1927.02.02
3.903 στίχοι · 30.693 λέξεις · 373 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, κ. Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα χθές, ὅπως οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ φροντίζουν καὶ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν, δίδοντες τὸ καλὸν παράδειγμα. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν, ὡς ἀναγράφεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἶναι ἀπησχολημένοι εἰς τὰ νομοθετικὰ αὐτῶν ἔργα. Εἰς τοῦτο ἀπήντησα ὅτι βεβαίως συμβαίνει ἀλλ’ ὄχι κατ’ ἔθος νὰ ἀπουσιάζουν τῶν συνεδριάσεων οἱ κ. κ. Ὑπουργοί. Τώρα ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ὄχι ἵνα εἴπω ὅτι ἐλλείπουσιν ἀπὸ τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ἵνα τονίσω καὶ πάλιν ὅτι ἀπουσιάζουν οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, πλὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καίτοι δὲν ἀποτελεῖ μέλος τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις ἐκ τοῦ μακροῦ κοινοβουλευτικοῦ παρελθόντος του αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσέρχεται εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ δοθῇ ἓν μάθημα, ὁσάκις ἐπαναληφθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον, διότι ἀποτελεῖ ἔλλειψιν σεβασμοῦ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔρχεται τακτικὰ καὶ κάθεται ἐκεῖ ἀναμένων πότε νὰ προσέλθωσιν οἱ κ. κ. βουλευταὶ καὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοί. Νομίζω ὅτι τὸ μάθημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δοθῇ εἶναι νὰ λυθῇ μία συνεδρίασις ἐκ τοῦ τούτου.
§5Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ἔχω νὰ διορθώσω κάτι τι ὅτι δὲν εἶπον ὅπως σημειοῦν τὰ πρακτικὰ ὅτι προτείνω ὅπως γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, δι’ οὗ διὰ τὴν λῆψιν μόνον ἀποφάσεων χρειάζεται ἡ νόμιμος ἀπαρτία, ἀλλ’ ἐζήτησα ὅπως προταχθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ 47ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὴν συζήτησιν δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἀπαρτία, ἀλλὰ μόνον διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Πάντως διὰ κάθε ἐνδεχόμενον ὑπεβλήθη παρὰ πολλῶν βουλευτῶν σχέδιον ψηφίσματος διὰ τὴν λῆψιν ἀμέσου ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ἡ Γενικὴ Διοίκησις Κρήτης ὑποβάλλει αἴτησιν τῶν παλαιῶν ἀγωνιστῶν Κρήτης περὶ αὐξήσεως τοῦ χορηγουμένου αὐτοῖς ἐπιδόματος. — Ὁ Σύνδεσμος Πετραλώνων ἡ «Πρόοδος» παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοίκων Πετραλώνων ἱδρυθῇ σταθμὸν τοῦ ἠλεκτρικοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. — Ὁ Δήμαρχος Χαλκιδέων ὑποβάλλει ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 225 πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Χαλκιδέων, κατόπιν τῆς ἐντολῆς τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ὅπως συντάξῃ μισθωτήρια ἐπὶ τῶν δημοτικῶν πλατειῶν τῆς πόλεως Χαλκίδος. — Ὁ Ἰωάννης Καλφοῦζος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς χαρτοπαιξίας καὶ προστεθῇ εἰς ἑκάστην δεσμίδα παιγνιοχάρτων φόρος ἐκ δραχμῶν 25. — Οἱ πρόεδροι Ἰατρικῶν καὶ Δικηγορικῶν Συλλόγων παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸν καταργηθέντα νόμον «περὶ ἀγροφυλακῆς». — Τὰ Σωματεῖα τῶν διαφόρων ἐπαγγελματιῶν Αἰκατερίνης διαμαρτύρονται κατὰ τῆς μελετωμένης ἐνεργείας περὶ καταργήσεως τοῦ γραφείου προστασίας καπνοῦ. — Οἱ κάτοικοι συνοικισμοῦ Νέας Νικαίας παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ἀγροτῶν προσφύγων. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ρετεντοῦς ζητοῦν ὅπως ἀπαλλοτριωθῇ τὸ χωρίον των ἀπὸ τοὺς τσιφλικούχους Β. Γιαννόπουλον κλπ. — Ὁ Γ. Κ. Προφαντόπουλος, πρώην ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων Μαντινείας, ζητεῖ τὴν ἐπαναφοράν του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. — Ὁ Ι. Καμινόπουλος ἐξ ὀνόματος τῶν τέως ἐν διαθεσιμότητι φυματικῶν ὑπαλλήλων ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ προστασίας αὐτῶν. — Ὁ ἱερεὺς Κερκύρας Π. Οἰκονόμου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐξευρεθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29933 αἴτησίς του, ἀποσταλεῖσα τὴν 12ην Αὐγούστου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὴ τυχοῦσα οὐδεμιᾶς ἀπαντήσεως. — Οἱ πρόσφυγες Ἄνω καὶ Κάτω Κοπάνου Βερροίας παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως διατάξῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἀναβληθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν δανείων μέχρι τῆς νέας ἐσοδείας. — Ὁ Σύλλογος «Γενικὴ Ἕνωσις Ἰδιοκτησίας Κρήτης» ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τῆς ὁλοσχεροῦς ἄρσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἐκ τῆς νήσου Κρήτης. — Ὁ ἐμποροεπαγγελματικὸς κόσμος Σοφάδων διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἰσχυούσης φορολογικῆς κλίμακος τῆς ἐπιβληθείσης ἐπὶ Παγκαλικῆς τυραννίας. — Ὁ Σύνδεσμος ἀρτεργατῶν Ρεθύμνου διαμαρτύρεται ἐπὶ τῇ μελετωμένῃ ἀπομακρύνσει τοῦ λαοφιλοῦς Νομάρχου Ρεθύμνου. — Οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ἐπαγγελματίαι Καλαμπάκας διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Βουνοῦ ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν ἀποξήρανσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῆς λίμνης Τάκας. — Ὁ Παναγιώτης Θεοδωρόπουλος, ἐπιθεωρητὴς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὡς πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἐν τῷ Μαρασλείῳ γενομένων ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὰς γενομένας ἀνακρίσεις. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παχνός, Ε. Μαλαμίδας, Ι. Σπετσιώτης, Γ. Βαρβούτης, Ν. Μαμούνης, Ο. Πανταζίδης, Σ. Κρεμεζῆς, Δ. Πετρακάκος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναμεταθέσεως καὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἄνευ τῶν ὑπὸ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων παρεχομένων ἐγγυήσεων μετατεθέντων καὶ προαχθέντων λειτουργῶν τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Καλογερᾶς, Κ. Βλαχοθανάσης, Τ. Ἀναστασίου, Θ. Παπαστρατῆς, Κ. Πολυχρονάκης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἀπαρτίας διατάξεων τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 79 τοῦ Κανονισμοῦ περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
§8Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ ἦτο πρακτικώτερον, ἂν ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε τὴν πρόταξιν τῶν κεφαλαίων περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας, ἵνα δυνηθῶμεν ἔπειτα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀλλ’ ἐφόσον χθὲς ὑπεστηρίχθη ὅτι θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία εἰς τὸ τέλος, δὲν ἐγένετο δὲ αὕτη, νομίζω ὅτι δύναται νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τῆς προτάξεως καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε γίνει ἔνστασις ἀπαρτίας.
§10Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας ἔκαμα ἐγώ. Ἠθέλησα νὰ ἐξακριβώσω διὰ ποῖον λόγον ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς παρούσης Βουλῆς ἐνόμισε προσῆκον ὅπως ἡ προνομιοῦχος θέσις τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία κατεῖχεν ἐν τῷ Συντάγματι ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος μέχρι σήμερον, διὰ ποῖον λόγον, λέγω, ἡ προνομιοῦχος αὐτὴ θέσις ὀφείλεται νὰ μετατεθῇ καὶ νὰ τεθῇ εἰς δευτερεύουσαν καὶ τριτεύουσαν θέσιν.
§11Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ Ἐκκλησία μένει εἰς τὴν θέσιν της.
§12Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Δὲν μένει καθόλου εἰς τὴν θέσιν της, κ. Γκότση. Ἐλέχθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐκτοπίσεως ταύτης ὅτι μόνον λόγοι αἰσθηματικοὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως τὸ κεφάλαιον περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας παραμείνῃ εἰς οἷαν κατεῖχε προνομιοῦχον θέσιν ἐπὶ ἑκατὸν ἔτη. Ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι ἡ Ἐπιστήμη ἀντίκειται εἰς τὸ γεγονός, ὅπως τὸ κεφάλαιον περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας εἶναι τὸ πρῶτον, διότι ἡ Ἐπιστήμη κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἴπῃ ὅτι εἴμεθα πολὺ ὀπισθοδρομικοί, ἂν ἴδῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι Κράτος θεοκρατικόν. Τὰ δύο αὐτὰ ἐπιχειρήματα εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνατρέψω. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν ἐπιστημονικῆς ἀντιλήψεως πρέπει νὰ ὁμολογήσω μὲ ἄλγος ὅτι δὲν ἐπερίμενα νὰ λεχθῇ τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ παρ’ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δοξάζουσι τοὐλάχιστον τὰς δοξασίας, τὰς ὁποίας δοξάζει τὸ ἑνιαῖον μέτωπον. Διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶπον τοῦτο ἀγνοοῦσιν ὅτι ἡ Ἐπιστήμη ἐν τῇ Δυτικῇ Ἐκκλησίᾳ ἔσχε διάφορον ἀποστολὴν ἀφ’ οἵαν ἔχει παρ’ ἡμῖν. Ἡ Ἐπιστήμη ἐκεῖ ἐπολεμήθη παρὰ τοῦ Βατικανοῦ, διὰ τοῦτο δὲ ἡ Ἐπιστήμη ἐστράφη κατὰ τῆς Θρησκείας καὶ ἐντεῦθεν οἱ πόλεμοι μεταξὺ Βατικανοῦ καὶ Ἐπιστήμης καὶ ἐντεῦθεν καταφαίνεται διατί τὰ πολιτεύματα τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἠθέλησαν τὴν Θρησκείαν σχεδὸν νὰ τὴν ἐξασφαλίσωσιν, ἐνῷ ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε διάφορος ἀπὸ τὴν τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, νομίζω δὲ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀσεβῶμεν πρὸς τὴν Θρησκείαν, τῆς ὁποίας τὴν προνομιοῦχον θέσιν σήμερον ἀμφισβητοῦμεν. Ἔχω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ὅτι ἐπὶ πέντε αἰῶνας εἰς τὸν μικρὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωρίου ὁ ἱερεὺς ἐδίδασκεν εἰς τοὺς μαθητάς του, ὀκλαδὸν καθημένου, τὸ Ψαλτήριον καὶ τὸ Ὀκτάηχον. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ ἱερεὺς ὡδήγει τοὺς αὐτοὺς μαθητὰς εἰς τὸ «ἀρματωλοὶ καὶ κλέφται» κατὰ τοῦ τυράννου. Ἰδοὺ ἡ Ἑλληνικὴ ὀρθόδοξος πίστις καὶ ἡ Ἐπιστήμη. Ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀκόμη τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ ἓν ἱστορικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Παλαιῶν Πατρῶν ὕψωσε τὴν Σημαίαν τῆς Ἐλευθερίας εἰς τὴν Μονὴν τῆς Ἁγίας Λαύρας, ὁ πάππος του, ὅστις ἦτο ἐπαναστάτης, παρὰ τὴν ἑνότητα τῆς Πίστεως πρὸς τὴν Πατρίδα....
§13Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§14Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἔχουν ἀπόλυτον σχέσιν.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τεθῇ πρῶτον τὸ περὶ Θρησκείας.
§16Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Συγχαίρω τὴν Βουλὴν διὰ τὰ αἰσθήματά της. Ἂς ἔλθωμεν τώρα ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἄρθρον. Νομίζω ὅτι ἐξηγήσεις τινὰς τὰς ἐδέχθη χθὲς καὶ ὁ ἐκπροσωπῶν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ Σύνταγμα κ. Α. Παπαναστασίου τὰς ἐδέχθη ὡς ἑρμηνευτικάς.
§18Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Θὰ εἴπω τινὰ ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ θὰ ἴδητε ὅτι δὲν θὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας. Θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Βλέπω εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐγκαθίσταται εἰς τὰς Ἀθήνας Λατῖνος Ἀρχιεπίσκοπος. Γνωρίζετε ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἠρωτήθη ποτὲ περὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ; Ἐπιθυμῶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἵνα εἰς τὴν διάταξιν περὶ προσηλυτισμοῦ θέσωμεν μίαν κύρωσιν....
§19Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ τεθῇ διὰ νόμου.
§20Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁ κανονισμὸς τῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικῆς διατάξεως. Εἶναι ἄλλης φύσεως. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ λύσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§21Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἂν ἡ πρόταξίς μου παρέχεται ὡς παραχώρησις, ἔχει καλῶς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη.
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως τεθῇ πρῶτον;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις καὶ ἠρώτησα τὴν Βουλὴν ἂν θεωρῇ τὴν συζήτησιν περαιωθεῖσαν καὶ ἀπήντησε μάλιστα.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§29Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ θὰ ὁμιλήσω.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως. Ἡ Βουλὴ εἶπεν εἰς τὸν κ. Δ. Πετρακάκον: «Ἐπὶ τέλους ἐκεῖνο ὅπερ ζητεῖς τὸ δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἄρθρον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις». Ἠρώτησα τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ θεωρηθῇ ἡ συζήτησις περαιωθεῖσα καὶ ἀπήντησε «μάλιστα». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠρώτησα τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ τὸ 5ον ἄρθρον νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ πρώτου καὶ δι’ ἀναστάσεως ἀπήντησε «Ναί», ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ θεωρηθῇ ἡ συζήτησις λήξασα.
§31Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ εἴπῃ τί ἔγινε. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν μόνον μέρος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ τί ἔγινε.
§32Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δηλῶ ὅτι πρόκειται νὰ μοὶ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος, ὅτι πρόκειται νὰ παραβιασθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὅτι ὑπὸ τὴν αἰγίδα ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, παραβιάζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἵνα μὴ ἀκουσθοῦν αἱ διαμαρτυρίαι μας, οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν σειρὰν τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον. Πρόκειται περὶ μεγίστων καὶ πατροπαραδότων δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὰ ὁποῖα καλούμεθα, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου, νὰ ὑποκλέψωμεν ἐνταῦθα. Καὶ μετὰ τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδιαίτατα δὲ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ γνώμη τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐξεδηλώθη ἐγκύρως καὶ ἐπισήμως παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη τὴν κήρυξιν περαιωμένης τῆς συζητήσεως.
§34Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐνταῦθα νὰ περιορίσω τὸν λόγον εἰς οὐδένα. Συνέστησα μόνον ὅπως, ἂν τὸ κύριον ζήτημα ἦτο νὰ προταχθῇ τὸ ἄρθρον 5, μετὰ τὴν συζήτησιν μάλιστα τὴν ἀρκετὴν ἐπὶ τοῦ περιεχομένου καὶ ἀφοῦ ἐγένετο δεκτόν, νὰ γίνῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις σχετικὴ πρός τινας παρατηρήσεις, ἂν παρέμενε τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τοῦ ἄρθρου ὡς τὸ κύριον. Παρεκάλεσα καὶ συνέστησα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἐδέχετο, νὰ θεωρήσωμεν τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§36Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα, πρὸ παντὸς δὲ νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ράλλην νὰ κάμῃ περιορισμὸν εἰς τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ κάμῃ. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν ἔχω νὰ κάμω. Γενικῶς εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ ὑπὲρ τῆς συντομεύσεως τῶν ἐργασιῶν μας, διότι πολλὴν καὶ πολλαπλῆν ἐργασίας ἀνάγκην ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ Σῶμα τοῦτο.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ, κ. Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, ὅτι ἠρωτήσατε τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶπεν ὅτι ἐφωτίσθη ἢ θεωρεῖ περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, καίτοι ἤμην εἰς τὰ ἐπάνω ἑδώλια τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἤκουσα καλῶς. Ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ἔχει ἄλλως τὸ ζήτημα. Δὲν ἔχει, λέγω ἐγώ, τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφαίνεται ὅτι ἐφωτίσθη καὶ νὰ ὑποχρεοῖ τὸν βουλευτήν, τὸν θέλοντα νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ παύσῃ νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀγορεύσεώς του. Δὲν ἔχει ἀκόμη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἐφωτίσθη.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἡ ἀντίρρησις ἐστρέφετο ἀκριβῶς περὶ τῆς θέσεως τοῦ ἄρθρου καὶ ὅσοι ἔλαβον τὸν λόγον περὶ αὐτὸ ἐστράφησαν. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν λοιπὸν καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις ἐδήλωσεν ὅτι δέχεται νὰ λάβῃ τὴν πρώτην θέσιν, δὲν ὑπάρχει λόγος συζητήσεως.
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀντιτάσσετε ἤδη, εἶναι ὅτι ἀπεφάνθη ἡ Βουλή. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἂν ἐφωτίσθη ἢ ὄχι καὶ νὰ στερήσῃ τὸν βουλευτὴν τοῦ δικαιώματος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ πᾶσα σχετικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχύν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ὅσοι εἶχον ζητήσει τὸν λόγον τὸν ἀπέσυραν κατόπιν.
§42Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν μαρτυρίαν καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ δεχθῶ τὴν ἀπάντησιν ὑμῶν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει ὁ κ. Πετρακάκος καὶ ἐφώναζαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τρόπον ὥστε δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἐζήτησα παρ’ ὑμῶν τὸν λόγον;
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς διακόπτω, κ. συνάδελφε. Ἔχετε ἓν δίκαιον, διότι εἴπατε ὅτι θέλετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ Συνέλευσις ἐδέχθη ἀκριβῶς νὰ λάβῃ τὴν σειράν του τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἀλλ’ ἂν νομίζητε ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς συζήτησιν τῆς οὐσίας βεβαίως δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§45Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τότε ἀπόφασις δὲν ἔχει ληφθῆ περὶ προτάσεως.
§46Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου;
§47Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἀπὸ χθὲς εἶχον ἐγγραφῆ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγεννήθησαν πολλαπλᾶ ζητήματα. Πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς κατατάξεως τοῦ ἄρθρου καὶ δεύτερον ζητήματα οὐσιώδη τοῦ περιεχομένου τοῦ ἄρθρου. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἀπησχολήθη ὡς πρὸς τὸ 5ον ἄρθρον ἀπὸ πολλῶν ἀπόψεων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πετρακάκος κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ἦτο τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τοῦ ἄρθρου. Ἡ συζήτησις περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ἄρθρου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, κ. Πρόεδρε. Μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τῆς προτάξεως τοῦ 5ου ἄρθρου καὶ πάλιν ἀκόμη γεννᾶται τὸ ζήτημα διασκευῆς τοῦ ἄρθρου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίζῃ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τὴν παράγραφον «ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος». Θὰ γίνῃ γενικώτερος λόγος περὶ ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας, διότι περὶ κανόνος τῆς Ἐκκλησίας πρόκειται. Κατόπιν θὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις περὶ ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Πετρακάκος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς κυρίως τῆς προτάξεως τοῦ ἄρθρου, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρόταξις, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὴν πρέπουσαν ἑρμηνείαν εἰς τὸ ἄρθρον. Ἡ δὲ συζήτησις περὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ ἄρθρου δὲν δύναται κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη.
§48Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρεκάλουν πολὺ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δηλώσω πῶς ἔχει τὸ ζήτημα ἢ τοὐλάχιστον πῶς ἐγὼ πιστεύω κατὰ συνείδησιν ὅτι ἔχει. Ἐπειδὴ ἔβλεπον παρατεινομένην τὴν συζήτησιν καὶ τὰς διαθέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν, ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἂν πρόκειται περὶ προτάξεως τοῦ ἄρθρου. Ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι θὰ λήξῃ ἡ συζήτησις δεχόμεθα τὴν πρόταξιν αὐτήν. Τουλάχιστον ἐγὼ τοιαύτην εἶχον ἀντίληψιν, ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι διηρμήνευσε γενικώτερον τὸ ζήτημα. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ περιληφθῇ ἡ ἑρμηνεία καὶ τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις νὰ ψηφισθῇ καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ψηφίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ νὰ προταχθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει μὲ τὰς ἑρμηνείας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Κατόπιν τούτου παρέλκει κάθε ζήτημα. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς νὰ γίνῃ δεκτόν, δὲν φρονῶ ὅτι παρεδέχθη κανεὶς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς δηλῶ ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἤθελε γίνει δεκτὸν ὅτι μόνη ἡ πρόταξις τοῦ ἄρθρου ἐγένετο δεκτή, ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι τοιαύτην ἑρμηνείαν καὶ δύναται ὁ κ. Πετρακάκος νὰ συνεχίσῃ.
§49Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ συμβιβασμούς;
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἔγινεν.
§51Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Βεβαίως κατὰ συμβιβασμούς, ἂν πρόκειται νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ ἀπεραντολογία.
§52Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἄρθρον 5ον θὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον;
§53Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Βεβαίως, ἐφόσον θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, ἂν θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ 5ου ἄρθρου.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ 5ου ἄρθρου ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§55Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ἂν ἐλήφθη ἢ δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔχω τὸν λόγον.
§56Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐνόμιζον ὅτι θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου.
§57Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεκαλέσθην τὴν ὑμετέραν μαρτυρίαν μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ τὸν ὁποῖον ἔχω προσωπικῶς πρὸς ὑμᾶς, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἀπάντησις ὑμῶν νὰ εἶναι ἀλλοία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευον οἱ κανόνες τῆς ἀληθείας. Καὶ δὲν διεψεύσθην. Καὶ ἦλθεν ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀξιότιμος κ. Σοφούλης καὶ ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις μεταβολῆς τῆς σειρᾶς τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη ἐπὶ τῆς οὐσίας. Κύριοι, πρὸ τῆς βεβαιώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὀφείλετε πάντες νὰ ὑποκύψητε. Πᾶσα ἀντίρρησις κατὰ τῆς βεβαιώσεως ταύτης ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τοῦ Σώματος τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐκπροσωπεῖ. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰθισθεὶς νὰ κανονίζω τὴν στάσιν μου συμφώνως πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ αἰσθάνωμαι λύπην, διότι ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδέποτε ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ.
§59Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπεκαλέσθην τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου, διότι ἤμην βέβαιος ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σάλου, τὸν ὁποῖον ἐδημιουργήσατε σεῖς, ὑπῆρχε διαφωνία μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, οὐχὶ διαφωνία οὐσιαστική, ἀλλὰ διαφωνία λόγῳ παρανοήσεως τῶν ὑπ’ ἐμοῦ προβαλλομένων. Ἤδη ὁπότε προεβλήθη ρητῶς καὶ σαφῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγον, ἤδη ὁπότε ὑπάρχει βεβαίωσις τοῦ κ. Προέδρου ὅτι προετάχθη τὸ πρῶτον ἄρθρον κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου ἄνευ προσβολῆς πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ θέμα. Τὸ θέμα εἶναι ἕτερον σπουδαιότερον καὶ βαθύτερον καὶ οὐσιαστικώτερον. Εἶναι τοῦτο. Νομίζετε τάχα ὅτι δύνασθε νὰ ἐξαρτήσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου ἀπὸ μερικοὺς συμβιβασμούς; Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ εἴπητε· δέχομαι, κύριοι, νὰ γίνῃ αὐτό, ἂν δεχθῆτε καὶ σεῖς, νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις; Ἂν τοῦτο νομίζητε κοινοβουλευτικόν, ἂν τοῦτο νομίζητε ἐποικοδομητικὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τότε, κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ριζικῶς νὰ διαφωνήσω. Δὲν εἶναι ζήτημα συμβιβασμοῦ, δὲν εἶναι ζήτημα ἀμοιβαίων παραχωρήσεων, οὐδὲ ἀφορῶσι τὰ ἀμπελοχώραφα τῶν πατέρων ἡμῶν, τὰ ζητήματα τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, δὲν θὰ ἔλθωμεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἰς συμβιβασμούς. Δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, νὰ ἀπασχολήσω διὰ μακρῶν λόγων τὴν Βουλήν, ὥστε ἡ ἄνοδός μου ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ δημιουργήσῃ τοιαύτην ἐξέγερσιν. Οὔτε ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ μακρυγορῶ, οὔτε καὶ τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον ὥστε νὰ μακρυγορήσω. Ἐπρόκειτο μόνον νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἀκριβῶς διότι κατ’ ἐμὲ δὲν πρόκειται ζήτημα μεταβολῆς τῆς τάξεως τοῦ ἄρθρου. Ἀλλὰ πρόκειται κατ’ ἐμὲ διὰ ζήτημα οὐσίας. Οὐδεὶς βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορήσῃ ἐμὲ ἐπὶ θρησκοληψίᾳ ἢ ἐπὶ φανατισμῷ ἢ ἐπὶ ἀποπείρᾳ δημοκοπίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ ὅτι τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὰς θρησκευτικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι ζητήματα ἁπλῶς φανατισμοῦ, ὅτι εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀνεξάρτητα τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τῆς Ἱστορίας τῆς Χώρας ἡμῶν. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐν τῇ Μονῇ τῆς Ἁγίας Λαύρας τὴν 25ην Μαρτίου τοῦ 1821 ὑψοῦτο ὑπὸ τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ ἡ Σημαία τῆς Ἐλευθερίας, ἔχοντος παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτοῦ τὸν πάππον τοῦ ἐντίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν αὐτὴν ἡμέραν συνήρχετο ἡ Γερουσία τῆς Μεσσηνίας, τὴν 25ην Μαρτίου τοῦ 1821. Καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐψηφίζοντο ἀλλεπάλληλα τὰ πολιτεύματα ἡμῶν. Τοῦτο ἔπραξεν ἡ Συνέλευσις τοῦ Ἐπιδαύρου, τοῦτο ἔπραξε τὸ Σύνταγμα τοῦ Ἄστρους, τὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος, τοῦτο ἔπραξε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, τοῦτο ἔπραξε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τοῦτο ἔπραξε καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1911.
§60Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Γʹ Συνέλευσις.
§61Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, ἐρχόμεθα σήμερον, λησμονοῦντες τὴν Ἱστορίαν αὐτήν, λησμονοῦντες ὅτι ἔδει νὰ ἀναγραφῇ χρυσοῖς γράμμασιν ἄνωθεν τῆς εἰσόδου τῆς Βουλῆς παρόμοιόν τι, τοῦ ὁποίου ἀνεγράφετο εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Πλάτωνος ὅτι «Οὐδεὶς ἀνιστόρητος δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἐνταῦθα», λησμονοῦντες τὰς παραδόσεις αὐτὰς τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ἐρχόμεθα ἐδῶ συζητοῦντες ἂν τεθῇ πρῶτον ἢ ἔσχατον ἢ μεσαῖον τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀντὶ νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Καὶ διαμαρτύρεσθε καὶ φωνάζετε καὶ ζητεῖτε νὰ ἀφαιρέσητε παρ’ ἐμοῦ τὸν λόγον, διότι ἀναμιμνησκόμενος τῶν ἱερῶν παραδόσεων καὶ παρακαταθηκῶν ἐτόλμησα νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ὑπομνήσω αὐτὰ εἰς ὑμᾶς. Τί τὸ ἐλαττωματικὸν περιέχει τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐρχόμεθα οὕτω νὰ τροποποιήσωμεν, περιφρονοῦντες καὶ ρίπτοντες εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων αὐτῶν τὴν ἱερὰν ἡμῶν παρακαταθήκην; Τί τὸ τρωτὸν ἐπιστημονικὸν καὶ ἐθνικὸν καὶ ἐκκλησιαστικόν; Οὐδέν. Οὐδὲν ἐπιχείρημα τοιοῦτον ἀντετάχθη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος μέχρις ἐσχάτων. Ἕν ἐπιχείρημα μόνον. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μπακοπούλου, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος, ἂν ἐπανελαμβάνετο αὐτὸ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχε, διότι θὰ παριστάμεθα Κράτος μεσαιωνικόν. Ὄχι, κύριοι. Δὲν ἀποτελοῦν Κράτος μεσαιωνικὸν ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν. Καὶ ἡ ἀνάμνησις αὐτῶν καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν μνήμην αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ ἀναχρονισμόν, οὔτε μεσαιωνισμόν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ εὐγνωμοσύνην διὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἐγγύησιν διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Εἶναι καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὄχι μόνον τὸ ἀνιστόρητον τῶν συνταξάντων αὐτό, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν γυμνόν. Πῶς εἶχε, κύριοι, τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία .... κλπ.» Καὶ τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.... κλπ.» Ἔχει ἀπαλειφθῆ, κύριοι, ἡ φράσις «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κεφαλὴ γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν». Διατί νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις αὐτή;
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι εἶναι περιττὴ.
§63Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι περιττή. Οὐδὲν τὸ περιττὸν ἔπραξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡς ἱερὰν παρακαταθήκην μᾶς ἀφῆκαν τὴν ἐλευθερίαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἠγωνίσθησαν καὶ ἔπεσαν. Ὄχι, δὲν ἦτο περιττόν. Δὲν ἦτο περιττὸν διότι ἦτο ἀκριβῶς ἡ ἀντίθεσις ἡ ὑπάρξασα μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἀναγνωρίζει μίαν κεφαλήν, τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Δὲν ἀναγνωρίζει κεφαλὴν οὔτε τὸν Πατριάρχην, οὔτε ἄλλον τινα, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἄλλας Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο δὲν ἦτο περιττὴ ἡ διάταξις αὕτη, ἀκριβῶς διὰ νὰ τονισθῇ ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν δογμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας. Καὶ διατί ἤλθομεν ἡμεῖς νὰ καταργήσωμεν τὴν διάκρισιν αὐτήν; Διότι ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῶμεν ὡς Κράτος Μεσαιωνικόν, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ πάθῃ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν. Κύριοι καὶ πάλιν ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰ αἰσθήματα ὑμῶν. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι εἶσθε ἅπαντες σύμφωνοι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ὡς αὕτη ἴσχυεν. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι πρῶτοι ὑμεῖς καὶ τελευταῖος ἐγὼ θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι εἶναι δίκαιαι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ θὰ ζητήσητε νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἀρτιώτατα ἐπιστημονικῶς, ἀρτιώτατα πολιτικῶς, ἀρτιώτατα ἱστορικῶς, ἀλλ’ ἀρτιώτατα καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀξιοπρεπείας.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
§65Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Νομίζω κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἂν συμφωνήσωμεν εἰς τὸ ὅτι ἐψηφίσθη ἡ πρότασις....
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§67Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Παρακαλῶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ἀνασταλῇ πρὸς στιγμήν, ἵνα λυθῇ τὸ παρεμπίπτον αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιωδέστατον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλύθη καὶ τὸ παρεμπίπτον αὐτὸ ζήτημα, γίνεται δὲ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 5ου ἄρθρου.
§69Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐγὼ θὰ προέτεινα τοῦτο· νὰ μετατοπίσωμεν μόνον τὰ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου καὶ νὰ τελειώνωμεν, δηλαδὴ νὰ μὴ ἀρχίζῃ τὸ Σύνταγμα μὲ πρώτην φράσιν «Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκείας εἶναι ἀπαραβίαστος», ἀλλὰ νὰ ἀρχίσῃ μὲ τὸ ἐδάφιον 3 ὅτι «Ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι.... κλπ.»
§70Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀποδεχθῇ ν’ ἀλλάξωμεν καὶ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ σχέδιον τὸ παραδεκτὸν γενόμενον ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἀλλάξωμεν καὶ τὴν σειρὰν τῶν παραγράφων, νὰ ἀλλάξωμεν καὶ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§71Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἀποχωρῶ.
§72Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Βυζαντινολογοῦμεν, κύριοι συνάδελφοι. Δὲν κινδυνεύει ἡ θρησκεία διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς σειρᾶς τῶν ἄρθρων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει εἶναι ἡ ἀντιμετώπισις τῶν θετικῶν προβλημάτων τῆς Χώρας. Ἐγὼ προσωπικῶς δέχομαι οἱανδήποτε προσθήκην καὶ οἱανδήποτε ἀφαίρεσιν, ἀρκεῖ νὰ προχωρῶμεν.
§73Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὅλοι ἔχομεν ἐνδιαφέρον καὶ τὸ Σύνταγμα νὰ ψηφισθῇ ταχέως, ὁρμώμενοι ἀπὸ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Τόπου καὶ αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύτεραι, διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ συνεζητήθησαν ἐπανειλημμένως καὶ ἔχουν σχεδὸν ἐξαντληθῆ, εἶναι δὲ γνωσταὶ ἀντιλήψεις τινές, αἵτινες δύνανται νὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον συζητήσεων, ἀλλ’ αὐταὶ αἱ ἀντιλήψεις δύνανται ἐν ὀλίγοις νὰ ἐκτεθῶσι καὶ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ καλυτέρα διατύπωσις τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς πολυπληθεστάτου Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ γνῶμαι διάφοροι ἀπὸ τὰς κατὰ πλειονοψηφίαν κρατούσας καὶ ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν ὑπομονήν τινα.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεὶς ἠρνήθη αὐτό, ἀλλὰ πρέπει νὰ συντομεύσωμεν τὴν συζήτησιν.
§75Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Βεβαίως καὶ οἱ συνδυασμοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι διὰ νὰ ἐπιταχύνωσι τὴν συζήτησιν, ὅπως καὶ ὁ συμβιβασμὸς ὁ γενόμενος. Ἀλλ’ ἐφόσον γίνονται συμβιβασμοί, δὲν πρέπει νὰ γίνονται οὗτοι εἰς βάρος τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ μὴ ψηφίσωμεν ἐδῶ ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ καταστῇ ἀντικείμενον καὶ γέλωτος ἀκόμη. Προσέξατε ὀλίγον καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἂν προταχθῇ τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἔχει, θὰ γίνῃ ἀντικείμενον γέλωτος καὶ ἂν δὲν γίνῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. βουλευτής, θὰ τροποποιηθοῦν τὰ ἄλλα. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ἵνα παρακαλέσω ὑμᾶς, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ εὐχάριστον σημεῖον νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ἔχει καὶ ἀφοῦ συγκατατεθῆτε νὰ προταχθῇ, νὰ ἐπιτρέψητε....
§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§77Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι ἂν θὰ προταχθῇ ἢ δὲν θὰ προταχθῇ.
§78Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νὰ μὴ γίνῃ κατὰ διάφορον σειρὰν τῶν παραγράφων, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ὅπως ἔχουν ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Πρὸ παντὸς νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις.
§79Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἀλλὰ διὰ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ πρέπει νὰ δεχθῶμεν πέντε λεπτῶν συζήτησιν, ὅτι, ἂν ἀπεφάσισεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἄρθρον 5 νὰ γίνῃ πρῶτον, ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν μὲ μίαν τροπολογίαν νὰ προταχθῇ ἡ παράγραφος 3 ὡς πρώτη.
§80Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινε πρὸ ὀλίγου, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ προτάξεως καὶ μετατοπίσεως τῶν διαφόρων παραγράφων ὡς αὗται ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς.
§81Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Μάλιστα, αὐτὸ λέγω.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ ἀναλλοίωτον τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν φράσιν, μόνον μετατόπισιν τῶν παραγράφων.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Νὰ μείνῃ ἡ λέξις «γνωστή», διότι ἄλλως θὰ λάβω τὸν λόγον.
§85Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τελειώσωμεν. Ὄλαι αἱ ἀγορεύσεις κατὰ τὸ πλεῖστον ἔτειναν εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ ἄρθρου. Τοῦτο ἐγένετο δεκτόν. Δεύτερον ἐγένετο ἀκόμη δεκτὸν ὅτι, ὅταν θὰ προταχθῇ τὸ ἄρθρον, εἶναι ἀνάγκη ἐπίσης ὄχι τροποποιήσεως τοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ τακτοποιήσεως τῶν παραγράφων. Δέν ἠμποροῦμεν νὰ ἀρχίζωμεν «ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως.... κλπ.», ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ «ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι..... κλπ.»
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§87Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἴμεθα σύμφωνοι. Κατὰ τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν παρίστατο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἐγένετο δεκτὸν νὰ γίνῃ μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις σχετικὴ πρὸς τὴν αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἄλλας ἐθνότητας. Καὶ εἰς ταύτην εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Θὰ θεωρήσωμεν ἑπομένως τὴν συζήτησιν λήξασαν.
§88Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Νὰ λείψῃ ἡ λέξις «γνωστή».
§89Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, κ. Μεϊμαράκη, ἡ λέξις «γνωστὴ» εἶναι εἰς ὅλα τὰ παλαιὰ Συντάγματα. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω ὅτι αἱ λέξεις ἀποδίδουν νόημα, τὸ ὁποῖον ἀπέδιδον ἐπὶ τόσα ἔτη. Δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ τὸ νόημα ἐκεῖνο. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Ράλλην νὰ μὴ νομίσῃ ὅτι διὰ τούτου ἠθέλησα ἐγώ, εἴτε ἡ Βουλὴ ἐν τῷ συνόλῳ νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν. Οἱ συμβιβασμοὶ περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ μίαν ἔννοιαν νὰ γίνουν. Δεχόμεθα νὰ τελειώνωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ παραιτήσεως τῶν πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει εἷς ἕκαστος.
§90Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ ἡ λέξις περὶ συμβιβασμοῦ ἐλέχθη ἐκ μέρους μου τὸ πρῶτον, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, διότι φοβοῦμαι ὅτι παρενοήθην. Εἶναι βεβαίως δεκτὸν νὰ γίνωνται οἱ συμβιβασμοί, ἀλλ’ ὄχι ἐν παντί. Διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἀστεῖον δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν διάφορον γνώμην περὶ τοῦ περιεχομένου ἑνὸς ἄρθρου, ἂν οἱ ἀντιφρονοῦντες περὶ τοῦ περιεχομένου ἑνὸς ἄρθρου ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι τὸ περιεχόμενον εἶναι τοιοῦτον ὥστε νὰ τὸ ἀποκρούῃ ἡ συνείδησίς των ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς των· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι, ἐπειδὴ ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρόταξις, ἄρα ἐγένετο καὶ συμβιβασμός. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ νὰ θεωρηθῇ ὅτι καὶ εἰς τὸ περιεχόμενον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς προτάξεως εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποδεχθοῦν. Διότι, κ. Πρόεδρε, ἂν βουλευτής τις φρονεῖ ὅτι κατὰ τὸ περιεχόμενον νοσεῖ βαρέως τὸ ἄρθρον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ κἂν τὴν πρόταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ διὰ νὰ ἐπιδείξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἄτοπον, νοσοῦν, νὰ τὸ ἐπιδείξῃ ἐπιδεικτικώτερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοιοῦτος συμβιβασμὸς προτάξεων. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἔχει προτείνει μερικὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ γίνουν δεκταί. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκόμη εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, ὅτι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἔχει βαθυτάτην ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν, ἀλλὰ μετὰ φειδοῦς, ὁ κ. Ράλλης. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ μίαν τοιαύτην πρότασιν, οἵα ἡ τοῦ κ. Ράλλη, νὰ τὴν παρίδῃ τόσον ἐλαφρῶς. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ὡμίλησε περὶ προσηλυτισμοῦ καὶ δὲν ἀγνοεῖται ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀντικείμενον παντοειδῶν ἐπιθέσεων ἀφορωσῶν προσηλυτισμόν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφόσον ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι ἀπαγόρευσις προσηλυτισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, ν’ ἀφήσωμεν τὴν φράσιν αὐτὴν ἀκύρωτον, ὁ δὲ κ. Βοκοτόπουλος προτείνει κύρωσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Διατί ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ δὲν θ’ ἀπεδέχετο κύρωσιν τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς; Εἶναι δυνατὸν μὲ ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου διὰ τὴν πρότασιν τροπολογίας τοῦ κ. Βοκοτοπούλου νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται, ἄνευ κυρώσεως; Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἐφόσον ὑπάρχουν προτάσεις ἄξιαι τῆς προσοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐγείρεται ζήτημα διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βοκοτοπούλου, ὅτι ἡ διάταξις περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ προσηλυτισμοῦ δὲν ἔχει κύρωσιν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα δὲν εἶχε καμμίαν τοιαύτην.
§92Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιστάσεις ἄλλαι, κ. Ὑπουργὲ καὶ γεγονότα νέα ἀπαιτοῦντα τὴν κύρωσιν.
§93Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλ’ αἱ πλεῖσται διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἔχουσι μόνον γενικὰς ἀρχάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ κύρωσις δι’ ὅλας νὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας καθώρισε τὸ Σύνταγμα λαμβάνει μέτρα κυρώσεως.
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§95Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λέγει τὸ Σύνταγμα «τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπαραβίαστον». Δὲν ἔχει καμμίαν κύρωσιν. Ἔρχεται ὁ νόμος ὁ ὁποῖος θέτει τὴν κύρωσιν. Ἐπίσης ἕτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δὲν ὁρίζει κύρωσιν, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καθορίζει ταύτην. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἵτινες περιέχουσι κυρώσεις. Ἂν πρόκειται περὶ τούτου νὰ συζητήσωμεν, θὰ παρακαλέσω μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον τρέφω εἰς τὰς βαθείας γνώσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Βοκοτοπούλου, ὡς καὶ τὰς γνώμας ὅλων τῶν συναδέλφων διὰ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας κάμουν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν γενικήν, μετὰ τὴν ὁποίαν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ διατύπωσις τῶν γενικῶν ἀρχῶν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἔπειτα τὴν κύρωσιν τὴν παραπέμπομεν εἰς τὸν νόμον. Ὑπάρχει εἰς τὸν ποινικὸν νόμον κύρωσις περὶ προσηλυτισμοῦ, ὅπως ὑπάρχει καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὧν ἐμνημόνευσα διατάξεων. Ἂν ἐκ τῶν παρεμπεσόντων γεγονότων δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἂν πρόκειται περὶ τούτου, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχοληθῶμεν περισσότερον ἤδη, ἀλλὰ νὰ φροντίσωμεν νὰ γίνῃ ἄλλος κατάλληλος νόμος. Κάμω ἔκκλησιν εἰς ὅλους τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ τοιαύτης φύσεως διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον πολιτικῆς καὶ κομματικῆς διαμάχης. Ἄλλα εἶναι τὰ ριζικὰ ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα διαφωνοῦμεν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τοὺς κ. κ., οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ἂν παραιτοῦνται τοῦ λόγου των. Ὁ κ. Παπαστρατῆς παραιτεῖται, ὁ κ. Βουτυρᾶς παραιτεῖται, ὁ κ. Βαρβούτης παραιτεῖται, ὁ κ. Μπούσιος....
§97Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, δὲν παραιτοῦμαι.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι οἱ ἄλλοι παρῃτήθησαν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Μπούσιος.
§99Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ πεῖσμα, μεθ’ οὗ διεξάγεται ἡ συζήτησις, διότι κατ’ ἀρχὴν νομίζω ὅτι ὅλοι συνεφωνήσαμεν ὡς πρὸς τὴν καλυτέραν ἀνακατάταξιν τῶν διατάξεων, οὕτω δὲ βαίνομεν εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀνακατάταξις αὐτὴ τῶν διατάξεων συνεπάγεται μίαν ἐλαφράν, ὄχι οὐσιαστικήν, τροποποίησιν. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν τὴν πρώτην παράγραφον, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπικρατοῦσα Θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.... κλπ.» Κατ’ ἀνάγκην ἡ τετάρτη παράγραφος θὰ ἔλθῃ δευτέρα. Ἀλλ’ ἂν θέλητε, κύριοι βουλευταί, νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ράλλη, νὰ μείνωμεν δηλαδὴ εἰς τὸ παλαιὸν κείμενον, καὶ ἐγὼ προτείνω νὰ μείνῃ τὸ παλαιὸν κείμενον.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§101Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ προτείνω νὰ μείνῃ τὸ παλαιὸν κείμενον, ὅπως εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα, «ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος.... κλπ.»
§102Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παράγραφον θὰ ἔλθῃ δευτέρα, ἡ τετάρτη δέ, ἐφόσον προηγήθη ἡ ἐπικρατοῦσα Θρησκεία θὰ χρειασθῇ ἡ λέξις «ἄλλης», διότι, ἂν δὲν τεθῇ ἡ λέξις «ἄλλης», τότε θὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ τὸ τῆς «ἐπικρατούσης Θρησκείας», διότι ἡ ἐπικρατοῦσα δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ ὡς πρὸς τὴν χρηστοήθειαν. Χθὲς τὸ ἀπόγευμα διαμαρτυρόμενος ἐπ’ αὐτοῦ, ἀνέπτυξα τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν Ν. Χωρῶν καὶ σᾶς εἶπον ὅτι τοῦτο εὑρίσκεται ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν περὶ τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ν. Χωρῶν ἀπαρτίζεται ἀπὸ 56 ἀρχιερατικὰς ἕδρας, ἀπέναντι 33 τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ προσαρμόσωμεν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν πρὸς τὴν πραγματικότητα. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον χθὲς τὴν ἑσπέραν, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἀπόψε διὰ τὴν μὴ ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως. Ἀνέπτυξα χθὲς τὴν ἑσπέραν διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα. Οἱ συντάξαντες τὴν διάταξιν, ὡς ἀντιλαμβάνεσθε ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, εἶχον ἐν τῇ διανοίᾳ των τὴν προσωρινότητα, ἀλλ’ ὡς ἀπώτερον σκοπὸν εἶχον τὴν συνένωσιν τῶν δύο τμημάτων τῆς ἐν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Αὕτη ἡ συνένωσις δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ λόγους τοὺς ὁποίους παραδέχονται ὅλοι, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι ἔχομεν λόγους σοβαρωτέρους νὰ μὴ θέλωμεν νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἕνωσιν. Διὰ νὰ εἴμεθα ὅμως ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ Συντάγματος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν τῆς τετάρτης παραγράφου, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ δευτέρα καὶ ἡ ὁποία λέγει ὅτι εἶναι δογματικῶς ἡνωμένη μετὰ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ τηρεῖ ἀπαρασαλεύτους τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς κανόνας. Ἔλαβον δὲ τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κανών. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κανὼν καὶ ἐφόσον διὰ τοῦ Συντάγματος ὁρίζομεν ὅτι οἱ κανόνες τηροῦνται ἀπαρασαλεύτως καὶ ἐφόσον τὸ αὐτοκέφαλον δὲν ἐγένετο διὰ τῆς Πολιτείας, ἀλὰ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ συνοδικοῦ Τόμου τῆς χειραφετήσεως, δυνάμεθα νὰ συμβιβάσωμεν τὰ πράγματα, δηλαδὴ νὰ ρυθμίσωμεν τὸ Σύνταγμα πρὸς τὴν πραγματικότητα, νὰ ἀπαλείψωμεν ἐντελῶς τὸ περὶ αὐτοκεφάλου τμῆμα.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§104Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διατί θορυβεῖσθε; Λέγω μίαν γνώμην. Τὸ αὐτοκέφαλον δὲν καταργεῖται. Νομίζετε ἐσφαλμένως ὅτι μὲ τὴν ἀπάλειψιν τῆς σχετικῆς διατάξεως καταργεῖται καὶ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας; Δὲν καταργεῖται. Αὐτὸ ἐδημιουργήθη, ὡς σᾶς εἶπον, δι’ ἐγγράφων, ἀνταλλαγέντων μεταξὺ τοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως διατηρεῖται. Ἀλλὰ διατηρεῖται ἐπίσης καὶ τὸ ἕτερον καθεστώς, διατηρεῖται ἡ ὑπαγωγὴ τῶν ἐκκλησιῶν τῶν Ν. Χωρῶν εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἡ ὁποία δὲν θὰ διατηρεῖται ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς, ἐφόσον γίνεται λόγος ἐν τῷ Συντάγματι περὶ τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς Ν. Χώρας. Τὸ δεύτερον ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον.
§105Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναιρεῖται τὸ αὐτοκέφαλον ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς; Ὑπάρχει μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τῶν πραγμάτων, δύνανται καὶ αἱ δύο αὐταὶ καταστάσεις νὰ συμπολιτεύωνται;
§106Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν δύνανται νὰ συμπολιτεύωνται.
§107Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί; Ἀντίκειται ἡ μία ἔννοια πρὸς τὴν ἄλλην; Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω.
§108Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν ἐπιμένητε νὰ νομοθετῆτε τὰς Ἐκκλησίας, εἶσθε, ὡς σᾶς εἶπον καὶ χθές, ἐκτὸς τοῦ θέματος, διότι ὑπεισέρχεσθε εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δὲν δέχονται καμμίαν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας. Ἐφόσον λοιπὸν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἐδημιούργησαν τὸ αὐτοκέφαλον εἰς ἓν τμῆμα τῆς Ἑλλάδος πρὸ ἑξήκοντα περίπου ἐτῶν, τὸ αὐτοκέφαλον αὐτὸ διατηρεῖται. Ὅταν θέλῃ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία νὰ ἐνισχύσῃ τὸ αὐτοκέφαλον αὐτὸ διὰ προσαρτήσεως καὶ ἄλλων Ἐπισκοπῶν, θὰ τὸ κάμῃ. Ὅταν πάλιν θὰ ἴδῃ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἀναλόγως τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ αὐτό, ἀλλὰ πρέπει νὰ πράξῃ κάτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον θὰ σκεφθῇ ἐν συνεννοήσει καὶ μετὰ τῆς Πολιτείας, θὰ πράξῃ καὶ αὐτό. Διὰ νὰ δύναται λοιπὸν νὰ πράξῃ καὶ τὸ ἕν, νὰ διατηρήσῃ δηλαδὴ ὑπὸ τὸ κλίμα τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου τὰς 56 ἐκκλησιαστικὰς περιφερείας, νὰ δύναται δὲ εἰς τὸ μέλλον νὰ ρυθμίσῃ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον καὶ τὸ ζήτημα τοῦ αὐτοκεφάλου καὶ τὸ ζήτημα τῆς συνενώσεως, πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ διάταξις περὶ αὐτοκεφάλου.
§109Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν;
§110Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει χωρὶς νὰ τῆς τὸ δώσωμεν εἰς τὰς Ν. Χώρας. Διὰ τὸ αὐτοκέφαλον, ἐπειδὴ ἔγεινεν ἤδη καὶ δὲν σκέπτεται βεβαίως νὰ τὸ καταργήσῃ, θὰ σκεφθῇ πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ τὸ συνδυάσῃ μὲ τὴν πραγματικότητα. Καταλήγω εἰς τὸ ἑξῆς ὅτι ἂν διατηρηθῇ ἡ διάταξις περὶ αὐτοκεφάλου θὰ εἶναι ἓν μέγα ψεῦμα ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.
§111Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετὰ τὴν δήλωσιν τὴν ἑρμηνευτικήν, ἡ ὁποία ἔγεινε, πάντες ἀποβλέπομεν εἰς τοῦτο, ὅτι καὶ τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται ἤδη εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν προσεχῶς θὰ περιληφθῶσι.
§112Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν· διότι ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι σοβαρώτατοι, τοὺς ὁποίους πολὺ καλὰ γνωρίζετε, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ μᾶς ποδηγετοῦν ὄχι εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Αὐτοκεφάλου, ἀλλὰ εἰς τὸ ἀντίθετον. Αὐτὸ σημαίνει ἡ προσθήκη αὐτή.
§113Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις πλήρως ἐπαρκεῖ διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κοζάνης. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης βουλευτής, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπεστήριξε τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας.
§114Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν.
§115Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο ὑπεστήριξε διὰ μακρῶν καὶ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει τῇ Γʹ. Ἀλλὰ καὶ τότε πάντες ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κοζάνης βουλευτὴν ὅτι ἡ παμψηφία σχεδὸν τοῦ Ἔθνους εἶναι ὑπὲρ τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἀπὸ μακροτάτου χρόνου τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας ἐθεωρήθη ὡς ἐγγύησις ἀπαραίτητος διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ Ἔθνος καὶ ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος κανεὶς νὰ δεχθῇ τὴν κατάργησιν τοῦ αὐτοκεφάλου, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 43 εἷς καὶ μόνος, νομίζω, ὁ ἀείμνηστος Ἰακωβᾶτος, ὁ Γεωργαντάρας ἐπιλεγόμενος καὶ κατὰ τὴν Γʹ Συνέλευσιν μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης συνάδελφος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι ἐπαρκεῖ πλήρως διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἰδιαίτατα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κοζάνης, ἡ ὑποβαλλομένη ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Γ. Τηληκίδης εἶναι ἀκόμη νὰ ὁμιλήσῃ.
§117Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, κ. Πρόεδρε, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Τὸ τρίτον «ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως» εἶναι τὸ κυριώτερον. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀντικείμενον τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τοῦ κόσμου ἔρχεται πρῶτον. Εἶναι τελείως ἀντεπιστημονικὴ ἡ διατύπωσις ὅπως προτείνεται ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ προέδρου αὐτῆς δὲν διεμαρτυρήθη. Ἄλλως ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§118Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν, κ. Πρόεδρε. Ἀρχίζομεν, ἄρθρον πρῶτον· «ἐπικρατοῦσα Θρησκεία ἐν Ἑλλάδι.... κλπ.»
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δέχηται ὥστε τὸ πέμπτον ἄρθρον νὰ γίνῃ πρῶτον τοῦ Συντάγματος.
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ἀλλὰ νὰ μείνῃ ἀναλλοίωτον κατὰ τὴν ἔννοιαν.
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον αὐτό. Καὶ δεύτερον ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τῆς πρώτης.
§124Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλῆ μετακίνησις τῶν ἐδαφίων τοῦ πρώτου ἄρθρου νὰ γίνῃ. Τίποτε ἄλλο.
§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι ἁπλῆ μετακίνησις.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 5. Ἐπικρατοῦσα Θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκείνη, τοὺς ἱερούς, ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιτήρησιν, εἰς ἣν καὶ οἱ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος. Τὰ τῆς λατρείας πάσης γνωστῆς θρησκείας τελοῦνται ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. Ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται. Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον. Ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις αὐτοῦ ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 5ον ἄρθρον).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ἀντίκειται ἡ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ τῇ Κρήτῃ ὑφισταμένη ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις».
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§130Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸ ἑξῆς. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐτέθη ὡς πρῶτον ἄρθρον τὸ ἄρθρον «περὶ θρησκείας», διότι δὲν ὑπῆρχεν ἄρθρον ὁρίζον τὸν τύπον τοῦ Πολιτεύματος. Εἰς τὸ παρὸν ὅμως Σύνταγμα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἄρθρον τὸ ὁρίζον τὸν τύπον τοῦ Πολιτεύματος.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5ον ἐψηφίσθη μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι λαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ ἡ μετατόπισις τῶν παραγράφων.
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ζήτημα τῆς κατατάξεως τῶν ἄρθρων εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλλάσσεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ εἰς τὸ τέλος τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος.
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐψηφίσθη, ἐψηφίσθη.
§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ συναρμολόγησις τῶν ἄρθρων θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ τέλος.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἀμέσως νὰ ἀνακαλοῦμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς. Ἐξακολουθεῖ ἡ ψήφισις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει):
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Ἄρθρον 6. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τῶν νόμων καὶ συνεισφέρουν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των. Εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας εἶναι δεκτοὶ μόνον πολῖται Ἕλληνες, πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων. Οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ δημόσιος ὑπάλληλος εἰς μὴ νομοθετημένην θέσιν. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσουν τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως ἢ παράσημα, πλὴν τῶν μεταλλίων πολέμου, οὔτε ἀπονέμονται, οὔτε ἀναγνωρίζονται. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι ὅτι εἰς τὰς κρατικὰς ὑπηρεσίας διορίζονται ὑπάλληλοι μόνον πολῖται Ἕλληνες, ἐφόσον κέκτηνται τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα, ξένοι δὲ μόνον ὅταν δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐπιτρέπηται. Ἡ δὲ λέξις «πολίτης» καὶ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἄρθρα, ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου, τοῦ ἔχοντος δηλαδὴ Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἀδιακρίτως φύλου ἢ ἡλικίας. Πολιτικὰ δικαιώματα εἰς τὰς γυναῖκας δύνανται νὰ ἀπονεμηθῶσι διὰ νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 7. Ὅλοι, ὅσοι εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ἀπολαύουν ἀπολύτου προστασίας τῆς ζωῆς καί τῆς ἐλευθερίας των, ἀδιακρίτως ἐθνικότητος, θρησκείας καὶ γλώσσης. Ἐξαιρέσεις ἐπιτρέπονται εἰς τὰς περιπτώσεις, τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον.
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 7ον ἄρθρον).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 8. Ἀδίκημα δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ ποινὴ ἐπιβάλλεται, ἄνευ νόμου ἰσχύοντος πρὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως. Βαρυτέρα ποινὴ οὐδέποτε ἐπιβάλλεται μετὰ τὴν τέλεσιν τῆς πράξεως.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 8ον ἄρθρον).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 9. Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 9ον ἄρθρον).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἅρθρον 10. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος, οὐδεὶς καταδιώκεται, φυλακίζεται, ἀπελαύνεται, ἐκτοπίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 10ον ἄρθρον).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἅρθρον 11.
§149Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§151Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι περίεργον, διότι Κυβέρνησις δικτατορική, ἡ τοῦ Κονδύλη, ἐψήφισε συνταγματικὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὁ νομικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ἐτῶν ἀναμένει καὶ τὴν ὁποίαν δὲν κατώρθωσαν αἱ προηγούμεναι Βουλαὶ νὰ τὴν ψηφίσουν. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου, ὑπὸ τὴν πίεσιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔλθουν κατηγορούμενοι, οἱ ὁποῖοι πολλὰ τὰ δεινὰ ὑπέστησαν ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν, ἐψηφίσθη διάταξις σωτηρία διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, ἐψηφίσθη ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠσφάλισε τὸ μέγα δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖται ἀπὸ τὴν μεγάλην κατάχρησιν τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν, ἡ ὁποία ἐγίνετο μέχρι σήμερον. (Θόρυβος)... Συζητεῖται διάταξις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν καὶ δὲν δύναται νὰ διεξάγηται ἐν θορύβῳ. Ὄταν κατηγορῆται ἓν ἄτομον καὶ προφυλακισθῇ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ μένῃ ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὰς φυλακάς, διότι ὁ ἀνακριτὴς ἔχει ἐργασίαν ἢ διότι βαρύνεται νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Εἶναι τὸ παράπονον ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔλθῃ κατηγορούμενος, διότι δὲν ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι ἦλθε κατηγορούμενος ὅτι εἶναι καὶ ἔνοχος. Ἂν λάβητε τὴν στατιστικὴν θὰ ἴδητε ὅτι κατὰ 70% αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων μας εἶναι ἀθωωτικαί. Τί θὰ γίνῃ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος ἐσύρθη εἰς τὰς φυλακάς, ὅταν δώσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ἀπεριόριστον, εἰς τοὺς ἀνακριτὰς νὰ κρατοῦν ἐν προφυλακίσει ἐπ’ ἀόριστον τοὺς ὑποδίκους, ὅταν δὲν περαιώνουν τὴν ἀνάκρισιν καὶ μάλιστα τώρα, ὅταν ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἵσταται εἰς τὴν θέσιν της, ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ δὲν ἀσκεῖται ἔλεγχος ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν δίδουν σημεῖα ὑπάρξεως; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς νομικοὺς ποσάκις ὠργίσθησαν κατὰ τῆς τάξεως αὐτῆς καὶ ποσάκις ἐφώναξαν ὅτι δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή; Ἐρωτῶ πάντα δικηγόρον ἂν δὲν ἠσθάνθη ψυχικὴν ὀδύνην κατὰ τὰ ἔτη τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξε τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἐκ τῆς τοιαύτης στάσεως τῶν ἀνακριτῶν; Θὰ ἔλθωμεν σήμερον τὴν σωτηρίαν αὐτὴν διάταξιν διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου νὰ καταργήσωμεν, ὅπως τοῦτο ἐδέχθη καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν; Θὰ ἔλθωμεν διάταξιν, ἀφορῶσαν τὸ ὕψιστον δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, τὴν ὁποίαν εἶχε περιφρουρήσει τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα, θὰ ἔλθωμεν, λέγω, τὴν διάταξιν ταύτην νὰ τὴν καταργήσωμεν καὶ νὰ δώσωμεν ἀμνηστείαν εἰς τοὺς κ. κ. ἀνακριτὰς καὶ νὰ δώσωμεν βραβεῖον εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν ἀμέλειαν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαντο μέχρι τοῦδε; Γνωρίζω ἐκ πείρας ὅτι ὅπου ὁ ἀνακριτὴς ἦτο ἱκανὸς καὶ ἂν δὲν ἦτο ἱκανὸς ὅταν εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὸν ἔταξεν ἡ Πολιτεία, αἱ ἀνακρίσεις ἐπεραιοῦντο ταχέως καὶ ἐντὸς μικροτέρων χρονικῶν ὁρίων, ὅπου δὲ τοὐναντίον οἱ ἀνακριταὶ ἦσαν ἀνίκανοι ἢ ἀμελεῖς καὶ ἤρχοντο εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἐκ τοῦ χαρτοπαιγνίου τὴν 11ην π. μ. καὶ τὴν ἑπομένην εἰς τὰς 6 μ. μ., ἐνῷ ἡ ἐπαρχιακὴ ζωή, ὡς γνωστόν, ἄρχεται ἀπὸ τὴν 8ην πρωϊνήν, τότε ἡ ἀνάκρισις δὲν ἐπεραιοῦτο καὶ ἂν οἱ κύριοι ἀνακριταὶ εὑρίσκοντο εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των δὲν θὰ ἐφθάνομεν οὐδέποτε εἰς τὸ σημεῖον νὰ θεσπίσωμεν τὸ ἄρθρον 11 ὅπως ἔχει θεσπισθῆ ὑπὸ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματος. Οὐδέποτε διὰ τὰ πλημμελήματα νὰ ὑπερβῇ ἡ προφυλάκισις τοὺς τέσσαρας μῆνας καὶ διὰ τὰ κακουργήματα τὸ ἓν ἔτος. Καὶ εἶδον μετ’ ἐκπλήξεως τὴν ἄλλην φοράν, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει εἶχε φέρει παράδειγμα Τουρκικῆς Δικαιοσύνης καὶ Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔκαμε κάποιον παραλληλισμὸν ἀτυχῆ, τοποθετήσας μαζὶ τὰ δύο ὀδυνηρὰ παραδείγματα ἀμφοτέρων διὰ τὴν προφυλάκισιν.
§152Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖον παράδειγμα Τουρκικῆς Δικαιοσύνης ἀνέφερον ἐγώ;
§153Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ψηφίσματος ἀναφέρατε ὅτι κατὰ τὴν Τουρκικὴν κατοχὴν ἐν Μακεδονίᾳ ὑπῆρξαν ὑπόδικοι ἐπὶ 3 καὶ 4 ἔτη καὶ ἓν παράδειγμα τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης διὰ τρία ἔτη καὶ νομίζω ὅτι ἠθωώθησαν κατόπιν οἱ ὑπόδικοι οὗτοι. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἔχουν σχέσιν τὰ παραδείγματα ταῦτα μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα, τὰ ὁποῖα τόσον ζωηρῶς ἐχρωμάτισεν ὁ ἔντιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐρχόμεθα σήμερον διὰ τῆς καταργήσεως τῆς σωτηρίας αὐτῆς διατάξεως τῶν δύο ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου 11 νὰ τὰ καταργήσωμεν καὶ ἀσφαλῶς εἰς τὸ μέλλον τὰ παραδείγματα αὐτὰ θὰ τὰ πολλαπλασιάσωμεν ἐπὶ μεγίστῳ κακῷ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅπου ὑπῆρχον ἀνακριταὶ ἔχοντες τὴν θέλησιν νὰ ἐργασθοῦν οὐδέποτε, ὡς εἶπον, ἡ προφυλάκισις ὑπερέβη τοὺς τέσσαρας μῆνας διὰ πλημμελήματα καὶ τοὺς δώδεκα ἐπὶ κακουργημάτων. Ὅπου ὑπῆρχον ἀνακριταὶ ὀκνηροὶ καὶ ἀνίκανοι, μὴ ἔχοντες ἀνωτέραν ἐποπτείαν, ἐκεῖ βεβαίως ἐχώλαινεν ἡ ἀνάκρισις καὶ θὰ χωλαίνει πάντοτε. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διαμαρτύρεται καὶ λέγει· εἶναι ἀντικείμενον Συντάγματος τοῦτο; Καὶ ὅταν τόσας ἄλλας διατάξεις ἐθέσαμεν εἰς τὸ Σύνταγμα μὴ οὔσας ἀντικείμενον Συντάγματος, ὡς λ. χ. τὰ παράσημα, τοὺς κινηματογράφους, τὴν μητρότητα καὶ πλεῖστα ἄλλα, τὴν σωτηρίαν αὐτὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν νὰ τὴν ἐξαβελίσωμεν ὡς ἐπουσιώδη διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νόμου; Ἀλλ’ ἡ κατάχρησις αὐτὴ ὑπὸ τῶν κυρίων ἀνακριτῶν, ἡ κοινὴ βοὴ τῆς Κοινωνίας, ἡ βοὴ τοῦ νομικοῦ κόσμου εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ θεσπίσωμεν τὴν συνταγματικὴν ταύτην διάταξιν. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ πλημμελήματα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπέρχεται φυλάκισις; Εἶναι ἐλάχιστα ἡ κλοπή, ἡ ἀπάτη, ἡ ὑπεξαίρεσις, ἡ ζῳοκλοπή, ἡ ζῳοκτονία καὶ τὸ λαθρεμπόριον, δι’ ἃ μικροτέρα προθεσμία τίθεται. Δὲν ἀρκοῦν 4 μῆνες διὰ τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως; Πόσον καιρὸν θέλετε νὰ εἶναι προφυλακισμένος διὰ τοιαῦτα πλημμελήματα; Εἶναι δὲ γνωστὸν ἐκ τῆς πείρας εἰς πόσην ποινὴν καταδικάζονται συνήθως οἱ κατηγορούμενοι οἱ κηρυσσόμενοι ἔνοχοι διὰ πλημμελήματα· 4–5 μηνῶν.
§154Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δύο μέχρι τεσσάρων ἐτῶν.
§155Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ζωοκλοπῆς, ἀλλὰ περὶ τῶν ἄλλων μικροπλημμελημάτων. Διατί νὰ καθήσῃ ὁ ἄνθρωπος προφυλακισμένος 7 καὶ 8 μῆνας ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει;
§156Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διότι πολλάκις αὐτὸς οὗτος διὰ τῶν ἐνστάσεών του παρατείνει τὴν προφυλάκισιν.
§157Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο λύει κατὰ τὰς ἀπόψεις σας ἡ τροπολογία μου, ἣν θὰ ἀναπτύξω κατωτέρω. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ κακουργήματος. Δὲν ἀρκοῦν, κύριοι, δώδεκα μῆνες προφυλακίσεως; Σκεφθῆτε καλῶς σεῖς, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τί θὰ εἴπῃ δώδεκα μῆνας προφυλακίσεως, σεῖς ὅστις διετελέσατε δύο φορὰς προφυλακισμένος, ὡς ἐνθυμεῖσθε τὴν πρώτην φορὰν ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Βασιλέως ἡμῶν Γεωργίου τοῦ Αʹ καὶ τὴν δευτέραν ἐπὶ ἀντιστάσει εἰς τὸ Παγκαλικὸν καθεστώς; Πῶς θὰ σᾶς ἐφαίνετο εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις καὶ ποίαν ὀδύνην ἠθέλατε αἰσθανθῆ ἂν σᾶς ἐκράτουν ἐν προφυλακίσει διὰ τὰς ἄνω δύο ποινικὰς ὑποθέσεις σας ἐπὶ δώδεκα μῆνας;
§158Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ προφυλάκισις ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας. Ὅριον θέτει, ἀλλ’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἀντικείμενον Συντάγματος, εἶναι συνταγματικὸς σολοικισμὸς τὸ νὰ θέλητε νὰ καθορίσητε διὰ Συντάγματος τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον νόμου.
§159Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὴν κατάχρησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι τοῦδε εἰς βάρος τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, ἐπιβάλλεται ἡ συνταγματικὴ κύρωσις. Οἱ νόμοι καὶ τὰ Συντάγματα γίνονται οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἀφῃρημένων ἀρχῶν καὶ ἐννοιῶν, ἀλλ’ εἶναι κατασκευάσματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μαθημάτων τῆς κοινῆς πείρας καὶ τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνθηκῶν τῆς Κοινωνίας. Ἴδετε ποῖα ἦσαν τὰ Συντάγματα τοῦ 1864, τοῦ 1911, τοῦ 1924. Ἑκάστοτε μεταβάλλονται αἱ διατάξεις τῶν ἀναλόγως τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ δὲν εἶναι νεκρὰ κατασκευάσματα καὶ ἀμετάβλητα καὶ ὅταν σήμερον ἔφθασεν ἡ Κοινωνία εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀγανακτῇ ἐκ τῆς στάσεως τῶν δικαστῶν νὰ παρατείνουν, καθ’ ὃν τρόπον παρατείνουν, τὴν προφυλάκισιν, δὲν πρέπει νὰ τεθῇ μία συνταγματικὴ κύρωσις, ἡ ὁποία νὰ περιστέλλῃ τὸ κακὸν αὐτό; Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δικαιολογεῖ ὡς ἑξῆς τὰ πράγματα, ὅπως καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει, ἣν ἀνωτέρω ἀνέφερον. (Ἀναγινώσκει): «Ὡς ἔχουν σήμερον τὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν πάντες, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ταχεῖα περαίωσις τῶν ἀνακρίσεων». Διατί; Διότι, λέγει, δὲν ἐπιδίδονται κλήσεις εἰς τοὺς μάρτυρας ἐγκαίρως, διότι ὁ κατηγορούμενος δύναται νὰ καταστρατηγήσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν διὰ τῆς χρήσεως τῶν διαφόρων ἐνδίκων μέσων. Αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπὴ ἐστήριξε τὴν ἀπόφασίν της, ὥστε νὰ καταργήσῃ τὴν σωτηρίαν ταύτην διάταξιν. Δυνάμεθα κάλλιστα τὴν ἔνστασιν ταύτην καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ τὰ καταρρίψωμεν, ἂν θέσωμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὅτι δὲν ὑπολογίζονται εἰς τὴν προθεσμίαν ταύτην ὅταν ἐν τῷ μεταξὺ ἀναστέλλωνται αἱ ἀνακριτικαὶ πράξεις ἐκ τῆς ὑπὸ τῶν ὑποδίκων ἀσκήσεως διαφόρων ἐνδίκων μέσων». Εἶμαι εἰς θέσιν, κύριοι, νὰ σᾶς βεβαιώσω ἐκ τῆς ἐπὶ 25 ἔτη δικηγορικῆς μου πείρας, ὅτι οἱ μάρτυρες μόλις κληθοῦν ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν ἔρχονται. Ἀλλὰ τί γίνεται, κύριοι, συναθροίζονται ἔξωθι τοῦ ἀνακριτικοῦ γραφείου χωρικοὶ πτωχοὶ ἐπὶ τρεῖς ἕως τέσσαρας ἡμέρας, δότι ὁ ἀνακριτὴς ἔρχεται εἰς τὰς 11.30′ π. μ. εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς 6, ἢ διότι εἶναι ἀνίκανος νὰ διεκπεραιώσῃ μίαν ὑπόθεσιν ταχέως καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πελαγοδρομεῖ εἰς ἀσήμαντα πραγματικὰ στοιχεῖα. Διότι ἡ Πολιτεία δὲν ἐδημιούργησε μέχρι τοῦδε εἰδικοὺς ἀνακριτάς, ὡς ὤφειλε νὰ πράξῃ, πρέπει ἡ προφυλάκισις νὰ μεταβάλληται εἰς ποινήν; Φρονῶ λοιπόν, κύριοι, ὅτι συνταγματικὴ κύρωσις διὰ τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως θὰ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ὄχι μόνον διὰ τοὺς ὑποδίκους, διὰ τὸν κόσμον τοῦ ὁποίου τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἐστέρησαν ἀδίκως οἱ ἀνακριταί, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν Δικαιοσύνην. Ἡ διάταξις αὕτη θὰ δώσῃ νὰ ἐννοήσωσιν οἱ δικασταὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ ἐκπροσωποῦσα τὴν Κοινὴν Γνώμην δὲν ἔχει πολὺ καλὴν γνώμην περὶ αὐτῶν καὶ ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ θεσπίσῃ καὶ συνταγματικὴν διάταξιν σχετικῶς ἐξ αἰτίας τῆς στάσεως αὐτῶν. Ὑποβάλω λοιπὸν τὴν πρότασιν νὰ ἀφεθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματι, μὲ τὴν προσθήκην ἐκείνην τοῦ μὴ ὑπολογισμοῦ τῆς προθεσμίας ὅταν διακόπτωνται ὑπὸ τῶν ἐνδίκων μέσων τῶν ὑποδίκων καὶ πέπεισμαι ἀκραδάντως ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἔχῃ θαυμάσια ἀποτελέσματα καὶ ἐπὶ τοῦ κόσμου τῶν ὑποδίκων καὶ πρὸ παντὸς ἐπὶ τοῦ κύκλου τῶν κυρίων ἀνακριτῶν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§161Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Ἑλλάδος ἀνεγράφησαν διατάξεις προστατευτικαὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο τὸ ὁποῖον νὰ ἐποδοπατήθη τόσον καταφώρως, ὅσον ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ 11ου ἄρθρου ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει). Καὶ ὅμως ὅλοι γνωρίζομεν ἐκ πείρας ὅτι οἱ πολῖται συλλαμβάνονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄνευ ἐντάλματος, συλλαμβανόμενοι δὲ ὁδηγοῦνται εἰς τὰ ἀστυνομικὰ τμήματα, κρατοῦνται ἐπὶ ἡμέρας κατὰ τὰς ὀρέξεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἂν δὲ ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ εὑρίσκεται εἰς τὸ κέντρον, ἀλλ’ εἰς ἓν χωρίον, μεταφέρεται ἀπὸ σταθμοῦ εἰς σταθμόν, κρατεῖται καὶ ἐκεῖ ἀρκετὰς ἡμέρας καὶ ἂν τολμήσῃ νὰ διαμαρτυρηθῇ, ξυλοφορτώνεται ἀγρίως καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεινοπαθήματα προσάγεται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Ὅταν λοιπὸν αἱ διατάξεις τῶν Συνταγμάτων δὲν ἴσχυσαν νὰ προστατεύσουν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, συνεπῶς σήμερον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν αὐστηρότερα μέτρα προληπτικὰ κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δημοσίων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν μὴ σεβόμενα τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει αὐτεπαγγέλτως νὰ διαπιστώσῃ ἂν ἐτηρήθη ἡ διάταξις αὕτη, νὰ ἐξετάσῃ δηλαδὴ πότε συνελήφθη καὶ πότε προσήχθη ὁ πολίτης καὶ ἂν ὁ συλληφθεὶς ὡδηγήθη ἐνώπιον του ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου χρόνου. Διότι, ἂν περιμένωμεν ἀπὸ τὸν πολίτην νὰ καταγγείλῃ τὴν παράνομον κατακράτησίν του, δὲν θὰ γίνῃ αὐτὸ ποτέ, καθόσον ἠξεύρει τί ἔχει νὰ πάθῃ καταγγέλλων κανένα σταθμάρχην. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν ἀνακριτὴν αὐτεπαγγέλτως νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, πρὶν ἀκόμη ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ὁ πολίτης καὶ ὅταν ἴδῃ ὅτι δὲν προσήχθη ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου χρόνου, αὐτεπαγγέλτως νὰ ἐξακριβώνῃ τὸν ὑπαίτιον καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς αὐτεπάγγελτον δίωξιν.
§162Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τί ἐννοεῖτε, λέγοντες, ἀπολύτως ἀναγκαῖον χρόνον;
§163Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἐννοῶ ὅτι, ἂν εἶναι μέσα εἰς τὴν ἕδραν, πρέπει νὰ προσαχθῇ ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἂν δὲ εἰς χωρίον, τότε εἶναι ζήτημα πραγματικόν. Διότι, ἐφόσον θὰ γνωρίζουν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ὅτι θὰ ἐξετάζεται ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ ἀποφεύγουν τὰς καταχρήσεις καὶ δὲν θὰ κρατοῦν τὸν προσαχθέντα κατηγορούμενον ἐνώπιόν των ὅσον χρόνον αὐτοὶ θέλουν. Ἂν περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, μόνα των τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην ἐπισήμως νὰ βεβαιώνουν πότε συνέλαβον καὶ πότε προσήγαγον τὸν πολίτην διὰ νὰ τακτοποιοῦνται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς πολίτας. Πλειστάκις καὶ κακοποιοῦνται. Καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὸν ἀνακριτήν. Παρουσιαζομένου τοῦ συλληφθέντος πολίτου ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ καταγγέλλοντος εἰς αὐτὸν ὅτι ἐκακοποιήθη, ὀφείλει οὗτος νὰ ἀπασχοληθῇ καὶ μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀδικήματος διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ὁ πολίτης καὶ νὰ διώξῃ αὐτεπαγγέλτως τὰ βιαιοπραγήσαντα ἀστυνομικὰ ὄργανα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 11. Ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα συνάδελφον καὶ τονίζω καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἓν ὅριον εἰς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅσοι ἀνεμίχθημεν εἰς τὰ δικαστικὰ ὅτι κρατοῦνται πολλάκις οἱ πολῖται ἐν προφυλακίσει δι’ ὀλιγωρίαν τῶν ἀνακριτικῶν ὀργάνων, διότι δὲν θέλουσι νὰ καταβάλλωσι τὴν δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς ζητήματα προσωπικῆς ἐλευθερίας. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι οἱ κατηγορούμενοι μένουσιν ἐπὶ μῆνας πολλοὺς προφυλακισμένοι καὶ οὐχὶ σπανίως ἔρχεται κατόπιν τὸ δικαστήριον καὶ λέγει ὅτι εἶναι ἀθῶος ὁ κατηγορούμενος. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ κατάχρησις αὐτή, ἡ προερχομένη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ ἀμέλειαν τῶν ἀνακριτικῶν ὀργάνων. Ἐπίσης καὶ διὰ τὰ κακουργήματα πρέπει νὰ τεθῇ ἓν ὅριον, ὡς ὥριζε τὸ σχέδιον Συντάγματος, διότι εἶναι ἄδικον νὰ ρίπτωνται οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ παραμένουν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος, διὰ νὰ ἀκούσουν κατόπιν ἀπὸ τὸ δικαστήριον ὅτι εἶναι ἀθῶοι. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§165Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Οἱ καταναλώσαντες, κύριοι, ὁλόκληρον τὸν βίον των εἰς τὰς αἰθούσας τῶν ποινικῶν δικαστηρίων καὶ τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καὶ γνωρίζοντες ἑπομένως τὰς κρατούσας συνήθως ἀντιλήψεις περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, θὰ ἐκπλήσσωνται βέβαια κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἥν, ἐνῷ συζητοῦμεν ἓν ἐκ τῶν οὐσιωδεστάτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀφορῶν τὰς πολυυμνήτους ἀτομικὰς ἐλευθερίας, παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος μιᾶς Βουλῆς μὲ κενὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἑδώλια. Διότι ἐπὶ 287 βουλευτῶν πόσοι εἶναι παρόντες;
§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ 200.
§167Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κάμνετε λάθος.
§168Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπαρτίας.
§169Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πιστεύω, κ. συνάδελφε, ὅτι συναισθάνεσθε τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου. Ἀλλοία θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ ἐμφάνισις τῆς Βουλῆς, κύριοι, εἰς μίαν τοιαύτην συζήτησιν. Οὔτε δικαιολογεῖται ἡ σπουδὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσι μὲ ἐπιμονὴν ἀκατανόητον νὰ ἀντιπαρέλθωσιν ὅπως–ὅπως διατάξεις σπουδαίας, τῶν ὁποίων τὴν σημασίαν δὲν ἀγνοοῦσι καὶ αἱ ὁποῖαι τιθέμεναι ἐν τῷ Συντάγματι δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἐφήμεροι, ἀλλὰ μόνιμοι καὶ διαρκεῖς, ἐκτὸς ἂν νομίζουν ὅτι βραχύβιον θὰ εἶναι τὸ παρ’ αὐτῶν κατασκευασθὲν καὶ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν Σύνταγμα. Τὰ Συντάγματα ὅμως, κύριοι, δὲν πρέπει, οὔτε εἶναι ὠφέλιμον νὰ μεταβάλλωνται μετὰ ἕν, μετὰ δύο ἢ μετὰ τρία ἔτη. Ἔχουσι προορισμὸν νὰ μένωσι καὶ νὰ εἶναι σεβαστὰ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, μέχρις ὅτου μεταβληθῇ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἐξ ἧς καὶ πρέπει νὰ ἀπορρέουν. Ἄν, κύριοι, θέλετε νὰ σπεύσητε εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς Συντάγματος ὅπως–ὅπως, διότι φαντάζεσθε δυσφορίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐπὶ τῇ βραδυπορίᾳ δῆθεν τῆς Συνελεύσεως, ἐπειδὴ εὑρέθησαν 2 ἢ 3 ἐφημερίδες νὰ τὸ γράψουν, δύνασθε νὰ τὸ πράξητε. Ὀρθὸν ὅμως εἶναι νὰ σκεφθῆτε πότε συνῆλθε τὸ Σῶμα τοῦτο. Πόσαι συνεδριάσεις ἐγένοντο μέχρι σήμερον; Νομίζω περὶ τὰς 20–22. Καὶ τί ἠδύνατο νὰ γίνῃ πλέον τοῦ γενομένου ἐντὸς τόσον μικροῦ διαστήματος; Θέλετε νὰ τελειώνωμεν; Τότε δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ κάμωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Ἐπιδαύρου οἱ ἀείμνηστοι πρόγονοι ἡμῶν. Τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον κατεσκεύασεν ὁ Βικέντιος Γαλλίνας καὶ ἡ συσταθεῖσα Ἐπιτροπὴ παρουσίασεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ τοὺς ἀρματωλοὺς τοῦ 1821, χωρὶς πολλὰς συζητήσεις «θεωρηθὲν παρ’ αὐτῆς ἐνεκρίθη», ὡς ἀναφέρουν οἱ ἱστορικοί, ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν. Ἀλλὰ δύναται νὰ γίνῃ, εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ τοῦτο σήμερον; Ἄς μὴ σπεύδωμεν λοιπόν, κύριοι, καὶ ἂς μὴ ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ γνώμας ἀνευθύνους. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τοὺς δύο προλαλήσαντας. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία πρέπει νὰ περιφρουρηθῇ συνταγματικῶς καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ μὲ τὰς μεγαλυτέρας ἐγγυήσεις. (Ἀναγινώσκει): «Ἐξαιρουμένου τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος, ὁρίζει τὸ συζητούμενον ἄρθρον, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος». Διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα, ὅπως γνωρίζετε, θὰ ἐξετάσῃ μάρτυρας ὁ ἀνακριτὴς ἢ μᾶλλον ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἵνα βεβαιωθῇ ὅτι ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουν νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Ὁ συλληφθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἐντὸς 24 ὡρῶν. (Ἀναγινώσκει): «Ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου», καθὰ ὁρίζεται ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ὁρισθῇ τὸ χρονικὸν ὅριον συνταγματικῶς. Νομίζω ὅτι ὁ ἀναγκαῖος χρόνος εἶναι ἀντικείμενον νομοθετικῆς μερίμνης, ἐφόσον ἤθελε κριθῆ σκόπιμον. (Ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς 48 ὡρῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς εἴτε νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως» κατὰ τὴν τρίτην παράγραφον. Ταῦτα καλῶς ἔχουσιν. Ἀλλὰ τὸ ὅριον τῶν 5 ἡμερῶν τῆς τετάρτης παραγράφου εἶναι, κύριοι, μία καινοτομία, τὴν ὁποίαν πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν. Ἄς ὑπολογίσωμεν τὰς προθεσμίας. Ὁ συλλαμβανόμενος πρέπει νὰ προσαχθῇ εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἐντὸς 24 ὡρῶν. Μία ἡμέρα. Καὶ ἂν ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας, προστίθεται ὁ ἀναγκαῖος χρόνος, ὅστις δύναται νὰ εἶναι καὶ δύο ἡμέραι. Τοῦ ἀνακριτοῦ τὸ δικαίωμα πρὸς ἐξέτασιν ὁρίζεται εἰς 48 ὥρας, ἤτοι δύο ἀκόμη ἡμέρας καὶ οὕτως ἔχομεν 3–4 ἡμέρας. Ἐν τούτοις ὅμως δύνανται νὰ προστεθοῦν κατὰ τὴν τετάρτην παράγραφον πέντε ἀκόμη ἡμέραι, ἤτοι ἐν ὅλῳ 8–9 ἡμέραι ἀπὸ τῆς συλλήψεως, μεθ’ ἣν δύο τινὰ τὰ ἐνδεχόμενα. Ἢ ἀπολύεται ὁ συλληφθεὶς καὶ τότε ἀδίκως ἐστερήθη ἐπὶ τόσας ἡμέρας τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας ἢ προφυλακίζεται, μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τῶν ἡμερῶν τούτων, τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ὑπολογιζομένου, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ σχετικοῦ ἐντάλματος. Ἄρα ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ μεσόχρονον τοῦτο μένει πάντοτε εἰς βάρος τοῦ κακῶς ἢ καλῶς συλληφθέντος. Ἀναλογισθῆτε, κύριοι, μεθιστῶντες ἑαυτούς, ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, εἰς τὰ βάθη τῶν ἐλεεινῶν ἀστυνομικῶν κρατητηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ρίπτονται συνήθως οἱ κατηγορούμενοι, τί σημαίνει νὰ περάσουν 8 ἡμέρας ἐντὸς αὐτῶν. Πρέπει νὰ μεταστῶμεν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὸ οἰκτρὸν κρατητήριον, διὰ νὰ αἰσθανθῶμεν τὸν πόνον του καὶ τὴν ἔκτασιν τούτου, ἐφόσον μάλιστα εἶναι ἀθῶος. Νομίζω λοιπόν, κύριοι, καθόσον ἐνθυμοῦμαι—διότι δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911— νομίζω, λέγω, ὅτι τοῦτο ὤριζεν ὡς ἀνώτατον ὅριον 3 ἡμέρας καὶ τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ.
§170Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Προσετέθη τώρα ἡ διάταξις εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τῆς προθεσμίας τῶν 5 ἡμερῶν, εἴτε αἰτήσει τοῦ προσαχθέντος, εἴτε ἐξ ἀνωτέρας βίας.
§171Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν ἀγνοῶ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δὲν λησμονῶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ βεβαιοῦται ἡ λεγομένη ἀνωτέρα βία τόσον πρόχειρον ὅσον καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὸν συλληφθέντα. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι ὅτι, ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαλειφθῇ τὸ κακόν, νὰ περιορισθῇ τὸ κακόν, νὰ περιορισθῇ τοὐλάχιστον, ὁριζομένου ὡς ἀνωτάτου ὁρίου τριῶν ἡμερῶν, τὰς ὁποίας θεωρῶ ὑπεραρκετὰς εἰς τὴν περίστασιν. Τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ τὰς ἐξετάσῃ μετ’ εὐμενείας.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§173Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν προλαλήσαντα σχετικῶς μὲ τὴν διάταξιν τοῦ περιορισμοῦ τῆς προφυλακίσεως ἀπό τινος ἀπόψεως, διότι δικαιοτέραν ἀπονέμοντα ποινικὴν δικαιοσύνην δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέβλεψεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὰ Στρατοδικεῖα καὶ ἔπρεπε, διὰ νὰ ἀντλήσῃ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς παραμονῆς ἢ διαγραφῆς τῆς διατάξεως νὰ σκεφθῇ ὀλίγον καὶ τί γίνεται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει οὔτε αἴτησις ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, οὔτε ἀνακοπὴ κατὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ ἀπορρίπτοντος τὴν αἴτησιν, οὔτε τὰ ἄλλα, ἀλλὰ τὰ πάντα ρυθμίζει ὁ εἰσηγητής. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν τί διδάγματα δίδει τὸ Στρατοδικεῖον διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι ἡ ὑπαιτιότης τῶν κατηγορουμένων ὁ μόνος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον παρατείνεται ἡ προφυλάκισις ἢ καί τις ὑπαιτιότης τῶν ἀνακριτικῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχον ἄλλοτε προθυμίαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των.
§174Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί ὑπῆρχεν ἄλλοτε; Διότι ὑπῆρχε μεγαλυτέρα ἐπίβλεψις τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, διότι ὅταν ἦτο εἰσαγγελεὺς ὁ κ. Σωτηριάδης, αἱ ὑποθέσεις ἐτελείωναν ἐντὸς δύο μηνῶν.
§175Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀπεδείχθη λοιπὸν κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον ἐκ τῆς πρακτικῆς ὅτι δὲν εἶναι μόνη ἡ ὑπαιτιότης τοῦ κατηγορουμένου ἐκείνη, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεως. Πρό τινων μηνῶν ἀκόμη ἐδικάζετο εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ἀξιωματικὸς διὰ δῆθεν κατάχρησιν πολλῶν ἑκατομμυρίων, παραμείνας ἐν προφυλακίσει ὑπὲρ τὰ 2½ ἔτη καὶ τὸ Στρατοδικεῖον τὸν ἐκήρυξεν ἀθῶον. Τὸ ἀποτέλεσμα γνωρίζετε ποῖον ἦτο τῆς μακρᾶς αὐτῆς προφυλακίσεως, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν χωροῦσιν οὔτε ἀνακοπή, οὔτε ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει; Γνωρίζετε ποία ἦτο ἡ ἠθικὴ ἱκανοποίησις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ; Σήμερον ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς τὸν εἰσήγαγεν εἰς Συμβούλιον μὲ ἐρώτημα ἀποτάξεως, διότι ἐκ τῆς μακρᾶς προφυλακίσεως ὑπέστη μείωσιν τὸ γόητρον αὐτοῦ μεταξὺ τῶν συναδέλφων του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἠθικὴ ἱκανοποίησις, διότι τὸν ἐπροφυλάκισαν 2 καὶ πλέον ἔτη καὶ κατόπιν ἐκηρύχθη ἀθῶος.
§176Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ αὐτὸ καὶ ἂν δὲν τὸ ἔκαμνε, θὰ παρέλειπε τὸ καθῆκόν του.
§177Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀσκήσω ἔλεγχον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ πρόκειται τὸ ἑξῆς· ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῶμεν λόγον διότι ἐμειώθη ἡ ὑπόληψις τινὸς ἐκ τῆς ἀδίκου προφυλακίσεως.
§178Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἰς τὰ λεγόμενά σας πρέπει νὰ γίνῃ μία διαστολή, μήπως τυχὸν εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ γίνεται μία διάκρισις σχεδὸν πάντοτε μεταξὺ τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας καὶ τῆς δικαστικῆς. Μήπως δηλαδὴ προκειμένου περὶ προφυλακίσεως λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὑποψίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν καταλήγουν ὡς δικαστικὴν ἀπόδειξιν πλήρη, ὡς θὰ ἔχωμεν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν καὶ κατὰ καθῆκον οἱ δικασταὶ ἀπαλλάσσουν τὸν κατηγορούμενον.
§179Χ. ΛΑΔΑΣ. Σᾶς λέγω ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἐντελῶς διαφορετικὴν βάσιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγωμεν ὅτι ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ κατηγορουμένου παρατείνεται ἡ προφυλάκισις, διότι εἰς πολλὰς περιστάσεις δὲν ὑπάρχει ὑπαιτιότης τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἔχομεν συγκεκριμένα παραδείγματα ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἄνευ ὑπαιτιότητος τοῦ κατηγορουμένου παράτασις προφυλακίσεως. Τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργέ, ποὺ δὲν ἔχετε ὑπομονήν. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν κάποιος ταμίας Τραπέζης ἔμεινε 3½ ἔτη προφυλακισμένος διὰ νὰ ἀθωωθῇ κατόπιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Πρὸ ὀλίγων ἀκόμη μηνῶν διευθυντὴς ταμείου, ὁ ὁποῖος συνελήφθη ἀπὸ ἀνακριτὴν καὶ ἐπροφυλακίσθη, ἔμεινεν εἰς τὴν φυλακὴν ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου τούτου τῆς προφυλακίσεως δὲν εἶχε τὴν εὐτυχίαν εἰς ἓν βούλευμα ἀπὸ πολλὰς σελίδας νὰ ἴδῃ ἄλλην λέξιν παρὰ εἰς τὴν τελευταίαν σελίδα ὅτι δὲν συντρέχει ἀφορμὴ νὰ ἀπαγγελθῇ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία. Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ ταμίου ἐκείνου συνετρίβη ἡ οἰκογένεια, διότι ἔμεινεν ἐπὶ τόσον διάστημα εἰς τὴν φυλακήν. Ἂν ἀνοίξητε ἀνακριτικὸν γραφεῖον καὶ πάρητε τὰς δικογραφίας, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶναι μόνη ἡ ὑπαιτιότης τοῦ κατηγορουμένου ἐκείνη ἡ ὁποία παρατείνει τὴν δικογραφίαν ἐπὶ 1½ ἔτος. Θὰ ἴδητε ὅτι ὄχι μόνον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι προφυλακισμένοι, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι προφυλακισμένοι ὑπάρχουν θαμμέναι αἱ δικογραφίαι των ἐπὶ ὁλόκληρα χρόνια. Θὰ ἴδητε ὅτι διὰ στοιχειώδη ἀδικήματα ἡ ἰδιοτροπία ἑνὸς ἀνακριτοῦ τὸν ὤθησε νὰ προφυλακίσῃ ἕνα ἄνθρωπον, ἂν δὲν τῷ ἐπέλθῃ ἡ ἰδέα νὰ ἐξετάσῃ ἀνὰ ἓν δεκαήμερον ἕνα μάρτυρα, ὁ ἀνακριτὴς αὐτὸς παρατείνει τὴν προφυλάκισιν ὅσον θέλει. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν εἶναι μόνη ἡ ὑπαιτιότης τοῦ κατηγορουμένου, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὴν μακρὰν προφυλάκισιν. Εἶναι καὶ ἡ ὑπαιτιότης πολλάκις τοῦ ἀνακριτοῦ, εἶναι ὑπαιτιότης ἐπὶ πλέον καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ ἐπὶ τοῦ ἀνακριτοῦ τὴν περαιτέρω ἐποπτείαν. Θὰ συζητήσωμεν κάποτε ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης καὶ ὅταν συζητήσωμεν εἰδικώτερον καὶ λεπτομερέστερον θὰ ἴδητε ὅτι οὐδεὶς ποτὲ ἤσκησε τὸν ἔλεγχον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἤσκουν ἄλλοτε καὶ ὅταν κάποτε ἐπεχείρησε κάποιος νὰ τὸν ἀσκήσῃ, τῷ ἔδωσαν ἄδειαν νὰ φύγῃ διὰ νὰ μὴ τὸν ἀσκήσῃ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ὑπαιτιότης τοῦ κατηγορουμένου, εἶναι καὶ ἡ ὑπαιτιότης τῶν ἀνακριτικῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνακριτικαὶ Ἀρχαὶ ἀπό τινος χρόνου, ἀπό τινων ἐτῶν δὲν ἔχουν τὴν συνείδησιν τὴν ὁποίαν εἶχον ἄλλοτε, τοῦ τρόμου μήπως αὐταὶ κρατήσουν ἀθῶον ἄνθρωπον καὶ μίαν ἡμέραν μόνον εἰς τὴν φυλακήν. Θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι ἐξ ὑμῶν ὅτι συνέβαινε πολλάκις οἱ πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν νὰ συγκαλοῦν Συμβούλια τὴν Κυριακὴν διὰ νὰ ἐκδώσουν τὴν πρωΐαν τὰ βουλεύματα καὶ νὰ κάμουν παρατήρησιν οἱ εἰσαγγελεῖς ἂν τὰ ἀποσπάσματα τοῦ ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος δὲν ἐστάλησαν αὐθημερόν. Τώρα μία ἀπόλυσις ἐπὶ ἐγγυήσει, ἡ ὁποία εἶναι ὑπόθεσις ὀλίγης ὥρας, κάμει 15 ἡμέρας πολλάκις. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἀλήθεια. Ἡ ἄλλη ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν πρέπει ἐπίσης νὰ δεχθῶμεν εἶναι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εὑρίσκεται αὕτη συντεθειμένη ἀπὸ ἀπόψεως ὑλικοῦ νὰ νομοθετήσωμεν καὶ δὴ συνταγματικῶς χρονικοὺς περιορισμοὺς διὰ τὴν προφυλάκισιν τοῦ κατηγορουμένου. Κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀδύνατον νὰ νομοθετήσωμεν, διότι ὅλη αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι συνδεδεμένη ὄχι μόνον μὲ τὴν ἐποπτείαν τοῦ εἰσαγγελέως καὶ μὲ τὸν κατηγορούμενον, ἀλλ’ εἶναι συνδεδεμένη καὶ μὲ τὸ ὅλον δικονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τοῦ ὅτι δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ κάμῃ νομίμους αἰτήσεις καὶ δικαίας καὶ βασίμους οὐσιαστικῶς, δίδει ὅμως εἰς τὸν κατηγορούμενον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ παραλόγους καὶ παρελκυστικὰς αἰτήσεις, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων εἶναι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ φθάσῃ ἡ δικογραφία εἰς τὸ Συμβούλιον, φέρ’ εἰπεῖν, ἂν πρόκειται περὶ μιᾶς δικογραφίας ἡ ὁποία ἔχει πολλοὺς κατηγορουμένους διαδοχικῶς συλλαμβανομένους, ἂν ἀσκεῖται διαδοχικῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Σημειωτέον, διὰ τοὺς μὴ νομικούς, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κάμητε μόνον μίαν αἴτησιν, δι’ ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει. Διότι, ἂν ἀπορριφθῇ αὐτὴ ἡ αἴτησις ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, δύνασθε νὰ ἀσκήσητε ἀνακοπὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν καὶ μετὰ τὴν ἀπόρριψίν της νὰ ὑποβάλητε ἀμέσως νέαν αἴτησιν ἀπολύσεως ἀκολουθοῦσαν τὴν αὐτὴν διαδικασίαν. Ἂν τελειώσῃ καὶ ἡ διαδικασία τῆς ἀπολύσεως καὶ φθάσωμεν εἰς τὸ ὁριστικὸν βούλευμα, θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τοῦ βουλεύματος καὶ ἡ ἀναίρεσις κατὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Προσθέσατε τώρα τὰς τυχὸν ἀναβολὰς τοῦ ἀκροατηρίου ἐλλείψει μαρτύρων ἢ διὰ κρείσσονας ἀποδείξεις καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἐφόσον ἔχομεν ὡρισμένην δικονομίαν καὶ δὲν σκεφθῶμεν περὶ τῆς τροποποιήσεώς της καὶ δὲν σκεφθῶμεν ταυτοχρόνως περὶ ἐλέγχου τῶν δικαστῶν, δι’ ἀναλόγου ἐποπτείας, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν πρακτικῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησις ὅλων ἡμῶν—καὶ ἔχω κάμει σχετικῶς καὶ ὑπόμνημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ ἄλλην ἰδιότητα—τὸ θεωρεῖ ἀναγκαῖον. Ποῖον εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ; Ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοθετικῆς συντόνου μερίμνης ἵνα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει τὸ Σύνταγμα ρυθμισθῶσι νομοθετικῶς δηλαδὴ τεθῇ μία προθεσμία εἰς τὴν προφυλάκισιν, ὄχι μόνον εἰς τὴν προφυλάκισιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περαίωσιν τῶν δικογραφιῶν, εἰς ἃς ὑπάρχουν προφυλακισμένοι, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περαίωσιν τῶν δικογραφιῶν, εἰς ἃς δὲν ὑπάρχουν προφυλακισμένοι, διὰ νὰ μὴ γίνηται αὐτὸ τὸ ἄκοσμον θέαμα ἀνακριτοῦ, ὁ ὁποῖος σήμερον καλεῖ εἰς ἀπολογίαν κατηγορούμενον δι’ ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἐκκρεμεῖ εἰς τὸ γραφεῖόν του ἀπὸ τὸ 1920. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον, ἐφόσον πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος ὑλικοῦ τῶν δικαστῶν καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελοῦμεν, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ εἰσαγάγωμεν συνταγματικὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ τὴν παραδῶμεν ἀναγκαστικῶς δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ κατοχυρωθῇ συνταγματικῶς αὐτὴ ἡ προθεσμία τοῦ ὡρισμένου χρόνου προφυλακίσεως καὶ πρέπει ὑπὸ τὴν γενικὴν εὐχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἵνα κυρωθῇ διὰ νὰ δυνάμεθα εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν αἱ συνθῆκαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπωσι νὰ διατηρηθῇ αὐτὴ ἡ προθεσμία, νὰ τὴν μεταβάλωμεν. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ὅτι ἐνῷ ἀναγνωρίζεται παρ’ ὅλων ἡ ἀνάγκη νὰ κατοχυρωθῇ, διὰ καθιερώσεως ὡρισμένου ὁρίου περαιώσεως ὅλων τῶν δικογραφιῶν, αὐτὴ ἡ κατοχύρωσις δὲν ὑφίσταται ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, μὲ τὸ ὑλικὸν αὐτὸ καὶ μὲ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ κατοχυρωθῇ συνταγματικῶς προτοῦ ληφθῇ μέριμνα περὶ διορθώσεως τοῦ ὑλικοῦ τῶν δικαστῶν, εἰσαγωγῆς ἐποπτείας ἐπ’ αὐτῶν καὶ περὶ ἁπλουστεύσεως τῆς δικονομίας. Νομίζω ὅτι τὸ συμπέρασμά μου εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ πράγματα, διότι συντάσσοντες συνταγματικὰς διατάξεις πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεσμοθετῶμεν διατάξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐκ τῶν προτέρων εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὰς παραβῶμεν.
§180Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Χαίρω πολύ, διότι εἴμεθα σύμφωνοι μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα. Εἶναι συνταγματικὸς σολοικισμὸς τὸ νὰ θέλωμεν νὰ βάλωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα θέματα τοιαῦτα, οἷα τὰ θέματα τῆς προφυλακίσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντικείμενον νομοθετικῆς μερίμνης. Τὰ θέματα ταῦτα εἶναι ἀντικείμενον νόμων καὶ δὲν δύνανται ποτὲ νὰ εἶναι ἀντικείμενα Συντάγματος. Διὰ νόμου ἀφοῦ φροντίσωμεν, ὡς εἶπεν ὁ κύριος προλαλήσας, νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰ τῆς ποινικῆς δικονομίας κατ’ ἄλλον τρόπον διὰ νόμου, λέγω, νὰ κανονίσωμεν καὶ τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει καὶ ὅλα τὰ παρῳχημένα διδάγματα. Λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὅτι ἡ συνταγματικὴ διάταξις πρέπει νὰ ψηφισθῇ σήμερον ὡς ἔχει, εὐθὺς δὲ ἀμέσως νὰ εἰσαχθῇ ἀνάλογον νομοθέτημα, γίνεται δὲ καὶ ἐργασία πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ εὐθύς, ὡς αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν, θὰ εἰσαχθῇ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον αὐτὸν μὲ τὰ διδάγματα.
§181Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς διαβεβαιώσητε, ποσάκις ἠκούσατε τὴν ὁμιλίαν αὐτὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ;
§182Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τοῦ 1910 ἤμην ὑπάλληλος, ὥστε δὲν γνωρίζω τί ἔγινεν ἐν τῷ μεταξύ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Στρατηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§184Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς περιοριστικῆς τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως διατάξεως. Καὶ ἐπειδὴ ἠκούσαμεν ἐνταῦθα γνώμας ἀγαπητῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦσι τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν τοιαύτην ἀπάλειψιν, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω μερικὰ ἐκ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ νὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, καίτοι μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Λαδᾶ καὶ τοῦ σεβαστοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ἀγγελοπούλου, νομίζω ὅτι παρέλκει πᾶσα περαιτέρω ἐπιχειρηματολογία. Κύριοι, εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς πάντοτε ἠκούσθη φωνὴ ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων καὶ πάντοτε ἔγινε προσπάθεια νὰ ληφθοῦν μέτρα ὑπὲρ αὐτῶν, πάντοτε ἔγινε προσπάθεια νὰ συντομευθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἢ τουλάχιστον νὰ δίδωνται ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις, ὥστε εὐθὺς ὡς ἀναλάμψῃ ἡ ἀθωότης τοῦ κατηγορουμένου, νὰ ἀποφυλακίζηται ἀμέσως. Ἤδη ὡπλίσθη ὁ κατηγορούμενος δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ παρέχουν ἀσφαλῆ τὴν ἄμυναν κατὰ ἀδίκου ἐπιθέσεως, νὰ τῷ δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγῃ εἰς δεύτερον βαθμόν, νὰ τοῦ δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ νὰ ἀπολύηται ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ ἄλλα πλεῖστα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν τελευταῖον εἰς τὸν κατηγορούμενον.
§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἔχουν αὐτὰ ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι;
§186Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι. Ὁ κατηγορούμενος, κ. συνάδελφε, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακόψῃ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως καὶ νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ Ἐφετεῖον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει, τὴν ὁποίαν τὸ Συμβούλιον δύναται νὰ τῷ ἀπονείμῃ ἄνευ χρηματικῆς ἐγγυήσεως, καθὼς γνωρίζετε. Ἑπομένως, ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ οἱ ἀνακριταί, ὅταν νομίσουν ὅτι ἐξέλιπον αἱ ὑπόνοιαι, δύνανται νὰ διακόψουν τὴν προφυλάκισιν, εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Πολιτεία τουλάχιστον ἀποβλέπει εἰς τὴν Δικαιοσύνην μετ’ ἐμπιστοσύνης. Ἑπομένως, εἶναι ἀστεῖον σήμερον, ὅταν πρόκειται περὶ δύο ἢ τριῶν παραβάσεων ἀναφερομένων εἰς τὴν φυγοπονίαν ἀνακριτῶν, νὰ δημιουργήσωμεν ὁλόκληρον θεσμόν. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας τοῦ ἐγκλήματος καὶ τῆς διώξεως αὐτοῦ εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον κατ’ ἐξοχὴν τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Κοινωνίαν. Εἶναι ζήτημα ἀμύνης τῆς Κοινωνίας. Ἄν, κύριοι, ἀφοπλισθῶμεν, θὰ παραδώσωμεν ἕρμαιον τὴν Κοινωνίαν εἰς τοὺς ἐγκληματίας. Τί θὰ γίνῃ ἂν θέσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐν τῷ Συντάγματι, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Λαδᾶς· ἐγὼ θὰ συμπληρώσω. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Λαδᾶς ἀλλεπαλλήλων αἰτήσεων περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, περὶ ἀνακοπῆς ἐνταλμάτων καὶ περὶ διαφόρων στρεψοδικιῶν, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται οἱ κατηγορούμενοι διὰ νὰ λογοδοτήσωσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Δυστυχῶς δέ, ἡ ἡμετέρα Δικαιοσύνη ἐπιτρέπει τὴν περιαγωγὴν τῆς δικογραφίας ὄχι μόνον ἀπὸ γραφείου εἰς γραφεῖον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, ὅταν πρόκηται περὶ ἐπαρχίας καὶ ἕδρας Ἐφετείου. Ἀφοῦ τελειώσῃ ἡ δικογραφία καὶ ἐκδοθῇ ἓν παραπεμπτικὸν βούλευμα καὶ δεύτερον μετ’ ἀνακοπὴν καὶ τρίτον μετ’ ἀναίρεσιν, ὁ κατηγορούμενος θὰ πρέπῃ νὰ ἀντικρύσῃ ἢ τοὺς ἐνόρκους ἢ τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἀλλ’ ἐκεῖ πλέον ἀρχίζει νέα στρεψοδικία, πῶς δὲν ἦλθον οἱ μάρτυρες καὶ πῶς θὰ ἀρχίσῃ ἡ δίκη. Δὲν προσέρχονται οἱ μάρτυρες.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ βλέπετε μὲ τὰ μάτια τοῦ παλαιοῦ δικαστοῦ.
§188Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ βλέπω μὲ τὰ μάτια τοῦ πολίτου. Ἀφοῦ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ τραγῳδία τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, ἀρχίζει ὁ προσδιορισμὸς τῆς δίκης. Εἰς τὸν προσδιορισμὸν ἔχει πᾶν συμφέρον ὁ κατηγορούμενος, ὁ γνωρίζων ὅτι μετὰ ὀκτὼ μῆνας ἢ τὸ πολὺ ἓν ἔτος θὰ λήξῃ ἡ προφυλάκισίς του, ἔχει πᾶν συμφέρον νὰ μὴ προσέλθουν οἱ μάρτυρες, καὶ θὰ φροντίσῃ νὰ μὴ προσέλθουν. Θὰ ἀναβληθῇ λοιπὸν ἡ δίκη, θὰ ἀπολυθῇ ὁ κατηγορούμενος καὶ ὑπάρχουν κατηγορούμενοι, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπάγγελμα ἔχουν νὰ τρομοκρατοῦν τοὺς μάρτυρας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ποία δίκη ποινικὴ θὰ περαιωθῇ ὅταν ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν ἀπειλῶν καὶ ἐκβιάζων; Τότε δὲν θὰ εἶναι θύματα οἱ ἀδίκως κρατούμενοι, ἀλλ’ οἱ μάρτυρες καὶ οἱ παθόντες, οἱ ὁποῖοι θὰ καταδικάζωνται καὶ οὐδέποτε θὰ κατώρθουν νὰ ἴδουν περαιουμένην τὴν δίκην. Τώρα, κύριοι συνάδελφοι, τί ἔχουν οἱ ἀνακριταί, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦμεν; Τί θέλετε ἀπὸ αὐτὰς μὲ ἕνα καλαμάρι καὶ μὲ μίαν πέναν ποὺ τοὺς δίδει ὁ νόμος; Πρέπει νὰ γίνῃ φροντὶς νὰ γίνῃ θεσμὸς μονίμων ἀνακριτῶν, νὰ κατοχυρωθοῦν οἱ ἀνακριταὶ μὲ εὐκολίας περὶ τὴν κλῆσιν τοῦ κατηγορουμένου.
§189Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχομεν χωροφύλακας, τὸ ξεύρετε;
§190Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσφαλῶς δὲν ἔχουν μέσα νὰ καλέσουν τοὺς μάρτυρας. Νὰ ληφθῇ φροντὶς νὰ ὀχυρωθοῦν οἱ ἀνακριταὶ κατὰ πάσης στρεψοδικίας τῶν κατηγορουμένων, νὰ τοῖς παρασχεθοῦν τὰ μέσα τῆς ταχείας περαιώσεως τῶν ὑποθέσεων. Ἀσφαλῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον διὰ νὰ κανονισθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δεικνύομεν ἐξαιρετικὴν δυσπιστίαν πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ αὐτὰ τὰ μέτρα ὅταν ἐθέσαμεν αὐτὰς τὰς διατάξεις, ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστοι. Ἑπομένως, νομίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, κύριοι βουλευταί, ὀρθῶς ἀπήλειψε, προέτεινε τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἀπὸ τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα καὶ ἄφησε τὸ ζήτημα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ πόσος εἶναι ὁ ἀπαραίτητος διὰ τὴν προφυλάκισιν χρόνος καὶ τοῦτο νὰ τὸ θεσπίσῃ εἰς νομοθετικὴν διάταξιν.
§191ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνάγκην λήψεως μέτρου κανονίζοντος τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως.
§192Α. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὅταν γίνῃ φροντὶς νὰ ἁπλουστευθῇ ἡ δικονομία καὶ ὅταν οἱ ἀνακριταὶ ἔχουν τὰ μέσα νὰ καλοῦν τοὺς μάρτυρας, τὸ στοιχειωδέστερον κατ’ ἐμέ, τότε ἔχει δικαίωμα καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ἐλέγχῃ τοὺς ἀνακριτὰς καὶ ἕτερα μέτρα νὰ ληφθοῦν καὶ ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων καὶ ὑπὲρ τῆς διευκολύνσεως τοῦ ἔργου τῶν ἀνακριτῶν.
§193Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸς ἔλεγχον τῶν ἀνακριτῶν ἐσχάτως διώρισα τρεῖς ἐπιθεωρητὰς Ἀρεοπαγίτας, ἑπομένως οἱ ἐπιθεωρηταί, συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ μακαρίτου Δημητρακοπούλου, εἰς τὰς τρεῖς δικαστικὰς περιφερείας θὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν καὶ οὕτω θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν θεραπείαν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ.
§194Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτῆς τῆς διατάξεως, αὐτὴ ἡ διάταξις ἀπησχόλησεν εἰς πολλὰς συνεδριάσεις τὴν προτελευταίαν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἠγέρθησαν πολλαὶ ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν καὶ ἠρωτήσαμεν πρώην δικαστικούς, εἰσαγγελεῖς, προέδρους, οἱ ὁποῖοι ὁμοφώνως ἀπεφάνθησαν ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοιαύτης διατάξεως. Καὶ ἐγὼ ἠρώτησα ἀνώτερον δικαστικόν, ἂν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοιαύτης διατάξεως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἤκουσα ἀπὸ αὐτὸν ὅτι ἦτο δυνατή. Ὄταν τὸ πρῶτον ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν καὶ προυτάθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἀναστολὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ ἠγέρθησαν διαμαρτυρίαι ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐπὶ μακρὸν κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι προφυλακισμένοι, ἀντετάχθη μία ἀντίρρησις, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν ἐξαίρεσιν καὶ ὅτι ὅπου ὑπάρχουσι Δικαστικὰ Συμβούλια περιωπῆς, ἀπαρτιζόμενα ἀπὸ δικαστὰς ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν κ. βουλευτής, δὲν μένουσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον προφυλακισμένοι οἱ κατηγορούμενοι. Τώρα ὁ κανὼν εἶναι τὸ ἀντίθετον, ὅτι λόγῳ τῆς προσθήκης πολλῆς ἐργασίας ἀναγκαίως ἐπὶ μακρὸν χρόνον εὑρίσκονται προφυλακισμένοι οἱ κατηγορούμενοι. Ἀλλὰ γενικῶς, παρ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀντιρρήσεις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν τακτικοὺς ἀνακριτάς, εἰδικούς, νὰ ἐπιφέρωμεν μεταρρυθμίσεις εἰς τὴν Δικονομίαν, εἶναι δυνατὸν νομίζω ἀκινδύνως νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιαύτη διάταξις, προστατεύουσα τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δίκαια τῶν κατηγορουμένων. Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι συνταγματικῶς σόλικον. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, διότι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προστατεύει, δὲν εἶναι ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἔχω τόσην αἰσιοδοξίαν ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἡ περίπτωσις, ὥστε ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνισχυόμενος νὰ φέρῃ τὰ μέτρα ταῦτα, δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἐννοεῖται ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ δέχηται νὰ παραμείνῃ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ μὴ συμβῇ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, ὅτι μένουν ἐπὶ πολὺν χρόνον κατηγορούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς, ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς παύσεως τῆς προφυλακίσεως δὲν εἶναι τόσον τρομακτικὸς ὅσον ἴσως παριστάνεται, διότι κατὰ κανόνα ὁ ἀποφυλακιζόμενος κατηγορούμενος δὲν θὰ ἀπέλθῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, διότι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ εὕρῃ πόρον ζωῆς.
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ γίνῃ λῃστής.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κατὰ κανόνα ὁμιλῶ.
§197Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Πατρῶν μὲ ἐξώρκιζε νὰ σπεύσω εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος περὶ παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως.
§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρόκειται περὶ πλημμελημάτων. Διὰ τὰ κακουργήματα ὑπάρχει προθεσμία ἑνὸς ἔτους, ἀλλ’ ἂν ἡ προθεσμία τῶν τεσσάρων μηνῶν θεωρῆται μὴ ἐπαρκής, ἂς γίνῃ πέντε μηνῶν, χωρὶς τοῦτο νὰ ἐμποδίζῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται τόσον σπουδαῖαι ἀντιρρήσεις ὅταν συγχρόνως ὑποστηρίζεται ὅτι ὑπάρχουν ἄλλα αἴτια δικονομικά, ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ παρατείνηται ἐπὶ μακρόν. Ποῦ εἶναι ὁ μέγας κίνδυνος, πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κατοχύρωσις αὐτῆς τῆς διατάξεως; Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συζητεῖται εἶναι ὅτι πρέπει εἰς τὸ τέλος νὰ ὁρισθῇ ἡ ἔναρξις τῆς διατάξεως αὐτῆς. Γνωρίζετε ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ὁλόκληρος ἀντιτάσσεται. Γνωρίζετε ὅτι μέγα μέρος τῶν δικαστικῶν ἀντιτάσσεται πρὸς τὴν διάταξιν αὐτήν. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ τῶν δικαστῶν θὰ εἶναι ἐπηρρεασμένη ἀπὸ τὴν συνήθειαν τῆς δικαστικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία συνήθεια, δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται ἐπαρκῶς σεβαστὰ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε οἱ ἀνακριταὶ νὰ θεωροῦν ὅτι εἶναι νόμιμον νὰ παρατείνουν τὴν προφυλάκισιν διὰ νὰ ἐφαρμόζουν τρόπον τινὰ ποινὴν, φοβούμενοι ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν θὰ ἐπιβάλῃ ποινήν. Δηλαδὴ οἱ ἀνακριταὶ ἐπιβάλλουν οὐσιαστικῶς τὴν ποινήν, ἐνῷ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς Δικονομίας ὁρίζουν ὅτι μόνον τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐπιβάλουν ποινὴν καὶ παρατείνουν ἐπὶ ἓξ μῆνας καὶ ἓν ἔτος, ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Εἶναι ἀληθὲς καὶ ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, μολονότι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται. Περὶ αὐτῆς ἐπρονόησεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θεωρηθεῖσα καινοτόμος, ὥρισεν ὅτι οἱ δικαστικοί, οἱ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ παραβαίνοντες τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ἀφορώσας τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, δικάζονται ἀπὸ τὰ ὁρκωτὰ δικαστήρια.
§199Χ. ΛΑΔΑΣ. Ποῖος θὰ τοὺς στέλλει, κ. Ὑπουργέ;
§200Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, χωρὶς νὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ συστήσω τὴν γνώμην μου, θὰ ψηφίσω ὡς βουλευτὴς ὑπέρ.
§201Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω ποῖαι συζητήσεις ἐγένοντο εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δʹ Συνελεύσεως. Δὲν γνωρίζω οὔτε τὰς ἐμπνεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν, γνωρίζω ὅμως τοῦτο, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ σκέψις περὶ ὑποβολῆς ψηφίσματος πρὸς παράτασιν τῶν προθεσμιῶν τῆς προφυλακίσεως, ὁλόκληρος ὁ δικαστικὸς κόσμος ἦτο σύμφωνος, συμφωνότατος, ὅτι πρέπει ἡ διάταξις νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, ὅτι τὸ ταχύτερον πρέπει νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ψηφίσματος διὰ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς Δικαιοσύνης. Ὅλος ὁ δικαστικὸς κόσμος, ὁ μὴ παραβαίνων τὰς δικαστικὰς ἐνεργείας, δὲν γνωρίζει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παρατείνεται ἡ προφυλάκισις, ἀλλὰ ἦτο σύμφωνος ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ τοιαύτη διάταξις.
§202Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι δυνατόν, θεωρητικῶς δὲν εἶναι ὀρθόν. Κατ’ οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι, κ. Ὑπουργέ.
§203Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπόν, ὁλόκληρος ὁ δικαστικὸς κόσμος, ὁ ἔχων τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων καὶ ὁ γνωρίζων τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους παρατείνεται ἡ προφυλάκισις, εἶναι σύμφωνος ὅτι πρέπει νὰ σπεύσω τὸ ταχύτερον νὰ ὑποβάλω τὸ σχέδιον ψηφίσματος περὶ τῆς παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως καὶ συγχρόνως νὰ συστήσω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἦτο σύμφωνος ὁ δικαστικὸς κόσμος ὅτι καὶ διὰ νόμου κἂν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως. Ὑπάρχουν πολλοὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν οὐδὲ τοῦτο. Καὶ αἱ γνῶμαι τῶν δικαστικῶν προσώπων εἶναι σεβασταί. Λοιπὸν πολλὰ δικαστήρια ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι οὔτε νόμος κἂν πρέπει νὰ γίνῃ περιοριστικός, ὁρμώμενα ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἀδικήσωσιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παρατείνεται ἡ συζήτησις, λέγω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀπάλειψιν ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ ὅτι ἀφίεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡ ρύθμισις τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως.
§204Χ. ΛΑΔΑΣ. Δηλαδὴ ἀποδέχεσθε τὴν πρότασίν μου.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§206Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐνώπιον ὑμῶν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ οἱ ὁμοφωνήσαντες συνάδελφοι, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Λαδᾶς. Ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι ἡ παραδοχή της θὰ ἐσήμαινεν ὅτι παραβλέπομεν ὡρισμένας πραγματικότητας. Κατὰ περίεργον μάλιστα σύμπτωσιν καὶ ἡ διατύπωσις αὐτῆς εἶναι ἀπολύτως ἄτεχνος, τίθεται, ἐπὶ παραδείγματι, ὡς ἀρχὴ ὅτι ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ πλημμελημάτων, ἐκτὸς τῆς ζωοκλοπῆς καὶ τοῦ λαθρεμπορίου πέραν τῶν 4 μηνῶν, ἐπὶ δὲ τῶν κακουργημάτων πέραν τῶν 8 μηνῶν, ἐκτὸς τοῦ φόνου καὶ τῆς ληστείας. Δηλαδή, ἂν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀδικήματος ἀπάτης συνεπαγομένης τὴν ποινὴν τῶν προσκαίρων δεσμῶν, ἂν πρόκειται περὶ πλαστογραφίας, ἂν πρόκειται περὶ ὑπεξαιρέσεως χρημάτων τοῦ Δημοσίου, ἤτοι ἀδικημάτων οἷα ἦσαν αἱ τελευταῖαι καταχρήσεις εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι συνεκλόνισαν τὴν Κοινὴν Γνώμην, ὁ κατηγορούμενος ὁ ὁποῖος θὰ παρέμενεν ἐπὶ 8 μῆνας προφυλακισμένος καὶ ὁ ὁποῖος θὰ κατώρθου διὰ διαφόρων μέσων νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς πέρας ἡ δικογραφία του, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς προηγουμένην σχετικὴν συζήτησιν ἐπὶ ἀναστολῆς τῆς συζητουμένης διατάξεως ἐξέθεσε τοὺς λόγους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ διαγραφὴ τῆς τοιαύτης διατάξεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ἀποδράσεως τῶν ἀπολυομένων. Ἀποδεικνύεται ὅμως ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον νὰ ἔχωσιν ἐγγύησιν διὰ καταθέσεως πολλῶν χιλιάδων, οὐδέποτε, εἴτε σπανίως κατεδικάσθησαν. Λοιπὸν διὰ τὸν κατηγορούμενον ὅστις συναισθάνεται ὅτι ἀντιμετωπίζει τὴν ἐν ἀκροατηρίῳ δίκην δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διατρέχῃ τὸν κίνδυνον τῆς καταδίκης, ἡ πρώτη πρᾶξις τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἀπολιόμενος, εἶναι νὰ ἀποδράσῃ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνέφερον διάφορα παραδείγματα καταχρήσεων καὶ περὶ στερήσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δῆθεν, ἀσφαλῶς θὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των ἢ τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην ἢ θὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των ὡρισμένας παραβάσεις τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, ἐνεργησάντων σύμφωνα πρὸς ὁδηγίας καὶ ἐντολὰς κυβερνητικάς. Ἀλλ’ ἀπολύτως ἔχει τις μεγαλυτέρας ἐγγυήσεις ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, ἀφοῦ κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν καὶ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 11, ἔχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ὁ κατηγορούμενος, ἤτοι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἀπολογεῖται, ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ἐπὶ περιπτώσεων δὲ 95% δύναμαι νὰ εἴπω ἐκ τῆς πείρας ἣν ἔχω, ὁσάκις πραγματικῶς δὲν ὑπάρχουν σοβαρώταται ἐνδείξεις κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, κατορθώνεται ἡ προσωρινὴ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσίς του.
§207ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τί θὰ βλάψῃ ἡ διάταξις;
§208Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Θὰ βλάψῃ διότι, ἂν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως συμπέσῃ οἱ κατηγορούμενοι νὰ εἶναι πολλοί—καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐπὶ ὑποθέσεων, ἐπὶ καταχρήσει καὶ πλαστογραφίᾳ—διατάσσεται ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ μία ἔκθεσις πραγματογνωμοσύνης. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν νὰ διαταχθῇ μία ἔκθεσις πραγματογνωμοσύνης περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν βιβλίων; Προκειμένου περὶ ὑπεξαιρέσεως καὶ πλαστογραφίας, ἡ διάρκεια τῆς ἐργασίας τῶν πραγματογνωμόνων θὰ φθάνῃ ἐπὶ 5–6 μῆνας. Ἄν ἐν τῷ μεταξὺ εἷς τῶν κατηγορουμένων ὑποβάλῃ αἴτησιν περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ, εἴτε ἀπόρριψιν τῆς αἰτήσεώς του, ὁ δεύτερος καὶ μετὰ τὸν δεύτερον ὁ τρίτος κατόπιν αἰτήσεως ἀνακοπῆς τοῦ ἐντάλματος τῆς προφυλακίσεως, κατόπιν ἐφέσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν διὰ τὸ βούλευμα, γνωρίζων ὅτι ἂν παρέλθουν ὀκτὼ μῆνες ὑποχρεωτικῶς θὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ στρεψόδικα μέσα διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ φύγῃ ἀπολυόμενος.
§209ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν ἀποφυλακισθῇ ὁ ὑπόδικος ἐπὶ ἐγγυήσει, θὰ εἶναι ἐπικίνδυνος. Μὲ ἐγγύησιν δύναμαι νὰ ἐξέλθω ἐπὶ μίαν ἡμέραν. Μὲ τὸ Σύνταγμα μετὰ 4 μῆνας.
§210Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν εἶναι, ὅπως τὴν γνωρίζομεν ὅλοι, ἐφόσον οἱ ἀνακριταὶ ἀπασχολοῦνται μὲ χίλια δύο ἄλλα καθήκοντα ἐφόσον ὑπάρχει ἔλλειψις κλητήρων, ἐφόσον δὲν ἔχομεν μορφώσει εἰδικοὺς ἀνακριτάς, φρονῶ ὅτι εἶναι κίνδυνος νὰ εἰσαγάγωμεν τοιαύτην διάταξιν. Θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸν νὰ ἀναγράψωμεν τοιαύτην διάταξιν, ἐφόσον διὰ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος λαμβάνονται ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Ἐφόσον ἐτέθη μία νεωτεριστικὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρέχεται ἀποζημίωσις ἀπὸ τὸ Κράτος εἰς ἀδίκως προφυλακισθέντας ἢ καταδικασθέντας, καθιεροῦται δηλαδὴ ὄχι μόνον ποινικὴ εὐθύνη, ἀλλὰ καὶ ἀστικὴ κατὰ τοῦ ὑπαιτίου διὰ τὴν παράνομον κράτησιν, μοὶ φαίνεται ὅτι αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις εἶναι ἀρκεταί. Ἐπὶ πλέον μάλιστα περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐτέθη μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ λείψῃ, διότι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 συνεζητήθη ὅτι ἡ ἔλλειψις δολίας προαιρέσεως εἰς τὴν παράνομον κράτησιν δὲν εἶναι στοιχεῖον διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ὑπαιτίου.
§211Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Στοιχεῖον ποῖον εἶναι;
§212Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ἀρκεῖ καὶ ἡ ἁπλῆ γνῶσις. Ἕνεκα τῶν λόγων αὐτῶν φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι τολμηρὸν νὰ ἀναγράψωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν. Τὸ πολὺ–πολὺ νὰ ὑπάρξῃ μία μέση λύσις νὰ τεθῇ διὰ μεταβατικῆς διατάξεως χρόνος ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος, καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη νὰ ἐλπίζεται ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ ἀνωδύνως καὶ ἀκινδύνως νὰ ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι, ἂν ἔχῃ καθῆκον ἡ Πολιτεία ἐπὶ παντὸς πολίτου, πολὺ δὲ μεγαλύτερον ἔχει ἀπέναντι τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§214Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἀπόψε τὸ γνωστόν, ἂν πρέπει δηλαδὴ νὰ τεθῇ συνταγματικὴ διάταξις ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νά θίξω τὸ ζήτημα αὐτὸ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων πιεζόμενος, διότι θὰ ἠνοίγοντο αἱ φυλακαὶ καὶ θὰ ἐξήρχοντο ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι ἔξω καὶ οἱ διὰ βαρέα ἐγκλήματα καὶ ἐξέθηκα τότε διὰ βραχέων τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἡ Βουλὴ διὰ ψηφίσματος τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ ἀνέστειλε μέχρις ὁριστικῆς ἀποφάσεως τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου 6 τοῦ ἄρθρου 11 μέχρι 1ης Ἰουλίου τοῦ 1927. Ἔχομεν λοιπὸν διὰ τῆς προσωρινῆς αὐτῆς ἀποφάσεως ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς καταδεικνύει ὅτι ἡ διάταξις κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1926 ἠστόχησεν. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος καὶ μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ μετὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν....
§215Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ παμψηφίας.
§216Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. .... ἐδέχθη ὅτι εἶναι οἱονεὶ ὀλεθρία ἡ ἀναγραφὴ τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι.
§217Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέδειξα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀγορητὴν ὅτι διὰ παμψηφίας· εἰς τὰ πρακτικὰ δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς βεβαιοῦται ὅτι καὶ σεῖς εἶσθε σύμφωνος. Εἶναι βέβαιον ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν πολλοὶ ἀντετάχθησαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐψήφισαν ὑπέρ.
§218Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἀπησχολήθη διὰ μακρῶν καὶ ἐν λεπτομερείᾳ περὶ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα διὰ πλειονοψηφίας ἔστω, διότι τινὲς ἀπέφυγον νὰ ἐκφέρουν ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνώμην, ἐλαχίστων ὅμως, διότι ἡ ὕπαρξις αὐτῆς κλονίζει τὸ κοινωνικὸν οἰκοδόμημα καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν. Σήμερον ἐξετέθη ὑπὸ τῶν ἀντιλεγόντων ὅτι δέον νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν εἶναι βεβαίως περιφρουρημένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δι’ ὅλους. Ἂν τώρα τινὲς πολῖται τίθενται ἐκτὸς τῶν νόμων εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος ἀπὸ συνηθείας, εἴτε ἐξ ἑνὸς ἀτυχήματος, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ὑπέστησαν, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι σπάνιον, δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι αὐτοὶ οἱ πολῖται πρέπει νὰ κρίνωνται ἐπιεικέστερον τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν καὶ νὰ περιβάλλωνται διὰ θωπειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ θέτουν εἰς κίνδυνον τὸ σύνολον. Διότι, ὅπως σᾶς ἀνέπτυξαν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι οἱ εὑρισκόμενοι ἐγγύτερον πρὸς τὰ δικαστήρια, ὑπάρχουν τόσα μέσα ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων διὰ νὰ ἀμυνθοῦν καὶ διὰ νὰ προφυλάξουν τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν, ὥστε δὲν ὑπάρχει κανεὶς μέγας κίνδυνος καὶ καμμία σκληρὰ ἀνάγκη νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ διὰ Συντάγματος. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχοντες, πεῖραν τινὰ τῶν δικαστικῶν πραγμάτων καὶ ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι τοιαῦται μακραὶ προφυλακίσεις ὥστε νὰ ἐπιστῇ τόσον μέγας κίνδυνος κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δὲν ὑπῆρξαν. Τὸ εἶπον τοῦτο καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Εἶναι σπάνιαι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας παρετάθη περισσότερον τοῦ δέοντος ἡ προφυλάκισις καὶ τοῦτο ἐπέβαλεν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων. Καὶ θὰ ἠρώτων τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, ἂν πρόκειται περὶ τῶν λεγομένων καταχρήσεων τοῦ Δημοσίου, δι’ ἃς διὰ ψηφίσματος ἐθεσπίσθησαν αὐστηρόταται ποιναὶ πρὸς καταστολὴν τῶν ἀδικημάτων ἐκείνων ἐντὸς τῶν νόμων ἐννοεῖται καὶ ὄχι μὲ τὰ ἔκτακτα Στρατοδικεῖα τῆς γνωστῆς δικτατορίας, πῶς θὰ περαιωθῇ μία τοιαύτη ἀνάκρισις πολύπλοκος καὶ πῶς θὰ ἐκβάλωμεν τῶν φυλακῶν τοὺς καταχραστὰς ὅταν παρέρχεται ἢ τὸ ἑξάμηνον ἢ τὸ ὀκτάμηνον; Εἶναι ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των οὐδὲ δύνανται νὰ περαιωθοῦν. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετήσω εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἀλλὰ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ μοὶ ἀποδοθῇ ἡ μομφὴ ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς τὸν κ. Στρατηγόπουλον. Ἐγὼ τὰ βλέπω τὰ πράγματα ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας καὶ ὅπου πρέπει νὰ διορθώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ διὰ τοιαύτης νεωτεριστικωτάτης—ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω—διατάξεως καὶ δὴ συνταγματικῶς θεμελιώδους νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν ἄρδην ἐπὶ βλάβη τῆς Κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ὁ κ. Λαδᾶς ἐν ἀρχῇ μοὶ ἐφάνη ὅτι θὰ ἀπέληγεν εἰς τὴν μὴ ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἤρχισα νὰ παραξενεύωμαι, διότι συμπίπτομεν εἰς μερικὰς σκέψεις. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ὅσα ἐξέθηκεν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του, εἰς τὸ τέλος κατέληξεν εἰς τὴν ὀρθὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, ἐφόσον πρέπει νὰ εὑρισκόμεθα καὶ ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων.
§219Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχετε μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν;
§220Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἶσθε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἠκούσατε τὴν γνώμην μου καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα θὰ τὴν εἴπω. Δὲν πρέπει ὅμως ἀναφέροντες μεμονωμένα τινὰ παραδείγματα, ἕνεκα αὐτῶν καὶ μόνον νὰ ἀναγράψωμεν κατ’ ἐξαίρεσιν πάντων τῶν Συνταγμάτων τοῦ κόσμου θεμελιώδη διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι. Ὁ κ. Λαδᾶς ἀνέφερε παραδείγματά τινα κατὰ τὰ ὁποῖα παρετάθη ἡ προφυλάκισις καὶ κατόπιν ἐπηκολούθησεν ἀθώωσις. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω—καὶ τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά—ὅτι καὶ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα ὁσάκις συνέβη νὰ ὑπάρχῃ μία προφυλάκισις ὁπωσδήποτε μακρά, ὑπελογίσθη καὶ διὰ λόγους ἐπιεικείας καὶ λόγῳ τῆς προϋπαρχούσης προφυλακίσεως τὰ δικαστήρια τοὺς ἀθωώνουν. Ὥστε, ἂν ἐπακολουθοῦν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἀθωώσεις, δὲν ἀποτελοῦν αὗται καὶ ἀποδείξεις βεβαίως περὶ τοῦ ὅτι ἀδίκως κατεδιώχθησαν. Βεβαίως οἱ κύριοι δικηγόροι ὁμιλοῦντες ὑπὲρ τῶν πελατῶν των φέρουν ὡς ἐπιχείρημα εἰς τὸν δικαστὴν καὶ τὸν μακρὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως καὶ ἐν τέλει ὁ δικαστὴς κάμπτεται πρὸ αὐτῆς καὶ λέγει: «Τέλος πάντων, πτωχὸς ἄνθρωπος εἶναι, ἔχει καὶ ὀκτὼ μῆνας μέσα, ἂς τὸν ἀφήσωμεν».
§221ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε ἡ προφυλάκισις εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου;
§222Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι πολλάκις χωλαίνει ἡ Δικαιοσύνη καὶ δὴ κατὰ τὰ Πρωτοδικεῖα. Τοῦτο προέρχεται ἐξ ἄλλων λόγων, ἴσως δὲ καὶ ἡ Πολιτεία νὰ πταίῃ εἰς τοῦτο, λόγῳ τῶν περιστάσεων τῆς τελευταίας περιόδου. Λόγῳ τῆς μεγεθύνσεως τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1912–1913 εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περισυλλέξωμεν δικαστὰς ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος, τινὲς τῶν ὁποίων δυνατὸν νὰ παρουσιάζουν ἐλλείψεις καὶ νὰ εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κοινωνία. Ἀλλὰ σήμερον τὸ γνωρίζομεν πάντες. Ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἤρχοντο εἰσαγγελεῖς καὶ ἀνακριταὶ καὶ μοὶ ἔλεγον· δὲν ἔχομεν κλητῆρας νὰ στείλωμεν τὰς κλήσεις, πρὸς Θεοῦ, στείλατέ μας κλητῆρας, ἀπευθυνόμεθα εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, στείλατέ μας κλητῆρας, χωροφύλακας. Λοιπὸν τί πταίει ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ ἀνακριτὴς ἂν δὲν δύναται νὰ κάμῃ τὸ ἔργον του;
§223Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτὰ συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τῆς προφυλακίσεως.
§224Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ὥστε νὰ παραμένουν ἀτιμώρητα τὰ ἀδικήματα; Ἂν ἐτίθετο αὐτὴ ἡ διάταξις, θὰ εἴχομεν ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι οἱ ἀνακριταὶ πιεζόμενοι ὑπ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως ἢ δὲν θὰ προεφυλάκιζον ἢ θὰ ἐτελείωνον ἀδιεκπεραιώτους τὰς δικογραφίας καὶ ἀσυμπληρώτους καὶ ὅλα τὰ ἀδικήματα δὲν θὰ ἐτιμωροῦντο. Λοιπόν, κύριοι, χωρὶς νὰ ἀρνηθῶ ὅτι παρουσιάζονται ἐλλείψεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διὰ τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν εἶναι ἀμέτοχος ἡ Πολιτεία, ἥτις ὀφείλει καὶ κανονικῶς καὶ ποιοτικῶς νὰ ἐνισχύσῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἔστω καὶ μὲ τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐκκαθάρισιν, ὁμολογῶ ὅτι ἡ Πολιτεία διὰ νομοθετικοῦ μέτρου, διὰ μεταβολῆς τῆς ποινικῆς δικονομίας, θὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπὶ τέλους. Ἂς συστήσωμεν μίαν Ἐπιτροπὴν—εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ εὐχαρίστως λαμβάνω μέρος—καὶ νὰ κάμωμεν ἓν νομοθέτημα, νὰ τὸ ἐγκρίνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ. Τὸ νομοθέτημα μεταβάλλεται, ἡ συνταγματικὴ διάταξις δὲν μεταβάλλεται, τὸ νομοθέτημα τροποποιεῖται, καταργεῖται. Θὰ κάμω ἔκκλησιν, κύριοι, εἰς τὸν πατριωτισμόν σας νὰ μὴ θελήσητε νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν Σύνταγμα τοῦ κόσμου, εἶναι ἁπλῆ διάταξις δικονομίας, εἶναι ἁπλοῦς νόμος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ γίνῃ χωρὶς νὰ εἶναι δεσμευμένη εἰς τὸ μέλλον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Θέλετε νὰ ἀφήσωμεν ἀτιμωρησίαν γενικήν; Δὲν ἀρκοῦν τόσαι ἀμνηστεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐξῆλθον τόσα κακοποιὰ στοιχεῖα ἐκ τῶν φυλακῶν, ἀλλὰ πρέπει ἀκόμη νὰ δεσμεύσωμεν καὶ τὰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν της; Ἐπὶ τέλους καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἶναι δυνατὸν ὁ τυχὸν πιεζόμενος ἀπὸ μίαν προφυλάκισιν νὰ εὕρῃ τὴν ὑποστήριξίν του· θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνεργήσῃ, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι θὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις διατί παρατείνεται ἡ προφυλάκισις. Διατί ἓν μικρὸν πρᾶγμα θέλομεν νὰ τὸ ἀναγάγωμεν εἰς μέγα ζήτημα καὶ νὰ διασείσωμεν τὰς βάσεις τῆς Κοινωνίας, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς οὐδὲν Σύνταγμα δὲν ὑπάρχει ἡ διάταξις αὐτή; Ὑπάρχουν καὶ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεις, τῶν ὁποίων δὲν κάμνουν κακὴν χρῆσιν οἱ δικασταί, διότι καθορίζουν αὐτὴν ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κατηγορουμένου. Ἅμα τὴν ἀρνηθοῦν, θὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀρνηθοῦν. Ἂν εἴμεθα ὅλοι καλῆς πίστεως συζητηταὶ—καὶ εἴμεθα ὅλοι βεβαίως—τὰ γνωρίζετε ταῦτα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ πάλιν νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν τοιαύτην διάταξιν, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, τῇ συμπράξει καὶ Ἐπιτροπῆς βουλευτῶν, νὰ φέρῃ μίαν νομοθετικὴν μεταρρύθμισιν εἰς τὴν ποινικὴν δικονομίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ θέσῃ ὅρια δυνατῆς προφυλακίσεως μὲ ἀπειλὰς ποινῶν κατὰ τῶν μὴ συμμορφουμένων.
§225Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀληθῶς ἔχει παρατηρηθῆ παράτασις ἐπὶ μακρὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Ἡ παράτασις αὕτη πολλάκις ὀφείλεται εἰς περιστατικά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εἶναι ξένα τῆς ἐπιμελείας τοῦ δικαστοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ποῖα εἶναι τὰ τοιαῦτα περιστατικά, καθόσον καὶ οἱ μὴ νομικοὶ παρακολουθοῦντες τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὰ γνωρίσωσιν. Ὑπάρχουν ἐπίσης περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας παρετάθη ἡ προφυλάκισις ἐκ λόγων ἴσως ἀμελείας τοῦ δικαστοῦ. Βεβαίως ἡ δικαιοσύνη λαμβάνει πᾶσαν πρόνοιαν καὶ πᾶν μέτρον ἀναγκαῖον κατὰ τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἤθελε θεωρήσει τόσον ἀμελητέαν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ λόγῳ τῶν ἀνωμαλιῶν τῶν τελευταίων χρόνων παρετηρήθη ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ὑπέστη μίαν περιστολήν, ἡ ὁποία εἰς ὅλων μας τὴν ψυχὴν ἔχει γεννήσει ἓν αἴσθημα ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνῃ χώραν αὐτὸς ὁ περιορισμὸς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς, ἐκ τοῦ αἰσθήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη εἰς τὴν ψυχὴν ἡμῶν ζητοῦμεν κατὰ πάντα τρόπον νὰ περιφράξωμεν καὶ νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Ἄλλοι θεωροῦν ἐπίσης ἀναγκαῖον, ἐπίσης σκόπιμον, ὅπως ὁ περιορισμὸς αὐτὸς μὴ ἀχθῇ εἰς ὑπερβολικὸν σημεῖον, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ὑπεράσπισις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἀνθρώπων, ἀτόμων τὰ ὁποῖα ἔθεσαν εἰς κίνδυνον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἢ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου, θὰ ἀποβῇ εἰς κακόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔχει, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ὑπέδειξε καὶ ἀνέπτυξε, φρονεῖ ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ τεθῇ περιορισμὸς καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ τοιαύτη γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἀβάσιμος, διότι ποικίλαι περιπτώσεις δύνανται νὰ παρουσιασθοῦν κατὰ τὰς ὁποίας ὁ δικαστὴς καὶ ὁ ἐπιμελέστερος δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν νὰ περιορίσῃ τὴν ἀνάκρισιν ἐντὸς τοῦ ἀνωτάτου χρονικοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὁρισθῆ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ ἠθέλατε νὰ κάμῃ ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος; Θὰ ἠθέλατε νὰ ἐπισπεύσῃ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, νὰ περιορίσῃ τὴν ἀνάκρισιν διὰ νὰ ἀπολύσῃ τὸν κατηγορούμενον ἢ νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς δίκην ἢ νὰ ἐκτεθῇ αὐτὸς εἰς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους συνεπάγεται ἡ παράνομος κατακράτησις, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο, ἂν ἤθελεν ὑπερβῇ τὸ ὅριον τὸ συνταγματικόν, τὸ ὁποῖον θὰ τῷ ἐτίθετο; Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἂς θέσωμεν χρονικὸν ὅριον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ περατώσῃ καὶ τὸ ἔργον του, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδὲν πράττομεν, διότι μὲ τὸ συνταγματικὸν ὅριον τὸ ὁποῖον θὰ θέσωμεν θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Θὰ ἔλεγον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μέσον τινὰ ὅρον καὶ ὁ μέσος αὐτὸς ὅρος εἶναι νὰ ὁρίσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος ὑποχρεωτικὴν τὴν κατάρτισιν νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὰ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Τοῦτο θὰ ἔχῃ τὴν ἐκδήλωσιν ἐν πρώτοις τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ ὅτι αἰσθάνεται ἀναπόδραστον τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην ὅτι δέον κατὰ πάντα τρόπον νὰ ὑπερσέβηται τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, θὰ δώσῃ ἄλλον τόνον εἰς τὸν νόμον ὁ ὁποῖος ἤθελε καταρτισθῆ. Ὁ νόμος οὗτος δύναται νὰ καταρτισθῇ ὑπὸ διαφόρους ὅρους ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῶσι διὰ μιᾶς συντακτικῆς διατάξεως. Θὰ ἠδυνάμεθα ἐκεῖ νὰ ὁρίσωμεν ἴσως καὶ ποινάς τινας κατὰ τοῦ πταίστου δικαστοῦ. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἴσως καὶ ἐκτάκτους περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ παραταθῇ τὸ ὅριον τῆς προφυλακίσεως, λεπτομερείας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπαγορευθῶσιν εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νόμου ἀναλόγως τῶν περιπτώσεων τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων ἀκόμη εὐχερὲς εἰς τὸ μέλλον νὰ μετατρέψωμεν τὸν νόμον ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Θὰ ἔλεγον νὰ δεχθῶμεν ὡς συντακτικὴν ἀρχὴν ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἀναγκαῖος χρόνος προφυλακίσεως. Εἰς τοῦτο θὰ ἐκδηλώσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλοι συναισθανόμεθα ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία πρέπει νὰ εἶναι ἀπέναντι παντὸς σεβαστή, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ εἶναι ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὴν Δικαιοσύνην τὸ ὑπέρτατον λειτούργημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνατεθῇ εἰς αὐτούς, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους τοὺς μὴ εὐκόλως μεταβλητοὺς καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ περιλάβωσι τὰς διαφόρους περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι φυσικὸν νὰ παρουσιασθοῦν καὶ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προβλέψωμεν. Ἄν οὕτω πως λάβωμεν πρόνοιαν διὰ τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι ἱκανοποιοῦμεν ὄχι μόνον τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἔχομεν πρὸς προστασίαν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἀκόμη διαδηλοῦμεν ὅτι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη παρίσταται ὅπως ὁ σεβασμὸς οὗτος πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν περιφρουρηθῇ καὶ συνταγματικῶς. Δι’ αὐτὸ προτείνω νὰ προστεθῇ μὲν διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον καθορισθῆ τὰ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, χωρὶς ὅμως νὰ ὁρίσωμεν καὶ ἀνώτατα καὶ κατώτατα ὅρια. Αὐτὴν τὴν πρότασιν εἶχον νὰ κάμω εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ δεχθῇ καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ὑπευθύνως χειρίζεται τὴν Δικαιοσύνην σήμερον.
§226Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10 μ. μ.
(Ὥρα 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.15′ μ. μ.)
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 11ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§229Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχουσι περιπτώσεις, κύριοι συνάδελφοι, ὅπου ἡ προφυλάκισις παρ’ ἡμῖν κατήντησε νὰ εἶναι ποινὴ κατὰ τῶν ἀθώων. Τὰς περιπτώσεις αὐτὰς βλέπομεν καθημέραν καί, ἂν ἐγένετο μία στατιστικὴ ἡ ὁποία νὰ ἀπεδείκνυε πόσοι ἀθωούμενοι ἔχουσι προφυλακισθῆ μῆνας καὶ ἔτη, δὲν θὰ ἦσαν ὀλίγοι, μολονότι ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ λεχθὲν πρὸ ὀλίγου, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ δικασταὶ ὅταν δικάζωσι προφυλακισμένον ἐπηρεάζονται καὶ καταλήγουν μᾶλλον εἰς τὴν ἔκδοσιν καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν προφυλάκισίν του. Εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ὅπου ἡ προφυλάκισις παρ’ ἡμῖν καταντᾷ ἀδικία, ἡ μεγαλυτέρα ἴσως ἐκ τῶν ἀδικιῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ἕνα κατηγορούμενον διὰ τὸ αὐτὸ ἀδίκημα ὁ ὁποῖος εἶναι εὐκατάστατος καὶ ἕνα ἄλλον κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εὐκατάστατος. Ὁ μὲν δυνάμενος νὰ διαθέσῃ μίαν ἐγγύησιν θὰ ἐξέλθῃ, ὁσάκις κατηγορεῖται διὰ πλημμέλημα, τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας ποὺ ἐφυλακίσθη ὑποχρεωτικῶς ἐκ τῶν φυλακῶν, ἂν δὲ κατηγορεῖται διὰ κακούργημα τιμωρούμενον μέχρι δεκαετοῦς εἱρκτῆς, θὰ ἐξέλθῃ μετὰ μίαν μικρὰν διαδικασίαν τῶν φυλακῶν. Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος, ὁ μὴ ἔχων τὰ μέσα τῆς ἐγγυήσεως, θὰ μείνῃ εἰς τὴν φυλακὴν καὶ θὰ μείνῃ μάλιστα ἐπὶ πολύ. Ἐρωτῶ· ἡ Κοινωνία δὲν διατρέχει κίνδυνον ἀπὸ τὸν ἔχοντα ἢ τὸν δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίσῃ μίαν ἐγγύησιν 5 ἕως 10 χιλιάδων δραχμῶν καὶ νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν καὶ διατρέχει κίνδυνον ὑπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν ἐγγύησιν καὶ ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μείνῃ πλέον τῶν 4 μηνῶν εἰς τὰς φυλακάς; Ἐκτὸς αὐτοῦ φαντασθῆτε τὴν περίπτωσιν αὐτήν ἔχομεν δύο κατηγορουμένους —καὶ συνέβη συνηθέστατα εἰς ὅσους ὑπηρέτησαν τὴν Δικαιοσύνην τοῦτο, νὰ ἔχωμεν κατηγορουμένους εὐπόρους—οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν ἔνδικα μέσα καὶ τὰ ἀσκοῦσιν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐξέλθωσι δι’ ἐγγυήσεως καὶ ἐξέρχονται καὶ ἔχομεν καὶ ἄλλους κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ εἶναι πένητες, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι πρόχειρα τὰ μέσα, παραμένουσιν εἰς τὰς φυλακάς. Ἔχω περίπτωσιν, ὅπου ὁ ἐξερχόμενος δι’ ἐγγυήσεως πλούσιος κατηγορούμενος ἤσκησε κατὰ σειρὰν ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα. Παρῆλθεν ἓν ἔτος καὶ πλέον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ συγκατηγορούμενοι οἱ πένητες—ἐπρόκειτο περὶ λαθρεμπορίου, ὅπου οἱ ναῦται δὲν εἶχον τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ὥρισε τὸ Συμβούλιον καὶ παρέμειναν ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος προφυλακισμένοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ πλούσιος ὁ πλοίαρχος τοῦ πλοίου ἢ ὁ ἔμπορος κατέθεσε τὴν ἐγγύησιν, ἐξῆλθε καὶ ἐταλαιπώρει αὐτούς, ἵνα ἀσκῇ ἐπὶ ἓν ἔτος ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα, τὰ ὁποῖα τῷ δίδει ὁ νόμος. Νομίζω ὅτι ἡ ἀδικία αὐτὴ ἡ ἐξωφρενική, ἡ ὁποία ἔχει ὁδηγήσει πολλοὺς ὑποδίκους νὰ ἐπαναστατοῦν ἐντὸς τῶν φυλακῶν ὅταν βλέπουν τὸν συγκατηγορούμενόν των νὰ ἐξέρχεται τῶν φυλακῶν καὶ περισσότερον ἴσως ἔνοχον, μόνον καὶ μόνον διότι εὐπορεῖ, νομίζω, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προληφθῇ ἡ ἀδικία αὐτή. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις, οὔτε ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ, οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ὀφείλει νὰ καθορισθῇ ἓν ὅριον. Ἡ διαφωνία ἔγκειται εἰς τοῦτο· ἂν τὸ ὅριον τῆς προφυλακίσεως πρόκειται νὰ ὁρισθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἢ διὰ νόμου. Νομίζω ὅτι ἀφοῦ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ λίαν ὀρθῶς καὶ λίαν ἀξιεπαίνως ἀντεπροσώπευσε τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ συντάξῃ διάταξιν τοῦ Συντάγματος φιλελευθερωτέραν καὶ νὰ καθορίσῃ λεπτομερέστερον τὴν περίπτωσιν τῆς προστασίας καὶ ἐξασφαλίσεως τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ στερήσωμεν ἓν δικαίωμα ἀπὸ πολίτας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἶναι πένητες, ἀλλ’ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν τῆς ἀτομικῆς των ἐλευθερίας καὶ τῶν ἀτομικῶν των δικαιωμάτων ὅσον καὶ οἱ εὔποροι. Νομίζω ὅτι ἡ θέσις του ἔγκειται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, ἄλλως τε ὅταν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐδέχθη ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι διὰ νόμου θὰ καθορισθῇ ἓν ὅριον καὶ ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἀσχολεῖται ἤδη εἰς τὴν τακτοποίησιν τῆς ποινικῆς δικονομίας μας καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐνδίκων μέσων, ὅταν ἐπίσης ἔχωμεν δεδομένον ὅτι ὑπάρχει ψήφισμα ψηφισθὲν ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ προθεσμία ἡ τετράμηνος δὲν ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουλίου 1927 καὶ ὑπάρχει ἑπομένως ἓν ὁλόκληρον ἔτος, καθ’ ὃ πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις αὐτή, δικαιούμεθα νὰ ζητῶμεν κατόπιν τῶν κατηγορηματικῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ἁπλουστευομένης τῆς διαδικασίας νὰ τύχῃ πλήρους καὶ ἀπολύτου ἐφαρμογῆς ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ συνταγματική. Ἄλλως τε καὶ ἐπιμένω ἐπὶ τούτου καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἐπαναλάβω ὅτι οἱ ἀσκοῦντες τὰ ἔνδικα μέσα εἶναι οἱ περισσότερον ἔνοχοι, οἱ δυνάμενοι νὰ ἐξέλθωσι δι’ ἐγγυήσεως, νὰ ἀσκῶσι ταῦτα ἅμα ἐξέλθωσιν, εἶναι οἱ εὐκολώτερον δυνάμενοι νὰ ἱκανοποιήσουν τοὺς δικηγόρους καὶ νὰ πληρώσωσι τὰ δικηγορικὰ ἔξοδα καὶ συγχρόνως οἱ περισσότερον ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν Κοινωνίαν. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐπειδὴ ἐξέρχονται δι’ ἐγγυήσεως αὐτοὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ τιμωρήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα νὰ ἐξέλθωσιν τῶν φυλακῶν καὶ νὰ ἀσκήσωσι τὰ ἔνδικα μέσα. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ περιλαμβανομένη ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπως περιλαμβάνονται καὶ ἄλλαι λεπτομερεῖς διατάξεις, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ μέσα τὰ προστατικὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ἐν Ἑλλάδι.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§231Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἡ δευτέρα φορὰ ὅπου μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι εἶχον λάβει καὶ ἄλλοτε τὸν λόγον, ὅταν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶχεν εἰσηγηθῆ τὸ ψήφισμα περὶ ἀναστολῆς τῶν διατάξεων αὐτῶν. Καὶ τότε εἶπον καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν εἶχον ὑπηρετήσει τὴν Δικαιοσύνην εἰς ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Δικαιοσύνης, δηλαδὴ καὶ τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ τὸν εἰσαγγελικόν, ὡς ἐπίσης ὑπηρετῶ τὴν Δικαιοσύνην ὡς δικηγόρος ἐπὶ μίαν δεκαετίαν. Ὑποθέτω ὅτι μία τριακονταετὴς ὑπηρεσία τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως δίδει εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ λέγω ὅτι δύναμαι νὰ ἔχω ἔγκυρον γνώμην. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίως κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, παρετηρήθη μία τοιαύτη ἀδιαφορία πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, ὥστε σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς ὅτι πρὶν ἢ ἀκόμη ἀναγραφῇ ἡ διάταξις αὐτὴ ἐν τῷ συζητουμένῳ Συντάγματι, ὅταν κατὰ τὸ 1920 ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ἐκ νέου τὸ Σύνταγμα, ὡς μέλος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἶχον εἰσηγηθῆ καὶ εἶχον προτείνει ὅτι ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τότε διάταξις προστατευτικὴ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀμελουμένης. Καὶ τὸ λέγω μὲ πολλὴν θλίψιν ὡς πρώην ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ ὡς δικηγόρος. Σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι ἐσκίρτησα ἐκ χαρᾶς ὅταν εἶδον ὅτι τέλος πάντων καὶ ἡ Πολιτεία αὐτὴ ἐλάμβανε μέριμνάν τινα πρὸς προστασίαν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου καὶ ἀνέγραφεν εἰς τὸ Σύνταγμα περιορισμοὺς ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως αὐτοῦ. Ἤκουσα μίαν ἀντίρρησιν ἐκ μέρους τοῦ φιλτάτου μου καὶ σεβαστοῦ μοι κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι εἶναι συνταγματικὸς σολοικισμὸς νὰ ἀναγράφωνται τοιοῦτοι ὁρισμοὶ καθαρῶς δικονομικοὶ μέσα εἰς τὸ Σύνταγμα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτόν, ὅπως τὸ Σύνταγμα περιλάβῃ διατάξεις καθαρῶς δικονομικάς; Καὶ εὑρίσκει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι δικονομικὴ διάταξις αὐτὴ ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν ὁρισμὸν τῶν προθεσμιῶν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν προφυλάκισιν καὶ ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ μὴ τυχὸν ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 11 πρόκειται νὰ περιλάβῃ μόνον αὐτὸν τὸν δικονομικὸν ὁρισμόν; Τί ἄλλο περιλαμβάνει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 παρὰ σειρὰν δικονομικῶν διατάξεων; Καὶ διατί δὲν εἶναι συνταγματικὸς σολοικισμὸς νὰ περιέχωνται εἰς τὸ Σύνταγμα αἱ ἀνωτέρω δικονομικαὶ διατάξεις; Ὅτι δὲ περιέχονται καθαρῶς δικονομικαὶ διατάξεις προκύπτει πασιφανῶς ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ κειμένου. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω ἀναγινώσκω τὴν διάταξιν (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἄνευ τινὸς ἀναβολῆς, τὸ βραδύτερον δὲ ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως.... κτλ.» Καὶ ἐρωτῶ· τί εἶναι ἡ ἀνωτέρω διάταξις εἰμὴ διάταξις καθαρῶς δικονομική; Ἀλλ’ εἶναι ἡ μοναδική. Ἄλλη (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς 48 ὡρῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς.... κλπ.» Ἄλλη δικονομικὴ διάταξις (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἡ προθεσμία αὕτη παρατείνεται μέχρι πέντε ἡμερῶν.... κλπ.» Καὶ ἤκουσα, κύριοι συνάδελφοι, μὰ ὑπάγει κανὲν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει δικονομικὰς διατάξεις ἀφορώσας τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν; Καὶ ἐρωτῶ· μὰ ὑπάρχει Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ παρατηρεῖται τοιαύτη ἀσέβεια πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ὥστε ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην νὰ νομοθετήσῃ διάταξιν ὀχυροῦσαν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν; Καὶ δι’ αὐτὸ σοφώτατα ἐσκέφθη ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ ἀφρούρητον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναγράφῃ περιορισμὸν εἰς τὸ Σύνταγμα. Σοφώτατα. Τὸ λέγω ὡς πρώην δικαστικὸς καὶ ὡς δικηγόρος καὶ ὡς πολίτης. Καὶ ἐρωτῶ τί βλάπτει τάχα ἂν περιλάβωμεν μίαν ἀκόμη δικονομικὴν διάταξιν ἀφορῶσαν τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως; Καὶ ἤκουσα διακεκριμένους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐτόνισαν τοῦτο· ὅτι κινδυνεύει τὸ δημόσιον συμφέρον, κινδυνεύει αὐτόχρημα ἡ Πολιτεία ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας, διότι δῆθεν οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ οἱ τεταγμένοι νὰ ἐνεργήσουν τὴν ἀνάκρισιν, εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ περαιώσουν αὐτὴν ἐντὸς ὡρισμένου ἀνεκτοῦ χρόνου. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ κείμενον (ἀναγινώσκει): «Ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ μὲν τῶν πλημμελημάτων πέραν τῶν τεσσάρων μηνῶν, ἐξαιρέσει τῶν ζωοκλοπῶν, λαθρεμπορίας καὶ ζωοκτονίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ παραταθῇ μέχρις ὀκτὼ μηνῶν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν». Ὑπηρέτησα 6–7 ἔτη ὡς ἀνακριτὴς εἰς διάφορα δικαστήρια τοῦ Κράτους. Ὑπηρέτησα ἓξ ἔτη ὡς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἑπομένως δύναμαι νὰ ἔχω πεῖράν τινα. Καὶ ἐρωτῶ· τέσσαρες μῆνες, πρὸς Θεοῦ, δὲν εἶναι ἀρκετοὶ νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις καὶ νὰ δικασθῇ ἓν πλημμέλημα, πλὴν τῆς ζωοκλοπῆς, τῆς λαθρεμπορίας καὶ τῆς ζωοκτονίας; Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι εἰδικαὶ συνθῆκαι καθιστοῦν ἀδύνατον αἴφνης εἰς ἕνα δικαστικὸν λειτουργὸν νὰ περαιώσῃ τὴν ἀνάκρισιν ἐπὶ πλημμελήματι διὰ τέσσαρας μῆνας. Ἐρωτῶ· ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε ἡ Πολιτεία ἂν πρόκειται νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος διὰ νὰ δικασθῇ μετὰ ταῦτα εἷς πολίτης, ὅστις καταδιώκεται δι’ ἓν πλημμέλημα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ τιμωρηθῇ μὲ μίαν φυλάκισιν τὸ πολὺ πέντε ἐτῶν καὶ μάλιστα ὅταν διὰ τὴν ζωοκτονίαν, τὴν λαθρεμπορίαν καὶ τὴν ζωοκλοπὴν δύναται ἄριστα νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος προφυλακίσεως μέχρις 8 μηνῶν; Τί πειράζει νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις αὕτη; Καὶ διατί θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν ἄφθαστον ἀστοργίαν νὰ μὴ προστατεύσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου; Καὶ θὰ σᾶς ἔλεγον ἀκόμη ἂν ὑπάρξῃ περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ περαιωθῇ ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ πλημμελήματι εἰς τέσσαρας μῆνας, νὰ ἀπολυθοῦν ὅλοι οἱ ἐπὶ πλημμελήματι ὑπόδικοι. Καὶ ἔρχομαι παρακάτω (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ δὲ τῶν κακουργημάτων, ἐξαιρέσει τοῦ φόνου καὶ τῆς λῃστείας, πέραν τῶν 8 μηνῶν...» κλπ.» Συνομολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει βέβαια καὶ πληθὺς ἄλλων ἀδικημάτων ὀλιγώτερον σοβαρῶν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀνάκρισις ἠδύνατο βέβαια νὰ βραδύνῃ πέραν ἑνὸς βέβαια ἀνεκτοῦ σημείου καὶ ἤκουσα τοὺς κ. κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀνέφερον διαφόρους περιπτώσεις. Μία ἐξ αὐτῶν ἐνθυμοῦμαι καλῶς εἶναι ὅτι ἕνεκα τῆς ἀσκήσεως τῶν ἐνδίκων μέσων ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων καὶ ἕνεκα τῶν ἀναβολῶν αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παραταθῇ ἡ ἐκδίκασις μιᾶς ὑποθέσεως ποινικῆς πέραν τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ ὁρίου. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα καθαρὰ νομοθετικῆς ἀντιλήψεως καὶ θὰ ἔλεγον εἰς τὸν φίλτατόν μου κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι αὐτὸ ἄριστα ἠδύνατο νὰ τὸ διορθώσῃ, νὰ τὸ προλάβῃ καὶ θὰ ἔλεγον· εἶναι ἀνάγκη τάχα ὅταν γίνεται μία αἴτησις περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει νὰ γίνῃ ἐκ μέρους ὅλων τῶν κατηγορουμένων καὶ ἐκ περιτροπῆς ἕκαστος νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει; Θὰ ἦτο δυνατὸν ipso jure τὸ Συμβούλιον νὰ ἀποφαίνεται καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους.
§232Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχω ὑποβάλλει τροπολογίαν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀναστέλλονται αἱ ἄνω προθεσμίαι ὅταν ἕνεκα ἐνδίκων μέσων τοῦ κατηγορουμένου δὲν δύναται ἡ ἀνάκρισις νὰ προχωρήσῃ».
§233Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ταλιαδοῦρος ὁμολογῶ ὅτι εἶναι τὸ ἀνήσυχον πνεῦμα εἰς ὅλην τὴν συζήτησιν, διότι τὸν παρακολουθῶ ἀπὸ προηγουμένως. Θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο· οἱ μάρτυρες δὲν προσέρχονται δι’ ἔλλειψιν κλητήρων. Καὶ τότε εἶπον καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνω ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ τὸ λύσῃ ἐντὸς 48 ὡρῶν, νὰ αὐξήσῃ δηλαδὴ τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων, νὰ πληρώσῃ δὲ ἀναλόγως τοὺς κλητῆρας. Ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ λάβῃ μέριμναν διὰ νὰ δώσῃ τὰ μέσα εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ περαιώσῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§234Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ἡ Πολιτεία δώσῃ τὰ μέσα αὐτά, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην αὐξήσεως τῶν ὁρίων.
§235Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω μίαν περίπτωσιν ἰδικήν μου. Εἷς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως κατηγορούμενος δι’ ὑπεξαίρεσιν παρέμεινε τρία ἔτη καὶ ἑπτὰ μῆνας προφυλακισμένος καὶ κατόπιν ἐκηρύχθη ἀθῶος. Καὶ ἐρωτῶ· δὲν θὰ ἦτο εὐκταῖον αὐτὸς ὁ Ἕλλην πολίτης νὰ εἶχεν ἀπολυθῆ μετὰ 8 μῆνας ἢ ἓν ἔτος; Ἐξαιρῶ ἐλάχιστα ἀδικήματα, ἰδίως κατὰ τοὺς τελευταίους μάλιστα χρόνους, ἀδικήματα ἀναγόμενα εἰς τὴν λεηλασίαν τοῦ δημοσίου πλούτου, ὅπου βεβαίως ἐκεῖ 100 ἐπὶ τοῖς 100 ὑπάρχει πιθανότης νὰ δραπετεύσῃ καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Πρέπει νὰ ἔχητε τὴν πεποίθησιν ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων ἐλαφροτέρων ἀδικημάτων κανεὶς δὲν αἰσθάνεται τὴν ὄρεξιν νὰ φύγῃ καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι πολλοὶ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ σπεύδουν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος διὰ νὰ κανονίσωσι τὰς δοσοληψίας των μὲ τὴν Δικαιοσύνην.
§236Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν παραγραφὴν τοῦ ἀδικήματος.
§237Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐκάματε μίαν παρατήρησιν σπουδαιοτάτην, ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ὅπου δὲν ἐγένετο σκέψις περὶ ἀμνηστείας, μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ ἀείμνηστος τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Δημητρακόπουλος ὑπέβαλεν εἰδικὸν νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν συντρέχει ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς διὰ τὸν δικασθέντα ἐρήμην ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα τῆς ἀμνηστείας καὶ πάντες ἐγνώριζον ὅτι θὰ ἐξοφλήσωσι τὰς δοσοληψίας των μὲ τὴν Δικαιοσύνην, μὴ λησμονεῖτε ὅτι οἱ κατηγορούμενοι οἱ ὁποῖοι διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον κατώρθωσαν καὶ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, τὸ ἔπραττον ἐπειδὴ ἔπρεπεν ἰσοβίως νὰ παραμείνωσιν ἐκεῖ. Τοῦτο δὲ παρετηρήθη συχνὰ εἰς τὴν Λακωνίαν καὶ τὴν Ἀρκαδίαν, ὅπου πολλοὶ μετηνάστευον εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ οἱ πλεῖστοι, κατὰ τὰ 9)10, ἐπανήρχοντο διὰ νὰ τακτοποιήσουν τοὺς λογαριασμούς των μὲ τὴν Δικαιοσύνην.
§238ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξαιρεῖτε τὰ ἀδικήματα κατὰ τοῦ Δημοσίου;
§239Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ συμπεριλάβωμεν.
§240Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί ἐπιμένετε νὰ κανονίσητε ὅλας αὐτὰς τὰς λεπτομερείας διὰ τοῦ Συντάγματος;
§241Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὰς λεπτομερείας νὰ τὰς κανονίσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος; Τὸ ἄρθρον 11, ἂν τὸ ἀναγνώσητε, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶναι παρὰ λεπτομέρειαι ἀφορῶσαι τὸν κανονισμὸν δικονομικῶν διατάξεων. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω δὲ διατί ἐπιμένω. Διότι εὐχερῶς ἀνατρέπεται εἷς νόμος, ἐνῷ μία συνταγματικὴ διάταξις δὲν ἀνατρέπεται.
§242Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ναί, ἀλλὰ καὶ εἷς νόμος βελτιοῦται, ἂν ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἔχει καλῶς, ἐνῷ μίαν διάταξιν συνταγματικὴν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν μεταβάλωμεν.
§243Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐτός, κ. Ὑπουργέ, ὁ περιορισμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν ἐμποδίζει παντάπασι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἂν θέλῃ νὰ βελτιώσῃ δηλαδή, νὰ ἀναγράψωμεν περιορισμὸν μείζονα. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνατρέψῃ νομοθετικῶς τὸν περιορισμόν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι δίδονται ὑπὲρ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἀλλὰ νὰ τὰς αὐξήσῃ, αὐτὸ ἔχει ὅλην τὴν ἐλευθερίαν. Λοιπὸν δυσπιστῶ πρὸς τὸν νομοθέτην, διότι πικρὰ πεῖρα μοὶ ἐδίδαξε νὰ δυσπιστῶ πρὸς αὐτόν. Κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ σᾶς γνωρίζω ἀπὸ μακροῦ ὡς ἕνα πολίτην φιλελεύθερον, ἀγαπῶντα τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, κοπτόμενον δι’ αὐτήν. Τώρα μοὶ λέγετε ὅτι ὅλοι οἱ δικαστικοὶ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις.
§244Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λέγετε ὅτι ἔχετε πεῖραν δικαστικήν· διατί ἀρνεῖσθε εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ἔχωσι πεῖραν καὶ νὰ ἔχωσιν ἄλλην γνώμην; Καὶ ἐπειδὴ ἐχρηματίσατε 15–20 ἔτη δικαστικός, ἔχετε δὲ κῦρος τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνωρισθῇ, διατί δὲν δέχεσθε νὰ ἀναγνωρίσητε τὸ κῦρος ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγαλυτέραν πεῖραν ὑμῶν; Τώρα ὁμιλεῖτε ὡς δικηγόρος. Τότε ὅτε εἶσθε δικαστικός, εὑρίσκετε ὅτι εἶχον καλῶς τὰ πράγματα καὶ δὲν διεμαρτύρεσθε τότε ὡς δικαστικὸς ὅτι ἐγένοντο αὐταὶ καὶ ἐκεῖναι αἱ ἀδικίαι.
§245Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μετ’ εὐχαριστήσεως εἴδατε τὸν νόμον ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως ἢ μὲ κάποιον ἐνδοιασμόν;
§246Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς λέγει ὅτι δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων δικαστικῶν. Τὴν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου, ἀλλ’ ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν· οἱ δικαστικοὶ κατὰ τὰ 8)10—πῶς νὰ σᾶς εἴπω—εἶναι ἄνθρωποι περιωρισμένοι εἰς τοὺς τύπους.
§247Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ὑμεῖς δικαστικὸς εἶσθε.
§248Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔστω, ἐγὼ λέγω ὅτι ἀποτελῶ τὴν ἐξαίρεσιν. Ἂν θέλητε νὰ μὲ βάλητε εἰς τὰ 8)10, βάλετέ με, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι ἀνήκω εἰς τὰ 2)10 ὅπως ἀνήκει καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ διακεκριμένος κ. Τσιτσεκλῆς, ἔχων εὐρυτάτην ἀντίληψιν. Ἐκ τῶν παρόντων ἐρωτῶ τοὺς κ. κ. Στρατηγόπουλον, Φωτάκην, Λαδᾶν, καθὼς καὶ τὸν κ. Τσιτσεκλῆν νὰ μοὶ εἴπουν, ἂν δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Ἂν κατὰ τὰ 20% εἶναι δικαστικοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εὐρυτάτην σκέψιν καὶ προστατεύουσι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, οἱ 80% εἶναι οἱ ἀσυγκίνητοι.
§249Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐχθροὶ τῆς Κοινωνίας, ἀναίσθητοι εἰς τὰ παθήματα τῶν πολιτῶν, ἐχθρεύονται τοὺς πολίτας καὶ θέλουν νὰ φυλακίζωνται· ἀπαίσιοι ἄνθρωποι τέλος πάντων τὰ 80%. Τὰ δὲ 20%, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶσθε καὶ ὑμεῖς, εἶναι οἱ συγκινούμενοι.
§250Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὰ 20% εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ προφυλακίσουν....
§251Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ ἄλλοι εἶναι ἀναίσθητοι.
§252Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω κανένα ἀναίσθητον.
§253Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν λέγητε ὅτι δὲν συγκινοῦνται ἀπὸ μίαν μακρὰν προφυλάκισιν, θὰ εἴπῃ ὅτι ἀναίσθητοι.
§254Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν θέλετε νὰ μὲ ἐννοήσητε, κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὑπάρχουν ἀνακριταί—διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα—οἱ ὁποῖοι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν προφυλακίζουν ἕνα πολίτην, ἀγωνίζονται καὶ ὁλονυκτοῦν ἐπάνω εἰς τὰ γραφεῖά των, ὅπως ἐλευθερώσωσιν αὐτὸν τὸν πολίτην. Αὐτοὶ εἶναι ἡ ἐξαίρεσις, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐλάχιστοι. Ὑπάρχουν τοὐναντίον ἀνακριταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ρίπτουν κανὲν βλέμμα διὰ νὰ ἴδουν ἂν οἱ δυστυχισμένοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μείνει ἐν τῇ φυλακῇ τόσον χρόνον προφυλακισμένοι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφυλακισθῶσι.
§255Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἐλάβατε μόνον μίαν περίπτωσιν, τὴν ἑξῆς. Ἐν ᾗ περιπτώσει εἰσαχθῇ τις εἰς δίκην δι’ ἀδίκημα ὄχι φόνου ἢ λῃστείας καὶ καταδικασθῇ εἰς 15 ἐτῶν εἱρκτήν, ὅπως ἔγινεν ἐδῶ καὶ ἐγένετο ἀναίρεσις τῆς ἀποφάσεως καὶ ἀνῃρέθη αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, ἀπολύονται ἀπὸ τῶν φυλακῶν καταχρασταὶ ἑκατομυρίων ὁλοκλήρων;
§256Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§257Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἰδοὺ μία περίπτωσις.
§258Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς ἕνα ἕκαστον.
§259Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἀφῆστε νὰ συμπληρώσω. Δέν νομίζετε λοιπὸν ὅτι εἶναι ὀρθότερον καὶ λυσιτελέστερον ὅτι προστατεύει καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου καὶ τὴν Πολιτείαν ἐν ᾗ περιπτώσει ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα ρυθμίζονται καὶ κανονίζονται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων διὰ νόμων;
§260Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι.
§261Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί ὄχι;
§262Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ρυθμισθῇ. Ἄλλως τε ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς συχνὰς ἀμνηστείας καὶ τὰ μεγάλα ἀδικήματα, θὰ ἔχωμεν πάντοτε τὴν ἀναρχίαν ὡς ἀποτέλεσμα.
§263Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν θὰ ἀπαντήσω πρῶτον εἰς τὸν κ. Δαρβέρην.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μὲ διαλόγους. Δὲν τελειώνει ἡ συζήτησις οὕτως.
§265Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐδῶ ἔχομεν ἓν Σύνταγμα, ὄχι μόνον αὐτὸ τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις εἰσήχθησαν, εἴχομεν καὶ ἓν προγενέστερον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἐπὶ Παγκάλου καὶ τὸ ὁποῖον περιεῖχεν ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν διάταξιν. Λοιπὸν πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι συνεπείᾳ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀπελύθησαν πολλοὶ κατηγορούμενοι δι’ ἀδικήματα, διὰ κακουργήματα σοβαρά, διότι εἶχε συμπληρωθῆ ὁ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενος χρόνος. Λοιπὸν ὅλοι αὐτοὶ παρέμειναν ἐν Ἑλλάδι καὶ συνελήφθησαν ἐκ νέου, κ. Ὑπουργέ.
§266Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ βεβαιώσω αὐτό. Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν συνελήφθησαν ἐκ νέου, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ὅλοι συνελήφθησαν.
§267Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν σᾶς ἀναγγέλλω τοῦτο, ὅτι ὄχι μόνον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ εἷς μόνον, ζήτημα εἶναι ἂν ἔχει φυγαδευθῆ.
§268Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Σωτηριάδη, νὰ μᾶς εἴπητε διατί θέλετε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα.
§269Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διότι ἀκριβῶς σᾶς εἶπον ὅτι ἡ πεῖρα μοὶ ἔδειξεν ὅτι οἱ ἁρμόδιοι, οἱ τεταγμένοι διὰ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων, αὐτοὶ δὲν μαρτυροῦσι τὴν προσήκουσαν εὐλάβειαν πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. (Διακοπαί).
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοιουτοτρόπως ἡ συζήτησις. Τότε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, νὰ κατέλθῃ καὶ ὁ ἀγορεύων τοῦ βήματος καὶ ὁμιλήσητε ἰδιαιτέρως. Ἀφῆστε νὰ τελειώσωμεν.
§271Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τώρα διὰ τὴν ἀναίρεσιν ποὺ εἴπατε. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἀνάκρισις γίνεται ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ ὁρίου, δηλαδὴ νὰ γίνῃ ἐντὸς 2–3 μηνῶν, ὅπως ἐγὼ νομίζω ἢ ὅτι δύναται νὰ ἐνεργηθῇ μία ἀνάκρισις, ἐκτὸς ἐντελῶς ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, φρονῶ ὅτι καὶ ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα δύνανται νὰ ἀσκηθῶσιν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη περίπτωσις, ἠξεύρετε ποῦ ὀφείλεται; Ὀφείλεται εἰς εἰδικὰς περιστάσεις, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ὑποθέσεις ἀφορῶσαι πολλοὺς κατηγορουμένους. Ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου ἡ διαδικασία εἶναι πολλαπλῆ, ἐκεῖ βεβαίως ἡ ἄσκησις ἐνδίκων μέσων ἐκ περιτροπῆς ἐκ μέρους ὅλων τῶν κατηγορουμένων καταναλίσκει πολὺν χρόνον καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς τοῦτο. Λέγω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ προληφθῇ ἀπὸ μίαν καλὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν περιορίζουσαν τὴν ἄσκησιν τῶν ἐνδίκων μέσων, τάσσουσα εἰδικὴν προθεσμίαν, ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο εἰδικῶς. Διότι μὴ λησμονεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῆς δικηγορικῆς μου πείρας ὅτι ὑπάρχουν ὑποθέσεις προφυλακισμένων εἰσαχθεῖσαι ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐκδικαζόμεναι ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου τούτου δικαστηρίου ἐντὸς ἑξαμήνου. Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, διὰ κατηγορούμενον ἐν προφυλακίσει, νὰ τάσσεται ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ γίνεται ἡ ἐκδίκασις τῆς ἀναιρέσεως καὶ νὰ ὑποχρεώνῃ τὸ δικαστήριον νὰ ἐκδίδῃ ἀπόφασιν. (Διακοπαί). Διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω, κ. Πρόεδρε, τελειώνω.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι περιττὸν νὰ συενδριάζωμεν. Ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν ἔξω καὶ νὰ τὰ εἴπωμεν.
§273Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω.
§274Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Σᾶς ἐκτιμῶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ ὡς τέως δικαστὴν καὶ ἤδη ὡς δικηγόρον, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι λησμονεῖτε τὸν κανόνα. Δεύτερον κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας ἀφήσατε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην οὐδὲ εἰς τὴν δικαστικήν, οὐδὲ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Διότι εἴπατε ὅτι ὑπάρχουσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι προφυλακίζουσιν ἀθώους ἀνθρώπους. Νομίζω ὅτι εἰς ὑμᾶς δὲν ἐπιτρέπετε νὰ εἴπητε τοῦτο. Δυνατὸν νὰ συμβαίνωσι τινὲς σπάνιαι ἐκ τῶν πραγμάτων διχογνωμίαι. Τρίτον ἐδείξατε καὶ μεγίστην δυσπιστίαν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Ἂν ἔχωμεν τοιαύτην δυσπιστίαν ἐπὶ τοῦ μέλλοντος εἰς τὴν Δικαιοσύνην, τότε δὲν ὑπάρχει ἐξουτία καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι περιττόν.
§275Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία μέχρι τινὸς σημείου ἦτο εἰς τὸ ὕψος της καὶ τὴν περιωπήν της. Ἀλλὰ ὅλος αὐτὸς ὁ ἀλληλοσπαραγμός, ὁ ὁποῖος παρετηρήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐπροκάλεσεν αὐτὰς τὰς μεταβολάς. Εἰδικῶς ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀρθῇ ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης, ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ριφθοῦν ἔξω τῶν δικαστικῶν τάξεων δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐπίλεκτοι. Σεῖς ὡς πρώην δικαστικὸς καὶ ἐπίλεκτον μέλος τοῦ δικηγορικοῦ Σώματος, γνωρίζετε τὴν μεγίστην σημασίαν, ἣν ἔχει ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλὰ ἔλαβε χώραν ἐπανειλημμένως καὶ ὁ καλὸς δικαστής, γνωρίζει ἄριστα ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ βεβαίαν τὴν θέσιν του ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε ἄλλοτε. Οἱ ἀριστεῖς τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου ἔσπευδον νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις λόγῳ τῆς λαμπηδόνος, τὴν ὁποίαν εἶχε, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐκλονίσθη ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, τὰ πλεῖστα ἐπίλεκτα μέλη ἐξῆλθον τοῦ δικαστικοῦ Σώματος—τὸ λέγω μετὰ συντριβῆς—τὸ δικαστικὸν ἔργον ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τὴν αἴγλην, ἣν εἶχε κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατήντησε νὰ γίνῃ βιοποριστικὸν ἔργον. Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι ὅστις δὲν εἶχε συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς του καὶ τῆς θέσεώς του, δὲν θὰ εἶχεν οὔτε συνείδησιν οὔτε καὶ πόνον. Μέχρις οὗ ἡ Δικαιοσύνη φθάσῃ εἰς τὸ ὕψος της, εἰς ὃ εὑρίσκετο ἐπὶ Δημητρακοπούλου, καὶ θὰ φθάσῃ, διότι θὰ δημιουργηθοῦν συνθῆκαι πολιτικαὶ διὰ νὰ φθάσῃ ἐκεῖ, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι στοιχειῶδες καθῆκον εἶναι νὰ προστατευθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διατελεῖ ὁ δικαστικὸς κόσμος, εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσῃ οὗτος τὴν προσήκουσαν ἐμπιστοσύνην διὰ τὸν σεβασμὸν αὐτοῦ πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαζανᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§277Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Διατί ἐπιμένομεν, λέγει ὁ σεβαστὸς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διατί ἐπιμένομεν εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος νὰ τεθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ περιοριστικαὶ τῆς προφυλακίσεως. Ἐπιμένομεν διὰ τὸν λόγον ἀκριβῶς, ὅστις ὑπῆρξε διὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος ἄνευ τῶν διατάξεων τοῦ περιορισμοῦ τῆς προφυλακίσεως, διότι τί προβλέπει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος; Προβλέπει τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν συλλαμβάνεται καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὸν ἀνακριτήν, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ ἐντάλματος τῆς προφυλακίσεως. Ἐλλείψει ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀστυνομίαν, ἐλλείψει ἐμπιστοσύνης διὰ τὸ ἀδίκημα, ὅπως καὶ διὰ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἐφόσον δὲν πρόκειται περὶ κακουργήματος. Ἀπηγόρευσε τὴν σύλληψιν ἐκ μέρους τῆς ἀστυνομίας. Ἐφόσον πρόκειται περὶ ἀδικήματος μὴ ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ ἄνευ ἐντάλματος. Ἡ ἔλλειψις τῆς ἐμπιστοσύνης δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἔλλειψιν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀστυνομίαν καὶ πρὸς τὰς διοικητικὰς ἀρχάς, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν ἀνακριτὴν καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἀπηγόρευσεν, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἐκ μέρους τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπηγόρευσε πέραν τοῦ τριημέρου νὰ κρατήσῃ τὸν ὑπόδικον καὶ μόνον κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ὑποδίκου δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ πέντε ἡμέρας ἡ προφυλάκισις καὶ ἄνευ τοῦ ἐντάλματος τοῦ ὑποδίκου καὶ ὅταν τὸ Συμβούλιον ἔχει ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν ἀνακριτήν. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη καὶ ἡ Βουλὴ ὅταν θέλῃ νὰ θέτῃ περιορισμοὺς ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος. Ποίαν διαφορὰν εὑρίσκετε εἰς τὴν ἀντίληψιν νὰ περιορίζωμεν τὸν ἀνακριτὴν νὰ κρατῇ πέραν τριημέρου καὶ ὀκταημέρου τὸν ὑπόδικον, ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξαμεν ἐκ πείρας εἰς τὰς καθημερινὰς παρατηρήσεις ὅτι δὲν δύναται ὁ ἀνακριτὴς ἐπ’ ἄπειρον λησμονῶν τὴν δικογραφίαν εἰς τὴν σκόνην τοῦ ἀνακριτικοῦ γραφείου νὰ ἀφίνῃ τὸν ὑπόδικον εἰς τὴν φυλακήν; Δὲν ἀξίζει τάχα τῆς συνταγματικῆς προβλέψεως καὶ δὲν εἶναι ὁμοία τῆς πρώτης ἂν μὴ μεγαλυτέρα; Ἐγὼ δὲν νομίζω, ὡς καὶ ὁ κ. Σωτηριάδης ἀνέπτυξεν, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος ἡ διατύπωσις μιᾶς τοιαύτης τόσον οὐσιώδους ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς πείρας τῆς καθημερινῆς, διατύπωσις ἐν τῷ Συντάγματι καὶ προφυλάξεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ὅταν λέγωμεν ὅτι διὰ τὰ πλειμμελήματα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ προφυλάκισις πέραν τοῦ τετραμήνου, ἔχομεν τὴν περίπτωσιν ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων, δυνάμει τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται ἡ προφυλάκισις διὰ τὸ πλημμέλημα παρὰ μόνον δι’ ἐκείνους, τῶν ὁποίων ὑπάρχει κίνδυνος φυγῆς. Ὥστε κατὰ κανόνα προφυλάκισις διὰ πλημμέλημα δὲν γίνεται· θὰ γίνῃ πάντοτε εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ὥστε πρόκειται περὶ μιᾶς καὶ μόνης περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπολυθῇ ἐπὶ ἐγγυήσει. Εἶναι βέβαιον ἐκ τῆς στατιστικῆς ἀκόμη ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους ἔχομεν ἐλαχίστους καταδίκους διὰ πλημμέλημα. Ἡ διάταξις εἶναι ἀναγκαία, διότι ὑπάρχει, σπανία μέν, πάντοτε ὅμως ὑπάρχει περίπτωσις καταχρήσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅπερ ἀποδεικνύει πάντοτε φανερά, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἔχει τὴν αἴτησιν τῆς ἐγγυήσεως καὶ δὲν ἔχει ἐνώπιόν του κατηγορούμενον μὲ τὴν δικογραφίαν του, αὐτὸν τὸν λησμονεῖ. Μένει ἡ διάταξις ἡ ἄλλη, ἡ τοῦ κακουργήματος.
§278ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν νομίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι ὁ διὰ πλημμέλημα κατηγορούμενος καὶ προφυλακιζόμενος ἐπὶ τετράμηνον εἶναι ἀρκετόν; Ἂν πρόκειται περὶ μιᾶς ζωοκλοπῆς;
§279Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὑπάρχει ἐξαίρεσις διὰ τὴν ζωοκλοπήν. Μένει τὸ κακούργημα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἶναι σοβαρὸν τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἶναι δυνατὸν κατηγορούμενος ἐπὶ κακουργήματι νὰ εἶναι προφυλακισμένος πέραν τοῦ ἔτους. Ἀλλ’ ὁ κατηγορούμενος δι’ ἀδίκημα, ἡ ποινὴ τοῦ ὁποίου προβλέπεται ἄνω τῶν 10 ἐτῶν, εἶναι τρομερὸς κακοῦργος καὶ ἐκεῖνος ἀσφαλῶς ὅταν ἔχῃ τὰ μέσα θὰ ἐπωφεληθῇ διατάξεως ὁμοίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ διατυπώσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ δι’ ἀνακοπῶν κατὰ τῶν βουλευμάτων καὶ δι’ ἀναβολῶν τῆς ἀνακριτικῆς διαδικασίας θὰ κατορθώσῃ, λέγω, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος εἶναι προφυλακισμένος δι’ ἀδίκημα ἄνω τῶν 10 ἐτῶν τιμωρούμενον, θὰ κατορθώσῃ, δι’ ἀνακοπῶν τῶν βουλευμάτων καὶ δι’ ἀναβολῶν τῆς ἀκροαματικῆς διαδικασίας καὶ διαφόρων ἐνδίκων μέσων καὶ θὰ προσπαθήσῃ μὲ πᾶσαν δύναμιν νὰ περάσῃ τὸ διάστημα αὐτὸ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι πολὺ μεγάλο. Μὲ ἀναγκάζει, καίτοι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος μὲ τὰς προβλέψεις τῆς προφυλακίσεως, μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ δεχθῶ δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον τὴν διατύπωσιν, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ, προκειμένου περὶ κακουργήματος, νὰ ἀφίσωμεν εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν τὴν περαιτέρω προφυλάκισιν. Ἄλλως ὁ κίνδυνος εἶναι μέγιστος. Διότι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν κατηγορούμενον τιμωρούμενον μὲ ποινὴν 10 ἐτῶν, ὁ ὁποῖος δι’ ἀνακοπῶν καὶ δι’ ἀναβολῶν τῆς ἀκροαματικῆς διαδικασίας νὰ ἐπιτύχῃ τὴν παράτασιν πλέον τοῦ ἔτους, δι’ ἀδίκημα τιμωρούμενον ἄνω τῶν 10 ἐτῶν ἀσφαλῶς αὐτὸς θὰ ἐπιτύχῃ ὥστε ἡ συνταγματικὴ διάταξις νὰ ἐμπέσῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἰδικήν του καὶ νὰ ἀπολυθῇ· δύναται δὲ ὄχι μόνον νὰ ἀπολυθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ δραπετεύσῃ ἀσφαλῶς. Ἂν θέσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν ὅτι ὑπόκειται εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν ἡ περαιτέρω προφυλάκισις, θὰ προλάβωμεν τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐπιτρέπει τὴν διατύπωσιν τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως.
§280Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου νὰ κρίνῃ ἂν ἡ ἐπιβλητέα ποινὴ θὰ φθάσῃ τὰ 10 ἔτη.
§281Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸ εἶπον προηγουμένως· ἐκ πείρας γνωρίζετε πάντες ὅτι σπανίως Δικαστήριον καὶ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐφόσον ἡ παραπομπὴ ἐγένετο δι’ ἀδίκημα τιμωρούμενον ἄνω τῶν 10 ἐτῶν, ἐδέχθη ἀπόλυσιν ἐπὶ ἐγγυήσει.
§282Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις διατί νὰ τὰς ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ διατί νὰ μὴ τὰς ἀναγράψωμεν εἰς νόμους, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχητε καὶ σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ προτείνητε καὶ νὰ διατυπώσητε οἱασδήποτε προτάσεις... Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ ὥρα, δὲν εἶναι ὁ τόπος νὰ ἀναγράψωμεν ταύτας.
§283Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Σᾶς εἶπον προηγουμένως τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ εἰς ἐμὲ τὴν ἀναγραφὴν τῶν διατάξεων αὐτῶν εἰς τὸ Σύνταγμα· εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς χωροφύλακας ἡ σύλληψις τῶν πολιτῶν.
§284Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀντικείμενον Συντάγματος.
§285Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀντικείμενον Συντάγματος· πάντες γνωρίζετε ὅτι ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἶναι σοβαρά, εἶναι νόσημα τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, εἶναι νόσημα τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων.
§286Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλα αὐτὰ θὰ θεραπευθοῦν κατόπιν· ἔχετε πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἔκδοσιν νόμων.
§287Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς δηλώσεις σας, ὅτι θὰ φέρητε τὸν νόμον. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἐφόσον ἐγένετο ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζετο ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, διὰ μιᾶς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸ κακόν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξομοιώσωμεν τὸν ἀνακριτὴν μὲ τὸν χωροφύλακα. Ἀλλὰ θὰ ἔχῃ μεγίστην σημασίαν καὶ ἐπίδρασιν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν δικαστῶν ὅτι συνταγματικὴ διάταξις περιφρουρεῖ τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ὁμοίαν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄρθρον, τὸ προϋπάρχον ἐν τῷ Συντάγματι. Γνωρίζετε ὅτι ὁ τελευταῖος πολίτης καὶ ὁ τελευταῖος χωροφύλαξ ἐπεκαλεῖτο τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὅτι δὲν συλλαμβάνεται πολίτης ἄνευ ἐντάλματος τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ αὐτὸ ἔσωσε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου κατὰ τὸ παρελθόν.
§288Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἔσωσε τὸν κόσμον κατὰ τὴν δικτατορίαν;
§289Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Διὰ νόμου δύνανται νὰ κανονισθοῦν αἱ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι θὰ προφυλάξουν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι διατυποῦσα τὸ ἄρθρον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, δύναται νὰ περιλάβῃ διάταξιν εὐρυτέραν. Ἀντιθέτως πιστεύων ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, θέλω νὰ ἐλπίζω καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, θὰ ἔχῃ τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ καὶ εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν, δὲν νομίζω, ὅτι γεννᾶται τόσον σοβαρὸν ζήτημα ἐφόσον εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων μας ἡ ἀγανάκτησις ἔχει σχηματισθῆ ἐναντίον τῶν ἐπανειλημμένως παρανόμων καὶ ἀδίκων καὶ τυραννικῶν αὐτῶν προφυλακίσεων. Εἶναι περιττὸν νὰ τεθῶσιν αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιφρουροῦν τὸν περιορισμὸν τῶν ἀδικαιολογήτων προφυλακίσεων, νὰ γραφῶσι δὲ ἐν τῷ Συντάγματι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ χάριν τῆς ἱστορίας αὐτῆς τοῦ Τόπου, διότι ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι παρὰ ἱστορία τοῦ λαοῦ ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἤλθομεν κατόπιν μιᾶς ἀσεβείας καὶ ἀνευλαβείας πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἐδώσαμεν μεγίστην προσοχὴν εἰς τὸ νὰ προφυλάξωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Θέλω νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς τῆς δευτέρας παραγράφου, τῆς ἀφορώσης τὴν προφυλάκισιν, ἡ διάταξις τοῦ ὅλου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος θὰ εἶναι πλήρης. Θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἀλλ’ ἀκόμη θὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ βελτιώσωμεν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τὴν ἔκρυθμον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης κατάστασιν. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς δικαστάς: Μείζονα σεβασμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀνακριτὰς καὶ εἰς τὰ Συμβούλια: Μείζονα σεβασμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου καὶ θὰ εἴπωμεν μείζονα σεβασμὸν λέγοντες συγχρόνως καὶ καλυτέραν καὶ ἐπιμελεστέραν ἐργασίαν. Αἱ διαμαρτυρίαι, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν καὶ ἡμεῖς τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, εἶναι δικαιολογημέναι, διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι ἦλθον ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς εἶπεν ὅτι διεμαρτυρήθη ὁ δικαστικὸς κόσμος, διότι δὲν θέλει τοιούτους περιορισμοὺς εἰς τὰ γραφεῖά του ὁ δικαστής.
§290Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ περὶ διαμαρτυρίας τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ὡμίλησα περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχουν αἱ κορυφαὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς προφυλακίσεως καὶ συνέστησαν καὶ Συμβούλια Ἐφετῶν καὶ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ Εἰσαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου συνέστησαν ὅπως γίνῃ δεκτὸν αὐτὸ τὸ ψήφισμα περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν καὶ διὰ νόμου κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐφόσον πρέπει ὁ νόμος νὰ κανονίζῃ αὐτό.
§291Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὄχι περὶ διαμαρτυριῶν, ἀλλὰ περὶ συστάσεων, δέχομαι τοῦτο, κ. Ὑπουργέ. Αἱ ἀντιλήψεις τῶν δικαστῶν, κ. Ὑπουργέ, προέρχονται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ ἀνακριταὶ θέλουν πᾶσαν εὐκολίαν ἐν τοῖς γραφείοις των, δὲν θέλουν κανένα περιορισμόν.
§292Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὡμίλησαν οἱ ἀνακριταί, ὡμίλησαν οἱ προϊστάμενοι τῶν ἀνακριτῶν.
§293Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ λέγει ὅτι δὲν τὸ εἶπον οἱ ἀνακριταί, τὸ εἶπον οἱ ἀνώτατοι δικαστικοί.
§294ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅπως ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§295Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀντίληψις τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν, αἱ συστάσεις τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν θὰ εἶναι συστάσεις καὶ ἀντιλήψεις αὐτῶν τούτων τῶν ἀνακριτῶν.
§296Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί;
§297Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Διότι ἐκεῖνοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν γνωρίζοντες τὴν κατάστασιν τῆς σημερινῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐκτιμήσουν κατὰ πόσον εἶναι ὠφέλιμος αὐτὴ ἡ διάταξις ἢ ὄχι περισσότερον παντὸς ἄλλου. Ἂν αἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν εἶναι τοιαῦται, φαντάζομαι ὅτι τοιαῦται θὰ εἶναι καὶ τῶν ἀνακριτῶν. Καὶ λέγω ὅτι τῶν δικαστῶν ἐν γένει ἡ ἀντίληψις, τῆς μὴ θέσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν ἔχει ἄλλον λόγον παρὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἡ πεῖρα μοὶ ἐπιτρέπει νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, νὰ μὴ τεθῇ δηλαδὴ περιορισμὸς εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ ἀνακριτοῦ. Νόμος τοιοῦτος, κ. Ὑπουργὲ, ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ ζωοκλοπῆς, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἀνακριτὴν τὴν ἐντὸς ἑξαμήνου περαίωσιν τῆς ἀνακρίσεως. Γνωρίζετε ποίαν τάξιν ἔχομεν εἰς τὰ γραφεῖα προκειμένου περὶ ζωοκλοπῆς; Τάξιν παραδειγματικήν. Ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχῃ ὑπόθεσις ζωοκλοπῆς, ἡ ὁποία ἐν τῷ ἀνακριτικῷ γραφείῳ παρέμεινε πλέον τοῦ ἑξαμήνου. Ἐλάχισται θὰ εἶναι αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας παρετάθη.
§298Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι διὰ τοῦ Συντάγματος;
§299Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὄχι διὰ νόμου.
§300Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄρα ὁ νόμος ἀρκεῖ.
§301Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, διότι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ εἰσαχθῇ, δὲν εἶναι ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλή, θὰ εἶναι ἀντίληψις ἐκ τῶν συστάσεων τῆς Βουλῆς.
§302Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ πλεονέκτημα. Θὰ δυνάμεθα νὰ τὸν μεταβάλωμεν κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κοινωνίας, ἐνῷ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὴν μεταβάλωμεν.
§303Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλομεν, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰ πράγματα, νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ὁμοία πρὸς ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἐπιτρέπεται πέραν τῶν τριῶν ἡμερῶν νὰ κρατήσῃ ἀναπολόγητον τὸν κατηγορούμενον.
§304ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν ἀπεκρυστάλλωσεν ἀκόμη σκέψιν ἂν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτον νομοθέτημα. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία σχετικὴ διαβεβαίωσις.
§305Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι θὰ εἶναι ἀναγκαῖος ὁ νόμος, θὰ γίνῃ, ἐγὼ δὲν θὰ κρίνω, ἡ Βουλὴ θὰ τὸ κρίνῃ.
§306Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη τῆς προφυλακίσεως, τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἂς τεθῇ ὡς θεμελιώδης νόμος ἐν τῷ Συντάγματι. Θὰ ἔλεγον καὶ κάτι ἄλλο εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Δίδεται εἰς τὸν ἀνακριτὴν τὸ δικαίωμα, ὅταν ὑπόδικος παρουσιάζεται ἐνώπιόν του, μετὰ πάροδον τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ὑποδίκου, νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ζητήσῃ παράτασιν προθεσμίας πενθήμερον. Εἶναι ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ λέγει ὅταν ὑπάρξῃ ἀνωτέρα βία. Ὅσοι γνωρίζετε ἀπὸ ἀνακριτικὰ γραφεῖα, γνωρίζετε πῶς ἐκδίδονται αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, τὰ βουλεύματα τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων. Ὁ ἀνακριτὴς ὅταν θέλῃ δὲν ἔχει παρὰ νὰ κάμῃ ἓν σημείωμα ὁ γραμματεύς, νὰ τὸ εἰσαγάγῃ καὶ τὴν ἑπομένην ἐκδίδεται βούλευμα, εἰς τὸ ὁποῖον συμμετέχει. Δὲν νομίζετε ὅτι αἱ τρεῖς ἡμέραι εἶναι ἀρκεταὶ διὰ τὸν κύριον ἀνακριτὴν εἰς οἱανδήποτε ὑπόθεσιν νὰ πάσῃ τὰ στοιχεῖα μιᾶς κατηγορίας; Διατί θὰ ἐπιτρέψωμεν ὁλόκληρον ὀκταήμερον; Δὲν πρόκειται περὶ θεωρίας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ οὐσίας καὶ θὰ ἤθελον νὰ δώσητε τὴν δέουσαν προσοχὴν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς. () ἀνακριτὴς—δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀνακριτῶν ἐν γένει— συμβαίνει, δυνατὸν νὰ εἶναι ἀμελὴς ἢ τεμπέλης. Συμβαίνει νὰ ἔχητε ἀνακριτήν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως μεταβαίνων εἰς τὸ γραφεῖόν του, ἀνακριτὴν ὁ ὁποῖος διασκεδάζει.
§307ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὐτυχῶς δὲν γράφουν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἄλλως θὰ τοὺς ἐξηυτελίζατε.
§308Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐγὼ εἶπον θὰ ὑπάρξῃ εἷς ἀνακριτὴς τοιοῦτος.
§309Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Τὸ πενθήμερον ὑπάρχει σήμερον κατὰ νόμον. Διότι γνωρίζετε, ὅταν προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος εἰς τὸν ἀνακριτήν, ζητεῖ προθεσμίαν 48 ὡρῶν καὶ πολλάκις ὁ ἴδιος ὁ κατηγορούμενος παρακαλεῖ τὸν ἀνακριτὴν καὶ τῷ δίδει ἄλλας 48 ὥρας. Θὰ ὑπάρχουν καὶ ὑποθέσεις καθ’ ἃς— ἐπὶ πλημμελημάτων ὑποθέσεων—συμβιβάζεται ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κατηγορούμενος καὶ οὕτως ὠφελεῖται. Μὴ ἀσχολεῖσθε λοιπὸν διὰ τὸ πενθήμερον, διότι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον. Ἄλλως τε μὲ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα ὑπῆρχε τὸ πενθήμερον.
§310Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸ τριήμερον τὸ θέλω νὰ εἶναι πάντοτε. Τὸ πενθήμερον τὸ θέλω διὰ τὸν κατηγορούμενον καὶ μόνον τῇ αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§312Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐθίχθη τὸ ζήτημα αὐτό, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ περιορισθῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προειδοποιήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ διαφωνήσω, διότι διεφώνησα ἤδη προηγουμένως εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι ἐνάντιος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπαλείψεως, ἐπιθυμῶν νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἀσφαλίζουσα ἓν ἀπὸ τὰ πολυτιμότερα δικαιώματα τοῦ ἀτόμου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν καὶ νὰ εἴπω ὅτι διαπράττομεν ἔργον μεγάλης ἀφροσύνης ἐκθέτοντες τὴν δικαστικὴν ὑπόληψιν εἰς τὰ ὄμματα τῆς Κοινωνίας καὶ κλονίζοντες τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς αὐτήν. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κλονίζωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, διότι ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τοὺς πλέον θεμελιώδεις κανόνας, ὑφ’ οὓς λειτουργεῖ μία Πολιτεία. Ἐπαναλαμβάνω, θὰ διεπράττομεν ἔργον ἀφροσύνης ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῶν δικαστικῶν, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἀναπαραστήσωμεν τὰ ἁμαρτήματα ἢ τὰς πλάνας αὐτῶν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι εἴχομεν καὶ ἔχομεν Δικαιοσύνην, μέχρις ὡρισμένης ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἐζήλευε καὶ τὸ μᾶλλον πεπολιτισμένον Κράτος. Σήμερον ἐκάμφθη καὶ ἐλύγισεν ἀληθῶς ὁ κορμὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκάμφθη μέχρι σημείου, ὥστε νὰ εἶναι γενικῶς ἀντιληπτὸν καὶ νὰ δημιουργῇ γενικωτέραν δυσφορίαν καὶ εἰς ἐμὲ ἀκόμη, ὁ ὁποῖος δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶμαι λίαν ἱκανοποιημένος, ἔχων καὶ πρόσφατα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα μὲ θλίβουν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ νὰ ἐπιτιθέμεθα ἑκάστοτε λαύρως κατὰ εὐϋπολήπτων δικαστικῶν προσώπων εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ἀπόστασις. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰς ἐπιθέσεις μας ἐναντίον τῆς Δικαιοσύνης. Πρέπει νὰ τὸ συλλογιζώμεθα πολὺ καὶ νὰ σκεπτώμεθα ὅτι λόγοι σκοπιμότητος ἐπιβάλλουν νὰ εἴμεθα πολὺ ἐπιφυλακτικοὶ προκειμένου περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἔφερον εἰς τὸ βῆμα οἱ λόγοι τῶν λεπτομερειῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠσχολήθησαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι. Μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα ἡ ἀναγκαία σκέψις ὅτι πρόκειται περὶ θεμελιώδους, περὶ τιμαλφεστάτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιφρουρήσωμεν. Πρέπει νὰ τεθῇ μία διάταξις, ἡ ὁποία θὰ ἀσφαλίζῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Ὑπάρχει ἐδῶ μία ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία τὸ ἀσφαλίζει θεωρητικῶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀσφαλίζεται καὶ πρακτικῶς. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ τὸ σκεφθῶμεν καλῶς. Διότι, ἂν εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀπαραβίαστος καὶ θελήσωμεν νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένην εἰς οἱανδήποτε προσβολήν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δημιουργοῦμεν μίαν ἐντελῶς ἀφηρημένην προστασίαν, ἄλλως μίαν οὐτοπίαν, λέγοντες ἁπλῶς ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου εἶναι ἀπαραβίαστος, ἂν δὲν τὴν προστατεύσουν καὶ διὰ θετικῶν συντακτικῶν διατάξεων πρὸς τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὴν σεβασθῶσι. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ἀσχέτως πρὸς τὸ θεωρητικὸν μέρος, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ σκεφθῶμεν οὐσιαστικώτερον. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι πρόκειται περὶ θεμελιώδους δικαιώματος τοῦ ἀτόμου, τοῦ ὁποίου ἡ προστασία πρέπει νὰ εἶναι θετικὴ καὶ ὄχι ἀφηρημένη.
§313Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου τὴν θέτομεν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς κινδυνεύει;
§314Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κινδυνεύει. Ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου κινδυνεύει ἀπὸ τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, κ. Ὑπουργέ, ὅπως ἡ ἐλευθερία σας ἐκινδύνευσε καὶ περιωρίσθη ἐπ’ ἀρκετὸν ἀπὸ τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν.
§315Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περιωρίσθη διὰ τῆς αὐθαιρεσίας μιᾶς τυραννικῆς δικτατορίας, ἡ ὁποία δὲν ἐσέβετο οὔτε Σύνταγμα, οὔτε δικαστήρια, οὔτε τίποτε. Μὴ συγκρίνετε πράξεις τῆς δικτατορίας, πράξεις αὐθαιρεσίας μιᾶς Ἀρχῆς συντεταγμένης τοῦ Κράτους. Ἂν ἔλθῃ μία ἄλλη Κυβέρνησις καὶ τὴν παραβιάσῃ, θὰ εἴπητε ὅτι πταίει ἡ διάταξις;
§316Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Καταρτίζομεν Σύνταγμα καὶ ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν ὄχι μόνον νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς παρούσης καταστάσεως, ὄχι μόνον περὶ τῶν συμπτωμάτων τῆς καταστάσεως, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ δὴ ῥιζικῶς. Δύο τρόποι εἶναι κατὰ τοὺς ὁποίους περιορίζεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία· ὁ εἷς εἶναι ὁ προληπτικὸς καὶ ὁ ἄλλος ὁ κατασταλτικός. Διὰ τὴν Βουλὴν ἀποτελεῖ τιμὴν νὰ θέσῃ αὐστηροτέρας διατάξεις κυρούσας τὴν περιφρούρησιν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ φιλελεύθερον πνεῦμα τῆς Βουλῆς νὰ ὀρρωδήσῃ πρὸ σκιωδῶν φόβων διὰ τὴν μεταβολὴν τῆς Α ἢ τῆς Β περιπτώσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστήσωμεν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος τὴν προστασίαν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ νὰ μὴ τὴν ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην.
§317Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν δὲν τὴν ἐπιβουλεύεται ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, τοὐναντίον τὴν προστατεύει. Καὶ σεῖς ὁ ἴδιος εἴπατε πολὺ ὀρθῶς ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διασύρωμεν τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν. Ἂν ὑπάρχῃ τι εἰς τὸν Τόπον τοῦτον, εἶναι ἡ Δικαιοσύνη, ἔστω καὶ ἐλαττωματικῶς λειτουργοῦσα. Ἐχθροὶ τῆς Κοινωνίας εἶναι οἱ δικασταί, κακεντρεχεῖς ἄνθρωποι εἶναι οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὴν δυνάστευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ θέλετε νὰ τὸν περιφρουρήσητε κατὰ τίνος κινδύνου;
§318Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παραπονεθῶ ὅτι δὲν μὲ προσέχετε. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν βασίζομαι ἐπὶ τῶν συμπτωματικῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμον οἱ κ. κ. συνάδελφοί μου. Σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, δικαίωμα πολύτιμον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ προστατεύσωμεν. Ἡμεῖς δὲν σκεπτόμεθα ἂν θὰ τὸ ὑπονομεύσῃ ἡ Α ἢ ἡ Β τάξις ἢ ἂν τὸ ὑπονομεύσουν οἱ Α ἢ οἱ Β δικασταί. Ἡμεῖς πρέπει νὰ τὸ περιφρουρήσωμεν. Ὥστε αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι δι’ ἐμὲ ἡ βάσις.
§319Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐναντίον τίνος κινδύνου;
§320Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐναντίον παντοίων κινδύνων.
§321Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν αὔριον ἐπανέλθωσιν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Παγκάλου, καμμία περιφρούρησις δὲν εἶναι δυνατή. Μόνον θέλετε νὰ περιφρουρήσητε τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου κατὰ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Παρουσιάζετε τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν ὡς κακεντρεχὲς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θέλει τὴν καταδυνάστευσιν τοῦ πολίτου.
§322Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ παρακολουθήσω τὴν σκέψιν σας.
§323Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους καὶ ἀνωμάλους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διετρέξαμεν, δὲν ἐπροστατεύθησαν αἱ ἐλευθερίαι ὄχι διότι δὲν εἴχομεν ἐπαρκεῖς περιφρουρήσεις ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ διότι αἱ περιστάσεις ἦσαν ἀνώμαλοι.
§324Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὑπῆρχεν Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι Συντάγματα καὶ νόμους γράφει εἰς τὰ παληά του παπούτσια, περὶ τίνος Συντάγματος ὁμιλεῖτε;
§325Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὰ Συντάγματα γίνονται διὰ τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ περιφρουρήσωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, διότι τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν, πρέπει νὰ προβλέπῃ περὶ ὅλων. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος, λέγομεν τίποτε ἄλλο; Ὅταν εἴπωμεν ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν πρέπει νὰ τὴν περιορίσῃ πέραν ὡρισμένου χρονικοῦ σημείου μόνον μίαν κύρωσιν προσθέτομεν, ἵνα καταστήσωμεν πραγματικότητα τὸ ἄλλο σκιῶδες δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας. Εἶπον πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων ὅτι δὲν ἀποκλείεται νὰ νομοθετήσωμεν διὰ νόμου ὅσα θὰ παραλείψῃ τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ διατί τοῦτο, ἀφοῦ δυνάμεθα διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν, ἀφοῦ ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία εἶναι πολύτιμον ἀγαθόν, διατί νὰ μὴ τὴν προστατεύσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος; Ἀλλ’ ὅσοι ἠθέλησαν νὰ ὁμιλήσουν ἐναντίον τῆς σκέψεως αὐτῆς ἀνέφερον διαφόρους λεπτομερείας καὶ ἐπεισοδιακὰς περιπτώσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνεκα τοιούτων σπανίων περιπτώσεων νὰ σκεφθῇ τις ὅτι πρέπει νὰ ὀρρωδήσωμεν ἢ ὅτι πρέπει νὰ διστάσωμεν εἰς τὴν καθιέρωσιν θετικῆς προστασίας τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι καὶ τὸ σπουδαιότερον κακούργημα, ἂν ἔχωμεν καλοὺς ἀνακριτάς, δύναται νὰ περαιωθῇ τὸ ταχύτερον.
§326Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς ἐπιμεληθῇ τὸ Κράτος νὰ ἔχωμεν καλοὺς ἀνακριτάς.
§327Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι, ἐφόσον σεῖς προΐστασθε τῆς Δικαιοσύνης, θὰ μᾶς φέρητε τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀναστηλώσητε τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὴν προτέραν αὐτῆς αἴγλην. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ κάμω τὸν δίκαιον ἔπαινόν σας ὅταν προσκομίσητε τὰ μέτρα ταῦτα δι’ ὧν θὰ βελτιώσητε τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Σήμερον ὅμως, ἐφόσον δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ σκεπτώμεθα ὅτι θὰ προσαρμόσωμεν τὸ Σύνταγμα εἰς τὰς δυσχερείας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης; Ἀντιθέτως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅτι θὰ νομοθετήσωμεν ἵνα καταρτίσωμεν ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἔχετε πάντες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξεύρετε τοὺς πόρους, ἂν σᾶς λείπουν, ἵνα συγκροτήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην καὶ δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία οἰκονομία προκειμένου περὶ Δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει νὰ φεισθῶμεν οὐδενὸς διὰ νὰ δημιουργήσωμεν καὶ δικαστὰς καὶ ἀνακριτὰς καὶ κλητῆρας ἀκόμη, ἂν πράγματι ἀναγνωρίζωμεν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Δὲν εἶναι μάλιστα ἀκριβές, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εὑρίσκετε οὔτε κλητῆρας. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀφθονοῦσιν εἰς τὰ δικαστικὰ γραφεῖα καὶ οἱ κλητῆρες καὶ οἱ χωροφύλακες.
§328Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σχετικῶς μὲ τοὺς κλητῆρας εἶχον ἐπίσκεψιν τοῦ κ. Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐξέθηκε τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῶν κλητήρων. Δὲν δύνανται νὰ ζήσουν μὲ τὰς διακοσίας δραχμὰς τὰς ὁποίας λαμβάνουσι, οἱ δὲ ἐφέται καὶ οἱ πρόεδροι καὶ οἱ λοιποὶ δικασταὶ κάμνουσι συνεισφορὰς ἵνα δυνηθῶσι νὰ τοὺς περιθάλψωσι καὶ νὰ ζήσουν.
§329Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μοῦ ζητοῦν νὰ διορισθοῦν κλητῆρες καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ καὶ θὰ μοὶ παράσχητε καὶ ἐκδούλευσιν ἂν τοὺς διορίσητε μὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λαμβάνουν σήμερον. Θὰ ἔλθουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν σας καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μοῦ ἀρνηθῆτε. Ἂν φροντίσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἁπλούστευσιν τῶν διαδικασιῶν, τὸν περιορισμὸν τῶν καταχρήσεων, τὸν περιορισμὸν τῶν ἐνδίκων μέσων, θὰ ἠδυνάμεθα ἐντελῶς ἄφοβα νὰ ὁρίσωμεν περιορισμὸν τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῆς προφυλακίσεως, διότι θὰ εἶναι δυνατόν, ὅταν ἔχωμεν εἰς χεῖράς μας τὴν δύναμιν, νὰ πατάξωμεν οἱανδήποτε κατάχρησιν ἐν τῇ ἐνασκήσει αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Προτιμῶ, κ. Ὑπουργὲ καὶ κύριοι βουλευταί, νὰ ἐξέλθωσιν ὅλοι οἱ ἐν προφυλακίσει διὰ πλημμελήματα, ἔστω καὶ διὰ κακουργήματα ἢ νὰ μένωσιν ἔστω καὶ δέκα ἐξ αὐτῶν ἐν προφυλακίσει, ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν κλητήρων ἢ τῶν δικαστικῶν ὀργάνων. Ἐλέχθη τὸ ἐπιχείρημα ὅτι οἱ ἴδιοι κατηγορούμενοι κωλυσιεργοῦν, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπωφεληθῶσι μιᾶς ἐκκρεμότητος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη διάθεσις, εἶναι δυνατὸν νὰ παταχθῇ αὕτη.
§330Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι ἡ διάταξις αὕτη;
§331Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἡ διάταξις ὑπάρχει.
§332Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις ὑπάρχει, ἀλλ’ ἀκριβῶς οἱ δικαστικοὶ παραπονοῦνται ὅτι ἡ παρέλκυσις τῶν ὑποθέσεων προέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῶν κατηγορουμένων.
§333Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου.
§334Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Σύνταγμα ἀσφαλίζει ἐπαρκῶς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου καὶ ἂς μὴ συγχέωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου μὲ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐνόχου.
§335Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ κανεὶς ἀντίρρησιν κατὰ μιᾶς τοιαύτης κατοχυρώσεως τῆς πρώτης συνταγματικῆς διατάξεως.
§336Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει μέτρον διὰ νὰ προστατευθῇ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ εἰς νόμος περὶ αὐτοῦ;
§337Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι νόμος, δὲν εἶναι Σύνταγμα καὶ ὁ νόμος δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς πᾶσαν ἡμέραν. Ἂν δέχησθε ὅτι ἡ αὐτὴ προστασία παρέχεται διὰ νόμου ἢ διὰ τοῦ Συντάγματος δύνασθε νὰ ἀφαιρέσητε ὅλας τὰς διατάξεις αὐτὰς ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῆτε νὰ κανονίσητε ταύτας διὰ τῶν νόμων.
§338Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν κατὰ τὸν ἀσφαλέστερον τρόπον, ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ αὐτῶν, πρόκειται περὶ κατηγορουμένων ἐγκληματιῶν.
§339Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὅλους τοὺς ἐν προφυλακίσει τοὺς θεωρεῖτε ἐγκληματίας ἢ νομίζετε ὅτι ἡ προφυλάκισις σημαίνει καταδίκην ἢ ἡ ἀποφυλάκισις ἀθώωσιν; Δυνάμεθα νὰ ἐξαιρέσωμεν τὰ βαρύτερα τῶν ἀδικημάτων, ἀλλὰ μὴ λέγετε ὅτι διὰ τὰ κακουργήματα τὰ πλειότερα δὲν εἶναι ἀρκετοὶ 4 ἢ 5 μῆνες, ἵνα περατωθῇ ἡ ὑπ’ αὐτῶν ἀνάκρισις.
§340Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ δύο ζητημάτων· διὰ τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν προφυλάκισιν διὰ πλημμελήματα καὶ διὰ τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν προφυλάκισιν ἐπὶ κακουργήματι. Καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἐδικαιολόγουν τὴν γνώμην αὐτῶν προκειμένου περὶ προφυλακίσεως ἐπὶ πλημμελημάτων, δεδομένου ὅτι ἡ προφυλάκισις διὰ πλημμελήματα εἶναι ὅλως ἐξαιρετικὴ καὶ διὰ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐξαιροῦνται τὰ πλημμελήματα τῆς ζωοκλοπῆς, τῆς λαθρεμπορίας καὶ ζωοκτονίας. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος διὰ νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς τῆς πραγματικῶς ἐξασφαλιζούσης τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου; Τοῦτο πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ διότι δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως ἢ ὅτι, ὅταν ὑπεβάλλετε τὸ σχετικὸν ψήφισμα ἡρμηνεύθη ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεως ἐξαιρετικῆς ἀφορώσης μόνον ἕνα κατηγορούμενον, ὅτι πρόκειται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ παράτασις τῆς προφυλακίσεως αὐτοῦ.
§341Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπανέλαβον πολλάκις καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον διὰ τελευταίαν φορὰν ὅτι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο περὶ παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως ἐγένετο οὐχὶ εἰδικῶς διότι ἀπεβλέψαμεν εἰς ἕνα κατηγορούμενον, ἀλλ’ ἐγένετο τῇ ὑποδείξει τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἐγένετο διότι ὑπῆρχε πληθὺς ἐγκληματιῶν οἱ ὁποῖοι ἀποφυλακιζόμενοι θὰ ἔφευγον καὶ αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ καὶ τὰ Συμβούλια ὑπέδειξαν τὴν ἀνάγκην τῆς παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως, διότι ἐκινδύνευον πραγματικὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ παράτασις δὲν ἐγένετο διότι ἀπεβλέψαμεν εἰς ἓν ὡρισμένον πρόσωπον, ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης κατόπιν γενομένης πρὸς ἡμᾶς ὑποδείξεως τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν Ἀρχῶν.
§342Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Λυποῦμαι διὰ τὴν ὑπόδειξιν ταύτην τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, διότι, ἂν σοβαρῶς ὁμιλοῦσιν οἱ κύριοι οὗτοι περὶ πραγματικοῦ κινδύνου τοῦ Τόπου καὶ ὑπέδειξαν τὴν ἀνάγκην τῆς παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως, φαίνεται ὅτι οἱ κύριοι αὐτοὶ οὐδένα ἔχουσι σεβασμὸν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου καὶ ὅτι ὁρμῶνται ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἡ ὁποία διέπει ὅλας τὰς στενὰς δικαστικὰς ἀναμίξεις, δηλαδὴ πῶς οἱ κατηγορούμενοι νὰ ἀποδειχθῶσιν ἔνοχοι. Καὶ τί ἀπεδείχθη; Ὅτι ὑπῆρξεν ἐγγύησις διὰ τὴν Δικαιοσύνην, κύριοι, ὅτε κατηργήθησαν τὰ βασανιστήρια ἐξηγέρθησαν ὅλοι οἱ δικαστικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι κατηργήθησαν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὸ λέγεται καὶ σήμερον.
§343Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὡς προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκφράσω ὅλην μου τὴν λύπην καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ συγχρόνως δι’ ὅσα λέγονται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐναντίον τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς τοῦ Τόπου. Ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ εἶναι ἀξία τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει καὶ εἶναι ἀξία νὰ συνιστᾷ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλὴν νὰ παρέχῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, διότι οὗτοι καὶ πεῖραν καὶ συνείδησιν τοῦ καθήκοντος ἔχουσι καὶ δὲν εἶναι ἀνεκτὸν νὰ γίνεται τοιοῦτος διασυρμὸς παρ’ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου ἀξίου παντὸς σεβασμοῦ καὶ πάσης ἐκτιμήσεως.
§344Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Λυποῦμαι ὄχι δι’ ὅσα εἶπον· ἀλλὰ διὰ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου ἐπαναλαμβάνω ὅτι παρεβιάσθησαν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολιτῶν. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πλανᾶται θεωρῶν ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ ὑποχρέωσις.
§345Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἐννοήσωσιν ὅλοι ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκ τῆς συνταγματικῆς προστασίας ἀποφυλακίσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοεῖται καὶ ἀθώωσις τοῦ κατηγορουμένου. Ἐλέχθη δὲ τί θὰ γίνῃ εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν μετὰ μίαν καταδίκην, μία νομοθεσία δύναται νὰ λάβῃ νομοθετικὰ μέτρα καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι, ἂν ὑπῆρξε τοιοῦτό τι, θὰ τὸ θεραπεύσωμεν καὶ θὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἀπολύεται ὁ κατηγορούμενος, διότι δὲν θὰ θεραπεύσῃ τὰ ἀτοπήματα τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν ἐν τῇ κακῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου. Ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ὅτι δύναται μία διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα ἀναφερομένη ὡς ἕνα νόμον νὰ θεραπεύσῃ τὸ πρᾶγμα, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ τονίσωμεν τὴν ἀντίληψιν περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ γίνῃ καὶ νόμος ὁ ὁποῖος θὰ θεραπεύσῃ. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἀφορμὴ νέων ἀτοπημάτων, διότι ὁ νόμος θὰ εἶναι ρευστός, θὰ εἶναι προϊὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ θὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὰς ἀντιλήψεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν γνωρίζω δὲ ποία θὰ εἶναι ἡ ἐγγύησις. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεὶς δισταγμὸς προκειμένου νὰ θεμελιώσωμεν πρακτικώτερον καὶ διὰ σοβαρωτέρου κύρους μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἠσφαλισμένη ὄχι μόνον εἰς τὰ παλαιὰ Συντάγματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ νεώτερα καὶ εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων. Ἂν θέλῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δύναται νὰ νομοθετήσῃ καὶ νὰ θεραπεύσῃ ὅλα τὰ ἄτοπα τὰ σήμερον ὑφιστάμενα ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ποινικῆς δικαιοδοσίας. Ἂς εἶναι δὲ ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς, ἂν διὰ τῶν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἁπλοποιεῖται ἡ ποινικὴ δικονομία λάβῃ τοιαύτην πρόνοιαν. Ἂς εἶναι δὲ βέβαιος ὅτι μὲ εὐγνωμοσύνην ὅλοι ἡμεῖς οἱ νομικοί, οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὴν ἀτέρμονα νομοθεσίαν, θὰ ἴδωμεν διορθούμενα τὰ ἄτοπα ταῦτα. Ἀλλὰ πάντως ἐγὼ δίδω καὶ μίαν συμβουλήν, νὰ προστεθῇ δηλαδὴ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ γαλῆ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἱερεὺς, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν ἁγιασμὸν κατὰ τῶν τρωκτικῶν.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Ἀναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§347Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι βουλευταί, νὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐκείνους, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὴν ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 11ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς προσθήκης ἀπαλειφθείσης παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς διατάξεως τοῦ ἰσχύοντος προσωρινῶς Συντάγματος. Εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ πράξω τοῦτο, διότι φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ καὶ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ διάταξις αὕτη τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν πρὸς ἀποφυγὴν μετατροπῆς ἐν τῷ μέλλοντι τῆς διατάξεως αὐτῆς διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ. Εἶναι τόσαι αἱ καταργήσεις αἱ διαπραχθεῖσαι κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἐκ μέρους τῶν διαχειριζομένων τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὥστε δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ—δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν—δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας τοὐλάχιστον ἡ ἔννοια τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἶναι κενὴ πάσης σημασίας καὶ ὅτι οὐδαμῶς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν. Ὁ κ. Λαδᾶς ὁμιλήσας πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως ἀνέφερε σειρὰν παραδειγμάτων, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία κατεπατήθη μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν συνάδελφόν μου εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραδειγμάτων, εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι οἱοσδήποτε δικηγορῶν περὶ τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν ἐὰν ἤθελε νὰ ἀναπτύξῃ καὶ νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα παραδείγματα, θὰ συνέγραφεν ὁλόκληρον μαρτυρολόγιον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἴτε εἶναι ἔνοχοι εἴτε μή, καταδυναστεύονται μὲ μακρὰν προφυλάκισιν ἀδικαιολόγητον κατὰ γενικὴν γραμμὴν πάντοτε καὶ ὀφειλομένην εἰς τὴν ἐξ ἀβελτηρίας ἔλλειψιν παντὸς σεβασμοῦ πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς προσωρινῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι, ἂν τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συμβαίνουν ἐν Ἀθήναις ὅπου ἄμεσος εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν ἀνωτέρων Ἀρχῶν, ὅπου ὑπάρχει Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπου ὑπάρχουν τὰ ἀνώτατα δικαστικὰ Συμβούλια, ὅπου ὑπάρχουν εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τί θέλετε, κύριοι, νὰ γίνεται εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅπου τὰ πρόσωπα κἂν δὲν ἔχουν καὶ τὴν διασημότητα τῶν ἀναφερθέντων ἑκατομμυριούχων, ἀλλ’ εἶναι πτωχοὶ χωρικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται πολλάκις οὐδὲ παραστάτας δικηγόρους νὰ ἔχουν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ὥστε νὰ ἀμυνθοῦν ὑπὲρ τοῦ προσβαλλομένου δικαιώματος αὐτῶν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας; Θὰ ἤθελον μάλιστα, κύριοι—καὶ εἶναι εὐτύχημα ὅτι λείπει ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὅστις ἴσως θὰ διέκοπτε καὶ ἐμέ, ὅπως ἔκαμε καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους συναδέλφους—θὰ ἤθελον, λέγω, δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον τόσοι ἄλλοι, νὰ κατοχυρωθῇ καὶ ἀσφαλισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ ἐλευθερία ἡ ὑπάρχουσα εἰς τὸ προσωρινῶς ἰσχῦον τοιοῦτον, διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν δικαστικὸν κόσμον μιᾶς ἀσυνειδησίας ἐνσυνειδήτου —ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—μιᾶς ἀσυνειδησίας ἐν γνώσει, ἀλλ’ ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει τελουμένης. Θὰ ἐπικαλεσθῶ δὲ τὴν μαρτυρίαν ἐκείνων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δικηγοροῦσι διὰ νὰ μαρτυρήσωσιν, ἂν δὲν παριστάμεθα καθ’ ἑκάστην θεαταὶ τοῦ ἑξῆς περιέργου, ἀλλὰ λίαν ἀπεχθοῦς φαινομένου εἰς τὰ δικαστήρια, ὅτι κατόπιν μιᾶς μακρᾶς προδικασίας κατ’ ἀνθρώπων, κατὰ τῶν ὁποίων ἀπαγγέλλεται κατηγορία βαρυτάτη, ἐνῷ ἡ πρᾶξις αὐτῶν καὶ ἂν εἶναι ἔνοχοι φέρει ἐλαφρότατον χαρακτῆρα καὶ οἱ ὁποῖοι μετὰ μακρὰν προδικασίαν παραπέμπονται ἐπὶ τέλους οὗτοι διὰ τοῦ βουλεύματος εἰς τὸ Πλημμελοδικεῖον, ἀποφυλακιζόμενοι προσωρινῶς ἢ καὶ συνεχιζομένης τῆς προφυλακίσεώς των. Τότε ἐκδικαζομένης τῆς ὑποθέσεώς των εὑρισκόμεθα πολλάκις πρὸ τοῦ θεάματος δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διαδικασίαν ἐξεγείρονται κατὰ τοῦ βουλεύματος τῆς παραπομπῆς, ἀποροῦσι δὲ διὰ τὴν ἄδικον παραπομπήν του καὶ ἐκφράζονται φανερὰ ὑπὲρ τῆς ἀθωότητος τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλ’ ὅταν αἴφνης ἀναδιφῶντες τὴν δικογραφίαν ἀνακαλύπτουσιν ὅτι ὁ κατηγορούμενος διατελεῖ ἢ διετέλεσεν ἐπὶ τῇ πράξει αὐτῇ ἐν προφυλακίσει, μεταβάλλουσιν ἀφελέστατα γνώμην καὶ κηρύσσουν ἔνοχον τὸν κατηγορούμενον διὰ νὰ δικαιολογήσωσιν, ὅπως λέγουσι, τὴν προφυλάκισιν καὶ καλύψωσι ταύτην διὰ μιᾶς ποινῆς ἰσοχρόνου πάντοτε τῆς προφυλακίσεως. Καὶ ποσάκις δὲν εἴδομεν δικαστὰς δαγκανομένους καὶ δυσανασχετοῦντας διότι δὲν ἀντελήφθησαν ὅτι ὁ κατηγορούμενος, τὸν ὁποῖον ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἠθώωσαν, εἶχε διατελέσει ἐν προφυλακίσει διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἀπαγγέλοντες τὴν γνωστὴν ἐκείνην ὠμὴν ἐπῳδόν· μᾶς ἐξέφυγες, δὲν εἴδομεν ὅτι εἶχες προφυλακισθῆ. Εἶναι ἔγκλημα τοῦτο, διότι οἱ δικασταὶ ἐν γνώσει διαπράττουν ἀδικίαν, ἐν γνώσει ἐγκολάπτουν εἰς τὸ μέτωπον τοῦ κατηγορουμένου μίαν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι ὁ καταδικαζόμενος δὲν θὰ ἐκτελέσῃ περισσοτέραν ποινήν, διότι θὰ συμψηφισθῇ αὕτη μὲ τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως;
§348ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν καταδικάζουν μίαν ἡμέραν περισσότερον τῆς προφυλακίσεως.
§349ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζετε ὅτι μόνον ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος θὰ θεραπεύσῃ τὴν νόσον;
§350Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ παρακολουθῶ τὰ δικαστηριακὰ δικηγορῶν ἀπὸ μιᾶς εἰκοσιπενταετίας. Ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν τοῦτο συμβαίνει. Ἂν τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ θεραπεύσῃ τὴν νόσον καὶ ἔχετε καὶ ἄλλο φάρμακον πρὸς τοῦτο, προτείνατέ το καὶ θὰ ὑποστηρίξω καὶ τοῦτο λίαν εὐχαρίστως. Ἀλλ’ οἱ ἀντιτασσόμενοι κατὰ τῆς προσθήκης τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος εἶπον ὅτι ὑπάρχουν δυσκολίαι περὶ τὴν ἀνάκρισιν, ὅτι δὲν εἶναι οἱ ἀνακριταὶ εἰς θέσιν νὰ περατώσωσι τὰς ὑποθέσεις μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης ταχύτητος τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ διάταξις. Καὶ τὸ εἶπε δυστυχῶς ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς συνάδελφος, νομομαθὴς δὲ ἐκ τῶν κρατίστων, ὁ κ. Τσιτσεκλῆς. Εἶπεν ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀνακριταὶ ἐγνωμοδότησαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ φιλελεύθεραι αὗται διατάξεις, διότι θὰ δυσχερανθῇ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ δὲν ἐκτελοῦν οἱ κλητῆρες τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ θὰ καταλήξῃ ἡ Βουλὴ νὰ πιστεύσῃ ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ παρατηρούμεναι ἀνωμαλίαι καὶ ἡ καταπίεσις τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ πολῖται διὰ τῆς προφυλακίσεως, ὅτι ὅλων τούτων τῶν ἀνωμαλιῶν ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὸ ζήτημα εἰς τοιοῦτον ἐπίπεδον πότε οἱ κύριοι ἀνακριταί, πότε οἱ κύριοι εἰσαγγελεῖς ἐπέβλεψαν τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας περὶ τὴν ἐπίδοσιν τῶν κλήσεων; Διότι δὲν εἶναι μόνον ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον λαμβάνουν οἱ κλητῆρες καὶ μὲ τὸν ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις πάσης ἐπιβλέψεως τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν ἐπὶ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας. Ἂν παρηκολούθουν καὶ οἱ ἀνακριταὶ καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκπληρῶσι καὶ οὗτοι τὸ καθῆκόν των τακτικότερον, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐπιβλέπουν. Δὲν τοὺς ἐπιβλέπουν δὲ διότι τοὺς μεταχειρίζονται —τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦτο συμβαίνει—διὰ τὰς προσωπικάς των ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ εἶπον ἐπὶ πλέον οἱ ἀντιφρονοῦντες ὅτι τὰ ἔνδικα μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀσκῇ ὁ κατηγορούμενος ὁ πολύτροπος καὶ πολυμήχανος, ἔχων συμπαραστάτας δικηγόρους στρεψοδίκους, θὰ κατορθώνουν ὥστε νὰ παρέρχεται τὸ διὰ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον διάστημα τῆς προφυλακίσεως καὶ θὰ ἀποφυλακίζωνται προτοῦ σχεδὸν συλλέξῃ τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα ἡ ἀνάκρισις. Ἐγώ, σᾶς εἶπον, εἶμαι ἐπαρχιακὸς δικηγόρος. Ἐκεῖ ἡ προδικασία διεξάγεται ὁμαλῶς καὶ τὰ ἀναπτυχθέντα ταῦτα κωλύματα κατὰ τοῦ ἔργου τῆς ἀνακρίσεως, τὰ τερτίπια αὐτὰ καὶ αἱ στρεψοδικίαι εἶναι ἄγνωστα. Ἐκεῖ αἱ παρελκύσεις αὐταὶ δὲν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν καὶ δὲν φαντάζομαι ὅτι καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας ἐφαρμόζονται εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὡς παρεστάθη παρὰ τῶν ἀντιφρονούντων. Τὸ πολὺ νὰ κάμω μίαν ἀνακοπὴν τοῦ ἐντάλματος. Θέλετε νὰ στερήσωμεν τοὺς κατηγορουμένους καὶ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος; Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ ὑπαίτιοι καὶ τῶν βραδυτήτων τούτων; Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ὁ νόμος ὁ ἐπιτρέψας τὴν ἀνακοπὴν τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως ρητῶς ὁρίζει ὅτι ἡ ἀνακοπὴ τοῦ ἐντάλματος ἀποστέλλεται ἀμελητεὶ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν. Πότε, κύριοι, ἐστάλη ἀμελητεί;
§351ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀμέσως ἀποστέλλεται.
§352Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι διὰ νὰ σταλῇ ἡ δικογραφία εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν—ἡμεῖς δὲν ἔχομεν Ἐφετεῖον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας—πρέπει νὰ περάσουν τουλάχιστον πέντε ἡμέραι. Καὶ ταῦτα προέρχονται ἐξ ἀβελτηρίας τῶν διαχειριζομένων τὴν Δικαιοσύνην, οἱ ὁποῖοι δὲν δίδουν καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰς ἐπιτακτικὰς διατάξεις τῶν νόμων, ἀδιαφοροῦν διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἀδιαφοροῦν διὰ τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῆς συνθέσεώς του, δὲν ἔχουν ζῆλον διὰ τὸ ἔργον των καὶ τὸ ἀφίνουν ἔκθετον εἰς τὴν τύχην. Γίνεται μία αἴτησις ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, θὰ δοθῇ εἰς τὸν γραμματέα τῆς Εἰσαγγελίας, ὁ ὁποῖος, ὅταν εὐδοκήσῃ ὁ κ. εἰσαγγελεὺς νὰ ἐξυπνήσῃ καὶ ἔλθῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του, θὰ τὴν πάρῃ, πολλάκις δὲ τὴν ἑπομένην καὶ θὰ σημειώσῃ ἐπάνω νὰ ζητηθῇ ἡ δικογραφία. Διὰ νὰ ζητηθῇ ἡ δικογραφία πρέπει νὰ περάσουν ἡμέραι ἀπὸ ὑπάλληλον εἰς ὑπάλληλον, ἀπὸ πρωτόκολλον εἰς πρωτόκολλον, κατὰ τὴν γραφειοκρατίαν ὅλων τῶν γραφείων, οὐδενὸς ἐξαιρουμένου, οὐδὲ τῶν Ὑπουργείων. Θὰ περάσουν 3 ἢ 4 ἡμέραι διὰ νὰ ὑπάγῃ ἡ δικογραφία εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα νὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ εἰσαγγελεὺς ἂν πρέπει νὰ δοθῇ ἐγγύησις ἢ ὄχι, θὰ ἀρχίσῃ πάλιν ἡ ἰδία ἱστορία διὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον, θὰ περάσῃ ἀπὸ ἓν πρωτόκολλον, θὰ περάσῃ ἀπὸ ἄλλο πρωτόκολλον, θὰ περάσουν 15 ἡμέραι πολλάκις μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ τέλος πάντων ἓν βούλευμα τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἀπορρίψῃ τὴν αἴτησιν περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ δυσχεράνῃ ἀπολυόμενος τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως καὶ ὁ Χριστιανὸς αὐτὸς μένει προφυλακισμένος καὶ παρέρχεται μακρὸς χρόνος ἐξ ὑπαιτιότητος καὶ ἕνεκεν τῆς ἀδιαφορίας τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν. Ὥστε βλέπετε ὅτι δὲν παρεμβάλλονται αἱ δυσκολίαι ἐκ μέρους τοῦ κατηγορουμένου, οὐδ’ ὁ χρονισμὸς διὰ τῆς ἀσκήσεως τῶν ἐνδίκων μέσων, ἀλλ’ αἱ δυσκολίαι προέρχονται κυρίως ἀπὸ τὰς δικαστικὰς Ἀρχάς. Αὐταὶ εἶναι αἱ δυσκολίαι αἱ κλασικαί, αἱ ὁποῖαι ἐμποδίζουν. Ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη ὅτι 4 μῆνες δι’ ἓν πλημμέλημα, 120 ἡμέραι δηλαδὴ καὶ ἓν ἔτος ἐπὶ κακουργήματος δὲν εἶναι ἀρκετὸν διάστημα διὰ νὰ περαιωθῇ μία δικογραφία ἑνὸς οἱουδήποτε καὶ τοῦ πλέον μυστηριώδους ἐγκλήματος;
§353ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ 120 ἡμέραι δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς προφυλακίσεως.)
§354Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει ὅτι ὁμιλοῦντες ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως περὶ Δικαιοσύνης, θίγομεν τὴν Δικαιοσύνην. Τοὐναντίον τὴν Δικαιοσύνην τὴν θέλουν ὅλοι νὰ ἵσταται ὑψηλὰ καὶ διὰ τοῦτο νομίζουν ὅτι διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας θὰ τὴν καταστήσωσιν ὑψηλοτέραν καὶ τιμιωτέραν εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων της. «Ἡ ἀλήθεια σώσει ἡμᾶς», εἶπεν ὁ Χριστός. Καταλήγων, κύριοι βουλευταί, ὑποστηρίζω ὅτι ἐπιβεβλημένον εἶναι ὅπως συνταγματικῶς κατοχυρωθῇ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου διὰ τῆς διαγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς ἐν τῷ προσωρινῶς ἰσχύοντι τοιούτῳ ὑπαρχούσης διατάξεως ὅτι ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ μὲν τῶν πλημμελημάτων πέραν τῶν τεσσάρων μηνῶν, ἐξαιρέσει τῶν τῆς ζωοκλοπῆς, λαθρεμπορίας καὶ ζωοκτονίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὕτη δύναται νὰ παραταθῇ μέχρις ὀκτὼ μηνῶν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου, ἐπὶ δὲ τῶν κακουργημάτων, ἐξαιρέσει τοῦ φόνου καὶ τῆς ληστείας, ἃς προσθέσωμεν δὲ ἂν θέλητε καὶ τῶν καταχρήσεων τοῦ Δημοσίου, πέραν τῶν ὀκτὼ μηνῶν, παρατεινομένων μέχρι δώδεκα δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ὄχι μόνον διότι οὕτω ἐγγυώμεθα εἰς τοὺς πολίτας τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἐλευθερίαν, μὴ ὑποκειμένην εἰς αὐθαιρέτους καταχρήσεις τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ ταύτην περιφρουροῦμεν ἀπὸ τὴν διάπραξιν τοιούτων καταχρήσεων. Ἡ προτεινομένη παρὰ τῶν ἀντιφρονούντων παραπομπὴ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ζητήματος τοιαύτης σπουδαιότητος εἶναι παραπομπὴ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ἀνεχθῇ ἡ Βουλή. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν καὶ κατοχυρώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, τῆς ὁποίας ἡ μεταβολὴ δὲν εἶναι εὔκολος. (Χειροκροτήματα).
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§356Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ὡς ἓν ἐκ τῶν σοβαρωτάτων ἄρθρων, ἀποδίδω δὲ ὑψίστην σημασίαν εἰς τοῦτο καὶ εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι οὕτω θὰ θεωρεῖται καὶ παρὰ πάσης τῆς Βουλῆς. Διότι προνοεῖ καὶ προβλέπει περὶ τοῦ κυριωτέρου δικαιώματος τοῦ πολίτου, περὶ τοῦ ἀγαθοῦ ἐκείνου, ὅπερ δικαίως ἀπεκλήθη πολύτιμον καὶ ἀδιατίμητον. Κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξήχθη μακρὰ ἐπ’ αὐτοῦ, εἶναι πάντα δεδικαιολογημένη. Ἄν, κύριοι, λάβῃ τις ὡρισμένα γεγονότα, θὰ καταλήξῃ ἀναμφισβητήτως εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πόρισμα. Ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν του ὅτι οἱ κατηγορούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ δὲν εἶναι πάντες ἔνοχοι, ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι καὶ ἐν τῇ διαδρομῇ τῆς ἀνακρίσεως μετὰ μίαν μακρὰν καὶ πολύμηνον ἀνάκρισιν καταλήγει πολλάκις μετὰ πάροδον 5–6 μηνῶν καὶ ἑνὸς ἔτους ἂν θέλητε, καταλήγει, λέγω, ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἐν τῇ διαδρομῇ τῆς ἀνακρίσεως μετὰ σύμφωνον γνώμην ἀνακριτοῦ καὶ εἰσαγγελέως νὰ ἀποφανθῶσιν ὅτι ἐξέλιπον οἱ λόγοι τῆς προφυλακίσεως καὶ ἀποδίδουν ἀθῶον τὸν προφυλακισθέντα πολίτην εἰς τὴν Κοινωνίαν λευκόν, ἄν, λέγω, λάβῃ τις τοῦτο τὸ γεγονὸς ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἐν τῇ διαδρομῇ τῆς ἀνακρίσεως ἀναγνωρίζεται παρ’ αὐτῶν τούτων τῶν δικαστικῶν ὀργάνων ὅτι ἔσφαλον καὶ ὅτι ἥμαρτον καὶ ὅτι ἐκράτησαν ἕνα πολίτην ἀθῶον, ἄν, λέγω, τοῦτο τὸ γεγονὸς ἀκόμη λάβουν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἀντιθέτως φρονοῦντες καὶ ἂν τοῦτο συνδυάσουν μὲ ἓν ἄλλο γεγονός, ὅτι συχνότατα εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ παραδείγματος, ὥστε οἱ κατηγορούμενοι οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν μηνῶν, ἐπὶ ἔτος ἂν θέλητε ὁλόκληρον, ἐκρατήθησαν ἐν προφυλακίσει, νὰ ἀπαλλαγοῦν κατόπιν διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅπερ ἀναγνωρίζει ὅτι κακῶς ἐκρατήθη ὁ πολίτης ἐκεῖνος ὁ ἀθῶος παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς Ἀρχῆς εἰς μίαν πολύμηνον ἢ πολυετῆ ἂν θέλητε προφυλάκισιν, ἂν τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα τὰ συνδυάσητε μὲ τρίτον γεγονός, τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἡ παραπομπὴ εἰς δίκην κατὰ τῶν πλείστων ἢ κατὰ μίαν ἀναλογίαν οἱανδήποτε ἀθωοῦνται, θὰ ἴδητε ὅτι ἔχομεν τρία γεγονότα ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, ἡ ὁποία ἔρχεται καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀθωότητα τοῦ κατηγορουμένου, ἀποφαίνεται τοῦτον ἀθῶον καὶ δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ μία καταπάτησις τῶν ἱερῶν τοῦ πολίτου δικαιωμάτων. Κύριοι, πρέπει μετὰ περισσῆς προσοχῆς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ γεγονότα ταῦτα, ἂν θέλωμεν νὰ σταθμίσωμεν καὶ νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου νὰ εἴπω, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀναμφισβήτητον πόρισμα ὅτι πρέπει μετ’ ἄκρας προσοχῆς νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς θέτει φραγμόν, ὅσον τοὐλάχιστον εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ συνδυάσωμεν τὰ πράγματα, ὥστε καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου νὰ μὴ καταπατεῖται καὶ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ εἶναι εἰς τὸ ὕψος της. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι μακρά. Δὲν θὰ θελήσῃ κανεὶς νὰ ἀποδώσῃ τὰ τοιαῦτα ἐλαττώματα εἰς ἐλλείψεις τυχὸν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Πρέπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ καὶ ἐν γένει οἱ ἀνακριταὶ μετὰ προσηνείας ἐκπληροῦν τὰ καθήκοντά των, σπάνιαι δὲ εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις. Ἂν δὲ συμβαίνει ὥστε νὰ βλέπωμεν τὸ πρὸ μικροῦ ἀναφερόμενον, συμβαίνει εἴτε διότι σωρεία ὑποθέσεων ὑπάρχει, εἴτε διότι εὑρίσκουσι τὰ μέσα καὶ ἀκριβῶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία ὄχι νὰ ἀξιώσῃ νὰ παρατείνεται ἡ προφυλάκισις τῶν ἀθώων πολιτῶν, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀφορμάς. Δύναται νὰ αὐξήσῃ τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα, νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἱκανωτέρους μεταξὺ τῶν δικαστῶν, ὄχι ὅμως νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα ἐπαρκῆ καὶ δι’ αὐτὸ κρατεῖ τοὺς πολίτας εἰς τὰς φυλακάς. Ἂν δὲν τεθῇ οὐδεὶς φραγμὸς ἐκ τοῦ Συντάγματος, πεισθῆτε ὅτι θὰ ὑπάρχῃ μία παντοδυναμία τοῦ ἀνακριτοῦ, ἡ ὁποία πολλάκις δύναται νὰ τὸν παρασύρῃ. Νομίζω ὅτι ὅπως εἶχεν ἀρχικῶς τὸ ἄρθρον χωρὶς τὴν ἀπάλειψιν ἔχει καλῶς, διότι νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐκ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως εἷς φραγμὸς εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνακριτοῦ, ὅπως καὶ πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς εἶπε, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ὁ νόμος τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι νόμος ἄνισος, εἶναι νόμος τοῦ ὁποίου τὰ εὐεργετήματα δὲν δύναται πᾶς τις νὰ καρπωθῇ καὶ ἐξανίσταται ἡ ψυχὴ ἑκάστου ὅτι βλέπει εἰς τὰς φυλακὰς οἱονδήποτε ἄτομον, διότι δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως καὶ ὑπάρχουν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα. Καὶ ἐξανίσταται ἡ ψυχὴ ἑκάστου ὅταν βλέπῃ ὅτι ὁ Α ἐνεργήσας τὴν αὐτὴν πρᾶξιν μὲ τὸν Β, ὁ ὁποῖος ἐπλήρωσεν, εἶναι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, ἐνῷ ὁ ἄλλος μένει εἰς τὰς φυλακὰς διότι δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι καὶ ἐκ τούτου ἀκριβῶς τοῦ γεγονότος πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πόρισμα τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶπον. Ὅλοι δέχεσθε ὅτι τὸ εὐεργέτημα πρέπι νὰ δίδεται εἰς ὅλους. Οἱ νόμοι πρέπει νὰ εἶναι ἴσοι δι’ ὅλους. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ὁ νόμος τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως εἶναι ἄνισος. Μήπως, κύριοι, πλειστάκις δὲν ἔχομεν παραδείγματα δικαστικῶν πλανῶν; Μήπως δὲν ἐκαρατομήθησαν καὶ ἄνθρωποι ἀθῶοι; Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀκόμη φυσικώτερον ὅτι καὶ ὁ ἀνακριτὴς εἶναι δυνατὸν νὰ πλανηθῇ ὅταν δὲν χρειάζεται πολλάκις οὔτε κἂν ἀποδείξεις, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑποψίας; Δὲν εἶναι λοιπὸν φυσικὸν ὁ ἀνακριτής, ὡς ἄνθρωπος, νὰ ὑποστῇ μίαν τοιαύτην πλάνην καὶ νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ὀδυνηρά; Καὶ τότε τὸ γεγονὸς δὲν θὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης; Ἂν θέλωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ φραγμὸς τοῦ Συντάγματος στρέφεται κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἐγὼ ὑποστηρίζω ἀντιθέτως ὅτι ὁ φραγμὸς αὐτὸς θὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐξυψώσῃ τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Κοινωνίας, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ νὰ ἀκούωνται πλειστάκις ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκρατήθησαν ἐν προφυλακίσει ἐπὶ μακρὸν διάστημα. Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς ἐκ τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐξησφαλισμένη ἡ θέλησις ἡ λαϊκή, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀναστήλωσιν τοῦ μεγάλου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ πολίτης, τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλεξιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§358Σ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ ὅσα νομοθετήματα ἔχουν ψηφισθῆ, οὐδαμοῦ βλέπω διάταξιν ὁμοίαν ἐκείνης ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τοιαύτην συζήτησιν. Καὶ ἐρωτῶ· ἠσχολήθη ποτὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατὰ τὸ μακρότατον τοῦτο χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν καθιέρωσιν γενικοῦ κανόνος δικαίου καθορίζοντος ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως; Οὐδέποτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠσχολήθη εἰς τὴν καθιέρωσιν τοιούτου κανόνος, διότι μέχρι τοῦ 1917 ἡ Δικαιοσύνη ἐλειτούργει κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐδεμία ἀφορμὴ παρεσχέθη εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ τάξῃ ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως, ἀλλ’ ὑπῆρξε κατόπιν ἡ νόσος, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ εἶναι ἡ νόσος τὸ Ν. Διάταγμα τοῦ 1917, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστάλησαν ὅλαι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐπηκολούθει ὁλοὲν ἡ ἀθρόα ἔξοδος τῶν ἀρίστων δικαστῶν καὶ ἡ εἴσοδος ἀνθρώπων ἀνικάνων, ἄνευ οὐδεμιᾶς δοκιμασίας κατὰ τὸ πλεῖστον. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο τὸ ἁμαρτωλὸν ἰσχύει ἔτι. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ κατωτέρα Δικαιοσύνη δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος αὐτῆς· ἂν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποία ἀνέφερον οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ὑπάρχουν, τὸ ῥιζικὸν φάρμακον, τὸ ὁποῖον ἐνδείκνυται εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ παραστήσουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι ἡ μεταφύτευσις δικονομικῆς διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τῆς κατωτέρας Δικαιοσύνης ἀπὸ τὰ πρόσωπα τὰ ἀνάξια, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον διὰ τοῦ παραθύρου εἰς τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος καὶ τὸν ἐμίανον.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§360Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 11ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐν τούτοις ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ βραχυτάτων ὅπως ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐκ τῆς εἰσαγγελικῆς πείρας. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ πολλῶν ἐλέχθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐπὶ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἵνα μὴ ἐπιφέρῃ οὐδεμίαν μεταβολὴν εἰς τὴν διάταξιν, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι πᾶσα μεταβολὴ αὐτῆς, πᾶσα προσθήκη τῶν ἀπαλειφθεισῶν παραγράφων ἐκ τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἰσχύοντος, δὲν σημαίνει ἄλλο τι εἰμή: Ἄνοιγμα τῆς φυλακῆς εἰς τοὺς ἐγκληματίας. Ἐκ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς ὅλα τὰ Συντάγματα τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν δὲν ἔχουν τοιαύτην διάταξιν περιορισμοῦ τῆς προφυλακίσεως. Καὶ ἀναφέρω τοῦτο καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἰδικοὺς ἀνακριτάς, Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι δικαστὰς ἀμειβομένους ἀφειδῶς, ἔχουσι δὲ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μέσα, τὰ ὑλικὰ καὶ τεχνικά, τὰ Κράτη αὐτά, λέγω δὲν ἔχουσι τοιοῦτον περιορισμὸν εἰς τὴν προφυλάκισιν, ἐνῷ ἡμεῖς στερούμεθα αὐτῶν τῶν μέσων, στερούμεθα τουτέστιν ἀνακριτῶν μορφωμένων, ἀνακριτῶν εἰδικῶν, ἀνακριτῶν οἱ ὁποῖοι, καίτοι προσόνται εἰς ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱεραρχίας, ἐν τούτοις διατηροῦνται εἰς τὸ ἀνακριτικὸν ἐπάγγελμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἰδικῶς ἠσχολήθησαν, ἀνακριταί, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἐπαρκῶς καὶ εἶναι ἀφωσιωμένοι εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον, ἐν τούτοις, λέγω, τὰ Κράτη αὐτὰ δὲν ἔχουσι τοιοῦτον περιορισμὸν εἰς τὸ Σύνταγμα. Οὔτε, κύριοι, τὰ ἡμέτερα Συντάγματα 1844, 1862, 1911 ἀνέγραψαν τοιοῦτον περιορισμόν, καίτοι μέχρι πρό τινος ἡ προφυλάκισις δὲν προσεμετρᾶτο εἰς τὸν χρόνον τῆς ποινῆς. Πῶς θέλετε τώρα ἡμεῖς νὰ θέσωμεν τοιούτους περιορισμούς, ἐνῷ οὐ μόνον στερούμεθα τῶν πλεονεκτημάτων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἀλλὰ παρουσιάζομεν καὶ τὸ μειονέκτημα νὰ ἔχωμεν ἕνα ἀριθμὸν δικαστῶν, ὑστερούντων ποιοτικῶς, διότι προσελήφθησαν ἄνευ ἐλέγχου ἐκ τῶν περιστάσεων, καθόσον τὸ Κράτος δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα στελέχη, μὴ προβλέπον τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν Νέων Χωρῶν. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο; Καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ δυσανάλογος πρὸς τὸν ὄγκον τῶν ὑποθέσεων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ διότι οὔτε ἐπαρκῆ ἀριθμὸν ἀνακριτῶν δυνάμεθα νὰ διορίσωμεν σήμερον, εἰς ἐποχὴν οἰκονομικῆς περισυλλογῆς, οὔτε νὰ εὕρωμεν δικαστάς, συγκεντροῦντας τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ ἠθικὰ προσόντα μὲ τοὺς γλίσχρους μισθούς, δι’ ὧν ἡ Πολιτεία ἀμείβει τούτους, πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν πάντα περιορισμὸν εἰς τὴν προφυλάκισιν καὶ πᾶσαν δέσμευσιν τῶν ἀνακριτῶν εἰς τὸν εὐσυνείδητον χειρισμὸν τοῦ ἔργου των, τοσοῦτον μᾶλλον πρέπει νὰ πράξωμεν τοῦτο, καθόσον διὰ τοῦ νόμου «περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως», τὸν ἰσχύοντα μὲν καὶ εἰς ἄλλα πεπολιτισμένα Κράτη, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλας συνθήκας καὶ προϋποθέσεις, κατηγορούμενος δυνάμενος νὰ ἔχῃ πεπειραμένον καὶ ἱκανὸν καὶ ἐπιδέξιον δικηγόρον, εἶναι ἱκανὸς ὄχι μόνον νὰ παρελκύῃ τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀποφυλακισθῇ χωρὶς νὰ δικασθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀθωωθῇ, διότι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀνεκάλυψεν ὁ ἀνακριτὴς μετὰ πολλοῦ κόπου, εἶναι ἱκανὸς ὁ κατηγορούμενος νὰ τὰ ἐξουδετερώσῃ διὰ τεχνικῶν μαρτύρων καὶ νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ Δικαστηρίου. Φρονῶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ περιορισμὸς τῆς προφυλακίσεως, ὁ περιορισμὸς αὐτὸς πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νόμου καὶ ὁ νόμος πρέπει νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἵνα ἐν ᾗ περιπτώσει ἴδῃ ὅτι διὰ τῆς ἀποφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου εἶναι δυνατὸν νὰ δυσχερανθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἀνακριτὴς νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ ζητήσῃ τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεως. Καὶ λέγω τοῦτο, κύριοι, διότι ὁρμῶμαι ἐκ δύο λόγων: Πρῶτον, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, δὲν ἔχομεν ἀρκετὸν ἀριθμὸν ἀνακριτῶν καὶ πεπειραμένων διὰ τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῶν ὑποθέσεων καὶ δεύτερον, διότι ὅλα τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα βρίθουν ὑποθέσεων. Ἂν δὲ ἐρωτήσητε τί γίνεται εἰς τὰς Νέας Χώρας· ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποθέσεων ἐκεῖ εἶναι μέγας, παμμέγιστος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅπως προοιμιαζόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, θὰ ἔχωμεν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, τὸ ἄνοιγμα τῶν θυρῶν τῶν φυλακῶν εἰς τοὺς ἐγκληματίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἄν, παρὰ ταῦτα, τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὴν προφυλάκισιν, εἶμαι βέβαιος ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθουν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, θὰ εἶναι ὀλέθρια. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἂν τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν εἴχομεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ μὴ θέσωμεν τοιούτους περιορισμοὺς ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἂν ἐπαληθεύσουν οἱ φόβοι μου θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ κάμωμεν μίαν ἐπανάστασιν διὰ νὰ διορθώσωμεν τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προφυλακίσεως.
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§362Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἕν ἁπλοῦν ἐρώτημα θέλω νὰ θέσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ συζήτησις, ὅπως ἐτέθη, δὲν πρόκειται νὰ διαιρέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς φιλοδικαστικὸν ἢ ὄχι περιβάλλον. Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι διὰ τοὺς δικαστάς, ἀλλὰ διὰ τοὺς πολίτας τῆς Ἑλλάδος, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ κατοχυρώσῃ ἀπέναντι τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς πρέπει νὰ δεχθῶμεν αὐτὸν τὸν περιορισμόν. Ὑπάρχει μία ἁπλῆ ἔννοια, ὅσον καὶ ὑψηλή, τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ παρασαλεύσῃ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη προτιμᾷ νὰ ἀπολύῃ 99 ἐνόχους, παρὰ νὰ καταδικάσῃ ἕνα ἀθῶον. Εἶναι τόσον ἰσχυρὰ ἡ πίεσις τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν ἀνέχεται τὴν καταδίκην τοῦ ἀθώου, ὥστε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ἱκανὸν νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἔχῃ ἀντίρρησιν, διότι παρέστημεν καὶ πρὸ τοῦ παραδόξου θεάματος, διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ ἀκόσμου, μετὰ ἕνα νόμον ἀντισυνταγματικόν, ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία νὰ κύπτῃ πρὸ τῶν πτωμάτων τῶν καταχραστῶν.
§363Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συγκρίνετε πράγματα ἐντελῶς ἀνόμοια.
§364Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἶναι πολὺ σχετικά, διότι λέγετε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐδικάσθησαν βεβιασμένως.
§365Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι βεβιασμένως, ἀλλ’ ἀντισυνταγματικῶς, ἀπηγχονίσθησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα. Αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν προφυλάκισιν.
§366Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἄλλο, τὰς συγκρούσεις τῶν ἐργατῶν μὲ τοὺς ἐργοδότας. Παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον νὰ παραπέμπωνται ἐργάται εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ στάσιν, συχνότατα συμβαίνει τὸ ἀδίκημα τῆς στάσεως καὶ παραπέμπονται καὶ προφυλακίζονται διὰ δύο χρόνια διὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται μὲ 10 ἔτη. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν κατοχύρωσιν αὐτήν; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ταλιαδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§368Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι ἀντελήφθην ὅτι οἱ φαινόμενοι ὅτι ἀντιφρονοῦν πρὸς ἐμέ, εἶναι σύμφωνοι, δέχονται δηλαδὴ τὴν βάσιν τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἔθεσα ὅτι πρέπει νὰ προστατευθῇ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία καὶ δὲν εἶδον οὔτε καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν οὔτε καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ εἰποῦν ὅτι ἐφόσον τοιαύτη διάταξις δὲν πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ τὴν ἐξαλείψωμεν, διότι τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ μᾶς παρουσίασε, ἀπὸ τὸ ἐδάφιον 2 ἕως τὸ 7 ἔχει διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τὰ ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ ὡς ὀρθὰ καὶ οὐδεὶς ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς ἠγέρθη νὰ εἴπῃ ὅτι ἀφοῦ δεχώμεθα τὴν θεωρίαν πρέπει τὴν λέξιν νὰ τὴν ἐξαλείψωμεν. Διότι ἐγὼ τί ἐζήτησα; Ἐζήτησα νὰ κατοχυρώσω τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῶν ἀνακριτῶν καὶ σεῖς μοὶ εἴπετε ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλή, οὔτε εἰς τὸν ἀνακριτὴν καὶ δημιουργεῖτε συνταγματικὴν διάταξιν ἐναντίον τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν τῆς προδικασίας. Κατὰ τοῦ ἀνακριτοῦ ἐπιβάλλετε ποινὰς καὶ χρηματικὰς ἀποζημιώσεις μάλιστα εἰς βάρος τῶν ἀνακριτῶν καὶ μάλιστα εἰς βάρος τοῦ Κράτους ἀκόμη καὶ ἔρχεσθε νὰ μοὶ εἰπῆτε κατόπιν, ἀντιφάσκοντες, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἀνακριτὰς διὰ τὴν περαιτέρω πορείαν τῆς ἀνακρίσεως. Ἐγὼ τί ἐζήτησα; Ἀφοῦ δεχόμεθα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη εἰς τὰς ἀνακριτικὰς καὶ ἀστυνομικὰς ἀρχὰς καὶ τοῦτο ἀναγνωρίζετε καὶ σεῖς καὶ δι’ αὐτὸ θεσπίζομεν συνταγματικὴν διάταξιν τοιαύτην, κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἀνακρίσεως, ἐγὼ προτείνω νὰ θεσπισθῇ θεμελιώδης συνταγματικὴ διάταξις περὶ τῶν ὑποδίκων καθ’ ὅλον τὸ ὑπόλοιπον διάστημα τῆς ἀνακρίσεως. Τιμωρεῖτε τὸν ἀνακριτὴν ὅταν κρατήσῃ τὸν πολίτην πέραν τῶν πέντε ἡμερῶν καὶ δὲν τῷ ἀπαγγείλῃ τὴν κατηγορίαν καὶ δὲν προστατεύετε τὸν πολίτην ὅταν καθήσῃ 1½ ἔτος εἰς τὴν φυλακὴν ὑπόδικος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀκούσω ἐξ ὁλοκλήρου, εἶπεν ὅτι δύναται νὰ εἶναι νομικῶς σόλικος ἡ τοποθέτησις τοιούτων διατάξεων εἰς τὸ Σύνταγμα.
§369Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι δὲν ἠκούσατε καλῶς· ἐγὼ ἤμην τελείως σύμφωνος πρὸς σᾶς.
§370Σ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. Τότε ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἀφοῦ αὐτὰς τὰς διατάξεις τὰς ἀνεγράψατε καὶ τὰς ἐδέχθητε, πῶς θὰ θεωρήσωμεν ἐξοβελιστέαν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγώ, καὶ πῶς θὰ δεχθῶμεν ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντικείμενον κυρίως ποινικῆς δικονομίας, θὰ τὰ δεχθῶμεν, λέγω, εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ θὰ ἀπορρίψωμεν ἐκεῖνο τὸ οὐσιῶδες σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον στρέφεται κυρίως τὸ 11ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Πῶς θὰ κάμωμεν αὐτὸν τὸν νομικὸν σολοικισμὸν νὰ προστατεύσωμεν τὸν πολίτην διὰ τὰς 24 ἢ 48 ὥρας πρὸ τῆς ἀπαγγελίας τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας καὶ νὰ τὸν ἀφήσωμεν χρόνια εἰς τὴν φυλακὴν ἀπροστάτευτον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδέχθη μὲν τὴν ἄποψίν μου ἐν μέρει ὡς ὀρθὴν καὶ σᾶς εἶπε νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν ἀναγραφήν της εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ ἀναγράψωμεν μόνον ὑποχρέωσιν εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ γίνῃ νόμος εἰδικὸς περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅλοι οἱ διατελέσαντες ἐδῶ βουλευταὶ ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν ὡμίλουν καὶ ἤλεγχον δριμέως τὰς παραβάσεις αὐτάς, ἀλλὰ ποτὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἐθεώρησε καθῆκον της νὰ ἀσχοληθῇ διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, καίτοι κατὰ χιλιάδας ἐψήφιζεν ἄλλους νόμους δι’ ἐπουσιώδη ζητήματα εὐτυχῶς. Εἴδατε σεῖς κανένα νόμον προασπίζοντα τὴν ἐλευθερίαν ταύτην; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ὑπεσχέθη ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ συντόμως τοιαῦτα νομοσχέδια, ἀλλὰ ἀπὸ τοιαύτας ὑποσχέσεις ἐχόρτασαν ὅλαι αἱ προηγούμεναι Βουλαί. Μᾶς ἀπήντησαν ἄλλοι ὅτι θὰ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν οἱ ὑπόδικοι καὶ τί νὰ γίνῃ ἡ Δικαιοσύνη ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διότι οἱ ὑπόδικοι θὰ καταστρατηγοῦν τὴν διάταξιν ταύτην διὰ τῶν συχνῶν ἀνακοπῶν καὶ λοιπῶν ἐνδίκων μέσων, ἅτινα θὰ ἐνασκῶσι κατὰ τὸ στάδιον τῆς προδικασίας. Πλὴν καὶ τοῦτο καταπίπτει, διότι διὰ τῶν τροπολογιῶν μου προσέθεσα ὅτι ἀναστέλλονται αἱ προθεσμίαι αὗται, ὅταν ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῶν ἐνδίκων μέσων ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων καταστῇ ἀδύνατος ἡ ἐνέργεια ἀνακριτικῶν πράξεων. Αὐτὰ διαλύουν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά σας. Ἀλλὰ εἶναι λογικὸν ὅτι πρέπει νὰ μένουν ἐπὶ μακρὸν χρόνον οἱ ὑπόδικοι εἰς τὰς φυλακάς, διότι ἡ ἀνακριτικὴ Δικαιοσύνη δὲν ἵσταται εἰς τὴν θέσιν της; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅταν ἐζήτησε τὴν ἀναστολὴν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1926 τί σᾶς εἶπεν; Καὶ τί ἐδέχθη ἡ Βουλή; Ὅτι μέχρι τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1927 θὰ καταστῇ δυνατὸν ἡ Δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μας νὰ βελτιωθῇ καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ κλητῆρες καὶ ἡ διαδικασία καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ συμπαρομαρτοῦντα ζητήματα. Δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ προθεσμία αὕτη, ἣν ἔδωκε τότε ἡ Βουλὴ ψηφίσασα τὴν ἀναστολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς ἐπιψήφισιν τὰ κατάλληλα νομοσχέδια; Καὶ θὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα τώρα εἰς τὸν νόμον ἀφοῦ ἀνεγνώρισαν πάντες ὅτι τοῦτο εἶναι νόσημα ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην θεραπείας; Ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὅτι πρέπει νὰ τὸ θεραπεύσωμεν, ἀλλὰ δὲν τολμῶμεν. Ἀφοῦ τὸν προστατεύομεν παντοῦ τὸν πολίτην καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ἀνακρίσεως, δὲν τὸν προστατεύομεν καὶ εἰς τὴν φυλακὴν ὅταν ρίπτηται. Προστατεύομεν τὸ ἔλασσον καὶ ἀρνούμεθα νὰ προστατεύσωμεν τὸ μεῖζον, ἐν ᾧ περιλαμβάνεται τὸ ἔλαττον. Εἶναι τοῦτο ἢ δὲν εἶναι νομικὸς σολοικισμὸς καὶ παράλογον; Τὸ ζήτημα παραλληλίζεται μὲ τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Κηρύσσομεν ἀναπαλλοτρίωτον τὴν θύραν τῆς οἰκίας, ἐνῷ τοὐναντίον τὴν οἰκίαν τὴν ἀπαλλοτριοῦμεν ὁλόκληρον. Εἶναι τοῦτο λογικόν; Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τὸ Σύνταγμα θὰ προσαρμόζηται εἰς τοὺς νόμους ἢ οἱ νόμοι πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὅπως εἶπεν ὁ ἐξ Εὐβοίας βουλευτὴς κ. Οἰκονομίδης; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον νὰ γραφῇ ἡ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ μέλλοντος νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ θεσπίσῃ συναφεῖς νόμους διακανονίζουσα τὰ τῆς προφυλακίσεως συμφώνως πρὸς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Ἠρώτησαν τινὲς εἰς ποῖον Σύνταγμα τοῦ κόσμου εὑρίσκονται τοιαῦται διατάξεις. Καὶ τοῖς ἀπαντῶ, εὑρίσκονται καὶ πρέπει νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῷ 1924. Καὶ ὅταν θέτετε διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα, δι’ ἧς προστατεύετε τὸν πολίτην εἰς τὸ κρατητήριον τῆς ἀστυνομίας, πρέπει νὰ εἶσθε εἰλικρινεῖς καὶ νὰ προστατεύετε τὸν πολίτην καὶ εἰς τὰς φυλακὰς κατόπιν ριπτόμενον. Δὲν ἔχει ἀνάγκην μεγάλην ὁ πολίτης ἀπὸ τὴν προστασίαν σας εἰς τὸ κρατιτήριον τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν προστασίαν σας ὅταν ριφθῇ ἐπ’ ἀόριστον εἰς τὰς φυλακάς. Ἐνῷ κάμνετε τρία βήματα πρὸς τὰ ἐμπρός, ἀρνεῖσθε καὶ τὸ τέταρτον, ὅπερ ἐγὼ ζητῶ. Αὐτὴ ἡ διάταξις, ἣν ἐγὼ ζητῶ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ τέταρτον βῆμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν πρὸς προστασίαν τῶν πολιτῶν καὶ διὰ νὰ μὴ ψηφίζωμεν ἡμεῖς ἐδῶ, νομικοὶ κατὰ τὰ ¾, σόλοικα νομικῶς πράγματα· δυοῖν θάττερον, ἢ πρέπει νὰ ἀπαλείψητε ὅλας τὰς διατάξεις τῶν παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6 καὶ 7 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ἀφίσωμεν μόνον τὴν πρώτην παράγραφον αὐτήν, ἢ πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ ἰδική μου τροπολογία καὶ νὰ ἀφεθῇ τὸ ἄρθρον 11 ὡς διετυπώθη τοῦτο εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Σύνταγμα.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 11ου ἄρθρου κηρύσσεται περαιωμένη. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§372ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον ἡ ψηφοφορία, αὔριον.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ οὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς σήμερον. (Ὥρᾳ 1.15′ π. μ.)