1927.01.31
2.332 στίχοι · 18.387 λέξεις · 225 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
Δευτέρα 31 Ἰανουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.20′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τῶν ἀλεύρων κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Π. Μερλοπούλου, Γ. Στρίγκου, Γ. Προυκάκη, Χ. Λαδᾶ, Α. Βουτυρᾶ, Γ. Γκότση, Δ. Μπενάκη, Θ. Γρηγορίου, Α. Ξανθοπούλου, Χ. Βοζίκη, Ν. Κουμαντάρου, Γ. Λαζανᾶ, Μ. Θεοδωρίδου, Ι. Βατίστα, Γ. Μπουσίου, Γ. Σίδερη, Α. Θεολογίτη, Λ. Τσιόκου, Γ. Πεσματζόγλου, Σ. Ταλιαδούρου, Ι. Σπετσιώτη, Κ. Ναυπλιώτη, Β. Πούλου, Σ. Χασιώτη, Α. Μέρου, Γ. Σήφακα καὶ Σ. Μαξίμου. Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν Ἐπιτροπὴ κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Κ. Γόντικα, Π. Μερλοπούλου, Π. Πετρίδη, Α. Μητσοτάκη, Ρ. Κουνδούρου, Μ. Βολουδάκη, Τ. Ἀναστασίου, Β. Χατζηλία, Α. Παχνοῦ, Γ. Καλδῆ, Θ. Χαβίνη, Ε. Φωτάκη, Ν. Μανούση, Χ. Ἀλαμανῆ, Γ. Τσακανίκα, Θ. Παπαστρατῆ, Σ. Στάη, Δ. Πετρακάκου, Δ. Στεφανοπούλου, Ν. Κρανιωτάκη, Ι. Τζίβα, Γ. Βαρβούτη, Ν. Βελέντζα, Θ. Γρηγορίου, Ν. Δαρβέρη, Γ. Καλαντζοπούλου, Φ. Δραγούμη, Γ. Μπουσίου καὶ Μ. Τσαρλαμπᾶ. Ὁμοίως ἀνακοινῶ τὰς κάτωθι ἀναφοράς: — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Κατοχωρίου ὑποβάλλει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ καταργήσῃ τὸν «περὶ ἀμβύκων» νόμον. — Οἱ κάτοικοι Λάσπης τῆς Εὐρυτανίας παρακαλοῦν τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ὅπως τοὺς ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ τῆς ὑλοτομίας. — Ἡ Ὁμοσπονδία τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου τῆς Ἑλλάδος ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεώς των εἰς πέντε μεταλλικὰς δραχμὰς ἀνὰ ἕκαστον ἑκατοστὸν ἀνικανότητος κλπ. — Πολλοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιακῶν Ἑνώσεων ἀναπήρων πολέμου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα δι’ οὗ ζητοῦν τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ἐν Πάρνηθι Ἐθνικοῦ Κεντρικοῦ Στρατιωτικοῦ Σανατορίου κλπ. — Ὁ Ἀριστόφιλος Τσοῦτσος ὡς πρόεδρος διαφόρων Σωματείων ἐνοικιαστῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου ὡς πρὸς τὴν μίσθωσιν τῶν ἀκινήτων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου». — Τὸ Σωματεῖον τῶν ἐργατῶν φορτωτῶν καὶ ἐκφορτωτῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσίν των, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ ἐργασίας τῶν σιδηροδρομικῶν σταθμῶν κλπ. — Ὁ φοιτητὴς τῆς Νομικῆς Μ. Τζαβέλλας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ μέτρον χάριν τῶν στρατευθέντων φοιτητῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν διακοπέντων μαθημάτων. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Λαγκαδᾶ ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου «περὶ ἀκυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀρ. 43341 ἀποφάσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὑπερτετραπλαζούσης τὰς εἰσπράξεις τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν πηγῶν Λαγκαδᾶ Ἀνδρ. Κουλουφάκου». — Οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ περιχώρων λειτουργούντων κέντρων διασκεδάσεως ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα «περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου πολυτελείας τῶν κέντρων τούτων». — Τὸ Σωματεῖον τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀστικῶν κτημάτων τῆς Ἀεροπορικῆς Ἀμύνης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσῃ τὸ ἀπὸ 26 Ἀπριλίου 1923 ἐπαναστατικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ ὑπεχρεώθησαν νὰ καταβάλωσι μισθώματα πεντηκονταπλάσια καὶ ἑκατονταπλάσια τῶν προπολεμικῶν καὶ ἀναδρομικῶς. — Ὁ ἐπαγγελματικὸς καὶ ἐμπορικὸς κόσμος τῆς πόλεως Καρδίτσης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἰσχύουσαν δημοτικὴν φορολογικὴν κλίμακα καὶ αἰτεῖται τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. — Ὁ Ἑλληνοδιδάσκαλος Π. Δρίβης ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 17ης Σεπτεμβρίου 1926 «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν τεχνικῶν μαθημάτων». — Ὁ Ἰωάννης Ρομπέλης, ἐνοικιαστὴς τῶν κοινοτικῶν φόρων τῆς κοινότητος Καϊλαρίων, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ δὲν εἰσέπραξε τοὺς ὑπολογισθέντας φόρους, νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ἐκ τῆς περαιτέρω ὑποχρεώσεώς του ἔναντι τοῦ ταμείου τῆς κοινότητος Καϊλαρίων. — Διάφοροι ὀφειλέται λιρῶν καὶ εἰκοσαφράγκων πρὸ τοῦ ἔτους 1917 ὑποδεικνύουσι διάφορα μέτρα πρὸς νομοθετικὴν ρύθμισιν τῆς ὀφειλῆς των πρὸς δραχμὰς 22.90 ἑκάστην λίραν κλπ. — Ὁ Νομάρχης Σερρῶν ὑποβάλλει ψήφισμα τῶν Σωματείων Σερρῶν ὅπως ἀναβληθῇ ἐπ’ ἀόριστον ἡ ἐκποίησις τῶν Μουσουλμανικῶν οἰκημάτων τῶν ἀνταλλαξίμων. — Οἱ μετεκπαιδευθέντες ἐν τῷ Τεχνικῷ Διδασκαλείῳ δημοδιδάσκαλοι ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ προαγωγῆς τῶν δημοδιδασκάλων» ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 3 ἐδάφιον 1. — Οἱ Ἰωάννης Μπεκυρᾶς, Α. Διαμαντόπουλος κλπ. διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ ἰχθυοτροφείου τοῦ Ἀλφειοῦ ποταμοῦ διὰ τὰς γενομένας πρὸς αὐτοὺς ἀδικίας. — Ὁ Σύνδεσμος ὑποδηματεργατῶν Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀκταώρου, τὴν ἵδρυσιν κρατικῶν ἐργοστασίων ἀρβυλλῶν κλπ., παρακαλεῖ δὲ τὴν Βουλὴν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὰ αἰτήματά των ταῦτα. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γ. Καφαντάρης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Δ. τῆς 21 Αὐγούστου 1925 περὶ καταργήσεως τελωνειακῶν νόμων κλπ.» — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Τσαρλαμπᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως ταμείου ὁδοποιΐας Λευκάδος». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Πεσμαζόγλου ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 17, 19 καὶ 119 τοῦ Συντάγματος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Συντάγματος. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Στεφανόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναμεταθέσεως καὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἄνευ τῶν ὑπὸ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων παρεχομένων ἐγγυήσεων μετατεθέντων καὶ προαχθέντων λειτουργῶν τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπενάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου τέλους ἐπὶ τῶν ἐν Καλάμαις λειτουργούντων δημοσίων θεαμάτων ὑπὲρ τοῦ Φιλοπτώχου Σολλόγου κυριῶν τῆς πόλεως ταύτης». — Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑποβάλλει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ περαιτέρω ἰσχύος συντακτικῶν τινων πράξεων καὶ Ν. Διαταγμάτων, ἐκδοθέντων ἀπρακτούσης τῆς Βουλῆς». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ι. Μεταξᾶς καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Π. Τσαλδάρης ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ διαθέσεως τῶν χρηματικῶν ὑπολοίπων τοῦ ταμείου ἀγροφυλακῆς Ἰωαννίνων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων συγκοινωνίας ἐν Ἠπείρῳ».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων.
§4Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νὰ ἀναβάλωμεν, κ. Πρόεδρε καὶ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὰς ἀναφοράς.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μόνον Σύνταγμα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται αἱ ἀναφοραί.
§7Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔχουν ἐκτυπωθῆ πολλαὶ ἐρωτήσεις. Τί θὰ γίνωσι; Καλὸν εἶναι νὰ διαθέσωμεν μίαν συνεδρίασιν πρὸς ἐξάντλησιν ὅλων τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§8Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων νομίζω ὅτι καλύτερον θὰ ἦτο ἀντὶ νὰ συζητῶνται τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ διαβιβάζωνται πρῶτον εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, ὅπου οἱ Ὑπουργοὶ θὰ ἀπαντοῦν ἐγγράφως εἰς τοὺς ἐρωτῶντας. Ἂν δὲν εἶναι δι’ αὐτοὺς ἱκανοποιητικαὶ αἱ ἀπαντήσεις, τότε νὰ γίνεται συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ.
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπαντήσεις ἐκ τῶν Ὑπουργείων οὐδέποτε μᾶς ἐδόθησαν.
§10Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις αἵτινες ἔρχονται πρὸς τὴν Βουλήν, ἀντὶ νὰ ἀνακοινοῦνται, νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ ἀποστέλλωνται κατόπιν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα. Ζητεῖ ὁ Α ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν νὰ ὁμιλήσῃ χωρὶς νὰ τὴν ἐγγράψῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νὰ στέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ καταθέτῃ τὴν ἀπάντησιν, διότι ὑπάρχουν ἀναφοραὶ ἀνακοινούμεναι, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ζητοῦν νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ βουλευταί. Εἶναι δίκαιον ὅταν θέλωσι νὰ ὁμιλήσωσι νὰ στέλλωνται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε αἱ ἐρωτήσεις ἀποστέλλονται εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
§12Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁσάκις ἔδωκα ἔγγραφον ἀπάντησιν, πάντοτε ἐγένετο συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἀφοῦ παρετήρησα τὸ τοιοῦτον, δὲν ἔδωτα πλέον ἀπαντήσεις.
§13Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἐξαγγέλλεται ἀναφορὰ ἀπὸ τοῦ Προεδρείου, νὰ στέλλεται πάντοτε πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Καὶ ἂν κανεὶς ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν θέλῃ νὰ λάβῃ ἐπ’ αὐτῆς τὸν λόγον, ἢ πλείονες, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ληφθῇ φροντὶς πρὶν ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νὰ στέλλεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς νὰ ἀποστέλλῃ τὴν ἀπάντησιν καὶ ἂν δὲν εἶναι ἱκανοποιητική, νὰ ἔρχεται ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ μὴ ἐγγράφωνται ὅλαι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ γίνεται καὶ οἰκονομία χρόνου καὶ χάρτου.
§14Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ ζήτημα τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§16Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον διετύπωσαν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ἀκριβῶς προτείνω ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, διότι συγχέονται τὰ ὅρια αὐτῶν, πρὶν ἀνακοινωθοῦν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ δίδεται ἔγγραφος ἀπάντησις ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἡ ἀπάντησις χάριν τῆς δημοσιότητος νὰ συνδημοσιεύεται ἐν περιλήψει καὶ ἂν ἡ περίληψις δὲν εἶναι ἐπαρκής, τότε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν ὁ βουλευτής.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκόμη περισσότερον δυσχεραίνει τὴν διαδικασίαν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἐρωτήσεων. Θὰ γίνῃ ὅπως εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του διὰ τὴν σύμβασιν Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον.
§18Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συγχρόνως μὲ τὴν ὑποβολὴν τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεώς μου ὑπέβαλον καὶ ἓν ἐρωτηματολόγιον. Ἐζήτησα δηλαδὴ διαφόρους πληροφορίας σχετιζομένας μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, διότι μετὰ πάσης προθυμίας καὶ λίαν ἐγκαίρως παρέσχε τὰς πληροφορίας. Λυποῦμαι ὅμως διότι δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου καὶ εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔδωσαν οὐδεμίαν προσοχήν, καίτοι ἐγένετο ὑπόμνησις πρὸς αὐτοὺς διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἀπαντήσεων.
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σχετικῶς μὲ τὴν Πάουερ–Ἄντ–Τράξιον;
§20Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρώτην φορὰν ἀκούω ὅτι ὑπεβάλατε ἐρωτήσεις.
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ τὸ πιστεύσω.
§23Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι μάλιστα, διότι ἦτο μία εὐκαιρία νὰ σᾶς φανῶ εὐχάριστος.
§24Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ νομίζετε ὅτι δυσηρεστήθην, ἀλλὰ λυποῦμαι διότι αἱ ὑπηρεσίαι σας δὲν κατενόησαν τὴν σοβαρότητα τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεώς μου.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ ποίου ζητήματος ἐζητήσατε πληροφορίας;
§26Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα τὴν ἑξῆς πληροφορίαν (ἀναγινώσκει).
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κάτι τι ἄλλο συμβαίνει.
§28Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ πταίω ἐγώ.
§29Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἴσως καὶ ἐγώ. Μὴ λησμονεῖτε, κ. συνάδελφε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐξαιρετικῶς βεβαρυμένον δι’ ἐργασίας, ἡ σύνταξις δὲ πινάκων τοιαύτης φύσεως εἶναι δύσκολος. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι ἀκόμη δὲν κατεστρώθησαν οἱ πίνακες οἱ ζητούμενοι παρ’ ὑμῶν. Ἀναντιρρήτως ὑποθέτω ὅτι εὐθὺς ὡς αἱ ὑπηρεσίαι λάβουν μίαν σχετικήν, ὁπωσδήποτε μίαν χρονικὴν εὐκαιρίαν, θὰ παράσχουν τοὺς ζητουμένους πίνακας, διότι δὲν ἔχουν κανένα λόγον νὰ τοὺς καθυστεροῦν. Ζητοῦνται πληροφορίαι ποῖοι εἶναι οἱ φόροι. Χρειάζεται κάποια ἔρευνα νὰ τοὺς εὕρουν καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἄλλη πρόθεσις.
§30Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἀπέδωσα πρόθεσιν, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι καὶ τὸ ἰδικόν σας, ὡς καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν ἔδωκαν τὴν δέουσαν προσοχὴν διὰ τὸ ζήτημα. Δὲν σᾶς κατέστησαν ἐνήμερον τῶν ζητουμένων πληροφοριῶν καὶ ἀπορῶ πῶς αἱ ὑπηρεσίαι δὲν εἰδοποιοῦν τὸν Ὑπουργόν των ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπερώτησις.
§31Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ὑπηρεσίαι δὲν παρακολουθοῦν τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις.
§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὰ τοὺς ἐστάλη ἔγγραφον.
§33Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἐπερώτησις ἦτο πολὺ κάτω εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἐπείγει τὸ ζήτημα.
§34Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ μίαν πληροφορίαν ἓξ ἡμέρας;
§35Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν λέγω ὄχι, ἀλλ’ ἡ προθεσμία τῶν ἓξ ἡμερῶν εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν τηρεῖται πολλάκις, ὄχι διότι αἱ ὑπηρεσίαι δυστροποῦν, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθοῦν αἱ πληροφορίαι.
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τοῦτο ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου ἀπὸ τὰς ἀσχολίας ἢ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων.
§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς πληροφορίας αὐτὰς εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἀνεύρῃ κανεὶς ἀναζητῶν αὐτὰς παρὰ τῶν ἁρμοδίων. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ τὰς ἀνεύρῃ κανεὶς διὰ καταθέσεως πινάκων παρὰ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Πρόκειται περὶ στατιστικῶν στοιχείων καὶ ὄχι περὶ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν.
§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μοὶ εἴπατε πρὸ ὀλίγου ὅτι εἶναι δύσκολον τὸ ζήτημα καὶ δὲν ἠμποροῦν αἱ ὑπηρεσίαι ἐντὸς δέκα ἡμερῶν νὰ δώσουν τὰς πληροφορίας καὶ μοὶ λέγεται κατόπιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάγω εἰς τὰς ὑπηρεσίας καὶ νὰ τὰς ζητήσω.
§39Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅστις θέλει νὰ ἀνεύρῃ στατιστικὰ στοιχεῖα, νὰ πηγαίνῃ καὶ νὰ τὰ ζητῇ ἀπὸ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας. Εἶναι δύσκολον νὰ κατατίθενται στατιστικοὶ πίνακες ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἀπασχολοῦνται ἀδίκως αἱ ὑπηρεσίαι διὰ τῆς ἀνευρέσεως στατιστικῶν στοιχείων.
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὰ ἔχουν καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσουν νὰ τὰ ἀνεύρουν.
§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως νὰ προσπαθήσουν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦν αἱ ὑπηρεσίαι νὰ κάθωνται νὰ εὑρίσκουν μόνον στατιστικὰ στοιχεῖα.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρέπει νὰ τὰ ἔχουν.
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὰ δὲν τὰ ἔχουν.
§44Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν τὰ ἔχουν, πρέπει νὰ ἀπαντήσουν ὅτι δὲν τὰ ἔχουν διὰ νὰ μὴ περιμένῃ ὁ βουλευτής. Περιμένω ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν ἀγαπητὸν φίλον μου, τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργόν, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§45Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν εἶχον λάβει γνῶσιν μέχρι τῆς στιγμῆς τοῦ πράγματος. Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν ἐρωτᾷ σχετικῶς μὲ τὴν σύμβασιν Πάουερ, τὸ ἐρώτημα θὰ εἶχε σταλῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν.
§46Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ἐρώτημα τὸ ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς Συγκοινωνίας. Τὸ ἔκαμα ἡνωμένον καὶ εἰς τριπλοῦν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Δὲν μοὶ ἦτο γνωστὸν καθ’ ἣν στιγμὴν ἔκαμον τὸ ἐρώτημα εἰς ποίου Ὑπουργείου ἁρμοδιότητα ὑπάγεται ἕκαστον ἐρώτημα καὶ λέγω παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Οἰκονομικῶν καὶ Συγκοινωνίας ἀναλόγως ἕκαστος τῆς ἁρμοδιότητός του νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Ἔγινεν ἓν ἀντίγραφον καὶ ἐστάλη. Δὲν σᾶς τὸ ἔδωσαν αἱ ὑπηρεσίαι, διότι ἔχουν κακοσυνηθίσει νὰ μὴ δίδουν προσοχὴν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν κ. κ. βουλευτῶν.
§47Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, ἀλλ’ εἰς τὸ ἰδικόν μου Ὑπουργεῖον ἔχει δοθῆ ἐντολὴ νὰ δίδεται ἐξαιρετικὴ προσοχὴ εἰς τὰ ἐρωτήματα τῶν κ. κ. βουλευτῶν.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκ τῆς διατυπώσεως αὐτῆς ἀποδεικνύεται τοῦτο· ἢ δὲν διεβιβάσθησαν εἰς τὰ δύο Ὑπουργεῖα τὰ ἀντίγραφα τῶν ἐρωτημάτων σας ἢ ἂν διεβιβάσθησαν ἡ μέθοδός σας ἀπεδείχθη πλημμελής. Ἐνόμισε τὸ ἓν Ὑπουργεῖον ὅτι θὰ ἀπαντήσουν τὰ ἄλλα καὶ δὲν ἀπήντησε κανέν.
§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δύναμαι νὰ ἀποσύρω τὰ παράπονα, ἀλλ’ εὐχαριστίας δὲν θὰ ἀπονείμω εἰς ὑμᾶς.
§50Γ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς θὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν παράκλησιν. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς σοβαρᾶς αὐτῆς ὑποθέσεως. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ εἴμεθα γνῶσται τοῦ τί ψηφίζομεν. Εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ καὶ τοὺς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν κ. κ. βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν λαμβάνουν σαφῆ γνῶσιν τῶν διαφόρων συμβάσεων. Θὰ παρακαλέσω ὅπως ἐκτυπωθῇ ἡ σύμβασις, καθὼς ἐπίσης νὰ ἐκτυπωθοῦν καὶ αἱ δύο γνωματεύσεις αἱ ἀλληλοσυγκρουόμεναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν γίνει ἐπὶ τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν αὐτὴν καὶ δυνηθῶμεν νὰ σᾶς παρακολουθήσωμεν καὶ σχηματίσωμεν γνώμην ἀπορρέουσαν, ἀπὸ μίαν μελέτην προκειμένου περὶ τόσον σοβαρᾶς ὑποθέσεως.
§51Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει οὕτω: Διατί ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς δὲν ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον σύμβασιν κατὰ νόμον ἄκυρον. Θέλω νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ σύμβασις εἶναι κατ’ οὐσίαν ἐπιβλαβεστάτη εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα οὐσίας. Ἀναπτύσσω ἀπόψε τὸ μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως, τὸ νομικόν. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ ζητήσω ἐγὼ ὁ ἴδιος τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπὶ τῆς οὐσίας συζητήσεως, ἀφοῦ λήξῃ τὸ ζήτημα τοῦ κύρους.
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, αὐτὸ νὰ γίνῃ.
§53Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ δι’ ὀλίγων μερικὰ ἀπὸ τὰ χονδροειδῆ ἐλαττώματα τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ζήτημα τὴν προσήκουσαν σπουδαιότητα. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς ἡ ἐπερώτησίς μου, τίθενται εἰς ἀχρηστίαν οἱ Ἑλληνικοὶ πόροι τοῦ λιγνίτου, αἱ δυνάμεις τῶν ὑδάτων καὶ τῆς Κωπαΐδος καὶ ὅσαι ἄλλαι δυνάμεις ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν, πρὶν ἢ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ηὔξησαν αἱ τιμαὶ τῶν εἰσιτηρίων τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διὰ τὸ ἔτος τοῦτο κατὰ 24,000,000 δραχμάς. Μένει δὲ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ αὐξήσῃ καὶ περαιτέρω. Τὰ ἔσοδα τῆς ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας ἐπὶ καταναλώσεως 29,000,000 κιλοβάτων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν διὰ τὴν τρέχουσαν περίοδον δίδουν περιπλέον 30,000,000 δραχμῶν. Δὲν μοὶ ἐχορήγησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ἀλλὰ οἱ ἐνδιαφερόμενοι δι’ ὑπομνημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ἀναβιβάζουν τὸ ποσὸν τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι χαρίζονται εἰς τὸ ὅλον συνδικάτον αὐτὸ ἐτησίως εἰς 32 ἑκατομμύρια, οἱ δὲ φόροι ἐπὶ τῆς βενζίνης, ἡ ὁποία δι’ αὐτοὺς εἰσάγεται ἀτελῶς, ἀνέρχονται εἰς 43 ἑκατομμύρια. Κάμετε λογαριασμὸν πόσα ἑκατομμύρια τὸ ἔτος δωροῦνται.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἔχωμεν φθηνὰ προϊόντα.
§55Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα τὰς πληροφορίας αὐτὰς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ἤθελον νὰ βασισθῶ εἰς τὰς πληροφορίας τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἀλλ’ ἐπίσης ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ μὲ πληροφορήσῃ ποῖον χρηματικὸν ποσὸν ἀναγράφεται ἐν ὅλῳ εἰς τὰ βιβλία εἴτε τοῦ συνδικάτου, εἴτε τῶν μετεχουσῶν εἰς αὐτὸ Ἑταιρειῶν διὰ δαπάνας πρὸς σύναψιν τῆς συμβάσεως καὶ πῶς δικαιολογοῦνται αἱ δαπάναι αὗται. Θὰ ἔχῃ περιέλθῃ καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διότι νομίζω εἶναι καὶ ὑπὸ ἀνάκρισιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ κυκλοφορεῖ εὐρύτατα ἡ πληροφορία ὅτι διὰ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως ἐδαπανήθησαν 60,000 λιρῶν.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ἐδαπανήθησαν;
§57Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Αὐτὰ σᾶς τὰ λέγω διὰ νὰ δικαιολογήσω τὰ παράπονά μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν χονδρικῶς ποίας σημασίας εἶναι ἡ σύμβασις αὐτή, ἡ ὑποδουλοῦσα τὸ Κράτος καὶ τὸ μέλλον τῆς ἐθνικῆς βιομηχανίας, ἡ παραδίδουσα δεσμίαν πᾶσαν πρόοδον εἰς τὴν Ἑταιρείαν αὐτήν. Ἀλλ’ εἶμαι σύμφωνος ὅτι αὐτὰ εἶναι ζητήματα οὐσίας. Ὅτι αὐτὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναβληθοῦν διὰ νὰ διανεμηθοῦν τὰ ἔγγραφα νὰ τὰ μελετήσουν οἱ κ. κ. βουλευταί. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ περιορίσω τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς τὸ πρῶτον μέρος μόνον, τὸ νομικόν. Αὐτὴ ἡ σύμβασις συνήφθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἐντολήν, διότι ἐπ’ αὐτῆς θὰ συζητήσω, λέγει δηλαδὴ (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συνάψῃ σύμβασιν κλπ. μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας καὶ μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κλπ.» Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ χορηγοῦν τὴν ἐντολὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν. Διὰ νὰ ἀνεύρω τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου ἐζήτησα τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον νὰ ἴδω τὴν αἰτιολογικήν του ἔκθεσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖ εὑρέθην εἰς χειροτέραν ἀπορίαν. Διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ διάταξις. Δι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ σχετικὴ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Φαίνεται δὲ ὅτι εἰς κἄποιαν τῶν συζητήσεων παρεισήχθη ἡ διάταξις αὐτή. Τί ἐσκοπεῖτο δι’ αὐτῆς; Δὲν ἠξεύρω. Ἀλλ’ ἔχω τὸ νομοσχέδιον ἐδῶ, ὡς ὑπεβλήθη, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὴν διάταξιν. Περιωρίσθην λοιπὸν εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου. Ἔχω ἓν τμῆμα τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη χωρὶς νὰ δοθῇ διόλου προσοχὴ εἰς τὴν ἐντολήν, πέραν πάσης ἐντολῆς, τὸ ζήτημα τῶν μεταφορῶν. Καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἠρώτησα, δὲν ἐπεχείρει κανεὶς νὰ τὸ αἰτιολογήσῃ. Εἶναι ἓν ζήτημα τελείως ἄσχετον πρὸς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ νόμος αὐτός. Ὡς παρεισήχθη ἡ σύμβασις τῶν μεταφορῶν εἶναι παρήγορον ὅτι δὲν περιέλαβε καὶ τὰς ἀτμοπλοϊκὰς Ἑταιρείας καὶ τὰς ἀεροπορικὰς ὑπηρεσίας. Καλωσύνη των. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκτείνω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι εἶναι καταφανῶς ἐκτὸς τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἔθηκεν ὁ νόμος, ἐξετελέσθησαν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σύμβασιν, περὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐπερώτησις. Ὁ νόμος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας μετὰ γνώμην.... κλπ.» «Μετὰ γνώμην», δὲν λέγει «σύμφωνον». Ἐφόσον δὲν ἀξιοῖ ὁ νόμος νὰ εἶναι σύμφωνος ἡ γνώμη, πρόκειται περὶ ἁπλῆς γνωμοδοτήσεως, μὴ δεσμευούσης τὸν Ὑπουργὸν ὅσον ἀφορᾷ τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως, δεσμευούσης αὐτὸν ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῶν εὐθυνῶν, διότι δὲν θὰ ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα πολιτικὸν Ὑπουργόν, λογοδοτοῦντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ συνάπτῃ συμβάσεις, τὰς ὁποίας αἱ ἁρμόδιοι ὑπηρεσίαι γνωμοδοτοῦν ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνάψῃ, διότι τὰς θεωροῦν καταστρεπτικὰς διὰ τὸν Τόπον. Τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως δὲν τὸ ἐπηρεάζει. Ἀλλὰ δὲν θὰ καταγίνω εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ περισσότερον, διότι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, δὲν ὑπάρχει γνωμοδότησις καμμία. Δὲν εἶναι δὲ γνωμοδοτήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν. Τὸν τίτλον γνωμοδότησις φέρει μία ἔκθεσις τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ἡ λέξις «ἔκθεσις» δὲν εἶναι τεθειμένη τυχαίως, εἶναι τεθειμένη εἰς ἀπόδειξιν ὅτι δὲν ἐδόθη γνωμοδότησις καὶ δὲν ἐδόθη γνωμοδότησις, διότι δὲν ἐζητήθη γνωμοδότησις. Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ, τὸν πρόλογον τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον, ἔχον ὑπ’ ὄψει.... κλπ.» Δὲν ἐδόθη διαταγὴ πρὸς τὸ Συμβούλιον νὰ γνωμοδοτήσῃ καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἡ λέξις «ἔκθεσις» δὲν εἶναι τυχαία καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Συμβούλιον δὲν καταλήγει νὰ εἴπῃ γνωμοδοτῶ. Ὑπέβαλεν, εἶπον, τὴν παρατήρησιν καὶ εἰς τὸ τέλος ἔχει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καὶ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην.... κλπ.» Δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει σχέδιον συμβάσεως, ἀλλὰ προτάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκλήθησαν νὰ ὑποβάλουν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου μίαν ἔκθεσιν, διαμαρτύρονται δὲ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου ὅτι δὲν ὑπέβαλον γνωμοδότησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο. Δὲν συνῆλθε τὸ Συμβούλιον διὰ νὰ γνωμοδοτήσῃ, διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία γνωμοδότησις σοβαρά, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον νὰ υἱοθετήσῃ ὁ Ὑπουργός.
§58Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τὸ σιδηροδρομικόν;
§59Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα. Τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ τμηματάρχας τῆς Διευθύνσεως τῶν σιδηροδρόμων, αὐτοὶ οἱ τμηματάρχαι συγκροτοῦν τὸ Συμβούλιον καὶ ἐπιπροστίθενται, διὰ τὴν γνωμοδότησιν, εἰς τοὺς ἑπτὰ πρῶτον: (ἀναγινώσκει): «οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς.... κλπ.»
§60Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ὁ Δῆμος δὲν ἀντιπροσωπεύεται;
§61Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι. Εἶναι τέσσαρα μέλη τοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ κληθῶσι καὶ δὲν ἐκλήθησαν. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐκλήθησαν εἶναι διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ γνωμοδοτήσεως. Κατόπιν (ἀναγινώσκει): «Ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας.... κλπ.» Ἔχομεν λοιπὸν ἑπτὰ τμηματάρχας καὶ ὀκτὼ τὰ μέλη, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐκείνων, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων δὲν ὑπάγοντα ἐκκρεμῆ ζητήματα τῆς συμβάσεως, τὸ ὅλον δέκα πέντε. Ἔρχεται τὸ Διάταγμα περὶ ἀπαρτίας τοῦ Συμβουλίου. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει): «Ἀπαρτίαν ἀποτελεῖ....κλπ.» Δηλαδὴ τὸ 7½ πρέπει νὰ αὐξηθῇ τουλάχιστον κατὰ 1½ διὰ νὰ γίνῃ 9 καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ νομίμως συγκεκροτημένον τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον εἶναι ἀνάγκη ἐννέα μελῶν. Ἦσαν, ἐκτὸς τοῦ 1½, ἦσαν ἑπτά. Δὲν κατηγορῶ τὸ ὅτι δὲν ἐκάλεσαν καὶ τοὺς ἄλλους, διότι δὲν ἐζητήθη ἡ γνωμοδότησις αὐτή. Ἐζητήθη ἀπὸ ὡρισμένους ὑπαλλήλους ἡ μελέτη τῶν προτάσεων διὰ νὰ ἐκθέσουν τὰς παρατηρήσεις των εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος, δὲν ἔχομεν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου καὶ ἂν ἤθελε θεωρηθῆ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις ὅτι ἀποτελεῖ γνωμοδότησιν θὰ ἦτο ἄκυρος ἡ γνωμοδότησις, διότι δὲν κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς ἀπαρτίας τοῦ Συμβουλίου. Ἐλλείποντος τοῦ ὅρου τούτου, ἡ σύμβασις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα κῦρος, διότι δὲν προηγήθη ἡ γνωμάτευσις τοῦ Συμβουλίου. Ἀκόμη εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παρατηρηθῇ, καίτοι τοῦτο θὰ ἐκινδύνευε νὰ λεχθῇ, ὅτι δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἀπῄτησε νὰ γίνωσι συμβάσεις ὑπὸ ὅρους ἐγκρινομένους προηγουμένως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τώρα διατί ὁ νόμος ἠθέλησε τὴν προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διατί δὲν ἠρκέσθη ἁπλῶς εἰς τὴν ἔγκρισιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ἤθελε, φαίνεται, ὁ νομοθέτης νὰ λάβῃ μέτρα ὥστε νὰ μὴ μείνῃ τὸ πρᾶγμα εἰς ἕνα Ὑπουργόν. Δὲν εἶχεν ὁ νομοθέτης ἐμπιστοσύνην; Ἤθελε νὰ προλάβῃ ἄλλο τι; Δὲν γνωρίζω, διότι εἶμαι ξένος τῶν περιστάσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ὅμως ῥητῶς καὶ σαφῶς ὁ νόμος ζητεῖ προηγουμένως ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ τούτου δοθέντος, δὲν ἔχομεν δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔγκρισιν, διότι τοῦ ἄρθρου, τοῦ χορηγοῦντος τὴν ἐντολήν, δὲν ἔχομεν τὰς προϋποθέσεις. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας προέβη καὶ περαιτέρω· ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς ἐντολῆς αὐτῆς νὰ ἀνατρέψῃ πᾶν ὅ,τι ἐτίθετο πρὸ αὐτοῦ ἐμπόδιον καὶ ὑπερέβη τὴν ἐντολὴν κατὰ τρόπον τελείως ἐγκληματικόν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅταν δίδηται μία ἐντολὴ νὰ ἐνεργηθῇ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνήργει ἡ δίδουσα τὴν ἐντολὴν νομοθετικὴ ἐξουσία—δὲν γεννῶ τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ δίδηται τοιαύτη ἐντολή, ἐδόθη ἤδη, ἢ ἂν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα— ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐντολὴ πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται ὅσον τὸ δυνατὸν στενώτερον, διότι εἶναι μία μέθοδος πολὺ ἐπικίνδυνος διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐν τούτοις, ἐν προκειμένῳ ἀντὶ νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς στενῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἐντολῆς, ἐπεκράτησεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον. Δὲν ἔμεινε διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς εἰς τὴν θέσιν της οὐδεμία σχετικὴ διάταξις τῶν νόμων. Ἐθίγησαν καὶ αὐτοῦ τοῦ Κράτους τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους τοῦ νὰ προσδιορίζῃ αὐτὸ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεώς του. Καὶ ἐθίγησαν καὶ ταῦτα χωρὶς καμμίαν ἐντολήν. Εἶπον ὅτι ἡ ἐντολὴ ἐδόθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν νὰ γίνῃ σύμβασις κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὄχι νὰ καταργηθοῦν οἱ νόμοι. Τί ἔπραξεν ἡ σύμβασις; Πρῶτον κατήργησε τὸν φόρον 10% ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων διὰ νὰ διευκολυνθῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς αὐτῶν ἡ Ἑταιρεία. Ἔπειτα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῶν διαφόρων εἰσιτηρίων φόρον 5%. Θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι κατὰ σύμβασιν. Ἀλλὰ ἡ σύμβασις βαίνει περαιτέρω. Ἐδωρήσατο, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ἢ ἀπήλλαξε πάσης ὑποχρεώσεως πρὸς καταβολὴν φόρων τὸ συνδικάτον, τὴν Ἑταιρείαν. Εἶναι τὰ ἄρθρα 24, 25, 46. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 24. Ἡ Ἑταιρεία ἀπαλλάσσεται.... καὶ γενικῶς ἀπὸ παντὸς ἑτέρου φόρου». Δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§62Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Οἱ σύμβουλοι ἀπαλλάσσονται;
§63Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν φαίνεται ἂν ἀπαλλάσσωνται. Εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν θὰ ὑπάρχῃ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τοὺς φόρους τῶν συμβούλων θὰ τοὺς πληρώνῃ ἡ Ἑταιρεία. Νομίζω ὅτι θὰ κουράσω περισσότερον τὴν Βουλήν, ἂν ἐξακολουθήσω νὰ ἀναγινώσκω τὰ ἄρθρα αὐτά. Ἀλλὰ ἔχομεν καὶ ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος μεριμνᾷ περὶ προστασίας τῆς βιομηχανίας, νόμος ἀναφερόμενος εἰς τὴν παροχὴν ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας διὰ τὴν Ἑλληνικὴν βιομηχανίαν. Αὐτὸν τὸν νόμον διὰ μιᾶς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 τὸν καταργεῖ ἡ σύμβασις. Εἶναι ὁ νόμος 2979. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 2979 τῆς 3)6 Αὐγούστου 1922 περὶ ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῆς προκειμένης Ἑταιρείας. Καὶ τοιουτοτρόπως ἡ βιομηχανία ὁλόκληρος τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ εἶναι ἡ βιομηχανία τῆς Ἑλλάδος, ἐτέθη ὑπόδουλος εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑταιρείας. Αὐτὰ τὰ ἀναφέρω ὡς χονδρικὰ σημεῖα ὑπερβάσεως τῆς ἐντολῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ νὰ παρεμποδίσουν τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως. Τὸ ὅτι ἕνεκα τῶν τοιούτων ὑπερβασιῶν ἡ σύμβασις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικυρωθῇ τὸ κατενόησαν καὶ αὐτοὶ οἱ συμβαλλόμενοι καὶ δι’ ὅρου τινος τῆς συμβάσεως ὥρισαν ὅτι ἀναμένουν καὶ τὴν κύρωσιν. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἄρθρου λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1ον. Ἡ ἡμέρα τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπικυρωτικῆς τῆς παρούσης συμβάσεως πράξεως λογίζεται ὡς χρονολογία τῆς συμβάσεως». Δὲν εἶπον τοῦ νόμου ἢ τοῦ Διατάγματος, δὲν εἶχε συμφωνηθῇ ἀκόμη κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐμφανισθῇ κυρουμένη ἡ σύμβασις. Ὁμιλοῦν περὶ πράξεως, ἀναγνωρίζοντες ὅμως ὅτι ὑπάρχει μία τοιαύτη ἀνάγκη. Ἀναγνωρίζουν καὶ ἐκεῖνοι ὅτι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνῆψαν, εἶναι τελείως ἄκυρος καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν ἰσχύν. Ἀλλὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις καὶ πρὸ πάντων ἦτο ἀνάγκη νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τὸ συμπεραίνω. Ἐξεδόθη ἓν Ν. Διάταγμα ἐπικυροῦν τὴν σύμβασιν. Συνήθως τὰ Νομοθετικὰ αὐτὰ Διατάγματα, καὶ ὑπὸ τῶν δικτατόρων ὅταν ἐξεδίδοντο, ἐφόσον ἐτηρεῖτο αὐτὸς ὁ τύπος τοῦ πολιτεύματος, εἶχον ὡς ἐπῳδὸν ὅτι τὸ παρὸν ἰσχύει ἐφόσον ἤθελε κυρωθῇ ὑπὸ τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Βουλῆς. Τοῦτο μόνον τὸ Διάταγμα δὲν φέρει αὐτὸν τὸν ὅρον.
§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι καὶ ἄλλα.
§65Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀπειρία.
§66Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ δι’ αὐτά, τὰ σχετικὰ μὲ τὴν σύμβασιν, θὰ ἴδωμεν κατόπιν διὰ τὰ ἄλλα. Τὸ ἐθεώρησα αὐτὸ ἐπίτηδες γενόμενον, διότι ὁρμῶμαι ἐκ τούτου, ὅτι ἀνεγράφη εἰς τὴν σύμβασιν ὅρος, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ ἐπικυρωτικῆς πράξεως, δὲν λέγει Διατάγματος, δὲν λέγει νόμου, τὰ σιωπᾷ ὅλα, καίτοι, ἂν ἠννόουν οἱ συμβαλλόμενοι ὅτι εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἐντολῆς, τῆς χορηγηθείσης ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶχον ἀνάγκην οὐδενὸς Διατάγματος. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικυροῖ τὴν σύμβασιν. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη τὴν 15ην ἢ 16ην Ὀκτωβρίου 1925. Ὑπὸ τὸ κράτος τίνος Καταστατικοῦ Χάρτου ἐξεδόθη, ὑπὸ τὸ κράτος ποίων πολιτειακῶν περιστάσεων ἐξεδόθη; Εἶναι ἐξεταστέον τοῦτο, διότι, κατ’ ἐμέ, εἴτε ἀπολυταρχία, εἴτε Δημοκρατία, εἴτε δικτατορία, εἴτε Βασιλεία κάμνει τοὺς νόμους, ἐφόσον ἔχει τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δύναμιν νὰ κυρώνῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ τοὺς ἐφαρμόζῃ, εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ συμβαλλόμενοι καὶ δὴ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑπακούσουν εἰς τὸν νόμον, καθόσον ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἔλαβον τὴν ἐντολὴν καὶ ἂν δὲν θέλουν νὰ ὑπακούσουν εἰς τὸν νόμον αὐτόν, ἐνεργοῦν ἄνευ ἐντολῆς καὶ ἐνεργοῦν ἀκύρως. Κατὰ τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1925 ἴσχυε δημοσιευθὲν κατὰ τὸ τέλος Σεπτεμβρίου 1925 τὸ Σύνταγμα τοῦ Παγκάλου.
§67Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τὸ Σύνταγμα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.
§68Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέλησις τοῦ δικτάτορος καὶ αὐτὴ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα αὐτό, Ν. Διατάγματα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἄλλος νὰ ἐκδίδῃ πλὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ ταῦτα ὑποβάλλονται πρὸς κύρωσιν εἰς τὰς Βουλάς, μόλις ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι των, ἀλλὰ νόμους οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ πλὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Αὐτὸς ἐξέδωκεν ἕνα νόμον. Ὁ τίτλος «Ν. Διάταγμα» ἐτέθη εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ αὐτοῦ διὰ τὸ εὑρετήριον. Δὲν ἐτέθη ἀπ’ αὐτόν. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν τὸ Διάταγμα, εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ νομίσουν ὅτι ἐξέδωκαν νόμον, ἀσχέτως πρὸς τὸ ἂν εἶχον δικαίωμα ἢ ὄχι. Πόθεν ἐξάγω τοῦτο; Πόθεν ἐξάγω τὴν ἐνδιάθετον βούλησίν των; Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 7. Οἱ ὅροι τῆς ἀνωτέρω συμβάσεως κτῶνται διὰ τῆς παρούσης κυρώσεως αὐτῶν ἰσχὺν νόμου». Ἂν δὲν ἦτο νόμος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προσδώσῃ κῦρος νόμου εἰς τὴν σύμβασιν. Καὶ λέγει ὅτι εἶναι νόμος, καίτοι στηρίζει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ 1270 νόμου, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα πρότερον. Εἶπον ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ Ν. Διατάγματα. Ἀλλ’ ἐφόσον ἐπεκράτησε, λόγῳ τῶν πολιτειακῶν ἀνωμαλιῶν, νὰ προλαμβάνωνται διάφοροι περιστάσεις, διὰ τῆς ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι πρόκειται περὶ Ν. Διατάγματος. Ἀλλὰ τότε εἴτε ἀναφέρεται εἰς αὐτὸ ὅτι θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε ὄχι, εἶναι τὸ αὐτό, διότι εἴτε τὸ ἀναφέρουν εἴτε δὲν τὸ ἀναφέρουν, πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν πάντως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Δὲν εἶχε δικαίωμα οὔτε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὔτε ὁ δικτάτωρ νὰ ἐκδώσῃ νόμον κυροῦντα τὴν σύμβασιν, διότι καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ δικτάτορος δέον νὰ ἐξετασθῶσι κατὰ τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔδιδεν οὗτος εἰς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἤρχετο νὰ καταλύσῃ ἢ διατηρήσῃ. Εἶπεν ὁ δικτάτωρ ὅτι θέλει τὴν Βουλήν, εἶπε· διατηρῶ τὸ πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας, θέλω δημοσιεύσει Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀσκεῖ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία. Συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας, τὰς πολιτειακάς, τὰς ἰσχυσάσας τότε, δὲν ἐνδιαφέρει ἂν ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν περὶ τῶν διατάξεων αὐτῶν, πάντως ἦσαν αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν καὶ ἐφηρμόσθησαν. Συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις αὐτὰς ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ ὁ νόμος αὐτός, δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ δικτάτωρ, τὸ ὁμολογεῖ, νὰ ἐκδίδῃ αὐτὸς νόμους. Πῶς τὸ ὁμολογεῖ; Σεῖς μοὶ ἐνθυμίσατε τὸ γεῦμα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Συνέπεια τοῦ γεύματος ἦτο ἡ ἔκδοσις τοῦ διαγγέλματος τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1926. Ἀκούσατε τὸ σχετικὸν (ἀναγινώσκει): «Δι’ ἅπαντας τοὺς ἀνωτέρω λόγους ἐν ἀπολύτῳ σεβασμῷ πρὸς τὰς ἐν Κεφαλ. Α διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀναλαμβάνω εἰς χεῖράς μου τὴν συντακτικὴν καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν κλπ.» Δηλοῖ λοιπόν, δὲν ἐξετάζω κατ’ οὐσίαν τί εἶναι αὐτό, ἀλλὰ εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἰσχύει ἡ θέλησις τοῦ δικτάτορος καὶ ὁ δικτάτωρ δηλοῖ ὅτι μέχρι τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1926 τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν διεχειρίζοντο ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα ἤθελεν, ἀπὸ τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1926 τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀναλαμβάνει ὁ ἴδιος ὁ δικτάτωρ. Ἄν τὸ Διάταγμα τῆς κυρώσεως ἐξεδίδετο μετὰ τὴν 4ην Ἰανουαρίου 1926, τὸ πρᾶγμα θὰ εἶχε ἄλλως. Ἀλλὰ σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Σήμερον ἔχομεν Διάταγμα κυροῦν τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ Διάταγμα ἀκύρως ἐκδοθέν. Καὶ τοιουτοτρόπως εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς συμβάσεως οὐχὶ καλοήθους, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐγκύρου, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν φέρει τὴν σύμβασιν πρὸς κύρωσιν ἐδῶ. Ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ ἐκτελῇ τὰς συμβάσεις, ὅσας ἡ ἐκπροσωποῦσα αὐτὸ Κυβέρνησις συνῆψε πρὸς τρίτους. Ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν ἔχει τὸ Κράτος μόνον ὅταν ἡ ἐκπροσωποῦσα αὐτὸ Κυβέρνησις ἐνεργῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων αὐτῆς, ὡς τὰ κανονίζουσιν οἱ νόμοι. Ποίαν δικαιοδοσίαν παρέχουν οἱ νόμοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσιν οἱ μετ’ αὐτῆς συμβαλλόμενοι καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς καλῆς πίστεως συμβαλλομένους νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἄγνοιαν τῶν σχετικῶν νόμων, διότι ἄλλως καὶ ἡ τοιαύτη ἄγνοια τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας τῆς συμβαλλομένης Κυβερνήσεως θὰ ἐξέθετεν αὐτοὺς εἰς τὴν μομφὴν ὅτι συνεβλήθησαν μετὰ προσώπων ἀγνώστου δικαιοδοσίας καὶ ὅτι ἀπέβλεψαν μόνον νὰ ἀποκτήσωσιν αὐτογνωμόνως δικαιώματα, ἀδιαφοροῦντες ἂν ὁ χορηγῶν εἰς αὐτοὺς τὰ δικαιώματα εἶχε τὴν ἐξουσίαν νὰ τὰ χορηγήσῃ, ἂν ὁ χορηγῶν εἰς αὐτοὺς τὰ δικαιώματα διέπραττε κατάχρησιν ἐξουσίας, ἂν ἡ χορήγησις τῶν δικαιωμάτων παρὰ προσώπου, μὴ δικαιουμένου εἰς τοῦτο, ἀπετέλει ἀδίκημα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ αὐτοί, ἀποδεχόμενοι τὰ προϊόντα τοῦ ἀδικήματος, ἀπεδεικνύοντο συνεργοί. Ἀλλὰ οἱ συνεργοῦντες εἰς τὸ ἀδίκημα δὲν δικαιοῦνται νὰ διεκδικήσουν ἐκ τοῦ ἀδικήματος δικαιώματα. Οἱ νόμοι ὅλων τῶν Κρατῶν δὲν ἀναγνωρίζουσι τοιαῦτα δικαιώματα, διότι προέρχονται ἐξ αἰσχρᾶς καὶ ἀθεμίτου αἰτίας. Ἀλλὰ δὲν ἐπικαλοῦνται καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἄγνοιαν τῶν νόμων. Δυστυχῶς μάλιστα κατὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, προϊστάμενος τοῦ Συνδικάτου εἶναι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν γνωρίζω ἂν μεταξὺ τῶν καθηκόντων τοῦ Διοικητῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι καὶ τὸ συνδικαλίζειν. Ἀλλά, τέλος πάντων, αὐτὸν μοὶ παρεδώσατε ὡς προϊστάμενον τοῦ Συνδικάτου. Δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι δὲν ἐγνώριζε τοὺς νόμους, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ἐγὼ εἰς αὐτούς. Δὲν ἐγνωρίζατε, κύριοι, τοὺς νόμους, ἀλλὰ ἐγνωρίζατε ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα πράττετε, ἦσαν ὑπέρβασις τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Ἐγνωρίζατε ὅτι δὲν εἶχε κανένα δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ θίξῃ τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δικαιώματα, νὰ ἀπαλλάξῃ μερικῶς τοὺς συμβαλλομένους ἀπὸ φόρους, νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους καὶ νὰ διαπράξῃ ὅσα διαπράττονται εἰσέτι. Καὶ ἀφοῦ ἐγνωρίζατε αὐτά, συνεβλήθητε, αὐτὸ εἶναι—μεταχειρίζομαι τὴν γενικὴν λέξιν—ἀδίκημα. Ἐφόσον ἐγνωρίζατε ταῦτα καὶ ἐδέχθητε νὰ κάμητε τὴν σύμβασιν, συνεργήσατε εἰς τὸ ἀδίκημα. Καὶ οἱ συνεργοὶ τοῦ ἀδικήματος κατὰ πάντων τῶν Κρατῶν τὰς νομοθεσίας, δὲν ἐμφανίζονται νὰ διεκδικήσουν δικαιώματα ἐπὶ τοιούτων ἀθεμίτων καὶ αἰσχρῶν πράξεων. Τὸ ἀθέμιτον καὶ αἰσχρὸν—δὲν εἶναι λέξεις ἰδικαί μου. Εἶναι οἱ ὅροι τοῦ νόμου. Καὶ θὰ ἦτο ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν σύμβασιν διὰ νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ οὐσιαστικῶς τὰ ζητήματα. Διότι ἐγώ, ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τοῦ νομικοῦ μέρους, δὲν ἠθέλησα νὰ καταγίνω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Δηλῶ ὅμως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ὅτι θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς οὐσίας. (Χειροκροτήματα).
§69Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Παρακαλῶ, εἶναι κανεὶς ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου;
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι, διότι εἶναι δύο ἐπερωτήσεις.
§71Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ περιμένωμεν νὰ τελειώσουν.
§72Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσητε καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§73Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν γνωρίζω τί θὰ εἴπουν οἱ ἄλλοι κ. κ. βουλευταί.
§74Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι κατὰ λάθος τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς ἐνεγράφην καὶ ἐγὼ ὡς ἐπερωτῶν, διότι πραγματικῶς δὲν ὑπεγράφη ὑπ’ ἐμοῦ ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βοζίκη, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. προλαλήσαντος καὶ κατόπιν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις. Διότι ἐτέθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βοζίκη τὰ ζητήματα τόσον σαφῶς, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ἀπαντήσῃ. Τοὐναντίον δὲ ἐπιβάλλεται ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βοζίκης, ἵνα ρυθμίσουν τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν οἱ ἄλλοι κ. κ. βουλευταί, ὅσοι θέλουν νὰ λάβουν τὸν λόγον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τοῦ κ. Ράλλη ἔρχεται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μπότσαρης. Δὲν ἠξεύρω ἂν παραιτεῖται.
§76Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Βοζίκης ἀνέπτυξε τὸ νομικὸν ζήτημα τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν ἄποψιν αὐτοῦ. Πιθανὸν ἕτερος ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ἀναπτύξῃ τὸ αὐτὸ ζήτημα κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἄποψιν. Θὰ ἦτο λοιπὸν προτιμώτερον νὰ ὁμιλήσουν οἱ κ. κ. βουλευταὶ πρῶτον, νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις αὐτῶν κατ’ ἰδίαν ἕκαστος, οὕτως ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ἀπαντήσω συλλήβδην. Ἂν θέλουν νὰ ἐπεκταθῶσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἐμποδίσω. Διότι, ἂν πρόκειται μετὰ ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν νὰ ἀπαντῶ, πάλιν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἀπόψεις αὐτῶν, τότε νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ χάσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἐπὶ τοῦ συνόλου. Ἄν τις ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ἐπαναλαμβάνω, θέλῃ νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἐμποδίσω, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ.
§77Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ δὲν δικαιολογοῦν τὴν αἴτησίν του περὶ προηγουμένης ἀγορεύσεως ὅλων τῶν ἐγγεγραμμένων κ. κ. βουλευτῶν.
§78Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι δικαίωμά μου νὰ ἀπαντήσω ὁπόταν θέλω.
§79Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, τὸ νομικὸν ζήτημα εἶναι ἕν· ὑπάρχει ἐξουσιοδότησις τῆς Βουλῆς καὶ συνεπῶς καλῶς ἐγένετο ἡ σύμβασις αὐτὴ ἢ δὲν ὑπάρχει; Ὁ κ. Βοζίκης ἀνέπτυξε τὴν γνώμην αὐτοῦ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἐξουσιοδότησις· ὅτι συνεπῶς ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἄκυρος καὶ ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη διὰ νὰ γίνῃ ἰσχυρὰ πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον καὶ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἂν ἕτερος βουλευτὴς λάβῃ τὸν λόγον εἶναι δυνατὸν ἢ τοῦτο νὰ εἴπῃ ἢ τὸ ἀντίθετον, ἀλλὰ μέσος ὅρος δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ὡς ἐκ τούτου ἐπιβάλλεται ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς διατυπώσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ.
§80Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε βουλευτά, μὲ συγχωρεῖτε. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἕτερος βουλευτὴς καὶ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ ἂν ἕκαστος βουλευτὴς ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα νὰ ἀναπτύξῃ ἄλλα ἐπιχειρήματα νὰ ἀνέρχομαι ἐγὼ ἑκάστοτε εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀντικρούω τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ. Πρέπει νὰ γνωρίζω τὸ σύνολον τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν νὰ εἴπουν οἱ κ. κ. βουλευταὶ κατὰ τοῦ νομικοῦ μέρους διὰ νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐπιχειρημάτων. Ἄλλως τε τοῦτο εἶναι δικαίωμά μου, τοῦ ὁποίου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω πλήρη χρῆσιν.
§81Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, οὐδὲ νὰ κανονίσω τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ ὁμιλήσῃ. Νομίζω μάλιστα ὅτι ὅσα ἐπ’ αὐτοῦ ἐλέχθησαν, ἐλέχθησαν ὀλίγον ἐξ ἀπειρίας τοῦ βήματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ.
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθόλου.
§83Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι, ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς δὲν εἶχε τὴν ἀπειρίαν ταύτην, δὲν ἤθελεν εἴπει ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπε. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἐπιχειρημάτων, οὐδὲ ἔχουν καμμίαν σημασίαν τὰ ἐπιχειρήματα. Ἐζήτησα τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς συμβάσεως. Θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης αὐτῆς νὰ ρυθμίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἀπαντήσεις ἡμῶν. Ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὴν γνώμην ταύτην, οὐδεὶς πρόκειται νὰ τὴν ἐπιβάλῃ διὰ τῆς βίας, εἴτε τῶν ὅπλων, εἴτε ἄλλης τινὸς βίας. Τὴν γνώμην ἡμῶν εἴπομεν καὶ νομίζω ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὀρθή. Τώρα ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐγγεγραμμένοι καὶ κατόπιν νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ ἑκάστου τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος τῶν ἀγορευσάντων θὰ ἀναπτύξῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δικαίωμά του.
§84Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κατηγορήσατε ἐπὶ ἀπειρίᾳ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν. Δὲν μᾶς εἴπατε τὴν ἀπειρίαν.
§85Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς ὁ ὁποῖος εἶσθε λίαν πεπειραμένος, δὲν ἀμφιβάλω ὅτι θὰ τὴν εἴπητε.
§86Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν δέχομαι ἐγὼ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα ὡς Ὑπουργὸς νὰ μὴ τὸ δεχθῶ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ πράξω εἶναι νὰ ἀπαντήσω ἀφοῦ ἀναπτύξωσι τὰ ἐπιχειρήματά των ὅλοι ὅσοι ἔχουν ἐγγραφῆ.
§87Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ διὰ νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἔλεγχον πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα. Χωρὶς αὐτὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν;
§88Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ προλαλήσας κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μὲ ηὐχαρίστησεν ἰδιαιτέρως, διότι ἀνεγνώρισεν ὄχι μόνον ὅτι κατέθεσα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν, ἀλλὰ καὶ περισσότερα. Τώρα σεῖς λέγετε ὅτι δὲν κατέθεσα τὰ στοιχεῖα.
§89Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὴν σύμβασιν τὴν κατεθέσατε;
§90Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μὲ ἐρωτᾶτε ἂν κατέθεσα τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ αὕτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλους.
§91Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Διετυπώθη ἡ ἀξίωσις νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα καὶ οἱ ἄλλοι κ. κ. βουλευταὶ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶχεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον. Ὁ κ. Βοζίκης εἶπεν ὅτι θὰ ἀναπτύξῃ τὸ νομικὸν μέρος, εἶναι δὲ διατεθειμένος νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὁ κ. Βοζίκης ἀνέπτυξε τὸ νομικὸν μέρος, ἀλλὰ δὲν ἠσκήθη ὁ ἔλεγχος· εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα.
§92Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ποῖα στοιχεῖα, παρακαλῶ;
§93Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατεθέσατε σεῖς.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§95Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὸ λεχθὲν πρὸ ὀλίγου ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τονίσαντος ὅτι πραγματικῶς συνδέονται τὰ ὅρια τῆς ἐρωτήσεως μετὰ τῶν ὁρίων τῆς ἐπερωτήσεως, εἶναι ἀληθές. Τὸ ὄνομά μου ἀναγεγραμμένον ὡς ὄνομα βουλευτοῦ ἐπιθυμήσαντος νὰ λάβῃ τὸν λόγον δὲν θέτει οὐδόλως ὡς προϋπόθεσιν ἔλεγχον στρεφόμενον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τῆς γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, ἐθεώρησα καλὸν νὰ ζητήσω τὴν τιμὴν ὅπως ἀκουσθῶ ἐπ’ ὀλίγον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εὐτυχῶς ἀποσαφηνίζονται τὰ πράγματα ἂν ὄντως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς βουλευτὰς ἡ δυὰς τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα διετύπωσε τὸ Συμβούλιον τῶν Σιδηροδρόμων παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα δὲ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἐκ τοῦ ἀντιθέτου στρατοπέδου ἐντύπωσις δημοσιευθῇ παραπλεύρως καὶ τὸ σύνολον τῶν ἀνακοινώσεων, τὰς ὁποίας ἔθεσε τὸ Συνδικάτον ὑπ’ ὄψιν τοῦ Κοινοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναδράμωμεν εἰς ἑτέρας πηγὰς ἢ εἰς αὐτὸ τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, δὲν εἶμαι νομικός, οὐδ’ ἐννοῶ νὰ ὑποκατασταθῶ εἰς ἐπίπεδον γνώσεων, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶμαι κατηρτισμένος. Εἶναι ἐνδεχόμενον, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὑπ’ ὄψιν σύμβασις νὰ εἶμαι νομικῶς ἔγκυρος ἢ νομικῶς ἄκυρος, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οὐσιαστικῶς κατὰ τὸν γενικὸν αὐτῆς ἄξονα δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι μόνον ἔγκυρος. Καὶ λέγει τοῦτο ὁ τὴν στιγμὴν ταύτην ὁμιλῶν, ὅστις τεχνικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς διΐσταμαι πρὸς τὸ πλεῖστον τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους διαλαμβάνει ἡ σύμβασις αὕτη. Ἀλλ’ ἡ οὐσία τοῦ ὑπ’ ὄψιν ζητήματος, τῆς νομικῆς ἐρεύνης, ἐννοῶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν ζητήματος, δὲν δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ τῆς ἄλλης οὐσίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα χρυσῶν δραχμῶν ἤδη κατηναλώθησαν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ἔναρξις ἐργασιῶν ἐσημειώθη καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, εἴτε ἐνδιαφερόμεθα, εἴτε δὲν ἐνδιαφερόμεθα, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως.
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ φθάσωμεν.
§97Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς ἐνισταμένους ἵνα τηρήσωσι τὴν στάσιν τῆς ἐπιμονῆς ταύτης μέχρι τῆς ὥρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴν καὶ ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, μέχρι τῆς ὥρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητηθῇ ἡ οὐσία μετὰ τὴν προσκόμισιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς τελικῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διὰ νὰ μὴ παρανοοῦμαι ὀφείλω νὰ τονίσω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, ἂν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, θὰ ἔθετον τὴν ὑπογραφήν μου εἰς σύμβασιν τοιούτους ὅρους περιέχουσαν. Ἀλλὰ τὰ γενόμενα ἀπὸ μακροῦ χρόνου δὲν ἀπογίνονται εὐχερῶς, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκυρώσωμεν τὴν οὐσίαν ὑποθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως καὶ σύνθετα οἰκονομικὰ συμφέροντα ἐνεπλάκησαν, ὄχι βεβαίως κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτῶν μέρος πρὸς ὄφελος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἵνα καὶ εἰς τοῦτο εἶμαι σαφέστερος, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ἀντιστρόφως ὅτι ἂν ἡ ὑπ’ ὄψιν σύμβασις παραμείνῃ ἀναλλοίωτος, εἶναι ὡς νὰ ἐπικάθηνται ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῆς Ἑλλάδος νέαι βαρεῖαι διομολογήσεις. Μὴ ἀναζητεῖτε ἀντινομίαν εἰς τοὺς λόγους μου, ἄλλο εἶναι τὸ εὐκταῖον ἑκάστοτε, ἄλλο τὸ κατορθωτόν. Ἡμεῖς ἀναμφισβητήτως θὰ τονώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῶν ζητουμένων ὅπως ἐναρμονίσῃ, τὸ πρῶτον ἀναλαβοῦσα τὰ κολοσσιαῖα ταῦτα ἔργα, τὰ κέρδη, οὐχὶ μόνον πρὸς τὴν ὑπερτροφικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἰδίου αὐτῆς βαλαντίου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ πληρώνοντος Ἑλληνικοῦ Κοινοῦ. Καὶ θὰ ἐνόμιζον τοὐλάχιστον προσωπικῶς πρακτικώτερον, ἂν ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὰς τελικὰς αὐτῆς διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας δηλώσεις εὐηρεστεῖτο νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον γενικὸν σημεῖον εὑρίσκονται αἱ προσπάθειαι, τὰς ὁποίας ἀναμφισβητήτως ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως καὶ ἂν αἱ προσπάθειαι εὑρίσκωνται εἰς σημεῖόν τι εὐοδώσεως. Ἂν τὸν βαθμὸν τῆς εὐοδώσεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ ἐπαρκῆ, νομίζω ὅτι καὶ οἱ ὑποβαλόντες δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι τὴν ἐπερώτησιν δὲν θὰ ἠρνοῦντο, οὐδ’ ἡ Βουλὴ θὰ ἠρνεῖτο ἵνα τότε καὶ μόνον διεξαχθῇ ἡ ἐπὶ τῆς οὐσίας συζήτησις. Ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἐπανερχόμενος ἐπὶ τῶν προηγουμένων δηλώσεων ἐδέχετο ἵνα ἡ ἐπὶ τῆς πραγματικῆς οὐσίας συζήτησις λάβῃ χώραν ἀφοῦ προσκομισθῶσιν εἰς γνῶσιν τῶν βουλευτῶν τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου στοιχεῖα καὶ ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἴπῃ ὅτι ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις σταθμὸν ἐπὶ τῶν προσπαθειῶν της πρὸς βελτίωσιν τῶν ἐπαχθῶν ὅρων τῆς συμβάσεως καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ ὅτι δύναται ἐν προκειμένῳ διακόπτων με νὰ προβῇ εἰς τὴν γνωμάτευσιν, θὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ εὐχαρίστως.
§98Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε βουλευτά, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τοὺς κ.κ. βουλευτὰς ὅσοι θέλουν νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἐμποδίσω νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἰδέας των ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς συμβάσεως ταύτης. Εἶναι ἐλεύθεροι νὰ τὸ πράξουν καὶ νὰ τὸ ἀναπτύξωσιν. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως νὰ ἐκθέσω τὰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ὑπαινίχθησαν.
§99Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὴν χαραχθεῖσαν γραμμήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω συνοπτικῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας, εἴς τινα μᾶλλον σημεῖα εἰς ἃ νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θίξω, ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν δηλώσεων. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ τηρήσω καὶ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι θὰ ζητήσω καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ἐξονυχισθῇ ἐπαρκῶς τὸ ζήτημα. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὑπ’ ὄψιν σύμβασις θίγει αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ Τόπου τούτου, εἰς τὴν πλατυτέραν βιομηχανικὴν καὶ ἐκπολιτιστικὴν σημασίαν. Εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι ἐπεδιώχθη διὰ μιᾶς καὶ μόνης πράξεως ἡ λύσις συγχρόνως τῶν ζητημάτων τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν ἠλεκτροκίνησιν καὶ τὸν φωτισμόν, πρὸς τὴν ὁμαδικὴν κίνησιν δι’ ἄλλων μέσων ἠλεκτρικῶν ἐπὶ ὀχημάτων, διὰ τὰ λεωφορεῖα γενικῶς καὶ παροχὴν ἐπίσης εἰς τὴν βιομηχανίαν ὅλης τῆς δυνάμεως, ἥτις θὰ τὴν ἔκαμνε νὰ ἀνθίσῃ. Ἦτο εὐρεῖα ἡ σύλληψις τῆς ἰδέας ταύτης. Ἦτο δὲ ἐπαρκῶς εὐρεῖα ἐν τῷ πλαισίῳ τὸ ὁποῖον ἔταξεν ὡς μακρότερον ὅριον ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρασχεθεῖσαν ἐξουσιοδότησιν. Ἡ ὑπὸ τῆς δικτατορίας ὑπογραφεῖσα σύμβασις ὑπερέβη, ὡς ἤδη ἐτονίσθη, τὸ πλαίσιον τοῦτο καὶ ἐγενίκευσε τὴν παροχὴν εὐρυτάτων δικαιωμάτων καὶ ἐπέβαλε τὴν τήρησιν εὐρυτάτων ὑποχρεώσεων εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρείαν.
§100Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πότε ἐγένετο ἡ σύμβασις αὕτη;
§101Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ τὸ διασαφηνίσωμεν τὸ ζήτημα. Ἡ διαλυθεῖσα Δʹ Συνέλευσις ἔδωσεν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν ἵνα προβῇ εἰς σύναψιν τῆς συμβάσεως μετὰ γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου. Ἐγένοντο τότε αἱ προκαταρκτικαὶ συνεννοήσεις, ἡ ὑπογραφὴ ὅμως ἔλαβε χώραν ἐπὶ δικτατορίας καὶ ἐπεξετάθη ἡ ἁρμοδιότης τῆς συμβάσεως εἰς πολὺ εὐρύτερον ὁρίζοντα. Δὲν ἐτηρήθησαν δὲ ποσῶς αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι αἵτινες θὰ ἔτεινον πρὸς τὸ καλόν, πρὸς ὃ κατευθύνονται αἱ προσπάθειαι τοῦ ἀναλαβόντος ὁμίλου.
§102Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο καὶ οὐδεμία σύμβασις εἶχε προπαρασκευασθῆ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν διὰ τῶν ἐφημερίδων εἰδοποιήσεων καὶ ἐκαλοῦμεν πάντα ἐνδιαφερόμενον νὰ ὑποβάλῃ προτάσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§103Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ συζητήσεων, ἀλλὰ περὶ ἐνάρξεως συνεννοήσεων. Αἱ συνεννοήσεις ἔχουν δύο σκέλη. Πρῶτον ἡ ζήτησις καὶ κατόπιν ἡ προσφορά. Ἔλεγον ἁπλῶς ὅτι ἡ συζήτησις ἐγένετο, ὡς εἶπεν ὁ διακόψας με ἀξιότιμος συνάδελφος, αἱ δὲ λοιπαὶ ἐμπεριστατωμέναι συζητήσεις ἔλαβον χώραν βραδύτερον. Ἐγὼ ἀτομικῶς, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐπροτίμων ἵνα μὴ εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον τόσαι ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα συγκεντρωθῶσι.
§104Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐδώσατε προσοχὴν εἰς τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα. Εἶπον ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ νὰ συζητήσωσι τὴν οὐσίαν τῆς συμβάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς ἐνεργείας, ἃς ὑπαινίττεσθε ἐπ’ αὐτῶν....
§105Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§106Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τέλος πάντων.
§107Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας ἐπιφυλάσσομαι ἐπ’ αὐτῆς νὰ ὁμιλήσω ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Ἑπομένως, ἂν νομίζητε ὅτι ἠμπορεῖτε κατόπιν τούτου νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς συμβάσεως, εἶναι πληρέστατον δικαίωμά σας. Ὁπωσδήποτε ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βοζίκης ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀπαντήσω.
§108Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂν τώρα σεῖς θέλετε νὰ ἐπεκταθῆτε ἐπὶ τῆς οὐσίας, θὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§109Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἀνέπτυξε τὸ νομικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως. Ἐπὶ τῆς οὐσίας κατὰ πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Δράμας, ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις ἀκριβῶς ἐκείνων τῶν στοιχείων ἅτινα θὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῆς γνώμης της διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ κάμωμεν ἔγκαιρον συζήτησιν. Ἐφόσον ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν ταύτην....
§110Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τὴν ἀπεδέχθη;
§111Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. .... νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ περιορισθῆτε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸ νομικὸν μέρος, ὥστε νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§112Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Πολὺ καλά. Εἰς τὴν γενομένην δήλωσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἀντελήφθην ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ μὴ εἰσόδου ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐγὼ συναινῶ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ βεβαιώσῃ ἂν ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοιαύτη.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§114Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ καταστῇ ἐνήμερος καὶ ἐφόσον προπαρασκευασθῇ πληρέστερον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς.
§115Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὀφείλω νὰ κάμω μίαν προκαταρκτικὴν δήλωσιν. Ὡς Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ μέλος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἀναλαμβάνω εὐθύνας διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνήργησα, δὲν ἀναλαμβάνω ὅμως εὐθύνας διὰ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων μου. Διὰ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων μου δύναμαι νὰ δώσω ἐξηγήσεις καὶ ἐπεξηγήσεις καὶ πληροφορίας. Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν προκαταρκτικὴν ταύτην δήλωσιν διὰ νὰ μὴ ἀφίσω καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῶν κ. κ. βουλευτῶν οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἐπὶ τῶν ὅσων θέλω εἴπῃ κατόπιν. Δὲν θέλω νὰ νομίσῃ τις ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ὅτι δίδων ἐπεξηγήσεις ἢ ἐξηγήσεις ἢ πληροφορίας ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν προκατόχων μου, ἀναλαμβάνω καὶ τὰς εὐθύνας τῶν πράξεων αὐτῶν. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι λίαν εὐεξήγητος ἡ ἐξέγερσις τῆς Κοινῆς Γνώμης διὰ τὸ γνωστὸν ζήτημα τῶν συμβάσεων. Εἶναι πραγματικῶς πρωτοφανὴς ὁ ἀριθμός, ἡ ποικιλία καὶ τὸ εἶδος τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνεπήδησαν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐπὶ τῆς δικτατορίας. Συμβάσεις ἐγένοντο διὰ κάθε πρᾶγμα. Συμβάσεις δι’ ἀποξηράνσεις ἑλῶν, συμβάσεις διὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ ροῦ ποταμῶν, συμβάσεις διὰ τὴν ναυσιπλοΐαν λιμνῶν, συμβάσεις διὰ σιδηροδρόμους, συμβάσεις διὰ δρόμους, συμβάσεις διὰ ἀεροπλοΐαν, συμβάσεις διὰ προμήθειαν ἠλεκτρικῶν εἰδῶν, διὰ κάθε εἶδος, τὸ ὁποῖον ἡ τόσον γόνιμος Ἑλληνικὴ φαντασία ἠδυνήθη νὰ δημιουργήσῃ. Ἀπὸ τὸ πλῆθος τοῦτο τῶν συμβάσεων ἄλλαι μὲν εἶναι ἐν ἐκτελέσει, ἄλλαι ἐξετελέσθησαν ἤδη, ἄλλαι πρόκειται ἢ ἀναμένονται νὰ ἐκτελεσθοῦν καὶ ἄλλαι ἐγκατελείφθησαν εὐθὺς μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ τοῦ δάσους τούτου τῶν συμβάσεων εὑρέθη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἅμα τῷ σχηματισμῷ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη μεταξύ μας καὶ ἰδίως μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ἐκληρονόμησαν τοιαύτας συμβάσεις, ἦτο τί θὰ ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡδήγησεν ἐμὲ εἰς τὴν κρίσιν μου ἐπὶ τῶν συμβάσεων τούτων, ἦτο τὸ ἑξῆς: Πρῶτον ὅτι ἐν τῇ κρίσει ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης συμβάσεως καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου θὰ ὤφειλα νὰ προστατεύσω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς ταῦτα συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κοινοῦ. Δεύτερον θὰ ὤφειλα νὰ καταστήσω σεβαστὴν τὴν καλὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Διότι, ὅπως συμβαίνει καὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν ἐν τῷ ἀγῶνι τοῦ βίου ἡ καλὴ πίστις ν’ ἀποτελῇ ἓν πρώτης τάξεως στοιχεῖον ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μεταξὺ τῶν Κρατῶν. Δυσκόλως δύναται ἓν Κράτος νὰ ὑπάρξῃ ἐν μιᾷ οἰκογενείᾳ Κρατῶν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὰ ὠφελήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τοῦ εἶναι ἀπαραίτητα, διὰ τὴν πρόοδόν του, ὅταν τὸ Κράτος τοῦτο ἔχασε τὴν πίστιν του, ὅταν δὲν θεωρῆται καλῆς πίστεως. Ἰδίως δὲ δι’ ἡμᾶς τοῦτο ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν, διότι εἴμεθα οἰκονομικῶς ἀσθενεῖς καὶ ὑπέστημεν συμφορὰς καὶ ἀτυχήματα μέχρις ἐσχάτων καὶ ἐσωτερικὰς κρίσεις παντοίας καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνορθωθῶμεν ἄνευ τῆς οἰκονομικῆς συνδρομῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ καλὴ πίστις ἡμῶν ἔχει δι’ ἡμᾶς μεγίστην σημασίαν. Ὅσον μεγαλυτέραν ἐμπιστοσύνην ἔχουν οἱ ἐξωτερικοὶ οἰκονομικοὶ παράγοντες ἐπὶ τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν, τόσον ἡ οἰκονομικὴ αὐτῶν συνδρομὴ θὰ γίνῃ ὑπὸ χειροτέρους ὅρους. Ἂν δὲ οὐδεμίαν ἔχουν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν, τότε δὲν θὰ τύχωμεν οὐδεμιᾶς συνδρομῆς. Ἦτο ἑπομένως τὸ στοιχεῖον τοῦτο, ἡ τήρησις δηλαδὴ ὑψηλὰ τῆς καλῆς ἡμῶν πίστεως, στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἔδει νὰ μὲ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν κρίσιν μου ἐπὶ ἑκάστης συμβάσεως. Οὕτω τί θὰ ἔδει νὰ πράξωμεν; Δυνάμεθα νὰ ἀκυρώσωμεν τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἐκληροδότησεν ἡ δικτατορία; Καὶ ποίας ἐκ τούτων δυνάμεθα νὰ ἀκυρώσωμεν; Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ συμβάσεις δὲν ὑπάγονται ὑπὸ τὸν αὐτὸν κανόνα. Ὑπάρχουν συμβάσεις αἵτινες στηρίζονται ἐπὶ νόμων προϋπαρχόντων τῆς δικτατορίας καὶ τὰς ὁποίας ἁπλῶς ἐξετέλεσεν ἡ δικτατορία. Ὑπάρχουν συμβάσεις αἵτινες στηρίζονται ἐπὶ νόμων προϋπαρχόντων τῆς δικτατορίας καὶ τὰς ὁποίας ἡ δικτατορία ἐτροποποίησε διὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ὁποία ἔσχεν ἐξουσιοδότησιν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως νὰ δημοσιεύῃ Ν. Διατάγματα καὶ ἐπὶ τῶν τροποποιηθέντων τούτων νόμων ἡ δικτατορία ἐστήριξε συμβάσεις. Ὑπάρχουν συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται ἐπίσης ἐπὶ προϋπαρχόντων τῆς δικτατορίας νόμων καὶ οἱ ὁποῖοι νόμοι ἐτροποποιήθησαν διὰ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τοῦ δικτάτορος, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἄλλοι ἐκ τῶν νόμων τούτων ἐτροποποιήθησαν ὑπαρχούσης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἄλλοι κατόπιν μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῶν τροποποιηθέντων τούτων νόμων ἐστηρίχθησαν συμβάσεις. Ὑπάρχουν συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐστηρίχθησαν ἐπὶ νόμων μὴ προϋπαρχόντων τῆς δικτατορίας, οἱ ὁποῖοι νόμοι ἐγένοντο τοιοῦτοι ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Δηλαδὴ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔδωσε τὸ δικαίωμα τῆς συμβάσεως, καὶ τοὺς ὁποίους νόμους ἐξετέλεσεν ἁπλῶς ἡ δικτατορία. Ὑπάρχουν συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδὲ κἂν διῆλθον ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ τὰς συμβάσεις αὐτὰς συνῆψε καὶ ἐδημοσίευσεν ἡ δικτατορία, ὑπαρχούσης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχουν συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ ὅσα εἶπον καὶ αἱ ὁποῖαι στηρίζονται ἐπὶ ἁπλῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τῆς δικτατορίας. Βλέπετε ποία ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς σύγχυσις συμβάσεων ὑπῆρχε καὶ διὰ τοῦτο χρειάζεται ἰδιαιτέρα προσοχὴ ὅταν πρέπῃ νὰ κρίνῃ τις περὶ αὐτῶν. Ὑπάρχουν συμβάσεις, συναφθεῖσαι μετὰ ξένων, ὑπάρχουν συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν μετὰ ἰδιωτῶν. Τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ πρὸ τοιαύτης καταστάσεως; Μία γενικὴ ἀκύρωσις ἀθρόα εἰς τί θὰ προσέκρουεν; Πρῶτον ἐγείρεται τὸ ζήτημα κατὰ πόσον μία Κυβέρνησις νόμιμος, μία Κυβέρνησις, ἂν ἐπιτρέπεται ἐγὼ μὴ νομικός, νὰ μεταχειρισθῶ τὴν νομικὴν ἔκφρασιν de jure, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκυρώσῃ, ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώσῃ νόμους μιᾶς Κυβερνήσεως de facto. Τοῦτο ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλυσα μόνος μου, τὸ ἐμελέτησα τῇ βοηθείᾳ εἰδικῶν συγγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην εἰδικῶν νομομαθῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεπέρανα εἶναι ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνουν ὅ,τι θέλουν. Ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώσουν ὅ,τι θέλουν, ἔχομεν παντοδυναμίαν διὰ νὰ πράξωμεν νομοθετικῶς ὅ,τι θέλομεν. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ παντοδυναμία αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς θεωρητική. Εἰς τὴν παντοδυναμίαν αὐτὴν τίθενται φραγμοὶ ὑπὸ ἀπόψεως πραγματικῆς. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικοὺς ἐξ αὐτῶν. Ὑπάρχουν φραγμοί, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς αὐτοὶ θέτομεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας, ὑπάρχουν μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ γενικὴ συνείδησις τὰ ἀποστέργει καὶ τὰ ὁποῖα τὰ νομοθετοῦμεν χωρὶς νὰ ὑπάρχουν ἔξωθεν ἡμῶν περιορισμοί. Αὗται εἶναι αἱ καλούμεναι γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, οἱ καλούμενοι γενικοὶ κανόνες τοῦ δικαίου, εἶναι οἱ φραγμοὶ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θέτομεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μας. Ἰδοὺ εἷς φραγμός. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι φραγμοὶ ὑπὸ ἔποψιν παντοδυναμίας. Εἴμεθα ἀπολύτως κύριοι ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ Κράτους ἡμῶν, ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἐκτὸς ἡμῶν καὶ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐπίσης εἶναι παντοδύναμα ἐν τοῖς ὁρίοις αὐτῶν, μὲ τὰ ὁποῖα ὅμως Κράτη εὑρισκόμεθα εἰς σχέσεις. Ἡ παντοδυναμία ἡμῶν περιορίζεται ὑπὸ τῆς παντοδυναμίας ἐκείνων.
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συγκρούεται.
§117Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πολλάκις συγκρούεται, πάντως περιορίζεται. Διότι ὅταν ἡμεῖς γνωρίζωμεν ὅτι θὰ συγκρουσθῶμεν, τὴν περιορίζομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι αὐτὴν τὴν παντοδυναμίαν. Διὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα πολὺ οὐσιῶδες τοῦτο κατὰ πόσον συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν de facto, ἂν εἶναι δυνατὸν τοιαῦται συνθῆκαι μεταξὺ ξένων Κρατῶν νὰ ἀκυρωθῶσιν ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν de jure. Κατὰ θεωρίαν ναί, εἰς τὴν πρᾶξιν ἡ Κυβέρνησις de jure θὰ ἔχῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ ξένου Κράτους, δεύτερον θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἐνδεχομένην διακοπὴν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων, ἴσως τὴν διακοπὴν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων, τὰ ἀντίποινα καὶ τέλος ἴσως καὶ τὸν πόλεμον. Ἑπομένως, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἐλευθέρα μία Κυβέρνησις νόμιμος διαδεχομένη μίαν κατάστασιν, μίαν Κυβέρνησιν de facto δὲν εἶναι, λέγω, ἀπολύτως ἐλευθέρα νὰ ἀκυρώσῃ τὰς συμβάσεις, τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας συνῆψε προκάτοχος Κυβέρνησις de facto μὲ ἄλλα Κράτη, λόγῳ τοῦ μὴ νομίμου αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι μία ἀρχή, ἡ ὁποία ἐτηρήθη γενικῶς παρ’ ὅλων τῶν Κρατῶν. Ἐζήτησα τὴν γνώμην διεθνολόγων καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι πραγματικῶς ἐτηρήθη πάντοτε ἡ ἀρχὴ αὐτή. Ἕν Κράτος μόνον τελευταίως ἐξῆλθε τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως... Ἡ Ρωσσία, ἡ ὁποία ἠκύρωσε τὰς συνθήκας, τὰς συναφθείσας ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως πρὸς ὅλα τὰ λοιπὰ Κράτη. Ἀπεμονώθη οὕτω ἐν τῷ κόσμῳ, εὑρέθη μόνη της. Ἐνόμισε κατ’ ἀρχὰς ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ζήσῃ μόνη. Ἐπεχείρησε κατόπιν νὰ μετατρέψῃ τὴν κοινωνικὴν σύνθεσιν καὶ τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν. Ὅταν δὲ κατόπιν ἐζήτησε νὰ ἔλθῃ ἐκ νέου εἰς σχέσεις μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ἄλλα Κράτη παρουσίασαν τὸν λογαριασμὸν καὶ τῆς εἶπον τί θὰ κάμετε μὲ τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ἠκυρώσατε; Ὥστε Κυβέρνησις de jure διαδεχομένη Κυβέρνησιν de facto εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τηρήσῃ τὰς συμβάσεις μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἐν τῷ διεθνεῖ δικαίῳ.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰς συνθήκας.
§119Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Συνθήκας ἢ συμβάσεις μετὰ ξένων Κρατῶν εἶναι τὸ αὐτό.
§120Ν. ΚΡΑΝΙΩΤΑΚΗΣ. Μὲ ξένον Κράτος εἶναι αὐτὴ ἡ σύμβασις;
§121Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀφήσατέ με νὰ διευθύνω τὴν ὁμιλίαν μου κατὰ τὸν τρόπον, τὸ ὁποῖον νομίζω καλύτερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας μία Κυβέρνησις συνάπτει μετ’ ἰδιωτῶν, εἴτε ὑπηκόων τοῦ ἰδίου Κράτους αὐτῆς, εἴτε ὑπηκόων ξένων Κρατῶν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου αἱ γνῶμαι εἶναι διηρημέναι. Εἶναι πολλοὶ καὶ λίαν σοβαροὶ διεθνολόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι καὶ τὰς τοιαύτας συμβάσεις μία τοιαύτη Κυβέρνησις, ἐχομένη τῆς ὑπολήψεως αὐτῆς καὶ τῆς ἐπιθυμίας ὅπως ἡ καλὴ πίστις αὐτῆς μείνῃ ἀπρόσβλητος, ὀφείλει νὰ κρατήσῃ καὶ τὰς τοιαύτας συμβάσεις ἐν ἰσχύϊ. Εἶναι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν τὸ ἀντίθετον, ὅτι δύναται μία τοιαύτη Κυβέρνησις νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τοὺς νόμους, νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας μία προηγουμένη νόμιμος κατάστασις συνῆψε καὶ νὰ τὰς ἀκυρώσῃ. Πρὸ τοῦ μεγάλου πολέμου ἐτηρεῖτο γενικῶς ὁ πρῶτος κανών. Μετὰ τὸν πόλεμον παρουσιάσθησαν ἐξαιρέσεις. Μία τοιαύτη εἶναι ἡ Ἰταλία ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Τζιολίττι εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον. Ὁ Τζιολίττι ἐλθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὀλίγον μετὰ τὸν πόλεμον, μολονότι ἦτο διάδοχος Κυβερνήσεως νομίμου, θεωρήσας ὅτι πολλαὶ τῶν συμβάσεων τῶν συναφθεισῶν κατὰ τὸν πόλεμον, ἦσαν ἐπιζήμιοι εἰς τὸ Κράτος καὶ ὅτι ἠναγκάσθησαν αἱ προηγούμεναι αὐτοῦ Κυβερνήσεις νὰ τὰς συνάψωσι λόγῳ τῶν δυσχερῶν περιστάσεων ἐκβιασθεῖσαι, οὕτως εἰπεῖν, ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τῆς Ἰταλίας καὶ ἔλαβε τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτῶν καὶ τὰς ἀνεθεώρησε πάσας πλὴν τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας συνῆψε μετὰ ξένων ὑπηκόων, διότι εἶπεν ὅτι ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων τῆς Ἰταλίας δύναμαι νὰ πράξω ὅ,τι θέλω, μετὰ ξένων ὑπηκόων ὅμως δὲν δύναμαι νὰ τὸ πράξω, διότι ἐκθέτω τὴν καλὴν πίστιν τῆς Ἰταλίας.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία ἦτο ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις;
§123Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅλα, ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν. Ὥστε ἦτο πολὺ εὔλογον νὰ γεννηθοῦν ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ τί ἔδει νὰ πράξω καὶ ὅτι τὸ ζήτημα ἀπετέλει ἀντικείμενον μελέτης σπουδαίας καὶ μεγάλης προσοχῆς. Δὲν ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ σπεύσω, μόλις ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας νὰ σταματήσω τὰ ἔργα τῆς Πάουερ ἢ ἄλλης τινος Ἑταιρείας, ἐργαζομένης, νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν δηλαδὴ καὶ πρὸς ἀκύρωσιν, τὴν σύμβασιν τῆς Πάουερ ἢ ἄλλης τινὸς Ἑταιρείας. Διότι διὰ μιᾶς τοιαύτης ἐσπευσμένης ἐνεργείας θὰ ἠδυνάμην νὰ ὠθήσω τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς κινδύνους, τῶν ὁποίων τὴν εὐθύνην δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναλάβω. Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσω μετὰ πολλῆς προσοχῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κ. βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔσπευσα, μόλις ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, νὰ σταματήσω τὰ ἔργα τῆς Πάουερ καὶ δὲν ἔσπευσα νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε, τὰς συμβάσεις αὐτάς. Ἐν τῇ μελέτῃ τῆς ὑποθέσεως εἶδον τὰ ἑξῆς: Ἡ Πάουερ ἐκυρώθη δι’ ἑνὸς Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 1925, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ 3270 νόμου τῆς 13 Ἰανουαρίου 1925 «περὶ παρατάσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1356 κλπ.» προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν: Ἄρθρον 2ον. Κυροῦται καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη κλπ.» «Κυροῦται», κύριοι βουλευταί, αὐτὸ λέγει τὸ Διάταγμα. Ὥστε τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 1925 εἶναι πρᾶξις κυρώσεως τῆς συμβάσεως. Τώρα κατὰ πόσον ὁ Πάγκαλος εἶχε τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδίδῃ Ν. Διατάγματα, τοῦτο δὲν εἶναι θέμα τῆς παρούσης συζητήσεως. Τοῦτο μόνον γνωρίζομεν, ὅτι ὁ μὲν Πάγκαλος ἐνόμιζεν ὅτι τὴν εἶχε τὴν ἐντολὴν αὐτὴν ἀπὸ τὸν λαόν, ἡμεῖς δὲ νομίζομεν ὅτι δὲν τὴν εἶχεν. Αὐτὸς ὅταν ἐξέδωκε τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα, ἦτο βέβαιος ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Ἐστηρίχθη δὲ εἰς τὸ νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν αὐτὴν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ τῆς δικτατορικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἀντεποιεῖτο....
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε δὲν εἶχε.
§125Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ Πάγκαλος ἀνέλαβε τὴν δικτατορικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατέλυσε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου διὰ τῆς βίας καὶ προέβη εἰς ὅσα προέβη. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐστηρίχθη ἐπὶ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Δʹ Συνέλευσιν τοῦ 1925. Ὑπὸ ποίους ὅρους ἐψηφίσθη αὐτὸς ὁ νόμος καὶ πῶς παρενεβλήθη τὸ ἄρθρον τοῦτο, τοῦτο δὲν εἶναι ἰδική μου ὑπόθεσις, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν οὔτε πληροφορίας νὰ σᾶς δώσω, καθόσον δὲν ἤμην μέλος τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης. Ἀλλὰ δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον τοῦτο, ὁ νόμος εἶναι νόμος, ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 6 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κατ’ ἀπόλυτον κρίσιν αὐτοῦ, νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν συμβάσεων κατόπιν προκηρύξεως διαγωνισμοῦ μετ’ Ἑταιρειῶν, ἀποσκοπουσῶν εἴτε εἰς τὴν παραγωγήν, εἴτε εἰς τὴν διανομὴν ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, εἴτε καὶ εἰς ἀμφότερα, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων, ὡς καὶ μετὰ σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν, προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ εἰς ταύτας ἡ ἠλεκτροκίνησις. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ διεξαγωγῆς διαγωνισμοῦ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, μετὰ γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Συγκοινωνίας ἁρμοδίου Συμβουλίου, νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτας συμβάσεις ὑπὸ ὅρους ἐγκρινομένους προηγουμένως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετὰ Ἑταιρειῶν ὑφισταμένων ἢ ἱδρυθησομένων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον». Ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀθηνῶν ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἢ μᾶλλον ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν ὅτι εἶναι ὑπέρβασις τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου δοθείσης ἐξουσιοδοτήσεως ἡ εἰς τὴν σύμβασιν παρέμβασις τοῦ ἄρθρου περὶ μεταφορῶν, δηλαδὴ τῶν ἄρθρων περὶ λεωφορείων, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Θὰ ἀφίσω τὸ ζήτημα αὐτὸ πρὸς τὸ παρὸν χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσω καὶ θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν δευτέραν ἀντίρρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀθηνῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὤφειλε νὰ λάβῃ προηγουμένως τὴν γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας ἁρμοδίου Συμβουλίου. Τὸ ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ ἡ γνώμη αὐτὴ νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τοῦτο καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν ὡμολόγησεν, ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην ἀπόδειξιν, διότι ἡ Δʹ Συνέλευσις εἰς ἕτερον ψήφισμα τῆς 30ῆς Ἰουνίου 1925 λέγει (ἀναγινώσκει): «Παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσιοδότησις ἐκδόσεως Ν. Διαταγμάτων, κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως κλπ.» Ὥστε ἡ ἰδία Συνέλευσις, ὁ νομοθέτης δηλαδή, χωρίζει τὴν ἁπλῆν γνώμην ἀπὸ τὴν σύμφωνον γνώμην. Ἡ σύμφωνος γνωμοδότησις εἶναι ὑποχρεωτική, ἡ γνώμη δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Ἀλλ’ ἤδη ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν ἐγείρει ἕτερον ζήτημα: Αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον, εἶναι γνώμη, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ἢ ἁπλαῖ ἐκθέσεις, ὁπότε δὲν ἐξεπληρώθη ὁ νόμος; Καὶ ἐπὶ πλέον τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον ἦτο νομίμως συγκεκροτημένον; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀρχίσω πρῶτον ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου, διότι ἂν αὐτὸ τὸ Συμβούλιον, ὡς συνεστήθη, δὲν ἀποτελεῖ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον, τότε εἶναι ἀδιάφορον τί λέγει εἰς τὰς ἐκθέσεις του, ἂν αὗται εἶναι γνῶμαι ἢ ὄχι. Κατὰ τὸ ὀργανικὸν Διάταγμα, τὸ Συμβούλιον τῶν σιδηροδρόμων ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν διευθυντὴν καὶ τοὺς ἓξ τμηματάρχας ὡς μόνιμον στέλεχος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ πυρήν, ὁ ὁποῖος μένει σταθερός. Εἰς τὸν πυρῆνα αὐτὸν τῶν ἑπτὰ μελῶν προστίθενται, προκειμένου περὶ ζητημάτων ἀφορώντων ἐκμεταλλεύσεις σιδηροδρόμων, εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ εἷς τοῦ Ἐπιμελητηρίου Πειραιῶς. Προκειμένου περὶ ἠλεκτρολογικῶν θεμάτων, εἰς τὸν βασικὸν τοῦτον πυρῆνα ἐξ ἑπτὰ μελῶν προστίθενται δύο τμηματάρχαι τῶν δημοσίων ἔργων καὶ εἷς καθηγητὴς τοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου, ἤτοι τὸ σύνολον δέκα. Ἐθεωρήθη ἡ δευτέρα σύστασις ὡς ἡ ἁρμοδία. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ἥμισυ τῶν δέκα εἶναι πέντε, ἔπρεπε νὰ προστεθοῦν ἀκόμη δύο, τὸ ὅλον ἑπτά. Ὥστε τὸ Συμβούλιον ἐξ ἑπτὰ μελῶν ἦτο νομίμως συγκεκροτημένον. Τὸ Συμβούλιον αὐτὸ συνῆλθε δίς, τὴν πρώτην φορὰν τὴν 5ην Αὐγούστου 1925 καὶ ἀπετελέσθη ὑπὸ ἑπτὰ μελῶν, ἀκριβῶς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον, πλὴν τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἠλεκτρολογικοῦ τμήματος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔλαβε μέρος, διότι εἶχε ἤδη δώσει ἰδίαν γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι κατατεθειμένη εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσα εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτό, ἀπετελέσθη δὲ ἀπὸ τοὺς κ. κ. Πανταζῆν, Σχινᾶν, Α. Οἰκονόμου, Σ. Ζωγραφάκην, Ε. Μπένσην, Π. Δεκουλάκον καὶ Π. Λοπρέστην. Σύμφωνα μὲ τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, ἡ πρώτη —ἂς τὴν ὀνομάσωμεν γνωμοδότησιν—τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐπροκάλεσε μίαν ἀπάντησιν τῶν ἐνδιαφερομένων. Τὴν 17 Αὐγούστου συνέρχεται ἐκ νέου τὸ Συμβούλιον μὲ 8 μέλη, προστεθέντος καὶ τοῦ κ. Μπενάγια καὶ πάλιν νομίμως συγκεκροτημένον, καὶ συντάσσει καὶ δευτέραν ἔκθεσιν. Ὥστε ἔχομεν δύο ἐκθέσεις τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου, νομίμως συγκροτηθέντος. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα κατὰ πόσον αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀποτελοῦν γνωμοδοτήσεις, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ἢ εἶναι ἁπλῶς ἐκθέσεις. Ἂς ἴδωμεν τί λέγουν αἱ ἴδιαι ἐκθέσεις (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν του τὴν προφορικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διαταγήν, ὅπως μελετήσῃ τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις, ἀφ’ ἑνὸς ἐκ μέρους τοῦ Συνδικάτου Τραπεζῶν καὶ «Πάουερ– Ἀντ–Τράξιον», ἀφ’ ἑτέρου τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας κλπ. καὶ νὰ ἐκθέσῃ ἐν συντόμῳ τὸ περιεχόμενον τῶν προτάσεων τούτων, διαφωτίζον συγχρόνως τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῶν διαλαμβανομένων ὅρων κλπ.» «Διαφωτίζον συγχρόνως τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν διαλαμβανομένων ὅρων». Ὅταν τὸ Συμβούλιον διαφωτίζῃ μίαν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν συνεπειῶν τῶν διαλαμβανομένων ὅρων, ἐκφράζει γνώμην, ἀναμφισβητήτως. Ὥστε καὶ ἂν διεξέλθητε καὶ ὁλόκληρον τὴν πρώτην ἔκθεσιν καὶ ὁλόκληρον τὴν δευτέραν ἔκθεσιν, θὰ ἴδητε ὅτι ὄχι μόνον ἐκφράζει γνώμην, ἀλλὰ κάμνει καὶ σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ Συμβούλιον καὶ ἐπιμένει ἐπὶ τῶν συστάσεων αὐτοῦ καὶ ἐκφράζει ἐπίμονον γνώμην ἐπὶ ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσῃ γνώμην.
§126Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἡ πρώτη γνωμοδότησις ἦτο ὑπέρ;
§127Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἦτο ἐναντίον τῆς συμβάσεως, ἐναντίον καὶ ἡ δευτέρα. Μετὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς ἢ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε Κυβέρνησις, μὴ θέλουσα νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου τῶν σιδηροδρόμων, ἐκάλεσεν, ἐσχημάτισεν ἓν ἄλλο Συμβούλιον ὄχι ὑπηρεσιακόν, τὸ ὁποῖον ἀπετελέσθη ἀπὸ ἓξ πρόσωπα. Ἀπὸ τὸν κ. Πανταζῆν, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ διευθυντὴς τῶν Σιδηροδρόμων, ἀπὸ τὸν κ. Κατακουζηνὸν τοῦ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου, ἀπὸ τὸν κ. Λυκιαρδόπουλον τοῦ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου, ἀπὸ τὸν κ. Μπρούμην τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου, ἀπὸ τὸν κ. Μαλτέζον, καθηγητὴν τοῦ Πολυτεχνείου, ἀπὸ τὸν κ. Μαντζαβῖνον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ἀπὸ τὸν κ. Θεοχάρην, βουλευτὴν τῆς περιφερείας ἐκείνης.
§128Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ἔξω τῆς ὑπηρεσίας.
§129Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔξω τῆς ὑπηρεσίας. Μάλιστα. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἰσῆλθεν ἐκ νέου εἰς τὴν μελέτην τῆς συμβάσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου, ἐκάλεσε καὶ τὰς δύο ἀνταγωνιζομένας Ἑταιρείας καὶ κατέληξεν εἰς τὸ νὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς «Πάουερ», ἀφοῦ μετέτρεψεν ἐν πολλοῖς τὴν ἀρχικῶς ὑποβληθεῖσαν.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τὰ βελτίω;
§131Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπὶ τὰ βελτίω, διότι παρεδέχθη τὰς παρατηρήσεις τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου ἐν πολλοῖς. Καὶ μετέτρεψε τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς «Πάουερ» ἐπὶ τὰ βελτίω. Ὑπέστη ἄλλως τε, ἡ σύμβασις αὕτη καὶ τρίτην μετατροπὴν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς της ἐπίσης ἐπὶ τὰ βελτίω, ὥστε ἔβαινε διαρκῶς βελτιουμένη.
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε εἶναι βελτίστη.
§133Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν γνωρίζω ἀκόμη ἂν εἶναι βελτίστη, ἀλλ’ ἔβαινε διαρκῶς βελτιουμένη. Συγχρόνως δὲ ἡ ἐν λόγῳ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε καὶ μίαν ἔκθεσιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν....
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν κ. Ταβουλάρην;
§135Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο τότε.
§136Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἦτο Ὑπουργός. Εἶναι εἷς καταχραστὴς φυγοδικῶν. (Θόρυβος).
§137Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡσυχάσατε, κύριοι. Βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τί συμβαίνει μέσα εἰς τὴν ψυχήν μου τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐκθέσω ὅσα θὰ σᾶς ἐκθέσω καὶ θὰ ὑπερασπισθῶ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλας περιστάσεις δὲν θὰ ὑπερασπιζόμην. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σεβασθῆτε τὴν τοιαύτην κατάστασίν μου καὶ νὰ ἀκούσητε μετά τινος προσοχῆς μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν θλιβερὰ δι’ ἡμᾶς. Ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸ τῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεώς της εἶχε διορίσει εἰσηγητάς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον μίαν ἔκθεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἰδικήν της, ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς εἴπω τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν περιγράφω ἁπλῶς πράγματα, δὲν ἔχω δὲ νὰ καλύψω εὐθύνας μου, δὲν ἔχω νὰ δικαιολογήσω πράξεις μου, εἶμαι οὕτως εἰπεῖν ἀμερόληπτος κριτής, ὀφείλω, λέγω, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν εἰσηγητῶν τῆς δευτέρας Ἐπιτροπῆς τὴν ὁποίαν, κ. βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν, ἠδύνασθε νὰ ζητήσητε νὰ τὴν μελετήσητε, περιέχει πολλὰς καὶ ἀξιολόγους παρατηρήσεις καὶ εἶναι τῳόντι λίαν ἀξιανάγνωστος.
§138Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ καταρρίψω τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ ἀναγνώσω τοιαύτην ἔκθεσιν.
§139Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι λίαν ἀξιανάγνωστος καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπολύτως βέβαιοι περὶ τοῦ ἐπιβλαβοῦς τῆς συμβάσεως, ἀξίζει νὰ τὴν μελετήσουν. Τόσον τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι ἀληθές, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ὥστε νὰ σᾶς προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἐγένετο μία συνεδρίασις εἰς τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον, τὸ ἀποτελούμενον ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὅλα εὐνοϊκῶς διατεθειμένα μὲ τὴν σύμβασιν. Παρῆσαν εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν οἱ κ.κ. Κ. Νέγρης πρόεδρος, Γ. Βούρβουλης, Κατακουζηνός, Δέδες, Λυκιαρδόπουλος, Τσεγκῆς, Ζάννος, Μάτσας, Κωνσταντᾶς, Γκούμας, Ζαχαρίας καὶ Μεταξᾶς ἐκ Πειραιῶς, τὸ δὲ πρακτικὸν τῆς συνεδριάσεως ταύτης βεβαιώνει ὅτι οἱ κ. κ. Κατακουζηνὸς ὡς πρόεδρος καὶ Λυκιαρδόπουλος ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συμβάσεως, εἰργάσθησαν, λέγει τὸ πρακτικόν, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου, οἵτινες ἀντιπροσώπευσαν μέλη τάξεως ὠργανωμένης.
§140Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ νόμος δὲν ἠθέλησε τὴν γνώμην οὐδενὸς ἐξ αὐτῶν. Ἠθέλησε τὴν γνώμην τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου.
§141Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας πλήρεις καὶ εἰλικρινεῖς διὰ νὰ σχηματίσητε κρίσιν. Δὲν πρέπει νὰ θυμώνετε. Λοιπὸν τὸ Βιομηχανικὸν καὶ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον ἐν τῷ πρακτικῷ του λέγει ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι τῆς ἐπὶ τῆς συμβάσεως Ἐπιτροπῆς εἰργάσθησαν μετὰ μεγίστου ζήλου εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως. Ἐξαίρει τὴν ἐμβριθῆ καὶ ἐπιστημονικὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ κ. Λυκιαρδόπουλος καὶ ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας της. Κατόπιν τούτου καὶ ἐγὼ σᾶς συνιστῶ τὴν μελέτην τὴν ἐκθέσεως τῶν εἰσηγητῶν, καθὼς καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἀξίζει νὰ τὰς μελετήσητε. Ἄν δὲν θέλητε νὰ συμφωνήσητε, τουλάχιστον νὰ διαφωνήσητε ἐν πλήρει γνώσει τοῦ τί λέγει ἡ ἔκθεσις αὐτή. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ὁ δικτάτωρ ἐξέδωσε τὸ Ν. Διάταγμα, οὐχὶ τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς κυρώσεως, καὶ δικαίως ἐξέδωκε τὸ Ν. Διάταγμα τῆς κυρώσεως, διότι τὸ Ν. Διάταγμα τῆς κυρώσεως περιλαμβάνει ἐν τοῖς ἄρθροις αὐτοῦ καὶ ζητήματα ἄλλα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ νομοθεσία. Διότι λέγει π. χ. τὸ ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ κατὰ τὴν κυρουμένην σύμβασιν ἀναγκαστικαὶ ἀπαλλοτριώσεις γενήσονται κλπ. κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΓΠΝΑʹ τοῦ 1911 κλπ.» Λέγει τὸ ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν διαλυομένων Ἑταιρειῶν κλπ. διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς διανεμομένης τοῖς μετόχοις ἀξίας, ὑποκειμένης εἰς φορολογίαν πρὸς 2% λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συστάσεως τῆς νέας Ἑταιρείας ἀξία τῶν μετοχῶν αὐτῆς κλπ. Αὐτὰ τὰ διαλαμβανόμενα ἐν τοῖς ἄρθροις τούτοις καὶ ἄλλα δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὴν σύμβασιν. Ἂν ἁπλῶς ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ἡ σύμβασις ὅπως εἶχε, θὰ ἐξεδίδετο ἓν ἁπλοῦν Διάταγμα, ὄχι Νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγε «ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν κλπ. κυροῦμεν τὴν σύμβασιν». Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ ἀρκεσθῇ ἐκεῖ καὶ ἤθελε νὰ περιλάβῃ καὶ ἄλλας διατάξεις, ἔκαμε Ν. Διάταγμα.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ποῖοι Ὑπουργοὶ ὑπογράφονται;
§143Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρόεδρος ὁ Πάγκαλος. Τὰ μέλη Ρέντης, Τσιριμῶκος, Μπούμπουλης, Ταβουλάρης, Χατζηκυριᾶκος κλπ. Ἦτο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 1925. Ὥστε εὑρισκόμεθα μὲ τὴν σύμβασιν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπὶ ἑνὸς Ν. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε μία Κυβέρνησις de facto τὴν 16ην Ὀκτωβρίου. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἕτερον παρεμπῖπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς εἶχον ἀφήσει κατὰ μέρος. Τὸ κατὰ πόσον καθιστᾷ τὴν σύμβασιν ταύτην ἄκυρον τὸ ὅτι ὁ νόμος τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1925 δὲν διαλαμβάνει διατάξεις περὶ λεωφορείων. Μολονότι θὰ ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅταν ἔρχεται ἓν Ν. Διάταγμα τῆς 16ης Ὀκτωβρίου 1925 καὶ μᾶς περιλαμβάνει ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα προεῖπον καὶ ἂν δὲν στηριχθῇ ἡ σύμβασις ἀπὸ ἀπόψεως πραγματικῆς ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ Ἰανουαρίου 1925 θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ, ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ δικτάτορος, εἰς τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 16ης Ἰανουαρίου 1926. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰσέλθω εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοθετοῦντος τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1925 Παγκάλου, διότι ἐνομοθέτει τὴν 16ην Ὀκτωβρίου....
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι, ὑπὸ αἵρεσιν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν.
§145Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσῃ ὁ Πάγκαλος δὲν θὰ ἐξέδιδε Ν. Διάταγμα, ἀλλὰ θὰ ἐξέδιδε Διάταγμα ἁπλῶς.
§146Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ αὐτό.
§147Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διατί δὲν ἠδύνατο; Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν λεωφορείων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν λεωφορείων ὑπάρχουν δύο γνῶμαι. Παρουσιάσθη μία Ἑταιρεία, πεπεισμένη ὅτι εὑρίσκεται ἐν πλήρει τάξει ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν ταύτην, καὶ ἔλαβε τὸ μονοπώλιον τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τροχιοδρομικῶν γραμμῶν. Ἔλαβεν αὐτὴ τὸ μονοπώλιον. Τί σημαίνει τὸ μονοπώλιον; Ὅτι δὲν δύναται ἄλλη ἐπιχείρησις ὁμοία μὲ αὐτὴν νὰ συναγωνισθῇ ἐπὶ τῶν αὐτῶν γραμμῶν. Ἂν ὅμως ὑποθέσωμεν, σᾶς λέγει ἡ μία ἄποψις, ὅτι πρόκειται ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ νὰ μείνῃ, συγχρόνως δὲ νὰ λειτουργῇ ἐν ἀπολύτῳ συναγωνισμῷ μετ’ αὐτῆς ἐπὶ τῶν αὐτῶν ὁδῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχει τὰς τροχιοδρομικὰς γραμμὰς καὶ οἱαδήποτε Ἑταιρεία λεωφορείων, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον διὰ λόγους τεχνικούς, τοὺς ὁποίους ἂν θέλητε νὰ σᾶς ἀναπτύξω, θὰ σᾶς ἀπησχόλουν ἐπὶ μακρόν, διὰ λόγους, ἐπαναλαμβάνω, λίαν εὐνοήτους εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;
§149Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι οἱ τροχιόδρομοι λειτουργοῦν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐλαστικότητα, δὲν δύνανται νὰ συσσωρεύσωσι μεγάλην κίνησιν εἰς ὡρισμένας ὥρας καὶ νὰ ἐλαττώσωσι ταύτην εἰς ἄλλας ὥρας. Δὲν εἶναι τοῦτο δυνατὸν διὰ τὸν τροχιόδρομον. Τουναντίον, τὰ λεωφορεῖα δύνανται νὰ πράξωσιν ὅ,τι θέλουν, νὰ πυκνώσουν τὴν κίνησίν των εἰς τὸ μέγιστον καὶ νὰ ἀραιώσουν αὐτὴν εἰς ἄλλας ὥρας. Ἂν λοιπὸν τὰ λεωφορεῖα ἐκμεταλλεύωνται τὰς ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ κίνησις εἶναι μεγίστη καὶ παύουν τὴν κίνησίν των ὅταν εἶναι ἐλαχίστη, ὁ τροχιόδρομος, ὅστις δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅστις δὲν δύναται νὰ πυκνώσῃ κατὰ πολὺ τὴν κίνησιν κατὰ τὰς ὥρας, καθ’ ἃς ἡ κίνησις εἶναι μεγίστη, οὔτε νὰ τὴν ἀραιώσῃ ἀναλόγως ὅταν ἡ κίνησις εἶναι ἐλαχίστη, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ συναγωνισθῇ πρὸς αὐτά. Διότι τὰ λεωφορεῖα θὰ ἐκμεταλλεύωνται τὴν μεγάλην κίνησιν εἰς βάρος τοῦ τροχιοδρόμου καὶ θὰ παύουν λειτουργοῦντα ὅταν ἡ κίνησις θὰ εἶναι ἀραιά, πάλιν εἰς βάρος τοῦ τροχιοδρόμου. Ἑπομένως ἡ ἐπιχείρησις τοῦ τροχιοδρόμου ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Ἂν θέλωμεν λοιπὸν νὰ ἔχωμεν μίαν τροχιοδρομικὴν Ἑταιρείαν ἥτις νὰ δύναται νὰ ζήσῃ, ὀφείλομεν νὰ τὴν συμπληρώσωμεν καὶ μὲ μίαν κίνησιν διὰ λεωφορείων διὰ νὰ δύναται τὸ ὑπερβάλλον τοῦ κινουμένου πληθυσμοῦ νὰ τὸ κινῇ διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς μέσων. Τόσον δὲ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε τὸ ἄρθρον 45 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑταιρεία μεταφορῶν θὰ δικαιοῦται πάντοτε νὰ συμπληρῇ τὴν ὑπηρεσίαν τροχιοδρόμων δι’ ὑπηρεσίας λεωφορείων, ὅπως οὕτως ἐξασφαλίζῃ τὴν κατὰ τὰ ἀνωτέρω ρυθμιζομένην ὑπηρεσίαν». Λοιπὸν ἡ μία ἄποψις εἶναι αὐτή, ἡ ἄλλη ἄποψις εἶναι τυπική, ἡ ὁποία λέγει καθαρὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον τοῦ Ἰανουαρίου 1925, δὲν ἀναφέρεται ἡ λέξις «λεωφορεῖον» καὶ τὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουν τὴν λέξιν αὐτήν, εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν τῆς νομοθετικῆς ἐντολῆς. Τώρα ζήτημα εἶναι ἄν, ἀφοῦ εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν τῆς νομοθετικῆς ἐντολῆς, ποῖον εἶναι ἄκυρον; Τὸ ὅλον τῆς συμβάσεως ἢ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν;
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ὅλον.
§151Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τοῦτο εἶναι ζήτημα. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις αὕτη ἤρχισεν ἐκτελουμένη, τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ γίνουν ὅπως ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ ἀρχίσῃ, ἐγένοντο. Αἱ Ἑταιρεῖαι ἐσχηματίσθησαν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἐξελίσσεται καὶ ἡ δικτατορία. Τὴν 1ην Ἀπριλίου 1926 καὶ τὴν 14ην Ἀπριλίου 1926 ἐνεκαθιδρύετο πλέον διὰ Διαταγμάτων. Αἱ Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι καθορίζονται διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, συνιστῶνται καὶ δημοσιεύονται τὰ σχετικὰ Διατάγματα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κύριοι, εἴχομεν πλέον μίαν ἀπροκάλυπτον δικτατορίαν, δὲν πιστεύω δὲ οἱ διαμφισβητοῦντες αὐτὴν διὰ τὸ πρότερον διάστημα νὰ ἀμφιβάλωσι πλέον περὶ αὐτῆς κατὰ τὴν 1ην καὶ 14ην Ἀπριλίου 1926. Καὶ ἡ ἀπροκάλυπτος δικτατορία ἐκτελεῖ τὴν σύμβασιν καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη, σχηματίζονται αἱ Ἑταιρεῖαι, δημοσιεύονται τὰ Καταστατικὰ αὐτῶν καὶ ὅλος ὁ ὀργανισμὸς ἀρχίζει λειτουργῶν μετ’ ὀλίγον δὲ ἀρχίζει ἡ κατασκευὴ τῶν ἔργων, τῶν ὁποίων ἡ σύμβασις καθώρισε τὴν ἐκτέλεσιν. Εἷς τῶν κ. κ. βουλευτῶν μὲ ἠρώτησεν, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ποῖα εἶναι τὰ ἔργα αὐτά. Εἶναι τὸ ἐργοστάσιον παραγωγῆς ρεύματος εἰς τὸν ὅρμον Ἁγίου Γεωργίου, εἶναι ἡ συμπλήρωσις ἡ προσωρινὴ τοῦ ἐργοστασίου παραγωγῆς ἐν Ν. Φαλήρῳ καὶ ἄλλα τινα ἔργα. Ἑπομένως ἤρχισεν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου.
§152Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Τὸ δάνειον εἶχε συναφθῆ;
§153Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Βεβαιότατα, τώρα ἀρχίζει ἡ περιπλοκὴ καὶ τώρα θὰ ἐννοήσητε διατί ἔκαμα κάποιαν μακρὰν προεισαγωγὴν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἐκθέσω τώρα, θὰ ἐννοήσητε πλέον τὴν πραγματικότητα, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα.
§154Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἡ ἕναρξις τῆς ἐκτελέσεως καθιστᾷ τὴν σύμβασιν ἔγκυρον ἢ ἄκυρον;
§155Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μὴ ἀνυπομονῆτε, κ. Χατζηδάκη, καὶ θὰ τὸ ἐννοήσητε. Διότι θὰ ἐπιτρέψητε εἰς ἐμέ, τὸν μὴ νομικόν, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐκτὸς τῶν νομικῶν ἀπόψεων ὑπάρχουσι καὶ μερικαὶ δυναμικαὶ ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι πολλάκις εἶναι ἰσχυρότεραι τῶν νομικῶν ἀπόψεων. Διὰ νὰ σχηματισθῇ τὸ κεφάλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξετελεῖτο τὸ ἔργον—τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ἀσχέτως πρὸς τὰς συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας, τὰς ὁποίας ἔχει καθεὶς πρὸς αὐτό, ὅτι εἶναι ἔργον κολοσσιαῖον, διότι τὸ ἔργον θὰ στοιχίσῃ περὶ τὰ 3½ ἑκατομμύρια Ἀγγλικὰς λίρας καὶ θὰ φθάσῃ μὲ τὰς συμπληρώσεις τὰ 4 ἑκατομμύρια λίρας—διὰ νὰ ἐξευρεθῶσι, λέγω, τὰ κεφάλαια αὐτά, ἐχρειάσθη μία ἄλλη ἐπέμβασις καὶ διὰ νὰ εὕρωμεν τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῶμεν τὴν προκαταβολὴν τοῦ πρώτου προσφυγικοῦ δανείου. Τότε ἐγένετο λόγος εἰς ἡμᾶς ὅτι θὰ ἦτο καλὸν καὶ τὸ Ἀγγλικὸν κεφάλαιον ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀναπτύξῃ πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος πολλὰς ἐπιχειρήσεις. Μάλιστα, οὕτως ἔχει καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς κάμω μίαν σύστασιν. Μετ’ ὀλίγον καιρὸν θὰ πρόκηται νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐκείνην διὰ νὰ ζητήσωμεν καὶ νέον δάνειον διὰ τοὺς πρόσφυγας, ὥστε καλὸν θὰ εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ μὴ ἀκουσθῶσι λόγοι τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι διαδιδόμενοι καὶ γενόμενοι περαιτέρω γνωστοί, δύνανται νὰ ψυχράνωσι τοὺς φίλους μας. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἡμεῖς τότε εὐχαρίστως ἐδέχθημεν τὴν τοιαύτην καλὴν διάθεσιν τοῦ Ἀγγλικοῦ κεφαλαίου καὶ τότε ἐστάλησαν εἰδικοὶ μηχανικοὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1924, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν ἀκριβῶς ταύτας τὰς ἐπιχειρήσεις καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπανελθόντες εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἔκαμον ἔκθεσιν εἰς τοὺς εἰδικοὺς τεχνικοὺς συμβούλους τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακίου περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς τοιούτου ἔργου. Τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκιον ἐνδιεφέρθη διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§156Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον;
§157Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Θέλον νὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν ἐπιχείρησιν, ἐδέχθη ὅπως ἐγγυηθῇ τὸ δάνειον τῶν δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἐγγυήσεως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο.
§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τί ἤθελεν εἰς τὸ μέσον;
§159Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκιον ἀπῄτησεν ὅπως συμμετάσχῃ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος.
§160Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀπὸ ποίαν πηγὴν ἔχετε αὐτὰς τὰς πληροφορίας;
§161Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου καὶ τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθην διὰ τὴν μελέτην μου, εὑρίσκομαι δὲ ἐν πλήρει γνώσει τῆς ὑποθέσεως. Θέτετε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἀξιοπιστίαν μου;
§162ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§163Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν σας, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε τὴν πηγήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχετε τὰς πληροφορίας αὐτάς.
§164Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω, μελετῶν τὴν ὑπόθεσιν ἐπὶ δίμηνον ἤδη καὶ τὴν μελετῶ μετὰ πάσης προσοχῆς, συναθροίσας πάντα τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα στοιχεῖα, μέγα μέρος τῶν ὁποίων σᾶς κατέθεσα ἤδη.
§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς ὅρους τοῦ προσφυγικοῦ δανείου.
§166Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐγὼ εἶπον ὅτι συνέπεσε τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο ἡ καταβολὴ τοῦ προσφυγικοῦ δανείου, ὄχι ὅτι τὸ ἓν συνεδέθη μὲ τὸ ἄλλο.
§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ θέλω νὰ διασαφηνισθῇ καλῶς, διότι κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητοῦμεν τὸ προσφυγικὸν δάνειον, συνέπιπτε νὰ εἶμαι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν συνεδέθη ποσῶς τὸ προσφυγικὸν δάνειον καὶ δὲν ἐδόθη καμμία ὑπόσχεσις ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ προσφυγικὸν δάνειον ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν αὐτήν. Οὔτε ὅμως, ὀφείλω νὰ τὸ δηλώσω, προεβλήθη ἀξίωσις νὰ δώσωμεν τοιαύτην ὑπόσχεσιν.
§168Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διὰ τῆς ἐγγυήσεως λοιπόν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκιον, ὅπως συναφθῇ τὸ δάνειον, κατέστη δυνατὴ ἡ σύναψις τοῦ δανείου ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους: 97½% τιμὴν ἐκδόσεως καὶ 5% ὀνομαστικὸς τόκος. Ἐν συνόλῳ τόκος πραγματικὸς 5¼%. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς ἦτο ἄριστον δάνειον, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν συνῆψεν ἕτερον ἡ Ἑλλάς. Μόνον τὸ Ἀγγλικὸν Δημόσιον δανείζεται ἀπὸ τὴν ἀγορὰν αὐτοῦ ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Λοιπόν, διὰ νὰ δυνηθῇ, ἢ μᾶλλον διὰ νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκιον καὶ ἐγγυηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο, ἐζήτησε νὰ τῷ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις. Καὶ ἐγένετο μελέτη τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐν Λονδίνῳ ὑπὸ τῶν εἰδικῶν προσώπων τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακίου. Διότι ἦτο πολὺ φυσικὸν τοῦτο· διὰ νὰ συστήσῃ τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκιον εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινὸν τὴν παροχὴν τοῦ δανείου ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, φυσικῷ τῷ λόγῳ, περὶ τίνος πρόκειται καὶ ἂν ἡ σύμβασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ συστήσῃ τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκιον τὸ δάνειον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων ἔργων, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ οἰκονομικῆς καὶ τεχνικῆς. Καὶ κατόπιν τῆς μελέτης ταύτης ἐγένετο τὸ δάνειον τοῦτο δυνατόν. Εἰς τὸ ὅλον δάνειον, τοῦ ὁποίου μέρος ἦτο τμῆμα τῶν δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν, συμμετέσχον καὶ ἄλλα κεφάλαια, συμμετέσχε καὶ Ἀγγλικὸς ὅμιλος μὲ 350,000 Ἀγγλικὰς λίρας, συμμετέσχεν ὁ Ἑλληνικὸς ὅμιλος μὲ 400,000 λίρας καὶ διάφορα Γαλλικὰ κεφάλαια μὲ 200,000 λίρας· αὐτὸ εἶναι τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἤδη ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1925 ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἐνταῦθα ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν — καὶ ἡ ἀνακοίνωσις αὐτὴ εἶναι εἰς τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον ἔχω καταθέσει — ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκιον ἠγγυήθη τὸ δάνειον τῶν δύο ἑκατομμυρίων λιρῶν καὶ παρεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν τότε, νὰ ἀνακοινώσῃ τοῦτο καὶ εἰς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας.
§169Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Διατί, ἀφοῦ ἡ σύμβασις συνήφθη τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1925, ἐγένετο ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας τὸν Αὔγουστον τοῦ 1925;
§170Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ κύριος Τσιτσεκλῆς μὲ ἐρωτᾷ, πῶς ἀφοῦ ἡ σύμβασις συνήφθη τὸν Ὀκτώβριον 1925, κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1925 ἐγένετο ἡ ἀνακοίνωσις παρὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Ἁπλούστατα, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἵνα συνάψῃ μίαν σύμβασιν, ἠθέλησε νὰ ἴδῃ ἐπὶ ποίων οἰκονομικῶν βάσεων ἐστηρίζετο· παρουσιάζετο μία Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ὅτι θὰ κάμω καὶ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἠθέλησε νὰ μάθῃ ποῦ θὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα. Καὶ τότε τῆς ἐγένετο ἡ ἀνακοίνωσις αὐτή. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα. Ἄν εἰσέλθητε, ἂν θελήσητε νὰ συζητήσητε τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, θὰ τὰ ἴδητε λεπτομερέστερον. Καὶ ὅταν, ὅπως σᾶς εἶπον, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1926 συνιστῶνται ὁριστικῶς αἱ Ἑταιρεῖαι καὶ βαίνομεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἦτο φυσικὸν νὰ συμβοῦν, ὅπως καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν παντὸς μεγάλου ἔργου, νὰ συμβοῦν, λέγω, προστριβαί τινες. Ἦτο πολὺ φυσικὸν τὸ ὅτι εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἐνδιαφερομένων αἱ γεννηθεῖσαι προστριβαὶ ἐδημιούργησαν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι παρὰ ταῖς ἁρμοδίαις ἀρχαῖς ὑπῆρχον ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ κύρους τῆς συμβάσεως. Καὶ τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, Κονδύλη πλέον, ὄχι Παγκάλου, τὴν 8ην Σεπτεμβρίου παρέσχε διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν διαβεβαίωσιν πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι κατὰ πάντα τὰ μέρη αὑτῆς ἔγκυρος.
§171ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἐξεπροσώπει τότε ὁ κ. Γ. Κονδύλης;
§172Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πληροφορίας ζητεῖτε; Σᾶς τὰς δίδω. Διατί θορυβεῖσθε;
§173Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δίδει πληροφορίας, ἡμεῖς τὸν διακόπτομεν χωρὶς νὰ ἀκούωμεν.
§174Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τί θέλετε, νὰ σᾶς ἀποκρύψω τὰ γεγονότα; Ἄν ἡ ἀλήθεια δὲν ἀρέσῃ, ἂν ἡ ἀλήθεια αὕτη εἶναι πικρά, τί νὰ σᾶς κάμω; Αὐτὴ εἶναι.
§175Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἔγγραφος περὶ τούτου ἀπόδειξις; Ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε, κ. Ὑπουργέ, παρακαλῶ;
§176Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑπάρχουν περὶ τούτου ἔγγραφοι ἀποδείξεις καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς ἀκόμη, ὅτι αἱ ἔγγραφοι περὶ τούτου ἀποδείξεις, τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἐγώ, εἶναι πολὺ ἐλαφρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέχουν. Δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς προσθέσω ἀκόμη καὶ τὸ ἄλλο· ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα καθιστῶσι τὴν σύμβασιν αὐτὴν πλέον σύμβασιν πρὸς Κράτος.
§177Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖον Κράτος;
§178Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὴν Ἀγγλίαν. Καὶ δύναμαι ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο. (Θόρυβος). Παρακαλῶ, κύριοι, διότι ὅλοι ἐδῶ μέσα ἔχομεν μίαν κάποιαν εὐθύνην.
§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀναλαμβάνομεν.
§180Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἂν τὴν ἀναλαμβάνουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύνανται νὰ τὴν ἀναλάβουν. Δύναμαι ἀκόμη νὰ προσθέσω... (Διακοπαί). Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δύναμαι νὰ σᾶς προσθέσω ἀκόμη καὶ τοῦτο· ὅτι, ἂν μοῦ ζητεῖτε πληροφορίας νὰ σᾶς εἴπω ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα καὶ ἂν μοῦ εἴπητε δείξατέ μας αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, θὰ σᾶς εἴπω καθαρά. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὰ δείξω. (Θόρυβος). Μάλιστα, κύριοι, ἀρνοῦμαι. Ἐν περιπτώσει δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ὅτι πρέπει, παρὰ τὴν ἄρνησίν μου, νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θὰ ζητήσῃ νὰ κατατεθῶσιν ἀπὸ ἄλλον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὗρον τὰ πράγματα ὅταν παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Εἰς ἐμὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῇ πλέον σκέψις ὅπως ὑποβάλω τὴν σύμβασιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Δι’ ἐμὲ ἡ σύμβασις αὕτη, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχεν ἀμφιβολία περὶ τοῦ νομικοῦ μέρους, εἶχε κῦρος διπλωματικόν, διεθνές. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διακόψω τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐξετελοῦντο δυνάμει τῆς συμβάσεως ταύτης. Δὲν ἔμενε παρὰ μία καὶ μόνη ὁδός. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν νὰ κινηθῶμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αἱ τάξεις αἱ κοινωνικαί, αἱ ἐργαζόμεναι τάξεις ἐκεῖναι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ἐθίγοντο διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, νὰ ἀποφύγωσι τὰς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ἐνδεχομένας ζημίας. Ὅπως ἐννοεῖτε, κύριοι βουλευταί, κάθε ἐκτελούμενον ἔργον προόδου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ θίγῃ συμφέροντα. Ὅταν ἦλθεν ὁ σιδηρόδρομος ἔθιξε τὰ συμφέροντα τῶν καρραγωγέων. Ὅταν ἦλθε τὸ αὐτοκίνητον ἔθιξε τὰ συμφέροντα τῶν ἁμαξηλατῶν καὶ οὕτω καθεξῆς. Μίαν ἡμέραν τὸ ἀεροπλάνον τίς οἶδε ποῖα συμφέροντα θὰ θίξῃ ἀναπτυσσόμενον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἔργον προόδου χωρὶς νὰ θίξῃ συμφέροντα. Ἑπομένως καὶ τὸ ἔργον τοῦτο, ἐπίσης προόδου, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ θίξῃ συμφέροντα. Λοιπὸν τὰ συμφέροντα, ἅτινα κυρίως ἐθίγοντο διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἦσαν διάφορα. Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ κανεὶς πῶς ἦτο δυνατὸν χωρὶς νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ταύτης, νὰ ἐπιφέρωμεν βελτιώσεις, τροποποιήσεις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αἱ βλάβαι τῶν συμφερόντων τούτων νὰ ἀποφευχθῶσι τουλάχιστον, νὰ γίνουν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφρότεραι. Πρὸς τοῦτο ἐγένοντο ἀπὸ ἡμᾶς αἱ κατάλληλοι διαπραγματεύσεις. Ὀφείλω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν προσέφερεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας. Τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν, χωρὶς δὲ νὰ ἀρνηθῶμεν ποσῶς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπιβάλλει ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμβάσεως, ἣν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτελέσωμεν ἐν τῷ συνόλῳ της καὶ καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη, ἔχομεν διαβεβαιώσεις τοιαύτας, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν βελτιώσεις εἰς διάφορα σημεῖα αὐτῆς καὶ δὴ εἰς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, τὰ θίγοντα περισσότερον ὡρισμένας τάξεις ἐργαζομένων, αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς ἐνεφανίσθησαν ἐν ἐξεγέρσει κατὰ τῆς συμβάσεως ταύτης.
§181Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Νὰ τὰς ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν.
§182Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ τὰς ἀνακοινώσω. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι, περὶ τοῦ νομικοῦ μέρους. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐξ ὅσων ἐξέθεσα περὶ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, θὰ νομίσῃ ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν αὐτῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν σύστασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ σύστασίς μου εἶναι αὕτη: Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι καλῶς ἐνηργήσαμεν, κατόπιν τῆς καταστάσεως, ἣν εὕρομεν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ συνεβούλευον τὴν Βουλὴν νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Δύνανται μάλιστα νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν, ἂν δέχηται ἡ Βουλή, αἱ διάφοροι ἐκθέσεις, ἀλλ’ ἡ συζήτησις τῆς οὐσίας δὲν θὰ ἦγεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα καὶ μᾶλλον θλιβερὰ θὰ ἦτο. Καὶ τοῦτο ἔχω νὰ προσθέσω. Δὲν παραγνωρίζω, ἀσχέτως μὲ τὰς ὠφελείας ἢ ζημίας τῆς συμβάσεως ταύτης, ὅτι δὲν εἶναι εὐχάριστος ἡ θέσις, εἰς ἣν εὑρέθημεν ἐν γένει ἀπὸ ἀπόψεως συμβάσεων, τὰς ὁποίας συνῆψεν ἡ δικτατορία. Ἀλλὰ εὑρέθημεν εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, κύριοι, διότι μίαν ἡμέραν ἐκ τῶν τελευταίων τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1925, εἷς ἄνθρωπος, λαβὼν δύο λόχους ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία εἶχε τὸν νόμιμον αὐτῆς χαρακτῆρα καὶ ἐδημιούργησεν ἓν καθεστὼς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν καὶ ἐπὶ δεκατέσσαρας μῆνας, καθ’ οὓς τοῦτο διήρκεσεν, ἐδημιούργησε σχέσεις, ἐδημιούργησε συμφέροντα, ἐδημιούργησε καταστάσεις, ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ ξένων Δυνάμεων. Τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο ἐδημιούργει ἐπὶ δεκατέσσαρας μῆνας τὰ πράγματα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα τώρα τόσον δικαίως ἀγανακτεῖτε. Ἀλλὰ τί ἐπράττομεν ἡμεῖς ἐπὶ δεκατέσσαρας μῆνας; Ποῦ ἦτο ἡ ἀγανάκτησις, ἡ ὁποία ἐκχειλίζει σήμερον, ποῦ ἦτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν; (Χειροκροτήματα). Συμβάσεις ἐδημοσιεύοντο τότε κάθε ἡμέραν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τί ἔπραττον ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον λόγον τότε καὶ ἔχουν τώρα;
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶχον νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ τάγματα.
§184Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅταν, κ. βουλευτά, εἷς λαὸς αἰσθάνεται ὅτι προσβάλλονται αἱ ἐλευθερίαι του καὶ τὰ δικαιώματά του, ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπίζῃ καὶ τὰ τάγματα. Τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς γείνῃ μάθημα. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν ἡ φωνή μου νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς βλέπῃ ὅτι δι’ αὐθαιρέτων πράξεων ὀλίγων ἀτόμων καταπατοῦνται τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι θὰ πάθουν ὄχι μόνον τὰ ἰδανικά του, ἀλλ’ ὅτι θὰ καταστραφοῦν καὶ τὰ ὑλικὰ αὐτοῦ συμφέροντα καὶ τότε ἔχει καθῆκον ἀντὶ νὰ περιμένῃ πότε ὁ δικτάτωρ θὰ εὐδοκήσῃ νὰ τοῦ ἀποδώσῃ τὴν ψῆφον, ὀφείλει νὰ ἐγερθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὡς εἷς ἄνθρωπος, νὰ ἐγερθῶμεν ὅλοι καὶ μὲ τὰ ὅπλα ἀνὰ χεῖρας νὰ ὑπερασπίζωμεν καὶ τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματά μας καὶ τὰ συμφέροντά μας. (Χειροκροτήματα).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§186Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχον δίκαιον, κύριοι βουλευταί, ὅταν ἔλεγον ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βοζίκη, ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως καὶ πρὶν λάβωμεν ἡμεῖς οἱ ἐγγεγραμμένοι τὸν λόγον. Ἀπόδειξις τοῦ δικαίου εἶναι τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας λεχθέντα. Ἐκ τῶν λεχθέντων τούτων προκύπτει, κύριοι, ἓν ὅτι οὐδεμία ἐπιτρέπεται πλέον συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔθεσε σαφῶς καὶ ρητῶς τὸ ζήτημα πρὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς ὅτι μετὰ ψυχικῆς ὀδύνης ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν σύμβασιν ταύτην.
§187Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶπον τοιοῦτον τι.
§188Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπατε ὅτι μετὰ λύπης μου ἐγὼ ἀναγκάζομαι, κύριοι βουλευταί, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅσα λέγω.
§189Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὄχι ὅλα...
§190Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Μάρτυς ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§191Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἄν εἴχετε τὴν καλωσύνην, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀναφέρητε λόγους μου, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ τοὺς ἀρνηθῶ. Εἶπον ὅτι εὑρίσκομαι ἴσως μετὰ λύπης μου εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκθέσω γνώμην καὶ νὰ φανῶ ὑπερασπιζόμενος πράγματα, ἐννοῶν πράξεις τῶν προκατόχων μου Ὑπουργῶν.
§192Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε δὲν πταίω ἐγώ, ἀλλὰ δὲν ἐδηλώθη παρ’ ὑμῶν ὅτι ἦτο ἄσχετον τὸ λεγόμενον παρ’ ὑμῶν πρὸς τὸ θέμα. Κύριοι, ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ὑπουργὸς τροποποιῇ ἤδη τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα, ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ τὴν τροποποίησιν ταύτην καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ ὅτι ἐπλανήθην. Ἀλλὰ παραμένει πάντως ἡ ἐντύπωσις ὅτι δὲν εἶναι ἐλευθέρα οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τῆς συμβάσεως, διότι ἀνεξαρτήτως....
§193Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ποῖος τὸ εἶπε. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας. Σᾶς εἶπον τὰ ἑξῆς· ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, νομικῶς ἔγκυρος. Ἄν δὲ ὑπάρχῃ περὶ τούτου ἀμφιβολία πάντως εἶναι διπλωματικῶς ἰσχύουσα, δηλαδὴ ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι πλέον λαμβάνουσι τὴν μορφὴν συμφωνιῶν Κράτους πρὸς Κράτος. Βεβαιότατα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψῃ ἡ Βουλὴ μίαν συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μὲ ἄλλα Κράτη. Βεβαίως ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀνατρέπει. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα.
§194Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐξεπροσωπεῖτο ἀπὸ νόμιμον Κυβέρνησιν. Δὲν δύναται κανεὶς δικτάτωρ νὰ συνάπτῃ συμβάσεις.
§195Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριε Μπακόπουλε, δὲν γνωρίζω....
§196Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ εἶπεν ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην του, εἶναι ἔγκυρος ἡ σύμβασις καὶ ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει τὸ δίκαιον νὰ ὑποχωρῇ εἰς τὰ πράγματα.
§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§198Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶπον τὸ ἑξῆς.
§199Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ κατέλθω τοῦ βήματος καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ πλέον τὰ πρακτικά.
§200Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρητε εἰς τὴν Βουλὴν τί εἶπον παρόντος ἐμοῦ, ὅταν ἐγὼ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶπον ἄλλα πράγματα. Πολιτικῶς ἐν γένει ἔχομεν θέσει τὸ....
§201Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§202Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅταν ἀναφέρητε τί εἶπον ἐγώ....
§203Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ καταχρᾶσθε....
§204Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀφήσω νὰ ἀναφέρητε ἄλλους λόγους ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶπον ἐγώ.
§205Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ κοινοβουλευτικὴ πεῖρα διδάσκει ὅτι ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων ὀφείλετε νὰ δέχεσθε διακοπάς.
§206Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐφόσον πρόκειται νὰ ἀναφέρητε λόγους ἰδικούς μου, ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τοὺς εἶπον ἀλλέως, ὀφείλω νὰ σᾶς διακόπτω. Ἂν ἐπιμένητε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μὴ τοὺς διαψεύσω, τότε δὲν θὰ σᾶς ἀκούσω.
§207Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀνάγκην, οὔτε μοὶ περιποιεῖ τιμὴν ἂν μὲ ἀκούσητε ἢ ἂν δὲν μὲ ἀκούσητε. (Χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν κ. κ. βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀποδοκιμασίαι δὲ ἐκ τῆς πτέρυγος τῶν Ἐλευθεροφρόνων).
§208Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε.
§209Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ φρᾶσις «δὲν μοὶ περιποιεῖ τιμὴν» εἶναι ἀσέβεια, δὲν εἶναι φρᾶσις κοινοβουλευτική.
§210Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν μοὶ περιποιεῖ τιμὴν οὐδὲ θέλω νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ δὲν μοὶ περιποιεῖ τιμὴν οὐδεὶς μὴ θέλων νὰ μὲ ἀκούσῃ. Εἶναι ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος ἀντιπρόσωπος νὰ σεβασθῇ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἂν δὲ ὑπάρχουν ἀντιπρόσωποι, εἴτε ὑψίστας πολιτικὰς θέσεις κατέχοντες, εἴτε μὴ κατέχοντες τοιαύτας, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι τὰς ὑποχρεώσεις των αὐτάς, τοῦτο, βεβαίως, δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν δι’ ἐμὲ καὶ τὸ ἀντίθετον δὲν ἀποτελεῖ τιμὴν δι’ αὐτούς. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως, κ. Πρόεδρε καὶ κύριοι βουλευταί, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μὲ διακόπτῃ καὶ νὰ ἀντιτάσσῃ εἴτε διάψευσιν εἴτε ἴδια ἐπιχειρήματα. Ὑπάρχει ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως. Δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπαντήσητε εἰς ὅσα λέγω καὶ δύνασθε μάλιστα, διότι εἶσθε Ὑπουργός, εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ πράττητε τοῦτο, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ μὴ δύναμαι ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ μέρους τῶν κ. κ. βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐνῷ οἱ κ. κ. βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων προσπαθοῦν νὰ διακόψουν τὸν ρήτορα).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ρήτωρ δὲν ἐπιτρέπει καμμίαν διακοπήν.
§212Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦτα ἔγγραφα ἐν σχέσει πρὸς τὴν σύμβασιν καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπιτρέπω ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ μὲ διακόψῃ. Εἶπε τοῦτο ἢ ὄχι, ὅτι ὑπάρχουν ἔγγραφα τοιαῦτα ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἔχουν σχέσιν ἄμεσον πρὸς τὴν σύμβασιν. Διατί, παρακαλῶ, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ ποῖον ἄλλον λόγον ἢ διότι εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ ἐξέγερσιν τῆς Βουλῆς, ὡς ἄλλοτε ὑπεδήλωσε. Ὅταν τοιαῦτα ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ὑπουργὸς εἶπε, δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ ἐπιμένω ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ὑπουργός, διότι τότε θὰ ἔπαυε πᾶσα συζήτησις, διότι τότε θὰ εὑρίσκετο ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία πρὸ τοῦ Σινικοῦ αὐτοῦ τείχους νὰ μὴ δύναται ἐλευθέρως νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι, ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι δὲν ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὁ κ. Βαζίκης. Καὶ ἀπήντησεν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς καὶ ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος ἔδει νὰ γίνῃ συζήτησις, ὡς ἐτέθη ὑφ’ ὑμῶν καὶ διότι καὶ ὑφ’ ἡμῶν καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιτίμου συμπολίτου μου καὶ ἐμοῦ ἐτέθη ἡ συζήτησις, ἂν ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἢ ὄχι ἔγκυρος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς συγχρόνως παρέταξεν ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς συμβάσεως καὶ ἀντέταξε τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ἀκαταμάχητον, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους κατέρχομαι, κύριοι βουλευταί, τοῦ βήματος.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§214Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συνάδελφός μου ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν λεπτομερείᾳ τὴν ἱστορίαν τῆς συμβάσεως ταύτης. Εἰς ἐμὲ δὲν ἐπέτρεψε νὰ τὸν διακόψω διὰ νὰ δηλώσω σαφῶς κάτι, τὸ ὁποῖον θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἐπαναλάβω ἅπαξ ἔτι: ὅτι ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συνάψωμεν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1924 τὸ προσφυγικὸν δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη, ἂς τὸ μνημονεύσω, ὑπὸ ἐπιτυχίας ἀληθῶς πρωτοφανοῦς ὄχι μόνον διὰ τὰ Ἑλληνικὰ δάνεια, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντα τὰ δάνεια, τὰ συναφθέντα μετὰ τὸν πόλεμον, οὐδεμία μᾶς προεβλήθη ἀξίωσις ὅπως ὑποσχεθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι ἤθελε δώσει τὴν παραχώρησιν τῆς ἠλεκτροκινήσεως καὶ τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν περιχώρων εἰς Ἑταιρείαν Ἀγγλικήν. Καὶ οὐδεὶς εἶχε δώσει τοιαύτην ὑπόσχεσιν. Ἐξιστόρησε μετὰ ταῦτα πῶς ἐγένετο ἡ σύναψις τῆς συμβάσεως, πῶς ἠκούσθη μὲν ἡ γνώμη τοῦ τεχνικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ παρεβιάσθη διὰ νὰ συσταθῇ ἕν, κατὰ τὸ δημόσιον δίκαιον, ἀνεύθυνον Συμβούλιον, ὑπὸ οἱωνδήποτε ἀξιοτίμων προσώπων καὶ ἂν συνίστατο, Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συνηγόρησε τελειωτικῶς ὑπὲρ τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως. Προὐτάθη ἐκλογή τις εἰς τὴν μελέτην ὅλων τούτων τῶν ἐκθέσεων. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ προδικάσῃ τις γνώμην περὶ τοῦ συμφόρου ἢ ἀσυμφόρου τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὅταν ἐζήτησα νὰ χειρισθῶ ἐν τῇ ὑπευθύνῳ ὑπηρεσίᾳ μου τὸ ζήτημα ἐπεθύμησα νὰ λάβω γνῶσιν ἀντιρρήσεών τινων. Θὰ ἐπικαλεσθῶ δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὅτι μίαν ἢ δύο ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ἐθεώρει ὡς καταστρεπτικάς, ἐθεώρει ὡς περιεχούσας ὅρον καταστρεπτικόν, θὰ ἔλεγον, διὰ τὸ Κοινὸν καὶ διὰ τὸ Κράτος ἀμέσως, ὅτι εὑρῆκα ἀβασίμους. Ὀφείλομεν λοιπὸν πρῶτον νὰ μελετήσωμεν καλῶς τὰς ἐκθέσεις, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου καὶ κατόπιν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς ἔστω, διότι φέρει τὴν ὑπογραφὴν τῆς Ἑλλάδος, πρέπει μετὰ ψυχραιμίας νὰ χειρισθῶμεν. Ἠκούσθησαν ἀντιρρήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομικὸν κῦρος τῆς συμβάσεως. Ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφός μου, ἴσως μετὰ δεξιότητος, τὴν ὁποίαν καὶ νομικὸς θὰ ἐζήλευεν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης. Ἂν ἤθελέ τις νὰ συνοψίσῃ ἐν ὀλίγοις τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ θὰ ἔλεγε τοῦτο: Πρόκειται πρῶτον περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε πολὺ τοὺς διεθνολόγους, ἂν μία Κυβέρνησις, ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις «de facto», σφετερισθεῖσα τὰ δικαιώματα τὰ λαϊκά, δικαιοῦται νὰ συνάπτῃ συμβάσεις, νὰ ἀναλαμβάνῃ ὑποχρεώσεις καὶ μέχρι τίνος σημείου εἶναι σεβασταὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὐταί. Πρῶτον ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθησαν οἱ διεθνολόγοι. Γεννᾶται ἔπειτα ἓν ἄλλο ζήτημα, ἂν κατὰ τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον ὁ νόμος τοῦ 1925 ἔδιδε τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς σύναψιν συμβάσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, ὁπότε τὸ νομοθετικὸν κληθὲν Διάταγμα ἴσως ἦτο καὶ περιττόν, ἐχρησίμευε μόνον δι’ ἃ μέρη νέοι τίθενται κανόνες δικαίου. Ὥσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν σήμερον, ὅτε ἔχομεν καὶ ἓν διεθνὲς Δικαστήριον διὰ τὴν ἀνθρωπότητα, νὰ δικάζῃ τὰς διαφορὰς ταύτας καὶ νὰ μὴ δικάζωνται μόνον ἐπὶ τῇ βάσει διπλωματικῶν παραστάσεων ἢ συστάσεων ἢ ἀπειλῆς; ὅσον ἀφορᾷ, λέγω, τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὀρθῶς εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ συνάδελφός μου, ὅτι ἡ κρατοῦσα γνώμη εἶναι ὅτι Κράτος, συμβαλλόμενον μετ’ ἄλλου Κράτους, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐξετάζῃ ἂν οἱ κατὰ κανόνα φορεῖς τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους ἐγένοντο ἀνωμάλως ἢ παρανόμως τοιοῦτοι. Ἐννοεῖτε δέ, κύριοι, ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο μόνον ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους, τοῦ ἀντλοῦντος δικαιώματα ἐκ μιᾶς συμβάσεως διεθνοῦς, ἐγένετο καὶ ἐν τῷ συμφέροντι πάντων τῶν Κρατῶν, διότι ἄλλως θὰ ἔπρεπεν ἕκαστον Κράτος, προκειμένου νὰ συμβληθῇ, νὰ ἐξετάζῃ τὴν ἐσωτερικὴν νομοθεσίαν τοῦ ἄλλου Κράτους, νὰ ἐξετάζῃ ἂν ἐφηρμόσθη ἐπακριβῶς ἡ ἐσωτερικὴ ἐκείνου νομοθεσία, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τὴν ἰδικήν μας, νὰ ἐξετάσῃ πρῶτον περὶ τοῦ ἐκπεσόντος δικτάτορος ἂν ἐδικαιοῦτο νὰ ὁρίσῃ προεδρικὴν ἐκλογὴν εἰς δύο Κυριακάς, νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1924 ἦτο νόμιμος, νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ Βουλὴ τοῦ 1925 διελύθη καλῶς καὶ οὕτω θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἂν ἐπετρέπετο εἰς πᾶσαν διαπραγμάτευσιν νὰ δύναται ἕκαστος νὰ ἐξετάζῃ ἂν ἀνωμάλως ἢ παρανόμως ἐξειλίχθησαν τὰ παρ’ ἡμῖν, ἢ θὰ ἦτο καθαρὰ ἐπέμβασις πλέον εἰς τὰς ἐσωτερικάς μας ὑποθέσεις; Δὲν εἶναι λοιπὸν μόνον διὰ τὸ συμφέρον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συναλλάσσονται πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀντλοῦν δικαιώματα, θὰ ἦτο συμφέρον ὅλων τῶν Κρατῶν νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς αὐτό.
§215Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅταν συμβάλλωνται τὰ Κράτη πρὸς ἄλληλα ἢ καὶ οἱ ἰδιῶται, πρώτη τους δουλειὰ δὲν εἶναι νὰ ζητήσουν τὰ πληρεξούσια ἑκατέρωθεν διὰ νὰ ἴδουν ἂν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παρίστανται;
§216Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου καὶ σεβαστὸς φίλος μου ἔχει δίκαιον, ἀλλ’ ἕτερον ἑκάτερον. Ἂν ὁ κ. Πάγκαλος ἔκαμε μίαν σύμβασιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ τὸ πληρεξούσιον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐξεπροσώπει τὸν κ. Πάγκαλον. Ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ πληρεξουσίου, αὐτὸς ἦτο, ἀναμφισβητήτως, ὁ φορεὺς τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας, εἴτε ἠθέλομεν, εἴτε δὲν ἠθέλομεν ἡμεῖς. Ὀρθότατα δὲ κατέληξεν ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, εἰπὼν ὅτι σκέπτονται οἱ κρίνοντες τὰ τοιαῦτα ὅτι ὑποχρέωσιν ἱερὰν ἔχουσιν οἱ λαοὶ νὰ ἐξανίστανται, ὅταν αἱ τύχαι αὐτῶν καταπατῶνται κατὰ τοιοῦτον ἀσύμφορον τρόπον. Εἶναι δὲ συμφέρον τοῦ διεθνοῦς δικαίου τοῦτο, εἶναι συμφέρον τῆς ἐπικρατήσεως τῶν συναλλαγῶν. Γνωρίζετε δὲ ἀκόμη ὅτι καὶ τὸ ἀστικὸν δίκαιον καὶ τὸ δημόσιον καὶ τὸ διεθνὲς βάσιν πρὸ παντὸς ἔχουν τὴν τήρησιν τῆς πίστεως περὶ τὰς συναλλαγάς. Τί θὰ ἐγίνετο ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν; Ἕκαστον Κράτος εἶναι ἐλεύθερον νὰ ἔχῃ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θέλει καὶ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θέλει. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι μετὰ πάροδον χρόνου τινος ἔρχεται μία νέα κατάστασις λ. χ. εἰς τὴν Ἱσπανίαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατραποῦν ὅσα ἔγιναν ἐν τῷ μεταξὺ, ὡς ἡ σύμβασις ἡ ἀφορῶσα τὸ Μαρόκον καὶ χίλιαι ἄλλαι σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν, ἐπὶ τῇ ἐνστάσει ὅτι τὰ ἐν τῷ μεταξὺ γενόμενα δὲν ἐγένοντο νομοτύπως;
§217Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὰ ἐκτοπίζετε καὶ σεῖς ὅπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας τὸ ζήτημα· ἐδῶ πρόκειται περὶ συμβάσεως καὶ τύποις ἀκύρου καὶ ἄνευ ἐντολῆς συναφθείσης.
§218Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ ἐξανίστασθε, ὡς συνήθως συμβαίνει, ὅταν ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ νὰ ἐξανίσταται καὶ ὅταν ἔχετε ἄδικον, αὐτὸ τὸ εὑρίσκω ὀλίγον ὑπερβολικὸν καὶ εἶναι περίεργον, διότι συνήθως ὁμιλεῖτε ἐν δικαίῳ. Δὲν ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν νὰ παρακολουθήσητε τὰς σκέψεις μου. Σᾶς εἶπον ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς δικαίου αὐτὸς εἶναι ὁ κανών, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησε. Δὲν λέγω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά σας δὲν εἶναι λογικὰ καὶ ὅτι δὲν ἐξηνέχθησαν ἑκάστοτε, ὅταν συνεζητεῖτο ἀκόμη, μέχρις ὅτου ὀρθωθῇ ὁ κανὼν ὁ διεθνής. Λέγω μόνον ὅτι σήμερον ὁ κανὼν αὐτὸς ἐπεκράτησε καὶ δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ τὸν παραβλέπωμεν εὐκόλως, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν, τὴν νομοθετικήν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἠθικὴν δύναμιν νὰ παραβλέπωμεν κανόνας, τοὺς ὁποίους ἡ διεθνὴς οἰκογένεια ἔχει παραδεχθῆ ὡς διέποντας τὰ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὰ ἄλλα. Ὑπῆρχε μία ἐξουσιοδότησις τοῦ Ἰανουαρίου 1925. Ἡ ἐξουσιοδότησις ἐκείνη ἐπέτρεπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συνάψῃ συμβάσεις μετὰ Ἑταιρειῶν ὑφισταμένων ἢ μετὰ Ἑταιρειῶν νέων, ἠδύνατο δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μόνος νὰ συνάψῃ τὰς συμβάσεις ταύτας. Τότε ἔγινε Ν. Διάταγμα κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος μὴ δυνάμενον νὰ θιχθῇ ἐσωτερικῶς. Ἐν ἄλλοις λόγοις, ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἐκείνης ἐπρόκειτο νὰ κρίνουν τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, ἂν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο μόνη ἐν τῇ ὑφηλίῳ, μὴ ἔχουσα ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ποσῶς διεθνεῖς σχέσεις καὶ ἀναφορὰς καὶ ἀνασκοπήσεις, τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἠδύναντο νὰ ἀποφανθοῦν ὅτι ἐν μεγάλῳ μέρει ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ 1925. Αὕτη ἦτο ἡ κατάστασις, παρέμενε δὲ πάντοτε ἓν ἐπιχείρημα, δυνάμενον νὰ προβληθῇ κατὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ 1925. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἐνυπῆρχεν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν ἐκείνην τὸ δικαίωμα νὰ συνάπτῃ καὶ συμβάσεις διὰ τὴν ἐν κοινῷ λεγομένην μεταφοράν, καίτοι κατὰ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου σοβαρῶς ἀντιτάσσεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὅταν ἐλάμβανεν ἐξουσιοδότησιν νὰ καταρτίσῃ μίαν ἐπιχείρησιν, νὰ σκεφθῇ περὶ μιᾶς ἐπιχειρήσεως, ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὴν λογικήν, ἡ ὁποία διέπει τὰ τῶν τοιούτων συμβάσεων ὅτι πρέπει νὰ καταρτίσῃ βιώσιμον ἐπιχείρησιν, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ συζητήσῃ ἐφ’ ὅλων τῶν ὅρων ἐκείνων, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιχείρησις δὲν θὰ κατηρτίζετο βιώσιμος, τῶν ὅρων δηλαδὴ τοῦ συναγωνισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν ἰδικήν μου μεσολάβησιν, λόγῳ τῆς ἰδιότητος τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ χειρισθῶμεν ὁμοῦ τὸ ζήτημα, σᾶς ἔλεγεν, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ κ. Βοζίκης, ὑπάρχει εἷς νόμος ἀρχικὸς περὶ τῆς διευκολύνσεως τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγῇ τὴν ἐγγύησιν αὐτῆς πρὸς σύναψιν δανείων, ἐφόσον ταῦτα εἶναι ἐπωφελῆ εἰς ἐπιχειρήσεις. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ Ἀγγλικὸς ἐφηρμόσθη εἰς τὴν μητρόπολιν καὶ τὰς ἀποικίας τὰς Βρεττανικός, εἶναι δὲ ἡ πρώτη ἤ, κατά τινας πληροφορίας, ἡ δευτέρα φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δίδει καὶ ἐγγύησιν αὐτῆς ὑπὲρ ἐπιχειρήσεως ἐκτελεστέας οὐχὶ ἐν τῇ μητροπόλει, οὐδὲ ἐν ταῖς Βρεττανικαῖς ἐπαρχίαις. Ἐν ἄλλοις λόγοις δὲν δίδεται εὐκόλως ἡ ἐγγύησις αὕτη εἰς ἐπιχειρήσεις. Ἴσως δέ τινες νομίσουν, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ Βρεττανικῶν ἀποικιῶν, ὅτι ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν χώρας ἡμιπολιτισμένας. Ὑποθέτω ὅτι ἡ πλάνη αὕτη, ἂν ὑπάρχῃ, ὑπάρχει εἰς πολὺ ὀλίγας κεφαλάς, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ dominium τὰ Ἀγγλικά, ἔχουν πολιτισμόν, ὁ ὁποῖος ἴσως ἔν τισι ὑπερβαίνει καὶ τὸν τῆς μητροπόλεως· διότι συμπίπτει πολλάκις εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου τῆς μητροπόλεως νὰ ἐπικαλοῦνται τὰ προηγούμενα τῶν Κοινοβουλίων τῶν ἀποικιῶν. Μάλιστα ἔπρεπε νὰ μὴ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν «ἀποικία», ἀλλὰ τὴν λέξιν «κτῆσις», ὅπως συνήθως λέγεται, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ὅλα τὰ μέλη τῆς Βρεττανικῆς κοινοπραξίας. Εἶναι φυσικόν, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ συνάδελφός μου, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Θησαυροφυλάκειον, προκειμένου νὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησίν του, ἠθέλησε νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῆς στερεότητος τῆς ἐπιχειρήσεως, ὅπως θὰ ἔπραττε καὶ ὁ κ. Βοζίκης, προκειμένου νὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησίν του εἰς οἱονδήποτε ξένον. Ἐμελέτησεν ὅλους τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, διότι ἠθέλησε νὰ πεισθῇ ὅτι οἱ δανεισταὶ δὲν θὰ ἐστρέφοντο μίαν ἡμέραν κατὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ Θησαυροφυλακείου, ἀξιοῦντες τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων των, ἔλαβε δὲ ὡς βάσιν τῆς συζητήσεως τοῦ ἐλέγχου ἐπιχειρήσεις ὁμοίου τύπου ἐν τῇ Μ. Βρεττανίᾳ λειτουργούσας. Θὰ ἴδητε ἴσως διαφοράς τινας καὶ ἐπὶ τῶν διαφορῶν τούτων δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλ’ ὡς βάσις ἐλήφθη τύπος τοιοῦτος, διότι ὅλα αὐτά, τὰ ἀφορῶντα τὰς συγκοινωνίας, ἔχουν καταντήσει μετὰ μίαν μακρὰν σειρὰν ἐτῶν πεῖρας, θεωρίας, διδασκαλίας ἀπὸ καθέδρας νὰ ἀποτελοῦν ὡρισμένους τύπους. Εἰς ἡμᾶς, κύριοι, εὑρεθέντας εἰς κατάστασιν, οἷαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀπέμενεν ἡ ἀναγνώρισις τοῦ κύρους ἢ μᾶλλον τοῦ σεβασμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος τῆς συμβάσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν πολιτευτής, ὁ εὐθὺς μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας λαβὼν τὸν λόγον, ἐφάνη ξενισθεὶς ὅτι ὁ συνάδελφός μου εἶπεν ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπαινίττομαι, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ καταθέσῃ. Ἔχων ὅμως ἀρχαίαν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν γνωρίζει καλῶς ὅτι τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα εἶναι κατὰ κανόνα μυστικὰ καὶ ὅτι ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὰ ἐπέδωκε, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτῶν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον κατάθεσις αὐτῶν ἐνώπιον τῶν Βουλῶν. Εἶναι κανών, τὸν ὁποῖον ἂν θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ παράδειγμα πολιτισμένων ἀνθρώπων, πολιτισμένων Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται ὁ καθεὶς νὰ ἐπιδίδῃ ἔγγραφα ἐν τῇ βεβαιότητι ὅτι ταῦτα ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς του δὲν θὰ γίνωσι γνωστά, εἶναι κανών, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν καὶ οὐδὲν πέραν τοῦ κανόνος τούτου, εἶπεν ὁ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας συνάδελφός μου. Διότι συμμερίζομαι πλήρως τὰς ἀπόψεις αὐτοῦ, ὅτι ἂν πρόκηται νὰ παραβιάσωμεν ἡμεῖς τὸν κανόνα αὐτόν, ἐγώ, ὡς κυρίως ὑπεύθυνος, προκειμένου περὶ μιᾶς διπλωματικῆς τέλος πάντων ἀνακοινώσεως, καὶ ὁ ἐξίσου συνυπεύθυνός μου συνάδελφός μου, θὰ προετιμῶμεν βεβαίως ἄλλος νὰ διαπράξῃ κάτι τι, τὸ ὁποῖον διεθνῶς ἀπαγορεύεται καὶ οὐχὶ ἡμεῖς, ὑποθέτω δὲ ὅτι ἐν τούτῳ δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ἀντίρρησιν καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§219Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι μὲ ἐξένισεν αὐτό. Μὲ ἐξένισεν ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη ἡ σκέψις αὐτή. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἤμην σαφής.
§220Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εὑρίσκετε, κύριοι, ὅτι εἶναι τι τὸ παράδοξον, εὑρίσκετε ὅτι εἶναι τι τὸ πιεστικόν, ὅταν μία Κυβέρνησις, ἐνδιαφερομένη ἡ ἰδία καὶ χρηματικῶς, λόγῳ τοῦ ὅτι ἔδωκε μίαν ἐγγύησιν, ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐνδιαφερομένη διὰ τοὺς ὑπηκόους της, διὰ τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων της, εὑρίσκετε ὅτι εἶναι τι παράδοξον νὰ προβαίνῃ εἰς συστάσεις καὶ παραστάσεις πρὸς διαφύλαξιν τῶν συμφερόντων αὐτῶν; Διατί λοιπόν, εἰ μὴ διὰ τοῦτο εἶναι αἱ Κυβερνήσεις; Καὶ διατί εἶναι αἱ διπλωματικαὶ σχέσεις, εἰ μὴ διὰ τοῦτο; Πολλάκις καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ὑπὲρ συμφερόντων Ἕλληνος ὑπηκόου ἀπὸ Μεγάλας Δυνάμεις ἰδιαιτέραν προσοχὴν ἵνα μὴ τὰ συμφέροντα ταῦτα κακοπαθήσωσιν. Δὲν εἶναι τίποτε τὸ ἀντικανονικόν. Εἶναι τὸ κανονικόν. Εἶναι ὁ προορισμὸς τῶν Κρατῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τίνα τρόπον γίνονται αἱ παραστάσεις καὶ αἱ συστάσεις αὗται εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν λύεται αὐτοτελῶς ποτέ, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος λαὸς γίνονται αἱ συστάσεις καὶ αἱ παραστάσεις αὗται.
§221Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§222Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅταν αἱ Κυβερνήσεις ἀντιπροσωπεύουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ εἶναι ὡπλισμένοι μὲ αὐτήν, εἶναι σεβασταὶ καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὅταν αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἀντιπροσωπεύουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύουν τὴν βίαν, οὐδεὶς θὰ ἀδικήσῃ ἂν δὲν ἐγένετο. Ἐν τῷ προκειμένῳ δὲν δύναται νὰ εἰπῇ ὅτι ἐγένετο βία, ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν ἦτο ἡ γλῶσσα τοῦ σεβασμοῦ, ἡ ὁποία διαπνέει σήμερον τὰς διακοινώσεις, τὰς γενομένας πρὸς τὸν λαόν, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀντιπροσωπεύουσαν τὸν λαόν. Εἴπομεν λοιπὸν ὅτι ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα, κύριοι, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἐπαναλαμβάνω, ἡμῶν δικαίῳ—δὲν θέλω τὸ διεθνὲς δίκαιον—ἂν ἐδίκαζεν Ἕλλην δικαστής, χωρὶς ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν οἰκογένειαν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ ἀντιταχθῶσι καθ’ ἡμῶν, ὅτι μέρος τῆς συμβάσεως ἡμῶν εἶναι ἄκυρον ἂν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν τελείαν ἀφαίρεσιν ἀπὸ πάσης διεθνοῦς ἀνασκοπήσεως, ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνασθε σεῖς νὰ ἀντιτάξητε. Ἀλλὰ ἡμεῖς ζητοῦμεν κάτι ἄλλο. Ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς κανών. Ὅτι ἰδίᾳ ἂν ἐμεσολάβησε μία ἐξουσιοδότησις νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἰς οὐδὲν Κράτος ἐπιτρέπεται νὰ μὴ θέλῃ νὰ δείξῃ ὅτι εἶναι ἐμπνευσμένον ἀπὸ καλὴν πίστιν. Εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν διατεθειμένοι νὰ συστήσωμεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὅπως τὴν κυριαρχικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν ἀσκήσῃ συμφώνως πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ἐνῷ ταῦτα λέγομεν καὶ ἐνῷ δηλοῦμεν ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν αὐτήν, ζητοῦμεν ὅπως στέρξητε ἵνα κατά τινα μέρη αὐτῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν οὐσιώδεις ἀντιρρήσεις, ἐν καλῇ πίστει καὶ ἐν ἀμοιβαίᾳ καλῇ προθέσει, ὅπως καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα, γίνῃ μία ἀναεξέτασις. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις, ὑποθέτομεν, μιᾶς νομίμου Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν ἀντίληψιν, ἐκπροσωποῦσαν τελείως τὴν Βουλὴν καὶ τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Δὲν εὕρομεν ἀντιρρήσεις εἰς τοῦτο. Θὰ ὤφειλε κανεὶς νὰ εἴπῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κανενὸς ἀπαραδέκτου πρὸς οἱανδήποτε συζήτησιν. Θὰ ὤφειλε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐντεῦθεν ἐπιδειχθεῖσα καλὴ πίστις εὗρεν ἀντίστοιχον καλὴν πίστιν καὶ οὐχὶ ὀχύρωσιν ἄτεγκτον καὶ ἀλύγιστον πέριξ τῶν συμπεφωνημένων. Κατ’ ἀρχὴν θὰ σεβασθῶμεν ὅ,τι ἐγένετο. Ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ διέπῃ πάντοτε τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν αἱ Κυβερνήσεις ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ἀνατρέπωσιν, ἄνευ τοῦ πόθου τοῦ νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι καλοπίστως πράττουσιν ὅσα πράττουσι, ἀνατρέπωσιν ὅσα ἐγένοντο, ἀνατρέπωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καλῶς ἢ κακῶς βλέπουσι, μίαν παράστασιν ἐξωτερικὴν καὶ βλέπουν μίαν ἀνοχὴν καὶ ἐπιδοκιμασίαν ἐκ μέρους μιᾶς μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἂν τόσον ταχέως, ἀλλὰ καὶ τόσον ταχέως λακπακτοῦσι τὰ γενόμενα εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις, ἀπομονοῦνται εὐκόλως. Ἡ δὲ ἀπομόνωσις ἡ οἰκονομικὴ θὰ ἦτο ὁ ὄλεθρος διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν, εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀναγνωρίζοντες τὸ κυριαρχικὸν αὐτῆς δικαίωμα, νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει καὶ νὰ μεταχειρισθῇ τὸ κυριαρχικὸν αὐτῆς δικαίωμα κατὰ τρόπον ὅπως τὰ γενικώτερα συμφέροντα καὶ ἡ διάκρισις τῆς καλῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλουσι. (Χειροκροτήματα).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συζήτησις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
§224ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ τῆς αὔριον. (Ὥρα 9 μ. μ.)