπαχθησόμενα.... κλπ.» Καὶ ἡ διάταξις αὐτή, ὄχι μόνον δὲν συμφωνεῖ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς διατυπώσεως, ἀλλ’ αἰφνιδίως προσετέθησαν αἱ δύο λέξεις «ἢ ὑπαχθησόμενα». Καὶ οὕτως ἔχομεν τὴν ἑξῆς διατύπωσιν (ἀναγινώσκει). Ἀληθῶς, κύριοι, λέγω, εἶναι παράδοξον τὰ ὑπαχθησάμενα αὐτὰ νὰ θεωροῦνται ὡς ἐξακολουθοῦντα δικαζόμενα. Ἡ διατύπωσις ἐγένετο διὰ νὰ μὴ ὑποπίπτῃ εἰς τὴν ἄμεσον ἀντίληψιν τοῦ ἀναγνώστου ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως τοῦ ὁρκωτοῦ δικαστηρίου.
§95Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δύο λέξεις «ἢ ὑπαχθησόμενα» προσετέθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων.
§96Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἐντελῶς περιττὴ ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἐφόσον ὑπάρχουν διὰ νόμου, δύνανται διὰ νόμου καὶ νὰ καταργηθῶσιν. Ἀλλὰ τὰ «ἢ ὑπαχθησόμενα» καθιεροῦν ἀναμφισβητήτως τὴν ἀρχὴν ὅτι δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὁποτεδήποτε θελήσῃ νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ· ὑπάγω εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων τὰ κακουργήματα.
§97Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἅπαντα.
§98Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἂν μία νομοθετικὴ ἐξουσία ἔλθῃ καὶ εἴπῃ ὅτι τέλος πάντων τὰ κακουργήματα ὅλα θέλω νὰ τὰ ὑπαγάγω εἰς τὸ Ἐφετεῖον, ὅτι αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐκπροσωπεῖ αὐτὴν τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ;
§99Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸ νομίζω, διότι γνωρίζετε ὅτι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις πανταχοῦ, ὅπως εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, αἱ ἀφορῶσαι σπουδαιότατα ζητήματα ἀναγόμενα εἰς τοὺς συνήθεις νόμους, αἱ συνταγματικαί, λέγω, διατάξεις, ἂν ἔχουν κάποιαν πρακτικότητα, εἶναι ὅτι μεταβάλλονται κάπως δυσχερέστερον ἀπ’ ὅ,τι μεταβάλλονται. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι εἷς νόμος δύναται νὰ μεταβληθῇ διὰ τῆς ψηφίσεως ἑτέρου νόμου. Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ κανονίζῃ τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἐλευθερίας, τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς, τῆς περιουσίας τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελούντων τὸ Κράτος; Νομίζετε ὅτι εἶναι ὀρθὸν τοῦτο.
§100Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὄχι, δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν.
§101Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ πολλῆς προσοχῆς συζητοῦνται διατάξεις συνταγματικαὶ ἀπὸ ὅ,τι συζητοῦνται αἱ διατάξεις τῶν συνήθων νόμων καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι προκειμένου περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἀπαιτεῖτε καὶ μεγαλύτερος ἀριθμὸς ἀντιπροσώπων.
§102Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος Συντάγματος.
§103Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Κύριοι ὁπωσδήποτε δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχουν τινὲς διαφωνοῦντες καὶ θὰ ὑπάρχουν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ μεγαλυτέρα πλειονοψηφία τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ μεγαλυτέρα συνεπῶς πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι σύμφωνος ὅτι δὲν πρέπει νὰ θιγοῦν τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων καὶ διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω περισσότερον περὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην.
§104Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον ἀνάγκη ὑπαγωγῆς....
§105Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κ. συνάδελφε, ὅτι δεσμεύομαι ἀπὸ ὡρισμένον χρόνον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§107Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Δὲν νομίζετε ὅτι ὡρισμένα κακουργήματα πρέπει νὰ τὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ὡς π. χ. εἴχομεν κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν τὰς καταχρήσεις, διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὁποίων εἶναι ἁρμοδιώτερα τὰ Ἐφετεῖα;
§108Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ ὡς πρὸς αὐτό.
§109Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι τὰ Ἐφετεῖα ὡς ἀποτελούμενα ἀπὸ ἐξ ἐπαγγέλματος δικαστάς, εἶναι ἱκανώτερα ἀπὸ τὰ Κακουργιοδικεῖα νὰ δικάσουν τὰς καταχρήσεις.
§110Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ πάντοτε ἄγομαι ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι εἶναι καλύτερον νὰ ἀθωωθῶσι 10 ἔνοχοι, παρὰ νὰ καταδικασθῇ εἷς ἀθῷος. Καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εὐκολώτερον εἰς τὰ Ἐφετεῖα καταδικάζεται εἷς ἀθῷος, παρὰ εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων, διότι μεγαλυτέρα εἶναι ἡ προσοχὴ ἡ ὁποία δίδεται ὑπὸ τῶν λαϊκῶν δικαστῶν καὶ ὀλιγώτερον παρασύρονται ἀπὸ τὸν ἐπαγγελματικὸν ζῆλον οἱ λαϊκοὶ δικασταὶ ἀπὸ ὅ,τι παρασύρονται οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος δικασταί. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Αὐτὴν τὴν γνώμην τὴν εἶχον πάντοτε καὶ δὲν εἶδα ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις νὰ μεταβάλλεται.
§111Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῶν διακοπῶν.
§113Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην, ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, ὡς αὕτη διατυποῦται ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι, ὄχι ἐν τῷ Συντάγματι τῆς Ἐπιτροπῆς, θίγεται καιρίως ἡ πειθαρχία τοῦ Στρατεύματος. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ 1910, βουλευτὴς τότε ὢν καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ τότε Συντάγματος, εἶχα ὑποστηρίξει τὴν γνώμην ὅτι τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, διότι φρονῶ ὅτι ἡ ἐξαιρετικὴ ἁρμοδιότης τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων προεκλήθη ἐκ τοῦ λόγου ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες τὰς ἀναγκαίας στρατιωτικὰς γνώσεις καὶ τὴν ἀναγκαίαν μόρφωσιν ὡς πρὸς τὴν πειθαρχίαν, νὰ ἐφαρμόσουν διατάξεις ἀφορώσας τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα. Οὐδαμῶς ὅμως αἱ διατάξεις αὗται τῆς ἐξαιρετικῆς ἁρμοδιότητος τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἐθεσπίσθησαν ἵνα καταστήσωμεν οὕτως εἰπεῖν ἀσυδότους τοὺς στρατιωτικοὺς τοὺς διαπράττοντας κοινὰ ἀδικήματα. Παρετηρήθη δέ, ὄχι ἐσχάτως, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους αὐτοῦ, παρετηρήθη, λέγω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περὶ στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις καὶ ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ δικασταὶ κρίνοντες τὰ κοινὰ ἀδικήματα τῶν συναδέλφων αὐτῶν στρατιωτικῶν κατὰ πολιτῶν κρίνουσι ταῦτα μετὰ ἐπιεικείας ἡ ὁποία θίγει αὐτὴν ἣν δημοσίαν τάξιν. Διότι, κύριοι, ὁ ἀδικούμενος πολίτης, ὁ ὁποῖος βλέπει ὅτι δὲν τιμωρεῖται ὡς πρέπει νὰ τιμωρεῖται, κατ’ ἀνάγκην παρασύρεται εἰς αὐτοδικίαν καὶ ἡ αὐτοδικία θίγει αὐτὰ τὰ θεμέλια τῆς δημοσίας τάξεως. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1910 ὑπεστήριζον τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἐξακολουθῶ ὑποστηρίζων ταύτην, ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ πάθῃ ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, ἂν τὰ ἀδικήματα τὰ ἀφορῶντα τὰ κοινὰ ἀδικήματα τῶν στρατιωτικῶν, δικάζονται οὐχὶ ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Τὴν διάταξιν δὲ ταύτην περιέλαβε καὶ τὸ ὑφ’ ὑμῶν συνταχθὲν Σύνταγμα.
§114Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο καλύτερον ἂν τὰ εἶχεν ὑπαγάγει εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια.
§115Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι διὰ ταύτην οἱ στρατιωτικοὶ καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ὁ νόμος «περὶ στρατιωτικῶν συμβούλων», λαμβανομένων ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ δικαστικοῦ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου λέγω ὅτι προκειμένου περὶ κοινῶν ἀδικημάτων διαπραττομένων κατὰ πολιτῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑπαγωγὴ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀδικημάτων τούτων εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Τί ἔχει νὰ πάθῃ τὸ Στράτευμα, ἂν ὁ στρατιωτικὸς ὁ ὁποῖος ἀδικηθεὶς ἀπὸ πολίτην καὶ βιαιοπραγίσας κατ’ αὐτοῦ ἤθελε δικασθῆ ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου; Τί ἔχει νὰ πάθῃ ἐξ αὐτοῦ ἡ πειθαρχία τοῦ Στρατεύματος; Τοὐναντίον ἡ πειθαρχία τοῦ Στρατεύματος ἐνισχύεται διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς εἶναι ἡ πεποίθησις τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ πολίτης πρὸς τὸ Στράτευμα καὶ ὁσάκις κλονίζεται ἡ πεποίθησις αὕτη, κλονίζεται αὐτὸ τὸ Στράτευμα. Εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ πεισθῇ ὁ πολίτης ὅτι ἀπὸ τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ προσφύγῃ. Δὲν εἶναι δὲ βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι αὐστηρότερον κρίνονται ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια οἱ στρατιωτικοὶ οἱ διαπράττοντες κοινὰ ἀδικήματα κατὰ πολιτῶν, ἔχομεν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ὅλως τὸ ἐναντίον, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ δικασταὶ μετὰ πρωτοφανοῦς καὶ ἀληθῶς ἀσυγγνώστου ἐπιεικείας προσηνέχθησαν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὸν πολίτην ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς νὰ φέρωσιν εἰς τὸ πλευρὸν αὐτῶν τὸ ὅπλον. Ἄλλως τε δὲν εἶναι καινοφανὴς ἡ ὑποστηριζομένη ἄποψις· σχεδὸν πανταχοῦ ἤδη πλὴν τῆς Γαλλίας, ὅπου συζητεῖται τὸ πρᾶγμα, σχεδὸν ἁπανταχοῦ εἰσήχθη ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ἐκδίκασιν μόνον τῶν στρατιωτικῶν καθαρῶς ἀδικημάτων εἶναι ἁρμόδια τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γερμανίαν ὑπάρχει ἡ διάταξις αὐτὴ 7848. Πολλοὶ βουλευταὶ ὡμίλησαν καὶ ἐγένετο συζήτησις περὶ ὁλοσχεροῦς καταργήσεως.
§116Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Γερμανίαν κατηργήθη.
§117Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν βλέπω διατί ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν περισσότερον ἐκείνων τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἐπέτυχον τούτην, εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς σιδηρᾶς πειθαρχίας καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ἁπανταχοῦ ὡς ἀπηρχαιωμέναι. Ἀλλὰ δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 93 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος καὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν διατύπωσιν, τὴν ἀληθῶς ὀλίγον φλύαρον τοῦ ἄρθρου 98 τῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ αὕτη διὰ τῶν διατάξεων, τῶν ἤδη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποβληθεισῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§119Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 98 εἶναι συνεξηρτημένον ἀπὸ τὸ δόγμα τοῦ φυσικοῦ δικαστοῦ. Ἐφόσον ἔχομεν μίαν θεμελιώδη διάταξιν συνταγματικήν, ὁποία ὁρίζει ὅτι οὐδεὶς ἄκων στερεῖται τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ, εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπιζητήσωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ θεμελιῶδες τοῦτο ἀξίωμα δι’ ἰδιαιτέρων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φαίνωνται ὅτι ἔχουσι δικονομικὴν σημασίαν, ἀλλὰ πάντως ἐφόσον συνδέονται εἰς τὴν προάσπισιν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, δέον νὰ περιβληθῶσι τὸ κῦρος συνταγματικῆς διατάξεως. Νομίζω ὅτι αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει καὶ αὐτὸν τὸν ρόλον παίζει τὸ ἄρθρον 98 ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον περὶ φυσικοῦ δικαστοῦ· ἡ ἔννοια τοῦ φυσικοῦ δικαστοῦ ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι τι, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι, ἄνευ σημασίας, εἶναι ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἀπὸ παγίας νομοθεσίας, ἀπὸ παγίας νομολογίας καὶ παγίας ἀντιλήψεως· ὅτι οἱ καλύτεροι δικασταὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκρίθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκρίθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὡς καλύτεροι πρὸς ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὰ λέγων ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐννοῶ τὸν φυσικὸν δικαστήν, ὡς τὸν δικαστήν, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθεσία παγίως καὶ ἡ νομολογία παγίως καὶ ἡ συνείδησις τοῦ κόσμου ἐδέχθη ὡς τὸν ἁρμοδιώτερον νὰ κρίνῃ ἐπὶ ὡρισμένου κύκλου ὑποθέσεων. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸ ἄρθρον 98 ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Λοιπὸν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια κατήντησαν ὁ φυσικώτερος δικαστὴς τῶν μεγαλυτέρων ἀδικημάτων, τῶν κακουργημάτων καὶ δὲν ὑπάρχει, φαντάζομαι, νομικός τις ἢ καί τις ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ πιστεύῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, ὡς διεμορφώθησαν καὶ ἰσχύουν ἐν Ἑλλάδι, τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν κακουργημάτων. Ἑπομένως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν θὰ ἤθελον τὸν ἐξοβελισμὸν πάσης διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ ἔθετεν εἰς κίνδυνον τὸ δόγμα αὐτὸ τοῦ φυσικοῦ δικαστοῦ· ἄρα ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κακουργήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴτε ὑπήχθησαν εἴτε πρόκειται νὰ ὑπαχθῶσι, ὅπερ τὸ χειρότερον, κατὰ μίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, εἰς ἄλλα δικαστήρια ἐκτὸς τῶν ὁρκωτῶν, πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ πρῶτον μὲν ὡς ἐπικίνδυνος διὰ τὴν ἄποψιν αὐτὴν τῶν προσωπικῶν ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζονται περισσότερον διὰ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ δεύτερον καὶ δι’ οὓς λόγους εἶπον, διότι δὲν ἔχει καὶ νόημα, δὲν ἔχει δὲ νόημα, διότι ἐφόσον γίνεται λόγος περὶ ὑπαχθησομένων ἢ ὑπαχθέντων διὰ νόμου, ὁ νόμος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ ὑπαχθέντα ἢ ἐφόσον δὲν ἀπηλείφθη ἡ διάταξις αὐτὴ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπαγάγῃ τὰ κακουργήματα εἰς ἄλλην δικαιοδοσίαν πλὴν τῶν ὁρκωτῶν. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως ὁλοκλήρου. Διότι ὡς ἔχει ἡ διάταξις δύναται νὰ ὁρίζῃ εἷς νόμος χωρὶς νὰ προσκρούῃ εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ὅτι δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι καὶ κακουργήματα εἰς ἄλλην δικαιοδοσίαν.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ τὸ διεγράψατε, θὰ ἀπαγορεύηται διὰ τοῦ Συντάγματος.
§121Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Θὰ διαγράψωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἡ ὁποία θὰ ὑπαγάγῃ ἀδικήματα εἰς τὸ μέλλον.
§122Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὰ ὑπαχθησόμενα.
§123Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἡ καλυτέρα διατύπωσις εἶναι αὐτή· νὰ ἀφήσωμεν κακουργήματα ὑπαχθέντα, νὰ σβύσωμεν τὰ ὑπαχθησόμενα. Νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ εἴπωμεν «εἰς τὴν αὐτὴν ἁρμοδιότητα καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους δύναται νὰ ὑπαχθῶσι καὶ ἕτερα δι’ ἐξαιρετικοὺς λόγους κακουργήματα. Εἰς τὸ ἄρθρον δὲ αὐτὸ νὰ τεθῇ δήλωσις ἑρμηνευτικὴ διὰ νὰ ἀποκλείσωμεν τοὺς φόβους τοῦ κ. Ράλλη ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ 98ου ἄρθρου ὑπαγωγὴ ἐγκλημάτων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων», ἐννοεῖται ὡς μὴ δυναμένη νὰ περιλάβῃ πάντα τὰ κακουργήματα, νὰ θέσωμεν ὅτι «δι’ ἐξαιρετικοὺς λόγους δύναται ἀδίκημά τι ὡρισμένον νὰ ὑπαχθῇ διὰ νόμου εἰς τὰ Ἐφετεῖα». Ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νομίσῃ ὅτι ἡ λῃστεία δέον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰ Ἐφετεῖα, διατί νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν, διατί νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἐξουσίαν ὥστε ἀδικήματα ὡρισμένα νὰ τὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον;
§124Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω ὅτι εἶναι αὐταπάτη ἂν δι’ ὡρισμένα πλημμελήματα, σύμφωνα μὲ τὰς παλαιὰς διατάξεις, τὰ ἐξαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ τὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ Ἐφετεῖα. Καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπήχθησαν εἰς τὰ Ἐφετεῖα καὶ διὰ νὰ ἔχουν ἑνιαίαν δικαιοδοσίαν ὁ νόμος ὑπήγαγε καὶ τὰ κακουργήματα. Ἀλλὰ νὰ σκεφθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ νομοθέτημα ἐναντίον τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν νὰ ὑπαγάγῃ....
§125Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί κινδυνεύουν αἱ ἀσφάλειαι ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ἀντιπροσωπείαν;
§126Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὁ λόγος, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὰς ἐγγυήσεις αὐτάς, εἶναι ὅτι ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι γενικῶς πλεῖστα τῶν κακουργημάτων δικάζονται καλύτερον καὶ ἁρμοδιώτερον ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους. Ἂν θελήσητε νὰ τὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ὑπαγάγητε εἰς τὰ Ἐφετεῖα, τότε θὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι, παρ’ ὅλον τὸν συμβιβασμὸν καὶ παρ’ ὅλην τὴν φιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς ὑμᾶς, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συμφωνήσωμεν.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ λόγος εἶναι ὅτι τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια ἐκφράζουν τὴν περὶ δικαίου συνείδησιν τοῦ Λαοῦ, δηλαδὴ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια κατὰ κανόνα δημιουργοῦσι τὸ δικαίωμα καὶ δι’ αὐτὸ θέλομεν προκειμένου περὶ ἐγκλημάτων νὰ ἐκφράζουν τὴν περὶ τοῦ δικαίου τοῦ Λαοῦ πεποίθησιν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκφράζεται εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια.
§128Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι μοὶ ὑπενθυμίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς γεννήσεως τῶν δικαστικῶν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι προήρχοντο ἐκ τῆς θελήσεως τῶν μοναρχῶν καὶ ἡγεμόνων, σιγὰ–σιγὰ δὲ κατέληξεν ἡ λαϊκὴ ἀντίληψις εἰς τὸ νὰ δεχθῇ δικαστὰς ἀπὸ τὰς λαϊκὰς τάξεις καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι σήμερον ὑπάρχουν Κράτη πεπολιτισμένα, ὅπως εἶναι τὸ Γερμανικὸν Κράτος, εἰς τὰ τακτικὰ τοῦ ὁποίου δικαστήρια συμπαρεδρεύουν λαϊκοὶ δικασταί. Ἄρα αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένομεν νὰ ἀσφαλίζηται ὅσον ἔνεστι μεγαλύτερος κύκλος ἀδικημάτων εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθερίαν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ πάρῃ μίαν ὡραίαν πρωΐαν ὅλα τὰ ἀδικήματα ἀπὸ τὰ λαϊκὰ δικαστήρια καὶ νὰ τὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὰ Ἐφετεῖα. Συνέβη τοῦτο εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δυστυχῶς τοῦτο τὸ ἔκαμεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην.
§129Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Διὰ ψηφισμάτων τὰ ἐπῆρε.
§130Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὑπεραμυνόμενος, κ. Ὑπουργέ, τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐσπεύσατε νὰ φέρητε νομοσχέδιον καὶ ἐσπεύσατε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἐφετείων τὰ ἀδικήματα αὐτά.
§131Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὰς τὰς ἐλευθερίας τὰς δίδει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὰ Ἐφετεῖα, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ λαϊκὰ δικαστήρια.
§132Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον δίδει καὶ τὴν ἀντίθετον ἄποψιν.
§133Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ πέρνουν ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια καὶ νὰ τὰ πηγαίνουν εἰς τὰ τακτικά.
§134Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο πιστεύω ἀπολύτως ὅτι δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λέγω νὰ στέρξωμεν εἰς τοιαύτην τινὰ ἔστω καὶ ἀρνητικὴν διατύπωσιν διὰ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πρέπει νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν καταστᾶσαν παγίαν ἀντίληψιν ὅτι τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια δικάζουν καλύτερον τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν κακουργήματα καὶ τοῦτο εἶναι ἀντίληψις πείρας δεκαετηρίδων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἀδικημάτων διὰ τὰς ἀδικοπραγίας κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διὰ τοῦ Τύπου ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, δὲν θὰ μὲ εὕρητε σύμφωνον, διότι δὲν εὑρίσκω ἀπολύτως ὀρθὸν οἱ ἀδικοπραγοῦντες κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διὰ τοῦ Τύπου ἢ ἄλλως πως νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, διότι πρέπει νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν τακτικὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τῶν προσπαθειῶν οἱουδήποτε, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ δημιουργήσῃ μηνύσεις κατὰ τῶν δικαστικῶν προσώπων. Εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ ἐπιχειρήσωμεν νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια ἀκριβῶς ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δικάζωνται ταχέως καὶ ἀπὸ τοὺς δικαστὰς διὰ νὰ ἔχωμεν περιφρουρημένην τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀσκοῦσαν τὰ καθήκοντά της.
§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὸ δόγμα τί θὰ γίνῃ;
§136Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει εἷς λόγος ἐξαιρέσεως, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει παρέκκλισιν ἐκ τοῦ κανόνος. Εἰς κάθε κανόνα ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις. Θὰ ἐδεχόμην προκειμένου περὶ περιφρουρήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκθέσωμεν εἰς κίνδυνον, εἰς λιβέλλους τὸν δικαστὴν ἀπὸ διαφόρους τρίτους, χωρὶς νὰ δώσωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν δικαστικὴν ἀξιοπρέπειαν ἀπὸ τῆς προσβολῆς αὐτῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ εὑρίσκει σύμφωνον μὲ τὴν ἐξαίρεσιν. Δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν ἐξαίρεσιν ἐκ τοῦ παρελθόντος. Τὸ παρελθὸν ἦτο καλὸν μέχρι τοῦδε. Ἔχομεν τὸν φυσικὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος ἐδίκαζε τὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρήσωμεν νὰ διαταράξωμεν τοὺς ὅρους τῆς δικαστικῆς ἀσφαλείας καὶ νὰ ὑπαγάγωμεν τὸν ἀδικούμενον δικαστὴν εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ἐθεωροῦντο μέχρι τοῦδε τὰ ἁρμοδιώτερα διὰ τοὺς στρατιωτικούς, ἀλλὰ ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν ἐπιτρέπει πλέον νὰ σταθῶμεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου, ἔχομεν ἀφορμὰς καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος τοῦ ἀπωτέρου καὶ ἐκ τοῦ προσφάτου παρελθόντος διὰ νὰ πιστεύωμεν ὅτι προκειμένου περὶ ὡρισμένων ἀδικημάτων δέον νὰ τοὺς ὑπαγάγωμεν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Νὰ ὑπάρξῃ στενὸς ὁ κύκλος τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῶν προσώπων καὶ τῆς περιουσίας· ὅταν πρόκειται εἷς στρατιωτικὸς νὰ ἐξυβρίσῃ, νομίζω ὅτι τὸν θεωρῶ ἐλάχιστον.
§137Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι συνειθισμένος;
§138Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀγωγῆς.
§139Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἀπατᾶσθε πολύ, κ. συνάδελφε.
§140Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μὴ ταράττεσθε. Λέγω τοῦτο, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἐκ φύσεως εἶναι τραχεῖς καὶ εἶναι φυσικὸν ἡ τραχύτης αὐτὴ νὰ ἔχῃ τὸν ἀντίκτυπόν της.
§141Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε περὶ ἀγωγῆς καὶ ἐπειδὴ συχνὰ ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δύνασθε νὰ γνωρίζητε ὅτι εἰς οὐδὲν ἐπάγγελμα δίδεται ἡ ἀγωγή, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς εἰσερχομένους εἰς τὰ Σχολεῖα.
§142Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Διὰ νὰ προλάβω κάθε ἀνησυχίαν σας σᾶς εἶπον ὅτι ὁ βίος τοῦ στρατιωτικοῦ εἶναι τοιοῦτος ὥστε νὰ συνειθίσῃ πρὸς τὴν τραχύτητα.
§143Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§144Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὁ κύκλος τῶν ἀδικημάτων, τῶν ὁποίων προσπαθοῦμεν τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν ἔχει νὰ ταράξῃ οὐδαμῶς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Ἂν πρόκειται βεβαίως νὰ τιμωρηθῇ ὁ στρατιωτικὸς ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια δι’ ἐξύβρισιν πολίτου, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ τιμωρηθῇ περισσότερον ἀπὸ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσουν τί εἶναι ἐξύβρισις.
§145Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Οἱ δικασταὶ δὲν πηγαίνουν εἰς τὰ Ἐφετεῖα;
§146Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν δικάζονται οἱ δικασταὶ ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια διὰ πράξεις κατ’ ἄλλων, ὑπαγομένων εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, ἄλλων κατὰ δικαστῶν. Ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις ὅτι ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν τὴν παρέκκλισιν αὐτὴν ἐν προκειμένῳ, εἶναι ὅτι ἡ ὕπαρξις τακτικῶν δικαστῶν μεταξὺ στρατιωτικῶν δικαστῶν ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἐθεωρήθησαν ἐπαρκῆ τὰ Στρατοδικεῖα διὰ νὰ ἀποδώσουν τὴν Δικαιοσύνην. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐλέχθη ὑπό τινων τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὅτι θὰ εἶναι πλέον δυσκίνητος ἡ τακτικὴ διαδικασία ἐν τῇ κρίσει τῶν ἀδικημάτων, δὲν εἶναι βάσιμος, διότι δυνάμεθα νὰ κάμωμεν νομοθετοῦντες τὴν Δικαιοσύνην πλέον εὐκίνητον. Ὅλα αὐτὰ εἶναι πορίσματα πείρας τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ ἐγγὺς παρελθόντος τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν παρέκκλισιν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου ὡς διεσκευασμένη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§148Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 98 τοῦ Συντάγματος δύο κυρίως, ἡ αʹ καὶ ἡ γʹ παράγραφος, εἶναι ἐκεῖναι αἵτινες χρήζουν βεβαίως τῆς γενομένης μέχρι τῆς στιγμῆς διεξοδικῆς ἀναπτύξεως. Ἡ αʹ παράγραφος ἀφορᾷ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων τῶν διαπραττομένων εἰς βάρος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἀνεπτύχθησαν δύο ἀπόψεις, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ διὰ τοῦ Τύπου πραττόμενα ἀδικήματα, ὁσάκις ταῦτα ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον, νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, ὅταν κατευθύνωνται κατὰ τῶν δικαστῶν. Τὸ ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Λέγει λοιπὸν ὅτι ἡ ἀντίληψις αὕτη τοῦ νὰ ὑπάγωνται τὰ ἐν λόγῳ ἀδικήματα εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι ὀρθή, ὅπως ἐπίσης δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ ἄποψις τοῦ νὰ ὑπάγωνται πρὸς ἐκδίκασιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποκρούω ἀπολύτως τὸ νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια εἶναι ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου εἶναι ὡς νὰ θέτωμεν ὑπὸ τὸν ἐμπαιγμὸν καὶ τὴν χλεύην οἱουδήποτε τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, τὰ πρόσωπα δηλονότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ ἔταξε διὰ νὰ κανονίζουν τὸ λεπτότερον ἐκ τῶν λειτουργημάτων τοῦ Κράτους. Καὶ θὰ εἶναι οἰκτρὸν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως νὰ ἀφήσωμεν ἔκθετον τὸν δικαστικὸν λειτουργὸν εἰς τὴν ἐλευθέραν διάκρισιν ἑκάστου πολίτου, ὁ ὁποῖος δι’ ἑνὸς δημοσιεύματος εἰς τὰς ἐφημερίδας καθυβρίζει ὁπωσδήποτε τὸν ὑπάλληλον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἔκθετον εἰς τὴν διάθεσιν ἑκάστου πολίτου, διότι αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει ἂν τὸν ἀφήσωμεν νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Διότι γνωρίζω ἐκ πείρας ὅτι οἱ δικασταὶ λόγῳ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των δημιουργοῦν δυσαρεσκείας, τὰ δὲ ὁρκωτὰ δικαστήρια δὲν εἶναι τὰ ἐνδεδειγμένα διὰ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν Δικαιοσύνην, διότι εἶναι πάντοτε ἐπηρεασμένα, εὑρίσκονται πάντοτε ὑπό τινα ἐπηρεασμόν, καὶ εὑρίσκονται πάντοτε οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ λόγῳ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των, εὑρίσκονται ὑπό τινα δυσαρέσκειαν πρὸς τοὺς λαϊκοὺς δικαστάς. Τοῦτο κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δικάζεται ἀπὸ συναδέλφους τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ ἐκεῖνος, ὁ ποῖος ἐξύβρισεν ἕνα πρωτοδίκην, ἕνα εἰρηνοδίκην, ἕνα ἐφέτην, νὰ δικασθῇ ὁ ἐξυβρίσας τὸν πρωτοδίκην ἀπὸ τοὺς πρωτοδίκας ἢ ὁ ἐξυβρίσας τὸν ἐφέτην ἀπὸ τοὺς ἐφέτας, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ ἔχῃ ποιάν τινα ἐπίδρασιν καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει οἱ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἄνω δικαστικοὶ λειτουργοί, οἱ κατηγορούμενοι δηλονότι ὅτι ἐξύβρισαν ἢ ὁπωσδήποτε διὰ τοῦ Τύπου ἐνήργησαν ἓν ἀδίκημα, νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ ἀμέσως ἀνώτερον δικαστήριον, δηλαδὴ ὁ ἐξυβρίσας τὸν πρωτοδίκην δὲν πρέπει νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον, διότι ἀναμφισβητήτως οἱ πρωτοδῖκαι θὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὴν Α ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν, θὰ εἶναι μᾶλλον ὀρθὸν ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἀπονέμεται ἀπὸ τὸ ἀμέσως ἀνώτερον δικαστήριον, ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει ἂν ἀντιστρέψωμεν τοὺς ὅρους, ἂν δηλονότι εἶναι κατηγορούμενος δι’ ἓν οἱονδήποτε ἀδίκημα εἷς εἰρηνοδίκης, τότε νὰ δικάζεται ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον. Συνεπῶς τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ προτείνατε, ἀντιστρέφων τὰς ὑπευθύνω πρὸς ὑμᾶς. Νομίζω ὅτι ἡ λύσις αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἐνδεδειγμένη, διότι συνδυάζει ἀπολύτως τὰ πράγματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας παραγράφου, ἂν δηλονότι εἰδικὰ κακουργήματα ὑπάγωνται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων δι’ εἰδικῶν νόμων, φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, διαγραφομένης μόνον μιᾶς λέξεως, ἢ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἔκθετα ὁλόκληρα τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Πρέπει νὰ περιλάβωμεν αὐτὰ εἰς τὸ Σύνταγμα ὥστε νὰ καθορισθῇ ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν ἀκριβῶς. Τὰ ἀδικήματα ταῦτα πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, διότι ἂν δὲν τεθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος, ἀναμφισβητήτως κλονίζεται ὁλοσχερῶς καὶ ἡ πρώτη παράγραφος. Ἂν ἀφήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ τὰ ἐγκλήματα, ἅτινα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὰ Ἐφετεῖα, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν πρώτην παράγραφον. Ἡ δὲ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ δὲν ἀποσαφηνίζει τὰ πράγματα, διότι λέγει δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν «πάντα», διότι τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε τὸ νὰ ὑπαχθοῦν ὅλα τὰ ἄλλα καὶ νὰ ἐξαιρεθοῦν τρία, τέσσαρα ἢ πέντε καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ γίνῃ σοβαρὸς λόγος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ σπουδαιότατον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἠγέρθησαν σοβαραὶ ἀντιρρήσεις καὶ τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι τὸ σπουδαιότερον σημεῖον τοῦ ὅλου ἄρθρου, εἶναι ἡ τρίτη παράγραφος. Τί θὰ γίνουν στρατιωτικοὶ ἀδικοπραγοῦντες κατὰ πολιτῶν. Πᾶς, κύριοι, πονῶν τὸν Στρατόν, πᾶς, ὁ ὁποῖος πράγματι βαθύτερον ἐξετάζει τὸ πρᾶγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ δικαζόμενος ὁ Στρατὸς ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα ὅταν ἀδικεῖ κατὰ πολίτου. Ἂν πράγματι πονοῦν τὸν Στρατόν, θὰ θελήσουν νὰ κρατήσουν αὐτὸν ὑψηλά, θὰ θελήσουν νὰ ἀποδώσουν δικαιοσύνην. Τότε μόνον δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του, ὅταν δὲν παρασύρεται ἀπὸ ἐγωϊσμοὺς καὶ οἱαδήποτε ἐλατήρια, ἀλλ’ ὅταν ὁ πταίσας τιμωρεῖται. Ὅταν τοῦτο θεσπισθῇ, ὅταν τεθῇ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως καὶ ὅταν κατορθωθῇ νὰ νοηθῇ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἀποδίδῃ πραγματικὴν δικαιοσύνην εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ἐφόσον δὲν πιστεύεται ἀπολύτως ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι τὰ Στρατοδικεῖα δὲν ἀποδίδουσι δικαιοσύνην, καθίσταται ἐπιβεβλημένον τὸ νὰ κατορθωθῇ, ὥστε νὰ πιστεύῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅτι ἀδικούμενος ἀπὸ οἱονδήποτε στρατιωτικόν, δὲν θὰ μείνῃ ἔκθετος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τοῦ στρατιωτικοῦ παρὰ Στρατοδικείου, τὸ ὁποῖον πιστεύει ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἱκανὸν ἐκ διαφόρων λόγων νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην. Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ κατάστασις αὐτὴ ὅπως ἐλέχθη πρὸ μικροῦ ἀπότοκος τῶν διαφόρων ἀτασθαλιῶν, αἱ ὁποῖαι παρετηρήθησαν ἐπ’ ἐσχάτων ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν τάξεων. Εἶναι ἀπότοκος μιᾶς βαθυτέρας ἐρεύνης, εἶναι ἀπότοκος μιᾶς ψυχολογικῆς τῶν πραγμάτων ἐξετάσεως. Λέγω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἑδραιωθῇ καὶ νὰ ἑδραιωθῇ ἀπολύτως, νὰ ἑδραιωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, κατὰ τὴν στιγμὴν ἰδίως ταύτην, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀσύνετος ὁ Στρατός. Ἀτυχῶς δὲ διάφορα παραδείγματα ἐν προκειμένῳ μᾶς δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι τὰ Στρατοδικεῖα δὲν ἀποδίδουσι κατ’ ἐμὲ ποτὲ τὴν πραγματικὴν δικαιοσύνην, δὲν ἀποβλέπουσι πρὸ παντὸς καὶ μόνον εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ ἂν θέλωσι νὰ τὸ πράξωσι, δὲν δύνανται, διότι ἐν γένει ὁ στρατιωτικὸς βίος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐμπνέεται εἰς τὸν στρατιωτικὸν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅτι εἶναι ἀνώτερος τοῦ πολίτου. Δὲν πιστεύω οὐδεὶς στρατιωτικὸς νὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ὅτι καὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς σχολὰς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀφ’ ἧς κατατάσσεται εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν παρέχεται εἰς αὐτοὺς τὸ καθιερωμένον ὅτι πρέπει νὰ εἶναι γενναιόφρονες, ὅπως καὶ πρέπει νὰ εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἀτενίζωσι πρὸς τὸν πολίτην μετά τινος αἰσθήματος ἀνωτέρου, ὅτι οἱ πολῖται εἶναι κατώτεροι αὐτῶν. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν λοιπὸν ταύτην, μὲ τὰ αἰσθήματα ταῦτα διαπλάσσεται ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας ὁ στρατιωτικὸς καὶ ὁ στρατιωτικὸς ἀκόμη ἂν θέλητε ὁ μορφωμένος, ὁ ἐξερχόμενος ἐκ τῶν σχολῶν. Ὅταν λοιπὸν ἡ Πολιτεία διὰ τῶν διδασκάλων της, διὰ τῆς μορφώσεως διδάσκει ταῦτα, ἐρωτῶ· διατί ἡμεῖς νὰ δεχθῶμεν ἀντιθέτως ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος παρὰ τὰ διδάγματα τὰ ὁποῖα ἔλαβε παιδιόθεν, παρὰ τὰς ἐμπνεύσεις τὰς ὁποίας ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας ἐνεφύσησαν εἰς αὐτόν, διατί, λέγω, θέλετε νὰ δεχθῶμεν ὅτι διαπλάσσεται ἀντιθέτως; Καὶ δὲν θὰ ἀποτελέσῃ τοῦτο ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος ὅτι ἡ διαπαιδαγώγησις καὶ ἡ διδασκαλία διαπλάσσει τὸν ἄνθρωπον συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ποίας ἐνεφύσησαν εἰς αὐτόν; Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις προκειμένου περὶ ἀδικήματος. Ὅταν ἔχωμεν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς τὸν ἀξιωματικὸν καὶ τὸν πολίτην τὸν ἀδικούμενον, ἀφ’ ἑτέρου δὲν θὰ δικασθῶσιν ἀπὸ στρατιωτικοὺς μὲ τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ σταθμά. Θὰ ἔχουν τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ δύο διάδικοι δὲν εἶναι ἴσοι, ὅτι ὁ εἷς, ὁ ὑπερέχων, ἤσκησε δικαίωμα κατ’ ἄλλου, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντως κατώτερος αὐτοῦ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσωσι νὰ ἀποστῶσιν ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἴπῃ κανεὶς ὅτι δὲν τραβιῶνται ἀπὸ τὴν σκέψιν αὐτήν. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ πλειονότης τῆς Βουλῆς θὰ ἀποδεχθῇ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐκτελεῖ ὕψιστον καθῆκον καὶ χάριν τοῦ Στρατεύματος νὰ καθορίσῃ ὅτι ὁ στρατιωτικὸς δὲν θὰ εἶναι ἀσύδοτος, διότι τὰ κοινὰ δικαστήρια ἐνέχουσιν ὅλα γενικῶς τὰ προσόντα καὶ ὅλας ἐκείνας τὰς ἀρετάς, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν δικαστήν. Τότε θὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ δικαιοσύνη. Τότε ὁ Λαὸς θὰ ἀτενίσῃ εἰς τὸν Στρατόν, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ νομίσῃ ἀδικοῦντα. Θὰ θεωρῇ αὐτὸν ὅτι εἶναι ἱκανὸς νὰ περιφρουρήσῃ μόνον τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία, νὰ περιφρουρήσῃ δηλαδὴ τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος καὶ νὰ μὴ καταγίνεται εἰς διαφόρους παλληκαρισμούς, ἀλλὰ θὰ σκέπτεται πάντοτε σοβαρῶς ὅτι θὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του καὶ θὰ δικασθῇ εὐθέως καὶ δικαίως ὅταν πρόκειται νὰ ἀδικοπραγήσῃ ἐναντίον ἑνὸς πολίτου. Καὶ τότε Λαὸς καὶ Στρατὸς θὰ εὑρίσκωνται ἐν πραγματικῇ ἁρμονίᾳ. (Χειροκροτήματα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Παπαγεωργίου ἔχει τὸν λόγον.
§150Φ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ στενότης τοῦ χρόνου, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ ἐμβρίθεια καὶ γλαφυρότης μετὰ τῆς ὁποίας διεπραγματεύθησαν τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρον ἔγκριτοι συνάδελφοι, μὲ ἀναγκάζουν νὰ μὴ ἐπωφεληθῶ οὔτε τοῦ ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας, τὸ ὁποῖον τὸ σχετικὸν ψήφισμα καθώρισε δι’ ἕκαστον τῶν ἀγορευόντων. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ὑπὸ κρίσιν 98ου ἄρθρου εἶναι ὁμόθυμος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Εἰς αὐτὴν ἄλλως τε τὴν ἄποψιν προσεχώρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δεχθεὶς ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις καθ’ ἣν αἱ ἐξυβρίσεις αἱ ἀφορῶσαι τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐκδικάζωνται ὑπὸ τῶν ὀρκωτῶν δικαστηρίων, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ταύτην καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Ἡ τροπολογία τοῦ ἐκ Λευκάδος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, καθ’ ἣν αἱ κατὰ τῶν δικαστικῶν ἐξυβρίσεις θὰ ἔδει νὰ δικάζωνται ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου ἐκείνου, εἰς ὃ ὑπηρετεῖ ὁ ἐξυβρισθεὶς καὶ δυσεπίτευκτος τυγχάνει κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀκόμη ἤθελε κριθῆ ἀποδεκτή, δὲν χρήζει συνταγματικῆς κατοχυρώσεως, ἀλλὰ δύναται καὶ διὰ νόμου νὰ καθορισθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ 98ου ἄρθρου καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπ’ αὐτῆς ἡ προσθήκη τῆς μελλοντικῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὰ Ἐφετεῖα ὡρισμένων ἀδικημάτων, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξαν οἱ ἔντιμοι κ. κ. συνάδελφοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τρίτην παράγραφον, τὴν ἀφορῶσαν τὴν δωσιδικίαν τῶν Στρατοδικείων, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Μερλόπουλος ἀπηρίθμησεν ὅλους τοὺς νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ὡρισμένα ἀδικήματα ὑπήχθησαν ἢ μᾶλλον ἐξηρέθησαν τῆς γενικῆς δωσιδικίας τῶν Στρατοδικείων. Φρονῶ ὅτι περιττεύει συνταγματικῶς νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἁπλῶς δὲ νὰ ἀναγραφῇ ὅτι διὰ νόμου θὰ δύνανται νὰ ἐξαιρεθῶσιν ὡρισμένα ἀδικήματα ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδικείων καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια.
§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἅμα εἶναι διὰ νόμου, ὁ νόμος ὑπόκειται εἰς μεταβολήν. Ἐδῶ πρόκειται διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ κατοχυρωθῇ.
§152Φ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ναί, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι συνετὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ καθορίσωμεν τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀφαιρεθῶσι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Στρατοδικείων καὶ θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια.
§153Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ σκοπὸς εἶναι ὅπως ὡρισμένα ἀδικήματα ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, νὰ ἐξασφαλισθῇ δηλαδὴ ἡ ὑπαγωγὴ συνταγματικῶς. Ἂν αὔριον παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ὑπαχθῶσι καὶ ἄλλα, τοῦτο βεβαίως δύναται νὰ γίνῃ διὰ νόμου. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διαδικασία δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ διαρρυθμισθῇ.
§154Φ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἥτις συμβιβάζει τὰς δύο ἀντιμαχομένας θεωρίας καὶ ἐξασφαλίζει μίαν μέσην λύσιν. Τέλος ὅσον ἀφορᾷ τὴν τετάρτην παράγραφον, ἥτις πραγματεύεται περὶ τῆς ἱδρύσεως εἰδικῶν δικαστηρίων παίδων, ἐκθύμως ἐπικροτῶ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς, καθόσον εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη εἰδικὴ ἐλήφθη μέριμνα ὑπὲρ τῶν παίδων, ἅτινα ὑπέπεσαν τυχὸν εἰς ποινικῶς κολάσιμον πρᾶξιν. Κατὰ ταῦτα ἀσμένως εἶδον τὴν καινοτομίαν ταύτην καὶ ὅταν εἰδικὸς νόμος πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν δικαστηρίων τῶν παίδων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω διεξοδικῶς τὰς ἐν προκειμένῳ σκέψεις μου.
§155Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ δικαστήρια τῶν παίδων ἐξέρχονται τῆς κειμένης διατάξεως.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Παπαϊωάννου ἔχει τὸν λόγον.
§157Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ συνέλου τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς ἐπὶ τῆς παραγράφου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν στρατιωτικῶν δι’ ὡρισμένα ἀδικήματα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς κοινῆς δικαιοσύνης. Ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων χρόνων, ὅπως καὶ ὁ κ. Καλογερᾶς ἀνέφερε, ἐν Ἀθήναις ὁ τρίτος ἐκ τῶν ἀρχόντων τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Πολέμαρχος, ἐδίκαζε τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα, ἔχων καὶ τὴν εὐθύνην τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων καὶ ἔχων αὐτὸς μόνος τὴν εὐθύνην τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀκόμη ἐκείνης δὲν ὑπήγοντο ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν εἰμὴ μόνον τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον καθαρῶς σχέσιν μὲ τὴν πειθαρχίαν τοῦ Στρατεύματος καὶ τὰ ὁποῖα δὲν συνέτεινον παρὰ μόνον εἰς τὴν συνοχὴν καὶ διατήρησιν τῆς πειθαρχίας. Ἡ ὑπαγωγὴ αὐτῶν καὶ μόνον εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην ἐνδείκνυται ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μίαν ἐξαίρεσιν, καθιερουμένην ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, ἐξαίρεσιν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Στρατός. Εἶναι σκόπιμον νὰ δύναται ὁ Στρατὸς διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ μελῶν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ἓν παράπτωμα θίγει ἢ ὄχι τὴν πειθαρχίαν καὶ νὰ τιμωρήσῃ τὰ παράπτωμα τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει κειμένων νόμων, τοὺς ὁποίους οἱ στρατιωτικοὶ ἀγνοοῦν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως, τῆς ὁποίας μόνον οἱ στρατιωτικοὶ δύνανται νὰ ἔχουν ἐνδελεστέραν ἀντίληψιν. Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ ἰδικόν μας παρελθόν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁσάκις μὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀδικημάτων, τὰ ποῖα ἔφερον καθαρῶς στρατιωτικὸν χαρακτῆρα, οὔτε ὁ ἐπίτροπος, οὔτε ὁ πρόεδρος ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρέσυρε τοὺς δικαστάς, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ δικασταὶ ἔκριναν περὶ τοῦ τιμωρητοῦ τῆς πράξεως, ἔκριναν δὲ οἱ δικασταὶ ἀκριβοδικαίως προκειμένου περὶ τοιούτων ἀδικημάτων, διότι εἶχον ἐν νῷ μίαν πραγματικὴν κατάστασιν, τῆς ὁποίας εἶχον πλήρη γνῶσιν. Ὁσάκις ὅμως ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν των ἀδικήματα μὴ καθαρῶς στρατιωτικά, οἱ δικασταὶ οὗτοι εὑρέθησαν τελείως ἄφωνοι καὶ δὲν ἔλεγον παρὰ ἓν ναὶ ἢ ἓν ὄχι, ἀναλόγως τῆς ἐπιτηδειότητος τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ὁ ἐπίτροπος ἢ πρόεδρος. Δὲν συντρέχει ἑπομένως οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος νὰ ὑπαγάγωμεν τὰ ἀδικήματα ταῦτα εἰς τοὺς στρατιωτικούς, διότι οἱ στρατιωτικοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν γνῶσιν οὔτε τῶν νόμων, οὔτε τῶν συνεπειῶν μιᾶς ποινῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλουν. Ἂν θέλωμεν τοιαῦτα παραδείγματα, δὲν ἔχομεν παρὰ ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ εὑρετήρια τοῦ πρώτου τυχόντος Στρατοδικείου καὶ θὰ ἴδωμεν ὅτι μεταξὺ τῶν ἑκατὸν ὑποθέσεων τοιαύτης φύσεως εἶναι ζήτημα ἂν αἱ δέκα εἶναι καταδικαστικαί. Αὐτὸ δὲν εἶναι αὐθαίρετον, ἀλλὰ τὸ βεβαιῶ ὑπευθύνως, διότι ὑπηρέτησα εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην, ἔλαβα δὲ ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα τοῦτο. Τὸ εὑρετήριον τοῦ Αʹ Διαρκοῦς Στρατοδικείου εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς καὶ ἂν θέλητε νὰ ἐξετάσητε, θὰ ἴδητε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές. Τοῦτο βεβαίως συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐμπεδοῦται παρὰ τοῖς πολίταις ἡ γνώμη ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθεροι καὶ ἀσύδοτοι ὅταν διαπράττουν ἐναντίον αὐτῶν ἀδικήματα στρεφόμενα κατὰ τῆς ὑγείας, τιμῆς, ἀκεραιότητος καὶ περιουσίας των. Ἡ ἐπέκτασις τῆς λαϊκῆς δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὴν σχετικὴν παράγραφον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου δὲν εἶναι τι καινοφανές. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἔχουν ὑπαχθῆ εἰς τὴν λαϊκὴν δικαιοσύνην ὡρισμέναι πράξεις τῶν στρατιωτικῶν, μέχρις ὥρας δὲ δὲν δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ παράδειγμα ἀδικίας τῶν κοινῶν δικαστηρίων ἐναντίον τῶν στρατιωτικῶν διὰ τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διάφοροι νόμοι ἔχουν ὑπαγάγει εἰς αὐτά. Ἐκτὸς ὅμως τούτου καὶ οἱ ἐν ἀδείᾳ ἀξιωματικοί, ἀλλὰ καὶ ὡρισμένον στρατιωτικὸν Σῶμα, οἷον τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, δωσιλογοῦν ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων, οὐδεὶς δέ ποτε παρεπονέθη ὅτι τὰ κοινὰ δικαστήρια ἔκριναν αὐστηρότερον τοὺς στρατιωτικοὺς παρὰ ὅ,τι θὰ ἔκριναν ἂν ἐπρόκειτο περὶ πολιτῶν.
§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;
§159Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Διότι εἶμαι δικηγόρος ἐπὶ 15 ἔτη καὶ ἂν συνέβαινον τοιαῦτα παραδείγματα, ἐννοεῖται τοσαῦτα ὥστε νὰ κάμουν ἐντύπωσιν, διότι μεμονωμένα παραδείγματα ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν, ἂν λέγω, συνέβαινον τοιαῦτα παραδείγματα, θὰ ἦσαν γνωστὰ εἰς ἐμὲ ὅσον καὶ εἰς ὑμᾶς.
§160Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ ἀποδείξητε ὅτι στρατιωτικὸς κατηγορηθεὶς εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια δὲν ἠδικήθη ἀπὸ αὐτά;
§161Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ὅταν δὲν ἔχει παραπονεθῇ κανείς;
§162Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε καὶ ὑποστηρίζετε ταύτην τὴν γνώμην ἐν τῇ Βουλῇ. Οὐδεὶς τῶν ὑποστηριξάντων τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξαν τοῦτο, ὅτι ἀδικηθέντες πολῖται παρεπέμφθησαν καὶ ἐδικάσθησαν ἀπὸ τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀμφισβητῶ εἶναι ὅτι ἀδικεῖται ὁ Στρατὸς ἐν τῷ συνόλῳ του, τοῦ ὁποίου καταστρέφεται ἡ πειθαρχία καὶ τοῦ ὁποίου σείεται ἐκ θεμελίων ἡ ὑπόστασις.
§163Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Ἐπ’ αὐτοῦ συμφωνῶ. Συμπληρῶ τὴν γνώμην μου λέγω διὰ ποῖον λόγον φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κατοχυρώσωμεν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ στρατιωτικοὶ δὲν εἶναι δωσίλογοι ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Καὶ λέγω τοῦτο διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ παρελθὸν εὑρίσκομεν ἀποφάσεις τελείως πεπλανημένας, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον διαπνέεται τὸ Σῶμα, κατὰ τὸ ὁποῖον διάφοροι ἀξιωματικοὶ ἐκρίθησαν ἀθῷοι καὶ εἰς πλείστας περιστάσεις δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ σύνθεσις δικαστηρίου διὰ νὰ δικασθῇ συνταγματάρχης κατηγορούμενος διὰ τρεῖς ἀδίκους ἐξυβρίσεις. Εἰς ἓν χωρίον πλησίον τοῦ Ἀγρινίου, τὴν Λεπενοῦ, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀξιωματικοί τινες ἐπὶ κεφαλῆς στρατιωτῶν τινῶν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς καταδιώξεως λιποτακτῶν ἔθεσαν πῦρ καὶ ἀπετέφρωσαν δύο οἰκίας. Ἅπαντες οἱ στρατιωτικοὶ οὗτοι παραπεμφθέντες εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ἔμειναν ἀτιμώρητοι.
§164Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις Νικητοπούλου δὲν ἀποδεικνύει ὅτι οἱ δικασταὶ ἀμεροληπτοῦν.
§165Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν σκοπεύω νὰ ὑποστηρίξω ἐγὼ ὅτι οἱ κοινοὶ δικασταὶ εἶναι ἀλάθητοι, ἀλλὰ λέγω τοῦτο· ὅτι οἱ δικασταὶ θὰ δικάσουν καὶ θὰ καταδικάσουν ὁσάκις ὑπάρχει ἀδίκημα τοὺς στρατιωτικοὺς ἀδικοπραγοῦντας ἐναντίον πολιτῶν, ἐνῷ ἀντιθέτως τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀγωνισθῇ ὁ πρόεδρος ἢ ὁ ἐπίτροπος, ταῦτα θὰ ἐκδώσουν καταδικαστικὰς ἀποφάσεις εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἀποδεικνύουν τὰ εὑρετήρια πάντων τῶν Στρατοδικείων. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὴν ἀθωωτικὴν ταύτην διάθεσιν τῶν στρατιωτικῶν δικαστῶν οὐδεὶς πρόεδρος ἢ ἐπίτροπος δύναται νὰ σταματήσῃ, δεδομένου ἐπὶ πλέον ὅτι καὶ οἱ πρόεδροι καὶ οἱ ἐπίτροποι τῶν Στρατοδικείων στρατικοποιηθέντες κάπως καὶ οὗτοι διὰ τῆς μεταφορᾶς των εἰς τὸ Σῶμα τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι παντελῶς ξένοι τῶν ἀντιλήψεων τῶν ἄλλων συναδέλφων των στρατιωτικῶν.
§166Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως τονίζετε τὸ περίφημον πνεῦμα τοῦ Σώματος., ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο· ὅτι εἶναι ἀνακριβὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε, διότι διὰ πρᾶξιν διὰ τὴν ὁποίαν οἱ πολῖται καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ὄχι μόνον δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ διοικητικῶς οὐδένα ὑφίστανται ἔλεγχον, διὰ τὰς αὐτὰς ἀκριβῶς πράξεις ὑπὸ στρατιωτικῶν οἱ στρατιωτικοὶ οἱ ὁποῖοι καθ’ ὑμᾶς ἔχουν αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Σώματος ὑφίστανται τιμωρίας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτεραι ἐκείνων τὰς ὁποίας ἐπιβάλουν τὰ κοινὰ δικαστήρια. Πειθαρχικαὶ ποιναί, ἀποτάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται δυνάμει τοῦ «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν» νόμου, εἶναι δὲ σωρεία καθημερινῶς αἱ τοιαῦται ποιναί, τὰς ὁποίας ὑπογράφω καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τοιαῦτα ζητήματα, ἀφορῶσιν ἀδικήματα, ὑποσχέσεις γάμου, ἐνῷ ὅταν ἦτο πολίτης δὲν ὑφίστατο καμμίαν τιμωρίαν. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον λέγετε, τοῦ δίδετε ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν.
§167Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε δὲν εἶναι ἀπονομὴ δικαιοσύνης, ὅπως τὴν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς καὶ ὅπως τὴν ἐννοεῖ ἡ ἐπιστήμη, ἐπὶ πλέον δὲ ἡ πειθαρχικὴ αὐτὴ τιμωρία, κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργέ, δὲν ἱκανοποιεῖ τὸ δημόσιον αἴσθημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱκανοποιεῖται ἀπέναντι τῶν στρατιωτικῶν καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διὰ νὰ μὴ διατίθενται δυσμενῶς καὶ ἐχθρικῶς οἱ πολῖται πρὸς τοὺς στρατιωτικούς, βλέποντες τούτους ἀτιμωρητὶ ἀδικοπραγοῦντας ἐναντίον αὐτῶν.
§168Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸ δὲν ὑπῆρχε ποτέ, πάντοτε οἱ στρατιωτικοὶ ἐδικάζοντο ἀπὸ τὰ δικαστήρια, ὥστε ἡ ἐμπιστοσύνη δὲν εἶναι πάλιν ἀληθής.
§169Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ Τρικούπη ὁ νόμος «περὶ στρατιωτικῶν ἀστυνομιῶν», ὑπῆρχον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δεκάδες βουλευτῶν ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικῶν, οἵτινες ἐξηγέρθησαν, διότι ὁ Τρικούπης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιέλαβε τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ πάντα τὰ ἀδικήματα τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἀστυνομικοὺς ἁρμόδια εἶναι τὰ πολιτικὰ δικαστήρια καὶ τότε ἀπήντησεν ὁ Τρικούπης «ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἂν καταστήσωμεν ἁρμόδια τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα κρίνουν πάντοτε μὲ τὴν ἀντίληψιν τῶν στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἐγγύησιν διὰ τοὺς πολίτας».
§170Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι μία εἰδικὴ περίπτωσις.
§171Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπός, κ. συνάδελφε, τοῦ νομοθέτου νὰ ὑπαχθοῦν οἱ στρατιωτικοὶ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα;
§172Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Διὰ νὰ παύσουν οἱ βασιβουζουκισμοί. Εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν τὰ κατὰ τῶν πολιτῶν ἀδικήματα τῶν στρατιωτικῶν ὑπαχθοῦν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, τὰ ἀδικήματα ταῦτα, ἂν δὲν φθάσουν εἰς τὸ μηδέν, θὰ ἐλαττωθοῦν σημαντικῶς.
§173Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ἦτο ἡ ὑπαγωγὴ τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, ἦτο δὲ ἡ αὐστηροτέρα ποινή.
§174Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἡ ἵδρυσις τῶν Στρατοδικείων, ὅπως εἶπον ἐξ ἀρχῆς καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς παρὰ τῶν Στρατοδικείων δὲν ἔχει ὡς ἀφετηρίαν καὶ αἰτίαν τὴν αὐστηροτέραν τιμωρίαν τῶν στρατιωτικῶν. Οὐδεὶς ποτὲ ὑπεστήριξε τοιοῦτόν τι.
§175Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὅλος ὁ κόσμος.
§176Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν συμφωνῶ. Ἂν ἡ Πολιτεία, κ. Χαβίνη, τοῦτο καὶ μόνον ἤθελε νὰ ἐπιτύχῃ, τὴν αὐστηροτέραν δηλαδὴ τιμωρίαν, δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸν νόμον κατώτερον ὅριον ποινῆς μεγαλύτερον καὶ θὰ ἐπετύγχανεν οὕτως ἀσφαλῶς τὴν αὐστηροτέραν τιμωρίαν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἱδρύσῃ Στρατοδικεῖα. Οὕτως ἐπίσης ἡ ταχεῖα τιμωρία καὶ ἡ ταχεῖα ἐν γένει ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἐπέβαλε τὴν σύστασιν τῶν Στρατοδικείων. Τὴν εὐχέρειαν ταύτην θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Πολιτεία, διαγράφουσα ὅρια χρονικά, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ ἔπρεπε νὰ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις καὶ νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις. Ἂν ὄχι ὁ μόνος, ὁ κυριώδης ὅμως λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ αἰτία νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς παρὰ τῶν Στρατοδικείων, εἶναι ἀκριβῶς διὰ νὰ συγκρατηθῇ καὶ ἐξασφαλισθῇ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἡ πειθαρχία, δεδομένου ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι οἱ μᾶλλον ἁρμόδιοι, ὡς ἔχοντες αὐτοὶ καὶ μόνοι πληρεστέραν ἀντίληψιν τῆς πειθαρχίας, εἶναι, λέγω, οἱ μᾶλλον ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσι περὶ τῆς τιμωρίας τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν ἀδικημάτων. Αὐτὴ καὶ μόνον ὑπῆρξε κατ’ ἐμὲ ἡ αἰτία καὶ ἡ ἀφετηρία τῆς ἱδρύσεως τῶν Στρατοδικείων. Ἀλλά, κύριοι, ὁ κ. Μερλόπουλος ὑπεστήριξε προηγουμένως ὅτι ὄχι μόνον τὰ ἀδικήματα ταῦτα πρέπει νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων, ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ ἀδικήματα νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα.
§177Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέφερα μίαν περίπτωσιν ἀνακοινωθεῖσαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, παρὰ τῆς ὁποίας ἐνόμιζα ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§178Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἴπατε ὅτι ὄχι μόνον τὰ δικήματα αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πρέπει ἀκόμη νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ στρατιωτικὰ Δικαστήρια. Αὐτὸ πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι τελείως ἀντεπιστημονικόν. Καὶ σᾶς εἶπον διατί. Σήμερον εἰς τὰ Κράτη ὅπου ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη λειτουργεῖ ἄριστα, εἶναι δὲ ταῦτα τὸ Γερμανικὸν Κράτος καὶ τὸ Γαλλικόν, ὄχι μόνον γίνεται σκέψις ὅλα τὰ ἀδικήματα πλὴν τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν, ὡς καθαρῶς δὲ τοιαῦτα θεωροῦνται ἐκτὸς τῆς ἐσχάτης προδοσίας καὶ τῆς προδοσίας κατὰ τῆς Πατρίδος, ἡ λιποταξία, ἡ ἀνυποταξία καὶ ἡ κλοπὴ στρατιωτικῶν πραγμάτων καὶ ἄλλα τινά, γίνεται σκέψις, λέγω, πλὴν τῶν καθαρῶς τούτων στρατιωτικῶν ἀδικημάτων, ἅπαντα τὰ λοιπὰ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀκόμη νὰ ὑπαχθῶσι καὶ ἡ ἐξύβρισις καὶ ἡ ἄδικος ἐπίθεσις τοῦ ἀξιωματικοῦ κατὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδικείων.
§179Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σκέψις γίνεται.
§180Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Εἰς τὰς σκέψεις δὲ ταύτας ἄγονται θέλοντες νὰ ἐμπεδώσωσι παρὰ τῷ ὁπλίτῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς δὲν δύναται ἀτιμωρητεὶ νὰ ἀδικοπραγῇ κατ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἐξυβρίζῃ αὐτόν. Τοιαύτη ἀτιμωρησία πολλάκις ἔφερεν εἰς ἀπόγνωσιν τὸν ὁπλίτην καὶ τὸν ἐξώθησε νὰ στρέψῃ τὸ ὅπλον κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ του. Τοιαῦτα περιστατικὰ εὑρίσκομεν καὶ εἰς τὸν ἰδικόν μας Στρατόν. Κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς καταλήψεως τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἓν τμῆμα Στρατοῦ κατήρχετο ἐκ Θράκης, προοριζόμενον διὰ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἀξιωματικός τις, δὲν ἐνθυμοῦμαι διὰ ποίαν αἰτίαν, ἐκτύπησε κατὰ τρόπον ἄγριον στρατιώτην τινά. Ὁ στρατιώτης κατήγγειλε τὸν ἀξιωματικὸν καὶ ἐπηκολούθησε μία ἀνάκρισις, τελείως καρκινοβατοῦσα καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσα μὲ τὴν ταχύτητα ἡ ὁποία, ὡς ἰσχυρίσθησαν συνάδελφοί τινες, διακρίνει δῆθεν τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην. Τὸ Στρατοδικεῖον εὗρεν ὅτι ὁ κατὰ τοιοῦτον τρόπον βιαιοπραγήσας κατὰ τοῦ ὁπλίτου ἀξιωματικὸς ἦτο μόνον διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην, ἄξιος μιᾶς πειθαρχικῆς τιμωρίας, ἀπὸ ἐκείνας περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου μᾶς ὡμίλησε. Κύριοι, μὴ μὲ διακόπτετε παρακαλῶ. Ἐγὼ δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ σᾶς πείσω μὴ θέλοντας νὰ πεισθῆτε, ἀνῆλθον μόνον διότι νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὰς γνώμας μου καὶ νὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ περιστατικά, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Μετὰ παρέλευσιν ἐλαχίστων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ στρατιώτης ἐνεδρεύσας ἐφόνευσε τὸν ἀξιωματικόν, προκειμένου δὲ νὰ συλληφθῇ μετὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην ὑπὸ περιπόλου τινός, εὗρε παρὰ τὸ πλευρόν του τοὺς ὁπλίτας τοῦ τάγματός του, οἵτινες βίᾳ ἀπέσπασαν αὐτὸν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆς περιπόλου καὶ τὸν ἀπηλευθέρωσαν προσωρινῶς. Ὅταν τοιαῦτα περιστατικὰ ἔχετε πρὸ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν τιμωροῦνται ἀδικοπραγοῦντες κατὰ τῶν στρατιωτῶν των, νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ποινικὴν αὐτῶν δίωξιν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, προκειμένου περὶ ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα διαπράττουσι κατὰ πολιτῶν; Ἐγὼ λέγω ἀδιστάκτως ὄχι. Τοιαῦτα περιστατικὰ πολλάκις σημειωθέντα μέχρι τοῦδε, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλουσι νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων τὰ κατὰ πολιτῶν ἀδικήματα τῶν στρατιωτικῶν, περὶ ὧν ἀδικημάτων προνοεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον. Θὰ ἦτο δὲ εὐχῆς ἔργον ἂν ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἀφῃροῦντο καὶ αἱ ἐξυβρίσεις καὶ αἱ ἄδικοι ἐπιθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τῶν ὁπλιτῶν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐπανελαμβάνετο πλέον τὸ θλιβερὸν φαινόμενον νὰ φονευθῇ ἀξιωματικὸς ὑπὸ στρατιώτου, διότι βιαιοπραγήσας κατ’ αὐτοῦ δὲν ἐτιμωρήθη ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου. Θέλετε δὲ νὰ μάθητε τὴν τύχην τοῦ φονέως ἐκείνου στρατιώτου. Τὸ Στρατοδικεῖον τὸν κατεδίκασεν εἰς θάνατον, ἡ δὲ ἀπόφασις ἐξετελέσθη. (Χειροκροτήματα).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§182Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐξακριβώσω τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς διαθέσεις καὶ τὸ πνεῦμα τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς· νὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα ὅπως διὰ νόμου δύναται νὰ ὑπαγάγῃ ὑπὸ τὰ Στρατοδικεῖα τὴν λῃστείαν. Δηλαδὴ ζητῶ νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις «ἐξαιρέσει τῆς λῃστείας». Γνωρίζω ὅτι ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω εἶναι ἀντεπιστημονικὴ καὶ ἀντίθετος εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τί ἐστὶ λῃστεία, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται ὁποῖον στίγμα ἀποτελεῖ διὰ τὸ Κράτος μας ἡ ὕπαρξις εἰς τὸν αἰῶνα μας τῆς λῃστείας ὑπὸ τὴν μορφὴν μάλιστα ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι ἄγνωστος παντοῦ ἀλλοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ὅτι οἱ ἥρωες τῶν ὀρέων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν λαϊκοὶ ἥρωες, ἔχουν περάσει δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας φορὰς πὸ τὰ λαϊκὰ δικαστήρια καὶ τέλος ἐδραπέτευσαν, προέχει ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἡ ἐξάλειψις ἡ ριζικὴ τοῦ στίγματος τούτου τῆς λῃστείας, primum vivere et deinde philosophare. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἀβαρίαν τινὰ τῶν ἐπιστημονικῶν αὐτῶν πεποιθήσεων καὶ παραδόσεων, παραπέμποντες ὅπως δικάζωνται τὰ ἐγκλήματα ταῦτα τῆς λῃστείας, τὰ ὑπὸ τακτικῶν τρόπον τινὰ λῃστῶν, τῶν ἐπικεκηρυγμένων λῃστῶν διαπραττόμενα, εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, τὰ ὁποῖα σκεπτικώτερον καὶ αὐστηρότερον δικάζουν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρα 1 π. μ.)