1927.03.01
1.596 στίχοι · 12.395 λέξεις · 156 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
Τρίτη 1 Μαρτίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτιτά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Σύνδεσμος τῶν τεχνιτῶν αὐτοκινήτων καὶ ἁμαξῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τροποποιήσεως τῶν τεχνικῶν ὅρων τῆς συμβάσεως συμφώνως πρὸς τὰς ἀπόψεις τῶν μελῶν του. — Ὁ Ἰω. Δ. Καμενόπουλος ἐξ ὀνόματος τῶν τέως ἐν διαθεσιμότητι δημοτικῶν ὑπαλλήλων ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ προστασίας αὐτῶν. — Τὸ Σωματεῖον σιγαροποιῶν καὶ καπνοτεχνιτῶν Λαμίας ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀποζημίωσίν των καὶ τὴν κατάργησιν τῶν ἐργοστασίων Κερκύρας καὶ Θεσσαλονίκης. — Ὁ Ἀναστάσιος Βασανίδης, πρόσφυξ κρατούμενος διὰ χρέος τοῦ Δημοσίου, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀποφυλακίσεώς του, ἐφόσον τυγχάνει ἄπορος. — Ὁ Νικ. Δάβας, κάτοικος Σελιανιτίκων Αἰγίου, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Ἑταιρείας ΣΠΑΠ, διότι παρὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 78584 διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας δὲν προσλαμβάνεται ὡς τεχνίτης εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην. — Ὁ Ἀθανάσις Ἀναγνωστόπουλος, ἀντισυνταγματάρχης κρατούμενος ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἀβέρωφ, ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως τοῦ ἑπταμελοῦς Στρατοδικείου. — Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Φαρσάλων ζητεῖ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν διαφόρων ἀγροκτημάτων πρὸς γεωργικὴν ἐγκατάστασιν τῶν μελῶν του. — Οἱ βαρελοποιοὶ τῆς πόλεως Χανίων διαμαρτύρονται κατὰ τῶν διευθυντῶν τῶν ἐκεῖ ἐργοστασίων διϋλίσεως ἐλαίου διότι μεταχειρίζονται βαρέλια σιδηρᾶ ἀντὶ ξυλίνων, προξενοῦντες εἰς αὐτοὺς μεγάλας ζημίας. — Οἱ ἀνταλλάξιμοι ἀγρόται πρόσφυγες Νέου Πύργου Εὐβοίας ὑποβάλλουν ὑπόμνημα περὶ ἐξαγορᾶς τοῦ ἀγροκτήματος «Ἅγιος Ἰωάννης» καὶ ἀμέσου διανομῆς αὐτοῦ κατὰ κλήρους εἰς τοὺς ἐν αὐτῷ ἀπὸ τριετίας ἐγκατεστημένους. — Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Κάτω Τζουμαγιᾶς ὑποβάλλουν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦν ὅπως ἐπιδιωχθῇ μόνιμος καὶ ὁριστικὴ ἐγκατάστασίς των δι’ ἀνοικοδομήσεως τῶν οἰκιῶν των δι’ ὧν μέσων προσφορώτερον νομίζει ἡ Κυβέρνησις. — Ἡ πανεργατικὴ συγκέντρωσις Ἀθηνῶν ζητεῖ τὴν ἄμεσον λύσιν τῶν ζητημάτων τῶν ἐργατῶν τροχαίας κινήσεως τῶν ἐκτοπιζομένων ὑπὸ τῶν μηχανῶν καὶ τῶν ἐργατῶν οἰκοδόμων. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καρδίτσης ὑποβάλλει εὐχὴν ὅπως ληφθῶσιν ἄμεσα μέτρα πρὸς αὔξησιν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, δενδροκομίας, κτηνοτροφίας κλπ. — Ὁ Γεώργιος Χατζηκωνσταντῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα διαμαρτυρίας διὰ τὰς γενομένας αὐτῷ ἀδικίας ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Σ. Βογιατζῆ κλπ. — Ὁ Παγκληρικὸς Προσφυγικὸς Σύνδεσμος ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ χορηγήσεως μηνιαίου ἐπιδόματος ἴσου πρὸς τὸ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ τοιούτων καὶ τοῦτο μέχρι τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν. — Ἡ Ἕνωσις ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ζητεῖ ὅπως τεθῇ διάταξις ἐν τῇ καταρτίσει τῶν νομοσχεδίων «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας», δι’ ἧς τὸ ἀνώτερον καὶ κατώτερον προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας νὰ λαμβάνεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐκ τῶν ἐφέδρων. — Ἡ Πανηλειακὴ Ἕνωσις ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Πύργου ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ ἐφέδρου ὑπολοχαγοῦ Χ. Γεωργακοπούλου καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν Ν. Διαταγμάτων Παγκάλου. — Ὁ πρόεδρος τῶν προσωρινῶν ὑποδιδασκάλων Μεσσηνίας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ψηφισθῇ τὸ κατατεθὲν νομοσχέδιον «περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ θεσμοῦ τῶν ὑποδιδασκάλων». — Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Βόλου ζητεῖ νὰ τροποποιηθῇ τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 19 Ἀπριλίου 1926 «περὶ φορολογίας ἀσκήσεως ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων». — Τὸ Σωματεῖον καπνεργατῶν Δράμας ὑποβάλλει ψήφισμα τῆς Παγκαπνεργατικῆς συγκεντρώσεως δι’ οὗ διαμαρτύρεται ἐντόνως διὰ τὴν μὴ εἰσέτι τροποποίησιν τοῦ ἀντικαπνικοῦ νόμου. — Οἱ Ἀλέξανδρος Σεφερλῆς, Ν. Φωτάκης καὶ Σ. Λεβαντῆς, ὑπογραμματεῖς Εἰσαγγελίας Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν, διαμαρτύρονται διότι δὲν κατεβλήθησαν αὐτοῖς εἰσέτι αἱ ἀποζημιώσεις των ὡς δικαστικῶν ἀντιπροσώπων κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῆς 26ης Ὀκτωβρίου 1925. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Μερκούρης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ κυβερνητικῶν Ἐπιτρόπων παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Σήφακας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 15 στ. αʹ τοῦ ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1923 Ν. Δ. περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἕνεκα πολιτικῆς ὑπηρεσίας». Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν σύμβασιν Πάουερ παρελείφθησαν ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας οἱ κ. κ. Γ. Μπακόπουλος καὶ Σ. Μανταφούνης, οἱ ὁποῖοι ὡσαύτως ὡρίσθησαν ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἐπίσης ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν παρελείφθησαν ἐκ τυπογραφικῆς ὡσαύτως ἀβλεψίας οἱ κ. κ. Α. Ζάχος καὶ Χ. Στεργιόπουλος διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν Συγκοινωνίας, Ν. Κρανιωτάκης διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐσωτερικῶν, Γ. Μπακόπουλος καὶ Γ. Προυκάκης τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Ν. Καμπάνης τῆς Παιδείας, Β. Σαγιᾶς καὶ Γ. Θέος τῶν Στρατιωτικῶν, Ι. Θεοτόκης καὶ Λ. Ἀνδρεάδης τῆς Γεωργίας, Α. Μητσοτάκης τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Δ. Στεφανόπουλος τῆς Δικαιοσύνης. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν συμφωνιῶν κλπ.» Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§3Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχω μίαν διόρθωσιν τυπογραφικήν. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἀναγράφεται ὡς χρόνος ἀποσβέσεως τοῦ δανείου 40 ἔτη, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὅτι ἀποσβένυται ἐντὸς 30 ἐτῶν. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 4 δέον νὰ τεθῇ «καὶ ἑνὸς τῶν δικαιούχων διοριζομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Εἶναι τοῦτο σύμφωνον μὲ τὸ ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν προσωρινὴν ἐκτίμησιν.
§4Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι προσθήκη αὐτό;
§5Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Εἶναι ἑρμηνεία.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Εἶναι παραλείψεις.
§7Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν τυχὸν ἀποτελεῖ ἀνάλογον παράλειψιν καὶ ἡ μὴ μνεία ἐν τῷ τροπολογημένῳ νομοσχεδίῳ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἀναγεγραμμένης φράσεως «ἀνέκκλητον δικαίωμα» καὶ συνιστᾷ κατὰ συνέπειαν ὅπως προστεθῇ ἡ ἐν λόγῳ φράσις ὡς ἀπαραίτητος ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου.
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τύπον, καθὼς γνωρίζετε, κανεὶς νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχειρίσῃ αὐτὸς ἑαυτὸν εἰς διαρκῆ καὶ ἀμετάκλητον καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν ὅπως κρίνῃ ἄλλως καὶ νέας θεσπίσῃ διατάξεις. Πράγματι ἐν τούτοις κανὲν Κράτος δὲν δύναται ἢ δὲν συμφέρει νὰ ἀποσύρῃ ἢ νὰ μειώσῃ τὰς ἐγγυήσεις μὲ τὰς ὁποίας περιβάλλει τὰ δάνειά του, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ἡ ὁποία θὰ ἤσκει ἐπιβλαβῆ ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων του ἐπὶ ἀδίκῳ ζημίᾳ ἢ καὶ καταστροφῇ τῶν κατόχων του καὶ θὰ ἔθιγε καιρίως τὴν πίστιν του. Διὰ τοῦτο ὄντως ἡ χορήγησις τῶν ἐγγυήσεων εἶναι ἀμετάκλητος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν κάμνω τὴν ἐπίσημον δήλωσιν ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αἱ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 χορηγούμεναι ἔχουσι τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀμετακλήτου.
§9Μ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς λόγῳ τῆς παραλείψεως ἐκ τοῦ προηγουμένου κειμένου καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν συνυποβάλλεται καὶ ἡ μετὰ τῆς Τραπέζης σύμβασις δύνανται νὰ ἐγερθῶσιν ἀμφιβολίαι καὶ συζητήσεις.
§10Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς νομικόν. Αἱ δηλώσεις τὰς ὁποίας ἐκάματε νομίζω ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ γίνῃ σύμβασις θὰ ἔπρεπε νὰ διασαφισθῇ ἄλλως τὸ πρᾶγμα. Βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται ποτὲ νὰ δεσμεύεται, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἔχει διαφορὰν ὅταν πρόκειται περὶ συμβάσεως. Ἐνταῦθα ἀκριβῶς, καθὼς ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι ἐν προκειμένῳ πρόκειται περὶ συμβάσεως, καθόσον τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἀποβαλόντας τὴν ἰδιοκτησίαν των ἕνεκα ἄλλων λόγων, εἰς οὓς δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω αὐτὴν τὴν στιγμήν, δι’ ἑνὸς χρηματικοῦ ἀνταλλάγματος. Τὸ ἀντάλλαγμα αὐτὸ τὸ δίδει τὸ Κράτος δι’ ἑνὸς δανείου ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ παρέχει τῇ Τραπέζῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ τὰ περισσεύματα τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Πάντως πρόκειται περὶ μιᾶς συμβάσεως, ἡ ὁποία κατ’ οὐσίαν δὲν συνομολογεῖται μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν τρίτων, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται εἰς τὴν ἀποζημίωσιν. Ὅπως γνωρίζετε καλύτερον ἐμοῦ, δύνανται νὰ συνομολογοῦνται συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τρίτους. Τώρα, τούτου τεθέντος, αἱ δηλώσεις τὰς ὁποίας ἐκάματε, βεβαίως ἀνταποκρίνονται εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀναπτύσσω, ἀλλὰ θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι τὸ πρῶτον σχέδιον τὸ ὁποῖον ἐφέρατε εἰς τὴν Βουλὴν εἶχε τὴν φράσιν «ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως», δύναται ὅμως μετὰ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ὅρου αὐτοῦ νὰ δημιουργηθῇ ἓν ζήτημα εἰς τὸ μέλλον διὰ τὴν Τράπεζαν, ἂν δηλαδὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ εἶναι δεσμευμένη ἔναντι τρίτων....
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ μὴ ἐκτεινώμεθα εἰς ἀτελευτήτους νομικὰς συζητήσεις δηλῶ ὅτι αἱ παραχωρήσεις αὗται ἔχουν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀμετακλήτου καὶ προσθέτω ὅτι ὁ ὅρος τοῦ ἀμετακλήτου θέλει περιληφθῆ εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμφωνίας καὶ τῶν συναφῶν αὐτῇ πράξεων περὶ τρόπου ἐφαρμογῆς διατάξεών τινων τῆς Συνθήκης Εἰρήνης τῆς Λωζάνης καὶ τῆς προσηρτημένης τῇ Συνθήκῃ ταύτῃ ὑπ’ ἀριθ. 9 Δηλώσεως».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑορτασμοῦ τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου».
§15Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατόπιν τῆς ἀγορεύσεώς μου, κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, κατετέθη νομοσχέδιον «περὶ ἑορτασμοῦ τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου», διατίθεται δὲ δι’ αὐτοῦ ποῖον ποσὸν νομίζετε διὰ τὸν ἑορτασμόν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ γεγονότος; Δραχμαὶ 300,000.
§16Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ θὰ τροποποιηθῇ, κ. βουλευτά. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ ὁρισμοῦ ὁρίου ἡλικίας ἐκπαιδευτικῶν συμβούλων κτλ».
§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναβάλλεται, ἀναβάλλεται.
§21Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἄν δὲν ἀναβληθῇ, παρακαλῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§22Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται αἰτήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ψήφισις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν, Δ. τῆς 21ης Αὐγούστου 1925 περὶ καταργήσεως διατάξεων τελωνειακῶν τινων νόμων κλπ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑποπεσόντων εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς λιποταξίας ἢ ἀνυποταξίας».
§25Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρέχω τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἐπειδὴ ἠγέρθησαν ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἐφέδρων, ἠκούσθησαν καὶ αἱ ἀπόψεις αὐτῶν καὶ ἐγένοντο σχετικαὶ τροποποιήσεις, αἵτινες θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. (Τὸ νομοσχέδιον παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐτεπαγγέλτου ὑποβολῆς εἰς ἐκ νέου ἀνάκρισιν καὶ συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων ἐφ’ ὧν ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἑπταμελῶν Στρατοδικείων κλπ».
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι.
§29Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ὑπεβλήθησαν διάφοροι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει ἐγκαίρως νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ διορισμοῦ προσωρινῶν διδασκάλων».
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§32Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τῶν συναδέλφων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἰδίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι κλειστὰ τὰ σχολεῖα.
§34Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ ἐξετάσῃ τὰ νομοσχέδια τὰ ἐπιβαρύνοντα τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, δὲν ἀναβάλλεται. (Θόρυβος).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ;
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§39ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὰς φωνὰς δὲν γίνεται τίποτε. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον.
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀναβάλλεται, δὲν ἀναβάλλεται.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς δὲν ἀναβάλλεται; Ἀνεβλήθη. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περί ἀναμεταθέσεως καὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἄνευ τῶν ὑπὸ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων παρεχομένων ἐγγυήσεων μετατεθέντων καὶ προαχθέντων λειτουργῶν τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως».
§44ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§45Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ γίνῃ δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ νὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§47ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Θόρυβος).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ φωνὰς δὲν γίνεται τίποτε. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§49Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τότε πρέπει νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ καθήμεθα ἐδῶ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§51Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Νομίζω ὅτι, ὅταν διάφοροι ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν λέγουσιν «ὄχι», ἀπὸ τὴν ἄλλην λέγουσι «ναί», βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἂς τὸ δεχθῇ ἢ ἂς τὸ ἀπορρίψῃ, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν καὶ τότε δέον νὰ ἀναβληθῇ. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ τακτικόν.
§52Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐδήλωσα ὅτι θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν κατὰ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν συνήθως τηρεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐγίνετο ἀπόψε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν δεκτόν.
§53ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§54Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Τότε ζητῶ τὴν ἀναβολήν, κ. Πρόεδρε.
§55Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διατί νὰ ἀναβληθῇ; (Θόρυβος).
§56Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. (Θόρυβος). Παρακαλῶ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἀνορθώσῃ μίαν πρᾶξιν δικτατορικήν, μίαν πρᾶξιν κακοηθεστάτην, διὰ τῆς ὁποίας ἐστερήθησαν νομοθετικῶν ἐγγυήσεων δημόσιοι λειτουργοί. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται περὶ τοιούτου ψηφίσματος, ἡ Βουλὴ ὠρύεται, καταλύουσα ἡ ἰδία τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. (Θόρυβος). Τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου ἀποδεικνύει αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤδη πράττετε. (Θόρυβος). Φωνάζετε ὅσον θέλετε. Δὲν συνήθισα νὰ κρύπτω τὰ διανοήματά μου. Δὲν συνήθισα νὰ ψεύδωμαι. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττετε εἶναι κατάλυσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, ὁπωσδήποτε μίαν ἐξήγησιν ὀφείλετε πρὸς τὴν Βουλήν.
§58Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ δώσω πάντοτε τὴν ἐξήγησιν ὅτι, ἂν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ αὐτὸ καὶ μόνον δύναμαι νὰ εἴπω δίδων ἐξήγησιν τῶν λόγων μου, ἀπολυτώτατα δικαιολογῶ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διαμαρτυρόμενος δὲ ἐν ὀνόματι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δύναμαι νὰ μεταχειρισθῶ λέξεις τραχείας μέν, πλὴν ἀληθῶν ἐννοιῶν. Ἐν ὀνόματι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος λαλῶν δὲν θὰ φοβηθῶ ἂν ἐγείρωνται τοιαῦται φωναὶ ἐναντίον τῶν ἀληθῶν λόγων μου. Αἱ φωναὶ αὗται πλήρως ἀποδεικνύουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ δὲν ἔχω νὰ ἀνακαλέσω τίποτε....
§59Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε.
§60Ι. ΡΑΛΛΗΣ. .... πρὸ πάντων ἀπὸ ὑμᾶς, κύριε, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖτε ἐνταῦθα τὴν ἰδέαν τοῦ δικτάτορος καὶ ὁ ὁποῖος καλὸν εἶναι νὰ μὴ ὁμιλεῖτε εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Δὲν θὰ δεχθῶ πρόκλησιν εἰς τοιοῦτον τόνον. Κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας—καὶ τὸ ζητεῖ συμφώνως πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα—εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον τὸν ἠθικὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξεγείρῃ τὴν Βουλήν, πρέπει δὲ ἐν πλήρει ἠρεμίᾳ νὰ ἀναπτυχθῶσιν αἱ τυχὸν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου γνῶμαι. Ἴσως καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὰς λεπτομερείας νὰ ἔχω διάφορον γνώμην, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παρεμποδίζεται ἡ συζήτησις διὰ φωνῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐποικοδομητικαὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§61Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἂν αἱ δηλώσεις μερίδος τῶν κ. κ. συναδέλφων περὶ τοῦ μὴ δεκτοῦ σημαίνουν ἀπόκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν, βεβαίως θὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν τακτικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς καὶ γνωρίζων πόσον μακρὰ εἶναι ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ταχυτέραν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ δεχθῇ, ὅπως ἄλλως τε πολλάκις συμβαίνει, τὴν ἄνευ συζητήσεως ψήφισιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ὥστε ὁτιδήποτε ἔχει νὰ ἀντιταχθῇ, νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Δὲν γίνονται ὅμως δηλώσεις «ὄχι, ὄχι» ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἀπαραδέκτου τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ λοιπὸν ἐν ὀνόματι τοῦ συμφέροντος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν εἰς αʹ συζήτησιν καὶ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις καὶ αἱ τροπολογίαι κατὰ τὰς ἑπομένας συζητήσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ τακτικῆς συζητήσεως. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν ἄνευ συζητήσεως.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται εἶναι παλαιὸν νομοσχέδιον ὑπὸ τύπον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὴν βάσανον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπεκρούσθη. Κατὰ συνέπειαν, ἂν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις δύναται νὰ ψηφισθῇ ὡς νομοσχέδιον εἰς αʹ κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν ὅπως διετυπώθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐπιφυλασσομένου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ὑποβάλῃ νέας τροπολογίας. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ἀπόφασις νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἶναι ἀποτέλεσμα παρεκτροπῆς. Βεβαίως ὁ τρόπος καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ συζητήσεις δὲν εἶναι ἐκεῖνος καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ γίνωνται αἱ συζητήσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦτο ἐξηγεῖται διότι εἶναι αἱ τελευταῖαι ἡμέραι τῶν διακοπῶν. Ἡ νευρικότης ὅμως ἡ σημερινὴ φαντάζομαι ὅτι προεκλήθη καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, προεκλήθη δηλαδὴ ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἡ σημερινὴ συνεδρίασις εἶχε διατεθῆ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ συνεπῶς νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προκαλεῖ μακρὰν συζήτησιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, ἀφοῦ ὑπάρχει προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος. Αἱ φωναὶ λοιπὸν περὶ ἀναβολῆς ἀπέρρευσαν ἐκ τοῦ ἂν εἶχε διατεθῆ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις διὰ συνταγματικὴν ἐργασίαν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη εἰς τὴν ἀντίρρησιν τῆς Βουλῆς, τὸν ἥκιστα κοινοβουλευτικόν. Θὰ παρακαλέσω ἂν θὰ ὑπάρξῃ διάθεσις μακρᾶς συζητήσεως νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Ράλλης.
§64Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πάλιν θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ράλλης; Ὡμίλησεν.
§65Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁρίστε νὰ μοὶ ἀφαιρέσητε σεῖς τὸν λόγον. Ὁρίστε νὰ μοὶ τὸν ἀφαιρέσητε διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὸ παρελθόν σας.
§66Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἴπατε ὅτι ὠρύεται ἡ Βουλή.
§67Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εἶπον, ἂν θέλητε νὰ δικαιολογήσητε τὸ παρελθόν σας, νὰ ἔλθητε νὰ μοὶ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον.
§68Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, εἰς τὴν σειράν σας.
§70Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς ἐμὲ μάθημα κοινοβουλευτικῆς συμπεριφορᾶς....
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τοῦ κέντρου). Εὐπρεπείας δηλαδή.
§72Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εὐπρεπείας μαθήματα δίδω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι....
§73Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Μπᾶ; (Θόρυβος).
§74Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Καθήσατε κάτω, διότι δὲν φοβοῦμαι ἐγὼ τοιαύτας σπασμωδικὰς κινήσεις. Δὲν φοβοῦμαι, ὄχι. Μὴ πλανᾶσθε. Μαθήματα κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς δὲν λαμβάνω. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ μαθήματα τῆς εὐπρεπείας δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ὅτι τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν παντὸς δικαιολογοῦσι μαθήματα εὐπρεπείας ἢ δὲν δικαιολογοῦσι τοιαῦτα.
§75Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Μεγάλη ἀλήθεια.
§76Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μεγάλη ἀλήθεια τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς.
§77Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς.
§78Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας νομίζω ὅτι δὲν ἐδικαιολογεῖτο τοιαύτην ἀπευθύνων πρὸς ἐμὲ μομφήν. Δὲν ἐδικαιολογεῖτο δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, διότι ὁ ἴδιος προσέθεσεν, ἀνατρέπων αὐτὸς ἑαυτόν, ὅτι ὄντως μέγιστος γίνεται θόρυβος. Οὕτως ἀνέτρεψεν αὐτὸς οὗτος τοὺς συλλογισμούς του. Κύριοι, μόνον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ζῶσαν πραγματικότητα εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι παρουσιάζει θέαμα πραγματικῶς ἐποικοδομητικὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἡ Βουλὴ ὅταν, ὅτε καλεῖται νὰ ψηφίζῃ νομοσχέδια ἐνέχοντα ὑψίστην σημασίαν, εἶναι τοιαῦται αἱ κραυγαί, κύριοι—ἡ λέξις τὴν ὁποίαν εἶπον προηγουμένως εἶναι τραχυτέρα, ἴσως ὅμως ἀληθεστέρα—εἶναι τοιαῦται, λέγω, αἱ κραυγαί, ὥστε ἀγνοεῖ ἀληθῶς ἡ δεξιὰ τί πράττει ἡ ἀριστερά. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δύνανται, καθ’ ἣν στιγμὴν οὕτω πως ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια, αὐτοὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, οἱ κατέχοντες τὰ πρῶτα ἑδώλια τῆς αἰθούσης ταύτης, νὰ ἀντιλαμβάνωνται περὶ τίνος πρόκειται καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ὅταν τὸν ἠρώτησα ἐκ τῆς θέσεώς μου περὶ τίνος θέματος πρόκειται μοὶ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν ὅτι δὲν γνωρίζει. Ἀλλὰ θέλετε μαρτυρίας ἔτι εὐγλωττοτέρας; Κύριοι, ὅταν ἐψηφίζετο σχέδιον ψηφίσματος περὶ τῶν Διαταγμάτων τῶν ἀφορώντων τὰ προσφυγικὰ ζητήματα, ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐκδίδωνται τοιαῦτα Ν. Διατάγματα καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὁ σεβαστός μοι ἐπὶ κοινοβουλευτικῇ συμπεριφορᾷ διδάσκαλος, ἠγέρθη ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ μοὶ ἀπήντησε—καὶ σημειοῦται τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ—ὅτι εἶχον δίκαιον ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη ἔδει νὰ τροποποιηθῇ καὶ ὅτι ἔδει νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «μόνον κατὰ τὴν παροῦσαν διακοπήν». Καὶ ἐφησύχασα. Ἀλλ’ αἴφνης χθές, χρειασθεὶς νὰ προσφύγω εἰς τὸ ψήφισμα τοῦτο, βλέπω ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν προσετέθη διάταξις διὰ τῆς ὁποίας τὸ δικαίωμα ἐκδόσεως τῶν Ν. Διαταγμάτων παρατείνεται μέχρι τέλους τοῦ προσεχοῦς Ὀκτωβρίου καὶ τοῦτο προσετέθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἰδίου ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας. Καὶ οὕτω πως αἱ δηλώσεις του αἱ ἐπὶ τῆς μιᾶς σελίδος τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν γρονθοκοποῦνται πρὸς τὰς δηλώσεις του τῆς ἑτέρας σελίδος τῶν αὐτῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Ἄν, κύριοι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς νομίζῃ ὅτι δικαιοῦται νὰ μοὶ δίδῃ μαθήματα κοινοβουλευτικῆς συμπεριφορᾶς, συγχαίρω αὐτόν, ἀλλὰ καὶ συλλυποῦμαι ἐμαυτόν.
§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, οὐδέποτε ἐγὼ ἐξεδήλωσα διαθέσεις νὰ γίνω διδάσκαλος εἰς κανένα καὶ μάλιστα κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς καὶ δὴ εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε διάθεσιν νὰ μεταβληθῇ εἰς μαθητήν. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι θέλοντες νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν τάξιν, δημιουργοῦμεν ἀταξίαν καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ παράπονον καὶ ὄχι ἡ μομφὴ τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ἐν σχέσει μὲ τὴν δριμεῖαν φράσιν ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ νομίζω ὅτι ἔληξεν.
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔληξεν.
§81Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅσον ἀφορᾷ τουλάχιστον τὸ ζήτημα τὸ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς διὰ νὰ ἀποδείξῃ πόσον κακὸς εἶμαι διὰ νὰ γίνω διδάσκαλος, ἐπεκαλέσθη καὶ ἓν γεγονὸς ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅταν ἐψηφίζετο τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο περὶ νομοθετικῶν ἐξουσιοδοτήσεων, ἐγὼ ἐξέφρασα ἀλληλοσυγκρουομένας γνώμας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις θὰ ἐδίδετο κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο σύμφωνος καὶ ἐζήτει μακροτέραν ἐξουσιοδότησιν. Τότε ἐγὼ ἐπρότεινα λύσιν συμβιβαστικὴν μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου. Εἶναι αὐτὸ γρονθοκόπημα; Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προτείνῃ τις μίαν λύσιν συμβιβαστικήν;
§82Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν μόνον παρατήρησιν, ὅτι δὲν θὰ ὡμίλουν περὶ γρονθοκοπήματος, ἂν τὰ πράγματα ἦσαν ὡς τὰ ἀνέφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἔχουν ἄλλως. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι μομφή. Πρόκειται περὶ ἀποδείξεως ὅτι ὁ συντάκτης τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ γνῶσιν τὸ τί ἐπισήμως ἔλεγον οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ψηφιζομένων τῶν νομοσχεδίων. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ ἀποτελεῖ ἐλάττωμα καίριον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§83Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου, ἔχω ὅμως ὀλίγην πεῖραν, ἐλαχίστην, ἡ ὁποία μὲ ἐδίδαξεν ὅτι ὅλοι οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθήμενοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα, κανεὶς δὲ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας νὰ περιβάλῃ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸν βαρυτάτης κατὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας προσβολῆς. Ἀτυχῶς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος διακρινόμενος διὰ τὴν κοινοβουλευτικότητά του μετεχειρίσθη φράσιν ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν ὁλότητα τῆς Βουλῆς, φράσιν βαρυτάτην, ἡ ὁποία, ἂν ἀπευθύνετο προσωπικῶς πρὸς τὸν ἴδιον, θὰ ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του σοβαρῶς θιγόμενον. Ἐγὼ ἀποτελῶν ἐλάχιστον μέρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν τοιαύτην φράσιν καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην μου θλῖψιν, διότι ὁ συνάδελφος δὲν ἠννόησε νὰ σεβασθῇ τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα).
§84Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ δύο λεπτά. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἑαυτόν του ἐξηκολούθησε μὴ φερόμενος εὐπρεπῶς πρὸς τοὺς συναδέλφους του, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ ὁ θόρυβος, οὐδέποτε δὲ παρουσίασεν ἡ Βουλὴ τὸ θέαμα τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν μετέσχον ἐγὼ εἰς τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἀπέδωκεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις δὲν γνωρίζω διατί ὁ κ. συνάδελφος ἀπηύθυνε φράσεις καὶ κατ’ ἐμοῦ καὶ ὡμίλησε περὶ παρελθόντων, περὶ παρόντων καὶ ἤ τινος ἄλλου πράγματος. Εἰς τὰς φράσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ, διὰ τὰς ὁποίας ἐξενίσθη ἡ Βουλή, νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ σημασία, διότι ὁ κ. συνάδελφος ὑπῆρξε πάντοτε ἀτυχὴς εἰς τὰς ἐκφράσεις του. Δὲν εἶναι μόνον τοῦτο σήμερον ποὺ ἠσχημόνησε διὰ τῶν ἐκφράσεών του. Καὶ ἄλλοτε ὡς Ὑπουργὸς μετεχειρίσθη φράσιν ἡ ὁποία ἐξένισεν ὁλόκληρον τὸν Τύπον καὶ τὴν Βουλήν, καίτοι φίλα φρονοῦσαν πρὸς αὐτόν. Θὰ ἐνθυμεῖσθε τὴν φράσιν περὶ τσιλιπουρδημάτων. Ἑπομένως δὲν ἔχει σημασίαν τὸ ὅτι ἐκφράζεται καὶ σήμερον οὕτω πως ὁ κ. βουλευτής. Ὡμίλησε καὶ περὶ παρελθόντος καὶ εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἤμουν ἐκ τῶν θεραπόντων τῆς δικτατορίας.
§85Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀσφαλῶς ναί.
§86Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐφυλακίσθην ἀπὸ τὴν δικτατορίαν ὅταν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν ἐκάθευδεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς εὐπρεπείας ὁ κ. βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ ὁμιλῇ περὶ πολιτικῆς εὐπρεπείας, ἂν δὲν παρέμενεν Ὑπουργὸς ὅταν ὁ πατήρ του ἀπεδιώκετο ἀπὸ Πρωθυπουργός.
§87Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Προσωπικὸν ζήτημα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ οὔτε ὑπῆρξεν, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ. Διότι διὰ νὰ ὑπάρξῃ προσωπικὸν ζήτημα ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχω ἐγώ. Κύριε, ἂν ὡμίλει ἄλλος ἢ ὁ ἄρτι τοῦ βήματος κατελθών, δὲν θὰ ἦτο ἐκεῖ.
§88Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐκ τοῦ δημιουργηθέντος θορύβου περὶ ἀναβολῆς ἢ μὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔγινεν ἀντιληπτὸν ἂν τὸ νομοσχέδιον ἀνεβλήθη ἢ ἂν θὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἀσχέτως πρὸς τὸ ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι παρῆλθεν, ἐγὼ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, συνταχθὲν πρῶτον εἰς ψήφισμα καὶ κατόπιν εἰς νομοσχέδιον, παρεπέμφθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία τὸ ἐμελέτησε καθ’ ὅλας τὰς περιπτώσεις καὶ ὑπέβαλε τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν, ἂν δὲ ὑπάρχουν ζητήματα ἀκόμη πρὸς διόρθωσιν, δύνανται ταῦτα νὰ διορθωθοῦν εἰς τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Εἶχον τὴν τιμὴν ὅτε τὸ πρῶτον συνεκροτήθη ἡ παροῦσα Βουλὴ εἰς Σῶμα νὰ ὑποβάλω σχετικὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παδιείας διὰ τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀπὸ τῆς 16ης Σεπτεμβρίου μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν ἐκλογῶν εἰς τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι μετετίθετο ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα Βουλὴ πρόκειται νὰ ἀνορθώσῃ ὅλα τὰ γενόμενα ἀδικήματα, βεβαίως θὰ ἀνορθώσῃ καὶ τὰ ἀδικήματα τὰ γενόμενα ἐπὶ τῆς Κονδυλικῆς δικτατορίας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπεξεργασθῆ ἤδη ἡ Ἐπιτροπή, ὥστε ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ νὰ ἐπιφέρῃ τροποποιήσεις, διὰ νὰ μὴ παραμείνῃ ἡ Κοινὴ Γνώμη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐντυπώσεως ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ συνελθοῦσα ἐπὶ τρίμηνον δὲν κατώρθωσε νὰ ἀνορθώσῃ μίαν ἀδικίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ἐκπαιδευτικοὺς λειτουργούς. Ἂν ὑπάρχουν βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, θὰ εἶναι ἐλάχιστοι οὗτοι καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι αὐτοὶ ἐπιμένουν διότι ἴσως τῇ εἰσηγήσαι αὐτῶν ἐγένοντο τοιαῦται μεταβολαί.
§89Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἶναι κάπως περίεργος ἡ ἐπιμονὴ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δεδομένου ὄντως ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν δὲν τὸ ἔχομεν κἂν μαζί μας, ἐφόσον εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις ὅτι σήμερον θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§90Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἀπετέλουν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἀπαράσκευος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσω. Ὁμολογῶ ἐπίσης ὅτι ὀφείλομεν χάριτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ θεραπευθῶσι πολλὰ ἄτοπα τῆς δικτατορίας. Δυστυχῶς ἐρχόμεθα ἀπόψε μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ ὄχι νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἐφόσον ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ οἱ ὁποῖοι τὸ ἐπεξειργάσθημεν δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι, πῶς θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις;
§91Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ τὰς τροποποιήσεις τὰς φέρομεν εἰς τὸ τέλος.
§92Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Συνέβη καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον’ ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κατὰ παρεξήγησιν ἐντελῶς διαφορετικὰ ἐξετυπώθη καὶ διενεμήθη.
§93Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς παρεκάλουν ἐν τῷ μεταξὺ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσηγηθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ καθιερώσεως δύο ὡρισμένων τύπων ἄρτου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος».
§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περιέχει καὶ τροποποιήσεις, τῶν ὁποίων θὰ λάβητε γνῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας θὰ παρεκάλουν ἵνα μὴ κατατριβῇ ὁλόκληρος ὁ χρόνος τῆς συνεδριάσεως, ὅπως ἡ Βουλὴ στέρξῃ ἵνα ψηφισθῇ καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται καὶ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Χ. Ἀλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§97Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Παρετάθη ἐπὶ πολύ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ συζητουμένου, θίγονται ζητήματα ὄχι μόνον ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου δικαίου, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι θίγονται ζητήματα γενικώτερα τοιαῦτα καὶ ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ πρόκειται νὰ θιγῶσι γενικώτερα κοινωνιστικὰ ζητήματα, θὰ ἀποδεχθῆτε ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου μακρὰ συζήτησις. Ἐξετάζομεν, κύριοι, τὸ ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας καὶ θέλοντες καὶ μὴ θέλοντες κατ’ ἀνάγκην ὑπεισερχόμεθα καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἄρθρου περὶ ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ συνεξετασθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν. Κατὰ τὸ 1911, ὅτε ἤρξατο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, ἐγένοντο μακρόταται συζητήσεις περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ τεθῇ ὁ ὅρος «δημοσία ὠφέλεια». Αἱ συζητήσεις κατέληξαν εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ ὅρου αὐτοῦ, διότι ἔκτοτε ἐδόθη τὸ προμήνυμα τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ προβλήματος. Πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπεδέχθησαν ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι σήμερον ἐκείνη, ἡ ὁποία ἦτο πρὸ πολλῶν ἐτῶν.
§98Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μεταβάλλονται αἱ ἔννοιαι;
§99Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Βεβαίως, μεταβάλλονται ὄχι μόνον αἱ ἔννοιαι, ἀλλὰ καὶ τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἐξελιχθεῖσαν ἐν γένει κατάστασιν λόγῳ τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μεταβληθῶσι τὰ πράγματα μετὰ παρέλευσιν μιᾶς πεντηκονταετίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δεχθῶμεν ὅτι μεταβάλλονται τὰ πράγματα, ὅταν ἔχωμεν μίαν τάξιν ὁλόκληρον, ἡ ὁποία πιέζει τὴν Πολιτείαν καὶ θέλει νὰ εὕρῃ μίαν λύσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι ἡ ἰδία μὲ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Πάντες οἱ ἀγορεύσαντες παρεδέχθησαν τοῦτο.
§100Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι πάντες. Δὲν τὸ ἀνεγνώρισαν πάντες.
§101Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Δέχεσθε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας; Ὑπάρχουν περιορισμοὶ καὶ οἱ περιορισμοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ καὶ οἱ ὁποῖοι ἤρξαντο ἀπὸ τοῦ 1911 καὶ οἵτινες κατέληξαν εἰς τὸ νὰ μεταβάλουν τὸν ὅρον «δημοσία ἀνάγκη» εἰς «δημοσίαν ὠφέλειαν». Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀποδεχόμενοι ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι περιωρισμένη, κατ’ ἀνάγκην εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἰδιοκτησία νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε ἂν ἦτο ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα ἐπ’ αὐτῆς. Ὑπεστηρίχθη ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον χάριν τῆς ἰδιοκτησίας, χάριν τοῦ ὅτι πρέπει νὰ κρατήσωμεν τὸ κεφάλαιον ἐν Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποθαρρυνθῇ καὶ ἀπομακρυνθῇ, ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ εἶναι πλήρης. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο, κύριοι, ὑποστηρίζει μερίς τις τῶν κ. κ. συναδέλφων νομίζουσα ὅτι κατοχυροῦται περισσότερον ἡ ἰδιοκτησία, ἐνῷ τοῦτο ὑποστηρίζει καὶ λέγει ὅτι ὀφείλομεν νὰ θέσωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ 19ου ἄρθρου τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν, αὐτοὶ οὗτοι ἀνομολογοῦσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἀποκαθισταμένους χωρικοὺς νὰ πληρώσουν ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος. Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ νοηθῇ πῶς θὰ τεθῇ ὁ ὅρος τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, ὅταν οἱ ψηφίζοντες τὴν προσθήκην τῆς φράσεως «πλήρους ἀποζημιώσεως» δὲν δέχονται οὐσιαστικῶς ταύτην, ἀλλὰ δέχονται τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ⅓ θὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος, τὸ ⅓ οἱ χωρικοὶ καὶ τὸ ⅓ νὰ χάσουν οἱ ἰδιοκτῆται. Ἄρα τοῦτο, κύριοι, οὐδὲν ἄλλο σημαίνει εἰμὴ ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὁ ὅρος τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως ἀντιφάσκουσι πρὸς ἑαυτοὺς καὶ ἀναγνωρίζουσι τὸ ἀδύνατον τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ ὅρου αὐτοῦ. Αὐτὸ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἰδέαν ταύτην ἀνομολογοῦσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σήμερον πλήρης καὶ ἀκεραία ἀποζημίωσις. Δηλαδὴ καὶ αὐτοὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ δικαίωμα τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως καὶ αὐτοὶ ἔρχονται καὶ ἀναιροῦσι αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουσιν. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ κρατοῦσα ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, τῶν ἀποκατασταθέντων δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν τινές. Παρεστάθη ὅτι οἱ ἀκτήμονες γεωργοὶ ἀφῆκαν τὰς πλείστας τῶν γαιῶν ἀκαλλιεργήτους, ὅτι ἡ σιτοπαραγωγὴ καὶ ἡ ἐν γένει παραγωγὴ ἡ γεωργικὴ ἐμειώθη ἀπὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ συνεπῶς ὅτι τὸ Κράτος, ἀπαλλοτριῶσαν τὰ κτήματα ταῦτα καὶ ὑποβαλὸν εἰς θυσίας τοὺς κτηματίας, δὲν ὠφελήθη τίποτε ἀπολύτως καὶ οὔτε αὐτοὺς τοὺς ἀκτήμονας γεωργοὺς ὠφέλησε. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης παραστάσεως, διότι ἡμεῖς οἱ παραμένοντες εἰς τὰς γεωργικὰς ἐπαρχίας, ἰδίως δὲ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης, ὅπου κυρίως ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης δὲν ἔμεινε οὔτε σπιθαμὴ γῆς ἀκαλλιέργητος. Εἶναι, ἀναμφισβητήτως, ἀποδεδειγμένον ὅτι οἱ ἀποκατασταθέντες χωρικοὶ ὄχι μόνον ἐβελτίωσαν τὴν κατάστασίν των, ὄχι μόνον ἐβελτιώθησαν κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς, ὄχι μόνον ἤρχισαν νὰ ἀντιλαμβάνωνται τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ ἀγαπήσουν τὴν γῆν καὶ νὰ αἰσθάνωνται φίλτρον πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ ἐβελτιώθησαν καὶ ἐκπολιτιστικῶς καὶ ἐκεῖ ὅπου πρότερον ὁ κολλίγος ἐκοιμᾶτο εἰς μίαν τρώγλην, τὴν ὁποίαν εὗρε ἀπὸ παλαιοτάτης ἐποχῆς, δίπλα ἔχων τοὺς σκύλλους καὶ τὰ ζῴά του κλπ., ἤρχισεν ἤδη νὰ κτίζῃ ἀνθρώπινον οἴκημα καὶ νὰ κάμῃ οἰκονομίαν, διότι δι’ αὐτῆς ἀντιλαμβάνεται ὅτι θὰ ἐξαγοράσῃ τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον τοῦ παρέδωκεν ἡ Πολιτεία. Δὲν εἶναι ὁ χωρικὸς ὁ τεμπέλης, ὅπως τὸν παρέστησαν. Εἶναι ὁ χωρικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ χρησιμεύσῃ τὴν αὔριον ὡς ὁ καλύτερος ἀστὸς διὰ νὰ προασπίσῃ αὐτὸ τὸ ἀστικὸν Κράτος καὶ νὰ τὸ ὑπερασπισθῇ. Ὑπεστηρίχθη, κύριοι, ὅτι ἐνισχύοντες τοὺς χωρικοὺς διὰ τῆς παραχωρήσεως τῶν γεωργικῶν κτημάτων, κάμνομεν ἓν βῆμα πρὸς τὴν σοσιαλιστικὴν Δημοκρατίαν. Ἀλλὰ πᾶν ἄλλο φρονῶ παρὰ ὅτι τοῦτο ἐπιδιώκομεν. Οἱ γεωργοί, οἱ ἅπαξ ἀποκατασταθέντες εἰς μικροϊδιοκτήτας, νομίζω ὅτι δημιουργοῦν μίαν ἀστικὴν τάξιν πρώτης τάξεως. Νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν, τὴν οὑτωσεὶ δημιουργηθεῖσαν ἀστικήν, ἀντετάξαμεν ὅταν ἐδημιουργήθησαν ζητήματα, τὰ ὁποῖα προεκλήθησαν παρὰ προσώπων ἐχόντων τάσεις ἀνατρεπτικάς. Δι’ ἐπανειλημμένων δὲ συλλαλητηρίων ὁ γεωργικὸς κόσμος ἐνεφανίσθη ἐν Καρδίτσῃ καὶ ἀπεδοκίμασε τοὺς κομμουνιστάς.
§102Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὅλαι αἱ τάξεις εἶναι κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ.
§103Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος ὅτι ὅλαι αἱ τάξεις εἶναι ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ. Ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἂν ἀφήσωμεν τὴν τάξιν τῶν παραγωγῶν ἀπροστάτευτον καὶ ἀνυπεράσπιστον, θὰ τὴν ἐξωθήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ πιστεύσῃ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ καὶ τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ στραφῇ ὅπου θὰ εὕρῃ δελεαστικὰς προτάσεις. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὅπως ὁ κ. (Μπούσιος καὶ ἄλλοι πολλοὶ εἶπον, ὅτι ἀντιλαμβανόμεθα καὶ ἡμεῖς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν πλήρη ἀποζημίωσιν καὶ μάλιστα μὲ τὴν σημερινὴν τιμὴν καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἀποδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὅπως πληρωθῶσιν εἰς 3 ἴσα μερίδια. Τὸ ἓν τὸ Κράτος, τὸ ἄλλο οἱ χωρικοὶ καὶ τὸ ἄλλο οἱ ἰδιοκτῆται. Ἀλλὰ πῶς θὰ συμβιβασθῇ αὐτό; Ἡ ἀποζημίωσις νὰ μοιρασθῇ εἰς τρία ὅταν εἰς τὸ Σύνταγμα θέσητε τὸν ὅρον τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἐπιπροσθέτω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἀποκατάστασις ἀκτημόνων γεωργῶν σήμερον ὅταν θέλωμεν μὲ τὴν σημερινὴν τιμὴν νὰ ἀποζημιώσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας; Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι ἡ σημερινὴ ἀξία τοῦ κτήματος, ἡ πραγματικὴ ἀξία αὐτοῦ; Ὄχι βέβαια. Καὶ ἂν αὔριον ἐκπέσῃ τὸ νόμισμα τῆς λίρας ἀπὸ 380 εἰς 350 καὶ ὑπερτιμηθῇ ἡ δραχμή μας, κατ’ ἀνάγκην τὰ προϊόντα θὰ ὑποτιμηθοῦν, εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ ὁ γεωργὸς αὐτὸς τοσαύτην τιμήν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀξία τοῦ κτήματος ἡ σημερινή. Ἡ ὑπερτίμησις τῶν κτημάτων ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὴν μεταπολεμικὴν κατάστασιν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς χωρικοὺς νὰ πληρώσουν τὴν ἀξίαν τὴν σημερινὴν τῶν κτημάτων, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς αὐτήν. Ἄν θέλωμεν τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ τοὺς συντρέξωμεν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἡ δοθεῖσα ἀποζημίωσις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας εἶναι ἱκανοποιητική· ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὰ δίκαιά των, ὅταν αἱ ὁμολογίαι των ἀντὶ 100 δραχμῶν ἔχουσι 50. Τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐνισχύσῃ τὰς ὁμολογίας αὐτάς, νὰ τὰς τονώσῃ παραδίδον αὐτὰς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νὰ θελήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς καλλιεργητὰς ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις, ἡ δὲ ἀπόστασις αὕτη εἶναι ὁ μέγας χάνδαξ, ὁ ὁποῖος θὰ δημιουργηθῇ διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ θέσητε τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ὅταν θέλητε νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ πλήρης ἀποζημίωσις μὲ τὴν σημερινὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, ἀσφαλῶς δὲν γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τοῦ τσιφλικίου. Γνωρίζετε πάντες οἱ ζήσαντες εἰς γεωργικὰ μέρη, τοὐλάχιστον ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅτι ἰδιοκτήτης κατὰ τὴν κυριολεξίαν τῆς λέξεως δὲν ὑπῆρχε. Διατί; Διότι αἱ σχέσεις μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης ἦτο αἰχμάλωτος τοῦ καλλιεργητοῦ. Δὲν εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἀπόλυτον. Δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον του, διότι ἦτο διαρκὴς ἡ προστριβὴ μεταξὺ καλλιεργητοῦ καὶ ἰδιοκτήτου, ὁ μὲν κολλῆγος, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτόν, καὶ προσωπικῶς αὐτός, τὸ κτῆμα αὐτὸ πρὸς ἴδιον μόνον ὄφελος, ἠμύνετο κατὰ πάσης πιέσεως τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ προσβληθῇ ἡ ἰδιοκτησία του, ἐπετίθετο κατ’ αὐτοῦ καὶ τοιουτοτρόπως ἐγένετο ἓν διαρκὲς ἀλληλοφάγωμα χωρὶς νὰ καταλήγῃ ποτὲ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κτήματος ἢ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Πολιτείας ἢ τῶν γεωργῶν. Δὲν εἴχομεν, λοιπόν, ποτὲ παραγωγὴν καλυτέραν τῆς σημερινῆς οὔτε ἀπέδιδεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τὸ κτῆμα περισσότερα, διότι δὲν ὑπῆρχε καμμία συνεργασία μεταξὺ καλλιεργητοῦ καὶ ἰδιοκτήτου. Ἐπὶ τῆς πληροφορίας τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ ὅτι αἱ πλεῖσται γαῖαι ἔμειναν ἀκαλλιέργητοι κατὰ τὸ 1920–1921, ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Οἱ ζῶντες ἐν Θεσσαλίᾳ γνωρίζουν πολὺ καλῶς ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ δὲν ἔχουσι παρὰ μόνον ἐλάχιστον τμῆμα γῆς ὡς κλῆρον. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν ἔχουσι περισσότερα τῶν 50 στρεμμάτων. Ἓν μέγα μέρος τῶν στρεμμάτων αὐτῶν ἦτο βαλτῶδες καὶ δὲν ἔμενε πρὸς καλλιέργειαν εἰμὴ μόνον τὸ ἥμισυ περίπου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεμνήσθη τοῦ 1920, δὲν ἀνεμνήσθη ὅμως συγχρόνως καὶ τὴν κατάστασιν τῶν καλλιεργητῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ Μέτωπον, ὡς καὶ πότε ἤρχισεν ἡ ἀποκατάστασις τῶν χωρικῶν αὐτῶν, τὸ 1919, καθ’ ὃν χρόνον τὰ παιδιά των ἦσαν εἰς τὸν Στρατόν; Ὅταν τὸ 1920 ἤρχισεν αὐτὴ ἡ ἀποκατάστασις πῶς ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ δεχθῇ τις ὡς ἀκριβῆ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, πῶς ἦτο δυνατὸν τότε ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος τότε ἤρχισεν ἀποκαθιστάμενος, νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα, τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα ἢ τὸ ζευγάρι του διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὸ κτῆμά του διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὁ χωρικὸς αὐτός, ἀποκαθιστάμενος, εἶναι καλύτερος ἀπὸ πρίν; Ἀνακριβὴς ὅθεν εἶναι ἡ πληροφορία, ἡ δοθεῖσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας κατὰ τὰ 1920, ἡ παριστάνουσα τὸν χωρικὸν ὡς τεμπέλην.
§104Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Πρόκειται περὶ 20% μόνον.
§105Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν ὁ γεωργὸς νὰ ἀποδώσῃ περισσότερα, ἐφόσον δὲν εἶχεν ὅλα τὰ ἐφόδια, ἄλλωστε δὲν εἶναι μικροτέρα ἡ ἀπόδοσις, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι χωρικοὶ διὰ τῶν αὐτῶν ἀρότρων ἐκαλλιέργουν καὶ τότε καὶ τώρα καὶ κατ’ ἀνάγκην σήμερον ἡ καλλιέργεια ηὔξησε τὴν ἀπόδοσιν. Ἀλλ’ ἔδει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ γεωργὸς εἶχε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰ παιδιά του εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν καὶ ὅ,τι ἐξηκονόμει ἐκ τῆς παραγωγῆς του δὲν τὸ διέθετε πρὸς βελτίωσιν τῶν γεωργικῶν του ἀναγκῶν, ἀλλὰ τὸ ἀπέστελλε πρὸς συντήρησιν τῶν στρατιωτῶν τέκνων του. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἀκόμη καλυτέραν ἀπόδοσιν ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας λάβῃ τὴν πρόνοιαν καὶ ἐνεργήσῃ τὴν διανομὴν τῶν τσιφλικίων εἰς τοὺς κληρούχους, διότι ἡ μὴ διανομὴ τούτων εἶναι μία ἀφορμὴ νὰ μὴ γίνεται πλήρης ἡ καλλιέργεια, διότι ὁ χωρικὸς σήμερον, ἀποκατασταθείς, δὲν γνωρίζει ἂν τὸ χωράφι εἶναι ἰδικόν του ἢ ἄλλου· καὶ ἕνεκα τούτου τοῦ σπουδαίου λόγου ἐμποδίζεται ὁ καλλιεργητὴς νὰ προβῇ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ χωραφιοῦ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ καλύτερον καὶ νὰ ἔχῃ μεγαλυτέραν παραγωγήν. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κατορθώσῃ νὰ καταρτίσῃ καὶ ἀποστείλῃ συνεργεῖα εἰς Θεσσαλίαν καὶ ἀλλαχοῦ ὥστε νὰ λάβῃ ὁ χωρικὸς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἰδικόν του, τότε θὰ ἔχωμεν ἀσυγκρίτως μεγαλυτέραν παραγωγήν, τότε θὰ ἀγαπήσῃ περισσότερον τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας, διότι τώρα ἔχουσι μίαν ἀόριστον ἰδέαν περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη τίποτε ἀκόμη καὶ οἱ Συνεταιρισμοί, ἀντιλαμβανόμενοι μόνοι των τὸ μέγεθος τῆς ὠφελείας τῆς τοιαύτης ἐργασίας, ἀνέλαβον δι’ ἰδιωτικῶν μηχανικῶν νὰ κάμουν τὴν διανομὴν τῶν κτημάτων των. Δὲν εἶναι λοιπὸν κατωτέρα ἡ παραγωγή, ὅπως θέλουσι νὰ διατείνωνται πολλοί, ἐξ ὀκνηρίας τῶν χωρικῶν καλλιεργητῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ μικροκτηνοτροφία, ἡ ὁποία εἶναι καὶ αὐτὴ πλουτοπαραγωγικὸς πόρος καὶ αὐτὴ ἐπολλαπλασιάσθη καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι εἰς ὅλα τὰ χωρία ἕκαστος χωρικὸς συνδυάζει τὴν καλλιέργειαν τῆς σιτοπαραγωγῆς μετὰ τῆς καλλιεργείας τῆς μικροκτηνοτροφίας. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ κεφάλαιον ἀπομακρύνεται ἐκ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν μικροκαλλιεργητῶν, ἐγώ, τουναντίον, φρονῶ ὅτι τὸ κεφάλαιον ἐνισχύεται ἔτι περισσότερον ὅταν θελήσωμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἀκτήμονας γεωργούς. Ὅταν κρατῶμεν μίαν κατάστασιν μετέωρον, τότε ὑπάρχει φόβος ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ χωρικοί, μὴ ἀποκαθιστάμενοι, νὰ συμμαχήσωσι μετὰ τῆς ἀνατρεπτικῆς τάξεως καὶ νὰ δημιουργήσωσι μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν, διότι οἱ γεωργοὶ δημιουργοῦν ὅλους τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, διότι ὅλαι αἱ τάξεις εὐτυχοῦσιν ὅταν εὐτυχῶσιν οἱ γεωργοί. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ κεφάλαιον δὲν ἀπομακρύνεται ἐκ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν χωρικῶν· ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν περισσοτέρας δυνάμεις εἰς τὰς ἀνατρεπτικὰς τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιβληθῶσιν αὔριον ὅταν ἔχωσι μαζύ των καὶ τοὺς παραγωγούς. Δὲν εἶμαι σοσιαλιστής, εἶμαι ἐκ τῶν συντηρητικωτέρων στοιχείων· οἱ πατριῶταί μου συνάδελφοι γνωρίζουσι καλῶς ὅτι ἀπὸ τῶν συντηρητικωτέρων ἀρχῶν ὡρμήθην, ἴσως δὲ καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ ὑπέστην ζημίαν· μοὶ ἀπηλλοτριώθη κτῆμα, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ τὴν σημερινὴν τρέχουσαν ἀξίαν του 400,000 δραχμὰς περίπου καὶ μοὶ ἐδόθησαν μόνον 40,000, δὲν ἤλθομεν ὅμως ἐνταῦθα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰδίων μας συμφερόντων καὶ ἔχω τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ θελήσωμεν διὰ τῆς παρεμβολῆς εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας ὅρων, οἱ ὁποῖοι τείνουσι μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν παρεμπόδισιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν χωρικῶν, νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ θέσωμεν ὅρους τοιούτους, οἵτινες ματαιοῦσι τελείως τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν. Ἂν ὁ παραγωγικὸς κόσμος δὲν δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του ἢ νομίσῃ ὅτι δύναται νὰ ἀποσείσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ τοὺς ἐπιβάλλει ὁ ὅρος «πλήρης ἀποζημίωσις», δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσῃ καὶ τότε ἂς ἔλθῃ τὸ Κράτος νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν παραγωγικὴν αὐτὴν τάξιν, ἡ ὁποία εἶναι πλέον τοῦ ἡμίσεος πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους. Διότι δυστυχῶς δὲν δύναται ὁ χωρικὸς νὰ πληρώσῃ τίποτε περισσότερον, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάζωμεν γενικώτερον τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δύναται ὁ χωρικὸς βιαζόμενος νὰ πληρώσῃ κάτι περισσότερον, τὸ σύνολον τῆς σημερινῆς κοινωνικῆς καταστάσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ πιστεύσῃ καὶ ὁ ἴδιος ὅτι δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ καὶ δὲν πληρώνει.
§106Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τί λέγετε διὰ τὴν τερατώδη ἀδικίαν νὰ πληρώσῃ ἀντὶ 400,000 δραχμῶν 40,000 μόνον;
§107Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους νὰ λάβῃ φροντίδα οὕτως ὥστε ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας, πάντοτε ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο νὰ μὴ παρεμποδίζῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ τὴν κανονικὴν ἐξέλιξιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν χωρικῶν καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ εἰδικῶς τοὺς γεωργούς.
§108Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἐζητήθη τοιοῦτόν τι, ἀναστολὴ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου;
§109Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν κατοχύρωσιν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὴν ζητοῦμεν διὰ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι μετὰ τὴν πάροδον τῶν 1 ἢ 2 ἢ 3 ἢ περισσοτέρων ἐτῶν καὶ ἐντὸς τῶν ἐτῶν τούτων θὰ πρέπῃ νὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Δὲν λέγομεν ἡμεῖς νὰ κατοχυρωθῇ ἡ ἰδιοκτησία κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῶσιν οἱ ἀκτήμονες, ὅταν δὲ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον 119, ἐκεῖ θὰ συζητήσωμεν τὰς λεπτομερείας αὐτάς, ποῖος θὰ εἶναι ὁ χρόνος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ συντελεσθῇ καὶ πόσον πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας.
§110Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Θὰ συνταγματοποιήσωμεν διὰ τὸ μέλλον;
§111Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ διὰ τὴν σήμερον.
§112Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ διὰ τὴν σήμερον; Αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κρίνει ἓν κτῆμα ἀπαλλοτριωτέον, ποία θὰ εἶναι ἡ ἀποζημίωσις; Τοῦ Συντάγματος ὅπως εἶναι διατυπωμένη;
§113Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Θὰ διατυπωθῇ ὅπως πρέπει, ἡμεῖς φοβούμεθα μήπως, ἂν ἐκλείψῃ ἡ λέξις «πλήρης», ἡ Κυβέρνησις κάμνει κατάχρησιν ἐν τῇ ἀποκαταστάσει τῶν ἀκτημόνων· εἰς τὸ ἄρθρον 119 θὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὥστε νὰ ἀποκατασταθῶσιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ νομίσῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ κατάχρησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως.
§114Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν κατοχυροῦται ἡ ἰδιοκτησία διὰ συνταγματικῶν διατάξεων, διότι ἄν ποτε ἔλθῃ ἡ κακὴ ὥρα, ὅπερ ἀπεύχομαι καὶ οἱ παραγωγοὶ εὑρεθοῦν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιτάξωσι τὸ δὲν ἔχομεν, τότε αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις θὰ καταστῶσι χάρτης ἄγραφος ἐπὶ ζημίᾳ ὅλης τῆς Χώρας. Νομίζω ὅτι ὅταν τελειώσῃ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων εἰς μικροϊδιοκτήτας, τὸ κεφάλαιον θὰ εὕρῃ καλυτέραν ἀσφάλειαν καὶ πίστιν εἰς αὐτοὺς ὡς μικροϊδιοκτήτας ἀστούς, μὴ παρεμβάλλομεν ὅθεν διὰ συνταγματικῶν διατάξεων δυσκολίας εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν γεωργῶν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πᾶσα τοιαύτη παρεμβολὴ εἰς τὸ Σύνταγμα ἀσφαλῶς γεννᾷ τὴν ἀντίδρασιν πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτῶν. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι καλῶς ἔχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911· ἡ τροποποίησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μυλωνᾶ δὲν νομίζω ὅτι δημιουργεῖ ὑποχρεώσεις εἰς τὸ κτῆμα, οὔτε δίδει δικαιώματα εἰς τοὺς ἄλλους. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἔχει καλῶς καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν διατύπωσίν του· δὲν βλάπτει τίποτε ἂν καθορίζῃ τὴν διαδικασίαν ἀπαλλοτριώσεων διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Καθιερώθη ἀληθῶς ἵνα αἱ Ἐπιτροπαὶ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς ἕνα δικαστὴν κάμωσι τὴν πρώτην ἐκτίμησιν, τελικῶς δὲ τὰ Πρωτοδικεῖα. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀσφαλὴς ἐγγύησις ὅταν εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν ὑπάρχῃ εἷς δικαστής, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ καθοδηγήσῃ καὶ τὰ ἄλλα δύο μέλη τοῦ Ἐποικιστικοῦ, τὰ ὁποῖα ἴσως λόγῳ τῆς ἰδιότητός των ὡς γεωπόνων νὰ ἔχωσι καὶ κάποιαν διαφορετικὴν ἀντίληψιν πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν γαιῶν καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ Πρωτοδικεῖον κατόπιν καὶ ἐκδώσῃ τελικῶς μίαν ἀπόφασιν δὲν θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ζημιώσῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ τὸν ἰδιοκτήτην. Καλῶς ἔχει ὅθεν τὸ ἄρθρον 19 κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ τοῦτο ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τοιουτοτρόπως θὰ βαδίσωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὅπως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της καὶ ἦλθε κατὰ τὸ παρελθὸν ἀρωγὸς εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι ἔκρινεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δὲν ἦτο ὁπωσδήποτε ἐκείνη ἥτις ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἂς ἔλθῃ καὶ ἤδη ἀρωγὸς καὶ ἂς προσφέρῃ ἐπὶ τῆς βασικῆς τιμῆς ὅ,τι οἱ πόροι τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπιβαρύνῃ εἰδικῶς τοὺς γεωργούς, ἀφοῦ καὶ τὸ Κράτος ὠφελεῖται λόγῳ τῆς διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν γενομένης ἀπαλλοτριώσεως. Τὸ Κράτος γενικῶς πολλὰ ἔχει νὰ κερδίσῃ. Νομίζω ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, ἀφοῦ πάντες ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, σύμφωνοι νὰ μὴ παρεμβάλωμεν προσκόμματα πρὸς τοῦτο ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ θέσωμεν ὅρους τοιούτους, ὥστε νὰ καταστήσωμεν ἀνεφάρμοστον ὅ,τι λέγομεν καὶ ἐπιδιώκομεν καὶ θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν, τουτέστι τοὺς ἀκτήμονας γεωργούς, ἐν τῷ δυνατῷ μέτρῳ χάριν τῆς κοινῆς ὠφελείας.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἰωαννίδης ἔχει τὸν λόγον.
§116Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Πρώτη ἐπίθεσις κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἔγινε κατὰ τὸ 1910. Τότε 48 βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας ἐζήτησαν τὴν κεφαλὴν ἐπὶ πίνακος τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες τὴν ἐντολήν, ἐζήτουν τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, διῃσθάνοντο ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἰδιοκτησίας διὰ τακτικῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ διελύθη, ἡ τότε Συνέλευσις διελύθη, ἐγένοντο νέαι ἐκλογαὶ καὶ ἐπανῆλθεν ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ τότε πάλιν οἱ 48 βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας ἐζήτησαν τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡ Κυβέρνησις ἐχώρισε τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας κατὰ τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, διότι ἦσαν καὶ εἶναι καὶ σήμερον δύο διάφορα τὰ ζητήματα αὐτά. Εἶναι δύο ἐντελῶς διάφορα ζητήματα καὶ τὰ ὁποῖα ὀρθότατα ἐκανονίσθησαν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911. Ἤδη συζητοῦμεν πάλιν ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ὁποίας ἡ ἰδέα ἐκλονίσθη καὶ οὐχὶ μόνον τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν γένει ἰδιοκτησίας. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε τὸ ἐπίσημον Κράτος νὰ κτυπήσῃ τὴν ἐν ταῖς Τραπέζαις κατατεθειμένην περιουσίαν καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ἵνα προκειμένου περὶ κεφαλαίων κατατεθειμένων ἐκ Κύπρου νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ ἐκεῖ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ κατατεθῇ χρῆμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ παρ’ αὐτῇ κατάθεσις δὲν εἶναι ἀσφαλής. Συνεπῶς συνετρίβη ἡ ἰδέα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν κτυπημάτων αὐτῶν κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας τὰ αἰσθάνεται τὸ Κράτος πολὺ περισσότερον παρὰ ἂν ἐξηγόραζεν ἐξ ἀρχῆς τὰ κτήματα τῆς Θεσσαλίας. Τὸ Κράτος ἠδύνατο, ἔχον τὴν δύναμιν, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὡς φόρον, ὡς βάρος, ὅπως ἐζήτησε καὶ ἐκράτησε τοὺς ἐφέδρους ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον, ἠδύνατο, λέγω, νὰ ζητήσῃ τὸ ἥμισυ τῆς ἰδιοκτησίας των καὶ τὸ ὅλον. Ἀλλ’ ὅταν παρελαύνωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ κατηγοροῦμεν τοὺς ἰδιοκτήτας ὡς λῃστάς, αὐτὰ ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα. Τὰ ἔχουν τὰ κτήματα αὐτὰ οἱ ἰδιοκτῆται ἀπὸ κληρονομίαν; Ὄχι. Ἠγόρασαν τὰ κτήματα στηριζόμενοι εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἵνα ἀναπτύξωσι τὸν Τόπον, ἀντὶ νὰ τοποθετήσωσι τὰ χρήματά των εἰς χρεώγραφα.
§117Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Καὶ ἐκ κληρονομίας ἂν τὰ εἶχον, τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει τὴν κληρονομίαν.
§118Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ὅταν γίνεται συζήτησις περὶ ἀπαλλοτριώσεως καὶ μᾶς φέρουν παραδείγματα, ἀπὸ τὴν Τσεχοσλοβακίαν καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἰδιοκτῆται μὴ δυνάμενοι νὰ ἀποδείξωσι τοὺς τίτλους των εἰμὴ διὰ κατακτήσεως, ἐνῷ τῆς Θεσσαλίας ἡ ἰδιοκτησία ἐξηγοράσθη ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῖς μετρητοῖς. Ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ὅταν ἐπὶ τοῦ κοινοῦ νόμου στηριζόμενος ὁ ἄλλος ἀγοράζει. Πληρώνει σήμερον τὸ Κράτος, διότι ἐκλονίσθη ἡ ἰδέα τῆς ἰδιοκτησίας. Ὅταν κλονίζεται ἡ μία ἰδέα, κλονίζεται καὶ ἡ ἄλλη. Διότι τί εἶναι ἰδιοκτησία; Εἶναι δικαίωμα; Εἶναι ὑποχρέωσις; Ὄχι. Εἶναι πραγματικὸν γεγονός. Εἶναι ἡ ἰδέα καὶ μόνη τῆς ἐλευθερίας. Πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν θὰ γνωρίζετε τὸ περιλάλητον ἐκεῖνο τοῦ Ρωσσώφ, ὅτι ἐκεῖνος ὅστις πρῶτος ἔβαλε τέσσαρας πασσάλους εἰς τὴν γῆν καὶ εἶπεν αὐτὸ εἶναι κτῆμά μου, αὐτὸς ἔκαμε τὸ πρῶτον ἔγκλημα. Οὐτοπία. Ρωμαντισμός. Ὄχι· αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐναντίον ὅλων τῶν ἀπειλῶν ἐνέπηξε τοὺς πασσάλους καὶ εἶπε μένω ἐδῶ ὡς κύριος καὶ ἔμεινεν, αὐτὸς ἦτο ἄνθρωπος ἐλεύθερος καὶ ἔμεινεν ἐλεύθερος. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κλονίσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν πέραν καὶ πέραν, θὰ μᾶς διαδεχθοῦν ἄλλοι κύριοι. Ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἰδιοκτησίας φέρει τὴν ξενικὴν κατοχήν. Ἀλλ’ ὑπάρχει, λέγουν καὶ ἀνατροπὴ τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία γίνεται δι’ ἐπαναστάσεως. Βεβαίως, ὅταν αἱ ἰθύνουσαι τάξεις δὲν ἔχουν πλέον τὴν δύναμιν, τὴν ἠθικὴν ἀντοχήν, ὅπως συγκρατήσωσι τὴν ἔννομον τάξιν, ἔχομεν τὸ γεγονὸς τῆς Ρωσσίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπῆλθε πλήρης ἀνατροπὴ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐδημιουργήθη νέα τοιαύτη.
§119Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὁ Κράσσιν ἀφῆκεν ἑκατομμύρια τώρα ποὺ ἀπέθανεν.
§120Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ρωσσίας. Δι’ ἡμᾶς ἡ Ρωσσία εἶναι εἷς λαός, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς τύχας του καὶ τὰς διέπει ἀσφαλῶς ὅπως νομίζει καλύτερον, ὁ δὲ σεβασμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἀπέναντι τοῦ Ρωσσικοῦ θὰ μείνῃ πάντατε.
§121Δ. ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ. Θέλετε νὰ μὴ ἔχητε τὰ ἀποτελέσματα τῆς Ρωσσίας; Νὰ μὴ ἔχητε τὴν τακτικὴν τοῦ Τσαρισμοῦ.
§122Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Ρωσσία κανονίζουσα αὐτὴ τὰς τύχας της ἀνέτρεψεν ἓν σύστημα ἰδιοκτησίας, κατήργησε τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας, τοὺς ἔθεσε καὶ ἐκτὸς τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ ἐδημιούργησε νέας ἰδιοκτησίας. Ἡ Ρωσσία ἐπιβάλλει τὸν πλήρη σεβασμὸν εἰς τὴν λευκὴν φυλήν, διότι ὁ Ρωσσικὸς λαὸς ἀπὸ 400 ἐτῶν εἶναι ὁ φύλαξ τοῦ Δυτικοῦ πολιτισμοῦ καὶ τὸν μετεβίβασε μέχρι τῶν ἀκτῶν τοῦ Εἰρηνικοῦ Ὠκεανοῦ καὶ τὸν ἔφερεν εἰς τὰ ἔγκατα τῆς Ἀσίας. Καὶ τὴν σήμερον ὁ Ρωσσικὸς λαὸς τὴν ἰδίαν ἀναλαμβάνει ἀποστολὴν καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ἡ λευκὴ φυλὴ στρέφεται μετὰ σεβασμοῦ καὶ παρακολουθεῖ τὴν εὐτυχῶς παρελθοῦσαν ἀγωνίαν ἐκ τῆς Ρωσσικῆς Ἐπαναστάσεως. Διότι ἀναδημιουργεῖται ἐν Ρωσσίᾳ ἡ νέα Κοινωνία, ἡ ὁποία ἐπίσης στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, οὖσα αὐτὴ ὁ ἀνάδοχος τῆς λευκῆς φυλῆς εἰς τὴν μέλλουσαν σύγκρουσιν πρὸς τὰς ἄλλων χρωμάτων φυλάς.
§123Α. ΜΕΛΑΣ. Οἱ Μπολσεβῖκοι, κ. συνάδελφε;
§124Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Οἱ Μπολσεβῖκοι δι’ ἡμᾶς εἶναι ὁ Ρωσσικὸς λαός.
§125Α. ΜΕΛΑΣ. Πόσα ἑκατομμύρια ἔσφαξαν;
§126Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Μεταξύ των.
§127Α. ΜΕΛΑΣ. Ἔσφαξαν τὸ ἄνθος τῆς Ρωσσικῆς Κοινωνίας, κατήργησαν τὴν Ἐκκλησίαν, κατήργησαν τὸν πολιτισμόν. Οἱ Μπολσεβῖκοι εἶναι ἀνάδοχοι τοῦ Δυτικοῦ πολιτισμοῦ;
§128Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Λησμονεῖτε τὸ ἑξῆς σεῖς οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸν κομμουνισμόν· ὅτι ἡ μὲν Ρωσσία ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν της καὶ τὸ ἐπιτελεῖ ὅπως αὐτὴ νομίζει, σεῖς ὅμως δὲν τὸ ἐκτελεῖτε, διότι σεῖς δὲν ἀντιλαμβάνεσθε τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν τοῦ Ἕλληνος ἐργάτου.
§129Α. ΜΕΛΑΣ. Οἱ Μπολσεβῖκοι δὲν ἀναγνωρίζουν Πατρίδα, οὐδὲ Σημαίαν, οὐδὲ σύνορα.
§130Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Αὐτά, κ. συνάδελφε, εἶναι ἐμπόρευμα διὰ τὸ ἐξωτερικόν.
§131Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὅποιος θέλει ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν Ρωσσίαν διὰ νὰ ἴδῃ τί ἰδέαν ἔχουν περὶ Πατρίδος.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, παρακαλῶ.
§133Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν σήμερον κλονισθεῖσαν τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας. Ὀφείλομεν νὰ τὴν ἀποκαταστήσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι. Δὲν εἶναι τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτρέψῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν γεωργῶν. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Πολὺ πρὶν ἢ ἀναφανοῦν οἱ ἀγροτικοί, ἐγὼ ὑπῆρξα περισσότερον ἀπὸ αὐτοὺς ἀγροτικός, διότι πρὸ 25 ἐτῶν εἶπον ὅτι ἡ γῆ ἀνήκει εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν σκάβουν.
§134Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ φαίνεται ὅτι συμφωνεῖτε μὲ ἄλλους, κ. συνάδελφε.
§135Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀγαπητὲ κ. Ὑπουργέ. Εἶναι ἐντελῶς χωριστὸν τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως. Δύναται, ὅπως εἶπον, τὸ Κράτος, ἂν θέλῃ, νὰ πάρῃ μίαν ἰδιοκτησίαν, νὰ τὸ εἴπῃ ὅμως καθαρά. Τοὺς Μπολσεβίκους θεωρῶ ὡς Ρώσσους κάμνοντας ἐν Ρωσσίᾳ ὅ,τι θέλουν καὶ κυρίους νὰ ἀποκαταστήσωσιν ὅπως αὐτοὶ νομίζουν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀποκατέστησαν. Ἡμεῖς ἐδῶ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ Κράτους, ἔχομεν ἁπλῶς τὴν ἰδέαν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ πραγματικὸν γεγονὸς νὰ ἔχωμεν καθαρὰν τὴν θέσιν τοῦ Κράτους. Συνεπῶς νομίζω ὅτι ἀποκαθιστῶντες τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας ὀφείλομεν νὰ σταματήσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὅπως ἔχει τὴν διάταξιν περὶ ἰδιοκτησίας, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ἐκφράζομεν, δηλαδὴ ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Εἶναι ἐντελῶς διάφορον τὸ ζήτημα. Τὸ Κράτος θέλει νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ ἐκείνας τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας θέλει παρὰ τῶν πολιτῶν του νὰ τὰς ζητήσῃ. Ἔχει τὴν δύναμιν τὸ Κράτος. Καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κρατικὴ συνείδησις διαβλέπει τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τῶν θυσιῶν, θὰ τὰς ἐπιβάλῃ. Ἀλλὰ τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἰδιοκτησίας θὰ τὴν πληρώσωμεν ἀκριβά. Τὰς δικτατορίας τὰς ὁποίας ἐπεράσαμεν, τὰς ἐπεράσαμεν διότι ἐκλονίσαμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας, διότι ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας ὑφίσταται ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ. Ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας ὑφίσταται ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ. Δὲν εἶναι δίκαιον ὁ ἄνθρωπος νὰ μείνῃ ἄνευ ἰδιοκτησίας. Ὅταν ὁ Μὰρξ ἐφώναζε πρὸ ἑξήκοντα ἐτῶν τὸ περίφημον «προλετάριοι ὅλου τοῦ κόσμου ἑνωθῆτε», ἐπραγματοποιήθη ἡ ἰδιοκτησία ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς ἐργασίας, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφώναζεν ὁ Μὰρξ τὸ «προλετάρια! ὅλου τοῦ κόσμου ἑνωθῆτε» δὲν εἶχεν ὁ ἐργάτης, δὲν ἀπελάμβανε τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐργασίας. Τὴν ἰδέαν ταύτην τὴν ἀπέκτησεν εἰς τὸ διάστημα τῶν 60 ἐτῶν. Δὲν εἶναι ἡ ἰδιοκτησία μόνον τῆς γῆς. Τόσῳ δὲ μετετράπη ἡ ἰδέα τῆς ἰδιοκτησίας ἀπὸ τοῦ ἀρχαιοτάτου πολιτισμοῦ μέχρι σήμερον, ὅσῳ μετετράπη καὶ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως. Σήμερον ἔχομεν ἰδιοκτησίαν πνευματικήν, ἔχομεν δέκα εἰδῶν ἰδιοκτησίας. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσβολῆς τῆς ἰδέας τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἡ δημιουργία δικτατοριῶν, διότι ἐκεῖνοι οἱ λαοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συγκρατήσουν τὴν ἰδιοκτησίαν, θὰ χάσουν καὶ τὴν ἐλευθερίαν των. Καὶ ἡ σημερινὴ ἀκριβῶς Βουλὴ συζητοῦσα μετὰ τοιούτου παλμοῦ ἐπὶ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, συζητεῖ, διότι ὁλόκληρος ὁ λαὸς θέλει τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως εἰς τὸν Τόπον αὐτόν, ἡ ὁποία ἐκλονίσθη, τὴν πλήρη, τὴν ἀκεραίαν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ἡ δὲ ἀκεραία ἀποκατάστασις τῆς τάξεως δὲν δύναται νὰ ἑδραιωθῇ εἰμὴ μόνον ὅταν ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὸν λαὸν αὐτὴν τὴν ἰδέαν τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας. (Χειροκροτήματα).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ζούκας ἔχει τὸν λόγον.
§137Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Προερχόμενος, κύριοι, ἐξ ἀγροτικοῦ διαμερίσματος τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἐν ᾗ ἐφηρμόσθη ἅπασα ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία, ἡ θεσπισθεῖσα ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι τῆς σήμερον, θὰ διαπραγματευθῶ δι’ ὀλίγων τὸ ζήτημα ἢ μᾶλλον τὰς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ ἀπόψεως τῶν τσιφλικίων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀποζημιώσεως τῶν τσιφλικιούχων. Αἱ κυριώτεραι τροπολογίαι αἱ προτεινόμεναι παρὰ τῶν κομμάτων καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, εἶναι κυρίως δύο· ἡ πρώτη τούτων ὅτι ἡ ἀποζημίωσις, ἥτις δέον νὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, δέον νὰ εἶναι πλήρης καὶ ἡ δευτέρα ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀποζημίωσις διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι, ἂν τεθῶσιν αἱ δύο αὐταὶ τροπολογίαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα, ἀσφαλῶς θὰ γίνῃ τορπιλλισμὸς τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας, διότι δὲν δύναται νὰ νοηθῇ πλήρης ἀποζημίωσις καὶ ὁρισμὸς αὐτῆς διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, δεδομένου ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ δώσωμεν αὐτὴν εἰς τοὺς τσιφλικιούχους καὶ δὴ δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσιν αὐτὴν οἱ ἀποκαθιστάμενοι ἀγρόται. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι ζήτημα ὡς τὸ ἀγροτικὸν δὲν δύναται ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του νὰ περιχαρακωθῇ διὰ διατάξεως συνταγματικῆς. Ἐπὶ τούτου δὲ βασιζόμενος ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν τσιφλικίων ἔδει καὶ δέον νὰ κανονισθῶσι δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ δὴ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Δὲν θέλω νὰ εἴπω καὶ δὲν ὑπεστήριξα, ὅπως πολλοὶ ἐκ τῶν κ.κ. προαγορευσάντων, ὅτι τὸ τσιφλίκιον εἶναι προϊὸν βίας καὶ ἁρπαγῆς, δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο, διότι δὲν στέκει εἰς τὴν συνείδησίν μου ὡς νομικοῦ, δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι, ἐπειδὴ φέρει τὴν κηλῖδα τῆς ἁρπαγῆς, δέον καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης νὰ ἐξετασθῶσι τὰ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ τσιφλίκιον δὲν πρέπει νὰ τύχῃ πλήρους ἀποζημιώσεως, διότι δὲν ἀποτελεῖ καθαρὰν ἰδιοκτησίαν καὶ θὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, ἂν ἀναδράμωμεν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ τσιφλικίου καὶ δὴ ἐπὶ τῶν ἰσχυόντων ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ. Λέγω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι καθαρὰ ἰδιοκτησία τὸ τσιφλίκιον, διότι τοῦτο καὶ αἱ ἐξ αὐτοῦ προκύψασαι ἔννομοι σχέσεις καὶ ἡ πραγματικὴ κατάστασις διέπονται δι’ ἐθίμων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μετ’ αὐτὴν καὶ μέχρι τοῦ νῦν. Ποῖα ἦσαν τὰ ἔθιμα ταῦτα; Διὰ τῶν ἐθίμων αὐτῶν παρείχοντο τὰ ἑξῆς δικαιώματα εἰς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς· ἐδικαιοῦτο ὁ ἐπίμορτος καλλιεργητὴς νὰ ἔχῃ τὴν οἰκίαν πρὸς ἐποίκησιν αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του δωρεὰν καὶ ἄνευ ἀνταλλάγματος, τὸ ζευγαρολείβαδο δωρεὰν καὶ ἄνευ ἀνταλλάγματος, τὴν βοσκήσιμον περιφέρειαν (κοινῶς μεριὰ), τὸν κῆπόν του καὶ τὸ ἁλώνιόν του ἐπίσης δωρεὰν καὶ ἄνευ ἀνταλλάγματός τινος. Ἔδιδε τὸ ⅓ ἐκ τῶν παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν ἐπὶ τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν. Αὐτὴ ἡ κατάστασις ἀνέκαθεν ἐκράτει καὶ κρατεῖ μέχρι τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν μὴ ἀπαλλοτριωθέντων εἰσέτι κτημάτων. Αὐτὴν δὲ τὴν κατάστασιν, κύριοι, τὴν προστατεύουν καὶ θετοὶ νόμοι. Τὴν ἐπροστάτευσεν ὁ νόμος 640 τοῦ 1914 ὁ θεσπισθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, διότι ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, ὅπως γνωρίζετε βέβαια οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοί, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται πᾶσα μεταβολὴ ἐν τοῖς τσιφλικίοις καὶ πρὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ ἀγροληπτῶν καὶ ἀγροδοτῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ ἰδιοκτήτης τελείως κύριος τοῦ τσιφλικίου καὶ ἑπομένως τὸ τσιφλίκιον ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἀπόψεως ἐξεταζόμενον εἶναι βεβαρημένον, δὲν εἶναι καθαρόν. Τὸ βάρος δὲ αὐτὸ ἔχει μεγίστην σημασίαν, κύριοι, διότι ὅταν πρόκειται νὰ ἀποτιμήσητε τὴν ἀξίαν ἑνὸς κτήματος, θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἅπαντες τὰ συστατικά, ἀλλὰ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰ βάρη, ἃ φέρει. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ δύνασθε νὰ ἀποτιμήσητε τὴν ἀξίαν ὅλων τῶν ἄνω συστατικῶν, ἤτοι ζευγαρολειβάδου, μεριῶν, ἁλωνίου, κήπου κλπ., ὅταν ὁ κολλῆγος διὰ τὴν χρῆσιν καὶ κάρπωσιν αὐτῶν δὲν ἔδιδε πεντάραν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ τοὺς ἐκτεθεισομένους κατωτέρω προτείνω καὶ ὑποστηρίζω ὅτι δέον νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ τσιφλικίου ἀπὸ τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ τῆς λοιπῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ μόνον ὁ λόγος αὐτὸς ὑπάρχει πρὸς τοῦτο; Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα, ὅπως ὑπεστηρίχθη, εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν πρόβλημα κοινωνικὸν καὶ ὡς πρόβλημα δὲν λύεται διὰ μέσων καὶ μέτρων τακτικῶν καὶ ἁπλῶν, ἀλλὰ δι’ ἐκτάκτων καὶ ἐξαιρετικῶν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε πῶς τὸ τσιφλίκιον ἀποτελεῖ κοινωνικὸν ζήτημα. Τοῦτο τὸ ἔχομεν, κύριοι, δεδομένον ἐξ ὅλης τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσης ἀγροτικῆς νομοθεσίας. Ὡς προβλήματος κοινωνικοῦ, ὡς ζητήματος κοινωνικοῦ ἐπελήφθη τῆς λύσεως τὸ πρῶτον ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων. Ἐθεσπίσθη, ὡς γνωρίζετε, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὁ νόμος 2051 τοῦ 1920. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τούτου, κύριοι, ἐξηνέχθησαν πολλαὶ γνῶμαι καὶ ἰδίως μεγάλος ἐγένετο ἀγὼν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν τσιφλικιούχων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν τσιφλικίων. Ὑπεστηρίχθη τότε ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐκπροσωπουμένων ὑπὸ τοῦ κ. Ζαβιτσιάνου, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δέον νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ δίκαιον καὶ ὀρθόν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί ἀντετάχθη ἐκ μέρους τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀξιοτίμου κ. Βενιζέλου; Ἀντετάχθησαν δύο σοβαροὶ λόγοι ἐναντίον τῆς ἀξιώσεως ταύτης τῶν τσιφλικιούχων. Πρῶτον ἐλέχθη παρ’ ἐκείνου ὅτι δὲν αἰσθάνεται τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ τσιφλίκιον, ὃν αἰσθάνεται πρὸς τὴν λοιπὴν ἰδιοκτησίαν. Καὶ λίαν δεδικαιολογημένως, διότι τὰ τσιφλίκια ἀποτελοῦν μικτὴν μὴ καθαράν, ὡς προεῖπον, ἰδιοκτησίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔχει δικαιώματα καὶ ὁ κολλῆγος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀντετάχθη καὶ ἕτερον σοβαρὸν ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ δεχθῇ αὐτήν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν οὕτω νὰ γίνῃ ἡ ἀποκατάστασις τῶν καλλιεργητῶν βιώσιμος, ἡ μικροϊδιοκτησία τῶν κολλήγων βιώσιμος. Τὸ ἴδιον καὶ σήμερον ζητεῖται, ἤτοι νὰ μὴ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποκατάστασις τοῦ κολλήγου, νὰ μὴ καταστῇ βιώσιμος ἡ μικροϊδιοκτησία αὐτοῦ, ὅταν ζητοῦν ἀπὸ τὸν ἀγρότην νὰ τύχουν πλήρους ἀποζημιώσεως. Διότι εἶναι δεδομένον καὶ ἀποδεδειγμένον ὅτι εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ οἱ ἀγρόται νὰ πληρώσουν πλήρη τὴν ἤδη ἀξίαν τῶν ἀγρῶν. Ἀλλά, κύριοι, μόνον ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εἶχε τὴν γνώμην ἐκείνην, ὡς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος; Ἐπλειοδότησε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὑπῆρξε ριζοσπαστικωτέρα, διότι, ἐνῷ κατ’ Ἰούλιον τοῦ 1922, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος 2922, ἡ λίρα ἐτιμᾶτο 180 δραχμὰς καὶ οἱ τσιφλικιοῦχοι καὶ ὑποστηρικταὶ αὐτῶν ὑπεστήριξαν τὴν παροχὴν ἀποζημιώσεως συμφώνως πρὸς τὴν τότε ἀξίαν τῶν κτημάτων, ἐν τούτοις ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μακαρίτης Γούναρης, ἀντέτεινεν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν τσιφλικιούχων καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τιμὴν ἢ ἀποζημίωσιν προπολεμικήν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων εἶναι ἀκόμη μεγαλυτέρα, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἐνῷ ἔμεινε διὰ τοῦ νόμου 2052 ἀναπαλλοτρίωτον τὸ ⅓ τοῦ κτήματος, ἐξαιρετικῶς δὲ διὰ τὸν νομὸν Τρικκάλων ἔφθασε τὸ ἀναπαλλοτρίωτον μέχρι τοῦ ⅒, ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ἀφῆκε μόνον 60 στρέμματα ἀγρῶν ἀναπαλλοτρίωτα διὰ τὸν νομὸν Τρικκάλων. Βλέπετε λοιπὸν ποία κολοσσιαία διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων ὑπῆρξε καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ὑπῆρξε ριζοσπαστικωτέρα τῆς τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα; Καὶ ἐπηκολούθησε μετὰ ταῦτα, κύριοι, κατὰ τὸ 1924 ἑτέρα νομοθετικὴ μέριμνα ἐκ μέρους τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἰδοῦσα ὅτι ὑφίστανται ζημίαν τινὰ οἱ ἰδιοκτῆται, ἔδωσεν ἀποζημίωσιν εἰς αὐτοὺς εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου μὲ 50% ἐπὶ τῆς προπολεμικῆς τιμῆς, δηλονότι ἂν ἓν κτῆμα ἐτιμᾶτο 30 ἢ 40 δραχμάς, τὸ Δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ πληρώσῃ καὶ πληρώνει τὸ ½ τῆς ἀξίας καὶ τοῦτο διότι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ἐθεώρει κοινωνικὸν ζήτημα. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ πολιτικὴ ἁπασῶν τῶν Κυβερνήσεων μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἔλαβεν ἄλλα μέτρα ἐπιβληθέντα ὑπὸ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων. Διότι, ἂν ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922 δὲν ἐλάμβανε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τοὺς ἀγρότας καὶ τοὺς πρόσφυγας, ὑμεῖς, κύριοι, εἶσθε εἰς καλυτέραν θέσιν νὰ γνωρίζητε εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρίσκεται σήμερον ἡ Ἑλλὰς μὲ ἀναποκαταστάτους 1,000,000 ψυχῶν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἀνέκαθεν πολιτικὴ τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι τοῦ 1924. Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ χωρισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως τῶν τσιφλικίων ἀπὸ τὰς ἀποζημιώσεις τῆς λοιπῆς ἰδιοκτησίας, τῆς λοιπῆς περιουσίας. Καὶ ἔρχονται, κύριοι, τώρα οἱ ἰδιοκτῆται ἢ μᾶλλον οἱ κύριοι ἐκ τῶν συναδέλφων οἱ ταχθέντες ὑπὲρ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, νὰ μᾶς εἴπουν, εἶναι δίκαιον νὰ ταμιεύωνται χίλιοι ἄνθρωποι ἐκ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν; Βεβαίως καὶ ἐγὼ διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς βλέπω ζημίαν τινὰ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκ τῆς παρεχομένης ἀποζημιώσεως εἰς αὐτούς, ὄχι ὅμως τόσον μεγάλην, ὅπως τὴν παρέστησαν οἱ διάφοροι προαγορεύσαντες, ἂν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦτο, ὅτι σήμερον ἡ ἀξία τῶν κτημάτων δὲν εἶναι φυσιολογική, ἀλλ’ εἶναι τεχνητή. Καὶ εἶναι τεχνητὴ διότι ὀφείλεται εἰς τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις, ὀφείλεται εἰς τοὺς πολέμους καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν.
§138Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ θεωρεῖτε δίκαιον αὐτὸ νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν ὡρισμένα ἄτομα;
§139Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Σᾶς ἀπαντῶ· ἂν μὲ ἐβάζατε δικαστὴν καὶ ἐπρόκειτο νὰ δικάσω τοὺς 1000 αὐτοὺς τσιφλικιούχους ἀπέναντι ἑνὸς ἑκατομμυρίου ψυχῶν, θὰ θυσιάσω τοὺς τσιφλικιούχους, θὰ θυσιάσω τὴν μειονότητα χάριν τῆς πλειονότητος.
§140Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἂν ἐτίθετο οὕτω τὸ πρᾶγμα, μάλιστα, θὰ ἤμην σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν σας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς θυσίας ὅπως τὴν ὀνομάσατε, τὴν ὁποίαν νὰ ὑποστῇ μία τάξις. Νὰ τὴν πληρώσῃ τὸ Κράτος. Καὶ ἂς εὕρῃ τὸ Κράτος ἀπὸ ποῦ;
§141Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ, κ. συνάδελφε, θὰ σᾶς ἀπαντήσω τὸ ἑξῆς. Αὐτὸ ἔχει πραγματικῶς μίαν ὑπόστασιν πραγματικήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ πάντα δίκαιον: Εἷς ὁ ὁποῖος ἔχει ὁμολογίας τῶν 300 ἑκατομμυρίων ἢ χρεώγραφα εἰς δραχμὰς προπολεμικῶς, ὑφίσταται ζημίαν, ναὶ ἢ ὄχι σήμερον; Εἷς ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰς χρυσὸν καταθέσεις πρὸ τοῦ 1914 ἢ πρὸ τοῦ 1918—διὰ νὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν σχετικὸν νόμον—καὶ σήμερον τὸν ἀποζημιώνεται μὲ 25 δραχ. τὴν λίραν, ποῖος θὰ πληρώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν διαφοράν; Εἷς ὁ ὁποῖος ἔχει δανείσει πρὸ τοῦ 1918 εἰς δραχάς, ὅτε ἡ δραχμὴ ἦτο εἰς τὸ ἄρτιον καὶ σήμερον ἡ δραχμὴ ἔχει μίαν πεντάραν, ποῖος θὰ τὸν ἀποζημιώσῃ αὐτόν; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν τσιφλικιούχων;
§142Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Βλέπετε ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ λῃστρικὸς αὐτὸς νόμος τοῦ 1918 δὲν θὰ ἐγίνοντο αὐτά.
§143Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1918, ὁ ὁποῖος ἀπηγόρευσε τὴν κυκλοφορίαν τῶν εἰς χρυσὸν νομισμάτων, εἶχεν ἕνα σκοπόν, κύριοι, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ χρυσοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ ὅταν ἐγένετο ὁ νόμος αὐτός, ἡ δραχμὴ ἦτο εἰς τὸ ἄρτιον, ἡ Ἀγγλικὴ λίρα εἶχεν 25 δραχμάς. Λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀποκαλέσητε τὸν νόμον ἐκεῖνον λῃστρικόν. Κύριοι, λέγουσιν ὅτι ὑφίστανται σοβαρὰν ζημίαν οἱ τσιφλικιοῦχοι. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος δικηγορῶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἔχω ἐνδοιασμοὺς σοβαροὺς ὡς πρὸς τὸ παραδεκτὸν τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτῶν. Ἡ ἀποζημίωσις κατὰ τὸν ἰσχύοντα ἀγροτικὸν νόμον γίνεται ὡς ἑξῆς. Λαμβάνεται ἡ προπολεμικὴ ἀξία τοῦ ἀγροκτήματος, ἡ ὁποία κυρίως εὑρίσκεται βάσει τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν κτημάτων. Αὐτὴ ἡ πρόσοδος εἰκοσαπλατιάζεται καὶ ἔχομεν τὴν προπολεμικὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος. Πρὸς ταύτῃ ὑποχρεοῦται τὸ δικαστήριον νὰ δώσῃ τὸ ½ τῆς ἄνω ἀξίας ἐπὶ πλέον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ πλέον νὰ προσαυξήσῃ τὴν ἀξίαν τὴν προπολεμικὴν εἰς βάρος τοῦ συνεταιρισμοῦ μὲ ποσοστὸν 20–40%. Ἵνα καταδειχθῇ ἡ ἤδη ἐπιδικαζομένη ἀποζημίωσις καὶ ἡ διαφορὰ αὐτῆς ἀπὸ τῆς διὰ τοῦ νόμου 2052 ὁριζομένης, ἐπικαλοῦμαι καὶ σᾶς προσάγω ἀπόφασιν ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου 2052. Εἰς ἀπόστασιν 7 λεπτῶν ἀπὸ τῶν Τρικκάλων σιδηροδρομικῶς κεῖται ἕν κτῆμα ὀνόματι Ζαπτσαίους, τοῦτο ἐξετιμήθη κατὰ τὸν νόμον 2052 πρὸς 54 δραχμὰς τὸ στρέμμα, ἐνῷ σημειωτέον περιλαμβάνεται ἡ προσαύξησις, ἀλλ’ ἄνευ τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβαλλομένης τοιαύτης, ἅτε μὴ δεδομένης τότε. Εἰς ἀπόστασιν 3 ὡρῶν ἀπὸ τῶν Τρικκάλων κεῖνται τὰ κτήματα Βαρυμπόπι καὶ Βάλτσιν. Τὰ κτήματα αὐτὰ ὑπολείπονται ὡς πρὸς τὴν ποιότητα σημαντικῶς παραβαλλόμενα πρὸς τὸ κτῆμα Ζαπτσαίους. Τώρα βεβαίως δὲν ἠμπορῶ νὰ γίνω πιστευτὸς τί ἀξίας εἶναι αὐτὰ τὰ κτήματα παραβαλλόμενα πρὸς τὸ κτῆμα Ζαπτσαίους, ἀλλὰ σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης ἐσχάτως ἐπὶ τοῦ ἀγροκτήματος Βαλτσικοῦ ἔχομεν ἀποζημίωσιν ἐπὶ 9000 δραχμῶν 2,000,193 δραχμάς. Ἂν θελήσητε νὰ εὕρητε τὴν ἀξίαν ἑκάστου καλλιεργουμένου στρέμματος, εἶναι 333 δραχ. κατὰ στρέμμα. Ἂν πάλιν θέλητε τὴν ἀξίαν ἑκάστου καλλιεργουμένου καὶ μόνον στρέμματος—διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἐπὶ τσιφλικίων τὸ ⅓ τοὐλάχιστον ἀποτελεῖται ἀπὸ μὴ καλλιεργουμένας γαίας—ἔχομεν ἀποζημίωσιν 240 δραχμῶν. Ἡ αὐτὴ περίπου ἀποζημίωσις ἐπεδικάσθη καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἀγρόκτημα Βαρυμπόπι. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποφάσεων τούτων, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ αὐταὶ δι’ ὅλα τὰ ἀγροκτήματα σχεδὸν τῆς πεδινῆς περιφερείας Τρικκάλων, ὑφίστανται σοβαρὰν καὶ ἀξίαν λόγου ζημίαν οἱ τσιφλικιοῦχοι; Ὅταν ἔχωμεν δεδομένα ἐξ ἐπισήμων συμβολαίων ἀνεπιδέκτων πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι ἡ προπολεμικὴ τιμὴ τῆς Θεσσαλικῆς γῆς ἦτο 8–25 δραχ., βεβαίως οἱ ἰδιοκτῆται θὰ κινήσουν πάντα λίθον διὰ νὰ παραστήσουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὅτι ἀδικοῦνται ἐκ τῶν ἰσχυόντων ἀγροτικῶν νόμων. Ἀλλά, κύριοι, ἔχομεν μένον τὰ ἄνω νὰ παρουσιάσωμεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Θὰ σᾶς ὑπομνήσω νωπότερον γεγονός, ἐκ τοῦ ὁποίου δύνασθε νὰ κρίνητε ἀσφαλῶς, ἂν οἱ τσιφλικιοῦχοι ὑφίστανται τὰς ζημίας, περὶ τῶν ὁποίων ποιοῦνται μακρὸν λόγον ἐνώπιον ὑμῶν. Θὰ περιῆλθεν ἐξ ἀναγνώσεως τῶν ἐφημερίδων εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς διαπραγμάτευσιν καὶ σύμβασιν μὲ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν σύμβασιν ἀνέλαβε νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας τσιφλικιούχους Ἄγγλους ὑπηκόους μὲ τιμὴν ὀκταπλασίαν τῆς προπολεμικῆς ἀξίας μέχρι δεκαπλασίας, λαμβάνεται δὲ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ ὡς ἀξία τοῦ κτήματος προπολεμικὴ ἡ μέση ἀξία τῶν ἐτῶν 1908–1912. Περὶ τούτου βεβαίως θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ἂν δὲν ἔχῃ λόγον τινὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο, ἂν δὲν ἔχῃ κώλυμά τι. Ἂν λοιπὸν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν προπολεμικὴν ἀξίαν ἑκάστου στρέμματος, συνισταμένην κατ’ αὐτὸν τὸν ὅρον εἰς μίαν λίραν Τουρκικὴν ἀξίας δραχμῶν 23 καὶ πολλαπλασιάσητε ἐπὶ 8, θὰ ἔχητε ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ Ἄγγλου τσιφλικιούχου 200 δραχμὰς τὸ στρέμμα. Καὶ ἐρωτῶ· ζημιοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται, ὅταν λαμβάνουν διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων τελεσιδίκων καὶ ἀμετακλήτων ἀποζημίωσιν 250 δραχμὰς τὸ στρέμμα, ἐφόσον οἱ Ἄγγλοι δέχονται διὰ τὰ κτήματά των νὰ ἀποζημιωθῶσιν μὲ 200 δραχμὰς τὸ στρέμμα; Καὶ ταῦτα, κύριοι, χωρὶς νὰ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη, ὅτι καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Ρουμανία ἀποζημιώνουν τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ μόνην τὴν προπολεμικὴν ἀξίαν τῶν τσιφλικίων. Ἐν τούτοις ἔχομεν τοὺς τσιφλικιούχους παραπονουμένους διαρκῶς, καίτοι λαμβάνουν ἀποζημίωσιν πολὺ μεγαλυτέραν τῆς παρασχεθείσης εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ὁμόρων Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἂν δεχθῶ πρὸς στιγμὴν τὸ παράπονον τῶν ἰδιοκτητῶν ὡς βάσιμον, ὅτι δηλαδὴ ὑφίστανται ζημίαν τινά, εἶναι δυνατόν, ἐρωτῶ, νὰ πληρώσουν οἱ ἀγρόται τὴν ἐπὶ πλέον ζητουμένην ἀποζημίωσιν; Περὶ τούτου δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω πολύ, διότι εὐτυχῶς μὲ ἀπήλλαξαν οἱ ὑπερασπισταὶ τῶν τσιφλικιούχων, οἵτινες πάντες ἀνωμολόγησαν καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Χατζίσκος, ὁ ὁποῖος, καίτοι εἶναι τσιφλικιοῦχος, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνωμολόγησε—καὶ τοῦτο εἶναι βεβαίως πρὸς τιμήν του, ὅτι δὲν δύνανται οἱ ἀγρόται νὰ ἀποζημιώσουν τοὺς τσιφλικιούχους μὲ τὴν νῦν τρέχουσαν ἀξίαν τῶν κτημάτων, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι πραγματική, δὲν εἶναι φυσιολογική, ἀλλ’ εἶναι εἰκονική, ὀφειλομένη εἰς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναπτύξω. Καὶ ἔρχομαι, μετὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἀντιρρήσεών μου ἐπὶ τῆς πρώτης τροπολογίας, εἰς τὴν δευτέραν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν δέον ἡ ἀποζημίωσις νὰ ὁρίζεται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Κύριοι, παρέλειψα νὰ εἴπω προηγουμένως καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σημασίαν. Διὰ τοῦ ἰσχύοντος ἀγροτικοῦ νόμου παρεσχέθη ἓν εὐεργέτημα εἰς τοὺς τσιφλικιούχους. Ἔχομεν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 86 καὶ 109 τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, τῶν ὁποίων ἡ πρώτη θεσπίζει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶς ἐνυπόθηκος πιστωτὴς ἐπὶ ἀγροκτημάτων εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρωθῇ τὴν ἀπαίτησίν του, τὴν ἀξίωσίν του εἰς ὁμολογίας». Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 109, ὄχι μόνον ὁ ἐνυπόθηκος πιστωτής, ἀλλὰ καὶ ὁ ἁπλοῦς ἐγχειρογράφος ὑποχρεοῦται νὰ πληρωθῇ διὰ χρέος τοῦ τσιφλικιούχου ἐπίσης εἰς ὁμολογίας εἰς τὴν ὀνομαστικήν των ἀξίαν. Τοῦτο ἔχει μεγαλυτέραν σημασίαν, διότι εἶναι μία μεγάλη ἀνακούφισις ὑπὲρ τῶν τσιφλικιούχων, διότι φαντασθῆτε ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν προηγουμένην καὶ ἐκδοθεῖσα ἐσχάτως παρὰ τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων, ὁ τσιφλικιοῦχος δικαιοῦται νὰ πληρώσῃ καὶ τὸν ἔμπορον καὶ τὸν μπακάλην του εἰς ὁμολογίας, ἂν ἡ πραγματικὴ ἀξία τῶν ὁμολογιῶν συνίσταται ἤδη εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ὀνομαστικῆς περίπου. Διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 109 οὕτως ἡρμηνεύθη. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις ἡ ἀποζημίωσις καταβάλλεται εἰς ὁμολογίας, αἱ ἀπαιτήσεις ἐνυποθήκων ἢ μή, πληρώνονται εἰς ὁμολογίας κατὰ τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν». Κατὰ ταῦτα δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὴν ζημίαν ταύτην τὴν ὑφίσταται ὁλόκληρος ἡ Κοινωνία εἰς ὄφελος τοῦ τσιφλικιούχου. Καὶ ἤδη, κύριοι, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων τὴν δευτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δέον νὰ ὁρίζεται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἐν γνώσει ὑμῶν, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πλήρη γνῶσιν ὅτι οἱ ἀγρόται δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσουν τὰ δικαστήρια. Ἔχω δέ, κύριοι, καὶ πρόχειρον ἀπόδειξιν. Ἐκ τῶν ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προσκομίσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἤδη, ὅτε κυρίως ἐπιδικάζει τὴν ἀποζημίωσιν ἓν δικαστήριον, ἤτοι τὸ Πρωτοδικεῖον, προκύπτει ὅτι τινὲς Συνεταιρισμοὶ κληθέντες δὲν προσῆλθον νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ὑποθέσεις περὶ ἀποζημιώσεως εἰς τὸ δικαστήριον. Φαντασθῆτε ἂν δώσητε ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν τσιφλικιούχων τί γενήσεται. Θὰ ἔχωμεν ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου, θὰ ἔχωμεν ἀποφάσεις τοῦ Ἐφετείου, θὰ ἔχωμεν ἀναιρέσεις καὶ ἑπομένως ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἕκαστος ὑμῶν γνωρίζει, ἐφόσον τυγχάνει προστασίας ὁ ἀγρότης διὰ πολλοὺς λόγους, ἂν εἶναι ὀρθόν, ἂν εἶναι σκόπιμον νὰ δώσωμεν τόσον πολυτελῆ διαδικασίαν εἰς ζήτημα σοβαρωτάτης σημασίας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ ἐκ τῶν ἐνόντων ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη καὶ διὰ τοὺς ἑξῆς προσέτι λόγους. Σήμερον κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἡ διαδικασία τῆς ἀποζημιώσεως δὲν εἶναι μὲν πολυτελής, ἀλλὰ τοιαύτη, ὥστε ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις παρέχονται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας πρὸς ὁρισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε πρὸς πίστωσιν τούτου νὰ σᾶς κάμω δι’ ὀλίγων, λόγον περὶ τῆς προδικασίας καὶ διαδικασίας ὡς πρὸς τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἅμα κριθῇ ἓν κτῆμα ἀπαλλοτριωτέον, κατὰ τὸν ἀγροτικὸν νόμον θὰ γίνῃ μελέτη τοῦ κτήματος παρὰ γεωπόνου. Κατὰ τὴν μελέτην αὐτὴν δικαιοῦνται καὶ ὁ συνεταιρισμὸς καὶ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ὑποβάλουν ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἐφόσον στηρίζονται εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα. Μετὰ τοῦτο ἐπακολουθεῖ ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως παρ’ Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως μετέχει ὡς πρόεδρος αὐτῆς τακτικὸς δικαστής, εἰς αὐτὴν δὲ λαμβάνουσι μέρος καὶ δύο γεωπόνοι καὶ πλέον ἢ ὀρθῶς, διότι πῶς θὰ ἐκτιμήσῃ ὁ δικαστὴς ἄνευ γνώσεων εἰδικῶν, τὰς ὁποίας μόνοι ἁρμόδιοι νὰ παράσχωσιν εἶναι οἱ γεωπόνοι.
§144Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐπηρεάζονται ὅμως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον.
§145Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Εἰς τοῦτο σᾶς ἀπαντῶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐπὶ 200 ἀγροκτημάτων ἐκδικασθέντων ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰσχυόντων νόμων μέχρι τοῦ νῦν, οὐδεὶς ἰδιοκτήτης ἐτόλμησε νὰ προσαγάγῃ λογιστικὰ βιβλία διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν πρόσοδον τοῦ κτήματός του.
§146Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Λογιστικὰ βιβλία ἔχουν οἱ ἰδιοκτῆται;
§147Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἔχετε γνῶσιν τῶν πραγμάτων.
§148Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἴσως συμβαίνει αὐτὸ εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας.
§149Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται τσιφλικίων ἔχουν λογιστικὰ βιβλία. Λοιπὸν προσεκλήθησαν ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τῶν γεωπόνων, τοὺς ὁποίους ἐχαρακτηρίσατε ὡς δυναμένους νὰ ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπανειλημμένας αὐτὰς προσκλήσεις οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ προσαγάγῃ βιβλία. Διατί; Διότι ἡ πρόσοδος ἡ ἀποδιδομένη ὑπὸ τῶν γεωπόνων ἐν τῇ ἀποζημιώσει τῶν ἀγροκτημάτων ἦτο μείζων τῆς καταγραφομένης.
§150Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν ἡμεῖς εἶναι μεγαλύτερα ἐγγύησις ἀπὸ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους ζητεῖτε σεῖς, τοὺς γεωπόνους τοὺς ἐξαρτωμένους ἀπὸ τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς τῆς Γεωργίας, διότι, ἀναμφισβητήτως δὲν ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἀποφαίνωνται, ὅπως ἀποφαίνεται εἷς ἰσόβιος δικαστής.
§151Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Λησμονεῖτε ὅτι εἶσθε δικηγόρος ἐν ἐνεργείᾳ; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς· τί φρονεῖτε, ἂν πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ἢ εἷς πρωτοδίκης; Τί φρονεῖτε σεῖς, οἱ δύο γεωπόνοι θὰ τολμήσωσι νὰ ἐκφέρουν γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν τοῦ φυσικοῦ δικαστοῦ; Ἂν εἶσθε δικηγόρος, πρέπει νὰ δεχθῆτε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ἐκτὸς ἂν δὲν δικηγορεῖτε, διότι ἐγὼ ἐπὶ 16ετίαν οὐδέποτε εἶδον διαφωνίαν γεωπόνου καὶ πρωτοδίκου.
§152Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονική. Οἱ δικασταί, σᾶς λέγω ἐγώ, ὅτι τεθωρακισμένοι ὄντες ἀπὸ τὴν ἰσοβιότητα, ἀποφαίνονται ἀνεπηρεάστως, ἐνῷ οἱ γεωπόνοι, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐπηρεάζονται.
§153Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Καὶ εἰς τὴν πρωτοβάθμιον Ἐπιτροπήν, κ. συνάδελφε, ὅπου λαμβάνουν μέρος δικασταὶ καὶ γεωπόνοι, οἱ γεωπόνοι τάσσονται μὲ τὴν γνώμην τῶν δικαστῶν καὶ οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ ἐπιφέρωσι τροπολογίας ἀπέναντι τῶν γνωμῶν τῶν δικαστῶν. Αὐτὸ εἶναι παγκοίνως γνωστὸν καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν τυγχάνει καὶ εἰς ὑμᾶς γνωστόν. Ἔχομεν ἀπόφασιν ἐκδιδομένην παρὰ τριῶν δικαστῶν. Ποίαν ἄλλην ἐγγύησιν θέλετε; Εἶναι πλέον ἢ σοβαρὰ ἡ ἐγγύησις, εἶναι παρὰ πολὺ ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἀπορῶ πῶς οὕτω κατατριβόμεθα προκειμένου νὰ κάμωμεν τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Εἶναι μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα δικαστὴν ἢ τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἀπὸ δύο γεωπόνους. Μετὰ ταῦτα ἐπιλαμβάνεται τῆς ἀποζημιώσεως τελικῶς καὶ ἀμετακλήτως τὸ Πρωτοδικεῖον. Θέλω νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αἱ ὑπάρχουσαι ἐκ τῶν κειμένων νόμων εἶναι πλέον ἢ ἀρκεταὶ καὶ δὲν πρέπει νὰ καταφύγωμεν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν τσιφλικίων διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Περαίνων τὸν λόγον μου, κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν τσιφλικίων δέον νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς λοιπῆς περιουσίας καὶ νὰ ὁρισθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ὅπως ἡ ἀποζημίωσις τῶν τσιφλικίων γίνεται δι’ εἰδικῶν νόμων. Κύριοι, ἂν τοῦτο δὲν δεχθῶμεν καὶ θελήσωμεν νὰ καθορίσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν τσιφλικίων διὰ τῶν τροπολογιῶν ἐν τῷ Συντάγματι, τὰς ὁποίας εἶπον τινές, πολὺ φοβοῦμαι μὴ κτίζομεν ἐπὶ ἄμμου, διότι φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι μὲ πλήρη ἀποζημίωσιν διδομένην ὑπὸ τῶν κολλήγων εἶναι ἀδύνατον νὰ ὀρθοποδήσῃ ποτὲ μία παραγωγή. Καὶ ἐφόσον δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν ἀποζημίωσιν, ἐρωτῶ τί μέλλει γενέσθαι; Θὰ δυνηθῶμεν ἡμεῖς νὰ λάβωμεν πάλιν τὰ τσιφλίκια ἀπὸ τοὺς κολλήγους καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν πολιτικὸν καθεστώς. Ἢ τί ἄλλο πρέπει νὰ πράξωμεν ἂν δὲν πράξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους ἢ διὰ διατάξεων καθιερουμένων δι’ εἰδικῶν νόμων; Ἀσφαλῶς αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις τὰς ὁποίας τυχὸν ἤθελε δεχθῆ ἡ Βουλή, δὲν θὰ μείνουν εἰς τὰ πόδια των, ἀλλὰ μὲ τὴν πρώτην πνοὴν τοῦ ἀνέμου θὰ καταπέσουν. (Χειροκροτήματα).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ· δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς χάριν τῶν ἑορτῶν τῶν Ἀπόκρεω μέχρι τῆς 14ης Μαρτίου καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου;
§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἵνα ἐπαναληφθῶσιν αὗται τὴν 14ην Μαρτίου ἐ. ἔ. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)