1927.02.22
3.083 στίχοι · 23.961 λέξεις · 203 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 6.25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ κατηρτίσθησαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἐπιτροπὴ Ἐξωτερικῶν: Ν. Τριανταφυλλάκος, Α. Σαχτούρης, Γ. Ἐξηντάρης, Μ. Ἀργυρόπουλος, Α. Μελᾶς, Α. Δουλγερίδης, Ε. Ἐμμανουηλίδης, Γ. Μόδης, Λ. Κυβετός, Α. Παπαδᾶτος, Σ. Συμεόνογλου, Α. Βουτυρᾶς, Ι. Θεοτόκης, Α. Ἐμπειρῖκος Κουμουνδοῦρος, Δ. Χατζῖσκος, Ι. Καυταντζόγλου, Ν. Κρανιωτάκης, Ι. Ράλλης, Α. Ζάχος, Φ. Δραγούμης, Κ. Σπυρίδης, Θ. Γοῦσκος, Γ. Βαραζάνης, Χ. Παπάζογλου, Γ. Σίδερης, Γ. Τηλικίδης, Κ. Τσαλδάρης, Γ. Πεσμαζόγλου, Θ. Νικολούδης, Ι. Ι. Ἄμποτ, Ε. Λούτζης καὶ Ε. Σταυρίδης. Ἐπιτροπὴ Δικαιοσύνης: Δ. Βοκοτόπουλος, Γ. Ἀλεξανδρέπουλος, Α. Ἀγγελόπουλος, Σ. Σωτηριάδης, Σ. Ἀλεξιάδης, Μ. Μαντᾶς, Δ. Ζημάρης, Ζερβός, Π. Μερλόπουλος, Φ. Παπαγεωργίου, Α. Μάρκου, Σ. Κρεμεζῆς, Α. Στρατηγόπουλος, Π. Ἀλεξανδρῆς, Χ. Στεργιόπουλος, Λ. Κουτσοπέταλος, Χ. Ἀλαμανῆς, Ν. Ἀμηρᾶς, Ε. Βελλιανίτης, Ρ. Κούνδουρος, Ν. Κυριακόπουλος, Σ. Ἡλιόπουλος, Ε. Φωτάκης, Η. Παπαδόπουλος, Ι. Νικολίτσας, Σ. Οἰκονομίδης, Δ. Μπαμπᾶκος, Σ. Ταλιαδοῦρος, Π. Χατζηπάνος, Χ. Λαδᾶς, Τ. Ἀναστασίου, Π. Τσιτσεκλῆς, Ε. Ζούκας καὶ Λ. Κυβετός. Ἐπιτροπὴ Οἰκονομικῶν: Ι. Εὐταξίας, Σ. Στάης, Γ. Λαζανᾶς, Κ. Καρτάλης, Ν. Κουμάνταρος, Χ. Βοζίκης, Α. Βαλαωρίτης, Γ. Μπούσιος, Π. Μερλόπουλος, Γ. Ἐξηντάρης, Α. Μυλωνᾶς, Γ. Σακαλῆς, Φ. Παπαγεωργίου, Γ. Στρίγκος, Γ. Γεωργιάδης, Ι. Βαλαλᾶς, Γ. Μόδης, Π. Εὐριπαῖος, Α. Εὐφραιμίδης, Σ. Μάξιμος, Ν. Μπακόπουλος, Γ. Βοραζάνης, Η. Παπαδόπουλος, Α. Γαλανάκης, Κ. Σῖμος, Κ. Γκότσης, Χ. Λαδᾶς, Γ. Μαρῆς, Γ. Πεσμαζόγλου, Κ. Ναυπλιώτης, Γ. Καλαντζόπουλος, Ν. Κολυβᾶς, Ε. Φεσᾶς, Σ. Μανταφούνης καὶ Ι. Σπετσιώτης. Ἐπιτροπὴ Ἐσωτερικῶν: Γ. Καντιάνης, Ε. Μοδᾶτσος, Ι. Γιαννόπουλος, Θ. Τουρκοβασίλης, Ν. Βλιάμος, Σ. Χατζηγάκης, Β. Σκουλᾶς, Π. Εὐριπαῖος, Ε. Βελλιανίτης, Π. Μαζαράκης, Σ. Κρεμεζῆς, Α. Ξανθόπουλος, Γ. Προυκάκης, Σ. Καραγεώργης, Γ. Μπανιᾶς, Σ. Μάξιμος, Μ. Βολουδάκης, Χ. Παπάζογλου, Μ. Τσαρλαμπᾶς, Σ. Κρητικᾶς, Μ. Λαίλιος, Κ. Ζκότσης, Ι. Περδικογιάννης, Β. Χατζηλίας, Γ. Σήφακας, Γ. Καρπετόπουλος, Π. Σάκκης, Β. Σαγιᾶς, Σ. Τσακόπουλος, Ε. Χατζηδάκης, Μ. Μαντᾶς, Α. Ζούζουλας, Θ. Χαβίνης, Ρ. Κούνδουρος καὶ Α. Ἀποστολίδης. Ἐπιτροπὴ Παιδείας: Κ. Σπυρίδης, Β. Χατζηλίας, Μ. Κοθρῆς, Π. Πετρίδης, Α. Φωκᾶς, Γ. Κοκκινάκης, Κ. Γόντικας, Π. Διαμαντόπουλος, Γ. Τσακανίκας, Α. Μεσατζῆς, Σ. Νικολαΐδης, Γ. Καλδῆς, Δ. Σάλτας, Δ. Βοκοτόπουλος, Α. Στεφανόπουλος, Σ. Στάης, Δ. Πετρακᾶκος, Γ. Ἀλεξανδρόπουλος, Ι. Τζίβας, Μ. Γούδας, Α. Λαζαρίδης, Α. Παπαπαναγιώτου, Α. Χαΐνογλου, Θ. Νικολούδης, Γ. Ἀθανασιάδης, Σ. Γάτος, Β. Ἀλεξᾶτος, Φ. Δραγούμης, Δ. Τζήμας, Γ. Σήφακας, Γ. Τηλικίδης, Α. Παγνός, Α. Κόρακας, Α. Μητσοτάκης, Θ. Τσιριμῶκος καὶ Χαδοὺζ Ὀσμὰν Ἀλῆ Γκαλήπ.
§3Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πῶς ἐγένοντο αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταί κ. Πρόεδρε;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀναλογίαν τῶν κομμάτων.
§5Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰδοποιῶ ὅτι θὰ προσθέσω καὶ ἄλλους.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα τίποτε ἄλλο παρὰ συνηρμολόγησα τὰ σημειώματα, τὰ ὁποῖα μοὶ προσεκόμισαν οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί.
§7Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ καταρτισμὸς γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δυνάμεων τῶν κομμάτων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κατάλογον.
§9Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς ζητήσῃ κατάλογον τὸ Προεδρεῖον. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλλωνται αἱ ἀναλογίαι τῶν κομμάτων εἰς τὰς Ἐπιτροπάς.
§10Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τί σημασίαν ἔχει; Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι 20, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ 30;
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβάλλωνται αἱ ἀναλογίαι τῶν κομμάτων εἰς τὰς Ἐπιτροπάς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς λέγω πῶς εἶναι ὁ κατάλογος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος 7, 11 ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, 3 ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν....
§13Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν εἶναι κατ’ ἀναλογίαν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο κατ’ ἀναλογίαν, ὅπως εἶναι ἡ ἀναλογία 11 πρὸς 7, πρὸς 3.
§15Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν διατυπῶ παρατηρήσεις, ἀλλὰ ζητῶ πληροφορίας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἐπιτροπὴ Συγκοινωνίας: Ν. Βελέντζας, Α. Ἰωαννίδης, Σ. Γάτος, Ν. Κολυβᾶς, Γ. Βαρβούτης, Β. Μεϊμαράκης, Σ. Οἰκονομίδης, Ι. Καναβός, Ι. Βαλαλᾶς, Δ. Μπέτσαρης, Λ. Κουτσοπέταλος, Π. Πολυχρονίδης, Α. Κοκκινάκης, Β. Σκουλᾶς, Κ. Γόντικας, Χ. Ἀλαμανῆς, Γ. Μόδης, Ε. Μαλαμίδας, Ι. Κίνιας, Α. Ψάρας, Μ. Θεοδωρίδης, Ι. Παπαϊωάννου, Β. Σαγιᾶς, Γ. Μπακόπουλος, Χ. Βοζίκης, Π. Πετρίδης, Δ. Χατζῖσκος, Α. Μητσοτάκης, Ρ. Κούνδουρος, Β. Καραπαναγιώτης, Β. Χατζηλίας, Κ. Σπυρίδης, Γ. Ζερβός, Γ. Μαρῆς, Δ. Εὐθυμιάδης, Ν. Μπακόπουλος, Γ. Σίδερης, Ζ. Βεντούρας, Κ. Πολυχρονάκης, Λ. Λαμπριανίδης καὶ Ι. Καλογερᾶς. Ἐπιτροπὴ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας: Α. Μάρκου, Π. Εὐριπαῖος, Γ. Γεωργιάδης, Β. Γκλαβάνης, Λ. Μυλωνᾶς, Ε. Μαχαίρας, Γ. Στρῖγκος, Γ. Σακαλῆς, Σ. Καραγιώργης, Γ. Τσακανίκας, Σ. Συμεόνογλου, Ι. Βατίτσας, (Μ. Δερλερές, Δ. Μπούκουρας, Φ. Μοσχούλας, Σ. Τρικούπης, Β. Σαγιᾶς, Ι. Σιακῆ, Γ. Παπανικολάου, Α. Θεολογίτης, Η. Παπαδόπουλος, Θ. Χρυσοβέργης, Α. Παχνός, Χ. Πανταζίδης, Κ. Γκότσης, Γ. Μαρῆς, Γ. Ἐμπειρῖκος, Τ. Ἀναστασίου, Σ. Λιούμπης, Γ. Χατζηγεωργίου, Π. Παπαδᾶκος, Σ. Πολυζωγόπουλος, Ι. Σπετσιώτης καὶ Σ. Μανταφούνης. Ἐπιτροπὴ Γεωργίας: Α. Μισυρλῆς, Α. Πιέρρης, Μ. Θεοδωρίδης, Δ. Χατζῖσκος, Γ. Μπούσιος, Δ. Καζάκης, Ι. Ράλλης, Α. Μυλωνᾶς, Ε. Μαλαμίδας, Γ. Μπανιᾶς, Χ. Ἀλαμανῆς, Λ. Ἰασονίδης, Ν. Μανούσης, Κ. Μητᾶκος, Α. Παπαδᾶτος, Ι. Τσιγκόλης, Α. Γρηγοριάδης, Ν. Ἀμηρᾶς, Μ. Λαίλιος, Κ. Ὀρφανός, Ν. Ἀνδρεαδάκης, Α. Σινώκας, Ν. Δαρβέρης, Δ. Κατσάνος, Λ. Τσιόκος, Κ. Μπουρμπούλης, Σ. Λιούμπης, Α. Ἔξαρχος, Δ. Εὐθυμιάδης, Ε. Ζούκας, Γ. Σίδερης, Μ. Τσαρλαμπᾶς, Α. Μητσοτάκης, Α. Μέρος, Θ. Χαβίνης, Σ. Χασιώτης καὶ Ρ. Κούνδουρος. Ἐπιτροπὴ Προνοίας: Κ. Ἀλαβάνος, Λ. Ἰασονίδης, Ε. Ἐμμανουηλίδης, Α. Δουλγερίδης, Α. Βουτυρᾶς, Α. Φωκᾶς, Κ. Βλαχοθανάσης, Θ. Παπαστρατῆς, Ν. Μανούσης, Κ. Μουζενίδης, Ι. Τσονταρίδης, Κ. Κωνσταντινίδης, Ι. Βογιατζῆς, Α. Τροχάνης, Π. Ἀντωναρόπουλος, Θ. Μαγκριώτης, Κ. Γεωργαντόπουλος, Θ. Κακκαρᾶς, Α. Ψάρας, Κ. Ὀρφανός, Γ. Ζερβός, Μ. Ἀργυρόπουλος, Σ. Παπάζης, Λ. Ἀνδρεάδης, Θ. Γρηγορίου, Ν. Τερζόγλου, Γ. Μικρός, Φ. Χρηστοδῆμος, Α. Ἔξαρχος, Κ. Μπουρμπούλης, Γ. Μηναῖος, Θ. Χρυσοβέργης, Κ. Σῖμος, Α. Μέρος καὶ Η. Ἀποσκίτης. Ἐπιτροπὴ Στρατιωτικῶν: Δ. Κάκκαβος, Ν. Βελέντζας, Δ. Δούκας, Α. Πολεμίδης, Κ. Καλκάνης, Αἰνιὰν Μαζαράκης, Δ. Φλωριᾶς, Ν. Μαμούνης, Κ. Γόντικας, Γ. Φικιώρης, Δ. Μπενάκης, Δ. Μπότσαρης, Α. Χριστόπουλος, Γ. Κοκκινάκης, Γ. Μπανιᾶς, Ν. Κουπαροῦσος, Ι. Καλογερᾶς, Μ. Λαίλιος, Β. Καραπαναγιώτης, Γ. Κακουλίδης, Α. Μελᾶς, Μ. Κοθρῆς, Γ. Καρπετόπουλος, Π. Νικολαΐδης, Δ. Βοῦλτζος, Α. Τσιόκος, Ι. Μουντζουρίδης, Ν. Καμπάνης, Μ. Δερλερές, Λ. Ἀνδρεάδης, Ο. Πανταζίδης, Α. Θεολογίτης καὶ Ν. Τερζόγλου. Ἐπιτροπὴ Ναυτικῶν: Α. Μιαούλης, Ι. Καναβός, Ι. Μάνος, Α. Σαχτούρης, Κ. Πετσάλης, Ι. Καλογερᾶς, Γ. Σακαλῆς, Β. Μαχαίρας, Ν. Μαμούνης, Γ. Στρίγκος, Μ. Γούδας, Ν. Καμπάνης, Ν. Παϊπέτης, Κ. Ἐμπειρῖκος, Π. Καμπάνης, Β. Ροῦφος, Δ. Βοῦλτσος, Μ. Βολουδάκης, Σ. Κρητικᾶς, Β. Κουκουρίδης, Α. Παχνός, Θ. Τσιριμῶκος, Π. Μπούμπουλης, Θ. Βαρβιτσιώτης, Β. Ἀλεξᾶτος, Δ. Κάκκαβος, Γ. Παπαπαράσχος, Γ. Κακουλίδης, Θ. Ἀνδρεάδης, Γ. Ἐμπειρῖκος, Ε. Σταυρίδης καὶ Ι. Σπετσιώτης.
§17Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι τοὺς ἀνεξαρτήτους βουλευτάς, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, παρετήρησα ὅτι οὔτε εἰς τὴν μίαν, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην Ἐπιτροπὴν συμπεριελάβατε. Καὶ ἐμὲ τὴν τελευταίαν στιγμὴν προσεθέσατε εἰς τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Διαμαρτύρομαι, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀνήκῃ τις εἰς κόμματα διὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς μίαν Ἐπιτροπήν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν διαμαρτυρίαν σας ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω ὡς ἑξῆς. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διεμαρτυρήθη νομίζων ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἀναλογία. Ἂν λοιπὸν δὲν ἐτηρήθη ἀναλογία, δὲν ἐτηρήθη ἀκριβῶς χάριν ὑμῶν τῶν ἀνεξαρτήτων τριῶν ἀγροτικῶν. Ἐν τούτοις ἀσχέτως ἂν εἶσθε τρεῖς μόνον ἀνεξάρτητοι, δύο ἐξ ὑμῶν συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ὁ κ. Χασιώτης καὶ ὁ κ. Μέρος. Ἑπομένως δὲν βλέπω ποῦ στηρίζεται ἡ διαμαρτυρία ὑμῶν.
§19Σ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ. Πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἀναλογίας, ἂς μὴ συμπεριληφθῶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε.
§20Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Βγάλετε καὶ ἐμὲ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Συγκοινωνίας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ κάτοικοι Π. Φαλήρου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ παροχῆς διαρκῶν μηνιαίων εἰσιτηρίων διὰ τὴν συγκοινωνίαν Ἀθηνῶν–Π. Φαλήρου. — Ὁμοίως οἱ κάτοικοι τῆς Καλλιθέας ζητοῦν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Πάουερ ἡ νῦν σύμβασις διὰ τὴν παροχὴν διαρκῶν εἰσιτηρίων. — Ὁ Εὐάγγελος Λεφάκης ζητεῖ τὴν ἐκκένωσιν τῆς οἰκίας του, χρησιμοποιουμένης ὡς ταχυδρομικὸν καὶ τηλεγραφικὸν γραφεῖον Κορίνθου, τῆς ἀρχικῆς μισθώσεως ληξάσης ἀπὸ τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1923. — Οἱ ἔμποροι καὶ λοιποὶ ἐπιχειρηματίαι Λαυρίου ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου «περὶ Κυριακῆς ἀργίας». — Τὸ Σωματεῖον καπνεργατῶν ἡ «Πρόοδος» ἐν Πραβίῳ ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα ἀφορῶντα τὴν οἰκονομικὴν καὶ διοικητικὴν ἀνύψωσιν τῶν μελῶν τοῦ Σωματείου των. — Οἱ γονεῖς καὶ κηδεμόνες φοιτητῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ὑποχρεωτικῆς θητείας σὺν τῇ καταβολῇ ἀντισηκώματος. — Ὁ Χαράλαμπος Τηλικίδης, Ἑλληνοδιδάσκαλος τοῦ ἐν Τριφυλλίᾳ Ἑλληνικοῦ σχολείου, ζητεῖ νὰ προαχθῇ ὡς ἔχων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα προσόντα. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Θερμοῦ ὑποβάλλει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 107 πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ζητεῖται νὰ μὴ καταργηθῇ τὸ ἐν Κεφαλοβρύσῳ Γυμνάσιον. — Ὁ Σύλλογος ἰδιοκτητῶν Θράκης ζητεῖ τὴν συνταγματικὴν κατοχύρωσιν τῆς ἰδιοκτησίας. — Οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες τῆς περιφερείας Ἰωαννίνων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν οἰκονομικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνύψωσίν των. — Ὁ ἀνίκανος ἐκ τραυμάτων πολέμου ἀπόστρατος ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ Λύκας Ἰωάννης ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 375 τῆς 24 Ἰανουαρίου 1927 γνωματεύσεως τῆς Ἀνωτάτης Στρατιωτικῆς Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Μαυρομμάτη ζητοῦν τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου βοσκῆς ἐπὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Γυθείου ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν Σωματείων καὶ Συλλόγων Γυθείου, δι’ ἧς ζητοῦν τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως εἰς δραχ. 1,500,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν Γυθείου–Σκάλας. — Τὸ Γʹ Πανελλαδικὸν Συνέδριον ἀστικῆς καὶ ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας ὑποβάλλει ὑπόμνημα ὅπως μὴ γίνωσι δεκταὶ αἱ τροπολογίαι «περὶ ὑποχρεώσεως τῆς ἰδιοκτησίας» καὶ «περὶ ἐπιτάξεων ἐν εἰρήνῃ» κλπ. — Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων Τοπολίων καὶ Καστελλίου διαμαρτύρονται διότι ἐσταμάτησαν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπισκευῆς τῶν ὁδῶν Κατσωματάδων. — Οἱ κάτοικοι τῆς νήσου Πάρου ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. — Ὁ Σύλλογος ἰδιοκτητῶν αὐτοκινήτων Ἠπείρου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ λήψεως νομοθετικοῦ μέτρου διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς αὐτοκινήτων εἰς Ἤπειρον ἐπὶ πενταετίαν. — Ὁ Ἐμ. Μπουντουράκης, κάτοικος Ἀποκορώνου Κρήτης, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Ἑταιρείας μεταλλευμάτων Λαυρίου, διότι ἀρνεῖται τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεώς του ἀνερχομένης εἰς δραχ. 69, παραχωρηθείσης αὐτῷ κατὰ τὸ 1900 λόγῳ παθήσεως (ἀπώλειαν ὁράσεως ἀμφοτέρων τῶν ὀφθαλμῶν). — Ὁ λαὸς τῆς περιφερείας Σοφάδων ζητεῖ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς γεφύρας Σοφάδων–Ὀνοχόνου, ἀπαραιτήτου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων τεσσάρων δήμων. — Οἱ κάτοικοι τῶν τέως δήμων Οἰχαλίας, Ἀνδανίας καὶ Ἰθώμης τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Λασηθίου Κρήτης ζητοῦν νὰ ἀποσπασθοῦν ἐκ τοῦ νομοῦ Λασηθίου καὶ νὰ προσαρτηθοῦν εἰς τὸν τοῦ Ἡρακλείου. — Ὁ Κωνσταντῖνος Τσαβάρας, ὑπόδικος εἰς τὰς φυλακὰς ΙΙ. Στρατῶνος, ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἄδικον προφυλάκισίν του. — Οἱ Δημ. Σαλῆς, Δ. Κυριαζῆς καὶ Κ. Κατσούλης, ἔμποροι καυσίμων ὑλῶν, ζητοῦν τὴν ἐπανάληψιν τῆς δημοπρασίας διὰ τὴν ἐπὶ ἑξάμηνον ἐξασφάλισιν καυσοξύλων εἰς τὰς ἐνταῦθα φρουράς. — Ὁ Εὐθύμιος Δ. Κοτσίκης ζητεῖ νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος «περὶ ἐφευρέσεων» καὶ προστεθῇ διάταξις δι’ ἧς νὰ παρέχεται ἀμοιβὴ εἰς τοὺς ἀνακαλύπτοντας ἰαματικὰς πηγάς, προκειμένου νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ μέρος ἔνθα ὑπάρχει ἰαματικὴ πηγή. — Ὁ Εὐάγγελος Παπαγεωργίου, ἱερεύς, κάτοικος Μεσολογγίου, ζητεῖ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως διὰ τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ του ἐκ τραυμάτων πολέμου. — Ὁ Δημ. Χ. Σιαχάμνης, ἐφοριακὸς γραμματεὺς αʹ τάξεως παρὰ τῇ Ἐφορείᾳ Μαντινείας, ζητεῖ τὴν ἐπανόρθωσιν γινομένης εἰς αὐτὸν ἀδικίας. — Οἱ προσωρινοὶ διδάσκαλοι τῆς περιφερείας τῶν δημοτικῶν σχολείων Τρικκάλων Μετσόβου ὑποβάλουν ὑπόμνημα περὶ μονιμοποιήσεως καὶ ἀφομοιώσεώς των μὲ τριτοβαθμίους δημοδιδασκάλους. — Τὸ Σωματεῖον ἐνοικιαστῶν Καβάλλας ζητεῖ τὴν ἔκδοσιν Ν. Διατάγματος, δι’ οὗ νὰ ρυθμίζωνται τὰ μισθώματα τὰ καταβαλλόμενα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. — Οἱ καπνεργάται Ξάνθης ὑποβάλουσι ψήφισμα διαμαρτυρίας ἐκ μέρους καπνεμπόρων διὰ τὰς γενομένας ἀδικίας. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Παπαναστασίου ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ διοικήσεως τῶν εἰς τὸ Κράτος ἢ νομικὰ πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ἢ κοινῆς ὠφελείας προερχομένων κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ δωρεῶν». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μουντζουρίδης καὶ Δ. Βοῦλτσος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Ἀλεξανδρῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως τοῦ χρηματικοῦ ὑπολοίπου τοῦ τέως ταμείου ἀγροφυλακῆς Καρδίτσης πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρδίτσης».
§22Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος θὰ γίνῃ σήμερον;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Νομοθετικὴ ἐργασία. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συζητηθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Αὐτὴ ἡ ἀταξία παραλύει κάθε ἐργασίαν.
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ «περὶ ἀνυποτάκτων».
§27Α. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ βλέπω νὰ θίγεται τὸ ζήτημα τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου «περὶ ἀνυποτάκτων», θέλω νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν μόνον, ὅτι αὐτό, ἐπειδὴ ἀφορᾷ τροποποίησιν Διατάγματος Νομοθετικοῦ γενομένου ἐπὶ δικτατορίας, ὑπάγεται εἰς τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ θὰ τὸ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον πρόσφατον ψήφισμα τῆς Βουλῆς ἔχει ὁρισθῆ ἡ διάρκεια τῶν ἀγορεύσεων, συνεπῶς ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του ἕκαστος ἀγορεύων μόνον ἓν τέταρτον τῆς ὥρας. Βεβαίως πέραν τῆς συστάσεως αὐτῆς ὁ Πρόεδρος δὲν ἔχει ἄλλην δικαιοδοσίαν νὰ ἐνασκήσῃ. Ἀλλὰ σᾶς καθιστῶ γνωστὸν ὅτι ὁ προεδρικὸς κώδων ἢ μᾶλλον οἱ προεδρικοὶ κώδωνες θὰ ἀσκήσωσιν ὅλην τὴν ἐξουσίαν των διὰ νὰ καταπνίξωσι κάθε φωνὴν ἀγορεύοντος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν Κανονισμόν. Εἶναι 45 ἐγγεγραμμένοι. Ἂν ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς ἕκαστον ἀγορεύοντα, θέλομεν τοὐλάχιστον ἑπτὰ ἑβδομάδας διὰ νὰ ἐξαντληθῇ ὅλος αὐτὸς ὁ κατάλογος, δεδομένου ὅτι δὲν συνεδριάζομεν παρὰ τρεῖς ὥρας μόνον σχεδόν.
§29Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ὅμως καὶ ἄλλος τρόπος· ὅτι «ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη».
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὐτὸ βεβαίως. Ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω τὸ ἐπιεικέστερον μέτρον. Ὁ κ. Κ. Σπυρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§31Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Κατόπιν τῆς συστάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὅπως μὴ ὑπερβαίνωμεν τοῦ λοιποῦ ἀγορεύοντες τὸ κεκανονισμένον δι’ ἕκαστον ἄρθρον χρονικὸν ὅριον, ζητῶ τὴν ἄδειαν ὅπως ἀφήσω κατὰ μέρος τὰ ἀφορῶντα τὴν λεκτικὴν σύνθεσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου καὶ μὴ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος κατὰ πόσον ἡ προσθήκη μιᾶς παραγράφου δύναται νὰ βλάψῃ ἢ νὰ ὠφελήσῃ τὴν ὅλην ἔννοιαν, ἣν τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρον ἔρχεται νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Οὐδέποτε, ἄλλωστε, τὸ ὁμολογῶ, ἀπέδωκα ἐξαιρετικὴν σημασίαν εἰς τὰ κείμενα τῶν Συνταγμάτων, φρονῶν, ὅτι ὅπως ἡ τήρησις αὐτῶν ἐπαφίεται εἰς τὴν φιλοπατρίαν τῶν Ἑλλήνων, ὡς ἀναγράφεται ἐν κατακλεῖδι εἰς τὸ τέλος κάθε Συνταγματικοῦ Χάρτου μας, οὕτω καὶ ἡ ἑρμηνεία, ἡ παρερμήνευσις, ἐνίοτε δὲ καὶ ἡ καταστρατήγησις αὐτοῦ εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τὸν βαθμὸν τῆς νοοτροπίας τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων καὶ εἰς τὸ ἰδιαίτερον τυχὸν κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν περιβάλλον, ἐν ᾧ τυχὸν ἤθελον κληθῆ νὰ διοικήσουν τὴν Χώραν. Συμβαίνει, ἐξ ἄλλου, μὲ τὸ Σύνταγμα ὅ,τι καὶ μὲ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον καὶ τὰς περιφήμους περὶ πολέμου διατάξεις του, ὧν τὴν ὕπαρξιν διὰ πρώτην φορὰν μανθάνομεν ἢ ἐνθυμούμεθα ὁσάκις ὁ εἷς τῶν ἐμπολέμων τουλάχιστον ἀπαρεγκλίτως τὰς ἔχει καταπατήσει. Διὰ τοῦτο ἀποδίδω κυρίως σημασίαν ὄχι τόσον εἰς τὴν ἀπὸ λεκτικῆς ἀπόψεως, τελειωτικὴν διατύπωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 19ου ἄρθρου, ὅσον εἰς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν προσθήκην τῆς τελευταίας παραγράφου καὶ εἰς τὸν κολοσσιαῖον ἀντίκτυπον, τὸν ὁποῖον καλεῖται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ζωῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ τελευταία δεκαπενταετία ὑπῆρξε πλουσία εἰς νεωτεριστικὸν πνεῦμα καὶ εἰς κοινωνικὰς μεταρρυθμίσεις πρὸς τὰ πρόσω. Προέτρεξεν οὕτως εἰπεῖν μιᾶς ἐπερχομένης ἀνάγκης, ἄνευ δὲ τῆς προνοίας ταύτης ἡ μεταπολεμικὴ κατάστασις θὰ ἐπέβαλλεν αὐτὰς διὰ τῆς βίας. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως οὐδὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν ἀγροτικὴν πολιτικήν του, ἥτις δὲν ὑπῆρξε βεβαίως μονοπώλιον τῆς μεγάλης πολιτικῆς μερίδος, ἥτις κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκυβέρνησε τὴν Χώραν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ θετὸν τέκνον τῶν ἀναλαβόντων ἐξ ὑπαμοιβῆς κατὰ τὴν μνησθεῖσαν περίοδον τὴν Ἐξουσίαν. Ἂν ὅμως ἀμερολήπτως καὶ μετὰ ψυχραιμίας ρίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὸν διανυθέντα ἔκτοτε δρόμον, θὰ παρατηρήσωμεν μετὰ λύπης δύο τινά: Πρῶτον ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ μας προγράμματος, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, διατηρεῖ πάντοτε ἀκέραια τὰ δίκαιά του, δὲν ὑπῆρξεν οἵα ὤφειλε νὰ εἶναι, τόσον διὰ τὸ συμφέρον τῶν καλλιεργητῶν, ὅσον καὶ διὰ τὰ δίκαια τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ δὲ αὔλαξ, ἣν ἄφησεν ἐν τῇ ψυχῇ μας καὶ ἐν τῇ διανοήσει μας ἡ ἐντατικὴ χρῆσις καὶ κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὑπῆρξεν ἀπὸ ἀπόψεως διαστροφῆς τῆς νοοτροπίας μας αὐτόχρημα καταστρεπτική. Θέλοντες νὰ ἀποκαταστήσωμεν, ὡς ἦτο δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον, τοὺς ἀκτήμονας γεωργούς, ὠλισθήσαμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν παραγνώρισιν ἑνὸς ἄλλου δικαίου, ἂν θέλετε ἴσως ὄχι ὅπως λέγουν ἱεροῦ, ἀλλὰ σιδηροῦ καὶ ἀναγκαίου, τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐν τῇ προϊούσῃ δὲ μέθῃ μιᾶς τοιαύτης τακτικῆς, ἐφθάσαμεν εἰς ἓν γενικὸν πνεῦμα κρατικῆς δημεύσεως, ἐκδηλωθὲν εἰς πλείστας νομοθετικὰς καὶ διοικητικὰς πράξεις. Οὕτω, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον, δὲν ἀπέμενεν ἢ ἓν βῆμα ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν δήμευσιν τῶν καταθέσεων εἰς χρυσόν, εἰς τὰς παντοειδεῖς καὶ εὐκόλους ἐπιτάξεις, ἵνα μὴ μνημονεύσω τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ μέγα τοῦτο κοινωνικὸν ζήτημα, πέριξ τοῦ ὁποίου ὅμως ἐδημιουργήθη τοιαύτη ζύμωσις καὶ τοιαύτη σύγχισις, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ ἑκάστοτε κυβερνῶντες νὰ δώσουν τὴν λύσιν, ἣν ἐπιβάλλει ἡ λογική, ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ σκοπιμότης. Ἐν μιᾷ λέξει, κύριοι βουλευταί, καὶ ἵνα συνοψίσω τὰς σκέψεις μου, ἐκ τῆς παραφόρου ἐφαρμογῆς μιᾶς προοδευτικῆς ἰδέας, τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ἐγεννήθησαν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ μας τοιοῦτοι δηλητηριώδεις ἀτμοί, ὥστε νὰ ἐρωτᾶται ἂν πράγματι ἐξακολουθῶμεν νὰ εἴμεθα ἓν ἀστικὸν καθεστώς, ἢ ἂν δὲν εἰσήλθομεν μὲ ἀνεπεπταμένας σημαίας πρὸς τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν ἀκροτάτην ἀριστεράν. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, μόνον περὶ ἑνὸς περαιωμένου γεγονότος, περὶ θυσιῶν, ἃς ἐφάπαξ ὡρισμένα ἄτομα, ὡρισμέναι τάξεις ὑπέστησαν, ἴσως πᾶσα μεμψιμοιρία ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ἀπολογισμοῦ νὰ ἦτο ἄκαιρος, ἵνα μὴ εἴπω ἀνευλαβής, ἐν μέσῳ τόσων ζημιῶν, τόσου πένθους, τόσων καταστροφῶν, εἰς ἃς ὁ πόλεμος ἐβύθισεν ὁλόκληρον ὁμόαιμον πληθυσμόν μας. Δυστυχῶς, ὁ ἀντίκτυπος μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς ἐναντίον της δὲν ἠκούσθη ἄχρις ὥρας, ἐξ ἐπισήμου τουλάχιστον στόματος, οὐδεμία δραστικὴ διαμαρτυρία ἤρχισε νὰ ἐπεκτείνεται, νὰ εἰσδύῃ καὶ προσβάλῃ ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ζωήν, δημιουργῶν μίαν κατάστασιν, ἥτις, ἂν ταχέως δὲν ἀναχαιτισθῇ, δύναται νὰ λάβῃ τραγικὰς διὰ τὸ μέλλον διαστάσεις. Οὐδὲν εὐκολώτερον τῆς γενικεύσεως ἑνὸς πανικοῦ, οὐδὲν τὸ δυσχερέστερον τῆς καταστολῆς του, ἂν ἐν καιρῷ δὲν ληφθοῦν τὰ κατάλληλα μέτρα. Τὸ σύνθημα τῆς ἐξόδου τῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἔχει ἤδη δοθῆ πρὸ καιροῦ. Ὁ φόβος καὶ ὁ δισταγμὸς τῶν ἔξω Ἑλλήνων νὰ τοποθετήσωσι εἰς ἀκίνητα ἐνταῦθα μέρος τῆς περιουσίας των εἶναι γνωστὸς καὶ δύναμαι νὰ εἴπω εὐνόητος. Ἕν γενικὸν πνεῦμα φυγῆς κατέλαβε τὴν οἰκονομικὴν Ἑλλάδα εἰς στιγμάς, καθ’ ἃς ἡ δικτατορικὴ περιπέτεια ἐντελῶς τὸ ἐναντίον θὰ ἀπῄτει διὰ τὴν σωτηρίαν μας. Θὰ ἔλεγέ τις ὅτι πρὸ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως, πρὸ τοιούτων συγκεκριμένων γεγονότων, ἅτινα μία ἀμείλικτος στατιστικὴ ὑπογραμμίζει, οὐδεμία διαφωνία θὰ ἠγείρετο καὶ ὅτι πάντες θὰ ἦσαν σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, δι’ οἱωνδήποτε μέσων οὐσιαστικῶν καὶ ἐξωτερικῆς ἐμφανίσεως νὰ ἐνθαρρύνουν τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ νὰ ἑλκύσουν ἐκ νέου τὸ κεφάλαιον. Ἦτο τῳόντι μία κραυγὴ παρηγορίας καὶ ἀνακουφίσεως, ἦτο τὸ «ἐπὶ τέλους» ἐξελθὸν ἐκ μυριάδων στομάτων, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξεφράσθη εὐνοϊκῶς ὑπὲρ μέτρων προστασίας καὶ περιφρουρήσεως τῶν καταθέσεων εἰς τὰς Τραπέζας. Τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ἐκείνην ἡ θεὰ Ἔρις ἤνοιξεν, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Μυλωνᾶ, τὴν θύραν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἵνα ρίψῃ, ὅπως εἰς τοὺς γάμους τῆς Θέτιδος, τὸ μῆλον τῆς διχογνωμίας, τὴν περίφημον καὶ ἐπίδικον παράγραφον, καθ’ ἣν ἡ ἰδιοκτησία, ἐκτὸς τῶν κινδύνων τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐκτὸς τῶν λοιπῶν βαρῶν, εἰς ἃ φορολογικῶς εἶναι εἰς τὸ ἀπέραντον ἐκτεθειμένη, ἐκτὸς τῶν μυρίων ἐπιτάξεων, ἐγκλείει καὶ ἄλλας ἀορίστους ὑποχρεώσεις. Βεβαίως οἱ προτείνοντες τοῦτο συνάδελφοι γνωρίζουν καλῶς τὰ ξένα Συντάγματα. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ εἴπω εἰς αὐτοὺς ὅτι δὲν ἐγκλείουν οὔτε μόριον κοινωνικῆς ψυχολογίας. Ἔχουν τὴν ἀφέλειαν νὰ νομίζουν ὅτι ὁ κόσμος τοῦ κεφαλαίου, ὁ κόσμος τῆς ἀποταμιεύσεως καὶ αὐτοὶ οἱ ἐξηνταβελώνηδες τοῦ Πανελληνίου θὰ ἀναγνώσουν τὰς ἐξηγήσεις των ἐν τῇ Βουλῇ καὶ θὰ πεισθοῦν ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι οὐδένα κίνδυνον προσθέτει εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἔχουν τὴν ἁπλότητα νὰ πιστεύουν ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν βελτίωσιν οἰκείου Συνταγματικοῦ Χάρτου. Δὲν ἔχουν ὅμως τὴν δύναμιν νὰ κατέλθουν εἰς τοὺς ἰδίους των ἑαυτοὺς καὶ νὰ ἐρωτήσουν τὸν ἐσωτερικόν των ἄνθρωπον μήπως οὕτω σκεπτόμενοι καὶ πράττοντες δὲν εἶναι δέσμιοι καὶ θύματα μιᾶς ἰδεολογικῆς αὐταπάτης. Τὸ φαινόμενον, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μοναδικόν. Ἐκδηλοῦται ἐνίοτε μάλιστα νοσηρῶς, παντοῦ ὅπου καλλιεργεῖται ἐντατικῶς τὸ μικρόβιον μιᾶς ἄκρας ἰδεολογίας. Οὕτω σιγὰ–σιγὰ ἐκ τοῦ κόλπου τῶν Φιλελευθέρων εἴδομεν νὰ προβάλῃ κάτι χωριστόν, κάτι διάφορον, ὁμοιάζον μᾶλλον μὲ μίαν κοινωνιολογικὴν ψυχοπάθειαν, μὲ ἕνα ὑπερδημοκρατικὸν μυστικισμόν, ὅστις, ὅταν λάβῃ τοιαύτην μορφὴν καὶ ὑποκαταστήσῃ τὴν μεμετρημένην καὶ ἁγνὴν ἰδεολογίαν, δὲν γνωρίζει πλέον ὅρια. Πρὸ τοιούτου φαινομένου εὑρισκόμεθα ἀκριβῶς σήμερον. Πρὸ μιᾶς τάξεως καθ’ ὅλα ἀξιοτίμων καὶ διακεκριμένων συναδέλφων, οὓς ἡ ὀξυνθεῖσα νοοτροπία οὐκ ἐᾷ καθεύδειν, ὁσάκις λόγοι ἀνώτεροι ἐπιβάλλουν εἰς τὴν πορείαν τοῦ Κράτους καὶ ὀλίγον βῆμα σημειωτόν. Πρὸ μιᾶς τάξεως ἐπιστημόνων, οἵτινες νομίζουν ὅτι ἁμαρτάνουν ὁσάκις, εἰς κάθε περίστασιν, εἰς κάθε εὐκαιρίαν, δὲν ἀφήνουν νὰ πέσῃ ἡ σταγὼν τῆς προοδευτικῆς των ψυχώσεως. Ἀγνοοῦν ὅμως οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι συνάδελφοι ὅτι τὸ κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν πρόβλημα δὲν ἀνάγεται πάντοτε ἀναγκαστικῶς εἰς ἓν ἁπλῶς ἠθικὸν πρόβλημα καὶ ὅτι τουναντίον τὸ ἠθικὸν τοῦτο πρόβλημα συνταυτίζεται μὲ τὴν ἀνάγκην νὰ συμβιβάσωμεν τὰ ἀνθρώπινα ἰδεώδη πρὸς τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς δυνατότητας τῶν ἑκάστοτε στιγμῶν. Ἄλλοτε τὸ γενικὸν συμφέρον πιθανὸν νὰ ἀπαιτῇ νὰ προστατεύσωμεν ἰδιαζόντως τὸ κεφάλαιον, ἄλλοτε νὰ τὸ θέσωμεν ὑπὸ ἔλεγχον καὶ αὐστηρὰν παρακολούθησιν, ἄλλοτε νὰ ἐθνικοποιήσωμεν τὴν τάδε ἐπιχείρησιν, ἄλλοτε νὰ ἐκχωρήσωμεν εἰς ἰδιωτικὴν ἐκμετάλλευσιν ἓν μονοπώλιον, ἄλλοτε νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ συνεταιριστικὸν πνεῦμα, ἄλλοτε νὰ περιορίσωμεν τὸν συνδικαλισμόν, ὅστις, ἐκτρεπόμενος, δυνατὸν νὰ φθάσῃ μέχρις ἀρνήσεως τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους. Λόγοι ἠθικοί, λόγοι κοινωνικοὶ ὑπεισέρχονται, ἵνα μὴ εἴπω διέπουν, τὰ πολιτικά μας πράγματα. Ἀλλ’ ἡ πολιτική, ὅπως καὶ ἡ δημοσιονομία, δὲν εἶναι ἀπόρροια ἠθικῶν μόνον νόμων. Οἱ χωροῦντες διηνεκῶς πρὸς τὰ ἐμπρός, χωρὶς νὰ ἀναμετρήσουν τὸ διανυθὲν διάστημα, οἱ ἀναμιγνύοντες ἀπερισκέπτως εἰς τὰ πολιτικά των δόγματα ἕνα κοινωνικὸν μυστικισμόν, εἶναι κατὰ βάθος ἐχθροὶ τῆς προόδου, διότι διὰ τῶν ὑπερβολῶν των καὶ τῶν ὑπερθεματισμῶν των δυσφημοῦν καὶ καθιστοῦν ἐνίοτε μισητὰ τὰ ἰδεώδη, ὑπὲρ τῶν ὁποίων μετ’ εἰλικρινείας ἐργάζονται. Τὸ παραχωρηθέν μοι, κύριοι βουλευταί, τέταρτον τῆς ὥρας ἐξέπνευσε καὶ εἶναι καιρὸς νὰ συμπεράνω: Διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν σήμερον δὲν καλεῖσθε νὰ ἀποφανθῆτε ἁπλῶς ἂν ἡ δεῖνα παράγραφος ἢ ἡ δεῖνα λέξις, προστιθεμένη εἰς τὸ Σύνταγμα, βλάπτῃ, ὠφελῆ, ἢ οὐδὲν ἀπολύτως προσδίδῃ. Εἰς ὃ σημεῖον, καλῶς ἢ κακῶς περιήχθη τὸ ζήτημα, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται, πρὸ τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἐξηναγκασμένη νὰ ἐκφέρῃ διὰ τῆς ψήφου της μίαν γενικωτέραν ἐτυμηγορίαν ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀρχάς της καὶ τὴν περιφρούρησιν, ἣν ἐννοεῖ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Δὲν δύναται νὰ ἐκφύγῃ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ἀπόσυρσις, ἡ ἑκουσία ἀφαίρεσις τῆς ἐπιδίκου παραγράφου ὑπὸ τῶν προτεινάντων αὐτήν, δὲν θὰ ἦτο ἱκανοποιητικὴ διὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἥτις ἀξιοῖ νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτας της ποῖαι εἶναι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου αἱ διαθέσεις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ κόσμος τῆς ἰδιοκτησίας, ὁ κόσμος τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων, ὁ κόσμος τῆς μεγάλης καλλιεργείας, αἱ ἐργαζόμεναι τάξεις καὶ πᾶν ὅ,τι πέριξ της κινεῖται καὶ ἕλκεται ὡς ἓν αὐτοτελὲς κοσμογραφικὸν συγκρότημα, ἀδημονεῖ καὶ ζητεῖ μίαν κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν, ἐβαρύνθη καὶ ἐξηντλήθη πολιτευόμενος μεταξὺ ρευμάτων ἀοριστολογίας, ἀπὸ τὸ ἓν πολιτικὸν πρόγραμμα εἰς τὸ ἕτερον καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐλλείπει, ἂν μή τι ἄλλο, ἡ σαφήνεια, εἴς τινα δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ ὀλίγον πολιτικὸν θάρρος. Δὲν ζητεῖ ἡ Κοινὴ Γνώμη τὴν ἀναχαίτισιν τῆς προόδου, δὲν ζητεῖ τὴν ὀπισθοδρόμησιν τοῦ ἀγροτικοῦ μας ζητήματος, δὲν θέλει τὴν περιστολὴν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν ἐργατικῶν προνομίων. Ζητεῖ τουναντίον τὴν εὐόδωσιν ὅλων αὐτῶν διὰ μιᾶς προγραμματικῆς δηλώσεως προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας. Δύο ὁδοὶ ἀνοίγονται πρὸ ὑμῶν, κύριοι βουλευταί· ἡ ὁδὸς μιᾶς στείρας ἰδεολογίας, μὲ ὅλην τὴν γυμνητεύουσαν πομπὴν τῆς ἀνεργίας, τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, καὶ ἡ ὁδὸς τῆς ἐργασίας, τῆς περισυλλογῆς, τῆς ἀναδημιουργίας, ἡ ὁδὸς τῆς διοχετεύσεως ἔξωθεν τοῦ πακτωλοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ χρυσίου. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἡ ἔνδεια, ἀπὸ τὸ ἄλλο ἡ προκοπὴ καὶ ὁ πλουτισμός. Ἐκλέξατε. (Χειροκροτήματα).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον.
§33Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ προσπαθήσω, κύριοι, νὰ εἶμαι σύντομος. Τὸ συζητούμενον ζήτημα τῆς κατοχυρώσεως τῆς ἰδιοκτησίας εὐλόγως συνεζητήθη εὐρέως καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ εὐλόγως προσήλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἐκπροσωπῶν ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ μετ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐσκοπεῖτο ἡ κατοχύρωσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τὸ συντηρητικώτερον. Τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, κόμμα κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικὸν καὶ ἀστικόν, σκοπεῖ διὰ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας νὰ κατοχυρώσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὴν ἀπὸ πάσης προσβολῆς. Ὀφείλω, κύριοι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ἔχω ἐρριζωμένον βαθύτατα εἰς τὴν ψυχήν μου τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅτι θεωρῶ τοῦτο παρεμφερὲς πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ὁ πολίτης προστατεύει τὴν ἐλευθερίαν αὑτοῦ, καθ’ ὅμοιον τρόπον πρέπει νὰ προστατεύῃ καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν του. Δὲν θέλω βέβαια νὰ ἀναγάγω τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς τὸ ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, διότι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἀπολύτως. Ὅπως ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία πολυτιμότατον ἀγαθὸν καὶ δικαίωμα καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἐκ λόγων γενικῆς ἀνάγκης, χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστοῦν στερήσεις, τὸ ἴδιον δύναται νὰ συμβῇ καὶ διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν, ὅπου ὑπάρχει κοινὸν συμφέρον, δημοσία ἀνάγκη, ἡ ἰδιοκτησία πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ ὑποχωρῇ πρὸ αὐτῶν. Ἀναλόγως τῶν ἀντιλήψεων ἑκάστης Κοινωνίας τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ τῆς ἰδιοκτησίας, θεωρεῖται σπουδαιότερον ἢ μὴ τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος. Ὑπάρχουν Κράτη συνταγματικά, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία μὲ μικρὰν ἀποζημίωσιν καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ Κράτη συνταγματικά, ὅπως ἡ Ἑλλάς, ὅπου οὔτε κἂν ἐπιτρέπεται συζήτησις ὅτι δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ἄνευ ἀποζημιώσεως πλήρους καὶ ἀκεραίας. Ἂν δέ, κύριοι, τὸ πρόσφατον παρελθὸν διὰ τῶν ἐπαναστάσεων καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν δὲν ἤγγισε τὴν ἰδιοκτησίαν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ἂν νόμοι ἀντισυνταγματικοὶ δὲν ἐψηφίζοντο, ὑποσχόμενοι τὴν καταβολὴν μηδαμινῆς ἀποζημιώσεως, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα κατωχύρωσαν ἐπαρκῶς. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, τοῦ 1864 καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐν ἄρθρῳ 17, ἂν καὶ ἐλάχισται ἦσαν αἱ περιπτώσεις τῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, τὰ Συντάγματα ταῦτα κατωχύρωσαν τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ δὲν ἐπέτρεψαν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῆς ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ 1911, ὅταν συνεζητῆτο τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ὁπότε ἐγένετο ἡ τροποποίησις τοῦ ὅρου δημοσίας ἀνάγκης εἰς δημοσίαν ὠφέλειαν διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅτε τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα ἦτο ὀξύτατον καὶ οἱ ἐν τῇ τότε Βουλῇ Θεσσαλοὶ βουλευταὶ παρερχόμενοι τὸ βῆμα τοῦτο ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον διεξετραγώδησαν τὰ δεινοπαθήματα τῶν ἀκτημόνων Θεσσαλῶν κολλήγων, οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἄνευ ἀποζημιώσεως, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς τότε πλειονοψηφίας διεκήρυττεν ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώχθη νὰ ἀσφαλισθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἐπιδιωκόμενον νὰ ἀσφαλισθῇ σήμερον, εἶναι ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ ἀποζημιώσεως δικαίας, ἄνευ ἀποζημιώσεως προηγουμένης τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὅτι ἡ ἀφαίρεσις αὕτη πρόκειται νὰ γίνῃ διὰ λόγους ἐξυπηρετοῦντας τὸ κοινὸν συμφέρον. Ἀλλὰ καὶ παρ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν Θεσσαλικῶν τσιφλικίων δὲν ἐγένετο ἀποτόμως, ἀλλὰ μετὰ πάροδον πολλοῦ χρόνου. Διεκανονίσθησαν κατ’ ἀρχὰς αἱ σχέσεις μεταξὺ ἀγροτῶν καὶ κολλήγων διὰ νὰ μὴ ἐπέρχωνται αἱ βίαιαι ἐξώσεις τῶν ἀγροτῶν. Ἤρξατο κατόπιν ἡ ἑκουσία ἀπαλλοτρίωσις. Ἡ δὲ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ἡ θεσπισθεῖσα διὰ τοῦ Συντάγματος, ἐχρησίμευεν ὡς ἀπειλὴ κατὰ τῶν ἀπλήστων ἰδιοκτητῶν, χωρὶς νὰ ἐφαρμόζηται καὶ οὕτω ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον συνεπληροῦτο διὰ τῶν ἑκουσίων ἀπαλλοτριώσεων ἂν κατὰ τὸ ἔτος 1918 δὲν ἐπεξετείνετο ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις διὰ τῶν ἀγροτικῶν νόμων τοῦ 1918 καὶ 1920 πανταχοῦ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Μακεδονίας, ἂν καὶ διὰ τῶν νόμων τούτων κατεβάλλετο πλήρης ἀποζημίωσις καὶ ἀφίνετο ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν ὡς κλῆρος τὸ ⅓ τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος.
§34Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον, κ. συνάδελφε;
§35Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τῆς ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως.
§36Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ;
§37Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα. Καὶ σᾶς ἀναφέρω τὴν πώλησιν τῶν Ζαππείων κτημάτων, τῶν Μουφιτικῶν κτημάτων καὶ ἄλλων μεγάλων Θεσσαλικῶν τσιφλικίων, ὅπου ἀποκατέστησαν τοὺς ἀκτήμονας γεωργοὺς τῆς Θεσσαλίας καὶ τοὺς κατέστησαν εὐτυχεῖς, διότι παραλλήλως πρὸς τὴν οὕτω δημιουργηθεῖσαν μικρὰν ἰδιοκτησίαν ὑφίστατο καὶ ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία, ἡ ὁποία διὰ τῶν μηχανημάτων καὶ τῶν νέων προόδων τῆς γεωργίας ἐπλούτισε τὴν Θεσσαλικὴν γῆν. Καὶ ὅταν ἡ Θεσσαλικὴ γῆ ἀπηλλοτριώθη ἐσπευσμένως, καθ’ ὃν τρόπον ἀπηλλοτριώθη διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας, ἡ Θεσσαλικὴ γῆ πλέον ἔμεινεν ἀκαλλιέργητος.
§38Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§39Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ εἶναι ἀκαλλιέργητος ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία, ὥστε ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὁ νομοθέτης τοῦ 1925, ἀνέγραψεν ἐν τῷ ἀγροτικῷ νόμῳ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος κληροῦχος ὑποχρεοῦται ἀπὸ τῆς προσωρινῆς διανομῆς ἀκόμη νὰ καλλιεργῇ αὐτοπροσώπως τὸν παραχωρηθέντα αὐτῷ κλῆρον. Ἂν δὲ μετὰ διετίαν ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τοῦ κλήρου δὲν καλλιεργήσῃ τοῦτον δεόντως, νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας.
§40Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§41Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀκριβέστατον. Ἄρθρον 92 τοῦ ἀγροτικοῦ κώδικος.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς πόσα μέρη, κ. συνάδελφε, μένει ἀκαλλιέργητος καὶ ἐλαχίστη ἔκτασις; Εἴμεθα ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν θερμῶς νὰ μᾶς εἴπητε περὶ αὐτοῦ.
§43Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ.
§44Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχω νὰ πληροφορήσω τὸν ρήτορα, ὅπως καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, ὅτι ὀλίγους μῆνας ἀφ’ ὅτου εἶχον γίνει Ὑπουργός, κατὰ τὸ 1922, εἶχον ζητήσει πληροφορίας παρὰ τῶν ὑπαλλήλων Ἀρχῶν νὰ μὲ βεβαιώσουν κατὰ πόσον οἱ ἀποκαθιστάμενοι ἀκτήμονες ἐκαλλιέργουν τὰς παραχωρηθείσας εἰς αὐτοὺς ἐκτάσεις, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης αὐτῆς ἦτο ὅτι 20–25 τῶν κληρούχων δὲν ἐπεχείρησαν νὰ καλλιεργήσουν τὰς παραχωρηθείσας εἰς αὐτοὺς ἐκτάσεις.
§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές, κύριε Ὑπουργέ;
§46Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τῶν Ν. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐφηρμόσθη ἡ ἀγροτικὴ νομοθεσία, ἅτινα ἐπηκολούθησαν τὴν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας, διὰ τῶν Νομοθετικῶν αὐτῶν Διαταγμάτων, λέγω, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδιώχθη ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, τοῦ 1918 πρῶτον, τοῦ 1920, τοῦ 1922, τοῦ 1924 καὶ τοῦ 1925, ὡρίσθη, ἀφοῦ διὰ προηγουμένης ἐπαναστατικῆς διατάξεως ἀφῃρέθη ἡ ἰδιοκτησία ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ὡρίσθη ἀποζημίωσις μηδαμινή, 20 ἕως 40% προσαύξησις προστιθεμένη ἐπὶ τῆς προπολεμικῆς τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων ἀξίας. Διὰ τῶν νόμων τούτων ἡ ἀποζημίωσις ἐμειώθη, ἡ ἰδιοκτησία ἀφῃρέθη ἀντὶ ἐλαχίστου τιμήματος καὶ διὰ νόμων ἀντισυνταγματικῶν ἡ ἰδιοκτησία ἐδημεύθη. Ἀντὶ εἰς τὴν ἀφαιρουμένην περιουσίαν τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ τίθεται ἓν οἰκονομικὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ εἶναι ἰσάξιον πρὸς τὴν ἀφαιρουμένην ἰδιοκτησίαν, διὰ τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν καθιέρουν οἱ νόμοι οὗτοι οἱ ἀντισυνταγματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰς λαϊκὰς μάζας, ὡρίζετο τίμημα μηδαμινόν, τίμημα εὐτελὲς καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ἰδιοκτησία των ἀφῃρεῖτο ἄνευ ἀποζημιώσεως σχεδόν, ἐδημεύετο κατὰ κυριολεξίαν. Καὶ ὅταν τοιοῦτοι νόμοι ἀντισυνταγματικοὶ ἐψηφίσθησαν ἐν τῷ παρελθόντι, ἐρχόμεθα σήμερον ἡμεῖς, ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τῆς σήμερον, νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ διδάγματα τοῦ παρελθόντος ἡμεῖς καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς κόμμα πολιτικὸν αἰσθανόμεθα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναγράψωμεν πρὸ τῆς λέξεως «ἀποζημίωσις» τὴν λέξιν «πλήρης», οὐχὶ διότι ὁ νομικὸς ὅρος τῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἐκφράζει, ὡς ἐδέχθη καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν πλήρη καὶ δικαίαν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἂν ἐπιμένωμεν εἰς αὐτό, πράττομεν τοῦτο πρῶτον διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἔνδειξις πρὸς τὸν δικαστὴν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐν τῷ μέλοντι νὰ ἐφαρμόζῃ νόμους ἀντισυνταγματικοὺς ὁρίζοντας ὅρια κατώτερα τῆς πραγματικῆς ἀποζημιώσεως, ὅρια περιορίζοντα τὴν ἐλευθέραν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, δεύτερον ὡς ἐπιταγὴν πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ψηφίσῃ νόμους ἀντισυνταγματικούς, νόμους ἀντικειμένους εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Θέλομεν ἐπὶ πλέον τὴν ἀναγραφὴν τῆς λέξεως «πλήρους» ὡς ἐγγύησιν διὰ τὴν Κοινωνίαν, ἡ ὁποία τοσοῦτον εὐλόγως ἀνησυχεῖ, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου θὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ θὰ κατοχυρωθῇ ἀπὸ πάσης προσβολῆς καὶ ἀπὸ πάσης δημεύσεως. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς κόμμα μετ’ ἄλλων συναδέλφων, τὰ αὐτὰ μὲ ἡμᾶς φρονούντων, ἐπιμένομεν νὰ γραφῶσιν αἱ λέξεις «ἀποζημίωσις πλήρης». Καὶ ὅταν ταῦτα ἀνεπτύσσοντο χθὲς ἀπὸ ἀξιότιμον προλαλήσαντα συνάδελφον, ἠκούσθη διαμαρτυρία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε· «τί θὰ γίνουν αἱ ἐκκρεμεῖς ἀπαλλοτριώσεις;» Δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν νὰ συμφωνήσω ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης κρίνει διὰ τὸ μέλλον, θέτει δηλαδὴ τὰς βάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἰσχύσουν διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς περιπτώσεις, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ καὶ περὶ αὐτῶν φροντίδα; Ἀλλ’ ὅταν διὰ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος ἀναγνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ νομοθέται τῆς σήμερον, οἱ ὁποῖοι ἤλθομεν νὰ ἐπανορθώσωμεν πᾶσαν ἀδικίαν γενομένην ἐν τῷ παρελθόντι διὰ διατάξεως ἐπαναστατικῆς ἀφαιρούσης τὴν ἰδιοκτησίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ ὁποία ὡρίσθη διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας εἶναι μηδαμινὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἓν ὅριον διὰ τοῦ ὁποίου ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τῆς περιουσίας των, νὰ ἀποζημιωθοῦν; Δύναται ἡ Κυβέρνησις οἱανδήποτε πρότασιν θέλει, εἴτε τὸ τριπλάσιον, εἴτε τὸ τετραπλάσιον τῆς προπολεμικῆς ἀξίας, εἴτε τὴν γενομένην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ πρότασιν, τῆς πληρωμῆς δηλαδὴ τοῦ ἑνὸς τρίτου παρὰ τῶν κολλήγων, τοῦ ἄλλου ἑνὸς τρίτου παρὰ τοῦ Κράτους, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἓν τρίτον νὰ στερηθοῦν οἱ ἰδιοκτῆται. Ταῦτα προτείνοντες εἰς τὴν Βουλὴν δὲν τορπιλλίζομεν, ὡς φοβοῦνται τινές, τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν, δὲν τορπιλλίζομεν τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ θέλομεν καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἀφαιρεθῇ ἡ περιουσία των, νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη καὶ νὰ ἀνορθώσητε τὴν γενομένην ἀδικίαν.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ ἠκούσθη αὐτὸ νὰ καταχωρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ὁρίζεται ἀποζημίωσις;
§48Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐλέχθη τοῦτο καὶ παρ’ ἄλλου συναδέλφου, τοῦ κ. ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ἐνῷ θεσπίζομεν Σύνταγμα, νὰ κατοχωρίζωμεν εἰς αὐτὸ διάταξιν οἰκονομικήν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν. Καὶ σᾶς ἀπαντῶ· δὲν δυνάμεθα εἴτε διὰ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς ἀσκούσης συντακτικὰ δικαιώματα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ αὐξηθῇ, εἴτε διὰ συνταγματικῆς μεταβατικῆς διατάξεως; Ἔχομεν, κύριοι, τὴν ἀξίωσιν ὅτι, ὅταν διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, ἀνάγκην κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπιβεβλημένην, ἀνάγκην ἐξυπηρετοῦσαν τὸ κοινὸν συμφέρον, τὸ γενικόν, ὅταν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ὁμογενῶν μας προσφύγων, ἀνάγκη ἐθνική, ὅταν πρόκειται διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καὶ τῶν προσφύγων νὰ ἐξυπηρετηθῇ τοιουτοτρόπως τὸ γενικὸν συμφέρον, ἔχομεν, λέγω, τὴν ἀξίωσιν, ὅταν τὸ συμφέρον τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἐξυπηρετεῖται, νὰ εἰσφέρῃ μία τάξις κοινωνική, ἡ τάξις τῶν ἰδιοκτητῶν; Ἡ τάξις τῶν ἰδιοκτητῶν νὰ στερηθῇ καὶ νὰ ἀποζημιωθῇ πάσης περιουσίας, διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῇ διὰ περιουσίας των τὸ κοινωνικὸν καὶ γενικὸν συμφέρον; Ὅταν λοιπὸν πρόκειται νὰ ἄρωμεν μίαν ἀδικίαν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι εἴτε διὰ ψηφίσματος, εἴτε διὰ μεταβατικῆς διατάξεως νὰ πράξωμεν τοῦτο ἀδιστάκτως. Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἂν εἴπωμεν ὅτι διὰ τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας ἀπαλλοτριώσεις θὰ πληρώσωμεν ἀποζημίωσιν μικροτέραν τοῦ πρέποντος, θὰ δημιουργήσωμεν καὶ μίαν ἀνισότητα. Διότι τὰ κτήματα τῶν ἀνταλλαξίμων Τούρκων ὑπηκόων δυνάμει τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης θὰ πληρωθῶσιν εἰς ἀκέραιον. Τὰ κτήματα τῶν ξένων ὑπηκόων θὰ πληρωθῶσιν εἰς ἀκέραιον;
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§50Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ εἶδον ἀναγραφόμενον εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ δὲν διεψεύσθη παρ’ οὐδενός. Τὰ κτήματα τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 1912 ἐγκατέλειψαν τὴν Ἑλλάδα καὶ τῶν ὁποίων τὰ κτήματα ἀπηλλοτριώθησαν πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, θὰ πληρωθῶσιν εἰς ἀκέραιον καὶ μόνον τὰ κτήματα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν ἱδρῶτά των ἀπέκτησαν τὴν ἰδιοκτησίαν των, δὲν θὰ πληρωθοῦν εἰς ἀκέραιον. Οὕτω λοιπὸν δημιουργεῖ μίαν ἀδικίαν καὶ μίαν ἀνισότητα ὅταν τὸ μεγαλύτερον καθῆκον τῆς παρούσης Βουλῆς εἶναι νὰ ἄρῃ πᾶσαν ἀδικίαν προελθοῦσαν ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ παρελθόντος, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκέπτεται κἂν ἂν πρέπει νὰ δώσῃ μίαν ἀποζημίωσιν εὔλογον καὶ δικαίαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, τῶν ὁποίων ἀπεστέρησε τῆς περιουσίας των. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, ἡμεῖς ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς ὅπως τεθῇ πρὸ τοῦ ὅρου «ἀποζημιώσεως» ὁ ὅρος «πλήρους ἀποζημιώσεως». Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐπιμένομεν νὰ ἀναγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη—καίτοι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐθεωρήθη περιττή—διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ οὕτως ἡ κατοχύρωσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἵνα ἡ παροῦσα Βουλὴ αἰρομένη εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἄρουν τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῆς βιαίας καὶ τῆς ἄνευ ἀποζημιώσεως ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ ὅτι ὁ ὅρος «δικαστικῆς ὁδοῦ» νὰ διατυπωθῇ «διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων», πρότασις ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τσιτσεκλῆ καὶ ἡ ὁποία ἔγινε δεκτὴ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δεχθῇ τὸν ὅρον τοῦτον, ἐφόσον εἶναι ἐπιβεβλημένον τὰ τακτικὰ δικαστήρια νὰ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς εὐλόγου καὶ δικαίας ἀποζημιώσεως καὶ ἐφόσον διὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς ἀγροτικῆς νομοθεσίας τακτικὸν δικαστήριον, τὸ Πρωτοδικεῖον ἀποφαίνεται. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὡσὰν νὰ μὴν ἤρκουν τὰ ἐν τῷ παρελθόντι διαπραχθέντα κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν ὅπως οἱ ἀκτήμονες κτηνοτρόφοι ἐξομοιωθῶσι πρὸς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητάς, οὕτως ὥστε νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἀποκαταστάσεώς των, νὰ ἀφαιρῶνται καὶ αἱ βοσκαί των ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἀφῃρέθη, κύριοι, ἡ ἰδιοκτησία διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ἀφῃρέθη ἡ ἰδιοκτησία πρὸς πλήρωσιν ἑνὸς κοινωφελοῦς σκοποῦ. Ἀπεφασίσθη ἡ ἰσχὺς τῆς ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως τοῦ 1923 κατὰ τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος ἐπὶ μίαν πενταετίαν εἰσέτι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος πρὸς περαίωσιν τῶν ἐκκρεμῶν ἀπαλλοτριώσεων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ προσφύγων, ἀλλὰ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 119 ἐλήφθη πρόνοια νὰ ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία πρὸς ἀποκατάστασιν μικροκτηνοτρόφων ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, προτοῦ ἀκόμη ὁ νομοθέτης σκεφθῇ περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν λειβαδίων. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Βουλὴν ὅπως τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἀπαλείψῃ.
§51Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι καὶ πρότασις τοῦ κόμματος ὑμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§52Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὄχι, ἡ πρότασις τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἀφεώρα μόνον τὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ προσφύγων, ἀφοῦ οἱ βοσκήσιμοι τόποι ἐξῃρέθησαν δυνάμει τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἐπετράπη μόνον ἐπὶ τῶν χέρσων τόπων ἀπαλλοτρίωσις περιωρισμένης ἐκτάσεως, ὅσαι εἶναι ἀρκεταὶ διὰ 25 μόνον πρόβατα δι’ ἕκαστον κλῆρον.
§53Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων ὑπέβαλεν αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§54Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐφόσον λοιπὸν ἐξῃρέθησαν τὰ λειβάδια τῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ ἐπετράπη ἐκ τῶν χέρσων τόπων μόνον ἔκτασις βοσκησίμου τόπου 25 προβάτων δι’ ἕκαστον κληροῦχον ἐκ τῶν προτέρων πρὶν ἢ ἀκόμη ἀποφασισθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν λειβαδίων, λαμβάνεται πρόνοια ἀποκαταστάσεως μικροκτηνοτρόφων, διὰ διατάξεως τεθείσης εἰς τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἐκ τῶν προτέρων ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν μικροκτηνοτρόφων. Δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922 νὰ ἐπαναληφθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα Βουλὴ πρόκειται νὰ ψηφίσῃ.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τίνος νόμου ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις αὐτὴ καὶ νὰ ἐξαιρεθῶσι δι’ ἕκαστον κλῆρον 25 πρόβατα; Ἠμποροῦμεν νὰ μάθωμεν;
§56Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ἀγροτικοῦ κώδηκας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαιροῦνται αἱ διὰ τὴν κτηνοτροφίαν ἀνεπίδεκτοι οἱασδήποτε καλλιεργείας ἐκτάσεις κλπ. Καὶ ἐπετράπη ἐξ αὐτῶν νὰ ἀπαλλοτριωθῇ δι’ ἕκαστον κληροῦχον τόση ἔκτασις, ὅση ἀρκεῖ διὰ τὴν βοσκὴν 25 προβάτων κατὰ κληροῦχον.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ πλέον τῆς κοινῆς βοσκῆς;
§58Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τὸν συνεταιρισμὸν παραχωρεῖται, διότι ἡ διαδικασία τῆς ἀπαλλοτριώσεως θὰ καθορίσῃ τὸν κλῆρον, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς ἕνα ἕκαστον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἰωαννίνων κ. Μυλωνᾶ, ἂν μὲν ἡ τροπολογία αὐτὴ περιέχῃ ἐπικινδύνους διατάξεις διὰ τὴν μέλλουσαν τύχην τῆς ἰδιοκτησίας, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Ἀλλ’ ἂν ἔχῃ ἐνδείξεις διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἐντελῶς περιττή. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους θὰ ἀπασχοληθῶ καὶ ἐφόσον ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ἐξασφαλίζεται διὰ πλήρους καὶ δικαίας ἀποζημιώσεως, εἶμαι κατὰ πάσης τροπολογίας, ἡ ὁποία θὰ μειώσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν ἀσχολοῦμαι δὲ ἀποκρούων περαιτέρω τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἰωαννίνων δὲν θὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους καὶ διότι ἀρκετὰ ἀπεκρούσθη ὑπὸ προλαλησάντων συναδέλφων τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ ἀρκετὰ ἴσως θὰ ἀποκρουσθῇ ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ ὁμιλήσουν, ἀποκρούοντες αὐτήν, ὡς καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπαμπάκου, τὴν ὁποίαν υἱοθέτησε τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὴν ἀφορῶσαν τὰς ἐπιτάξεις, καὶ ἡ ὁποία θὰ ὑποστηριχθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, ἐλπίζω δὲ νὰ γίνῃ αὕτη ἀποδεκτή. Καταλήγων λέγω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κατοχυρωθῇ ἡ ἰδιοκτησία, νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ κεφάλαιον διὰ νὰ παύσῃ ἡ Κοινὴ Γνώμη ἀνησυχοῦσα περὶ τῆς μελλούσης τύχης τῆς ἰδιοκτησίας. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι ἠδύναντο νὰ πληρώσουν καὶ οἱ κολλῆγοι, διότι ἂν μέχρι τοῦδε ὁ κολλῆγος ἐπλήρωνε 33% ἢ 50% ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κτήματος καὶ ἦτο πάντοτε κολλῆγος, δὲν θὰ ἠδύνατο τώρα νὰ πληρώσῃ διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον 10–12% διὰ νὰ γίνῃ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος ἐντὸς εἰκοσαετίας. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο σήμερον, νὰ πληρώσῃ δηλαδὴ εἰς ὁλόκληρον ὁ κολλῆγος. Ἕν μέρος πρέπει νὰ χάσουν οἱ ἰδιοκτῆται, τὸ ⅓ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ ἕτερον ⅓ νὰ πληρώσουν οἱ κολλῆγοι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπαμπᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§60Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Αἱ ταυτόσημοι τροπολογίαι, κύριοι βουλευταί, αἱ ἀφορῶσαι τὴν ρύθμισιν τῆς νομικῆς μορφῆς τῶν ἐπιτάξεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν πρὸς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐσκόπουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ προστατεύσουν τὴν μικρὰν ἰδίᾳ ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τῶν ὑπὸ μορφὴν ἐπιτάξεων προσβολῶν, ἐξ ὧν τοσοῦτον ἐδεινοπάθησεν αὕτη κατὰ τὸ παρελθόν, ἐξ ἄλλου δὲ ἀπέβλεπον εἰς τὸν διακανονισμὸν ἑνὸς ζητήματος, ὅπερ ἐγέννησε πράγματα ἔν τε τῇ ἐπιστήμῃ τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τῇ νομολογίᾳ, τοῦ ζητήματος δηλονότι τοῦ ἀφορῶντος τὴν νομικὴν μορφὴν τῶν ἐπιτάξεων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ἄρθρν 19, χρησιμοποιοῦν τὸν ὅρον «ἰδιοκτησία», ἐννοεῖ νὰ προστατεύσῃ τὴν κυριότητα ἐπὶ τοῦ πράγματος καὶ τὰς παρομαρτούσας τῇ κυριότητι ἐξουσίας τῆς χρήσεως καὶ καρπώσεως αὐτοῦ. Αὕτη ἀνέκαθεν ὑπῆρξεν ἡ ἑρμηνεία τῆς συνταγματικῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τεθείσης ταύτης εἶναι ἀναμφίρηστον ὅτι ἡ προσβολὴ τῆς ἰδιοκτησίας ὑπὸ μορφὴν ἐπιτάξεως, εἴτε ἀφορᾷ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ πράγματος διὰ τῆς ἀποστερήσεως τῆς κυριότητος, εἴτε ἀφορᾷ τὴν στέρησιν τῆς χρήσεως καὶ τῆς καρπώσεως ἢ τῆς ἐνυπαρχούσης ἐν τῇ κυριότητι ἐξουσίας τῆς κατοχῆς, εἶναι πρᾶξις ἀντικειμένη πρὸς τὴν προστασίαν, δι’ ἧς τὸ Σύνταγμα περιέβαλε τὸν θεσμὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 παλαιῷ, 19 νέῳ καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι πρᾶξις ἀντισυνταγματική. Αἱ παρὰ τὸ Σύνταγμα οὕτω πράξεις αὗται εἶχον λάβει τοιαύτην ἔκτασιν ἐν τῷ παρελθόντι ἐκ λόγων ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἔστιν ὅτε καὶ ἄνευ ἀνάγκης πραγματικῆς, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν ἐνεργούμεναι, ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐταλανίσθη ἡ ἰδιοκτησία, ἡ μικρὰ ἰδίως, ἡ μᾶλλον δηλονότι ἀξία προστασίας, ὄχι ὀλίγον. Ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πάντων τῶν ἀσχοληθέντων ἐπὶ τοῦ θέματος ἐπιστημόνων καὶ δημοσιολόγων ὅτι αἱ ἐπιτάξεις ἦσαν ἀντισυνταγματικαί, καθόσον πράγματι ἐπρόκειτο περὶ προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προστατεύει τὸ Σύνταγμα ἐν τῷ ἄρθρῳ 19 καὶ τῶν ἐξουσιῶν αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος, ἄνευ τῶν προϋποθέσεων καὶ τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἄλλη κατηγορία ἐπιστημόνων ἐπιθυμούντων νὰ συμβιβάσωσι τὰ ἐπιστημονικῶς ἀσυμβίβαστα καὶ νὰ ἀνεύρωσι διέξοδόν τινα ἐν τῷ χαρακτηρισμῷ τῶν τοιούτων πράξεων, ὑπεστήριξαν ὅτι αἱ ἐπιτάξεις εἶναι συνέπεια ὑπάτης ἀνάγκης, ἐκδήλωσίς τις τοῦ λεγομένου jus extremae necessitatis, ὑπὸ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ ὁποίου δικαίου ἐπὶ κατεπειγουσῶν χρειῶν καὶ περιστάσεων μὴ δεκτικῶν ἄλλων λύσεων, ἡ Πολιτεία δρᾷ καὶ ἐπέκεινα καὶ ἔξω τῆς συνταγματικῆς προστασίας παραμερίζουσα αὐτὴν ἵνα ἐπιληφθῇ στοιχείων «ἰδιοκτησίας», ὧν ἔχει ἄμεσον χρείαν. Ἐννοεῖται, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα χρήζουν τῳόντι ρυθμίσεως συνταγματικῆς πρὸς πλήρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ κενοῦ καὶ ὀρθῶς ἡ Γʹ Συνέλευσις ἐπελήφθη τούτου καὶ ἐψήφισε προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 19, ὁμοίαν πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ ἄλλων βουλευτῶν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν πρὸς κρίσιν ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ. Ἡ τροπολογία αὕτη ἐθεώρει πᾶσαν ἐπίταξιν ὡς ἀπαλλοτρίωσιν διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν, ἡ τροπολογία τουτέστιν ἔθετο ὡς προϋπόθεσιν ὅτι ἐπὶ πάσης ἐπιτάξεως θὰ πραγματοποιοῦνται οἱ ὅροι τοῦ ἄρθρου 19, δηλαδὴ θὰ ἀπαιτῶνται προηγουμένη ἀποζημίωσις διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, πλὴν τῶν ἐπιτάξεων ἐκείνων, αἵτινες λαμβάνουσι χώραν εἰς περίπτωσιν πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως, διὰ τὰς ὁποίας εἰδικὸς νόμος θὰ ἐκανόνιζε τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν διεξαχθεῖσαν ἐπὶ τοῦ θέματος ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ, διεπιστώθη ἡ ἀνάγκη τῆς θέσεως τῆς διατάξεως ταύτης, καθόσον ὑπάρχουν πραγματικῶς περιπτώσεις, ἐπιβάλλουσαι ἐνέργειαν ἐπιτάξεων ἐν καιρῷ εἰρήνης, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ἄνευ ρυθμίσεως ὁσάκις πρόκειται περὶ δημοσίου τινὸς ἢ κοινωνικοῦ κινδύνου, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται ἄμεσοι ἐνέργειαι ἐπιτάξεων καὶ ταχίστη μέριμνα καὶ ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ ἄρθρου 19. Ἂν τῶν τοιούτων περιπτώσεων εἰδική τις ρύθμισις δὲν προὐβλέπετο, ἡ Πολιτεία θὰ προσέκοπτεν ἐν τῇ ἐπιδιώξει σκοπῶν τινων ἐν στιγμαῖς κατεπειγούσης ἀνάγκης καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν ἀπρόοπτον κατάστασιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπεχειρήθη ὀρθῶς διεύρυνσις τῆς διατυπώσεως εἰς τρόπον ὥστε νὰ περιλάβῃ καὶ τὰς ἐπιτάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν θεραπείαν ἀμέσου κοινωνικῆς ἀνάγκης, δυναμένης νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν ἢ ὑγείαν. Ὑπάρχουν πραγματικῶς περιπτώσεις τινὲς ἐν τῇ πράξει καὶ ὑπάρχουν ἑκάστοτε πολλαί, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι ἀπαραίτητος ἡ θίξις τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἄνευ τῶν προϋποθέσεων καὶ τῶν ἀσφαλειῶν τοῦ ἄρθρου 19, ὡς περιπτώσεις πλημμύρας, σεισμῶν κλπ., καθ’ ἃς θὰ ἀπῃτοῦντο ἄμεσοι ἐπιτάξεις τροφίμων καὶ ἄλλων ὑλικῶν. Οὕτω τὸ νομοθετικὸν κενὸν νομίζομεν ὅτι πληροῦται καὶ τὰ ἕως τοῦδε προκύπτοντα ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων ζητήματα δὲν ὑφίστανται διὰ τὸ μέλλον. Ἤκουσα χθὲς ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελφον, παρελθόντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐπίκρισιν τῆς προσθήκης τῆς διευρνούσης τὴν διατύπωσιν ἐν τῇ τροπολογίᾳ περὶ ἐπιτάξεων. Ἀπαντῶν φρονῶ, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ χρησιμεύουσα ὡς ὁδηγὸς πρὸς θέσιν τῶν κανόνων τοῦ δικαίου. Συγκεκριμένως ἂν ἐν προκειμένῳ δὲν ἐτοποθετεῖτο ἡ προσθήκη αὕτη καὶ ἐχαρακτηρίζοντο πᾶσαι αἱ ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐπιτάξεις ἀνεξαιρέτως ὡς ἀπαλλοτριώσεις διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν, θὰ ἤρχετο στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐπὶ κατεπειγούσης τινος ἀνάγκης θὰ εἶχε δεδεμένας τὰς χεῖρας καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ διαφόρως ἢ νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα, ὁπότε ὅμως οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο σοβαρὸς λόγος νὰ γίνῃ περὶ προστασίας τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, κύριοι βουλευταί, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν ἀναπτυχθεῖσαν τροπολογίαν διασκευάσασα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε πᾶσα γενομένη ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐπίταξις νὰ θεωρῆται ὡς ἀπαλλοτρίωσις διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν, ἑπομένως νὰ ἀπαιτῆται ἐπὶ πάσης ἐπιτάξεως τοιαύτης ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 19, ἥτις τήρησις τῶν ὅρων δὲν ἀπῃτεῖτο κατὰ τὸ προϋφιστάμενον Συνταγματικὸν Δίκαιον, νὰ ἐξαιρεθῶσι δὲ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν διατυπώσεων τούτων ἐν καιρῷ μὲν πολέμου πᾶσαι αἱ ἐπιτάξεις ὡς καὶ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως, ἐν καιρῷ δὲ εἰρήνης αἱ ἐπιτάξεις, αἱ διενεργούμεναι πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐκτάκτου κρατικῆς ἢ κοινωνικῆς ἀνάγκης, δυναμένης νὰ θέσῃ εἰς προφανῆ κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ὑγείαν. Τοιαῦτα ἐν τῇ δυνατῇ συντομίᾳ εἶχον νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὴν τροπολογίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι ἵνα υἱοθετήσῃ. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν σημείων, τῶν ἀφορώντων τὸ ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι θεωρῶ τὴν συζήτησιν ὡς πρὸς ταῦτα σχεδὸν ὥριμον μετὰ τὰς ἀνταλλαγείσας ἐντεῦθεν γνώμας καὶ τὰς ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ διὰ μακρῶν ἀναπτυχθείσας. Ἐφόσον οὐχ’ ἧττον ἔτυχον νὰ ἀποτελέσω μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἧς ὑπῆρξα καὶ εἰσηγητής, δὲν νομίζω ὅτι ὁμιλῶν ἤδη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, ὀφείλω νὰ ἀντιπαρέλθω ἐν σιγῇ δυσφορίαν τινά, ἡ ὁποία κακῶς ἐγεννήθη ἐναντίον ἑνὸς τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, δυσφορίαν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τεχνητήν, ἀφορῶσαν τὰς γνώμας καθ’ ὅλου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, κύριοι, νὰ τονίσω καὶ νὰ βεβαιώσω, ὡς μέλος ταύτης, ὅτι τὰ ζητήματα ἐξησθένησαν ἐκεῖ μετὰ πολλῆς τῆς ἐπιστημονικῆς ἐμβριθείας, ὅτι ὅλαι αἱ ἑκατέρωθεν γνῶμαι ἀνελύθησαν καὶ ἠκούσθησαν μετὰ προσοχῆς καὶ δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ τονίσω ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τῶν βελτιώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ἔκαμε δεκτὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, κατωχύρωσε καὶ ἐκράτυνε τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας, διότι καὶ τὴν προσθήκην περὶ καθορισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων ἔκαμε δεκτήν, ἀλλὰ τὰ τῶν ἐπιτάξεων ἐρύθμισε κατὰ τρόπον προστατευτικὸν τῆς μικρᾶς ἰδίᾳ ἰδιοκτησίας.
§61Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐπροστάτευσε καὶ τὴν κινητὴν ἰδιοκτησίαν.
§62Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Μάλιστα. Εἶχον σκοπὸν νὰ τὸ εἴπω, ὅτι δηλαδή, πλὴν τούτων, ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ κατωχύρωσε καὶ τὴν κινητὴν ἰδιοκτησίαν διὰ προσθήκης ὑπὸ τὸ ἄρθρον ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἐπεξηγούσης τὴν ἔννοιαν τῆς προστασίας ὡς πρὸς τὸν ὅρον «ἰδιοκτησία» καὶ ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι προστατεύεται ἡ ἰδιοκτησία οὐ μόνον ἡ ἀκίνητος, ἀλλὰ καὶ ἡ κινητή, εἰς τρόπον ὥστε πᾶς καλῆς πίστεως συζητητὴς νὰ μ. ἠδύναται παρὰ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἐπεκράτησεν ἓν πνεῦμα συντηρητικόν.
§63Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐνῷ λέγετε ὅτι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ περιφρουρήσῃ καὶ νὰ κατοχυρώσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν διὰ τοιαύτης ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαστικὴν ὁδὸν ἀναγράψασα τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἐξ ἄλλου οὐδὲν ἐποιήσατο πρὸς κατοχύρωσιν τῆς ἰδιοκτησίας ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μυλωνᾶ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἰδιοκτησία δημιουργεῖ καὶ ὑποχρεώσεις.
§64Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διακόπτοντές με διετυπώσατε, ἀνεπτύξατε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ σᾶς ἤκουσα μετὰ προσοχῆς. Σᾶς ἀπαντῶ εὐθέως ἐν τούτῳ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἀποδοχῇ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μυλωνᾶ δὲν διεῖδε τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον σεῖς διαβλέπετε, ἀλλὰ ἔκρινε ταύτην ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως ὡς ἀνταποκρινομένην καὶ ἐξοικονομοῦσαν μίαν κατάστασιν πραγμάτων. Οὕτως ἔκρινεν ἡ Ἐπιτροπή, τὰ δὲ μέλη αὐτῆς, ἐφόσον δύναμαι νὰ ὁμιλῶ περὶ ἐμοῦ ἢ καὶ περὶ ἄλλων ὅσοι εἶχον τὴν ἰδέαν σύμφωνον πρὸς τὴν ἐμήν, ὑπερεψήφισαν καὶ θὰ ὑπερψηφίσωσι τῆς προτάσεως ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς συνειδήσεως, ἔχοντες τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ πρότασις δὲν θίγει τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἀνταποκρίνεται πρὸς πραγματικότητα ὑφισταμένην καὶ τοποθετεῖ μίαν νομικὴν ἀλήθειαν ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε κατὰ συνθήκην ψεῦδος.
§65Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οἱ ὑποβαλόντες τὴν νεωτεριστικὴν αὐτὴν πρότασιν δὲν ἠθέλησαν νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ λέξις «πλήρης» ἐνῷ ἀποδέχονται ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πράγματι πρέπει νὰ εἶναι πλήρης. Δὲν ἀπεδέχθησαν τὴν λέξιν «πλήρης». Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ πρότασίς των δὲν ἦτο εἰλικρινής.
§66Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κ. βουλευτά, συμφώνως πρὸς τὴν κρατήσασαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ παραδοχὴν ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ὅρου «πλήρης» ἐκρίθη ἡ τοποθέτησις τῆς λέξεως ἐν τῷ κειμένῳ ὡς περιττή, ὡς αὐτονόητος. Δὲν πρόκειται περὶ ἀνειλικρινείας, ἀλλὰ περὶ ἐπιστημονικῆς γνώμης. Ὁ ὅρος «ἀποζημίωσις» εἶναι ὅρος νομικός, νοοῦμεν δὲ δι’ αὐτοῦ πᾶν ὅ,τι νοεῖται εἰς τὴν νομικὴν γλῶσσαν ὅτι δηλαδὴ λέγοντες ἀποζημίωσιν ἐννοοῦμεν τὸ δίκαιον ἀντάλλαγμα....
§67Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐν τῷ παρελθόντι ἐτηρήθη αὐτὴ ἡ διάταξις παρὰ τῶν δικαστηρίων ἢ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας;
§68Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἂν δὲν ἐτηρήθη ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἁπλῶς ταῦτα δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, παρηρμήνευσαν δηλαδὴ ἐντελῶς τὸν ὅρον. Ὁ ὅρος «ἀποζημίωσις» εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦσιν οἱ νομικοὶ σημαίνει ἓν δίκαιον ἀντάλλαγμα τῆς γενομένης στερήσεως. Τοῦτο σημαίνει «ἀποζημίωσις», ἡ δὲ ἔννοια αὕτη ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποτελοῦντα, ὡς γνωστόν, ἑρμηνευτικὴν πηγὴν τοῦ κειμένου. Ἐφόσον ἐγὼ καλῶς διέκρινα τὸ κρατῆσαν πνεῦμα, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπέστερξαν τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ὅρου, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἐγώ, ἠδράσθησαν ἐπὶ τῆς ἐπιστημονικῆς παραδοχῆς ταύτης, ὑπολαβόντες τὸν ὅρον ὡς αὐτονόητον καὶ ἐξυπακουόμενον.
§69Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ γράμματος.
§70Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Προκύπτει ὅμως ἐκ τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ ἄρθρου σαφῶς, φρονῶ. Τελευτῶν, κύριοι βουλευταί, εἶχον ὑπ’ ὄψει νὰ εἴπω ὀλιγώτερα, αἱ ἐπανειλημμέναι οὐχ ἧττον διακοπαὶ συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ μηκύνω τὸν λόγον μου. Κατερχόμενος τοῦ βήματος νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ διατυπώσω ἐν συμπεράσματι τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὡρισμέναι προτάσεις, ἀφορῶσαι τοιούτους θεσμούς, ὑποτεθείσθω ἡ πρότασις, καθ’ ἣν ἡ ἰδιοκτησία ὑποχρεώνει, εἴτε τεθῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι, εἴτε παραλειφθῶσιν, οὐδὲν τοῦτο σημαίνει διὰ τὴν ζωὴν καὶ τὴν κίνησιν τῶν θεσμῶν. Ἡ μοῖρα τῶν θεσμῶν τοιαύτη εἶναι, ὥστε, παρὰ πᾶσαν θέσιν αὐτῶν γραπτὴν ἢ μή, ὑφίστανται οὐχ’ ἧττον τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐποχῶν, διὰ τῶν ὁποίων διαβαίνουσιν ἐξελισσόμενοι. (Χειροκροτήματα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§72Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ προσπαθήσω νὰ τηρήσω τὸν Κανονισμὸν καὶ θὰ ὁμιλήσω, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, ἐπὶ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας ὡς πρὸς τὴν νομικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 19 περὶ ἰδιοκτησίας· νομίζω ὅτι ὑπεβλήθησαν κυρίως δύο τροπολογίαι ἀφορῶσαι τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ ἢ ὄχι. Πρῶτον, εἶναι ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων καὶ ἰδίως ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς ἀξιότιμος κ. Μυλωνᾶς.
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς πρέπει νὰ γίνῃ εἶναι νὰ μὴ λέγητε ὅτι εἶναι τροπολογία τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων.
§74Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶχα καμμίαν διάθεσιν νὰ σᾶς ἀποδώσω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐκάματε.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀποτελεῖ στῖγμα διὰ τὸ κόμμα ἡ τροπολογία αὐτὴ καὶ θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ χάριν τῆς ἀκριβείας ἔκαμα τὴν παρατήρησιν αὐτήν.
§76Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω κανένα, οὔτε ὑμᾶς· ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων συνάδελφος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροποπλογίαν τὴν πρώτην τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης ἀποζημίωσις», θὰ παρεκάλουν τοὺς εἰσηγητὰς τῆς τροπολογίας ταύτης νὰ τὴν ἀποσύρουν διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη οὐδὲν προσθέτει. Ἀποζημίωσις ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νόμου σημαίνει πλήρη ἀποζημίωσιν, σημαίνει τὴν παροχὴν τοῦ ἰσαξίου τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος. Ἑπομένως καὶ ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη δὲν θὰ προσθέσῃ τίποτε περισσότερον, μὴ γενομένης δὲ δεκτῆς ταύτης ἴσως θὰ ἐξετίθετο ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἀπέρριψε τὴν ἔννοιαν τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, ἐνδεχομένως δὲ καὶ ὁ δικαστὴς θὰ στηρίζηται εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς τροπολογίας ταύτης καὶ θὰ σοῦ λέγῃ ὅτι ἡ Βουλὴ δέχεται μὲν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ δὲν δέχεται αὐτὴν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, ἐφόσον μάλιστα ἀπερρίφθη ἡ σχετικὴ τροπολογία ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω, ἂν ἐπιμείνῃ τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἀλλὰ συμβουλεύω εἰλικρινῶς νὰ ἀποσυρθῇ ἡ τροπολογία αὕτη ἵνα μὴ ἐκτεθοῦν τὰ συντηρητικὰ τουλάχιστον στοιχεῖα τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἔθεσαν τροπολογίαν ἀπορριφθεῖσαν καὶ τοιουτοτρόπως ἐκθέσωσι καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀποζημίωσις σημαίνει πλήρης καὶ τελεία ἀποζημίωσις καὶ παροχὴ τοῦ ἀντιστοίχου ἀνταλλάγματος τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος. Ἔρχομαι εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτὴς περὶ τῆς ἀναγραφῆς, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἐγένετο δεκτή, περὶ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς παραγράφου ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀποτελεῖ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις καὶ ὅτι ἡ ἄσκησις αὐτῆς πρέπει νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία εἰς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν. Συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μὴ παραδοχὴν τῆς τροπολογίας ταύτης· εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀποτελεῖ αὐτοτελὲς δικαίωμα καὶ αὐθαίρετον, ἡ ἰδιοκτησία εἶναι καὶ αὕτη σχετικὸν δικαίωμα, δυνάμενον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ νόμου, ἐφόσον οἱ περιορισμοὶ οὗτοι, φυσικῷ τῷ λόγῳ, δὲν ἀνατρέπουσι τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν ἀνατρέπουσι τὴν ἔννοιαν τῆς καρπώσεως καὶ τῆς χρήσεως τῆς ἰδιοκτησίας, ὁπότε ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ παράσχῃ ἀποζημίωσιν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις. Ἀλλ’ ὡς διετυπώθη ἡ τροπολογία αὕτη, πρῶτον διετυπώθη κακοτέχνως. Τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα λέγει τοῦτο ὅτι «ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι αὐθαίρετον δικαίωμα, ἀλλ’ ἡ χρῆσις αὐτῆς ὑπόκειται εἰς περιορισμοὺς χάριν τῆς εὐημερίας τοῦ συνόλου», ἐνῷ ἡμεῖς τὸ μεταφέρομεν ὅτι δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις. Δηλαδὴ θέτομεν ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς καθαρὸν δικαίωμα καὶ ἐρωτῶ δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις, δὲν ὑπάρχει οὐδὲ κἂν γλωσσικὴ ἀνταπόδοσις εἰς τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ ἡ τροπολογία αὕτη διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι ἐκ τῶν κειμένων νόμων καὶ ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος ἀνέκαθεν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ὅτι ἡ κυριότης εἶναι δικαίωμα δυνάμενον νὰ περιορισθῇ διὰ τῶν νομίμων περιορισμῶν. Οὔτε ἐνεφανίσθη ποτὲ ἀνάγκη περὶ τὴν πιστὴν ἑρμηνείαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἑπομένως ἴσως, παρὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτής, ἡ τροπολογία αὕτη ἐπιδιώκει καθαρῶς πολιτικὸν σκοπὸν καὶ οὐχὶ διευκρίνισιν ὑπαρχούσης καταστάσεως, ἥτις κατάστασις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ διασαφηνισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος οὖσα ἀπολύτως καθαρά. Ἐφόσον λοιπὸν θέλομεν νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἐν τῇ ἐννοίᾳ καὶ ἐφόσον θέλομεν νὰ δώσωμεν ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδιοκτησίας, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἀπορρίψῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὡς δυναμένην νὰ ἔχῃ βαθύτατον ἀντίκτυπον ἐπὶ ὅλων τῶν σχέσεων τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι.
§77Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε ὅτι ἡ ἀπόρριψις θὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ὑποχρέωσις;
§78Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤμην ἀπολύτως σύμφωνος ἄν ἡ Βουλὴ ἐδέχετο νὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι, ἀπορριπτομένων καὶ τῶν δύο τροπολογιῶν.
§79Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶσθε εὐχαριστημένος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς διατάξεως;
§80Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ θὰ εἰσηγούμην τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει ἐν τῷ ὑπὸ προσωρινότητα Συντάγματι, δηλαδὴ νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν τροπολογίαν τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ μὴ κάμωμεν δεκτὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἰωαννίνων συναδέλφου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι νομικῶς οὐδέποτε ἐγεννήθη ζήτημα περὶ τῆς φύσεως τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς ἀπολύτου, ἀλλὰ πάντοτε ὡς δικαιώματος ὑποκειμένου εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ νόμου, συγχρόνως δὲ νὰ καταφέρωμεν βαρύτατον πλῆγμα κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, οὐδεμία κατοχύρωσις τῆς ἰδιοκτησίας ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι δυνατὸν νὰ στερεώσῃ τὰ βάσεις τοῦ ἀστικοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πίστιν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὸ κεφάλαιον, ἂν ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας, ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα, τὰ κινούμενα ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, δὲν θελήσωσι πραγματικῶς διὰ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ μετέλθωσι, νὰ στερεώσωσι τὸ ἀστικὸν Κράτος, δὲν θελήσωσι διὰ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν θὰ μετέλθωσι, νὰ παύσῃ νὰ παρίσταται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὡς εὑρισκόμενον ὑπὸ ψευδοκομμουνισμὸν καὶ ἐν πλήρει ἀναρχίᾳ. Εἶναι δὲ λυπηρότατον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐνῷ ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη μετὰ τὸν μέγαν πόλεμον καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, ἀγόμενοι ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνοικοδομήσεως μετῆλθον μετὰ τὸν πόλεμον ἐξαιρετικῶς συντηρητικὴν πολιτικήν, μόνον ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες καταγινόμενοι ἀπὸ πενταετίας ἤδη εἰς τὴν δημιουργίαν πολυπλόκων ἐσωτερικῶν προβλημάτων, καταγινόμενοι εἰς τὴν ἔξαψιν τοῦ μίσους καὶ τῶν παθῶν, ὡς ἐκ τούτου ἔχοντες ἀνάγκην ὄχι μόνον τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, ἀλλ’ ἔχοντες καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ κολακεύσωμεν τὰ πλήθη, μόνον ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἀποχωρισθέντες ἀπὸ τὴν βάσιν τοῦ ἀστικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος ἐτράπημεν ἀκατάσχετοι πρὸς τὸν κομμουνισμὸν καὶ τὴν ἀναρχίαν. Ἐνῷ δέ, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ δεκαπενταετίας μετήλθομεν ἴσως πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ ἐπιπέδου, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως ὑπερέβαινεν ἴσως τὰ ὅρια τῶν δημιουργουμένων τότε πολιτικῶν καταστάσεων, εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπὸ τοῦ τότε χρόνου ἐστράφημεν διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα εἰς κολακεύσεις τῶν πολλῶν, ἐστράφημεν πρὸς τελείαν ἐκμηδένισιν τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Μετὰ πρωτοφανοῦς μανίας ἀπηλλοτριώθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν καὶ ἰδίως κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ὅλα τὰ ἀγροτικὰ κτήματα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἴσως προτρέχων θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. βουλευτὴν τὸν διακόψαντά με, ὅτι ἀγορεύων ὑπὸ τὸ συντηρητικὸν αὐτὸ πνεῦμα δὲν σκοπεύω διόλου νὰ προσβάλλω τὰς ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν γενομένας ἀπαλλοτριώσεις, ὑπῆρξα πάντοτε ὑπέρμαχος τῆς γενομένης κατὰ τὸν νόμον ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν ἀπαλλοτριώσεις κτημάτων καὶ οὐδέποτε ἐπίστευσα ὅτι οὗτοι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μεγίστας δαπάνας καὶ ἀποζημιώσεις πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐφόσον ὑπάρχει ὁ κρατικὸς σκοπὸς τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἀξιῇ ὅπως ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων νὰ καταβάλλωσιν οὗτοι. Μετὰ τὴν ἀγροτικὴν ἰδιοκτησίαν μετὰ πρωτοφανοῦς μανίας κρατικῆς ἐξετιμήθη τὸ κινητὸν κεφάλαιον, ἐξηντλήθησαν ὅλαι αἱ εἰς χρυσὸν καταθέσεις, ἐπιστεύθη δὲ ἡ ἰδέα ὅτι τὸ κινητὸν κεφάλαιον δὲν εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι ἐν ἀσφαλείᾳ. Ἐπίσης λόγῳ τῆς δημοκοπίας καὶ ὑπὸ τὴν δικαιολογίαν ὅτι ὡρισμέναι τάξεις λόγῳ τῆς ἐπικαταλλαγῆς τοῦ νομίσματος θὰ εἶχον ἀνάγκην προστασίας, ὁλόκληρος ἡ ἀστικὴ ἰδιοκτησία μετεβλήθη εἰς ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως ὡρισμένων ὁμάδων καὶ εἴδομεν τὸ θλιβερὸν θέαμα, ὅλα τὰ ζητήματα τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας νὰ λύωνται εἰς τὰς ὁδούς, ὑπὲρ τοῦ προσφέροντος τὰς περισσοτέρας ψήφους. Οὐδέποτε ἠρνήθην τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς στέγης καὶ ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς προστασίας τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τοιαύτης ἐδημιουργήθη κατάστασις, ἡ ὁποία ἔκαμεν ὥστε νὰ ἐκλίπῃ ἐντελῶς ἡ ἔννοια τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἐπῆλθον, κύριοι, ραγδαῖα. Ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους προσεφέροντο τὰ δῶρα ταῦτα, ὄχι διότι εἶναι οἱ δικαιούμενοι, ἀλλὰ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἦσαν οἱ πολυπληθέστεροι, ἐκεῖνοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν πάσχουν ἐκ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν, κύριοι, πάσχει ὁλόκληρος ἡ τάξις τῶν ἐργατῶν καὶ ὁλόκληρος ἡ τάξις τῶν ἀγροτῶν. Ὁ μὲν ἐργάτης ἕνεκα τῆς ἀκολουθηθείσης πολιτικῆς ταύτης εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀνεργίαν, ἐφόσον τὸ κεφάλαιον δὲν ἐπροστατεύθη, ἐφόσον τὸ κεφάλαιον ἐκτυπήθη παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἶναι εὔλογον ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο μὴ δυνηθὲν νὰ κινηθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ σήμερον ἐργασίαν εἰς τὸν ἐργάτην. Ἐπίσης, κύριοι καὶ τοῦτο εἶναι μία ἀλήθεια διατρανουμένη πανταχόθεν, ὅτι ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος πάσχει ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτίας καὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους οἱ κοινωνιολόγοι πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος θέλουν νὰ προστατεύσουν, ἐκεῖνοι εἶναι, κύριοι, οἱ πάσχοντες ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Διότι τὸ Κράτος σήμερον εἶναι ἀδύνατον νὰ βοηθήσῃ αὐτούς, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ μίαν μεγαλυτέραν ἀλήθειαν, ὅτι τὸ Κράτος, ἂν εὑρεθῇ εἰς οἰκονομικὴν δυσφορίαν, αὐτοὺς καὶ πάλιν μοιραίως θὰ κτυπήσῃ, διότι οὗτοι εἶναι οἱ πολυπληθέστεροι, οὗτοι εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τῆς φορολογίας τῶν Κρατῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέχουν τὰ περισσότερα εἰς τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα μία ἐξόχως συντηρητικὴ πολιτική, ἡ ὁποία νὰ σώσῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ σωθῇ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, κύριοι βουλευταί, ὅτι λέγων ταῦτα, εἰς τὴν συνείδησιν πολλῶν ἐξ ὑμῶν θὰ χαρακτηρισθῶ ὡς ὑπεράγαν συντηρητικὸς καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην θὰ μοὶ ἀπευθύνουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζοντες ὅτι νεωτερίζουν ἔφερον τὸν Τόπον εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν τὰ πράγματα σήμερον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιδιώξωμεν οἱονδήποτε πρακτικὸν σκοπὸν ἂν ἐξακολουθήσωμεν κυμαινόμενοι καὶ παλαίοντες ἐντὸς τῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς αὐτῆς ἀναρχίας. Εἶναι ἀνάγκη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ κατίδῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατεῖδον ἤδη τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ κατίδῃ ὅτι μόνον τοιαύτη πολιτικὴ εἶναι ἱκανὴ νὰ σώσῃ τὸ Κράτος καὶ νὰ τὸ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς ἀναρχίας. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς σήμερον, δὲν εἶναι ὑπερβολή, κύριοι βουλευταί, ἂν εἴπω ὅτι ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος πεινᾷ, εἶναι δὲ δυστυχῶς εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς οἰκονομικῆς δυσφορίας. Ἂν δὲν λάβωμεν ἐγκαίρως ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαγάγουν αὐτὸ ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ ἀδιεξόδου, εἶναι δυνατὸν νὰ διέλθωμεν μεγίστην κρίσιν. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἡ τάξασα ὡς ἕνα τῶν κυρίων σκοπῶν αὐτῆς τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τῆς Χώρας, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θὰ καταρτίσῃ τοιοῦτον πρόγραμμα μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν μέτρων αὐτῆς, πρόγραμμα δυνάμενον νὰ ἀποτρέψῃ πλέον ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὸν κομμουνισμὸν καὶ τὴν ἀναρχίαν, πρόγραμμα τὸ ὁποῖον νὰ στερεώσῃ τὰς βάσεις τοῦ ἀστικοῦ Κράτους, νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην πρὸς τὸ κεφάλαιον καὶ τὴν ἐργασίαν διὰ τὰ μέχρι τοῦδε πραχθέντα καὶ νὰ περιφρουρήσῃ αὐτὸ διὰ τὸ μέλλον. Διότι πρᾶττον τοῦτο τὸ Κράτος δὲν θὰ ἀποδώσῃ μόνον δικαιοσύνην, ἀλλὰ θὰ στερεώσῃ καὶ τὰ θεμέλια αὐτοῦ, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ Χώρα βαδίζει ἀναμφισβητήτως πρὸς τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν. (Χειροκροτήματα).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§82Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ εἶμαι βραχύτατος, τὸ μὲν διότι τὰ ζητήματα ἐξηντλήθησαν πλέον ὑπὸ τῶν προλαλησάντων, τὸ δὲ λόγῳ τοῦ ἐκ τοῦ ψηφίσματος χορηγουμένου μοι τετάρτου τῆς ὥρας. Ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, κύριοι, εἶναι τρεῖς τροπολογίαι· ἡ μία εἶναι τοῦ βουλευτοῦ Ἰωαννίνων κ. Μυλωνᾶ, ἄλλη τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Τσιτσεκλῆ, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ ὁρίζεται διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καὶ ἡ τρίτη τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ ὁρισθῇ «πλήρης». Κατὰ τῆς πρώτης τροπολογίας κηρύσσομαι ἀνεπιφυλάκτως, κατὰ τῆς τροπολογίας δηλαδὴ ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας μεταφυτεύονται ἐν Ἑλλάδι ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον ὕπαρξιν ὑπὸ ἄλλας ἐντελῶς συνθήκας ἐν Γερμανίᾳ καὶ καθιερώθησαν ὑπὸ τοῦ νέου Γερμανικοῦ Συντάγματος. Κηρύσσομαι κατὰ τῆς τροπολογίας ταύτης διὰ τρεῖς λόγους. Πρῶτον διότι οὐδένα σκοπὸν πληροῖ. Ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, μέχρι τοῦ 1911 ἐπεκράτει ἡ ἰδέα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως περὶ τῆς ἀτομικιστικότητος τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐκηρύσσετο ἡ ἰδιοκτησία ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος. Τὸ 1911, ὅτε εἶχον εἰσέλθει διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν οἱ κοινωνιολόγοι, ἔγινεν ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος οἵα ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς τροπολογίας ἐκείνης, ἡ ὁποία συζητεῖται. Ἀλλ’ εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι, ὡς ἦτο διατετυπωμένον τὸ Σύνταγμα μετὰ τὴν τροποποίησιν τὴν γενομένην κατὰ τὸ 1911, οὐδὲν ἐμπόδιον ἡ διατύπωσις αὕτη παρέσχεν εἰς τὸ νὰ ἱκανοποιηθοῦν οἱ πόθοι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μέρου καὶ ὅλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν. Ὅπως ἦτο διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἠσκήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ δὲν κατανοῶ διὰ τίνα λόγον καὶ διὰ τίνα ὑπερτέραν αἰτίαν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἡ διατύπωσις τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν πατέρα αὐτῆς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία κατεύθυνσις πρὸς ἐξυπηρέτησιν μιᾶς ἄλλης ἰδεολογίας, μία ἁπλῆ μετάφρασις καὶ μάλιστα κακή—ὡς ἀπέδειξεν ὁ κ. Δεμερτζῆς—ὡρισμένου ἄρθρου τοῦ νέου Γερμανικοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὰς τὰς κατευθύνσεις, τὰς δι’ ἀοριστολογιῶν ἐκφραζομένας, πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν, διότι δύνανται νὰ καταστῶσιν εὐχερὲς ὄργανον κάθε κυβερνήτου, δυναμένου νὰ διαπράξῃ ὁτιδήποτε ἤθελε σκεφθῆ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς ἀορίστου ταύτης κατευθύνσεως. Ὥστε κηρύσσομαι κατὰ τῆς τροπολογίας πρῶτον, διότι δὲν πληροῖ κανένα οὐσιαστικὸν σκοπόν, δεύτερον διότι εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα εἶναι διατυπωμένη ὑπὸ ἐντελῶς διάφορον τύπον, ὑπὸ τὸν τύπον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης κ. Δεμερτζῆς καὶ ὑπὸ ἐντελῶς διαφόρους συνθήκας. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἐντελῶς ἀτομικιστική, ἴσχυεν ἡ θεωρία τῆς ἀτομικιστικότητος τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία καὶ ἐσυνεχίσθη μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων. Παραλλήλως πρὸς τὴν θεωρίαν ταύτην ἀνεπτύχθη ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν πρεσβεύει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ οἱ κοινωνιολόγοι, ἡ θεωρία τῆς κοινωνιστικῆς μορφῆς τῆς ἰδιοκτησίας. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὅπως εἶναι διατετυπωμένον, εἶναι διατετυπωμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀτομικιστικῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀντιθέτως τὸ Σύνταγμα τὸ Γερμανικόν, προϊὸν σοσιαλιστικῶν ἰδεῶν, καταρτισθὲν ὑπὸ σοσιαλιστικὸν πνεῦμα ἔχει ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν κοινωνιστικὴν ἄποψιν τῆς ἰδιοκτησίας, δηλαδὴ τὴν ἄποψιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ ἁπλῶς μία λειτουργία, τὴν ὁποίαν ἀναθέτει ἡ Κοινωνία εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, γινόμενον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κοινωνικὸν λειτουργόν, κοινωνικὸν ὑπάλληλον. Λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατόν, ἐφόσον τὸ Κράτος ἔχει ὡρισμένας κατευθύνσεις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν μεταφύτευσιν ἀπὸ τὸ Γερμανικὸν σύστημα, ὅπερ εἶναι ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὴν ἀτομικιστικὴν περὶ ἰδιοκτησίας ἀντίληψιν, οἵα ὑπάρχει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα; Ἑπομένως ἡ προσθήκη τῆς ὁποίας ἡ πατρότης ἀποδίδεται εἰς τὸν κ. Μυλωνᾶν, δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δημιουργήσῃ μίαν κατεύθυνσιν πρὸς μεταβολὴν τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἰδιοκτησίας καὶ περιέχει τὸν κίνδυνον νὰ προκαλέσῃ βραδύτερον εἰς χεῖρας ἀριστεριζόντων κυβερνητῶν ποικίλας εἰς βάρος τῆς ἰδιοκτησίας παρεμβάσεις, ἀφοῦ καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς κατευθύνσεως ταύτης εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμποδίσῃ τὴν αὐτόχρημα δήμευσιν ὡρισμένων ἰδιοκτησιῶν.
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπάρχει ἄλλο Σύνταγμα εἰς τὴν Γερμανίαν;
§84Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι ἡ κοινωνιστικὴ ἀντίληψις περὶ ἰδιοκτησίας, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἡ ἰδιοκτησία ἐξ ὑποκειμένου δίκαιον, ἀλλ’ ἁπλῶς μία κοινωνικὴ λειτουργία. Ἡ ἀτομιστικὴ ἀντίληψις τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν κοινωνιστικὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν σεῖς ὑποστηρίζετε. Θὰ προσεχώρουν εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν σας, ἂν ἔβλεπον κάποιαν ὠφελιμότητα οὐσιαστικήν, διότι δὲν εἶδον νὰ φέρῃ τὸ Σύνταγμα κανὲν ἐμπόδιον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων. Ἔπειτα, ὡς εἶναι διατετυπωμένη ἡ διάταξις, τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα εἶναι διατετυπωμένον ὑπὸ ἐντελῶς διαφόρους συνθήκας καὶ ἐπὶ πλέον ἐπιβάλλεται ἡ μὴ ἀναγραφὴ της εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα, ἵνα χρησιμεύῃ ὡς προπύργιον συνετῶν κυβερνητῶν κατὰ τῶν συνήθων παραλόγων ἀξιώσεων διαφόρων στρωμάτων. Ὁ τρίτος λόγος, δι’ ὃν εἶναι ἀποκρουστέα ἡ τροπολογία, ἔγκειται εἰς τὴν περίοδον ἣν διανύομεν, καθ’ ἥν, θεωρηθείσης ὡς ἀναγκαίας τῆς παροχῆς ἐξασφαλίσεως εἰς τὸ κεφάλαιον ὅπως τοῦτο συρρεύσῃ εἰς τὴν Χώραν, πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν κάθε διάταξιν γεννῶσαν ἔστω καὶ ἐκ προκαταλήψεως τὴν παρεξήγησιν ὅτι ἀνοίγομεν τρόπους θίξεως τοῦ κεφαλαίου. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὅταν κατηρτίζετο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἶχε τὴν σοφὴν ἀντίληψιν νὰ τονίσῃ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ κεφάλαιον, διότι κάθε ἀντίθετος πολιτικὴ ἐπιφέρει ἐκροὴν τοῦ κεφαλαίου καὶ ὑποτίμησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ νομίσματος. Ἀφοῦ δὲ ὁπωσδήποτε δὲν θὰ ἔχωμεν οὐσιαστικήν τινα ὠφέλειαν ἂν θέσωμεν τοιαύτας φράσεις εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι καὶ ἄνευ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐκπληρώσουν τοὺς προορισμούς των. Θὰ ἦτο ἀφροσύνη νὰ πολιτευθῶμεν κατὰ τρόπον θίγοντα ἔστω καὶ διὰ φράσεων, ἐξεικονιζουσῶν καὶ ἁπλῶς μόνον κατευθύνσεις, τὴν βεβαιότητα καὶ τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποκτήσῃ τὸ κεφάλαιον διὰ νὰ τὸ ἑλκύσωμεν εἰς τὴν Χώραν. Καὶ προχωρῶ εἰς τὴν ἄλλην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς σχετικῶς πρὸς τὸν διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καθορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Καὶ τῆς τοιαύτης εἶμαι πολέμιος, διότι μακρὰ πεῖρα μὲ ἔχει διδάξει ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ δικαστοῦ, τοῦ ἀμειβομένου τόσον γλίσχρως, νὰ εἰσχωρήσῃ ἀντίληψις δικαίας ἀποζημιώσεως. Τὸ ἀντιδραστικὸν στοιχεῖον διὰ τὴν ἀποζημίωσιν εἶναι ὁ δικαστής, διότι τὰ πάντα μετρᾷ μὲ τὴν γλισχρότητα τοῦ μισθοῦ του καὶ οἱονεὶ τάσσεται ἀσυναισθήτως πολέμιος κάθε δικαιουμένου εἰς ἀποζημίωσιν. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν παλαιὰν διατύπωσιν «διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ», διότι οὕτως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἐλευθέρα νὰ ὁρίσῃ τὰ δικαστήρια ἀποζημιώσεως, ἡ ἰδανικωτέρα μορφὴ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο, κατ’ ἐμέ, ἡ μικτή, δηλαδὴ πλειονοψηφία δικαστικὴ συμπληρουμένη δι’ ἀντιπροσώπων τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἀντιτίθεμαι ἐπίσης κατὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, ἐφόσον ἀποβλέπει εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς σειρᾶς τῶν ἐνδίκων μέσων, διότι νομίζω ὅτι εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας, αἵτινες συνήθως εἶναι περιπτώσεις ἐπειγούσης ἀνάγκης, τὰ ἔνδικα μέσα πρέπει μὲν νὰ ὑπάρχουν πρὸς ἀποκατάστασιν πλανῶν, ἀλλὰ περιωρισμένα, διὰ νὰ μὴ ματαιοῦται διὰ τῆς ἐπερχομένης βραδύτητος ἡ ἀπαραίτητος ταχύτης διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν καὶ τῶν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν, δι’ ἃς ἡ στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου, λαμβάνοντος οὕτω ταχέως τὸ ἰσότιμον τῆς ἀφαιρουμένης ἰδιοκτησίας του, ἀλλά, τέλος, καὶ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀνωμαλίας, ἣν ἀναγκαίως συνεπιφέρει μία τοιαύτη ἀφαίρεσις εἰς τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν. Ὡς πρὸς τὴν τρίτην τροπολογίαν θὰ ἐφρόνουν ὅτι ἡ προσθήκη τῆς λέξεως «πλήρης» θὰ ἦτο ἀπολύτως περιττή, δοθέντος ὅτι ὁ ὅρος ἀποζημίωσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράζῃ ἄλλο ἢ τὴν ἰσότιμον πρὸς τὸ ἀφαιρούμενον καταβολήν. Ἐφόσον ὅμως ἀφρόνως ἐντελῶς ὑπεβλήθη τοιαύτη τροπολογία, κατέστη ἀναγκαία πλέον ἡ παραδοχή της, ἵνα μὴ ἡ ἀπόρριψις αὐτῆς σημάνῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη στέρησιν ἰδιοκτησίας καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἀποκαθιστώσης εἰς ἀκέραιον τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἀφαιρουμένου ἀντικειμένου. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Τὰς ἐξέφρασα λίαν συντόμως, διότι νομίζω ὅτι ἀποτελοῦν σταθερὰς πεποιθήσεις, ἐμφωλευούσας εἰς τὰς ψυχὰς πάντων, ὅσοι θεωροῦμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς τὴν ἑδραίαν βάσιν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος. (Χειροκροτήματα).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§86Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ ἐξηντλημένον καὶ ἑπομένως δύο λέξεις θὰ προσθέσω διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας, αἵτινες ὑπεβλήθησαν καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δεκταὶ καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐγένοντο δεκταί, θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις. Ὅπως λίαν ἐπιτυχῶς ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου, ὅτι ἡ λέξις «πλήρης» ἐνυπάρχει ἐν τῇ λέξει «ἀποζημίωσις», εἶμαι σύμφωνος καὶ ἐγώ, ἀλλὰ ἀφοῦ ἐγεννήθη ζήτημα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ δύναται νὰ καθορισθῇ διὰ πλήρους ἀποζημιώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι δικαίωμα, ἀλλὰ γεννᾷ καὶ ὑποχρεώσεις καὶ ὅτι ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν ἡ ἄσκησις αὐτῆς, φρονῶ ὅτι ἂν ψηφισθῇ ἡ τροπολογία αὕτη δύναται νὰ γεννήσῃ ζητήματα φορολογικά, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς σημερινὰς στιγμὰς δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὰ καὶ ἀφοῦ οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν εἶπον ὅτι δὲν θὰ αἰσθανθῶσι λύπην ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία των. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, οὔτε καὶ ἐγὼ θὰ τὴν ψηφίσω. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 119, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνεται ὡς ἐγένετο μέχρι τοῦδε καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως. Καὶ εἰς ὅσα ἐγένοντο διὰ τὰς ἀποζημιώσεις μέχρι τοῦδε νομίζω ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε δύο λέξεις διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, διὰ τὰς περισσοτέρας τῶν ὁποίων δὲν ἔχει καθορισθῆ τὸ τίμημα τῆς ἀποζημιώσεως, δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἀποτίμησις τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα, τί θὰ γίνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο; Δὲν ἤκουσα νὰ λεχθῇ τίποτε σχετικῶς. Ὁ κ. Μάρκου εἶπεν ὅτι φρονεῖ ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις πρέπει νὰ διαιρεθοῦν εἰς τρία μέρη, ἐξ ὧν τὸ ἓν μέρος ὀφείλει νὰ τὸ χάσῃ ὁ ἰδιοκτήτης, τὸ ἄλλο μέρος οἱ κολλῆγοι καὶ τὸ ἕτερον μέρος τὸ Κράτος. Φρονῶ ὅτι οὐδὲν δικαιότερον τούτου ὑπάρχει. Φρονῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, οὐδὲ ἠθικόν, οὐδὲ ἐπιτετραμμένον, ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη νὰ ὑποστῇ μία καὶ μόνον τάξις, ἡ τάξις τῶν ἰδιοκτητῶν. Διότι εἶπον ὅτι δύνανται κατὰ μέγα μέρος νὰ πληρώσουν καὶ οἱ ἐγκατασταθέντες ἀγρόται, ὄχι βέβαια μέχρι τοῦ σημείου νὰ μὴ δύνανται νὰ ζήσουν, νὰ εἶναι δῶρον ἄδωρον ἡ εἰς αὐτοὺς χορήγησις γῆς, ἀλλὰ πάντως μέχρι τοῦ συνετοῦ ὁρίου πρέπει νὰ πληρώσουν. Δὲν πρέπει λοιπὸν τὰ βάρη αὐτὰ καὶ τὰς θυσίας νὰ τὰς ὑποστῇ μία μόνον τάξις. Δύνανται λοιπὸν νὰ πληρώσουν ἀκόμη κάτι τι οἱ κολλῆγοι, τὸ ἄλλο μέρος Θὰ τὸ πληρώσῃ τὸ Κράτος· ἀλλὰ ποῦ θὰ τὸ εὕρῃ; Εἶπον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὰ πληρώσῃ μία τάξις, θὰ τὰ εὕρῃ ἐκ τῆς ὁλότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, θὰ τὰ πάρῃ ἐξ ἐκείνων, διότι ὑπάρχουν τοιοῦτοι καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν καὶ οἵτινες ἐκ τῆς δυστυχίας ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, ἐπλούτισαν. Αὐτὰ λοιπὸν θὰ τὰ πληρώσουν καὶ ἡ ὁλότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ἀρκετὸν εἶναι νὰ ὑποστοῦν τὴν θυσίαν οἱ ἰδιοκτῆται χάνοντες τὸ ⅓ τῆς ἰδιοκτησίας των. Τὰς ἰδέας αὐτὰς ἔχω καὶ τὰς ἰδέας αὐτὰς ὑποστηρίζω καὶ νομίζω ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημμένον νὰ συζητηθῇ τὸ μέτρον τοῦτο ἐκ παραλλήλου μὲ τὸ ψηφιζόμενον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Τελευτῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τοῦτο ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ κλονίζωμεν διαρκῶς τὸ κεφάλαιον, τὴν πίστιν τῆς Χώρας. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβώμεθα βεβαίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην ἀποκαταστάσεως, ἀλλὰ νὰ μὴ προξενήσωμεν ἀδικίας βαρυτάτας.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§88Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 19 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος μετετράπη εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ ἦτο φυσικὸν τοῦτο, διότι, μολονότι εἰς τὸ Σύνταγμα τίθενται θεμελιώδεις διατάξεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἔρχεται κατόπιν ὁ νόμος καὶ κανονίζει τὰς λεπτομερείας, ἐν τούτοις, ἐφόσον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπάρχοντος 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐφηρμόσθη ὁπωσδήποτε ὁ ἀγροτικὸς νόμος καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν κατηργήθη τὸ Σύνταγμα καὶ ἐθεσπίσθη ἡ ἄνευ προκαταβολῆς ἀποζημιώσεως ἀπαλλοτρίωσις, θὰ ἔπρεπε τὰ παθήματα ἐκεῖνα νὰ μᾶς γίνουν μαθήματα καὶ νὰ προσπαθήσωμεν ἂν ὄχι νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν διὰ συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως δὲν ἐτηρήθησαν πιστῶς καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν κατηργήθησαν ὁλοκληρωτικῶς, τοὐλάχιστον νὰ ἐξηγήσωμεν πρὸς ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους πῶς ἐννοοῦμεν νὰ πολιτευθῶμεν εἰς τὸ ἑξῆς, πῶς ἐννοοῦμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν βάσιν τῆς ἰδιοκτησίας, μέχρι ποίου βαθμοῦ ἡ ἰδιοκτησία, ὄχι μόνον ἡ ἀγροτικὴ καὶ ἀκίνητος ἐν γένει ἰδιοκτησία, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἄλλα περιουσία δύναται νὰ ἀποτελέσῃ θεμέλιον τῆς Πολιτείας, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν βάσιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐν πρώτοις νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν διαφορὰν γνώμης οὐσιαστικὴν ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας. Μολονότι ἠκούσθησαν γνῶμαι ἀπὸ συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ μέχρι διαρρήξεως πνευμόνων προσεπάθησαν νὰ δώσουν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἰδιοκτησίας ἔννοιαν ἥκιστα τιμητικὴν καὶ διὰ τοὺς λέγοντας καὶ διὰ τοὺς ἀκούοντας, ὅτι δῆθεν οἱ ἰδιοκτῆται εἶναι κλεπταποδόχοι, ὅτι ἡ ἀκίνητος περιουσία ὀφείλεται εἰς διαρπαγὰς κλπ., νομίζω ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη θὰ παραδεχθοῦν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι περιουσία, ὡς πᾶσα ἄλλη, καὶ ὅτι πᾶσα περιουσία εἶναι προϊὸν ἀποταμιεύσεως εἴτε προσωπικῆς, εἴτε κληρονομικῆς. Δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται καὶ ἄλλος ἀκριβέστερος ὁρισμὸς τῆς λέξεως αὐτῆς. Ἐφόσον λοιπὸν ἔχομεν αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐφόσον τὸ Σύνταγμα θεσπίζει ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀφαιρεῖται παρὰ μόνον ὅταν ὑπάρχῃ δημοσία ὠφέλεια, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἰδιοκτησία μεταβιβάζεται ἁπλῶς, ἀλλὰ δίδεται εἰς τὸν κάτοχον ἀποζημίωσις. Βλέπομεν ὅτι εἰς τὸ ἐγγὺς παρελθὸν ἀφῃρέθη ἡ ἰδιοκτησία ὑπὸ τύπον ἀγροτικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐπεβαρύνθη δὲ καὶ διὰ τοῦ Δικαιοστασίου, διὰ τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διὰ τῶν ἐπιτάξεων. Καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἐπηκολούθησε μία ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία ἦτο δικαία καὶ εὔλογος, εἰς ἄλλας δὲ ἐπηκολούθησεν ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία μόνον χάριν ἀστειότητος ἠδύνατο νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις δὲν ἐδόθη οὐδεμία ἀπολύτως ἀποζημίωσις. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν εἰς τὰ γενόμενα καὶ νὰ προσπαθήσωμεν, ἔστω καὶ θεωρητικῶς, νὰ φθάσωμεν εἰς διατύπωσιν, ἡ ὁποία εἰς τὸ μέλλον, ἐφόσον δὲν θὰ παρουσιασθοῦν ἔκτακτοι περιστάσεις, ὡς ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων, νὰ θέσῃ ἕνα φραγμὸν εἰς τὸν νομοθέτην, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς περὶ ἀπαλλοτριώσεως συνταγματικὰς διατάξεις. Ὅταν συνεζητοῦμεν εἰς τὸ 1922 τὸν τότε ψηφισθέντα ἀγροτικὸν νόμον, ἤδη εἴχομεν ἐξέλθει τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ ἀκόμη ἐνωρίτερον εἰς τὸ 1917–1918 ὅταν κατὰ πρῶτον ἐδημοσιεύθη ὁ ἀγροτικὸς νόμος, εἴχομεν ἤδη ἐξέλθει αὐτῶν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1918 εὑρισκόμεθα εἰς νομισματικὴν ἰσοτιμίαν· ἡ μόνη μείωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς βάρος τῆς ἀπαλλοτριωθείσης ἰδιοκτησίας ἦτο ἡ ἐξελικτικὴ πρόσκτησις μείζονος ἀξίας ἐκ μέρους τῆς ἰδιοκτησία. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὸν τελευταῖον ἀγροτικὸν νόμον προσετέθη ἓν 50% ὡς αὔξησις δῆθεν τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῆς. Δὲν εἶχε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν οὔτε κατὰ τὸ 1918, ὅτε τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ ἀγροτικὸς νόμος «περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων, οὔτε καὶ κατὰ τὸ 1922, ὅτε ἡ ἰσοτιμία τῆς δραχμῆς ἔχει παρέλθει ἀνεπιστρεπτεί, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δὲν θὰ ἀπετιμᾶτο μὲ ἀνάλογον ἀνταλλακτικὴν ἀξίαν. Καὶ ἐπρότεινα τότε νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ μεταλλικὴ δραχμή. Ἄλλοι συνάδελφοι εἶχον προτείνει νὰ ὁρισθῇ ὡς βάσις ἡ τιμὴ τοῦ προϊόντος τοῦ κτήματος, δηλαδὴ τοῦ σίτου. Ἀπερρίφθησαν ὅλαι αὐταὶ αἱ προτάσεις καὶ διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως, σεβομένης τὰς διατάξεις ταῦ Συντάγματος, οὗτινος εἶχεν ἐπικυρώσει ἡ Συνέλευτις τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ παρεβίασε τὴν ἰδίαν σχεδὸν ἐποχήν, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν περὶ ἀποζημιώσεως μὲ νόμισμα μειωμένον. Τότε ἴσως ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις ὅτι ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ δοθοῦν τριακονταετεῖς ὁμολογίαι, ἠλπίζομεν δὲ ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς ἀρχικῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος, ἂν ἐδίδομεν μὲ ηὐξημένην ἀξίαν ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ πληρωθοῦν μετὰ τριάκοντα ἔτη, ὁπότε ἡ δραχμὴ θὰ εἶχεν ἀποκτήσει τὴν ἀξίαν της, θὰ ἐλάμβανον οἱ ἰδιοκτῆται τετραπλασίαν ἀξίαν τοῦ κτήματος.
§89Ε. ΖΟΥΚΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1922 τὸ τέταρτον κατεβάλλετο εἰς μετρητά.
§90Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔστω διὰ τὰ τρία τέταρτα.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸν νόμον 2052 κατεβάλλετο τὸ τρίτον εἰς μετρητά.
§92Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἐφηρμόσθη αὐτός.
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ἐφηρμόσθη καὶ παντοῦ κατεβλήθη τὸ τίμημα.
§94Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μὴ ἐνισχύετε ἀκόμη περισσότερον τὸ ἐπιχείρημά μου, διότι ἐπέρχεται μία ἀνισότης μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν εἰς τὰ 1918 καὶ τῶν σημερινῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ὑπέστη ῥήγματα κυριολεκτικῶς, διότι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν οὔτε ἡ δημοσία ἀνάγκη, οὔτε ἡ δημοσία ὠφέλεια, ἀλλ’ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀντιλήψεις περὶ ἱκανοποιήσεως διαφόρων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ γίνουν τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀγροκτήμονες χωρὶς νὰ εἶναι καὶ γεωργοί, ἐπεξετάθη αὐτὸ τὸ μέτρον καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἰδιοκτησίαν. Ὡς γνωστόν, ἤρχισαν ἀθρόαι ἀπαλλοτριώσεις οἰκοπέδων καὶ δὴ τῶν οἰκοπέδων τῆς πρωτευούσης, πολὺ πρὶν ἔλθῃ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ὑπὲρ διαφόρων συνεταιρισμῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀναπήρων πολέμου κλπ. καὶ κατόπιν ἦλθεν ἡ Ἀεροπορικὴ Ἄμυνα, ἡ ὁποία κατήργησε μὲν τὰς τοιαύτας ἀπαλλοτριώσεις, ἐπῆρεν ὅμως τὰ οἰκόπεδα διὰ λογαριασμόν της, ὅπως συνέβη εἰς τὴν μονὴν Πετράκη. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωμεν τὴν κατάστασιν αὐτὴν οὕτως· ἀλλ’ εἴτε δι’ ἀναγραφῆς εἰς τὸ Σύνταγμα διατάξεως, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν δήμευσιν αὐτὴν ἢ μᾶλλον ὄχι δήμευσιν, ἀλλὰ κάτι χειρότερον, διότι δήμευσις σημαίνει ὅτι ὁλόκληρον τὸ Κράτος ὠφελεῖται ἀπὸ τὴν ἁρπαζομένην περιουσίαν, ἐνῷ ἐδῶ γίνεται μεταβίβασις ἁπλῶς τῆς κυριότητος ἀπὸ τοὺς μὲν εἰς τοὺς δέ, καὶ γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκεῖνοι μὲν νὰ ἀπογυμνοῦνται ἐντελῶς, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ μὴ γνωρίζουν τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ κάμουν κακὴν χρῆσιν αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω ἂν καὶ ἄλλο γεγονὸς συνετέλεσεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ ἀρκεῖ νὰ ἀκούσητε δύο μόνον ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἀπὸ ἐπίσημον στατιστικήν. Ἐκ τῶν ὀκτακοσίων ἑκατομμυρίων χιλιογράμμων σίτου, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐτησίαν κατανάλωσιν, τὰ πεντακόσια ἑκατομμύρια εἰσάγονται ἔξωθεν, τὰ δὲ τριακόσια ἑκατομμύρια δίδει ἡ ἐγχωρία σιτοπαραγωγὴ Π. Ἑλλάδος καὶ Νέων Χωρῶν, ἐνῷ ἔχομεν τὴν στατιστικὴν τοῦ 1911, ἡ ὁποία μᾶς λέγει ὅτι ἡ Π. Ἑλλὰς εἶχε παραγάγει τριακόσια ἐννενήκοντα ἑκατομμύρια ὀκάδας, δηλαδὴ πεντακόσια ἑκατομμύρια χιλιογράμμων σίτου. Αὐτὰ ἐκ τῆς ἐπισήμου στατιστικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἑπομένως ἡ δημοσία ὠφέλεια πρέπει νὰ γίνῃ σεβαστὴ ὡς βασικὴ ἀρχὴ διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ὅταν δὲ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου ἀκριβῶς περὶ ἀπαλλοτριώσεως θέτωμεν τὴν βάσιν τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις ὡς δημοσία ὠφέλεια, νομίζω ὅτι περιττεύει ἐντελῶς ἡ τελευταία προσθήκη, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἡ ἰδιοκτησία γεννᾷ ὑποχρεώσεις, τὰς ὑποχρεώσεις δὲ αὐτὰς τὰς ἐξηγεῖ ὡς ἀποβλεπούσας πάλιν εἰς τὴν δημοσίαν ὠφέλειαν. Ὅταν ἡ δημοσία ὠφέλεια, κρινομένη δεόντως, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ποία ἄλλη ὑποχρέωσις θὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς ἰδιοκτησίας, ἐκτὸς αὐτῆς τῆς περιπτώσεως; Διατί νὰ ἀνοίξωμεν διάπλατα τὰς θύρας εἰς διαφόρους παρερμηνείας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μᾶς γεννήσουν περιπτώσεις καὶ ἄλλων ἀπαλλοτριώσεων, ὄχι μόνον ἀγροτικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀστικῆς καὶ κινητῆς περιουσίας καὶ ἐπὶ πλέον ἀκόμη, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ εὐαγγελικοῦ ρητοῦ «ὁ ἔχων δύο χιτῶνας νὰ δίδῃ τὸν ἕνα εἰς τὸν μὴ ἔχοντα»; Ποίου εἴδους γέννημα ὑποχρεώσεων εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον καθορίζεται κατὰ τόσον εὐρεῖαν ἑρμηνείαν; Δὲν ἀρκεῖ δὲ μόνον ὁ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ ἢ διὰ τακτικῶν δικαστηρίων καθορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περισσότερον εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι ὁ καθορισμὸς τῆς περιπτώσεως αὐτῆς, καθ’ ἣν διαπιστοῦται ἡ δημοσία ὠφέλεια, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν ἀπαλλοτρίωσιν.
§95Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ὁ νόμος ὁρίζει.
§96Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὴν κήρυξιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀφῆκε τοιαύτην ἐλευθερίαν εἰς τὰ κατώτερα τῆς ἐξουσίας ὄργανα, ὥστε νὰ βλέπωμεν κηρυττομένας τὰς ἀπαλλοτριώσεις, χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν οὔτε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ὑπογράφει βεβαίως καλῇ τῇ πίστει, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς θέσιν ποτὲ νὰ γνωρίζῃ τί κρύπτεται ὑπὸ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ὑπογράφει. Θὰ ἔπρεπε μία ἄλλη ἀρχή, ὄχι ἡ ἀρχὴ αὐτή, ἡ ὁποία ἑδρεύει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, νὰ ἐπιφορτισθῇ μὲ τὸν καθορισμὸν τῆς δημοσίας ὠφελείας.
§97Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ἀναλόγως τοῦ σκοποῦ.
§98Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὰ περισσότερα βεβαίως ἐκ τῶν συζητουμένων εἶναι ζητήματα λεπτομερειῶν. Ὅταν ἴδωμεν ὅμως εἰς τὸ παρελθὸν πῶς ἐγένοντο οἱ νόμοι, πῶς ὑπεβάλλοντο καὶ ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι καὶ πῶς ἀνεγράφησαν πλεῖσται διατάξεις διὰ τὰς ἀτομικὰς ἱκανοποιήσεις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κάθε ἄλλον σκοπὸν ἔχουν, παρὰ τὴν δημοσίαν ὠφέλειαν, βεβαίως δὲν θὰ θεωρηθῇ περίεργον διατί ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν συνταγματικὴν κατοχύρωσιν τῆς δημοσίας ὠφελείας, ἡ ὁποία γεννᾷ ὅλην τὴν περαιτέρω διατύπωσιν τοῦ τρόπου καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ μεταβίβασιν τῆς κυριότητος οἱασδήποτε ἰδιοκτησίας διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν μὲ ἀποζημίωσιν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπάρχει ἓν ἵδρυμα δημοσίας ὠφελείας, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του εἰς ἀγροτικὰ κτήματα, τοιοῦτον δὲ εἶναι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον. Ὑποθέσατε τώρα ὅτι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον εἰς τὰ 1920 εἶχε προϋπολογισμὸν 500,000 χρυσῶν δραχμῶν. Ἀπαλλοτριωθείσης ἤδη τῆς περιουσίας αὐτοῦ, τοῦ δίδεται σήμερον ἀπὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀπηλλοτρίωσε τὴν ἀγροτικήν του περιουσίαν, 500 χιλιάδες σημερινῶν δραχμῶν. Δύναται τὸ ἵδρυμα τοῦτο νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμόν του ἀποζημιούμενον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ λαμβάνον τὸ εἰκοστὸν τῆς ἀξίας του; Βεβαίως θὰ κλείσῃ. Ἂν αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ ὑπαγάγητε ἀπὸ τὴν εὐρυτάτην αὐτὴν περίπτωσιν ἑνὸς κοινωφελοῦς ἱδρύματος εἰς οἱονδήποτε οἰκογενειάρχην, δὲν καταδικάζεται αὐτὴ ἡ οἰκογένεια εἰς θάνατον καὶ ἐρήμωσιν; Καὶ δὲν ἔχομεν παραδείγματα εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἔφθασαν εἰς βαθμὸν νὰ δημιουργήσουν οἰκογενειακὰς τραγῳδίας; Δὲν ζητοῦν τίποτε ἄλλο οἱ ἰδιοκτῆται παρὰ τὴν δικαίαν ἀποζημίωσιν. Δὲν ἐστάθησαν ποτὲ ἀντίθετοι εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν ἀγροτικῶν, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Οὗτοι ἔχουν ἀνέκαθεν τὰ δικαιώματά των ἐπὶ τῆς γῆς τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργουν. Δὲν νομίζω ὅτι ἦσαν εὐτυχεῖς οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον κολλίγους, διότι ὑφίσταντο πάντοτε τὰς περιπετείας τῆς κολλιγικῆς σχέσεως. Οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ ἀποκατεστάθησαν κατὰ 95% καὶ μόνον μένει τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ μὲ μίαν δικαίαν ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐξελικτικὴν ἀνατίμησιν τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του μόνον ὁ ληστρικὸς φόρος τοῦ ὑπερτιμήματος, ὁ ὁποῖος λαμβάνει ποσοστὸν ἀπὸ τὴν ὑπερτίμησιν τῆς δραχμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε τὸ κτῆμα εἰς χρυσᾶς δραχμάς. Δὲν λέγω βεβαίως ὁ ἰδιοκτήτης νὰ λαμβάνῃ 100% τὴν ἀξίαν τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματός του. Θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία δικαία κατανομὴ τῶν βαρῶν τῆς ἀποζημιώσεως μεταξὺ παλαιῶν ἰδιοκτητῶν, νέων ἰδιοκτητῶν καὶ τοῦ συνόλου τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ συντρέξουν καὶ αὐτοὶ κατά τινα βαθμὸν εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τῶν ἀγροτικῶν.
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σεῖς εἶσθε ἐναντίον τῆς ἐννοίας τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως;
§100Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁμιλῶ κατὰ 9)10 ἐν ὀνόματι τῶν παθόντων, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι, ἑπομένως αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν, νὰ τὴν καθορίσουν ὡς συνταγματικὴν διάταξιν, ἀποβλέπουσαν εἰς τὸ μέλλον διὰ νὰ μὴ γεννῶνται τὰ παθήματα τοῦ παρελθόντος. Ἐφόσον δὲ εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον δὲν ἀναφέρεται μόνον ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία, οὔτε κἂν ἡ ἀκίνητος ἐν γένει ἰδιοκτησία, ἀλλὰ διὰ μιᾶς ἑρμηνευτικῆς διατάξεως περιλαμβάνεται καὶ ἡ κινητὴ ἰδιοκτησία, αὔριον δὲν εἶναι διόλου παράξενον νὰ ἀρχίσῃ καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κινητῶν ἀξιῶν.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οἱ ἔχοντες κινητὰς ἀξίας εἰς δραχμὰς ὑπέστησαν πολὺ μεγαλυτέρας ζημίας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ ἰδιοκτῆται.
§102Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτοὶ εἶχον πάντοτε τὸ χρῆμα εἰς τὰς χεῖράς των καὶ ἠδύναντο εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ διαχειρισθοῦν καὶ ἀσφαλίσουν τὸ σύνολον τῆς περιουσίας των κατὰ βούλησιν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν περιουσίαν των εἰς χεῖράς των, ὑπέστησαν πανωλεθρίαν.
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπάρχει ὅμως διαφορά, ὅτι οὗτοι μὲν εἶχον τὰ εἰσοδήματά των καθ’ ὃν χρόνον ἄλλοι ἐστερήθησαν τοῦ κεφαλαίου των καὶ τῶν εἰσοδημάτων των.
§104Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑπῆρξαν καί τινες ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ εἰσοδήματα εἰς πολλαπλάσιον ποσοστὸν ἐνῷ ἄλλοι, ἕνεκα τῆς ἀνωμάλου ἐποχῆς, δὲν κατώρθωσαν νὰ καρπωθοῦν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῶν, διότι ἦλθεν ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος τοὺς τὰ ἀφῄρεσεν.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν κληροδοτημάτων. Ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα, εἶναι ἀνάγκη μιᾶς συγκεντρωτέρας ὀργανώσεως ἐλέγχου καὶ δημοσιότητος εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ ἐξασφαλίσεως τῆς πραγματοποιήσεως τῆς θελήσεως τῶν διαθετῶν. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη εἰς τὰς 10 μ. μ.
(Ὥρα 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.45′ μ. μ.)
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα Συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Α. Σαχτούρης ἔχει τὸν λόγον.
§108Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ προκαλέσαν κατ’ προκαλοῦν τὴν τόσῳ μακράν, τὴν ὡς μὴ ὤφειλε τόσῳ μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου, εἶναι ἡ πρόσθετος παράγραφος, ἡ ἀφορῶσα τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἰδιοκτησίας. Αὐτὴ ἡ παράγραφος εἶναι τρόπον τινὰ ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία διήρεσε καὶ τὴν Κοινωνίαν καὶ διαιρεῖ καὶ τοὺς βουλευτὰς εἰς τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς συζητήσεις. Τὸ κατ’ ἐμέ, ἀπορῶ τῳόντι διατί γίνεται αὐτὴ ὅλη ἡ συζήτησις ἀφοῦ ὁ πατήρ, οἱ γονεῖς δηλαδὴ τῆς παραγράφου αὐτῆς, ὁμολογοῦν πρῶτοι αὐτοὶ ὅτι δὲν ἦτο ἀπαραίτητος καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ λείψῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατί αὐτοὶ οἱ γονεῖς, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ κύριοι εἰσηγηταὶ τῆς παραγράφου αὐτῆς, διατί δὲν θέλουν νὰ ἀπαλλάξουν τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς βουλευτὰς μιᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία μόνον χρόνον καταναλίσκει καὶ μόνον τὴν Βουλὴν κατατρίβει πρὸ τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἓν καὶ μόνον ποθεῖ, νὰ ἴδῃ τὴν Βουλὴν τερματίζουσαν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Θὰ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. βουλευτὰς νὰ ἐπιτρέψουν καὶ εἰς ἐμὲ οὐχὶ νὰ ἐπαναλάβω θεωρίας συνταγματικὰς ἢ κοινωνιολογικάς, τὰς ὁποίας μετὰ πολλῆς εὐφραδείας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξαν διακεκριμένοι ρήτορες καὶ συνταγματολόγοι, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρουσιάσω εἰς ὑμᾶς μίαν ἄποψιν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ οὐσιαστικωτέρα, μίαν ἄποψιν τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ ἡ ἐν λόγῳ παράγραφος καὶ ἥτις, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, εἶναι ἡ πρακτικωτέρα. Ἡ ἄποψις τουτέστιν ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ἀνέπτυξαν, ἡ ἄποψις τῆς φυγαδεύσεως, τῆς τρομοκρατήσεως, τῆς δειλίας, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται τὰ κεφάλαια ὅταν ἡ ἰδιοκτησία ἐμφανίζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον κακομεταχειριζομένη ἐν τῷ Τύπῳ. Ἤθελον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι τὸν Τόπον μας ἔβλαψαν οἱ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας περιορισμοί, τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Οὐχὶ ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως οὐδεὶς δύναται νὰ διαφωνήσῃ. Τουναντίον, ὅλοι οἱ Ἕλληνες εὑρισκόμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν καὶ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων καὶ τῶν σημερινῶν Κυβερνήσεων, διότι ἡ ἀγροτικὴ πολιτικὴ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν εἶναι πρὸς τιμὴν καὶ πρὸς δόξαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἡ ἀγροτικὴ αὕτη πολιτική, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἐπικρίσεις, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωκε καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ φοβίζῃ τὰ κεφάλαια καὶ νὰ ἀναγκάζῃ νὰ φυγαδεύωνται καὶ νὰ ἐκπατρίζωνται. Ὅλοι ὑμεῖς, κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε ἴσως κάλλιον ἐμοῦ τοὺς ζήσαντας ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι ὁ πλουσιώτερος λαὸς τῆς Βαλκανικῆς. Ἀλλ’ ἂν ὡς λαὸς εἴμεθα ὁ πλουσιώτερος, ὡς Κράτος εἴμεθα τὸ πτωχότερον τῆς Βαλκανικῆς.
§109Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὡς μερικοὶ Ἕλληνες.
§110Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Ὡς ὅλον· ὅταν δὲ λέγω Λαὸς Ἑλληνικὸς ἐννοῶ ὄχι μόνον τὸν λαόν, τὸν κατοικοῦντα ἐντὸς τῶν συνόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἐννοῶ καὶ τοὺς ἐν διασπορᾷ Ἕλληνας.
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτοὶ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν.
§112Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Ἔχουν μεγίστην σχέσιν μὲ τὸ Κράτος καὶ γνωρίζετε βεβαίως κάλλιον ἐμοῦ ὅτι καὶ αὐτῶν ἡ καρδία πάλλει ἐξ ἴσου πατριωτικῶς ὅπως πάλλει καὶ τῶν ἔσω Ἑλλήνων.
§113Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλως τε συντρέχουν τὸ Κράτος καθημερινῶς.
§114Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Καὶ γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες παρακολουθοῦν μετὰ τῆς μεγαλυτέρας στοργῆς καὶ μετὰ τῆς μεγαλυτέρας ἀγωνίας καὶ μετὰ τοῦ μεγαλυτέρου ἐνδιαφέροντος πᾶν ὅ,τι γίνεται εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος. Ἀλλὰ δὲν ἦλθον ἐδῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐφηρμόσθη ἡ ἀγροτικὴ πολιτική, ἡ κακομεταχείρισις, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἰδιοκτησίας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὅπως αἱ λίαν προχωρημέναι θεωρίαι μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος ἔφερον τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα· ὅτι μέγα μὲν μέρος τοῦ κεφαλαίου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἰς χρυσὸν ἐφυγαδεύθη καὶ εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀντιθέτως δὲ ὁ πόθος τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ τοῦ νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐν Ἑλλάδι καὶ μεταφέρουν ἐνταῦθα τὰς περιουσίας των, περιουσίας εἰς χρυσόν, περιουσίας κολοσσιαίας, ὁ πόθος αὐτός, ὅστις ἔχει δύο ἐλατήρια, τὸ πατριωτικὸν ἐλατήριον, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τὸ λογικὸν τοῦ νὰ χρησιμοποιήσουν μέρος τῶν κεφαλαίων των ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ταῦτα θὰ εἶναι μᾶλλον προσοδοφόρα παρὰ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ὁ πόθος, λέγω, οὗτος τῶν Ἑλλήνων ἐματαιώθη καὶ ματαιοῦται ἐφόσον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἢ τοὐλάχιστον μέρος τῶν κυβερνώντων τὴν Ἑλλάδα ἀκολουθοῦν τὴν ἄκραν ἀριστερὰν πολιτικήν, τὴν λίαν προχωρημένην αὐτὴν πολιτικήν. Καὶ ἐνῷ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐκμεταλλευώμεθα τὴν ἔτι ἀνεκμετάλλευτον καὶ πλουσίαν Πατρίδα μας διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ μόνον, ἐνῷ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παράσχωμεν ἐργασίαν ἄφθονον καὶ ἄριστα ἀμειβομένην εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐν μέρει πάσχουν ἐλλείψει ἐπαρκοῦς ἐργασίας, ἐνῷ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐνισχύσωμεν σπουδαίως τὴν νεαρὰν βιομηχανίαν, ἐνῷ θὰ ἠδυνάμεθα τὰς πλουσιωτάτας καὶ ἀρίστας ἰαματικὰς πηγὰς τῆς Χώρας μας νὰ ἐκμεταλλευώμεθα ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ πλουτισμῷ τοῦ Τόπου, ἐνῷ θὰ ἠδυνάμεθα, προσελκυομένων τῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων, νὰ ἴδωμεν μίαν Ἑλλάδα πλουτοῦσαν καὶ εὐημεροῦσαν καὶ καθισταμένην τὸ πρότυπον τῶν Κρατῶν τῆς Βαλκανικῆς, τοὐναντίον ἔχομεν Κράτος μαραινόμενον, ἔχομεν προσόδους τοῦ Προϋπολογισμοῦ καθ’ ἑκάστην ἐλαττωμένας, ἔχομεν ἐργατικὰς τάξεις πασχούσας, ἔχομεν τὴν βιομηχανίαν φθίνουσαν καὶ ἔχομεν σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν τὴν βιομηχανίαν Ἑλλάδος πασχούσης καὶ δεινοπαθούσης. Ἀντιστρόφως δὲ ἐνῷ τὰ φυγαδευθέντα ἐκ τοῦ Τόπου κεφάλαια, ὡς καὶ τὰ τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ εἶναι τοποθετημένα καὶ ἀρκοῦνται εἰς ἕνα μικρὸν τόκον, 3, 4 ἢ 5%, ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα τὰ ξένα κεφάλαια μὲ τόκους 10, 15 καὶ 20% καὶ ὄχι μόνον παρέχομεν εἰς τὰ κεφάλαια τὰ ξένα τοιαύτας καλοσσιαίας προσόδους καὶ ὠφελείας, ἀλλὰ τοὐναντίον εὑρισκόμεθα πολλάκις εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἀκούωμεν ὅσα ἠκούσθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως τῆς Πάουερ ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν δύο Ὑπουργῶν, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, εἰπόντων ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι μὲν βεβαίως καταθλιπτική, ὅτι περιλαμβάνει ὅρους μειωτικούς, ἀλλὰ γενικώτεροι λόγοι διεθνεῖς μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν. Τουτέστιν, κύριοι, ὄχι μόνον τὰ ξένα κεφάλαια ἐρχόμενα ἐδῶ κερδίζουν τὸ τριπλάσιον, τὸ τετραπλάσιον παρ’ ὅ,τι ἀπολαμβάνουν τὰ Ἑλληνικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐφυγαδεύθησαν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι διὰ τῶν συμβάσεων τὰς ὁποίας καταρτίζει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος χάριν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν διαφόρων πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν του ὑφίσταται καὶ μείωσιν ἔτι τῆς κυριαρχίας του. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ κατευθυντήριος μέριμνα τῶν κυβερνητῶν, τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε νὰ ἦτο πῶς θὰ ἐμπνεύσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται καθ’ ἑκάστην τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ καταφεύγουν εἰς τὰς ξένας Τραπέζας καὶ πῶς θὰ προσελκύσουν τὸν πλοῦτον τὸν ἐξωτερικὸν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλλήνων. Ἀλλά, κύριοι, διάταξις ὡς ἡ παράγραφος ἡ ἐπίμαχος καὶ ἄλλαι τινὲς διατάξεις λίαν προοδευτικαὶ περιληφθεῖσαι ἐν τῷ Συντάγματι, βεβαίως δὲν εἶναι ἐποικοδομητικαὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν θὰ ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ ἐπίσημος Ἑλλάς. Δεδομένου δὲ ὅτι αἱ διατάξεις αὗται καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως περιττεύουν, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ τὰς προσθέτωμεν καὶ διατί νὰ ἐμπνέωμεν εἰς τὰ κεφάλαια τὰ Ἑλληνικά, τῶν ὁποίων τοσαύτην ἔχομεν ἀνάγκην, διατί, λέγω, νὰ ἐμπνέωμεν εἰς αὐτὰ τὴν ἀνησυχίαν καὶ τὸν φόβον καὶ νὰ τὰ ἐξαναγκάζωμεν εἰς μίαν διαρκῆ ἀποδημίαν, εἰς μίαν διαρκῆ φυγάδευσιν ἐξ Ἑλλάδος. Μόνον ὅταν προσελκυσθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ κεφάλαια διὰ τοιούτων προστατευτικῶν μέτρων τότε οἱ ἀγρόται θὰ εἶναι εὐτυχεῖς, τότε ἡ Ἑλλὰς θὰ παρουσιάσῃ τὰ φαινόμενα Κράτους πλουσίου καὶ εὐημεροῦντος. Καὶ τότε μόνον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δυνηθῇ νὰ ἰσοζυγίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ καὶ τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ὁποίου ἄλλως ὅλαι αἱ ἄλλαι προσπάθειαι θὰ ἀπέβαινον μάταιαι. Συνεπῶς καταλήγων τοῦ λόγου μου ἐπιθυμῶ νὰ συστήσω καὶ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. βουλευτάς, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ νὰ μελετήσῃ καλῶς τὸ ζήτημα τῆς προσελκύσεως τῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἐγὼ τοὐλάχιστον διαβλέπω τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§116Γ. ΜΟΔΗΣ. Δύο εἶναι αἱ ἀπόψεις, κύριοι συνάδελφοι, αἱ ἀρχαί, αἱ κατευθύνσεις αἱ συγκρουόμεναι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν καλλιεργητῶν τῶν στερουμένων γῆς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ πραγματικὴ ἀνάγκη, ὅπως ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, τῆς ἐξασφαλίσεως καὶ κατοχυρώσεως τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως, τῆς ὁποίας ἀπαραίτητος προϋπόθεσις εἶναι καὶ ἡ ἐξασφάλισις καὶ ἡ κατοχύρωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ κεφαλαίου. Δὲν ὑπάρχει κανείς, ὑποθέτω, εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, κανεὶς οὔτε ἐκ τοῦ κύκλου ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνεκηρύχθη ἀναφανδὸν ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τῆς ἀγροτικῆς, ἐναντίον τῆς ἀνάγκης τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων.
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§118Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἂν τὸ ἐπιστεύαμεν, θὰ εἴχαμεν τὴν τόλμην νὰ τὸ εἴπωμεν.
§119Γ. ΜΟΔΗΣ. Τὸ τσιφλικιακὸν σύστημα ἀναντιρρήτως ἀποτελεῖ ἕνα ἀναχρονισμόν, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς σήμερον δὲν εἶναι ἐξυπηρετικὸς κανενὸς σκοποῦ καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς καμμίαν ἀνάγκην. Ἴσως ἦτο χρήσιμος εἰς τὴν παλαιὰν ἐποχήν, εἰς τὴν ἐποχὴν δηλαδὴ καθ’ ἣν ἐδημιουργήθη. Ἀλλὰ σήμερον οὗτος δὲν θὰ παρακολουθηθῇ ἀπὸ δάκρυα, οὔτε εἰς τὴν κηδείαν του. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως παραγωγῆς δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῆς γῆς εἰς τοὺς καλλιεργητάς της εἶναι εὐεργετική, ὅτι καὶ ἡ κατανομὴ αὐτὴ ὑπὸ τὰς συνθήκας τῆς Ἑλληνικῆς πολυποικίλλου καὶ πολυμόρφου παραγωγῆς θὰ βοηθήσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐν ἀντιπαραβολῇ μάλιστα πρὸς τὸ τσιφλικιακόν μας σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀντιθέτως ὅλη ἡ μέριμνα καὶ ὅλη ἡ φροντὶς διὰ τὴν καρποφορίαν τῆς γῆς ἐπαφίεται εἰς τὸν Θεὸν ἢ μᾶλλον εἰς τὸν Ἀλλάχ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ νοηθῇ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δεκάδα ἐτῶν ἐκαλοῦντο νὰ ὑπερασπίσουν καὶ νὰ προμαχήσουν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Χώρας, θὰ ἐστεροῦντο ὀλίγης γῆς καὶ διὰ τὰ κόκκαλά των. Ἀλλ’ ἀνάλογον εἶναι καὶ τὸ σύγχρονον πνεῦμα εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην. Εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολικὴν Εὐρώπην, εἰς τὴν Νοτιοανατολικήν, εἰς τὴν Βορειοανατολικήν, εἰς τὴν Κεντρικὴν Εὐρώπην, ἡ ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἡ ἀπόδοσις εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν μεγάλων ἀγροτικῶν κτημάτων βεβαίως καλλιεργουμένων ἐκεῖ κατὰ τρόπον καὶ σύστημα ἀσυγκρίτως ἀνώτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον τοῦ ἰδικοῦ μας, ἐγένετο μὲ τρόπον σκληρὸν καὶ ἀδυσώπητον διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας. Καὶ ἂν δὲν θελήσωμεν βεβαίως νὰ ζῶμεν εἰς τὸ περιθώριον τῆς συγχρόνου ζωῆς καὶ μακρὰν τῶν ρευμάτων τὰ ὁποῖα διαπνέουν τὴν σύγχρονον ἀνθρωπότητα, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ παραμείνωμεν προσκεκολλημένοι εἰς θεσμούς, οἱ ὁποῖοι προφανῶς εἶναι ἀναχρονιστικοί. Βλέπομεν εἰς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν τὴν συντηρητικήν, τὴν ἀκρόπολιν τῶν μεσαιωνικῶν παραδόσεων καὶ τῶν μεσαιωνικῶν θεσμῶν, ἕνα ἀρχηγὸν κόμματος, πρώην Πρωθυπουργόν, τὸν κ. Λόϋδ Τζώρτζ, νὰ ζητῇ ἀκάθεκτος τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων τῶν λόρδων καὶ τὴν διανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ μᾶλλον τὴν διανομὴν εἰς τοὺς δημιουργουμένους καλλιεργητὰς διὰ τῆς μετακινήσεως ἐκ τῶν πόλεων εἰς τοὺς ἀγρούς.
§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ αὐτὸ ἔμεινεν ἄνευ ὀπαδῶν.
§121Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν αὐτό.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν τώρα τὴν Ἀγγλίαν.
§123Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὑπάρχουν πολιτειολόγοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀστάθειαν καὶ τὴν ἐπαναστατικότητα τῶν Νοτιοαμερικανικῶν Πολιτειῶν ἀποδίδουν εἰς τὴν ἔλλειψιν μικροϊδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπετέλουν τὸ κυριώτατον θεμέλιον καὶ τὸν προμαχῶνα τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ὅτι ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1919 ἐσώθη ἀπὸ τὸ ἀκάθεκτον κῦμα τοῦ κομμουνισμοῦ χάρις εἰς τοὺς ἀγρότας μικροϊδιοκτήτας. Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς εἰδικῶς ὑπάρχει καὶ ἐξαιρετικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονῶμεν. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι γειτνιάζομεν, ὅτι συνορεύομεν, ὅτι κρατοῦμεν εἰς τοὺς ὤμους μας λαούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκμαιοτέρους καὶ ρωμαλαιοτέρους ἀγροτικοὺς πληθυσμούς.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ Ἀθῆναι εἶναι μακρὰν τῶν συνόρων.
§125Γ. ΜΟΔΗΣ. Καὶ διὰ ν’ ἀποτελέσωμεν ἀντίρροπον κατὰ τῶν λαῶν αὐτῶν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὀρθοποδήσωμεν ἀπέναντι τῶν λαῶν αὐτῶν, ὀφείλομεν ἀναλόγως νὰ δημιουργήσωμεν ἀγροτικὴν μάζαν ἴσην τοὐλάχιστον εἰς ρωμαλεότητα καὶ ἀκμήν, νὰ δημιουργήσωμεν ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀγαπήσουν τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, νὰ συνδεθοῦν μαζί της, νὰ ριζώσουν ἐντὸς αὐτῆς, νὰ συγχωνευθοῦν τρόπον τινὰ μετ’ αὐτῆς, ὥστε, ἄν ποτε κληθοῦν νὰ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς, νὰ γνωρίζωσιν ὅτι ἀγωνίζονται ὑπὲρ ἑαυτῶν. Πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου καμμία ἀπολύτως θυσία δὲν εἶναι μεγάλη.
§126Α. ΜΑΡΚΟΥ. Παρακαλῶ. Ὅλας τὰς θυσίας ὑπέστησαν μέχρι σήμερον οἱ ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ τὸ Κράτος ἐπῆρε τὰς ἰδιοκτησίας καὶ δὲν ἔδωκε τοὺς κλήρους.
§127Γ. ΜΟΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ συμφωνῶ. Δὲν συμφωνεῖτε σεῖς.
§128Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἐγὼ συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν ἰδικήν σας ἰδέαν. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν ὅτι πάντως πρέπει νὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταί. Ἀλλ’ ἐπίσης ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ πληρώσουν ὅλοι καὶ ὄχι ὀλίγοι ἰδιοκτῆται. Διὰ νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν γῆν οἱ ἀγρόται, πρέπει τὸ Κράτος νὰ τοῖς τὴν δώσῃ.
§129Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Μέχρι τοῦδε θεωρίας μᾶς λέγετε.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι τὴν ὥραν τῶν διακοπῶν τὴν ὑπολογίζω εἰς τὴν ἀγόρευσιν.
§131Γ. ΜΟΔΗΣ. Τὸ ἀτύχημα εἶναι ὅτι, ἐνῷ πανταχοῦ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου, ἐντὸς μηνῶν πολλάκις—εἰς τὴν Σερβίαν ἐλύθη διὰ διοικητικῶν μέτρων σχεδόν, ἄνευ πολλῶν νόμων καὶ πολλῶν διατυπώσεων—ἐνῷ ἤρχισε νὰ λύεται καὶ εἰς αὐτὴν τὴν μεσαιωνικὴν καὶ βεηδοκρατουμένην Ἀλβανίαν, ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν φιλολογίαν, ὁλόκληρον βιβλιοθήκην νόμων, Ν. Διαταγμάτων, κανονιστικῶν Διαταγμάτων, ἀποφάσεων, τῶν ὁποίων οὐκ ἔστιν ἀρχὴ καὶ τέλος.
§132Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ὑπηρεσιῶν.
§133Γ. ΜΟΔΗΣ. Καὶ ὑπηρεσιῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔχουν ἀσφαλῶς πελαγώσει ὅλα τὰ ζητήματα. Ἀπαντῶν εἰς τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἀπέδωκε τὴν φυγάδευσιν τῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον, ἔχω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι μέγιστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ χρήματος, τοῦ ἀνήκοντος εἰς Ἕλληνας, εἴτε ἐν Ἑλλάδι διαμένοντας, εἴτε ἔξω, ἐφυγαδεύθη.
§134Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Δὲν τὸ ἀπέδωσα εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον.
§135Γ. ΜΟΔΗΣ. Εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη.
§136Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Εἰς τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα λόγῳ τῆς ἀσθενείας μου δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἀναπτύξω. Τὸν ἀγροτικὸν νόμον ὅλοι οἱ Ἕλληνες τὸν ἀπεδέχθησαν καὶ τὸν ἐπιδοκιμάζουν. Ἀλλ’ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη, ὡς καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατειργάσθησαν τὴν σημερινὴν κακοδαιμονίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶπον.
§137Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ ἐξόχως λυπηρὸν ὀφείλεται εἰς κατάστασιν ἄλλην καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν πολιτικήν μας κατάστασιν, τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἑπταετίας ἐξακολουθεῖ εἰς τὸν τόπον αὐτόν.
§138Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Ἂν ἠθέλατε νὰ σᾶς διακόψω ἓν λεπτόν, θὰ σᾶς ἔλεγον τὸ ἑξῆς· ὅτι μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους καὶ μετὰ τὸ πέρας τοῦ μεγάλου πολέμου, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, ἔκαμα μίαν ἐντατικὴν προπαγάνδαν διὰ νὰ πεισθῶσιν Ἕλληνες κεφαλαιοῦχοι διαμένοντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, λέγων εἰς αὐτοὺς ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ πλέον ὁ καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἦτο ὡς περιπλανώμενος Ἰουδαῖος καὶ νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλοι εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τὸν πλοῦτον τῆς Ἑλλάδος ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ οὐχὶ οἱ ξένοι. Τοῖς προσέθετον μάλιστα καὶ τοῦτο· ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἰς ἐπανειλημμένας προτάσεις ξένων κεφαλαιούχων, ὅπως ἐκμεταλλευθῶσι τὴν Ἑλλάδα, ἠρνήθη νὰ δώσῃ οἱαδήποτε προνόμια μὲ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν Ἑλλάδα τὸ Ἑλληνικὸν κεφάλαιον. Καὶ πολλοὶ Ἕλληνες καὶ ἐκ πατριωτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ προπαγάνδα ἦτο ὀρθὴ καὶ δικαία ἐπείσθησαν καὶ ἦλθον νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἠγόρασαν ἀγροτικὰ κτήματα καὶ ἠγόρασαν ἀστικὰ κτήματα καὶ ἀνεμίχθησαν εἰς πλείστας ἐπιχειρήσεις.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ἔχει τὸν λόγον, κ. συνάδελφε, νὰ ἠξεύρω;
§140Α. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ. Ἂν θέλητε, σᾶς φέρω καὶ παραδείγματα. Ὅταν δὲ αὐτὰ τὰ κτήματα ὄχι διενεμήθησαν, ἀλλ’ ἐδημεύθησαν, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Αἴγυπτον—ὁμιλῶ περὶ τῆς Αἰγύπτου—ἐγένοντο δὲ οὗτοι κάκιστον παράδειγμα ὥστε οὐδεὶς πλέον Ἕλλην νὰ ἔλθῃ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Αὐτοῦ τοῦ κακοῦ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ζητῶ τὴν ἀνόρθωσιν καὶ εἰς αὐτὸ ἐπιμένω· ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ εὐημερήσῃ ἡ Ἑλλάς, πρέπει νὰ μὴ εἶναι τόσον προχωρημένη εἰς τὰς ἰδέας τὰς σοσιαλιστικάς, ἀλλὰ διὰ νόμων μᾶλλον συντηρητικῶν καὶ διὰ πολιτικῆς μᾶλλον συντηρητικῆς νὰ προσελκύσωμεν τὰ κεφάλαια αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ ἔχουν καὶ τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν πεῖραν τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν κατόχων αὐτῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ὁ χρόνος, κ. συνάδελφε.
§142Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν πταίω ἐγώ, κ. Πρόεδρε. Δὲν ἤθελον νὰ διακόψω τὸν κ. συνάδελφον. Ἀφ’ ἑτέρου, κύριοι, κατὰ τὰ 3 ἢ 4 τελευταῖα ἔτη λεληθότως καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῶμεν ἐδημιουργήσαμεν καὶ ἀπεκτήσαμεν πόλεις ἢ μᾶλλον μεγαλουπόλεις μὲ ὀγκώδεις ἀστικοὺς καὶ ἐργατικοὺς πληθυσμούς. Οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ζήσουν κατὰ τὸ παλαιὸν Ἑλληνικὸν σύστημα τοῦ ἁπλοῦ μεταπράτου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ παραγάγουν. Διὰ νὰ παράγουν δὲ πρέπει νὰ καταφύγουν εἰς τὸ σύστημα τὸ πολιτικόν, τὸ ὁποῖον λέγεται κεφαλαιοκρατικὸν ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως θέλετε. Ἑπομένως διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ συντηρηθοῦν οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ ἔχομεν πρὸ παντὸς ἀνάγκην κεφαλαίων. Δεῖ δὴ πρὸ παντὸς χρημάτων. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς σήμερον χρειάζεται ὁ Τόπος, εἶναι τὸ κεφάλαιον καὶ ὅτι ἡ μεγαλυτέρα ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύναντο νὰ προσφέρουν οἱ ἔχοντες τοιαῦτα κεφάλαια, ἡ μεγαλυτέρα πατριωτικὴ χειρονομία τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύναντο νὰ κάμουν, εἶναι νὰ τὰ εἰσαγάγουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μετατρέποντες αὐτὰ εἰς οἱανδήποτε παραγωγικὴν ἐπιχείρησιν. Ἀλλ’ ὅσον ἀντίθετοι καὶ ἂν εἶναι αἱ ἀπόψεις καὶ αἱ δύο τάσεις, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι δύσκολος ὁ μεταξὺ τούτων συμβιβασμός. Ἡ τροπολογία καὶ ἡ προσθήκη τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἀπετέλει πλεονασμὸν καὶ θὰ μᾶς ἔκαμνε περισσότερον Καθολικοὺς καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Πάπαν, ἐφόσον δὲν θὰ ἐξυπηρέτει κανένα σκοπόν. Εἰς πᾶσαν γλῶσσαν ἡ λέξις «ἀποζημίωσις» σημαίνει πλήρη ἀποζημίωσιν. Εἰς τοῦτο δὲ θὰ προσέθετον ὅτι, καθ’ ἃ τουλάχιστον ἔχω ἀναγνώσει, εἰς τὴν Λιθουανίαν ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὰ ἀπαλλοτριωθέντα τσιφλίκια, ἀνήρχετο εἰς ἓν κομβίον κατὰ τὸ ἑκτάριον. Ἴσως δὲ καὶ οἱ γαιοκτήμονες διὰ τὴν διάσωσιν τῆς ὑπολοίπου περιουσίας των θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβοηθήσωσι καὶ αὐτοὶ μὲ πᾶσαν θυσίαν τὴν ἀποκατάστασιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νὰ γίνουν οἱ καλύτεροι φρουροὶ τοῦ ὑπολοίπου τῆς περιουσίας των. Προσθέτω, ἐπειδὴ ἐγένετο τόσος λόγος διὰ τὴν ἀγροτικὴν πολιτικήν, ὅτι κατόπιν τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας μᾶς ἐκληροδότησεν ἡ δικτατορία, δηλαδὴ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς ξένους ὑπηκόους καὶ κατόπιν τῆς ἐξαιρέσεως ἐκ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς Τούρκους ὑπηκόους, μοὶ φαίνεται ὅτι πολὺ μικρὸν περιθώριον μένει διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, τοὐλάχιστον εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίφημον τροπολογίαν τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ἡ ὁποία ἐξαπέλυσε τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης, φρονῶ ὅτι αὕτη εἶναι ἀθωοτέρα περιστερᾶς καὶ ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Ὅπως οἱ κείμενοι νόμοι ἀπαγορεύουν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἑνὸς δάσους νὰ τὸ πυρπολήσῃ ἢ νὰ τὸ καταστρέψῃ, οὕτω συμβαίνει καὶ ἐπὶ ἑνὸς καλλιτεχνικοῦ θησαυροῦ, ὅπως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην πολλῶν μεγάρων νὰ τὰ ἀφίνῃ ἀκατοίκητα εἰς ἐποχὴν ἐλλείψεως στέγης, ἠμποροῦμεν νὰ προσθέσωμεν ὅτι ἀσφαλῶς καὶ ἡ ἰδιοκτησία διατελεῖ ὑπό τινας δουλείας, ὑπό τινας ὑποχρεώσεις, ἀνεγνωρισμένας καὶ ἐφαρμοζομένας ἀνέκαθεν καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία καὶ τὰ ἀγαθὰ ἔστω καὶ ἂν ἀνήκουν εἰς ἕνα, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἔργα τῶν χειρῶν του καὶ ὅταν ἀκόμη ἐκπηγάζουν ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα αὐτοῦ, διότι τὰ ἀγαθὰ προέρχονται μὲν καὶ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ προέρχονται καὶ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν ὁλοκλήρου τῆς Κοινωνίας, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ὁποίας εὑρίσκεται καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰς ἐργασίας παρελθουσῶν γενεῶν. Π. χ. ἂν ἐστερούμεθα τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἂν ἡ πόλις αὐτὴ ἐρημοῦτο κατοίκων καὶ μετετρέπετο ἡ ὅλη περιοχὴ εἰς Σαχάραν, ἓν μέγαρον κείμενον ἐν Ἀθήναις δὲν θὰ ἤξιζε πολλὰς δεκάρας. Ἀλλ’ ἐφόσον ἐδημιουργήθη τόσος θόρυβος καὶ τόσαι παρεξηγήσεις περὶ τὴν ἀθώαν αὐτὴν τροπολογίαν, ἐφόσον ἐνομίσθη ὅτι διὰ ταύτης φερόμεθα πρὸς τὸν κομμουνισμόν, νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ἂν τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἀποτελεῖ ἢ πλεονασμόν. Ἔχομεν τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι λιτότατον καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ὀλίγα λακωνικὰ ἄρθρα καὶ ὅμως διετηρήθη 60 ἔτη ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλα Συντάγματα Γαλλικὰ πλούσια εἰς εὐχὰς καὶ εὐλογίας, τὰ ὁποῖα ὅμως ἔζησαν ὅσον καὶ τὰ ρόδα τῆς ἀνοίξεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ διαλυθοῦν οἱ φόβοι τὺς ἐξέθεσαν οἱ προλαλήσαντες καὶ διὰ νὰ ἐμπνευσθῇ πράγματι ἀπαραίτητος ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ κεφάλαιον, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν λέγουσιν ὅτι διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς τροπολογία (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἰδιωτικαὶ καταθέσεις εἰς τὰς Τραπέζας εἶναι ἀπαραβίαστοι, ἀπαγορευομένης οἱασδήποτε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταλήψεως αὐτῶν ἢ μετατροπῆς αὐτῶν εἰς νόμισμα διάφορον ἐκείνου εἰς ὃ ἐγένοντο». Καὶ τὰ κεφάλαια νὰ στραφοῦν καὶ πρὸς τὴν γῆν ὅπως ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν, ὅπου δίδει ἀρκετὸν πεδίον δράσεως καὶ εἰς τὴν ἀστικὴν βιομηχανίαν, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ χωρὶς νὰ διατρέχῃ κανένα κίνδυνον. Νομίζω ὅτι καὶ οἱ πλέον συντηρητικοὶ συμφωνοῦν νὰ διατυπωθῇ ἡ τροπολογία τῆς ὁποίας ἔκαμα νύξιν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§144Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐπιτακτικῶς ἐμφανισθεῖσα, τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἀκτημόνων προσφύγων ὑπῆρξε πράγματι ἀναμφισβητήτως ἐπιτακτική, εἶναι δὲ τραχεῖα ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας καὶ τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Τὴν τραχεῖαν ταύτην ἀντίθεσιν πάνυ ὀρθῶς ποιοῦσα ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις ἔσπευδε νὰ θεραπεύσῃ καὶ μάλιστα κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον ἐκεῖ ἔνθα μᾶλλον τραχεῖα ἐνεφανίσθη. Δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμία ἀντιγνωμία. Πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι δέον ὁ ἀγροτικὸς νόμος νὰ ἰσχύσῃ καὶ δέον οἱ δουλοπάροικοι νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν των. Δέον ἐπιπροσθέτως οἱ καλλιεργηταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν μὲ τὴν γῆν καὶ ἔχυσαν τὸν ἱδρῶτά των, τὸ αἷμά των ἐργαζόμενοι αὐτὴν τὴν ὁποίαν θεωροῦν μητέρα των, πρέπει καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀποδοθῇ πλήρης δικαιοσύνη διὰ τὴν ἀποκατάστασίν των. Συνεπῶς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ προσφύγων, δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου ἐπικροτῶ καὶ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος καὶ μὲ ἐμὲ ἡ Βουλὴ ὅτι ὑπῆρχεν ἔδαφος ἐφαρμογῆς τῆς νομοθεσίας ταύτης. Εἶναι ἀναχρονιστικόν, εἶναι κάτι τι ἐντελῶς ἀσύνηθες καὶ δὲν προσομοιάζει τὸ παράπαν πρὸς τὴν σημερινὴν Κοινωνίαν, νὰ ὑπάρχῃ τάξις ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι νυχθημερὸν ἐργάζονται εἰς τὴν γῆν διὰ νὰ ἀπολαμβάνουν ἐλάχιστα. Ἔπρεπε κατὰ πρῶτον λόγον διὰ νὰ ἀπαλλαχθῶσι νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὰς τάξεις αὐτάς, ὥστε εἰς τὴν γῆν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν καὶ ἐβαπτίσθησαν αὐτοὶ καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ παραμείνωσιν ἐργαζόμενοι δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών των πρὸς παραγωγὴν καὶ ὅπως πλουτοφόρος καταστῇ ἡ γῆ αὐτὴ ἔπρεπε καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη. Καὶ ἀναμφισβητήτως πρέπει τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἐξακολουθήσῃ καθ’ ὅλην τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε τυχὸν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτης ἀποκαταστάσεως. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου παραδείγματα καὶ ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἀκόμη πατρίδος τῆς Λευκάδος, ἔνθα καὶ ἐκεῖ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Μετὰ φρίκης πράγματι ἀναπολῶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὡς ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἐπαρχία τῆς Λευκάδος δὲν εἶναι γόνιμος εἰς παραγωγήν, εὑρίσκονται οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι εἰς τὴν ἀνάγκην, οἱ τόσον φίλεργοι, τῶν ὁποίων ἡ φιλεργατικότης εἶναι παροιμιώδης, εὑρίσκονται, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν πατρίδα των καὶ νὰ μεταβαίνωσι διὰ νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὴν ἀντιπέραν Ἀκαρνανίαν, ἀναχωροῦντες ἐκ τῶν ἀπωτέρων μερῶν τῆς νήσου καὶ διασχίζοντες πορείαν 10 ὡρῶν καὶ πέραν τῆς νήσου ἀκόμη 5 ὥρας διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἐργασθοῦν ἐκεῖ καὶ εὑρίσκουν οὐχὶ τὰς γονίμους γαίας, ἀλλὰ χέρσα ἐδάφη, τὰ ὁποῖα ἡ παροιμιώδης φιλεργατικότης τοῦ Λευκαδίου λαοῦ ἐξεχέρσωσε. Καὶ ὅταν οἱ κύριοι τῶν ἐδαφῶν ἐκείνων, ἅτινα μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν ἦσαν ἐντελῶς ἀκαλλιέργητα, ὅταν εἶδον ὅτι εἶχον γίνει καλλιεργήσιμα καὶ εἶδον ἐφαρμοζομένην τὴν ἀγροτικὴν νομοθεσίαν, ἔσπευσαν νὰ ἀποβάλωσι τοὺς ἀγρότας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ζωὴν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τοὺς ἀγρότας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν τὰ ἄγονα αὐτὰ ἐδάφη γόνιμα. Εὐτυχῶς ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἀπέδωσεν εἰς αὐτοὺς αὐτά. Ἔχων, λέγω, ὑπ’ ὄψει μου τὰ παραδείγματα ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἔχυσαν αἷμα καὶ ἱδρῶτα εἰς τὴν γῆν τὴν ἀντιπέραν τῆς Ἀκαρνανίας χωρὶς νὰ ἀπολαμβάνωσι μέχρι τῶν τελευταίων ἐτῶν τίποτε σχεδόν, ἔχων, λέγω, ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἀποκατεστάθησαν ἐκεῖνοι καὶ συνεπῶς ἀπεδόθη δικαιοσύνη, εἶμαι ἐκ τῶν πραγμάτων ὑποχρεωμένος νὰ μείνω ἀσυγκίνητος ὅταν ἀκούω τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δι’ ὅλων μου τῶν δυνάμεων εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακηρύξω ὅτι παντοῦ σπεύδουσιν ἀμέσως εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ εὐτυχῶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο πάντες εἴμεθα, ἐπαναλαμβάνω, σύμφωνοι. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίας εἶναι οὐχὶ τὸ μέτρον τοῦ πῶς θὰ ἀποδοθῇ ἡ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς κυρίους τῶν ἐδαφῶν, διότι καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο μετὰ τὴν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος προσθήκην ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη ἀποζημίωσις διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἀντίθετος ἄποψις. Κύριοι, οἱ Ἕλληνες πάντες ἐσυνηθίσαμεν καὶ δικαίως νὰ ἔχωμεν ἀπεριόριστον πεποίθησιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος. Δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν πεποίθησιν ταύτην λόγοι, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον κλάδον τῆς διοικήσεως αἰσθανόμεθα ἀπεριόριστον τὴν ἐμπιστοσύνην ὅταν προσβλέπωμεν πρὸς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Δὲν συντρέχει λοιπὸν περίπτωσις ἵνα καὶ εἰς τὴν σπουδαίαν ταύτην περίπτωσιν μὴ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο. Δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἀναθέσωμεν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην Ἀρχήν, ἔστω καὶ ἂν ὀνομάζεται δικαστική, ὅπως δὲν ἐπιτρέπεται, λέγω, εἰς οὐδεμίαν ἄλλην παρεσκευασμένην Ἐπιτροπὴν νὰ ἐκφέρῃ κρίσεις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι τὸ μέτρον αὐτὸ θὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένον. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον νομίζω ὅτι πρέπει ἡ τοιαύτη ἀποζημίωσις νὰ ὁρίζεται διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων... Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, κύριοι, ἂν πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης» καὶ ἐλέχθη ὅτι ἐν τῇ λέξει «ἀποζημίωσις» ἐννοεῖται ἡ λέξις «πλήρης». Ἡ λέξις «πλήρης» βεβαίως ἐγκλείεται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως ἀποζημίωσις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν ὡρισμέναι ἀντιλογίαι καὶ ἐφόσον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο σύμφωνος ὅτι πρέπει νὰ ἀποδοθῇ πλήρης ἡ ἀποζημίωσις καὶ ἐφόσον, λέγω, ἐγεννήθη τοιοῦτόν τι ζήτημα, πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «πλήρης» ἢ ἡ λέξις «δικαία» ἢ ἡ λέξις «εὔλογος». Ἀλλ’ ἐάν, λέγω, δι’ οἱονδήποτε λόγον ἡ Βουλὴ ἤθελε σχηματίσει τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ οἱαδήποτε τοιαύτη διακριτικὴ λέξις, ἀλλ’ ἁπλῶς ἡ λέξις «ἀποζημίωσις», ἐφόσον ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω τοὐλάχιστον ὅτι πρέπει διὰ μιᾶς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως νὰ καθορισθῇ ποία εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς, ὅτι δηλαδὴ λέγοντες τὴν λέξιν «ἀποζημίωσις» ἐννοοῦμεν ἀποζημίωσιν πλήρη, ἀποζημίωσιν δικαίαν, ὅτι ὁ δικαστὴς νὰ εἶναι δεσμευμένος εἰς αὐτήν. Δικαιοῦμαι νὰ πιστεύω καὶ πιστεύω μετὰ πεποιθήσεως ὅτι ὁ Ἕλλην δικαστὴς εἶναι ἀμερόληπτος, ὅτι ὁ Ἕλλην δικαστὴς δὲν μεροληπτεῖ. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ ὅτι δύναται νὰ νομοθετηθῇ ἡ διάταξις περὶ τῶν δικαστῶν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τοὺς περιορισμοὺς διὰ τοὺς ὁποίους ὀρθῶς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει ἀντιρρήσεις.
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἰδία διαδικασία ἐφηρμόσθη καὶ ἐπὶ μιᾶς ἄλλης περιπτώσεως καὶ δὲν ἠκούσαμεν οὐδὲν παράπονον. Ἐφηρμόσθη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Θεσσαλονίκης. Εἴχομεν ἀνάγκην ταχείας ἐκτιμήσεως μιᾶς μεγάλης ἐκτάσεως κτημάτων κολοσσιαίας ἀξίας, διότι ἦσαν μικραὶ ἐκτάσεις μεγάλης ἀξίας. Καὶ ἐκεῖ ἔγινε τὸ ἴδιον πρᾶγμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὡρμήθη ὁ νομοθέτης τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ καθιέρωσε τὴν αὐτὴν ἀρχήν. Ἐκεῖ τί ἔγινεν; Ὑπῆρχεν Ἐπιτροπὴ διοικητική, εἰς ὁποίαν περιείχοντο καὶ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔκαμον τὴν πρώτην ἐκτίμησιν. Ἂν εἶχον παράπονα οἱ ἰδιοκτῆται, προσέτρεχον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἔτσι ἠμπόρεσε νὰ κάμῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκτίμησιν. Ἄν δὲν εἴχομεν τὴν διαδικασίαν αὐτήν, δὲν θὰ ἐφθάνομεν εἰς πέρας.
§146Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἄν θέσωμεν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, θὰ ἐπιτρέπεται ἐξαίρεσις νὰ γίνωνται τοιαῦται Ἐπιτροπαί;
§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι. Καὶ τακτικῶν δικαστηρίων ἂν θέλητε. Ὁ νόμος δὲν θ’ ἀλλάξῃ, διότι, ἐφόσον εἰς τὸν ἐφαρμοζόμενον νόμον τελικῶς τὰ τακτικὰ δικαστήρια ὁρίζουσι τὸ μίσθωμα τελεσιδίκως, τὸ Σύνταγμα μένει ἀνέπαφον. Λοιπὸν ὁ θόρυβος περὶ τακτικῶν δικαστηρίων ἢ δικαστικῆς ὁδοῦ εἶναι ἐντελῶς ἄνευ βάσεως καὶ ἄστοχος. Εἴτε τακτικῶν δικαστηρίων, εἴτε δικαστικῆς ὁδοῦ καὶ ἂν θέσωμεν, δὲν ἔχει οὐδεμίαν διαφοράν, διότι δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλλωμεν τὸν κείμενον νόμον τὸν ἀγροτικὸν διὰ τοῦ Συντάγματος σήμερον, ὅπερ τὸ θεωρῶ ἄτοπον. Ἀλλὰ καὶ ἂν γίνῃ αὐτό, ὁ ἀγροτικὸς νόμος δὲν μεταβάλλεται.
§148Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τί ἐμποδίζει εἰς πρῶτον βαθμὸν τὰ δικαστήρια νὰ κρίνωσι συντόμως;
§149Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἶναι δυνατόν.
§150Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐφόσον λοιπὸν δεχόμεθα ὅτι εἶναι τὸ αὐτό, δὲν δύναμαι νὰ σαφηνίσω ἐν ἐμοὶ ἕνεκα τίνος λόγου τὸ ἀποκρούομεν. Ἀλλὰ καὶ ἐφόσον ἡ ἐπιμήκυνσις τυχὸν τῆς διαδικασίας ἤθελεν εἶσθε ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἤγειρε τὰς ἀντιρρήσεις εἰς τὸ νὰ τεθῶσιν ὡς κριταὶ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, τοῦτο τὸ τυχαῖον μειονέκτημα τῆς ἐπιμηκύνσεως τῆς διαφορᾶς, τῆς δίκης, δύναται νὰ συντομευθῇ καὶ δύναται ἀμέσως διὰ μιᾶς καθιερώσεως δικονομίας προχειροτάτης κρίσεως ἂν θέλητε καὶ ἐκ τῶν ἐνάντων ἀκόμη, ἀλλὰ μὲ ὡρισμένας ἐγγυήσεις, ἡ πρώτη καὶ κυριωτέρα τῶν ὁποίων θὰ εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὅτι πρέπει πάντοτε τὰ δικαστήρια νὰ ἀποφαίνωνται ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν. Εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τοῦ Συντάγματός μας καὶ πρὸς τὴν ὅλην Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, διότι δὲν ὁρίζονται τοιούτου εἴδους δικαστήρια εἰμὴ εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις. Εἶναι ἐπίσης ὀρθὸν ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις διὰ νὰ τονώσῃ ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν ταύτην, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ. Ἂν τοῦτο ἰσχύῃ εἰς οἱονδήποτε θέμα, δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ κατὰ τίνα λόγον θὰ ἐξαιρέσωμεν ὅταν πρόκειται νὰ ἀφαιρεθῇ μία περιουσία καὶ νὰ λάβωμεν ὡρισμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχουν καὶ ριζικώτερα ἀποτελέσματα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα παρέχουν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω. Καὶ ἂν καὶ ἐφόσον, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει τὸ κάλυμμα τῆς ἐπιμηκύνσεως, τοῦτο δύναται νὰ καταργηθῇ μόνον του καὶ μένει πάντοτε ἡ συμφωνία ὅτι αἱ ἐγγυήσεις θὰ μένουν καὶ θὰ ἐμπνεύσουν εἰς τὴν ὑπόδικον ὅτι οὐδεμία ἀδικία προσάπτεται αὐτῷ, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν κρίσιν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Δὲν εἶναι, κύριοι, τὸ ζήτημα ἁπλοῦν, εἶναι ζήτημα βασικόν, εἶναι ζήτημα—ἂν θέλητε κατ’ ἐμέ—ὑπάρξεως καὶ καλῆς λειτουργίας τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, διότι νόμος ὁ ὁποῖος τυχὸν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ἤθελε καταδικασθῆ, εἶναι προωρισμένος νὰ μὴ ζήσῃ, ἐνῷ ἡμεῖς θέλομεν ὁ ἀγροτικὸς νόμος νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν θέλομεν νὰ ἐγείρωνται κατὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποκαταστάσεως παράπονα ἐξ οὐδεμιᾶς πλευρᾶς παντελῶς καὶ τοῦτο θὰ λάβῃ χώραν εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν πεποίθησιν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται περὶ ζητήματος τελείως σοβαροῦ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Ἂν ἐπρόκετο περὶ παρωνυχίδος, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ ἠκούατε οὐδεμίαν διαμαρτυρίαν. Συμβιβάζονται τὰ πάντα ἂν ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ μὲ μίαν σύντομον διαδικασίαν. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ θέσω ἐνώπιον ὑμῶν διὰ τὸ ἄρθρον 19. Ἀπομένει δὲ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ ἐκφράσω ὁλόκληρον τὴν συγκίνησιν, ἡ ὁποία μὲ συνέχει, διότι βλέπω, πιστεύω τοὐλάχιστον ἐγώ, ὅτι διὰ τῆς ἀκροτελευταίας παραγράφου, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μυλωνᾶ, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τορπιλλίζεται ὁλόκληρος ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας, κλονίζεται ἐκ βάθρων ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἰδιοκτησίας, κινδυνεύει, ἂν θέλητε, ὄχι μόνον ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία, ἀλλὰ κινδυνεύει καὶ ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία, κινδυνεύει ἀκόμη, ἂν θέλητε, ἡ μικρὰ περιουσία τῶν ἀγροτῶν, κινδυνεύει ἂν θέλητε καὶ ἡ μικρὰ ἐκείνη καλύβη, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐγκατεστημένη μία ἀγροτικὴ οἰκογένεια. Ἀλλοίμονον ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἰδιοκτησία δὲν εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρέωσις πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν. Ἐλέχθη ἡ ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἡ ἀντίρρησις δὲν ἔχει σοβαρὸν νὰ στηριχθῇ τὸ ἔδαφος ὅταν τοιοῦτόν τι ὑπάρχει καὶ ἐξ ὡρισμένων περιορισμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεθειμένοι ἐκ τῶν κειμένων νόμων εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Οἱ περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι τεθειμένοι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, κατὰ τὸ ἰσχῦον ἔγγειον δικαίωμα ἐν Ἑλλάδι, οἱ περιορισμοὶ ἐκεῖνοι εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ εἶναι μετ’ αὐτῶν συνυφασμένη ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας δὲν παύει ποτὲ νὰ εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θεσπίζει αὐτὸς οὗτος ὁ νόμος ὁ γενικός, ὁ ὁποῖος θεσπίζει αὐτὴν ὡς δικαίωμα καὶ συνυφαίνει τὴν ἔννοιαν ταύτην μὲ ὡρισμένους περιορισμούς. Ποτὲ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὴ διὰ διατάξεως συνταγματικῆς νὰ τεθῇ ἡ ἀνήκουστος, ἂν θέλητε κατ’ ἐμέ, φράσις ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἀνεξαρτήτως ποία, μία γίδα τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀγρότης, ἕνα βῶδι, ἡ καλύβα, γεννᾷ μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεώσεις καὶ ὅτι ἡ ἄσκησις αὐτῆς πρέπει νὰ εἶναι συνάμα ὑπηρεσία πρὸς τὴν κοινὴν ὠφέλειαν. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κλονίζεται ἐκ βάθρων ὁλόκληρον τὸ κοινωνικὸν οἰκοδόμημα ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου. Κύριοι, εἶμαι βεβαιωμένος ἀπολύτως ὅτι διείδετε κάλλιον ἐμοῦ τὴν τοιαύτην ἔννοιαν τῆς τοιαύτης παραγράφου. Τὴν τοιαύτην ἔννοιαν τῆς τοιαύτης προσθήκης, ἡ ὁποία ἐτέθη τὴν τελευταίαν στιγμήν. Καὶ βεβαίως συναισθάνεσθε πολὺ κάλλιον ἐμοῦ πόσον κλονίζεται ὁλόκληρον τὸ κοινωνικὸν οἰκοδόμημα καὶ πόσον κλονίζεται τὸ δίκαιον ἂν τεθῇ, πεπεισμένος ὅτι θὰ ἀφήσητε ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 19 ὅπως ἔχει, δηλαδὴ διὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καὶ ὅτι θὰ ἀπαλείψητε, λέγω, μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν φράσιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦνται τοιαῦτα πράγματα, ἐκ τῶν ὁποίων κλονίζεται ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἀλεξᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§152Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ὅτι, κύριοι βουλευταί, ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δικαίωμα ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν καθιεροῦται μόνον ἀπὸ τὰ νεώτερα Συντάγματα καὶ δὲν ἀναγνωρίζεται ἀπὸ ὅλας τὰς σημερινὰς καταστάσεις τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικάς, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἂν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν γνωρίζει ἡ Ἱστορία, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον ἤρχισε νὰ ἐμφανίζεται καὶ νὰ ἀναγνωρίζεται δίκαιον, τὴν ἐποχὴν δηλαδὴ τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐπικρατείας, ἡ ἰδιοκτησία ἀναγνωρίζεται ὡς δικαίωμα. Ἂν δὲν ὑπῆρχον Συντάγματα, ὑπῆρχον νόμοι, ἀλλὰ δίκαια τὰ ὁποῖα τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν ἀναγνωρίζουν ὡς δικαίωμα. Ἀλλὰ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ἱερά, ὅπως εἶναι ὅλα τὰ ἄλλα δικαιώματα τὰ ἱερά, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζουσι τὰ σημερινὰ Συντάγματα. Ἀλλὰ κανένα δικαίωμα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀπαραβίαστα, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀπαραβίαστον πραγματικῶς. Καὶ ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἰς ὡρισμένας περιστάσεις δύναται νὰ παραβιάζεται. Κατ’ ἀκολουθίαν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν καθιερωθῇ, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θεσπισθῇ, ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ δύναται νὰ προσβάλεται, ὅπως δύναται καὶ τὸ ἱερώτερον τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀκόμη ὡς ὡρισμένας περιστάσεις νὰ προσβάλεται. Δὲν ἐνδιαφέρει, λοιπόν, ἡ συζήτησις ἂν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβιάζεται ἢ εἶναι δικαίωμα ἀπαραβίαστον. Διότι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναί τι ἀπόλυτον· εἶναι τι σχετικόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι τὸ ἂν προστατεύεται ἡ ἰδιοκτησία συνταγματικῶς καὶ ἀπὸ πότε κυρίως ἤρχισε νὰ προστατεύεται συνταγματικῶς ἡ ἰδιοκτησία. Διὰ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν δὲ εἰς συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καθαρῶς φιλολογική, ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει ὅτι ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς νεωτέρας ἐποχῆς ἀναγνωρίζουν τὴν ἰδιοκτησίαν ὡς δικαίωμα ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον. Καὶ περὶ τούτου, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ συζήτησις. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ γίνῃ συζήτησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 19 διὰ νὰ ἴδωμεν μήπως εἶναι δυνατὸν καὶ μὲ ὅλας τὰς τροπολογίας νὰ ἔλθῃ στιγμὴ καὶ παρουσιασθῇ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν οὔτε ὁ δικαστής, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό, εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται. Καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἐπὶ ἑνὸς σημείου τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, τὸν ἁρμοδιότερον διὰ τὴν διατύπωσιν τουλάχιστον τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἐπὶ ἑνὸς σημείου καὶ μὲ τὴν τροπολογίαν, κ. Ὑπουργέ, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, (ἀναγινώσκει): «Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως, διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως». Λέγω, ἡ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ δεκτή, παρ’ ὅλας τὰς συζητήσεις, ἐν τῷ Συντάγματι καὶ προστίθεται μία τροπολογία, τὴν ὁποίαν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, ὅτι εἰδικοὶ νόμοι θέλουσι κανονίσει τὰ τῶν ἐπιτάξεων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης εἰς περίπτωσιν πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως καὶ πρὸς θεραπείαν ἀμέσων κοινωνικῶν ἀναγκῶν δυναμένων νὰ θέσουν εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ὑγείαν;
§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θέλουν νὰ κάμουν ἐξαίρεσιν διὰ τὰς ἐπιτάξεις. Δηλαδὴ νὰ ἐπιτρέψουν ἀφαίρεσιν ἰδιοκτησίας χωρὶς προηγουμένας ἀποζημιώσεως.
§154Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Καὶ ἐρωτῶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, εἶναι δυνατὸν συμφώνως μὲ αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ καὶ ἐπίταξιν καὶ ἀπαλλοτρίωσιν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως.
§155Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅλοι, ὅσοι ὁμιλοῦν ἐδῶ, ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τῆς ἐπιτάξεως, ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των τὸν ἀγροτικὸν νόμον. Πλὴν αὐτῆς τῆς τροπολογίας, ὁ ἀγροτικὸς νόμος θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὅταν εἴχομεν τοὺς πρόσφυγας, δηλαδὴ νὰ ἐπιτάσσωνται τὰ ἀκίνητα καὶ κατόπιν θὰ ἔρχεται ἡ ἀποζημίωσις. Ὅταν ὑπάρχουν κοινωνικαὶ ἀνάγκαι κανὲν Σύνταγμα καὶ κανεὶς νόμος δὲν δύναται νὰ προστατεύσῃ κανὲν δικαίωμα, διότι τὸ ἰσχυρότερον δικαίωμα εἶναι τῆς ὑπάρξεως τῆς Κοινωνίας. Νὰ μὴ φανταζώμεθα, λοιπόν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῶσι. Θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὅπως ἐφηρμόσθη εἰς ὅλην τὴν Μακεδονίαν, θὰ ἐπιταχθοῦν τὰ κτήματα καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις θὰ γίνῃ μετά, διότι τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ διεκπεραιῶσι τὰς ὑποθέσεις. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ νὰ λυθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν ἱκανοποιητικώτερον τὰ ζητήματα, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό. Ὅταν θέλωμεν νὰ τὸ κάμωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος καλὸν εἶναι νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν πραγματικότητα. Ἡ πραγματικότης μᾶς λέγει ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις εἶναι ἀνεφάρμοστοι καὶ δὲν δύνανται νὰ πνίξουν τὴν ζωήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα ὅλων.
§156Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ ὅλα ὅσα εἴπατε καὶ μὲ τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι τὸ ἑξῆς δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος.
§157Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶμαι σύμφωνος ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Ἡ διάταξις περὶ ἐπιτάξεως δὲν προστατεύει, καθ’ ἣν ἔννοιαν ὑποστηρίζετε καὶ σεῖς καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι κύριοι, τὴν ἰδιοκτησίαν. Διότι θὰ εἶναι ζήτημα πλέον ἑρμηνείας πότε ὑπάρχει κοινωνικὴ ἀνάγκη. Καὶ σᾶς λέγω ὅταν ὑπάρξῃ κοινωνικὴ ἀνάγκη εἴτε ἐκ πυρκαϊᾶς, εἴτε ἐκ πολέμου, εἴτε ἐκ λόγου κοινωνικοῦ δὲν θὰ γίνῃ ἡ ἐπίταξις; Θέλετε νὰ ἀλλάξωμεν τὰ ὀνόματα;
§158Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν τὰ δικαστήρια εὑρέθησαν εἰς δύσκολον θέσιν νὰ λύσουν τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν ἐπιτάξεων.
§159Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος νὰ μπῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§160Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Θέλω νὰ καταλήξω ἀλλοῦ. Ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι λέγουν ὅτι ὁ νόμος τῶν ἐπιτάξεων εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ μειονοψηφίαι ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν ἐκείναις, δηλαδὴ οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι εἰς παρομοίαν περίπτωσιν θὰ κληθοῦν νὰ δικάσουν, δὲν ἦσαν σύμφωνοι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἂν τουτέστι πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιτάξεως ἢ ἂν πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ jus extremus necessitatus, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος κ. Μπαμπᾶκος. Εἶναι κατὰ τοῦτο σοβαρὸν τὸ ζήτημα, διότι προστίθεται μία τροπολογία, ὥστε εἰς ἐπειγούσας περιστάσεις, ὡς εἶναι αἱ περιστάσεις τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐν καιρῷ εἰρήνης ἢ ἐμπολέμου καταστάσεως, καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἐπίταξις, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἐπεῖγον ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις. Τί γίνεται λοιπὸν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Συνταγματικὴ διάταξις ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς .... κλπ.»
§161Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; Ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ τελευταία, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸ ὀλίγων ὡρῶν, ἀφορᾷ τὴν ῥύθμισιν εἰδικῶν περιπτώσεων δι’ εἰδικοῦ νόμου, Ἑπομένως οἱ νόμοι αὐτοί, καθορίζοντες τὰς περιπτώσεις τῆς ῥυθμίσεως τῶν θεμάτων, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἀποτελοῦσι παρέκκλισιν ἀπὸ τῶν συνταγματικῶν ἀσφαλειῶν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 19, τοῦ ἐφ’ οἵων περιπτώσεων καὶ ἐφ’ ὅσων περιπτώσεων οἱ νόμοι οἱ εἰδικοί, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιούμεθα λόγον.
§162Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§163Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐρωτῶ, ἂν νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ καὶ θὰ λέγῃ ὅτι λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπίταξις ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ἢ ὄχι.
§164Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Θὰ εἶναι συνταγματικός.
§165Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ κ. Μπαμπᾶκος λύει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀναφύεται εἰς τὰ δικαστήρια, ὅτι ἐφόσον θὰ ἀναφέρεται ἡ ἐπίταξις καὶ ἐφόσον ἡ ἐπίταξις εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀπαλλοτρίωσις, φυσικὰ θὰ ἔλθῃ ἡ ἀπορία ἂν ὁ νόμος εἶναι συνταγματικός. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπὶ ὅλων αὐτῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος «περὶ ἐπιτάξεων», ὄχι μόνον εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀμέσου ἀνεφοδιασμοῦ τοῦ Στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα ζητήματα ἐπιτάξεως πλοίων. Διότι καὶ ἡ ἐπίταξις χρήσεως καὶ αὐτὴ εἶναι ἀπαλλοτρίωσις περιουσίας. Ἐγὼ λέγω ὅτι καὶ χωρὶς αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὀρθῶς εἰσηγήθη τὸ κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, αἱ ἐπιτάξεις θὰ ἰσχύουν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία ἀμφιβολία καὶ νὰ μὴ φαίνεται ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, καλὸν εἶναι νὰ μπῇ ἡ διάταξις αὐτή. Δι’ αὐτὸ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μυλωνᾶ ἔχει καὶ αὐτὴν τὴν σκοπιμότητα, διότι ὁ νομοθέτης ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ὑποχρεώσεις χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν μπῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, πάλιν θὰ εἶναι ἐλεύθερος ὁ πολίτης ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται κατὰ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Μυλωνᾶ, δὲν εἶναι συζήτησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ μεγάλα πρακτικὰ ἀποτελέσματα.
§166Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡ ἰδία κατεύθυνσις εἰς τὴν διάταξιν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μυλωνᾶ καὶ εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης. Διότι ἐκεῖ ὑπάρχουν περιπτώσεις. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα, ἀλλ’ ἀνοίγει ἕνα δρόμον πρὸς τὰς σοσιαλιστικωτέρας ἀντιλήψεις, ἀνοίγει μίαν κατεύθυνσιν σοσιαλιστικήν, ἡ ὁποία καθιστᾷ αὐτὴν κτῆμα τοῦ Κράτους. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἔχει ληφθῆ ἀπὸ κείμενον Γερμανικόν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει διατάξεις διὰ τὴν ρύθμισιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς Γερμανίας. Ἐκεῖ ὑπάρχουν πολλαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ληφθῆ ἀπὸ ἕνα νόμον σοσιαλιστικὸν καὶ ὑπάρχουν πλεῖσται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δεικνύουν ἐπακριβῶς τὴν θέλησιν τοῦ Γερμανικοῦ Κράτους ὅπως ἀνοίξῃ τὴν ὁδὸν τῆς Δημοκρατίας πρὸς τὸν σοσιαλισμόν. Ἄν εἴπητε ὅτι ἔχομεν καὶ ἐδῶ τὸ ἴδιον, ἡ διάταξις προσήκει.
§167Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναγνωρίζῃ συνταγματικῶς τρόπον τινὰ ὅ,τι γίνεται. Ἐγὼ δέχομαι καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ κατεύθυνσις αὐτὴ εἶναι σοσιαλιστική. Ἀλλὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ σήμερον ὅτι αἱ κοινωνίαι δὲν εὑρίσκονται εἰς μίαν σοσιαλιστικὴν κατεύθυνσιν, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν νομοθεσιῶν ὅλων τῶν νεωτέρων ἀστικῶν Κρατῶν, δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πραγματικότητα.
§168Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδίαν κατεύθυνσιν;
§169Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα. Πάρετε τὴν ἐργατικὴν νομοθεσίαν, πάρετε καὶ ἄλλας νομοθεσίας μας καὶ θὰ ἴδητε. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡμεῖς πηγαίνομεν βραδέως.
§170Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἄλλας περιπτώσεις ἀπὸ τὸν ἀγροτικὸν νόμον.
§171Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ νόμος τῶν κληρονομιῶν.
§172Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι σοσιαλιστικός.
§173Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πῶς δὲν εἶναι. Ἡ Κοινωνία ὁλόκληρος εὑρίσκεται πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Αὐτὸ ὅστις δὲν τὸ ἀναγνωρίζει, σᾶς λέγω καὶ πάλιν, δὲν ἀναγνωρίζει τὴν πραγματικότητα.
§174Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τότε πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἀγόμεθα πρὸς σοσιαλιστικὴν Δημοκρατίαν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἀρκοῦν αἱ διακοπαὶ πλέον.
§176Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Παρέκβασιν ἐν προκειμένῳ διὰ τὰς κατευθύνσεις τὰς ἰδικάς μας καὶ τὰς κατευθύνσεις τῶν ξένων. Καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ἰδίως, ὁπόθεν συλλέγομεν συνταγματικὰς διατάξεις, ἀπό τινων χρόνων ἤρχισε μία ἄλλη στροφὴ καὶ ἀνέπτυξα τότε ὁμιλῶν ὅτι ὅταν ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται καὶ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μυλωνᾶς θέλει νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἰδικόν μας, ἦτο κατάστασις καθαρῶς σοσιαλιστική. Καὶ γνωρίζει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα τότε ἐν Γερμανίᾳ, ἦτο καθαρῶς σοσιαλιστική. Ἦλθεν ἄλλη κατάστασις μεταγενεστέρως καὶ τὸ συγκρότημα τῆς Βουλῆς δὲν εἶχε πλειονοψηφίαν σοσιαλιστικὴν καὶ ἐν τέλει κατέληξαν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ἡ Γερμανικὴ Βουλὴ νὰ ὑποστηρίξῃ Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν πλεῖστα μέλη ἦσαν μοναρχικά, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατηγορήθη ἐσχάτως ὅτι εἶχε λάβει μέρος εἰς τὴν μοναρχικὴν συνωμοσίαν τοῦ Κάφφ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἐγένετο δημοψήφισμα ἐν Γερμανίᾳ διὰ τὴν περιουσίαν τοῦ Στέμματος καὶ τῶν πριγκήπων καὶ ὁ Γερμανικὸς λαὸς διὰ δημοψηφίσματος ἀπεφάνθη ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλοτριωθοῦν τὰ κτήματα αὐτῶν.
§177Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἂν νομίζετε ὅτι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ὁ ἀγροτικὸς νόμος ὅπως ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι σοσιαλιστικός, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω ὅτι σφάλλεσθε, ὅτι πλανᾶσθε καὶ σεῖς καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι μεγάλην πλάνην. Διότι, ἂν ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ματαιώνει τὴν πρόοδον τοῦ σοσιαλισμοῦ, ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ὁ ἀγροτικὸς νόμος. Διότι τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαγάγῃ ἀνατρεπτικὰς σοσιαλιστικὰς κινήσεις—ὄχι ἐξελικτικὰς κινήσεις τοῦ σοσιαλισμοῦ—τίποτε ἄλλο δὲν δύναται νὰ συμβάλῃ περισσότερον, εἰμὴ ἡ στέρησις τῆς γῆς ἀπὸ τοὺς ἀγρότας καὶ τὸ κλασικώτερον παράδειγμα τὸ ἔχει δείξῃ ἡ Ρωσσία. Ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν σοσιαλισμόν, πρέπει νὰ μὴ ἀπαλλοτριώσωμεν τὰς γαίας. Ὁ ἀγροτικὸς νόμος διέπεται ἀπὸ ἓν πνεῦμα κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ προαγωγῆς εἰς τὴν γεωργίαν.
§178Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα οὔτε ἐκάκισα τὸν ἀγροτικὸν νόμον, οὔτε ἐξήνεγκον γνώμην ἐναντίον τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Ἐγὼ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅταν ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, δηλαδὴ ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν τῷ 1918 μετὰ μίαν κατάστασιν μεταπολεμικήν, ὁπότε, κατ’ ἀνάγκην, ἐδημιουργήθη μία κατάστασις σοσιαλιστική, ὅτι ἐκεῖνα δὲν πρέπει νὰ τὰ μεταφέρωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἤλλαξαν, κ. Ὑπουργέ, τὰ πράγματα καὶ τὸ γνωρίζετε ὅτι ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἰδίως ἐν Γερμανίᾳ, τὴν ὁποίαν διαρκῶς ἐπικαλούμεθα, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν τουλάχιστον ἀπὸ ἀντιλήψεως κοινωνικῆς. Ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα αὐτό. Τὸ ζήτημα τὸ περιμάχητον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔθιξα καὶ τονίζω θὰ εἶναι ἢ δὲν θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ ὅτι δύναται καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, ἐν ἐπειγούσῃ ἀνάγκῃ νὰ γίνεται ἀπαλλοτρίωσις;
§179Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ Σύνταγμα θὰ λέγῃ ὅτι διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπιτάξεως θὰ γίνεται αὐτό.
§180Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Τὸ Σύνταγμα δύναται νὰ εἴπῃ τὸ ἑξῆς καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ νεώτερα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο μετὰ τὸν μέγαν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξε πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν γνωστὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δηλαδὴ νὰ καθιερώνῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Τοῦτο ὑπάρχει καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐπίσης καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ Τσεχοσλοβακικὸν καὶ Νοτιοσλαυϊκὸν, τὰ ὁποῖα εἶναι Συντάγματα μεταπολεμικά. Εἰς τὰ Συντάγματα αὐτὰ δὲν καθιεροῦται ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις προκειμένου περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἁπλοῦν, διότι μετὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον ὅλαι αἱ Κοινωνίαι αἱ Εὐρωπαϊκαί, αἱ ὁποῖαι ἠθέλησαν νὰ ἀνακαινισθοῦν καὶ νὰ ἀναδημιουργηθοῦν, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐκ τοῦ πολέμου προελθόντα διδάγματα καὶ ἀντελήφθησαν ὅτι εἶναι πιθανὸν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν πρὸ μιᾶς καταστάσεως ἐπειγούσης, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνάγκη μία θυσία ἑνὸς δικαιώματος, ὅπως εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ μεσολαβήσῃ μία διαδικασία, ἡ ὁποία εἶναι καὶ δύσκολος καὶ ἀνεπίτευκτος εἰς παρομοίας περιπτώσεις ἀποζημιώσεως. Ἔχει δέ, κύριοι βουλευταί, σημασίαν τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὸ ἑξῆς, διότι ἐγὼ νομίζω καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω ὅτι ἐφόσον ἔχει τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως, εἶναι πιθανὸν, ὅπως εὑρέθησαν εἰς δύσκολον θέσιν τὰ πολιτικὰ δικαστήρια ἐν Ἀθήναις κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου τοῦ 1912 καὶ 1913, νὰ εὑρεθῶσιν ἀκόμη εἰς δυσκολωτέραν θέσιν καὶ τὰ ποινικὰ δικαστήρια καὶ τὰ ἀνώτερα δικαστήρια προκειμένου νὰ δικάσουν μίαν περίπτωσιν φύσεως ποινικῆς, διότι ἐμφανίζεται μία ἀνάγκη ἐπείγουσα. Λέγετε ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ, δίδετε τὴν ἑρμηνείαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, τὴν ἐπίταξιν, ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, αὐτὸ ὑποστηρίζετε. Ἔχομεν ὅμως τὴν διάταξιν αὐτήν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν ἰδιοκτησίαν του, εἰς μίαν κατάληψιν ἐν ἐπειγούσῃ ἀνάγκῃ, εἰς μίαν ἐπίταξιν, νὰ θελήσῃ νὰ ἀντιστῇ δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ τῶν μέσων ἀκόμη, τὰ ὁποῖα τοῦ παρέχει ὁ ποινικὸς νόμος, αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου τὸ ὁμιλοῦν περὶ ἀμύνης, τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθοῦν τὰ ποινικὰ δικαστήρια;
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμω καὶ ἐγὼ χρῆσιν τῶν μέσων τὰ ὁποῖα μοὶ παρέχει ὁ Κανονισμός. (Κρούει τὸν κώδωνα).
§182Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, δύο λεπτὰ ἀκόμη διὰ νὰ συμπτύξω τὰς ἰδέας μου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§184Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὸ ἑξῆς καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριοι βουλευταί, τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἄρθρου ἐγένετο κατὰ τὸ 1911 καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν συζήτησιν ὡμίλησεν ὁ ἀείμνηστος Στέφανος Δραγοῦμης ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἰς τὰ 1911, ὅταν ἀναθεωρεῖτο πάλιν τὸ Σύνταγμα καὶ ὡμίλησεν ἀκριβῶς μὲ τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν, καθὼς καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Μιχαλακόπουλος, ὅτε δὲ εὑρέθησαν πρὸ αὐτῆς τῆς δυσχερείας, εἶπον ὅτι εἶναι ἀνάγκη πάντως μιᾶς ἀποζημιώσεως, ἔστω καὶ προσωρινῆς καὶ δὲν στεροῦνται τοῦ δικαιώματος οἱ ἰδιοκτῆται μετὰ ταῦτα νὰ ζητήσουν τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀποζημιώσεως. Πάντως καὶ ἐκεῖνοι εἶπον ὅτι πρέπει νὰ μεσολαβήσῃ μία διαδικασία. Ἀλλὰ λέγω ἐγὼ ὅτι καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη, τί θὰ γίνῃ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεσολαβήσῃ δικαστήριον νὰ ἐπιδικάσῃ ἔστω καὶ μίαν πλήρη ἀποζημίωσιν; Διὰ τοῦτο προτείνω, διὰ νὰ τελειώσω, κ. Πρόεδρε, τὸ ἑξῆς, ἂν δέχεται ἡ Βουλή, δηλαδὴ προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· εἰς ἐσχάτην ἀνάγκην εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Καὶ ἀναφέρομαι εἰς αὐτὰ τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, τὰ μεταπολεμικά, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως εἰς ὁμοίας περιπτώσεις εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ διὰ τοῦτο παρέλειψα νὰ ἀναφέρω ὅτι ἡ μεγάλη ἀπαλλοτρίωσις πρέπει νὰ γίνεται ἄνευ ἀποζημιώσεως. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀναφέρουν καὶ ἀναφέρουν μόνον καὶ μόνον ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις χωρὶς νὰ καθορίσουν τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ἀποζημιώσεως.
§185Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Προκειμένου περὶ ἐπιτάξεως.
§186Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Καὶ ἡ ἐπίταξις θεωρεῖται ἀπαλλοτρίωσις κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ἡ ὁποία ἐδόθη ἀπὸ πολλοὺς ρήτορας.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§188Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶναι μία διακοπὴ ὅλων τῶν ἀγορεύσεων τῶν ὁμιλησάντων, τοὺς ὁποίους ἤκουσα καὶ οἱ ὁποῖοι καταφέρονται κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 19, τὴν ὁποίαν τροπολογίαν εὑρίσκω ἀθωοτάτην, διότι, ὅπως εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ἂν αἱ κοινωνικαὶ δυνάμεις εἶναι τόσον ἰσχυραί, ὅπως καὶ ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς περιορίσῃ τὸ Σύνταγμα αὐτὰς τὰς δυνάμεις καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἀνατρέψουν τὸ Σύνταγμα. Ἐγένετο μέγας λόγος περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀποζημιώσεως καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα διὰ νὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶναι τόσον μεγάλοι οἱ ἰσχυρισμοί, οἱ ὁποῖοι ἀνεφέρθησαν. Κράτη δημοκρατικὰ ἀστικῆς μορφῆς, ὅπως εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Σερβία, ἐφήρμοσαν ἀγροτικοὺς νόμους μὲ πλέον δημευτικὰς διατάξεις. Ἄς μεταβῶμεν εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ Βαλτικά, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστέναζον οἱ ἀγρόται· ἐκεῖ θὰ ἴδητε ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀποζημιώσεως εἶναι σχεδὸν ὅπως καὶ αἱ Ἑλληνικαί, δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προπολεμικῆς τιμῆς τοῦ κτήματος. Ὥστε αὐτὸ τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἀκούεται ὅτι ὑπάρχει μία δήμευσις καὶ μία ἀδικία καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ μὴ γίνεται αὐτὸ τὸ παράπονον, τοὐλάχιστον δὲν εἶναι συγχρονισμένον, διότι σᾶς δίδω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι σᾶς ἀνέφερον Κράτη εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀπαλλοτριώσεις μὲ εὐτελεστάτας τιμάς. Δὲν ἠμπορεῖτε δὲ νὰ εἴπητε ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὑπάρχει μία διαφορὰ γαιῶν καὶ μάλιστα μειονεκτική. Ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν Γερμανίαν, ἡ ὁποία εἶναι Κράτος σοσιαλιστικὸν καὶ εἶναι ἡ μόνη Χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐφηρμόσθη ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις.
§189Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐφηρμόσθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν.
§190Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠδυνήθη ἡ ἐπανάστασις νὰ θίξῃ τὰ κτήματα τῶν Γιούγκερς, ὅταν δὲ ἡ ἐργατικὴ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτήν, ἔφθασε μέχρις ἀνατροπῆς.
§191Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡμεῖς καθυστεροῦμεν εἰς τὴν ἀγροτικὴν μεταρρύθμισιν τοὐλάχιστον τρεῖς γενεάς. Δὲν ὑπάρχουν τσιφλίκια.
§192Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀγροτικὸν ζήτημα.
§193Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν δεξιὰν πλευρὰν τοῦ ποταμοῦ Ἔλμπε ὑπῆρχον τόσον ἐκτεταμέναι γαῖαι ὑπὸ σύστημα τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς ἦτο μία δουλοπαροικία, ἐδημιούργησε δὲ ἓν πολυάριθμον ἀγροτικὸν προλεταριάτον. Ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, αἱ σοσιαλιστικαὶ κατευθύνσεις δὲν ἔχουσι καμμίαν ἐπίδρασιν. Σᾶς ἀνέφερα Κράτη τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν εὐρύτατον ἀγροτικὸν νόμον, ἀντιδραστικόν.
§194Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Καὶ τὰ καταπιστεύματα ἔχουν καταργηθῆ ἐν Γερμανίᾳ συνταγματικῶς.
§195Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐφηρμόσθη γενικωτάτη ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις, σᾶς ἀναφέρω δὲ ὡς βέβαιον πλέον ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἦτο ἴση πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἀγροτικοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεῖσθε αὐτὸ τὸ παράδειγμα. Οἱ συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα τῆς μετατοπίσεως τοῦ πλούτου ἀπὸ τῆς μιᾶς τάξεως εἰς τὴν ἄλλην, ἀποφαίνονται ὅτι οὔτε εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν δὲν ὑπῆρξεν οὐσιαστικὴ μετατόπισις τοῦ πλούτου διὰ τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἐκ τούτου ἕπεται οὐσιαστικῶς ὅτι ἡ ἀγροτικὴ τάξις δὲν ὠφελήθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὅσον φαντάζεσθε, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ καταβάλῃ καὶ ἄλλας ἀποζημιώσεις. Διότι ἦλθεν ἡ ὑποτίμησις τοῦ νομίσματος, ἡ ὁποία ἐξουθένωσε τὰ ἀποτελέσματα τῆς μεταρρυθμίσεως. Τὸ ζήτημα τῆς διατυπώσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου 19 εἶναι πράγματι οὐσιῶδες· ἀναγράφεται ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ὑποχρεώνει. Μάλιστα, εἶναι ἀναμφισβήτητον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Γνωρίζετε τὸν λόγον ἡ εὐγένεια ὑποχρεώνει, ὅτι ὑπῆρχε μία ἐποχὴ σεβασμοῦ τῶν εὐγενῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ εὐγένεια εἶχε καὶ ὑποχρεώσεις, εὐθὺς δὲ ὡς ἔχασε τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ ἐξέπεσεν. Οὕτω καὶ ἡ ἰδιοκτησία ἅμα παύσῃ νὰ αἰσθάνεται τὰς ὑποχρεώσεις της. Δι’ αὐτό, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις, ἐπιβάλλουσα θυσίας εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, συντείνει εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἰδίας ἰδιοκτησίας, ὅταν αὕτη χάσῃ τὴν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεών της, ἀσφαλῶς θὰ ξεπέσῃ, σεῖς δὲ συζητοῦντες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς ἀνοίγετε τὸν τάφον. Περὶ τίνος λοιπὸν ὁ ἀγών; Εἶναι ἐπίκαιρος ἡ διάταξις ἢ περιττεύει; Οὐσιαστικῶς δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν ἡ ἀναγραφή, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὸ βάθος ὑποκρύπτεται μία ὀξυτάτη μάχη κοινωνικὴ καὶ οἰκονομική. Διότι, ἂν πρόκειται νὰ ἀποζημιώσητε τοὺς μεγάλους ἀγροϊδιοκτήτας, τὰ βάρη θὰ πέσουν εἰς τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ, ὡς ἰσχυρίζεσθε. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν εἰς τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, διότι ἡ πλήρης ἀποζημίωσις, ἡ δικαία καὶ ὁ ὅρος κρύπτει τὴν πλήρη, θὰ πέσῃ εἰς βάρος τοῦ ἀγροτικοῦ λαοῦ, ὅστις ἀποτελεῖ καὶ τὸ σύνολον σχεδὸν ἐν Ἑλλάδι. Ὅλοι δὲ οἱ βουλευταὶ λέγουν ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἀγροτικοῦ λαοῦ καὶ πρέπει νὰ σκεφθοῦν, διότι ἀσφαλῶς ὁ ἀγροτικὸς λαὸς θὰ κληθῇ ἐκ νέου νὰ πληρώσῃ τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν. Ἡ μάχη ἡ ὁποία δίδεται περὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μυλωνᾶ, αὐτὸ τὸ περιεχόμενον ἔχει. Ἐγὼ δέ, καίτοι τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, δὲν διαβλέπω εἰς αὐτὴν οὐδεμίαν σοσιαλιστικὴν ἀντίληψιν τοῦ νέου Συντάγματος. Ὅπως δὲ ἡ εὐγένεια ὑποχρεώνει καὶ ἡ ἰδιοκτησία ἐπίσης ὑποχρεώνει. Ἑπομένως θὰ ἔλθῃ μία ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πρέπει νὰ πληρώσῃ αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Κοινωνίαν. Ἡ Δημοκρατία δὲν εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένη μὲ τὸν σοσιαλισμόν, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ συντηρητικοὶ καὶ οἱ μοναρχικοί. Θὰ σᾶς ἀναφέρω δὲ ἓν παράδειγμα. Ὁ Βαντερμπίλτ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ σοσιαλιστικοῦ κόμματος ἐν Βελγίῳ, εἶναι Ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως τοῦ Βελγίου. Ἀντιθέτως δὲ εἰς τὴν Γερμανίαν ἔχομεν μίαν Δημοκρατίαν καὶ εἷς μοναρχικὸς εἶναι Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Τάσσομαι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὄχι διὰ λόγους ἀφῃρημένους καὶ θεωρητικούς, ἀλλὰ διότι διαβλέπω αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν μάχην, ἡ ὁποία θὰ ἀποβῇ ἄνευ τῆς συνδρομῆς μας εἰς βάρος τῶν ἀγροτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προσέξῃ καὶ δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν διὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ νὰ πάρωμεν ἀπὸ τοὺς ἀγρότας ὅ,τι προσκαίρως ἐδώσαμεν, ἂν καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα ὅτι δὲν ἐδώσαμεν τίποτε. (Χειροκροτήματα).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§197Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 19ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐξ ἀφορμῆς τῶν τροπολογιῶν αἵτινες ὑπεβλήθησαν ἔγινεν ἀφορμὴ νὰ ἐκδηλωθῶσιν εἰς τὸ ἀστικὸν στρατόπεδον τῆς Βουλῆς δύο ριζικῶς ἀντιτιθέμεναι ἀπόψεις, δύο ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν γνώμην μας, ἔχουν μίαν ἀντικειμενικὴν βάσιν, ἀντικειμενικὴν ὑπόστασιν. Καὶ ἀκριβῶς δὲν πρόκειται περὶ διαφορῶν πολιτικῆς ἢ κομματικῆς φύσεως, ἀλλὰ περὶ ἀπόψεων αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὸ καθυστερημένον τῆς ἀπόψεως τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ τὸ καθαρῶς καπιταλιστικὸν τῆς ἑτέρας. Δηλαδὴ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος περὶ ἰδιοκτησίας κατετοπίσθη εἰς μίαν ἰδιαιτέραν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ὑπὸ τὴν ἐμφάνισιν αὐτῆς εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ σημείου δὲ αὐτοῦ ἐκδηλώνονται κυρίως αἱ ἀντιθέσεις, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν σήμερον διαφόρους μορφὰς τῆς ἰδιοκτησίας· ἔχομεν καθυστερημένας μορφάς, ὡς αἱ βοσκαὶ κλπ., ἔχομεν κεφαλαιοκρατικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ πλέον ταύτης ἔχομεν κρατικὴν κεφαλαιοκρατικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ μίαν ἄλλην μορφὴν ἰδιοκτησίας, τὰ τσιφλίκια. Ἡ ἀντίθεσις λοιπὸν ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἶναι ἡ ἀντίληψις τῶν ἀνθρώπων τῶν ὑποστηριζόντων τὰς καθυστερημένας μορφὰς καὶ ἄλλων οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ ὑπεραμύνωνται καλύτερον τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος. Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρωμεν μερικὰ συγκεκριμένα παραδείγματα διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι ἡ ὑπερτάτη ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις καὶ μάλιστα κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἐν Ἑλλάδι, ἔγινεν οὕτω, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἀκόμη πρὸ πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου. Κατὰ τὴν γνώμην μας λοιπόν, κύριοι, ἡ παράταξις τῶν Φιλελευθέρων ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν ἀγροτικὴν μεταρρύθμισιν γνωρίζει καλύτερον ἀπὸ τὴν ἄλλην παράταξιν τὴν ὑπεργενικότητα τοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ καθεστῶτος. Ἐπὶ παραδείγματι εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ πιστώσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχουσιν αὐξηθῆ καταπληκτικῶς μετὰ τὴν ἀγροτικὴν μεταρρύθμισιν, ἔχουσι φθάσει τὰ ὀκτακόσια ἑκατομμύρια. Νομίζετε ὅτι θὰ ἔφθανον εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἂν ἐξηκολούθει ἡ προτέρα κατάστασις; Καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀσφαλῶς δὲν ἐκπροσωπεῖ τὰς σοσιαλιστικὰς τάσεις τῆς Δημοκρατίας. Αὐτὴ εἶναι τὸ προπύργιον τῆς Ἑλλάδος.
§198ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ διαθέσῃ τὰ ὀκτακόσια ἑκατομμύρια μὲ ἐπωφελέστερον τόκον;
§199Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· ἐγὼ εἶπον ὅτι αἱ πιστώσεις τὰς ὁποίας παρέχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρὸς τοὺς ἀγρότας ηὐξήθησαν μετὰ τὴν ἀγροτικὴν μεταρρύθμισιν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ κεφαλαιοκρατικὴ παράταξις, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν ἀγροτικὴν μεταρρύθμισιν, ὑποστηρίζει αὐτὴν διότι τὴν νομίζει ἐπωφελεστέραν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ καθεστῶτος ἐν Ἑλλάδι, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ παράταξις ἐκείνη ἡ ὑποστηρίζουσα τὰς παλαιὰς μορφὰς τῆς ἰδιοκτησίας τάσσεται κατὰ τοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ καθεστῶτος. Ἑπομένως ὁ ἀνταγωνισμός, ὁ ὁποῖος ἐξεδηλώθη εἰς τὴν πτέρυγα τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς σημείου, διότι ἀμφότεραι εἶναι παρατάξεις ἀστικαί. Ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις εἶναι μία ἀστικὴ μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν σχέσιν τῶν κοινωνικῶν δυνάμεων καὶ γίνεται κατὰ διάφορον τρόπον. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν μεγάλην Ἐπαγάστασιν, πρὸ ἑκατὸν ἐτῶν, ἀπηλλοτριώθησαν ὅλαι αἱ φεουδαρχικαὶ ἰδιοκτησίαι. Καὶ εἰς ἄλλας Χώρας ἔγινε καὶ γίνεται τὸ αὐτό. Ἐν Ἑλλάδι δὲ τοῦτο γίνεται διὰ νομοθετικοῦ μέτρου. Ἡ μεταρρύθμισις αὐτὴ ἐν Ἑλλάδι ἐπιβαρύνει ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὸν ἀγρότην καὶ εἶναι πιστοποιημένον ὅτι οἱ ἀγρόται, εἰς τοὺς ὁποίους διετέθησαν αἱ ἀπαλλοτριωθεῖσαι γαῖαι, δὲν εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν οἰκονομικὴν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε ἓν τεμάχιον γῆς εἰς τὸν ἀγρότην τὸν ἀκτήμονα, ἀλλὰ πρέπει ταυτοχρόνως νὰ τῷ δώσητε καὶ τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας. Εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὑποστηρίζουσαν τὴν μεταρρύθμισιν αὐτὴν καὶ τὴν πραγματοποίησιν ἐν Ἑλλάδι τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης δὲν ὑπάρχει καμμία κεφαλαιοκρατικὴ τάσις, ὑπάρχει μία τάσις τοῦ νὰ ἀρθοῦν τὰ ἐμπόδια τῆς ἐξελίξεως τοῦ καπιταλισμοῦ εἰς τὰς ἀγροτικὰς περιφερείας. Πρόκειται συνεπῶς περὶ δύο ἀπόψεων, τὰς ὁποίας σαφῶς ἐχαρακτηρίσαμεν· ἡ ἄποψις ἡ ἰδική μας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὡς πρὸς τὴν συγκεκριμένην μορφὴν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὴν ἀγροτικὴν μορφήν. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν τῶν τσιφλικιούχων καὶ συνεπῶς συμπίπτομεν ὑπὸ μίαν ὑφισταμένην ἔννοιαν ὡς πρὸς τὴν ἀστικὴν μεταρρύθμισιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀναχωροῦμεν ἀπὸ μίαν ἄλλην βάσιν. Νομίζω ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δικαίωμα, ὄχι ὅμως ἱερόν. Εἷς συνάδελφος εἶπεν ὅτι εἶναι δικαίωμα ἱερόν. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω ἕνα ἐκ τῶν λεγόντων ὅτι εἶναι δικαίωμα ἡ ἰδιοκτησία, ἡ μεγάλη τῆς γῆς, νὰ ἀποδείξῃ συγκεκριμένως τί δικαίωμα εἶναι καὶ πόθεν προέρχεται αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Θὰ ἤμην παρὰ πολὺ ἱκανοποιημένος, ἂν πραγματικῶς καταδειχθῇ ὅτι ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία ἡ ὑφισταμένη ἐν Ἑλλάδι εἶναι δικαίωμα καὶ ὅτι ἀπέρρευσεν ἐκ τοῦ Α ἢ Β γεγονότος. Δὲν εἶναι δικαίωμα ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία καὶ συνεπῶς δὲν δημιουργεῖ καὶ ὑποχρεώσεις. Διὰ τοῦτο εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἄνευ ἀποζημιώσεως. Τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖ γενικῶς ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν νεωτέραν μορφήν, τὴν κεφαλαιοκρατικὴν μορφήν. Ὑπάρχει μία οὐσιώδης διαφορά· ὁ γαιοκτήμων εἶναι ἰδιοκτήτης καὶ ὁ ἐπιχειρηματίας εἶναι ἰδιοκτήτης, τοῦ παρελθόντος ὅμως. Ἄλλαι σχέσεις ὑπάρχουν μεταξὺ ἰδιοκτησίας καὶ ἄλλη ὑπὸ τὸ κεφαλαιοκρατικὸν καθεστώς. Ἡ ἰδιοκτησία ἔχει κοινωνικὴν ἀξίαν, ἡ συζήτησις ὡς ἐκ τούτου ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἀποτελεῖ καὶ συζήτησιν ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος, εἶναι ἡ βάσις τῶν βάσεων τοῦ καπιταλιστικοῦ συστήματος. Τὸ Σύνταγμα εἶναι κεφαλαιοκρατικόν, διότι κατοχυρώνει τὴν ἰδιοκτησίαν ἐντὸς ἑνὸς καθεστῶτος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζοῦν καὶ ἐργάζονται ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες ἰδιοκτησίαν. Ἰδοὺ ὁ κεφαλαιοκρατικὸς χαρακτηρισμὸς τοῦ Συντάγματος. Ἡ παραδοχὴ τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι παραδοχὴ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Ἄλλως τε ὁ ἀξιότιμος πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας συνάδελφος κ. Μόδης ἀνέφερε σχετικῶς ἐπ’ αὐτοῦ καὶ εἶπεν ὅτι εἶναι κοινωνικὴ ἔννοια σχετική. Ἡ παραδοχὴ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουν αἱ κομμουνιστικαὶ ἀρχαί, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἡ κεφαλαιοκρατικὴ εἶναι μία συσσώρευσις ἐργασίας ὑπὸ ἑνὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέρος μιᾶς τάξεως. Ἡ ἰδιοκτησία συνεπῶς ὑπόκειται εἰς μεταβολὴν καὶ νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα εὐτυχῶς εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξελίξεως τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν τελευταίαν μορφὴν τῆς κοινωνικῆς ἀνισότητος. Ἡ κατάργησις τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας θὰ εἶναι ἡ κατάργησις τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Διότι, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἰδιοκτησία κυρία, διότι, ἐφόσον ἐπιτρέπεται ἡ ἰδιοποίησις τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων, διατί λησμονοῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν κεφαλαιοκρατίαν; Τοῦτο τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοποιήσεως τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὴν σημερινὴν ἀνισότητα καὶ ἡ κατάργησις τοῦ ὁποίου θὰ σημάνῃ τὴν τελειωτικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ καθεστῶτος. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἢ μᾶλλον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἔκαμεν ὥστε νὰ μὴ γίνεται ἀντιληπτὴ μία ἄλλη ἀπαλλοτρίωσις, ἡ ὁποία γίνεται καθ’ ἡμέραν, ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἡ ὁποία ἐπέρχεται χάριν εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καθ’ ἡμέραν μικροεπιχειρηματίαι καὶ μεγαλοεπιχειρηματίαι, ἄνθρωποι ἔχοντες μικρὰν ἢ μεγάλην ἰδιοκτησίαν, χάνονται χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθῶσι, κλονίζεται ἡ περιουσία των ἀπὸ τὰς χεῖράς των χάρις εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἐμφανίζονται ὡς ἰδιοκτῆται μερικὰ ἄτομα. Εἶναι δὲ γνωστὸν καὶ εἰς σᾶς οἱ ὁποῖοι εἶσθε ἀστοὶ ὡς πρὸς τὰς ἀντιλήψεις σας ὅτι εἰς τὰ δάκτυλα μετροῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διευθύνουν σήμερον τὰς τύχας τοῦ κόσμου, οἱ διεθνεῖς τραπεζῖται. Ἀλλ’ ἡ συγκέντρωσις αὐτῶν τῶν μέσων τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς παραγωγῆς γίνεται εἰς βάρος ἄλλων ὁμάδων καὶ γίνεται μία ἀπαλλοτρίωσις ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὀξύνῃ τὰς τάξεις τὰς ἀντιθέτους. Συνεπῶς καταλήγων ὑποστηρίζω ὅτι ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις ἡ ἐν Ἑλλάδι γενομένη εἶναι μεταρρύθμισις ἀτελής, δημιουργήσασα καὶ ἐμφανίσασα νέας ὑποχρεώσεις καὶ νέους ὅρους βαρυτάτους διὰ τοὺς ἀγροτικούς. Καταλήγων λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισις ἔμεινεν ἀπραγματοποίητος καὶ ἡ συζήτησις θὰ ἔπρεπε νὰ στραφῇ εἰς τὸ πῶς νὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ὑπολοιπομένων μεγάλων κτημάτων, ἐφόσον οἱ τσιφλικιοῦχοι δὲν ἔχουν κανένα δικαίωμα ἐπὶ τῆς γῆς, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ γῆ ἀνήκει εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν καλλιεργοῦν. Εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἀποτελεῖ αὕτη τὴν βάσιν τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος τῆς ἀνισότητος καὶ σκοπός μας εἶναι ἡ κατάργησις τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παρὰ διὰ μιᾶς ἐπαναστατικῆς πράξεως τῶν ἐνδιαφερομένων στρωμάτων.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τελωνειακῶν τινων νόμων».
§201Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου ἀτελῶς.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἔχομεν μελετήσει. Ἂς ἀναβληθῇ.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. σήμερον. (Ὥρα 1 π. μ.)