1927.03.31
1.944 στίχοι · 15.559 λέξεις · 132 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
Πέμπτη 31 Μαρτίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, κ. Πρόεδρε. Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἔγκρισις τῶν πρακτικῶν διὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, διὰ νὰ εἶναι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐδῶ, διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπάρχει σπουδαία διαφορὰ εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ψηφισθὲν σχετικῶς μὲ τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν.
§3Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κατὰ παραδρομὴν, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 39 § 1 δὲν ἐτέθη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ταλιαδούρου κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀνακηρυσσόμενοι ὑποψήφιοι στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται οὔτε διὰ νόμου νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν τῷ Στρατῷ.
§4Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Δὲν ἀναφέρεται καθόλου ἡ τροπολογία μου, ἡ ὁποία ἦτο ἔγγραφος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικά.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 39 προστίθεται ἐδάφιον ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἀξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης παραιτηθέντες τοῦ ἀξιώματός των ἵνα ἐκλεγῶσι βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθουν πλέον εἰς τὸ Στράτευμα, οὔτε διὰ νόμου».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται οὕτω τὰ πρακτικά. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Γεώργιος Παπαδόπουλος, δημοδιδάσκαλος Μεσοποταμίας (Ἀσλάναγα) Καλαμῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπεκτείνῃ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως καὶ ἐπὶ τῶν μαθητῶν τῶν Δασονομικῶν Σχολῶν. — Τὸ Ἐπαγγελματικὸν Σωματεῖον τῶν ἐν Καλάμαις ἁμαξηλατῶν ποιεῖται ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν ἵνα τύχωσι τῆς κρατικῆς ἀποζημιώσεως οἱ πενόμενοι ἁμαξηλάται ἐκ τῆς μαστιζούσης αὐτοῖς ἀνεργίας λόγῳ τῆς ἀθρόας εἰσαγωγῆς αὐτοκινήτων. — Ἡ ἐν Λαρίσσῃ προσωρινὴ Ἐπιτροπὴ τῶν προσφύγων τῶν ἐν τῇ πλατείᾳ τῶν Ἀνακτόρων παραπηγμάτων διαμαρτύρεται ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τῆς κατεδαφίσεως τῶν παραπηγμάτων. — Οἱ ἐν Μασσαλίᾳ εὑρισκόμενοι πρόσφυγες ἔξαλλοι ἐπὶ ἀναβολῇ πληρωμῆς ποσοστοῦ ἀποζημιώσεως διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀδικίας ταύτης καὶ ζητοῦσι ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως. — Τριμελὴς Ἐπιτροπὴ ἐφημεριακοῦ Κλήρου Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα ὁλοκλήρου τοῦ Κλήρου Πειραιῶς ἐπὶ τοῦ ἀνακινηθέντος ζητήματος τοῦ χωρισμοῦ τοῦ Πειραιῶς εἰς ἰδίαν Μητρόπολιν ἀπὸ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. — Ὁ Μουσικογυμναστικὸς Σύλλογος Δράμας «Ὀρφεὺς» διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ διοικητοῦ τῆς ΣΤʹ Μεραρχίας Σταυρινοπούλου, ὅστις ἀπηγόρευσεν εἰς στρατιώτην νὰ λάβῃ μέρος εἰς συναυλίαν. — Οἱ πρόεδροι τοῦ Ποντιακοῦ συνοικισμοῦ παραμεθορίου Σιδηροκάστρου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνοικισμοῦ Νέας Πάφρας. — Ὁ λαὸς τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, ὁ δικαιούμενος ἀποζημιώσεως αἰτίᾳ πολέμου καὶ συνεπείᾳ τῆς Βουλγαρικῆς κατοχῆς 1915–1916 τῶν νομῶν Σερρῶν, Δράμας καὶ Καβάλλας, ποιεῖται ὑστάτην ἔκκλησιν ὅπως τύχωσι τὰ ζητήματά των εὐμενοῦς λύσεως. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Ράλλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 10 ἐδ. εʹ τοῦ νόμου 3286 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 12)15 Αὐγούστου 1925 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 3286 κλπ». — Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Μεϊμαράκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 104 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμων». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν ἐπαγγελματιῶν.
§10Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπούσης τῆς Κυβερνήσεως;
§11Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι περίεργον νὰ ἀσκεῖται λόγος κατὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ἀσκεῖται ὁ ἔλεγχος ἀπόντων τούτων. Πρόκειται περὶ μιᾶς περιπτώσεως, ἡ ὁποία εἶχε καὶ θύματα εἰς τὰς Ἀθήνας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνεται συζήτησις ἀπόντων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρέπει νὰ ἀπαντήσωσι, διότι ἄλλως περιφρονοῦν τὴν Κοινὴν Γνώμην.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐπὶ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐπερωτήσεως δύναται νά γίνῃ συζήτησις, διότι ἀπουσιάζουν οἱ κ. κ. Ὑπουργοί. Μόνον δι’ ἐπερωτήσεις ἀφορώσας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος εἶναι παρών. (Κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰσέρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι παρών. Λοιπὸν ὁ κ. Β. Μεϊμαράκης ἔχει τὸν λόγον.
§14Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι κατόπιν γενομένης ἐπερωτήσεως παρ’ ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων συνεχίζεται ἡ συζήτησις κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν καὶ δὲν ἐπρόλαβε τὰς σκηνὰς τῆς αἱματοχυσίας, αἱ ὁποῖαι ἀτυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐπανελήφθησαν καὶ πάλιν, ἀλλ’ ὑπὸ κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, τὴν 9ην Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ὅπως διετυπώθη ἡ ἐπερώτησις καὶ ὅπως ὑπεστηρίχθη παρὰ προλαλησάντων ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων, ἠθέλησαν οὗτοι νὰ ἐπιρρίψωσιν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι αὕτη δὲν ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ γίνω συνήγορος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδενὸς ἔχει ἀνάγκην τῆς συνηγορίας, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὅ,τι ἐπεβάλλετο. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον κατὰ νόμον εἶχεν ἵνα κανονίσῃ διὰ τοῦ ἐνοικιοστασίου τὰς σχέσεις τῶν μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν, εἶχε φροντίσει διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ κανονιστικοῦ Διατάγματος. Πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος τούτου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν Τύπον διάφοροι φῆμαι καὶ ἐκ τῶν φημῶν τούτων οἱ ἐπαγγελματίαι ἐθορυβήθησαν καὶ ἠθέλησαν ἵνα κηρύξωσι τὴν ἀπεργίαν καὶ διαμαρτυρηθῶσι διὰ τὴν μελετωμένην δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν ὡς λίαν αὐστηρὸν διὰ τοὺς μισθωτάς. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν οἱ ἀπεργοὶ εἶχον δίκαιον ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν ἀπεργίαν, εἶναι ἐξεταστέον ἂν αἰτία τῆς ἀπεργίας ἦτο κυρίως τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Κατ’ ἐμέ, ἡ αἰτία, ἥτις ἐξώθησε τοὺς ἐπαγγελματίας εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ ἐπικρατήσῃ μεταξὺ αὐτῶν ἡ ἀπόφασις τῶν ἐπαγγελματιῶν πρὸς κήρυξιν τῆς ἀπεργίας, δὲν ἦτο τὸ Διάταγμα τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
§15Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Οἱ φόροι.
§16Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε. Οἱ φόροι. Ἑτέρα λοιπὸν ἦτο ἡ αἰτία, τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἦτο ἡ ἀφορμή. Αἰτία ἦτο ἡ βαρυτάτη φορολογία, ἡ ὁποία ἔχει ἐπιβληθῆ ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη καὶ δὴ τὰς ἐπαναστατικὰς ἐποχὰς αἱ διάφοροι ἀνώμαλοι περιστάσεις ἐδημιούργουν πολυειδεῖς καὶ πολυποικίλους σπατάλας τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ αἱ δαπάναι αὗται ἐπιπίπτουν ἀτυχῶς, ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διάφορα ἐξεδίδοντο Νομοθετικὰ Διατάγματα εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχε Βουλή. Εἶναι γνωστὸν μετὰ πόσης εὐκολίας ἐξεδίδοντο ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν εἶχον τίνα τρόπῳ νὰ ἐπαυξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ λαμβάνεται οὐδεμία πρόνοια ἂν ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ. Δὲν ἐξητάζετο δηλονότι ποσῶς οὔτε ἡ ὠφέλεια τοῦ φόρου, οὔτε ἡ ἀντοχὴ τῶν φορολογουμένων, ἀλλ’ ἐπεβάλλοντο ἀμεθόδως καὶ ἀντεπιστημονικῶς ὥστε νὰ μὴ δύναται ὁ Λαὸς νὰ πληρώσῃ σήμερον τοὺς φόρους τούτους. Ἡ βαρυτάτη λοιπὸν φορολογία, ἡ ὁποία ἔχει ἐπιπέσει ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας πραγματικῶς στενάζουσι καὶ οἱ ἐργάται καὶ οἱ ἀγρόται καὶ ἡ μεσαία τάξις καὶ ὅλαι ἐν γένει αἱ τάξεις τῆς Κοινωνίας, ἦτο κυρίως ἡ αἰτία, ἡ ὁποία παρεκίνησε τοὺς ἐπαγγελματίας νὰ λάβουν ὡς ἀφορμὴν τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ νὰ προβοῦν εἰς τὴν ἀπεργίαν. Καὶ ναὶ μὲν ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐπαγγελματιῶν δὲν εἶχε μόνον ὡς αἰτίαν τῆς ἀπεργίας τὸ Ἐνοικιοστάσιον, ἀλλὰ πλὴν τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ τὴν φορολογίαν εἰς τὴν Πάουερ καὶ τὴν αἰσχροκέρδειαν, ἐν τούτοις ἡ κυρία καὶ μόνον αἰτία ἦτο ἡ βαρυτάτη φορολογία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου, κύριοι συνάδελφοι. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἐπαγγελματίαι δικαίως θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἀπεργίαν ὡς ἐκ τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, ἂν ἡ ἀπεργία ἦτο ἐπίκαιρος καὶ δὲν ἦτο ἐπίκαιρος, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ δώσωσι μίαν διέξοδον εἰς τὴν ἐν γένει καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως πολιτικῆς, οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς κακὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι εἶναι νῦν οἱ ἐπιλεκτότεροι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Χώρας, ὄχι μόνον λέγω αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα κατεῖχεν ὁ πραγματικὸς Θεὸς τῆς Ἑλλάδος, αὐτὴ ἡ καλὴ τύχη αὐτῆς, ἀμφιβάλλω κατὰ πόσον θὰ ἠδύνατο καὶ αὐτὸς νὰ βελτιώσῃ αἰσθητῶς τὴν κατάστασιν ἐντὸς ἑνὸς καὶ μόνου τετραμήνου, ὅσον δηλονότι ὑφίσταται ἡ Οἰκουμενική. Νομίζω ἑπομένως ὅτι ἡ ἀπεργία, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἄλλοτε πλήρως δεδικαιολογημένη, δὲν ἦτο ἔγκαιρος, ἦτο παράκαιρος. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ψυχραιμότερον. Ἰδίως μάλιστα οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν ἠθικωτέραν καὶ τὴν νομιμοφρονεστέραν τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἔπρεπε νὰ ἔχουν τὴν ὑπομονὴν ἐπί τι χρονικὸν ἔτι διάστημα νὰ ἴδουν κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀντεπεκρίνετο εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ θὰ ἐλάμβανεν ὅλα τὰ μέτρα ἵνα ἀνακουφίσῃ αὐτὸν τῆς δυσπραγίας. Ὅταν ἤγοντο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν δημοσιότητα τὰ σχετικὰ μέτρα τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη ὅτι πρόκειται νὰ λάβῃ, τότε λέγω θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα ἂν τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἦσαν θεραπευτικὰ τῶν λαϊκῶν ἀναγκῶν, νὰ προβοῦν εἰς κρίσεις καὶ εἰς ἐπικρίσεις καὶ εἰς ἀπεργίας, νὰ προβοῦν ἐν ἀνάγκῃ, κατ’ ἐμέ, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἄρνησιν καταβολῆς φόρων.
§17Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διατί νὰ προβοῦν εἰς τὴν ἄρνησιν καταβολῆς φόρων;
§18Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα φορολογία εἶναι βαρυτάτη καὶ πρέπει νὰ ἐντείνωμεν ὅλας τὰς δυνάμεις ἡμῶν ὅπως καταστήσωμεν ὑποφερτὸν τὸν βίον τῶν πολιτῶν.
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει πλέον εὐχάριστον πρᾶγμα δι’ ἕνα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν συμβαίνῃ μάλιστα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἶναι καὶ ἀρχηγὸς κόμματος, ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναγγέλλῃ ἐλάττωσιν φορολογιῶν εἰς τὸν Λαὸν καὶ τὴν Βουλήν. Διὰ νὰ μὴ πράττῃ τοῦτο σημαίνει ὅτι δυσχέρειαι πρωτίστως εἰς αὐτὸν τοῦτον δυσάρεστοι τὸν ἐμποδίζουσι. Εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι φορολογικὰ βάρη δυσβάστακτα πνίγουν τὴν Κοινωνίαν καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ εὐχόμενος νὰ ἔλθῃ τάχιστα ἡ στιγμὴ τῆς ἐλαττώσεώς των, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ Λαός, ἂν τὸ Κράτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς φόρους, δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς ἄρνησιν πληρωμῆς αὐτῶν, νομίζω ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη, δὲν ἀνέμενον δὲ ἀπὸ βουλευτὴν συντηρητικῶν, ὡς ὑμεῖς, φρονημάτων, νὰ ἀκουσθοῦν λόγοι τόσον παράτολμοι· ὁσάκις ὅμοιαι ἰδέαι ἐκδηλοῦνται ἐκ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, διαμαρτυρόμεθα ὅλοι καὶ δικαίως διὰ ταύτας ὡς ὑποσκαπτούσας τὸ Κράτος καὶ τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. Διαμαρτυρόμενοι οὐχ’ ἧττον ὑποχρεούμεθα πρῶτοι ἡμεῖς νὰ ἀποφεύγομεν πᾶσαν πρὸς αὐτὰς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐξολίσθησιν.
§20Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ λαὸς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πεισθῇ ὅτι θὰ περικοποῦν ὅλαι αἱ περιτταὶ καὶ ἄσκοποι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν κανένα λόγον νὰ γίνωνται, ὁ Λαὸς λέγω θὰ ἐδέχετο πᾶσαν θυσίαν καὶ τὴν ἐπιβολὴν ἴσως μεγαλυτέρων φόρων. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θέλει ἀποκαρδιωθῇ ὡς ἐκ τοῦ μὴ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν ἢ καὶ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων πρὸς ἄλλας σπατάλας, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνήσεως αὐτῆς τῆς καταβολῆς τῶν φόρων. Νομίζω ὅτι δι’ ὅσων λέγω δὲν ἐκφράζω μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αἰσθάνομαι ἐγὼ ἀτομικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αἰσθάνονται καὶ οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξέλεξαν καὶ μᾶς ἔφεραν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἂς μὴ ἀπατώμεθα, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν γίνῃ μία σοβαρὰ περικοπὴ δαπανῶν, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εὑρίσκεται πραγματικῶς εἰς κατάστασιν τελείως, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ἀπελπιστικήν.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας μέχρι τοῦ ἐσχάτου δυνατοῦ ὁρίου, αὐτὸ ἀκριβῶς προτιθέμεθα νὰ πράξωμεν.
§22Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἔχω πεποίθησιν καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ τὸ πράξετε καὶ τὸ εὔχομαι ἄλλως τε.
§23Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προσπαθοῦμεν ἀκριβῶς νὰ ἐξαντλήσωμεν καὶ τὴν τελευταίαν μας προσπάθειαν ὅπως μὴ ὑπάρξῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ σπαταλᾶται ἀδίκως. Ἀλλὰ Προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος προϋποθέτει ῥιζικὰς οἰκονομίας, εἶναι Προϋπολογισμὸς ῥιζικὸς καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν εἶναι καὶ εὔκολον.
§24Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι καθ’ ἡμέραν ὑποβάλλονται ἐκ μέρους διαφόρων Ὑπουργῶν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν δαπάνας.
§25Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον λοιπὸν ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ἦτο ἐπίκαιρος ἡ ἀπεργία, ἡ ὁποία προήρχετο ἀπὸ τοιαῦτα συντηρητικὰ στοιχεῖα, οἷα τῶν ἐπαγγελματιῶν, ἡ λῆψις ἀποφάσεως περὶ τῆς ἀπεργίας εἶχε καὶ ἕτερον κακόν. Οἱ ἐπαγγελματίαι δὲν ὑπελόγισαν καὶ ἓν ἕτερον πρᾶγμα, δὲν ὑπελόγισαν δηλονότι τὸν κίνδυνον τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ δὲν ἔλαβον ποσῶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς αὐτὴν καὶ κακοποιὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς καὶ ἀνεμίχθησαν καὶ νὰ δημιουργήσουν γεγονότα τόσον θλιβερὰ ὅσον τὰ τῆς 9ης Μαρτίου. Καὶ ἐπερωτήθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τίνα λόγον συνέβησαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ αἱματηρὰ καὶ διατί δὲν προελήφθησαν. Ὀφείλομεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κατανείμωμεν τὴν εὐθύνην ἑνὸς ἑκάστου. Ἡ ἐποχή, κατ’ ἐμέ, ἡ ὁποία δὲν κατανέμει τὰς εὐθύνας εἰς τοὺς ὑπευθύνους, νομίζω ὅτι παρῆλθε. Διὰ τὸ ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη τὴν 9ην Μαρτίου, τὸν φόνον δηλαδὴ πολιτῶν, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην πρὸς τὴ Κυβέρνησιν. Βεβαίως εὐθύνεται ὁ ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικὸς ὁ ὁποῖος διέταξε πῦρ ἐναντίον τῶν ἀόπλων πολιτῶν.
§26Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἀπεδείχθη τοιοῦτόν τι. Οὔτε ἐτιμωρήθη, διότι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἀπεδείχθη ὅτι δὲν διέταξε.
§27Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἂν δὲν μὲ διεκόπτετε θὰ ἔφθανον εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ θὰ ἔλεγον ὅτι τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἐφονεύθησαν τρεῖς πολῖται καὶ ἐπληγώθησαν πολλοί. Νομίζω ὅτι ὑπῆρχε μία αἰτία, ἡ ὁποία καὶ ἐξεσφενδόνισε τὰς σφαίρας ἀπὸ τὰς κάννας τῶν ὅπλων καὶ τοιαύτην θεωρῶ τὸν ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικόν, ἀλλὰ τὰ τακτικὰ δικαστήρια θὰ εἴπουν τὴν τελευταίαν λέξιν.
§28Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν, τέλος πάντων, νὰ ἔχωμεν τὸ πόρισμα τῶν γενομένων ἀνακρίσεων; Δὲν ἐπερατώθη ἀκόμη ἡ ἀνάκρισις;
§29Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ στρατιωτικὴ ἀνάκρισις ἐπερατώθη καὶ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὴν καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, γίνεται ἐκ παραλλήλου καὶ πολιτικὴ ἀνάκρισις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν στρατιωτικὴν ἀνάκρισιν, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ καταθέσω τὸ πόρισμα αὐτό.
§30Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῷ Λαῷ, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν εἶπον, διότι ὑπάρχει τὸ πραγματικὸν γεγονὸς ὅτι θρηνοῦμεν τὰ θύματα. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἐπιρρίψω τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικὸν καὶ θὰ ἦτο ἄδικος ἡ κρίσις μου, ἐφόσον δὲν ἐξεδόθη ἔτι ἡ ἀπόφασις τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ νομίζω ἀκραδάντως ὅτι ἐφόσον ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ἡ δικαιοσύνη τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, εἴτε τῶν στρατιωτικῶν...
§31Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς διάστημα δέκα μηνῶν θὰ περαιωθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§32Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Φρονῶ, λέγω ἀδιστάκτως, ὅτι θὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα καὶ ὀφείλομεν νὰ ἀναμείνωμεν τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως, διότι δὲν εἶναι διόλου ἀπίθανον ἡ σύγκρουσις νὰ ἐπῆλθε καὶ ἐκ παρεξηγήσεως, εἴτε ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης αἰτίας. Πάντως, ἓν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀληθὲς καὶ βέβαιον ὅτι παρ’ ὅλοις τοῖς πολίταις κρατεῖ ἡ πεποίθησις ὅτι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικὸς διέταξε καὶ ἐπυροβόλησαν. Εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, ἐναπόκειται νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον τῳόντι χωρὶς νὰ ἔχῃ πάντως διαταγὰς ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἐπυροβόλησεν ἢ μή.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐπυροβόλησε.
§34Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀποδείξῃ τοῦτο. Δὲν λέγω ὅτι ἐπυροβόλησεν, ἀλλὰ γνωρίζω καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐφονεύθησαν τρία ἄτομα καὶ ἐπληγώθησαν τέσσαρα. Νομίζω ἑπομένως ὅτι πᾶς ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μάταιος καὶ περιττός, ἐφόσον δὲν ἔχουν διευκρινισθῆ ἔτι τελειωτικῶς τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν συμπλοκήν. Ἐν τούτοις εἶναι τὸ ἀναμφισβητήτως βέβαιον πραγματικὸν καὶ ἀληθὲς ὅτι τῶν σκηνῶν αὐτῶν δημιουργοὶ δὲν εἶναι οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐντελῶς ἄοπλοι, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἀντέταξαν ἀντίστασιν κατὰ τῆς Ἐξουσίας, οὔτε εἶχον ἄλλως τε λόγον τινά, ἀφοῦ καθ’ ὃν χρόνον συνέβησαν τὰ αἱματηρὰ γεγονότα τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ἀπεργία, ὡς πάντες γνωρίζομεν, εἶχε λυθῆ. Ἐνῷ δὲ οἱ ἐπαγγελματίαι οὐδεμίαν εἶχον ἄμεσον ἢ ἔμμεσον ἐνοχήν, αἰτία, κύριοι συνάδελφοι, ἦσαν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναμιχθῆ, οἱ μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντες μὲ τοὺς ἐπαγγελματίας.
§35Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Μήπως γνωρίζετε ἂν ἀνεμίχθη ὁ Κονδύλης καὶ ὡρισμένα πρόσωπα;
§36Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Πολλαὶ φῆμαι ἐλέχθησαν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἀνεμίχθητε εἰς τὴν ἀπεργίαν σεῖς οἱ κομμουνισταί. Λοιπὸν εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πάντοτε αἰτία τῶν αἱματηρῶν σκηνῶν, ἐφόσον εἶχε λυθῆ ἡ ἀπεργία, δὲν ἦσαν οἱ ἐπαγγελματίαι, ἀλλὰ τὰ ξένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναμιχθῆ εἰς αὐτὴν καὶ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἦσαν κομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, θέλουν νὰ ἐπωφελοῦνται τῶν διαφόρων ἀνωμαλιῶν νὰ δημιουργοῦν ταραχάς, διὰ νὰ παρουσιάζεται τὸ Κράτος ὡς ἄστοργον, καταπιεστικὸν καὶ σκληρὸν ἀπέναντι τῶν πολιτῶν καὶ νὰ ἐκτίθεται τοῦτο. Ἂν δὲν ἦσαν ἀναμεμιγμένοι εἰς τὴν ἀπεργίαν κομμουνισταί, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐθρηνούσαμεν τὰ θύματα, τὰ ὁποῖα ἐθρηνήσαμεν. Αἱ ἐνέργειαι καὶ ὑποκινήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκ μέρους τῶν ἡγουμένων, τῶν προϊσταμένων τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τῶν κομμουνιστῶν, κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος εἶναι τόσον καταχθόνιοι καὶ τόσον βλαπτικαὶ—μὲ ἀρκετὴν διεξοδικὴν παραστατικότητα περιέγραψε ταύτην ὁ ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Κρανιωτάκης ὥστε θὰ ἦτο ὅλως περιττὸν ἵνα ἀσχολήσω ἐπὶ τούτου καὶ πάλιν τὴν Βουλήν— ὥστε τοὺς πλοκάμους ὁ κομμουνισμὸς ἔχει ἐπιρρίψει εἰς ὅλα τὰ κοινωνικὰ στρώματα καὶ ὑπηρεσίας καὶ πλείστους ἔχει διαφθείρει μὲ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν νὰ καταλύσῃ τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. Καὶ διὰ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο δὲν δύναται ἢ νὰ ὑποσκάψῃ τὸ Κράτος εἰς αὐτὰ τὰ θεμέλιά του, δηλαδὴ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς Πατρίδος, τῆς θρησκείας καὶ τῆς οἰκογενείας. Κατὰ τοῦτο βεβαίως ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ δύναται νῦν νὰ ἐλεγχθῇ διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, νομίζω ὅμως ὅτι εἰς προσεχέστατον μέλλον θέλει εἰσηγηθῆ καὶ λάβῃ ὡρισμένα προφυλακτικὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προφυλάξῃ τοὺς εὐπίστους καὶ ἀγαθοὺς πολίτας, τοὺς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ ὑποπτεύωνται τί εἰς βάρος των διαπράττουσιν οἱ δῆθεν ὑπὲρ αὐτῶν κοπτόμενοι, ἀκολουθοῦν ἀσυναισθήτως εἰσηγήσεις καταστρεπτικάς. Δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχήν μας ὅτι ἡ προπαγάνδα τοῦ κομμουνισμοῦ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐργατικῶν τάξεων διὰ διαφόρων ψευδῶν εἰσηγήσεων ἔχει παρασύρει πολλοὺς τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ βάθος ἐξεταζόμενοι καὶ ἠθικοὶ Ἕλληνες εἶναι καὶ καλοὶ πολῖται. Ἂν δὲν ἦσαν οἱ ἐξ ὑλικῶν λόγων προπαγανδίζοντες προϊστάμενοι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς παρασύρουν, ἀσφαλῶς καὶ οἱ παρασυρόμενοι ἐργάται θὰ ἦσαν συντηρητικοὶ καὶ νομιμόφρονες πολῖται, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Τὸ Κράτος ἑπομένως διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν κομμουνισμόν, δέον νὰ προφυλάξῃ τοὺς ἀγαθοὺς καὶ εὐπίστους πολίτας, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρῃ καὶ κοινωνικὴν ἐπανάστασιν ὁ ἤδη ἀκίνδυνος κομμουνισμός. Ἠκούσατε πρὸ ἡμερῶν ὅ,τι ὁ κ. Μάξιμος εἶπε μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ διαβάλῃ τὸ Κράτος, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει λάβει οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ τῶν ἐργατῶν. Ἐφρόντισαν, κύριοι, νὰ παρουσιάσουν πρὸ τῆς Βουλῆς ἕνα ὁλόκληρον τόμον τῆς νομοθεσίας τῆς ἐργατικῆς, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται ὅτι τὸ Κράτος πρὶν ἢ ὑπάρξῃ ἡ κίνησις ἡ κομμουνιστικὴ ἐν Ἑλλάδι ἐνδιεφέρθη σπουδαίως καὶ σπουδαιότατα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν. Δύναταί τις ἀναδιφῶν τοὺς νόμους αὐτοὺς νὰ ἴδῃ ὅτι πράγματι τὸ ἀστικὸν Ἑλληνικὸν Κράτος ἐπὶ τοσοῦτον περιέθαλψε τοὺς ἐργάτας εἰς βάρος ἴσως ἄλλων κοινωνικῶν τάξεων, ὥστε δικαίως οἱ ἐργάται νὰ εὑρίσκωνται ὡς μία προνομιοῦχος τάξις. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὰ πάντα ἔπραξε τὸ Κράτος ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, διότι ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς Κοινωνίας εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ καὶ ἄλλα μέτρα πρὸς ἠθικωτέραν καὶ ὑλικωτέραν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐργάτου. Πάντως ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορήσῃ τις τὸ ἀστικὸν Κράτος, ὡς πράττουν συνήθως οἱ παρακαθήμενοι ἐδῶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ὅτι ἐφάνη ἄστοργον, ἀδιάφορον καὶ σκληρὸν ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν. Καὶ ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανον ποσῶς τὸν λόγον ἂν δὲν εἶχον νὰ σᾶς ἀφηγηθῶ τὸ ἀποτρόπαιον καὶ φρικιαστικὸν θέαμα, τὸ ὁποῖον παρουσίασαν τὴν 9ην Μαρτίου οἱ κύριοι αὐτοὶ κομμουνισταὶ καὶ τὸ ὁποῖον ἀπάδει εἰς αὐτὴν τὴν φύσιν τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καὶ κατὰ μείζονα λόγον εἰς αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν ψυχικὴν αἰσθηματικότητα καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου καταδεικνύεται ὁποίαν ἠθικὴν προαγωγὴν καὶ ἀνθρωπίνην ἐξέλιξιν διδάσκει ὁ κομμουνισμός. Μετὰ τὸν φόνον, κύριοι συνάδελφοι, ἑνὸς ἀτυχοῦς ἐργάτου, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν κομμουνισμόν, παρέλαβον τὸ πτῶμα οἱ κομμουνισταὶ καὶ ἀντί, ὡς ὤφειλον, σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης, ἀφοῦ ἔπεσε, κατ’ αὐτούς, ὑπὲρ τῆς ἰδεολογίας των, νὰ τὸ περιποιηθῶσι, τὸ μεταφέρωσι καὶ τὸ ἐνταφιάσωσι, παρέλαβον τὸ πτῶμα....
§37Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ποῖοι;
§38Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Οἱ σύντροφοί σας.
§39Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ψεύματα.
§40Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἀτυχῶς σεῖς οἱ ἴδιοι ἐφέρατε αὐτοὺς εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ τοὺς ἐξεγείρετε καὶ νὰ τοὺς ἀφαιρεῖτε ὅλα τὰ ἀνθρώπινα αἰσθήματα, ὥστε νὰ μὴ διακρίνωνται καὶ αὐτῶν τῶν θηρίων.
§41Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περιέφερον τὸ πτῶμα δὲν ἦσαν κομμουνισταί.
§42Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Παρέλαβον, λέγω, τέσσαρες ἕως πέντε ἐκ τῶν συντρόφων του κομμουνισταὶ τὸν νεκρὸν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου καὶ μὲ τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ κάτω καὶ τοὺς πόδας πρὸς τὰ ἄνω τὸν περιήγαγον εἰς τὰς κεντρικὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, τὴν ὁδὸν Σταδίου κτλ., μὲ μίαν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐξεπίτηδες αἱματώσει. Καὶ ἡ περιφορὰ αὕτη ἡ ἀπάνθρωπος ἐγένετο διά νὰ ἐκθέσουν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν. Ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον ἔφερον τοὺς ἐργάτας. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι, ἂν δὲν παρενέβαινεν ἡ Χωροφυλακή, ἀσφαλῶς τὸ ἄτομον ἐκεῖνο θὰ περιεφέρετο εἰς τὰς κεντρικωτέρας ὁδοὺς ἐπὶ πολλὰς ὥρας. Διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Χωροφυλακῆς ἐν τούτοις κατωρθώθη ὅπως ἐκλείψῃ τὸ εἰδεχθὲς αὐτὸ θέαμα, ὅπερ εἶχον παρασκευάσει οἱ κομμουνισταί. Νομίζω ἑπομένως ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὰς ἐνεργείας αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι ἄλλως δικαίως ἡ Βουλὴ θὰ δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐπρονόησε νὰ λάβῃ τὰ μέτρα πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ βαρυτάτην θὰ ὑπέχῃ εὐθύνην καὶ ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος ἔχει τὸν λόγον.
§44Α. ΜΕΡΟΣ. Ὑπῆρχε, κύριοι βουλευταί, ἡ ἀντίληψις, δημιουργηθεῖσα ἀπὸ τὰ ἔτη τοῦ εὐκόλου πλουτισμοῦ, ὅτι ἡ ἐπαγγελματικὴ τάξις εὑρίσκεται καὶ ἤδη εἰς οἰκονομικὴν ἀκμὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ δύναται νὰ βαστάσῃ βαρέα φορολογικὰ βάρη, ὡς αὐτά, τὰ ὁποῖα καθιεροῖ τὸ περὶ τέλους ἐπιτηδεύματος Ν. Διάταγμα τῆς Παγκαλικῆς δικτατορίας. Τὸ Κράτος ἐν τῷ συνόλῳ του ἦτο ἐμπεποτισμένον μὲ τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὰς ἐπικλήσεις καὶ διαμαρτυρίας τῶν ἐπαγγελματιῶν ἔδειξεν ἀκαμψίαν. Τήρησαν ὅμως τὸ Κράτος τοιαύτην στάσιν διέπραξε σφάλμα, διότι παρέβλεψε τὴν πραγματικότητα, ἥτις φανερώνει τὴν ὑπάρχουσαν οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ τὸν ἀντίκτυπον αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς τάξεως. Λόγῳ τῆς καθολικῆς αὐτῆς κρίσεως, ἡ καταναλωτικὴ δύναμις τῆς Κοινωνίας ἠλαττώθη καὶ οὕτω πολλὰ καταστήματα, περιορισθέντος τοῦ κύκλου τῶν ἐργασιῶν των, εἶναι ζήτημα ἂν καλύπτουν τὰς ἡμερησίας δαπάνας τῆς λειτουργίας των. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνομεν, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ κατ’ Οἰκονομικὰς Ἐφορίας Ἐπιτροπαί, αἱ ἐντεταλμέναι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, προέβησαν εἰς φορολογικὴν κατάταξιν τοιαύτην, ὥστε ἐκάλεσαν μικροεπαγγελματίας νὰ ξεπουλήσουν τὰ καταστήματά των, διὰ νὰ πληρώσουν τὸν καταλογισθέντα φόρον. Ἐγένοντο καταφανῶς ὑπερβολαὶ ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως ὅτι οἱ ἐπαγγελματίαι ἔχουν ἀμύθητα κέρδη. Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν εἶναι ἄδικος, διότι φορολογεῖ οὐχὶ τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ἀλλὰ τὴν ἀκαθάριστον τοιαύτην καὶ διότι ἀκόμη δὲν ἐξαιρεῖ τῆς φορολογίας ἕνα κατώτατον ποσόν, τὸ ἀπαραίτητον διὰ τὴν συντήρησιν τῆς οἰκογενείας τοῦ ἐπαγγελματίου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ ἔχων συνολικὰς εἰσπράξεις 50 χιλιάδων δραχμῶν, ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ ἓξ καὶ ἥμισυ περίπου χιλιάδας δραχμῶν, ἂν καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 50 χιλιάδων δραχμῶν δὲν εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὴν συντήρησιν οὔτε τῆς οἰκογενείας του. Τὸ Κράτος λοιπὸν ἐνήργησεν οὐχὶ καλῶς καὶ ἀδιαφορῆσαν πρὸς τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἐπαγγελματιῶν ὤθησε τὸ ζήτημα νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον προσέλαβε.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ἀδικίαι φυσικὰ εἶναι συχνόταται εἰς τὸ φορολογικόν μας σύστημα. Ἀλλ’ αἱ ἀδικίαι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξετάζωνται μεμονωμένως, οὐδὲ νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις ὑπὸ πίεσιν. Καὶ ἂν εἴχομεν τὴν ἀπόφασιν, ὑποβάλλοντες τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐπαγγελματικῆς φορολογίας, δὲν ἦτο δίκαιον νὰ προβῶμεν εἰς προώρους περὶ τούτου δηλώσεις, διότι ἔχομεν τὸ καθῆκον, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς δυσχερείας τῶν περιστάσεων, νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὸ αἴσθημα τῶν θυσιῶν ὅσας ἐπιβάλλει ἡ προσπάθεια πρὸς ἀνόρθωσιν. Ἄν ἐγεννᾶτο πεποίθησις ὅτι τὸ Κράτος σκέπτεται περὶ μειώσεως τῶν φόρων, ὁλόκληρος ὁ φορολογούμενος λαὸς δὲν θὰ ἔκαμνε τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἀπαιτῇ ἐλαττώσεις. Τοιαύτην ἐντύπωσιν δὲν ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ γεννήσω οὔτε εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας, οὔτε εἰς τὰς λοιπὰς φορολογουμένας τάξεις. Δι’ αὐτὸ δὲν ἔδωκα εἰς αὐτοὺς καμμίαν σαφῆ ὑπόσχεσιν, πλὴν τῆς ὑποσχέσεως ὅτι παρὰ τὴν δυσχέρειαν τῶν περιστάσεων θὰ ἐμελετῶντο τὰ ζητήματά των καὶ ὅτι πάντως θὰ ἐδίδοντο εἰς αὐτοὺς εὐκολίαι τεχνικῆς φύσεως καὶ εὐκολίαι πληρωμῆς. Ποία ἀκαμψία λοιπὸν ἀπεδείχθη ἐκ μέρους τοῦ Κράτους; Ἠθέλατε πρὸς ὅλους ὅσοι ζητοῦν κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον φορολογικὰς ἐλαττώσεις νὰ φαινώμεθα πρόθυμοι καὶ εὐάρεστοι; Τοιαύτη τακτικὴ θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὸ καθῆκον, ὅπερ σήμερον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὶν ἢ εἴπωμεν σαφῆ τὰ τελικὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποτελέσματα οὐδεμία θετικὴ ὑπόσχεσις εἶναι δυνατὴ ἢ ἐπιτετραμμένη. Ἄν τὸ σύνολον τῶν μέτρων μᾶς ἀγάγῃ εἰς πόρισμα ἀρκετὰ εὐνοϊκόν, δὲν θὰ διστάσωμεν νὰ ἐπανορθώσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς φορολογικὰς ἀδικίας ἢ ὑπερβολάς. Ὑπάρχουν ἄλλαι φορολογίαι βαρύτεραι καὶ ἀδικώτεραι ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Σᾶς ἀναφέρω τὴν φορολογίαν τοῦ ὑπερτιμήματος. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς φορολογίας, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν πολίτην ποσοστὸν ἀνυπάρκτου πολλάκις κέρδους καὶ μετατρέπει οὐχὶ σπανίως τὴν ζημίαν εἰς κέρδος. Ὁ ἀγοράσας λ. χ. ἀντὶ 400,000 δραχμῶν χρυσῶν μίαν οἰκίαν τὸ 1920, ἤτοι ἀντὶ 16,000 λιρῶν καὶ πωλῶν αὐτὴν σήμερον ἀντὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ζημιοῦται προφανῶς καὶ ζημιοῦται σημαντικώτατα. Καὶ ἐν τούτοις ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ φόρον ὑπερτιμήματος 200,000 δραχμάς. Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ μείνῃ ἀπαθὴς πρὸ τῆς ἀδικίας ταύτης. Ἐν τοσούτῳ εἰς κρισίμους στιγμὰς ὡς ἡ παροῦσα, τὸ ζήτημα τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ ἐσόδου ἀσκεῖ προέχουσαν ἐπίδρασιν. Σκέπτεται κανεὶς ἂν εἶναι ἡ στιγμὴ εὔθετος τῆς καταργήσεως ἑνὸς ἀδίκου φόρου ἀπὸ ἐτῶν ἰσχύοντος, ἐφόσον τὰ μέσα τῆς ἀντικαταστάσεως δὲν εἶναι εὔκολα ἢ ἂν πρέπει νὰ μὴ θίξωμεν τὸ ὑπάρχον ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη χρόνον, ἕως ὅτου, ἐνισχυομένης τῆς δημοσίας οἰκονομίας, ἡ ἀποκατάστασις τοῦ δικαίου δύναται νὰ εἶναι πλήρης, ἄκοπος καὶ ἀκίνδυνος. Τοῦτο εἶναι τὸ πρόβλημα. Φαντάζεσθε ὅτι δὲν θέλομεν ἡμεῖς νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν φορολογίαν; Ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρωμεν ἀντιστάθμισμα;
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰς οἰκονομίας.
§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει καλῶς, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἶναι ὀδυνηρότεραι ἀπὸ τοὺς φόρους. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ὠθήσωμεν τὰς οἰκονομίας μέχρι τοῦ βαθυτέρου σημείου, ἀλλὰ γνωρίζω ποία ἀντίδρασις θὰ γεννηθῇ καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Λοιπόν, ὅταν οἱ ἐπαγγελματίαι ἠπείλουν διὰ τελεσιγράφου ἀπεργίαν καὶ κλείσιμον τῶν καταστημάτων των, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, προκειμένου νὰ κλονισθῇ τὸ Κράτος, οὐδεμία ἀπειλὴ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ βαρύτητα μεγαλυτέραν ἐν τῇ συνειδήσει του Αὐτὸ ἦτο τότε τὸ καθῆκόν μου. Σήμερον τὸ καθῆκόν μου εἶναι νὰ μελετήσω κατὰ πόσον ἡ φορολογία αὕτη εἶναι ἄνισος καὶ ἀσκόπως ἐπαχθὴς καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ ἐλαττωθοῦν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, νὰ τὴν διαρρυθμίσω κατὰ τρόπον λογικώτερον. Καὶ δὲν παραλείπω ἐπίσης τὸ καθῆκον τοῦτο.
§48Α. ΜΕΡΟΣ. Βεβαίως οἱ κυβερνητικοὶ λόγοι παρεῖχον εἰς τὴν ἐπαγγελματικὴν τάξιν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ διαρρυθμισθῇ ἡ φορολογία τοῦ ἐπιτηδεύματος. Εἰς τὸ μεταξὺ ὅμως οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι μὲ ἄκραν, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, αὐστηρότητα, ἐκάλουν τοὺς ἐπαγγελματίας διὰ τὴν κατάταξιν εἰς τοὺς φορολογικοὺς πίνακας, καθ’ ἣν ὁ ἔχων, ἐπαναλαμβάνω, κύκλον ἐργασιῶν ἐτησίως πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἓξ καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ ἰσχύσῃ δι’ ἓν μόνον ἔτος. Πρόκειται περὶ φορολογίας διαρκείας τριῶν ἐτῶν. Λαμβανομένης δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ τῆς μειώσεως τῆς καταναλωτικῆς δυνάμεως τοῦ Κοινοῦ, ἐδημιουργήθη εἰς τὴν ἐπαγγελματικὴν τάξιν ἡ ζωηρὰ ἀναστάτωσις, ἡ καταλήξασα εἰς τὰ ἐπεισόδια τῶν Ἀθηνῶν.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ δώσω ἐπ’ αὐτοῦ μίαν ἐξήγησιν. Διετυπώθη ἡ ἀξίωσις ὅπως ματαιωθῇ ὁλόκληρος ἡ γενομένη ἐργασία πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου, διατασσομένης τῆς ἐξ ὑπαρχῆς ἐπαναλήψεως τῆς σχετικῆς διαδικασίας. Ἡ βεβαίωσις εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου, ὅταν δὲ ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν Ἀρχήν, ἡ ἐργασία τῆς κατατάξεως εἶχεν ἤδη προχωρήσει καὶ παρείχετο ἡ ἐλπὶς ταχείας ἀποπερατώσεως, ὅπως ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία ἐπιδοθῇ εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν λοιπῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἰδίως τοῦ συνθετικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τοῦ φόρου τοῦ κεφαλαίου, τῶν ὁποίων ἡ μηδαμινὴ ἀπόδοσις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς αὐτόχρημα ἀτιμωτικὴ διὰ τὸ Κράτος. Διὰ τὸν φορὰν μάλιστα τοῦ κεφαλαίου αἱ φαινομενικαὶ εἰσπράξεις προέρχονται ὄχι κυρίως εἰπεῖν ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ ἐκ προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν, ἐπενδυθείσης παραδόξως τὸν τύπον φόρου ἐπὶ τῆς καθαρᾶς περιουσίας. Διατί; Διότι ὁ νομοθέτης ἐπιβάλλων τὴν φορολογίαν αὐτὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ κινητὸν κεφάλαιον δὲν ὑποπίπτει εὐκόλως εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν φορολογικῶν ὑπαλλήλων καὶ διαφεύγει, ἐσκέφθη δὲ νὰ μετριάσῃ τὸ κακὸν τῆς διαφυγῆς, ἐκφεύγων καὶ οὗτος ἔξω τῶν ὁρίων τῆς φορολογίας τοῦ κεφαλαίου καὶ στρεφόμενος μεμονωμένως κατά τινων ἐκ τῶν στοιχείων τοῦ κινητοῦ πλούτου, κατὰ τῶν κινητῶν ἀξιῶν. Ἄς ἐξηγηθῶ. Ἄν ἔχῃ τις ἀξίας κινητάς, ἤτοι μετοχὰς ἢ ὁμολογίας ἀξίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν καὶ χρέη ἐπίσης ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου οὐδὲν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ. Ἐν τούτοις, ὅπως ἔχει παρ’ ἡμῖν ὁ νόμος, ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ φόρον δι’ ὁλόκληρον τὸ ἑκατομμύριον τῶν κινητῶν του ἀξιῶν. Ἐκ τοιαύτης νόθου πηγῆς προέρχεται τὸ πλεῖστον τῆς ἐτησίας ἀποδόσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς περιουσίας. Ἐκπιπτομένου τοῦ ποσοῦ τῶν οὕτω εἰσπραττομένων, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ φόρος τοῦ κεφαλαίου οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα παρ’ ἡμῖν ἀπέδωσε. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι εἴχομεν πάντα λόγον νὰ ἐπισπεύσωμεν τὸ πέρας τῆς βεβαιώσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος διὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία τῶν δύο αὐτῶν κεφαλαιωδῶν φόρων, διὰ τὴν παραμέλησιν τῶν ὁποίων εὐλόγως ἀσχάλλει καὶ διαμαρτύρεται ὁ λαός. Διὰ νὰ εἶμαι μάλιστα ἀκριβής, ἴσως δὲν θὰ ἐδίσταζα παρ’ ὅλα ταῦτα νὰ διατάξω τὴν ἀναθεώρησιν, ἂν δὲν ἐγνώριζα ὅτι οὐδὲν κέρδος ἐξ αὐτῆς θὰ προέκυπτεν. Ἡ νέα βεβαίωσις συντελουμένη διὰ τῶν αὐτῶν ὀργάνων θὰ εἶχε κατ’ ἀνάγκην τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἢ παραπλήσια καὶ ἑπομένως θὰ ἦγεν εἰς τὰς αὐτὰς διαβαθμίσεις. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ ἀναθεώρησις; Μὴ διατάξας τὴν ἀναθεώρησιν δὲν παρέλειπα νὰ συστήσω εἰς τὰς Ἀρχὰς ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν μετριοπάθειαν. Δι’ ἐπανειλημμένων συστάσεων καὶ τηλεγραφημάτων δὲν ἔπαυσα καθ’ ὅλον τὸ διαρρεῦσαν διάστημα νὰ λέγω εἰς αὐτὰς ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑπερβολικαί, διότι τοῦτο δὲν εἶναι συμφέρον διὰ τὸ Δημόσιον, ἀποτελεῖ δὲ μίαν δυσφήμησιν τῶν ἀμέσων φόρων, τοὺς ὁποίους καθιστοῦν μισητοὺς εἰς τὸν λαόν. Δὲν ἠρκέσθην δὲ εἰς τοῦτο μόνον, ἀλλ’ ἔσπευσα νὰ ἀποστείλω πανταχοῦ ὅπου μοὶ ἐζητήθη οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς, ὅπως ἐξετάζοντες ἐπιτοπίως τὰ παράπονα ἐπιφέρουν τὴν δέουσαν τακτοποίησιν. Ὅ,τι ἑπομένως ἐπετρέπετο καὶ ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ, ἔγινεν.
§50Α. ΜΕΡΟΣ. Τὸ σφάλμα ἀναντιρρήτως ὑπῆρξεν ὅτι τὰ κρατικὰ ὄργανα τῆς φορολογικῆς κατατάξεως δὲν ἐνεπνεύσθησαν ὅσον ἔπρεπεν ἀπὸ τὰς ὁδηγίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ὑπῆρξαν εἰς τὴν κατάταξιν ὑπερβολικά. Ἐνήργουν ἐκ τῆς προκαταλήψεως ὅτι ἡ ἐπαγγελματικὴ τάξις εἶναι ἐξόχως εὔπορος. Τοῦτο ἀπετέλεσε τὴν ἀφετηρίαν ὅλης τῆς ἀδικίας καὶ κατόπιν τοῦ ἐγερθέντος θορύβου.
§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει διαδικασία ἐκ τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσουν.
§52Α. ΜΕΡΟΣ. Εἴχομεν λοιπὸν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὸ Διάταγμα τῆς δικτατορίας, καθ’ ὃ δὲν ἀπηλλάσσοντο τῆς φορολογίας οὔτε τὰ στοιχειώδη ἔξοδα τῆς συντηρήσεως μιᾶς ἐπαγγελματικῆς οἰκογενείας. Καὶ ἐνῷ τὰ μέτρα αὐτὰ τόσην εἶχον προκαλέσει ἀνησυχίαν, ἠγγέλλετο μία ἄστοχος ἐπίσης ἐνέργεια τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Ἡ ἄστοχος αὕτη ἐνέργεια συνίστατο εἰς τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖα ἐξηγγέλθησαν ὡς μελετώμεναι καὶ ὡς ἐπικείμεναι εἰς τὸ Διάταγμα περὶ Ἐνοικιοστασίου. Ἤρχετο δηλαδὴ ἡ εἴδησις τῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, λειτουργοῦσαν, ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ ἡ εἴδησις αὐτὴ δὲν συνεκλόνισε μόνον τοὺς ἐπαγγελματίας. Συνεκλόνισεν ἐπίσης καὶ τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἐργάτας, πάντα ἄστεγον μικροαστόν, ὅλους τοὺς μὴ εὐπόρους, τοὺς μὴ ὄντας ἰδιοκτήτας. Καὶ θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, ἂν αἱ ἀντιλήψεις της περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου παραμένουν ἀμετάτρεπτοι ἢ ἂν συνεπείᾳ τῶν πραγμάτων ὑπέστησαν μεταβολήν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν νομίζομεν ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι ἐπιφυλακτικός.
§53Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς ἐδημοσίευσε διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ κατέστησε γνωστὰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου Ἐνοικιοστασίου, τὰς ὁποίας ἐφιλοπόνησεν Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τριμήνου συντόνως καὶ ἐπιμελῶς ἐργασθεῖσα καὶ τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀρχῆθεν ἐδήλωσεν ὅτι θὰ τὰς ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν μελέτην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι ἐσκέπτετο βιαίως καὶ ἀμέσως νὰ τὰς δημοσιεύσῃ χωρὶς νὰ λάβῃ εἴδησιν κανείς, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ καὶ τῆς φαντασίας ὑμῶν.
§54Α. ΜΕΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐγὼ εἶπον χωρὶς νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Βουλήν. Καὶ ἐρωτῶ· τὸ Ἐνοικιοστάσιον τροποποιημένον θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν; Ἐγὼ μεταφέρων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τὰς λαϊκὰς ἀντιλήψεις, ἔχω νὰ τονίσω ὅτι αἱ λαϊκαὶ τάξεις ἀπαιτοῦν νὰ μὴ γίνῃ οὐδεμία τροποποίησις τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ νομίζω ὅτι εἶμαι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ τοιαύτας τροποποιήσεις, νὰ μὴ τὰς κυρώσῃ ἡ ἰδία, ἀλλὰ νὰ τὰς φέρῃ πρὸς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς σκηνάς. Βεβαίως αὗται ἀπετέλεσαν ἓν γεγονὸς ὀδυνηρότατον δι’ ὁλόκληρον τὴν Κοινωνίαν, ἡ ὁποία ἐθλίβη διὰ τὸ χυθὲν αἷμα. Διὰ τὸ συμβὰν αὐτὸ ζητοῦμεν τὴν ἀπόδοσιν εὐθυνῶν. Οἱ ὑπεύθυνοι πρέπει νὰ δώσουν λόγον. Ζητοῦντες ὅμως αὐτό, εὑρίσκομεν ἐντελῶς ἄδικον τὴν κατακραυγήν, ἥτις ἠγέρθη ἐναντίον τοῦ Στρατοῦ. Καὶ ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ἀπό τινος καλλιεργεῖται συστηματικῶς ἡ κατασυκοφάντησις καὶ δυσφήμησις τοῦ Στρατοῦ, ὡσὰν νὰ πρόκειται περὶ ὀρδῆς καταπιεζούσης τὸν λαόν, ἐνῷ ὁ Στρατὸς δὲν εἶναι παρὰ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς τῆς Κοινωνίας. Τοιοῦτος ὢν ὁ Στρατός μας, ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ σπουδαῖον προορισμὸν καὶ δὲν συγχωρεῖται νὰ διασύρεται καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸν ποτίζωμεν μὲ τῆς ἀδικίας τὸ δηλητήριον. Καὶ ἀναφερόμενοι εἰς τὰς σκηνὰς ἔχομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀτόπως τὰ ἔργα τῆς Ἀστυνομίας ἀνετέθησαν εἰς στρατιωτικὰ τμήματα. Καὶ λέγομεν ἀτόπως, διότι ὁ Στρατός, δι’ ἄλλους σκοποὺς παρασκευαζόμενος, παρουσιάζει ἀκαμψίαν καὶ τυφλὴν προσήλωσιν εἰς τοὺς κανονισμούς, ἐνῷ ἡ Χωροφυλακὴ διαπαιδαγωγεῖται ἄλλως καὶ ἔχει καθῆκον εἰς τὰς προστριβὰς μὲ τὰ πλήθη νὰ εἶναι ἐλαστικὴ καὶ ὑποχωρητική. Σφάλμα λοιπὸν ὅτι ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἀνετέθησαν εἰς τὸν Στρατόν, χωρὶς κἂν τὰ τμήματα νὰ διευθύνωνται ἀμέσως ὑπὸ καταλλήλους ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ τὸ σφάλμα αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἀλλ’ αἱ σκηναὶ αὐταὶ καὶ τὸ ἐπαγγελματικὸν ζήτημα ἐγένοντο ἀφορμὴ νὰ συζητεῖται καὶ ὁ κομμουνισμὸς καὶ νὰ τονίζεται ὁ ἐξ αὐτοῦ κίνδυνος. Κομμουνιστικὸς κίνδυνος. Ἀλλὰ τί ἐννοοῦμεν μὲ τὴν φράσιν αὐτήν; Ἐννοοῦμεν ἐνέργειαν πρὸς ἄμεσον μεταβολὴν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος ἢ κομμουνιστικὴν προπαγάνδαν μετ’ ἀνακινήσεως ἐργατικῶν ζητημάτων; Ὑποθέτομεν ὅτι χρειάζεται μία διευκρίνισις. Ἰδοὺ ἡμεῖς πῶς ἀντιλαμβανόμεθα τὸ πρᾶγμα. Ἀναντιρρήτως ὁ κομμουνισμὸς ὡς θεωρία καὶ ὡς ἐνέργεια ἔχει διεθνῆ χαρακτῆρα. Ἡ Ἑλλὰς ἀποτελεῖ μικρὸν πεδίον δράσεως, μονομερῶς δὲ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ὁ κομμουνισμὸς καὶ ἐπικρατήσῃ εἰς αὐτήν. Ἔχομεν οἰκονομικὴν ἐξάρτησιν τοιαύτην ἀπὸ τὰς μεγάλας Χώρας τῆς Δύσεως, ὥστε θὰ ἦτο ἀφροσύνη, καὶ ἂν ὅλοι εἴμεθα κομμουνισταί, νὰ θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐδῶ κομμουνισμὸν προτοῦ οὗτος ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰ μεγάλα Κράτη, Ἀγγλίαν, Γαλλίαν, Γερμανίαν, Ἰταλίαν, διότι αὐτὸ θὰ ἐσήμαινε διακοπὴν οἰκονομικῆς ἐπαφῆς —ἡ μετριωτέρα συνέπεια— καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐξάντλησίν μας καὶ καταστροφήν. Διὰ τοὺς ἰδίους λόγους, οἰκονομικῆς ἀλληλοεξαρτήσεως ἂν γίνουν τὰ Κράτη αὐτὰ κομμουνιστικά, θὰ τὰ μιμηθῶμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἑπομένην, διὰ νὰ ὑπάρξωμεν. Ἡ Ρωσσία ἐφήρμοσε μονομερῶς κομμουνισμόν, διότι εἶναι ἀπέραντος, σχεδὸν ἀπρόσβλητος καὶ ἔχει ἡ ἰδία πόρους διὰ νὰ συντηρηθῇ. Ὥστε, ἂν θὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὁ κομμουνισμός, θὰ ἔλθῃ ὡς πανευρωπαϊκὸν φαινόμενον ἢ τοὐλάχιστον ὡς παμβαλκανικόν, ἂν καὶ ἡ θέσις μας εἰς τὰ Βαλκάνια μᾶς ἔχει ἐκτεθειμένους εἰς τὰς θαλασσίας Δυνάμεις. Κίνδυνος ὅθεν περὶ μονομεροῦς ἐν Ἑλλάδι μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος δὲν ὑφίσταται. Ἀπομένει πλέον ἡ ἄποψις τῆς προπαγάνδας, διὰ μελλοντικὴν γενικωτέραν ἐνέργειαν. Ὁμολογῶ ὅτι τοιαύτη γίνεται καὶ γίνεται μετὰ φανατισμοῦ, ὅστις χαρακτηρίζει τὴν κίνησιν κάθε νέας ἰδέας, ὅταν οἱ ὀπαδοί της πιστεύουν. Ἐπροτάθησαν μέτρα σκληρὰ διὰ νὰ κατασταλῇ αὕτη. Τὰ θεωρῶ οὐχὶ ὅσον φαντάζονται τινὲς ἐπιτυχῆ. Ἄλλως τε ἐγένετο καὶ εἰς τὸ πρόσφατον παρελθὸν χρῆσις αὐτῶν, δίκαι, φυλακίσεις, ἐξορίαι, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἠμπόδισαν τοὺς κομμουνιστὰς νὰ ἔχουν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον ἐκπροσώπησιν. Μὲ ὅλα αὐτὰ ἡ κομμουνιστικὴ προπαγάνδα ἐπεξετάθη, διότι τῆς παρεσχέθη ἔδαφος εὐνοϊκόν. Καὶ ἔδαφος εὐνοϊκὸν παρέχεται, ὅταν δὲν θεραπεύωνται ἐπαρκῶς αἱ λαϊκαὶ ἀνάγκαι. Καὶ δυστυχῶς καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν ἔδειξαν τὸ ὀφειλόμενον ἐνδιαφέρον διὰ τὰ πάσχοντα λαϊκὰ στρώματα, ὡς εἶναι οἱ ἐργάται, ἀγρόται, ἐπαγγελματίαι, ἰδιωτικοὶ κλπ. ὑπάλληλοι. Προχθὲς ἀκόμη ἡ Βουλὴ μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 19 περὶ ἰδιοκτησίας, γεννήσασα ἀνησυχίας εἰς τὴν ψυχὴν τῶν μόλις ἀποκατασταθέντων χωρικῶν, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώκῃ, ἐδημιούργησεν εὐκαιρίαν διὰ τὴν κομμουνιστικὴν προπαγάνδαν. Καὶ θὰ τὴν ἐνισχύσῃ περισσότερον αὔριον, ἂν φανῇ ἐξίσου συντηρητικὴ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 119. Ὀρθὸν εἶναι οἱ ἐξαγριούμενοι κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ νὰ ὑποβάλουν καὶ εἰς ἑαυτοὺς τὸ ἐρώτημα· τί ἔπραξαν ὥστε νὰ μετριάσουν τὴν λαϊκὴν δυστυχίαν, τὴν τόσον βοηθοῦσαν τὴν ἐξάπλωσιν τῶν κομμουνιστικῶν ἰδεῶν; Τί ἔπραξεν αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή; Ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ὡς πρὸς αὐτήν, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ πενταμήνου σχεδὸν ἔργου της εἶναι πενιχρότατος. Ἀλλ’ ἴσως νὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀμφισβητοῦντες τὴν ὕπαρξιν λαϊκῆς δυστυχίας. Φυσικὸν καὶ τοῦτο. Ὅσοι ζοῦν—ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον—εἰς τὴν Ἀθηναϊκὴν ἀτμόσφαιραν διαρκῶς ὅσοι ἐπικοινωνοῦν μόνον μὲ τὸν κόσμον τοῦ πλούτου, ἑπόμενοι νὰ τὰ εὑρίσκουν ὅλα ἐξαίρετα, εὐτυχῆ. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ εἰς τὴ πρωτεύουσαν τὸ πρόβλημα τῆς συντηρήσεως εἶναι τρομακτικὸν διὰ πλήθη λαοῦ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἡ κατάστασις δὲν εἶναι καλυτέρα. Ἂν ἦτο δυνατὸν μὲ ἓν ἀερόπλοιον νὰ μεταφερθῇ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἰς τὰς Θεσσαλικὰς πεδιάδας, τὴ ὀρεινὴν Αἰτωλοακαρνανίαν, τοὺς Μακεδονικοὺς κάμπους κλπ., τότε θὰ ἔβλεπε τὴν λαϊκὴν ἀθλιότητα καὶ τότε θὰ ἐπείθετο ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της καὶ ὅτι εἶναι ἔξω τῆς πραγματικότητος, τῆς ὁποίας ὅμως ὁπωσδήποτε ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πάντοτε γνῶσιν. (Χειροκροτήματα).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§56Γ. ΜΟΔΗΣ. Πρὸ δύο ἐτῶν, κύριοι, μίαν ὡραίαν πρωΐαν τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1925, ἀνεγινώσκομεν εἰς τὰς Μακεδονικὰς ἐφημερίδας ὅτι τὴν προηγουμένην εἶχε γίνει συγκέντρωσις κομμουνιστικὴ εἰς κάποιο θέατρον τῆς Θεσσαλονίκης κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ ρήτορες, ἐλθόντες ἀπὸ τὰ τέσσαρα σημεῖα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, εἶχον κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ ἐργασθοῦν πάντες γενναιοφρόνως ὑπὲρ αὐτῆς. Ταυτοχρόνως τὸ κομμουνιστικὸν ὄργανον «Ἡ φωνὴ τοῦ ἐργάτου» ἐξεδίδετο τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς ἔκδοσιν πανηγυρικήν, ἀφιερωμένον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰς τὴν μεγάλην ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ὁποία προιωνίζετο τὸν χρυσὸν αἰῶνα διὰ τὴν Βαλκανικήν. Ἦτο εὐνόητος ἡ κατάπληξις ὅλων. Συλλαλητήρια ὑπὲρ τῆς αὐτονομίας τῆς Μακεδονίας εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Μακεδονίας ἦτο ἀσφαλῶς μία παρατολμία ὑπερβαίνουσα τὰ ὅρια οἱασδήποτε θρασύτητος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐκστρατεία αὐτὴ εἶχεν ἀρχίσει ἀπό τινων ἑβδομάδων ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ «Ριζοσπάστου». Κατ’ ἀρχὰς ἦτο δηλαδὴ συνεσταλμένη, ἀλλὰ προϊόντος τοῦ χρόνου ἐξελίσσετο μὲ τυμπανοκρουσίαν αὐτόχρημα ἐκκωφαντικήν. Ἐν τούτοις μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶχε παρέλθει ἀπαρατήρητος, διότι, ὅπως γράφει γαυριῶν ὁ «Ριζοσπάστης τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1925 (ἀναγινώσκει): «Ἡ φασιστικὴ μπουρζουαζία.... κλπ.» Ἀπὸ τῆς εἰσόδου τοῦ νέου ἔτους 1926 ὁ ἀγὼν πλέον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐπεκτείνεται καὶ ἐπιτείνεται. Ὁ «Ριζοσπάστης» ἀφιερώνει στήλας ὁλοκλήρους εἰς κύρια ἄρθρα καὶ μανιφέστα τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος τῆς Ἑλλάδος, εἰς προγράμματα τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας καὶ οὕτω καθεξῆς, Πᾶς ὅστις θὰ ἀνεγίνωσκε τὴν ἐφημερίδα αὐτήν, θὰ ἀμφέβαλλε πολὺ ἂν αὐτή, γραφομένη εἰς Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἦτο Ἑλληνική. Τὸ ἅπαντον τῶν σκέψεών της εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἐνιαῖος καὶ ὁμοούσιος Μακεδονικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐδουλώθη καὶ διαμελίσθη κατὰ τὸ σύστημα τῆς Πολωνίας, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν «Ἑλληνοκρατουμένην» Μακεδονίαν ὑφίσταται μαρτύρια ἱερᾶς ἐξετάσεως. Ὁ τόνος, ἡ κατεύθυνσις καὶ τὸ σύνθημα εἶχον μεταδοθῆ εἰς ὅλας τὰς ὀργανώσεις. Ἀναγινώσκει τις εἰς τὸν «Ριζοσπάστην» τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1926 περιγραφὴν διὰ ζωηρῶν χρωμάτων συλλαλητηρίου γενομένου εἰς Λεβαδείαν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ρήτωρ τῆς ἡμέρας, ὁ σύντροφος Μπέλος, ἀνέλυσε διὰ μακρῶν τὸ νέον σύνθημα, τὸ ὁποῖον ἔρριξε τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Μακεδονίας καὶ προσθέτει ὅτι παταγώδη χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τῆς αὐτονομίας τῆς Μακεδονίας ἐκάλυψαν τοὺς λόγους τοῦ ρήτορος καὶ ἔκλεισαν τὸ συλλαλητήριον. Καὶ σήμερον εἰς τὰς στήλας τοῦ «Ριζοσπάστου» ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ λεγομένου ζητήματος. Ἡ κομμουνιστικὴ ἀπόφασις νὰ δημιουργήσῃ μίαν ἑνιαίαν καὶ ἀνεξάρτητον Μακεδονίαν ἔκαμε μίαν παράλειψιν· ἐλησμόνησε νὰ καθορίσῃ τὰ σύνορα αὐτῆς. Διότι, ὅσον ἱστορικὸν καὶ γνωστὸν εἶναι τὸ ὄνομα τῆς Μακεδονίας, τόσον ἀσαφῆ εἶναι τὰ ὅρια αὐτῆς. Ἐπὶ Ἀρχελάου ἦσαν ἄλλα, ἐπὶ Φιλίππου ἄλλα, ἐπὶ Ρωμαίων ἄλλα. Ἐπὶ τῶν Βυζαντινῶν καὶ ἡ Ἀδριανούπολις καὶ ἡ Φιλιππούπολις περιελαμβάνοντο εἰς τὰ ὅρια τῆς Μακεδονίας. Εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους ἐθεωρήθη γενικῶς ὡς Μακεδονία ἡ ἔκτασις ὅλη, τὴν ὁποίαν περιελάμβανον τὰ τρία Τουρκικὰ βιλαέτια, Μοναστήριον, Θεσσαλονίκη καὶ Σκόπια, τὰ ὁποῖα ἔφθανον μέχρι τοῦ Ἐλβασάν, ἤτοι τῆς καρδίας τῆς Ἀλβανίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅμως ἔκτασιν εἶχον φροντίσει οἱ Βούλγαροι νὰ ἀποκόψουν ἐκεῖνα τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι δὲν ἤθελον νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα. Καὶ εὐλόγως ἐρωτᾶται· ποῖα θὰ ἦταν τὰ σύνορα τῆς ἑνιαίας καὶ ἀνεξαρτήτου αὐτῆς Χώρας; Τοῦ Φιλίππου, τοῦ Ἀλεξάνδρου, τῶν Ρωμαίων, τῶν Βυζαντινῶν ἢ τῶν τριῶν βιλαετίων; Φαίνεται ὅτι αἱ ἴδιαι ἀπορίαι ἐγεννήθησαν καὶ εἰς τὴν συνείδησιν ἀρκετῶν κομμουνιστῶν. Εἰς τὸν «Ριζοσπάστην» τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1926 ἀναγινώσκει κανεὶς ἀπόφασιν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, σχολιαζομένην εἰς τέσσαρας στήλας, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφάσεως διαγράφονται οἱ Ι. Φραγκόπουλος, Πελτέκης καὶ ἕτεροι πέντε, ἑπτὰ ἐν συνόλῳ κομμουνισταί, διότι εἶχον στείλει ἐπιστολὴν πρὸς τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, διὰ τῆς ὁποίας διεμαρτύροντο κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ κόμματος τῆς ληφθείσης ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ἀπόφασιν ἐχαρακτήριζον ὡς ληφθεῖσαν κατόπιν σκηνοθεσίας καὶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἡ αὐτόνομος Μακεδονία νὰ ἀποτελέσῃ στοιχεῖον τάξεως, ἀλλ’ ἀταξίας καὶ ὅτι, διὰ τῆς τακτικῆς αὐτῆς προσφέρεται πολὺ κακὴ ἐκδούλευσις καὶ εἰς τὸν κομμουνιστικὸν ἀγῶνα. Τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, ἐπαναλαμβάνω, τοὺς διέγραψεν αὐτοὺς ὡς ταραξίας καὶ ὁ «Ριζοσπάστης» σχολιάζων τὴν ἀπόφασιν λέγει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
§57Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Διατί δὲν ἐπήρατε καὶ πάρα κάτω, Διότι ἀπὸ ἐδῶ ἀρχίζει ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος.
§58Γ. ΜΟΔΗΣ. Ποῖον πάρα κάτω; Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο· ὅτι ἐζητήσατε καὶ ζητεῖτε νὰ κάμετε Κράτος. Καὶ θεωρεῖτε περιτὸν νὰ σκεφθεῖτε κἂν ἂν τὸ Κράτος αὐτὸ θὰ εἶναι βιώσιμον καὶ ποίαν διοίκησιν θὰ ἔχῃ.
§59Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Διατί αὐτὸς ὁ βυζαντινισμὸς τῆς συζητήσεως καὶ δὲν ἐφαρμόζει ἡ Κυβέρνησις τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους; Διότι αὐτὸ εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας. Πρέπει νὰ τοὺς συλλάβητε ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ νὰ τοὺς παραπέμψητε εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§60Ε. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ. Ὅταν ὁ Βενιζέλος ἐπαζάρευε τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, σεῖς ἐχειροκροτούσατε.
§61Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος σᾶς ὁμιλεῖ ὑπηρέτησε μὲ τὸ αἷμά του εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας. Ὅταν οἱ Βούλγαροι ἔσφαζον τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμόν, ἡμεῖς ἐπροτάξαμεν τὰ στήθη μας καὶ ἔρχονται αὐτοὶ νὰ παραδώσουν εἰς τὴν σφαγὴν καὶ τὸν ὄλεθρον τὴν Ἑλληνικωτάτην Μακεδονίαν.
§62Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Τῷ 1923, προκειμένου νὰ φύγῃ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας ἀντιπροσωπεία τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Βουλγαρικὸν Συνέδριον, ἐπὶ Ὑπουργοῦ Ἐσωτερικῶν Παπανδρέου, γνωρίζετε ἂν ὁ κ. Παπανδρέου ἐδήλωσεν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος μέσα εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖόν του, ὅτι προκειμένου νὰ συζητηθῇ....
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπών. Εἶναι ἀπών.
§64Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Διατί λέγετε πράγματα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἕνα ἀπόντα;
§65Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. .... ὅτι προκειμένου νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο τοῦ Βουλγαρικοῦ κόμματος—προτοῦ ἀκόμη κάμῃ ὁ Τσαγκὼφ τὴν ἐπίθεσιν—προκειμένου, λέγω, νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο τὸ ἐθνικὸν ζήτημα εἰς τὰ Βαλκάνια γενικῶς, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσχημον νὰ ὑπεστηρίζετο ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος τῆς Ἑλλάδος ἡ αὐτονόμησις τῆς Ἀνατολικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς Θράκης. (Θόρυβος).
§66Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἶναι τερατῶδες. (Θόρυβος).
§67Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐρωτᾶται ἐπίσης ποῖος εἶναι ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐξεπήδησε πάνοπλος, ὅπως ἡ Ἀθηνᾶ, ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Διότι, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν Μακεδονίαν ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν καὶ Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι καὶ Βούλγαροι καὶ Ἀλβανοὶ καὶ Ἑβραῖοι. Κατὰ ποίαν λοιπὸν χημικὴν συσκευὴν ἐδημιουργήθη εἷς λαὸς ἑνιαῖος, αὐθύπαρκτος, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τόσα ἀνομοιογενῆ στοιχεῖα; Εἶναι δὲ γνωστὸν ὑποθέτω καὶ εἰς τοὺς κυρίους κομμουνιστὰς ὅτι ὁ ἀγὼν μεταξύ των, ἀγὼν ἀλληλοεξοντώσεως ἀριθμεῖ κατὰ χιλιάδας τὰ θύματά του. Καὶ ὁ Μακεδονικὸς αὐτὸς λεγόμενος ἀγὼν διεξήγετο παρὰ τὴν παρουσίαν ξένων Εὐρωπαίων πρακτόρων εἰς Μακεδονίαν καὶ πρὸ παντὸς παρὰ τὴν παρουσίαν 150 χιλιάδων Τουρκικοῦ στρατοῦ. Ὁ ἀντίκτυπος τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ ἐξηκολούθει μέχρις ἐσχάτων, διότι κατὰ τὰ ἔτη 1916, 1917 καὶ 1918, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἀνατολικὴ Μακεδονία εἶχε καταληφθῆ ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, εἴδομεν νὰ ἀπάγωνται ὅμηροι καὶ νὰ ἀποθνήσκουν ὡσὰν μυῖγες οἱ Ἕλληνες ὄχι μόνον τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ καὶ τῆς περιφερείας Μοναστηρίου, εἴτε Ἕλληνες ἦσαν, εἴτε Σέρβοι ὑπήκοοι, τῆς ὁποίας περιφερείας οἱ κάτοικοι δὲν εἶχον κανένα λογαριασμὸν μὲ τοὺς Βουλγάρους, καὶ οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀπήχθησαν, πληρώσαντες τὴν ζωήν των μὲ τὸ αἷμά των. Ἄλλο δὲ χαρακτηριστικὸν ἦτο ὅτι κατὰ τὴν 13ην Ὀκτωβρίου 1917 ἐπὶ τῇ προόψει πάντοτε συνάψεως χωριστῆς εἰρήνης μετὰ τῆς Ρωσσίας, ὁ ἐν Βερολίνῳ Βούλγαρος πρεσβευτὴς ἐτηλεγράφει εἰς τὴν Κυβέρνησίν του νὰ φροντίσῃ νὰ δημιουργήσῃ Βουλγαρικὴν ἀτμόσφαιραν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Καὶ πράγματι τὴν 20ὴν Ὀκτωβρίου 1917 ἐξεδίδετο ὑπὸ τοῦ Βουλγάρου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς νομάρχας λέγουσα σὺν τοῖς ἄλλοις τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως.... κλπ.» Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ· πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσητε ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν ἕνα λαὸν ἑνιαῖον Μακεδονικὸν καὶ ποῦ τὸν ηὕρατε τὸν λαὸν αὐτόν;
§68Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι σᾶς ἔθεσα καλῶς τὰ ζητήματα προχθὲς ἀπαντῶν εἰς τὸ ἐρώτημά σας περὶ συνόρων. Διότι οἱ κομμουνισταὶ ἐξετάζοντες ἓν ἐθνικὸν ζήτημα δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν των καθορισμὸν συνόρων, οὔτε ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς κομμουνιστὰς τοῦτο.
§69Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐφόσον ἐξετάζετε τὴν δημιουργίαν ἑνὸς Κράτους, θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ φέρητε καὶ τὰς ἐκ τούτου συνεπείας καὶ νὰ καθορίσητε καὶ τὰ σύνορα αὐτοῦ.
§70Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Οἱ κομμουνισταὶ ἐξετάζουν τὰ ζητήματα μόνον ἀπὸ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον χθές· δηλαδή, ἐφόσον ὑποβοηθοῦν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καπιταλισμοῦ, μόλις καὶ ἐφόσον ἀναλάβετε ἕνα ἀγῶνα θὰ εἴχατε καὶ τὰς συνεπείας τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ.
§71Α. ΜΕΛΑΣ. Συζητοῦμεν μὲ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ὁδηγίας ἀπὸ τὴν Μόσχαν.
§72Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἄν νομίζητε, κ. συνάδελφε, ὅτι μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ στηρίξητε καὶ θὰ ἀναπτύξητε τὴν ἄποψίν τας, ἀπατᾶσθε.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶσθε Ἕλληνες ἐσεῖς.
§74Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἡ ἑνιαία καὶ ἀνεξάρτητος αὐτὴ Χώρα, βεβαίως οὔτε συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ γίνεται, διότι βεβαίως δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀνεύρῃ κατὰ τίνα τρόπον οἱ Βούλγαροι τοῦ Κουμανόβου, τοῦ Ραζλὸκ καὶ τῆς Τζουμαγιᾶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνεννοηθοῦν μὲ τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Χαλκιδικῆς, κατὰ ποῖον τρόπον ὅλαι αὐταὶ αἱ φυλαὶ τοῦ Ἰσραὴλ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνεννοηθοῦν διὰ μιᾶς ἄλλης γλώσσης τῆς καθαρᾶς καὶ μεταφυσικῆς κομμουνιστικῆς. Ἀλλ’ οἱ κομμουνισταὶ ὠθοῦσι τὸ ἐνδιαφέρον των ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας καὶ ἔτι περαιτέρω. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Θεσσαλονίκῃ διὰ σαλπισμάτων καὶ πανηγύρεων ἐζητοῦσαν τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας, ἐζητοῦσαν ἐπίσης τὴν ἀναστολὴν τῆς διώξεως τῶν μειονοτήτων καὶ τὴν ἐπιστροφὴν εἰς τὰς ἑστίας των ὅλων ἐκείνων, εἴτε Βουλγάρων, εἴτε Τούρκων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς οἱ κεφαλαιοκράται τοὺς ἐξεδιώξαμεν ἀπὸ τὰ ἐδάφη των καὶ τὰς ἑστίας των. Σημειωτέον ὅτι τότε πρὸ ὀλίγου εἶχον ἀναχωρήσει ἐκ Μακεδονίας καὶ 200 χιλιάδες Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἀντικατεστάθησαν δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου προσφύγων. Βεβαίως αἱ 300 αὐταὶ χιλιάδες Τούρκων εἶναι γνωστοὶ Μακεδόνες ἐξ Ἀσίας ἐλθόντες καὶ καταλαβόντες Μακεδονικὰς γαίας. Ἀλλ’ ἐφόσον θὰ ἐπανήρχοντο αἱ 300 αὐταὶ χιλιάδες εἰς τὰς ἑστίας των, τί θὰ ἐγίνετο τὸ ἓν ἐκεῖνο ἑκατομμύριον τῶν προσφύγων;
§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξερχώμεθα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἐπερωτήσεως. Ἡ ἐπερώτησις εἶναι διὰ τὰς σκηνὰς τοῦ συλλαλητηρίου. Ἄν πρόκειται νὰ ἐπεκταθῶμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἑκάστου κόμματος, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Δὲν ὑπάρχει τόση σοβαρότης εἰς τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ ἀπασχολῇ ἐπὶ τόσην ὥραν τὴν Βουλήν.
§76Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ κόμματος. Τὸ θέμα ἐτέθη προχθὲς καὶ δὲν πρέπει νὰ περάσῃ χωρὶς ἀπάντησιν. Ἐννοοῦμεν νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβωμεν κατ’ αὐτῶν. Βεβαίως τὸ ἓν ἑκατομμύριον αὐτὸ τῶν Ἑλλήνων, ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, δὲν ἔχει ἄλλο καταφύγιον ἢ τὴν θάλασσαν ἢ μᾶλλον τὸν βυθόν της. Ὁ κ. Μάξιμος μᾶς κατηγόρησε προχθὲς ὅτι ἐκδιώκοντες ἀπὸ τὰς ἑστίας των τοὺς Βουλγάρους τῆς Μακεδονίας ἐνισχύομεν τὸ κεφαλαιοκρατικὸν καθεστὼς τῆς Βουλγαρίας ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ. Βλέπομεν δὲ εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας καὶ προχθὲς εἰς τὸν Παρισινὸν «Χρόνον» νὰ γίνεται λόγος διαρκῶς περὶ τῶν ἐκ Μακεδονίας εἰς Βουλγαρίαν μεταναστῶν καί προσφύγων, τοὺς ὁποίους ἀναβιβάζουν εἰς 500 καὶ 600 χιλιάδας, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τῆς Ἀνταλλαγῆς ὅλοι οἱ ἐκ Μακεδονίας ἀναχωρήσαντες εἰς Βουλγαρίαν πλησιάζουν τὰς 50 χιλιάδας. Ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτῶν ἦλθον ἐκ Βουλγαρίας 40,000 Ἕλληνες, περὶ τῶν ὁποίων ὅμως κατωρθώσαμεν νὰ μὴ γίνεται κανεὶς λόγος. Ἐπὶ πλέον οἱ ἐντεῦθεν ἀναχωρήσαντες ἦσαν κατὰ τὸ πλεῖστον κολλῆγοι καὶ ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς, οὐδὲ στέγην καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ βάθος δὲν εἶχον γνησίαν Βουλγαρικὴν συνείδησιν, ἐνῷ οἱ ἐκ Βουλγαρίας ἐλθόντες Ἕλληνες ἦσαν Ἕλληνες ἀπὸ καταβολῆς κόσμου καὶ ἀξιόλογοι νοικοκυραῖοι.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θεωρεῖτε ὅτι ἀρκετὰ ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ μὲ τοὺς κομμουνιστάς; Ἔχομεν καὶ ἄλλα ζητήματα, ὥστε νὰ μὴ κατατριβώμεθα διὰ τοὺς κομμουνιστὰς τόσον πολὺ καὶ νὰ δίδωμεν τόσην ἀξίαν.
§78Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἀπεναντίας ἔχει ἀξίαν. Ἂν διαβάσητε, κ. συνάδελφε, θὰ ἴδητε τί ἔγινεν εἰς τὸ Παρίσι.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δίδομεν περισσοτέραν ἀξίαν διὰ τῆς συζητήσεως ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχουσι.
§80Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐγένετο εἰς τὸ Παρίσι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κοροϊδευώμεθα ἡμεῖς. Τὸ φάρμακον τὸ ὁποῖον ἐφεῦρον οἱ κομμουνισταὶ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἐλευθερίας ἐν τῇ Βαλκανικῇ, δὲν εἶναι νέον, δὲν δύνανται νὰ ζητήσουν προνόμιον εὑρεσιτεχνίας δι’ αὐτό, διότι εἶναι φάρμακον τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποίησαν ἀπὸ 40 ἢ 50 ἐτῶν ὅλοι οἱ Βούλγαροι ἐπίσημοι καὶ ἀνεπίσημοι διπλωμάται καὶ κομιτατζῆδες, ἔμποροι καὶ διανοούμενοι καὶ ὅτι τοῦ ἀντιφαρμάκου αὐτοῦ ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον νὰ γίνεται χρῆσις ἢ κατάχρησις καὶ ἄν, κ. συνάδελφε Εὐριπαῖε, διαβάζατε προχθὲς τὸ «Ἔθνος», θὰ ἐβλέπατε τί θόρυβος ἐγένετο ἐν μέσῳ Παρισίων ἀπὸ τοὺς λεγομένους Μακεδόνας φοιτητὰς καὶ ἀπὸ τὰ Μακεδονικὰ Σωματεῖα, τὰ ὁποῖα εἰς τὰς πρωτευούσας τῆς Εὐρώπης διεκτραγῳδοῦν κατὰ τὸ ἴδιον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερε σήμερον ὁ κομμουνισμὸς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφίνωμεν νὰ παρέρχεται ἀπαρατήρητον, τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ Βούλγαροι τῆς Μακεδονίας ὑπὸ τὰς Ἑλληνικὰς πιέσεις.
§81Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν τόσων ξένων οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν ρητῶς εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ὅτι ἡ Μακεδονία εἶναι καθαρῶς Ἑλληνική, λόγῳ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ γίνεται τόση συζήτησις.
§82Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πλέον εἶναι συγκεχωρημένον νὰ διεξάγωνται παρόμοιαι συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς ἡ παροῦσα περὶ αὐτονομήσεως τῆς Μακεδονίας καί Θράκης. Συζητοῦντες τοιοῦτον ζήτημα, εἶναι ὡσὰν νὰ ἀναγνωρίζωμεν ὅτι ἐκκρεμεῖ εἰσέτι τοῦτο, ἐνῷ πλέον διεθνῶς ἀνεγνωρίσθη ὅτι ζήτημα Μακεδονίας καὶ Θράκης δὲν ὑφίσταται εὐτυχῶς ἀπὸ πολλοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀνεκκλήτως λελυμένον. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργῇ κατὰ τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, ὁσάκις λόγῳ ἢ ἔργῳ συζητεῖ περὶ ζητήματος αὐτονομήσεως, εἶναι νὰ διατάσσῃ τὴν ποινικὴν αὐτῶν δίωξιν καὶ αὐστηρὰν τιμωρίαν των. Ἀλλ’ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι ὅλως πλέον ἀσύμφορον ἀλλὰ καὶ ἀπρεπὲς νὰ ἐπαναληφθῇ τοῦ λοιποῦ παρομοία συζήτησις.
§83Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἐκκρεμὲς κανὲν ζήτημα, ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται ἓν κόμμα λεγόμενον Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὴν ῥῖνα ὡς σύνθημά του αὐτό, δὲν δύναται νὰ περάσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἀπαρατήρητος.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι ὅμως νὰ συζητῶμεν καὶ ζητήματα ὑψίστης σημασίας μὴ ὑπάρχοντα.
§85Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἕν κόμμα ὅμως Ἑλληνικὸν ἐν ἀγαστῇ συμπνοίᾳ μεθ’ ὅλων τῶν Βουλγάρων ὅλων τῶν ἀποχρώσεων ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ ὑποδαυλίζῃ καὶ νὰ τὸ δημιουργῇ.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ διωχθῇ ἁπλούστατα.
§87Γ. ΜΟΔΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλομεν καὶ ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν. Νὰ ληφθοῦν μέτρα ἀμύνης.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα εἶναι λελυμένον.
§89Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὁρίστε λοιπόν, λάβετε τὰ μέτρα.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ διωχθοῦν αὐτοὶ οἱ κύριοι καὶ νὰ μὴ θίγουν ζητήματα Μακεδονίας. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
§91Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι οἱ κομμουνισταὶ θὰ ἦσαν συνεπεῖς πρὸς τὸν ἑαυτόν των, ἂν περιωρίζοντο καὶ παρέμενον εἰς τὴν ἰδέαν ἁπλῶς τῆς αὐτοδιοικήσεως ἢ αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν. Ἂν οἱ κάτοικοι τῆς Μακεδονίας ἦσαν ξένοι, θὰ εἶχον δικαίωμα ἀπόλυτον νὰ αὐτοδιοικηθῶσι, νὰ αὐτονομηθῶσι, νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν καὶ θὰ ἦσαν ἴσως ἐν τάξει ὑποστηρίζοντες αὐτούς. Ἀλλὰ θέλοντες σήμερον καὶ μὲ ὕφος 100 Τσάρων καὶ Ναπολεόντων διὰ μαχαίρας νὰ χωρίσωσι τμήματα κατοικούμενα ἀπὸ συμπαγεῖς ὁμαίμονας πληθυσμοὺς καὶ τὰ ὁποῖα ὑποχρεώνουν εἰς ἐπιγαμίαν βιαίαν μὲ ἄλλα τμήματα, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν κανένα σύνδεσμον, παραβιάζουν θεμελιώδεις σοσιαλιστικὰς ἀρχάς. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ ἔγκλημα τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξηγήθη μέχρι σήμερον. Προχθὲς ὁ κ. Μάξιμος μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα ἠναγκάσθη ἢ μᾶλλον ἀπεδέχθη τὸ σύνθημα τοῦ ἀγῶνος τούτου διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ Μακεδονίζοντα στοιχεῖα τῆς Βουλγαρίας, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ κυριώτερον βάθρον διὰ τὴν σημερινὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν. Ὑποθέτω καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀναπλάσσῃ τὰ πάντα, ἀφοῦ ἀνέτρεψε τὰ πάντα, πῶς ἐδέχθη νὰ χρησιμοποιήσῃ μέσα τὰ ὁποῖα ἁπλῶς καὶ μόνον ὁ σκοπὸς ἁγιάζει, ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὸ ἐρωτήσω ἂν αὐταὶ αἱ στρατιαὶ τῶν κομιτατζήδων, τῶν ὁποίων τὴν συμμαχίαν ἐπεδίωξε καὶ τὰς ὁποίας κατηγόρησεν ὅτι ἔσφαξαν 20 χιλιάδας κομμουνιστῶν καὶ ἐργατῶν ἐν μέσῃ Βουλγαρία, τί θὰ μᾶς ἔκαμαν καὶ ποῖος ἀπὸ τοὺς φύλακας αὐτοὺς θὰ μὲ ἐφύλαττεν, ἂν αἱ ἐνέργειαί του καὶ ἡ ἐκστρατεία του ἤθελεν ἐπιτύχει; Ἐλέχθησαν, κύριοι, πολλά, κατηγγέλθησαν πολλά, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν διεπράχθη ἔγκλημα μεγαλύτερον ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ κομμουνισμός. Ἐφόσον ὁ κομμουνισμὸς ἐπρόδωσεν αὐτὰς τὰς σοσιαλιστικὰς ἀρχὰς περὶ αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν, ἐφόσον τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ὄργανον συμφερόντων καὶ ὅτι, κατ’ ἰδίαν ὁμολογίαν, χάριν ξένων συμφερόντων δύναται νὰ θέσῃ ἐν κινδύνῳ τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Κράτους, δυνάμεθα, δικαιούμεθα ἢ μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ἐναντίον αὐτοῦ τὰ αὐστηρότερα τῶν μέτρων, τῶν ὁποίων τὸ παράδειγμα ἄλλως τε μᾶς ἔδωκαν γειτονικὰ Κράτη.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§93Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ βλέπω τὴν Βουλὴν κουρασμένην, δὲν θὰ εἴπω ὅσα ἐσκόπευα. Θέλω μόνον νὰ τονίσω ἓν σημεῖον. Ἐπειδὴ ὑπάρχει τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἀντιπροσωπεύεται ὁ νομὸς Φλωρίνης καὶ ὑφ’ ἑνὸς κομμουνιστοῦ βουλευτοῦ, θὰ ἤθελον νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὡς συνέπεια τῆς ὑπάρξεως ἔστω καὶ ὀλίγων κομμουνιστῶν εἰς τὸν νομὸν Φλωρίνης καὶ μάλιστα αὐτονομιστῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κυριακόπουλος ἐξελέγη διὰ 1200 ψήφων. Συντελεστὴς ἦτο ὁ ἀριθμὸς 2.200, ἑπομένως ἐπῆρε μόλις τὸ ἥμισυ τοῦ συντελεστοῦ. Ὁ ὅλος δὲ ἀριθμὸς τῶν ψηφισάντων εἰς τὸν νομὸν Φλωρίνης ἦτο 17.000, ἑπομένως οὐδὲ τὸ ⅒ τῶν ψήφων ἐπῆρε τὸ κομμουνιστικὸν ψηφοδέλτιον. Ὁ κ. Κυριακόπουλος κατάγεται ἐκ τοῦ χωρίου Πισωδερίου, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς, καθὼς καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, προσήνεγκεν εἰς τὸ παρελθὸν σημαντικὰς ἐθνικὰς ὑπηρεσίας κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα εἶναι δὲ ὁ ἴδιος συμπαθὴς εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἐξυπηρετεῖ αὐτούς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐψηφίσθη ὑπὸ ὡρισμένων χωρίων, τὰ ὁποῖα ἔχουν καθαρῶς ἀγροτικὸν πληθυσμόν. Καθὼς δὲ γνωρίζετε, ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Θράκη ἔχουν συνείδησιν ἀγροτικήν. Ὁ νομὸς Φλωρίνης μάλιστα εἶναι καθαρῶς γεωργικὸς κὶα δὲν ἔχει καθόλου βιομηχανίαν. Τὸ κομμουνιστικὸν ὅμως κόμμα ἐνεφανίσθη κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς μὲ τὸν τίτλον «Ἑνιαῖον μέτωπον ἐργατῶν, ἀγροτῶν καὶ προσφύγων» καὶ τοιουτοτρόπως παρεσύρθησαν οἱ 1200 αὐτοὶ ἁπλοϊκοὶ χωρικοὶ καὶ ἐψήφισαν τοὺς κομμουνιστὰς ὡς ἀγροτικούς. Αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις ἤθελον νὰ δώσω διὰ νὰ μὴ παρερμηνευθῇ ἡ παρουσία ἐδῶ ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ νομοῦ Φλωρίνης ἑνὸς κομμουνιστοῦ καὶ νομισθῇ ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖ ἀληθὴς κομμουνιστικὴ καὶ μάλιστα αὐτονομιστικὴ κίνησις.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναλογικῆς.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§96Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις, διὰ τῆς ὁποίας ἀναζητοῦνται εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ γεγονότα τῆς 9ης Μαρτίου, εἰσήχθη διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας.
§97Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Συνεχωνεύθη καὶ ἄλλη.
§98Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συνεχωνεύθη καὶ ἄλλη, προσθέτει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω τὰ κατὰ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπεργίαν. Εἶναι μοιραῖον αἱ Κυβερνήσεις νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην τῶν ἀπεργιῶν καὶ ὅταν δὲν ἔχωσι λάβει τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς τὰς ἀπεργίας, διότι πάντοτε ὑπάρχει ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ προλαμβάνειν. Δὲν ἔχω λόγους νὰ θαυμάσω τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὅσα ἐνήργησε διὰ νὰ προλάβῃ τὴν ἀπεργίαν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως πρὸς πρόληψιν τῆς ἀπεργίας δύναται νὰ ἀποτελέσῃ κεφάλαιον κατηγορίας. Εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν ἔλεγχον προέχει τὸ παρεμπεσὸν ζήτημα, τὸ ὅτι ἀπεδόθη ἡ ἐκτράχυνσις τῆς ἀπεργίας καὶ αἱ κατ’ αὐτὴν σκηναὶ εἰς τοὺς κομμουνιστάς. Οἱ συνάδελφοι τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος διεμαρτυρήθησαν, διότι ἀπεδόθη εἰς τὸν κομμουνισμὸν τοιαύτη τις ἐνέργεια. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἀληθῶς αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπαίτιοι τῶν σκηνῶν, ἀλλ’ ἠναγκάσθην ἕνεκα τῆς ἀποδοθείσης εἰς τὸν κομμουνισμὸν αἰτιάσεως νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν. Ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν προέκυψε τοῦτο: ὅτι οἱ κομμουνισταὶ συνάδελφοι εἶχον πλῆρες τὸ θάρρος νὰ διακηρύξωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς προγραμματικάς των ἀρχὰς καὶ νὰ δηλώσωσι τί ἐπιζητοῦν διὰ τοῦ κομμουνισμοῦ. Ὁ κ. Μάξιμος ἐδήλωσε ταῦτα, κατὰ τὰ πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἔργον τοῦ κομμουνισμοῦ συνίσταται εἰς τὸ νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἐργατῶν τὴν ἐκτὸς αὐτῶν ὑπάρχουσαν πραγματικότητα καὶ εἶναι ὑπὲρ τῆς βιαίας μεταβολῆς τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος». Καὶ προσθέτει ὁ κ. Μάξιμος (ἀναγινώσκει): «.... καὶ τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, ὅπως κάθε κόμμα δικαιοῦται νὰ προπαγανδίζῃ ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν του καὶ οὐδεμία διάταξις ἠμπορεῖ νὰ τὸ δεσμεύσῃ». Σαφῶς διακηρήττει ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος.
§99Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§100Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἀναγινώσκω ἔγγραφα. Δὲν συζητῶ μαζί σας. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ διατί τὸ κάμνω αὐτό. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω μαζί σας, διότι προχθές, ὅταν ἠγορεύετε, σᾶς παρεκάλεσα νὰ μοὶ δώσητε τὸ καταστατικὸν τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ δὲν μοί ἠξιώσατε οὐδὲ ἀπαντήσεως. Ἐγὼ δὲν ἀνέμενον τὴν ἀπάντησιν.
§101Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν σᾶς ἤκουσα. Δὲν ἐπρόσεξα ἴσως.
§102Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐλπίζουν μάλιστα νὰ σᾶς προσηλυτίσουν. (Ἰλαρότης).
§103Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὁμιλήσω δι’ ὀλίγων. Μὴ μὲ ὠθεῖτε εἰς μακρηγορίαν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Ἐδήλωσαν λοιπὸν ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτῶν εἶναι νὰ ἀνατρέψωσι τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς διὰ βιαίων μέσων, θὰ τὰ μετέλθωσι δὲ τότε, ὅταν ἐκεῖνοι κρίνωσι τὴν περίστασιν κατάλληλον, ὅταν ἡ περίπτωσις τοῖς δοθῇ.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (κομμουνιστής). Ὅταν λάβωμεν τὴν πλειονοψηφίαν.
§105Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τότε δὲν χρειάζονται βίαια μέσα.
§106Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ κατηγορήθησαν ὅτι οὐχὶ μόνον τὸ κοινωνικὸν καθεστώς, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους ὑπονομεύουν. Καὶ τὸ ἐδέχθη ὁ κ. Μάξιμος. Ἐδέχθη διὰ περιστροφῶν ὅτι ἡ κατηγορία περὶ ὑπονομεύσεως τοῦ Κράτους εἶναι ἀκριβής, διότι, εἶπεν, ὅταν τῷ ἀπεδόθη ἡ κατηγορία ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ καὶ κοινωνιολόγου — ἂν μετεχειρίσθην καὶ τὴν ἰδιότητα ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν μετεχειρίσθην διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον σοβαρὰ εἶναι ἡ κατηγορία ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν κομμουνισμόν, διότι ὑπάρχουν μερικὰ σημεῖα κοινωνιολογικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν κάποιαν μακρυνὴν συγγένειαν μὲ τὰς κομμουνιστικὰς ἰδέας. Ἂν ἡ κατηγορία αὕτη προήρχετο ἐκ μέρους μου, θὰ ἦτο ὀλιγώτερον πιστευτὴ παρὰ ὅσον εἶναι ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶναι πλειότερον ἐμοῦ καὶ πλειότερον παντὸς ἄλλου γνώστης τῆς καταστάσεως. Δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ θίξω τὸν κ. Ὑπουργόν. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα.... κλπ.» Νομίζετε μικρὰν τὴν κατηγορίαν ταύτην; Ἐγὼ τὴν νομίζω μεγίστην. Εἶναι κατηγορία ἐσχάτης προδοσίας.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Μάξιμος σχετικῶς εἶπε τάδε διὰ νὰ ἀποφύγω δὲ τὰς συνήθεις διαψεύσεις, ἠναγκάσθην νὰ ἔχω τὰ πρακτικὰ εἰς χεῖράς μου (ἀναγινώσκει): «Γὸ Μακεδονικὸν ζήτημα.... κλπ.» Καὶ δηλοῖ κατωτέρω ὅτι οὐδεὶς κομμουνιστὴς δύναται νὰ εἶναι ἐθνικόφρων καὶ τοῦτο τὸ λέγει κατὰ λέξιν (ἀναγινώσκει). Εἶναι φυσικὸν καὶ δύναται νὰ τὸ εἴπῃ. Ἤθελον νὰ σᾶς ἐξηγήσω πάντα ταῦτα διὰ νὰ ἀνεύρω ἂν ὑπῆρχε σχέσις τις τῶν σκηνῶν περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν μὲ τὸν κομμουνισμόν. Ἐζήτησα προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον τὸ καταστατικόν, δυστυχῶς δὲν μὲ ἤκουσεν, ὄχι κυρίως διότι τὸ ἤθελα νὰ τὸ ἀναγνώσω, ἀλλὰ κυρίως διότι ἤθελον νὰ δώσω κῦρος εἰς ἓν ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω καὶ νὰ προφυλαχθῶ ἀπὸ πάσης ἀντιρρήσεως, ὅτι τὸ ἰδικόν μου κείμενον δὲν εἶναι ἀκριβές. Λέγει λοιπὸν τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ καταστατικοῦ τὸ ὁποῖον εἶχον σημειώσει ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἀρχικῶς ψηφισθέν, ἀλλὰ τροποποιηθὲν εἰς τὸ δεύτερον Συνέδριον τῆς Γʹ Διεθνοῦς τὴν 5–25 Ἰουλίου 1920. Εἶναι ἡ μετάφρασις εἰς γλῶσσαν τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν ἠκούσαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔννοια .... κλπ.» Αὐτὸ δὲν συνεζητεῖτο ἂν εἶναι ὀρθὸν ἢ μή. Λέγεται ὅτι οὕτως ἔχει. Ἀποδέχομαι αὐτὴν τὴν ἀναγνώρισιν, ὅταν τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἔχομεν δὲ ὡς ἐξήγησιν τοῦ σκοποῦ τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ ἐκπροσωποῦντος ἐνταῦθα τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα κ. Μαξίμου, ἔχομεν νομίζω ὁλόκληρον τὴν εἰκόνα τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὸ Κράτος καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν ἐν λεπτομερείᾳ νὰ ἀνεύρωμεν εἰς ποῖα σημεῖα εὐθύνεται διὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ὁ κομμουνισμός. Θὰ ἦτο συνεπὴς ὁ κομμουνισμὸς πρὸς τὸ πρόγραμμα καὶ τὰς ἀρχάς του, ἂν τῷ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ ἀναμιχθῇ εἰς ζητήματα τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἐξεγείρωσι τὸν κόσμον κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ μόνον κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἀρνεῖται τοῦτο. Διατὶ τὸ ἀποδίδω εἰς τὸν κομμουνισμὸν ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ δὲν τὸ ἀποδίδω εἰς ἄλλον τινὰ μὴ κομμουνιστήν; Πρωτύτερα ἄλλος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος κατῆλθε τοῦ βήματος καὶ ὁ ὁποῖος τὸν διέκοψε καὶ τὸν ἠρώτησεν «ἂν κάποιος ἐζήτησε τὴν αὐτονόμησιν τῆς Δυτικῆς Θράκης....
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται ἰδιαιτέρως, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος.
§110Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν κατηγορῶ κανένα. Καὶ ἂν ἠδύνατο εἷς Ὑπουργὸς νὰ αὐτονομήσῃ τὴν Δυτικὴν Θράκην, νὰ τὴν ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν Τουρκίαν καὶ μετὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ τὴν αὐτοδιοικήσῃ αὐτονομιακῶς, τί μὲ τοῦτο;
§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ ἐγὼ τότε εἰς δημοσίαν συνάθροισιν ὡμίλησα περὶ αὐτονομίας τῆς Δυτικῆς Θράκης. Τὴν ἐπεδιώκαμεν νὰ μείνῃ αὐτόνομος.
§112Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βλέπετε ὅτι, καίτοι χωριζόμεθα κομματικῶς, εἰς τὰ ζητήματα ὅμως αὐτὰ εἴμεθα σύμφωνοι. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ ἡμῶν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠκούσατε ἀπὸ τὰς δηλώσεις καὶ ἀπὸ τὸ καταστατικόν. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους καὶ ἂν εὑρισκώμεθα μεταξύ μας εἰς διαφωνίαν, οἱ μὲν θέλομεν δημοκρατίαν, οἱ δὲ βασιλευομένην δημοκρατίαν, πάντες ὅμως θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἀγωνιζόμεθα ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους περὶ τοῦ καλυτέρου τρόπου τῆς διοικήσεως καὶ συντηρήσεως αὐτοῦ. Ὁ κομμουνισμὸς δὲν θέλει τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ θέλει τὴν ἐπέκτασιν τῆς Σοβιετικῆς δημοκρατίας.
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τῆς ἀναρχίας.
§114Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θέλει τὸ κοινωνικὸν καθεστώς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱδρύεται τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν. Θέλει νὰ ἀνατρέψῃ τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς διὰ νὰ ἀνατραπῇ σὺν αὐτῷ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων. Καὶ ἐμφανίζονται μὲ ὅλον τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προπαγανδίζουν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν τὸ πρόγραμμα αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ διακηρύξουν ὅτι οὐδεμία διάταξις δύναται νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ εἰς τοῦτο. Καὶ τί νομίζετε ἔδωσε τὸ θάρρος εἰς τὸν κομμουνισμὸν νὰ διακηρύττῃ ὅσα τοιαῦτα διακηρύττει; Ἡ ἀνοχὴ τοῦ Κράτους.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§116Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν τὸ ὅλον τῆς εὐθύνης καὶ διὰ τοῦτο δὲν λέγω τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡμεῖς ὡς πεπολιτισμένοι ἄνθρωποι, ποὺ εἴθε νὰ μὴ εἴχομεν ποτὲ τοιοῦτον πολιτισμόν, σεβόμεθα τὰς γνώμας καὶ ἀκούομεν μοιρολατρικῶς ἀπαγγελλομένας τὰς ἀπειλὰς περὶ ἀνατροπῆς καθεστῶτος, διὰ τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἐδῶ λαμβάνοντες ἀπὸ τὸν λαὸν ἐντολὴν νὰ συντηρήσωμεν τὸ Κράτος καὶ νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ εὐημερίας τοῦ λαοῦ καὶ ὑπὲρ αὐξήσεως τοῦ Κράτους, ἂν μᾶς δοθῇ εὐκαιρία.
§117Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν.
§118Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πάντως νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους.
§119Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Διὰ νὰ ἐπαναφέρητε τὸν Γλύξμπουργ.
§120Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ναὶ τὸν Γλύξμπουργ, ὁ ὁποῖος ἦτο πατριώτης ὅπως ὁ κ. Κουντουριώτης εἶναι πατριώτης, σὺ δὲ δὲν εἶσαι πατριώτης. (Χειροκροτήματα). Δὲν δύναται νὰ λέγεται Ἕλλην ὁ θέλων νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἂν συμβῇ νὰ εἶναι Ἕλλην τὴν ἐθνικότητα, εἶναι τοῦτο ξένον πρὸς τὴν θέλησίν του, τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ τὴν ἀπέδωσεν ἡ φύσις καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἀποβάλῃ. Ἕλλην, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος, μέλους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δὲν δύναται νὰ λέγεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ τοῦ φανεροῦ καὶ ἀπὸ τοῦ κρυπτοῦ ἀγωνίζεται νὰ ἀνατρέψῃ τὸ Κράτος. Ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν τὰ δικαιώματα εἰς τὸν κομμουνισμὸν καὶ ἀκόμη ἔχομεν τὴν ἀκατανόμαστον ἀφέλειαν νὰ συζητῶμεν μετὰ τῶν κομμουνιστῶν περὶ τῆς τύχης τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ζητοῦν νὰ ἀνατρέψουν καὶ ἡμεῖς νὰ συντηρήσωμεν καὶ ἐν τούτοις συζητοῦμεν μὲ αὐτούς. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὡς εἴμεθα, μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅτι δὲν παρουσιάζομεν θέαμα πατριωτῶν ὀρθοφρονούντων ὅταν συζητῶμεν περὶ τῆς τύχης τῆς Πατρίδος μὲ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐδῶ καὶ τὰ ὁποῖα λέγουσι σαφῶς καὶ καθαρῶς ὅτι δὲν θέλουσι αὐτὴν τὴν Πατρίδα. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸν ἐχθρὸν νὰ συζητήσωμεν. Ἐγὼ εὑρίσκω τὸν κομμουνισμὸν μᾶλλον ἐπικίνδυνον ἐχθρὸν ἀπὸ τὸν ἐξωτερικὸν ἐχθρὸν, διότι εἶναι δυσκολώτερον νὰ ἀμυνθῇ τις διὰ τὸν ἐσωτερικὸν παρὰ διὰ τὸν ἐξωτερικὸν ἐχθρόν. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ. Ἠθέλησα νὰ δώσω καὶ ἐγὼ κάτι τι τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ κομμουνισμοῦ καὶ δὲν καταλήγω εἰς πρότασίν τινα διὰ νὰ μὴ νομισθῶ ὅτι θέλω νὰ ἐπιρρίψω μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διότι δὲν ἔλαβε μέτρα. Νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὴν ὁμόθυμον γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν παρακαλέσω, ὄχι ἀξιώσω, νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρα κατὰ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία παραλύει τὴν ὅλην κυβερνητικὴν καὶ πολιτικὴν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους ἐργασίαν. (Χειροκροτήματα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κατσάνος ἔχει τὸν λόγον.
§122Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο, οὐδὲ γνωρίζω κἂν τὸν ἀξιωματικὸν περὶ οὗ πρόκειται οὔτε ἐξ ὄψεως. Γνωρίζω μόνον ἓν πρᾶγμα, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἰς ἓν Κράτος νὰ ἔχωμεν τόσα Κράτη ὅσαι εἶναι αἱ διάφοροι τάξεις. Ἂν ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ἀνεκτὴ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τότε βεβαίως ἡ ὕπαρξις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως περιττεύουν. Νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον πάντες οἱ εὑρισκόμενοι ἐνταῦθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῶν ῥοπῶν αὐτῶν τῶν διαφόρων τάξεων, ποιούμενοι χρῆσιν ἐκείνων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι μᾶς δίδουν. Ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι ἑκάστη τάξις ἔχει τὰ νόμιμα μέσα νὰ διακηρύξῃ τὰς ἀξιώσεις της διὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ὑποβάλλουσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αἰτήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ ἂν ταῦτα ἤθελον κριθῆ ἱκανοποιητικά, νὰ ἱκανοποιηθοῦν καὶ ὄχι νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν γνώμην των καὶ τὰ συμφέροντά των διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κριθοῦν ἀποκλειστικῶς βίαια. Καὶ ὄχι μόνον νὰ κριθῶσι βίαια, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ καταστρέφουν καὶ τὸν Προϋπολογισμόν, περὶ τοῦ ὁποίου τόσος λόγος ἐγένετο παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπορῶ πῶς ἔγινε τόσον εὐρεῖα συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε εἶδον, διέταξεν ἢ δὲν διέταξε πῦρ. Διότι γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ὅπερ ὑποβάλλω ἐγὼ πρὸς τὴν Βουλήν· ἄν ἤθελον οἱ διαδηλωταὶ νὰ ἀφαιρέσουν τὰ ὅπλα τοῦ Στρατοῦ καὶ νὰ καταλάβουν τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου; Τότε βεβαίως θὰ ἤθελε κριθῆ ἀνεπαρκὴς καὶ ἀνάξιος νὰ φέρῃ τὴν βαθμίδα τὴν ὁποίαν κατέχει, ἡ δὲ δημοσία δύναμις ἤθελε κριθῆ ἀνεπαρκὴς καὶ ὁ κομμουνισμὸς ἤθελεν ἀναθαρρήσει ἵνα ἐπαναλάβῃ τὰς τοιαύτας καταλήψεις, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡσυχίας. Ταῦτα ἤθελον νὰ συστήσω καὶ οὐδὲν πλέον.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§124Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ ἦτο, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐσχάτη κατάπτωσις καὶ ἡ ἐσχάτη καταισχύνη διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον τὴν τρίτην ἤδη συνεδρίασιν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἀπασχολεῖ. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἵνα διαφωτισθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τίνος πρόκειται ὅταν εἰς τὰ διάφορα καταγώγια ἀκούῃ κομμουνιστικὰς θεωρίας, ἀκούῃ κομμουνισμὸν χωρὶς νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος ἀκριβῶς πρόκειται. Τῷ παρουσιάζουν τὴν εἰκόνα ἑνὸς ἀορίστου μέλλοντος, τῷ θίγουν τὰ ἔνστικτα τῆς ἰδιοτελείας καὶ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος καὶ παρασύρουν τὰς μάζας αὐτὰς πλησίον του. Θὰ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ πρὸ μηνὸς καὶ πλέον ὅτι εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἦτο καλὴ εὐκαιρία νὰ ἐμφανισθοῦν ἐκπρόσωποι τοῦ συστήματος τούτου ἐν τῇ Βουλῇ διὰ νὰ ἀναπτύξουν τὰς γνώμας των, «νὰ ἀντιμαλώσωμεν», μάλιστα μετεχειρίσθην αὐτὴν τὴν φράσιν διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας εἰς τὰ διάφορα καπνοκοπτήρια ἀναπτύσσουν, ἠμποροῦν νὰ σταθοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Καὶ ἤκουσα πρὸ ἑβδομάδος τὴν βραχνὴν φωνὴν τοῦ κομμουνισμοῦ ἀπολογουμένην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τρεῖς συναπτὰς δεκαετηρίδας ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τῶν ποινικῶν δικαστηρίων οὐδέποτε ἤκουσα κατηγορούμενον τόσον ἀφελῶς ἀπολογηθέντα διὰ τὰς κατηγορίας αἱ ὁποῖαι τῷ ἀπεδίδοντο, ὅσον ὁ ἀπολογηθεὶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κομμουνισμός. Ἐνόμισαν ὅτι παρουσίαζον κάτι τι νέον, κάτι τι καινοφανές, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς περιέπλεκε. Ἀλλ’ ὁ κομμουνισμός, κύριοι—καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ μίαν παρέκβασιν ἱστορικήν—δὲν εἶναι νέον πρᾶγμα. Ὁ κομμουνισμὸς περιέχει κοινὰς καὶ τετριμμένας θεωρίας μυριάκις ἐπαναληφθείσας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Πλάτωνος. Ὁ Πλάτων ἦτο ὁ πρῶτος κομμουνιστής. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, κύριοι, ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία εὑρίσκετο ἴσως εἰς μίαν παρεμφερῆ κατάστασιν τῆς σημερινῆς. Ἰδοὺ τί ἀναφέρει ἱστορικὸς συγγραφεὺς (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον.... κλπ.» Ἀλλά, κύριοι, ὅταν μία θεωρία δὲν περιέχει ἐν ἑαυτῇ τὰ σπέρματα τῆς βασιμότητος καὶ τὰς ἐλευθερίας, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ διατηρηθῇ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ μάθῃ περὶ τίνος πρόκειται καὶ τότε νὰ ἀποφύγῃ αὐτοὺς τοὺς λαοπλάνους, αὐτοὺς τοὺς δημαγωγούς, οἱ ὁποῖοι, ὅπως λέγει καὶ ἄλλος συγγραφεύς, εἶναι μία ὡραία ἐπιχείρησις, εἶναι τοκισμὸς χρημάτων. Τὸν ἐφεῦρον ὡς ἐμπορίαν τὸν κομμουνισμὸν καὶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς βάρος αὐτῶν τῶν ἀνοήτων, τοὺς ὁποίους παρασύρουν ἀπὸ τὰ διάφορα καπνοκοπτήρια καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα κέντρα. Ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ μία θεωρία, ἡ ὁποία ἀναπτυχθεῖσα πρὸ αἰώνων δὲν κατώρθωσε νὰ σταθῇ; Ὁ θεσμὸς τοῦ γάμου διετηρήθη καὶ δὲν ἐκλονίσθη. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι θεσμοὶ οἱ ὁποῖοι διετηρήθησαν διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ὁ κομμουνισμὸς δὲν διετηρήθη. Παρῆλθον, κύριοι, ἔτη πολλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ γνωρίζετε τὴν οὐτοπίαν τοῦ Θωμᾶ Μόρου. Ἔχομεν κατόπιν καὶ τὸν Καμπανέλιαν, ἔχομεν καὶ τὸν Ριχάρδον Ἔβιλ, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε μίαν ἰδικήν του θεωρίαν καὶ εἰς τὸ τέλος τὸν ἐπῆραν—Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν ἔκφρασιν—μὲ τὶς καρπαζιές. Αὐτὸς ἐν τούτοις ἐπέμενε πάλιν εἰς τὰ ἴδια καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἠγόρευεν εἰς τὰ πλήθη, τὰ ὁποῖα ᾐτιᾶτο ὅτι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ τὸν ἀκούσουν. Κατόπιν ἀπὸ τοὺς διαφόρους αὐτοὺς κοινωνιολόγους ἐρχόμεθα εἰς τοὺς νεωτέρους χρόνους καὶ ἔχομεν τὸν Σαὶντ Σιμόν, ἔχομεν τὸν περίφημον Λουΐ Μπλάν, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε, κατὰ νόμιμα Ὑπουργός, νὰ ἐφαρμόσῃ κομμουνιστικὰς θεωρίας καὶ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ προκληθῇ μέγας ἀναβρασμὸς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν θεωριῶν αὐτῶν. Ἐφηρμόσθησαν, κύριοι, αἱ θεωρίαι αὐταὶ καὶ ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ἀποστόλους τοῦ κομμουνισμοῦ, τοὺς ὁποίους θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποστείλωμεν εἰς μίαν ἐρημόνησον τοῦ Αἰγαίου διὰ νὰ ἐφαρμόσουν τὰς θεωρίας των. Κατόπιν ἀπὸ αὐτούς, κύριοι, παρουσιάσθησαν κατὰ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος αἰῶνος οἱ δύο Γερμανοεβραῖοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεκλήθησαν μεγαλοφυεῖς ἀγύρται, ὁ Κάρολος Μπάχτων καὶ ὁ Φερδινάνδος Βάσελ. Εἰς τὴν Γερμανίαν εἰσήγαγον τὰς κομμουνιστικὰς θεωρίας εἰς Ράκ, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα τοῦ Μπλάν. Κατὰ τὰ μέσα ὅμως τοῦ 19ου αἰῶνος ἦταν ὁ Κάρολος Μὰρξ καὶ ὁ Βάσελ. Περὶ αὐτῶν εἷς συγγραφεὺς λέγει (ἀναγινώσκει). Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμα, κύριοι. Ὁ Κάρολος ὁ σύγχρονος, ὁ πασίγνωστος Κάρολος, λέγει τοῦτο: ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ κομμουνισμοῦ εἶναι διδασκαλία κριτικὴ καὶ ἠκούσατε τὸν ἀπολογητὴν τοῦ κομμουνισμοῦ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠθελήσαμεν νὰ μάθωμεν ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦ κομμουνισμοῦ, διότι ἂν περιέχῃ ὀρθὰς ἀρχάς, νὰ τὰς ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς. Βεβαίως ἓν καλὸν πρᾶγμα πρέπει κανεὶς νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ. Καὶ ἠκούσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου κομμουνισμοῦ, ἠκούσαμεν περὶ καταργήσεως τῆς ἰδιοκτησίας, δηλαδὴ περὶ καταργήσεως τῆς ἀτομικῆς δραστηριότητος τοῦ ἀτόμου, περὶ καταργήσεως τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ἑδράζεται ἐπὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἐμφύτου δικαιώματος τοῦ ἀνθρώπου, ἀκαταλύτου δικαιώματος. Νὰ ἀγωνίζωμαι ἐγὼ νὰ ἀποκτήσω κάτι τι καὶ ἐσὺ νὰ ἔρχεσαι νὰ μοῦ λέγῃς νὰ τὸ μοιρασθῶμεν. Νὰ ἐργάζωμαι ἐγὼ διὰ νὰ διασκεδάζῃς ἐσύ.
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ λέγουν οἱ κομμουνισταί.
§126Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Αὐτὰ λέγουν. Ἠκούσατε λοιπὸν κατάργησιν τῆς ἰδιοκτησίας, κατάργησιν τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ θέσις; Εὑρίσκω ἀπὸ τὸν πατέρα μου ἕνα σπίτι μικρὸν καὶ δὲν ἔχω τὰ μέσα νὰ κάμω καλύτερον. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχω δὲν μοὶ ἀρέσει. Ἔχω μίαν ἄλλην κοινωνικὴν θέσιν. Ἔχω τὴν ἀφροσύνην νὰ τὸ πωλήσω, χωρὶς νὰ ὑπολογίσω ἂν ἔχω νὰ κτίσω ἄλλο. Καταστροφὴ εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν καταστροφὴν τί θὰ γίνῃ; Δὲν μᾶς τὸ λέγουν. Ἠκούσατε σεῖς πρόγραμμα θετικόν; Ὄχι. Νὰ ἀνατρέψουν τὸ ὑφιστάμενον κοινωνικὸν καθεστώς, νὰ κάμουν ποῖον καθεστώς; Ἐδῶ εἶναι ἡ προγραμματικὴ ἀξία ἑνὸς κόμματος. Θέλει νὰ φέρῃ τὴν ἰσότητα εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὴ ἡ συμμορία, διότι εἶναι συμμορία ὁ κομμουνισμός, κύριοι, ὄχι κόμμα πολιτικόν, ὅπως τινὲς τῶν κ. κ. συναδέλφων εὐκολόπιστα ἠθέλησαν νὰ τὸ χαρακτηρίσουν. Εἶναι μία παραπλάνησις διαφόρων ἀγραμμάτων ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους παρασύρουν μερικοὶ ἐπιτήδειοι, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, εὗρον τὸν κομμουνισμὸν ὡς ἐμπορικὴν ἐπιχείρησιν. Ἀπὸ τοῦ 1910, ὡς ἂν εἶχον τὸ προαίσθημα, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτύπησα ἀπὸ πεποιθήσεως τὰ τότε ἀποπειρώμενα νὰ δημιουργηθοῦν ἀγροτικὰ ζητήματα ἐν Ἑλλάδι καὶ οἱ παλαιότεροι τῶν κ. κ. συναδέλφων θὰ ἐνθυμοῦνται τὴν ἀγόρευσίν μου τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1910, ἐπίσης καὶ κατὰ τὴν Βουλὴν τοῦ 1912–1915. Ἔλεγον τότε, κύριοι, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ δημιουργήσουν ἀνύπαρκτα δικαιώματα καὶ αἱ περιστάσεις τὸ φέρουν, κύριοι, διότι δὲν θέλω νὰ παρεξηγηθῶ ὅτι ἐκ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ θέλω νὰ θίξω ὡρισμένα ἄτομα. Καὶ ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1914 νὰ δημιουργεῖται μία τάξις ἰδιαιτέρα, ἀνύπαρκτος, προνομιοῦχος ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἤρχισαν κάθε ἡμέραν ἀπεργίαι, ὀκτάωρον καὶ χίλια δύο πράγματα. Οἱ ἔμποροι τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, κύριοι, ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὰ χωρία των μὲ τὴν ποδιά των καὶ δὲν ἐσκέπτοντο οὔτε ὀκτάωρον, οὔτε ἀπεργίας. Εἰργάζοντο 15 ὥρας καὶ ἀνεδείχθησαν εἰς ἑκατομμυριούχους. Εἰς μίαν ἐποχὴν μᾶς ἔδιδον 30 δραχμὰς διὰ μίαν ὑπόθεσιν, ἐκ τῶν ὁποίων τὰς 10 τὰς εἶχον ἔξοδα καὶ εἰργαζόμην μέχρι τὰ μεσάνυχτα καὶ δὲν εἶχον ὀκτάωρον. Ἐδίδαξαν λοιπὸν εἰς τὸν ἐργάτην ὅτι ἔχει δικαιώματα ἰσότητος. Δὲν ὑπάρχει ἰσότης, κύριοι. Καὶ ἐβλέπατε εἰς τὰ ἑστιατόρια ἄλλοτε οἱ ὑπάλληλοι ἐδείκνυον σεβασμὸν ἀπέναντι τοῦ πελάτου καὶ μὲ ἓν νεῦμα ἐξετέλουν τὰ καθήκοντά των. Τοὺς ἔχουν τώρα βάλει εἰς τὸν ἐγκέφαλόν των ὅτι εἶναι ἴσοι. Ἂν εἶσαι ἴσος, δύνασαι νὰ γίνῃς καὶ ἀνώτερός μου, διότι ἐκ τῶν κατωτέρων ἀνθρώπων ἔγιναν Πρόεδροι Δημοκρατιῶν. Ἐφόσον ὅμως μένεις ὑπηρέτης, πάντοτε εἰς τὸ μυαλό σου νὰ εἶναι ὅτι εἶσαι ὑπηρέτης καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσῃς ὅτι εἶσαι κατώτερος ἀπὸ μένα. Ἡ Κοινωνία εἶναι ἓν εὐρὺ στάδιον. Πρόεδροι τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας κατ’ ἐπανάληψιν ἔγιναν ἄνθρωποι ἐκ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ εἷς τυπογράφος. Οἱ διάφοροι ἐργοστασιάρχαι, οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὴν βιομηχανίαν τοῦ Πειραιῶς, ἀπὸ διάφορα χωρία τῆς Ἑλλάδος ἦλθον καὶ εἰργάσθησαν χωρὶς τὴν περίφημον προστασίαν τῆς Πολιτείας. Καὶ πρὸ ὀλίγου εἶδον ἕνα τόμον ὀγκωδέστατον τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας. Ἔρχονται οἱ ἀμαθεῖς νὰ διευθύνωσι τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα ἐν Ἑλλάδι, τὰς ἰδέας τοῦ κομμουνισμοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι οὐτοπία. Ὁ Μακέλλεϋ, ὁ περίφημος ἱστοριογράφος, ἔγραφε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐλεύσεται ἡμέρα.... κλπ.» Καὶ τὸ εἶπεν αὐτό, κύριοι, διότι αἱ θεωρίαι τῶν διαφόρων Μὰρξ καὶ Λενὶν δὲν θὰ εὐδοκιμήσουν. Ἐνίσχυσεν ἐμπράκτως τὴν ἰδέαν τοῦ κομμουνισμοῦ ὁ Βίσμαρκ κατὰ τὸ 1907. Ἀλλὰ λέγει ὁ συγγραφεὺς κατόπιν ὅτι ἐκτυποῦσε τὴν κεφαλήν του, μετανοήσας ὅταν αὐτοὶ ἐστράφησαν ἐναντίον του καὶ ἐπικαλεῖται τὴν γνώμην ἄλλου. Ἐν ἔτει 1914 ὑπῆρχε διάταξις ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, καθ’ ἣν μὲ ἐλαφρὰν ποινὴν ἐτιμωροῦντο ὅσοι συνέτεινον εἰς τὴν ὁμαδικὴν ἀπεργίαν. Ἐκηρύχθη ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἡ ἀπεργία εἶναι δικαίωμα. Τότε ἠγέρθην ἐκ τῶν ἀνωτάτων ἑδωλίων ὅπου ἐκαθήμην καὶ διεμαρτυρήθην. Ἦτο τότε μία ἄλλη παρέα, ἡ ὁμὰς τῶν κοινωνιολόγων. Τί φροῦτο, εἶπα, εἶναι πάλιν αὐτό; Δὲν θέλω νὰ θίγω ποτὲ πρόσωπα, διότι δὲν μοὶ ἀρέσει. Ἀλλ’ ὅσοι παρηκολούθησαν τὴν δρᾶσιν ἢ πάντων ἢ τινῶν, θὰ εἶδον πῶς ἦτο ἡ ὁμὰς τῶν κοινωνιολόγων εἰς τὰ 1912 καὶ πῶς εἶναι εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν καὶ πῶς προοδεύουν καὶ προκόπτουν μερικοὶ ἄνθρωποι εἰς τὴν Κοινωνίαν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν μίαν ἄλλην ἰδέαν, τοῦ Νορντάου, εἰς τὰ κοινωνιολογικά του παράδοξα, ὅτι ἡ μετριοφροσύνη καὶ ἡ σοβαρότης εἶναι ἀρετή, ἀλλὰ προοδεύει κανεὶς καλύτερον ὅταν δὲν τὴν ἔχει. Ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἁλματωδῶς ἀνῆλθον, ἐπέπλευσαν, ἐκμεταλλευθέντες τὰς περιστάσεις, ἔγιναν μεγάλοι καὶ τρανοὶ διὰ τῆς θρασύτητος καὶ ἀναισχυντίας καὶ τῆς τῶν πάντων ἐκμεταλλεύσεως. Ἡμεῖς δέ, οἱ ὁποῖοι κατεστρέψαμεν ὅ,τι εὕρομεν ἀπὸ τὰς οἰκογενείας μας, ἐμείναμεν οὐραγοί. Τὰ λέγω αὐτὰ μὲ πόνον ψυχῆς, διότι τὰ αἰσθάνομαι. Προκαλῶ οἱονδήποτε πολιτευόμενον νὰ μὲ διαψεύσῃ καὶ εἰς ἕνα γιῶτα. Λοιπόν, λέγουν, ἡ ἀπεργία εἶναι δικαίωμα. Πῶς εἶναι δικαίωμα, ἀφοῦ εἶναι μία συνωμοσία στρεφομένη ἐναντίον τοῦ Κράτους; Αὐτοὶ κάμνουν Συλλόγους καὶ βλέπετε 300–400 μέλη. Τοῦτο ὁμοιάζει ὡσὰν κάτι νέους πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν εἰς τὸ σπίτι των καὶ βλέπουν 50 ἀνθρώπους καὶ νομίζουν ὅτι ἔχουν κόμμα. Αὐτοὶ κάμνουν ἓν Σωματεῖον π. χ. ἀπὸ 700 μέλη. Δὲν εἴδατε τὰ ἀναίσχυντα, τὰ ἀναιδῆ ἀνακοινωθέντα των; Λέγουν: Ἱστάμεθα ἐν ἐπιφυλακῇ. Βρέ, κατὰ τίνος στρέφεσθε; Ἐπιτάσσουν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν σκέπτονται νὰ εἴπουν, εἴμεθα 300 ἢ 500 ἢ 1000 ἄνθρωποι, τὸ Ἑλληνικὸν ὅμως Κράτος ἀποτελεῖται ἀπὸ 7.000.000. Λέγουν ὅτι θὰ συνέλθουν νὰ λάβουν ἀποφάσεις. Κατὰ τίνος θὰ λάβουν ἀποφάσεις; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό. Ἢ ἐγὼ παραπαίω ἢ ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἓν μέγα φρενοκομεῖον. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔθιξαν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅτι περιέχεται εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ ἡ ἀνατροπὴ τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ σχεδὸν τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχει ἰδιαιτέραν ἐντελῶς ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ μέτρα, διότι αὐτοὶ ἐπικαλοῦνται καὶ τὸν Λενίν, τὸν ὁποῖον θεωροῦν ὡς πατριάρχην. Ὁ δὲ Λενὶν λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐφόσον ὑπάρχει τὸ Κράτος, δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία καὶ ὅταν πράγματι ὑπάρξῃ ἐλευθερία, τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν θὰ ὑπάρχῃ Κράτος». Ἐλευθερία ἡ ὁποία θὰ εἶναι δι’ ὅλους. Ἀλλ’ ἐλευθερία ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι δι’ ὅλους, παύει νὰ εἶναι ἐλευθερία. Γνωρίζετε ὅτι ὁ Φιλοποίμων Παρασκευαΐδης ἔχει μεταφράσει ἓν βιβλίον περὶ ἐλευθερίας. Ἀλλ’ ἀκούσατε πῶς στιγματίζει ἐν σελίδι 18 τῆς μεταφράσεως (ἀναγινώσκει): «Ἂν πάντες οἱ ἄνθρωποι πλὴν ἑνός... κλπ.» Αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὗρον, ἡ ὁποία ἤρχισε νὰ καλλιεργεῖται ἀπό τινων ἐτῶν καὶ ἐμφανίζονται σήμερον μὲ τὸ θράσος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐμφανίζονται καὶ ἔχουν τὴν τόλμην νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς ἀνεχόμεθα καὶ δὲν τοὺς ἀποβάλομεν πὺξ καὶ λάξ. Ἀλλά, κύριοι, τότε ποίαν σημασίαν ἔχουν τὸ ἄρθρον 124 τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ἐντεῦθεν; Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1864 διὰ ψηφίσματος συγκεντρώσασα τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους ἐπενέβη ἐξασκήσασα πράξεις ἐκτελεστικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ὑπάρχουν ψηφίσματα τοιαῦτα, λέγω δὲ τοῦτο διότι θὰ προτείνω διὰ ψηφίσματος νὰ ἀποβληθοῦν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 λοιπὸν ἔκαμε τὸ ἑξῆς· ὁ ἀντιβασιλεὺς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21ης Ἰανουαρίου 1863 καταθέτων τὴν ἐξουσίαν ἔλεγε (ἀναγινώσκει): «Τὴν ἐξουσίαν... κλπ.» Κατόπιν διὰ ψηφίσματος (ἀναγινώσκει): «Πρῶτον κηρύσσει χηρεύοντα.... κλπ.» Ἀλλ’ ἀσκεῖ καὶ δικαστικὰ καθήκοντα ἐπανειλημμένως. Τιμωρεῖ διὰ διμήνου φυλακίσεως καὶ καθαιρεῖ τοῦ βαθμοῦ του ἀξιωματικὸν προσβαλόντα τὸν πληρεξούσιον Βατικιώτην. Αὐτὰ λέγει ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος. Καὶ θὰ ἀνεχθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις οἵα ἡ παροῦσα, ἐνασκοῦσα τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιέχεται ἡ λαϊκὴ παντοδυναμία, νὰ ἔρχωνται πέντε ἢ ἓξ ταραξίαι, οἱ ὁποῖοι νὰ μᾶς ρίπτουν κατὰ πρόσωπον ἡ Πατρίδα σας, τὸ καθεστώς σας; Καί ἤκουσα πολλοὺς συναδέλφους σεβαστοὺς νὰ τοὺς ἀποκαλοῦν αὐτοὺς τοὺς ταραξίας «συναδέλφους». Δὲν δέχομαι ἐγὼ συναδέλφους μὲ προϊόντα τῶν καπνεργοστασίων. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἱ ἀλήθειαι αὐταὶ παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν γνώσει τῶν σκοπῶν καὶ τῶν προθέσεων τῶν ταραξιῶν αὐτῶν πρέπει νὰ τοὺς θεωρῇ ὡς δημόσιον κίνδυνον καὶ νὰ τοὺς θέσῃ ἐκτὸς νόμου διὰ νὰ περισώσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρελάβομεν ὡς κληρονομίαν παρὰ τῶν πατέρων μας. (Χειροκροτήματα).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§128Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἕν τέταρτον τῆς ὥρας νὰ διακόψω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκούντως σοβαρὰ καὶ νὰ κάμω μίαν βραχυτάτην ἐπ’ αὐτῶν εἰσήγησιν. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δύο. Τὸ πρῶτον εἶναι «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους», τὸ ἕτερον «περὶ κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως δημοσίων ὁδῶν καὶ συνομολογήσεως τοῦ ἀπαιτουμένου δανείου». Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια εἶναι ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ πρῶτον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθόσον οὗτοι συμμετέχουν εἰς τὰ δι’ αὐτῶν θεσπιζόμενα. Ἐπίσης δὲ διὰ τὰ δύο νομοσχέδια ὑπάρχουν ἐκθέσεις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ὥστε εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ τελευταίως ψηφισθὲν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐπιφυλάσσομαι ὅταν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀναπτύξω τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἀλλ’ ἤθελον ἀπὸ τοῦδε νὰ κάμω, ὅπως εἶπον, μίαν βραχυτάτην εἰσήγησιν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ κατατοπίσω τοὺς κ. κ. βουλευτὰς ἐπὶ τῆς κεντρικῆς ἰδέας, ἡ ὁποία διαπνέει τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια, οὕτως ὥστε ἔχοντες οἱ κ. κ. βουλευταὶ ὑπ’ ὄψει τὰ ὅσα θὰ σᾶς ἐκθέσω ἀπόψε δυνηθῶσι νὰ τὰ μελετήσωσι πολὺ εὐκολώτερον καὶ εἰς τὰς κυρίας αὐτῶν διατάξεις καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας των. Γνωρίζετε ὅτι εἷς τῶν κυριωτέρων σκοπῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τῆς Χώρας. Καὶ ἐπὶ τούτου βεβαίως θὰ ἀσχοληθῇ, ἁρμοδιότερος ἐμοῦ, ὁ συνάδελφός μου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἐγὼ θίγω ἁπλῶς τὸ ζήτημα. Μία αἰτία τῆς σημερινῆς μεγάλης δυσπραγίας εἶναι τὸ ὅτι λαὸς ἐργάζεται, ἐργάζεται στενώτατα καὶ τὸ μέγιστον μέρος τῆς ἐργασίας ταύτης ἐξέρχεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Δηλαδὴ ἡ Χώρα μας δὲν παράγει τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης εἰς ἀρκοῦσαν ποσότητα οὕτως ὥστε νὰ ἐπαρκῶσι διὰ τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς. Τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι περίπου κατὰ ⅔ δημητριακοὶ καρποί, τρόφιμα, ξυλεία, ὑφάσματα, καύσιμος ὕλη, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι τὸ ⅓. Ἀλλ’ ὅταν δύναται νὰ ἐλαττωθοῦν τὰ ⅔ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότερον ποσόν, αὐξανομένης τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, ἡ εὐημερία τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα. Ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσι; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῇ ἀσφαλῶς ἡ εἰσαγωγὴ καὶ τῶν τροφίμων καὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ξυλείας, δι’ ἀναλόγου αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς. Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ τὰς δεούσας ἀποφάσεις σχετικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι οἱονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν δαπανήσῃ κανεὶς σήμερον διὰ τὴν γεωργικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Χώρας, ἑπομένως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, τελμάτων, ὀχθῶν ποταμῶν κλπ. καὶ διὰ τὴν συγκοινωνίαν, τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ δώσῃ πολλαπλάσια. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως ἑλῶν, λιμνῶν, ὀχθῶν, τελμάτων ἐν γένει καὶ ἔρχομαι τώρα, μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὁδικῆς συγκοινωνίας. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀνάπτυξιν γεωργικὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄνευ συγκοινωνίας. Ὅπως εἶναι ἡ Χώρα μας ἀπὸ ἀπόψεως σχηματισμοῦ ἐδάφους, τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας καθίσταται πρωτεῦον διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς Χώρας, δηλαδὴ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παράγεται εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς Ἑλλάδος, τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς αὐτοῦ εἰς τὸ πλησιέστερον μέγα κέντρον τοῦ πληθυσμοῦ εἰς τὸν πλησιέστερον σιδηροδρομικὸν σταθμὸν ἢ τὸν πλησιέστερον λιμένα. Ἂν ἦτο δυνατὸν τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς νὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον, ἂν ἦτο δυνατὸν ἡ μεταφορὰ νὰ γίνεται κατὰ τὸν καλύτερον δυνατὸν τρόπον, τότε οἱ κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς διάφορα μέρη τῆς παραγωγῆς δὲν θὰ ἀρκοῦνται νὰ παράγουν μόνον ὅσα τοὺς χρειάζονται διὰ τὰς ἀνάγκας των, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσουν νὰ παράγωσι πολὺ περισσότερα διὰ νὰ τὰ ἐμπορευθοῦν, μεταφέροντες αὐτὰ καὶ συνεπῶς ἡ εὐπορία τῆς Χώρας θὰ προοδεύσῃ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω εἶναι βέβαια αὐτονόητον καὶ τὸ γνωρίζετε πάντες. Ἂν τὸ ἐμνημόνευσα ἐνταῦθα εἶναι διὰ νὰ εἰσέλθω ἁπλῶς εἰς τὸ ἀντικείμενον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ κατασκευάσωμεν ὁδούς. Σήμερον τὸ αἰσθάνονται πολὺ περισσότερον. Διατί; Διότι ἀπὸ ἐτῶν τινων καὶ ἐνταῦθεν ἔχει ἐνταθῆ σημαντικῶς ἡ γεωργικὴ ἀνάπτυξις τῆς Χώρας. Προηγουμένως πρὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν ὑπῆρχε τόση ἀνάπτυξις ἀπὸ γεωργικῆς ἀπόψεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Χώρα σήμερον ἀναπτύσσεται ἀπὸ γεωργικῆς ἀπόψεως καὶ ἀναπτύσσεται ραγδαίως. Τὴν ἀνάπτυξιν ὅμως ταύτην, τὴν ἀπὸ γεωργικῆς ἀπόψεως, δὲν τὴν παρακολουθεῖ καὶ ἀνάπτυξις ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας. Ἕνεκεν τούτου πολλαὶ ἀκούονται διαμαρτυρίαι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἔχουσι συγκοινωνίας, δὲν ἔχουσιν ὁδοὺς καὶ ὅλαι αἱ ἐπισκέψεις σας, κύριοι βουλευταί, αἱ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορῶσι. Συνεπῶς πρέπει νὰ ἀνταποκριθῶμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, πρέπει νὰ κατασκευάσωμεν κατὰ τρόπον συστηματικὸν καὶ εὐμέθοδον ἓν πλῆρες ὁδικὸν δίκτυον. Ἄλλοτε κατεσκευάζοντο μᾶλλον δίκτυα σιδηροδρομικὰ παρὰ ὁδικά, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡ ὁδὸς δὲν ἦτο εὔκολον μέσον μεταφορᾶς. Ἄλλοτε δὲν εἶχον παρὰ τὰ ὁδοστρώματα τὰ κοινά, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ὑπῆρχε δὲ τὸ αὐτοκίνητον, συνεπῶς ἡ μεταφορὰ ἐκόστιζε πολὺ καὶ ἐπροτιμᾶτο οὕτω ὁ σιδηρόδρομος. Ἕνεκεν τοῦ λόγου τούτου, ἡ ἀνάπτυξις ἡ σιδηροδρομικὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν ὑπῆρξε πολὺ μεγαλυτέρα, παρὰ ὅ,τι εἶναι ἐν ἀναλογίᾳ ἡ ὁδικὴ ἀνάπτυξις αὐτῆς. Ὅταν ὅμως ἐφευρέθη τὸ αὐτοκίνητον, ὅταν αἱ μεταφοραὶ κατέστησαν δυναταὶ διὰ τῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων καὶ συγχρόνως εὑρέθησαν τὰ νέα ὁδοστρώματα, τὰ ὀνομαζόμενα ἀσφαλτικά, κατὰ γενικὴν ὀνομασίαν, τότε ἡ μεταφορὰ διὰ φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἐπὶ ἀσφαλτικῆς ὁδοῦ κατέστη τόσον εὐωνοτέρα, ὥστε σήμερον τὸ σύστημα τοῦτο τῆς μεταφορᾶς νὰ συναγωνίζεται καὶ τὰς σιδηροδρομικὰς μεταφορὰς καὶ νὰ εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως ἐμπορικῆς προτιμότεραι τῆς σιδηροδρομικῆς τοιαύτης, ἐκτὸς ἂν πρόκειται περὶ πολὺ μεγάλων ἀποστάσεων. Μετὰ τοῦτο τὸ συμπέρασμα θὰ ἦτο πολὺ εὔκολον. Νὰ κατασκευάσωμεν τὸ ὁδικόν μας σύστημα, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην. Καὶ ἀπὸ μὲν ἀπόψεως θεωρητικῆς τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον, εἶναι λελυμένον, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως πραγματικῆς εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ σπουδαιοτάτου οἰκονομικοῦ προβλήματος, διότι συνέπεσε κατ’ ἀτυχῆ σύμπτωσιν, ἀκριβῶς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξωμεν ραγδαίως, οὕτως εἰπεῖν τὸ ὁδικὸν δίκτυον τῆς Ἑλλάδος, συνέπεσε νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὰς μεγαλυτέρας οἰκονομικὰς δυσχερείας ἀπὸ ὅσας εὑρέθη ποτὲ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Μέχρι τοῦδε ἵνα ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς συγκοινωνίας ἀνεγράφομεν κατ’ ἔτος ἓν ποσὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὡρίζετο κατόπιν τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμνον οἱ νομομηχανικοὶ καὶ οἱ μηχανικοὶ ἐν γένει, συνεκεντροῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἀνεγράφετο εἰς τὰς κατασκευὰς καὶ συντηρήσεις ὁδῶν. Σήμερον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον μοῦ ἀναφέρουν οἱ νομομηχανικοὶ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν συντήρησιν καὶ τὰς ἀπαραιτήτους κατασκευὰς ὁδῶν, εἶναι κατ’ ἐλάχιστον ὅριον, τετρακόσια τριάκοντα ἑκατομμύρια. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀναγράψω τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, διότι γνωρίζω ὅτι ἂν ἀνεγράφετο τοῦτο, θὰ ἤμην ἔξω τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἰσοσκελῆ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἄρα δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν διὰ τῶν συνήθων μέσων εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιτακτικαί, διότι ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν εἶναι ἀκριβῶς τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναπτυχθῇ ἡ εὐημερία τῆς Χώρας, ἥτις ἀναπτυσσομένη θὰ ἔχῃ τὸν ἀντίκτυπον ἐπὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Τί θὰ πράξωμεν; Θὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὰ μέσα τὰ γνωστά. Δύο τρόπους εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ὁ μὲν εἷς εἶναι ὁ δανεισμός, ὁ δὲ ἕτερος τρόπος ἡ πρόσκλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἰς ἓν εἶδος, ἂς τὸ ὀνομάσω, εἶδος ἑκουσίας εἰσφορᾶς. Αὐτὰ τὰ δύο ἀποβλέπουσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω καὶ τὰ ὁποῖα ὀργανώνουν τὰ ζητήματα ταῦτα συστηματικῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὸ εὕρωμεν εἰς ξένην ἀγοράν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦμεν ὅπως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβῃ τὰς κατασκευὰς τῶν ὁδῶν τούτων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι καὶ αἱ μεγάλαι ἀρτηρίαι τῆς Χώρας, καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι κατασκευαὶ ὁδῶν μετὰ ὁδοστρωμάτων κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, μονίμων ἢ ἡμιμονίμων, νὰ ἀνεύρῃ καὶ μᾶς προσφέρῃ τὸ δάνειον, ὑπὸ ὅσον τὸ δυνατὸν καλυτέρους ὅρους, ἱδρύσῃ δὲ τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς κατασκευῆς ὡς ὀργανισμὸν τελείως Ἑλληνικόν, οὕτως ὥστε τὸ δάνειον νὰ τὸ διαχειρισθοῦν Ἑλληνικαὶ χεῖρες καὶ παραμείνῃ κατὰ τὸ μέγιστον αὐτοῦ ποσοστὸν ἐν Ἑλλάδι. Ὁρίζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ συστήματος τούτου, ὡς ὁρίζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ καὶ ὅλαι αἱ τεχνικαὶ λεπτομέρειαι. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μου καὶ προτοῦ ἀναλάβω ὡς Ὑπουργός, ἀπὸ τοῦ 1925 καὶ ἐντεῦθεν, εἶχε λάβει προτάσεις καὶ διαπραγματευθῆ αὐτό. Αἱ προτάσεις αὗται ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Π. Μακρῆ καὶ συνεζητήθησαν ἐπὶ μακρὸν καὶ κατέληξαν εἰς ἓν εἶδος σχεδίου συμβάσεως. Τὸ σχέδιον τοῦτο συμβάσεως συνεζητήθη παρ’ ἐμοῦ κατόπιν ὅταν ἀνέλαβα τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐβελτιώθη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλωμεν καὶ ἄνευ συναγωνισμοῦ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὸ συζητήσῃ τὸ σχέδιον συμβάσεως, τὸ ὁποῖον συνετάχθη κατόπιν τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, διότι οἱ ὅροι ἦσαν λίαν ἱκανοποιητικοί, ἐνομίσαμεν ὅμως ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ νὰ προσδώσωμεν μίαν ἀκόμη ἐγγύησιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιτευχθέντων πλεονεκτημάτων κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, νὰ κάμωμεν ἕνα δημόσιον διαγωνισμὸν καὶ καλέσωμεν πάντα φερέγγυον, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ προσφέρῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῶν διατυπουμένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ κάμῃ τὴν προσφοράν. Πάντως δέον νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ εὕρῃ τὸ δάνειον καὶ νὰ ἱδρύσῃ τὸν Ἑλληνικὸν ὀργανισμὸν τῆς κατασκευῆς συμφώνως μὲ τὰ καθοριζόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον συνιστᾷ ἓν γενικὸν ταμεῖον ὁδοποιΐας διὰ τὸ Κράτος καὶ ἓν ταμεῖον ὁδοποιΐας κατὰ νομόν. Ἡ ἰδέα ἡ κεντρικὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι νὰ ἱδρύσῃ ἕνα αὐτόνομον ὀργανισμόν, αὐτόνομον καὶ διοικητικῶς καὶ οἰκονομικῶς, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς τακτικῆς αὐτοῦ λειτουργίας νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν ὁδῶν. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ αὐτονόμου τούτου ὀργανισμοῦ, τοῦ κατασκευαστικοῦ τῶν ὁδῶν, τὸ σπουδαιότερον θὰ ἦτο ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ ὀργάνωσις κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Περὶ τούτου λαμβάνει πρόνοιαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν προικοδοτεῖ τὸ ταμεῖον τοῦτο τῆς γενικῆς ὁδοποιΐας δι’ ὡρισμένου ποσοῦ κατ’ ἔτος ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν δηλαδὴ δι’ ἑκατὸν ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐτησίως ἐπὶ πενταετίαν καὶ ἀπὸ τῆς πενταετίας καὶ πέραν διὰ ποσοῦ κατ’ ἔτος ἠλαττωμένου μέχρι δεκαετίας, ὁπότε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν θὰ δίδῃ τίποτε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τοῦτο βεβαίως ἀποτελεῖ μεγάλην ἐλάφρυνσιν καὶ ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω περαιτέρω εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἀποτεινόμεθα διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν ταμείων κατὰ νομοὺς εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ τοῦ λέγομεν. Θέλεις νὰ κατασκευάσῃς εἰς τὸν νομόν σου ἢ εἰς τὴν ἐπαρχίαν σου ἢ εἰς τὸν δῆμον σου ἕνα δρόμον; Ἐρχόμεθα ἀρωγοί. Βοήθησέ με καὶ σὺ διὰ μιᾶς εἰσφορᾶς ὑπὸ τὴν μορφὴν ἑνὸς μικροῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἢ διοδίων ἢ ἄλλων, ὅπως προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Ἡ φορολογία σου αὐτὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀρωγήν μας, μὲ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ σοῦ δώσωμεν, θὰ κατατεθῇ εἰς ἓν ἰδιαίτερον ταμεῖον, Τὸ ταμεῖον τοῦτο θὰ καταθέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ θὰ εἶναι ἐξησφαλισμένον ὑπὲρ τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃς σὺ ὁ ἴδιος. Τὸ ἔργον τοῦτο θὰ γίνῃ ὑπὸ τὰ ὄμματά σου καὶ θὰ ἴδῃς τὸ χρῆμα σου χρησιμοποιούμενον, σὺ ὁ ἴδιος, ἐμπρός σου, διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα σὺ ὁ ἴδιος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ νομοῦ σου θέλεις ὁρίσῃ, συνεργαζομένων μετὰ τῶν κρατικῶν ὀργάνων. Ἔχομεν τὴν βεβαιότητα καὶ ἔχομεν ἀπείρους περὶ αὐτοῦ ἐνδείξεις ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εὐκόλως καὶ εὐχαρίστως θὰ στέρξῃ εἰς τὴν βοήθειαν τῶν κατὰ νομοὺς εἰδικῶν τούτων ταμείων ὁδοποιΐας. Ἂν ὅμως θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τὸ ὅλον τοῦτο ζήτημα πρέπει νὰ μελετήσητε καὶ τὰ δύο νομοσχέδια ἀπὸ κοινοῦ, διότι τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια εἶναι ἀλληλένδετα καὶ τὸ ἓν εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ἄλλου. Δὲν θὰ ἐννοήσετε, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, τὸ μέγα συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ συστήματος, προσέξατε εἰς τὸ ἑξῆς. Σᾶς εἶπον προηγουμένως ὅτι ἂν πρόκειται νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς αἰτήσεις τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν ὁδῶν ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν ἐφέτος τὸ ποσὸν τοὐλάχιστον τῶν 430,000,000. Σᾶς ἀναγγέλλω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν τὸ ἀνέγραψα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀφῆκα κατὰ μέρος τὰς κατασκευὰς καὶ ἀνέγραψα μόνον διὰ τὰς συντηρήσεις, διὰ νὰ μὴ καταστραφοῦν καὶ οἱ ὑπάρχοντες δρόμοι. Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον θὰ εἶναι περίπου, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, 180,000,000 διὰ συντηρήσεις καὶ 50,000,000 διὰ κατασκευάς, ἐν ὅλῳ 230,000,000. Ἀλλ’ οὕτω δὲν ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὰς ἀνάγκας μας. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤδη προτείνω εἶναι τὸ ἑξῆς. Πρόκειται περὶ ἑνὸς δανείου ἓξ ἑκατομμυρίων λιρῶν Ἀγγλίας, δηλαδὴ τόσον ποσὸν θὰ ἔχωμεν ὅταν συμπληρωθῇ τὸ δάνειον. Διότι βεβαίως τὸ δάνειον τοῦτο δὲν θὰ γίνῃ παρὰ τμηματικῶς. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ γίνῃ ὅλον τὸ δάνειον ἀπὸ τοῦδε, ἀλλὰ θὰ γίνεται κατὰ τμήματα καὶ θὰ ἔχωμεν μίαν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ τοκοχρεωλυτικὴν πεντακοσίων χιλιάδων λιρῶν ἐτησίως, ἤτοι περίπου διακοσίων ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἂν ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἡ σημερινὴ συναλλαγματικὴ διαφορά, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἀπευχόμεθα. Τὸ ποσὸν τῶν 230 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγγεγραμένον ἐφέτος εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὸ τοὺς δυσμενεστέρους ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, ἐπαρκεῖ πληρέστατα διὰ τὸ δάνειον τοῦτο. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι προσθέτομεν εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ διάστημα τῆς πενταετίας θὰ προικοδοτήσωμεν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἔχομεν ἐν συνόλῳ τριακόσια ἑκατομμύρια, διὰ τῶν ὁποίων, ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ ἐπισκευάσωμεν καὶ θὰ κατασκευάσωμεν 4–5 χιλ. χιλιομέτρων ὁδῶν μὲ μόνιμα καὶ ἡμιμόνιμα ὁδοστρώματα καὶ θὰ συμπληρώσωμεν τὸ δίκτυον τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καὶ τῶν μικροτέρων ὁδῶν, τῶν συνδεουσῶν τὰς πρωτευούσας τῶν ἄλλοτε δήμων μὲ τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἀπατώμεθα, διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγήσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, δηλαδὴ ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνομεν τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐννοεῖται θὰ δαπανήσωμεν πολὺ περισσότερα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ τῶν ὁποίων προικοδοτεῖται τὸ ταμεῖον γενικῆς ὁδοποιΐας τοῦ Κράτους, συμπεριλαμβάνονται τὰ ἑξήκοντα πέντε ἑκατομμύρια τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς βενζίνης, δηλαδὴ ἀντὶ τὸ Κράτος νὰ μᾶς δώσῃ ἑξήκοντα πέντε ἑκατομμύρια, θὰ μᾶς δώσῃ τὸν φόρον τῆς βενζίνης.
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνον;
§130Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ φόρος τῆς βενζίνης δίδει σήμερον ἑξήκοντα πέντε ἑκατομμύρια, ἐφόσον ὅμως κατασκευάζομεν ὁδοὺς καὶ ὁδοὺς δι’ ἀσφαλτικῶν ὁδοστρωμάτων, ἐπεκτείνομεν δὲ τὸ ὁδικὸν δίκτυον εἰς τὰ ἄκρα τῆς Ἑλλάδος, ὁ φόρος τῆς βενζίνης θὰ μᾶς δώσῃ ἀσφαλῶς πολὺ περισσότερα, καὶ συνεπῶς τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου θὰ αὐξάνουν. Ἐπὶ πλέον οἱ φόροι ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τὰ διόδια, οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ εἰσιτηρίου τῶν μεταφερομένων ἐπιβατῶν, ἐφόσον κατασκευάζομεν ὁδοὺς μὲ ὁδοστρώματα καλῶς συμπληρούμενα καὶ ἐπεκτεινόμενα εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, εὐχαρίστως θὰ πληρωθῶσι καὶ θὰ μᾶς ἀποδώσουν πολὺ περισσότερα. Ἑπομένως κατὰ πλᾶσμα μόνον θὰ δαπανῶμεν τὰ τριακόσια ἑκατομμύρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πραγματικῶς θὰ δαπανήσωμεν πολὺ περισσότερα χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ θὰ μειώσωμεν τὰ ἔξοδα ἡμῶν τὰ κρατικά, γενόμενοι οὕτως ἀρωγοὶ καὶ εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ κεντρικὴ ἰδέα, ἡ ὁποία μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ συστήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν διὰ τῶν δύο νομοσχεδίων. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ ὁρίσω τὸ μέρος μου, εἰς ὅλην ταύτην τὴν μεγάλην ὄντως ἐργασίαν, ὅτι εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ μου πολύτιμον ὑλικόν, μέρος τοῦ ὁποίου ἦτο ἤδη προητοιμασμένον ἀπὸ τοὺς προκατόχους μου Ὑπουργοὺς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἰδίως τοὺς παρακαθημένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὑπὸ μορφὴν νόμων ψηφισθέντων, ἤδη νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εὗρον κατηρτισμένα. Ἐπίσης εὗρον πολυτιμότατον ὑλικόν, προετοιμασθὲν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου, ἀπὸ ἀπόψεως μελετῶν καὶ στατιστικῆς, καθὼς καὶ ἄλλων σχετικῶν ἐργασιῶν. Ἐπὶ πλέον εὗρον καὶ ἄλλο ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα ἤδη καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι μεγάλης ὄντως σημασίας καὶ συνίσταται ἐκ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Μακρῆ καὶ αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὴν τελευταίαν αὐτῶν μορφήν, κατόπιν τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων, ἀπετέλεσαν ὄντως ὑλικὸν μεγάλης ἀξίας διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν νομοσχεδίων. Ὥστε τὰ στοιχεῖα τοῦ ὅλου προβλήματος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐνώπιόν μου, ἦσαν ἤδη προετοιμασμένα διὰ τῆς μεγάλης ταύτης ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τόσα πρόσωπα. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα τίποτε ἄλλο, παρὰ ἀπὸ ὅλον αὐτὸ τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐνώπιόν μου, νὰ κάμω μίαν ἐπιλογὴν μόνον, νὰ πάρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν χρησιμότερα, νὰ τὰ συμπληρώσω, νὰ ἀνακαινίσω μερικὰ ἐξ αὐτῶν, νὰ δώσω τὴν ἀναγκαίαν διαμόρφωσιν καὶ νὰ τὰ συναρμολογήσω περὶ τὴν κεντρικήν μου ἰδέαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθεσα· ὥστε τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν εἶναι προσωπικόν μου ἔργον. Εἶναι ἔργον κοινόν, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐνώπιόν σας. Ὡς κάθε ἔργον, θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸ τὰς ἀτελείας του, ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἐναπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ συμπληρώσητε καὶ νὰ τὸ διορθώσητε ὅπου ἔχει τοῦτο ἀνάγκην, οὕτως ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης ὡς νόμος, θὰ εἶναι πλέον κοινὸν ἔργον ὅλων ἡμῶν καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελεσθῇ κατόπιν ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τούτων καὶ εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συμμετάσχωσιν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐπιχειρηματίαι, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συμμετάσχῃ ἡ Ἑλληνικὴ ἐργασία ὁ ἴδιος ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, διότι πρέπει νὰ λογαριάσητε ὅτι θὰ ἀπασχοληθῶσι κατ’ ἔτος τεσσαράκοντα χιλιάδες ἄνθρωποι ἀπὸ τοῦ μηχανικοῦ μέχρι τοῦ ἐργάτου, ὅλοι οἱ Ἕλληνες, τὸ ἔργον τοῦτο, λέγω, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελεσθῇ, θὰ εἶναι ἔργον κοινὸν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Οὕτως ἐννοούμενον τὸ ἔργον τῆς ὁδοποιΐας ὡς κοινὸν ἔργον ὅλων τῶν Ἑλλήνων, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα ἐκ τῶν ὡραιοτέρων σταθμῶν τῆς ἀναπτύξεως τῆς Ἑλληνικῆς ἐργασίας, τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιχειρηματικότητος, τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἐν γένει. (Χειροκροτήματα).
§131Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν ἐπαγγελματιῶν δὲν ἔληξεν. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη αὔριον τὴν 5.30′ μ. μ. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)