1927.05.12
1.061 στίχοι · 7.703 λέξεις · 159 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72
Πέμπτη 12 Μαΐου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Κριεκουκίου παρακαλεῖ ὅπως κατοχυρωθῇ ὁ Αὐτόνομος Σταφιδικὸς Ὀργανισμός. — Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνεταιρισμοῦ «Γεωργικὴ Τράπεζα Λαμπετίου» αἰτουμένου ὅπως ἐξασφαλισθῇ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τοῦτον πάσης τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. — Ὁ Ἀρτέμιος Πόθος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ ἀνυποτάκτων». — Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Ζακύνθου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου «περὶ ὁδοστρωμάτων». — Διάφοροι Ἑνώσεις ἀναπήρων πολέμου παρακαλοῦν ὅπως τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον 1926 καὶ ἐφεξῆς ἔσοδα τῆς φορολογίας καπνοῦ ὑπὲρ τοῦ ταμείου θυμάτων πολέμου διατεθῶσι διὰ τὴν κατασκευὴν κτιρίου τοῦ Στρατιωτικοῦ Σανατορίου ἐν Πάρνηθι κλπ. — Ἐκ διαφόρων σταφιδοφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐνισχυθῇ ὁ Αὐτόνομος Σταφιδικὸς Ὀργανισμός. — Οἱ ἐργάται φορτοεκφορτωταὶ «Ὁ Πόντος» διαμαρτύρονται διὰ τὴν καταπάτησιν τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων των. — Πρόσφυγες ἐκ Τραπεζοῦντος διαμαρτύρονται κατὰ τῆς Ἐκτιμητικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς κοινότητος Ἐλεβῆ, ἥτις δὲν ἐξεδίκασεν ἀμερολήπτως τὰς ὑποβληθείσας ἐμπροθέσμως αὐτῇ δηλώσεις διὰ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτῶν. — Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Βόλου παρακαλεῖ ὅπως τροποποιηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν τῶν ὡς γερουσιαστῶν ἐκλεχθησομένων ἐπαγγελματιῶν κλπ. — Ἀνάπηροι πολέμου καὶ συνταξιοῦχοι παρακαλοῦν ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Ἐνοικιοστασίου «περὶ ἀποκαταστάσεως ἀστῶν προσφύγων» συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοί. — Ὁ Γ. Μητσέας διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἀρεοπαγίτου Κ. Παπαχατζῆς, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νὰ τῷ πληρώσῃ τὰς αὐξήσεις τοῦ Ἐνοικιοστασίου τῆς οἰκίας του, καταχρώμενος τῆς δημοσίας θέσεώς του. — Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τῆς 14ης Ἀπριλίου 1926 περὶ παραχωρήσεως προνομίου ἱδρύσεως Ἱπποδρομιῶν ἐν τῷ νομῷ Θεσσαλονίκης». — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1110 τοῦ 1917 «περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τῆς Χωροφυλακῆς». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας κ. Μ. Κύρκος ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ οἰκοδομικῶν Συνεταιρισμῶν ἀστῶν προσφύγων». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως συμφωνίας περὶ διακανονισμοῦ τοῦ πολεμικοῦ χρέους τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Μ. Βρεττανίαν». Ὁ κ. Ι. Σιακῆ ἔχει τὸν λόγον.
§3Ι. ΣΙΑΚΗ. Κύριοι βουλευταί, χθὲς εἰς τὰς ἀπογευματινὰς ἐφημερίδας ἐκυκλοφόρησε μία ἐμπιστευτικὴ ἔκθεσις τοῦ ὑπαστυνόμου Τζαμαλούκα, προϊσταμένου τῆς ὑπηρεσίας κινήσεως τῶν ξένων τῆς Μακεδονίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέτει τὰς γνώμας του ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀντεθνικὰς προπαγάνδας τὰς ὑπαρχούσας ἐν Μακεδονίᾳ. Δὲν γνωρίζω ὑπὸ τίνος ἡ ἔκθεσις αὐτὴ ἐδόθη εἰς τὴν δημοσιότητα. Αὐτὸ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὸ ἐξετάσῃ, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει θίγονται καὶ ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται δημοσίως. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ κ. Τζαμαλούκας ἐν ὑπερβολικῷ ζήλῳ καθάπτεται τῆς νομιμοφροσύνης τῶν Ἰσραηλιτῶν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ προτείνει μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια πεπολιτισμένου Κράτους. Λέγει δὲ ἐπακριβῶς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Αὐτὰ τὰ λέγει ὁ ἀστυνόμος κ. Τζαμαλούκας.
§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ ἐδημοσίευσεν;
§5Ι. ΣΙΑΚΗ. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω, ἁρμόδιον εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅταν λέγω ὅτι ὁ κ. Τζαμαλούκας τὰ ἐδημοσίευσε, φυσικὸν εἶναι ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀτομική του γνώμη. Ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς ἕνα ὑπάλληλον νὰ κάμῃ πολιτικὴν καὶ ὑποβάλλῃ τοιαύτας σκέψεις; Ἐγὼ διαμαρτύρομαι ἐντονώτατα κατὰ τῆς στενῆς αὐτῆς ἀντιλήψεως τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν Ἰσραηλιτῶν, οἵτινες, ὅπως ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται τῆς ὑφηλίου, εἶναι νομιμόφρονες καὶ ἐμπράκτως μάλιστα ἀποδεικνύουν τὴν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσίν των πρὸς τὴν Χώραν ἐν τῇ ὁποίᾳ ζῶσιν. Ἔχουσιν ἀρκετὴν συνείδησιν τῆς Πατρίδος των καὶ ἐκτελοῦσι κατὰ γράμμα ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις των, ὑλικὰς τε καὶ ἠθικάς. Σήμερον, κύριοι βουλευταί, ἐπληροφορήθημεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι κατηργήθη ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἐδῶ. Ἐν τῇ ἐκθέσει του κάμνει μνείαν περὶ ἀνασυστάσεως τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, ἥτις δὲν γνωρίζω, οὔτε εἶναι τῆς εἰδικότητός μου νὰ εἴπω ὅ,τι πρέπει νὰ γίνῃ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πάντως ἀπὸ ἐκεῖ μέχρι τοῦ σημείου νὰ διατυποῦνται τοιαῦται ἀνοησίαι καὶ νὰ προτείνωνται τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πλέον ἀπολίτιστα Κράτη δὲν θὰ ἐπροτείνοντο, νομίζω ὅτι ὑπάρχει μία μεγάλη ἀπόστασις. Διαμαρτύρομαι λοιπὸν ἐντονώτατα καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ μέτρα κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου καὶ νὰ δηλώσῃ ἂν συμμερίζεται τὰς γνώμας αὐτοῦ.
§6Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ ὑπὲρ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ στοιχείου εὑρίσκουν ἀπολύτως σύμφωνον τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, διακρινόμενον διὰ τὴν ἀνεξιθρησκείαν του, Ἐκτὸς τῶν ἀρχῶν ἰσοπολιτείας καὶ ἀνεξιθρησκείας, τὰς ὁποίας ἐννοοῦμεν νὰ ἐφαρμόζωμεν πιστῶς ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδείς ποτε ἠμφισβήτησεν ἢ θὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ στοιχείου πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπερ οὐδεμίαν μειονεκτικὴν θέσιν ἔχει ἐν αὐτῷ, διακρίνεται δὲ ἐπὶ φιλοπονίᾳ, προοδευτικότητι καὶ ἀπολαύει καὶ περιβάλλεται δικαίως παρ’ ὅλου τοῦ χριστιανικοῦ στοιχείου ἀπὸ ἀγάπην καὶ συμπάθειαν. Ἂν συνέπεσεν εἷς ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος νὰ συντάξῃ μίαν ἔκθεσιν δυσμενῆ κατὰ τοῦ στοιχείου τούτου, ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν διέπραξε πρᾶξιν ἀξιόποινον καὶ δὲν εἶναι διὰ τοῦτο τιμωρητέος, ἐφόσον ὡς ὑπάλληλος εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσῃ τὰς σκέψεις του, ἔστω καὶ σφαλεράς, εἰς τὴν προϊσταμένην διοίκησίν του. Τιμωρητέος θὰ εἶναι μόνον ἂν ὅλως ἀσυνέτως καὶ ἀντικανονικῶς καὶ πρὸς ἀνησυχίαν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ στοιχείου ἔδωκε πρὸς δημοσίευσιν τὴν ἔκθεσιν ἣν συνέταξε. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἀξιομέμπτου τούτου σημείου, ἐφόσον συντρέχει, θὰ ζητηθοῦν βεβαίως εὐθῦναι. Ἐπίσης εἶναι τιμωρητέος ἂν συμπεριεφέρθη τυχὸν μὲ τὰς ἀντιλήψεις του, τὰς ὁποίας δὲν συμμερίζεται ὁ Ἑλληνικὸς Λαός.
§7Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν διὰ τὰς γενομένας δηλώσεις του, τονίζω ὅμως ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ ἐπὶ πλέον εἰς Θεσσαλονίκην.
§8Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἤμην παρὼν διὰ νὰ ἀκούσω τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἀντιπροσώπων Θεσσαλονίκης, γνωρίζω ὅμως ταύτας ἐξ ἰδιαιτέρων πρὸς ἐμὲ ἀνακοινώσεων. Εἶναι βεβαίως δυσάρεστον ὅτι ἐδημοσιεύθη μυστικὸν ἔγγραφον. Δὲν γνωρίζω πῶς ἐδημοσιεύθη τοῦτο, διέταξα ὅμως ἀνακρίσεις καὶ θὰ τιμωρηθῇ ὁ ὑπαίτιος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ θίξῃ ἐκείνους περὶ ὧν ἀναφέρεται, διότι τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων στηρίζεται πάντοτε εἰς ἀντιλήψεις τῶν ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ εἶναι ὀρθαί, ἀλλὰ δύνανται καὶ νὰ μὴ εἶναι. Οὐδαμῶς δὲ δύνανται νὰ θιχοῦν οἱ Ἰσραηλῖται Θεσσαλονίκης, οἱ ὁποῖοι εἶναι Ἕλληνες ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ Ἕλληνες, διακρίνονται δὲ διὰ τὴν φιλεργίαν καὶ τὴν νομιμοφροσύνην των. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἄλλως τε παλαιά.
§9Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. Βοζίκη, τὸ ζήτημα ἔληξε.
§11Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, καὶ μοὶ λέγετε ὅτι δὲν δύνασθε....
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν.
§13Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσητε τὸν λόγον. Ἐπειδὴ ὅμως θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι εἴχομεν διαφορετικὴν γνώμην ἀπὸ τὴν ἀκουσθεῖσαν, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ δὲν μᾶς ἐδόθη ὁ λόγος. Δὲν ὑποβάλλω παράπονον ὅτι δὲν μᾶς ἐδώσατε τὸν λόγον....
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντιλαμβάνομαι, κ. Βοζίκη, ὅτι θὰ ὁμιλήσητε ὡς ἐκπρόσωπος μεγαλυτέρας ὁμάδος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχετε τὸν λόγον.
§15Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, μετὰ τὰς παρατηρήσεις περὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν, νὰ λάβω τὸν λόγον. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπὸ τῆς παλιγγενεσίας του ἔδειξεν ὅτι οὐδεμίαν ποιεῖται πολιτικὴν διάκρισιν μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Ἰσραηλιτῶν. Τὸ ἔδειξε δὲ ἐμφαντικώτατα, διότι οὐδεμία ὑπῆρξε διάκρισις ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Κράτους μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Ἰσραηλιτῶν, διότι εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ τὰς ἰδιωτικὰς εἶχον καὶ ἔχουσιν Ἰσραηλίτας. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κοινωνία ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐποχῆς ζῇ μετὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀδελφικώτατα, χωρὶς νὰ δοθῇ οὐδεμία ἀφορμὴ παραπόνου. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν Μακεδονίας. Ἔχομεν τοὺς Ἰσραηλίτας ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι τόσον εἰρηνικῶς συμβιοῦντας, ὥστε δὲν καταντᾷ σήμερον νὰ διακρίνωμεν ἂν εἶναι Χριστιανοὶ ἢ Ἰσραηλῖται. Ἐγὼ δὲ συνέπεσεν ἐπανειλημμένως νὰ διοικήσω χώρας κατοικημένας ὑπὸ μεγάλου ἀριθμοῦ Ἰσραηλιτῶν. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ἐξάρω τὴν νομιμοφροσύνην τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν καὶ νὰ τονίσω ὅτι ὑπῆρξαν πολῖται Ἕλληνες ἂν ὄχι ὑπέρτεροι, ἀλλ’ ἐξ ἴσου πονοῦντες τὴν Ἑλλάδα μετὰ τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων. Ταῦτα εἰς τιμήν των.
§16Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς διοικητὴς διοικήσας ἄλλοτε τὴν Μακεδονίαν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οἱ Ἰσραηλῖται συμπεριεφέρθησαν ὡς πραγματικοὶ Ἕλληνες καὶ συνεισέφερον καὶ σπουδαῖα ποσὰ ὑπὲρ τῶν πολεμικῶν ἐθνικῶν ἀγώνων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§18Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος τοῦ ζητήματος καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ μίαν πρᾶξιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς του ἀντικατέστησε τὸν πρόεδρον τῆς ἐκδικαστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων καὶ τῆς κατατάξεως ἐπιτηδευματιῶν ἐν Τριπόλει. Ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀπολύτως παράνομος, διότι ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι πρόεδρος τῆς τοιαύτης Ἐπιτροπῆς εἶναι ὁ πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐπερώτησις;
§20Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἀρχίζει καὶ ἐκδικάζει ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τῶν ἐνστάσεων τῶν ἐπιτηδευματιῶν.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δικαιολογεῖ τὴν παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἀρχίζει ἡ ἐκδίκασις καὶ ὑπάρχει σύνθεσις Ἐπιτροπῆς ὄχι κανονική. Ἀπαντῶ καὶ ἐγὼ ὅτι, ἐφόσον καὶ ἂν εἶναι εὔλογος ὁ ἰσχυρισμός, ἠμπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθῇ δι’ ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεως μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς καὶ ἂν δὲν ἱκανοποιηθῇ, τότε νὰ προκαλέσῃ ἐπερώτησιν.
§22Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἀπετάθην πρὸς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ τὸν εὕρω.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ μεσολαβήσω καὶ ἐγώ.
§24Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ζητῶ, κ. Πρόεδρε, ἡ τοιαύτη διαμαρτυρία μου νὰ διαβιβασθῇ διὰ τῆς ὑπηρεσίας ὅπως ἀντικατασταθῇ ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ προέδρου τοῦ Πρωτοδικείου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ πᾶσαν ἐγγύησιν διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προΐσταται ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητής, ὁ ὁποῖος συντάσσει καὶ τοὺς καταλόγους; Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψίν σας, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ ἡ διαμαρτυρία μου νὰ σταλῇ ἐπισήμως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§25Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀκρίδων, τὸ ὁποῖον μαστίζει τὴν ὕπαιθρον καὶ ἐμποδίζει καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἀκόμη.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ πόνος τὸν ὁποῖον ἐκφράζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι πλέον ἢ δεδικαιολογημένος, διότι, ἐνῷ ἡ ἐφετεινὴ ἐσοδεία προμηνύεται πλουσιωτάτη, ἡ ἐσοδεία αὐτὴ κινδυνεύει νὰ χαθῇ λόγῳ τῶν ἀκρίδων. Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐφέτος οὐδέποτε εἰς τὸ παρελθὸν ἐλήφθησαν. Καὶ πιστώσεις ἐδώσαμεν ἀφθόνους καὶ μέσα καταπολεμήσεως τῶν ἀκρίδων ἐπρομηθεύθημεν, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ κακὸν ἀκόμη εἶναι μέγιστον, διότι κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη καταπολεμήσεως κατὰ τῆς πληγῆς αὐτῆς. Εἶμαι σύμφωνος νὰ δοθῇ ταχέως ἡ μεγαλυτέρα οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ οὐδεὶς ὁ ἔχων ἀντίθετον γνώμην εἰς τὴν σκέψιν ὅπως διατεθῇ ἓν ποσὸν ὡρισμένων ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον νὰ καλυφθῇ δι’ ἐκτάκτων μέσων. Δὲν πρόκειται νὰ λάβῃ ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἡ Βουλή. Τὸ λέγω ὡς σκέψιν, διότι ὁμολογῶ ὅτι ὁ κίνδυνος εἶναι μέγιστος καὶ ὀφείλομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὸν ἀποφύγωμεν. Τὸ ἀτύχημα ὅμως εἶναι ὅτι δὲν ἐλήφθησαν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη τὰ κατάληλα μέτρα καὶ οἱ κάτοικοι δὲν ἔλαβον ὑπὸ μεγάλην ἔποψιν τὰς συστάσεις τῶν Ἀρχῶν. Ἐν τούτοις εἰς τὰ πλεῖστα μέρη ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ ἔχομεν καλὰ ἀποτελέσματα.
§27Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔλαβε μέτρα δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα πλὴν τῆς Ἀρκαδίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λαμβάνει σωρείαν τηλεγραφημάτων ὅτι πνίγεται ἀπὸ τὴν ἀκρίδα. Ἐφιστῶ ὡς ἐκ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔχοντος διπλῆν τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ ὡς πολιτευομένου Ἀρκαδίας καὶ ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας.
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ εἰς τὴν Ἀρκαδίαν ἐστάλησαν ὅσα μᾶς ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸν κ. νομάρχην. Δυστυχῶς ἐκεῖ ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν τὴν τελευταίαν στιγμὴν φωνάζοντες νὰ προλάβωμεν τὸ κακόν. Πρέπει ἐγκαίρως καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ συντρέξουν τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως.
§29Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἤμην ἐνταῦθα κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, ὁπότε ἤθελον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ὅτι χθὲς ἐν ἀπουσίᾳ μου ἐψηφίσθη ὁ νόμος «περὶ ἀγροφυλακῆς τῆς Κρήτης». Τὸ νομοσχέδιον τὸ σχετικὸν ἔχει ἀνάγκην μερικῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας εἶχον ἑτοίμους διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἐπειδὴ ἡ πρώτη συζήτησις ἐγένετο ἐντελῶς τυπικῶς. Δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐψηφίσθη ὡς μὴ ὤφειλεν ἐν ἀπουσίᾳ μου καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ συμπληρωθοῦν αἱ παρατηρήσεις αὗται, διότι κατὰ τοῦτο παρουσιάζεται μία ἀτέλεια εἰς τὸν νομοθέτην. Δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ ψηφισθῇ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐκ τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου ἐτηλεφωνήθη νὰ μὴ ψηφισθῶσι παρὰ μόνον νομοσχέδια ἐκπαιδευτικά, διὰ τὰ ὁποῖα προΐστατο ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀγροφυλακῆς» δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ ἐν ἀπουσίᾳ μου. Συνεπείᾳ τούτου δηλῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀναγνωρίσω τοῦτο ὡς παρ’ ἐμοῦ προερχόμενον, ἐφ’ ὅσον εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἔχω.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Ν. Καμπάνη καὶ Π. Τσιτσεκλῆ ὑπεβλήθη τροπολογία ἐπὶ τοῦ 94ου ἄρθρου, ἡ ὁποία συμβιβάζει τὰ διεστῶτα, ὥστε νὰ ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§31Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία εἶναι ἡ κατακλεὶς τῶν συζητήσεων καὶ ὑπεβλήθη πρὸς διευκόλυνσιν. Δηλαδὴ εἴπομεν νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «διορισμοί», ἔπειτα νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ ἔπειτα εἴπομεν ὅτι πρέπει εἰδικῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως νὰ εἶναι ἠτιολογημένη ἡ ἀπόφασις. Ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅταν ληφθῇ ὑπὸ τῆς παμψηφίας τῶν ⅔. Μετὰ ταῦτο εἴπομεν «ὡς ὁ νόμος ὁρίζει», δηλαδὴ νὰ διαγραφῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον περὶ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς μέλους τοῦ Συμβουλίου.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετήρησα εἶναι ὅτι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ ἄρθρου 61 ἀπήλειψε τὰς διατάξεις ἐκείνας, δυνάμει τῶν ὁποίων τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποτελοῦνται ὄχι μόνον ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων δικαστῶν. Ἐπίσης ἀπήλειψε τὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ μέλλον ὁ χειρισμὸς τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν τῶν Πρωτοδικείων εἰς Συμβούλιον. Τὴν ἀπάλειψιν καὶ τῶν δύο διατάξεων θεωρῶ ἐπιβεβλημένην, διότι ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου σὺν τῷ χρόνῳ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν δικαστηριακὴν ζωὴν τῶν ἄλλων δικαστηρίων καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι οἱ μᾶλλον ἁρμοδιώτεροι ὅπως κρίνουν περὶ τῶν μεταβολῶν αὐτῶν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, εὑρίσκωνται εἰς κάποιαν ἀνωτέραν βαθμίδα. Ἂν ὑπῆρξαν παράπονα κατὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, τοῦτο ὀφείλεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸν περιωρισμένον κύκλον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκλέγονται τὰ πρόσωπα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ μέλη αὐτὰ σιγὰ–σιγὰ ἀπομακρύνονται καὶ δὲν ἔχουν ἄμεσον γνῶσιν τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔχει περαιωθῆ, κ. Ὑπουργέ.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐν ἀπολύτῳ σεβασμῷ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τροπολογίας νομίζω ὅτι δικαίωμα εἶχον νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ὑπάρχει μία τροπολογία καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§35Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἐν ἀπολύτῳ σεβασμῷ πρὸς τὴν πόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐπεθύμουν δι’ ὀλίγων νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον μου. Κατ’ ἐμέ, δὲν φαίνεται ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἀπομακρυνθὲν πρὸ καιροῦ ἀπὸ τὰς ἀσχολίας του, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἡ μικρά μου πεῖρα μὲ πείθει ὅτι τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον δύναται νὰ μελετήσῃ τοὺς φακέλλους καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ μεταθετοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἐπίσης ἐπεθύμουν νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον μου ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 94. Νομίζω δὲ ὅτι ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ἀπαλειφθοῦν οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ τοποθετήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄρνησιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου νομίζω ὅτι τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, διότι ἂν θέλωμεν τὰ δεχθῶμεν τὰ ⅔, δύναται νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς. Τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θὰ κρίνῃ περὶ τοῦ μεταθετοῦ ἢ προαγωγῆς ἑνὸς δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν. Ἂν ὅμως ἡ ὁλομέλεια διὰ πλειονοψηφίας ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς θὰ ἔχῃ καλῶς καὶ θὰ πρέπῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασίς του. Ἄν θέσωμεν τὰ ⅔, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γεννηθῶσι πολλαὶ δυσχέρειαι. Ὑποθέσατε ὅτι οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν μέρος ὑπὲρ τῶν προαγωγῶν, δὲν θὰ συμφωνήσουν μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ὁλομελείας καὶ θὰ πρέπῃ νὰ ὑποβληθῇ καὶ ἐρώτημα. Διὰ τοῦτο καλύτερον θὰ ἦτο νὰ τεθῇ διὰ πλειονοψηφίας. Κατὰ τὰ ἄλλα καλῶς ἔχει ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς σημείου, ἀφορῶντος τὴν ἀπόσπασιν, ἐφόσον πρόκειται περὶ ἀποσπάσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπου στέλλονται δικασταὶ εἰς τὰ διάφορα ἐκεῖ δικαστήρια, ἂν καὶ αὐτὴ ἡ ἀπόσπασις πρέπῃ νὰ γίνεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ πρέπει νὰ γίνεται καὶ σήμερον συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῶν δύο Ὑπουργῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι λόγοι σκοπιμότητος τῆς ὑπηρεσίας ὑπαγορεύουσιν ὥστε αἱ τοιαῦται ἀποσπάσεις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νὰ γίνωνται πάλιν κατὰ τὴν μέθοδον τὴν κρατοῦσαν σήμερον καὶ νὰ μὴ γίνωνται διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου.
§37Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι ὅτι πρέπει νὰ κρατήσῃ τὸ ἤδη κρατοῦν σύστημα περὶ ἀποσπάσεως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§38Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ διαφωνήσω καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Παρετηρήθη τοιαύτη ἀκολασία εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀποσπάσεων καὶ ἐδημιουργήθησαν τοιαῦται ἀντιζηλίαι εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ὥστε σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὗτος εὑρίσκεται ἐν ἐξεγέρσει, διότι δικασταὶ εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὴ κάμνοντες τίποτε ἄλλο παρὰ λαμβάνοντες ἀποζημιώσεις παχυλὰς εἰς βάρος τῶν ἄλλων δικαστικῶν λειτουργῶν. Διατί λοιπὸν διὰ τοὺς τρεῖς δικαστικοὺς αὐτοὺς λειτουργούς, διότι περὶ τριῶν πρόκειται, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι περιβεβλημμένον διὰ μιᾶς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης, διὰ μιᾶς τοιαύτης ἐξουσίας, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἀποσπάσεις αὐτάς, ἀλλ’ εἶναι εἰς καλυτέραν θέσιν νὰ ἐνεργῶσι ταύτας οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης; Λοιπὸν πρέπει νὰ καθιερωθῇ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν πολλοὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι νὰ πληρώνωνται χωρὶς νὰ ἔχουν ὡρισμένην ὑπηρεσίαν.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀριθμοὺς νὰ μᾶς εἰπῆτε.
§40Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀριθμούς; Ὑπάρχει ὁ Κυριακόπουλος, ὁ ὁποῖος πληρώνεται εἰς λίρας καὶ λαμβάνει διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν.
§41Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ συγχέετε τὰ πράγματα. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων.
§42Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, διότι οἱ δικασταὶ ὑποδουλοῦνται εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν θέσιν αὐτὴν καὶ διὰ νὰ λαμβάνουν παχυλὴν ἀποζημίωσιν.
§43Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσω διατί οἱ ἀποσπώμενοι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δικαστικοὶ ὑπάλληλοι πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τοποθετῶνται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι πρέπει νὰ συνδυάζωσιν ὡρισμένα προσόντα καὶ διότι συντρέχουν καὶ ἄλλοι λόγοι σκοπιμότητος.
§44Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἄλλοι λόγοι; Ἡ γλωσσομάθεια; Καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν τὸ Συμβούλιον νὰ γνωρίζῃ τὴν γλωσσομάθειαν τῶν δικαστῶν;
§45Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι μόνον ἡ γλωσσομάθεια, διότι δύναται ὁ Α δικαστὴς νὰ μὴ δύναται νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ παράσχῃ. Πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν συνενοήσει μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διορίζῃ τοὺς δικαστὰς αὐτούς.
§46Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου.
§47Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐγὼ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας· νὰ κρίνωσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἰδίαν ἀντίληψιν, καὶ ὄχι τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχῃ ἰδίαν ἀντίληψιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῶν κ. κ. Π. Τσιτσεκλῆ καὶ Ν. Καμπάνη, ἐχούσης οὕτω (ἀναγινώσκει): «Αἱ προαγωγαί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις... κλπ.»
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου;
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§51Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον ὡς διεσκευάσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἔπειτα ἡ τροπολογία, ἡ ἀναγνωσθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, διότι ἡμεῖς διαφωνοῦμεν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γραμματεῖς.
§52Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριοι, τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸ θεωροῦμεν χρήσιμον;
§53Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπερατώθη ἡ συζήτησις;
§54Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Περίεργον πρᾶγμα.
§55Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Περίεργον πρᾶγμα εἶναι τὸ ἰδικόν σας, διότι, ἐνῷ ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, δεικνύετε ἐπιμονὴν νὰ ὁμιλήσητε πάλιν.
§56Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐξηγήσεις θὰ δώσω μόνον. Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται περίπου ἀπὸ ἐννέα. Ἢ θὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ μόνον, ἄνευ προσφυγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀναθεώρησιν, ἢ θὰ δεχθῶμεν τὴν τροποποίησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ προσφυγὴν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τώρα ἡ ὁλομέλεια, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἐννοεῖ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀρεοπαγίτας, ἀλλὰ δὲν πηγαίνουν ὅλοι καὶ ἔχει καθιερωθῆ μακρὸν ἔθιμον νὰ ἀπαρτίζεται ἡ ὁλομέλεια ἀπὸ ἕνδεκα μόνον μέλη. Ἐρωτᾶται δεδομένου ὅτι τὸ τακτικὸν Συμβούλιον θὰ εἶναι ἀπὸ ἐννέα μέλη, ἡ δὲ ὁλομέλεια ἀπὸ ἕνδεκα, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μετέχουν καὶ τὰ ἐννέα αὐτὰ μέλη, ἡ προσφυγὴ αὕτη ἐξυπηρετεῖ κανένα σκοπόν;
§57Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλομέλειαν λέγοντες ἐννοοῦμεν ὅλα τὰ ἐνεργὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§58Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἡ ὁλομέλεια βέβαια κατὰ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ὅλον ἀριθμόν, ἀλλὰ συνήθως, καὶ τὸ γνωρίζετε σεῖς καλύτερον ἐμοῦ, διότι εἶσθε πολὺ ἀρχαιότερος δικηγόρος ἐμοῦ, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνδεκα, δὲν ἔρχονται οἱ ἄλλοι.
§59Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἕνδεκα εἶναι ὁ ἐλάχιστος ἀριθμός. Ἂς τεθῇ διὰ πλειονοψηφίας τῶν ¾ ἢ διὰ πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Διατί δέχεσθε ὅτι καὶ οἱ τοῦ τακτικοῦ Συμβουλίου θὰ εἶναι σύμφωνοι ἐπὶ μιᾶς ἀποφάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ προσφυγὴν ὁ Ὑπουργός, καὶ διατί νὰ μὴ δεχθῆτε ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη διὰ πλειονοψηφίας τῶν πέντε μελῶν κατὰ τῶν τεσσάρων, ὁπότε ἴσως τὰ προστιθέμενα δύο μέλη μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ ἕνδεκα τῆς ὁλομελείας δύνανται νὰ δώσουν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ νὰ μεταβάλουν τὴν ἀπόφασιν τοῦ τακτικοῦ Συμβουλίου;
§60Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐγὼ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ, προτείνω νὰ ἀποτελῆται ἡ ὁλομέλεια ἀπὸ ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀρειοπαγιτῶν, ἡ δὲ ἀπόφασις νὰ λαμβάνεται κατ’ ἐμὲ μὲν μετὰ ¾, κατὰ τὴν γνώμην ἄλλων μετὰ ⅔, ὅ,τι θέλετε ἀποφασίσατε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ περὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς.
§62Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίληψις ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς τοποθετήσεις διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικῶν εἰς τὴν προηγουμένην τροπολογίαν οἱ γραμματεῖς δὲν περιέχονται ἐδῶ.
§63Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡμεῖς ἀντιπροτείνομεν εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ νὰ τεθῇ καὶ «ἐκτὸς τῶν γραμματέων ὑπογραμματέων».
§64Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νὰ τεθῇ καὶ ἐκτὸς τῶν γραμματέων ὑπογραμματέων.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία λοιπὸν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ προαγωγαί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ ἀποσπάσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων....
§66Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ γραμματέων.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ... τῶν συμβολαιογράφων καὶ τῶν φυλάκων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν ἐνεργοῦνται....
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρέπει εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ διάταξις σχετικῶς μὲ τὰς ἀποσπάσεις.
§70Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ ἀποσπάσεις τῶν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἀποσπωμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων δι’ εἰδικῆς ὑπηρεσίας ἐνεργοῦνται....
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, ἀλλὰ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιροῦνται αἱ ἀποσπάσεις τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστελλομένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων δι’ εἰδικὰς ὑπηρεσίας.
§72Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ὑπογραμματέων πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§74Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ παρεκάλουν θερμῶς ὅπως καὶ οἱ γραμματεῖς ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «τῶν γραμματέων» παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη.
§77Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τί ἀπερρίφθη;
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀπερρίφθη οἱ γραμματεῖς νὰ ἀπολαμβάνουν τῆς προστασίας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον).
§80Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ ἐπιμένομεν εἰς αὐτήν.
§81Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν μᾶς παρέχουν οὐδεμίαν ἐγγύησιν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τελευταίας φράσεως τοῦ ἄρθρου.
§83Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐφόσον ὑπάρχει ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τὰ τρία τέταρτα τῆς ὁλομελείας. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπογεγραμμένη ἀπὸ 25 βουλευτάς.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§85Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐπιμένομεν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπεβλήθη ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς.
§87Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἀπεσύρθη ἡ πρότασις;
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις τοιαύτη περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§89Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ἂν ἀπεσύρθη, συμφωνῶ ἀπολύτως. Ἐφόσον ὑπεβλήθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως, ἐκτὸς ἂν οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἀποσύρουν.
§90Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως τὴν ἀποσύρουν.
§91Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἐναντίον τῆς τροπολογίας μας καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ὅπως προχωρήσητε, κ. Πρόεδρε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως παραμείνῃ ἡ φρᾶσις «ἐφόσον λαμβάνεται διὰ τῶν τριῶν τετάρτων τῶν συμμετεχόντων μελῶν αὐτῆς», παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται.
§94Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅλη ἡ πρώτη παράγραφος. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ παράγραφος (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιρουμένων τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστελλομένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων δι’ εἰδικὰς ὑπηρεσίας, τοποθετουμένων εἰς ἀνεγνωρισμένας θέσεις».
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτή. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ προαγωγὴ εἰς τὰς θέσεις τοῦ προέδρου, ἀντιπροέδρου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, ἐνεργουμένη διὰ Διατάγματος μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτή. Τροπολογία ἄλλη εἰς τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἔχουσα οὕτω (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τρία ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος δύνανται αἱ εἰς τὰς περιφερείας ἑκάστου Ἐφετείου μεταθέσεις τῶν εἰρηνοδικῶν, πταισματοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων.... κλπ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§100Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγένετο δεκτή;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§102Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχομεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ἐγένετο δεκτή.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἐγένετο δεκτή. Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον.
§105ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 94. Αἱ προαγωγαί, αἱ τοποθετήσεις, αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ ἀποσπάσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, ἐξαιρουμένων τῶν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἀποστελλομένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων δι’ εἰδικὰς ὑπηρεσίας τοποθετουμένων εἰς ἀνεγνωρισμένας θέσεις, ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων, τῶν συμβολαιογράφων καὶ τῶν φυλάκων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, ἐνεργοῦνται διὰ Διατάγματος μετὰ σύμφωνον, εἰδικῶς δὲ καὶ ἐμπεριστατωμένως ἠτιολογημένην γνώμην Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς νόμος ὁρίζει. Τὰς ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου συντιθεμένην ἐξ ἁπάντων τῶν μελῶν αὐτοῦ, πλὴν τῶν νομίμως κωλυομένων καὶ ἧς ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἡ προαγωγὴ εἰς τὰς θέσεις Προέδρου, Ἀντιπροέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, ἐνεργουμένη διὰ Διατάγματος μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μετὰ τρία ἔτη ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος δύνανται αἱ ἐντὸς τῆς περιφερείας ἑκάστου Ἐφετείου μεταθέσεις τῶν Εἰρηνοδικῶν, Πταισματοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων νὰ ὑπαχθοῦν διὰ νόμου εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῶν Ἐφετῶν ἐν Συμβουλίῳ, διατηρουμένης τῆς δικαιοδοσίας τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ μεταθέσεις ἀπὸ τῆς περιφερείας ἑνὸς Ἐφετείου εἰς τὴν περιφέρειαν ἄλλου.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 94ον ἄρθρον).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 98ον. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§108Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 98, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω νὰ ὑποβάλω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ διετύπωσεν ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων δικάζονται... ὁσάκις ταῦτα δὲν ἀφορῶσι τὸν ἰδιωτικὸν βίον». Ἕως ἐδῶ ἡ διάταξις ἔχει ὡς εἶχε καὶ εἰς τὰ προγενέστερα Συντάγματα. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ προσέθεσεν ἐν τῷ ὑπὸ προσωρινὴν ἰσχὺν Συντάγματι διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὰ προγενέστερα Συντάγματα. Καθιεροῦται δηλαδὴ ἡ ἑξῆς ἐξαίρεσις. Ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν διὰ τοῦ Τύπου κατὰ τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ ἀφορᾷ τὸν δημόσιον αὐτῶν βίον, τὸ ἀδίκημα αὐτὸ ἐκδικάζεται ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, διότι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης θέλων νὰ ἀσκῆται βεβαίως ἀπεριόριστος ὁ ἔλεγχος τοῦ δημοσίου βίου τῶν ὑπαλλήλων, ἔκρινεν ὅτι ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν προσβολάς, ἀναγομένας εἰς τὸν δημόσιον βίον, δὲν πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν στενὴν καὶ τυπικὴν ἀντίληψιν τῶν τακτικῶν δικαστῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, τῶν λαϊκῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι κρίνουν εὐρύτερον καὶ οὐχὶ μὲ τὸ στενὸν πνεῦμα τῶν τακτικῶν δικαστῶν. Τώρα ἔρχεται ὁ νέος συνταγματικὸς νομοθέτης καὶ προτείνει ὅτι πρέπει εἰδικῶς διὰ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἐντεῦθεν καὶ τὰ ἀδικήματα τὰ ἀφορῶντα τὸν ἰδιωτικὸν βίον νὰ τὰ δικάζουν οἱ λαϊκοὶ δικασταί. Καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὀφείλεται εἰς δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν μαρτυρεῖ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, προκειμένου τὰ ἀδικήματα τὰ ἀφορῶντα τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν νὰ τὰ δικάζουν τακτικοὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι λόγῳ, οὕτως εἰπεῖν, ἀλληλεγγύης, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ κρίνουν αὐστηρῶς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι βεβαίως ἡ δυσπιστία αὐτὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ εὔλογος. Ἀλλὰ νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι ἀνοίγομεν στάδιον παμμεγίστου κινδύνου διὰ τὸν δικαστήν. Ἡ φύσις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι κατ’ ἐξοχὴν λεπτή. Τὸ δὲ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται ὁ δικαστικὸς λειτουργός, εἶναι παμμέγιστον. Δηλαδὴ ἔχει παμμεγίστην δύναμιν ὁ δικαστὴς ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, θίγει πολλάκις συμφέροντα πληττόμενα θανασίμως. Καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ δημιουργῇ βέβαια ἐχθρότητας ἀπείρους κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του. Ὑπάρχουν μάλιστα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα, αἴφνης οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἀσκοῦντες τὰ καθήκοντά των γίνονται ἀντικείμενον ἐπιθέσεων καὶ ἀπὸ ἀμφότερα τὰ διάδικα μέρη. Διότι ἔγκειται ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει νὰ μὴ εἶναι εὐχαριστημένος ὁ διάδικος ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ ὁ δικαστικὸς λειτουργός, ἔστω καὶ ἂν τὴν ἐξέδωκεν ἐν πάσῃ εὐσυνειδησίᾳ. Ἀλλ’ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἐχθρότητας, τὰς ὁποίας δημιουργεῖ ὁ δικαστής, εἶναι φυσικὸν ἕνεκεν τῶν ἐχθροτήτων τούτων νὰ ἔχωμεν ἐπιθέσεις κατ’ αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀφοροῦν πλέον τὸν ἰδιωτικόν των βίον καὶ νὰ εἶσθε ὑπερβέβαιοι ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας εἰς τὰ μικρὰ κέντρα, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀσκήσουν τὰ καθήκοντά των, ὅταν γνωρίζουν ὅτι εἰσὶν ἐντελῶς ἄοπλοι κατὰ τῶν ἐπιθέσεων, τῶν θιγουσῶν τὸν ἰδιωτικόν των βίον, ἐφόσον τὰς ἐπιθέσεις ταύτας θὰ κρίνωσιν οἱ λαϊκοὶ δικασταί. Ἂν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὑπάρχει προκατάληψις πάντοτε κατὰ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν δικαστῶν, νὰ εἶσθε ὑπερβέβαιοι ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ θὰ ὑφίστανται ἐπιθέσεις ἀγριωτάτας ἀφορώσας τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἔχουν οὐδὲν μέσον ἀμύνης. Σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς ὅτι μειοῦμεν σημαντικῶς τὴν θέσιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, διότι ὅ,τι ἱερὸν ἔχει ὁ δικαστὴς διὰ τοῦ τὸ προσβάλουν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ τὴν προσβολὴν θὰ τὴν κρίνουν οἱ λαϊκοὶ δικασταί. Εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὴν προσέξῃ καὶ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν αὐτήν.
§109Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὴν ἀπάλειψιν ταύτην εἶμαι εὐτυχῶς ἀπολύτως σύμφωνος.
§110Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν περίοδον, ἡ ὁποία φυσικὰ δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς διατάξεις τῶν προγενεστέρων Συνταγμάτων ὅτι (ἀναγινώσκει): «... ἐφόσον νόμος δὲν ἤθελεν ἐπαναφέρει ταύτας ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων». Εἶμαι κεκηρυγμένος κατὰ παντὸς ἐκτάκτου δικαστηρίου.
§111Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἔκτακτον δικαστήριον.
§112Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ὅταν λέγω ἔκτακτον δικαστήριον, ἐννοῶ τὴν ἐξαίρεσιν ἀπὸ τὸν γενικὸν κανόνα ὅτι ὅλα τὰ κακουργήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων.
§113Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι ἔγκλημά τι πλεονάζει, δύναται ἀξιόλογα καὶ πρέπει νὰ δώσῃ ἐλευθερίαν διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ μεταβιβάσῃ τὰ ἀδικήματα αὐτὰ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐφετείων, ὅπως γίνεται διὰ τὴν ναυταπάτην καὶ πειρατείαν. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι πολὺ ὀρθή. Θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν ὁ νομοθέτης νὰ ἴδῃ τοιαῦτα ἀδικήματα κακῶς τιμωρούμενα ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων καὶ νὰ τὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὰ Ἐφετεῖα.
§114Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς οἱ λόγοι αὐτοὶ ἠνάγκασαν καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ δεχθῇ αὐτήν.
§115Γ. ΜΟΔΗΣ. Καὶ ἡ λῃστεία πρέπει νὰ ὑπαχθῇ.
§116Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἡ λῃστεία.
§117Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος «περὶ ναυταπάτης καὶ πειρατείας», μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὸ ὁρκωτὸν σύστημα ἐλειτούργει κατὰ τρόπον οἰκτρόν. Ὑπάρχει ὁ παλαιὸς νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον συνελλέγοντο ἀπὸ τὰς ἐσχατιὰς τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἔφθανον οἱ διάφοροι φουστανελλοφόροι εἰς τὴν πρωτεύουσαν.
§118Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτός. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἐπλειόναζε τὸ ἀδίκημα τοῦτο.
§119Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ νόμος «περὶ ὁρκωτῶν δικαστηρίων» ἀνεβίβασε τὴν λαϊκὴν δικαιοσύνην εἰς τὸ προσῆκον αὐτῇ ὕψος. Ἀπὸ τοῦ 1892 δὲ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εἶναι σπάνια τὰ παραδείγματα ὅπου παρουσιάζονται καὶ μὲ αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω ὅτι αἱ πλάναι τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων εἶναι πολὺ ὀλιγώτεραι.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ νομοθέτης ἂς τὸ κρίνῃ.
§121Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διαφωνῶ, δὲν θέλω νὰ ἐμπιστευθῶ εἰς τὸν νομοθέτην. Ἐδῶ δημιουργεῖτε εἰδικὰ δικαστήρια, τὰ Ἐφετεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ δικάζουν ὄχι μίαν ἢ δύο κατηγορίας ἀδικημάτων, ἀλλὰ πολλαπλᾶς. Ἡ ἐξαίρεσις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος. Ἐγὼ ἐμπιστεύομαι εἰς τὴν κρίσιν τῶν λαϊκῶν δικαστῶν. Ἀσφαλέστερον κρίνει ὁ λαϊκὸς δικαστὴς ἀπὸ τὸν τακτικὸν τοιοῦτον. Δὲν ἐννοῶ τί σκοπὸν ἐκπληροῦν τὰ πενταμελῆ καὶ ἑπταμελῆ Ἐφετεῖα. Τὰ ἀδικήματα, εἰδικῶς δὲ τὰ ἀφορῶντα διαρπαγὰς καὶ λεηλασίας, θὰ τὰ κρίνῃ ὁ λαϊκὸς δικαστὴς ἀσφαλέστερον καὶ καλύτερον ἀφ’ ὅ,τι ὁ τακτικὸς δικαστής. Διότι ὁ λαϊκὸς δικαστὴς κρίνει περισσότερον ἀνθρωπίνως, αἰσθάνεται τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον δικάζει, ἐνῷ ὁ τακτικὸς δικαστὴς εἶναι μία μηχανή. Ὅταν ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς ἀσκεῖ τὰ καθήκοντά του ἐπὶ πολλὰ ἔτη, γίνεται μηχανὴ καὶ δὲν δύναται νὰ κρίνῃ ἓν ἀδίκημα, καθ’ ὃν τρόπον ὁ λαϊκὸς δικαστής. Εὑρίσκω τὴν δευτέραν παράγραφον, ἡ ὁποία τίθεται εἰς τὴν ἰσχύουσαν διάταξιν, ὄχι μόνον περιττήν, ἀλλ’ αὐτόχρημα ἐπικίνδυνον. Ἀπὸ τοῦ 1892, ὁπόταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτὸς τοῦ Σιμοπούλου «περὶ ὁρκωτῶν δικαστηρίων» ἐλειτούργησεν, ἡ ὁρκωτὴ Δικαιοσύνη κατὰ τρόπον δύναμαι νὰ εἴπω ἰδεώδη, τοὐλάχιστον εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, δύναμαι νὰ εἴπω, κύριοι, εἶναι ἄφθαστος ἡ τελειότης τῆς λειτουργίας, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν δικαστήρια, τὰ ὁποῖα τόσον ἄριστα λειτουργοῦν.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι γενικὴ ἡ ἀντίληψις ὅτι ὑπῆρξεν ἄφθαστος....
§123Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐκαμάρωνα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ εἶναι ἄφθαστος, ἂν ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἡ τακτικὴ Ἀρχή.
§125Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐκαμάρωνα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ συντηρητικὸν αὐτοῦ πνεῦμα καὶ τὰς συντηρητικὰς αὐτοῦ ἀρχάς, ἀφ’ ἧς ὅμως εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ προσκολληθῇ εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἶναι συμπάρεδρος μὲ τὸν κ. Παπαναστασίου, δὲν γνωρίζω διατί παρεσύρθη εἰς τὰς νεωτεριστικὰς αὐτοῦ ἀρχάς. Ἐπειδὴ δὲ εἶδεν ὅτι ὁ κ. Παπαναστασίου εἰς κάθε διάταξιν τοῦ Συντάγματος προϋπάρχουσαν ἐκόλλα καὶ κάτι τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὸ νεωτεριστικὸν πνεῦμα, διὰ νὰ μὴ καθυστερήσῃ καὶ ὁ φίλος μου κ. Ἀγγελόπουλος ἐκόλλησε καὶ οὗτος εἰς τὸ ἄρθρον 98 τὴν διάταξιν αὐτήν.
§126Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς ἐκ τῶν συντηρητικῶν φρονημάτων ἀγόμενος προτείνω τὴν μὴ ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως.
§127Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§129Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ ἐπιστήσουν τὴν προσοχήν των ἐπὶ δύο σημείων τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἀπολύτως σοβαρά. Εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐνώπιόν σας. Κύριοι συνάδελφοι, παρατηρῶ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων δικάζονται τὰ κακουργήματα, τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ὡς καὶ τὰ τοῦ Τύπου, τῶν κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων...κλπ.» Ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν αὐτὴν φρονῶ ὅτι τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφοροῦν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων. Ὡς πρὸς τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐπίσης κρίνεται εὔλογος ἡ διατύπωσις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ἀδικημάτων, τῶν διαπραττομένων κατὰ τῶν δικαστικῶν, ὁσάκις τὰ ἀδικήματα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸν δημόσιον αὐτῶν βίον. Εἰς τοὺς ἐνόρκους ὅμως θεωρῶ ἐντελῶς ἄδικον, ἀδικαιολόγητον τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα κατὰ τῶν δικαστῶν, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον, ὅτι καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ δημιουργήσωμεν μίαν διάταξιν εἰς βάρος μιᾶς τάξεως, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπίσῃ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ δικαστής, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του, δημιουργεῖ ἀντιπαθείας καὶ παρεξηγήσεις.
§130Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§131Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἑπομένως δὲν ἔχει κανένα λόγον ἡ διάταξις αὐτή. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ σοβαρώτατα ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατοδικείων. Εἰς τὸ προσωρινῶς ἰσχῦον Σύνταγμα ὑπάρχει μία διάταξις, καθ’ ἣν δικάζονται ἐπίσης ὑπὸ τῶν ἐνόρκων καὶ τὰ ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν κλπ. διαπραττόμενα ἀδικήματα ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των, τὰ προσβάλλοντα τὰ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 9 ἕως 18 τοῦ Συντάγματος προστατευόμενα δίκαια τῶν πολιτῶν. Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ εὔλογος καὶ δικαία καὶ λογική, ἡ ὁποία πραγματικῶς καθορίζει ὅτι δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἀκόμη, τοὺς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν οἱωνεὶ φυσικόν των δικαστὴν καὶ τοὺς παραπέμπει εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὰ ἀδικήματα αὐτῶν δὲν στρέφονται κατ’ ἰδιωτῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν δημοσίων δικαίων, ὅλα τὰ ἀδικήματα αὐτά, εἶναι τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ ἄρθρα 9 καὶ 18. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι, προκειμένου περὶ Στρατοδικείων, ἐπέφερε καινοτομίας τινάς, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἐπικινδύνους καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς ἐπί τινων παρατηρήσεών μου, διότι τότε δὲν βλέπω κανένα λόγον ὑπάρξεως τῶν Στρατοδικείων. Θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ θὰ εἴμεθα συνεπέστεροι πρὸς ἑαυτούς, ἂν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία προτείνει τὴν ἐντελῆ κατάργησιν τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων, ὅπως ἔγινε καὶ διὰ τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος. Φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ἐμπεριεχομένη εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ἔχει μίαν σκοπιμότητα, διότι δίκαιον εἶναι ὁ στρατιωτικὸς ἢ ὁ ναυτικὸς ἢ ὁ διοικητικὸς ἢ ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος διαπράττει ἀδίκημα ἀναγόμενον εἰς τὰ δημόσια δίκαια τῶν ἰδιωτῶν καὶ ὄχι ὡς τὰ ἰδιωτικά, νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐνόρκων. Ἐκείνη ἡ ὁποία ἀποψιλώνει κάθε δικαιοδοσίας τὰ Στρατοδικεῖα δὲν πρέπει νὰ μείνῃ, παραδείγματος χάριν τὰ περὶ ἁρμοδιότητος Στρατοδικείων. Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου περιέχει ἀναλόγους διατάξεις τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τουτέστι καθιερώνει τὴν ἀρχὴν ὅτι τὰ τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων διέπονται ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς νόμους. Λοιπὸν συνεπείᾳ τροπολογίας, ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡρισμένη κατηγορία ἀδικημάτων ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατοδικείων, ἐγένετο ἡ ἑξῆς προσθήκη (ἀναγινώσκει): «Ἀδικήματα διαπραττόμενα κατὰ στρατιωτικῶν καὶ στρεφόμενα κατὰ τῆς ζωῆς, ὑγιείας, τιμῆς, ἁγνείας καὶ σωματικῆς ἀκαιρότητος τῶν ἰδιωτῶν ἢ ἐν γένει κλπ.»
§132Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἢ κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας.
§133Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν ἄδικον ἐπίθεσιν, τὴν παράνομον κατακράτησιν, αἱ ὁποῖαι δὲν περιλαμβάνονται.
§134Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς κατὰ τῆς διατυπώσεως ἀντιτίθεμαι.
§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ἑτέρου περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων.
§136Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀδίκου ἐπιθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται εἷς πολίτης ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικόν. Ὅταν τὸν ἀδικήσῃ ὁ ἀξιωματικός, πρέπει νὰ δικασθῇ οὗτος ὑπὸ τῶν κοινῶν δικαστηρίων;
§137Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἤλθατε εἰς τοὺς λόγους μου. Συνεχίζων δὲ λέγω ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἔλεγε ὅτι τὰ περὶ Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων διέπονται ὑπὸ εἰδικοῦ νόμου. Τὸ προσωρινῶς ἰσχῦον Σύνταγμα λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ περὶ Στρατοδικείων, Ναυτοδικείων καὶ δικαστηρίων λαϊκῶν κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων, οἵτινες ὅμως δὲν δύνανται νὰ ὑπαγάγουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων ἢ τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν νομοθεσίαν δὲν ὑπάρχουν ὁρισμοὶ περὶ τοῦ καθαρῶς στρατιωτικοῦ ἀδικήματος. Ἐγεννήθη μία ἀμφιβολία καὶ ἀσάφεια· ἀκριβῶς ἡ ἀσάφεια αὕτη ἠνάγκασε τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν, διότι θὰ ἀποψιλοῦντο τὰ Στρατοδικεῖα μιᾶς ἁπλουστάτης διαδικασίας. Ἔχομεν τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, ἡ ὁποία εἰς ὡρισμένας διατάξεις ὁμιλεῖ περὶ ἁρμοδιότητος, ἀλλὰ δὲν δίδει εἰς τὸν ὁρισμὸν τοῦ στρατιωτικοῦ ἀδικήματος, ἄν, παραδείγματος χάριν, εἷς ἀξιωματικὸς κτυπήσῃ ἕνα πολίτην ἢ λάβῃ χώραν μία μικρὰ κλοπή, εἶναι ἀδίκημα τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου· καθαρῶς στρατιωτικὸν δὲν εἶναι τὸ διαπραττόμενον πάντοτε ὑπὸ στρατιωτικοῦ, ἀλλὰ τὸ ὑποπίπτον εἰς τὰς διατάξεις τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ὑπάγονται διὰ τὰ ἀδικήματα εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, οἱ δὲ ναυτικοὶ εἰς τὰ Ναυτοδικεῖα, εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ Στρατοδικεῖα κατὰ μέγα μέρος ἤχθησαν εἰς τὴν περιωπήν των καὶ ὅτι ἡ δυσπιστία, ἡ ἐκδηλουμένη διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὥστε μία εὐρυτάτη κατηγορία ἀδικημάτων, διαπραττομένων ὑπὸ στρατιωτικῶν, νὰ ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κοινῶν δικαστηρίων, πρόκειται ὄχι μόνο νὰ θίξῃ τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργήσῃ μίαν μεγάλην ἀνωμαλίαν, διότι τὰ Στρατοδικεῖα κυρίως, ὡς ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ των, ἐπιδιώκουν ἕνα ὑπέρτερον σκοπόν. Νὰ τιμωρῶσι ταχέως καὶ αὐστηρῶς. Ἡ ὑπαγωγὴ ὡρισμένων ἀδικημάτων εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια θὰ ἐπέφερε μεγάλα ἄτοπα. Θὰ ἐβλέπομεν ἕνα στρατηγόν, ἕνα συνταγματάρχην νὰ παρακάθηται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον μὲ ἕνα κοινὸν λωποδύτην καὶ τοῦτο ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ οἱ δικηγόροι καὶ ἄλλαι τάξεις πολιτῶν ὑπάγονται εἰς ἐξαιρετικὴν δικαιοδοσίαν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὰ Στρατοδικεῖα εἶναι τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δικάζουν τοὺς στρατιωτικούς. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φυσικοί των δικασταί. Ἐκ τῆς μικρᾶς ὑπηρεσίας μου εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην ἀντελήφθην ὅτι ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια πάσης ἐκτιμήσεως καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέστησαν εἰς τὴν καταιγίδα τῆς δικτατορίας. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Κοινῆς Γνώμης, πλὴν ὡρισμένων ἐξαιρέσεων καὶ αὐτὰ ἔχουν ὡς ἀφορμὴν ὅτι εἰς τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, σχεδὸν τὰ πλεῖστα τῶν ἀδικημάτων ὑπήχθησαν ὄχι φυσιολογικῶς εἰς τὰ Στρατοδικεῖα καὶ τοιουτοτρόπως ἐγεννήθη μία ἐξέγερσις κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ μέγιστον μέρος τὰ Στρατοδικεῖα ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἀρίστους δικαστὰς καί, ὅπως εἴδατε χθές, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐπέμεινα νὰ καθιερωθῇ ἰσοβιότης καὶ διὰ τοὺς δικαστὰς αὐτούς, πρᾶγμα τὸ ποῖον ἀποδεικνύει τὴν περιωπὴν τῶν προσώπων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν μέλη τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν ὅτι τὰ Στρατοδικεῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ δικάζουν μετ’ ἐπιεικείας τοὺς στρατιωτικούς. Τοὐναντίον θὰ δικάζουν ταχύτερον καὶ αὐστηρότερον. Ἐπὶ πλέον ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῶν καταδικαστικῶν θὰ ἦτο πολὺ δύσκολος καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ κανείς, λόγου χάριν, ἕνα ἀξιωματικὸν ἀπὸ τὸ Μέτωπον. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ παραδοχὴ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ὠθεῖ εἰς ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δὲν συνέβησαν οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν ἀκόμη, διότι καὶ ἐκεῖ ἰσχύει ἀνάλογος Δικαιοσύνη μὲ τὴν ἰδικήν μας. Δὲν βλέπω λοιπὸν κανένα λόγον συντρέχοντα ἵνα ἀποψιλώσωμεν τὰ Στρατοδικεῖα τῆς δικαιοδοσίας των.
§138Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μένουν τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα κατὰ στρατιωτικῶν.
§139Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Εἶναι πολὺ σπάνια.
§140Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ ηὐχόμην νὰ εἶναι ἐπίσης σπάνια καὶ τὰ κατὰ τῶν πολιτῶν τελούμενα. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τῆς δικαιοδοσίας τῶν Στρατοδικείων ἀδικήματα τελούμενα ἐναντίον τῶν πολιτῶν. Μεθαύριον ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ νόμος θὰ κανονίσῃ, δύναται δὲ ἀξιόλογα τὰ μὲν ἀδικήματα, τὰ τελούμενα ὑπὸ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, νὰ τὰ ἀφήσῃ εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, τὰ δὲ ὑπὸ ἀνωτέρων νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὰ Ἐφετεῖα διὰ λόγους εὐπρεπείας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ψηφισθῇ, εἶναι ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῶν Στρατοδικείων ἀδικημάτων, τελουμένων ὑπὸ στρατιωτικῶν ἐναντίον πολιτῶν ἐν γένει.
§141Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς στρατηγὸς θὰ κτυπήσῃ τὴν ὑπηρέτριάν του. Τί θὰ γίνῃ;
§142Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Φαντάζεσθε ὅτι ἡ ὑπηρέτρια δύναται νὰ τὸν καταγγείλῃ καὶ φαντάζεσθε ὅτι θὰ εὑρεθῇ Στρατοδικεῖον νὰ τὸν τιμωρήσῃ; Ἐνῷ τὸ Ἐφετεῖον δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ γίνῃ, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι στρατηγὸς θὰ ὑψώσῃ τὴν χεῖρα κατὰ ὑπηρετρίας, ἀλλὰ ἂν γίνῃ θὰ τιμωρηθῇ.
§143Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ζητήματα ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας δὲν λύονται διὰ τοῦ Συντάγματος.
§144Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐμποδίζει ὅπως ἔχει διατυπωθῆ τὸ Σύνταγμα. Ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα ὑπὸ στρατιωτικῶν ἐναντίον πολιτῶν. Τώρα ὁ νόμος δύναται μεταγενεστέρως, ἓν ἀδίκημα διαπραττόμενον ὑπὸ στρατιωτικῶν, νὰ τὸ ὑπαγάγῃ εἰς εἰδικὴν δοσιδοκίαν.
§145Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ὄχι, ἂν ὁρίσῃ ὅτι αὐτὰ ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κοινῶν δικαστηρίων;
§146Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ὁρίσωμεν ὡς εἰδικώτερον θέλουν ὁρίσει οἱ νόμοι.
§147Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς ἐκεῖ θέλω νὰ καταλήξω. Ἔχομεν σωρείαν νόμων, ὅπως «περὶ ἐξυβρίσεως καὶ συκοφαντίας», «περὶ μονομαχίας», οἱ ὁποῖοι τὰ ἀδικήματα αὐτά, ἀνεξαρτήτως τοῦ προσώπου τοῦ διαπράττοντος αὐτά, ἀφῄρεσαν ἀπὸ τὰ Στρατοδικεῖα. Ἂν ὅμως ἡ συνταγματικὴ διάταξις εἶναι ὅτι ὅλα τὰ ἀδικήματα αὐτὰ ἢ ἂν θέσωμεν τὰ στρεφόμενα κατὰ τῆς ζωῆς, τῆς ἡσυχίας, τῆς τιμῆς, τῆς περιουσίας καὶ τῆς ἀκεραιότητος, ἐγὼ δὲν βλέπω ἄλλην κατηγορίαν τοιαύτην καὶ ἂν αὔριον ἐν τῇ πράξει ἴδωμεν ὅτι αὐτὸ ἄγει εἰς ἄτοπον, πῶς θὰ τὸ διορθώσωμεν; Ἂν ἀντιθέτως εἴπωμεν ὅτι διέπονται ὑπὸ εἰδικοῦ νόμου, ὁ νομοθέτης ἔχει εὐχέρειαν ὅλα αὐτὰ τὰ ἀδικήματα διὰ νόμου, ὅπως τὴν συκοφαντίαν, νὰ τὰ εἰσαγάγῃ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον.
§148Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τοῦ Συντάγματος θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν, ἄλλως τε καθ’ ἣν στιγμὴν γεννᾶται γενικῶς εἰς τὸ Πανελλήνιον ἡ ἰδέα περὶ καταργήσεως τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, περὶ περιορισμοῦ αὐτῆς εἰς τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε σεῖς τὴν ἀξίωσιν διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ ἀφίσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἔκθετον; Τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης θὰ γεννηθῇ ἀσφαλῶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Δικαιοσύνης. Ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἤλπιζεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἀσφαλῶς δὲν τοὺς ἀπέδωκε καὶ τοὐναντίον εὑρέθημεν πρὸ τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία δὲν ἐγνώριζε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἰδέαν τῆς Δικαιοσύνης. Λοιπὸν καθ’ ἣν στιγμὴν κατασκευάζομεν τὸ Σύνταγμα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προστατεύσωμεν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Λυποῦμαι δὲ πῶς σεῖς, νομικὸς ἀνὴρ καὶ ἐξαίρετος πολίτης καὶ συνάδελφος, συνηγορεῖτε ὑπὲρ τῶν Στρατοδικείων, δηλαδὴ ὑπὲρ τῆς ἐκδικάσεως ἀδικημάτων διαπραχθέντων ὑπὸ στρατιωτικῶν κατὰ πολιτῶν.
§149Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Θὰ μὲ εὑρίσκατε σύμφωνον εἰς μίαν ἀπόφασιν καταργήσεως τοῦ Σώματος.
§150Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Σεῖς, ὡς στρατιωτικὸς δικαστής, ὅταν ἤχθησαν πολῖται ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων καὶ ὅταν ἐκπροσωπούσατε τὴν κατηγοροῦσαν ἀρχήν, δὲν ὑπέστητε ἐπίδρασιν τινὰ ἀπὸ τὸ περιβάλλον;
§151Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω καὶ προσωπικὸν παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐδίκασαν, ἦσαν οἱ σεμνότεροι, οἱ εὐπρεπέστεροι, ἀντιθέτως πρὸς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, ὁ ὁποῖος εἶχε βαθμὸν συνταγματάρχου καὶ ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὑποστράτηγος.
§152Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Φωτάκην τοῦτο· ὅτι ὁ τακτικὸς δικαστής, ὁ προεδρεύων τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐλήφθη ἐκ τῆς Πολιτικῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἦτο εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκοντο ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ λοχαγοί, οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν διὰ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν, ἐξέφερεν ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος. Μάχιμοι ἀξιωματικοὶ διεμαρτυρήθησαν, διότι πολῖται ἐσύρθησαν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον διὰ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην.
§153Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἡ διαμαρτυρία τοῦ κ. συναδέλφου μοὶ δίδει ἓν ἀκόμη ἐπιχείρημα· ὅτι ἀκριβῶς οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέουν ἐμπιστοσύνην, διότι θὰ δικάζουν μετὰ ταχύτητος καὶ αὐστηρότητος τὸν συνάδελφόν των. Καταλήγων φρονῶ ὅτι πρέπει ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει, ὥστε νὰ δύναται αὔριον, ἂν θέλῃ, ὁ νομοθέτης νὰ τὴν μεταβάλῃ. Ἀλλὰ δὲν θὰ κατέληγον ποτὲ νὰ εἴπω ὅτι ὅλα τὰ ἀδικήματα, τὰ στρεφόμενα κατὰ τῶν πολιτῶν, πρέπει νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων.
§154Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι, δὲν θὰ ἔχητε Στρατόν, ἂν ψηφίσητε τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἂν θέλετε ψηφίσατέ την, ἀλλὰ ψηφίζετε καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ Στρατοῦ.
§155Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸν Στρατὸν ἡμεῖς τὸν θέλομεν σεμνόν.
§156Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Σεμνότατος εἶναι ὁ Στρατός.
§157Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταλήγων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Ἐπικαλοῦμαι τὰ γενόμενα ἀλλαχοῦ καὶ λέγω ὅτι εἰς ἓν δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὅπως εἶναι ἡ Γαλλία, δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀφαιρέσουν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς αὐτῶν δικαστάς. Δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Τὰ περὶ Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων, δι’ ὧν δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν ἰδιῶται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων. Κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ἀδικημάτων στρεφομένων κατὰ τῆς ζωῆς, περιουσίας καὶ ὑγιείας τῶν ἰδιωτῶν, τὰ Στρατοδικεῖα καὶ Ναυτοδικεῖα συντίθενται κατὰ πλειονοψηφίαν ἐκ στρατιωτικῶν δικαστικῶν συμβούλων». Ὥστε εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν βλέπω τί κίνδυνος ὑπάρχει. Ἐγὼ κατεπολέμησα τὴν πρότασιν περὶ ἰσοβιότητος τῶν στρατιωτικῶν δικαστικῶν συμβούλων καὶ σᾶς εἶπον ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἐψήφιζα πρότασιν περὶ καταργήσεως τῶν Στρατοδικείων, ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ ἐψήφιζον μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐν κινδύνῳ αὐτὸ τὸ Στράτευμα.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 9 μ. μ.)