1927.02.08
2,927 rows · 22,962 words · 236 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Νικόλαος Λαμπράκης, κάτοικος Πειραιῶς, ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ λήψεως μέτρων κατὰ τὴν ἐκφόρτωσιν τῶν ἀποσκευῶν του εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ τελωνείου Πειραιῶς». — Οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ ἐπαρχιῶν Μεσσήνης διαμαρτύρονται ἐντόνως διὰ τὴν παρατεινομένην ἀναβολὴν ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι Παμίσσου. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἁλμυροῦ διαμαρτύρεται διὰ τὸν τρόπον ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν ἐτῶν 1919–1924. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καρπενησίου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος. — Ὁ λαὸς ἐπαρχίας Καλαβρύτων ἐν συναγερμῷ διαμαρτύρεται κατὰ ἐνεργειῶν δικηγόρων Πατρῶν, ζητούντων τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Καλαβρύτων ἐξ ἀτομικῶν συμφερόντων. — Τὸ Συμβούλιον τῶν ἰδιοκτητῶν Ἀμαλιάδος διαμαρτύρεται διὰ τὸν γενόμενον θόρυβον ἐπὶ μελετωμένῃ ἐπαναφορᾷ παρὰ Ἐπιτροπῆς Ἐνοικιοστασίου Διαταγμάτων προστατευόντων καταβαραθρωθεῖσαν ἰδιοκτησίαν. — Ὅμιλος ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως μὴ καταργήσῃ τὸν νόμον «περὶ μονοπωλήσεως καπνοῦ παρ’ ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου». — Ὁ Σύνδεσμος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νομοῦ Σερρῶν καταγγέλλει τὸν νομάρχην Σερρῶν κ. Πιστολάκην, διατάξαντα τὴν μεταφορὰν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς πόλεως, ἵνα καταλάβῃ τὸ δωμάτιον πρὸς ἀτομικήν του χρῆσιν. — Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας τῶν τροχιοδρομικῶν καὶ ἠλεκτροτεχνιτῶν διαμαρτύρεται διὰ τὸ κλείσιμον τοῦ φαρμακείου τοῦ προσωπικοῦ των. — Ὁ συνεταιρισμὸς Σταφιδοκτηματιῶν Βραχατίου διαμαρτύρεται δι’ ἄκυρον αὔξησιν ἀρδευτικῶν τελῶν ὑπὸ Βραχαϊκοῦ Συνδέσμου ὑπὲρ ἐργολάβου ὑδραυλικῶν Βόχα. — Οἱ συνεταιρισμοὶ τῆς πόλεως Γαργαλιάνων διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀγρίας καὶ ἐξοντωτικῆς φορολογίας τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς κανονισθείσης ὑπὸ τῆς Ἐφορίας Κυπαρισσίας. — Οἱ Σύλλογοι δημοδιδασκάλων Θεσσαλονίκης καὶ Γιαννιτσῶν παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν νὰ διατηρηθῇ τὸ ἤδη ὑπάρχον Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον. — Οἱ δημοδιδάσκαλοι τοῦ Μαρασλείου Διδασκαλείου Χ. Δημητρακόπουλος, Κ. Κάρμας καὶ Ι. Γεννηματᾶς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν γενομένην πρὸς αὐτοὺς ἀδικίαν καὶ παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν της. — Οἱ στρατευθέντες φοιτηταὶ ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ὅπως τεθῇ τροπολογία εἰς τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου «περὶ τῶν ἐγγραφῶν καὶ ἐξετάσεων τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου». — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἐφέδρων Μυτιλήνης ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων κλπ.» — Ὁ Σύνδεσμος τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν πεσόντων, ἐξαφανισθέντων κλπ. ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν του καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τοῦτο. — Οἱ Σ. Ψινάκης, Ε. Λιακᾶκος, Ν. Μπομπότας κλπ., κάτοικοι Ξηροκάμπου Λακωνίας, παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως τροποποιήσῃ τὸν νόμον «περὶ Κυριακῆς ἀργίας» διὰ τὴν ἐπαρχίαν των. — Οἱ στρατευθέντες φοιτηταὶ τῶν κλάσεων 1925 καὶ 1926 ζητοῦν τὴν χορήγησιν νέας ἀναβολῆς προσελεύσεως μέχρι πέρατος τῶν σπουδῶν των. — Ὁ Λεωνίδας Κ. Λαναρῆς, ὑπόδικος τῶν φυλακῶν Παλαιοῦ Στρατῶνος, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεώς του καὶ τῆς ἀμέσου ἀποφυλακίσεώς του, ἐφόσον δὲν συντρέχει οὐδεὶς λόγος προφυλακίσεως. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἀγκιστρίου ὑποβάλλει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4 πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου περὶ χορηγήσεως τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως διὰ τὴν σύστασιν τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Αἰγίνης–Ἀγκιστρίου. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Γρανίτσης ὑποβάλλει ἐν ἀντιγράφῳ πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου περὶ συστάσεως πλήρους Ἑλληνικοῦ σχολείου. — Τὸ Συνδικάτον καπνεργατῶν Λαμίας ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἀναστολὴν τοῦ νόμου «περὶ ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν κτλ.» — Οἱ βαρελοποιοὶ τῆς πόλεως Χανίων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν ἀποζημίωσίν των, λόγῳ τῆς ἐπικρατούσης ἀνεργίας, κατόπιν τῆς ἱδρύσεως τῶν δύο ἐργοστασίων διϋλίσεως ἐλαίου, χρησιμοποιούντων βαρέλια σιδηρά. — Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων τοῦ νομοῦ Χανίων ζητοῦν τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθωμάτων κατὰ τὸ ἥμισυ. — Οἱ ἔμμισθοι δικαστικοὶ κλητῆρες καὶ ὑπηρέται Εἰρηνοδικείου τοῦ νομοῦ Χανίων κτλ. ζητοῦν τὴν αὔξησιν τοῦ μηνιαίου μισθοῦ των εἰς δραχμὰς 1500 ὅπως καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων των. — Οἱ παλαιοὶ ἀγωνισταὶ Κρήτης ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ αὐξήσεως τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἐπιδόματος. — Ὁ Δ. Ἠλίας, κάτοικος Φλωρίνης, ζητεῖ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως λόγῳ τῶν πολλῶν ὑπηρεσιῶν του κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα. — Οἱ κάτοικοι τῆς συνοικίας Τούμπας Θεσσαλονίκης ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῆς τύχης τῶν οἰκίσκων τοῦ συνοικισμοῦ. — Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κτηματιῶν τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ἀγρίλου Μεσσηνίας ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ νόμου «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Ὁ ἐργαζόμενος λαὸς Βερροίας κληθεὶς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου ἐργατῶν, ἀγροτῶν καὶ προσφύγων, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀδιαφορίαν της πρὸς τὸν ἐργαζόμενον λαόν. — Τὰ μέλη τοῦ γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ τῆς κοινότητος Ἱστιαίας διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον στηριχθὲν εἰς τὸ Ν. Δ. «περὶ ἀγροφυλακῆς» ἀπέρριψε τὸν διορισμὸν ἀγροφυλάκων. — Ὁ Ἐθνικὸς Σύνδεσμος ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις καθορίζουσα τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Στάης.
§3Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ εἰδικῶς θέλω παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν τὸ Σύνταγμα εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ ἢ ὄχι.
§4Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑποθέτω ναί.
§5Σ. ΣΤΑΗΣ. Ὥστε ἔχει καταφατικὴν ἀπάντησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πληροφορῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἀπὸ χθὲς ἔληξεν ἡ ἰσχὺς τοῦ ἐπαναστατικοῦ Διατάγματος, διότι συνεπληρώθη τὸ δίμηνον χρονικὸν διάστημα.
§6Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποῖα ἐννοεῖτε ἐπαναστατικὰ Διατάγματα;
§7Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἐννοῶ τὰ ἐκδοθέντα μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς.
§8Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἂν λέγητε διὰ τὰ προηγούμενα, δι’ αὐτὰ ὑπάρχει σχέδιον ψηφίσματος, τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὰ συζητήσῃ καὶ νὰ φέρῃ τὴν γνώμην ἐπ’ αὐτῶν. Ἂν δὲν ἠμπορεῖ σήμερον, τὸ ταχύτερον μέχρι τῆς Παρασκευῆς νὰ ὁρισθῇ μία ὥρα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἂν λήξαντος τοῦ διμήνου θεωροῦνται ταῦτα ἰσχύοντα ἢ ἂν θεωροῦνται ἄκυρα; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ. Τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ τῶν Ν. Διαταγμάτων τῶν ἐκδιδομένων κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως ὡρισμένης κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 74. Ἀλλὰ τὰ περὶ ὧν πρόκειται δὲν εἶναι Διατάγματα τῆς ἀνωμάλου περιόδου, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Συντάγματος, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη ψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὴν τύχην αὐτῶν.
§9Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἀσφαλῶς, ὁπωσδήποτε ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον 74, ἀλλ’ εἰς τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται καὶ ἡ διάταξις, διότι ταῦτα ὑποβληθήσονται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ μὴ ὑπάγωνται εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 74.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει τὸ ἄρθρον;
§11Σ. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ἄρθρον 74 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων κατόπιν εἰδικῶν ἐξουσιοδοτήσεων τῶν Βουλῶν διὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν των, ἐντὸς τῶν ὑπ’ αὐτῶν τιθεμένων ὁρίων καὶ μετὰ σύμφωνον πάντοτε γνώμην εἰδικῶν μικτῶν Ἐπιτροπῶν ἀπὸ βουλευτὰς καὶ γερουσιαστάς. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κατώτερος τοῦ δεκάτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν. Πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτὰς ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν των καὶ σχετικὴ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία πάντως πρέπει νὰ συγκεντρώνῃ τὰ δύο πέμπτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῶν. Τὰ ἀνωτέρω Νομοθετικὰ Διατάγματα ὑποβάλλονται εἰς τὰς Βουλὰς μόλις ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι των πρὸς κύρωσιν, ἡ ὁποία γίνεται δι’ ἐπιψηφίσεως εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον. Ἂν ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας δὲν γίνῃ ἡ κύρωσις αὕτη ὑπ’ ἀμφοτέρων ἢ τοὐλάχιστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθίστανται τὰ Ν. Διατάγματα ἄκυρα. Ἂν ἡ Γερουσία δὲν λάβῃ ἀπόφασιν ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω διμήνου προθεσμίας, θεωρεῖται κυρώσασα τὰ Ν. Διατάγματα. Ἂν τὰ ἀπορρίψῃ, ἐφαρμόζονται τὰ τοῦ ἄρθρου 29, παρατεινομένης ἐπὶ τετράμηνον τῆς ἰσχύος τῶν σχετικῶν Ν. Διαταγμάτων.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τοιοῦτον Διάταγμα τῆς Παγκαλικῆς περιόδου δὲν ὑπάρχει οὐδέν. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ἢ ἠκυρώθησαν ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ ἀνακοινῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν μὲν ἐδημοσιεύθησαν κατόπιν ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Δʹ Συνελεύσεως, δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου, ἀλλὰ de facto ἔχει ἀναγνωρισθῆ ἡ πρᾶξις, ὁπότε θεωροῦνται ἰσχύοντα. Ὅλα τὰ ἄλλα ἐμφαίνουσιν ἀποτελέσματα τῶν ἐκνόμων ἐνεργειῶν, διότι οὐδέποτε ἐθεωρήθησαν ἄκυρα μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς ἐκνόμου καταστάσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τοιαῦτα Διατάγματα τῆς ἀνωμάλου περιόδου ἐξακολουθοῦν ἰσχύοντα.
§13Σ. ΣΤΑΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος, διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖον καὶ πρέπει, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, νὰ ὁρισθῇ ὡρισμένη ἡμέρα διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ ψήφισμα τοῦτο....
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶπον, ἂν θέλητε τὴν Παρασκευήν.
§15Σ. ΣΤΑΗΣ. .... Διότι δυστυχῶς παρετηρήθη ὅτι τινὲς τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ὅλως ἀμελετήτως καὶ ἀπροσέκτως ὑπογράφουν πράξεις στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν τοιούτων Νομοθετικῶν Διαταγμάτων εἰς βάρος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Κοινοῦ. Τώρα, πλὴν τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης, σᾶς ἀνέγνωσα περικοπὰς τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ φυσικῆς ἀγωγῆς», σᾶς ἀνέγνωσα δὲ τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὴν Βουλήν, ὅπερ λέγει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἐφόσον ἡ κυρία ΔΕΦΑ δὲν τὸ ἐπιτρέπει.
§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ Διάταγμα αὐτὸ κατηργήθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§17Σ. ΣΤΑΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Καὶ ἐγὼ μετέβην προχθὲς καὶ ἔδωκα τὴν ἑξῆς πληροφορίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος εἰσεπράχθη ἓν κεφάλαιον ἐκ τοῦ εἰκοσαλέπτου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι 8,000,000 καὶ ταῦτα ἦσαν προωρισμένα διὰ τὰς θεραπείας τῆς γυμναστικῆς. Εἶχον τὴν πληροφορίαν ὅτι οἱ κ. κ. ΔΕΦΑ μετέβησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐξήτασαν πόσα εἶναι κατατεθειμένα ἐκ τοῦ εἰκοσαλέπτου καὶ ἐζήτησαν νὰ μάθωσιν, ἂν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος ἐξ αὐτῶν. Ἀμέσως ἔσπευσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο ἀπησχολημένος, εὗρον τὸν γενικὸν γραμματέα. Εἶπον εἰς αὐτὸν ὅτι τὸ περὶ οὗ πρόκειται Διάταγμα ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατεδικάσθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι αὕτη θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀκύρωσίν του.
§18Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπόψε συνεργαζόμενος ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ θέματος μετὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐπληροφορήθην ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς τῆς ΔΕΦΑ ὅτι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν 500,000 ἔχουσι δαπανήσει 700 δραχμὰς καὶ ὅτι δὲν δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν χρηματικὰ ποσὰ προερχόμενα ἐξ αὐτῆς τῆς φορολογίας.
§19Σ. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ δαπάνης, ἀλλ’ ὡμίλησα περὶ εἰσπράξεως ποσῶν προερχομένων ἐξ αὐτῆς τῆς φορολογίας. Λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, σᾶς πληροφοροῦμεν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ καταργήσῃ τὸν νόμον αὐτόν. Ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διότι εἶναι πολλοὶ καὶ πολλαχοῦ. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς σχολικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐζήτησα καὶ μοὶ εἶπον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον. Εὗρον τὸν γενικὸν γραμματέα, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον ὅτι τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ πέντε ἡμερῶν ἔφθασεν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον. Μοὶ λέγει ὅτι ἐκρατήθη ἀπὸ κάποιαν ὑπηρεσίαν ἐδῶ. Δὲν ἐντρέπεσθε, τοῦ λέγω, νὰ κρατηθῇ; Μετέβη καὶ μοὶ ἔφερε τὸ ἔγγραφον. Ἐφαρμογὴ νόμων τερατωδῶν προερχομένων ἐξ αὐτῶν τῶν Ν. Διαταγμάτων πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ τὰ καταργήσωμεν τώρα ὅλα. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν, ὡς διετύπωσε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον θέλομε, διότι σᾶς εἶπον ὅτι οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ εἶναι πολὺ ἀπησχολημένοι, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀπευθύνωνται εἰς τὰς ὑπηρεσίας των. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ ὑπηρεσίαι συνέταξαν τὰ Ν. Διατάγματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εὐχαριστῶ τὴν Κυβέρνησιν διότι ὥρισε τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν ὡς ἡμέραν συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§20Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἀγροφυλακῆς, διότι εἶναι πολλαὶ διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς κατὰ τὴν θέλησιν ἑκάστου.
§22Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Πάουερ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐγγράψητε ἐπερώτησιν.
§24Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Προχθὲς ἔφερον τὸ ζήτημα ἐπὶ τῶν χαλαζοπλήκτων.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶπον ὅτι θὰ γίνῃ ἡ διανομὴ εὐθὺς μόλις συγκεντρωθοῦν ὅλα τὰ μέσα διὰ τὴν ἀσφάλειαν ἐκ τῆς χαλάζης.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§27Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Μὲ Κυβέρνησιν ὑπὸ κρίσιν;
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀλίγη ὑπομονὴ χρειάζεται.
§29Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς ἰσχὺν τῆς § 1 τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ νόμου 2905 καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν διατάξεων». Εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ οἱ μισθοὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς ἀρεοπαγίτας. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ μισθὸς τῶν ἀρεοπαγιτῶν ἔχει αὐξηθῆ. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω, ὁ μισθὸς τῶν καθηγητῶν εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ οἱ καθηγηταὶ πένονται. Προσθέτω ὅτι ὁ μισθός των καταβάλλεται ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἑπομένως δὲν ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Ἀγγελόπουλος καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Π. Τσαλδάρης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Βιάννου εἰς τὸν νομὸν Ἡρακλείου καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁμωνύμου Πρωτοδικείου». Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 21ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν εἶχε κηρυχθῆ περαιωθεῖσα ἡ συζήτησις, ἀνεβλήθη δὲ ἡ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ διὰ σήμερον. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχουν ὑποβληθῆ δύο προτάσεις· μία πρότασις περὶ διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου καὶ ἡ δευτέρα πρότασις περὶ διαιρέσεως αὐτοῦ εἰς δύο μέρη. Λοιπὸν ἀπωτέρα εἶναι ἡ πότασις τῆς διαγραφῆς καὶ ἑπομένως θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ πρῶτον ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§31Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις περὶ διαγραφῆς. Ἀπορριπτομένης αὐτῆς, θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ διαιρέσεως. Ἡ πρότασις τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀπεσύρθη προχθὲς ἀπὸ τοὺς ὑποβάλλοντας τὴν πρότασιν, μὲ τὴν δήλωσιν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§33Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ψηφίζεται ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφίζονται αἱ τροπολογίαι, ὡς εἶπον.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Προχθὲς ὡς συνεζητεῖτο εὑρέθη ὅτι ἀπωτέρα ὅλων τῶν προτάσεων εἶναι ἡ πρότασις περὶ διαγραφῆς. Λοιπὸν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι ἀπορριπτομένης τῆς διαγραφῆς θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ διαιρέσεως τοῦ ἄρθρου 21.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εὑρέθη ὅτι ἀπωτέρα ὅλων τῶν τροπολογιῶν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία συνιστᾷ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος καὶ συγχρόνως τοῦ ἄρθρου 21 τῆς Ἐπιτροπῆς. Οἱ ἀποκρούοντες τὴν πρότασιν περὶ διαγραφῆς, θὰ ἀπορρίψουν τὴν πρότασιν. Οἱ θέλοντες τὴν διαγραφὴν φυσικὰ θὰ ἀποδεχθοῦν τὴν πρότασιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη περαιωμένη καὶ μένει μόνον ἡ ψηφοφορία. Πῶς θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἶναι ἰδικόν μου ἔργον. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀπωτέρα καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τῆς διαγραφῆς. Ἀπορριπτομένης τῆς προτάσεως περὶ διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου, θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς διαιρέσεως. Λοιπὸν ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἂν ἀποδέχεται τὴν πρότασιν περὶ διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου. Οἱ ἀποδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ διαγραφῆς ἀπερρίφθη.
§40Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἔρχεται κατόπιν ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς ψηφοφορίαν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἂν ἀποδέχεται τὴν πρότασιν τῆς διαιρέσεως εἰς δύο τοῦ ἄρθρου 21 τῆς Ἐπιτροπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν διαίρεσιν τοῦ ἄρθρου.
§43Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδύνατον, ἐπ’ αὐτοῦ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπανέλθητε. Τὸ 21ον ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): 1. «Ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ διδασκαλία αὐτῶν εἶναι ἐλεύθεραι, διατελοῦν δὲ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον συμμετέχει εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ ἐξάπλωσιν αὐτῶν». 2. «Ἡ ἐργασία, ἥ τε πνευματικὴ καὶ σωματική, διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, μεριμνῶντος συστηματικῶς ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἐξυψώσεως τῶν ἐργαζομένων τάξεων, ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν».
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 21ον ἄρθρον).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17ον (ἀναγινώσκει). Ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Βλιάμος.
§47Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐκ τῆς πλήρους ἢ μὴ προστασίας, ἡ ὁποία καθιεροῦται διὰ τοῦ Συντάγματος ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν συνάγεται καὶ ὁ βαθμὸς περὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἑνὸς Κράτους. Δὲν δύναται, τοῦτο νὰ λεχθῇ περὶ τοῦ συζητουμένου 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, διότι πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ἀπαγορευθῶσι νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλωνται ποιναὶ καὶ τοῦτο καθ’ ὃν χρόνον τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἶναι τόσον ζηλότυπον διὰ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου, καθ’ ὃν χρόνον ἐπιδαψιλεύονται τόσαι προστασίαι ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν τοῦ ἀτόμου. Ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος ἢ θὰ χαρακτηρισθῇ ὅτι παλινδρομεῖ αἰῶνας ὄπισθεν ἢ θὰ χαρακτηρισθῇ ὅτι ἐξ ἀβλεψίας παρέλαβεν ἐκ τοῦ παρελθόντος τοιοῦτόν τι, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν ἀποσόβησιν βασάνων. Τὸ τοιοῦτον θεωρῶ ὡς μίαν κηλῖδα τοῦ Συντάγματος ἡμῶν καὶ εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι καὶ εἰς κανὲν νεώτερον Σύνταγμα δὲν ἀναφέρεται, ἀλλὰ καὶ εἰς παλαιότερα ἀκόμη ἀπηλείφθη. Ἀλλὰ μεῖζον κηλὶς εἶναι ὁ περιορισμὸς ἐν τῷ 17ῳ ἄρθρῳ, ἡ μὴ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς. Διὰ τοῦ 17ου ἄρθρου, ἀπαλλάσσονται τῆς θανατικῆς ποινῆς μόνον τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Καὶ εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ὑπάρξῃ παρεξήγησις καὶ μάλιστα παρεξήγησις βάσιμος, ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, διότι ὅπως φέρεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ «ἐπίσης θανατικὴ ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἐκτὸς τῶν συνθέτων», συνάγεται ὅτι ἐπὶ τῶν συνθέτων ἀδικημάτων εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ θανατικὴ ποινή, ἂν διεπράχθησαν κατὰ τὰ σύνθετα αὐτὰ πολιτικὰ ἀδικήματα τοιαῦται πράξεις ἐπισύρουσαι τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Ἑπομένως εἶναι δυνατὸν κάλλιστα νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ 17ου ἄρθρου. Τοιαύτη διάταξις δὲν ὑφίσταται εἰς κανὲν νεώτερον Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ τῶν παλαιοτέρων κατηργήθη.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πῶς τὸ εὑρίσκετε ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ θανατικὴ ποινὴ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 17;
§49Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καθιεροῦται ἡ θανατικὴ ποινή, οὕτως ὥστε νὰ δεσμεύεται ἡ νομοθεσία ἡμῶν νὰ καταργήσῃ τὴν θανατικὴν ποινήν. Τὸ ἄρθρον δὲν εἶναι σαφές. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν προσθήκην «ἧς ἡ διατήρησις ἐπαφίεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν», διότι ἡ θανατικὴ ποινὴ εἶναι ἓν λείψανον τῆς ἐκδικήσεως καὶ σήμερον ἔχει καταργηθῆ πολλαχοῦ καὶ διὰ νόμου ἢ καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, ἀνέκαθεν ὑπῆρξαν ἄσπονδοι ἐχθροὶ τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν ἀκόμη. Ὅταν οἱ Μυτιληναῖοι ἀπεστάτησαν, ἐστάλη ὁ στρατηγὸς Πάλλης νὰ καθυποτάξῃ αὐτούς. Πράγματι οὗτος κατατροπώσας αὐτοὺς ἔστειλεν ὁμήρους εἰς Ἀθήνας, ὅπου ἀπεφασίσθη ἡ θανάτωσίς των καὶ ἡ ποινὴ τινῶν ἐξ αὐτῶν ἐξετελέσθη. Τὴν ἐπαύριον οἱ Ἀθηναῖοι, φύσει εὐγενεῖς καὶ φιλάνθρωποι, συγκινηθέντες ἐκ τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ συνῆλθον εἰς ἐκκλησίαν καὶ διεμαρτυρήθησαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς. Ὡμίλησαν πολλοὶ κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ οἱ ὑπόλοιποι ὅμηροι ἐσώθησαν ἀπὸ τὸν θάνατον. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς μεταγενεστέρους χρόνους ὁ Βολταῖρος καὶ ὁ Βεκκαρίας καὶ ἄλλοι ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Τὸ κήρυγμα τούτων συνετέλεσεν ὥστε ἀπὸ τοῦ 1841 πλεῖστα Συντάγματα καὶ κώδικες νὰ καταργήσωσι τὴν θανατικὴν ποινήν, ὅπως εἶναι ὁ Ρουμανικὸς ποινικὸς κῶδιξ τοῦ 1864, ὁ Πορτογαλλικὸς ποινικὸς κῶδιξ τοῦ 1867, ὁ Ὀλλανδικὸς τοῦ 1870, ὁ Ἰταλικὸς τοῦ 1890 καὶ λοιποί. Ἀλλὰ καὶ ἔκτοτε ἡ θανατικὴ ποινὴ δὲν ἐξετελέσθη ὅπου εἰσέτι παραμένει ἐν ἰσχύϊ. Οὕτως ἀπὸ τοῦ 1850 καὶ ἐν Σάμῳ δὲν ἐξετελέσθη θανατικὴ ποινὴ εἰμὴ μόνον μίαν φορὰν ἐναντίον ἑνὸς ἠλιθίου καὶ τοῦτο ἐγένετο ἵνα τρομοκρατήσῃ ὁ τότε Ἡγεμὼν Ἀνδρέας Κοπάσης τὸν λαόν. Ἕτεραι θανατικαὶ ποιναὶ δὲν ἐξετελέσθησαν. Ἐν τούτοις δὲν εἴχομεν πλείονα ἐγκλήματα τιμωρούμενα διὰ θανάτου. Τοὐναντίον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐλάχιστα εἶναι τὰ διὰ θανατικῆς ποινῆς τιμωρούμενα καὶ ἰδίως τὰ ἐξ ἀτιμωτικῆς αἰτίας προερχόμενα, ὅπως εἶναι ἡ ληστεία. Ἠλαττώθησαν δὲ αἱ περιπτώσεις τῶν ἐγκλημάτων τῶν διὰ θανατικῆς ποινῆς τιμωρουμένων. (Ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ 240 εἰς 3 ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀπὸ 115 εἰς 22 ἐν Γαλλίᾳ.... κλπ.» Ἐπίσης διὰ τῶν χαρίτων ἐν μὲν τῇ Γερμανίᾳ ἐκτελοῦνται μόνον 5% θανατικαὶ ποιναί, 8% ἐν Αὐστρίᾳ, 22% ἐν Γαλλίᾳ, 50% ἐν Ἀγγλίᾳ. Οὕτως ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι σήμερον καὶ ἐκεῖ ὅπου ἰσχύει ἡ θανατικὴ ποινὴ περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν καὶ ἐν Ἑλλάδι δὲ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη αἱ θανατικαὶ ποιναὶ δὲν ἐκτελοῦνται. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἀείμνηστος Δημήτριος Γούναρης ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς διηγεῖτο ὅτι ἐπιθεωρητής τις τῶν φυλακῶν ὑπέβαλεν εἰς αὐτὸν πρότασιν νὰ ἐκτελέσῃ ὡρισμένην θανατικὴν ποινὴν ἑνὸς φονέως 6–7 προσώπων, ἐκεῖνος δὲ ἠρνήθη τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰπὼν ὅτι οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του θὰ ἀνεχθῇ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ποινὴ αὕτη. Ἀλλ’ εἶχε καθιερωθῆ πλέον ἐν Ἑλλάδι αἱ θανατικαὶ ποιναὶ νὰ μὴ ἐκτελῶνται, διότι ὑπῆρχεν ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ δὲν ὠφελεῖ. Κύριοι, ἡ θανατικὴ ποινὴ δὲν ἐκφοβίζει διότι οἱ μὲν ἐκ πάθους διαπράττοντες ἐγκλήματα τιμωρούμενα διὰ θανατικῆς ποινῆς ὅ,τι καὶ ἂν συμβῇ θὰ τὰ ἐκτελέσουν, οἱ δὲ καθ’ ἕξιν ἐκτελοῦντες τοιαῦτα ἀδικήματα οὐδέποτε σκέπτονται περὶ ποινῆς, ἀλλὰ σκέπτονται περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διαφύγωσι τὴν ποινήν. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Θουκυδίδης ἐν τῷ Γʹ βιβλίῳ λέγει περὶ τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα (ἀναγινώσκει): «Ἐν οὖν ταῖς πόλεσι πολλῶν θανάτου ζημία πρόκειται... ὅμως δὲ τῇ ἐλπίδι ἐπαιρόμενοι κινδυνεύουσι καὶ οὐδείς πω καταγνοὺς ἑαυτοῦ μὴ περιέσεσθαι τῷ ἐπιβουλεύματι ἦλθεν εἰς τὸ δεινόν... πεφύκασί τε ἅπαντες καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ ἁμαρτάνειν καὶ οὐκ ἔστιν νόμος ὅστις ἀπείρξει τούτου, ἐπεὶ διεξελωλήσασί γε διὰ πασῶν τῶν ζημιῶν οἱ ἄνθρωποι προστιθέντως, ἅπως ἅπως ἧσσον ἀδικοῦντο ὑπὸ τῶν κακούργων. Καὶ εἰκὸς τὸ πάλαι τῶν μεγίστων ἀδικημάτων μαλακωτέρας κεῖσθαι αὐτάς, παραμαινομένων δὲ τῷ χρόνῳ εἰς τὸν θάνατον αἱ πολλαὶ ἀνήκουσι· καὶ τοῦτο ὅμως παραβαίνεται· ἢ τοίνυν δεινότερόν τι τούτου δέος εὑρωτέον ἔστιν ἢ τόδε γε οὐδὲν ἐπίσχει, ἀλλ’ ἡ μὲν πενία ἀνάγκῃ τὴν τόλμαν παρέχουσα, ἡ δ’ ἐξουσία ὕβρει τὴν πλεονεξίαν καὶ φρονήματι, αἱ δ’ ἄλλαι ξυντυχίαι ἀργῇ τῶν ἀνθρώπων, ὡς ἑκάστη τις κατέχεται ὑπ’ ἀνηκούστου τινὸς κρείσσονος, ἐξάγουσιν εἰς τοὺς κινδύνους. Ἡ τε ἐλπὶς καὶ ὁ ἔρως ἐπὶ παντί, ὁ μὲν ἡγούμενος, ἡ δ’ ἐφεπομένη καὶ ὁ μὲν τὴν ἐπιβολὴν ἐκφροντίζων, ἡ δὲ τὴν εὐπορίαν τῆς εὐχῆς ὑποτεθεῖσα πλεῖστα βλάπτουσι καὶ ὄντα ἀφανῆ κρείσσω ἐστὶ τῶν ὁρωμένων δεινῶν. Καὶ ἡ τύχη ἐπ’ αὐτοῖς οὐδὲν ἔλασσον ξυμβάλλεται εἰς τὸ ἐπαίρειν· ἀδικήτως γάρ ἐστὶν ὅτε παρισταμένη καὶ ἐκ τῶν ὑποδεεστέρων κινδυνεύειν τινὰ προάγει καὶ οὐχ ἧττον τὰς πόλεις, ὅσῳ περὶ τῶν μεγίστων, ἐλευθερίας ἢ ἄλλων ἀρχῆς καὶ μετὰ πάντων ἕκαστος ἀλογίστως ἐπὶ πλέον τι αὐτὸν ἐδόξασεν· ἁπλῶς τε ἀδύνατον καὶ πολλῆς εὐηθείας, ὅστις οἴεται τι πρᾶξαι ἀποτροπήν τινα ἔχειν ἢ νόμων ἰσχύϊ ἢ ἄλλῳ τῳ δεινῷ». Ὁ Θουκυδίδης περὶ θανατικῆς ποινῆς λέγει τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ ζηλεύσῃ οἱοσδήποτε ποινικολόγος. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ διάσημος Βέλγος ποινικολόγος Πρὶντς ἐν τῷ συγγράμματί του «Ποινικὴ ἐπιστήμη καὶ θετικὸν δίκαιον» (ἀναγινώσκει): «Ὅταν πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων ἐκ πάθους, ὁ ἔνοχος παρασυρόμενος ὑπὸ τῆς ἀκατασχέτου ὁρμῆς του, οὐδὲν σκέπτεται καὶ δὲν ὑπολογίζει τὴν ποινὴν πρὸς κατεύθυνσιν τῶν πράξεών του. Ὅταν πρόκειται περὶ ἐγκληματιῶν καθ’ ἕξιν, τὸ ἀντικείμενον τῶν μεριμνῶν των δὲν εἶναι τὸ εἶδος τῆς ποινῆς, τὸ ὁποῖον ἀναμένει αὐτούς, ἀλλὰ τὰ δυνατὸν τῆς ἀποφυγῆς τῆς καταδιώξεως καὶ τῆς παραπλανήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας». Αὐτά, κύριοι, εἶναι ἡ τελευταία λέξις τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη ἐξενέγκει τὴν ἐτυμηγορίαν της. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα σήμερον θανατικῆς ποινῆς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Ἂν σήμερον διατηρεῖται, τοῦτο συμβαίνει διότι παραμένουν αἱ παλαιαὶ ἀντιλήψεις. Διὰ τοῦτο διατηρεῖται ἔκτοτε. Ὅτι δὲ δὲν ἐκφοβίζει ἀποδεικνύεται ὅτι ὅπου ἐκτελοῦνται θανατικαὶ ποιναὶ τὰ ἐγκλήματα τὰ διὰ θανατικῆς ποινῆς τιμωρούμενα εἶναι περισσότερα ἢ τοὐλάχιστον ὄχι ὀλιγώτερα ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἰσχύει ἡ θανατικὴ ποινή. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δὲν παραδειγματίζει, διότι σήμερον γίνεται μυστικά, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνεται δημοσίᾳ. Ἐσχάτως ἐγένετο δημοσίᾳ, ἀλλὰ προεκάλεσε τοιαύτας σκηνάς, αἱ ὁποῖαι κατέρριπτον τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης. Συνέβησαν σκηναί, αἱ ὁποῖαι ὑπεμήμνησαν τοὺς γέλωτας καὶ τοὺς καγχασμοὺς τῶν θεατῶν τῶν Ρωμαϊκῶν θηριοτροφέων. Ἀλλὰ διὰ νὰ παραδειγματίσῃ ἡ ποινὴ αὐτή, ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς βασάνους, ἔπρεπε τὴν θανατικὴν ποινὴν νὰ τὴν ἐκτελῶμεν διὰ διαφόρων βασανιστηρίων. Ἀλλ’ ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς δὲν ἐπιτρέπει τοιοῦτόν τι. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ ἔχει μέγιστα ἐλαττώματα. Πρῶτον εἶναι ἀμετάκλητος. Ἡ ἀνθρωπίνη δικαιοσύνη εἶναι σχετική. Πολλάκις πλανᾶται. Γεννᾶται μία ὑπόνοια ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ καταδικασθέντες νὰ μὴ διέπραξαν τὸ ἀδίκημα καὶ ὅμως κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον. Ἐντεῦθεν τὸ γεγονὸς ὅτι πλεῖσται δικαστικαὶ πλάναι συνέβησαν καὶ εἰς τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα Κράτη. Ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀδιαίρετος ἡ θανατικὴ ποινή, δὲν δύναται νὰ διαβαθμισθῇ ἀναλόγως πρὸς τὸ τελούμενον ἔγκλημα. Φόνοι διαπράττονται ἐκ διαφόρων αἰτίων. Ὑπάρχουν ἀτιμωτικὰ καὶ μὴ ἀτιμωτικὰ αἴτια. Εἶναι δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ φόνος διὰ λῃστείαν, εἶναι δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ φόνος ἐκ ζηλοτυπίας, εἶναι δυνατὸν νὰ διαπραχθῇ φόνος μὲ ἐνδεχόμενον δόλον. Εἷς ἐπιστήμων ἔχει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον διά τινος θεραπευτικῆς μεθόδου νὰ ἐπιφέρῃ τὸν θάνατον καὶ ὅμως προβαίνει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς μεθόδου αὐτῆς. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἐξισώσωμεν πρὸς ἄλλον φονέα.
§50Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ἀδίκημα. Δὲν εἶναι ἀδίκημα τὸ ὁποῖον ἐπισύρει τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Εἶναι πλημμέλημα.
§51Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. συνάδελφε, εἶναι φόνος. Τὸ ἐλατήριον διαφέρει. Ἀλλ’ ἡ θανατικὴ ποινή, κύριοι, δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι δύναται κάλλιστα νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, διότι τὰ σωφρονιστήρια δύνανται κάλλιστα νὰ παραβληθῶσι πρὸς τοὺς κλωβοὺς θηριοτροφείων. Ὅταν εἰς τὸν κλωβὸν ἔχητε τὸ θηρίον τὸ ἀδάμαστον, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ φονεύσητε. Οὕτω πως, ὅταν ἔχῃ ἡ Πολιτεία τὸν φονέα ἐν τοῖς σωφρονιστηρίοις, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν φονεύσῃ, διότι ἡ Πολιτεία δὲν φονεύει διὰ νὰ φονεύσῃ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, ἐγὼ κηρύσσομαι ἐναντίον τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πεσμαζόγλου ἔχει τὸν λόγον.
§53Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου καὶ ἐμοῦ, περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεδέχθη, ἐπειδή, ὡς λέγει, ἡ εἰσηγητική της ἔκθεσις, ἡ κατάργησις τῆς ποινῆς ταύτης δὲν ὡρίμασεν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐγκληματικότης ἐν Ἑλλάδι ἔλαβε μεταπολεμικῶς ἀνησυχαστικὴν μορφήν. Ὅτι διὰ τοῦ ἀναγκαίου τούτου κακοῦ προστατεύεται ἡ κοινωνικὴ ὁλότης. Ὅτι χρησιμεύει κατασταλτικῶς διὰ τῆς ἀποβολῆς ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ κύκλου ἀδιορθώτων ἐγκληματικῶν φύσεων καὶ ὅτι τέλος εἶναι δυνατὸν τὸ ἐκφοβιστικὸν τῆς ποινῆς καὶ ὁ τοιοῦτος παραδειγματισμὸς νὰ μᾶς προστατεύσῃ ἀπὸ μέλλοντα ἐγκλήματα. Ἀναγνωρίζεται ἐν τούτοις ἐν μέρει καὶ τὸ σαθρὸν τῆς βάσεως τοῦ τελευταίου τούτου ἐπιχειρήματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβε μόνον ὑπ’ ὄψει της τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσιν ἀπὸ τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ τοὺς ὑποπίπτοντας εἰς σύνθετα ἐγκλήματα. Ἡ προστασία τῶν πολιτικῶν ἐγκληματιῶν ἀπὸ τῆς θανατικῆς ποινῆς πρέπει βεβαίως νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διὰ λόγους καθαρῶς ἠθικοὺς καὶ αἰσθηματολογικούς, δὲν ἔχει ὅμως οὐδεμίαν πρακτικὴν σημασίαν καὶ ἀποτελεῖ ἀναγκαίαν φιλολογίαν. Ὄχι μόνον ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξε τοῦτο ὁπουδήποτε ὑπῆρξαν πολιτικοὶ ἐγκληματίαι, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ λογική. Διότι πάντοτε, σχεδὸν πάντοτε, ὁπόταν ἐκδικάζωνται σοβαρὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεστάτωσαν ἕνα Τόπον, ἢ τὸ Σύνταγμα ἀναστέλλεται ἢ δὲν τὸ λαμβάνει κανεὶς ὑπ’ ὄψει του. Ἄλλωστε ἡ θανάτωσις τῶν πολιτικῶν ἐγκληματούντων κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἂν ἐμφανίζεται ὡς ἐπιβολὴ ποινῆς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ φονικὸν ἀποτέλεσμα μιᾶς μάχης, τὸ ὁποῖον ὑφίστανται οἱ ἡττώμενοι ὀπαδοὶ μιᾶς ἰδέας, ἢ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζον. Βεβαίως ὁ φόνος ἢ ἡ ἐπιβολὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀποδεικνύει τὸ Κάδμειον τῆς νίκης ἢ τὴν βαρβαρότητα τοῦ νικητοῦ. Συμπερασματικῶς ὅμως ἡ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων οὐδεμίαν πρακτικὴν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ ἐξαρτᾶται ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ τῆς θελήσεως τῶν ἐπαναστατικῶς ἐπικρατούντων. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπορρίπτουσα τὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἔσχε τὴν λεπτότητα νὰ χαρακτηρίσῃ τοὺς τοιαῦτα προτείνοντας ὡς κινουμένους ἀπὸ ἐκδήλωσιν εὐγενοῦς αἰσθηματικότητος. Βεβαιῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὐδεμία αἰσθηματικότης μᾶς ἐκίνησε πρὸς τοῦτο. Ἐζητήσαμεν τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν ὀνόματι τοῦ ἀπαραβιάστου καὶ ἀπαραγράπτου ἐκείνου δικαιώματος τῆς ἀνθρωπότητος, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς τὴν Φύσιν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὸ σῶμα τὴν πνοήν, ἥτις ἀποδίδει τὴν ἔννοιαν τῆς ζωῆς. Ἐζητήσαμεν τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν ὀνόματι καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Κοινωνίαν, ἥτις δὲν ἔχει ἀποστολὴν τιμωροῦ, ἀλλ’ ἐκπολιτιστικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ διορθωτοῦ. Καὶ ἤδη θὰ ἀνατρέψω ἓν πρὸς ἓν τὰ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπιχειρήματα. Εἰς ὅλα τὰ βόρεια πεπολιτισμένα Κράτη ἡ θανατικὴ ποινὴ κατηργήθη καὶ ἀπὸ τῆς καταργήσεώς της ἡ ἐγκληματικότης ἐμειώθη. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἂν διατηρῆται ἀκόμη, σπανιώτατα ἐκτελεῖται καὶ ὀφείλεται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς tradition, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν ὅλην σύνθεσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κοινωνίας. Ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ ἄγραφον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξελίσσεται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ πρὸς τὰς νεωτέρας ἰδέας κατὰ μαγικὸν τρόπον. Τὸ Ἰταλικὸν Ἔθνος κατήργησε τὴν θανατικὴν ποινὴν καὶ ἀπὸ τότε ἡ στατιστικὴ τῆς ἐγκληματικότητος ἀπέδειξε λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Ἤδη ἐπανέφερε τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰδικῶς ὅμως διὰ νὰ προστατευθῇ ἡ ζωὴ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ δικτάτορος. Δὲν θὰ κρίνω τὸ καθεστώς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διέπεται νῦν τὸ μέγα καὶ συμπαθὲς Ἰταλικὸν Ἔθνος. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ δημιουργηθὲν ἐκεῖ καθεστὼς ἔχει τὸ ἐλάττωμα ἴσως νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνον ἀνθρώπου, ἐπὶ τοῦ Duce, ἐπιβάλλονται δὲ κατὰ συνέπειαν ἐξαιρετικὰ μέτρα προστασίας τῆς ζωῆς του. Ἀπεδείχθη ἐξ ἄλλου ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐκείνων, οἵτινες ἀπεπειράθησαν νὰ τὸν φονεύσουν, ἦσαν μίσθαρνα ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὑπήκουον ἐλάχιστα εἰς πολιτικὰς ἀρχὰς καὶ τὰ μάλιστα εἰς τὸ ἀργύριον τῶν ἀντιπάλων τοῦ Μουσσολίνι, οἵτινες ὑπέσχοντο αὐτοῖς ὅτι ὅταν ἔλθουν εἰς τὰ πράγματα διαδεχόμενοι τὸν Μουσσολίνι, θὰ τοὺς ἀπήλασσον πάσης κατηγορίας. Κατὰ συνέπειαν δὲν πρόκειται κατ’ οὐσίαν περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν Ἰταλίᾳ, ἀλλὰ περὶ λήψεως προσωρινοῦ μέτρου διὰ λόγους ἐξαιρετικῆς πολιτικῆς ἀνάγκης. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν κατηργήθη ἡ θανατικὴ ποινὴ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐπίσης. Τὰ μόνα καντόνια, τὰ ὁποῖα διετήρουν τὴν θανατικὴν ποινὴν μέχρι πρό τινος ἦσαν τὰ καντόνια τοῦ Τισσίνου καὶ τῆς Λουκέρνης. Παρέστην, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν τελευταίαν ἐκτέλεσιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐκεῖ. Ἐκαρατομεῖτο ὁ Muff, κατηγορούμενος διὰ τὸν φόνον ἕξ μικρῶν παιδίων καὶ τεσσάρων γυναικῶν. Ἐξέγερσιν τοῦ πλήθους ὡς τὴν ἐξέγερσιν ἐκείνην σπανίως εἶχον συναντήσει. Ἡ ἐξέγερσις ἐκορυφώθη ὅταν πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκτέλεσίν του ἠγέρθησαν σοβαραὶ ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ Muff καὶ ὁ λαὸς τῶν δύο καντονίων διὰ δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον διενηργήθη ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος, κατήργησεν ὁριστικῶς τὴν θανατικὴν ποινήν, ἐξαλείψας οὕτω τὴν τελευταίαν κηλῖδα, ἥτις ἐβάρυνε τὸν πολιτισμὸν τῆς Χώρας τῶν Λευκῶν Ὀρέων. Τὸ εὐγενὲς Γαλλικὸν Ἔθνος δὲν θὰ εἶχε τὴν θανατικὴν ποινήν. Δὲν θὰ ἔδιδε τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς συχνάκις παρέχει ἐπαυξάνον καθημερινῶς τὴν ὑπάρχουσαν ἐγκληματικότητα. Δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν φοβερὰν θέσιν νὰ ἀναγκάζεται πολλάκις νὰ ἀναγνωρίζῃ ἀνεπανορθώτους δικαστικὰς πλάνας, ἂν εὑρίσκεται εἰς ἔστω ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπιγραμματικὴν φράσιν Γάλλου βουλευτοῦ, ὅταν ἐζητήθη ἡ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα τοῦ Γαλάτου συναδέλφου μας, ὅστις εἶπε τότε: Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχομεν νὰ καταργήσωμεν τὴν θανατικὴν ποινὴν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τὴν καταργήσουν πρῶτον οἱ δολοφόνοι. Κοινωνικῶς μεγαλυτέρα τῆς ἐπιγραμματικῆς ταύτης μωρίας, ἀμφιβάλλω ἂν ποτε ἐλέχθη. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ ράκη, ἀπὸ ἀνθρώπους τελείως ἀμορφώτους νὰ σεβασθοῦν τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν ἂν ἡ Κοινωνία πρώτη δὲν δείξῃ ὅτι οὐδεμία δύναμις, οὔτε ἡ δύναμις αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου εἶναι ἠθικῶς ἰσχυρὰ νὰ τολμήσῃ κατὰ τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Καὶ ὁ δολοφόνος ὅταν φονεύῃ ἔχει τὴν λογικήν του, λογικήν, ἣν δυνάμεθα νὰ ἀνατρέψωμεν ἀποτελεσματικῶς μόνον διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀρχῆς ὅτι τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν οὐδεὶς δύναται νὰ θίξῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν πρέπῃ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν προβάλλει, κατά τινα λογικήν, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κατάργησις ἢ μὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν ἐν τῇ Χώρᾳ καθ’ ὡρισμένην ἐποχὴν ὑπαρχόντων ὅρων καὶ τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, πάλιν δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπιβάλλεται ἡ ὁλοσχερὴς κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς. Εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἐπισύροντα τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ἐγκλήματα γίνονται διὰ λόγους κακῶς ἐννοουμένης τιμῆς ἢ φιλοτιμίας. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις ὁ δυνάμενος νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα θὰ ἀποσοβήσῃ ἡ ὕπαρξις τῆς θανατικῆς ποινῆς περισσότερον ἀφ’ ὅτι ἐπέτυχε ὁ Richelieu, θέλων νὰ καταργήσῃ τὴν μονομαχίαν εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ τῆς ἐπιβολῆς της εἰς τοὺς μονομαχοῦντας. Ἄλλοι ἐγκληματίαι θανατώνουν τοὺς μάρτυρας λωποδυτικῆς των πράξεως διὰ νὰ ἐξαλείψουν τὰ ἴχνη της. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβῃ ἐκφοβιστικῶς ἡ ὕπαρξις τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἀφοῦ οἱ οὕτω ἐγκληματοῦντες διαπράττουν τὴν πρᾶξίν των, ἐλπίζοντες νὰ ἀποφύγουν ὀλιγόμηνον φυλάκισιν, ἣν θὰ ἐπέσυρεν ἄλλως τὸ ἔγκλημά των. Παραμένει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἐγκλήματα τῆς λῃστείας. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα εὐθύνονται οἱ λῃσταὶ ἢ τὸ Κράτος; Εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ νοηθῇ ὕπαιθρος χώρα ἄνευ ἀσφαλείας; Εἶναι λογικὸν νὰ νοηθῇ ὅτι εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Θεσσαλονίκης οἱ λῃσταὶ ἀνενόχλητοι λυμαίνονται τὴν Χώραν; Εἶναι ἠδυνατὸν νὰ νοηθῇ εὐνομούμενον Κράτος, τοῦ ὁποίου τὰ ὄργανα συνεργοῦσι μὲ τοὺς λῃστάς; Ἡ λῃστεία τῆς Ἠπείρου ἀπέδειξεν ὅτι αὕτη ἐγένετο τῇ ἀνοχῇ καὶ συνενοχῇ τῶν ὀργάνων τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Ἡ μέχρι τοῦδε ὕπαρξις τῆς θανατικῆς ποινῆς κατ’ οὐδὲν ἐμείωσε τὴν λῃστείαν. Τὸ Κράτος ἀπὸ ἀπόψεως ἀσφαλείας εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀθλιότητα, ὥστε ἀναθέτει εἰς τοὺς λῃστὰς τὴν ἐξόντωσιν τῶν λῃστῶν. Καὶ τὴν τοιαύτην κρατικὴν ἀθλιότητα νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ θεραπεύσητε διὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς θανατικῆς ποινῆς; Εἶμαι κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς, τὸ ἀπέδειξα ἀρκετὰ μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἂν τὸ τοιοῦτον Κράτος ἠδύνατο νὰ ἐκπροσωπηθῇ διὰ μιᾶς κεφαλῆς, εὐχαρίστως θὰ μετεβαλλόμην εἰς δήμιον. Ὥστε καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν δικαιολογεῖται ἡ ὕπαρξις θανατικῆς ποινῆς. Ἀλλὰ καὶ γενικώτεροι λόγοι τῆς ψυχολογικῆς συνθέσεως τοῦ Ἕλληνος ὑπαγορεύουσι τὴν κατάργησιν τῆς ποινῆς. Καὶ τὸ ἀμόρφωτον μέρος τοῦ λαοῦ εἶναι ἐκτάκτως φιλότιμον, ἔχεται ἰσχυρῶς μερικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δέχεται νὰ καταπροδώσῃ. Μεταξὺ τῶν ἀρχῶν αὐτῶν πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἱερότητος τῆς ζωῆς. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καθίσταται συχνὰ ἀτυχῶς καὶ ἕρμαιον τῶν ἐντυπώσεών του καὶ τῆς φαντασίας του, εἶναι κατὰ συνέπειαν φυσικὸν καὶ τὸ αἷμα νὰ τοῦ γεννᾷ τὴν ἐντύπωσιν τοῦ αἵματος. Ἂς τὸν διδάξουν αἱ ἀρχαί, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν τύχην του, ὅτι τὸ αἷμα δὲν χύνεται τόσον εὐκόλως καὶ ὅτι ἡ κρίσις τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἀνήκει μόνον εἰς τὴν Φύσιν. Παρετηρήθη ἐπίσης ὅτι ἡ Κοινωνία ἔχει ναὶ μὲν τὴν ἐκπολιτιστικὴν ἀποστολὴν τοῦ διορθωτοῦ, ἀλλὰ ὅταν σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι τὰ κακοῦργα ἔνστικτα ἑνὸς μέλους της δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ διορθώσεως, ὀφείλει νὰ τὸ θανατώνῃ, ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ λοιπά της μέλη. Πρῶτον ἐρωτῶ εἰς ποίου δικαστηρίου τὴν κρίσιν δύναταί τις νὰ βασισθῇ διὰ νὰ εἴπῃ ἀξιωματικῶς ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ποῦ τάδε δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ διορθώσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀντιπαρέλθῃ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, καὶ ἂν θέλητε νὰ παραδεχθῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἀσφαλὴς ἡ κρίσις, οὐδέποτε ὑφίσταται μεγαλύτερον ἐξευτελισμὸν ἡ Κοινωνία ἀπὸ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν συσσωματουμένη ἐλέγχεται ἀνίσχυρος νὰ περιορίσῃ τὴν κακουργίαν ἑνὸς μέλους της καὶ ἀναγκάζεται νὰ κατέλθῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ μεταχειρισθῇ μέσα τοῦ ἀρχαιγόνου δικαίου. Ἂν θέλωμεν νὰ ὑπάρξῃ ἀκλόνητος ἡ Κοινωνία ὀφείλομεν νὰ ἐμπνεύσωμεν δι’ αὐτῆς τὸν σεβασμὸν καὶ ὄχι τὸ δέος. Πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ δημιουργῶμεν κακούργους, διὰ τοὺς ὑπάρχοντας ἂς ἀνακαινίσωμεν τὰς φυλακάς μας καὶ ἂς μὴ μοιράζωμεν χάριτας κατὰ χιλιάδας ὡς πολιτικὰς ἐκδουλεύσεις. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουν τινὲς μεταξὺ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐπείσθησαν ἀφ’ ὅσα εἶπον καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦν προσωπικάς μας μόνον ἰδέας καὶ ἐπιχειρήματα, ἓν καὶ μόνον θὰ ἀρκεσθῇ νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ποῖος δικαστής, ὅσον ἐμβριθὴς καὶ ψυχολόγος καὶ ἂν εἶναι, δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἂν ἰδίοις ὄμμασι δὲν εἶδε τὸ ἔγκλημα, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ὁ πραγματικὸς ἔνοχος τοῦ ἀποδιδομένου αὐτῷ ἐγκλήματος; Καὶ τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις καὶ ἂν ἀκόμη δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν πρᾶξιν, δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι αὕτη διεπράχθη ὑπὸ τὰς ψυχολογικὰς ἐκείνας συνθήκας, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ ἐλαφρυντικῶς ὁ νόμος; Τίς δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἂν ὁ ἐγκληματίας τὴν στιγμὴν τῆς διαπράξεως τοῦ ἐγκλήματος ἦτο διανοητικῶς ἐν τάξει; Τὰ παραδείγματα τῆς στιγμιαίας παροδικῆς παραφροσύνης βρίθουσι κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν ἐποχὴν ἰδίως. Ποσάκις δὲν κατεδικάσθησαν καὶ δὲν ἐξετελέσθησαν ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων ἡ ἀθωότης ἔλαμψε μετ’ οὐ πολὺ καὶ ποσάκις δὲν ἀπεδόθησαν ἐγκλήματα εἰς ἀνθρώπους, περὶ τῶν ὁποίων ἀκόμη δὲν γνωρίζομεν ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἔνοχοι; Ἡ Μαργαρίτα Οὐαλὸν ἐφόνευσε; Ὁ Λανδρὺ εἶναι ἔνοχος; Ὁ Μπασιάκος ἐδολοφόνησε; Ἡ Mata-Hari ἐπρόδωκε; Ἀναγνώσατε πάσας ταύτας τὰς δικογραφίας καὶ τολμήσατε νὰ ἀποφανθῆτε ἀξιωματικῶς. Ἡ δικαιολογία ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ χρησιμεύει πρὸς ἐκφοβισμὸν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς, ἐρωτῶ διατί νὰ μὴ διατηρήσωμεν τὰ μαρτύρια τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κορέσουν ἀποτελεσματικώτερα τὴν τοιαύτην θεωρίαν περὶ Κοινωνίας; Ἀλλ’ ἂν δὲν θέλητε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας πάντα ταῦτα τὰ ἐπιχειρήματα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω ὑμῖν καὶ τὴν ἄμεσον καὶ πραγματικὴν ἐντύπωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Παρηκολούθησα τυχαίως κατ’ ἀρχάς, ἐπίτηδες μετὰ ταῦτα, θανατικὰς ἐκτελέσεις ὅλων τῶν εἰδῶν, εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς Χώρας τῆς Εὐρώπης. Ἀπὸ τὴν ἀπαισίαν καὶ ἀρχέγονον λαιμητόμον τοῦ Παλαμηδίου, εἰς τὴν κομψὴν τοιαύτην τῶν Παρισίων. Ἀπὸ τὸ ἰκρίωμα τῆς Λουκέρνης μέχρι τῆς θύρας τῶν φυλακῶν, ὄπισθεν τῆς ὁποίας κρύπτεται ἡ ἀγχόνη τῆς πεπολιτισμένης Ἀγγλίας. Ἀπὸ τὸν περίφημον πλάτανον τῆς Ἁγίας Σοφίας κατὰ τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1908 ἔφθασα κάπου ἀλλοῦ. Εἶδον ἐκτελέσεις ἀθλίων κακούργων, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ Σύνταγμα, εἶδον ἐκτελέσεις πολιτικῶν ἀνδρῶν, τὰς ὁποίας ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα. Ἂν καὶ εἶμαι ζῷον ἐκτάκτως κοινωνικόν, πάντοτε εἰς οἱανδήποτε ἡλικίαν καὶ ἂν ὑπῆρξα θεατὴς ἐκτελέσεως κακούργων ἢ λῃστῶν ᾐσθάνθην βαθύτατον μῖσος, μῖσος ἀπερίγραπτον κατὰ τῆς Κοινωνίας. Διατί θέλετε τὸ μῖσος τοῦτο νὰ μὴ τὸ αἰσθανθοῦν καὶ ἄνθρωποι ἁπλούστεροι ἐμοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ λάβουν τὴν ἰδικήν μας μόρφωσιν; Αἱ περιγραφαὶ ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων τοιούτων θεαμάτων νομίζετε ὅτι προάγουν τὸν πολιτισμὸν καὶ μειώνουν τὴν ἐγκληματικότητα; Ὁ βίαιος θάνατος ὑπὸ ἐντελῶς ἄλλας περιστάσεις καὶ ἐξ ἀντιθέτων ὅλως λόγων δύναται νὰ καταστῇ παράδειγμα μιᾶς καλυτέρας ζωῆς. Οἱ θανατωθέντες χριστιανοὶ ἑδραίωσαν τὸν Χριστιανισμόν· οἱ Γαλιλαῖοι τὰς ἐπιστημονικὰς ἰδέας. Οἱ θανατωθέντες πολιτικοί, πίπτοντες μὲ τὴν εὐχὴν τῆς κατασιγάσεως τῶν παθῶν, ἔδειξαν μέχρι ποίου σημείου ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετῶμεν τὴν Πατρίδα. Πρόκειται ὅμως περὶ θυμάτων μιᾶς εὐγενοῦς ἰδέας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καὶ ὄχι περὶ κακούργων. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀνήκουν εἰς ἐμέ. Παρέλαβον ταῦτα ἐκ τοῦ κολοσσιαίου ἀνεκδότου φιλοσοφικοπολιτικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον συνέγραψεν ὁ Γούναρης ἐν Κορσικῇ ἐν μεγίστῳ μέρει, τινὰ δὲ ἐξ αὐτῶν ἤκουσα προφορικῶς ἀπὸ τὸ ρεαλιστικὸν στόμα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου τῷ 1912. Ἡ θανατικὴ ποινὴ πρέπει νὰ καταργηθῇ ὡς ξένη πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Πλὴν τῶν 100 συναδέλφων, οἵτινες προσυπέγραψαν εἰς τὴν τοιαύτην γνώμην, τὴν ὑποστηρίζουν καὶ ἅπαντα τὰ ὠργανωμένα κόμματα διὰ τῶν ἀρχηγῶν των.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§55Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγώ, βέβαια, δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω στηριζόμενος ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ἀντιλήψεων καὶ μίσους, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, διότι ταῦτα εἰς ἐπιστημονικὰς συζητήσεις εἶναι οἱ χειρότεροι σύμβουλοι. Κατ’ ἐμέ, τὸ ζήτημα ὅπως ἐτέθη, δὲν ἐτέθη ὀρθῶς, διότι πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ δύο διακεκριμένας ὄψεις: Πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινὴ διὰ τοῦ Συντάγματος ἢ νὰ μὴ θέσωμεν μὲν συνταγματικὸν περιορισμὸν εἰς τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ κρίνῃ ἂν πρέπῃ νὰ τὸ πράξῃ διὰ νόμου; Νομίζω ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως· ὄχι διότι, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχουν θέσιν διατάξεις τοιούτου περιεχομένου. Κατὰ τῆς τοιαύτης δικαιολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπάρχει ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὀρθή, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ἀναστασίου, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁμιλοῦμεν καὶ περὶ καταργήσεως τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ δικαιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι πρέπει νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἀντίθετον ἐκδοχήν. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν συνταγματικῶς τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς δι’ ἄλλους οὐσιαστικωτέρους λόγους. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ νομοθέτης ποτὲ νὰ καταργήσῃ μίαν ποινὴν εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ρωσσικὴ ἐπανάστασις καὶ αἱ ἐντεῦθεν δημιουργηθεῖσαι ἀπόπειραι κοινωνικῶν ἀνατροπῶν καθιστοῦν ἀπαραίτητον τὴν εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους ὕπαρξιν κάθε δυνατῆς ἀντιδράσεως καὶ ἀμύνης. Ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ἀνέφερον τῶν διαφόρων συγγραφέων, ὧν τὴν γνώμην ἐξέθηκαν οἱ ὑποστηρίζοντες τὰ ἀντίθετα, χωρὶς νὰ ἀναφέρουν τὰ ὀνόματά των, ἀνεγράφησαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπὸ τὸν Mittermaier καὶ κατέστησαν ἔκτοτε ἀντικείμενον εὐρυτάτης ἐπιστημονικῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ οὗτοι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπεστήριζον τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς πρὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠπειλοῦντο κοινωνικαὶ ἀνατροπαί, ὅπου τοσαῦται καὶ τοιούτου εἴδους δημιουργοῦνται ἀπόπειραι ὄχι μόνον κατὰ τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς συστάσεως αὐτῆς τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνικῆς συγκροτήσεως, ὥστε νὰ καθίσταται ἀπαραίτητος ἡ ὕπαρξις μιᾶς τοιαύτης ποινῆς. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ ποῖον λόγον εἰς τὸ Σύνταγμα θὰ δημιουργήσωμεν ἀπαγόρευσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ μεταμεληθῶμεν, εὔχομαι δὲ νὰ μὴ μεταμεληθῶμεν, κάποτε, διότι διὰ νὰ καταργήσωμεν αὐτὴν τὴν ἀπαγόρευσιν, θὰ πρέπῃ νὰ προβῶμεν πάλιν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος.
§56Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Σᾶς ἐρωτῶ. Διατί καταργεῖτε τὴν θανατικὴν ποινὴν διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα;
§57Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
§58Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διότι τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων καὶ εἰς αὐτὰ ἀνάγονται τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα καὶ ἑπομένως ἐφρόντισαν νὰ κατοχυρώσουν ὅλα τὰ Συντάγματα τῶν Κρατῶν τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα καὶ τὰ καθιέρωσαν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Εἴπατε ὅτι δὲν εἶναί τι τὸ ἄγνωστον καὶ ἄτοπον, ἀφοῦ ἀναγράφεται ἐν τῷ Συντάγματι ἡ διάταξις περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων, νὰ θέσωμεν παραπλεύρως ἄλλην διάταξιν περὶ καταργήσεως τῆς ποινῆς αὐτῆς ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων.
§59Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαϊοήλιδος συναδέλφου, ὑποστηρίζοντος ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογία τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ διάταξις καταργοῦσα τὴν θανατικὴν ποινήν, τὸ ὅτι δὲν γράφονται τοιούτου περιεχομένου διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ γνώμη αὕτη, λέγω, εἶναι ὀρθή. Ἀφοῦ μάλιστα ἐκτὸς τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ θανάτου ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ἀναγράφεται ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ δήμευσις καὶ καταργεῖται ὁ πολιτικὸς θάνατος. Εἰς τὸν ἀξιότιμον διακόψαντά με βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωσεν ἐν μέρει τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἤθελον καὶ ἐγὼ ἀπαντήσει ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἔχει περιπλέον μίαν ἀνάγκην νὰ ἀπαγορεύσῃ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων τὸν θάνατον ὄχι μόνον διότι τὰ Συντάγματα, ἐπειδὴ καθορίζουν τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, δι’ αὐτὸ ἀναγκαίως πρέπει νὰ τὰ ἀσφαλίζουν καὶ διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ κυρίως διότι ὑπάρχουν διάφορα εἴδη πολιτευμάτων εἰς τὰ διάφορα Κράτη καὶ ἑπομένως ὑπάρχουν πολιτικοὶ ἐγκληματίαι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται εἰς ἓν Κράτος ἐγκληματίαι καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἥρωες. Οὕτως οἱ ἥρωες τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος διὰ τὴν Τουρκίαν εἶναι πολιτικοὶ ἐγκληματίαι. Ἐφρόντισαν λοιπὸν τὰ Συντάγματα λόγῳ τῆς διαφορᾶς τῶν διαφόρων πολιτευμάτων, νὰ περιχαρακώσωσι τοὺς παλαιοὺς ἐγκληματίας, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου δι’ αὐτούς. Εἰδικώτερον δὲ ἡ Ἑλλὰς ἕνεκα τῶν διαρκῶν περὶ ἀνεξαρτησίας ἀγώνων εἶχε καὶ ἔχει ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιέχῃ ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων εἰς τὰ Συντάγματά της. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν ζῶμεν, ἀνεξαρτήτως ὅλων αὐτῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ποινῶν συνταγματικῶς ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τότε νὰ τὴν ἐπαναφέρωμεν εἰμὴ δι’ ἀναθεωρήσεως ἢ δι’ ἀνατροπῆς τοῦ Συντάγματος, διὰ δημιουργίας δηλαδὴ μιᾶς ἐπαναστάσεως εἰς ἐποχὴν μάλιστα κοινωνικοῦ σάλου.
§60Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις εἶναι ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ποὺ ἀναστέλλονται.
§61Χ. ΛΑΔΑΣ. Σᾶς εἶπε κάποιος ὅταν ἠγορεύατε περὶ τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, ἂν ἔχετε καὶ ἑνιαῖον μέτωπον μετὰ τῶν κομμουνιστῶν προκειμένου περὶ ἰδιοκτησίας. Βλέπετε τὸ μῖσος τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἀπεκομίσατε ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῆται καὶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μάχονται κατὰ τῶν ἰδεῶν σας, διότι ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐπιμονήν σας νὰ φρονεῖτε ὅτι εἰς ἐκτάκτους στιγμὰς πρέπει νὰ γίνεται ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ σώζεται ἡ Πολιτεία. Μᾶς εἶπον περὶ Ἰταλίας ὅτι αὕτη ἐσκέφθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ποινὴν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ προστατευθῇ ὁ δικτάτωρ. Μὰ αὐτὸ εἶναι ὅ,τι ἔπρεπε νὰ προσέξῃ τις ἢ ὅτι ἡ μὴ ὕπαρξις εἰς τὸν κατάλογον τῶν ποινῶν τῆς θανατικῆς ποινῆς ἔφερε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἰταλίας εἰς ἀδυναμίαν νὰ προστατευθῇ κατὰ μιᾶς συρροῆς ἐγκληματιῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προστατευθῇ δι’ ἄλλων ποινῶν; Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐσώτερος λόγος μιᾶς νομοθετικῆς διατάξεως, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωμεν καὶ νὰ βλέπωμεν ἐμπρὸς τὸν δικτάτορα. Ὁ δὲ ἐσώτερος λόγος, ὁ ἀποδεικνυόμενος ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι πρέπει τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς θεμελιώδεις διατάξεις, τῶν ὁποίων ἡ τροποποίησις δὲν εἶναι ἐφικτὴ καθημερινῶς καὶ εὐκόλως, ὅτι πρέπει νὰ παρέχῃ κάποιαν εὐχέρειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ δύναται αὕτη νὰ κινηθῇ εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὰ Συντάγματα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη ἡ θανατικὴ ποινὴ καὶ νὰ μὴ καταργῆται αὕτη διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν γενικώτερον πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή; Ἂς ἐρευνήσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς πολιτικῆς διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν δικαιολογοῦνται αὐτά, τὰ ὁποῖα ὁ Μετερμάϊερ εἶπε πρὸ τόσων ἐτῶν καὶ σεῖς τὰ μετεφέρατε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης.
§62Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὸ νὰ ἐξετάσωμεν ἂν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ συνταγματικὴ διάταξις ἢ ὄχι.
§63Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀλλὰ δεδομένου, κ. συνάδελφε, ὅτι ἐξηνέχθησαν ἐντεῦθεν ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς, πρέπει νὰ ἀνασκευάσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, ἅτινα δοθέντα πρὸ τόσων ἐτῶν ἀπὸ τὸν Μετερμάϊερ ἐκληρονομήθησαν ἀπὸ τοὺς διαδόχους του διὰ νὰ φθάσουν μέχρις ἡμῶν.
§64Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἀπὸ τὸν Μετερμάϊερ εἶναι αὐτά;
§65Χ. ΛΑΔΑΣ. Πρῶτος καὶ κυρίως αὐτὸς τὰ ἔχει εἰπῆ καὶ τὰ ἀντιγράφουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τὰ λέγουν.
§66Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τὰ εἴπατε αὐτὰ διὰ νὰ δώσητε τὴν ἐντύπωσιν ἑνὸς ξένου ὀνόματος. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀσχοληθῆ μὲ αὐτά. Ὁ Μετερμάϊερ ἀσχολεῖται μόνον περὶ δικαστικῆς πλάνης.
§67Χ. ΛΑΔΑΣ. Εὐχαρίστως πληροφοροῦμαι ὅτι ἠσχολήθητε μὲ αὐτά, ἀλλὰ σᾶς πληροφορῶ ὅτι ὁ Μετερμάϊερ ἔχει σύγγραμμα περὶ θανατικῆς ποινῆς, εἰς ὃ ἔχει ἀναγράψει τὰ κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπιχειρήματα. Ἀπορῶ πῶς, ἀφοῦ ἠσχολήθητε μὲ αὐτά, δὲν τὸ γνωρίζετε. Ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται κανεὶς νὰ φέρῃ κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς; Εἶπεν ὁ κ. Πεσμαζόγλου ἓν ἐπιχείρημα σοφόν, ἀναπτυχθὲν ἀπὸ τὸν Βίκτωρα Οὐγγὼ καὶ ἐντεῦθεν, ὅτι πῶς θέλετε νὰ διατηρήσωμεν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς τὸ θεμελιῶδες αὐτὸ δικαίωμα τῆς Φύσεως, ἡ ὁποία καὶ μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργῇ τὸν ἄνθρωπον καὶ ἡ ὁποία καὶ μόνη πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταργήσῃ τὸν ἄνθρωπον; Καὶ ἀπαντᾷ πρακτικῶς ἡ κοινωνικὴ πεῖρα· μὰ τέλος πάντων τί χρωστάω ἐγὼ μὲ αὐτὰ ποὺ μοῦ λὲς περὶ δικαιώματος τῆς Φύσεως νὰ μὴ τὸ ἔχῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πηγαίνει στὴν Πέτρα καὶ σκοτώνεται; Καὶ ἀφοῦ θέλετε ἡ Φύσις νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς ἐγκληματίας, νὰ εἶναι φιλάνθρωπος πρὸς τὸν ἐγκληματίαν, διατί νὰ μὴ ἐνδιαφέρεται καὶ διὰ τοὺς τιμίους πολίτας; (Χειροκροτήματα). Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ φιλοσοφικόν. Ἀλλὰ προχωροῦν περαιτέρω καὶ λέγουν ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ ψυχολογικῶς εἶναι κακή, διότι ἐκτελεῖται κατὰ τρόπους ἀπανθρώπους—διὰ τῆς λαιμητόμου, τοῦ ἠλεκτρικοῦ κομβίου κλπ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἓν ἐπιχείρημα κατὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς ποινῆς, εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον στρέφεται περὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως. Καὶ ἐγένοντο συζητήσεις ἐπὶ συζητήσεων καὶ ἐγράφησαν βιβλία ἐπὶ βιβλίων καὶ τὰ ἀφίνομεν ὅλα διὰ τοὺς νομοθέτας τοῦ μέλλοντος ὅπως καθορίσουν τρόπον ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς περισσότερον ἀνώδυνον κατὰ τὸ δυνατὸν διὰ τὸν θανατούμενον. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συζητηθῇ. Ἡ ἐνδεχομένη δικαστικὴ πλάνη. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον στρέφεται κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς· εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον στρέφεται κατὰ τῆς τυχὸν πεπλανημένης ἐφαρμογῆς της. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλεται τοιαύτη ποινὴ οἰκεῖ καὶ ὡς ἔτυχε. Νομοθετήσατε ὅτι τὸ Κακουργιοδικεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ θανατικὴν ποινὴν ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁμοφωνία μεταξὺ τῶν ἐνόρκων. Ἄλλωστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἰπῆτε, διότι οὐδεὶς ποτὲ δικαστὴς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν αἱ ποιναὶ ἐπιβάλλονται ὄχι ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως ἀδικίας, ἀλλὰ μετὰ σχηματισμὸν δικαστικῆς πεποιθήσεως, οὐδεὶς ποτὲ δικαστὴς ἔφθασε νὰ καταδικάσῃ ἄνθρωπον διὰ θανατικῆς ποινῆς ἂν δὲν ἔχῃ πλήρη πεποίθησιν, ἂν δὲν ἔχῃ σχεδὸν ὁμολογίαν. Καὶ γνωρίζετε ὅτι πολλάκις οἱ συνήγοροι παγιδεύουν τὸ δικαστήριον θέτοντες εἰς αὐτὸ ἐρώτημα ἐλαφρυντικὸν εἰς ἀμφιβόλους περιστάσεις καὶ ἀναγκάζοντες οὕτω τὸν δικαστὴν καὶ τὸν ἔνορκον, λόγῳ τῆς ἀμφιβολίας, νὰ ἀθωοῦσι τὸν κατηγορούμενον διὰ νὰ μή, ἀμφιβάλλοντες, τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον. Εὐχαρίστως θὰ ἐπέβαλλον ποινὴν κάτω τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Ὑπῆρξαν ἀφ’ ἑτέρου πολλάκις περιπτώσεις, καθ’ ἃς εἶχε συντελεσθῆ τὸ ἀδίκημα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ποινῆς βαρείας, τὸ δικαστήριον ἠθώωσε. Ὥστε βλέπετε ὅτι αἱ περιπτώσεις τῆς δικαστικῆς πλάνης εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ ὑπάρξουν σήμερον. Ὁ κ. Σωτηριάδης, ὁ ὁποῖος εἶναι παλαιὸς δικαστὴς καὶ δικηγόρος, θὰ δύναται νὰ σᾶς εἰπῇ ὅτι ὁ τρόπος τῆς παγιδεύσεως ἐκ μέρους τῶν συνηγόρων στηρίζεται εἰς αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας τὸ δικαστήριον δὲν ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς πεπλανημένης ἐφαρμογῆς τῆς ποινῆς, στηρίζοντα ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἔλαβον ὕπαρξιν προτοῦ ἐμφανισθοῦν αἱ νεώτεραι ἐπιστημονικαὶ ἐργασίαι καὶ ἐπιστῆμαι, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζουσιν ἀπὸ τὴν δικαστικὴν πλάνην. Διότι τώρα τελευταίως ἔχει τόσον πολὺ ἀναπτυχθῆ ὅλος αὐτὸς ὁ ἑσμὸς τῶν βοηθητικῶν ἐπιστημῶν τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, τῆς δακτυλοσκοπήσεως, τῆς δικαστικῆς ψυχολογίας, τῆς ψυχολογίας τῆς μαρτυρίας, τῆς ἐπιστημονικῆς ἀνακριτικῆς κλπ. ὥστε εἶναι ἀδύνατον σήμερον νὰ ἔλθητε καὶ νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν δικαστικαὶ πλάναι, διότι οὐδέποτε δικαστὴς θὰ ἐπιβάλῃ τὴν θανατικὴν ποινὴν ἂν ἔχῃ ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν. Ἀντιθέτως, ὑπάρχουν ὡρισμένα ἀδικήματα ὀφειλόμενα εἰς μίαν προμελετημένην ἀπόφασιν τοῦ ἐγκληματίου ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐκτελεσθέντα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε μόνον ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου νὰ εἶναι τὸ ἀναγκαῖον ἀντιστάθμισμα· διότι, παρ’ ὅσα καὶ ἂν λέγουν οἱ κοινωνιολόγοι—ἂν τοὺς κάμετε Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης θὰ λησμονήσουν ἀμέσως τὰς θεωρίας των—ἢ εἰσαγγελεῖς, ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τῆς ποινῆς εἶναι ὁ φόβος ὅτι ἓν ἀδίκημα θὰ ἔχῃ ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα τὴν ἀπότισιν μιᾶς εὐθύνης ποινικῆς διὰ τῆς ἐπιβολῆς μιᾶς ποινῆς. Εἶναι αὐτὸς ὁ χαρακτὴρ καὶ αὐτὸς ὁ σκοπὸς τῆς ποινῆς καὶ τοιοῦτος ἐπίσης ὁ σκοπὸς τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὄχι πῶς νὰ καταστέλλῃ τὰ ἀδικήματα, ἀλλὰ πῶς νὰ προλαμβάνῃ ταῦτα διὰ δημιουργίας ἑνὸς φόβου περὶ ἐπικειμένου εἰς τὸν ἐγκληματίαν κακοῦ. Ἅμα αὐτὸ τεθῇ ὡς βάσις, τότε δι’ ὡρισμένα ἀδικήματα, μόνον ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὸν κατάλογον τῶν ποινῶν τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν Κοινωνίαν. Σήμερον δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα μὲ τὰς θεωρίας καὶ τὰς ἀντιλήψεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον γράψει καὶ συνεζήτουν πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεγάλου πολέμου, διότι σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς μεταπολεμικῆς ἐξαχρειώσεως εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ὁ εὔκολος πλουτισμὸς παρασύρει πολλάκις εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ προστασία τῆς Κοινωνίας ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἡ θανατικὴ ποινή. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπεδείχθη διὰ στατιστικῶν ὅτι ὁσάκις ἐφηρμόσθη ἡ θανατικὴ ποινὴ κατεστάλη ἡ ἐγκληματικότης. Καὶ ἂν θέλητε νὰ εἴμεθα ὀλίγον δίκαιοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ τέως δικτάτωρ διὰ νὰ παγιδεύσῃ τὸν λαὸν εἰς χειροκροτήματα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ προλειάνῃ τὴν κατάληψιν τῆς Ἀρχῆς, εἶναι ἡ δι’ ἀγρίας ἐφαρμογῆς τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου περιστολὴ τῆς ληστείας εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν. Διότι ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μὲ τὰς διαδοχικὰς ἀμνηστείας ἔχει καταστῆ ἀστεῖα. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δικτάτωρ ἦτο Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως καὶ ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι τότε κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ τὴν ληστείαν, γνωρίζετε δὲ πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ἔχω οὐδένα λόγον νὰ συμπαθῶ πρὸς κανένα, ἀλλ’ ἔχω τὴν συνείδησιν ὅτι ἀπευθύνομαι πρὸς τὸ Σῶμα καὶ δι’ αὐτὸ λέγω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πιστεύω καὶ πιστεύω ἀκλονήτως ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατώρθωσε νὰ κάμῃ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως ὁ Πάγκαλος, ἦτο νὰ περιορίσῃ τὴν ληστείαν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς θανατικῆς ποινῆς. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἐγκληματικότης ηὔξησε, νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀναγραφὴν τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν καὶ συνταγματικὸν ἀφορισμὸν διὰ νὰ μὴ δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ μέλλοντος εἰμὴ δι’ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Θὰ ἦτο ἀναχρονιστικὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς ποινῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἱκανὴ διὰ νὰ συγκρατῇ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις τὴν ἔννομον τάξιν. (Χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§69Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἂν εἰς ὅλα τὰ Κράτη κατηργῆτο ἡ θανατικὴ ποινὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξαιρετικῶς ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ, εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν Χώραν τὴν ληστοκρατουμένην, εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἔχουσαν τὰς ὡραιοτέρας ἐξοχάς, τὰ ὡραιότερα βουνά, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα ἀτυχῶς νὰ ἀτενίσωμεν καὶ προσεγγίσωμεν κατὰ τὸ ἔαρ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν οὔτε εἰς ἀπόστασιν μιᾶς ὥρας ἀπὸ τὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας διαμένομεν ἕνεκα τῶν ληστῶν. Δυστυχῶς ἡ Χώρα μας δὲν εἶναι μόνον ληστοκρατουμένη, ἀλλὰ καὶ ληστοτρόφος, διότι εἰς μεγάλα διαμερίσματα ταύτης ἀνεπτύχθησαν τάξεις ὁλόκληροι ἀνθρώπων περιθαλπόντων τοὺς ληστάς. Καὶ ὅταν ἀναγνώσῃ τις τὸν «περὶ ληστείας» νόμον, τὸν ἐξαιρετικῶς ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντα καὶ μὴ ἀπαντώμενον εἰς οὐδὲν ἄλλο Κράτος, καταλαμβάνεται ἀπὸ ἴλιγγον ὅταν βλέπῃ πόσαι κλάσεις ἀνθρώπων ὑπάρχουν ἐν Ἑλλάδι ὑποθαλπόντων ληστὰς καὶ ὁ νόμος οὗτος ἀποτελεῖ στῖγμα καὶ ὄνειδος δι’ ἓν σημαντικὸν μέρος Ἑλλήνων πολιτῶν. Καὶ ἔρχονται παραδόξως καὶ μᾶς λέγουν νὰ χαρίσωμεν τὴν κεφαλὴν εἰς τὰ θηρία ταῦτα τῆς ὑπαίθρου χώρας, διότι δὲν ἐξῆλθον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐξ Ἀθηνῶν, ὅπως ὁ κ. Βλιάμος, καὶ ἔρχονται νὰ ζητήσουν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ χαρίσωμεν τὴν κεφαλὴν τῶν ἀτόμων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν σέβονται οὔτε τὴν κεφαλήν, οὔτε τὴν ἐλευθερίαν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ γενικαὶ ἀμνηστεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐσχάτως εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐγκληματίας, ἐπέφερον ἀποτελέσματα τραγικὰ διὰ τὴν ἐγκληματικότητα τῆς Ἑλλάδος. Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς πρώτης ἀμνηστείας, ἡ ὁποία ἐδόθη ἐπὶ τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Παπαναστασίου μετὰ δίμηνον νὰ ζητήσω στατιστικὴν ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν Καρδίτσης καὶ ἡ στατιστική, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη, ἦτο τραγική. Ηὐξήθησαν αἱ μηνύσεις εἰς ἀριθμὸν πλέον τοῦ διπλασίου. Ἐπηκολούθησαν καὶ αἱ ἄλλαι ἀμνηστεῖαι καὶ ἐξέλιπεν ἀπὸ τοὺς ἐγκληματίας ἐν Ἑλλάδι ὁ φόβος ὅτι θὰ τιμωρηθοῦν ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Κοινὴ Γνώμη τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὑπὲρ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅταν ὁ Πάγκαλος, ἔστω καὶ παρανόμως, ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀγχόνην τοὺς καταχραστὰς τοῦ Δημοσίου ὅτι πολὺς κόσμος τὸν ἐχειροκρότησεν. Ἠσθάνθη ἀγαλλίασιν ὁ πολὺς κόσμος διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Παγκάλου καὶ τὸν ἠμνήστευσεν ἐν μέρει διὰ τὰς πράξεις του, διότι ἐφήρμοσε τὴν ποινὴν ταύτην κατὰ τῶν καταχραστῶν. Ἐδῶ, κύριοι, δὲν ἤλθομεν διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς διαφόρους θεωρίας τῶν διαφόρων συγγραφέων, οὔτε νὰ μεταφυτεύσωμεν τὰς διαφόρους νομοθεσίας τῆς Ἐλβετίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων Κρατῶν. Αἱ θεωρίαι εἶναι γνωσταὶ καὶ τὰς γνωρίζομεν ὅλοι. Σήμερον θεσμοθετοῦμεν Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Προκειμένου νὰ διαπλάσωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦτο ἓν καὶ μόνον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας. Τὴν κοινωνικὴν καὶ κρατικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ θεσμοθετῶμεν, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί κάμνουν οἱ Ἄγγλοι, οἱ Ἐλβετοὶ καὶ οἱ ἄλλοι, διότι εἶναι ἄλλαι αἱ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰ ἐκεῖ. Ἂς παύσουν οἱ λησταὶ νὰ κόπτουν τὰς κεφαλάς μας καὶ τότε θὰ παύσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπειλῶμεν τὴν ἰδικήν των. Ἂς παύσουν αὐτοὶ τὴν θανατικὴν ποινὴν καὶ τότε θὰ παύσωμεν καὶ ἡμεῖς. Δὲν βλέπω κατὰ τί ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία θὰ ἦτο καλυτέρα ἂν ἔζη ὁ Παπακυριτσόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐμπήξει τὴν μάχαιραν εἰς τὰ στήθη τοῦ Ροζάκη καὶ Ἀγγελῆ καὶ τὴν περιέστρεφεν ἵνα τοὺς ἀποτελειώσῃ, δὲν βλέπω κατὰ τί ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία θὰ ἦτο καλυτέρα ὅταν τὰ ἑπτὰ τῆς Πέτρας θύματα ἐκτάδην ἀκόμη κείμενα ζητοῦν τοὺς ἐνόχους καὶ τοῦ Παγκάλου τὰ θύματα τὰ διάφορα. Καὶ θὰ ἔλθωμεν σήμερον ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι, γνωρίζοντες τὴν κατάστασιν τῆς Κοινωνίας, νὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος ὅτι κυρίως κόψατέ μας ὅταν θὰ ἐξερχώμεθα εἰς τὰς ἐξοχάς, ἡμεῖς δὲν σᾶς κόπτωμεν, θὰ σᾶς ρίψωμεν εἰς ἰσόβια δεσμά, θὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ μία Κυβέρνησις καὶ θὰ σᾶς τὰ κάμῃ 20 χρόνια, 15 καὶ θὰ βγῆτε μίαν ἡμέραν ἔξω τῶν φυλακῶν ἵνα μᾶς ἀποσφάξητε. Λοιπὸν φρονῶ ὅτι εἶναι παράτολμον καὶ παράδοξον νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξιν καταργοῦσαν τὴν θανατικὴν ποινήν, ἐνῷ ἡ ἀπειλὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς εἶναι ἐκείνη, ἥτις συγκρατεῖ τοὺς λῃστὰς τῶν ὀρέων.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§71Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐνώπιόν σας ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ θίξωμεν τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Αὐτὴ ἡ δυστυχὴς διάταξις ὑπάρχει ἀφ’ ἧς ὑπάρχει τὸ Σύνταγμα. Ἐρωτῶ, ἔβλαψε τίποτε ἡ διάταξις αὐτή; Ἀντιστρόφως μάλιστα θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν ἐδῶ ἕνεκα τῆς ἐγκληματικότητος, ἡ ὁποία ἤγειρε θρασεῖαν κεφαλήν, θὰ ἐχρειάζετο νὰ ἔχωμεν κάτι τι νὰ ἐκφοβίσωμεν περισσότερον τὸν ἐγκληματικὸν κόσμον. Λοιπὸν εἴχομεν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν ἔβλαπτεν εἰς τίποτε. Ἐρωτῶ· διατί αὐτὴ ἡ συζήτησις; Εἰς ὅλα τὰ Κράτη καὶ τὸ ἰδικόν μας ἀπὸ δεκαετηρίδων ἄπειρα ἐγράφησαν καὶ ἐλέχθησαν σχετικῶς μὲ τὸ κεφάλαιον τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ποταμοὶ μελάνης ἐχύθησαν. Ὁ μακαρίτης Μομφερᾶτος πολυτίμους μελέτας ἐδημοσίευσε κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν ἔγκυρον γνώμην, διότι ὑπηρέτησα τὴν Δικαιοσύνην εἰς ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας. Ἐκ τῶν μελετῶν μου γνωρίζω ὅτι καὶ τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα Κράτη εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἔχουν τὴν θανατικὴν ποινήν. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς σημαιοφόρος τοῦ πολιτισμοῦ, τὴν εἶχον καταργήσει, ἀλλ’ ἠναγκάσθησαν νὰ τὴν ἐπαναφέρουν. Καὶ ἀκόμη μέχρι σήμερον ἐξακολουθοῦν νὰ ἐκτελοῦν τὴν θανατικὴν ποινήν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπίσης ὑπάρχει ἡ θανατικὴ ποινή, ἀλλὰ δὲν ἐκτελεῖται. Εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχουν τὴν θανατικὴν ποινήν. Ἐδῶ δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μάλιστα εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ ἐγκληματικότης ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω, θὰ ἦτο κακούργημα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἐνθυμοῦμαι ἐκ τοῦ δικαστικοῦ μου βίου ὅτι κατὰ τὸ 1911, ὅταν τότε διηύθυνε τὴν Δικαιοσύνην ὁ πολὺς Δημητρακόπουλος. Ἤμην εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ ἔλαβον τηλεγραφικὴν διαταγὴν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ θανατικὴ ποινὴ 16 καταδίκων. Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι ἡ ἐγκληματικότης ἐλυμαίνετο τότε τὴν Χώραν. Ἡ λῃστεία εἶχεν ὀργιάσει. Πολλαπλᾶ ἀδικήματα ἐλάμβανον χώραν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος ἔκρινεν ὡς ἀναγκαῖον μέτρον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς τῶν ἀνωτέρω καταδίκων. Ἐξηγέρθη τότε ὁλόκληρος ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἐχαρακτηρίσθη δὲ ὁ Δημητρακόπουλος ὡς Ὑπουργὸς τοῦ αἵματος. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω. Ὡς διὰ μαγείας ἐπὶ μακρὰν χρονικὴν περίοδον ἔπαυσαν νὰ τελῶνται σοβαρὰ ἀδικήματα. Ἡ Χώρα ἀνέπνευσεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἐγκληματικότητος. Ἡ πεῖρα μοὶ διδάσκει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συγκρατεῖ τὸν ἐγκληματικὸν κόσμον, ἰδίως ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἡ ἐκφόβισις, ἡ ἀπειλὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἀλλοίμονον ἂν ὁ ἐγκληματίας πεισθῇ ὅτι δὲν δύναται κατὰ νόμον νὰ λειτουργήσῃ κατ’ αὐτοῦ θανατικὴ ποινή. Τοῦτο θὰ εἶναι αὐτόχρημα ἄμεσος ἀπειλὴ κατὰ τῆς ζωῆς τῶν ἡσύχων πολιτῶν οὐ μόνον εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς πόλεις. Πρὸς Θεοῦ, κύριοι, τρέμω ὅταν ἀκούω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή.
§72Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Νὰ παύσουν νὰ μοιράζουν κατὰ χιλιάδας τὰς χάριτας.
§73Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι καὶ εἰς αὐτό. Ἤκουσα κάποιον ψίθυρον εἰς τὸ ἑδώλιον εἰς τὸ ὁποῖον ἐκαθήμην, ὅτι σήμερον πῶς γίνονται τόσαι λῃστεῖαι, ἀφοῦ ἰσχύει ἡ θανατικὴ ποινὴ καὶ πῶς δὲν ἐκφοβίζονται οἱ ἐγκληματίαι ἐξ αὐτῆς; Τὴν ἀντίρρησιν αὐτὴν τὴν ἤκουσα ἀπὸ κάποιον συνάδελφον, ἀλλὰ θὰ σᾶς παραδώσω τὴν ἐξήγησιν. Διότι εἰς ἡμᾶς ἐπεκράτησεν ὡς κανών, εἷς ἐγκληματίας ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει καὶ ἐκτελεῖ ἀδίκημα, νὰ πιστεύῃ ἀκραδάντως ὅτι αὐτὸς θὰ διαφύγῃ τὴν ποινήν. Ἔχει ὁ Θεός, λέγει· ἀμνηστείαν θὰ πάρω, χάρις θὰ μοῦ δοθῇ. Καὶ δὲν ἔχει ἄδικον, διότι ἐδόθησαν τελευταίως τόσαι ἀμνηστεῖαι καὶ τόσαι χάριτες, ὥστε ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐγκληματίαι ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν. Καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι καὶ τώρα, ὅταν ὑπόδικός τις καταφεύγῃ εἰς ἐμὲ ὡς δικηγόρον, ζητῶν τὴν δικηγορικήν μου συνδρομήν, πρὸ παντὸς λέγω εἰς αὐτὸν ὅτι πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸ Διάταγμα τῆς ἀμνηστείας, διότι ἠμπορεῖ νὰ συμπεριλαμβάνεσαι εἰς αὐτό. Καὶ πράγματι πολλοὶ ἐκ τούτων συμπεριλαμβάνονται. Βεβαίως ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πεσμαζόγλου εἶναι λογικωτάτη. Ἀλλὰ πρὸ Θεοῦ νὰ μὴ λείψῃ ἡ ἐκφόβισις. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ συζήτησις δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ σήμερον, διότι καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἐνθαρρύνει τὸν ἐγκληματίαν. Ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ἀσυζητεὶ τὸ κείμενον τῆς διατάξεως ὡς εἶχε. Δὲν ἔπρεπε χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Χώρας νὰ ἀκουσθῇ κἂν φωνὴ ὑπὲρ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Καὶ ὡς κατακλεῖδα ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ὅλον μου τὸν ἐνθουσιασμόν, διότι τέλος πάντων εὑρέθη ἓν ζήτημα, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν παμφίλτατόν μοι κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν καὶ δι’ αὐτὸ αἰσθάνομαι περισσοτέραν χαρὰν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα. (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§75Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θεωρῶ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον καὶ δὲν λαμβάνω τὸν λόγον.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὁ κ. Γ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§77Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τολμῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ λέγω τολμῶ διότι ὕστερον ἀπὸ τὸ περιβάλλον, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη μετὰ τὰς εὐγλώτους ἀγορεύσεις τῶν κ. κ. συναδέλφων, αἱ ὁποῖαι ἀνταποκρίνονται κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, χαμηλῆς κατ’ ἐμέ, τὸ ὁποῖον ἐλάχιστα σέβεται τὴν ἀνθρωπίνην ζωήν, ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ τόλμημα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τὸ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν ὑψίστης ἀνθρωπιστικῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν τόσον εὐγλώττως ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πεσμαζόγλου, περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Τὸ πρόβλημα εἶναι πολυσύνθετον. Καὶ βεβαίως, διότι τὸ ζήτημα τῆς θανατικῆς ποινῆς ἔχει δύο ἀπόψεις· μία ἄποψις εἶναι φιλοσοφικὴ καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις εἶναι κοινωνική. Τὸ βλέπει καθεὶς ἀπὸ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἵσταται τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς. Ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τοῦ πρώτου, τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἀπόψεως ἀνθρωπισμοῦ τόσον εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πεσμαζόγλου, ἀσφαλῶς ἡ ὑπεράσπισις τῆς τροπολογίας θὰ ἦτο ἀσθενής. Πρόκειται νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι καὶ λόγοι κοινωνικῆς πολιτικῆς ἐπιβάλλουσι τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἡ ποινή, ὅπως ὅλα τὰ πράγματα καὶ τὸ δίκαιον εἶναι φαινόμενον κοινωνικόν, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται διαρκῶς μίαν ἐξέλιξιν ἀνταποκρινομένην πρὸς τὰς συγχρόνους ἰδέας. Λοιπὸν ἡ ποινὴ καὶ ἡ θανατικὴ ποινὴ εἰς μίαν δεδομένην κατάστασιν τῆς Κοινωνίας πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν σύγχρονον κατάστασιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινωνίας καὶ ἂν ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς σημερινῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας. Εἰδικῶς δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ἀφηρημένας ἐννοίας εἰς τὸ δίκαιον. Τοῦτο δὲ εἶναι, κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζει σημαντικῶς τὴν σκέψιν τῶν νομικῶν. Ἡ σκέψις αὐτῶν εἶναι δεσμία τῶν παραδόσεων τοῦ ποινικοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι βλέπουν τὴν ποινὴν ὡς ἓν ἀναλλοίωτον φαινόμενον ἐκφοβισμοῦ τῶν ἐγκληματιῶν. Ἀλλ’ ἂν ἀκολουθήσωμεν τὴν ἄλλην μέθοδον, ἂν ἴδωμεν ὅλους τοὺς κοινωνικοὺς θεσμοὺς ποίαν ἐξέλιξιν ἔχουσιν, ἀσφαλῶς θὰ δυνάμεθα μετὰ μεγαλυτέρας προσοχῆς νὰ παρακολουθήσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖα εἶναι ὑπὲρ τῆς προτεινομένης τροπολογίας εἰς τὸ Σύνταγμα. Πρὸ ἐτῶν μακρῶν ἡ θανατικὴ ποινὴ ἦτο μία ποινὴ μοναδικὴ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἦτο ἡ μοναδικὴ ποινὴ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀκόμη αὐθαιρέτου δικαίου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομίμου δικαίου. Πόσα ἆρά γε ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται σήμερον ἐλαφρότερον, δὲν ἐτιμωροῦντο εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν μὲ θανατικὴν ποινήν; Μάλιστα εἰς τὴν σύγχρονον ἐποχήν, μέχρι τοῦ Μεσαίωνος, ἡ προστασία τῆς ἰδιοκτησίας ἦτο ἐξησφαλισμένη διὰ θανατικῆς ποινῆς. Ἡ ἱστορία τῆς ἐγκληματολογίας ἀναφέρει ὅτι κατὰ τὸν Μεσαίωνα ἐπὶ Ἐρρίκου τοῦ Ηʹ κατὰ τὸ 1500—καὶ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα—ἐσφάγησαν 75,000 κλέπται καταδικασθέντες εἰς θάνατον. Ἡ σημερινὴ ἀνθρωπίνη συνείδησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τοιαύτην ποινήν; Ὥστε ἔχομεν ἓν σταθερὸν κοινωνικὸν φαινόμενον ὅλης τῆς συγχρόνου ἀνθρωπότητος. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, διότι ὅλοι, οἱ περισσότεροι, εἶσθε νομικοί. Ἀλλ’ ἂν παρακολουθήσητε τὴν ἐν Ἑλλάδι ἐξέλιξιν, θὰ ἴδητε ὅτι καὶ ἐδῶ ὑπάρχει σταθερὰ πρόοδος.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον.
§79Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον.
§80Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν ἐσπούδαζον εἰς τὴν Νομικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, εἶχον καθηγητὴν τὸν περίφημον καὶ διαπρεπῆ φιλόσοφον ἐπιστήμονα Φίλιππον Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἐδίδασκε φυσικὸν δίκαιον. Τί ἐδίδασκεν; Ὅτι δι’ ἓν ἔγκλημα ἐνδείκνυται ἡ αὐστηροτέρα ποινή. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν, αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ φιλοσοφία.
§81Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἰδοὺ τί ἔλεγον ἐγώ· ὅτι ὅλοι οἱ νομικοὶ εἶναι αἰχμάλωτοι τοῦ φυσικοῦ δικαίου. Ἀλλὰ τὸ φυσικὸν δίκαιον εἶναι ἐγκαταλελειμμένον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐπιστήμονας. Δὲν ὑπάρχει παρὰ ἓν μόνον δίκαιον· τὸ κοινωνικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἐξελίσσεται συνεχῶς. Ὅλα τὰ πράγματα εἶναι σχετικά, Ὑπάρχει πρόοδος ἀληθῶς. Ἂν δὲ ἐξετάσητε τὴν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ ὑπέστη τεραστίαν ἐξέλιξιν ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, θὰ ἴδητε ἀσφαλῶς ὅτι τὸ φυσικὸν δίκαιον δὲν εὐσταθεῖ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἀπόλυτον τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἐν τούτοις εἶναι σταθερὸν φαινόμενον καὶ ὑπάρχει μία διαρκὴς ἐξέλιξις εἰς ὅλον τὸν κόσμον, βελτιώσεως τῶν ποινῶν. Καὶ αἱ ἐπιστῆμαι φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου τούτου εἰς τὸ νὰ βλέπουν εἰς τὸν ἐγκληματίαν ὄχι ἕνα ἄνθρωπον μὲ κακὰς προθέσεις, ἀλλ’ ἕνα κοινωνικῶς ἀσθενῆ ἄνθρωπον, διότι ἐκεῖ τείνουσιν αἱ νεώτεραι θεωρίαι. Λέγω πῶς πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πρόβλημα, ἂν θέσωμεν ὡς βάσιν ὅτι σκοπὸς τῆς ποινῆς εἶναι ὁ ἐκφοβισμός; Δὲν τὸ πιστεύω, διότι μὲ ὁσασδήποτε ἐπιβληθείσας ποινάς, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγκλημάτων ἐλάχιστα ἐμειώθη. Ὑπάρχει δὲ καὶ μία στατιστικὴ ἀπαισιόδοξος περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς θανατικῆς ποινῆς, μία στατιστικὴ Βελγικὴ τοῦ Κιπλέ, ὅστις ἔκαμε παρατηρήσεις καὶ ἐξηκρίβωσεν ὅτι τὰ ἐγκληματικὰ φαινόμενα ἐπαναλαμβάνονται περίπου ὡς καὶ τὰ φυσικὰ φαινόμενα. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει μία ἀπαισιόδοξος θεωρία, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσίν μας, ὅτι ἀκριβῶς ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἐκφοβίσωμεν τοὺς ἐγκληματίας, δὲν θὰ κατασταλῶσι τὰ ἐγκλήματα, διότι τὰ ἀδικήματα ἔχουσι μίαν βαθυτέραν ἀφορμὴν ἐκδηλώσεως.
§82Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ θανατικὴ ποινή, τί θὰ ἐγίνετο; Αὐτὴν τὴν στατιστικὴν τὴν ἔχετε;
§83Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἔχομεν ἓν μέγα περιθώριον, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει θανατικὴ ποινὴ ἀπὸ τοῦ 1922, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος ἐξετέλεσε τοὺς 16 καταδίκους, ἐτρομοκράτησε τὴν Κοινωνίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ δεκαετίαν ἔχομεν μίαν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν ἐγκλημάτων καὶ μολονότι δὲν ἐπεβλήθη ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ δεκαετίαν, ἐζήσαμεν χωρὶς τὸ ἀπάνθρωπον αὐτὸ μέσον. Ἀλλ’ εἶναι ὥριμος ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία νὰ δεχθῇ τὸν περιορισμόν; Θεωρῶ ὡς εὐχάριστον σύμπτωσιν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν δημοσίαν γνώμην τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Πεσμαζόγλου, ὁ ὁποῖος πιθανῶς νὰ μὲ διακόψῃ, ἵσταται εἰς μίαν κοινωνικὴν θέσιν δεξιῶν ἀντιλήψεων....
§84Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ὄχι, δὲν εἶμαι τόσον δεξιός.
§85Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. .... ἡ ὁποία ὑποστηρίζει καὶ μίαν ἀριστερὰν ἀντίληψιν, τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς κοινῆς ἐν Ἑλλάδι. Τοῦτο εἶναι δεῖγμα ὅτι ἀνεξαρτήτως εἰς ποῖον κοινωνικὸν ἔδαφος ἵσταται, ἕνας ἄνθρωπος εἴτε εἰς τὴν Α εἴτε εἰς τὴν Β ἢ Ω, τὸ γεγονὸς ὅτι συμπίπτουν ὅλοι οἱ ἰδεολογικῶς χωριζόμενοι εἰς ἕνα κοινὸν σκοπὸν ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ δημοσία γνώμη ἔχει ἓν ἀνώτερον ἔδαφος ἀνθρωπισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκδηλώνεται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀπαίτησιν τὴν ὁποίαν ἐκφράζουν αἱ δυνάμεις αὐταὶ ὁμαδικῶς διὰ τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἔχομεν ἐπίσης μίαν ἄλλην ἐκδήλωσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὅτε ἐνώπιον τῶν ἐγκλημάτων τῶν καταχραστῶν, ἐναντίον τῶν ὁποίων ὁ δικτάτωρ ἐπέβαλε τὴν θανατικὴν ποινήν, συνεκινήθη τόσον πολὺ ἡ Ἑλληνικὴ Κοινὴ γνώμη καὶ τόσον ἐπιτακτικὴ ἀξίωσις ἠγέρθη. (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πολλῶν βουλευτῶν). Ἂν τὸ πρᾶγμα ἦτο ὀρθὸν ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς σκοπιμότητος, ἀσφαλῶς ἡ κοινὴ συνείδησις θὰ ἐπεκύρωνε τοῦτο. Ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξηγέρθη διὰ τὴν θανατικὴν ποινήν.
§86Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Διότι ἦτο ἀναδρομική.
§87Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Διὰ τὴν θανατικὴν ποινὴν ἐξηγέρθη. (Διαμαρτυρίαι ἔντονοι).
§88Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Διότι ἀναδρομικῶς ἐγένετο ἡ ποινή, δι’ αὐτὸ ἐξηγέρθησαν.
§89Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ διὰ τῆς διαμαρτυρίας μου νὰ φέρω ἀκριβῶς μίαν διαμαρτυρίαν κατὰ μιᾶς ὁμαδικῆς παραφροσύνης, ἡ ὁποία ἐπέχαιρεν ἐπὶ τῷ θεάματι τοῦ χυνομένου ἀθρόως αἵματος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐξάψῃ τὰ κατώτερα αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ παριστάμεθα πρὸ θεάματος, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ μόνον εἰς βαρβάρους καὶ μεσαιωνικὰς Κοινωνίας...
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λόγῳ τῆς πρωτοτυπίας.
§91Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ πρωτοτυπίας. Πρόκειται περὶ ἐξαπολύσεως ἐνστίκτων, τὰ ὁποῖα ἔχει καθῆκον ἡ Κοινωνία νὰ δαμάζῃ ἡ Πολιτεία δὲ πρὸ παντὸς νὰ ἀποτρέπῃ. Τὸ χύσιμον τοῦ αἵματος διὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς ἀντιθέτως ἐπιφέρει μίαν δηλητηριώδη ἐξέγερσιν τῶν ἐνστίκτων τῶν κακούργων. Εἶναι παρατηρημένον ὅτι πᾶσαν θανατικὴν ἐκτέλεσιν ἐπακολουθοῦν ἀποτρόπαια ἐγκλήματα.
§92Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Φαντάζεσθε ὅτι ὁ δικτάτωρ τότε θὰ ἠμποδίζετο ἐκ μιᾶς διατάξεως τοῦ Συντάγματος νὰ μὴ ἐκτελέσῃ μίαν θανατικὴν ποινήν;
§93Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Τοὐναντίον ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ διαμαρτυρία ἡ ἰδική μου σήμερον ἔρχεται ἵνα ἐπισημοποιήσῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῆς Κοινωνίας, διότι ἐκρέμασε δύο ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δυνατὸν νὰ ἦσαν καὶ ἀθῶοι.
§94Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἠγανάκτησεν ἡ Κοινωνία διὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἀλλὰ διότι ἀναδρομικῶς ἐπέβαλε μίαν ποινὴν μὴ νομοθετημένην. Ἐπιμένετε εἰς ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές.
§95Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Βλέπετε τὰ πράγματα ἀπὸ στενῆς νομικῆς ἀπόψεως. Δὲν θέλετε νὰ δώσητε τὴν δέουσαν ἐξήγησιν εἰς τὴν κοινωνικὴν ἐκείνην ἐξέγερσιν, ὅπως τὴν δίδω ἐγώ. Λέγω, κύριοι, ὅτι οὐδέποτε παρετηρήθη μετριασμὸς τῶν ἐγκλημάτων μετὰ θανατικὴν ἐκτέλεσιν. Τοὐναντίον μάλιστα τὴν ἐκτέλεσιν καταδίκης εἰς θάνατον ἐπηκολούθησαν πάντοτε κακουργήματα μεγίστης φρικαλεότητος. Ὥστε δὲν ἔχομεν οὐδὲ αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον, ὅτι διὰ τῆς τρομοκρατήσεως θὰ ἐπιβάλωμεν ἕνα περιορισμὸν τῶν ἀποτροπαίων ἐγκλημάτων.
§96Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐγίνοντο περισσότερα ἐγκλήματα, ἂν δὲν ἐγένοντο θανατικαὶ ἐκτελέσεις;
§97Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι λόγος, κ. Ὑπουργέ, νὰ θέλωμεν νὰ προφυλάξωμεν μίαν Κοινωνίαν μὲ μέσα τόσον ἀποτρόπαια, μίαν Κοινωνίαν, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται πολὺ ὁμαλῶς ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας Κοινωνίας.
§98Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχετε εἰς κανὲν μέρος ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου ἀποτροπαιοτέραν λῃστείαν τῆς Πέτρας;
§99Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἂν ἀναγνώσητε τὰ περίεργα τῶν ἐφημερίδων, θὰ ἴδητε ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν γίνονται λῃστεῖαι ἀποτροπαιότεραι καὶ μὲ μέσα ἀποτροπαιότερα. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπίσης.
§100Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς ποίαν ποινὴν καταδικάζει ἡ Ἀμερικὴ αὐτοὺς τοὺς λῃστάς;
§101Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἰς θάνατον. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ βελτίωσιν διὰ τῆς τρομοκρατήσεως. Τὸ ἔγκλημα τῶν Ρεντζαίων ἔγινε μετὰ τὰς ἐκτελέσεις τοῦ Παγκάλου. Πόσα ἄλλα ἐγκλήματα μετὰ τὰς ἐκτελέσεις αὐτὰς τοῦ Παγκάλου δὲν ἔλαβον χώραν διαδοχικῶς καὶ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ἀκόμη καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας;
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τρομοκρατοῦνται οἱ ἐγκληματίαι.
§103Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ λέγουν οἱ θέλοντες τὴν θανατικὴν ποινήν, διότι ἄλλην δικαιολογητικὴν βάσιν δὲν ἔχουν. Ἐγὼ δὲν λέγω αὐτό, ἀλλὰ λέγω ὅτι οἱ ἐγκληματίαι εἶναι ὁπωσδήποτε ἀσθενεῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὸ ἄλλο κοινωνικὸν περιβάλλον διὰ νὰ μὴ γίνωνται πρόξενοι βλάβης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμένον εἰς τὴν Κοινωνίαν νὰ μεταχειρίζεται τὸ ἴδιον μέσον, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται οἱ ἐγκληματίαι. Καὶ εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ εἴπῃ· κύριοι ἐγκληματίαι, παύσατε σεῖς πρῶτοι νὰ φονεύετε καὶ ἔπειτα θὰ παύσω καὶ ἐγὼ νὰ πολεμήσω μὲ τὰ ἴδια ὅπλα ἕνα ἐγκληματίαν, ἕνα ἀσθενῆ, ἀντικοινωνικόν, ἀνώμαλον ἄνθρωπον; Δὲν τὸ νομίζω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὀρθόν, καίτοι, κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζω καλὰ ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀποφασισμένη νὰ λάβῃ μίαν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἐναντίον ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς.
§104Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ μιᾶς Βουλῆς, ἡ ὁποία θεωρεῖ τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον καὶ ἂν ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ συντομεύσητε.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χρειάζονται μακρὰν ἀνάλυσιν. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν ἐξεδηλώθη, ἂν ὄχι ἀποτροπιασμός, τοὐλάχιστον δυσφορία διὰ τὰς θανατικὰς ἐκτελέσεις ἐπὶ δικτατορίας. Ἀλλ’ ὅπως βλέπω, ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ καταργήσῃ τὴν θανατικὴν ποινήν.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι σύμφωνος εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον ὅτι θὰ ἔπρεπε διὰ νομοθετικῆς μερίμνης ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰς θανατικὰς ἐκτελέσεις. Πρὸ ὀλίγου συνεννοήθην μὲ τὸν λαβόντα τὴν πρωτοβουλίαν ἐκ λόγων φιλανθρωπίας τῆς προτάσεως τῆς διὰ τοῦ Συντάγματος καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ δέχεται καὶ ὁ κ. Πεσμαζόγλου ὅπως ἀντὶ τῆς τροπολογίας αὐτοῦ γίνῃ δεκτὸν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ δύναται διὰ νομοθετικοῦ μέτρου νὰ ἀπαγορεύσῃ τὰς θανατικὰς ἐκτελέσεις. (Θόρυβος).
§108Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τὸν συμβιβασμόν, τὸν ὁποῖον προτείνει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι δὲν τὸν δέχομαι, διότι νομίζω ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐγκαινιάσῃ νέας μεθόδους Κυβερνήσεως, νὰ εὕρῃ καὶ ἕνα νέον τρόπον ἀνθρωπινοτέρας ποινῆς. Διατηρῶ λοιπὸν ὅλην τὴν ἀδιαλλαξίαν μου καὶ ἐπιμένω, ἀναλαμβάνων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πεσμαζόγλου ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ αὐτὴ ἡ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ τὸ δεχθῇ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν μία διαφωνία σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας.
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἀλεξᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§111Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ὁ τρόπος, κύριοι βουλευταί, μὲ τὸν ὁποῖον ἔνιοι ἐξ ὑμῶν ἐπισπεύδουν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐδόθη ἡ σημασία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Διότι, κύριοι, ἡμεῖς ὡς βουλευταί, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον τὰ ἐκλεκτότερα μέλη τοῦ λαοῦ, δὲν πρέπει παρόμοια ζητήματα, τοὐλάχιστον ὡς ἐπιστήμονες, νὰ τὰ συζητῶμεν, ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ συζητεῖ καὶ ὁ λοιπὸς κόσμος, ὅστις δὲν ἔχει τὸ εὐτύχημα νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν τάξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκομεν ἡμεῖς ἀπὸ ἀπόψεως ἀφ’ ἑνὸς πνευματικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχομεν καὶ ἰδιαιτέρως τοὐλάχιστον εἰς μίαν ἐποχὴν ἡ ὁποία εἶναι ἐποχὴ ἱστορική, ἐποχὴ ἡ ὁποία θὰ ἀφήσῃ σταθμόν, κύριοι βουλευταί, σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται πρὸς συζήτησιν, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχει μόνον τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς αὐτὸ οἱ προλαλήσαντες ρήτορες καὶ τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν πιθανὸν δίδουν τινὲς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὸ ταχύτερον νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν. Πρὸ παντὸς δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατόπιν τῆς καταργήσεως οἱασδήποτε μιᾶς καταστάσεως πολιτικῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία δὲν συνετάραξε μόνον τὴν συνείδησιν τὴν Ἑλληνικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, διότι ἔλαβον χώραν γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐστιγμάτισαν τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα ἔγραψαν μελανὴν σελίδα εἰς τὴν Ἱστορίαν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἐξηνάγκασαν λαοὺς προηγμένους, λαοὺς ἐξηυγενισμένους νὰ κατατάξουν τὴν Ἑλλάδα μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν τῶν μᾶλλον ἀπολιτίστων, τῶν μᾶλλον ἀγρίων, τῶν μᾶλλον ὀπισθοδρομικῶν.
§112Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε; Πρόκειται ὄχι περὶ τῆς καταργήσεως ἢ μὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Αὕτη κατηργήθη. Πρόκειται περὶ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων.
§113Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἀκριβῶς θέλω νὰ τονίσω, ἀδιαφορῶν διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα καὶ ἀδιαφορῶν διὰ τὰς περιπτώσεις διὰ τὰς ὁποίας ἐφαρμόζεται κατὰ τὸ Σύνταγμα— δύναται νὰ ἐφαρμόζεται κατὰ τὸ Σύνταγμα ἢ μὴ ἡ θανατικὴ ποινή—θέλω, λέγω, νὰ τονίσω, ὅτι κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον μετεπέσαμεν ἀπὸ μίαν περίοδον ἡ ὁποία ἀπὸ τοὺς πεπολιτισμένους λαοὺς ἔχει ἀναγνωρισθῆ καὶ ἐπισήμως ἔχει γραφῆ ὡς περίοδος ἀγριότητος καὶ βαρβαρότητος, εἰς μίαν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τοὐλάχιστον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι, ὡς εἶναι σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ μὲ τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἀνεστήλωσε διὰ τόσων ἀγώνων ὁ λαός, κατάστασιν πολιτισμοῦ καὶ ἡ ὁποία ἐγγυᾶται πρόοδον καὶ ἐξέλιξιν διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἀκριβῶς, κύριοι βουλευταί, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι ὁ Καταστατικὸς αὐτὸς Χάρτης πρέπει νὰ εἶναι μνημεῖον μεγίστης σοβαρότητος καὶ πρέπει ἀκριβῶς διὰ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς τοιούτου Καταστατικοῦ Χάρτου νὰ ἐμφανισθῶμεν ἀπέναντι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου τί εἴμεθα. Καὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, οἱ ἔχοντες ἀντίρρησιν διὰ τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀπαγορεύεται ὁπωσδήποτε ἡ ἐφαρμογὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἔφερον ὡς παραδείγματα τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη ἰδιαιτέρως σήμερον νὰ ὑφίσταται ἡ θανατικὴ ποινὴ κατόπιν τῶν τόσων ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διαπράττονται εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν. Καὶ εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. προλαλησάντων βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἀνέφερε πρὸ ἡμῶν καὶ τὴν ἐποχὴν τοῦ Παγκάλου, τὴν ἀγχόνην τοῦ Παγκάλου καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν συνησθάνθη ἐκ ταύτης ἡ Κοινωνία. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ μιᾶς τῶν πυλῶν τῆς Βουλῆς ἤθελεν εἰσελάσει ὁ θάνατος εἴτε ὑπὸ μορφὴν τοῦ Παγκάλου, εἴτε ὑπὸ μορφὴν οἱουδήποτε ἄλλου, ἀκολουθούμενος, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ ὁπλοφόρους καὶ ἀπειλήσῃ ἡμᾶς εἰς μίαν περίστασιν καὶ ἀξιώσῃ παρ’ ὑμῶν νὰ ψηφίσητε κάτι τι τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησις ἡμῶν θὰ ἔλεγεν ὅτι προδίδει καὶ καταστρέφει τὴν Πατρίδα ἡμῶν, θὰ φοβηθῆτε τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν θάνατον ἢ θὰ φοβηθῆτε τὴν συνείδησίν σας καὶ δὲν θὰ καταστῇ ἱκανὴ ἡ ἀπειλὴ νὰ σᾶς ἐξαναγκάσῃ νὰ πράξητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπιβάλλεται;
§114Χ. ΛΑΔΑΣ. Σᾶς ἀπήντησε ὁ κ. Παπαναστασίου πρὸ ὀλίγου.
§115Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Νὰ ἀπαντήσητε πρὸς τὸν κ. Παπαναστασίου ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία δὲν ἔχει τοιαῦτα παραδείγματα καὶ ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἑλλάδος οἱ ἱστάμενοι ὑψηλά, οἱ ἄνθρωποι οἱ ἔχοντες συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των, οὐδέποτε ἐφοβήθησαν πρὸ τοῦ θανάτου, εἴτε ἂν εὑρίσκοντο εἰς κατωτέραν θέσιν, εἴτε εἰς ἀνωτέραν. Καὶ εἶναι γνωστὸν τὸ παράδειγμα τοῦ ἀοιδίμου ἀρεοπαγίτου καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ δίδωμεν ἀπάντησιν εἰς τοιαῦτα παραδείγματα. Παρακολουθήσατε καὶ πεισθεῖτε ὅτι δὲν κάμνω οὐδεμίαν σύγχυσιν. Ὑπάρχει λοιπὸν ἡ συνείδησις—καὶ εἰς αὐτὸ ἤθελον νὰ καταλήξω—ἡ συνείδησις ἡμῶν καὶ ἡ συνείδησις ἀκόμη τῶν ἐγκληματιῶν, ἡ συνείδησις, αὐτὸ τὸ φαινόμενον τὸ δυσεξερεύνητον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐρευνᾷ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀπεφαίνετο εἰς ὡρισμένα ζητήματα, τὰ ὁποῖα συγχέονται μὲ τὴν ἀνθρωπίνην συνείδησιν. Ἂν θέλητε νὰ συζητήσωμεν διὰ τὴν συνείδησιν τῶν ἐγκληματιῶν, ἀναμφιβόλως θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καταλήγουν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ οὐδεμίαν ἐξασκεῖ ἐπιρροὴν εἰς τὸ νὰ ἀποτρέψῃ τὸν ἐγκληματίαν ἀπὸ τὸ ἔγκλημα. Πόσας ἔχομεν θανατικὰς ἐκτελέσεις τῶν τελευταίων χρόνων;
§116Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Καμμίαν.
§117Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Λησμονεῖτε τοὺς τουφεκισμοὺς τῆς Θεσσαλονίκης, κατόπιν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων διὰ πράξεις ληστρικάς; Ἔχομεν σειρὰν ἐκτελέσεων καὶ παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἀνεστάλη ἡ ληστεία. Καὶ ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην τοῦ τουφεκισμοῦ τοῦ Μπασιάκου διεπράχθη ἀγρία ληστεία ἐν μέσαις Ἀθήναις. Ὅσοι εἶσθε ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ ὅσοι ἀναγινώσκουν ἐφημερίδας ἐνθυμοῦνται αὐτὸ τὸ περίεργον περιστατικὸν νὰ διαπραχθῇ σοβαρωτάτη ληστεία ἐν μέσαις Ἀθήναις ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην τοῦ τουφεκισμοῦ τοῦ Μπασιάκου. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, πρὸ παντὸς πρέπει ἀπὸ μιᾶς ἄλλης ἀπόψεως νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Ἡ κατάργησις διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τῆς θανατικῆς ποινῆς εἶναι δεῖγμα πολιτισμοῦ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὑπῆρξε μία ἐποχή, ἡ ὁποία ἐστιγματίσθη, καθ’ ἣν ἐθανατώθησαν οἱ ἓξ πολιτικοὶ καὶ θὰ εἶναι αἰωνίως, κύριοι βουλευταί, ἐστιγματισμένη δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἐξιλέωσις εἶναι ἱκανή, οὐδὲν ἄλλο γεγονὸς νὰ μᾶς ἀποκαταστήσῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου εἰμὴ ὅταν ἀποφανθῶμεν ὅτι ἀποτροπιαζόμεθα τοῦ λοιποῦ γενικῶς τὴν θανατικὴν ἐκτέλεσιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§119Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Πεσμαζόγλου καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἑνιαίου μετώπου, νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ δοθοῦν μερικαὶ ἐξηγήσεις ὄχι ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινὴν ἐμφάνισιν, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίζομεν ἡμεῖς τὸ πρόβλημα τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Πεσμαζόγλου. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει μία βασικὴ ἀντίθεσις, διότι τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξάγῃ κανεὶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν θανατικὴν ποινήν, νὰ ταχθῇ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ποινῆς, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν θὰ σχηματίσῃ τις ἐπὶ τοῦ ἐγκλήματος, ἂν ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἔγκλημα ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὑποκειμενικὴν θέλησιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅτι ὑπάρχουν ἐκ φύσεως ἐγκληματίαι ἢ ἀπὸ λόγους κληρονομικούς, ἀσφαλῶς πρέπει νὰ εἶσθε ὑπὲρ τῆς θανατικῆς ποινῆς, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον περιστέλλεται τὸ ἔγκλημα. Ἂν ὅμως ἔχητε τὴν ἀντίθετον γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν καὶ ἡ ὁποία ἔχει μίαν βάσιν δικαιολογητικὴν σταθερωτέραν τῆς ἄλλης, ὅτι τὸ ἔγκλημα δὲν ἐξαρτᾶται καὶ δὲν γεννᾶται προτοῦ ἐκτελεσθῇ μέσα εἰς τὴν σκέψιν τοῦ ἐγκληματίου, παρὰ ἀπὸ λόγους καὶ αἴτια περιβάλλοντος μὴ ἐξαρτώμενα ἀπὸ τὴν θέλησίν του. Καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἀποδειχθῇ στατιστικῶς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἠμπορεῖτε νὰ πάρητε ἀπὸ ποῖα κοινωνικὰ στρώματα βγαίνουν οἱ ἐγκληματίαι καὶ ἀπὸ ποίας περιφερείας τῆς Ἑλλάδος—διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν συγκεκριμένως—καὶ θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι ἀπὸ ἀγροτικὰς περιφερείας, ὅτι τὰ περισσότερα τῶν ἐγκλημάτων ὅπως ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ληστεία ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν. Ἡ ἐξέτασις τῶν βασικῶν αὐτῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὸ ἔγκλημα, θὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἐξάγωμεν τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς δὲν δύναται νὰ περιστείλῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐγκληματικότητος, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς λόγους ἐντελῶς διαφορετικούς. Ποῖοι εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μας οἱ βασικοὶ αὐτοὶ λόγοι; Οἱ βασικοὶ αὐτοὶ λόγοι καὶ τοῦτο τὸ ἐξηκρίβωσα καὶ προσωπικῶς ἀπὸ ὡρισμένας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω κάμει κατὰ καιρούς, ὅπως καὶ σεῖς πιστεύω, ἀφοῦ ἄλλως τε πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους εἶναι καὶ νομικοὶ καὶ ἐκ πείρας γνωρίζουν αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι ὅτι οἱ μεγαλύτεροι ἐγκληματίαι διέπραξαν ἐγκλήματα ἀπὸ λόγους οἰκονομικῆς ἀνάγκης ἢ ἀπὸ γενικοὺς κοινωνικοὺς λόγους. Διότι, νομίζω, ὅτι ἡ ἀντίληψις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς τιμῆς εἶναι μιὰ κοινωνικὴ ἀντίληψις ἢ οἱασδήποτε ἄλλης παρομοίας φύσεως. Συνεπῶς, ἐφόσον τὰ βασικὰ αὐτὰ αἴτια εἶναι αἴτια κοινωνικῆς ἀνισότητος, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περισταλῇ καὶ νὰ ἐξαφανισθῇ τὸ ἔγκλημα ἐφόσον ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν τὸ ἔγκλημα, ὁσαδήποτε μέτρα καὶ ἂν ληφθοῦν πρὸς περιστολὴν τῶν ἐγκλημάτων. Ὑποστηρίζεται ἡ ἑξῆς ἄποψις· ὅτι, ἂν κατηργεῖτο ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, θὰ εἴχομεν περισσότερα ἐγκλήματα. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι μία ἁπλῆ ὑπόθεσις καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ σοβαρῶς ὅτι θὰ ἔχωμεν διπλάσιον ἀριθμὸν ἐγκλημάτων, ἂν καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή. Ἡ ἄποψίς μας εἶναι ὅτι τὸ ἔγκλημα ἀναπτύσσεται χάρις εἰς τὴν ὕπαρξιν κοινωνικῶν ἀνισοτήτων, αἱ ὁποῖαι βιάζουν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀναγκάζουν νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔγκλημα. Εἶναι φανερὰ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγῃ κανεὶς ὡς πρὸς τὴν θεραπείαν τοῦ ἐγκλήματος. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ τὰ ἐγκλήματα τῆς πολιτικῆς φύσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ ἂν ἀκόμη ἀνέγραφεν ἢ διέγραφε τὴν θανατικὴν ποινὴν ἢ ἂν δὲν ἀνέγραφε τὴν θανατικὴν ποινήν, νομίζω ὅτι αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι αὐταὶ ἐκτελοῦνται ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε ὑφισταμένων συνθηκῶν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ μὴ ἀναγραφὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν θὰ ἀποτρέψῃ κατὰ καιροὺς νὰ γίνουν θανατικαὶ ἐκτελέσεις. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα δυναμικὸν καὶ ζήτημα πολιτικοῦ συμφέροντος καὶ βεβαιότερον ἀκόμη κοινωνικοῦ συμφέροντος. Δηλαδὴ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἂν τὸ σημερινὸν κοινωνικὸν καθεστὼς αἰσθανθῇ ἕνα κίνδυνον ἀμέσου ἀνατροπῆς του ἀπὸ μίαν ἄλλην κοινωνικὴν τάξιν, ἀσφαλῶς θὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐκτέλεσιν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγράφει αὐτήν, τὴν θανατικὴν ποινήν. Δι’ αὐτὸ θεωρῶ τὴν ἀνησυχίαν τοῦ κ. Λαδᾶ ὡς μὴ δεδικαιολογημένην. Θὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ περισταλῇ ὁ κίνδυνος αὐτός, δηλαδὴ θὰ ἀμυνθῇ τὸ ὑπάρχον κεφαλαιοκρατικὸν καθεστὼς καὶ συνεπῶς ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν εἰς τὴν δεδομένην ἐκείνην στιγμὴν ἀναγράφεται ἢ ὄχι εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ πρέπει νὰ καταργηθῇ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας ἔχει τὸν λόγον.
§121Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ποσῶς, κύριοι βουλευταί. Ἠναγκάσθην ὅμως νὰ ἐγγραφῶ, διότι εἶδον ὅτι ἡ συζήτησις περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἔλαβε τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐφανταζόμην. Δικηγορῶν ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν καὶ παρακολουθῶν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ κοινωνικὰ ἀδικήματα, ἐθεώρησα ὡς καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν σκέψιν πολλάκις παρουσιασθεῖσαν εἰς ἐμέ, ὅτι ἐπὶ τῶν φρικωδεστέρων ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισύρουν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, γνωρίζομεν καλὰ ἡμεῖς, οἱ ἐν τοῖς ποινικοῖς δικαστηρίοις διαβιοῦντες, ὅτι μετὰ μεγάλης προσοχῆς, συνέσεως καὶ μετὰ μεγάλης δειλίας ἐφαρμόζεται ἡ ποινὴ αὕτη τοῦ θανάτου. Ἤμην πρόεδρος ἐνόρκων εἰς πρᾶξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι κατελήφθη εἷς ἔνορκος ὑπὸ λυγμῶν, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν ταύτην. Σᾶς λέγω μόνον ὅτι μετὰ μεγάλης περισκέψεως ἡ Δικαιοσύνη ἐπιβάλλει τὴν θανατικὴν ποινὴν καὶ εἰς τὰ φρικωδέστερα ἀκόμη τῶν ἐγκλημάτων. Ἀλλ’ ἡ προσπάθεια τῆς καταργήσεως τῆς ποινῆς κατὰ τὴν στιγμὴν μάλιστα ταύτην, καθ’ ἣν ἐκ ποικίλων λόγων εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους μας ὅτι ἡ ὕπαιθρος χώρα δὲν εὑρίσκεται ἐν ὁμαλότητι καταστάσεως, ἀποτελεῖ κίνδυνον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ διερμηνεύσω εἰς ὑμᾶς τὴν πίστιν μου ὡς ἐπιστήμων, ἀλλὰ καὶ τὴν γνώμην καὶ τὴν συνείδησιν, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ὃν ἐκπροσωποῦμεν, λόγῳ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, λόγῳ τῆς κακῶς, κατὰ τὴν ἐμὴν ἐπιστημονικὴν γνώμην, ἐφαρμοσθείσης ἀμνηστείας, λέγω τῶν ποικίλων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, εὐμενειῶν τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τοὺς ἐγκληματίας, ἐδημιουργήθη τοιαύτη κατάστασις ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ, ὥστε σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι, ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ ἐπίσημον τοῦτο συνέδριον ἐξαγγείλῃ τὴν ἰδέαν ἢ τὴν σκέψιν ὅτι πρόκειται νὰ διαγραφῇ ἡ θανατικὴ ποινή, βεβαιωθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἑπομένης θὰ θρηνήσητε θύματα ὄχι ὀλίγα. Παλαίομεν στῆθος πρὸς στῆθος διὰ νὰ συγκρατήσωμεν τὸ οἰκοδόμημα τὸ κοινωνικόν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ μου ἔλαβε χώραν ἀπαίσιον ἔγκλημα. Δύο χωρικοί....
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἴσχυεν ἡ θανατικὴ ποινὴ τότε.
§123Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος φρονεῖ ὅτι ἂν τυχὸν ὑπῆρξαν καὶ ἐγκλήματα ὅταν ὑπῆρχεν ἡ θανατικὴ ποινὴ διὰ τοῦτον τὸν λόγον πρέπει νὰ ἀφεθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης. Ἀλλ’ ἀφοῦ τώρα, ἰσχυούσης τῆς ποινῆς, δημιουργοῦνται αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, τί θὰ γίνῃ ἅμα καταργηθῇ αὕτη; Ἀλλὰ τότε καταργήσατε, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὰς σκέψεις αὐτὰς ὅλας τὰς ποινὰς καὶ διακηρύξατε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι εἶναι ἐλεύθερος νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει χωρὶς νὰ ἀπειλῆται ἀπὸ καμμίαν ποινήν, διότι εἶναι πεπολιτισμένος. Κύριοι, εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσωμεν. Θὰ παρακαλέσω δὲ θερμότατα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις προΐσταται λίαν ἐπαξίως τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὄχι μόνον σκέψις μὴ γίνηται περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον περὶ ἐξευρέσεως καὶ ἐφευρέσεως τρόπου, ὥστε ἡ Δικαιοσύνη αὐστηρότερον νὰ ἐφαρμόζηται καὶ νὰ ἐκτελῆται καὶ πρὸ παντὸς αἱ ποιναὶ νὰ μὴ ἐκμηδενίζωνται οὔτε διὰ τῶν ἀμνηστειῶν, οὔτε διὰ τῶν ἀναστολῶν, οὔτε διὰ τῶν χαρίτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα καὶ λέγω ὅτι ἂν καὶ ἐφόσον θελήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν σκέψιν παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Λαῷ ὅτι συζητοῦντες ἐδῶ ὑπὸ τὰ ἠλεκτρικὰ φῶτα τῆς αἰθούσης ρίπτομεν νέας ἰδέας περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἀποκαρδιωθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐκ τοῦ ἔργου ἡμῶν καὶ διὰ τοῦτο καταλήγων συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως πρὸς Θεοῦ μὴ δημιουργήσωμεν τοιαύτην τινὰ σκέψιν παρὰ τῷ λαῷ.
§124Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἐν καιρῷ πολέμου πῶς θὰ συγκρατήσωμεν τοὺς στρατιώτας ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ;
§125Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐφόσον ἡ διάταξις ἡ νομοθετικὴ εἶναι κανὼν δικαίου, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ καὶ νὰ φέρωμεν τὰς θεωρίας μας καὶ τὰς σκέψεις μας καὶ τὰς τοῦ σπουδαστηρίου ἡμῶν φιλολογίας καὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν κανόνα δικαίου εἰς ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν τὸν θέλει, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς φιλολογοῦντες θέλομεν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις πρὸς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§127Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν αὔριον, ὅτε θὰ ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς χρόνος. Σήμερον νὰ κηρύξωμεν τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως καὶ ἡ ψηφοφορία νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Αὔριον, αὔριον.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψηφοφορία ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10ην ὥραν μ. μ.
(Ὥρα 8.45′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.45′ μ. μ.)
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Τὰ ἄρθρα 9 καὶ 119 ἀναβάλλονται διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν, κατὰ παράκλησιν πολλῶν κ. κ. βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν ἀκόμη. Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ 22ου ἄρθρου. Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§131Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα δύο νέας προσθήκας. Ἡ πρώτη προσθήκη εἶναι ἡ περὶ ἀναθέσεως τῆς δαπάνης τῆς στοιχειώδους παιδείας εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις ἀκόμη δὲν ἐθεσπίσθη, διότι δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις κυρίως δύναται νὰ ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ἔθνους ὑπὸ τὸν ἀρχικὸν τύπον τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη διαβάθμισις τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ ἄλλη διαβάθμισις, ἡ νομαρχιακὴ αὐτοδιοίκησις, ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχει καὶ εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν μὲ ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν καιρῷ εὐθέτῳ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν. Ἡ αὐτοδιοίκησις ἡ νομαρχιακὴ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀφ’ ἑτέρου μέριμναν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐφθάνομεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀκμήν, ἂν ἐδημιουργοῦμεν μίαν τοιαύτην δευτεροβάθμιον αὐτοδιοίκησιν, ἡ ἀνάθεσις δαπανῶν εἰς αὐτὸν τὸν ὀργανισμὸν θὰ ἔπρεπε ἀπὸ τώρα νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Διότι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀποβλέπει ἡ προσφυγὴ αὐτὴ εἰς τὸ ἄρθρον, εἶναι ἡ δημιουργία νέων πόρων ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπως ἡ δευτεροβάθμιος αὐτοδιοίκησις θὰ δημιουργήσῃ ἀνάγκας καὶ θὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ἄλλους φόρους δι’ ἄλλους κλάδους ὑπηρεσιακοὺς κυβερνητικούς, οἱ ὁποῖοι σήμερον τροφοδοτοῦνται ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως εἶναι ἡ δαπάνη καὶ αἱ ἀνάγκαι ἄλλων τοπικῶν ἔργων. Διαβλέπω ὅμως ἀπὸ τώρα καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχητε καμμίαν δυσκολίαν νὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι ὅλοι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐπιβληθῆ καὶ μέλλουσι νὰ ἐπιβληθῶσι, θὰ διατίθενται διὰ τὰς γενικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, διὰ δὲ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἂν εἰσαχθῇ ἡ αὐτοδιοίκησις, ἐπίσης καὶ διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας κλπ. ὅμοια ἔργα, θὰ ἐπιβληθῶσιν ἄλλοι πρόσθετοι φόροι ἐκτὸς τῶν ἄλλων προσθέτων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τὸν τύπον λιμενικῶν, δημοτικῶν καὶ λοιπῶν φόρων καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν μίαν ἐπιβάρυνσιν ἄδικον τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε ὑπεβάλλετο εἰς μίαν φορολογίαν ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ φορολογία αὕτη ἐπρόκειτο νὰ τῷ ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὴν διοίκησιν εἰς ὅλους τοὺς δημοσίους κλάδους, τὴν ὁλικὴν εὐημερίαν διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ Τόπου, τῆς καλυτέρας συγκοινωνίας καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἔργων διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὅταν ὅμως ἀρχίζωμεν νὰ ἀφαιρῶμεν σιγὰ–σιγὰ ἀπὸ ἕνα κλάδον, τὸν ὁποῖον ἕως τώρα ἐτροφοδοτοῦμεν ἐκ τοῦ Κεντρικοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰς δαπάνας αὐτοῦ τοῦ κλάδου τὰς προσθέτομεν διὰ δημιουργίας νέων φόρων, εἴτε ποσοστῶν ἐπὶ τῶν νέων φόρων εἰς τὰς μελλούσας νὰ ἱδρυθῶσι δευτεροβαθμίους αὐτοδιοικήσεις, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὄχι μόνον ἡ ὁλικὴ ἐπιβάρυνσις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν θὰ δημιουργήσῃ μίαν ἀναστάτωσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ θεσμὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως, ὁ ὁποῖος θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐγκαρδίως καὶ ἐνθουσιωδῶς ἀσπαστὸς ἀπὸ τὸν λαόν, θὰ δημιουργήσῃ ἕνα ἀποτροπιασμὸν καὶ θὰ ἀποτύχῃ ἀπὸ τῶν πρώτων του βημάτων. Διότι ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις καθὼς δὲν ἀγνοεῖτε καὶ καθὼς δὲν εἶναι καθόλου εἰς ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ συμφωνήσητε μαζί μου, ἔχει φθάσει εἰς τὸ μὴ περαιτέρω τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ. Ἀπὸ αὐτῆς λοιπὸν τῆς ἀπόψεως θὰ ἤθελον αὐτὴ ἡ προσθήκη, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Σύνταγμα, νὰ μὴ ἐμφανισθῇ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, νὰ μὴ δώσωμεν δηλαδὴ ἀπὸ τώρα ἀφορμὴν εἰς τὸν Κεντρικὸν Προϋπολογισμὸν νὰ ἀρχίσῃ νὰ σκέπτεται ὅτι ὅλους τοὺς φόρους καὶ τὰς ἐπιβαρύνσεις τὰς ὁποίας ἔχει ἐπιβάλει μέχρι τοῦδε εἰς τὸν λαόν, δύναται νὰ τὰς διαθέσῃ εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ νομίζῃ ὅτι ὑποχρεοῦται τὸ Κράτος διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀναπτύξουν τὰς πλουτοπαραγωγικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Εἶναι μία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον καὶ διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελον νὰ μορφωθῇ μία γνώμη καὶ ἡ ὁποία, ἂν καὶ δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσῃ μέριμνάν τινα, διότι αὐτοδιοίκησις δὲν ὑπάρχει καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀμφίβολον ἂν θὰ ὑπάρξῃ τόσον προσεχῶς, μ’ ὅλα ταῦτα ἡ κεντρικὴ αὐτὴ ἰδέα τῆς μὴ περαιτέρω φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ νὰ διαπιστωθῇ, ἵνα ὅταν ποτὲ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ τὸν θεσμὸν τῆς δευτεροβαθμίου τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, μὴ καταστήσωμεν τὸν θεσμὸν ἀποκρουστικὸν καὶ ἀποτρόπαιον παρὰ τῷ λαῷ. Ἡ ἄλλη προσθήκη εἶναι τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὄχι τὸ κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ὁ καθορισμὸς τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ καὶ μίαν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἀρχικοῦ σημείου καὶ τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναθεωρηθέντος. Εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ὑπερημύνθη τῆς παλαιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία ἔθετεν ὡς ὅριον ὑποχρεωτικῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως τὴν ἑξαετίαν ἀντὶ τῆς τριετίας τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἀνέπτυξεν ἀρκετὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ κύκλου τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐπὶ τοῦ χρόνου ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ἐκπαιδευόμενος Ἕλλην πολίτης νὰ ἀποκτήσῃ τέλος πάντων μίαν ἐκπαίδευσιν. Ὡμίλησε ἐπίσης περὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ σχολικοῦ συστήματος τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος. Διότι, λέγει, εἰς τὴν Ν. Ἑλλάδα ἔχομεν ἑξαετίαν, ἐνῷ εἰς τὴν Π. Ἑλλάδα μένει ἡ τετραετία, μὲ τρία ἔτη Σχολαρχείου καὶ τέσσαρα ἔτη Γυμνασίου. Δὲν εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβὴς αὐτὴ ἡ διάκρισις μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος. Διότι εἰς τὰς Ν. Χώρας ὑπάρχει τὸ Σχολαρχεῖον, τὸ Σχολαρχεῖον τὸ ἴδιον τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος μέχρι πολλῶν ἐτῶν. Ὅταν δὲ ἐγένετο ἡ ἑξαετὴς ἀστικὴ σχολή, εἰσήχθη καὶ τὸ ἑξαετὲς Γυμνάσιον καὶ τοιουτοτρόπως τὰ ὅλα ἔτη τῆς κλασσικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐγένοντο μὲ δωδεκαετῆ χρονικὴν περίοδον καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα διετηρήθη ἡ ἑνδεκαετία. Διατί ἐγένετο τοῦτο; Διότι εἰς τὴν κλασσικὴν μόρφωσιν εἰς τὰς Ν. Χώρας προσετέθη καὶ ἀρκετὴ ὄχι ἐπαγγελματική, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐγκυκλοπαιδικὴ μόρφωσις διὰ τῆς εἰσαγωγῆς φυσικῶν μαθημάτων κλπ. Ἀλλ’ εἰς τὰς Ν. Χώρας ἐκτὸς τούτου ἐδόθη ἀνέκαθεν καὶ ἕνεκα τοῦ ξενοφώνου πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ηὐξήθη σήμερον καὶ διὰ τῆς ἀφίξεως τῶν ἐξ Ἀνατολῆς ἀδελφῶν μας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ξενόφωνοι κατὰ μέγα μέρος, ἐδόθη ἀρχῆθεν μεγάλη προσοχὴ εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον μονοετῆ ἢ διετῆ περίοδον προπαιδεύσεως ἐντελῶς πρακτικῆς, ἀποβλεπούσης εἰς τὴν γλωσσικὴν μᾶλλον διαμόρφωσιν τοῦ μέλλοντος μαθητοῦ. Εἰς τὰ νηπιαγωγεῖα οὔτε ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἔδωκε σημασίαν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν σχεδὸν τοιαῦτα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Ν. Χώρας, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὸ Κράτος τὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ τοιουτοτρόπως ἔχουσι καταργηθῆ, ἐνῷ ἔχομεν ἀπέλυτον ἀνάγκην τούτων καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ὅπου εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν ὁμιλεῖται ἡ Ἀλβανικὴ γλῶσσα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποδιαίρεσιν τοῦ συνόλου τῶν μαθημάτων, πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ τετραετῆ, δηλαδὴ ὅ,τι εἶναι τὸ Σχολαρχεῖον μὲ μίαν τάξιν περιπλέον, διὰ νὰ προφθάσωμεν νὰ διδάξωμεν τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τὸ Σχολαρχεῖον καὶ τὸ κυρίως Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τετραετές. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἑξαετῆ ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν. Συμφωνῶ λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου μὲ τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς 4 ἔτη καὶ ὄχι εἰς 6. Τώρα προχωρῶ εἰς τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως μέχρι τοῦ 18ου ἔτους, ἀλλὰ προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ σχολεῖον τεχνικὴ ἐκπαίδευσις, νομίζω ὅτι τὸ ὑποχρεωτικὸν ἐκεῖνο δὲν ἔχει κανένα τόπον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς κηρύξεως τοῦ πολίτου εἰς νεοσύλλεκτον νὰ τὸν θεωροῦμεν ὅτι ὑπόκειται εἰς ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι εἰς τὴν Πατρίδα μου, ὅπου κατὰ τὰ 99% εἶναι χωρικὸς πληθυσμός, ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ὁμαδικῶς ἐστάλησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον 30 πατέρες, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς φυλάκισιν καὶ πρόστιμον, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ κἂν ἡ ἡλικία τῶν παιδιῶν, τὰ ὁποῖα τὰ περισσότερα ἦταν κάτω τῶν 6 ἐτῶν. Εἰς τὰ μικρὰ κέντρα δὲν ἔχουν τὰ ὄργανα τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν καὶ εἰς τὰ μεγάλα. Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων διεμαρτυρήθησαν καὶ τὸ ζήτημα εὑρίσκεται ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦτο ἕνεκα τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ ἀστυνόμου, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ ἐφαρμόσουν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸν νόμον, χωρὶς νὰ ψυχολογήσωσιν οὔτε τὸν κόσμον, οὔτε τὰς περιστάσεις. Προκειμένου τώρα νὰ διατηρηθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ ἀνωτάτη ἐποπτεία ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν μίαν κατεύθυνσιν ἢ μᾶλλον νὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν εἰς τὰς ἄλλας πολλαπλᾶς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται εἰς τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης καὶ αἱ ὁποῖαι στεροῦν ἑκάστοτε τὴν ἐλπίδα κατὰ τρόπον πολὺ δυσάρεστον καὶ πολὺ ἐπιβλαβῆ διὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ εἰς τὰ παιδιά. Διότι, ἂν ἀνὰ δύο ἔτη ἀλλάσσουν γνώμην περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ πρέπῃ νὰ γίνεται ἡ διδασκαλία εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, τότε βεβαίως ἡ ἀμάθεια, ἡ ὁποία ἐπιπολάζει σήμερον, θὰ γίνῃ χρόνιον νόσημα. Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν διατύπωσιν ἐντὸς τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος, οὔτε ὡς πρὸς τὸ γλωσσικόν, οὔτε ὡς πρὸς τὸ ἐπιστημονικὸν καὶ τεχνικὸν μέρος, ἀλλ’ ἐφόσον ἐθεσπίσαμεν ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ μίαν ἐπίσημον θρησκείαν καὶ ἐφόσον εἰς ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε Συντάγματα ὑπάρχει καὶ σχετικὸν ἄρθρον περὶ τῆς ἐπισήμου γλώσσης, νομίζω ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἔχει τόπον μία προσθήκη μιᾶς παραγράφου περὶ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους. Δὲν ἐπιβάλλω ποτὲ τὴν γνώμην μου, οὔτε δύναμαι νὰ ἔχω τοιαύτην ἀξίωσιν, ἁπλῶς τὴν ὑποβάλλω καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ. Ἐπειδὴ ἡ ἐκπαίδευσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ παρὰ μὲ μίαν βάσιν γλωσσικὴν καὶ ἐπειδὴ ἡ βάσις αὕτη ἡ γλωσσικὴ δὲν εἶναι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ὁμιλεῖται παρ’ ὅλων μας καὶ παρ’ ἐκείνων ἀκόμη οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ὅπως καὶ ἐγὼ συνηθίζω νὰ ὁμιλῶ εἰς ἄλλην διάλεκτον ἀναλόγως τοῦ περιβάλλοντος, διότι κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν θὰ εἶναι τόσον σχολαστικός, ὥστε ὅταν ὑπάγῃ εἰς τὰ χωρία νὰ ὁμιλῇ τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν ἐδῶ, προτείνω, ἐφόσον ἔχομεν ἐπίσημον γλῶσσαν, νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὥστε νὰ ἔχωμεν μίαν βάσιν γλωσσικήν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς καθοδηγήσῃ περαιτέρω εἰς τὴν διαβάθμισιν ἑνὸς ἑνιαίου γλωσικοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ μὴ προσκρούωμεν κατὰ διετίαν ἢ τριετίαν εἰς διαφόρους τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι νὰ φθάσουν μέχρι τῆς πλήρους ἀγραμματωσύνης τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ στοιχειώδη καὶ πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὰ ἀνώτερα σχολεῖα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καμπάνης ἔχει τὸν λόγον.
§133Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ συζητήσω ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν, ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διαγραφομένων τῶν προσθηκῶν, διότι ἐθεωρήθησαν ὅτι αὗται εἶναι ἀντικείμενον νόμου, κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως μάλιστα τοῦ ἄρθρου 21. Θὰ ἐπεθύμουν μόνον ἵνα λείψῃ πᾶσα ὑπόνοια καὶ πᾶσα παρεξήγησις καὶ πᾶσα τυχὸν εἰς τὸ μέλλον καταστρατήγησις εἴτε ἐξ ἀμαθείας, εἴτε καὶ ἐξ ἐπίτηδες νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκπαίδευσις τελεῖ.... κλπ.» Ὁ κ. Μπούσιος ἔφερεν ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον καμίαν ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ, διότι δύναται ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις, ἐφόσον ὑπάρχει, νὰ θέλῃ νὰ κάμῃ μίαν ἐκπαίδευσιν ἢ οἱανδήποτε ἄλλην, νὰ δύναται νὰ τὴν διατηρῇ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς πόρων, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν εἴτε ὡς 2ον ἄρθρον νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ προσθήκη, εἴτε νὰ τεθῇ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις (ἀναγινώσκει): «Τὰ προγράμματα...»
§134Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ τεθῇ, ἀλλ’ ὄχι ὡς κείμενον.
§135Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὡς κείμενον, κ. Ὑπουργέ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ δεχθῆτε. Ἤθελον νὰ εἴπω καὶ τὸ ἄλλο· εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν τετραετῆ φοίτησιν....
§136Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δύναται νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, τοιουτοτρόπως δὲν γίνεται.
§137Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι, εἶναι καλύτερον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ παρεξήγησις, ἐφόσον σεῖς καὶ ὅλοι ἐδῶ ἔχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην, εἶναι ὠφέλιμον νὰ τεθῇ. Διὰ τὴν ἑξαετῆ φοίτησιν δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δύο κύκλων, ἀλλ’ ἐπιμείναμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τεθῇ ὡς κατώτερον ὅριον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοὐλάχιστον τετραετής, διότι, ἂν τεθῇ τετραετής, καταργοῦνται αὐτοδικαίως τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἔχομεν προσωπικὸν ἐπαρκὲς ὥστε καταργουμένων τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων νὰ δυνάμεθα τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ νὰ τὸ ἀναπληρώσωμεν; Ἐγὼ νομίζω ὄχι. Ἀλλὰ καὶ τὰ πράγματα λέγουσι τοῦτο, διότι οἱ δημοδιδάσκαλοι ἔχουσι λάβει ἐκπαίδευσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ἡ ἑξαετὴς ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ γίνῃ μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ὅτι, ἐφόσον οἱ μαθηταὶ φοιτοῦν εἰς σχολεῖον ἀνώτερον τοῦ δημοτικοῦ, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ φοιτήσουν εἰς 5ην καὶ 6ην τάξιν τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα δὲν καταργοῦνται διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν καταργοῦνται.
§139Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι ἐδῶ ἐκ διαφόρων ἐπιστημονικῶν ἀντιλήψεων ἀγόμενοι, εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τείνομεν. Εἰς οὐδένα δέχομαι κακὴν πρόθεσιν. Σύνταγμα εἶναι. Εὐτυχῶς δὲ παρίστανται ἐνταῦθα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός. Ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι ὀρθὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, παρακαλῶ νὰ τὰ δεχθῆτε καὶ νὰ λείψῃ κάθε συζήτησις διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§141Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπῆρξε μία διαφωνία ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς τετραετοῦς ἐκπαιδεύσεως. Εἶχον ἐπιμείνει εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὑποχρεωτικὴ ἡ ἑξαετής. Βεβαίως τὰ ἐπιχειρήματα ἅτινα ἀντέταξαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι ὑπῆρξαν, ὁπωσδήποτε, σοβαρά, φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ τετραετὴς φοίτησις μὲ τὴν κατάστασιν τῶν ἐκπαιδευτηρίων καὶ μὲ τὴν ἔλλειψιν τοῦ προσωπικοῦ δὲν δίδει οὔτε τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωσιν οἱ πολῖται τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς. Φρονῶ ὅτι ἀναγράφοντες εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ χρονικὸν ὅριον τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν πόσον εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ μόρφωσις, ἡ παρεχομένη εἰς τὰ παιδία, ἔχομεν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ὁρίσωμεν ὡς κατώτατον ὅριον τὴν ἑξαετῆ. Φυσικὰ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ φροντίσωσιν ὥστε νὰ καταστῇ πράγματι δυνατὴ ἡ ἑξαετὴς φοίτησις. Ὅταν λέγωμεν ὅτι ἡ Δημοτικὴ Ἐκπαίδευσις εἶναι ὑποχρεωτική, παρέχεται δωρεὰν καὶ παρέχονται ὅλα τὰ μέσα καὶ αὕτη δὲν δύναται νὰ γίνῃ, ἐπειδὴ ἔχομεν ἔλλειψιν προσωπικοῦ καὶ ἐκπαιδευτηρίων, φρονῶ ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ὁρίσωμεν ὡς κατώτερον ὅριον τὴν ἑξαετῆ. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίρρησιν τοῦ κ. Μπουσίου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ «τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως». νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Διότι ἐφόσον ἔχομεν ὡς ἀρχὴν καὶ κατεύθυνσιν τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἡ διάταξις εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν, δηλαδὴ τῆς καθιερώσεως τοῦ συστήματος τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Βεβαίως τὸ Κράτος παρέχει μόνον τὴν στοιχειώδη μόρφωσιν δωρεάν. Τὴν στιγμὴν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ βαδίσωμεν πρὸς μίαν ἀποκέντρωσιν ἢ αὐτοδιοίκησιν ἢ καὶ τὰ δύο, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἀναγκαία. Διότι δι’ αὐτῆς δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δίδωμεν μίαν κατεύθυνσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ ἡ ἐκπαίδευσις, δηλαδὴ νὰ παρέχῃ εἰς πάντας τοὺς πολίτας τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξ ἴσου. Ἀλλ’ ἐφόσον πρόκειται περὶ συμβουλευτικῆς διατάξεως μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διάταξις τῶν ἄρθρων, ὡς διετυπώθη ἐν ἀρχῇ, δὲν περιέχει σοβαρὰς ἀντιρρήσεις. Προκειμένου περὶ τοῦ ποῖον πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Συντάγματι τῆς τετραετοῦς ἢ ἑξαετοῦς, ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑξαετὴς ἐκπαίδευσις, πρέπει δὲ νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν δευτέραν συμπληρωματικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ καταστῇ ὑποχρεωτικὴ μέχρι τοῦ 18ου ἔτους τῆς ἡλικίας.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Στρατηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§143Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπιμονὴ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἑξαετοῦς ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, τιθεμένη εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διὰ νόμου παραμονὴ τῆς ἰσχύος ταύτης. Σήμερον ἀναμφισβητήτως τὸ ἐκπαιδευτικὸν πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου τείνει εἰς ἑξαετῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἑξαετῆ γυμνασιακήν, καταργουμένων τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦσιν εἰς κλασικὴν μόρφωσιν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι εἰς πᾶν ἄλλο ἢ διὰ κλασικὴν μόρφωσιν καὶ ἑπομένως αὐξάνομεν τὴν ἡμιμάθειαν. Τὸ ἐκπαιδευτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι τὸ ἑξῆς· νὰ ἔχωμεν ἑξαετῆ φοίτησιν εἰς τὸ πραγματικὸν δημοτικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ διδάσκῃ τὰς πρακτικὰς γνώσεις εἰς ἕνα μαθητήν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ ἑξαετὴς φοίτησις θεωρεῖται ἀνεπαρκής, εἶμαι σύμφωνος νὰ παρακολουθήσῃ τοῦτο μέχρις ἐνηλικιώσεώς του καὶ τὴν τριετῆ. Διότι τοῦτο τείνομεν νὰ παραδεχθῶμεν ἐν Ἑλλάδι καὶ θὰ γίνῃ δεκτόν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἑξαετῆ ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν νὰ ἔχωμεν τριετῆ. Λοιπὸν εἰς τὰς Ν. Χώρας ἔχομεν σήμερον πραγματικὴν ἑξαετῆ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἢ εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δημοτικὴ ἑξαετὴς ἐκπαίδευσις.
§144Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἐκπαίδευσιν.
§145Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπάρχουσα δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἑξαετής, διότι ἔχομεν ἑξαετῆ δημοτικὴν τοιαύτην καὶ ἑξαετῆ γυμνασιακήν. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὴν Π. Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἐκπαίδευσιν, διότι ἔχομεν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον καὶ εἰς τὰς περισσοτέρας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος ἔχομεν τετρατάξια σχολεῖα ὄχι ἕνεκα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διδασκάλων, διότι εἶναι δυνατὸν καὶ εἷς διδάσκαλος νὰ εἶναι καὶ εἰς τὰ τετρατάξια σχολεῖα, ἀλλ’ ἔχομεν τετραετῆ κύκλον φοιτήσεως. Τοῦτο εἶναι τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἂν ἀποτόμως κάμωμεν ἑξαετῆ τὴν δημοτικὴν ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν, εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ αὐτὸ προσωπικόν, ἴσως αὐξανόμενον κατά τι, νὰ θέσωμεν τὴν ἑξαετῆ ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ χωρέσωσιν οἱ οὕτως ὑποχρεωτικῶς φοιτῶντες μαθηταὶ εἰς τὰ αὐτὰ ἐκπαιδευτήρια. Θὰ ὑποχρεωθῶμεν λοιπὸν νὰ κατασκευάσωμεν νέα σχολεῖα, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ τοῦτο σήμερον καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διὰ λόγους οἰκονομικούς. Ἐπειδὴ ἀσφαλῶς εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν νὰ εἶναι ἑξαετὴς ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις, θὰ παρακαλέσω, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ προσθέσωμεν ὅτι ἡ ἰσχὺς τῆς ἑξαετοῦς ἐκπαιδεύσεως θὰ ἀρχίσῃ μετὰ τριετίαν.
§146Λ. ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ. Νομοθετικὸν Διάταγμα θὰ κάμωμεν ἢ Σύνταγμα;
§147Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Κρήτην ἔχομεν ἑξαετῆ δημοτικὴν ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν.
§148Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν.
§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ τέλος, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἄλλοτε, νὰ ληφθῇ κάποια μέριμνα.
§150Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τὸ κάμνομεν μεταβατικὴν διάταξιν, νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἑξαετῆ ὑποχρεωτικὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι μετὰ τριετίαν θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχύς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ σήμερον. Ἂν σήμερον μετατραπῇ ἡ ἐκπαίδευσις καθ’ ὑπόθεσιν, θὰ ἔχωμεν ἑκατὸν μαθητὰς μὲ τετραετῆ ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν, μὲ τὴν ἑξαετῆ δὲ ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν θὰ ἔχωμεν 150, δηλαδὴ εἴκοσι πέντε μαθητὰς εἰς κάθε τάξιν, διότι θὰ ἔχωμεν δύο τάξεις ἀκόμη. Ἑπομένως, ἂν τὸ δεχθῶμεν αὐτό, θὰ συσσωρευθῶσιν εἰς ἀνήλια, ὑγρὰ καὶ ἀκατάλληλα σχολεῖα μέγας ἀριθμὸς μαθητῶν. Ἡμεῖς λοιπὸν πρέπει νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κατασκευάσωμεν νέα σχολεῖα ἤ, ἐφόσον εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἀμέσως πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἰσχὺν τῆς διατάξεως τῆς ἑξαετοῦς ἐκπαιδεύσεως.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ εἴπω. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑπάρχουν πολλαὶ τροπολογίαι, διότι ἀξίζει πραγματικῶς πολλῆς προσοχῆς, ἀλλὰ τῶν περισσοτέρων τροπολογιῶν παρῃτήθησαν οἱ ὑποβαλόντες αὐτάς, διότι δὲν ἦσαν ὥριμα τὰ πράγματα, ὅπως γίνωσι δεκταὶ αἱ τροπολογίαι. Ἦτο πολὺ ἐνδιαφέρουσα π. χ. ἡ τροπολογία περὶ παροχῆς δωρεὰν βιβλίων εἰς τοὺς ἀπόρους μαθητάς, ἀλλ’ εἴπομεν νὰ διαγραφοῦν αἱ διατάξεις αἱ ἀποτελοῦσαι ἀντικείμενον ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς λεπτομερεστέρας. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία θεμελιώδης διάταξις περὶ τοῦ χρόνου τῆς φοιτήσεως εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι θεμελιώδης, διότι πρόκειται νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ ποσὸν τῆς μορφώσεως τῶν 8)10 τῶν παιδιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλους ὅσοι ὡμίλησαν ὅτι ἡ τετραετὴς δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκής. Δι’ ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα προχθὲς ἔδειξα ὅτι ἀπὸ τοὺς 600,000 μαθητὰς φοιτῶσι μόνον 510 χιλιάδες, αἱ 90 δὲ χιλιάδες φοιτῶσι εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ ἴσως εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Βλέπετε λοιπὸν ποίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ τετραετὴς ἢ ἑξαετὴς ἢ δεκαετὴς ἐκπαίδευσις. Ἀντετάχθη ὅτι λόγοι οἰκονομικοὶ ἐμποδίζουσι τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχουν λόγοι οἰκονομικοί, διότι οὐδεμία ἀνάγκη προσθέτου προσωπικοῦ ὑπάρχει, ἐπειδὴ ἡ ἑξαετὴς φοίτησις δύναται νὰ γίνῃ κάλλιστα καὶ ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται εἷς μόνον δημοδιδάσκαλος, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ πρᾶξις καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, εἰς τὰ πλεῖστα σχολεῖα τῶν Ν. Χωρῶν καὶ εἰς μερικὰ σχολεῖα τῆς Π. Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἀντετάχθη ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι εἶναι δυνατόν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ παιδιὰ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἀσκοῦνται καὶ εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἀνάγκη ἐξευρέσεως νέου χώρου. Ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὴ ἡ ἀνάγκη παρίσταται, νομίζω ὅτι, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, μὲ τὸ ὑπάρχον διδακτικὸν προσωπικὸν νὰ τύχωσιν 600,000 μαθηταὶ ἑξαετοῦς ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νομίζω, λέγω, ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἑξαετῆ ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος λόγος, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταργηθοῦν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη καταργήσεως τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων. Βεβαίως τὸ πρόγραμμα εἶναι ἑξαετὴς ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις, ἀλλ’ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ζητοῦμεν νὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ συνταγματικῶς αὐτὸ τὸ πρόγραμμα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν εἶναι νὰ ἠμποροῦν τὰ παιδιὰ αὐτὰ νὰ πηγαίνουν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, νὰ πηγαίνουν εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ἀλλὰ ἓξ ἔτη. Θὰ ἦτο δυνατὸν βεβαίως εἰς τὰ μέρη ὅπου ὑπάρχουν Γυμνάσια νὰ ἐλλείψουν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, διότι τὰ Γυμνάσια εἶναι ἑξατάξια καὶ οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ διαμαρτυρία ἀπὸ κανένα ἂν καταργηθοῦν καὶ νὰ κάμωμεν καὶ μίαν οἰκονομίαν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν· ὅτι, ἐφόσον οἱ μαθηταὶ φοιτῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὑποχρεοῦνται νὰ τελειώσωσι....
§153Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καὶ ὅτι διὰ τῆς ἑξαετοῦς φοιτήσεως εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα δὲν ἐπέρχεται αὐτοδικαίως ἡ κατάργησις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἐπειδὴ ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία.
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὐδεὶς κατήργησε τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀντιρρήσεις διὰ τὴν ἀνάθεσιν εἰς ὀργανισμοὺς τῶν αὐτοδιοικήσεων νομίζω ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἁπλᾶ. Ὑπάρχει ρητὴ διάταξις, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις γίνεται ἐπιμελείᾳ τοῦ Κράτους, ἡμεῖς προσεθέσαμεν ἢ τὸν ὀργανισμὸν τῆς αὐτοδιοικήσεως, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ παραγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα ὥστε τοπικοὶ ὀργανισμοί, αὐτοδιοικήσεις, νομαρχιακὰ Συμβούλια νὰ ἐπιμελῶνται ὄχι βεβαίως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι αὐτὰ τὰ δίδει τὸ Κράτος δωρεάν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἄλλων ἱδρυμάτων. Σᾶς λέγει δὲ τὸ ἑξῆς. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει μεγαλυτέρας ἐλπίδας νὰ ἀποκτήσῃ ἐπαγγελματικὴν καὶ γεωργικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τοὺς τοπικοὺς ὀργανισμούς, αὐτοδιοικήσεις, γεωργικὰ ἐπιμελητήρια καὶ ἐπαγγελματικὰ σχολεῖα. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀποκλείωμεν ὀργανισμοὺς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ Κράτος, αἱ κοινότητες καὶ οἱ ὀργανισμοὶ δὲν πρέπει νὰ παραμελοῦν κανένα κλάδον τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιῶται τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους νὰ ἔχωσιν ἰδιωτικὰ σχολεῖα. Ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς λέγω ὅτι ὀρθότατα πρέπει τὸ πρόγραμμα καὶ ἡ διδασκαλία εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑπόκεινται ἀπεριορίστως εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χαϊνόγλου ἔχει τὸν λόγον.
§156Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Θὰ ἀναπτύξω, κύριοι, ἐνώπιόν σας τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἡ παράταξις τοῦ ἑνιαίου μετώπου ἐργατῶν, ἀγροτῶν καὶ προσφύγων ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Βεβαίως ἡ παράταξις ἡμῶν ἔχει συγκεκριμένας ἀπόψεις, τὰς ὁποίας θὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐφαρμογήν. Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὰς εἰδικὰς τροπολογίας, ἃς ἡ παράταξις ὑπέβαλεν, ἐπιθυμῶ νὰ θίξω ἓν βασικὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται ἡ κοινωνικὴ ἐν γένει θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν. Εἶναι γεγονὸς δεκτὸν πάσης ἀμφιβολίας ὅτι τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἰδεῶδες, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε οἱ ἄνθρωποι ἔθεσαν πρὸ αὐτῶν, δὲν ἦτο τὸ ἴδιον κατὰ διαφόρους ἐποχὰς καὶ κατὰ διαφόρους κοινωνικὰς τάξεις, ἔστω εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐποχήν. Τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἰδεῶδες ἀσφαλῶς, τὸ ὁποῖον εἶχον ἔμπροσθέν των οἱ ἀριστοκράται τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, δὲν ἦτο τὸ αὐτὸ μὲ τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἰδεῶδες τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐνώπιόν του καὶ ἐπεδίωκε νὰ πραγματοποιήσῃ ὁ κλῆρος τοῦ Μεσαίωνος, ὅπως τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἰδεῶδες, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της ἡ καπιταλιστικὴ τάξις τῆς σημερινῆς Κοινωνίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἰδεῶδες μιᾶς ἄλλης τάξεως, τῆς ἐργατικῆς π. χ. Συνεπῶς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ ζήτημα ἐκπαιδεύσεως κοινωνικῆς ἀποβλεπούσης εἰς ἐκπαιδευτικὰ ἰδεώδη τοῦ συνόλου τῆς Κοινωνίας, ἀλλὰ τοὐναντίον μᾶλλον θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐκπαιδεύσεως ταξικῆς, περὶ ἐκπαιδευτικῶν ἰδεωδῶν, τὰς ὁποίας τάξεις ὡρισμέναι θέτουν ἐνώπιόν των κατὰ ὡρισμένην ἱστορικὴν ἐποχήν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νομίζομεν ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἡ κρατοῦσα ἑκάστοτε δὲν δύναται ἢ νὰ ἀντανακλᾷ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἰδεώδη, τὰ συμφέροντα, τὴν ἰδεολογίαν ἐν γένει τῆς ἑκάστοτε κρατούσης τάξεως. Δὲν δύναται ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νὰ ὑπάρξῃ οὐδέτερον σχολεῖον, οὔτε κοινωνικὸν σχολεῖον, τοῦ ὁποίου οἱ σκοποὶ θὰ συνταυτίζοντο ἀπολύτως πρὸς τοὺς σκοποὺς τοῦ συνόλου τῆς Κοινωνίας, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ταυτοσήμων σκοπῶν τοῦ συνόλου τῆς Κοινωνίας. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐκφέρω μίαν γνώμην ἢ μᾶλλον ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν τὸ τελευταῖον Δʹ Συνέδριον τῶν ἐργατῶν ἐν Βιέννῃ ἔλαβεν καὶ νομίζω ὅτι ἡ γνώμη αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν κῦρος πανθομολογούμενον, διότι προέρχεται ἀπὸ μίαν ὀργάνωσιν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐνέχει μίαν ἰδιαιτέραν σημασίαν ἡ ἀπόφασις. Κύριοι, μία ὁμὰς προοδευμένων μεταρρυθμιστῶν τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ Χώρᾳ αὐτῇ εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκπαιδευτικὸν εἰς τὸ περιοδικὸν «Ἀναγέννησις» καὶ τὸν ἐκπαιδευτικὸν ὅμιλον, τὸν πολὺ γνωστόν, εἰς τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον τελευταίως ἔθεσαν ἐπὶ τῇ προϋποθέσει μιᾶς εὐρυτέρας ἐκπαιδευτικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν αὐτὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐξέθεσεν εἰς τὸ περιοδικόν της, ἀναφέρει συγκεκριμένως τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκπαίδευσις, ἡ παιδεία ἀπὸ ταξικὴ ποὺ εἶναι σήμερον ὑπηρετῶντας τὸ συμφέρον πρέπει νὰ γίνῃ κοινωνική, ἀληθινὰ ἐθνική, δηλαδὴ ὑπηρετικὴ ὅλου τοῦ Ἔθνους».
§157Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Μὲ ποίαν παιδείαν ἐμορφώθητε καὶ δύνασθε νὰ ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοιούτου θέματος καὶ τόσον ὡραῖα μάλιστα;
§158Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ἡ «Ἀναγέννησις» δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν ἔννοιαν. Σᾶς λέγω ὅτι κάμνετε χρῆσιν ἑνὸς προγράμματος, τὸ ὁποῖον δὲν συμπίπτει μὲ τὰς ἰδέας σας.
§159Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ἀκριβῶς αὐτὸ θὰ εἴπω. Ἂν ἔχητε ὀλίγην ὑπομονήν, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν συμφωνῶ. Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς ὁμάδος αὐτῆς τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, ἡ ἐκπαίδευσις σήμερον εἶναι ταξική, ἐξυπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα τῆς ὀλιγαρχίας. Μᾶς ἀρκεῖ τὸ πρῶτον μέρος τῆς διαβεβαιώσεως, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν ταξικὸν χαρακτῆρα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀφίνομεν εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς τὴν οὐτοπίαν ἑνὸς κοινωνικοῦ σχολείου, ἑνὸς ἐθνικοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους.
§160Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Πῶς τὸ ἐννοεῖτε σεῖς;
§161Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Κύριε βουλευτά, ἐννοοῦμεν τὴν Κοινωνίαν διῃρημένην εἰς τάξεις, ἐννοοῦμεν δὲ τὴν ἐκπαίδευσιν ὡς ἓν κοινωνικὸν φαινόμενον, κοινωνικὸν δὲ φαινόμενον εἰς Κοινωνίαν τάξεων δὲν δύναται νὰ ἐκφύγῃ τῆς πάλης τῶν τάξεων, ἀποκτᾷ χαρακτῆρα ταξικὸν καὶ ἐκπροσωπεῖ τὰ συμφέροντα καὶ τὸ ἰδεῶδες τῆς κρατούσης τάξεως. Κατόπιν τῆς γενικῆς αὐτῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐνώπιόν σας ἐν σχέσει μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀντιμετωπίζομεν τὸ πρόβλημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον αἱ τροπολογίαι αὐταὶ ἐνέχουν. Ὅπως σᾶς εἶπον, δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν σημερινὴν Κοινωνίαν νὰ ὑπάρξῃ σχολεῖον οὐδέτερον, σχολεῖον κοινωνικόν, τοῦ ὁποίου τὰ ἰδεώδη θὰ συνταυτίζωνται πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἐργαζομένων μαζῶν. Νομίζομεν ὅτι πᾶσα ἐκπαίδευσις, οἱαδήποτε μεταρρυθμιστικὰ μέσα διαθέτει εἰς τὴν σημερινὴν Κοινωνίαν μοιραίως λαμβάνει ταξικὸν χαρακτῆρα καὶ δὲν θὰ δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐργαζομένων μαζῶν. Αἱ τροπολογίαι μας ἐνέχουν τὸν χαρακτῆρα τοῦτον τοῦ νὰ δώσουν εἰς τὰς ἐργαζομένας μάζας ὡρισμένα ὠφελήματα, ὡρισμένας κατακτήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ τοὺς χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν πάλην τὴν κοινωνικήν, τὴν ὁποίαν διεξάγουν ἐντὸς τῆς Κοινωνίας ταύτης καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψουν εἰς αὐτὰς ν’ ἀποκτήσουν τὰ ἐφόδια διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀντεπεξέλθουν εἰς τὴν πάλην αὐτῶν. Ποῖα ὅμως, κύριοι, θὰ ἦτο μία ἐκπαίδευσις συνεπὴς πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἐργαζομένων, τὴν ὁποίαν οἱ ἐργαζόμενοι ὅταν μίαν ἡμέραν ἔλθωσιν εἰς θέσιν νὰ κανονίσωσι μόνοι των τὰς τύχας των θὰ ἐφαρμόσουν; Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐνέχει μεγάλην σημασίαν τὸ πρᾶγμα, διότι ἤδη ἀπαντῶμεν γόνιμον ἐφαρμογὴν τῆς συνεποῦς αὐτῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐργαζομένων τάξεων εἰς τὴν Ρωσσίαν. Κύριοι, ἤδη ἀπὸ τοῦ 1848 ὁ Μὰρξ εἰς τὸ κομμουνιστικὸν μανιφέστον διεκήρυξε τὴν θεωρίαν ἑνὸς σχολείου παραγωγικῆς ἐργασίας. Ἡ γόνιμος αὐτὴ ἰδέα σήμερον ἐφαρμόζεται καὶ σήμερον ἀποδίδει τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους παρ’ αὐτῆς ἀναμένουν οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὴν Ρωσσίαν, ὅπως σᾶς εἶπον. Ποῖος ὅμως εἶναι ὁ χαρακτὴρ μιᾶς τοιαύτης ἐκπαιδεύσεως, μιᾶς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐργαζομένων μαζῶν; Δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ, θὰ ἀφήσω νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ μία τῶν διαπρεπεστέρων ἐκπαιδευτικῶν φυσιογνωμιῶν τῆς Ρωσσίας τῶν Σοβιὲτ (ἀναγινώσκει). Εἶναι τὸ ἐπιστημονικὸν πνεῦμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διαπνέεται ἡ ὅλη ἐκπαίδευσις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέλους. Μία τοιαύτη ἐκπαίδευσις τελείως στηριζομένη ἐπὶ τῶν ταξικῶν συμφερόντων τοῦ προλεταριάτου δὲν θὰ ἠδύνατο παρὰ νὰ εἶναι βαθεῖα ἀνθρωπιστική, δεδομένου ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις ἐπιδιώκουσα νὰ καταλάβῃ τὴν Ἐξουσίαν, ἐπιδιώκουσα νὰ διαρρυθμίσῃ τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς συμφώνως πρὸς τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα δὲν ἀποβλέπει εἰς σκοποὺς ἀποκλειστικῶς στενοὺς ταξικοὺς ἰδικούς της, ἀλλὰ περιλαμβάνει τοὺς πόθους καὶ τὰ συμφέροντα πλειοτέρων ἐργαζομένων στρωμμάτων τοῦ πληθυσμοῦ, τὰ ὁποῖα καταπιέζονται ἀπὸ τὴν σημερινὴν κρατῶσαν τάξιν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ καθιέρωσις πλατυτέρας ἐκπαιδεύσεως θὰ ἦτο κατὰ πολὺ ἀνθρωπιστικωτέρα τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας σήμερον διατυμπανίζουν οἱ μικροαστοὶ τῆς σημερινῆς ἐκπαιδεύσεως. Κύριοι, ὑπεβάλαμεν μίαν τροπολογίαν σχετικὴν μὲ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὑπεστηρίξαμεν ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις πρέπει νὰ ἀσκεῖται ὑπὸ μικτῶν αἱρετῶν ὀργάνων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῶν ὠργανωμένων ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας τὰ ὠφέλη τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ ἀποκομίσῃ ἡ ἐκπαίδευσίς μας ἀπὸ μίαν συνεχῆ παρακολούθησιν ἐκ μέρους τῶν ἐργαζομένων στρωμμάτων τοῦ πληθυσμοῦ κρίνω περιττὸν νὰ ἀναφέρω, διότι νομίζω ὅτι ἡ ὠφέλεια αὐτὴ εἶναι πασιφανής. Τί χαρακτηρίζει σήμερον τὴν θέσιν τῶν ἐργαζομένων μαζῶν ἀπέναντι τῆς ἐκπαιδεύσεως; Ὁ ἀπόλυτος ἀποκλεισμός. Δὲν κάμνομεν, κύριοι, τοὺς ἐργαζομένους νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων των. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο σημεῖον τῆς τροποποιήσεως, τὴν παρακολούθησιν καὶ τὸν ἔλεγχον, διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ μέρους τῶν ὠργανωμένων ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, θὰ ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο· ποία εἶναι σήμερον ἡ θέσις τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν ἀπέναντι τοῦ κρατοῦντος ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος; Δὲν θὰ ἤμην ἐντὸς τῆς ἀληθείας ἂν ὑπεστήριζον ὅτι ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι τελείως μηχανικὴ καὶ τελείως παθητική. Δίδομεν μίαν ἐπίσημον ἐκπαίδευσιν, δίδομεν ἓν ἐπίσημον ἐκπαιδευτικὸν πρόγραμμα εἰς τὸν ἐκπαιδευτικὸν λειτουργὸν καταρτισθὲν μακρὰν αὐτοῦ, ἐκτὸς τῆς δημιουργικῆς πρωτοβουλίας αὐτοῦ καὶ τῷ ἐπιβάλλομεν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ προγράμματα αὐτά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ προγράμματα αὐτὰ ἀπὸ τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ξένοι, οἱ ὁποῖοι τελοῦσι μακρὰν ὅταν συντάσσωμεν τὰ ἐκπαιδευτικὰ αὐτὰ προγράμματα.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς πρέπει νὰ γίνεται, κύριε συνάδελφε;
§163Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Ἡ τροπολογία μας ἀκόμη λέγει τὰ ἑξῆς· ἄσκησις ἐκπαιδεύσεως, ἔλεγχος καὶ παρακολούθησις αὐτῆς ἐκ μέρους αἱρετῶν ὀργάνων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῶν ὠργανωμένων ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν. Ἐπίσης ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον συνετάχθη τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος δεικνύει μίαν προσπάθειαν δημοκρατοποιήσεως τῆς παιδείας, νὰ ἐμφανισθῇ ἡ παιδεία ὅσον οἷόν τε δημοκρατική, περικλείουσα τὸ σύνολον τῆς Κοινωνίας. Ἐν τούτοις μία καθιέρωσις τῆς συνολικῆς αὐτῆς ἐκπαιδεύσεως ἄνευ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως, ἡ ὁποία εἶναι αὐταπάτη μὲ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐκπαίδευσιν, δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς μία εἰρωνεία, κύριοι, εἷς σαρκασμὸς εἰς τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῶν μαζῶν, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοοῦμεν ὅτι αἱ μεγαλύτεραι μάζαι τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ στεροῦνται καὶ τοῦ ἄρτου καὶ τῶν ὑποδημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ δώσουν εἰς τὰ παιδιά των νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ σχολεῖον. Πρέπει νὰ δώσωμεν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις θὰ εἶναι γόνιμος, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἄρωμεν τὴν δυσπιστίαν ἀπὸ τὸν λαὸν τὸν ἐργαζόμενον, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀπέναντί μας, διότι οὐδέποτε ἄλλως θὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασίν του. Κύριοι, ἐπὶ χιλίων κατοίκων εἰς τὴν Ἑλλάδα 200 περίπου παιδιὰ πρέπει νὰ ἀναλογοῦν εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα φοιτοῦν μὲν 78 παιδιά, εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὴν ἀπολίτιστον φοιτοῦν 119. Διαθέτομεν, κύριοι, τὰ 2.8% τοῦ Προϋπολογισμοῦ μας διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐνῷ εἰς τὴν Βουλγαρίαν διαθέτουν τὰ 6%, εἰς τὴν Σερβίαν 8% καὶ εἰς τὴν Ρουμανίαν 9%. Ἀπέναντι τῶν 270 ἑκατομμυρίων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν 218 ἑκατομμυρίων τῆς μέσης διαθέτομεν 2½ δισεκατομμύρια διὰ τὰς πολεμικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κατόπιν αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν σοβαρῶς περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐκτὸς ἂν δι’ αὐτῆς ἐννοοῦμεν τὴν κρατοῦσαν μάστιγα κατὰ πτωχῶν γονέων ἐκ μέρους τῶν εἰρηνοδικῶν κλπ., περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν οἱ προλαλήσαντες κ. κ. βουλευταί. Κύριοι, εἰς ἓν τελευταῖον συνέδριον τῶν διδασκάλων τῆς Ἀγγλίας ὁ πρόεδρος τοῦ συνεδρίου εἶπε τὰ ἑξῆς· ἓν Κράτος ποὺ ἐξοδεύει 615 λίρας δι’ ἕκαστον νέον ἀξιωματικὸν τῆς ἀεροπορίας, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λυπᾶται τὰς 11 λίρας καὶ 5 σελλίνια τὰ ὁποῖα διαθέτει δι’ ἕκαστον μαθητὴν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Κύριοι, 11 λίρας καὶ 5 σελλίνια διαθέτουν δι’ ἕκαστον μαθητὴν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἐδῶ διαθέτομεν μίαν λίραν καὶ 5 σελλίνια. Κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ σχολεῖον τὸ ὁποῖον σήμερον ὑποστηρίζομεν ὡς μίαν μερικὴν διεκδίκησιν ὠφέλιμον πρὸς τοὺς ἐργαζομένους; Εἶναι τὸ σχολεῖον ἐργασίας. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ὅταν ἀνέπτυσσε τὰ σχετικὰ μὲ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ἔκαμεν ὑπαινιγμοὺς ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχολεῖον ἐργασίας. Κύριοι, τὸ σχολεῖον ἐργασίας εἶναι κατάκτησις, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν σύγχρονοι ἀστοὶ ὀπαδοὶ τῆς νεωτέρας μεταρρυθμίσεως, εἶναι μία κατάκτησις τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ κατοχυρώσωμεν συνταγματικῶς, διότι εἶναι μία κατάκτησις τὴν ὁποίαν....
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε βουλευτά, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ σχολείου ἐργασίας, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει μεγάλη ἀντίδρασις διὰ τὴν ἑξαετῆ στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, νομίζετε ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν διὰ τὸ σχολεῖον ἐργασίας καὶ διὰ παροχὴν τροφείων εἰς ἀπόρους μαθητάς; Αὐτὰ ὑπῆρχον εἰς τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα, ἀλλὰ διεγράφησαν, πρέπει νὰ κάμωμεν ἀμοιβαίας ὑποχωρήσεις διὰ νὰ κάμωμεν κάτι. Ἐγὼ εἶμαι θιασώτης τοῦ σχολείου τῆς ἐργασίας.
§165Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Πάντως θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω ὅτι πράγματι εἶναι θιασώτης τοῦ σχολείου ἐργασίας, ἀλλὰ δὲν ὑποστηρίζει τὴν συνταγματικὴν κατοχύρωσιν αὐτοῦ. Προβαίνει εἰς παραχωρήσεις αἱ ὁποῖαι ἀντιτίθενται πρὸς τὸ συμφέρον δυστυχῶς τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Ἐπίσης εἶναι ὑπὲρ τῆς παροχῆς δωρεὰν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους σχολικῶν μέσων, ἀλλὰ δὲν ὑποστηρίζει καὶ αὐτὸ νὰ κατοχυρωθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Κύριοι, δὲν θὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας προτείνομεν. Ὅλαι αἱ μεταρρυθμίσεις διέπονται ἐκ τοῦ ἑξῆς πνεύματος, ὑπὸ τοῦ πνεύματος νὰ καταβιβάσωμεν τὸ σχολεῖον ἀπὸ τὰς ἐδαφικότητας τοῦ ἰδανισμοῦ, νὰ τὸ τοποθετήσωμεν μέσα εἰς τὴν σύγχρονον πραγματικότητα, νὰ τὸ σώσωμεν ἀπὸ τὴν λογοκοπίαν καὶ λογοπληξίαν καὶ νὰ τὸ τοποθετήσωμεν μέσα εἰς τὰ πράγματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἀντλῶσι δυνάμεις τὰ παιδιὰ τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. Ἓν ἄλλο σημεῖον θέλω νὰ θίξω τώρα. Ἂν αἱ γενικαὶ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπεβάλαμεν σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀφοροῦν γενικὰς κατακτήσεις, μία εἰδικὴ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλομεν ἀφορᾷ τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σχολείου ἀπὸ ἕνα κύκλον ἰδεῶν καὶ ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀνομάζονται προγονοπληξίαι ἢ εὐφημότερον ἁγία παράδοσις καὶ τῶν ὁποίων τὸ κίνητρον ἢ μᾶλλον ἡ ἔκφρασις εὑρίσκεται εἰς τὸ λεγόμενον γλωσσικὸν ζήτημα. Ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, διότι νομίζω ὅτι τὸ μόνον ἐπιστημονικόν, ἐπιστημονικώτατον μάλιστα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀπομένει ἐναντίον τῆς δημοτικῆς γλώσσης, εἶναι τὰ Μαρασλιακὰ καὶ ἄλλαι παρομοίου εἴδους ἠλιθιότητες. Κύριοι, ὑποστηρίζων τὴν συνταγματικὴν κατοχύρωσιν τῆς δημοτικῆς γλώσσης προηγουμένως ὁ κ. Μπούσιος εἶχεν εἰπῆ ὅτι πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὴν γλῶσσαν τῆς ἐκπαιδεύσεως ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν συχνὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ γλωσσικοῦ μας ζητήματος. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὴν γλῶσσαν τῆς ἐκπαιδεύσεως ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν συχνὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ γλωσσικοῦ μας ζητήματος. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὴν δημοτικὴν καὶ ὄχι τὴν καθαρεύουσαν. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω κάτι ἀκόμη.
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι τὴν προσβάλλετε τοιουτοτρόπως τὴν γλῶσσαν αὐτήν. Δὲν ἔχει ἀνάγκην κατοχυρώσεως ἡ δημοτική, εἶναι μία ζωντανὴ γλῶσσα, ἡ ὁποία θὰ κατισχύσῃ καὶ θὰ βασιλεύσῃ.
§167Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Οἱ ὀπαδοὶ τῆς ζωντανῆς αὐτῆς γλώσσης ὀφείλουν νὰ τὴν κατοχυρώσουν.
§168Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἶναι τόσον ριζωμένη, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην κατοχυρώσεως.
§169Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Κύριοι, αἱ λοιπαὶ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν, ἀφοροῦν τὴν αὐτόνομον ἐκπαίδευσιν τῶν μειονοτήτων, ἀφορῶσαν τόσον τὴν γλῶσσαν ὅσον καὶ τὰς ἰδιαιτέρας παραδόσεις τὰς ἐθνικὰς τῶν μειονοτήτων αὐτῶν καὶ τέλος μία τροπολογία ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας νὰ ἱδρύσουν σχολεῖα ἰδιωτικά.
§170Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑπάρχει αὐτό.
§171Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ἐνώπιόν σας τὰς προσπαθείας αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καταβάλλονται ἐκ μέρους τῶν ἐργατικῶν ὀργάνων τῆς Εὐρώπης, νὰ ἱδρύουν σχολὰς διὰ τὰ παιδιὰ τῶν ἐργατῶν, σχολὰς αἱ ὁποῖαι διέπονται ἀπὸ ἓν πνεῦμα ἐφοδιασμοῦ τῶν παιδιῶν τῶν ἐργατῶν μὲ ὅλα τὰ ἐφόδια τὰ ὁποῖα τοὺς χρειάζονται εἰς τὴν πάλην τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, ἂν καὶ πολὺ ὀλίγον πιστεύω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅτι δὲν θὰ συναντήσῃ ἀντίδρασιν μία τοιαύτη προσπάθεια ἐκ μέρους τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων, διότι δυστυχῶς καὶ τοιαῦτα ἀκόμη παραδείγματα μᾶς πείθουν περὶ τοῦ ἐναντίου. (Χειροκροτήματα).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§173Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Κύριοι βουλευταί, ὀλίγας μόνον λέξεις καὶ τὰς λέξεις αὐτὰς μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι τὰς ἐκφέρω ὑπὸ τὴν ἁπλῆν ἰδιότητα βουλευτοῦ. Ἂν δὲν ἀνήρχετο τὸ βῆμα ὁ τελευταῖος λαλήσας ἴσως θὰ παρῃτούμην τοῦ λόγου, καίτοι εἶχον κατὰ νοῦν νὰ ὁμιλήσω. Θὰ παρῃτούμην τοῦ λόγου, διότι ὡς πρός τινα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον νὰ ὁμιλήσω, εἶχον ἴδει μετ’ εὐχαριστήσεως ὅτι ἡ συζήτησις ἐπέφερε κάποιαν συμφωνίαν. Ἀλλ’ ἐπὶ ἑνὸς σημείου θὰ ἤθελον καὶ πάλιν νὰ ὁμιλήσω καὶ μοὶ κατέστησεν ἐντονωτέραν τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ὁμιλήσω ἀκριβῶς ὁ προλαλήσας. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον 21, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ τέχναι καὶ αἱ ἐπιστῆμαι ὡς καὶ ἡ διδασκαλία εἶναι ἐλευθέρα, ἐφαντάσθην ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου κατωχυροῦτο, καὶ ὀρθῶς, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς σκέψεως. Νομίζω δὲ ὅτι θὰ ἦτο καὶ περιττὴ ἡ διάταξις αὐτή, διότι ἐν τῷ Κεφαλαίῳ περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων αὐτὸ τοῦτο ἐκφέρεται κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἐν τοσούτῳ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐσκανδάλισε μερίδα τῶν βουλευτῶν καὶ ἐγεννήθη ζήτημα ὑποβολῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἢ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον. Τί ἐσήμαινε τὸ ὅτι ἐζητήθη ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἢ προσθήκη; Ἐσήμαινε τοῦτο· ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ 21ου ἄρθρου ἐσκανδάλισε μερίδα τῶν βουλευτῶν ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ τῆς τέχνης, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς διδασκαλίας αὐτῶν νὰ ὑποκρύπτεται ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον κατέστησαν καταφανῆ οἱ λόγοι τοῦ προλαλήσαντος. Δὲν συνεμερίσθην τὴν ἔκπληξιν τῆς Βουλῆς διὰ τοὺς λόγους τοῦ κατελθόντος τοῦ βήματος βουλευτοῦ, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ μερίς, ἡ ὁποία ἐσκανδαλίσθη ἐκ τοῦ ἄρθρου, ἐσκανδαλίσθη, διότι ὑπώπτευεν ὡρισμένας τάσεις ὡρισμένης τάξεως ἀνθρώπων καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πλέον συγκεκριμένως νὰ ὁμιλῆτε.
§175Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ τὰ εἴπω συγκεκριμένως, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ προλαλήσας, ἐφόσον ὡμίλει περὶ περιεχομένου τῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ θέματος δηλαδὴ τὸ ὁποῖον δὲν ἐθίχθη κυρίως, ἐφόσον ὡμίλησε περὶ περιεχομένου τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ περιεχομένου ἐζήτησε νὰ ἀντιπροσωπευθοῦν τὰ κοινωνικὰ ἰδεώδη ὅλα, κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ Βουλὴ κατενόησεν ὅτι ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει τῇ ἐθνικῇ ἀπειλεῖται κίνδυνός τις ἢ ἀπειλεῖται κάποια διάστασις σοβαρὰ ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει. Ἀλλὰ τί εἶναι τὸ περιεχόμενον τῶν λόγων τοῦ κ. συναδέλφου; Τὸ περιεχόμενον εἶναι τοῦτο ὅτι πᾶσα ἰδεολογία ἐκπροσωπουμένη καὶ ὑπὸ τῆς ἐλαχίστης μερίδος τοῦ λαοῦ, ἔχει δικαιώματα ὑπὸ τὸν ἥλιον. Σᾶς ἀνέπτυξεν ὑλιστικὰς θεωρίας καὶ ἐζήτησεν ὡς βάσιν ἐκπαιδεύσεως τὸν ὑλισμὸν ἀντὶ τῆς ἰδεολογίας, τῆς κούφου, τῆς ματαίας. Ἀλλ’ ἂν ὁ βουλευτὴς ὑπὸ τὰς ἀποδοκιμασίας τῆς Βουλῆς ἐζήτησε τοῦτο, μήπως ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἐκπροσωποῦνται αἱ ἰδέαι, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ ἄρθρῳ 21, μήπως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι....
§176ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§177Α. ΧΑΪΝΟΓΛΟΥ. Εἶναι ἀρκετοί.
§178Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Μήπως λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἐφάνησαν θιασῶται ὁμοίων ἰδεῶν πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπεδοκίμασεν ἡ Βουλή, ἐκφερομένας ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος; Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς προέρχονται καὶ οἱ λόγοι τοῦ προλαλήσαντος, ἀλλὰ καὶ αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐν τῷ Μαρασλείῳ Διδασκαλείῳ.
§179ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πλανᾶσθε.
§180Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Προκειμένου περὶ κριτικῆς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.
§181Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε συνάδελφε, ὁμιλεῖτε ὡς βουλευτής ἀλλ’ εἶσθε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῆς Παιδείας ὑπάρχουν δύο ἐπίσημοι ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι διαψεύδουν τὰ συκοφαντικὰ αὐτὰ πράγματα.
§182Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὅλου τῆς ἔριδος τῆς Μαρασλειακῆς. Πρόκειται περὶ τούτου ὅτι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐδίδαξαν ἢ συνδέονται μὲ τὸ Μαράσλειον, πρόσωπα παρόμοια ἔχουν θέσει τὴν Ἐπανάστασιν ὑπὸ τὴν κριτικὴν τῆς θεωρίας τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ. Ὁ δὲ ἱστορικὸς ὑλισμὸς εἶναι θεωρία τοῦ Μάρξ, ἐξ αὐτῆς δὲ τῆς θεωρίας ἤντλησε τοὺς λόγους του ὁ προλαλήσας. Δὲν νομίζω μόνον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοκιμάζωμεν τὰς σκέψεις τοῦ προλαλήσαντος, αἱ ὁποῖαι πηγάζουν ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς, ἐνῷ ἐπιδοκιμάζομεν σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν αὐτὴν ἐπιστημονικὴν προέλευσιν.
§183ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διαμαρτυρόμεθα διὰ τὰ λεγόμενα.
§184Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Εἶπον αὐτά, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐξοικονόμησιν τῶν περιστάσεων, ἡ ὁποία ἔχει λάβει χώραν σχετικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 21. Ὁ κ. Καμπάνης ὑπεστήριξε πρότασιν περιληπτέαν εἰς τὸ ἄρθρον, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ προγράμματα τῶν σχολείων τῆς Μέσης καὶ Κατωτέρας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ἐν αὐτοῖς διδασκαλία ὑπόκεινται εἰς τὸν ἀπεριόριστον ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους. Τί ὑπηγόρευσε τὴν οἰκονομίαν ταύτην; Εἶπεν ὁ φόβος μήπως ἐγκλείεται κίνδυνός τις εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τέχνης, ἐπιστήμης, διδασκαλίας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ οἰκονομία αὐτὴ δὲν μᾶς ἀπαλλάσσει τοῦ κινδύνου αὐτοῦ, διότι ὅταν τὸ Σύνταγμα θὰ ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ καθ’ ὃν τρόπον περιμένουν οἱ καταλήξαντες εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἔδαφος τὸ νομικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ εἷς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ νὰ κανονίσῃ κατὰ τρόπον ἀπεριόριστον τὰ τοῦ περιεχομένου τῆς Ἐκπαιδεύσεως; Διότι οἱ νόμοι αὐτοὶ θὰ ὤφειλον νὰ διέπωνται ἀπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τέχνης καὶ ἐπιστήμης, ὅπως ἐννοηθῇ ἡ διάταξις διὰ νὰ γεννηθῇ ὁ φόβος καὶ νὰ ἑρμηνευθῇ αὐτὴ διὰ τροπολογίας. Θὰ ἐνόμιζον διὰ τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν μίαν θετικωτέραν καὶ μείζονος ἐπιγνώσεως λύσιν, ὅπως ἐξηγέρθημεν ἐναντίον τῶν λόγων, τῶν ἰδεῶν τοῦ προλαλήσαντος.
§185ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐξηγέρθημεν.
§186Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐξηγέρθημεν ὅταν ὡμίλησε κατὰ τοῦ περιεχομένου τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ ταξικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§187Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τοὐναντίον, τὸν ἐχειροκροτήσαμεν.
§188Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἐνόμιζον λοιπὸν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποπτευώμεθα τὸ ἄρθρον ὡς ἐνέχον κινδύνους καὶ ταὐτοχρόνως νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸν ἀπεριόριστον ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἑξῆς ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 22 εἶναι ὅτι ἡ ἐν αὐτῷ κατοχυρουμένη ἐλευθερία τῆς τέχνης, τῆς ἐπιστήμης ὡς καὶ τῆς διδασκαλίας αὐτῶν δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐν τοῖς σχολείοις τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παρεχομένης διδασκαλίας, ὅπερ περιεχόμενον καθορίζεται συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους κατὰ τὰς γενικῶς κρατούσας περὶ τέχνης καὶ ἐπιστήμης ἀρχάς». Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος νὰ δοθῇ πλήρης ἐλευθερία τέχνης, ἐπιστήμης καὶ διδασκαλίας αὐτῶν, διότι ἐξ αὐτῆς τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας σκέψεως δύνανται νὰ ἐπέρχωνται αἱ πρόοδοι εἰς τὴν Κοινωνίαν. Ἀλλ’ ἡ ἀπόλυτος αὐτὴ ἐλευθερία δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς ἄτοπα, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία δύναται νὰ ἐμφανίσῃ ἐνίοτε θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πρώτης ἀπόψεως νὰ θαμβώσουν, νὰ προπαγανδισθοῦν καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ τὰς ἐπιβάλουν, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀκόμη κτῆμα τῆς λαϊκῆς συνειδήσεως. Ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ κινδύνου θέλω νὰ περιφρουρηθῇ τὸ περιεχόμενον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἄλλο εἶναι νὰ κηρύσσω τὸν ἱστορικὸν ὑλισμὸν καὶ ἄλλο εἶναι ἐπειδὴ ἠσπάσθην τὴν θεωρίαν τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ νὰ προσπαθήσω νὰ ἑρμηνεύσω διὰ τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς καὶ μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεωρίας τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστῶμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἑνιαίας ἐξελίξεως τοῦ Ἔθνους χωρὶς νὰ πέσωμεν ἐπὶ τῆς θεωρίας τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ, διότι ἂν θελήσωμεν νὰ κρατήσωμεν ἑνότητα ἐθνικήν, πρέπει νὰ παύσῃ νὰ γίνεται λόγος περὶ ταξικῶν συμφερόντων. Ὅταν θελήσωμεν νὰ ἀποκλείσωμεν τὰς θεωρίας τὰς ὁποίας φοβούμεθα, τὰς θεωρίας αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι κτῆμα τῆς κοινῆς συνειδήσεως καὶ ἀποκλείσωμεν οὕτω τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, διὰ νὰ ὀνομάσωμεν αὐτὸ οὕτω, πῶς θὰ δεχθῶμεν τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς ὁμίλους νὰ ἐπιβάλλωσι γλῶσσαν ἡ ὁποία δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν κοινὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ; Συζητοῦμεν, κύριοι συνάδελφοι, συντακτικῶς, ἑπομένως ζήτημα κυβερνητικῆς ἀλληλεγγύης νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ἐπιφυλάσσω ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ τῆς γνώμης μου, ὅταν θὰ τεθῇ, ὅπως ἀκούω παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης. Ἄν, κύριοι, θέλωμεν νὰ εἴμεθα δημοκρατικοί, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, ἂν δὲν ἀναζητῶμεν ἐν παντὶ ἔργῳ μας, ἐν πάσῃ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ, ποία εἶναι ἡ κοινὴ συνείδησις τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅπως ἐμάθαμεν ὅλοι εἰς τὰ μαθητικὰ ἑδώλια ὅτι νόμος εἶναι ἡ κοινὴ θέλησις, πῶς θέλετε νὰ συζητῶμεν περὶ γλώσσης χωρὶς νὰ ἀναζητῶμεν τὴν κοινὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ νὰ δεχώμεθα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐκπροσωποῦσι τὴν θέλησιν αὐτήν;
§189Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι δὲν περιέμενα νὰ ἀκούσω πάλιν ἀνακινούμενον τὸ γλωσσικὸν ζήτημα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν. Ἰδίως μὲ λυπεῖ, δὲν τὸ ἀποκρύπτω, τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅτι ὁ κ. ἐκ Σερρῶν βουλευτὴς ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ ἔλεγεν ὅτι ἔχει εἰς χεῖράς του ἐπισήμους ἐκθέσεις ἀπὸ ἀνώτατον δικαστικόν, διαψεύδοντα τὰς κατηγορίας αἱ ὁποῖαι ὑπεβάλλοντο ἐναντίον τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου.
§190Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοῦ κ. Ἀντωνακάκη;
§191Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα.
§192Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πῶς ἔγινεν ἀρεοπαγίτης;
§193Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἐρώτησίς σας δὲν δύναται νὰ ἀφορᾷ τὸν κ. Ἀντωνακάκην. Ὁ κ. Ἀντωνακάκης εἶναι δικαστής, διὰ τὸν ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ σεμνύνεται ἡ Ἑλλάς. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Σερρῶν εἶπεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Πρῶτον ὅμως ἐλησμόνησεν ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἴδιος κάτοχος τῆς λαϊκῆς θελήσεως καὶ ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα ὅτι ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ καταργήσῃ τὴν ἐκπαιδευτικὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ἀπὸ δεκαπενταετίας ἐχάραξεν ἡ Ἑλλάς. Ἐπερίμενον μεγαλυτέραν διάκρισιν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐκ Σερρῶν βουλευτήν, δι’ ὃ οἱ βουλευταὶ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὅπως καὶ ἐγώ, διαμαρτυρόμεθα. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι οὔτε δύνανται νὰ καταργηθῶσι νόμοι ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι στηρίζονται ἐπὶ τῶν θεωριῶν τοῦ Μὰρξ. Ἡ θεωρία τοῦ Μὰρξ ἐνδέχεται νὰ εἶναι ἐσφαλμένη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογῆται ὅτι ὁ Μὰρξ εἶναι μία ἐπισημότης ἐπιστημονική. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν, διότι ἐγώ, κύριοι, φαντάζομαι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀποτόμως καὶ διὰ μιᾶς νὰ καταργηθῇ ἓν κοινωνικὸν καθεστώς. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ βαδίσωμεν βαθμιαίως καὶ κανονικῶς. Ἐδέχθημεν τέλος πάντων νὰ τεθῇ εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις διὰ νὰ μὴ φαντασθῇ τις ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν ἓν Σύνταγμα. Διότι καὶ εἰς τὴν κομμουνιστικὴν Ρωσσίαν καὶ ἐδῶ καὶ παντοῦ τὰ προγράμματα τῶν σχολείων κανονίζονται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸ Κράτος εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερον νὰ κανονίσῃ ποία διδασκαλία διδάσκεται εἰς τὰ σχολεῖα. Δέχομαι νὰ τεθῇ ἡ δήλωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ προγράμματα καὶ ἡ διδασκαλία εἰς τὰ σχολεῖα κανονίζονται ἀπεριορίστως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδεὶς δὲ κίνδυνος ὑπάρχει νὰ θεωρηθῶσιν ἀντισυνταγματικοὶ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κανονίσωσι τὸ πρόγραμμα εἰς τὰ σχολεῖα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ποτὲ τὸ Κράτος, ἐκτὸς ἂν λόγοι ἐκπαιδευτικοὶ ἐπιβάλουν τοῦτο, θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ψευδῆ πράγματα καὶ ἀντεπιστημονικὰ εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ κανονίζῃ τὰ προγράμματα εἰς τὰ σχολεῖα, ὥστε ὅλοι οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ὑπηνίχθη ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ μὴ ὑπάρχουν. Τί ἐνδιαφέρει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἡ διδασκαλία εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως; Ὑπόκεινται εἰς τοὺς νόμους. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγίνετο καὶ θὰ γίνεται καὶ ἐδῶ καὶ παντοῦ. Ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις αὐτῆς τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως. (Χειροκροτήματα).
§194Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, γίνεται δεκτὴ ἡ ἑξῆς δήλωσις (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ὅλη ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι ὅτι τὰ προγράμματα τῶν σχολείων τῆς Μέσης καὶ Κατωτέρας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ἐν αὐτοῖς διδασκαλία ὑπόκεινται ἀπεριορίστως εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους».
§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§196Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἡ διδασκαλία ἐννοεῖ τὸ περιεχόμενον τῆς διδασκαλίας. Καὶ ἡ ἑξαετὴς φοίτησις δὲν εἶναι ὑποχρεωτική, ἐφόσον οἱ μαθηταὶ φοιτῶσιν εἰς ἀναλόγους ἀντιστοίχους τάξεις ἀνωτέρου σχολείου.
§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ψηφίζεται μὲ τὴν ἑξαετῆ φοίτησιν.
§198Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου ἀναγράφεται τὸ ἑξῆς «ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιωτικὰ καὶ νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἐκπαιδευτηρίων λειτουργούντων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐγεννήθη καὶ εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν, γεννᾶται δὲ τὸ ἑξῆς σοβαρὸν ἐρώτημα· ὅπως ἔχει ἡ παράγραφος ἡ τελευταία, ἂν δὲν προστεθῇ «μετ’ ἄδειαν τοῦ Κράτους». Ὑποτίθεται ὅτι ἡ ἵδρυσις σχολείων....
§199Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λέγει «κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους».
§200Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐπειδὴ εἶναι σοβαρὸν τὸ ζήτημα ἐγεννήθη ἡ συζήτησις αὐτὴ καὶ εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν. Ὑπάρχει ἓν Διάταγμα τῆς 15ης Σεπτεμβρίου 1833, καθὼς καὶ τὸ ἄρθρον 533 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ἄδειαν πρὸς ἵδρυσιν ἐκπαιδευτηρίων. Ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον, ἐγεννήθη ἡ συζήτησις εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν· τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται.... κλπ.» Δηλαδὴ ἄνευ ἀδείας προηγουμένης.
§201Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι, δὲν εἶναι αὐτό.
§202Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὅπως διατυποῦται, δὲν δύναται νὰ τὸ ἀναπληρώσῃ μὲ τὸ δεύτερον μέρος, τὸ ὁποῖον λέγει «λειτουργοῦσι κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους», διότι τοῦτο σημαίνει τὴν λειτουργίαν τῶν ἱδρυμάτων ἄνευ ἀδείας. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ κενὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη καὶ εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν, καὶ ὁ ἀείμνηστος Γούναρης ἔκαμε τὴν ἑρμηνείαν, σᾶς λέγω διὰ νὰ μὴ γεννᾶται ἓν κενὸν πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς φράσις «κατόπιν ἀδείας».
§203Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶμαι σύμφωνος ὅτι ὅπου τὸ Κράτος νομίζει ὅτι πρέπει νὰ λειτουργοῦν τὰ ἐκπαιδευτήρια, δέον νὰ ἐπιβάλλεται τοῦτο, διότι λειτουργοῦν καὶ ἄλλα ἐκπαιδευτήρια. Ἕν φροντιστήριον νομικὸν πρέπει νὰ λάβῃ ἄδειαν. Δὲν ἀποκλείεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προβάλλῃ τὴν ὑποχρέωσιν λήψεως ἀδείας, εἶναι ἐλευθέρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ζητήσῃ ἀδείας. Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§204Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἕως τώρα ὑπάρχει ἡ γνώμη ὅτι διὰ τὴν ἵδρυσιν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων ἀπαιτεῖται προηγουμένη ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως, σεῖς ἔχετε ἀντίθετον γνώμην.
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
§206Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἄν τυχὸν τὸ ἄρθρον μείνῃ ὡς ἔχει, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γεννᾶται ἡ ἐντύπωσις ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἄδεια.
§207Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ σᾶς λέγω καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ἐφόσον βέβαια καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος ὅτι ἡ ἔννοια ἐν τῷ ἄρθρῳ δὲν εἶναι ὅτι ἀπαγορεύεται νὰ ζητῆται ἄδεια πρὸς λειτουργίαν ἐκπαιδευτηρίων, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ λέγει εἷς νόμος οἱοσδήποτε.
§208Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἀσάφειά τις ὅπως διατυποῦται τὸ ἄρθρον ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἵδρυσις ἐκπαιδευτηρίων ἄνευ ἀδείας.
§209Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅταν εἴπωμεν ὅτι λειτουργοῦν κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους σημαίνει ὅτι εἷς νόμος δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἓν Γυμνάσιον χρειάζεται ἄδεια, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§210Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Σεῖς προτείνετε ὅτι εἰς τὸ δεύτερον μέρος «Λειτουργούντων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἄδεια. Ἀφοῦ συμφωνεῖτε διατί νὰ μὴ γίνῃ καὶ ἡ προσθήκη;
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σωστὸν δι’ ὅλου τοῦ εἴδους τὰ ἐκπαιδευτήρια νὰ ζητῆται ἄδεια.
§212Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Μένει σκοτεινόν.
§213Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν μένει.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζ. Βεντούρας ἔχει τὸν λόγον.
§215Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ συνάδελφός μου κ. Χαΐνογλου ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν τὰς ἀπόψεις τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια καὶ νὰ ἀναπτύξω καὶ ἐγὼ τὰς αὐτὰς ἀπόψεις, θὰ περιορισθῶ μόνον ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς τροπολογίας τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μειονοτήτων, ἰδίως δὲ θὰ ἐνδιατρίψω διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῆς Ἰσραηλιτικῆς μειονότητος Θεσσαλονίκης καὶ ὅλης τῆς Μακεδονίας γενικῶς. Ἡ τροπολογία τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου πάντως ζητεῖ διὰ τὰς μειονότητας αὐτονομίαν ἐκπαιδευτικήν. Δεύτερον ἡ ἐκπαίδευσις τῶν μειονοτήτων νὰ διέπεται ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῆς τροπολογίας τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου καὶ τρίτον ἡ ἐκπαίδευσις τῶν μειονοτήτων νὰ γίνῃ δαπάναις τοῦ Κράτους. Κύριοι βουλευταί, ἰδίως θέλω νὰ τονίσω τὸ τελευταῖον, δηλαδὴ ἡ ἐκπαίδευσις νὰ γίνῃ δαπάναις τοῦ Κράτους, διότι μέχρι τοῦδε δυστυχῶς αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις εἶχον ὑποσχεθῆ, ἰδίως εἰς τὴν Ἰσραηλιτικὴν μειονότητα ἢ νὰ δώσουν ὡρισμένην ἐπιχορήγησιν ἢ νὰ ἀναλάβωσι τὰ ἔξοδα τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς Ἰσραηλιτικῆς μειονότητος. Τίποτε ὅμως δὲν ἔγινε καὶ ἡ Κυβέρνησις περιωρίσθη εἰς τὰς ὑποσχέσεις.
§216Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Σᾶς πληροφορῶ ὅτι ταχέως θὰ εἰσηγηθῶ μέτρα ἀφορῶντα τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μειονοτήτων.
§217Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Ἐπειδὴ αὐτὸ ἀφίεται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, δι’ αὐτὸ ἡ ὁμὰς προτείνει συνταγματικῶς νὰ κατοχυρωθῇ εἰς τρόπον ὥστε συνταγματικῶς δι’ ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς ἡ ἐκπαίδευσις νὰ βαρύνῃ τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους.
§218ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα παιδιὰ Ἰσραηλιτῶν πηγαίνουν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα τῆς Θεσσαλονίκης;
§219Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Δὲν πηγαίνουν πολλά, διότι εἶναι ὀλίγα τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι αἱ μειονότητες πρέπει νὰ ἔχωσιν ἰδιαίτερα σχολεῖα ἵνα δώσωσιν ἐκπαίδευσιν σύμφωνον μὲ τὰς παραδόσεις των, μὲ τὴν γλῶσσάν των καὶ τὰ λοιπά. Αὐτὸ οὐδόλως ἀποκλείει τὴν ἀφομοίωσιν τῶν σχολείων αὐτῶν πρὸς τὰ ἄλλα σχολεῖα τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ, διότι ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὸ ἑξῆς· ὅτι αἱ μειονότητες ἔχουσιν ἰδιαιτέρας παραδόσεις καὶ πρέπει τὸ Κράτος νὰ τὰς σεβασθῇ, ἔχουσιν ἰδιαιτέραν γλῶσσαν, ποὺ πρέπει νὰ διδαχθῶσιν εἰς τὰ σχολεῖα των, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἀποκλείῃ τὴν ἐκμάθησιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Θέλομεν νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ δικαίωμο τῶν μειονοτήτων νὰ μάθωσι τὴν γλῶσσάν των, οὐδέποτε θέλομεν νὰ μάθωσι ξένας γλώσσας, Πρέπει λοιπὸν τὸ Κράτος νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὰ ἔξοδα τῶν μειονοτήτων αὐτῶν ἵνα συντηρήσῃ τὰ σχολεῖά των καὶ ζητοῦμεν τοῦτο νὰ κατοχυρωθῇ συνταγματικῶς.
§220Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἀρκεῖ ἡ γενικὴ διάταξις.
§221Ζ. ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ. Ζητοῦμεν πλήρη αὐτονομίαν καὶ ἡ ἐκπαίδευσις τῶν μειονοτήτων νὰ διέπεται ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν ἀρχῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ Ἑνιαίου Μετώπου.
§222Α. ΜΕΡΟΣ. Αἱ διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἀφορῶσιν εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς μικρᾶς μαθητιώσης νεολαίας, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἀσυγγνώστου ἀμελείας τοῦ Κράτους ὅπως ὀργανώσῃ σχολεῖα μέχρι τοῦδε, ἔχομεν ἕνα κόσμον ὁλόκληρον βιοπαλαιστῶν εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντελῶς ἀγράμματοι. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἑξῆς συμπληρώσεως· ὅτι εἰδικὰ νυκτερινὰ σχολεῖα καὶ ἄλλα σχολεῖα τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργῶσιν ἐν τῷ Στρατῷ, θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ἐργατικῶν παιδιῶν καὶ τῶν ἀγραμμάτων στρατιωτῶν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ Σύνταγμα θὰ περάσῃ καὶ αὐτό; Τί θὰ τὸ κάμωμεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα;
§224Α. ΜΕΡΟΣ. Ἐφόσον φροντίζομεν διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν αὐτό. Διὰ τοῦ Συντάγματος ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μορφώσωμεν ὅλα τὰ Ἑλληνόπουλα, ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν ἐκπληροῖ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ. Τὰ νυκτερινὰ σχολεῖα θὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν μόρφωσιν τοῦ λαοῦ, ὡς καὶ ἡ καθιέρωσις σχολείων εἰς τοὺς στρατῶνας.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§226ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§227Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εἴπομεν νὰ παραιτηθῶμεν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραιτοῦνται οἱ ἄλλοι. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§229Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, μόνον νὰ ἀναγραφῇ διάταξις κατοχυρώσεως τῆς δημοτικῆς γλώσσης εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον.
§231ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 22. Ἡ ἐκπαίδευσις διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους καὶ ἐνεργεῖται δαπάνῃ αὐτοῦ ἢ τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ὅλους ὑποχρεωτική, παρέχεται δὲ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος ὁρίζει διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν τὰ ἔτη τῆς ὑποχρεωτικῆς φοιτήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ εἶναι ὀλιγώτερα τῶν ἕξ. Διὰ νόμου δύναται ἐπίσης νὰ καταστῇ ὑποχρεωτικὴ ἡ φοίτησις καὶ εἰς σχολεῖα συμπληρωματικὰ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως μέχρι τοῦ 18ου ἔτους τῆς ἡλικίας. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, λειτουργούντων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 22ον ἄρθρον).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν αἱ ἑξῆς ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις (ἀναγινώσκει): 1) Τὰ προγράμματα τῶν σχολείων τῆς Μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ ἐν αὐτοῖς διδασκαλία ὑπόκεινται ἀπεριορίστως εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους. 2) «Ἐφόσον οἱ μαθηταὶ φοιτοῦν εἰς ἀντιστοίχους τάξεις σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ φοιτήσουν εἰς τὰς ἀναλόγους τάξεις τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως». 3) Ἡ ἔννοια τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 22 εἶναι ὅτι διὰ νόμου δύνανται νὰ θεσπισθῶσιν ἄδειαι πρὸς ἵδρυσιν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων.
§234ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκταί δεκταί. (Γίνονται δεκταὶ καὶ αἱ τρεῖς ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις).
§235ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. σήμερον. (Ὥρα 1 π. μ.)