1927.04.08
2,343 rows · 18,214 words · 224 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
Παρασκευὴ 8 Ἀπριλίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Σύνδεσμος τῶν λιμενεργατῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ λιμενάρχου Θεσσαλονίκης, διότι ἀποπέμπει Ἐπιτροπὰς ἀνεγνωρισμένης ὀργανώσεως καὶ ἐπεμβαίνει ἀναρμοδίως εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Συνδέσμου. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐργατῶν κουρέων Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῶν ποσοστῶν καὶ τὴν καθιέρωσιν μισθοῦ συμφώνως μὲ τὸν τιμάριθμον τῆς ζωῆς. — Οἱ γεωργοκτηματίαι τῆς κωμοπόλεως Τζαβέρδας ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Ὁ πρόεδρος τῆς Ἑνώσεως τῶν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ἀπαχθέντων εἰς Βουλγαρίαν ὁμήρων, ὡς καὶ τῶν δικαιούχων ἀποζημιώσεως, καθ’ ὃ ζημιωθέντων κατὰ τὴν Βουλγαρικὴν εἰσβολὴν τοῦ 1916–1918, ζητεῖ τὴν καταβολὴν τῆς σχετικῆς ἀποζημιώσεως συμφώνως τῇ σχετικῇ συνθήκῃ. — Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Κρήτης καταθέτει ψήφισμα διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης Κρήτης διὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας ἐπὶ τῆς ἄμμου καὶ τοῦ τσακιλίου. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Καλυβίων Ἀγρινίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς Γεωργίας ὅπως τροποποιήσουν τὴν σύμβασιν τῆς ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν Λυσιμαχίας καὶ Τριχωνίας, οὕτως ὥστε τὰ δασικὰ προϊόντα, κατ’ ἀναλογίαν δὲ καὶ αἱ γαῖαι παραχωροῦνται εἰς ἑκάστην κοινότητα, ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς ὁποίας ὑπάγονται αἱ γαῖαι αὗται. — Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Σωματείου τῶν κοινωφελῶν Μακρυνίας διαμαρτύρεται διότι τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Μεσολογγίου δίδει μικρὰς πιστώσεις πρὸς πιστούχους καπνοπαραγωγούς, μὴ δυναμένους νὰ αὐξήσωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των. — Ὁ Γεώργιος Νεζερίνης, ἔμπορος κάτοικος Μεσολογγίου, διαμαρτύρεται διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπηλλοτρίωσε τὸ κτίριόν του, χρησιμοποιούμενον διὰ φυλακὰς καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἔλαβε οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν. — Ὁ πρόεδρος τῶν ἀλυτρώτων Βορειομακεδόνων παρακαλεῖ νὰ διαταχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἀποδώσῃ τὰ ἀφαιρεθέντα οἰκόπεδα τῶν δικαιούχων, προσφερομένων νὰ καταβάλωσι τὴν ἀξίαν, ἣν εἶχον ταῦτα καθ’ ἣν ἐποχὴν τοῖς ἐχορηγήθησαν. — Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικὸς Σπυρίδων Χαλκιόπουλος ζητεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα τροποποίησις εἰς τὸ Ἐνοικιοστάσιον, δι’ ἧς νὰ προστατεύωνται οἱ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν διαμένοντες ἐν τοῖς ξενοδοχείοις. — Ὁ πολιτευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Θ. Πύρρος διαμαρτύρεται, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἀντὶ ἐνεργείας ἐπὶ τῶν ἀναφερθέντων αὐτῷ, παρέδωκε τὴν ἐπιστολήν εἰς τὸν ὑπεύθυνον, τῶν, ὅσων τῷ ἀνέφερεν ἀναστολῶν, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων συμπολιτῶν του, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος οὗτος τῷ ἐφέρθη λίαν ἀπρεπῶς. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Εὐγήρου ὅπως πληρωθῇ ἡ χηρεύουσα θέσις τοῦ δημοδιδασκάλου τῆς κοινότητος ταύτης καὶ παρακαλεῖ ὅπως εἰσακουσθῇ ἡ δικαία ἐπιθυμία τῶν κατοίκων.
§3Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παραπονοῦμαι, κ. Πρόεδρε, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰσέτι εἰς οὐδεμίαν ἀναφορὰν βουλευτοῦ.
§4Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ αὐτὰ συμβαίνουν καὶ μὲ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§6Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ ὅπως ψηφισθοῦν μερικαὶ συμβάσεις συναφθεῖσαι μετὰ ξένων Κρατῶν καὶ τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις ἐπείγει.
§7Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Τὰς περὶ Ἀλβανίας συμβάσεις ἐπιφυλάσσεται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ τὰς παραδώσῃ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τότε νὰ ἀναβληθοῦν, ἀλλὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ παραδοθοῦν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 15, 16 καὶ 17 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§9Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁσάκις πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ Συντάγματος, γίνεται λόγος περὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Πρόκειται μόνον περὶ τῶν συμβάσεων.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑλβετίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Νοεμβρίου 1926 προσωρινῆς Ἐμπορικῆς συμβάσεως».
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σουηδίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Σεπτεμβρίου 1926 συμβάσεως ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας».
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς περὶ ἁπλοποιήσεως τῶν τελωνειακῶν διατυπώσεων διεθνοῦς συμβάσεως, ὑπογραφείσης ἐν Γενεύῃ, ὡς καὶ τοῦ σχετικοῦ ταύτῃ πρωτοκόλλου ἀπὸ 3 Νοεμβρίου 1925».
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ὑπογραφείσης ἐν Ρώμῃ τῇ 24 Νοεμβρίου 1926 συμβάσεως ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, ὡς καὶ τῆς ταυτοχρόνως ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ ἁλιείας».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§19Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων»
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§21Σ. ΣΤΑΗΣ. Ὅπως ὡρίσθη διὰ τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συζητηθῶσι τὴν προσεχῆ Τρίτην, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ αὐτὴ ἡμέρα καὶ διὰ τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ 5ου νομοσχεδίου τοῦ δῆθεν κατεπείγοντος εἶναι προσωπικόν, στρέφεται δὲ καθ’ ὡρισμένων διακεκριμένων παιδαγωγῶν.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Τρίτην. Τὴν Τρίτην νὰ ψηφισθῇ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 119, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς ἐν συντόμῳ τὴν γνώμην μου. Σπεύδω ἴσως ὑποβάλλων αὐτήν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς ἐναρμόνισιν ἀπόψεών τινων, ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει διότι φαίνονται λίαν ἀντίθετοι χωρὶς νὰ εἶναι κατ’ οὐσίαν ἄκρως ἀφιστάμεναι ἀλλήλων καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διότι ἐπείγουσα ὑπόθεσις μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀποχωρήσω τῆς συνεδριάσεως. Προτιμῶ νὰ ἀναγνώσω τὴν διατύπωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν κατελήξαμεν, ἀφοῦ ἐξητάσαμεν τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ τῶν διαφόρων ἀπόψεων. Ἡ διατύπωσις αὕτη ἔχει τὴν μορφὴν ἑνὸς ψηφίσματος συντακτικοῦ. Δύναται κάλλιστα νὰ τεθῇ καὶ ὡς ἄρθρον 119. Τὸ πρᾶγμα ἔχει μόνον σημασίαν μορφῆς καθαρῶς νομοθετικῆς. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι εἰς τὰ κείμενα τῶν Συνταγμάτων ἐν γένει νὰ ἀποφεύγωνται αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι καὶ ἄλλοτε ὑπὸ μορφὴν ψηφίσματος ἐτίθεντο. Προδήλως τὴν αὐτὴν δύναμιν ἔχουσι τὰ ψηφίσματα, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ αἱ διατάξεις αἱ μεταβατικαί. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παράγεται εἰς τὸ μέλλον, μετὰ τὴν πάροδον τῆς ἀνωμάλου περιόδου, ἡ ἐντύπωσις ἀντιφασκουσῶν διατάξεων ἐν τῷ αὐτῷ κειμένῳ, ἀφοῦ ἡ αὐτὴ ἰσχὺς θὰ ὑπάρχῃ εἴτε ὡς ἄρθρον 119, εἴτε ὡς ψήφισμα περιέχον μίαν μεταβατικὴν διάταξιν, τροποποιοῦσαν τὸ ἄρθρον 19, δύναται νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις. Ἡ διατύπωσις τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, εἶναι ὧδε (ἀναγινώσκει):
ΨΗΦΙΣΜΑ
«Κατὰ παρέκκλισιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ ψηφίζει. Ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς ἐπὶ μίαν πενταετίαν, χάριν ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, προσφύγων καὶ μικρῶν κτηνοτρόφων, ἡ κατάληψις, καθὼς θέλει ὁρίσει ὁ νόμος, ἀγροκτημάτων καὶ πρὸ τῆς καταβολῆς ἀποζημιώσεως. Ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἐπιτρέπεται, χάριν ὁμαδικῶν ἀστικῶν ἐγκαταστάσεων προσφύγων, ἡ ἀπαλλοτρίωσις γηπέδων ἐπὶ ἀποζημιώσει ἴσῃ πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτῶν κατὰ τὸν Αὔγουστον 1922, ὁριζομένῃ πάντοτε ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐπιτρέπεται ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης εἰς ὁμολογίας, καθ’ ἃ ὁ νόμος θέλει ὁρίσει. Δὲν ὑπόκεινται εἰς τοιαύτην ἀπαλοτρίωσιν ἐκτάσεις κατώτεραι τῶν δύο χιλιάδων πήχεων, κείμεναι ἐντὸς τῶν κατ’ Αὔγουστον 1922 σχεδίων πόλεων, ἐπὶ μεγαλυτέρων δὲ ἐκτάσεων ἀφίνεται πάντοτε τὸ ἓν πέμπτον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Γήπεδα, ἐφ’ ὧν ἤδη ἔχουν ἀνεγερθῆ προσφυγικοὶ συνοικισμοί, ὑπόκεινται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν ἄνευ περιορισμοῦ, τῆς ἀποζημιώσεως ὁριζομένης κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως γηπέδων, ἀνηκόντων εἰς μονὰς ἢ δήμους ἢ κοινότητας, κανονίζονται διὰ νόμου. Διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος 3345 «περὶ ταμείου ἐφέδρων πολεμιστῶν Κρήτης». Τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος ψηφίσματος κανονίζονται διὰ νόμου». Ὡς πρώτη παράγραφος τίθεται ἡ παράγραφος, ἣν διετύπωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ (ἀναγινώσκει): «Κατὰ παρέκκλισιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ ψηφίζει. Ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς ἐπὶ μίαν πενταετίαν χάριν ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, προσφύγων καὶ μικρῶν κτηνοτρόφων, καθὼς θέλει ὁρίσει ὁ νόμος, ἀγροκτημάτων καὶ πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως κλπ.» (ἴδε σχετικὸν ψήφισμα). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ὡδήγησαν εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτὴν (ἀναγινώσκει): «ὁμαδικήν», ἐλέχθη καὶ πολὺ ὀρθῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται χάριν ἐγκαταστάσεων μεμονωμένων νὰ προβαίνωμεν εἰς ἀπαλλοτρίωσιν γηπέδων. Ἐλέχθη τοῦτο, ἀλλὰ ὑπάρχει, καθὼς εἶδον, καὶ τροπολογία εἰδικῶς ὁρίζουσα ὅτι αἱ ἐγκαταστάσεις πρέπει νὰ περιλαμβάνουσι τὸν ἀριθμὸν εἴκοσι προσώπων.
§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οἰκογενειῶν.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, οἰκογενειῶν. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ νὰ τεθῇ ὁ ἀριθμὸς 20. Ἐγὼ εἶχον προτιμήσει τὴν διατύπωσιν τῆς «ὁμαδικῆς ἐγκαταστάσεως» ἵνα ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον νὰ ὁρίσῃ τὰς λεπτομερείας. Εἶναι ἐνδεχόμενον, μία ὁμαδικὴ ἐγκατάστασις ἐν Ἀθήναις ἢ τοῖς περιχώροις, νὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ τὸν ἀριθμὸν 20 οἰκογενειῶν, ἴσως ὅμως εἰς ἄλλας πόλεις νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τηρηθῇ αὐστηρῶς ὁ ἀριθμὸς αὐτός. Ἴσως δύναται νὰ γίνῃ ἀβλαβῶς ὁμαδικὴ ἐγκατάστασις καὶ 15, 16 ἢ 18 οἰκογενειῶν εἰς ἄλλας πόλεις τοῦ Κράτους. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ δεχθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸν ἀριθμὸν 20 ὡς ἰσχύοντα δι’ ὅλας τὰς πόλεις τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἀντιταχθῶ, ἀλλὰ νομίζω προτιμότερον νὰ δύναται ὁ νόμος νὰ ὁρίζῃ δι’ ἑκάστην πόλιν τὸν ἀριθμόν, νὰ ἀφεθῇ δηλαδὴ εἰς τὸν νόμον κάποια σχετικὴ εὐρυχωρία (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ ἀποζημιώσει ἴσῃ πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτῶν κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1922». Διατί; Διότι φρονῶ ὅτι ἤδη πρὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1922 εἶχεν ἀρχίσει συρροή, ἡ ὁποία ἐπροξένησε μίαν ὕψωσιν τιμῶν, μὴ προσδοκωμένην κατὰ τὸν φυσικὸν ῥοῦν τῶν πραγμάτων. Μετὰ δὲ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1922 εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ συμφορὰ τῆς ἀθρόας εἰσροῆς ἐπέφερε νέαν καταπληκτικὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν ἀκινήτων κτημάτων. Δὲν δύναται δὲ ἀσφαλῶς νὰ θεωρηθῇ ὡς μείωσις δικαίας ἀποζημιώσεως ἡ μὴ περιέλευσις εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἑνὸς ἐκτάκτου καὶ ἀπροσδοκήτου πλουτισμοῦ προελθόντος ἐξ ὅλως ἀσυνήθους εἰσροῆς. Νομίζω ὅτι ἡ δικαία ἀποζημίωσις εἶναι πραγματικῶς ἡ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς χρυσόν;
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂν ἓν κτῆμα εἶχε κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1922 πεντήκοντα δραχμάς, ἔκτοτε δὲ ἐπῆλθε νέα ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς ὑπὲρ τὸ διπλάσιον, ἴσως περὶ τὰ 60% δὲν ἐπιτρέπεται νομίζω νὰ λάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης σημερινὰς δραχμὰς 50, αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουν 20 μόνον δραχμὰς ἐν συγκρίσει μὲ τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1922, ἂν θέλετε προσθέσατε διασάφησίν τινα. Ἡ ἑρμηνεία νομίζω εἶναι ἐπαρκὴς καὶ δὲν γεννᾶται ζήτημα. Διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐδίδετο πραγματικῶς ἡ ἀξία· τὴν πρότασιν θὰ τὴν τροποποιήσητε ὅπως θέλετε.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡς εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῆς τροπολογίας ἡ γνώμη σας ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀποτελεῖ μέσον ἑρμηνείας.
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀντίθετος ἑρμηνεία θὰ κατέληγεν εἰς τὸ νὰ μὴ δοθῇ ἡ κατ’ Αὔγουστον 1922 ἀξία, ἀλλὰ δίδεται κατὰ 40% μικροτέρα τῆς ἀξίας τῆς μετὰ τὸν Αὔγουστον 1922 (ἀναγινώσκει): «Ὁριζομένων πάντοτε ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι θεωρῶ ὡς τὴν μεγαλυτέραν ἐγγύησιν διὰ τὸ δίκαιον τῆς ἀπαλλοτριώσεως τὸν ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καθορισμὸν τῆς ἐπιδιωκομένης ἀποζημιώσεως (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἡ καταβολὴ εἰς ὁμολογίας», διότι δυστυχῶς μετρητὰ δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀμέσως, ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ τὸν νόμον νὰ δώσωμεν ἀρκετὰς ἐγγυήσεις εἰς τὰς ὁμολογίας ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν ἀξίαν των τὴν συναλλακτικήν. «Δὲν ὑπόκεινται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν ἐκτάσεις κατώτεραι τῶν δύο χιλιάδων πήχεων». Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι προφανής. Ἂν πρόκειται περὶ γηπέδου 2000 πήχεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐγκατάστασις 20 οἰκογενειῶν. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὠθήσωμεν εἰς τὴν ἐντὸς τῶν σχεδίων τῶν πόλεων καὶ πρὸς τὰ κέντρα ἵδρυσιν τοιούτων συνοικισμῶν. Καὶ ἄλλοτε εἴχομεν συρροὴν προσφύγων. Οἱ συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν εἰς ὅλας τὰς πόλεις, τὰ Κρητικά, εἶναι συνοικισμοὶ ἱδρυθέντες κατόπιν συρροῆς προσφύγων Κρητῶν ἐκ καταστάσεων, τὰς ὁποίας τότε ὁ κυρίαρχος ἐδημιούργει ἐν τῇ μεγαλονήσῳ. Ἦλθον ἐδῶ ἐγκαταλείψαντες σημαντικὰς περιουσίας. Ἂν ἀνέγνωσέ τις δημοσιεύματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θὰ εἶδεν ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἠδύνατο νὰ δίδῃ πλέον τῶν 15 λεπτῶν τὴν ἡμέραν διὰ σιτηρέσιον τῶν δυστυχῶν ἐκείνων. Ὁ δὲ Βυζάντιος περιγράφων τὴν κατάστασιν μετὰ συγκινήσεως ἐξιστορεῖ τὴν ἣν ᾐσθάνοντο εὐγνωμοσύνην οἱ πρόσφυγες, εὐποροῦντες ἐν τῇ μεγαλονήσῳ, διὰ τὴν περίθαλψιν, τῆς ὁποίας ἐτύγχανον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Πατρίδι. Τῆς ἐπανόδου αὐτῶν ἐν τῇ μεγαλονήσῳ καθισταμένης ἀδυνάτου, ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη συνοικίσεως αὐτῶν. Οἱ συνοικισμοὶ δὲν ἱδρύθησαν εἰς τὰ κέντρα τῶν πόλεων. Ὑπάρχουν «Κρητικοὶ» συνοικισμοὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὰς Πάτρας, εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἀλλαχοῦ.
§31Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ....
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀφίνεται πάντοτε τὸ ⅕ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχει τις 4000 πήχεις, οἱ 800 ποῦ θὰ τοῦ μείνουν ἀσφαλῶς θὰ ὑπερτιμηθοῦν λόγῳ τοῦ ὅτι ἐκεῖ γίνεται συνοικισμός. Εἶναι λοιπὸν εἷς ἔμμεσος τρόπος ἀβλαβής, προσθέτου τινος ἀποζημιώσεως ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ ὁποῖος στερεῖται, σὺν τῇ ἰδιοκτησίᾳ του, καὶ μιᾶς, ἂς εἴπωμεν, δυναμικότητος, τὴν ὁποίαν ἕκαστον γήπεδον ἔχει ἐν ἑαυτῷ, ἐπαυξήσεως τῆς ἀξίας του. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βοζίκης, φρονῶ ὅτι ἡ διατύπωσις «ἔκτασις κατωτέρα τῶν δύο χιλιάδων πήχεων» σημαίνει εἴτε ἡ ἔκτασις ἀνήκει εἰς τὸν αὐτὸν εἴτε εἰς διαφόρους ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ πάντοτε συνεχής. Δὲν δύναται νὰ ἀθροίσῃ τις τὸ σύνολον, μικροτέρων ἐκτάσεων ἑνὸς ἰδιοκτήτου.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ οἰκόπεδον τῶν δύο χιλιάδων πήχεων ἀνήκει εἰς περισσοτέρους ἰδιοκτήτας τοῦ ἑνός, τότε θὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις τοῦ οἰκοπέδου; Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἔχει ἄλλην τινὰ ἰδιοκτησίαν οἰκοπέδου εἰμὴ μόνον αὐτήν;
§34Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ζήτημα, κ. συνάδελφε, τὸ ὁποῖον θίγετε, εἶναι βέβαια ἄξιον προσοχῆς, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ὅλα νὰ προΐδῃ τὸ ψήφισμα; Τὸ ψήφισμα θέτει κατωτάτους τινὰς ὅρους ἐγγυήσεως, ἀφίνει δὲ εἰς τὸν νόμον νὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας, ὅστις νόμος δὲν θὰ δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα χαράσσει τὸ ψήφισμα.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλως τε τὸ ψήφισμα θὰ τὸ ἐπεξεργασθῶμεν.
§36Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαιότατα. Ὁ νόμος θὰ ἠδύνατο νὰ προΐδῃ καὶ μίαν ἄλλην περίπτωσιν ἀνάλογον πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μᾶς λέγετε. Ἐγὼ ἔχω 1990 πήχεις καὶ δὲν μοῦ τοὺς ἀφαιροῦν. Ὁ παραπλεύρως ἐμοῦ ἔχει 2010 πήχεις καὶ τοὺς χάνει πλὴν τοῦ ἑνὸς πέμπτου. Βεβαίως, αὐτὸ εἶναι μία ἀδικία. Ἀλλ’ ὁσάκις πρόκειται οἱ νόμοι νὰ θέσουν ἓν ὅριον διαχωρίζον, ὑπάρχει, ἂς εἴπωμεν, κάποιος σχετικὸς παραλογισμός. Τὸ κλασικὸν παράδειγμα εἶναι ὅτι ἐνῷ μία πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ ἔχων ἡλικίαν 20 ἐτῶν, 11 μηνῶν καὶ 20 ἡμερῶν, θεωρεῖται ἄκυρος, ἄλλη πρᾶξις εἶναι ἔγκυρος, συναπτομένη μετὰ τρεῖς ἡμέρας· ἔγινε νουνεχὴς ἐντὸς δύο ἡμερῶν; Ὄχι. Τὸ ὅριον τῶν δύο χιλιάδων πήχεων τίθεται ὡς ἐλάχιστον συνταγματικὸν ὅριον. Δὲν ἐμποδίζεται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας ταύτας, νὰ κάμῃ κλίμακα.
§37Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἂν εἶναι 2000 πήχεις θὰ ἀφεθῇ τὸ ἓν πέμπτον. Δὲν φρονεῖτε ὅτι ὅταν δὲν ἔχῃ κανεὶς περισσοτέρους τῶν 400 πήχεων δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλοτριῶνται, ἐφόσον ἀφίνετε 400 πήχεις ἀναπαλλοτριώτους εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει 2001 πήχεις.
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ὀρθή. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ ὅτι καλύτερον εἶναι νὰ ἀφίσωμεν εὐχέρειαν εἰς τὸν νόμον. Προτιμῶ δὲ νόμον παρὰ Ν. Διάταγμα, διότι ὁ νόμος θὰ διέλθῃ διὰ τῆς ἐρεύνης τῆς Βουλῆς καὶ θὰ εἶναι ἀσφαλὲς ὅτι θὰ προΐδῃ μίαν ρύθμισιν δικαίαν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῶν γηπέδων, ἐφ’ ὧν ἔχουν ἤδη ἀνεγερθῆ προσφυγικοὶ συνοικισμοί, ὑπάρχει ἡ πληροφορία ὅτι νομικῶς δὲν ἔχει ἀκόμη κανονισθῆ ἡ ἰδιοκτησία τῶν γηπέδων αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι πρέπει αὐτὰ τὰ κείμενα νὰ ἀνήκουν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῶν ὑποκειμένων. Μοιραίως αὐτὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἡ τιμὴ εἶναι πάντοτε τοῦ 1922 καὶ θὰ κανονισθῇ ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως γηπέδων ἀνηκόντων κλπ.» Ἐλέχθη ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μνεία καὶ πρὶ τῶν οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι περιττὸν καὶ ἄστοχον νομικῶς, διότι ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Κράτος εἶναι κάτι σόλοικον νομικῶς. Τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ χαρίσῃ ἢ νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς μικροτέραν ἀξίαν.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης;
§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα δὲν εἶναι Κράτος ἐν Κράτει. Πιθανὸν νὰ ὑπῆρχον τοιαῦται τάσεις, ἀλλὰ ἀναμφισβητήτως τὰ κτήματα ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον. Οἰκόπεδα, ἀνήκοντα εἰς μονάς, δήμους καὶ κοινότητας, ἀπαλλοτριοῦνται καθ’ ἃ θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τὸ Σύνταγμα νὰ θέσῃ ἐγγυήσεις. Οὕτως ἐγένετο εἰς ὅλας τὰς Χώρας.
§41Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν νὰ προστεθῇ καὶ ἡ κατηγορία τῶν οἰκοπέδων τῶν ἀνηκόντων εἰς ἀνταλλαξίμους.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ ὅπως ὑποβληθοῦν ἐγκαίρως πᾶσαι αἱ τροπολογίαι ἵνα συζητηθοῦν μετὰ τῆς τροπολογίας μου, ἂν αὕτη τεθῇ ὡς βάσις συζητήσεως.
§43Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ τὴν λέξιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν; Τοὺς κολλίγους, τοὺς ὑπάρχοντας, ἢ πάντα ἀγρότην;
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πάντα ἀκτήμονα καλλιεργητήν. Εἶναι εἷς νόμος πάγιος, ὅπως γνωρίζετε. Ἐγὼ ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον τῷ 1917, ὥρισα ὡς δικαιουμένους μετοχὴν διανομῆς τοῦ κτήματος τοὺς καλλιεργητὰς αὐτοῦ τοὺς ἀκτήμονας. Ἔθηκα καὶ διάταξιν, καθ’ ἣν ἂν καὶ ἀδίκως τις εἶχεν ἀπομακρυνθῇ ἐκ τοῦ κτήματος καὶ εἶχε μεσολαβήσει σειρὰ ἐτῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε καταγίνει εἰς ἄλλα ἔργα, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγκατασταθῇ, ἀλλ’ ἡ ἐξέλιξις ἔκτοτε προσέλαβεν ἄλλην μορφὴν καὶ τώρα εἶναι δυσχερὲς νὰ ἀνατραπῇ, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψει ὅτι καί μὴ καλλιεργητὰς τοὺς ἐξηναγκάσαμεν νὰ γίνουν καλλιεργηταί.
§45Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε ἀκτήμονας γεωργούς; Τότε νὰ τεθῇ ἡ λέξις «γεωργῶν».
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἀντίληψις αὐτὴ δὲν ἐπεκράτησεν ἔκτοτε καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι πᾶς ἐργάτης τῆς γῆς, ἐφόσον δὲν ἔχει κτήματα, δικαιοῦται νὰ ἀποκτήσῃ. Συνεπῶς πᾶς ἀγροτικὸς ἐργάτης.
§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δικαιουμένων παροχῆς ἑνὸς τεμαχίου γῆς συμπεριελήφθησαν καὶ οἱ μικρεπαγγελματίαι.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴτε γεωργῶν εἴπομεν εἴτε καλλιεργητῶν, τὰ πράγματα κατ’ οὐσίαν δὲν διαφέρουν. Ἡ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ κολλίγων καὶ μὴ κολλίγων. Αὐτὴ ὑπῆρξε πάντοτε ἡ διαφορά, ἡ χωρίσασα πολλοὺς ἐξ ἡμῶν εἰς τὴν ἀντίληψιν. Δηλαδὴ ἂν ἡ ἀποκατάστασις θὰ περιελάμβανε καὶ ἀπόρους καλλιεργητὰς καὶ παρακεντέδες ἢ θὰ περιορίζετο εἰς τοὺς κολλίγους, διότι διαφορὰ μεταξὺ τῆς λέξεως γεωργὸς καὶ καλλιεργητὴς δὲν ὑπάρχει.
§49Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν συζητήσεως τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§51Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα προχθὲς πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ ἀποκρυσταλλώσω εἰς ὡρισμένην πρότασιν τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς μου, κατέθεσα ἤδη ταύτην, ἥτις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη πρὸ ὀλίγου.
§52Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Ἔχει διανεμηθῆ ἐπίσης πρότασις τῶν προσφύγων βουλευτῶν, ἡ ὁποία εἶναι σαφεστέρα καὶ καλυτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας προτάσεις.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§54Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄν, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ὅτε συνεζητεῖτο τὸ 19ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τοῦτο ἔπραξα διότι εἶχον βεβαίαν τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ δι’ ἀγορεύσεώς μου τὴν Βουλήν, δεδομένου ὅτι αἱ ἀντιλήψεις τῶν συντηρητικῶν στοιχείων τοῦ Σώματος θὰ διετυποῦντο ὁριστικῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 19, διότι οὐδεμία θὰ ὑπῆρχε πραγματικὴ ἀντίδρασις τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχον τὴν πεποίθησιν τοιαύτην, μολονότι εἶχον ἐπίσης τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἰδέαι, αἱ γνῶμαι τῶν συντηρητικῶν στοιχείων τῆς Βουλῆς εὑρίσκοντο κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς γνώμας τῶν κ. κ. ἀρχηγῶν. Ὀφείλω, διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, νὰ ποιήσωμαι μίαν καὶ μόνην ἐξαίρεσιν, διὰ τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον, ἀλλ’ ἐξαίρεσιν σχετικήν. Πάντως ὅμως ἐξαίρεσιν... Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιότιμοι ἀρχηγοὶ οἱ μετέχοντες τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἁπαξάπαντες ἂν ἐδέχοντο τὴν διατύπωσιν τὴν προβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν συντηρητικῶν στοιχείων τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 19, τὴν τελικῶς ἐπικρατήσασαν καί διατετυπωμένην εἰς τὸ ἄρθρον, ἔπραττον τοῦτο διότι ἐγνώριζον ὅτι ὄπισθεν τοῦ ἄρθρου 19 ὑπῆρχεν ἐλλοχεῦον τὸ ἄρθρον 119, ἱκανὸν τοῦτο καὶ μόνον νὰ ἀφανίσῃ πᾶσαν ἀρχὴν συντηρητικὴν διατυπωθεῖσαν ἐν τῷ ἄρθρῳ 19. Ὅτι εἶχον δίκαιον ταῦτα πιστεύων ἀπέδειξαν οὐ μόνον οἱ λόγοι οἱ ἔκτοτε ἀκουσθέντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οὓς πάντες ἔχομεν ἐναύλους, ἀλλὰ καὶ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος τὴν ἰδίαν τῆς ἐπιψηφίσεως ἡμέραν. Διότι ἀληθῶς ζηλευτὴ παρτηρήθη ἁρμονία ἰδεῶν καὶ γνωμῶν μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων ἡγετῶν τῶν μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπῆρξε πραγματικὴ ἅμιλλα τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ποῖος νὰ ἐπιδείξῃ περισσότερον ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 19 ὑπῆρξεν ἁπλοῦς σαρκασμὸς πρὸς τὴν γνώμην τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, πρὸς τὴν πεποίθησιν τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, διότι εἶναι μόνον σαρκασμός, διότι πάντες οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ἐξαιρέσει τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καί πάλιν—διότι ὀφείλω νὰ εἶμαι εἰλικρινής, διότι βασίζομαι ἐπὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ὁμιλῶν—πάντες, λέγω, οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐδήλωσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι θεωροῦν τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 19 ἀλληλένδετον πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 119. Μάλιστα ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διεκρίθη ἐν τῇ ἁμίλλῃ ταύτῃ.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγέ του.
§56Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς διότι βλέπω ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικὰ «εὖγε». Θὰ ἤμην δυστυχὴς ἂν δὲν εἶχον τὴν παρηγορίαν ταύτην, προκειμένου περὶ φίλου μου προσφιλοῦς, τὸν ὁποῖον λυποῦμαι ὅτι λυπῶ.
§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἠδυνήθην νὰ σᾶς παρακολουθήσω τί εἴπατε.
§58Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ σφάλμα δὲν εἶναι ἰδικόν μου.
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως εἶναι ἰδικόν μου τὸ σφάλμα, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα τί εἴπατε.
§60Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶπον ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διεκρίθη ἐν τῇ ἁμίλῃ του νὰ καταστήσῃ σαρκασμὸν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 19, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην οὐ μόνον διετύπωσε τὴν γνώμην του, ὡς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὡς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλὰ προέβη καὶ περαιτέρω καὶ ἐζήτησε τὴν ἄνευ συζητήσεως ἄμεσον ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 119, διότι ἐθεώρησε περιττὴν πᾶσαν σχετικὴν συζήτησιν.
§61Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἄνευ συζητήσεως ἄμεσον ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 119;
§62Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§63Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πλανᾶσθε, κ. Ράλλη. Ἂν λάβητε τὰ πρακτικά, θὰ ἴδητε ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον.
§64Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐσυνήθισα νὰ μὴ λέγω πράγματα τὰ ὁποῖα νὰ μὴ δύναμαι ἀμέσως καὶ νὰ ἀποδείξω. Καὶ θὰ ἀποδείξω ἀμέσως τοῦτο ἀκριβῶς διὰ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τὰ ὁποῖα κακῶς πράττων ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός.
§65Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ ὅτι δὲν παρακολουθῶ τὰ πρακτικά.
§66Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ τὰ παρηκολούθησα, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καὶ τί εἴπατε.
§67Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι κακῶς ἠκούσατε, διότι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 119, τοσούτῳ περισσότερον, καθόσον ἔχω τροποποίησιν ἑτοίμην, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω ὅταν ἐν καιρῷ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ ζητήσω τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα εἰς τὸ ἄρθρον 19. Ἀναγνωρίζω τὰς ἀνάγκας, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον 119, ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει αἱ ἀνάγκαι αὐταὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν. Ὁμιλήσατε περὶ τῶν ἰδεῶν τῶν ἰδικῶν σας καὶ ἀφήσατε νὰ ἀκούσητε τὰς ἰδικάς μου ὅταν θὰ λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§68Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐνεθυμούμην — καὶ ἐπεκαλέσθην διὰ τοῦτο τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ—τοὺς λόγους τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, διότι εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ συγκαταλέγωμαι μεταξὺ τῶν πολυαρίθμων ἐκείνων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι συντηρητικὰς ἔχοντες γνώμας ἀντέστησαν κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην λόγῳ τῆς ἀντιστάσεως αὐτῆς ἐσώθη ἡ συντηρητικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 19 ἀπὸ τοὺς ἁρπακτικοὺς ὄνυχας τῆς Οἰκουμενικῆς ὁμοφωνίας. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς μὲ διέψευσε. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγὼ κοπιάζω φυσικὰ δι’ ὑμᾶς. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης φρονεῖ ὡσαύτως ὅτι πάντες οἱ ὁμιλοῦντες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119.... κλπ.» Μεταξὺ τῶν «Ὄχι, ὄχι» ἐφώναξα καὶ ἐγώ, ἐκεῖ εὑρισκόμενος (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη.... κλπ.» Ταῦτα λέγουν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ταῦτα βεβαιῶ ὅτι ἤκουσα καὶ ἐγώ.
§69Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν ἐνθυμούμεθα ἡμεῖς ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει κάμει τοιαύτας δηλώσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119.
§70Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ταῦτα λέγουν τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ταῦτα βεβαιῶ καὶ ἐγώ, ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα. Ἂν δὲ συμβαίνῃ ἄλλως, τοῦτο εἶναι, ὁμολογῶ, πρὸς τιμὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν, ὅταν ἀναγνώσητε τὸν λόγον μου τὸν ὁποῖον βεβαίως ἠκούσατε, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον 119 ὡς ἔχει, διότι εἶναι ἀντίθετον τῆς ὁμιλίας τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 καὶ ἂν ἐνθυμεῖσθε μάλιστα, ἔφθασα νὰ ὑποστηρίξω γνώμην ἴσως ὀλίγον μὴ γενικῶς δικαίαν. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἦτο καλὸν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας νὰ ἀποζημιώνωμεν τοὺς ζημιουμένους. Ταῦτα ἐγὼ εἶπον.
§72Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πάντα ταῦτα, τοὐλάχιστον ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσι τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἀποτελοῦν μίαν δικαίαν ἔμπρακτον μετάνοιαν, τὴν ὁποίαν δεχόμεθα μετ’ ἀγαλλιάσεως.
§73Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν ὅταν ἔχω γνώμην ἐσφαλμένην νὰ τὴν ἀρνηθῶ καὶ νὰ δεχθῶ τὴν ὀρθήν. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ διότι λέγεται κάτι τι τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει, ἐν προκειμένῳ ὅμως δὲν στέκεται ἡ περίπτωσις αὐτή. Τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχα ὅταν ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον 19, αὐτὴν τὴν γνώμην τὴν ἔχω καὶ σήμερον.
§74Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι τὴν ἐξαίρεσιν τῶν ἕξεών του ἤθελεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς βάρος μου σήμερον νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τὸ ἄδικον, ἐνῷ συνήθως ἀναγνωρίζει αὐτὸ καὶ ἐγὼ συνήθως γνωρίζω ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ ἄδικον, ἀλλὰ σήμερον ἠθέλησε νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν εἰς βάρος του.
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι σᾶς ὀφείλω μίαν χάριν, ὅτι μίαν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐσφαλμένην, ἠθέλατε νὰ δώσητε ἀφορμὴν νὰ διορθωθῇ.
§76Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 119 δεικνύει τὴν Κυβέρνησιν, τουλάχιστον τὴν Κυβέρνησιν κατὰ πλειονοψηφίαν, ἐκ ποίων λόγων ἡ Κυβέρνησις, λόγῳ ἀποκαταστάσεως γηγενῶν καλλιεργητῶν ἀκτημόνων καὶ λόγῳ ἀνάγκης ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν προσφύγων....
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε....
§78Ι. ΡΑΛΛΗΣ. .... Θὰ ἀποδείξω ἢ θὰ προσπαθήσω τοὐλάχιστον ὅσον μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξω ὅτι καὶ αἱ δύο αὐταὶ βάσεις δὲν εἶναι ἀληθεῖς, δὲν εἶναι βάσιμοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχικὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, θὰ ὁμιλήσω βραδύτερον. Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἀγροτικῆς. Ἀρχὴ τοῦ ἀγροτικοῦ μας νόμου ὑπῆρξε πάντοτε, ὅπως ὑπῆρχε πάντων τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν ἀγροτικὸν νόμον, ὅτι ἡ γῆ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ καταστήσουν αὐτὴν παραγωγικήν, ὅτι ἡ γῆ ἀνήκει εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των κατέστησαν αὐτὴν παραγωγικὴν εἰς ὄφελος ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους ἐν τῷ ὁποίῳ ἐργάζονται καὶ μοχθοῦν. Ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ αὐτὴ ἀρχὴ ἡ ἀκλόνητος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ συνδυασμοῦ καὶ ἑτέρας ἀρχῆς, τῆς ἐπίσης ἀκλονήτου ἠθικῶς, καθ’ ἣν δὲν δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ δεσμεύεται ἀπὸ τὴν περιουσίαν του, διότι ἔχει δικαίωμα εἰς ἀποζημίωσιν. Ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γηγενῶν καλλιεργητῶν, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ διάταξις εἶναι προφανῶς περιττή διότι δὲν ὑπάρχουν ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ μὴ ἐγκατεστημένοι.
§79Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε Ράλλη, ἀγνοεῖτε τὰ πράγματα.
§80Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν δὲ ὑπάρχουν ὀλίγοι τινές, ἐλάχιστοι, αὐτοὶ ὑπάρχουν ἐκ πταίσματος τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἐκ σφάλματος ἀνηκούστου τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχουν. Καὶ ἂν ὑπάρχουν, ὑπάρχουν μόνον ἐκ σφάλματος τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Καὶ δεύτερον, ἂν ὑπάρχουν, ὑπάρχουν τόσον ὀλίγοι, ὥστε βεβαίως δὲν ἀπαιτεῖται πενταετὴς ὁλόκληρος ἐπανάστασις διὰ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν. Ἡ πενταετία, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα ἡ ἐπανάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δημεύεται ἡ περιουσία Ἑλλήνων πολιτῶν, διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου αὐτῶν ἀποκτησάντων τὴν περιουσίαν αὐτῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ὑπάρχει μία πρᾶξις ἐπαναστατικὴ στερουμένη κύρους ἠθικοῦ. Ὅστις θέλει νὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, εὑρίσκεται μακρὰν τῆς πραγματικότητος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγω εἰς πολλὰ ἐπιχειρήματα διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἐγκληματικὴν ἐνέργειαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Εἶναι γνωστὰ τοῖς πᾶσι τὰ συμβάντα. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀποκατεστάθησαν ὄχι γεωργοί, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς ἀποκατεστάθησαν ἄνθρωποι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντες μὲ τὴν γῆν καὶ ἐνῷ ἀπαλλοτριώθησαν κτήματα ἀνήκοντα εἰς ἰδιοκτήτας ἐργασθέντας καὶ μοχθήσαντας, τὰ κτήματα ταῦτα παρεδόθησαν εἰς διαφόρους ξένους πρὸς τὴν γῆν φαρμακοποιούς, δικηγόρους, ἰατροὺς καὶ ἱερεῖς. Ταῦτα εἶναι ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν συνειδήσει νὰ διαψεύσῃ κανείς. Διὰ νὰ ἐννοηθῇ μέχρι ποίου σημείου ἀληθοῦς ἀστοργίας ἔφθασαν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι δὲν ἔχω ἢ νὰ ἀναφέρω ἢ νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν—καὶ παρακαλῶ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπομονὴ νὰ μὲ ἀκούσῃ—τὸ περιεχόμενον τοῦ Ν. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1926 καὶ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ ἔτι ἐν ἐφαρμογῇ καὶ ἰσχῦον. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν, τὴν σύστασιν εἰδικοῦ ταμείου Ἐποικισμοῦ. Ἀναγινώσκω τινὰς διατάξεις τοῦ Δατάγματος διὰ νὰ συναισθανθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην καὶ ἐγώ, ὅταν ἀνέγνωσα αὐτό. Πρὸ παντὸς ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν προσφύγων, διότι αὐτοὺς κυριώτατα θίγει τὸ Διάταγμα αὐτό (Ἀναγινώσκει): «Συνιστᾶται.... κλπ.» Ποίων δαπανῶν· Τῶν δαπανῶν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς πολυτελεστάτης ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἱδρύθη διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ταμείου αὐτοῦ. Εἰς ἀπόδειξιν τῶν τελευταίων τούτων λόγων μου δὲν ἔχω ἢ νὰ ἀναγνώσω τὴν ἑξῆς παράγραφον (ἀναγινώσκει): «... κατὰ ποσοστὸν μεγαλύτερον τοῦ ἑνὸς τρίτου». Καὶ τὸ ταμεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποζημιώνῃ καὶ θὰ διορίζῃ ὑπαλλήλους ἀναλόγως τῶν πόρων αὐτοῦ, τὸ ταμεῖον αὐτὸ εἶναι πλουσιώτατον, διότι ἀπερρόφησε τὸ Θεσσαλικὸν γεωργικὸν ταμεῖον τοῦ ὁποῖον εἶχεν ἱερώτατον σκοπόν.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἕνδεκα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐπῆρε τοῦ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου.
§82Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Ἀκούσατε ἀκόμη καὶ τοὺς ἄλλους πόρους τοῦ ταμείου αὐτοῦ (ἀναγινώσκει). Ἀμέσως λοιπὸν πρώτη φορολογία, ἡ φορολογία 10% ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς ἀξίας τῶν ἀγροκτημάτων τῶν ἀφαιρεθέντων τῶν δυστυχῶν ἰδιοκτητῶν. (Ἀναγινώσκει): «Δεύτερον ἐκ τῆς.... κλπ.»
§83Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Καὶ τί ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς τιμωρίαν αὐτῶν τῶν κλεπτῶν τοῦ δημοσίου θησαυροῦ;
§84Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δημοσίου θησαυροῦ, πρόκειται περὶ λεηλατήσεως τῆς περιουσίας τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν προσφύγων.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξε μία ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρισκόμενος εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας συνεβούλευε τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων νὰ ἐξευρίσκουν πόρους ὅπως καλύπτουν τὰς τακτικὰς δαπάνας. Ἓν ἐκ τῶν ταμείων αὐτῶν εἶναι τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐποικισμοῦ.
§86Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπὲρ τίνος εἶναι οἱ πόροι;
§87Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων.
§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καλύπτουν τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους.
§89Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μὴ προβαίνετε εἰς βεβαιώσεις, κ. Ὑπουργέ. Εἶναι ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων.
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐποικισμοῦ καταβάλλει ὅλας τὰς δαπάνας τοῦ ἐποικισμοῦ, τὴν χωρογράφησιν, τοὺς μισθοὺς τῶν γαιωπόνων καὶ ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας.
§91Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Διὰ νὰ γνωρίσωμεν τὰς δαπάνας αὐτὰς ἔχω ζητήσει τὴν πληροφορίαν πόσον ἀκριβῶς πληρώνονται οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ τοῦ Ἐποικισμοῦ.
§92Ι. ΡΑΛΛΗΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἐκ κρατήσεων τοῦ ¼ τῶν ὑπὸ τοῦ συνεταιρισμοῦ... κλπ.» Καὶ δύναται πᾶς ὁ βουλόμενος, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἐξωφρενικὸν τοῦτο Διάταγμα, θέλει δὲ πεισθῆ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, ὅτι τὸ τέταρτον τῶν ἀγροκτημάτων τῶν Ἑλληνικῶν περιῆλθεν εἰς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, μικρῶν τε καὶ μεγάλων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ πρὸς ἄμεσον ἀκύρωσιν τῆς ἀνηκούστου ταύτης πράξεως.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐποικισμοῦ ἱδρύθη κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ... Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκετο εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὸ ταμεῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν παροχὴν ἰδιαιτέρων ὠφελημάτων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ἐποικισμοῦ. Ὑπάρχει βεβαίως ἓν ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον παρέχεται καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ἐποικισμοῦ, ἐπειδὴ καὶ ἄλλη ὑπηρεσία προσφυγική, ἡ ὑπηρεσία τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ἔχει μεγαλύτερον ἐπίδομα. Εἶναι δημόσια τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ὄχι ἰδιοκτησία τῶν ὑπαλλήλων καὶ χρησιμοποιεῖται διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Τὸ ἀπόθεμα αὐτὸ μὲ τὰ ἔσοδα τοῦ προσεχοῦς ἔτους θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς ἀποκαταστάσεως. Ποῖαι εἶναι αἱ ἐπείγουσαι ἀνάγκαι; Ἡ καταμέτρησις τῶν κτημάτων καὶ ἡ διανομὴ τῶν κτημάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων αὐτῶν θὰ συνάψωμεν ἰδιαίτερον δάνειον, ὅπως κατορθώσωμεν ἐντὸς δύο ἐτῶν νὰ τελειώσωμεν καὶ τὴν καταμέτρησιν καὶ τὴν διανομὴν τῶν κτημάτων. Ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ ταμείου ἔχομεν σήμερον τὰ ἑξῆς. Ὅπως λειτουργεῖ τὸ ταμεῖον δὲν ἐκπληροῖ προορισμὸν ἄξιον λόγου. Ἐχρησίμευεν ἐπὶ τοῦ παρόντος πρὸς ἀποταμίευσιν μερικῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον θὰ δαπανηθῶσιν ὑπὲρ τῆς ταχυτέρας συμπληρώσεως τοῦ ἔργου τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ προσφύγων. Ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν μορφὴν σχεδὸν νόμου εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὅπως τὸ ταμεῖον αὐτό, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα ὅλων σχεδὸν τῶν σχετικῶν ταμείων, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦσιν εἰς ὅσα μέρη ἔγεινεν ἀποκατάστασις ἀγροτῶν, τὸ ταμεῖον αὐτὸ λάβῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον χαρακτῆρα τραπεζητικὸν διὰ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν τακτικὴν εἴσπραξιν τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὀφειλομένων ἐκ τῶν ἀπαλλοτριώσεων, διότι εἶναι ἀνάγκη ἡ ἐκκαθάρισις αὐτὴ νὰ γίνῃ χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ οὐδὲ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, οὐδὲ ζημία εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἐκ τῆς λειτουργίας αὐτῆς τῆς τραπεζητικῆς τοῦ ταμείου θὰ εἶναι δυνατὸν ἴσως νὰ παραιτηθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν, ὁπότε θὰ διηυκολύνοντο καὶ οἱ ἀγρόται καὶ οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὸ νὰ εὑρίσκωσιν ἀγοραστάς. Αὐτὴ ἡ ἐπιβάρυνσις ἔγεινε διὰ νὰ καλυφθοῦν αἱ μεγάλαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζοντο. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ τελειώσῃ τὸ ταχύτερον ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία διὰ νὰ μὴ διαιωνίζεται ἡ διαδικασία τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ εἰς βάρος τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, τῶν ἀποκαθισταμένων, καὶ εἰς βάρος τῶν ἰδιοκτητῶν.
§94Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἠκούσατε, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι τὸ εὐρύτατα ἐκτεθὲν πρόγραμμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ, ἐν διακοπῇ γενομένῃ εἰς ἐμέ. Θὰ ἀκούσητε τὸ πρόγραμμά μου εἰς ἀπάντησιν τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δι’ ὀλίγων λέξεων. Τὸ πρόγραμμά μου εἶναι, ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, νὰ διατάξω μίαν αὐστηρὰν ἀνάκρισιν διὰ τοὺς ἐμπνεύσαντας τὸ τοιοῦτον ἀνοσιούργημα καὶ ἀμείλικτον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν νὰ καταφέρω τὸν πέλεκυν τῆς δικαιοσύνης. Τοῦτο θὰ ἔπραττον ἂν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ τοῦτο συμβουλεύω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ σπεύσῃ νὰ πράξῃ, διὰ νὰ δοθῇ ἐπὶ τέλους ἓν παράδειγμα εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς οὕτω πως καταχρωμένας τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς ὁποίας ἀπολαύουν. Κύριοι, εἶναι ἄπειρα τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδυνάμην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ προαγάγω, ἂν δὲν ἐδίσταζον νὰ κάμω κατάχρησιν τῆς ὑπομονῆς, ἡ ὁποία μοὶ ἐπιδεικνύεται. Ὑπάρχουν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς προκαλοῦν τὴν φρίκην. Καὶ ἐρωτῶ· πῶς προέβη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας εἰς ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ξένους ὑπηκόους; Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὀνόματα.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ περὶ αὐτοῦ, κ. συνάδελφε, θὰ ὑποβληθῇ σχέδιον νόμου
§96Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσω. Εἰς ξένους ὑπηκόους, τῶν ὁποίων τὰ Κράτη προβαίνουσιν εἰς ἐνεργείας ἐχθρικὰς κατὰ τῶν ἡμετέρων ὑπηκόων, τῶν ὁποίων τὰ Κράτη ἀποπέμπουσι κατὰ τρόπον ἀληθῶς οἰκτρὸν τοὺς ὑπηκόους ἡμῶν ἄνευ ἀποζημιώσεως; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας γνωρίζει τί ὑπαινίσσομαι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχοντα καθῆκον νὰ ἐπέμβῃ, νὰ ζητήσῃ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του καὶ νὰ μάθῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§97Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν παρελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν, εὑρέθημεν ἐνώπιον μιᾶς συμφωνίας, τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε συνάψει ὡς παρακολούθημα τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Γαλλίας, συμφωνίας, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ὑπέσχετο ὅτι ἤθελε πληρώσει ἀποζημίωσιν διὰ τὰ κτήματα τῶν Γάλλων ὑπηκόων, τὰ ἀπαλλοτριούμενα, τὴν μέσην τιμὴν μεταξὺ ἐκείνης, ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐκείνης, ἥτις ὑπάρχει σήμερον. Ἡ μέση αὕτη τιμὴ ἦτο λίαν ἐπιβαρής, διὰ τῆς αὐτῆς δὲ συμφωνίας εἶχεν ὁρισθῆ ὅτι θὰ ἐδίκαζε μία μικτὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἕνα ξένον, ἕνα Ἕλληνα καὶ ἕνα τρίτον ξένον ἐπιδιαιτητήν. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον εὑρέθημεν ἐνώπιον μιᾶς πράξεως, γενομένης οὐχὶ ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρας ἐπιστολῆς, ἐγέννα δὲ συγχρόνως καὶ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι θέλομεν νὰ καταστρατηγήσωμεν διὰ μυστικῆς συμφωνίας τὴν ρήτραν τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, τὴν ὁποίαν ἐπισήμως ὑπεισχνούμεθα ὅτι θέλομεν δώσει εἰς τοὺς ὑπηκόους ὅλων τῶν Κρατῶν, μετὰ τῶν ὁποίων συνάπτομεν συμβάσεις. Ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, ὅπως ἐννοεῖτε, ὑπῆρχε δυσχερής, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ ὅπως ἱδρυθῇ μία μικτὴ Ἐπιτροπή, ἔχουσα διαιτητικὰ δικαιώματα. Γνωρίζετε δὲ ὅτι ὁ διαιτητὴς δὲν ἔχει μόνον διαιτητικὰ δικαιώματα, ἔχει κυριαρχικὰ δικαιώματα, εἶναι δικαστής, τὸ δὲ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε τοῦ προηγουμένου μετὰ τῆς Τουρκίας συμβάσεως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Λωζάννης, δὲν ἦτο παράδειγμα πειστικόν, διότι ὅλα τὰ Κράτη, μικρὰ καὶ μεγάλα, νικηταὶ καὶ ἡττημένοι, ἐδέχθησαν διὰ τῶν διαφόρων συνθηκῶν τὴν ἵδρυσιν τοιούτων μικτῶν δικαστηρίων πρὸς ἐκδίκασιν ὑποθέσεων ἀφορωσῶν συμφέροντα ἀντικρουόμενα τῶν ὑπηκόων τῶν Κρατῶν, τῶν συνδεομένων πρὸς ἄλληλα. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο ἀμοιβαίως. Ἐν προκειμένῃ περιπτώσει τὸ πρᾶγμα τίθεται ἀπὸ ἀπόψεως ἐμφανίσεως κυριαρχίας, ὁπότε εὑρίσκεται ἐντελῶς ἐν ὑποδεεστέρᾳ μοίρᾳ ἡ Ἑλλάς. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ δεχθῇ καὶ τὸν ὁρισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τόσον ὀγκῶδες ποσόν, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐννοεῖται ὅτι ἐκεῖνοι, εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἐστρέφετο ἡ μυστικὴ αὐτὴ συμφωνία, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἀποκεκρυμμένη ἡ μυστικὴ αὕτη συμφωνία, δικαίως εὑρίσκοντο ἐν ἐξεγέρσει. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐδήλωσε ταῦτα εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, προέβη εἰς συμφωνίαν ὅσον ἀφορᾷ τὰ κτήματα τῶν Ἰταλῶν καὶ Ἄγγλων ὑπηκόων. Αἱ συμφωνίαι αὗται συνίσταντο εἰς τὸ ὅτι ἡ τιμή, ἡ ὁριζομένη, θὰ ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ μέσον ὅρον τὰ κτήματα ἀπὸ τοῦ 1908–1922, τὰ τσιφλίκια δηλαδή. Δεύτερον ὅτι ἡ τιμὴ θὰ εὑρίσκετο δι’ ἄλλου τρόπου, θὰ διωρίζοντο πραγματογνώμονες ἐκ μέρους τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου Κράτους καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας αὐτῶν θὰ ἀπεφάσιζεν ὁριστικῶς ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου κεῖται τὸ κτῆμα. Ἡ τιμὴ ἐκείνη δὲν θὰ κατεβάλλετο ὁλόκληρος εἰς χρυσόν, ἀλλὰ θὰ ἐπολλαπλασιάζετο ἐπὶ 8 ἢ 10. Ἡ συνομολόγησις τῆς συμβιβαστικῆς ταύτης συμφωνίας, ἥτις ἦτο πρακτικωτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα, θὰ ἀπέκλειεν ἀπὸ τὰ ὄμματα τῶν ἄλλων τὴν εὔνοιαν, τὴν ὁποίαν δημοσίως εἶχεν ὑποσχεθῆ. Ἡ λύσις αὕτη ἐπετεύχθη κατόπιν μακρῶν συνεννοήσεων, τὰς ὁποίας διεξαγάγομεν μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ κτήματα ἔτυχον ἰδιαιτέρας τινος προστασίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔτυχον ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλ’ ἡ διοικητικὴ αὕτη πρᾶξις οὐδεμίαν εἶχεν ὑποχρεωτικὴν ἔννοιαν διὰ τὸ Κράτος, διότι ὁ νόμος ἴσχυε δι’ ὅλους. Τώρα ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ τὰ ἑξῆς. Εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον ὑπάρχει μία θεωρητικὴ ἀρχὴ ὅτι καὶ οἱ νόμοι τῆς ἀπαλλοτριώσεως δεσμεύουν τοὺς ἐν τῇ Χώρᾳ ἐργαζομένους, εἴτε ἡμεδαπούς, εἴτε ἀλλοδαπούς. Ἀλλ’ ἡ θεωρητικὴ αὕτη ἀρχὴ εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν ἐτηρήθη. Ἂν ἡ Ἑλλὰς ἔτυχε νὰ ἀπολαύσῃ τῶν δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων ἀπήλαυσαν ἄλλοι ὑπήκοοι, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐν τῇ πράξει δὲν ἐτηρήθη ὄχι μόνον μεταξὺ δευτερευόντων Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ ἰσχυρῶν τοιούτων. Τελευταίως ἀκόμη ἡ Ρουμανία ἔτυχεν ἐν Πολωνίᾳ εὐνοϊκωτέρων ὅρων. Ἡ θεωρητικὴ αὕτη ἀρχὴ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου δὲν ἔτυχεν ἐφαρμογῆς, τουναντίον αἱ ἐξαιρέσεις εἶναι ἄπειροι, ἐξαρτᾶται τουτέστιν ἀπὸ τὴν ἰσχὺν τῶν Κρατῶν, ἀπὸ τὴν θέσιν των, ἀπὸ τὴν δεξιότητα τῶν διαπραγματεύσεων νὰ μὴ εἶναι ἢ νὰ εἶναι εἰς τὴν μοῖραν ἐκείνων, ποῦ ἐξομοιοῦνται πρὸς τοὺς ὑπηκόους τοῦ Κράτους. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἐπειδὴ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ ἐκθέσω πάντα τὰ συμβαίνοντα, ἂν καὶ αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται, ἐκκρεμοῦν, καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνακοινώσω αὐτά, ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ὁ Λαὸς τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξεν ἄτυχος.
§98Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὅτι ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς μυστικῆς συμφωνίας, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὴν συγκατάθεσιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων.
§99Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωσι τὸ μυστικὸν καὶ πράγματι τὸ μυστικὸν αὐτὸ ἐγένετο φανερόν. Ἦλθε κατόπιν ἔγγραφον τοῦ πρεσβευτοῦ τῶν Παρισίων, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἔλεγεν ὅτι ἀπέτρεψε τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ ὑπογράψῃ.
§100Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τί ἀνταμοιβὴν ἔλαβεν ὁ κύριος αὐτός; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διωρίσθη πρεσβευτής;
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι, εἶναι ἰδιώτης.
§102Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μήπως εἶναι ὑπάλληλος;
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅποιος εἶναι ἰδιώτης δὲν εἶναι ὑπάλληλος.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τῆς ἀποκρύφου ἐπιστολῆς ἐγὼ τουλάχιστον, ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ἔλαβον γνῶσιν τὸ πρῶτον ἐξ ἀνακοινώσεως τοῦ νῦν συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἀρκετὸν χρόνον μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἀρχῆς. Προηγουμένως οὐδέποτε ἔλαβον γνῶσιν ἢ εἶχον νύξιν παραπλησίας σκέψεως, οὔτε δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἐσκέπτετο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην συνεννόησιν καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἑπομένως τὸ λεγόμενον ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἐνέργεια ἦτο γνωστὴ προηγουμένως, στερεῖται κατὰ βάσιν ὑποστάσεως. Καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ἅπαξ ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μοὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην μου ἐπὶ ἐξωτερικῆς ὑποθέσεως ὅσον ἀφορᾷ μόνον τὴν ὑπογραφὴν τῶν Ἑλληνο–Τουρκικῶν συμβάσεων. Ὀφείλω δὲ πράγματι νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα καὶ τὰς προφορικὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀνακοινώσεις, εἶπον ὅτι εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθεν ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπογραφή.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ πρᾶγμα, ἂν καὶ εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ τὸ εἴπω, εἶναι ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ συμβάσεις θὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὴν κύρωσιν αὐτῆς διὰ νόμου.
§106Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Χαίρω, διότι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοὶ εὗρον κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν ἐκ τῶν λόγων μου νὰ ἀποκαταστήσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ διὰ τὸ ὄντως μέγιστον ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον διεπράχθη ὑπὸ τῶν προκατόχων, τῶν παρόντων Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοὺς νὰ συνεννοηθῶσι καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἑτέρου ζητήματος ἀφορῶντος τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 18412 τοῦ 1926 ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, δι’ ἧς ἐπετράπη ἡ ἀπαλλοτρίωσις λειβαδίου, ἀνήκοντος εἰς ἀλλοδαπόν, ἐνῷ τὸ Κράτος κατὰ τρόπον λίαν σκληρὸν προσηνέχθη πάντοτε πρὸς τοὺς ἡμετέρους ὑπηκόους. Πρόκειται δὲ περὶ ἀλλοδαποῦ, ὁ ὁποῖος, ἀτυχῶς, καὶ ἐπισημοτάτην ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν κατέχει θέσιν.
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς λέγεται;
§108Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ποίας ἐθνικότητος;
§109Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπὶ ποίας Κυβερνήσεως;
§111Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἄλλως τε δὲν πρόκειται περὶ ἀντιπολιτεύσεως. Καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ Ἕλληνες ἐν Ρουμανίᾳ ἀποζημιοῦνται κατὰ τρόπον ὅλως κωμικόν, διότι ἀπαλλοτριοῦνται τὰ κτήματα αὐτῶν καὶ λαμβάνουσιν ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἀντιπροσωπεύουσιν, οὐδὲ κἂν τὴν ἀξίαν τοῦ παληοχάρτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἐκτετυπωμέναι, κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ προβαίνῃ εἰς διαταγὰς οἵαι αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 18412 τοῦ 1926. Κύριοι, παρὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔθετο ὁ ἀγροτικὸς νόμος, καὶ τὴν ὁποίαν θέτουσι πάντες οἱ ἀγροτικοὶ νόμοι ἁπασῶν τῶν Χωρῶν, ὅπου ἐψηφίσθησαν, ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν καὶ ἕτερον ζήτημα, γεννηθὲν ἐκ τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν προσφύγων. Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ Ἕλλην, νὰ ὑπάρχῃ Ἑλληνικὴ ψυχή, ἡ ὁποία ὄντως νὰ μὴ συγκινεῖται ἐκ τῆς τραγῳδίας τῆς προσφυγικῆς καὶ δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ καὶ νὰ μὴ ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ γενεὰς γενεῶν Ἑλληνικὴν γῆν ἐκαλλιέργησαν, παρὰ πάσας τὰς πιέσεις, παρὰ πᾶσαν τὴν στυγνὴν δουλείαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐβίουν καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας γῆς βαθύτατα διὰ τοῦ ἀρότρου αὐτῶν κατέλιπον τὴν Ἑλληνικὴν σφραγῖδα. Ἀλλά, κύριοι, διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων ἔδει νὰ γίνῃ οὐχὶ ὡς ἔγεινεν, ἀλλὰ πλήρης, ἀλλὰ δικαία, ὥστε νὰ μὴ δικαιοῦνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους καὶ καθ’ ἡμῶν ἁπάντων, ὡς ἀστόργως φερομένων πρὸς αὐτούς. Ὑπάρχει, κύριοι, ἀγροτικὴ περιουσία Ὀθωμανικὴ ἐν Ἑλλάδι ἀπέραντος εἰς ἐκτάσεις, ἄφθαστος εἰς εὐφορίαν καὶ ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτῆς τῆς Ὀθωμανικῆς ἔχουσιν ἀναμφισβήτητον δικαίωμα οἱ Ἕλληνες πρόσφυγες ἀγρόται. Διατί δὲν ἀπεκατεστάθησαν εἰς τὰ κτήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα τοῖς ἀνήκουν; Διατί δὲν ἀπεκατεστάθησαν πλήρως εἰς τὰ κτήματα αὐτά; Διατί ἐν τοῖς κτήμασι τούτοις εὑρίσκονται ἀποκατεστημένοι ἄνθρωποι, μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντες πρὸς τὴν γῆν, Διατί τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν θεωρεῖ ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὸ νὰ κάμῃ θυσίας ἔτι μεγαλυτέρας καὶ νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ κτήματα αὐτὰ ὅλα πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν προσφύγων; Διατί δὲν θεωρεῖ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὄχι μόνον ὡς ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ ὑποχρέωσιν καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ κτήματα ταῦτα, ἀφοῦ δύναται νὰ τὰ ἐξαγοράσῃ, καὶ ἐκ χειρῶν Ὀθωμανικῶν νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας Ἑλληνικάς; Ἄν ἐπεκράτει πραγματικὴ ὀρθὴ πολιτικὴ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ εἴχωμεν ζήτημα ἀποκαταστάσεως προσφύγων ἀγροτῶν. Ἄν τὰ ἠγοράζετε ὅταν ὑπῆρχεν ἀνάγκη δὲν θὰ εἴχετε ἀνάγκην νὰ ἐπαναστατήσετε τὴν Χώραν ἐπὶ μίαν πενταετίαν, διότι εἶναι τόσον ἄφθονα τὰ κτήματα, ὥστε ἤδη θὰ ἐπήρχετο ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων. Εὑρίσκομαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἐπισήμως, ἐξ ἀνακοινώσεων ἐπισήμων γενομένων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Συμψηφισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, ὅτι πλεῖστα κτήματα δὲν θὰ ἐξαγορασθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐφόσον τοῦτο ἐπισήμως δύναμαι νὰ γνωρίζω καὶ ἐπισήμως βεβαιῶ, δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἄστοργος ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει δικαιολογία διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐπαναστάσεως ἐπὶ μίαν πενταετίαν, τῆς ἄνευ ἀποζημιώσεως ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων ἐπὶ μίαν πενταετίαν. Ὑπάρχουν λοιπὸν κτήματα Τουρκικὰ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν προσφύγων συναδέλφων, τῶν συνεργασθέντων μετ’ ἐμοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ.
§112Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο εὐτύχημα νὰ λάβῃ μία ὁριστικὴν ἀπόφασιν περὶ ἐξαγορᾶς τοιούτων κτημάτων, εὑρισκομένων ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἀστικῶν εἴτε καὶ ἀγροτικῶν ἀνηκόντων εἰς Ὀθωμανούς. Θὰ εἶχε δὲ σημασίαν τοῦτο, διότι οἱ Τοῦρκοι θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ τὰ πωλήσουν εἰς τιμὰς καλυτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς θὰ καθωρίζοντο βραδύτερον. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κύριοι συνάδελφοι, φρονῶ ὅτι ἡ πρότασίς σας περὶ ἐξαγορᾶς εἶναι καὶ ἡ συμφέρουσα καὶ διὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε καὶ διὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ ἡμεῖς.
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ πρότασίς σας ἀποτελεῖ μέλημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας.
§114Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε μὴ λέγετε ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε βουλευτά, δὲν συνεννοεῖσθε μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κρατήσωμεν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐποικισμοῦ οἱονδήποτε ἀγροτικὸν κτῆμα θέλομεν. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ὅσα κτήματα θὰ κρατήσωμεν θὰ κρατήσουν καὶ οἱ Τοῦρκοι ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐπιθυμεῖ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοῦ συμψηφισμοῦ, σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἐνταῦθα εὑρισκομένων προσφύγων. Ὑμεῖς λέγετε διατί δὲν παίρνομεν τὰ κτήματα νὰ ἐγκαταστήσωμεν πρόσφυγας ἢ ἡμεδαπούς. Καί σᾶς λέγομεν ὅτι ἔχομεν πλήρη ἐλευθερίαν νὰ τὰ πάρωμεν, δὲν ἔχομεν μόνον νὰ ἀγοράσωμεν τοῖς μετρητοῖς.
§116Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ πρόσφυγες θὰ ἦσαν ἐνθουσιασμένοι, ἂν ἠδύναντο νὰ ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὰ κτήματα τὰ Ὀθωμανικὰ τὰ εὑρισκόμενα ἐν Ἑλλάδι. Ἄν ὑπάρχῃ τις διαψεύδων τοῦτο παρακαλῶ νὰ τὸ πράξῃ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ μιᾶς τακτικῆς, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται ἐν τῇ Χώρᾳ ταύτῃ ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα. Διὰ τῶν μεθόδων αὐτῶν καὶ διὰ τῆς ἐσφαλμένης τακτικῆς τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν προσπαθεῖται νὰ παριστάνωνται οἱ πρόσφυγες ὡς ἐπιδρομεῖς κατὰ τοῦ γηγενοῦς στοιχείου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς συκοφαντίας ταύτης, ὀφειλομένης εἰς τὴν ἄστοχον τακτικήν, ἡ ὁποία τηρεῖται ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Καλοῦνται αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἐπὶ τέλους νὰ ἀκολουθήσουν ὁδὸν ἐθνικήν, ὁδὸν ὀρθὴν καὶ δικαίαν διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τῶν ἀτυχῶν ἡμῶν ἀδελφῶν προσφύγων, τῶν ἐξ ἀφροσύνης ἡμῶν, τοῦ Κράτους αὐτοῦ, δυστυχησάντων.
§117Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λέγετε, κ. βουλευτά, ὅτι ἂν περιοριζώμεθα νὰ ἐγκαταστήσωμεν τοὺς πρόσφυγας εἰς τὰ Τουρκικὰ κτήματα εἴτε ἀνταλλαξίμων εἴτε μή, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐγκατάστασις προσφύγων εἰς κτήματα Ἑλλήνων ὑπηκόων. Λυποῦμαι, διότι ἡ πραγματικότης σᾶς διαψεύδει, διότι τὰ κτήματα ταῦτα εἶναι ἀνεπαρκῆ πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν προσφύγων.
§118Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσαγάγητε εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη πίνακα τῶν ἐκτάσεων καὶ θέσεων τῶν Ὀθωμανικῶν κτημάτων τῶν εὑρισκομένων ἐν Ἑλλάδι, διότι τότε μόνον δικαιοῦσθε νὰ διαψεύσητε, ὅταν προσαγάγητε τοιούτους πίνακας. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν προσκομίζετε τοιούτους πίνακας, δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἀπευθύνητε εἰς ἡμᾶς τοιαύτας μομφάς.
§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχω νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ὁ κλῆρος εἰς τὴν Μακεδονίαν εἶναι ἀνεπαρκέστατος.
§120Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ ὑπηρεσίαι σας γνωρίζουν ὅσα γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς τὴν στιγμὴν ταύτην.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἠναγκάσθημεν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Εὔβοιαν καὶ εἰς τὴν Φθιώτιδα κτήματα διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ πάλιν ὅλοι οἱ ἀγρόται πρόσφυγες δὲν εἶναι ἀποκατεστημένοι. Πρὶν λοιπὸν σᾶς δώσω τοὺς πίνακας, κ. βουλευτά, αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω ἀρκοῦν νὰ σᾶς πείσουν ὅτι ὁ ὑπολογισμός σας εἶναι ἀβάσιμος.
§122Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι βάσιμος καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ἐπίσης ὅτι τὰ λεγόμενα ὑφ’ ὑμῶν εἶναι προσχήματα πρὸς κάλυψιν τῆς ἐγκληματικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖτε καὶ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε. Καὶ ἤδη πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ, ἀλλὰ νὰ ἀπαντήσῃ αὔριον, ἰσχυρίσθη χθὲς ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων οὐδέποτε ὡμίλησε κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ παρεξηγηθῇ ὡς ἀπειλοῦντα τὴν ἀστικὴν ἰδιοκτησίαν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς παρακαθήμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀκολουθεῖ καὶ αὐτὸς τὴν τακτικὴν ἐκείνου καὶ δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ πάλιν ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ νὰ ἀρυσθῶ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὴν συνεδρίασιν καθ’ ἣν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 19 εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ὅταν, κύριοι, ἀφίεται ἐλευθέρα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐρωτῶ· ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀπολύτου ταύτης ἐλευθερίας δὲν εἶναι ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς ἀστικῆς περιουσίας ἀπολύτως ἄνευ περιορισμῶν; Ἐνῷ ταῦτα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἔλθῃ χθὲς ἐνταῦθα καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι συκοφάνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίσθησαν ὅτι ὑπῆρξεν ἀπειλὴ ἐκ μέρους αὐτοῦ κατὰ τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πράγματι ἠρωτήθην τί ἐννοῶ προτείνων τὴν ἐξαίρεσιν ἐκ τῶν περιορισμῶν τοῦ ἄρθρου 19 καὶ τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ εἶπον ὅτι γενικῶς θὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡ ρύθμισις τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐγκατάστασις αὕτη. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο φανερὸν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ λόγου μου, ἦτο τοῦτο· ὅτι αἱ δεσμεύσεις αἱ περιεχόμεναι εἰς τὸ ἄρθρον 19, καθ’ ὃν λόγον δὲν θὰ ἴσχυον διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν θὰ ἰσχύουν καὶ διὰ τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν. Ἀλλ’ οὐδόλως οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐφαντάσθην ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μετατραποῦν ἐπὶ τὰ χείρω οἱ κείμενοι νόμοι, οἱ καθορίζοντες πλήρη ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἀστικὴν ἐγκατάστασιν, οὐδὲ θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 119 νὰ μὴ ληφθοῦν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις αἱ προλαμβάνουσαι πᾶσαν κατάχρησιν ἐνδεχομένην εἰς βάρος τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας. Διότι τὸ ἄρθρον 119 ἀποτελεῖ καθαρὰν νομοθετικὴν πρόνοιαν ἔχουσαν ἰσχὺν ἐπὶ μίαν πενταετίαν, δηλαδὴ ἰσχὺν συνταγματικὴν ἐπὶ μίαν πενταετίαν, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 19 περιλαμβάνει πᾶσαν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας. Ὅταν δὲ ἐγὼ ὡμίλησα, ἐζήτησα τὸν καθορισμὸν τῶν ἀντιλήψεων τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων, ὅπως προέλθωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου. Ἑπομένως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξηγέρθησαν ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὠθήσω εἰς ἐπιβολὴν χειρῶν, εἰς δήμευσιν τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας, ἐφόσον τὸ ἔκαμον ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως, εὑρίσκοντο προφανῶς εἰς πλάνην, ἐφόσον δὲ εἶχον σαφῆ ἔννοιαν τῶν λόγων μου, τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ παρεξήγησις, ἀναμφισβητήτως προέβησαν εἰς μίαν πολιτικὴν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ—δὲν εἶπον ἐγὼ τὴν λέξιν—συκοφαντία, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς σπερμολογία ἀκαταλόγιστος.
§124Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου, ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, παρεξήγησα τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τοὺς λόγους του, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 119. Καὶ συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 119 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀπόφασιν ἀπὸ 14 Φεβρουαρίου 1923 τῆς Ἐπαναστάσεως περὶ ἐπικυρώσεως αὐτῆς. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ διαφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀθηνῶν κ. Τσιτσεκλῆν καὶ φρονῶ ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ διάταξις τῆς Ἐπαναστάσεως περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀστικὴν ἰδιοκτησίαν Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 119 εὑρίσκεται ἐν συνδυασμῷ ἢ μᾶλλον ἀφορᾷ τὴν ἐπαναστατικὴν πρᾶξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ὑπῆρχε περιορισμὸς διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ἀστικῆς περιουσίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ὅταν ἔχωμεν ταῦτα τὰ διδόμενα καὶ ἀκούονται τοιοῦτοι λόγοι, ὡς οἱ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τέλος πάντων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν φοβερὰν κατηγορίαν τὴν ἀπευθυνθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ συκοφαντίᾳ. Τουλάχιστον ταύτην τὴν ἐπιείκειαν ζητῶ παρ’ αὐτοῦ.
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡμίλησα περὶ σπερμολογιῶν κακοβούλων, ἡ ἐπίθεσις κατ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κόμματός μου δὲν προῆλθε βεβαίως ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἐδημοσιεύθη ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ διώκτης καὶ καταλυτὴς πάσης ἰδιοκτησίας, εἰς δὲ τὴν ἀπάντησίν μου δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲν προσβλητικὸν κατὰ συναδέλφων, οὔτε ἄλλως τε εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἐπαναστατικὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος.
§126Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Χαίρω διότι ἤδη παρίσταται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς Κέρβερος τῆς ἰδιοκτησίας.
§127Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὔτε αὐτὸς ὁ κίνδυνος ὑπάρχει. Δὲν εἶμαι οὔτε διώκτης, οὔτε καὶ Κέρβερος. Ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς θεσμὸν ἀπαραίτητον διὰ τὸ σημερινὸν οἰκονομικὸν καθεστώς, ἀλλὰ τὴν ἐννοῶ ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι θεσμός, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ἀποβαίνῃ χρήσιμος εἰς τὸ σύνολον τῆς Κοινωνίας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐχάραξα πάντοτε τὴν πολιτικήν μου καὶ τὴν ἐφήρμοσα ἀπαρεγκλίτως. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε γραμμῆς τὴν ἠκολούθησα, δὲν παρεξέκλινα οὐδὲ κατὰ κεραίαν, ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρισθῶ οὔτε ὡς διώκτης, οὔτε ὡς Κέρβερος, θεωρῶν τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς ἱερὸν Παλλάδιον καὶ ἀπαραβίαστον. Εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τῆς συγχρόνου ἀντιλήψεως τῆς ἰδιοκτησίας ἐκείνης ἀκριβῶς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν πάντες ἀνεξαιρέτως ἐν τῷ κόσμῳ.
§128Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἀνακαλῶ καὶ τὴν λέξιν «Κέρβερος». Κύριοι, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 119 εἶναι διάταξις μὴ βασιζομένη εἰς κανένα ἠθικὸν νόμον. Διότι οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη ἐν Κράτει ἀστικῷ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεῖται ἄνευ ἀποζημιώσεως ἡ ἰδιωτικὴ περιουσία. Ναὶ μὲν ὀφείλει ἡ ἰδιοκτησία νὰ χρησιμεύῃ καὶ εἰς τὴν κοινωνικὴν ὠφέλειαν, ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ ἰδιοκτησία νὰ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς καὶ νὰ δίδεται εἰς τὸν ἕτερον. Οὔτε οἱ Μπολσεβίκοι τῆς Ρωσσίας τοιοῦτον προέβαλον ἰσχυρισμὸν. Καὶ αὐτοί, ὅταν ἀφήρουν τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν ἐκ τῶν ἀτόμων, τὴν ἔδιδον εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῆς Κοινωνίας ὁλοκλήρου. Δὲν τὴν ἀφῄρεσαν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἰδιοκτήτου διὰ νὰ κάμουν ἄλλον ἰδιοκτήτην. Τοῦτο εἶναι ἔργον μόνον λῃστρικόν, μόνον ὁ λῃστὴς ἀφαιρεῖ τὴν περιουσίαν τοῦ ἰδιοκτήτου ἵνα τὴν νέμεται αὐτός, μὲ μίαν μόνον διαφοράν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν εἶναι πολιτικὴ ἀλτρουϊστική: ἀφαιρεῖται τὴν περιουσίαν ἀπὸ τὸν ἕνα διὰ νὰ τὴν δώσητε εἰς τὸν ἄλλον, χωρὶς νὰ μετέχητε τῆς ὠφελείας. Τὸ ἄρθρον 119 πρέπει νὰ ἐξαφανισθῇ καὶ ἡ διάταξις τῆς Ἐπαναστάσεως τῆς 14 Φεβρουαρίου 1923, πρέπει νὰ μείνῃ μόνον ὡς μία τραγικὴ ἀνάμνησις τῶν περιπετειῶν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ πλέον. Φρονῶ ὅτι μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς διατάξεως ταύτης δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἀστικὸν Κράτος, παρ’ ὅλον τὸν ἀληθῆ μετριασμὸν τὸν ὁποῖον ὑφίσταται ἡ διάταξις αὕτη ἐκ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ κανένα συμβιβασμὸν διὰ τὴν διάταξιν ταύτην. Δύνασθε νὰ ἀποκαταστήσητε καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσητε τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ πρέπει νὰ καθορίσητε ποίους πρέπει νὰ ἀποκαταστήσητε. Τί θὰ εἴπῃ ἀστικὴ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων; Διατί νὰ μὴ γίνῃ καὶ ἀστικὴ ἀποκατάστασις τῶν γηγενῶν; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἀστικὴ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων; Νομίζετε ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες οἱ γηγενεῖς εἶναι ἰδιοκτῆται; Νομίζετε ὅτι ὅλοι οἱ πρόσφυγες οἱ ἐλθόντες ἐνταῦθα συνεπείᾳ τοῦ ἐθνικοῦ ἀτυχήματος ὑπῆρξαν ἰδιοκτῆται; Δὲν ὑπῆρξαν ὅλοι.
§129Σ. ΣΥΜΕΟΝΟΓΛΟΥ. Ὅλοι.
§130Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἀποτελοῦσι μίαν πρωτοφανῆ εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ κόσμου ἐξαίρεσιν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τίποτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 119, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς σχετικῆς ἐπαναστατικῆς διατάξεως. Ἐπὶ παραδείγματι γνωρίζετε τί συνέβη εἰς τὸν συνοικισμὸν τῆς Νέας Σμύρνης; Γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ ἀποκατασταθέντες δυνάμει τῆς προσθέτου ἐπαναστατικῆς διατάξεως τραπεζῖται; Ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι χιλιάδες εἰς βάρος τῶν δυστυχῶν γηγενῶν ἰδιοκτητῶν ἀπέναντι γλισχροτάτης ἀποζημιώσεως; Καὶ ἐφόσον ταῦτα γνωρίζω δὲν εἶναι δυνατὸν—εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω—εἰς οὐδένα νὰ προέλθω συμβιβασμὸν διὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 119, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς ἀποσκορακιστέαν, ὡς ἀνήθικον. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν διὰ νὰ εὕρωμεν τὰ ἴχνη τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ στρέψωμεν τὰ βλέμματα πέριξ ἡμῶν καὶ θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ τὰ ἔντομα ἔχουν τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ τὰ πτηνὰ ἔχουν τὴν φωλεάν των καὶ αἱ μέλισσαι ἔχουν τὴν φωλεάν των καὶ οἱ μύρμηγκες ἔχουν τὴν φωλεάν των καὶ ὅλα τὰ ἔντομα ἔχουν τὴν φωλεάν των, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀγωνίζονται καὶ διὰ τῆς ζωῆς των.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς ἀποκτήσουν καὶ οἱ πρόσφυγες τὰς φωλεάς των.
§132Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τοὺς δώσητε ἀπὸ τὰ ἰδικά σας κτήματα.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὰ δὲν ἔχω κανένα ἀπολύτως. Τὰ ἐπώλησα ἀποθανόντος τοῦ πατρός μου.
§134Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴχατε τὴν εὐτυχίαν νὰ τὰ πωλήσητε. Ἀντετάχθη παρὰ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐφαρμοσθεῖσα ἀπὸ τοῦ 1920 ὑπῆρξε πολιτικὴ ὁμοία τῆς πολιτικῆς τῆς ἀκολουθουμένης σήμερον. Σᾶς ἀπαντῶ ὅτι, μολονότι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου μετεῖχον τότε τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ κ. κ. συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἀντετάχθην κατὰ τῆς τότε ἀρχῆς τῆς ἐπικρατησάσης παρὰ τῇ Κυβερνήσει, μολονότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι καταφανὲς ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει σχέσις τῶν τότε γενομένων πρὸς τὰ σημερινά, διότι ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ ἐκείνου Κόμματος οὐδέποτε παρεγνώρισε τὴν ἠθικὴν βάσιν τῆς ἀρχῆς τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐστερημένων τῆς ἰδιοκτησίας πολιτῶν. Καὶ ναὶ μὲν αἱ ἐξαιρετικαὶ ἐκεῖναι περιπτώσεις, τὰς ὁποίας διήρχετο ἡ Χώρα ἡμῶν, δὲν ἐπέτρεπον τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν ἐν τούτοις ἡ ἀποζημίωσις ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπῆρξεν ἀποζημίωσις ἀληθῶς ζηλευτὴ διὰ τὴν σήμερον. Διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ λίρα εἶχεν 130 δραχμάς, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐδόθη ὡς ἀποζημίωσις ἡ προπολεμικὴ ἀξία τῶν κτημάτων, ἐπὶ πλέον 30–50%. Ἐρωτῶ· ἀπέναντι τοιούτων ἠθικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας διεκήρυξεν ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ποίαν δύνανται νὰ ἔχουν βάσιν τὰ σήμερον γενόμενα; Ἡ ἀφαίρεσις ἄνευ ἀποζημιώσεως τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ δήμευσις τῶν περιουσιῶν, ἡ ἐπὶ πενταετίαν συνέχισις τῆς δημεύσεως, ἡ παράδοσις τῶν πάντων, πάσης περιουσίας εἰς χεῖρας τῆς πρώτης δημοκοπικῆς Κυβερνήσεως τῆς τυχὸν πρὸς τὰ ἀριστερὰ κλεινούσης. Πρέπει ἐν τῷ Συντάγματι νὰ τεθῶσι φραγμοί, φραγμοὶ ἀνυπέρβλητοι, ὥστε νὰ μὴ δύναται πᾶς ἐπερχόμενος δημοκόπος νὰ δημεύῃ τὴν περιουσίαν τοῦ Ἕλληνος πολίτου, τὴν περιουσίαν τὴν κτηθεῖσαν διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου του, διὰ τῆς ἐντίμου ἐργασίας του, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Ἐγένετο σύγχισις μεταξὺ τῶν ἀρχῶν τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Ρωσσικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ὑπεδείχθησαν αἱ Ἐπαναστάσεις αὐταὶ ὡς ἀπειλὴ κατὰ τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, ἅτινα τυχὸν ἤθελον ζητήσει νὰ σώσουν τὴν κινδυνεύουσαν ἰδιοκτησίαν τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Ἀλλ’ οὐδεμία, κύριοι, ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τῆς Ρωσσικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Τοὐναντίον μάλιστα ἡ μὲν μία, ἡ πρώτη, ἡ Ρωσσικὴ Ἐπανάστασις, εἶναι δίδαγμα τῆς μωρίας τῶν οὐτοπιστῶν, ἡ δὲ δευτέρα ὑπῆρξεν, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρξῃ δίδαγμα πρὸς τοὺς ἀρχηγούς, τάξεις ἢ ἄτομα τῶν Ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὑπῆρξαν ἀπηνῆ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται ἀπὸ τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1923, εἶναι ἐπανάληψις τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐπὶ τῶν χρόνων τῆς Γαλλικῆς βασιλικῆς ἀπολυταρχίας. Ἔχομεν τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Γαλλίας Λουδοβῖκον ΙΔʹ ἐπιστολήν, ἡ ὁποία λέγει: «Ἐρωτήσατε, Μεγαλειότατε, τὴν συνείδησιν ὑμῶν καὶ ἀναζητήσατε νὰ ἀνεύρητε. Μὴ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς Γάλλους πολίτας περιουσίαν ἰδιωτικὴν ἄνευ ἀποζημιώσεως ἵνα διαθέσητε ταύτην εἴτε πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν, εἴτε πρὸς ὠφέλειαν κοινήν. Προσέξατε, διότι ἂν τοιαῦτα πράττετε, σείετε τὰ θεμέλια τῆς Γαλλικῆς Βασιλείας καὶ τῆς Γαλλικῆς Πολιτείας, μιμούμενοι τὸ παράδειγμα ἐκείνων τῶν ἀφρόνων ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τῆς πρὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, τῶν ἀφρόνων ἐκείνων ἀρχηγῶν τοῦ Γαλλικοῦ Ἔθνους». Σήμερον οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ σώσωμεν τὰ θεμέλια τῆς ἀστικῆς ἡμῶν Πολιτείας. Ὄχι κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Γεωργίας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν Κράτει ἀστικῷ ἡ ἰδιοκτησία, ἡ περιουσία ἐκτελεῖ μόνον κοινωνικὴν λειτουργίαν· ἐκτελεῖ καὶ κοινωνικὴν λειτουργίαν, ἀλλ’ ἐκτελεῖ καὶ ἰδιωτικὴν λειτουργίαν, δὲν χρησιμεύει μόνον διὰ τὴν ἐπικαρπίαν πάντων τῶν ἄλλων, πλὴν τοῦ ἰδιοκτήτου, ἔχει δικαιώματα ἐπ’ αὐτῆς καὶ ὁ ἰδιοκτήτης. Οἱ ταῦτα δὲ διδάσκοντες δὲν δύνανται νὰ κατέχουν τὰ ἐδώλια ἐκεῖνα τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεταβῶσι πρὸς τὰ ἐδώλια τὰ εὑρισκόμενα παρὰ τῷ κ. Μαξίμῳ. (Χειροκροτήματα). Ἐζητήσατε, κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργέ, ὑμεῖς εἰδικῶς τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀστικῆς τάξεως. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ὀργάνωσις αὕτη θὰ γίνῃ καὶ ὅτι πρὸς τὴν ὀργάνωσιν ταύτην ὠθεῖτε. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐρωτήσω· ἆρά γε δὲν φοβεῖσθε μὴ ἐκ τῆς ὀργανώσεως ταύτης ἐκπηδήσῃ ἡ Νέμεσις, ἐκπηδήσωσιν αἱ Ἐρινύες;
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος ἔχει τὸν λόγον.
§136Α. ΜΕΡΟΣ. Διεκηρύχθησαν, κύριοι βουλευταί, πλάναι κολοσσιαῖαι καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν γηγενῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Αἱ δὲ πλάναι αὗται καλλιεργοῦνται τόσον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὅσον καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Κατόπιν τούτου θὰ ἦτο ἐπιβεβλημμένον νὰ ἀρθῶσιν αὗται οὐχὶ δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου, ἀλλὰ διὰ τῆς μεταβάσεως μιᾶς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς αὐτὰ τὰ Θεσσαλικὰ καὶ Μακεδονικὰ πεδία. Οὕτω ὅσοι ἀμφισβητοῦν τὴν ὕπαρξιν ἀναποκαταστάτων ἀκτημόνων γηγενῶν καλλιεργητῶν, ὅσοι ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι ἅπαντες οἱ πρόσφυγες ἔχουν τύχει πλήρους ἀποκαταστάσεως καὶ ὅσοι ἐπίσης φρονοῦν ὅτι δὲν ὑπάρχει εἷς κόσμος ὁλόκληρος, τὸν ὁποῖον ἀγνοεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ὁ κόσμος αὐτός, τὸν ὁποῖον ἀπαρτίζουν οἱ πλάνητες τοῦ Ἑλληνικοῦ ὑπαίθρου, αἱ 13 χιλιάδες οἰκογένειαι τῶν κτηνοτρόφων, ὅσοι, λέγω, ἔχουν οὕτω σφαλερὰς ἰδέας, θὰ ἐπανέλθουν, ἂς εἶναι πάντες βέβαιοι, μὲ πολὺ διαφορετικὰς ἀντιλήψεις. Ἴσως θὰ γνωρίσουν, διὰ πρώτην φοράν, εὐρύτερον τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ εἶναι ὁ κύριος ὁδηγὸς εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῶν σκέψεων ὅλων καὶ ἰδίως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κυβερνήσαντες καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν Ἑλλάδα, φιλοδοξοῦν καὶ ἐκ νέου νὰ τὴν κυβερνήσουν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὁ κόσμος ὁ πολιτικός, ὁ ὁποῖος κατὰ καιροὺς διηύθυνε τὰς τύχας τῆς Χώρας καὶ θεωρεῖ ἑαυτὸν προωρισμένον διὰ τὸ ὑψηλὸν αὐτὸ ἔργον, ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇ καὶ νὰ πλανᾶται μέσα εἰς τὴν ψευδῆ ἀτμόσφαιραν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀπ’ αὐτῆς νὰ ἐμπνέεται. Ἰδοὺ μία ἀπὸ τὰς ἀφορμὰς τῆς κακοδαιμονίας μας. Καὶ ἰδοὺ τί μᾶς ἀναγκάζει νὰ προτείνωμεν καὶ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν πρότασίν μας, ὅπως μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, ἀποσταλῇ νὰ γνωρίσῃ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἀγνοοῦν οἱ περισσότεροι τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένων. (Χειροκροτήματα). Νὰ γνωρίσῃ τὴν Ἑλλάδα τὴν γνησίαν, μίαν Ἑλλάδα μὲ ἄλλας ἀντιλήψεις καὶ ἀρχάς, ἱκανὴν νὰ καταστῇ σφριγηλὴ καὶ ἀκμαία, τὴν Ἑλλάδα αὐτήν, ἥτις τόσας ἔχει ἀνάγκας καὶ τόσον δυστυχεῖ. Καὶ δυστυχεῖ, διότι εἶναι ἐγκαταλελειμμένη καὶ διότι ἐργάζεται διὰ τοὺς ἄλλους, τοὺς ὀλίγους. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Ράλλην ὅτι οὐδεὶς καλλιεργητὴς ὑπάρχει ἀναποκατάστατος, ὅτι συνετελέσθησαν ὅλαι αἱ ἀπαλλοτριώσεις. Θὰ ἐπικαλεσθῶ ἤδη, κύριοι, τὴν προσοχήν σας εἰς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναμφισβήτητοι καὶ οἱ ὁποῖοι ἀκλονήτως πείθουν περὶ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τὸ ἔργον τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Κατ’ ἐπίσημον πίνακα τὰ ἀπαλλοτριωτέα τσιφλίκια ἀνέρχονται καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, εἰς 1400 καὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχουν ἐκδικασθῆ καὶ δὲν ἔχουν πλήρως παραχωρηθῆ εἰς συνεταιρισμοὺς ἀκτημόνων καλλιεργητῶν παρὰ μόνον 400. Τὰ λοιπὰ 1000 δὲν ἔχουν ἐκδικασθῆ. Παραμένουν εἰς ἐκκρεμότητα, παραχωρηθείσης μόνον τῆς νομῆς.
§137Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας.
§138Α. ΜΕΡΟΣ. Ἂν ἐννοεῖτε τὴν ὅλην ἀγροτικὴν πολιτικήν, ἔχω νὰ τονίσω, ὅτι αὕτη ὄντως τιμᾷ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον. Καὶ ἐρωτῶ τώρα, τὰ χίλια αὐτὰ τσιφλίκια εἶναι δυνατὸν μὲ τὰς ὑπαρχούσας ὑπηρεσίας νὰ ἀπαλλοτριωθοῦν ἐντὸς μιᾶς διετίας ἢ τριετίας ἢ καὶ πενταετίας ἀκόμη; Ἂς ἐξετάσωμεν τί συνέβη εἰς τὸ διάστημα μιᾶς ἑπταετίας, ἀπὸ τοῦ 1920 δηλαδὴ ἀφότου ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Μόλις συνετελέσθη ἡ ἐκδίκασις κλπ. 400 τσιφλικίων. Διὰ τὰ ὑπολειπόμενα 1000 θὰ ἐπαρκέσῃ ἔστω μία πενταετία; Κατὰ τὴν γνώμην μας, ἂν ὑπάρξῃ ἓν Ὑπουργεῖον μὲ πραγματικὸν ἐνδιαφέρον, μέσα εἰς τὴν πενταετίαν θὰ προχωρήσῃ πολὺ τὸ ἔργον, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ ὁλοκληρωθῇ. Ἂν ὅμως ὑπάρξῃ Ὑπουργεῖον ἀντιδραστικὸν καὶ παρεμβάλῃ σκοπίμως ἐμπόδια καὶ ἑπταετία καὶ ἂν ὁρισθῇ πάλιν ἡ πραγματικὴ ἀπαλλοτρίωσις δὲν θὰ ἔχῃ καὶ διὰ τὰ χίλια τσιφλίκια συμπληρωθῆ. Καὶ ἔτσι, μὴ ἀποκαθισταμένων τῶν ἀγροτῶν, θὰ ἔχωμεν νέαν ἔντονον ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος, ἀνανέωσιν τῆς πάλης, ἥτις διεξάγεται πέριξ αὐτοῦ καὶ ἀξίωσιν ἐπιτακτικὴν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ θεσπίσητε φραγμούς. Καὶ σχετικῶς νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται εἰς τοὺς λαϊκοὺς πόθους καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας εἶναι κατασκεύασμα λίαν εὔθραυστον. Καὶ τονίζω, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτό, διατυπούμενον ὑπὸ πνεῦμα συντηρητικόν, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ τὴν τύχην τῶν ἄλλων ἐπίσης καταστατικῶν χαρτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο μὲ διατάξεις ξένας πρὸς τὴν πραγματικότητα. Καὶ τίθεται κατόπιν τὸ ἐρώτημα· εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσουν οἱ χωρικοὶ εἰς τὸ ἀκέραιον, ὡς ὑποστηρίζουν οἱ συντηρητικοί, ἢ νὰ ἐπιβαρυνθοῦν πλέον τῶν καθοριζομένων ὁρίων;
§139Χ. ΛΑΔΑΣ. Ποῖος εἶπε διὰ τοὺς χωρικούς; Δὲν εἶπε κανεὶς ὅτι πρέπει νὰ πληρώσουν ὁλόκληρον τὴν τρέχουσαν ἀξίαν τῶν κτημάτων.
§140Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπομακρύνομαι ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν Σᾶς ἀναφέρω τὸν κ. Ι. Εὐταξίαν καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐξέφερον τὴν γνώμην, ὅτι ὑπάρχει ἱκανότης εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ πληρώσουν. Ἄλλοι ἠρκέσθησαν νὰ προτείνουν ὅπως δώσουν οἱ χωρικοὶ συμπλήρωμα.
§141Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἆ, μάλιστα, ἄλλο αὐτό. Ὑπάρχει διαφορά.
§142Α. ΜΕΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε, ἡμεῖς ἔχομεν νὰ διακηρύξωμεν ὅτι οἱ χωρικοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη ἀρκετὰ βεβαρυμένοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστοῦν οἱανδήποτε ἐπιβάρυνσιν.
§143Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὅταν βλέπετε νὰ μαδοῦν τόσοι τοὺς συνεταιρισμούς, περιμένετε νὰ γίνῃ ἀποκατάστασις;
§144Α. ΜΕΡΟΣ. Οἱ χωρικοί, βεβαίως, ἐπλήρωσαν καὶ διὰ δικηγόρους καὶ διὰ ὑπαλλήλους τῶν ἐποικισμῶν, ἐπλήρωσαν ἀκόμη, ἂν θέλετε, καὶ εἰς ἀγύρτας καὶ εἰς δημοκόπους. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει. Διότι κυρίως αἱ θυσίαι τῶν χωρικῶν, αἱ μεγάλαι, ἐγένοντο πρὸς τὸ Κράτος. Προσέφερον τόσα εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἶναι ἄδικον νὰ μὴ γίνεται ἡ δέουσα ἀναγνώρισις. Καὶ ὅμως εὑρέθησαν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς ἀνεμνήσθησαν τῶν πολέμων διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὰ συμφέροντα τῶν τσιφλικιούχων. Καὶ δὲν ἐσκέφθησαν ὅτι ἡ τάξις, ἥτις ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐδεινοπάθησε καὶ συνετρίβη ἀπὸ τοὺς πολέμους, εἶναι ἡ τῶν ἀγροτῶν. Διότι αὐτῶν ἐπετάχθησαν τὰ ζῷα, αὐτοὶ ἐπεστρατεύθησαν ἄνευ ἀπαλλαγῶν καὶ ἄνευ ἀκινδύνων τοποθετήσεων, αὐτοὶ ἐθυσιάσθησαν καὶ ἐσκόρπισαν τὰ ὀστᾶ των εἰς τὰ Μακεδονικά, Θρακικά, Μικρασιατικὰ καὶ λοιπὰ πεδία τῶν μαχῶν. Καὶ ὅσοι διεσώθησαν ἐπανῆλθον οὐχὶ διὰ νὰ εὕρουν τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν εὐμάρειαν, τὴν ὁποίαν ἐξησφάλισαν ἄλλοι, καθ’ ὃν χρόνον διήρκει ὁ πόλεμος, ἀλλὰ διὰ νὰ εὕρουν μίαν δυστυχίαν μεγαλυτέραν ἐκείνης ποῦ ἐδοκίμαζον πρὶν στρατευθοῦν.
§145Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅλαι αἱ τάξεις προσέφερον θυσίας, κ. συνάδελφε, καὶ εἶναι ἁμαρτία νὰ λέγετε, ὅτι ὑπεβλήθη μόνον εἰς αὐτὰς ἡ ἀγροτικὴ τάξις. Ὅλοι ἐσήκωσαν τὰ βάρη τοῦ πολέμου, ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ μείνουν.
§146Α. ΜΕΡΟΣ. Οἱ κατάλογοι μὲ τὰ ὀνόματα τῶν φονευθέντων χωρικῶν εἶναι λίαν ἐκτενεῖς καὶ ὁμιλοῦν ἀδιάψευστα. Κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ χωρικοῦ στοιχείου. Καὶ αἱ θυσίαι αὐταὶ πρὸς τὸ σύνολον, ἐπιβάλλουν καὶ εἰς τὸ Κράτος καθήκοντα, ὑποχρεωμένον νὰ ἀναγνωρίζῃ τὰ δίκαια τῶν ἐξυπηρετούντων αὐτό, νὰ τὰ ἀναγνωρίζῃ καὶ νὰ τὰ ἱκανοποιῇ. Καὶ τῆς ἀντιλήψεως ταύτης ἀπόρροια ἦτο ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν, σημειωτέον, ἐσεβάσθησαν ὅλα τὰ καθεστῶτα, κοινοβουλευτικά, στρατοκρατικὰ καὶ δικτατορικὰ καὶ δὲν ἔθιξαν οὔτε αἱ ἀπολύτως συντηρητικαὶ καταστάσεις. Δυστυχῶς ὅμως, εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι πληρέστερον ἐκπροσωπεῖ τοὺς λαϊκοὺς πόθους, ἐπεζητήθη τί; Ἐπεζητήθη τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον, μία νέα ὑποδούλωσις τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Αἴ, κύριοι, τὴν ἐλευθερίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ δίδει τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, δὲν θὰ ἐπιτρέψουν νὰ καταπατηθῇ ὄχι βέβαια αἱ ἀσθενεῖς ἰδικαί μας δυνάμεις ἢ τῶν ὁμοϊδεατῶν μας, ἀλλ’ ἡ θέλησις καὶ ἡ ἀποφασιστικότης τῆς ἀγροτικῆς τάξεως ὁλοκλήρου, ἡ ὁποία εἶναι διατεθειμένη οὐχὶ διὰ διαμαρτυριῶν καὶ συλλαλητηρίων, ἀλλὰ κάπως σθεναρώτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον νὰ παλαίσῃ. Καὶ ἀναλαμβάνουν μεγίστην εὐθύνην ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠθοῦν τὴν ἀγροτικὴν τάξιν τόσον ἀπερισκέπτως πρὸς παραβόλους πράξεις καὶ ἐνεργείας, τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἐπεθύμησε. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὰς ἀπαλλοτριώσεις διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ παρέκκλισις ἀπὸ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀναφορικῶς μὲ τὸν τρόπον τῆς παραχωρήσεως τῶν κτημάτων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμήν, διότι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν οἱ ἀγρόται νὰ πληρώσουν ἔστω καὶ ἕνα ὀβολὸν πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καθιέρωσεν ἡ κειμένη νομοθεσία. Ἂν δὲ πρὸς στιγμὴν ἐπεκράτουν αἱ συντηρητικαὶ ἀντιλήψεις, θὰ εἴχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἑξῆς συνεπείας. Ἢ ἐναντίωσιν τῶν χωρικῶν ὅπως καταβάλουν οἱανδήποτε ἀποζημίωσιν, ὁπότε θὰ ἀνεφύετο νέον κοινωνικὸν καὶ κρατικὸν ζήτημα, ἢ ἀπογοήτευσιν αὐτῶν μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐγκατάλειψιν ἢ τὸν περιορισμὸν ἔστω τῆς καλλιεργείας μέχρι τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου, ὁπότε θὰ εἴχομεν κατάπτωσιν τῆς παραγωγῆς ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ συνόλου. Ἐτονίσθη καὶ ἐπαναλαμβάνεται ὅτι πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν, νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ κεφάλαιον. Λαμπρά. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ μονόπλευρον πολιτικήν. Διότι παραβλέπεται ὁ παράγων τῆς ἐργασίας, ἥτις καθιστᾷ γόνιμον τὸ κεφάλαιον. Κεφάλαια ἀδρανῆ οὐδὲν ἀποδίδουν. Ἡ παραγωγικότης προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐργασίαν. Ὅταν δὲ πλήττωμεν τὸν ἐργαζόμενον, ὅταν ἀφίνωμεν ἀχαλίνωτον τὴν ἀπληστίαν τοῦ κεφαλαίου, τότε, μειουμένης τῆς ἐργατικότητος καὶ καλλιεργουμένου τοῦ μίσους, δὲν συντελοῦμεν παρὰ εἰς μείωσιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, εἰς κοινωνικὰς ἀναστατώσεις, εἰς ἀθλιότητας, εἰς πτώχευσιν. Καὶ φθάνω τώρα, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Χαρακτηριστικὸν τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἡ ἁπλῆ στέγασις αὐτῶν εὑρίσκεται εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ σειρὰν βαρυτάτων χειμώνων καὶ νῦν ἀκόμη χιλιάδες προσφυγικαὶ οἰκογένειαι ζῶσιν εἰς ἀθλίας σκηνάς, μέσα εἰς τὰς ὁποίας ἔκλαυσαν καὶ κλαίουν διὰ τὰς συμφοράς των, εἶδον νεκροὺς τοὺς προσφιλεῖς των, θύματα τῶν στερήσεων καὶ τοῦ ψύχους, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐγκαρτεροῦν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς καλυτέρας ὁπωσδήποτε αὔριον. Κατ’ ἐμέ, εἶναι θαῦμα ἡ ἐγκαρτέρησις καὶ ἡ ὑπομονὴ αὕτη τῶν προσφύγων, εὑρισκομένων ὑπὸ φρικτὰς συνθήκας. Καὶ εἶναι, ὁμολογουμένως, νὰ ἀπορῇ κανεὶς πῶς τὰ θύματα ταῦτα δὲν ἐξηγέρθησαν διὰ νὰ διεκδικήσουν μίαν στοιχειωδῶς ἀνθρωπίνην στέγην καὶ δὲν ἐξηγέρθησαν οὔτε ὅταν ἡ στάσις ἡμῶν ἐπλήγωνε τὴν ψυχήν των περισσότερον ἀπὸ τὴν συμφοράν. Δυστυχῶς καὶ τώρα ἡ ἀπαίτησις τῆς στεγάσεως τῶν θυμάτων αὐτῶν τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς κρατικῆς μας συγχρόνως ἀδιαφορίας, δὲν εὗρε τὴν δέουσαν ἀπήχησιν καὶ ἰδοὺ ἐν αὐτῷ τῷ Κοινοβουλίῳ γνῶμαι πλήρεις ἀστοργίας διὰ τοὺς πρόσφυγας. Καὶ τὸ θλιβερώτερον ὅτι προέρχονται, ἐπαναλαμβάνομεν, ἀπὸ πολιτικούς, φιλοδοξοῦντας νὰ κυβερνήσουν τὴν Χώραν. Πρόκειται διὰ τοὺς ἐναντιουμένους εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας θυσίας, ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν περιορισθῇ ἡ μελανὴ ὄψις τοῦ προσφυγικοῦ δράματος. Περιττὸν νὰ τονίσωμεν ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πλευρὸν τῶν αἰσθανομένων ὡς ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τὴν ταχυτέραν συμπλήρωσιν τῆς προσφυγικῆς ἀποκαταστάσεως τόσον τῆς ἀγροτικῆς ὅσον καὶ τῆς ἀστικῆς. Πρὸς ἐπίτευξιν δὲ τοῦ σκοποῦ τούτου οὐδεμία δύναμις ὀφείλει νὰ μᾶς καταστήσῃ διστακτικούς. Ὀφείλομεν πάντες καὶ πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι ἐξ ἡμῶν, οἵτινες ἔσχον ὠφέλη ἐκ τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος καὶ ἡ συρροὴ τόσου προσφυγικοῦ κόσμου, νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὰ περισσότερα βάρη πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ τιμίου αὐτοῦ ἔναντι τῶν προσφύγων, καθήκοντος. Ὑπάρχουν πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἀπεκόμισαν ἐκ τῶν διακυμάνσεων τοῦ συναλλάγματος μεγάλα κέρδη, ὑπάρχουν οἱ πλουτίσαντες δι’ ἄλλων γνωστῶν μεθόδων, ὑπάρχουν οἱ ἐκμεταλλευθέντες τὴν προσφυγικὴν δυστυχίαν μὲ τὸ νὰ χρησιμοποιοῦν τοὺς στερουμένους τῶν πάντων ἀτυχεῖς πρόσφυγας εἰς ἐπιχειρήσεις τῶν ἀντὶ πινακίου φακῆς. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι καὶ σήμερον πληρώνονται τὰ εὐτελῆ ἡμερομίσθια τῶν 10 καὶ 15 δραχμῶν, ἐνῷ ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς ὁλονὲν ὑψοῦται. Καὶ οὕτω, παρουσιαζομένης τῆς ἀληθείας, θὰ ἦτο τερατῶδες καὶ ἄδικον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν σημερινὴν Συνέλευσιν ἀχαρακτήριστον, ἄν, διὰ γενομένων πράξεων, δὲν ἐξασφαλισθοῦν τὰ μέσα, ὥστε νὰ ὁλοκληρωθῇ τῶν προσφύγων ἡ ἀποκατάστασις, ἡ ἀστικὴ καὶ ἡ ἀγροτική. Ὑποθέτω ὅτι τὰ πλούτη, τὰ συσσωρευθέντα εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐκμεταλλευθέντων τὰς πολεμικὰς καὶ μεταπολεμικὰς καταστάσεις δὲν εἶναι, εἰς τὴν συνείδησίν μας, σεβαστὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ διατεθοῦν, κατὰ μέγα τοὐλάχιστον μέρος, ὑπὲρ τοῦ συνόλου.
§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι κομμουνιστικά.
§148Α. ΜΕΡΟΣ. Εἶναι πρὸ παντὸς ἡ ἀλήθεια, κ. συνάδελφε. Συμπληρώνων δὲ τὰ περὶ μερίμνης διὰ τοὺς ἀστέγους ἔχω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τοὺς ἐλεεινοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπὸ ἔποψιν στέγης διαβιοῦν καὶ ἀρκετοὶ ἐκ τοῦ γηγενοῦς ἀστικοῦ πληθυσμοῦ. Εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ στραφῇ καὶ πρὸς αὐτοὺς ἡ κρατικὴ προσοχή. Ἂν ὄχι τώρα, πάντως ὅμως προσεχῶς, πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ καὶ τῶν γηγενῶν ἀστέγων ἡ θέσις. Καὶ τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων. Ἀνέρχονται οὗτοι εἰς 13 χιλιάδας περίπου οἰκογενείας, εἶναι ἀγνοημένοι ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος προκειμένου νὰ τύχουν οἱασδήποτε ἀντιλήψεως παρ’ αὐτοῦ, φορολογοῦνται ὅμως καὶ στρατεύονται. Σᾶς ἐρωτῶ ποῖον ὑπῆρξε δι’ αὐτοὺς τὸ κρατικὸν ἐνδιαφέρον: Πότε ἐγνώρισαν τὴν κρατικὴν στοργήν; Ἀλλ’ ἡ ἐποχή, τὴν ὁποίαν διανύομεν, ἀπαιτεῖ νὰ λάβωμεν καὶ δι’ αὐτοὺς μέτρα τελεσφόρα. Ἡ δημαγωγία θὰ εὕρῃ ἴσως ἤδη καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ὅπως καὶ εἰς τὸ ἀγροτικόν, τὴν εὐκαιρίαν νὰ μᾶς...συγκινήσῃ μὲ τὸν πόνον της διὰ τοὺς ἐγκαταλελειμμένους αὐτοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Θὰ διακηρύξουν οἱ κατὰ σύστημα δημαγωγοὶ ὅτι ἐνδιαφέρονται καὶ πονοῦν διὰ τοὺς μικροκτηνοτρόφους, ὅπως μᾶς εἶπεν, ὅτι πάσχει καὶ διὰ τοὺς ἀκτήμονας ἀγρότας καὶ διὰ τοὺς δυστυχεῖς πρόσφυγας ἡ ψυχή των. Τὸ ἐνδιαφέρον των ὅμως αὐτὸ ἐξαφανίζεται εὐθὺς ὡς προταθοῦν τὰ μέσα τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῶν μεγάλων αὐτῶν τάξεων. Τότε ἐνθυμοῦνται τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ γίνονται ἀμύντορες αὐτῆς. «Τοὺς ἀγαπῶμεν, λέγουν, τοὺς ἀγρότας, μικροκτηνοτρόφους καὶ λοιπούς, ἀλλ’ εἶναι βεβήλωσις, εἶναι ἀδίκημα, εἶναι τερατούργημα νὰ ζητῆται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τσιφλικίων, τῶν μεγάλων λειβαδίων, ὡς καὶ τῶν χώρων, τῶν καταλλήλων διὰ συνοικισμούς». Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπητε καὶ εἰς ἐμέ, ἂν ἀνακαλύψητε σεῖς καμμίαν μέθοδον, συμβιβάζουσαν τὰ ἀσυμβίβαστα αὐτὰ ἢ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη, ἐκτὸς ἂν ἔχουν νὰ μᾶς προτείνουν τὸν σχηματισμὸν ἐναερίων κρεμαστῶν τσιφλικίων καὶ λειβαδίων, τὸν σχηματισμὸν ἐναερίων μᾶλλον παραδείσων, ἵνα εἰς αὐτοὺς ἐγκαταστήσωμεν καὶ τοὺς κολλίγους καὶ τοὺς μικροκτηνοτρόφους. Θὰ ἦτο τοῦτο μία λύσις θαυμαστή, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πλανᾶται εἰς τὴν σφαῖραν τῶν χιμαιρῶν καὶ τῶν ὑπερφυσικοτήτων καὶ ὅτι ἀντιλαμβανομένη τὴν πραγματικότητα θὰ λάβῃ καὶ διὰ τοὺς μικροκτηνοτρόφους τὴν πρέπουσαν ἀπόφασιν καὶ διὰ λόγους κοινωνικοὺς καὶ δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἰσότητος ἀπέναντι τῶν ἄλλων γαιοκτημόνων, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἀπηλλοτριώθησαν ἤδη. Θὰ εἶχον οὗτοι βαρὺ κατὰ τοῦ Κράτους παράπονον ἐφόσον οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεγάλων λειβαδίων θὰ ἔμενον ἐλεύθεροι καὶ ἄθικτοι νὰ εἰσπράττουν σεβαστὰ ποσὰ ὑπὸ μορφὴν ἐνοικίων ἀπὸ τοὺς κτηνοτρόφους μικροὺς καὶ μεγάλους.
§149Α. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, παρετήρησα τὸ ἑξῆς: ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν, τῶν ὑποστηριζόντων τὴν ἰδιοκτησίαν, παρουσιάζονται ὡς προσφέροντες ὑπηρεσίας εἰς τὸν λαόν. Ἀκόμη ἔχω νὰ εἴπω καὶ τοῦτο, ὅτι ἐν Μακεδονίᾳ, μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν Τούρκων, ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα Τουρκικὴ περιουσία, ἤτοι τὰ περισσότερα τσιφλίκια περιῆλθον εἰς τὴν ὁλότητα τῶν προσφύγων. Ἑπομένως οἱ πρόσφυγες εἶναι οἱ μεγαλύτεροι τσιφλικιοῦχοι. Καὶ ὅμως πρῶτοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου τὸ 1923– 1924 εἰς τὰ ἐπανειλημμένα προσφυγικὰ συνέδρια διεκήρυξαν ὅτι ὅλα τὰ τσιφλίκια πρέπει νὰ ἀπαλλοτριωθοῦν καὶ νὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ γηγενεῖς καὶ πρόσφυγες.
§150Α. ΜΕΡΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ὅτι οἱ πρόσφυγες, ὁ κόσμος αὐτὸς τῆς δυστυχίας καὶ τοῦ πόνου, θὰ συνεκινοῦντο ἀπὸ τὴν ἀθλιότητα τῶν γηγενῶν ἀγροτῶν καὶ θὰ ἔκαμνον τὴν ὡραίαν αὐτὴν χειρονομίαν. Δι’ αὐτὸ τοὺς εὐχαριστοῦμεν θερμῶς. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων. Ἄν, κύριοι βουλευταί, προστατευθῇ ἡ φερέοικος αὕτη τάξις, θὰ ἔχωμεν ἐνίσχυσιν σημαντικοῦ παράγοντος τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Ἀντιθέτως, ἄν τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ἐγκαταλειφθῇ ἄνευ μερίμνης ἀποκαταστάσεως, ἂν ἀφεθῇ ἀμόρφωτον καὶ ἀπαίδευτον, ὄχι μόνον ὁ κτηνοτροφικὸς κλάδος δὲν θὰ ἀναπτυχθῇ, ἀλλὰ καὶ ἡ μᾶζα τῶν κτηνοτρόφων, τῶν ὑπὸ ἀπολιτίστους συνθήκας διαβιούντων, θὰ ἀποτελῇ τὴν πληγήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ λῃστεία θὰ ἀντλῇ τὰ ζωηρότερα καὶ τὰ μᾶλλον ἐπικίνδυνα στοιχεῖα της. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θεσπίσωμεν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν, ἵνα ἀρθῇ ὑφισταμένη ἀδικία καὶ ἵνα δώσωμεν ἔρεισμα πρὸς ἀνάπτυξιν τάξεως σημαντικῶς χρησίμου καὶ ζωτικωτάτης. Τὰ κτηνοτροφικὰ τσιφλίκια πρέπει νὰ περιέλθουν εἰς τοὺς μικροὺς κτηνοτρόφους. Ἀνακεφαλαιώνων, μετὰ ταῦτα, τὰ λεχθέντα ἔχω νὰ τονίσω αʹ) ὅτι διὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ὑπολειπομένων χιλίων τσιφλικίων πρὸς ἀποκατάστασιν ἐντοπίων ἀγροτῶν, ὡς καὶ προσφύγων τοιούτων, τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν πέντε ἐτῶν, καθ’ ὃ ἐπιτρέπεται παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀνεπαρκές, βʹ) ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ οὔτε σκέψις περὶ νέας ἐπιβαρύνσεως τῶν χωρικῶν πρὸς μεγαλυτέραν ἱκανοποίησιν τῶν τσιφλικιούχων διότι αὔξησις τῶν ἀποζημιώσεων θὰ ἐσήμαινε ἀνατροπὴν τοῦ ὅλου ἔργου τῆς ἀποκαταστάσεως, γʹ) ὅτι πρὸς ἀνοικοδόμησιν προσφυγικῶν συνοικισμῶν πρέπει ἄνευ δισταγμῶν καὶ ἀναβολῶν, νὰ γίνουν αἱ ἀπαιτούμεναι ἀπαλλοτριώσεις καταλλήλων γηπέδων εἰς τιμάς, εἰς τὰς ὁποίας ποσῶς νὰ μὴ συμπεριλαμβάνεται ἡ ὑπερτίμησις, ἡ ὀφειλομένη εἰς τὴν πύκνωσιν τοῦ πληθυσμοῦ, ἐκ τῆς εἰσροῆς τῶν προσφύγων ἢ ἡ ὀφειλομένη ἐπίσης εἰς ἄλλα κοινωνικὰ αἴτια ἢ εἰς κρατικὰς ἀνάγκας, δʹ) ὅτι πρέπει ὑπὸ τοὺς ἰδίους ὅρους νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει της τὴν διενέργειαν ἀπαλλοτριώσεως γηπέδων πρὸς ἀνέγερσιν συνοικισμῶν καὶ διὰ τοὺς ἐντοπίους ἐργατικοὺς καὶ ἄλλους, τοὺς στερουμένης στέγης καὶ εʹ) ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτηνοτροφικῶν τσιφλικίων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων. Ὁπωσδήποτε, ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου 119 ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐμφορεῖται ἀπὸ προοδευτικὰς ἰδέας καὶ ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν θέλησιν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ λαϊκὰ δίκαια καὶ νὰ καθιερώσῃ ὅρους κοινωνικοὺς καλυτέρους καὶ δικαιοτέρους. (Χειροκροτήματα).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§153Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ διατάξεις περὶ ἰδιοκτησίας ἐν τῷ Συντάγματι προὐκάλεσαν ἀδικαιολόγητον ἀπεραντολογίαν. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἐμόρφωσα καὶ ἐκθέτω ἐνώπιον ὑμῶν ὄχι διότι δὲν ὑπῆρξε σοβαρὸν τὸ θέμα τῆς συζητήσεως τῶν διατάξεων τῆς ἰδιοκτησίας, ὄχι διότι δὲν ὑπῆρξαν σοβαραὶ καὶ ἐμπεριστατωμέναι αἱ ὁμιλίαι τῶν κ. κ. συναδέλφων οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ διότι φρονῶ ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη συνέβησαν εἰς τὸ παρελθὸν κακὰ ἢ ἔκτροπα ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων «περὶ ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως» κακά, τὰ ὁποῖα ἀτυχῶς δὲν λείπουν ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν ὅλων τῶν νόμων εἰς τὸν Τόπον μας. Ἀσφαλῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς τοιοῦτον, κανένα δὲν διατρέχει κίνδυνον καὶ κανεὶς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κηρύσσεται ἐν ἀμύνῃ. Ἂν ὑπάρχῃ, κύριοι συνάδελφοι, ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία διατρέχει κίνδυνον ἐν Ἑλλάδι, ἰδιοκτησία ὑπὲρ τῆς ὁποίας δὲν νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε ἔξω καμμία γλῶσσα ἵνα κινηθῇ πρὸς ὑπεράσπισίν της, εἶναι ἡ ἰδιοκτησία ἡ ἀκόπως καὶ ἀνόμως καὶ ἀνηθίκως συλλεγεῖσα κατὰ τὰς ἀνωμάλους πολιτικὰς ἢ ἐθνικὰς περιόδους τῆς τελευταίας δεκαετίας. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ συνεκράτησεν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς τὴν προσοχὴν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μοσχούλας. Ἔχει ψηφισθῆ, κύριοι βουλευταί, ἤδη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ὁ νόμος τοῦ «Πόθεν ἔσχες;» καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, διὰ νὰ λάβῃ τὴν ὁριστικὴν μορφὴν νόμου τῆς Πολιτείας, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἀποκαθαρθοῦν τὰ πολιτικά μας ἤθη καὶ νὰ ἐξυγιανθοῦν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἀποτελέσῃ ὁ νόμος οὗτος ψηφιζόμενος τὸν ἀληθῆ καὶ ἀσφαλῆ προμαχῶνα τῆς τιμίως καὶ μετὰ κόπων καὶ μόχθων κτηθείσης ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἂν κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ἐδικαιολογεῖτο ἡ τόσον ἀπεραντολογία εἰς τὸ ἄρθρον 19, πολὺ περισσότερον δὲν δικαιολογεῖται εἰς τὸ ἄρθρον 119. Ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς—καὶ νομίζω ὅτι δὲν μοῦ διαφεύγει τὴν μνήμην μου τὸ σημεῖον τοῦτο, ὅλοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 ὑπεστήριξαν ἀπὸ κοινοῦ, συνεφώνησαν ἀπὸ κοινοῦ ὅτι καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπόθεσις κανενὸς κόμματος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ παραμείνῃ ὡς ὑπόθεσις ἐθνική. Ἂν τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἀληθές, ἂν τοῦτο εἶναι πραγματικόν, βεβαίως δὲν ὑφίσταται παρὰ καλῶς ζήτημα διατυπώσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 119. Νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν αὐτὴν δυνάμεθα νὰ πλησιάσωμεν περισσότερον πρὸς τὴν ἄποψιν τῶν ἀγροτικῶν βουλευτῶν, τὴν ἄποψιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συμπληρωθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ὑπολειπομένων ἀκτημόνων γεωργῶν, θὰ συμπληρωθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ὑπολειπομένων προσφύγων, διὰ τοὺς ὁποίους, κύριοι, πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ τονισθῇ, ἀσχέτως πρὸς τὸ γενόμενον ὄντως μέχρι σήμερον μέγα ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ὅτι ὑπάρχουν ἀτυχῶς ἀκόμη μετὰ πέντα ὁλόκληρα ἔτη ἀπὸ τῆς τραγικῆς συμφορᾶς, τῆς ὁποίας τὰ κύματα ἔφεραν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα ὡς ἀληθῆ θρύμματα τὴν ἕως τότε σφριγῶσαν ζωὴν τῆς Μικρασιατικῆς Ἑλλάδος, πρόσφυγες οἱ ὁποῖοι παραμένουν ἄστεγοι ἢ στεγάζονται ὑπὸ σκηνάς.
§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γηγενεῖς τοιοῦτοι ὑπάρχουν;
§155Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι καὶ προτείνομεν νὰ ληφθοῦν καὶ δι’ αὐτοὺς τὰ ἴδια μέτρα, ἐνῷ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ δυστυχία τῆς προσφυγιᾶς δὲν ἔχει ἄλλην τοιαύτην παρομοίαν εἰς τὴν Χώραν μας καὶ ἐνῷ μετὰ τῶν προσφύγων παραμένουν ἄστεγοι ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ βωμοί των, αὐταὶ αἱ ἐκκλησίαι των.
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τύπος ἀστέγου εἶμαι καὶ ἐγώ, κύριε συνάδελφε.
§157Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ στεγασθῆτε καὶ ὑμεῖς, κύριε συνάδελφε.
§158Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τὰς ἐκκλησίας μὴ ἐπιμένετε, καθότι ὁ δεσπότης κατώρθωσε καὶ ἔκλεισε κάθε ἐκκλησίαν, εὑρισκομένην, ὅπως εἴπατε, εἰς παράπηγμα.
§159Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλως τε αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ κύριος λόγος ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 119 δὲν εἶναι, ὅπως ἐκατηγορήθη, ἡ ἀκύρωσις τοῦ 19ου ἄρθρου, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς τούτου, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐλευθέραν ἔξοδον ὅλων τῶν ἀτμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεωτικῶς θὰ γεννηθῶσιν ἐντὸς τοῦ στενοῦ κλοιοῦ τῶν συντηρητικῶν ὁρίων, μὲ τὸν ὁποῖον κλοιὸν περιεβλήθη τὸ σύγχρονον 19ον ἄρθρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν νομίζω ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ αὕτη, ὅπως εἶπον ἤδη, παρὰ τῇ γνώμῃ τῶν ἀγροτικῶν βουλευτῶν, πάντοτε, μὲ βάσιν ὅτι τὰ γενόμενα μέχρι σήμερον θὰ συνεχισθοῦν ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων ἐντοπίων καὶ προσφύγων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα εἶναι τοῦτο ἐν ὀλίγοις, διότι ψέγων τὴν ἀπεραντολογίαν δὲν θέλω διὰ τῶν λόγων μου νὰ τὴν μακρύνω, διότι φρονῶ ὅτι ὁ λαὸς βαρυνθεὶς τοὺς λόγους ἀναμένει παρ’ ὅλων ἔργα καὶ ἔχει ὑπέρ ποτε σήμερον ἀνάγκην ἔργων καὶ μόνον ἔργων. Ὑπάρχει ἐν Κρήτῃ μία ἰδιαιτέρα πραγματικὴ κατάστασις καὶ ἀκριβῶς ἠθέλησα ὁμιλῶν νὰ μεταφέρω ταύτην ἐνώπιον ὑμῶν, ὅπως ρυθμισθῇ ὁριστικῶς. Ἐν τῇ νήσῳ ἐκείνῃ δὲν ὑπάρχουν τσιφλίκια, ἵνα εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ὑπῆρχον ἐν τούτοις ἀκτήμονες γεωργοί, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον καὶ αὐτοὶ νὰ ἀποκατασταθῶσιν. Ἡ μοναστηριακὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ νομοῦ Λασηθίου εὑρῆκεν ὡραῖον μέτρον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ταύτην καὶ παρεχώρησεν εἰς αὐτοὺς πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους ἱκανὰ ἀγροτικὰ κτήματα οἰκειοθελῶς καὶ ἀποκατέστησε τοὺς ἀκτήμονας ἐκείνους εἰς τὰς περιφερείας Νεαπόλεως καὶ Φουρνῆς, ἐπὶ τῶν κτημάτων τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐκαλλιέργουν. Ἡ μοναστηριακὴ Ἐπιτροπὴ συνεφώνησε διὰ τὸ τίμημα, ἀλλὰ τὸ τίμημα τοῦτο δὲν κατεβλήθη ἀκόμη ἐξ ὁλοκλήρου. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει ἀντίρρησιν καὶ οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ ἀντίρρησις ὅτι ἡ γενομένη οἰκείᾳ βουλήσει ἀξιέπαινος παραχώρησις τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης εἰς τοὺς ἐντίμους καὶ ἀκτήμονας γεωργοὺς τῶν ἄνω περιφερειῶν, καίτοι δὲν κατεβλήθη εἰσέτι τὸ τίμημα ὁλόκληρον, εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἔγκυρος, διότι πάντως θὰ καταβληθῇ ἐντὸς τῶν συμφωνηθεισῶν προθεσμιῶν.
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν ἐν Κρήτῃ κτήματα Ὀθωμανικὰ ἀνταλλαγέντων;
§161Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰ κτήματα τῶν ἀνταλλαγέντων ἀποκατεστάθησαν οἱ πρόσφυγες, ὅσα δὲ ἐπερίσσευσαν, ἐδόθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καλῶς τὰ ἐπῆρεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§163Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. ☐
☐σως δὲν ὤφειλε νὰ τὰ παραλάβῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διότι οὕτως ἐμειώθη κατὰ πολύ, ὥστε νὰ καταστῇ ἀνεπαρκὴς ὁ κλῆρος τῶν ἀγροτικῶς ἐγκατασταθέντων προσφύγων. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα μου. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐν Κρήτῃ δὲν ὑπῆρχον μεγάλα κτήματα, ἵνα γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀγροτῶν....
§164Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Μετόχια δὲν ὑπάρχουν;
§165Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε Μετόχια ὑπάρχουν, οὔτε τσιφλίκια. Ὑπάρχουν μόνον μοναστηριακὰ κτήματα καὶ ταῦτα ὄχι μεγάλα, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον μικρὰ διεσπαρμένα μεταξὺ ἄλλων κτημάτων. Διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις τοῦ 1925 ἐψήφισε τὸν νόμον 3345, διὰ τοῦ ὁποίου νόμου κατέστησε δυνατὴν τὴν ἐφαρμογὴν παρομοίων διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἐν Κρήτῃ ὅπου δὲν ὑπῆρχον μεγάλα τσιφλίκια διὰ νὰ ἀπαλλοτριωθῶσι καὶ ὅπου δὲν συνέτρεχον αἱ ἀντικειμενικαὶ συνθῆκαι τῆς ἀπαραλλάκτου εἰσαγωγῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Ὁ νόμος οὗτος εὑρίσκεται ἤδη ἐν ἐφαρμογῇ καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ ὀκταημέρου καὶ τὴν ὁποίαν μὲ εὐχαρίστησίν μου εἶδον ὅτι υἱοθέτησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις κατέθεσεν ἀπόψε τὸ γνωστὸν ψήφισμα.
§166Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅλοι οἱ ἔφεδροι θὰ ἀποκατασταθῶσι;
§167Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὅταν ἐψηφίζετο ὁ νόμος αὐτός, ἐγὼ ἔφερον τὴν ἀντίρρησιν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ δι’ ὅλους τοὺς ἐφέδρους τοὺς ἀπόρους τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Ὑπουργὸς τότε τῆς Γεωργίας εἶπεν ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν ἦτο διατεθειμένος νὰ τὸν ἐπεκτείνῃ δι’ ὅλους τοὺς ἐφέδρους.
§168Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γεννᾶται κανὲν ζήτημα μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἂν ἐζητεῖτο τοῦτο. Ἐγὼ θέλω μόνον νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὁ ἀγροτικὸς νόμος ἐν Κρήτῃ δὲν ἐφηρμόσθη καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐψηφίσθη ὁ νόμος 3345. Ἐν Κρήτῃ, ὡς εἶπον, δὲν ἔχομεν μεγάλα ἀγροτικὰ κτήματα καὶ διὰ τοῦτο ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐφέδρων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτιμήθη μόνον ὡρισμένη τάξις, ἡ τῶν ἐφέδρων, διότι δὲν ἔχομεν μεγάλας ἐκτάσεις, ἵνα ἀποκαταστήσωμεν ὅλους τοὺς ἀκτήμονας Κρήτας ἀγρότας.
§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ποῖα κτήματα θὰ ἐγκατασταθῶσι;
§170Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰ μοναστηριακὰ κτήματα τὰ κατατετμημένα εἰς διάφορα μέρη τῆς νήσου.
§171Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἀναφέρετε, εἰς τὰς ἀπαλλοτριουμένας ταύτας ἐκτάσεις περιλαμβάνονται καὶ τὰ νεκροταφεῖα;
§172Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ συμβουλευθῆτε τὸν νόμον, θὰ ἴδητε ὅτι ὁμιλεῖ μόνον περὶ χριστιανικῶν ἐγκαταλελειμμένων νεκροταφείων καὶ ὄχι περὶ μουσουλμανικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τοὺς πρόσφυγας. Ἄλλως τε παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουν ἐγκαταλελειμμένα χριστιανικὰ νεκροταφεῖα παρὰ ἐλάχιστα.
§173Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι εἰς τὴν ὁδὸν Πατησίων.
§174Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Κρήτην, ἐπειδὴ εἶναι ὀλίγος χρόνος ὅπου ἠλευθερώθη, δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα νεκροταφεῖα. Πρωτύτερα τοὺς νεκροὺς δὲν τοὺς ἔθαπταν εἰς νεκροταφεῖα, ἀλλ’ εἰς τὸν περίβολον τῶν ἐκκλησιῶν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑποβάλεσθε εἰς ἀνάκρισιν ἢ ἀγορεύετε; Ἐδῶ βλέπω ὅτι ἀπαντᾶτε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ εἰς ὅλους.
§176Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ σφάλμα, τοῦτο δὲν εἶναι ἰδικόν μου. Πάντως θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ διαλύσω πᾶσαν ἀμφιβολίαν ἐπὶ τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ νόμου 3345 καὶ ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος συνοψίζω τὸ θέμα μου. Ὁ νόμος περὶ ἐφεδρικοῦ ταμείου ἐν Κρήτῃ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ ἀγροτικὸς νόμος τῆς ὅλης Ἑλλάδος περιωρισμένος, καθορίζων τὸ δικαίωμα ἀποκαταστάσεως μόνον διὰ τοὺς ἐφέδρους καὶ μόνον ἐκ μέρους τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, διότι ἐν Κρήτῃ δὲν ὑπάρχουν κτήματα ἵνα ἐπεκτείνωμεν τὴν ἀποκατάστασιν δι’ ὅλους τοὺς ἀκτήμονας ἀγρότας.
§177Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀναφέρει ρητῶς ὅτι δύνανται νὰ ἀποκατασταθοῦν καὶ ἔφεδροι καὶ ἀγροκτηματίαι. Οἱ ἔφεδροι αὐτοὶ πρέπει νὰ εἶναι γεωργοὶ τὸ ἐπάγγελμα ἢ γενικῶς ἔφεδροι;
§178Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ τὰ ἀγροκτήματα εἶναι κατεσπαρμένα καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐγκατάστασις διὰ κλήρων, ἔγινεν ἴδιον νομικὸν πρόσωπον, μετεβιβάσθησαν τὰ ⅗ τῶν κτημάτων εἰς τὸ νομικὸν αὐτὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐφέδρους, νὰ τοὺς δώσῃ κτήματα ἢ νὰ ἐκποιήσῃ ταῦτα καὶ νὰ τοὺς παράσχῃ δάνεια γεωργικὰ ἢ ἐπαγγελματικά.
§179Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Γεωργοὺς ἐφέδρους ἢ γενικῶς ἐφέδρους;
§180Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν νόμον τὸν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας. Ὁ νόμος μετεβίβασε τὰ ⅗ τῆς περιουσίας τῶν μοναστηριακῶν Ἐπιτροπῶν εἰς ἴδιον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐφέδρων θὰ δώσῃ κτήματα ἢ θὰ παράσχῃ δάνεια, ἐκποιοῦν τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα θεωρεῖ κατάλληλα πρὸς καλλιέργειαν. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἄν, ὡς εἶμαι βέβαιος, ἐπείσθη ἤδη περὶ τῆς μεγίστης κοινωνικῆς σημασίας καὶ ἀποστολῆς του.
§181Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Νὰ γίνῃ δι’ αὐτὸ συνταγματικὴ διάταξις;
§182Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω διατί. Ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς παραπέμπει εἰς πολλὰ σημεῖα εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον, τοῦ ὁποίου εἶναι παραλλαγὴ καὶ διαμόρφωσις, συζητεῖται δὲ νῦν ἡ περαιτέρω τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἰσχύς. Ἐπειδὴ ἀκόμη περιέχει καὶ συνταγματικὰς διατάξεις, νομίζω ὅτι μετὰ τὸν περιορισμὸν τὸν ὁποῖον ὑφίσταται ὁ ἀγροτικὸς νόμος καὶ μετὰ τὸ ἄρθρον 19 ὡς ἐψηφίσθη, πρέπει διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ αἱ μοναστηριακαὶ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζουν τὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῶν ἐφέδρων, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν λαμβάνουσαι τὴν ἀποζημίωσίν των.
§183Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε.
§184Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαρίστως.
§185Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Κάμνει ὁ νόμος διάκρισιν μεταξὺ πολεμησάντων καὶ μὴ πολεμησάντων;
§186Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κάμνει διαφόρους διακρίσεις, κ. συνάδελφε. Ἔχει διαφόρους σειράς. Ὁμιλεῖ πρῶτον περὶ θυμάτων πολέμου. Διακρίνει διὰ τοὺς πολεμήσαντας καὶ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον παρέμειναν ἐν τῷ Μετώπῳ. Ἐπίσης διαφόρους διακρίσεις δικαίας κάμνει ὑπὲρ τῶν τιμίων τραυματιῶν μας. Ὁπωσδήποτε, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπόψεις τῶν ὑποστηριξάντων τὴν ἐπέκτασιν τοῦ νόμου ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, εἰς τὸ ψήφισμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ προστίθεται ὅτι διὰ νόμου θέλει ἐπεκταθῆ καὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων τῶν μονῶν. Ἑπομένως, ἂν ὑπάρχῃ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι, θὰ δύναται νὰ ἐκδοθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι.
§187Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Εἰς τὸ ψήφισμα ὑπάρχει τὸ στοιχεῖον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀναπτύσσετε;
§188Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ ψήφισμα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ὁπωσδήποτε ἐν Κρήτῃ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως. Ἤδη ἔχει γίνει κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ διανομὴ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Εἰς τὸν νομόν μάλιστα Λασηθίου συνεπληρώθη αὕτη. Ὑπολείπεται τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς πληρωτέας ἀποζημιώσεως, ἥτις θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ταύτας νὰ μὴ αἰσθανθοῦν τὴν γενομένην ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ⅗ τῶν ἀγροκτημάτων καὶ νὰ συνεχίζουν τὴν εὐεργετικὴν ἀποστολήν των εἰς μίαν Ἑλληνικὴν ἐπαρχίαν καὶ σᾶς προσθέτω ὅτι καὶ αἱ μοναστηριακαὶ Ἐπιτροπαὶ ἀντιλαμβάνονται αἱ ἴδιαι ὅτι λόγῳ τῆς στενότητος τοῦ ἐδάφους καὶ λόγῳ τῆς πενίας τῶν ἐφέδρων ὤφειλον αὐτοπροσώπως νὰ ἔλθουν ἀρωγοὶ καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τούτων καὶ εἰς τὴν διὰ καλυτέρου συστήματος ἐντατικὴν τῆς γῆς καλλιέργειαν. Ἐκφράζω τελικῶς τὴν γνώμην, κύριοι βουλευταὶ καὶ παρακαλῶ ὅπως ἡ Βουλὴ θελήσῃ ἵνα ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος ηὐδοκίμησεν ἐν Κρήτῃ, νὰ συνεχισθῇ συμπληρούμενος ἐν καταλλήλῳ καιρῷ καὶ νομίζω ὅτι δύναται νὰ μεταφυτευθῇ καὶ νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, γενομένης δεκτῆς τῆς τροπολογίας, ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ κ. Γαλανάκη. Οὕτω δὲν παρέχεται μόνον ὀφειλομένη ἀνακούφισις εἰς τὸν στρατευθέντα πληθυσμόν, ὅστις περιβάλλεται νῦν μὲ οἰκονομικὰ ράκη, ἀλλ’ ἐξασφαλίζεται ἐπίσης ἡ λύσις ἑνὸς σοβαροῦ κοινωνικοῦ ζητήματος. (Χειροκροτήματα).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§190Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὅταν ὁμιλῇ κανεὶς πρὸ τόσον μακρᾶς ὅσον καὶ ἐκλεκτῆς ὁμηγύρεως, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ὑποτιμήσω καὶ τοὺς ἀπόντας, ἔχει ὅλην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσπαθήσῃ νὰ φανῇ εὐχάριστος πρὸς τοὺς ἀκούοντας, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει εἰς τὸν κόπον νὰ τὸν ἀκούουν καὶ πρὸ παντὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἶναι σύντομος, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος. Ἴσως αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι τὸ πρῶτον προτέρημά μου. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἀρχίζει, γίνεται κατὰ ἕνα τρόπον προθύστερον. Ἀσφαλῶς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε συνδυασθῆ μὲ τὸ ἄρθρον 19, διότι, ὅπως φαίνεται, ἡ μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 καὶ ἡ ἐπιτευχθεῖσα διατύπωσις ἀποτελεῖ μίαν θεωρητικὴν μόνον διατύπωσιν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐννοῶ διατί τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα νὰ παραμείνῃ διὰ τὸ ἄρθρον 119. Ἐρευνᾶται σήμερον ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἰδιοκτησίας ἐν σχέσει μὲ τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται εἰς τὸν Τόπον μας τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἦτο μία δημοκοπία, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 119 ὡς ἐψηφίσθη, ἂν ἤδη ἐξ ἀρχῆς δὲν ἔθετε τὸ πρᾶγμα καταφανῶς ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Δημοσίας Γνώμης, ὥστε νὰ θέλῃ τρόπον τινὰ νὰ δώσῃ μίαν ἐπίσημον δήλωσιν προστασίας ὡς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ συγχρόνως νὰ θέλῃ νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ἀναιρέσῃ διὰ τοῦ ἄρθρου 119.
§191Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Παρντόν, κ. Πρόεδρε.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ εἴπῃ παρντόν, δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§193Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ὁ ρήτωρ ἐδήλωσε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε μίαν ὑποχρέωσιν. Ὁ ρήτωρ ἐπιτρέπει.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ρήτορα· αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον ἂν ἐπιτρέπῃ ἢ ὄχι.
§195Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Μίαν ἐπεξήγησιν ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Πρὸ παντὸς τὸ ὕφος αὐτὸ νὰ τὸ ἀφήσητε. Εἶσθε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπευθύνεσθε πρὸς τὸ Προεδρεῖον.
§197Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν εὐπρέπειαν.
§199Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Μὲ ὅλην τὴν εὐπρέπειαν καὶ μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν ἐζήτησα νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δώσῃ ὁ ἀγορεύων μίαν ἐξήγησιν. Ὁ λόγος ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Προέδρου.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμα τοῦ Προέδρου εἶναι νὰ ἀρνῆται νὰ δίδῃ τὸν λόγον.
§201Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ ὁ ρήτωρ νὰ ἐξηγήσῃ τὴ πρὸ ὀλίγου ἐκφρασθεῖσαν γνώμην του ὅτι ἡ Κυβέρνησις υἱοθέτησε ἢ ἐξεδήλωσε γνώμην ἀρνητικὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19
§202Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δηλαδὴ ἡ πλειονοψηφία.
§203Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μάλιστα ὄχι ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ Σύνταγμα ὑποτίθεται ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα κυβερνητικόν.
§204Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, κ. συνάδελφε.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί δὲν ἐρωτᾶται τὸν παρακαθήμενόν σας κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν;
§206Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν.
§207Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤθελον νὰ εἶπα τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ Συνταγματικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 19, ἡ ὁποία ἐπετεύχθη διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῆς διατυπώσεως ἐνίων τῶν κ. κ. ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι παρίστανται εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, νομίζω ὅτι παρέσχε μίαν διαβουκόλησιν, διότι ἀπέκρυψεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία ἔγκειται εἰς τὸ ἄρθρον 19, διότι ἐνῷ ἐθέσαμεν αὐτὴν τὴν διατύπωσιν εἰς τὸ ἄρθρον 19, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ τοὺς ἰδιοκτήτας, μερικοὶ τῶν κ. κ. ἀρχηγῶν εἶπον ὅτι δὲν θέλουν νὰ θίξουν παντάπασι τὸ ἄρθρον 119. Ὁ κ. Τσαλδάρης καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς καὶ ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἐδήλωσαν ὅτι δὲν θέλουν νὰ δοθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 119 ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία νὰ εὐνοῇ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τοῦ Κράτους. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ προβλήματος ἔγκειται εἰς τὸ ἄρθρον 119. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Ὥστε οὐσιαστικῶς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συνδυάσῃ τὰ δύο αὐτὰ θέματα. Τώρα ἂν ἔχῃ ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλληνικὴ ἰδιοκτησία ἡ ἀγροτικὴ νὰ ὑποστῇ αὐτὰ τὰ βάρη μοιραίως συνδέεται μὲ τὸ πρόβλημα αὐτό. Ὑπάρχουσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν καὶ μὲ τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Βουλὴ προχθές, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 119 εἶναι ὀρθή, διότι δὲν πιστεύομεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι τόσον ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον. Εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον οὐχὶ ἀπολύτως, ἀλλὰ σχετικῶς. Ἦτο μία ἐποχὴ καθ’ ἣν ἦτο ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ ἀνθρωπότης δὲν εἶχεν ἕνα μόνιμον βίον, ἡ ἰδιοκτησία ἦτο μεγάλη πρόοδος, ἔκτοτε αἱ ἀπαιτήσεις ἐγένοντο μεγάλαι, μετεβλήθησαν οἱ ὅροι οὕτως ὥστε ἡ ἰδιοκτησία ὑπεβλήθη εἰς περιορισμοὺς κοινωνικούς. Ἡ ὀρθοτέρα διατύπωσις θὰ ἦτο νὰ μὴ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις ἡ ὁποία ἐγένετο σήμερον διὰ τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ γενικὴ διατύπωσις διὰ νὰ μὴ φαίνεται χωριστικὴ πρᾶξις. Εἶναι δικαία ἡ ἐρώτησις ἑνὸς συναδέλφου ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἄστεγος καὶ οἱ συμπολῖταί μου εἶναι ἄστεγοι. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 119 εἶναι γενική. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἐπεκτείνεται εἰς πᾶσαν κοινωνικὴν ἀνάγκην. Εἰς αὐτὸ τὸ περιθώριον περιλαμβάνονται ὅλα τὰ κοινωνικὰ θέματα. Ἐνταῦθα θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ προστατεύσωμεν τοὺς πρόσφυγας. Ὑπόκεινται εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ οἱ ἀγρόται. Διατί, παρακαλῶ, καὶ οἱ ἔφεδροι νὰ μὴ δύνανται νὰ τύχωσι τῆς αὐτῆς εὐεργετικῆς διατάξεως; Διατί νὰ μὴ τύχωσι τῆς αὐτῆς εὐεργετικῆς διατάξεως καὶ οἱ τραυματίαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἄμεσον ἀνάγκην προστασίας; Διατί οἱ ἐργάται οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄστεγοι; Διατί νὰ μὴ ἔχωσι τὰ ἴδια δικαιώματα, ὅπως καὶ οἱ πρόσφυγες καὶ νὰ ἀποκατασταθῶσιν εἰς μίαν στέγην καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται κατοικίας; Λέγω λοιπόν, χωρὶς νὰ εἶμαι ἀντίθετος, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶμαι σύμφωνος, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων καὶ ἀγροτῶν. Εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν διατύπωσιν αὐτὴν καὶ νὰ δεχθῇ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μας, ὄχι μερικὴν διατύπωσιν, ἀλλὰ γενικὴν διατύπωσιν. Ἡ μερικὴ διατύπωσις θὰ γεννήσῃ εἰς τὰς ἄλλας τάξεις ἓν αἴσθημα μνησικακίας καὶ θὰ εἴπωσι διατί ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Ἔπρεπε νὰ κάμωμεν γενικὴν διατύπωσιν. Ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις, τῶν προσφύγων, τῶν ἐπιστράτων, τῶν τραυματιῶν, τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐργατῶν, ἔχουσι δικαιώματα ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως, ὡς ἔχουσι καὶ οἱ ἀγρόται, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἐπὶ μακρὸν χρόνον καλλιεργοῦντες τὰ κτήματά των. Τοῦτο δὲν εἶναι πάρα πολὺ ῥιζοσπαστικόν, ὡς θὰ νομισθῇ. Πρόκειται περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν κοινωνικῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐνδιαφέρονται ὁμαδικῶς, καὶ ἑπομένως ἡ ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία θὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις, αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μικρὰ ἰδιοκτησία. Ὁ πλέον παράδοξος κοινωνιολόγος δὲν ἐφαντάσθη ποτὲ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δύναται νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Ἡ ἰδιοκτησία συνδέεται πάντοτε πρὸς τὴν ἰδιοχρησίαν. Ἀργότερον ἀπεχωρίσθη ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τὴν ἰδιοχρησίαν καὶ τότε πᾶς ἄνθρωπος εἶχε τὸ δικαίωμα χρήσεως καὶ καταχρήσεως. Ἡ ἰδιοκτησία σήμερον δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ὡρισμένην μορφήν, παραδείγματος χάριν εἶναι ἰδιοκτησία ἡ διὰ χρεωγράφων, ὅταν κατοικῇ τις εἰς Ἀθήνας καὶ ἔχῃ ἓν δάσος εἰς τὴν Ἀργεντινήν; Αὐτὴ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν παλαιοτέραν. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἔχομεν μορφὰς ἰδιοκτησίας ὅλως νέας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμῶνται ὅπως καὶ αἱ παλαιαὶ μορφαί, δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πραγμάτων ἐξελίσσεται καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην διὰ τὴν ζωὴν αὐτοῦ μέσων συντηρήσεως, ἀσφαλῶς θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε. Ὅταν λέγωμεν ὅτι βαδίζωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, πρέπει νὰ λέγωμεν ὅτι βαίνομεν πρὸς τὴν τροποποίησιν τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην κατοικίας, ἡ κατοικία αὕτη θὰ τῷ ἀναγκαιοῖ ὡς δικαίωμα χρήσεως ἐπ’ ἄπειρον, ἐφόσον ζῇ, θὰ τῷ ἀνήκῃ καὶ θὰ τὴν μεταβιβάζῃ κατ’ ἀνάγκην καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν πρώτην ἀφετηρίαν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀφετηρίαν, ἡ ὁποία φέρει χαρακτῆρα τοῦ ἱεροῦ καὶ ἀπαραβιάστου. Καὶ ὄντως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι συνδεδεμένον μὲ μίαν ἰδεολογίαν, μίαν ἱστορικὴν περίοδον τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία, ὁσονδήποτε καὶ ἂν τροποποιεῖται, δὲν δύναται τελείως νὰ ἀπολέσῃ τὴν μεγίστην σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐκπολιτίζεται κατ’ ἀρχὰς διὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Ὥστε ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἀκούεται ἐξαγγελλόμενος καὶ ὁ ὁποῖος ἔφθασε μέχρις ἑνὸς ὁμαδικοῦ πανικοῦ καὶ μεταδίδεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀστήρικτος, διότι δὲν πρόκειται νὰ καταργηθῇ ἡ ἰδιοκτησία, ἀλλὰ νὰ ἐπιβληθῶσι βάρη εἰς τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν. Ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία, διὰ μακροῦ χρόνου δημιουργηθεῖσα, ἀπέδειξε πολλὰς ἀτελείας, ἀσφαλῶς ἔχει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, τὸ ὁποῖον συνετάραξεν εἰς τὴν δημιουργίαν της. Εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὑπάρχουν μόνον τριάκοντα χιλιάδες ἰδιοκτῆται ἢ αὔριον ὅταν γίνουν πολυώροφοι κατοικίαι θὰ ὑπάρχουν σπήτια εἰς τὰ ὁποῖα θὰ κατοικήσουν δέκα χιλιάδες ἄνθρωποι, ἀσφαλῶς ἡ ἰδιοκτησία αὐτὴ θὰ ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Οἱ κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνεφανίσθησαν ἀκόμη μεγάλοι ὅσῳ διὰ τὰ ἀγροκτήματα, εἶναι κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὸ μέλλον. Ἄν φαντασθῶμεν ὅτι οἱ πρόσφυγες, οἱ ἄστεγοι γενικῶς προσπαθήσουν αὔριον νὰ συσσωρευθῶσιν εἰς τὰς Ἀθήνας ἢ εἰς μεγάλας πόλεις, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ δημιουργήσουν μεγαλυτέρους κινδύνους.
§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰς Ἀθήνας ἢ ἄλλου;
§209Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀκόμη ἰσχυρὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὁμολογῶ, ἀλλὰ διὰ τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν, τὸ πρόβλημα θεωρεῖται λελυμένον καὶ ἀπὸ τοὺς πλέον συντηρητικοὺς ἀνθρώπους. Ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἐκ τῶν συγκεντρώσεων τόσων μεγάλων πληθυσμῶν παρατηρεῖται καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἰς τὴν Αὐστρίαν ἀντιμετωπίζουσι τὸν κίνδυνον αὐτὸν δημιουργοῦντες ἀγροτικὰς καὶ ἐργατικὰς κατοικίας. Εἰς τὴν Βουλγαρίαν κατασκευάζουν οἰκοδομὰς ἐπὶ δημοτικῶν οἰκοπέδων. Οὐδόλως δὲ θίγει τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς σᾶς εἶπον, μία ἁπλουστάτη διαρρύθμισις ἐπειγούσης κοινωνικῆς ἀνάγκης ἐν Ἑλλάδι. Ὅταν δὲ αἱ ἀνάγκαι εἶναι μεγάλαι καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔχουσιν ἐκ τούτου μίαν ἰσχὺν εἴτε ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀνθρώπων, εἴτε ἐκ τῆς ὀργανώσεώς των καὶ εὕρουν μίαν κατάλληλον ἐκδήλωσιν εἰς ὅλας τὰς Χώρας ὅπου ἔγινε διανομὴ γαιῶν, ὅπως εἰς τὴν Ρουμανίαν εὗρον τὴν εὐκαιρίαν τοῦ πολέμου διὰ νὰ ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των. Εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν εὑρέθημεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πρὸ τοῦ πολέμου οἱ ἀγρόται, οἱ ὁποῖοι ὑφίσταντο τὰ δεινὰ τῆς δουλοπαροικίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θέσωσι τὸ πρόβλημά των. Πρώτη ἡ μετανάστευσις ἔδιδε διέξοδον, δεύτερον δὲν ὑπῆρχεν ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ κρίσις καὶ ἡ ὁποία ἔδωσε μίαν βάσιν ἐνεργείας πολιτικῆς εἰς τοὺς ἀγρότας διὰ νὰ ἐπιβάλουν τὰς θελήσεις των. Τὸ 1920 ἠναγκάσθησαν αἱ Κυβερνήσεις νὰ κάμουν παραχωρήσεις πρὸς τοὺς ἀγρότας, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμουν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Οἱ πρόσφυγες ἔφερον μαζὶ των μίαν ἀνάγκην ἐπείγουσαν γῆς καὶ εὗρον καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὴν ἐπιβάλουν. Ἡ εὐκαιρία ἦτο ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῆς Ἐπαναστάσεως αὐτῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ πρόσφυγες νὰ λύσουν τὸ ζήτημά των κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ μόνον δι’ ἐπαναστάσεως. Δὲν ὁμιλῶ μὲ πολιτικὸν πνεῦμα. Ἡ ἐπανάστασις αὐτὴ δὲν ἔγινε δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν, ἀλλ’ εἰς τὸ βάθος ἀντεπροσώπευεν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀκατανόητος αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις. Ὅταν ὑπάρχωσιν αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι τόσον ἰσχυραί, εἴτε ὁμαδικῶς, εἴτε ἐκ τῆς ὀργανώσεώς των καὶ εὑρίσκουν μίαν διέξοδον εἴτε εἰρηνικὴν εἴτε πολεμικὴν εἴτε πολιτικήν, θὰ εὕρουν ἀφορμὰς νὰ ἐπιβάλλουν τὰς θελήσεις των. Θὰ εὕρουν μίαν ἐπανάστασιν. Ἂν λοιπὸν δὲν θέλητε νὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, ὥστε αὔριον ὅταν ἡ ἔνδεια τῶν ἄλλων τάξεων τῶν ἐργατῶν καὶ πολλῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται αὐτὴν τὴν πίεσιν διὰ τὴν ἀστικήν των ἀποκατάστασιν, ἂν δὲν θέλητε νὰ δημιουργήσητε μίαν τόσον ἰσχυρὰν κρίσιν, ἂς φροντίσητε ἀπὸ τοῦδε νὰ λάβητε τὰ μέτρα διὰ νὰ παράσχητε τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν των, διότι ἀσφαλῶς αἱ ἀνάγκαι αὐταὶ θὰ εὕρουν μίαν φορὰν τὴν διέξοδόν των.
§210Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ὥστε φρονεῖτε ὅτι ἂν δὲν ἤρχετο ἡ Ἐπανάστασις, δὲν θὰ εὕρισκον στέγην οἱ πρόσφυγες; Ὥστε ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐλάμβανε μέριμναν περὶ αὐτῶν; Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.
§211Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν λαμβάνω τὴν πολιτικὴν ἄποψιν τῆς Ἐπαναστάσεως. Οἱ ἀγρόται εἶχον τὴν ἀνάγκην αὐτῶν· δὲν ἠδύναντο νὰ τὴν ἐπιβάλουν καὶ εὗρον τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὴν ἐπιβάλουν ὅταν εἴχομεν πόλεμον. Ἀπὸ τὸ 1917 ἤρχισεν ἡ κίνησίς των, ὅταν ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον.
§212Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1906 ὅταν ἦλθον οἱ πρόσφυγες τῆς Βουλγαρίας. Ἤρχισεν ἐπὶ Τρικούπη ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν τσιφλικίων. Διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ἐχρειάζετο ἐπανάστασις;
§213Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἔγινεν ἡ ἐπανάστασις προτοῦ ἔλθουν οἱ πρόσφυγες, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ αἴτιον εἶχε κατὰ βάθος. Λοιπόν, λέγω, θὰ ἔπρεπε παρ’ ὅλας τὰς συμπαθείας αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ διὰ τοὺς ἀγρότας νὰ δώσωμεν μίαν ὁριστικὴν λύσιν τῶν ζητημάτων, διότι δίδοντες μίαν διατύπωσιν τοιαύτην εἰς τὸ ἄρθρον 19 δὲν λύομεν τὸ ζήτημα, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τόσον βεβαρυμένος, ὥστε οἱαδήποτε ἀπόπειρα ἐπιβαρύνσεως αὐτοῦ, ἔστω καὶ ἐλαχίστη, νὰ μὴ εἶναι δυνατή. Διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 119 δὲν ἐρχόμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπισημοποιήσωμεν μίαν ἐπαναστατικὴν πρᾶξιν, ἥτις ἦτο μία γενικὴ ἀνάγκη διὰ τὴν Ἑλλάδα. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπεκταθῶμεν οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ νὰ κυρώσωμεν μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται συστηματικῶς μέχρι σήμερον καὶ τῆς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὰ ἀποτελέσματα. Λέγω ὅτι δὲν εἶναι πολὺ ὑπερβολικὸν νὰ θέλωμεν νὰ κυρώσωμεν μίαν ἐπαναστατικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία γενικῶς ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ αἰσθήματα τῶν περισσοτέρων συναδέλφων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀμείλικτον ἀνάγκην τῶν σημερινῶν περιστάσεων. Δὲν δυνάμεθα νὰ διέλθωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο χωρὶς νὰ δώσωμεν μίαν λύσιν πρὸς τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται κατὰ τρόπον ἀπειλητικόν. Πράττοντες τοῦτο, πράττετε ἓν ἔργον ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, διότι ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἦτο ἓν ἐπιχείρημα τῆς στρατοκρατίας· ὑπέσχετο πάντοτε ὅτι θὰ ἔφερε τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ταχύτερον πρὸς τὸ τέρμα της, ἀπέναντι τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐβράδυνον νὰ τὸ λύσουν. Ἂν ἀρνηθῶμεν τὴν διατύπωσιν αὐτήν, θὰ παράσχωμεν ὅπλα πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐχθροὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Θὰ διαδοθῇ καὶ ἴσως δικαίως καὶ εὐλόγως εἰς τὴν εὐρυτάτην μάζαν τῶν προσφύγων, τῶν ἀκτημόνων καὶ τῶν ἄλλων ἐπίσης ἐνδεῶν τάξεων τῶν ἐφέδρων, τῶν τραυματιῶν κλπ. ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνοι ἱκανοὶ νὰ δώσουν μίαν ὁριστικὴν λύσιν. Δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἶναί τι τὸ θεῖον. Εἶναι σύστημα καὶ σύστημα λογικόν, διότι δύναται νὰ προαγάγῃ τὰς δικαίας ὑποθέσεις τοῦ λαοῦ τὸ ταχύτερον. Δὲν ὑπάρχει ἓν θεώρημα ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἄνωθεν. Θὰ ἦτο πλάνη τοῦτο. Πρέπει νὰ ἀντεπεξέλθωμεν ἐναντίον τῆς στρατοκρατίας μὲ τὰς λύσεις τὰς ὁποίας ὑποδεικνύει καὶ προσπαθεῖ νὰ παρασύρῃ τὸν λαόν Μόνον μὲ αὐτὰς τὰς λύσεις θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν ἐναντίον αὐτῆς τῆς στρατοκρατίας.
§214Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Προκειμένου νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἀπόψε, νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπουσιάζει.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν καὶ νὰ ἀκούσουν εἶναι παρόντες. Τὸ ζήτημα ὡς συνταγματικὸν δὲν εἶναι κυβερνητικόν.
§216Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἡ συζήτησις ἀποτελεῖ μίαν διακωμώδησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§218Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα τὰ Συντάγματα ὅλων τῶν Κρατῶν δὲν ὑπογράφει ἡ Βουλή, οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται καὶ νὰ ψηφίζωνται Συντάγματα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ὑπογράψῃ καὶ θὰ φέρῃ κατὰ τεκμήριον τὴν μεγάλην εὐθύνην, εἶναι ἀποῦσα.
§219Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι πολὺ προκεχωρημένη καὶ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι τελείως ἐξηντλημένη ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι τοῦ λόγου καὶ εὔχομαι νὰ παραιτηθοῦν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὥστε νὰ κηρυχθῇ ἀπόψε ἡ συζήτησις περαιωμένη, ὥστε εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ὁμιλήσουν μόνον οἱ πολιτικοὶ ἡγέται καὶ νὰ κατατοπίσουν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν συζητήσεων εἰς τρόπον ὥστε νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§221Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Δὲν συμμερίζομαι καθόλου τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ταχέως τὸ ἄρθρον 119, διότι, ἂν ὀρθῶς ψυχολογῶ τὴν Βουλήν, αἱ συντηρητικαί της ἀρχαὶ ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς ῥιζοσπαστικὰς ἀρχὰς τοῦ ἄρθρου 119 καὶ ἐπίσης ἡ βία καὶ αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν κατὰ τὸ παρελθὸν περὶ τὰς ἀπαλλοτριώσεις καὶ τὰ λοιπὰ καὶ ἡ κακὴ διαχείρισις τοῦ ζητήματος ἐγέννησαν τὴν καχυποψίαν καὶ δυσπιστίαν τῆς Βουλῆς ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ νέαι αὐταὶ ἀπαλλοτριώσεις νὰ παρουσιάσουν τὰς αὐτὰς καταχρήσεις. Ἑπομένως εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ παραταθῇ, τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξονυχισθῇ, οὕτως ὥστε ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἡ παμψηφία, νὰ ἀποκαταστήσῃ τοὺς πρόσφυγας. Διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω βουλευτήν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξέφρασε τὴν γνώμην ὅτι οἱ πρόσφυγες καὶ οἱ ἀκτήμονες ἐν γένει δὲν πρέπει νὰ ἀποκατασταθοῦν. Νομίζω ὅτι θὰ ψηφισθῇ διὰ μεγίστης πλειονοψηφίας τὸ ἄρθρον 119. Εἶμαι ἀκόμη τῆς γνώμης ὅτι, ἂν τὸ ἄρθρον 119 ἐτίθετο εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἑπομένην τοῦ ἄρθρου 19, ἀσφαλῶς θὰ κατεψηφίζετο καὶ ὅτι σήμερον οἱ πεισθέντες βουλευταὶ ὅτι δὲν ἔχουν τίποτε νὰ φοβοῦνται τρομερὸν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 119 εἶναι ἀσφαλῶς οἱ περισσότεροι. Ἠκούσθη ἐνταῦθα ἡ γνώμη διατί νὰ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς πρόσφυγας καὶ νὰ μὴ ἀποκαταστήσωμεν πάντα ἀκτήμονα ἐν Ἑλλάδι. Ἄν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἦτο ὅπως τὸ Κράτος τὸ Ἀγγλικόν, μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους τοῦ Ἀγγλικοῦ, βεβαιώτατα θὰ εἶχεν ἀποκαταστήσει ὅλους τοὺς ἀκτήμονας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὴν διοίκησιν τὴν Ἀγγλικήν. Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορά διὰ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν. Μεταξὺ προσφύγων καὶ ἀκτημόνων γηγενῶν ὑπάρχει ἐκείνη ἡ διαφορά, ὅτι οἱ πρόσφυγες εἶναι θύματα πολέμου. Δι’ ὃν λόγον περιθάλπομεν τὰ θύματα τοῦ πολέμου τὰ γηγενῆ, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔχομεν τὴν ἐθνικὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιθάλψωμεν τὰ θύματα τοῦ πολέμου τὰ ἐλθόντα ἔξωθεν. Θὰ ἦτο παράδοξον νὰ ἠκούομεν ἐν Γαλλίᾳ ὅτι τὸ Γαλλικὸν Κράτος δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ περιθάλψῃ καὶ ἀποκαταστήσῃ τοὺς κατοίκους τῶν λεγομένων ἐκεῖ Régions dévastées. Ἄν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐξερριζώθησαν τελείως, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται οὐδὲ τὰ ἴχνη τῶν οἰκιῶν των, ὁ λόγος ἦτο ὁ πόλεμος. Ἑπομένως τὸ Γαλλικὸν Κράτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ καὶ τοὺς ἀποκατέστησε. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχει καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Ἀλλά, κύριοι, θὰ ἐξετάσωμεν ὀλίγον καὶ ἀπὸ πλουτολογικῆς ἀπόψεως τοὺς πρόσφυγας, διότι νομίζω ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐπικρατοῦν πλάναι. Οἱ πρόσφυγες ἦσαν εἷς πληθυσμός, εἰς τὸν ὁποῖον, ἂν ὑπολογίσητε ὅτι ἡ ἀτομικὴ περιουσία—εἶναι δὲ 1,500,000 περίπου οἱ πρόσφυγες οἱ ἐλθόντες ἐδῶ—ἀνήρχετο ἐκεῖ εἰς 100 λίρας χρυσᾶς, ἡ περιουσία των ἐκείνη ἀνήρχετο ἐκεῖ εἰς 150,000,000 χρυσῶν λιρῶν. Ἄν τυχὸν παραδεχθῇ κανεὶς ὅτι προσεκόμισαν προσφεύγοντες εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνον 3 λίρας χρυσᾶς ἕκαστος, τὸ ποσὸν τοῦ συναλλάγματος τὸ ὁποῖον ἔφερον ἐδῶ εἶναι 4,500,000 λιρῶν χρυσῶν. Νομίζω δὲ ὅτι εἶμαι ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος, διότι, ἂν ἐνθυμεῖσθε, ὅταν οἱ πρόσφυγες προσέφυγον ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ λίρα κατῆλθεν ἀπὸ 200 δραχμὰς εἰς 150 ἀποτόμως. Ὅλοι ἀνέμενον τότε τὴν ὕψωσιν τοῦ συναλλάγματος, ἐνῷ τοὐναντίον ἦλθεν ἡ πτῶσις αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ τολμήσω νὰ κάμω ἕνα ὑπολογισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν θὰ εὕρισκον ἀντίρρησιν. Ἄν ὑπολογίσητε σήμερον ὅτι τὸ 1½ ἑκατομμύριον ψυχῶν τῶν προσφύγων δαπανᾷ καθ’ ἡμέραν 10 μόνον δραχμάς, δηλαδὴ τὴν τιμὴν ἑνὸς ἄρτου ὀκᾶς, ἕπεται ὅτι ἡ ἐμπορικὴ κυκλοφορία ἡ καθ’ ἑκάστην ἐπιταχυνθεῖσα λόγῳ τῆς προσφυγῆς τῶν προσφύγων εἶναι 15,000,000 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην. Ἄν ὑπολογίσητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διεθνῶς παραδέχεται ἡ στατιστικὴ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὅτι τὰ 10% ἐκ τῆς κυκλοφορίας αὐτῆς περιέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἔχομεν 3,000,000 δραχμὰς καθ’ ἑκάστην ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων πρὸς πλουτισμὸν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἤτοι περίπου 1,000,000,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Δὲν ἀφίσταμαι τῆς ἀληθείας ὑπολογίζων οὕτω, διὰ τὸν λόγον ὅτι τὸ 1½ ἑκατομμύριον προσφύγων εἶναι τὸ ¼ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας, τὰ δὲ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἂν τὰ ὑπολογίσωμεν εἰς 7 δισεκατομμύρια δραχμῶν, τὸ ἓν δισεκατομμύριον εἶναι τὸ ⅐, ἐνῷ ὁ πληθυσμὸς τῶν προσφύγων εἶναι τὸ ¼ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ. Δὲν ὑπολογίζω ὅτι τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ τῶν προσφύγων εἶναι τὸ ¼ τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ μόλις τὸ ⅐. Ὥστε δὲν νομίζω ὅτι εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶμαι ὑπερβολικός. Ἀλλά, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἡ ἄδηλος συμβολὴ τῶν προσφύγων εἰς τὴν ἐθνικήν μας οἰκονομίαν· εἶναι ἡ ἄδηλος ἐκείνη συμβολή, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς οἱ ξένοι κατενόησαν περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, εἶναι ἡ συμβολὴ τῶν προσφύγων. Ἀφίνω τὴν ἀγροτικὴν ἐγκατάστασιν, τῆς ὁποίας τὴν στατικὴν ἀνεγνώσατε ὅλοι εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἣν θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι σχεδὸν κατὰ 35% ἡ ἐθνική μας παραγωγὴ ηὐξήθη λόγῳ τῶν ἀγροτικῶν ἐγκαταστάσεων. Εἶναι ἡ συμβολὴ αὐτῶν εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς μετάξης, εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν ταπήτων, εἰς τὴν ἁλιείαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν προόδους πολὺ μεγάλας λόγῳ τῶν προσφύγων, εἰς τὴν ὑφαντουργίαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων. Ἐκ τῶν 9,000,000 λιρῶν, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ ἐφέτος, δὲν θὰ εἶμαι ὑπερβολικὸς νὰ εἴπω ὅτι τὰ 2–3 ἑκατομμύρια λιρῶν ὀφείλονται εἰς τοὺς πρόσφυγας. Ἐνθυμοῦμαι ὅταν εἶχον μεταβῆ εἰς Ρωσσίαν, ὅτι ὁ μακαρίτης ὁ Κράσσιν ὁ ἴδιος μοὶ εἶπε: «Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἔβλεπον εἰς τὴν Ρωσσίαν μεταναστεύοντας Ἕλληνας καπνεργάτας καὶ καπνοφυτευτάς». Ἀλλὰ παρὰ τὴν πλουτολογικὴν αὐτὴν ἐξέτασιν οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι βουλευταί, θὰ μειώσῃ τὴν σημασίαν τοῦ ἐξελληνισμοῦ τῆς Μακεδονίας λόγῳ τῶν προσφύγων. Ἂν οἱ πρόσφυγες δὲν εἶχον ἔλθει ἐδῶ καὶ ἂν οἱ γείτονες σήμερον νομίζωσιν ὅτι ἔχουν ἐπιχειρήματα διὰ νὰ θέσουν τὸν πόδα, ἔστω καὶ τὸ ἄκρον τοῦ πέλματός των εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, φαντασθῆτε τί θὰ ἐγίνετο, ἂν ἠκούετο ἔξω τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπως πρίν, τὸ «Ντόμπρο οὖτρο» καὶ τὸ «Ἔβαλλαχ». Ἀλλ’ ἐκ πείρας γνωρίζω ἐκ τοῦ ἰδικοῦ μου νομοῦ, ὅπου ἔφυγαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἦλθε προσφυγικὸς πληθυσμός, ὅτι ἡ γηγενὴς ἐμπορικὴ κυκλοφορία ὑπερεδιπλασιάσθη. Διότι ὁ Ἕλλην δὲν εἶναι ὡσὰν τὸν Τοῦρκον, ἐξοδεύει πολὺ περισσότερα. Ἔγινεν ἐπὶ Ἐπαναστάσεως εἷς νόμος καθορίζων τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἶναι ὁ νόμος τῆς 4ης Ἰουνίου 1923. Ἂν ἦτο δυνατόν—καὶ δὲν τολμῶ νὰ τὸ προτείνω διότι ἴσως θὰ εἶχον τινὲς ἀντίρρησιν— ἂν αὐτὸς ὁ νόμος κατηρτίζετο ἐξ ἁπάντων τῶν κομμάτων, ὥστε νὰ καθωρίζετο ὁ τρόπος καθ’ ὃν θὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἔπειτα ἐψηφίζετο τὸ 119ον ἄρθρον, ὅτε θὰ ἐδιαλύοντο ὅλαι αἱ πλάναι καὶ καχυποψίαι τῆς Βουλῆς καὶ τὸ 119ον ἄρθρον θὰ ἐψηφίζετο ὁμοθύμως ὑπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη μὲ τὴν ἀσθενῆ μου συμβολὴν νὰ διαλύσω μερικὰς πλάνας καὶ νομίζω ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ διαπραγματευθῇ ὁ ἐκτελεστικὸς αὐτὸς νόμος τοῦ μέλλοντος νὰ ψηφισθῇ 119ου ἄρθρου, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ὑπάρχει καχυποψία νὰ ἀπαλλοτριωθῇ μικρὸν οἰκόπεδον εἰς τὴν ὁδὸν Σταύρου καὶ νὰ ἔλθῃ εἷς πρόσφυξ νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Νομίζω ὅτι ἡ καχυποψία δὲν φθάνει μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἂν εἰς τὸν νόμον θέσητε ὅτι δὲν θὰ ἀπαλλοτριώνωνται οἰκόπεδα μιᾶς ὡρισμένης ἐπιφανείας. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Συντηρητικῶν εἰς τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν περιώρισεν εἰς 2,000 πήχεις τὴν ἀπαλλοτριουμένην ἔκτασιν. Ἐννοεῖται ὅτι οἰκόπεδον 2000 πήχεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι οὔτε εἰς τὴν ὁδὸν Σταύρου, οὔτε εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἐν Ἀθήναις καὶ Θεσσαλονίκῃ ὅπου θὰ παρουσιασθοῦν ζητήματα ἀπαλλοτριώσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπαρχίαι ἢ ἄλλοι νομοί. Ἀλλ’ ἐκεῖ εἶναι πολὺ εὐκολώτερα τὰ ζητήματα καὶ δὲν νομίζω ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Δεύτερον νὰ μὴ ἀπαλλοτριωθοῦν οἰκόπεδα ὑπὲρ ἀτόμων, ἀλλ’ ὑπὲρ ὁμάδος ἀποτελούσης οἰκονομικὸν συνεταιρισμὸν καὶ οὐχὶ πέραν ἑνὸς οἰκοπέδου δι’ ἓν ἄτομον. Τρίτον, τὰ οἰκόπεδα διὰ μίαν οἰκογένειαν νὰ μὴ εἶναι ὑπέρτερα ὡρισμένου ἀριθμοῦ τετραγωνικῶν μέτρων. Ἤκουσα καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἷς πρόσφυξ νὰ ἀπαλλοτριώσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του ἓν οἰκόπεδον 1000 πήχεων. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι ἀδικαιολόγητος καχυποψία. Μετὰ ταῦτα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ἕτερον στοιχεῖον, ὁ καθορισμὸς τῆς εἰσφορᾶς ἑκάστου πρόσφυγος ἀναλόγως τῆς δυναμικότητός του. Κατόπιν ἕτερον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καθορισθῇ, εἶναι ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν ἐν σχεδίῳ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Συντηρητικῶν ὥρισε κατ’ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ἔτους 1922. Διότι πολὺ ὀρθῶς δὲν εἶναι δίκαιον ἡ ὑπερτίμησις, ἡ ὁποία προῆλθεν ἀκριβῶς ἐκ τῆς συρροῆς τῶν προσφύγων, νὰ πληρωθῇ παρ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ διηυκολύνετο πολύ— καὶ ἔθιξεν αὐτὸ τὸ θέμα ὁ προλαλήσας συνάδελφος—θὰ διηυκολύνετο, λέγω, πολὺ ἡ ἀστικὴ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων, ἂν ταχέως ψηφισθῇ ὁ νόμος τῆς ὁριζοντείου ἰδιοκτησίας.
§222ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐψηφίσθη.
§223Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ὄχι. Ἐψηφίσθη διὰ τὰ μικρὰ προσφυγικὰ σπίτια. Ἐξ ἄλλου νὰ καθιερωθῇ νὰ κτίζωνται πολὺ μεγάλαι οἰκίαι ἑνὸς δωματίου μετὰ κουζίνας ἢ δύο, τριῶν, τεσσάρων, πέντε καὶ νὰ εἶναι δυνατὸν εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν νὰ πηγαίνῃ καὶ νὰ ἐκλέγῃ τὸ μικρὸν διαμέρισμα τὸ ὁποῖον τῷ χρειάζεται. Ἡ στατιστικὴ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ διαμέρισμα στοιχίζει εὐθηνότερον ἀπὸ ὅ,τι στοιχίζει ἡ μονοκατοικία. Διότι εἶναι τὸ οἰκόπεδον μόνον διὰ τὴν μονοκατοικίαν καὶ ἡ στέγη μόνον διὰ τὴν μονοκατοικίαν. Ἐνῷ εἰς τὴν μεγάλην οἰκοδομὴν τῶν πόλεων εἶναι μία ἡ στέγη καὶ ἓν τὸ οἰκόπεδον διὰ πολλὰς κατοικίας. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι, ἂν ψηφισθῇ ταυτοχρόνως τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὁριζοντείου ἰδιοκτησίας», τότε ἓν οἰκόπεδον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνῃ εἰκοσαπλάσιον ἀριθμὸν προσφύγων ἀφ’ ὅ,τι θὰ περιελάμβανε ἂν ἦτο μονοκατοικία.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρα 12.20′ π. μ.)