1927.03.30
1,861 rows · 13,764 words · 216 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
Τετάρτη 30 Μαρτίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Β. ΣΑΓΙΑΣ. Παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 27 ἐγένετο δήλωσις καθ’ ἣν ἡ ὡς ἄρθρον 34 τροπολογία μου «περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος» θὰ συζητηθῇ εἰς τὸ τέλος τῶν διατάξεων περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§3Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι δύο ἄρθρα ὡς πρὸς τὰς προσθήκας τὰς ὁποίας ἰδιαιτέρως θὰ τὰς ἀναπτύξῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ κεφάλαιον αὐτό.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά, θὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
§5Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄρθρα, κ. Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς ληφθεῖσα ἀπόφασις διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ τὸ ψηφίσωμεν, θὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα. Παρακαλῶ νὰ μὴ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐλήφθη καμμία ἀπόφασις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὅτι ἔμεινεν ἐκκρεμές.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλήφθη καμμία ἀπόφασις. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μελιγαλᾶ ὑποβάλλει ὑπόμνημα τῶν διαφόρων ἐμποροεπαγγελματιῶν Μελιγαλᾶ, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πινάκων κατατάξεως ἐπιτηδευματιῶν ἐν πνεύματι ἐπιεικείας καὶ συμφώνως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἑκάστου φορολογουμένου. — Ὁ Φιλανθρωπικὸς Σύλλογος «Ἅγιος Νίκων» Σπάρτης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκχωρηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν Σύλλογον δασικὴ ἔκτασις ἐκ 3.000 στρεμμάτων παρὰ τὴν θέσιν Ἀρνόμουσγα ἐπὶ τοῦ ὄρους Πάρνωνος χάριν τοῦ Σανατορίου. — Οἱ κάτοικοι Χίου διαμαρτύρονται διὰ τὰς αὐθαιρέτους ἐνεργείας τοῦ Μητροπολίτου Χίου, ἀρνουμένου τὴν ἔκδοσιν τοῦ διορισμοῦ τῆς ἐκλεγείσης νομίμως πενταμελοῦς ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ναοῦ Ἁγίου Εὐστρατίου. — Πενταμελὴς Ἐπιτροπὴ φορολογουμένων κατοίκων Μυτιλήνης διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου Μυτιλήνης διὰ τὰς γενομένας ἐξαιρέσεις ἐπὶ τῆς ἐπιβληθείσης δημοτικῆς φορολογίας. — Οἱ Θρᾷκες δικαιοῦχοι ἀποζημιώσεως διὰ ζημίας πολέμου ἐπικαλοῦνται τὸν πατριωτισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὅπως λυθῇ εὐμενῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεώς των. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Συλλόγου «Ἀνάπλασις» διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ δημάρχου Ἄργους, διότι δὲν ἐκλήθη εἰς τὴν δοξολογίαν ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς Ἐθνικῆς ἑορτῆς διὰ πολιτικοὺς λόγους. — Οἱ ἐν Κωνστάντζᾳ εὑρισκόμενοι πρόσφυγες διαμαρτύρονται ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τῆς ἀναστολῆς τῆς προκαταβολῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμένοντας πρόσφυγας. — Οἱ κάτοικοι Μποσκλάβου τοῦ τέως δήμου Ἰτάμου Καρδίτσης ζητοῦσιν ὅπως ἀποκατασταθῶσι γεωργικῶς. — Ὁ Προοδευτικὸς Σύνδεσμος ἐπαγγελματιῶν καὶ ἰδιοκτητῶν Μεθάνων ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως Δημοσίου καὶ Ἑταιρείας περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν λουτρῶν Μεθάνων. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Κουβαρᾶ καὶ Κουρουπίου Μεσογείων Ἀττικῆς παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως τοὺς ἀπαλλάξῃ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου οἰκοδομῶν. — Ὁ Σπ. Κ. Σπηλιόπουλος, δημοδιδάσκαλος, κάτοικος Τροπαίων Γορτυνίας, αἰτεῖται οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν ὡς προστάτης πολυμελοῦς οἰκογενείας. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Βόλου ὑποβάλλει ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου διὰ τοὺς ἐνηλίκους καὶ ἑξαώρου διὰ τοὺς ἀνηλίκους καὶ τὴν πληρωμὴν τριῶν μισθῶν εἰς κάθε ἀπολυόμενον ἐργάτην κτλ. — Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Μακεδονίας καὶ Θράκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως τῆς Ὁμοσπονδίας Ἀθηνῶν. — Ὁ πρόεδρος τοῦ προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ Νιγρίτης διαμαρτύρεται διότι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἀστικοῦ συνοικισμοῦ. — Ἡ Ἐπιτροπὴ δικαιούχων ἀποζημιώσεως Ποντίων, Θρακῶν καὶ Μικρασιατῶν διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅστις κατάσχει τὰς ἀποζημιώσεις τῶν δικαιούχων δι’ ἀλληλεγγύησιν ἐπαγγελματικῶν δανείων. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Παπαναστασίου ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ δασῶν νόμου». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ ἀγροτικοῦ κτήματος διελελυμένης Μονῆς Αὐγοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Σπετσῶν καὶ Ἑρμιονίδος καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Μεσσηνίας». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ τύπου τῆς μεγάλης τοῦ Κράτους σφραγῖδος καὶ τῶν σφραγίδων τῶν Δημοσίων Ἀρχῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ταλιαδοῦρος δι’ ἐπιστολῆς του συνιστᾷ ὅπως κατὰ τὰς ἑορτὰς τῆς ἑκατονταετηρίδος τοῦ ἥρωος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως Γεωργίου Καραϊσκάκη κληθῇ καὶ συμμετάσχῃ καὶ τὸ χωρίον Μαυρομμάτι τῆς Καρδίτσης, ὅπου ἐγεννήθη ὁ ἥρως οὗτος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, ἔνθα σώζεται καὶ τὸ σπήλαιον ὅπου ἐγεννήθη οὗτος. Μεταξὺ τῶν τόπων συνεπῶς ἔνθα θὰ γίνουν αἱ ἑορταὶ πρέπει νὰ συγκαταλεχθῇ καὶ τὸ ἀνωτέρω χωρίον.
§7Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, κάμνω τὴν σύστασιν αὐτήν. Ὄντως ὁ Καραϊσκάκης ἐγεννήθη εἰς ἓν σπήλαιον εὑρισκόμενον εἰς τὸ χωρίον Μαυρομμάτι τῆς Καρδίτσης καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ κληθῇ εἰς συμμετοχὴν καὶ τὸ χωρίον τοῦτο.
§8Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἑορτῆς παρελήφθη καὶ ὁ συγγενὴς τοῦ Καραϊσκάκη, ὁ ἔγγονος τοῦ ἥρωος κ. Γεώργιος Καραϊσκάκης, πρώην βουλευτής. Παρακαλῶ ὅπως συμπεριληφθῇ καὶ οὗτος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβασθῶσιν αἱ συστάσεις αὗται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς Βουλῆς ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 38 (ἀναγινώσκει).
§11Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τί θὰ γίνῃ τὸ ἄρθρον 119;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός.
§13Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ ἔλθῃ ἆρά γε;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ καὶ σήμερον.
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ παράκλησις νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 119.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38ον....
§18Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον 37 μένει ἐκκρεμές;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα ἐκκρεμές. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 38).
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι περιττὴ μία λέξις. Παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν διαγράψωμεν. Εἰς τὴν φράσιν «ἂν ἔχῃ τὴν νόμιμον ἱκανότητα τοῦ ἐκλέγειν», νὰ διαγράψωμεν τὴν λέξιν «νόμιμον».
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 38. Ὅπως ἐκλεγῇ τις βουλευτής, ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην, νὰ ἔχῃ συμπληρώσει τὸ εἰκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐκλέγειν. Βουλευτής, στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων, ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἐγειρομένων περὶ τούτου ἀμφισβητήσεων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 38ον ἄρθρον).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 39 (ἀναγινώσκει): «Ἔμμισθοι ὑπάλληλοι δημόσιοι, στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, δήμαρχοι... κλπ.» Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§24Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται λόγος «ἔμμισθος ὑπάλληλος ἢ στρατιωτικὸς δὲν δύναται ἐν ἐνεργείᾳ.... κλπ.», ἄν, κ. Πρόεδρε, ὑποθέσωμεν ὅτι γίνεται μία ἐκλογὴ καὶ ἡ Βουλὴ μετὰ τρεῖς μῆνας διαλύεται καὶ προκηρύσσονται νέαι ἐκλογαί, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἢ οἱ στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν βραχεῖαν αὐτὴν χρονικὴν περίοδον τῶν τριῶν μηνῶν, θὰ δικαιοῦνται νὰ θέσωσιν ὑποψηφιότητα κατὰ τὰς νέας ἐκλογάς;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§26Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ εἶναι πολὺ σπανία ἡ περίπτωσις αὐτή.
§27Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Παρακαλῶ. Μοὶ φαίνεται ὅτι σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι νὰ μὴ κάμουν κατάχρησιν τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον τοὺς ἔχει ἀναθέσει ἡ Πολιτεία πρὸς κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν, πρὸς ἀπόκτησιν πολιτικῆς ἐπιρροῆς καὶ δυνάμεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ διορθωθῇ καὶ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἂν μετὰ τὴν φράσιν ὅτι οἱ «ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ δὲν δύναντα νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς βουλευτικὴν περίοδον», θέσωμεν τὴν ἑξῆς φράσιν «ἐφόσον διαρκέσῃ αὕτη τοὐλάχιστον δύο ἔτη», ὥστε νὰ μεσολαβήσῃ ἓν χρονικὸν διάστημα δύο ἐτῶν καὶ οὕτως ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ὁ στρατιωτικός, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν εἰς ἓν μέρος, νὰ ἀποβάλῃ τὴν ἐλπίδα ὅτι δύναται νὰ πολιτεύεται συντόμως εἰς αὐτὴν τὴν περιφέρειαν. Ἂν θεωρῶνται πολὺ τὰ δύο ἔτη, ἂς εἶναι ἓν ἔτος. Πάντως πρέπει νὰ τεθῇ ἓν χρονικὸν ὅριον.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἕνας χρόνος διὰ νὰ σχηματίσῃ τὴν ἐπιρροὴν τὴν πολιτικήν;
§29Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὄχι. Βεβαίως ὅταν περάσῃ ἕνας χρόνος, ἡ κακῶς ἀποκτηθεῖσα ἐπιρροὴ θὰ λησμονηθῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι θὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τῆς διατάξεως νὰ καθορισθῇ ἓν ἐλάχιστον ὅριον περιόδου πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ τοῦτο γίνεται ἂν θέσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν «ἐφόσον αὕτη ἤθελε διαρκέσει δύο ἔτη».
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 39, ὅπως ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, ἔχει διαφοράς τινας πρὸς τὸ ἄρθρον 39 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος. Αἱ διαφοραὶ εἶναι αἱ ἑξῆς. Εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον «ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ δήμαρχοι» προσθέτει ἡ Ἐπιτροπὴ «καὶ πρόεδροι κοινοτήτων». Νομίζω ὅτι τὰ ἀσυμβίβαστα ἐν γένει πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Δὲν φρονῶ ὅτι οἱ πρόεδροι κοινοτήτων, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας μικρᾶς, πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐκλέγονται μόνον δι’ ἓν ἔτος. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λέσβου βουλευτοῦ ἔχει τι τὸ ἀκριβές. Ἀληθῶς ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη τὸ ἀσυμβίβαστον εἶναι τὸ νὰ μὴ ἀποκτῶσι πολιτικὴν ἐπιρροὴν οἱ ὑπάλληλοι, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν θέσιν των. Ἡ διατύπωσις δὲ τοῦ ἄρθρου ἐγένετο ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι ἡ βουλευτικὴ περίοδος θὰ εἶναι τριετής. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἀκριβέστερον νὰ τεθῇ «κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς βουλευτικὴν περίοδον» ἢ «κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς τριετίαν ἢ διετίαν» ἂν θέλητε.
§31Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Οὕτως εἶχεν ἡ διάταξις καὶ εἰς....
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ τρίτον ἐδάφιον «τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ διευθυντοῦ... κλπ.» καθιερώθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὑπῆρχε τότε μία ἀξίωσις τῆς Κοινῆς Γνώμης ὅπως ἀποκλεισθῶσι τῆς Βουλῆς οἱ διευθυνταὶ οἱ ὁπωσδήποτε ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὴν διοίκησιν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οἱ βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τότε τὴν Κυβέρνησιν εἶχον ὑποβάλει ὡς βάσιν συζητήσεως εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1911, διατύπωσις γενομένη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, ἦτο γενική. Ἔλεγε δηλαδὴ ὅτι ἀπαγορεύεται ἐν γένει εἰς μέλη Διοικητικῶν Συμβουλίων ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ εἰς διευθυντὰς αὐτῶν νὰ εἶναι ὑποψήφιοι. Παρετηρήθη ὅτι ὑπὸ τὴν γενικωτέραν αὐτὴν μορφὴν ἦτο ἄστοχος ἡ διάταξις. Γνωρίζομεν πάντες ὅτι ἡ νεωτέρα ἐξέλιξις τῶν ἐπιχειρήσεων εἶναι ἡ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Συνεπῶς ὁ κύκλος τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκλείετο ἡ θύρα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἦτο κατ’ ἐξοχὴν εὐρύς. Ἐγένετο τότε μία Ὑποεπιτροπή, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι εἰσηγητὴς καὶ κατέληξεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐγένετο μετὰ μακρὰν μελέτην, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος περιώριζε τὰς ἀπαγορεύσεις. Ὁ λόγος εἶναι προδήλως ἡ ἀποφυγὴ ἑνὸς ἐνδεχομένου ἀτόπου. Ἄν μέλη τοῦ Συμβουλίου ἀνωνύμου Ἑταιρείας εὑρίσκοντο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἠδύναντο εἴτε διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν, εἴτε δι’ ἐξαρτήσεως ἀπό τινος κόμματος νὰ διευκολύνωσι τὴν παραχώρησιν προνομίων. Ὁμιλῶν τότε εἶχον ἐκθέσει ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου δὲν ἔδωκεν ἐν Ἰταλίᾳ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ὄντως πολλοὶ παρητήθησαν τῆς πολιτικῆς καὶ ἐρρίφθησαν ὁλοψύχως εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις, εἰς ἃς εἶχον διακριθῆ, ἐνῷ ἄλλοι, ὀλιγώτερα ἔχοντες προσόντα, ἀντικατέστησαν ἑαυτοὺς διὰ συγγενῶν ἐν ταῖς ἐπιχειρήσεσι, παραμένοντες οἱ ἴδιοι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ δυνάμενοι νὰ βοηθῶσι τὰς Ἑταιρείας, τὰς ὁποίας ἀντεπροσώπευον. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπεδείχθη, φρονῶ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα ἐν Ἑλλάδι δὲν ἦταν τὰ ἐλπιζόμενα. Ἐν τούτοις ἐκρίθη ὅτι θὰ ἦτο χειρότερον ἂν σήμερον διεγράφομεν ὁλόκληρον τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν προτείνομεν τὴν διαγραφήν. Ὁ διοικητικὸς ἀντιπρόσωπος, ὁ διευθυντής, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ Κοινοβούλιον, τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου του, ἀλλ’ εἷς οἱοσδήποτε ἀντιπρόσωπος, εἷς ἐμπορικὸς ὑποτεθείσθω ἀντιπρόσωπος κατὰ τί θὰ ἐπηρεάσῃ; Εἷς πράκτωρ π. χ. μιᾶς ἀνωνύμου Ἑταιρείας κατὰ τί δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὥστε νὰ δώσῃ προνόμια εἰδικά;
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε διὰ τῆς φράσεως «ἀντιπροσώπου διοικητικοῦ»;
§34Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅπως γνωρίζετε, αἱ ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι ἔχουσι Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἢ διευθυντὴν ἢ ἓν πρόσωπον ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Πῶς ὀνομάζεται; Ἀλλαχοῦ ὀνομάζεται πρόεδρος, ἀλλαχοῦ διοικητής, εἶναι δὲ ἐντεταλμένος νὰ συνάπτῃ σχέσεις τῆς Ἑταιρείας μετὰ τῶν ἔξω προσώπων καὶ νὰ ὑπογράφῃ ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑταιρείας. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ καταστατικά. Ἄλλα καταστατικὰ δίδουν ἐντολήν, δίδουν δικαιώματα εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἄλλα δὲν δίδουν τοιαῦτα δικαιώματα εἰς αὐτοὺς ἢ εἰς ἄλλους.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Εὐθυμιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§36Δ. ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, φρονῶ ὅτι μόνον δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ περιορίσωμεν τὸν δημοδιδάσκαλον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐκλογὴν καὶ ὁ ὁποῖος καλύτερον θὰ κατέχῃ τὰ ζητήματα ἀπὸ τὴν σημερινὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§38Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθοτέρα ἡ διατύπωσις ὅπως ἔχει τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς ἄλλα ὑπεβλήθη εἰδικὴ πρότασις παρ’ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ὑποστηρίζουσα τὸ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἐνεργὸν δικηγορίαν, καθ’ ὃν χρόνον διαρκεῖ ἡ βουλευτικὴ ἰδιότης. Δὲν νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ καταλήξωμεν μέχρι τῆς τοιαύτης αὐστηρότητος, διότι λόγῳ τῆς πενίας ἡ ὁποία διακρίνει τοὺς περισσοτέρους ἐκ τῶν πολιτευομένων θὰ ἀπεκλείομεν τῆς πολιτικῆς μίαν ὁλόκληρον τάξιν, τὴν μᾶλλον ἐνδεδειγμένην ἴσως διὰ τὴν εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ Τόπου ἀνάμιξιν. Παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐλέχθη ὅτι συνεζητήθη καὶ εἰς προηγουμένας Συνελεύσεις περὶ τοῦ ἂν ὁ βουλευτὴς δικαιοῦται κατὰ τὸ διάστημα τῆς βουλευτικῆς περιόδου νὰ ἀσκῇ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου καὶ οἱ ἐπικαλούμενοι τὴν ἀπαγόρευσιν, ὅτι δέον νὰ εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, τὸ ἐδικαιολόγουν διὰ νὰ μὴ ἐκμεταλλεύεται τὸ ἀξίωμά του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφόσον εἰς τὴν ἀκροτελεύτιον διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀναφέρεται ὅτι: «νόμος δὲν δύναται νὰ καθιερώσῃ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ πρὸς ἕτερα ἔργα.... κλπ.», μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ ὡς εἶχεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λέσβου, μοὶ φαίνεται ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ θέσωμεν κάποιον φραγμόν, διότι εἰς ὡρισμένας περιφερείας παρετηρήθη ὅτι πολλοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀνώτεροι ἢ κατώτεροι ἐζήτησαν νὰ ὑπηρετήσουν εἰς ὡρισμένας περιφερείας διὰ νὰ προπαρασκευάσουν ἐκλογικὸν ἔδαφος. Ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὑποστηρίζω ὅτι δέον νὰ διατηρηθῇ ὡς ἔχει. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, τὸν πρόεδρον τῶν κοινοτήτων, ὅτι δέον νὰ μὴ ἀποκλείεται, συμφωνῶ ἀπολύτως. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον σημεῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ θέσωμεν διετίαν ἢ τριετίαν, ἀλλὰ προτιμώτερον νὰ τὸ ἀφήσωμεν ὡς ἔχει.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§40Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν περιείχετο ἡ φράσις «καὶ πρόεδροι κοινοτήτων», διότι δὲν ὑπῆρχον τότε πρόεδροι κοινοτήτων, ἀλλ’ ὑπῆρχον μόνον δήμαρχοι. Κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν τότε νομοθετησάντων τὸ Σύνταγμα, ὡς καὶ σήμερον ἔχει διατυπωθῆ, θεωροῦνται καὶ αὐτοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ δήμαρχοι ὡρισμένης περιφερείας. Δὲν ζητεῖται δὲ νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐκλέγωνται, οὔτε τοῦ δικαιώματος τοῦ ὑποβάλλειν ὑποψηφιότητα. Ἂν εἷς πρόεδρος κοινότητος θέλῃ νὰ ἐκτεθῇ ὑποψήφιος διὰ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ προηγουμένως τὴν παραίτησίν του. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καὶ τόσον ἐπουσιῶδες ὡς φαίνεται. Αἱ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι μεταβάλλονται δυνάμει τοῦ νόμου. Σήμερον ἔχομεν εὐρεῖαν περιφέρειαν, εἰς τὸ μέλλον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στενὴν ἢ στενωτάτην. Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος π. χ. τοῦ Ἀγρινίου, ἕως χθὲς ὁ δῆμος Ἀγρινίου ἦτο κοινότης, ἢ ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Αἰγίου ἢ Κορίνθου ἢ Ναυπάκτου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πληθυσμὸν 8–9.000, οἱ πρόεδροι αὐτοὶ εἶναι δυνατὸν ταυτοχρόνως νὰ ἐκτίθενται ὡς ὑποψήφιοι, ἀλλὰ νὰ ἀσκῶσι καὶ τὰ δημαρχιακά των καθήκοντα. Διότι τίποτε ὀλιγώτερον δὲν ἀσκεῖ παρὰ δημαρχιακὰ καθήκοντα. Ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπειλήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ πρόεδρος αὐτὸς ὁ μέλλων νὰ ἐκλεγῇ βουλευτής, ὑποβάλλῃ μίαν παραίτησιν; Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ «καὶ οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων». Καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἔκρινεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «καὶ οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων», διότι οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ δήμαρχοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτελευταίαν παράγραφον, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ Συντάγματα θεσπίζονται ἀναλόγως τοῦ κρατοῦντος πνεύματος κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν θεσπίζονται. Εἰς τὰ 1911 ὑπῆρχεν ἀληθῶς ἡ κατεύθυνσις αὐτὴ καὶ ἡ αὐστηρότης τοῦ νὰ περιορισθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον οἱ ἔχοντες σχέσεις μὲ Ἑταιρείας οἰκονομικὰς καὶ Ἑταιρείας ἐπιχειρήσεων, διὰ τοῦτο ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις αὐτή. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤμην καὶ ἐγὼ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον τὰ πράγματα ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ πάροδος τῶν ἐτῶν ἐδημιούργησε νέαν κατάστασιν. Ἀπὸ τὸ 1911 μέχρι τοῦ 1927 ἐμεσολάβησεν ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα καὶ ἐδημιουργήθησαν νέαι καταστάσεις κοινωνικαί. Σήμερον θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι μὲ τὴν ἀναλογικὴν ἐκλογήν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, μὲ τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον αἱ διάφοροι Ἑνώσεις, αἱ ἐπαγγελματικαί, αἱ ἐμπορικαί, τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τόσαι ἄλλαι, οἱ συνασπισμοὶ καὶ ἡ δημιουργία τάξεων, ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται πλέον ἀπὸ διάφορα πρόσωπα διαφόρων ἀποχρώσεων καὶ διαφόρων τάξεων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ περιορισμὸς καὶ μὲ τὴν κατεύθυνσιν, λέγω, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κοινωνία πρὸς δημιουργίαν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ὁ περιορισμὸς ἑνὸς ἱκανοῦ ἀριθμοῦ προσώπων νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι αἰσθητός. Διότι οἱ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολούμενοι καὶ ἄλλοι εἰδικοὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι χρήσιμοι εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὑπεστήριξα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο δεκτὸν καὶ οὔτε σήμερον εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ὁμιλήσω, ὑπεστήριζον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ πρᾶγμα. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 λέγει (ἀναγινώσκει): «Εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ ἔργα τοῦ βουλευτοῦ.... κλπ.» Εἶναι εὐρὺ τὸ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἔχομεν καὶ ἐμμίσθους νομικοὺς συμβούλους καὶ ὑπαλλήλους ἐμπορικῶν Ἑταιρειῶν. Ἂν ἐλαμβάνομεν πρόνοιαν μόνον διὰ τοὺς διοικητικοὺς ἀντιπροσώπους, ἀφίνομεν σωρείαν ἄλλων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι χρήσιμοι, καὶ τοὺς ὁποίους στεροῦμεν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ δύνανται νὰ ὑποβάλλουν ὑποψηφιότητα καὶ νὰ ἐκλέγωνται βουλευταί. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινα νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοὺς διοικητικοὺς ἀντιπροσώπους καὶ ἰδίᾳ προκειμένου περὶ Ἑταιρειῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουν εἰδικὰ προνόμια καὶ ἐπιχορηγήσεις τοῦ Κράτους. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὅλαι αἱ τάξεις εἰσέρχονται εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα ὑποστηρίξουν τὰ δικαιώματά των, εἶναι ὄχι ἄδικον, ὄχι ἄνισον τὸ νὰ περιορίζεται εὐρὺς ἀριθμὸς ὑπαλλήλων μορφωμένων καὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι κατέχουν εἰδικὰς γνώσεις καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσουν καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διὰ νὰ δώσουν καὶ τὰς γνώσεις των, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§42Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ὡς διετυπώθησαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ δύναταί τις νὰ συναγάγῃ ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ ἀσυμβιβάστου ἐκλονίσθη ὀλίγον, διότι ἀναμφισβητήτως αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τείνουσι νὰ δημιουργήσωσι τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι ἄσκοποι καὶ ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ ὑπάρχουν, μολονότι δὲν προτείνεται ἡ διαγραφὴ αὐτῶν. Εἰς τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω, μολονότι διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ χαρακτηρισθῶ καὶ ὡς σκληρὸς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ σεβαστόν μοι φίλον κ. Βοκοτόπουλον. Φρονῶ ὅτι ἀναμφισβητήτως, ἂν ὑπάρχουν βουλευταὶ τῶν ὁποίων ἡ συνείδησις εἶναι τόσον ἐλαστικὴ ὥστε νὰ χρειάζωνται τοιαῦται ἀπαγορεύσεις διὰ νὰ μὴ παραβαίνουν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν, τὰ ἱερώτερα καθήκοντα αὐτῶν, ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις εἶναι περιτταί. Ἀλλὰ φρονῶ ἐπίσης ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ καταστρέφουν ὑπονοίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν συμφέρον νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ ὑπάρχουν. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι καὶ τὰ φαινόμενα εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν σπουδαιότατα ἀποτελέσματα. Καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐμπιστοσύνη παρὰ τῷ λαῷ, ὅταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδιαφερόμενος εἰς μίαν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία εἶναι προνομιοῦχος καὶ ἡ ὁποία ἔχει ἐπιχορηγήσεις τοῦ Κράτους, ὅτι αὐτὸς δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἀμερολήπτως τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Κράτους. Καὶ ἐφόσον τοῦτο εἶναι φυσικόν, ἡ ὑπόνοια αὐτὴ εἶναι φυσική, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἀσυμβίβαστον, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ὑπόνοιαν ταύτην καθιστᾷ ἀδύνατον. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γόντικας παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποκλείωνται ὡρισμέναι τάξεις ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ ὡρισμένων ἀτόμων ἐχόντων ἴδιον, ἄμεσον συμφέρον. Αὐτοὶ ἀποτελοῦν ἄτομα ἔχοντα συμφέρον καὶ τοιαῦτα ἄτομα εἶναι περιττὸν νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐγὼ μάλιστα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε προκυψάντων ἀποτελεσμάτων τῶν διατάξεων αὐτῶν τοῦ ἀσυμβιβάστου θὰ εἶχον νὰ προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς φράσεως «ἐμμίσθων νομικῶν συμβούλων», διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ὑπῆρξε καταστρατήγησις τοῦ ἀσυμβιβάστου διὰ τῆς λέξεως ταύτης «ἐμμίσθων». Οἱ ἔμμισθοι μετεβλήθησαν οὐσιαστικῶς εἰς πολὺ περισσότερον ἐμμίσθους. Πᾶς δὲ νομικὸς σύμβουλος Ἑταιρείας, ἡ ὁποία εἶναι προνομιοῦχος, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκλεγῇ βουλευτής, ἢ ἐκλεγόμενος βουλευτὴς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του ἐκ τοῦ ἑνὸς ἢ ἐκ τοῦ ἑτέρου ἀξιώματος.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§44Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀσυμβιβάστου τῶν προέδρων τῶν κοινοτήτων. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος συνενεμερίσθην τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας ὑπὲρ τοῦ ἀσυμβιβάστου. Ὅπως εἶπεν ὁ κ. Γόντικας, συντρέχει ὁ αὐτὸς νομοθετικὸς λόγος τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἀσυμβιβάστου καὶ ἐπὶ τῶν προέδρων τῶν κοινοτήτων. Τὸ Σύνταγμα θέλει νὰ προστατεύσῃ τοὺς δημοσίους ὀργανισμούς, τὰς δημοσίας καὶ δημοτικὰς ὑπηρεσίας ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ τὴν ἀνάμιξιν τῆς πολιτικῆς διὰ τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς τῶν κυρίων ἀντιπροσώπων. Ἐξ ἄλλου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνασκῇ εὐσυνειδήτως καὶ τὰ δύο ἔργα, νὰ συγχρονίσῃ καὶ τὰ δύο ἔργα ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ προέδρων κοινοτήτων, τῶν ὁποίων ἡ ἕδρα τῶν καθηκόντων θὰ εἶναι πάντως εἰς ἄλλον τόπον. Ὁ δημοτικὸς νόμος ὁρίζει ὅτι οἱ πρόεδροι τῆς κοινότητος πρέπει νὰ κατοικοῦν εἰς τὴν ἕδραν τῆς κοινότητος. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον του ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος καὶ δὲν θὰ στερηθῇ οὕτως ἡ μικρὰ Κοινωνία τῆς κοινότητος τοῦ ἀρχηγοῦ της; Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν θὰ ζημιωθῇ ἡ κοινότης καὶ ἐξ ἄλλου θὰ ἔχωμεν τὴν ἀνάμιξιν τῆς πολιτικῆς. Πρέπει δὲ νὰ χωρισθοῦν τελείως τὰ πολιτικὰ ἀπὸ τὰ δημοτικὰ καθήκοντα, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἰδιαιτέρα δημοτικὴ πολιτικὴ τοπικῆς φύσεως, ἄσχετος πρὸς τὴν γενικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ συγχέονται διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ἀσυμβιβάστου αἱ τοιαῦται τάσεις. Ἐφόσον ἔχομεν σκοπὸν καὶ διὰ περαιτέρω συνταγματικῶν διατάξεων νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τὴν αὐτοδιοίκησιν, πρέπει κατὰ μείζονα λόγον νὰ δεχθῶμεν τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§46Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Μυλωνᾶς θὰ προσθέσω μόνον ὅτι ὑπάρχουν κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πολλὰς χιλιάδας κατοίκων καὶ κατ’ οὐδὲν ἑπομένως διαφέρουσι τῶν δήμων. Καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ καθιερωθῇ τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ διὰ τοὺς προέδρους τῶν κοινοτήτων. Ἐπίσης συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν νομικῶν συμβούλων τῶν Ἑταιρειῶν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Γρηγοριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§48Α. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεως «ἐμμίσθων ὑπαλλήλων» παρακαλῶ ὅπως δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ὅτι περιλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Ὡς γνωρίζετε, μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφὴν καὶ τὴν σύναψιν τοῦ προσφυγικοῦ δανείου περιωρίσθη....
§49Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως τὸ ἐτόνισα ὅτι περιλαμβάνονται.
§50Α. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἐπίσης ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς φράσεως «ἐμμίσθων ὑπαλλήλων» νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ ἡμερομίσθιοι ὑπάλληλοι, διότι εἶναι πολλοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι παίζουν μέγαν ρόλον, ὡς οἱ διευθυνταὶ ἡμερομισθίων νοσοκομείων.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§52Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέχωμεν τὴν εὐκαιρίαν τοῦ ἐπηρεασμοῦ τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκ τῆς οὕτως ἀορίστου διατάξεως ὅμως δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ τις, διότι ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα ὑπηρέτησεν, ὁπότε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροήν, δύναται δὲ νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς σοβαρὰ καταστρατήγησις. Εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξε στρατιωτικὸς ἔφεδρος ἰατρὸς ἀνακληθεὶς εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ καὶ παρουσιασθεὶς εἰς τὸ ἔμπεδον τοῦ νομοῦ του ἔλαβε μετὰ 5 ἢ 6 ἡμέρας φύλλον πορείας διὰ τὴν περιφέρειάν του, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἐκτεθεὶς ὑποψήφιος, δὲν ἀνεκηρύχθη ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον Χανίων. Νομίζω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ὥστε ἡ διάταξις νὰ γίνῃ σαφεστέρα καὶ νὰ γίνῃ συνεπὴς πρὸς τὴν αἰτιολογίαν τοῦ νόμου. Ὑπάρχει δηλαδὴ εἷς περιορισμός. Νὰ τεθῇ ἐκεῖ ὅτι τοὐλάχιστον ἐπὶ τρίμηνον ἢ ἑξάμηνον ἂν ἔχῃ ὑπηρεσίαν ὡς ὑπάλληλος ἢ ὡς στρατιωτικὸς δὲν δύναται νὰ ἀνακηρυχθῇ. Δύναται, κ. Ὑπουργέ, νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς καταστρατήγησις. Δοθέντος ὅτι τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ προσωπικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακληθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ μᾶς περιφερείας νὰ ὑπηρετήσουν πέντε ἡμέρας εἰς τὴν περιφέρειάν των, ἕως ὅτου λάβουν φύλλον πορείας, τὸ Πρωτοδικεῖον κατόπιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν 5 ἡμερῶν θὰ τοὺς ἀποκλείσῃ τῆς ἐκλογιμότητος. Ἔχομεν τοιαῦτα παραδείγματα ἀποκλεισμοῦ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Χανίων καὶ πρὸς ἀποφυγὴν παρομοίων ἐπεισοδίων φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἓν ἑξάμηνον τοὐλάχιστον ὑπηρεσίας.
§53Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἐφέδρων. Πρόκειται περὶ τῶν μονίμων ὑπαλλήλων καὶ πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις καθαρά.
§54Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ οἱ ἔφεδροι συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως «στρατιωτικοί». Καὶ ἔχω τὴν περίπτωσιν πρόχειρον. Ἔφεδρος στρατιωτικὸς ἰατρὸς ἀνακληθεὶς προσωπικῶς, ἀπεκλείσθη ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον Χανίων δι’ ὑπηρεσίαν μιᾶς ἑβδομάδος εἰς τὸ ἐκεῖ ἔμπεδον. Θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ τεθῇ ἡ προθεσμία ἑξάμηνος διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν διάταξιν τὸ αἰτιολογικόν της. Τὰ δικαστήρια ἐξετάζουν καὶ κρίνουν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ διὰ ὑπηρεσίαν 24 ὡρῶν δύνανται νὰ ἀποκλείσουν πάντα ὑπάλληλον.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§56Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γενικὴ ἡ ἰδέα ἡ ἐκτεθεῖσα εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα καὶ ἡ ὁποία ἐπεξετάθη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἡ ἰδέα ἡ δυσμενὴς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὁσάκις θέλουν νὰ πολιτευθῶσι. Καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν, ἐνῷ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ὑπῆρχεν ἡ παράγραφος τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνακηρυχθῇ ὑποψήφιος δημόσιος ὑπάλληλος διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησε κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς του περίοδον, καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1924 καὶ εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ἐτέθη ἡ παράγραφος αὕτη. Ἡ Κοινὴ Γνώμη εἶχεν ὡριμάσει καὶ ἀπὸ τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἐπέκτασις τῶν ἀπαγορευτικῶν διατάξεων καὶ εἰς ἄλλας τάξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν τις καταχρώμενος τῆς δημοσίας θέσεως, ἣν κατέχει καὶ δι’ ἣν μισθοδοτεῖται ἐκ μέρους τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, νὰ ἐπιζητῇ ὠφέλη κομματικὰ καὶ νὰ ἐπιζητῇ ὠφέλη διὰ νὰ εἰσέλθῃ διὰ τῆς θέσεως ταύτης εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐθεσπίσθησαν τὰ ἀπαράδεκτα, τὰ ὁποῖα ἐπεξετάθησαν διὰ τῆς παρούσης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος εἰς τοὺς προέδρους τῶν κοινοτήτων. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι δὲν ἔπρεπε τὸ παράπαν νὰ μειώσωμεν τὰς ἀπαγορευτικὰς ταύτας διατάξεις καὶ ὅτι εἶναι πολὺ ὀρθὴ ἡ πρότασις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἵνα ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν προέδρων τῶν κοινοτήτων, ὡς ὀρθῶς παρετήρησαν οἱ κύριοι προλαλήσαντες. Ἔχομεν κοινότητας ἀπὸ ἑπτὰ χιλιάδας κατοίκους καὶ ἀπὸ δέκα χιλιάδας κατοίκους καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ πρόεδροι κοινοτήτων, ἡ διαφορὰ εἶναι ἐντελῶς τυπική, διότι ὠνομάζοντο δήμαρχοι πρότερον, πρὸ τοῦ νόμου «περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων». Λοιπόν, ἐνῷ ὁ νόμος αὐτὸς τοὺς ὠνόμαζε δημάρχους, ὅπως καὶ μὲ τὸν προηγούμενον δημοτικὸν νόμον ἦτο ἀσυμβίβαστον, τώρα τοὺς μετωνόμασεν εἰς προέδρους κοινοτήτων καὶ τοὺς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ γίνωνται βουλευταί. Λοιπὸν νὰ μὴ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι καὶ πρόεδροι κοινότητος καὶ βουλευταί. Ἐγώ, κύριοι, θὰ προχωρήσω ἐπὶ πλέον. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1924 δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις τοῦ νὰ μὴ δύνανται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ἐπαναδιορίζωνται ἢ νὰ μὴ διορίζωνται γενικῶς εἰς δημοσίαν θέσιν πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑξαμήνου. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε τὴν κοινὴν ῥοπήν, τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἔθεσεν ἓν χρονικὸν ὅριον ἓξ μηνῶν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετράπη ἡ ἐπάνοδος γενικῶς καὶ εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατεῖχον καὶ εἰς οἱανδήποτε δημοσίαν θέσιν. Νομίζω ὅτι ἐκπροσωπῶ ὅλην τὴν Βουλὴν λέγων ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχει ὡριμάσει ἡ ἰδέα ὅτι ἡ θέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως παρὰ τοῦ κατέχοντος καὶ ὅτι θὰ δυνάμεθα καὶ ἂν παραιτούμεθα καὶ ἐκτιθέμεθα ὑποψήφιοι νὰ μεταχειριζώμεθα διάφορα μέσα νόμιμα καὶ παράνομα πρὸς ἐπιτυχίαν μας καὶ ὅτι ἂν δὲν ἀποτύχωμεν, εἰσερχόμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἂν δὲ δὲν ἐπιτύχωμεν, πάλιν αἱ πύλαι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἀνοίγονται καὶ ἐπαναδιοριζόμεθα, ἂν ὄχι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ἀλλὰ εἰς ἄλλην. Ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα. Δημόσιος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἐξετέθη ὑποψήφιος εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ ἀποτυχὼν ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὸ ἑξάμηνον δὲν εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παραταθῇ ἐπὶ διετίαν ὥστε ὁ κύριος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν δημοσίαν θέσιν καὶ νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν πολιτικήν, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὑφίσταται μίαν ζημίαν μικράν. Ἢ θὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος ἢ θὰ πολιτευθῇ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν κοινὴν ῥοπὴν καὶ ὅτι πρέπει τὸ ἑξάμηνον νὰ τὸ ἀναβιβάσωμεν εἰς διετίαν ὥστε νὰ ἔχῃ πλέον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθῃ διὰ νὰ φατριάζῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν πολιτευόμενος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του ὡς ὑπάλληλος, ὅπως ὁρίζουν οἱ νόμοι καὶ ὁ ὅρκος του, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπάλληλος ὅταν κατέλθῃ εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν νὰ κλείσῃ τὰ ὦτά του εἰς τὰς παρακλήσεις τοῦ κόμματός του. Τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν πρέπει νὰ τὸν ἀποκλείσωμεν. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω. Ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑποχρεοῖ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, στρατιωτικοὺς καὶ μή, νὰ παραιτῶνται, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἀφῆκε καὶ τὴν ὁδὸν τῆς ἐπανόδου. Ἡ ὁδὸς τῆς ἐπανόδου ἀναφέρεται καὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι μετὰ τὴν κάθοδον τοῦ Στρατοῦ εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Στρατὸς ἀπεδοκίμασε, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν θύραν ταύτην ἀνοικτὴν ὥστε μετὰ τὴν πάροδον ἑξαμήνου νὰ εἶναι δυνατὸν μία Βουλὴ νὰ ἐπαναφέρῃ διὰ νόμου τοὺς παραιτηθέντας τοῦ Στρατεύματος πάλιν εἰς τὸν Στρατόν, διότι αὐτὴν τὴν θύραν ἀφήνωμεν ἀνοικτήν. Εἴτε ἑξάμηνον ὁρίσητε εἴτε ἓν ἔτος, εἴτε διετίαν, θὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα διὰ νόμου. Εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς φίλους της στρατιωτικοὺς πάλιν εἰς τὸν Στρατόν, θὰ ὑφίσταται αὐτὴ ἡ ὁδός. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην ἐν Ἑλλάδι, φρονῶ ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι καὶ μὲ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ Στρατοῦ, τὸ ὑγιές, ἂν θεσπίσωμεν ὅτι εἰδικῶς διὰ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς, τοὺς παραιτηθέντας διὰ νὰ πολιτευθῶσι, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπαναφορά των εἰς τὸν Στρατόν.
§57Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Διὰ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται.
§58Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἀποκλείσω τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλὴν νὰ ἐπαναφέρῃ τούτους, ἡ ὁποία Βουλὴ θὰ θέλῃ νὰ ἔχῃ τοὺς στρατιωτικοὺς αὐτοὺς ὄργανά της ἐν τῷ Στρατῷ. Αὐτὸ θέλω νὰ ἀποκλείσω συνταγματικῶς ὥστε νὰ ἔχωμεν χωρισμένον τὸν Στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Ἂν θέλῃ ὁ στρατιωτικὸς ἐκεῖνος νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Κοινόν, εἶναι δικαίωμά του, νὰ παραιτηθῇ ὅμως ἀπὸ τὸν Στρατόν. Νὰ μὴ ὑπάρχῃ δὲ εἰς αὐτὸν ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ δύναται μετὰ ἑξάμηνον νὰ ἐπαναφέρηται. Τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ ἐφ’ ὅσον τηλικαύτη ἐγένετο κατάχρησις ἐν τῷ Στρατῷ. Φρονῶ ὅτι ἀπηχῶ τὴν ὑγιᾶ γνώμην τοῦ Στρατοῦ. Καθ’ ἣν στιγμήν, κύριοι, ἀπαγορεύομεν εἰς τὸν δικηγόρον μιᾶς ἑταιρείας καί, κατὰ πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου, εἰς πάντα νομικὸν σύμβουλον μιᾶς ἑταιρείας νὰ εἶναι βουλευτής, ἡ δικηγορία δὲ εἶναι ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, εἰς ὃ ὁ δικηγόρος δίδει τὰ ἐπιστημονικά του φῶτα, ὅταν ἐφθάσαμεν τὸ ἀσυμβίβαστον νὰ τὸ παρεκτείνωμεν καὶ μέχρις ἐκεῖ, φρονῶ ὅτι εἶναι ὀλίγον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητῶ διὰ τῆς ὑποβαλλομένης τροπολογίας μου.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§60Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω μίαν παρατήρησιν σχετικῶς με μίαν τάξιν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, τοὺς συμβολαιογράφους καὶ τοὺς φύλακας μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν.
§61Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κλείομεν τὰ γραφεῖά των.
§62Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχει ἀξίαν τὸ κλείσιμον τῶν γραφείων των. Ὑπάρχουν πολλοὶ συμβολαιογράφοι. Ἑπομένως οὐδεμία ζημία προκύπτει ἂν τινὲς κλείσουν τὰ γραφεῖά των. Τὸ μόνον, ὅπερ δύναται νὰ ἀξιώσῃ τις, εἶναι νὰ ζητήσουν καὶ λάβουν ἀδείας κατὰ τὸ προεκλογικὸν στάδιον. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτέθη διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, ἐτέθη εἰδικῶς διὰ νὰ μὴ ἀσκοῦν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι φατριασμὸν ἐπὶ τῶν ἐκλογέων. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ὁ περιορισμὸς λοιπὸν αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα ταῦτα καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον’ ἀναγράφεται καὶ κάτι τραγικώτερον, διότι λέγει ὅτι οὗτοι θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς ὑπηρεσίας των ἓξ μῆνας μετὰ τὴν ἐκλογήν. Ἐρωτῶ’ διατί αὐτὴ ἡ τιμωρία; Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι εἶναι μία βάσανος νὰ εἶναι κανεὶς ὑποψήφιος, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ὡς τιμωρία ἡ βάσανος αὐτή; Καὶ οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ φύλακες δὲν πρέπει νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν, ὡς δὲν εἶχον περιληφθῆ ἕως τώρα. Ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην ἀκόμη παρατήρησιν. Ἀποδέχομαι ἐξ ὁλοκλήρου τὴν παρατήρησιν τοῦ συναδέλφου κ. Κουνδούρου καὶ θὰ ἔλεγον ὅτι πρέπει ὁ ὅρος «στρατιωτικοὶ»— ἐπειδὴ εἶναι καὶ ἔφεδροι στρατιωτικοὶ καὶ εἰδικῶς ἔφεδροι στρατιωτικοὶ ἰατροὶ ἢ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ—θὰ ἔπρεπε νὰ διασαφηνισθῇ καὶ νὰ γίνῃ δήλωσις ὅτι εἰς τὸν ὅρον στρατιωτικοὶ περιλαμβάνονται οἱ μόνιμοι. Διότι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς δὲν περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἔφεδροι. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ θέσωμεν’ οἱ μόνιμοι στρατιωτικοί;
§63Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ δικαστήρια, ὄχι μόνον τὰ τακτικά, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἐδέχθη ὅτι εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἔφεδροι.
§64Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον γίνεται ἡ διάκρισις, εἰς τὸ δεύτερον ὅμως δὲν γίνεται ἡ διάκρισις; διότι καὶ εἷς ἔφεδρος ἀξιωματικὸς ὑπηρετῶν εἰς μίαν περιφέρειαν, παρέχει τὴν πιθανότητα ὅτι δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ...
§65Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ δύναται νὰ εἶναι καὶ τυχαῖον, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι καὶ σκόπιμον. Μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ θέλῃ νὰ ἀποκλείσῃ ἕνα ὑποψήφιον, νὰ τὸν ἀποκλείσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν συμβούλων συμφωνῶ νὰ λείψῃ τὸ ἔμμισθον, διότι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει. Ἔπειτα δὲν πρέπει μόνον ὁ βουλευτὴς νὰ ἐκπληροῖ εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρέχῃ καὶ τὴν προσήκουσαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κοινωνίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ πιστεύῃ ὅτι τὰ ἐκπληροῖ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γιαννόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§67Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω μίαν τροπολογίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἄλλοτε μύριαι ἠκούσθησαν γνῶμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, σήμερον δὲ παραδόξως οὐδεμίαν ἤκουσα λέξιν. Καὶ ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου θὰ ἤθελον μεταξὺ τῶν ἀσυμβιβάστων νὰ θεωρηθῇ καὶ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ἐν τῷ δικαστηρίῳ ἐμφάνισις βουλευτοῦ δικηγόρου. Ἐπιθυμῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ λείψῃ ἡ ἐπὶ δικαστηρίων ἐμφάνισις τῶν βουλευτῶν καὶ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων καὶ ἐπὶ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη πολλὰ θὰ εἶχε νὰ προσκομίσῃ ὠφελήματα τόσον εἰς τὴν πολιτικὴν ὅσον καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Μεταξὺ τῶν πρώτων ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἴχωμεν νὰ κερδίσωμεν ὑπὲρ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τοῦτο, ὅτι θὰ συνετελούσαμεν ὁπωσδήποτε διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ λαϊκῇ συνειδήσει. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη διὰ νὰ σταθῇ εἰς τὸ ὕψος της δὲν χρειάζεται μόνον ἡ ἀμερόληπτος ἐκ μέρους τοῦ δικαστοῦ συμπεριφορά, χρειάζεται νὰ δημιουργηθῇ καὶ παρὰ τῷ Λαῷ ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἀπονέμεται εὐθέως. Ἀλλὰ διὰ νὰ δημιουργηθῇ τοῦτο, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ὑπὸ βουλευτῶν δικηγόρων καὶ ἡ ἐμφάνισις αὐτῶν πρὸ τοῦ δικαστηρίου. Ἄν τοῦτο συμβῇ θὰ ἔκανε νὰ κυριαρχῇ παρὰ τῷ Λαῷ ἡ πεποίθησις ὅτι ὁ δικαστὴς δικάζων πρὸ τοῦ βουλευτοῦ δὲν δικάζει ὅπως δικάζει ὅταν εὑρίσκεται πρὸ τοῦ ἁπλοῦ δικηγόρου, ὅπερ τὰ μάλιστα συντελεῖ εἰς τὴν ἑδραίωσιν τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀπονέμεται κατ’ εὐθεῖαν. Καὶ ἂν θελήσωμεν, κύριοι βουλευταί, νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν πραγμάτων, θὰ πορισθῶμεν ὅτι οἱ βουλευταί, οἱ ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, κατορθώνουν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιστημονικῆς των δυνάμεως, νὰ συγκεντρώνουν τὴν μεγαλυτέραν πελατείαν. Ποῦ ὀφείλεται τοῦτο; Εἰς τὴν λαϊκὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπέναντι τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἀπονέμεται κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται ἐνώπιον τοῦ ἁπλοῦ δικηγόρου. Τοιαύτην χειρονομίαν θὰ ἠξίουν ἀπὸ μίαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἥτις κανονίζει τὴν συνταγματικὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ τί ἄλλο θὰ συμβῇ; Θὰ κατορθωθῇ διὰ τούτου ὁ βουλευτὴς νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ βαρέως φορτίου τῶν δικηγορικῶν ὑποθέσεων. Θὰ μοῦ εἰπῆτε ὅτι δύναται νὰ μὴ δικηγορῇ ἂν θέλῃ, θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ἐκ λόγων κομματικῆς σκοπιμότητος νὰ δικηγορήσῃ ὅταν οὐδὲν ὑπάρχῃ νομικὸν κώλυμμα, ὅταν δὲ δικηγορήσῃ μίαν φορὰν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δικηγορῇ διαρκῶς καί τοιουτοτρόπως νὰ ἐμφανίζεται ὁ νομοθέτης πρὸ τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου διὰ νὰ ὑπεραμύνεται ἑνὸς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ὑπερέβη τὸν νόμον.
§68Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν συμβαίνει τοῦτο.
§69Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἁρμόζον τοῦτο εἰς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Δὲν εἶναι καινοφανὴς ἡ καινοτομία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Εἶναι τροπολογία, ἥτις ἐθεσπίσθη καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Εἰς τὴν Ἰταλίαν εἰσήχθη ὁ θεσμὸς οὗτος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπαγορεύεται ἡ ἄσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος εἰς τοὺς βουλευτὰς δικηγόρους. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ θεωρεῖται ὡς κάτι τι πάρεργον ὑπὸ τῶν δικηγόρων βουλευτῶν, οἵτινες ἤδη ἀπασχολοῦνται σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὰ δικηγορικά των ἔργα. Ἀλλὰ καὶ εἷς ἄλλος ἠθικὸς λόγος ἐπιβάλλει τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας μου. Συναγωνιζόμεθα συναδέλφους μὲ ἄνισα ὅπλα καὶ δὴ πτωχοὺς συναδέλφους βιοπαλαιστάς, οἵτινες ἔτυχον νὰ μὴ περιβάλωνται μὲ τὸ ὑψηλὸν αὐτὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία τοιαύτη μέριμνα. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς τί κακὸν θὰ προκύψῃ διὰ μιᾶς τοιαύτης διατάξεως; Θὰ προέκυπτε κανὲν κακὸν διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐνδεχόμενον βέβαια ἐκ τῆς μὴ ἀσκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος νὰ περιορισθοῦν αἱ οἰκονομικαί μας δυνάμεις, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἄλλα θὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθοῦν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πολυζογόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§71Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Γιαννοπούλου σπουδαίως καὶ σοβαρῶς θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Δικαιοσύνην. Θὰ ἐξυπηρετήσῃ δὲ τὴν Δικαιοσύνην, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι καὶ σήμερον τὴν Δικαιοσύνην ὑπηρετοῦν πρόσωπα, ἐπὶ τῶν ὁποίων σοβαρὰν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν ὁ βουλευτὴς δικηγόρος, ἀλλὰ θὰ ἐξυπηρετήσῃ σοβαρώτατα καὶ τὴν Δικαιοσύνην, διότι θὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη σύρεται ἀπὸ τὴν πολιτικήν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον.
§73Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τῆς τελευταίας τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. συνάδελφος. Προέρχομαι ἐκ τῶν δικηγόρων καὶ δηλῶ ὅτι δὲν δικηγορῶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Εὑρίσκω, κύριοι, ὅτι μία διάταξις τοιαύτη συνταγματική, ἀπαγορεύουσα εἰς τὸν δικηγόρον νὰ εἶναι βουλευτὴς καὶ δημιουργοῦσα ἀσυμβίβαστον, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Μὴ λησμονήσωμεν ὅτι ἐκ τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν μακρὸν χρόνον τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, προῆλθον οἱ μεγαλύτεροι πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ οἱ σημερινοὶ καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον διεκυβέρνησαν τὴν Χώραν. Ἄν δὲ ἀποκλείσωμεν εἰς τοὺς δικηγόρους νὰ εἶναι βουλευταί, θὰ ἀδικήσωμεν μίαν τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν κόπων των καὶ διὰ τῶν γνώσεών των καὶ διὰ τῆς πείρας των σπουδαίας ὑπηρεσίας προσέφερον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Μὴ θελήσωμεν σήμερον νὰ ἀποκλείσωμεν τῆς δικηγορίας μίαν τάξιν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δὲν διεκρίθησαν διὰ τὰ πλούτη των, τὰ ὁποῖα προσεκόμισαν ἀσκοῦντες τὸ δικηγορικόν των ἐπάγγελμα καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Διότι συνήθως παρέχουν τὰς ὑπηρεσίας των ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δωρεὰν εἰς τοὺς συμπολίτας των. Εἶναι δὲ περίεργον, κύριοι, ὅτι ἠκούσθη εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μας εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτον σημεῖον καταπτώσεως, ὥστε ἡ ἐμφάνισις ἑνὸς δικηγόρου πολιτευομένου νὰ σύρῃ αὐτὴν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ παραβιάζῃ τοὺς κειμένους νόμους. Ἐγώ, κύριοι, δικηγορῶν ἄλλοτε καὶ πολιτευόμενος καὶ βουλευτὴς ὢν, ὅταν παριστάμην ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, παρετήρουν ὅτι τὰ δικαστήρια ἦσαν αὐστηρότερα εἰς τοὺς κατηγορουμένους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ὑπερήσπιζον. Διατί; Διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶσιν, διότι ὁ βουλευτὴς παρίσταται εἰς τὴν αὐτὴν σειρὰν μὲ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους του δικηγόρους.
§74Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τηρεῖται ὁ Κανονισμός, κ. Πρόεδρε· ὑπάρχει πρότασις περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν δικηγόρων;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ὑποτροπολογία.
§76Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ δικηγόροι δὲν πρέπει νὰ ἀποκλεισθῶσι καὶ νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προφορικῶς ὑπέβαλλον οἱ κ. κ. συνάδελφοι. Ἀποκλειομένων, κύριοι, τῶν στρατιωτικῶν, δημάρχων, συμβολαιογράφων, ὑποθηκοφυλάκων, προέδρων κοινοτήτων κλπ. τί ὑπολείπεται τότε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν;
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ ἰατροί.
§78Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ταῦτα, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ὁ συνάδελφος κ. Ταλιαδοῦρος δι’ οὕς λόγους ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν τροποποίησιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πολιτευθῶσι καὶ οἱ ἔφεδροι δὲν ἀρκεῖ ἡ παρατήρησις ἡ μετὰ ἑξάμηνον ἐπάνοδος αὐτῶν εἰς τὸν Στρατόν. Διότι εἶναι γνωστὸν ἐκ τοῦ παρελθόντος ὁποία κατάχρησις ἐγένετο εἰς στρατιωτικοὺς ὑποψηφίους οἱ ὁποῖοι κατήρχοντο εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἀπὸ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα διεκυβέρνησαν τὴν Χώραν· καὶ μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἐπανέλθωσι καὶ πάλιν εἰς τὸν Στρατὸν ἐμφανίζοντες τὴν στρατιωτικὴν στολὴν καὶ τὸ ἀξίωμα αὐτῶν ὡς ἀξιωματικῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τὰ χωρία καὶ τρομοκρατοῦντες τοὺς κατοίκους διὰ νὰ ψηφίσουν συμφώνως μὲ τὰς ἰδίας αὐτῶν πεποιθήσεις, ἂν εἶχον βέβαια πολιτικὰς πεποιθήσεις. Τελευταῖον δέ, κύριοι, ὅταν ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας τοῦ δικτάτορος, ἐξαπελύθησαν ἀνὰ τὰς πόλεις καὶ τὰς κώμας τῆς Ἑλλάδος στρατιωτικοὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ δικτάτορος τρομοκρατοῦντες τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν μικρῶν κοινοτήτων. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης ἦτο ὅτι παρουσιάσθησαν ὅλα τὰ ψηφοδέλτια ὑπὲρ τοῦ δικτάτορος. Τοιαύτην ἔχει τὴν ἐντύπωσιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ θὰ ἀκούσῃ εὐχαρίστως ἂν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἀποκλεισθῶσιν οἱ στρατιωτικοὶ καὶ θὰ ἐπικροτήσῃ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§79Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀποκλείονται.
§80Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἀποκλείονται διὰ νόμου. Δύναται δὲ ἡ Βουλὴ διὰ νόμου νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Στρατιωτικοὶ παραιτηθέντες ἵνα ἐκλεγῶσι βουλευταὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν Στρατόν».
§81Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Διατί αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις;
§82Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διότι πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς τὰ ἔργα εἰς τὰ ὁποῖα τοὺς ἔταξεν ἡ Πατρίς. Ἡ ἀνάμιξις τοῦ Στρατοῦ εἰς τὴν πολιτικὴν ἐπέφερεν ὅλα τὰ δεινὰ εἰς τὴν Χώραν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν προέδρων τῶν κοινοτήτων, τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τῶν κ. κ. συναδέλφων μου, μὲ τοὺς ὁποίους ἤμην σύμφωνος καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συμβολαιογράφους, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Σωτηριάδης νὰ διαφωνήσω καὶ νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοί. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§84Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἂν ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, εἶναι διότι ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τοῦ συμπαθοῦς φίλου καὶ συναδέλφου κ. Ταλιαδούρου, διότι καλῶς εὑρίσκω ὅτι ἔχει ἡ διάταξις ἐν τῷ τροποποιηθέντι σχεδίῳ παρὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, πλὴν τῆς προτεινομένης διαγραφῆς τῆς φράσεως «ἐμμίσθου νομικοῦ συμβούλου», καθόσον φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι μεγαλυτέραν ἴσως ἂν ὄχι τὴν αὐτὴν θέσιν θὰ ἔχῃ εἷς ἄμισθος σύμβουλος παρὰ εἷς ἔμμισθος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίληψιν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ὡς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους θὰ ἔπρεπεν ὄχι μόνον ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος ὁρίζεται, ἀλλὰ περισσότερος χρόνος δι’ ὅλους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ ἐπιβάλλεται συστηματικῶς, ἵνα μὴ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχουσι. Τὸ φρονῶ ὀρθὸν καὶ σκόπιμον ὅτι πρέπει εἷς δημόσιος ὑπάλληλος καλῶς νὰ σταθμίσῃ τὸ πρᾶγμα ἂν προορίζῃ κάλλιον τὸν ἑαυτόν του εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχει παρὰ εἰς τὴν Βουλήν. Πρέπει νὰ σκεφθῇ προτοῦ παραιτηθῇ διὰ νὰ πολιτευθῇ. Ἅπαξ πολιτευθεὶς ὁ δημόσιος ὑπάλληλος νομίζω ὅτι θὰ εἶναι βλαπτικὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν. Θὰ ἤμην τῆς γνώμης ἵνα οὐδόλως ἐπανέρχεται. Ἀλλ’ ἂν δὲν πρόκειται περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια, ἰδιαίτατα φρονῶ καὶ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν πρέπει τοῦτο νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὖγε.
§86Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Διότι, ἐνῷ μεγίστην ἐπίδοσιν ἤσκησεν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, ὅτε ἐθεσπίσθη νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοῦτο, κύριοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω ῥητῶς ὅτι τελευταῖον σχεδὸν ἀπώλεσε τὴν σημασίαν του, διότι ἐνῷ εἶχε δημιουργηθῆ παράδοσις καὶ εἰς τὰ ἔθιμα τῆς Χώρας, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐσκέφθη νὰ παραιτηθῇ διὰ νὰ πολιτευθῇ, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Στράτευμα, τοσαύτη κατάχρησις ἐγένετο τελευταίως καὶ ἀνακλήσεις καὶ ἀκυρώσεις Διαταγμάτων, ὥστε πρέπει νὰ θεσπισθῇ συνταγματικὴ διάταξις ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ὡρίμως σκεφθεὶς νὰ παραιτηθῇ διὰ νὰ πολιτευθῇ, νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Στράτευμα. (Χειροκροτήματα). Τὴν γνώμην μου ταύτην βαθύτατα ἔχω ἐρριζωμένην, ὥστε καὶ ὅταν συνεδρίαζεν ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ καὶ ἰδίως τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, προσῆλθον εἰς αὐτὴν καὶ ὑπεστήριξα ταύτην καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Γόντικαν νὰ ὑποστηρίξῃ ὄχι μόνον διὰ τοὺς βουλευτάς, ἀλλὰ γενικῶς νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἀκύρωσις Διατάγματος, ἀλλ’ οὐδὲ διὰ νόμου δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐσκέφθη νὰ παραιτηθῇ, ἵνα ἐνισχυθῇ ἡ ἰδέα τῆς μονιμότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ Στρατεύματι. Διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐσκέφθη νὰ πολιτευθῇ καὶ νὰ μεταχειρισθῇ ὅσα μέσα μεταχειρίζονται οἱ πολιτικοὶ πρὸς ἐπιτυχίαν των, δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτος νὰ ἐπανέλθῃ ἄνευ μεγάλης ζημίας τοῦ Στρατεύματος. Ἀλλὰ καὶ διότι πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ παρ’ αὐτοῖς καὶ παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ ὅτι ὁ Στρατὸς εὑρίσκεται πλέον μακρὰν τῆς πολιτικῆς καὶ δὲν πολιτεύεται. (Χειροκροτήματα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἀλεξᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§88Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον κινδυνεύομεν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν ἐντύπωσιν ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου ὅτι ὅλαι σχεδὸν αἱ κοινωνικαὶ τάξεις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀσυνείδητοι. Διότι, ἂν πράγματι θεσπισθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει καὶ ἀποκλεισθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποκλείονται, ἰδιαίτατα δὲ ἂν γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ τελευταία τροπολογία τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πολιτευτῶν, θὰ δημιουργήσωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι ζήτημα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἂν ὑπάρχῃ ἄνθρωπος εὐσυνείδητος, ἂν ὑπάρχῃ τάξις εὐσυνείδητος. Εἶναι δὲ ζήτημα ἐπίσης ἂν ὑπάρχῃ εἷς ἄνθρωπος ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς εὐσυνείδητος καὶ ἂν εἶναι καὶ ἀνεπηρέαστος τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δίδει τὴν ψῆφόν του. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι βουλευταί, θὰ προέτεινον ἰδιαίτατα εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τῆς πρώτης παραγράφου νὰ διαγραφῇ τοῦτο ὅτι «οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκτεθῶσι βουλευταί, οὐδὲ νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτουν κατὰ τὸν χρόνον τὸν πρὸ τῆς ἐκλογῆς». Καὶ διότι, κύριοι βουλευταί, ἂν ἀποκλεισθοῦν ὑπάλληλοι, ἐφόσον δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ὅτι εἶναι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς θέσεώς των, λόγῳ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος, λόγῳ τῆς δημοσίας θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπηρεάσωσί τινα, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου εἶναι δυνατὸν νά εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἄνθρωποι μεγίστης ἀξίας. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ εἰς τὰ προηγούμενα Συντάγματα δὲν ἦτο τοιαύτη διάταξις καὶ ἀγῶνες ἐγένοντο τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον προὐτάθη διὰ νὰ εἰσαχθῇ ἡ διάταξις αὐτή. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἤθελεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ, ἡ διάταξις αὕτη νὰ καθιερωθῇ καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ὁρίσωμεν τὸ χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπηρέτουν οἱ ὑπάλληλοι καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκλεισθοῦν, διότι εἶναι δυνατὸν μία περίοδος βουλευτικὴ νὰ διαρκέσῃ καὶ τέσσαρας μόνον μῆνας, εἶναι δυνατὸν εἰς τέσσαρας μόνον μῆνας εἷς ὑπάλληλος νὰ ἐξασκήσῃ τοιαύτην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν πολιτῶν, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ τὰς ψήφους αὐτῶν; Κύριοι βουλευταί, μὴ λησμονήσετε ὅτι ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν καὶ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῶν ἵστανται ὄρθιοι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου, ἵστανται ὄρθιοι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνθρώπου τῆς περιφερείας εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλέγονται. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ἐπεκράτησεν ἐν Ἑλλάδι νὰ πολιτεύωνται μόνον οἱ ἀνήθικοι. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀποτελεῖται κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον ἀπὸ ἠθικοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι δὲν θὰ κατεδέχοντο νὰ πολιτεύωνται καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνήθικοι. Ἰδιαίτατα δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν τροπολογίαν περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν δικηγόρων, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι μία τάξις ἀνθρώπων ἴσως ἀπὸ τὰς μᾶλλον ἐκλεκτὰς τάξεις, ἡ τάξις τῶν δικηγόρων τῶν ἀσκούντων τὸ ἱερώτερον τῶν ἐπαγγελμάτων, χαρακτηρίζονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὡς τάξις ἀσυνείδητος καὶ ἀνήθικος Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ καταχρασθῇ τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικόν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν θέσιν του τὴν βουλευτικὴν ἔχει ἄλλους τρόπους καὶ ἄλλα μέσα. Ἀρκεῖ καὶ μία ψῆφός του εἰς μίαν περίστασιν ἐν τῇ Βουλῇ ἵνα προσπορίσῃ τόσα, ὅσα οὔτε κατὰ τὸν αἰσχρότερον τρόπον ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματός του ἐπὶ πολλὰ ἔτη δὲν δύναται νὰ προσπορίσῃ. Καὶ ἔχομεν ἓν παράδειγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, παράδειγμα τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἠξεύρει νὰ τιμᾷ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς εὐσυνειδήτους, τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐντίμους, τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἵστανται εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναβιβάζονται εἰς τὰ ἀξιώματα αὐτά. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ εἷς λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τιμᾷ ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς τὸν Ἄσκουϊθ, ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν οὗτος ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικήν, ἔκλεισε τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον καὶ δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν δικηγορίαν. Οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι εἶναι εὐσυνείδητοι καὶ εἶναι βουλευταί, δύνανται νὰ μὴ εἰσέλθουν πλέον εἰς τὰ δικαστήρια, ἂν θέλουν νὰ μὴ προξενήσουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐκμεταλλεύονται τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικόν. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδεὶς δικηγόρος ἐκμεταλλεύεται τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Οὐδέποτε δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη ἐπηρεάσθη εὑρισκομένη ἀπέναντι βουλευτοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διὰ νὰ μὴ καθυβρίζεται πάντως μία τάξις ἀνθρώπων, τάξις τοιαύτη, ἡ ὁποία, ἂν ἔχῃ κάτι τι, εἶναι ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς αὐτὴν ὀφείλεται, διὰ νὰ μὴ καθορίζεται ἡ τάξις αὐτή, παρακαλῶ μετὰ διαμαρτυρίας νὰ ἀποκρουσθῇ ἡ τροπολογία αὐτή.
§89Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς κάποιον συμβιβασμὸν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, θὰ προέτεινον τὸ ἑξῆς: «ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι», ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Ἐπίσης ἡ λέξις «ἔμμισθος» δὲν σημαίνει τοὺς κατὰ μῆνα ἢ καθ’ ἑβδομάδα πληρωνομένους, ἀλλὰ τοὺς ὁπωσδήποτε λαμβάνοντας μισθόν.
§90Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ οἱ τῆς Ἀνταλλαγῆς;
§91Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τῆς Ἀνταλλαγῆς εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. «Στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ», ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι ἐν τῇ φράσει «στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ» ἐννοοῦνται οἱ κατ’ ἐπάγγελμα στρατιωτικοί, ὄχι οἱ ἐκτελοῦντες στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, διότι οἱ ἔφεδροι καλούμενοι δὲν εἶναι στρατιωτικοί, ἀλλ’ ἐκτελοῦν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν. Τόσον λοιπὸν εἰς τὴν πρώτην παράγραφον ὅσον καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐννοοῦμεν αὐτούς.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοὺς κατ’ ἐπάγγελμα στρατιωτικούς;
§93Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τοῦτο εἶναι εἰς τὰ ἀσυμβίβαστα τῆς δευτέρας παραγράφου, διότι ἡ πρώτη παράγραφος «στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι βουλευταὶ» εἶναι ἐπανάληψις. «Δήμαρχοι καὶ πρόεδροι κοινοτήτων» ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ περιληφθῶσι καὶ αὐτοί. Ἂς γίνῃ δεκτόν. «Ἡ δὲ ἐπάνοδός των εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπαγορεύεται πρὸ τῆς παρόδου ἑξαμήνου». Αἱ προτάσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἶναι δύο εἰδῶν· ἄλλοι λέγουν ὅτι τὸ ἑξάμηνον εἶναι μία σκληρὰ τιμωρία καὶ πρέπει νὰ συντμηθῇ, ἄλλοι λέγουν ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον νὰ παραμείνῃ ἑξάμηνον. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ θὰ μείνῃ ἐπὶ ἓν ἑξάμηνον ἐκτὸς αὐτῆς, ἂν μὲν εἶναι ἱκανὸς πολιτικός, θὰ πολιτευθῇ ἐκ νέου, ἂν δὲ δὲν εἶναι ἱκανὸς πολιτικός, θὰ εἶναι πολὺ σκληρὰ ἡ τιμωρία νὰ παραταθῇ πέραν τοῦ ἑξαμήνου. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι εἶναι ὁμόθυμος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βελέντζα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαγορεύεται διὰ νόμου εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς τοὺς παραιτηθέντας. Δεκτὴ ἡ τροπολογία ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπως διὰ νόμου μὴ δύνανται νὰ ἐπανέλθουν ἐν τῷ Στρατῷ....
§94Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Θὰ ἦτο πολὺ σκληρόν, κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ὡμιλήσαμεν διὰ διετίαν διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, διὰ δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἔχωμεν μόνον ἑξάμηνον.
§95Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Γνωρίζετε καὶ ἐμείνατε ἄλλοτε σύμφωνος μαζί μου ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἀπαγορεύεται καὶ νὰ ψηφίσουν. Ἑπομένως δὲν κρίνομεν μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ τοὺς ἀξιωματικούς.
§96Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐφόσον δηλοῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βελέντζα, ὅπως οἱ παραιτηθέντες ἀξιωματικοὶ μὴ δύνανται νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ Στράτευμα διὰ νόμου, παρακαλῶ ὅπως κάμῃ ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ταύτης, ποία δηλαδὴ θὰ εἶναι ἡ τύχη τῶν μέχρι σήμερον πολιτευθέντων ἀξιωματικῶν καὶ ἂν ἐννοῇ ὅτι καὶ οὗτοι ὑπάγονται εἰς τὴν γενομένην διὰ τῆς τροπολογίας ἀπαγόρευσιν τῆς ἐπανόδου των εἰς τὸν Στρατόν, ἵνα μὴ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου.
§97Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οἱ νόμοι ἰσχύουν διὰ τὸ μέλλον, θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ ἔχωμεν πολλὰς περιπτώσεις διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ θέσωμεν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν ἐν τῷ Συντάγματι. Ὡς πρὸς τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, νομίζω ὅτι δὲν φαίνεται διατεθειμένη ἡ Κοινὴ Γνώμη τῆς Βουλῆς νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ἄλλοτε ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, καθ’ ἣν ἀποκλείεται εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ δικηγορῶσι.
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§99Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίξουν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς περαιτέρω συζήτησιν. Εἶναι ἱστορικὸν γεγονὸς — καὶ ὀρθότατα παρετήρησε κάποιος ἐκ τῶν συναδέλφων — ὅτι ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας Χώρας συμπίπτει ἡ πλειονότης τῶν πολιτικῶν νὰ προέρχεται ἀπὸ τὰς τάξεις τῶν δικηγόρων.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ βουλευτὴς νὰ μὴ εἶναι δικηγόρος καὶ ὄχι ὁ δικηγόρος νὰ μὴ γίνεται βουλευτής.
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἄλλως τε, ὡς συνήθως συμβαίνει, ὅσοι ἐκ τῶν δικηγόρων εἰσέρχονται εἰς τὴν πολιτικήν, ἐγκαταλείπουν μόνοι των τὴν δικηγορίαν, δὲν τοὺς ἀρέσει ἡ δικηγορία. Νομίζω ὅτι θεωρητικῶς δύναταί τις νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὅλοι διεπόμεθα ἀπὸ μίαν ἐπιθυμίαν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ βλέπομεν ὅτι γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους οἱ ὁποῖοι τὴν ὑποστηρίζουσι νὰ τὴν ἀποσύρωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον καθ’ ὃν δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι οἱ ἐν μιᾷ περιφερείᾳ ὑπηρετήσαντες ὑπάλληλοι, νομίζω ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ὁρισθῇ εἰς τριετίαν.
§102Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Προεξοφλεῖτε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διαρκείας τῆς περιόδου.
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διετίαν, διετίαν.
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἂς μείνῃ διετίαν. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ἑξῆς· ἀντελήφθην πρῶτον ὅτι εἶναι ὁμόθυμος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὅπως γενικευθῇ ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ράλλη, ἀπαλειφομένης τῆς λέξεως «ἐμμίσθου».
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§107Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ἀντιπρόσωποι διοικητικοὶ ἢ διοικητικοὶ σύμβουλοι.
§108Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ προτείνω διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου καὶ οὐχὶ διοικητικοῦ συμβούλου. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ καὶ τοὺς διοικητικοὺς συμβούλους, ἠμπορεῖ νὰ προστεθῇ.
§109Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Βεβαίως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐδέχθη καὶ τοὺς διοικητικοὺς συμβούλους.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ ἀπαγορεύεται εἰς μικροὺς ὑπαλλήλους προνομιούχων Ἑταιρειῶν νὰ πολιτεύωνται, βεβαίως θὰ ἦτο σόλικον νὰ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἰσχυροτέρους, ὡς οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Γόντικας, ὅτι διὰ τοῦ ἀσυμβιβάστου αὐτοῦ ἀπεκλείσθησαν ὡρισμέναι τάξεις ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπροσωπῶνται ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς· ὑπάρχει μία διέξοδος καὶ δι’ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς πολίτας ὅπως ἐκπροσωπῶνται καὶ ὑποστηρίζωσι τὰ συμφέροντά των, ἡ διέξοδος δὲ αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα Βουλή. Καὶ μὲ ἔκπληξιν παρετήρησα ὅτι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ μετέβαλε τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ ἀσυμβίβαστον αὐτὸ δὲν ἰσχύει προκειμένου περὶ Γερουσίας. Διότι, ἐφόσον ἡ Γερουσία δὲν εἶναι πολιτικὸν Σῶμα, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δυσκολία ὅπως καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύναται νὰ παρίσταται καὶ νὰ ἐκπροσωπῇ καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ συμφέροντα αὐτῆς τῆς τάξεως.
§111Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐφόσον θὰ εἶναι καθολικὴ ἡ ψηφοφορία καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν, ἠμπορεῖ νὰ δημιουργηθῇ ἀσυμβίβαστον.
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω ὅτι ὅλοι εἶναι σύμφωνοι ὅτι ὁ νομικὸς σύμβουλος μιᾶς ἀνωνύμου Ἑταιρείας πρέπει νὰ ἐξαιρεῖται.
§113Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ὅπως καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λοιπόν, ἢ ἀντιπροσώπου διοικητικοῦ ἢ νομικοῦ συμβούλου.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§116Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μεριμνήσῃ ὅπως τὸ ἄρθρον διατυπωθῇ κατὰ τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Διατί; Ἀπόψε.
§118Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ προτείνω μίαν μέσην λύσιν· νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε καὶ αὔριον τὴν πρωΐαν νὰ διανεμηθῇ, ὅπως γίνεται εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ἐνόησα. Ἐξουσιοδοτεῖτε δηλαδὴ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατυπώσῃ τὰς τροπολογίας;
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§121Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὰς τροπολογίας τὰς διατυπώνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ζητῶ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς ἵνα συνεννοηθῶ μεθ’ ὑμῶν, ὥστε νὰ τυπωθῇ τὸ κείμενον καὶ διανεμηθῇ αὔριον εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτάς, ὥστε νὰ εἶναι ἀπολύτως ἥσυχοι.
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σύμφωνοι.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 39 ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 39 Ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, στρατιωτικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, δήμαρχοι καὶ πρόεδροι κοινοτήτων, συμβολαιογράφοι καὶ φύλακες μεταγραφῶν καὶ ὑποθηκῶν δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταί, οὐδὲ νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι, ἐὰν δὲν παραιτηθῶσι πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως τῶν ὑποψηφίων. Ἡ παραίτησις αὐτῶν συντελεῖται διὰ τῆς ἐγγράφου ὑποβολῆς της, ἡ δὲ ἐπάνοδός των εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπαγορεύεται πρὸ τῆς παρόδου ἑξαμήνου ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς. Οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταὶ οὐδὲ νὰ ἀνακηρυχθῶσιν ὑποψήφιοι εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς τριετίαν. Τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ διευθυντοῦ ἢ ἄλλου διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου ἢ διοικητικοῦ ἢ νομικοῦ συμβούλου καὶ ὑπαλλήλου ἐμπορικῶν Ἑταιρειῶν ἢ ἐπιχειρήσεων, ἀπολαυουσῶν εἰδικῶν προνομίων ἢ τακτικῶν ἐπιχορηγήσεων δυνάμει εἰδικῶν νόμων. Οἱ διατελοῦντες εἴς τινα τῶν κατηγοριῶν τούτων ὀφείλουν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν νὰ δηλώσουν ἐπιλογὴν μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν ὡς ἄνω ἔργων. Ἐν παραλείψει δὲ τοιαύτης δηλώσεως ἐκπίπτουν αὐτοδικαίως τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Νόμος δύναται νὰ καθιερώσῃ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ πρὸς ἕτερα ἔργα.
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 39ον ἄρθρον).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμοίως ἔχει ὑποβληθῆ ἡ κάτωθι ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 39 (ἀναγινώσκει): «1) Ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι θεωροῦνται καὶ οἱ τῆς Ἀνταλλαγῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. 2) Ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι θεωροῦνται καὶ οἱ ἐπὶ ἡμερομισθίῳ τακτικῶς ὑπηρετοῦντες. 3) Στρατιωτικοὶ κατὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς τρίτης περιόδου τῆς πρώτης παραγράφου εἶναι οἱ μόνιμοι ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικοί, οὐχὶ δὲ οἱ ἔφεδροι οἱ ἀνακληθέντες εἰς τὴν ἐνέργειαν».
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 40. Βουλευταὶ ἀποδεχόμενοι οἱονδήποτε τῶν εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀναφερομένων καθηκόντων ἢ ἔργων ἐκπίπτουν αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἡ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησις, οὖσα δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, θεωρεῖται τετελεσμένη ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς σχετικῆς ἐγγράφου δηλώσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 40ὸν ἄρθρον).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 41. Οἱ βουλευταὶ ὀμνύουν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίαν τὸν ἑξῆς ὅρκον: «Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου». Ἀλλόθρησκοι βουλευταί, ἀντὶ τῆς ἐπικλήσεως «ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος» ὁρκίζονται κατὰ τὸν τύπον τῆς ἰδίας αὐτῶν θρησκείας.
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 41ον ἄρθρον).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 42. Ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, κατὰ τοῦ κύρους τῶν ὁποίων ἐγείρονται ἐνστάσεις, ἀναφερόμεναι εἴτε εἰς ἐκλογικὰς παραβάσεις, εἴτε εἰς ἔλλειψιν προσόντων, ἀνατίθεται εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, συγκροτούμενον διὰ κληρώσεως μεταξὺ πάντων τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους. Ἡ κλήρωσις ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, προεδρεύει δὲ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ὁ ἐκ τῶν κληρωθέντων κατὰ βαθμὸν ἢ ἀρχαιότητα προηγούμενος. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὰ τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ὅλης διαδικασίας αὐτοῦ ὁρίζονται διὰ νόμου.
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 42ον ἄρθρον).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 43. Ἡ Βουλὴ ἐκλέγει ἐκ τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης τακτικῆς βουλευτικῆς Συνόδου τὸν Πρόεδρον, τοὺς Ἀντιπροέδρους καὶ τοὺς Γραμματεῖς αὐτῆς. Διὰ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τῶν ἕνδεκα εἰκοστῶν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ὁ Πρόεδρος ἐκλέγεται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἄν αὕτη δὲν ἐπιτευχθῇ, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία, ὁπότε ἀρκοῦν πρὸς ἐκλογὴν τὰ τέσσαρα πέμπτα τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας. Ἡ τελευταία πλειονοψηφία ἀρκεῖ πρὸς ἐκλογὴν τῶν Ἀντιπροέδρων καὶ Γραμματέων.
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 43ον ἄρθρον).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 44. Ἡ Βουλὴ διὰ Κανονισμοῦ, ἔχοντος ἰσχὺν νόμου, ὁρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἐνασκῆ τὰ ἔργα αὑτῆς καὶ ρυθμίζει τ’ ἀφορῶντα τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν γραφείων καὶ τῆς βιβλιοθήκης αὐτῆς. Ὁ Κανονισμὸς συζητεῖται καὶ ψηφίζεται εἰς δύο συνεδρίας, ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς εἰσάγεται καὶ ἐκτελεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 44ον ἄρθρον).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ ἡ κάτωθι ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 44 (ἀναγινώσκει): Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς 1 παραγράφου «ἡ Βουλὴ διὰ Κανονισμοῦ ἔχοντος ἰσχὺν νόμου ὁρίζει τὸν τρόπον κλπ.» εἶναι ὅτι «ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἔχων ἰσχὺν νόμου δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ δι’ ἄλλου νόμου εἰμὴ διὰ τοῦ ἰδίου Κανονισμοῦ». Ἡ δὲ ἀληθὴς ἔννοια τῆς 3 παραγράφου τοῦ ἰδίου ἄρθρου ὅτι «ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς εἰσάγεται καὶ ἐκτελεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν», εἶναι ὅτι «ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς περιβάλλεται καθήκοντα καὶ ἁρμοδιότητα Διατάκτου καὶ δικαιοῦται νὰ ἐντέλληται πληρωμὰς συμφώνως πρὸς τοὺς ἰσχύοντας νόμους, ἐφόσον δὲν ἀντιτίθενται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ ἐγκεκριμένῳ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ἀναγραφομένων πιστώσεων».
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 45....
§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 46. Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατ’ αἴτησιν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδρίᾳ κατὰ πλειονοψηφίαν, μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται, ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος συζήτησις πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίαν.
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 46ον ἄρθρον).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 47. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἥτις ὅμως οὐδέποτε δύναται νὰ εἶναι κατωτέρα τοῦ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 47ον ἄρθρον).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ ἡ κάτωθι ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 47 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 47 εἶναι ὅτι ἀπόφασις θεωρεῖται καὶ ὁ τερματισμὸς τῆς συζητήσεως».
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 48....
§148Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐλήφθη πρόνοια ὥστε νὰ συζητῶνται τὰ νομοσχέδια κατὰ σειράν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ Ὑπουργοὶ εἰς μίαν στιγμὴν νὰ τὰ φέρουν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶχε καθιερωθῆ τὸ ἑξῆς· ἡ Ἡμερησία Διάταξις εἶναι περιωρισμένη, ἀνέγραφε μόνον κατ’ ἀρχὴν 20 νομοσχέδια καὶ κατόπιν 30. Ἀκριβῶς, κύριοι βουλευταί, αὐτὴ ἡ διαρρύθμισις τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐπιβάλλει τὸν περιορισμὸν τῶν ἀναγνώσεων. Διότι, ὅταν ὑπάρχουν τόσα ὀλίγα νομοσχέδια, ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ τὰς περιορίσωμεν εἰς δύο ἀναγνώσεις καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις περὶ τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων δι’ ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ κρίνει κατεπείγοντα.
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§151Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος προέβη εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς 5ης παραγράφου, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει της τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ Συντάγματος τοῦ περιορίζοντος τὸν τρόπον τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων διὰ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι παρακινδυνευμένον νὰ παραχωρηθῇ αὐτὴ ἡ εὐκολία διὰ τὴν ψήφισιν ὡρισμένων νομοσχεδίων θεωρουμένων ὡς ὑπηρεσιακῶν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται νομοθετικὰ μέτρα μὴ ὑπηρεσιακὰ χαρακτηριζόμενα ὡς ὑπηρεσιακά, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Βουλή. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ 5η παράγραφος πρέπει νὰ λείψῃ.
§152Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσθήκην τὴν γενομένην εἰς τὸ ἄρθρον 48, ἐπειδὴ ἐγὼ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ τὴν προτείνω, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε σκόπιμον τὴν προσθήκην αὐτήν, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἀντίληψιν ἔχει, διότι, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, οἱ νόμοι περὶ ἀπονομῆς συντάξεων ἀνέρχονται εἰς 265. Ἐκ τῆς πληθώρας δὲ αὐτῆς τῶν νόμων καὶ τῆς ἀταξίας ἡ ὁποία ἐπεκράτησε πολλάκις, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὑρέθη εἴς τινας ἀπορίας λύσεων συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ προσθήκῃ παρενέβαλα καὶ τὸν ὅρον ὅτι εἰσάγεται πρότασις νόμου ἀφορῶσα ἀπονομὴν συντάξεως. Ἦτο ἀναγνώρισις ὑπηρεσίας παρεχούσης τοιοῦτον δικαίωμα μόνον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ μὲ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπερ εἶναι ἁρμοδιότερον πάσης ἄλλης Ἀρχῆς. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰ ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα προτείνεται ἰδιαιτέρα διαδικασία, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ τοιαύτη τακτική, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην ταύτην.
§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ 5η παράγραφος εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 65, διότι ἐκεῖ δύναται κατὰ πλειονοψηφίαν νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν δεκαμελῆ καὶ νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 65, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἐλαστική, θὰ συντομευθῇ κατὰ πολύ, ἂν πρόκειται νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν.
§154Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀσχέτως, κύριοι συνάδελφοι, πρὸς τὸ ἄρθρον 65, τοῦ ὁποίου ἡ ὥρα πρὸς συζήτησιν δὲν ἦλθεν ἀκόμη, ἐντοπίζω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς διαγραφῆς ἐκ τῆς προσθήκης τῆς χαρακτηριζομένης προσθήκης περὶ ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἓν ἐκ τῶν σοβαρωτέρων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο κανονίζει τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι καὶ θὰ ζητῶνται ἐγγυήσεις διὰ τὴν πλήρη ἐξονύχισιν καὶ ἐλευθέραν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων ἐν πλήρει γνώσει τῶν συζητήσεων. Ἀνέκαθεν εἵλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν διαφόρων Συνελεύσεων ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι. Κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1911 ἠγέρθη μακρὰ συζήτησις καὶ εἰς τὴν τότε Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν τότε Συνέλευσιν περὶ τοῦ ἄρθρου 57, διότι τὸ ἄρθρον 48 τοῦ παρόντος Συντάγματος ἦτο τὸ 57 τοῦ τότε Συντάγματος. Οἱ τότε συνελθόντες καὶ ἀποφασίσαντες ἐνόμισαν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις—ἀτασθαλείας γενομένας εἰς τὸ παρελθὸν κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπεύσουν ταύτας δημιουργοῦντες τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς τὸ ἐδημιούργησαν. Ἀτυχῶς ἡ κατόπιν πεῖρα τῶν πραγμάτων ἀπέδειξεν ὅτι ὅλαι αἱ προϋποθέσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν διὰ τοῦ ἄρθρου 57, ἀναφαίνονται κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁμολογουμένως δυσχερείας διὰ τὴν ὑποβολὴν καὶ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων, καθιεροῦσαν τὴν εἰς δύο διαφόρους ἡμέρας συζήτησιν αὐτῶν, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι καὶ νομοσχέδια μορφῆς ἐπειγούσης, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ χρόνος ὁ καθοριζόμενος ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ θὰ ἦτο μέγας καὶ περιέχει διάταξίν τινα, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ ἀμέσως νομοσχέδιά τινα κατεπείγοντα. Ἐνόμισαν τότε ὅτι κατεπείγοντα θὰ θεωρηθῶσι τὰ πράγματι τοιαῦτα καὶ ὅτι θὰ ἐγένετο χρῆσις περιωρισμένη τῆς λέξεως «κατεπείγοντα». Ἡ πεῖρα ὅμως τῶν πραγμάτων δυστυχῶς ἀπέδειξαν ὅτι σχέδια νόμου ὑποβαλλόμενα, τὰ ὁποῖα κάθε ἄλλο ἢ κατεπείγοντα ἦσαν, διὰ κοινῆς βοῆς ὀλίγων βουλευτῶν ἢ τῆς ὥρας ἐκείνης, ἐθεωροῦντο κατεπείγοντα καὶ παρέμεινε πλέον ἡ λέξις «κατεπεῖγον» λέξις κενή. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν σημερινὴν ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ λέξις «κατεπεῖγον» καὶ ἐκρίθη ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ. Ἀντὶ τούτου ὅμως περιώρισαν τὰς συζητήσεις ἀπὸ τρεῖς εἰς δύο. Ἔλαβον δὲ καὶ ἄλλα προληπτικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα, ὅπως διαβλέπω, ἡ Βουλὴ τὰ ἐγκρίνει καὶ τὰ μέτρα αὐτὰ εἶναι πάλιν πρὸς θεραπείαν καταχρήσεων γενομένων ἐν τῷ παρελθόντι. Ἓν ἐκ τῶν μέτρων τούτων τῶν ληφθέντων εἶναι ὅτι (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία προσθήκη.... κλπ.» Ἡ παράγραφος αὐτὴ ἐτέθη διότι κατὰ τὸ παρελθὸν συνέβη ὥστε νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον νόμου μὲ ἓν καὶ μόνον ἄρθρον περὶ δικαστικῶν κλητήρων. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον, ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο, μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον γίνονται, ἐλέχθη διὰ μιᾶς φωνῆς ὅτι ὑποβάλλεται τροπολογία. Ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Βουλῆς εἶπε καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, γενόμενον δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἐτροπολογήθη καὶ ἐξυπνήσαμεν μὲ ἕνα νόμον ὁλόκληρον μὲ 70 ἄρθρα.
§155Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶσθε ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν τῇ σκέψει σας ὑπάρχει ἡ ἰδέα ὅτι ὄχι μόνον τροπολογίαι δὲν δύνανται νὰ εἰσαχθῶσι κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ καὶ νὰ ὑποβληθῇ ἓν σχέδιον νόμου μὲ τὴν Α ἐπιγραφὴν καὶ ὅμως νὰ ἔχῃ τοῦ κόσμου τὰ παραγεμίσματα. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ σκέψις τῆς Βουλῆς εἶναι σύμφωνος. Δυστυχῶς δὲ καὶ εἰς τὴν σημερινὴν Βουλὴν ὑποβάλλονται τοιαῦτα νομοσχέδια. Ὑποθέτω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρου.
§156Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τουλάχιστον κατ’ ἐμὲ αὐτὸ εἶναι. Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ἄλλο παράπτωμα παρετηρήθη, ὅτι εἰσάγονται τροποποιήσεις προηγουμένων νόμων καὶ εἰσάγονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ κανεὶς ποῖος εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις καὶ τί ζητεῖται διὰ τοῦ σήμερον εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Τροποποιεῖται ἡ λέξις τῆς παραγράφου τάδε, τοῦ ἄρθρου τάδε, τροποποιεῖται ἡ παράγραφος τάδε κτλ. Αὐτὰ εἶναι ἀκατανόητα καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήθη ἡ τροποποίησις αὐτῶν (ἀναγινώσκει): «Πρότασις νόμου.... κλπ.» Ἐφόσον λοιπὸν γίνουν ὅλα αὐτὰ δεκτά, ἀναγράφεται ὁ περιορισμὸς τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγονται καὶ ψηφίζονται αἱ προτάσεις νόμων εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν ἡμεῖς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅτι αἱ δύο ἀναγνώσεις εἶναι ἀρκεταὶ καὶ εἶναι περιττὸν τὸ νὰ χαρακτηρίζωνται νομοσχέδια ὡς ὑπηρεσιακά, διότι ἢ θὰ χαρακτηρίζωνται τυχαίως καὶ ἄνευ συζητήσεως, ἢ θὰ προβληθῇ μία συζήτησις ἂν εἶναι τὸ νομοσχέδιον ὑπηρεσιακὸν ἢ ὄχι καὶ θὰ καταναλίσκεται χρόνος περισσότερος. Ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι αὐτή· ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον εἶναι πράγματι ὑπηρεσιακὸν θὰ γίνῃ μία ἁπλῆ ἀνάγνωσις. Θὰ ψηφισθῇ καὶ θὰ ἔλθῃ ἄλλην μίαν φορὰν εἰς τὴν Βουλὴν τυπωμένον. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς προτείνομεν τὴν διαγραφὴν καὶ νομίζομεν ὅτι συντομεύεται ἀρκούντως ὁ χρόνος ὅπως διερρυθμίσθη τὸ ἄρθρον.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§158Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εὑρίσκω ὅτι ὀρθῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐζήτησε τὴν ἀπάλειψιν τῆς 5ης παραγράφου. Εἶναι γνωστὸν πῶς μέχρι τοῦδε ἀτελῶς γίνονται αἱ συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ Βουλῇ. Εἴχομεν κατὰ τὸ παρελθὸν τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ τὸ σύνολον καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἀναγνώσεις νὰ συζητήσῃ ὅπως ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐδόθη πολλάκις ἀφορμὴ νὰ πιστευθῇ, ὀρθῶς, ὅτι ὑπεκλέπτοντο καὶ μὲ τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνάγκην συζητήσεως. Θὰ γίνουν τὰ ἴδια καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν, θὰ γίνουν περισσότερα. Διότι, ἂν ἡ λέξις «Γερουσία» θὰ χρησιμεύῃ καὶ πρὸς χαρακτηρισμὸν τῆς ἡλικίας τῶν μελῶν, θὰ ἔχωμεν περισσοτέρους ἐκεῖ τοὺς νυστάζοντας. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε σεῖς εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ. Δὲν θὰ διορθώσῃ τὰ ἄτοπα ἡ Γερουσία, ἐφόσον ὑπάρχουν ἄτοπα ἐδῶ. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ μία δευτέρα Ἐξουσία, ἡ ὁποία θὰ διορθώσῃ τὰ ἄτοπα τῆς πρώτης, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἕνεκα τούτου ἡ πρώτη νὰ παραβλέπῃ καὶ νὰ ἀφίνῃ νὰ διαπράττωνται ἄτοπα. Δὲν ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν, καίτοι εἴχομεν τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ μίαν κατὰ σύνολον. Περιωρίσθησαν τώρα αἱ ἀναγνώσεις εἰς δύο καὶ τὸ σύνολον συνεχωνεύθη μὲ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παραμένει.
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ εἰς τὸ προηγούμενον τὸ ἴδιον εἶναι.
§161Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε τὸ ἀντλεῖτε ἐκ τῆς σημερινῆς ἐκ τῆς Βουλῆς πείρας, ἡ ὁποία ὅμως πηγάζει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ παρελθόντος. Ἐδῶ τὸ ἄρθρον λέγει (ἀναγινώσκει). Ἄλλοτε εἴχομεν χωριστὰ τὸ σύνολον. Καὶ ἂν ἐνθυμεῖσθε καλῶς ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅταν κάποτε ἐψηφίσθη νόμος κατ’ ἀρχὴν περὶ συντάξεως καὶ ἔγινεν ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου, δὲν εἶχε καμμίαν τροπολογίαν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Περιωρίσαμεν τὰς ἀναγνώσεις εἰς δύο, ἐργαζόμεθα τώρα μὲ δύο ἀναγνώσεις. Συνέβη εἰς ἐμὲ κατὰ τὴν σύνοδον αὐτὴν τὴν τρέχουσαν νὰ ψηφισθῇ νόμος χωρὶς νὰ πάρω εἴδησιν ὅτι ἐψηφίσθη. Καὶ τὰς δύο φορὰς ἐψηφίσθη ἐν θορύβῳ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τότε τί συνέβαινεν ἐν τῷ παρελθόντι καὶ βλέπω πιστὴν ἀντιγραφὴν τοῦ παρελθόντος ἐν τῷ παρόντι. Δηλαδὴ ἕκαστος Ὑπουργὸς μὲ μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἰς τὸ χέρι λέγει: Τὸ 69 παρακαλῶ, τὸ 39 νὰ ψηφισθῇ. Ὄχι, τὸ 15, φωνάζει ἄλλος καὶ τότε ἀκούεται ἡ φωνὴ τοῦ Προέδρου: Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δὲν ἔχεις δευτέραν ἀνάγνωσιν διὰ νὰ προσέξῃς, διότι σοῦ γίνεται τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν δευτέραν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν δύο ἀναγνώσεις, θὰ τὴν πάθῃ ὁ βουλευτὴς εἰς τὴν δευτέραν, ἰδίως κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας. Ἐδῶ εἰσάγεται μία διάταξις τῆς 5ης παραγράφου, ἡ ὁποία ἀποκλείει κάθε ἀμυντικὸν μέτρον τοῦ βουλευτοῦ. Πρόκειται περὶ προτάσεων χαρακτηριζομένων ὡς ὑπηρεσιακῶν ὑπὸ τῶν ὑποβαλλόντων αὐτάς. Ὁ ὑποβαλὼν θὰ εἶναι ὁ Ὑπουργός, γνωρίζομεν δὲ πάντες ποίαν στοργὴν ἰδιαιτέραν τρέφουν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐταὶ ὑπεβάλλουν. Διότι νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ περάσουν αὐτοὶ τὰ ἰδικά των καὶ ἔρχονται καὶ σοῦ λέγουν ὅτι αὐτὸ εἶναι ὑπηρεσιακόν. Καὶ θὰ ἔλεγον μὲ τὴν εὐρυτέραν σημασίαν τῆς λέξεως· καὶ ποῖον δὲν εἶναι ὑπηρεσιακόν; Θὰ ἔφθανα δὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἀπονέμουν προσωπικὰ προνόμια εἶναι ὑπηρεσιακά. Δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ μὲ τὸν ὅρον «ὑπηρεσιακὸν» θὰ συμβῇ κάτι χειρότερον ἀφ’ ὅ,τι συνέβαινε μὲ τὸν ὅρον «κατεπεῖγον». Ἂν ἔχουν ἀντίρρησιν δέκα βουλευταί, ποῦ νὰ τοὺς εὕρωμεν τοὺς δέκα βουλευτὰς τὴν 3ην μεταμεσονύκτιον;
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν περνάει αὐτό.
§163Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἐγένετο πολὺς θόρυβος διὰ τὴν διάταξιν περὶ τῶν ὑπηρεσιακῶν κληθέντων νομοσχεδίων. Αὐτὰ ἀντικαθιστῶσι κατὰ μέγα μέρος τὰ ἄλλοτε λεγόμενα κατεπείγοντα νομοσχέδια. Καταντᾷ ὅμως ἡ περὶ τούτων σχετικὴ πρότασις ὡς ἔγινε νὰ εἶναι μᾶλλον ἄνευ σημασίας, διότι τί λέγει ἡ πρότασις αὐτή; Ἄν τι νομοσχέδιον χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπηρεσιακόν, θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μετὰ ταῦτα θὰ συζητηθῇ εἰς μίαν μόνην συζήτησιν. Ἀλλ’ εὔκολον νὰ λείψῃ ἡ εὐκολία, ἥτις γίνεται διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς ὑπηρεσιακοῦ τοῦ νομοσχεδίου διὰ δύο λόγους· ἢ διότι ἀρκεῖ ἐλάχιστος ἀριθμὸς μέχρι δέκα βουλευταὶ νὰ ἀντιλέξωσι καὶ τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπηρεσιακόν, ἢ νὰ γίνῃ μία τροπολογία δεκτὴ καὶ τότε κατ’ ἀνάγκην συμφώνως πρὸς τὴν προτεινομένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ δευτέρα πλέον συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν.
§165ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂν δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ παροῦσα;
§166Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν θὰ συζητηθῇ, ἂν δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ παροῦσα.
§167Α. ΜΑΡΚΟΥ. Συνέβη ποτὲ ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν;
§168Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε βουλευτὰ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, λέγω ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ εὑρίσκει ὅτι δὲν εἶναι ὑπηρεσιακόν, θὰ εὕρῃ δέκα βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ εἴπουν ὅτι δὲν εἶναι ὑπηρεσιακόν. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παρέλκυσις τῆς συζητήσεως καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου;
§169Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τίνα τρόπον ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας εἶμαι μέλος, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸν τρόπον αὐτόν, ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ πρόσφατον ἀκόμη παρελθόν, ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ ἐπιφέρῃ τὴν τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν. Ἡ Βουλὴ κατὰ συγκατάβασιν, εἶναι ἀληθές, ἐδέχθη νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τίποτε τὸ ὑπηρεσιακὸν καὶ τὰ ἐκήρυξε κατεπείγοντα καὶ ἐδέχθη καὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἐγένοντο δεκταὶ ἂν ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις. Ἀλλὰ τοῦτο γίνεται κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας, ὁπότε ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἀπὸ 10–15 βουλευτάς, ψηφίζονται νομοσχέδια, εἰσάγονται νομοσχέδια καὶ προτάσεις ἐντελῶς ἀντίθετοι πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ ἐπικρατοῦν ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ κατακυρώσωμεν, κύριοι βουλευταί, τοιαύτην τακτικήν.
§170ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§171Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Φαίνεται ὅτι οἱ περισσότεροι τοὐλάχιστον ἀντιλέγοντες δὲν ἀνέγνωσαν τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἂν τὴν ἀνεγίγνωσκον, δὲν θὰ ἐπεκαλοῦντο τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθησαν. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐτέθη διὰ νὰ μὴ ψηφίζωμεν εἰς πρωϊνὰς ὥρας καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζομεν νομοσχέδια. Τὰς πρωϊνὰς ὥρας ψηφίζονται εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς νομοσχέδια, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν νὰ ὑποβάλῃ ἀντιρρήσεις. Αἱ ἀντιρρήσεις ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἓν νομοσχέδιον εἰς μίαν καὶ μόνον ἀνάγνωσιν ἠμπορεῖ νὰ γίνωνται καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἅμα ὑπάρχει ἀντίρρησις 10 βουλευτῶν, τότε βεβαίως δὲν θὰ ψηφίζεται.
§172Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ κάμωμεν δηλαδὴ βάρδια.
§173Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν κάμνετε καμμιὰ βάρδια. Ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου, 10 βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλωσιν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ἐννοοῦν νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ παραξενεύει εἶναι ὅτι κατὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἔχουσιν ἀντίρρησιν καὶ οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἰσχὺν ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπήν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπολύτως καμμία ἐξουσιοδότησις. Οἱ βουλευταί οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως αὐτῆς νὰ ψηφίζωνται ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν νομοσχέδια ἀρνοῦνται νὰ ψηφίσουν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, κύριοι· ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ μὴ εὑρίσκεται ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς τὴν κρίσιν τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ὀφείλομεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ συντελέσωμεν ὅπως προάγεται τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ θέλωμεν πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμαλωτέρας καὶ ταχυτέρας διεξαγωγῆς τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ μὴ θέλωμεν νὰ καταργήσωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν Σῶμα. Ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν τροπολογίαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐζήτησαν νὰ μὴ ἠμπορῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἓν νομοσχέδιον ὑπηρεσιακόν, ἀλλὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται νομοσχέδια ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς.
§174Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ὄχι. Μετὰ προηγουμένην συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§175Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ κ. Ἀλαμανῆς ἐψήφισε μίαν τροπολογίαν καὶ δὲν τὴν ἀνέγνωσεν. Ἂν τὴν ἀνεγίνωσκε ὅμως, θὰ ἔβλεπεν ὅτι καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς ἡ Ἐπιτροπὴ ψηφίζει νομοσχέδια ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως αὐτῆς.
§176Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Δὲν ὡμίλησα ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπουσιάζει.
§177Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι πολὺ χειροτέρα.
§178Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 74 εἴχατε ἐπίσης τὴν ἰδίαν διάταξιν.
§179Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἰς τὸ ἄρθρον 74 ὑπάρχει ἐξουσιοδότησις τῆς Βουλῆς πρῶτον καὶ δεύτερον ὑπάρχει ὑποχρέωσις ὅπως τὰ Ν. Διατάγματα τὰ ἐκδιδόμενα μετὰ ψήφισιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς κατόπιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς, ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζωνται, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἂν δὲν τὰ ψηφίσῃ αὕτη ἐντὸς δύο μηνῶν, νὰ θεωρῶνται ἄκυρα. Ὑπάρχει λοιπὸν κολοσσιαία διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς διατάξεως καὶ τῆς ἄλλης. Πρὸ παντὸς ὅμως ὀφείλουν τὰ κόμματα νὰ παρακολουθοῦν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ νὰ ὑποβάλλουν τὰς τροπολογίας των. Διότι, ἂν θέλουν τὰ κόμματα νὰ κάμουν συστηματικὴν ἐργασίαν, ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν. Καὶ δέκα ἀναγνώσεις νὰ βάλωμεν δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 48 ὡς συνετάχθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 48. Πᾶσα πρότασις νόμου συνοδεύεται ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, παραπέμπεται δὲ εἰς Βουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καί, ἀφοῦ ἐξετασθῇ ὑπ’ αὐτῆς ἤ, παρέλθῃ ἡ ταχθεῖσα προθεσμία, εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, μετὰ προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφόσον δὲν ἔγινε τοιαύτη κατὰ τὴν κατάθεσιν τῆς προτάσεως. Πρότασις νόμου, συνεπαγομένη ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφόσον μὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἂν δὲν συνοδεύηται ἀπὸ ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καθορίζουσαν τὴν συνεπαγομένην δαπάνην, ἐφόσον δὲ ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πρὸ πάσης συζητήσεως διαβιβάζεται εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑποχρεούμενον νὰ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Προτάσεις σκοποῦσαι τὴν τροποποίησιν τῶν περὶ συντάξεων νόμων ἢ ἀπονομὴν συντάξεως, ὡς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπηρεσίας ὡς παρεχούσης τοιοῦτον δικαίωμα, ὑποβάλλονται μόνον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοιαῦται περὶ συντάξεων προτάσεις πρέπει νὰ εἶναι εἰδικαί, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς ἀναγραφῆς διατάξεων περὶ συντάξεως εἰς νόμους σκοποῦντας τὴν ρύθμισιν ἄλλων θεμάτων. Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἐὰν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὶς καὶ εἰς δύο διαφόρους συνεδρίας, ἀπεχούσας ἀλλήλων δύο τοὐλάχιστον ἡμέρας, κατ’ ἀρχὴν μὲν καὶ κατ’ ἄρθρον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἄρθρον δὲ καὶ σύνολον κατὰ τὴν δευτέραν. Ἂν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐγένοντο δεκταὶ προσθῆκαι ἢ τροπολογίαι, ἡ τοῦ συνόλου ψήφισις ἀναβάλλεται ἐπὶ εἰκοσιτετράωρον ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ τροπολογηθέντος σχεδίου. Οὐδεμία προσθήκη εἰς πρότασιν νόμου ἢ τροπολογία αὐτῆς γίνεται δεκτή, ἂν δὲν σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τῆς προτάσεως. Πρότασις νόμου, σκοποῦσα τὴν τροποποίησιν διατάξεων προηγουμένου νόμου, δὲν εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, ἐὰν εἰς μὲν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν δὲν καταχωρίζεται ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῆς τροποποιημένης διατάξεως, εἰς δὲ τὸ κείμενον τῆς προτάσεως ὁλόκληρος ἡ νέα διάταξις, καθὼς διαμορφοῦται μετὰ τὴν τροποποίησιν. Ἡ ἐπιψήφισις δικαστικῶν ἢ διοικητικῶν κωδίκων, τοὺς ὁποίους συνέταξαν εἰδικαὶ Ἐπιτροπαὶ συσταθεῖσαι δι’ εἰδικῶν νόμων, δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου, κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων, πλὴν τῶν φορολογικῶν.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 49....
§182Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρὸς μεγαλυτέραν διασάφησιν καὶ πρὸς εὐκολίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιρετικῶς ἐπὶ ἐπιβολῆς αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ ἢ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιβάλλεται ἂν μὴ ἄλλως ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τῆς ἡμέρας.... κλπ.»
§183Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τὸ ἴδιον λέγει ἡ διάταξις καὶ ἄνευ τῆς προσθήκης αὐτῆς.
§184Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι. Θέλομεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία ἀσάφεια προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς ἑνὸς δασμοῦ.
§185Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν ἵνα ἡ διάταξις ἡ ἀναφερομένη ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται κτλ. κατωχυρωθῇ ἐπὶ τὸ σαφέστερον, ὁριζομένου ὅτι διὰ Ν. Διαταγμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράτωνται φόροι.
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Προνοεῖ ἄλλο ἄρθρον περὶ τούτου.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 49 ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 49. Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἐξαιρετικῶς ἐπὶ ἐπιβολῆς αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ ἢ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιβάλλεται, ἂν μὴ ἄλλως ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ἢ τὴν Γερουσίαν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως νόμου. Οἱ τοιούτου περιεχομένου νόμοι δημοσιεύονται τὸ βραδύτερον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς των.
§188ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 49ον ἄρθρον).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 50...
§190Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς ὅλα τὰ ψηφισθέντα Συντάγματα γίνεται μνεία περὶ ἀπολογισμοῦ ὑποβαλλομένου καὶ ψηφιζομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Οὐδεὶς ὅμως ἀπολογισμὸς μέχρι τῆς ὥρας καθ’ ἣν μιλοῦμεν ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀπολογισμοὶ δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν, γίνεται ἐντελῶς περιττὴ καὶ ἡ ψήφισις τῶν Προϋπολογισμῶν οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπαληθεύουσι. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπρότεινον, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς, νὰ διαγράψωμεν τὴν περὶ ἀπολογισμῶν διάταξιν, ἐφόσον ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ, ἵνα κατοχυρώσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν κατὰ ἕνα τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ τὴν κάμωμεν ἐκτελεστὴν καὶ ἐπιβλητέαν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 50. Κατὰ τὴν ἐτησίαν τακτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλὴ ψηφίζει διὰ τὸ ἑπόμενον οἰκονομικὸν ἔτος τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, ἀφοῦ δὲ ἐξετασθῇ ὑπὸ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς βουλευτῶν, ψηφίζεται κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα εἰς τμήματα ὁριζόμενα ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας. Ἐντὸς ἔτους τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως εἰσάγεται ὁ ἀπολογισμὸς αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐξετάζεται δὲ ὑπὸ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς βουλευτῶν καὶ ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ ἐν τῷ Κανονισμῷ αὐτῆς ὁριζόμενα.
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 50ὸν ἄρθρον).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 51. Μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου.
§194ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 51ον ἄρθρον).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 52. Οὐδεὶς αὐτόκλητος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀναφέρῃ τι προφορικῶς ἢ ἐγγράφως, ἀναφοραὶ ὅμως παρουσιάζονται διά τινος βουλευτοῦ ἢ παραδίδονται εἰς τὸ γραφεῖον αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστέλλῃ τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς εἰς τοὺς Ὑπουργούς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδουν διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθοῦν. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 52ον ἄρθρον)
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 53....
§197Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 54....
§199Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ἐξηγηθῇ διατί ἀνεβλήθη τὸ ἄρθρον 53.
§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρεκάλεσα νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτή, διότι νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἔχει διατυπωθῆ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς μίαν συνεννόησιν καὶ ἐπειδὴ ἤθελε προκαλέσει πολλὰς συζητήσεις.
§201Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἂν ἀναβάλλεται ἐπὶ τῇ σκέψει νὰ κατοχυρωθῶσι τὰ δικαιώματα αὐτά, ἔχει καλῶς.
§202Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ τῆς καταλληλοτέρας κατοχυρώσεως αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων, ὥστε νὰ μὴ γίνεται κατάχρησις καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα νὰ ἀναβληθῇ.
§203Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔχει καλῶς.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 54. Βουλευτὴς δὲν καταδιώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ψήφου, τὴν ὁποίαν ἔδωσε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Βουλευτής, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως αὐτὴν ἡ Βουλή, εἰδοποιουμένη ἀμέσως ἀποφασίζει περὶ παροχῆς ἢ μὴ ἀδείας πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου.
§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 54ον ἄρθρον).
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 55....
§207Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Φρονῶ ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν ἴση μὲ τὸν μισθὸν ἑνὸς ὑπαλλήλου διὰ νὰ λείψῃ αὐτὸ τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον διακρίνεται ἑκάστοτε, ἡ μὲν Κυβέρνησις νὰ μὴ φέρῃ νομοσχέδιον, οἱ δὲ βουλευταὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς μίαν δύσκολον θέσιν νὰ ζητήσουν νὰ ὁρισθῇ ἀποζημίωσις. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν εἶναι ἴση μὲ τὸν μισθὸν τοῦ προέδρου τῶν Ἐφετῶν ἢ ἀρεοπαγίτου ἢ ὅ,τι θέλει ἡ Βουλή, διὰ νὰ μὴ νομίζῃ ὁ κόσμος ὅτι παίρνομεν ἑκατομμύρια δραχμὰς τὸν μῆνα. (Διάλογοι). Τὸ φαινόμενον τοῦτο τῆς Βουλῆς ἀποδεικνύει ὅτι ἔχω δίκαιον, νομίζω δὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κανένα φόβον νὰ παρεξηγηθῇ, πρέπει νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν.
§208Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§209Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐπὶ τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι εὐθυτάτη, ἔντιμος καὶ θαρραλέα.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 56....
§211Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐπὶ καταδολιεύσεως, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ τὴν διάταξιν ταύτην ὡς μὴ ὑπάρχουσαν. Ὡς ἐκ τούτου προτείνω ὅπως, ἂν ἤθελεν ἡ Βουλή, προστεθῇ περιορισμὸς καὶ διὰ τοὺς συνεταίρους τῶν βουλευτῶν καὶ διὰ τοὺς συγγενεῖς των μέχρι τοὐλάχιστον δευτέρου βαθμοῦ.
§212Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν, διότι δὲν γνωρίζει κανεὶς ἂν πρέπει νὰ ἔχῃ πλείονα ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν ὅμαιμον ἀδελφὸν ἀπὸ οἱονδήποτε συμπαραστάτην του πτωχὸν ἢ πλούσιον.
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτὸν ὡς ἔχει.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 56 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 56. Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἐνοικιάζουν ἀγροτικὰ κτήματα τοῦ Δημοσίου ἢ νὰ ἀναλαμβάνουν κρατικὰς προμηθείας ἢ ἐργολαβικὰς ἐκτελέσεις δημοσίων ἔργων ἢ ἐνοικιάσεις δημοσίων φόρων ἢ νὰ δέχωνται παραχωρήσεις ἐπὶ δημοσίων κτημάτων. Ἡ παράβασις τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ἐπιφέρει πάντως ἀκυρότητα τῆς πράξεως.
§215ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 56ον ἄρθρον).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 9.10′ μ. μ.)