1927.04.06
1.785 στίχοι · 14.114 λέξεις · 105 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
Τετάρτη 6 Ἀπριλίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ψηφισθέντων χθὲς δύο νομοσχεδίων. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§4Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Δὲν ἐτυπώθη, οὔτε διενεμήθη τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ κτηματικοὶ Σύλλογοι Πειραιῶς, Ἀγρινίου, Ἄργους, Τρικκάλων, Χανίων, Μυτιλήνης καὶ Ζακύνθου διαμαρτύρονται ἐντόνως κατὰ τῆς μελετωμένης ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας. — Ὁ Ἐμμ. Χαληβελάκης, ἀνθοκηπουρὸς κάτοικος Ἀθηνῶν, ζητεῖ οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, διότι τυγχάνει πατὴρ 10 τέκνων καὶ εἶναι ἄπορος. — Οἱ κάτοικοι Γιαννιτσῶν διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι κατακρατεῖ τὸ ἀπὸ διετίας ἕτοιμον σχέδιον τῆς πόλεως ἀδικαιολογήτως, ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τῶν κατοίκων, ἀδυνατούντων νὰ οἰκοδομήσωσι. — Σύμπας ὁ λαὸς τῆς κοινότητος Κάτω Πορροΐων διαμαρτύρεται ἐπὶ τῇ εἰδήσει ὅτι ἡ γενικὴ διεύθυνσις Ἐποικισμοῦ Μακεδονίας βασισθεῖσα εἰς ἀσφαλμένας εἰσηγήσεις ἀπέσπασε καὶ παρεχώρησε γαίας ἀνηκούσας εἰς τὴν κοινότητά της. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπούκουρας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Ἀνδραβίδος διαμαρτυρομένων ἐπὶ τῇ εἰδήσει τῆς μελετωμένης καταργήσεως τοῦ ἐκεῖ Εἰρηνοδικείου. — Αἱ κοινότητες καὶ οἱ συνεταιρισμοὶ ὁλοκλήρου τοῦ Παγγαίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς μετακινήσεως τῆς Νέας Πάφρας, ζητοῦσι δὲ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, συμφώνως μὲ τὰς ἀποφάσεις τῆς δικαστικῆς Ἐπιτροπῆς. — Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Ἀναστασίου καταθέτει ὡσαύτως ἀναφορὰν τῆς κωμοπόλεως Ἀνδραβίδος κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξουσιοδοτεῖται τὸ Προεδρεῖον ὅπως καταρτίσῃ μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸν ἐν Ἀραχώβῃ ἑορτασμὸν κατὰ τὴν 3ην Μαΐου ἐ. ἔ. ἐπὶ τῇ ἑκατονταετηρίδι τῆς μάχης τῆς Ἀραχώβης.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μπαμπᾶκος, Ε. Βελλιανίτης, Γ. Φικιώρης, Β. Σκουλᾶς καὶ Ν. Κρανιωτάκης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀπονομῆς τίτλου καὶ μισθοῦ τμηματάρχου εἰς τοὺς εἰσηγητὰς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Θεοτόκης, Α. Πιέρρης καὶ Σ. Παϊπέτης ὑποβάλλουσι πρότασιν ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Χαβίνης καὶ Α. Μέρος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος.
§9Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἵνα συστηθῇ εἰς τοὺς προέδρους τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν νὰ μὴ ὁρίζωσι τὰς αὐτὰς ὥρας συζητήσεως τῶν Ἐπιτροπῶν, ἐφόσον τὰ αὐτὰ μέλη ἀποτελοῦσι πολλάκις τὰς Ἐπιτροπάς.
§10Σ. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως συσταθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας νὰ ἀποστείλῃ τὰ Ν. Διατάγματα τῆς δικτατορίας, διότι μέχρις ὥρας οὐδὲν ἔστειλεν.
§11Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Συγκεντρώνονται ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ συνοδευθοῦν μετ’ ἐκθέσεως δι’ ἕκαστον μέτρον, διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἡ βραδύτης.
§12Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ αὐτὴ δυσχέρεια γεννᾶται εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, διότι χρειάζεται ἡ μελέτη τῶν μέτρων καὶ ἀντιγραφὴ πολλαπλῆ καὶ διὰ τοῦτο βραδυπορεῖ ἡ ἀποστολή των.
§13Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἔχομεν πληροφορίας ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι τμηματάρχαι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων δὲν στέλλουσι τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἐδημιουργήθησαν θέσεις.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κάκαβος ἔχει τὸν λόγον.
§15Δ. ΚΑΚΑΒΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι εἶμαι ὁ ἥκιστα ἐνδεδειγμένος διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 119, ἄρθρου κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀφορῶντος τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ ἀποζημίωσιν τῆς ἰδιοκτησίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ἀμυδρὰν εἰκόνα τῆς τραγικῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιέλθει ἡ ἐν Μακεδονίᾳ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰκόνος ταύτης δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν κατὰ πόσον δέον νὰ κατοχυρώσωμεν ὄχι μόνον τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ μέχρι ποίου σημείου δέον νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν κατοχύρωσιν ταύτην. Συνέπεσε νὰ ἐξασκήσω δικτατορικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἀγοραίας ἰδιοκτησίας ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τοὺς προπολεμικοὺς χρόνους. Ὀφείλω νὰ διαβεβαιώσω ὅτι κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας ἀπηγορεύομεν τὴν ἐκποίησιν τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας εἰς μὴ ὁμογενεῖς, διότι ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία ἐθεωρεῖτο ὡς εἷς ἐκ τῶν παραγόντων πρὸς πιστοποίησιν τῆς ἐθνικῆς μορφῆς τῆς Μακεδονίας. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας εἶχεν ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία, ὅταν ἐπηκολούθησαν οἱ ἔνδοξοι πόλεμοι τοῦ 1912–1913. Οἱ πόλεμοι οὗτοι διεξήχθησαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Μακεδονικοῦ ἐδάφους, ἡ δὲ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία ὑπέστη ὅλας τὰς συνεπείας τῆς διεξαγωγῆς μιᾶς τοιαύτης στρατιωτικῆς ἐνεργείας. Οἱ ἰδιοκτῆται παρ’ ὅλην τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν, λόγῳ τῆς μέθης τῆς νίκης καὶ τῆς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας δὲν ἠθέλησαν νὰ διεκδικήσωσιν ὅ τι ἔδει νὰ διεκδικήσωσιν ἐξ ὁλοκλήρου. Καὶ διὰ ταῦτο ἐκκρεμοῦσιν εἰσέτι πολλαὶ ὑποθέσεις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μετὰ τοὺς πολέμους τούτους ἐπηκολούθησεν ἡ ἐγκατάστασις τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων, ἡ ὁποία διετηρήθη ἐπὶ τέσσαρα περίπου ὁλόκληρα ἔτη. Αἱ συμμαχικαὶ ἐν Μακεδονίᾳ ἐγκαταστάσεις μετὰ τῶν Ἑλληνικῶν ὑπερέβησαν τὰς 500 χιλιάδας στρατοῦ. Κατὰ πόσον αἱ προκληθεῖσαι ζημίαι εἰς τὰς ἀγροτικὰς περιουσίας εἶναι μεγάλαι ἢ ὄχι, τοῦτο δύνανται νὰ βεβαιώσουν τὰ λειτουργοῦντα ὡς παραρτήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δύο γραφεῖα ζημιῶν πολέμου, τὸ ἓν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μάρνη καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὰ Παραπήγματα, ὅπου κατὰ χιλιάδας ἐκκρεμοῦσιν αἱ ὑποθέσεις τῶν ἀδικηθέντων ὁμογενῶν. Διὰ νὰ ἔχητε μίαν ἐντύπωσιν πῶς λειτουργοῦσι τὰ γραφεῖα αὐτά, σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς γεγονός. Γνωρίζω ὁμογενῆ, ὁ ὁποῖος ὑπέστη ζημίας ἀνερχομένας εἰς 500,000 καὶ τῷ ἐπεδικάσθησαν μόνον 38.000. Ἐκ τῶν 38,000 δραχμῶν μόλις 15,000 μετὰ τὴν ἑτέραν διαβάθμισιν δύναται νὰ λάβῃ καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπαρκοῦν νὰ καλύψουν οὔτε τὰ δικαστικὰ καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν πενιχρὰν ἀποζημίωσιν. Μετὰ ταῦτα ἐπηκολούθησεν ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφή. Οὐδεὶς βεβαίως ἀρνεῖται ὅτι τὰ θύματα τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς συμφορᾶς εὐλόγως καὶ δικαίως προσέφυγον εἰς τὴν Μητέρα Πατρίδα ζητοῦντα στέγην, περίθαλψιν καὶ παραγωγικὴν ἐργασίαν. Ἡ ἐν Μακεδονίᾳ δὲ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία, φυσικά, ἦτο νὰ ὑποστῇ τὰ πρῶτα πλήγματα τοῦ ἐθνικοῦ τούτου γεγονότος. Οὐδεὶς διενοήθη νὰ παρεμβάλῃ προσκόματα εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω εἶναι ὅτι ἡ ἐθνικὴ αὐτὴ συμφορὰ δὲν πρέπει μόνον νὰ ἐπιρριφθῇ ἐπὶ τῶν ὤμων μιᾶς δρακὸς ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὤμων ὅλων, ἀφοῦ ἡ συμφορὰ ἦτο ἐθνική. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φέρω ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτόν μου, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν ὑπέστη λόγῳ τῆς ἀκριβείας τοῦ βίου, οὐδεμίαν ἄλλην εἰσφορὰν προσφέρω διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν ἰδικήν μου, ἐκ τῶν 286 συναδέλφων οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀμφιβάλλω ἂν οἱ 270 θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν. Ἑπομένως ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦμεν ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστῶμεν πάντες μίαν εἰσφορὰν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ταύτης συμφορᾶς....
§16Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Χιλίας τετρακοσίας μόνον ἐπλήρωσαν.
§17Δ. ΚΑΚΑΒΟΣ. Εἶμαι ἑπομένως τῆς γνώμης, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου νὰ διευκρινισθῇ τὸ ἄρθρον 119, νὰ τονίσω, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε καὶ τὰς εἰς χρυσὸν καταθέσεις, ἐπίσης τοὺς ἐκπατρισθέντας ὁμογενεῖς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἓν πολοστημόριον τῆς καταστροφῆς, διότι αἱ εἰς χρυσὸν καταθέσεις ἐπληρώθησαν εἰς 22.50 καὶ ὅλοι ἔλαβον ἓν ποσόν, μόνον δὲ οἱ γαιοκτήμονες δὲν ἔλαβον οὔτε κἂν ὀβολόν. Λέγων δὲ ταῦτα ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οὔτε σπιθαμὴν ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας ἔχω. Εἶμαι ἑπομένως τῆς γνώμης ἀπέναντι τοῦ γενομένου ἀδικήματος ἂν εἶναι δυνατὸν— διότι δὲν εἶμαι πολιτειολόγος διὰ νὰ διατυπώσω τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ θὰ ἐφεύρουν τὸν τρόπον—νὰ γίνῃ εἴτε δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, εἴτε ἄλλως πως, ὥστε ἡ γενομένη ἀπαλλοτρίωσις, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γίνῃ αὕτη ἐπὶ τῶν ψιχίων τῶν τέως ἰδιοκτητῶν, διότι αὐτοὶ θὰ ὑποστοῦν καὶ πάλιν τὴν δευτέραν ἀπαλλοτρίωσιν, νὰ δίδεται τοὐλάχιστον τὸ ½ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς ἀξίας τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος, δηλαδὴ τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ κτῆμα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαλλοτριωθῇ, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον νὰ δίδωνται ὁμολογίαι. Καὶ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ μὴ γεννᾶται ἡ ἐντύπωσις τῆς δημεύσεως, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν φυγάδευσιν ξένων κεφαλαίων καὶ κλονισμὸν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε, εἰμὴ ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ πρυτανεύσῃ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου λογικὴ ἰδέα τῆς ἐξευρέσεως χώρου πρὸς στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων, ἵνα μὴ παρεκτραπῇ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς μεταβιβάσεως τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον καὶ νὰ μὴ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ πρὸς ἐπαύξησιν τῆς περιουσίας τοῦ ἑνὸς καὶ μείωσιν τῆς περιουσίας τοῦ ἄλλου. Ἐγὼ δὲν ἔχω παρὰ νὰ τονίσω ὅτι δέον νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, διότι εἶναι τὸ Σινικὸν τεῖχος, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς προστατεύσῃ ἀπὸ τῆς ἐξαπλώσεως τῶν περὶ κοινοκτημοσύνης ἐθνοκτόνων ἰδεολογιῶν τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου. Πᾶσα μείωσις τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν μᾶς ἄγει μοιραίως πρὸς τὸν μπολσεβικισμὸν καὶ μάλιστα πρὸς τὸν ἀναρχισμόν, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ὁ σεβαστός μας συνάδελφος κ. Εὐταξίας ἀνέφερεν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§19Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ περιστρεφόμενον περὶ τὰ ἄρθρα 19 καὶ 119 ἀπησχόλησεν ὡς μὴ ὤφειλε διὰ μακρῶν τὴν Βουλήν. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀσαφῆ στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ μακρὸν ἀφῆκεν ἡμᾶς νὰ κατατριβώμεθα εἰς μακρὰς συζητήσεις, χωρὶς νὰ μᾶς λέγῃ σαφῶς τὴν γνώμην της. Διὰ τοῦτο θὰ εἶμαι σύντομος, διότι αἱ μακραὶ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ γίνουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119, ἐξηντλήθησαν εἰς τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον ἐξωνυχίσθη διὰ μακρῶν καὶ τέλος ἐψηφίσθη ἐντὸς λογικῶν ὁρίων προστατευόντων τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἀπεσκορακίσθη ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπετέλει μίαν ἐνέδραν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ ὁποία εἶχε ληφθῆ ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος καὶ ἥτις εἶχεν εἰσαχθῆ κατόπιν ἀγώνων καὶ ἐπικρατήσεως τῶν σοσιαλιστῶν. Καὶ ἐννομίσαμεν ὅτι ἡσυχάσαμεν, ἀφοῦ ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 19 καὶ τὸ ἐφέραμεν εἰς τὰ λογικά του ὅρια, ὥστε νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν πεποίθησιν τοῦ πολίτου ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας του. Διότι, ὡς καὶ χθὲς ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ περιουσία ἐν Ἑλλάδι εἶναι προϊόν ἐργασίας εἴτε πνευματικῆς, εἴτε ἐμπορικῆς, εἴτε ἰδιοφυΐας καὶ ἀποτελεῖ μίαν ἀποταμίευσιν. Ἀφίνω τὰ μεγάλα ἐκ τοῦ πολέμου προκύψαντα κέρδη, τὰ ὁποῖα βαρύτατα ἐφορολόγησαν ὅλα τὰ Κράτη, καθὼς καὶ τὸ ἡμέτερον. Καίτοι ἡ περιουσία αὐτή, ἡ ἰδιοκτησία αὐτὴ καταρτίζεται ὑπὸ τοῦ ἀτόμου εἴτε χάριν τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ, εἴτε χάριν τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, πάντως ἀποτελεῖ ἓν βάθρον ὠφέλιμον διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ διὰ τὸ Κράτος. Ἄν ἐξαλειφθῇ ἡ ἰδέα τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς περιουσίας, οὐδεὶς ὑποθέτω θὰ ἔχῃ τὴν ὄρεξιν νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ ἀποταμιεύσῃ, ἀποβαίνων οὕτως ὠφέλιμος παράγων καὶ συντελεστὴς εἰς τὴν ὅλην κρατικὴν οἰκονομίαν. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω καὶ δὲν θὰ φθάσω μέχρι τῶν Γραφῶν, αἱ ὁποῖαι προσεκομίσθησαν ἄλλοτε ἐδῶ, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἀνέκαθεν ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἐθεώρησε σεβαστὴν τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ μόνον ἐδέχθησαν κατὰ πάντας τοὺς αἰῶνας ὅτι δέον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας νὰ ὑποχωρῇ καὶ νὰ κάμπτεται χάριν τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Τοῦτο οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται, οὔτε δύναται κανεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὄχι ἐπὶ θυσίᾳ τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν ὀλίγων. Βεβαίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅπως ἀνέφερεν ὁ σεβαστός μοι ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Συντηρητικῶν, ἡ ἰδιοκτησία ὑπῆρξε σεβαστή. Διότι ὁ Δαυΐδ ὅταν ἐζήτησε συμβουλὴν ἀπὸ τὸν Θεὸν τί νὰ κάμῃ, τῷ εἶπε νὰ ὑπάγῃ νὰ κτίσῃ ἕνα ναὸν εἰς ἓν ὡρισμένον μέρος καὶ τότε εἶπεν ὁ Δαυῒδ εἰς τὸν ἀγρότην ὁ ὁποῖος εἶχε τὸν ἀγρόν: «Δός μοι τὸν ἀγρὸν ἀργυρίῳ ἰσαξίῳ ἵνα σώσω τὸν λαόν». Καὶ κατὰ πάσας τὰς ἐποχάς, ὅπως εἶπεν, ὑπῆρξε σεβαστὴ ἡ ἰδιοκτησία, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἄκαμπτος, ὄχι καὶ ἀλύγιστος, ὄχι καὶ ἰδιότροπος. Καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτὴν τὴν ἐσεβάσθησαν πάντες οἱ αἰῶνες καὶ πάντες οἱ μεγάλοι καὶ ἰσχυροὶ ἡγεμόνες, βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον, ἡ ἰδιοκτησία πρέπει νὰ κάμπτεται χάριν τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμπτεται; Διὰ δημεύσεως; Ὄχι βεβαίως. Διὰ παροχῆς ὀλίγων ψιχίων ὑπὸ τὸν τύπον τῆς δῆθεν ἀποζημιώσεως; Ὄχι βεβαίως. Πρέπει τὰ πράγματα νὰ συνδυάζωνται κατά τινα τρόπον, ὥστε νὰ μὴ μεταβάλλεται ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ γενικοῦ καλοῦ εἰς τὴν ἐντύπωσιν τῆς δημεύσεως, πλὴν καὶ τῆς πλήρους ἀπογοητεύσεως. Παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἀνάγκη ἕνεκεν διαφόρων γνωστῶν λόγων, ἀλλὰ καὶ γενικωτέρων ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν νεωτέρων ἀνατρεπτικῶν θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι καλλιεργοῦνται, νὰ ἐφαρμοσθῇ μία πολιτικὴ λεγομένη ἀγροτικὴ πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ὁμολογουμένως τὴν ἠκολούθησαν πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τὸ 1919 μέχρι σήμερον. Καὶ ἀντιμαχόμενοι πρὸς ἀλλήλας Κυβερνήσεις, τὴν ἠκολούθησαν αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀποδοκιμάσῃ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν καὶ νὰ τὴν καταδικάσῃ. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς τῆς πολιτικῆς νομίζω ὅτι, ὡς ἐγένετο καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὡς φοβοῦμαι μὴ γίνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, δὲν ἐτηρήθη τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἰσότης, τουτέστι δὲν ἐδόθησαν εἰς τοὺς δικαιουμένους αἱ δέουσαι ἀποζημιώσεις, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἐδόθησαν αἱ πραγματικαὶ ἀποζημιώσεις. Φρονῶ δὲ ὅτι ἡ πραγματικὴ ἀποζημίωσις δὲν εἶναι νὰ λάβωμεν τὸ κτῆμα τοῦ ἄλλου, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι προσοδοφόρον καὶ τῷ ἀπονέμῃ ἓν εἰσόδημα διὰ νὰ ζήσῃ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του, ἀντιπαρέχοντες εἰς αὐτὸν ὁμολογίας μὲ ἕνα μέτριον τόκον καὶ ἐξοφλητέας εἰς μακρὰν περίοδον χρόνου. Κατὰ τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν αὐτὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν κατεβλήθη μία προσπάθεια νὰ σωθῇ τὸ πρόσχημα τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀποζημίωσις δέον νὰ προηγεῖται τῆς καταλήψεως τοῦ κτήματος. Αὐτὸ βέβαια ἦτο μία ἐγγύησις καὶ μία παρηγορία ἐκείνου, ὁ ὁποῖος στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, χάριν τοῦ γενικοῦ καλοῦ. Μόνον τὸ πρῶτον διὰ τῆς ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως τοῦ 1923 ἐγένετο παρέκβασις, ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Δʹ Συνελεύσεως, διότι ἡ ἐπαναστατικὴ αὐτὴ ἀπόφασις λέγει (ἀναγινώσκει). Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ πολὺ αὐτὴν τὴν διάταξιν, διότι παρετήρησα ὅτι καὶ εἰς τινα Συντάγματα καὶ δὴ παλαιότερα, καθὼς εἰς νεώτερα, εἰς τὸ Ἰταλικὸν καὶ τὸ Αὐστριακόν, ἐπιτρέπεται ἡ κατάληψις λόγῳ δημοσίας ὠφελείας καὶ πρὸ τῆς καταβολῆς ἀποζημιώσεως. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι, ὅταν τὰ Κράτη εὑρίσκωνται εἰς εὐπορίαν, εἰς εὐμάρειαν, εἰς ὁμαλὴν περίστασιν καὶ ὅταν ἐξασφαλίζωνται ὅλαι αἱ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐγγυήσεις διὰ τὸν ἀκριβῆ καθορισμόν, τὸν δίκαιον τοὐλάχιστον καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ὁ πολίτης δὲν στενοχωρεῖται, οὔτε τρομοκρατεῖται, ἂν δὲν πρόκειται νὰ τῷ καταβληθῇ ἀποζημίωσις εἰμὴ μετά τινα καιρὸν λόγῳ ἐπειγούσης ἀνάγκης, λόγῳ ἐπιτάξεως ἐν ὥρᾳ πολέμου καὶ ἐπιστρατεύσεως, εἴτε πρόκειται περὶ πραγμάτων ἀντικαταστατῶν ἢ πρόκειται περὶ ἀναντικαταστάτων. Καὶ οὐδείς ποτε διενοήθη νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ὑπὸ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα καὶ ὑπὸ τὸ νέον ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρήσῃ ὅλη ἡ διαδικασία ἡ μακρὰ διὰ νὰ πάρωμεν ἄλευρα καὶ ἄλλα εἴδη πρὸς διατροφὴν τοῦ Στρατοῦ καὶ τῶν πολιτῶν. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ σχετικοί νόμοι περὶ ἐπιτάξεως δὲν κατηγορήθησαν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὡς ἀντισυνταγματικοί. Ἐπὶ ἄλλων σημείων καὶ αὐτὸς ὁ ἀείμνηστος νομοδιδάσκαλος Οἰκονομίδης ἀναφέρει ὅτι δυνάμεθα εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας νὰ καθιερώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι πρέπει νὰ εἶναι ἐπείγουσαι, ὅπως εἴχομεν τὴν περίπτωσιν τοῦ πολέμου, ἐπιστρατεύσεως ἢ ἄλλης ἀνάγκης. Λοιπὸν δὲν δύναται κανεὶς νὰ κατηγορήσῃ ἀπολύτως διάταξίν τινα, ἡ ὁποία ἀπὸ ἀπαλλοτριώσεως θὰ ὤριζεν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἡ κατάληψις ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ ἐπακολουθήσῃ. Δὲν δυνάμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ θέσωμεν μίαν ἀρχὴν ἀπόλυτον διὰ νὰ παρακάμψωμεν ἕν ἐμπόδιον. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπάρχῃ ἐπεῖγον εἰς πᾶσαν περίπτωσιν. Τοῦτο βεβαίως θὰ εἶναι ἀντικείμενον εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οὐχ ἧττον πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὅπως εἴπομεν, ἐτηρήθησαν οἱ ἄλλοι νόμοι τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκπορεύθησαν παρ’ ἡμῖν, οἱ ὁποῖοι κατὰ ἕνα τρόπον καθώρισαν μίαν ἀποζημίωσιν ὄχι βέβαια πραγματικὴν οὔτε δικαίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀφῄρεσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως ἀπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν καὶ νὰ συνεχίσωμεν τὴν ἀποκατάστασιν, ἐφόσον ἀκόμη ὑπάρχουν, τῶν ἀγροτῶν καλλιεργητῶν, εἴτε γηγενῶν, εἴτε προσφύγων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρξωμεν καὶ δίκαιοι περὶ τὸν κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Δὲν γνωρίζω πῶς περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου — ἴσως νὰ περιῆλθε καὶ εἰς χεῖρας ἄλλων συναδέλφων — εἷς πίναξ, ὁ ὁποῖος μνημονεύων εἰδικώτατα τὰ ἀπαλλοτριωθέντα ἀγροκτήματα Θεσσαλίας, Ἄρτης, Ἰωαννίνων κλπ. ἔχει σύνολον τῆς ἀπαλλοτριωθείσης ἐκτάσεως. Δὲν ὑποθέτομεν, κύριοι, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ νομίσῃ ὅτι τοιαῦται τιμαί, ἔστω καὶ πρὸς κοινὸν σκοπόν, τῶν στρεμμάτων, αἱ ὁποῖαι θὰ πληρωθοῦν εἰς 30 ἔτη, ἀποτελοῦν κεφάλαιον ἀποζημιώσεως. Δι’ αὐτό, βλέπετε, ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὁπωσδήποτε, ἐφόσον ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν δὲν συνετελέσθη — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὑπεσχέθη διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θὰ προσκομίσῃ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν σημείων τούτων — νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα πάντως νὰ ἀνακόψωμεν αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Λοιπὸν νομίζω, πεποιθότως, ἀφοῦ πολὺ μὲ ἐβασάνισε τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακόψωμεν αὐτὴν τὴν πολιτικήν, διότι δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθριωτάτας συνεπείας. Εἰς ἓν μόνον σημεῖον πρέπει νὰ καταγίνωμεν, ὅπως ἡ καταβληθησομένη ἀποζημίωσις εἶναι δικαιοτέρα καὶ πραγματικωτέρα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ὅπως τοὐλάχιστον — αὐτὸ μᾶς τὸ ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας — μὴ ἀπογυμνοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται τῶν κτημάτων των διὰ νὰ ἀποκατασταθῶσιν ἄλλοι καὶ ἐκεῖνοι καθίστανται πένητες, ἀλλὰ νὰ μείνῃ καὶ εἰς αὐτοὺς ἓν ἀνάλογον ποσὸν γῆς, ἵνα ἐργασθοῦν. Διότι, ὅπως εἶπον, ἂν ἐκλείψῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας ἢ τῆς περιουσίας, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν χάριν τῆς αὐτοσυντηρήσεως ἡμῶν καὶ τῆς οἰκογενείας ἡμῶν, τότε θὰ καταρρεύσῃ ἐντελῶς πᾶσα Πολιτεία. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ὑπὸ τῆς πρώτης Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Παπαναστασίου καταρτισθέν, περιελήφθη διάταξις, ἐν τῇ ὁποίᾳ παρατείνεται ἡ ἰσχὺς τῆς ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως.
§20Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὸ δέχεσθε αὐτό, τῆς καταλήψεως ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως;
§21Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Αὐτὸ ναί.
§22Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τότε τὰς ἀποζημιώσεις δὲν νομίζετε ὅτι τὰς ἀσφαλίζει πλήρως τὸ ἄρθρον 19 ὡς ἐψηφίσθη;
§23Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀφοῦ ἔχομεν ἤδη ἓν καθεστὼς καθιερωμένον ἀπὸ τὸ 1923 καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἰδίου ἔτους, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸ συνεχίσωμεν, ἐφόσον τὸ πρᾶγμα παρουσιάζεται ὡς ἐπεῖγον. Τοῦτο ὅμως διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν, ἀλλὰ μετὰ τὴν λῆψιν τῶν καταλλήλων μέτρων καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 19, ὥστε ἡ ἀποζημίωσις νὰ καθορίζηται δικαίως ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ καταβληθῇ βραδύτερον.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐννοεῖτε διὰ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν ἐφεξῆς, νὰ γίνῃ ἡ ἀποζημίωσις πλήρης, ὅπως ὁρίζει τὸ ἄρθρον 19 ἢ θὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου;
§25Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὄχι. Ἐννοῶ νὰ εἶναι πλήρης κατὰ τὸ ἄρθρον 19. Ὑπεχώρησα μόνον ὡς πρὸς τὴν προηγουμένην καταβολὴν ἀποζημιώσεως, διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς, διότι τοιοῦτόν τι, κύριοι, θὰ παρεῖχεν ἀδικίας, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα εὐκόλως νὰ ἀποδεχθῶμεν. Μὴ νομίζετε ὅτι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται εὑρίσκονται εἰς καλυτέραν κατάστασιν τῶν ἄλλων πολιτῶν. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ σεβαστὸς καθηγητὴς κ. Εὐταξίας, παρήχθη ἐκ τοῦ πολέμου μία γενικὴ ἀναστάτωσις. Καὶ οἱ διανοητικῶς ἐργαζόμενοι ὑπέστησαν ζημίας καὶ οἱ ἔχοντες κινητὴν περιουσίαν ὑπέστησαν ζημίας καὶ οἱ ἔχοντες περιουσίαν τοποθετημένην εἰς χρεώγραφα ὑπέστησαν ζημίαν ἀναλόγως τῆς πτώσεως τῆς δραχμῆς. Καὶ ἡ πτῶσις τῆς δραχμῆς δύναται νὰ παρουσιάζῃ κάποιαν μεγαλυτέραν ζημίαν ἢ νὰ εἶναι φαινομενική. Εἰς ταῦτα τὰ συμπεράσματα καταλήγω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, τὰς ἐξενεχθείσας ἀπόψεις, εἶναι τὸ ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐψηφίζετο τὸ ἄρθρον 19, ὑπεβλήθη μία τροπολογία, τῆς ὁποίας οὔτε εἴχομεν, οὔτε ἔχομεν γνῶσιν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν τοιαύτην ἀτέλειαν καὶ μάλιστα, ὅπως ὑπεστηρίχθη, καὶ τὴν ὁριστικὴν κατάργησιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 19, νὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πάντες συμπαθοῦμεν καὶ πονοῦμεν τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὰς ἑστίας των ἕνεκα μιᾶς μεγάλης καταστροφῆς καὶ νομίζω ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, παρ’ ὅλα τὰ γλίσχρα μέσα τὰ ὁποῖα διέθετε καὶ διαθέτει, κατώρθωσε νὰ κάμῃ πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἵνα θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δάνεια συνωμολόγησαν καὶ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ βάρη τῶν δανείων τούτων τὰ φέρομεν πάντες διὰ τῆς φορολογίας, διότι ἐκ τῶν φόρων προσκομίζονται ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα ποσά, ἵνα ἐξυπηρετῶνται τὰ δάνεια. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐδὲν παράπονον ὡς πρὸς τοῦτο. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν ἐπίσης καὶ τῶν καλλιεργητῶν, πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωμεν τὸ ἐπράξαμεν. Δὲν γνωρίζω διατί ἀνέκυψε τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἡ τροπολογία εἰς τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας Σύνταγμα. Λέγεται εἰς τὸ ἄρθρον 119 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀπὸ 14 Φεβρουαρίου 1923 ἀπόφασις.... κλπ.» Ἑρμηνεύετε σεῖς ὅτι ἐδῶ περιέχεται καὶ ἡ ἀστικὴ στέγασις;
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ προσφύγων.
§27Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Διὰ τοῦτο οὐδέποτε ὑπεβλήθη μέχρι σήμερον ἀξίωσις νὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ κατ’ αὐτὰς τὰς κατευθύνσεις, ἡ ὁποία τὴν τελευταίαν στιγμὴν προβάλλεται. Ἀφῃρέθησαν κτήματα ἀστικά; Καὶ μετεβιβάσθη ἡ κυριότης αὐτῶν εἰς ἄλλους;
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ Δημόσιον καὶ κατόπιν δίδεται κατὰ πρόχειρον παραχωρητήριον εἰς ἡμᾶς.
§29Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως;
§30Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάλιστα.
§31Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κακῶς ἐγένετο τοῦτο. Λοιπὸν ἡ ἀπόφασις ἡ ἐπαναστατικὴ λέγει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Περὶ καταλήψεως ἀκινήτων πρὸς γεωργικὴν ἀποκατάστασιν κλπ.» Ἡ ἔννοια τῆς ἐπαναστατικῆς ταύτης ἀποφάσεως ἦτο αὕτη, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ γεωργικὴ ἀπαλλοτρίωσις πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον ἤδη, ἢ πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Διὰ τοῦτο δὲν ἐτέθη τοιοῦτόν τι εἰς τὸ ἄρθρον 119 ὑπὸ τῆς πρώτης Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ἰδική μας ἐδέχθη τὸ ἄρθρον 119 ὑπὸ μίαν ἔννοιαν ἀνάλογον. Εἶναι ἡ διατύπωσις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ συμφώνως μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 119 τῆς πρώτης Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἐκφράσω μίαν ἰδέαν. Νομίζω ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν τὸ ἄρθρον 19, ἀφ’ ἧς ἀπηλείφθη ἡ διάταξις, ἡ ὁποία εἶχε ληφθῆ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 163 τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἡ ἰδιοκτησία δὲν δημιουργεῖ μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεώσεις, ἔδει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ διὰ τῆς ἀπαλειφθείσης διατάξεως, νὰ διατυπωθῇ σαφέστερον. Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ κάμωμεν ὑπὲρ τῶν ἀτυχησάντων ἀδελφῶν ἡμῶν, τὰς ὁποίας βεβαίως πρέπει νὰ παύσωμεν πλέον ὀνομάζοντες πρόσφυγας, νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτραμμένον, διὰ μιᾶς μάλιστα τόσον εὐρείας τροπολογίας— ἂν καὶ δὲν τὴν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, διότι ὁμιλοῦμεν ἐπὶ μιᾶς τροπολογίας ἡ ὁποία ὑπεβλήθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 χωρὶς καὶ νὰ τυπωθῇ—νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι τόσον ἐλαστική, ὥστε δὲν πιστεύω ὅτι ὑπὸ τόσον ἀπολύτους ὅρους ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ καὶ αὐτοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ εὐεργετηθῶσιν ἐκ τῆς τοιαύτης προνοίας, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀποδέχωνται εἰς βάρος τῶν ἑτέρων ἀδελφῶν των, τῶν ἐγκατεστημένων ἔκπαλαι ἐνταῦθα καὶ δι’ ἐργασίας ἀποκτησάντων ἓν κτῆμα, εἴτε οἰκία εἶναι αὐτό, εἴτε οἰκόπεδον, εἴτε ἄλλο τι. Δὲν πιστεύω καὶ αὐτοὶ οὗτοι ἐν τῇ ψυχῇ των νὰ θέλωσι νὰ γίνῃ τοιοῦτόν τι εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Ἴσως θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ὅτι τὸ μέτρον θὰ ἀσκηθῇ μετὰ πολλῆς φειδοῦς καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω—καὶ ἐλπίζω νὰ τὸ ὁμολογήσητε καὶ πάντες ὑμεῖς ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν ὄχι εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους παράγοντας, εἴτε καὶ εἰς μέλλουσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, περὶ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς προσοχῆς μετὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀσκηθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ βάσιν ἀποκρούω. Ἐλάβομεν, κύριοι, καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα, ἐνθυμεῖσθε καὶ γνωρίζετε, κατὰ τὸ 1923, πρὸς ὑποστήριξιν καὶ θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων. Καὶ ἔσπευσαν καὶ ἵδρυσαν συνεταιρισμοὺς χιλιάδες χιλιάδων πρὸς ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν καὶ τὸ Δημόσιον τοῖς παρέσχεν οἰκόπεδα πολυτελείας ἀντὶ δραχμῶν 6 τὸν πῆχυν, κείμενα εἰς τὴν λεωφόρον Κηφισιᾶς καὶ τὰ οἰκόπεδα αὐτὰ ἀντὶ νὰ τὰ χρησιμοποιήσωσι διὰ τὸν ἀγαθὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ παρεχώρησε τὸ Δημόσιον, ἀποξενωθὲν τῆς περιουσίας του καθ’ ἣν ἐποχὴν τὰ οἰκονομικά του δὲν ἦσαν, ὡς δὲν εἶναι καὶ σήμερον, εἰς καλὴν κατάστασιν, γνωρίζομεν πῶς διεσπαθίσθησαν καὶ πῶς ἐπωλήθησαν εἰς τρίτους ἐπὶ κέρδει χωρὶς νὰ οἰκοδομηθῶσιν.
§32Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Κακῶς ἐγένετο.
§33Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Οὕτως ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι. Λοιπόν, κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη, τῆς ὁποίας τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν δὲν ἔχουν ὑπ’ ὄψει καὶ ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ καὶ νομίζω καὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου 119, πλὴν ἂν τεθῇ περιορισμός τις ὅσον ἀφορᾷ τὰς περιφερείας ἐπὶ τέλους, εἰς τὰς ὁποίας θὰ δύναται νὰ ἀσκηθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ, ὥστε νὰ δικαιοῦται πᾶς τις νὰ ἀξιοῖ νὰ ἀποβάλῃ ἐμὲ ἐκ τῆς οἰκίας μου ἵνα στεγασθῇ ἐκεῖνος καὶ ἐγὼ νὰ μένω ἄστεγος. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ γίνῃ, ὅταν μάλιστα δὲν γίνεται κἂν καὶ ἡ προσθήκη «ὡς ὁ νόμος θὰ ὁρίσῃ». Ἂν ἐγίνετο δεκτὴ τοιαύτη τροπολογία, θὰ ἤθελον νόμον διερχόμενον διὰ τῆς Βουλῆς καὶ ψηφιζόμενον ὑπ’ αὐτῆς καὶ ὄχι οὕτως ἀνοικτὸν νὰ μένῃ τὸ πρᾶγμα. Λοιπὸν καταλήγων, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω τὴν γνώμην μου ὅτι ἡ μὲν ἀγροτικὴ πολιτικὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, ὅπως εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ τεθῇ δηλαδὴ διάταξις μετὰ 2 ἔτη, μετὰ 5 ἔτη κλπ. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν προσθήκην, ἡ ὁποία κατ’ αἰφνιδιασμὸν μᾶς ὑπεβλήθη, περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ μέτρου τούτου καὶ δὴ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως καὶ διὰ τὴν ἀστικὴν στέγασιν, νομίζω ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη δέον νὰ ἐκτοπισθῇ. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι ἔχομεν ἤδη δημιουργήσει ἀρκετὰς ἔριδας μεταξὺ διαφόρων τάξεων. Καὶ πρόχειρον παράδειγμα εἶναι τὸ ἀπὸ δεκαετίας δυστυχῶς ὑπάρχον καὶ σήμερον ἀκόμη φλέγον ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε μίαν ἐχθρότητα, δύναταί τις εἰπεῖν, μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν. Κατεβλήθη προσπάθεια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μιχαλακοπούλου καὶ ἐδόθη μία ὁριστικὴ λύσις εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ μίαν πενταετίαν τοὐλάχιστον μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν καὶ κατόπιν νὰ ἀφεθῇ ἓν στάδιον, ὥστε τὰ πάθη νὰ κατευνασθοῦν διὰ τῆς δυνητικῆς παρατάσεως. Ἀλλὰ μοίρᾳ κακῇ, ἐνῷ ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον καὶ τὸ συνήθισαν καὶ τὰ δικαστήρια καὶ οἱ πολῖται, μοίρᾳ κακῇ, λέγω, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1926 ἐθεωρήθη ὅτι ἔδει νὰ ἀνατραπῇ ἐκεῖνο τὸ νομοθέτημα. Κατόπιν ἔλαβε σκολιὸν κατήφορον καὶ τώρα δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ εἰσέλθῃ εἰς ἴσον δρόμον μὲ τὸ νέον Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἐξαγγέλλεται ὅτι θὰ δημοσιευθῇ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Λοιπὸν ἀρκεῖ, λέγω, ἡ ἔρις τῶν τάξεων, ἡ ὑπονομεύουσα ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος. Μὴ θελήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν καὶ νέας ἔριδας καὶ ἔξω ἐπὶ τέλους τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 119, διότι ἂν εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 119, τότε βεβαίως καὶ ἡ στέγασις τῶν προσφύγων ἠδύνατο νὰ γίνῃ. Ἀλλ’ ἂν γίνῃ τόσον συντόμως καὶ ἄνευ τῆς προηγουμένης καταβολῆς ἀποζημιώσεως, φοβοῦμαι ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν νέους κοινωνικοὺς κινδύνους καὶ σάλους. (Χειροκροτήματα).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μυλωνᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§35Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἤθελον νὰ διευκρινίσω, κύριοι, πῶς ἔχει νῦν τὸ κείμενον δίκαιον ὡς πρὸς τὴν παρέκκλισιν ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν ἰδιοκτησίαν. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι αἰφνιδιαστικῶς ὑπεβλήθη ἡ τροπολογία ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Δὲν εἶναι τίποτε τὸ νέον ἡ ἀστικὴ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων ἐν σχέσει πρὸς τὸ κείμενον δίκαιον, διότι τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα, ἐν ἄρθρῳ 119 παραπέμπει εἰς τὴν διάταξιν τῆς ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ προσφύγων καὶ ὁμιλεῖ περὶ ἀκινήτων ἐν γένει, ὄχι ἀγροκτημάτων μόνον, ὅπως ἔχει ἡ τροπολογία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁμιλεῖ περὶ προσφύγων ἐν γένει, καὶ ἀγροτῶν καὶ ὁμιλεῖ περὶ ἀπαλλοτριώσεως, κατὰ παρέμβασιν τοῦ Συντάγματος, ἀκινήτων. Πλὴν δὲ τούτου εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ κειμένου αὐτοῦ καὶ μία ἄλλη ἀπόφασις ἐπαναστατική, τὴν ὁποίαν ὁ κ. συνάδελφος ἴσως νὰ ἀγνοῇ, μία συνταγματικὴ ἀπόφασις μεταγενεστέρα τῆς ἀναφερθείσης ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ῥητῶς ἐπεξέτεινε τὴν παρέμβασιν ἐπὶ τῶν ἀστικῶν κτημάτων. Εἶναι ἡ ἐπαναστατικὴ ἀπόφασις τῆς 31ης Ἰουλίου 1923. Αἱ ἐπαναστατικαὶ αὐταὶ ἀποφάσεις σημειωτέον ὅτι ἔλαβον τὴν κύρωσιν, ὅπως καὶ τὰ Ν. Διατάγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπὸ τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἑπομένως, ἔπαυσαν πλέον νὰ ἔχωσιν αἱ διατάξεις αὗται μόνον ἐπαναστατικὴν προέλευσιν περιβληθεῖσαι καὶ κοινοβουλευτικὴν ἔγκρισιν. Ἡ μὲν πρώτη ἐπαναστατικὴ ἀπόφασις ὑπ’ ἀριθμὸν 3472 τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1923 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκινήτων πρὸς γεωργικὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἢ πρὸς ἐγκατάστασιν ἐν γένει προσφύγων, ὁμογενῶν ἢ μή, ἐπιτρέπεται ἡ κατάληψις τῶν ἀκινήτων τούτων καὶ πρὸ τῆς καταβολῆς ἀποζημιώσεως», τῶν «ἀκινήτων» καὶ ὄχι τῶν «ἀγροκτημάτων» Αὐτὴ ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 57 φύλλον τῆς 5ης Μαρτίου 1923 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἄς ὑποθέσωμεν ὅτι γεννᾶται οἱαδήποτε ἀμφιβολία, ὅτι ἡ πρώτη ἐπαναστατικὴ ἀπόφασις ἀφορᾷ καὶ τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν, ἡ δευτέρα τί λέγει; Ἡ δευτέρα εἶναι τῆς 21ης Ἰουλίου 1923, ἐπίσης κυρωθεῖσα ἀπὸ τὴν Δʹ Συνέλευσιν καὶ ἐπεκτείνει τὸ δικαίωμα ἐπιτάξεως, τὸ ὁποῖον ἡ ἀπὸ 5 Ἰουνίου 1923 ἐπαναστατικὴ ἀπόφασις ἐχάραξε μόνον διὰ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα ὑπὲρ τῶν προσφύγων καὶ εἰς τὰ ἀστικὰ κτήματα. Προφανὲς εἶναι ὅτι διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἀστικῶν κτημάτων ἐθεωρεῖτο ἐπαρκὴς ἡ πρώτη ἀπόφασις, ἄλλως θὰ ἐπεξετείνετο καὶ αὐτὴ ἐπὶ τῶν ἀστικῶν, ὡς ἐγένετο διὰ τὰς ἐπιτάξεις, ἐξεδόθησαν δὲ διάφορα Νομοθετικὰ Διατάγματα ἀπαλλοτριώσεως ἀστικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρώτης ἀποφάσεως. Ἡ περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐπαναστατικὴ ἀπόφασις δὲν εἶχεν οὐδένα χρονικὸν περιορισμόν. Τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα ἔθεσε ἰσχὺν ἑπταετῆ· ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ συνέταμε τὸν χρόνον τοῦτον εἰς πενταετῆ. Καὶ ἡ μὲν διάταξις τοῦ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματος περιλαμβάνει τὴν ἐπαναστατικὴν ἀπόφασιν, ἐνῷ ἡ διάταξις, ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, περιορίζεται μόνον εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Λοιπὸν ἐρωτᾶται, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ φλέγον ζήτημα—ὑποθέτω ὡς πρὸς τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν δὲν θὰ γεννηθῇ ζήτημα— ἐρωτᾶται τοῦτο· Εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι ὑπάρχει μία κοινωνικὴ ἀνάγκη πρὸς ἀποκατάστασιν καὶ τῶν ἀστῶν, τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἀποκατασταθῶσι προσφύγων ἢ ὄχι; Ἡ κοινωνικὴ αὐτὴ ἀνάγκη πῶς ἱκανοποιήθη μέχρι τοῦδε; Κατὰ τὸ δυνατὸν μέτρον καὶ ὑπολείπονται πολλοὶ πρὸς ἀποκατάστασιν. Ἱκανοποιήθη κατὰ τρόπον μὴ θίγοντα εἰς μεγάλην ἔκτασιν τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀκινήτων, διότι ἐπεδιώχθη ἡ ἀποκατάστασις ἐν γένει ἢ καὶ κατὰ προτίμησιν εἰς γήπεδα τοῦ Δημοσίου, Μονῶν ἢ δήμων, ὁμαδική. Καίτοι, κατὰ τὸ Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο εἰς τὴν ἀναφερθεῖσαν ἀπόφασιν, εἶχεν εὐχέρειαν ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπαλλοτριώσεις καὶ σποραδικὰς ἀκόμη οἰκοπέδων ἐχόντων ἔκτασιν ἄνω τῶν χιλίων τετραγωνικῶν μέτρων, καθ’ ὅσον ἐγὼ πληροφοροῦμαι, δὲν ἐγένετο οὐδεμία χρῆσις τῆς τοιαύτης διατάξεως, εἰμὴ μόνον ἐπὶ εὐρείας ἐκτάσεως, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εὐθυνῆς ἐκτάσεως—διότι δὲν συμφέρει νὰ εἶναι ἀκριβὴ ἡ γῆ—καὶ εἰς τὰ ἄκρα τῶν πόλεων πρὸς σύστασιν συνοικισμῶν. Ἐγένετο, ἑπομένως, ὁμαδικὴ ἀποκατάστασις.
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγένετο καὶ μεμονωμένως.
§37Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁμολογῶ ὅτι ἀγνοῶ παραδείγματα τοιαῦτα καὶ ἂν θὰ εἶναι θὰ εἶναι ἀπολύτως μεμονωμένα. Λοιπόν, παρὰ τὴν λαίλαπα, ἥτις ἦλθεν εἰς τὴν Χώραν μας, παρὰ τὸ κῦμα τὸ προσφυγικόν, ὅπερ κατέκλυσε τὴν Ἑλλάδα, βλέπετε ὅτι δὲν ἔγινε καμμία κατάχρησις κειμένης διατάξεως μέχρι τοῦδε. Καὶ βλέπετε, κύριοι, ὅταν εἰς τὴν ἀνώμαλον περίοδον ὑπὸ ἐπαναστατικὰς συνθήκας δὲν ἐγένετο τοιαύτη κατάχρησις, εἰς τὴν πρώτην ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, θὰ γίνῃ τώρα εἰς τὴν πολὺ μειουμένην ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως; Ἐγὼ ἀκριβῶς, κύριοι, ἐπειδὴ δὲν φοβοῦμαι ὅτι θὰ γίνῃ οἱαδήποτε κατάχρησις, θὰ ἐπρότεινον καὶ περιορισμοὺς διὰ προσθήκης εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα διατάξεως, ἥτις νὰ περιλαμβάνῃ κάθε κατάχρησιν, νὰ ἐτίθετο εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ἡ ἀστικὴ ἀποκατάστασις θὰ γίνῃ μόνον ὁμαδικῶς καὶ πρὸς σύστασιν συνοικισμῶν. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον δὲν θὰ ἐπικρέμαται πλέον ὁ πέλεκυς ἐπὶ τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας, ὁπότε κανεὶς δὲν θὰ ἠγόραζε μεμονωμένα οἰκόπεδα διὰ τὸν φόβον τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐντὸς τῆς πενταετίας. Νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ ἐπιτρέπεται μόνον πρὸς ὁμαδικὴν ἀποκατάστασιν ἢ πρὸς σύστασιν συνοικισμῶν ἢ συμπλήρωσιν συνοικισμῶν. Διὰ τὴν συμπλήρωσιν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ εἰς τὸ ἐλάχιστον ἡ ὑπὸ ἀπαλλοτρίωσιν ἔκτασις.
§38Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῆς ὁμάδος αὐτῆς πόσος θὰ εἶναι περίπου;
§39Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα λεπτομερειακόν· ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὐδεὶς ἐνδοιασμὸς καὶ οὐδεμία κατάχρησις ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ συνοικισμοῦ, λόγου χάριν ὅτι εἰς συνοικισμοὺς ἀποτελουμένους ἐξ 20 οἰκιῶν.
§40Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπὶ χώρου ἀκαλύπτου καὶ ἀνοικοδομήτου.
§41Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Μάλιστα, ἐπὶ χώρου ἀκαλύπτου καὶ ἀνοικοδομήτου. Ὥστε ὅλη αὐτὴ ἡ διαφήμησις τῆς διατάξεως καὶ ὅλος ὁ φόβος ὅτι θὰ πάρωμεν τὰ σπίτια τοῦ κόσμου καὶ τὰ οἰκόπεδα, θὰ ἐκλείψῃ. Ἐγὼ αὐτὸ προτείνω, ἀκόμη δὲ καὶ πολλοὶ πρόσφυγες βουλευταί, μὲ τοὺς ὁποίους συνεζήτησα, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν φέρουν ἐπὶ τούτου.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 19, ἀνεγνωρίσθη παρὰ πάντων ὡς ὀρθὴ ἡ ἀρχή, ὅτι εἰς περιπτώσεις ἐξαιρετικὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ αὐστηροὶ κανόνες τοῦ γενικοῦ ἄρθρου περὶ ἰδιοκτησίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐζήτησα ὅπως διευκρινισθῶσιν αἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἐφ’ οὗ οὐδεὶς εἰδικὸς λόγος ἔγεινε κατὰ τὰς ἀγορεύσεις των. Ἐζήτησα δὲ τὴν διευκρίνισιν, καίτοι ἐθεώρουν ἐξυπακουομένην τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν καὶ τῆς στεγάσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων, ἥτις ἀποτελεῖ σήμερον τὸ κυριώτερον τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, ὅπως, καθοριζομένων τῶν ἀπόψεων τῆς Βουλῆς, γίνῃ ταυτόχρονος ἡ ἐπιψήφισις τῶν δύο σχετικῶν ἄρθρων πρὸς ἀποφυγὴν ἐπαναλήψεων. Δὲν εἰσῆλθον εἰς λεπτομερείας ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς προνοίας ταύτης, τῆς ὁποίας ἐτόνισα μόνον τὴν ἀναγκαιότητα. Οὐδείς ποτε διενοήθη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐγώ, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ ἀστικὴ ἐγκατάστασις νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς καταλήψεως μεμονωμένων οἰκοπέδων ἢ οἰκοδομῶν. Τοιαύτην πρότασιν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀπέκρουον πρῶτοι οἱ πρόσφυγες. Ὅσα ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐκυκλοφόρησαν ἀποτελοῦν ἀσυστόλους καὶ κακοπίστους σπερμολογίας. Μὲ ἀφήνουν αὗται, βεβαίως, ἀδιάφορον καὶ τὰς ἀπηξίωσα, ὡς εἶναι γνωστόν, μέχρι τοῦδε ἀπαντήσεως. Εἶμαι ὅμως πρὸ τῆς Βουλῆς ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαλλάξω τοὺς λόγους μου ἀπὸ τῆς παραμορφώσεως, ἣν ὑπέστησαν καὶ νὰ ἀποδώσω εἰς αὐτοὺς τὴν ἀληθῆ ἔννοιάν των. Θέτων τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξαιρετικῆς προνοίας διὰ τὴν στέγασιν, δὲν ἀπέκλεισα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐξασφαλιστικῶν μέτρων κατὰ τῶν καταχρήσεων. Ἑπομένως, ἡ πρότασις τοῦ κ. Μυλωνᾶ, περὶ ὁμαδικῆς ἐγκαταστάσεως, δὲν ἀποτελεῖ τροποποίησιν τῆς προτάσεώς μου, ἀλλὰ καθορισμὸν τῶν ὅρων πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἀνατεθείσης ὑπ’ ἐμοῦ ἀρχῆς. Οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, πόρρωθεν ἀπέχοντα τῶν σπερμολογιῶν.
§43Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ταῦτα λοιπόν, κύριοι, κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὡς πρὸς τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν, ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν, ὡς πρὸς τὸ ἀκάλυπτον τοῦ χώρου, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ταύτην. Εἶπον καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ζητήσουν οἱ ἰδιοκτῆται τὴν ἀξίαν τὴν ὑποτιμηθεῖσαν λόγῳ τῆς συρροῆς τῶν προσφύγων, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον ὅπως λάβωμεν ὡς βάσιν τὴν ἀξίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ τῆς συρροῆς. Θὰ ἦτο περίεργον ἐκ μιᾶς συμφορᾶς νὰ καρποῦται ἡ ἰδιοκτησία τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας. Διὰ τοῦτο θὰ ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἕνα μέσον ὅρον ἐτῶν τινῶν μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν προσφύγων.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προπολεμικήν;
§45Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὄχι προπολεμικήν. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι μὲ τὴν ἐξήγησιν καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦτον θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ χωρίσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν 119 μεταβατικῶς.
§46Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι τοῦ ἄρθρου 119 τῆς Ἐπιτροπῆς;
§47Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὄχι, διότι τὸ ἄρθρον 119 τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν περιλαμβάνει τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν.
§48Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον 119, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, λέγει ὅτι θὰ ἀπαιτῆται προηγουμένη ἀποζημίωσις. Ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἀποζημίωσις καὶ ἀποζημίωσις σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 119.
§49Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Τὸ ἄρθρον 119, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχει μίαν καὶ μόνον παρέκκλισιν, ὅτι δύναται νὰ προηγῆται τῆς ἀποζημιώσεως ἡ κατάληψις. Τώρα κατόπιν τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 19 καὶ τῆς λέξεως «πλήρους» ἀποζημιώσεως, νομίζω ὅτι ἡ παρέκκλισις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ εἶναι καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως.
§50Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τώρα προτείνετε;
§51Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀσφαλῶς.
§52Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δηλαδὴ μετὰ τὴν παραδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τοῦ ἄρθρου 19 τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως ὅπως λέγει τὸ ἄρθρον 19, ἀλλὰ προτείνετε τροπολογίαν καὶ εἰς αὐτό.
§53Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὄχι ἐγώ, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Μὴ λησμονεῖτε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἠγόρευσαν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ εἶπον ὅτι μὴ φοβεῖσθε ὅτι θὰ τορπιλλισθῇ ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία ἔχει μειωμένην ἀποζημίωσιν, καλῶς ἢ κακῶς, διότι διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως θὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τούτου. Ἂν θέλητε νὰ περιορίσητε τὴν παρέκκλισιν μόνον εἰς τὸ προηγούμενον τῆς καταλήψεως, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος μὲ πλήρη ἀποζημίωσιν, τοῦτο σημαίνει σταμάτημα τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας διὰ τοὺς γνωστοὺς οἰκονομικοὺς λόγους, σημαίνει ἐπίσης σταμάτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἔννοια τουλάχιστον ἐκ μέρους τῶν ἀγορευσάντων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων εἶναι, ὅτι συνδυάζουν ἀπολύτως τὸ ἄρθρον 19 μὲ τὸ ἄρθρον 119 καὶ εἶχον ἐν νῷ ὅτι δὲν θὰ διασαλεύσωσι ποσῶς τὴν ἀγροτικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀσπάζονται.
§54Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως’ ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ εἶναι ἡ ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας ἄνευ ἀποζημιώσεως;
§55Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἔχει δημιουργηθῆ λόγῳ τῆς πτώσεως τοῦ νομίσματος, ὅπως ἐπανειλημμένως ἐλέχθη ἐντεῦθεν, μία οἰκονομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε αἰφνιδιαστικῶς νὰ ἄρητε καὶ νὰ διορθώσητε.
§56Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ εἶναι ἡ πολιτική, ἡ ἐφαρμοσθεῖσα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτῶν ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν ὑφ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν διαδοχικῶς καταλαβόντων τὴν ἀρχὴν κομμάτων.
§57Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὁμοία.
§58Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁμοία καὶ ἀπαράλλακτος.
§59Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Γίνεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας ἄνευ ἀποζημιώσεως.
§60Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἡ πολιτικὴ ἔννοια τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐτή, ὅτι ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ὅτι ἡ βελτίωσις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μονοκονδυλιᾶς συνταγματικῆς νὰ συντελεσθῇ, διότι ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι οἰκονομικοί, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἄλλον τρόπον λειτουργοῦσι καὶ ὄχι δι’ ἁπλῶν λέξεων καὶ συνταγματικῶν διατάξεων. Ἔχει δημιουργηθῆ μία τοιαύτη κατάστασις ἐκ τῆς πτώσεως τοῦ νομίσματος, ἡ ὁποία χρειάζεται πολλὴν στάθμισιν διὰ νὰ διορθωθῇ. Καὶ νομίζετε ὅτι ἂν βάλετε μέσα εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι εἶναι πλήρης ἡ ἀποζημίωσις, τὴν διωρθώσατε τὴν κατάστασιν, ποῦ θὰ εὕρητε τὰ χρήματα διὰ νὰ δώσητε τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν, θὰ τὰ ἀντλήσητε ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν; Ἂν δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, πράξατέ το. Καὶ λέγω τοῦτο, ἐπειδὴ οὐδεὶς εἶναι τόσον ἰσχυρός, ὥστε νὰ σταματήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς. Θὰ δημιουργηθῇ ἀπὸ τὴν ἐπαύριον τῆς ψηφίσεως μιᾶς τοιαύτης διατάξεως μία σοβαρωτάτη ἀσέβεια πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ παρακάμψωμεν διὰ νὰ μὴ σταματήσῃ ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ ἐξ ἐλλείψεως τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ράλλης ὅτι τί ἐννοοῦμεν ἀπαλλοτρίωσιν; Ἄνευ ἀποζημιώσεως; Σᾶς εἶπον, κ. Ράλλη, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος πρὸ ὀλίγου ὑπῃνίχθη, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν παρουσιάζεται τὸ πρῶτον σήμερον, τὸ ζήτημα τὸ πρῶτον παρουσιάσθη ἐπὶ Συνελεύσεως, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος σεῖς δὲν ἀμφισβητεῖτε, παρουσιάσθη ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως τῆς Γʹ, διότι τότε κατέπεσε τὸ πρῶτον τὸ νόμισμα. Ὅτε ἡμεῖς εἰς τὰ 1920 ἐκάμαμεν τὸν τελευταῖον ἀγροτικὸν νόμον, ὑπῆρχε πλήρης ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος. Κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1922 ἦτο κατρακυλισμένον τὸ νόμισμα, οὐχὶ ἀκόμη εἰς τὴν σημερινὴν θέσιν του, καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τότε καὶ παρήλασαν εἰς τὸ βῆμα ἀγορηταὶ ἰσχυροί, οἱ ὁποῖοι ἐτόνισαν τὴν ἀνάγκην ταύτην, ὁ κ. Ζαβιτσιᾶνος, ὁ κ. Χρηστομᾶνος καὶ ἄλλοι πολλοί.
§61Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ἑξῆς· διατί προχθὲς μᾶς ὑπεστηρίζατε ὅτε ἐζητοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πλήρης» εἰς τὴν ἀποζημίωσιν.
§62Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Οὐδαμῶς ἐγώ. Ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο. Ὥστε οὐδεμία Κυβέρνησις ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἠδυνήθη σήμερον νὰ λύσῃ. Καὶ ἐτονίσθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀλλ’ ἡ βελτίωσις θὰ ἐπέλθῃ μόνον νομοθετικῶς καὶ οὐχὶ διὰ συνταγματικῆς μονοκονδυλιᾶς. Ἑπομένως συνταγματικῶς θὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ τὴν παρέκκλισιν ταύτην. Ἤθελον νὰ τονίσω καί τι ἄλλο λαμβάνων ἀφορμὴν καὶ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ. Πρὸ ὀλίγου ὁ ἔγκριτος συνάδελφος καὶ ἐμβριθὴς ἐπιστήμων τῆς νομικῆς Ἐπιστήμης, δυστυχῶς περιορίζεται μονομερῶς μόνον εἰς τὴν Ἐπιστήμην ταύτην, δὲν ἔχει καὶ παράλληλον οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν μάθησιν, δι’ αὐτὸ ἑρμηνεύει τοὺς ἀγροτικοὺς νόμους καὶ ἄλλους νόμους μὲ τὸ πρῖσμα καὶ τὰ θεωρητικὰ κατασκευάσματα τῆς ξηρᾶς νομικῆς καὶ μάλιστα τὰ παλαιὰ τὰ Ρωμαϊκά. Θὰ ὑπενθύμιζον εἰς τὸν Τσιτσεκλῆν ὅτι εἶναι πάμπολλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα συνταγματικῶς ἠναγκάσθησαν νὰ θεσπίσουν τὴν παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ Σύνταγμα τὸ Γερμανικόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὅτι κατεσκευάσθη εἰς περίοδον ἐπαναστατικήν, εἰς περίοδον πιέσεως ἐκ μέρους τῶν ἄκρων στοιχείων· ὑπάρχουν Συντάγματα ἀπὸ τοῦ Βορρᾶ μέχρι τῶν Βαλκανίων, τὰ ὁποῖα δέχονται τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ ὥρισαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀγροτικὴν πολιτικὴν ἂν ἀναμείνωμεν τὴν τακτικὴν διαδικασίαν τῶν ὁμαλῶν περιστάσεων. Πρέπει, ἑπομένως, ἀθρόως νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀποκατάστσις καὶ νὰ ἐπακολουθήσωσιν αἱ διαδικασίαι. Ἀπὸ τὴν Πολωνίαν, ἀπὸ τὴν Τσεχοσλοβακίαν, ἀπὸ τὴν Σερβίαν, Ρουμανίαν, Βουλγαρίαν, ὅλα τὰ Γερμανικὰ Κράτη, ὅλα ταῦτα εἶχον διατάξεις παρεκκλίσεως ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας, ὥστε τίποτε τὸ καινὸν δὲν ἐδημιουργήθη διὰ τῶν ἐπαναστατικῶν αὐτῶν ἀποφάσεων, ὥστε νὰ ξενίζῃ ἡ προέλευσις παρ’ ἡμῖν. Τὸ πρᾶγμα ὅμως ὑπάρχει, ἀνάγκη ὑπάρχει, τὴν ὁποίαν ἀγνοεῖ ὁ κ. συνάδελφος. Ἤθελον, κύριοι, νὰ τονίσω καὶ μίαν ἄλλην διάταξιν, περὶ τῆς ὁποίας ἐπρονόησε τόσον τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα, ὅσον καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων. Περιέλαβε τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα διάταξιν καὶ ὑπὲρ τῆς ταλαιπωρουμένης τάξεως τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων, ἐπανέλαβε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν διάταξιν, τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὸ ὁποῖον προέτεινε ἀλλοίαν διατύπωσιν, περιέλαβε καὶ τοῦτο τὴν διάταξιν ταύτην, περιέλαβε προστασίαν καὶ διὰ τοὺς μικροὺς κτηνοτρόφους. Κύριοι, οἱ πλάνητες αὐτοί, οἱ μικροὶ κτηνοτρόφοι, εἶναι ἡ τάξις ἡ ἐγκαταλελειμμένη, ἡ διαβιοῦσα εἰς τὰ Ἑλληνικὰ βουνά, σποραδικῶς, νομαδικῶς, ὑφισταμένη πάντοτε ἐκμετάλλευσιν ὑπὸ τῶν ἀρχιποιμένων, πρὸς τοὺς ὁποίους συγχέεται ὑπὸ τῶν ἄλλων, ἡ ἐκτεθειμένη εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους τῶν καιρικῶν μεταβολῶν, ἄστεγος, ἀπολίτιστος, ἐγκαταλελειμμένη καὶ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ληστῶν, καταδιωκομένη καὶ ὡς ληστοτρόφος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ληστείαν, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει προστασία ὑπὸ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅπως καὶ εἰς τὸν λύκον. Αὐτὴ ἡ τάξις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει πολιτικὴν προστασίαν, διότι εἶναι διεσπαρμένη εἰς ὅλα τὰ βουνὰ τῆς Χώρας καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει βαρύνουσαν ἑκασταχοῦ ψῆφον, δὲν ἀπασχολεῖ καὶ πολὺ τοὺς πολιτευομένους, ὅπως τοὺς ἀπασχολεῖ ἡ ἀγροτικὴ τάξις. Κύριοι, ὑπὲρ τῆς τάξεως αὐτῆς ἦλθον νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔπραξα. Εἶναι τάξις ἀποτελουμένη ἀπὸ 60 ἕως 70 χιλιάδας ψυχὰς εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἡ τάξις, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψαν ἐν πολλοῖς οἱ ἀρματωλοὶ καὶ κλέφτες καὶ ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται οἱ ἡρωϊκοὶ εὔζωνοι τῶν πόλεών μας. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις ἐρωτᾶται δὲν πρέπει νὰ τύχῃ προστασίας εἰς ἐποχὴν γενικῆς κοινωνικῆς κινήσεως ὄχι μόνον ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὑπὲρ τῶν προσφύγων, τῶν δεομένων προστασίας, ὑπὲρ τῶν σιγαροποιῶν, τῶν στερουμένων ἐργασίας, τῶν λεμβούχων καὶ ἁμαξηλατῶν λόγῳ τῆς προόδου τῆς συγκοινωνίας, εἶναι δυνατὸν μίαν τοιαύτην τάξιν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς γενικῆς προστασίας νὰ τὴν ἀγνοήσωμεν καὶ νὰ μὴ λάβωμεν μέριμναν περὶ αὐτῆς; Ἢ μήπως ἡ τάξις αὐτὴ δὲν εἶναι συντελεστὴς τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς; Αὕτη εἶναι ἡ συντηροῦσα, ἡ ἀνατρέφουσα, ὑπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, τὴν κτηνοτροφίαν τῆς Χώρας. Δὲν εἶναι ἐργάται προόδου τῆς κοινῆς παραγωγῆς οἱ ἁπλοὶ αὐτοὶ ποιμένες; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ διάταξις ὅπως διετυπώθη, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἓν ἐπιχείρημα ἤκουσα λεχθὲν ὑπό τινων καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς τυχὸν ἀγνοοῦντας ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἐλέχθη, νὰ μονιμοποιήσωμεν αὐτοὺς τοὺς πλάνητας εἰς ἓν σημεῖον, ἐφόσον τὸν μὲν χειμῶνα συγκεντροῦνται εἰς τὰ χειμαδιά, τὸ δὲ θέρος ἀνέρχονται εἰς τὰ ὄρη; Λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους θὰ ἐξακολουθῇ νὰ γίνεται ἐκμετάλλευσις ἄλλων βοσκῶν τὸ θέρος καὶ ἄλλων τὸν χειμῶνα. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι τὸν χειμῶνα κυρίως ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ κτηνοτρόφοι οὗτοι μιᾶς μονίμου στέγης, τότε μόνον ἔχουσιν ἥσυχον τὸ κεφάλι των, τότε δύνανται νὰ μεριμνήσωσι περὶ τοῦ λειβαδίου των, ἐγκαθιδρύοντες καὶ ὑπόστεγα διὰ τὰ προϊόντα των. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ παρέκκλισις ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ὡς πρὸς τὸ προηγούμενον τῆς καταλήψεως, ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως καὶ διὰ τὰς τρεῖς ταύτας περιπτώσεις, μὲ τὴν διαφορὰν ταύτην, ὅτι ὡς πρὸς μὲν τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς θὰ ἀφήσωμεν πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν νομοθεσίαν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, μὲ τάσιν πάντοτε βελτιώσεως τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Ὡς πρὸς τοὺς ἀστοὺς θὰ ἐδεχόμην καὶ ἐγὼ τὸν προορισμόν, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ἀνέφερον, ὅτι δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ προσαύξησις ἡ ἐπιγενομένη ἀπὸ τὴν συρροὴν τῶν προσφύγων, ἀλλὰ θὰ τεθῇ ὡς ὅριον τιμῆς ἡ ἐποχὴ τῆς ἀθρόας προσφυγῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν δυστυχῶν θυμάτων. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς μικροὺς κτηνοτρόφους, ἐπίσης θὰ ἐδεχόμην τὸν περιορισμόν, καθ’ ὃν θὰ ἦτο ἀνωτέρα ἡ ἀποζημίωσις ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν τὴν χορηγουμένην διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε ὡρισμένην πρότασιν, κ. συνάδελφε;
§64Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Δὲν θὰ ἤθελον αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὑποβάλω ὡρισμένην πρότασιν, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ προχειρολογήσω, μόλις τὴν πρωΐαν συνέταξα προχείρως, ὡς γνωρίζετε, μίαν πρότασιν, ὥστε μὴ μὲ προκαλεῖτε νὰ τὴν ὑποβάλω. Θὰ τὴν διατυπώσω ἠρεμώτερον. Ἑπομένως, κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐδεὶς περιορισμὸς δέον νὰ τεθῇ ὡς πρὸς τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν, περιορισμοί τινες δέον νὰ τεθοῦν διὰ τὴν κτηνοτροφικὴν ἀποκατάστασιν καὶ τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. (Χειροκροτήματα).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§66Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι μετὰ τὴν διασάφησιν τῆς γνώμης τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ ἁπλοποιεῖται κατὰ πολὺ τὸ ζήτημα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ συζητουμένου σήμερον ἄρθρου, διότι εἶπον καὶ χθὲς μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν περὶ τῆς οὐσίας. Κατ’ οὐσίαν σήμερον δὲν ψηφίζομεν ἕνα νόμον ἐξαιρετικόν, ἀλλὰ πάντως νόμον κανονίζοντα ἓν ἐκ τῶν ἀπολύτως μεγάλων κοινωνικῶν ζητημάτων τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τὸ ζήτημα τίθεται, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὡς ἑξῆς. Ἂν ἀπορρίψωμεν τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σταματήσῃ ὁλόκληρος ἡ ἀγροτικὴ ἀποκατάστασις, ἐπίσης δὲ καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀστικὴ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων. Ἂν ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς διατυποῦται σὺν τῇ προσθήκῃ ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ μνεία τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατηροῦμεν τὴν εὐχὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ τῆς ἐξαιρετικῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων. Ἂν δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 119 μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ δὲν δεχθῶμεν τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σταματήσωμεν τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς λέγων ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ σταματήσῃ κανὲν ἐκ τῶν δύο τούτων· οὐδὲ ἡ ἀγροτικὴ ἀποκατάστασις εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ ἡ ἀστικὴ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων, διότι πρόκειται περὶ δύο μεγάλων καὶ ἐξόχως κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Βεβαίως δὲ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἡ ἔχουσα σήμερον τὰ ἐξαιρετικὰ δικαιώματα τὰ συντακτικά, δὲν θὰ ἔφθανε ποτὲ εἰς τὸ σημεῖον νὰ σταματήσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δύο τούτων μεγάλων κοινωνικῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας. Καὶ καθόσον ἀφορᾷ μὲν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, νομίζω ὅτι κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν κομμάτων τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς δὲν προέκυψε καμμία διαφωνία ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ὅλοι ἐδέχθημεν ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζόμενος ὁ ἀγροτικὸς νόμος. Εἶναι ἐντελῶς ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν ἕκαστον τῶν κομμάτων τῶν ἀποτελούντων σήμερον τὴν Κυβέρνησιν ἀντιλαμβάνεται κατ’ ἄλλον τρόπον μελλοντικῶς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὑπάρχουν κόμματα, τὰ ὁποῖα δέχονται τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν. Ὑπάρχουν ἄλλα, τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι πρέπει νὰ κατατμηθῇ ἡ ἀποζημίωσις εἰς τρεῖς ἴσας μερίδας· καὶ τὴν μὲν μίαν μερίδα νὰ τὴν πληρώσουν οἱ ἀγρόται, τὴν ἄλλην νὰ τὴν ὑποστοῦν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ τὴν τρίτην νὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος. Ὑπάρχουν δὲ ἄλλοι — ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, καίτοι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι συγκεκροτημένου κόμματος, ὥστε νὰ ἀπειλῶ τὴν Ἀρχήν — θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι οἱ μὲν ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ δὲν εἶναι δυνατόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ἐπὶ πλέον, ὄχι διότι ἐπεβαρύνθησαν προσηκόντως, διότι ἀρχικῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῶσι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανερχώμεθα διαρκῶς εἰς συμπλήρωσιν ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τῶν γενομένων ἤδη ἰδιοκτητῶν, διότι τὸ πρᾶγμα στερεῖται πάσης ψυχολογικῆς ἀξίας. Συγχρόνως δὲ ἔχω νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο· ὅτι ἐξ ὑπαιτιότητος ἴσως τοῦ Κράτους, ἡ ἐξ οἰκονομικῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν δὲν ἐγένετο ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑπέσχοντο ἢ θὰ ὑπέσχοντο εἰς τοὺς λαβόντας τὰ κτήματα ταῦτα, νὰ παραγάγωσι διὰ νὰ δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἀποζημίωσιν. Δὲν παρεσχέθη εἰς αὐτοὺς κτηματικὴ πίστις ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἂν δὲ δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔκαμεν ὑπερανθρώπους προσπαθείας καὶ ἡ ὁποία παρεχώρησεν εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς τὸ πενταπλάσιον ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχει παραχωρήσει κατὰ τὸ 1920 καὶ τὸ τεσσαρακονταπλάσιον ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶχε παραχωρήσει κατὰ τὸ 1904 — αὐτὴ εἶναι, νομίζω, ἡ ἀναλογία —
§67Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τὰ χαρτιά.
§68Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι εἰς τά χαρτιά. Εἶδον εἰς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοὺς ὁποίους, ἐφόσον δὲν προβάλλετε ὡς πλαστούς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δεχθῶ ὡς ἀληθεῖς, ὅτι ἐδόθησαν τὰ χρήματα αὐτὰ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐγὼ προσωπικῶς ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ γεωργοὶ οἱ λαβόντες τὰ κτήματα. Ἔχω δὲ ἐπὶ πλέον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ παράσχῃ δικαίαν καὶ εὔλογον ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ τὴν λεγομένην πλήρη ἀποζημίωσιν. Ὄχι διότι δὲν θέλει τὸ Κράτος πλήρη ἀποζημίωσιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶμαι ἐκτάκτως συντηρητικῶν ἀρχῶν.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγώ, κ. βουλευτά.
§70Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἰς τὸ τέλος δὲν εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς μόνον.
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον εἴμεθα ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ.
§72Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω τοῦτο· ὅτι, ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν ἐπέμενα τότε εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς λεγομένης πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἐπροτάθη παρὰ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων νὰ τεθῇ ἡ φράσις «πλήρης ἀποζημίωσις», ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτῆς, ἐφόσον θὰ πρόκειται νὰ εἶναι ἐμπαιγμὸς τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι πλήρης. Καὶ συνετέλεσα νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὴν προσθήκην αὐτήν, δηλώσας συγχρόνως ὅτι, ἐφόσον ἤθελον ἐπιμείνει καὶ ἐφόσον ἤθελε γεννηθῆ ἐν τῇ Συνελεύσει διαφορὰ γνωμῶν μεταξὺ πλήρους ἢ μὴ πλήρους ἀποζημιώσεως, θὰ ἐψήφιζα ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀποζημίωσις εἶναι πάντοτε πλήρης, δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως τε δικαία, εὔλογος καὶ ἀνάλογος ἀποζημίωσις. Τοῦτο ἐγένετο δικαίως εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ νόμος προτοῦ γεννηθῶσι τὰ ζητήματα τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀντὶ νὰ ὁρίσῃ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ὥριζεν ὅτι ὡς ἀποζημίωσις δίδεται ὁ μέσος ὅρος τῶν δέκα τελευταίων ἐτῶν. Ἠδύνατο κάλλιστα νὰ τὸ κάμῃ χωρὶς νά θεωρηθῇ τοῦτο ὅτι ἀποτελεῖ δήμευσιν.
§73Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀλλὰ πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου δὲν ἔχει κατώτατον ὅριον.
§74Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀποζημιώσεως δὲν ὑπάρχει κανὲν ὅριον.
§75Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μὴ πάρετε, λέγω, τριετίαν. Τὸ γεγονὸς μόνον ὅτι λέγω τριετίαν ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πλήρους ἀποζημιώσεως, περὶ τῆς ἀγοραίας λέγω ἀξίας, ἀλλὰ πρόκειται, λέγω, περὶ τῆς δικαίας καὶ εὐλόγου ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν πᾶν Κράτος ἀστικόν, σεβόμενον ἑαυτὸ καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν, θὰ παράσχῃ ὡς ἀντάλλαγμα εἰς ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου στερεῖ τὴν χρῆσιν. Ἑπομένως καθώρισα τὰς ἀπόψεις μου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, νομίζω ἀπολύτως σαφῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οὐδεμία ἐπιβάρυνσις καθόσον ἀφορᾷ τοὺς γεωργούς, ὄχι διότι ἐπλήρωσαν ἀρκετά, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑφ’ ἃς συνθήκας εὑρισκόμεθα καὶ ἐγένετο ἡ ἀπαλλοτρίωσις νὰ πληρώσωσι περιπλέον, ἀλλ’ ἀνάληψις τοῦ Κράτους πρὸς καταβολὴν δικαίας καὶ εὐλόγου ἀποζημιώσεως καὶ συγχρόνως προσπάθεια τοῦ Κράτους ὅπως δώσῃ εὔλογον ἀποζημίωσιν καὶ καταβολὴν αὐτῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς ἀναγνώρισιν τουλάχιστον τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς προφάσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς χρονοτριβῆς. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἐξάρω καὶ πάλιν τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον πρὸς τὴν προσφυγικὴν ὑπόθεσιν. Ἑπομένως δέχομαι ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο τὰ ἀκόλουθα. Δέχομαι πρῶτον ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀστῶν τῶν ὑπολοίπων — καὶ ἐν τούτῳ θὰ ἔλθω εἰς κάποιαν μὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὄχι διαφωνίαν, ἀλλὰ θὰ τῷ ἀναφέρω κάτι τι τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ προσκομισθῆ εἰς τὴν Βουλὴν — ὁ ἀριθμὸς ἀκόμη τῶν μελλόντων νὰ ἀποκατασταθῶσιν ἀστῶν προσφύγων καὶ ἡ ἔκτασις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐχρειάζετο διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, διὰ νὰ μορφώσῃ ἡ Βουλὴ πλήρη ἰδέαν. Ἔρχομαι ἐπὶ τούτου. Πρῶτον ὅτι, προτοῦ χρησιμοποιηθῶσι τὰ κτήματα τῶν ἰδιωτῶν, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι μικραί, μικρόταται ἰδιοκτησίαι, πρέπει νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ὅπως χρησιμοποιηθῶσι τὰ κτήματα τοῦ Δημοσίου καὶ ἄλλων ἱδρυμάτων, τὸ ὁποῖα, εἰς τὰς πόλεις ἰδίως τὰς κεντρικάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ γίνῃ ἀποκατάστασις προσφύγων, εἶναι ἀρκετὰ ὥστε νὰ μειώσωσι πολὺ τὰς θυσίας τὰς ὁποίας θὰ κάμωσι μικροὶ ἰδιοκτῆται. Δέχομαι ὅπως ἡ ἀποζημίωσις, ἥτις θὰ καταβληθῇ παρὰ τῶν προσφύγων πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν καὶ συγχρόνως ἡ ἀποζημίωσις ἡ ὁποία θὰ καταβληθῇ παρὰ τῶν ἐγκατεστημένων ἤδη καὶ μὴ ἀποπληρωσάντων τὸ τίμημα, νὰ μὴ εἶναι ὁλόκληρος ἡ σημερινὴ ἀξία τοῦ κτήματος, διότι μοὶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ πρόσφυγες σήμερον νὰ πληρώσωσι τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῶν ἀστικῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταληφθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα ὑπερετιμήθησαν καταπληκτικῶς ἕνεκα τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς ἡ ὁποία ἐγένετο καί ἕνεκα τῆς συρροῆς τοῦ πολλοῦ κόσμου εἰς τὰ κέντρα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν μεγάλην ὑπερτίμησιν. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον ἀπολύτως. Πρέπει μόνον νὰ τονίσω τοῦτο’ ὅτι εἰς τὴν μετάφρασιν τῶν μεταλλικῶν καὶ χρυσῶν δραχμῶν δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κάτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ συνέχῃ τὰ πράγματα. Ἐννοῶ ὅτι ὀφείλει νὰ καταβληθῇ ἡ ἀποζημίωσις ἐκείνη, ἡ ἀξία τῶν κτημάτων εἰς χρυσόν, συγκρινομένη μὲ τὸ σημερινὸν νόμισμα. Ἂν ταύτην τὴν ἀξίαν καταβάλωσι, δηλαδὴ δὲν καταθέσωσι τὴν ὑπερτίμησιν τὴν γενομένην κατόπιν συρροῆς αὐτῶν ἐνταῦθα, δηλαδὴ τὴν ἄλλην ἀξίαν τῶν σημερινῶν κτημάτων, νομίζω ὅτι θὰ εὑρισκώμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι καὶ ἐντελῶς ἐν τάξει. Πρῶτον δὲν θὰ ἐδεχόμην νὰ παραταθῇ ἡ διαδικασία πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τοὺς ἀστοὺς πρόσφυγας, ἐπὶ μίαν πενταετίαν, ἐκτὸς ἂν ἡ ὑπηρεσία προσκομίσῃ ἀποδείξεις ἀντιθέτους, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη μιᾶς πενταετίας διὰ νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ οἰκόπεδα αὐτά, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἀδύνατον. Νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον τῆς ἀπαλλοτριώσεως πολὺ περισσότερον χάριν τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία εἶναι μέγας παράγων πίστεως εἰς τὸν Τόπον καὶ ἐπίσης μέγας παράγων ἀποδόσεως μεγάλων ποσῶν χρημάτων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς πόσον χρονικὸν διάστημα;
§77Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ καταλήξω. Νομίζω ὅτι αἱ συστάσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα εἰς τὴν Βουλήν, ἀντιπροσωπεύουν κατὰ μέγα μέρος τὸ κοινὸν αἴσθημα τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔγινε τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἐφόσον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε καὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως περιείχετο καὶ ἡ λύσις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος καὶ ἀναμφισβητήτως καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀστῶν προσφύγων, εἶναι ἓν ἐξόχως προσφυγικὸν ζήτημα. Ἐφόσον ἡ σημερινὴ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἡ ἀναλαβοῦσα καὶ ἔχουσα τὴν ὑποχρέωσιν ἐξ ἄλλων λόγων νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, πρόκειται περὶ νόμου κανονίζοντος τὰς σχέσεις τῶν ἀπαλλοτριώσεων, νόμου μέλλοντος νὰ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκεται ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἀρχήν, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ ἑνιαίαν γνώμην. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις παρουσιάσῃ διατυπώσεις τοιαύτας παρεχούσας κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἐξέθηκα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν στιγμὴν ταύτην, θὰ ψηφίσω ἀναμφισβητήτως ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφόσον ὅμως δὲν παρουσιάσῃ ἐν τῇ διατυπώσει ὅλους τοὺς περιορισμοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖοι καὶ τοὺς χρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ τοὺς ποιοτικοὺς τοῦ ἐδάφους καὶ ἐν γένει ὅλους τοὺς περιορισμούς, ἀλλ’ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ ἐπὶ μίαν πενταετίαν, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ καταψηφίσω τὴν τροποποίησιν αὐτήν. Ἐφόσον ὅμως πρόκειται νὰ ψηφίσω τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν, θὰ ἐπεθύμουν τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα ἐν τῷ κοινῷ συμφέροντι καὶ τῶν προσφύγων καὶ τῆς ὅλης Ἑλλάδος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ὅλοι, συντέμνοντες τὰς μακρὰς συζητήσεις, νὰ προχωρήσωμεν. Διὰ τοῦτο διατυπῶ τὴν πρότασιν, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἄλλην συνταγματικὴν ἐργασίαν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ νὰ διατυπωθῇ κοινὴ πρότασις παρ’ ὅλων τῶν συγκεκροτημένων κομμάτων, ἐπὶ τῶν σημείων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξέθεσα τὰς γνώμας μου καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἔχωσι τὰ κόμματα ταῦτα ἀντίθετον γνώμην, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν, διότι κατηναλώσαμεν 15 ἡμέρας διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 19, πρόκειται δὲ νὰ καταναλώσωμεν ἄλλας 15 ἡμέρας συζητοῦντες δῆθεν συνταγματικὰ ζητήματα, ἐνῷ πρόκειται νὰ φέρωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ τοιουτοτρόπως νὰ λυθῇ ἓν ἐκ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι πολὺ τὸν κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν βίον τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§79Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ὑπεστηρίχθη, κύριοι, παρὰ συναδέλφων τινῶν ὅτι δὲν πρέπει διὰ τοῦ ἄρθρου 119 νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ὡς μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ νὰ κανονισθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ πλήρης ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία ἀκριβῶς καθορίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 19 τοῦ Συντάγματος. Ἂν πρόκειται, κύριοι, νὰ καθορίσωμεν διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀποζημίωσιν τοιαύτην διὰ τὰ ἀγροκτήματα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν ἐφεξῆς, δὲν ἐννοῶ ποίαν θέσιν ἔχει ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος καὶ παρέλκει ἐντελῶς ἡ ψήφισίς της, ἐφόσον τὸ 19ον ἄρθρον ὁρίζει τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν. Ἄν, κύριοι, δὲν θελήσητε νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, τότε βεβαίως δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ παρέλκει ἐντελῶς ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου 119, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθελήσαμεν νὰ ρυθμίσωμεν ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζομένη ἡ πολιτικὴ τοῦ 1917. Τί τὸ θέλομεν τὸ ἄρθρον 119, ἂν δὲν ρυθμίσωμεν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, οὕτως ὥστε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζομένη ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ τῆς γαλήνης ἐν τῷ Τόπῳ; Τίνα λόγον ἔχει ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ; Καθωρίσθη ἡ ἀποζημίωσις πλήρης διὰ τοῦ ἄρθρου 19. Ἀλλὰ καὶ οἱ κ. κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομάτων, μηδὲ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τσαλδάρη ἐξαιρουμένου, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐδήλωσαν ρητῶς καὶ σαφῶς ὅτι περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου δὲν γίνεται συζήτησις, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζόμενος, θὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως μέχρι σήμερον κατὰ τὴν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν ὅλων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ τῶν πλείστων βουλευτῶν, διότι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅλων, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν πλήρη ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ πάντοτε ἠλαττωμένην κατὰ τὸν ἀγροτικὸν νόμον ἀπὸ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ κτήματα σήμερον. Καὶ ἐπαναφέρομεν τὸ ζήτημα τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, ὥστε νὰ ματαιώσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου εἰς τὸ ἑξῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶχεν ἐφεξῆς ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 119. Ἄν λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, θέλωμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ρυθμίσωμεν τὰς γνώμας μας καὶ νὰ διατυπώσωμεν τὸ ἄρθρον, οὕτως ὥστε νὰ δοθῇ διέξοδος εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Βεβαίως ἐν τῷ Συντάγματι δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ διὰ νόμου νὰ καθορισθῇ καὶ ὑπάρχει ἡ γενικὴ κατεύθυνσις πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς. Ἂν θελήσωμεν νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, θὰ φθάσωμεν εἰς κακὸν ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστήσωμεν πλήρη ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἦτο καθαρὰ τοιαύτη καὶ ἀπόλυτος καὶ διὰ τὸν ἰδιοκτήτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν πλήρη ἀποζημίωσιν, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὴν οἰκίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἀγρότης τὴν ἠμφισβήτει ὡς ἰδιοκτήτης αὐτῆς, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ καλλιεργητοῦ ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νά ἀποδεικνύουν τὴν μὴ ἀπόλυτον κυριότητα τοῦ ἰδιοκτήτου. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ καταστρέψῃ ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον τόσον συνετέλεσε νὰ ἑδραιωθῇ καὶ νὰ ἀνδρωθῇ μία ἰδεολογία, μία πολιτικὴ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τελείαν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι μετὰ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. Καφαντάρης, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει πλέον ζήτημα ὅταν ἀποδεχθῶμεν ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων θὰ εἶναι ὁμαδική, ἐξηγηθῇ δὲ διὰ τοῦ ψηφίσματος τί ἐννοοῦμεν ὁμαδικὴν ἀποκατάστασιν. Ὅταν καθορισθῇ ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀστῶν προσφύγων θὰ εἶναι ὁμαδική, δηλαδὴ δὲν θὰ δύνανται νὰ καταληφθῶσι σποραδικῶς οἰκόπεδα, ὅταν θὰ γίνεται μόνον πρὸς ἐγκατάστασιν συνοικισμῶν προσφύγων, δὲν νομίζω ὅτι διατρέχουν κίνδυνον οἱ μικροϊδιοκτῆται. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως φρονῶ ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία θὰ καθορισθῇ ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου Τριπόλεως, εἶναι πλέον ἱκανοποιητικὴ καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ δὲν θὰ ζημιωθοῦν καὶ οἱ ἰδιοκτῆται. Δὲν διατρέχουσι δὲ κίνδυνον τινὰ οἱ μικροϊδιοκτῆται, ὁριζομένης ἐκτάσεώς τινος ἀναπαλλοτριώτου καὶ ὁ φόβος ὁ ὁποῖος ἦτο δεδικαιολογημένος, διότι κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν ἐρρίφθη ἀόριστος ἀξίωσις πρὸς ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει κανεὶς κίνδυνος καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ ἀποκαταστήσῃ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς πρόσφυγας, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεισφέρουν εἰς τὸν Τόπον ὄχι μόνον τὴν γαλήνην, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ καὶ διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργηθῇ. Ἂν θελήσωμεν νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ἂν θελήσωμεν νὰ ματαιώσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς ἔχει ἐναντίαν γνώμην;
§81Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ὅλοι ὅσοι ὡμίλησαν ἐντεῦθεν καὶ ἂν ἔχουν ἀντίθετον γνώμην καὶ αὐτοὶ ἀκόμη, δὲν δύνανται νὰ εἴπουν ὅτι ἔχουν ἀντίθετον γνώμην. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνουν δὲν δεικνύει τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι εἶναι ἐνάντιοι, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν καὶ τὸν ἀγροτικὸν νόμον, ὅταν ἀξιοῦμεν παρὰ τῶν χωρικῶν νὰ καταβάλλωσι πλήρη τὴν ἀξίαν τοῦ ἀπαλλοτριουμένου. Ἐθορυβήθησαν τινὲς τῶν ἀγορευσάντων ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 119 διάταξις ὅτι τὰ κτήματα καταλαμβάνονται ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Κυρίως εἰπεῖν ἡ ἐμφάνισις ξενίζει ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ δὲν εἶναι πραγματική, διότι ἐλησμόνησαν οἱ ἀγορεύσαντες ὅτι ναὶ μὲν δὲν καταβάλλεται προηγουμένως ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὴν κατάληψιν, ἀλλὰ προκρίνεται προσωρινῶς δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἠρτημένης ἐσοδείας μίσθωμα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, μίσθωμα τοιοῦτον καὶ ἀνάλογον πρὸς τὴν ἐσοδείαν τὴν ὁποίαν ἔχουν, δηλαδὴ πρὸς τὴν ἀξίαν τῆς παραγωγῆς ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι τοῦ 1914 τοῦ κτήματος. Δηλαδὴ ἡ κατάληψις δὲν γίνεται ἐντελῶς ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ γίνεται ἄνευ ἀποζημιώσεως μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταβίβασιν τῆς κυριότητος, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἀποδίδει τὸ κτῆμα τὸν λαμβάνουν ἐξ ὁλοκλήρου, διότι διὰ τοῦ νόμου 2922 καταβάλλεται μίσθωμα ἡ ἀξία τῆς ἠρτημένης ἐσοδείας διὰ τὸ καταλαμβανόμενον κτῆμα. Τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν τῆς κυριότητος τὴν λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης μετὰ τὴν μεταβίβασιν τοῦ κτήματος εἰς τὸ Κράτος, ὁπότε πλέον ἐπακολουθεῖ ἡ συνήθης διαδικασία καὶ ἡ ἔκδοσις ὁμολογιῶν καὶ κτηματογράφων. Καὶ σήμερον ἀπολαμβάνει τὸν τόκον τοῦ κτήματός του ὁ ἰδιοκτήτης, διότι προϋποτίθεται ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ ὁποία δίδεται εἶναι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος, ἐξευρισκομένης τῆς τιμῆς διὰ τοῦ μέσου ὅρου τῆς ἐσοδείας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπὸ τὸ 1910 ἕως τὸ 1914. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι γίνεται τι τὸ ἐξαιρετικὸν διὰ τοῦ ἄρθρου 119. Ὅ,τι γίνεται διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου μέχρι σήμερον, τὸ αὐτὸ θὰ γίνεται καὶ ἐφεξῆς. Εἶναι ἡ ἐντύπωσις πραγματικῶς τοιαύτη, ὥστε νὰ ξενίζῃ τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἀνωτέρω ἐξέθηκα. Θὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν Πατρίδα καὶ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν καὶ τὴν κοινὴν ἀνάγκην καὶ τὴν παραγωγήν, ἂν συνεχίσωμεν τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, ἐνῷ ἀντιθέτως θὰ δημιουργήσωμεν ἀνωμαλίας καὶ θὰ σταματήσωμεν καί αὐτὴν τὴν παραγωγὴν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§83Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, ὅπως δὲν ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, ὁ ὁποῖος νὰ φρονῇ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, προκειμένου μάλιστα νὰ ἐξυπηρετήσῃ κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ εἶναι κοινωνικὴ ἀνάγκη ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ τῶν προσφύγων, δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεσμῶν, οἵτινες ἐνυπάρχουσιν ἐν αὐτῇ τῇ Κοινωνίᾳ. Οὐδεὶς φρονεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἁρμονικὴν σύνθεσιν αὐτῆς. Προκειμένου μάλιστα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἐξ Ἀσίας καὶ Θράκης Ἑλλήνων, θὰ ἔπρεπε νὰ κληθῇ οὐχὶ ἀναγκαστική, ἀλλὰ «ἱερὰ ἀπαλλοτρίωσις». Ἡ ἱερότης ὅμως αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ κηλιδωθῇ δι’ ἀδικίας πρὸς ἄλλους, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις πρέπει νὰ εἶναι δικαία, πρέπει προσέτι νὰ εἶναι καὶ συστηματική, διότι ἄνευ αὐτῶν τῶν δύο στοιχείων ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ δι’ αὐτῆς ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρέκβασιν ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ θὰ ἐπανέλθω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὡς ἀρχηγὸς κόμματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προξενηθῇ ἐδῶ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ οἱ ἐπιτιθέμενοι κατ’ αὐτῆς. Αὐτὸ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πραγματικότητα, διότι πράγματι, ἐκτὸς τῶν ὀλίγων κομμουνιστῶν, ὑπάρχουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καί τινες ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι προξενοῦν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπιτίθενται κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Προξενεῖται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχουν ἐνταῦθα οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐνεργουμένης κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ διαφέρῃ πράγματι τῆς δημεύσεως, ἀφ’ ἑνὸς καὶ οἱ ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς δικαίας καὶ συστηματικῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀφ’ ἑτέρου. Ἐγὼ τουλάχιστον, ἔμεινα μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι καὶ ἂν εἶχεν ὑψωθῆ ἡ ἐρυθρᾶ σημαία ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου καὶ πάλιν θὰ ἦσαν ὑπερβολικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Καὶ ἂν ἐκυμάτιζεν ἡ ἐρυθρᾶ σημαία ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ καὶ τότε ἀκόμη θὰ ἦτο ὑπερκομμουνιστικὴ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 119, διὰ τῆς ὁποίας προβλέπεται ἐν τῇ πραγματικότητι, ὄχι ἀπαλλοτρίωσις, ἀλλὰ δήμευσις τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ἀστὸς νὰ μὴ θέλῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ πρὸ παντὸς τῶν προσφύγων. Καὶ ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀποτολμήσει νά διεκδικήσῃ τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ ἐνδιαφέροντος πρὸς τοὺς πρόσφυγας καὶ τὰς προσπαθείας πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτῶν, ἃς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ τὸ εἴπω, εἶναι εὐτελὴς δημοκόπος. Πάντες θέλομεν τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἀλλὰ τὴν θέλομεν δικαίαν. Θέλομεν τοὺς πρόσφυγας νὰ ἀποτελέσουν ἓν ἁρμονικὸν σύνολον μετὰ τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς Κοινωνίας. Δὲν θέλομεν αὐτοὺς νὰ παρίστανται πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὡς ἅρπαγες. Φοβοῦμαι δὲ πολὺ μήπως ἡ ὑπὸ κρίσιν συνταγματικὴ διάταξις δημιουργήσῃ τοιαύτην ἐντύπωσιν. Θέλομεν τοὺς πρόσφυγας νὰ ἀποκατασταθῶσι κατὰ τρόπον δίκαιον καὶ συστηματικόν, κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἑνὸς Κράτους σεβομένου ἑαυτὸ καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν του, κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα εἰς αὐτοὺς διαρκῆ κυριότητα τῶν γαιῶν, αἵτινες θά τοῖς παραχωρηθῶσι.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν πολλοί πρόσφυγες ὑπὸ σκηνάς.
§85Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δι’ αὐτοὺς ἔχομεν τὴν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ προβλέψωμεν. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ οἰκονομικῶς ἀσθενέστεραι τάξεις πρέπει νὰ ἐνισχυθῶσιν. Ἀλλὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀρνηθῶ τὸ ὑποστηριζόμενον ὅτι πρέπει νὰ ἐξοντωθῇ μία τάξις κτηματιῶν διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἄλλη τάξις. Μία τοιαύτη ἐνέργεια οὐδόλως θὰ ἦτο κοινωνικῶς ἐπωφελής. Ὡς μόνον ἀποτέλεσμα θὰ εἶχε τὴν ἐναλλαγὴν προσώπων ἐν τῇ οἰκονομικῇ τάξει. Ἐπὶ πλέον, θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προκαλέσῃ κοινωνικὰς ἀναστατώσεις καὶ ἀγῶνας ἀλληλοεξοντωτικούς. Οἱ πρόσφυγες ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην, σὺν τῇ οἰκονομικῇ ἀρωγῇ καὶ τῇ ἀγροτικῇ καὶ τῇ ἀστικῇ τοιαύτῃ, καὶ τῆς συμπαθείας τοῦ γηγενοῦς Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ἐκεῖνος, ὅστις καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἢ δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀποστερεῖ αὐτοὺς τῆς συμπαθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἢ καὶ μέρους αὐτοῦ, παρέχει κακίστην ἐκδούλευσιν εἰς αὐτούς, δὲν ἐνδιαφέρεται εἰλικρινῶς δι’ αὐτούς. Καί, ὡς εἶπον, φοβοῦμαι πολὺ μήπως οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν διάταξιν αὐτήν, τὴν μεταβατικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος, παράσχωσι μόνον τοιαύτην ἐκδούλευσιν εἰς τοὺς πρόσφυγας. Διὰ τοῦ ἐκζεζητημένου αὐτοῦ ἐνδιαφέροντός των ὑπὲρ τῶν προσφύγων προξενεῖται ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸν γηγενῆ Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι οὗτοι ἐπιδιώκουσιν ὅπως ὅλως αὐθαιρέτως ἢ ἄνευ ἀποζημιώσεως καταλάβωσι τὰ κτήματα τῶν γηγενῶν. Καὶ διὰ νὰ ἀπορρίψωμεν πάντα ταῦτα, δέον ἡ ἀπαλλοτρίωσις πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων νὰ εἶναι δικαία καὶ συστηματική. Δικαία δύναται νὰ εἶναι ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος. Διὰ νὰ εἶναι δικαία ἐπίσης καὶ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ διὰ τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς πρέπει ἡ ἀποζημίωσις νά καθορίζηται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, διότι μόνον αὐτὰ παρέχουσι τὴν ἐγγύησιν ὅτι θὰ εἶναι δικαία. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ἐποικισμοῦ. Οὔτε πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτοὺς τὴν διαδικασίαν τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Δὲν δύναται, προκειμένου περὶ τοιαύτης διαδικασίας, νὰ ἀνταπεξέλθῃ ὁ πτωχὸς καλλιεργητὴς ἢ πρόσφυξ κατὰ τῶν ποικίλων μέσων, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θὰ διαθέτῃ ὁ πλούσιος τσιφλικιοῦχος. Ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ἂν πρόκειται νὰ καταβάλῃ τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ προστατευθῇ διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων κατὰ περισσότερον λόγον.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω, κ. συνάδελφε; Οὐδέποτε κανονίζεται ἡ ἀποζημίωσις ὑπὸ ὑπαλλήλων τοῦ γραφείου Ἐποικισμοῦ. Ὁρίζεται τελικῶς δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἀπορῶ πῶς ὑποστηρίζετε αὐτὰ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ.
§87Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε λάθος. Ἂν μελετήσητε τὴν δημευτικὴν ἐκείνην νομοθεσίαν, ἥτις περιβάλλεται μὲ τὸν νομιμοφανῆ τίτλον «Γεωπονικὴ Νομοθεσία» ἢ «Ἀγροτικὸς Νόμος» θὰ ἴδητε ὅτι αὕτη δίδει δικτατορικὰ δικαιώματα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ καταλάβῃ οἱονδήποτε κτῆμα καὶ νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ἐποικισμοῦ νὰ καθορίσωσι τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Καὶ ἂν οὗτοι εὐδοκήσωσιν εἰδοποιοῦσι τὸν ἰδιοκτήτην ὅπως παραστῇ κατὰ τὴν κατάληψιν. Παριστάμενος δύναται, κατὰ τὸν νόμον, νὰ ζητήσῃ πρωτόκολλον παραδόσεως τοῦ κτήματός του. Ὁποία εἰρωνία. Τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ μοῦ ὑπενθυμίζει καὶ ἂς μὴ θεωρηθῇ ὅτι θὰ εἴπω αὐτὸ διὰ νὰ προκαλέσω γέλωτα ἢ ἱλαρότητα, μοῦ ὑπενθυμίζει τὸν δανειστὴν τοῦ καραγκιόζη, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τῶν ὀφειλομένων ἐλάμβανεν ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην του τὴν συμβουλὴν νὰ τὰ γράψῃ. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτων ὅτι δὲν ὑποχρεούμεθα νὰ μεριμνήσωμεν συντόνως καὶ συστηματικῶς πρὸς δικαίαν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Κύριοι βουλευταί, αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ πόνον καὶ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀποκαταστήσωμεν καὶ τόσον μᾶλλον, καθόσον οὗτοι εἶναι θύματα ἀστόχου καὶ τυχοδιωκτικῆς πολιτικῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι δικαία μόνον ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ἀλλὰ δέον νὰ εἶναι καὶ συστηματικὴ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ τῶν προσφύγων εἰς τὰ ἀπαλλοτριούμενα κτήματα. Νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι τὰ σφάλματα τοῦ προσφάτου παρελθόντος καὶ ὁ ἀμελέτητος καὶ ἐπιπόλαιος τρόπος ἀποκαταστάσεως, ὁ ὁποῖος οὐ μόνον δὲν ἦτο ἐπωφελὴς διὰ τοὺς ἀποκατασταθέντας, ἀλλὰ καὶ ἐμείωσε κατὰ πολὺ τὴν παραγωγήν. Πολλοὶ πρόσφυγες ἐρρίφθησαν εἰς ἑλώδη μέρη καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ φύγωσιν ἐκεῖθεν ἐγκαταλείψαντες καὶ τὰς οἰκίας των, πολλαὶ τῶν ὁποίων κατέπεσαν εἰς τὴν πρώτην πνοὴν τοῦ ἀνέμου, διότι ἀσυνείδητοι ἐργολάβοι εἶχον ἀναλάβει τὴν ἀνοικοδόμησιν αὐτῶν. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Παρὰ τὸ χωρίον Ροδιὲς Εὐβοίας ἐγκατεστάθησαν περὶ τὰς τεσσαράκοντα προσφυγικαὶ οἰκογένειαι. Μετ’ ὀλίγον ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι καὶ τὰς γαίας των καὶ τὰς οἰκίας των, διότι ἐμαστίζοντο ὑπὸ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν. Οὔτε πρέπει νὰ ἐγκαθίστανται εἰς ἀγροτικὰ κτήματα μὴ καλλιεργηταί, ὡς συνέβη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Τοῦτο οὔτε τοὺς ἐγκατασταθέντας ὠφέλησεν, ἀλλὰ καὶ τὴν παραγωγὴν ἐζημίωσεν. Ὑπάρχουσι πολλὰ παραδείγματα οὐ μόνον ἀσκόπου, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβοῦς ἀπαλλοτριώσεως. 1) Εἰς τὸ παρὰ τὸ χωρίον Νέχαλη τῆς Θεσσαλίας εὑρισκόμενον κτῆμα τοῦ κ. Σκαλιάρη, ἐπιστημονικῶς καλλιεργούμενον, ἐγκατεστάθησαν Ἕλληνες ἐξ Ἀσίας μὴ καλλιεργηταί. Οὗτοι, μετά τινα χρόνον, ἐρωτηθέντες παρὰ συγγενοῦς τοῦ τέως ἰδιοκτήτου διατί δὲν καλλιεργοῦσι τὸ ὡραῖον αὐτὸ κτῆμα, διότι οὐδόλως ἐκαλλιέργουν αὐτό, ἀπήντησαν «ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τὸ καλλιεργήσουμε, ἐμεῖς εἴμαστε ψαλτάδες. Θὰ στὸν χωρίον «Γιαννούλη» τοῦ κ. Χαροκόπου ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης ἐγκατεστάθησαν πρόσφυγες δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Τὸ κτῆμα αὐτὸ ἐκαλλιεργεῖτο ὑποδειγματικῶς καὶ καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς γεωργικῆς ἐπιστήμης καὶ ἦτο τὰ μέγιστα προσοδοφόρον. Ἀφ’ ὅτου διενεμήθη εἰς τοὺς πρόσφυγας ἔμεινεν ἀκαλλιέργητον καὶ τώρα ἐκμισθοῦται ὑπ’ αὐτῶν εἰς τοὺς ποιμένας διὰ βοσκὴν τῶν ποιμνίων. Θὰ ἦτο προτιμότερον, θὰ ἦτο συστηματικώτερον ἂν διενέμετο μέρος αὐτοῦ, ἔστω καὶ τὸ μεγαλύτερον, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ παρέμενεν ὡς ὑπόδειγμα καλλιεργείας καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ παραδειγματίζωνται οἱ ἐγκατασταθέντες καλλιεργηταί. Ἐπὶ πλέον, ἔδει οὗτοι νὰ ὑποχρεοῦνται πρὸς καλλιέργειαν τῶν παραχωρηθεισῶν αὐτοῖς γαιῶν. 3) Τὸ κτῆμα «Ἀλίφακα» τοῦ κ. Ἀρσενίδη παρὰ τὴν γέφυραν τοῦ Πηνειοῦ Κουτσόχερον διενεμήθη καὶ αὐτὸ εἰς πρόσφυγας. Πρὶν διανεμηθῇ παρῆγε τὴν καλυτέραν φακὴν ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς μεγάλην ποσότητα. Διὰ πειραματικῆς σπορᾶς σίτου πολλῶν ἐτῶν ὁ τέως ἰδιοκτήτης εἶχεν εὕρει τίς ἦτο ὁ καταλληλότερος σπόρος καὶ εἶχε φθάσει εἰς τὸ ὕψιστον σημεῖον τῆς παραγωγῆς. Ἤδη, καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσίν του, οὐδὲν παράγει. 4) Ἡ Γούνιτσα τοῦ κ. Ἰατρίδου, ἠρδεύετο κατὰ δύο καὶ πλέον χιλιάδας στρέμματα ἐκ τοῦ Πηνειοῦ διὰ μηχανικῶν ἐγκαταστάσεων. Μετὰ τὴν διανομήν του εἰς τοὺς πρόσφυγας τὸ πᾶν ἐγκατελείφθη καὶ κατεστράφη. Καὶ ἄλλα πολλὰ παραδείγματα. Ἕνεκα δὲ τῆς τοιαύτης ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἄνευ συστήματος διανομῆς τῶν μεγάλων κτημάτων ἐπῆλθε τοιαύτη μείωσις τῆς παραγωγῆς ὥστε ἀντὶ νὰ ἐξάγηται σῖτος ἐκ Θεσσαλίας εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ὡς συνέβαινε πρίν, εἰσάγεται τώρα ἐκεῖ πρὸς διατροφὴν τῶν κατοίκων. Δὲν ὑποστηρίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων. Ἔδει ὅμως οἱ ἐπαγγελλόμενοι τὸν μοναδικὸν προστάτην τῶν προσφύγων νὰ λάβωσιν ὑπὲρ αὐτῶν συστηματικὰ μέτρα, ὥστε νὰ εἶναι πράγματι ἐπωφελεῖς εἰς αὐτούς. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσωσι τὰ κτήματα ἀπὸ τοὺς γηγενεῖς ἰδιοκτήτας. Ἡ τοιαύτη ἄσκοπος ἐνέργειά των μοῦ ὑπενθυμίζει ἓν ρητὸν τοῦ Ἄγγλου ποιητοῦ Σαῖξπηρ κατὰ τὸ ὁποῖον «ἐκεῖνος, ὅστις μοῦ ἀφαιρεῖ ὅ,τι καθιστᾷ ἐμὲ εὐτυχῆ, χωρὶς νὰ ὠφελῇ ἑαυτόν, εἶναι ἄθλιος». Ἡ βεβιασμένη καὶ δημοκοπικὴ αὕτη ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων εἰς κτήματα γηγενῶν οὐδόλως ὠφέλησεν αὐτούς. Ἔδει αὕτη νὰ ἀνατεθῇ εἰς εἰδικοὺς καὶ νὰ ἐνεργηθῇ συστηματικῶς καὶ νὰ ὑποχρεωθῶσιν, ὡς εἶπον, οἱ ἐγκαθιστάμενοι ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ ἢ πρόσφυγες νὰ καλλιεργῶσι τὰς παραχωρουμένας εἰς αὐτοὺς γαίας. Καὶ ἂν ἐντὸς ἔτους δὲν κατώρθουν νὰ καλλιεργήσωσιν αὐτάς, ἂν οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐκαλλιέργει αὐτὰς ὁ τέως ἰδιοκτήτης, τουλάχιστον κατὰ συνήθη τρόπον, νὰ ἀφαιροῦνται αὗται ἀπ’ αὐτοὺς καὶ νὰ ἀποδίδωνται εἰς τὸν πρώην ἰδιοκτήτην ἢ εἰς ἄλλους καλλιεργητάς, ὡς ἐγένετο ἐν Ρουμανίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Πρὸς ἐπίτευξιν αὐτῶν δὲν ἀπαιτεῖται ποσῶς ἡ δημευτικὴ διάταξις τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου 119. Ἀρκεῖ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ δύναται κάλλιστα νὰ γίνῃ ἡ δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ τῶν προσφύγων. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὀρθῶς καὶ δικαίως προβλέπει περὶ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Τινὲς ἐκ τῶν προλαλησάντων ὑπέδειξαν διαφόρους τρόπους, καθ’ οὓς δύναται νὰ γίνῃ αὕτη. Ὀρθὸν εἶναι ὅπως τῆς δαπάνης ταύτης συμμετάσχῃ καὶ τὸ Κράτος, ἵνα μὴ τὸ βάρος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων καὶ γηγενῶν ἀκτημόνων ἐπιπέσῃ ἐπὶ μιᾶς μόνον τάξεως πολιτῶν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου, διὰ τῆς συνταγματικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ δικαίας ἀποζημιώσεως, οἱ γηγενεῖς ἀκτήμονες καὶ οἱ πρόσφυγες θὰ ἀποκτήσωσιν ἀσφαλῆ καὶ διαρκῆ κυριότητα τῶν κλήρων, οἵτινες θὰ τοῖς παραχωρηθῶσιν. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἐφαρμοζομένης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 119, ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις θὰ ἐξισοῦται μὲ δήμευσιν καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀγῶνας ἐξοντωτικούς. Ἡ ἐν λόγῳ μεταβατικὴ διάταξις προβλέπει καὶ περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων κτηνοτρόφων. Τοῦτο εἶναι πολὺ ἀφελὲς καὶ ἀπόρροια ἀπειρίας τοῦ συντάκτου τῆς διατάξεως. Ἡ κτηνατροφία δὲν ἐνισχύεται διὰ συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ διὰ καταλλήλου καὶ συστηματικῆς ἐνισχύσεως. Ὁ κτηνοτρόφος δὲν ἔχει ἀνάγκην ὀλίγων στρεμμάτων γῆς, οὔτε τὸν ἐνδιαφέρει ἡ ἀπόλυτος κυριότης αὐτῆς. Ἔχει ἀνάγκην ἐκτάσεων βοσκισίμων γαιῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ κτηνοτροφία ὑπέστη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μείωσιν καταφανῆ. Τοῦτο ὀφείλεται ἐν μέρει εἰς τὸν Ἐποικισμὸν καὶ κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ὁ Ἐποικισμὸς διένειμεν ὅλως ἀβασανίστως ἐκτάσεις βοσκισίμων γαιῶν, καταστήσας οὕτω δυσχερῆ τὴν συντήρησιν μεγάλων ποιμνίων καὶ δὴ ἐν Μακεδονίᾳ. Οἱ δοκισίσοφοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, καταληφθέντες ἀπὸ τὴν μανίαν τῆς προστασίας δῆθεν τῶν δασῶν, ὑπέδειξαν καὶ ἐλήφθησαν τοιαῦτα μέτρα κατὰ τῆς κτηνοτροφίας, ὥστε κατέστησαν δυσχερῆ τὴν συντήρησιν καὶ μικρῶν ἔτι ποιμνίων καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα. Ἐσκέφθησαν εἰς πολλὰς περιπτώσεις νὰ προστατεύσωσι δάση ἀπὸ θάμνους καὶ πρίνους, ἀδιαφοροῦντες ἂν διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ καταστρέφεται ὁλόκληρος ἡ κτηνοτροφία τῆς περιφερείας ἐκείνης. Πάντα ταῦτα συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ φυγαδευθῇ ἡ κτηνοτροφία ἐκ Μακεδονίας εἰς Ρουμανίαν καὶ Σερβίαν. Οἱ Κουτσόβλαχοι, οἱ μεγάλοι αὐτοὶ κτηνοτρόφοι ἔφυγον εἰς Ρουμανίαν. Διατρέχομεν ἤδη τὸν κίνδυνον νὰ στερηθῶμεν καὶ τῶν ἀκραιφνῶν Ἑλλήνων Σαρακατσαναίων, ἐγκαθισταμένων ἐν Σερβίᾳ. Εἰς ἐπίμετρον ἦλθε καὶ ὁ νόμος «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας». Ἐπὶ τοσοῦτον ἐτρομοκρατήθησαν ἐξ αὐτοῦ οἱ μικροποιμένες, ὥστε πολλοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ πωλήσωσι τὰ ποίμνιά των εἰς τοὺς κρεοπώλας. Θὰ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, ἐλάχιστον μὲν διὰ τὴν περίπτωσιν, ἀλλὰ τὰ μέγιστα χαρακτηριστικόν. Πρό τινος χρόνου συνήντησα εἰς τὸ χωρίον Μαγούλιανα τῆς Ἀρκαδίας ἕνα γέροντα κρατοῦντα ποιμενικὴν ράβδον καὶ ἠρώτησα αὐτὸν διὰ τὰ ποίμνιά του. Μοῦ ἀπήντησεν ὅτι πρὸ ὀλίγου χρόνου εἶχε πωλήσει τὸ ἐκ τριάκοντα πέντε προβάτων ποίμνιόν του εἰς τὸν κρεοπώλην, «τὰ ἔσφαξε καὶ βρῆκε 70 ἀρνιὰ μέσα τους», μοῦ προσέθεσε κινῶν ἀπελπιστικῶς τὴν κεφαλήν του. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἐπώλησεν ἦτο ὅτι μετὰ τὸν νόμον «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας» δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ εἰς παραχειμάσιον μέρος, διότι κατ’ ἐπανάληψιν ἐτιμωρήθη διὰ βαρυτάτου προστίμου καὶ πολλάκις δι’ ἀσήμαντον ἀφορμήν. Ἐπίσης πρὸ δύο ἢ τριῶν δεκάδων χρόνων οἱ κάτοικοι δύο χωρίων τῆς Μαντινείας Ἁλωνισταίνης καὶ Ροϊνοῦ, συνετήρουν πλέον τῶν τριάκοντα χιλιάδων αἰγοπροβάτων. Τώρα εἶναι ζήτημα ἂν ὑπάρχωσι δύο χιλιάδες ἐν ὅλῳ. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τὰ πάντα παρημελήθησαν. Κατηναλώθη πολλὴ προσπάθεια εἰς ζητήματα ἄσχετα πρὸς τὴν πραγματικὴν εὐδαιμονίαν τοῦ Λαοῦ. Ὑπὲρ πᾶν ἄλλο παρημελήθη ἡ κτηνοτροφία καὶ ἐν πολλοῖς κατεδιώχθη καὶ κατεστράφη ἐντελῶς. Οὐδὲν ἐνηργήθη οὔτε ἐνεργεῖται ὑπὲρ αὐτῆς συστηματικῶς. Ἐν Μακεδονίᾳ τὸ Κράτος κατέλαβε δασολείβαδα μεγάλων ἐκτάσεων καὶ διένειμεν αὐτὰ εἰς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς καὶ πρόσφυγας, ἐξαναγκάσαν οὕτω μεγάλους κτηνοτρόφους νὰ ἀποδημήσουν εἰς γειτονικὰ Κράτη. Καὶ ἡ τοιαύτη διανομὴ κτηνοτροφικῶν περιφερειῶν ἐγένετο οὐχὶ τόσον ἐξ ἀνάγκης, ὅσον πρὸς δημοκοπίαν τῶν τότε κρατούντων. Οἱ ἴδιοι αὐτοὶ τώρα νομίζουν ὅτι διὰ συνταγματικῶν διατάξεων θὰ βελτιώσωσι τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῆς κτηνοτοσφίας. Τοιαῦται συνταγματικαὶ διατάξεις μόνον ὡς ἀστεῖον δύνανται νὰ ἐκληφθῶσιν. Ἐφυγάδευσαν τὴν κτηνοτροφίαν ἐκ Μακεδονίας διὰ τῆς διανομῆς κτηνοτροφικῶν κτημάτων, ὅπως ἐφυγάδευσαν καὶ τὸ κεφάλαιον ἐξ Ἑλλάδος διὰ τῆς δημευτικῆς πολιτικῆς των κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡ ἀνάπτυξις τῆς κτηνοτροφίας δὲν εἶναι ἔργον τῶν συνταγματολόγων. Εἶναι ἔργον εἰδικῶν, ἐχόντων οὐ μόνον θεωρητικὰς γνώσεις, ἀλλὰ καὶ πεῖραν τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς δύναται νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἂν τυχὸν παραστῇ ἀνάγκη ἀπαλλοτριώσεως γαιῶν πρὸς τοῦτο, αὕτη δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 19. Ἡ μεταβατικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 119 εἶναι ἀπολύτως περιττή. Τό γε νῦν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐποχὴ τῶν ἔργων καὶ οὐχὶ τῆς δημοκοπίας.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γνωρίζετε πόσα στρέμματα ἔχουν ἀπαλλοτριωθῆ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν;
§89Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια.
§90Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν αὐτὰ τὰ στρέμματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 19, γνωρίζετε πόσα ἑκατομμύρια θὰ ἐχρειάζοντο;
§91Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἀξίων πάσης συμπαθείας καὶ πάσης ὑποστηρίξεως προσφύγων νὰ γίνῃ εἰς βάρος ὀλίγων, ἀλλὰ ἐπὶ θυσίᾳ ἐκ μέρους ὅλων. Καὶ εἰς ἄλλα Κράτη ἐνηργήθη ἐποικισμὸς καὶ ἔγιναν ἀπαλλοτριώσεις, ἀλλὰ παντοῦ προέβλεψαν περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν. Καὶ αὐτὸ ἔτι τὸ Σύνταγμα τῆς Ρουμανίας, τὴν ὁποίαν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ὑπὸ κρίσιν δημευτικὴν διάταξιν ἔφερον ὡς παράδειγμα, προβλέπει περὶ δικαίας καὶ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Καὶ ἐν Καναδᾷ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ παρέστη ἀνάγκη ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Παντοῦ ὁ ἰδιοκτήτης ἀπεζημιώθη διὰ τοῦ ἑνὸς ἢ διὰ τοῦ ἄλλου τρόπου. Ἐν Γερμανίᾳ ἱδρύθη πρὸς τοῦτο πιστωτικὸς ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἐξησφάλισε προηγουμένην ἀποζημίωσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.
§92Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸν ἀγροτικὸν Ρουμανικὸν νόμον;
§93Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ συγκριθῇ ἡ ἐκεῖ τότε κατάστασις πρὸς τὴν νῦν ἐδῶ. Ἐν Ρουμανίᾳ ἔγινεν εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον μία ἐπαναστατικὴ κίνησις τῶν ἀγροτῶν κατὰ τοῦ φεουδαρχισμοῦ. Συνέπεια τῆς τοιαύτης κινήσεως ἦτο ἡ κατάληψις καὶ ἡ διανομὴ τῶν μεγάλων κτημάτων. Οὐχ ἧττον ὅμως οἱ ἰδιοκτῆται ἀπεζημιώθησαν διὰ τοῦ τεσσαρακονταπλασίου τῆς ἐτησίας προσόδου. Παρομοία κίνησις ἐγένετο μετὰ τὸν πόλεμον καὶ ἐν Τσεχοσλοβακίᾳ καὶ Πολωνίᾳ, μεγαλυτέρα μάλιστα εἰς ἐπαναστατικὴν ἔντασιν. Ὁ φεουδαρχισμὸς κατελύθη καὶ κτήματα διενεμήθησαν εἰς τοὺς ἀγρότας. Ἐκεῖ ἐγένετο ἐπανάστασις, δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ ἐπικαλεῖσθε τοιαῦτα παραδείγματα πρὸς ὑποστήριξιν συνταγματικῶν διατάξεων. Ἐν τούτοις ὅμως καὶ ἐκεῖ οἱ ἰδιοκτῆται ἀπεζημιώθησαν πλὴν τῶν ἐχθρῶν ὑπηκόων καὶ τῶν Ἁψβούργων.
§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν Ρουμανίαν ἡ ἐπαναστατικὴ κίνησις τῶν ἀγροτῶν ἐναντίον τῶν γαιοκτημόνων ἤρχισεν ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων, ἐπανελήφθη δὲ πλειστάκις χωρὶς τὰ αἰτήματα τῶν γεωργῶν νὰ εὑρίσκουν ἀπήχησιν ἀπὸ τὸ Κράτος. Μετὰ τὸν πόλεμον, ὄχι συνεπείᾳ ἐπαναστατικῆς κινήσεως, ἀλλὰ συνεπείᾳ ἀναγνωρίσεως τῶν λαϊκῶν δικαίων, ἐψηφίσθη ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν διαφέρει ὅσον ἀφορᾷ τὴν λῆψιν τῆς ἀποζημιώσεως μὲ τὸν ἰδικόν μας.
§95Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι πάντες ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Οὐδεὶς δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ ἐνδιαφέροντος αὐτοῦ. Ἡμεῖς ὅμως θέλομεν τὴν ἀποκατάστασιν διὰ δικαίας ἀποζημιώσεως τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε, κύριοι βουλευταί, εἶπον ὅτι τὸ νὰ στρέφωμεν τὰ βλέμματα πρὸς ἄλλα Κράτη καὶ τὸ νὰ ἀντλῶμεν παραδείγματα ἐκεῖθεν, δὲν εἶναι παντάπασι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον. Ἐν Ρουμανίᾳ, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρετηρήθη μία ἐπαναστατικὴ κίνησις. Ἐκεῖ ὑπῆρχον ἀπέραντοι ἐκτάσεις κατεχόμεναι ἀπὸ ἕνα ἰδιοκτήτην. Ἐκεῖ ἦσαν διάφοροι αἱ συνθῆκαι. Διατί ὅμως νὰ σταματήσωμεν εἰς Ρουμανίαν καὶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅ,τι ἔγινεν ἐκεῖ νὰ γίνῃ καὶ ἐδῶ; Πρὸ πεντηκονταετίας ἐν Ρωσσίᾳ ἀπέραντοι ἐκτάσεις μετὰ τῶν ἐν αὐταῖς κατοίκων ἀνῆκον εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην. Παραδείγματος χάριν, ἔκτασις ὅση ἡ Πελοπόννησος ἢ ὁλόκληρος ἡ Στερεὰ Ἑλλὰς ἀνῆκε μετὰ τῶν κατοίκων της εἰς ἕνα μεγιστᾶνα. Καὶ ὄχι μόνον τὰ κτήματα, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι ὡς δουλοπάροικοι ἐπωλοῦντο καὶ διετίθεντο κατὰ βούλησιν τοῦ κυρίου του.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχουν αἱ Ρωσσικαὶ ἐκτάσεις ἐδῶ.
§97Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Καὶ ἴσως δικαίως ἐν Ρωσσίᾳ καὶ Ρουμανίᾳ ἐξανέστησαν οἱ ἀγρόται. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἐδῶ συζητοῦμεν περὶ συνταγματικῶν διατάξεων καὶ οὐχὶ περὶ ἀγροτικοῦ νόμου. Ὑποστηρίζω μόνον ὅτι ὁ ἀγροτικὸς νόμος καὶ ἡ ἀγροτικὴ ἀποκατάστασις δέον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 19 καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 119 εἶναι ἀπολύτως περιττή. Ἐπί πλέον δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ὑπερκομμουνιστική. Ἢ μήπως νομίζετε ὅτι οἱ μπολσεβῖκοι θέλουν τι χεῖρον ἐκείνου, ὅπερ ὑμεῖς ἐπιδιώκετε; Τουναντίον. Ἐκεῖνοι δὲν θέλουν νὰ ἁρπάξουν τὰ κτήματα ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ νὰ τὰ δώσουν εἰς τὸν ἄλλον. Θέλουν ὅλους ἀκτήμονας. Ὑμεῖς θέλετε νὰ ἐξοντώσητε μίαν τάξιν κτηματιῶν διὰ νὰ ἀποκαταστήσητε εἰς αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν ἀκτημόνων. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι νόμιμον, εἶναι ἀνθρώπινον νὰ πάρωμεν τὰ κτήματα ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς ἄλλους ἄνευ ἀποζημιώσεως; Ἡ ὑπὸ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου προβλεπομένη εἰς τὸ ἄρθρον 73 ἀποζημίωσις διὰ τοῦ εἰκοσαπλασίου τοῦ προπολεμικοῦ καθαροῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, δηλαδὴ 40, 50 ἢ καὶ 100 δραχμὰς κατὰ στρέμμα εἶναι εὐτελεστάτη. Ἀλλ’ ἂν ἐπληρώνοντο καὶ αὐτὰ τοῖς μετρητοῖς, θὰ ἦτο καὶ αὐτὸ κάτι. Θὰ πληρώνωνται, ἂν καὶ ὅταν ὑπάρξωσι χρήματα. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι δήμευσις αὐτό; Καὶ ταῦτα λέγων, δὲν τὰ λέγω ὑπεραμυνόμενος τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὑπεραμύνομαι τοῦ δικαίου ἐν τῇ εὐρείᾳ αὐτοῦ ἐννοίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀποκατασταθῶσι καὶ νὰ λάβωσι κατὰ κυριότητα ἀλλότρια κτήματα. Διότι τότε καὶ μόνον δὲν θὰ παρασταθῶσιν ὡς ἅρπαγες καὶ θὰ ἀποκτήσωσι διαρκῆ καὶ ἀσφαλῆ κυριότητα, ἂν γίνῃ δικαία καὶ συστηματικὴ ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἀποκατάστασις χωρὶς δημοκοπίαν πρὸς ἐκλογικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἀτυχῶν προσφύγων. Ἐρρίφθη ἡ ἰδέα ὑπὸ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὅπως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 119 ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἀστικῶν κτημάτων προκειμένου νὰ στεγασθῶσιν ἀστοὶ πρόσφυγες. Βεβαίως πρέπει νὰ προβλέψωμεν καὶ περὶ τῆς στεγάσεως τῶν ἀστέγων προσφύγων καὶ τόσον μᾶλλον καθόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἰς ἣν διεβιβάσθησαν τὰ Ὀθωμανικὰ ἀστικὰ κτήματα ἐν Μακεδονίᾳ, πρόκειται νὰ ἀπαλλοτριώσῃ ταῦτα καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς ἐνοικοῦντες πρόσφυγες θὰ παραμείνωσιν ἄστεγοι. Ἀλλὰ ποῦ πρέπει νὰ στεγασθῶσιν οὗτοι; Πρέπει νὰ στεγασθῶσιν ἐν Ἀθήναις, ἐν Πειραιεῖ, ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ εἰς ἄλλας μεγάλας πόλεις; Ὄχι βεβαίως. Εἶναι ἀρκετὰ μέγας καὶ δυσανάλογος πρὸς αὐτὰς ὁ πληθυσμὸς τῶν πόλεων αὐτῶν. Ὅλα τὰ Κράτη λαμβάνουσι μέτρα πρὸς ἀραίωσιν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν μεγαλουπόλεων καὶ πρὸς ἀναχαίτισιν τοῦ ρεύματος τῆς ἀστυφιλίας καὶ ἡμεῖς ἐδῶ θέλομεν καὶ διὰ συνταγματικῶν διατάξεων νὰ συγκεντρώσωμεν καὶ ἄλλους εἰς τὰς μεγάλας πόλεις.
§98Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ γίνῃ ἡ ὁμαδικὴ ἐγκατάστασις τῶν ἀστῶν, εἰς τὰ βουνά;
§99Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶπεν εἰς τὰ βουνά; Εἶναι ἀνάγκη νὰ στεγασθῶσιν ἐν Ἀθήναις ἢ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου αὐτῶν, ὡς εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστηριχθῇ; Καὶ διατί ἡ τοιαύτη στέγασις νὰ ἀπέχῃ ἕν ἢ δύο καὶ πέντε χιλιόμετρα ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ μὴν ἀπέχῃ πεντήκοντα, ὅπου νὰ ἱδρυθῇ νέα πόλις εἴς τι σημεῖον παρὰ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν ἢ εἰς ἄλλον κατάλληλον τοιοῦτον; Ἢ μήπως ἡ Ἑλλὰς ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν Καβάλλαν; Πρέπει νὰ ἀραιωθῇ ὁ πληθυσμὸς τῶν πόλεων καὶ οὐχὶ νὰ πυκνωθῇ περισσότερον. Εἰς πολλὰς πόλεις συνεσωρεύθησαν πολλοὶ καὶ ἰδίως ἐργάται, πρᾶγμα ὅπερ ἐπιτείνει τὴν ἀνεργίαν, ὡς συνέβη ἐν Καβάλλᾳ, ὅπου ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἀποστείλῃ πρό τινος εἴκοσι πέντε ἑκατομμύρια δραχμὰς ὡς βοήθημα διὰ τοὺς καπνεργάτας, νομίζουσα ὅτι οὕτω τοὺς ἐξυπηρετεῖ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ Ἀθῆναι ἔχουσι ὑπερφορτωθῆ ἀπὸ πληθυσμόν. Καὶ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν ἀναγκαστικῶς οἰκόπεδα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ ἄλλων κατοίκων. Κακὴν ἐκδούλευσιν θὰ παράσχωσιν εἰς αὐτούς. Παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἀπευθύνομαι κυρίως πρὸς τοὺς ἀγαπητοὺς ἀντιπροσώπους τῶν προσφύγων, ὅτι εἰλικρινῶς ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Καὶ ὅπως ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Καφαντάρη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προξενηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχουσιν ἐδῶ οἱ ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ οἱ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ αὐτῆς, οὕτω δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προξενηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ οἱ μὴ ἐπιθυμοῦντες ταύτην. Ἐπιθυμοῦμεν αὐτὴν χωρὶς νὰ δημοκοπῶμεν, διότι τὴν τοιαύτην δημοκοπίαν τὴν θεωροῦμεν οὐ μόνον ἀξιοκατάκριτον, ἀλλὰ καὶ ἀνίερον. Ἀλλ’ εἶναι μόνον ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία τὸ μόνον μέσον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ οἰκονομικὴ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων; Καὶ εἶναι μόνον οἱ πρόσφυγες διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀπασχολῶνται οἱ ἐμφανιζόμενοι ὡς ἐνδιαφερόμενοι δῆθεν διὰ τὰς οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρας τάξεις; Δὲν ὑπάρχουσι καὶ γηγενεῖς ἄποροι καὶ ἄστεγοι, πλεῖστοι τῶν ὁποίων κατέστησαν τοιοῦτοι ὑπηρετοῦντες τὴν Πατρίδα; Τί δέον γενέσθαι διὰ πάντας αὐτούς; Ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ δὲν ἔγκειται εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ δήμευσιν τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας. Ἡ ριζικὴ θεραπεία ἔγκειται εἰς τὴν δημιουργίαν διαρκοῦς ἐργασίας καὶ διαρκοῦς πόρου ζωῆς. Τοῦτο θὰ ἀποτελῇ τὴν ἀποτελεσματικωτέραν ἐνίσχυσιν διὰ τὰς οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρας τάξεις καὶ θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς πραγματικῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας καὶ πάσης πλουτοπαραγωγικῆς πηγῆς. Πάντα ὅμως ταῦτα ἀπενεκρώθησαν σχεδὸν, διότι ἐφυγαδεύθη ἐξ Ἑλλάδος τὸ Ἑλληνικὸν κεφάλαιον. Καὶ εἷς ἐκ τῶν λόγων, ὅστις συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τοῦτο, εἶναι καὶ ἡ διαρκὴς ἀπειλὴ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Στρέψατε τὴν προσοχήν σας καὶ πρὸς αὐτούς, οἵτινες θησαυρίσαντες διὰ παντὸς μέσου καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἄλλοι ἠγωνίζοντο εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, φυγαδεύουσιν εἰς τὴν ξένην τὰ κεφάλαιά των, καταπροδίδοντες οὕτω τὴν οἰκονομικὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Δέον νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια ὅπως ἐπανέλθῃ τὸ κεφάλαιον εἰς τὴν Χώραν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ διωγμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας. Τοὐναντίον δι’ αὐτοῦ κλονίζεται ἡ πίστις τῆς Χώρας. Ἡ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως τῆς ἰδιοκτησίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν καλιεργητῶν καὶ ἀστῶν προσφύγων ἔχει καὶ τὴν κακὴν ὄψιν.
§100Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Μὴ λέγετε τῶν προσφύγων. Πρόκειται περὶ ὅλων τῶν ἀκτημόνων.
§101Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαιτεῖται συντονισμὸς τῶν προσπαθειῶν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ πολλὰς διευθύνσεις πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Τὸ νὰ καταστρέψωμεν τὴν τράπεζαν τοῦ πλουσίου, ἐκ τῶν ψιχίων τῆς ὁποίας ἀποζῇ ὁ Λάζαρος, δὲν εἶναι ποσῶς συντελεστικὸν εἰς τὴν εὐτυχίαν αὐτοῦ. Πρέπει, χωρὶς νὰ καταστρέψωμεν τὴν τράπεζαν τοῦ πλουσίου, νὰ δημιουργήσωμεν τοιαύτην διὰ τὸν πτωχὸν Λάζαρον· τὰς οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρας τάξεις. Καὶ θὰ δημιουργήσωμεν αὐτήν, ἂν ἐπιτύχωμεν νὰ ἐπανέλθῃ τὸ κεφάλαιον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἀνορθωθῇ καί ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῆς Χώρας.
§102Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὥστε θέλετε ἐπέκτασιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως;
§103Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπάνοδος τοῦ κεφαλαίου καὶ ἡ δι’ αὐτοῦ ἐνίσχυσις τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ ἡ δημιουργία ἐργασίας δὲν σημαίνει ἀπαλλοτρίωσιν. Ἀλλ’ ἄν ποτε ἦτο ἐπιτακτικῶς ἀναγκαῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἄνευ ἀποζημιώσεως, αὕτη θὰ ἦτο προτιμώτερον νά ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, διότι ἐπ’ αὐτοῦ δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ Κοινωνία ἔχει δικαιώματα, διότι ἐξ αὐτῆς ἐδημιουργήθη καὶ δι’ αὐτὴν πρέπει νὰ χρησιμοποιεῖται. Καὶ τώρα, ὁπότε διεξάγεται ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ ἐπιπέδου, οἱ φυγαδεύσαντες τὰ κεφάλαιά των προδίδουσιν, ὡς εἶπον, τὴν οἰκονομικὴν Ἑλλάδα, ὅπως προδίδει τὴν Πατρίδα του ὁ αὐτομολῶν εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης στρατιώτης καὶ παραδίδων τὸ ὅπλον του εἰς τὸν ἐχθρόν. Στραφεῖτε κατ’ αὐτῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, ἥτις ἀποτελεῖ πάντοτε κεφάλαιον μόνιμον. Τώρα ὑπέρ ποτε ἢ ἄλλοτε ἐπιβάλλεται ἡ θετικὴ καὶ συστηματικὴ ἐργασία πρὸς περισυλλογὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Χώρας. Εἰς τοῦτο οὐδόλως ἤθελον συντελέσει συνταγματικαὶ διατάξεις οἵα ἡ τοῦ ἄρθρου 119. Τουναντίον ἤθελον ὀλεθρίως ἐπιδράσει ἐπί τε τῆς ἐθνικῆς καὶ δημοσίας οἰκονομίας. Ἀποκαταστήσατε τοὺς πρόσφυγας δικαίως καὶ συστηματικῶς καὶ οὐχὶ δημοκοπικῶς. (Χειροκροτήματα).
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)