1927.03.23
1.235 στίχοι · 9.722 λέξεις · 59 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
Τετάρτη 23 Μαρτίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτῶν;
§3Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ πρακτικοῦ τῆς ψηφοφορίας. Τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένον ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, διότι ἀναγράφει ὅτι ἤμην ἀπών, ἐνῷ ἤμην παρὼν καὶ ἐψήφισα «ὄχι».
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Νικόλαος Καψῆς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἀρτιώτερον μορφωμένων καθηγητῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. — Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Βόλου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰανουαρίου 1923 Ν. Διατάγματος περὶ θαλασσίας ἁλιείας μέτρων». — Ὁ Παν. Κεφαλληνὸς ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ περιθάλψεώς του διὰ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ του κατὰ τὸ 1916 εἰς συμπλοκὴν μετὰ τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ». — Τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Ἡρακλείου ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ρύθμισιν τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς σταφίδος. — Τὸ Ταμεῖον Ἐκπαιδευτικῆς Προνοίας Μυτιλήνης ζητεῖ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ παρθεναγωγείου Μυτιλήνης, καταστραφέντος ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως προσφύγων. — Οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς Κρήτης διαμαρτύρονται ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τῆς ἀναθέσεως τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων. — Οἱ Ἀνδρέας Βλαστός, Α. Μπουχάγιας, Ζ. Γαζῆς κλπ. ἐπιδιορθωταὶ ἁμαξῶν Πατρῶν ζητοῦν τὴν κρατικὴν ἐνίσχυσιν λόγῳ τῆς ἀνεργίας ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν αὐτοκινήτων. — Οἱ στρατευθέντες φοιτηταὶ τῶν κλάσεων 1925 καὶ 1926 ὑποβάλλουν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦν ὅπως τοῖς χορηγηθῶσιν ἀναστολαὶ προσελεύσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ, λόγῳ τῶν σπουδῶν των. — Ὁ Πολυζώης Ι. Παναγόπουλος, πρώην ὑπελεγκτὴς τελωνείου Πειραιῶς, ζητεῖ νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς ζωῆς τῆς πενομένης ὑπαλληλικῆς τάξεως. — Οἱ κτηματίαι Κερκύρας ὑποβάλλουν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦν τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας. — Ἡ Κατίνα χήρα Ἰωάννου Ε. Καυγαλάκη, τὸ γένος Καούνη, κατοίκου τῆς πόλεως Ρεθύμνης, ζητεῖ νὰ τῆς ἀπονεμηθῇ σύνταξις διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ συζύγου της. — Ὁ Στυλιανὸς Ν. Μαρκάκης ζητεῖ νὰ τύχῃ τῆς κρατικῆς ὑποστηρίξεως, καταστραφείσης ὁλοκλήρου τῆς κτηματικῆς του περιουσίας ἐκ τῆς γενομένης πλημμύρας. — Ὁ ἀναγκαστικὸς οἰνοποιητικὸς συνεταιρισμὸς Καβάλλας ζητεῖ νὰ ἱδρυθῇ ταμεῖον ὁδοποιΐας ἐν Λευκάδι. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Οἰχαλίας ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ Κυριακῆς ἀναπαύσεως». — Ὁ Σύνδεσμος βιοτεχνῶν Βόλου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ διορίσῃ ἐν τῇ νυκτερινῇ σχολῇ τεχνιτῶν μηχανικῶν ἕνα καθηγητὴν τῆς μηχανολογίας, πρὸς ἐπανάληψιν τῶν διακοπέντων μαθημάτων. — Ὁ Πανελλήνιος Σύλλογος ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ὑποβάλλει ἀναφορὰν τοῦ ἐφέδρου λοχαγοῦ Γεωργακοπούλου καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν. — Οἱ ἐπιστρατευθέντες φοιτηταὶ ὑποβάλλουν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦν τὴν κατὰ μῆνα ἐξέτασιν τῶν ἀπορριπτομένων, τὸν συμψηφισμὸν τῆς βαθμολογίας τῶν μαθημάτων καὶ τὴν καταβολὴν τοῦ ἡμίσεως τῶν ἐξετάστρων κατὰ τὴν ἐπανεξέτασιν. — Οἱ κάτοικοι Κάτω Φαναρίου τοῦ τέως δήμου Δρυόπης διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ δημοδιδασκάλου Χ. Μιχαλοπούλου διὰ τὴν ἐν γένει διαγωγήν του καὶ τὰς δυστρόπους πράξεις του. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Καλκάνης καὶ Μ. Τσαρλαμπᾶς καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Σωματείων τῆς Λευκάδος, ζητούντων τὴν δικαίαν διευθέτησιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου, τὴν ἵδρυσιν Ἐπαγγελματικοῦ Ἐπιμελητηρίου Λευκάδος, τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον τῶν ἀλευρομύλων, τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς Φιλαρμονικῆς Λευκάδος καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τοπικῆς καταναλώσεως τῶν ἰχθύων. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Ἀγγελόπουλος ὑποβάλλει σχέδια νόμου: 1) «Περὶ τοῦ τύπου τῆς μεγάλης τοῦ Κράτους σφραγῖδος καὶ τῶν σφραγίδων τῶν Δημοσ. Ἀρχῶν». 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Ν. Δ. τῆς 19 Ν)βρίου 1925 περὶ ποινικῶν κλητήρων» καὶ 3) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφ. 6 τοῦ ἄρθρου 117 Κρητ. Πολ. Δικονομίας». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου καὶ ἐπιβολῆς δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐλαίου Π. καὶ Ν. Ἑλλάδος». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος συζήτησις. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§5Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὴν μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐπροκάλεσαν δύο τροπολογίαι ἢ μᾶλλον δύο κατηγοριῶν τροπολογίαι· ἡ μία ἡ ἀποβλέπουσα νὰ κυρώσῃ καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος τὴν κανονικὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἡ ἄλλη ἡ ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ σφραγίσῃ, εἰς τὸ νὰ στερεώσῃ, νὰ κατοχυρώσῃ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὰς ἀτομιστικὰς ἀντιλήψεις ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ὑπετέθη ὅτι ἡ πρώτη πρότασις ἐπροκάλεσε τὰς ἄλλας προτάσεις τὰς στηριζομένας εἰς τὴν ἀτομικὴν ἀντίληψιν περὶ ἰδιοκτησίας. Αὐτὸ εἶναι μόνον ἐν μέρει ἀληθές, διότι αἱ προτάσεις αἱ τελευταῖαι θὰ ὑπεβάλλοντο διότι ἐκφράζουν ὡρισμένα συμφέροντα, διότι εἶναι ἀποτέλεσμα ἐνεργειῶν ὡρισμένων συμφερόντων. Ἡ πρότασις ἡ πρώτη ἡ ὑποβληθεῖσα συγχρόνως ἀπὸ τὸν κ. Μυλωνᾶν καὶ ἀπὸ μερικοὺς ἄλλους βουλευτὰς ἀνήκοντας εἰς τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» ἐλήφθη πράγματι ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ Συντάγματος.
§6Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὁμοίως καὶ ἀπαραλλάκτως, ἀλλ’ ἠλλοιωμένη πολύ.
§7Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἔχει σημασίαν, κ. συνάδελφε. Τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα ἦτο γνωστὸν εἰς τὰς λεπτομερείας του γενικώτερον ἀπὸ τὴν πρώτην ἐπεξεργασίαν τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν Δʹ Συνέλευσιν. Παρ’ ὅλα ταῦτα ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ 1925 δὲν ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν προσθήκην αὐτὴν εἰς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος. Καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἀποκρύπτω ὅτι καὶ ἐγὼ συνετέλεσα καὶ συνετέλεσα διότι γνωρίζω ὅτι εἰς τὸν Τόπον μας, ὅπου φοβίζουν περισσότερον τὰ ὀνόματα, περισσότερον αἱ λέξεις ἐρεθίζουν παρὰ αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι μία τοιαύτη προσθήκη, ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο παρὰ νὰ περιβάλλῃ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ὅ,τι κατ’ οὐσίαν γίνεται, ὅ,τι κατ’ ἀνάγκην γίνεται, ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ προκαλέσῃ ἐξέγερσιν δυναμένην νὰ προσβάλλῃ, νὰ κατασυκοφαντήσῃ τὴν ἀγροτικὴν κοινωνικὴν πολιτικήν. Καὶ ἡ πρόβλεψίς μας ἐκείνη ἐπραγματοποιήθη, διότι ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς προτάσεως αὐτῆς θύελλα διαμαρτυριῶν ἠγέρθη, ἔγινεν ἐπίκλησις εἰς τὴν διακήρυξιν τοῦ δικαίου τοῦ ἀνθρώπου, εἰς τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, εἰς τὴν συνταύτησιν, ἐπεχειρήθη καὶ σήμερον ἀκόμη συνταύτησις τοῦ δικαιώματος τῆς ζωῆς, τοῦ δικαιώματος τῆς ἀτομικῆς ὑπάρξεως μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ χθὲς ἀκόμη ἠκούσαμεν σεβαστὸν διδάσκαλον καὶ συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον διὰ νὰ ἀποκρούσῃ ὅλην τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἀκόμη ἀνεγνώριζε περιορισμοὺς εἰς τοὺς κυρίους ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων, μέχρι σήμερον ἔγιναν ἄπειροι μεταβολαὶ εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ εἰς τὰς νομικὰς αὐτῶν ἀντιλήψεις. Σήμερον βλέπομεν ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς κυριότητος ἐπὶ τῶν πραγμάτων, δὲν εἶναι κάτι τι ἀπεριόριστον, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύτου χρήσεως, τῆς ἀπολύτου διαθέσεως τῶν πραγμάτων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τῶν πραγμάτων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῶν πραγμάτων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πορισμὸν ἰδιαιτέρων ὠφελειῶν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὠφελειῶν προκυπτουσῶν ὄχι μόνον ἐξ ἀτομικῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς βάσεως τῆς Κοινωνίας αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα ἔχουσιν ἐπέλθει καὶ καθ’ ἡμέραν αὐξάνουσιν οἱ περιορισμοί. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τοὺς περιορισμοὺς ἐπὶ παραδείγματι τοὺς τιθεμένους εἰς τὴν χρῆσιν τῶν δασῶν, ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῇ τοὺς περιορισμοὺς τοὺς ὁλονὲν αὐξανομένους ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν κτημάτων, ἀρκεῖ κανεὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τοὺς περιορισμοὺς εἰς τὴν διάθεσιν μικρῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, ἀρκεῖ ἀκόμη νὰ ἐνθυμηθῇ κανεὶς ὅλους τοὺς νεωτέρους νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ κυριότης τῶν πραγμάτων τῶν ἀκινήτων καὶ κινητῶν μεταβιβάζεται ἀπὸ ἕνα κύριον εἰς ἄλλον κύριον, νόμους τυχόντας ἐφαρμογῆς εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἐλέχθη χθὲς ἀκόμη ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας προϋπῆρχε αὐτοῦ τοῦ νόμου. Οὐδὲν δικαίωμα δὲν ὑπάρχει πρὸ τοῦ νόμου. Τὰ δικαιώματα ὅλα εἶναι δημιουργήματα τῆς Πολιτείας, εἶναι δημιουργήματα τοῦ Κράτους, ἡ ἀτομικὴ δὲ ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς βάσεις τοῦ σημερινοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία εἶναι καὶ αὐτὴ ἓν ἱστορικὸν προϊόν, διότι ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Κοινωνία, ὑπάρχει καὶ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία εἶναι καὶ αὐτὸ ἀποτέλεσμα κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἐξελίξεως, ὑφιστάμενον καὶ αὐτὸ συνέχειαν ἐξελίξεως, δὲν εἶναι κάτι τι ἀνέκκλητον, κάτι τι στερεὸν καὶ ἀπρόσβλητον. Χθὲς ἀκόμη, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, εἶχον κοινὴν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν ἀκινήτων. Εἰς αὐτὴν τὴν Ρωσσίαν καὶ εἰς τὰ Βαλκανικὰ ἀκόμη Κράτη ἕως χθὲς ὑπῆρχεν ἡ κοινὴ ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Τὸ Τουρκικὸν ἐμπράγματον δίκαιον δὲν ἀναγνωρίζει δικαίωμα ἐμπράγματον κυριότητος ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν ἰδίᾳ κτημάτων, οἷον ἀναγνωρίζει τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον. Κατὰ συνέπειαν τούτου ἐλέχθη ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι κάτι τι σαφῶς προσδιωρισμένον καὶ ἀμετάβλητον καὶ προσκρούει πρὸς αὐτὴν τὴν πραγματικότητα. Θὰ ἀναφέρω μόνον τὴν γνώμην τοῦ Ντυπουΐ, διαπρεποῦς νομομαθοῦς, ἀποφαινομένου ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δικαίωμα συνεχῶς μεταβαλλόμενον ἀναλόγως τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ὅσον συνθετώτερος γίνεται ὁ οἰκονομικὸς καὶ κοινωνικὸς βίος, τόσον περισσότερον περιορίζεται ἡ ἐλευθέρα διαχείρισις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Μυλωνᾶ κλπ. ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικότητα. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν μεταβολὴν τῶν ἀντιλήψεων εἰς αὐτὸν τὸν Τόπον μας, ὅπου ὅλοι ἐνθυμοῦνται κατὰ τὸ 1908 καὶ 1910 ποῖος σφοδρὸς ἀγὼν ἔγινε διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ τέλος κατέληξεν οὐδεὶς νὰ ὑπάρχῃ τώρα, ὁ ὁποῖος δημοσίᾳ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ὁμολογῇ ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως εἶναι θεμιτή. Καὶ ἐπροχώρησαν αἱ ἀντιλήψεις ἀκόμη περισσότερον, συζητουμένου μόνον τοῦ ζητήματος τῆς οὐσιαστικῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τις ὅτι μολονότι εἶναι δικαία καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἡ πρότασις ἡ στηριζομένη εἰς τὴν κοινωνικὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας, μολονότι εἶναι διδακτικὴ διότι δεικνύει ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν τὸ κοινωνικὸν συμφέρον εἶναι τὸ προέχον, ὅτι αὐτοτέλεια οἰκονομικὴ εἶναι ἀκατανόητος καὶ ὅτι οἱ κατέχοντες περιουσίαν δέον νὰ ἀντιλαμβάνωνται ὅτι εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν τῶν περιουσιῶν δὲν ἐκτελοῦν καμμίαν ἀτομικὴν λειτουργίαν, ἀλλὰ μίαν κοινωνικὴν λειτουργίαν, διότι καὶ αἱ περιουσίαι ὅλαι ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἐννοῶ αἱ μεγάλαι περιουσίαι, τὰ κεφάλαια, τὰ μεγάλα κτήματα, δὲν εἶναι ἀσφαλῶς ἀποτέλεσμα ἀτομικῆς ἐργασίας, δὲν εἶναι ὁ καρπὸς τῆς ἀτομικῆς ἐργασίας, διότι ἡ ἀτομικὴ ἐργασία, ὁ καρπὸς τῆς ἀτομικῆς ἐργασίας, ἔχει περιωρισμένα ὅρια, ἡ ὑπέρβασις τῶν περιωρισμένων αὐτῶν ὁρίων στηρίζεται ἀσφαλῶς καὶ προκειμένου περὶ ἀκινήτων καὶ προκειμένου περὶ μεγάλων κεφαλαίων, στηρίζεται εἰς τὴν μεταβίβασιν τῶν καρπῶν ἐργασίας ἄλλων προσώπων, εἰς τὴν κατοχὴν ἄλλων προσώπων. Μολονότι, λέγω, ἡ τροπολογία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι κοινωνικῶς συμφέρουσα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδένα κίνδυνον θὰ διατρέξῃ ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων, ἂν ἡ τροπολογία αὕτη δὲν γίνῃ ἀποδεκτή. Ἐγὼ θὰ τὴν ψηφίσω φυσικά, διότι, ὅπως εἶπον, τὴν θεωρῶ ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ συμφέρουσαν. Ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι τόσοι περιορισμοὶ ἐγένοντο ἐκ κοινωνικῶν λόγων χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ συνταγματικὸν ἐμπόδιον, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ μὴ υἱοθετουμένης τῆς προτάσεως, ἡ κοινωνικὴ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων θὰ ἐξακολουθήσῃ ἄνευ κινδύνου. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὰς δύο ἑτέρας τροπολογίας, περὶ προσθήκης τῆς λέξεως «πλήρης» εἰς τὴν λέξιν «ἀποζημίωσις» καὶ τοῦ ὁρισμοῦ αὐτῆς διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Καὶ αἱ δύο αὐταὶ τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν ἐν σχέσει μὲ τὸν ἀγροτικὸν νόμον καὶ ἐν σχέσει μὲ τοῦτον ὀφείλουν νὰ ἐξετασθοῦν. Καὶ οἱ συντηρητικώτεροι δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθοῦν ὅτι ἡ ἀγοραία ἀξία ἑνὸς στοιχείου περιουσίας εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρωθῇ εἰς τοὺς κατόχους αὐτοῦ ἐφόσον ἡ ἀγοραία αὕτη ἀξία δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐνεργειῶν τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς περιουσίας, ἀλλὰ μεσολαβήσεως ἄλλων παραγόντων καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ Βουλὴ ἢ Κυβέρνησις ἢ δικαστήριον, τὰ ὁποῖα νὰ εἴπουν ὅτι τὴν ἔκτακτον ταύτην ὑπερτίμησιν τῆς περιουσίας πρέπει νὰ τὴν ὠφεληθῇ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ φέρει ὡς παράδειγμα τὴν ζήτησιν καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τῆς ἰδιοκτησίας τὴν ἐπισυμβᾶσαν λόγῳ τῆς εἰσροῆς μεγάλων πληθυσμῶν εἰς τὸν Τόπον μας ὡς ἐκ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Φαντάζεσθε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ ἢ Κυβέρνησις ἢ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀγοραίας τιμῆς, τῆς προκυπτούσης δηλαδὴ ἐκ τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως; Βεβαίως ὄχι. Ἐξ ἄλλου ἡ πρότασις περὶ τακτικῶν δικαστηρίων δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, διότι αὕτη πηγάζει ἀπὸ ἐπείγουσαν κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ συνεπῶς ἡ διαδικασία τῶν τακτικῶν δικαστηρίων εἶναι ἀνεφάρμοστος. Ἐξετάζων τώρα τὰ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν ἐνδιαφερομένων κατὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, εὑρίσκω ἐσφαλμένην τὴν ἀντίληψιν ὅτι οὗτος ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα ἐπαναστατικῶν διαθέσεων, ἀποτέλεσμα ἐλατηρίων κοινωνιστικῶν καὶ ὅτι ἡ ἐφαρμογή του κλονίζει τὰ θεμέλια τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, τὴν πεποίθησιν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ προλειαίνει τὸν δρόμον εἰς τὸν κομμουνισμόν. Ἀλλ’ εἶναι φανερὸν ὅτι, ἂν ὑπῆρξαν ζημίαι ἐκ τοῦ νόμου τούτου, αἱ ζημίαι αὗται δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἄλλων αἰτιῶν ἐντελῶς ἀσχέτων πρὸς τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Ὁ ἀγροτικὸς νόμος ὅπως εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπεβλήθη ἀποσκοπεῖ, ὅπως γνωρίζετε, τὴν ἀπελευθέρωσιν, διότι κατ’ οὐσίαν περὶ τοιούτου τινὸς ἐπρόκειτο. Ὅ,τι ἔγινεν ἐν σχέσει μὲ τὸν Ἑλληνικὸν ἀγροτικὸν νόμον εἶναι ταυτόσημον μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὰ ἄλλα Κράτη μὲ τοὺς νόμους περὶ ἀπελευθερώσεως τῶν χωρικῶν. Ἡ μόνη διαφορὰ ἡ ὁποία παραπλανᾷ τὸν μελετητήν, εἶναι ὅτι, λόγῳ τῆς ἰδιοσυγκρασίας τῶν μεγάλων Τούρκων ἰδιοκτητῶν δὲν ἀνεπτύχθη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αἱ προσωπικαὶ ὑποτέλειαι ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἀγροτικὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ δέσμευσις τῶν χωρικῶν, κατὰ τὰ ἄλλα ἡ μορφὴ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, εἶναι ἡ παλαιὰ μεσαιωνικὴ μορφὴ τῆς τιμαριωτικῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν πρόκειται περὶ σχέσεως ἐπιμόρτου καλλιεργείας ὅπως συνήθως ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως πληθυσμῶν ὁλοκλήρων γεωργικῶν μὴ ἐχόντων οὐδεμίαν κατοχὴν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ αὐτὴ ἡ μορφὴ τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἡ μορφὴ ἡ τιμαριωτική, ἡ μορφὴ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας καὶ ὑπεχώρησε διὰ λόγους κοινωνικούς, οἰκονομικοὺς καὶ πολιτικούς, οὕτω καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπεβάλλετο νὰ ὑποχωρήσῃ ὄχι ἐκ διαθέσεων ἀνατρεπτικῶν, ἀλλ’ ἐκ λόγων στοιχειώδους πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Ἀλλαχοῦ ὅταν ὑπεχώρησεν ἡ ἰδιοκτησία ἐγένετο ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν χωρικῶν. Δὲν ὑπῆρχε κομμουνισμὸς οὔτε σοσιαλισμὸς καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ οὐδεμιᾶς ἀνατρεπτικῆς τάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, ἡ αὐτὴ πολιτικὴ ἐφηρμόσθη πανταχοῦ καὶ λόγῳ τῆς προελεύσεως τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, διαμορφωσάσης τὸ σύστημα τῆς ὑποτελείας τῶν χωρικῶν καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ δὲν εἶναι μηχανική, ἀλλὰ φυσιολογική, εἰς ἣν μέγαν ρόλον παίζει τὸ ἀτομικὸν ἐνδιαφέρον τοῦ ἐργάτου τῆς γῆς. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποχωροῦν πανταχοῦ αἱ μεγάλαι ἰδιοκτησίαι καὶ ὑπερισχύει ἡ μικρὰ καλλιέργεια. Ἐκτὸς τῶν λόγων αὐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐμεσολάβησαν καὶ ἄλλα γεγονότα, δηλαδὴ ἡ ἐθνικὴ συμφορά. Καὶ ὀφείλει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι πολὺ βραδέως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγένετο ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις, οὔτε κατ’ αὐτὴν ὑπῆρξε σκέψις νὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις ἐπὶ ζημίᾳ μιᾶς τάξεως τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν. Διότι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1917 καὶ οἱ νόμοι τοῦ 1920 ἔχουν ὡς βάσιν τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κτημάτων τὰς προπολεμικὰς τιμὰς καὶ τοῦτο ἦτο ἀναγκαία συνέπεια λόγῳ τῶν μεσολαβησασῶν ἐκτάκτων καὶ ἀνωμάλων περιστάσεων καὶ τῆς ἐπελθούσης ἐκτάκτου ὑπερτιμήσεως τῆς γῆς. Ἡ ζημία ὅμως τῶν ἰδιοκτητῶν ἐπῆλθεν ὄχι ἐκ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκ τῆς μοιραίας ἐκπτώσεως τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, ἡ ὁποία, ὅπως γνωρίζετε, δὲν δύναται νὰ προσαρμοσθῇ εἰς ὅλας τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις, οὔτε σήμερον ἀκόμη προσηρμόσθη. Καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχεν ὡς συνέπειαν, εἶχεν ὡς ἀποτελεσματικὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν ἐπιβαρύνσεως εἴτε τῶν καλλιεργητῶν, εἴτε τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται· μήπως μόνον οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται ἐζημιώθησαν ἀπὸ τὴν πτῶσιν τοῦ νομίσματος; Ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὑπέφερε τὰ μέγιστα ἐξ αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς ἀνωμαλίας. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 1919 ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὰς μεγάλας Τραπέζας 1049 ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ οἱ καταθέται αὐτῶν ἐζημιώθησαν τὴν διαφορὰν τῆς χρυσῆς δραχμῆς ἀπὸ τὴν ἐκπεσμένην τοιαύτην. Τὸ ἴδιον ἔπαθον καὶ οἱ κάτοχοι δημοσίων χρεωγράφων, οἱ ὁποῖοι ὑπολογίζεται ὅτι ἐζημιώθησαν ἄνω τῶν 700 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ἐξ ἄλλου οἱ κάτοχοι ὁμολογιῶν τοῦ Ἀναγκαστικοῦ Δανείου τοῦ 1922 ὑπολογίζεται ὅτι ἐζημιώθησαν ἄνω τοῦ δισεκατομμυρίου. Εἰς τὰς ζημίας αὐτὰς δὲν συμπεριλαμβάνονται οὔτε οἱ κάτοχοι τραπεζογραμματίων, οὔτε οἱ κάτοχοι ἄλλων Ἀναγκαστικῶν Δανείων, οὔτε οἱ κάτοχοι Δανείων μεταγενεστέρων, οὔτε οἱ δανεισταὶ τῶν ἰδιωτικῶν περιουσιῶν. Διότι ἂν ἐλαμβάνοντο καὶ αὗται αἱ ζημίαι ὑπ’ ὄψιν, τὸ σύνολον τῶν ζημιῶν ὑπερβαίνει τὰ 10 δισεκατομμύρια. Καὶ ὅμως οὐδεὶς τῶν ζημιωθέντων τούτων ἤγειρε τὴν ἀξίωσιν ἀποζημιώσεως. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται ὑπέστησαν ζημίας, δὲν εἶναι ὅμως αὗται ὑπερβολικαί, δεδομένου ὅτι κατὰ προχείρους ὑπολογισμοὺς ἡ ἀφαιρεθεῖσα καὶ ἀφαιρεθησομένη ἀγροτικὴ περιουσία θὰ φθάσῃ τὰ 12 ἑκατομμύρια στρέμματα καὶ ὅτι ἡ μέση προπολεμικὴ ἀξία αὐτῶν κατὰ στρέμμα δὲν θὰ ἦτο ἀνωτέρα τῶν 20 χρυσῶν φράγκων καὶ ὅτι αἱ γενόμεναι ἐκτιμήσεις ποικίλλουν καὶ φθάνουν μέχρις 190 δραχμῶν κατὰ στρέμμα καὶ ἀλλαχοῦ μέχρι 280 δραχμῶν κατὰ στρέμμα. Ἀναλόγως τῶν προσαυξήσεων βλέπομεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τόσον κολοσσιαίας ζημίας ὡς διατυμπανίζεται αὕτη. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι αἱ διδόμεναι σήμερον ἀποζημιώσεις εἶναι λογικαὶ καὶ δίκαιαι. Διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι εἰς πλείστους ἰδιοκτήτας ἀφέθησαν ἀρκεταὶ ἐκτάσεις — 500–2000 στρέμματα — αἱ ὁποῖαι λόγῳ τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ λόγῳ τῆς στενότητος τῆς γῆς ἀπέκτησαν πολὺ μεγαλυτέραν ἀξίαν. Ἂν λοιπὸν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ μέσαι τιμαὶ τῶν ὀλίγων ἐκδικασθέντων κτημάτων ἐν σχέσει πρὸς τὸ μέγα μέρος τὸ ὁποῖον μένει ἀδίκαστον, θὰ ἴδωμεν ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται λαμβάνουν μίαν ἀξίαν προσεγγίζουσαν ἀρκετὰ τὴν ἀξίαν τῆς γῆς εἰς μεταλλικὰς δραχμάς. Λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ παρὰ τῶν συντηρητικωτέρων ἐνταῦθα ὑπεστηρίχθη καὶ ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν προὐτάθη ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ χάσουν τὸ ⅓ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων των, θὰ ἴδωμεν ὅτι αἱ σήμερον διδόμεναι ἀποζημιώσεις ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διενεργείας τῆς ἀποκαταστάσεως μὲ μερικὴν περικοπὴν τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων εἰς βάρος τῶν ἰδιοκτητῶν. Συνεπῶς ὁ γενόμενος θόρυβος ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου δὲν εἶναι δικαιολογημένος. Δικαιολογημένος ἐν μέρει ἠμπορεῖ νὰ εἶναι διὰ τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως, δεδομένου ὅτι πληρώνονται δι’ ὁμολογιῶν, δι’ ἃς ὑπάρχει στάδιον ἐνεργείας ὅπως καλυτερεύσουν τὰ πράγματα. Κάθε ἄλλη προσπάθεια ἡ ὁποία γίνεται πρὸς ἐπαύξησιν τῆς ἀποζημιώσεως σήμερον τοὐλάχιστον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσφορήσῃ, διότι ὑπάρχει ἀδυναμία καὶ ἐκ μέρους τῶν καλλιεργητῶν καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ἐκ μέρους μὲν τῶν καλλιεργητῶν, διότι διὰ νὰ εὐδοκιμήσουν οὗτοι πρέπει νὰ ἐνισχυθοῦν καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ πληρώσουν τὴν γῆν εἰς ἀκέραιον, ἐφόσον οὔτε τὰς ἀπαιτουμένας γεωργικὰς γνώσεις, οὔτε πλήρη ἐφόδια ἔχουν. Τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ἐξ ἄλλου τὴν γνωρίζετε, ἑπομένως οὔτε οἱ καλλιεργηταί, οὔτε τὸ Κράτος δύνανται νὰ βαστάσουν βάρη δισεκατομμυρίων. Ἠλέγχθη ἐξ ἄλλου ἡ μεταρρύθμισις διὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα, ἀλλὰ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι δυνάμει αὐτῆς 250,000 ἀγροτικαὶ οἰκογένειαι ἀπὸ ἀκτήμονες ἐγένοντο ἰδιοκτῆται, δεικνύει τὴν κολοσσιαίαν σπουδαιότητα τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι 250,000 οἰκογένειαι ἀπέκτησαν κυριότητα ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν καλλιεργοῦν καὶ ὅτι ὅταν γίνῃ πλήρης διανομὴ τῶν γαιῶν, πλήρης ἐφοδιασμός, πλήρης καθοδήγησις, θὰ ἔχωμεν μίαν παραγωγὴν ἀνταποκρινομένην εἰς τὴν ἐγκατάστασιν, ἀποδεικνύει ποίας μεγίστης σημασίας οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ἀπόψεως εἶναι τὸ ἔργον αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι τὸ μέγιστον μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ μετὰ τὴν πρώτην παραχώρησιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν εἰς τοὺς γεωργούς.
§8Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλ’ οὔτε καὶ δημοκοπικώτερον ἔργον ὑπῆρξεν.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Μπούσιε, νομίζω ὅτι αἱ δημοκοπίαι εἶναι κτῆμα ἰδικόν σας καὶ ὄχι κτῆμα ἰδικόν μου καὶ ἂν φαντάζεσθε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ στέγασις 250,000 οἰκογενειῶν χωρὶς ἐφαρμογὴν ἐξαιρετικῶν μέτρων, εὑρίσκεσθε εἰς τὰ νέφη ἢ τοὐλάχιστον εὑρίσκεσθε ἐντὸς τῶν ἰδικῶν σας ἀτομικῶν συμφερόντων.
§10Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀποκατάστασις χωρὶς νὰ ζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης;
§11Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι, κ. Τσιτσεκλῆ, δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀποκατάστασις. Παντοῦ ὅπου ἐπεχειρήθη παραχώρησις τῶν γαιῶν εἰς τοὺς καλλιεργητάς, παρ’ ὅλους τοὺς νόμους οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν παντοῦ, οἱ νόμοι αὐτοὶ προσέκρουσαν εἰς πείσμονα ἀντίδρασιν τῶν ἰδιοκτητῶν. Καὶ ἐδῶ, ἂν δὲν ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι περὶ παροχῆς τῆς νομῆς εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ἂν δὲν ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι περὶ ἐσοδείας, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀκόμη θὰ ἠγωνιζόμεθα καὶ θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ ἄλφα τῆς ἀποκαταστάσεως. Οὔτε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐλήφθησαν μόνον τὰ ἐξαιρετικὰ αὐτὰ μέτρα. Καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ εἰς τὴν Σερβίαν καὶ εἰς τὴν Πολωνίαν καὶ εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν δὲν ἔγινεν ἡ ἐκτίμησις τῶν γαιῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς τιμῆς. Παντοῦ ὡς βάσις ἐτέθη ἡ προπολεμικὴ τιμή, παρεχωροῦντο αἱ γαῖαι εἰς τοὺς καλλιεργητὰς καὶ ἀφέθη ὁ καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως εἰς μεταγενεστέρους νόμους καὶ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ Κράτη ἡ ἀποζημίωσις ὡρίζετο ἀπὸ διοικητικὰ δικαστήρια καὶ ὄχι ἀπὸ τακτικά. Καὶ παρ’ ἡμῖν βλέπομεν ὅτι, ὅταν ἐκυβέρνουν τὸν Τόπον Κυβερνήσεις συντηρητικαὶ καὶ τότε ἀκόμη οὔτε ἡ βάσις τῆς ἐκτιμήσεως, οὔτε ἡ διαδικασία μετεβλήθη. Καὶ σήμερον ἀκόμη τὰ Πρωτοδικεῖα κανονίζουν τὴν τιμὴν τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀφοῦ προηγηθῇ γνωμοδότησις ὡρισμένης Ἐπιτροπῆς εἰδικῆς καὶ ὁπωσδήποτε ἂν διατυπώσωμεν τὸ ἄρθρον τῆς ἰδιοκτησίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐμποδίσωμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, προκειμένου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, νὰ θέτῃ τοὺς κανόνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις. Διότι, ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, δὲν εἶναι κάτι τι ἁπλοῦν, δὲν εἶναι κάτι τι σαφὲς καὶ μόνον ἡ καθοδήγησις τῆς ἐκτιμήσεως ἀπὸ τὸν νομοθέτην ἠμπορεῖ νὰ διευκολύνῃ καὶ προαγάγῃ τὸ ἔργον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ σκοποὺς κοινωνικούς. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους αὐτὴ ἡ πολεμικὴ μετὰ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους σήμερον ἐπιδιώκει; Ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας; Οὐδεμία κατηγορία ἀνθρώπων δὲν ἔχει τόσον βαθὺ τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας ὅπως τὴν ἔχει ἡ κατηγορία τῶν μικρῶν ἀγροτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀκατανόητος ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς, ὅταν αὕτη δὲν τοὺς ἀνήκει. Ἑπομένως ἡ παροχὴ τῆς γῆς εἰς τοὺς ἀγρότας της ἐνισχύει τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸν θεσμὸν αὐτῆς καὶ τίποτε δὲν δύναται νὰ κατοχυρώσῃ τὸ σημερινὸν κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικὸν καθεστὼς κατὰ πάσης βιαίας ἀνατροπῆς ἀπὸ τὴν παραχώρησιν τῆς γῆς εἰς τοὺς ἀγρότας. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι ὁ ἱδρυτὴς τῆς Σοβιετικῆς κομμουνιστικῆς δημοκρατίας τῆς Ρωσσίας μὲ δύο Διατάγματα ἔγινε κύριος τῆς καταστάσεως εἰς τὴν Ρωσσίαν καὶ ἐφήρμοσε τὴν πολιτικήν του, μὲ τὸ Διάταγμα τῆς ἀποστρατεύσεως καὶ μὲ τὸ Διάταγμα τῆς παραχωρήσεως τῆς γῆς εἰς τοὺς ἀγρότας. Ἂν αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις ἐγκαίρως εἰς τὴν Ρωσσίαν παρεχώρουν τὴν γῆν, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἀνετρέπετο τὸ πρώην καθεστὼς τῆς Ρωσσίας καὶ ἂν ἐδῶ εἰς τὰ 1917 δὲν ἠκολουθεῖτο αὐτὴ ἡ ριζοσπαστικὴ πολιτική, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη, δὲν γνωρίζω τί θὰ ἐγίνετο. Καὶ ἡ μὴ κατοχὴ τῆς γῆς ἀπὸ τοὺς ἀγρότας ἐν Ρωσσίᾳ, εἶναι βέβαιον ὅτι ἔκαμε τὸν Ρῶσσον ἀγρότην ἐπαναστάτην, ἐνῷ εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὁ μικρὸς ἀγροτικὸς ἰδιοκτήτης δὲν ρέπει πρὸς ἰδέας ἀνατρεπτικάς. Ὅταν ἓν Κράτος δὲν θέλῃ νὰ ἀναγνωρίσῃ στοιχειώδη δικαιοσύνην εἰς τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν, δικαίως ἡ πλειονοψηφία αὐτὴ ἀνατρέπει τὸ Κράτος καὶ δημιουργεῖ νόμους ἰδικούς της.
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐλέχθησαν ὅσα ἐλέχθησαν διὰ τὴν ἀγροτικὴν πολιτικήν, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἰδιοκτησίας τὰς ἀστικάς;
§13Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Δὲν θέλω νὰ γεννηθῇ καμμία παρεξήγησις, ἂν τόσον ἐξαίρω τὴν σημασίαν τῆς ἀγροτικῆς αὐτῆς πολιτικῆς ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀνατρεπτικὰς ἰδέας, ὅτι εἶμαι κανεὶς ἀντιδραστικὸς ἢ συντηρητικὸς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ τὸ θέλω αὐτό, διότι θέλω ἡ μεταρρύθμισις αὐτὴ νὰ γίνῃ χωρὶς βαρβαρότητας, χωρὶς ἀνατροπάς, χωρὶς καταστροφὰς καὶ οἰκονομικὰς καὶ ἠθικάς. Ἀναγνωρίζω ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἔγιναν καὶ σφάλματα, ἐγκατεστάθησαν μὴ γεωργοὶ εἰς γεωργικοὺς κλήρους, ἔτυχε νὰ ἀφαιρεθοῦν καὶ ἐλάχισται ἐκτάσεις γαιῶν ἀπὸ μικροκαλλιεργητάς, ὅλα αὐτὰ ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ἐλαττώματα, εἶναι σφάλματα μοιραῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθοῦν, ὅπως δύναται νὰ διορθωθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως τῶν ὁμολογιῶν. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἐγένοντο καὶ ἄλλα σφάλματα, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ ἦτο μοιραῖον νὰ ἐπέλθουν, ὅταν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐγκατασταθοῦν 150,000 οἰκογένειαι προσφύγων καὶ ἄλλαι 100,000 ἐντοπίων καλλιεργητῶν. Ὅλα ὅμως αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ διορθωθοῦν καὶ ὅσον τοὐλάχιστον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ἐπιδιώξω, ἐφόσον ἔχω τὸ δικαίωμα, ὅπως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου γίνεται ταχυτέρα καὶ δικαιοτέρα. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξομοιωθῇ ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης τῶν 100 στρεμμάτων μὲ τὸν τσιφλικιοῦχον τῶν 5,000 στρεμμάτων, οὔτε ἠμποροῦμεν νὰ ἀφαιρῶμεν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις γεωργικὰς ἐγκαταστάσεις ἀποτελούσας γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὑπάρχουν πολλαὶ περιπτώσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν ὁ ἐφαρμόζων τὸν νόμον νὰ τὸν ἐφαρμόζῃ σκοπιμώτερον καὶ δικαιότερον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ εἶναι νὰ παύσῃ ἀναγνωριζομένη ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γῆ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τοὺς καλλιεργητάς.
§14Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πῶς ὑποστηρίζετε τὸ ἀναφαίρετον τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας;
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρὸ ὀλίγου, κύριε Μπούσιε, ἐγείρατε ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι καθιστοῦν δυσχερῆ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, σήμερον τοὐλάχιστον, νὰ ἀφαιρῶνται τὰ ἀστικὰ κτήματα κατ’ ἐπέκτασιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ ὅταν ἄλλοτε διηύθυνα τὴν Κυβέρνησιν, ἐδήλωσα ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἀστικῶν κτημάτων πρέπει νὰ γίνεται διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπεκτάσεως καὶ ἐπ’ αὐτῶν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως νομίζω ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται ὅπου ὑπάρχει κοινωνικὴ ὠφέλεια. Ἀναγνωρίζω μάλιστα ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, δὲν ἐλήφθη ἀκόμη μέριμνα ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν καὶ αὐτοὶ ἕνα πληθυσμὸν μὴ προστατευθέντα ἀκόμη καὶ κινδυνεύοντα ἐκ τοῦ διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως περιορισμοῦ τῶν βοσκῶν. Εἶναι ἀνάγκη καὶ αὐτὸς ὁ κόσμος τῶν κτηνοτρόφων νὰ ἀποκατασταθῇ, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ πληθυσμὸς εὑρίσκεται εἰς καλυτέραν οἰκονομικὴν θέσιν καὶ δύναται νὰ πληρώσῃ ἀποζημίωσιν καλυτέραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πληρώνει ὁ μικρὸς καλλιεργητής. Καὶ θὰ εἰσηγηθῶ νομοθετικὰ μέτρα ὅπως γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις αὐτὴ τῶν μικρῶν κτηνοτρόφων, ἀλλὰ μὲ διαδικασίαν ἀποζημιώσεως διάφορον, διότι θὰ ἦτο ἄδικον νὰ ἀφαιρεθοῦν καὶ τὰ λειβάδια καὶ αἱ βοσκαὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§16Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τότε θὰ εἴμεθα σύμφωνοι ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19 περὶ καταλήψεως.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἄλλο ἡ κατάληψις. Διὰ τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας λέγω τοῦτο, ὅτι σύμφωνα πρὸς ὅσα εἶπον, οὔτε ἡ προσθήκη τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, οὔτε ἡ προσθήκη τῶν τακτικῶν δικαστηρίων δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχουν διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἱκανοποιητικῶς, διότι φαντάζονται ὅτι πλήρης ἀποζημίωσις σημαίνει τὴν ἀγοραίαν τιμὴν ἑνὸς πράγματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, εἶναι περιττόν, εἶναι ἐπιβλαβὲς νὰ τεθῇ μία τοιαύτη διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία μίαν ἡμέραν θὰ παραβιασθῇ. Ἐπίσης εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ τροπολογία περὶ τακτικῶν δικαστηρίων εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι καὶ σήμερον τὰ δικαστήρια λύουν τὰ ζητήματα καὶ διότι δὲν πρέπει νὰ δυσχεραίνωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος τὴν ταχύτητα τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Εἶναι ἀρκετὸν ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ κανονίσουν γενικῶς τὰς ἀποζημιώσεις. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὰς κανονίσουν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ποίων καθορισμῶν καὶ ποίων κανόνων τιθεμένων ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν: Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ περιορισμὸς ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Καταλήγων λοιπὸν ἀποκρούω καὶ τὰς δύο αὐτὰς τροπολογίας καὶ προτείνω ὅπως ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος ὅπως κατὰ τὸ 1911. Τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι ζητήματα δικονομικά, δὲν ἠμποροῦν νὰ περιορισθοῦν, δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποδουλωθοῦν ἀπὸ συνταγματικὰς διατάξεις. Θὰ ἦτο δέ, ἂν θέλητε ἀκόμη, καὶ ἐπικίνδυνον νὰ δώσητε εἰς ἕνα κόσμον συντηρητικὸν νὰ πιστεύῃ ὅτι μὲ μίαν συνταγματικὴν διάταξιν ἐξησφαλίσθησαν τὰ δικαιώματα. Ὁ ἀστικὸς κόσμος πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ παραταθῇ ὁ βίος τοῦ σημερινοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ εἰς τὸ μέλλον, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ δύο πράγματα: Πρῶτον νὰ ἱκανοποιῇ ἐπαρκῶς καὶ ἐγκαίρως ὅλας τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρων τάξεων καὶ δεύτερον νὰ ἀποκτήσῃ καὶ αὐτὸς ὁ ἀστικὸς κόσμος τὸ συναίσθημα τῆς ὁμαδικῆς πολιτικῆς δράσεως. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι, ἂν ἔκαμε κατακτήσεις τινὰς ὁ κομμουνισμός, τὰς ἔκαμε χάρις εἰς τὴν δραστηρίαν καὶ συστηματικὴν ἐνέργειάν του, ἡ ὁποία λείπει ἀπὸ τὰς ἄλλας τάξεις καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα κόμματα. Νὰ μὴ φαντασθῶσιν οἱ συντηρητικώτεροι ὅτι μὲ τὴν ἀποδοχὴν μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως ἐξησφάλισαν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν συντηρητικῶν των ἀντιλήψεων. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι συνάδελφοι, ἐκφράζει τὴν ἰσορροπίαν μιᾶς καταστάσεως εἰς ὡρισμένην στιγμήν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἰσορροπία ὑπάγεται εἰς μίαν ἐξέλιξιν καὶ εἰς ἕνα ἀγῶνα. Ἡ πολιτικὴ ζωὴ ὅπως καὶ ἡ ζωὴ γενικῶς εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνὸς ἀγῶνος καὶ αὐτὸς ὁ ἀγὼν ὠθεῖ πρὸς τὴν πρόοδον. Πρέπει νὰ ἐνεργήσουν καὶ οἱ ἄλλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μὴ ἀνατραπῇ ἀμέσως καὶ βιαίως ἓν κοινωνικὸν καθεστὼς—ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς συστηματικωτέρας μεταμορφώσεως αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος—ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι βιαίως νὰ ἀνατραπῇ, πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι ἔχουν συμφέρον, ὅτι ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῶν ἀσθενεστέρων οἰκονομικῶς τάξεων καὶ νὰ ἐργάζωνται καὶ αὐτοὶ ὅπως προάγωνται αἱ τάξεις αὐταί, συνεχῶς. Ἀλλὰ νὰ ἔχωσι καὶ τὸ συναίσθημα ὅτι μόνον μὲ ἕνα συνεχῆ καὶ συστηματικώτερον ἀγῶνα ἠμποροῦν νὰ σταθοῦν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. (Χειροκροτήματα).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§19Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ μακρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἀγορευσάντων, τὸ ἐνδιαφέρον τῆς κοινῆς Γνώμης, παρακολουθούσης τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ ἀκόμη ἡ μὴ ἐπιτευχθεῖσα συμφωνία μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ὅπως δοθῇ μία καὶ μόνη διατύπωσις, ἀποδεικνύει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἀποδίδει εἰς τὸ ποίαν τελικὴν διαμόρφωσιν θὰ λάβῃ τὸ ἄρθρον 19 ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Βεβαίως, ὅπως εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἐπὶ τῆς πραγματικότητος ἐὰν θὰ λάβῃ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διατύπωσιν τὸ ἄρθρον αὐτὸ τῆς ἰδιοκτησίας. Βεβαιότατα ὅταν κατασκευάζωμεν ἓν Σύνταγμα, δὲν κατασκευάζομεν τὴν κοινωνίαν. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἶναι ἕνα βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνονται αἱ σκέψεις περὶ τὸ πῶς πρέπει νὰ εἶναι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κοινωνία διαμορφωμένη, οὔτε εἶναι τὸ Σύνταγμα ἓν ἐγχειρίδιον ἠθικῆς, οὔτε σύγγραμμα μιᾶς δικαιοσύνης. Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία συνθήκη, μία συμφωνία μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ πραγματικῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἀνταγωνίζονται πρὸς ἀλλήλας. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν Σύνταγμα πραγματικόν, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀπαιτήσεις αἱ πραγματικαὶ τῆς Κοινωνίας καὶ τί μᾶς ἐπιβάλλουσιν. Ἀλλὰ νὰ κατασκευάσωμεν ἕνα Σύνταγμα ἀδιαφοροῦντες περὶ τούτου καὶ νὰ συντάξωμεν ἄρθρα, μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν παρὰ τὰς ἀπολύτους ἀρχάς, τὰς ὁποίας πρεσβεύομεν, τότε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, κατὰ 90%, δὲν μεταβάλλομεν τὴν Κοινωνίαν, καθιστῶμεν ὅμως τὸ Σύνταγμα ἄχρηστον. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ ζήτημα περὶ ἰδιοκτησίας δὲν θὰ εἰσέλθω, ἴσως δὲ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νομικῶς νὰ εἰσέλθω, ἀλλὰ οὔτε θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπολύτου ἀπόψεως, ἤτοι ἀπὸ ἀπόψεως γενικῆς ἀρχῆς, περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ εἶναι διαμορφωμένος ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, θὰ τὸ ἐξετάσω ὅμως ἀπὸ ἀπόψεως πραγματικῆς, δηλαδὴ θὰ ἀναζητήσω ποῖον εἶναι τὸ πραγματικὸν φαινόμενον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Κοινωνίᾳ, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὑποδεικνύει, καταδεικνύει πῶς πρέπει νὰ εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον τοῦτο. Νομίζω ὅτι τὸ μεγαλύτερον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν. Τί ἀποδεικνύει ὁ τρόπος ἐν γένει, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἀποκατάστασις καὶ τί ἐπεζητήθη δι’ αὐτῆς; Ἀποδεικνύει ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας εἶναι βαθύτατα ἐρριζωμένον παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Λαῷ. Διότι τί ἐπεζητήθη διὰ τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως; Τὸ νὰ γίνουν ἰδιοκτῆται ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερος ἀριθμὸς ἀκτημόνων καὶ νὰ γίνουν ἰδιοκτῆται ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς αὐστηρᾶς ἰδιοκτησίας, ὅπως ἐννοεῖτο μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἐὰν δηλαδὴ οἱ ἀκτήμονες ἀγρόται, οἱ γενόμενοι ἰδιοκτῆται, ἐμάνθανον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι θὰ ἐφηρμόζετο ἐπ’ αὐτῶν ἕνας νόμος ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας των ἀνάλογος πρὸς ἐκεῖνον τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐγὼ τουλάχιστον εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐξηγείροντο ὅλοι καὶ θὰ κατεβίβαζον ἐκ τῆς ἐξουσίας τὸν ἐπιχειροῦντα τοιοῦτόν τι. Ἄρα ἡ πραγματικὴ δύναμις, ἡ δρῶσα ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Κοινωνίᾳ, τείνει πρὸς ἀποκατάστασιν ἢ μᾶλλον πρὸς ἐγκατάστασιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰδιοκτησίας εἰς εὐρυτέραν κλίμακα, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν ἔτι μᾶλλον σταθερωτέραν. Πράγματι, κύριοι βουλευταί, ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀπόλυτον. Τίποτε δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτον εἰς τὸν κόσμον τοῦτον. Ἀπόλυτος διάθεσις παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ πράγματος, τὸ ὁποῖον κατέχει, εἶναι κάτι τὸ ἀκατανόητον. Οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιαύτη ἀπόλυτος διάταξις, οὐδὲ κατὰ τοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἰδιοκτησία ἐθεωρεῖτο δικαίωμα ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον. Ὁ κύριος ἑνὸς κτήματος, οἱουδήποτε, δύναται νὰ ἐνοικιάσῃ τὸ κτῆμά του. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι νομικαὶ σχέσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων ὑπάρχουν πολλὰ πρόσωπα δυνάμενα νὰ διαθέσουν ἔν τινι μέτρῳ τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ μεταξὺ ὅλων αὐτῶν τῶν προσώπων ὑπάρχει ἓν πρόσωπον, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα ὑπερβαίνουν πάντων τῶν ἄλλων τὰ δικαιώματα καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ τελικὸς διαθέτης τοῦ πράγματος. Αὐτὸς ὁ τελικὸς διαθέτης τοῦ πράγματος εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης. Ἑπομένως, τὸ νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ διάφοροι νόμοι, οἱ ὁποῖοι κανονίζουν τὰς νομικὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀτόμων ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, ὅτι οἱ διάφοροι αὐτοὶ νόμοι περιορίζουν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Οἱ κείμενοι νόμοι κανονίζουν τὰ διάφορα δικαιώματα καὶ τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς ἰδιοκτησίας, δικαίωμα δηλαδὴ τοῦ νὰ ἔχῃ κάποιος τὴν τελικὴν διάθεσιν ἐπὶ τοῦ πράγματος μένει ἀμετάβλητον. Διότι, ἂν τοῦτο ἤθελεν ἀρθῇ, ἂν ὁ τελικὸς διαθέτης τοῦ πράγματος ἤθελεν εἶσθαι τὸ Κράτος, τότε ἡ ἰδιοκτησία, ἡ ἀτομική, θὰ ἦτο κατηργημένη. Ἀλλ’ ἐφόσον τοῦτο δὲν γίνεται, ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία ὑφίσταται. Καὶ ὅπως εἶπον προηγουμένως, ἡ τοιαύτη ῥοπὴ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Κοινωνίᾳ εἶναι πραγματικὴ καὶ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ῥοπῆς εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος παρεξηγηθεὶς ἔδωκε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐξεδηλοῦντο τάσεις ἀνατρεπτικαὶ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἑπομένως ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἓν ἀνώτερον γενικὸν συμφέρον, μία δημοσία ὠφέλεια δύνανται νὰ ἀγάγωσι εἰς τὸ νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία, νὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην, τοῦτο, βεβαίως, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ ἀρχὴ ἡ ὀρθή, πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ἡ ἀνάλογος ἀποζημίωσις. Ποία ἀποζημίωσις; Ἡ ἀποζημίωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία παριστᾷ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος τῇ στιγμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην. Τοιαύτη ἦτο ἀσφαλῶς καὶ ἡ ἔννοια τοῦ νομοθέτου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1011, διότι τότε ἐπὶ τῆς νομικῆς σημασίας τῆς λέξεως «ἀποζημίωσις» δὲν ἠγέρθη καμμία ἀμφιβολία. Τοῦτο ἐσήμαινεν ἡ μόνη λέξις «ἀποζημίωσις». Ἐὰν δὲ τώρα ὑπάρχῃ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἀριθμὸς βουλευτῶν καὶ κόμματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦν νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πλήρης», τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μεταβολὴν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοθέτου τοῦ 1911, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀποτελεῖ ἐπεξήγησιν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἀνησύχησεν ὁ κόσμος ὁ Ἑλληνικός, ὁ ὁποῖος, κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν, εἶναι συντηρητικός, ἀνησύχησεν ἐκ τάσεων καὶ ροπῶν, τὰς ὁποίας ἴσως παρεξήγησεν, ἀλλὰ καὶ αἱ ὁποῖαι δι’ αὐτὸ θὰ ἦσαν ἀρκετὰ ἀνησυχαστικαὶ καὶ δι’ αὐτὸ ζητεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ πρᾶγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πραγματικὰ ὑφίσταται, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν δύναμιν ἄλλως τε νὰ τὸ ἐπιβάλῃ, νὰ τὸ ἐκπροσωπήσῃ διὰ τῆς λέξεως ταύτης. Βεβαίως, ἡ λέξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν ἐξασφαλίζει τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ὑφιστάμενον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Κοινωνίᾳ ἐπιβάλλει τὴν λέξιν. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «πλήρης». Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ ἐπιστρέψω ὀπίσω εἰς τὰ ἤδη γενόμενα. Δὲν εἶμαι ὀπισθοδρομικός. Γνωρίζω πολὺ καλὰ τὴν μεταβολήν, ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπὸ δεκαπενταετίας καὶ ἐντεῦθεν καὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιστρέψωμεν πρὸς τὰ ὀπίσω. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἐπιτευχθὲν ἀποτέλεσμα διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὅταν λέγω τοῦτο ὅτι τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ διατυπωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐννοῶ συγχρόνως ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον 119 — καὶ τὸ ἐννοῶ ἐν συναφείᾳ καὶ ἀλληλοεξαρτήσει — ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον 119 πρέπει νὰ λάβῃ τὴν διατύπωσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν τελικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἐπὶ μίαν πενταετίαν, οὕτως ὥστε ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀγροτῶν νὰ γίνῃ ἐντὸς τῆς πενταετίας ταύτης πραγματική. Ὥστε πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῆς περιπτώσεως προελθούσης ἐκ τῶν γεγονότων καὶ ἡ ὁποία ἐξαιρετικὴ περίπτωσις δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πέραν τῆς μιᾶς πενταετίας, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας δὲν θὰ ὑφίσταται ὡς θεσμὸς παρὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος, ἐξασφαλίζον ὄχι μόνον τοὺς μέχρι τοῦδε ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ καὶ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου θὰ γίνωσιν ἰδιοκτῆτα εἴτε καὶ ἔγιναν ἤδη.
§20Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐπεθύμουν μίαν ἐξήγησιν. Θέλετε νὰ συνδυασθῇ τὸ ἄρθρον 19 πρὸς τὸ ἄρθρον 119; Ὑποθέτω ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ σας εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας, ὡς μέχρι τοῦδε ἐγένετο, καὶ ἡ ἐξακολούθησις αὐτῆς μέχρι τοῦ πέρατος τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς πενταετίας, ὑπολογιζομένου εἰς μίαν πενταετίαν τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν, δὲν θὰ θιχθῇ ἐκ τῶν ἐπεξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνουν σήμερον εἰς τὸ ἄρθρον 19. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοιά σας;
§21Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπὶ πλέον προσθέτω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία χορηγεῖται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἐγίνετο διὰ λόγους δημοσίας ὠφελείας καὶ δὲν ἐγίνετο διὰ νὰ μεταβιβασθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν μὲν εἰς τὰς χεῖρας τῶν δέ, ἀλλ’ ἐγένετο μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ μεταβίβασις αὕτη καὶ ἡ δημιουργία μιᾶς μακρᾶς ἰδιοκτησίας εἰς μίαν εὐρύτητα, ἀπετέλει μεγάλην ὠφέλειαν δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἐὰν κατὰ τὰς γενομένας ἀποζημιώσεις ἐγένετο ἀδικία εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τούτους, δέον νὰ ἐπανορθωθοῦν αὗται εἰς βάρος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔσχε τὴν ὠφέλειαν, δηλαδὴ εἰς βάρος ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας καὶ οὐχὶ εἰς βάρος τῶν ἀγροτῶν.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὡς συνταγματικὴ ἐπιταγή;
§23Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὄχι. Ὡς τροποποίησις τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὥστε ὄχι συνταγματικὴ ἐπιταγὴ.
§25Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀλλ’ ὡς δήλωσις ἀρχηγοῦ κόμματος ὅτι θέλει ἐπιδιώξει τοῦτο.
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλω νὰ διαφωτισθῶμεν. Ἐζήτησα νὰ διευκρινίσω τὰς ἀπόψεις σας, διότι δὲν τὸ κατώρθωσα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Ἐλέχθη ὅτι αἱ συνταγματικαὶ δεσμεύσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται σήμερον νὰ τεθοῦν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν καὶ ὡς μέχρι σήμερον αὕτη ἐφηρμόσθη καὶ ὡς πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ μέχρι πέρατος τῆς μεταρρυθμίσεως, δηλαδὴ κατὰ τὸν ἰδικόν σας ὑπολογισμὸν ἐπὶ μίαν πενταετίαν. Ἑπομένως ὅλαι αὐταὶ αἱ προσθῆκαι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνουν, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν, ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἀγροτικὴν καὶ τὴν ἀστικήν, τὴν μεγάλην ἀγροτικὴν ἰδιοκτησίαν, ἐφόσον πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις εἰς μίαν πενταετίαν καὶ μετὰ τὴν πάροδον αὐτῆς καὶ θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλας τὰς λοιπὰς σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας. Αὐτὸ ἐννοεῖτε;
§27Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μάλιστα.
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τότε δηλαδὴ ἡ πλήρης ἀποζημίωσις εἰς βάρος τοῦ Κράτους εἶναι ἁπλῆ σκέψις.
§29Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶναι ἁπλῆ σκέψις, εἶναι πρόθεσίς μου.
§30Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἄλλο ζήτημα. Πάντως εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ Σύνταγμα.
§31Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μάλιστα, ἀλλ’ εἶναι ὅμως δήλωσις ἐπὶ τῶν προθέσεών μου σχετικῶς μὲ τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν ἐξέλιξιν καὶ πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως. Ἑπομένως ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν προτείνω τοῦ ἄρθρου 19 εἶναι ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων προέτεινεν ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ μὲ τὴν προσθήκην περὶ τῶν ἐπιτάξεων. Συναφῶς μὲ τοῦτο προτείνω τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 119 ὅπως εὑρίσκεται ἐν προκειμένῳ, δηλαδὴ θεωρῶ τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα ἀλληλένδετα.
§32Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τί ἐννοεῖτε; Ἡ ψηφοφορία ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τῶν δύο ἄρθρων;
§33Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι τὴν ψῆφόν μου τὴν δίδω ἐν συναφείᾳ μὲ τὸ ἄρθρον 119.
§34Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τὰ ἀπαλλοτριούμενα κτήματα πρὸς ἐγκατάστασιν κολλήγων ἢ προσφύγων κατὰ τὸ διάστημα τῆς πενταετίας κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἀποζημιώνωνται;
§35Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅπως ὁρίζει ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ὅμως δύναται καὶ νὰ μεταβληθῇ διὰ νεωτέρου νόμου, τροποποιούμενος ἀναλόγως. Ὁ ἀγροτικὸς νόμος ὁ ὑφιστάμενος δύναται νὰ μεταβάλλεται ἑκάστοτε διὰ νεωτέρων νόμων. Ἂν ἑπομένως ὁρίσῃ ὁ μεταγενέστερος νομοθέτης ὅτι ἔχει νὰ μεταβάλῃ τι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, θὰ τὸ μεταβάλῃ διὰ νεωτέρου νόμου, μένοντος ἀνεπάφου τοῦ Συντάγματος.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὲ ἄλλους λόγους, δηλαδὴ ἡ ἀγροτικὴ ἀποκαταστατικὴ πολιτικὴ ἐξαιρεῖται ἐπὶ μίαν πενταετίαν, δὲν θίγεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 19.
§37Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πλὴν τῆς ἀποζημιώσεως.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι.
§39Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον προτείνω τὰς διατάξεις ταύτας, εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία καὶ διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος ἀφοῦ εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως ἐξησφαλισμένη ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας. Ἂν βεβαίως ἐγένοντο ἐξαιρέσεις, αὗται ἐπεβλήθησαν ἐκ τῶν περιστάσεων. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις αὗται νὰ περιορισθῶσιν ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, μετὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἐπανέλθῃ πλήρης ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τούτου. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ εἴμεθα ἀρκετὰ σαφεῖς καὶ ἀρκετὰ εἰλικρινεῖς πρὸς πάσας τὰς διευθύνσεις, διότι νομίζω ὅτι ἡ περίοδος τοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐντὸς τῶν Κοινωνιῶν ἐν Εὐρώπῃ εὑρίσκεται περίπου περὶ τὸ τέλος της. Ἂν κρίνωμεν ἀπὸ διάφορα φαινόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς διαφόρους Εὐρωπαϊκὰς Χώρας καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχουν καὶ ἐνταῦθα ἐπιρροήν—καὶ τὴν ἔσχον ἤδη ἐπὶ 14μηνον—νομίζω ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκὴ Κοινωνία ἐν γένει, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται παρὰ νὰ παρακολουθήσῃ καὶ ἡ Ἑλληνική, εὑρίσκεται πλέον, περατώσασα τὸ στάδιον τῆς ἐσωτερικῆς πάλης καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, εἰς τὸ στάδιον τῆς ὀργανώσεως. Ὅταν δὲ αἱ Κοινωνίαι βαίνωσι πρὸς ὀργάνωσιν, πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐνώπιόν των τὸ πρόγραμμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὀργανωθοῦν. Τὸ ζήτημα τοῦ πῶς πρέπει νὰ εἶναι ὠργανωμένον τὸ ἀστικὸν καθεστὼς δὲν ἐπιτρέπει διφορουμένας ἐκφράσεις εἰς τὰ Συντάγματα. Αἱ ἐκφράσεις πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἡ Κοινωνία θέλει, σαφεῖς, εἰλικρινεῖς, πλήρεις. (Χειροκροτήματα).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτὰ.
(Ὥρα 7.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.45′ μ. μ.)
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συναδέλφου μου συνετέλεσε κατὰ πολὺ εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς ὀξύτητος μὲ τὴν ὁποίαν διεξάγεται ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου. Ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἐκτὸς μικρῶν τινων παραγραφῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον ἀντίληψιν θὰ ἐξηγήσω περαιτέρω, ἂν καλῶς, λέγω, ἀντελήφθην, κατ’ οὐσίαν λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ παραλλαγαὶ δὲν ἔχουσιν οὐσιαστικὴν βαρύτητα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου, ἐπαναλαμβάνω, ἀντίληψιν αἱ δύο ἐκδοχαί, αἱ ὁποῖαι ἐφαίνοντο ἀλληλοσυγκρουόμεναι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, συμφωνοῦσιν ἐν τῇ διαφωνίᾳ, ἂν μὴ διαφωνοῦσιν ἐν τῇ συμφωνίᾳ. Δὲν εἶναί τι τὸ παράδοξον ὅτι μετ’ ὀξύτητός τινος διεξάγεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς εἰσόδου μου εἰς τὸν πολιτικὸν βίον ἀπασχολοῦμαι μὲ τὸ θέμα τοῦτο καὶ δὲν θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἡ τελευταία. Εἰς τὰ 1911 ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ συζήτησις εἶχε προσλάβει χαρακτῆρα τοσοῦτον ὀξύν, ὥστε ὀπαδοὶ τοῦ τότε κυβερνῶντος τὰ πράγματα τῆς Χώρας ἀπεσπάσθησαν ἐκ τοῦ κόμματος ἐκείνου, φρονοῦντες ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς φράσεως τοῦ παλαιοῦ Διατάγματος τοῦ 1846 «δημοσίας ἀνάγκης» καὶ τῆς ὑποκαταστάσεως αὐτῆς διὰ τῆς φράσεως «δημοσίας ὠφελείας» δὲν ἐπρόκειτο οὔτε πολὺ οὔτε ὀλίγον παρὰ νὰ ἀνατραπῇ τὸ μέχρι σήμερον ἰσχῦον ἀστικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστὼς καὶ νὰ ἐπακολουθήσουν ἰδέαι τὰ μάλιστα ριζοσπαστικαί. Τὸ ἴδιον συνέβη εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1920–1922, εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1924 καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Συνέλευσιν. Ἄν ὑπάρχῃ τι τὸ παρήγορον, εἶναι ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζεται ἀγροτικὴ πολιτικὴ εἰς τὸν κόσμον, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζονται τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα συγκρουόμενα πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον καὶ ἑκάτερα μαχόμενα πρὸς διατήρησιν τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐπάλξεων. Δὲν εἶναι κοινὸν πρᾶγμα ἡ ἀγροτικὴ πολιτική. Τί ἦτο ὁ ἀναδασμὸς τῆς γῆς τῆς ἀρχαίας Ἀττικῆς; Τί ἦσαν οἱ νόμοι τοῦ Κάτωνος; Διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ νόμιμος ἐπανάστασις, ἐπηκολούθησεν ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις. Καὶ διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ νόμιμος ἐπανάστασις, ἐπῆλθεν ἡ ἐπικράτησις τῶν κομμουνιστικῶν ἀρχῶν ἐν Ρωσσίᾳ. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ὁσάκις τοιαῦτα φαινόμενα ἐν τῇ ἱστορίᾳ παρουσιάζονται, ὑπάρχει καὶ μία τάσις, μία σπουδή, μία ἐπιθυμία κατοχυρώσεως διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Μετὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ γενόμενοι ἰδιοκτῆται, ἔσπευσαν νὰ ζητήσουν τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἀπαραβιάστου, τοῦ ἱεροῦ τῆς ἰδιοκτησίας δικαιώματος καὶ ἀνεγράφη τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν διαδήλωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐπηκολούθησεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην τὴν καθαρῶς δημοκρατικήν, συζήτησις, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς νέαν κατοχύρωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Αἱ κατοχυρώσεις λοιπὸν αὗται εἶναι φαινόμενα, ἅτινα συνηθέστατα παρουσιάζονται, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ παρακωλύσωσι τὸν ῥοῦν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, οὐδὲ τὴν ἀλληλοδιαδοχὴν τῶν ῥευμάτων ὁτὲ μὲν τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, ὁτὲ δὲ τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε χαρακτηρίζουν τὰς φάσεις τῆς ἀνθρωπότητος. Ὅτε τὸ πρῶτον ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τὸ 1911 προσεπάθησα νὰ διαστείλω σαφῶς τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἔθετο εἰς τὸ τότε ἄρθρον 17, νῦν ἄρθρον 19. Ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τότε δὲν ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τῆς δημεύσεως. Περὶ τούτου προνοεῖ ἄλλο ἄρθρον ἀπαγορεῦον γενικῶς τὴν δήμευσιν. Ὁ τότε συνταγματικὸς νομοθέτης, ὅπως ὁ τοῦ 1864, δὲν ἤθελε ποτὲ νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἰδιωτικὸν δικαίωμα δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρῇ ἐνώπιον τοῦ γενικωτέρου κοινωνικοῦ συμφέροντος. Οὐδέποτε, οὐδὲ πρὸ χιλιάδων ἐτῶν διενοήθη τοῦτο ἡ ἱστορικὴ ἀνθρωπότης. Εἶχον ἰδῇ καὶ ἐμνημόνευσα τότε—καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω διὰ τὸ λίαν περίεργον τοῦ πράγματος εἰς τοὺς λέγοντας ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἱερόν—εἶχον ἀναγνώσει εἰς τὴν παλαιὰν γραφὴν εἰς τὰ παραλειπόμενα ἐν παραγράφῳ 21 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καὶ λέγει ὁ Δαυῒδ πρὸς Ἰωνάν.... κλπ.» Δηλαδὴ ἐπὶ εὐλόγῳ ἀποζημιώσει. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἱστορικὰ ἀνέκδοτα, ἂς εἴπωμεν, ἂν θέλητε, συνταγματικά, ἂν θέλητε νομικά, ἂν θέλητε δικαίου ἀνέκδοτα. Ἀπὸ χιλιάδων λοιπὸν ἐτῶν ὑπάρχει ἡ σύγκρουσις αὐτὴ μεταξὺ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος καὶ πάντοτε τὸ ἀτομικὸν συμφέρον ὑπεχώρησεν εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον. Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ γενικὸν συμφέρον; Δύνασθε νὰ κρίνητε περὶ αὐτοῦ καὶ νὰ σταθμήσητε εἰς μίαν ἱστορικὴν περίοδον; Ἀπολύτως ἀδύνατον. Ὅπως εἶπον καὶ τότε, ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνηγόρει ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς δουλείας, ὡς λέγων τι τὸ ἀπάδον εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα ἢ εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον. Τὰ γενικὰ συμφέροντα ἑκάστοτε ρυθμίζονται ἀναλόγως τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως καὶ ἰδιαιτέρως ἀναλόγως τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν ἢ περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ μία Χώρα. Τὰ γενικὰ συμφέροντα ἐν συγκρούσει πρὸς τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, κανονίζουσι μὲν ἐν τῇ περιόδῳ ἐκείνῃ τῇ βραχείᾳ κατὰ τὸν δυνατώτερον ἁρμονικὸν τρόπον τὴν νομοθετικὴν—ἀδιάφορον ἂν εἶναι συνταγματικὴ—κατάστασιν, δὲν δύνανται ὅμως ἐν τῷ συνόλῳ νὰ προλάβωσιν οὐδὲ νὰ προΐδωσι τὸ τί θὰ ἐπακολουθήσῃ μετὰ τινα ἔτη. Ἀπειρίαν δὲ τοιούτων βραχειῶν καὶ συντόμων περιόδων ἔχομεν ἐκτὸς τῆς ἀρχαιότητος καὶ εἰς νεωτέρας ἐποχάς. Εἰς τὰ 1864 ἀκόμη βλέπομεν ἐν Ρουμανίᾳ— δὲν πρόκειται περὶ τῆς τελευταίας ἁπλῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς γνωστῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Κούζα, Ἕλληνος τὴν καταγωγὴν — καὶ εἰς ἀκόμη ἀρχαιοτέρας ἐποχὰς βλέπει κανεὶς ὅτι ἔγιναν πράγματι εἰς ὡρισμένας χρονικὰς περιόδους διαρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἠδύναντο νὰ θεωρηθοῦν ἄδικοι. Ἀλλ’ ἂν ἀπίδῃ τις ἀπὸ τῶν βραχειῶν τούτων περιόδων καὶ θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ γενικῶς καὶ συνθετικῶς ποία εἶναι ἡ ἐξέλιξις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας κατὰ τὰ τελευταῖα τοὐλάχιστον ὑπερεκατὸν ἔτη, νομίζω ὅτι δὲν ἤθελε σφάλει ἂν ἔλεγεν ὅτι ἡ μὲν ἀντίληψις περὶ τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος ἔγινεν ἀσφαλῶς εὐρυτέρα ἀπὸ ὅτι ἦτο ἄλλοτε, διότι ἡ ἐξέλιξις παρουσίασε κοινωνικὰ συμφέροντα χρήζοντα θεραπείας, διότι καὶ ἡ πολιτικὴ ἐξέλιξις ἀκόμη ἐγέννησε δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ παρίδῃ τις. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀνειλίχθη καὶ ἐξηπλώθη κατὰ τρόπον ὅστις πρὸ ἐτῶν πολλῶν βεβαίως δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲ κἂν ἐν τῇ συνειδήσει τῶν νομικῶν. Διότι βλέπομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας νὰ ἐξαπλοῦται ἐπὶ χρεωγράφων, ἐπὶ τίτλων εἰς διαταγήν, ἐπὶ τῆς πνευματικῆς λεγομένης ἰδιοκτησίας, ἐπὶ τῶν ἐνεχυρογράφων καὶ ἐπὶ ἄλλων τοιούτων ἀντικειμένων τῆς ἀνθρωπίνης ἐργασίας, προϊόντων τοῦ ἀνθρωπίνου κόπου, τὰ ὁποῖα τὸ γενικὸν συμφέρον αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγάγῃ εἰς ἰδιωτικὰ δικαιώματα χρήζοντα χάριν τοῦ γενικοῦ καλοῦ μιᾶς ἰδιαιτέρας νομικῆς προστασίας. Οἱ νομικοὶ μάλιστα ἐξ ὑμῶν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν διατηρῶ ἀφ’ ἧς ἐγκατέλειπον τὰς νομικὰς ἐνασχολήσεις, ἴσως θὰ ἠδύναντο νὰ προσθέσουν καὶ τοῦτο ἀκόμη· ὅτι ἐνῷ διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ στρεφόμενα κατὰ τοῦ προσώπου παρατηρεῖται ἠπιώτερός τις κανονισμὸς τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ στρεφόμενα κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν περιουσιακῶν δημιουργοῦμεν καθημερινῶς νέας μορφάς. Ἐν τῷ συνόλῳ λοιπὸν ἐξεταζομένη ἡ σύγκρουσις τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος τῆς ἰδιοκτησίας παρουσιάζει κατ’ ἐμὲ πλὴν τῶν βραχειῶν περιόδων καὶ τὸ φαινόμενον μιᾶς ἐναρμονίσεως. Ἀναγνωρίζομεν μὲν καθημερινῶς ὅτι νέαι τινὲς φάσεις τοῦ πορίσματος τοῦ ἀποτελέσματος τῆς προσωπικῆς ἐργασίας χρήζουν νομοθετικῆς διαρρυθμίσεως καὶ πρέπει νὰ ὑψωθοῦν εἰς δικαιώματα, ἀλλ’ ἀναγνωρίζομεν συγχρόνως ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τοιαῦτα δικαιώματα νὰ ἐνασκῶνται κατὰ τρόπον ὅστις ἤθελε θεωρηθῆ ἐπιβλαβής. Ποία ὑπῆρξεν ἡ προστασία τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀκόμη τοῦ 1864; Ἐθεώρησεν ἆρά γε τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ὡς τι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον καὶ ἤθελε διὰ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος νὰ ἐξασφαλίσῃ ὅτι εἶναι κάτι μὴ μοῦ ἅπτου, ὅτι δὲν δύναται νὰ θίξῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας; Ὄχι βεβαίως. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἱστορία τωρινὴ καὶ οἱ πρὸ τῶν Συνταγμάτων γενικοὶ νόμοι καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ 1830, τὰ Διατάγματα περὶ παλαιῶν οἰκοδομῶν, φούρνων, ὅλα τὰ παλαιὰ Διατάγματα προνοοῦν περὶ θυσίας ἀτομικῶν συμφερόντων ἐνώπιον γενικωτέρας ἀπαιτήσεως καὶ κοινωνικῆς ἀνάγκης. Τί ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ; Κατ’ ἐμὲ ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀφαιρουμένου ὑφ’ ἣν μορφὴν παρίσταται δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, δι’ ἄλλων στοιχείων οἰκονομικῶς ἰσαξίων καὶ ἠθέλησε κατ’ ἐμὲ μάλιστα νὰ προσέξῃ ὄχι εἰς τὰς διαφόρους ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας τὰ Συντάγματα ὑποστηρίζουσι, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τοῦ συνεταιρισμοῦ, τῆς διανοίας, τῆς θρησκείας, τοῦ ἀτόμου, ὅπου βλέπετε μίαν τάσιν παρεμβολῆς ἀείποτε τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας πρὸς προστασίαν, ἠθέλησε κατὰ τὴν τελευταίαν ἐξέλιξιν τοῦ 1911 ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ταύτην τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀπαραβιάστου, τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀφαιρουμένου μέρους, ἰσαξίως νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Τὸ προσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος εἶχε συντάξει ἐδέχετο τὸν καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ. Ὑπῆρχε καὶ τότε ὁ πόθος ὅπως καὶ σήμερον ἵνα περατωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Ἐπεθύμουν νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ διάταξις τοῦ προσχεδίου ἵνα ὁ καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως γίνεται διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ καὶ ἐν ὥραις μεταμεσονυκτίοις ὡμίλησα διὰ μακρῶν καὶ ἡ γνώμη μου ἐγένετο ἀσπαστὴ καὶ καθωρίσθη ἔκτοτε τὸ διὰ δικαστικῆς ὁδοῦ. Ἐγὼ δηλαδὴ βλέπω ὅτι ἐν τῇ ἐγγυήσει ὅλων τῶν Συνταγμάτων περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἐνυπάρχουσι δύο ἀσφάλιστρα, τὸ ἓν τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ἄλλο τοῦ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Εἰς τὰ 1917, ὅτε εἰσήγαγον τὸν ἀγροτικὸν νόμον, ἰδιαιτέρως μὲ εἶχεν ἀπασχολήσει τὸ θέμα ἂν ἡ ἀποζημίωσις ἠδύνατο νὰ δοθῇ δι’ ὁμολογιῶν ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ διὰ μετρητῶν χρημάτων. Βεβαίως θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ ἀποζημίωσις διὰ χρημάτων μετρητῶν, ἂν ὑπῆρχον τοιαῦτα, ἢ ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι διὰ δανείων. Παλαιότεροι νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἀντισυνταγματικοί, ἐπέτρεπον ἀντὶ χρημάτων νὰ δώσωσι κτήματα καὶ αἱ ὁμολογίαι νὰ περιληφθῶσι δι’ ἐγγυήσεων καὶ προνομίων, ὥστε σχεδὸν νὰ πλησιάζωσιν εἰς χρῆμα. Τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν τότε, διότι, ὅταν ἔχωμεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὸ νόμισμα δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ οὐσιαστικὴ διαφορά. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰδιοκτησία ἐπιβάλλει καὶ ὑποχρεώσεις, θὰ ψηφίσω ἐναντίον αὐτῆς. Ἐπροτάθηκαν καὶ ἄλλαι τινὲς τροπολογίαι συνδεόμεναι κατ’ ἀνάγκην μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν καὶ εἰς τὸ κοινωνικῶς ὠφέλιμον αὐτῆς καὶ εἰς τὸ οἰκονομικῶς ὡς καὶ εἰς τὸ πολιτικῶς ὠφέλιμον. Ἐνῷ ἡ γνώμη ὅλων τῶν κομμάτων ἀπὸ μιᾶς δεκαετίας καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑπῆρξε ταυτόσημος καὶ ὅλοι ἐγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην διὰ πολιτικούς, κοινωνικοὺς ἢ οἰκονομικοὺς λόγους τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων, ἀνάγκην ἡ ὁποία ἐπολλαπλασιάσθη ἀσφαλῶς σήμερον ἐκ τῆς συρροῆς τῶν Μικρασιατῶν ἀδελφῶν ἡμῶν. Δὲν εἶναι σκόπιμον λοιπὸν νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς, ἐφόσον ὅλοι συμφωνοῦμεν εἰς τοῦτο. Ἡ ὑπάρχουσα διαφωνία στρέφεται ἴσως μόνον περὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀφοῦ ὅλοι συμφωνοῦμεν ὅτι αἱ ἀσθενέστεραι τάξεις αἱ γεωργικαὶ πρέπει νὰ ἀποκατασταθῶσι καὶ ἀφοῦ ὅλα τὰ κόμματα ἔδωσαν δείγματα τῆς τοιαύτης αὐτῶν πολιτικῆς, νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ζήτημα ἄλλο παρὰ μόνον κατὰ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 119 ὡς μεταβατικὴ διάταξις. Ἄλλως τε εἶναι δεῖγμα σώφρονος νομοθέτου νὰ θέτῃ μὲν τὰς γενικὰς ἀρχὰς ἐν τῷ Συντάγματι, νὰ ρυθμίζῃ δὲ τὰς βραχείας ἀνωμάλους περιόδους δι’ ἐκτάκτων μέτρων. Ὡς πρὸς τὰς τροπολογίας καὶ τὸ ὑπ’ ἐμέ κόμμα προέτεινε μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔτυχεν εὐνοϊκῆς μεταχειρίσεως ἐκ μέρους τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἦτο πρωτότυπος. Εἶχον τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν ἔχω, κύριοι, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ δημοσία αὐτοῦ πίστις, ὑπέστη ἀπό τινων ἐτῶν τραύματα ὀδυνηρά, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ χρειασθῇ μακρὰ περίοδος χρόνου ἵνα ἐπανορθωθῶσιν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀπαριθμήσω τὰ τραύματα ταῦτα. Τίς ὀλίγον, τίς πολύ, ὅλοι ἔχομεν εὐθύνην τινὰ διὰ ταῦτα.
§43Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὄχι, δὲν ἔχομεν ὅλοι εὐθύνην.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἴμεθα τὰ μόνα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον τοιούτων περιπετειῶν. Ἡ Ἱστορία, ἡ ὁποία εἶναι πολύτιμος διδάσκαλος, μαρτυρεῖ ὅτι ἐπῆλθον τοιαῦται ἀνωμαλίαι καὶ τοιοῦτοι κλονισμοὶ τῆς δημοσίας πίστεως. Ἐθεωρήθη δὲ τότε ὅτι μία ἐπίσημος οὕτως εἰπεῖν ὑπόσχεσις Σωμάτων ἐξαιρετικῆς πολιτικῆς σημασίας, ἐξαιρετικῆς συγκροτήσεως, ὅπως εἶναι τὰ Σώματα τὰ συντάσσοντα ἢ ἀναθεωροῦντα τοὺς Καταστατικοὺς Χάρτας, μία ἐπίσημος ὑπόσχεσις περὶ τοῦ σεβασμοῦ, περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι μέγιστος ψυχολογικὸς συντελεστὴς διὰ τὴν ταχυτέραν ὅσον ἔνεστι ἀνάρρωσιν ἀπὸ τῶν πληγῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τῆς πίστεως εἶχον καταφέρει οἱ πρὸ τῶν συζητούντων καὶ συσκεπτομένων Σωμάτων. Διότι ἡ πίστις στηρίζεται μὲν ἐπὶ γεγονότων πραγματικῶν, ἀλλὰ τὰ γεγονότα ταῦτα ἐκτιμῶνται ἑκάστοτε κατὰ τὴν ψυχολογικὴν διάταξιν πρὸς εὐπιστίαν ἢ δυσπιστίαν. Αἱ τοιαῦται δὲ πανηγυρικαὶ ὑποσχέσεις ἀπεδείχθη ὅτι πολὺ συντελοῦν ψυχολογικῶς διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι, ἂν ἐτίθετο διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐγγυήσεις αἱ διδόμεναι περὶ τῶν ὑποχρεώσεων εἴτε τοῦ Κράτους, εἴτε τῶν δήμων, εἴτε τῶν νομῶν, ἐνόμισα ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θέσωμεν βάσεις τινὰς πρὸς οἰκοδόμησιν καὶ δημιουργίαν δημοτικῆς καὶ κοινοτικῆς πίστεως καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν πεποίθησίν τινα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν εἶχον ἀπολέσει σχετικῶς μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ἀκεραιότητα, ἡ ὁποία ἔχει δυσφημισθῇ ἀδίκως, ἐνῷ ἐπὶ τριάκοντα ἔτη εἴμεθα σχεδὸν ὁ μόνος λαὸς ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ δὴ εἰς χρυσόν. Ἡ πρότασίς μου ἐκείνη ἀπορριφθεῖσα ἔμεινε διὰ τὴν Ἱστορίαν.
§45Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Ἀπερρίφθη παρὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ πρότασις, διότι εἶχε κολοσσιαίαν ἔκτασιν.
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σέβομαι τὴν γνώμην τῶν ἀπορριψάντων τὴν πρότασίν μου, ἀλλ’ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι ἦτο σκόπιμος ἡ πρότασίς μου ἐκείνη. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ πρότασίν μου περὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς λέξεως «ἀποζημίωσις» λέγω ὅτι παντοῦ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατεῖ ἡ δικαία ἀντίληψις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομίζεταί τις πλουτισμὸν ἄδικον. Δὲν ἐμποδίζει λοιπὸν ποσῶς ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος νὰ ἀποφύγῃ ὁ νομοθέτης καὶ ὁ δικαστὴς ἕνα ἀδικαιολόγητον πλουτισμὸν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶδε τὴν περιουσίαν του ὑπερτιμημένην ἀνίσως καὶ παροδικῶς. Ἐπροτάθη καὶ τότε τροπολογία τοῦ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν νομοθέτην νὰ θέτῃ γενικοὺς κανόνας πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀξίας τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξε διὰ μακρᾶς προτάσεώς της νὰ δεχθῇ ὅτι δύνανται διὰ γενικοῦ νόμου νὰ τεθοῦν διατάξεις, ἀρκεῖ αὗται νὰ μὴ διαγράφουν τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 19, διότι τότε θὰ πρόκειται πλέον ὄχι περὶ δικαίας ἀποζημιώσεως. Εἶπον τότε πῶς θὰ κριθῇ ἡ ἀντισυνταγματικότης ἑνὸς νόμου. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπάρχει ἀνώτατον συνταγματικὸν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον κρίνει περὶ τῆς συνταγματικότητος τῶν νόμων. Παρ’ ἡμῖν ἐπεκράτησεν ἀπολύτως ἡ ἐκδοχὴ ὅτι πᾶς δικαστὴς δικαιοῦται νὰ κρίνῃ περὶ τῆς συνταγματικότητος νόμου τινός. Θὰ μοὶ εἴπητε καλά, ἀλλ’ οἱ δικασταὶ δὲν ἀποφαίνονται συνήθως ἂν οἱ νόμοι εἶναι ἀντισυνταγματικοί.
§47Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀποφαίνονται διότι φοβοῦνται μήπως τοὺς παύσουν.
§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα δικαστοῦ παυθέντος διὰ τὰς ἐπιστημονικάς του πεποιθήσεις ἐξ ὅσων ἐγὼ γνωρίζω.
§49Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Παράδειγμα ὁ κ. Διγενόπουλος.
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνετε παραδείγματα ἀπὸ ἐκτάκτους καὶ ἀνωμάλους περιστάσεις, διὰ τὰς ὑπερβασίας τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει φραγμὸς ἀπὸ κανὲν Σύνταγμα καὶ ἀπὸ καμμίαν ἀνθρωπίνην μηχανήν. Ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραποῦν μὲ ἓν ἄρθρον μόνον καὶ ἐδῶ καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Τὰ Συντάγματα εἶναι διὰ τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ δικασταὶ οὐδέποτε κατεδιώχθησαν διὰ τὰς ἐπιστημονικὰς αὐτῶν πεποιθήσεις. Τὸ συνηθέστερον φαινόμενον εἰς τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων γνωρίζομεν πάντες ὅτι εἶναι ἡ ἀντιφατικότης. Τιμῶ καὶ ἐγὼ τὸν χαρακτῆρα τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι οὗτοι δὲν ἔχουν τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχουν περὶ τοῦ πνεύματος τῶν νόμων ἐν σχέσει πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἂν καταστῇ δυνατὸν νὰ διορθώσητε τοῦτο, ἂν ἐμφυσήσητε νέον πνεῦμα δικαίου, τότε προστατεύετε αὐτοὺς τοὺς νόμους, ὅπως καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Ἄλλως μὲ τὸ ὑλικὸν τὸ ὁποῖον ἔχετε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε ἀπόλυτον ἐξασφάλισιν ὅτι θὰ εἶναι ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία περὶ τοῦ ἂν νόμος τις εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ἢ ὄχι. Δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως ἕνεκα τούτου νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ παρακωλυθῇ νὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε διὰ νόμου τὰς ἐνδείξεις καὶ τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ δίδεται ἀποζημίωσις. Καταλήγων θεωρῶ περιττὴν καὶ ψυχολογικῶς ἐπιβλαβῆ τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἰδιοκτησίας. Θεωρῶ περιττὴν ἀλλ’ ὄχι ἐπιβλαβῆ τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως τῆς «πλήρους ἀποζημιώσεως». Θεωρῶ περιττὸν ἐπίσης ὅπως ἐπιτρέπεται ἵνα ὁ νόμος ὁρίζῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ δικαστὴς θέλει ἐξεύρει τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος.
§51Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὰ τακτικὰ δικαστήρια;
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὰ παραμένουν. Δι’ ἐμὲ αὐτὸ θὰ ἦτο καλύτερον. Ὁ κ. συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας εἶπεν ἤδη ὅτι τὰ τακτικὰ δικαστήρια ἔδωκαν ἱκανοποιήσεις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, μικρὸν δὲ ἀδίκημα τοὐλάχιστον γενόμενον εἰς αὐτοὺς παρεδέχθη καὶ ὁ ἴδιος, ὑποσχεθεὶς ὅτι καὶ αὐτὸς θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου κατὰ τὸν δικαιότερον δυνατὸν τρόπον διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ ὁ ἴδιος ὅτι ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπέφερον αὐτόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκρεμῆ ἀγροτικὴν ἐγκατάστασιν νομίζω ὅτι οὐδεὶς ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ δι’ αὐτὴν τὸ ἄρθρον 19, τουλάχιστον διὰ μίαν περίοδον πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο θὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι βεβαίως, τοὺς ὁποίους θὰ ἔθετεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.
§53Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεταξᾶ, οἱαδήποτε τροπολογία τοῦ ἄρθρου 19 δὲν θίγει καθόλου ἐπὶ μίαν πενταετίαν τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους.
§54Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐδήλωσα ἐπὶ πλέον ὅτι ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία δύναται νὰ μεταβάλλεται ἑκάστοτε νομοθετικῶς.
§55Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι αὐτονόητον.
§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ ἡ ὑπάρχουσα ἀγροτικὴ νομοθεσία, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο, συνεισφέροντος καὶ τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐπίλυσιν ἑνὸς μεγάλου κοινωνικοῦ ζητήματος, νὰ γίνῃ εἷς τριχασμὸς τῆς ἀποζημιώσεως. Τὸ ὅτι τὸ Κράτος πρέπει καὶ αὐτὸ νὰ συντελέσῃ ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητῇ τις τὸ οἰκονομικῶς ἐπωφελὲς καὶ σκόπιμον τῆς τοιαύτης ἀποκαταστάσεως, ἰδίᾳ μετὰ τὴν εἰσροὴν τῶν προσφύγων καὶ ἵνα ἀντιμετωπισθῇ ἡ κοινωνικὴ αὕτη ἀνάγκη πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ εἰς βάρος ὅλων, εἰς βάρος καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀστικὰ κτήματα. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσουν οἱ λαοί, τόσῳ δὲ μᾶλλον θεωρῶ ἐγὼ δίκαιον τὸ πρᾶγμα τοῦτο, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ κτήματα τῶν ἀνταλλαξίμων, τὰ ἐπὶ τούτῳ τῷ σκοπῷ χρησιμοποιηθέντα, τὰ πληρώνομεν εἰς τὸ ἀκέραιον. Εἶναι δίκαιον μόνον χίλιοι ἄνθρωποι ἐντὸς ἑπτὰ ἑκατομμυρίων κατοίκων νὰ ζημιωθοῦν διὰ νὰ λυθῇ ἓν μέγα κοινωνικὸν ζήτημα διὰ τὴν Ἑλλάδα; Δὲν τὸ νομίζω. Ὅταν, κύριοι, ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1917, ὁ Τύπος μὲ ἤλεγξεν ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ῥιζοσπαστικῆς πολιτικῆς καὶ εἶπον τότε ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι καθαρῶς συντηρητική, διότι ἡ δημιουργία μικρῶν ἀγροκτητῶν γεννᾷ τὰς συντηρητικὰς ἐκείνας τάξεις, τὰς ὁποίας εἴδομεν εἰς τὴν Γαλλίαν ἀντιτασσομένας κατὰ τῆς ἐχθρικῆς εἰσβολῆς. Ἀλλὰ προσέθεσα ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη αὐτὸ νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς θυσίας ὀλίγων ἀτόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς θυσίας πολλῶν. Πρέπει νὰ ἐπέλθῃ—τὸ γνωρίζω ὅτι εἶναι δυσάρεστον—πρέπει, λέγω, νὰ ἐπέλθῃ ἀκόμη διὰ θυσίας τινὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποκαθίστανται εἰς ἰδιοκτήτας. Οἱ καλλιεργηταὶ τῆς γῆς ἔδιδον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὁτὲ μὲν τὸ τρίτον, ὁτὲ δὲ τὸ ἥμισυ χωρὶς νὰ γίνωνται ἰδιοκτῆται. Ἂν σήμερον δώσουν ὡς τόκον 8% καὶ ὡς χρεωλύσιον 2% ἢ 3%, θὰ ἠδύναντο εἰς διάστημα χρόνου τὸ βραδύτερον 20 ἐτῶν νὰ γίνουν καὶ ἰδιοκτῆται. Γνωρίζω ὅτι ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπάρχει ἀντίθετος ῥοπή. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὅταν ἔγιναν οἱ παλαιοὶ νόμοι, ὅλοι οἱ τότε ἀποκατασταθέντες δὲν ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν δόσεις τινάς; Εἶπον ἐξ ἄλλου νὰ συνεισφέρῃ καὶ τὸ Κράτος καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα δυσκολία. Διότι εἶναι γνωστὸς ὁ κανὼν ὅτι τῶν ἀδυνάτων οὐδεμία ἐνοχή, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ θὰ ἀπέβλεπον εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὁπότε θὰ ἠδύνατο νὰ αὐξήσῃ τοῦτο τὴν εἰσφορὰν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ νὰ μεταρρυθμισθοῦν οἱ ὑπάρχοντες νόμοι ἐπὶ τὰ βελτίω ἢ ἐπὶ τὰ χείρω ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἀπὸ τὸν λαόν. Ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ μᾶς χαρακτηρίζῃ μία σύνεσις καὶ μία ὁμόθυμος ἐπιθυμία ὅπως θεραπεύσωμεν τὰς πληγὰς τοῦ παρελθόντος καὶ ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, τότε θὰ ὑπάρξουν νόμοι ἀνταποκρινόμενοι πληρέστερον πρὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Ἂς εὐχηθῶμεν ὅλοι ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη σύνεσις. (Χειροκροτήματα).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν διὰ τὰς 10.30′;
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐμείναμεν συζητοῦντες εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον μέχρι τῆς 3ης πρωϊνῆς καὶ σήμερον ἐπίσης εἴμεθα ἀπησχολημένοι, παρακαλῶ δὲ ὅπως λυθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ. μ. αὔριον, ὁπότε θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)