Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Α · Session Α› Sitting 47

1927.03.24

2,063 rows · 14,968 words · 1 table · 159 turns

Date
1927.03.24
Presidency
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Π. ΣΟΦΟΥΛΗ
Period
Α
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1929)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47

Πέμπτη 24 Μαρτίου 1927

Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη

(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Μαργαριτίου (Τσαμουργιᾶς) ζητεῖ νὰ παραμείνῃ ἡ στρατιωτικὴ διμοιρία πρὸς ἀσφάλειαν τῶν κατοίκων. — Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Βόλου διαμαρτύρεται ἐπὶ τῇ εἰδήσει μετασταθμεύσεως τοῦ ἐκεῖ ἑδρεύοντος συντάγματος μηχανικοῦ. — Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου Ἀττικῆς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα ἵνα ἐφεξῆς πᾶσα ὑπόθεσις θύματος Στρατοῦ καὶ ἐν γένει φορολογουμένου πολίτου διεκπεραιοῦται ἀμέσως ὡς ὁρίζει ὁ νόμος 149 τοῦ 1914. — Ὁ δήμαρχος, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἰωαννίνων διαμαρτύρονται ἐπὶ τῇ μελετωμένῃ μετασταθμεύσει τοῦ Εʹ Σώματος Στρατοῦ ἐξ Ἰωαννίνων πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἄλλων ἐπαρχιῶν. — Ὁ Μηνᾶς Φαντασίτσος, κάτοικος Ἡρακλείου, ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2308 συμβολαίου πωλήσεως Μουσουλμανικοῦ κτήματος κατὰ παράβασιν τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1922 ψηφίσματος τῆς Ἐπαναστάσεως. — Οἱ πρόσφυγες Ροδολείβους παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως διαταχθῇ ἡ ταχυτάτη καὶ ἄμεσος διανομὴ τῶν γαιῶν παρ’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τῆς Κ.Δ.Ε.Μ. — Ὁ Ἀπόστολος Χρήστου, τέως ὑπολοχαγός, ζητεῖ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσίν του ἐκ μέρους τοῦ Κράτους διὰ τὰς πολλαπλᾶς του ὑπηρεσίας. — Ἡ Φαρμακευτικὴ Ἑταιρεία Θεσσαλονίκης διατυπώνει τὴν γνώμην της διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ σχεδιαζομένου νομοσχεδίου περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τοὺς τροχιοδρομικοὺς πρὸς συντήρησιν ἑνὸς φαρμακείου. — Οἱ κληρονόμοι τῶν φονευθέντων κατὰ τὰς σκηνὰς τῆς 9ης Σεπτεμβρίου 1926 ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια δι’ ἀπονομῆς ἐφάπαξ ἀποζημιώσεως. — Ἡ Βασιλικὴ χήρα Χαραλάμπους Σκιαδοχριστάκη ἢ Σκιαδᾶ ζητεῖ ὅπως τύχῃ συντάξεως, ἐφόσον ὁ σύζυγός της ἦτο στρατιωτικὸς συνταξιοῦχος. — Οἱ καπνοβιομήχανοι Χανίων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς τρίτης ποιότητος τῶν σιγαρέττων». — Οἱ φυματικοὶ ἀνάπηροι πολέμου Ἀσβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἀνέγερσις τοῦ σανατορίου εἰς Πάρνηθα καὶ εἰδικῶς ἐκεῖ περιπτέρου ἐξ 20 κλινῶν διὰ τοὺς ἀναπήρου πολέμου. — Ὁ Σύλλογος προσφύγων Καραμπουρνοῦ Σμύρνης ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑποβάλλει διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς διαταχθείσης ἀναστολῆς πληρωμῆς τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ἀνταλλαξίμων Μολδοβανίου ὑπὸ τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου ἀνταλλαγῆς κατόπιν ἀνευθύνων καὶ κακοβούλων εἰσηγήσεων. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Κανάρης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ναυτικῶν συντάξεων.» — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος καὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Κανάρης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμφωνίας Μ. Βρεττανίας–Ἑλλάδος περὶ ἀμοιβαίας ἀναγνωρίσεως τῶν πιστοποιητικῶν καταμετρήσεως τῆς χωρητικότητος ἐμπορικῶν πλοίων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Π. Τσαλδάρης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ μειώσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 318 κώδικος περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων, φόρου ἐπὶ τῶν ἰχθύων καὶ περὶ συστάσεως ταμείου προστασίας τῶν κατ’ ἐπάγγελμα ἁλιέων». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Γενικῆς Διοικήσεως Δυτικῆς Μακεδονίας». — Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τουρκοβασίλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 § 5 τοῦ νόμου 3363. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Νικολίτσας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ καταργήσεως τῆς σχολῆς δοκίμων μηχανικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». 2) «Περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν ὑπ’ ἀριθ. 3310 νόμον περὶ συστάσεως Σώματος ἠλεκτρολόγων μηχανικῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ Σώματι». 3) «Περὶ τοῦ κανονισμοῦ μισθοδοσίας τῶν ἐκπληρούντων τὴν θητείαν αὑτῶν στρατευσίμων Π. Ν. καὶ ὑπηρετούντων μὲ βαθμὸν ὑποκελευστοῦ μέχρι καὶ σημαιοφόρου» καὶ 4) «Περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑποχρεωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν καταταχθέντων καὶ κατατασσομένων εἰς τὸν οἰκονομικὸν καὶ ὑγειονομικὸν κλάδον τοῦ Π. Ν.» Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀντικανονικόν, ἀλλ’ ἐμπιστεύομαι εἰς τὴν μεγάλην σας κοινοβουλευτικὴν πεῖραν.

§3Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προκαλέσω συζήτησιν οὔτε νὰ ἀναπτύξω ἐπερώτησιν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἔχομεν εἰσέλθει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων ἀκόμη, ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω μίαν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ζητήματος κατεπείγοντος, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σχετικαὶ πληροφορίαι. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχῃ γνῶσιν συζητήσεων διεξαχθεισῶν τελευταίως εἰς τὴν Σερβικὴν Βουλήν, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἔχῃ λάβῃ διὰ τῶν ἐκεῖ ὑπηρεσιῶν μας ἐπίσημον γνῶσιν τῶν ἀγορεύσεων, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐνταῦθα ἐδημοσιεύθησαν χθὲς καὶ προχθὲς τεμάχια τοιούτων ἀγορεύσεων, ἀγορεύσεων προσώπων σημαινόντων ἐν τῷ Σερβικῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἄλλων πολιτευομένων μεγάλου κύρους, αἱ ὁποῖαι ὁμιλοῦσι περὶ τῶν σχέσεων Ἑλλάδος καὶ Σερβίας καὶ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ γνῶσιν τῶν ἀγορεύσεων τούτων ὡς ἔχουν δημοσιευθῆ. Βεβαίως δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην ὅτι ἀκριβῶς ἐλέχθησαν ὡς ἐδημοσιεύθησαν καὶ δι’ αὐτὸ ἀναφέρομαι εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τυχὸν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὅπως ἐδημοσιεύθησαν τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὰ νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Σερβίας, ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων εἶπε καὶ περὶ τῆς Ἑλλάδος τὰ ἑξῆς: «Αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶπε, εἶναι ἀρκετὰ ἐπιφυλακτικαὶ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἰδικόν μας σφάλμα. Δὲν εἶναι ἀστεῖον νὰ κάμωμεν μὲ ἓν Κράτος συμφωνίαν ἐξυπηρετοῦσαν τὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων τῶν χωρῶν καὶ δημιουργοῦσαν κατάστασιν ἐξ ὁλοκλήρου νέαν εἰς τὰ Βαλκάνια καὶ νὰ ἔλθῃ μία νέα ἐπανάστασις, ἡ ὁποία νὰ ρίψῃ εἰς τὴν θάλασσαν πᾶν ὅ τι ἔγινε. Πρὸ παντὸς δημιουργοῦνται κατόπιν τοιούτων γεγονότων διαθέσεις, αἵτινες ἀπομακρύνουν πᾶσαν δυνατότητα διακανονισμοῦ διὰ φιλικῆς συμφωνίας τῶν σημαντικῶν ζητημάτων. Τοιαῦτα δὲ ζητήματα ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος ὑφίστανται ἀρκετά. Καὶ τὸ μέλλον θὰ δείξῃ ἂν μία τοιαύτη μεταστροφὴ τῶν διαθέσεων τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ ἐξηγηθῇ μόνον ὑπὸ μιᾶς καταστάσεως οὐχὶ ἐπαρκῶς παγίας καὶ ὑπὸ τῆς ἐπικρατησάσης ἐν Ἑλλάδι ἀτμοσφαίρας μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Παγκάλου, ὁπότε ἐδέησε νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς προδοτικαὶ ὅλαι αἱ ἐνέργειαί του. Δὲν μᾶς μένει, προσέθεσεν ὁ κ. Νίτσιτς, παρὰ νὰ ἔχωμεν ὑπομονήν, ἐλπίζοντες ὅτι μὲ τὸν καιρὸν θὰ ἐπικρατήσουν καλλίτεραι διαθέσεις εἰς τὰς Ἀθήνας ἔναντι τῆς συνομολογηθείσης συμφωνίας μεθ’ ἡμῶν». Ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀνεξαρτήτων δημοκρατικῶν εἶπε: «Ἐπιθυμοῦμεν τὴν φιλίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐπιθυμοῦμεν μάλιστα συμμαχίαν μετ’ αὐτῆς. Ἐπιθυμοῦμεν ὅμως νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὴν τύχην τῶν ὑπογραφεισῶν συμβάσεων, ἂν πρόκειται δηλαδὴ νὰ κυρωθοῦν καὶ ἰδίᾳ ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐλευθέραν ζώνην τῆς Θεσσαλονίκης». Αὐτὰ φαίνεται ὅτι ἐλέχθησαν, δεικνύουν δὲ καὶ τὴν διάθεσιν καὶ τὸν σκοπὸν τῶν ἀγορευσάντων, καίτοι ἐμφανίζονται ὑπὸ τύπον διάφορον καὶ ὑπὸ φρασεολογίαν ἐπιμεμελημένην. Ἀλλὰ διὰ τοὺς πεπειραμένους ἀναγνώστας προδίδουν ταυτότητα σκοποῦ καὶ ταυτότητα διαθέσεων, σχέσεις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας εἶναι «ἐπιφυλακτικαί». Δὲν γνωρίζω διατί ἐξελέγη αὐτὴ ἡ λέξις. Ἀλλ’ εἶναι λέξις δεικνύουσα τὴν ἐπιφυλακτικότητα τῶν σχέσεων—καὶ ἀποδίδουσα τὴν ἐπιφυλακτικότητα εἰς τὴν μὴ κύρωσιν συμφωνιῶν, συναφθεισῶν ὑπὸ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Σερβίας. Ἡμεῖς ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ μὲ τὴν τύχην τοῦ ὁποίου ὅλα αὐτὰ ἔχουν ἄμεσον σχέσιν, διατελοῦμεν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν συμφωνιῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τίποτε περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν συμφωνιῶν, διότι αὗται εἶναι ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς, οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχωμεν γνώμην περὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ περιεχομένου τῶν συμφωνιῶν, ἐφόσον δὲν τὰς γνωρίζομεν καὶ θὰ ἔπρεπε πρὸ παντὸς ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ποῖαι εἶναι αἱ συμφωνίαι αὗται, ἀφοῦ εἰς αὐτὴν ἐναπόκειται ἀποκλειστικῶς νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ νὰ τὰς δεχθῇ ἢ νὰ τὰς ἀπορρίψῃ. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ διατελεῖ καὶ μέχρι σήμερον ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν τοιούτων συμφωνιῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν τὸ Κράτος διετέλει ὑπὸ τὰς δικτατορίας ὑπῆρχε καὶ μία δικαιολογία—ἡ πηγάζουσα ἐκ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα προσέδιδον εἰς ἑαυτοὺς οἱ δικτάτορες, ἀλλὰ καὶ ἡ δικαιολογία ὅτι δὲν εἴχομεν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀνακοινώσουν αὐτάς. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὴν τακτικὴν ὑπερέβη τοὺς δικτάτορας, διότι ἔχει 4μηνον τὴν ἐξουσίαν, διότι συζητοῦνται ὡς συζητοῦνται τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα εἰς τὰς ξένας Βουλὰς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσῃ τίποτε ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν εἰς τὴν Βουλήν, διότι περὶ συμφωνιῶν ὁμιλοῦν οἱ Σέρβοι. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐὰν ἐλέχθησαν εἰς τὴν Σερβικὴν Βουλὴν ὡς ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ζητῶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο νὰ δηλώσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ποίας ἔχει γνώσεις καὶ ποίας ἔχει γνώμας ἐπὶ τῶν ἀναφυέντων ζητημάτων καὶ ἐὰν ἔχωσιν ὡς ἀναγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ πράγματα. Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ἐπερωτήσω σήμερον, ἐπιφυλάσσομαι διὰ τὴν κατάλληλον στιγμήν, οὐχὶ τὴν κατὰ τὸν κανονισμὸν μόνον κατάλληλον, ἀλλὰ τὴν κατὰ τὰ πράγματα κατάλληλον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὁ κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν καὶ μέχρι τοῦδε, τὴν ἔχει δὲ ἰσχυροτέραν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, καθ’ ἣν τῷ ὑποβάλλεται τὸ ἐρώτημα, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ συμβαίνοντα ἐπὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, σχέσεων τεινουσῶν νὰ κλονισθῶσιν ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τῶν συμφωνιῶν, νὰ θελήσῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ διὰ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα νὰ κινεῖται μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης ἡμᾶς διὰ τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα νωχελείας.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σύστασις ὑποβάλλεται ὅλως ἀπροόπτως καὶ ἀντικανονικῶς. Ἄν, ἐν τούτοις, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς φρονῇ ὅτι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ἐπιτρέπει ὥστε νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις τινές, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Πάντως παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ἐπέκτασις εὐρυτέρα οὔτε καὶ διακοπαί, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει κατάφορον παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ.

§5Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν εἶμαι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ εἶμαι ἐντὸς τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὰς ἀναφοράς.

§6Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρεκάλεσα καὶ ἄλλοτε προκειμένου περὶ ζητημάτων τοσούτῳ λεπτῆς φύσεως νὰ μὴ καταλαμβάνεται ἐξ ἀπροόπτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχέρειαν ἢ νὰ σιγήσῃ καὶ ἀφήσῃ μίαν ὄχι ἀγαθὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, ἢ νὰ ὁμιλήσῃ χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἔχῃ σταθμίσει ὅπως ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐπακριβῶς σταθμίσει ὅσα ἔχει ἢ δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ ἄνευ βλάβης τῶν διεθνῶν σχέσεων. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτω ἀκανονίστως ὑπεβλήθη ἡ σύστασις τοῦ κ. βουλευτοῦ νομίζω ὅτι χειρότερον θὰ ἦτο ἐὰν δὲν ἔδιδον ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλήν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν θὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε θὰ ἐπιτραπῇ.

§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. βουλευτὴν ἐὰν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ δώσῃ τὰς ἐφημερίδας, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσε. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν, κύριοι βουλευταί, τῶν ἀγορεύσεων, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής. Ἔλαβον γνῶσιν ἐπίσημον μόνον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ νῦν ὑπευθύνου διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς φίλης καὶ γείτονος χώρας, τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτῆς. Ἡ ἀγόρευσίς του, τῆς ὁποίας δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ κείμενον, καταληφθεὶς οὕτως ἐξ ἀπροόπτου, ἐφόσον ἐνθυμοῦμαι, συνίστατο περίπου εἰς τὰ ἑξῆς: Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γιουγκοσλαβίας ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ γείτονος Κράτους καὶ εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἶπε περίπου τὰ ἑξῆς: «Μετὰ τῆς Ἑλλάδος μᾶς συνδέει μακρὰ φιλία. Τὰ καλῶς ἐννοούμενα πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων τῶν χωρῶν ἄγουν ἡμᾶς εἰς φιλικὴν καὶ ἐγκάρδιον συνεργασίαν. Ὑπεγράφησαν συμφωνίαι τινὲς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, αἱ συμφωνίαι ὅμως αὗται δὲν ἐκυρώθησαν λόγῳ τῆς ἐπελθούσης κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Ἡ προσοχὴ ἀμφοτέρων τῶν Κυβερνήσεων εἶναι ἤδη ἐστραμμένη ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου». Εἰς τοὺς λόγους τούτους τοὺς ὑπευθύνους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς γείτονος Χώρας δὲν θὰ εἶχέ τις νὰ παρατηρήσῃ οὐδέν. Οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ φιλονεικήσῃ ὅτι καὶ μακρὰ φιλία μᾶς συνδέει μετὰ τῆς γείτονος χώρας καὶ μακροὶ κοινοὶ ἀγῶνες καρποφόροι καὶ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων τῶν χωρῶν ὁδηγοῦν εἰς μίαν φιλικὴν καὶ ἐγκάρδιον συνεργασίαν. Οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ προσοχὴ ἀμφοτέρων τῶν Κυβερνήσεων εἶναι ἐστραμμένη ἐπὶ τοῦ σημείου τῶν συμφωνιῶν, εἶναι δὲ ἱστορικὸν γεγονὸς ὅτι αἱ συμφωνίαι αὗται, ὑπογραφεῖσαι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς δικτατορίας, δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, μὴ κυρωθεῖσαι κἂν τότε μηδὲ διὰ Διατάγματος Νομοθετικοῦ καὶ ὅτι δὲν ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μυστικόν, εἶναι μάλιστα περαιτέρω γνωστὸν ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί, οἱ συγκροτήσαντες τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, εἶχον διαδηλώσει σαφῶς καὶ μὲ τοὺς κινδύνους ἀνόμων καταδιώξεων, τοὺς ὁποίους διέτρεχε πᾶς ὅστις ἐπὶ δικτατορίας ἀντεστρατεύετο εἰς τὰς τάξεις αὐτῆς, ἔκτοτε εἶχον διαδηλώσει σαφῶς τὴν γνώμην αὐτῶν ὅτι συμφωνίαι, μὴ βασιζόμεναι εἰς ἰσοτιμίαν τῶν δύο μερῶν, ἢ θίγουσαι βαθύτατα τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν ἀσπασταὶ ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν.

§9Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶχε δηλωθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς δικτατορίας.

§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ κείμενον τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις διηύθυνε τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ γείτονος Κράτους καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεγράφησαν αἱ ἐν λόγῳ συμφωνίαι. Δὲν δύναμαι νὰ κρίνω ἐὰν πιστῶς ἀπεδόθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς καὶ τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἀναγινωσκομένας ἀπὸ τὸν ἴδιον. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποκρύψω ὅτι θὰ ᾐσθανόμην ἔκπληξίν τινα, ἂν ἦσαν ἀκριβεῖς οἱ λόγοι οὗτοι. Τὸ φαινόμενον τῆς μὴ ἐγκρίσεως, ὑπὸ κοινοβουλευτικῆς μάλιστα Κυβερνήσεως, συμφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ Κυβερνήσεως δικτατορικῆς καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπρόφθασαν κἂν νὰ ἐνδυθοῦν τὸ ἔνδυμα ἔστω καὶ μιᾶς ψευδοῦς νομιμότητος, τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, κρίνουν οἱ λόγοι, οὓς ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος ὡς οἱονεὶ παρῳδίαν τινὰ ἐθνικήν. Θὰ μοὶ ἤρκει, ἐν τούτοις, νὰ μνημονεύσω ἓν παράδειγμα, τὸ παράδειγμα τῆς συμφωνίας τοῦ 1914, τῆς συναφθείσης μεταξὺ τῶν ἰδίων χωρῶν, ἐφαρμογὴν τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1913, ὑποχρεώσεως δηλονότι νὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον τῆς γείτονος Χώρας. Ἡ συμφωνία ἐκείνη εἶχεν ὑπογραφῆ μεταξὺ δύο Ὑπουργῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων ἀμφοτέρων. Καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ γείτων χώρα δὲν ἐνέκρινε τὴν συμφωνίαν ἐκείνην, διότι ἐθεώρει ὅτι δὲν ἀνταπεκρίνετο πλέον εἰς τὰ συμφέροντα. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐθεωρεῖτο ἀνώμαλον, κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὰ πλέον ὑπεύθυνα μέλη εἶχον ἤδη διαδηλώσει τὰς γνώμας των ἐναντίον τῶν συμφωνιῶν, οἷαι αὗται συνήπτοντο ἐπὶ δικτατορίας νὰ μὴ υἱοθετῇ αὐτάς; Πρὸ οὐχὶ μακροῦ χρόνου ἡ νῦν Βρεττανικὴ Κυβέρνησις εἶχε δηλώσει ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν συμφωνίαν, ἣν ἡ προκάτοχος αὐτῆς Κυβέρνησις εἶχε συνάψει μὲ τὴν Σοβιετικὴν Ρωσσίαν. Καὶ εἶναι χρησιμώτερον, ἀξιότιμε κ. ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτά, νὰ διεξάγωμεν τόσῳ σοβαρὰν συζήτησιν, ἐπὶ τῇ βάσει ἀγορεύσεων, ὧν μάλιστα ἀγνοοῦμεν τὸ ἀκριβὲς κείμενον, προσώπων ἀξιοτίμων κατὰ πάντα, μὴ ὑπεχόντων ὅμως ἄμεσον, ὅσον καὶ ἂν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἔχῃ τις τὴν εὐθύνην τῶν λόγων του, ἄμεσον εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ὑποθέσεων τῆς χώρας.

§11Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡμίλησα μετὰ πάσης ἐπιφυλάξεως.

§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀξιότιμε συνάδελφε. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὸ ὕφος τοῦ λόγου σας· ἐὰν παρεπονέθην, παρεπονέθην μόνον διότι ἐξ ἀπροόπτου ὑπεβλήθη νέα ἐρώτησις, τῆς ὁποίας ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὸ κῦρος, μολονότι εἶχα παρακαλέσει ἐπανειλημμένως τὴν Βουλὴν ἵνα τοιαῦτα ζητήματα μόνον διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ ἄγωνται πρὸς συζήτησιν. Ἂς μὴ διατρίβωμεν λοιπὸν εἰς λόγους πιθανώτατα κακῶς μεταδοθέντας προσώπων μὴ διαχειριζομένων νῦν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῶν χωρῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἐρχόμεθα εἰς συζήτησιν. Ἡμεῖς κρίνομεν ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκεν ὁ ὑπευθύνως νῦν διαχειριζόμενος τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς γείτονος χώρας, εἶναι λόγοι καλῶν διαθέσεων καὶ πολιτικῆς συνέσεως, ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὰς διαθέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ὑποφαινόμενον ὅτι δικτατορικῶς καὶ ἡμεῖς ἀποκρύπτομεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὰς συμφωνίας ἐκείνας. Οὐδέποτε διῆλθε διὰ τοῦ νοός μου ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν αἱ συμφωνίαι αὗται, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε δὲν εἶναι διπλωματικαὶ καθαρῶς συμφωνίαι, ἀλλ’ ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ρύθμισιν οἰκονομικῶν συμφερόντων, λιμενικῶν, σιδηροδρομικῶν, ἐμπορικῶν καὶ τῶν τοιούτων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μείνωσιν ἀποκεκρυμμέναι ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ζητῶ μόνον μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν πίστωσίν τινα χρόνου καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν ὅπως, σταθμίζουσα τὰς ὅλας περιστάσεις, μὴ σπεύσῃ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν τούτων. Δύναται νὰ ἔχῃ καθησύχασίν τινα ἡ δικαίως ἀνησυχήσασα ἐθνικὴ ψυχὴ ἐκ τούτου, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον ὑπέχουσιν ἀναμφισβητήτως τὴν μείζονα εὐθύνην ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν τυχῶν τῆς Χώρας, ἔχουσιν ἤδη ἐκφράσει τὴν δυσπιστίαν αὑτῶν περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν προκειμένων συμφωνιῶν διὰ τὴν Χώραν, ὑφ’ ἣν μορφὴν αὗται εἶχον συναφθῆ ἐπὶ δικτατορίας. Ἐὰν ὑπάρχουν διατάξεις ἐπωφελεῖς ἐν αὐταῖς δύνανται βεβαίως νὰ συμπεριληφθοῦν ἐν νεωτέραις διαπραγματεύσεσι. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπεκταθῇ περαιτέρω ἡ συζήτησις. (Χειροκροτήματα).

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Δερλερὲς ἔχει τὸν λόγον.

§14Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας διὰ νὰ εἰσηγηθῶ μίαν ὑπόθεσιν φίλου μου τινὸς εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἀκριβῶς τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφθασα εἰς τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργείου, εἰσήρχετο ἄλλο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα καὶ ἐγώ. Μόλις ἐπροχώρησα δύο–τρία βήματα ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου ὁ θυρωρὸς μὲ ἠρώτησε· ποῖος εἶσθε; Καὶ ἐγὼ ἀπήντησα· εἶμαι βουλευτής. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐστάθην, ἀλλ’ ἐξηκολούθησα προχωρῶν, ὁπότε ἔθεσε χέρι. Ἐγὼ τῷ ἐπανέλαβον ὅτι εἶμαι βουλευτής. Τότε μοὶ εἶπε, κ. Πρόεδρε, μίαν λέξιν παρεμφερῆ μὲ τὴν λέξιν τοῦ Καμπρὼν καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐπιστρέψω καὶ οἱονεὶ διετέλουν ὑπὸ τὸ βάρος συμφορᾶς. Τὴν ἑπομένην ἐπῆγα εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ ἀνέφερα τὰ λαβόντα χώραν λεπτομερέστατα. Λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν ὅτι συχνὰ συχνὰ μοῦ κάμνει ἐπεισόδια καὶ θὰ τὸν ἀπολύσω. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπλησίασα τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν ἠρώτησα τί ἔγινεν ὁ ὑβριστὴς καὶ μὲ διαβεβαίωσεν ὅτι θὰ τὸν ἀπολύσῃ. Δὲν στρέφομαι κατὰ τοῦ κλητῆρος, διότι ἡ πρᾶξίς του ἀποτελεῖ ἓν φαινόμενον τῆς σημερινῆς καταστάσεως, διότι, ὡς ἐπληροφορήθην, ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῶν κομμουνιστῶν) Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ καταστήσω γνωστὸν τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ὅτι ὁ κλητὴρ ἀντὶ νὰ ἀπολυθῇ προήχθη, διότι ἀπὸ τῆς εἰσόδου τοῦ Ὑπουργείου ἀνέβηκε εἰς τὰ γραφεῖα καὶ ἐκεῖ θὰ δράσῃ καλύτερα. Τὸ ἐπεισόδιον τὸ θέτω ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Σώματος διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ ἀνακριβεῖς διαβεβαιώσεις καὶ νὰ εἰπῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μοῦ εἶπεν.

§15Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Εἶναι ἀκριβές, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐπισκεφθείς με ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ ἀνέφερε τὰ τοῦ ἐπεισοδίου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε προηγουμένως. Εἶπον τότε εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ τῷ ἐξέφρασα τὴν ἀπόφασίν μου ὅτι κατὰ τοῦ πταίσαντος κλητῆρος θὰ ἐλαμβάνοντο ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ προβλεπόμενα μέτρα. Καὶ πράγματι ὁ ὑπαίτιος τοῦ ἐπεισοδίου κλητὴρ ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις πλὴν τοῦ ἐπεισοδίου τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργηθῆ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον εἶχε προηγουμένως καὶ ἕτερον ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καταγγελθῆ, ἐθεώρησα καλὸν νὰ ἀνακληθῇ ὁ κλητὴρ ἀπὸ τὴν θύραν καὶ διέταξα νὰ τῷ ἀφαιρεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτή, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο ὡς ἐκ τῶν ἐπεισοδίων νὰ ἐκτελῇ ὅπως ἔπρεπε καὶ νὰ τῷ ἀνατεθῇ ἄλλη ὑπηρεσία μέχρις ὅτου ληφθῇ ἓν μέτρον κατάλληλον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ. Παρέχω τώρα συμπληρωματικῶς τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ κλητὴρ αὐτὸς ὅπως καὶ δύο ἄλλοι περὶ τῶν ὁποίων προϋπῆρχον κατηγορίαι θὰ ἀποχωρήσουν εὐθὺς μὲ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς αὐτοῦ. Τοῦτο ἀκριβῶς ὑπενόουν καὶ δι’ ὅσων εἶπον χθὲς εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὁ κλητὴρ αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ παραμείνῃ, ὥστε οὔτε περὶ προαγωγῆς τοῦ κλητῆρος πρόκειται, οὔτε περὶ ἄλλης τινὸς πράξεως, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ θίγεται ὁ κ. συνάδελφος ἢ ἄλλος τις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν, ἐφόσον εἶναι ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως.... (Θόρυβος).

§16Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Τί ἀπόφασις; (Θόρυβος). Εἴπατε χθὲς ὅτι ὁ κλητὴρ ἀπελύθη.

§17Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παραμείνῃ.

§18Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἂν θὰ μείνῃ ἢ δὲν θὰ μείνῃ ὁ κλητὴρ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας. Τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησίν μου. Ὁ κ. Ὑπουργός, τὸν ὁποῖον ἠρώτησα χθὲς τί ἀπέγινεν ὁ κλητήρ, μοὶ ἀπήντησεν ὅτι τὸν ἀπέλυσεν. Αὐτὸ τὸ ζήτημα μὲ ἐνδιαφέρει, κύριοι συνάδελφοι. Πῶς ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν νὰ λέγῃ ἀνακριβείας;

§19Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ νὰ εἴπω δύο λέξεις.

§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως.

§21Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θεωρῶ ὅτι εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὸ Σῶμα. Καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ τὸ πρᾶγμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ τάξει, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἔκαμεν ὅ,τι ἐπετρέπετο νὰ πράξῃ κατὰ νόμον. Καὶ ἀφοῦ ἔδωκε καὶ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε, δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα ἀφορᾷ πλέον τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ζήτημα γενικώτερον, τὸ ζήτημα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσόδου τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Ἀποτέλεσμα τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης τῆς παρὰ πάντα κοινοβουλευτικὸν κανόνα γενομένης εἶναι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπεισόδια τὰ γενόμενα μεταξὺ κατωτάτων ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων καὶ βουλευτῶν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς καὶ συντόνως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα μὴ ἔχωμεν ὀδυνηρότερα ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἐκτρόπου ἀπαγορεύσεως, ἡ ὁποία καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος θίγει καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε τὸ ἐπεισόδιον.

§23Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Προνοίας ἐπιτρέπεται τρὶς τῆς ἑβδομάδος νὰ γίνωνται δεκτοὶ οἱ βουλευταὶ μεταξὺ τῆς 11ης καὶ τῆς 1ης μ. μ., δηλαδὴ εἰς δύο ὥρας κατὰ τὰς ὁποίας μαζεύεται ὅλη ἡ ἀνθρωπότης ἐκεῖ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τοὺς διαδρόμους κατὰ τὰς ὥρας αὐτάς, ὥστε καταντᾷ νὰ ἀποκλείωνται οἱ βουλευταί.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐξεδηλώθη ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς ἵνα συνεχισθῇ καὶ τερματισθῇ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις. Λοιπὸν συνεχίζεται ἡ συζήτησις. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ περὶ ἰδιοκτησίας ἄρθρον τοῦ Συντάγματος συνεζητήθη καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Συνέλευσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἴσως πᾶσα περαιτέρω ἐπὶ τούτου συζήτησις νὰ παρέλκῃ. Βεβαίως εἰς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἔχει σχηματίσει πλήρη τὴν γνώμην κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ προστατευθῇ ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας καὶ αἱ ἀναπτύξεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας παρὰ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἀπεσαφήνισαν πᾶσαν τυχὸν ἀμφισβήτησιν σχετικήν. Οὐχ ἧττον ἐπειδὴ προεκλήθη νὰ ἐκδηλωθῇ καὶ ἡ γνώμη τῶν ἰθυνόντων τὰ ἐν τῇ Βουλῇ κόμματα, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν ὀλίγοις νὰ εἴπῃ τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου γνώμην μου. Τὸ πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστὼς ὑπὸ τὸ ὁποῖον βιοῖ ἡ Ἑλλὰς ἀναντιρρήτως ἀναγνωρίζει τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ οὐδεὶς ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον παρηκολούθησα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠμφισβήτησε τοῦτο. Ἐκεῖνο περὶ τὸ ὁποῖον περιεστράφη ἡ συζήτησις ἦτο ἡ ἐπέκτασις τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ὑπῆρξαν ἀληθῶς τινὲς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι χαλαρωτέραν ἠθέλησαν τὴν προστασίαν αὐτῆς. Ὑπῆρξαν οἱ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος θέλοντες νὰ παρεμβάλωσι διάταξιν, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν περὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὸν ἀντιληφθῶμεν. Ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ καὶ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ὁποία πρώτην φορὰν ἀναγράφεται, ὄχι εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἀκόμη δὲν ἐθεσπίσθη, ἀλλ’ εἰς σχέδιον τοῦ παρ’ ἡμῖν Συντάγματος. Εἶναι ἡ πρότασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις. Ἡ χρῆσις αὐτῆς πρέπει νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία πρὸς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν. Ἡ διάταξις αὕτη ἐλήφθη ἐκ τῆς διατάξεως ἄρθρου τινός, τοῦ 153, τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις τοῦ προσχεδίου κατὰ τὰς ὁποίας ἐδικαιολογήθη ἡ διάταξις αὕτη, ἤκουσα ὅμως ἀγόρευσιν σχετικὴν πρὸς τοῦτο τοῦ εἰσηγητοῦ ταύτης. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ὡς ἤκουσα, σκοπεῖται νὰ διαπιστωθῇ ἁπλῶς διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις. Καὶ ἀληθῶς, καίτοι ἡ ἰδιοκτησία παρίσταται πάντοτε ὡς ἀπόλυτον καὶ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα καὶ ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων δὲν ἔλειψε νὰ ἐπιβάλλωνται καὶ ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ περιορισμοὶ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ποικίλλαι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἰδιοκτησία δὲν παραμένει δικαίωμα ἀπόλυτον, ἀλλ’ ὑφίσταται περιορισμοὺς ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Πάμπολλαι εἶναι αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρουν περιορισμοὺς καὶ κατὰ τοὺς παλαιοτέρους καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Καὶ οἱ περιορισμοὶ οὗτοι ποικίλλουσιν ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε κοινωνικῶν σχέσεων. Ὑπῆρχον ἀπὸ παλαιοτέρων χρόνων περιορισμοί, κατὰ τοὺς ὁποίους, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι σχεδὸν καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας χάριν ἀτομικοῦ συμφέροντος. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου διάταξιν παλαιοτέραν τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἀντὶ δικαίου ἀνταλλάγματος νὰ παραχωρήσῃ δίοδον διὰ τοῦ κτήματός του εἴς τινα, ὅπως μεταβαίνῃ εἰς τάφον, δι’ ὃν δὲν ἔχει δίοδον. Ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ λεγόμενον γειτονικὸν δίκαιον, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ διάφοροι περιορισμοὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀναλόγως δὲ τῆς ἀναπτύξεως τῆς Κοινωνίας καὶ τῶν παρουσιαζομένων κοινωνικῶν σχέσεων καὶ οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ ἐπεκτείνονται. Ἡ μεταρρύθμισις τῶν οἰκοπέδων, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον, ὑποχρεοῖ τὸν ἕνα ἰδιοκτήτην νὰ παραχωρήσῃ μέρος τοῦ γηπέδου του εἰς τὸν ἕτερον, καθὼς καὶ αὐτὸς νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸν ἄλλον ἵνα γίνῃ ὁ ὀρθογωνισμὸς ὁ λεγόμενος τῶν οἰκοπέδων. Ἀλλὰ τί εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις ὅλαι; Εἶναι διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἰδιοκτησία γεννᾷ ὑποχρεώσεις; Ὄχι βέβαια. Καὶ κατὰ τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον προστασία τῆς ἰδιοκτησίας, διότι μόνον οὕτω διὰ τῶν τοιούτων περιορισμῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται ἡ μία ἰδιοκτησία ἀπέναντι τῆς ἑτέρας. Ἄν δὲν γίνῃ ὀρθογωνισμὸς τῶν οἰκοπέδων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ ἰδιοκτησία οὔτε τοῦ ἑνός, οὔτε τοῦ ἑτέρου. Ἀλλὰ συνεπείᾳ τούτου οὐδαμῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ διάταξις ἡ προτεινομένη, ἣν ἀνωτέρω ἀνέφερον. Καὶ ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως ἡ προτεινομένη εἰς τὸ Σύνταγμα προσθήκη ἀποτελεῖ διαπίστωσιν ὑφισταμένης καταστάσεως, ὡς ὑπεστηρίχθη. Ἐν τῷ Γερμανικῷ Συντάγματι περιελήφθη τοιαύτη διάταξις. Ἀλλὰ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα ἀληθῶς δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς εἶχε πρότερον καθιερωθῇ. Ἡ ἰδιοκτησία κατ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀτομικὸν ἀγαθόν, ἀλλὰ κοινωνικὸν τοιοῦτον. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μορφῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ Γερμανικὸν πολίτευμα. Τὸ Γερμανικὸν πολίτευμα δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς πολιτικὴν δημοκρατίαν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ καὶ οἰκονομικὴν τοιαύτην. Καὶ ὄχι μόνον ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω προσθήκη, ἀλλὰ καὶ διάφοροι ἄλλαι διατάξεις ἐκ τῆς ἐννοίας ταύτης τῆς ἰδιοκτησίας ἀπορρέουσαι ἀναγράφονται ἐν τῷ Γερμανικῷ Συντάγματι. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ ἴδωμεν ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει, ἐπιτρέπεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας καὶ χωρὶς νὰ ὁρίζεται δικαστικῶς ἡ ἀποζημίωσις, ὅπου θέλει ὁρίσει ὁ νόμος. Ὑπάρχουσι πάμπολλαι διατάξεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ περὶ ἐθνικοποιήσεως τῶν ἐπιχειρήσεων. Συνέπεια τοῦ ὅλου συστήματος καὶ τοῦ κρατήσαντος ἐν Γερμανίᾳ πνεύματος κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφυτευθῇ παρ’ ἡμῖν πρὸς παράστασιν τῶν κατὰ νόμον περιορισμῶν τῆς κυριότητος. Ποῦ ἀλλοῦ ἢ εἰς τοῦτο ἀνταποκρίνεται; Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐν τῷ προσχεδίῳ τοῦ Συντάγματος, ἀναγκαίως πρέπει νὰ παραλειφθῇ. Καὶ πρέπει νὰ παραλειφθῇ, ἀφοῦ καὶ οἱ προτείναντες ταύτην δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ἣν ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος ἔχει, οὐδαμῶς δὲ κατ’ ἐμὲ χρησιμεύει εἰς ἀπόδοσιν τῶν κατὰ νόμον ἐπιβαλλομένων περιορισμῶν εἰς τὴν κυριότητα. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰς τοῦτο ἐχρησίμευε, θὰ ἦτο ὅλως περιττή, ἀφοῦ καὶ ἄνευ τοιαύτης προσθήκης οὐδεὶς μέχρι σήμερον ἠμφισβήτησε τοὺς κατὰ νόμον ἐπερχομένους εἰς τὴν κυριότητα. Καὶ ἐνῷ οὔτε ἡ προσθήκη καθίσταται περιττή, θὰ ἠδύνατο νὰ καταστῇ ἐπικίνδυνος διὰ τοὺς ρέποντας εἰς ἄλλας ἰδέας, οὐχὶ πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας εὐνοϊκάς, δυναμένους νὰ ἐπωφεληθῶσι ταύτης ὑπὲρ τούτων. Ἀλλ’ εἶναι ἐπικίνδυνος ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ἀπὸ ψυχολογικῆς. Κυρίως καὶ πρὸ παντὸς διότι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ νομισθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ πολιτεύματός της κατέλιπε τὰς ἀρχὰς τὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὑφισταμένου κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ καθεστῶτος καὶ τρέπεται χωρὶς νὰ ἔχῃ σκοπὸν πρὸς ἄλλας. Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι οὔτε οἱ ἀποδεχθέντες ταύτην εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, οὔτε ἄλλος τις θὰ θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος διάταξις, ἡ ὁποία καθ’ ἑαυτὴν εἰς οὐδὲν χρήσιμος, δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς μυρίας παρεξηγήσεις καὶ κινδύνους, ἀκόμη εἰς κακὰς χεῖρας καὶ νὰ ἐπιδράσῃ ψυχολογικῶς δυσμενῶς. Ἀντιτίθεμαι ἑπομένως εἰς τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως ταύτης. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη σχετικῶς πρὸς τὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι, ἂν θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ ἐπιτρέψωμεν τοῦτο. Βεβαίως ἡ ἰδιοκτησία ὡς ἀτομικὸν δικαίωμα δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ἰδιοκτήτου κατ’ ἀρχήν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀνώτεροι λόγοι, κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσι τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῆς. Ἂν ἡμεῖς ἠθέλομεν παρίδει τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν, αὕτη θ’ ἀπετέλει θεσμὸν ἐπιβλαβῆ. Διὰ τοῦτο πάντοτε ἐγένετο δεκτὸν ἐκεῖ ὅπου ὑφίσταται κοινωνικὴ ἀνάγκη νὰ ὑποχωρῇ ἡ ἰδιοκτησία πρὸς ἱκανοποίησιν ταύτης. Καὶ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς ἐνεργεῖται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινωνικῆς ἀνάγκης ἢ ὠφελείας, ὅπερ κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι τὸ αὐτό. Καὶ ἡ κοινωνικὴ ὠφέλεια εἶναι καὶ κοινωνικὴ ἀνάγκη. Θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀφαίρεσις, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας του, δι’ ὠφέλειαν τοῦ Κοινοῦ. Καὶ ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας ἀπαιτεῖ ἡ ἀφαίρεσις νὰ γίνεται πάντοτε μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Τοῦτο ἔχουσι δεχθῆ ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις ἦτο ὅρος, ὁ ὁποῖος πλήρως ἱκανοποίει τὸν ἰδιοκτήτην, ἦτο ἐπαρκὴς ἀσφάλεια παρεχομένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία πλήρως ἐπροστάτευε τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Διότι ἀποζημίωσις σημαίνει κατὰ νόμον τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀφαιρεθέντος πράγματος δι’ ἄλλου ἰσαξίου. Πῶς δὲ θὰ προσδιορισθῇ τὸ ἰσάξιον τοῦτο, εἶναι ἔργον τοῦ νομοθέτου, ὅστις θὰ παράσχῃ τὰς πρὸς τοῦτο ἀναγκαίας ὁδηγίας καὶ τοῦ δικαστοῦ ὅστις θὰ ἐφαρμόσῃ ταύτας ἐν ἑκάστῃ δεδομένῃ περιπτώσει. Κατὰ τὸν προσδιορισμὸν δὲ τούτου βεβαίως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐμφυλοχωρήσωσι πλάναι. Ἀναντιρρήτως ὅμως δὲν ἀποτελεῖ πλάνην τὸ νὰ μὴ λαμβάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος, καθ’ ὃν χρόνον ἐπέρχεται ἡ ἀφαίρεσις αὐτοῦ. Διότι πολλάκις εἰς τὰς πλείστας περιστάσεις εἶναι αὐτὴ ἡ μερικὴ τῆς ἰδιοκτησίας ἀφαίρεσις, ἥτις ἐπέφερε τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας τῆς σχετικῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ὁ ἀξιῶν τὴν τοιαύτην ἀξίαν εὕρηται οὗτος ἐν πλάνῃ ὡς πρὸς τοῦτο. Λησμονεῖ ὅτι ἡ ἀφαιρεθεῖσα ἰδιοκτησία του δὲν θὰ εἶχε τὴν αἰτουμένην ἀξίαν, ἂν δὲν ἐλάμβανε χώραν ἡ ἀφαίρεσις ἢ μᾶλλον δὲν ἐπραγματοποιεῖτο ὁ σκοπός, δι’ ὃν ἡ ἀφαίρεσις. Καὶ ἡ τοιαύτη τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας αὔξησις ἐπέρχεται οὐχὶ κἂν ἅμα πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος, ἀλλ’ ἔρχεται εὐθὺς ἀμέσως, ἀφ’ ἧς τοῦτο γνωσθῇ. Ἂν λόγου χάριν σήμερον ληφθῇ μία ἀπόφασις ὅτι θὰ κτισθῇ τὸ δικαστικὸν μέγαρον εἰς ὡρισμένην περιφέρειαν, ἡ περιφέρεια ἐκείνη δὲν μένει μὲ τὴν αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὶν ἢ ληφθῇ ἡ τοιαύτη ἀπόφασις. Ἀμέσως καὶ πρὶν ἢ ἀφαιρεθῇ τὸ κτῆμα, θὰ λάβῃ οὐσιώδη αὔξησιν ἡ τιμὴ τοῦ μέρους ἐκείνου, διότι πάντως θὰ ἀναλογισθῶσι ποίας ἀνάγκας θὰ ἔχῃ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο, πόσοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πρέπει νὰ κατοικήσωσιν εἰς τὸ μέρος αὐτό, πόσοι θὰ εἶναι οἱ συχνάζοντες εἰς τὰ δικαστήρια. Καὶ εὐθὺς μόλις ληφθῇ ἡ ἀπόφασις διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν δικαστικοῦ μεγάρου, εὐθὺς βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ μία ὡρισμένη ὕψωσις. Ὁ ἰδιοκτήτης ὅταν τῷ ἀφαιρεῖται τὸ κτῆμα ὄντως δὲν λαμβάνει τὴν ἀξίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ κτῆμά του, καθ’ ἣν στιγμὴν τῷ ἀφαιρεῖται, ἀλλ’ ὁ διὰ τοῦτο παραπονούμενος ἰδιοκτήτης λησμονεῖ ὅτι τὸ κτῆμά του εἶχε πολὺ ὑποδεεστέραν ἀξίαν πρὸ τῆς ἀφαιρέσεως καὶ μόνον ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀφαιρέσεως ἔλαβε τὴν μείζονα ἀξίαν. Εἰς τοῦτο δὲ καὶ παλαιότερος νόμος, περὶ ὁδοποιΐας νομίζω, ἀποβλέπων καθώριζε τὴν ἀποζημίωσιν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ κτῆμα κατὰ τὴν ἀφαίρεσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέσης ἀξίας τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὰ τρία τελευταῖα πρὸ ταύτης ἔτη. Ὑπῆρξαν ἐν τούτοις καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας διὰ τὴν στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας ἐκ διαφόρων καὶ ποικίλλων λόγων, δὲν ἀπεδόθη πραγματικῶς ἡ ἀξία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ὄντως νὰ λάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης, δὲν ἀπεδόθη ἡ ἀξία τὴν ὁποίαν πραγματικῶς ἐζημιώθη οὗτος, στερηθεὶς τῆς ἰδιοκτησίας του. Τοῦτο εἶναι γνωστὸν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀμφισβητήσωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡμολογήθη δὲ παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐφαρμόσουν τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Ἀποδεχόμενοι τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς θεσμὸν οὐσιώδη τοῦ κοινωνικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν τί συνέβη ἢ πρόκειται νὰ συμβῇ διὰ μίαν ὡρισμένην περίπτωσιν, ὡς εἶναι ὁ ἀγροτικὸς νόμος, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν καὶ ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὡς ἐντελῶς προσωρινὴν, ὡς ἐντελῶς μεταβατικήν. Δὲν δύναται τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τῆς ὀφειλομένης προστασίας εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς ὡρισμένης ταύτης περιπτώσεως, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ἐντελῶς μεταβατικὴ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐλέχθη ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀποτελεῖ μίαν νόμιμον ἐπανάστασιν, διὰ τοῦ νόμου ἐπανάστασιν. Τὴν ἰδιοκτησίαν θὰ προστατεύσωμεν καὶ ὀφείλομεν νὰ τὴν προστατεύσωμεν ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν περὶ αὐτῆς ὡς θεσμοῦ οὐσιώδους τοῦ κοινωνικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος. Διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀμφισβητήσωμεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὅτι ἐν περιπτώσει στερήσεως ταύτης πρέπει νὰ λάβῃ πλήρη τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰ ἀναπτυχθέντα θὰ εἶχεν, ἂν δὲν τῷ ἀφῃρεῖτο ἡ ἰδιοκτησία. Ποία δὲ εἶναι ἡ ἀποζημίωσις αὐτή, βεβαίως δὲν πρόκειται οὔτε γενικῶς νὰ καθορίσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος. Ταύτης ὁ προσδιορισμὸς εἶναι, ὡς εἶπον, ζήτημα νόμου καὶ ἐν ἑκάστῃ δεδομένῃ περιπτώσει τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ, ὅστις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὀφείλει καὶ νὰ παρακολουθῇ τὰς κοινωνικὰς συνθήκας καὶ νὰ τὸν ἐφαρμόζῃ ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων κοινωνικῶν συνθηκῶν. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ καὶ τὸ σπουδαιότερον ἔργον τοῦ δικαστοῦ. Καὶ ἂν ὁπωσδήποτε ὑπολείπεται ἡ Δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος, ὑπολείπεται πρὸ παντὸς διότι οἱ δικασταί μας νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ ζήσουν κεχωρισμένως ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν, θεωροῦν ὅτι δύνανται νὰ θιχθῶσιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἂν ἔλθωσιν εἰς μείζονα ἐπαφὴν πρὸς τὰς διαφόρους κοινωνικὰς σχέσεις. Ἤκουσά ποτε λίαν διακεκριμένον καὶ ἄκρως εὐσυνείδητον δικαστήν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔλεγεν ὅτι ἀποφεύγει καὶ τὰς μᾶλλον στενὰς κοινωνικὰς συναναστροφάς, διότι ἐφοβεῖτο ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν ἄν τις τῶν οὕτω συνδεομένων μετ’ αὐτοῦ ἤρχετο ἡμέραν τινὰ διάδικος ἐνώπιόν του. Τὸ παρήγορον εἶναι ὅτι τοῦτο παρατηρεῖται οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, παρ’ ἡμῖν δὲ μόνον νὰ καθίσταται καὶ ἐξ ἄλλων λόγων οὐσιωδεστέρα ἡ ἔλλειψις αὕτη τῶν δικαστῶν, εἶναι δὲ κατὰ τοῦτο ἄξιον προσοχῆς τοῦτο, καθόσον ὁ δικαστὴς ἐφαρμόζων τὸ δίκαιον, πλάττει δίκαιον, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς κοινωνικὰς τοῦ Τόπου συνθήκας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ὡς εἶπον, διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ καθορίσωμεν τὴν ἐν ἑκάστῃ δεδομένῃ περιπτώσει ἀποζημίωσιν, οὔτε κἂν τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς γενικῶς θὰ προσδιορισθῇ αὕτη. Διὰ τοῦ Συντάγματος θὰ καθορίσωμεν τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ θέσῃ ἡ Πολιτεία προκειμένου περὶ τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας ἐν περιπτώσει καθ’ ἥν αὕτη ἀφαιρεθῇ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας. Καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη διὰ τοὺς ἀναγνωρίζοντας τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς ἀτομικὸν δικαίωμα ἢ ὅτι ἐν περιπτώσει τοιαύτης στερήσεως πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τὸ ἰσότιμον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχεν ἂν δὲν συνέτρεχεν ἡ περίπτωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν ἀνάγκην τῆς στερήσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Λέγει τοῦτο τοῦ Συντάγματος τὸ προσχέδιον ὡς ἔχει; Ἐγὼ νομίζω ναί. Ὅταν λέγει «ἀποζημίωσις», οὐδεὶς νομικός, οὐδεὶς κοινωνικὸς ἄνθρωπος δύναται νὰ φαντασθῇ ὅτι ὁ ὅρος οὗτος δὲν σημαίνει τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ὁριζόμενον ἰσάξιον. Τοῦτο σημαίνει. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐγένετο ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ χειρισμὸς τοιοῦτος τοῦ ὅρου τούτου, ὥστε νὰ θεωρήσωμεν ὅτι δὲν ἐκφράζει πλέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράγματι ἐκφράζει. Ἐγένετο ἐφαρμογὴ τοῦ ὅρου τούτου εἰς δεδομένας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πράγματι δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἔννοιαν αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ἐγεννήθη ἀμφιβολία ἂν πρέπει νὰ διατηρηθῇ ὁ ὅρος οὗτος ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι ὡς εἶχεν ἐν τοῖς παλαιοτέροις. Καὶ ζητεῖται παρὰ πολλῶν νὰ ἀποσαφισθῇ εἰδικώτερον ὁ ὅρος «ἀποζημίωσις» διὰ τῆς προσθήκης εἴτε «πλήρης ἀποζημίωσις» ἢ «δικαία» ἢ «ἀνάλογος». Νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς κοινὴν συμφωνίαν, ἂν δηλωθῇ ὅτι λέγοντες ἀποζημίωσιν ἐννοοῦμεν τὴν ἀποζημίωσιν, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα. Ἀντικατάστασιν δι’ ἴσης ἀξίας, τῆς ὁποίας στερεῖται ὁ ἰδιοκτήτης, συνεπείᾳ τοῦ γεγονότος ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπέρχεται ἡ ἀφαίρεσις. Τοῦτο θὰ ἐγένετο διὰ δηλώσεως ἑρμηνευτικῆς ὡς πρὸς τὴν τοιαύτην ἔννοιαν τοῦ ὅρου «ἀποζημίωσις». Ἄλλως δέον νὰ δεχθῶμεν τὸν ὅρον «πλήρης ἀποζημίωσις» ὅπως καθησυχάζωμεν τὰς ἐγερθείσας ἀμφιβολίας καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ μεταξὺ ἡμῶν. Ἕτερον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκράτησαν ἀμφιβολίαν εἶναι ὁ τρόπος ἢ μᾶλλον ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ ὁρίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν. Εἰς τὰ παλαιότερα Συντάγματα, ὡς γνωρίζετε, τὰ πρὸ τοῦ 1911, οὐδὲν περὶ τούτου ὡρίζετο. Τὰ παλαιότερα Συντάγματα ὥριζον μόνον ὅτι «οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, πάντοτε δὲ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν». Οὐδὲν δ’ ὡρίζετο ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ἥτις θὰ καθώριζε τὴν ἀποζημίωσιν. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι πρὸ τοῦ 1911 ἡ ἀποζημίωσις ἡ ὀφειλομένη καθωρίζετο ἀρχικῶς διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ. Ἀλλ’ εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους ὅπου ἡ ἀποζημίωσις —διότι τὰ ἔργα αὐτὰ ἐπολλαπλασιάσθησαν—ὅπου ἡ ἀξία τῶν κτημάτων ἀπέβη πολὺ μεγαλυτέρα καὶ μείζονα ἐκίνησε τὴν προσοχὴν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τῆς μείζονος καὶ κατὰ τοῦτο ἀσφαλείας. Μείζονα δὲ ἀσφάλειαν διὰ τὸν λαὸν παρέχει ἡ δικαστικὴ ὁδός. Δὲν εὑρίσκω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν ἀσφάλειαν ταύτην, σήμερον ὅταν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη πάλιν δικαστικῶς νὰ καθορισθῇ ἐντελῶς διὰ προχείρου διαδικασίας, ὡς προέβλεπε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἐφόσον λοιπὸν πρόκειται νὰ προβλέψωμεν γενικῶς περὶ τῆς ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μίαν ἐξαιρετικὴν περίστασιν, ἡ ὁποία κυρίως προκαλεῖ ἐδῶ τὴν διάστασιν, τὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, οὐδένα ἔχομεν λόγον νὰ μὴ παράσχωμεν τὴν πίστιν καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐννοεῖ νὰ προστατεύσῃ πλήρως καὶ δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν ὡς τὴν μόνην ἁρμοδίαν νὰ καθορίσῃ τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν. Ἀλλ’ οὕτω προστατευομένης τῆς ἰδιοκτησίας τί θὰ γίνῃ, λέγουσιν, ὁ ἀγροτικὸς νόμος; Καὶ ἐγὼ πρὸ παντὸς θὰ ἀπαντήσω ὅτι ὁ ἀγροτικὸς νόμος ἔχει κυρίως ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας. Πῶς θὰ εἴπητε ὅτι ἀποκαθιστᾶτε τὸν ἀκτήμονα ἰδιοκτήτην, πῶς τῷ παρέχετε κλῆρον ἰδικόν του, χωρὶς νὰ ἀσφαλίζητε εἰς αὐτὸν πλήρως τὴν παρεχομένην ἰδιοκτησίαν; Πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ οὗτος τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀναγνωρίζεται ἡ ἰδιοκτησία ὅτι προστατεύεται αὕτη, διότι τότε θὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ἔχει ὄντως τὸν λαχόντα αὐτῷ κλῆρον. Διότι, ἐφόσον εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον δὲν ἀσφαλίσετε τὸν ἀκτήμονα διὰ τὸ μέλλον, δὲν τῷ παρέχετε τίποτε. Καὶ μάλιστα θὰ ἔλεγον κάτι τι περιπλέον δι’ αὐτόν. Ὄχι μόνον νὰ τὸν ἀσφαλίσωμεν κατὰ πάσης ἐνδεχομένης ἀφαιρέσεως συνεπείᾳ περιστάσεων κοινῶν διὰ πάντας, ὡς ἐν περιπτώσει κοινῆς ἀνάγκης ἢ ὠφελείας, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν προστατεύσωμεν ἀπέναντι περιστάσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφεώρων αὐτὸν τὸν ἴδιον. Πρέπει νὰ τῷ ἀσφαλίσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτὴν καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκποιῇ ταύτην, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, συνεπείᾳ ὑποχρεώσεων ἃς ἀνέλαβε καὶ αἵτινες ἄγουσιν εἰς τὸ νὰ ἐκποιηθῇ παρ’ ἄλλου ἡ παραχωρηθεῖσα αὐτῷ ἰδιοκτησία.

§26Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Προνοεῖ ὁ νόμος.

§27Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πῶς προνοεῖ;

§28Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐπὶ μίαν δεκαετίαν.

§29Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλὰ κατόπιν; Πρέπει, ὡς συμβαίνει καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ καθιερώσωμεν τὸ ἀκατάσχετον ὡς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τούτους. Ἀλλ’ ἵνα καταστῇ τοῦτο δυνατὸν ἀνάγκη νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τοῦτον καὶ τὰ ἀπαιτούμενα μέσα ὅπως μὴ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνάγκην ἐκποιήσεως καὶ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον παρεχωρήθη εἰς αὐτὸν ἡ ἰδιοκτησία. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τοῦτο, νὰ ἀσφαλίσωμεν τὸν μικρὸν ἰδιοκτήτην, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, πρέπει προηγουμένως νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν γῆν αὐτὴν ἀπὸ τὸν μεγάλον ἰδιοκτήτην διὰ νὰ τὴν παραχωρήσωμεν εἰς αὐτόν. Καὶ ὅταν κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας συμβῇ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τὸν μεγάλον ἰδιοκτήτην διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἀκτήμονας εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας, τί θὰ κάμωμεν; Ἀληθῶς ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ εὑρεθῇ εἰς μίαν τοιαύτην περίστασιν, εὑρίσκεται εἰς μίαν σύγκρουσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει. Ἡ σύγκρουσις τῶν καθηκόντων τοῦ Κράτους παρίσταται ὑπὸ τὴν ἑξῆς μορφήν. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ὀφείλει ἐπίσης καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸν ἀκτήμονα καὶ ἀναντιρρήτως ὀφείλει τοῦτο, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης οὐχὶ ἤδη κατὰ πρώτην φοράν, ἀλλὰ πολλάκις, κατὰ διαφόρους περιστάσεις καὶ παρ’ ὅλων τῶν κομματικῶν μερίδων. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν δὲν εἶναι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς οἰκονομίας ἐπιβαλλομένη. Ἠμφισβητήθη μάλιστα κατὰ τὰς ἀγορεύσεις διαφόρων ἐνταῦθα, ἂν προήχθη ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος διὰ τῆς καλλιεργείας παρὰ τῶν ἀποκατασταθέντων ἢ τοὐλάχιστον ἂν δὲν ἠλαττώθη. Δὲν ὑπάρχουν ἐπίσημοι στατιστικαὶ ἵνα γνωσθῇ ἀσφαλῶς τί ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχον, νομίζω ὅτι δὲν ἐπέστη ἀκόμη ὁ προσήκων χρόνος ὅπως κριθῇ ἂν ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ ἐβελτιώθη ἀφ’ ἧς τὰ κτήματα περιῆλθον εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς ἢ ἠλαττώθη. Τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς οἰκονομίας δὲν δύνανται νὰ ἐπέλθουν αὐτοστιγμεί, ἀφ’ ἧς ἔλαβε χώραν ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων. Εἶναι ἀνάγκη πρὸ παντὸς ἐν ταυτῷ καὶ νὰ ἀποκτήσωσι τὰ μέσα τῆς πραγματικῆς καλλιεργείας τοῦ κτήματος καὶ διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀναπτύξωσι τὴν ἰδιάζουσαν ἱκανότητά των. Σήμερον οἱ μικροὶ καλλιεργηταὶ δὲν γνωρίζουσιν ἀκόμη οὐδὲ καὶ ποῖον κλῆρον ὡρισμένον ἔχουσι, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ Πολιτεία δὲν ἐπήρκεσεν ἵνα πραγματικῶς καὶ ὁριστικῶς ὁρίσῃ τὸν κλῆρον ἑκάστου τῶν ἀποκατασταθέντων. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νὰ ἐλέγξωμεν ἀκόμη τὴν πολιτικὴν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατὰ τοῦτο ἤθελον ἀποτύχει, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου; Ἀπέβλεπον εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἀποκλειστικῶς; Ἀναντιρρήτως ὄχι. Διὰ τῆς ὑποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἐσκοπεῖτο πρὸ παντὸς ἡ βελτίωσις τῶν ὅρων τοῦ βίου τούτων καὶ ἡ συνεπεία τούτου ἐπαύξησις τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ ὑφιστάμενον κοινωνικὸν καθεστώς. Τοῦτο ἀπετέλει κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ ἐπιτακτικωτέρα κατέστη μετὰ τὸ ἐθνικὸν ἀτύχημα, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου εἰς τοὺς γηγενεῖς ἀκτήμονας καὶ νέοι προσετέθησαν. Ἂν πάντες οὗτοι ἔμενον ἄνευ ἀποκαταστάσεως, δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ὑπῆρχεν οἱονδήποτε καθεστώς. Ἡ ἀποκατάστασις λοιπὸν τῶν ἀκτημόνων, εἴτε γηγενῶν, εἴτε ἔξωθεν ἐρχομένων, ἦτο μία ἐκπλήρωσις κοινωνικῆς ἀνάγκης, ὄχι ἁπλῆς κοινωνικῆς ὠφελείας, διὰ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ἦτο ἀνάγκη κοινωνικὴ πρὸς συντήρησιν τοῦ συνόλου. Καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα ἀπέναντι μιᾶς ἀνάγκης καὶ ἀπέναντι ἑνὸς καθήκοντος προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας, οὐδεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλῃ ὅτι πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀνάγκην, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ θυσιάσῃ μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπέναντι μιᾶς ὡρισμένης τάξεως πολιτῶν τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν.

§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀπολύτως σύμφωνοι.

§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν θὰ ἐδίσταζεν ἐν οὐδεμιᾷ στιγμῇ νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἀλλὰ — θὰ προσθέσω ἓν ἀλλά, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος τόσον ἐξεδήλωσεν ὅτι εἶναι σύμφωνος μαζί μου — δὲν θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος, διότι εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς παραβλέψεως ἑνὸς καθήκοντος πρέπει νὰ προβαίνῃ ἡ Πολιτεία ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην ἄνευ προσβολῆς ἑτέρας ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι καθιστῶμεν κοινωνικὸν εἴτε κρατικὸν καθεστὼς στερεὸν ὅταν νομίζωμεν ὅτι δυνάμεθα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἀφαρπάζωμεν μίαν περιουσίαν διὰ νὰ θεραπεύσωμεν μίαν ἀνάγκην χωρὶς νὰ ἐξαντλήσωμεν ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραβῶμεν τὸ ἕτερον καθῆκον. Ἑκάστη Κοινωνία, ἑκάστη Πολιτεία πολλάκις εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκας. Ὅταν ἡ Πολιτεία εὑρίσκεται εἰς πόλεμον καθ’ ἑτέρας, εἶναι ἠναγκασμένη καὶ στερήσεις ἰδιοκτησίας νὰ προκαλέσῃ καὶ ἄλλας νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας. Εἶναι ὁ ἐχθρὸς ὁ ὁποῖος καταλαμβάνει τὴν πόλιν καὶ προξενεῖ διαφόρους ζημίας καὶ ἀντιθέτως ἡ κατ’ αὐτοῦ ὑπεράσπισις τῆς πόλεως ἐπιφέρει ἄλλας ζημίας εἰς ἰδιωτικὰς περιουσίας. Νομίζετε ὅτι ἡ Πολιτεία ἐκείνη ὅταν διαφύγῃ τὸν κίνδυνον ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἂν εἴπῃ ὅτι πρὸ ὑπερτάτης ἀνάγκης εὑρεθεῖσα, ἀφήρεσε τὴν ἰδιοκτησίαν σου καὶ σὲ ἐστέρησεν οἱασδήποτε ἀποζημιώσεως; Εἰς οὐδεμίαν Πολιτείαν, ἡ ὁποία ἔχει συνείδησιν ἑαυτῆς, συνείδησιν τῶν καθηκόντων της, συνείδησιν τοῦ δικαίου, ἐκράτησάν ποτε τοιαῦται ἀρχαί. Τοὐναντίον ὅλως καὶ νόμοι εἰδικοὶ ἐγένοντο, διὰ τῶν ὁποίων ἐλήφθη πρόνοια καὶ ἐδόθη ἡ προσήκουσα ἀποζημίωσις καὶ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἀκόμη ὅτι καὶ ἐφόσον δὲν ἐγένοντο νόμοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀρχῶν, τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης τῆς ἀνωτέρας βίας ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ μὴ διστάσαντες νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι ὑποχρεωμένη πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουν εἰδικοὶ νόμοι καθιεροῦντες τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν διαπρεπέστερον ἴσως νομομαθῆ καὶ φιλόσοφον τοῦ λήξαντος αἰῶνος, τὸν συγγραφέα τοῦ Πνεύματος τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι, ἂν τὸ Κράτος ἐν πολέμῳ διατελῶν, διότι ἔτυχεν ὡρισμένη πόλις νὰ εἶναι ἡ πολιορκουμένη, ἀφήρεσε τὴν περιουσίαν, κατέστρεψε τὴν περιουσίαν πολιτῶν τινῶν διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν πόλιν, ἂν εἴπῃ ὅτι ἔκαμεν αὐτὸ διότι εὑρίσκετο ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἀρνεῖται νὰ παράσχῃ τὴν δυνατὴν ἀποζημίωσιν, θὰ ὡμοίαζε πρὸς τὸν λήσταρχον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται κάπου καὶ ἁρπάζει ὅ,τι εὑρίσκει, διότι καταδιώκεται ἀπὸ οἱονδήποτε τυχόντα καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ σωθῇ, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς προξενουμένας καταστροφάς. Ἀλλ’ ἓν Κράτος δὲν δύναται νὰ πράξῃ ποτὲ τοιοῦτόν τι. Δὲν δύναται τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν, νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς βάρος μόνον ὡρισμένων προσώπων ἐν ὅλῳ. Καὶ διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν ἀγροτικὸν νόμον δυνάμεθα νὰ παρακάμψωμεν τὴν ὀφειλομένην προστασίαν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, ὅταν εἶναι ἀνάγκη καὶ ἐφόσον ὑφίσταται τοιαύτη, ἀλλ’ οὐχὶ ἀδικαιολογήτως καὶ εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε. Δὲν ὑποστηρίζω ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ὅτι πρέπει νὰ καθυστερήσωμεν τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει τὴν ἀνάγκην ταύτην ἱκανοποιοῦντες νὰ ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὰς ἐπιγενομένας ἐντεῦθεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ζημίας. Εἶναι ἐπιβεβλημένον τὸ Κράτος, τὴν ἰδιοκτησίαν σεβόμενον, νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα πρὸς τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀρτιωτέραν ταύτης ἱκανοποίησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἔχω πρὸς τοῦτο ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ ἀνάγκη αὑτὴ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων κατέστη τόσον ἐπιτακτική, τόσον ἀναμφισβήτητος μεταξὺ ὅλων, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ ζημιούμενοι, ἐκ τῆς στερήσεως τῶν κτημάτων, ὡς τουλάχιστον παρατηρῶ ἐκ τῶν διαφόρων δημοσιεύσεών των, διαδηλοῦν ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποστῶσιν οἰκειοθελῶς μέρος τῆς ζημίας, τὸ ⅓ τῆς ἀξίας τῆς ἀφαιρουμένης περιουσίας των. Ἐφόσον ὑπάρχει μία τοιαύτη δήλωσις, εἶναι βεβαίως πρὸς ὄφελος τοῦ ἀγρότου. Ἀνεξαρτήτως τούτου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τί δύναται νὰ συντρέξῃ αὐτὸς ὁ ἀγρότης διὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀποκατάστασιν. Διότι καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτὸν ποτὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἄνευ ἀμοιβῆς τινος παρέχεται εἰς τοῦτον ἡ ξένη ἰδιοκτησία, εἴτε ἐκ φόβου μὴ διήρπαζε ταύτην, εἴτε διότι τὸν ἐλεοῦμεν. Ὄχι. Δὲν πρέπει ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ γεννήσωμεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀγρότου τοιαύτην τινα ἰδέαν. Ἡ ἀποκατάστασις αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἔργον προνοίας καὶ δικαιοσύνης, ἀφορῶν οὐχὶ μόνον τὸν ἀποκαθιστάμενον ἀγρότην, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολον τοῦ Κράτους. Συνέπεια τούτου ἀναγκαία εἶναι ὅτι δέον καὶ τοῦτο νὰ μετάσχῃ διὰ τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ συνόλου. Αὐταί, κατ’ ἐμέ, κύριοι, αἱ ἀρχαὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀλληλεγγύης τῶν πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπικρατήσουν διὰ τὴν μεταβατικὴν διάταξιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Ἀλλ’ ἡ μεταβατικὴ αὐτὴ διάταξις δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἐπηρεάσῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην βασικὴν ρύθμισιν τῆς προστασίας τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Εἶναι σήμερον πρὸ παντὸς ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ τόσας διαφόρους ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Κοινωνίαν, ὄχι μόνον τὴν ἰδικήν μας, ἀλλὰ παντοῦ μετὰ τὸν πόλεμον παρίσταται ἀνάγκη πρὸ παντὸς καὶ διὰ τὰ οἰκονομικά μας γενικώτερον καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος νὰ διαπιστώσωμεν τὴν πίστιν πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν πίστιν πρὸς τὸ κεφάλαιον. Ὁμιλῶν περὶ τῆς πίστεως τοῦ κεφαλαίου δὲν ἀναφέρομαι προδήλως εἰς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν μετὰ πόσας θυσίας ἐφρόντισε πάντοτε νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς παρ’ αὐτοῦ ἀναλαμβανομένας ὑποχρεώσεις. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰ κατὰ τὴν ἀνώμαλον περίοδον ὑπὸ προσωρινῶν καὶ ἀνευθύνων διαχειριστῶν τιθέμενα εἰς ἐνέργειαν ὑπὸ τύπον νομοθετικῆς ἐμφανίσεως μέτρα, ὡς π. χ. τὸ γνωστὸν περὶ τῶν εἰς χρυσὸν καταθέσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐμειώθη ἡ πίστις τοῦ κεφαλαίου πρὸς τὸν Τόπον. Καὶ ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω ἐκ συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμον ἄλλοτε μὲ τὸν συνάδελφόν μου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅτι θὰ εἰσηγηθῇ μέτρα ἀσφαλίζοντα τὸ κεφάλαιον ἐν Ἑλλάδι ἀπέναντι τοιούτου ἢ ἀναλόγου αἰφνιδιασμοῦ. Δὲν γνωρίζω ποία θεραπεία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ καὶ διὰ τὸ παρελθὸν σχετικῶς. Ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ληφθῇ πρόνοια ἀσφαλείας. Οὕτω πως διὰ τῆς πλήρους ἀσφαλείας τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τοῦ κεφαλαίου θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ κατακτήσῃ ὅλην τὴν πίστιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ὄχι μόνον ἀπέναντι τῶν ξένων, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν ἰδίων αὐτῆς πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἢ τῶν ὁποίων τὰ κεφάλαια εὕρηνται ἐκεῖ καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν τοῦ παρελθόντος ἀνωμαλιῶν δυσπιστοῦντες δὲν σπεύδουσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Τόπου ἐνίσχυσιν, ἐνῷ πανταχόθεν εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ ἔλθωσιν ὅπως καὶ διὰ τῆς πείρας των καὶ διὰ τῶν κεφαλαίων των τὰ ὁποῖα κατέχουσι καὶ διὰ τῶν γνώσεών των δυνηθῶμεν νὰ ἀποτελέσωσι καὶ οὗτοι ἐνεργὰ καὶ σπουδαῖα στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, θὰ προσπαθήσω τοὐλάχιστον, δὲν θὰ ἐλάμβανον δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ἄν, ὡς λέχθη ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πολλοὶ ἐκ τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων δὲν ἠξίουν πεισμόνως ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων νὰ καθορίσουν τὰς ἀπόψεις των, ὅπως γνωρίζῃ ἡ Κοινωνία ἂν πρόκειται νὰ προστατευθῇ εἰλικρινῶς τοῦ λοιποῦ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰδιοκτησίας ἢ πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὑπονομευομένη, ὡς ὑπενομεύθη, κατὰ τὴν γνώμην των ἐννοεῖται, κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων. Τὰ κόμματα, κύριοι, προσπαθήσαντα νὰ συμβάλλουν διὰ τῶν προτάσεών των εἰς τὴν ἀρτιωτέραν τοῦ πολιτεύματος διαρρύθμισιν δὲν εἶχον κανένα λόγον ἀμέσου ἀναμίξεως εἰς τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις, μὴ φερούσας, ὡς γνωστόν, χρειὰν πολιτικήν, οὐδὲ εἶχον ὡσαύτως λόγον νὰ παρεκκλίνουν ἐκ τοῦ κανόνος τούτου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου περὶ ἰδιοκτησίας. Τὸ Σύνταγμα βεβαίως οὔτε κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, οὔτε κατὰ τὴν γνώμην ἄλλου τινὸς ἐπιτρέπεται ἢ δύναται νὰ εἶναι κατασκεύασμα τελείως ἀφηρημένον καὶ ἀχρωμάτιστον καὶ κατ’ ἀνάγκην, εἴτε θέλομεν εἴτε δὲν θέλομεν θὰ φέρῃ τὴν ἐπίδρασιν τῶν χρόνων, εἰς τοὺς ὁποίους ζῶμεν καὶ τῶν ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι κρατοῦν κατ’ αὐτούς. Ἡ διατύπωσις ὅμως τοῦ Συντάγματος δύναται καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέρα, ὅπως μὴ παρίσταται ὁ θεμελιώδης νόμος ὡς ἐνσάρκωσις μονομερὴς ἰδεῶν μιᾶς μόνης πτέρυγος καὶ ἀφίνει ὅλον τὸν ἀναγκαῖον χῶρον ἐλευθέρας ἀναπτύξεως τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος παντὸς κινουμένου ἐντὸς τοῦ πολιτειακοῦ καθεστῶτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐκρίθη πάντοτε ὡς ἀναγκαία ἡ κομματικὴ οὕτως εἰπεῖν οὐδετερότης κατὰ τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἐτηρήθη καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις. Βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ὑπέβαλλον τὴν πρότασιν περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἰδιοκτησίας καὶ φίλοι τοῦ ἰδίου κόμματος κατεφέρθησαν σφοδρότατα ἐναντίον τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ὁμοία ἀναμφιβόλως ἐξεδηλώθη ἀνεξαρτησία γνώμης καὶ εἰς τὰς τάξεις τῶν λοιπῶν κομμάτων. Ἀλλ’ ἡ φύσις τοῦ ζητήματος καὶ ὁ συνδυασμὸς αὐτοῦ πρὸς τὸ ἄρθρον 119 μετετόπισε βαθμηδὸν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦ συνταγματικοῦ ἐδάφους εἰς τὸ πολιτικόν, ἀπὸ τῆς θεωρητικῆς συζητήσεως εἰς τὴν πρακτικήν. Καὶ ἐνετόπισεν αὐτὴν ἐν τέλει εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος καὶ τῆς ὀφειλομένης εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀποζημιώσεως. Κατόπιν τούτου τὰ κόμματα μοιραίως παρεσύρθησαν καὶ παρεσύρθησαν ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην μέχρι τοῦ βήματος ἐγγίζοντες ἤδη εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως. Θὰ ἦτο ἴσως χρήσιμον νὰ ἀνασκοπήσωμεν δι’ ὀλίγων ὅσα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐλέχθησαν ὅπως προσδιορίσωμεν ἀκριβέστερον τὰς μεταξὺ ἡμῶν τῶν συγκεκροτημένων κυρίως κομμάτων θεωρητικὰς καὶ πρακτικὰς διαφορὰς καὶ εἴδομεν κατὰ πόσον ἡ διάστασις αὕτη ἔχει τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔκτασιν, τὴν κοινῶς νομιζομένην. Διαφοραὶ βεβαίως ὑπάρχουν, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ ἄλλως. Συμφέρει ὅμως νὰ ἴδω ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ μόνον βασιζόμενος ἐὰν αἱ διαφοραὶ εἶναι διαφοραὶ οὐσιώδεις ἢ διαφοραὶ ἐπιφάσεως. Ἡ θεωρητική, κύριοι, συζήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ θεσμοῦ προέκυψε, κυρίως ἐκ τῆς καινοφανοῦς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἰωαννίνων συναδέλφου, προτάσεως καθιερούσης εἰς κανόνα τὰς κοινωνικὰς τῆς ἰδιοκτησίας ὑποχρεώσεις. Ἡ συγκίνησις καὶ ὁ σάλος ὁ ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης προκληθεὶς ἔξω τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀρχήν, μετεδόθη εὐθὺς ἀμέσως καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μακρὰς περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰδιοκτησίας ἀναπτύξεις. Ἀλλὰ τί προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως; Προέκυψε μήπως ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ὑπάρχουν ἐχθροὶ ἐλλοχεύοντες κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ πρόμαχοι αὐτῆς, ἀναγνωρίζοντες τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ θεσμοῦ. Ὅσον ἐγὼ τουλάχιστον ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, οὐδεὶς ἄχρις ὥρας ἐνεφανίσθη ἀπολύτως οὐδείς, ὅπως ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὡς δικαίωμα αὐθαίρετον καὶ ἀπεριόριστον, μὴ ὑπαγόμενον εἰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας. Πρῶτος ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του ἐφάνη ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφος, ἀποκλίνων, θὰ ἔλεγον ἐξολισθαίνων, πρὸς νομικὰς ἀντιλήψεις μὴ ἀναγνωριζούσας ἄλλους περιορισμοὺς εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν πλὴν τῶν ὑπαγορευομένων ἀπὸ τὸ γενικὸν δίκαιον. Ἐν ἐξελίξει οὐχ ἧττον τῆς ὁμιλίας του ἀπεδείχθη ὅτι καὶ οὗτος δὲν ἀφίσταται τῆς καθολικῆς συνειδήσεως καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ εἴπῃ καταλήγων ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι σεβαστός, ὀφείλει νὰ παρακάμπτεται ἐκεῖ ὅπου αἱ γενικαὶ ἀνάγκαι τὸ ἐπιβάλλουν. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπεστήριξε τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀπηλλαγμένη ὑποχρεώσεων. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφον, ὅτι ἡ τροπολογία παρελήφθη ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Δικαίου καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται ὅτι ἡ Γερμανικὴ Δημοκρατία δὲν εἶναι μόνον Δημοκρατία πολιτική, ἀλλὰ καὶ Δημοκρατία οἰκονομική, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι συμφυεῖς ροπαὶ τοιαῦται. Θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ἡ διάταξις δὲν περιλαμβάνεται μόνον εἰς τὸ Γερμανικὸν Δίκαιον, τὸ δίκαιον τῶν ριζοσπαστικῶν τάσεων, ἀλλὰ περιλαμβάνεται ἐπίσης εἰς πολίτευμα γειτονικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ οὔτε οἰκονομικὴν οὔτε πολιτικὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ συντηρητικὴν καὶ βασιλευομένην Ἐπικράτειαν, τὴν Γιουγκοσλαυϊκὴν Ἐπικράτειαν.

§34Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀπὸ τὸ 1921 μάλιστα.

§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δοθέντος, κύριοι, ὅτι πάντες ἀνεγνώρισαν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ὡς ἐξειλίχθη ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν κρατουσῶν ἰδεῶν, εἶναι ὄχι μόνον δικαίωμα ἀτομικόν, ἀλλὰ καὶ θεσμός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κοινωνικὸς παράγων ἀσκεῖ οὐσιώδη καὶ ὁσημέραι αὔξουσαν ἐπίδρασιν, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τίς ἡ χωρίζουσα ἡμᾶς ἀπόστασις; Ἡ διαφορὰ εἶναι αὐτὴ καὶ μόνον. Ἐὰν θὰ ἔπρεπε τὴν διάταξιν αὐτήν, τὴν μὴ περιέχουσαν ἄλλο τι εἰμὴ ἀναγνώρισιν ὑφισταμένης καταστάσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν περιλάβωμεν θαρραλέως εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ θὰ ἔπρεπε ἁπλῶς νὰ τὴν παραμερίσωμεν ἀποκρύπτοντες ἀφ’ ἡμῶν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν. Ὅταν αἱ διχογνωμίαι περιορίζωνται εἰς τοιοῦτον στενὸν κύκλον ἡ συνεννόησις ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι δύσκολος, οὔτε θὰ ἐχρειάζοντο μακραὶ συζητήσεις ὅπως φθάσωμεν εἰς τὴν συνεννόησιν ταύτην. Ὁ κατατριβεὶς χρόνος ἠναλώθη ἐπὶ τοῦ σημείου τουλάχιστον τούτου εἰς μάτην. Ἂς ἴδωμεν ἤδη κατὰ πόσον ἡ ἀνύπαρκτος ἐπὶ τοῦ θεωρητικοῦ ἐδάφους διάστασις ὑφίσταται ἀσυμβιβάστως ἀπὸ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἀπετέλεσε καὶ τὸν κύριον τῆς συζητήσεως ἄξονα. Ἡ πατρότης, κύριοι, τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως ἀνήκει, ἀναμφιβόλως, εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον πρῶτον συνέλαβεν, ἐθέσπισε καὶ ἐφήρμοσεν αὐτήν.

§36Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Θεοτόκης πρῶτος.

§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοῶ συστηματικῶς καὶ δὲν ὡμίλησα περὶ μεμονωμένων μέτρων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πατρότης τῆς συστηματικῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς ἀνήκῃ ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὀφείλει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι καὶ πάντα τὰ λοιπὰ κόμματα ἐνεκολπώθησαν μετὰ προθυμίας τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἐν πολλοῖς μάλιστα πλειοδοτήσαντα εἰς διαθέσεις φιλαγροτικάς. Ὁ νόμος 2052, ὁ θεσπισθεὶς παρ’ ἡμῶν ἐν συνεχείᾳ τοῦ νόμου 1917, ὁ νόμος οὗτος ὥριζε, προκειμένου περὶ τῆς ἀπαλλοτριωτέας ἐκτάσεως, ὅτι εἰς ἀπαλλοτρίωσιν ὑπόκεινται τὰ ⅔ μόνον τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, παρέμεινε δὲ ἐλεύθερον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ γαιοκτήμονος τὸ ὑπόλοιπον ⅓. Ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς διαδόχου καταστάσεως ἐν συμπράξει, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅλων τῶν τότε ἰσχυόντων κομμάτων, ὁ νόμος 2922 ἀντὶ τοῦ ⅓ τῆς ἐξαιρετέας ἐκτάσεως περιώρισεν αὐτὴν εἰς τὸ ποσὸν τῶν χιλίων μόνον στρεμμάτων, ὑπεβίβασε δὲ εἰς πλείστας περιστάσεις καὶ τὴν ἔκτασιν, τὴν μένουσαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 200 στρεμμάτων καὶ ἔφθασεν ἀκόμη καὶ μέχρις ὁλοκληρωτικῆς ἀπαλλοτριώσεως.

§38Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Πρὶν ἢ ἔλθουν οἱ πρόσφυγες.

§39Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Ὁ νόμος ὁ ἰδικός μας ὥριζεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις κατεβάλλετο κατὰ τὰ ⅔ μόνον εἰς ὁμολογίας καὶ κατὰ τὸ ⅓ εἰς χρῆμα μετρητόν. Ὁ νόμος, ὁ κατόπιν ἰσχύσας, ἐθέσπισεν ὅτι τὸ ποσὸν τῆς εἰς χρῆμα καταβολῆς θέλει περιωρισθῇ ἀντὶ τοῦ ⅓ εἰς τὸ ¼ μόνον τῆς ἀποζημιώσεως. Ὁ νόμος ἀκόμη τῇ εἰσηγήσει μας θεσπισθεὶς καὶ ἰσχύσας ὥριζε τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἀποζημιώσεως δικαίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προπολεμικῆς ἀξίας μετὰ προσαυξήσεων ἐξικνουμένης μέχρι τοῦ 30%. Ὁ κατόπιν ἰσχύσας νόμος διετήρησε τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀποζημιώσεως εἶχεν ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέλθει ὑποτίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος κατὰ ⅔ τῆς ἀξίας του ἥτις ὑπεβίβαζε τὴν κατὰ τὴν ὑφ’ ἡμῶν ὁρισθεῖσαν ἀποτίμησιν εἰς τὸ ⅓. Ποῦ εὑρίσκετε ἑπομένως τὴν διαφοράν; Διατί οἱ μὲν θεωροῦνται προστάται τῆς ἰδιοκτησίας καὶ οἱ ἄλλοι διῶκται αὐτῆς; Ποῖος εἶναι ὁ καθιερώσας εὐνοϊκωτέρους ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν ὅρους καὶ ποῖος ἐπεβάρυνεν αὐτούς; Θὰ εἴπητε ὅτι ἔκτοτε αἱ ἀντιλήψεις μετεβλήθησαν καὶ ἤδη ἡ διχογνωμία προέκυψε ριζική. Αἱ γενόμεναι χθὲς καὶ σήμερον δηλώσεις τῶν ἡγετῶν τῶν θεωρουμένων συντηρητικωτέρων κομμάτων ἐπέφερον καὶ ἐν τούτῳ ἀποσάφησιν ἀξίαν προσοχῆς. Ἐδηλώθη κατηγορηματικῶς ὅτι οἱαδήποτε διατύπωσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου δὲν πρόκειται οὐδὲ καὶ θὰ ἠδύνατο ἄλλως νὰ θίξῃ τὴν ἀγροτικὴν ἢ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν, προκειμένου τόσον περὶ τῆς ἀποζημιώσεως ὅσον καὶ τῆς διαδικασίας. Ἐλευθερία ἐν τούτῳ πλήρης θέλει δοθῆ εἰς τὴν νομοθετικῆς ἐξουσίαν νὰ θέσῃ κανόνας ἄνευ οὐδεμιᾶς συντακτικῆς δεσμεύσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι αἱ δηλώσεις ἀφοροῦν ἐπίσης καὶ τὴν ἀστικὴν τῶν προσφύγων στέγασιν. Ἐὰν ὑπερτέρα ὑποχρέωσις κοινωνικῆς ἀνάγκης ἐπέβαλλε τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν ἡ αὐτὴ καὶ μείζων ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν μὴ καθυστέρησιν ἐπὶ πλέον τῆς ἐπιβεβλημένης συμπληρώσεως τῆς ἀστικῆς τῶν προσφύγων στεγάσεως, καθυστερησάσης ἤδη ὑπὲρ τὸ δέον. Ὄχι μόνον αἴσθημα ἀλληλεγγύης, τοῦ ὁποίου τοσαύτη ἔγινεν ἐπίκλησις χάριν τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ καὶ συνείδησις τῆς ὀφειλομένης γενικωτέρας προνοίας δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀφίσωμεν ἐκκρεμὲς ζήτημα συνδεόμενον πρὸς τὴν γαλήνην τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἄνευ στέγης τοὺς ἀδίκως καταστραφέντας καὶ εἰσέτι δεινοπαθοῦντας ὁμοεθνεῖς μας. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλουν ἀπὸ τοῦδε δοθῆ καὶ ἐν τούτῳ σαφεῖς ἐπεξηγήσεις καθησυχάζουσαι τελείως τὰς ταρασσομένας προσφυγικὰς τάξεις.

§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἱ γηγενεῖς ἄστεγοι, κ. Ὑπουργέ; Ὑπάρχουν πολλοὶ τοιοῦτοι.

§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τούτων οὕτως, κύριοι, ἐχόντων καὶ ἐφόσον, ὡς ἐδηλώθη, οἱαδήποτε τοῦ ἄρθρου διατύπωσις δὲν πρόκειται οὐδὲ δύναται νὰ θίξῃ τόσον τὴν ἀγροτικὴν ὅσον καὶ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν, προβάλλει ἀναγκαίως τὸ ἐρώτημα ποῖον εἶναι τὸ καταστάλλαγμα καὶ ἡ οὐσία τῆς διχογνωμίας; Εἰς τί ἀπέβλεψεν ὁ ἀγὼν καὶ ἡ μακρὰ προσπάθεια, διαρκέσασα ἐπὶ ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας, ὑπὲρ τῶν τροποποιήσεων καὶ προσθηκῶν, ἀποδεικνυομένων ἄνευ σκοποῦ; Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἂν αἱ δηλώσεις αἱ χθὲς καὶ σήμερον γενόμεναι ἀνεκοινοῦντο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, αἱ συζητήσεις θὰ συνετέμνοντο καὶ θὰ ἐτερματίζοντο ἐντὸς ἐλαχίστων δύο τριῶν μόλις ἡμερῶν. Αἱ δηλώσεις αὗται, αἱ γενόμεναι ἐκ μέρους τῶν ἡγετῶν τῶν κομμάτων....

§42Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑφ’ ἑνός.

§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δύο, τριῶν, τεσσάρων, πέντε, πάντων τῶν ἡγετῶν, αἱ δηλώσεις αὗται, λέγω, ἀναφέρονται εἰς πάντα τὰ ζητήματα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἀγροτικὴν καὶ προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν, τήν τε τουτέστι διαδικασίαν καὶ τὸν καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐξητάσθη εὐρέως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐὰν ἡ σήμερον παρεχομένη ἀποζημίωσις εἶναι ἐπαρκὴς ἢ ἀνεπαρκής. Δὲν διστάζω εὐθὺς ἀμέσως νὰ εἴπω ὅτι καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ διὰ νόμου ὁριζομένη ἀποζημίωσις δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πλήρη καὶ πραγματικὴν τῶν κτημάτων ἐκτίμησιν. Ὑπεστηρίχθη χθὲς παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ ὅτι τὰ δικαστήρια, ἐκδίδοντα τὰς ἀποφάσεις των λαμβάνουν ὑπ’ ὄψει τόσον τὸ γεγονὸς τῆς νομισματικῆς διακυμάνσεως ὅσον καὶ τὸ ἕτερον γεγονὸς τῆς ὑποτιμήσεως τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ ποσοῦ δὲν τηροῦν ἀπαρεγκλίτως τοὺς κανόνας τοῦ νόμου, προσδιορίζουν ἀνωτέρας ἀποζημιώσεις ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν. Δὲν ἔχω ἴδια στοιχεῖα ὅπως κρίνω περὶ τῶν πραγμάτων καὶ θεωρῶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως τὴν παρασχεθεῖσαν παρὰ τοῦ ἁρμοδιωτέρου ἐκ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν διαβεβαίωσιν. Εἶναι ὅμως ὡσαύτως ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις βελτιοῦται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, πάντως ἡ διὰ τοῦ νόμου παρεχομένη τοιαύτη ὑπολείπεται τῆς ἀγοραίας τῶν κτημάτων ἀξίας. Ὑπέστησαν λοιπὸν ζημίας οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ τῆς σχετικῆς πολιτικῆς καὶ ἴσως μεγάλας ζημίας, δὲν εἶναι ὅμως οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἔκρυθμον τοῦ πολέμου περίοδον ἐζημιώθησαν. Ὁ πολεμικὸς σάλος ἔσχε τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι εἴδομεν ἀνθρώπους εὐπόρους ἐν χρυσῷ βιοῦντας νὰ περιέρχωνται εἰς ἔνδειαν θλιβεράν, καὶ ἄλλους μετὰ δυσκολίας προσποριζομένους τὰ πρὸς τὸ ζῆν νὰ ἀναδύουν αἴφνης εἰς ἀστοὺς πολυταλάντους. Ζημίας ὑπέστησαν πάντες οἱ κάτοχοι τῆς γῆς, οἱ κάτοχοι χρήματος, οἱ κάτοχοι τίτλων, οἱ δικαιοῦχοι ἀπαιτήσεων καὶ αἱ ζημίαι τῶν ἄλλων ὑπῆρξαν βεβαίως μεγαλύτεραι τῶν ζημιῶν τῶν γαιοκτημόνων. Ἐκτίμησις ἀκριβὴς τῶν ζημιῶν ἐκ τῆς νομισματικῆς μόνον ὑποτιμήσεως καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν κινητῶν ἀξιῶν, θὰ ἀνεβίβαζε μόνον τὸ σύνολον εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τῶν δέκα δισεκατομμυρίων. Ἀλλ’ αἱ ζημίαι τῶν κατόχων κινητοῦ πλούτου ἔχει τοῦτο τὸ μειονέκτημα ὅτι εἶναι ἀφανεῖς καὶ μᾶλλον διάχυτοι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐξακριβωθοῦν οὐδὲ γεννοῦν τὴν προσδοκίαν τῆς ἀποζημιώσεως. Παράγουν ἑπομένως δυσφορίαν μόνον συγκεχυμένην καὶ ἀκαθόριστον. Ἀντιθέτως αἱ ζημίαι τῶν γαιοκτημόνων ἔχουν τὸ πλεονέκτημα ὅτι προσπίπτουσιν εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ δημιουργοῦν τὴν βάσιμον ἐλπίδα ὅτι ἡμέραν τινά, ἔστω καὶ ἀπωτέραν, θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐπανόρθωσις κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν ὁ θόρυβος προκαλεῖται ὡς πρὸς μόνον τὰς ζημίας τῶν ἰδιοκτητῶν ἀκινήτων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. συναδέλφου ὅτι καὶ ἂν ὑπέστησαν καὶ ἄλλοι ζημίας, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος νὰ μὴ προσπαθήσωμεν, ἐφόσον εἶναι κατορθωτόν, νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰς ζημίας, τὰς ἐπιδεκτικὰς ἐπανορθώσεως. Οὐδεὶς, νομίζω, ὑπάρχει ὁ ἀντιτασσόμενος εἰς τοῦτο. Ἐὰν δὲν παρεσχέθη μέχρι τοῦδε ἡ ἀξιουμένη ἀποζημίωσις, δὲν προῆλθε τοῦτο ἐξ συστροπίας, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας. Δύσκολον δὲν εἶναι νὰ ἐπαγγελθῶμεν τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν, δύσκολον εἶναι νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα τῆς πραγματώσεως τῶν ἐπαγγελιῶν μας καὶ ἐρωτᾶται· πόθεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρυσθῶμεν τὸ χρῆμα, τὸ ἀναγκαῖον ὅπως προσαυξήσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα τοὺς ἰδιοκτήτας; Εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρυσθῶμεν ἀπὸ τοὺς ἤδη κυρίους τῆς γῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρυσθῶμεν ἀπὸ τὸ Κράτος, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρυσθῶμεν παρ’ ἀμφοτέρων; Λυποῦμαι, κύριοι, εἰλικρινῶς, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω ἐπὶ τῶν σχετικῶν ἀπόψεων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. συναδέλφου μου, ὅτι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ χρῆμα ἐπιβάλλοντες ἐπὶ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας νέα βάρη. Γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καλύτερον παντὸς ἄλλου ὅτι ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις ἀνελήφθη ὑπὸ τὴν οὐσιώδη προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ἐδίδετο ἔκτασις κλήρου ἐπαρκὴς καὶ θὰ ὡρίζετο ἀποζημίωσις ὄχι δυσβάστακτος ὅπως σχηματισθῇ βιώσιμος καὶ αὐτάρκης μικρὰ γεωργικὴ ἐκμετάλλευσις. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐτηρήθη κατὰ τὸ πρῶτα ἔτη χορηγουμένου καὶ κλήρου καὶ ἐπαρκοῦς καὶ τῶν ἀπαραιτήτων εἰς χρῆμα καὶ εἶδος, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ὁρισθείσης καὶ ἀποζημιώσεως δικαίας μὲν καὶ ἱκανοποιητικῆς διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, ὄχι ὅμως καὶ ἐπαχθοῦς διὰ τοὺς καλιεργητάς, ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθε ἡ καταστροφὴ καὶ μετὰ τῆς καταστροφῆς ἡ συρροὴ τῶν προσφύγων, οὐδεὶς πλέον ἦτο εἰς θέσιν νὰ τηρήσῃ τοὺς κανόνας τούτους καὶ ἡ γῆ, ἡ ἀνεπαρκὴς πλέον, κατενεμήθη εἰς στενὰς λωρίδας, περιοριζούσας τὸν κλῆρον, προκειμένου περὶ σιτοκαλλιεργείας μέχρις 25 καὶ 20 στρεμμάτων καὶ προκειμένου περὶ ἄλλων πολυτιμωτέρων φυτειῶν μέχρι 5–6 στρεμμάτων. Ἐκτάσεις τοιαῦται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσπορίσουν εἰς τοὺς ἀγρότας ἐν ἐπαρκείᾳ οὐδὲ τὸν ξηρὸν τῆς δυστυχίας ἄρτον, πᾶσα δὲ προσθήκη δὲν θὰ εἶχεν ἕτερον ἀποτέλεσμα εἰμὴ νὰ ματαιώσῃ ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν μέχρι τοῦδε συντελεσθεῖσαν ἐργασίαν καὶ νὰ ὀγκώσῃ κατὰ νέας δεκάδας χιλιάδων τὰς ἀνέργους τῶν πόλεων μάζας. Ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφός μου ἐπιχείρημα πειστικὸν ἀπὸ πρώτης ἀπόψεως, ὅτι ὁ ἀκτήμων καλλιεργητὴς ἔζησεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη καλλιεργῶν τὴν γῆν καὶ καταβάλλων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὸ γαιόμορον, ἄνευ ἐλπίδος ἀποκτήσεως τοῦ ἐδάφους. Διατί δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ καταβάλλων τὸ γαιόμορον, ὄχι πλέον ὡς μίσθωμα τῆς γῆς, ἀλλὰ ὡς χρεωλύσιον πρὸς ἐξαγορὰν αὐτῆς;

§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ καταβάλλουν τὸ γαιόμορον, εἶπον νὰ καταβάλλουν 8% ἀντὶ τοῦ 33%, τὸ ὁποῖον κατέβαλλον ὡς γαιόμορον καὶ 2% ὡς χρεωλύσιον.

§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ πλάνης, τὴν ὁποίαν σπεύδω νὰ ἐπανορθώσω. Ἐν πάσῃ οὐχ ἧττον περιπτώσει, ὅσον καὶ ἂν σημαντικώτατα μετριάζεται ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως ταύτης, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις δὲν ἔγινεν, ὅπως παράσχωμεν ἐλπίδας εἰς τοὺς ἀγρότας, ἀλλ’ ὅπως εὐθὺς ἀμέσως δημιουργήσῃ νέους ὅρους διαβιώσεως εἰς αὐτούς. Καθ’ ὃν χρόνον ἴσχυε τὸ γαιόμορον ἡ ὕπαιθρος χώρα ἀπεστραγγίζετο ἐκ τῶν ἀλκίμων της στοιχείων τρεπομένων πρὸς τὴν ξένην. Θὰ ἐρημοῦτο δὲ βαθμηδὸν ὁλοσχερῶς ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀποκατάστασις ἡ συγκρατήσασα τοὺς πληθυσμοὺς εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἀλλαχοῦ λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας ὅπως ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ θὰ στραφῶμεν ἀναγκαστικῶς πρὸς τὸ Κράτος. Ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ Κράτος καὶ ἀπὸ τῆς παρούσης στιγμῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῶν γενικῶν του πόρων τὰ μέσα αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, δὲν θὰ ἐδίσταζον καὶ ἐν τῇ ἰδιότητί μου ἀκόμη ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγγείλω τὸ εὐχάριστον γεγονὸς εἰς τὴν Βουλήν. Διότι προσυπογράφω καὶ ἐγὼ ἀνεπιφυλάκτως καὶ μὲ ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συναδέλφου μου, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δύναται νὰ ὁρισθῇ πλήρης εἰς βάρος τοῦ Κράτους ὅταν τὸ Κράτος καταστῇ πρὸς τοῦτο ἱκανόν. Ἐξεταστέον ὅθεν εἶναι ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους σήμερον ἔχῃ τοὺς ὤμους ἀρκετὰ ἰσχυροὺς ὥστε νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας παροχὰς καὶ ἀκόμη ἂν πρόκειται κατὰ τὸ ἀμέσως προσεχὲς μέλλον νὰ ἀποκτήσῃ τὴν πρὸς τοῦτο δύναμιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρόν, οὐδεὶς ὑποθέτω θὰ ἐτόλμα νὰ προτείνῃ νέας δαπάνας εἰς τὸν βεβαρυμένον καὶ καμπτόμενον Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐπαυξάνων τὰ συσσωρευθέντα παμπλείστα ἐλλείμματα. Ὡς πρὸς τὸ προσεχὲς μέλλον δὲν δυνάμεθα, βεβαίως, νὰ τὸ προεξοφλήσωμεν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἀνακόψωμεν τὴν πρόοδον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐπιβαρύνοντες αὐτὴν ἔτι μᾶλλον, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰλικρινῶς ὅτι θὰ ἀπαιτηθῇ ἡ πάροδος μιᾶς τοὐλάχιστον διετίας ὅπως ἀποβλέψωμεν πρὸς τοιαύτας δαπάνας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ διετὴς περίοδος, περὶ ἧς ὁμιλῶ, περίοδος περισυλλογῆς καὶ αὐτοθυσίας, πρέπει νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη κατὰ τὸ δυνατὸν πάσης νέας δαπάνης. Εὔχομαι εἰλικρινῶς ἐγὼ πρῶτος νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν νὰ εἴπω ὅτι ὑπερέβαλα τὴν στενόχωρον θέσιν μου. Ἴσως ἐὰν πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ συντρέξουν τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυντάξεως ἐργασθοῦν προθύμως, νὰ δυνηθῶμεν νὰ συντάμωμεν τὸν χρόνον τῆς ἀναρρώσεως. Δὲν δύναμαι οὐχ’ ἧττον νὰ παρασιωπήσω ὅτι μόνον μεταβαλλομένης ῥιζικῶς τῆς καταστάσεως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ πιστώσεων δι’ ἀγροτικὰς ἀποζημιώσεις. Δέχομαι λοιπὸν τὴν αὔξησιν περὶ ἀποζημιώσεως μέχρι πληρότητος, ἀλλὰ δὲν δέχομαι τὴν αὔξησιν ταύτην ἐφόσον οἱ δημόσιοι πόροι ἐξαντλοῦνται ὑπὸ ἄλλων βαρυτάτων καὶ ἀναποφεύκτων ὑποχρεώσεων. Αὐταί, κύριοι, εἶναι αἱ ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ἀπόψεις οὐχὶ τὸ πρῶτον ἤδη ἐξαγγελλόμεναι, ἀλλὰ γνωσταὶ ἀπὸ μακροῦ. Οὐδέποτε ὑπῆρξε διάθεσις ἐκ μέρους τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἑρμηνεύω τὰς γνώμας, ὅπως μὴ ἀποζημιώσῃ οἱανδήποτε ἀδικουμένην κοινωνικὴν τάξιν. Τὸ ζήτημα ἐτέθη παρ’ ἡμῶν πάντοτε ὡς ζήτημα ἐξευρέσεως μέσων. Ἂς συνοψίσω ἤδη περισσότερον συγκεκριμένως τὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου σκέψεις μου. Θὰ συνίστων, κύριοι, ἐν πρώτοις εἰς τοὺς συναδέλφους, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν πρότασιν περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἰδιοκτησίας νὰ ἀποσύρουν εἰ δυνατὸν αὐτήν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ παραίτησις ἐκ τῆς προτάσεως δὲν θίγει οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν ἀναμφισβήτητον καὶ κοινῶς ἀνεγνωρισμένην ἀλήθειαν, τὴν περιεχομένην εἰς αὐτήν. (Χειροκροτήματα). Ἡ πρότασις ἐγέννησε φόβους ἀδικαιολογήτους, ἔδωκε δὲ ἀφορμὴν καὶ εἴς τινας ἐκμεταλλεύσεις, αἱ ὁποῖαι καλὸν θὰ ἦτο νὰ καταπαύσουν. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω τὴν σύστασίν μου ὅπως οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν παραιτηθῶσιν, εἰ δυνατόν, αὐτῆς.

§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεχόμεθα.

§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐπεθύμουν κατὰ δεύτερον νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπόλυτος συσχέτισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου μὲ τὸ ἄρθρον 119 ὅσον ἀφορᾷ τήν τε ἀγροτικὴν καὶ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦδε δήλωσις ὅτι ἐν ἐννοίᾳ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἠκούσαμεν χθὲς καὶ σήμερον παρὰ ὑπευθύνων ἡγετῶν κομμάτων, περιλαμβάνεται ἀνεπιφυλάκτως καὶ ἡ στέγασις τῶν ἀστῶν προσφύγων.

§48Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τί ἐννοεῖτε, κ. Πρόεδρε, μὲ τὸ «περιλαμβάνεται»; Πῶς τὴν ἐννοεῖτε τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν προσφύγων;

§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοῶ ὅτι θὰ ἀφεθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ τύχη τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ἀπόλυτος ἐλευθερία κανονισμοῦ τῶν ὁρίων τῆς ἀποκαταστάσεως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. (Χειροκροτήματα).

§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἐννοεῖτε νὰ περιλάβητε καὶ τὴν ἀστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν ἢ ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς καταλήψεως τῆς ἰδιοκτησίας;

§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν θέλω νὰ θίξω ποσῶς οὐδὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, οὐδὲ τὸ ζήτημα τῆς διαδικασίας. Ὅ,τι ζητῶ εἶναι νὰ διατηρηθῇ ἡ διατύπωσις τοῦ ἰσχύοντος σχεδίου Συντάγματος, τουτέστι νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς ἐπαναστατικῆς πράξεως, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς καθυστερούσης ἀστικῆς τῶν προσφύγων ἀποκαταστάσεως, νὰ μὴ ἰσχύσουν δηλαδὴ καὶ δι’ αὐτὴν συνταγματικαὶ δεσμεύσεις. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίσῃ τόσον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ὅσον καὶ τὴν διαδικασίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου. Τρίτον, κύριοι, θὰ συνίστων ἐπίσης εἰς τοὺς τόσον ἀγωνισθέντας ὑπὲρ τῆς προσθήκης τῆς «πλήρους ἀποζημιώσεως» νὰ παραιτηθοῦν καὶ αὐτοὶ ὅπως καὶ οἱ προτείναντες τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἰδικῆς των προτάσεως καὶ νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον τελείως ἀναλλοίωτον, ὡς εἶχε κατὰ τὸ ἰσχῦσαν ἀπὸ τοῦ 1911 Σύνταγμα.

§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ προσθήκη, κύριοι, ἀπεδείχθη ἤδη ἀνωφελής. Ἡ ἀγροτικὴ ἀποκατάστασις καὶ ἡ προσφυγικὴ ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν ὑπὸ κανόνας δεσμευτικούς. Τοῦτο ἀνεγνωρίσθη παρὰ πάντων. Ἐπὶ πλέον ὁ ὅρος τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως δὲν πρόκειται νὰ διευκρινίσῃ, ἀλλὰ νὰ ἐπισκοτήσῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς παρερμηνείας καὶ παρεξηγήσεις, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρίδωμεν. Ἐλέχθη, κύριοι, ὅτι ἀποζημίωσις ἐννοεῖται ἡ πλήρης ἀποζημίωσις καὶ ὅτι παρέλκει ἡ προσθήκη. Εἴτε προστεθῇ ὅμως εἴτε μὴ ἡ λέξις, ὅ,τι ἐνδιαφέρει εἶναι τοῦτο. Ἂν θὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καθορίζῃ γενικὰ στοιχεῖα ἐκτιμήσεως ἢ οἱ δικασταὶ παραμένοντες ἀκαθοδήγητοι νὰ ἐνεργοῦν ἑκάστοτε κατὰ τὸ δοκοῦν. Ποία εἶναι ἡ πλήρης ἀποζημίωσις; Ἡ ἀποζημίωσις δύναται νὰ καθορισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει διαφόρων τρόπων καὶ συστημάτων. Δύναται νὰ προσδιορισθῇ κατ’ ἔνδειξιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν πωληθέντων εἰς ὡρισμένην περιοχὴν ὁμοίων εἰς ἔκτασιν καὶ παραγωγικότητα κτημάτων. Δύναται νὰ καθορισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῆς ἀξίας τῶν εἰσοδομάτων. Δύναται νὰ καθορισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέσης τιμῆς τῆς ἰσχυούσης εἰς ὅλον τὸ Κράτος, τῆς προπολεμικῆς δηλαδὴ τιμῆς καὶ τῆς μέσης προσαυξήσεως εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν. Ἂν οἱ δικασταὶ λάβουν διάφορον βάσιν ἐκτιμήσεως τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦγον εἰς ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως θὰ ἐξήγειρον τὴν κοινὴν συνείδησιν. Εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία ὡρίσθη ὑφ’ ἡμῶν κατὰ τὸ 1920, ἦτο ἀποζημίωσις δικαία, ἀνταποκρινομένη πλήρως πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων. Οἱ γεωκτήμονες σήμερον, ἂν ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς ἡ ἀποζημίωσις αὕτη, θὰ ἀνέπεμπον ὕμνους εὐγνωμοσύνης πρὸς ἡμᾶς. Τότε ἐξερρηγνύοντο εἰς διαμαρτυρίας, ὄχι τόσον διὰ τὸ γλίσχρον ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀποστερηθοῦν τῶν πλουσιωτάτων εἰσοδημάτων τῆς πολεμικῆς περιόδου. Εἶχε παρατηρηθῆ κατὰ τὸν πόλεμον ὅτι, ἐνῷ ἡ ἀξία τῶν γεωργικῶν εἰσοδημάτων εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἑπταπλάσιον, ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν κτημάτων καὶ δὴ τῶν μεγάλων δὲν ἔφθασεν οὐδὲ εἰς τὸ 50% πέραν τῆς ἀγοραίας προπολεμικῆς τοιαύτης. Εἶχον τότε κατὰ καθῆκον παρακολουθήσει ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὰ συμβαίνοντα καὶ παρετήρησα ὅτι, ὄχι μόνον εἰς τὸν τόπον μας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὴν Γαλλίαν λ. χ. καὶ τὴν Ἀγγλίαν παρετηρήθη τὸ φαινόμενον ὅτι τὰ μὲν γεωργικὰ εἰσοδήματα εἶχον φθάσει εἰς τὸ ἑπταπλάσιον τῆς προπολεμικῆς ἀξίας, ἐνῷ ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν κτημάτων δὲν εἶχε προχωρήσει πέραν τοῦ 20% ἢ 30%. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ εἶχον ὁρίσει καὶ ἐγὼ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἂς ὑποθέσωμεν ἤδη ὅτι δίδεται ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τοὺς δικαστάς, ὅτι οὗτοι δὲν καθοδηγοῦνται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν κρίσιν των καὶ ὅτι εἰς δύο γειτονικὰς περιφερείας, προκειμένου περὶ ἀπαραλλάκτων κτημάτων ὁ εἷς δικαστὴς λαμβάνει ὡς βάσιν ἐκτιμήσεως τὴν τιμὴν τῶν πωλήσεων καὶ ὅτι ὁ ἄλλος προτιμᾷ ὡς βάσιν τὴν κεφαλοποίησιν τοῦ εἰσοδήματος. Τί θὰ συμβῇ; Ἂν τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῶν κτημάτων αὐτῶν εἶναι 200 χιλιάδες δραχμαί, ἡ ἀποζημίωσις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κεφαλοποιήσεως μὲ τιμὴν 5% θὰ ἀνέλθῃ εἰς 4 ἑκατομμύρια. Ἡ ἀποζημίωσις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πωλήσεων δὲν θὰ ὑπερβῇ ποτὲ τὰς 800 ἢ 900 χιλιάδας δραχμῶν. Θὰ εἶναι δὲ καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πλήρης ἀποζημίωσις, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ τῶν δύο ἀποφάσεων θὰ εἶναι διαφορὰ τριῶν καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διὰ τοῦτο εἶναι παράλογον ὅσον καὶ ἀκατανόητον νὰ ἀποξενώσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοῦ δικαιώματος νὰ καθορίζῃ γενικοὺς κανόνας ἐκτιμήσεως ἐπιφέροντας ἁρμονίαν εἰς τὰς δικαστικὰς ἐκτιμήσεις.

§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα.

§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πρότασις ὑπάρχει, διότι ὁ παρακαθήμενος συνάδελφος μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ δικαστὴς θὰ ἔπρεπε νὰ κρίνῃ αὐτὸς κατ’ οὐσίαν τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἢ μὴ τῶν νόμων.

§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι.

§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ εἶπε τότε ἄλλος τις. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς τὸ εἶπε. Μὲ συγχωρεῖτε.

§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἰς διακοπὴν τὸ εἶπε. Δὲν εἶναι πρότασις.

§59Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1925 εἶχεν ὑποβληθῆ τοιαύτη πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀπέκρουσεν.

§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Χαίρω διότι εὑρίσκομαι ἐν συμφωνίᾳ. Προσήκει λοιπὸν ἡ προσθήκη κατὰ ταῦτα. Ἁπλῆ ἐπίτασις τοῦ ὅρου τῆς ἀποζημιώσεως θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ παρερμηνεύσουν τὸν νόμον καὶ νὰ διαπράττουν ἀδικήματα πρὸς ὄφελος ἴσως τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Κοινωνίας. Πρέπει ἀσφαλῶς νὰ εἴμεθα, ὡς ἐλέχθη, σαφεῖς εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ θεμελιώδους νόμου μας. Αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ αἱ καθιερούμεναι ἐν αὐτῷ πρέπει νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστι σαφεῖς. Ἀλλ’ ὅταν διὰ προσθηκῶν περιττῶν, ἀντὶ νὰ διαφωτίζωμεν ἐπισκοτίζομεν τὴν ἔννοιαν τῶν διατάξεων, ὀφείλομεν ἀδιστάκτως νὰ τὰς ἀποφεύγωμεν. Καὶ τοῦτο ἤδη συμβαίνει. Ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις εὑρίσκεται πρὸς τὸ τέρμα της καὶ ἡ προσφυγική, ἂς ἐλπίζωμεν, καὶ αὕτη θὰ περατωθῇ συντόμως. Οὐδεὶς θέλει σκεφθῆ πλέον περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Καὶ ἂν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν εὑρεθοῦν Κυβερνήσεις καὶ Βουλαὶ παραπαίουσαι καὶ ἐκτρεπόμεναι εἰς ἀσκόπους προσβολὰς κατὰ τοῦ δικαίου καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, αἱ προσβολαὶ αὗται, ἀντιτιθέμεναι εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα, θὰ παρέλθουν ἀζημίως μετὰ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι τὰς διέπλασαν. Ἂν ἐξ ἄλλου ἡ ἰδιοκτησία διακινδυνεύσῃ μίαν ἡμέραν τὸν ὁρμητικὸν ἄνεμον τῶν ἀνατρεπτικῶν ἰδεῶν, δὲν θὰ εἶναι βεβαίως αἱ λέξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀντιταχθοῦν κατὰ τῆς ὁρμητικῆς φορᾶς, ἀλλὰ θὰ ἀντιταχθοῦν νικηφόρως αἱ ψυχαὶ καὶ τὰ στήθη τῶν μυριάδων τῶν ἰδιοκτητῶν, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησε μεταρρύθμισις θέσασα ἀκλόνητα τὰ ἐρείσματα τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς κοινωνικῆς τάξεως. (Χειροκροτήματα).

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν νομίζῃ ὅτι ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς ἡ Βουλή, ὥστε νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ συζήτησις. Παρακαλῶ τοὺς φρονοῦντας ὅτι ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς ἡ Βουλὴ καὶ ἑπομένως ὅτι ἔληξεν ἡ συζήτησις, νὰ ἐγερθῶσι.

§62Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφος πρότασις.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ ὀκτάωρον συζήτησιν δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ.

§64Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποῦ εἶναι ἡ ἔγγραφος πρότασις;

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Θόρυβος). Ἄλλην μίαν φορὰν ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν. Παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν ὅσοι νομίζουσιν ὅτι ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις. (Ἐγείρονται πολλοί).

§66Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφος πρότασις, ὄχι.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ θέλησίς σας ἀπέναντι τῆς ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.

§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τοῦτο· εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ καμμία τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἂν τυχὸν ἤθελεν ἀπορριφθῇ ἡ τοιαύτη πρότασις, τότε θὰ γίνωνται κατὰ σειράν. Ἂν ἐγένετο δεκτή, ἦτο περιττὴ οἱαδήποτε ἄλλη ψηφοφορία.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται πρῶτον ἡ Βουλή....

§71Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διαμαρτυρόμεθα, κ. Πρόεδρε.

§72Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.

§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§74Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.

§76Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κατέλθω τοῦ βήματος ὅταν σεῖς μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.

§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία, εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τεθῶσι τὰ ζητήματα.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀκριβῶς αὐτὸ ἐπιχειρῶ νὰ κάμω.

§79Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέρχομαι τοῦ βήματος διαμαρτυρόμενος ἐναντίον τοῦ κ. Προέδρου, διότι δὲν μοὶ δίδει τὸν λόγον.

§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἡ μὲν συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῆς ἰδιοκτησίας ἔληξε, πρόκειται ὅμως τώρα νὰ τεθοῦν τὰ ζητήματα.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἐτέθη ἀκόμη τὸ ζήτημα.

§82Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προέτεινον νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς πρότασις ἀπωτέρα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ εὐρυτέρας ἢ ἀπωτέρας προτάσεως. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν καὶ τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις ἔληξε πρὸ μικροῦ, εἶναι αὐτοτελής, εἶναι ἰδία πρότασις ἄσχετος μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Διότι ἐκείνη ἡ πρότασις εἶναι ἀπωτέρα ἢ εὐρυτέρα, ὅταν εἶναι ὅμοιαι προτάσεις περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἐδῶ ἔχομεν αὐτοτελῆ πρότασιν καὶ διὰ τοῦτο ἐτόλμησα νὰ διακόψω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅταν εἶπον ὅτι παρεκάλεσε τοὺς προτείναντας τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῇ ὁ προτείνας κ. συνάδελφος καὶ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς παραιτήσεως, διότι ἡ πρότασις εἶναι πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ πρότασις ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν. Πρέπει λοιπὸν νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ψηφιζομένης ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς προτάσεως, ἂν πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ ἢ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Διότι ποία εἶναι ἡ πρότασις; Ἔχει δύο ἐδάφια· τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις. Αὕτη δηλαδὴ λέγει ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὅταν θελήσῃ νὰ ἐκμισθώσῃ, νὰ ὑποθηκεύσῃ ἢ νὰ πωλήσῃ, ὅτι ἡ ἄσκησις πρέπει νὰ εἶναι ὑπηρεσία κοινῆς ὠφελείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι ἀρχὴ ἡ ὁποία εἶναι ἀποδεδειγμένη, ἡ πλειονοψηφία μάλιστα τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπε νὰ θεωρεῖται ἡ ἄσκησις κοινὴ ὠφέλεια. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ πρότασις δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του. Αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν ὁρισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὴν ἐξάσκησιν αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀνοικτὴ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἀτμόσφαιραν τῆς Ἑλλάδος μία θύρα, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ κάποτε μία Κυβέρνησις καὶ νὰ εἴπῃ, ὑπάρχει πρότασις ἐκκρεμής, ἡ ὁποία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ μίαν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν καὶ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλλῃ νομοθετικὰ μέτρα ἐπὶ τῆς ἐξασκήσεως τῆς νομοθεσίας. Δὲν ἀρκεῖ δὲ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλά, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ψηφιζομένης τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δύναται νὰ γίνῃ δήλωσις ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἀπορρίπτει τὴν πρότασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ δὲν ἀρκεῖ, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἂν ἔλθῃ μία Κυβέρνησις σοσιαλιστική, θὰ πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας.

§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις ἰδιαιτέρως εἰς ψηφοφορίαν.

§84Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ θὰ ἐμποδίσωμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπεμβαίνῃ.

§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πάντοτε ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ γίνεται οὕτω πως, ὥστε νὰ μὴ τίθεται εἰς δίλημμα ὁ ψηφίζων ἂν πρέπει νὰ ψηφίζῃ ναὶ ἢ ὄχι, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀπώτεραι ἀντιθέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ μας; Πρώτη ἀντίθεσις εἶναι ὅτι οἱ μὲν ἐξ ἡμῶν ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει νὰ γίνουν καὶ προσθῆκαι, οἷαι αἱ λέξεις «πλήρης», «δικαία», «τακτικῶν δικαστηρίων» κλπ. Κατὰ συνέπειαν νὰ διευκρινίσω τὰ πράγματα. Δηλαδὴ ἂν γίνῃ δεκτὸν νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, περιττεύει πᾶσα συζήτησις. Ἂν νομισθῇ ὅτι πρέπει νὰ γίνουν προσθῆκαι, τότε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν προσθηκῶν.

§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 19 ὡς εἶχε διατυπωθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, θεωροῦνται ὅλαι αἱ προσθῆκαι ὡς ἀπορριφθεῖσαι. Ἀλλ’ ὑπάρχουν δύο διατάξεις ἢ μᾶλλον δύο ὅροι ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, ἐπὶ τῶν ὁποίων πλεῖστοι ἐνταῦθα ἐζήτησαν μίαν ἑρμηνείαν ἢ μίαν ἀποσάφισιν. Εἶναι ὁ ὅρος «ἀποζημίωσις» καὶ ὁ ὅρος «τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ». Ἐζητήθη δηλαδὴ ἢ δι’ ἑρμηνευτικῶν δηλώσεων ἢ διὰ προσθήκης λέξεων νὰ μὴ μείνῃ καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἀποζημίωσις ἐννοεῖται πλήρης; Ἐζητήθη νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ διὰ δικαστικῆς ὁδοῦ ἐννοεῖται ἡ φράσις «τακτικῶν δικαστηρίων». Ἄν τεθῇ οὕτω πως τὸ ἄρθρον πρὸς ψήφισιν, παραμένει πάλιν ἡ ψηφοφορία ἂν πρέπει νὰ τεθῇ ἡ «πλήρης» ἢ θ’ ἀποφασισθῇ ἡ ἔννοια. Τοῦτ’ αὐτὸ καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ.

§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οἱ θέλοντες προσθήκας νὰ ψηφίσουν ἐναντίον τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Καὶ οὕτω τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ οὐσία τῶν περὶ ἰδιοκτησίας διατάξεων. Τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα θὰ εἴπῃ ὅτι οἱαδήποτε προσθήκη θεωρεῖται ἀπορριφθεῖσα χωρὶς νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.

§88Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθοτέρα ἡ ὁδὸς νὰ τεθοῦν πρῶται εἰς ψηφοφορίαν αἱ τροπολογίαι ἀρχόμεναι ἀπὸ τῆς ἀπωτέρας.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι αὐτή.

§90Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς ψήφισιν τίθεται προδήλως τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ προηγηθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν ἀπωτέρων τροπολογιῶν, ἵνα ἐκκαθαρισθῇ τὸ ἔδαφος καὶ νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις τὴν ὁποίαν κανένα λόγον δὲν ἔχομεν νὰ μὴ τηρήσωμεν.

§91Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δύο λέξεις μόνον. Μετὰ ὥριμον ἐξέτασιν τῶν προτάσεων καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, διότι ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἱδρύθη ἡ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ προσωρινὴν ἰσχύν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέφερεν οὐσιώδεις τροποποιήσεις. Οὐσιώδης εἶναι ἂν θὰ τεθῇ «πλήρης» ἢ «δικαία» ἢ ἄλλη. Οὐσιώδης εἶναι ἡ «τῶν τακτικῶν δικαστηρίων» ἢ μὴ καὶ ἐπίσης ἔχομεν καὶ τὴν προσθήκην τοῦ κ. Μυλωνᾶ. Αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἡ πρώτη πρότασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν εἶναι αὐτή. Δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι ὑποχρεούμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.

§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§93Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 19 ὅπως ἐπροτάθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἄρθρου 19 ὅπως ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὑπάρχουν πολλαὶ διαφοραί. Πρέπει ἑκάστη ἐξ αὐτῶν νὰ ψηφισθῇ ὡς τροπολογία.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν. Πρώτη τροπολογία εἶναι, οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 19 ὅτι «ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις. Ἡ ἄσκησις αὕτη πρέπει νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία πρὸς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν.

§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι).

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη. Ἡ δευτέρα τροπολογία εἶναι ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου 19 «πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως» νὰ μετασχηματισθῇ εἰς «πάντοτε δὲ προηγουμένης πλήρους ἀποζημιώσεως».

§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ψηφοφορία.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως προστεθῇ ἡ λέξις «πλήρους» εἰς τὴν ἀποζημίωσιν λέγουσι «Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «Ὄχι». Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Ν. Δαρβέρης. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κουτσοπετάλου καὶ Ν. Δαρβέρη, τοῦ κ. γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κ. Ἀγγελόπουλος ΝἈπ. Ζούζουλας Ν
Ν. Ἀμηρᾶς ΟΣπυρ. Ἠλιόπουλος Ν
Μιχ. Ἀργυρόπουλος ΟΓ. Καρπετόπουλος Ν
Χαρ. Βοζίκης ΝΓ. Μηναῖος Ν
Γ. Γεωργιάδης ΟΙ. Μουντζουρίδης Ν
Κ. Δεμερτζῆς ΝΠ. Πετρίδης Ν
Α. Δουλγερίδης ΟΣπ. Στάης Ν
Γ. Ἐμπειρῖκος ΝΠ. Τσαλδάρης Ν
Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης ΟΚ. Τσαλδάρης Ν
Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝἈθ. Χριστόπουλος
Ν. Κρανιωτάκης ΝἨλίας Ἀποσκίτης
Χρ. Λαδᾶς ΝΘ. Γρηγορίου
Θ. Νικολούδης ΝΓ. Μπακόπουλος Ν
Γ. Μερκούρης ΝΝ. Μπακόπουλος Ο
Δ. Μπαμπᾶκος ΟΔ. Πλαπούτας Ν
Ἰωάν. Ράλλης ΝΘεόδ. Τουρκοβασίλης Ν
Ἀναστ. ΣτρατηγόπουλοςΟΑ. Τροχάνης Ν
Π. Τσιτσεκλῆς ΝΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ν
Γ. Ἀθανασιάδης Σπυρ. Τσακόπουλος Ν
Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ΝΝ. Ἀνδρεαδάκης
Γ. Καλαντζόπουλος ΝἸωάν. Κίνιας Ν
Ι. Καναβός ΟΛ. Κουτσοπέταλος Ο
Δ. Κατσάνος ΝΜ. Μαντᾶς Ν
Γ. Καφαντάρης ΟΓεώργ. Μικρός
Ἰωάν. Νικολίτσας ΝΠ. Νικολαΐδης Ν
Ἰωάν. Παπαϊωάννου ΝΓεώργ. Πεσμαζόγλου Ν
Σπυρ. Τρικούπης ΝΑ. Ἀγγελόπουλος Ν
Γ. Τσακανίκας ΟΤάσης Ἀναστασίου Ο
Ἰωάν. Τσιγκόλης Κ. Γκότσης Ν
Α. Γρηγοριάδης ΟΚ. Γόντικας
Φ. Δημάδης Ἰωάν. Γιαννόπουλος
Γ. Παπαπαράσχος Α. Μάρκου Ν
Α. Χατζηνώτας Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος Ο
Δ. Μπούκουρας ΝΓ. Ἐξηντάρης Ο
Σ. Πολυζωγόπουλος ΝΑὔγ. Θεολογίτης
Β. Κανακάρης Ροῦφος ΝΣ. Καραγεώργης
Βασίλειος Σαγιᾶς ΝΣτ. Νικολαΐδης Ο
Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΑ. Παπαδᾶτος Ο
Ι. Σισίνης ΝΕ. Σταυρίδης Ο
Δ. Στεφανόπουλος ΝΙ. Τσονταρίδης Ο
Γ. Βοραζάνης Εὐθύμ. Βελλιανίτης Ο
Κ. Γεωργαντόπουλος ΝΔ. Ζερβός Ν
Γ. Ζερβός ΟἸωάν. Θεοτόκης Ν
Λ. Θεοδωρίδης ΟΣπυρ. Παϊπέτης Ν
Κ. Κωνσταντινίδης ΟΑ. Πιέρρης
Λ. Λαμπριανίδης ΟΒ. Ἀλεξᾶτος Ν
Κ. Ὀρφανός Ι. Μεταξᾶς Ν
Χ. Πανταζίδης Κοσμ. Μπουρμπούλης Ν
Χ. Παπάζογλου Α. Φωκᾶς Ν
Λ. Παπαπαναγιώτου ΟΛ. Ἀνδρεάδης
Α. Χαΐνογλου ΟΓ. Βαρβούτης
Β. Χατζηλίας ΟΑ. Ζάχος Ν
Κ. Βλαχοθανάσης Γ. Κακουλίδης
Ι. Βογιατζῆς ΝΝ. Κουπαροῦσος
Θ. Κακαρᾶς Γ. Μπούσιος Ν
Σ. Οἰκονομίδης ΝΗ. Παπαδόπουλος Ο
Θ. Παπαστρατῆς ΟΚωνστ. Ἀλαβάνος
Π. Χατζηπᾶνος ΝΔ. Βοκοτόπουλος Ν
Δ. Βοῦλτζος ΝΜ. Δερλερές Ν
Θ. Γοῦσκος ΝΚ. Ἐμπειρῖκος Ν
Ν. Κολυβᾶς ΝΠ. Εὐριπαῖος Ο
Ἐμ. Λούντζης Ν. Καμπάνης Ν
Ἀντ. Γαλανάκης Π. Καμπάνης Ν
Γ. Κοκινάκης ΟΠερ. Μαζαράκης Ο
Γ. Μαρῆς Κ. Ναυπλιώτης
Β. Μεϊμαράκης ΝΘ. Βαρβιτσιώτης
Ι. Περδικογιάννης ΝΝ. Δ. Κουμάνταρος Ν
Κ. Πολυχρονάκης ΟΠ. Παπαδᾶκος Ν
Γ. Φραγκιαδάκης Δ. Πετρακᾶκος Ν
Δημ. Ἀμπατζόπουλος ΟΓ. Φικιώρης Ο
Ι. Ι. Ἄμποτ Α. Ἀποστολίδης Ν
Θ. Ἀνδρεάδης Ε. Γκλαβάνης Ν
Ἀλ. Βουτυρᾶς Α. Εὐφραιμίδης Ο
Ζ. Βεντούρας ΟΒ. Ζησιάδης
Ν. Δαρβέρης ΝΚωνστ. Θέος
Δ. Εὐθυμιάδης ΟἈλ. Ἰωαννίδης Ν
Μ. Θεοδωρίδης ΝΔ. Καζάκης
Λ. Ἰασονίδης ΟΚ. Καρτάλης
Δ. Κάκαβος ΝἈνδρ. Κόρακας
Ι. Καυταντζόγλου ΝΣ. Μάξιμος Ο
Μ. Κύρκος ΟΑ. Μέρος Ο
Λ. Κυβετός ΟΚ. Σπυρίδης Ν
Μεντὲς Λιάο Μεσατζῆς ΝΜ. Κοθρῆς
Κ. Μουζενίδης ΟΡοῦσσος Κούνδουρος Ο
Κ. Μιττᾶκος Ε. Μοδάτσος Ν
Ἀλ. Παπαναστασίου ΟΑ. Γαληνός
Γρ. Παπανικολάου ΟΓ. Θεοδοσιάδης
Σταμ. Παπάζης ΟΓ. Καλδῆς Ο
Φ. Παπαγεωργίου ΝΒ. Καραπαναγιώτης
Ἰσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ ΝΣ. Κρητικᾶς Ο
Δαυΐδ Μπουχὰρ Σολάν ΟΓ. Λαζανᾶς
Γ. Χατζηγεωργίου ΝΓ. Παπανδρέου
Μ. Γούδας ΝΜ. Λαίλιος
Ι. Μελᾶς Δ. Σάλτας
Δ. Μπότσαρης ΟΚ. Σῖμος Ο
Ἀλ. Μυλωνᾶς ΟΠ. Ἀντωναρόπουλος Ν
Σπυρ. Χασιώτης ΟΓ. Καντιάνης Ν
Χ. Χρηστοβασίλης ΝΑ. Ἐμπ. ΚουμουνδοῦροςΝ
Ἀλκ. Λούλης ΟΠ. Μερλόπουλος Ν
Α. Μισυρλῆς ΝΝ. Τερζόγλου Ο
Φ. Μοσχούλας Δημ. Φλωριᾶς Ο
Δ. Μπενάκης ΟΠ. Μπούμπουλης Ν
Π. Μποῦτος ΝΚ. Πετσάλης Ο
Π. Σάκκης ΝΧρ. Ἀλαμανῆς Ο
Ε. Φεσᾶς ΝΣ. Ἀλεξιάδης Ο
Ἰωάν. Βατίστας Περ. Ἀλεξανδρῆς
Π. Διαμαντόπουλος ΟἈδὰμ Ἔξαρχος Ο
Ἐμ. Μαχαίρας ΟΕ. Ζούκας Ο
Γ. Προυκάκης ΟΓ. Σίδερης Ο
Γ. Σακαλῆς ΟΣ. Ταλιαδοῦρος Ο
Σ. Συμεόνογλου ΟΣωτ. Χατζηγάκης
Δ. Σκυλίτσης ΝΦ. Χρηστοδῆμος
Ἰωάν. Σπετσιώτης ΝΑ. Ψάρρας Ο
Γ. Στρῖγκος Ι. Μάνος
Σωτ. Σωτηριάδης ΝἈθ. Μιαούλης
Θ. Μαγκριώτης Α. Σαχτούρης
Κ. Μαζαράκης Ν. Βελέντζας Ν
Γρ. Τηληκίδης Σ. Γάτος Ν
Π. Χρυσοβέργης ΟἸωάν. Εὐταξίας Ν
Α. Βαλαωρίτης ΝΣπυρ. Κρεμεζῆς Ο
Γ. Μπανιᾶς ΟΕὐστ. Μαλαμίδας Ο
Λ. Τσιῶκος Χ. Στεργιόπουλος Ν
Θ. Χαβίνης ΟΙ. Τζίβας Ν
Κ. Καλκάνης ΝΘαλῆς Τσιριμῶκος Ν
Μ. Τσαρλαμπᾶς Δ. Χατζῖσκος Ν
Β. Σκουλᾶς ΟΙ. Βαλαλᾶς Ο
Ε. Φωτάκης ΟΦ. Δραγούμης Ο
Χασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου- Ν. Κυριακόπουλος Ν
σταφᾶ Σ. Λιούμπης Ο
Ἀν. Μπακάλμπασης ΟΓ. Μόδης Ο
Χαβοὺζ Ὀσμάν Δ. Τζίμας Ν
Σουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ Ἀλ. Ξανθόπουλος Ο
Φεχμῆ Χασὰν βέη Ζαδὲ Μ. Βολουδάκης
Κ. Τελωνίδης Α. Μητσοτάκης
Ἀθ. Σινόκας ΟΠ. Πολυχρονίδης Ο
Νικόλ. Βλιάμος Γ. Σήφακας
Σ. Μανταφούνης Α. Ἀνδρεάδης
Θεμ. Σοφούλης Β. Κουκουρίδης Ο
Ἐμ. Χατζηδάκης ΝΘ. Πανταζίδης Ο
Π. Ἀλεξίδης ΝΑ. Παχνός Ν
Α. Ἀργυρός ΝΑ. Πολεμίδης
Δ. Δούκας ΝἈλ. Κανάρης
Α. Λαζαρίδης ΟΝ. Μαμούνης
Ν. Μανούσης Ο

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 206. Εἶπον «Ναὶ» 114, εἶπον «Ὄχι» 92. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ προσθήκη τῆς λέξεως «πλήρους». (Χειροκροτήματα).

§101Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑπάρχει μία ἄλλη τροπολογία, προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις ἀποτελοῦσιν ἀπαλλοτρίωσιν διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν.... κλπ.»

§102Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐκτὸς ἐκείνων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπέφερεν εἰς τὸ ἄρθρον καὶ ἄλλας τινὰς μεταρρυθμίσεις καὶ εἰδικῶς πρῶτον διὰ τὴν τροπολογίαν «περὶ τακτικῶν δικαστηρίων», δεύτερον τὴν τροπολογίαν «περὶ ἐπιτάξεων», περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τρίτον τὴν προσθήκην τῆς φράσεως «ὑπογείων ὑδάτων» καὶ τέταρτον μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ εἰσηγοῦμαι καὶ νομίζω ὅτι οὕτω θὰ γίνῃ, ἂν τεθῶσι κατὰ σειράν.

§103Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει ὑποβεβλημένη πρότασις ὅπως κατοχυρωθῇ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὅτι ἡ φράσις «πλήρους ἀποζημιώσεως» ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἑκάστοτε νομισματικὰς συνθήκας.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19ον (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὑτοῦ.... κλπ.» Ἡ Βουλὴ παραδέχεται ὅπως ἐτροπολογήθη;

§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§106Α. ΜΕΡΟΣ. Νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§107Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.

§108Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἴπομεν ὅτι ἡ δευτέρα τροπολογία θὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§110Α. ΜΕΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεως «τακτικῶν δικαστηρίων», κ. Πρόεδρε.

§111Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ τεθῇ πρὸς ψήφισιν ἡ ἀποζημίωσις.

§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μᾶλλον ὅσον ἀφορᾷ τὴν φράσιν «τακτικῶν δικαστηρίων».

§113Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ γίνῃ μία ἑρμηνεία τί ἐννοεῖται διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς. Συμφωνῶ ὅταν τεθῇ ὅτι ὅταν ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι δικαστικός, τότε ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι τακτικὸν δικαστήριον.

§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ καμμία ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρου «τῶν τακτικῶν δικαστηρίων». Τακτικὰ δικαστήρια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὴν δικαστικὴν ὀργάνωσιν, ὅλα τὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα εἴτε κατὰ μονομελῆ, εἴτε κατὰ πολυμελῆ σύνθεσιν ἀποφαίνονται περὶ τῶν διαφορῶν τῶν πολιτικῶν. Τακτικὰ δικαστήρια ἑπομένως εἶναι τὸ Εἰρηνοδικεῖον, τὸ Πρωτοδικεῖον, ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, τὸ Ἐφετεῖον καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀφίεται δὲ ἀπόλυτος ἐλευθερία εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ καθορίζῃ τὸ ἁρμόδιον τακτικὸν δικαστήριον, τὴν διαδικασίαν τὴν ἀκολουθητέαν καὶ τὰ μέσα τὰ ἔνδικα. Ἂν ὑποθέσωμεν λ. χ. ὅτι ἔρχεται μία Βουλὴ καὶ θεσπίζει ὅτι περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀποφαίνεται τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἢ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως καὶ ἀνεκκλήτως, ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου ἰσχύει ἀπολύτως.

§116Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Παραιτούμεθα τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως ἅμα γίνῃ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία.

§117Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὰ αὐτά.

§118Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν διατυπωθεῖσαν ἔννοιαν περὶ τῶν δικαστηρίων ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀπόκειται εἰς τὸν νόμον εἰδικώτερον νὰ ὁρίσῃ.

§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε.

§120Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ ἐγὼ ἐπίσης εἶμαι σύμφωνος.

§121Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Παραιτούμεθα τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 19 μὲ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «πλήρους»;

§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): «Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν, ἰαματικῶν, ρεόντων καὶ ὑπογείων ὑδάτων».

§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει) «Εἰδικοὶ νόμοι θέλουσι κανονίσει τὰ τῶν ἐπιτάξεων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, εἰς περίπτωσιν πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως ἢ πρὸς θεραπείαν ἀμέσου κοινωνικῆς ἀνάγκης, δυναμένης νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ ὑγείαν».

§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν φαντάζομαι ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, διότι ὑπάρχει ἀπειρία καὶ ἄλλων περιστάσεων καθιστωσῶν ἀναγκαίαν τὴν ἐπίταξιν· μία ἐπιδημία, μία ἀπεργία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῶν ἐπιτάξεων;

§129Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτάξεως καὶ ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς ὠφελείας. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὴν ἀντίθετον γνώμην καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ὑπάγεται καὶ αὕτη εἰς τὴν διάταξιν περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἦλθον ὅλοι οἱ ἄλλοι νομομαθεῖς καὶ ἐδέχθησαν ὅτι τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ ἐπιτάξῃ καὶ ἡ ἐπίταξις δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως.

§130Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Αἱ περιπτώσεις τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀκριβῶς ἐκρίθησαν ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τῆς διατυπώσεως ὡς ἔχει. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐζήτησε νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ διατύπωσις τῆς παραγράφου ὡς ἔχει. Ὡς δὲ ἔχει, δὲν ἀποκλείει καμμίαν περίπτωσιν ἔχουσαν ἀνάγκην θεραπείας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἐκρίθη ὅτι ἡ φράσις αὕτη θεραπεύει πᾶσαν ἔκτακτον ἀνάγκην.

§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ δώσω ἁπλῶς μίαν ἐξήγησιν· εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἡ διάταξις ὅμως ὡς διεμορφώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τίποτε ἄλλο δὲν ἔχει παρὰ τοῦτ’ αὐτό. Εἶναι δεκτὴ ἡ πρότασις, κ. Πρόεδρε;

§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, κ. Πρόεδρε, δεκτή.

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 19. Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰμὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται πάντοτε ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐν περιπτώσει δὲ ἐπειγούσῃ δύναται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁρισθῇ δικαστικῶς, μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δικαιούχου, ὅστις δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ εἰς παροχὴν ἀναλόγου ἐγγυήσεως, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίσῃ ὁ νόμος. Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως. Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν, ἰαματικῶν, ρεόντων καὶ ὑπογείων ὑδάτων. Εἰδικοὶ νόμοι θέλουσι κανονίσει ὁμοίως τὰ τῶν ἐπιτάξεων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, εἰς περίπτωσιν πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως, ἢ πρὸς θεραπείαν ἀμέσου κοινωνικῆς ἀνάγκης, δυναμένης νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ ὑγείαν.

§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 19ον ἄρθρον).

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ἡ ἑξῆς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ ὅρῳ «ἰδιοκτησία» νοεῖται καὶ ἡ κινητὴ τοιαύτη».

§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις).

§137Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Ἡ ψῆφος τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων εἰς τὸ ἄρθρον 19 ἔχει δοθῆ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ εἶναι ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 119 τὸ ἀφορῶν τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν καὶ προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀστῶν, δηλαδή.... (Ἔντονοι διαμαρτυρίαι πολλῶν βουλευτῶν, μὴ ἀποκαθισταμένης τῆς ἡσυχίας).

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν λόγῳ τοῦ θορύβου. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι πολλῶν βουλευτῶν ζητούντων νὰ μὴ γίνῃ διακοπή).

§139Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119. Θὰ τὸ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν. (Θόρυβος).

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.

§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν.

§142ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα, τώρα.

§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅλοι, νομίζω, ἀντελήφθημεν ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος ἐγένετο ἐν στενωτάτῃ συναφείᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 119.

§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§146Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δυνάμεθα μάλιστα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ συζήτησις περιεστράφη κυριώτερον ἐπὶ τῆς διατάξεως τῆς μεταβατικῆς ἢ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τοῦ ἄρθρου 19. Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ ἐλέχθη καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγροτικὴν προσφυγικὴν πολιτικήν, περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ ἡ μεταβατικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 119. Θὰ ἦτο ἑπομένως ὀρθὸν νὰ μὴ χωρισθῇ ἡ ἀπόφασις ὡς δὲν ἐχωρίσθη καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δύο τούτων ἄρθρων καὶ δυνάμεθα εὐθὺς ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἡ ἀνανέωσις τῆς συζητήσεως ταύτης—διότι περὶ ἀνανεώσεως θὰ ἐπρόκειτο—δὲν θὰ εἶχεν ἕτερον ἀποτέλεσμα ἢ ματαίαν σπατάλην χρόνου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§148ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν εἶναι νὰ ἀναμείνωμεν νὰ ἔλθῃ κατὰ σειρὰν τὸ ἄρθρον 119 πρὸς συζήτησιν. Τοῦτο κατ’ οὐδένα λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ νὰ μείνῃ μετέωρος ἡ μεταβατικὴ κατάστασις μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 119.

§150Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ὄχι, ὄχι, θὰ συζητήσωμεν.

§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ἰωαννίδη, καθὼς καὶ τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. συναδέλφους, ἵνα τακτοποιήσωμεν τὴν συζήτησίν μας διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συνεννοηθῶμεν μεταξὺ μας. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ συζήτησις τῆς μεταβατικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 119 συνεδυάσθη μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 19. Ἀλλὰ τυπικῶς συζητεῖται τὸ ἄρθρον 19. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον τῶν ἀγορευσάντων κ. κ. συναδέλφων δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν, συζητοῦντες τὸ ἄρθρον 19 καὶ γνωρίζοντες ὅτι οἱ περισσότεροι δισταγμοὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 19 ἐγένοντο ἐκ τοῦ ἐπακολουθοῦντος ἄρθρου καὶ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 119, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ διότι ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως, ἐνῷ τὸ κατ’ ἀρχὴν ζήτημα τὸ συνεζήτησαν, ἴσως ἐπὶ τῶν δευτερευόντων ζητημάτων νὰ ἔχουν ἀμφιβολίαν, θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. συναδέλφους νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου 119 συζήτησις ἀπεραιώθη καὶ νὰ συζητήσωμεν τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν.

§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§153ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἵνα περατώσωμεν τὸ ταχύτερον τὸν ἀγῶνα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὁ ὁποῖος μᾶς παρακωλύει ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 ἐγένετο. Δὲν λέγω ὅτι ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη· ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν νὰ συζητήσωμεν.

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὑμεῖς θέλετε, τὴν Δευτέραν.

§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν. Θὰ συζητήσωμεν τὸ 119ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως λόγῳ τῆς αὐριανῆς ἑορτῆς νὰ μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν, ἐπειδὴ δὲ θὰ ἑτοιμάσωσιν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὕλην πρὸς συζήτησιν, συνεδρίασιν νὰ ἔχωμεν τὴν προσεχῆ Δευτέραν;

§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὁπότε θέλει τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 10.20′ μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
2Πέμπτη 24 Μαρτίου 1927
3Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
4(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
7(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
8προηγουμένης συνεδριάσεως).
9§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
10— Ἐπιτροπὴ κατοίκων Μαργαριτίου (Τσαμουργιᾶς) ζη-
11τεῖ νὰ παραμείνῃ ἡ στρατιωτικὴ διμοιρία πρὸς ἀσφάλειαν τῶν
12κατοίκων.
13— Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον
14Βόλου διαμαρτύρεται ἐπὶ τῇ εἰδήσει μετασταθμεύσεως τοῦ ἐ-
15κεῖ ἑδρεύοντος συντάγματος μηχανικοῦ.
16— Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων πολέμου Ἀττικῆς παρα-
17καλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα ἵνα ἐφεξῆς
18πᾶσα ὑπόθεσις θύματος Στρατοῦ καὶ ἐν γένει φορολογουμένου
19πολίτου διεκπεραιοῦται ἀμέσως ὡς ὁρίζει ὁ νόμος 149 τοῦ
201914.
21— Ὁ δήμαρχος, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Ἐμπορι-
22κὸς Σύλλογος Ἰωαννίνων διαμαρτύρονται ἐπὶ τῇ μελετωμένῃ
23μετασταθμεύσει τοῦ Εʹ Σώματος Στρατοῦ ἐξ Ἰωαννίνων
24πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἄλλων ἐπαρχιῶν.
25— Ὁ Μηνᾶς Φαντασίτσος, κάτοικος Ἡρακλείου, ζητεῖ
26τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2308 συμβολαίου πωλήσεως Μου-
27σουλμανικοῦ κτήματος κατὰ παράβασιν τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου
281922 ψηφίσματος τῆς Ἐπαναστάσεως.
29— Οἱ πρόσφυγες Ροδολείβους παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅ-
30πως διαταχθῇ ἡ ταχυτάτη καὶ ἄμεσος διανομὴ τῶν γαιῶν
31παρ’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τῆς Κ.Δ.Ε.Μ.
32— Ὁ Ἀπόστολος Χρήστου, τέως ὑπολοχαγός, ζητεῖ τὴν
33οἰκονομικὴν ἐνίσχυσίν του ἐκ μέρους τοῦ Κράτους διὰ τὰς
34πολλαπλᾶς του ὑπηρεσίας.
35— Ἡ Φαρμακευτικὴ Ἑταιρεία Θεσσαλονίκης διατυπώνει
36τὴν γνώμην της διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ σχεδιαζομένου νο-
37μοσχεδίου περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τοὺς τροχιοδρομικοὺς πρὸς
38συντήρησιν ἑνὸς φαρμακείου.
39— Οἱ κληρονόμοι τῶν φονευθέντων κατὰ τὰς σκηνὰς τῆς
409ης Σεπτεμβρίου 1926 ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ὅπως ληφθῇ
41νομοθετικὴ πρόνοια δι’ ἀπονομῆς ἐφάπαξ ἀποζημιώσεως.
42— Ἡ Βασιλικὴ χήρα Χαραλάμπους Σκιαδοχριστάκη ἢ
43Σκιαδᾶ ζητεῖ ὅπως τύχῃ συντάξεως, ἐφόσον ὁ σύζυγός της
44ἦτο στρατιωτικὸς συνταξιοῦχος.
45— Οἱ καπνοβιομήχανοι Χανίων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα
46«περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς τρίτης ποιότητος τῶν σιγαρέττων».
47— Οἱ φυματικοὶ ἀνάπηροι πολέμου Ἀσβεστοχωρίου Θεσσα-
48λονίκης παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἀνέγερ-
49σις τοῦ σανατορίου εἰς Πάρνηθα καὶ εἰδικῶς ἐκεῖ περιπτέ-
50ρου ἐξ 20 κλινῶν διὰ τοὺς ἀναπήρου πολέμου.
51— Ὁ Σύλλογος προσφύγων Καραμπουρνοῦ Σμύρνης ἐν
52Θεσσαλονίκῃ ὑποβάλλει διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς διαταχθείσης
53ἀναστολῆς πληρωμῆς τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ἀνταλλαξίμων
54Μολδοβανίου ὑπὸ τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου ἀνταλλαγῆς
55κατόπιν ἀνευθύνων καὶ κακοβούλων εἰσηγήσεων.
56— Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Κανάρης ὑποβάλλει
57σχέδιον νόμου «περὶ ναυτικῶν συντάξεων.»
58— Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Α. Μιχαλακόπουλος
59καὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Α. Κανάρης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου
60«περὶ κυρώσεως συμφωνίας Μ. Βρεττανίας–Ἑλλά-
61δος περὶ ἀμοιβαίας ἀναγνωρίσεως τῶν πιστοποιητι-
62κῶν καταμετρήσεως τῆς χωρητικότητος ἐμπορικῶν
63πλοίων».
64— Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Π. Τσαλδάρης ὑ-
65ποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ μειώσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρ-
66θρον 318 κώδικος περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων, φόρου
67ἐπὶ τῶν ἰχθύων καὶ περὶ συστάσεως ταμείου προ-
68στασίας τῶν κατ’ ἐπάγγελμα ἁλιέων».
69— Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ
70ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συ-
71στάσεως Γενικῆς Διοικήσεως Δυτικῆς Μακεδονίας».
72— Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τουρκοβασίλης ὑποβάλλει τροπο-
73λογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 § 5 τοῦ νόμου 3363.
74— Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Νικολίτσας ὑποβάλλει τροπολογίαν
75ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως
76φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν».
77— Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπο-
78βάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων:
791) «Περὶ καταργήσεως τῆς σχολῆς δοκίμων μη-
80χανικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ».
812) «Περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν ὑπ’ ἀριθ.
823310 νόμον περὶ συστάσεως Σώματος ἠλεκτρολόγων
83μηχανικῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ Σώματι».
843) «Περὶ τοῦ κανονισμοῦ μισθοδοσίας τῶν ἐκπλη-
85ρούντων τὴν θητείαν αὑτῶν στρατευσίμων Π. Ν. καὶ
86ὑπηρετούντων μὲ βαθμὸν ὑποκελευστοῦ μέχρι καὶ
87σημαιοφόρου» καὶ
884) «Περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑποχρεωτικῆς ὑπηρε-
89σίας τῶν καταταχθέντων καὶ κατατασσομένων εἰς τὸν
90οἰκονομικὸν καὶ ὑγειονομικὸν κλάδον τοῦ Π. Ν.»
91Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Δια-
92τάξεως. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀντικανονικόν, ἀλλ’ ἐμπιστεύομαι
93εἰς τὴν μεγάλην σας κοινοβουλευτικὴν πεῖραν.
94§3Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προκαλέσω συζήτησιν
95οὔτε νὰ ἀναπτύξω ἐπερώτησιν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἔχομεν εἰ-
96σέλθει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων ἀκόμη,
97ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω μίαν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ
98ζητήματος κατεπείγοντος, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ἀ-
99ναγκαῖον νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ σχετικαὶ πληροφο-
100ρίαι. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
101ἔχῃ γνῶσιν συζητήσεων διεξαχθεισῶν τελευταίως εἰς τὴν Σερ-
102βικὴν Βουλήν, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἔχῃ λάβῃ διὰ τῶν ἐκεῖ ὑπηρε-
103σιῶν μας ἐπίσημον γνῶσιν τῶν ἀγορεύσεων, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐ-
104φημερίδας ἐνταῦθα ἐδημοσιεύθησαν χθὲς καὶ προχθὲς τεμάχια
105τοιούτων ἀγορεύσεων, ἀγορεύσεων προσώπων σημαινόντων ἐν
106τῷ Σερβικῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερι-
107κῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἄλλων πολιτευομένων μεγάλου κύρους,
108αἱ ὁποῖαι ὁμιλοῦσι περὶ τῶν σχέσεων Ἑλλάδος καὶ Σερβίας
109καὶ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ γνῶσιν τῶν ἀγορεύ-
110σεων τούτων ὡς ἔχουν δημοσιευθῆ. Βεβαίως δὲν ἀναλαμβάνω
111τὴν εὐθύνην ὅτι ἀκριβῶς ἐλέχθησαν ὡς ἐδημοσιεύθησαν καὶ
112δι’ αὐτὸ ἀναφέρομαι εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τυχὸν
113ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὅπως ἐδημοσι-
114εύθησαν τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὰ νὰ προκαλέσουν
115τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν
116Ἐξωτερικῶν τῆς Σερβίας, ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζη-
117τημάτων εἶπε καὶ περὶ τῆς Ἑλλάδος τὰ ἑξῆς: «Αἱ σχέσεις
118ἡμῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶπε, εἶναι ἀρκετὰ ἐπιφυλακτικαὶ
119καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἰδικόν μας σφάλμα. Δὲν εἶναι ἀστεῖον νὰ
120κάμωμεν μὲ ἓν Κράτος συμφωνίαν ἐξυπηρετοῦσαν τὰ συμ-
121φέροντα ἀμφοτέρων τῶν χωρῶν καὶ δημιουργοῦσαν κατάστασιν
122ἐξ ὁλοκλήρου νέαν εἰς τὰ Βαλκάνια καὶ νὰ ἔλθῃ μία νέα ἐ-
123πανάστασις, ἡ ὁποία νὰ ρίψῃ εἰς τὴν θάλασσαν πᾶν ὅ τι ἔ-
124γινε. Πρὸ παντὸς δημιουργοῦνται κατόπιν τοιούτων γεγονό-
125των διαθέσεις, αἵτινες ἀπομακρύνουν πᾶσαν δυνατότητα διακα-
126νονισμοῦ διὰ φιλικῆς συμφωνίας τῶν σημαντικῶν ζητημάτων.
127Τοιαῦτα δὲ ζητήματα ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις μεταξὺ
128ἡμῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος ὑφίστανται ἀρκετά. Καὶ τὸ μέλλον
129θὰ δείξῃ ἂν μία τοιαύτη μεταστροφὴ τῶν διαθέσεων τῆς Ἑλ-
130λάδος δύναται νὰ ἐξηγηθῇ μόνον ὑπὸ μιᾶς καταστάσεως οὐχὶ
131ἐπαρκῶς παγίας καὶ ὑπὸ τῆς ἐπικρατησάσης ἐν Ἑλλάδι ἀ-
132τμοσφαίρας μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Παγκάλου, ὁπότε ἐδέησε
133νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς προδοτικαὶ ὅλαι αἱ ἐνέργειαί του. Δὲν
134μᾶς μένει, προσέθεσεν ὁ κ. Νίτσιτς, παρὰ νὰ ἔχωμεν ὑπομο-
135νήν, ἐλπίζοντες ὅτι μὲ τὸν καιρὸν θὰ ἐπικρατήσουν καλλί-
136τεραι διαθέσεις εἰς τὰς Ἀθήνας ἔναντι τῆς συνομολογηθεί-
137σης συμφωνίας μεθ’ ἡμῶν». Ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀνεξαρτήτων δη-
138μοκρατικῶν εἶπε: «Ἐπιθυμοῦμεν τὴν φιλίαν τῆς Ἑλλάδος,
139ἐπιθυμοῦμεν μάλιστα συμμαχίαν μετ’ αὐτῆς. Ἐπιθυμοῦμεν ὅ-
140μως νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὴν τύχην τῶν ὑπογραφεισῶν συμ-
141βάσεων, ἂν πρόκειται δηλαδὴ νὰ κυρωθοῦν καὶ ἰδίᾳ ἡ ἀφορῶ-
142σα τὴν ἐλευθέραν ζώνην τῆς Θεσσαλονίκης».
143Αὐτὰ φαίνεται ὅτι ἐλέχθησαν, δεικνύουν δὲ καὶ τὴν διάθε-
144σιν καὶ τὸν σκοπὸν τῶν ἀγορευσάντων, καίτοι ἐμφανίζονται
145ὑπὸ τύπον διάφορον καὶ ὑπὸ φρασεολογίαν ἐπιμεμελημένην.
146Ἀλλὰ διὰ τοὺς πεπειραμένους ἀναγνώστας προδίδουν ταυτό-
147τητα σκοποῦ καὶ ταυτότητα διαθέσεων, σχέσεις μεταξὺ
148Ἑλλάδος καὶ Σερβίας εἶναι «ἐπιφυλακτικαί». Δὲν γνωρίζω
149διατί ἐξελέγη αὐτὴ ἡ λέξις. Ἀλλ’ εἶναι λέξις δεικνύουσα
150τὴν ἐπιφυλακτικότητα τῶν σχέσεων—καὶ ἀποδίδουσα τὴν ἐ-
151πιφυλακτικότητα εἰς τὴν μὴ κύρωσιν συμφωνιῶν, συναφθει-
152σῶν ὑπὸ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Σερβίας. Ἡ-
153μεῖς ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ μὲ τὴν τύχην τοῦ ὁποίου ὅλα
154αὐτὰ ἔχουν ἄμεσον σχέσιν, διατελοῦμεν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν
155συμφωνιῶν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τίποτε περὶ τοῦ περιε-
156χομένου τῶν συμφωνιῶν, διότι αὗται εἶναι ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς,
157οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχωμεν γνώμην περὶ τῆς σπου-
158δαιότητος τοῦ περιεχομένου τῶν συμφωνιῶν, ἐφόσον δὲν τὰς
159γνωρίζομεν καὶ θὰ ἔπρεπε πρὸ παντὸς ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ
160νὰ γνωρίζῃ ποῖαι εἶναι αἱ συμφωνίαι αὗται, ἀφοῦ εἰς αὐτὴν
161ἐναπόκειται ἀποκλειστικῶς νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ νὰ τὰς
162δεχθῇ ἢ νὰ τὰς ἀπορρίψῃ. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ διατε-
163λεῖ καὶ μέχρι σήμερον ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν τοιούτων συμφω-
164νιῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν τὸ Κράτος διετέλει ὑπὸ τὰς δικτατο-
165ρίας ὑπῆρχε καὶ μία δικαιολογία—ἡ πηγάζουσα ἐκ δικαιωμά-
166των, τὰ ὁποῖα προσέδιδον εἰς ἑαυτοὺς οἱ δικτάτορες, ἀλλὰ
167καὶ ἡ δικαιολογία ὅτι δὲν εἴχομεν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ
168ἀνακοινώσουν αὐτάς. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θὰ μὲ συγχω-
169ρήσῃ νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὴν τακτικὴν ὑπερέβη τοὺς δικτάτο-
170ρας, διότι ἔχει 4μηνον τὴν ἐξουσίαν, διότι συζητοῦνται ὡς
171συζητοῦνται τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα εἰς τὰς ξένας Βουλὰς
172ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐ-
173ξωτερικῶν δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσῃ τίποτε ἐπὶ
174τῶν συμφωνιῶν εἰς τὴν Βουλήν, διότι περὶ συμφωνιῶν ὁμιλοῦν
175οἱ Σέρβοι. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐὰν ἐλέ-
176χθησαν εἰς τὴν Σερβικὴν Βουλὴν ὡς ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐ-
177φημερίδας. Ζητῶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο νὰ δηλώσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν
178Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ποίας ἔχει γνώσεις καὶ ποίας ἔχει
179γνώμας ἐπὶ τῶν ἀναφυέντων ζητημάτων καὶ ἐὰν ἔχωσιν ὡς
180ἀναγράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ πράγματα. Δὲν ἐπιχει-
181ρῶ νὰ ἐπερωτήσω σήμερον, ἐπιφυλάσσομαι διὰ τὴν κατάλλη-
182λον στιγμήν, οὐχὶ τὴν κατὰ τὸν κανονισμὸν μόνον κατάλλη-
183λον, ἀλλὰ τὴν κατὰ τὰ πράγματα κατάλληλον. Ἀλλὰ νο-
184μίζω ὅτι δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν
185Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὁ κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς εἶχε
186τὴν ὑποχρέωσιν καὶ μέχρι τοῦδε, τὴν ἔχει δὲ ἰσχυροτέραν ἀπὸ
187τῆς στιγμῆς ταύτης, καθ’ ἣν τῷ ὑποβάλλεται τὸ ἐρώτημα,
188νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ συμβαίνοντα ἐπὶ τῶν σχέσεων
189μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, σχέσεων τεινουσῶν νὰ κλονι-
190σθῶσιν ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τῶν συμφωνιῶν, νὰ θελήσῃ δὲ
191ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ διὰ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα νὰ κι-
192νεῖται μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης ἡμᾶς διὰ τὰ ἐσωτερικὰ
193ζητήματα νωχελείας.
194§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σύστασις ὑποβάλλεται ὅλως ἀπροό-
195πτως καὶ ἀντικανονικῶς. Ἄν, ἐν τούτοις, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐ-
196ξωτερικῶν Ὑπουργὸς φρονῇ ὅτι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ἐπιτρέ-
197πει ὥστε νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις τινές, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Πάν-
198τως παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ἐπέκτασις
199εὐρυτέρα οὔτε καὶ διακοπαί, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει κατάφο-
200ρον παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ.
201§5Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν εἶμαι ἐντὸς τοῦ Κανο-
202νισμοῦ, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ εἶμαι ἐν-
203τὸς τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὰς ἀναφοράς.
204§6Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
205κῶν). Παρεκάλεσα καὶ ἄλλοτε προκειμένου περὶ ζητημάτων
206τοσούτῳ λεπτῆς φύσεως νὰ μὴ καταλαμβάνεται ἐξ ἀπροό-
207πτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν
208δυσχέρειαν ἢ νὰ σιγήσῃ καὶ ἀφήσῃ μίαν ὄχι ἀγαθὴν ἐντύπω-
209σιν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, ἢ νὰ ὁμιλήσῃ χωρὶς ἐκ τῶν
210προτέρων νὰ ἔχῃ σταθμίσει ὅπως ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐπακριβῶς
211σταθμίσει ὅσα ἔχει ἢ δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ ἄνευ βλάβης
212τῶν διεθνῶν σχέσεων. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτω ἀκανονίστως ὑπεβλήθη
213ἡ σύστασις τοῦ κ. βουλευτοῦ νομίζω ὅτι χειρότερον θὰ ἦτο ἐὰν
214δὲν ἔδιδον ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλήν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι
215δὲν θὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις.
216§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε θὰ ἐπιτραπῇ.
217§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
218κῶν). Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. βουλευτὴν ἐὰν εἶχε τὴν καλω-
219σύνην νὰ μοῦ δώσῃ τὰς ἐφημερίδας, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσε. Δὲν
220ἔλαβον γνῶσιν, κύριοι βουλευταί, τῶν ἀγορεύσεων, τὰς ὁποίας
221ἐμνημόνευσεν εἰς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής.
222Ἔλαβον γνῶσιν ἐπίσημον μόνον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ νῦν ὑ-
223πευθύνου διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς φίλης καὶ γεί-
224τονος χώρας, τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν αὐ-
225τῆς. Ἡ ἀγόρευσίς του, τῆς ὁποίας δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ κεί-
226μενον, καταληφθεὶς οὕτως ἐξ ἀπροόπτου, ἐφόσον ἐνθυμοῦμαι,
227συνίστατο περίπου εἰς τὰ ἑξῆς:
228Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γιουγκοσλα-
229βίας ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ γείτονος
230Κράτους καὶ εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἶπε περί-
231που τὰ ἑξῆς: «Μετὰ τῆς Ἑλλάδος μᾶς συνδέει μακρὰ φι-
232λία. Τὰ καλῶς ἐννοούμενα πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ συμφέ-
233ροντα ἀμφοτέρων τῶν χωρῶν ἄγουν ἡμᾶς εἰς φιλικὴν καὶ ἐγ-
234κάρδιον συνεργασίαν. Ὑπεγράφησαν συμφωνίαι τινὲς κατὰ
235τὸ παρελθὸν ἔτος, αἱ συμφωνίαι ὅμως αὗται δὲν ἐκυρώθησαν
236λόγῳ τῆς ἐπελθούσης κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Ἡ προσοχὴ
237ἀμφοτέρων τῶν Κυβερνήσεων εἶναι ἤδη ἐστραμμένη ἐπὶ τοῦ
238σημείου τούτου». Εἰς τοὺς λόγους τούτους τοὺς ὑπευθύνους
239τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς γείτονος Χώρας δὲν
240θὰ εἶχέ τις νὰ παρατηρήσῃ οὐδέν. Οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ
241φιλονεικήσῃ ὅτι καὶ μακρὰ φιλία μᾶς συνδέει μετὰ τῆς γεί-
242τονος χώρας καὶ μακροὶ κοινοὶ ἀγῶνες καρποφόροι καὶ ὅτι τὰ
243οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων τῶν χωρῶν
244ὁδηγοῦν εἰς μίαν φιλικὴν καὶ ἐγκάρδιον συνεργασίαν. Οὐδεὶς
245θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ προσοχὴ ἀμφοτέρων τῶν
246Κυβερνήσεων εἶναι ἐστραμμένη ἐπὶ τοῦ σημείου τῶν συμφω-
247νιῶν, εἶναι δὲ ἱστορικὸν γεγονὸς ὅτι αἱ συμφωνίαι αὗται, ὑπο-
248γραφεῖσαι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς δικτατορίας, δὲν ἐδημοσιεύθη-
249σαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, μὴ κυρωθεῖσαι κἂν
250τότε μηδὲ διὰ Διατάγματος Νομοθετικοῦ καὶ ὅτι δὲν ἐνεκρί-
251θησαν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶ-
252ναι μυστικόν, εἶναι μάλιστα περαιτέρω γνωστὸν ὅτι οἱ πολι-
253τικοὶ ἀρχηγοί, οἱ συγκροτήσαντες τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρ-
254νησιν, εἶχον διαδηλώσει σαφῶς καὶ μὲ τοὺς κινδύνους ἀνό-
255μων καταδιώξεων, τοὺς ὁποίους διέτρεχε πᾶς ὅστις ἐπὶ δι-
256κτατορίας ἀντεστρατεύετο εἰς τὰς τάξεις αὐτῆς, ἔκτοτε εἶ-
257χον διαδηλώσει σαφῶς τὴν γνώμην αὐτῶν ὅτι συμφωνίαι, μὴ
258βασιζόμεναι εἰς ἰσοτιμίαν τῶν δύο μερῶν, ἢ θίγουσαι βαθύτα-
259τα τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν ἀ-
260σπασταὶ ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν.
261§9Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶχε δηλωθῆ εἰς τὴν Κυ-
262βέρνησιν τῆς δικτατορίας.
263§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
264κῶν). Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ κείμενον τῶν λόγων τοῦ ἀξιο-
265τίμου τέως ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅστις διηύθυνε
266τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ γείτονος Κράτους καθ’ ἣν
267στιγμὴν ὑπεγράφησαν αἱ ἐν λόγῳ συμφωνίαι. Δὲν δύναμαι νὰ
268κρίνω ἐὰν πιστῶς ἀπεδόθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὰς ὁ-
269ποίας μοὶ ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς καὶ τὰς
270ὁποίας ἠκούσατε ἀναγινωσκομένας ἀπὸ τὸν ἴδιον.
271Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποκρύψω ὅτι θὰ ᾐσθανόμην ἔκπλη-
272ξίν τινα, ἂν ἦσαν ἀκριβεῖς οἱ λόγοι οὗτοι. Τὸ φαινόμενον
273τῆς μὴ ἐγκρίσεως, ὑπὸ κοινοβουλευτικῆς μάλιστα Κυβερνή-
274σεως, συμφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ Κυβερνήσεως δικτα-
275τορικῆς καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπρόφθασαν κἂν νὰ ἐνδυθοῦν τὸ ἔν-
276δυμα ἔστω καὶ μιᾶς ψευδοῦς νομιμότητος, τοῦ νομοθετικοῦ
277διατάγματος, κρίνουν οἱ λόγοι, οὓς ἀνέγνωσεν ὁ κ. ἐξ Ἀθη-
278νῶν συνάδελφος ὡς οἱονεὶ παρῳδίαν τινὰ ἐθνικήν. Θὰ μοὶ
279ἤρκει, ἐν τούτοις, νὰ μνημονεύσω ἓν παράδειγμα, τὸ παρά-
280δειγμα τῆς συμφωνίας τοῦ 1914, τῆς συναφθείσης μεταξὺ
281τῶν ἰδίων χωρῶν, ἐφαρμογὴν τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν
282ἀνέλαβεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1913, ὑποχρεώσεως δηλονότι
283νὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον τῆς γείτονος Χώρας. Ἡ συμφωνία
284ἐκείνη εἶχεν ὑπογραφῆ μεταξὺ δύο Ὑπουργῶν κοινοβουλευ-
285τικῶν Κυβερνήσεων ἀμφοτέρων. Καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ γείτων
286χώρα δὲν ἐνέκρινε τὴν συμφωνίαν ἐκείνην, διότι ἐθεώρει ὅτι
287δὲν ἀνταπεκρίνετο πλέον εἰς τὰ συμφέροντα. Πῶς λοιπὸν θὰ
288ἐθεωρεῖτο ἀνώμαλον, κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁ-
289ποίας τὰ πλέον ὑπεύθυνα μέλη εἶχον ἤδη διαδηλώσει τὰς γνώ-
290μας των ἐναντίον τῶν συμφωνιῶν, οἷαι αὗται συνήπτοντο ἐπὶ
291δικτατορίας νὰ μὴ υἱοθετῇ αὐτάς; Πρὸ οὐχὶ μακροῦ χρόνου
292ἡ νῦν Βρεττανικὴ Κυβέρνησις εἶχε δηλώσει ὅτι δὲν ἠδύνατο
293νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν συμφωνίαν, ἣν ἡ προκάτοχος
294αὐτῆς Κυβέρνησις εἶχε συνάψει μὲ τὴν Σοβιετικὴν Ρωσσίαν.
295Καὶ εἶναι χρησιμώτερον, ἀξιότιμε κ. ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτά,
296νὰ διεξάγωμεν τόσῳ σοβαρὰν συζήτησιν, ἐπὶ τῇ βάσει ἀγο-
297ρεύσεων, ὧν μάλιστα ἀγνοοῦμεν τὸ ἀκριβὲς κείμενον, προσώ-
298πων ἀξιοτίμων κατὰ πάντα, μὴ ὑπεχόντων ὅμως ἄμεσον, ὅσον
299καὶ ἂν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἔχῃ τις τὴν εὐθύνην τῶν λόγων
300του, ἄμεσον εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ὑποθέ-
301σεων τῆς χώρας.
302§11Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡμίλησα μετὰ πάσης ἐπιφυλάξεως.
303§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
304κῶν). Ἀξιότιμε συνάδελφε. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὸ ὕφος τοῦ
305λόγου σας· ἐὰν παρεπονέθην, παρεπονέθην μόνον διότι ἐξ ἀ-
306προόπτου ὑπεβλήθη νέα ἐρώτησις, τῆς ὁποίας ὁμολογῶ ὅτι
307δὲν ἐγνώριζον τὸ κῦρος, μολονότι εἶχα παρακαλέσει ἐπανει-
308λημμένως τὴν Βουλὴν ἵνα τοιαῦτα ζητήματα μόνον
309διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ ἄγωνται πρὸς συζήτησιν. Ἂς
310μὴ διατρίβωμεν λοιπὸν εἰς λόγους πιθανώτατα κακῶς μετα-
311δοθέντας προσώπων μὴ διαχειριζομένων νῦν τὴν ἐξωτερικὴν
312πολιτικὴν τῶν χωρῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἐρχόμεθα εἰς συζή-
313τησιν. Ἡμεῖς κρίνομεν ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκεν
314ὁ ὑπευθύνως νῦν διαχειριζόμενος τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν
315τῆς γείτονος χώρας, εἶναι λόγοι καλῶν διαθέσεων καὶ πολι-
316τικῆς συνέσεως, ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὰς διαθέσεις τοῦ Ἑλ-
317ληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κατηγόρησε τὴν
318Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ὑποφαινόμενον ὅτι δικτατορι-
319κῶς καὶ ἡμεῖς ἀποκρύπτομεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσω-
320πείαν τὰς συμφωνίας ἐκείνας. Οὐδέποτε διῆλθε διὰ τοῦ νοός
321μου ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν αἱ συμφωνίαι αὗται, αἱ ὁποῖαι ἄλλως
322τε δὲν εἶναι διπλωματικαὶ καθαρῶς συμφωνίαι, ἀλλ’ ἀποβλέ-
323πουσιν εἰς τὴν ρύθμισιν οἰκονομικῶν συμφερόντων, λιμενικῶν,
324σιδηροδρομικῶν, ἐμπορικῶν καὶ τῶν τοιούτων, θὰ ἦτο δυνα-
325τὸν νὰ μείνωσιν ἀποκεκρυμμέναι ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπρο-
326σωπείαν. Ζητῶ μόνον μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἀπὸ τὴν
327Βουλὴν νὰ δώσῃ εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν πίστωσίν τινα
328χρόνου καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν ὅπως, σταθμίζουσα τὰς ὅ-
329λας περιστάσεις, μὴ σπεύσῃ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς
330γνώμης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν τούτων. Δύναται νὰ
331ἔχῃ καθησύχασίν τινα ἡ δικαίως ἀνησυχήσασα ἐθνικὴ ψυχὴ
332ἐκ τούτου, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον ὑπέχουσιν ἀναμφισβη-
333τήτως τὴν μείζονα εὐθύνην ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν τυχῶν
334τῆς Χώρας, ἔχουσιν ἤδη ἐκφράσει τὴν δυσπιστίαν αὑτῶν περὶ
335τοῦ συμφέροντος τῶν προκειμένων συμφωνιῶν διὰ τὴν Χώραν,
336ὑφ’ ἣν μορφὴν αὗται εἶχον συναφθῆ ἐπὶ δικτατορίας. Ἐὰν
337ὑπάρχουν διατάξεις ἐπωφελεῖς ἐν αὐταῖς δύνανται βεβαίως
338νὰ συμπεριληφθοῦν ἐν νεωτέραις διαπραγματεύσεσι. Παρακα-
339λῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπεκταθῇ περαιτέρω ἡ συζήτησις.
340(Χειροκροτήματα).
341§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Δερλερὲς ἔχει τὸν λόγον.
342§14Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν μετέ-
343βην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας διὰ νὰ εἰσηγηθῶ μίαν ὑπό-
344θεσιν φίλου μου τινὸς εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο
345νὰ συνέλθῃ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἀκριβῶς τὴν ὥραν
346κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφθασα εἰς τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργείου, εἰσ-
347ήρχετο ἄλλο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα καὶ ἐγώ. Μό-
348λις ἐπροχώρησα δύο–τρία βήματα ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου ὁ
349θυρωρὸς μὲ ἠρώτησε· ποῖος εἶσθε; Καὶ ἐγὼ ἀπήντησα· εἶμαι
350βουλευτής. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐστάθην, ἀλλ’ ἐξηκολούθησα
351προχωρῶν, ὁπότε ἔθεσε χέρι. Ἐγὼ τῷ ἐπανέλαβον ὅτι εἶμαι
352βουλευτής. Τότε μοὶ εἶπε, κ. Πρόεδρε, μίαν λέξιν παρεμφερῆ
353μὲ τὴν λέξιν τοῦ Καμπρὼν καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐπιστρέψω καὶ
354οἱονεὶ διετέλουν ὑπὸ τὸ βάρος συμφορᾶς. Τὴν ἑπομένην ἐπῆγα
355εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ ἀνέφερα τὰ λαβόντα χώραν
356λεπτομερέστατα. Λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν ὅτι συχνὰ
357συχνὰ μοῦ κάμνει ἐπεισόδια καὶ θὰ τὸν ἀπολύσω. Χθὲς τὸ
358ἑσπέρας ἐπλησίασα τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν ἠρώτησα τί ἔ-
359γινεν ὁ ὑβριστὴς καὶ μὲ διαβεβαίωσεν ὅτι θὰ τὸν ἀπολύσῃ.
360Δὲν στρέφομαι κατὰ τοῦ κλητῆρος, διότι ἡ πρᾶξίς του ἀπο-
361τελεῖ ἓν φαινόμενον τῆς σημερινῆς καταστάσεως, διότι, ὡς
362ἐπληροφορήθην, ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην (δεικνύει τὴν
363πτέρυγα τῶν κομμουνιστῶν) Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, ἐκεῖνο τὸ ὁ-
364ποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ καταστήσω γνωστὸν τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν
365Βουλὴν εἶναι ὅτι ὁ κλητὴρ ἀντὶ νὰ ἀπολυθῇ προήχθη, διότι
366ἀπὸ τῆς εἰσόδου τοῦ Ὑπουργείου ἀνέβηκε εἰς τὰ γραφεῖα καὶ
367ἐκεῖ θὰ δράσῃ καλύτερα. Τὸ ἐπεισόδιον τὸ θέτω ὑπὸ τὴν ἀν-
368τίληψιν τοῦ Σώματος διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἶναι
369ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ ἀνακριβεῖς
370διαβεβαιώσεις καὶ νὰ εἰπῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μοῦ εἶπεν.
371§15Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως).
372Εἶναι ἀκριβές, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐπι-
373σκεφθείς με ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ ἀνέφερε τὰ τοῦ ἐ-
374πεισοδίου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε προηγουμένως. Εἶπον τότε
375εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ τῷ ἐξέφρασα τὴν ἀπόφασίν
376μου ὅτι κατὰ τοῦ πταίσαντος κλητῆρος θὰ ἐλαμβάνοντο ὅλα
377τὰ ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ προβλεπόμενα μέτρα. Καὶ πράγματι ὁ
378ὑπαίτιος τοῦ ἐπεισοδίου κλητὴρ ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν. Ἐ-
379πειδὴ ἐν τούτοις πλὴν τοῦ ἐπεισοδίου τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργ-
380ηθῆ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον εἶχε προηγουμένως καὶ
381ἕτερον ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καταγγελθῆ, ἐθεώρησα κα-
382λὸν νὰ ἀνακληθῇ ὁ κλητὴρ ἀπὸ τὴν θύραν καὶ διέταξα νὰ
383τῷ ἀφαιρεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτή, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο ὡς ἐκ
384τῶν ἐπεισοδίων νὰ ἐκτελῇ ὅπως ἔπρεπε καὶ νὰ τῷ ἀνατεθῇ
385ἄλλη ὑπηρεσία μέχρις ὅτου ληφθῇ ἓν μέτρον κατάλληλον, τὸ
386ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ. Παρέχω τώρα συμπληρωματικῶς
387τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ κλητὴρ αὐτὸς ὅπως καὶ δύο ἄλλοι περὶ
388τῶν ὁποίων προϋπῆρχον κατηγορίαι θὰ ἀποχωρήσουν εὐθὺς
389μὲ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς αὐτοῦ. Τοῦτο ἀκριβῶς ὑπενόουν καὶ
390δι’ ὅσων εἶπον χθὲς εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ὁ κλητὴρ αὐ-
391τὸς δὲν πρόκειται νὰ παραμείνῃ, ὥστε οὔτε περὶ προαγωγῆς
392τοῦ κλητῆρος πρόκειται, οὔτε περὶ ἄλλης τινὸς πράξεως, ἐκ
393τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ θίγεται ὁ κ. συνάδελφος ἢ ἄλ-
394λος τις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ
395ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν, ἐφό-
396σον εἶναι ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως.... (Θόρυβος).
397§16Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Τί ἀπόφασις; (Θόρυβος). Εἴπατε χθὲς
398ὅτι ὁ κλητὴρ ἀπελύθη.
399§17Μ. ΚΥΡΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως).
400Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παραμείνῃ.
401§18Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζή-
402τημα. Ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἂν θὰ μείνῃ ἢ δὲν θὰ μείνῃ ὁ
403κλητὴρ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προνοίας.
404Τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐγὼ
405ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησίν μου. Ὁ κ. Ὑπουργός, τὸν ὁ-
406ποῖον ἠρώτησα χθὲς τί ἀπέγινεν ὁ κλητήρ, μοὶ ἀπήντησεν ὅτι
407τὸν ἀπέλυσεν. Αὐτὸ τὸ ζήτημα μὲ ἐνδιαφέρει, κύριοι συνά-
408δελφοι. Πῶς ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν νὰ λέγῃ ἀνακρι-
409βείας;
410§19Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν ἐπὶ τοῦ ἐπει-
411σοδίου αὐτοῦ νὰ εἴπω δύο λέξεις.
412§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῆς ἐξακο-
413λουθήσεως τῆς συζητήσεως.
414§21Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θεωρῶ ὅτι εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὸ Σῶμα.
415Καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ
416κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι δυνα-
417τὸν νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ τὸ πρᾶγμα. Ὁ κ. Ὑ-
418πουργὸς τῆς Προνοίας, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εὑρίσκεται ἐν ἀπο-
419λύτῳ τάξει, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας
420ἔκαμεν ὅ,τι ἐπετρέπετο νὰ πράξῃ κατὰ νόμον. Καὶ ἀφοῦ ἔδωκε
421καὶ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε, δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζή-
422τημα ἀφορᾷ πλέον τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ὑπάρχει
423ζήτημα γενικώτερον, τὸ ζήτημα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς εἰσό-
424δου τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Ἀποτέλεσμα τῆς ἀ-
425παγορεύσεως ταύτης τῆς παρὰ πάντα κοινοβουλευτικὸν κα-
426νόνα γενομένης εἶναι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπεισόδια τὰ γενόμενα με-
427ταξὺ κατωτάτων ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων καὶ βουλευ-
428τῶν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς καὶ συν-
429τόνως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα μὴ ἔχωμεν ὀδυνηρότερα
430ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης ἐκτρόπου ἀπαγορεύσεως, ἡ ὁποία
431καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος θίγει καὶ τὰ δικαιώματα
432τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
433§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε τὸ ἐπεισόδιον.
434§23Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὸ Ὑ-
435πουργεῖον τῆς Προνοίας ἐπιτρέπεται τρὶς τῆς ἑβδομάδος νὰ
436γίνωνται δεκτοὶ οἱ βουλευταὶ μεταξὺ τῆς 11ης καὶ τῆς 1ης
437μ. μ., δηλαδὴ εἰς δύο ὥρας κατὰ τὰς ὁποίας μαζεύεται ὅλη
438ἡ ἀνθρωπότης ἐκεῖ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τοὺς
439διαδρόμους κατὰ τὰς ὥρας αὐτάς, ὥστε καταντᾷ νὰ ἀπο-
440κλείωνται οἱ βουλευταί.
441§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐξεδηλώθη
442ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς ἵνα συνεχισθῇ καὶ τερματισθῇ σήμε-
443ρον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος. Νομίζω
444ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις. Λοιπὸν συνεχίζεται ἡ
445συζήτησις. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν
446λόγον.
447§25Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
448Τὸ περὶ ἰδιοκτησίας ἄρθρον τοῦ Συντάγματος συνεζητήθη
449καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Συνέλευσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἴσως
450πᾶσα περαιτέρω ἐπὶ τούτου συζήτησις νὰ παρέλκῃ. Βεβαίως
451εἰς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἔχει σχηματίσει πλήρη τὴν γνώμην κατὰ
452τίνα τρόπον πρέπει νὰ προστατευθῇ ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτη-
453σίας καὶ αἱ ἀναπτύξεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὰς ἡμέρας
454ταύτας παρὰ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἀπεσαφήνισαν πᾶσαν τυχὸν
455ἀμφισβήτησιν σχετικήν. Οὐχ ἧττον ἐπειδὴ προεκλήθη νὰ ἐκ-
456δηλωθῇ καὶ ἡ γνώμη τῶν ἰθυνόντων τὰ ἐν τῇ Βουλῇ κόμμα-
457τα, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν ὀλίγοις νὰ εἴπῃ τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρ-
458θρου τούτου γνώμην μου. Τὸ πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν κα-
459θεστὼς ὑπὸ τὸ ὁποῖον βιοῖ ἡ Ἑλλὰς ἀναντιρρήτως ἀναγνω-
460ρίζει τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ οὐδεὶς ἐξ ὅσων τοὐλά-
461χιστον παρηκολούθησα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠμφισβήτησε
462τοῦτο. Ἐκεῖνο περὶ τὸ ὁποῖον περιεστράφη ἡ συζήτησις ἦτο ἡ
463ἐπέκτασις τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ὑπῆρξαν ἀ-
464ληθῶς τινὲς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δύναμαι
465νὰ εἴπω ὅτι χαλαρωτέραν ἠθέλησαν τὴν προστασίαν αὐτῆς.
466Ὑπῆρξαν οἱ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος θέλοντες νὰ
467παρεμβάλωσι διάταξιν, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν
468περὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν
469πρέπει νὰ τὸν ἀντιληφθῶμεν. Ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἐγένετο
470δεκτὴ καὶ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ὁποία πρώτην φορὰν
471ἀναγράφεται, ὄχι εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἀκόμη δὲν ἐθεσπί-
472σθη, ἀλλ’ εἰς σχέδιον τοῦ παρ’ ἡμῖν Συντάγματος. Εἶναι ἡ
473πρότασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δι-
474καίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις. Ἡ χρῆσις αὐτῆς πρέ-
475πει νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία πρὸς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν. Ἡ
476διάταξις αὕτη ἐλήφθη ἐκ τῆς διατάξεως ἄρθρου τινός, τοῦ
477153, τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς
478αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις τοῦ προσχεδίου κατὰ τὰς ὁποίας ἐδι-
479καιολογήθη ἡ διάταξις αὕτη, ἤκουσα ὅμως ἀγόρευσιν σχετικὴν
480πρὸς τοῦτο τοῦ εἰσηγητοῦ ταύτης. Διὰ τῆς διατάξεως ταύ-
481της, ὡς ἤκουσα, σκοπεῖται νὰ διαπιστωθῇ ἁπλῶς διὰ τοῦ
482Συντάγματος ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις. Καὶ ἀληθῶς, καίτοι
483ἡ ἰδιοκτησία παρίσταται πάντοτε ὡς ἀπόλυτον καὶ ἀποκλει-
484στικὸν δικαίωμα καὶ ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων δὲν ἔ-
485λειψε νὰ ἐπιβάλλωνται καὶ ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ περιορισμοὶ
486εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ποικίλλαι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁ-
487ποίας ἡ ἰδιοκτησία δὲν παραμένει δικαίωμα ἀπόλυτον, ἀλλ’
488ὑφίσταται περιορισμοὺς ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Πάμπολλαι εἶναι
489αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρουν περιορισμοὺς καὶ κατὰ τοὺς
490παλαιοτέρους καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Καὶ οἱ πε-
491ριορισμοὶ οὗτοι ποικίλλουσιν ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε κοινω-
492νικῶν σχέσεων. Ὑπῆρχον ἀπὸ παλαιοτέρων χρόνων περιορι-
493σμοί, κατὰ τοὺς ὁποίους, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι σχεδὸν κα-
494ταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας χάριν ἀτομικοῦ συμ-
495φέροντος. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου διάταξιν παλαιοτέραν τοῦ Ρω-
496μαϊκοῦ δικαίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἰδιο-
497κτήτην ἀντὶ δικαίου ἀνταλλάγματος νὰ παραχωρήσῃ δίοδον
498διὰ τοῦ κτήματός του εἴς τινα, ὅπως μεταβαίνῃ εἰς τάφον,
499δι’ ὃν δὲν ἔχει δίοδον. Ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτε-
500λοῦσι τὸ λεγόμενον γειτονικὸν δίκαιον, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο
501παρὰ διάφοροι περιορισμοὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀναλόγως δὲ τῆς
502ἀναπτύξεως τῆς Κοινωνίας καὶ τῶν παρουσιαζομένων κοινω-
503νικῶν σχέσεων καὶ οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ ἐπεκτείνονται. Ἡ με-
504ταρρύθμισις τῶν οἰκοπέδων, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον, ὑπο-
505χρεοῖ τὸν ἕνα ἰδιοκτήτην νὰ παραχωρήσῃ μέρος τοῦ γηπέδου
506του εἰς τὸν ἕτερον, καθὼς καὶ αὐτὸς νὰ παραχωρήσῃ εἰς
507τὸν ἄλλον ἵνα γίνῃ ὁ ὀρθογωνισμὸς ὁ λεγόμενος τῶν οἰκο-
508πέδων. Ἀλλὰ τί εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις ὅλαι; Εἶναι δια-
509τάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἰδιοκτησία γεννᾷ ὑποχρεώσεις;
510Ὄχι βέβαια. Καὶ κατὰ τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὴν ἔρευναν
511τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κατὰ
512τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον προστασία τῆς ἰδιοκτησίας, διότι μόνον
513οὕτω διὰ τῶν τοιούτων περιορισμῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφί-
514σταται ἡ μία ἰδιοκτησία ἀπέναντι τῆς ἑτέρας. Ἄν δὲν γίνῃ
515ὀρθογωνισμὸς τῶν οἰκοπέδων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμο-
516ποιηθῇ ἡ ἰδιοκτησία οὔτε τοῦ ἑνός, οὔτε τοῦ ἑτέρου. Ἀλλὰ συ-
517νεπείᾳ τούτου οὐδαμῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ διάταξις ἡ
518προτεινομένη, ἣν ἀνωτέρω ἀνέφερον. Καὶ ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπό-
519ψεως ἡ προτεινομένη εἰς τὸ Σύνταγμα προσθήκη ἀποτελεῖ
520διαπίστωσιν ὑφισταμένης καταστάσεως, ὡς ὑπεστηρίχθη. Ἐν
521τῷ Γερμανικῷ Συντάγματι περιελήφθη τοιαύτη διάταξις.
522Ἀλλὰ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα ἀληθῶς δὲν ἀντιλαμβάνεται
523τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς εἶχε πρότερον καθιερωθῇ. Ἡ
524ἰδιοκτησία κατ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀτομικὸν ἀγαθόν, ἀλλὰ κοι-
525νωνικὸν τοιοῦτον. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μορφῆς, ἡ ὁποία ἐ-
526δόθη εἰς τὸ Γερμανικὸν πολίτευμα. Τὸ Γερμανικὸν πολίτευ-
527μα δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς πολιτικὴν δημοκρατίαν, ἀλλ’ ἀποτε-
528λεῖ καὶ οἰκονομικὴν τοιαύτην. Καὶ ὄχι μόνον ἡ κατὰ τὰ ἀνω-
529τέρω προσθήκη, ἀλλὰ καὶ διάφοροι ἄλλαι διατάξεις ἐκ τῆς
530ἐννοίας ταύτης τῆς ἰδιοκτησίας ἀπορρέουσαι ἀναγράφονται
531ἐν τῷ Γερμανικῷ Συντάγματι. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ ἴδω-
532μεν ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἄνευ
533ἀποζημιώσεως ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει, ἐπιτρέπεται ἡ ἀφαίρεσις
534τῆς ἰδιοκτησίας καὶ χωρὶς νὰ ὁρίζεται δικαστικῶς ἡ ἀποζη-
535μίωσις, ὅπου θέλει ὁρίσει ὁ νόμος. Ὑπάρχουσι πάμπολλαι
536διατάξεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ περὶ ἐθνικοποιήσεως τῶν
537ἐπιχειρήσεων. Συνέπεια τοῦ ὅλου συστήματος καὶ τοῦ κρα-
538τήσαντος ἐν Γερμανίᾳ πνεύματος κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Συν-
539τάγματος εἶναι ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
540μεταφυτευθῇ παρ’ ἡμῖν πρὸς παράστασιν τῶν κατὰ νόμον πε-
541ριορισμῶν τῆς κυριότητος. Ποῦ ἀλλοῦ ἢ εἰς τοῦτο ἀνταπο-
542κρίνεται; Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία ἐτέ-
543θη ἐν τῷ προσχεδίῳ τοῦ Συντάγματος, ἀναγκαίως πρέπει νὰ
544παραλειφθῇ. Καὶ πρέπει νὰ παραλειφθῇ, ἀφοῦ καὶ οἱ προ-
545τείναντες ταύτην δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν
546ἔννοιαν, ἣν ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος
547ἔχει, οὐδαμῶς δὲ κατ’ ἐμὲ χρησιμεύει εἰς ἀπόδοσιν τῶν κατὰ
548νόμον ἐπιβαλλομένων περιορισμῶν εἰς τὴν κυριότητα. Ἀλλὰ
549καὶ ἂν εἰς τοῦτο ἐχρησίμευε, θὰ ἦτο ὅλως περιττή, ἀφοῦ καὶ
550ἄνευ τοιαύτης προσθήκης οὐδεὶς μέχρι σήμερον ἠμφισβήτησε
551τοὺς κατὰ νόμον ἐπερχομένους εἰς τὴν κυριότητα. Καὶ ἐνῷ
552οὔτε ἡ προσθήκη καθίσταται περιττή, θὰ ἠδύνατο νὰ κατα-
553στῇ ἐπικίνδυνος διὰ τοὺς ρέποντας εἰς ἄλλας ἰδέας, οὐχὶ πρὸς
554τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας εὐνοϊκάς, δυναμένους νὰ ἐπωφε-
555ληθῶσι ταύτης ὑπὲρ τούτων. Ἀλλ’ εἶναι ἐπικίνδυνος ἀκόμη
556καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ἀπὸ ψυχολογικῆς. Κυρίως καὶ πρὸ
557παντὸς διότι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ νομισθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ
558τοῦ πολιτεύματός της κατέλιπε τὰς ἀρχὰς τὰς ἀναγκαίας
559διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὑφισταμένου κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ
560καθεστῶτος καὶ τρέπεται χωρὶς νὰ ἔχῃ σκοπὸν πρὸς ἄλλας.
561Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι οὔτε οἱ ἀποδεχθέντες ταύτην εἰς τὴν
562Ἐπιτροπήν, οὔτε ἄλλος τις θὰ θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ νὰ
563περιληφθῇ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος διάταξις, ἡ ὁ-
564ποία καθ’ ἑαυτὴν εἰς οὐδὲν χρήσιμος, δύναται νὰ δώσῃ ἀφορ-
565μὴν εἰς μυρίας παρεξηγήσεις καὶ κινδύνους, ἀκόμη εἰς κα-
566κὰς χεῖρας καὶ νὰ ἐπιδράσῃ ψυχολογικῶς δυσμενῶς. Ἀντιτί-
567θεμαι ἑπομένως εἰς τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως ταύτης.
568Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη σχετικῶς πρὸς τὴν
569προστασίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς
570ἰδιοκτησίας εἶναι, ἂν θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιο-
571κτησίας καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ ἐπιτρέψωμεν τοῦτο. Βεβαίως
572ἡ ἰδιοκτησία ὡς ἀτομικὸν δικαίωμα δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ
573ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ἰδιοκτήτου κατ’ ἀρχήν. Ἀλλ’ ὑ-
574πάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀνώτεροι λόγοι, κοι-
575νωνικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσι τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῆς. Ἂν ἡ-
576μεῖς ἠθέλομεν παρίδει τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην διὰ νὰ προ-
577στατεύσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν, αὕτη θ’ ἀπετέλει θεσμὸν ἐπιβλα-
578βῆ. Διὰ τοῦτο πάντοτε ἐγένετο δεκτὸν ἐκεῖ ὅπου ὑφίσταται
579κοινωνικὴ ἀνάγκη νὰ ὑποχωρῇ ἡ ἰδιοκτησία πρὸς ἱκανοποίη-
580σιν ταύτης. Καὶ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς ἐνερ-
581γεῖται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώ-
582σει πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινωνικῆς ἀνάγκης ἢ ὠφελείας,
583ὅπερ κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι τὸ αὐτό. Καὶ ἡ κοινωνικὴ ὠ-
584φέλεια εἶναι καὶ κοινωνικὴ ἀνάγκη. Θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀφαίρε-
585σις, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπο-
586στῇ τὴν ζημίαν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας του, δι’
587ὠφέλειαν τοῦ Κοινοῦ. Καὶ ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας ἀ-
588παιτεῖ ἡ ἀφαίρεσις νὰ γίνεται πάντοτε μετὰ προηγουμένην
589ἀποζημίωσιν. Τοῦτο ἔχουσι δεχθῆ ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς
590Ἑλλάδος. Καὶ ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις ἦτο ὅρος, ὁ ὁ-
591ποῖος πλήρως ἱκανοποίει τὸν ἰδιοκτήτην, ἦτο ἐπαρκὴς ἀσφά-
592λεια παρεχομένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία πλήρως ἐ-
593προστάτευε τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Διότι ἀποζημίωσις
594σημαίνει κατὰ νόμον τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀφαιρεθέντος
595πράγματος δι’ ἄλλου ἰσαξίου. Πῶς δὲ θὰ προσδιορισθῇ τὸ ἰ-
596σάξιον τοῦτο, εἶναι ἔργον τοῦ νομοθέτου, ὅστις θὰ παράσχῃ
597τὰς πρὸς τοῦτο ἀναγκαίας ὁδηγίας καὶ τοῦ δικαστοῦ ὅστις θὰ
598ἐφαρμόσῃ ταύτας ἐν ἑκάστῃ δεδομένῃ περιπτώσει. Κατὰ τὸν
599προσδιορισμὸν δὲ τούτου βεβαίως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐμφυ-
600λοχωρήσωσι πλάναι. Ἀναντιρρήτως ὅμως δὲν ἀποτελεῖ πλά-
601νην τὸ νὰ μὴ λαμβάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος,
602καθ’ ὃν χρόνον ἐπέρχεται ἡ ἀφαίρεσις αὐτοῦ. Διότι πολλάκις
603εἰς τὰς πλείστας περιστάσεις εἶναι αὐτὴ ἡ μερικὴ τῆς ἰδιο-
604κτησίας ἀφαίρεσις, ἥτις ἐπέφερε τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας τῆς
605σχετικῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ὁ ἀξιῶν τὴν τοιαύ-
606την ἀξίαν εὕρηται οὗτος ἐν πλάνῃ ὡς πρὸς τοῦτο. Λησμονεῖ
607ὅτι ἡ ἀφαιρεθεῖσα ἰδιοκτησία του δὲν θὰ εἶχε τὴν αἰτουμένην
608ἀξίαν, ἂν δὲν ἐλάμβανε χώραν ἡ ἀφαίρεσις ἢ μᾶλλον δὲν
609ἐπραγματοποιεῖτο ὁ σκοπός, δι’ ὃν ἡ ἀφαίρεσις. Καὶ ἡ τοιαύ-
610τη τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας αὔξησις ἐπέρχεται οὐχὶ κἂν
611ἅμα πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος, ἀλλ’ ἔρχεται εὐθὺς ἀ-
612μέσως, ἀφ’ ἧς τοῦτο γνωσθῇ. Ἂν λόγου χάριν σήμερον λη-
613φθῇ μία ἀπόφασις ὅτι θὰ κτισθῇ τὸ δικαστικὸν μέγαρον εἰς
614ὡρισμένην περιφέρειαν, ἡ περιφέρεια ἐκείνη δὲν μένει μὲ τὴν
615αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὶν ἢ ληφθῇ ἡ τοιαύτη ἀπό-
616φασις. Ἀμέσως καὶ πρὶν ἢ ἀφαιρεθῇ τὸ κτῆμα, θὰ λάβῃ οὐ-
617σιώδη αὔξησιν ἡ τιμὴ τοῦ μέρους ἐκείνου, διότι πάντως θὰ
618ἀναλογισθῶσι ποίας ἀνάγκας θὰ ἔχῃ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ μέ-
619ρος ἐκεῖνο, πόσοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πρέπει νὰ κα-
620τοικήσωσιν εἰς τὸ μέρος αὐτό, πόσοι θὰ εἶναι οἱ συχνάζοντες
621εἰς τὰ δικαστήρια. Καὶ εὐθὺς μόλις ληφθῇ ἡ ἀπόφασις διὰ
622τὴν ἀνοικοδόμησιν δικαστικοῦ μεγάρου, εὐθὺς βεβαίως θὰ ἐ-
623πέλθῃ μία ὡρισμένη ὕψωσις. Ὁ ἰδιοκτήτης ὅταν τῷ ἀφαι-
624ρεῖται τὸ κτῆμα ὄντως δὲν λαμβάνει τὴν ἀξίαν ἐκείνην, τὴν
625ὁποίαν εἶχε τὸ κτῆμά του, καθ’ ἣν στιγμὴν τῷ ἀφαιρεῖται,
626ἀλλ’ ὁ διὰ τοῦτο παραπονούμενος ἰδιοκτήτης λησμονεῖ ὅτι τὸ
627κτῆμά του εἶχε πολὺ ὑποδεεστέραν ἀξίαν πρὸ τῆς ἀφαιρέ-
628σεως καὶ μόνον ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀφαιρέσεως ἔλαβε τὴν
629μείζονα ἀξίαν. Εἰς τοῦτο δὲ καὶ παλαιότερος νόμος, περὶ ὁ-
630δοποιΐας νομίζω, ἀποβλέπων καθώριζε τὴν ἀποζημίωσιν οὐχὶ
631ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ κτῆμα κατὰ τὴν
632ἀφαίρεσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέσης ἀξίας τὴν ὁποίαν
633εἶχε κατὰ τὰ τρία τελευταῖα πρὸ ταύτης ἔτη. Ὑπῆρξαν ἐν
634τούτοις καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας διὰ τὴν στέρησιν
635τῆς ἰδιοκτησίας ἐκ διαφόρων καὶ ποικίλλων λόγων, δὲν ἀπε-
636δόθη πραγματικῶς ἡ ἀξία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ὄν-
637τως νὰ λάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης, δὲν ἀπεδόθη ἡ ἀξία τὴν ὁποίαν
638πραγματικῶς ἐζημιώθη οὗτος, στερηθεὶς τῆς ἰδιοκτησίας του.
639Τοῦτο εἶναι γνωστὸν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀμφισβητήσωμεν
640ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡμολογήθη δὲ παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι
641ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐφαρμόσουν τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Ἀποδε-
642χόμενοι τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς θεσμὸν οὐσιώδη τοῦ
643κοινωνικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν
644τί συνέβη ἢ πρόκειται νὰ συμβῇ διὰ μίαν ὡρισμένην περίπτω-
645σιν, ὡς εἶναι ὁ ἀγροτικὸς νόμος, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν
646καὶ ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὡς ἐντελῶς προσωρινὴν, ὡς ἐντελῶς
647μεταβατικήν. Δὲν δύναται τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τῆς ὀφειλο-
648μένης προστασίας εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας νὰ ἀφή-
649σωμεν νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς ὡρισμένης ταύτης περιπτώσεως,
650ἡ ὁποία ὄχι μόνον ἐντελῶς μεταβατικὴ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὡς
651ἐλέχθη ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀποτελεῖ μίαν νόμι-
652μον ἐπανάστασιν, διὰ τοῦ νόμου ἐπανάστασιν. Τὴν ἰδιοκτησίαν
653θὰ προστατεύσωμεν καὶ ὀφείλομεν νὰ τὴν προστατεύσωμεν
654ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει
655τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν περὶ αὐτῆς ὡς
656θεσμοῦ οὐσιώδους τοῦ κοινωνικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος. Διὰ
657τοῦτο δὲν δυνάμεθα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀμφισβητήσωμεν εἰς
658τὸν ἰδιοκτήτην ὅτι ἐν περιπτώσει στερήσεως ταύτης πρέπει
659νὰ λάβῃ πλήρη τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰ ἀνα-
660πτυχθέντα θὰ εἶχεν, ἂν δὲν τῷ ἀφῃρεῖτο ἡ ἰδιοκτησία. Ποία
661δὲ εἶναι ἡ ἀποζημίωσις αὐτή, βεβαίως δὲν πρόκειται οὔτε γε-
662νικῶς νὰ καθορίσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος. Ταύτης ὁ προσ-
663διορισμὸς εἶναι, ὡς εἶπον, ζήτημα νόμου καὶ ἐν ἑκάστῃ δεδο-
664μένῃ περιπτώσει τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ, ὅστις διὰ τὴν ἐ-
665φαρμογὴν τοῦ νόμου ὀφείλει καὶ νὰ παρακολουθῇ τὰς κοινω-
666νικὰς συνθήκας καὶ νὰ τὸν ἐφαρμόζῃ ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε
667παρουσιαζομένων κοινωνικῶν συνθηκῶν. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ
668καὶ τὸ σπουδαιότερον ἔργον τοῦ δικαστοῦ. Καὶ ἂν ὁπωσδήποτε
669ὑπολείπεται ἡ Δικαιοσύνη τῆς Ἑλλάδος, ὑπολείπεται πρὸ
670παντὸς διότι οἱ δικασταί μας νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ ζήσουν
671κεχωρισμένως ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν, θεωροῦν ὅτι δύνανται νὰ
672θιχθῶσιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἂν ἔλθωσιν εἰς
673μείζονα ἐπαφὴν πρὸς τὰς διαφόρους κοινωνικὰς σχέσεις. Ἤ-
674κουσά ποτε λίαν διακεκριμένον καὶ ἄκρως εὐσυνείδητον δικα-
675στήν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔλεγεν ὅτι ἀποφεύγει καὶ τὰς μᾶλλον στε-
676νὰς κοινωνικὰς συναναστροφάς, διότι ἐφοβεῖτο ὅτι θὰ ἠδύνατο
677νὰ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν ἄν τις τῶν οὕτω συνδεομένων
678μετ’ αὐτοῦ ἤρχετο ἡμέραν τινὰ διάδικος ἐνώπιόν του. Τὸ πα-
679ρήγορον εἶναι ὅτι τοῦτο παρατηρεῖται οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν,
680ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, παρ’ ἡμῖν δὲ μόνον νὰ καθίσταται
681καὶ ἐξ ἄλλων λόγων οὐσιωδεστέρα ἡ ἔλλειψις αὕτη τῶν δι-
682καστῶν, εἶναι δὲ κατὰ τοῦτο ἄξιον προσοχῆς τοῦτο, καθόσον
683ὁ δικαστὴς ἐφαρμόζων τὸ δίκαιον, πλάττει δίκαιον, καὶ τοῦτο
684πρέπει νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς κοινωνικὰς τοῦ Τόπου συν-
685θήκας.
686Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ὡς εἶπον, διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ
687καθορίσωμεν τὴν ἐν ἑκάστῃ δεδομένῃ περιπτώσει ἀποζημίω-
688σιν, οὔτε κἂν τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς γενικῶς θὰ προσδιορι-
689σθῇ αὕτη. Διὰ τοῦ Συντάγματος θὰ καθορίσωμεν τὴν ἀρχήν,
690τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ θέσῃ ἡ Πολιτεία προκειμένου περὶ τῆς
691προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας ἐν περιπτώσει καθ’ ἥν αὕτη ἀ-
692φαιρεθῇ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας. Καὶ ἡ ἀρχὴ
693αὕτη δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη διὰ τοὺς ἀναγνωρίζοντας τὸν
694θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς ἀτομικὸν δικαίωμα ἢ ὅτι ἐν πε-
695ριπτώσει τοιαύτης στερήσεως πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἰδιο-
696κτήτην τὸ ἰσότιμον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχεν ἂν δὲν συνέτρεχεν ἡ
697περίπτωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν ἀνάγκην τῆς στε-
698ρήσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Λέγει τοῦτο τοῦ Συντάγματος τὸ προ-
699σχέδιον ὡς ἔχει; Ἐγὼ νομίζω ναί. Ὅταν λέγει «ἀποζημίω-
700σις», οὐδεὶς νομικός, οὐδεὶς κοινωνικὸς ἄνθρωπος δύναται νὰ
701φαντασθῇ ὅτι ὁ ὅρος οὗτος δὲν σημαίνει τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω
702ὁριζόμενον ἰσάξιον. Τοῦτο σημαίνει. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐγένετο
703ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ χειρισμὸς τοιοῦτος τοῦ ὅρου τού-
704του, ὥστε νὰ θεωρήσωμεν ὅτι δὲν ἐκφράζει πλέον ἐκεῖνο τὸ
705ὁποῖον πράγματι ἐκφράζει. Ἐγένετο ἐφαρμογὴ τοῦ ὅρου τού-
706του εἰς δεδομένας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πράγματι
707δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἔννοιαν αὐτοῦ καὶ
708δι’ αὐτὸ ἐγεννήθη ἀμφιβολία ἂν πρέπει νὰ διατηρηθῇ ὁ ὅρος
709οὗτος ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι ὡς εἶχεν ἐν τοῖς παλαιοτέροις.
710Καὶ ζητεῖται παρὰ πολλῶν νὰ ἀποσαφισθῇ εἰδικώτερον ὁ ὅ-
711ρος «ἀποζημίωσις» διὰ τῆς προσθήκης εἴτε «πλήρης ἀποζη-
712μίωσις» ἢ «δικαία» ἢ «ἀνάλογος». Νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα
713νὰ φθάσωμεν εἰς κοινὴν συμφωνίαν, ἂν δηλωθῇ ὅτι λέγοντες
714ἀποζημίωσιν ἐννοοῦμεν τὴν ἀποζημίωσιν, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν
715ὁποίαν ἐξέθηκα. Ἀντικατάστασιν δι’ ἴσης ἀξίας, τῆς ὁποίας
716στερεῖται ὁ ἰδιοκτήτης, συνεπείᾳ τοῦ γεγονότος ἐκ τοῦ ὁποίου
717ἐπέρχεται ἡ ἀφαίρεσις. Τοῦτο θὰ ἐγένετο διὰ δηλώσεως ἑρ-
718μηνευτικῆς ὡς πρὸς τὴν τοιαύτην ἔννοιαν τοῦ ὅρου «ἀποζη-
719μίωσις». Ἄλλως δέον νὰ δεχθῶμεν τὸν ὅρον «πλήρης ἀπο-
720ζημίωσις» ὅπως καθησυχάζωμεν τὰς ἐγερθείσας ἀμφιβολίας
721καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ μεταξὺ ἡμῶν.
722Ἕτερον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκράτησαν ἀμφιβολίαν εἶναι
723ὁ τρόπος ἢ μᾶλλον ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ ὁρίσῃ τὴν ἀποζημίω-
724σιν. Εἰς τὰ παλαιότερα Συντάγματα, ὡς γνωρίζετε, τὰ πρὸ
725τοῦ 1911, οὐδὲν περὶ τούτου ὡρίζετο. Τὰ παλαιότερα Συν-
726τάγματα ὥριζον μόνον ὅτι «οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας
727αὐτοῦ εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁ-
728ρίζει, πάντοτε δὲ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν». Οὐδὲν
729δ’ ὡρίζετο ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ἥτις θὰ καθώριζε τὴν ἀπο-
730ζημίωσιν. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι πρὸ τοῦ 1911 ἡ ἀποζημίω-
731σις ἡ ὀφειλομένη καθωρίζετο ἀρχικῶς διὰ τῆς διοικητικῆς
732ὁδοῦ. Ἀλλ’ εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους ὅπου ἡ ἀποζημίωσις
733—διότι τὰ ἔργα αὐτὰ ἐπολλαπλασιάσθησαν—ὅπου ἡ ἀξία τῶν
734κτημάτων ἀπέβη πολὺ μεγαλυτέρα καὶ μείζονα ἐκίνησε τὴν
735προσοχὴν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα
736τῆς μείζονος καὶ κατὰ τοῦτο ἀσφαλείας. Μείζονα δὲ ἀσφά-
737λειαν διὰ τὸν λαὸν παρέχει ἡ δικαστικὴ ὁδός. Δὲν εὑρίσκω
738ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν ἀσφά-
739λειαν ταύτην, σήμερον ὅταν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶ-
740ναι δυνατὸν ὁ καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης εἰς ὡ-
741ρισμένας περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει ἐπείγουσα
742ἀνάγκη πάλιν δικαστικῶς νὰ καθορισθῇ ἐντελῶς διὰ προχεί-
743ρου διαδικασίας, ὡς προέβλεπε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
744Ἐφόσον λοιπὸν πρόκειται νὰ προβλέψωμεν γενικῶς περὶ τῆς
745ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μίαν ἐξαιρετικὴν πε-
746ρίστασιν, ἡ ὁποία κυρίως προκαλεῖ ἐδῶ τὴν διάστασιν, τὴν
747τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, οὐδένα ἔχομεν λόγον νὰ μὴ παράσχω-
748μεν τὴν πίστιν καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐν-
749νοεῖ νὰ προστατεύσῃ πλήρως καὶ δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων
750τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν ὡς
751τὴν μόνην ἁρμοδίαν νὰ καθορίσῃ τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίω-
752σιν. Ἀλλ’ οὕτω προστατευομένης τῆς ἰδιοκτησίας τί θὰ γίνῃ,
753λέγουσιν, ὁ ἀγροτικὸς νόμος; Καὶ ἐγὼ πρὸ παντὸς θὰ ἀ-
754παντήσω ὅτι ὁ ἀγροτικὸς νόμος ἔχει κυρίως ἀνάγκην τῆς
755προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας. Πῶς θὰ εἴπητε ὅτι ἀποκαθι-
756στᾶτε τὸν ἀκτήμονα ἰδιοκτήτην, πῶς τῷ παρέχετε κλῆρον
757ἰδικόν του, χωρὶς νὰ ἀσφαλίζητε εἰς αὐτὸν πλήρως τὴν πα-
758ρεχομένην ἰδιοκτησίαν; Πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ οὗτος τὴν πεποί-
759θησιν ὅτι ἀναγνωρίζεται ἡ ἰδιοκτησία ὅτι προστατεύεται
760αὕτη, διότι τότε θὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ἔχει ὄντως τὸν λαχόντα
761αὐτῷ κλῆρον. Διότι, ἐφόσον εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον δὲν ἀσφαλί-
762σετε τὸν ἀκτήμονα διὰ τὸ μέλλον, δὲν τῷ παρέχετε τίποτε.
763Καὶ μάλιστα θὰ ἔλεγον κάτι τι περιπλέον δι’ αὐτόν. Ὄχι μό-
764νον νὰ τὸν ἀσφαλίσωμεν κατὰ πάσης ἐνδεχομένης ἀφαιρέσεως
765συνεπείᾳ περιστάσεων κοινῶν διὰ πάντας, ὡς ἐν περιπτώσει
766κοινῆς ἀνάγκης ἢ ὠφελείας, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν προστατεύ-
767σωμεν ἀπέναντι περιστάσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφεώρων αὐτὸν τὸν
768ἴδιον. Πρέπει νὰ τῷ ἀσφαλίσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτὴν καὶ
769κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκ-
770ποιῇ ταύτην, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, συνεπείᾳ ὑποχρεώ-
771σεων ἃς ἀνέλαβε καὶ αἵτινες ἄγουσιν εἰς τὸ νὰ ἐκποιηθῇ
772παρ’ ἄλλου ἡ παραχωρηθεῖσα αὐτῷ ἰδιοκτησία.
773§26Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Προνοεῖ ὁ νόμος.
774§27Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
775Πῶς προνοεῖ;
776§28Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐπὶ μίαν δεκαετίαν.
777§29Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
778Ἀλλὰ κατόπιν; Πρέπει, ὡς συμβαίνει καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ κα-
779θιερώσωμεν τὸ ἀκατάσχετον ὡς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τού-
780τους. Ἀλλ’ ἵνα καταστῇ τοῦτο δυνατὸν ἀνάγκη νὰ παρασχε-
781θῶσιν εἰς τοῦτον καὶ τὰ ἀπαιτούμενα μέσα ὅπως μὴ περιέλθῃ
782εἰς τὴν ἀνάγκην ἐκποιήσεως καὶ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν
783διὰ τὸν ὁποῖον παρεχωρήθη εἰς αὐτὸν ἡ ἰδιοκτησία. Ἀλλὰ θὰ
784μοὶ εἴπητε ὅτι διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τοῦτο, νὰ ἀσφαλίσωμεν
785τὸν μικρὸν ἰδιοκτήτην, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν
786διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, πρέπει προηγουμένως νὰ ἀφαιρέσω-
787μεν τὴν γῆν αὐτὴν ἀπὸ τὸν μεγάλον ἰδιοκτήτην διὰ νὰ τὴν
788παραχωρήσωμεν εἰς αὐτόν. Καὶ ὅταν κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς
789ὁποίους καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἰδιο-
790κτησίας συμβῇ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἰδιο-
791κτησίαν ἀπὸ τὸν μεγάλον ἰδιοκτήτην διὰ νὰ ἀποκαταστήσω-
792μεν τοὺς ἀκτήμονας εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας, τί θὰ κάμωμεν;
793Ἀληθῶς ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ εὑρεθῇ εἰς μίαν τοιαύτην
794περίστασιν, εὑρίσκεται εἰς μίαν σύγκρουσιν τῶν καθηκόντων,
795τὰ ὁποῖα ἔχει. Ἡ σύγκρουσις τῶν καθηκόντων τοῦ Κράτους
796παρίσταται ὑπὸ τὴν ἑξῆς μορφήν. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ σε-
797βασθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ὀφείλει ἐπίσης καὶ νὰ ἀποκα-
798ταστήσῃ τὸν ἀκτήμονα καὶ ἀναντιρρήτως ὀφείλει τοῦτο, ὡς
799ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης οὐχὶ ἤδη κατὰ πρώτην
800φοράν, ἀλλὰ πολλάκις, κατὰ διαφόρους περιστάσεις καὶ παρ’
801ὅλων τῶν κομματικῶν μερίδων. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτη-
802μόνων καλλιεργητῶν δὲν εἶναι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς
803οἰκονομίας ἐπιβαλλομένη. Ἠμφισβητήθη μάλιστα κατὰ τὰς
804ἀγορεύσεις διαφόρων ἐνταῦθα, ἂν προήχθη ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος
805διὰ τῆς καλλιεργείας παρὰ τῶν ἀποκατασταθέντων ἢ τοὐ-
806λάχιστον ἂν δὲν ἠλαττώθη. Δὲν ὑπάρχουν ἐπίσημοι στατιστι-
807καὶ ἵνα γνωσθῇ ἀσφαλῶς τί ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχον,
808νομίζω ὅτι δὲν ἐπέστη ἀκόμη ὁ προσήκων χρόνος ὅπως κριθῇ
809ἂν ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ ἐβελτιώθη ἀφ’ ἧς τὰ κτήματα περι-
810ῆλθον εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς ἢ ἠλαττώθη. Τὰ
811ἀποτελέσματα μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνι-
812κῆς οἰκονομίας δὲν δύνανται νὰ ἐπέλθουν αὐτοστιγμεί, ἀφ’ ἧς
813ἔλαβε χώραν ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων. Εἶναι ἀνάγκη
814πρὸ παντὸς ἐν ταυτῷ καὶ νὰ ἀποκτήσωσι τὰ μέσα τῆς πραγ-
815ματικῆς καλλιεργείας τοῦ κτήματος καὶ διὰ τῶν ὁποίων
816νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀναπτύξωσι τὴν ἰδιάζουσαν ἱκανότητά των.
817Σήμερον οἱ μικροὶ καλλιεργηταὶ δὲν γνωρίζουσιν ἀκόμη οὐδὲ
818καὶ ποῖον κλῆρον ὡρισμένον ἔχουσι, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν,
819ἡ Πολιτεία δὲν ἐπήρκεσεν ἵνα πραγματικῶς καὶ ὁριστικῶς
820ὁρίσῃ τὸν κλῆρον ἑκάστου τῶν ἀποκατασταθέντων. Δὲν δυ-
821νάμεθα λοιπὸν ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νὰ ἐλέγξωμεν ἀκόμη
822τὴν πολιτικὴν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατὰ τοῦτο ἤθελον ἀπο-
823τύχει, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν ἡ
824ὁποία ἐφηρμόσθη διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου; Ἀπέβλεπον εἰς
825τοῦτο καὶ μόνον ἀποκλειστικῶς; Ἀναντιρρήτως ὄχι. Διὰ τῆς
826ὑποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἐσκοπεῖτο
827πρὸ παντὸς ἡ βελτίωσις τῶν ὅρων τοῦ βίου τούτων καὶ ἡ συ-
828νεπεία τούτου ἐπαύξησις τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, ἐπὶ
829τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ ὑφιστάμενον κοινωνικὸν
830καθεστώς. Τοῦτο ἀπετέλει κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ ἐπιτα-
831κτικωτέρα κατέστη μετὰ τὸ ἐθνικὸν ἀτύχημα, συνεπείᾳ τοῦ ὁ-
832ποίου εἰς τοὺς γηγενεῖς ἀκτήμονας καὶ νέοι προσετέθησαν.
833Ἂν πάντες οὗτοι ἔμενον ἄνευ ἀποκαταστάσεως, δὲν γνωρίζω
834ἂν θὰ ὑπῆρχεν οἱονδήποτε καθεστώς. Ἡ ἀποκατάστασις λοι-
835πὸν τῶν ἀκτημόνων, εἴτε γηγενῶν, εἴτε ἔξωθεν ἐρχομένων,
836ἦτο μία ἐκπλήρωσις κοινωνικῆς ἀνάγκης, ὄχι ἁπλῆς κοινω-
837νικῆς ὠφελείας, διὰ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ἦτο ἀνάγ-
838κη κοινωνικὴ πρὸς συντήρησιν τοῦ συνόλου. Καὶ ὅταν εὑρι-
839σκώμεθα ἀπέναντι μιᾶς ἀνάγκης καὶ ἀπέναντι ἑνὸς καθήκον-
840τος προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας, οὐδεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
841ἀμφιβάλῃ ὅτι πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀνάγ-
842κην, ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ θυσιάσῃ μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν
843ὁποίαν εἶχεν ἀπέναντι μιᾶς ὡρισμένης τάξεως πολιτῶν τῶν
844λεγομένων ἰδιοκτητῶν.
845§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
846Ἀπολύτως σύμφωνοι.
847§31Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
848Δὲν θὰ ἐδίσταζεν ἐν οὐδεμιᾷ στιγμῇ νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἀλλὰ
849— θὰ προσθέσω ἓν ἀλλά, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ὁ κ. συνά-
850δελφος, ὁ ὁποῖος τόσον ἐξεδήλωσεν ὅτι εἶναι σύμφωνος μαζί
851μου — δὲν θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος, διότι εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς
852παραβλέψεως ἑνὸς καθήκοντος πρέπει νὰ προβαίνῃ ἡ Πολι-
853τεία ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύ-
854νατο νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην ἄνευ προσβολῆς ἑτέρας ὑπο-
855χρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι κα-
856θιστῶμεν κοινωνικὸν εἴτε κρατικὸν καθεστὼς στερεὸν ὅταν
857νομίζωμεν ὅτι δυνάμεθα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἀφαρπάζωμεν
858μίαν περιουσίαν διὰ νὰ θεραπεύσωμεν μίαν ἀνάγκην χωρὶς νὰ
859ἐξαντλήσωμεν ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν
860νὰ μὴ παραβῶμεν τὸ ἕτερον καθῆκον. Ἑκάστη Κοινωνία, ἑ-
861κάστη Πολιτεία πολλάκις εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκας. Ὅταν ἡ
862Πολιτεία εὑρίσκεται εἰς πόλεμον καθ’ ἑτέρας, εἶναι ἠναγκα-
863σμένη καὶ στερήσεις ἰδιοκτησίας νὰ προκαλέσῃ καὶ ἄλλας
864νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας. Εἶναι ὁ ἐχθρὸς ὁ ὁποῖος καταλαμβάνει
865τὴν πόλιν καὶ προξενεῖ διαφόρους ζημίας καὶ ἀντιθέτως ἡ
866κατ’ αὐτοῦ ὑπεράσπισις τῆς πόλεως ἐπιφέρει ἄλλας ζημίας
867εἰς ἰδιωτικὰς περιουσίας. Νομίζετε ὅτι ἡ Πολιτεία ἐκείνη
868ὅταν διαφύγῃ τὸν κίνδυνον ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἂν
869εἴπῃ ὅτι πρὸ ὑπερτάτης ἀνάγκης εὑρεθεῖσα, ἀφήρεσε τὴν ἰδιο-
870κτησίαν σου καὶ σὲ ἐστέρησεν οἱασδήποτε ἀποζημιώσεως; Εἰς
871οὐδεμίαν Πολιτείαν, ἡ ὁποία ἔχει συνείδησιν ἑαυτῆς, συνεί-
872δησιν τῶν καθηκόντων της, συνείδησιν τοῦ δικαίου, ἐκράτησάν
873ποτε τοιαῦται ἀρχαί. Τοὐναντίον ὅλως καὶ νόμοι εἰδικοὶ ἐ-
874γένοντο, διὰ τῶν ὁποίων ἐλήφθη πρόνοια καὶ ἐδόθη ἡ προ-
875σήκουσα ἀποζημίωσις καὶ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας. Καὶ
876δύναμαι νὰ εἴπω ἀκόμη ὅτι καὶ ἐφόσον δὲν ἐγένοντο νόμοι
877ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀρχῶν, τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ
878εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης τῆς ἀνω-
879τέρας βίας ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ μὴ διστάσαντες νὰ ὑποστηρί-
880ξωσιν ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι ὑποχρεωμένη πρὸς ἀποζημίωσιν
881καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουν εἰδικοὶ νόμοι καθιεροῦντες τοιαύτην ὑ-
882ποχρέωσιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν διαπρεπέστερον ἴσως νομο-
883μαθῆ καὶ φιλόσοφον τοῦ λήξαντος αἰῶνος, τὸν συγγραφέα τοῦ
884Πνεύματος τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι, ἂν τὸ
885Κράτος ἐν πολέμῳ διατελῶν, διότι ἔτυχεν ὡρισμένη πόλις
886νὰ εἶναι ἡ πολιορκουμένη, ἀφήρεσε τὴν περιουσίαν, κατέστρε-
887ψε τὴν περιουσίαν πολιτῶν τινῶν διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν πό-
888λιν, ἂν εἴπῃ ὅτι ἔκαμεν αὐτὸ διότι εὑρίσκετο ἐν ἀνάγκῃ καὶ
889ἀρνεῖται νὰ παράσχῃ τὴν δυνατὴν ἀποζημίωσιν, θὰ ὡμοίαζε
890πρὸς τὸν λήσταρχον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται κάπου καὶ
891ἁρπάζει ὅ,τι εὑρίσκει, διότι καταδιώκεται ἀπὸ οἱονδήποτε τυ-
892χόντα καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ σωθῇ, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς προξε-
893νουμένας καταστροφάς. Ἀλλ’ ἓν Κράτος δὲν δύναται νὰ πρά-
894ξῃ ποτὲ τοιοῦτόν τι. Δὲν δύναται τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν κοι-
895νὴν σωτηρίαν, νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς βάρος μόνον ὡρισμένων
896προσώπων ἐν ὅλῳ. Καὶ διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν ἀγροτικὸν
897νόμον δυνάμεθα νὰ παρακάμψωμεν τὴν ὀφειλομένην προστα-
898σίαν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, ὅταν εἶναι ἀνάγκη καὶ ἐφόσον ὑφί-
899σταται τοιαύτη, ἀλλ’ οὐχὶ ἀδικαιολογήτως καὶ εἰκῆ καὶ ὡς
900ἔτυχε. Δὲν ὑποστηρίζω ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ὅτι πρέπει νὰ
901καθυστερήσωμεν τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει τὴν
902ἀνάγκην ταύτην ἱκανοποιοῦντες νὰ ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὰς
903ἐπιγενομένας ἐντεῦθεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ζημίας. Εἶναι ἐπι-
904βεβλημένον τὸ Κράτος, τὴν ἰδιοκτησίαν σεβόμενον, νὰ προσπα-
905θήσῃ νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα πρὸς τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀρτιω-
906τέραν ταύτης ἱκανοποίησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς μεταβα-
907τικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν διὰ
908τοῦ Συντάγματος. Ἔχω πρὸς τοῦτο ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ ἀνάγκη
909αὑτὴ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων κατέστη τόσον ἐ-
910πιτακτική, τόσον ἀναμφισβήτητος μεταξὺ ὅλων, ὥστε καὶ
911αὐτοὶ οἱ ζημιούμενοι, ἐκ τῆς στερήσεως τῶν κτημάτων, ὡς
912τουλάχιστον παρατηρῶ ἐκ τῶν διαφόρων δημοσιεύσεών των,
913διαδηλοῦν ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποστῶσιν οἰκειοθελῶς μέρος
914τῆς ζημίας, τὸ ⅓ τῆς ἀξίας τῆς ἀφαιρουμένης περιουσίας
915των. Ἐφόσον ὑπάρχει μία τοιαύτη δήλωσις, εἶναι βεβαίως
916πρὸς ὄφελος τοῦ ἀγρότου. Ἀνεξαρτήτως τούτου πρέπει νὰ ἐ-
917ξετάσωμεν κατὰ τί δύναται νὰ συντρέξῃ αὐτὸς ὁ ἀγρότης
918διὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀποκατάστασιν. Διότι καὶ δὲν πρέπει νὰ
919ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτὸν ποτὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἄνευ ἀμοιβῆς τι-
920νος παρέχεται εἰς τοῦτον ἡ ξένη ἰδιοκτησία, εἴτε ἐκ φόβου μὴ
921διήρπαζε ταύτην, εἴτε διότι τὸν ἐλεοῦμεν. Ὄχι. Δὲν πρέπει
922ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ γεννήσωμεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀ-
923γρότου τοιαύτην τινα ἰδέαν. Ἡ ἀποκατάστασις αὐτοῦ ἀπο-
924τελεῖ ἔργον προνοίας καὶ δικαιοσύνης, ἀφορῶν οὐχὶ μόνον τὸν
925ἀποκαθιστάμενον ἀγρότην, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολον τοῦ Κράτους.
926Συνέπεια τούτου ἀναγκαία εἶναι ὅτι δέον καὶ τοῦτο νὰ μετάσχῃ
927διὰ τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου, ὡς ἐκπρο-
928σώπου τοῦ συνόλου.
929Αὐταί, κατ’ ἐμέ, κύριοι, αἱ ἀρχαὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ
930τῆς ἀλληλεγγύης τῶν πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπικρα-
931τήσουν διὰ τὴν μεταβατικὴν διάταξιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀγρο-
932τικὸν νόμον. Ἀλλ’ ἡ μεταβατικὴ αὐτὴ διάταξις δὲν πρέπει
933κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἐπηρεάσῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην
934βασικὴν ρύθμισιν τῆς προστασίας τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιο-
935κτησίας. Εἶναι σήμερον πρὸ παντὸς ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν
936ὁποίαν μὲ τόσας διαφόρους ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιά-
937σθησαν εἰς τὴν Κοινωνίαν, ὄχι μόνον τὴν ἰδικήν μας, ἀλλὰ
938παντοῦ μετὰ τὸν πόλεμον παρίσταται ἀνάγκη πρὸ παντὸς καὶ
939διὰ τὰ οἰκονομικά μας γενικώτερον καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ κοι-
940νωνικοῦ καθεστῶτος νὰ διαπιστώσωμεν τὴν πίστιν πρὸς τὴν
941ἰδιοκτησίαν, τὴν πίστιν πρὸς τὸ κεφάλαιον. Ὁμιλῶν περὶ τῆς
942πίστεως τοῦ κεφαλαίου δὲν ἀναφέρομαι προδήλως εἰς τὴν πί-
943στιν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν μετὰ
944πόσας θυσίας ἐφρόντισε πάντοτε νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς
945παρ’ αὐτοῦ ἀναλαμβανομένας ὑποχρεώσεις. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄ-
946ψει τὰ κατὰ τὴν ἀνώμαλον περίοδον ὑπὸ προσωρινῶν καὶ ἀ-
947νευθύνων διαχειριστῶν τιθέμενα εἰς ἐνέργειαν ὑπὸ τύπον νο-
948μοθετικῆς ἐμφανίσεως μέτρα, ὡς π. χ. τὸ γνωστὸν περὶ τῶν
949εἰς χρυσὸν καταθέσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐμειώθη ἡ πίστις τοῦ
950κεφαλαίου πρὸς τὸν Τόπον. Καὶ ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω
951ἐκ συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμον ἄλλοτε μὲ τὸν συνάδελφόν
952μου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅτι θὰ εἰσηγηθῇ μέ-
953τρα ἀσφαλίζοντα τὸ κεφάλαιον ἐν Ἑλλάδι ἀπέναντι τοιούτου
954ἢ ἀναλόγου αἰφνιδιασμοῦ. Δὲν γνωρίζω ποία θεραπεία θὰ εἶ-
955ναι δυνατὸν νὰ δοθῇ καὶ διὰ τὸ παρελθὸν σχετικῶς. Ἀλλὰ
956διὰ τὸ μέλλον θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ληφθῇ πρόνοια ἀσφα-
957λείας. Οὕτω πως διὰ τῆς πλήρους ἀσφαλείας τῆς ἰδιοκτη-
958σίας καὶ τοῦ κεφαλαίου θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ κατα-
959κτήσῃ ὅλην τὴν πίστιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ὄχι
960μόνον ἀπέναντι τῶν ξένων, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν ἰδίων αὐτῆς
961πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἢ τῶν ὁποίων
962τὰ κεφάλαια εὕρηνται ἐκεῖ καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν τοῦ παρελ-
963θόντος ἀνωμαλιῶν δυσπιστοῦντες δὲν σπεύδουσιν εἰς τὴν οἰ-
964κονομικὴν τοῦ Τόπου ἐνίσχυσιν, ἐνῷ πανταχόθεν εἶναι γνω-
965στὸν ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ ἔλθωσιν ὅπως καὶ διὰ τῆς πείρας
966των καὶ διὰ τῶν κεφαλαίων των τὰ ὁποῖα κατέχουσι καὶ διὰ
967τῶν γνώσεών των δυνηθῶμεν νὰ ἀποτελέσωσι καὶ οὗτοι ἐνεργὰ
968καὶ σπουδαῖα στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας.
969§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει
970τὸν λόγον.
971§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
972Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, θὰ προ-
973σπαθήσω τοὐλάχιστον, δὲν θὰ ἐλάμβανον δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν
974τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ἄν, ὡς λέχθη ἀπὸ τὸν
975συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πολλοὶ ἐκ τῶν προαγο-
976ρευσάντων συναδέλφων δὲν ἠξίουν πεισμόνως ἀπὸ τοὺς ἀρχη-
977γοὺς τῶν κομμάτων νὰ καθορίσουν τὰς ἀπόψεις των, ὅπως
978γνωρίζῃ ἡ Κοινωνία ἂν πρόκειται νὰ προστατευθῇ εἰλικρινῶς
979τοῦ λοιποῦ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰδιοκτησίας ἢ πρόκειται νὰ ἐξακολου-
980θήσῃ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὑπονομευομένη, ὡς ὑπενομεύθη, κατὰ τὴν
981γνώμην των ἐννοεῖται, κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τῶν νομοθετι-
982κῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων. Τὰ κόμματα, κύριοι, προσπαθή-
983σαντα νὰ συμβάλλουν διὰ τῶν προτάσεών των εἰς τὴν ἀρτιω-
984τέραν τοῦ πολιτεύματος διαρρύθμισιν δὲν εἶχον κανένα λόγον
985ἀμέσου ἀναμίξεως εἰς τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις, μὴ φε-
986ρούσας, ὡς γνωστόν, χρειὰν πολιτικήν, οὐδὲ εἶχον ὡσαύτως
987λόγον νὰ παρεκκλίνουν ἐκ τοῦ κανόνος τούτου, κατὰ τὴν συ-
988ζήτησιν τοῦ ἄρθρου περὶ ἰδιοκτησίας. Τὸ Σύνταγμα βεβαίως
989οὔτε κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, οὔτε κατὰ τὴν γνώμην ἄλ-
990λου τινὸς ἐπιτρέπεται ἢ δύναται νὰ εἶναι κατασκεύασμα τε-
991λείως ἀφηρημένον καὶ ἀχρωμάτιστον καὶ κατ’ ἀνάγκην, εἴτε
992θέλομεν εἴτε δὲν θέλομεν θὰ φέρῃ τὴν ἐπίδρασιν τῶν χρόνων,
993εἰς τοὺς ὁποίους ζῶμεν καὶ τῶν ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι κρατοῦν κατ’
994αὐτούς. Ἡ διατύπωσις ὅμως τοῦ Συντάγματος δύναται καὶ ὀ-
995φείλει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέρα, ὅπως μὴ παρίστα-
996ται ὁ θεμελιώδης νόμος ὡς ἐνσάρκωσις μονομερὴς ἰδεῶν μιᾶς
997μόνης πτέρυγος καὶ ἀφίνει ὅλον τὸν ἀναγκαῖον χῶρον ἐλευθέ-
998ρας ἀναπτύξεως τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος παντὸς κινου-
999μένου ἐντὸς τοῦ πολιτειακοῦ καθεστῶτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λό-
1000γος διὰ τὸν ὁποῖον ἐκρίθη πάντοτε ὡς ἀναγκαία ἡ κομματικὴ
1001οὕτως εἰπεῖν οὐδετερότης κατὰ τὰς συνταγματικὰς συζητή-
1002σεις καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἐτηρήθη καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὰς πρώ-
1003τας συνεδριάσεις. Βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτι-
1004κῶν Φιλελευθέρων ὑπέβαλλον τὴν πρότασιν περὶ τῶν ὑπο-
1005χρεώσεων τῆς ἰδιοκτησίας καὶ φίλοι τοῦ ἰδίου κόμματος κα-
1006τεφέρθησαν σφοδρότατα ἐναντίον τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ὁ-
1007μοία ἀναμφιβόλως ἐξεδηλώθη ἀνεξαρτησία γνώμης καὶ εἰς
1008τὰς τάξεις τῶν λοιπῶν κομμάτων. Ἀλλ’ ἡ φύσις τοῦ ζητή-
1009ματος καὶ ὁ συνδυασμὸς αὐτοῦ πρὸς τὸ ἄρθρον 119 μετετόπι-
1010σε βαθμηδὸν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦ συνταγματικοῦ ἐδάφους
1011εἰς τὸ πολιτικόν, ἀπὸ τῆς θεωρητικῆς συζητήσεως εἰς τὴν
1012πρακτικήν. Καὶ ἐνετόπισεν αὐτὴν ἐν τέλει εἰς συζήτησιν ἐπὶ
1013τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος καὶ τῆς ὀφειλομένης εἰς τοὺς ἰδιο-
1014κτήτας ἀποζημιώσεως.
1015Κατόπιν τούτου τὰ κόμματα μοιραίως παρεσύρθησαν καὶ
1016παρεσύρθησαν ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην μέχρι τοῦ βήματος ἐγ-
1017γίζοντες ἤδη εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως. Θὰ ἦτο ἴσως
1018χρήσιμον νὰ ἀνασκοπήσωμεν δι’ ὀλίγων ὅσα κατὰ τὴν συζή-
1019τησιν ἐλέχθησαν ὅπως προσδιορίσωμεν ἀκριβέστερον τὰς με-
1020ταξὺ ἡμῶν τῶν συγκεκροτημένων κυρίως κομμάτων θεωρη-
1021τικὰς καὶ πρακτικὰς διαφορὰς καὶ εἴδομεν κατὰ πόσον ἡ διά-
1022στασις αὕτη ἔχει τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔκτασιν, τὴν κοινῶς
1023νομιζομένην. Διαφοραὶ βεβαίως ὑπάρχουν, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν
1024νὰ συμβαίνῃ ἄλλως. Συμφέρει ὅμως νὰ ἴδω ἐπὶ τῶν πραγμά-
1025των καὶ μόνον βασιζόμενος ἐὰν αἱ διαφοραὶ εἶναι διαφοραὶ οὐ-
1026σιώδεις ἢ διαφοραὶ ἐπιφάσεως. Ἡ θεωρητική, κύριοι, συζή-
1027τησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ θεσμοῦ προέκυψε, κυρίως ἐκ τῆς
1028καινοφανοῦς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἰωαννίνων συναδέλ-
1029φου, προτάσεως καθιερούσης εἰς κανόνα τὰς κοινωνικὰς τῆς
1030ἰδιοκτησίας ὑποχρεώσεις. Ἡ συγκίνησις καὶ ὁ σάλος ὁ ἐκ
1031τῆς προτάσεως ταύτης προκληθεὶς ἔξω τῆς Βουλῆς εἰς τὴν
1032ἀρχήν, μετεδόθη εὐθὺς ἀμέσως καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔ-
1033δωκεν ἀφορμὴν εἰς μακρὰς περὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰδιοκτησίας
1034ἀναπτύξεις. Ἀλλὰ τί προέκυψεν ἐκ τῆς συζητήσεως; Προέ-
1035κυψε μήπως ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ὑπάρχουν ἐχθροὶ ἐλλο-
1036χεύοντες κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ πρόμαχοι αὐτῆς, ἀναγνω-
1037ρίζοντες τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ θεσμοῦ. Ὅσον ἐγὼ τουλάχι-
1038στον ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, οὐδεὶς ἄχρις ὥρας ἐνεφανίσθη
1039ἀπολύτως οὐδείς, ὅπως ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν
1040ἡμερῶν μας δύναται νὰ ἐννοηθῇ ὡς δικαίωμα αὐθαίρετον καὶ
1041ἀπεριόριστον, μὴ ὑπαγόμενον εἰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς
1042Κοινωνίας. Πρῶτος ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του ἐφάνη ὁ
1043ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν συνάδελφος, ἀποκλίνων, θὰ ἔλεγον
1044ἐξολισθαίνων, πρὸς νομικὰς ἀντιλήψεις μὴ ἀναγνωριζούσας
1045ἄλλους περιορισμοὺς εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν πλὴν τῶν ὑπαγορευο-
1046μένων ἀπὸ τὸ γενικὸν δίκαιον. Ἐν ἐξελίξει οὐχ ἧττον τῆς
1047ὁμιλίας του ἀπεδείχθη ὅτι καὶ οὗτος δὲν ἀφίσταται τῆς κα-
1048θολικῆς συνειδήσεως καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ
1049εἴπῃ καταλήγων ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ὁσονδήποτε
1050καὶ ἂν εἶναι σεβαστός, ὀφείλει νὰ παρακάμπτεται ἐκεῖ ὅπου
1051αἱ γενικαὶ ἀνάγκαι τὸ ἐπιβάλλουν. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπεστήριξε
1052τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀπηλλαγμένη ὑπο-
1053χρεώσεων. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1054συνάδελφον, ὅτι ἡ τροπολογία παρελήφθη ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ
1055Δικαίου καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται ὅτι ἡ Γερμανικὴ
1056Δημοκρατία δὲν εἶναι μόνον Δημοκρατία πολιτική, ἀλλὰ καὶ
1057Δημοκρατία οἰκονομική, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι συμφυεῖς ρο-
1058παὶ τοιαῦται. Θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ἡ διά-
1059ταξις δὲν περιλαμβάνεται μόνον εἰς τὸ Γερμανικὸν Δίκαιον,
1060τὸ δίκαιον τῶν ριζοσπαστικῶν τάσεων, ἀλλὰ περιλαμβάνεται
1061ἐπίσης εἰς πολίτευμα γειτονικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν ἀ-
1062ποτελεῖ οὔτε οἰκονομικὴν οὔτε πολιτικὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ
1063συντηρητικὴν καὶ βασιλευομένην Ἐπικράτειαν, τὴν Γιουγκο-
1064σλαυϊκὴν Ἐπικράτειαν.
1065§34Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀπὸ τὸ 1921 μάλιστα.
1066§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1067Δοθέντος, κύριοι, ὅτι πάντες ἀνεγνώρισαν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία
1068ὡς ἐξειλίχθη ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ
1069ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν κρατουσῶν ἰδεῶν, εἶναι ὄχι μόνον δι-
1070καίωμα ἀτομικόν, ἀλλὰ καὶ θεσμός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κοινω-
1071νικὸς παράγων ἀσκεῖ οὐσιώδη καὶ ὁσημέραι αὔξουσαν ἐπίδρα-
1072σιν, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τίς ἡ χωρίζουσα ἡμᾶς ἀπόστασις;
1073Ἡ διαφορὰ εἶναι αὐτὴ καὶ μόνον. Ἐὰν θὰ ἔπρεπε τὴν διάτα-
1074ξιν αὐτήν, τὴν μὴ περιέχουσαν ἄλλο τι εἰμὴ ἀναγνώρισιν ὑ-
1075φισταμένης καταστάσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν περιλάβωμεν
1076θαρραλέως εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ θὰ ἔπρεπε ἁπλῶς νὰ τὴν πα-
1077ραμερίσωμεν ἀποκρύπτοντες ἀφ’ ἡμῶν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν.
1078Ὅταν αἱ διχογνωμίαι περιορίζωνται εἰς τοιοῦτον στενὸν κύ-
1079κλον ἡ συνεννόησις ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι δύσκολος, οὔτε θὰ
1080ἐχρειάζοντο μακραὶ συζητήσεις ὅπως φθάσωμεν εἰς τὴν συνεν-
1081νόησιν ταύτην. Ὁ κατατριβεὶς χρόνος ἠναλώθη ἐπὶ τοῦ ση-
1082μείου τουλάχιστον τούτου εἰς μάτην. Ἂς ἴδωμεν ἤδη κατὰ
1083πόσον ἡ ἀνύπαρκτος ἐπὶ τοῦ θεωρητικοῦ ἐδάφους διάστασις
1084ὑφίσταται ἀσυμβιβάστως ἀπὸ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς, ἥτις
1085ἀπετέλεσε καὶ τὸν κύριον τῆς συζητήσεως ἄξονα. Ἡ πατρό-
1086της, κύριοι, τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως ἀνήκει, ἀναμ-
1087φιβόλως, εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον πρῶ-
1088τον συνέλαβεν, ἐθέσπισε καὶ ἐφήρμοσεν αὐτήν.
1089§36Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Θεοτόκης πρῶτος.
1090§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1091Ἐννοῶ συστηματικῶς καὶ δὲν ὡμίλησα περὶ μεμονωμένων
1092μέτρων.
1093Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πατρότης τῆς συστηματικῆς ἀγροτικῆς πολι-
1094τικῆς ἀνήκῃ ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευ-
1095θέρων, ὀφείλει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι καὶ πάντα τὰ λοιπὰ κόμματα
1096ἐνεκολπώθησαν μετὰ προθυμίας τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἐν
1097πολλοῖς μάλιστα πλειοδοτήσαντα εἰς διαθέσεις φιλαγροτι-
1098κάς. Ὁ νόμος 2052, ὁ θεσπισθεὶς παρ’ ἡμῶν ἐν συνεχείᾳ τοῦ
1099νόμου 1917, ὁ νόμος οὗτος ὥριζε, προκειμένου περὶ τῆς ἀπαλ-
1100λοτριωτέας ἐκτάσεως, ὅτι εἰς ἀπαλλοτρίωσιν ὑπόκεινται τὰ
1101⅔ μόνον τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, παρέμεινε δὲ ἐλεύθε-
1102ρον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ γαιοκτήμονος τὸ ὑπόλοιπον ⅓.
1103Ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς διαδόχου καταστάσεως ἐν
1104συμπράξει, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅλων τῶν τότε ἰσχυόντων κομ-
1105μάτων, ὁ νόμος 2922 ἀντὶ τοῦ ⅓ τῆς ἐξαιρετέας ἐκτάσεως
1106περιώρισεν αὐτὴν εἰς τὸ ποσὸν τῶν χιλίων μόνον στρεμμάτων,
1107ὑπεβίβασε δὲ εἰς πλείστας περιστάσεις καὶ τὴν ἔκτασιν, τὴν
1108μένουσαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 200 στρεμ-
1109μάτων καὶ ἔφθασεν ἀκόμη καὶ μέχρις ὁλοκληρωτικῆς ἀπαλ-
1110λοτριώσεως.
1111§38Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Πρὶν ἢ ἔλθουν οἱ πρόσφυγες.
1112§39Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1113Μάλιστα. Ὁ νόμος ὁ ἰδικός μας ὥριζεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις
1114κατεβάλλετο κατὰ τὰ ⅔ μόνον εἰς ὁμολογίας καὶ κατὰ τὸ
1115⅓ εἰς χρῆμα μετρητόν. Ὁ νόμος, ὁ κατόπιν ἰσχύσας, ἐ-
1116θέσπισεν ὅτι τὸ ποσὸν τῆς εἰς χρῆμα καταβολῆς θέλει περιω-
1117ρισθῇ ἀντὶ τοῦ ⅓ εἰς τὸ ¼ μόνον τῆς ἀποζημιώσεως. Ὁ
1118νόμος ἀκόμη τῇ εἰσηγήσει μας θεσπισθεὶς καὶ ἰσχύσας ὥριζε
1119τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἀποζημιώσεως δικαίας ἐπὶ τῇ
1120βάσει τῆς προπολεμικῆς ἀξίας μετὰ προσαυξήσεων ἐξικνου-
1121μένης μέχρι τοῦ 30%. Ὁ κατόπιν ἰσχύσας νόμος διετήρησε
1122τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀποζημιώσεως εἶχεν ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέλ-
1123θει ὑποτίμησις τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος κατὰ ⅔ τῆς ἀ-
1124ξίας του ἥτις ὑπεβίβαζε τὴν κατὰ τὴν ὑφ’ ἡμῶν ὁρισθεῖσαν
1125ἀποτίμησιν εἰς τὸ ⅓. Ποῦ εὑρίσκετε ἑπομένως τὴν διαφο-
1126ράν; Διατί οἱ μὲν θεωροῦνται προστάται τῆς ἰδιοκτησίας καὶ
1127οἱ ἄλλοι διῶκται αὐτῆς; Ποῖος εἶναι ὁ καθιερώσας εὐνοϊκω-
1128τέρους ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν ὅρους καὶ ποῖος ἐπεβάρυνεν αὐ-
1129τούς; Θὰ εἴπητε ὅτι ἔκτοτε αἱ ἀντιλήψεις μετεβλήθησαν καὶ
1130ἤδη ἡ διχογνωμία προέκυψε ριζική. Αἱ γενόμεναι χθὲς καὶ
1131σήμερον δηλώσεις τῶν ἡγετῶν τῶν θεωρουμένων συντηρητι-
1132κωτέρων κομμάτων ἐπέφερον καὶ ἐν τούτῳ ἀποσάφησιν ἀξίαν
1133προσοχῆς. Ἐδηλώθη κατηγορηματικῶς ὅτι οἱαδήποτε διατύ-
1134πωσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου δὲν πρόκειται οὐδὲ καὶ θὰ
1135ἠδύνατο ἄλλως νὰ θίξῃ τὴν ἀγροτικὴν ἢ τὴν προσφυγικὴν ἀ-
1136ποκατάστασιν, προκειμένου τόσον περὶ τῆς ἀποζημιώσεως
1137ὅσον καὶ τῆς διαδικασίας. Ἐλευθερία ἐν τούτῳ πλήρης θέ-
1138λει δοθῆ εἰς τὴν νομοθετικῆς ἐξουσίαν νὰ θέσῃ κανόνας ἄνευ
1139οὐδεμιᾶς συντακτικῆς δεσμεύσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι αἱ
1140δηλώσεις ἀφοροῦν ἐπίσης καὶ τὴν ἀστικὴν τῶν προσφύγων
1141στέγασιν. Ἐὰν ὑπερτέρα ὑποχρέωσις κοινωνικῆς ἀνάγκης ἐ-
1142πέβαλλε τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν ἡ αὐτὴ καὶ μείζων ἀνάγ-
1143κη ἐπιβάλλει τὴν μὴ καθυστέρησιν ἐπὶ πλέον τῆς ἐπιβεβλη-
1144μένης συμπληρώσεως τῆς ἀστικῆς τῶν προσφύγων στεγά-
1145σεως, καθυστερησάσης ἤδη ὑπὲρ τὸ δέον. Ὄχι μόνον αἴσθημα
1146ἀλληλεγγύης, τοῦ ὁποίου τοσαύτη ἔγινεν ἐπίκλησις χάριν τῆς
1147αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ καὶ συνείδησις τῆς ὀφει-
1148λομένης γενικωτέρας προνοίας δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀφίσω-
1149μεν ἐκκρεμὲς ζήτημα συνδεόμενον πρὸς τὴν γαλήνην τοῦ
1150προσφυγικοῦ κόσμου, νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἄνευ στέγης τοὺς ἀδί-
1151κως καταστραφέντας καὶ εἰσέτι δεινοπαθοῦντας ὁμοεθνεῖς
1152μας. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλουν ἀπὸ τοῦδε δοθῆ καὶ ἐν τούτῳ
1153σαφεῖς ἐπεξηγήσεις καθησυχάζουσαι τελείως τὰς ταρασσομέ-
1154νας προσφυγικὰς τάξεις.
1155§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἱ γηγενεῖς ἄστεγοι, κ. Ὑπουρ-
1156γέ; Ὑπάρχουν πολλοὶ τοιοῦτοι.
1157§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1158Τούτων οὕτως, κύριοι, ἐχόντων καὶ ἐφόσον, ὡς ἐδηλώθη,
1159οἱαδήποτε τοῦ ἄρθρου διατύπωσις δὲν πρόκειται οὐδὲ δύναται
1160νὰ θίξῃ τόσον τὴν ἀγροτικὴν ὅσον καὶ τὴν προσφυγικὴν ἀπο-
1161κατάστασιν, προβάλλει ἀναγκαίως τὸ ἐρώτημα ποῖον εἶναι
1162τὸ καταστάλλαγμα καὶ ἡ οὐσία τῆς διχογνωμίας; Εἰς τί ἀπέ-
1163βλεψεν ὁ ἀγὼν καὶ ἡ μακρὰ προσπάθεια, διαρκέσασα ἐπὶ ἡ-
1164μέρας καὶ ἑβδομάδας, ὑπὲρ τῶν τροποποιήσεων καὶ προσθη-
1165κῶν, ἀποδεικνυομένων ἄνευ σκοποῦ; Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι
1166ἂν αἱ δηλώσεις αἱ χθὲς καὶ σήμερον γενόμεναι ἀνεκοινοῦντο
1167ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, αἱ συζητήσεις θὰ συνετέμνοντο καὶ
1168θὰ ἐτερματίζοντο ἐντὸς ἐλαχίστων δύο τριῶν μόλις ἡμερῶν.
1169Αἱ δηλώσεις αὗται, αἱ γενόμεναι ἐκ μέρους τῶν ἡγετῶν
1170τῶν κομμάτων....
1171§42Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑφ’ ἑνός.
1172§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1173Δύο, τριῶν, τεσσάρων, πέντε, πάντων τῶν ἡγετῶν, αἱ δηλώ-
1174σεις αὗται, λέγω, ἀναφέρονται εἰς πάντα τὰ ζητήματα, τὰ
1175σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἀγροτικὴν καὶ προσφυγικὴν ἀποκατά-
1176στασιν, τήν τε τουτέστι διαδικασίαν καὶ τὸν καθορισμὸν τῆς
1177ἀποζημιώσεως. Ἐξητάσθη εὐρέως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐὰν
1178ἡ σήμερον παρεχομένη ἀποζημίωσις εἶναι ἐπαρκὴς ἢ ἀνεπαρ-
1179κής. Δὲν διστάζω εὐθὺς ἀμέσως νὰ εἴπω ὅτι καὶ κατὰ τὴν
1180γνώμην μου ἡ διὰ νόμου ὁριζομένη ἀποζημίωσις δὲν ἀνταπο-
1181κρίνεται πρὸς τὴν πλήρη καὶ πραγματικὴν τῶν κτημάτων ἐ-
1182κτίμησιν. Ὑπεστηρίχθη χθὲς παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωρ-
1183γίας Ὑπουργοῦ ὅτι τὰ δικαστήρια, ἐκδίδοντα τὰς ἀποφά-
1184σεις των λαμβάνουν ὑπ’ ὄψει τόσον τὸ γεγονὸς τῆς νομισμα-
1185τικῆς διακυμάνσεως ὅσον καὶ τὸ ἕτερον γεγονὸς τῆς ὑποτι-
1186μήσεως τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ ποσοῦ δὲν
1187τηροῦν ἀπαρεγκλίτως τοὺς κανόνας τοῦ νόμου, προσδιορίζουν
1188ἀνωτέρας ἀποζημιώσεις ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν. Δὲν ἔχω ἴδια
1189στοιχεῖα ὅπως κρίνω περὶ τῶν πραγμάτων καὶ θεωρῶ ἀνεπί-
1190δεκτον ἀμφισβητήσεως τὴν παρασχεθεῖσαν παρὰ τοῦ ἁρμοδιω-
1191τέρου ἐκ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν διαβεβαίωσιν. Εἶναι ὅμως ὡ-
1192σαύτως ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις βελτιοῦται
1193κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, πάντως ἡ διὰ τοῦ νόμου παρε-
1194χομένη τοιαύτη ὑπολείπεται τῆς ἀγοραίας τῶν κτημάτων ἀ-
1195ξίας. Ὑπέστησαν λοιπὸν ζημίας οἱ ἰδιοκτῆται ἐκ τῆς σχετι-
1196κῆς πολιτικῆς καὶ ἴσως μεγάλας ζημίας, δὲν εἶναι ὅμως οἱ
1197μόνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἔκρυθμον τοῦ πολέμου περίοδον ἐζη-
1198μιώθησαν. Ὁ πολεμικὸς σάλος ἔσχε τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα,
1199ὅτι εἴδομεν ἀνθρώπους εὐπόρους ἐν χρυσῷ βιοῦντας νὰ περι-
1200έρχωνται εἰς ἔνδειαν θλιβεράν, καὶ ἄλλους μετὰ δυσκολίας
1201προσποριζομένους τὰ πρὸς τὸ ζῆν νὰ ἀναδύουν αἴφνης εἰς ἀ-
1202στοὺς πολυταλάντους. Ζημίας ὑπέστησαν πάντες οἱ κάτοχοι
1203τῆς γῆς, οἱ κάτοχοι χρήματος, οἱ κάτοχοι τίτλων, οἱ δικαι-
1204οῦχοι ἀπαιτήσεων καὶ αἱ ζημίαι τῶν ἄλλων ὑπῆρξαν βεβαίως
1205μεγαλύτεραι τῶν ζημιῶν τῶν γαιοκτημόνων. Ἐκτίμησις ἀκρι-
1206βὴς τῶν ζημιῶν ἐκ τῆς νομισματικῆς μόνον ὑποτιμήσεως καὶ
1207τῆς ὑποτιμήσεως τῶν κινητῶν ἀξιῶν, θὰ ἀνεβίβαζε μόνον τὸ
1208σύνολον εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τῶν δέκα δισεκατομμυρίων.
1209Ἀλλ’ αἱ ζημίαι τῶν κατόχων κινητοῦ πλούτου ἔχει τοῦτο τὸ
1210μειονέκτημα ὅτι εἶναι ἀφανεῖς καὶ μᾶλλον διάχυτοι, ὅτι δὲν
1211δύνανται νὰ ἐξακριβωθοῦν οὐδὲ γεννοῦν τὴν προσδοκίαν τῆς
1212ἀποζημιώσεως. Παράγουν ἑπομένως δυσφορίαν μόνον συγκεχυ-
1213μένην καὶ ἀκαθόριστον. Ἀντιθέτως αἱ ζημίαι τῶν γαιοκτη-
1214μόνων ἔχουν τὸ πλεονέκτημα ὅτι προσπίπτουσιν εἰς τὴν κοι-
1215νὴν ἀντίληψιν καὶ δημιουργοῦν τὴν βάσιμον ἐλπίδα ὅτι ἡμέ-
1216ραν τινά, ἔστω καὶ ἀπωτέραν, θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐπανόρθωσις κατὰ
1217τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν ὁ θό-
1218ρυβος προκαλεῖται ὡς πρὸς μόνον τὰς ζημίας τῶν ἰδιοκτη-
1219τῶν ἀκινήτων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Εἶναι ἀκρι-
1220βὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. συ-
1221ναδέλφου ὅτι καὶ ἂν ὑπέστησαν καὶ ἄλλοι ζημίας, δὲν εἶναι
1222τοῦτο λόγος νὰ μὴ προσπαθήσωμεν, ἐφόσον εἶναι κατορθωτόν,
1223νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰς ζημίας, τὰς ἐπιδεκτικὰς ἐπανορ-
1224θώσεως. Οὐδεὶς, νομίζω, ὑπάρχει ὁ ἀντιτασσόμενος εἰς τοῦ-
1225το. Ἐὰν δὲν παρεσχέθη μέχρι τοῦδε ἡ ἀξιουμένη ἀποζημίω-
1226σις, δὲν προῆλθε τοῦτο ἐξ συστροπίας, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας.
1227Δύσκολον δὲν εἶναι νὰ ἐπαγγελθῶμεν τὴν πλήρη ἀποζημίω-
1228σιν, δύσκολον εἶναι νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα τῆς πραγμα-
1229τώσεως τῶν ἐπαγγελιῶν μας καὶ ἐρωτᾶται· πόθεν εἶναι δυ-
1230νατὸν νὰ ἀρυσθῶμεν τὸ χρῆμα, τὸ ἀναγκαῖον ὅπως προσαυ-
1231ξήσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα τοὺς ἰ-
1232διοκτήτας; Εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρυσθῶμεν ἀπὸ τοὺς ἤδη κυ-
1233ρίους τῆς γῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρυσθῶμεν ἀπὸ τὸ Κρά-
1234τος, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρυσθῶμεν παρ’ ἀμφοτέρων; Λυποῦ-
1235μαι, κύριοι, εἰλικρινῶς, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω ἐπὶ
1236τῶν σχετικῶν ἀπόψεων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. συναδέλ-
1237φου μου, ὅτι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ χρῆμα ἐπιβάλλοντες ἐπὶ
1238τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας νέα βάρη. Γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συν-
1239άδελφος καλύτερον παντὸς ἄλλου ὅτι ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθ-
1240μισις ἀνελήφθη ὑπὸ τὴν οὐσιώδη προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ἐδίδετο
1241ἔκτασις κλήρου ἐπαρκὴς καὶ θὰ ὡρίζετο ἀποζημίωσις ὄχι
1242δυσβάστακτος ὅπως σχηματισθῇ βιώσιμος καὶ αὐτάρκης μικρὰ
1243γεωργικὴ ἐκμετάλλευσις. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐτηρήθη κατὰ τὸ
1244πρῶτα ἔτη χορηγουμένου καὶ κλήρου καὶ ἐπαρκοῦς καὶ τῶν
1245ἀπαραιτήτων εἰς χρῆμα καὶ εἶδος, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἀναγ-
1246καῖον, ὁρισθείσης καὶ ἀποζημιώσεως δικαίας μὲν καὶ ἱκανο-
1247ποιητικῆς διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, ὄχι ὅμως καὶ ἐπαχθοῦς διὰ
1248τοὺς καλιεργητάς, ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθε ἡ καταστροφὴ καὶ μετὰ
1249τῆς καταστροφῆς ἡ συρροὴ τῶν προσφύγων, οὐδεὶς πλέον ἦτο
1250εἰς θέσιν νὰ τηρήσῃ τοὺς κανόνας τούτους καὶ ἡ γῆ, ἡ ἀνε-
1251παρκὴς πλέον, κατενεμήθη εἰς στενὰς λωρίδας, περιοριζού-
1252σας τὸν κλῆρον, προκειμένου περὶ σιτοκαλλιεργείας μέχρις
125325 καὶ 20 στρεμμάτων καὶ προκειμένου περὶ ἄλλων πολυτι-
1254μωτέρων φυτειῶν μέχρι 5–6 στρεμμάτων. Ἐκτάσεις τοιαῦ-
1255ται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσπορίσουν εἰς τοὺς ἀγρότας ἐν ἐ-
1256παρκείᾳ οὐδὲ τὸν ξηρὸν τῆς δυστυχίας ἄρτον, πᾶσα δὲ προσ-
1257θήκη δὲν θὰ εἶχεν ἕτερον ἀποτέλεσμα εἰμὴ νὰ ματαιώσῃ ἐκ
1258τῶν ὑστέρων τὴν μέχρι τοῦδε συντελεσθεῖσαν ἐργασίαν καὶ νὰ
1259ὀγκώσῃ κατὰ νέας δεκάδας χιλιάδων τὰς ἀνέργους τῶν πό-
1260λεων μάζας. Ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
1261συνάδελφός μου ἐπιχείρημα πειστικὸν ἀπὸ πρώτης ἀπόψεως,
1262ὅτι ὁ ἀκτήμων καλλιεργητὴς ἔζησεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη
1263καλλιεργῶν τὴν γῆν καὶ καταβάλλων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὸ
1264γαιόμορον, ἄνευ ἐλπίδος ἀποκτήσεως τοῦ ἐδάφους. Διατί δὲν
1265θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ κα-
1266ταβάλλων τὸ γαιόμορον, ὄχι πλέον ὡς μίσθωμα τῆς γῆς,
1267ἀλλὰ ὡς χρεωλύσιον πρὸς ἐξαγορὰν αὐτῆς;
1268§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1269κῶν). Δὲν εἶπον νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ καταβάλλουν τὸ
1270γαιόμορον, εἶπον νὰ καταβάλλουν 8% ἀντὶ τοῦ 33%, τὸ
1271ὁποῖον κατέβαλλον ὡς γαιόμορον καὶ 2% ὡς χρεωλύσιον.
1272§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1273Πρόκειται περὶ πλάνης, τὴν ὁποίαν σπεύδω νὰ ἐπανορθώσω.
1274Ἐν πάσῃ οὐχ ἧττον περιπτώσει, ὅσον καὶ ἂν σημαντικώτατα
1275μετριάζεται ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως ταύτης, δὲν εἶναι δυ-
1276νατὸν ἢ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις
1277δὲν ἔγινεν, ὅπως παράσχωμεν ἐλπίδας εἰς τοὺς ἀγρότας,
1278ἀλλ’ ὅπως εὐθὺς ἀμέσως δημιουργήσῃ νέους ὅρους διαβιώ-
1279σεως εἰς αὐτούς. Καθ’ ὃν χρόνον ἴσχυε τὸ γαιόμορον ἡ ὕπαι-
1280θρος χώρα ἀπεστραγγίζετο ἐκ τῶν ἀλκίμων της στοιχείων
1281τρεπομένων πρὸς τὴν ξένην. Θὰ ἐρημοῦτο δὲ βαθμηδὸν ὁλο-
1282σχερῶς ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀποκατάστασις ἡ συγκρατήσασα
1283τοὺς πληθυσμοὺς εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἀλλαχοῦ λοιπὸν εἶναι ἀ-
1284νάγκη νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας ὅπως ἀποδώσωμεν
1285δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ θὰ στραφῶμεν ἀναγκα-
1286στικῶς πρὸς τὸ Κράτος. Ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ
1287Κράτος καὶ ἀπὸ τῆς παρούσης στιγμῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀν-
1288τλήσῃ ἐκ τῶν γενικῶν του πόρων τὰ μέσα αὐξήσεως τῆς ἀ-
1289ποζημιώσεως, δὲν θὰ ἐδίσταζον καὶ ἐν τῇ ἰδιότητί μου ἀκόμη
1290ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγγείλω τὸ εὐχάριστον
1291γεγονὸς εἰς τὴν Βουλήν. Διότι προσυπογράφω καὶ ἐγὼ ἀνε-
1292πιφυλάκτως καὶ μὲ ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας τὴν δήλωσιν τοῦ
1293ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συναδέλφου μου, ὅτι ἡ ἀπο-
1294ζημίωσις δύναται νὰ ὁρισθῇ πλήρης εἰς βάρος τοῦ Κράτους
1295ὅταν τὸ Κράτος καταστῇ πρὸς τοῦτο ἱκανόν. Ἐξεταστέον ὅ-
1296θεν εἶναι ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους σήμερον ἔχῃ
1297τοὺς ὤμους ἀρκετὰ ἰσχυροὺς ὥστε νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας
1298παροχὰς καὶ ἀκόμη ἂν πρόκειται κατὰ τὸ ἀμέσως προσεχὲς
1299μέλλον νὰ ἀποκτήσῃ τὴν πρὸς τοῦτο δύναμιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ
1300παρόν, οὐδεὶς ὑποθέτω θὰ ἐτόλμα νὰ προτείνῃ νέας δαπάνας
1301εἰς τὸν βεβαρυμένον καὶ καμπτόμενον Προϋπολογισμὸν τοῦ
1302Κράτους, ἐπαυξάνων τὰ συσσωρευθέντα παμπλείστα ἐλλείμ-
1303ματα.
1304Ὡς πρὸς τὸ προσεχὲς μέλλον δὲν δυνάμεθα, βεβαίως, νὰ
1305τὸ προεξοφλήσωμεν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἀνακόψωμεν
1306τὴν πρόοδον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐπιβαρύνοντες αὐτὴν
1307ἔτι μᾶλλον, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰλικρινῶς ὅτι θὰ ἀπαι-
1308τηθῇ ἡ πάροδος μιᾶς τοὐλάχιστον διετίας ὅπως ἀποβλέψω-
1309μεν πρὸς τοιαύτας δαπάνας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ διε-
1310τὴς περίοδος, περὶ ἧς ὁμιλῶ, περίοδος περισυλλογῆς καὶ αὐ-
1311τοθυσίας, πρέπει νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη κατὰ τὸ δυνατὸν πά-
1312σης νέας δαπάνης. Εὔχομαι εἰλικρινῶς ἐγὼ πρῶτος νὰ εὑ-
1313ρεθῶ εἰς τὴν θέσιν νὰ εἴπω ὅτι ὑπερέβαλα τὴν στενόχωρον
1314θέσιν μου. Ἴσως ἐὰν πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ συντρέξουν τὸ
1315ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυντάξεως ἐργασθοῦν προθύμως,
1316νὰ δυνηθῶμεν νὰ συντάμωμεν τὸν χρόνον τῆς ἀναρρώσεως.
1317Δὲν δύναμαι οὐχ’ ἧττον νὰ παρασιωπήσω ὅτι μόνον μεταβαλ-
1318λομένης ῥιζικῶς τῆς καταστάσεως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶ-
1319μεν περὶ πιστώσεων δι’ ἀγροτικὰς ἀποζημιώσεις. Δέχομαι
1320λοιπὸν τὴν αὔξησιν περὶ ἀποζημιώσεως μέχρι πληρότητος,
1321ἀλλὰ δὲν δέχομαι τὴν αὔξησιν ταύτην ἐφόσον οἱ δημόσιοι πό-
1322ροι ἐξαντλοῦνται ὑπὸ ἄλλων βαρυτάτων καὶ ἀναποφεύκτων
1323ὑποχρεώσεων. Αὐταί, κύριοι, εἶναι αἱ ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ
1324ἄρθρου, ἀπόψεις οὐχὶ τὸ πρῶτον ἤδη ἐξαγγελλόμεναι, ἀλλὰ
1325γνωσταὶ ἀπὸ μακροῦ. Οὐδέποτε ὑπῆρξε διάθεσις ἐκ μέρους
1326τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἑρμηνεύω τὰς γνώμας, ὅπως μὴ ἀ-
1327ποζημιώσῃ οἱανδήποτε ἀδικουμένην κοινωνικὴν τάξιν. Τὸ ζή-
1328τημα ἐτέθη παρ’ ἡμῶν πάντοτε ὡς ζήτημα ἐξευρέσεως μέ-
1329σων. Ἂς συνοψίσω ἤδη περισσότερον συγκεκριμένως τὰς ἐπὶ
1330τοῦ ἄρθρου σκέψεις μου. Θὰ συνίστων, κύριοι, ἐν πρώτοις εἰς
1331τοὺς συναδέλφους, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν πρότασιν περὶ τῶν
1332ὑποχρεώσεων τῆς ἰδιοκτησίας νὰ ἀποσύρουν εἰ δυνατὸν αὐ-
1333τήν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ παραίτησις ἐκ τῆς προτάσεως
1334δὲν θίγει οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν ἀναμφισβήτητον καὶ κοινῶς
1335ἀνεγνωρισμένην ἀλήθειαν, τὴν περιεχομένην εἰς αὐτήν.
1336(Χειροκροτήματα). Ἡ πρότασις ἐγέννησε φόβους ἀδικαιο-
1337λογήτους, ἔδωκε δὲ ἀφορμὴν καὶ εἴς τινας ἐκμεταλλεύσεις,
1338αἱ ὁποῖαι καλὸν θὰ ἦτο νὰ καταπαύσουν. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμ-
1339βάνω τὴν σύστασίν μου ὅπως οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν
1340παραιτηθῶσιν, εἰ δυνατόν, αὐτῆς.
1341§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεχόμεθα.
1342§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1343Θὰ ἐπεθύμουν κατὰ δεύτερον νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπόλυτος συσχέτισις
1344τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου μὲ τὸ ἄρθρον 119 ὅσον ἀφορᾷ τήν τε
1345ἀγροτικὴν καὶ τὴν προσφυγικὴν ἀποκατάστασιν. Ἐπαναλαμ-
1346βάνω ὅτι θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦδε δήλωσις ὅτι
1347ἐν ἐννοίᾳ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἠκούσαμεν χθὲς καὶ σή-
1348μερον παρὰ ὑπευθύνων ἡγετῶν κομμάτων, περιλαμβάνεται ἀ-
1349νεπιφυλάκτως καὶ ἡ στέγασις τῶν ἀστῶν προσφύγων.
1350§48Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τί ἐννοεῖτε, κ. Πρόεδρε, μὲ τὸ «πε-
1351ριλαμβάνεται»; Πῶς τὴν ἐννοεῖτε τὴν στέγασιν τῶν ἀστῶν
1352προσφύγων;
1353§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1354Ἐννοῶ ὅτι θὰ ἀφεθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, οἱαδήποτε
1355καὶ ἂν εἶναι ἡ τύχη τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ἀπόλυτος ἐ-
1356λευθερία κανονισμοῦ τῶν ὁρίων τῆς ἀποκαταστάσεως εἰς τὴν
1357νομοθετικὴν ἐξουσίαν. (Χειροκροτήματα).
1358§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1359Κύριε συνάδελφε, ἐννοεῖτε νὰ περιλάβητε καὶ τὴν ἀστικὴν
1360ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν ἢ
1361ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς καταλήψεως τῆς ἰδιοκτησίας;
1362§51Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1363Κύριε συνάδελφε, δὲν θέλω νὰ θίξω ποσῶς οὐδὲ τὸ ζήτημα
1364τῆς ἀποζημιώσεως, οὐδὲ τὸ ζήτημα τῆς διαδικασίας. Ὅ,τι
1365ζητῶ εἶναι νὰ διατηρηθῇ ἡ διατύπωσις τοῦ ἰσχύοντος σχεδίου
1366Συντάγματος, τουτέστι νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς σχετι-
1367κῆς ἐπαναστατικῆς πράξεως, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς
1368ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς καθυστερούσης ἀστικῆς τῶν προσφύγων ἀ-
1369ποκαταστάσεως, νὰ μὴ ἰσχύσουν δηλαδὴ καὶ δι’ αὐτὴν συνταγ-
1370ματικαὶ δεσμεύσεις. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ εἶναι ἐλευθέ-
1371ρα νὰ κανονίσῃ τόσον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ὅσον καὶ
1372τὴν διαδικασίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου. Τρίτον, κύριοι,
1373θὰ συνίστων ἐπίσης εἰς τοὺς τόσον ἀγωνισθέντας ὑπὲρ τῆς
1374προσθήκης τῆς «πλήρους ἀποζημιώσεως» νὰ παραιτηθοῦν καὶ
1375αὐτοὶ ὅπως καὶ οἱ προτείναντες τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἰδιο-
1376κτησίας τῆς ἰδικῆς των προτάσεως καὶ νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον
1377τελείως ἀναλλοίωτον, ὡς εἶχε κατὰ τὸ ἰσχῦσαν ἀπὸ τοῦ 1911
1378Σύνταγμα.
1379§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1380§53Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1381Ἡ προσθήκη, κύριοι, ἀπεδείχθη ἤδη ἀνωφελής. Ἡ ἀγροτικὴ
1382ἀποκατάστασις καὶ ἡ προσφυγικὴ ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1383τεθοῦν ὑπὸ κανόνας δεσμευτικούς. Τοῦτο ἀνεγνωρίσθη παρὰ
1384πάντων. Ἐπὶ πλέον ὁ ὅρος τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως δὲν
1385πρόκειται νὰ διευκρινίσῃ, ἀλλὰ νὰ ἐπισκοτήσῃ τὰ πράγματα
1386καὶ νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς παρερμηνείας καὶ παρεξηγήσεις, τὰς
1387ὁποίας δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρίδωμεν.
1388Ἐλέχθη, κύριοι, ὅτι ἀποζημίωσις ἐννοεῖται ἡ πλήρης ἀ-
1389ποζημίωσις καὶ ὅτι παρέλκει ἡ προσθήκη. Εἴτε προστεθῇ ὅ-
1390μως εἴτε μὴ ἡ λέξις, ὅ,τι ἐνδιαφέρει εἶναι τοῦτο. Ἂν θὰ
1391ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καθορίζῃ γενικὰ
1392στοιχεῖα ἐκτιμήσεως ἢ οἱ δικασταὶ παραμένοντες ἀκαθοδή-
1393γητοι νὰ ἐνεργοῦν ἑκάστοτε κατὰ τὸ δοκοῦν. Ποία εἶναι ἡ
1394πλήρης ἀποζημίωσις; Ἡ ἀποζημίωσις δύναται νὰ καθορισθῇ
1395ἐπὶ τῇ βάσει διαφόρων τρόπων καὶ συστημάτων. Δύναται νὰ
1396προσδιορισθῇ κατ’ ἔνδειξιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας ἀξίας
1397τῶν πωληθέντων εἰς ὡρισμένην περιοχὴν ὁμοίων εἰς ἔκτασιν
1398καὶ παραγωγικότητα κτημάτων. Δύναται νὰ καθορισθῇ ἐπὶ
1399τῇ βάσει τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῆς ἀξίας τῶν εἰσοδομάτων.
1400Δύναται νὰ καθορισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μέσης τιμῆς τῆς ἰ-
1401σχυούσης εἰς ὅλον τὸ Κράτος, τῆς προπολεμικῆς δηλαδὴ τι-
1402μῆς καὶ τῆς μέσης προσαυξήσεως εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν.
1403Ἂν οἱ δικασταὶ λάβουν διάφορον βάσιν ἐκτιμήσεως τῆς πλή-
1404ρους ἀποζημιώσεως, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦγον εἰς ἀντιφά-
1405σεις, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως θὰ ἐξήγειρον τὴν κοινὴν συ-
1406νείδησιν. Εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου ὅτι ἡ ἀποζη-
1407μίωσις, ἡ ὁποία ὡρίσθη ὑφ’ ἡμῶν κατὰ τὸ 1920, ἦτο ἀποζη-
1408μίωσις δικαία, ἀνταποκρινομένη πλήρως πρὸς τὴν πραγμα-
1409τικὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων. Οἱ
1410γεωκτήμονες σήμερον, ἂν ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς ἡ ἀποζημίωσις
1411αὕτη, θὰ ἀνέπεμπον ὕμνους εὐγνωμοσύνης πρὸς ἡμᾶς. Τότε
1412ἐξερρηγνύοντο εἰς διαμαρτυρίας, ὄχι τόσον διὰ τὸ γλίσχρον
1413ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀποστε-
1414ρηθοῦν τῶν πλουσιωτάτων εἰσοδημάτων τῆς πολεμικῆς πε-
1415ριόδου. Εἶχε παρατηρηθῆ κατὰ τὸν πόλεμον ὅτι, ἐνῷ ἡ ἀξία
1416τῶν γεωργικῶν εἰσοδημάτων εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἑπταπλάσιον,
1417ἡ ἀγοραία ἀξία τῶν κτημάτων καὶ δὴ τῶν μεγάλων δὲν ἔ-
1418φθασεν οὐδὲ εἰς τὸ 50% πέραν τῆς ἀγοραίας προπολεμι-
1419κῆς τοιαύτης. Εἶχον τότε κατὰ καθῆκον παρακολουθήσει ἐν
1420τῷ ζητήματι τούτῳ τὰ συμβαίνοντα καὶ παρετήρησα ὅτι, ὄχι
1421μόνον εἰς τὸν τόπον μας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς
1422τὴν Γαλλίαν λ. χ. καὶ τὴν Ἀγγλίαν παρετηρήθη τὸ φαι-
1423νόμενον ὅτι τὰ μὲν γεωργικὰ εἰσοδήματα εἶχον φθάσει εἰς τὸ
1424ἑπταπλάσιον τῆς προπολεμικῆς ἀξίας, ἐνῷ ἡ ἀγοραία ἀξία
1425τῶν κτημάτων δὲν εἶχε προχωρήσει πέραν τοῦ 20% ἢ
142630%. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ εἶχον ὁρίσει καὶ ἐγὼ τὸ ποσὸν
1427τῆς ἀποζημιώσεως. Ἂς ὑποθέσωμεν ἤδη ὅτι δίδεται ἀπόλυ-
1428τος ἐλευθερία εἰς τοὺς δικαστάς, ὅτι οὗτοι δὲν καθοδηγοῦν-
1429ται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν κρίσιν των καὶ ὅτι
1430εἰς δύο γειτονικὰς περιφερείας, προκειμένου περὶ ἀπαραλλά-
1431κτων κτημάτων ὁ εἷς δικαστὴς λαμβάνει ὡς βάσιν ἐκτιμή-
1432σεως τὴν τιμὴν τῶν πωλήσεων καὶ ὅτι ὁ ἄλλος προτιμᾷ ὡς
1433βάσιν τὴν κεφαλοποίησιν τοῦ εἰσοδήματος. Τί θὰ συμβῇ; Ἂν
1434τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῶν κτημάτων αὐτῶν εἶναι 200 χιλιά-
1435δες δραχμαί, ἡ ἀποζημίωσις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κεφαλοποιή-
1436σεως μὲ τιμὴν 5% θὰ ἀνέλθῃ εἰς 4 ἑκατομμύρια. Ἡ ἀπο-
1437ζημίωσις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πωλήσεων δὲν θὰ ὑπερβῇ ποτὲ τὰς
1438800 ἢ 900 χιλιάδας δραχμῶν. Θὰ εἶναι δὲ καὶ ἡ μία καὶ ἡ
1439ἄλλη πλήρης ἀποζημίωσις, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ τῶν δύο ἀποφά-
1440σεων θὰ εἶναι διαφορὰ τριῶν καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δραχ-
1441μῶν, διὰ τοῦτο εἶναι παράλογον ὅσον καὶ ἀκατανόητον νὰ ἀπο-
1442ξενώσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοῦ δικαιώματος νὰ
1443καθορίζῃ γενικοὺς κανόνας ἐκτιμήσεως ἐπιφέροντας ἁρμονίαν
1444εἰς τὰς δικαστικὰς ἐκτιμήσεις.
1445§54Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1446Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα.
1447§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1448Ἡ πρότασις ὑπάρχει, διότι ὁ παρακαθήμενος συνάδελφος μᾶς
1449εἶπεν ὅτι ὁ δικαστὴς θὰ ἔπρεπε νὰ κρίνῃ αὐτὸς κατ’ οὐσίαν τὸ
1450ἀντισυνταγματικὸν ἢ μὴ τῶν νόμων.
1451§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1452κῶν). Ὄχι.
1453§57Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1454Τὸ εἶπε τότε ἄλλος τις. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς τὸ εἶπε. Μὲ συγ-
1455χωρεῖτε.
1456§58Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1457Εἰς διακοπὴν τὸ εἶπε. Δὲν εἶναι πρότασις.
1458§59Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
1459κῶν). Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1925 εἶχεν
1460ὑποβληθῆ τοιαύτη πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀπέκρουσεν.
1461§60Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1462Χαίρω διότι εὑρίσκομαι ἐν συμφωνίᾳ. Προσήκει λοιπὸν ἡ προ-
1463σθήκη κατὰ ταῦτα. Ἁπλῆ ἐπίτασις τοῦ ὅρου τῆς ἀποζημιώ-
1464σεως θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ παρερμηνεύ-
1465σουν τὸν νόμον καὶ νὰ διαπράττουν ἀδικήματα πρὸς ὄφελος
1466ἴσως τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Κοινωνίας. Πρέ-
1467πει ἀσφαλῶς νὰ εἴμεθα, ὡς ἐλέχθη, σαφεῖς εἰς τὴν διατύπω-
1468σιν τοῦ θεμελιώδους νόμου μας. Αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ αἱ καθιε-
1469ρούμεναι ἐν αὐτῷ πρέπει νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστι σαφεῖς. Ἀλλ’
1470ὅταν διὰ προσθηκῶν περιττῶν, ἀντὶ νὰ διαφωτίζωμεν ἐπισκο-
1471τίζομεν τὴν ἔννοιαν τῶν διατάξεων, ὀφείλομεν ἀδιστάκτως νὰ
1472τὰς ἀποφεύγωμεν. Καὶ τοῦτο ἤδη συμβαίνει. Ἡ ἀγροτικὴ
1473μεταρρύθμισις εὑρίσκεται πρὸς τὸ τέρμα της καὶ ἡ προσφυ-
1474γική, ἂς ἐλπίζωμεν, καὶ αὕτη θὰ περατωθῇ συντόμως. Οὐδεὶς
1475θέλει σκεφθῆ πλέον περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Καὶ ἂν παρὰ πᾶ-
1476σαν προσδοκίαν εὑρεθοῦν Κυβερνήσεις καὶ Βουλαὶ παραπαίου-
1477σαι καὶ ἐκτρεπόμεναι εἰς ἀσκόπους προσβολὰς κατὰ τοῦ δι-
1478καίου καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, αἱ προσβολαὶ αὗ-
1479ται, ἀντιτιθέμεναι εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα, θὰ παρέλθουν ἀζη-
1480μίως μετὰ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι τὰς
1481διέπλασαν. Ἂν ἐξ ἄλλου ἡ ἰδιοκτησία διακινδυνεύσῃ μίαν
1482ἡμέραν τὸν ὁρμητικὸν ἄνεμον τῶν ἀνατρεπτικῶν ἰδεῶν, δὲν θὰ
1483εἶναι βεβαίως αἱ λέξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀν-
1484τιταχθοῦν κατὰ τῆς ὁρμητικῆς φορᾶς, ἀλλὰ θὰ ἀντιταχθοῦν
1485νικηφόρως αἱ ψυχαὶ καὶ τὰ στήθη τῶν μυριάδων τῶν ἰδιο-
1486κτητῶν, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησε μεταρρύθμισις θέσασα ἀ-
1487κλόνητα τὰ ἐρείσματα τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς κοινωνικῆς τά-
1488ξεως. (Χειροκροτήματα).
1489§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν θὰ ἐρωτήσω
1490τὴν Βουλὴν ἂν νομίζῃ ὅτι ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς ἡ Βουλή, ὥστε
1491νὰ θεωρηθῇ λήξασα ἡ συζήτησις. Παρακαλῶ τοὺς φρονοῦν-
1492τας ὅτι ἐφωτίσθη ἐπαρκῶς ἡ Βουλὴ καὶ ἑπομένως ὅτι ἔλη-
1493ξεν ἡ συζήτησις, νὰ ἐγερθῶσι.
1494§62Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφος πρότασις.
1495§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ ὀκτάωρον συζήτησιν δικαιοῦται ἡ
1496Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ.
1497§64Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποῦ εἶναι ἡ ἔγγραφος πρότασις;
1498§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Θόρυβος). Ἄλ-
1499λην μίαν φορὰν ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν. Παρακαλοῦνται
1500νὰ ἐγερθῶσιν ὅσοι νομίζουσιν ὅτι ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις.
1501(Ἐγείρονται πολλοί).
1502§66Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφος πρότασις, ὄχι.
1503§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ θέλησίς σας
1504ἀπέναντι τῆς ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
1505§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
1506§69Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1507Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἐκείνη, ἡ
1508ὁποία συνίσταται εἰς τοῦτο· εἰς τὸ νὰ μὴ γίνῃ καμμία τρο-
1509πολογία εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἂν τυ-
1510χὸν ἤθελεν ἀπορριφθῇ ἡ τοιαύτη πρότασις, τότε θὰ γίνων-
1511ται κατὰ σειράν. Ἂν ἐγένετο δεκτή, ἦτο περιττὴ οἱαδήποτε
1512ἄλλη ψηφοφορία.
1513§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται πρῶτον ἡ Βουλή....
1514§71Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διαμαρτυρόμεθα, κ. Πρόεδρε.
1515§72Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
1516§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
1517§74Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως
1518τοῦ ζητήματος.
1519§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
1520§76Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κατέλθω τοῦ βήματος ὅταν
1521σεῖς μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.
1522§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1523Προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία, εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορι-
1524σθῇ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τεθῶσι τὰ ζητήματα.
1525§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀκριβῶς αὐτὸ ἐπιχειρῶ νὰ κάμω.
1526§79Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέρχομαι τοῦ βήματος δια-
1527μαρτυρόμενος ἐναντίον τοῦ κ. Προέδρου, διότι δὲν μοὶ δίδει
1528τὸν λόγον.
1529§80Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1530Ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήμα-
1531τος. Ἡ μὲν συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῆς ἰδιοκτησίας ἔλη-
1532ξε, πρόκειται ὅμως τώρα νὰ τεθοῦν τὰ ζητήματα.
1533§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βου-
1534λὴν ὅτι δὲν ἐτέθη ἀκόμη τὸ ζήτημα.
1535§82Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωρ-
1536γίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προέτεινον νὰ
1537τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911
1538ὡς πρότασις ἀπωτέρα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ εὐρυτέρας
1539ἢ ἀπωτέρας προτάσεως. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπὸ συ-
1540ζήτησιν καὶ τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις ἔληξε πρὸ μικροῦ, εἶναι
1541αὐτοτελής, εἶναι ἰδία πρότασις ἄσχετος μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Συν-
1542τάγματος τοῦ 1911. Διότι ἐκείνη ἡ πρότασις εἶναι ἀπωτέρα ἢ
1543εὐρυτέρα, ὅταν εἶναι ὅμοιαι προτάσεις περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντι-
1544κειμένου. Ἐδῶ ἔχομεν αὐτοτελῆ πρότασιν καὶ διὰ τοῦτο ἐ-
1545τόλμησα νὰ διακόψω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅταν εἶπον ὅτι παρε-
1546κάλεσε τοὺς προτείναντας τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ χαρακτη-
1547ρισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῇ ὁ
1548προτείνας κ. συνάδελφος καὶ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς
1549παραιτήσεως, διότι ἡ πρότασις εἶναι πρότασις τῆς Ἐπιτρο-
1550πῆς. Ἡ πρότασις ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν. Πρέπει λοιπὸν νὰ λή-
1551ξῃ ἡ συζήτησις ψηφιζομένης ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς προτάσεως,
1552ἂν πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ ἢ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Διότι ποία
1553εἶναι ἡ πρότασις; Ἔχει δύο ἐδάφια· τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι ἡ
1554ἰδιοκτησία δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώ-
1555σεις. Αὕτη δηλαδὴ λέγει ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρέχει
1556τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὅταν θελήσῃ νὰ ἐκμισθώσῃ,
1557νὰ ὑποθηκεύσῃ ἢ νὰ πωλήσῃ, ὅτι ἡ ἄσκησις πρέπει νὰ εἶναι
1558ὑπηρεσία κοινῆς ὠφελείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτη-
1559σίας, εἶναι ἀρχὴ ἡ ὁποία εἶναι ἀποδεδειγμένη, ἡ πλειονοψη-
1560φία μάλιστα τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπε νὰ θεωρεῖται ἡ ἄσκησις κοι-
1561νὴ ὠφέλεια. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ πρότασις δὲν ἔχει καμμίαν σχέ-
1562σιν μὲ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον
1563λέγει ὅτι οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του. Αὐτὴ ἡ διά-
1564ταξις δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν ὁρισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ
1565τὴν ἐξάσκησιν αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸ ὑπὸ
1566συζήτησιν ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀπορ-
1567ρίψῃ τὴν πρότασιν διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀνοικτὴ εἰς τὴν νομοθε-
1568τικὴν ἀτμόσφαιραν τῆς Ἑλλάδος μία θύρα, τὴν ὁποίαν δύ-
1569ναται νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ κάποτε μία Κυβέρνησις καὶ νὰ
1570εἴπῃ, ὑπάρχει πρότασις ἐκκρεμής, ἡ ὁποία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ
1571μίαν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν καὶ
1572αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ
1573ἐπιβάλλῃ νομοθετικὰ μέτρα ἐπὶ τῆς ἐξασκήσεως τῆς νομοθε-
1574σίας. Δὲν ἀρκεῖ δὲ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγμα-
1575τος τοῦ 1911, ἀλλά, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βου-
1576λῆς, ὅτι ψηφιζομένης τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ
15771911, δύναται νὰ γίνῃ δήλωσις ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὸ πνεῦμα
1578αὐτὸ ἀπορρίπτει τὴν πρότασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτρο-
1579πῆς. Αὐτὴ δὲν ἀρκεῖ, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἂν ἔλθῃ μία
1580Κυβέρνησις σοσιαλιστική, θὰ πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῆς
1581ἰδιοκτησίας.
1582§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1583Ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις ἰδιαιτέρως εἰς
1584ψηφοφορίαν.
1585§84Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον
1586θὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ θὰ ἐμποδίσωμεν εἰς
1587τὸ μέλλον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπεμβαίνῃ.
1588§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1589Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πάντοτε ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ
1590γίνεται οὕτω πως, ὥστε νὰ μὴ τίθεται εἰς δίλημμα ὁ ψηφί-
1591ζων ἂν πρέπει νὰ ψηφίζῃ ναὶ ἢ ὄχι, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ποῖαι
1592εἶναι αἱ ἀπώτεραι ἀντιθέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ μας;
1593Πρώτη ἀντίθεσις εἶναι ὅτι οἱ μὲν ἐξ ἡμῶν ὑποστηρίζουν ὅτι
1594πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ
15951911 καὶ ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει νὰ γίνουν καὶ προ-
1596σθῆκαι, οἷαι αἱ λέξεις «πλήρης», «δικαία», «τακτικῶν δι-
1597καστηρίων» κλπ. Κατὰ συνέπειαν νὰ διευκρινίσω τὰ πράγ-
1598ματα. Δηλαδὴ ἂν γίνῃ δεκτὸν νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν
1599εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, περιττεύει πᾶσα συζήτησις. Ἂν
1600νομισθῇ ὅτι πρέπει νὰ γίνουν προσθῆκαι, τότε νὰ ἀρχίσῃ ἡ
1601ψηφοφορία ἐπὶ τῶν προσθηκῶν.
1602§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1603Κύριε Πρόεδρε, θὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἂν ψηφι-
1604σθῇ τὸ ἄρθρον 19 ὡς εἶχε διατυπωθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ
16051911, θεωροῦνται ὅλαι αἱ προσθῆκαι ὡς ἀπορριφθεῖσαι. Ἀλλ’
1606ὑπάρχουν δύο διατάξεις ἢ μᾶλλον δύο ὅροι ἐν τῷ Συντάγματι
1607τοῦ 1911, ἐπὶ τῶν ὁποίων πλεῖστοι ἐνταῦθα ἐζήτησαν μίαν ἑρ-
1608μηνείαν ἢ μίαν ἀποσάφισιν. Εἶναι ὁ ὅρος «ἀποζημίωσις» καὶ
1609ὁ ὅρος «τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ». Ἐζητήθη δηλαδὴ ἢ δι’ ἑρ-
1610μηνευτικῶν δηλώσεων ἢ διὰ προσθήκης λέξεων νὰ μὴ μείνῃ
1611καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἀποζημίωσις ἐννοεῖται πλήρης; Ἐζη-
1612τήθη νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ διὰ δικαστικῆς ὁδοῦ ἐννοεῖται ἡ φράσις
1613«τακτικῶν δικαστηρίων». Ἄν τεθῇ οὕτω πως τὸ ἄρθρον πρὸς
1614ψήφισιν, παραμένει πάλιν ἡ ψηφοφορία ἂν πρέπει νὰ τεθῇ ἡ
1615«πλήρης» ἢ θ’ ἀποφασισθῇ ἡ ἔννοια. Τοῦτ’ αὐτὸ καὶ διὰ τὸ
1616ζήτημα τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ.
1617§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1618Οἱ θέλοντες προσθήκας νὰ ψηφίσουν ἐναντίον τοῦ ἄρθρου τοῦ
1619Συντάγματος τοῦ 1911. Καὶ οὕτω τίθεται εἰς ψηφοφορίαν
1620ἡ οὐσία τῶν περὶ ἰδιοκτησίας διατάξεων. Τὸ ἐναντίον ἀποτέ-
1621λεσμα θὰ εἴπῃ ὅτι οἱαδήποτε προσθήκη θεωρεῖται ἀπορρι-
1622φθεῖσα χωρὶς νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
1623§88Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζω
1624ὅτι θὰ ἦτο ὀρθοτέρα ἡ ὁδὸς νὰ τεθοῦν πρῶται εἰς ψηφοφορίαν
1625αἱ τροπολογίαι ἀρχόμεναι ἀπὸ τῆς ἀπωτέρας.
1626§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι αὐτή.
1627§90Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1628Εἰς ψήφισιν τίθεται προδήλως τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματι-
1629κῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθησαν τροπολο-
1630γίαι. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ προηγηθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν
1631τροπολογιῶν καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν ἀπωτέρων τροπολογιῶν, ἵνα
1632ἐκκαθαρισθῇ τὸ ἔδαφος καὶ νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον συμφώ-
1633νως πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι
1634ἡ τάξις τὴν ὁποίαν κανένα λόγον δὲν ἔχομεν νὰ μὴ τηρή-
1635σωμεν.
1636§91Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δύο λέξεις μόνον. Μετὰ ὥριμον ἐξέ-
1637τασιν τῶν προτάσεων καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ ἀξιο-
1638τίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1639τῆς Συγκοινωνίας, διότι ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων ἔχει ὡς
1640ἑξῆς. Ἱδρύθη ἡ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ
1641σχέδιον τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ προσωρινὴν ἰσχύν. Ἡ Ἐπιτροπὴ
1642ἐπέφερεν οὐσιώδεις τροποποιήσεις. Οὐσιώδης εἶναι ἂν θὰ τε-
1643θῇ «πλήρης» ἢ «δικαία» ἢ ἄλλη. Οὐσιώδης εἶναι ἡ «τῶν τα-
1644κτικῶν δικαστηρίων» ἢ μὴ καὶ ἐπίσης ἔχομεν καὶ τὴν προ-
1645σθήκην τοῦ κ. Μυλωνᾶ. Αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις εἶναι ὑπὸ τὴν
1646κρίσιν τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἡ πρώτη πρότασις, ἡ ὁποία πρέ-
1647πει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν εἶναι αὐτή. Δὲν δυνάμεθα νὰ θέ-
1648σωμεν ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911,
1649διότι ὑποχρεούμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν
1650τῆς Ἐπιτροπῆς.
1651§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1652§93Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μεταξὺ
1653τοῦ ἄρθρου 19 ὅπως ἐπροτάθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ
1654ἄρθρου 19 ὅπως ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὑπάρ-
1655χουν πολλαὶ διαφοραί. Πρέπει ἑκάστη ἐξ αὐτῶν νὰ ψηφισθῇ
1656ὡς τροπολογία.
1657§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν. Πρώτη τρο-
1658πολογία εἶναι, οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ τελευ-
1659ταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 19 ὅτι «ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι
1660μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις. Ἡ ἄσκησις
1661αὕτη πρέπει νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία πρὸς τὴν κοινὴν ὠ-
1662φέλειαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλῶ νὰ ἐγερ-
1663θῶσιν.
1664§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
1665(Ἐγείρονται ἐλάχιστοι).
1666§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη. Ἡ δευ-
1667τέρα τροπολογία εἶναι ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου 19 «πάντοτε δὲ
1668προηγουμένης ἀποζημιώσεως» νὰ μετασχηματισθῇ εἰς «πάν-
1669τοτε δὲ προηγουμένης πλήρους ἀποζημιώσεως».
1670§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ δι’ ὀνομα-
1671στικῆς κλήσεως, ψηφοφορία.
1672§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως προστε-
1673θῇ ἡ λέξις «πλήρους» εἰς τὴν ἀποζημίωσιν λέγουσι «Ναί», οἱ
1674μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «Ὄχι». Παρακαλοῦνται νὰ προ-
1675σέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Ν.
1676Δαρβέρης. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
1677(Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία
1678ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κουτσοπετάλου
1679καὶ Ν. Δαρβέρη, τοῦ κ. γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀ-
1680νόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ
1681τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1682Κ. Ἀγγελόπουλος ΝἈπ. Ζούζουλας Ν
1683Ν. Ἀμηρᾶς ΟΣπυρ. Ἠλιόπουλος Ν
1684Μιχ. Ἀργυρόπουλος ΟΓ. Καρπετόπουλος Ν
1685Χαρ. Βοζίκης ΝΓ. Μηναῖος Ν
1686Γ. Γεωργιάδης ΟΙ. Μουντζουρίδης Ν
1687Κ. Δεμερτζῆς ΝΠ. Πετρίδης Ν
1688Α. Δουλγερίδης ΟΣπ. Στάης Ν
1689Γ. Ἐμπειρῖκος ΝΠ. Τσαλδάρης Ν
1690Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης ΟΚ. Τσαλδάρης Ν
1691Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝἈθ. Χριστόπουλος
1692Ν. Κρανιωτάκης ΝἨλίας Ἀποσκίτης
1693Χρ. Λαδᾶς ΝΘ. Γρηγορίου
1694Θ. Νικολούδης ΝΓ. Μπακόπουλος Ν
1695Γ. Μερκούρης ΝΝ. Μπακόπουλος Ο
1696Δ. Μπαμπᾶκος ΟΔ. Πλαπούτας Ν
1697Ἰωάν. Ράλλης ΝΘεόδ. Τουρκοβασίλης Ν
1698Ἀναστ. ΣτρατηγόπουλοςΟΑ. Τροχάνης Ν
1699Π. Τσιτσεκλῆς ΝΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ν
1700Γ. Ἀθανασιάδης Σπυρ. Τσακόπουλος Ν
1701Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ΝΝ. Ἀνδρεαδάκης
1702Γ. Καλαντζόπουλος ΝἸωάν. Κίνιας Ν
1703Ι. Καναβός ΟΛ. Κουτσοπέταλος Ο
1704Δ. Κατσάνος ΝΜ. Μαντᾶς Ν
1705Γ. Καφαντάρης ΟΓεώργ. Μικρός
1706Ἰωάν. Νικολίτσας ΝΠ. Νικολαΐδης Ν
1707Ἰωάν. Παπαϊωάννου ΝΓεώργ. Πεσμαζόγλου Ν
1708Σπυρ. Τρικούπης ΝΑ. Ἀγγελόπουλος Ν
1709Γ. Τσακανίκας ΟΤάσης Ἀναστασίου Ο
1710Ἰωάν. Τσιγκόλης Κ. Γκότσης Ν
1711Α. Γρηγοριάδης ΟΚ. Γόντικας
1712Φ. Δημάδης Ἰωάν. Γιαννόπουλος
1713Γ. Παπαπαράσχος Α. Μάρκου Ν
1714Α. Χατζηνώτας Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος Ο
1715Δ. Μπούκουρας ΝΓ. Ἐξηντάρης Ο
1716Σ. Πολυζωγόπουλος ΝΑὔγ. Θεολογίτης
1717Β. Κανακάρης Ροῦφος ΝΣ. Καραγεώργης
1718Βασίλειος Σαγιᾶς ΝΣτ. Νικολαΐδης Ο
1719Ἀνδρ. Στεφανόπουλος ΝΑ. Παπαδᾶτος Ο
1720Ι. Σισίνης ΝΕ. Σταυρίδης Ο
1721Δ. Στεφανόπουλος ΝΙ. Τσονταρίδης Ο
1722Γ. Βοραζάνης Εὐθύμ. Βελλιανίτης Ο
1723Κ. Γεωργαντόπουλος ΝΔ. Ζερβός Ν
1724Γ. Ζερβός ΟἸωάν. Θεοτόκης Ν
1725Λ. Θεοδωρίδης ΟΣπυρ. Παϊπέτης Ν
1726Κ. Κωνσταντινίδης ΟΑ. Πιέρρης
1727Λ. Λαμπριανίδης ΟΒ. Ἀλεξᾶτος Ν
1728Κ. Ὀρφανός Ι. Μεταξᾶς Ν
1729Χ. Πανταζίδης Κοσμ. Μπουρμπούλης Ν
1730Χ. Παπάζογλου Α. Φωκᾶς Ν
1731Λ. Παπαπαναγιώτου ΟΛ. Ἀνδρεάδης
1732Α. Χαΐνογλου ΟΓ. Βαρβούτης
1733Β. Χατζηλίας ΟΑ. Ζάχος Ν
1734Κ. Βλαχοθανάσης Γ. Κακουλίδης
1735Ι. Βογιατζῆς ΝΝ. Κουπαροῦσος
1736Θ. Κακαρᾶς Γ. Μπούσιος Ν
1737Σ. Οἰκονομίδης ΝΗ. Παπαδόπουλος Ο
1738Θ. Παπαστρατῆς ΟΚωνστ. Ἀλαβάνος
1739Π. Χατζηπᾶνος ΝΔ. Βοκοτόπουλος Ν
1740Δ. Βοῦλτζος ΝΜ. Δερλερές Ν
1741Θ. Γοῦσκος ΝΚ. Ἐμπειρῖκος Ν
1742Ν. Κολυβᾶς ΝΠ. Εὐριπαῖος Ο
1743Ἐμ. Λούντζης Ν. Καμπάνης Ν
1744Ἀντ. Γαλανάκης Π. Καμπάνης Ν
1745Γ. Κοκινάκης ΟΠερ. Μαζαράκης Ο
1746Γ. Μαρῆς Κ. Ναυπλιώτης
1747Β. Μεϊμαράκης ΝΘ. Βαρβιτσιώτης
1748Ι. Περδικογιάννης ΝΝ. Δ. Κουμάνταρος Ν
1749Κ. Πολυχρονάκης ΟΠ. Παπαδᾶκος Ν
1750Γ. Φραγκιαδάκης Δ. Πετρακᾶκος Ν
1751Δημ. Ἀμπατζόπουλος ΟΓ. Φικιώρης Ο
1752Ι. Ι. Ἄμποτ Α. Ἀποστολίδης Ν
1753Θ. Ἀνδρεάδης Ε. Γκλαβάνης Ν
1754Ἀλ. Βουτυρᾶς Α. Εὐφραιμίδης Ο
1755Ζ. Βεντούρας ΟΒ. Ζησιάδης
1756Ν. Δαρβέρης ΝΚωνστ. Θέος
1757Δ. Εὐθυμιάδης ΟἈλ. Ἰωαννίδης Ν
1758Μ. Θεοδωρίδης ΝΔ. Καζάκης
1759Λ. Ἰασονίδης ΟΚ. Καρτάλης
1760Δ. Κάκαβος ΝἈνδρ. Κόρακας
1761Ι. Καυταντζόγλου ΝΣ. Μάξιμος Ο
1762Μ. Κύρκος ΟΑ. Μέρος Ο
1763Λ. Κυβετός ΟΚ. Σπυρίδης Ν
1764Μεντὲς Λιάο Μεσατζῆς ΝΜ. Κοθρῆς
1765Κ. Μουζενίδης ΟΡοῦσσος Κούνδουρος Ο
1766Κ. Μιττᾶκος Ε. Μοδάτσος Ν
1767Ἀλ. Παπαναστασίου ΟΑ. Γαληνός
1768Γρ. Παπανικολάου ΟΓ. Θεοδοσιάδης
1769Σταμ. Παπάζης ΟΓ. Καλδῆς Ο
1770Φ. Παπαγεωργίου ΝΒ. Καραπαναγιώτης
1771Ἰσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ ΝΣ. Κρητικᾶς Ο
1772Δαυΐδ Μπουχὰρ Σολάν ΟΓ. Λαζανᾶς
1773Γ. Χατζηγεωργίου ΝΓ. Παπανδρέου
1774Μ. Γούδας ΝΜ. Λαίλιος
1775Ι. Μελᾶς Δ. Σάλτας
1776Δ. Μπότσαρης ΟΚ. Σῖμος Ο
1777Ἀλ. Μυλωνᾶς ΟΠ. Ἀντωναρόπουλος Ν
1778Σπυρ. Χασιώτης ΟΓ. Καντιάνης Ν
1779Χ. Χρηστοβασίλης ΝΑ. Ἐμπ. ΚουμουνδοῦροςΝ
1780Ἀλκ. Λούλης ΟΠ. Μερλόπουλος Ν
1781Α. Μισυρλῆς ΝΝ. Τερζόγλου Ο
1782Φ. Μοσχούλας Δημ. Φλωριᾶς Ο
1783Δ. Μπενάκης ΟΠ. Μπούμπουλης Ν
1784Π. Μποῦτος ΝΚ. Πετσάλης Ο
1785Π. Σάκκης ΝΧρ. Ἀλαμανῆς Ο
1786Ε. Φεσᾶς ΝΣ. Ἀλεξιάδης Ο
1787Ἰωάν. Βατίστας Περ. Ἀλεξανδρῆς
1788Π. Διαμαντόπουλος ΟἈδὰμ Ἔξαρχος Ο
1789Ἐμ. Μαχαίρας ΟΕ. Ζούκας Ο
1790Γ. Προυκάκης ΟΓ. Σίδερης Ο
1791Γ. Σακαλῆς ΟΣ. Ταλιαδοῦρος Ο
1792Σ. Συμεόνογλου ΟΣωτ. Χατζηγάκης
1793Δ. Σκυλίτσης ΝΦ. Χρηστοδῆμος
1794Ἰωάν. Σπετσιώτης ΝΑ. Ψάρρας Ο
1795Γ. Στρῖγκος Ι. Μάνος
1796Σωτ. Σωτηριάδης ΝἈθ. Μιαούλης
1797Θ. Μαγκριώτης Α. Σαχτούρης
1798Κ. Μαζαράκης Ν. Βελέντζας Ν
1799Γρ. Τηληκίδης Σ. Γάτος Ν
1800Π. Χρυσοβέργης ΟἸωάν. Εὐταξίας Ν
1801Α. Βαλαωρίτης ΝΣπυρ. Κρεμεζῆς Ο
1802Γ. Μπανιᾶς ΟΕὐστ. Μαλαμίδας Ο
1803Λ. Τσιῶκος Χ. Στεργιόπουλος Ν
1804Θ. Χαβίνης ΟΙ. Τζίβας Ν
1805Κ. Καλκάνης ΝΘαλῆς Τσιριμῶκος Ν
1806Μ. Τσαρλαμπᾶς Δ. Χατζῖσκος Ν
1807Β. Σκουλᾶς ΟΙ. Βαλαλᾶς Ο
1808Ε. Φωτάκης ΟΦ. Δραγούμης Ο
1809Χασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου- Ν. Κυριακόπουλος Ν
1810σταφᾶ Σ. Λιούμπης Ο
1811Ἀν. Μπακάλμπασης ΟΓ. Μόδης Ο
1812Χαβοὺζ Ὀσμάν Δ. Τζίμας Ν
1813Σουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ Ἀλ. Ξανθόπουλος Ο
1814Φεχμῆ Χασὰν βέη Ζαδὲ Μ. Βολουδάκης
1815Κ. Τελωνίδης Α. Μητσοτάκης
1816Ἀθ. Σινόκας ΟΠ. Πολυχρονίδης Ο
1817Νικόλ. Βλιάμος Γ. Σήφακας
1818Σ. Μανταφούνης Α. Ἀνδρεάδης
1819Θεμ. Σοφούλης Β. Κουκουρίδης Ο
1820Ἐμ. Χατζηδάκης ΝΘ. Πανταζίδης Ο
1821Π. Ἀλεξίδης ΝΑ. Παχνός Ν
1822Α. Ἀργυρός ΝΑ. Πολεμίδης
1823Δ. Δούκας ΝἈλ. Κανάρης
1824Α. Λαζαρίδης ΟΝ. Μαμούνης
1825Ν. Μανούσης Ο
1826§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς
1827ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή.
1828(Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
1829§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει):
1830Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 206. Εἶπον «Ναὶ» 114, εἶπον «Ὄχι» 92.
1831Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ προσθήκη τῆς λέξεως «πλήρους».
1832(Χειροκροτήματα).
1833§101Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑπάρχει
1834μία ἄλλη τροπολογία, προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον, ἡ ὁποία ἔχει
1835ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις ἀποτελοῦσιν ἀπαλ-
1836λοτρίωσιν διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν.... κλπ.»
1837§102Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐκτὸς ἐκείνων τῶν θεμάτων, τὰ ὁ-
1838ποῖα ἐκρίθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ
1839ἐπέφερεν εἰς τὸ ἄρθρον καὶ ἄλλας τινὰς μεταρρυθμίσεις καὶ
1840εἰδικῶς πρῶτον διὰ τὴν τροπολογίαν «περὶ τακτικῶν δικα-
1841στηρίων», δεύτερον τὴν τροπολογίαν «περὶ ἐπιτάξεων», περὶ τῆς
1842ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τρίτον
1843τὴν προσθήκην τῆς φράσεως «ὑπογείων ὑδάτων» καὶ τέταρ-
1844τον μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ἑπομένως πα-
1845ρακαλῶ καὶ εἰσηγοῦμαι καὶ νομίζω ὅτι οὕτω θὰ γίνῃ, ἂν τε-
1846θῶσι κατὰ σειράν.
1847§103Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει ὑποβεβλημένη πρότασις ὅ-
1848πως κατοχυρωθῇ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὅτι ἡ φράσις «πλή-
1849ρους ἀποζημιώσεως» ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἑκάστοτε νομι-
1850σματικὰς συνθήκας.
1851§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19ον (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς
1852στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὑτοῦ.... κλπ.» Ἡ Βουλὴ παρα-
1853δέχεται ὅπως ἐτροπολογήθη;
1854§105ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
1855§106Α. ΜΕΡΟΣ. Νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1856§107Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις.
1857§108Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἴπομεν ὅτι ἡ δευτέρα τροπο-
1858λογία θὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1859§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1860§110Α. ΜΕΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεως «τακτι-
1861κῶν δικαστηρίων», κ. Πρόεδρε.
1862§111Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ τεθῇ
1863πρὸς ψήφισιν ἡ ἀποζημίωσις.
1864§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μᾶλλον ὅσον ἀφορᾷ τὴν φράσιν «τακτικῶν
1865δικαστηρίων».
1866§113Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ γίνῃ μία ἑρμηνεία τί ἐννοεῖται διὰ
1867τῆς φράσεως αὐτῆς. Συμφωνῶ ὅταν τεθῇ ὅτι ὅταν ὁ πρόεδρος
1868τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι δικαστικός, τότε ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἶ-
1869ναι τακτικὸν δικαστήριον.
1870§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
1871§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1872Δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ καμμία ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας
1873τοῦ ὅρου «τῶν τακτικῶν δικαστηρίων». Τακτικὰ δικαστήρια
1874εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὴν δικαστικὴν
1875ὀργάνωσιν, ὅλα τὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα εἴτε κατὰ μονομελῆ,
1876εἴτε κατὰ πολυμελῆ σύνθεσιν ἀποφαίνονται περὶ τῶν διαφο-
1877ρῶν τῶν πολιτικῶν. Τακτικὰ δικαστήρια ἑπομένως εἶναι τὸ
1878Εἰρηνοδικεῖον, τὸ Πρωτοδικεῖον, ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδι-
1879κῶν, τὸ Ἐφετεῖον καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀφίεται δὲ ἀπόλυτος ἐ-
1880λευθερία εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ καθορίζῃ τὸ ἁρμό-
1881διον τακτικὸν δικαστήριον, τὴν διαδικασίαν τὴν ἀκολουθητέαν
1882καὶ τὰ μέσα τὰ ἔνδικα. Ἂν ὑποθέσωμεν λ. χ. ὅτι ἔρχεται μία
1883Βουλὴ καὶ θεσπίζει ὅτι περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀποφαίνε-
1884ται τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἢ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ὁριστι-
1885κῶς καὶ τελεσιδίκως καὶ ἀνεκκλήτως, ἡ διάταξις αὕτη τοῦ
1886νόμου ἰσχύει ἀπολύτως.
1887§116Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Παραιτούμεθα τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως
1888ἅμα γίνῃ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία.
1889§117Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὰ αὐτά.
1890§118Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1891Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν διατυπωθεῖσαν ἔννοιαν περὶ τῶν δι-
1892καστηρίων ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
1893μικῶν, βεβαίως δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀπόκειται εἰς
1894τὸν νόμον εἰδικώτερον νὰ ὁρίσῃ.
1895§119Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1896Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε.
1897§120Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ ἐγὼ
1898ἐπίσης εἶμαι σύμφωνος.
1899§121Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Παραιτούμεθα τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1900§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρώτην παρά-
1901γραφον τοῦ ἄρθρου 19 μὲ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως
1902«πλήρους»;
1903§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1904§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): «Εἰδικοὶ νόμοι κανονί-
1905ζουσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀ-
1906ρυχείων, ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν, ἰαματικῶν, ρεόντων καὶ
1907ὑπογείων ὑδάτων».
1908§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1909§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει) «Εἰδικοὶ νόμοι θέλουσι
1910κανονίσει τὰ τῶν ἐπιτάξεων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ τῆς
1911ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, εἰς περίπτωσιν πολέμου ἢ ἐπιστρα-
1912τεύσεως ἢ πρὸς θεραπείαν ἀμέσου κοινωνικῆς ἀνάγκης, δυ-
1913ναμένης νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ ὑγείαν».
1914§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
1915§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1916Κύριε Πρόεδρε, δὲν φαντάζομαι ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν τροπο-
1917λογίαν αὐτὴν ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, διότι
1918ὑπάρχει ἀπειρία καὶ ἄλλων περιστάσεων καθιστωσῶν ἀναγ-
1919καίαν τὴν ἐπίταξιν· μία ἐπιδημία, μία ἀπεργία. Πῶς εἶναι
1920δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῶν ἐπιτά-
1921ξεων;
1922§129Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτάξεως
1923καὶ ἄλλο τὸ δικαίωμα τῆς ὠφελείας. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει
1924τὴν ἀντίθετον γνώμην καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ὑπάγεται καὶ αὕτη
1925εἰς τὴν διάταξιν περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἦλθον ὅλοι οἱ
1926ἄλλοι νομομαθεῖς καὶ ἐδέχθησαν ὅτι τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ
1927ἐπιτάξῃ καὶ ἡ ἐπίταξις δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις περὶ
1928ἀπαλλοτριώσεως.
1929§130Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Αἱ περιπτώσεις τὰς ὁποίας ἐμνημό-
1930νευσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀκριβῶς ἐκρίθη-
1931σαν ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τῆς διατυπώ-
1932σεως ὡς ἔχει. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐζήτησε
1933νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ διατύπωσις τῆς παραγράφου
1934ὡς ἔχει. Ὡς δὲ ἔχει, δὲν ἀποκλείει καμμίαν περίπτωσιν ἔ-
1935χουσαν ἀνάγκην θεραπείας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἐκρί-
1936θη ὅτι ἡ φράσις αὕτη θεραπεύει πᾶσαν ἔκτακτον ἀνάγκην.
1937§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1938Νὰ δώσω ἁπλῶς μίαν ἐξήγησιν· εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν τρο-
1939πολογίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθε-
1940ροφρόνων, ἡ διάταξις ὅμως ὡς διεμορφώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτρο-
1941πῆς τίποτε ἄλλο δὲν ἔχει παρὰ τοῦτ’ αὐτό. Εἶναι δεκτὴ ἡ
1942πρότασις, κ. Πρόεδρε;
1943§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, κ. Πρόεδρε, δεκτή.
1944§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει):
1945Ἄρθρον 19.
1946Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ εἰμὴ διὰ
1947δημοσίαν ὠφέλειαν προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε
1948καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμέ-
1949νης πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζε-
1950ται πάντοτε ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐν πε-
1951ριπτώσει δὲ ἐπειγούσῃ δύναται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁ-
1952ρισθῇ δικαστικῶς, μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δι-
1953καιούχου, ὅστις δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ κατὰ τὴν κρί-
1954σιν τοῦ δικαστοῦ εἰς παροχὴν ἀναλόγου ἐγγυήσεως,
1955καθ’ ὃν τρόπον ὁρίσῃ ὁ νόμος. Πρὸ τῆς καταβολῆς
1956τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποζημιώ-
1957σεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ
1958ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως.
1959Εἰδικοὶ νόμοι κανονίζουσι τὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ
1960διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, ἀρχαιολογικῶν
1961θησαυρῶν, ἰαματικῶν, ρεόντων καὶ ὑπογείων ὑδάτων.
1962Εἰδικοὶ νόμοι θέλουσι κανονίσει ὁμοίως τὰ τῶν ἐπι-
1963τάξεων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ
1964τῆς θαλάσσης, εἰς περίπτωσιν πολέμου ἢ ἐπιστρα-
1965τεύσεως, ἢ πρὸς θεραπείαν ἀμέσου κοινωνικῆς ἀνάγ-
1966κης, δυναμένης νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημο-
1967σίαν τάξιν ἢ ὑγείαν.
1968§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1969(Γίνεται δεκτὸν τὸ 19ον ἄρθρον).
1970§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ἡ ἑξῆς ἑρμηνευτικὴ
1971δήλωσις (ἀναγινώσκει):
1972«Ἐν τῷ ὅρῳ «ἰδιοκτησία» νοεῖται καὶ ἡ κινητὴ
1973τοιαύτη».
1974§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
1975(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις).
1976§137Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὀφείλω
1977νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Ἡ ψῆφος τοῦ Κόμματος τῶν
1978Ἐλευθεροφρόνων εἰς τὸ ἄρθρον 19 ἔχει δοθῆ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι
1979θὰ εἶναι ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 119 τὸ ἀφορῶν τὴν ἀ-
1980ποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν καὶ προσφύγων, συμ-
1981περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἀστῶν, δηλαδή....
1982(Ἔντονοι διαμαρτυρίαι πολλῶν βουλευτῶν, μὴ ἀποκα-
1983θισταμένης τῆς ἡσυχίας).
1984§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν λόγῳ τοῦ θο-
1985ρύβου.
1986(Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι πολλῶν βουλευτῶν ζητούν-
1987των νὰ μὴ γίνῃ διακοπή).
1988§139Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ
1989ἄρθρου 119. Θὰ τὸ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν. (Θόρυβος).
1990§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
1991τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
1992§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν.
1993§142ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα, τώρα.
1994§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1995Ὅλοι, νομίζω, ἀντελήφθημεν ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 19
1996τοῦ Συντάγματος ἐγένετο ἐν στενωτάτῃ συναφείᾳ πρὸς τὸ
1997ἄρθρον 119.
1998§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1999§145ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2000§146Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
2001Δυνάμεθα μάλιστα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ συζήτησις περιεστράφη
2002κυριώτερον ἐπὶ τῆς διατάξεως τῆς μεταβατικῆς ἢ ἐπὶ τῶν
2003τροπολογιῶν τοῦ ἄρθρου 19. Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ ἐ-
2004λέχθη καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγροτικὴν προσφυγικὴν πολιτικήν,
2005περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ ἡ μεταβατικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου
2006119. Θὰ ἦτο ἑπομένως ὀρθὸν νὰ μὴ χωρισθῇ ἡ ἀπόφασις ὡς
2007δὲν ἐχωρίσθη καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δύο τούτων ἄρθρων
2008καὶ δυνάμεθα εὐθὺς ἀμέσως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
2009Ἡ ἀνανέωσις τῆς συζητήσεως ταύτης—διότι περὶ ἀνανεώ-
2010σεως θὰ ἐπρόκειτο—δὲν θὰ εἶχεν ἕτερον ἀποτέλεσμα ἢ μα-
2011ταίαν σπατάλην χρόνου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δυνάμεθα νὰ προ-
2012βῶμεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
2013§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2014§148ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2015§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
2016Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀ-
2017ποδεκτὸν εἶναι νὰ ἀναμείνωμεν νὰ ἔλθῃ κατὰ σειρὰν τὸ ἄρ-
2018θρον 119 πρὸς συζήτησιν. Τοῦτο κατ’ οὐδένα λόγον δὲν εἶναι
2019δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ νὰ μείνῃ μετέωρος ἡ μεταβατικὴ κατά-
2020στασις μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 119.
2021§150Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ὄχι, ὄχι, θὰ συζητήσωμεν.
2022§151Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
2023Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ἰωαννίδη, καθὼς καὶ τοὺς ἀξιο-
2024τίμους κ. κ. συναδέλφους, ἵνα τακτοποιήσωμεν τὴν συζή-
2025τησίν μας διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συνεννοηθῶμεν μεταξὺ μας.
2026Ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκο-
2027νομικῶν, ἡ συζήτησις τῆς μεταβατικῆς διατάξεως τοῦ ἄρ-
2028θρου 119 συνεδυάσθη μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 19. Ἀλλὰ
2029τυπικῶς συζητεῖται τὸ ἄρθρον 19. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ πλεῖ-
2030στοι τοὐλάχιστον τῶν ἀγορευσάντων κ. κ. συναδέλφων δὲν
2031ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν, συζητοῦντες τὸ ἄρθρον 19 καὶ γνω-
2032ρίζοντες ὅτι οἱ περισσότεροι δισταγμοὶ εἰς τὴν δια-
2033τύπωσιν τοῦ ἄρθρου 19 ἐγένοντο ἐκ τοῦ ἐπακολουθοῦν-
2034τος ἄρθρου καὶ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 119,
2035δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ διότι ὑπῆρξαν
2036πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως, ἐνῷ τὸ κατ’ ἀρχὴν ζήτημα τὸ συνεζή-
2037τησαν, ἴσως ἐπὶ τῶν δευτερευόντων ζητημάτων νὰ ἔχουν ἀμ-
2038φιβολίαν, θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. συναδέλφους
2039νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου 119 συζήτησις
2040ἀπεραιώθη καὶ νὰ συζητήσωμεν τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ἐπὶ
2041τῶν λεπτομερειῶν.
2042§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2043§153ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2044§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
2045Πρέπει νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἵνα πε-
2046ρατώσωμεν τὸ ταχύτερον τὸν ἀγῶνα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ
2047Συντάγματος, ὁ ὁποῖος μᾶς παρακωλύει ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἐρ-
2048γασίαν. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ
2049συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 119 ἐγένετο. Δὲν λέγω ὅτι ἡ
2050συζήτησις ἐτερματίσθη· ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν νὰ συζητή-
2051σωμεν.
2052§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὑμεῖς θέλετε, τὴν Δευτέραν.
2053§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν. Θὰ συζητήσω-
2054μεν τὸ 119ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
2055§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως λόγῳ τῆς αὐρια-
2056νῆς ἑορτῆς νὰ μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν, ἐπειδὴ δὲ θὰ ἑτοιμά-
2057σωσιν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὕλην πρὸς συζήτησιν,
2058συνεδρίασιν νὰ ἔχωμεν τὴν προσεχῆ Δευτέραν;
2059§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2060§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη
2061τὴν 5.30′ μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὁπότε θέλει τεθῇ
2062ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος.
2063(Ὥρα 10.20′ μ. μ.)