1927.04.01
2.800 στίχοι · 21.978 λέξεις · 256 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
Παρασκευὴ 1 Ἀπριλίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ Θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον. Θέλω νὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων ἀπαραιτήτων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ ἀγρόται τῆς περιφερείας Βερροίας ὑποβάλλουσι ψήφισμα δι’ οὗ διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀντιαγροτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. — Οἱ Ὀθωμανοὶ κάτοικοι τῶν χωρίων Μέσα, Ἀρωγῆς, Φαναρίου, Γλυφάδας, Πόρπης, Παγουρίων καὶ Γλυκονερίου διαμαρτύρονται, διότι κατὰ τὰς δημαρχιακὰς καὶ κοινοτικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1925 ἀπεκλείσθησαν αὐτῶν. — Αἱ Ἑλληνικαὶ κοινότητες Σικάγου τῆς Ἀμερικῆς καταγγέλλουσι τὴν σκανδαλώδη ἀνάμιξιν τοῦ προξένου Γεωργίου Δεπάστα εἰς τὰς θρησκευτικὰς ἔριδας τῶν Ἑλλήνων ὀρθοδόξων μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ Σικάγου. — Τὸ Σωματεῖον τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἐκπρόσωπον ὑπερπεντακοσίων δικαιούχων πενομένων καὶ στερουμένων παντὸς πόρου, ἐπικαλεῖται τὴν πατρικὴν στοργὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἵνα τὰ αἰτήματά των τύχωσιν εὐμενοῦς λύσεως. — Ὁ Ποιμενικὸς Συνεταιρισμὸς Σκύρου ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ κηρυχθῇ ὡς πετρῶδες καὶ ἄγονον τὸ ὡς βοσκότοπος χρησιμοποιούμενον ἔδαφος τῆς νήσου Σκύρου κλπ. — Οἱ ἀντιγραφεῖς δακτυλογράφοι τῆς Ἀνωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακῆς Κρήτης παρακαλοῦν ὅπως τὸ εὐεργέτημα τὸ χορηγηθὲν διὰ τοῦ ἀπὸ 12 Ἰουλίου 1926 Ν. Διατάγματος ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτούς. — Ὁ Ἀλληλοβοηθητικὸς Σύνδεσμος χηρῶν καὶ ὀρφανῶν πεσόντων καὶ ἐξαφανισθέντων ἢ ἐκ κακουχιῶν ἀποθανόντων ἀξιωματικῶν ζητεῖ τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν μετὰ τῶν ἐν τιμητικῇ διαθεσιμότητι καὶ ἀποστρατείᾳ τεθέντων ἀξιωματικῶν δυνάμει τοῦ ἀπὸ 19 Μαρτίου 1926 Ν. Διατάγματος. — Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ Κ. Δαραβάλης διαμαρτύρεται, διότι ἀπὸ τῆς 16ης Αὐγούστου 1926 ὑπέβαλεν αἴτησιν πρὸς μετάθεσιν εἰς τιμητικὴν διαθεσιμότητα, δὲν ἔτυχε δὲ οὐδεμιᾶς μέχρι σήμερον ἀπαντήσεως. — Ἐπιτροπὴ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 29ης Δεκεμβρίου 1925, ἐφόσον ἀπεμακρύνθησαν τῆς ὑπηρεσίας μὲ ὑπερεικοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν. — Οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρέντη διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ σχολείου τούτου, ὡς μὴ ἔχοντος ἐπαρκῆ τὰ προσόντα διὰ τὴν μόρφωσιν τῶν τέκνων των καὶ στερουμένου καὶ αὐτῶν τῶν στοιχείων τῶν ἀπαραιτήτων δι’ ἕνα δημοδιδάσκαλον. — Τὸ προσωπικὸν τῶν τέως βασιλικῶν σταύλων, εὑρισκόμενον ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀπογνώσει, ποιεῖται ὑστάτην ἔκκλησιν πρὸς τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἵνα τύχῃ τῆς κρατικῆς περιθάλψεως. — Οἱ συνταξιοῦχοι στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι ὑποβάλλουσι διάφορα αἰτήματα. — Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Κυβετὸς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἑλλήνων δικαιούχων Τουρκίας καὶ παρακαλεῖ νὰ ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν πρὸς σύστασιν καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἐκτιμητικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν συμψηφιστέων ἀκινήτων τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βαλαωρίτης ὑποβάλλει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πρεβέζης, ὡς καὶ ἁπάντων τῶν Σωματείων καὶ Ἑνώσεων τῆς ἄνω πόλεως, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δύο ποιοτήτων ἄρτου» καὶ παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαιά των. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Ἀγγελόπουλος διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως, ζητοῦντος τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς πρὸς περαιτέρω ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Ἕβρου κ. Κ. Ὀρφανοῦ. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴν). — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλλει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1927–1928 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1926–1927».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§5Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑποβάλω αἴτησιν τὶς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν ὅπως χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σχετικὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἀναφέρω ἐδῶ, προκειμένου νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος.
§6Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν νὰ σᾶς ἐξουσιοδοτήσῃ ὅπως ὅτοι τῶν κ. κ. συναδέλφων εἶναι διωρισμένοι εἰς διαφόρους Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ δὲν ἔρχονται εἰς τέσσαρας συνεχεῖς συνεδριάσεις ἄνευ αἰτιολογίας νὰ ἀντικαθίστανται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προβλέπει ὁ Κανονισμός. Ἀφήσατε, αὔριον θὰ ψηφισθῇ ὁ Κανονισμός.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὸ μέτρον ὅπερ ἐλάβομεν τὰ κόμματα δικαιοῦνται νὰ ἀντικαθιστῶσιν ἐκεῖνα τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἢ ἀπουσιάζουν ἢ δὲν λαμβάνουν μέρος εἰς τὰς ἐργασίας αὐτάς. Κάθε κόμμα ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως.
§9Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ δι’ ἐπιστολῆς.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ καιροῦ συμβάσεις μετὰ διαφόρων ξένων Κρατῶν. Ἔχουσι παρέλθει ἤδη 5–6 ἑβδομάδες ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθησαν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ τὸ ἔργον της.
§11Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ποία Ἐπιτροπή;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ἡ μόνιμος, ἡ ἔκτακτος.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως, διότι ἐπείγει ἡ ψήφισις τῶν συμβάσεων, ἡ προσεχὴς Τρίτη. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰς συμβάσεις ταύτας ὀφείλομεν ἐν συνόλῳ ἢ νὰ τὰς δεχθῶμεν ἢ νὰ τὰς ἀπορρίψωμεν. Κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει δυσκολία νὰ ἀποφανθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ μέχρι τῆς προσεχοῦς Τρίτης, ἀφοῦ ὑποτίθεται ὅτι τὰς παρελθούσας ἑβδομάδας κατηνάλωσεν εἰς τὴν μελέτην τῶν συμβάσεων.
§14Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Εἶχεν ἀποφασισθῇ ὅπως συζητήτωμεν διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Προκειμένου περὶ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωσθῶσι τὰ ἑξῆς. Ὁ ἑορτασμὸς αὐτὸς ἐκτὸς τῆς καθαρῶς ἐσωτερικῆς ἀπόψεως, ἔχει καὶ διεθνῆ ἄποψιν οὐχὶ τὴν τυχοῦσαν, ἔχει δὲ καὶ ἄλλην σοβαρὰν ἄποψιν διὰ τὴν ναυτικὴν ἱστορίαν. Κατὰ συνέπειαν, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε καὶ τὰς τροπολογίας τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ἔχοντες ἀφ’ ἑτέρου ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ ταχύτερον νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ὀργανώσωμεν τὰ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου, θὰ ἐπρότεινα, ἂν θέλετε, νὰ ψηφίσωμεν ἀπόψε κατ’ ἄρθρον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον. Μετὰ τοῦτο οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπίσης δὲ διὰ τὸ σπουδαῖον μέρος τὸ οἰκονομικὸν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, νὰ συνέλθωμεν οἱ ἴδιοι ἢ δι’ ἀντιπροσώπων εἰς σύσκεψιν διὰ νὰ διατυπώσωμεν ὁριστικῶς τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§16Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ὀρθόν Εἴπατε νὰ συζητηθοῦν αἱ τροπολογίαι. Διατί νὰ μὴ γίνῃ αὐτὸ προτοῦ νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι κερδίζομεν ὀλίγας ἡμέρας. Ἡ σύσκεψις θὰ γίνῃ μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑποβαλόντων τροπολογίας βουλευτῶν....
§18Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγὼ μόνος ὑπέβαλα.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν)..... καθὼς καὶ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐλπίζω ὅτι ἀνταλλάσσοντες σκέψεις ἐν μικρᾷ συγκεντρώσει θὰ καταλήξωμεν εἰς κοινὸν συμπέρασμα διὰ νὰ διατυπώσωμεν ὁριστικῶς τὸ νομοσχέδιον.
§20Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πάτε θὰ γίνῃ δευτέρα συζήτησις;
§21Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν θὰ γίνῃ δευτέρα συζήτησις προτοῦ διὰ κοινῆς συμφωνίας καταρτίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§22Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ἐπισπεύσεως τῆς ἐπικυρώσεως τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν πρὸς μελέτην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂς μοί ἐπιτραπῇ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως καὶ εἰς ὑμᾶς εἶπον. Παρῆλθον ἓξ ἑβδομάδες ἄκαρποι, εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ δυστυχῶς παρενέπεσαν ἐν τῷ μεταξὺ αἱ διακοπαὶ τῆς Βουλῆς, ἔκτοτε δὲ ἐκ διαφόρων λόγων ἐματαιώθησαν αἱ συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καὶ σήμερον ἀκόμη ὅπου ἐπρόκειτο νὰ συζητήσῃ μίαν σπουδαιοτάτην μετὰ τῆς Ἰταλίας σύμβασιν, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ μὲ ὀλιγώτερα μέλη, τὸ τοιοῦτον θὰ διηυκόλυνε κατὰ πολὺ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς Ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 57....
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§27Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν εἶχε ψηφισθῆ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον 119 κατὰ τὴν ἀμέσως προσεχῆ ἡμέραν συνταγματικῆς ἐργασίας. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐμεσολάβησεν ἡ ἀδιαθεσία τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἀπεφασίσθη ὅπως τὸ ἄρθρον τοῦτο συζητηθῇ μετὰ τὴν ἀνάρρωσιν αὐτοῦ. Ἡ ἀνάρρωσις δόξα τῷ Θεῷ ἐπετελέσθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς παρίσταται, τὸ ἄρθρον 119 ὅμως τί γίνεται; Διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ σπουδαιότατα πράγματα καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τέλος πάντων ποία θὰ εἶναι ἐν προκειμένῳ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον διετυπώθη διατριβὴ κατὰ τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας.
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν θὰ εἴχομεν, κύριοι, νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119, ἀφοῦ μάλιστα ἀποκατεστάθη τελείως ἡ ὑγεία μου, ἡ ὁποία ὑπῆρξε τὸ ἐμπόδιον τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχουν στοιχεῖα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει γνώσει τοῦ ζητήματος προβῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις της, στοιχεῖα τῶν ὁποίων ἡ συλλογὴ καὶ ἐξακρίβωσις δὲν κατωρθώθη εἰσέτι, στοιχεῖα ἀφορῶντα λ. χ. τὰ σχέδια τῶν πόλεων, τὴν ἔκτασιν αὐτῶν, τοὺς ἐγκατασταθέντας ἐντὸς αὐτῶν συνοικισμοὺς καὶ οὕτω καθεξῆς: Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς μίαν ἄλλην ἡμέραν, ὁπότε θέλει ἀποδειχθῆ πασιφανῶς ἅπαξ ἔτι ὅτι δὲν ὑπάρχουσι διῶκται τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὸ κόμμα ἡμῶν.
§29Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 119 καὶ μετ’ ἐπιμονὴν πολλῶν συναδέλφων καὶ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου ἐδέχθη νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ νὰ δεχθῇ νὰ συζητηθῇ τοῦτο κατὰ πρώτην μετὰ ταύτην συνεδρίασιν, καθ’ ἣν θὰ συνεζητεῖτο τὸ Σύνταγμα. Ἐδῶ ἀκούομεν κατάπληκτοι τώρα παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὅτι δὲν εἶναι ἑτοίμη ἡ Κυβέρνησις νὰ διατυπώσῃ τὰς γνώμας αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἦτο καὶ ἐκεῖνος μεταξὺ τῶν ζητησάντων νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 119 ἐκείνην τὴν ἑσπέραν. Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον τί ἐμεσολάβησεν ὥστε τὸ τότε ὥριμον νὰ καταστῇ ἄωρον;
§30Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ συνταγματικὰ ζητήματα δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ Σύνταγμα, ὡς εἶναι γνωστόν, δὲν εἶναι ζήτημα κυβερνητικόν.
§31Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πράγματι, κύριοι, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ψηφισθέντος τοῦ ἄρθρου 19, νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 119, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς συνεδυάσθη μὲ τὴν μεταβατικὴν διάταξιν τὴν περιλαμβάνουσαν τὴν ἀγροτικὴν καὶ προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν καθ’ ὅλην των τὴν ἔκτασιν. Εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν, ἐπιζητῶν τὴν ἄμεσον συζήτησιν, ὅτι τὰ ἐκ τῆς ἀστικῆς ἀποκαταστάσεως ὡς μέχρι τοῦδε διεξήχθησαν, οὐδεμίαν ἔφερον ζημίαν ἐναντίον τῆς ἀστικῆς κτήσεως, τοὐναντίον δὲ εἰς πλεῖστα μέρη συνετέλεσαν εἰς ἐπαύξησιν τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν ἀκινήτων καὶ συνεπῶς ἐπίστευον ὅτι οὐδεμία εὔλογος ἠδύνατο νὰ προβληθῇ ἀντίρρησις. Ἐπειδὴ ὅμως κατόπιν μερικοὶ διετύπωσαν ἀσυστάτους φόβους περὶ κινδύνων τῆς ἰδιοκτησίας καὶ γνῶμαι ποικίλλαι ἐξηνέχθησαν, εἶχον πάντα λόγον καὶ ἐγὼ καὶ ὅσοι μὲ ἀκολουθοῦν εἰς τὴν γνώμην μου νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ παρασταθῇ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἐνέχει κίνδυνον ἢ ἐπιβουλὴν καὶ ἀπωτέραν ἔστω κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας. Αὐτὰ ἐμεσολάβησαν ὄχι ἀπὸ μέρους ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ μέρους ἄλλων καὶ κατέστησαν ἀναγκαίαν τὴν πληρεστέραν ἔρευναν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὁπωσδήποτε, συγκομιζομένων τῶν στοιχείων, ἡ συζήτησις θὰ προχωρήσῃ καὶ θέλει τότε, ἐπαναλαμβάνω, ἀποδειχθῆ, ὡς ἀπεδείχθη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 19, ὅτι οὐδὲ προέκυψε ποτέ, οὐδὲ δύναται νὰ προκύψῃ ἀπειλὴ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας.
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Φεβρουαρίου 1927 προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας καὶ β) «περὶ κυρώσεως προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1926».
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 57....
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον θὰ προκαλέσῃ μακρὸν συζήτησιν θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἄρθρα 5, 58–64, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀντιρρήσεις καὶ ἔπειτα ἐπανερχόμεθα εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεβλήθησαν.
§35Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, ἀφοῦ προηγούμενα ἄρθρα δὲν ἔχουν ψηφισθῆ.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). θὰ ἐπανέλθωμεν.
§37Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ νὰ δείξωμεν εἰς τὸν κόσμον ὅτι ἐψηφίσαμεν 50 ἄρθρα. Αὐτὸ εἶναι μία φενάκη ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναξίους τοὺς κατέχοντας τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ ἀξιωθῇ τὸ ἔργον τοῦτο σοβαρωτέρας καὶ ἀξιοπρεπεστέρας σημασίας.
§38Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ δυσκολία ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν ποῖα ψηφίζονται καὶ ποῖα ὄχι.
§39Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ παράκλησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 45.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπειδὴ διὰ πολλὰ τῶν ἄρθρων τῶν ἀφορώντων τὸ κεφάλαιον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, ἀποφασίσαμεν νὰ ψηφισθοῦν πρῶτον αὐτὰ καὶ ὕστερον νὰ ἐπανέλθωμεν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 58....
§42Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Δὲν βλέπω διατί ὡς ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν γερουσιαστῶν νὰ ὁρισθῇ τὸ 40ὸν ἔτος καὶ νὰ μὴ εἶναι τὸ 35ον ἢ τὸν 30όν.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§44Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν εἰς ἄλλας Γερουσίας τὸ 40ὸν ἔτος εἶναι ὡς ὅρος διὰ τὴν ἡλικίαν, φρονῶ ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν Ἑλλάδα, ὅπου ὡριμάζει γληγορώτερα τὸ ἄτομον, νὰ βάλωμεν τὸ 35ον ἔτος. Διότι ἀσφαλῶς ἀληθὲς εἶναι αὐτὸ καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί τὸ 40ὸν καὶ ὄχι τὸ 35ον.
§45Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω ποῖος θὰ εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι βουλευτὴς συνήθης δύναται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ νὰ ἐκλεγῇ κατὰ τὸ 30ὸν ἔτος, ἡ δεκαετὴς πεῖρα αὐτοῦ ὡς βουλευτοῦ δὲν εἶναι βλαβερά. Ἑπομένως ἂν ἀφήσωμεν τὸ 40ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας, δὲν εἶναι καμμία βλάβη.
§46Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν νόμιμον ἱκανότητα....
§47Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν ἀπαλείψαμεν καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἄρθρον. Τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 58 ὁμιλεῖ καὶ περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου. Ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπάρχει ἓν ἄρθρον, τὸ 64ον, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει διάφορα ἄρθρα ἀφορῶντα τοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς γερουσιαστάς. Μεταξὺ αὐτῶν ἐφαρμόζει ὁλόκληρον τὸ 39ον. Ἔχω τὴν τιμὴν ἐξ ὀνόματος καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς σκέψεις τινας ἀφορώσας εἰδικῶς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἀσυμβιβάστου. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ ἰσχύοντα ἐπὶ βουλευτῶν διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι σκόπιμον νὰ ἐπεκταθῶσιν αὐτὰ καὶ διὰ τοὺς γερουσιαστάς. (Ἀναγινώσκει): «Ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι.... κλπ.» Ἐπ’ αὐτοῦ εἴμεθα σύμφωνοι, δὲν ἔχομεν νὰ ὑποβάλωμεν σκέψεις τροποποιήσεως ἐπὶ τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ παραίτησις αὐτῶν συντελεῖται διὰ τῆς ἐγγράφου.... κλπ.» Προκειμένου περὶ τῶν γερουσιαστικῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ διεξάγωνται ἐν περιφερείαις κατὰ πολὺ μεγαλυτέραις τῆς περιφερείας τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, νομίζομεν ὅτι ἡ τριετία πρέπει νὰ συντμηθῇ εἰς ἓν ἔτος. Νομίζομεν ὅτι ἓν ἔτος εἶναι ἐπαρκές. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ ἂν θέλῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τριετίαν.
§48Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Νομίζομεν ὅτι ὁ λόγος τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ συντείνῃ εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν διαγραφὴν τοῦ ἀσυμβιβάστου διὰ τοὺς γερουσιαστάς.
§49Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει διὰ τὸν γερουσιαστὴν νὰ ὑπάρχουν ἀσυμβίβαστα, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν ὅπως θὰ ἔχῃ ἡ Βουλή.
§50Θ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Συντάγματος λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς παρέχονται ἔξοδα ἴσα πρὸς τὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ ἄρθρον 58 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Συντάγματος λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ γερουσιασταὶ λαμβάνουσιν ἀποζημίωσιν ἴσην πρὸς τὴν τῶν βουλευτῶν». Ἐγὼ προτείνω τὴν προσθήκην ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι πρέπει ὁ Πρόεδρος τῆς Γερουσίας νὰ λαμβάνῃ ἀποζημίωσιν ἴσην πρὸς τὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§51Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αἱ περιπτώσεις τοῦ ἀσυμβιβάστου, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συζητηθοῦν εἰς τὸ ἄρθρον 64, ὁπότε δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ ποία ἐκ τῶν περιπτώσεων αὐτῶν θέλει γίνει δεκτή. Προτείνω ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 58 ὡς ἔχει, εἰς τὸ ἄρθρον 64 νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἂν δὲ πρόκειται νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ συζήτησις θὰ εἶχον ἀντιρρήσεις τινάς.
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ σᾶς εἴπω τί συμβαίνει. Εἰς τὸ ἄρθρον 64 εἶχον τὴν θέσιν των αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐφόσον ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ ἡ διάταξις ἡ παραμένουσα εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος. Ἐφόσον ὅμως ἀπαλείφεται ἀπὸ ἐκεῖ ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 64...
§53Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ τὸ 64.
§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὀρθῶς ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον περὶ προσόντων τῶν γερουσιαστῶν καὶ προκειμένου περὶ προσόντων βουλευτῶν λογικὸν εἶναι νὰ ἀκολουθοῦν αἱ διατάξεις τοῦ ἀσυμβιβάστου.
§55Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὰ προσόντα εἶναι εἰς τὸ 58 καὶ τὸ ἀσυμβίβαστον εἰς τὸ 64.
§56Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ἴδιον εἶναι. Δὲν δυνάμεθα τώρα νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ἤρχισε, διὰ νὰ κανονίσωμεν ποῦ θὰ πάῃ ἡ διάταξις.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§58Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τριετία εἰς ἓν ἔτος, προέρχεται ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 57, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῶν γερουσιαστῶν θὰ γίνωνται κατὰ εὐρυτέρας περιφερείας. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 57 καὶ δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ κατὰ ποῖον τρόπον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων περιφερειῶν θὰ γίνουν αἱ ἐκλογαί, μοὶ φαίνεται ὅτι προώρως εἰσάγεται τὸ ζήτημα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἢ πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 39 μέχρις οὗ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῶν περιφερειῶν ἢ πρέπει νὰ μείνῃ τριετία. Ὡς πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν γερουσιαστῶν νομίζω ὅτι ὁ γερουσιαστὴς ἀσκεῖ τόσην ἐπιρροὴν ὅσην καὶ ὁ βουλευτὴς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἐξαιρέσωμεν.
§59Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως διαφορὰ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάκρισιν, ἡ ὁποία γίνεται τοῦ ἀσυμβιβάστου μεταξὺ βουλευτοῦ καὶ γερουσιαστοῦ. Διότι καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ γερουσιαστοῦ εἶναι ἓν πρόσωπον, δρῶν κατὰ μείζονα λόγον ἀπὸ ὅ,τι δρᾷ ὁ βουλευτής. Λαμνομένου δὲ ὑπ’ ὄψει ὅτι ὅτι τὸ ἀσυμβίβαστον καθιεροῦται καὶ διὰ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην, ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστα, φρονῶ ὅτι πρέπει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 64 νὰ μείνῃ ὡς ἔχει καὶ ἑπομένως νὰ ἰσχύσουν τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς ἀσυμβίβαστα, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν καὶ διὰ τοὺς βουλευτάς. Διατί ὁ γερουσιαστὴς νὰ δύναται νὰ εἶναι διοικητικὸς σύμβουλος μιᾶς Τραπέζης; Δὲν ὑπάρχει καὶ δι’ αὐτὸν ἡ πρόληψις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ διὰ τὸν βουλευτήν; Καὶ εὑρίσκετε ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ δρᾶσις τοῦ γερουσιαστοῦ; Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπονέμομεν τόσα δικαιώματα, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ἄλλην διάκρισιν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει καὶ τὴν προσθήκην τοῦ στρατιωτικοῦ.
§60Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καίτοι ἡ Γερουσία ἔχει τὴν αὐτὴν πολιτικὴν δύναμιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἐν τούτοις ἡ πεῖρα θὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ἠθικὴ ἐπιβολὴ αὐτῆς εἶναι τοιαύτη ὥστε ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐλαττωθῆ τοὐλάχιστον θὰ ἔχῃ ἴσην πρὸς τὴν Βουλήν. Ἔχομεν παράδειγμα τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Γερουσία δὲν ἔχει πολιτικὴν δύναμιν ὅσην ἡ Βουλή. Καὶ οἱ γερουσιασταί, λόγῳ τῆς κοινωνικῆς αὐτῶν θέσεως, λόγῳ τῶν εὐρυτέρων περιφερειῶν, ἐξ ὧν θὰ ἐκλέγωνται, θὰ ἔχουν τοιαύτην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς καταστάσεως, ὥστε ἡ Κυβέρνησις πλειονοψηφοῦσα ἐν τῇ Ἀρχῇ, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὰ ἀσυμβίβαστα δέον νὰ ἀφεθοῦν καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν, πολὺ περισσότερον, ὅταν εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ δώσωμεν τοιαύτην δύναμιν, ἐὰν παραμείνῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ εἶναι ἱκανὴ ἡ Γερουσία νὰ ἐπιδρᾷ ἐμμέσως καὶ ἐπὶ τῆς Βουλῆς.
§61Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, ὁ κίνδυνος αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ἡ Γερουσία θὰ ἔχῃ μόνον ἀνασταλτικὴν δύναμιν, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ Γερουσία δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ ἀποκτήσῃ πολιτικὴν δύναμιν ἴσην πρὸς τὴν τῆς Βουλῆς. Τὰ ἀσυμβίβαστα εἶναι εἷς περιορισμὸς τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνεται χρῆσις ἑνὸς τοιούτου περιορισμοῦ χωρὶς σοβαρὸν λόγον. Ἀπὸ τοῦ 1911 ἀντικατεστάθησαν αὐτὰ τὰ ἀσυμβίβαστα ἀπὸ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεφανίσθησαν, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἐγένετο αἰσθητῶς γενικώτερον ὅτι ἡ χρησιμοποίησις εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀνθρώπων δρώντων εἰς τὰ διάφορα ἐπαγγέλματα, εἶναι πολύτιμος διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κινδυνεύσουν τὰ συμφέροντα οἱουδήποτε ἐκ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν προσώπων τούτων. Ἀλλὰ εἶναι τὸ ἄλλο ζήτημα, ὅτι αἱ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι τῶν γερουσιαστῶν εἶναι πολὺ εὐρύτεραι ἀπὸ τὰς περιφερείας τῶν βουλευτῶν. Δεδομένου λοιπόν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν γερουσιαστῶν εἶναι ἐξαιρετικῶς μικρὸς καὶ αἱ περιφέρειαι πολὺ εὐρύτεραι, ἡ ἀριθμὸς θὰ εἶναι πολὺ μέγας ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν γερουσιαστὰς διατελέσαντας ὑπάλληλοι.
§62Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Γερουσία μετ’ οὐ πολὺν χρόνον θὰ καταργηθῇ διὰ κοινῆς βοῆς. Πρὸς τούτοις ἡ ἀνώμαλος συζήτησις τῶν ἄρθρων προκαλεῖ ἀταξίαν, δὲν δύναμαι δὲ νὰ κατανοήσω διατί γίνεται τοῦτο. Παρεκάμφθη ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 57, ἤδη δέ, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 58, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν, ἐφόσον δὲν γνωρίζομεν ποία ἐκλογικὴ περιφέρεια θὰ ἰσχύσῃ.
§63Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, ἔχουσαν διακλαδώσεις εἰς ὅλον τὸ Κράτος, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθοῦν τὰ ἀσυμβίβαστα. Οἱ οἰκονομικοὶ ὀργανισμοὶ εἶναι ἰσχυρότατοι. Ἐνθυμηθεῖτε ὅτι ἔρριψαν τὸν Γούναρη ἀπὸ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνθυμηθεῖτε τὸν ρόλον τῆς ΣΑΠ εἰς τὴν Πάουερ καὶ τὸν ρόλον τοῦ διοικητοῦ μιᾶς ἀνωνύμου Ἑταιρείας. Μὲ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν παράλυσιν τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων οἱ γερουσιασταὶ θὰ ἀσκῶσι σπουδαίαν ἐπιρροὴν καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ ἀσυμβίβαστα.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ Κοινὴ Γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἑπομένως ἡ διάταξις δύναται νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει διατυπωθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 58. Ὅπως ἐκλεγῇ τις γερουσιαστής, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ 40ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐκλέγειν. Γερουσιαστὴς στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος, ἐγειρομένης δὲ ἀμφισβητήσεως ἀποφασίζει ἡ Γερουσία. Οἱ γερουσιασταὶ λαμβάνουν ὅσην καὶ οἱ βουλευταὶ ἀποζημίωσιν.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 58ον ἄρθρον).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 59. Τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ γερουσιαστοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνυπάρξουν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον.
§68ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 59ον ἄρθρον).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 60. Ἡ Γερουσία συνέρχεται πάντοτε ὅταν καὶ ἡ Βουλή, αἱ σύνοδοι δὲ αὐτῆς διαρκοῦν ὅσον καὶ αἱ τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Γερουσία συγκροτεῖται εἰς δικαστήριον, ὁπότε ἐργάζεται μὲν καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ παρὰ μόνον δικαστικὰ καθήκοντα.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 60ὸν ἄρθρον).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 61....
§72Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀριθμὸς τῶν πέντε, οἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, εἶναι πολὺ μικρός. Φρονῶ ὅτι οὗτος θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ εἰς δέκα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 61. Ἡ Γερουσία συνεδριάζει εἰς τὸ μέγαρον αὐτῆς δημοσίᾳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατ’ αἴτησιν πέντε ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίαν κατὰ πλειονοψηφίαν, μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται ἂν ἡ περὶ τοῦ πράγματος συζήτησις πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίαν.
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 61ον ἄρθρον).
§75Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ τοῦ ἄρθρου 62 λύεται τὸ ζήτημα τῶν λεγομένων ἀνωτάτων πολιτικῶν δικαστηρίων. Ἡ Γερουσία, ἐκεῖ ὅπου λειτουργεῖ, λειτουργεῖ καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ ὡς ἀνώτατον πολιτικὸν δικαστήριον. Τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, τοῦ προσωρινῶς ἰσχύοντος, ἔχει διαφορὰς τινὰς ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἔχει καὶ ὁμοιότητας. Εἰς τὸ ἰσχῦον κείμενον ἔχω μίαν τροποποίησιν νὰ προτείνω, διασαφητικὴν μᾶλλον. Τὸ ἰσχῦον κείμενον εἶναι κατὰ μίμησιν τοῦ Γαλλικοῦ Συνταγματικοῦ νόμου. Ἐκεῖ ἐλειτούργησεν ἄριστα τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐκεῖ παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως συγκροτήσῃ τὴν Γερουσίαν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις εἰς ἀνώτατον πολιτικὸν δικαστήριον. Ἀντιθέτως πρὸς τὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 71 καὶ 90, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ διαδικασία τῆς Γερουσίας εἶναι ὑποχρεωτική, εἰς ἄλλας περιπτώσεις, ὅπου τρέχει κίνδυνον ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους, ἢ τὸ πολίτευμα αὐτὸ τοῦτο, δύναται νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον ἡ Γερουσία ἵνα δικάσῃ. Πότε θὰ συγκροτηθῇ; Ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς παρανόμου πράξεως. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα παραδείγματα ἐκ τῆς Ἱστορίας. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἀναρχικὰ ἐγκλήματα ἔκτακτα ἔλαβον χώραν, ἀνατροπαὶ ἀρχῶν, μουσείων, οἰκιῶν διὰ δυναμίτιδος, νόμοι δὲ εἰδικοὶ ἐψηφίσθησαν καὶ τὰ Κράτη εὑρίσκοντο διαρκῶς ἀπησχολημένα μὲ τὸν κίνδυνον τῶν ἀναρχικῶν. Πρὸ τριάκοντα περίπου ἐτῶν μία ὁλόκληρος συμμορία, ἔχουσα διακλαδώσεις εἰς ὁλόκληρον τὴν Γαλλίαν, εἶχε μεταβάλει εἰς φρούριον μίαν οἰκίαν ἐν Παρισίοις καὶ μάχη ἀληθὴς συνήφθη πρὸς ἐκπολιόρκησίν του. Ἐθεωρήθη τὸ ἀδίκημα τόσον σπουδαῖον, ὥστε προεκάλεσε τότε ἡ Κυβέρνησις Διάταγμα καὶ ἐξεδικάσθη ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἀπὸ τὸ πολιτικὸν Σῶμα, τὴν Γερουσίαν.
§76Θ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Περὶ τίνος πρόκειται;
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχομεν καὶ ἄλλα παραδείγματα. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας —, ἐζήτησε νὰ συγκροτηθῇ ἡ Γερουσία εἰς δικαστήριον διὰ νὰ δικάσῃ κομμουνιστάς τινας βουλευτὰς καὶ μὴ παρωθοῦντας τὸν λαὸν καὶ τὸν στρατὸν εἰς βιαίας ἀνατροπάς. Ἡ Γερουσία ἀντέστη, ἀποφανθεῖσα ὅτι δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ θέμα, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ δίκη ἀπὸ αὐτήν. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἐθεώρησεν αὐτὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της. Ἀλλ’ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας δὲν ἐδέχθη τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐθεώρησε τὸ ἔργον τῆς Γερουσίας ὡς καθαρῶς δικαστικὸν καὶ τὴν ἀπόφασίν της δικαστικὴν καὶ κατὰ συνέπειαν μὴ ἐνέχουσαν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πολιτικῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι σύμφωνος, διότι ἀφήνει τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει ὅμως μνημονεύσει τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα θεσμοθετεῖ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας, διότι ὁμιλεῖ περὶ κατηγορουμένων δι’ ἀδίκημα ἐσχάτης προδοσίας, προδοσίας τῆς Πατρίδος ἢ ἄλλων πράξεων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Δὲν ἔχω, κύριοι, πρόχειρον τὸν ποινικὸν νόμον διὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω σχετικά τινα.
§78Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ τρία κεφάλαια τοῦ Γαλλικοῦ ποινικοῦ κώδικος, ὅπως εἶναι καθιερωμένα. Ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν ποινικὸν κώδικα, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἀδικήματα.
§79Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λέγοντες πρᾶξιν φοβοῦμαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσωμεν παρεξήγησιν. Νὰ εἴπωμεν ὅτι διὰ τῆς λέξεως πράξεως ἐννοοῦμεν ἐπὶ μὲν τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων τὸ βούλευμα, ἐπὶ δὲ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων τὴν παραπεμπτικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐπέχει θέσιν βουλεύματος. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου οὐσιαστικῶς θέλω νὰ εἴμεθα σύμφωνοι, εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις ἡ παραπεμπτικὴ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἂν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο δίδεται ἐπίσημος ἑρμηνεία καὶ ἡ συζήτησις παρέλκει.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§81Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σημειώσατε, κύριοι, ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος ἔχει πάρα πολλὰς σχετικὰς διατάξεις. Ἄρθρα 123, 124, 125, 126,127, 128, 129, 130. Εἶναι πάρα πολλαὶ αἱ περιπτώσεις καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ὑπάρχον ἤδη κείμενον.
§82Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Αἱ αὐταὶ περιπτώσεις περιλαμβάνονται καὶ εἰς τὸν Γαλλικὸν ποινικὸν κώδικα.
§83Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ παρητούμην τοῦ λόγου, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ἀρτίως ὁμιλήσας, ἔδιδε τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Διατί ἐτέθη ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Τί ἠνάγκασε τὸν διατυπώσαντα τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ συγκροτῇ τὴν Γερουσίαν εἰς δικαστήριον πρὸς ἐκδίκασιν ὡρισμένων πλημμελημάτων, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἄλλην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κρίνονται καὶ δικάζονται ὑπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, τῶν ὁρκωτῶν; Ποῖον εἶναι τὸ αἴτιον;
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εὐχαρίστως, ἀλλὰ τὸ εἴπομεν ἤδη. Τὰ ἀδικήματα αὐτὰ χαρακτηρίζονται ὡς πολιτικὰ ἀδικήματα. Ποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ δικάσῃ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα δὲν εἶναι θέμα τόσον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι λύεται, διότι ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος ἵδρυσε κοινὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα μοιραίως ὑπάγονται καὶ αὐτά. Τουναντίον ἀπὸ νομοθετικῆς ἀπόψεως εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον συζητηθέντων θεμάτων καὶ ἄν τις ἤθελε παρακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἀπὸ τῆς ἀρχαίας Ἀττικῆς ἐγένοντο συζητήσεις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὅτι ὁσάκις ἡ πολιτικὴ ἀντίληψις ἐπεκράτει εἰς τοὺς λαοὺς μᾶλλον ἱδρύοντο εἰδικὰ πολιτικῆς φύσεως δικαστήρια διὰ τὰς ἐκτάκτους πολιτικὰς παραβάσεις. Τοῦτο δὲ ἔγινεν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ εἰς ὅλας τὰς Χώρας, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἀλλαχοῦ. Τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια ὑπολαμβάνουν ὡς ἀδίκημα πᾶσαν πρᾶξιν στενῶς συνδεομένην πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, χωρὶς νὰ ἀνατρέχουν εἰς τὴν ἐξέτασιν ἂν τὸ ἀδίκημα αὐτὸ ἔχῃ πολιτικὰ ἐλατήρια καὶ πολιτικὰ αἴτια. Τὸ πολιτικὸν Σῶμα παρέχει ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολὺ περισσότερα ἐχέγγυα ἀπὸ ὅ,τι τὸ κοινὸν ποινικὸν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, κρίνει στενῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ χωρὶς νὰ κρίνῃ καὶ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὰς πολιτικὰς πράξεις.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὔτε καὶ πρέπει.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ εὐχέρεια λοιπὸν ἐκείνη τῆς διὰ Διατάγματος δημιουργίας τῆς Γερουσίας εἰς δικαστήριον παρέχει τὴν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐκτιμῶσα τὰς περιστάσεις καὶ τὰ ἐλατήρια, δύναται νὰ ἀποσύρῃ ἐκ τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ὑπαγάγῃ αὐτὴν εἰς τὴν κρίσιν πολιτικοῦ Σώματος, τῆς Γερουσίας, μεταβαλλομένης εἰς δικαστήριον. Ἡ τυχὸν ἀντίρρησις ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ κάμῃ κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ δι’ ἐκδικήσεις, δὲν δύναται νὰ σταθῇ, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνεργοῦσα, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἀνατραπῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν λάβητε ὡς παράδειγμα τὰς ἐπαναστάσεις τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1862, θὰ ἴδητε ὅτι ἦσαν πολιτικὰ ἀδικήματα καὶ ὁ ποινικὸς νόμος τὰ ἐτιμώρει. Δίκαιον θὰ ἦτο νὰ δικασθοῦν οἱ ἔνοχοι ἀπὸ πολιτικῶν ἀντιλήψεων δικαστάς. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀναχρονιστικὸν ἂν δὲν ἐδίδομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδίαν πολιτικὴν ἐξασφάλισιν εἰς τοὺς πολιτικούς, παναλαμβάνω, κατηγορουμένους.
§87Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ἐντελῶς ἀντίθετον γνώμην, διότι νομίζω ὅτι αἴρεται πᾶσα ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, ὅταν οὗτος δὲν δικάζεται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Μὴ νομίζετε ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Γερουσίαν θὰ εἶναι οὐρανοκατέβατοι. Ὑπομιμνήσκω τὴν φρᾶσιν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγιάννη ὅτι «Ἕλληνες ἐσμέν». Ἡ Γερουσία θὰ ἔχῃ μέσα της τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ κομματικὸν μικρόβιον. Θὰ ἀνήκῃ εἰς κόμματα. Μὴ νομίζωμεν ὅτι θὰ στέκεται εἰς τὰ σύννεφα, θὰ στέκεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς πραγματικότητος. Ὁ κατηγορούμενος διὰ τοιαύτης φύσεως ἀδικήματα πρέπει νὰ δικάζεται ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τοῦ μόνου παρέχοντος εἰς αὐτὸν τὴν ἐγγύησιν ὅτι δικαίως θὰ κριθῇ καὶ κατὰ τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος του. Εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ διάταξις αὕτη καὶ προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§89Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη, κύριοι συνάδελφοι, μοῦ κινεῖ πολὺ τὸ ἐνδιαφέρον, διότι εἰσάγει εἰς τὴν ἤδη ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν μας ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἰδιαίτερος ὑπάρχει λόγος διὰ νὰ καθιερωθῇ. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν Χώραν τὴν ἰδικήν μας, Χώραν παραδόσεως μακρᾶς, δὲν δύναται ἀσφαλῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅπως ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰς ἄλλας Χώρας. Δὲν δύναται ἀσφαλῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν, πρὸ ἓξ ἐτῶν, ὁ ἐπίλεκτος πολιτικὸς κόσμος καὶ μὴ, ἐδικάζετο οὐχὶ ἐνώπιον τουλάχιστον τῶν κοινῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ ἐνώπιον στρατοδικείων διὰ τὰς παραβάσεις αὐτάς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν ὑπόθεσιν τῆς συνωμοσίας Λιμπρίτη. Ἐδικάσθη ὁ Λιμπρίτης, μετ’ ἄλλων ἐπιλέκτων πολιτῶν, ὡς ὁ κ. Κάκαβος καὶ τόσοι ἄλλοι καὶ ἔδωσαν λόγον ὄχι ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ ἔδωσαν λόγον ἐνώπιον στρατοδικείων καὶ ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλαι ἀτελεύτητοι δίκαι ἐνώπιον πάντοτε τοῦ στρατιωτικοῦ δικαστηρίου. Ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως μετ’ ὀλίγον καιρὸν ἑτέρα τοῦ αὐτοῦ εἴδους ὑπόθεσις, πρωθυπουργοῦντος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Βενιζέλου, εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς λαϊκῆς δικαιοσύνης, ἡ ὑπόθεσις Μαυρομιχάλη. Καὶ ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ πολιτικοὺς ἀντιθέτων πρὸς τοὺς δικαζομένους φρονημάτων, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐκήρυξε τοὺς κατηγορουμένους ἀθώους, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη καὶ παρ’ ἡμῖν ἱκανὴ εἶναι νὰ δικάσῃ τοιαῦτα ἀδικήματα. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἰσήχθησαν ἐνώπιον τῶν στρατοδικείων ἄλλοι ἐπίλεκτοι πολῖται καὶ δὴ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς Ἰωάννης Μεταξᾶς. Ἐδικάσθη εἰς θάνατον ὁ στρατηγὸς Δούσμανης. Καὶ εἰς Χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήχθη ἐνώπιον στρατοδικείων καὶ ἐδικάσθη ὁ ἐπιλεκτότερος στρατιωτικὸς καὶ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, εἰς Χώραν τοιαύτην, ὑποθέτω, ὅτι ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη δύναται ἀσφαλέστερον νὰ δικάσῃ τοιαῦτα ἀδικήματα. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον διατί νὰ μαρτυρήσωμεν δυσπιστίας εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια; Ἡ καθιέρωσις μιᾶς ἐξαιρετικῆς διατάξεως τοιαύτης δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, διότι ἐγὼ ἀποβλέπω μετ’ ἐμπιστοσύνης μεγαλειτέρας εἰς τοὺς δώδεκα λαϊκοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν μίαν ὑπόθεσιν πολιτικήν, παρ’ ὅ,τι δύναμαι νὰ ἀποβλέψω εἰς ἕνα πολιτικὸν ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἰς τὰ Σώματα αὐτὰ δημιουργεῖται θολὴ ἀτμόσφαιρα καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ ἐπηρεάζωνται αἱ ἀντιλήψεις, εἴτε ἀπὸ τὰ πολιτικὰ πάθη, εἴτε ἀπὸ τὴν ἀντίθεσιν τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος. Μὴ παρασύρεσθε ἀπὸ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, καθ’ ἣν ἡνώθη ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ἀπετέλεσε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἂν εἴχομεν μίαν ἁπλῆν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι Οἰκουμενικήν ὅτε τὰ πάθη ἐντείνονται ζωηρότερον καὶ ἀναπτύσσεται μείζων φανατισμός, εἶναι ἐνδεχόμενον τὰ Σώματα ταῦτα νὰ μὴ δικάζουν μετὰ τῆς αὐτῆς ἀπαθείας, μετὰ τῆς ὁποίας θὰ κρίνουν οἱ δώδεκα λαϊκοὶ δικασταί. Καὶ ἔφερον τὸ παράδειγμα τοῦ 1920, ὅτε δώδεκα λαϊκοὶ δικασταὶ πολῖται βενιζελικοὶ ἔκρινον πολίτας ἐπιλέκτους ἀντιβενιζελικοὺς καὶ τοὺς ἠθώωσαν Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιλάβωμεν τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ δι’ αὐτοὺς ἀκόμη διότι θὰ περιέλθωμεν εἰς ἀμηχανίαν ποῖα ἀδικήματα νὰ περιλάβωμεν. Ἡ Ἐπιτροπὴ λέγει (ἀναγινώσκει). Ἂν ἀποβλέψητε, κύριοι, εἰς τὰ κεφάλαια τοῦ ποινικοῦ νόμου, θὰ εὕρητε ἀπειρίαν περιπτώσεων. Ποῖος θὰ δώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως; Θὰ δώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποίας πράξεις θὰ χαρακτηρίσῃ ὡς πράξεις κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ καὶ νὰ δύναται νὰ τὰς ὑπαγάγῃ ὡς ἐντελῶς ἐξαιρετικὰ ἀδικήματα; Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως δὲν εὑρίσκω τὰς διαφορὰς εἰς τὰ πρόσωπα. Εἰς Κράτος ὡς τὸ ἰδικόν μας, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἰδέα τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης ἔχει γεννηθῆ καὶ ἀνδρωθῆ, φρονῶ ὅτι διακρίσεις εἰς πρόσωπα δὲν χωροῦν. Ἤδη ἀπεδείχθη ἐκ τῆς μακρᾶς ἱστορίας τοῦ παρελθόντος ὅτι οἱ λαϊκοὶ δικασταὶ κρίνουν τοὺς Ἕλληνας πολίτας ἀδιακρίτως, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἀνήκουν, εἰς οἱανδήποτε θέσιν τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας. Οἱ Ἕλληνες πολῖται ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ δικάσουν οἱονδήποτε ἀδίκημα, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τὰ κοινὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Εὑρίσκω τὴν διάκρισιν ὅτι εἶναι, πῶς νὰ σᾶς εἴπω, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν λαϊκὴν δικαιοσύνην καὶ δὲν εὑρίσκω ἐξαιρετικοὺς λόγους δυναμένους νὰ τὴν δικαιολογήσουν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις. Ἀπευθύνομαι δὲ εἰς τὰ αἰσθήματά σας τὰ εἰλικρινῆ καὶ εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν σας καὶ τὴν κοινωνικήν σας πεῖραν διότι εὑρίσκω ὅτι ἡ καθιέρωσις τοιαύτης διακρίσεως εἶναι καθιέρωσις, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται εἰς αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἰσότητος καὶ τοῦ δικαίου.
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἐπερίμενα τοσαύτην τραγικότητα ἐκ μέρους τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅστις κατέχεται ἀπὸ μεγάλον φόβον μήπως γίνουν διωγμοὶ ἐκ κομματικοῦ φανατισμοῦ καὶ ἔφερε διάφορα παραδείγματα, καθ’ ἃ οἱ πολῖται ἀντιθέτων φρονημάτων ὡς δικασταὶ ἠθώωσαν τοὺς κατηγορουμένους. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι τὰ λαϊκὰ Σώματα εἶναι φανατικώτερα ἀπὸ κάθε ἄλλα. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἓν πολιτικὸν Σῶμα ἐκ γερουσιαστῶν θὰ εἶναι περισσότερον ἐπιεικὲς ἀπὸ κάθε ἄλλο Σῶμα καὶ διὰ λόγους συναδελφικοὺς καὶ δημοτικότητος. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ τυχὸν καταδίκη παρὰ τοιούτου Σώματος θὰ εὐθύνῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀπόφασίν της περὶ παραπομπῆς εἰς δίκην πολιτικῶν ἀντιπάλων της. Αἱ ἀναφερθεῖσαι ἄλλοτε παραπομπαὶ δὲν ἔγιναν ὑφ’ ἃς συνθήκας θὰ δικάζῃ τώρα ἡ Γερουσία.
§91Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὸν Σκουλούδην καὶ λοιποὺς τοὺς ἔστειλεν ὡς κατηγορουμένους ἡ Κυβέρνησις.
§92Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ μακαρίτης πατήρ μου ἤχθη ἐδῶ κατηγορούμενος πρὸ ἑνὸς αἰσχροῦ δικαστηρίου.
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι σεβαστός, ἐφόσον κριθῇ ὅτι βλάπτει τὸ Κράτος πολιτευόμενος.
§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔβλαψαν κανένα εἰς τίποτε. (Θόρυβος).
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ κρίνωμεν τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ πεπραγμένα. Σέβομαι ὅλων τὴν γνώμην, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν μεγαλυτέρας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἰδεολογίας ἀκολουθοῦν τυχὸν ἀνωτέραν πολιτικήν, πρέπει νὰ καθιερώσωμεν μίαν δικαιοσύνην ἀνωτέραν, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τυχαῖοι καὶ οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν ἐπιβλαβῆ τινὰ πολιτικήν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ τὸ Κράτος ἐκ παραλλήλου καὶ διὰ τοῦτο δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ μὴ δεχθῶμεν μίαν διάταξιν καθιερωθεῖσαν ἀπὸ ἓν δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ἡ ὁποία σκοπεῖ καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας νὰ μὴ ἀδικήσῃ καὶ τὸ Κράτος νὰ προστατεύσῃ.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἄρθρον ὅπερ περιέχει διάταξιν εὐδοκίμως λειτουργήσασαν εἰς τόσα Κράτη προηγμένα πολιτικῶς, θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τόσας συζητήσεις. Δὲν ἐπιμένω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω, ἂς γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα ἀντιτίθενται πάντοτε εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἡ διαφορὰ τῶν ἀπὸ τῶν λοιπῶν ἀδικημάτων εἶναι ὅτι, ἂν ἀποτύχουν, ὁ δράστης θεωρεῖται ἐγκληματίας, ἀλλ’ ἰδιαιτέρου τύπου, ἀλλ’ ἂν ἐπιτύχουν, θεωρεῖται ἱστορικὴ προσωπικότης καὶ ἀναγράφεται εἰς τὰς δέλτους τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας. Ἐμνημόνευσα τὰς περιπετείας τὰς πρὸ τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1762. Οἱ τότε—ἀναφέρομαι εἰς παλαιοτέραν ἱστορίαν—οἱ τότε ἐπιχειρήσαντες τὰς πολιτικὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπεδοκίμασεν, ἂν ἐκρίνοντο ἀπὸ τὰ συνήθη δικαστήρια ἢ ἀπὸ τὰ ὀρκωτά, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ κανόνα θὰ ἐδικάζοντο ὡς κοινοὶ ἐγκληματίαι, ἴσως ἤθελον καταδικασθῆ. Ἐθεωρήθη πανταχοῦ ἀσφαλεστέρα ἡ κρίσις τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων ὑπὸ πολιτικῆς ὑφῆς δικαστηρίων καὶ ὄχι ὑπὸ κοινῶν δικαστηρίων, ὑπὸ δικαστηρίων ἐχόντων περισσότερον προηγμένην τὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν πολιτικὴν πεποίθησιν. Δὲν ἐλειτούργησε κακῶς ὁ θεσμὸς εἰς οὐδὲν πεπολιτισμένον Κράτος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς ἀνέφερεν εἰς ἡμᾶς ἐπιχειρήματα ληφθέντα ἀπὸ τὴν πρόσφατον ἱστορίαν, πλήρη ἀληθῶς σφοδρῶν παθῶν καὶ διενέξεων, διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ὑποκρύπτει ἡ διάταξις κινδύνους. Τοιαύτη ἱστορία, πλήρης διαστάσεων πολιτειακῶν καὶ ζωηρῶν παθῶν εἶχε προηγηθῆ τῆς Γαλλικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῷ 1871, ἥτις ἐθέσπισε τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς σωτήριον καὶ παρέχον ἐχέγγυα, ἡ δὲ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ταύτης ἐν Γαλλίᾳ πείθει ἀκραδάντως ὅτι, ἂν καὶ παρ’ ἡμῖν ἴσχυεν ὁ θεσμός, δὲν θὰ παριστάμεθα θεαταὶ πολιτικῶν προσώπων συρομένων εἰς τὰ ἐδώλια στρατιωτικῶν δικαστηρίων ἢ κοινοτάτων ποινικῶν δικαστηρίων, ὧν πολλάκις προπαρασκευάζεται ἡ σύνθεσις. Ἀκριβῶς ὅταν τὰ πάθη εἶναι ἐξημμένα, ἡ Γερουσία παρέχει ἐχέγγυα. Ἄλλως ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν στρατιωτικὸν νόμον καὶ τότε εἶναι λίαν εὔκολον νὰ κάμῃ χρῆσιν μέσων ἐκδικήσεως. Ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ δικαστήριον πολιτικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς αὐτό, ὅπου ἀντιπροσωπεύεται ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας. Πρέπει νὰ θεσπίσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἐχέγγυον ἀσφαλές, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, πολιτικὰ πρόσωπα νὰ σύρωνται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὡς κοινοὶ ἐγκληματίαι.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§98Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔθεσεν ἀκριβῶς τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, φρονῶ ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ μία συμβιβαστικὴ λύσις, διότι ὁ τόνος τὸν ὁποῖον προσέλαβεν ἡ συζήτησις, παρουσίασεν ἓν θέαμα λυπηρόν. Ἐδῶ τίθεται μία διάταξις συνταγματική, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος. Ἀκριβῶς τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνάδελφος, ὅτι λόγῳ τῶν προσφάτων πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁ Τόπος, εἴδομεν τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὴν ὀξύτητα τῶν παθῶν, νὰ παραπέμπωνται ἀδικήματα ἄλλοτε εἰς Στρατοδικεῖα καὶ ἄλλοτε εἰς πολιτικὰ δικαστήρια. Ἀκριβῶς τοῦτο ἀποτελεῖ κολοσσιαῖον ἐπιχείρημα, διὰ νὰ τεθῇ μία διάταξις καθορίζουσα τὴν δικαστικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας, ὅπως συμβαίνει καὶ ἀλλαχοῦ καὶ εἰδικώτερον ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλὰ προξενεῖ, κύριοι, καὶ κατάπληξιν τὸ ἐπιχείρημα τῶν ὑποστηριζόντων δῆθεν ὅτι ὑπάρχει λόγος δυσπιστίας διὰ τὴν Γερουσίαν, τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν, συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, ἡ Γερουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ τοὺς Ὑπουργοὺς παραπεμπομένους ἐναντίον αὐτῆς, ὡς ἀνωτάτου δικαστηρίου, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν διάταξις τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ἡ Γερουσία θὰ δικάζῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας κλπ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ μίαν περίεργον ἀντίθεσιν νὰ λέγωμεν ὅτι ἐλλείπει ἡ ἐμπιστοσύνη ἀπὸ τὸ Σῶμα αὐτὸ νὰ δικάζῃ πολιτικὰ πρόσωπα. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα ἁρμόδια εἶναι τὰ ποινικὰ δικαστήρια, εἰς τὰς ἀνωμάλους δὲ περιστάσεις ἡ δικαστικὴ ἐξουσία συγκεντροῦται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Μοὶ φαίνεται ὅτι καταλήγομεν εἰς μίαν ἀντίφασιν ὅταν λέγεται καὶ παρὰ δικηγόρων, εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ λειτουργία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἔχει ἐξαρθῆ εἰς ἀνώτατον σημεῖον, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ διὰ συμπληρώσεως ἡ διάταξις αὕτη. Μοὶ φαίνεται περίεργος καὶ ἄδικος ἡ ἔλλειψις δυσπιστίας πρὸς μίαν Γερουσίαν, τῆς ὁποίας ἡ ὕπαρξις ἀσφαλῶς θὰ ἀπετέλει ἐχέγγυον καὶ δι’ αὐτὸν τὸν κατηγορούμενον. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἔχει καὶ νὰ κυρωθῇ.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§100Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι ὑπάρχει μία παρεξήγησις εἶναι προφανές. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐκδικάσεως ὑπὸ τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς παραπομπῆς καὶ νομίζω ὅτι τὸ διατυπούμενον ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 62 εἶναι ἐντελῶς πρωτοφανὲς καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον Σύνταγμα ὑπάρχει. Εἶναι δὲ ὀρθὴ ἡ βάσις αὐτή, διότι ἡ ἐγγύησις διὰ πάντα κατηγορούμενον εἶναι νὰ καταδιώκεται ὑπὸ τῶν νομίμων καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰ πολιτικὰ πάθη καὶ αἱ ὁποῖαι μακρὰν τῶν πολιτικῶν παθῶν, μακρὰν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γεννωμένων ἀντιθέσεων ψυχραίμως κρίνουσιν ἂν πρέπει κατηγορούμενός τις νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Τὴν ἀρχὴν ταύτην, τὴν εἰς ἅπαντας τοὺς νόμους καὶ ἅπαντα τὰ Συντάγματα παντὸς πολιτευομένου Κράτους ὑπάρχουσαν, ἐρχόμεθα νὰ καταλύσωμεν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ ἄρθρου 62 καὶ ἀναθέσωμεν καταδιωκτικὰ δικαιώματα εἰς Ἀρχὴν κατ’ ἐξοχὴν ἐμφορουμένην ὑπὸ πολιτικῶν παθῶν, κατ’ ἐξοχὴν μὴ ἀνεξάρτητον, τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τῆς γʹ παραγράφου ὁρίζεται ὅτι «νόμος θέλει ὁρίσει τὰ τῆς κατηγορίας, ἀνακρίσεως καὶ ἀποφάσεως», ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι αἴρει τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία δύναται ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῶν ἄρθρων 71 καὶ 90 διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον, ὅπως δικάσῃ πᾶν πρόσωπον κατηγορούμενον.... κλπ.»
§101Χ. ΛΑΔΑΣ. Τί σημαίνει αὐτό;
§102Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σημαίνει ὅτι δύναται ὁ νόμος νὰ καθορίσῃ τὰ τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν κατηγοροῦσαν.
§103Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ σχηματίσῃ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν Γερουσίαν εἰς δικαστήριον μετὰ τὴν κατηγορίαν. Θὰ προηγηθῇ δηλαδὴ ἡ κατηγορία, θὰ ἀσκηθῇ ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ σχηματίσῃ τὴν Γερουσίαν εἰς δικαστήριον.
§104Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ηὐχόμην νὰ εἶχεν ἡ διάταξις τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀνέφερεν. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου δίδει ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις τοιαύτας, ὥστε ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐκφερομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ γνώμη.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχω ἐδῶ μετάφρασιν τοῦ συνταγματικοῦ νόμου τῆς Γαλλίας, ὁ ὁποῖος λέγει ἐν τῇ σχετικῇ διατάξει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία δύναται νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον διὰ Διατάγματος τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας.... κλπ.»
§106Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ἀρξαμένης κατηγορίας ὁμιλεῖ.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι τὸ ἴδιον ἄρθρον.
§108Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ προτείνῃ νὰ γίνῃ ἡ Γερουσία δικαστήριον ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἡ παραπεμπτικὴ ἀπόφασις. Εἶμαι σύμφωνος μαζί σας.
§109Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀτυχεστάτη εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου, διότι ἔχομεν τὴν βʹ παράγραφον ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἡ ἀνάκρισις ἤρχισεν ἀπὸ τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην, τὸ ἀνωτέρω Διάταγμα δύναται νὰ ἐκδοθῇ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς παραπεμπτικῆς προτάσεως». Ἂν δὲν ἤρχισε, δύναται νὰ ἐκδοθῇ πρὸ τῆς ἀνακρίσεως. Ἄρα τὴν παραπομπὴν τὴν κάμνει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν Γαλλίαν, οὐδὲ εἰς κανὲν Κράτος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατίθεται ἡ καταδίωξις εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ ἀπαγγελία κατηγορίας διὰ νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§112Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματος εἰς τὴν Γερουσίαν πλὴν τῶν νομοθετικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἁρμοδιοτήτων της ἀπονέμεται καί δικαστικὴ ἐξουσία. Ἕν ἐκ τῶν ἄρθρων διὰ τῶν ὁποίων καθιεροῦται ἡ τοιαύτη ἐξουσία τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 62. Καίτοι ὅμως τοῦτο ἐν τῇ σειρᾷ τῶν σχετικῶν ἄρθρων προηγεῖται, δὲν εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον εἰς τὸν κύκλον αὐτῶν τῶν ἐννοιῶν, τοὐναντίον εἶναι πολὺ ὑποδεεστέρας τῶν ἄλλων σημασίας. Πλὴν τοῦ ἄρθρου 62 ὑπάρχουν καὶ ἕτερα ἄρθρα, τὸ 71 καὶ τὸ 90 τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα καθιεροῦσι τὰ κύρια δικαστικὰ καθήκοντα τῆς Γερουσίας καὶ ὁμολογῶ ὅτι αἰσθάνομαι ἔκπληξιν διατί δὲν διατυποῦνται ἀντιρρήσεις διὰ τὴν ἀπονομὴν δικαστικῆς ἁρμοδιότητος εἰς τὴν Γερουσίαν εἰς τὰς κυρίας αὐτὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 71 καὶ 90 καὶ διατυποῦνται ἀντιρρήσεις εἰς τὰς τελείως ἐπικουρικὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 62. Διὰ τοῦ Συντάγματος εἰσάγεται μία ῥιζικὴ καινοτομία εἰς τὰ μέχρι σήμερον κρατοῦντα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιδίκασιν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, μία καινοτομία διττῆς φύσεως κατὰ τοῦτο· ἀφ’ ἑνὸς μὲν τροποποιεῖται τὸ σύστημα τῆς ἐκδικάσεως τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἀντὶ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου καθιεροῦται ὅτι δικαστήριον διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ὑποβαλλομένων πολιτικῶν κατηγοριῶν ὁρίζεται ἡ Γερουσία καὶ ἀφ’ ἑτέρου καθιεροῦται καὶ ἡ δευτέρα ἀρχή, ὅτι ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων δὲν εἶναι νομικῶς ἀσύδοτος δι’ ὅλας τὰς πράξεις του, ἀλλὰ δι’ ὡρισμένας ὑπέχει νομικὴν εὐθύνην. Ἐπικουρικῶς ἔρχονται αἱ περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 62, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι πλὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, πλὴν τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ διαπράξουν εὐρέα καὶ μεγάλα πολιτικὰ ἀδικήματα, δύνανται ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραπέμπωνται εἰς δίκην ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Ἐξεφράσθη, κ. Πρόεδρε, μομφὴ καί κατὰ τῶν συντακτῶν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου καὶ κατὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τὸ ἐκύρωσε, μομφὴ βαρεῖα λέγουσα ὅτι οἱ συντάκται τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὕτω στήνουν μίαν παγίδα κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων. Καὶ ἐρωτῶμεν κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων ποίων; Κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων τῆς σήμερον ἢ αὔριον;
§113Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Δημιουργεῖται μία ἀνισότης καὶ καθιεροῦται διάκρισις ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέχεται ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, διότι ἡ Δικαιοσύνη δύναται νὰ δικάζῃ οἱονδήποτε πρόσωπον καὶ εἰς οἱανδήποτε τάξιν καὶ ἂν ἀνήκῃ καὶ εἰς οἱονδήποτε βαθμόν. Τοῦτο εἶπον. Μία Κυβέρνησις, μία Γερουσία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ἰδεῶδες Σῶμα, διαφέρει ἀπὸ τὰ λαϊκὰ δικαστήρια, διότι ἡ Γερουσία ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα περιωπῆς, δὲν δύναται νὰ παρασύρεται.
§114Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν δύνασθε νὰ ἀντικρούσητε ὅτι μία Κυβέρνησις δύναται νὰ καταδιώξῃ τοὺς ἀντιπάλους της. Καὶ καθόσον ἀφορᾷ, κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῆς κατ’ ἀρχὴν καταδυναστεύσεως τῶν ἀντιπάλων τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι τοιαύτη μομφὴ εἶναι ἀβάσιμος, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ προδικάσωμεν καὶ νὰ προΐδωμεν πότε θὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη περίπτωσις τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ προβλέψωμεν ὅτι θὰ εἶναι ἡ Α Κυβέρνησις ἢ ὁ Β πολιτικὸς ἀντίπαλος. Ἐξετάζεται ὅμως τὸ ζήτημα ἀπὸ εὐρυτέρας ἀπόψεως κατὰ πόσον τὸ δικαστήριον δηλαδὴ ἡ Γερουσία, συγκροτουμένη εἰς δικαστήριον, παρέχει περισσοτέρας ἐγγυήσεις εἰς τὸν δικαζόμενον πολίτην. Ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ ἐνομίσαμεν ὅτι πλέον παντὸς ἄλλου οἱουδήποτε δικαστηρίου οἱασδήποτε φύσεως καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον συγκροτουμένου, μεγαλυτέρα ἀσφάλεια, ἀσφαλεστέρα ἐγγύησις διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου εἶναι ἡ συγκρότησις τοῦ δικαστηρίου διὰ τῆς Γερουσίας διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῆς Γεωργίας καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀγορεύσαντες ἔθιξαν αὐτὴν τὴν ἄποψιν, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις θὰ στερεῖται τοῦ πολιτικοῦ αἰσθητηρίου, οὔτε θὰ ἔχῃ τὴν πολιτικὴν δύναμιν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἰσχύν της πρὸς καταδυνάστευσιν τῶν ἀντιπάλων της. Καὶ προχωρῶ ἔτι μᾶλλον· ἂν ἤθελεν εὑρεθῆ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀνεχθῇ τοιαύτην Κυβέρνησιν, δὲν θὰ εἶναι εὔκολον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀδύνατον, νὰ εὑρεθῶσι γερουσιασταί, ἄνθρωποι πολιτικοί, πολιτευόμενοι ἐν τῇ Χώρᾳ, διὰ νὰ καταπέσωσι μέχρι τοιούτου σημείου ἀτομικῆς ἀσταθείας, μέχρις ἐξευτελισμοῦ καί νὰ χρησιμοποιήσωσι τὸν ἑαυτόν των ὡς δικασταὶ καὶ νὰ καταδικάσωσιν ἀντιπάλους πολιτικοὺς μιᾶς Κυβερνήσεως, μετὰ τῆς ὁποίας οὐδεὶς πολιτικὸς δεσμὸς θὰ τὴν συνέδεε μὲ τοὺς γερουσιαστάς. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ συσχετισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὴν γενικὴν ἰδέαν διατί ἀπονέμεται δικαστικὴ ἐξουσία κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν Γερουσίαν. Ὅταν ἀπεφασίσθη νὰ εἰσαχθῇ καὶ ἀπὸ τοὺς συντάκτας τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὁ θεσμὸς τοῦ δυαδικοῦ Κοινοβουλίου διὰ διαιρέσεως τῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς δύο, εἰς Βουλὴν καὶ εἰς Γερουσίαν, καθωρίσθησαν εἰς τὴν σκέψιν αὐτῶν αἱ ἁρμοδιότητες τῶν δύο Σωμάτων, ἡ ἀνασυγκρότησις τῶν δύο Σωμάτων, ἡ ἁρμονικὴ συνύπαρξις καὶ ὁ δικαιολογητικὸς αὐτῶν λόγος. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἁρμοδιότητα, αὕτη συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε σήμερον. Καθόσον ἀφορᾷ δὲ τὴν δικαστικὴν καὶ τὴν πολιτικήν, ἐπειδὴ δὲν ἐλέχθη τίποτε, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις, καθόσον ὁ συνάδελφος κ. Καντιάνης ἠρώτησε προηγουμένως διατί καθιεροῦται δικαστικὴ ἁρμοδιότης τῆς Γερουσίας. Καὶ λέγω ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἠθελήσαμεν οὔτε νομοθετικὴν ἰσοδυναμίαν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν, οὔτε πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν, ἠθελήσαμεν δι’ ἄλλων παρεμφερῶν διατάξεων νὰ δώσωμεν τόσον κῦρος εἰς αὐτήν, νὰ ἀσφαλίσωμεν κατὰ τρόπον ἁρμονικὸν τὴν συνύπαρξιν Βουλῆς καὶ Γερουσίας, ὥστε καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ ἐξελίσσεται ἁρμονικῶς καί τὸ κῦρος τῶν δύο Σωμάτων νὰ εἶναι ἴσον καὶ παράλληλον καὶ διὰ τῆς σκέψεως αὐτῆς δὲν ἐδώσαμεν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν Γερουσίαν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, ἐπεφυλάξαμεν ὅμως εἰς τὸ δεύτερον κοινοβουλευτικὸν Σῶμα τὴν τελευταίαν λέξιν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν τῶν Κυβερνήσεων καὶ τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά. Καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν λέξιν διὰ τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν, τὴν δίδει ἡ Γερουσία διὰ τοῦ ἄρθρου 76, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ συγκατάθεσις τῆς Γερουσίας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν τελευταίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Γερουσία διὰ τὴν κακὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν διαφυλάσσομεν διὰ τοῦ ἄρθρου 91, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν Γερουσίαν ὡς ποινικὸν δικαστήριον. Μία διάκρισις γενομένη πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 62, ἡ ὁποία εἶναι καὶ δευτερευούσης σχετικῶς σημασίας. Ὁμολογῶ ὅτι, καίτοι μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἤκουσα τοὺς κ. κ. συναδέλφους διατυπώσαντας τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Γερουσία συγκροτουμένη δὲν παρέχει ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ μὲ ποίας δικαιολογίαν σκέψεως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐνεπιστεύθησαν εἰς τὴν Γερουσίαν τὴν τύχην τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ δὲν ἐμπιστεύονται τὴν τύχην προσώπων δευτερευούσης σημασίας δικαζομένων μὲ ὅλα τὰ ἐχέγγυα καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀσφάλειαν. Διότι, ὅπως διὰ τὴν παραπομπὴν τῶν Ὑπουργῶν χρειάζεται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, οὕτω καὶ διὰ τὴν παραπομπὴν τῶν προσώπων τοῦ ἄρθρου 62 προαπαιτεῖται ἀπόφασις κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἔχῃ σύμφωνον τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς ταύτην. Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν συνδυασμῷ γενικῶς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναθέσεως δικαστικῆς ἁρμοδιότητος εἰς τὴν Γερουσίαν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἀλεξᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§116Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Εἶμαι ἐναντίον τῆς ὑπὸ συζήτησιν διατάξεως καὶ ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς αὐτῆς ἐκ τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἐπιφέρῃ μᾶλλον μίαν σύγχυσιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ὅπως δέχεται ταύτας ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη καὶ ὅπως καθιεροῖ ταύτας τὸ Σύνταγμα Ἀλλὰ συνάμα θίγει καί προσβάλλει καὶ ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ ταυτοχρόνως καταφέρει καὶ ράπισμα ἐναντίον τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἑλλάδος. Δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λησμονήσῃ ὅτι, ἂν κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον κατέπεσεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον κατέπεσεν ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ἔμεινεν ὅμως ὑψηλὰ λόγῳ τῆς Δικαιοσύνης αὐτῆς, διότι εἶναι ὡμολογημένον ὅτι μόνον ἡ Δικαιοσύνη κατώρθωσε νὰ μείνῃ ὑψηλά. Καὶ ἀκριβῶς, σεβαστὲ κ. Πρόεδρε, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῆς Ἑλλάδος δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὑπάρχουν ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα εἶναι θεμελιώδη καὶ καθορίζουσι τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Τὰ ἄρθρα ταῦτα τὰ προσβάλλει ἡ ἐν λόγῳ διάταξις. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ δικαστηρίων ἀνεξαρτήτων, ὑποκειμένων μόνον εἰς τοὺς νόμους, δηλαδὴ καθιεροῦται διὰ θεμελιωδῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης, καθιεροῦται ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν. Καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτήν, εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 20 αἰῶνος, νομίζω ὅτι εἶναι λίαν ἀναχρονιστικὸν νὰ γίνεται μία σύγχισις καὶ τῶν τριῶν ἐξουσιῶν. Εἶναι ἀδύνατον ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας πολιτευόμεθα ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἀδύνατον τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς ἀνεπηρεάστως νὰ ἐκφέρῃ μίαν οἱανδήποτε γνώμην προκειμένου νὰ δικάσῃ ἀνθρώπους, οἵτινες θὰ δικασθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς. Εἴμεθα ὑποδεεῖς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, τὸ σύνολον τῆς Γερουσίας δὲν εἶναί τι τὸ ἑνιαῖον σκεπτόμενον, ὡς πρέπει νὰ σκέπτεται ἓν Σῶμα κατὰ τρόπον ἑνιαῖον καὶ κανονικῶς συγκεκριμένον, ἀλλὰ σκέπτονται γενικῶς τὰ Σώματα τὰ νομοθετικὰ παρασυρόμενα ἀπὸ τὰ ρεύματα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦσιν ὡρισμέναι πολιτικαὶ ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας διευθύνουν πάντοτε οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· εἶναι δυνατὸν τοιοῦτον Σῶμα εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δικάσῃ ἀδίκημα πολιτικόν, νὰ δικάσῃ ἀνεπηρεάστως; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικάσῃ ὡς θὰ δικάσῃ τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον συγκρίνεται κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους καὶ κατὰ τοὺς τρόπους καθ’ οὓς καθιερώθη νὰ λειτουργοῦν τὰ δικαστήρια μέχρι σήμερον. Δὲν ἔχει, ἐκτὸς μόνον εἰς περίπτωσιν πλάνης, ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη νὰ παρουσιάσῃ μέχρι σήμερον παρεκβάσεις καὶ παρεκκλίσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι νὰ τὴν μειώσουν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ὁσάκις ἔτυχε περίπτωσις νὰ ἐκφέρῃ νομοθετικὸν Σῶμα τὴν γνώμην του, εἶναι γνωστὸν πῶς ἐξήνεγκε τὴν γνώμην αὐτήν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἐνίοτε καὶ τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ τὰ Στρατοδικεῖα, ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ δικαστήρια ταῦτα εἶναι ἐπηρεασμένα ἀπὸ ὡρισμένας πολιτικὰς μερίδας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα, διότι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ψηφίσεως καὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος προσπαθοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν διατάξεις εἰλειμμένας ἀπὸ ξένα Συντάγματα καὶ δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς συνθήκας καὶ τὰς περιπτώσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ψηφίζονται καὶ λειτουργοῦν τὰ Συντάγματα ἐκεῖνα καὶ τὰς συνθήκας καὶ τὰς περιπτώσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῇ καὶ πολιτεύεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οἱ Γάλλοι ἴσως νὰ εὑρίσκωνται ἐν δικαίῳ καθιερώσαντες ἐν τῷ Συντάγματί των τοιαύτην διάταξιν. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τὴν Δικαιοσύνην κανενὸς Κράτους, ἔχομεν παραδείγματα ἐκ τῆς ἱστορίας ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τῶν ξένων Κρατῶν, ἰδίως ἡ Δικαιοσύνη τῆς Γαλλίας δὲν ἐστάθη εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σταθῇ, ὡς ἐστάθη ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη εἰς παλαιοτέρας ἐποχάς. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι αὐτὸς ὁ Κικέρων, ὅταν ἠθέλησε νὰ ὑπερασπισθῇ κάποιον, ἐξέφρασεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του τὸν φόβον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος νὰ δικασθῇ δικαίως, διότι δὲν ἐδικάζετο ὑπὸ τακτικῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἐδικάζετο ὑπὸ πολιτικῶν ἀντιπάλων. Φρονῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην, εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς διὰ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἐγγράφοντες μίαν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι νὰ διασαλπίσωμεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§118Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων διὰ τὸν ὁποῖον ἀναγράφουσι τὰ ὅσα ἀναγράφομεν ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι διότι τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ μίαν ἀντίληψιν ἰδίαν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι σχεδὸν ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶναι πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ. Ἀλλὰ κύριοι, τὰ ἤθη ἐν Γαλλίᾳ εἶναι διάφορα τῶν ἡμετέρων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία ψυχολογικὴ ἐξέτασις τοῦ πράγματος διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν καὶ αὐταὶ αἱ λέξεις καὶ αὐτὰ τὰ κόμματα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, προσκρούουν διὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 62 ἔρχεται εἰς προφανῆ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἤθη τὰ Ἑλληνικά. Δὲν θέλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω ὁποίαν γνώμην θὰ ἐκφράσωμεν ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, δὲν θέλω νὰ εἴπω ποία θὰ εἶναι ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 71, ποία θὰ εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 90, διότι ταῦτα δὲν ἐτέθησαν ἀκόμη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπασχολῶ νῦν τὴν Βουλήν. Τὸ ἄρθρον 62 ἀναφέρει ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὅτι δύναται κατὰ πρότασιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας μετὰ γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ πρότασιν δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συγκροτεῖται ἡ Γερουσία εἰς δικαστήριον. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει ἀντιβουλίου, εἶναι τὸ ὄργανον διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εἰς ὡρισμένους τύπους ἐκφράζει τὴν γνώμην της. Διὰ τοῦ Προέδρου λοιπὸν τῆς Δημοκρατίας κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συγκροτεῖται εἰς δικαστήριον καὶ δικάζει πᾶν πρόσωπον γενικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως, κατηγορούμενον δι’ ἀδίκημα ἐσχάτης προδοσίας ἢ δι’ ἄλλας πράξεις ἀσφαλείας καὶ ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους, δι’ ὁλόκληρα δηλαδὴ κεφάλαια τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα περιέχουν σειρὰν ἀτελεύτητον ποινικῶν παραβάσεων.
§119Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω ὅτι σᾶς φοβίζει ἡ πρωτοβουλία τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἡ φράσις «διὰ Διατάγματος» ἀντεκαθίστατο «δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς», οἱ φόβοι σας θὰ διελύοντο;
§120Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι, διότι θὰ σᾶς ἀναλύσω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν θέλω οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὴν Βουλήν. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας εἶδον διατυπούμενον τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι σωστὸν ἀντίγραφον τοῦ Γαλλικοῦ, ἀπὸ τῆς πρώτης, λέγω, στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶδον τὸ ἄρθρον τοῦτο, βεβαιωθῆτε ὅτι ᾐσθάνθην μίαν ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἄρθρον αὐτὸ φυσικὴν καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις αὐτή. Διότι ἂς ἐξετάσωμεν ποῖαι θὰ εἶναι ἑκάστοτε αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ παραπέμπεται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοιαύτας πράξεις οἱοσδήποτε πολίτης εἰς ἓν Σῶμα, ὅπως θὰ εἶναι ἡ Γερουσία. Κύριοι, διὰ νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ τὴν εἰκόνα τοῦ πράγματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐμβαθύνωμεν εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν πολιτικὰ πράγματα, πρέπει δηλαδὴ νὰ ἀποσαφηνίσωμεν ἐν ἡμῖν ὅτι τὰ κόμματα καὶ αἱ κομματικαὶ καὶ αἱ πολιτικαὶ ἐπιρροαὶ δὲν εἶναι πάντοτε ἤρεμοι, δὲν ἀσκοῦνται πάντοτε μετ’ ἀπολύτου ψυχραιμίας ὅπως ἁρμόζει κατὰ τρόπον ἀπαράβατον εἰς ἐνέργειαν δικαστικήν. Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ τὸ παράπαν ἀπολύτως οἱαδήποτε ἐνέργεια δικαστικὴ ὅταν ὑπάρχῃ καὶ πόρρωθεν ἡ ὑπόνοια ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὁρμᾶται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἀπὸ τὸν πόθον τῆς ὀρθῆς τῆς δικαιοσύνης ἀπονομῆς, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὁρμᾶται ἀπὸ ἄλλα τινὰ ἐλατήρια. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν ἢ δὲν εἶναι τοιαῦτα ἐλατήρια νὰ ὑπάρξουν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ πολιτικοῦ κόμματος; Καὶ ἐρωτῶ πάλιν· θὰ πεισθῇ οἱοσδήποτε ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν εἶναι ἀκόμη δικαία καὶ ἂν δὲν ἔχῃ οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὸ κόμμα, θὰ πεισθῇ, λέγω, οἱοσδήποτε ὅπως πρέπει νὰ συμβαίνῃ διὰ πᾶσαν δικαστικὴν ἐνέργειαν καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι πράγματι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀμερόληπτος; Ἁπλοῦν βλέμμα ριπτόμενον εἰς τὰ πολιτικὰ ἤθη τῆς Ἑλλάδος—δὲν γνωρίζω ἂν εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς—ἁπλοῦν ὅμως, λέγω, βλέμμα ριπτόμενον θὰ μᾶς δείξῃ ὅτι πάντοτε τὰ πολιτικὰ ἤθη, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τουλάχιστον τὰ τελευταῖα ἔτη, βρίθουσι παραδειγμάτων καὶ παραδειγμάτων ἀπεχθῶν, παραδειγμάτων αἱματηρῶν, παραδειγμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐγείρωσι τὴν φρίκην καὶ τὸν ἀποτροπιασμόν, βρίθουσι, λέγω, τοιούτων παραδειγμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα μοιραίως μετενόησαν οἱ πάντες κατόπιν, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἐν τούτοις ἐπῆλθεν. Ἡμεῖς ἐσυνειθίσαμεν τὸν λόγον νὰ τὸν ἔχῃ ὁ φυσικὸς τοῦ ἀτόμου δικαστὴς ἀναλόγως τῆς πράξεως. Εἶναι κάτι τι ἀσύνηθες, εἶναι κάτι τι ἐντελῶς ἀκατανόητον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν τὸ νὰ ἔρχεται νὰ ἀπονέμῃ δικαιοσύνην τὸ κόμμα τὸ ἐπικρατῆσαν. Δὲν συμβιβάζεται, κύριοι, πρὸς τὴν θέλησιν τῶν πραγμάτων τοῦ Ἔθνους τὸ νὰ ἔρχεται ὁ κομματάρχης, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παραπέμπῃ ἢ νὰ μὴ παραπέμπῃ καὶ νὰ δίδῃ συγχωροχάρτια πρὸς τὸν Α. ὁ ὁποῖος τυχὼν νὰ ἐπρόδωσε τὴν Πατρίδα του καί ἐνήργησεν ἐσχάτην προδοσίαν ἢ ἄλλην πρᾶξιν κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Δὲν νομίζω λοιπὸν ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θέτομεν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν τάξει πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἡ πρώτη λοιπὸν πρᾶξις εἶναι ἀμέσως καταδικαστέα. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου θὰ συνέλθῃ, κύριοι, διὰ τοῦ τοιούτου Διατάγματος διὰ τῆς τοιαύτης αὐτοβούλου ἐνεργείας μιᾶς Κυβερνήσεως κομματικῆς, θὰ συνέλθῃ, λέγω, ἡ Γερουσία εἰς δικαστήριον διὰ νὰ δικάσῃ πολίτην, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Σῶμα αὐτὸ καὶ ὁ ὁποῖος θὰ θεωρῇ βεβαίως ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἐνδεδειγμένος δικαστής του ἐκεῖνος καὶ θὰ ἔχωμεν τὰς διαμαρτυρίας τοῦ πολίτου ὅτι ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸν φυσικόν του δικαστήν. Θὰ ἔχωμεν ταυτοχρόνως τὰς διαμαρτυρίας τοῦ Κοινοῦ, διότι θὰ εἶναι κάτι τι ἀσύνηθες. Ἀλλὰ καὶ οὐδείς, κύριοι, διδακτικὸς λόγος εἶναι ἱκανὸς διὰ νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τούτου. Μήπως δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ λαϊκὴ ψυχὴ καὶ ἡ λαϊκὴ θέλησις ἐκδηλοῦται καλύτερον διὰ τῶν τακτικῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων; Διατί νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὺς ἐνόρκους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι βγαλμένοι μέσα ἀπὸ τὰ σπάργανα τῆς Κοινωνίας, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι δώδεκα τίμιοι πολῖται, τοὺς ὁποίους θὰ ὁρίσῃ ὁ κλῆρος καὶ ἀντὶ τούτων νὰ ὁρίσωμεν τὸ κόμμα, νὰ ὁρίσωμεν τὸν κομματάρχην; Νὰ βοηθήσωμεν τὸν κομματάρχην τίνος ἕνεκα καὶ νὰ διακινδυνεύσωμεν τὰ δίκαια τοῦ Α ἢ Β πολίτου, ὁ ὁποῖος τυχὸν δὲν εἶναι τοῦ κόμματος αὐτοῦ; Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τιμιότητος. Δὲν συντρέχει οὐδεὶς λόγος νὰ γίνῃ σύγκρισις. Οὐδεὶς ἔθεσεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν τιμιότητα τῶν γερουσιαστῶν. Οὐδεὶς ἔθεσεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν τιμιότητα τῶν ἐνόρκων. Ἡ σύγχισις δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τὸ ὁποῖον εἴπατε αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἡ σύγχισις εἶναι ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τῆς ἐπιρροῆς, τὴν ὁποίαν λεληθότως φέρουσι τὰ πολιτικὰ πάθη τὰ τόσον ἐξημμένα καὶ ἐπαναφέρονται πρὸς τὸ παράδειγμα τὸ τόσον τραγικόν, τὸ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν λαβὸν χώραν. Δὲν πρόκειται ὅτι ἀτίμως ἐδικάσθησαν. Δὲν θέλω, τουλάχιστον ἐγώ, νὰ πιστεύσω αὐτό. Ἀλλὰ πρόκειται ὅτι ὑπὸ μίαν ἐπιρροὴν πολιτικῶν παθῶν ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο καὶ τοῦτο εἶναι τὸ καταδικαστέον. Ἐφόσον λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀνεπηρεάστους ἀνθρώπους βγαλμένους ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς Κοινωνίας, δὲν συντρέχει οὐδεὶς λόγος νὰ παραδοθῶσιν εἰς Σῶμα, τὸ ὁποῖον πάντως εἶναι ἐπηρεασμένον ὡς πολιτικὸν τοιοῦτον ἀπὸ τὰ πολιτικὰ πάθη τὰ τόσον ἐξημμένα ἐν Ἑλλάδι. Ἂν λοιπὸν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς κριθῇ τὸ γεγονός, καταλήγομεν πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Ἀλλὰ δὲν συντρέχει κανεὶς λόγος νὰ ἀπασχολεῖται ὁλόκληρος ἡ Γερουσία ἵνα δικάσῃ ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Γερουσίας. Τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν θεωρῶ ἀπολύτως ἀπαλειπτέαν καὶ ἂν θέλωμεν λάβει διδάγματα ἐκ τοῦ προσφάτου παρελθόντος, ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Λοιπὸν δι’ αὐτὸ ἐτόνισα ὅτι προτιμώτερον θὰ ἦτο, ἀπείρως προτιμώτερον, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τὸ δεύτερον, θὰ ἦτο, λέγω, προτιμώτερον ἀντὶ νὰ ἐμμείνωμεν μὲ τὸ ποῦ εἶναι τὸ κόμμα ἢ ἡ τελεία εἰς τὸ Γαλλικὸν ἢ Βελγικὸν Σύνταγμα, νὰ ρίψωμεν ἐξεταστικὰ βλέμματα, βλέμματα ἐρευνητικὰ εἰς τὸ πρόσφατον παρελθὸν καὶ τότε θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα ἀναμφιβόλως, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγένοντο τὰ γεγονότα, τὰ τραγικὰ ἐκεῖνα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐπανελήφθησαν. Ἔπρεπε πάντως νὰ τεθῇ μία διάταξις ὅτι ποτὲ εἰς τὰ τοιούτου εἴδους καθήκοντα, εἰς ἀδικήματα πολιτικά, εἰς ἀδικήματα τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ὡς ἀδικήματα ἐσχάτης προδοσίας, ἀδικήματα κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ἔπρεπε, λέγω, νὰ λεχθῇ ὅτι διὰ τὰ ἀδικήματα αὐτὰ δὲν θὰ ἔπρεπε ποτὲ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ τεθῇ κριτὴς εἰς αὐτὰ τὰ Στρατοδικεῖα. Ἔπρεπε νὰ λεχθῇ καὶ νὰ ἀπαγορευθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ὅτι καὶ ὅταν ἀκόμη ἕνεκα ἐκτάκτων συνθηκῶν, ἕνεκα ἐπαναστατικῶν περιόδων, ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν τακτικὴν Δικαιοσύνην, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ αἴρεται τοσοῦτον ἡ ἀναστολή, ὥστε νὰ φθάνῃ εἰς τὸ σημεῖον ἵνα καὶ ἐκ τῶν ἀδικημάτων τούτων παραδίδεται ὁ τυχὸν κατηγορούμενος εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι θὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω καὶ νὰ παρακαλέσω καὶ νὰ συστήσω δι’ ὅλων μου τῶν δυνάμεων ἵνα τοὐλάχιστον ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ὁ πολίτης ἀφαιρούμενος ἀπὸ τοὺς φυσικούς του δικαστὰς δύναται νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ ἀντίθετόν του τυχὸν κόμμα. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§122Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται τοιαύτη ἀγανάκτησις προκειμένου περὶ συζητήσεων συνταγματικῶν. Ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ μᾶς βοηθήσῃ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ὑπὸ ἀνωμάλους περιστάσεις, διότι ὅταν πρόκειται περὶ ἐπαναστάσεων, τὰ Συντάγματα καταρρακοῦνται. Εἶναι τόσον πρόσφατον τὸ παρελθόν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ χάνωμεν πολύτιμον καιρὸν διὰ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ αὐτά. Πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τὸ μέλλον. Τὸ ἄρθρον ἐξαιρεῖ ῥητῶς τῶν διατάξεων τούτων τοὺς Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ δικάζωνται κατὰ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρέλθωμεν χωρὶς νὰ τῷ προσδώσωμεν τὴν σημασίαν ἡ ὁποία τῷ προσήκει διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν ἄν καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν τὸ ἄρθρον 62 ὅπως εἶναι διατυπωμένον εἰς τὸ σχέδιον ἢ ὅπως προτείνουν οἱ κ. κ. βουλευταὶ οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἰσάγωνται κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», δηλαδὴ θὰ εἶναι κεχωρισμένη ἐντελῶς ἡ δίωξις καὶ ἡ ἄσκησις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ἀσκουμένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος, ἀπὸ τὴν ἐκδίκασιν ἥτις γίνεται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Περὶ τίνος λοιπὸν πρόκειται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ; Πρόκειται νὰ ταμῇ ἐπιστημονικῶς ἓν ζήτημα στασιαζόμενον εἰς τὰς γνώμας τῶν ἐρευνητῶν. Τοῦτο ἂν καὶ κατὰ πόσον πρέπει τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα νὰ δικάζωνται ἀπὸ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι συνηθισμένα νὰ εἶναι προσηλωμένα εἰς τὸ στενὸν γράμμα τοῦ νόμου ἢ ἄλλα δικαστήρια εἰδικὰ πολιτικώτερον σκεπτώμενα. Τοῦτο τὸ ζήτημα εἶναι προωρισμένον νὰ τάμῃ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐπιστήμη ἐπανειλημμένως ἔχει συζητήσει καὶ ἔχει ἀποφανθῆ ὅτι διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα τὰ κοινὰ δικαστήρια ὅπως εἶναι συγκεκροτημένα δὲν εἶναι κατάλληλα διὰ νὰ τὰ δικάζουν. Ἄν δὲ συζητήσωμεν ψυχραίμως, θὰ ἴδωμεν ὅτι, ἂν ὑπῆρχε δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τὰ ἐξετάζῃ, δηλαδὴ εὐρύτερον καὶ πολιτικώτερον, ἂν ὑπῆρχε δικαστήριον δυνάμενον νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ πολιτικὰ ἐλατήρια, ἅτινα κινοῦν εἰς ἀδικήματα πολιτικά, βεβαίως θὰ προελαμβάνοντο κατὰ τὴν πρόσφατον ἱστορίαν αὐτὰ τὰ αἴσχη τὰ στιγματίσαντα τὴν δικαστικὴν τοῦ Τόπου ἱστορίαν. Φρονῶ λοιπὸν ἐγὼ τοὐλάχιστον ὅτι, ἂν ὑπάρχουν πολιτικὰ δικαστήρια, ἂν ὑπῆρχε Γερουσία, τὰ αἴσχη τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβουν χώραν καὶ τὸ νομίζω μετὰ πεποιθήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο αἰσθάνομαι ἀληθῆ ὀδύνην διότι προτείνεται νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 62, αἰσθάνομαι τὴν ὀδύνην τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν τὰ θύματα τῶν πολιτικῶν διωγμῶν αὐτῶν κατὰ πάντα τὰ ἐναλλαγέντα καθεστῶτα καὶ ἣν ὑπέστην πολὺ περισσότερον ἐγώ, διότι ἤμην συνήγορος ὅλων σχεδὸν αὐτῶν. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι τὴν ὀδύνην αὐτὴν θὰ τὴν ᾐσθάνοντο ὅλοι ὅσοι ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου, ἂν δὲν ἐλησμόνουν ὅτι, ἂν ἀρθῇ τὸ ἄρθρον 62, ἁρμόδια δικαστήρια διὰ νὰ δικάσουν τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα δὲν θὰ εἶναι μόνον τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχω ἀπεριόριστον πεποίθησιν, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ τὰ Στρατοδικεῖα, τὰ ὁποῖα, κύριοι, ἀπαρτίζονται ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τὴν ἔννοιαν τῆς πειθαρχίας εἰς τοὺς ἀνωτέρους τὴν ἔχουν μεταφέρει ἀπὸ τὸν Στρατὸν εἰς τὰ δικαστήρια κατὰ τὴν ἐκδίκασιν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Καὶ ἐπικαλοῦμαι ὅλων ὑμῶν, ὅσοι εἴχομεν τὴν ἀτυχῆ συγκυρίαν νὰ παριστάμεθα ὡς συνήγοροι δίκης πολιτικῆς ἐν τῷ Στρατοδικείῳ καὶ ἐπικαλοῦμαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ τελευταῖον παράδειγμα δίκης πολιτικῆς ἐξελισσομένης εἰς Στρατοδικεῖον, διὰ νὰ εἴπουν κατὰ τίνα τρόπον τὰ Στρατοδικεῖα ὡς πολιτικὰ δικαστήρια, τὰ μέλη τῶν ὁποίων τὰ στρατιωτικὰ εἶχον καταντήσει νὰ νομίζουν ὅτι ἡ ἔκδοσις μιᾶς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἀποτελεῖ ἐκτέλεσιν διαταγῆς, κατὰ τὸν στρατιωτικὸν κανονισμόν. Δὲν διαφεύγει ἀπὸ τὴν μνήμην κανενός, πολὺ περισσότερον δὲ ἐμοῦ, ὅτι ὑπῆρξαν δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπουν ὅτι, ὅταν ὁ κατηγορούμενος ὁ πολιτικὸς λάβῃ ἓν ἐγκλητήριον τοῦ προέδρου τοῦ Στρατοδικείου, τὸ ὁποῖον γράφει ὅτι πρέπει νὰ διορίσῃ τὸν δικηγόρον του, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ ἄλλον συνήγορον. Ὅτι ὑπῆρξαν στρατιωτικοὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι, δικάζοντες πολιτικὰ ἀδικήματα, μέχρι τοιούτου σημείου εἶχον καταπατήσει τὰς στοιχειώδεις ἐλευθερίας, ὥστε, ἂν ἤθελεν ὁ συνήγορος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ αὐτὸς εἰς κατηγορούμενον. Ὅτι πολλάκις καὶ εἰς πάντα τὰ καθεστῶτα πολιτικοὶ ἐγκληματίαι ἀγόμενοι εἰς τὸ Στρατοδικεῖον εἶχον πλήρη τὴν συνείδησιν ὅτι ἡ καταδίκη των εἶναι ζήτημα ὀρέξεων τῶν κρατούντων. Δι’ ὅλα ταῦτα, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Γερουσίας ὡς δικαστηρίου καθιερουμένου διὰ τοῦ ἄρθρου 62 διὰ νὰ δικάσῃ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμέ, μίαν ἐπιστημονικὴν τελειότητα τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἄρθρον. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑπομνήσωμεν καὶ ἄλλο τι, ὄχι δι’ ἐμὲ καὶ τοὺς καταψηφίσαντας τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ συνεπῶς δι’ ὅλους μετὰ τὴν παραδοχήν του μεταξὺ τῶν ἀπαραιτήτων ἁρμοδιοτήτων, δι’ ἃς προωρίζετο, καθιερώσαμεν καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ὅταν ὅμως ἡ Γερουσία καθιερώθη ἤδη ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους ὡς ἁρμοδία νὰ δικάσῃ Ὑπουργούς, δὲν πρέπει νὰ τῆς ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην ἢ δὲν πρέπει νὰ τὴν θεωροῦμεν ἁρμοδίαν διὰ νὰ κρίνῃ πολίτας ἄλλους, πάντως ὑψηλοτέραν θέσιν κατέχοντας, ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοὺς παραπέμψῃ ἐνώπιον αὐτῆς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὸν κατηγορούμενον ἀπὸ τὴν ἐκδίκησιν τὴν πολιτικὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ ἀποφάσεως τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, εἰς ἃς δὲν πρυτανεύει παρὰ ἡ ἔμφυτος ἐπιείκεια; Τώρα ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν; Εἶναι τοῦτο· ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ αὐτὴν τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας εἰς δικαστήριον, ἀφοῦ προηγουμένως παρασχεθοῦν αἱ ἐγγυήσεις ὅτι ἡ ἁρμοδία δικαστικὴ Ἀρχὴ θὰ ἔχῃ κάμει τὸ καθῆκόν της, θὰ ἔχῃ δηλαδὴ προβῆ εἰς ἀνάκρισιν καί ἔχει καταλήξει εἰς τὴν ἔκδοσιν βουλεύματος. Δι’ αὐτὸ νομίζω πεποιθότως ὅτι, ἂν θεωρηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ συγκροτεῖ τὴν Γερουσίαν εἰς δικαστήριον διὰ τῆς ἁρμοδίας ὁδοῦ, ἡ ὕπαρξις τῆς Γερουσίας ὡς δικαστηρίου ἀποτελεῖ μίαν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀσφάλειαν τοῦ πολίτου. Καὶ μολονότι, λέγω, ὀφείλω νὰ δηλώσω μετὰ παρρησίας ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην οὔτε εἰς αὐτὰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχάς, προκειμένου περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, διότι σπανιώτατα καὶ αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ κατώρθωσαν νὰ ἀρθῶσιν ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν καὶ πολιτικῶν παθῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα....
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐξαίρεσις.
§124Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐξαίρεσιν μίαν ἐνθυμοῦμαι μόνον τοῦ εἰσαγγελέως Γερακάρη, καθ’ ἣν προέτεινε τὴν ἀπαλλαγὴν κατηγορουμένου ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, τοῦ Πέτρου Σιφαλάκη. Μόνον αὐτὸν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ὁ κανὼν ὅμως ὁ ἄνευ ἐξαιρέσεως σχεδὸν εἶναι ὅτι καὶ αἱ τακτικαὶ Ἀρχαὶ δὲν κατορθώνουν καὶ παρὰ τὴν θέλησίν των νὰ ἀρθῶσιν ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν παθῶν, διότι καὶ οἱ δικασταὶ εἶναι καὶ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ μέλη τῆς Κοινωνίας. Λέγω λοιπὸν ὅτι μολονότι εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τοῦ προσφάτου παρελθόντος πεπεισμένος ὅτι καὶ οἱ δικασταὶ προκειμένου περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δὲν ἀποτελοῦν ἀσφαλῆ ἐγγύησιν καὶ μολονότι ἔχω τὸ παράδειγμα ὅτι ἀνώτεροι δικασταὶ εἶναι οἱ δράσται τοῦ Διατάγματος τῆς ἀγχόνης, ἐν τούτοις προκειμένου νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίζῃ τὴν δίωξιν ἑνὸς οιουδήποτε κατηγορουμένου, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θὰ ἐκδοθῇ βούλευμα ἢ παραπεμπτικὴ διαταγή. Τοῦτο ἂν πράξωμεν, νομίζω ὅτι προσφέρομεν ὑπηρεσίαν ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Σωτηριάδης, ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ σύρεται πλέον ἐνώπιον δικαστηρίων δικαζόμενος κατὰ τὰς ὀρέξεις τῶν διαφόρων ἰσχυρῶν καὶ ὁ ὁποῖος δὲν θὰ παρουσιάζῃ τὸ φαινόμενον νὰ δικάζεται ἀπὸ δικαστὰς ξένους πρὸς τὴν γενικωτέραν πολιτικὴν ζωὴν καὶ τὰς πολιτικὰς συνθήκας καὶ περιστάσεις. (Χειροκροτήματα).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§126Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐγὼ ἀπ’ ἀρχῆς δὲν ὑπῆρξα καὶ κατὰ βάσιν δὲν ὑπάρχω ὑπὲρ τῆς Γερουσίας. Τοῦτο καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστήριξα καὶ τροπολογίαν ὑπέβαλα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω. Ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἐφόσον ὑπηρετεῖ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς συνθήκας πρὸς τὴν ἀποστολὴν τῆς Γερουσίας καὶ τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα δικαιώματα καὶ ἐπὶ πλέον νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ἐκφρασθέντας τοὐλάχιστον μετὰ πολλῆς ὀξύτητος λόγους καὶ φόβους πρὸς τὴν ἀποστολὴν τὴν δικαστικὴν τῆς Γερουσίας. Τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη κατὰ πρῶτον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψηφοφορίαν ἄρθρου 62, ὅπως τὸ διετύπωσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία δύναται.... κλπ.» Καθ’ ἃ διετύπωσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἐτέθη κατὰ πρότασιν μάλιστα τοῦ κ. προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὁ σχετικὸς τίτλος ἐκ τοῦ ποινικοῦ νόμου τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα θέτουν εἰς κίνδυνον τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Κυρίως δέ, κατ’ ἐμέ, τὸ ἄρθρον 123 § 2 τοῦ σχετικοῦ νόμου εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει αὐτὰ τὰ ἀδικήματα καὶ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν περὶ συνωμοσίας. Τὰ ἄλλα ἄρθρα ἴσως εἶναι ἄσχετα πρὸς τοῦτο. Λέγω δὲ τὸ μᾶλλον ἰδιάζον πρὸς τὰ ἀδικήματα ταῦτα, διότι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα ἔχουν τὴν αὐτὴν διάταξιν, ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 87 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον 123 § 2 τοῦ ἡμετέρου ποινικοῦ νόμου. Ἔτυχε νὰ ἔχω τὰ στοιχεῖα πρόχειρα ἐξ ἄλλης τινος μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Λοιπὸν τὰ ἀδικήματα αὐτὰ μὲ τὴν ἐξέλιξιν μάλιστα, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν αἱ Κοινωνίαι, ἕνεκα διαφόρων συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναπτύσσονται καὶ περὶ τῶν ὁποίων χθὲς τὴν ἑσπέραν ἐγένετο μακρὸς καὶ εὐδόκιμος λόγος, τὰ ἀδικήματα ταῦτα ἴσως δὲν εἶναι κατάλληλα νὰ τὰ δικάζουν τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια. Διότι εἰς τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια ἐν πάσῃ περιπτώσει κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῆς λειτουργίας αὐτῶν ἀπὸ μακροῦ χρόνου παρετηρήθησαν ἐλλείψεις τινές, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Πολιτεία, προκειμένου περὶ ἀδικημάτων θιγόντων αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς Πολιτείας, ἔλαβε μέτρα δι’ εἰδικοῦ ψηφίσματος τῆς Δʹ Συνελεύσεως καὶ τὰ ἀφήρεσε ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους καὶ τὰ ὑπήγαγεν εἰς τὰ ἑπταμελῆ Ἐφετεῖα. Νομίζω δὲ ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν θὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς Δʹ Συνελεύσεως ἐπέτυχε, δὲν εὑρίσκω δὲ βασίμους τοὺς φόβους, τοὺς ἐκφρασθέντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δύναται μία Κυβέρνησις, ἐκ κομματικοῦ συμφέροντος ἀγομένη, νὰ καταδιώξῃ πρόσωπα ἀδίκως καὶ ἐπιτύχῃ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν. Μήπως καὶ μὲ τοὺς νόμους «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» συνέβη καμμία ἄδικος καταδίωξις; Ἄλλως τε καὶ ἡ Γερουσία αἱρετὴ θὰ εἶναι καὶ ἴσως καὶ περισσότερον ἤρεμος ἀπὸ τοὺς βουλευτάς. Γνωρίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ παρελθὸν οὐδέποτε ἔκαμε κατάχρησιν εἰς τὸ νὰ παραπέμψῃ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον πολιτευομένους. Ἂν ἀναδράμητε εἰς τὴν Ἱστορίαν ἐν ᾗ δύο παραδείγματα θὰ εὕρητε ὅτι παρεπέμφθησαν, ὄχι μάλιστα διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, ἀλλὰ διὰ κακοήθεις πράξεις. Ὁ φόβος λοιπόν, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Σωτηριάδης, εἶναι ἐντελῶς φανταστικός, ἐνῷ ἐξ ἑτέρου διὰ τοιαῦτα ἀδικήματα ἡ Γερουσία, ἀποτελουμένη καὶ αὐτὴ ἀπὸ πολιτικοὺς ἐκλεγομένους εἴτε κατὰ τὸν ἕνα εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον, παρέχει περισσότερα ἐχέγγυα παρ’ ὅσα παρέχουν δώδεκα ἔνορκοι. Ἀφίνω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πάντως θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ λογοδοτήσῃ διὰ τὰς πράξεις της. Αἱ διατάξεις αὐταὶ ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ· ἐν Γαλλίᾳ δὲ ἀπὸ τοῦ 1875–1889 δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος, ἀλλὰ συνέβησαν καὶ εἰς τὸ παρελθὸν πρὸ τοῦ 1895 τοιαῦτα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐδικάζοντο ἀναλόγως. Ὅτε κατὰ τὸ 1848 ἡ Συνέλευσις ἤθελε νὰ δικάσῃ ταραξίας τινὰς εὑρέθησαν πρὸ ἐλλείψεως νόμου. Ἐν τούτοις συνῆλθον τὰ Σώματα αὐτὰ καὶ ἐπελήφθησαν τῆς ὑποθέσεως καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ ὑπάρχουν. Εἰς τὰ 1889 ἐγένετο τοιοῦτος νόμος. Τώρα φαντάζονται ὅτι ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς λέγει ὅτι θὰ στέλλεται εἰς ἀστυνόμος νὰ συλλαμβάνῃ τὸν Αʹ καὶ νὰ τὸν καθίζῃ εἰς τὴν Γερουσίαν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ εἶναι ἓν ὅπλον εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ γίνεται οὕτω πως, κανονίζεται πρῶτα μία προανάκρισις καὶ πολλὰ ἄλλα. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἡ Γαλλία ποῦ ἔχει τοιοῦτον νόμον, εἶναι καὶ ἡ Ἀγγλία, Ἰταλία, Ἰσπανία, εἰς τὰ ὁποῖα Κράτη λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Τώρα ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα. Τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ 62, περιλαμβάνει πάντα πολίτην, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Πολιτείαν εἴτε πολιτικῶς, εἴτε στρατιωτικῶς. Καὶ βεβαίως θὰ παρέχῃ ἡ Γερουσία μεγαλύτερα ἐχέγγυα νὰ δικάσῃ ἓν στρατιωτικὸν κίνημα παρὰ ὅσα παρέχει ἓν ὁρκωτὸν δικαστήριον ἢ ἓν στρατοδικεῖον. Τώρα ἔρχομαι εἰς ἄλλην ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία διατυποῦται εἰς τὰ ἄρθρα 71 καὶ 90. Τί λέγουσι τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα; Σημειωτέον, ἵνα συμπληρώσω, εἰς τὸ 62ον ἄρθρον πρέπει νὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὸ δύναται. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 71 ἐν σχέσει μὲ τὸ ἄρθρον 90. Τί γίνεται μέχρι σήμερον; Εἴχομεν τοὺς νόμους «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ τοὺς εἴχομεν, διότι καὶ αὐτοὺς τοὺς μνημονεύουν καὶ εἰς αὐτοὺς παραπέμπουν τὸ Σύνταγμα εἰς τὰ σχετικὰ ἄρθρα. Καὶ ἡ μὲν μεταβολή, ἡ ὁποία ἐπέρχεται, κατ’ ἐμέ, εἰς τὴν πρόσδοσιν δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Γερουσίαν εἶναι μόνον ὅτι ἀντικαθίσταται ἡ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ διαδικασία τῶν παραπεμπομένων ἀντὶ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου διὰ τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ κατὰ τὰ λοιπὰ ἂν δὲν μεταβληθῶσι θὰ ἰσχύουν πάλιν οἱ νόμοι «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», δηλαδὴ ἵνα εἰσαχθῇ εἷς Ὑπουργὸς εἰς δίκην, παραλείπω ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πρότασις ὑπογεγραμμένη παρὰ 10 βουλευτῶν. Νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ ὁρίζωνται τὰ κεφάλαια τῆς κατηγορίας, διότι ἐνθυμοῦμαι τελευταίως τί ἔλαβε χώραν παρὰ τοῦ Τρικούπη, ὁπότε ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν πρότασιν. Κατόπιν παραπέμπεται εἰς ἀνάκρισιν, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Βουλήν, ὁπότε τίθεται εἰς ψηφοφορίαν καὶ δέχεται ἢ ὄχι αὕτη τὴν παραπομπὴν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀντικαθιστᾷ ἡ Γερουσία. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις διὰ τοὺς πολιτικοὺς καὶ διὰ τοὺς νεαρούς, οἱ ὁποῖοι ἐτρόμαξαν τόσον πολύ, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς; Τί θέλετε ἀπὸ ἕνα εἰσαγγελέα νὰ περιμένωμεν καλυτέρας ἐγγυήσεις, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ γίνῃ ὄργανον ἑνὸς κακοήθους Ὑπουργοῦ ἢ ἔχοντος ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν Ὑπουργοῦ; Οἱ πολιτευόμενοι δὲν στεροῦνται τὴν ἐγγύησιν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ εὐχαριστῶ, διότι συμφωνῶ αὐτὴν τὴν φορὰν μὲ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν καὶ διαφωνῶ μετὰ λύπης μου μὲ τὸν κ. Σωτηριάδην.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.
(Ὥρα 9.20′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ. μ.)
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§129Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρατείνω ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγον, καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀκόμη, τὴν ἀρκετὰ ἤδη παραταθεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 62—παραταθεῖσαν μάλιστα καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἀνάγκης, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου,—διὰ τῶν βραχειῶν καὶ ὀλίγων παρατηρήσεών μου, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Λέγω δὲ ὅτι παρετάθη καὶ ἔξω τῶν ὁρίων τῆς ἀνάγκης ἡ συζήτησις, διότι ἂν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ μετὰ τόσης σφοδρότητος κακίσαντες τὴν εἰσαγομένην διὰ τοῦ ἄρθρου 62 καινοτομίαν ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, ἦσαν ἀπηλλαγμένοι, ὡς ἔλεγον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, πάσης προκαταλήψεως καὶ παντὸς ἐπηρεασμοῦ, γεννωμένου ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῶν ἀθελήτως βεβαίως καὶ ἐν πάσῃ καλῇ πίστει ἐκ τῶν προσφάτων πολιτικῶν γεγονότων, ἀλλοίαν θὰ εἶχον γνώμην περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς χρησιμότητος τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος εἴτε ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 62 ὡς διατυποῦται, εἴτε ἐγένετο δεκτὸν μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν εἰσαγομένην ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅτι δὲ δὲν ἦσαν ἀπηλλαγμένοι τῶν τοιούτων προκαταλήψεων ἐκ προσφάτων πολιτικῶν γεγονότων οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ἔχω πρόσφατον καὶ ἁπτὴν καὶ ἀκαταγώνιστον, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν ἀπόδειξιν. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, κύριοι, ὡς πάντες γνωρίζετε, συνεκροτήθη διὰ τῆς συμμετοχῆς ἐπιλέκτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων αὐτοῦ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω καὶ νὰ διαπιστώσω καὶ νὰ διακηρύξω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς μου, ὅτι αἱ ἐπὶ δύο μῆνας διαρκέσασαι ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς διεξήχθησαν ἀπὸ πάντα τὰ μέλη αὐτῆς, ἀδιαφόρως πολιτικῶν ἀποχρώσεων, ἀδιαφόρως πολιτικῶν πεποιθήσεων, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμπνέονται οἱ συνάδελφοι, ἐν πάσῃ, ἐν πληρεστάτῃ καλῇ πίστει καὶ εἰλικρινείᾳ καὶ ἀπὸ τῆς ἀγαστῆς αὐτῆς συνεργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς προέκυψε τὸ ὑποβληθὲν συνταγματικὸν σχέδιον ὅσον ἔνεστι κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατόν, τέλειον καὶ ἄρτιον. Οἱ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συνάδελφοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς πάσας τὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ εἰσόδῳ των εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπέβαλον τὸν βουλευτήν, τὸν ἀνήκοντα εἰς πολιτικὸν κόμμα, καὶ ἐνεφανίσθησαν ἐν αὐτῇ ὡς πολιτικοὶ ἐνδιαφερόμενοι καὶ πονοῦντες διὰ τὸν Τόπον, ἐνεφανίσθησαν ὡς ἐπιστήμονες ἵνα τὴν ἐπιστημονικήν των κυριότητα προσφέρωσιν ἐν πάσῃ καλῇ πίστει καὶ εἰλικρινείᾳ, ἵνα τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποβῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιώτατον καὶ ἵνα τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις, κύριοι, ὅτι ὅταν λησμονήσωμεν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, τὰς κομματικάς μας ροπάς, γινόμεθα πραγματικῶς νομοθέται καὶ τοιοῦτοι νομοθέται θὰ ἦσαν καὶ οἱ συνάδελφοι, οἱ κακίσαντες μετὰ τόσης σφοδρότητος τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἂν δὲν ἦσαν ἐπηρεασμένοι ἐκ προκαταλήψεων, τὰς ὁποίας ἐμπνέουν πρόσφατα πολιτικὰ γεγονότα τῶν τελευταίων χρόνων. Μετὰ πολλῆς σφοδρότητος ὁ ἐκ Πειραιῶς συνάδελφος ἐπεκαλέσθη παραδείγματα ὅπως πείσῃ ἡμᾶς ὅτι ἡ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ ἄρθρον 62, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, δὲν θὰ εἶναι δικαιοσύνη, οἵαν νομοθετεῖ τὸ 62ον ἄρθρον. Καὶ ἐπεκαλέσθη τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει διά τινας κατηγορίας πολιτικῶν ἀδικημάτων ἡ δικαιοσύνη τῶν ἐνόρκων. Ἀλλὰ θὰ ἠρώτων τὸν κ. συνάδελφον, κατὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ θαυμασία δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ἐξαίρει, ὑπερτέρα ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται εἰς ἡμᾶς τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος; Ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη εἶναι δικαιοσύνη ὑποκειμένη εἰς τοὺς νόμους, εἶναι δικαιοσύνη ἀποτελουμένη ἀπὸ δώδεκα αἱρετοὺς πολίτας μεταξὺ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα νὰ εἶναι ἔνορκοι καὶ ἀπὸ τρεῖς ἰσοβίους δικαστάς; Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν συγκροτηθῇ τὸ δικαστήριον τοῦτο, τὸ δικαστήριον τὸ συγκείμενον ἐξ ἐνόρκων καὶ ἰσοβίων δικαστῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγετε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶσθε πρὸ δικαστηρίου δικάζοντος κατὰ τοὺς νόμους, καὶ ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῶν νόμων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγητε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οἱ κατηγορούμενοι θὰ εἶναι δοσίλογοι ἀπέναντι τῶν νόμων κατὰ τὴν αὐστηρὰν καὶ ἄκαμπτον ἔννοιαν αὐτῶν καὶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζουν καμμίαν ἐπιείκειαν ἕνεκα ὑψηλοτέρας ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων. Καὶ ὅταν ἔρχεται τὸ Σύνταγμα καὶ προνοεῖ περὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων, ἀναγνωρίζον καὶ ἐγκαθιστῶν μίαν δικαιοσύνην ὄχι λαϊκήν, ἀλλὰ ὑπερλαϊκήν, δύναμαι νὰ εἴπω, οἵα ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ ἄρθρου 62, περιφρονοῦμεν τὴν δικαιοσύνην ταύτην καὶ θέλομεν νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν δικαιοσύνην τὴν δῆθεν λαϊκήν, τὴν δικαιοσύνην τῶν στενῶν ὁρίων τῶν νόμων. Καὶ ὅταν ἐρχώμεθα καὶ λέγωμεν ὅτι τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα πρέπει νὰ ὑπάγωνται, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἰς δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, τῆς καταγωγῆς του καὶ τῆς κυρίας ἀποστολῆς του, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ οὐχὶ μόνον κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλὰ νὰ δικάζῃ ἐμπνεόμενον ἐνίοτε καὶ ἐκ τῶν πολιτικῶν πεποιθήσεων τοῦ Λαοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ νὰ κάμπτεται ἔναντι τῆς αὐστηρότητος τοῦ νόμου, ὅταν οὕτως ἐξασφαλίζεται ἡ ἀνωτέρα κρίσις διὰ τὸν κατηγορούμενον, ὅταν τοιαύτην δικαιοσύνην ὑποσχώμεθα νὰ δώσωμεν καὶ ὡς ἀντικείμενον τῆς τοιαύτης δικαιοσύνης θέτομεν τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, ἔρχονται οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὑπέρμαχοι τάχα τῶν δικαιωμάτων τοῦ Λαοῦ ὑπέρμαχοι τῶν ἐγγυήσεων τῆς λαϊκῆς λεγομένης δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς βεβαίως προτίθεται νὰ ἀμφισβητήσῃ νὰ κατακρίνωσι μίαν ὑπερτέραν λαϊκὴν δικαιοσύνην τὴν δυναμένην καὶ τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων νὰ παρακάμψῃ ἐνίοτε καὶ τὴν τύχην τοῦ κατηγορουμένου νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς μιᾶς πράγματι λαϊκῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι, οὐχὶ πάντες, ὅτι ἐνδεχομένως θὰ κατηγοροῦνται διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα, θὰ παραπέμπωνται ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ τούτου δικαστηρίου, ἀλλά, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, προκαλούσης διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Διάταγμα τῆς παραπομπῆς, μόνον ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται ἢ καὶ ἐνδείκνυται ἡ παραπομπὴ ἐνώπιον τοῦ ἐξαιρετικοῦ τούτου δικαστηρίου, ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς ἰδιότητος τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν προσώπου καὶ χάριν τῆς ἀσφαλεστέρας κρίσεως τῆς ὑποθέσεως. Ὅταν λάβωμεν, λέγω, ὑπ’ ὄψει τοῦτο, στενοῦμεν εἰς τὰ φυσικά, εἰς τὰ λογικὰ ὅρια τὸν ἀριθμὸν τῶν περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας θὰ δύναται τὸ δικαστήριον τοῦτο νὰ ἐπιληφθῇ παρομοίων ὑποθέσεων. Καὶ ἔπειτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο, τὸ εἰδικόν, ὁ τυχὼν πολίτης, ἀλλὰ θὰ εἰσαχθῇ ἑκάστοτε ὁ δικαιούμενος, λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς του θέσεως εἴτε ἐν τῷ πολιτικῷ εἴτε ἐν τῷ στρατιωτικῷ κόσμῳ, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται ἐντεῦθεν ἀνωτέρα τις ἀντίληψις καὶ κρίσις περὶ τῆς κατηγορουμένης πράξεως ἀντίληψις, ἥτις, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, θὰ ἀποβαίνῃ ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου καὶ θὰ ἀποδεικνύεται ἡ χρησιμότης τοῦ δικαστηρίου τούτου. Ἀντὶ νὰ σύρεται, ἂς ὑποθέσωμεν, εἰς πολίτης, καὶ μάλιστα περιωπῆς, ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν, ἀπαγόμενος ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων, ἵνα λογοδοτήσῃ ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου, ἀντὶ κατ’ ἀκολουθίαν τῆς περιπετείας ταύτης νὰ ὑφίσταται μείωσιν τοῦ γοήτρου καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ πολιτικοῦ προσώπου, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην ἀναπόδραστον ἐπέρχεται ἐκ τοῦ τοιούτου διασυρμοῦ, διὰ τοῦ συστήματος τούτου διατηροῦμεν ὁλόκληρον καὶ ἀπαραμείωτον τὸ γόητρον, ἀπαραμείωτον τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ πολιτικοῦ τοῦ τυχὸν κατηγορουμένου διὰ ποινικὸν ἀδίκημα ἐνώπιον....
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μόνον πολιτικὰ πρόσωπα ἔχετε ὑπ’ ὄψει;
§131Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα καμμίαν διάκρισιν, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει «πᾶν πρόσωπον».
§132Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀφοῦ δὲν κάμνει διάκρισιν τὸ Σύνταγμα, σεῖς περιορίζετε τὴν συζήτησιν εἰς τὰ πολιτικὰ πρόσωπα.
§133Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν μοὶ κάμητε τὴν χάριν νὰ μὲ παρακολουθήσετε, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ δώσω εὐρυτέρας ἐξηγήσεις διὰ τὴν σκέψιν μου. Εἶπον ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι γενική, διότι ὁμιλεῖ περὶ παντὸς προσώπου κατηγορουμένου διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο τὸ εἰδικόν, ἀφοῦ προηγηθῇ ἡ διαδικασία τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 62. Λοιπὸν εἶπον προσθέτως ὅτι καὶ ἐν τῇ σκέψει τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία διεμόρφωσε τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὡς κεῖται καὶ εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, περιείχετο τὸ νόημα ὅτι οὐχὶ πᾶν πρόσωπον καταδιωκόμενον ἐπὶ πολιτικῷ ἀδικήματι θὰ παραπέμπεται ἀναποδράστως ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ τούτου δικαστηρίου, ἀλλ’ ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις κρίνει ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη. Καὶ εἶπον ἐν συνεχείᾳ τοῦ λόγου μου ὅτι τοιαύτη περίπτωσις θὰ εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν πρόσωπον κατέχον ἐξαιρετικὴν θέσιν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, ἓν πρόσωπον σπουδαῖον ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς του ἰδιότητος ἢ ἄλλης ὑψηλῆς θέσεώς του, θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ δοσίλογον ἀπέναντι τῆς Γερουσίας, τὸ τοιοῦτον πρόσωπον θὰ δύναται νὰ παραπέμπεται διὰ Διατάγματος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Καὶ κατὰ συνέπειαν τῶν σκέψεών του τούτων ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ πολιτευομένου προσώπου, τὸ γόητρον καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ προσώπου τούτου θὰ ἐσώζετο ἀλώβητον, ἂν ἐδικάζετο ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ τούτου δικαστηρίου τῆς Γερουσίας, Σώματος τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ κάμπτῃ καὶ τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ γόητρον καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια ἑνὸς προσώπου ἀνωτέρας περιωπῆς θὰ ἔχῃ νὰ ὑποστῇ ἀναπόδραστον μείωσιν καὶ μείωσιν σημαντικὴν καὶ πλῆγμα βαρύτατον διὰ τῆς ἐμφανίσεως ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν Κακουργιοδικῶν. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ σκέψις μου καὶ λέγω ὅτι, ὅταν τοιαῦται ἐγγυήσεις πληρέστεραι ὑπὲρ τοῦ γοήτρου καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν πολιτευομένων κυρίως προσώπων δημιουργοῦνται διὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως, ἐν τίνι δικαιώματι κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς μετὰ τόσης ἐχθρότητος —ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν—κακίζομεν τὴν διάταξιν αὐτήν, λέγοντες εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀνατρέπονται ἐκ θεμελίων αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἡμῶν παρέχει ὑπὲρ τῶν διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα κατηγορουμένων; Οἱ κ. κ. συνάδελφοι εὑρίσκουν ἀσφαλεστέραν τὴν δικαιοσύνην καὶ πληρεστέραν τὴν ἐγγύησιν τοῦ ὁρκωτοῦ δικαστηρίου ἀπὸ τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρέχει ἡ δικαιοσύνη τῆς Γερουσίας ὑπὲρ τῶν πολιτῶν, διότι κατ’ ἐκείνην, δικάζουν δώδεκα ἔνορκοι λαμβανόμενοι παρὰ τῆς θελήσεως τῆς τυφλῆς τύχης μεταξὺ τοῦ καταλόγου τῶν κληρουμένων ἐνόρκων.
§134Χ. ΛΑΔΑΣ. Μεταξὺ τοῦ καταλόγου τὸν ὁποῖον διορίζουν αὐτοὶ οἱ κύριοι.
§135Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τοῦτο. Καὶ ἐκεῖνος ὁ κατάλογος ἐκ τῆς τυφλῆς τύχης διεμορφώθη καὶ κατηρτίσθη. Καὶ ὅταν ἐρχώμεθα καὶ λέγωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος ὅτι δὲν ἀφίνομεν τὴν τυφλὴν τύχην νὰ συγκροτήσῃ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ ὡρισμένην τινὰ ὑπόθεσιν, ἀλλὰ θέλομεν εἰς τὸ δικαστήριον αὐτὸ νὰ μετέχουν ὅλαι αἱ πολιτικαὶ ἀποχρώσεις ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα, ἐκ τῆς προνοίας αὐτῆς τοῦ νομοθέτου, φοβούμεθα ὅτι ἡ δικαιοσύνη αὐτὴ εἶναι ὑποδεεστέρα καὶ ὅτι πληρεστέρα εἶναι ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη. Ὅταν οὐχὶ εἰς τὴν τυφλῶς συγκροτουμένην δικαιοσύνην ἐμπιστευώμεθα τὴν περὶ τοῦ δικαίου κρίσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην τὴν σταχυολογουμένην ἐξ ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Χώρας, δὲν πρέπει οὐδόλως νὰ ἀνησυχῶμεν. Διότι καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον συγκροτεῖται ἡ Γερουσία εἶναι ἡ ἄμεσος παρὰ τοῦ λαοῦ ἐκλογὴ καὶ θὰ γνωρίζῃ βέβαια ἡ Βουλὴ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη καὶ εἰσηγήθη πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν Ἐπιτροπὴν ἵνα αὕτη θέσῃ ἐν εἱρμῷ πάσας τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν πρώτην ἐκλογὴν τῆς Γερουσίας. Λέγω λοιπὸν ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ Γερουσία θὰ ἔπρεπε κατὰ τὰ 80% καὶ κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας....
§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὴ θὰ ψηφίσῃ.
§137Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ποῖαι σκέψεις ἐπεκράτησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ πῶς κατέληξεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἁρμονίζουσα ὅλας τὰς σκέψεις αὐτάς, αἵτινες διετυπώθησαν ἐν αὐτῇ καὶ πῶς ἐπεχείρησε νὰ τοὺς θέσῃ ἐν πλήρει λογικῇ ἀλληλουχίᾳ. Εὑρίσκεται δὲ ἐν λογικῇ ἁρμονίᾳ ὁ τοιοῦτος τρόπος τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς συνθέσεως τῆς Γερουσίας μὲ τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς. Δι’ αὐτό, κύριοι, λέγω ὅτι δημιουργεῖται Γερουσία, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι τὸ προϊὸν τοῦ κρατοῦντος ἑκάστοτε ἑνὸς καὶ μόνον κόμματος πολιτικοῦ, ὥστε νὰ φοβοῦνται οἱ κακίζοντες τὴν διάταξιν συνάδελφοι ὅτι θὰ εἶναι μονόπλευρον πολιτικῶς τὸ δικαστήριον τοῦτο. Διότι κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ σχεδίου, δὲν θὰ εἶναι δικαστήριον ἀπορρέον ἀπὸ τὰς πολιτικὰς πεποιθήσεις καὶ τὰ κομματικὰ συμφέροντα ἑνὸς καὶ μόνον καθεστῶτος.
§138Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας πῶς θὰ συγκροτηθῇ ἡ Γερουσία;
§139Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν ἐρώτησιν ὑπέβαλε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἀπήντησα ἤδη εἰς αὐτήν.
§140Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Συγγνώμην, δὲν ἤμην παρών.
§141Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυσκολεύομαι ὅμως νὰ ἐπαναλάβω· ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὡς σύστημα συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Καὶ λέγω ὅτι ἐν εἱρμῷ καὶ ἐν λογικῇ ἀλληλουχίᾳ εὑρίσκεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 62 πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 57 καὶ ὅτι ὅταν τοιαύτην θὰ ἔχωμεν Γερουσίαν, δημιουργεῖται ἓν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον, διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας, κατά τὴν ὁποίαν ἐκλέγεται ἡ Γερουσία ἀσφαλῶς δὲν θὰ εἶναι μονομερὲς κατὰ τὴν πολιτικήν του ὑπόστασιν, ἀλλὰ θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας. Ἕνεκα δὲ τούτου εἶναι προφανὲς τὸ σφάλμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι λέγοντες ὅτι παραπέμπεται ἡ δίκη τοῦ κατηγορουμένου εἰς Σῶμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δοῦλον τῶν Κυβερνήσεων.
§142Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ σύνθεσις τῆς Γερουσίας; Ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθη.
§143Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνετε τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Λέγω ὅτι δὲν μοὶ εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ ἐκλέγεται ἡ Γερουσία εἰς τὸ μέλλον, διότι δὲν ἠξεύρω εἰς ποίας σκέψεις καὶ ἀποφάσεις θέλει καταλήξει ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἐκθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν τρόπον καὶ τὴν ἀλληλουχίαν τῶν σκέψεων, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ, διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 εἶναι ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 62. Διότι, ὡς ἔχει τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀμφότεραι αἱ διατάξεις αὗται εἰσὶν ἀλληλένδετοι καὶ στενῶς προσηρμοσμέναι πρὸς ἀλλήλας καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς ἀμοιβαίαν ἐξάρτησιν, ὥστε δεχόμενοι τὴν ἄμεσον καὶ κατὰ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἐκλογὴν τῆς Γερουσίας, νὰ δυνάμεθα ἀφόβως νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτὴν καὶ δικαστικὴν δικαιοδοσίαν. Καὶ ἀντιθέτως, ἀπονέμοντες εἰς αὐτὴν τὴν προτεινομένην ταύτην δικαιοδοσίαν, νὰ προκρίνωμεν ἀπὸ πάντα ἄλλον τρόπον συνθέσεως τὴν κατὰ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἐκλογήν. Οὕτω δὲ ἔχει τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Γερουσία συγκροτεῖται δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς τῶν 80% τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς. Δὲν ἔχομεν λοιπόν, κύριοι, Σῶμα πολιτικόν, Σῶμα ὑπαγόμενον, ὅπως ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ παραστήσῃ καὶ ἐνδίδον εἰς τὰ νεύματα καὶ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ γεννᾶται ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν ἡ ὑπόνοια καὶ ὁ φόβος καὶ ὁ κίνδυνος ὅτι τάχα αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρέχει ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη ἐξέλιπον τελείως, ἂν παραπεμφθῇ ἓν ἀδίκημα πολιτικὸν ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Ἔχομεν τοὐναντίον ἓν Σῶμα ἀποτελούμενον ἀπὸ ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, Σῶμα τὸ ὁποῖον, ἔχω τὴν βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς τὰ νεύματα καὶ τὰς ὑποδείξεις, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίζῃ καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὴν πολιτικήν. Ὅταν λοιπόν, κύριοι, τοιαῦτα πλεονεκτήματα παρέχῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὸ ἄρθρον 62 καὶ τοιαύτας προσθέτους ἀσφαλείας καὶ ἐγγυήσεις ἀσαλεύτους ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων εἰσάγει, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἀπετέλει δεινὸν σφάλμα ἡ ἐγκατάλειψις αὐτοῦ. Θέλω δὲ νὰ τονίσω ἰδιαιτέρως τὴν ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου καὶ μόνον, ὅτι τὸ δικαστήριον εἶναι καὶ Σῶμα νομοθετικόν, Σῶμα τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς κυρίας αὐτοῦ ἀποστολῆς εἶναι ἐντεταλμένον καὶ ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ κάμπτῃ ἐνίοτε τὴν αὐστηρότητα τοῦ ποινικοῦ νόμου. Καὶ ἀπορῶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, διατί εὑρίσκομεν ὅτι πληρέστεραι ἐγγυήσεις ὑπάρχουν ἐν τῷ δικαστηρίῳ τὸ συγκροτούμενον ἀπὸ τρεῖς συνέδρους καὶ δώδεκα ἐκλεκτοὺς κατὰ τύχην ἐνόρκους, ἀπὸ τὰς ἐγγυήσεις καὶ ἀσφαλείας, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ ἄρθρον 62, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ, ὄχι τὸ νέον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου τοιοῦτον πολίτευμα ὑπάρχει, εἶναι καθιερωμένον. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνάδελφος ἀλλεπάλληλα περιστατικὰ ἀνέφερεν, ἵνα καὶ διὰ παραδειγμάτων πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι πλήρης καὶ τελεία εἶναι ἡ ἀσφάλεια τὴν ὁποίαν εὑρίσκει ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ πολιτικῷ ἀδικήματι ἐνώπιον τῆς λαϊκῆς δικαιοσύνης. Ἐδίστασα, κύριοι, νὰ διακόψω τὸν κ. συνάδελφον διὰ νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτόν, ὅταν ταῦτα ἔλεγεν, ὅτι οὐχὶ τοιαῦτα παραδείγματα θὰ ἦτο χρήσιμον ὑπὲρ τῆς γνώμης του νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει ὅτι οὕτως ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἀλλ’ ἀκριβῶς θὰ ἐχρειάζοντο ἀντίθετα παραδείγματα νὰ ἐπικαλεσθῇ. Δηλαδὴ θὰ ἐχρειάζετο νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν παραδείγματα ἀποδεικνύοντα ὅτι ὑπὸ σύστημα τοιοῦτον, οἷον τὸ καθιερούμενον διὰ τοῦ ἄρθρου 62, ἡ δικαιοσύνη ἀπέβη ἐμπαιγμὸς καὶ περίγελως τῆς δικαιοσύνης καὶ τὸ δικαστήριον εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθησαν τοιαῦται ὑποθέσεις δὲν ὑπῆρξε τίποτε ἄλλο εἰμὴ δοῦλος εὐτελής, ποταπός, ἄνευ ἰδίας βουλήσεως, ἄνευ ἰδίας ἱκανότητος, ὑπείκων εἰς τὰ νεύματα τῆς κινούσης αὐτὸ Κυβερνήσεως. Καὶ ἂν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντλήσῃ καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ παραδείγματα ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν λαβόντων χώραν, διότι σύστημα τοιοῦτον δὲν ἴσχυσε παρ’ ἡμῖν, θὰ ἠδύνατο ὅμως νὰ ἀντλήσῃ τοιαῦτα παραδείγματα ἐκ τῶν λαβόντων χώραν ἀλλαχοῦ, ὅπου παρόμοιαι διατάξεις συνταγματικαὶ ὑπάρχουν ἀπὸ μακροτάτου χρόνου ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐφαρμογῇ. Ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἓν μόνον παράδειγμα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντλήσῃ ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν ἱστορίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ Γαλλικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι τοιαύτη δικαιοσύνη εἶναι δικαιοσύνη ἔρημος πάσης ἀσφαλείας, πάσης ἐγγυήσεως ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παραπέμπονται εἰς τοιοῦτον εἰδικὸν δικαστήριον, κατηγορουμένων ἐπὶ πολιτικῷ ἀδικήματι. Τοιαῦτα παραδείγματα λοιπὸν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. συνάδελφος καὶ τοιούτων παραδειγμάτων ὑπῆρξεν ἐντελῶς ἔρημος ἡ ὁμιλία τοῦ κ. συναδέλφου. Δὲν ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο. Ταῦτα εἶπον, διότι ὤφειλον νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν ποῖοι οἱ λόγοι καὶ ὁ εἱρμὸς τῶν σκέψεων, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν Ἐπιτροπὴν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον καθώρισεν ἐν τῷ σημείῳ αὐτῷ πρὸς κατάρτισιν τῆς Γερουσίας ποῖαι, λέγω αἱ σκέψεις αἱ ὁποῖαι ἤγαγον εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς σχετικῆς διατάξεως κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Συντάγματος τῆς Γαλλίας, εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 62, ὥστε νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν θεσμὸς ὁ ὁποῖος καὶ ἀλλαχοῦ ἰσχύει καὶ ὅπου ἴσχυσεν, ἐθεωρήθη ὡς περιεκτικὸς εὐρυτέρου καὶ ἀσφαλεστέρου δικαιώματος καὶ ἐγγυήσεως ὑπὲρ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατηγορήθησαν ποτὲ ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθοῦν εἰς τὸ μέλλον διὰ πολιτικὸν ἀδίκημα. Καταλήγων, κύριοι, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἢ μίαν ἀκόμη ἐξήγησιν ταύτην. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ μεταπλάσῃ τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ ἐν ἐφαρμογῇ Συντάγματος κατὰ τοῦτο, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι καὶ περὶ τούτου ἐγένετο λόγος ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ζητοῦντα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ ἐν ἐφαρμογῇ εὑρισκομένου Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ προσώπων κατηγορουμένων δι’ ἐπιβουλὴν κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους καὶ διὰ συνωμοσίαν πρὸς βιαίαν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ ἐν τῷ Συντάγματι τὴν αὐτὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 62 καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς προκύπτουσαν ἀσάφειαν. Ναὶ μέν, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 62 εἶναι εὐρυτέρα, ἀλλ’ ἐν τῇ εὐρύτητι αὐτῆς ἀφίνει καί τινα ἀσάφειαν καὶ ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς διατάξεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ διεῖδεν ὅτι ἐν τῷ ὁρισμῷ τούτῳ τοῦ Συντάγματος ὁ νομοθέτης ὁ συνταγματικὸς ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ τὰς περιπτώσεις τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος ἔχει ἀναγράψει ἐν τῷ πρώτῳ κεφαλαίῳ τοῦ δευτέρου βιβλίου, ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 123, νομίζω, μέχρι τοῦ ἄρθρου 136, ἤτοι ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ τὰς περιπτώσεις τῶν ἀδικημάτων τούτων καὶ μόνον. Ἔκρινε λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι, ἐνόσῳ ἔχομεν σαφῆ καὶ θετικὸν ὁρισμὸν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, ὡς ὑπακτέας εἰς τὸ εἰδικὸν τοῦτο δικαστήριον. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ διατυπώσωμεν, ἀντλοῦντες τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος ἐκ τῶν ὅρων τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ νὰ προσδιορίσωμεν σαφέστερον ποῖαι αἱ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ τούτου δικαστηρίου. Καὶ διὰ τοῦτο κάμνοντες χρῆσιν τοῦ τίτλου, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ δευτέρου βιβλίου τοῦ ποινικοῦ νόμου, εἴπομεν δι’ ἀδικήματα ἐσχάτης προδοσίας, προδοσίας κατὰ τῆς Πατρίδος, ἢ ἄλλας πράξεις κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Διότι αὗται καὶ μόνον αὗται εἶναι αἱ πράξεις, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ δευτέρου βιβλίου τοῦ ποινικοῦ νόμου ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 123 μέχρι τοῦ ἄρθρου 136.
§144Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ἐξηγεῖτε; Ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας καὶ προδοσία κατὰ τῆς Πατρίδος εἶναι διάφοροι ἔννοιαι;
§145Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς εἰπεῖν δὲν εἶναι διάφοροι, κ. Πρόεδρε. Ἀλλ’ ὁ ὁρισμὸς ὁ περιληφθεὶς ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ὁ τίτλος τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ δευτέρου βιβλίου τοῦ ποινικοῦ νόμου. Διότι οὕτω διατυποῦται ὁ τίτλος τοῦ κεφαλαίου τούτου ὡς περιλαμβάνων ἀδικήματα ἐσχάτης προδοσίας, προδοσίας κατὰ τῆς Πατρίδος ἢ πράξεις κατὰ τῆς ἀσφαλείας καὶ ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους. Περιέλαβε λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ πάσας τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλοῦν τὰ ἄρθρα αὐτὰ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀπὸ τοῦ 123ου μέχρι τοῦ 136ου. Καὶ οὕτω πως νομίζω ὅτι προέκυψε πλήρης ἀποσάφησις τῆς ἐννοίας τοῦ νομοθέτου, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον μία Κυβέρνησις νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὴν κρίσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δικαστηρίου τούτου καὶ ἄλλα ἀδικήματα κείμενα ἔξω τῶν ὁρίων τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, ὅπως προσδιώρισεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὅπως καὶ ὁ ποινικὸς νόμος σαφῶς ὁρίζει. Δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω. Νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς διεσαφηνίσθησαν τὰ πράγματα. Νομίζω ἐπίσης ὅτι καὶ οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ κακίσαντες μετὰ σφοδρότητος, ὡς εἶπον, τὴν καινοτομίαν ταύτην, ἐξ ὅσων ἀντελήφθην ἐν τῇ συνεχείᾳ τῆς συζητήσεως, ἐπείσθησαν ἤδη καὶ μετέβαλον γνώμην.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§147Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως διὰ Διαταγμάτων διαφόρων κανονισμῶν τῶν σιδηροδρομικῶν, τροχιοδρομικῶν, φωταερικῶν καὶ ἠλεκτρικῶν ἐπιχειρήσεων», τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιβάλλει καμμίαν δαπάνην εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακόν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§149Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Νομίζω καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ ὑπολαβόντες ὅτι ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἐτέθη ἐν τῷ Συντάγματι ἐτέθη δυσμενῶς πρὸς τὰς φιλελευθέρας ἀντιλήψεις, ὅτι σφάλλουν, διότι ἀκριβῶς ἡ διάταξις εἶναι τιθεμένη ὑπὲρ τῶν φιλελευθέρων ἀντιλήψεων ἐν τῇ κρίσει τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα ἀφ’ ἧς ἀντελήφθη αὐτὰ ἡ ἐπιστήμη ἐθεωρήθησαν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ τύχωσιν εὐμενεστέρας κρίσεως ἐκ μέρους τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς Πολιτείας. Διότι, ὡς λίαν προσφυῶς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, τὰ ἀδικήματα αὐτὰ εἶναι ἀδικήματα ὑπὸ αἵρεσιν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἔτυχον τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ λαοῦ, ἄρα ὑπάρχουν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα μετεβλήθησαν εἰς πράξεις βραβευθείσας ὑπὸ τῆς λαϊκῆς ἀντιλήψεως. Διὰ τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν παγίως ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὅτι δικαιοῦνται εὐμενεστέρας ἐκ μέρους τῶν δικαστηρίων κρίσεως. Αὕτη εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην ὑπήχθησαν εἰς τὴν δικαιοσύνην ἄλλης εὐρυτέρας ἀντιλήψεως, οἷα εἶναι ἡ τῶν δικαστηρίων τῶν ἐνόρκων. Ἡ αὐτὴ ἀρχὴ ἐπεκράτησε καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου τὸ ζήτημα ἔτυχεν εὐρυτέρας ἐπεξεργασίας καὶ ἐκεῖθεν ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὰ ἀδικήματα ὑπήχθησαν εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ ἀπαρτιζομένου ἐκ πολιτικῶν ἀντιπροσώπων. Ἐφόσον τὰ ἀδικήματα εἶναι πολιτικά, ἀναμφισβητήτως πρέπει νά εἴπωμεν ὅτι μόνον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶχον πεῖραν πολιτικὴν καὶ οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἐν τῇ πολιτικῇ ἀτμοσφαίρᾳ εἶναι ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι περὶ αὐτῶν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ψυχραιμότερον παντὸς ἄλλου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφαίνωνται ἐν τοῖς πολιτικοῖς ἀδικήμασιν. Ὥστε καὶ παρ’ ἡμῖν, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἰσάγοντες τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας εἰσάγομεν καὶ διάταξιν συναφῆ, καθ’ ἣν τὰ ἀδικήματα ταῦτα θὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ ἀνώτερον τοῦτο δικαστήριον, νομίζω ὅτι ἀκολουθοῦμεν τὰς γραμμάς, αἱ ὁποῖαι μᾶς φέρουν εἰς φιλελευθέρας ἀντιλήψεις ἐπὶ τῆς κρίσεως τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων καὶ ὄχι, ὅπως ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον, ὅτι ἀγόμεθα εἰς δυσμενεστέρας ἀντιλήψεις διὰ τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἐκδίκασιν τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Διὰ τοῦτο πιστεύω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τῆς διατάξεως, ὑποστηρίζοντες ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἀγόμεθα ὑπὸ τῆς αὐτῆς σκέψεως καὶ ἡ σκέψις αὕτη ἐξυπηρετεῖται καλύτερον διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ περὶ τῆς διαφορᾶς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἐλήφθη ἐν τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ κειμένου τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀνεγνωρισμένη ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τοῦ ποινικοῦ δικαίου, διακρίνοντος τὰ ἀδικήματα εἰς ἀδικήματα ἐσχάτης προδοσίας καὶ προδοσίας κατὰ τῆς Πατρίδος καὶ εἰς ἀδικήματα ἀποβλέποντα εἰς ἀνατροπὴν τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Αὐτὴ εἶναι περίπου καὶ ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει καὶ ὁ Γερμανικὸς νόμος καὶ ἀναγνωρίζει καὶ ἡ Γαλλικὴ ἐπιστήμη Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄξιον παρατηρήσεως εἶναι τοῦτο ἂν ἔπρεπε νὰ δικαιοδοθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῶν ἀδικημάτων, ἂν ἔπρεπε τουτέστι νὰ ἀποτελῇ καὶ τὴν καταδιωκτικὴν Ἀρχήν. Δὲν θὰ ἦτο ἁρμοδία βεβαίως ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἀφοῦ ἀποχωρίζεται ἡ ἐκδίκασις αὐτῶν. Θὰ ἦτο ἴσως φρόνιμον νὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ τὴν γνώμην ἑνὸς ἄλλου Συμβουλίου, συγκροτουμένου κατὰ νόμον ἐντὸς τοῦ πολιτικοῦ Σώματος. Καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξωμεν, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἱσταμένη εἰς τὸ ὕψος της δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ πολιτικὰ μέσα καὶ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν πρὸς καταδίωξιν τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ἡ Γερουσία συγκροτουμένη εἰς εἰδικὸν δικαστήριον θὰ ἀποτελεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ ἐπιλέκτων μελῶν ἐκλεγομένων ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ ὑπὸ ἄλλων ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ὥστε νὰ ἀποκλείεται τὸ ἐνδεχόμενον πιέσεως πολιτικῆς. Προκειμένου λοιπὸν νὰ δώσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν Βουλήν, δὲν πρέπει νὰ ἀγώμεθα εἰς τοιαύτην σκέψιν, ὥστε νὰ διστάζωμεν. Διὰ ταῦτα φρονῶ ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ὑπάρξωσι τοιαῦτα ἀδικήματα. Ἄν ὑπάρξωσι, θὰ φανῇ ὅτι καλῶς τίθεται.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§151Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐλέχθη ὅτι ὑπάρχει δυσπιστία, ὄχι διὰ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἰδιότητος τῶν προσώπων, κατόπιν ὅμως τῆς γενομένης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεως ἐξαλείφθη. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου, ἡ ὁποία συγκεντροῖ τὰς ἀπόψεις ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων. Πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτὸν ὅτι μόνον κατόπιν τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος ὑπὸ τῶν δικαστηρίων θὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ βούλευμα. Νομίζω ὅτι ἀσφαλίζονται ἀμφότεραι αἱ ἀπόψεις καὶ παρέχεται μία μεγαλυτέρα ἀσφάλεια. Τότε βεβαίως θὰ παρέλθωσιν ὅλα τὰ κακά. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λαδᾶ, διότι οὕτω ἀποφεύγεται πᾶσα καταστρατήγησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἡ ἁρμοδιότης αὐτῆς ἐπέρχεται ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος παρὰ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαζανᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§153Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὡς ἐκ τῆς φράσεως, διότι ὑπάρχει ἀντίθεσις εἰς τὰς ἐννοίας τῆς πρώτης ἰδιαιτέρας παραγράφου. Ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσκήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἐνῷ συγχρόνως λέγει ὅτι παραπέμπει πάντα κατηγορούμενον, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὅμως κατηγορούμενος πρέπει νὰ ἔχῃ ἐγερθῆ κατηγορία. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα παράγραφος, ἵνα προφυλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς ἔχει τὸν λόγον.
§155Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἡ ἀπουσία τῶν διαμαρτυρηθέντων κατὰ τοῦ ἄρθρου μαρτυρεῖ ὅτι μετενόησαν διὰ τὰς διαμαρτυρίας των καὶ οἱ φόβοι των ἀπεδείχθησαν ὅτι ἦσαν ἀβάσιμοι. Ἀπόδειξις ὅτι, ἂν ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν ἔνστασίν των, θὰ παρευρίσκοντο ἐνταῦθα. Τὸ ἐπίμαχον σημεῖον τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμφωνηθῇ τελικῶς, εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἡ δευτέρα παράγραφος. Ὑποβάλλω δὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν χάριν τῶν διαμαρτυρομένων διὰ νὰ καθησυχάσουν ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς κίνδυνος ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῶν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως θέλομεν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§157Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀντιληπτὸν ἀκριβῶς τί ὑπονοῶ, διότι παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχει κάποια παρεξήγησις. Ἡ δευτέρα παράγραφος δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν παρερμηνείαν ὅτι πρόκειται περὶ ἀσκήσεως τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τοῦτο δὲ τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν Σύνταγμα ὑπάρχει, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ παρ’ ἡμῖν. Δὲν ἀσκεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν ποινικὴν ἀγωγήν. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καθορίζει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας. Ἑπομένως δὲν ἀσκεῖ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν. Ἡ παρεξήγησις δὲ ἡ ὁποία ὑφίσταται κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, συνίσταται εἰς τὴν παρεξήγησιν τοῦ Γαλλικοῦ νόμου καὶ σᾶς κάμνω τὴν ἑρμηνείαν (ἀναγινώσκει). Ἐπέτυχε δὲ οὕτω νὰ μείνῃ μακρὰν πάσης ἀναμίξεως ἡ Κυβέρνησις. Τοὐναντίον ἐρχόμεθα νὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν ἡμεῖς, βασιζόμενοι ὅτι δικάζομεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ θὰ ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι τότε χάνεται ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἶναι ἡ ἑξῆς· νὰ μείνῃ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει, εἰς δὲ τὴν δευτέραν παράγραφον νὰ τεθῇ ἡ φράσις «τὸ ἀνωτέρω Διάταγμα δύναται νὰ ἐκδοθῇ μέχρι τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίῳ διαδικασίας μετὰ τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα».
§158Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ὅτι δι’ ἀδικήματά τινα ἀποβλέποντα νὰ θέτουν εἰς κίνδυνον τὴν Πολιτείαν, νὰ μὴ ὑπάγωνται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀνάκρισιν καὶ χρονίζουν ὅπως χρονίζουν ἂν περιμείνωμεν νὰ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα καὶ τότε νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἂν θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Γερουσίαν ἢ ὄχι.
§159Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι παρὰ τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, δὲν ἐννοῶ νὰ παραιτηθῶ, διότι ἡ τροπολογία ἡ ὁποία ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Λαδᾶ, ὑποστηριζομένη καὶ παρ’ ἐμοῦ, δὲν θέλει φέρει κανὲν κώλυμα εἰς τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν τοῦ ἀνακριτικοῦ ἔργου. Περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ἐνώπιων τῆς Γερουσίας δικαζούσης ὡς ἀνώτατον δικαστήριον, νὰ εἰσαχθῇ μία ὑπόθεσις, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔχῃ γίνει καμμία ἀνάκρισις. Τότε εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον δικάζον ἐπὶ πράξεως διὰ τὴν ὁποίαν οὐδὲν θὰ γνωρίζῃ; Ἡ ἀνάκρισις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν ἐπ’ ἀκροατηρίου διαδικασίας. Ἀκριβῶς διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, θὰ φθάσουν εἰς τὴν Γερουσίαν ὑποθέσεις ἐντελῶς ἀνέτοιμοι. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατί δὲν θέλετε νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὸν νομοθέτην ἐντὸς ποίων ὁρίων θὰ καθορισθοῦν τὰ τῆς διαδικασίας αὐτῆς.
§160Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ τελευταία παράγραφος λέγει «νόμος θέλει ὁρίσει». Ἂν θέλετε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, τότε εἶναι περιττὴ ἡ τελευταία παράγραφος.
§161Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον ἡ λέξις «ἀνάκρισις» θὰ λείψῃ. Σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξε πρὸ πολλοῦ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς. Δὲν εἶναι ἡ ταχεῖα διαδικασία τῆς δίκης. Πρόκειται προφανῶς περὶ ἐγγυήσεως τὴν ὁποίαν ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου ζητεῖ ἡ συνταγματικὴ διάταξις. Ἂν περὶ τούτου πρόκειται, θὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἐγγύησις, ὅταν καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίζῃ ὅτι τὴν διεξαγωγὴν τῆς δίκης θὰ ἀναλάβῃ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Λοιπὸν ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ συνταγματικὴ διάταξις δὲν βλέπω διατί θέλετε νὰ ἀποκλείσητε τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ ἔχῃ ἐκδοθῇ βούλευμα.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ δὲν ἀποκλείεται.
§163Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δεχθῆτε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ὅτι δύναται νὰ εἶναι καὶ μετὰ τὸ βούλευμα. Ἤδη ἐγὼ λέγω ὅτι δύναται νὰ εἶναι μὲν μετὰ τὸ βούλευμα, διότι θέλει νὰ μὴ δύναται ὁ νόμος νὰ ὁρίσῃ ὅτι τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν θὰ ἐνασκῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ὁ νόμος νὰ ὁρίσῃ τὰ τῆς κατηγορίας ἐνώπιον τῆς Γερουσίας καὶ τῆς ἀποφάσεως, νὰ ἀφίνῃ δὲ τὴν ἀνάκλησιν συμφώνως πρὸς τὰ σήμερον κρατοῦντα καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν πλήρη ἐγγύησιν, ἀναμφιβόλως δὲ πολὺ περισσοτέραν τῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνετίθετο εἰς τὴν Γερουσίαν.
§164Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νὰ μὴ ἀνακληθῇ καθόλου. Διατί δὲν παρακολουθεῖτε τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα;
§165Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παρακολουθῶ τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα. Διότι ἐγὼ παρακολουθῶ τὰ ἐν Ἑλλάδι κρατοῦντα, τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα. Καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ βλέπω τὰ ἐν Ἑλλάδι συμβαίνοντα. Καὶ ὀρθὴ εἶναι ἡ νομοθεσία ἑνὸς Τόπου, ὅταν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διάπλασιν τὴν λαϊκὴν τοῦ Τόπου αὐτοῦ καὶ ὄχι νὰ εἰσάγωμεν ξένους θεσμούς, τοὺς ὁποίους ἀγνοοῦμεν, νὰ τοὺς εἰσάγωμεν διότι οὕτως εἰς τὴν ξένην ἐφαρμόζονται καὶ νὰ περιφρονοῦμεν τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα καὶ τὰ παρ’ ἡμῖν δέοντα νὰ κρατοῦν. Εἶναι βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον—δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης, ὁμιλῶ γενικῶς—ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις δὲν παρέχει τὰ ἐχέγγυα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχουν διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς προκειμένου περὶ ἀδικημάτων, τοιούτων πολιτικῶν ἀδικημάτων. Εἶναι δυνατὸν αὔριον νὰ ἔλθῃ μία Κυβέρνησις φατριάζουσα, ἔχουσα πλειονοψηφίαν ὑποστηρίζουσαν αὐτὴν καὶ εἶναι δυνατὸν ἡμᾶς τοὺς διαμαρτυρομένους νὰ σύρῃ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, ἐνῷ ὁ λαὸς θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ ὄχι μόνον τοὺς ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ κατηγορουμένους, ἀλλὰ θέλει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα πολιτικοῦ πάθους, ἀλλὰ ψυχρᾶς σκέψεως καὶ ἀποφάσεως τῶν τακτικῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι παρέχουν ἐγγυήσεις.
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρᾶγμα βλέπω δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, αἱ ὑποβαλλόμεναι τροπολογίαι πρόκειται νὰ ἀχρηστεύσουν τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἐφόσον οἱ διαπράττοντες ἀδικήματα βαρύτερα ἀφομοιοῦνται μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Κατὰ τί ὑπάρχει ἀνωμαλία; Ἂν μάλιστα γίνῃ δεκτὸν ὅπως ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ ἑκάστοτε, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς κίνδυνος. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι, ὅπως ἐκτάκτως ἠμπορεῖ νὰ συνέλθῃ ἡ Γερουσία διὰ νὰ δικάσῃ, ἠμπορεῖ ἐκτάκτως νὰ συνέλθῃ καὶ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ.
§167Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 90 εἶναι πολὺ περιωρισμένη. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἡ Βουλὴ μόνον κατὰ τὸν «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμον δι’ ἀδικήματα διαπραχθέντα κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἐννοεῖτε δὲ ὅτι διὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα μόνη ἁρμοδία ἀναμφισβητήτως καὶ διὰ τὴν διατύπωσιν τῆς κατηγορίας εἶναι ἡ Βουλή;
§168Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμος περιέχει ἀδικήματα πολὺ μικρότερα ἀπὸ τὸ ἀδίκημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§170Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ τόσος λόγος ἐγένετο περὶ τοῦ ἄρθρου, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις. Εἶναι φυσικὸν ὅτι ὅσοι ἐτάχθημεν ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας νὰ μὴ ἤμεθα εὐνοϊκῶς διατεθειμένοι νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν πολλὰ δικαιώματα. Καὶ τοῦτο εἶναι ἓν περιπλέον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεφασίσθη ἤδη κατ’ ἀρχὴν ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, πρέπει νὰ ἴδωμεν αὐτὰ τὰ περιπλέον δικαιώματα, ἔξω τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, τὰ ὁποῖα παραχωροῦνται εἰς τὴν Γερουσίαν, ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι. Ἀληθῶς τὰ δύο ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα παραπέμπει τὸ ἄρθρον 71 καὶ 90, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι πολιτικὰ ἐντελῶς ἀδικήματα ὡρισμένου προσώπου. Πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐκεῖ, ἐφόσον ἀναφέρονται εἰς ὑπευθύνους Ὑπουργούς, λαμβάνονται πᾶσαι αἱ δυναταὶ πρόνοιαι, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ἀσφάλεια τῆς παραπομπῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δὲ θὰ συμβαίνῃ ἡ Βουλὴ αὐτὴ νὰ προέρχεται ἐκ νέας ἐκλογῆς καὶ ὄχι νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν τὰ κατηγορούμενα πρόσωπα ὡς κυβερνῆται τῆς Χώρας. Διότι, ἐφόσον ἦτο ἡ Βουλὴ ἐκείνη, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ παραπέμψῃ τὰ πρόσωπα τὰ διατελέσαντα Ὑπουργοί, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ μία νέα Βουλὴ καὶ θὰ ἔχωμεν διὰ τῆς νέας αὐτῆς Βουλῆς ὄχι μόνον νέαν ἐκδήλωσιν, ἀλλὰ καὶ μίαν κρίσιν τοῦ λαοῦ ἐναντίον τῶν προσώπων αὐτῶν. Καὶ ὑπάρχει ἓν ἐχέγγυον μέγα, μέγιστον, ὅτι ἡ κατηγορία αὐτὴ ἔχει βασιμότητά τινα ἢ πλήρη βασιμότητα. Ἔπειτα δὲ ὅπως ὁρίζει καὶ τὸ ἄρθρον, ἡ παραπομπὴ τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἀρκέσῃ μόνον νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ παραπέμπει, ἀλλ’ ὁρίζει ὅτι καὶ νόμος θὰ ἐκδοθῇ, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διαδικασίας ταύτης καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ὁρίζῃ μίαν ἀνάλογον διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἠσκεῖτο μέχρι σήμερον ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Οὕτω πως δὲ ἐκκαθαρισμένη τελείως ἡ ὑπόθεσις θὰ παραπέμπεται ἀντὶ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου τοῦ συγκροτουμένου ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρους δικαστάς, κατὰ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», θὰ παραπέμπεται ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία κατ’ ἀρχὴν ὑποτίθεται—λέγω κατ’ ἀρχὴν ὑποτίθεται, διότι ἀκόμη δὲν εἴδομεν ὁποία τις θὰ εἶναι ἡ Γερουσία—ὅτι δὲν θὰ εἶναι Σῶμα πολιτικόν, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἓν Σῶμα καθαρῶς νομοθετικόν, λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 62 δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, πρόκειται περὶ ἀδικήματος. Ὡρισμένα ἀδικήματα, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἁρμοδία ὡς δικαστικὴ Ἀρχὴ καθίσταται ἡ Γερουσία. Δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, τὸ τονίζω, ἀλλὰ περὶ ὡρισμένων ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται βεβαίως νὰ διαπραχθῶσι παρ’ ὡρισμένων προσώπων πολιτικῶν, δύνανται νὰ διαπραχθῶσι παρὰ στρατιωτικῶν καὶ παρ’ οἱωνδήποτε ἐν γένει προσώπων. Αὐτὰ τὰ ἀδικήματα θὰ εἶναι δυνατόν, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον διατυπωθῆ, νὰ παραπεμφθῶσι πρὸς ἐκδίκασιν ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Βεβαίως δὲν θὰ εἴπωμεν ὅτι μία Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὕτη, θὰ θελήσῃ ἓν οἱονδήποτε τοιοῦτον ἀδίκημα, ὑπαγόμενον εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν, νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας νὰ δικασθῇ. Βεβαίως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἀδίκημα τοῦτο λάβει, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μετάσχει εἰς τὸ ἀδίκημα αὐτὸ εἴτε ὡς συνεργοί, εἴτε ὁπωσδήποτε. Βεβαίως πάντοτε ὑποτίθεται —καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως—ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο μόνον ὅταν πρόκειται περὶ ἰδιαζούσης σοβαρότητος τοῦ ἀδικήματος τούτου. Διότι, ἂν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀδικήματος ἐσχάτης προδοσίας, ἡ ὁποία διεπράχθη ἀπὸ ἕνα οἱονδήποτε, θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ κοινὸν δικαστήριον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅταν πρόκειται περὶ σπουδαιότητος τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ, πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ περὶ τῆς σπουδαιότητος καὶ νὰ πάρῃ τὸ ἀδίκημα αὐτὸ καὶ εὐθὺς ἀμέσως νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν Βουλήν; Ἢ πρέπει προκειμένου περὶ Συντάγματος νὰ λάβωμεν ἐκ τῶν προτέρων ὅλας τὰς ἀσφαλείας ἐκείνας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς κατηγορούμενος δι’ ἓν τόσον σπουδαῖον ἀδίκημα, ὅταν θὰ φθάσῃ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτό, ἀκόμη περισσότερον ὅταν θὰ εἶναι ἡ Γερουσία. Δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι πρέπει ἡ θέσις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας διὰ τοιοῦτον ἀδίκημα, διὰ σπουδαῖον πλέον ἀδίκημα, νὰ εἶναι τελείως ἐκκαθαρισμένη, νὰ ὑπάρχουν ὅλαι αἱ πιθανότητες ἐκεῖναι, καθ’ ἃς εἶναι ἄξιος νὰ παραπεμφθῇ ὅπως δώσῃ λόγον τῆς πράξεώς του. Διότι δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ ὑπάγῃ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Ὑπῆρξαν πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια δύνανται νὰ δικάσωσιν ἐπίσης τὸ ἀδίκημα τοῦτο, ὁσονδήποτε σπουδαῖον καὶ ἂν εἶναι. Καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι πολλὰ τοιαῦτα ἀδικήματα μέχρι σήμερον δὲν ἐδικάζοντο παρὰ ἐνώπιον τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων. Νομίζω δὲ ἐγὼ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μερλόπουλος, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε προηγουμένως περὶ τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων, πλανᾶται περὶ τῆς φύσεως τῶν δικαστηρίων τούτων. Οὔτε τὰ δικαστήρια τὰ ὁρκωτὰ δεσμεύονται ἀπὸ νόμον τινά. Ἀκριβῶς δὲ ἡ φύσις καὶ ἡ σπουδαιότης τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν δεσμεύονται ἀπὸ κανένα νόμον. Οἱ σύνεδροι δὲν κάμνουν ἄλλο τι παρὰ νὰ προσδιορίζουν τὴν ποινήν. Ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἀδίκημα, θὰ δικάσῃ ὁ ἔνορκος δικαστής, δηλ. ἡ Κοινωνία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λαμβάνονται οἱ ἔνορκοι, ἡ δὲ Κοινωνία δὲν σκέπτεται κατὰ τοὺς νόμους, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν ἀπόφασίν της, οὔτε δεσμεύεται ἀπὸ κανένα. Τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον δὲν πρέπει κἂν νὰ γνωρίζῃ τὸν νόμον, τῷ ἀπαγορεύεται δὲ νὰ γνωρίζῃ ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τοῦ ναὶ ἢ τοῦ ὄχι. Λοιπὸν τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον εἶναι τελείως ἁρμόζον νὰ δικάσῃ τὰς πράξεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας κατηγορεῖταί τις ὅτι ἐπρόδωσε τὴν Πατρίδα του ἢ ἔπραξε πρᾶξιν ἀνατροπῆς τοῦ πολιτεύματος, διότι τὰς αἰσθάνεται ὅπως τὰς αἰσθάνονται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀντιπρόσωποι φυσικοὶ τοῦ λαοῦ. Κατὰ τὴν ἄποψιν αὐτὴν δὲν διαφέρει κατ’ οὐδὲν τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ὑπόθεσις ἡ ὁποία θὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας; Ἂν μὲ τὸ ἀδίκημα συνδέεται καὶ πρᾶξις πολιτική, τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ σκεφθῇ ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ τὸν κατηγορούμενον ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ, λέγω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι πολὺς ὁ κίνδυνος, ὅταν μία Κυβέρνησις θὰ εὑρίσκεται πρὸς τὸν κατηγορούμενον ἐν ἀντιθέσει πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τὸν κατηγορούμενον διὰ τὰ ἀδικήματα αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρμηθῇ ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι οὗτος εἶναι εἷς κακοῦργος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ διαπράξῃ ἓν ἀδίκημα καὶ λεληθότως θὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἰδέα αὐτή, ὥστε νὰ φέρῃ τὸν κατηγορούμενον ἐνώπιον τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία ὅσον καὶ ἂν εἶναι Σῶμα μὴ πολιτικόν, πάντοτε θὰ ἔχῃ δρᾶσιν πολιτικὴν καὶ ἰδέας πολιτικάς. Οἱ λόγοι λοιπὸν αὐτοὶ εἶναι λόγοι σπουδαῖοι. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν ταχέως νὰ φέρωμεν τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Πῶς θὰ τὴν φέρωμεν ταχέως καὶ ποῖος ὁ λόγος; Διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὸν κατηγορούμενον; Ὑπάρχουν ὅλα τὰ προληπτικὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἀσφαλισθῶμεν, ἂν ὑπάρχῃ κίνδυνος, προφυλάκισις καὶ διάφορα ἄλλα. Λοιπὸν κίνδυνός τις τῆς μὴ ταχείας ἐκδικάσεως δὲν ὑπάρχει. Ἂν καταφύγωμεν εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας, νομίζω ὅτι ἀντὶ νὰ βραχύνωμεν τὴν διαδικασίαν θὰ τὴν μηκύνωμεν. Διότι ὑποθέσατε ὅτι διαπράττεται ἓν ἀδίκημα ἀπούσης τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ καὶ θὰ χρειασθῇ μία ὁλόκληρος διαδικασία. Πρέπει δὲ νὰ ἀσφαλισθῶμεν ὄχι μόνον διὰ τὸν κατηγορούμενον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔχομεν ὁλόκληρον τὸ παρελθόν, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ πολιτικαί μας ἀντιθέσεις ἔφθασαν εἰς μεγάλην ὀξύτητα, ἐλπίζω εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ παρουσιασθοῦν τοιαῦτα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὄχι ἁπλῶς διὰ τὸν κατηγορούμενον νὰ ἀσφαλισθῶμεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὑφίστανται καὶ ἀντιπιέσεις, προκειμένου μάλιστα περὶ τοιούτων ἀδικημάτων. Δι’ αὐτὸ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἂν δὲ πρόκειται νὰ καταστήσωμεν τὴν Γερουσίαν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ δικάζῃ ἐπί ἀδικημάτων τοιούτων, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λαμβάνῃ τὸ μέτρον τοῦτο, νὰ παραπέμπῃ τὴν ὑπόθεσιν, διότι δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ παραπεμπτικὸν βούλευμα, δηλαδὴ θὰ ἀσκῇ δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἂν θέλετε νὰ προστατεύσητε τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τὴν καταστήσητε ἀμερόληπτον, δὲν δύνασθε νὰ τῆς δώσητε τοιοῦτον δικαίωμα, νὰ ἀφαιρῇ τὸν κατηγορούμενον ἀπὸ τὸν τακτικόν του δικαστὴν καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ ὅτι θὰ ὑπάγῃ νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Συμφωνῶ λοιπὸν ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξαν ἀμφότεροι οἱ συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 62, καὶ φυσικὰ θὰ τροποποιηθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 63, ὅτι τὸ Διάταγμα δύναται νὰ ἐκδοθῇ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς παραπεμπτικῆς προτάσεως.
§171Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον ἔχει καλῶς, διότι νομίζω ὅτι παρερμηνεύομεν τὸ ἄρθρον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀγώμεθα εἰς τὸν σκοπὸν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσκῇ τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ ἐκδίδῃ τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὅπως εἶναι τὸ ἄρθρον, ὑποθέτομεν μίαν προανάκρισιν, μίαν ἀρξαμένην ἀνάκρισιν, μίαν οἱανδήποτε ἄσκησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Διατί; Διότι λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία δύναται ἐκτὸς...κλπ.» Τὸ ζήτημα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, δὲν εἶναι τῆς διαδικασίας, τὸ ζήτημα εἶναι ἂν πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὸ τοιοῦτον δικαστήριον ὑπὸ τοῦ τακτικοῦ ὁρκωτοῦ δικαστηρίου, διὰ νὰ δικάζῃ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα.
§172Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂν δώσω μίαν μήνυσιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ ὑπάγῃ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ εἴπῃ ὅτι κατηγοροῦνται οἱ τάδε πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ὅτι ἔκαμαν μίαν συνωμοσίαν, τί λέγετε σεῖς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι παραπέμπομεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τὴν Γερουσίαν;
§173Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὄχι, δὲν δύναται, τὰ ἀδικήματα αὐτὰ εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος καὶ τιμωροῦνται ἐξ ἐπαγγέλματος. Εἶναι λοιπὸν βέβαιον ὅτι ἄν ποτε ἤθελεν ἀναφανῇ τοιοῦτον ἀδίκημα εἰς τὸν κοινωνικὸν ὁρίζοντα, ὁ εἰσαγγελεὺς θὰ δράσῃ αὐτεπαγγέλτως καὶ θὰ ἀσκήσῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν. Ἀφ’ ἧς ἠσκήθη ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα περὶ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας εἰς δικαστήριον. Τί θὰ εἶναι τὸ Διάταγμα αὐτό; Τὸ Διάταγμα αὐτὸ θὰ φέρῃ χωρισμὸν καταστάσεως δικαιοδοσίας δικαστικῆς· διὰ νὰ δικασθῇ τὸ ἀδίκημα τοῦτο θὰ ἔχωμεν ἀκόμη διάταξιν περὶ ἀνακρίσεως τῶν ἀδικημάτων. Αὐτὴν θὰ τὴν καθορίσῃ ὁ νόμος. Ὁ νόμος λοιπόν, ὁ ἐκδοθησόμενος, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν διαδικασίαν κατὰ τοιούτου εἴδους ἀδικημάτων, περί τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀσκηθῆ αὐτεπαγγέλτως ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ καὶ ἤθελε φθάσει εἰς τὸ βούλευμα. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἔχει καλῶς ἂν ἑρμηνευθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα ἀφ’ ἧς ἠσκήθη ἡ ποινικὴ ἀγωγή. Εἶναι ἀνάγκη δὲ ὄχι μόνον τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα νὰ δικάζωνται, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνακρίνωνται ἀπὸ εἰδικοὺς ἀνακριτάς, ἄρα πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ καθορίσῃ τὰ τῆς κατηγορίας καὶ τὰ τῆς ἀνακρίσεως καὶ πᾶν ὅτι ἄλλο δικαστικόν ὥστε ἡ μὲν Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ ἀσκουμένην πάντως τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν καὶ τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται καμμία ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον ἡ Γερουσία. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον ἔχει καλῶς, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρξῃ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἀνακρίσεως.
§174Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Σεῖς λέγετε ἀφ’ ἧς ἀσκηθῇ ἡ ποινικὴ ἀγωγή.
§175Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§176Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν ἔχει οὕτως τὸ ἄρθρον.
§177Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Οὕτως ἔχει. Διότι προϋποθέτει ὅτι ἀφ’ ἧς ἐνεφανίσθησαν τοιαῦτα ἀδικήματα ὁ εἰσαγγελεὺς ἀσκεῖ ἀμέσως αὐτεπαγγέλτως τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἂν δὲ ὁ εἰσαγγελεὺς παραμελήσῃ τὸ καθῆκόν του θὰ ἐπιληφθῇ καὶ θὰ διατάξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§178Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Πῶς δικαιολογεῖτε τὴν δευτέραν παράγραφον;
§179Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἡ παράγραφος αὕτη ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν...
§180Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὅταν λέγωμεν ἄσκησιν ποινικῆς ἀγωγῆς δὲν ἐννοοῦμεν ἀνάκρισιν;
§181Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὄχι.
§182Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τί λέγει ὁ εἰσαγγελεύς· παραπέμπεται εἰς ἀνακριτήν, ἄρα θὰ κάμωμεν τὴν ἀνάκρισιν.
§183Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν. Θέλει νὰ δικαιοδοτήσῃ καὶ ἐπὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις ὅπως ὑπάρξῃ καθορισμὸς δικαιοδοσίας. Διατί ἐπελήφθη ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις;
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κρεμεζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§185Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἂν μελετήσῃ τις μετὰ προσοχῆς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξῃ ποτὲ εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξαν ὅ τε πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λέσβου καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Διότι ἐκ τῆς ἀντιθέσεως ἀκριβῶς τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τῆς τρίτης παραγράφου πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς δευτέρας, σαφῶς συνάγεται ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐκδίκασις, ὡς ἀναφέρεται, δὲν νοεῖται ἡ τελικὴ ἐπ’ ἀκροατηρίου ἐκδίκασις μιᾶς ὑποθέσεως, ἀλλὰ καὶ πᾶσαι ἐν γένει αἱ προδικαστικαὶ πράξεις ἀπὸ τῆς ἀσκήσεως τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ἀφ’ ἧς μετέρχεται ἡ ποινικὴ διαδικασία μέχρι τῆς ὁριστικῆς, τελεσιδίκου καὶ ἀμετακλήτου παραπομπῆς. Συνεπῶς, ἔργον τῆς Γερουσίας εἶναι πᾶσα ἐν γένει προδικαστικὴ πρᾶξις καὶ πᾶσα δικαστικὴ τοιαύτη μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, κατὰ τὴν δικονομίαν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος θέλει ὁρίσει.
§186Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὄχι τῆς Γερουσίας.
§187Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὴν διαδικασίαν καὶ τὸν τρόπον, ὃν θὰ καθορίσῃ ὁ νόμος, θὰ εἶναι ἔργον τῆς Γερουσίας. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῆς τρίτης παραγράφου πείθει περὶ τούτου.
§188Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Σεῖς λέγετε ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἀσκήσῃ τὴν κατηγορίαν.
§189Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν μὲ ἐπροσέξατε.
§190Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν λέγω τοῦτο.
§191Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι πᾶν διαδικαστικὸν ἔργον ἀνάγεται ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας. Ἡ δὲ Βουλὴ οὐδεμίαν ἄλλην θέσιν θὰ ἔχῃ εἰμὴ νὰ προκαλέσῃ τὴν κίνησιν τῆς δικαστικῆς ἁρμοδιότητος ταύτης τῆς Γερουσίας διὰ τῆς ἀποφάσεώς της ἐπὶ δεδομένης ὑποθέσεως. Ἂν τοῦτο νοεῖτε ὡς ἄσκησιν τῆς κατηγορίας, τότε ἔχετε δίκαιον εἰς τὴν γνώμην σας. Διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅμως, τὴν γνώμην μου δύναμαι νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα ἐξ ἀναλόγου ἐφαρμογῆς ἐν Γαλλίᾳ, ὅθεν παραλαμβάνομεν τὴν διάταξιν. Ἐκεῖ παρεπέμφθη εἰς τὴν Γερουσίαν πρὸς ἐκδίκασιν ὑπόθεσις, ἐφ’ ἧς ἡ Γερουσία ἐν εἴδει προβουλεύματος ἔλαβεν ἀπόφασιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δεκτὸν ἀδίκημα. Τὸ προβούλευμα ὅμως, κ. συνάδελφε, εἶναι, κατὰ τὴν δικονομίαν μας, πρᾶξις ἀναγομένη εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Ἰδοὺ πῶς ἡ πρᾶξις ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν γνώμην, ἣν ἀναπτύσσετε, καὶ πῶς ἀποδεικνύεται ἡ ὀρθότης τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω.
§192Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Διατί δὲν θέλετε τὴν μεγαλυτέραν ἐγγύησιν; Νὰ ὑπάρχῃ ἓν βούλευμα καὶ ὄχι μία διάδοσις τῶν δρόμων. Ἡ ἐγγύησις εἶναι μόνον τὸ βούλευμα.
§193Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ ἐκεῖ. Σκοπὸς τοῦ ἄρθρου εἶναι νὰ μὴ ἐμπιστευθῇ ἡ ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων κρίσις εἰς τὴν στενὴν δικαστικὴν ἀντίληψιν. Ἀλλὰ πρὸς ταύτῃ νὰ παρέχηται ἡ εὐχέρεια εἰς ἓν εὐρύτερον πολιτικὸν αἴσθημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἓν πολιτικὸν Σῶμα δυνατὸν μόνον νὰ διαπνέεται, νὰ καθορίζῃ τὴν ἐκδίκασιν ἑνὸς ἐξαιρετικῆς καὶ σπουδαίας φύσεως ἀδικήματος κατὰ τὴν διαδικασίαν ταύτην. Ὑπάρχουν παραδείγματα σοβαρά, κατὰ τὰ ὁποῖα, ἐκ διαφόρων λόγων, τοὺς ὁποίους κάλλιον εἶναι νὰ μὴ μνημονεύσω, τὰ τακτικὰ δικαστήρια εἴτε δὲν ἐπελήφθησαν σοβαρῶν ἀδικημάτων, εἴτε ἐπιληφθέντα τὰ ἀφῆκαν ἀτιμώρητα, διότι περιοριζόμενα εἰς τὴν τυπικὴν καί στενὴν ἀντίληψιν, τὴν δικαστικὴν, δὲν διαπνέονται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην εὐρεῖαν ἀντίληψιν, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κρίσιν τοιούτων πράξεων. Ὑπάρχουν καὶ τὰ ἀντίθετα παραδείγματα, ὅτι κατεδίκασαν καὶ ἐπέβαλον ποινὰς δι’ ἀδικήματα εἰς πράξεις, αἵτινες εὐρύτερον κρινόμεναι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαινεθοῦν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ σκοποί, εἰς οὓς ἀποβλέπουν καὶ οἱ ἀλλαχοῦ παραδεχθέντες τὸν θεσμὸν καὶ οἱ ἐνταῦθα σήμερον ὑποστηρίζοντες αὐτόν. Σκοποί, τοὺς ὁποίους καὶ τὰ παλαιὰ Συντάγματά μας, ἐν μέρει υἱοθέτησαν, διὰ τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου. Οἱ γνωρίζοντες τὰς διατάξεις αὐτοῦ γνωρίζουν ὅτι μόνον τὸ πολιτικὸν Σῶμα, ἡ Βουλή, δέον νὰ ἀποφασίσῃ τὴν δίωξιν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ ὑπὸ Ὑπουργοῦ ἀδίκημα τυπικὸν πρὸς αὐτὸ τὸ γενικώτερον τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας ἀποσκοποῦν νὰ ὑπηρετήσῃ συμφέρον. Καὶ ἀντὶ νὰ διωχθῇ, νὰ ἐπαινεθῇ διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ Σώματος. Ἀναγράφονται τουναντίον ἐν τῷ νόμῳ διατάξεις, καθ’ ἃς εἶναι δυνατὸν νὰ διωχθῇ Ὑπουργὸς διὰ πρᾶξιν σύμφωνον τυπικῶς πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, ἐξ ἧς ἐβλάβησαν τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι καὶ ἐν τῇ Χώρᾳ μας ἔχει υἱοθετηθῆ ἡ ἀρχή, ἣν ὑποστηρίζομεν. Ἡ κρίσις τοῦ πολιτικοῦ Σώματος ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμέ ἐγγύησιν ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Οὐδεμία κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τούτου ἐσημειώθη ἀπὸ πολιτικὸν Σῶμα.
§194Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι καὶ ἡ Ἱστορία εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ διὰ τὸ μέλλον· καὶ ἔχομεν τὴν Ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία μᾶς διδάσκει ὅτι αὐτὰ τὰ κατασκευάσματα δὲν παρέχουν καμμίαν ἐγγύησιν εἰς τὸν Τόπον αὐτόν.
§195Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουν παραδείγματα εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀκόμη καί ἡ ἐγγύησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν παρεῖχον τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ ἐκείνη κατωρθώθη νὰ γίνῃ μία ἁπλῆ σκιὰ καὶ συνέστη κάποτε δικαστήριον ὁρκωτὸν κατ’ ἐπιλογὴν καὶ δικασταί, ἵνα δικάσουν ὡρισμένον πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος μάλιστα παρίσταται καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ συνέστη τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο ἵνα καταδικάσῃ αὐτὸν καὶ τοὺς συναγωνιστὰς του κατ’ ἐπιταγὴν τῆς κρατούσης τότε πολιτικῆς μερίδος, διὰ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε πολιτικὸν Σῶμα θὰ ἐθεώρει διωκτέαν. Καὶ κατεδίκασαν ὅμως τὴν περίπτωσιν ἐκείνην οἱ ἐπιλέγεντες πρὸς τοῦτο ἔνορκοι.
§196Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἦτο δικαστήριον ἐκ πολιτικῶν δικαστῶν καὶ ὄχι ἐκ στρατοδικῶν, ὅπως ἄλλη Κυβέρνησις ἔκαμε.
§197Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Ὀφείλω ὅμως νὰ τονίσω ὅτι καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ ἔνορκοι καὶ ὁ τόπος τῆς ἐκδικάσεως ἐξελέγησαν ὑπὸ τῆς κρατούσης τότε πολιτικῆς μερίδος διὰ νὰ καταδικασθοῦν οἱ δημοκρατικοί. Καὶ κατεδικάσθησαν, διότι τὸ ἠθέλησε μία πολιτικὴ μερίς.
§198Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἔχουν γίνει τόσα, ποῦ αὐτὰ δὲν εἶναι τίποτε.
§199Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ δὲν περνᾶνε. (Θόρυβος).
§200Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συντεθῇ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἐν Λαμίᾳ...
§201Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἔχουν γίνει μεγαλύτερα. Ἀφήσατε αὐτά. (Θόρυβος).
§202Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Σεῖς ἐκάματε ἐγκλήματα ἀνεπανόρθωτα καὶ ὁμιλεῖτε διὰ τὴν σύνθεσιν τοῦ δικαστηρίου τῆς Λαμίας;
§203Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂν ὁμιλεῖτε ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου κάμνετε πολὺ κακὴν ὑπηρεσίαν.
§204Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν πράττω ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διακόπτοντές με μὲ προκαλοῦν ἀναμιμνησκόμενοι τὸ παρελθόν.
§205Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Σεῖς τοὺς προκαλεῖτε ἵνα ἀντλήσητε ἐπιχειρήματα ἐκ τοῦ παρελθόντος.
§206Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ παρελθὸν εἶναι ὁδηγὸς τοῦ μέλλοντος εἰς πάντα σωφρονοῦντα.
§207Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι. Ὅτι τὸ παρελθὸν πρέπει νὰ εἶναι ὁδηγός μας διὰ τὸ μέλλον. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἀκολουθεῖτε τὸν κανόνα, ὃν θέτετε.
§208Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐδίκασεν ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ ὄχι ἄνθρωποι τοῦ δρόμου.
§209Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ ἀφοῦ ἀνεδράμαμεν εἰς τὸ παρελθὸν διὰ νὰ ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν τὰ διδάγματα, κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσα ἤδη τὰ ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς γνώμης μου, ὅτι ἐγγύησιν ἀποτελεῖ εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα ἡ κρίσις πολιτικοῦ Σώματος, νὰ ἀναφέρω καὶ ἕτερον παράδειγμα, ἐκεῖνο, ἀκριβῶς, οὗ ἐμνήσθη ἕτερος συνάδελφος. Ὅτι εἰδικὸν δικαστήριον, συντεθὲν κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθὸν διὰ νὰ δικάσῃ πράξεις πολιτικῶν ἀνδρῶν, δὲν γνωρίζω πῶς συνεστήθη, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο δὲν κατέληξεν εἰς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν.
§210Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν ὑπῆρχον στοιχεῖα.
§211Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σεῖς κατηγορήσατε ὡς νεκραναστᾶσαν καὶ ὡς ὄργανον μιᾶς κομματικῆς μερίδος, δὲν ἔφθασε ποτὲ εἰς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς νὰ ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων...
§212Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τί τὰ φέρατε αὐτὰ τὰ ζητήματα εἰς συζήτησιν.
§213Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀπορῶ διατί δυσανασχετεῖτε. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς τότε ὑποθέσεως δὲν διαφωνοῦμεν. Τὸ παράδειγμα ἐνισχύει ἁπλῶς τὰς ἀπόψεις, ἃς ὑποστηρίζω.
§214Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε νὰ κερδίσετε ἀπὸ αὐτὰ.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Κρούει τὸν κώδωνα). Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§216Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν ἕως τὸ Ταίναρον φωνάζουν τὰ θύματα καὶ ὁμιλεῖτε περὶ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως.
§217Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ παρακαλέσω νὰ κοπάσῃ ἡ νοσταλγία πρὸς τὸ παρελθὸν ὅπου ὁ εἷς ἔβγαζε τὰ μάτια τοῦ ἄλλου. Ἡμεῖς αἰσθανόμεθα ἀπέχθειαν διὰ τὸ παρελθὸν αὐτό.
§218Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς αἰσθανόμεθα ἀγανάκτησιν, διότι ἐκλαύσαμεν καὶ θύματα εἰς τὸ παρελθόν, θύματα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι πρόσκεινται πρὸς ἡμᾶς καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ λησμονήσωμεν ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν τὸν ἀνθρωπισμόν μας. (Θόρυβος).
§219Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὐδεὶς εἶπε νὰ λησμονήσητε τὸν ἀνθρωπισμόν σας.
§220Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ λησμονήσω ὅτι καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα μου ἡ τακτικὴ ἐκείνη ἡ ἄτιμος τὸν ἔφερε μέχρι τοῦ τάφου μὲ τὴν ἄτιμον κατηγορίαν τῆς ἐσχάτης προδοσίας.
§221Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡμεῖς ἐλθόντες εἰς τὴν ἀρχὴν εἴπομεν νὰ τὰ λησμονήσωμεν.
§222Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν λησμονοῦνται. Κατῆλθεν εἰς τὸν τάφον μὲ τὴν πικρίαν τῆς ἀτίμου ἐκείνης κατηγορίας ὅπως κατῆλθον καὶ ἄλλοι νεκροί, ἔργα καὶ θύματα ὑμῶν.
§223Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὅταν δίδετε ἀφορμὴν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἀμυνθῶμεν.
§224Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὐδεμία ἐπίθεσις γίνεται ἵνα ἀμυνθεῖτε. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἀνταποκρίνονται εἰς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐν τῇ Βουλῇ οἱ χαρακτηρισμοί, εἰς τοὺς ὁποίους καταφεύγει ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής.
§225Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὶν γίνω βουλευτὴς ἤμην ἄνθρωπος καί δὲν δύναμαι νὰ τὸ λησμονήσω ὅτι ἤμην ἄνθρωπος. Ἄν τὸ λησμονεῖτε σεῖς δὲν τὸ λησμονῶ ἐγὼ ποτέ. Εἶμαι βουλευτής ἀλλὰ παραμένω καὶ ἄτομον καὶ ὡς ἄτομον δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα μοῦ ἐπιβάλλει ὁ ἀνθρωπισμός.
§226Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὐδείς.
§227Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἄν ἀνέφερον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐμνήσθησαν, τὸ ἀνέφερον μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξάρω τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποία παρέχουν τὰ πολιτικὰ δικαστήρια δικάζοντα ὡς δικαστήρια τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἠθέλησα νὰ μεταχειρισθῶ τὸ παράδειγμα ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ἐπικαλεσθεὶς τὴν δίκην ἐκείνην τοῦ μακαρίτου πατρός του καὶ κατηγορήσας ἀκόμη τὴν νεκραναστᾶσαν ἐκείνην Βουλὴν διὰ τοῦτο. Καὶ νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι καὶ ἡ τόσον κομματίζουσα ἐκείνη Βουλὴ δὲν κατεδίκασε.... (Διαμαρτυρίαι).
§228Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκούωμεν αὐτά. (Θόρυβος).
§229Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεχώμεθα αὐτὰ τὰ πράγματα.
§230ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ἀνακαλέσῃ, κ. Πρόεδρε.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτὰ λόγῳ τοῦ θορύβου.
(Ὥρᾳ 12.40′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 12.50′ π. μ.)
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§233Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Θὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους εἰς στιγμάς, τέλος πάντων, κατὰ τὰς ὁποίας δημιουργεῖται ἐρεθισμός, νὰ γινώμεθα ὀλίγον κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ μας διὰ νὰ μὴ ματαιώνεται τὸ ἔργον τῶν συνεδριάσεών μας. Ἄν συνέβη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος νὰ ἐνθυμηθῇ ὡρισμένον γεγονός, δὲν τὸ ἔκαμε βεβαίως ἐκ προθέσεως διὰ νὰ προσβάλῃ ἢ ἐρεθίσῃ κανένα. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι βαρύταται φράσεις ἐξηνέχθησαν ἀπὸ ἄλλον βουλευτὴν ἐναντίον πλείστων μελῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ διεξαγάγωμεν τὰς ἐργασίας μας, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ χωρισθῶμεν εἰς δύο στρατόπεδα καὶ νὰ ἀρχίσωμεν πάλιν τὴν μάχην. Εἶναι αὐτὸ συμφέρον τοῦ Τόπου καὶ ὑπάρχει καμμία ἐλπὶς νὰ ἱκανοποιήσωμεν καμμίαν ἰδέαν, ἀπὸ ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ἐργαζόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς; Θὰ παρακαλέσω νά εἴμεθα κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ περισσότερον ἀντικειμενικοί, καταπνίγοντες οἱονδήποτε καί ἂν ἔχωμεν πόνον καὶ τὰ αἰσθήματά μας ἀκόμη, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὰς ἐργασίας μας. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ ἠρώτων τοὺς ἀντιφρονοῦντας ἂν συμφωνοῦν εἰς τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, ὅπως ἡ Βουλὴ παραπέμπῃ. Διὰ νὰ παραπέμπῃ ἡ Βουλὴ θὰ εἴπῃ ὅτι δυνάμει νόμου θὰ παραπέμπῃ. Θὰ γίνεται μία ἀνάκρισις τακτική, ὅπως γίνεται καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀρκετόν. Ἄν δὲν θεωρεῖται ἀρκετόν, ἂς ὁμιλήσῃ εἷς ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἐπὶ πλέον ζητεῖται ὥστε νὰ ὑπάρξῃ μία πλήρης κατάρτισις τοῦ ἄρθρου.
§234Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Νὰ διαγράψωμεν τὴν δευτέραν παράγραφον καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ ὁρίσῃ περιορισμούς, παραδείγματος χάριν νὰ εἴπῃ, μετὰ τὴν ἔκδοσιν βουλεύματος.
§235Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δέχομαι νὰ δηλωθῇ τοῦτο ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον θὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία δύναται ἐντὸς τῶν περιπτώσεων τῶν ἄρθρων 71 καὶ 90, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον ὅπως δικάσῃ.... κλπ.» Καὶ νὰ γίνῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὅτι ὁ νόμος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ οἱουσδήποτε περιορισμούς.
§236Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἡ ἀνάκρισις νὰ γίνεται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια.
§237Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Πρὶν λήξῃ ἡ συνεδρίασις, θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος διὰ νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι δι’ ὅσων εἶπον δὲν νομίζω ὅτι ἔθιξα, οὐδόλως ἄλλως τε εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ θίξω πρόσωπα οὐδὲ νὰ κρίνω γεγονότα τοῦ παρελθόντος. Ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ ἀντλήσω ἐπιχειρήματα ἐκ τοῦ γεγονότος διὰ νὰ στηρίξω περισσότερον τὴν γνώμην μου. Ὅλη ἡ Βουλὴ νομίζω γνωρίζει πόσον εἶμαι πάντοτε μετριοπαθὴς εἰς τὰς ἐκφράσεις μου. Ἀπορῶ δὲ πῶς προεκλήθη ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ὁ θόρυβος καὶ αἱ διαμαρτυρίαι, ἀφοῦ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ γεγονότος, ὃ ἀνέφερα κατηγορηματικῶς, ἐδήλωσα ὅτι συμφωνῶ μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῶν παρεξηγησάντων με.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον 62 ψηφίζεται ὡς ἐτροποποιήθη. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§239Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Παραιτούμεθα. Ἀποσύρεται ἡ πρότασις.
§240Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑποθέσατε, κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργέ, ὅτι ἔγινεν εἷς νόμος ὁρίζων τὰ τῆς κατηγορίας καὶ ἀνακρίσεως καὶ κατόπιν ἡ Βουλὴ μεταβάλλει γνώμην.
§241Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ κάμῃ νόμον.
§242Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ κάμῃ νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ μεταβάλῃ τὴν διαδικασίαν, ἀλλ’ ὄχι τὴν βάσιν. Δηλαδὴ τὸ ἀδίκημα θὰ παραπέμπεται πάντως.
§243Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ δύναται.
§244Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωτικόν, εἶναι τῆς Βουλῆς ἡ ἀπόφασις. Τὸ ἄλλο εἶναι δυνητικόν. Ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ δικασθοῦν ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον μεταβάλλεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία δύναται ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῶν ἄρθρων 71 καὶ 90 κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον ὅπως δικάσῃ πᾶν πρόσωπον κατηγορούμενον δι’ ἐπιβουλὴν κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἢ διὰ συνωμοσίαν πρὸς βιαίαν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος». Σβύνει ἡ ἄλλη παράγραφος καὶ μένει ἡ τρίτη «νόμος θέλει ὁρίσει τὰ τῆς κατηγορίας, ἀνακρίσεως καὶ ἀποφάσεως».
§245Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἂν πρόκειται νὰ τηρηθῇ ἡ ἰδία διαδικασία ἡ ἐφαρμοζομένη διὰ τοὺς Ὑπουργούς, τότε ἡ ἔκφρασις «ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῶν ἄρθρων 71 καὶ 90» δὲν εἶναι κατάλληλος, διότι ἀκριβῶς ἡ ἔκφρασις ἐτέθη διὰ νὰ ἀποκλείσῃ τὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 71 καὶ 90 καὶ νὰ περιλάβῃ καὶ ἄλλας περιπτώσεις. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ ἐξομοιώσητε τὸ ἄρθρον 62 μὲ τὰ ἄρθρα 71 καὶ 90...
§246Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία δύναται ἀνεξαρτήτως κλπ.» Καὶ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ, δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἐκδόσεως ὁριστικοῦ βουλεύματος.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς....
§248ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅπως εἶναι τῆς Ἐπιτροπῆς.
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, κ. Πρόεδρε.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 62. Ἡ Γερουσία δύναται ἐκτὸς τῶν περιστάσεων τῶν ἄρθρων 71 καὶ 90, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ συγκροτηθῇ εἰς δικαστήριον, ὅπως δικάσῃ πᾶν πρόσωπον, κατηγορούμενον δι’ ἐπιβουλὴν κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἢ διὰ συνωμοσίαν πρὸς βιαίαν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος. Νόμος θέλει ὁρίσει τὰ τῆς κατηγορίας, ἀνακρίσεως καὶ ἀποφάσεως.
§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 62ον ἄρθρον).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 63. Κατὰ τὰς κοινὰς συνεδρίας τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων προεδρεύει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς.
§253ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 63ον ἄρθρον).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 64. Τὰ ἄρθρα 36, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 47, 48, 52, 53 παράγρ. 1, 54, 55 καὶ 56 τοῦ Συντάγματος ἐφαρμόζονται καὶ ὡς πρὸς τὴν Γερουσίαν, τοὺς γερουσιαστὰς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας. Κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς παρ. 1ης τοῦ ἄρθρου 39, οἱ τακτικοὶ καθηγηταὶ τῶν Πανεπιστημίων καὶ τοῦ Πολυτεχνείου εἶναι ἐκλέξιμοι γερουσιασταὶ καὶ τῶν τριῶν κατηγοριῶν τοῦ ἄρθρου 57.
§255ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 64ον ἄρθρον).
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρα 1.15′ π. μ.)