Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Α · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 23

1927.02.01

2.750 στίχοι · 20.397 λέξεις · 1 πίνακας · 241 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1927.02.01
Προεδρεία
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Π. ΣΟΦΟΥΛΗ
Περίοδος
Α
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α (1928)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 1927

Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη

(Ὥρα 5.30′ μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν ἀλεύρων Ἐπιτροπὴ ἐνισχύθη διὰ τῶν κ. κ. Ἀμηρᾶ καὶ Λ. Κυβετοῦ, ἡ δὲ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν διὰ τῶν κ. κ. Θ. Τσιριμώκου καὶ Μ. Μεσαντζῆ. Ὁμοίως ἀνακοινῶ τὰς ἑξῆς ἀναφοράς. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν του καὶ τὴν λῆψιν καταλλήλων μέτρων διὰ τὴν ἀνεργίαν. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἡρακλείου διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν ἑορτασμοῦ ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τοῦ θανάτου τοῦ Λενίν. — Οἱ ἐν Μακεδονίᾳ κτηνοτρόφοι ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν κλπ. παρακαλοῦν δὲ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὰ αἰτήματά των. — Ἐπιτροπὴ προσφύγων Ὀρεστιάδος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν ἀποζημιώσεών των. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου Λαρίσσης, καταδικάζουσαν ἐργάτας εἰς φυλάκισιν καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων. — Ἐπιτροπὴ καπνεργατῶν Σοφάδων καὶ Ἐλασσῶνος διαμαρτύρεται διὰ τὴν κατάργησιν γραφείου προστασίας καπνοῦ, ὡς καὶ διὰ τὴν μὴ καταβολὴν τῶν ἑξήκοντα ἡμερομισθίων. — Ὁ Ἀχιλλεὺς Μεϊμάρης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως τὸν ἐπαναφέρῃ ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Στρατοῦ, παραιτηθέντα διὰ πολιτικοὺς λόγους. — Πολλοὶ γονεῖς καὶ κηδεμόνες τῶν ἐθελοντῶν τῆς κλάσεως 1926 ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας τῶν ἐθελοντῶν εἰς δεκαοκτάμηνον. — Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον σιγαροποιῶν καπνεργατῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου «περὶ ἱδρύσεως ταμείου συντάξεως καὶ περιθάλψεως τῶν ἀνέργων σιγαροποιῶν κλπ.» — Ὁ Σύνδεσμος ἀποστράτων ὁπλιτῶν ξηρᾶς καὶ Χωροφυλακῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἀπονομὴν μερίσματος ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς ὑπαξιωματικοὺς ἀποστρατευθέντας μὲ σύνταξιν ἀνθυπολοχαγοῦ. — Ὁ Γεώργιος Μητσοτάκης, τέως καπνοβιομήχανος, κάτοικος Ἁγίου Νικολάου Κρήτης, ζητεῖ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀποζημίωσιν λόγῳ καταργήσεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου. — Ὁ Ἐμποροβιομηχανικὸς Σύλλογος Τριπόλεως ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν λῆψιν μέτρων, καθόσον ἅπαντες οἱ ἐπαγγελματίαι διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἄδικον κατάταξίν των ὑπὸ τῆς Ἐφορείας Μαντινείας εἰς τοὺς φορολογικοὺς πίνακας. — Ἡ Παμβιωτικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως μὴ καταργήσῃ τὸ ἀπὸ 13 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Διάταγμα «περὶ λιανικῆς μονοπωλήσεως καπνοῦ καὶ σιγαρέττων». — Ὁ Ἐμποροεπαγγελματικὸς καὶ βιομηχανικὸς κόσμος τῆς πόλεως Καρδίτσης διαμαρτύρεται δι’ ἰσχύουσαν δημευτικὴν φορολογικὴν κλίμακα καὶ αἰτεῖται τὴν ἐλάττωσιν τῶν φορολογικῶν ποσοστῶν τῶν καθορισθεισῶν κλάσεων. — Τὸ Σωματεῖον ἁλιέων Πολιχνίτου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς φορολογίας τῆς ἁλιείας, ἀνερχομένης εἰς 20%, παρακαλεῖ δὲ ὅπως καταργηθῇ αὕτη. — Πολλοὶ κάτοικοι Ρεθύμνης διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην ἀπομάκρυνσιν τοῦ λαοφιλοῦς Νομάρχου των. — Ὁ Σύνδεσμος τεχνιτῶν ἀρβυλοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀνέργων ἀρβυλοποιῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰδικοῦ τέλους ἢ εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν ἐργολάβων κατασκευῆς ἀρβυλῶν τοῦ Στρατοῦ κλπ. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κάτω Μποτίνου τοῦ Δήμου Μακρυνείας ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ καταστραφέντος τμήματος τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. — Οἱ κάτοικοι τῆς Μυτιλήνης διαμαρτύρονται διὰ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Α. Ἰωαννίδης ἔχει τὸν λόγον.

§3Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα ἐδημιουργήθησαν μὲ τὰς διαφόρους αὐτῶν ὀνομασίας εἰς τὰς διαφόρους ἐποχὰς καὶ Κράτη, ὡς τὰ ἀντίρροπα ἢ μᾶλλον αἱ ἐκφράσεις τοῦ ἀγῶνος τῶν ἀναπτυσσομένων Κοινωνιῶν πρὸς τὴν ἐπικρατοῦσαν προσωπικὴν ἀπολυταρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη διαμόρφωσις τῶν πρωτογενῶν Κοινωνιῶν· ἡ πρωτίστη ἐμφάνισις τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, τοῦ ὁποίου ἀπότοκος εἶναι ὁ πολιτισμός μας, εἶναι ἡ magna carta. Ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ μεγάλοι φεουδάρχαι ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων λαϊκῶν μαζῶν ἐπέβαλον εἰς τὴν βασιλικὴν παντοδυναμίαν τὴν ἀναγνώρισιν τῆς magna carta. Ἡ ἐξέλιξις τῆς magna carta ἔφθασεν εἰς τὴν σημερινὴν ὄψιν της ἐν τῇ ὁποίᾳ μᾶς παρουσιάζει ἑδραζομένην τὴν κυριαρχίαν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν. Ἡ ὅλη οὐσία τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων δὲν εἶναι ἄλλη τις εἰμὴ μόνον νὰ μετακινήσῃ τὴν κυριαρχίαν. Ἐκεῖ ὅπου ἑδράζει ἡ κυριαρχία εἶναι ἡ ὅλη φύσις τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία τίθεται καὶ σήμερον ἐνώπιόν μας. Ἐπίσης ἡ ἐξέλιξις ἐν Γαλλίᾳ προῆλθε κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ conseil des rois καὶ διὰ τῶν états generaux καὶ τῶν parlements ἔφθασε κατόπιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν καὶ διὰ τῶν διαφόρων δικτατοριῶν καὶ ἐπαναστάσεων κατέληξεν εἰς τὴν σημερινὴν διαμόρφωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία θεωρητικῶς παρουσιάζει τὴν κυριαρχίαν ἑδράζουσαν ἐκ παραλλήλου καὶ ἁρμονικῶς εἰς τὴν Βουλήν, τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ μὲ τὴν σημερινήν της ἐξέλιξιν ἐν τῇ πραγματικότητι ἑδράζει μόνον εἰς τὴν Βουλήν. Διότι παρακολουθοῦντες τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἐπεφάνη εἰς τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Τόπου, εἴδομεν ὅτι παρέσυρε τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Κατόπιν δέ, ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἠδυνήθη διὰ τῆς πλειονοψηφίας τὴν ὁποίαν ἀντεπροσώπευε νὰ ἐμφανίσῃ, νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν γνώμην της, ἠναγκάσθη νὰ σχηματίσῃ Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἀντεπροσώπευε πλέον τὴν κυριαρχίαν. Ἡ κυριαρχία, κύριοι, σήμερον ἐν Γαλλίᾳ δὲν εἶναι βέβαιον ἀκόμη ποῦ ἑδράζει. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἑδράζει κατ’ οὐσίαν παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Δημοκρατίας. Τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα εἶναι τὰ περιορίζοντα τὸν Πρόεδρον. Καὶ ἐκεῖ παρατηροῦμεν τάσιν πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐπικρατήσῃ, διότι ὁ λαὸς προώδευσε μὲ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα. Ἀμερόληπτος παρατηρητὴς τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων βλέπει ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον ἑδράζει ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν τὴν ἑδράζουσαν σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ—καὶ θὰ ἔλθω εἰς τὴν πραγματικότητα—πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὴν μετακινήσωμεν; Δὲν εἶναι τόσον εὔκολον, ὅταν ἡ πραγματικὴ κατάστασις οἵα ἐξειλίχθη τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν, μᾶς ἔδιδε μίαν ρητὴν ἐντολὴν νὰ ἀποκαθάρωμεν τὸ ζήτημα τῆς στρατοκρατίας καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου ἐξεκαθαρίσθη. Μᾶς ἔδωκεν ὅμως καὶ ἓν ἄλλο νὰ δημιουργήσωμεν τὸ Κράτος καὶ τοὺς ὀργανισμοὺς ἐκείνους, οἵτινες θὰ διευθύνουν αὔριον τὴν ἐξέλιξιν τὴν κρατικήν. Νομίζω, κύριοι—καὶ δι’ αὐτὸ ἐφθάσαμεν καὶ ἐδῶ εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδὲν κόμμα εἶχε τὴν δύναμιν μόνον του νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Τόπου. Διότι τὴν σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἑδράζει ποιά τις δύναμις ἁπλῆ, ὅπως εἰς τὰς ἄλλας Βουλάς, ἑδράζει ὅλη ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους. Καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἓν κόμμα μόνον του νὰ διαχειρισθῇ αὐτήν, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ στηριχθῇ, διότι θὰ εὕρισκεν ὅλα τὰ κόμματα ἐνάντια. Δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθημεν καὶ ἡμεῖς ὡσεὶ ἀσυνειδήτως, χωρὶς νὰ ὁμιλήσωμεν, νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν λαϊκὴν βούλησιν, ἥτις ἐπέβαλε νὰ σχηματίσωμεν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ μόνη θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἢ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν δύναμίν της ἀλλέως παρὰ ἐντὸς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε ρήτωρ, νὰ συντομεύσητε τὸν πρόλογόν σας.

§5Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὴν σήμερον λοιπόν, κύριοι, πρόκειται νὰ καθορίσωμεν τὸ ποῦ θὰ ἑδράζῃ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἡ κρατική, ἡ ὁποία εἶναι μόνη καὶ συγκεντροῖ ὅλας τὰς δυνάμεις, εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι ὅλοι ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ ταχύτερον τὴν Βουλὴν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, νὰ παραδώσωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ εἶναι. Τὸ πῶς θὰ κατορθωθῇ τοῦτο, θὰ τὸ ἴδωμεν βραδύτερον. Εἶναι ὅμως καὶ τὸ ἄλλο. Ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ ἑδράζει ὄχι μόνον ἡ νομοθετικὴ δύναμις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα πρὸ 50–100 ἐτῶν ἐλέγετο ὅτι εἶχον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Πράγματι τότε, ὅταν ἠγωνίζοντο πρὸς τὴν ἀπολυταρχίαν διὰ νὰ ἀποσπάσουν τμήματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπέσπον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν καὶ ἰδίᾳ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Σήμερον συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ ἑδράζει ὄχι μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ κρατικὴ κυριαρχία καὶ προσπαθοῦμεν καὶ ἐκεῖ θὰ τείνῃ ἡ προσπάθειά μας, εἰς τὸ νὰ ἀπασπάσωμεν ἐκ τῆς Βουλῆς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ τὴν καταστήσωμεν ὀλίγον ἐλευθέραν ἀπέναντι τῆς παντοδυναμίας τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημερινὴ τάσις, τὴν ὁποίαν διαβλέπει ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν διὰ νὰ κατορθώσωμεν τὴν δύναμιν αὐτὴν νὰ τὴν ἀποσείσωμεν ἐκ τῶν ὤμων μας. Διότι ἄλλως, ἂν δὲν κατορθώσωμεν νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν καὶ τὸν διάδοχον τῆς Βουλῆς, οὕτως εἰπεῖν, δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ ἐξέλιξις. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι κανονισμένος ὁ διάδοχος, δύναται νὰ ἐμφανισθῇ οἱοσδήποτε. Πῶς θὰ τὸ κατορθώσωμεν; Δι’ ἄλλου ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δώσωμεν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς; Νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ μετακίνησις τῆς κρατικῆς δυνάμεως, τῆς κυριαρχικῆς δυνάμεως; Θὰ τὴν συζητήσωμεν τὴν Γερουσίαν ὑπὸ τὴν ἄποψίν της ὡς συμβουλευτικοῦ Σώματος ἢ ὡς δημιουργοῦ τῶν νόμων ἢ ὡς ἀναχαιτίζοντος τὰς ὁρμὰς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ μετακίνησις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἰς ἄλλο Σῶμα εἶναι δυσκολωτάτη. Διότι λέγομεν ὅτι ὁ σχηματισμὸς τοῦ ἑτέρου Σώματος θὰ περιορίσῃ τὴν Βουλήν. Διότι ἡ οὐσία εἶναι μία. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον προέχει εἶναι τὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τίς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως; Θὰ τὸ ἔχῃ ἡ Γερουσία μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας; Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι εὔκολον τοῦτο. Ἂν δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν δύναμιν ἡ Γερουσία νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, τότε εἶναι ἁπλοῦν ὄργανόν της, δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος ὀργανισμὸς περιορίζων τὴν παντοδυναμίαν τῆς Βουλῆς. Ἐφόσον δὲν ἔχει ἡ Γερουσία τὴν δύναμιν νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, τίθεται καὶ τὸ ἄλλο ἐρώτημα· τὸ Σῶμα αὐτὸ ἂν προέλθῃ ἐξ ἐκλογῶν, τότε καὶ μόνον θὰ ἔχῃ κῦρος, ἂν ὅμως δὲν προέλθῃ ἐξ ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐξ ἀμέσου διορισμοῦ, τότε εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ὀνομάσωμεν Γερουσίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν τὴν περιλαμβανομένην ἐν τῇ λέξει «Γερουσία» πρέπει νὰ προέλθῃ ἐξ ἐκλογῶν τὸ Σῶμα. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι Σῶμα προερχόμενον ἐξ ἐκλογῶν θὰ δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ τῷ κανονίσωμεν τὰς δυνάμεις του: Ὅταν αὔριον ἐκλεγῶσιν 150 γερουσιασταὶ ἐκ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, θὰ δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνατρέπῃ Κυβερνήσεις, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ συζητῇ περὶ τῆς κρατικῆς δυνάμεως; Ποῖος θὰ εἶναι τόσον ἰσχυρός, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν λαϊκὸν ἀντιπρόσωπον τῆς αὔριον θὰ δύναται νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει τὰ δικαιώματα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας!

§6Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ Σύνταγμα.

§7Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὸ ὁποῖον Σύνταγμα κανονίζετε καὶ ρυθμίζετε σεῖς ἐκ τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχετε σήμερον, τὴν ὁποίαν συντακτικὴν δύναμιν τὴν ἀντλοῦμεν ὅλοι μας ἐκ τῆς λαϊκῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύομεν ἐδῶ καὶ τὴν ὁποίαν δύναμιν θὰ ἔχουν αὔριον οἱ ἐκλεγόμενοι γερουσιασταί.

§8ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§9Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Δὲν θὰ τοὺς τὴν δώσητε σεῖς, θὰ τὴν πάρουν μόνοι τοὺς μὲ τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐπήραμεν ἡμεῖς, δικαιώματα συντακτικά. Μὲ ποῖον δικαίωμα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα τὴν στιγμὴν ὅπου εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, κατὰ τὰς ὁποίας τείνομεν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν δύναμιν ὅπου ἑδράζεται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Διότι σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ ἑδράζει πᾶσα δύναμις ἐκτελεστική, νομοθετικὴ καὶ δικαστική. Πῶς θὰ δημιουργήσωμεν τὴν δύναμιν ἡ ὁποία θὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Βουλὴν αὐτὴν τὴν ἐκτελεστικὴν ἢ τμήματος τῆς ἐκτελεστικῆς; Δὲν δυνάμεθα αὐτὸ νὰ τὸ πράξωμεν διὰ τῆς Γερουσίας ἢ δι’ ἄλλου Σώματος ἀντιπροσωπευτικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἑδράζῃ ἡ αὐτὴ δύναμις. Ἄλλη πρέπει νὰ εἶναι, ἀντίρροπος δύναμις ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλή. Ἀντίρροπος δύναμις δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία θὰ ἐκλέγεται διὰ τοῦ λαοῦ. Πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἄλλην δύναμιν καὶ αὐτὴν τὴν ἔχομεν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀνωτάτου ρυθμιστοῦ, τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Δώσατε δικαιώματα περισσότερα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Δημιουργήσατε τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ἐκ τῆς λαϊκῆς δυνάμεως προερχόμενον καὶ οὐχὶ ἐμμέσως. Τότε ἔχομεν δύο δυνάμεις, ἐντὸς ὁποίων ἑδράζει ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Καὶ τότε αὐταὶ αἱ δύο δυνάμεις εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ ἔρχωνται εἰς συμβιβασμόν. Μόνον ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας διὰ τῆς δημιουργίας ἄλλης δυνάμεως ἔχομεν τὸ ἀντίρροπον τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἑδράζει ἐδῶ. Αὐτὴν τὴν λύσιν, κύριοι, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ μᾶς δώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν ἡ δημιουργία τῆς Γερουσίας. Εἶναι ἀδύνατον ἡ Γερουσία νὰ περιέχῃ αὐτὴν τὴν κρατικὴν κυριαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ καὶ ἢ θὰ μείνωμεν μόνον καὶ ὅπως εἶναι σήμερον τὸ Σύνταγμα μόνον ἐν τῇ Βουλῇ ἑδρεύει τὸ ὁλόκληρον τῆς κρατικῆς κυριαρχίας καὶ συνεπῶς τοιαύτη Βουλὴ ἀδιακόπως μὲ τοιαύτην δύναμιν εὑρισκομένη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς δικτατορίαν ἢ θὰ δημιουργήσωμεν ἰσχυρὰν τὴν ἀντίρροπον δύναμιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μοδάτσος ἔχει τὸν λόγον.

§11Ε. ΜΟΔΑΤΣΟΣ. Μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιχειρημάτων, κύριοι βουλευταί, τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἓν εἶναι τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἀποτελέσῃ ἐμπόδιον. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ ἐμπόδιον ἡ Γερουσία συμφωνοῦν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τοῦ θεσμοῦ. Καὶ ἐκεῖνοι μὲν οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ θέλουσιν ὡς ἐμπόδιον τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸν θεσμὸν τῆς Πατρίδος καὶ προβάλλουν τὸν λόγον ὅτι τὸν θέλουν διὰ νὰ καταπολεμήσωσι καὶ νὰ πατάξωσι τὴν πολυνομίαν, ἡ ὁποία γεννᾶται διὰ τῆς Βουλῆς μόνης καὶ διὰ νὰ παρασκευάζωνται καλύτερον οἱ νόμοι. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ὡς ἐμπόδιον κατὰ τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγώ, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι διὰ τοῦ ἐμποδίου τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἀνυπολόγιστος ζημία εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐξέλιξιν τὴν κανονικὴν τῆς Χώρας πρὸς τὴν πρόοδον. Ἐφόσον δὲ τοιαύτην ζημίαν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἐμπόδιον τοῦτο καὶ εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ εἰς τὴν πρόοδον τῆς Χώρας, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκεται εἶναι ἀσήμαντοι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι εἶναι καὶ ἐντελῶς ἀβάσιμοι. Καὶ εἶναι ἀσήμαντοι οἱ λόγοι οὗτοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκεται, διότι, ἂν ἐξετάσωμεν τὸ παρελθόν, οὐδεμίαν ζημίαν ἐπέφερον εἰς τὸ Κράτος οὔτε ἡ πολυνομία, οὔτε τὸ δῆθεν ἀπαράσκευον τῶν νόμων. Καὶ ἂν πράγματι ὑφίσταντο οἱ λόγοι οὗτοι, διότι ἐπὶ 60 ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα ἐφηρμόζετο ὁ κοινοβουλευτισμὸς διὰ τῆς Βουλῆς καὶ μόνης, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐζημιώθη καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐθεσπίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μόνης, ἀλλὰ τοὐναντίον κατὰ τὰ 60 ταῦτα ἔτη εἶδεν αὕτη ἡμέρας μεγαλείου καὶ ἡμέρας δόξης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, καθ’ ὃ ἡ πολυνομία παρετηρήθη κατὰ τὰ 60 ταῦτα ἔτη, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμον, διότι, ἂν ἐξετάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων ἀπὸ τοῦ 1864, οὗτος δὲν ἀνέρχεται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 7.000· ἤτοι οἱ νόμοι οἱ γενόμενοι κατὰ τὰ 60 ταῦτα ἔτη ἀναλογοῦσιν εἰς 100 κατ’ ἔτος περίπου.

§12Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ πολυνομία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν.

§13Ε. ΜΟΔΑΤΣΟΣ. Μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν ἤρχισεν ἡ πολυνομία, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ἀφορμὴ ἡ διὰ μόνης τῆς Βουλῆς ψήφισις τῶν νόμων. Τὸ πολίτευμα ἦτο τὸ ἴδιον ἀπὸ τοῦ 1864, ἐπιέσθη δὲ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦ 1909 ὑπὸ τῆς τότε στρατιωτικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐψήφισεν ἀθρόως πληθὺν νόμων. Ἂν δεχθῶμεν δὲ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1918 καὶ ἐντεῦθεν ηὔξησαν οἱ νόμοι, ἐν τῷ συνόλῳ των δὲν εἶναι πολλοί, ἂν ἐξετάσωμεν πόσοι νόμοι ἐψηφίσθησαν ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον. Ἡ πολυνομία κυρίως ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1922, διότι μέχρι τοῦ 1909 ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον δὲν ἐξέδιδε πολλοὺς νόμους, ὄχι μόνον τὸ ἔργον αὐτῆς δὲν ἦτο γόνιμον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἦτο ἄγονον τόσον, ὥστε, ὡς εἶπον, ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν ὑπεχρεώθη νὰ ἐργάζεται νομοθετικῶς καὶ νὰ ψηφίσῃ περισσότερους νόμους. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ἡ Βουλὴ ὑπεχρεώθη νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον τόσους νόμους ὅσοι δὲν ἐψηφίσθησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἕως τότε. Ἠναγκάσθη δὲ εἰς τὸ νὰ ψηφίσῃ αὐτὴ τοὺς νόμους τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι εἶχε φθάσει εἰς τὸ σημεῖον νὰ παρέρχεται ὁλόκληρος περίοδος αὐτῆς χωρὶς νὰ κατορθώνῃ νὰ ψηφίζῃ εἰμὴ μόνον τὸν Προϋπολογισμόν. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν διὰ τῆς ἐνστάσεως ἡ ὁποία ὑπεβάλλετο ὑπό τινων βουλευτῶν, τῆς ἀπαρτίας, τὰ κόμματα ἀπεχώρουν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς καὶ κατώρθωναν ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, τοιουτοτρόπως δὲ ἐλύοντο αἱ συνεδριάσεις χωρὶς νὰ γίνεται νομοθετικὴ ἐργασία. Τὸ τοιοῦτον ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε χώραν τότε, ὄχι μόνον δὲν ἀπέδιδε νόμους, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐγένετο ἀφορμὴ καὶ νὰ μὴ γίνωνται καθολοκληρίαν νόμοι. Ἠναγκάσθη δὲ καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατορθοῦτο ὥστε τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ γονιμώτερον καὶ νὰ μὴ ἀπομένῃ ἄγονον ὡς πρότερον, διὰ δὲ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐθεσπίσθη διάταξις, καθ’ ἣν ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ τὸ ⅓ τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἐτέθη ἄρα ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τὴν ἀναγκαίαν κατασκευὴν τῶν νόμων καὶ οὐχὶ τὴν αὔξησιν αὐτῶν, διὰ τὸ ὁποῖον σήμερον παραπονοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ὡς ἐμπόδιον κατὰ τῆς πολυνομίας. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται οἱ ὑποστηρικταὶ τοῦ θεσμοῦ, ὅτι θέλουσι νὰ πατάξωσι τὴν πολυνομίαν, δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἀπεδείχθη ὅτι διὰ τῆς Βουλῆς ὄχι μόνον δὲν γίνονται πολλοὶ νόμοι, ἀλλὰ πολλάκις δὲν προβαίνει αὕτη εἰς τὴν κατασκευὴν οὐδὲ τῶν ἀναγκαιούντων νόμων. Πολλοὶ δὲ νόμοι ἐγένοντο κυρίως ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν, εἰς διάστημα ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, ὁπότε ἡ Ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἐκυβέρνησε τὸν Τόπον τότε, ψηφίζουσα ἐπὶ τῶν γονάτων τὰ νομοθετικά της Διατάγματα, ἐπλούτισε τὴν Χώραν διὰ χιλιάδων νόμων εἰς διάστημα δύο ἐτῶν. Συνεπῶς ἡ πολυνομία δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἰς ἄλλην κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ ἡ πολυνομία ἀπαντῶσα εἰς πολλὰ Κράτη δὲν θεωρεῖται ὅτι ἐπιφέρει κακόν. Εἰς τὴν Σερβίαν παρετήρησα ὅτι ἐσχάτως διωρίσθη Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς κωδικοποιήσεως τῶν νόμων. Ἐγένοντο ἐκεῖ τόσοι νόμοι, ὥστε ἐδέησε νὰ γίνῃ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν κωδικοποίησιν τῶν νόμων. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὅπου λειτουργεῖ καὶ Γερουσία, ὑπάρχει τόση πολυνομία, ὥστε ἔγκριτος δικηγόρος μοὶ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐκερδήθη δίκη ὡς νόμῳ βάσιμος ἐκεῖ, ἡ ὁποία εἶχεν ἀπολεσθῆ μεταξὺ ἄλλων διαδίκων ὡς νόμῳ ἀβάσιμος, διότι ἀνεκαλύφθη εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ἡ ὕπαρξις νόμου τινός, τὸν ὁποῖον οὔτε διάδικοι, οὔτε δικασταὶ ἐγνώριζον κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς πρώτης. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ἐπιχείρημα, καθ’ ὃ δῆθεν ἡ Βουλὴ ψηφίζει τοὺς νόμους χωρὶς νὰ προπαρασκευάζωνται οὗτοι δεόντως, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ πατάξωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι, ὅπως γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι οἱ νόμοι, εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Βουλήν, εἰσάγονται διὰ τῶν Κυβερνήσεων διὰ σχεδίων, τὰ ὁποῖα συντάσσουσιν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων, εἰσηγουμένων τῶν Ὑπουργῶν, τὰ ὁποῖα σχέδια ἐπεξεργάζονται εἶτα αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, μετὰ δὲ τὴν ἐπεξεργασίαν ταύτην ὑπὸ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζονται ὑπ’ αὐτῆς. Ἑπομένως καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὅτι διὰ τῆς Γερουσίας θὰ γίνεται ἡ σύνταξις καὶ ψήφισις νόμων ἀρτιωτέρα μοὶ φαίνεται ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι πολὺ σοβαρόν, ἀλλὰ καὶ ἀβάσιμον. Ἐν ᾧ δὲ διὰ τοὺς λόγους τούτους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑποστηρίζουσι τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ὑποστηρίζουσι, δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία βελτίωσις εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τοὐναντίον διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀποτελοῦντος ἐμπόδιον εἰς τὴν κανονικὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, θὰ ἐπέλθωσι μεγάλαι ζημίαι εἰς τὴν Χώραν καὶ θὰ ἐπέλθωσι μεγάλαι ζημίαι, διότι ἡ Γερουσία ἀντιτιθεμένη πολλάκις εἰς τὴν βούλησιν τῆς Βουλῆς θὰ ἀπορρίπτῃ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ διέρχωνται δι’ αὐτῆς καὶ ἑπομένως θὰ ἔρχεται εἰς ἄμεσον σύγκρουσιν μετ’ αὐτῆς. Ἡ δὲ σύγκρουσις τῆς Γερουσίας μετὰ τῆς Βουλῆς θὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ παραιτῶνται αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσάγουσαι εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένα νομοθετικὰ μέτρα διὰ νὰ ἐφαρμόσουν τὰ προγράμματά των, ὅταν βλέπωσιν ὅτι τὰ νομοθετικά των μέτρα ἀπορρίπτονται, θὰ παραιτοῦνται καὶ ἂν δὲν ματαιοῦται διὰ παντὸς ἡ ἐφαρμογὴ τῶν προγραμμάτων, θὰ ἀναστέλλεται συνηθέστατα αὕτη καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν μίαν κατάστασιν μετέωρον καὶ στάσιμον λόγῳ τῆς ἀντιθέσεως, ἡ ὁποία θὰ ὑφίσταται μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς καὶ δὲν θὰ κινεῖται πρὸς τὰ πρόσω ἡ πρόοδος τῆς Χώρας. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ θὰ εἶναι ὅτι θὰ μένῃ ἐν στασιμότητι ἡ Χώρα ἢ καὶ θὰ ὀπισθοδρομῇ. Αὐτὰ τὰ κακὰ θὰ ἔχῃ ἡ ἀντίθεσις τῆς Γερουσίας πρὸς τὴν Βουλήν, διότι, ὡς καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ θεσμοῦ τούτου εἶναι γνωστόν, αἱ φιλονεικίαι καὶ αἱ ἀντιζηλίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἔφερον εἰς τοιαύτας διενέξεις μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων καὶ εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἔφθασεν ἡ ἐχθρότης, ὥστε ἐν Ἑλλάδι ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Πελοποννήσῳ ἐν ἔτει 1830, διέλυσε διὰ τοῦ Στρατοῦ τὴν Βουλὴν ὑπὸ γιουχαϊσμούς. Ἡ Γερουσία δὲ ἐκείνη φθάσασα εἰς τὸ σημεῖον νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀποτυχίας τοῦ πρώτου Συντάγματος τῆς Ἑλλάδος. Φρονῶ λοιπόν, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ μὴ ἐπέλθωσι καὶ πάλιν αἱ αὐταὶ δύσκολοι περιστάσεις εἰς τὸ Κράτος, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ καταψηφίσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὁ ὁποῖος δύναται κάλλιστα νὰ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Βεβαίως ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ εἶναι ὁ ἕτερος νομοθετικὸς παράγων, περὶ τοῦ ὁποίου ἠρώτησαν προηγουμένως ἄλλοι νὰ μάθωσι ποῖος θὰ εἶναι ὁ νομοθετικὸς παράγων, ὅστις θὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν Βασιλέα. Ὁ Πρόεδρος δὲ τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ ἔχῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ τῷ δώσωμεν. Δύναται αὐτὸς νὰ εἶναι ὁ ἕτερος νομοθετικὸς παράγων καὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἀκόμη καὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὅταν μάλιστα θὰ ἐκλέγηται κατ’ εὐθεῖαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ οὗτος. Οὕτω αἱ φιλονεικίαι καὶ ἔριδες, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπάρξωσι μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, Βουλῆς καὶ Γερουσίας, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωσι χώραν, ἀλλὰ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Βουλῆς θὰ ἐφαρμόζηται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Καταλήγων φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἂν ψηφισθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καὶ ἐπέλθῃ ἐξ αὐτῆς ἡ κατάστασις ἐν τῇ Χώρᾳ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον, θὰ προκληθῇ πολὺ ταχέως λαϊκὴ ἐξέγερσις κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, θὰ προκληθῇ ἐπανάστασις, ἥτις θὰ τὴν καταργήσῃ. Καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὴν συνιστῶ, ἂν ψηφισθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, νὰ προστεθῇ ἓν ἄλλο ἄρθρον εἰς τὸ Σύνταγμα, δι’ οὗ νὰ δύναται ἡ Βουλὴ διὰ τῶν ⅔ τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀποφύγωμεν τουλάχιστον τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν, ἥτις θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἐκραγῇ ἐναντίον της.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.

§15Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Μετὰ τὰς γενομένας ἀγορεύσεις, τὰς τόσον μακράς, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἐξαντληθῆ καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἀπόψεις καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν καὶ ὑποστηρίζουν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, καὶ ἐκ μέρους τῶν πολεμίων της. Ἡ περαιτέρω συζήτησις μοῦ φαίνεται ὅτι ἀποβαίνει ματαία καὶ ἄσκοπος καὶ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ προκαλέσῃ τὴν δυσφορίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἡ ὁποία δικαίως ἀσχάλλει ὅτι τὸ ἔργον τῆς Συντακτικῆς Βουλῆς βραδύνει. Ἕνεκα τούτου λέγω ὅτι παραιτοῦμαι τοῦ λόγου καὶ περιορίζομαι νὰ τονίσω ὅτι τάσσομαι καὶ ἐγὼ ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰσαγόμενος ὁ θεσμὸς αὐτὸς παρ’ ἡμῖν, ὡς εἶναι καὶ εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη καὶ εἰς τὰ φιλελεύθερα καὶ δημοκρατικά, θὰ ἀποβῇ εὐεργετικώτατος διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας καὶ τοῦ λαοῦ καὶ θὰ προστατεύσῃ περισσότερον ἀκόμη τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας.

§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐφωτίσθη ἡ Βουλὴ καὶ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§17Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μίαν δήλωσιν θέλω νὰ κάμω, κ. Πρόεδρε.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. Ὁρίστε, κ. Καμπάνη, νὰ κάμητε τὴν δήλωσιν.

§19Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐψήφισε κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς Γερουσίας ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐξαρτήσω τὴν ὁριστικὴν γνώμην μου ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως αὐτῆς. Ἐθεώρουν καὶ θεωρῶ ὡς συντελεστικὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Γερουσίας μόνον ἐφόσον καὶ καθόσον αὕτη ὁλοκληρωτικῶς θὰ ἐκλέγηται ὑπὸ τοῦ λαοῦ μὲ κατώτατον ὅριον ὁρισμοῦ ἡλικίας διὰ τοὺς ἐκλογεῖς καὶ ἐκλεγομένους. Ἐφόσον ὅμως ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειονοψηφίαν, δὲν ἐδέχθη τοῦτο, ἀλλὰ ἐδέχθη τὸ ⅕ τῆς Γερουσίας νὰ ἐκλέγηται κατὰ τὸ ½ αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὰ δύο ἥμισυ ἐκ τῶν ἀορίστων, ἀφελῶν καὶ ἀκατασκευάστων ὀργανώσεων....

§20Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ ἀναρχικῶν.

§21Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. .... φρονῶ ὅτι τοιαύτη Γερουσία ὄχι μόνον δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ὄχι μόνον δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τελειοτέραν κατασκευὴν τῶν νόμων, ἀλλά, τοὐναντίον, θὰ παρεμβάλλῃ τοιαῦτα προσκόμματα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ὡς ἐκ τῆς φύσεως καὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῆς, ἐκ τῶν ὁποίων προσκομμάτων ὁ λαὸς θὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Καὶ ἡ κατάργησις αὐτὴ δὲν θὰ σημάνῃ ἀνωμαλίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ ἐκτροχιασμόν, ἀλλὰ θὰ παρασύρῃ καὶ τὴν Βουλήν, διότι ἐνελοχεύοντες ἐχθροὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ θὰ διακηρύξουν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐχρεωκόπησε καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἄλλων σωτήρων, εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δηλῶ ὅτι θὰ καταψηφίσω τὴν Γερουσίαν.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.

(Ὥρα 7 μ. μ.)

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ

(Ὥρα 7.15′ μ. μ.)

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Προκειμένου νὰ διεξαχθῇ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου, ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας.

§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ περὶ τῆς τελευταίας φράσεως «καὶ τῆς Γερουσίας».

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι αὐτονόητον τοῦτο. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Σ. Τσακόπουλος καὶ Λ. Κουτσοπέταλος. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας λέγουσι «ναὶ» οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὸν λέγουσιν «ὄχι». Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Τσακοπούλου καὶ Λ. Κουτσοπετάλου, τοῦ κ. γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Ἀγγελόπουλος ΟΔ. Μπούκουρας
Ν. Ἀμηρᾶς ΝΣ. Πολυζωγόπουλος
Μιχ. Ἀργυρόπουλος ΝΚ. Κανακάρης Ροῦφος
Χαρ. Βοζίκης ΠΒασίλειος Σαγιᾶς
Γ. Γεωργιάδης Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
Κ. Δεμερτζῆς ΝΙ. Σισίνης Ο
Α. Δουλγερίδης ΝΔ. Στεφανόπουλος
Γ. Ἐπειρῖκος ΝΓ. Βοραζάνης
Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης ΝΚ. Γεωργαντόπουλος Ο
Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝΓ. Ζερβός Ν
Ν. Κρανιωτάκης ΟΛ. Θεοδωρίδης Ν
Θ. Νικολούδης Κ. Κωνσταντινίδης Ο
Χρ. Λαδᾶς ΟΛ. Λαμπριανίδης Ν
Γ. Μερκούρης Κ. Ὀρφανός Ν
Δ. Μπαμπᾶκος ΟΧ. Πανταζίδης Ν
Ἰωάν. Ράλλης ΟΧ. Παπάζογλου Ν
Ἀναστ. ΣτρατηγόπουλοςΝΛ. Παπαπαναγιώτου
Π. Τσιτσεκλῆς ΟΑ. Χαΐνογλου
Γ. Ἀθανασιάδης Β. Χατζηλίας Ν
Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚ. Βλαχοθανάσης Ν
Γ. Καλαντζόπουλος ΟΙ. Βογιατζῆς Ο
Ι. Καναβός ΝΘ. Κακαρᾶς
Δ. Κατσάνος ΟΣ. Οἰκονομίδης Ν
Γ. Καφαντάρης ΝΘ. Παπαστρατῆς Ν
Ἰωάν. Νικολίτσας ΟΠ. Χατζηπᾶνος Ν
Ἰωάν. Παπαϊωάννου ΟΔ. Βοῦλτζος Ο
Σπυρ. Τρικούπης ΟΘ. Γοῦσκος Ν
Γ. Τσακανίκας ΝΝ. Κολυβᾶς
Ἰωάν. Τσιγκόλης ΝἘμ. Λούντζης
Α. Γρηγοριάδης ΝἈντ. Γαλανάκης
Δ. Δημάδης ΝΓ. Κοκινάκης Ν
Γ. Παπαπαράσχος ΟΓ. Μαρῆς Ν
Α. Χατζηνώτας Β. Μεϊμαράκης Ο
Ἀπ. Ζούζουλας ΟΙ. Περδικογιάννης
Σπυρ. Ἠλιόπουλος ΝΚ. Πολυχρονάκης Ν
Γ. Καρπετόπουλος ΟΓ. Φραγκιαδάκης
Γ. Μηναῖος ΟΔημ. Ἀμπατζόπουλος Ν
Ι. Μουντζουρίδης Ι. Ι. Ἄμποτ
Π. Πετρίδης ΝΘ. Ἀνδρεάδης
Σπ. Στάης ΟἈλ. Βουτυρᾶς Ν
Π. Τσαλδάρης ΟΖ. Βεντούρας Ο
Κ. Τσαλδάρης ΝΝ. Δαρβέρης Ο
Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΔ. Εὐθυμιάδης Ν
Ἠλίας Ἀποσκίτης ΝΜ. Θεοδωρίδης Ο
Θ. Γρηγορίου Λ. Ἰασονίδης Ν
Γ. Μπακόπουλος ΟΔ. Κάκαβος Ο
Ν. Μπακόπουλος ΝΙ. Καυταντζόγλου Ο
Δ. Πλαπούτας Μ. Κύρκος Ν
Θεόδ. Τουρκοβασίλης Λ. Κυβετός Ν
Α. Τροχάνης Μεντὲς Λιάο ΜεσατζῆςΝ
Ν. Τριανταφυλλᾶκος Κ. Μουζενίδης Ν
Σπυρ. Τσακόπουλος ΟΚ. Μιττάκος
Ν. Ἀνδρεαδάκης Ἀλ. Παπαναστασίου Ν
Ἰωάν. Κίνιας ΟΓρ. Παπανικολάου Ο
Λ. Κουτσοπέταλος ΝΣταμ. Παπάζης Ο
Μ. Μαντᾶς ΟΦ. Παπαγεωργίου
Γεώργ. Μικρός ΟἸσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ Ο
Π. Νικολαΐδης ΟΔαυΐδ Μπουχὰρ Σολάν
Γεώργ. Πεσμαζόγλου ΝΓ. Χατζηγεωργίου Ο
Α. Ἀγγελόπουλος Μ. Γούδας Ο
Τάσης Ἀναστασίου ΝΙ. Μελᾶς Ν
Κ. Γκότσης ΝΔ. Μπότσαρης Ν
Κ. Γόντικας ΝἈλ. Μυλωνᾶς Ν
Ἰωάν. Γιαννόπουλος ΟΣπυρ. Χασιώτης
Λ. Μάρκου ΝΧ. Χρηστοβασίλης Ο
Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος ΝἈλκ. Λούλης Ν
Γ. Ἐξηντάρης ΝΑ. Μισυρλῆς Ο
Αὔγ. Θεολογίτης ΝΦ. Μοσχούλας Π
Σ. Καραγεώργης ΝΔ. Μπενάκης Ν
Στ. Νικολαΐδης ΝΠ. Μποῦτος Ο
Α. Παπαδᾶτος ΝΠ. Σάκκης
Ε. Σταυρίδης ΟΕ. Φεσᾶς Ο
Ι. Τσονταρίδης ΝἸωάν. Βατίστας Ο
Εὐθύμ. Βελλιανίτης ΝΠ. Διαμαντόπουλος Ν
Δ. Ζερβός Ἐμ. Μαχαίρας Ν
Ἰωάν. Θεοτόκης ΟΓ. Προυκάκης Ν
Σπυρ. Παϊπέτης ΟΣ. Σακαλῆς Ν
Α. Πιέρρης Σ. Συμεόνογλου Ν
Β. Ἀλεξᾶτος Δ. Σκυλίτσης Ο
Ι. Μεταξᾶς ΟἸωάν. Σπετσιώτης Ο
Κοσμ. Μπουρμπούλης ΟΓ. Στρίγκος Ν
Α. Φωκᾶς ΝΣωτ. Σωτηριάδης Ο
Λ. Ἀνδρεάδης ΝΘ. Μαγκριώτης Ο
Γ. Βαρβούτης ΝΚ. Μαζαράκης Ν
Α. Ζάχος ΟΓρ. Τηληκίδης
Γ. Κακουλίδης ΝΠ. Χρυσοβέργης
Ν. Κουπαροῦσος ΝΑ. Βαλαωρίτης Ο
Γ. Μπούσιος ΟΓ. Μπανιᾶς Ν
Η. Παπαδόπουλος ΝΛ. Τσιῶκος Ο
Κωνστ. Ἀλαβάνος ΝΘ. Χαβίνης Ν
Δ. Βοκοτόπουλος ΟΚ. Καλκάνης Ο
Μ. Δερλερές Μ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Κ. Ἐμπειρῖκος Β. Σκουλᾶς Ν
Π. Εὐριπαῖος Ε. Φωτάκης Ν
Ν. Καμπάνης ΟΧασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου-
Π. Καμπάνης Οσταφᾶ Ν
Περ. Μαζαράκης ΝἈν. Μπακάλμπασης Ν
Κ. Ναυπλιώτης ΟΧαβοὺζ Ὀσμάν Ν
Θ. Βαρβιτσιώτης Σουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ Ν
Ν. Δ. Κουμάνταρος ΟΦεχμῆ Χασὰν βέη ΖαδέΝ
Π. Παπαδᾶκος ΟΚ. Τελωνίδης Ν
Δ. Πετρακάκος ΟἈθ. Σινόκας Ο
Γ. Φικιώρης ΝΝικόλ. Βλιάμος Ο
Α. Ἀποστολίδης ΟΣ. Μανταφούνης Ν
Ε. Γκλαβάνης ΝΘεμ. Σοφούλης Ν
Α. Εὐφραιμίδης ΝἘμ. Χατζηδάκης Ο
Β. Ζησιάδης ΟΠ. Ἀλεξιάδης Ο
Κωνστ. Θέος Α. Ἀργυρός Ο
Ἀλ. Ἰωαννίδης ΟΔ. Δούκας Ο
Δ. Καζάκης Α. Λαζαρίδης Ν
Κ. Καρτάλης Ν. Μανούσης Ν
Ἀνδρ. Κόρακας Ν. Τερλόγλου Ν
Σ. Μάξιμος ΟΔημ. Φλωριᾶς Ν
Α. Μέρος Π. Μπούμπουλης Ο
Κ. Σπυρίδης ΝΚ. Πετσάλης Ν
Μ. Κοθρῆς ΝΧρ. Ἀλαμανῆς Ν
Ροῦσσος Κούνδουρος ΝΣ. Ἀλεξιάδης Ο
Ε. Μοδάτσος ΟΠερ. Ἀλεξανδρῆς Ν
Α. Γαληνός ΝἈδὰμ Ἔξαρχος Ο
Γ. Θεοδοσιάδης ΝΕ. Ζούκας
Γ. Καλδῆς ΝΓ. Σίδερης Ν
Β. Καραπαναγιώτης ΝΣ. Ταλιαδοῦρος Ο
Σ. Κρητικᾶς ΝΣωτ. Χατζηγάκης
Γ. Λαζανᾶς ΟΦ. Χρηστοδῆμος
Γ. Παπανδρέου Α. Ψάρρας
Μ. Λαίλιος ΝΙ. Μάνος Ν
Δ. Σάλτας ΝἈθ. Μιαούλης
Κ. Σῖμος ΝΑ. Σαχτούρης Ν
Π. Ἀντωναρόπουλος ΟΝ. Βελέντζας Ο
Γ. Καντιάνης ΟΣ. Γάτος Ο
Α. Ἐμπ. Κουμουνδοῦρος Ἰωάν. Εὐταξίας
Π. Μερλόπουλος ΝΣπυρ. Κρεμεζῆς Ν
Εὐστ. Μαλαμίδας ΝΜ. Βολουδάκης Ν
Χ. Στεργιόπουλος ΝΑ. Μητσοτάκης Ν
Ι. Τζίβας ΟΠ. Πολυχρονίδης Ν
Θαλῆς Τσιριμῶκος ΝΓ. Σήφακας Ν
Δ. Χατζῖσκος Α. Ἀνδρεάδης Ν
Ι. Βαλαλᾶς ΝΒ. Κουκουρίδης
Φ. Δραγούμης ΝΘ. Πανταζίδης Ν
Ν. Κυριακόπουλος ΟΑ. Παχνός Ν
Σ. Λιούμπης ΟΑ. Πολεμίδης
Γ. Μόδης ΝἈλ. Κανάρης Ν
Δ. Τζίμας ΟΝ. Μαμούνης Ν
Ἀλ. Ξανθόπουλος Ν

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 227. Εἶπον «Ναὶ» 133, εἶπον «Ὄχι» 92 καὶ ἠρνήθησαν ψῆφον 2. Ἑπομένως ἡ πρότασις «περὶ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας» ἐγένετο δεκτή. (Χειροκροτήματα). Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς ὅπως ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον.

§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 2. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας.

§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 2ον ἄρθρον).

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων. 1ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 13 8)βρίου 1926 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας». 2ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑλβετίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Νοεμβρίου 1926 προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως». 3ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σουηδίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 10 7)βρίου 1926 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας». 4ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας συμβάσεως περὶ ἰθαγενείας». 5ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 13 8)βρίου 1926 συμβάσεως προξενικῆς καὶ ἐγκαταστάσεως». 6ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας ὑπογραφείσης ἐν Τυράννοις τῇ 25 Ἰουνίου 1926 συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν». 7ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως ἁπλοποιήσεως τῶν τελωνειακῶν διατυπώσεων». 8ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ὑπογραφείσης ἐν Ρώμῃ τῇ 24 Νοεμβρίου 1926 συμβάσεως ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας ὡς καὶ τῆς ταυτοχρόνως ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ ἁλιείας». Θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ νὰ καταρτίσω τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη.

§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Χαβίνης, Β. Καραπαναγιώτης, Α. Θεολογίτης, Α. Μελᾶς, Ι. Καλογερᾶς κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ψηφίσεως τῶν τριῶν πρώτων κεφαλαίων τοῦ Συντάγματος πλὴν τῶν ἄρθρων 2 καὶ 19, ὡς ἐψηφίσθησαν παρὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς». Ἐπίσης οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Σοφούλης, Α. Μητσοτάκης, Κ. Ἀλαβάνος, Ρ. Κούνδουρος, Θ. Τσιριμῶκος κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ἀναβολῆς πάσης ἄλλης νομοθετικῆς ἐργασίας μέχρις ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος». Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις. (Ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 3. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν.

§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 3ον ἄρθρον).

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκει): «Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ Δικαστηρίων ἀνεξαρτήτων, ὑποκειμένων μόνον εἰς τοὺς νόμους. Αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκδίδονται καὶ ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας».

§35Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι τὰ δικαστήρια ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ ἐφαρμόζουν νόμον, οὗτινος τὸ περιεχόμενον ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα».

§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν πρέπει νὰ τεθῇ αὐτό. Οἱ νόμοι ἑρμηνεύονται καθ’ ὡρισμένους κανόνας. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα». Θὰ εἴπωμεν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐπίσης λέγεται «εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Τοῦ «Κράτους» εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο Κράτος. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γεμίζωμεν τὸ Σύνταγμα μὲ λέξεις.

§38Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας εἶναι ὀρθωτάτη. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα.

§39Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ τὸ γράψωμεν.

§40Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀποκλείεται, μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῖ τις τοῦτο, ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται ἀντισυνταγματικοὶ νόμοι ὅταν ἀντίκεινται καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα. Διότι δύναται νὰ ἀντίκειται νόμος τις εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ νὰ μὴ εἶναι ἀντισυνταγματικός.

§41Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τοῦτο γίνεται διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἰδέα ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται ἀντισυνταγματικοὶ νόμοι.

§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νὰ φέρω ἓν παράδειγμα. Ὑπῆρχε τὸ προηγούμενον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει νὰ τεθῇ ποινὴ ἄνευ προηγουμένου νόμου. Ποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως αὐτῆς; Ἦτο ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ μεταγενεστέρως διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἔγινε προηγουμένως. Ἂν θέλητε νὰ βάλωμεν καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα θὰ συμβῇ τοῦτο, εἷς νόμος νὰ ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα καὶ νὰ μὴ ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα.

§43Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Οἱ νόμοι δυνατὸν νὰ ἀντιστρατεύωνται εἰς τὸ πνεῦμα χωρὶς νὰ ἀντιστρατεύωνται καὶ εἰς τὸ γράμμα.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἴπωμεν «τὸ περιεχόμενον ἀντιτίθεται εἰς τὸ Σύνταγμα». (Ἀναγινώσκει): «Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δύο συνεδριάσεις κλπ.

§45Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλομεν νὰ τεθῇ τοῦτο: μόνον ὅταν τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Δηλαδὴ νὰ μὴ ἐξετάζηται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἂν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δύο συνεδριάσεις κλπ.

§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Τὸ «τῶν» εἶναι περιττόν.

§47Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις δὲν ἔχουν τόπον εἰς τὰς ὑποσημειώσεις ἐφόσον αὐτὴν τὴν στιγμὴν καταρτίζομεν Σύνταγμα. Διατί νὰ μὴ ἀποτελέσουν ἓν Σῶμα μετὰ τοῦ Συντάγματος;

§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 4ον ἄρθρον).

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκει).

§50Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἔχει παραλειφθῆ κατὰ λάθος κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, εὑρισκομένη καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀντίκειται ἡ διατήρησις τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως εἰς τὰς Ν. Χώρας καὶ τῇ Κρήτῃ μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ αὐτῆς.

§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ὑπάρχει ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 5 τὸ νὰ ὑπάγωνται γενικῶς αἱ ἐκκλησίαι εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημερινὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον δὲν προσαρμόζεται πρὸς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ προσαρμόσωμεν.

§52Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον. Ὄχι ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.

§54Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, ἀποτελεῖ ἀναμφιβόλως τὴν σπουδαιοτέραν διάταξιν καὶ ἴσως ἴσως καὶ ἀνωτέραν καὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως, διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Πολιτείας.

§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι δά.

§56Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Βεβαίως, κατ’ ἐμέ. Καὶ μοῦ εἶναι ἀπολύτως λυπηρὸν τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς τέως Συνελεύσεως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς σημερινῆς Βουλῆς τὰς διατάξεις περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας ἐξετόπισαν ἀπὸ τῆς προνομιούχου θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔταξεν αὐτὰς ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἔθηκαν δὲ αὐτὰς ἐν πολλῷ ἥττονι μοίρᾳ. Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι προωρισμένον μόνον νὰ δίδῃ δύναμιν εἰς θεσμοὺς δικαίου, οἵτινες ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ὑπὸ τῆς πείρας κατεδείχθησαν ἀναγκαῖοι, ἀλλὰ εἶναι ἐξίσου ὑποχρεωμένον νὰ περιλαμβάνῃ διατάξεις, αἵτινες ἀπορρέουσιν ἀπὸ τὴν κοινὴν συνείδησιν. Καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἔταξεν ἐξ ἀρχῆς τὰ ἄρθρα περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας πρῶτον καὶ δεύτερον. Ἀλλ’ ἔτι πλέον. Ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ὁ ἱερὸς ἀγὼν τῆς ἀνεξαρτησίας ὅλα τὰ πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν κατὰ τὴν δεκαετῆ διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος τούτου, ὅλα τὰ πολιτεύματα καὶ τὰ μετέπειτα Συντάγματα ὅλα εἶχον ἓν προοίμιον καὶ μίαν ἐπίκλησιν. Καὶ ἡ ἐπίκλησις ἐκείνη καὶ ἡ ἐπίκλησις ἐξαφανίζονται. Τὸ προοίμιον ἐκεῖνο εἶναι ἁπλούστατα ὁ κρίκος, ὅστις ἑνώνει τὴν Πολιτείαν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἁπλούστατα μία ἱερὰ παράδοσις, ἀπὸ τὰς ὡραιοτέρας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ παράδοσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐξεπορεύθη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδοξον. Ἐμελέτησα τὴν ἔκθεσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἴδω διὰ ποῖον λόγον ἐξοβελίζεται τὸ προοίμιον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει πρὸ τοῦ Συντάγματος καὶ εἶδον ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὴν ἐπιστήμην. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ ποίαν ἐπιστήμην προῆλθεν ἡ Ἑλλάς; Ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην τῆς Δύσεως; Ἀλλ’ ὑπῆρχε σύγχυσις μεταξὺ τῆς ἐπιστήμης τῆς Δύσεως καὶ τῆς παραδόσεως τῆς Ἑλληνικῆς. Ὑπῆρχε σύγχυσις θλιβερά, διότι ἄλλη ὑπῆρξεν ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Δύσει καὶ ἄλλη ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐπιστήμης ἐκεῖ καὶ ἄλλη ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἀνατολῇ. Ἡ ἐπιστήμη ἐν τῇ Δύσει ἐπολεμήθη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ δεδικαιολογημένως ἡ ἐπιστήμη ἐν τῇ Δύσει ἐτάχθη πάντοτε ἀντιμέτωπος τοῦ Βατικανοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἐν τῇ Δύσει ἐπίεζε τὴν ἐπιστήμην καὶ δὲν ἄφινεν αὐτὴν νὰ προοδεύσῃ καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιστήμη ὑπῆρξε πάντοτε κατὰ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἐν Εὐρώπῃ. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι συνέβη τὸ ἀντίθετον. Ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν πατριωτισμὸν ὑμῶν διὰ νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ὅτι τὸ προοίμιον τῶν πολιτευμάτων ἡμῶν, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐγεννήθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἐμεγαλύνθη, τὸ προοίμιον, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει διὰ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος, τὸ προοίμιον αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἦτο ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν.

§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ἔχωμεν τότε νεωτερισμούς.

§58Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὁ νεωτερισμὸς αὐτὸς δημιουργεῖ, κ. συνάδελφε, πολίτευμα ἀντιορθόδοξον, πολίτευμα ξένον πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰς Ἑλληνικὰς παραδόσεις καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἵνα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀποφανθῇ ἂν θέλῃ νὰ μείνῃ τὸ πολίτευμα τὸ ὀρθόδοξον ἢ ὄχι.

§59Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν σημασίαν ἔχει αὐτὸ τὸ προοίμιον;

§60Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἔχει ὑψίστην σημασίαν. Εἶναι ὁ κρίκος, ὁ ὁποῖος συνδέει τὴν Πατρίδα σας, κ. Μερλόπουλε, μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, εἶναι ὁ κρίκος ἐκεῖνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προήλθετε σεῖς καὶ ὅλοι ἡμεῖς.

§61Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπίκλησις τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Συντάγματος.

§62Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὑπῆρξε πάντοτε οὐσιῶδες ὅλων τῶν ἀπὸ τοῦ Ἀγῶνος πολιτευμάτων συστατικόν. Ἂν μελετήσητε τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως τῆς πρώτης, θὰ ἴδητε ὅτι ὅλη ἡ Συνέλευσις ἠγέρθη καὶ ἐφώναξεν «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι» καὶ ἔθεσε τὸ προοίμιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 62. Δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ ἡ Βουλή, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἀρχικήν των θέσιν τὰ πράγματα, ὀφείλει νὰ ἀφίσῃ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον ὅπως εἶχον. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πρὸς τί αὐτὸς ὁ νεωτερισμός, πρὸς τί ἡ σπουδὴ αὐτὴ τῆς μεταβολῆς τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐφόσον ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς τροπολογίας θὰ ὁμιλήσω ἔπειτα ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν δύο ἄρθρων.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§64Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετρακάκος, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ δεκτή. Δὲν γνωρίζω διατί ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ τριακονταμελὴς ἢ εἰκοσιεννεαμελὴς τῆς Δʹ Συνελεύσεως ἤλλαξε τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀσεβές, διότι ὤφειλεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν πολιτεύματος νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀπὸ τοὺς δύο παράγοντας τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς μελλούσης ἐθνικῆς σταδιοδρομίας, ἀπὸ τὴν Πίστιν καὶ τὴν Πατρίδα, προηγεῖται ἡ Πίστις. Ὑπὸ τὸ σύμβολον, τὸ ὁποῖον ἀνεγεννήθη ἡ Ἑλάς, ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, διότι εἶναι παραγνώρισις ἐθνικῶς ὀλεθρία ἡ παραγνώρισις τῆς ὑπεροχῆς τῆς Πίστεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἔφερον ἀντίρρησιν ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνταγματικῆς, διότι ἡ Βουλὴ ἀνέθεσεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν χωρὶς νὰ τῆς δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ μεταβάλῃ τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα· ὡρισμένη μάλιστα ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν τροπολογιῶν, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει εἰς αὐτήν. Αἱ τοιαῦται τροπολογίαι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτήν.

§65Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστηρίξατε ὅμως τὰ ἐνάντια.

§66Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ ἐκ λόγων εὐσεβείας καὶ ἐκ λόγων προνοίας ἐθνικῆς πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων καὶ πρὸ τοῦ ἄρθρου τῆς ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας νὰ θέσῃ τὸ ἄρθρον περὶ τῆς Θρησκείας, οἷον ἦτο εἰς πάντα τὰ προηγούμενα Συντάγματα ἀπὸ τὰ Συντάγματα τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1863 καὶ τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος τοῦ 1911. Μετὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω δι’ ὀλίγων τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχω ὑποβάλλει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν τὰς ὑπέβαλον δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν καὶ δὲν τὰς ὑπέβαλον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι δὲν ἤθελον νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐκ μέρους ἐμοῦ, ἀντιβενιζελικοῦ, ζητεῖται νὰ παρελκυσθῇ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοῦτο περιωρίσθην μόνον καὶ πάλιν εἰς ὀλίγας τροπολογίας....

§67Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἠμπορέσατε τὸ ἐκάματε.

§68Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. .... μία τῶν ὁποίων ἦτο ἡ κατάργησις τῆς Γερουσίας, ἥτις πρὸ ὀλίγου ἀνεστηλώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύει γενικῶς τὸν προσηλυτισμόν. Ἀλλὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἰδίως μετὰ τὸν πόλεμον ἀνεπτύχθησαν περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν νὰ ὁρισθῇ σαφέστερον καὶ θετικώτερον ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ὅταν λέγωμεν ἐν τῷ Συντάγματι «ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται ἐννοοῦμεν ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμὸς κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται ὅμως ἐν τῷ Συντάγματι καὶ δύναται μία ἐκ τῶν ἄλλων γνωστῶν Θρησκειῶν νὰ μετέλθῃ τὸν προσηλυτισμὸν καὶ κατὰ πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας καὶ κατὰ τῆς ἰδικῆς μας καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται γενικῶς. Δὲν προστατεύεται λοιπὸν ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ διὰ τοῦ τοῦτο ἐθεώρησα ἐπιβαλλόμενον, ἀναγκαιότατον νὰ καθορισθῇ ἡ διατύπωσις, νὰ ὁρισθῇ δηλαδὴ θετικῶς ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ προσηλυτισμοῦ ἐνδιαφέρει τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἐνδιαφέρει οὔτε τὴν Δυτικὴν Ἐκκλησίαν, οὔτε τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Διαμαρτυρομένων., οὔτε τὸ Τέμενος τῶν Μωαμεθανῶν, οὔτε τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἀρμενίων. Δὲν πιστεύω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θὰ ἔχῃ μελετήσει τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ἡ δευτέρα τροπολογία εἶναι ἡ μετάφρασις τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ αὐτὸ εἶναι ἁπλῶς ὡρισμένον ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐπιβάλλεται ἡ συμπλήρωσις τῆς διατάξεως ὑπὲρ τοῦ—ἂς εἴπω τὴν λέξιν, καίτοι δὲν εἶναι ἀκριβής—ἀμεταφράστου τῶν Γραφῶν, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπαιτεῖται γενικῶς πάλιν ἡ ἄδεια τῆς Ἐκκλησίας. Ποίας Ἐκκλησίας; Ἐν τῷ παρελθόντι συνεζητήθη τὸ πρᾶγμα καὶ κατὰ τὸ 1911 ἀπεφασίσθη νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερον ἡ κατάστασις, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ Πατριαρχεῖα, ἡ ὁλικὴ ὑποδούλωσις αὐτῶν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἐρωτηθῇ τὸ Πατριαρχεῖον διὰ τὴν μετάφρασιν τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἀλλ’ ἐπιβάλλει νὰ ἐρωτηθῇ μόνον ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δεύτερον, κατὰ τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἡ εὐσέβεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τῆς Συνελεύσεως δὲν ἐφαντάσθη ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπόδοσις τῶν Ἁγίων Γραφῶν εἰς γλῶσσαν ἐπαχθῆ. Μάλιστα ὁ νόμος ΣΑʹ, ὁ καταστατικὸς τῆς Ἐκκλησίας νόμος ἐν εἴδει ἄρθρου ἐπιβάλλει τὴν φροντίδα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ὅπως μὴ γίνεται ἀπόδοσις τῶν Ἁγίων Γραφῶν ἀντιθέτως ἢ ἐπιζημίως πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ τροπολογία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον αἴρει τὴν μετάφρασιν τῶν Ἁγίων Γραφῶν ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀδείας αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τίθησι καὶ διάταξιν εἰδικὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Εἷς θέλει νὰ μεταφράσῃ τὴν Ἱερὰν Γραφήν, τὴν μεταφράζει καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς γλῶσσαν ἔστω καὶ μαλλιαρὴν ἢ ἄλλην ἀνάλογον ἢ κακήν, ἑλληνιστὶ μὲν οὐχὶ ὅμως μαλλιαριστήν, ἑλληνιστὶ μὲν ἀλλ’ ἐσφαλμένως. Αὐτὴ ἡ ἀπόδοσις τῶν βιβλίων δὲν τιμωρεῖται. Δὲν ὑπάρχει ποινικὴ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ τιμωρῇ αὐτὴν τὴν ἀπόδοσιν καὶ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τὴν κυκλοφορίαν. Ὁ νόμος «περὶ Τύπου» ὁ παλαιός, ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλή, ἔχει μίαν διάταξιν διὰ βιβλία τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μὴ διασαλεύουν τὴν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν ἠθικήν. Ἀλλ’ ἠθικὴ διάταξις διὰ τὴν μετάδοσιν τῶν Ἁγίων Γραφῶν δὲν ὑπάρχει. Καὶ δὲν ὑπάρχει διότι οὐδεὶς ἐφαντάζετο ὅτι θὰ εὑρίσκετο Χριστιανὸς ἀσεβὴς ὅπως ὁ Πάλλης. Ἐν τῇ τροπολογίᾳ προστίθεται διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ μὲν συγγραφεὺς τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως, τὰ δὲ ἐκτυπούμενα βιβλία δημεύονται καὶ καταστρέφονται, διότι ἡ μὲν ποινικὴ διάταξις τῆς στερήσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ συγγραφέως ὅταν βλέπωμεν ὅτι ἡ προπαγάνδα τῆς Γʹ Διεθνοῦς δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ προβάλῃ ἕνα οἱονδήποτε συγγραφέα οἱασδήποτε κοινωνικῆς θέσεως νὰ τὸν τιμωρῇ ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη καὶ νὰ κυκλοφορήσουν τόσα βιβλία εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ νὰ λάβῃ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον δὲν θέλει βέβαια ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν θέλει βέβαια ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἀπὸ ἑκατὸν καὶ πλέον ἐτῶν, ἀπὸ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος. Πιστεύω ὅτι καὶ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ πρὸς ἀσφάλειαν τῆς ἀποδόσεως τῶν Ἁγίων Γραφῶν κατὰ τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκρίνῃ μόνον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.

§70Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐν ἀρχῇ τοῦ ὅλου Συντάγματος, ἡ ἐν ἀρχῇ τοῦ δευτέρου κεφαλαίου, ἡ κατάταξις τῆς περὶ θρησκείας διατάξεως ἐπακολουθοῦν καὶ ἄλλαι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐν σχέσει πρὸς τὰς παλαιὰς κατατάξεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν διὰ τὴν χαρακτηριζομένην καὶ ὀνομαζομένην καὶ ἐπικρατοῦσαν ἐν Ἑλλάδι Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν μίαν θέσιν μειονεκτικήν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε Συντάγματα, δὲν ὑπῆρχεν ἴσως οὔτε εἰς τὴν διάνοιαν τῶν τροποποιησάντων τὴν κατάταξιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὡς πρώτη παράγραφος εἰς τὸ νῦν ἄρθρον φέρεται μία γενικὴ ἀναγνώρισις τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Εἶναι μία γενικὴ διάταξις, ἥτις οὔτε θίγει κανένα, οὔτε προβιβάζει κανένα. Ἔπειτα ἔρχεται μία ἄλλη παράγραφος, ἡ δευτέρα, ἡ ὁποία προηγεῖται τῆς τρίτης παραγράφου, ὅπου γίνεται λόγος περὶ ἐπικρατούσης θρησκείας.

§71Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911;

§72Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δι’ ἐμὲ ἕνα εἶναι· τὸ νῦν προσαγόμενον. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον λέγει (ἀναγινώσκει). Ἡ αὐτὴ παράγραφος ἐλήφθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ τελευταίου Συντάγματος. Προηγεῖται ὅμως αὐτῆς ἡ δευτέρα παράγραφος, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς λατρείας πάσης θρησκείας τελοῦνται ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων....κλπ.» Εἰς τὴν φράσιν ἄρα «πάσης γνωστῆς θρησκείας» περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ἥτις χαρακτηρίζεται παρ’ ἡμῶν ὡς μία ἐκ τῶν πολλῶν γνωστῶν θρησκειῶν. Ἔπειτα τὰ τῆς λατρείας ἐπιβάλλονται ἐλευθέρως. Ἡ λέξις «ἐλευθέρως» ἀντικατέστησε τὴν λέξιν «ἀπολύτως». Εἶναι καὶ αὐτὸ μιᾶς δευτερευούσης σημασίας ζήτημα. Προσετέθη ὅμως καὶ μία ἄλλη διάταξις καινοφανής, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ νέον Σύνταγμα (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ οὐχὶ μόνον τῶν ἄλλων γνωστῶν θρησκειῶν, ἀλλ’ ἡ τῆς ἐπικρατούσης ἐν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ χρηστοήθεια καὶ ἡ εὐσέβεια πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν.

§73Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πῶς ἰσχυρίζεσθε ἐν τῇ διανοίᾳ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰ χρηστά.

§74Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν διάνοιαν, τόσῳ τὸ χειρότερον, διότι δὲν παρεδέχθημεν ὅτι ὑπάρχει—ὅλοι Χριστιανοὶ εἴμεθα—εἰς τὴν διάνοιαν τῶν συναδέλφων αὐτῶν ἡ ἐξαίρεσις τῆς ἀπιστίας. Ὡς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῷ Κράτει θρησκείαν ἀπὸ τὰς ἄλλας γνωστὰς θρησκείας δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ ἡ κατάταξις τῶν νέων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ ἐν προκειμένῳ νὰ φαίνεται φανερὰ ἡ διατήρησις μεταξὺ τῆς ἐπικρατούσης ἐν τῷ Κράτει θρησκείας.

§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Νομίζω ὅτι ἡ σειρὰ εἶναι ἄριστα διατυπωμένη.

§76Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ νομίζω τὸ ἀντίθετον;

§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ τεθοῦν σύμφωνα μὲ τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον αἱ γενικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι προστατεύουν τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν; Τὸ δικαίωμα παντὸς πολίτου εἶναι νὰ τίθενται καὶ μερικαὶ γενικαὶ ἀρχαὶ τῆς προστασίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Αὐτὰ εἶναι εἰς τὸ 1ον καὶ τὸ 2ον ἄρθρον. Εἰς τὸ 2ον ἐπίσης ἄρθρον εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα, διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀναγνηρίζητε εἰς ἕνα ἄνθρωπον τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ τῷ ἀναγνωρίζητε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς λατρείας τῆς ἐξασκήσεως τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀμέσως κατόπιν ἔρχεται ἡ καθιέρωσις τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὴν θρησκείαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Π. χ. βλέπετε τὴν ἀντίφασιν εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἐκ τοῦ ὅτι τίθεται εἷς γενικὸς κανὼν δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζεται ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς λατρείας ὑπὸ ὡρισμένους περιορισμούς.

§78Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ μὴ συμμερίζεσθε τὴν γνώμην μου, ὅπως καὶ ἐγὼ νὰ νομίζω ὅτι καθ’ ὃν τρόπον γίνεται ἡ κατάταξις τῶν παραγράφων, ἐφόσον ἡ γενικὴ αὐτὴ παράγραφος «τὰ τῆς λατρείας πάσης γνωστῆς θρησκείας τελοῦνται ἐλευθέρως», ἐφόσον, λέγω, δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ ἐφόσον ἕπεται κατόπιν ἡ ἀναγνώρισις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὴν 2αν παράγραφον καὶ ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τεθῇ διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ ἡ χρηστοήθεια τῆς ἐπικρατούσης ἐν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Προχωροῦμεν εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον. Ἀρχίζει μὲ τὴν παλαιὰν διατύπωσιν «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος». Λείπει ἡ πρώτη φράσις, ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα καὶ ἡ ὁποία ἔλεγεν «κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν». Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα; Κατ’ ἐμὲ ὄχι, διότι ποτὲ δὲν δύναται μία κοσμικὴ ἐξουσία, μία λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία νὰ κανονίσῃ ποία εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, διότι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως τῆς Βουλῆς.

§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ἄρθρον γράφει «τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας».

§80Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω διατί προέβητε εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατυπώσεως αὐτῆς. Ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα ἔχει ἱστορικὴν ἀξίαν, δὲν ἐπιμένω δὲ καὶ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῆς διατυπώσεως, ἀλλὰ προχωρῶ καὶ λέγω, ἀφοῦ προέβητε εἰς τὴν ἀπάλειψιν, διατί διετηρήσατε τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης δὲν εἶναι ἀντικείμενον λαϊκῆς συζητήσεως. Εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ κηρύξωμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι δογματικῶς ἡνωμένη ἢ διαφωνεῖ δογματικῶς.

§81Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν μᾶς κατηγορεῖτε;

§82Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν τὸ ἀφαιρέσατε ὅλο, ὄχι. Ἀφοῦ ὅμως προέβητε εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ ἄρθρου, θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζω διατί τὸ ἐτροποποιήσατε οὕτως ὥστε ἡ μία διάταξις νὰ λείψῃ, ἡ δὲ ἄλλη νὰ μείνῃ.

§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ μὲν φράσις «ἀναγνωρίζουσα κεφαλὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» ἀρκεῖ νὰ ὁμολογήσητε ὅτι εἶναι μία φράσις πλεονάζουσα, ἔχουσα καθαρὸν θρησκευτικὸν χαρακτῆρα, ἡ ὁποία δὲν προσομοιάζει πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ καὶ ποία θεωρεῖται πνευματικὴ κεφαλὴ τῆς θρησκείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην διάταξιν, εἶναι ἐνδεχόμενον αὔριον νὰ ἐπέλθῃ μία διάταξις ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν σύμφωνα μὲ προγενεστέραν διάταξιν λέγει «ἀκροσαλεύτως τηρεῖ κλπ.» Ἡ περαιτέρω φράσις εἶναι βγαλμένη ἀπὸ τὰ ἄλλα. Βεβαίως ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἡ ὀρθόδοξος, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μία παράδοσις καὶ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὰ θίξωμεν.

§84Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον διατὶ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν δύο, ἐφόσον ἀμφότεραι εἶναι δεκτικαὶ θρησκευτικοῦ περιεχομένου διαφεύγοντος τὴν ἀντίληψίν μας, ἐφόσον δὲν φοροῦμεν καλυμαύχια.

§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Προτείνετε νὰ διαγραφῇ;

§86Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα, ἐφόσον διεγράφη τὸ πρῶτον.

§87Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Παρακάτω γίνεται λόγος περὶ κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν οἱ κανόνες αὐτοὶ δὲν λάβουν τὴν συνταγματικὴν κύρωσιν, τί κύρωσιν θὰ ἔχουν;

§88Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἔχουν ἀνάγκην;

§89Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Βεβαίως.

§90Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τότε εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος, νομίζοντας ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἀνάγκην κυρώσεως καὶ τῶν τεσσάρων ἀγαπητῶν Μουσουλμάνων συναδέλφων.

§91Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Δι’ αὐτὸ ἐτέθη εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα.

§92Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐρχόμεθα ἔπειτα εἰς τὸ ζήτημα τῆς κηρύξεως τῆς θρησκείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς «ἐπικρατούσης». Ἡ κήρυξις τῆς θρησκείας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης θρησκείας ἐν τῷ Κράτει νομίζω ὅτι ὄχι μόνον θὰ ἔχῃ καὶ ἀρχικῶς ὅταν συνετάχθησαν τὰ πρῶτα Συντάγματα καὶ τώρα ἀκόμη ὅπου ἔγινεν αὐτὴ ἡ τροποποίησις καὶ ἔμεινεν ἀμετάβλητος αὐτὴ ἡ διάταξις, κάποιαν προνομιακὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ Κράτει. Καὶ ὅμως τί διαπιστοῦται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς θεωρίας, αὐτῆς τῆς διατάξεως; Ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα σημαίνει ἀκριβῶς τὴν ὑποδούλωσιν τῆς δῆθεν ἐπικρατούσης αὐτῆς θρησκείας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν λαϊκήν, εἰς τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν, γίνεται ἡ ἐξουσία τῆς Ἑλλάδος ἡ ἐπικρατοῦσα ἓν παράρτημα τοῦ κρατικοῦ οἰκοδομήματος. Ἐπεμβαίνομεν ἡμεῖς κατὰ τὴν ἑκάστοτε κομματικήν μας σύνθεσιν καὶ ἀντίληψιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κανονίζομεν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τοῦ δογματικοῦ καὶ κανονικοῦ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, διότι καὶ ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ζήτημα κανονικόν. Ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἐπὶ κεφαλῆς Μητροπολίτας. Δύνασθε σεῖς ἀντ’ αὐτῶν νὰ βάλητε εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτῆς ἕνα ἀρχιδιάκονον; Αὐτὴ εἶναι ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅταν ἡμεῖς ἐπεμβαίνομεν καὶ νομοθετοῦμεν τὸν Κανονισμὸν τῆς Συνόδου, ἂν πρέπει ἡ Σύνοδος νὰ καταρτίζεται ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῶν ἀρχιερέων, δὲν κάμνομεν ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἀφορῶν τὴν αὐτοδιοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας μέρος; Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ μέγα αὐτὸ ἄτοπον. Αὐτὰ τὰ εἶπον καὶ εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ λέγω ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης εἶναι ὑποβιβασμὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι δημιουργία μιᾶς θέσεως προνομιακῆς ἀπέναντι τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Ὅλαι αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι μένουν πολὺ ἐλευθερώτεραι ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναγνωριζομένην ὡς ἐπικρατοῦσαν.

§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποίαν ἔννοιαν δίδετε εἰς τὸ «ἐπικρατοῦσα»;

§94Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει χωρισμὸς Κράτους καὶ Θρησκείας, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτή.

§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔγινε μακρὰ συζήτησις. Ἡ ἔννοια εἰς τὸ «ἐπικρατοῦσα» εἶναι ἡ κυριαρχοῦσα εἰς τὸν λαὸν Ἐκκλησία, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διότι, ἂν εἰς τὸ «ἐπικρατοῦσα» ἐδίδομεν τὴν ἔννοιαν ὅτι αὕτη ἔχει ἀνωτέραν τινὰ ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, θὰ παρεβιάζομεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξιθρησκείας περὶ ἰσότητος τῶν Ἐκκλησιῶν. Ποία εἶναι ἡ συνέπεια; Ἡ συνέπεια εἶναι ὅτι ὁσάκις τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην συμπράξεως μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, θὰ συμπράξῃ μὲ τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδοξον. Πέραν αὐτοῦ δὲν ἔχει ἔννοιαν τὸ «ἐπικρατοῦσα», διότι ἄλλως θὰ παρεβιάζομεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος τῆς θρησκείας.

§96Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ κανονίσωμεν ἐδῶ διὰ τῆς σχετικῆς διατάξεως αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, τότε θὰ ἦτο ἀρκετὴ ἡ φράσις «ἐπίσημος θρησκεία εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία». Διατί νὰ εἴπωμεν τὴν λέξιν «ἐπικρατοῦσα»; Ἀκριβῶς δι’ αὐτῆς προσκρούομεν εἰς τὰς ἄλλας θρησκείας δημιουργοῦντες μίαν προνομιακὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν δὲν δημιουργοῦμεν. Ὅλαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι ἔχουν πλήρη ἐλευθερίαν διοικήσεως κατὰ τὰς ἰδικάς των διατάξεις καὶ μόνη ἡ ἐπικρατοῦσα δῆθεν θρησκεία ὑπόκειται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.

§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ «ἐπίσημος» ἐπροτάθη πάλιν καὶ ἐθεωρήθη ὅτι καὶ αὐτὸ ὁπωσδήποτε δημιουργεῖ ἀνισότητα. «Ἐπικρατοῦσα» εἶναι πιστοποίησις ἑνὸς πραγματικοῦ γεγονότος.

§98Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ «αὐτοκέφαλον» λεγόμενον. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι αὐτοκέφαλος. Ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὸ ἤδη ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα τὸ περὶ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τὸ περὶ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦ 1912 συνεβάδιζε μετὰ τῆς πραγματικότητος. Ἡ ἀρχικῶς ὑπάρχουσα κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦτο τότε πράγματι αὐτοκέφαλος. Μέχρι τοῦ 1912 εἰς τὰς αὐτοκεφάλους αὐτὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος προσετίθεντο αἱ ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διὰ τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς ἀποσπώμεναι ἐπαρχίαι, Μητροπόλεις ἢ Ἐπισκοπαὶ καὶ τοιουτοτρόπως μέχρι τοῦ 1911, ὁπότε ἐγένετο τὸ τελευταῖον Σύνταγμα, τὸ ἤδη ἀναθεωρούμενον, ὑπῆρχε, καθὼς σᾶς εἶπον, ταυτότης μεταξὺ τῆς διατυπώσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς πραγματικότητος. Πράγματι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦτο αὐτοκέφαλος, περιεῖχε 32 ἐπισκοπικοὺς θρόνους, ἐξ ὧν ὁ εἷς μητροπολιτικός. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1912 προσετέθησαν καὶ ἄλλοι περισσότεροι τῶν ἤδη εἰς τὴν αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἀνηκουσῶν ἐπαρχιῶν. Ἔχομεν σήμερον ἐν ἐνεργείᾳ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους 49 ἐπισκόπους μὲ τίτλον Μητροπολίτου καὶ 7 ἑτέρους Ἐπισκόπους ὑπαγομένους εἰς τὴν Μητρόπολιν Ἀθηνῶν, τὸ ὅλον 56 ἀρχιερατικοὶ θρόνοι. Καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς σήμερον νὰ κανονίσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι αὐτοκέφαλος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πραγματικότης αὐτή, ἐκτὸς ἂν θεωρῶμεν μόνον τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας ὡς Ἑλλάδα καὶ ὄχι καὶ τὰς νέας ἐπαρχίας. Πῶς θὰ κατορθώσωμεν λοιπὸν νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τὰς Μητροπόλεις καὶ Ἐπισκοπὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος; Δὲν λησμονεῖτε ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1913 ἐζητήθη ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα νὰ γίνῃ ὅ,τι ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας, δηλαδὴ διὰ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ γίνῃ ἡ ὑπαγωγὴ αὐτῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐκραγέντος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐσταμάτησεν εὐτυχῶς ἡ ἔκδοσις τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου καὶ ἔκτοτε ἔμεινεν ἐν ἐκκρεμότητι τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως 56 μητροπολιτικῶν θρόνων, δηλαδὴ 56 ἐπισκοπικῶν περιφερειῶν. Τὸ ζήτημα ἔμεινεν ἐν ἐκκρεμότητι καὶ ἐκ τούτου αἱ περιφέρειαι αὗται δὲν ἀνήκουν οὔτε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν λαμβάνουσι μέρος εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος οἱ Ἐπίσκοποι τῶν Νέων Χωρῶν. Ἀλλὰ μήπως διετηρήθησαν ἐντὸς τοῦ κλίματος τῶν Πατριαρχείων; Δὲν διετηρήθησαν, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὸ Πατριαρχεῖον μετὰ τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης ἀποψιλωθὲν ἐντελῶς τοῦ ποιμνίου του εἰς τὸν Πόντον, τὴν Θράκην καὶ μέρους τῶν Ἐπισκοπῶν τῆς Ἠπείρου, μένει σήμερον μὲ κλῖμα πέντε θρόνων, τῆς Ἐπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Δέρκων, τῶν Πριγκηποννήσων καὶ τῆς Ἴμβρου. Ἑπομένως, ἂν εἶχεν ἐκδοθῇ ὁ συνοδικὸς τόμος τῆς χειραφετήσεως τῶν ἤδη ἐκτὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπισκοπικῶν θρόνων, θὰ εἴχομεν τὸ Πατριαρχεῖον ἀπογυμνωμένον ἀπὸ ἐπισκοπικὰς περιφερείας. Θεωρητικῶς τοὐλάχιστον μένουσιν αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι τῶν Νέων Χωρῶν προσηρτημέναι εἰς τὸ Πατριαρχεῖον καὶ δύναται σήμερον τὸ Πατριαρχεῖον εἰς καθαρῶς ἐκκλησιαστικὰς ἐμφανίσεις, εἰς ὅλας τὰς Χώρας ὅπου γίνονται ἐκκλησιαστικαὶ Σύνοδοι, νὰ ἐμφανίζεται ὡς ἐπικεφαλὴ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπισκοπικῶν περιφερειῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς δεσμὸς μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων καὶ τῆς διοικήσεως τῶν περιφερειῶν αὐτῶν. Οἱ Ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι παραμένουν εἰς τὰ λείψανα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐντὸς τῆς Νομαρχίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δυστυχῶς ἐκανονίσθη κατὰ τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης νὰ εἶναι Τοῦρκοι ὑπήκοοι. Δὲν δύνανται λοιπὸν οὔτε εἷς ἐκεῖθεν νά μετατεθῇ ἐδῶ, οὔτε ἐντεῦθεν ἐκεῖ. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἡ δωδεκαμελὴς Σύνοδος τῶν Πατριαρχείων νὰ ἐνδυναμωθῇ μὲ Μητροπολίτας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν κανονικῶς ὑπαγομένων εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ τῶν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι καὶ μόνον τοῦτο τὸ κακόν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔλλειψις πάσης διοικήσεως ἐκκλησιαστικῆς τῶν 56 αὐτῶν περιφερειῶν, διότι τὸ Πατριαρχεῖον ὡς εὑρίσκεται καθηλωμένον ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Τουρκικῆς κακοπιστίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν καὶ ἐπιβάλῃ τὸ κῦρός του ἐπὶ τῶν Ἐπισκόπων τῶν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὄχι διότι θὰ ἔχῃ τὴν ἀντίρρησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι....

§99Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δὲν διώρισε τοὺς ὁρισθέντας καὶ ἐγκατασταθέντας εἰς τὰς ἐπισκοπικὰς περιφερείας τῶν Νέων Χωρῶν Μητροπολίτας καὶ Ἐπισκόπους;

§100Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι ὄχι μόνον οἱ διορισθέντες καὶ ἐγκατασταθέντες εἰς τὰς περιφερείας τῶν Νέων Χωρῶν Μητροπολῖται καὶ Ἐπίσκοποι ἔχουν τὸν διορισμόν των ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων προϋπαρχόντων Ἐπισκόπων ἡ μετάθεσις, ὁ νέος διορισμὸς, ἡ παῦσις, ἡ ἀπόλυσις κλπ. γίνεται τυπικῶς διὰ τῶν Πατριαρχείων, ἀλλὰ πραγματικῶς γίνεται δι’ ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀρκούμεθα πάντοτε εἰς τὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μίαν παράδοσιν καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διατηρήσωσι καὶ τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν ἐκκλησιαστικῶν τούτων ζητημάτων, εἰσέρχονται καὶ ἄλλα κομματικὰ ζητήματα, ὥστε ἡ μετάθεσις, παῦσις ἢ διορισμὸς ἑνὸς Μητροπολίτου τῶν Νέων Χωρῶν νὰ γίνεται ἀντικείμενον κομματικῶν συναλλαγῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε πάντοτε ὑπ’ ὄψει νὰ εὑρεθῇ εἷς τρόπος διοικήσεως τῶν Ἐπισκοπῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Συνεστήθη καὶ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προέβη εἰς τὴν διατύπωσιν δύο γνωμῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ τὸ συμπέρασμα αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὰ Πατριαρχεῖα, ἵνα ὑποβληθῇ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς διοικήσεως τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐσταμάτησεν ὅμως τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς δι’ ἑνὸς ἐγγράφου τῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον λέγει νὰ σταματήσῃ τὸ ἔργον ἕως ἐδῶ. Καὶ διεμαρτυρήθη ἡ Ἐπιτροπή, παραστήσασα τὸ ἄτοπον τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ τὰ ἐκκλησιαστικά, ἀλλ’ ἡ διαμαρτυρία ἀπέμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ εὑρισκόμεθα πάντοτε εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα κατὰ τὸ 1913, μετὰ πάροδον δεκατεσσάρων ἐτῶν καὶ δὲν ἔχομεν διοίκησιν ἐκκλησιαστικὴν εἰς τὰς Νέας Χώρας. Οἱ ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν καλὸν νὰ νεωτερίσωσι, νεωτερίζουν. Οἱ ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ παραμείνουν εἰς τὰς παλαιὰς συνηθείας παραμένουσιν εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ δὲν δύναται πραγματικῶς νὰ ἐπιβληθῇ καμμία ἐπίβλεψις καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ κεφαλῆς μίαν ἐκκλησιαστικὴν ἐπίβλεψιν κύρους, ἐφόσον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον προΐσταται, δὲν ἐπεμβαίνει καὶ ἐφόσον ἡ αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἂν καὶ ἔχει Σύνοδον ἀρχιερέων ὁλοκληρωτικήν, δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ καθόλου καὶ ἀντὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐπεμβαίνομεν ἡμεῖς καὶ βάζω τὸν ἑαυτόν μου μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπεμβαινόντων καὶ ἔχω πρόσφατα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναφέρω ἀπόψε, διότι ὁ σκοπὸς εἶναι γενικώτερος.

§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τί ἠμπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρῃ τὴν Ἐκκλησίαν;

§102Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐνδιαφέρει, διότι κατασκευάζομεν Συνταγματικὸν Χάρτην. Ἂν τὸν θεωρεῖτε κάτι τι μὴ σοβαρόν, τότε δὲν ἐνδιαφέρομαι καθόλου. Θὰ ἤθελον νὰ ἐπαναφερθῇ τὸ ἄρθρον ἔστω καὶ δι’ αὐτὸ τὸ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν πραγματικότητα καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτοκέφαλος ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐφόσον τὰ ⅔ τῶν Μητροπόλεων μένουσιν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως τῆς ὑπαγωγῆς τμημάτων τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ Πατριαρχεῖον εἶναι καθαρῶς πολιτικόν.

§104Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἤθελον νὰ μοὶ ἑρμηνεύσητε αὐτὴν τὴν ἀντίληψίν σας.

§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πολιτικὸν ζήτημα εἶναι διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι διετηρήθη αὐτὴ ἡ ὑπαγωγὴ ὄχι διότι δὲν ἐξεδόθη ἕως τώρα συντακτικὸς νόμος, ἀλλὰ διότι ἐθεωρήθη ἀπαραίτητον ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ μὴ ἐκδοθῇ.

§106Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὕτως ἔκρινεν;

§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα, εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, προκειμένου περὶ Συντάγματος, δὲν εἶναι νὰ λύσωμεν, ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ ὑπάγεται τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι πῶς θὰ προσαρμοσθῇ τὸ Σύνταγμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πῶς δηλαδὴ ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως περὶ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ Μητροπόλεις αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν. Αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ εἴτε γενομένης δεκτῆς τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, εἴτε προστιθεμένης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι.

§108Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἡ μέν, οὔτε ἡ δέ.

§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Βοκοτόπουλον κατὰ τοῦτο, δηλαδὴ ὅτι καὶ ἂν δὲν μεταβάλωμεν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος θὰ ἐξακολουθήσῃ παρ’ ὅλον τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος, θὰ ἐξακολουθήσῃ, λέγω, ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι αὐτοκέφαλος καὶ αἱ Μητροπόλεις τῶν Ν. Χωρῶν νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Ἀλλ’ ὀρθότερον εἶναι, διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς, νὰ ὑπάρχῃ συνταγματικὴ διάταξις. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία προσαρμόζει τὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν. Ἐφέρατε μερικὰ παραδείγματα διὰ νὰ δείξητε ὅτι ἡ ὑπαγωγὴ δὲν εἶναι πλήρης. Εἰς αὐτὸ δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, διότι εἶναι πραγματικὸν γεγονός. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ διοικεῖται; Δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία τῶν Νέων Χωρῶν θὰ διοικεῖται ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον; Ὅπως παρακαμφθῶσιν ὅλαι αἱ δυσχέρειαι αἱ ὑπάρχουσαι εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ λύσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρέπει εἴτε δι’ εἰδικῆς διατάξεως, εἴτε δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ καθεστὼς τὸ ἐκκλησιαστικὸν τῶν Νέων Χωρῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἀντισυνταγματικὸν νὰ ὑπάγωνται μερικαὶ Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Δυνατὸν τοῦτο νὰ καταργηθῇ δὲν εἶναι συνταγματικὴ ὑποχρέωσις, εἶναι συνταγματικὸν δίκαιον.

§110Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ἐμπόδιον εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν εἶναι τὸ αὐτοκέφαλον.

§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ καταργήσωμεν.

§112Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διότι ὁ ἀπώτερος σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ ἐμπέδωσις τῶν Μητροπόλεων καὶ τῶν Ἐπισκοπῶν εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ὁ ἀπώτερος σκοπός, ἐφόσον λέγομεν ὅτι δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ προσωρινὴ παραμονὴ τῶν Μητροπόλεων εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀποψίλωσιν τοῦ Πατριαρχείου. Καὶ ἀκριβῶς ἔχων ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ 1922, ὁπότε αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας συνεζητοῦμεν, ἦσαν πολὺ διάφοροι, εἶχον προτείνει ὄχι μόνον τὴν μὴ ὑπαγωγὴν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπαγωγὴν καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον πρὸς ἐνίσχυσιν τούτου, διατηρουμένης τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Αὐτὸ τὸ ζήτημα συνεζήτησε καὶ ἡ Σύνοδος τῶν Ν. Χωρῶν, ἡ Αὐτοκέφαλος δὲ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο τμῆμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ αὐτοδιοικουμένη μόνον ἐσωτερικῶς, ὄχι Αὐτοκέφαλος χειραφετηθεῖσα θυγάτηρ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

§113Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδελφή.

§114Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, λέγω, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὰς συνθήκας τοῦ 1923, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐνίσχυσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁπότε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διετήρει χριστιανικοὺς πληθυσμοὺς εἰς τὸν Πόντον, τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν καὶ τὴν Μ. Ἀσίαν, σήμερον γίνεται περισσότερον ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διὰ τῆς διατάξεως τῆς ὑπαγωγῆς ὄχι μόνον τῶν διατηρουμένων προσωρινῶς ἔστω καὶ ὑπὸ ἕνα τύπον πλείστων ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον Ἐπισκοπῶν τῶν Ν. Χωρῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διαιρουμένης καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ν. Χωρῶν εἰς αὐτοδιοίκητα ἐκκλησιαστικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ ἐπὶ τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς.

§115Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι δυνατὰ αὐτὰ σύμφωνα μὲ τὰς συνθήκας;

§116Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Νομίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἂν εἶναι δυνατὸν ἡ Αὐτοκέφαλος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἀφοῦ πρὸ δεκάδων ὁλοκλήρων ἐτῶν ὑπάρχει συνοδικὸς νόμος;

§117Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ἀδύνατον ποῦ τὸ στηρίζετε; Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἢ τὴν Πολιτείαν;

§118Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ὅτι ὄχι μόνον αἱ σχέσεις μετεβλήθησαν οὕτως ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ τὸ σκεφθῶμεν, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀκόμη. Γνωρίζετε δὲ τὸν θόρυβον διὰ νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.

§119Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ αὐτοκέφαλον ἐνέχει δύο ἐννοίας, τὴν ἐκκλησιαστικήν, τὴν κανονικὴν δηλαδή, ἡ ὁποία μόνον διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ συνοδικοῦ νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, καὶ τὴν διοικητικήν. Διοικητικῶς, καθὼς γνωρίζετε, πᾶσα Μητρόπολις εἶναι αὐτοκέφαλος. Κανεὶς Μητροπολίτης δὲν δικαιοῦται νὰ πατήσῃ εἰς ξένην Μητρόπολιν ἂν δὲν λάβῃ τὴν κανονικὴν ἄδειαν τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανών. Ἂν δὲν τηρῆται ὁ κανὼν σήμερον, δὲν σημαίνει τίποτε. Κάθε Ἐπίσκοπος εἶναι αὐτοκέφαλος ἐν τῇ Ἐπισκοπῇ του. Αὐτοκέφαλος ὅμως διοικητικῶς. Αὐτοὶ εἶναι καὶ οἱ κανόνες, οἱ Ἀποστολικοί, τοὺς ὁποίους θεσπίζομεν καὶ ἐνταῦθα. Ἑπομένως ἡ ἔκδοσις τοῦ συνοδικοῦ νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακληθῇ. Καὶ ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀμερικῆς, ἡ ὁποία ὑπήγετο εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐσχάτως δὲ κατηργήθη ἡ ἀπόσπασις καὶ ἐπανῆλθε εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἑπομένως, ἐφόσον ἔχομεν τοιοῦτον πρόσφατον παράδειγμα, δὲν εἶναι κἂν συζητήσιμον τὸ ὅτι δύναται ὁ συνοδικὸς νόμος νὰ ἀναθεωρηθῇ σήμερον, ἐφόσον πολιτικαὶ συνθῆκαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἔχομεν τὸν κανόνα τοῦ Φωτίου, ὁ ὁποῖος λέγει: «εἴωθε τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμμεταβάλλεσθαι τοῖς πολιτικοῖς».

§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀντιστρόφως πρὸς τὰς θεωρίας σας δηλαδή.

§121Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καθόλου. Σήμερον ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον, ὅπως τὸ ἔχομεν ἀφίσει, θὰ καταντήσῃ καὶ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον τῶν Ἱεροσολύμων ἀδυνατώτερον. Ἐφόσον λοιπὸν λέγομεν ὅτι εἴμεθα δογματικῶς ἡνωμένοι μὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς δογματικῆς μας ἑνώσεως. Διότι ὅταν δὲν διατηρήσωμεν τὴν βάσιν, τότε εἶναι περιττὰ καὶ νεκρὰ γράμματα ὅλα. Ἑπομένως ἔχομεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἀλλὰ ἡ διατήρησις ἐν ἐκκρεμότητι τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ν. Χωρῶν μεταξὺ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν δημιουργεῖ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ δημιουργεῖ ἕνα κίνδυνον, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν. Διότι ὅταν λέγωμεν ἐν τῷ Συντάγματι Ἐκκλησίαν ἐννοοῦμεν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τὴν Αὐτοκέφαλον, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπαρτιζομένη ἐκ τῶν τριάκοντα δύο Ἐπισκοπικῶν θρόνων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ὅταν ὅμως ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης, ὁ ἅγιος Ἰωαννίνων κλπ. ἐπιτρέψῃ τὴν μετάφρασιν τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τότε; Θὰ εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νὰ γίνῃ ἡ προσαρμογὴ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἶχον οἱ συντάκται τῆς διατάξεως αὐτῆς. Προκειμένου λοιπὸν νὰ καθορισθῇ ἀπὸ ποίαν Ἐκκλησίαν θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ μετάφρασις τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ποία Ἐκκλησία θὰ ἐποπτεύσῃ ἐπὶ τῆς μεταφράσεως;

§122Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

§123Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λέγω ὅτι εἶναι ἀνεπαρκής. Διότι μένουσιν ἔξω τῆς ἀπαγορεύσεως ὅλαι αἱ ἄλλαι Ἐπισκοπαὶ τῶν Ν. Χωρῶν.

§124Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εἶναι, εἴπατε, δογματικῶς ἡνωμένη μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν εἶναι καθαρῶς δογματικόν. Ἄρα ὑποτίθεται ὅτι δὲν χρειάζεται καὶ ἡ ἔγκρισις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

§125Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἦτο ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου ἂν δὲν εἴχομεν διαφωνήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀκριβῶς ὅτι δὲν τὸ θεωροῦσι δογματικὸν τὸ ζήτημα μερικοὶ συνάδελφοι. Διότι τότε θὰ ἦτο λελυμένον τὸ ζήτημα. Λοιπόν, ὡς συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς μου θεωρῶ ἐν πρώτοις ὅτι ἡ ἀνακήρυξις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης συνεπάγεται ὑποδούλωσιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ Κράτος. Ὅτι ἡ παραμονὴ τῶν Ἐπισκόπων τῶν Ν. Χωρῶν, πλειοτέρων κατ’ ἀριθμὸν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἐν ἐκκρεμότητι, δημιουργεῖ μίαν διοικητικὴν ἀνωμαλίαν, ἕνα σωρὸ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῶν τῶν Ἐπισκοπῶν καὶ δημιουργεῖ ἐπίσης καὶ ἕνα κίνδυνον διὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἐπίσης ὁ μὴ καθορισμός, ὡς πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν καὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας—ὅπως λέγεται εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα—ἡ ὁποία εἶναι ὁ θεματοφύλαξ τῶν διατάξεων, ἀνοίγει θύραν εἰς πολλὰς καταδολιεύσεις καὶ καταστρατηγήσεις αὐτῆς τῆς ἀπαγορεύσεως. Δι’ ὅλα αὐτὰ νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπανασταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἄρθρον αὐτό, ἵνα τὸ συζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει ὄχι μόνον τῶν ἰδικῶν μου ὑποδείξεων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἤθελον ὑποβάλει τοιαύτας.

§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀπόψε ὑπεβλήθησαν σχέδια ψηφισμάτων ὅπως ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα ἀθρόως ἄνευ συζητήσεως. Ἡμεῖς δὲν ἐδέχθημεν αὐτὰ τὰ ψηφίσματα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν γενικωτέραν ἐπιθυμίαν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου ὅπως ἐπιστρέψωμεν καθ’ ἑκάστην μετὰ τὸ φαγητὸν διὰ νὰ ἐργαζώμεθα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ἀκόμη, 11 ἐν ὅλῳ τὸν ἀριθμόν, θὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὸ φαγητόν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ. μ.

(Ὥρᾳ 9.15′ μ. μ.)

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ

(Ὥρα 10.50′ μ. μ.)

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.

§129Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ προτείνω ἵνα κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐκεῖνο, δι’ οὗ διὰ τὴν λῆψιν μόνον ἀποφάσεων χρειάζεται ἡ νόμιμος ἀπαρτία.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§131Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ προεκάλει συζήτησιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι συνάδελφοι διακεκριμένης ἐπιστημονικῆς ὀντότητος ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5ου τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἐκάκισαν ὄχι μόνον ὡς ἀντιεπιστημονικόν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀσεβὲς πρὸς τὴν Θρησκείαν τῆς Χώρας, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψήφισιν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ νὰ διατυπώσῃ τὸ προκείμενον ἄρθρον καθ’ ὃν τρόπον τὸ διετύπωσε. Πρώτη κατηγορία ἡ ὁποία διετυπώθη κατὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου, εἶναι τὸ ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὁμιλοῦν περὶ τῆς Θρησκείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐτέθη ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὡς 5ον καὶ ἐζητήθη ποῖος λόγος ἐπιστημονικὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν τοιαύτην διάταξιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἐκπλήττομαι, διότι τὸ ἐρώτημα προέρχεται ἀπὸ ἀνθρώπους ἐγνωσμένης ἐπιστημονικῆς μορφώσεως, οἱ συνάδελφοι δέ, οἱ ὁποῖοι προέβαλλον τὴν ἀντίρρησιν ταύτην, γνωρίζουν κάλλιον ἐμοῦ, ἠθέλησαν ὅμως νὰ ἀγνοήσουν εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δημοσίου δικαίου, αἱ ὁποῖαι διέπουν καὶ πρέπει νὰ διέπουν ἀπὸ νομοτεχνικῆς ἀπόψεως πᾶν νομοθέτημα, ὑπὲρ πᾶν δὲ ἄλλο τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Ἄν, κύριοι βουλευταί, ἐπρόκειτο καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα, νὰ διατυπώσουν καὶ νὰ συντάξουν εἴτε Εὐχολόγιον τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας, ἀδιάφορον ποίας Ἐκκλησίας, βεβαίως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ μίαν ὁμολογίαν πίστεως πρὸς τὴν Θρησκείαν ἐκείνην, τῆς ὁποίας τὴν Ἐκκλησίαν θὰ συνέτασσον. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὅμως, ὡς πολιτικὸν Σῶμα, συντάσσουσα τὸν πολιτικὸν Χάρτην τῆς Χώρας, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπὸ ἐπιστημονικῆς νομοτεχνικῆς ἀπόψεως νὰ τηρήσῃ ἄλλην σειρὰν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε.

§132Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ τὴν ἐστηρίξατε αὐτὴν τὴν σειράν;

§133Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, εἰς τὴν γνωστὴν παγίως παραδεδεγμένην ἀρχὴν τοῦ δημοσίου δικαίου.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας ὑπογεγραμμένη παρὰ τῶν κ. κ. Πετρακάκου, Σωτηριάδου, Τζίβα κλπ.

§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλεῖ εἷς βουλευτὴς δὲν πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις.

§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. ὑπογράψαντας τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς αὐτὴν διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ πρότασις.

§138Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ κηρυχθῇ λήξασα ἡ συζήτησις, ἀποσύρομεν τὴν ἔνστασιν.

§139Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρομεν τὴν πρότασιν, δὲν εἶναι δυνατόν.

§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πάλιν παρακαλῶ, ἀνεξαρτήτως τῆς συζητήσεως, νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις περὶ ἐνστάσεως ἀπαρτίας διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ μὴ λήξῃ αὕτη.

§141Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νὰ μὴ λήξῃ ἡ συζήτησις.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι, ἀρνοῦνται νὰ λάβουν τὸν λόγον;

§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἴδωμεν, διότι θέλομεν νὰ κάμωμεν συζήτησιν. Ἂν ὑπάρχουν κ. κ. βουλευταὶ νὰ ὁμιλήσουν, ἂς ὁμιλήσουν.

§144Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, διότι ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας εἶναι ὑπέρ ποτε καὶ ἄλλοτε εὐλογωτάτη καὶ νόμιμος καὶ συντελεστική, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις τοῦ Συντάγματος παρουσίᾳ πέντε βουλευτῶν.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ διαθέσητε τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἄλλων, δὲν εἶσθε κἂν ἐγγεγραμμένος. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐρωτήσω τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν.

§146Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Θεωροῦντες τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου συζήτησιν θεμελιώδη, θέλομεν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν βριθούσῃ Βουλῇ, ἐφόσον ὅμως ἡ συζήτησις δὲν πρόκειται νὰ λήξῃ ἀποσύρομεν τὴν πρότασιν.

§147Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται ἡ πρότασις αὐτὴ διὰ κατόπιν.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεσύρθη ἡ ἔνστασις.

§149Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνουν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὴν ἔνστασιν. Φρονῶ ὅμως ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, εἶναι, ἂν θέλωμεν ὄντως σοβαρῶς νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας, νὰ παρακληθῶσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τυγχάνουν καὶ ἀρχηγοὶ κομμάτων, νὰ καλέσουν τοὺς φίλους αὐτῶν βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται ἀνελλιπῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἵνα παύσῃ ἡ ἀσχημία αὐτὴ τῆς συζητήσεως πρὸ κενῶν ἑδωλίων. Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται καὶ πρέπει νὰ δώσουν τὸ παράδειγμα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως.

§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι παροῦσα. Ἂν δὲ τυχὸν συμβαίνῃ τινὲς τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, ἀπησχολημένοι μὲ ζητήματα τῶν Ὑπουργείων των οἱ περισσότεροι, νὰ μὴ παρίστανται εἰς τὴν Βουλήν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι λόγος νὰ μὴ συνεχίζηται ἡ συνεδρίασις, διότι ἂν τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ὑποχρεωμένα, κ. συνάδελφε, νὰ παρίστανται ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως, τότε θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ διεξαγωγὴ τῶν κυβερνητικῶν ἔργων. Ἡ συζήτησις διεξάγεται χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον πολλάκις νὰ μὴ γίνεται συζήτησις, ἢ τὸ ζήτημα νὰ μὴ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν αἴθουσαν πάντες οἱ βουλευταί.

§151Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ εἶναι τὸ ⅓ τουλάχιστον.

§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ Κανονισμὸς αὐτὸ ἐπιβάλλει, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς οὐδέποτε ἐφηρμόσθη.

§153Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καταργήσατέ τον.

§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.

§155Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ὁμιλῶ λόγῳ τῆς ἐπιβαλλομένης ἀξιοπρεπείας. Δὲν πρόκειται νὰ παρίσταται ὁλόκληρος ἡ Βουλή· πρόκειται νὰ μὴ ἀπουσιάζῃ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν δεχθῶμεν τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Γεωργίας κ. Ὑπουργοῦ, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, γενομένην ὑπὸ δύο βουλευτῶν, ἑνὸς ὁμιλοῦντος καὶ ἑνὸς ἀκούοντος.

§156Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδενὸς ἀκούοντος.

§157Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐγὼ θὰ σιωπήσω βεβαίως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδὲ τὸ λεχθὲν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς εἶναι τὸ βάσιμον, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀπουσίας τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐκτάκτως δι’ ἐνάσκησιν τῶν κυβερνητικῶν καθηκόντων, πρόκειται περὶ κατὰ συνήθειαν ἀπουσίας ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν παρουσίας. Ἐπὶ τούτου ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος καὶ διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ τακτική, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ περιφρόνησιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§159Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ἀλλοία σειρὰ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος θὰ ἦτο ἀντεπιστημονικὴ ἀπὸ τῆς ἑξῆς ἀπόψεως. Ἐφόσον πρόκειται περὶ συντάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου μιᾶς Πολιτείας, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει κατὰ πρῶτον λόγον, εἶναι νὰ καθορίσῃ ὁ Συνταγματικὸς αὐτὸς Χάρτης περὶ τίνος Πολιτείας πρόκειται καὶ ποία μορφὴ πολιτεύματος δίδεται εἰς αὐτὴν τὴν Πολιτείαν. Εἶναι τὸ Α, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ νομοτεχνικῆς ἀπόψεως πᾶς συνταγματικὸς νομοθέτης, εὐσυνειδήτως καὶ ἐπιστημονικῶς ἐκτελῶν τὸ ἔργον του. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν σκέψιν ἐτέθη ὡς 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ποία εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον συντάσσεται ὑπὸ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματος. Τούτου τεθέντος, τὰ ἀμέσως ἑπόμενα ἄρθρα ἔπρεπε, φυσικῷ τῷ λόγῳ, νὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὰς συντακτικὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου καθορίζεται τὸ πολίτευμα, καὶ τοῦτο πράττουν τὰ 2, 3 καὶ 4 ἄρθρα, καθορίζοντα τὴν τριαδικὴν διαίρεσιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ τὴν ὀνοματολογίαν τῶν ἐξουσιῶν τούτων. Τούτου τεθέντος, ἐγεννήθη τὸ ἐρώτημα καὶ εἰς τὴν Συντακτικὴν Ἐπιτροπὴν ποῖα ἄρθρα θὰ ἐπηκολούθουν μετὰ τὰ πρῶτα ἄρθρα αὐτά, τὰ καθορίζοντα τὴν σύνταξιν τῆς Πολιτείας. Ἐγεννήθησαν δύο προτάσεις μία καθαρῶς ἐπιστημονικὴ καὶ μία σύμμικτος ἐπιστημονικοῦ πνεύματος καὶ αἰσθηματολογικῆς ὑπαγορεύσεως. Ἡ πρώτη ἄποψις, ἡ καθαρῶς ἐπιστημονική, εἶναι ἡ ἑξῆς· μετὰ τὸ πρῶτον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον συντάσσει τὴν Πολιτείαν, ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰ δημόσια δίκαια τῶν πολιτῶν τοῦ συντασσομένου Κράτους. Καὶ μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν καὶ τὰ ἄρθρα, τὰ ἄρθρα, τὰ ἀφορῶντα τὴν Θρησκείαν τῶν πολιτῶν αὐτῶν, τὰ ἄρθρα οὐχὶ τὰ ἀποβλέποντα εἰς τὴν δογματικὴν ἐπιβολὴν τῆς Α ἢ Β θρησκείας εἰς τὸ Α ἢ Β πρόσωπον, ἀλλὰ τὰ καθιεροῦντα τὴν ἀνεξιθρησκείαν, τὴν ἐλευθερίαν δηλαδὴ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, τὴν θέσιν των τὴν εἶχον εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ καθιεροῦν τὰ δημόσια δίκαια τῶν πολιτῶν. Ἀπὸ καθαρῶς ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως λοιπὸν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο οὐδεμία διχογνωμία ἐγενήθη εἰς τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Συνάδελφοι ὅμως τινες διετύπωσαν τὴν εὐχήν, ὅπως ἐκ λόγων οὐχὶ βαθυτέρων, οὐχὶ ἐχόντων οὐσιαστικήν τινα σημασίαν, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ διαδηλωθῇ μία εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν διατήρησιν ἀκμαίου ἐθνικοῦ φρονήματος κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, προετάθη, λέγω, ὑπὸ τῶν συναδέλφων αὐτῶν, ἀπὸ λόγους αἰσθηματικούς, ἡ πρόταξις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν ἀφορωσῶν τὰ τῆς Θρησκείας.

§160Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ.

§161Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδέχθησαν μὲν οἱ κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, ὅτι αἱ διατάξεις περὶ Θρησκείας πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἕπωνται τῶν διατάξεων περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, νὰ ἀποτελέσουν ὅμως ἴδιον κεφάλαιον εἰς ἔνδειξιν τιμῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ἀπὸ λόγους, ἐπαναλαμβάνω, αἰσθηματικούς, πρὸς διαδήλωσιν εὐγνωμοσύνης τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία συνετέλεσε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκικῆς δουλείας εἰς τὴν διατήρησιν ἀκμαίου ἐθνικοῦ φρονήματος.

§162Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. συνάδελφε.

§163Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§164Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπῆρξαν μόνον αἰσθηματικοὶ λόγοι, ἀλλὰ καὶ ἱστορικοί. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὸ εἶπον· ἐπειδὴ ὅλα τὰ Συντάγματα ἀπὸ τοῦ 1822 μέχρι τοῦ 1911 ἔχουν τὴν παράδοσιν αὐτήν, νὰ ἔχουν ὡς πρῶτον ἄρθρον τὰ περὶ Θρησκείας, ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ἡ παράδοσις αὐτή, διότι δὲν ἐμεσολάβησε κανὲν γεγονός, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀνατροπὴν αὐτῆς τῆς παραδόσεως. Ἀλλ’ ἐδέχθην κατόπιν τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῇ προτάσει μάλιστα ἑνὸς τῶν κ. κ. συναδέλφων, νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἄρθρον τοῦ Βʹ Κεφαλαίου.

§165Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ προλαμβάνετε, κ. Δραγούμη, πρὶν ἢ τελειώσω τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου, διότι θὰ ἔλεγον καὶ ἐγὼ ὅτι εἰς τοὺς αἰσθηματολογικοὺς λόγους προσετέθησαν καὶ λόγοι ἱστορικῆς σημασίας, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δραγούμης ἐξέθηκεν. Ἔλεγε δηλαδή, ἐφόσον καὶ τὰ προηγούμενα Συντάγματα τοῦ Κράτους προτάσσουν τὰ ἄρθρα περὶ Θρησκείας ἀπὸ τὰ ἄρθρα περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, καλὸν θὰ ἦτο νὰ τηρηθῇ αὐτὴ ἡ τάξις καὶ τώρα. Ὑποχωρήσας καὶ ὁ κ. συνάδελφος πρὸ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ἐπιστημονικώτερον θὰ ἦτο νὰ δεχθῶσι τὴν διάταξιν τῶν ἄρθρων ὅπως ἐγένετο.

§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιρροήν.

§167Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπολύτως οὐδεμίαν ἐπιρροήν. Ἐτονίσθη μάλιστα ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος χάριν τῆς εὐχαρίστου ὑποδοχῆς ὡρισμένων ἰδικῶν ἀπὸ μέρους θρησκολήπτων ἐκλογέων νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Πρὸ τοιούτου κινδύνου ἐκώφευσαν τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχοντα ὡς μόνον ὁδηγὸν τῆς σκέψεώς των τὴν συνείδησιν καὶ τὴν ἐπιστημονικήν των γνώμην. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, κύριοι συνάδελφοι, καμμία ἀσέβεια πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ οἱανδήποτε ἄλλην ἰδέαν εἶχον ἐν νῷ νὰ διαπράξουν τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἠθελήσαμεν δηλαδὴ ὡς Ἕλληνες, σεβόμενοι καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἀξιοπρέπειαν, νὰ μὴ δώσωμεν εἰς τὴν εὐρεῖαν δημοσιότητα καὶ ἐπιστημονικὴν κρίσιν παντὸς καὶ μὴ Ἕλληνος ἀκόμη, ὅστις θὰ θελήσῃ σπουδάζων τὰ πολιτεύματα τῶν συγχρόνων Κρατῶν, κηδόμενοι καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀξιοπρεπείας, νὰ μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα νὰ κατηγορήσῃ τὸν Ἕλληνα συνταγματικὸν νομοθέτην ὅτι ἐμφορεῖται ἀπὸ τὰς μεσαιωνικὰς ἐπιστημονικὰς ἰδέας περὶ Θρησκείας.

§168Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν αἰσχυνόμεθα ποὺ ἔχομεν Θρησκείαν.

§169Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὡς εὐσυνείδητος συζητητὴς δὲν ἔχετε οὐδεμίαν ἀφορμὴν καὶ οὐδεμίαν δικαιολογίαν νὰ ἐπιρρίπτεται μομφὴν αἰσχύνης πρὸς ἄλλους ὅτι καὶ ἄλλοι ἠθέλησαν νὰ ἀσεβήσουν.

§170Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπατε κηδόμενοι τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν.

§171Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἐπιστημονικῆς.

§172Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν χάνεται ἡ ἀξιοπρέπεια, διότι δὲν αἰσχυνόμεθα ὅτι ἔχομεν Θρησκείαν.

§173Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σᾶς ἀπήντησα σαφῶς ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν Θρησκείαν σας, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ λέγετε ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν Θρησκείαν. Δὲν δύνασθε νὰ ἐξαγάγετε συμπεράσματα ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου οὔτε σεῖς, οὔτε ἄλλος καλῆς πίστεως συζητητής.

§174Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο. Εἴπετε ὅτι φειδόμενοι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλληνικῆς, σᾶς λέγω· ἀφοῦ φείδεσθε τῆς ἀξιοπρεπείας θὰ εἰπῇ ὅτι θεωρεῖτε ὅτι εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουν καὶ ἀντίθετον πρὸς ὑμᾶς ἔχοντες γνώμην. Καὶ λέγω πρὸς τούτοις ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς ἐκείνους, ὧν ἐθίγη ἡ ἀξιοπρέπεια, ὅτι δὲν αἰσχυνόμεθα νὰ ἔχωμεν Θρησκείαν. Δὲν τὸ λέγω πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς θεωροῦν ἀναξιοπρεπεῖς, διότι ἔχομεν αὐτὰς τὰς ἰδέας.

§175Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπήντησα ἀρκετὰ σαφῶς καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Διότι ἐγὼ εἶπον τοῦτο· ὅτι θὰ ἦτο μεμπτὴ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος τοῦ Ἑλληνικοῦ κατὰ πνεῦμα θεοκρατικόν· τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ ζήτημα ἂν ὁ Α ἔχῃ Θρησκείαν ἢ ὁ Β δὲν ἔχῃ καὶ ἂν ὁ ἄλλος εἶναι θεοσεβὴς περισσότερον τοῦ ἄλλου.

§176Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Τοιαύτη μομφὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιρριφθῇ εἰς τὸν συνταγματικὸν σημερινὸν νομοθέτην, διότι ἡ οὐσία τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν περιέχει οὐδεμίαν θεοκρατικὴν διάταξιν. Ἄλλωστε ἂν τὸ Σύνταγμα ὅλον ἦτο θεοκρατικὸν θὰ εἶχε θεοκρατικὰς διατάξεις.

§177Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ περὶ τῆς διατυπώσεως τῶν ἄρθρων καὶ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀπὸ θεοκρατικῆς ἀπόψεως προτάσσομεν ὡς πρῶτον ἄρθρον τὸ ζήτημα τῆς Θρησκείας πρὸ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ πολίτευμα, ὅπερ συνιστᾷ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, κύριοι, καθιεροῦμεν ὡς πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5ου ὅτι θεσπίζεται ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Καὶ ἀμέσως δευτέρα παράγραφος ἔρχεται ἡ καθιέρωσις τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν καθιεροῦται διὰ τῆς πρώτης παραγράφου ἡ ἐλευθερία τῆς Θρησκείας, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ θρησκευτικὴ συνείδησις ἄνευ λατρείας. Διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς τοιαύτης σκέψεως ἔπρεπε μετὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον νὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ δεύτερον ἐδάφιον ἐλευθέρας Θρησκείας καὶ ἐλευθέρας λατρείας τῶν ἐλευθέρως λατρευομένων Θρησκευμάτων. Ὡς τρίτη παράγραφος ἔρχεται ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει τὸ προνόμιον, τὴν προτεραιότητα εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, τὴν Ἐκκλησίαν, ἣν εἶχεν ἀνέκαθεν ἡ Ἑλλάς. Ἑπομένως ἡ διάταξις τῶν τριῶν πρώτων ἐδαφίων τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονική. Ἐλέχθη ὅμως ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως τῶν τριῶν πρώτων ἐδαφίων τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον δὲν καθιεροῦται προνομιακὴ θέσις ὑπὲρ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καθιεροῦται μειονεκτική, διότι τὸ ἄρθρον 5 ἐδάφιον 2 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καθιεροῦται ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ θέτετε διὰ τούτων ὑπὸ κρίσιν καὶ ἔλεγχον τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέτετε ὑπὸ ἔλεγχον τὴν Θρησκείαν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ εἰπῆτε τὸ ὅ,τι εἴπατε ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἔχητε τὰ τῆς λατρείας ἐλευθέρως, ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη. Νομίζω ὅτι τοιαύτη ἀντίρρησις δὲν ἔχει οὐδεμίαν βάσιν. Διότι ἂν ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντίκειται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ ὄχι δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλ’ εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτέρων χρόνων, κατὰ τοὺς ὁποίους διεμορφώθη ἡ θρησκεία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, τὴν ὁποίαν λατρεύομεν. Τὸ προνόμιον, ὅπερ καθιεροῦται διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας εἶναι τοῦτο, ὅτι τὸ Σύνταγμα τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δὲν τὴν ἀφίνει μόνην εἰς τὸν Ἕλληνα νομοθέτην, οὔτε εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τὴν περιβάλλει ὡς ἐπικρατοῦσαν, τὴν προστατεύει ἀπὸ παντοίας ἀπόψεως ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἄλλας Θρησκείας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν λαμβάνει οὐδεμίαν μέριμναν. Διότι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν ὁρίζει δύο τινά· ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος νὰ ὁρίσῃ ἄλλον τρόπον διοικήσεως παρὰ ἐκεῖνα τὰ δόγματα καὶ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὔτε ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ ἄλλον τρόπον. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁρίζει τὸ προνόμιον. Πάντως θὰ εἶχον νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, ἐφόσον ἀπεφάσισε κατ’ ἀρχὴν ἰδιαίτερον κεφάλαιον περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας, τὸ πρῶτον μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ Κεφάλαιον τοῦτο, νὰ ἐτέμνετο εἰς τρία. Τὸ πρῶτον νὰ ἀπετέλει τὰ καθορίζοντα περὶ Θρησκείας, τὸ δεύτερον ἄρθρον νὰ ἀπετέλει ἡ 4η παράγραφος, ἡ καθορίζουσα τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ τρίτον ἄρθρον νὰ εἶχεν ὡς περιεχόμενον τὴν τελευταίν παράγραφον, δηλαδὴ τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον, οὕτως ὥστε τὸ δεύτερον Κεφάλαιον θὰ περιέχῃ τρία ἄρθρα ἀπαρτίζοντα ἓν ἑνιαῖον ὅλον. Πρῶτον τὸ τῆς Θρησκείας, δεύτερον τὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ τρίτον τὸ τῆς μεταφράσεως τῶν Ἁγίων Γραφῶν.

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§179Χ. ΛΑΔΑΣ. Εὑρίσκω ὅτι τὸ ἄρθρον, ὡς εἶναι διατυπωμένον, ἔχει ὀρθῶς. Βέβαια εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθοῦν καὶ ἀντιρρήσεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ συζητοῦμεν περὶ τῆς οὐσίας τῶν ἄρθρων, δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταναλίσκωμεν χρόνον πολύτιμον περὶ τῆς σειρᾶς τῶν ἄρθρων. Μία ἐκ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Πετρακάκου εἶναι ὀρθή, λέγει δηλαδὴ ἀντὶ «τῆς διοικουμένης ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου» νὰ τεθῇ «τῆς διοικουμένης καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος». Δέον νὰ γίνῃ δεκτὴ αὕτη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμευθῶμεν συνταγματικῶς περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μεϊμαράκης ἔχει τὸν λόγον.

§181Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἂν ἠθέλησα, κύριοι βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον, ἠθέλησα ἁπλῶς καὶ μόνον ἵνα παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἥτις πρότασις ἐγένετο ὡς δήλωσις εἰς τὸ σήμερον συζητούμενον πρὸς ἐπιψήφισιν σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος δὲν πρόκειται ποσῶς νὰ θίξῃ τὴν κατάστασιν ἐκείνην τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὰς Ν. Χώρας καὶ ἑπομένως καὶ ἐν Κρήτῃ. Ἡ δήλωσις αὕτη, ἐπαναληφθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς θέλετε νὰ εἴπητε;

§183Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐφόσον δὲν διετυπώθησαν ἀντιρρήσεις ἀπὸ τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι ἐγένετο δεκτή, ἢ ὅτι θὰ γίνῃ μᾶλλον δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως οὐδεμία ἀνάγκη παρίσταται ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησις. Θὰ παρεκάλουν ἡ δήλωσις νὰ εἶναι τελείως διασαφηνιστικὴ καὶ ὡς τοιαύτην θεωρῶ τὴν ἑπομένην. «Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 5 δὲν θίγει τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς, τὸ διατηρούμενον ἤδη ἐν ταῖς Ν. Χώραις καὶ ἐν Κρήτῃ». Ἂν οὕτω πως καθαρῶς δὲν διασαφηνισθῇ τὸ ζήτημα ὑπάρχει φόβος νὰ γεννηθοῦν μεταγενεστέρως διάφοροι συζητήσεις καὶ ἀμφισβητήσεις. Ἐν Κρήτῃ ἰσχύει, ὡς γνωστόν, κύριοι βουλευταί, εἰδικὸς Καταστατικὸς Χάρτης τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας, ρυθμίζων τὰς σχέσεις τῆς ἄλλοτε Κρητικῆς Πολιτείας καὶ ἑπομένως νῦν τοῦ ὅλου Κράτους κατὰ ἰδιόρρυθμον ὅλως τρόπον.

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Σάμον ἐπίσης. Τότε θὰ προσθέσωμεν «Κρήτῃ καὶ Σάμῳ», διότι ἀκριβῶς εἶναι ἰδιαίτεραι σχέσεις.

§185Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ διὰ τὴν Κρήτην ἰδιαίτατα, διότι ὑπάρχουν ἐκεῖ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε μὲν φέρουν τὴν Κρήτην ὡς ἀναγομένην εἰς τὰς Ν. Χώρας, ἄλλοτε δὲ ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς Ν. Χώρας. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ δήλωσις, κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν, πρέπει νὰ γίνῃ, διότι ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν, ὡς προεῖπον, διάφοροι συζητήσεις περὶ τοῦ ἂν ἰσχύουν παρ’ ἡμῖν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἤδη Συντάγματος οἱ ἐν ταῖς Ν. Χώραις νόμοι οἱ ρυθμίζοντες τὰς σχέσεις ταύτας τῶν Ἐκκλησιῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τῶν παραγράφων τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, θὰ ἐβελτιοῦτο τὸ πρᾶγμα ἂν ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5 ἐτίθετο δευτέρα, δηλαδὴ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν ὅτι ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις εἶναι ἀπαραβίαστος, προσετίθετο δὲ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ἡ φράσις «ἄλλης γνωστῆς Θρησκείας», διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ἀπεφεύγετο ἡ καὶ πόρρωθεν ἔστω ἀποδιδομένη εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ἐσφαλμένη ἔννοια, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατοῦσα Ὀρθόδοξος Χριστιανικὴ Ἐκκλησία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιβαίνῃ εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν.

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.

§187Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ οὐσία ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποδοθῇ συνοπτικῶς καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν συντομώτερον. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ἐπουσιώδη ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, μάλιστα δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι αἱ ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀποδεικνύουσιν καὶ ἔν τινι μέτρῳ τὴν ἐν γένει κατάστασιν καὶ τὴν κίνησιν τῶν διαφόρων ζητημάτων κατ’ ἰδίαν ἐντὸς τοῦ ὑπάρχοντος καθεστῶτος. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ βεβαίως πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ ἕνα τρόπον ἀποκλείοντα τὴν αἰσθηματικότητα καὶ τὴν πολιτικὴν πλευρὰν τοῦ πράγματος, διότι νομίζω ὅτι ἐπὶ οἱασδήποτε μεταρρυθμίσεως δύναται νὰ γίνῃ μία ὡρισμένη κομματικὴ ἐκμετάλλευσις. Χωρίζω τὸ ἄρθρον εἰς δύο μέρη, διότι οὕτω μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι χωρισμένον. Πρῶτον εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, δεύτερον εἰς τὸ ἀφορῶν τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Ἐκκλησίαν. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου εἶναι ὀλίγον τι νεωτεριστικώτερον, σύγχρονον, προσηρμοσμένον πρὸς τὰς νεωτέρας καὶ ἐπιστημονικῶς ὀρθὰς ἀντιλήψεις ὡς πρὸς τὸ τί εἶναι συνείδησις καὶ θρησκευτικὴ πεποίθησις. Νομίζω δὲ ὅτι κανονικῶς πρέπει νὰ χωρισθῇ ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις ἀπὸ τὴν πλευρὰν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ τεχνικὸν μέρος καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Θρησκευτικὴ συνείδησις καθορίζεται ἀπὸ μερικούς ἄλλους νόμους καὶ αἴτια, τὰ ὁποῖα πολλάκις δὲν συμπίπτει νὰ περιέχωνται εἰς τοὺς κανόνας ἢ εἰς τὰ δόγματα τῶν διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων καὶ θρησκειῶν. Ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις ὑφίσταται ὡρισμένας μεταβολάς, λαμβάνει ὡρισμένας διαμορφώσεις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν διοικητικῶς διατυπωθέντων κανόνων τῆς Α ἢ Β Ἐκκλησίας ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις εἶναι καθαρῶς ἀτομικὴ ὑπόθεσις. Δὲν δύναται δὲ νὰ τεθῇ ὑπὸ οὐδένα περιορισμὸν ἡ ἀτομικὴ αὕτη ὑπόθεσις ἡ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον μέρος, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι, ὅπως εἶπον, τὸ τεχνικὸν μέρος, ὁ ὀργανισμὸς καὶ ὡς ὀργανισμὸς δύναται καὶ νὰ μὴ εἶναι τέλειος καὶ νὰ μὴ ἐξετάζηται ἀπὸ ἀπόψεως φιλοσοφικῆς. Ὀργανισμὸς εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ διοικητικόν του μέρος. Ἔχομεν Ἐπισκόπους καὶ Ἀρχιεπισκόπους καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἰδιαιτέρως, διότι ἔχομεν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἐξεπροσώπησε καὶ ὁλόκληρον τὸ Κράτος. Γνωρίζετε δὲ ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν ὅτι ἔχομεν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, τὸ Παπικὸν π. χ. Κράτος, περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἐνεφανίζετο καὶ ὡς Κράτος. Ἔχομεν ἀκόμη δύο περιπτώσεις· περιπτώσεις συμμαχίας Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ περίπτωσις αὐτὴ παρουσιάσθη καὶ εἰς τὴν Βυζαντινὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ εἰς ἄλλας Χώρας τῆς Εὐρώπης καὶ ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην περίπτωσιν ὑποταγῆς τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ Κράτος, τῆς κυριαρχικῆς τάξεως, δηλαδὴ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον αὐτό, ἡ τάσις τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τάσις νεωτέρα, ἡ ὁποία ἐκδηλώνει τὴν κυριαρχικὴν βούλησιν τῆς κρατούσης τάξεως νὰ ὑποτάξῃ ὡς ὄργανον αὐτῆς τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ νομίζω ὅτι ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ὑπάρχουν καὶ ὡρισμένοι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους, διότι δὲν θέλουν ἀναμίξεις τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν δευτέραν αὐτὴν περίπτωσιν, προκειμένου νὰ ἐξετασθῇ ἡ σχέσις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμφέρει γενικῶς καὶ εἰδικώτερον εἰς τὰ στρώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον, εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ τὸ ὑποστηρίζομεν ὡς συμβιβαζόμενον καὶ ὡς συμπέρασμα τῆς πρώτης ἀπόψεώς μας, τοῦ ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι ἀτομικὴ ὑπόθεσις καὶ νομίζω ὅτι, ἐφόσον τοῦτο συμβαίνει, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις, οὔτε νὰ δημιουργηθῇ προνόμιον εἰς τὴν Α ἢ τὴν Β διαδήλωσιν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ ἔτυχε καὶ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς εἰς ἀρκετὰ ἐκ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, οὕτως ὥστε φαντάζομαι ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ μᾶς κατηγορήσουν ὅτι ὑποστηρίζομεν καινὰ δαιμόνια, δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ διακηρύξεων, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν εἰς ἄλλα Κράτη πρὸ ἑκατοντάδος περίπου ἐτῶν. Οὐδεὶς δὲ δὲν δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὰ Κράτη αὐτὰ ὅτι δέχονται ἀπόψεις κομμουνιστικάς, δεδομένου ὅτι ἀποτελοῦν ἀντιθέτως προπύργια ἀντικομμουνιστικῶν ἀρχῶν. Ἔχω δηλαδὴ τὴν γνώμην ὅτι ἠμπορεῖ καὶ εἷς μὴ κομμουνιστὴς νὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ καὶ νὰ διακηρύξῃ καὶ αὐτὸς μὲ ἡμᾶς ὅτι θρησκεία εἶναι ἀτομικὴ ὑπόθεσις. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, διότι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ πάντοτε σχετικῶς, ἐννοῶ δὲ σχετικῶς ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, ὅπως αὕτη διεμορφώθη ἱστορικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐνίσχυσε καὶ ὑπεστήριξε τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα τοῦ 1821. Αὐτὴ εἶναι μία περίπτωσις, ἡ ὁποία παρουσιάζεται καὶ εἰς ἄλλα παρόμοια ἐθνικῆς φύσεως κινήματα, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ἐπίσης νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ Κεμαλικὴ Τουρκία, τὸ κατ’ ἐξοχὴν θεοκρατικὸν Κράτος, ἔχει σήμερον λύσει τὸ πρόβλημα αὐτὸ κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προτιμῶμεν εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἡ δὲ Κεμαλικὴ Τουρκία ἀποτελεῖ ἓν νεώτερον ἀστικὸν Κράτος. Διὰ τοῦτο, καταλήγων, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ ὡς ζήτημα σπουδαιοτάτης σημασίας διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἰδιαίτερα μέτρα προστασίας μιᾶς Ἐκκλησίας, διότι εἶναι ἀδύνατον πρακτικῶς, διότι ὡς ἐκ αὐτῆς τῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας ὡς μηχανισμοῦ λειτουργοῦντος ὑπὸ τὸ Α ἢ Β καθεστώς, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἀνάμιξις τῆς Ἐκκλησίας εἰς περίπτωσιν κανονικῶν ἀγώνων, ὅπως εἴχομεν παράδειγμα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἐπενέβη ὁ Ἐπίσκοπος Κανταβρυγίας διὰ νὰ λύσῃ τὰς διαφορὰς μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν. Ἔχομεν ἔκκλησιν τοῦ Ἐπισκόπου τῶν Ἀθηνῶν ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ, ἐναντίον τῶν ἀπεργιῶν κτλ. Αὐτὰ βεβαίως ἀποτελοῦν ἀνάμιξιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τοὺς κοινωνικοὺς ἀγῶνας καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν καὶ ἄλλας συγκεκριμένας ἐκκλησιαστικὰς ἀναμίξεις. Ἀναθέματα τῆς Α μερίδος τῶν ἀρχιερέων ἢ ἱερέων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὀπαδοὶ τοῦ Ἀντιβενιζελικοῦ κόμματος καὶ οὕτω καθεξῆς. Νομίζω δὲ ὅτι ὅλοι θὰ συμφωνήσητε ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν δείγματα τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν πολιτικήν. Τώρα ἂν αὐτὰ τὰ δείγματα ἔγιναν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τῇ ἐπεμβάσει τῶν κομμάτων διὰ τῆς βίας ἢ ὄχι, αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν. Γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀνεμίχθη ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ ἑκάστοτε κρατοῦντος καθεστῶτος, ὅτι ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ἑλλάδα περίπτωσις Βενιζελικῆς ἢ Ἀντιβενιζελικῆς Ἐκκλησίας. Ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τοὺς μεγάλους πολιτικοὺς ἀγῶνας καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς κοινωνικοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἑκάστοτε κρατούσης τάξεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ αὐτῆς συμφέρον τῆς κοινωνικῆς τάξεως εἶναι νὰ ἀποχωρισθῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Κράτος, διότι νομίζομεν ὅτι ἡ θρησκευτικὴ πεποίθησις καὶ ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων θρησκειῶν ὡς συνόλου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑδράζεται ἐπὶ μιᾶς κρατικῆς ἐνισχύσεως, ἐπὶ κρατικῆς ὑποστηρίξεως ἢ ἰδιαιτέρων κρατικῶν προνομιῶν, ἀλλὰ νὰ ἑδράζεται ἐπὶ μιᾶς ἠθικῆς ἢ ἐπιστημονικῆς ἐξηκριβωμένης βάσεως, ἡ ὁποία, ἂν εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθή, εἶναι ἀδύνατον νὰ κλονισθῇ ἀπὸ οἱονδήποτε.

§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.

§189Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ θέμα, κύριοι, ἐξηντλήθη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ μία μέριμνα διὰ τὰς Νέας Χώρας, διότι εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν Νέων Χωρῶν ἀντίκεινται ρητῶς αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔφερε μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀποδεχόμεθα πλήρως, ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν νὰ περιέχωνται διατάξεις ἀντικείμεναι εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ κειμένου τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Ράλλης ἔκαμε μίαν τοιαύτην παρατήρησιν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς τροπολογίας ὅτι δὲν δυνάμεθα εἰς τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν νὰ περιλάβωμεν διάταξιν ἀντικειμένην εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ καταστάσεως προσωρινῶς ὑπαρχούσης εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ τὴν Κρήτην, τὸ ζήτημα λύεται διὰ τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς δηλώσεως, διατυπουμένης ὡς ἀνέγνωσεν αὐτὴν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δύναται νὰ λείπῃ ἡ φράσις «ἡ διατήρησις».

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.

§191Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὡμίλησαν πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι περὶ ἐπιστημονικῶν ἀντιλήψεων. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω εἶναι τοῦτο· ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν μίαν μακρὰν καὶ ἀναλλοίωτον ἱστορικὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία καθώρισεν ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου ἄρχονται ἀπὸ τῆς θρησκείας. Ἂν εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ Κράτη ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ τὸ κρηπίδωμα τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτειακοῦ οἰκοδομήματος, ἐν Ἑλλάδι ἡ θρησκεία ἀπετέλεσεν αὐτὴν ταύτην τὴν ἐθνικὴν ὕπαρξιν, ἡ θρησκεία ὑπῆρξεν ἡ ἐθνική μας ἀναγέννησις καὶ διὰ τοῦτο ὄχι μόνον ἰδιαίτερος σεβασμός, ἀλλὰ πραγματικὴ εὐγνωμοσύνη ὀφείλεται ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς τὴν θρησκείαν. Λοιπὸν διατί ὑπὸ τὰς συγκεκριμένας αὐτὰς συνθήκας νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν; Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν οἱ πρῶτοι ἄνδρες οἱ ἀγωνισθέντες διὰ τὰς ἐλευθερίας μας, ἄρχεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σύνταγμα τῶν Ἑλλήνων. Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος. Περὶ θρησκείας ἄρθρον 1ον». Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 πάλιν τὸ ἴδιον. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὸ αὐτό. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν Γʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἀνεπτύχθησαν ἐδῶ διάφοροι γνῶμαι καὶ ἐπιστημονικαὶ ἀντιλήψεις καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τότε, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέλος, ὑπεστηρίχθησαν διάφοροι τροποποιήσεις ἀναφερόμεναι εἰς τὰ 2 ταῦτα ἄρθρα. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγός μου, ὁ πολὺς Γούναρης, δι’ ἀγορεύσεως πράγματι ἀξιομνημονεύτου, ἡ ὁποία ἐκίνησε τότε τὴν γενικὴν προσοχὴν καὶ τὴν γενικὴν ἐντύπωσιν, ὑπεστήριξε πράγματι μετὰ θέρμης ὅτι εἶναι αὐτόχρημα ἱεροσυλία τὸ νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ μεταβάλῃ καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν γλωσσικὴν διατύπωσιν τοῦ κειμένου τῶν δύο ἄρθρων. Ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ ἀξιομνημόνευτος ἐκείνη ἀγόρευσις, ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὰ ἄρθρα αὐτά, ὡς εἶχον, παμψηφεί. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα—καὶ δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω—εἶχον λάβει τὸν λόγον καὶ ἐγὼ καὶ ὑπεστήριξα ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ἡ λέξις «ἀνεκτή»—πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον μεταμελοῦμαι—καὶ τότε κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἰδικῆς μου ἀγορεύσεως ἠγέρθη ὁ Γούναρης καὶ ἡ ἀγόρευσίς του τότε ἐπροξένησε τοιαύτην ἐντύπωσιν, ὥστε ἐψηφίσθη ἀσυζητητεὶ ἡ διάταξις. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατί αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν καὶ δὲν θὰ ἀφήσωμεν τὰ ἄρθρα ὡς ἔχουν; Ἐγὼ δὲ θὰ ἔλεγον καὶ κάτι τι ἄλλο. Διατί νὰ μεταβάλωμεν τὰ κείμενα καὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων καὶ νὰ μὴ τὰ ἀφήσωμεν ὡς ἔχουν καὶ νὰ μεταβάλωμεν μόνον τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην μεταβολῆς ὡς ἐκ τῆς νέας μορφῆς τοῦ πολιτεύματος; Βεβαίως πολλαὶ θύελλαι ἐνέσκηψαν τελευταίως εἰς τὴν Χώραν μας καὶ τὸ Κράτος ὑπέστη περιπετείας πολλάς, ἀλλὰ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀθῶον καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ἀθωότητά του, εἶναι τὸ Σύνταγμα. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δὲν ἔπταισεν εἰς τίποτε εἶναι τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἂν ἔπταισέ τι, εἶναι ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος, οὐδέποτε ὅμως ἔπταισεν ἡ πιστὴ τήρησις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ κάμω μίαν ἔκκλησιν εἰς τὸν πολύτιμον φίλον κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο καὶ νὰ στέρξῃ νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἄρθρα τῆς θρησκείας ὡς ἔχουν. Ἔχω καὶ κάτι ἄλλο νὰ σᾶς εἴπω. Γνωρίζετε ὅτι αὐτὸ τὸ περὶ θρησκείας κεφάλαιον παρέχει ἔδαφος παρεξηγήσεων εἰς τὸν λαὸν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι μία τάξις ἀνθρώπων ἀγωνίζεται νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ θρησκεία δὲν παίζει οὐδένα ρόλον εἰς τὸ πολίτευμα, ὡς ἐπίσης ὅτι ἡ θρησκεία δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέσιν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι τὰ θρησκευτικὰ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος καὶ ὅτι πρέπει νὰ μὴ διδάσκωνται εἰς τὰ σχολεῖα. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φοβοῦμαι μήπως τυχὸν ἡ ἐκτόπισις τῶν περὶ θρησκείας ἄρθρων ἐκ τῆς πρώτης σειρᾶς, εἰς ἣν ἦσαν ἀναγεγραμμένα, ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ἐνίσχυσις τῶν τάσεων τῆς ἀνωτέρω ὁμάδος τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, πηγάζουσα ἐκ τῆς Βουλῆς.

§192Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σεῖς δὲν εἶσθε μεταξὺ αὐτῶν;

§193Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως ἡ παρεξήγησις γεννηθῇ εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχω ἀκριβῶς ἀπέναντί μου. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι καὶ ἡ ἔκκλησις τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν ἔγκυρον γνώμην ἐνταῦθα, εἶναι νὰ ἀφήσουν τὴν μορφὴν τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει. Σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι αὐτὸ ὄχι μόνον ἀνταποκρίνεται εἰς μίαν ἀξίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν καλὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν δημοκρατικὴν αὐτοῦ μορφήν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κρεμεζῆς ἔχει τὸν λόγον.

§195Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει ἂν τὸ ἄρθρον θὰ τοποθετηθῇ πρῶτον, δεύτερον, πέμπτον ἢ ἔννατον. Ἂν φέρω τὸ ζήτημα, τὸ φέρω ὄχι διὰ νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν ὑστέρων ὑποβάλλονται. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἡ συνταγματικὴ συζήτησις. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ διατυπώσω προσωπικήν μου ἴσως ἐπιστημονικήν μου γνώμην ἐπὶ τῆς προτεινομένης προσθήκης ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως εἰς τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τῶν Νέων Χωρῶν, διότι νομίζω ὅτι ἡ σήμερον ὑφισταμένη ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, Κρήτην καὶ Σάμον, κατάστασις ἐκκλησιαστική, δὲν ἀντίκειται ποσῶς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ νομίζω δὲ τοῦτο, διότι οἱονδήποτε Σύνταγμα καὶ οἱαδήποτε νομοθεσία εἴτε συντακτική, εἴτε κοινὴ νομοθετικὴ Ἑλληνική, μόνη δὲν ἦτο ποτὲ ἱκανὴ νὰ μεταβάλῃ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Τόμου τοῦ Πατριαρχείου. Καὶ ἐφόσον ὁ Τόμος αὐτὸς δὲν ἐξεδόθη, οἱανδήποτε διάταξιν καὶ ἂν θέσητε, τὸ Σύνταγμα αὐτὸ θὰ εἶναι ἀνίσχυρον νὰ κατισχύσῃ τοῦ γενικωτέρου αὐτοῦ κανόνος καὶ τῆς παραδόσεως, τὴν ὁποίαν δὲν παρεδέχθημεν ἡμεῖς εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ὅλα τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα, ἀπεσπάσθησαν κατέπιν ἐκδόσεως συνοδικῶν τόμων.

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Χατζηδάκης ἔχει τὸν λόγον.

§197Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Εἶμαι ἄκρως ἀντίθετος πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρεσβεύει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἡνωμένου ἐργατικοῦ κόμματος ὅσον ἀφορᾷ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων τῆς Πολιτείας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας εἶμαι σύμφωνος πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἄποψιν. Ἡ μόνη σχέσις ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας εἶναι αὐτή· ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τέλειος χωρισμὸς τῆς Πολιτείας ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συμβαίνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ φθάσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ λόγους ἱστορικοὺς ἡ ἰδική μας Πολιτεία εἶναι συνυφασμένη μετὰ τῆς θρησκείας καὶ δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ μεταβάλωμεν τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ ἑνὸς ἤδη αἰῶνος. Τὸ ἄρθρον περὶ θρησκείας καλῶς διετυπώθη. Θὰ ἤθελον μόνον καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ ὁ κ. Σωτηριάδης εἶπεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ προταχθῇ, ἀλλ’ αὐτὸ βεβαίως δὲν ἔχει καμμίαν οὐσιαστικὴν σημασίαν. Τὸ ἄρθρον ἐν ἀρχῇ ἀναφέρει ὡς πρώτην παράγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος». Ἐφόσον ἐνθυμοῦμαι, ὅλα τὰ Συντάγματα ἀπὸ τοῦ 1822 δὲν περιέχουν τοιαύτην διάταξιν, διότι εἶναι περιττή. Ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως ἀφορᾷ τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπον καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος. Οὐδεὶς τύραννος, εἴτε Νέρων, εἴτε Καλλιγούλας, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον περιώρισαν ἦτο ἡ ἐκδήλωσις καὶ αὐτὴν τὴν περιορίζει ἡ 2α παράγραφος. Ὥστε ἀπὸ λογοτεχνικῆς ἀπόψεως ἡ πρώτη παράγραφος περιττεύει. Ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἂν προστεθῇ ὡς περισσότερον ἐπεξηγηματικὴ τῆς 2ας παραγράφου. Ὡς πρὸς τὴν 2αν παράγραφον θὰ εἶχον αὐτὸ νὰ παρατηρήσω, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς λατρείας πάσης θρησκείας.... κλπ.»

§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τώρα ἐτέθη ἡ λέξις αὐτή. Ἡ Δʹ Συνέλευσις ἀπήλειψε τὸ «γνωστὴ» διὰ νὰ προσαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ πρὸς τὴν γενικωτέραν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, διότι, ἂν ἐθέτομεν τὸν ὅρον «γνωστή», παραβιάζομεν τὴν ἀρχήν. Τὸ «γνωστὴ» περιττεύει.

§199Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὄχι μόνον περιττεύει, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἀνελευθέρα. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του κανεὶς κατάλογος γνωστῶν θρησκειῶν.

§200Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὄχι.

§201Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχεται εἷς ἄνθρωπος οἱοσδήποτε καὶ θέλει νὰ πρεσβεύσῃ θρησκείαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος. Τί θὰ γίνῃ; Ὁ τυχὼν ἀστυνόμος θὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ θὰ εἴπῃ ἂν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ αὐτὴ ἡ θρησκεία; Ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, εἶναι ἐντελῶς περιττή. Διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ἀνελεύθερον εἶναι τοῦτο, φέρω ἓν παράδειγμα. Ὅταν ἦλθεν ἐδῶ, ὀλίγα ἔτη μετὰ τὴν Σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διὰ νὰ κηρύξῃ τὴν θρησκείαν τοῦ Θεανθρώπου, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν κηρύξει ὡς ἐπικρατοῦσαν, ἦτο γνωστὴ τότε ἡ θρησκεία αὐτή; Ἂν ἴσχυεν αὐτὴ ἡ διάταξις, θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ἀπόστολον Παῦλον νὰ τελέσῃ τὰ τῆς θρησκείας του; Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ παρακαλέσω νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ λέξις, διότι ἀντίκειται πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως.

§202Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ θρησκείας «γνωστῆς» καὶ ὄχι ἀποκρύφου, φανερᾶς.

§203Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἐφόσον ἡ τέλεσις τῶν τῆς λατρείας δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.

§204Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀπόκρυφον δικαίως διεγείρει τὴν δυσπιστίαν τοῦ Κράτους, διότι ἐν ἀποκρύφῳ δυνατὸν νὰ τελοῦνται πράγματα ἐπιζήμια διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ διὰ τοῦτο εἶναι συνώνυμος πρὸς τὴν φανεράν.

§205Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Τότε ἔπρεπε καὶ οἱ ἐλεύθεροι τέκτονες νὰ ἐμποδίζωνται.

§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν οἱ τέκτονες μὲ τὴν θρησκείαν.

§207Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλληνικὸν διακρίνεται διὰ τὴν ἄκραν φιλελευθερίαν του, δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ στέρξῃ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει καὶ ἀδυναμίαν. Διότι, ὅπως ἡ γυνὴ τοῦ Καίσαρος δὲν πρέπει μόνον νὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται τιμία γυνή. Ὅπως εἶναι διατυπωμένη ἡ διάταξις, νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνελευθέρα. Μίαν ἀκόμη παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βοκοτοπούλου. Εἶμαι συμφωνότατος ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ τελευταία παράγραφος, εἶναι μία λέξις. Ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ποινὴ κυροῦσα τὴν διάταξιν, δὲν ἔχει ἀξίαν.

§208Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο θὰ ἔλθῃ διὰ τοῦ νόμου.

§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§210Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ὅτι κατὰ τοιαύτην ὥραν ἐν ἀπουσίᾳ πλειόνων βουλευτῶν συζητοῦμεν περὶ τοῦ Συντάγματος.

§211ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.

§212Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέχεται κατὰ τοιαύτην ὥραν νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου.

§213Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναί τι πρωτοφανὲς ὅτι ἡ Βουλὴ συνεδριάζει τὸ μεσονύκτιον. Ἐγὼ ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας ἤμην ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκείνης καὶ μέχρι τῆς 2ας ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐξηκολούθουν συχνότατα αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, πολλάκις δὲ καὶ μέχρι τῆς 4ης πρωϊνῆς.

§214Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυπούμενος λαμβάνω τὸν λόγον. Πρῶτον πρέπει νὰ παρατηρήσω ὅτι προκύπτει ζήτημα ἀπαραδέκτου τροπολογιῶν ὑποβαλλομένων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι αὐτὸ εἶναι κανονικόν, ὅτι εἶναι ὀρθόν, ὅτι εἶναι πρέπον, νὰ τὸ εἴπῃ παρακαλῶ καὶ νὰ ἠξεύρῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καταχρωμένη τῆς ἰσχύος αὐτῆς ἐμποδίζει τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος. Διότι οὐδεὶς κανονισμός, οὐδεμία ἀπόφασις ὑπάρχει, ἡ ὁποία νὰ περιορίζῃ τοὺς βουλευτὰς συζητουμένου τοῦ Συντάγματος νὰ ὑποβάλωσι κατὰ τὴν συζήτησιν τροπολογίας. Ἀκόμη πρὸ μικροῦ ὁ κ. Μπακόπουλος ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν.

§215Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς ἰδικῆς μου τροπολογίας ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἄρθρον καὶ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ὑπέβαλον δὲν ἔφερον τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεώς σας. Εἶσθε ἐλεύθερος καὶ σεῖς ὅπως καὶ πᾶς βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας κατὰ τὴν συζήτησιν, διότι καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πεποίθησιν λαμβάνει τὸν λόγον, διότι τὸ ἐναντίον θὰ εἶναι ἀπαγόρευσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ δὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος.

§216Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δευτέρα ἀνάγκη προκύψασα ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς τῆς ἑσπερινῆς εἶναι ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συστήσω πρὸ ἡμερῶν. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὴν μίαν ἀξιωματικὴν γνώμην, τί θὰ δέχεται καὶ τί δὲν δέχεται. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι Οἰκουμενικὴ καὶ ἡγεῖται ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ ὅμως ἰδοὺ ὅτι ἀμέσως ἐγείρεται διαφωνία περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς τροπολογίας, περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἐκφράσεως, περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἐντυπώσεως. Ποῖος, κ. Πρωθυπουργέ, θὰ ἀποφασίσῃ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἡγεῖται τῆς παμψηφίας, δὲν λέγει τί θέλει; Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ὀρθοτέρα γνώμη ὅταν δὲν εἶναι αὐτὴ καὶ νὰ ἐπιτύχητε πλειονοψηφίαν ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης ὅταν δὲν ἔχετε συγκεντρωμένην τὴν γνώμην τῶν ἀρχηγῶν; Ὄχι βεβαίως. Ἡ συζήτησις λοιπὸν, κύριοι Ὑπουργοί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μὲ βάσιν τὴν λῆψιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀποφάσεως, ποῖα πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ γίνουν δεκτὰ καὶ ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὴν συζήτησιν προκύπτουν ἀμφισβητήσεις, διότι ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχητε τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῶν τῶν συζητουμένων ἄρθρων ἐγείρονται διαφωνίαι θεμελιώδεις, πῶς θέλετε νὰ γίνῃ ψηφοφορία; Ἰδοὺ ὅτι ὁ κ. Πετρακάκος εὐλόγως θέλει τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος νὰ προηγηθοῦν καὶ εἶπε καὶ θὰ εἴπῃ μετ’ ὀλίγον ὅτι τὸ ὀρθὸν καὶ νόμιμον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ τὰ Συντάγματα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος. Οὐδὲν Σύνταγμα γίνεται ἄνευ τῆς μνείας ἐν ἀρχῇ τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον αὐτῶν τῶν δύο ἄρθρων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπικλήσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐν ἀρχῇ τοῦ Συντάγματος. Οἱ πολεμοῦντες τὴν θέσιν αὐτῶν τῶν διατάξεων κύριοι βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς εἴπω ὅτι λησμονοῦσι τὴν Ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ ἐγκαθιδρύσεως αὐτοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου, ὁ Ἑλληνισμός, λέγω, ἦτο διφυής, ἦτο θεοκρατικὸς καὶ πολιτικός, καθὼς καὶ ἡ νομοθεσία ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἐκκλησιαστική, καθὼς ὅλαι αἱ Σύνοδοι αἱ τοπικαί, αἱ ὁποῖαι Σύνοδοι ἐγένοντο τῇ συμπράξει καὶ τῇ κυρώσει τῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς Ἑλληνικῆς δὲ Αὐτοκρατορίας ἀπὸ τοῦ πέμπτου αἰῶνος μέχρι τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Δὲν ὑπάρχει ἱερὸς κανών, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ διὰ τῶν αὐτοκρατορικῶν καὶ βασιλικῶν Διαταγμάτων κυρωθῆ ὡς νόμος τῆς Αὐτοκρατορίας. Δὲν ὑπάρχει θρησκευτικὴ διάταξις, δὲν ὑπάρχει ἱερὸς κανών, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ θεσμοθετηθῆ ὡς θεμελιώδης νόμος τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας. Δὲν ὑπάρχει χωριστὴ πολιτικὴ ἐξουσία διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τὴν χωριστὴν θρησκευτικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει. Διὰ τοῦτο οἱ πόλεμοι οἱ διεξαχθέντες ἀπὸ τοὺς Αὐτοκράτορας καὶ τοὺς Βασιλεῖς τοῦ Βυζαντίου πρῶτον καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας δεύτερον δὲν ἐγένοντο ποτὲ ὡς πόλεμοι λαϊκοί, ἐγένοντο ὡς πόλεμοι θρησκευτικοὶ καὶ λαϊκοί. Ὁ χριστιανικὸς Ἑλληνισμὸς ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν οὔτε πολιτικῶς, οὔτε ἐκκλησιαστικῶς μονομερής. Εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας ἔζησε, προήχθη καὶ ἔπεσεν ἡνωμένος. Ὅταν λέγουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύεται ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν πολιτικὴν σήμερον, ὀρθῶς τὸ λέγουν, ἀλλὰ πῶς; Νὰ μὴ ἀναμιγνύεται ὡς ἐξουσία πολιτική. Ὄχι, νὰ μὴ ἀναμιγνύεται καὶ νὰ μὴ ἐποπτεύῃ νόμους τηρήσεως τῆς θρησκείας. Καὶ δι’ αὐτὸ πρό τινων ὡρῶν εἶπον ὅτι ὁ νόμος ΣΑʹ ὁ καταστατικὸς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπιβάλλει μεγάλας ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Σύνοδον νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ ὅλα τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται εἰς τὸ Κράτος καὶ τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὴν χριστιανικὴν ὀρθόδοξον θρησκείαν. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ προχωρῶμεν μὲ τὸ παράδειγμα ἄλλων Κρατῶν καὶ ἄλλων θρησκειῶν ἄλλων αἰώνων. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τῆς συνειδήσεως τῆς σημερινῆς ἐποχῆς δὲν πρέπει νὰ παραλείπωμεν ποτὲ νὰ βάνωμεν τὴν Ἐκκλησίαν ὡς προστασίαν ἑαυτῶν, διότι προστασία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προστασία τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ἑλληνισμὸς ἔζησε μὲ τὸ σύμβολον ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος. Ὅλαι αἱ ἐπαναστάσεις κατὰ τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας, ὅλαι αἱ ἀφάνταστοι θυσίαι τοῦ Γένους, ὅλαι αἱ ἐξεγέρσεις ἐγένοντο ὑπ’ αὐτὸ τὸ σύμβολον «Πίστις καὶ Πατρίς», προηγεῖται μάλιστα ἡ λέξις «Πίστις». Μὴ ἀπορεῖτε λοιπὸν οἱ νομίζοντες ὅτι δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ δημιουργηθῇ μακρὰν ἢ ἀντιθέτως ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς παρέδωσεν ἡ Ἱστορία, μᾶς παρέδωσεν ὁ χριστιανικὸς πληθυσμὸς ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι σήμερον. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς ἰδέας ἐτράφη ἡ Μεγάλη Ἐπανάστασις, ἀπὸ αὐτὰς τὰς πεποιθήσεως ἐνεπνεύσθησαν οἱ πατέρες ἡμῶν καὶ οἱ πάπποι ἡμῶν καὶ ἥνωσαν τὴν Ἑλλάδα μαχόμενοι ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος. Καὶ εἶναι ἀσέβεια εἰς τὸ σημερινὸν Ἑλληνικὸν Ἔθνος νὰ λέγῃ ὅτι δὲν θέλει νὰ βάλῃ ἐμπρὸς προμετωπίδα τὴν ἐπίκλησιν τῆς θρησκείας διὰ νὰ μὴ φανῇ νεωτεριστικῶς ὀπισθοδρομικὴ ἢ εὐλαβής. Καὶ ὄχι μόνον ἡ εὐγνωμοσύνη, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ νὰ μὴ χωρισθῇ σήμερον ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸν τοῦ μέχρι μέσου παρελθόντος. Ἡ ἑνότης ἡ Ἑλληνικὴ ἔγκειται εἰς τὴν Ἑλληνικότητα ἡ ὁποία διετήρησε τὸ Γένος ἐπὶ 20 αἰῶνας καὶ ὅταν παραβλέπετε αὐτὴν τὴν Ἱστορίαν, αὐτὴν τὴν ζωὴν τοῦ χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ, κάμετε κάτι τι τὸ ὁποῖον καὶ οἱ σύγχρονοι, ἀλλὰ βεβαίως οἱ μεταγενέστεροι θὰ εἴπουν, οἰκτείροντες ἡμᾶς καὶ μὴ γινώσκοντες τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα παρήγαγον καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Γένους καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, διότι πρὸ μικροῦ ἠκούσθησαν ἰδέαι—θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω—αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐκίνησαν τὴν ἀγανάκτησιν καὶ θλῖψιν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ Ἕλληνας βουλευτάς. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα κατὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον. Δὲν ἠκούσθη καμμία ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἐγὼ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ κυρίως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς θὰ υἱοθετήσῃ αὐτά, συναινοῦντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν γνωστὴν εὐσέβειαν καὶ προσωπικῶς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ γινώσκει σύμπας ὁ Ἑλληνισμός. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀντικρούσω ἰδέας τινάς, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ἐλέχθησαν καὶ δυνατὸν νὰ ἐπηρεάζωσι τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς εἰς τὰ ζητήματα τῆς σχέσεως τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἡ σχέσις αὐτὴ δημιουργεῖται ἐν τῷ Συντάγματι. Αἱ Νέαι Χῶραι, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, τῆς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος καὶ διὰ τοῦτο διέκοψα τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, εἰπὼν ὅτι εἶναι ματαία ἡ δήλωσις αὐτὴ καὶ εἶναι ματαία καὶ περιττὴ πᾶσα διάταξις τοῦ Συντάγματος, διότι αἱ Νέαι Χῶραι εἶναι ὑποτεταγμέναι εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν. Διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν ὁρίζεται ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν τὰ ὁποῖα προσηρτήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀφείλουσιν ἐντὸς τριμήνου νομίζω νὰ δηλώσωσιν ἂν θέλωσι νὰ μείνωσιν Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, ἄλλως εἶναι αὐτοδικαίως ὑπήκοοι τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο εἶναι θετικόν, κ. Ὑπουργέ, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε καὶ αὐτὸ τὸ εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν δύνασθε νὰ θέσητε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἰσχὺν τῆς συνθήκης, δὲν δύνασθε νὰ κλονίσητε τὴν ἰθαγένειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ συνθήκη ὥρισεν ὡς Ἕλληνας, νὰ τοὺς εἴπητε· ὄχι, εἶσθε ἀκόμη ὑπήκοοι Ὀθωμανοί. Κατὰ τὸ ἔτος 1914 ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸν νόμον, δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα τί ἀριθμὸς εἶναι, ὁ ὁποῖος ἐξωμοίωσε τοὺς Μητροπολίτας τῶν προσῃρτηθεισῶν Χωρῶν μὲ τοὺς Μητροπολίτας τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὥρισε καὶ τὸν μισθὸν αὐτῶν καὶ μέχρι σήμερον, κ. Ὑπουργέ, οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας.

§217Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Πλὴν τῆς Κρήτης.

§218Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ γίνεται λόγος ἀκόμη περὶ ἐξαρτήσεως τῶν Ἐπισκόπων τῶν Ν. Χωρῶν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον; Δὲν εἶναι δυνατόν. Ἀλλά, λέγουν, δὲν ἔγινε Τόμος. Πρὶν εἴπω περὶ Τόμου πρέπει νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἴσως πολλοὶ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἀγνοοῦσι καὶ περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ ὁποίου βεβαιῶ τὴν Βουλήν. Κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, αἱ πολιτικαὶ διοικήσεις παρασύρουσιν εἰς ἑαυτὰς καὶ τὰς διοικήσεις τὰς ἐκκλησιαστικάς. Ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Αὐτοκρατορίᾳ ὁσάκις ἀπεσπᾶτο χώρα τις ἐγένετο ἀμέσως ἐκκλησιαστικὴ διοίκησις τῆς χώρας αὐτῆς, ὑποκειμένη εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν. Ρητοὶ οἱ κανόνες περὶ τοῦ κλίματος τοῦ Πόντου, περὶ τοῦ κλίματος τῆς Βυθηνίας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα ἀκριβῶς νὰ σᾶς εἴπω ὡρισμένας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἱεροὶ κανόνες ἐφαρμόζονται ἀμέσως καὶ αὐθορμήτως καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνθυμοῦμαι ὅτι κάποτε ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία κατέλαβε τὴν Σικελίαν, ἡ ὁποία ἦτο κλῖμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ Ἐπίσκοποι διῃρέθησαν καὶ ἦλθε Σύνοδος, ἡ ὁποία εἶπεν εἰς τοὺς Ἐπισκόπους, ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν· ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ Σικελία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, τότε θὰ ἐπανέλθητε καὶ σεῖς. Δὲν ὑπάρχει δὲ παράδειγμα εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπεχωρίσθη μέρος τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἡ μὲν πολιτικὴ ἐξουσία ἔφυγεν, ἔμεινε δὲ εἰς αὐτὴν μόνον ἡ ἐκκλησιαστική. Καὶ αὐτὸ εἶναι συνέπεια τοῦ ἀλληλενδέτου, τοῦ πάντοτε συναφοῦς, τοῦ ἀχωρίστου τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Αὐτοκρατορίᾳ. Ὁ κανὼν αὐτὸς ἤσκησε διαρκῶς μέχρι τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὰ 1853 συνῆλθεν ἡ ἱεραρχία οὐ μόνον τῶν ἐλευθερωθέντων μερῶν, ἀλλὰ καὶ πολλῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν. Συνῆλθεν ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐπειδὴ φυσικῶς ἦτο ἀδύνατον νὰ θεωρῶσιν οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Ἑλλάδος ἑαυτοὺς ὑποτεταγμένους εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅπου ἀκόμη δὲν εἶχε σωθῆ τὸ ἅγιον λείψανον τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου, δὲν ἐθεώρησαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶσι νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον καὶ συνεκρότησαν Σύνοδον καὶ ἐκήρυξαν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἀνεξάρτητον καὶ αὐτοκέφαλον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως καὶ διότι αὐτὸ λέγουσιν οἱ ἱεροὶ κανόνες. Οἱ νομίζοντες, καὶ δυστυχῶς μεταξὺ τῶν νομιζόντων εἶναι καὶ κληρικοὶ ἀνώτεροι, οἱ νομίζοντες ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι πλᾶσμα ξένον πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας, δὲν γνωρίζουν ἀκριβῶς τί λέγουσι. Τοὺς οἰκτείρω διὰ τὴν ἄγνοιαν τῆς ἱστορίας καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων.

§219Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ νομίζοντες;

§220Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον. Ἀνώτεροι κληρικοί. Θέλετε νὰ τοὺς ὀνομάσω; Περιττόν. Λοιπὸν ἔγεινε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐκ συμφώνου μὲ τὴν Πολιτείαν ἔμεινε εἰς τὸ πλευρὸν αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας, ὅπως ἦτο καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας, διότι ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τῆς ἀναστάσεως τῆς Ἑλλάδος ἡ θέσις τῶν πραγμάτων δὲν ἤλαξε παρὰ μόνον τυπικῶς. Ἔλειψεν ἡ Βασιλεία, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, ἐφόσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ, ἐνεσαρκώθη εἰς τὸν Πατριάρχην καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἔγεινεν ἐθνάρχης. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ κανεὶς ὅτι ἦτο αὐτόματον. Δὲν ἦτο κανεὶς σοφός, κανεὶς πεπαιδευμένος, ὁ ὁποῖος τοῖς εἶπεν αὐτὸ κάμετε. Ἦτο ἡ ἐξέλιξις τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. Ὁ Πατριάρχης ὡς ἐθνάρχης ἐξεπροσώπει τὸ Ἔθνος ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας καὶ ὑπὸ τὸ ράσον τοῦ ἐθνάρχου ἔζησεν ἡ ἐθνικὴ ἰδέα καὶ θὰ προσθέσω, μὴ πρὸς κακοφανισμὸν τῶν δημοκρατικῶν, καὶ ἡ ἰδέα τῆς Βασιλείας. Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος, εὑρέθησαν, ὅπως εἶπον πρὸ μικροῦ, ἡνωμέναι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ διάταγμα τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐχρειάζετο ὅμως ἡ ἵδρυσις ἑνὸς Τόμου, διότι ἡ ἱεραρχία ἀκριβῶς λόγῳ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο ἐξουσιῶν, λόγῳ τῆς ἀδιαλείπτου συναφείας τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν, λόγῳ τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον εἶχον δώσει καὶ δίδουν ἀκόμη σήμερον οἱ Ἐπίσκοποι Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν Πατριάρχην, ἐχρειάζετο νὰ λάβωσι τὸν ὅρκον αὐτῶν καὶ ἐχρειάζετο νὰ μὴ φανῶσιν ὅτι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔζησαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἰσῆλθον εἰς τὸν Κλῆρον, ὅτι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν αὐτὴν ἔφυγον ἄνευ τῆς ἀδείας των. Ἐντεῦθεν ἡ ἰδέα τοῦ Τόμου. Ἡ ἰδέα τοῦ Τόμου ἠγέρθη ἀπὸ τοῦ 1833. Ἐπὶ 19 καὶ 20 ἔτη ἐδίχαζε τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, διότι τὸ Πατριαρχεῖον ἐκ λόγων ἐθνικῶν πάλιν ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐχρειάσθησαν διπλωματικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἀγῶνες ἐπὶ μίαν περίπου εἰκοσαετίαν μέχρι τοῦ 1850, ὅτε ἦλθεν ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως καὶ εἶπεν ὅτι τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἀναγνωρίζει ἀνεξάρτητον, αὐτοκέφαλον καὶ νεωτέραν ἀδελφὴν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἔκτοτε ὁ σύνδεσμος ὑπῆρχε δογματικῶς, ὅπως καὶ μὲ τὰ τέσσαρα ἄλλα Πατριαρχεῖα καὶ μὲ τὰς ἄλλας αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας τῆς Εὐρώπης, αἱ ὁποῖαι καὶ σήμερον εἶναι ἀνεξάρτητοι, πρὸ δεκαετηρίδων δὲ δὲν ἦσαν, τῆς Ρουμανίας, τῆς Σερβίας, τῆς Τσεχοσλοβακίας, τῆς Δαλματίας καὶ λοιπῶν, διότι ὅλαι αὐταὶ εἶναι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ ἑνότης αὐτὴ ἀπὸ τοῦ Τόμου μέχρι σήμερον. Ὅταν μετὰ τὴν συνθήκην τῶν Ἀθηνῶν ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Τόμου, Πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ κ. Σκουλούδης, Ὑπουργὸς δὲ ὁ μακαρίτης Μιχελιδάκης. Οἱ Ἐπίσκοποι τῶν Νέων Χωρῶν προέτεινον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Τόμου διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἐξάρτησις ἀπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ κ. Σκουλούδης ἀνεγνώρισεν ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερον, νὰ περιμένωμεν τὴν ἔκδοσιν τοῦ Τόμου διὰ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν αἱ Ν. Χῶραι. Ἀλλὰ τότε ἐξερράγη ὁ Γαλλοϊταλικὸς πόλεμος καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον εἰς ἐμέ, ὑποβαλόντα ἐπερώτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶπεν ὁ κ. Σκουλούδης καὶ ὁ μακαρίτης Μιχελιδάκης: «Ἀφήσατε, μὴ κάμετε συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Θὰ μεταβῇ προσεχῶς ὁ κ. Καλέργης πρεσβευτὴς καὶ τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ ἄνευ ἐκδόσεως Τόμου ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον». Καὶ καθωρίσθη τότε τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν καὶ Ἑπτάνησον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ περιστάσεις ἦσαν ἄλλαι καὶ πολιτικαὶ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ καὶ ἀπῃτεῖτο ἡ εὐλάβεια αὕτη πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Σήμερον μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, ἣν ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία καὶ ἡ Βουλὴ πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, δὲν πρέπει νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τοῦ νὰ θεωρήσῃ, ὡς καὶ εἶναι ἀληθές, ὑποτεταγμένους εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν τοὺς Ἐπισκόπους τῶν Νέων Χωρῶν μηδὲ τῆς Κρήτης ἐξαιρουμένης, μηδὲ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, Θράκης καὶ Μακεδονίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ καθεστὼς καὶ τὸ Σύνταγμα τῶν ἱερῶν κανόνων εἶναι αὐτό, ὅπερ εἶπον. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὅσων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸς τὴν Βουλήν. Τούτου οὕτως ἔχοντος, τὸ ἄρθρον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει, νὰ μείνῃ δὲ καὶ ἡ λέξις γνωστή.

§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα.

§222Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι αὐτὸ εἶναι ἤδη καθιερωμένον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφήνωμεν τὰς διατυπώσεις τῶν Συνταγμάτων ἄνευ φόβου ὅτι τὸ δημιουργούμενον δύναται νὰ προξενήσῃ εὐθύνας. Δὲν εἶναι δὲ εἰς γνῶσιν τοῦ νομοθέτου ποία θὰ εἶναι ἡ ἐξέλιξις τοῦ μέλλοντος καὶ ἡ ἐκ τῆς ἐξελίξεως διδομένη ἑρμηνεία εἰς τὸν νόμον, ὅστις θεσπίζεται σήμερον, μετὰ 10 ἢ 20 ἔτη ἢ 30 ἔτη. Πρέπει νὰ μείνῃ τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει. Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπε κάποτε ὁ μακαρίτης ὁ Δεληγιάννης ἐν τῇ Βουλῇ. Κάποιος ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐν τῇ συζητήσει ἔθιξε τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τοῦ Κορδονικοῦ κόμματος, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ Δεληγιάννης καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπε τὸ ἑξῆς· ὅτι, ὅταν θέλωμεν νὰ θίξωμεν τὸ Σύνταγμα, νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν προσοχὴν καὶ τὴν αὐτὴν εὐλάβειαν, μὲ τὴν ὁποίαν θίγομεν τὴν Θείαν Μετάληψιν. Ἡ εἰκὼν ἦτο ὑπερβολική, ἀλλὰ χαρακτηριστική. Αὐτὴν τὴν εἰκόνα ἐπαναλαμβάνω ὡς ἐπίλογον. Αὐτὴν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι βουλευταί, ψηφίζοντες τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος.

§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βλιάμος ἔχει τὸν λόγον.

§224Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ὅτι διὰ τῆς φράσεως «τὰ τῆς λατρείας πάσης ἄλλης γνωστῆς θρησκείας τελοῦνται ἐλευθέρως» ὅτι ἡ λέξις «γνωστὴ» εἶναι περιττή. Περιττὴ δὲν εἶναι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἡ προσήκουσα καὶ ἀντὶ ταύτης ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένη», διότι γνωστὰ θρησκεύματα εἶναι δυνατὸν νὰ παραχθοῦν μὲ τὰς νέας ροπάς, τὰς νέας τάσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ σήμερον, εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν νέα θρησκεύματα. Ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένη» θὰ ἦτο καταλληλοτέρα καὶ αὐτὴν τὴν λέξιν προέτεινον καὶ κατὰ τὴν Γʹ Συνέλευσιν καὶ τῆς ὁποίας μνημονεύει ὁ ὑπέροχος συνταγματολόγος Σαρίπολος. Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένη», τότε θὰ περιττεύουν τελείως αἱ φράσεις «ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη». Διότι ὅταν πρόκειται περὶ ἀνεγνωρισμένης Θρησκείας δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἀνεγνωρισμένη Θρησκεία νὰ ἔχῃ στοιχεῖα ἀνήθικα καὶ ἀντικείμενα εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.

§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δι’ αὐτὸ ἐτέθη αὐτὴ ἡ περικοπή, διότι ἔχομεν τὰς νέας ἀντιλήψεις καὶ διὰ τῆς λέξεως «γνωστὴ» ἀφίονται ἐλεύθεραι, ἐνῷ ἡ ἰδική σας πρότασις εἶναι πολὺ περιωρισμένη ἂν θελήσωμεν νὰ σεβασθῶμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξιθρησκείας. Δι’ αὐτὸ ἐτέθη ἡ περαιτέρω διάταξις ὅτι κάθε Θρησκεία εἶναι σεβαστή, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.

§226Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Δὲν νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένη», διότι δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν δημιουργίαν θρησκευτικῶν αἱρέσεων ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ὑπάρξουν τοιαῦτα θρησκεύματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντίκεινται εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι συμφέρον νὰ διατυπωθῇ ἡ φράσις αὐτή.

§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§228Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, μὴ ἐγκύψας εἰς θρησκευτικὰς μελέτας, δὲν θὰ ὁμιλήσω ἀπὸ δογματικῆς ἀπόψεως οὔτε ἀπόψεως κανόνων, διεπόντων τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλωστε φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ μετεβάλλετο ἡ Βουλὴ εἰς ἀκαδημίαν θρησκευτικῶν διαλέξεων. Ἡμεῖς θὰ κρίνωμεν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ποίαν σημασίαν δέον νὰ προσδώσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν Θρησκείαν. Ὑπάρχουν μερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα διαφεύγουν τῆς ἰσχύος τοῦ νομοθετικοῦ διακανονισμοῦ, ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ζήτημα ἂν τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι πρωτίστης ἢ δευτερευούσης σημασίας δὲν θὰ κριθῇ ὑπὸ συνταγματολόγων, ἀλλὰ θὰ κριθῇ ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ τὸ ζήτημα τῆς θρησκείας. Δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς, εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμένως ἔχει ἀναγάγει τὴν Θρησκείαν, τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Θρησκείαν εἰς ὑψίστην καὶ πρωτίστην περιωπὴν ἐν τῇ συνειδήσει του;

§229Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅρα καὶ παλαιὸν Ἡμερολόγιον.

§230Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπε προαγορεύσας ἱεραπόστολός τις τοῦ Λενὶν ὅτι ἄλλα Κράτη οὐδόλως ἀσχολοῦνται μὲ τὴν Θρησκείαν. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἄλλαι αἱ συνθῆκαι ἐκεῖ. Ἐκεῖ ἀνεφάνησαν οἱ διάφοροι Λούθηροι καὶ «Τζένεραλ» Μπούθ, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν ἰδικάς των θρησκείας καὶ διῄρεσαν τὸν λαὸν εἰς ἰσόπαλα θρησκευτικὰ στρατόπεδα.

§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἦτο ὁ Μπούθ;

§232Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ καὶ μία Θρησκεία μὴ «γνωστὴ» ἐν Ἑλλάδι. Ὁ Μποὺθ ἐνεφανίσθη ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἵδρυσε μίαν Θρησκείαν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασε «Στρατὸν Σωτηρίας» «Salvation Army» καὶ ἡ ὁποία σήμερον ἔχει πολλοὺς ὀπαδοὺς καὶ ἰδίως ἐν Ἀμερικῇ. Οὗτοι βασιζόμενοι εἴς τι ρητὸν τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖον λέγει «ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνων αἰνεῖτε τὸν Κύριον», συγκεντροῦνται εἰς τὰ πεζοδρόμια καὶ ψάλλουν ὕμνους, ἀνακρούοντες διάφορα ὄργανα. Εἶναι πολὺ πρακτικοὶ καὶ ἔχουσι κάμει πολλὰ κοινωφελῆ ἔργα, νοσοκομεῖα, ξενοδοχεῖα κλπ. διὰ τοὺς πτωχούς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας κομμουνιστὴς συνάδελφος ὅτι πολλὰ Κράτη δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὴν Θρησκείαν. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐκεῖ οἱ διάφοροι θρησκοποιοὶ κατώρθωσαν νὰ διαιρέσουν θρησκευτικῶς τὸν λαὸν εἰς μερίδας ἴσας πρὸς ἀλλήλας. Μεταξὺ τῶν μερίδων αὐτῶν διεξήγετο εἴς τινας χώρας ὀξὺς ἀνταγωνισμός. Καὶ τὸ Κράτος μὴ θέλον νὰ εὐνοήσῃ οὔτε τοὺς μὲν οὔτε τοὺς δέ, ἔπαυσαν ἐνδιαφερόμενον ἐπισήμως δι’ οἱανδήποτε θρησκείαν, ἐγκαταλεῖψαν τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς ἰδιωτικὴν μέριμναν. Ὑπάρχει δὲ τοιαύτη ποικιλία Θρησκειῶν εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ πράξωσιν ἄλλως εἰμὴ νὰ παύσωσιν ἀσχολούμενα ἐπισήμως μὲ οἱανδήποτε Θρησκείαν. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν συμβαίνει αὐτό. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, εἴτε διότι δὲν θέλει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ κακῶς ἐννοουμένου αὐτοῦ πολιτισμοῦ, εἴτε ἐξ ἱστορικῶν παραδόσεων, εἴτε ἐκ βαθυτέρας θρησκευτικῆς πεποιθήσεως ἔχεται στερρῶς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Θρησκείας καὶ θεωρεῖ τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Θρησκείαν ὡς τὸ οὐσιωδέστερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.

§233Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.

§234Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε διατεθειμένος νὰ ἀμφισβητήσητε πᾶσαν ἀλήθειαν καὶ πᾶσαν ἀνεγνωρισμένην ἠθικὴν ἀρχήν. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ θρησκεία του νὰ τίθεται ὑπεράνω παντὸς ἄλλου ζητήματος. Δὲν θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑποκειμενικῶς, οὔτε τὸ τί πρεσβεύει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Οὔτε ποίαν θέσιν θὰ εἶχε τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι, ἂν τοῦτο ἀφεώρα ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ μόνον. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κρίνωμεν τὰ πράγματα ἀντικειμενικῶς καὶ προκειμένου περὶ θρησκευτικοῦ ζητήματος θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τί θέλει ὁ λαὸς καὶ αὐτὸ θὰ πράξωμεν. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ἄνθρωποι, ἐμφανιζόμενοι ἐνταῦθα ὡς δημοκρατικοί, δὲν σέβονται τὴν θέλησιν τοῦ «Δήμου», τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν πάσης δημοκρατίας. Ἐκτὸς ἂν θέλωσι νὰ χαρακτηρίσωσι μίαν κατάστασιν διὰ μιᾶς λέξεως, ἡ ὁποία οὔτε κἂν ἀνταποκρίνεται ἐν τῇ πραγματικότητι πρὸς αὐτήν. Ὡς συνέβη καὶ κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν. Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς αὐτό, θὰ ἴδωμεν ὅτι οἱ «Δημοκρατικοὶ» ἐχαρακτήριζον διὰ τῆς λέξεως «Δημοκρατία» πολιτειακὴν κατάστασιν, ἥτις οὐδὲν τὸ δημοκρατικὸν ἐνεῖχεν. Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἄλλης συζητήσεως. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔχει θέσει ἐν τῇ συνειδήσει του ὑπεράνω παντὸς τὴν πίστιν του πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Θρησκείαν; Ὁ κ. Θέος— κομμουνιστὴς — δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο, ἀλλ’ οὐδεὶς ἄλλος ἐξ ἡμῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ σεβασθῶμεν τὰς θρησκευτικὰς πεποιθήσεις καὶ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιτακτική, διότι εἶναι γνωσταὶ ἐκ τῶν προτέρων αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ, καὶ διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀντικείμενον συνταγματολογικῆς ἐρεύνης, δὲν δυνάμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὸ καθῆκον μας ὡς πληρεξουσίων τοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς οἱ βασιλόφρονες, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ καθῆκον αὐτό, ἀξιοῦμεν ἀπὸ ὑμᾶς τοὺς δημοκρατικοὺς νὰ σεβασθῆτε τὴν θέλησιν τοῦ «Δήμου», τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ συμφωνήσητε μεθ’ ἡμῶν ὅτι τὸ ἀφορῶν τὴν θρησκείαν μας ἄρθρον δέον νὰ τεθῇ πρῶτον ἐν τῷ Συντάγματι.

§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.

§236Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν τὸ πρῶτον ἀνῆλθον τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσω ἀπέφυγον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, διότι ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ ἀφήσωμεν ὡς ἔχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ τὸ συζητήσω. Ὁμολογῶ ὅτι ᾐσθάνθην βαθεῖαν θλῖψιν, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 106....

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Ι. Τζίβα, Δ. Πετρακάκου, Ι. Παπαϊωάννου, Γ. Μπακοπούλου καὶ Μ. Μαντᾶ.

§238Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις μὲ 30 βουλευτάς.

§239Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.

§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ).

§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 1 π. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
2Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 1927
3Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
4(Ὥρα 5.30′ μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
7(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
8χθεσινῆς συνεδριάσεως).
9§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν
10ἀλεύρων Ἐπιτροπὴ ἐνισχύθη διὰ τῶν κ. κ. Ἀμηρᾶ καὶ Λ.
11Κυβετοῦ, ἡ δὲ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν διὰ τῶν κ. κ. Θ. Τσιρι-
12μώκου καὶ Μ. Μεσαντζῆ.
13Ὁμοίως ἀνακοινῶ τὰς ἑξῆς ἀναφοράς.
14— Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα
15διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν του καὶ τὴν λῆψιν
16καταλλήλων μέτρων διὰ τὴν ἀνεργίαν.
17— Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἡρακλείου διαμαρτύρεται διὰ τὴν
18ἀπαγόρευσιν ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν ἑορτασμοῦ ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τοῦ
19θανάτου τοῦ Λενίν.
20— Οἱ ἐν Μακεδονίᾳ κτηνοτρόφοι ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα
21διὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν κλπ. παρα-
22καλοῦν δὲ τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὰ αἰ-
23τήματά των.
24— Ἐπιτροπὴ προσφύγων Ὀρεστιάδος διαμαρτύρεται διὰ
25τὴν ἀδικαιολόγητον ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν ἀποζημιώ-
26σεών των.
27— Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται
28διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου Λαρίσσης, καταδικάζουσαν
29ἐργάτας εἰς φυλάκισιν καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν των δι-
30καιωμάτων.
31— Ἐπιτροπὴ καπνεργατῶν Σοφάδων καὶ Ἐλασσῶνος δια-
32μαρτύρεται διὰ τὴν κατάργησιν γραφείου προστασίας καπνοῦ,
33ὡς καὶ διὰ τὴν μὴ καταβολὴν τῶν ἑξήκοντα ἡμερομισθίων.
34— Ὁ Ἀχιλλεὺς Μεϊμάρης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως
35τὸν ἐπαναφέρῃ ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Στρατοῦ, παραιτη-
36θέντα διὰ πολιτικοὺς λόγους.
37— Πολλοὶ γονεῖς καὶ κηδεμόνες τῶν ἐθελοντῶν τῆς
38κλάσεως 1926 ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ἐλαττώσεως τῆς
39θητείας τῶν ἐθελοντῶν εἰς δεκαοκτάμηνον.
40— Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον σιγαροποιῶν καπνεργατῶν
41Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἄμεσον
42ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου «περὶ ἱδρύσεως ταμείου συντάξεως καὶ
43περιθάλψεως τῶν ἀνέργων σιγαροποιῶν κλπ.»
44— Ὁ Σύνδεσμος ἀποστράτων ὁπλιτῶν ξηρᾶς καὶ Χωροφυ-
45λακῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἀπονομὴν μερίσματος ἀν-
46θυπολοχαγοῦ εἰς ὑπαξιωματικοὺς ἀποστρατευθέντας μὲ σύν-
47ταξιν ἀνθυπολοχαγοῦ.
48— Ὁ Γεώργιος Μητσοτάκης, τέως καπνοβιομήχανος, κά-
49τοικος Ἁγίου Νικολάου Κρήτης, ζητεῖ ἐκ μέρους τοῦ Κρά-
50τους ἀποζημίωσιν λόγῳ καταργήσεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου.
51— Ὁ Ἐμποροβιομηχανικὸς Σύλλογος Τριπόλεως ὑποβάλ-
52λει ὑπόμνημα διὰ τὴν λῆψιν μέτρων, καθόσον ἅπαντες οἱ ἐ-
53παγγελματίαι διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἄδικον κατάταξίν των
54ὑπὸ τῆς Ἐφορείας Μαντινείας εἰς τοὺς φορολογικοὺς πί-
55νακας.
56— Ἡ Παμβιωτικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων καὶ θυμάτων πο-
57λέμου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως μὴ καταργήσῃ τὸ ἀπὸ 13
58Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Διάταγμα «περὶ λιανικῆς μονοπωλή-
59σεως καπνοῦ καὶ σιγαρέττων».
60— Ὁ Ἐμποροεπαγγελματικὸς καὶ βιομηχανικὸς κόσμος
61τῆς πόλεως Καρδίτσης διαμαρτύρεται δι’ ἰσχύουσαν δημευ-
62τικὴν φορολογικὴν κλίμακα καὶ αἰτεῖται τὴν ἐλάττωσιν τῶν
63φορολογικῶν ποσοστῶν τῶν καθορισθεισῶν κλάσεων.
64— Τὸ Σωματεῖον ἁλιέων Πολιχνίτου διαμαρτύρεται κατὰ
65τῆς φορολογίας τῆς ἁλιείας, ἀνερχομένης εἰς 20%, παρα-
66καλεῖ δὲ ὅπως καταργηθῇ αὕτη.
67— Πολλοὶ κάτοικοι Ρεθύμνης διαμαρτύρονται διὰ τὴν με-
68λετωμένην ἀπομάκρυνσιν τοῦ λαοφιλοῦς Νομάρχου των.
69— Ὁ Σύνδεσμος τεχνιτῶν ἀρβυλοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πει-
70ραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀνέργων
71ἀρβυλοποιῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰδικοῦ τέλους ἢ εἰσφορᾶς ἐπὶ
72τῶν ἐργολάβων κατασκευῆς ἀρβυλῶν τοῦ Στρατοῦ κλπ.
73— Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κάτω Μποτίνου τοῦ Δήμου Μα-
74κρυνείας ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ κα-
75ταστραφέντος τμήματος τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ.
76— Οἱ κάτοικοι τῆς Μυτιλήνης διαμαρτύρονται διὰ τὸν φό-
77ρον τοῦ ἐπιτηδεύματος.
78Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
79Ἡμερησίαν Διάταξιν
80τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
81Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ Συντάγ-
82ματος. Ὁ κ. Α. Ἰωαννίδης ἔχει τὸν λόγον.
83§3Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα ἐδημι-
84ουργήθησαν μὲ τὰς διαφόρους αὐτῶν ὀνομασίας εἰς τὰς δια-
85φόρους ἐποχὰς καὶ Κράτη, ὡς τὰ ἀντίρροπα ἢ μᾶλλον αἱ ἐκ-
86φράσεις τοῦ ἀγῶνος τῶν ἀναπτυσσομένων Κοινωνιῶν πρὸς τὴν
87ἐπικρατοῦσαν προσωπικὴν ἀπολυταρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώ-
88τη διαμόρφωσις τῶν πρωτογενῶν Κοινωνιῶν· ἡ πρωτίστη ἐμ-
89φάνισις τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος εἰς τὴν σημερινὴν
90ἐποχήν, τοῦ ὁποίου ἀπότοκος εἶναι ὁ πολιτισμός μας, εἶναι ἡ
91magna carta. Ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ με-
92γάλοι φεουδάρχαι ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων λαϊκῶν μα-
93ζῶν ἐπέβαλον εἰς τὴν βασιλικὴν παντοδυναμίαν τὴν ἀναγνώ-
94ρισιν τῆς magna carta. Ἡ ἐξέλιξις τῆς magna carta
95ἔφθασεν εἰς τὴν σημερινὴν ὄψιν της ἐν τῇ ὁποίᾳ μᾶς παρου-
96σιάζει ἑδραζομένην τὴν κυριαρχίαν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοι-
97νοτήτων, εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων καὶ εἰς τὴν Βασι-
98λείαν.
99Ἡ ὅλη οὐσία τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων δὲν εἶναι
100ἄλλη τις εἰμὴ μόνον νὰ μετακινήσῃ τὴν κυριαρχίαν. Ἐκεῖ ὅ-
101που ἑδράζει ἡ κυριαρχία εἶναι ἡ ὅλη φύσις τοῦ ζητήματος, ἡ
102ὁποία τίθεται καὶ σήμερον ἐνώπιόν μας.
103Ἐπίσης ἡ ἐξέλιξις ἐν Γαλλίᾳ προῆλθε κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ
104conseil des rois καὶ διὰ τῶν états generaux καὶ τῶν par-
105lements ἔφθασε κατόπιν εἰς τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν καὶ
106διὰ τῶν διαφόρων δικτατοριῶν καὶ ἐπαναστάσεων κατέληξεν
107εἰς τὴν σημερινὴν διαμόρφωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία
108θεωρητικῶς παρουσιάζει τὴν κυριαρχίαν ἑδράζουσαν ἐκ πα-
109ραλλήλου καὶ ἁρμονικῶς εἰς τὴν Βουλήν, τὸν Πρόεδρον τῆς
110Δημοκρατίας καὶ τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ μὲ τὴν σημερινήν της
111ἐξέλιξιν ἐν τῇ πραγματικότητι ἑδράζει μόνον εἰς τὴν Βου-
112λήν. Διότι παρακολουθοῦντες τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἐπεφάνη εἰς
113τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Τόπου, εἴδομεν ὅτι παρέσυρε τὸν Πρόε-
114δρον τῆς Δημοκρατίας. Κατόπιν δέ, ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἠδυνή-
115θη διὰ τῆς πλειονοψηφίας τὴν ὁποίαν ἀντεπροσώπευε νὰ ἐμ-
116φανίσῃ, νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν γνώμην της, ἠναγκάσθη νὰ
117σχηματίσῃ Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πραγματικῶς
118ἀντεπροσώπευε πλέον τὴν κυριαρχίαν.
119Ἡ κυριαρχία, κύριοι, σήμερον ἐν Γαλλίᾳ δὲν εἶναι βέβαιον
120ἀκόμη ποῦ ἑδράζει. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἑδράζει
121κατ’ οὐσίαν παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Δημοκρατίας. Τὰ ἀντι-
122προσωπευτικὰ Σώματα εἶναι τὰ περιορίζοντα τὸν Πρόεδρον.
123Καὶ ἐκεῖ παρατηροῦμεν τάσιν πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀντιπροσω-
124πευτικῶν Σωμάτων, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐπικρατήσῃ, διότι ὁ λαὸς
125προώδευσε μὲ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα. Ἀμερόληπτος παρατη-
126ρητὴς τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων βλέπει ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ
127σήμερον ἑδράζει ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν
128τὴν ἑδράζουσαν σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ—καὶ θὰ ἔλθω εἰς τὴν
129πραγματικότητα—πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὴν μετακινήσωμεν;
130Δὲν εἶναι τόσον εὔκολον, ὅταν ἡ πραγματικὴ κατάστασις οἵα
131ἐξειλίχθη τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν, μᾶς ἔδιδε μίαν ρητὴν
132ἐντολὴν νὰ ἀποκαθάρωμεν τὸ ζήτημα τῆς στρατοκρατίας καὶ
133τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου ἐξεκαθαρίσθη. Μᾶς ἔδωκεν
134ὅμως καὶ ἓν ἄλλο νὰ δημιουργήσωμεν τὸ Κράτος καὶ τοὺς
135ὀργανισμοὺς ἐκείνους, οἵτινες θὰ διευθύνουν αὔριον τὴν ἐξέλι-
136ξιν τὴν κρατικήν.
137Νομίζω, κύριοι—καὶ δι’ αὐτὸ ἐφθάσαμεν καὶ ἐδῶ εἰς τὴν
138Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδὲν κόμμα εἶχε τὴν δύναμιν
139μόνον του νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Τόπου.
140Διότι τὴν σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἑδράζει ποιά τις δύναμις
141ἁπλῆ, ὅπως εἰς τὰς ἄλλας Βουλάς, ἑδράζει ὅλη ἡ ὕπαρξις
142τοῦ Κράτους. Καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἓν
143κόμμα μόνον του νὰ διαχειρισθῇ αὐτήν, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ
144στηριχθῇ, διότι θὰ εὕρισκεν ὅλα τὰ κόμματα ἐνάντια. Δι’ αὐτὸ
145ἠναγκάσθημεν καὶ ἡμεῖς ὡσεὶ ἀσυνειδήτως, χωρὶς νὰ ὁμιλή-
146σωμεν, νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν λαϊκὴν βούλησιν, ἥτις ἐπέβαλε
147νὰ σχηματίσωμεν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁ-
148ποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία.
149Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ μόνη θὰ ἦτο εἰς θέσιν
150νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἢ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν δύναμίν της
151ἀλλέως παρὰ ἐντὸς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
152§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε ρήτωρ, νὰ συντομεύσητε
153τὸν πρόλογόν σας.
154§5Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὴν σήμερον λοιπόν, κύριοι, πρόκειται
155νὰ καθορίσωμεν τὸ ποῦ θὰ ἑδράζῃ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἡ κρα-
156τική, ἡ ὁποία εἶναι μόνη καὶ συγκεντροῖ ὅλας τὰς δυνάμεις,
157εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι ὅλοι ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν
158τὸ ταχύτερον τὴν Βουλὴν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, νὰ
159παραδώσωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ
160εἶναι. Τὸ πῶς θὰ κατορθωθῇ τοῦτο, θὰ τὸ ἴδωμεν βραδύτερον.
161Εἶναι ὅμως καὶ τὸ ἄλλο. Ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ ἑδράζει ὄχι μό-
162νον ἡ νομοθετικὴ δύναμις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία.
163Τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα πρὸ 50–100 ἐτῶν ἐλέγετο
164ὅτι εἶχον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Πράγματι τότε, ὅταν ἠ-
165γωνίζοντο πρὸς τὴν ἀπολυταρχίαν διὰ νὰ ἀποσπάσουν τμήμα-
166τα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπέσπον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον
167τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν καὶ ἰδίᾳ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
168Σήμερον συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ ἑδρά-
169ζει ὄχι μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ κρατι-
170κὴ κυριαρχία καὶ προσπαθοῦμεν καὶ ἐκεῖ θὰ τείνῃ ἡ προσπά-
171θειά μας, εἰς τὸ νὰ ἀπασπάσωμεν ἐκ τῆς Βουλῆς τὴν ἐκτελε-
172στικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ τὴν καταστήσωμεν ὀλίγον ἐλευθέραν
173ἀπέναντι τῆς παντοδυναμίας τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ση-
174μερινὴ τάσις, τὴν ὁποίαν διαβλέπει ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὴν ὁ-
175ποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν διὰ νὰ κατορθώσωμεν τὴν δύνα-
176μιν αὐτὴν νὰ τὴν ἀποσείσωμεν ἐκ τῶν ὤμων μας. Διότι ἄλ-
177λως, ἂν δὲν κατορθώσωμεν νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν καὶ τὸν
178διάδοχον τῆς Βουλῆς, οὕτως εἰπεῖν, δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶ-
179ναι ἡ ἐξέλιξις. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι κα-
180νονισμένος ὁ διάδοχος, δύναται νὰ ἐμφανισθῇ οἱοσδήποτε. Πῶς
181θὰ τὸ κατορθώσωμεν; Δι’ ἄλλου ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώμα-
182τος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δώσωμεν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχο-
183μεν ἡμεῖς; Νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολος ἡ μετακίνησις τῆς
184κρατικῆς δυνάμεως, τῆς κυριαρχικῆς δυνάμεως;
185Θὰ τὴν συζητήσωμεν τὴν Γερουσίαν ὑπὸ τὴν ἄποψίν της ὡς
186συμβουλευτικοῦ Σώματος ἢ ὡς δημιουργοῦ τῶν νόμων ἢ ὡς
187ἀναχαιτίζοντος τὰς ὁρμὰς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ μετακίνησις
188τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἰς ἄλλο Σῶμα εἶναι δυσκολωτάτη.
189Διότι λέγομεν ὅτι ὁ σχηματισμὸς τοῦ ἑτέρου Σώματος θὰ πε-
190ριορίσῃ τὴν Βουλήν. Διότι ἡ οὐσία εἶναι μία. Τὸ ζήτημα τὸ
191ὁποῖον προέχει εἶναι τὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τίς θὰ
192ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως; Θὰ τὸ ἔχῃ ἡ Γερουσία μετὰ
193τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας; Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι εὔ-
194κολον τοῦτο. Ἂν δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν δύναμιν ἡ Γερουσία νὰ
195διαλύῃ τὴν Βουλήν, τότε εἶναι ἁπλοῦν ὄργανόν της, δὲν εἶ-
196ναι ἀνεξάρτητος ὀργανισμὸς περιορίζων τὴν παντοδυναμίαν
197τῆς Βουλῆς. Ἐφόσον δὲν ἔχει ἡ Γερουσία τὴν δύναμιν νὰ δια-
198λύσῃ τὴν Βουλήν, τίθεται καὶ τὸ ἄλλο ἐρώτημα· τὸ Σῶμα
199αὐτὸ ἂν προέλθῃ ἐξ ἐκλογῶν, τότε καὶ μόνον θὰ ἔχῃ κῦρος,
200ἂν ὅμως δὲν προέλθῃ ἐξ ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐξ ἀμέσου διορισμοῦ,
201τότε εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ὀνομάσωμεν Γερουσίαν. Ἀλλὰ διὰ
202νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν τὴν περιλαμβανομένην ἐν τῇ λέξει «Γε-
203ρουσία» πρέπει νὰ προέλθῃ ἐξ ἐκλογῶν τὸ Σῶμα. Καὶ νο-
204μίζετε, κύριοι, ὅτι Σῶμα προερχόμενον ἐξ ἐκλογῶν θὰ δυνά-
205μεθα ἡμεῖς νὰ τῷ κανονίσωμεν τὰς δυνάμεις του: Ὅταν αὔ-
206ριον ἐκλεγῶσιν 150 γερουσιασταὶ ἐκ τῆς καθολικῆς ψηφοφο-
207ρίας, θὰ δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο ὅτι
208δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνατρέπῃ Κυβερνήσεις, ὅτι δὲν ἔχει
209δικαίωμα νὰ συζητῇ περὶ τῆς κρατικῆς δυνάμεως; Ποῖος θὰ
210εἶναι τόσον ἰσχυρός, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν λαϊκὸν ἀντιπρόσωπον
211τῆς αὔριον θὰ δύναται νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει τὰ δικαιώ-
212ματα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας!
213§6Δ. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ Σύνταγμα.
214§7Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Τὸ ὁποῖον Σύνταγμα κανονίζετε καὶ
215ρυθμίζετε σεῖς ἐκ τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχετε σήμερον,
216τὴν ὁποίαν συντακτικὴν δύναμιν τὴν ἀντλοῦμεν ὅλοι μας ἐκ
217τῆς λαϊκῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύομεν ἐδῶ καὶ
218τὴν ὁποίαν δύναμιν θὰ ἔχουν αὔριον οἱ ἐκλεγόμενοι γερου-
219σιασταί.
220§8ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
221§9Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Δὲν θὰ τοὺς τὴν δώσητε σεῖς, θὰ τὴν
222πάρουν μόνοι τοὺς μὲ τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐπήρα-
223μεν ἡμεῖς, δικαιώματα συντακτικά. Μὲ ποῖον δικαίωμα δυνά-
224μεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα τὴν στιγμὴν
225ὅπου εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, κατὰ τὰς ὁποίας
226τείνομεν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν δύναμιν ὅπου ἑδράζεται ἡ λαϊ-
227κὴ κυριαρχία. Διότι σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ ἑδράζει πᾶσα δύνα-
228μις ἐκτελεστική, νομοθετικὴ καὶ δικαστική. Πῶς θὰ δημιουρ-
229γήσωμεν τὴν δύναμιν ἡ ὁποία θὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Βουλὴν αὐτὴν
230τὴν ἐκτελεστικὴν ἢ τμήματος τῆς ἐκτελεστικῆς; Δὲν δυνά-
231μεθα αὐτὸ νὰ τὸ πράξωμεν διὰ τῆς Γερουσίας ἢ δι’ ἄλλου Σώ-
232ματος ἀντιπροσωπευτικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἑδράζῃ ἡ αὐτὴ δύ-
233ναμις. Ἄλλη πρέπει νὰ εἶναι, ἀντίρροπος δύναμις ἐκείνης, τὴν
234ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλή. Ἀντίρροπος δύναμις δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶ-
235ναι ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία θὰ ἐκλέγεται διὰ τοῦ λαοῦ. Πρέπει
236νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἄλλην δύναμιν καὶ αὐτὴν τὴν ἔχομεν
237ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀνωτάτου ρυθμιστοῦ, τοῦ Προέδρου τῆς
238Δημοκρατίας. Δώσατε δικαιώματα περισσότερα εἰς τὸν Πρόε-
239δρον τῆς Δημοκρατίας. Δημιουργήσατε τὸν Πρόεδρον τῆς
240Δημοκρατίας ἐκ τῆς λαϊκῆς δυνάμεως προερχόμενον καὶ οὐχὶ
241ἐμμέσως. Τότε ἔχομεν δύο δυνάμεις, ἐντὸς ὁποίων ἑδράζει ἡ
242λαϊκὴ κυριαρχία, τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημο-
243κρατίας. Καὶ τότε αὐταὶ αἱ δύο δυνάμεις εἶναι ἠναγκασμέναι
244νὰ ἔρχωνται εἰς συμβιβασμόν. Μόνον ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ
245Προέδρου τῆς Δημοκρατίας διὰ τῆς δημιουργίας ἄλλης δυ-
246νάμεως ἔχομεν τὸ ἀντίρροπον τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία
247ἑδράζει ἐδῶ.
248Αὐτὴν τὴν λύσιν, κύριοι, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν.
249Νομίζω ὅτι δὲν θὰ μᾶς δώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν ἡ
250δημιουργία τῆς Γερουσίας. Εἶναι ἀδύνατον ἡ Γερουσία νὰ πε-
251ριέχῃ αὐτὴν τὴν κρατικὴν κυριαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ
252Βουλὴ καὶ ἢ θὰ μείνωμεν μόνον καὶ ὅπως εἶναι σήμερον τὸ
253Σύνταγμα μόνον ἐν τῇ Βουλῇ ἑδρεύει τὸ ὁλόκληρον τῆς κρα-
254τικῆς κυριαρχίας καὶ συνεπῶς τοιαύτη Βουλὴ ἀδιακόπως μὲ
255τοιαύτην δύναμιν εὑρισκομένη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κατα-
256λήξῃ εἰς δικτατορίαν ἢ θὰ δημιουργήσωμεν ἰσχυρὰν τὴν ἀν-
257τίρροπον δύναμιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας.
258§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μοδάτσος ἔχει τὸν λόγον.
259§11Ε. ΜΟΔΑΤΣΟΣ. Μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιχειρημάτων,
260κύριοι βουλευταί, τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύ-
261την ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἓν εἶναι τὸ σπου-
262δαιότερον, τὸ ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἀποτελέσῃ ἐμπόδιον. Εἰς τὸ
263ζήτημα τοῦτο τὸ ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ ἐμπόδιον ἡ Γερουσία συμ-
264φωνοῦν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ καὶ
265ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατὰ τοῦ θεσμοῦ. Καὶ ἐκεῖνοι μὲν
266οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ θέλουσιν ὡς ἐμπόδιον τὸν
267θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸν θεσμὸν τῆς Πα-
268τρίδος καὶ προβάλλουν τὸν λόγον ὅτι τὸν θέλουν διὰ νὰ καταπο-
269λεμήσωσι καὶ νὰ πατάξωσι τὴν πολυνομίαν, ἡ ὁποία γεννᾶται
270διὰ τῆς Βουλῆς μόνης καὶ διὰ νὰ παρασκευάζωνται καλύτε-
271ρον οἱ νόμοι. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὸν θεσμὸν τῆς
272Γερουσίας ὡς ἐμπόδιον κατὰ τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ κοι-
273νοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ
274ἐγώ, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι διὰ τοῦ ἐμποδίου τού-
275του θὰ ἐπέλθῃ ἀνυπολόγιστος ζημία εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ
276κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐμ-
277πόδιον εἰς τὴν ἐξέλιξιν τὴν κανονικὴν τῆς Χώρας πρὸς τὴν
278πρόοδον. Ἐφόσον δὲ τοιαύτην ζημίαν πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ
279τὸ ἐμπόδιον τοῦτο καὶ εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ εἰς τὴν
280πρόοδον τῆς Χώρας, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκεται
281εἶναι ἀσήμαντοι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι εἶναι καὶ ἐντελῶς ἀ-
282βάσιμοι. Καὶ εἶναι ἀσήμαντοι οἱ λόγοι οὗτοι, διὰ τοὺς ὁποίους
283ἐπιδιώκεται, διότι, ἂν ἐξετάσωμεν τὸ παρελθόν, οὐδεμίαν ζη-
284μίαν ἐπέφερον εἰς τὸ Κράτος οὔτε ἡ πολυνομία, οὔτε τὸ δῆ-
285θεν ἀπαράσκευον τῶν νόμων. Καὶ ἂν πράγματι ὑφίσταντο οἱ
286λόγοι οὗτοι, διότι ἐπὶ 60 ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα ἐφηρμόζετο ὁ
287κοινοβουλευτισμὸς διὰ τῆς Βουλῆς καὶ μόνης, ἡ Ἑλλὰς δὲν
288ἐζημιώθη καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐθεσπί-
289σθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μόνης, ἀλλὰ τοὐναντίον κατὰ τὰ
29060 ταῦτα ἔτη εἶδεν αὕτη ἡμέρας μεγαλείου καὶ ἡμέρας δό-
291ξης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, καθ’ ὃ ἡ πολυ-
292νομία παρετηρήθη κατὰ τὰ 60 ταῦτα ἔτη, εἶναι ἐντελῶς ἀ-
293βάσιμον, διότι, ἂν ἐξετάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νόμων τῶν ψη-
294φισθέντων ἀπὸ τοῦ 1864, οὗτος δὲν ἀνέρχεται εἰς τὸν ἀριθ-
295μὸν τῶν 7.000· ἤτοι οἱ νόμοι οἱ γενόμενοι κατὰ τὰ 60 ταῦτα
296ἔτη ἀναλογοῦσιν εἰς 100 κατ’ ἔτος περίπου.
297§12Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ πολυνομία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1910
298καὶ ἐντεῦθεν.
299§13Ε. ΜΟΔΑΤΣΟΣ. Μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν ἤρ-
300χισεν ἡ πολυνομία, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ἀφορμὴ ἡ διὰ μόνης
301τῆς Βουλῆς ψήφισις τῶν νόμων. Τὸ πολίτευμα ἦτο τὸ ἴδιον
302ἀπὸ τοῦ 1864, ἐπιέσθη δὲ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦ 1909 ὑπὸ τῆς
303τότε στρατιωτικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐψήφισεν ἀθρόως πλη-
304θὺν νόμων. Ἂν δεχθῶμεν δὲ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1918 καὶ ἐντεῦθεν
305ηὔξησαν οἱ νόμοι, ἐν τῷ συνόλῳ των δὲν εἶναι πολλοί, ἂν ἐ-
306ξετάσωμεν πόσοι νόμοι ἐψηφίσθησαν ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σή-
307μερον.
308Ἡ πολυνομία κυρίως ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1922, διότι μέχρι
309τοῦ 1909 ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον δὲν ἐξέδιδε πολλοὺς νόμους, ὄχι
310μόνον τὸ ἔργον αὐτῆς δὲν ἦτο γόνιμον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἦτο
311ἄγονον τόσον, ὥστε, ὡς εἶπον, ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν ὑπε-
312χρεώθη νὰ ἐργάζεται νομοθετικῶς καὶ νὰ ψηφίσῃ περισσότε-
313ρους νόμους. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ
3141909 ἡ Βουλὴ ὑπεχρεώθη νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον
315τόσους νόμους ὅσοι δὲν ἐψηφίσθησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἕως τότε.
316Ἠναγκάσθη δὲ εἰς τὸ νὰ ψηφίσῃ αὐτὴ τοὺς νόμους τὴν ἐπο-
317χὴν ἐκείνην, διότι εἶχε φθάσει εἰς τὸ σημεῖον νὰ παρέρχεται
318ὁλόκληρος περίοδος αὐτῆς χωρὶς νὰ κατορθώνῃ νὰ ψηφίζῃ
319εἰμὴ μόνον τὸν Προϋπολογισμόν. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς
320προγενεστέραν ἐποχὴν διὰ τῆς ἐνστάσεως ἡ ὁποία ὑπεβάλλετο
321ὑπό τινων βουλευτῶν, τῆς ἀπαρτίας, τὰ κόμματα ἀπεχώρουν
322ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς καὶ κατώρθωναν ὥστε νὰ
323μὴ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, τοιουτοτρόπως δὲ ἐλύοντο αἱ συνεδριά-
324σεις χωρὶς νὰ γίνεται νομοθετικὴ ἐργασία. Τὸ τοιοῦτον ὅμως,
325τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε χώραν τότε, ὄχι μόνον δὲν ἀπέδιδε νόμους,
326ἀλλὰ τοὐναντίον ἐγένετο ἀφορμὴ καὶ νὰ μὴ γίνωνται καθολο-
327κληρίαν νόμοι. Ἠναγκάσθη δὲ καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν
328τοῦ 1909 ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ
329κατορθοῦτο ὥστε τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ
330γονιμώτερον καὶ νὰ μὴ ἀπομένῃ ἄγονον ὡς πρότερον, διὰ δὲ
331τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐθεσπίσθη διάταξις, καθ’ ἣν ἡ ἀ-
332παρτία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ τὸ ⅓
333τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἐτέθη ἄρα ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις,
334ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τὴν ἀναγκαίαν κατασκευὴν τῶν νόμων καὶ
335οὐχὶ τὴν αὔξησιν αὐτῶν, διὰ τὸ ὁποῖον σήμερον παραπονοῦν-
336ται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας
337ὡς ἐμπόδιον κατὰ τῆς πολυνομίας. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ
338ὁποῖον ἐπικαλοῦνται οἱ ὑποστηρικταὶ τοῦ θεσμοῦ, ὅτι θέλουσι
339νὰ πατάξωσι τὴν πολυνομίαν, δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἀπεδεί-
340χθη ὅτι διὰ τῆς Βουλῆς ὄχι μόνον δὲν γίνονται πολλοὶ νό-
341μοι, ἀλλὰ πολλάκις δὲν προβαίνει αὕτη εἰς τὴν κατασκευὴν
342οὐδὲ τῶν ἀναγκαιούντων νόμων. Πολλοὶ δὲ νόμοι ἐγένοντο κυ-
343ρίως ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν, εἰς διάστημα ἑνὸς ἢ δύο
344ἐτῶν, ὁπότε ἡ Ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἐκυβέρνησε τὸν Τόπον
345τότε, ψηφίζουσα ἐπὶ τῶν γονάτων τὰ νομοθετικά της Διατάγ-
346ματα, ἐπλούτισε τὴν Χώραν διὰ χιλιάδων νόμων εἰς διάστημα
347δύο ἐτῶν. Συνεπῶς ἡ πολυνομία δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς
348τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἰς ἄλλην κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἄσχε-
349τος πρὸς τὴν Βουλήν.
350Ἀλλὰ καὶ ἡ πολυνομία ἀπαντῶσα εἰς πολλὰ Κράτη δὲν
351θεωρεῖται ὅτι ἐπιφέρει κακόν. Εἰς τὴν Σερβίαν παρετήρησα
352ὅτι ἐσχάτως διωρίσθη Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς κωδικοποιήσεως τῶν
353νόμων. Ἐγένοντο ἐκεῖ τόσοι νόμοι, ὥστε ἐδέησε νὰ γίνῃ Ὑ-
354πουργεῖον διὰ τὴν κωδικοποίησιν τῶν νόμων. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ
355ὅπου λειτουργεῖ καὶ Γερουσία, ὑπάρχει τόση πολυνομία, ὥστε
356ἔγκριτος δικηγόρος μοὶ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐκερδήθη
357δίκη ὡς νόμῳ βάσιμος ἐκεῖ, ἡ ὁποία εἶχεν ἀπολεσθῆ μεταξὺ
358ἄλλων διαδίκων ὡς νόμῳ ἀβάσιμος, διότι ἀνεκαλύφθη εἰς
359τὴν δευτέραν περίπτωσιν ἡ ὕπαρξις νόμου τινός, τὸν ὁποῖον
360οὔτε διάδικοι, οὔτε δικασταὶ ἐγνώριζον κατὰ τὴν ἐκδίκασιν
361τῆς πρώτης.
362Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ἐπιχείρημα, καθ’ ὃ δῆθεν ἡ Βουλὴ ψη-
363φίζει τοὺς νόμους χωρὶς νὰ προπαρασκευάζωνται οὗτοι δεόν-
364τως, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ πατάξωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν
365θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι, ὅπως
366γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι οἱ νόμοι, εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Βουλήν, εἰ-
367σάγονται διὰ τῶν Κυβερνήσεων διὰ σχεδίων, τὰ ὁποῖα συντάσ-
368σουσιν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων, εἰσηγουμένων
369τῶν Ὑπουργῶν, τὰ ὁποῖα σχέδια ἐπεξεργάζονται εἶτα αἱ
370Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, μετὰ δὲ τὴν ἐπεξεργασίαν ταύ-
371την ὑπὸ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἰσάγονται εἰς τὴν
372Βουλὴν καὶ ψηφίζονται ὑπ’ αὐτῆς. Ἑπομένως καὶ τὸ ἐπιχεί-
373ρημα τοῦτο ὅτι διὰ τῆς Γερουσίας θὰ γίνεται ἡ σύνταξις καὶ
374ψήφισις νόμων ἀρτιωτέρα μοὶ φαίνεται ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶ-
375ναι πολὺ σοβαρόν, ἀλλὰ καὶ ἀβάσιμον. Ἐν ᾧ δὲ διὰ τοὺς λό-
376γους τούτους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑποστηρίζουσι τὸν θεσμὸν τῆς
377Γερουσίας ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ὑποστηρίζουσι, δὲν πρόκειται
378νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία βελτίωσις εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινο-
379βουλευτικοῦ πολιτεύματος, τοὐναντίον διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου
380ἀποτελοῦντος ἐμπόδιον εἰς τὴν κανονικὴν ἐφαρμογὴν αὐ-
381τοῦ, θὰ ἐπέλθωσι μεγάλαι ζημίαι εἰς τὴν Χώραν καὶ θὰ ἐ-
382πέλθωσι μεγάλαι ζημίαι, διότι ἡ Γερουσία ἀντιτιθεμένη πολ-
383λάκις εἰς τὴν βούλησιν τῆς Βουλῆς θὰ ἀπορρίπτῃ τὰ νομο-
384θετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ διέρχωνται δι’ αὐτῆς καὶ ἑπομένως
385θὰ ἔρχεται εἰς ἄμεσον σύγκρουσιν μετ’ αὐτῆς. Ἡ δὲ σύγκρου-
386σις τῆς Γερουσίας μετὰ τῆς Βουλῆς θὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ ση-
387μείου ὥστε νὰ παραιτῶνται αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσά-
388γουσαι εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένα νομοθετικὰ μέτρα διὰ νὰ
389ἐφαρμόσουν τὰ προγράμματά των, ὅταν βλέπωσιν ὅτι τὰ νομο-
390θετικά των μέτρα ἀπορρίπτονται, θὰ παραιτοῦνται καὶ ἂν δὲν
391ματαιοῦται διὰ παντὸς ἡ ἐφαρμογὴ τῶν προγραμμάτων, θὰ
392ἀναστέλλεται συνηθέστατα αὕτη καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν μίαν κα-
393τάστασιν μετέωρον καὶ στάσιμον λόγῳ τῆς ἀντιθέσεως, ἡ ὁ-
394ποία θὰ ὑφίσταται μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς καὶ δὲν θὰ
395κινεῖται πρὸς τὰ πρόσω ἡ πρόοδος τῆς Χώρας. Τὸ ἀποτέ-
396λεσμα δὲ θὰ εἶναι ὅτι θὰ μένῃ ἐν στασιμότητι ἡ Χώρα ἢ καὶ
397θὰ ὀπισθοδρομῇ. Αὐτὰ τὰ κακὰ θὰ ἔχῃ ἡ ἀντίθεσις τῆς Γε-
398ρουσίας πρὸς τὴν Βουλήν, διότι, ὡς καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ
399θεσμοῦ τούτου εἶναι γνωστόν, αἱ φιλονεικίαι καὶ αἱ ἀντιζη-
400λίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ θεσμοῦ
401τούτου, ἔφερον εἰς τοιαύτας διενέξεις μεταξὺ τῶν δύο Σωμά-
402των καὶ εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἔφθασεν ἡ ἐχθρότης, ὥστε ἐν
403Ἑλλάδι ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Πελοποννήσῳ ἐν ἔτει
4041830, διέλυσε διὰ τοῦ Στρατοῦ τὴν Βουλὴν ὑπὸ γιουχαϊσμούς.
405Ἡ Γερουσία δὲ ἐκείνη φθάσασα εἰς τὸ σημεῖον νὰ διαλύσῃ
406τὴν Βουλὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀπο-
407τυχίας τοῦ πρώτου Συντάγματος τῆς Ἑλλάδος.
408Φρονῶ λοιπόν, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ μὴ ἐπέλθωσι καὶ πάλιν
409αἱ αὐταὶ δύσκολοι περιστάσεις εἰς τὸ Κράτος, ὅτι εἶναι ὀρθὸν
410νὰ καταψηφίσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὁ ὁποῖος δύνα-
411ται κάλλιστα νὰ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχον-
412τος. Βεβαίως ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ εἶ-
413ναι ὁ ἕτερος νομοθετικὸς παράγων, περὶ τοῦ ὁποίου ἠρώτησαν
414προηγουμένως ἄλλοι νὰ μάθωσι ποῖος θὰ εἶναι ὁ νομοθετι-
415κὸς παράγων, ὅστις θὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν Βασιλέα. Ὁ
416Πρόεδρος δὲ τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ ἔχῃ τὰ δικαιώ-
417ματα, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τῶν
418Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς
419δυνάμεθα νὰ τῷ δώσωμεν. Δύναται αὐτὸς νὰ εἶναι ὁ ἕτερος νο-
420μοθετικὸς παράγων καὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἀκόμη καὶ τῆς
421διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὅταν μάλιστα θὰ ἐκλέγηται κατ’ εὐ-
422θεῖαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ οὗτος. Οὕτω αἱ φιλονεικίαι καὶ ἔριδες, αἱ
423ὁποῖαι θὰ ὑπάρξωσι μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων, Βουλῆς καὶ
424Γερουσίας, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωσι χώραν, ἀλλὰ
425διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Βουλῆς θὰ ἐφαρ-
426μόζηται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς Βα-
427σιλευομένης Δημοκρατίας. Καταλήγων φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἂν
428ψηφισθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καὶ ἐπέλθῃ ἐξ αὐτῆς ἡ κα-
429τάστασις ἐν τῇ Χώρᾳ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον, θὰ προκληθῇ
430πολὺ ταχέως λαϊκὴ ἐξέγερσις κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, θὰ
431προκληθῇ ἐπανάστασις, ἥτις θὰ τὴν καταργήσῃ. Καὶ διὰ νὰ
432ἀποφύγωμεν αὐτὴν συνιστῶ, ἂν ψηφισθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερου-
433σίας, νὰ προστεθῇ ἓν ἄλλο ἄρθρον εἰς τὸ Σύνταγμα, δι’ οὗ νὰ
434δύναται ἡ Βουλὴ διὰ τῶν ⅔ τῶν μελῶν αὐτῆς νὰ προβαίνῃ
435εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀπο-
436φύγωμεν τουλάχιστον τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν, ἥτις θᾶττον ἢ
437βράδιον θὰ ἐκραγῇ ἐναντίον της.
438§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
439§15Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Μετὰ τὰς γενομένας ἀγορεύσεις, τὰς τό-
440σον μακράς, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἐξαντληθῆ
441καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἀπόψεις καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συ-
442νηγοροῦν καὶ ὑποστηρίζουν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, καὶ ἐκ
443μέρους τῶν πολεμίων της. Ἡ περαιτέρω συζήτησις μοῦ φαί-
444νεται ὅτι ἀποβαίνει ματαία καὶ ἄσκοπος καὶ θὰ ἔχῃ ὡς ἀπο-
445τέλεσμα νὰ προκαλέσῃ τὴν δυσφορίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης,
446ἡ ὁποία δικαίως ἀσχάλλει ὅτι τὸ ἔργον τῆς Συντακτικῆς Βου-
447λῆς βραδύνει. Ἕνεκα τούτου λέγω ὅτι παραιτοῦμαι τοῦ λόγου
448καὶ περιορίζομαι νὰ τονίσω ὅτι τάσσομαι καὶ ἐγὼ ἀνεπιφυλά-
449κτως ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι
450εἰσαγόμενος ὁ θεσμὸς αὐτὸς παρ’ ἡμῖν, ὡς εἶναι καὶ εἰς τὰ πε-
451πολιτισμένα Κράτη καὶ εἰς τὰ φιλελεύθερα καὶ δημοκρατικά,
452θὰ ἀποβῇ εὐεργετικώτατος διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας
453καὶ τοῦ λαοῦ καὶ θὰ προστατεύσῃ περισσότερον ἀκόμη τὰς
454λαϊκὰς ἐλευθερίας.
455§16Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
456Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐφωτίσθη ἡ Βουλὴ καὶ πρέπει νὰ
457προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
458§17Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μίαν δήλωσιν θέλω νὰ κάμω, κ.
459Πρόεδρε.
460§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. Ὁρίστε, κ. Καμπά-
461νη, νὰ κάμητε τὴν δήλωσιν.
462§19Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ἐκ τῶν μελῶν
463τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐψήφισε κατ’ ἀρχὴν
464ὑπὲρ τῆς Γερουσίας ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐξαρτήσω τὴν ὁριστι-
465κὴν γνώμην μου ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως αὐτῆς. Ἐθεώ-
466ρουν καὶ θεωρῶ ὡς συντελεστικὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Γερουσίας
467μόνον ἐφόσον καὶ καθόσον αὕτη ὁλοκληρωτικῶς θὰ ἐκλέγηται
468ὑπὸ τοῦ λαοῦ μὲ κατώτατον ὅριον ὁρισμοῦ ἡλικίας διὰ τοὺς ἐκ-
469λογεῖς καὶ ἐκλεγομένους. Ἐφόσον ὅμως ἡ Συνταγματικὴ Ἐ-
470πιτροπή, κατὰ πλειονοψηφίαν, δὲν ἐδέχθη τοῦτο, ἀλλὰ ἐδέχθη
471τὸ ⅕ τῆς Γερουσίας νὰ ἐκλέγηται κατὰ τὸ ½ αὐτοῦ ὑπὸ
472τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὰ δύο ἥμισυ ἐκ τῶν ἀορίστων, ἀφελῶν
473καὶ ἀκατασκευάστων ὀργανώσεων....
474§20Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ ἀναρχικῶν.
475§21Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ..... φρονῶ ὅτι τοιαύτη Γερουσία ὄχι μό-
476νον δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πο-
477λιτεύματος, ὄχι μόνον δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τελειοτέραν
478κατασκευὴν τῶν νόμων, ἀλλά, τοὐναντίον, θὰ παρεμβάλλῃ
479τοιαῦτα προσκόμματα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ
480πολιτεύματος ὡς ἐκ τῆς φύσεως καὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρ-
481τισμοῦ αὐτῆς, ἐκ τῶν ὁποίων προσκομμάτων ὁ λαὸς θὰ ζητήσῃ
482τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Καὶ ἡ κατάργησις αὐτὴ δὲν θὰ ση-
483μάνῃ ἀνωμαλίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ ἐκτροχιασμόν, ἀλ-
484λὰ θὰ παρασύρῃ καὶ τὴν Βουλήν, διότι ἐνελοχεύοντες ἐχθροὶ
485τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ θὰ διακηρύξουν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς
486ἐχρεωκόπησε καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἄλλων σωτήρων, εἴτε ἐν-
487τεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δηλῶ ὅτι θὰ κατα-
488ψηφίσω τὴν Γερουσίαν.
489§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.
490(Ὥρα 7 μ. μ.)
491ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
492(Ὥρα 7.15′ μ. μ.)
493§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
494δρίασις.
495Προκειμένου νὰ διεξαχθῇ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου,
496ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
497σεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας.
498§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
499Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὁλοκλή-
500ρου τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ περὶ τῆς τελευταίας φράσεως «καὶ τῆς
501Γερουσίας».
502§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι αὐτονόητον τοῦτο.
503Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ. κ. Σ.
504Τσακόπουλος καὶ Λ. Κουτσοπέταλος.
505Οἱ παραδεχόμενοι τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας λέγουσι «ναὶ»
506οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὸν λέγουσιν «ὄχι». Ἄρχεται ἡ ψη-
507φοφορία.
508(Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία
509ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Τσακοπούλου καὶ
510Λ. Κουτσοπετάλου, τοῦ κ. γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀ-
511νόματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ
512τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
513Κ. Ἀγγελόπουλος ΟΔ. Μπούκουρας
514Ν. Ἀμηρᾶς ΝΣ. Πολυζωγόπουλος
515Μιχ. Ἀργυρόπουλος ΝΚ. Κανακάρης Ροῦφος
516Χαρ. Βοζίκης ΠΒασίλειος Σαγιᾶς
517Γ. Γεωργιάδης Ἀνδρ. Στεφανόπουλος Ο
518Κ. Δεμερτζῆς ΝΙ. Σισίνης Ο
519Α. Δουλγερίδης ΝΔ. Στεφανόπουλος
520Γ. Ἐπειρῖκος ΝΓ. Βοραζάνης
521Ἐμ. Ἐμμανουηλίδης ΝΚ. Γεωργαντόπουλος Ο
522Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝΓ. Ζερβός Ν
523Ν. Κρανιωτάκης ΟΛ. Θεοδωρίδης Ν
524Θ. Νικολούδης Κ. Κωνσταντινίδης Ο
525Χρ. Λαδᾶς ΟΛ. Λαμπριανίδης Ν
526Γ. Μερκούρης Κ. Ὀρφανός Ν
527Δ. Μπαμπᾶκος ΟΧ. Πανταζίδης Ν
528Ἰωάν. Ράλλης ΟΧ. Παπάζογλου Ν
529Ἀναστ. ΣτρατηγόπουλοςΝΛ. Παπαπαναγιώτου
530Π. Τσιτσεκλῆς ΟΑ. Χαΐνογλου
531Γ. Ἀθανασιάδης Β. Χατζηλίας Ν
532Γ. Ἀλεξανδρόπουλος ΟΚ. Βλαχοθανάσης Ν
533Γ. Καλαντζόπουλος ΟΙ. Βογιατζῆς Ο
534Ι. Καναβός ΝΘ. Κακαρᾶς
535Δ. Κατσάνος ΟΣ. Οἰκονομίδης Ν
536Γ. Καφαντάρης ΝΘ. Παπαστρατῆς Ν
537Ἰωάν. Νικολίτσας ΟΠ. Χατζηπᾶνος Ν
538Ἰωάν. Παπαϊωάννου ΟΔ. Βοῦλτζος Ο
539Σπυρ. Τρικούπης ΟΘ. Γοῦσκος Ν
540Γ. Τσακανίκας ΝΝ. Κολυβᾶς
541Ἰωάν. Τσιγκόλης ΝἘμ. Λούντζης
542Α. Γρηγοριάδης ΝἈντ. Γαλανάκης
543Δ. Δημάδης ΝΓ. Κοκινάκης Ν
544Γ. Παπαπαράσχος ΟΓ. Μαρῆς Ν
545Α. Χατζηνώτας Β. Μεϊμαράκης Ο
546Ἀπ. Ζούζουλας ΟΙ. Περδικογιάννης
547Σπυρ. Ἠλιόπουλος ΝΚ. Πολυχρονάκης Ν
548Γ. Καρπετόπουλος ΟΓ. Φραγκιαδάκης
549Γ. Μηναῖος ΟΔημ. Ἀμπατζόπουλος Ν
550Ι. Μουντζουρίδης Ι. Ι. Ἄμποτ
551Π. Πετρίδης ΝΘ. Ἀνδρεάδης
552Σπ. Στάης ΟἈλ. Βουτυρᾶς Ν
553Π. Τσαλδάρης ΟΖ. Βεντούρας Ο
554Κ. Τσαλδάρης ΝΝ. Δαρβέρης Ο
555Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΔ. Εὐθυμιάδης Ν
556Ἠλίας Ἀποσκίτης ΝΜ. Θεοδωρίδης Ο
557Θ. Γρηγορίου Λ. Ἰασονίδης Ν
558Γ. Μπακόπουλος ΟΔ. Κάκαβος Ο
559Ν. Μπακόπουλος ΝΙ. Καυταντζόγλου Ο
560Δ. Πλαπούτας Μ. Κύρκος Ν
561Θεόδ. Τουρκοβασίλης Λ. Κυβετός Ν
562Α. Τροχάνης Μεντὲς Λιάο ΜεσατζῆςΝ
563Ν. Τριανταφυλλᾶκος Κ. Μουζενίδης Ν
564Σπυρ. Τσακόπουλος ΟΚ. Μιττάκος
565Ν. Ἀνδρεαδάκης Ἀλ. Παπαναστασίου Ν
566Ἰωάν. Κίνιας ΟΓρ. Παπανικολάου Ο
567Λ. Κουτσοπέταλος ΝΣταμ. Παπάζης Ο
568Μ. Μαντᾶς ΟΦ. Παπαγεωργίου
569Γεώργ. Μικρός ΟἸσαὰκ Ἀβραὰμ Σιακῆ Ο
570Π. Νικολαΐδης ΟΔαυΐδ Μπουχὰρ Σολάν
571Γεώργ. Πεσμαζόγλου ΝΓ. Χατζηγεωργίου Ο
572Α. Ἀγγελόπουλος Μ. Γούδας Ο
573Τάσης Ἀναστασίου ΝΙ. Μελᾶς Ν
574Κ. Γκότσης ΝΔ. Μπότσαρης Ν
575Κ. Γόντικας ΝἈλ. Μυλωνᾶς Ν
576Ἰωάν. Γιαννόπουλος ΟΣπυρ. Χασιώτης
577Λ. Μάρκου ΝΧ. Χρηστοβασίλης Ο
578Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος ΝἈλκ. Λούλης Ν
579Γ. Ἐξηντάρης ΝΑ. Μισυρλῆς Ο
580Αὔγ. Θεολογίτης ΝΦ. Μοσχούλας Π
581Σ. Καραγεώργης ΝΔ. Μπενάκης Ν
582Στ. Νικολαΐδης ΝΠ. Μποῦτος Ο
583Α. Παπαδᾶτος ΝΠ. Σάκκης
584Ε. Σταυρίδης ΟΕ. Φεσᾶς Ο
585Ι. Τσονταρίδης ΝἸωάν. Βατίστας Ο
586Εὐθύμ. Βελλιανίτης ΝΠ. Διαμαντόπουλος Ν
587Δ. Ζερβός Ἐμ. Μαχαίρας Ν
588Ἰωάν. Θεοτόκης ΟΓ. Προυκάκης Ν
589Σπυρ. Παϊπέτης ΟΣ. Σακαλῆς Ν
590Α. Πιέρρης Σ. Συμεόνογλου Ν
591Β. Ἀλεξᾶτος Δ. Σκυλίτσης Ο
592Ι. Μεταξᾶς ΟἸωάν. Σπετσιώτης Ο
593Κοσμ. Μπουρμπούλης ΟΓ. Στρίγκος Ν
594Α. Φωκᾶς ΝΣωτ. Σωτηριάδης Ο
595Λ. Ἀνδρεάδης ΝΘ. Μαγκριώτης Ο
596Γ. Βαρβούτης ΝΚ. Μαζαράκης Ν
597Α. Ζάχος ΟΓρ. Τηληκίδης
598Γ. Κακουλίδης ΝΠ. Χρυσοβέργης
599Ν. Κουπαροῦσος ΝΑ. Βαλαωρίτης Ο
600Γ. Μπούσιος ΟΓ. Μπανιᾶς Ν
601Η. Παπαδόπουλος ΝΛ. Τσιῶκος Ο
602Κωνστ. Ἀλαβάνος ΝΘ. Χαβίνης Ν
603Δ. Βοκοτόπουλος ΟΚ. Καλκάνης Ο
604Μ. Δερλερές Μ. Τσαρλαμπᾶς Ν
605Κ. Ἐμπειρῖκος Β. Σκουλᾶς Ν
606Π. Εὐριπαῖος Ε. Φωτάκης Ν
607Ν. Καμπάνης ΟΧασὰν Ἀγᾶ Ζαδὲ Μου-
608Π. Καμπάνης Οσταφᾶ Ν
609Περ. Μαζαράκης ΝἈν. Μπακάλμπασης Ν
610Κ. Ναυπλιώτης ΟΧαβοὺζ Ὀσμάν Ν
611Θ. Βαρβιτσιώτης Σουκρῆ Μαμοὺτ Ὀγλοῦ Ν
612Ν. Δ. Κουμάνταρος ΟΦεχμῆ Χασὰν βέη ΖαδέΝ
613Π. Παπαδᾶκος ΟΚ. Τελωνίδης Ν
614Δ. Πετρακάκος ΟἈθ. Σινόκας Ο
615Γ. Φικιώρης ΝΝικόλ. Βλιάμος Ο
616Α. Ἀποστολίδης ΟΣ. Μανταφούνης Ν
617Ε. Γκλαβάνης ΝΘεμ. Σοφούλης Ν
618Α. Εὐφραιμίδης ΝἘμ. Χατζηδάκης Ο
619Β. Ζησιάδης ΟΠ. Ἀλεξιάδης Ο
620Κωνστ. Θέος Α. Ἀργυρός Ο
621Ἀλ. Ἰωαννίδης ΟΔ. Δούκας Ο
622Δ. Καζάκης Α. Λαζαρίδης Ν
623Κ. Καρτάλης Ν. Μανούσης Ν
624Ἀνδρ. Κόρακας Ν. Τερλόγλου Ν
625Σ. Μάξιμος ΟΔημ. Φλωριᾶς Ν
626Α. Μέρος Π. Μπούμπουλης Ο
627Κ. Σπυρίδης ΝΚ. Πετσάλης Ν
628Μ. Κοθρῆς ΝΧρ. Ἀλαμανῆς Ν
629Ροῦσσος Κούνδουρος ΝΣ. Ἀλεξιάδης Ο
630Ε. Μοδάτσος ΟΠερ. Ἀλεξανδρῆς Ν
631Α. Γαληνός ΝἈδὰμ Ἔξαρχος Ο
632Γ. Θεοδοσιάδης ΝΕ. Ζούκας
633Γ. Καλδῆς ΝΓ. Σίδερης Ν
634Β. Καραπαναγιώτης ΝΣ. Ταλιαδοῦρος Ο
635Σ. Κρητικᾶς ΝΣωτ. Χατζηγάκης
636Γ. Λαζανᾶς ΟΦ. Χρηστοδῆμος
637Γ. Παπανδρέου Α. Ψάρρας
638Μ. Λαίλιος ΝΙ. Μάνος Ν
639Δ. Σάλτας ΝἈθ. Μιαούλης
640Κ. Σῖμος ΝΑ. Σαχτούρης Ν
641Π. Ἀντωναρόπουλος ΟΝ. Βελέντζας Ο
642Γ. Καντιάνης ΟΣ. Γάτος Ο
643Α. Ἐμπ. Κουμουνδοῦρος Ἰωάν. Εὐταξίας
644Π. Μερλόπουλος ΝΣπυρ. Κρεμεζῆς Ν
645Εὐστ. Μαλαμίδας ΝΜ. Βολουδάκης Ν
646Χ. Στεργιόπουλος ΝΑ. Μητσοτάκης Ν
647Ι. Τζίβας ΟΠ. Πολυχρονίδης Ν
648Θαλῆς Τσιριμῶκος ΝΓ. Σήφακας Ν
649Δ. Χατζῖσκος Α. Ἀνδρεάδης Ν
650Ι. Βαλαλᾶς ΝΒ. Κουκουρίδης
651Φ. Δραγούμης ΝΘ. Πανταζίδης Ν
652Ν. Κυριακόπουλος ΟΑ. Παχνός Ν
653Σ. Λιούμπης ΟΑ. Πολεμίδης
654Γ. Μόδης ΝἈλ. Κανάρης Ν
655Δ. Τζίμας ΟΝ. Μαμούνης Ν
656Ἀλ. Ξανθόπουλος Ν
657§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς
658ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή.
659(Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
660§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει):
661Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 227. Εἶπον «Ναὶ» 133, εἶπον «Ὄχι»
66292 καὶ ἠρνήθησαν ψῆφον 2. Ἑπομένως ἡ πρότασις «περὶ θε-
663σμοῦ τῆς Γερουσίας» ἐγένετο δεκτή. (Χειροκροτήματα).
664Παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς ὅπως ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον
665τὸ ἄρθρον.
666§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει):
667Ἄρθρον 2.
668Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς
669καὶ τῆς Γερουσίας.
670§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
671(Γίνεται δεκτὸν τὸ 2ον ἄρθρον).
672§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβάλ-
673λει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων.
6741ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
675Ἀλβανίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 13 8)βρίου
6761926 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας».
6772ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑλ-
678βετίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Νοεμβρίου
6791926 προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως».
6803ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
681Σουηδίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 10 7)βρίου
6821926 συμβάσεως ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας».
6834ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
684Ἀλβανίας συμβάσεως περὶ ἰθαγενείας».
6855ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλ-
686βανίας ὑπογραφείσης ἐν Ἀθήναις τῇ 13 8)βρίου
6871926 συμβάσεως προξενικῆς καὶ ἐγκαταστάσεως».
6886ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλ-
689βανίας ὑπογραφείσης ἐν Τυράννοις τῇ 25 Ἰουνίου
6901926 συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν».
6917ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς διεθνοῦς συμβάσεως ἁ-
692πλοποιήσεως τῶν τελωνειακῶν διατυπώσεων».
6938ον) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ
694Ἰταλίας ὑπογραφείσης ἐν Ρώμῃ τῇ 24 Νοεμβρίου
6951926 συμβάσεως ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας ὡς καὶ τῆς
696ταυτοχρόνως ὑπογραφείσης συμβάσεως περὶ ἁλιείας».
697Θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν
698ὑποθέσεων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ
699νὰ καταρτίσω τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη.
700§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
701§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Χαβίνης, Β. Καρα-
702παναγιώτης, Α. Θεολογίτης, Α. Μελᾶς, Ι. Καλογερᾶς κλπ.
703ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ψηφίσεως τῶν
704τριῶν πρώτων κεφαλαίων τοῦ Συντάγματος πλὴν τῶν
705ἄρθρων 2 καὶ 19, ὡς ἐψηφίσθησαν παρὰ τῆς Συν-
706ταγματικῆς Ἐπιτροπῆς».
707Ἐπίσης οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Σοφούλης, Α. Μητσοτάκης,
708Κ. Ἀλαβάνος, Ρ. Κούνδουρος, Θ. Τσιριμῶκος κλπ. ὑποβάλ-
709λουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ἀναβολῆς πάσης ἄλλης
710νομοθετικῆς ἐργασίας μέχρις ἐπιψηφίσεως τοῦ Συν-
711τάγματος».
712Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις. (Ἀναγι-
713νώσκει):
714Ἄρθρον 3.
715Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Προέδρου
716τῆς Δημοκρατίας διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν.
717§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
718(Γίνεται δεκτὸν τὸ 3ον ἄρθρον).
719§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκει): «Ἡ δικα-
720στικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ Δικαστηρίων ἀνεξαρτήτων, ὑπο-
721κειμένων μόνον εἰς τοὺς νόμους.
722Αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκδίδονται καὶ ἐκτελοῦνται ἐν ὀ-
723νόματι τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας».
724§35Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει ἑρμη-
725νευτικὴ δήλωσις.
726§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς
727διατάξεως εἶναι ὅτι τὰ δικαστήρια ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ ἐφαρ-
728μόζουν νόμον, οὗτινος τὸ περιεχόμενον ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύν-
729ταγμα».
730§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
731Δὲν πρέπει νὰ τεθῇ αὐτό. Οἱ νόμοι ἑρμηνεύονται καθ’ ὡρισμέ-
732νους κανόνας. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «καὶ εἰς τὸ πνεῦμα
733καὶ εἰς τὸ γράμμα». Θὰ εἴπωμεν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα.
734Ἐπίσης λέγεται «εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Τοῦ «Κρά-
735τους» εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο Κρά-
736τος. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γεμίζωμεν τὸ Σύνταγμα μὲ λέξεις.
737§38Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
738τῆς Γεωργίας εἶναι ὀρθωτάτη. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν
739καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα.
740§39Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἑρμηνευτικῆς δη-
741λώσεως καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ τὸ γράψωμεν.
742§40Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἀποκλείεται, μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ
743ἀξιοῖ τις τοῦτο, ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται ἀντισυνταγματικοὶ νό-
744μοι ὅταν ἀντίκεινται καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα.
745Διότι δύναται νὰ ἀντίκειται νόμος τις εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς
746τὸ γράμμα καὶ νὰ μὴ εἶναι ἀντισυνταγματικός.
747§41Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τοῦτο γίνεται διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἰ-
748δέα ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται ἀντισυνταγματικοὶ νόμοι.
749§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
750Νὰ φέρω ἓν παράδειγμα. Ὑπῆρχε τὸ προηγούμενον ἄρθρον,
751τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει νὰ τεθῇ ποινὴ ἄνευ προηγουμένου νό-
752μου. Ποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως αὐτῆς; Ἦτο ὅτι
753δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ μεταγενεστέρως διὰ πρᾶξιν,
754ἡ ὁποία ἔγινε προηγουμένως. Ἂν θέλητε νὰ βάλωμεν καὶ εἰς
755τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὸ γράμμα θὰ συμβῇ τοῦτο, εἷς νόμος νὰ
756ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα καὶ νὰ μὴ ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα.
757§43Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Οἱ νόμοι δυνατὸν νὰ ἀντιστρατεύων-
758ται εἰς τὸ πνεῦμα χωρὶς νὰ ἀντιστρατεύωνται καὶ εἰς τὸ
759γράμμα.
760§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἴπωμεν «τὸ περιεχόμενον ἀντιτίθεται
761εἰς τὸ Σύνταγμα». (Ἀναγινώσκει): «Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία
762ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δύο συνεδριάσεις κλπ.
763§45Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλομεν νὰ τεθῇ τοῦτο:
764μόνον ὅταν τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου ἀντίκειται εἰς τὸ Σύν-
765ταγμα. Δηλαδὴ νὰ μὴ ἐξετάζηται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἂν
766ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δύο συνεδριάσεις κλπ.
767§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
768Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Τὸ
769«τῶν» εἶναι περιττόν.
770§47Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις
771δὲν ἔχουν τόπον εἰς τὰς ὑποσημειώσεις ἐφόσον αὐτὴν τὴν στιγ-
772μὴν καταρτίζομεν Σύνταγμα. Διατί νὰ μὴ ἀποτελέσουν ἓν
773Σῶμα μετὰ τοῦ Συντάγματος;
774§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
775(Γίνεται δεκτὸν τὸ 4ον ἄρθρον).
776§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκει).
777§50Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἔχει παραλειφθῆ κατὰ λάθος κατὰ
778τὴν ἐκτύπωσιν ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, εὑρισκο-
779μένη καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
780Ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀντίκειται ἡ
781διατήρησις τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως εἰς τὰς Ν. Χώρας
782καὶ τῇ Κρήτῃ μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ αὐτῆς.
783§51Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
784Καὶ εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ὑπάρχει ἑρμηνευτικὴ δήλωσις,
785κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ
786ἄρθρου 5 τὸ νὰ ὑπάγωνται γενικῶς αἱ ἐκκλησίαι εἰς τὸ Οἰ-
787κουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημερινὸν καθεστώς,
788τὸ ὁποῖον δὲν προσαρμόζεται πρὸς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 5
789τοῦ Συντάγματος. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ προσαρμόσωμεν.
790§52Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον. Ὄχι ὡς ἑρ-
791μηνευτικὴ δήλωσις.
792§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
793§54Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον, τὸ ὁ-
794ποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, ἀποτελεῖ ἀναμφιβόλως τὴν σπου-
795δαιοτέραν διάταξιν καὶ ἴσως ἴσως καὶ ἀνωτέραν καὶ αὐτῆς τῆς
796διατάξεως, διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Πολι-
797τείας.
798§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι δά.
799§56Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Βεβαίως, κατ’ ἐμέ. Καὶ μοῦ εἶναι
800ἀπολύτως λυπηρὸν τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἡ Ἐπι-
801τροπὴ τῆς τέως Συνελεύσεως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς σημερινῆς
802Βουλῆς τὰς διατάξεις περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας ἐξε-
803τόπισαν ἀπὸ τῆς προνομιούχου θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔτα-
804ξεν αὐτὰς ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἔθηκαν δὲ αὐτὰς ἐν πολλῷ ἥτ-
805τονι μοίρᾳ. Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι προωρισμένον μόνον νὰ
806δίδῃ δύναμιν εἰς θεσμοὺς δικαίου, οἵτινες ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης
807ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ὑπὸ τῆς πείρας κατεδείχθησαν ἀναγκαῖοι,
808ἀλλὰ εἶναι ἐξίσου ὑποχρεωμένον νὰ περιλαμβάνῃ διατάξεις,
809αἵτινες ἀπορρέουσιν ἀπὸ τὴν κοινὴν συνείδησιν. Καὶ ἡ ἐθνικὴ
810συνείδησις ἔταξεν ἐξ ἀρχῆς τὰ ἄρθρα περὶ Θρησκείας καὶ
811Ἐκκλησίας πρῶτον καὶ δεύτερον. Ἀλλ’ ἔτι πλέον. Ἀφ’ ἧς
812ἤρχισεν ὁ ἱερὸς ἀγὼν τῆς ἀνεξαρτησίας ὅλα τὰ πολιτεύματα,
813τὰ ὁποῖα ἔγιναν κατὰ τὴν δεκαετῆ διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος τού-
814του, ὅλα τὰ πολιτεύματα καὶ τὰ μετέπειτα Συντάγματα ὅλα
815εἶχον ἓν προοίμιον καὶ μίαν ἐπίκλησιν. Καὶ ἡ ἐπίκλησις ἐ-
816κείνη καὶ ἡ ἐπίκλησις ἐξαφανίζονται. Τὸ προοίμιον ἐκεῖνο εἶ-
817ναι ἁπλούστατα ὁ κρίκος, ὅστις ἑνώνει τὴν Πολιτείαν μετὰ
818τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἁπλούστατα μία ἱερὰ παράδοσις, ἀπὸ
819τὰς ὡραιοτέρας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ παράδοσις, κατὰ τὴν
820ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐξεπορεύθη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν
821τὴν Ὀρθόδοξον. Ἐμελέτησα τὴν ἔκθεσιν τῆς Συνταγματικῆς
822Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἴδω διὰ ποῖον λόγον ἐξοβελίζεται τὸ προ-
823οίμιον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει πρὸ τοῦ Συντάγματος καὶ εἶδον ὅτι
824τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὴν ἐπιστήμην. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἐρω-
825τήσω τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ ποίαν ἐπιστήμην
826προῆλθεν ἡ Ἑλλάς; Ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην τῆς Δύσεως; Ἀλλ’
827ὑπῆρχε σύγχυσις μεταξὺ τῆς ἐπιστήμης τῆς Δύσεως καὶ τῆς
828παραδόσεως τῆς Ἑλληνικῆς.
829Ὑπῆρχε σύγχυσις θλιβερά, διότι ἄλλη ὑπῆρξεν ἡ ἀποστολὴ
830τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Δύσει καὶ ἄλλη ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐπι-
831στήμης ἐκεῖ καὶ ἄλλη ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ
832Ὀρθοδόξῳ Ἀνατολῇ. Ἡ ἐπιστήμη ἐν τῇ Δύσει ἐπολεμήθη
833ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ δεδικαιολογημένως ἡ ἐπιστήμη ἐν
834τῇ Δύσει ἐτάχθη πάντοτε ἀντιμέτωπος τοῦ Βατικανοῦ. Ἡ
835Ἐκκλησία ἐν τῇ Δύσει ἐπίεζε τὴν ἐπιστήμην καὶ δὲν ἄφινεν
836αὐτὴν νὰ προοδεύσῃ καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιστήμη ὑπῆρξε πάν-
837τοτε κατὰ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἐν Εὐρώπῃ. Ἀλλ’ ἐν
838Ἑλλάδι συνέβη τὸ ἀντίθετον. Ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν πα-
839τριωτισμὸν ὑμῶν διὰ νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ὅτι τὸ προοίμιον
840τῶν πολιτευμάτων ἡμῶν, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐγεννήθη τὸ Ἑλληνι-
841κὸν Κράτος καὶ ἐμεγαλύνθη, τὸ προοίμιον, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει
842διὰ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου
843Τριάδος, τὸ προοίμιον αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἦτο ἐπὶ μίαν
844ἑκατονταετίαν.
845§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ἔχωμεν τότε νεωτερισμούς.
846§58Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὁ νεωτερισμὸς αὐτὸς δημιουργεῖ,
847κ. συνάδελφε, πολίτευμα ἀντιορθόδοξον, πολίτευμα ξένον πρὸς
848τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰς Ἑλληνικὰς παραδόσεις καὶ διὰ τοῦτο
849νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ἵνα
850δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀποφανθῇ ἂν θέλῃ νὰ μείνῃ τὸ πο-
851λίτευμα τὸ ὀρθόδοξον ἢ ὄχι.
852§59Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν σημασίαν ἔχει αὐτὸ τὸ
853προοίμιον;
854§60Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἔχει ὑψίστην σημασίαν. Εἶναι ὁ
855κρίκος, ὁ ὁποῖος συνδέει τὴν Πατρίδα σας, κ. Μερλόπουλε,
856μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, εἶναι ὁ κρίκος ἐκεῖνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον
857προήλθετε σεῖς καὶ ὅλοι ἡμεῖς.
858§61Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπίκλησις τῆς Ἁγίας Τριά-
859δος δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Συντάγματος.
860§62Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὑπῆρξε πάντοτε οὐσιῶδες ὅλων
861τῶν ἀπὸ τοῦ Ἀγῶνος πολιτευμάτων συστατικόν. Ἂν μελετή-
862σητε τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως τῆς πρώτης, θὰ ἴδητε
863ὅτι ὅλη ἡ Συνέλευσις ἠγέρθη καὶ ἐφώναξεν «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχε-
864σθαι» καὶ ἔθεσε τὸ προοίμιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ἡ
865Συνέλευσις τοῦ 62. Δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ ἡ Βουλή, ἀλλὰ
866νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἀρχικήν
867των θέσιν τὰ πράγματα, ὀφείλει νὰ ἀφίσῃ τὸ πρῶτον καὶ τὸ
868δεύτερον ἄρθρον ὅπως εἶχον. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω
869πρὸς τί αὐτὸς ὁ νεωτερισμός, πρὸς τί ἡ σπουδὴ αὐτὴ τῆς με-
870ταβολῆς τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐφόσον ἡ Βουλὴ
871ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς τροπολογίας θὰ ὁμιλήσω ἔπειτα ἐπὶ τῆς
872οὐσίας τῶν δύο ἄρθρων.
873§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
874§64Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν
875ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετρακάκος, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀναγκαῖον
876νὰ γίνῃ δεκτή. Δὲν γνωρίζω διατί ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ τριακοντα-
877μελὴς ἢ εἰκοσιεννεαμελὴς τῆς Δʹ Συνελεύσεως ἤλλαξε τὴν
878σειρὰν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀσε-
879βές, διότι ὤφειλεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ ὑπὸ
880συζήτησιν πολιτεύματος νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀπὸ τοὺς δύο παράγον-
881τας τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς μελλούσης ἐθνικῆς στα-
882διοδρομίας, ἀπὸ τὴν Πίστιν καὶ τὴν Πατρίδα, προηγεῖται ἡ
883Πίστις. Ὑπὸ τὸ σύμβολον, τὸ ὁποῖον ἀνεγεννήθη ἡ Ἑλάς, ἔ-
884πρεπε νὰ συνταχθῇ καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματος τοῦ ὑπὸ συ-
885ζήτησιν, διότι εἶναι παραγνώρισις ἐθνικῶς ὀλεθρία ἡ παρα-
886γνώρισις τῆς ὑπεροχῆς τῆς Πίστεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς συν-
887τάξεως τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἔφερον ἀντίρρησιν ὡς μέλος
888τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνταγματικῆς, διότι ἡ Βουλὴ ἀνέθεσεν
889εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν χωρὶς νὰ τῆς δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ με-
890ταβάλῃ τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα· ὡρισμένη μάλιστα ἡ ἀπό-
891φασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν τροπολογιῶν,
892αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει εἰς αὐτήν. Αἱ τοιαῦται τροπολογίαι δὲν
893ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτήν.
894§65Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπι-
895τροπὴν ὑπεστηρίξατε ὅμως τὰ ἐνάντια.
896§66Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ
897ἐκ λόγων εὐσεβείας καὶ ἐκ λόγων προνοίας ἐθνικῆς πρέπει
898νὰ μεταβάλῃ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων καὶ πρὸ τοῦ ἄρθρου τῆς
899ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας νὰ θέσῃ τὸ ἄρθρον περὶ τῆς
900Θρησκείας, οἷον ἦτο εἰς πάντα τὰ προηγούμενα Συντάγματα
901ἀπὸ τὰ Συντάγματα τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος μέχρι τοῦ Συντάγ-
902ματος τοῦ 1863 καὶ τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος τοῦ
9031911.
904Μετὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω δι’ ὀλίγων τὰς τροπο-
905λογίας, τὰς ὁποίας ἔχω ὑποβάλλει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν
906τὰς ὑπέβαλον δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν καὶ δὲν τὰς ὑπέβαλον
907εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι δὲν ἤθελον νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐκ μέ-
908ρους ἐμοῦ, ἀντιβενιζελικοῦ, ζητεῖται νὰ παρελκυσθῇ τὸ ἔργον
909τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοῦτο περιωρίσθην μόνον καὶ πάλιν
910εἰς ὀλίγας τροπολογίας....
911§67Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἠμπορέσατε τὸ ἐκάματε.
912§68Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ..... μία τῶν ὁποίων ἦτο ἡ κατάρ-
913γησις τῆς Γερουσίας, ἥτις πρὸ ὀλίγου ἀνεστηλώθη ὑπὸ τῆς
914Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας ἀπαγο-
915ρεύει γενικῶς τὸν προσηλυτισμόν. Ἀλλὰ κατὰ τὰ τελευταῖα
916ἔτη καὶ ἰδίως μετὰ τὸν πόλεμον ἀνεπτύχθησαν περιστάσεις, αἱ
917ὁποῖαι ἐπιβάλλουν νὰ ὁρισθῇ σαφέστερον καὶ θετικώτερον ἡ
918ἀπαγόρευσις τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ὅταν λέγωμεν ἐν τῷ Συν-
919τάγματι «ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται ἐννοοῦμεν ὅτι ἀπα-
920γορεύεται ὁ προσηλυτισμὸς κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολι-
921κῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται ὅμως ἐν τῷ Συντάγ-
922ματι καὶ δύναται μία ἐκ τῶν ἄλλων γνωστῶν Θρησκειῶν νὰ
923μετέλθῃ τὸν προσηλυτισμὸν καὶ κατὰ πάσης ἄλλης Ἐκκλη-
924σίας καὶ κατὰ τῆς ἰδικῆς μας καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ προσηλυτι-
925σμὸς ἀπαγορεύεται γενικῶς. Δὲν προστατεύεται λοιπὸν ἡ Ὀρ-
926θόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συν-
927τάγματος καὶ διὰ τοῦ τοῦτο ἐθεώρησα ἐπιβαλλόμενον, ἀναγ-
928καιότατον νὰ καθορισθῇ ἡ διατύπωσις, νὰ ὁρισθῇ δηλαδὴ θε-
929τικῶς ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ προσηλυτισμοῦ ἐνδιαφέρει τὴν
930Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἐνδιαφέρει οὔτε τὴν
931Δυτικὴν Ἐκκλησίαν, οὔτε τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Διαμαρτυρο-
932μένων., οὔτε τὸ Τέμενος τῶν Μωαμεθανῶν, οὔτε τὴν Ἐκ-
933κλησίαν τῶν Ἀρμενίων. Δὲν πιστεύω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ
934ἀντίρρησις καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
935στικῶν θὰ ἔχῃ μελετήσει τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ἡ δευτέρα
936τροπολογία εἶναι ἡ μετάφρασις τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ αὐ-
937τὸ εἶναι ἁπλῶς ὡρισμένον ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐπιβάλλε-
938ται ἡ συμπλήρωσις τῆς διατάξεως ὑπὲρ τοῦ—ἂς εἴπω τὴν
939λέξιν, καίτοι δὲν εἶναι ἀκριβής—ἀμεταφράστου τῶν Γραφῶν,
940διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπαιτεῖται γενικῶς πάλιν ἡ ἄδεια τῆς
941Ἐκκλησίας. Ποίας Ἐκκλησίας; Ἐν τῷ παρελθόντι συνεζη-
942τήθη τὸ πρᾶγμα καὶ κατὰ τὸ 1911 ἀπεφασίσθη νὰ ἐρωτηθῇ
943τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας. Σή-
944μερον ἡ κατάστασις, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ Πατριαρχεῖα, ἡ ὁ-
945λικὴ ὑποδούλωσις αὐτῶν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ἐ-
946πιβάλλει νὰ μὴ ἐρωτηθῇ τὸ Πατριαρχεῖον διὰ τὴν μετάφρα-
947σιν τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἀλλ’ ἐπιβάλλει νὰ ἐρωτηθῇ μόνον ἡ
948Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
949Δεύτερον, κατὰ τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα καὶ κατὰ τὰ προη-
950γούμενα ἡ εὐσέβεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τῆς Συνελεύ-
951σεως δὲν ἐφαντάσθη ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπόδοσις τῶν
952Ἁγίων Γραφῶν εἰς γλῶσσαν ἐπαχθῆ. Μάλιστα ὁ νόμος ΣΑʹ,
953ὁ καταστατικὸς τῆς Ἐκκλησίας νόμος ἐν εἴδει ἄρθρου ἐπιβάλ-
954λει τὴν φροντίδα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ὅπως μὴ γίνεται ἀ-
955πόδοσις τῶν Ἁγίων Γραφῶν ἀντιθέτως ἢ ἐπιζημίως πρὸς
956τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ τροπολογία, ἣν
957ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον αἴρει
958τὴν μετάφρασιν τῶν Ἁγίων Γραφῶν ἄνευ τῆς γνωμοδοτή-
959σεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀδείας αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τίθησι
960καὶ διάταξιν εἰδικὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον καὶ κατὰ τὸ
961παρελθόν. Εἷς θέλει νὰ μεταφράσῃ τὴν Ἱερὰν Γραφήν, τὴν
962μεταφράζει καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς γλῶσσαν ἔστω καὶ μαλ-
963λιαρὴν ἢ ἄλλην ἀνάλογον ἢ κακήν, ἑλληνιστὶ μὲν οὐχὶ ὅμως
964μαλλιαριστήν, ἑλληνιστὶ μὲν ἀλλ’ ἐσφαλμένως. Αὐτὴ ἡ ἀπό-
965δοσις τῶν βιβλίων δὲν τιμωρεῖται. Δὲν ὑπάρχει ποινικὴ διά-
966ταξις, ἡ ὁποία νὰ τιμωρῇ αὐτὴν τὴν ἀπόδοσιν καὶ τὴν ἐκτύ-
967πωσιν καὶ τὴν κυκλοφορίαν. Ὁ νόμος «περὶ Τύπου» ὁ πα-
968λαιός, ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλή, ἔχει μίαν διάταξιν διὰ βιβλία
969τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μὴ διασαλεύουν τὴν τάξιν καὶ τὴν δημο-
970σίαν ἠθικήν. Ἀλλ’ ἠθικὴ διάταξις διὰ τὴν μετάδοσιν τῶν
971Ἁγίων Γραφῶν δὲν ὑπάρχει. Καὶ δὲν ὑπάρχει διότι οὐδεὶς ἐ-
972φαντάζετο ὅτι θὰ εὑρίσκετο Χριστιανὸς ἀσεβὴς ὅπως ὁ
973Πάλλης.
974Ἐν τῇ τροπολογίᾳ προστίθεται διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ
975μὲν συγγραφεὺς τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως, τὰ δὲ ἐκτυπού-
976μενα βιβλία δημεύονται καὶ καταστρέφονται, διότι ἡ μὲν ποι-
977νικὴ διάταξις τῆς στερήσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ
978συγγραφέως ὅταν βλέπωμεν ὅτι ἡ προπαγάνδα τῆς Γʹ Διε-
979θνοῦς δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ προβάλῃ ἕνα οἱονδήποτε
980συγγραφέα οἱασδήποτε κοινωνικῆς θέσεως νὰ τὸν τιμωρῇ ἡ
981Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη καὶ νὰ κυκλοφορήσουν τόσα βιβλία εἰς
982ὅλον τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ νὰ λάβῃ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον
983δὲν θέλει βέβαια ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν θέλει βέβαια ἡ ἐ-
984θνικὴ συνείδησις ἀπὸ ἑκατὸν καὶ πλέον ἐτῶν, ἀπὸ τῆς ἀνα-
985γεννήσεως τῆς Ἑλλάδος. Πιστεύω ὅτι καὶ τὴν τροπολογίαν
986αὐτὴν ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ πρὸς ἀσφάλειαν τῆς ἀποδόσεως τῶν
987Ἁγίων Γραφῶν κατὰ τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκρίνῃ μό-
988νον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
989§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
990§70Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐν ἀρχῇ τοῦ ὅλου
991Συντάγματος, ἡ ἐν ἀρχῇ τοῦ δευτέρου κεφαλαίου, ἡ κατάτα-
992ξις τῆς περὶ θρησκείας διατάξεως ἐπακολουθοῦν καὶ ἄλλαι
993ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐν σχέσει πρὸς τὰς παλαιὰς κατατά-
994ξεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν διὰ τὴν χαρακτηριζομένην καὶ
995ὀνομαζομένην καὶ ἐπικρατοῦσαν ἐν Ἑλλάδι Ὀρθόδοξον Ἀνα-
996τολικὴν Ἐκκλησίαν μίαν θέσιν μειονεκτικήν, ἡ ὁποία ὄχι μό-
997νον δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε Συντάγματα, δὲν ὑπῆρ-
998χεν ἴσως οὔτε εἰς τὴν διάνοιαν τῶν τροποποιησάντων τὴν κα-
999τάταξιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὡς πρώτη παρά-
1000γραφος εἰς τὸ νῦν ἄρθρον φέρεται μία γενικὴ ἀναγνώρισις
1001τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Εἶναι μία γε-
1002νικὴ διάταξις, ἥτις οὔτε θίγει κανένα, οὔτε προβιβάζει κα-
1003νένα. Ἔπειτα ἔρχεται μία ἄλλη παράγραφος, ἡ δευτέρα, ἡ
1004ὁποία προηγεῖται τῆς τρίτης παραγράφου, ὅπου γίνεται λό-
1005γος περὶ ἐπικρατούσης θρησκείας.
1006§71Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸ Σύνταγμα τοῦ
10071911;
1008§72Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δι’ ἐμὲ ἕνα εἶναι· τὸ νῦν προσαγόμενον.
1009Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον λέγει (ἀναγινώσκει). Ἡ αὐτὴ
1010παράγραφος ἐλήφθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ τελευταίου Συντάγ-
1011ματος. Προηγεῖται ὅμως αὐτῆς ἡ δευτέρα παράγραφος, ἡ ὁ-
1012ποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς λατρείας πάσης θρη-
1013σκείας τελοῦνται ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νό-
1014μων....κλπ.» Εἰς τὴν φράσιν ἄρα «πάσης γνωστῆς θρη-
1015σκείας» περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι ἡ
1016Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ἥτις χαρακτηρίζεται παρ’
1017ἡμῶν ὡς μία ἐκ τῶν πολλῶν γνωστῶν θρησκειῶν. Ἔπειτα
1018τὰ τῆς λατρείας ἐπιβάλλονται ἐλευθέρως. Ἡ λέξις «ἐλευθέ-
1019ρως» ἀντικατέστησε τὴν λέξιν «ἀπολύτως». Εἶναι καὶ αὐτὸ
1020μιᾶς δευτερευούσης σημασίας ζήτημα. Προσετέθη ὅμως καὶ
1021μία ἄλλη διάταξις καινοφανής, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ
1022νέον Σύνταγμα (ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ οὐχὶ μόνον τῶν ἄλ-
1023λων γνωστῶν θρησκειῶν, ἀλλ’ ἡ τῆς ἐπικρατούσης ἐν Ἑλ-
1024λάδι Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἐ-
1025τέθη ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ χρηστοήθεια καὶ ἡ εὐσέβεια πρὸς τὴν
1026δημοσίαν τάξιν.
1027§73Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πῶς ἰσχυρίζεσθε ἐν τῇ διανοίᾳ ὅτι ἀντίκει-
1028ται εἰς τὰ χρηστά.
1029§74Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν διάνοιαν, τό-
1030σῳ τὸ χειρότερον, διότι δὲν παρεδέχθημεν ὅτι ὑπάρχει—ὅλοι
1031Χριστιανοὶ εἴμεθα—εἰς τὴν διάνοιαν τῶν συναδέλφων αὐτῶν
1032ἡ ἐξαίρεσις τῆς ἀπιστίας. Ὡς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολι-
1033κὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῷ Κρά-
1034τει θρησκείαν ἀπὸ τὰς ἄλλας γνωστὰς θρησκείας δὲν εἶναι
1035δύσκολον νὰ γίνῃ ἡ κατάταξις τῶν νέων κατὰ τοιοῦτον τρό-
1036πον, ὥστε καὶ ἐν προκειμένῳ νὰ φαίνεται φανερὰ ἡ διατήρη-
1037σις μεταξὺ τῆς ἐπικρατούσης ἐν τῷ Κράτει θρησκείας.
1038§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1039Νομίζω ὅτι ἡ σειρὰ εἶναι ἄριστα διατυπωμένη.
1040§76Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ νομί-
1041ζω τὸ ἀντίθετον;
1042§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1043Εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ τεθοῦν σύμφωνα
1044μὲ τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον
1045αἱ γενικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι προστατεύουν τὴν θρησκευτικὴν
1046συνείδησιν; Τὸ δικαίωμα παντὸς πολίτου εἶναι νὰ τίθενται καὶ
1047μερικαὶ γενικαὶ ἀρχαὶ τῆς προστασίας τῆς θρησκευτικῆς συ-
1048νειδήσεως. Αὐτὰ εἶναι εἰς τὸ 1ον καὶ τὸ 2ον ἄρθρον. Εἰς τὸ
10492ον ἐπίσης ἄρθρον εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα, διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ
1050ἀναγνηρίζητε εἰς ἕνα ἄνθρωπον τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευ-
1051τικῆς συνειδήσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ τῷ ἀναγνωρίζητε καὶ τὸ
1052δικαίωμα τῆς λατρείας τῆς ἐξασκήσεως τῶν θρησκευτικῶν
1053καθηκόντων σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀ-
1054μέσως κατόπιν ἔρχεται ἡ καθιέρωσις τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι
1055διέπουν τὴν θρησκείαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Π. χ. βλέπετε τὴν
1056ἀντίφασιν εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἐκ τοῦ ὅτι τίθεται εἷς
1057γενικὸς κανὼν δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζεται ἡ ἐλευθερία
1058τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς λατρείας
1059ὑπὸ ὡρισμένους περιορισμούς.
1060§78Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ μὴ συμμερίζεσθε
1061τὴν γνώμην μου, ὅπως καὶ ἐγὼ νὰ νομίζω ὅτι καθ’ ὃν τρόπον
1062γίνεται ἡ κατάταξις τῶν παραγράφων, ἐφόσον ἡ γενικὴ αὐτὴ
1063παράγραφος «τὰ τῆς λατρείας πάσης γνωστῆς θρησκείας τε-
1064λοῦνται ἐλευθέρως», ἐφόσον, λέγω, δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δη-
1065μοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ ἐφόσον ἕπεται κατόπιν
1066ἡ ἀναγνώρισις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης,
1067δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὴν 2αν
1068παράγραφον καὶ ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία, ἑπομένως δὲν εἶ-
1069ναι δυνατὸν παρὰ νὰ τεθῇ διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγ-
1070ματος ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ ἡ χρηστοήθεια τῆς ἐπικρατούσης ἐν
1071Ἑλλάδι Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ
1072ἀντίληψίς μου.
1073Προχωροῦμεν εἰς τὴν τετάρτην παράγραφον. Ἀρχίζει μὲ
1074τὴν παλαιὰν διατύπωσιν «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλ-
1075λάδος». Λείπει ἡ πρώτη φράσις, ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὸ παλαιὸν
1076Σύνταγμα καὶ ἡ ὁποία ἔλεγεν «κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύ-
1077ριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν». Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἦτο ἀπαραί-
1078τητος εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα; Κατ’ ἐμὲ ὄχι, διότι ποτὲ
1079δὲν δύναται μία κοσμικὴ ἐξουσία, μία λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία
1080νὰ κανονίσῃ ποία εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ
1081Ἐκκλησίας, διότι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀντικείμενον συ-
1082ζητήσεως τῆς Βουλῆς.
1083§79Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1084Τὸ ἄρθρον γράφει «τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας».
1085§80Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω διατί προέβητε εἰς τὴν ἀπά-
1086λειψιν τῆς διατυπώσεως αὐτῆς. Ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα ἔχει ἱστο-
1087ρικὴν ἀξίαν, δὲν ἐπιμένω δὲ καὶ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῆς δια-
1088τυπώσεως, ἀλλὰ προχωρῶ καὶ λέγω, ἀφοῦ προέβητε εἰς τὴν
1089ἀπάλειψιν, διατί διετηρήσατε τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης δὲν
1090εἶναι ἀντικείμενον λαϊκῆς συζητήσεως. Εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέ-
1091σιν νὰ κηρύξωμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι δογματικῶς ἡνωμένη
1092ἢ διαφωνεῖ δογματικῶς.
1093§81Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν μᾶς κατηγορεῖτε;
1094§82Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν τὸ ἀφαιρέσατε ὅλο, ὄχι. Ἀφοῦ ὅμως
1095προέβητε εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ ἄρθρου, θὰ ἤθελον νὰ γνω-
1096ρίζω διατί τὸ ἐτροποποιήσατε οὕτως ὥστε ἡ μία διάταξις νὰ
1097λείψῃ, ἡ δὲ ἄλλη νὰ μείνῃ.
1098§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1099Ἡ μὲν φράσις «ἀναγνωρίζουσα κεφαλὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»
1100ἀρκεῖ νὰ ὁμολογήσητε ὅτι εἶναι μία φράσις πλεονάζουσα, ἔ-
1101χουσα καθαρὸν θρησκευτικὸν χαρακτῆρα, ἡ ὁποία δὲν προσο-
1102μοιάζει πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος. Κατὰ συνέπειαν
1103δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ
1104ὁρισθῇ καὶ ποία θεωρεῖται πνευματικὴ κεφαλὴ τῆς θρη-
1105σκείας.
1106Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην διάταξιν, εἶναι ἐνδεχόμενον αὔριον
1107νὰ ἐπέλθῃ μία διάταξις ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς
1108Ἐκκλησίας. Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν σύμφωνα μὲ προγενεστέραν
1109διάταξιν λέγει «ἀκροσαλεύτως τηρεῖ κλπ.» Ἡ περαιτέρω
1110φράσις εἶναι βγαλμένη ἀπὸ τὰ ἄλλα. Βεβαίως ὅταν τὸ Σύν-
1111ταγμα λέγει ὅτι ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἡ ὀρθόδοξος,
1112ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μία παράδοσις καὶ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὰ
1113θίξωμεν.
1114§84Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον δια-
1115τὶ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν δύο, ἐφόσον ἀμφό-
1116τεραι εἶναι δεκτικαὶ θρησκευτικοῦ περιεχομένου διαφεύγοντος
1117τὴν ἀντίληψίν μας, ἐφόσον δὲν φοροῦμεν καλυμαύχια.
1118§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1119Προτείνετε νὰ διαγραφῇ;
1120§86Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα, ἐφόσον διεγράφη τὸ πρῶτον.
1121§87Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Παρακάτω γίνεται λόγος περὶ κανόνων
1122τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν οἱ κανόνες αὐτοὶ δὲν λάβουν τὴν συν-
1123ταγματικὴν κύρωσιν, τί κύρωσιν θὰ ἔχουν;
1124§88Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἔχουν ἀνάγκην;
1125§89Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Βεβαίως.
1126§90Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τότε εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος, νομίζον-
1127τας ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἀνάγκην κυρώσεως
1128καὶ τῶν τεσσάρων ἀγαπητῶν Μουσουλμάνων συναδέλφων.
1129§91Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς λαϊκῆς κυ-
1130ριαρχίας. Δι’ αὐτὸ ἐτέθη εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα.
1131§92Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐρχόμεθα ἔπειτα εἰς τὸ ζήτημα τῆς
1132κηρύξεως τῆς θρησκείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλά-
1133δος ὡς «ἐπικρατούσης». Ἡ κήρυξις τῆς θρησκείας
1134τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης θρησκείας
1135ἐν τῷ Κράτει νομίζω ὅτι ὄχι μόνον θὰ ἔχῃ καὶ
1136ἀρχικῶς ὅταν συνετάχθησαν τὰ πρῶτα Συντάγματα καὶ τώρα
1137ἀκόμη ὅπου ἔγινεν αὐτὴ ἡ τροποποίησις καὶ ἔμεινεν ἀμετά-
1138βλητος αὐτὴ ἡ διάταξις, κάποιαν προνομιακὴν θέσιν τῆς Ἐκ-
1139κλησίας ἐν τῷ Κράτει. Καὶ ὅμως τί διαπιστοῦται ἐκ τῆς μέ-
1140χρι τοῦδε ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς θεωρίας, αὐτῆς τῆς διατά-
1141ξεως; Ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἐν Ἑλλάδι
1142εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα σημαίνει ἀκριβῶς τὴν ὑποδούλωσιν τῆς
1143δῆθεν ἐπικρατούσης αὐτῆς θρησκείας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν
1144λαϊκήν, εἰς τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν, γίνεται ἡ ἐξουσία τῆς
1145Ἑλλάδος ἡ ἐπικρατοῦσα ἓν παράρτημα τοῦ κρατικοῦ οἰκοδο-
1146μήματος. Ἐπεμβαίνομεν ἡμεῖς κατὰ τὴν ἑκάστοτε κομματικήν
1147μας σύνθεσιν καὶ ἀντίληψιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς
1148Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κανονίζομεν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ
1149ὁποῖα ἐφάπτονται τοῦ δογματικοῦ καὶ κανονικοῦ μέρους τῆς
1150Ἐκκλησίας, διότι καὶ ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ζή-
1151τημα κανονικόν. Ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἐπὶ κεφα-
1152λῆς Μητροπολίτας. Δύνασθε σεῖς ἀντ’ αὐτῶν νὰ βάλητε εἰς
1153τὴν κεφαλὴν αὐτῆς ἕνα ἀρχιδιάκονον; Αὐτὴ εἶναι ἡ διοίκησις
1154τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅταν ἡμεῖς ἐπεμβαίνομεν καὶ νομοθετοῦ-
1155μεν τὸν Κανονισμὸν τῆς Συνόδου, ἂν πρέπει ἡ Σύνοδος νὰ κα-
1156ταρτίζεται ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῶν ἀρχιερέων, δὲν κάμνομεν
1157ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἰσερχόμεθα
1158εἰς τὸ ἀφορῶν τὴν αὐτοδιοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας μέ-
1159ρος; Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ μέγα αὐτὸ ἄτοπον. Αὐτὰ τὰ εἶπον καὶ
1160εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγ-
1161ματος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ λέγω ὅτι ἡ ἀναγνώρισις
1162τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσης εἶναι ὑποβιβασμὸς τῆς Ἐκ-
1163κλησίας καὶ ὄχι δημιουργία μιᾶς θέσεως προνομιακῆς ἀπέναν-
1164τι τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Ὅλαι αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι μέ-
1165νουν πολὺ ἐλευθερώτεραι ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναγνωριζομένην ὡς
1166ἐπικρατοῦσαν.
1167§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1168Ποίαν ἔννοιαν δίδετε εἰς τὸ «ἐπικρατοῦσα»;
1169§94Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει χωρι-
1170σμὸς Κράτους καὶ Θρησκείας, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἦτο δυνα-
1171τὸν νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτή.
1172§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1173Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔγινε μακρὰ συζήτησις. Ἡ ἔννοια
1174εἰς τὸ «ἐπικρατοῦσα» εἶναι ἡ κυριαρχοῦσα εἰς τὸν λαὸν Ἐκ-
1175κλησία, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διότι, ἂν εἰς τὸ «ἐ-
1176πικρατοῦσα» ἐδίδομεν τὴν ἔννοιαν ὅτι αὕτη ἔχει ἀνωτέραν τινὰ
1177ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, θὰ παρεβιάζομεν τὴν
1178ἀρχὴν τῆς ἀνεξιθρησκείας περὶ ἰσότητος τῶν Ἐκκλησιῶν.
1179Ποία εἶναι ἡ συνέπεια; Ἡ συνέπεια εἶναι ὅτι ὁσάκις τὸ Κρά-
1180τος ἔχει ἀνάγκην συμπράξεως μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, θὰ συμπρά-
1181ξῃ μὲ τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ὀρθόδοξον. Πέραν αὐτοῦ δὲν ἔχει
1182ἔννοιαν τὸ «ἐπικρατοῦσα», διότι ἄλλως θὰ παρεβιάζομεν τὴν
1183ἀρχὴν τῆς ἰσότητος τῆς θρησκείας.
1184§96Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ κανονίσωμεν ἐδῶ διὰ
1185τῆς σχετικῆς διατάξεως αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωρ-
1186γίας Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, τότε θὰ ἦτο ἀρκετὴ ἡ φράσις
1187«ἐπίσημος θρησκεία εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος τοῦ Χρι-
1188στοῦ Ἐκκλησία». Διατί νὰ εἴπωμεν τὴν λέξιν «ἐπικρατοῦ-
1189σα»; Ἀκριβῶς δι’ αὐτῆς προσκρούομεν εἰς τὰς ἄλλας θρη-
1190σκείας δημιουργοῦντες μίαν προνομιακὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν
1191δὲν δημιουργοῦμεν. Ὅλαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι ἔχουν πλήρη ἐ-
1192λευθερίαν διοικήσεως κατὰ τὰς ἰδικάς των διατάξεις καὶ μό-
1193νη ἡ ἐπικρατοῦσα δῆθεν θρησκεία ὑπόκειται εἰς τοὺς νόμους
1194τοῦ Κράτους.
1195§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1196Τὸ «ἐπίσημος» ἐπροτάθη πάλιν καὶ ἐθεωρήθη ὅτι καὶ αὐτὸ
1197ὁπωσδήποτε δημιουργεῖ ἀνισότητα. «Ἐπικρατοῦσα» εἶναι πι-
1198στοποίησις ἑνὸς πραγματικοῦ γεγονότος.
1199§98Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ «αὐτοκέφαλον»
1200λεγόμενον. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι αὐτοκέφαλος.
1201Ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὸ ἤδη ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα
1202τὸ περὶ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τὸ περὶ
1203αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦ 1912
1204συνεβάδιζε μετὰ τῆς πραγματικότητος. Ἡ ἀρχικῶς ὑπάρχου-
1205σα κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος
1206ἦτο τότε πράγματι αὐτοκέφαλος. Μέχρι τοῦ 1912 εἰς τὰς
1207αὐτοκεφάλους αὐτὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος προσετίθεντο
1208αἱ ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διὰ τῆς πολιτικῆς με-
1209ταβολῆς ἀποσπώμεναι ἐπαρχίαι, Μητροπόλεις ἢ Ἐπισκοπαὶ
1210καὶ τοιουτοτρόπως μέχρι τοῦ 1911, ὁπότε ἐγένετο τὸ τελευ-
1211ταῖον Σύνταγμα, τὸ ἤδη ἀναθεωρούμενον, ὑπῆρχε, καθὼς σᾶς
1212εἶπον, ταυτότης μεταξὺ τῆς διατυπώσεως τοῦ Συντάγματος
1213καὶ τῆς πραγματικότητος. Πράγματι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλ-
1214λάδος ἦτο αὐτοκέφαλος, περιεῖχε 32 ἐπισκοπικοὺς θρόνους,
1215ἐξ ὧν ὁ εἷς μητροπολιτικός. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1912 προσετέ-
1216θησαν καὶ ἄλλοι περισσότεροι τῶν ἤδη εἰς τὴν αὐτοκέφαλον
1217Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἀνηκουσῶν ἐπαρχιῶν. Ἔχομεν σή-
1218μερον ἐν ἐνεργείᾳ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους
121949 ἐπισκόπους μὲ τίτλον Μητροπολίτου καὶ 7 ἑτέρους Ἐπι-
1220σκόπους ὑπαγομένους εἰς τὴν Μητρόπολιν Ἀθηνῶν, τὸ ὅλον
122156 ἀρχιερατικοὶ θρόνοι. Καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς σήμερον νὰ κα-
1222νονίσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλ-
1223λάδος εἶναι αὐτοκέφαλος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πραγματικότης
1224αὐτή, ἐκτὸς ἂν θεωρῶμεν μόνον τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας ὡς
1225Ἑλλάδα καὶ ὄχι καὶ τὰς νέας ἐπαρχίας. Πῶς θὰ κατορθώ-
1226σωμεν λοιπὸν νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλ-
1227λάδος τὰς Μητροπόλεις καὶ Ἐπισκοπὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι
1228δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος; Δὲν λησμο-
1229νεῖτε ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1913 ἐζητήθη ἀπὸ τὰ Πα-
1230τριαρχεῖα νὰ γίνῃ ὅ,τι ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς
1231Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας, δηλαδὴ διὰ κλίματος τοῦ
1232Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ γίνῃ ἡ ὑπαγωγὴ αὐτῶν εἰς τὴν
1233Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐκραγέντος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πο-
1234λέμου, ἐσταμάτησεν εὐτυχῶς ἡ ἔκδοσις τοῦ Πατριαρχικοῦ Τό-
1235μου καὶ ἔκτοτε ἔμεινεν ἐν ἐκκρεμότητι τὸ ζήτημα τῆς διοι-
1236κήσεως 56 μητροπολιτικῶν θρόνων, δηλαδὴ 56 ἐπισκοπικῶν
1237περιφερειῶν. Τὸ ζήτημα ἔμεινεν ἐν ἐκκρεμότητι καὶ ἐκ τού-
1238του αἱ περιφέρειαι αὗται δὲν ἀνήκουν οὔτε εἰς τὴν Ἐκκλη-
1239σίαν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν λαμβάνουσι μέρος
1240εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος οἱ Ἐ-
1241πίσκοποι τῶν Νέων Χωρῶν. Ἀλλὰ μήπως διετηρήθησαν ἐν-
1242τὸς τοῦ κλίματος τῶν Πατριαρχείων; Δὲν διετηρήθησαν, διό-
1243τι, ὡς γνωρίζετε, τὸ Πατριαρχεῖον μετὰ τὴν συνθήκην τῆς
1244Λωζάννης ἀποψιλωθὲν ἐντελῶς τοῦ ποιμνίου του εἰς τὸν
1245Πόντον, τὴν Θράκην καὶ μέρους τῶν Ἐπισκοπῶν τῆς Ἠπεί-
1246ρου, μένει σήμερον μὲ κλῖμα πέντε θρόνων, τῆς Ἐπισκοπῆς
1247Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Δέρκων, τῶν Πριγκηποννήσων καὶ
1248τῆς Ἴμβρου. Ἑπομένως, ἂν εἶχεν ἐκδοθῇ ὁ συνοδικὸς τόμος
1249τῆς χειραφετήσεως τῶν ἤδη ἐκτὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατρι-
1250αρχείου ἐπισκοπικῶν θρόνων, θὰ εἴχομεν τὸ Πατριαρχεῖον ἀ-
1251πογυμνωμένον ἀπὸ ἐπισκοπικὰς περιφερείας. Θεωρητικῶς τοὐ-
1252λάχιστον μένουσιν αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι τῶν Νέων Χωρῶν προ-
1253σηρτημέναι εἰς τὸ Πατριαρχεῖον καὶ δύναται σήμερον τὸ Πα-
1254τριαρχεῖον εἰς καθαρῶς ἐκκλησιαστικὰς ἐμφανίσεις, εἰς ὅλας
1255τὰς Χώρας ὅπου γίνονται ἐκκλησιαστικαὶ Σύνοδοι, νὰ ἐμφα-
1256νίζεται ὡς ἐπικεφαλὴ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπισκοπικῶν περιφε-
1257ρειῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς δεσμὸς
1258μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων καὶ τῆς διοικήσεως τῶν περιφε-
1259ρειῶν αὐτῶν.
1260Οἱ Ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι παραμένουν εἰς τὰ λείψανα τοῦ Οἰ-
1261κουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐντὸς τῆς Νομαρχίας τῆς Κων-
1262σταντινουπόλεως, δυστυχῶς ἐκανονίσθη κατὰ τὴν συνθήκην τῆς
1263Λωζάννης νὰ εἶναι Τοῦρκοι ὑπήκοοι. Δὲν δύνανται λοιπὸν οὔτε
1264εἷς ἐκεῖθεν νά μετατεθῇ ἐδῶ, οὔτε ἐντεῦθεν ἐκεῖ. Δὲν εἶναι
1265δυνατὸν οὔτε ἡ δωδεκαμελὴς Σύνοδος τῶν Πατριαρχείων νὰ
1266ἐνδυναμωθῇ μὲ Μητροπολίτας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
1267καὶ τῶν κανονικῶς ὑπαγομένων εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πα-
1268τριαρχεῖον καὶ τῶν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι
1269καὶ μόνον τοῦτο τὸ κακόν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔλλειψις πάσης
1270διοικήσεως ἐκκλησιαστικῆς τῶν 56 αὐτῶν περιφερειῶν, διό-
1271τι τὸ Πατριαρχεῖον ὡς εὑρίσκεται καθηλωμένον ὑπὸ τὸ κρά-
1272τος τῆς Τουρκικῆς κακοπιστίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ
1273εἰς ἐπαφὴν καὶ ἐπιβάλῃ τὸ κῦρός του ἐπὶ τῶν Ἐπισκόπων τῶν
1274ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὄχι διότι θὰ ἔχῃ τὴν ἀντίρ-
1275ρησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι....
1276§99Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τὸ Οἰκουμενικὸν Πα-
1277τριαρχεῖον δὲν διώρισε τοὺς ὁρισθέντας καὶ ἐγκατασταθέντας
1278εἰς τὰς ἐπισκοπικὰς περιφερείας τῶν Νέων Χωρῶν Μητρο-
1279πολίτας καὶ Ἐπισκόπους;
1280§100Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι ὄχι μόνον οἱ
1281διορισθέντες καὶ ἐγκατασταθέντες εἰς τὰς περιφερείας τῶν
1282Νέων Χωρῶν Μητροπολῖται καὶ Ἐπίσκοποι ἔχουν τὸν διορι-
1283σμόν των ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων προϋ-
1284παρχόντων Ἐπισκόπων ἡ μετάθεσις, ὁ νέος διορισμὸς, ἡ παῦ-
1285σις, ἡ ἀπόλυσις κλπ. γίνεται τυπικῶς διὰ τῶν Πατριαρχείων,
1286ἀλλὰ πραγματικῶς γίνεται δι’ ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ
1287τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀρκούμεθα πάντοτε εἰς τὰ
1288γραφεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μίαν παράδοσιν καὶ τὰ ὁποῖα δύναν-
1289ται νὰ διατηρήσωσι καὶ τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν ἐκκλησιαστι-
1290κῶν τούτων ζητημάτων, εἰσέρχονται καὶ ἄλλα κομματικὰ ζη-
1291τήματα, ὥστε ἡ μετάθεσις, παῦσις ἢ διορισμὸς ἑνὸς Μητρο-
1292πολίτου τῶν Νέων Χωρῶν νὰ γίνεται ἀντικείμενον κομματι-
1293κῶν συναλλαγῶν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε πάντοτε ὑπ’ ὄψει νὰ
1294εὑρεθῇ εἷς τρόπος διοικήσεως τῶν Ἐπισκοπῶν αὐτῶν, αἱ ὁ-
1295ποῖαι εὑρίσκονται μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων καὶ τῆς Ἑλ-
1296ληνικῆς Ἐκκλησίας. Συνεστήθη καὶ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προέ-
1297βη εἰς τὴν διατύπωσιν δύο γνωμῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ
1298τὸ συμπέρασμα αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις
1299νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὰ Πατριαρχεῖα, ἵνα ὑποβληθῇ ὁ
1300Καταστατικὸς Χάρτης τῆς διοικήσεως τῶν Νέων Χωρῶν.
1301Ἐσταμάτησεν ὅμως τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς δι’ ἑνὸς ἐγγρά-
1302φου τῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον λέγει νὰ σταματήσῃ τὸ ἔργον
1303ἕως ἐδῶ. Καὶ διεμαρτυρήθη ἡ Ἐπιτροπή, παραστήσασα τὸ ἄ-
1304τοπον τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ
1305τὰ ἐκκλησιαστικά, ἀλλ’ ἡ διαμαρτυρία ἀπέμεινεν ἄνευ ἀπαν-
1306τήσεως καὶ εὑρισκόμεθα πάντοτε εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁ-
1307ποῖον εὑρισκόμεθα κατὰ τὸ 1913, μετὰ πάροδον δεκατεσσάρων
1308ἐτῶν καὶ δὲν ἔχομεν διοίκησιν ἐκκλησιαστικὴν εἰς τὰς Νέας
1309Χώρας. Οἱ ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν καλὸν νὰ νεωτερίσω-
1310σι, νεωτερίζουν. Οἱ ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ
1311παραμείνουν εἰς τὰς παλαιὰς συνηθείας παραμένουσιν εἰς
1312αὐτάς. Ἀλλὰ δὲν δύναται πραγματικῶς νὰ ἐπιβληθῇ καμμία
1313ἐπίβλεψις καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ κεφαλῆς μίαν ἐκκλη-
1314σιαστικὴν ἐπίβλεψιν κύρους, ἐφόσον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρ-
1315χεῖον, τὸ ὁποῖον προΐσταται, δὲν ἐπεμβαίνει καὶ ἐφόσον ἡ αὐ-
1316τοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἂν καὶ ἔχει Σύνοδον ἀρ-
1317χιερέων ὁλοκληρωτικήν, δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ καθόλου καὶ
1318ἀντὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ τὸ Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς
1319Ἑλλάδος, ἐπεμβαίνομεν ἡμεῖς καὶ βάζω τὸν ἑαυτόν μου με-
1320ταξὺ τῶν ἄλλων ἐπεμβαινόντων καὶ ἔχω πρόσφατα ζητήματα,
1321τὰ ὁποῖα δὲν ἀναφέρω ἀπόψε, διότι ὁ σκοπὸς εἶναι γενικώ-
1322τερος.
1323§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τί ἠμπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρῃ τὴν
1324Ἐκκλησίαν;
1325§102Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐνδιαφέρει, διότι κατασκευάζομεν Συν-
1326ταγματικὸν Χάρτην. Ἂν τὸν θεωρεῖτε κάτι τι μὴ σοβαρόν,
1327τότε δὲν ἐνδιαφέρομαι καθόλου. Θὰ ἤθελον νὰ ἐπαναφερθῇ τὸ
1328ἄρθρον ἔστω καὶ δι’ αὐτὸ τὸ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ
1329προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν πραγματικότητα καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν
1330πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτοκέφαλος ἡ Ἐκκλησία τῆς
1331Ἑλλάδος, ἐφόσον τὰ ⅔ τῶν Μητροπόλεων μένουσιν ἐκτὸς
1332τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
1333§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1334Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως
1335τῆς ὑπαγωγῆς τμημάτων τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ Πατριαρ-
1336χεῖον εἶναι καθαρῶς πολιτικόν.
1337§104Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἤθελον νὰ μοὶ ἑρμηνεύσητε αὐτὴν τὴν
1338ἀντίληψίν σας.
1339§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1340Πολιτικὸν ζήτημα εἶναι διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι διε-
1341τηρήθη αὐτὴ ἡ ὑπαγωγὴ ὄχι διότι δὲν ἐξεδόθη ἕως τώρα
1342συντακτικὸς νόμος, ἀλλὰ διότι ἐθεωρήθη ἀπαραίτητον ἐκ μέ-
1343ρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ μὴ ἐκδοθῇ.
1344§106Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὕτως
1345ἔκρινεν;
1346§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1347Μάλιστα, εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις τῆς Ἐκκλησίας.
1348Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν
1349στιγμήν, προκειμένου περὶ Συντάγματος, δὲν εἶναι νὰ λύσω-
1350μεν, ἂν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ νὰ ὑπάγεται τμῆμα τῆς
1351Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.
1352Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι πῶς θὰ
1353προσαρμοσθῇ τὸ Σύνταγμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πῶς
1354δηλαδὴ ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως περὶ αὐτοκεφάλου τῆς
1355Ἐκκλησίας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ Μητροπόλεις αἱ
1356ὁποῖαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν. Αὐτὸ
1357δύναται νὰ γίνῃ εἴτε γενομένης δεκτῆς τῆς ἑρμηνευτικῆς δη-
1358λώσεως, εἴτε προστιθεμένης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι.
1359§108Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἡ μέν, οὔτε ἡ δέ.
1360§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1361Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Βοκοτόπουλον κατὰ τοῦτο, δη-
1362λαδὴ ὅτι καὶ ἂν δὲν μεταβάλωμεν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγ-
1363ματος θὰ ἐξακολουθήσῃ παρ’ ὅλον τὸ κείμενον τοῦ Συντάγ-
1364ματος, θὰ ἐξακολουθήσῃ, λέγω, ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι αὐτο-
1365κέφαλος καὶ αἱ Μητροπόλεις τῶν Ν. Χωρῶν νὰ ὑπάγωνται
1366εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Ἀλλ’ ὀρθότερον εἶναι, διὰ νὰ εἴμεθα
1367συνεπεῖς, νὰ ὑπάρχῃ συνταγματικὴ διάταξις. Τὸ ζήτημα αὐτὸ
1368ἀπησχόλησε καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία
1369κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ
1370ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία προσαρμόζει τὰ πράγματα εἰς
1371τὴν κατάστασιν. Ἐφέρατε μερικὰ παραδείγματα διὰ νὰ δεί-
1372ξητε ὅτι ἡ ὑπαγωγὴ δὲν εἶναι πλήρης. Εἰς αὐτὸ δὲν ἔχω νὰ
1373ἀντείπω, διότι εἶναι πραγματικὸν γεγονός. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον
1374τρόπον θὰ διοικεῖται; Δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία τῶν Νέων Χω-
1375ρῶν θὰ διοικεῖται ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον; Ὅ-
1376πως παρακαμφθῶσιν ὅλαι αἱ δυσχέρειαι αἱ ὑπάρχουσαι εἶναι
1377ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.
1378Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ λύσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ νὰ
1379εἴμεθα συνεπεῖς πρέπει εἴτε δι’ εἰδικῆς διατάξεως, εἴτε δι’
1380ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ καθεστὼς τὸ ἐκ-
1381κλησιαστικὸν τῶν Νέων Χωρῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἀντισυνταγμα-
1382τικὸν νὰ ὑπάγωνται μερικαὶ Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας
1383τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Δυνατὸν
1384τοῦτο νὰ καταργηθῇ δὲν εἶναι συνταγματικὴ ὑποχρέωσις, εἶναι
1385συνταγματικὸν δίκαιον.
1386§110Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ἐμπόδιον εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν
1387εἶναι τὸ αὐτοκέφαλον.
1388§111Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1389Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ καταργήσωμεν.
1390§112Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διότι ὁ ἀπώτερος σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ ἐμ-
1391πέδωσις τῶν Μητροπόλεων καὶ τῶν Ἐπισκοπῶν εἰς τὸ Οἰ-
1392κουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ὁ ἀπώτερος σκοπός, ἐφόσον λέγο-
1393μεν ὅτι δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ προσωρινὴ παρα-
1394μονὴ τῶν Μητροπόλεων εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον,
1395εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκ-
1396κλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀποψίλωσιν τοῦ
1397Πατριαρχείου. Καὶ ἀκριβῶς ἔχων ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα
1398εἰς τὸ 1922, ὁπότε αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας συνεζητοῦ-
1399μεν, ἦσαν πολὺ διάφοροι, εἶχον προτείνει ὄχι μόνον τὴν μὴ ὑ-
1400παγωγὴν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὴν
1401ὑπαγωγὴν καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Οἰκου-
1402μενικὸν Πατριαρχεῖον πρὸς ἐνίσχυσιν τούτου, διατηρουμένης
1403τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Αὐτὸ τὸ ζήτημα συνεζήτησε
1404καὶ ἡ Σύνοδος τῶν Ν. Χωρῶν, ἡ Αὐτοκέφαλος δὲ Ἐκκλησία
1405τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο τμῆμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
1406καὶ αὐτοδιοικουμένη μόνον ἐσωτερικῶς, ὄχι Αὐτοκέφαλος χει-
1407ραφετηθεῖσα θυγάτηρ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.
1408§113Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδελφή.
1409§114Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, λέγω, ἔχων ὑπ’
1410ὄψιν μου τὰς συνθήκας τοῦ 1923, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν
1411νὰ γίνῃ ἡ ἐνίσχυσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ-
1412πότε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διετήρει χριστιανικοὺς
1413πληθυσμοὺς εἰς τὸν Πόντον, τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν καὶ
1414τὴν Μ. Ἀσίαν, σήμερον γίνεται περισσότερον ἐπιτακτικὴ ἡ
1415ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διὰ
1416τῆς διατάξεως τῆς ὑπαγωγῆς ὄχι μόνον τῶν διατηρουμένων
1417προσωρινῶς ἔστω καὶ ὑπὸ ἕνα τύπον πλείστων ὑπὸ τὸ Οἰκου-
1418μενικὸν Πατριαρχεῖον Ἐπισκοπῶν τῶν Ν. Χωρῶν, ἀλλὰ καὶ
1419αὐτῆς τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διαιρου-
1420μένης καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ν. Χωρῶν εἰς αὐτο-
1421διοίκητα ἐκκλησιαστικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ ἐπὶ
1422τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς.
1423§115Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι δυνατὰ αὐτὰ σύμφωνα μὲ τὰς συν-
1424θήκας;
1425§116Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Νομίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι ἠμπο-
1426ροῦμεν νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἂν εἶναι δυνατὸν ἡ Αὐτοκέ-
1427φαλος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν
1428Πατριαρχεῖον, ἀφοῦ πρὸ δεκάδων ὁλοκλήρων ἐτῶν ὑπάρχει συ-
1429νοδικὸς νόμος;
1430§117Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ἀδύνατον ποῦ τὸ στηρίζετε; Εἰς τὴν
1431Ἐκκλησίαν ἢ τὴν Πολιτείαν;
1432§118Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ὅτι ὄχι μόνον αἱ σχέσεις με-
1433τεβλήθησαν οὕτως ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ τὸ σκεφθῶμεν,
1434ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀκόμη. Γνωρίζετε δὲ τὸν θόρυβον διὰ νὰ ἀνα-
1435γνωρισθῇ τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Νο-
1436μίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος
1437αὐτοῦ.
1438§119Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ αὐτοκέφαλον ἐνέχει δύο ἐννοίας, τὴν
1439ἐκκλησιαστικήν, τὴν κανονικὴν δηλαδή, ἡ ὁποία μόνον διὰ τῆς
1440ἐκδόσεως τοῦ συνοδικοῦ νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, καὶ τὴν
1441διοικητικήν. Διοικητικῶς, καθὼς γνωρίζετε, πᾶσα Μητρό-
1442πολις εἶναι αὐτοκέφαλος. Κανεὶς Μητροπολίτης δὲν δικαιοῦ-
1443ται νὰ πατήσῃ εἰς ξένην Μητρόπολιν ἂν δὲν λάβῃ τὴν κανο-
1444νικὴν ἄδειαν τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανών.
1445Ἂν δὲν τηρῆται ὁ κανὼν σήμερον, δὲν σημαίνει τίποτε. Κάθε
1446Ἐπίσκοπος εἶναι αὐτοκέφαλος ἐν τῇ Ἐπισκοπῇ του. Αὐτοκέ-
1447φαλος ὅμως διοικητικῶς. Αὐτοὶ εἶναι καὶ οἱ κανόνες, οἱ Ἀ-
1448ποστολικοί, τοὺς ὁποίους θεσπίζομεν καὶ ἐνταῦθα. Ἑπομένως
1449ἡ ἔκδοσις τοῦ συνοδικοῦ νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακληθῇ.
1450Καὶ ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀ-
1451μερικῆς, ἡ ὁποία ὑπήγετο εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος,
1452ἐσχάτως δὲ κατηργήθη ἡ ἀπόσπασις καὶ ἐπανῆλθε εἰς τὸ Οἰ-
1453κουμενικὸν Πατριαρχεῖον.
1454Ἑπομένως, ἐφόσον ἔχομεν τοιοῦτον πρόσφατον παράδειγμα,
1455δὲν εἶναι κἂν συζητήσιμον τὸ ὅτι δύναται ὁ συνοδικὸς νόμος
1456νὰ ἀναθεωρηθῇ σήμερον, ἐφόσον πολιτικαὶ συνθῆκαι ἐπιβάλ-
1457λουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐνισχύσῃ τὸ Οἰκουμενικὸν Πα-
1458τριαρχεῖον. Ἔχομεν τὸν κανόνα τοῦ Φωτίου, ὁ ὁποῖος λέγει:
1459«εἴωθε τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμμεταβάλλεσθαι τοῖς πολιτι-
1460κοῖς».
1461§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀντιστρόφως πρὸς τὰς θεωρίας
1462σας δηλαδή.
1463§121Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καθόλου. Σήμερον ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἑλ-
1464ληνικοῦ Κράτους εἶναι νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ Οἰκουμενικὸν Πα-
1465τριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον, ὅπως τὸ ἔχομεν ἀφίσει, θὰ καταντήσῃ
1466καὶ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον τῶν Ἱεροσολύμων ἀδυνατώτερον.
1467Ἐφόσον λοιπὸν λέγομεν ὅτι εἴμεθα δογματικῶς ἡνωμένοι μὲ
1468τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν αὐ-
1469τὴν τὴν βάσιν τῆς δογματικῆς μας ἑνώσεως. Διότι ὅταν δὲν
1470διατηρήσωμεν τὴν βάσιν, τότε εἶναι περιττὰ καὶ νεκρὰ γράμ-
1471ματα ὅλα. Ἑπομένως ἔχομεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ αὐτῆς τῆς
1472διατάξεως. Ἀλλὰ ἡ διατήρησις ἐν ἐκκρεμότητι τῆς Ἐκκλη-
1473σίας τῶν Ν. Χωρῶν μεταξὺ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ
1474Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν δημιουργεῖ μό-
1475νον ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ δημιουργεῖ
1476ἕνα κίνδυνον, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῶν Γρα-
1477φῶν. Διότι ὅταν λέγωμεν ἐν τῷ Συντάγματι Ἐκκλησίαν ἐν-
1478νοοῦμεν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τὴν Αὐτοκέφαλον, ἡ
1479ὁποία εἶναι ἡ ἀπαρτιζομένη ἐκ τῶν τριάκοντα δύο Ἐπισκο-
1480πικῶν θρόνων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ὅταν ὅμως ὁ ἅγιος
1481Θεσσαλονίκης, ὁ ἅγιος Ἰωαννίνων κλπ. ἐπιτρέψῃ τὴν μετά-
1482φρασιν τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τότε; Θὰ εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντι
1483τοῦ Συντάγματος. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς
1484ἀπόψεως αὐτῆς νὰ γίνῃ ἡ προσαρμογὴ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν
1485ὁποῖον εἶχον οἱ συντάκται τῆς διατάξεως αὐτῆς. Προκειμένου
1486λοιπὸν νὰ καθορισθῇ ἀπὸ ποίαν Ἐκκλησίαν θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ με-
1487τάφρασις τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ποία Ἐκκλησία θὰ ἐποπτεύσῃ
1488ἐπὶ τῆς μεταφράσεως;
1489§122Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
1490§123Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λέγω ὅτι εἶναι ἀνεπαρκής. Διότι μένου-
1491σιν ἔξω τῆς ἀπαγορεύσεως ὅλαι αἱ ἄλλαι Ἐπισκοπαὶ τῶν Ν.
1492Χωρῶν.
1493§124Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εἶναι, εἴ-
1494πατε, δογματικῶς ἡνωμένη μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ-
1495χείου. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν
1496εἶναι καθαρῶς δογματικόν. Ἄρα ὑποτίθεται ὅτι δὲν χρειάζε-
1497ται καὶ ἡ ἔγκρισις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
1498§125Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἦτο ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συ-
1499ναδέλφου ἂν δὲν εἴχομεν διαφωνήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἀκρι-
1500βῶς ὅτι δὲν τὸ θεωροῦσι δογματικὸν τὸ ζήτημα μερικοὶ συνά-
1501δελφοι. Διότι τότε θὰ ἦτο λελυμένον τὸ ζήτημα.
1502Λοιπόν, ὡς συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς μου θεωρῶ ἐν
1503πρώτοις ὅτι ἡ ἀνακήρυξις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς ἐ-
1504πικρατούσης συνεπάγεται ὑποδούλωσιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ
1505Κράτος. Ὅτι ἡ παραμονὴ τῶν Ἐπισκόπων τῶν Ν. Χωρῶν,
1506πλειοτέρων κατ’ ἀριθμὸν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Αὐτοκέφα-
1507λον Ἐκκλησίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἐν ἐκκρεμότητι, δη-
1508μιουργεῖ μίαν διοικητικὴν ἀνωμαλίαν, ἕνα σωρὸ ἄτοπα, τὰ ὁ-
1509ποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῶν τῶν Ἐπισκοπῶν καὶ
1510δημιουργεῖ ἐπίσης καὶ ἕνα κίνδυνον διὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πα-
1511τριαρχεῖον. Ἐπίσης ὁ μὴ καθορισμός, ὡς πρὸς τὴν ἀπαγόρευ-
1512σιν τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν καὶ τῆς Μεγάλης τοῦ
1513Χριστοῦ Ἐκκλησίας—ὅπως λέγεται εἰς τὸ παλαιὸν Σύν-
1514ταγμα—ἡ ὁποία εἶναι ὁ θεματοφύλαξ τῶν διατάξεων, ἀνοί-
1515γει θύραν εἰς πολλὰς καταδολιεύσεις καὶ καταστρατηγή-
1516σεις αὐτῆς τῆς ἀπαγορεύσεως. Δι’ ὅλα αὐτὰ νομίζω ὅτι θὰ
1517ἔπρεπε νὰ ἐπανασταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἄρθρον αὐτό,
1518ἵνα τὸ συζητήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει ὄχι μόνον τῶν ἰδικῶν μου ὑπο-
1519δείξεων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι τυ-
1520χὸν ἤθελον ὑποβάλει τοιαύτας.
1521§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1522Ἀπόψε ὑπεβλήθησαν σχέδια ψηφισμάτων ὅπως ψηφισθῇ τὸ
1523Σύνταγμα ἀθρόως ἄνευ συζητήσεως. Ἡμεῖς δὲν ἐδέχθημεν
1524αὐτὰ τὰ ψηφίσματα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι σύμφωνον πρὸς
1525τὴν γενικωτέραν ἐπιθυμίαν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ ὁ-
1526λοκλήρου ὅπως ἐπιστρέψωμεν καθ’ ἑκάστην μετὰ τὸ φαγητὸν
1527διὰ νὰ ἐργαζώμεθα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
1528§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁ-
1529μιλήσουν ἀκόμη, 11 ἐν ὅλῳ τὸν ἀριθμόν, θὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ
1530τὸ φαγητόν.
1531Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν
153210.30′ μ. μ.
1533(Ὥρᾳ 9.15′ μ. μ.)
1534ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
1535(Ὥρα 10.50′ μ. μ.)
1536§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
1537δρίασις.
1538§129Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ
1539προτείνω ἵνα κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν ψηφισθῇ τὸ ἄρ-
1540θρον τοῦ Συντάγματος ἐκεῖνο, δι’ οὗ διὰ τὴν λῆψιν μόνον ἀ-
1541ποφάσεων χρειάζεται ἡ νόμιμος ἀπαρτία.
1542§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζή-
1543τησις. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1544§131Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οὐδεμίαν ἐπι-
1545θυμίαν εἶχον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συν-
1546τάγματος, διότι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ προε-
1547κάλει συζήτησιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Τὸ γεγονὸς ὅ-
1548μως ὅτι συνάδελφοι διακεκριμένης ἐπιστημονικῆς ὀντότητος
1549ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5ου τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἐκάκι-
1550σαν ὄχι μόνον ὡς ἀντιεπιστημονικόν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀσεβὲς πρὸς
1551τὴν Θρησκείαν τῆς Χώρας, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγας λέ-
1552ξεις πρὸς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν
1553ψήφισιν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἤγα-
1554γον τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ νὰ διατυπώσῃ τὸ
1555προκείμενον ἄρθρον καθ’ ὃν τρόπον τὸ διετύπωσε.
1556Πρώτη κατηγορία ἡ ὁποία διετυπώθη κατὰ τῆς διατυπώ-
1557σεως τοῦ ἄρθρου, εἶναι τὸ ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὁμιλοῦν περὶ
1558τῆς Θρησκείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐτέθη ὡς πρῶτον ἄρ-
1559θρον τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὡς 5ον καὶ ἐζητήθη ποῖος λό-
1560γος ἐπιστημονικὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν
1561Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν τοιαύτην διάταξιν τῶν ἄρθρων
1562τοῦ Συντάγματος. Ἐκπλήττομαι, διότι τὸ ἐρώτημα προέρχεται
1563ἀπὸ ἀνθρώπους ἐγνωσμένης ἐπιστημονικῆς μορφώσεως, οἱ συ-
1564νάδελφοι δέ, οἱ ὁποῖοι προέβαλλον τὴν ἀντίρρησιν ταύτην, γνω-
1565ρίζουν κάλλιον ἐμοῦ, ἠθέλησαν ὅμως νὰ ἀγνοήσουν εἰς τὴν
1566σημερινὴν συζήτησιν τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δημοσίου δικαίου,
1567αἱ ὁποῖαι διέπουν καὶ πρέπει νὰ διέπουν ἀπὸ νομοτεχνικῆς ἀ-
1568πόψεως πᾶν νομοθέτημα, ὑπὲρ πᾶν δὲ ἄλλο τὸ Σύνταγμα τῆς
1569Ἑλλάδος. Ἄν, κύριοι βουλευταί, ἐπρόκειτο καὶ ἡ Συνταγμα-
1570τικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα, νὰ διατυπώσουν καὶ
1571νὰ συντάξουν εἴτε Εὐχολόγιον τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε Κατα-
1572στατικὸν Χάρτην τῆς Ἐκκλησίας, ἀδιάφορον ποίας Ἐκκλη-
1573σίας, βεβαίως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ μίαν ὁμολογίαν πί-
1574στεως πρὸς τὴν Θρησκείαν ἐκείνην, τῆς ὁποίας τὴν Ἐκκλη-
1575σίαν θὰ συνέτασσον. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὅμως, ὡς
1576πολιτικὸν Σῶμα, συντάσσουσα τὸν πολιτικὸν Χάρτην τῆς Χώ-
1577ρας, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπὸ ἐπιστημονικῆς νομοτεχνι-
1578κῆς ἀπόψεως νὰ τηρήσῃ ἄλλην σειρὰν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁ-
1579ποίαν ἐτήρησε.
1580§132Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ τὴν ἐστηρίξατε αὐτὴν τὴν
1581σειράν;
1582§133Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, εἰς τὴν γνωστὴν πα-
1583γίως παραδεδεγμένην ἀρχὴν τοῦ δημοσίου δικαίου.
1584§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας ὑπογεγραμ-
1585μένη παρὰ τῶν κ. κ. Πετρακάκου, Σωτηριάδου, Τζίβα κλπ.
1586§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1587Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλεῖ εἷς βουλευτὴς δὲν πρόκειται νὰ ληφθῇ
1588ἀπόφασις.
1589§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1590Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. ὑπογράψαντας τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας
1591νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς αὐτὴν διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζή-
1592τησις.
1593§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ πρότασις.
1594§138Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ κηρυχθῇ
1595λήξασα ἡ συζήτησις, ἀποσύρομεν τὴν ἔνστασιν.
1596§139Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρομεν τὴν πρότασιν,
1597δὲν εἶναι δυνατόν.
1598§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1599Πάλιν παρακαλῶ, ἀνεξαρτήτως τῆς συζητήσεως, νὰ μὴ ἀνα-
1600γνωσθῇ ἡ πρότασις περὶ ἐνστάσεως ἀπαρτίας διὰ νὰ ἐξακο-
1601λουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ μὴ λήξῃ αὕτη.
1602§141Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νὰ μὴ λήξῃ ἡ συζήτησις.
1603§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι,
1604ἀρνοῦνται νὰ λάβουν τὸν λόγον;
1605§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1606Θὰ ἴδωμεν, διότι θέλομεν νὰ κάμωμεν συζήτησιν. Ἂν ὑπάρ-
1607χουν κ. κ. βουλευταὶ νὰ ὁμιλήσουν, ἂς ὁμιλήσουν.
1608§144Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν ἔνστασιν ἀπαρ-
1609τίας, διότι ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ
1610Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω ὅτι καὶ ἡ ἔνστασις
1611ἀπαρτίας εἶναι ὑπέρ ποτε καὶ ἄλλοτε εὐλογωτάτη καὶ νόμι-
1612μος καὶ συντελεστική, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γίνεται συζή-
1613τησις τοῦ Συντάγματος παρουσίᾳ πέντε βουλευτῶν.
1614§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ διαθέσητε τὰς ὑπογραφὰς
1615τῶν ἄλλων, δὲν εἶσθε κἂν ἐγγεγραμμένος. Ἀναγκάζομαι νὰ
1616ἐρωτήσω τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν.
1617§146Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Θεωροῦντες τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τού-
1618του συζήτησιν θεμελιώδη, θέλομεν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν βρι-
1619θούσῃ Βουλῇ, ἐφόσον ὅμως ἡ συζήτησις δὲν πρόκειται νὰ λήξῃ
1620ἀποσύρομεν τὴν πρότασιν.
1621§147Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).
1622Ἀναβάλλεται ἡ πρότασις αὐτὴ διὰ κατόπιν.
1623§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεσύρθη ἡ ἔνστασις.
1624§149Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέ-
1625πει νὰ ἐπιμείνουν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἰς τὴν ἔνστασιν. Φρο-
1626νῶ ὅμως ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, εἶναι, ἂν θέλω-
1627μεν ὄντως σοβαρῶς νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας μας,
1628νὰ παρακληθῶσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
1629τυγχάνουν καὶ ἀρχηγοὶ κομμάτων, νὰ καλέσουν τοὺς φίλους
1630αὐτῶν βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται ἀνελλιπῶς εἰς τὰς συνε-
1631δριάσεις, ἵνα παύσῃ ἡ ἀσχημία αὐτὴ τῆς συζητήσεως πρὸ κε-
1632νῶν ἑδωλίων. Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται καὶ πρέπει νὰ δώσουν
1633τὸ παράδειγμα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως.
1634§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1635Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι πα-
1636ροῦσα. Ἂν δὲ τυχὸν συμβαίνῃ τινὲς τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, ἀ-
1637πησχολημένοι μὲ ζητήματα τῶν Ὑπουργείων των οἱ περισ-
1638σότεροι, νὰ μὴ παρίστανται εἰς τὴν Βουλήν, δὲν νομίζω ὅτι εἶ-
1639ναι λόγος νὰ μὴ συνεχίζηται ἡ συνεδρίασις, διότι ἂν τὰ μέλη
1640τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ὑποχρεωμένα, κ. συνάδελφε, νὰ παρί-
1641στανται ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως, τότε θὰ
1642ἦτο ἀδύνατος ἡ διεξαγωγὴ τῶν κυβερνητικῶν ἔργων. Ἡ συ-
1643ζήτησις διεξάγεται χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς
1644τῶν παρόντων βουλευτῶν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον πολλάκις
1645νὰ μὴ γίνεται συζήτησις, ἢ τὸ ζήτημα νὰ μὴ εἶναι τοιοῦτον,
1646ὥστε νὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν αἴθουσαν
1647πάντες οἱ βουλευταί.
1648§151Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ εἶναι τὸ ⅓ τουλά-
1649χιστον.
1650§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1651Ὁ Κανονισμὸς αὐτὸ ἐπιβάλλει, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς οὐδέποτε
1652ἐφηρμόσθη.
1653§153Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καταργήσατέ τον.
1654§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
1655Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργα-
1656σίαν.
1657§155Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1658Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ὁμιλῶ λόγῳ τῆς ἐπιβαλλομένης ἀξιοπρε-
1659πείας. Δὲν πρόκειται νὰ παρίσταται ὁλόκληρος ἡ Βουλή· πρό-
1660κειται νὰ μὴ ἀπουσιάζῃ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, διότι, ἐν τοιαύτῃ
1661περιπτώσει, ἂν δεχθῶμεν τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς
1662Γεωργίας κ. Ὑπουργοῦ, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, γε-
1663νομένην ὑπὸ δύο βουλευτῶν, ἑνὸς ὁμιλοῦντος καὶ ἑνὸς ἀκού-
1664οντος.
1665§156Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδενὸς ἀκούοντος.
1666§157Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν
1667Βουλήν, ἐγὼ θὰ σιωπήσω βεβαίως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδὲ τὸ
1668λεχθὲν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς εἶναι τὸ βάσιμον,
1669διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀπουσίας τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐκτά-
1670κτως δι’ ἐνάσκησιν τῶν κυβερνητικῶν καθηκόντων, πρόκει-
1671ται περὶ κατὰ συνήθειαν ἀπουσίας ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ μό-
1672νον κατ’ ἐξαίρεσιν παρουσίας.
1673Ἐπὶ τούτου ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ χάριν τῆς ἀξιοπρε-
1674πείας τοῦ Σώματος καὶ διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ τακτική, ἡ ὁ-
1675ποία ἀποτελεῖ περιφρόνησιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσω-
1676πείαν.
1677§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος παρακαλεῖται νὰ
1678συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
1679§159Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι βουλευ-
1680ταί, ὅτι ἡ ἀλλοία σειρὰ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος θὰ ἦτο
1681ἀντεπιστημονικὴ ἀπὸ τῆς ἑξῆς ἀπόψεως. Ἐφόσον πρόκειται
1682περὶ συντάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου μιᾶς Πολιτείας,
1683ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει κατὰ πρῶτον λόγον, εἶναι νὰ καθο-
1684ρίσῃ ὁ Συνταγματικὸς αὐτὸς Χάρτης περὶ τίνος Πολιτείας
1685πρόκειται καὶ ποία μορφὴ πολιτεύματος δίδεται εἰς αὐτὴν τὴν
1686Πολιτείαν. Εἶναι τὸ Α, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ
1687νομοτεχνικῆς ἀπόψεως πᾶς συνταγματικὸς νομοθέτης, εὐσυ-
1688νειδήτως καὶ ἐπιστημονικῶς ἐκτελῶν τὸ ἔργον του. Καὶ μὲ
1689αὐτὴν τὴν σκέψιν ἐτέθη ὡς 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ποία
1690εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον συντάσσεται ὑπὸ
1691τοῦ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματος. Τούτου τεθέντος, τὰ ἀμέσως ἑ-
1692πόμενα ἄρθρα ἔπρεπε, φυσικῷ τῷ λόγῳ, νὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ
1693ὁποῖα καθορίζουν τὰς συντακτικὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, τοῦ
1694ὁποίου καθορίζεται τὸ πολίτευμα, καὶ τοῦτο πράττουν τὰ 2,
16953 καὶ 4 ἄρθρα, καθορίζοντα τὴν τριαδικὴν διαίρεσιν τῶν ἐξου-
1696σιῶν καὶ τὴν ὀνοματολογίαν τῶν ἐξουσιῶν τούτων.
1697Τούτου τεθέντος, ἐγεννήθη τὸ ἐρώτημα καὶ εἰς τὴν Συν-
1698τακτικὴν Ἐπιτροπὴν ποῖα ἄρθρα θὰ ἐπηκολούθουν μετὰ τὰ
1699πρῶτα ἄρθρα αὐτά, τὰ καθορίζοντα τὴν σύνταξιν τῆς Πολι-
1700τείας. Ἐγεννήθησαν δύο προτάσεις μία καθαρῶς ἐπιστημο-
1701νικὴ καὶ μία σύμμικτος ἐπιστημονικοῦ πνεύματος καὶ αἰσθη-
1702ματολογικῆς ὑπαγορεύσεως. Ἡ πρώτη ἄποψις, ἡ καθαρῶς
1703ἐπιστημονική, εἶναι ἡ ἑξῆς· μετὰ τὸ πρῶτον κεφάλαιον,
1704τὸ ὁποῖον συντάσσει τὴν Πολιτείαν, ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσῃ
1705τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰ δημόσια δίκαια τῶν πο-
1706λιτῶν τοῦ συντασσομένου Κράτους. Καὶ μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν
1707καὶ τὰ ἄρθρα, τὰ ἄρθρα, τὰ ἀφορῶντα τὴν Θρησκείαν τῶν
1708πολιτῶν αὐτῶν, τὰ ἄρθρα οὐχὶ τὰ ἀποβλέποντα εἰς τὴν δογ-
1709ματικὴν ἐπιβολὴν τῆς Α ἢ Β θρησκείας εἰς τὸ Α ἢ Β πρό-
1710σωπον, ἀλλὰ τὰ καθιεροῦντα τὴν ἀνεξιθρησκείαν, τὴν ἐλευ-
1711θερίαν δηλαδὴ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἀπὸ ἐπιστημο-
1712νικῆς ἀπόψεως, τὴν θέσιν των τὴν εἶχον εἰς τὸ κεφάλαιον,
1713τὸ καθιεροῦν τὰ δημόσια δίκαια τῶν πολιτῶν. Ἀπὸ καθαρῶς
1714ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως λοιπὸν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο οὐδεμία
1715διχογνωμία ἐγενήθη εἰς τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπι-
1716τροπῆς. Συνάδελφοι ὅμως τινες διετύπωσαν τὴν εὐχήν, ὅπως
1717ἐκ λόγων οὐχὶ βαθυτέρων, οὐχὶ ἐχόντων οὐσιαστικήν τινα ση-
1718μασίαν, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ διαδηλωθῇ μία εὐγνωμο-
1719σύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλη-
1720σίαν, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν διατήρησιν ἀκμαίου ἐθνικοῦ
1721φρονήματος κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, προετάθη, λέ-
1722γω, ὑπὸ τῶν συναδέλφων αὐτῶν, ἀπὸ λόγους αἰσθηματικούς,
1723ἡ πρόταξις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν ἀφορωσῶν
1724τὰ τῆς Θρησκείας.
1725§160Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ.
1726§161Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδέχθησαν μὲν οἱ κύριοι συν-
1727άδελφοι, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, ὅτι αἱ διατάξεις περὶ Θρη-
1728σκείας πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἕπωνται τῶν διατάξεων περὶ
1729συντάξεως τῆς Πολιτείας, νὰ ἀποτελέσουν ὅμως ἴδιον κεφά-
1730λαιον εἰς ἔνδειξιν τιμῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, ἀπὸ
1731λόγους, ἐπαναλαμβάνω, αἰσθηματικούς, πρὸς διαδήλωσιν
1732εὐγνωμοσύνης τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον
1733Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία συνετέλεσε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρ-
1734κικῆς δουλείας εἰς τὴν διατήρησιν ἀκμαίου ἐθνικοῦ φρονή-
1735ματος.
1736§162Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. συνάδελφε.
1737§163Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
1738§164Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπῆρξαν μόνον αἰσθηματικοὶ λό-
1739γοι, ἀλλὰ καὶ ἱστορικοί. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὸ εἶπον· ἐ-
1740πειδὴ ὅλα τὰ Συντάγματα ἀπὸ τοῦ 1822 μέχρι τοῦ 1911 ἔ-
1741χουν τὴν παράδοσιν αὐτήν, νὰ ἔχουν ὡς πρῶτον ἄρθρον τὰ περὶ
1742Θρησκείας, ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ἡ παράδοσις αὐτή,
1743διότι δὲν ἐμεσολάβησε κανὲν γεγονός, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ
1744τὴν ἀνατροπὴν αὐτῆς τῆς παραδόσεως. Ἀλλ’ ἐδέχθην κατό-
1745πιν τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῇ
1746προτάσει μάλιστα ἑνὸς τῶν κ. κ. συναδέλφων, νὰ τεθῇ ὡς
1747πρῶτον ἄρθρον τοῦ Βʹ Κεφαλαίου.
1748§165Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ προλαμβάνετε, κ. Δραγούμη,
1749πρὶν ἢ τελειώσω τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου, διότι θὰ ἔλε-
1750γον καὶ ἐγὼ ὅτι εἰς τοὺς αἰσθηματολογικοὺς λόγους προσετέ-
1751θησαν καὶ λόγοι ἱστορικῆς σημασίας, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ
1752τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δραγούμης ἐξέθηκεν.
1753Ἔλεγε δηλαδή, ἐφόσον καὶ τὰ προηγούμενα Συντάγματα τοῦ
1754Κράτους προτάσσουν τὰ ἄρθρα περὶ Θρησκείας ἀπὸ τὰ ἄρθρα
1755περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, καλὸν θὰ ἦτο νὰ τηρηθῇ
1756αὐτὴ ἡ τάξις καὶ τώρα.
1757Ὑποχωρήσας καὶ ὁ κ. συνάδελφος πρὸ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι
1758ἐπιστημονικώτερον θὰ ἦτο νὰ δεχθῶσι τὴν διάταξιν τῶν ἄρ-
1759θρων ὅπως ἐγένετο.
1760§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιρροήν.
1761§167Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπολύτως οὐδεμίαν ἐπιρροήν.
1762Ἐτονίσθη μάλιστα ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων εἰς τὴν Ἐπι-
1763τροπὴν ὅτι ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος χάριν τῆς εὐχαρίστου ὑποδο-
1764χῆς ὡρισμένων ἰδικῶν ἀπὸ μέρους θρησκολήπτων ἐκλογέων
1765νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Πρὸ τοιούτου κινδύνου ἐκώφευ-
1766σαν τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχοντα ὡς
1767μόνον ὁδηγὸν τῆς σκέψεώς των τὴν συνείδησιν καὶ τὴν ἐπι-
1768στημονικήν των γνώμην. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, κύριοι
1769συνάδελφοι, καμμία ἀσέβεια πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ οἱαν-
1770δήποτε ἄλλην ἰδέαν εἶχον ἐν νῷ νὰ διαπράξουν τὰ μέλη τῆς
1771Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἠθελήσαμεν δηλαδὴ ὡς Ἕλ-
1772ληνες, σεβόμενοι καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν
1773ἀξιοπρέπειαν, νὰ μὴ δώσωμεν εἰς τὴν εὐρεῖαν δημοσιότητα
1774καὶ ἐπιστημονικὴν κρίσιν παντὸς καὶ μὴ Ἕλληνος ἀκόμη, ὅσ-
1775τις θὰ θελήσῃ σπουδάζων τὰ πολιτεύματα τῶν συγχρόνων Κρα-
1776τῶν, κηδόμενοι καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀξιοπρεπείας, νὰ μὴ
1777δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα νὰ κατηγορήσῃ τὸν Ἕλληνα
1778συνταγματικὸν νομοθέτην ὅτι ἐμφορεῖται ἀπὸ τὰς μεσαιωνικὰς
1779ἐπιστημονικὰς ἰδέας περὶ Θρησκείας.
1780§168Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν αἰσχυνόμεθα ποὺ ἔχομεν Θρησκείαν.
1781§169Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὡς εὐσυνείδητος συζητητὴς
1782δὲν ἔχετε οὐδεμίαν ἀφορμὴν καὶ οὐδεμίαν δικαιολογίαν νὰ
1783ἐπιρρίπτεται μομφὴν αἰσχύνης πρὸς ἄλλους ὅτι καὶ ἄλλοι
1784ἠθέλησαν νὰ ἀσεβήσουν.
1785§170Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπατε κηδόμενοι τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν.
1786§171Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἐπιστημονικῆς.
1787§172Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν χάνεται ἡ ἀξιοπρέπεια, διότι δὲν αἰσχυ-
1788νόμεθα ὅτι ἔχομεν Θρησκείαν.
1789§173Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σᾶς ἀπήντησα σαφῶς ὅτι δύ-
1790νασθε νὰ ἔχητε τὴν Θρησκείαν σας, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ λέ-
1791γετε ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν Θρησκείαν. Δὲν δύνασθε νὰ ἐξα-
1792γάγετε συμπεράσματα ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου οὔτε σεῖς, οὔτε
1793ἄλλος καλῆς πίστεως συζητητής.
1794§174Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο. Εἴπετε ὅτι φειδόμενοι τῆς
1795ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλληνικῆς, σᾶς λέγω· ἀφοῦ φείδεσθε τῆς
1796ἀξιοπρεπείας θὰ εἰπῇ ὅτι θεωρεῖτε ὅτι εἶναι αἶσχος διὰ τὴν
1797Ἑλλάδα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουν καὶ ἀντίθετον πρὸς
1798ὑμᾶς ἔχοντες γνώμην. Καὶ λέγω πρὸς τούτοις ὅτι θὰ ἠδυ-
1799νάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς ἐκείνους, ὧν ἐθίγη ἡ ἀξιοπρέπεια,
1800ὅτι δὲν αἰσχυνόμεθα νὰ ἔχωμεν Θρησκείαν. Δὲν τὸ λέγω πρὸς
1801ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς θεωροῦν ἀναξιοπρε-
1802πεῖς, διότι ἔχομεν αὐτὰς τὰς ἰδέας.
1803§175Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπήντησα ἀρκετὰ σαφῶς
1804καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Διότι ἐ-
1805γὼ εἶπον τοῦτο· ὅτι θὰ ἦτο μεμπτὴ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπό-
1806ψεως ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος τοῦ Ἑλληνικοῦ κατὰ
1807πνεῦμα θεοκρατικόν· τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ ζήτημα ἂν ὁ
1808Α ἔχῃ Θρησκείαν ἢ ὁ Β δὲν ἔχῃ καὶ ἂν ὁ ἄλλος εἶναι θεοσε-
1809βὴς περισσότερον τοῦ ἄλλου.
1810§176Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Τοιαύτη μομφὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιρριφθῇ
1811εἰς τὸν συνταγματικὸν σημερινὸν νομοθέτην, διότι ἡ οὐσία τοῦ
1812ἄρθρου αὐτοῦ δὲν περιέχει οὐδεμίαν θεοκρατικὴν διάταξιν.
1813Ἄλλωστε ἂν τὸ Σύνταγμα ὅλον ἦτο θεοκρατικὸν θὰ εἶχε θεο-
1814κρατικὰς διατάξεις.
1815§177Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐ-
1816σίας, ἀλλὰ περὶ τῆς διατυπώσεως τῶν ἄρθρων καὶ δὲν ἠθε-
1817λήσαμεν νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀπὸ θεοκρατικῆς ἀπό-
1818ψεως προτάσσομεν ὡς πρῶτον ἄρθρον τὸ ζήτημα τῆς Θρη-
1819σκείας πρὸ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ πολίτευμα, ὅπερ
1820συνιστᾷ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐ-
1821τῆς, κύριοι, καθιεροῦμεν ὡς πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου
18225ου ὅτι θεσπίζεται ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως.
1823Καὶ ἀμέσως δευτέρα παράγραφος ἔρχεται ἡ καθιέρωσις τῆς
1824ἐλευθερίας τῆς λατρείας, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν
1825καθιεροῦται διὰ τῆς πρώτης παραγράφου ἡ ἐλευθερία τῆς
1826Θρησκείας, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ θρησκευτικὴ συνείδησις
1827ἄνευ λατρείας. Διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς τοιαύτης σκέψεως
1828ἔπρεπε μετὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον νὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ δεύτερον
1829ἐδάφιον ἐλευθέρας Θρησκείας καὶ ἐλευθέρας λατρείας τῶν
1830ἐλευθέρως λατρευομένων Θρησκευμάτων. Ὡς τρίτη παρά-
1831γραφος ἔρχεται ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει τὸ προνόμιον,
1832τὴν προτεραιότητα εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλη-
1833σίαν, τὴν Ἐκκλησίαν, ἣν εἶχεν ἀνέκαθεν ἡ Ἑλλάς. Ἑπομέ-
1834νως ἡ διάταξις τῶν τριῶν πρώτων ἐδαφίων τοῦ ὑπὸ κρίσιν
1835ἄρθρου εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονική. Ἐλέχθη ὅμως ὅτι διὰ
1836τῆς τοιαύτης διατάξεως τῶν τριῶν πρώτων ἐδαφίων τοῦ Συν-
1837τάγματος ὄχι μόνον δὲν καθιεροῦται προνομιακὴ θέσις ὑπὲρ
1838τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καθιεροῦται
1839μειονεκτική, διότι τὸ ἄρθρον 5 ἐδάφιον 2 λέγει τὰ ἑξῆς
1840(ἀναγινώσκει):
1841Ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καθιεροῦται ἡ διά-
1842ταξις αὐτὴ καὶ θέτετε διὰ τούτων ὑπὸ κρίσιν καὶ ἔλεγχον τὴν
1843Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέτετε ὑπὸ
1844ἔλεγχον τὴν Θρησκείαν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ εἰπῆτε τὸ ὅ,τι
1845εἴπατε ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἔχητε τὰ τῆς λατρείας ἐλευθέρως,
1846ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη. Νομίζω ὅτι τοι-
1847αύτη ἀντίρρησις δὲν ἔχει οὐδεμίαν βάσιν. Διότι ἂν ἡ Ἀνατο-
1848λικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντίκειται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη ἢ
1849ὄχι δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλ’ εἶναι
1850εἰς ὅλους γνωστὸν ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτέρων χρόνων, κατὰ τοὺς
1851ὁποίους διεμορφώθη ἡ θρησκεία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, τὴν ὁποίαν
1852λατρεύομεν. Τὸ προνόμιον, ὅπερ καθιεροῦται διὰ τῆς συνταγ-
1853ματικῆς διατάξεως ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλη-
1854σίας εἶναι τοῦτο, ὅτι τὸ Σύνταγμα τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν
1855δὲν τὴν ἀφίνει μόνην εἰς τὸν Ἕλληνα νομοθέτην, οὔτε εἰς τὴν
1856διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τὴν περιβάλλει ὡς ἐπικρα-
1857τοῦσαν, τὴν προστατεύει ἀπὸ παντοίας ἀπόψεως ἐν ἀντιθέσει
1858πρὸς τὰς ἄλλας Θρησκείας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν λαμβάνει οὐ-
1859δεμίαν μέριμναν. Διότι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκ-
1860κλησίαν ὁρίζει δύο τινά· ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος νὰ
1861ὁρίσῃ ἄλλον τρόπον διοικήσεως παρὰ ἐκεῖνα τὰ δόγματα καὶ
1862τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὔτε ἡ Ἐκκλησία δὲν δύ-
1863ναται νὰ ὁρίσῃ ἄλλον τρόπον. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁρί-
1864ζει τὸ προνόμιον. Πάντως θὰ εἶχον νὰ προτείνω εἰς τὴν Βου-
1865λὴν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, ἐφόσον ἀπεφάσισε κατ’ ἀρχὴν ἰδιαίτε-
1866ρον κεφάλαιον περὶ Θρησκείας καὶ Ἐκκλησίας, τὸ πρῶτον
1867μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ Κεφάλαιον τοῦτο,
1868νὰ ἐτέμνετο εἰς τρία. Τὸ πρῶτον νὰ ἀπετέλει τὰ καθορίζοντα
1869περὶ Θρησκείας, τὸ δεύτερον ἄρθρον νὰ ἀπετέλει ἡ 4η παρά-
1870γραφος, ἡ καθορίζουσα τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ τρίτον ἄρ-
1871θρον νὰ εἶχεν ὡς περιεχόμενον τὴν τελευταίν παράγραφον,
1872δηλαδὴ τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίω-
1873τον, οὕτως ὥστε τὸ δεύτερον Κεφάλαιον θὰ περιέχῃ τρία ἄρ-
1874θρα ἀπαρτίζοντα ἓν ἑνιαῖον ὅλον. Πρῶτον τὸ τῆς Θρησκείας,
1875δεύτερον τὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ τρίτον τὸ τῆς μεταφρά-
1876σεως τῶν Ἁγίων Γραφῶν.
1877§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
1878§179Χ. ΛΑΔΑΣ. Εὑρίσκω ὅτι τὸ ἄρθρον, ὡς εἶναι διατυπωμέ-
1879νον, ἔχει ὀρθῶς. Βέβαια εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθοῦν καὶ ἀν-
1880τιρρήσεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ συζητοῦμεν περὶ τῆς οὐσίας τῶν ἄρ-
1881θρων, δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταναλίσκωμεν χρό-
1882νον πολύτιμον περὶ τῆς σειρᾶς τῶν ἄρθρων.
1883Μία ἐκ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Πετρακάκου εἶναι ὀρθή,
1884λέγει δηλαδὴ ἀντὶ «τῆς διοικουμένης ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου» νὰ
1885τεθῇ «τῆς διοικουμένης καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος». Δέον
1886νὰ γίνῃ δεκτὴ αὕτη, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμευθῶμεν
1887συνταγματικῶς περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῆς Αὐτο-
1888κεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
1889§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μεϊμαράκης ἔχει τὸν λόγον.
1890§181Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἂν ἠθέλησα, κύριοι βουλευταί, νὰ
1891λάβω τὸν λόγον, ἠθέλησα ἁπλῶς καὶ μόνον ἵνα παρακαλέσω
1892τὴν Βουλὴν ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1893τῆς Γεωργίας, ἥτις πρότασις ἐγένετο ὡς δήλωσις εἰς τὸ σή-
1894μερον συζητούμενον πρὸς ἐπιψήφισιν σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συν-
1895τάγματος. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ
1896Συντάγματος δὲν πρόκειται ποσῶς νὰ θίξῃ τὴν κατάστασιν
1897ἐκείνην τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὰς Ν. Χώ-
1898ρας καὶ ἑπομένως καὶ ἐν Κρήτῃ. Ἡ δήλωσις αὕτη, ἐπανα-
1899ληφθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι
1900ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
1901§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς θέλετε νὰ εἴπητε;
1902§183Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐφόσον δὲν διετυπώθησαν ἀντιρ-
1903ρήσεις ἀπὸ τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι ἐγένετο δεκτή, ἢ ὅτι θὰ
1904γίνῃ μᾶλλον δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως οὐδεμία
1905ἀνάγκη παρίσταται ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου
1906συζήτησις. Θὰ παρεκάλουν ἡ δήλωσις νὰ εἶναι τελείως δια-
1907σαφηνιστικὴ καὶ ὡς τοιαύτην θεωρῶ τὴν ἑπομένην. «Ἡ ἔν-
1908νοια τοῦ ἄρθρου 5 δὲν θίγει τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς, τὸ
1909διατηρούμενον ἤδη ἐν ταῖς Ν. Χώραις καὶ ἐν Κρήτῃ». Ἂν
1910οὕτω πως καθαρῶς δὲν διασαφηνισθῇ τὸ ζήτημα ὑπάρχει φόβος
1911νὰ γεννηθοῦν μεταγενεστέρως διάφοροι συζητήσεις καὶ ἀμφι-
1912σβητήσεις. Ἐν Κρήτῃ ἰσχύει, ὡς γνωστόν, κύριοι βουλευταί,
1913εἰδικὸς Καταστατικὸς Χάρτης τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας,
1914ρυθμίζων τὰς σχέσεις τῆς ἄλλοτε Κρητικῆς Πολιτείας καὶ
1915ἑπομένως νῦν τοῦ ὅλου Κράτους κατὰ ἰδιόρρυθμον ὅλως
1916τρόπον.
1917§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Σάμον ἐπίσης. Τότε θὰ προσ-
1918θέσωμεν «Κρήτῃ καὶ Σάμῳ», διότι ἀκριβῶς εἶναι ἰδιαίτεραι
1919σχέσεις.
1920§185Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ διὰ τὴν Κρήτην
1921ἰδιαίτατα, διότι ὑπάρχουν ἐκεῖ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε
1922μὲν φέρουν τὴν Κρήτην ὡς ἀναγομένην εἰς τὰς Ν. Χώρας,
1923ἄλλοτε δὲ ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς Ν. Χώρας. Αὐτὴ λοιπὸν
1924ἡ δήλωσις, κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν, πρέπει νὰ γίνῃ,
1925διότι ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν, ὡς προεῖπον, διάφο-
1926ροι συζητήσεις περὶ τοῦ ἂν ἰσχύουν παρ’ ἡμῖν μετὰ τὴν ἐπιψή-
1927φισιν τοῦ ἤδη Συντάγματος οἱ ἐν ταῖς Ν. Χώραις νόμοι οἱ
1928ρυθμίζοντες τὰς σχέσεις ταύτας τῶν Ἐκκλησιῶν.
1929Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τῶν παραγράφων τοῦ ἄρθρου,
1930κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, θὰ ἐβελτιοῦτο τὸ πρᾶγμα ἂν ἡ τρίτη
1931παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5 ἐτίθετο δευτέρα, δηλαδὴ ἀμέσως
1932μετὰ τὴν ἐκδήλωσιν ὅτι ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις εἶναι ἀπα-
1933ραβίαστος, προσετίθετο δὲ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ἡ
1934φράσις «ἄλλης γνωστῆς Θρησκείας», διότι διὰ τοῦ τρόπου τού-
1935του θὰ ἀπεφεύγετο ἡ καὶ πόρρωθεν ἔστω ἀποδιδομένη εἰς τὴν
1936διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ἐσφαλμένη ἔννοια, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
1937θεωρηθῇ ὅτι ἡ ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατοῦσα Ὀρθόδοξος Χριστια-
1938νικὴ Ἐκκλησία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιβαίνῃ εἰς τὰ χρηστὰ
1939ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν.
1940§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
1941§187Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ οὐσία ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου
1942τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος δὲν εἶναι δυνατὸν
1943παρὰ νὰ ἀποδοθῇ συνοπτικῶς καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν συντομώτε-
1944ρον. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι
1945δὲν εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ἐπουσιώδη ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, μάλι-
1946στα δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι αἱ ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
1947αὐτοῦ ἀποδεικνύουσιν καὶ ἔν τινι μέτρῳ τὴν ἐν γένει κατάστα-
1948σιν καὶ τὴν κίνησιν τῶν διαφόρων ζητημάτων κατ’ ἰδίαν ἐντὸς
1949τοῦ ὑπάρχοντος καθεστῶτος.
1950Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ βεβαίως πρέπει νὰ γίνῃ
1951κατὰ ἕνα τρόπον ἀποκλείοντα τὴν αἰσθηματικότητα καὶ τὴν
1952πολιτικὴν πλευρὰν τοῦ πράγματος, διότι νομίζω ὅτι ἐπὶ οἱασ-
1953δήποτε μεταρρυθμίσεως δύναται νὰ γίνῃ μία ὡρισμένη κομ-
1954ματικὴ ἐκμετάλλευσις.
1955Χωρίζω τὸ ἄρθρον εἰς δύο μέρη, διότι οὕτω μοὶ φαίνεται
1956ὅτι εἶναι χωρισμένον. Πρῶτον εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν
1957ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, δεύτερον εἰς τὸ ἀ-
1958φορῶν τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Ἐκκλησίαν. Τὸ πρῶτον
1959μέρος τοῦ ἄρθρου εἶναι ὀλίγον τι νεωτεριστικώτερον, σύγχρο-
1960νον, προσηρμοσμένον πρὸς τὰς νεωτέρας καὶ ἐπιστημονικῶς
1961ὀρθὰς ἀντιλήψεις ὡς πρὸς τὸ τί εἶναι συνείδησις καὶ θρησκευ-
1962τικὴ πεποίθησις. Νομίζω δὲ ὅτι κανονικῶς πρέπει νὰ χωρι-
1963σθῇ ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις ἀπὸ τὴν πλευρὰν αὐτήν, ἡ ὁποία
1964ἀποτελεῖ τὸ τεχνικὸν μέρος καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Θρη-
1965σκευτικὴ συνείδησις καθορίζεται ἀπὸ μερικούς ἄλλους νό-
1966μους καὶ αἴτια, τὰ ὁποῖα πολλάκις δὲν συμπίπτει νὰ περιέ-
1967χωνται εἰς τοὺς κανόνας ἢ εἰς τὰ δόγματα τῶν διαφόρων
1968ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων καὶ θρησκειῶν. Ἡ θρησκευτικὴ
1969συνείδησις ὑφίσταται ὡρισμένας μεταβολάς, λαμβάνει ὡρι-
1970σμένας διαμορφώσεις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν διοικητικῶς
1971διατυπωθέντων κανόνων τῆς Α ἢ Β Ἐκκλησίας ἡ θρησκευ-
1972τικὴ συνείδησις εἶναι καθαρῶς ἀτομικὴ ὑπόθεσις. Δὲν δύναται
1973δὲ νὰ τεθῇ ὑπὸ οὐδένα περιορισμὸν ἡ ἀτομικὴ αὕτη ὑπόθεσις
1974ἡ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως.
1975Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον μέρος, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐκ-
1976κλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι, ὅπως εἶπον, τὸ τεχνικὸν μέ-
1977ρος, ὁ ὀργανισμὸς καὶ ὡς ὀργανισμὸς δύναται καὶ νὰ μὴ εἶναι
1978τέλειος καὶ νὰ μὴ ἐξετάζηται ἀπὸ ἀπόψεως φιλοσοφικῆς. Ὀρ-
1979γανισμὸς εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ διοικητικόν του μέ-
1980ρος. Ἔχομεν Ἐπισκόπους καὶ Ἀρχιεπισκόπους καὶ νομίζω
1981ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἰδιαιτέρως, διότι ἔχομεν περι-
1982πτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἐξεπροσώπησε καὶ ὁ-
1983λόκληρον τὸ Κράτος. Γνωρίζετε δὲ ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν ὅτι ἔ-
1984χομεν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, τὸ Παπικὸν π. χ. Κρά-
1985τος, περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἐνεφανίζετο
1986καὶ ὡς Κράτος. Ἔχομεν ἀκόμη δύο περιπτώσεις· περιπτώ-
1987σεις συμμαχίας Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ
1988ἡ περίπτωσις αὐτὴ παρουσιάσθη καὶ εἰς τὴν Βυζαντινὴν Αὐ-
1989τοκρατορίαν καὶ εἰς ἄλλας Χώρας τῆς Εὐρώπης καὶ ἔχο-
1990μεν καὶ μίαν ἄλλην περίπτωσιν ὑποταγῆς τῆς Ἐκκλησίας
1991εἰς τὸ Κράτος, τῆς κυριαρχικῆς τάξεως, δηλαδὴ ἔχω τὴν
1992γνώμην ὅτι ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον αὐτό, ἡ τάσις
1993τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι
1994τάσις νεωτέρα, ἡ ὁποία ἐκδηλώνει τὴν κυριαρχικὴν βούλησιν
1995τῆς κρατούσης τάξεως νὰ ὑποτάξῃ ὡς ὄργανον αὐτῆς τὴν
1996Ἐκκλησίαν. Καὶ νομίζω ὅτι ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ὑπάρ-
1997χουν καὶ ὡρισμένοι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τοῦ χωρι-
1998σμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους, διότι δὲν θέλουν ἀ-
1999ναμίξεις τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας.
2000Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν δευτέραν αὐτὴν περίπτωσιν,
2001προκειμένου νὰ ἐξετασθῇ ἡ σχέσις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους,
2002ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμφέρει γενικῶς καὶ εἰδικώτερον εἰς τὰ
2003στρώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν κατὰ τὸν
2004Α ἢ Β τρόπον, εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ
2005Κράτους. Τοῦτο δὲ τὸ ὑποστηρίζομεν ὡς συμβιβαζόμενον καὶ
2006ὡς συμπέρασμα τῆς πρώτης ἀπόψεώς μας, τοῦ ὅτι ἡ θρη-
2007σκεία εἶναι ἀτομικὴ ὑπόθεσις καὶ νομίζω ὅτι, ἐφόσον τοῦτο
2008συμβαίνει, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις, οὔτε νὰ δημιουρ-
2009γηθῇ προνόμιον εἰς τὴν Α ἢ τὴν Β διαδήλωσιν. Νομίζω δὲ
2010ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ ἔτυχε καὶ πρακτικῆς ἐφαρμογῆς εἰς ἀρ-
2011κετὰ ἐκ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, οὕτως ὥστε φαντάζομαι
2012ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ μᾶς κατηγορήσουν ὅτι ὑ-
2013ποστηρίζομεν καινὰ δαιμόνια, δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ δια-
2014κηρύξεων, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν εἰς ἄλλα Κράτη πρὸ ἑκατον-
2015τάδος περίπου ἐτῶν. Οὐδεὶς δὲ δὲν δύναται νὰ κατηγορήσῃ
2016τὰ Κράτη αὐτὰ ὅτι δέχονται ἀπόψεις κομμουνιστικάς, δεδο-
2017μένου ὅτι ἀποτελοῦν ἀντιθέτως προπύργια ἀντικομμουνιστι-
2018κῶν ἀρχῶν. Ἔχω δηλαδὴ τὴν γνώμην ὅτι ἠμπορεῖ καὶ εἷς μὴ
2019κομμουνιστὴς νὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ καὶ νὰ διακηρύξῃ
2020καὶ αὐτὸς μὲ ἡμᾶς ὅτι θρησκεία εἶναι ἀτομικὴ ὑπόθεσις.
2021Νομίζω ὅτι εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, διότι τὸ ζή-
2022τημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ πάντοτε σχετικῶς, ἐννοῶ δὲ σχετι-
2023κῶς ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, ὅπως αὕτη διεμορφώθη ἱ-
2024στορικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος
2025Ἐκκλησία ἐνίσχυσε καὶ ὑπεστήριξε τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα
2026τοῦ 1821. Αὐτὴ εἶναι μία περίπτωσις, ἡ ὁποία παρουσιάζε-
2027ται καὶ εἰς ἄλλα παρόμοια ἐθνικῆς φύσεως κινήματα, ἀλλ’
2028οὐδεὶς δύναται ἐπίσης νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ Κεμαλικὴ Τουρκία,
2029τὸ κατ’ ἐξοχὴν θεοκρατικὸν Κράτος, ἔχει σήμερον λύσει τὸ
2030πρόβλημα αὐτὸ κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προ-
2031τιμῶμεν εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἡ δὲ Κεμαλικὴ
2032Τουρκία ἀποτελεῖ ἓν νεώτερον ἀστικὸν Κράτος.
2033Διὰ τοῦτο, καταλήγων, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ ὡς
2034ζήτημα σπουδαιοτάτης σημασίας διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἐργα-
2035τικῶν τάξεων, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται
2036ἰδιαίτερα μέτρα προστασίας μιᾶς Ἐκκλησίας, διότι εἶναι ἀ-
2037δύνατον πρακτικῶς, διότι ὡς ἐκ αὐτῆς τῆς θέσεως τῆς Ἐκ-
2038κλησίας ὡς μηχανισμοῦ λειτουργοῦντος ὑπὸ τὸ Α ἢ Β κα-
2039θεστώς, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἀνάμιξις τῆς Ἐκ-
2040κλησίας εἰς περίπτωσιν κανονικῶν ἀγώνων, ὅπως εἴχομεν πα-
2041ράδειγμα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἐπενέβη ὁ Ἐπίσκοπος Καν-
2042ταβρυγίας διὰ νὰ λύσῃ τὰς διαφορὰς μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐρ-
2043γοδοτῶν. Ἔχομεν ἔκκλησιν τοῦ Ἐπισκόπου τῶν Ἀθηνῶν ἐ-
2044ναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ, ἐναντίον τῶν ἀπεργιῶν κτλ. Αὐτὰ
2045βεβαίως ἀποτελοῦν ἀνάμιξιν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τοὺς κοινω-
2046νικοὺς ἀγῶνας καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν καὶ ἄλ-
2047λας συγκεκριμένας ἐκκλησιαστικὰς ἀναμίξεις. Ἀναθέματα
2048τῆς Α μερίδος τῶν ἀρχιερέων ἢ ἱερέων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὀπα-
2049δοὶ τοῦ Ἀντιβενιζελικοῦ κόμματος καὶ οὕτω καθεξῆς. Νομί-
2050ζω δὲ ὅτι ὅλοι θὰ συμφωνήσητε ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν δείγματα
2051τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν πολιτικήν. Τώρα ἂν
2052αὐτὰ τὰ δείγματα ἔγιναν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τῇ ἐπεμβάσει
2053τῶν κομμάτων διὰ τῆς βίας ἢ ὄχι, αὐτὸ δὲν ἔχει σημασίαν.
2054Γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀνεμίχθη ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ ἑ-
2055κάστοτε κρατοῦντος καθεστῶτος, ὅτι ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ἑλ-
2056λάδα περίπτωσις Βενιζελικῆς ἢ Ἀντιβενιζελικῆς Ἐκκλη-
2057σίας. Ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναμιχθῇ εἰς τοὺς μεγά-
2058λους πολιτικοὺς ἀγῶνας καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς κοινωνικοὺς
2059ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἑκάστοτε κρατούσης τάξεως. Ἀπὸ τῆς ἀ-
2060πόψεως δὲ αὐτῆς συμφέρον τῆς κοινωνικῆς τάξεως εἶναι νὰ
2061ἀποχωρισθῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Κράτος, διότι νομίζομεν ὅτι
2062ἡ θρησκευτικὴ πεποίθησις καὶ ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων
2063θρησκειῶν ὡς συνόλου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑδράζεται ἐπὶ
2064μιᾶς κρατικῆς ἐνισχύσεως, ἐπὶ κρατικῆς ὑποστηρίξεως ἢ ἰ-
2065διαιτέρων κρατικῶν προνομιῶν, ἀλλὰ νὰ ἑδράζεται ἐπὶ μιᾶς
2066ἠθικῆς ἢ ἐπιστημονικῆς ἐξηκριβωμένης βάσεως, ἡ ὁποία, ἂν
2067εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθή, εἶναι ἀδύνατον νὰ κλονισθῇ ἀπὸ
2068οἱονδήποτε.
2069§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
2070§189Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ θέμα, κύριοι, ἐξηντλήθη, ἀλλὰ
2071πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ μία μέριμνα διὰ τὰς Νέας Χώρας, διό-
2072τι εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν Νέων Χωρῶν ἀντίκεινται
2073ρητῶς αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ψη-
2074φίσωμεν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔφερε μίαν ἑρ-
2075μηνευτικὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀποδεχόμεθα πλήρως, ἀλλὰ
2076γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν ἑρμηνευτικὴν
2077δήλωσιν νὰ περιέχωνται διατάξεις ἀντικείμεναι εἰς ῥητὴν
2078διάταξιν τοῦ κειμένου τοῦ ἑρμηνευομένου νόμου.
2079Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Ράλλης ἔκαμε
2080μίαν τοιαύτην παρατήρησιν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς τροπολο-
2081γίας ὅτι δὲν δυνάμεθα εἰς τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν νὰ περι-
2082λάβωμεν διάταξιν ἀντικειμένην εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου.
2083Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ καταστάσεως προ-
2084σωρινῶς ὑπαρχούσης εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ τὴν Κρήτην,
2085τὸ ζήτημα λύεται διὰ τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς δηλώσεως,
2086διατυπουμένης ὡς ἀνέγνωσεν αὐτὴν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας
2087Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δύναται νὰ
2088λείπῃ ἡ φράσις «ἡ διατήρησις».
2089§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
2090§191Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ὡμίλησαν πολλοὶ ἀξιότιμοι συνά-
2091δελφοι περὶ ἐπιστημονικῶν ἀντιλήψεων. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁ-
2092ποῖον ἔχω νὰ εἴπω εἶναι τοῦτο· ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν μίαν μακρὰν
2093καὶ ἀναλλοίωτον ἱστορικὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία καθώρισεν ὅπως
2094αἱ διατάξεις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου ἄρχονται ἀπὸ τῆς
2095θρησκείας. Ἂν εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ Κράτη ἡ θρησκεία ἀπο-
2096τελεῖ τὸ κρηπίδωμα τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτειακοῦ οἰκοδομή-
2097ματος, ἐν Ἑλλάδι ἡ θρησκεία ἀπετέλεσεν αὐτὴν ταύτην τὴν
2098ἐθνικὴν ὕπαρξιν, ἡ θρησκεία ὑπῆρξεν ἡ ἐθνική μας ἀναγέν-
2099νησις καὶ διὰ τοῦτο ὄχι μόνον ἰδιαίτερος σεβασμός, ἀλλὰ
2100πραγματικὴ εὐγνωμοσύνη ὀφείλεται ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς
2101τὴν θρησκείαν. Λοιπὸν διατί ὑπὸ τὰς συγκεκριμένας αὐτὰς
2102συνθήκας νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν; Τὸ
2103Σύνταγμα τοῦ 1844, τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν οἱ
2104πρῶτοι ἄνδρες οἱ ἀγωνισθέντες διὰ τὰς ἐλευθερίας μας, ἄρ-
2105χεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σύνταγμα τῶν Ἑλλήνων.
2106Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριά-
2107δος. Περὶ θρησκείας ἄρθρον 1ον». Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864
2108πάλιν τὸ ἴδιον. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὸ αὐτό. Καὶ ἐνθυ-
2109μοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν Γʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἀνεπτύχθησαν
2110ἐδῶ διάφοροι γνῶμαι καὶ ἐπιστημονικαὶ ἀντιλήψεις καὶ εἰς
2111τὴν Ἐπιτροπὴν τότε, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέλος, ὑπεστηρί-
2112χθησαν διάφοροι τροποποιήσεις ἀναφερόμεναι εἰς τὰ 2 ταῦτα
2113ἄρθρα.
2114Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου
2115ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγός μου, ὁ πολὺς Γούναρης, δι’ ἀγορεύσεως
2116πράγματι ἀξιομνημονεύτου, ἡ ὁποία ἐκίνησε τότε τὴν γενικὴν
2117προσοχὴν καὶ τὴν γενικὴν ἐντύπωσιν, ὑπεστήριξε πράγματι
2118μετὰ θέρμης ὅτι εἶναι αὐτόχρημα ἱεροσυλία τὸ νὰ θέλῃ κανεὶς
2119νὰ μεταβάλῃ καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν γλωσσικὴν διατύπωσιν τοῦ
2120κειμένου τῶν δύο ἄρθρων. Ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς ἐντυπώσεως,
2121τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ ἀξιομνημόνευτος ἐκείνη ἀγόρευσις,
2122ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὰ ἄρθρα αὐτά, ὡς εἶχον, παμψηφεί. Ἐνθυ-
2123μοῦμαι μάλιστα—καὶ δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω—εἶχον λάβει
2124τὸν λόγον καὶ ἐγὼ καὶ ὑπεστήριξα ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ
2125ἡ λέξις «ἀνεκτή»—πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον μεταμελοῦμαι—καὶ
2126τότε κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἰδικῆς μου ἀγορεύσεως ἠγέρθη ὁ
2127Γούναρης καὶ ἡ ἀγόρευσίς του τότε ἐπροξένησε τοιαύτην ἐν-
2128τύπωσιν, ὥστε ἐψηφίσθη ἀσυζητητεὶ ἡ διάταξις. Δὲν ἐννοῶ
2129λοιπὸν διατί αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ μεταβάλωμεν τὴν διάτα-
2130ξιν καὶ δὲν θὰ ἀφήσωμεν τὰ ἄρθρα ὡς ἔχουν; Ἐγὼ δὲ θὰ
2131ἔλεγον καὶ κάτι τι ἄλλο. Διατί νὰ μεταβάλωμεν τὰ κείμενα
2132καὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων καὶ νὰ μὴ τὰ ἀφήσωμεν ὡς ἔχουν καὶ
2133νὰ μεταβάλωμεν μόνον τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν
2134ἀνάγκην μεταβολῆς ὡς ἐκ τῆς νέας μορφῆς τοῦ πολιτεύμα-
2135τος; Βεβαίως πολλαὶ θύελλαι ἐνέσκηψαν τελευταίως εἰς τὴν
2136Χώραν μας καὶ τὸ Κράτος ὑπέστη περιπετείας πολλάς, ἀλλὰ
2137τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀθῶον καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ἀ-
2138θωότητά του, εἶναι τὸ Σύνταγμα. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δὲν ἔπται-
2139σεν εἰς τίποτε εἶναι τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἂν ἔπταισέ τι, εἶναι ἡ
2140παραβίασις τοῦ Συντάγματος, οὐδέποτε ὅμως ἔπταισεν ἡ πι-
2141στὴ τήρησις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ κάμω μίαν ἔκκλη-
2142σιν εἰς τὸν πολύτιμον φίλον κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν
2143νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο καὶ νὰ στέρξῃ νὰ ψη-
2144φισθοῦν τὰ ἄρθρα τῆς θρησκείας ὡς ἔχουν.
2145Ἔχω καὶ κάτι ἄλλο νὰ σᾶς εἴπω. Γνωρίζετε ὅτι αὐτὸ τὸ
2146περὶ θρησκείας κεφάλαιον παρέχει ἔδαφος παρεξηγήσεων εἰς
2147τὸν λαὸν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι μία τάξις ἀνθρώπων
2148ἀγωνίζεται νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ θρησκεία δὲν παίζει οὐδένα ρό-
2149λον εἰς τὸ πολίτευμα, ὡς ἐπίσης ὅτι ἡ θρησκεία δὲν ἔχει οὐδε-
2150μίαν θέσιν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν ἐκ-
2151παιδευτικοὶ λειτουργοί, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι τὰ θρησκευ-
2152τικὰ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος
2153καὶ ὅτι πρέπει νὰ μὴ διδάσκωνται εἰς τὰ σχολεῖα. Διὰ τὸν
2154λόγον τοῦτον φοβοῦμαι μήπως τυχὸν ἡ ἐκτόπισις τῶν περὶ
2155θρησκείας ἄρθρων ἐκ τῆς πρώτης σειρᾶς, εἰς ἣν ἦσαν ἀναγε-
2156γραμμένα, ἤθελε θεωρηθῆ ὡς ἐνίσχυσις τῶν τάσεων τῆς ἀ-
2157νωτέρω ὁμάδος τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν, πηγάζουσα ἐκ
2158τῆς Βουλῆς.
2159§192Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2160Σεῖς δὲν εἶσθε μεταξὺ αὐτῶν;
2161§193Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως ἡ παρεξήγησις
2162γεννηθῇ εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχω ἀκριβῶς ἀπέναντί
2163μου. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι καὶ ἡ ἔκκλησις τὴν ὁποίαν
2164ἀπευθύνω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν ἔγκυρον
2165γνώμην ἐνταῦθα, εἶναι νὰ ἀφήσουν τὴν μορφὴν τοῦ ἄρθρου ὡς
2166ἔχει. Σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι αὐτὸ ὄχι μόνον ἀνταποκρίνεται εἰς
2167μίαν ἀξίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει τίποτε
2168νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν καλὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος, ἔστω
2169καὶ ὑπὸ τὴν δημοκρατικὴν αὐτοῦ μορφήν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ.
2170Μπακόπουλος.
2171§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κρεμεζῆς ἔχει τὸν λόγον.
2172§195Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀσχο-
2173ληθῶ, οὔτε μὲ ἐνδιαφέρει ἂν τὸ ἄρθρον θὰ τοποθετηθῇ πρῶ-
2174τον, δεύτερον, πέμπτον ἢ ἔννατον. Ἂν φέρω τὸ ζήτημα, τὸ
2175φέρω ὄχι διὰ νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου τῆς συζη-
2176τήσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διό-
2177τι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τροπολογιῶν,
2178αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν ὑστέρων ὑποβάλλονται. Κατὰ τὸν τρόπον
2179αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἡ συνταγματικὴ συζή-
2180τησις. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ διατυπώσω προ-
2181σωπικήν μου ἴσως ἐπιστημονικήν μου γνώμην ἐπὶ τῆς προ-
2182τεινομένης προσθήκης ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως εἰς τὸ ἄρθρον
2183περὶ τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τῶν Νέων Χωρῶν,
2184διότι νομίζω ὅτι ἡ σήμερον ὑφισταμένη ἐν ταῖς Νέαις Χώ-
2185ραις, Κρήτην καὶ Σάμον, κατάστασις ἐκκλησιαστική, δὲν ἀν-
2186τίκειται ποσῶς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ νομίζω
2187δὲ τοῦτο, διότι οἱονδήποτε Σύνταγμα καὶ οἱαδήποτε νομοθεσία
2188εἴτε συντακτική, εἴτε κοινὴ νομοθετικὴ Ἑλληνική, μόνη δὲν
2189ἦτο ποτὲ ἱκανὴ νὰ μεταβάλῃ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλη-
2190σίας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Τόμου τοῦ Πατριαρχείου. Καὶ ἐφόσον ὁ Τό-
2191μος αὐτὸς δὲν ἐξεδόθη, οἱανδήποτε διάταξιν καὶ ἂν θέσητε,
2192τὸ Σύνταγμα αὐτὸ θὰ εἶναι ἀνίσχυρον νὰ κατισχύσῃ τοῦ γενι-
2193κωτέρου αὐτοῦ κανόνος καὶ τῆς παραδόσεως, τὴν ὁποίαν δὲν
2194παρεδέχθημεν ἡμεῖς εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ὅλα τὰ Κράτη τὰ
2195ὁποῖα ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα, ἀπεσπάσθησαν κα-
2196τέπιν ἐκδόσεως συνοδικῶν τόμων.
2197§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Χατζηδάκης ἔχει τὸν λόγον.
2198§197Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Εἶμαι ἄκρως ἀντίθετος πρὸς τὰς
2199ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρεσβεύει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἡνωμένου ἐργα-
2200τικοῦ κόμματος ὅσον ἀφορᾷ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν ἰδιοκτη-
2201σίαν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων τῆς Πολιτείας
2202μετὰ τῆς Ἐκκλησίας εἶμαι σύμφωνος πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ μό-
2203νον ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἄποψιν. Ἡ μόνη σχέσις ἡ ὁ-
2204ποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας εἶ-
2205ναι αὐτή· ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τέλειος χωρισμὸς τῆς Πο-
2206λιτείας ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συμβαίνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ
2207καὶ ἐν Ἀμερικῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ φθά-
2208σῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ λόγους ἱ-
2209στορικοὺς ἡ ἰδική μας Πολιτεία εἶναι συνυφασμένη μετὰ τῆς
2210θρησκείας καὶ δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ μεταβάλωμεν τὸ κα-
2211θεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ ἑνὸς ἤδη αἰῶνος. Τὸ ἄρθρον
2212περὶ θρησκείας καλῶς διετυπώθη. Θὰ ἤθελον μόνον καὶ ἐγώ,
2213ὅπως καὶ ὁ κ. Σωτηριάδης εἶπεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ προτα-
2214χθῇ, ἀλλ’ αὐτὸ βεβαίως δὲν ἔχει καμμίαν οὐσιαστικὴν σημα-
2215σίαν. Τὸ ἄρθρον ἐν ἀρχῇ ἀναφέρει ὡς πρώτην παράγραφον
2216(ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδή-
2217σεως εἶναι ἀπαραβίαστος». Ἐφόσον ἐνθυμοῦμαι, ὅλα τὰ Συν-
2218τάγματα ἀπὸ τοῦ 1822 δὲν περιέχουν τοιαύτην διάταξιν, διό-
2219τι εἶναι περιττή. Ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως ἀφορᾷ τὸν ἐ-
2220σωτερικὸν ἄνθρωπον καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδε-
2221κτος. Οὐδεὶς τύραννος, εἴτε Νέρων, εἴτε Καλλιγούλας, θὰ
2222ἠμπορέσῃ νὰ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως. Αὐ-
2223τὸ τὸ ὁποῖον περιώρισαν ἦτο ἡ ἐκδήλωσις καὶ αὐτὴν τὴν πε-
2224ριορίζει ἡ 2α παράγραφος. Ὥστε ἀπὸ λογοτεχνικῆς ἀπό-
2225ψεως ἡ πρώτη παράγραφος περιττεύει. Ἀλλὰ δὲν ἔχει καμ-
2226μίαν σημασίαν ἂν προστεθῇ ὡς περισσότερον ἐπεξηγηματικὴ
2227τῆς 2ας παραγράφου. Ὡς πρὸς τὴν 2αν παράγραφον θὰ εἶ-
2228χον αὐτὸ νὰ παρατηρήσω, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει):
2229«Τὰ τῆς λατρείας πάσης θρησκείας.... κλπ.»
2230§198Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2231Τώρα ἐτέθη ἡ λέξις αὐτή. Ἡ Δʹ Συνέλευσις ἀπήλειψε τὸ
2232«γνωστὴ» διὰ νὰ προσαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ πρὸς τὴν γε-
2233νικωτέραν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδή-
2234σεως, διότι, ἂν ἐθέτομεν τὸν ὅρον «γνωστή», παραβιάζομεν
2235τὴν ἀρχήν. Τὸ «γνωστὴ» περιττεύει.
2236§199Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὄχι μόνον περιττεύει, ἀλλ’ εἶναι
2237ἐντελῶς ἀνελευθέρα. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλη-
2238σιαστικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὸ Ὑ-
2239πουργεῖόν του κανεὶς κατάλογος γνωστῶν θρησκειῶν.
2240§200Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν).
2241Ὄχι.
2242§201Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχεται εἷς ἄνθρω-
2243πος οἱοσδήποτε καὶ θέλει νὰ πρεσβεύσῃ θρησκείαν, ἡ ὁποία
2244εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος. Τί θὰ γίνῃ; Ὁ τυχὼν ἀστυνόμος θὰ
2245ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ θὰ
2246εἴπῃ ἂν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ αὐτὴ ἡ θρησκεία; Ἐφόσον δὲν
2247ἀντίκειται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν,
2248εἶναι ἐντελῶς περιττή. Διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ἀνελεύθερον
2249εἶναι τοῦτο, φέρω ἓν παράδειγμα. Ὅταν ἦλθεν ἐδῶ, ὀλίγα
2250ἔτη μετὰ τὴν Σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
2251διὰ νὰ κηρύξῃ τὴν θρησκείαν τοῦ Θεανθρώπου, τὴν ὁποίαν ἡ-
2252μεῖς ἔχομεν κηρύξει ὡς ἐπικρατοῦσαν, ἦτο γνωστὴ τότε ἡ
2253θρησκεία αὐτή; Ἂν ἴσχυεν αὐτὴ ἡ διάταξις, θὰ ἐπετρέπετο
2254εἰς τὸν Ἀπόστολον Παῦλον νὰ τελέσῃ τὰ τῆς θρησκείας του;
2255Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ παρακαλέσω νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ λέ-
2256ξις, διότι ἀντίκειται πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως.
2257§202Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ θρησκείας «γνω-
2258στῆς» καὶ ὄχι ἀποκρύφου, φανερᾶς.
2259§203Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἐφόσον ἡ τέλεσις τῶν τῆς λατρείας
2260δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
2261§204Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀπόκρυφον δικαίως διεγείρει
2262τὴν δυσπιστίαν τοῦ Κράτους, διότι ἐν ἀποκρύφῳ δυνατὸν νὰ
2263τελοῦνται πράγματα ἐπιζήμια διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν
2264καὶ διὰ τοῦτο εἶναι συνώνυμος πρὸς τὴν φανεράν.
2265§205Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Τότε ἔπρεπε καὶ οἱ ἐλεύθεροι τέκτο-
2266νες νὰ ἐμποδίζωνται.
2267§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν οἱ
2268τέκτονες μὲ τὴν θρησκείαν.
2269§207Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλληνικὸν δια-
2270κρίνεται διὰ τὴν ἄκραν φιλελευθερίαν του, δι’ αὐτὸ θὰ πα-
2271ρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ στέρξῃ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάτα-
2272ξις αὕτη, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει καὶ ἀδυναμίαν. Διότι, ὅπως ἡ
2273γυνὴ τοῦ Καίσαρος δὲν πρέπει μόνον νὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ νὰ
2274φαίνεται τιμία γυνή. Ὅπως εἶναι διατυπωμένη ἡ διάταξις,
2275νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀνελευθέρα.
2276Μίαν ἀκόμη παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ὡς πρὸς τὴν πρό-
2277τασιν τοῦ κ. Βοκοτοπούλου. Εἶμαι συμφωνότατος ὅτι, ὅπως
2278ἔχει ἡ τελευταία παράγραφος, εἶναι μία λέξις. Ἐφόσον δὲν
2279ὑπάρχει ποινὴ κυροῦσα τὴν διάταξιν, δὲν ἔχει ἀξίαν.
2280§208Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο θὰ ἔλθῃ διὰ τοῦ νόμου.
2281§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2282§210Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα ὀ-
2283φείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ὅτι κατὰ τοιαύτην ὥραν ἐν ἀπουσίᾳ
2284πλειόνων βουλευτῶν συζητοῦμεν περὶ τοῦ Συντάγματος.
2285§211ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
2286§212Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρωθυ-
2287πουργὸς ἀνέχεται κατὰ τοιαύτην ὥραν νὰ γίνεται συζήτησις
2288ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου.
2289§213Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναί τι πρωτο-
2290φανὲς ὅτι ἡ Βουλὴ συνεδριάζει τὸ μεσονύκτιον. Ἐγὼ ἐπὶ δε-
2291καετηρίδας ὅλας ἤμην ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκείνης καὶ μέχρι τῆς
22922ας ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐξηκολούθουν συχνότατα αἱ
2293συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, πολλάκις δὲ καὶ μέχρι τῆς
22944ης πρωϊνῆς.
2295§214Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυπούμενος λαμβάνω τὸν λόγον.
2296Πρῶτον πρέπει νὰ παρατηρήσω ὅτι προκύπτει ζήτημα ἀπαρα-
2297δέκτου τροπολογιῶν ὑποβαλλομένων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
2298Συντάγματος. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι αὐτὸ εἶναι κανο-
2299νικόν, ὅτι εἶναι ὀρθόν, ὅτι εἶναι πρέπον, νὰ τὸ εἴπῃ παρακαλῶ
2300καὶ νὰ ἠξεύρῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρ-
2301νησις καταχρωμένη τῆς ἰσχύος αὐτῆς ἐμποδίζει τὴν ἐλευθε-
2302ρίαν τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος. Διότι οὐδεὶς κανονι-
2303σμός, οὐδεμία ἀπόφασις ὑπάρχει, ἡ ὁποία νὰ περιορίζῃ τοὺς
2304βουλευτὰς συζητουμένου τοῦ Συντάγματος νὰ ὑποβάλωσι κατὰ
2305τὴν συζήτησιν τροπολογίας. Ἀκόμη πρὸ μικροῦ ὁ κ. Μπακό-
2306πουλος ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν.
2307§215Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχω καμ-
2308μίαν ἀντίρρησιν τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς ἰδικῆς μου τροπολογίας
2309ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἄρθρον
2310καὶ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ὑπέβαλον δὲν ἔφερον τὸ ἀ-
2311παράδεκτον τῆς προτάσεώς σας. Εἶσθε ἐλεύθερος καὶ σεῖς ὅ-
2312πως καὶ πᾶς βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας κατὰ τὴν
2313συζήτησιν, διότι καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πεποίθησιν λαμβάνει τὸν
2314λόγον, διότι τὸ ἐναντίον θὰ εἶναι ἀπαγόρευσις τῆς ἐλευθε-
2315ρίας τοῦ λαοῦ καὶ δὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως τοῦ
2316Συντάγματος.
2317§216Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δευτέρα ἀνάγκη προκύψασα ἐκ
2318τῆς συζητήσεως αὐτῆς τῆς ἑσπερινῆς εἶναι ὅτι πρέπει ἡ Κυ-
2319βέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν
2320νὰ συστήσω πρὸ ἡμερῶν. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκεν-
2321τρώσῃ εἰς ἑαυτὴν μίαν ἀξιωματικὴν γνώμην, τί θὰ δέχεται
2322καὶ τί δὲν δέχεται. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι Οἰκουμενικὴ καὶ
2323ἡγεῖται ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ ὅμως ἰδοὺ ὅτι ἀμέσως
2324ἐγείρεται διαφωνία περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς τροπολογίας,
2325περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἐκφράσεως, περὶ ταύτης ἢ ἐκεί-
2326νης τῆς ἐντυπώσεως. Ποῖος, κ. Πρωθυπουργέ, θὰ ἀποφασίσῃ,
2327ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἡγεῖται τῆς παμψηφίας, δὲν
2328λέγει τί θέλει; Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ὀρθο-
2329τέρα γνώμη ὅταν δὲν εἶναι αὐτὴ καὶ νὰ ἐπιτύχητε πλειονοψη-
2330φίαν ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης ὅταν δὲν ἔχετε συγκεν-
2331τρωμένην τὴν γνώμην τῶν ἀρχηγῶν; Ὄχι βεβαίως. Ἡ συ-
2332ζήτησις λοιπὸν, κύριοι Ὑπουργοί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ
2333μὲ βάσιν τὴν λῆψιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀποφά-
2334σεως, ποῖα πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ γίνουν δεκτὰ καὶ
2335ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὴν συζήτησιν προκύπτουν ἀμφι-
2336σβητήσεις, διότι ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀδύνατον νὰ
2337ἐπιτύχητε τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῶν
2338τῶν συζητουμένων ἄρθρων ἐγείρονται διαφωνίαι θεμελιώδεις,
2339πῶς θέλετε νὰ γίνῃ ψηφοφορία; Ἰδοὺ ὅτι ὁ κ. Πετρακάκος
2340εὐλόγως θέλει τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ παλαιοῦ Συντάγμα-
2341τος νὰ προηγηθοῦν καὶ εἶπε καὶ θὰ εἴπῃ μετ’ ὀλίγον ὅτι
2342τὸ ὀρθὸν καὶ νόμιμον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τοῦ
2343Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸ τὰ Συντάγματα
2344τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος. Οὐδὲν Σύνταγμα γίνεται ἄνευ τῆς μνείας
2345ἐν ἀρχῇ τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον αὐτῶν τῶν δύο ἄρθρων,
2346ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπικλήσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐν ἀρχῇ τοῦ
2347Συντάγματος. Οἱ πολεμοῦντες τὴν θέσιν αὐτῶν τῶν διατά-
2348ξεων κύριοι βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ τοῖς εἴπω ὅτι
2349λησμονοῦσι τὴν Ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ὁ Ἑλλη-
2350νισμὸς ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ ἐγκαθιδρύσεως αὐτοῦ ἐν
2351Κωνσταντινουπόλει, ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι
2352τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου, ὁ Ἑλληνισμός, λέγω, ἦτο δι-
2353φυής, ἦτο θεοκρατικὸς καὶ πολιτικός, καθὼς καὶ ἡ νομοθεσία ἡ
2354πολιτικὴ καὶ ἡ ἐκκλησιαστική, καθὼς ὅλαι αἱ Σύνοδοι αἱ το-
2355πικαί, αἱ ὁποῖαι Σύνοδοι ἐγένοντο τῇ συμπράξει καὶ τῇ κυ-
2356ρώσει τῆς Αὐτοκρατορίας μέχρι τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Ἑλ-
2357ληνισμοῦ, τῆς Ἑλληνικῆς δὲ Αὐτοκρατορίας ἀπὸ τοῦ πέμπτου
2358αἰῶνος μέχρι τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Δὲν ὑ-
2359πάρχει ἱερὸς κανών, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ διὰ τῶν αὐτοκρατο-
2360ρικῶν καὶ βασιλικῶν Διαταγμάτων κυρωθῆ ὡς νόμος τῆς
2361Αὐτοκρατορίας. Δὲν ὑπάρχει θρησκευτικὴ διάταξις, δὲν ὑ-
2362πάρχει ἱερὸς κανών, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ θεσμοθετηθῆ ὡς θε-
2363μελιώδης νόμος τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας. Δὲν ὑπάρ-
2364χει χωριστὴ πολιτικὴ ἐξουσία διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τὴν
2365χωριστὴν θρησκευτικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει. Διὰ τοῦτο οἱ
2366πόλεμοι οἱ διεξαχθέντες ἀπὸ τοὺς Αὐτοκράτορας καὶ τοὺς
2367Βασιλεῖς τοῦ Βυζαντίου πρῶτον καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτο-
2368κρατορίας δεύτερον δὲν ἐγένοντο ποτὲ ὡς πόλεμοι λαϊκοί, ἐγέ-
2369νοντο ὡς πόλεμοι θρησκευτικοὶ καὶ λαϊκοί. Ὁ χριστιανικὸς
2370Ἑλληνισμὸς ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν οὔτε πολιτικῶς, οὔτε ἐκκλη-
2371σιαστικῶς μονομερής. Εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας ἔζησε, προή-
2372χθη καὶ ἔπεσεν ἡνωμένος. Ὅταν λέγουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ
2373ἀναμιγνύεται ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν πολιτικὴν σήμερον, ὀρθῶς
2374τὸ λέγουν, ἀλλὰ πῶς; Νὰ μὴ ἀναμιγνύεται ὡς ἐξουσία πολι-
2375τική. Ὄχι, νὰ μὴ ἀναμιγνύεται καὶ νὰ μὴ ἐποπτεύῃ νόμους
2376τηρήσεως τῆς θρησκείας. Καὶ δι’ αὐτὸ πρό τινων ὡρῶν εἶπον
2377ὅτι ὁ νόμος ΣΑʹ ὁ καταστατικὸς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπιβάλ-
2378λει μεγάλας ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Σύνοδον νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ
2379νὰ ἐπιτηρῇ ὅλα τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται εἰς τὸ
2380Κράτος καὶ τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὴν χριστιανικὴν ὀρθό-
2381δοξον θρησκείαν. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ προχωρῶμεν μὲ τὸ
2382παράδειγμα ἄλλων Κρατῶν καὶ ἄλλων θρησκειῶν ἄλλων
2383αἰώνων. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τῆς συνειδήσεως τῆς σημερι-
2384νῆς ἐποχῆς δὲν πρέπει νὰ παραλείπωμεν ποτὲ νὰ βάνωμεν
2385τὴν Ἐκκλησίαν ὡς προστασίαν ἑαυτῶν, διότι προστασία τῆς
2386Ἐκκλησίας εἶναι προστασία τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως. Μὴ λη-
2387σμονῶμεν ὅτι ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ
2388Ἑλληνισμὸς ἔζησε μὲ τὸ σύμβολον ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πα-
2389τρίδος. Ὅλαι αἱ ἐπαναστάσεις κατὰ τοὺς αἰῶνας τῆς δου-
2390λείας, ὅλαι αἱ ἀφάνταστοι θυσίαι τοῦ Γένους, ὅλαι αἱ ἐξε-
2391γέρσεις ἐγένοντο ὑπ’ αὐτὸ τὸ σύμβολον «Πίστις καὶ Πατρίς»,
2392προηγεῖται μάλιστα ἡ λέξις «Πίστις». Μὴ ἀπορεῖτε λοιπὸν
2393οἱ νομίζοντες ὅτι δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ δημιουρ-
2394γηθῇ μακρὰν ἢ ἀντιθέτως ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς παρέδω-
2395σεν ἡ Ἱστορία, μᾶς παρέδωσεν ὁ χριστιανικὸς πληθυσμὸς
2396ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι σήμερον. Ὑπ’ αὐτὰς
2397τὰς ἰδέας ἐτράφη ἡ Μεγάλη Ἐπανάστασις, ἀπὸ αὐτὰς τὰς
2398πεποιθήσεως ἐνεπνεύσθησαν οἱ πατέρες ἡμῶν καὶ οἱ πάπποι ἡ-
2399μῶν καὶ ἥνωσαν τὴν Ἑλλάδα μαχόμενοι ὑπὲρ Πίστεως καὶ
2400Πατρίδος. Καὶ εἶναι ἀσέβεια εἰς τὸ σημερινὸν Ἑλληνικὸν
2401Ἔθνος νὰ λέγῃ ὅτι δὲν θέλει νὰ βάλῃ ἐμπρὸς προμετωπίδα
2402τὴν ἐπίκλησιν τῆς θρησκείας διὰ νὰ μὴ φανῇ νεωτεριστικῶς
2403ὀπισθοδρομικὴ ἢ εὐλαβής. Καὶ ὄχι μόνον ἡ εὐγνωμοσύνη, ἀλλὰ
2404καὶ αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἀπαιτεῖ νὰ μὴ χωρισθῇ σήμερον
2405ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸν τοῦ μέχρι μέσου παρελ-
2406θόντος. Ἡ ἑνότης ἡ Ἑλληνικὴ ἔγκειται εἰς τὴν Ἑλληνικό-
2407τητα ἡ ὁποία διετήρησε τὸ Γένος ἐπὶ 20 αἰῶνας καὶ ὅταν πα-
2408ραβλέπετε αὐτὴν τὴν Ἱστορίαν, αὐτὴν τὴν ζωὴν τοῦ χριστια-
2409νικοῦ Ἑλληνισμοῦ, κάμετε κάτι τι τὸ ὁποῖον καὶ οἱ σύγχρο-
2410νοι, ἀλλὰ βεβαίως οἱ μεταγενέστεροι θὰ εἴπουν, οἰκτείροντες
2411ἡμᾶς καὶ μὴ γινώσκοντες τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα παρήγαγον καὶ
2412τὴν ἀνάστασιν τοῦ Γένους καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Βασιλείου τῆς
2413Ἑλλάδος.
2414Ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, διότι πρὸ μικροῦ ἠκούσθησαν
2415ἰδέαι—θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω—αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐκίνησαν τὴν
2416ἀγανάκτησιν καὶ θλῖψιν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ
2417τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ Ἕλλη-
2418νας βουλευτάς.
2419Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα κατὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁ-
2420ποίας ὑπέβαλον. Δὲν ἠκούσθη καμμία ἀντίρρησις, ἀλλ’ ἐγὼ
2421ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ κυρίως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλη-
2422σιαστικῶν Ὑπουργὸς θὰ υἱοθετήσῃ αὐτά, συναινοῦντος τοῦ κ.
2423Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν γνωστὴν εὐσέβειαν καὶ προσω-
2424πικῶς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ γινώσκει σύμπας ὁ Ἑλληνισμός.
2425Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀντικρούσω ἰδέας τινάς, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν
2426νὰ ἐλέχθησαν καὶ δυνατὸν νὰ ἐπηρεάζωσι τὰς σκέψεις τῆς
2427Βουλῆς εἰς τὰ ζητήματα τῆς σχέσεως τῆς Πολιτείας πρὸς
2428τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἡ σχέσις αὐτὴ δημιουργεῖται ἐν τῷ
2429Συντάγματι. Αἱ Νέαι Χῶραι, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχουσιν
2430ἀνάγκην τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς
2431τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτρο-
2432πῆς τοῦ Συντάγματος, τῆς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν
2433νὰ εἶμαι μέλος καὶ διὰ τοῦτο διέκοψα τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωρ-
2434γίας Ὑπουργόν, εἰπὼν ὅτι εἶναι ματαία ἡ δήλωσις αὐτὴ καὶ
2435εἶναι ματαία καὶ περιττὴ πᾶσα διάταξις τοῦ Συντάγματος,
2436διότι αἱ Νέαι Χῶραι εἶναι ὑποτεταγμέναι εἰς τὴν Ἱερὰν Σύ-
2437νοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς συνθήκης τῶν
2438Ἀθηνῶν. Διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν ὁρίζεται ὅτι οἱ κά-
2439τοικοι τῶν μερῶν τὰ ὁποῖα προσηρτήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα
2440ὀφείλουσιν ἐντὸς τριμήνου νομίζω νὰ δηλώσωσιν ἂν θέλωσι
2441νὰ μείνωσιν Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, ἄλλως εἶναι αὐτοδικαίως ὑ-
2442πήκοοι τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο εἶναι θετικόν, κ. Ὑπουργέ, δὲν
2443δύνασθε νὰ εἴπητε καὶ αὐτὸ τὸ εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν
2444δύνασθε νὰ θέσητε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἰσχὺν τῆς συνθήκης, δὲν
2445δύνασθε νὰ κλονίσητε τὴν ἰθαγένειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ
2446συνθήκη ὥρισεν ὡς Ἕλληνας, νὰ τοὺς εἴπητε· ὄχι, εἶσθε ἀ-
2447κόμη ὑπήκοοι Ὀθωμανοί.
2448Κατὰ τὸ ἔτος 1914 ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν
2449ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸν νόμον, δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα τί ἀριθμὸς
2450εἶναι, ὁ ὁποῖος ἐξωμοίωσε τοὺς Μητροπολίτας τῶν προσῃρτη-
2451θεισῶν Χωρῶν μὲ τοὺς Μητροπολίτας τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι
2452μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὥρισε καὶ τὸν μισθὸν αὐτῶν καὶ μέχρι σή-
2453μερον, κ. Ὑπουργέ, οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν μι-
2454σθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον τῆς
2455Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας.
2456§217Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Πλὴν τῆς Κρήτης.
2457§218Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ γί-
2458νεται λόγος ἀκόμη περὶ ἐξαρτήσεως τῶν Ἐπισκόπων τῶν Ν.
2459Χωρῶν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον; Δὲν εἶναι δυνατόν. Ἀλλά, λέ-
2460γουν, δὲν ἔγινε Τόμος. Πρὶν εἴπω περὶ Τόμου πρέπει νὰ εἴπω
2461εἰς τὴν Βουλήν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἴσως πολλοὶ τῶν κ. κ.
2462βουλευτῶν ἀγνοοῦσι καὶ περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ ὁποίου βε-
2463βαιῶ τὴν Βουλήν. Κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, αἱ πολιτικαὶ
2464διοικήσεις παρασύρουσιν εἰς ἑαυτὰς καὶ τὰς διοικήσεις τὰς
2465ἐκκλησιαστικάς. Ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Αὐτοκρατορίᾳ ὁσάκις ἀ-
2466πεσπᾶτο χώρα τις ἐγένετο ἀμέσως ἐκκλησιαστικὴ διοίκησις
2467τῆς χώρας αὐτῆς, ὑποκειμένη εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν.
2468Ρητοὶ οἱ κανόνες περὶ τοῦ κλίματος τοῦ Πόντου, περὶ τοῦ κλί-
2469ματος τῆς Βυθηνίας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα ἀκριβῶς νὰ σᾶς
2470εἴπω ὡρισμένας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἱεροὶ κανό-
2471νες ἐφαρμόζονται ἀμέσως καὶ αὐθορμήτως καὶ αὐτὴν τὴν στιγ-
2472μὴν ἐνθυμοῦμαι ὅτι κάποτε ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία κατέλαβε
2473τὴν Σικελίαν, ἡ ὁποία ἦτο κλῖμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρ-
2474χείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ Ἐπίσκοποι διῃρέθησαν καὶ
2475ἦλθε Σύνοδος, ἡ ὁποία εἶπεν εἰς τοὺς Ἐπισκόπους, ἔχετε ὀ-
2476λίγην ὑπομονήν· ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ Σικελία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν
2477Ἐκκλησίαν, τότε θὰ ἐπανέλθητε καὶ σεῖς. Δὲν ὑπάρχει δὲ
2478παράδειγμα εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν, κατὰ τὸ ὁποῖον
2479ἀπεχωρίσθη μέρος τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἡ μὲν
2480πολιτικὴ ἐξουσία ἔφυγεν, ἔμεινε δὲ εἰς αὐτὴν μόνον ἡ ἐκκλη-
2481σιαστική. Καὶ αὐτὸ εἶναι συνέπεια τοῦ ἀλληλενδέτου, τοῦ πάν-
2482τοτε συναφοῦς, τοῦ ἀχωρίστου τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς ἐκκλη-
2483σιαστικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Αὐτοκρατορίᾳ.
2484Ὁ κανὼν αὐτὸς ἤσκησε διαρκῶς μέχρι τῆς ἀναγεννήσεως τῆς
2485Ἑλλάδος. Εἰς τὰ 1853 συνῆλθεν ἡ ἱεραρχία οὐ μόνον τῶν ἐ-
2486λευθερωθέντων μερῶν, ἀλλὰ καὶ πολλῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἔ-
2487μειναν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν. Συνῆλθεν ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐπειδὴ
2488φυσικῶς ἦτο ἀδύνατον νὰ θεωρῶσιν οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Ἑλλά-
2489δος ἑαυτοὺς ὑποτεταγμένους εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅ-
2490που ἀκόμη δὲν εἶχε σωθῆ τὸ ἅγιον λείψανον τοῦ Πατριάρχου
2491Γρηγορίου, δὲν ἐθεώρησαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶσι νὰ
2492ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον καὶ συνεκρότησαν Σύνοδον
2493καὶ ἐκήρυξαν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἀνεξάρτητον καὶ
2494αὐτοκέφαλον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως καὶ διότι
2495αὐτὸ λέγουσιν οἱ ἱεροὶ κανόνες. Οἱ νομίζοντες, καὶ δυστυχῶς
2496μεταξὺ τῶν νομιζόντων εἶναι καὶ κληρικοὶ ἀνώτεροι, οἱ νο-
2497μίζοντες ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
2498εἶναι πλᾶσμα ξένον πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας, δὲν γνωρίζουν
2499ἀκριβῶς τί λέγουσι. Τοὺς οἰκτείρω διὰ τὴν ἄγνοιαν τῆς ἱστο-
2500ρίας καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων.
2501§219Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2502Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ νομίζοντες;
2503§220Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον. Ἀνώτεροι κληρικοί.
2504Θέλετε νὰ τοὺς ὀνομάσω; Περιττόν. Λοιπὸν ἔγεινε ἡ Ἱερὰ
2505Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς
2506Ἑλλάδος ἐκ συμφώνου μὲ τὴν Πολιτείαν ἔμεινε εἰς τὸ πλευ-
2507ρὸν αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας, ὅπως ἦτο
2508καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ἑλληνικῆς Αὐτοκρατορίας, διότι
2509ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τῆς ἀνα-
2510στάσεως τῆς Ἑλλάδος ἡ θέσις τῶν πραγμάτων δὲν ἤλαξε
2511παρὰ μόνον τυπικῶς. Ἔλειψεν ἡ Βασιλεία, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ
2512ἐξουσία, ἐφόσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ, ἐνεσαρκώθη εἰς τὸν
2513Πατριάρχην καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἔγεινεν ἐθνάρ-
2514χης. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ κανεὶς ὅτι ἦτο αὐτόματον.
2515Δὲν ἦτο κανεὶς σοφός, κανεὶς πεπαιδευμένος, ὁ ὁποῖος τοῖς
2516εἶπεν αὐτὸ κάμετε. Ἦτο ἡ ἐξέλιξις τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. Ὁ
2517Πατριάρχης ὡς ἐθνάρχης ἐξεπροσώπει τὸ Ἔθνος ἐπὶ τέσσα-
2518ρας αἰῶνας καὶ ὑπὸ τὸ ράσον τοῦ ἐθνάρχου ἔζησεν ἡ ἐθνικὴ
2519ἰδέα καὶ θὰ προσθέσω, μὴ πρὸς κακοφανισμὸν τῶν δημοκρατι-
2520κῶν, καὶ ἡ ἰδέα τῆς Βασιλείας. Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ἀποκατά-
2521στασις τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος, εὑρέθησαν, ὅπως εἶ-
2522πον πρὸ μικροῦ, ἡνωμέναι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἰς
2523τὸ διάταγμα τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε
2524τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐχρειά-
2525ζετο ὅμως ἡ ἵδρυσις ἑνὸς Τόμου, διότι ἡ ἱεραρχία ἀκριβῶς
2526λόγῳ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο ἐξουσιῶν, λόγῳ τῆς ἀδιαλεί-
2527πτου συναφείας τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν, λόγῳ
2528τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον εἶχον δώσει καὶ δίδουν ἀκόμη σήμερον
2529οἱ Ἐπίσκοποι Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν Πατριάρχην, ἐ-
2530χρειάζετο νὰ λάβωσι τὸν ὅρκον αὐτῶν καὶ ἐχρειάζετο νὰ μὴ
2531φανῶσιν ὅτι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔζησαν, ὑπὸ
2532τὴν ὁποίαν εἰσῆλθον εἰς τὸν Κλῆρον, ὅτι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν
2533αὐτὴν ἔφυγον ἄνευ τῆς ἀδείας των. Ἐντεῦθεν ἡ ἰδέα τοῦ Τό-
2534μου. Ἡ ἰδέα τοῦ Τόμου ἠγέρθη ἀπὸ τοῦ 1833. Ἐπὶ 19 καὶ
253520 ἔτη ἐδίχαζε τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, διότι τὸ Πατριαρ-
2536χεῖον ἐκ λόγων ἐθνικῶν πάλιν ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἑλλη-
2537νικὴ Ἐκκλησία νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς
2538τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐχρειάσθησαν διπλωματικοὶ καὶ
2539πολιτικοὶ ἀγῶνες ἐπὶ μίαν περίπου εἰκοσαετίαν μέχρι τοῦ
25401850, ὅτε ἦλθεν ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος Κωνσταντινουπό-
2541λεως καὶ εἶπεν ὅτι τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἀναγνω-
2542ρίζει ἀνεξάρτητον, αὐτοκέφαλον καὶ νεωτέραν ἀδελφὴν, ὡς
2543ἐνθυμεῖσθε, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἔκτοτε ὁ σύνδεσμος ὑπῆρχε δογ-
2544ματικῶς, ὅπως καὶ μὲ τὰ τέσσαρα ἄλλα Πατριαρχεῖα καὶ μὲ
2545τὰς ἄλλας αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας τῆς Εὐρώπης, αἱ ὁ-
2546ποῖαι καὶ σήμερον εἶναι ἀνεξάρτητοι, πρὸ δεκαετηρίδων δὲ
2547δὲν ἦσαν, τῆς Ρουμανίας, τῆς Σερβίας, τῆς Τσεχοσλοβακίας,
2548τῆς Δαλματίας καὶ λοιπῶν, διότι ὅλαι αὐταὶ εἶναι τῆς Ὀρ-
2549θοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ ἑνότης αὐτὴ ἀπὸ
2550τοῦ Τόμου μέχρι σήμερον. Ὅταν μετὰ τὴν συνθήκην τῶν Ἀ-
2551θηνῶν ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Τόμου, Πρωθυ-
2552πουργὸς ἦτο ὁ κ. Σκουλούδης, Ὑπουργὸς δὲ ὁ μακαρίτης Μι-
2553χελιδάκης. Οἱ Ἐπίσκοποι τῶν Νέων Χωρῶν προέτεινον εἰς
2554τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Τόμου διὰ νὰ μὴ
2555ὑπάρχῃ οὐδεμία ἐξάρτησις ἀπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ
2556κ. Σκουλούδης ἀνεγνώρισεν ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, διὰ
2557τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερον, νὰ περιμένωμεν τὴν
2558ἔκδοσιν τοῦ Τόμου διὰ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκ-
2559κλησίαν αἱ Ν. Χῶραι. Ἀλλὰ τότε ἐξερράγη ὁ Γαλλοϊταλικὸς
2560πόλεμος καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον εἰς ἐμέ, ὑπο-
2561βαλόντα ἐπερώτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶπεν ὁ κ. Σκουλούδης καὶ
2562ὁ μακαρίτης Μιχελιδάκης: «Ἀφήσατε, μὴ κάμετε συζήτη-
2563σιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Θὰ μεταβῇ προσεχῶς ὁ κ. Κα-
2564λέργης πρεσβευτὴς καὶ τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ ἄνευ ἐκδόσεως Τό-
2565μου ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον».
2566Καὶ καθωρίσθη τότε τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς πρὸς τὴν Θεσσα-
2567λίαν καὶ Ἑπτάνησον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ περιστάσεις
2568ἦσαν ἄλλαι καὶ πολιτικαὶ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ καὶ ἀπῃτεῖτο
2569ἡ εὐλάβεια αὕτη πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Σή-
2570μερον μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν, ἣν ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκ-
2571κλησία καὶ ἡ Βουλὴ πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, δὲν
2572πρέπει νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τοῦ νὰ θεωρήσῃ, ὡς καὶ εἶναι ἀλη-
2573θές, ὑποτεταγμένους εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν τοὺς
2574Ἐπισκόπους τῶν Νέων Χωρῶν μηδὲ τῆς Κρήτης ἐξαιρουμέ-
2575νης, μηδὲ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, Θράκης καὶ Μακεδονίας,
2576διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ καθεστὼς καὶ τὸ Σύνταγμα τῶν ἱε-
2577ρῶν κανόνων εἶναι αὐτό, ὅπερ εἶπον. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμ-
2578φιβολία περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὅσων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
2579λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸς τὴν Βουλήν. Τούτου οὕτως ἔ-
2580χοντος, τὸ ἄρθρον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως
2581ἔχει, νὰ μείνῃ δὲ καὶ ἡ λέξις γνωστή.
2582§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα.
2583§222Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι αὐτὸ εἶναι ἤδη καθιερω-
2584μένον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφήνωμεν τὰς δια-
2585τυπώσεις τῶν Συνταγμάτων ἄνευ φόβου ὅτι τὸ δημιουρ-
2586γούμενον δύναται νὰ προξενήσῃ εὐθύνας. Δὲν εἶναι δὲ εἰς γνῶ-
2587σιν τοῦ νομοθέτου ποία θὰ εἶναι ἡ ἐξέλιξις τοῦ μέλλοντος καὶ
2588ἡ ἐκ τῆς ἐξελίξεως διδομένη ἑρμηνεία εἰς τὸν νόμον, ὅστις
2589θεσπίζεται σήμερον, μετὰ 10 ἢ 20 ἔτη ἢ 30 ἔτη. Πρέπει νὰ
2590μείνῃ τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει. Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν θὰ μοὶ ἐπι-
2591τρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπε κάποτε ὁ μακαρίτης ὁ Δε-
2592ληγιάννης ἐν τῇ Βουλῇ. Κάποιος ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν
2593ἐν τῇ συζητήσει ἔθιξε τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τοῦ
2594Κορδονικοῦ κόμματος, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ
2595ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ Δεληγιάννης καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπε τὸ
2596ἑξῆς· ὅτι, ὅταν θέλωμεν νὰ θίξωμεν τὸ Σύνταγμα, νὰ ἔχωμεν
2597τὴν αὐτὴν προσοχὴν καὶ τὴν αὐτὴν εὐλάβειαν, μὲ τὴν ὁποίαν
2598θίγομεν τὴν Θείαν Μετάληψιν. Ἡ εἰκὼν ἦτο ὑπερβολική,
2599ἀλλὰ χαρακτηριστική. Αὐτὴν τὴν εἰκόνα ἐπαναλαμβάνω ὡς
2600ἐπίλογον. Αὐτὴν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι βουλευταί, ψηφί-
2601ζοντες τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος.
2602§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βλιάμος ἔχει τὸν λόγον.
2603§224Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας
2604ὅτι διὰ τῆς φράσεως «τὰ τῆς λατρείας πάσης ἄλλης γνωστῆς
2605θρησκείας τελοῦνται ἐλευθέρως» ὅτι ἡ λέξις «γνωστὴ» εἶναι
2606περιττή. Περιττὴ δὲν εἶναι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἡ προσήκουσα
2607καὶ ἀντὶ ταύτης ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένη», διότι
2608γνωστὰ θρησκεύματα εἶναι δυνατὸν νὰ παραχθοῦν μὲ τὰς νέας
2609ροπάς, τὰς νέας τάσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ
2610σήμερον, εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν νέα θρησκεύματα.
2611Ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένη» θὰ ἦτο καταλληλοτέρα καὶ αὐτὴν
2612τὴν λέξιν προέτεινον καὶ κατὰ τὴν Γʹ Συνέλευσιν καὶ τῆς ὁ-
2613ποίας μνημονεύει ὁ ὑπέροχος συνταγματολόγος Σαρίπολος.
2614Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένη», τότε θὰ περιττεύ-
2615ουν τελείως αἱ φράσεις «ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν δη-
2616μοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη». Διότι ὅταν πρόκειται περὶ
2617ἀνεγνωρισμένης Θρησκείας δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἀνεγνω-
2618ρισμένη Θρησκεία νὰ ἔχῃ στοιχεῖα ἀνήθικα καὶ ἀντικείμενα
2619εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
2620§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2621Δι’ αὐτὸ ἐτέθη αὐτὴ ἡ περικοπή, διότι ἔχομεν τὰς νέας ἀν-
2622τιλήψεις καὶ διὰ τῆς λέξεως «γνωστὴ» ἀφίονται ἐλεύθεραι,
2623ἐνῷ ἡ ἰδική σας πρότασις εἶναι πολὺ περιωρισμένη ἂν θελή-
2624σωμεν νὰ σεβασθῶμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς ἀνεξιθρησκείας.
2625Δι’ αὐτὸ ἐτέθη ἡ περαιτέρω διάταξις ὅτι κάθε Θρησκεία εἶ-
2626ναι σεβαστή, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
2627§226Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Δὲν νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας,
2628ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένη», διότι δὲν πρέ-
2629πει νὰ δεχθῶμεν τὴν δημιουργίαν θρησκευτικῶν αἱρέσεων ἐν
2630Ἑλλάδι. Εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ
2631ὑπάρξουν τοιαῦτα θρησκεύματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντίκεινται εἰς
2632τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶ-
2633ναι συμφέρον νὰ διατυπωθῇ ἡ φράσις αὐτή.
2634§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2635§228Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, μὴ ἐγκύ-
2636ψας εἰς θρησκευτικὰς μελέτας, δὲν θὰ ὁμιλήσω ἀπὸ δογ-
2637ματικῆς ἀπόψεως οὔτε ἀπόψεως κανόνων, διεπόντων τὰ τῆς
2638διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλωστε φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι
2639αὐτὴ ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἐν ἐναν-
2640τίᾳ περιπτώσει θὰ μετεβάλλετο ἡ Βουλὴ εἰς ἀκαδημίαν θρη-
2641σκευτικῶν διαλέξεων. Ἡμεῖς θὰ κρίνωμεν ὡς ἀντιπρόσωποι
2642τοῦ λαοῦ ποίαν σημασίαν δέον νὰ προσδώσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον
2643τὸ ἀφορῶν τὴν Θρησκείαν. Ὑπάρχουν μερικὰ ζητήματα, τὰ
2644ὁποῖα διαφεύγουν τῆς ἰσχύος τοῦ νομοθετικοῦ διακανονισμοῦ,
2645ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ζήτημα
2646ἂν τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι πρωτίστης ἢ δευτερευούσης σημασίας
2647δὲν θὰ κριθῇ ὑπὸ συνταγματολόγων, ἀλλὰ θὰ κριθῇ ἐκ τῆς
2648θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ τὸ ζήτημα
2649τῆς θρησκείας. Δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς
2650Λαός, εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς, εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμέ-
2651νως ἔχει ἀναγάγει τὴν Θρησκείαν, τὴν Ὀρθόδοξον Χριστια-
2652νικὴν Θρησκείαν εἰς ὑψίστην καὶ πρωτίστην περιωπὴν ἐν τῇ
2653συνειδήσει του;
2654§229Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅρα καὶ παλαιὸν Ἡμερολόγιον.
2655§230Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπε προαγορεύσας ἱεραπόστολός
2656τις τοῦ Λενὶν ὅτι ἄλλα Κράτη οὐδόλως ἀσχολοῦνται μὲ τὴν
2657Θρησκείαν. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἄλλαι αἱ συνθῆκαι ἐκεῖ. Ἐ-
2658κεῖ ἀνεφάνησαν οἱ διάφοροι Λούθηροι καὶ «Τζένεραλ» Μπούθ,
2659οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν ἰδικάς των θρησκείας καὶ διῄρεσαν τὸν
2660λαὸν εἰς ἰσόπαλα θρησκευτικὰ στρατόπεδα.
2661§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἦτο ὁ Μπούθ;
2662§232Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ καὶ μία Θρησκεία μὴ «γνω-
2663στὴ» ἐν Ἑλλάδι. Ὁ Μποὺθ ἐνεφανίσθη ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἵδρυσε
2664μίαν Θρησκείαν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασε «Στρατὸν Σωτηρίας»
2665«Salvation Army» καὶ ἡ ὁποία σήμερον ἔχει πολλοὺς ὀπα-
2666δοὺς καὶ ἰδίως ἐν Ἀμερικῇ. Οὗτοι βασιζόμενοι εἴς τι ρητὸν
2667τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖον λέγει «ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνων αἰ-
2668νεῖτε τὸν Κύριον», συγκεντροῦνται εἰς τὰ πεζοδρόμια καὶ
2669ψάλλουν ὕμνους, ἀνακρούοντες διάφορα ὄργανα. Εἶναι πολὺ
2670πρακτικοὶ καὶ ἔχουσι κάμει πολλὰ κοινωφελῆ ἔργα, νοσοκο-
2671μεῖα, ξενοδοχεῖα κλπ. διὰ τοὺς πτωχούς. Ἐν πάσῃ περιπτώ-
2672σει ὀρθῶς εἶπεν ὁ προλαλήσας κομμουνιστὴς συνάδελφος ὅτι
2673πολλὰ Κράτη δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὴν Θρησκείαν. Τοῦτο συμ-
2674βαίνει, διότι ἐκεῖ οἱ διάφοροι θρησκοποιοὶ κατώρθωσαν νὰ δι-
2675αιρέσουν θρησκευτικῶς τὸν λαὸν εἰς μερίδας ἴσας πρὸς ἀλ-
2676λήλας. Μεταξὺ τῶν μερίδων αὐτῶν διεξήγετο εἴς τινας χώ-
2677ρας ὀξὺς ἀνταγωνισμός. Καὶ τὸ Κράτος μὴ θέλον νὰ εὐνοήσῃ
2678οὔτε τοὺς μὲν οὔτε τοὺς δέ, ἔπαυσαν ἐνδιαφερόμενον ἐπισήμως
2679δι’ οἱανδήποτε θρησκείαν, ἐγκαταλεῖψαν τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς
2680ἰδιωτικὴν μέριμναν. Ὑπάρχει δὲ τοιαύτη ποικιλία Θρησκειῶν
2681εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ πράξωσιν ἄλ-
2682λως εἰμὴ νὰ παύσωσιν ἀσχολούμενα ἐπισήμως μὲ οἱανδήποτε
2683Θρησκείαν. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι δὲν συμβαίνει αὐτό. Ὁ Ἑλλη-
2684νικὸς Λαός, εἴτε διότι δὲν θέλει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐξέλιξιν
2685τοῦ κακῶς ἐννοουμένου αὐτοῦ πολιτισμοῦ, εἴτε ἐξ ἱστορικῶν
2686παραδόσεων, εἴτε ἐκ βαθυτέρας θρησκευτικῆς πεποιθήσεως
2687ἔχεται στερρῶς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Θρησκείας καὶ θεωρεῖ
2688τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Θρησκείαν ὡς τὸ οὐσιωδέστερον
2689ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀν-
2690τιπροσωπείαν.
2691§233Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.
2692§234Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε διατεθειμένος νὰ ἀμ-
2693φισβητήσητε πᾶσαν ἀλήθειαν καὶ πᾶσαν ἀνεγνωρισμένην ἠθι-
2694κὴν ἀρχήν. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ θρη-
2695σκεία του νὰ τίθεται ὑπεράνω παντὸς ἄλλου ζητήματος. Δὲν
2696θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑποκειμενικῶς, οὔτε τὸ τί
2697πρεσβεύει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Οὔτε ποίαν θέσιν θὰ εἶχε
2698τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι, ἂν τοῦτο ἀ-
2699φεώρα ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ μόνον.
2700Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κρίνωμεν τὰ πράγματα ἀντι-
2701κειμενικῶς καὶ προκειμένου περὶ θρησκευτικοῦ ζητήματος θὰ
2702λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τί θέλει ὁ λαὸς καὶ αὐτὸ θὰ πράξωμεν.
2703Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ἄνθρωποι, ἐμφανιζόμενοι ἐνταῦθα ὡς δη-
2704μοκρατικοί, δὲν σέβονται τὴν θέλησιν τοῦ «Δήμου», τὴν θέ-
2705λησιν τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν
2706πάσης δημοκρατίας. Ἐκτὸς ἂν θέλωσι νὰ χαρακτηρίσωσι
2707μίαν κατάστασιν διὰ μιᾶς λέξεως, ἡ ὁποία οὔτε κἂν ἀνταπο-
2708κρίνεται ἐν τῇ πραγματικότητι πρὸς αὐτήν. Ὡς συνέβη καὶ
2709κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν. Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς αὐτό, θὰ
2710ἴδωμεν ὅτι οἱ «Δημοκρατικοὶ» ἐχαρακτήριζον διὰ τῆς λέ-
2711ξεως «Δημοκρατία» πολιτειακὴν κατάστασιν, ἥτις οὐδὲν τὸ
2712δημοκρατικὸν ἐνεῖχεν. Ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἄλλης
2713συζητήσεως. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς
2714ἔχει θέσει ἐν τῇ συνειδήσει του ὑπεράνω παντὸς τὴν πίστιν του
2715πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Θρησκείαν; Ὁ κ. Θέος—
2716κομμουνιστὴς — δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο, ἀλλ’ οὐδεὶς ἄλλος ἐξ
2717ἡμῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ σεβασθῶμεν
2718τὰς θρησκευτικὰς πεποιθήσεις καὶ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, ἡ
2719ὁποία ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιτακτι-
2720κή, διότι εἶναι γνωσταὶ ἐκ τῶν προτέρων αἱ πεποιθήσεις αὐ-
2721τοῦ, καὶ διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀντικεί-
2722μενον συνταγματολογικῆς ἐρεύνης, δὲν δυνάμεθα ἐν τοιαύτῃ
2723περιπτώσει νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὸ κα-
2724θῆκον μας ὡς πληρεξουσίων τοῦ λαοῦ.
2725Ἡμεῖς οἱ βασιλόφρονες, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ καθῆ-
2726κον αὐτό, ἀξιοῦμεν ἀπὸ ὑμᾶς τοὺς δημοκρατικοὺς νὰ σεβα-
2727σθῆτε τὴν θέλησιν τοῦ «Δήμου», τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ
2728συμφωνήσητε μεθ’ ἡμῶν ὅτι τὸ ἀφορῶν τὴν θρησκείαν μας
2729ἄρθρον δέον νὰ τεθῇ πρῶτον ἐν τῷ Συντάγματι.
2730§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
2731§236Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν τὸ πρῶτον
2732ἀνῆλθον τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσω ἀπέφυγον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς
2733συνταγματικῆς διατάξεως, διότι ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο προτιμώ-
2734τερον νὰ ἀφήσωμεν ὡς ἔχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἀλλ’
2735ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου, εἶμαι ὑ-
2736ποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ τὸ συζητήσω. Ὁμολογῶ ὅτι ᾐσθάν-
2737θην βαθεῖαν θλῖψιν, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 106....
2738§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἐκ
2739μέρους τῶν κ. κ. Ι. Τζίβα, Δ. Πετρακάκου, Ι. Παπαϊωάννου,
2740Γ. Μπακοπούλου καὶ Μ. Μαντᾶ.
2741§238Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις μὲ
274230 βουλευτάς.
2743§239Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνω-
2744σθῇ ὁ κατάλογος διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
2745§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2746(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ
2747ἐν ἀπαρτίᾳ).
2748§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας λύεται ἡ συνε-
2749δρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς αὔριον.
2750(Ὥρα 1 π. μ.)