Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Α · Session Α› Sitting 21

1927.01.28

2,485 rows · 20,407 words · 86 turns

Date
1927.01.28
Presidency
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Π. ΣΟΦΟΥΛΗ
Period
Α
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Α (1928)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21

Παρασκευὴ 28 Ἰανουαρίου 1927

Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη

(Ὥρα 5.30′ μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Γαστούνης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄνισον κατάταξιν τῶν μελῶν του εἰς τὸν φορολογικὸν πίνακα τῶν ἐπαγγελματιῶν Γαστούνης. — Ὁ λαὸς Τριπόλεως ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας ζητῶν τὴν κατάργησιν τῆς συναφθείσης συμβάσεως ὑπὸ τῆς Παγκαλικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀποξηράνσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς λίμνης Τάκας. — Ὁ Συνεταιρισμὸς Ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Ἐπανωμῆς ζητεῖ τὴν ἐκ νέου ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ κτήματος Κριτσανᾶ. — Ὁ Ἀστέριος Λιανίδης, ἐμποροκτηματίας Σκοπίων, ζητεῖ νὰ λάβῃ τὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1916 καθορισθεῖσαν ἀποζημίωσιν εἰς τὴν τιμὴν τῆς δραχμῆς τοῦ ἔτους 1916. — Οἱ δημοκρατικοὶ πολῖται Κρητσᾶς Κρήτης διαμαρτύρονται κατὰ τῆς προφυλακίσεως τοῦ στρατηγοῦ Παγκάλου. — Ὁ Π. Μακρόπουλος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ τροποποιήσῃ τὸ Ν. Δ. τῆς 17ης Μαρτίου 1926 ὥστε νὰ τύχωσι τῶν εὐεργετημάτων του καὶ οἱ γονεῖς τῶν φονευθέντων ὑπολοχαγῶν. — Ἐπιτροπὴ γονέων φοιτητῶν ζητεῖ ὅπως ἡ ἐκπαίδευσις τῶν Νέων Χωρῶν καθορισθῇ εἰς ἑνδεκαετῆ φοίτησιν, ὡς εἶναι καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. — Οἱ δημόται Μακρυνείας διαμαρτύρονται κατὰ τῆς Ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν Λυσιμαχίας καὶ Τριχωνίας. — Ἡ προσφυγικὴ ὀργάνωσις κηπουρῶν ὁμάδος Ν. Κορδελιοῦ ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν του. — Οἱ κάτοικοι Λευκάδος παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν της. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σερβίων διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ τέλους τῆς φορολογίας ἐπιτηδεύματος. — Τὰ Σωματεῖα ἁλιέων Λέσβου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Τουρκικοῦ φόρου 20% ἐπὶ τῶν ἁλιευομένων ἰχθύων. — Οἱ ἀγρόται πρόσφυγες συνοικισμοῦ Πορθέτσης Σερρῶν διαμαρτύρονται διὰ τὸν ἀποκλεισμόν των ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως, ἣν δικαιοῦνται. — Οἱ παραλειφθέντες ἀνάπηροι πολέμου ἀξιωματικοὶ τοῦ εὐεργετήματος τοῦ Ν. Δ. τῆς 17ης Μαρτίου 1926, ζητοῦν παράτασιν προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεως. — Ὁ Σύνδεσμος ἀποστράτων ὁπλιτῶν ξηρᾶς καὶ Χωροφυλακῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἀνθυπασπιστοῦ εἰς ἀποστρατευθέντας ὑπενωματάρχας. — Ἡ Συνομοσπονδία Δημοσίων Ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου 1925 Ν. Διατάγματος «περὶ στρατολογικῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων». — Ὁ Σύνδεσμος τῶν περιπτεριούχων τραυματιῶν Πειραιῶς ὑποδεικνύει μέτρα πρὸς νομοθετικὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀνεγέρσεως περιπτέρων κλπ. — Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων Ἀθηνῶν Ι. Σιώρης καὶ Κ. Καρατζᾶς διαμαρτύρονται διὰ τὴν γενομένην πρὸς αὐτοὺς ἀδικίαν, διαταχθείσης τῆς ἀπολύσεώς των κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου 1242. — Ὁ ταμίας τοῦ Δημοσίου Π. Ζαρογιάννης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως εὐαρεστουμένη τροποποιήσῃ τὸ Ν. Διάταγμα τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1926 ἐπεκτείνουσα τὴν ἰσχύν του καὶ ἐπὶ τῆς παρ’ αὐτοῦ γενομένης ἀνακαλύψεως καταχρήσεως 2.500,000 δραχμῶν. — Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἠλεκτρικῆς ἐγκαταστάσεως Κερκύρας».

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.

§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συζητήσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἀναβληθοῦν αὗται.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§6Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ παραβιάζητε τὸν Κανονισμόν. Αἱ ἐρωτήσεις ἀνεβλήθησαν καὶ χθὲς καὶ προχθές.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραβιάζω τὸν Κανονισμόν. Εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν.

§8Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸ πρῶτον στάδιον πάσης συνεδριάσεως εἶναι αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις.

§9Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ λαὸς θέλει νὰ ἐργασθῶμεν καὶ νὰ μὴ δημοκοπῶμεν.

§10Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἐσυνηθήσαμεν νὰ δημοκοπῶμεν, ἀλλὰ νὰ ὑπηρετῶμεν τὸν λαὸν εὐσυνειδήτως καὶ τὰ συμφέροντά του τιμίως.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι, συμφώνως πρὸς τὸ ψήφισμα τῆς 9ης Δεκεμβρίου, τὸ χρονικὸν ὅριον τῶν ἀγορεύσεων περιορίζεται εἰς τέσσαρας ὥρας. Ἐπειδὴ δὲ παρῆλθεν ἑξάωρον αἱ ἀγορεύσεις δὲν πρέπει νὰ διαρκέσουν πέραν τοῦ ¼.

§12Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Μετὰ τῶν συναδέλφων κ. κ. Ἀποστολίδη καὶ Μπούμπουλη ὑπεβάλαμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἤδη ὑποβάλλομεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, τροπολογίαν, ζητοῦντες νὰ συμπεριληφθῇ αὕτη εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἢ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε τελειωτικῶς ἀποφασισθῆ, νὰ παραμείνῃ ἀμετάβλητον ἐν τῇ διατυπώσει του τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ ἀποτελέσῃ αὕτη τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου. Ἡ ἡμετέρα τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ κυριαρχία, οὖσα μία καὶ ἀδιαίρετος, ἀνεκχώρητος καὶ ἀπαράγραπτος, ἀνήκει εἰς τὸν λαόν, ἐξ οὗ καὶ μόνον πηγάζουσι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι, ἀσκούμεναι καθ’ ὃν τρόπον τὸ Σύνταγμα ὁρίζει. Πᾶς ἀντιποιούμενος τὴν ἄσκησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἶναι ἐχθρὸς τῆς Πατρίδος καὶ τίθεται ἐκτὸς παντὸς νόμου». Ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, κύριοι βουλευταί, πάσης δημοκρατουμένης Χώρας ἀποτελεῖ τὴν ἐντονωτέραν ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, τὴν καθ’ αὐτὸ ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ Ἔθνος κατὰ πάσης ὑπερβασίας καὶ ὑφαρπαγῆς ἀπέναντι ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύεται τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς, τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς, τόσον ἀσυστόλως κατεπατήθη κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, χρῄζει, κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, πλέον σαφοῦς διατυπώσεως ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι, ὥστε ἡ ἔννοια αὐτοῦ νὰ ὑποπίπτῃ ἀμεσώτερον εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν πολιτῶν, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ δόγμα τοῦτο δέον νὰ ἀποτελῇ τὸ σύμβολον τῆς πολιτικῆς των πίστεως καὶ τὸ κίνητρον πρὸς ἀποτελεσματικὴν περιφρούρησιν τῶν πολιτικῶν των ἐλευθεριῶν. Τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀποτελεῖ, ἄλλωστε, τὴν μόνην ἀκριβῆ καὶ δικαίαν διερμήνευσιν ἑνὸς ἀκαταμαχήτου κοινωνικοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον ἐκύρωσαν οὐ μόνον αἱ διδασκαλίαι τῶν φιλοσόφων τοῦ 18ου αἰῶνος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ παγκόσμιος συνείδησις τῶν λαῶν. Ἡ ὑπεροχὴ τῆς γενικῆς θελήσεως ἐπὶ πάσης ἀτομικῆς τοιαύτης εἶναι ἡ μόνη ἀντίληψις τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἀνέχεται τὸ νεώτερον πνεῦμα. Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ θεωρίας, γνωστὰς ἄλλως τε εἰς πάντας. Ἂς ἐξετάσωμεν ἀπὸ τῆς πρακτικῆς ἀπόψεως τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἡμετέραν τροπολογίαν. Ὡς εὑρίσκεται ἤδη διατυπουμένη ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματι ἡ περὶ λαϊκῆς κυριαρχίας διάταξις εἶναι ἀόριστος καὶ δύσληπτος διὰ τοὺς πολλούς, ἐνῷ, ὡς καὶ προηγουμένως ἐτονίσαμεν, τὰ ἀφορῶντα τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν δέον νὰ εἶναι σαφῆ καὶ εὔληπτα, οὕτως ὥστε ἡ μεγάλη μᾶζα τῶν πολιτῶν νὰ ἔχῃ σαφῆ καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν πληρεστέραν ἀντίληψιν τῶν πολιτικῶν της δικαιωμάτων. Πάντα τὰ ἐκ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ἀπορρεύσαντα Συντάγματα διεκήρυξαν ἐπὶ τὸ πανηγυρικώτερον, ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, τὰ ἀφορῶντα τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ἔφθασαν μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου νὰ συμπεριλάβωσι καὶ διατάξεις, ἀναγομένας εἰς τὴν ἠθικὴν διδασκαλίαν τῶν πολιτῶν. Τοιουτοτρόπως τὸ Σύνταγμα τοῦ 3ου ἔτους τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἡ συνταγματικὴ πρᾶξις τῆς 4ης Ἰουνίου 1793 διαλαμβάνουσι τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Ἡ κυριαρχία ἀνήκει εἰς τὸν λαόν εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος, ἀνεκχώρητος καὶ ἀπαράγραπτος. Οὐδεμία μερὶς τοῦ λαοῦ δύναται ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἐξουσίαν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ. Πᾶν ἄτομον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑφήρπαζε τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, δέον νὰ φονεύηται πάραυτα ὑπὸ τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν». Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς καθαρῶς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως καὶ τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προκύψουν ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς ἡμετέρας τροπολογίας. Ἂν ἤθελε γίνῃ ἀποδεκτὸν ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἀνεκχώρητον τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεμίαν θὰ εἶχε θέσιν ἐν αὐτῷ ἡ τροπολογία τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας μέρος τῆς κυριαρχίας, ἥτις ἀνήκει εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, ἐκχωρεῖται εἰς μίαν προνομιοῦχον Ἐπιτροπὴν ἐκ τριάκοντα ὑπερβουλευτῶν. Βεβαίως θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ ὅτι ἡ ἄποψις αὕτη ἐξυπηρετεῖ τὴν σκοπιμότητα, πάντως ὅμως πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ κακά, ἅτινα προέκυψαν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀφ’ ἧς ἀπεμακρύνθη αὕτη τοῦ δόγματος τῆς αὐστηρᾶς συνταγματικῆς νομιμότητος διὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ ἀμφίβολον δόγμα τῆς σκοπιμότητος. Ποῖα ἄλλα κακὰ δύνανται νὰ προκύψουν ἐκ τοῦ ἐκχωρητοῦ τῆς κυριαρχίας νομίζω ὅτι ὑποπίπτουσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν πάντων, ὥστε νὰ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνῃ τις περισσότερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἑτέρα ἄποψις. Κατηναλώθη πολύτιμος χρόνος καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναστείλῃ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ ἐν ἰσχύει Συντάγματος διὰ νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον τῆς κρατήσεως εἰς τὰς φυλακὰς καὶ διώξεως τοῦ τέως δικτάτορος, παρεσχέθη δὲ εἰς αὐτὸν ἡ εὐκαιρία νὰ διαμαρτύρηται διὰ τὴν παράνομον κατακράτησίν του. Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἡμετέρα τροπολογία, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶς οἱοσδήποτε δικτάτωρ, ὡς καὶ πᾶς ἐν γένει ἀντιποιούμενος τὴν ἄσκησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τίθεται ἐκτὸς παντὸς νόμου καὶ συνεπῶς οἱαδήποτε νόμιμος Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸν μεταχειρισθῇ κατ’ ἀρέσκειαν, ἂν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἤθελον προλάβει ἄξιοι τοῦ ὀνόματός των πολῖται, ἐπιτασσόμενοι ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, νὰ τὸν ἐξοντώσωσιν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε. Θέλετε λοιπὸν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν τυραννοκτονίαν ὡς νόμιμον δικαίωμα; Σᾶς ἀπαντῶ. Μάλιστα. Εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν μετὰ τὰς ἀσελγείας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδίδασκεν ὁ Ἀριστοτέλης ὡς νόμιμον δικαίωμα, τὴν τυραννοκτονίαν, νομίζω ὅτι εἶναι ὑπέρ ποτε ἐπιβεβλημένον σήμερον καὶ θὰ ἦσαν ἄξιοι πάσης τιμῆς οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἐμιμοῦντο τοὺς πολίτας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀρχαίας Ρώμης, φονεύοντες τοὺς τυράννους. Θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ παρατηρηθῇ, ὡς παρετήρησεν ἤδη εἷς τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὅτι αἱ διατάξεις ἑνὸς Συντάγματος εἶναι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, χιμαιρικαὶ καὶ δὲν προστατεύουσι ἀποτελεσματικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν πολῖται μὲ ἀνεπτυγμένα πολιτικὰ ἤθη, ἕτοιμοι εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὑπερασπίσωσιν ἐνόπλως τὰς πολιτικάς των ἐλευθερίας. Εἶναι λίαν πιθανὸν ὅτι αἱ διατάξεις ἑνὸς Συντάγματος εἶναι ὄντως χιμαιρικαὶ καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀποτελέσουν φραγμὸν ἐπιτυχῆ ἐναντίον τῶν κινηματιῶν. Εἶναι ἐπίσης σχεδὸν βέβαιον ὅτι διὰ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ τῶν νόμων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν τὰ πολιτικὰ ἤθη, ὡς διδάσκει ὁ Μοντεσκιέ, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι διὰ τῶν καταλλήλων συνταγματικῶν διατάξεων καὶ τῶν νόμων δημιουργεῖται διέξοδος καὶ ὤθησις πρὸς δημιουργίαν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἡμετέρας τροπολογίας. (Χειροκροτήματα).

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς ἔχει τὸν λόγον.

§14Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἂν ἐφαρμόσωμεν, κύριοι βουλευταί, τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς τὰς 9 Δεκεμβρίου, ὄχι μόνον ἡ πρώτη παράγραφος, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ ἡ τελευταία ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει φωτισθῆ, τὸ Προεδρεῖον θὰ ἦτο ἐν τάξει. Συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐξηντλήσαμεν ὅλα τὰ θέματα καὶ ἀπὸ τὰς δύο αὐτῶν ἀπόψεις καὶ ὑπὲρ καὶ κατά, ὥστε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσθέσῃ κανεὶς τίποτε περισσότερον. Ἤμην ἐξ ἀρχῆς κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως ὅμως μετέβαλα γνώμην καὶ ἤδη εἶμαι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὄχι ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ προέτειναν. Χάριν τῆς Γερουσίας ἐταξειδεύσαμεν εἰς τὴν Ἀμερικήν, εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ πεπολιτισμένα τῆς Εὐρώπης. Εἴδομεν τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα τὰ πεπολιτισμένα ἐκεῖνα Κράτη ἐφαρμόζουν εἰς τὴν διοίκησίν των καὶ ἐν γένει ἐλάβομεν γνῶσιν ὅλης τῆς κινήσεως, ἡ ὁποία γίνεται σχετικῶς μὲ τὴν διοίκησιν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Δὲν μὲ πείθει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ἐκείνων, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταφυτεύωνται ταῦτα ἀπὸ τὸ ψυχρὸν κλῖμα τῆς Δύσεως εἰς τὸ ἰδικόν μας. Τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ μεταβάλω γνώμην καὶ νὰ εἶμαι ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, εἶναι ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τῶν ἀντιθέτων πρὸς τὸν θεσμὸν αὐτόν. Τὸ ζήτημα τῆς συγκρούσεως τῶν δύο ἐξουσιῶν τῶν Βουλῶν. Οὔτε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, οὔτε κανένα ἄλλο. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς συγκρούσεως τῶν Βουλῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ προέλθῃ ἡ ἀλληλοεπίβλεψις τῶν ἐξουσιῶν, θὰ γίνηται ἡ ἐπεξεργασία τῶν νόμων καλυτέρα θὰ γεννηθῇ καὶ ἡ ἅμιλλα, ἡ ὁποία θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πρόοδον.

§15Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καλύτερα καὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας!

§16Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Καὶ αὐτὸ ἔχει τὰ ἰδικά του καθήκοντα. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ὅπως συνέβη καὶ παλαιότερον, νόμοι, οἱ ὁποῖοι ψηφίζονται ἐδῶ ψηφίζονται πολλάκις ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς. Οἱ νόμοι αὐτοὶ θὰ ἐπεξεργάζωνται περισσότερον εἰς τὴν Γερουσίαν. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν δὲ ὅτι ἡ Γερουσία θὰ συγκροτηθῇ ἀρτίως διὰ τοῦ καταλλήλου τρόπου τῆς ἐκλογῆς, εἶμαι ὑπὲρ τῆς Γερουσίας.

§17Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρέπει, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, νὰ εἴπω ὅτι τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν τὴν ὑπέβαλον ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως κατὰ τῆς Δημοκρατίας, τῆς ὁποίας εἶμαι πολέμιος, ἀλλὰ ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι μάταιος καὶ ἐθνικῶς ἐπιζήμιος. Ἐναντίον τῆς Γερουσίας πρὸ πολλοῦ εἶχον μορφώσει τὴν πολιτικήν μου πεποίθησιν καὶ αὐτὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἐν τῇ Γʹ Συντακτικῇ Συνελεύσει. Διότι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν εἶχε καμμίαν βάσιν θεωρητικήν. Οὐδὲ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς εἶναι δεκτός. Ἡ θεωρητικὴ βάσις τῆς δευτέρας Βουλῆς εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν θεωρητικὴν βάσιν τῆς πρώτης. Καὶ ἡ Βουλὴ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ Γερουσία δηλαδὴ ἔχει μίαν καὶ τὴν αὐτὴν βάσιν. Προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ φυσικοῦ δημοσίου δικαίου τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Ὅπως γνωρίζετε, κυριαρχικὴ βούλησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κυβερνᾷ πᾶν ἔθνος καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν χρειάζεται μία ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, εἴτε μία εἶναι εἴτε δύο, ἔχει τὴν αὐτὴν βάσιν καὶ τὴν αὐτὴν προέλευσιν. Διὰ τοῦτο οἱ ὑποστηρίξαντες χθὲς καὶ προχθὲς καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐπεκαλέσθησαν οὐδένα λόγον ἐξαιρετικὸν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθησαν τὰ εἰς ἄλλα Κράτη γενόμενα καὶ ὑπεστήριξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ὅπως καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη γίνεται. Οὐδένα ἄλλον λόγον δὲν ἐπρότειναν. Δὲν ἐπρότειναν τὴν ὠφέλειαν, τὴν χρησιμότητα, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ γενόμενον εἰς ἄλλα Κράτη καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἡ μνημόνευσις τῶν ξένων Συνταγμάτων δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάσῃ καθόλου τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ δευτέρα Βουλή, ἡ διπλῆ μορφὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἢ ὁ διπλοῦς, διττὸς τύπος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἕκαστον Ἔθνος, νὰ θεωρήσῃ μίαν καὶ μόνην Βουλὴν οὐχὶ ἐπαρκῆ, οὐχὶ ἱκανὴν διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, οὐχὶ κατάλληλον διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Χώραν, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται. Τοῦτο συνέβη εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα, τὰ Εὐρωπαϊκὰ ὅσα ἔχουν τὴν γνώμην καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ εἰς τὰ Κράτη τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ἰσχύει ὁ θεσμός. Ἐν Ἑλλάδι δὲν παρουσιάσθη οὐδεμία τοιαύτη ἀνάγκη, οὐδεμία τοιαύτη περίστασις, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλεται ἡ δημιουργία τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Διότι ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἱδρύθη καὶ ἀπετελέσθη ἄνευ τῆς Γερουσίας. Ἡ λέξις δὲ Γερουσία, ἄνευ τῆς ἐννοίας τοῦ θεσμοῦ ἀπὸ γενικωτέρας ἀντιλήψεως, ὑπάρχει καὶ ἐν ταῖς Γερουσίαις, ἐν ταῖς ὁποίαις εἶναι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Γερουσία δὲν ἦτο νομοθετικὴ διπλῆ μορφή, ἦτο μία καὶ μόνη ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ἐλέγετο Γερουσία. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἐπροχώρησεν ἄνευ Γερουσίας καὶ ἐχρειάσθη ἡ πρώτη Συνέλευσις τοῦ 1843 νὰ δημιουργήσῃ τὴν Γερουσίαν, οὐχὶ ἐξ ἀνάγκης νομοθετικῆς, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης πολιτικῆς, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς πραγματικῆς, τῆς ἀληθοῦς, τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐπρωτοστάτησαν διὰ τὴν ἀνάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ θεσμὸς καὶ ὡς νομοθεσία καὶ ὡς πολιτικὸς ὀργανισμὸς ἀπέτυχε καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1863. Ἔπεσε δὲ καταρωμένη, κακῶς ὅμως, ἀπὸ τὸ Πανελλήνιον. Ἀπὸ τοῦ 1863 ἡ Ἑλλὰς ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἄνευ τῆς Γερουσίας. Ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος δεκάδος τινων ἑκατομμυρίων ἀνῆλθεν εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων μεταλλικῶν δραχμῶν. Τὸ Κράτος ὠργάνωσε Στρατόν, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν, ἀνέπτυξε τὴν βιομηχανίαν καὶ συγκοινωνίαν εἰς ἐπίζηλον ἀληθῶς βάσιν. Ἡ κοινωνικὴ εὐμάρεια μέχρις ἐσχάτων ἦτο καταφανὴς ἀναμφισβήτητος, ἡ δὲ ἐθνικὴ πολιτική, ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἐθριάμβευσεν ἄνευ Γερουσίας. Ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κρήτης, ἡ πρόσκτησις τῆς Ἑπτανήσου, τῆς Θεσσαλίας, οἱ δύο πόλεμοι τῶν Τούρκων καὶ Βουλγάρων, οἱ νικηφόροι καὶ ἔνδοξοι αὐτοὶ πόλεμοι, αὐτὴ ἡ ἐκστρατεία μέχρι Σαγγαρίου, ἡ ἀφάνταστος ἐκστρατεία, ἡ δόξα τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς, τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου ἐγένοντο ἄνευ Γερουσίας. Αὐτὴ ἡ πρόοδος ἡ ἐσωτερική, αὐτὴ ἡ δοξασμένη πολιτικὴ τοῦ παρελθόντος ἐγένετο ἄνευ Γερουσίας. Οὐδέποτε οὐδεμία φωνὴ ἠγέρθη νὰ εἴπῃ ὅτι ἂν εἴχομεν Γερουσίαν τὸ Ἔθνος θὰ ἐπήγαινε καλύτερα. Καὶ ἐχρειάσθη νὰ γίνῃ ἡ ἐπανάστασις τοῦ Πλαστήρα διὰ νὰ ἐφευρεθῇ ἡ Γερουσία, νὰ ἐφευρεθῇ ἡ ἐσφαλμένη ἀντίληψις ὅτι διὰ τῆς Γερουσίας θὰ στερεωθῇ ἡ Δημοκρατία. Καὶ πῶς ὀργανοῦται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡ Γερουσία; Δύναται ὁ ὀργανισμὸς ἀφ’ ἑνὸς μὲν νομοθετικὸς ἀφ’ ἑτέρου δὲ πολιτικὸς κυβερνητικῶς νὰ πραγματοποιηθῇ; Ὄχι καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀπραγματοποίητον εἶναι μάταιον καὶ ἐπειδὴ εἶναι μάταιον, εἶναι ἐπιζήμιον ἐθνικῶς. Οἱ γερουσιασταὶ θὰ προέλθουν, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ κύκλον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προερχόμεθα καὶ ἡμεῖς. Ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἡ βάσις αὐτὴ τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ δώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δίδει καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Ἔλεγον καὶ χθὲς καὶ προχθὲς οἱ ὑποστηρικταὶ καὶ ἐλέχθη καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅτι πολλοὶ διακεκριμμένοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ καὶ κατάλληλοι νὰ νομοθετήσουν αὐτοὶ ἴσως καὶ πιθανὸν ἐξ ἰδιοσυγκρασίας δὲν δύνανται νὰ ἀγωνισθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν στίβον καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἀναζητήσῃ ἀπὸ τοὺς πολυτίμους συμπολίτας νὰ τοὺς βγάλῃ ἀπὸ τὸ χωρίον των ἢ ἀπὸ τὸ γραφεῖόν των καὶ νὰ τοὺς φέρῃ ἐδῶ μέσα. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι φαντασιῶδες. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ πᾶς λαός, ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τὴν Ἐθνικήν του Ἀντιπροσωπείαν, θὰ ἐκλέξῃ καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκλέγει καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Θὰ ἐκλέξῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους βλέπει δρῶντας ἐν τῇ πολιτικῇ, μεριμνοῦντας περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων ἀναστρέφεται καὶ ἐπικοινωνεῖ, μετὰ τῶν ὁποίων ἀνταλλάσσει τὰς ἰδέας του τὰς κοινωνικὰς καὶ πολιτικάς, ἐκείνους θὰ ἐκλέξῃ, τοὺς ὁποίους βλέπει συμμεριζομένους τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιόν του, τοὺς τιμῶντας καὶ ἀναγνωρίζοντας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας θὰ ἔλθουν ἐδῶ μέσα νὰ θεραπεύσουν νομοθετοῦντες. Αὐτοὺς θὰ ἐκλέξῃ. Ὄχι τοὺς ἐρασιτεχνικῶς εἰς τὰ γραφεῖα αὐτῶν κεκλεισμένους καὶ μὴ μεριμνῶντας περὶ τῆς γενικῆς καὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀκόμη ἐπαρχίας, πολὺ περισσότερον τοὺς μὴ μεριμνῶντας περὶ τῆς γενικῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ περιμένουν εἰς τὰ γραφεῖά των νὰ πέσῃ ἡ πολιτικὴ πῆτα νὰ τὴν φάγουν. Αὐτοὺς δὲν θὰ τοὺς ἐκλέξῃ. Οἱ ἀγωνιζόμενοι στεφανοῦνται. Αὐτοὶ οἱ πολῖται δὲν θὰ ἔχουν ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι νὰ τοὺς ψηφίσουν καὶ νὰ ἔλθουν ἐδῶ μέσα διὰ νὰ νομοθετήσουν· εἶναι ἐντελῶς φαντασιώδεις ἡ ἰδέα καὶ ἡ πεποίθησις ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τοὺς συμπολίτας αὐτούς, τοὺς μὴ ἀναμιγνυομένους εἰς τὰ κοινά, τοὺς μὴ συναναστρεφομένους αὐτὸν κοινωνικῶς καὶ τοὺς μὴ συμμεριζομένους τοὺς ἀγῶνας, τοὺς μικροὺς ἢ τοὺς μεγάλους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτι αὐτοὺς θὰ ψηφίσῃ θὰ ἔλθουν δὲ ἀντ’ αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιτήδειοι, τολμηροί, δημοκόποι δημαγωγοί, μὴ φοβούμενοι οὔτε τὴν ἐντροπήν, οἱ ὁποῖοι θὰ προσέλθουν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς νὰ ζητήσουν τὴν ψῆφόν των ὡς γερουσιασταί, χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς Γερουσίας φαντάζονται ὅτι θὰ ἔχουν οἱ γερουσιασταί. Καὶ ἀντὶ τῶν πρεσβυτέρων ἢ καὶ νεωτέρων, οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι ἱκανοὶ ἢ νὰ θεωροῦνται ἱκανοὶ ἵνα ἀντιπροσωπεύσουν τὸ Ἔθνος, αὐτοὶ θὰ μείνουν κατὰ μέρος καὶ θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν οἱ τολμηρότεροι ἴσως δὲ καὶ οἱ ἀναιδέστεροι. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ Γερουσία, ὁπωσδήποτε ἐκλεγομένη, εἶναι δυνατὸν νὰ περικλείσῃ ἐν ἑαυτῇ ἢ νὰ συγκροτηθῇ ἀπὸ πρόσωπα ἱκανώτερα καὶ καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκλέγονται διὰ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὡς πολιτικὸς ὀργανισμὸς πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Γερουσία νὰ χρησιμεύσῃ. Οἱ συντάξαντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα ἐλησμόνησαν ὅτι ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἡ Δʹ Συνέλευσις διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτῆς τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγματος, λέγει ὅτι πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ συνταχθῇ ὑπὸ κοινοβουλευτικὴν μορφήν. Ἡ κοινοβουλευτικὴ αὕτη μορφὴ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Συντάγματι, διότι ἡ δημιουργία τῆς Γερουσίας αἴρει τὴν κοινοβουλευτικὴν μορφὴν καὶ τὴν αἴρει, διότι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας τὸ θέτει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς Γερουσίας. Κατὰ τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἂν εὑρεθῇ περίστασις δημιουργοῦσα μίαν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν διάλυσιν αὐτὴν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ· διὰ τὴν διάλυσιν πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Γερουσίαν καὶ ἂν ἡ Γερουσία δὲν συμφωνήσῃ ἡ Βουλὴ δὲν διαλύεται. Ποῦ εἶναι, κύριοι ἐργάται τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ποῦ εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ μορφή; Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ θεμελιῶδες τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δικαίωμα πρὸς ῥύθμισιν τῆς καταστάσεως ὅταν παρίσταται ἀνάγκη διαλύσεως τῆς Βουλῆς νὰ λέγητε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ὄχι, δὲν θὰ τὴν διαλύσω, ἂν δὲν τοῦ εἰποῦν 30 ἢ 40 γερουσιασταί, οἱ ὁποῖοι ἑδρεύουν εἰς τὴν Γερουσίαν; Διότι ἡ Γερουσία ἐξ 100 ἀποτελουμένη προσώπων, θὰ ἔχῃ μίαν ἀπαρτίαν 50–60 καὶ μίαν πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων 30–40 γερουσιαστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ λέγουν εἰς τὸν Πρόεδρον: Εἰς τὴν θέσιν σου δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ διαλύσῃς τὴν Βουλήν. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ ἐργάζεται καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ δρᾷ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνωμαλίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐδημιουργήθη ἡ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως. Καὶ θὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἂν τὸ θέλῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ δὲν τὸ θέλουν οἱ 30–40 γερουσιασταί. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἄλλων, αὐτὸ τὸ θεμελιῶδες, ἡ διάταξις ἡ κυριωτέρα τοῦ συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, ἡ σχέσις τῆς ἐκτελεστικῆς πρὸς τὴν νομοθετικήν, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδὲν Κράτος, εἰς οὐδὲν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι θέτει ὑπὸ περιορισμοὺς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, αὐτὸ τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα, καταστρέφεται. Καὶ νομίζουν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Γερουσίαν ὅτι μὲ τὸν ὅρον αὐτὸν διατηροῦν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας. Ἔρχεται μία ἄλλη ἄποψις, ἡ νομοθετική. Τί θὰ κάμῃ περισσότερον ἡ Γερουσία ἀπὸ τὴν Βουλήν; Τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, τὰς ἀντιλαμβάνεται καλύτερον παντὸς ἄλλου ἡ Βουλὴ παρὰ ἡ Γερουσία. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὰς ἀντιλαμβάνεται αὐτὴ ἐξ ἴσου μὲ τὴν Γερουσίαν, τί τὴν θέλομεν; Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ διαφορὰ ἀντιλήψεως τῆς κοινωνικῆς ἀνάγκης τί τὴν θέλομεν τὴν Γερουσίαν; Τὴν θέλομεν διὰ νὰ ματαιώνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς; Τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπήχησις τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, κυριωτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα; Αὐτὴν τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς τὴν ἐκμηδενίζει ἡ συμμετοχὴ τῆς Γερουσίας εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων, διότι ἡ νομοθεσία εἶναι ἡ θεραπεία τῶν κοινωνικῶν καὶ ἐθνικῶν ἀναγκῶν. Αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ τὴν γνωρίζει καλύτερον ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Ἂν δὲ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν ἀπουσιάζουν αὐτοὶ οἱ ἀφελεῖς, οἱ μυστηριώδεις νομοθέται, τοὺς ὁποίους δὲν βλέπει ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς σήμερον καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἐργασθοῦν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, ἂν αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐλάχιστοι, διὰ τῆς βίας θὰ τοὺς φέρετε; Καὶ νομίζετε ὅτι δύνανται νὰ νομοθετῶσιν εὐαρέστως; Ἂν θὰ ἀφήσωσι τὰ χωρία των ἢ τὴν πόλιν των ἢ τὴν ἐπαρχίαν των καὶ ἔλθωσιν ἐδῶ, θὰ ἔλθωσιν ἀριστοτεχνικῶς νὰ περνῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ὀλίγας ὥρας εὐαρέστους καὶ τίποτε περισσότερον. Ἔργον συντελεστικὸν δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι θὰ εἶναι ἐλαχίστη αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία, θὰ εἶναι μετριότης, ὅπως εἶναι μετριότης καὶ εἰς πᾶν νομοθετικὸν Σῶμα. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι τὸ ἀφρόγαλα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς χθές, τῆς Κοινωνίας καὶ τῆς πολιτικῆς θὰ ἔλθῃ ἐν τῇ Γερουσίᾳ διὰ νὰ ἀνοίξῃ τὰς ἀγκάλας της ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Σύνταγμα νὰ τὸ δεχθῇ. Ματαιοῦται λοιπὸν καὶ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ δημιουργία τῆς Γερουσίας. Ἡ Γερουσία εἶναι ἐμπόδιον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ τῆς νομοθετήσεως τοῦ Κράτους. Εἶναι ἐμπόδιον καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ Συντάγματος, ὡς καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπωμεν καὶ ἄλλας πλημμελείας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Σύνταγμα ὡς πρὸς τὴν Γερουσίαν. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐν γένει εἰπεῖν δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἐμπόδιον εἰς τὴν ὀρθήν, τὴν ἐπίκαιρον καὶ τὴν ἀναγκαίαν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμνῃ ἡ Βουλὴ μόνον. Θέλομεν ἴσως, κύριοι βουλευταί, νὰ δημιουργήσωμεν μίαν Γερουσίαν τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως. Ἡ Ἑλλὰς ἄνευ τῆς Γερουσίας ἐβάδισε γιγαντιαίοις βήμασιν εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Γένους, ἄνευ τῆς Γερουσίας ἐμεγαλύνθη ἡ Ἑλλὰς καὶ ἄνευ τῆς Γερουσίας θὰ προχωρήσῃ τὸν δρόμον της μὲ μόνην τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὰ φῶτα τῆς μόνης Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πεσμαζόγλου ἔχει τὸν λόγον.

§19Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τὰς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος παρατηρήσεις μου μετεβίβασα εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ συγκροτηθεῖσαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τῶν συμμετασχόντων ἐν αὐτῇ μελῶν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐπιφυλαχθεὶς νὰ ὑποστηρίξω βραχύτατα πρὸ ὑμῶν, μόνον ὅσας ἐξ αὐτῶν θὰ ἐξηκολούθουν νὰ νομίζω χρησίμους μετὰ τὰς ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπενεχθείσας τροπολογίας. Τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖται ἀπὸ θεμελιώδεις διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ γνώμη τῶν συγκεκροτημένων κομμάτων πρέπει νὰ εἶναι ἑνιαία καὶ συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας διέπονται. Ὑπάρχουν ἐν τούτοις ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις, ἐξ ἴσου θεμελειώδεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὴ ἡ διαφορὰ γνωμῶν, χωρὶς νὰ θίγωνται αἱ βασικαὶ ἀρχαί, ὑπὸ τῶν ὁποίων διέπεται ἕκαστον κόμμα. Τοιαύτην θεμελιώδη διάταξιν ἀποτελεῖ καὶ τὸ περὶ Γερουσίας κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος. Τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐν τῇ μεγάλῃ αὑτοῦ πλειονοψηφίᾳ νομίζει ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ διὰ λόγους, οὓς ἀνέπτυξαν εὐγλώττως ἄλλοι συνάδελφοι, ἐξυπηρετεῖται πληρέστερον ἓν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἶχε ὅμως πάντα λόγον νὰ ἀφήσῃ ν’ ἀκουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἡ ἀντίθετος γνώμη ἐνίων μελῶν αὐτοῦ—μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι—τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουν ὅτι ἐν τῷ πολιτεύματι τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι κληρονομία παλαιῶν μοναρχικῶν θεσμῶν. Κατ’ ἐμέ, μόνον συνωνυμία, ἀλλ’ οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχουν τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα, μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὡς τὸν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ἡ τελικὴ ἐπικράτησις εἶναι τῆς Βουλῆς. Ὑπεστηρίχθη ἐπίσης ὅτι ἡ Γερουσία ἀπέτυχεν ἐν Ἑλλάδι ὅταν τὸ πρῶτον ἱδρύθη. Ἡ Γερουσία ἐκείνη ἀπέτυχε, διότι διωρίζετο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἦτο, κατὰ συνέπειαν, τονωτικὴ μέχρις ἀντισυνταγματικότητος τῆς βασιλικῆς ἰσχύος, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν θὰ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἀρχῆς, αἱρετὴ καὶ μειώνουσα τὴν δύναμιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι θὰ δημιουργήσῃ περιττὰ ἔξοδα ἀνέτρεψεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἔγκριτος συνάδελφος κ. Τσιτσεκλῆς, ἂν καὶ ἐκηρύχθη κατὰ τῆς Γερουσίας. Ἡ ἀργοπορία τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων εἶναι τὸ μόνον πραγματικὸν μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον κατώρθωσα νὰ δίδω εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Δύναται ὅμως τὸ μειονέκτημα τοῦτο ἐπαισθητῶς νὰ ἐλαττωθῇ, μειουμένων τῶν ἐν τῷ Συντάγματι προβλεπομένων χρονικῶν ὁρίων. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι θὰ εἶναι Σῶμα ἠλαττωμένης δυνάμεως καὶ ὡς τοιοῦτον ἄνευ γοήτρου καὶ περιττόν. Δὲν βλέπω κατὰ πόσον τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δύναται νὰ στηριχθῇ, ἐφόσον αἱ ἐξουσίαι τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἂν καὶ συμπληρώνουν ἀλλήλας, εἶναι παράλληλοι. Ἡ Βουλὴ ἐπικρατεῖ νομοθετικῶς, ἐνῷ ἡ Γερουσία, συμφωνοῦσα μὲ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Παρετέθη καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὑπὸ τοῦ ἐγκρίτου συναδέλφου κ. Τσιτσεκλῆ, ἐπηρεασθέντος, φαίνεται, ἐκ τῆς ἐπωνυμίας τοῦ Σώματος, ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἀποτελέσῃ συνέδριον κεκμηκότων γερόντων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί ἐμποδίζει τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας ἀπὸ σφριγῶντας νέους. Μήπως τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον ὅριον τῶν 35 ἐτῶν; Καὶ τὰ λοιπὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιλεγόντων συναδέλφων δὲν μετέβαλον τὴν γνώμην μου ὅτι ἂν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι περιττὸς ἢ βλαπτικὸς διὰ τὸ πολίτευμα τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας, εἶναι θεσμὸς χρησιμώτατος διὰ τὸ πολίτευμα τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Φρονῶ ὅτι ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων ὅταν εἶναι αἱρετὸς καὶ προέρχεται, ὡς σχεδὸν πάντοτε συμβαίνει, ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, θὰ συναντήσῃ συχνάκις δυσχερείας, ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἑτέρου σκέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν θὰ ἀναφέρω πάντας τοὺς λόγους, οἵτινες μοὶ ὑπηγόρευσαν τὴν τοιαύτην πεποίθησιν, ἀλλὰ παραδειγματικῶς ἕνα ἐκ τούτων. Ἂν, παραδείγματος χάριν, παραστῇ ἀνάγκη ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ δώσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς εἰς Κυβέρνησιν κόμματος, ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ ὁποίου διαπνέεται ἢ μεθ’ οὗ ἄλλοτε εἶχε πολιτικῶς συνεργασθῆ, εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ παρεξηγηθῇ, ἂν δὲν ἔχῃ συνεπίκουρον καὶ τὴν γνώμην τῆς Γερουσίας. Ἕτερος σπουδαιότερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας γενικῶς, εἶναι ὅτι αὕτη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κατασταλτικὴ ἐνέργεια τῶν ἀνατρεπτικῶν ῥευμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἐνίοτε εἰς τὰς Βουλάς, αἵτινες προέρχονται καὶ ἀπαρτίζονται ἀπὸ ἐκλογεῖς καὶ ἐκλογίμους ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ προσόντων. Τὰ ἀνατρεπτικὰ ταῦτα ῥεύματα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἔχουν βαθείας τὰς ῥίζας των εἰς τὰ λαϊκὰ στρώματα καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ ζωηρωτέρα ἐκδήλωσις τῆς παρὰ τῷ λαῷ ἐπικρατούσης ἀνάγκης μεταρρυθμίσεως, ἡ Γερουσία, μὴ δυναμένη νὰ ἐξουδετερώσῃ, τρέπει ἐπὶ τὸ ἐξελικτικώτερον. Τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας θέλω ἐπίσης, διότι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νομίζω ὅτι συμφέρει ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ εἶναι αἱρετὸς ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Θὰ καθίστατο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λαϊκὸς δικτάτωρ καὶ θὰ ἠδύνατο εἰς ὡρισμένας δυσκόλους στιγμὰς νὰ νομίσῃ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα πολλάκις δὲ νὰ ἀρυσθῇ τὴν δύναμιν, νὰ ἀντιποιῆται καὶ ἐξουσίας, αἵτινες δὲν παρέχονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τί κῦρος θέλετε νὰ ἔχῃ οἱαδήποτε Βουλὴ ἀπέναντι ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅστις εἶναι πρακτικῶς δυνατὸν νὰ λάβῃ τὰ 9)10 τῶν ψήφων ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ; Ἄν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει του τὴν σύνθεσιν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐρωτῶ, τίς θὰ εἶχε κἂν τὴν πραγματικὴν δύναμιν ν’ ἀντιστρατευθῇ καθ’ οἱωνδήποτε διαθέσεων τοῦ τοιούτου Προέδρου τῆς Δημοκρατίας; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐπετυγχάνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ θεσπίσωμεν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θὰ συνεκέντρου τὰ ἐλαττώματα τῆς Βασιλευομένης καὶ τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας, ἄνευ οὐδενὸς πλεονεκτήματος. Ἀλλὰ ἡ παρουσία τῆς Γερουσίας εἶναι καὶ δι’ ἄλλους λόγους χρήσιμος κατὰ τὰς παρούσας στιγμάς, καθ’ ἃς εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἀναπλάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον διέρχεται ἐπικινδυνωδεστάτην κρίσιν. Ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος Συντάγματος πεῖρα δύναται νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης νέων μεταβολῶν. Αὗται δύνανται νὰ συντελεσθῶσιν ὁμαλότατα, ἀφοῦ, ὡς προβλέπει τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, συνερχόμεναι ἐπὶ τούτῳ, δύνανται νὰ ἀποτελέσουν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ἂν εὑρεθῶμεν πρὸ τοιαύτης ἀνυπερβλήτου ἀνάγκης καὶ δὲν ἔχωμεν Γερουσίαν, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ρίψωμεν τὸν Τόπον ἐκ νέου εἰς τὴν σημερινὴν ἐκκρεμότητα. Καὶ ἐγὼ τουλάχιστον, κύριοι συνάδελφοι, τρομάζω, τρομάζω διὰ τὴν Πατρίδα—συγχωρήσατε τὴν ἁπλοϊκὴν ταύτην ἔκφρασιν—ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀναζήσωμεν τὸ παρελθὸν τῶν τελευταίων τούτων ἐτῶν. Συμπεραίνων ἐπικροτῶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ζητῶ ὅμως τροποποιήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς της καί τινα τῶν δικαιωμάτων της. Θὰ προέτεινα ἐν πρώτοις νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων διὰ νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ διάκρισις τῶν δικαιωμάτων της καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Θὰ συνίστων νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρόνοια ἐπὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκλέγουν τοὺς ὑπὸ τὸ στοιχεῖον Β τοῦ ἄρθρου 57 γερουσιαστάς, ἵνα ἀποφύγωμεν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Τσιτσεκλῆς καὶ φαίνεται ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Καὶ ἐκ τρίτου θὰ ἐζήτουν ὅπως ἡ πρώτη συγκρότησις τῆς Γερουσίας γίνῃ δι’ ἐκλογῶν καὶ ὄχι ὡς ὁρίζει τὸ 115 ἄρθρον τῶν μεταβατικῶν διατάξεων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποκτήσῃ ἐξ ἀρχῆς αὕτη τὸ ἀπαιτούμενον κῦρός της.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.

§21Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ κῦμα τῶν νεωτερισμῶν, ὀγκούμενον καὶ προωθούμενον ὁσημέραι ὑπὸ τῆς θυέλλης καὶ τῆς καταιγίδος, τὰς ὁποίας ἤγειρον κατὰ τὴν ἐποχήν μας τὰ παράφορα πολιτικὰ πάθη, οἱ λοξοὶ πολιτικοὶ ὑπολογισμοὶ καὶ ἄλλα τινά, πασίγνωστα αἴτια, ἔφερον μέχρις ἡμῶν τὴν συζήτησιν καὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Διότι μόνον ἡ σχεδὸν παθολογικὴ πρὸς τὸ νεωτερίζειν τάσις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν συζήτησιν θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἔχει χρεωκοπήσει καὶ ἔχει καταδικασθῆ. Ποία πραγματικὴ ἀνάγκη, κύριοι, ὑπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι; Ποία κοινὴ συνείδησις καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐξεδηλώθη πρὸς καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου; Κατεσκευάσθη, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἓν Σύνταγμα. Εἰσήχθη εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Συνέλευσιν πρὸς συζήτησιν καὶ ὑπάρχουν τόσον ἀποσαφηνισμέναι αἱ γνῶμαι ἐπί τε τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὥστε εἶναι καταπληκτικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλου ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὅπως ἡ Γερουσία καταρτισθῇ a priori καὶ μετὰ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως συντάξῃ τὸ Σύνταγμα. Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἔθνους, τὴν ὑπερτάτην πασῶν, ἐξ ἧς πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀπορρέουν, παρ’ αὐτῆς προσδιοριζόμεναι, νὰ συντάσσῃ μετὰ μιᾶς τούτων, ἐν πλήρει ἰσότητι, τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους. Πρωτότυπα καὶ περίεργα πράγματα, αὐτόχρημα ἐξωφρενικά. Μὲ τοιαύτας ἀντιλήψεις ἐμφανίζονται ἐκ νέου οἱ πλεῖστοι ἐξ ἐκείνων οἵτινες ὑπεστήριξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ κατιδόντες ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά των δὲν ἦσον πειστικά, κατέφυγον εἰς ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα. Διατί, μᾶς εἶπον, ἀφοῦ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἰσχύει εἰς τόσα Κράτη, νὰ μὴ ἰσχύῃ καὶ παρ’ ἡμῖν; Ὄχι διότι εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διότι ἰσχύει εἰς ἄλλα Κράτη. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι, ὅτι πολλοὶ θεσμοὶ εἰσήχθησαν εἰς ἄλλα Κράτη, ἐκ μιμήσεως καὶ ὄχι ἐκ πραγματικῆς ἀνάγκης. Τὸ Ἀμερικανικὸν πολίτευμα, μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀμερικῆς, εἶναι ἱστορικῶς βεβαιωμένον ὅτι ἐμιμήθη τὸ Ἀγγλικόν. Ἦλθε κατόπιν ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, ἡ ὁποία λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως τῆς Φιλαδελφείας, ἡ ὁποία κατεσκεύασε τὸ Ἀμερικανικὸν πολίτευμα, υἱοθέτησε πολλὰς γνώμας ἐκεῖθεν τοῦ ὠκεανοῦ ἀκουσθείσας, αἵτινες καὶ ἐπεκράτησαν εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τῆς Γαλλίας. Ἐκ μιμήσεως καὶ μόνον ἐκ μιμήσεως ὑπάρχουν αἱ Γερουσίαι εἰς τὰ Κράτη ὅπου ὑπάρχουν. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ὅτι καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν μὲ τὸ τελευταῖον δημοκρατικὸν Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης εἰσήχθη ἡ Γερουσία ὑφ’ οἵαν μορφὴν ζητεῖται νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν. Οὔτε εἶναι ἀκριβὲς ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἑλβετίαν ὑπάρχει Γερουσία ὑπὸ τοιαύτην μορφήν. Εἰς τὴν Γερμανίαν ὑπάρχει ἁπλῆ Βουλή, τὸ Ράϊχσταγ, ὑπάρχει δὲ ἐκ παραλλήλου τὸ Ὁμοσπονδιακὸν Συμβούλιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκπροσωποῦνται τὰ Κράτη, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Γερμανικὴν Ὁμοσπονδίαν. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν ἐπίσης ὑπάρχει ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Συνέλευσις, ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Συμβούλιον—Βουλὴν—καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Κρατῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκπροσωποῦνται τὰ Κράτη–Καντόνια—τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Ἑλβετικὴν Ὁμοσπονδίαν. Εἶναι ἡ σύνθεσις τῶν Πολιτειῶν ἐκείνων, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὸ δεύτερον αὐτὸ Σῶμα, ὄχι ὅμως ὑπὸ τὸν τύπον καὶ τὴν μορφὴν τῆς Γερουσίας, ὡς ἡμεῖς τὴν ἐννοοῦμεν. Εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Γερουσία ὑπῆρξεν ἄλλοτε ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπέτυχε, οἱ ἀντιγνωμοῦντες ἀντέταξαν ὅτι ἄλλη ἐποχὴ ἦτο ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐγκαθιδρύθη ἡ Γερουσία παρ’ ἡμῖν, ἄλλη ἦτο ἡ σύνθεσις αὐτῆς καὶ ἄλλη εἶναι ἡ σημερινὴ ἐποχὴ καὶ ἡ σύνθεσίς της, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ. Κύριοι, μὴ λησμονῶμεν ὅτι αἱ ἐποχαὶ ὅσον καὶ ἂν ἀπέχουν ἀλλήλων, συναντῶνται καὶ ταυτίζονται εἰς πολλὰ σημεῖα. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἴμεθα κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν ἀπόγονοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν γερουσιασταὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἀπέτυχον, ὅτι ἔχομεν ἴσως τινὰς ἐκ τῶν ἀρετῶν των, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων των. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν μελέτην τῶν πρακτικῶν τῶν δύο Συνελεύσεων τοῦ 1843 καὶ 1863 θὰ ἴδῃ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐγκαθιδρύθη ἡ Γερουσία τῷ 1844 καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας κατηργήθη κατὰ τὸ 1864. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπασχολούμενος περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναδιφήσω τοὺς τόμους τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῶν Συνελεύσεων ἐκείνων. Κατὰ τὸ 1844—ἔχει λεχθῆ τοῦτο εἰς τὴν Βʹ Συνέλευσιν—δι’ ὑποκλοπῆς καθιερώθη ἐν Ἑλλάδι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Ποία ὅμως ἡ δρᾶσις αὐτῆς; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐν ὀλίγοις νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὰς συγχρόνων ρητόρων, ζησάντων μέσα εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην (ἀναγινώσκει): «Ὁ Διαμαντόπουλος ἀναφέρει ὅτι τῷ 1844 ἐδέχθη τὴν Γερουσίαν ἡ Συνέλευσις μετὰ μίαν ματαιωθεῖσαν ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν δὲν ἐφάνη ἀποτέλεσμα καὶ διὰ σκανδαλώδους πλειονοψηφίας, διότι καὶ τότε ἡ πεποίθησις ἐκλονίζετο καὶ ὑπῆρχον ἀμφιβολίαι. Ἀναφέρει κατόπιν σκανδαλώδεις διορισμοὺς προσώπων, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο τῇ ἐπεμβάσει τῶν γερουσιαστῶν, κατὰ παραβίασιν τοῦ θεσμοῦ τῶν προσόντων καὶ προσθέτει ἐν τέλει ὅτι ἡ Γερουσία παρεισέφρυσεν εἰς ἡμᾶς ὡς ξένον φυτὸν παράσιτον, τρεφόμενον ἄνευ καρποφορίας ἐκ τῶν χυμῶν τῆς ἐγχωρίου ζωῆς καὶ δηλητηριάζον τὴν ζωὴν ταύτην».

§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε;

§23Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Αὐτὰ ἐλέγοντο κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1864, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καὶ ἀναφέρονται εἰς τὸν 6ον τόμον καὶ σελίδας 286–294 τῶν Πρακτικῶν τῆς Βʹ Συνελεύσεως. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι ἀφορῶσι τὴν διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 καθιερωθεῖσαν καὶ ἐπὶ εἰκοσαετίαν βιώσασαν καὶ δράσασαν Γερουσίαν, τὴν διὰ βοῆς καταργηθεῖσαν τὸ 1864. Ὁ Θρασύβουλος Ζαΐμης, ἀντιθέτως παρ’ ὅ,τι ὑποστηρίζεται σήμερον, φρονεῖ ὅτι «ἡ ἰδέα τῆς μιᾶς Βουλῆς ἀνήκει εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς καὶ ἕξεις. Ἡ διαίρεσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς δύο Βουλὰς εἶναι ἡ πλέον ἀρίστη συνταγματικὴ ἀρχή...» καὶ μόνον διὰ τοῦτον τὸν λόγον κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχάς του. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης, τῆς ἐντελῶς θεωρητικῆς, ἐξήτασαν τὸν θεσμὸν καὶ ἄλλοι τινες πληρεξούσιοι. Ὁ Τιμολέων Βάσσος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερουσία ἂν μὲν συμφωνήσῃ μὲ τὴν Βουλὴν εἶναι περιττή, ἂν δὲ μὲ τὴν ἐξουσίαν εἶναι ἐπικίνδυνος. (σελὶς 286). Ἡ βάσανος τῶν νόμων εἶναι πλάνη. Τὸ παρελθὸν ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμία βάσανος ὑπῆρχε. Διὰ τῶν δύο Βουλῶν 92 νόμοι ἐγένοντο ἀσυζητητεὶ καὶ ἀβασανίστως ἐντὸς μηνός». Καὶ περαιτέρω (Ἐφημερὶς Συνελεύσεως σελὶς 340) «Τὸ ἑσπέρας ἦτο πλειονοψηφία, τὴν ἄλλην ἡμέραν τὰ ἐγύριζαν καὶ ἔκαμνον τὸ ἐναντίον. Ἠγοράζοντο ἄτομα μὲ 1000 δραχμὰς—ἐπὶ λέξει—. Κατόπιν ὁμιλεῖ περὶ τῆς ὀργιαζούσης συναλλαγῆς, τῶν ρουσφετίων κλπ. κλπ. Ἀλλὰ ὁ Τιμολέων Βάσσος, εὐτυχῶς, ζῇ ἀκόμη καὶ οἱ βουλόμενοι δύνανται νὰ λάβουν παρ’ αὐτοῦ λεπτομερεστέρας πληροφορίας. Οἱ ἐπισημότεροι τῶν ρητόρων τῆς Βʹ Συνελεύσεως ὁμιλοῦν κατὰ τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία, τέλος, καταργεῖται διὰ ψήφων 211 κατὰ 62. Ποῖοι δὲ ψηφίζουν κατ’ αὐτῆς; Οἱ ἐμφανέστεροι τῶν πληρεξουσίων: ὁ Γ. Ἰακωβᾶτος, ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, ὁ Ἐπ. Δεληγιώργης, ὁ Δημ. Βούλγαρης, ὁ Κωνσταντ. Λομβάρδος, ὁ Ἰωσὴφ Μομφερᾶτος καὶ ἄλλοι ὅμοιοι. Θέλουν νὰ ἐπαναφέρουν θεσμὸν χρεωκοπήσαντα καὶ μᾶς λέγουν ὅτι ἡ σύνθεσις αὐτοῦ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς θὰ εἶναι διάφορος καὶ θὰ λήξουν ἑπομένως τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἡ παλαιὰ Γερουσία, διότι τότε οἱ γερουσιασταὶ διωρίζοντο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ ποῖα τὰ ἐλαττώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον τὴν κατάλυσιν τῆς Γερουσίας; Ἡ ἀνάμιξις εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας, ἡ ἀσύστολος συναλλαγὴ καὶ πλεῖστα ἄλλα κακά. Καὶ ὡς ἄλλοτε εἶπον, κατὰ τί θὰ μεταβληθοῦν τὰ πράγματα ὅταν μεταβληθοῦν τὰ πρόσωπα, ὅταν ἡ Γερουσία θὰ ἔχῃ ἄλλην σύνθεσιν; Ὁμιλοῦμεν, κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκταθῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ποία θὰ εἶναι ἡ σύνθεσις. Δὲν θὰ ἐκλέγηται ἡ Γερουσία κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὅπως ἡ Βουλή; Δὲν θὰ ἔχῃ ἐπαφὴν καὶ δεσμοὺς μὲ τὴν Κυβέρνησιν; Καὶ ἐκ τῶν δεσμῶν αὐτῶν ποῖαι σχέσεις θὰ ἀναπτύσσωνται; Ἢ θὰ εἶναι ἄλλοι ἄνθρωποι οἱ γερουσιασταί, διάφοροι τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην; Τίποτε, κύριοι, τὸ καλὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Μόνον τὸ πνεῦμα τοῦ νεωτερισμοῦ, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν ἐποχήν μας, μόνον αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρεισήγαγεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὅπως τὸ αὐτὸ πνεῦμα τοῦ νεωτερισμοῦ εἰσήγαγε τὸν θεσμὸν τῆς ἀναλογικῆς, ὅπως τὸ αὐτὸ πνεῦμα πρόκειται, ὡς ἀκούω, νὰ εἰσηγηθῇ τοὺς θεσμοὺς τῆς ἀποκεντρώσεως, τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἄλλους περιφήμους θεσμούς, θεωρητικῶς ἴσως ὀρθούς, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν, ἀμφιβόλου εὐδοκιμήσεως κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Εἴδατε τὰ προϊόντα τῆς ἀναλογικῆς, στρέψατε ἀριστερώτερον νὰ ἰδῆτε ἐναργέστερον. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὴν ἀναλογικήν, τὸ ἔχουν ἤδη μετανοήσει ὡς ἐκ τῶν ἐπελθόντων ἀποτελεσμάτων. Διότι βλέπω ὅτι ὑπάρχουν τροπολογίαι εἰς τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατοχυρώνουν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑποβληθεῖσαι. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ μὲ τὴν τυχὸν εἰσαγωγὴν τῶν θεσμῶν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδικήσεως. Περιώνυμος Ἰταλὸς συγγραφεύς, τὸν ὁποῖον πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ γνωρίζετε, ὁ Μινγγέτι καὶ τοῦ ὁποίου μετάφρασις καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικήν, πρὸ τεσσαρακονταετίας γενομένη, εὑρίσκεται εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, χρηματίσας Ὑπουργὸς ἐπὶ Καβοὺρ καὶ Πρωθυπουργὸς κατόπιν, ἐξετάζει τοὺς θεσμοὺς τούτους καὶ τὰ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, τὰ δὲ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγει, πᾶν ἄλλο ἢ ἐνθουσιασμὸν δύνανται νὰ προκαλέσωσιν εἰς τοὺς θιασώτας των. Διότι πρέπει νὰ ἔχητε πάντοτε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι τὸ χάσμα μεταξὺ θεωρίας καὶ ἐφαρμογῆς εἶναι μέγα. Θὰ ἴδητε ἐντὸς ὀλίγου, ἂν καθιερωθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα. Ἐξανιστάμεθα κατὰ τῆς συναλλαγῆς, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς τὸ κυριώτερον ἐλάττωμα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ἡ συναλλαγὴ θὰ διπλασιασθῇ. Παραπονούμεθα κατὰ τῆς ἐπιβραδύνσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας θὰ ἐπιβραδύνωνται ἔτι μᾶλλον. Καθιεροῦται συνταγματικῶς ἡ ἐπιβράδυνσις διὰ τῶν τιθεμένων προθεσμιῶν. Καὶ ἂν ὑπάρχουν ζητήματα, τὰ ὁποῖα χρήζουν νομοθετικῆς μερίμνης, κατεπειγούσης, μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας θὰ πρέπῃ νὰ παρέλθουν μῆνες ὁλόκληροι πρὸς ρύθμισιν αὐτῶν, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω καὶ περιορίζομαι εἰς μόνον ταῦτα. Ἀλλὰ βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἡ Γερουσία θὰ εἶναι οὕτως εἰπεῖν μία τροχοπέδη καὶ θὰ συγκρατῇ τῆς Βουλῆς τοὺς ἐκτροχιασμοὺς ἢ θὰ καταστέλλῃ τοὺς ἀφηνιασμούς. Ἔχομεν Βουλήν, κύριοι, πρὸ ἑξήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν. Δὲν νομίζω ὅτι εἴδομεν τὸ φαινόμενον αὐτό. Εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν διεξήχθησαν, ἀληθῶς, σφοδρόταται συζητήσεις, ἀνεπτύχθησαν κατ’ αὐτὰς πολιτικὰ πάθη καὶ πείσματα, ἀλλ’ εἰς πολὺ κατώτερον βαθμὸν παρ’ ὅ,τι εἰς ἄλλας Βουλάς, τῶν ὁποίων τὰ αἴσχη δὲν παρουσίασεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή. Μὴ εἴμεθα μεμψίμοιροι διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ μὴ ὑπολαμβάνωμεν ὅτι ἀλλαχοῦ τὰ πάντα εἶναι ρόδινα καὶ ἰδεώδη, μὴ υἱοθετῶμεν ἀνευθύνους γνώμας ἀμαθῶν τινων φιλοδόξων ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκομένων καὶ κατ’ αὐτῆς ἑκάστοτε βαλλόντων πρὸς δημαγωγίαν μὲ τὴν ἀφελῆ ἐλπίδα ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ δυνηθῶσι νὰ διεισδύσωσιν εἰς αὐτὴν καὶ διορθώσωσιν αὐτοὶ τὰ κακῶς κείμενα. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς εὐρυθμοτέραν λειτουργίαν τῆς κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως καὶ δευτέρου Σώματος, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, νομίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Ἀλλ’ ὑπεστήριζον οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ὅτι ὑπάρχουν πρόσωπα εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδιοσυγκρασίας ἀποστέργουν νὰ κατέλθουν εἰς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας καὶ θὰ εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν Γερουσίαν. Δὲν γνωρίζω ποῖα εἶναι τὰ ὑπονοούμενα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον τόσα φῶτα, τόσην εὐρυμάθειαν καὶ ὑπεροχὴν καὶ ἐπισημότητα καὶ μολαταῦτα τὰ ἀγνοοῦν οἱ συμπολῖταί των διὰ νὰ ἀναθέσουν εἰς αὐτὰ τὴν ἀντιπροσωπείαν των.

§24Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ὁ Σκουλούδης.

§25Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὁ Σκουλούδης δὲν ἀπέστεργε τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας. Κατῆλθε πολλάκις εἰς τούτους μὲ ὅλον τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἐξελέγη κατ’ ἐπανάληψιν βουλευτὴς καὶ ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Θήβαις, διότι ἦτο γνωστὴ ἡ ἀξία του καὶ αἱ ὑπηρεσίαι του ἐξετιμήθησαν προσηκόντως. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους φαντάζονται ὑπάρχοντας, ἐξ ἰδιοσυγκρασίας δῆθεν ἀποστέργοντας νὰ κατέλθουν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας, εἶναι ἄσημοι καὶ ἀνίκανοι καὶ ὀρρωδοῦν πρὸ αὐτῶν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νεῦρα καὶ δύναμιν ψυχῆς καὶ ἱκανότητα καὶ σχετικὴν ἀνωτερότητα, ἐκτιμῶνται παρὰ τῶν συμπολιτῶν των καὶ ἐκλέγονται παρ’ αὐτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1900 ἰδίως, κύριοι, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἰσῆλθον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς κληρονομικὴν διαδοχήν, ἀλλὰ ἐδημιουργήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλῶς νὰ ἐκτιμᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ συμφέροντά του ἐκ παραλλήλου μετὰ τῶν ἐθνικῶν, ἐπὶ τὸ καλύτερον.

§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909 καὶ ἐντεῦθεν.

§27Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, ἦσαν πολιτικὰ μετέωρα, τὰ ὁποῖα ἐξηφανίσθησαν μετ’ αὐτῆς. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ σταθοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐστάθησαν καὶ παρελθούσης τῆς περιόδου ἐκείνης καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς τὸ πρῶτον ἐξελέγησαν. Δὲν βλέπω λοιπόν, κύριοι, κανένα ἀπολύτως ἀποχρῶντα λόγον ἐπιβάλλοντα τὴν ἐγκαθίδρυσιν Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι καὶ σᾶς προλέγω ὅτι, ἂν, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἐγκαθιδρυθῇ αὕτη, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς ποὺ θὰ ἐπέλθῃ πλῆρες τὸ ναυάγιον τοῦ θεσμοῦ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπερμαχοῦν σήμερον τούτου, θὰ μεταννοήσουν πικρῶς, διότι θὰ τοὺς ἐλέγχῃ ἡ συνείδησις ὅτι συνετέλεσαν νὰ δημιουργηθῇ ἓν ἀκόμη κακὸν εἰς τὴν Πατρίδα των. (Χειροκροτήματα).

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Ἀναστασίου ἔχει τὸν λόγον.

§29Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὡς ἀνήκων, κύριοι βουλευταί, εἰς κόμμα πολιτικόν, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ὁποίου ἀνέκαθεν ἦτο κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ ἐπηγγέλθη καὶ προγραμματικῶς τοῦτο, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἡ ψυχική μου διάθεσις ἦτο ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ κατ’ ἀρχήν, ἐψήφισα δὲ ταύτην ἄλλως ρητῶς ἢ σιωπηρῶς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δʹ Συνέλευσιν. Οἱ λόγοι ὅμως οὗτοι δὲν ἦσαν ἱκανοὶ δι’ ἐμέ, ὥστε νὰ μὴ παρακολουθήσω καὶ μετὰ προσοχῆς τὰς γενομένας συζητήσεις καὶ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἀντιφερομένων κατὰ τοῦ θεσμοῦ. Προετράπην μάλιστα ἐξόχως εἰς τοῦτο καὶ ἐκ μέρους τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀθηνῶν κ. Τσιτσεκλῆ, ὅστις μοὶ ἐδίδαξεν ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ διστάζῃ νὰ μεταλλάσσῃ γνώμας παρὰ τὴν ἀρχὴν ἢ τὴν δοθεῖσαν ψῆφον πειθόμενος ἐκ τῶν συζητήσεων. Μοῦ ἀνέφερε μάλιστα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ διαφόρους ξένους συγγραφεῖς, τὰ ὀνόματα τῶν ὁποίων δὲν ἐνθυμοῦμαι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην του ταύτην. Μόλα ταῦτα, παρὰ τὴν καλήν μου διάθεσιν καὶ τὴν καλὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξα παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδελεχῶς τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἀντιφερομένων κατὰ τοῦ θεσμοῦ, δὲν ἐπείσθην, ἴσως νὰ κατίσχυσεν ἡ ἀρχική μου προκατάληψις, δὲν ἐπείσθην ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλω γνώμην, οὐδὲ εὗρον ἱκανὰς πρὸς τοῦτο, οὐδὲ σοβαρὰς τὰς προβληθείσας ἀντιρρήσεις, παρὰ τὴν σοβαρότητα τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα τὰς ἔφερον ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, χρησιμότητα καὶ ἀναγκαιότητα, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι λαοί, παρὰ τοῖς ὁποίοις ἐπικρατεῖ σήμερον ὡς πολιτικὸν ἀξίωμα ἡ διαίρεσις τῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς δύο Σώματα. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ πολλῶν λόγων, οὔτε θὰ θελήσω νὰ ἀναπτύξω θεωρίας, ἀναπτυχθείσας ἄλλως τε ἐπαρκῶς καὶ εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι δὲν εἶμαι καθόλου εἰδικός. Σκέψεις τινας θ’ ἀναπτύξω εἰς ἀντίκρουσιν τῶν γνωμῶν, αἵτινες ὑπεστηρίχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τῆς Γερουσίας μὲ ἄκραν δὲ σᾶς ὑπόσχομαι συντομίαν ὥστε νὰ μὴ γίνω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὀχληρός. Κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῶν ὑπὲρ τῆς Γερουσίας κεκηρυγμένων ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι προωρισμένη νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἀκατάσχετον πολυνομίαν, ἀντετάχθησαν οἱ ἀντιτιθέμενοι κατὰ τοῦ θεσμοῦ, οἱ μὲν ὑποστηρίζοντες ὅτι πολυνομία δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ἀνάγκαι χρήζουσαι νομοθετικῆς διαρρυθμίσεως καὶ δὴ ἀνάγκαι οἰκονομικαί. Καὶ ἄλλοι ἀνεγνώρισαν ὅτι ναὶ μὲν ὑπάρχει πολυνομία, ἀλλὰ ὅτι αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν τελευταίων ἀνωμαλιῶν. Ὅλαι αἱ γνῶμαι αὐταὶ συλλήβδην λαμβανόμεναι, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀπολύτως ἀβάσιμοι. Διότι οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὡς ἰσχυρίσθη προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτής, ὅτι πολυνομία δὲν ὑπάρχει, ἀρνοῦνται αὐτὴν ταύτην τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τύχῃ περισσοτέρας ἀντικρούσεως. Οἱ ἰσχυριζόμενοι πάλιν ὅτι ὑπάρχει μὲν πολυνομία, ἀλλ’ ἡ πολυνομία αὐτὴ εἶναι συνέπεια τῶν τελευταίων ἀνωμαλιῶν καὶ οὗτοι εὑρίσκονται ἐν προφανεστάτῃ πλάνῃ, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ πολυνομία ὑπῆρχε μεγίστη καὶ πρὸ τῶν ἀνωμαλιῶν. Μάλιστα δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἓν ἐκ τῶν αἰτημάτων τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ἦτο ὅπως τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν πολυνομίαν αὐτήν, τὴν ἀκατάσχετον, ἥτις γίνεται πολλαπλῶς ἐπιζήμιος εἰς τὸν λαόν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ κατὰ παράδοσιν ὅτι ὁ Οἰκονομίδης, ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος σοφὸς δικονομολόγος, ἐγνωμοδότει πάντοτε, πρὸ 40 ἢ 50 ἤδη ἐτῶν, θέτων ὡς κατακλεῖδα τῶν γνωμοδοτήσεών του «ὅτι οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα ἐκτὸς ἂν νεώτερός τις νόμος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνωρίζω, μετέβαλε τὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ καὶ ἔτι ὁ γερουσιαστὴς Ψύλλας κατὰ τὸ 1861 ἀπὸ τοῦ Βήματος τῆς πολυθρυλλήτου ἐκείνης Γερουσίας τοῦ Ὄθωνος ἐλέγχων τὴν ἀπὸ τότε ἐπικρατοῦσαν πολυνομίαν, ἐπετίθετο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τὴν «νομομανίαν», ἥτις τὴν εἶχε καταλάβει. Κατὰ συνέπειαν καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ πολυνομία εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν τελευταίων ἀνωμαλιῶν εἶναι ἰσχυρισμὸς μηδεμίαν ἔχων σχέσιν πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Ἄλλοι πάλιν ἰσχυρίσθησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει πολυνομία, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἀνάγκαι καὶ δὴ οἰκονομικαί, χρήζουσαι διαρρυθμίσεως νομοθετικῆς. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀνομολογῶ ὡς ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται ἀνάγκαι, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται διὰ τὴν διαρρύθμισιν τούτων βραδεῖα καὶ ἔμφρων τῶν περιστάσεων ἀντιμετώπισις διὰ μελέτης σοβαρᾶς καὶ διαγνώσεως ἀσφαλοῦς καὶ ἐπιστημονικῆς τῶν ληπτέων νομοθετικῶν μέτρων καὶ οὐχὶ βεβιασμένη καὶ ἐμπειρικὴ νομοθεσία πρὸς προσωρινὴν ἐπούλωσιν τῶν προκυπτουσῶν ἀναγκῶν διὰ νὰ μὴ ἀνακύψουν αὔριον σκληρότεραι καὶ ἐπιτακτικώτεραι, ὡς κατὰ κανόνα μέχρι σήμερον ἀτυχῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Ἄρα ἐπιβαλλόμενος καὶ ἀπολύτως σκόπιμος καὶ διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸν λόγον εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, προωρισμένος διὰ τῆς συνετῆς καὶ ἔμφρονος βραδύτητος αὐτοῦ περὶ τὴν παρασκευὴν καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων καὶ ἰδίως τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας, νὰ παράσχῃ ἀνεκτιμήτους ὠφελείας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν αὐτοῦ, ἀσφαλίζων τοὺς καλοὺς νόμους καὶ ἀποσοβῶν τοὺς πολλοὺς καὶ ἐπιζημίους. Ἀλλ’ εἶπον τινὲς ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀντικαταστήσωμεν καὶ τὴν Γερουσίαν μὲ τὴν ἵδρυσιν παρακοινοβουλίου, καθιεροῦντες δηλαδὴ ἐπαγγελματικὸν ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα. Ὁ πιστεύων ὅτι διὰ τῶν ἐπαγγελματικῶν τούτων ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων δυνάμεθα νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν Γερουσίαν, εἶναι ἐν πλήρει πλάνῃ, διότι τὰ ἐπαγγελματικὰ ταῦτα ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα δὲν ὑπῆρξαν τίποτε ἄλλο παρὰ οἱ πρόδρομοι τοῦ Μπολσεβικισμοῦ καὶ θὰ ἦσαν καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ πρῶτον ἐπίσημον βῆμα πρὸς τὴν ἀκροτάτην ἀριστεράν. Ἂν μάλιστα οἱ ὑποστηρίξαντες τὰ τοιαῦτα νομίζουσιν ὅτι ἔπρεπε νὰ μετάσχουν τοῦ τοιούτου Σώματος καὶ ὀργανώσεις ἐπιστημονικαὶ τοὺς πληροφορῶ ὅτι εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἀντιθέσει πρὸς τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ, λαβόντος πικρὰν πεῖραν τῶν κυρίων καθηγητῶν, τῶν μετασχόντων διαφόρων Κυβερνήσεων, οἵτινες συνέταξαν καὶ ὑπέγραψαν τὰ αὐθαδέστερα Ν. Διατάγματα καὶ ἐξετέλεσαν διοικητικὰς πράξεις τοιαύτης φαυλότητος καὶ ἀκολασίας, ὁποίας οὐδὲ διενοήθη ποτέ, ὄχι ἐτόλμησε νὰ διαπράξῃ οἱοσδήποτε πολιτευόμενος ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα). Οἱ πολιτευόμενοι δίδουσι λόγον τῶν πράξεών των καθ’ ἑκάστην πρὸς τὸν λαόν. Οὗτοι εἰς ποῖον θὰ δώσωσι λόγον; (Χειροκροτήματα). Εἰς τὰς σκέψεις ὅτι διὰ τῆς Γερουσίας θὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν πολλαχῶς ἐπιζήμιον πολυνομίαν, ἥτις ἔχει καταστῆ πλέον κακονομία, οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ κυρίως ὁ βαθὺς συνάδελφος κ. Τσιτσεκλῆς, ὅστις μετὰ τόσον χιοῦμορ ὡμίλησε χθὲς περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀντέταξαν καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα ὄχι σοβαρώτερα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ εἴπω τῶν προηγουμένων. Πῶς θὰ ἐμποδίσῃ τὴν πολυνομίαν ἡ Γερουσία; Πῶς θὰ ἔχωμεν καλυτέρους νόμους, πῶς θὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν Βουλὴν ἡ Γερουσία; Τί εἶναι ἡ Βουλή; εἶπεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς. Εἶναι παρθεναγωγεῖον ἔχον ἀνάγκην ἐπιμελητῶν; Βεβαίως ὄχι. Οὐδὲ ἡ Βουλὴ εἶναι παρθεναγωγεῖον, οὐδὲ ἡ Γερουσία καλεῖται ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς τιμητὴς τῆς Βουλῆς. Ἡ Γερουσία καλεῖται νὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τῆς σπουδῆς μετὰ τῆς ὁποίας διεξάγονται αἱ ἐργασίαι τοῦ πρώτου νομοθετικοῦ Σώματος, τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, διότι ἐκλέγεται ἐν τῷ συνόλῳ της ἀμέσως ὑπὸ τοῦ λαοῦ, διότι ἔχει σύντομον καὶ περιωρισμένην θητείαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν θητείαν τῆς Γερουσίας, διότι ὑπόκειται περισσότερον εἰς ἄμεσον ἐπηρεασμὸν ἀπὸ τὰς ροπὰς τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τὰς ἐπιμόνους ἀπαιτήσεις τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ἕνεκεν τούτων σπεύδει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις του, σπεύδει νὰ συντάξῃ νόμους, ἀναγκάζεται ἐν σπουδῇ νὰ καταρτίζῃ αὐτούς, τοὺς ὁποίους πολλάκις ἐκλαμβάνει ὡς προοδευτικοὺς καὶ οἱ ὁποῖοι πολλάκις καταλήγουν εἰς ἀκρότητας. Ὁ μεγαλύτερος, κύριοι, πολιτειολόγος τοῦ κόσμου, τοῦ ὁποίου δὲν ἤκουσα νὰ γίνῃ τὸ μνημόσυνον ἀπὸ κανένα τῶν ἀγορευσάντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ μεγαλύτερος πολιτειολόγος τῆς ἀνθρωπότητος λέγει ὅτι εἶναι εὔκολον ὁ δῆμος ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς δημαγωγίας νὰ προβαίνῃ εἰς προχείρους ἀποφάσεις καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀληθὴς Πολιτεία καταλύεται.

§30Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§31Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Ἀριστοτέλης. Ὁ μεγαλύτερος, ἐπαναλαμβάνω, πολιτειολόγος τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ ὁποῖος ἀρδεύει τὰς πολιτικὰς ἐπιστήμας ἀπὸ τόσων αἰώνων διὰ τῶν ναμάτων τῆς σοφίας του.

§32Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγινε μνεία καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους κατὰ τὴν συζήτησιν.

§33Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τόσῳ τὸ καλύτερον, δὲν τὸ ἤκουσα. Ἔχοντες λοιπὸν δίδαγμα τοῦ Ἀριστοτέλους, τοιαῦτα σκεπτομένου περὶ τῶν ροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκειται ἡ Βουλή, ὁ δῆμος, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς πλέον νὰ ἀντιφερώμεθα κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας; Θεσμοῦ ὅστις, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τῆς συνετῆς βραδύτητος, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ τῆς ἐπὶ πλέον βελτιώσεως καὶ μᾶλλον πεφωτισμένης ἐπεξεργασίας ταύτης ὡς φραγμὸς καὶ κατὰ τῆς πολυνομίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἐπιζημίων συνεπειῶν ταύτης διὰ τὸν λαόν; Ἡ Γερουσία σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπιφέρῃ μίαν χρονοτριβὴν διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων αὐτῆς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη. Οὐδὲ εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοιουτοτρόπως ἐγκαθιδρύομεν Σῶμα γηραλέον, βραδυκίνητον καὶ ὀπισθοδρομικόν, ὡς ὑπεστηρίχθη, διότι ἡ Ἱστορία μᾶς πείθει ὅτι πολλάκις ἡ Γερουσία ἐξελίσσεται εἰς Σῶμα προοδευτικότερον τῆς Βουλῆς, ὅταν μάλιστα ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπερμέτρως συντηρητική, παράδειγμα δὲ τούτου ἔστω τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως καὶ ἂν δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον ἦτο ἀναγκαία καὶ χρήσιμος ἡ Γερουσία, μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ μετέχῃ ἡ Γερουσία εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο προνομία τοῦ Ἀνωτάτου τῆς Πολιτείας παράγοντος, δίδουσα γνώμην ἢ μᾶλλον ἀποφασίζουσα περὶ αὐτῆς, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος πρὸ τῆς λήξεως τῆς περιόδου αὐτῆς ἄνευ συμφώνου γνώμης τῆς Γερουσίας, διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ ἡ Γερουσία. Δὲν θὰ ἀναφέρω, κύριοι βουλευταί, τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ προεδρεύων ἤδη καὶ τὸ ὁποῖον ἤγειρε τόσας πολλὰς διαμαρτυρίας, ἂν καὶ ἦτο ἀπολύτως ἀληθές, τὸ παράδειγμα ὅτι ἡ πρώτη ἀφορμὴ τῆς διαφωνίας καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῆς τῶν ὀλεθρίων διὰ τὴν Χώραν, ὑπῆρξεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς 1915. Θὰ ἀναφέρω ὅμως ἄλλο παράδειγμα, εἰλημμένον καὶ τοῦτο ἐξ αὐτῆς πάλιν τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ παράδειγμα ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἐξώσθη διότι διέλυσε τὴν Βουλὴν τοῦ 1860, τὴν ἑπομένην τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου αὐτῆς, διότι ἀπέτυχεν ὁ ὑποψήφιος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπέτυχεν ὁ ὑποψήφιος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Ὄθωνος ἦτο συνταγματικῶς μὲν νόμιμος, πολιτικῶς ὅμως ἦτο πρᾶξις ἀσύνετος καὶ ἐστρέφετο κατὰ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ. Ὁ Ὄθων, ὁ λαοφίλητος μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, διὰ τὴν πίστιν αὐτοῦ πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ τὴν ἐθνικήν του πολιτικὴν καὶ τὴν προσωπικήν του τιμιότητα καὶ ἠθικήν, ἤγειρεν ἀπὸ τῆς ἀσυνέτου ἐκείνης διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἤγειρεν ἐναντίον του τὴν θύελλαν ἐκείνην, ἥτις ἐπιταθεῖσα διὰ τῶν ἐπακολουθησασῶν ἐκνόμων καὶ βιαίων ἐκλογῶν, ἐξεδηλώθη διὰ διαφόρων κινημάτων, μέχρις οὗ ἐξέσπασε κατὰ τὸ 1862, ἀνατρέψασα καὶ αὐτὸν καὶ τὴν δυναστείαν τῆς Βαυαρίας. Τίς δύναται νὰ ἀντείπῃ ὅτι, ἂν ὁ Βασιλεὺς τότε εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἄνευ συμφώνου γνώμης τῆς Γερουσίας, ὑπαρχούσης καὶ τότε, τίς δύναται νὰ ἀντείπῃ, λέγω, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ μὴ συμφωνήσῃ εἰς τὴν αὐθαίρετον ἐκείνην πρᾶξιν ἡ Γερουσία καὶ οὕτω καὶ ὁ Θρόνος τοῦ Ὄθωνος θὰ ἐσώζετο καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος ἐθνικὸς κλυδωνισμὸς θὰ ἀπεφεύγετο; Περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ περιστατικοῦ τούτου νομίζω ὅτι δύναται νὰ μαρτυρήσῃ καὶ ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔχει πολλὴν σχέσιν καὶ εἶναι μία ἔνδοξος σελὶς τῆς μεγάλης πολιτικῆς ἱστορίας τῆς οἰκογενείας του, διότι ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁποίου ἐστράφη ἡ μῆνις τῆς Αὐλῆς, ἦτο ὁ ἀείμνηστος πατήρ του.

§34Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. Πρόεδρος;

§35Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἱστορικὸν γεγονός.

§36Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Γερουσία, κύριοι βουλευταί, πανταχοῦ καθιερώθη ὡς ἀντίρροπον πρὸς ἰσορόπησιν τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς. Ἡ διαίρεσις τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας εἰς δύο Σώματα εἶναι πλέον πολιτικὸν δόγμα ἐπικρατοῦν εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη τοῦ κόσμου. Ἀλλά, κύριοι, ἡ Γερουσία δὲν εἶναι θεσμὸς ὁ ὁποῖος ἐξευρέθη ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς σοφούς, ἀπὸ τοὺς πολιτειολόγους ἢ τοὺς πολιτικοὺς τοῦ σημερινοῦ ἢ τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Ἡ Γερουσία εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικός. Παρακολουθῶ ἐν τούτῳ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους κ. κ. Τσιτσεκλῆν καὶ Λαδᾶν, οἵτινες ὡμίλησαν ἀμφότεροι περὶ τῆς Γερουσίας ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, περιορισθέντες ὅμως μόνον εἰς τὰς δαπάνας τὰς σχετικῶς ἐλαχίστας, ὡς ἤθελε συνεπαγάγει ἡ ἵδρυσίς της, ἀπέναντι τῶν μεγάλων οἰκονομικῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον προκύψει ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν καθόλου δημοσίαν οἰκονομίαν τοῦ λαοῦ. Ἡ Βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν Ἀθήναις ἤσκει οἷα δικαιώματα ἀσκεῖ σήμερον εἰς τοὺς πεπολιτισμένους λαοὺς ἡ Γερουσία. Ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἠκύρου ἢ ἐκύρου τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τῆς Γερουσίας τῆς Σπάρτης, ἥτις ἐθαυματούργει πολιτικῶς, ὁτὲ μὲν διαλύουσα τὸν δῆμον παραφρονοῦντα, ὁτὲ δὲ φονεύουσα τὸν Κλεομένην ἐπιδιώξαντα νὰ τυραννήσῃ.

§37Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸν Κλεομένην;...

§38Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν Ἆγιν. Ἔχετε δίκαιον, κ. Ὑπουργέ. Τὸν Ἆγιν, προσπαθήσαντα νὰ καταλύσῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ τυραννήσῃ.

§39Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὸν ἀναδασμὸν τῆς γῆς ἐφονεύθη ὁ Ἆγις.

§40Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὸν ἀναδασμὸν τῆς Χώρας. Δηλαδὴ διὰ τὴν διανομὴν τῆς γῆς. Μέτρον μπολσεβικικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημαγώγει τὸν λαὸν καὶ ὅπερ ἀπέκρουεν ἡ Γερουσία ἐχομένη τῶν νόμων. Εἶπον ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικός. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ περαιώσω τὸν λόγον μου νὰ σᾶς ἀναγνώσω μικράν τινα περικοπὴν τοῦ Πλουτάρχου, περικοπὴν ἀναφερθεῖσαν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν, περικοπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδίδεται καὶ ὁλοκληροῦται ὁ θεσμὸς καὶ ἥτις ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις καὶ ἀποστομώνει ὅλα τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα καὶ παρέχει ἐναργῶς πραγματικὴν καὶ μεγαλήγορον τὴν εἰκόνα τοῦ μεγαλείου τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ ἐξ ἧς ἐδόθη ἡ κατεύθυνσις εἰς ὅλας τὰς περὶ Γερουσίας ἀντιλήψεις τοῦ σημερινοῦ κόσμου.

§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀκούσωμεν.

§42Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὸν βίον τοῦ Λυκούργου, τοῦ γνωστοῦ τοῖς πᾶσιν ἀναμορφωτοῦ καινομοθέτου τῆς Σπάρτης, ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος ὅτι, ὅταν οὗτος μετὰ μακρὰν περιοδείαν ἀνὰ τὸν τότε πεπολιτισμένον κόσμον ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Σπάρτην, κληθεὶς ἵνα ρυθμίσῃ τὰ πολιτικὰ πράγματα αὐτῆς καὶ δώσῃ εἰς ταύτην νόμους, πρώτη πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Λυκοῦργος ἦτο νὰ συστήσῃ τὸν θεσμὸν τῶν Γερόντων, νὰ συστήσῃ δηλαδὴ τὴν Γερουσίαν. Λέγει λοιπὸν ὁ Πλούταρχος (ἀναγινώσκει): «Πλειόνων δὲ καινοτομουμένων ὑπὸ Λυκούργου πρῶτον ἦν καὶ μέγιστον ἡ κατάστασις τῶν γερόντων (ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας δηλαδή). Ἣν φασὶν ὁ Πλάτων τῇ τῶν Βασιλέων ἀρχῇ φλεγμαινούσῃ μιχθεῖσαν καὶ γενομένην ἰσόψηφον εἰς τὰ μέγιστα, σωτηρίαν ἅμα καὶ σωφροσύνην παρασχεῖν. Αἰωρουμένη γὰρ ἡ Πολιτεία καὶ ἀποκλίνουσα νῦν μὲν ὡς τοὺς Βασιλεῖς ἐπὶ Τυραννίδα, νῦν δὲ ὡς τὸ πλῆθος ἐπὶ Δημοκρατίαν, οἷον ἕρμα τὴν τῶν γερόντων ἀρχὴν ἐν μέσῳ θεμένη καὶ ἰσορροπήσασα τὴν ἀσφαλεστέραν τάξιν, ἔσχε καὶ κατάστασιν. Ἀεὶ τῶν ὀκτὼ καὶ εἴκοσι γερόντων τοὺς μὲν Βασιλεῦσι προστιθεμένων, ὅσον ἀντιβῆσαι πρὸς Δημοκρατίαν, αὖθις δὲ ὑπὲρ τοῦ μὴ γενέσθαι Τυραννίδα τὸν δῆμον ἀναρρυνέντας». Ἔχοντες λοιπόν, κύριοι βουλευταί, τοιαῦτα διδάγματα ἐκ τῆς Ἱστορίας τῶν ἡμετέρων προγόνων περὶ τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ τῆς Γερουσίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀρρωδήσωμεν διὰ τὴν σύστασιν ταύτης, ἀλλὰ πρέπει νὰ συγκροτήσωμεν αὐτήν, ἐν τῇ πλήρει πεποιθήσει ὅτι θεσμός, ὅστις τοσαύτην ἔχει ἀρχὴν καὶ εὐδοκιμεῖ εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸν πεπολιτισμένον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτύχῃ παρ’ ἡμῖν. (Χειροκροτήματα).

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.

§44Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐλέχθησαν, κύριοι βουλευταί, πλέον ἢ ἀρκετὰ διὰ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ δοθῇ καὶ μία εἰκών, ἐκ τῶν πραγμάτων, τῆς μελλούσης Γερουσίας. Δὲν χρειάζεται νὰ ἔχῃ τις οὔτε μαντικὴν δύναμιν, δὲν χρειάζεται ἐπίσης νὰ ἔχῃ τὴν προφητικὴν δύναμιν διὰ νὰ ἀντιληφθῇ καὶ διὰ νὰ κατανοήσῃ σαφῶς ποία θὰ εἶναι ἡ ὑπόστασις καὶ ἡ ὑφὴ τῆς μελλούσης πρώτης Γερουσίας. Εἶμαι πεπεισμένος ἀπολύτως ὅτι, ἂν κανεὶς λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ ὅσα ἐλέχθησαν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς πραγματικὰς συνθήκας καὶ περιστάσεις θελήσῃ νὰ ἀπεικονίσῃ καὶ εἰς φωτογραφίαν ἀκόμη τὴν εἰκόνα τῆς μελλούσης, λέγω, Γερουσίας, εἶμαι, κύριοι, ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι θὰ ἔχῃ ἀκριβεστάτην τὴν φωτογραφίαν αὐτῆς. Ποῖον εἶναι τὸ γεγονός, κύριοι, τὸ γεγονὸς τὸ ἀναμφισβήτητον, τὸ γεγονὸς τὸ ἀπορρέον ἐκ τῶν πραγμάτων; Εἶναι τοῦτο τὸ ὁποῖον θὰ εὕρητε, ἂν ἐξετάσητε ὅλοι τὸν ἑαυτόν σας. Ἂν ὅλοι γενικῶς ἐξετάσητε τί θὰ συμβῇ εἰς τοὺς νομοὺς ἔνθα εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐξελέγη, εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως πλέον ὅτι εἰς ὅλους τοὺς νομοὺς προώρισται νὰ ἐκλεγῶσιν ὡς γερουσιασταὶ οἱ ἀποτυχόντες βουλευταί. Δὲν ὑπάρχει εἰς τοῦτο νομίζω οὐδεμία ἐξαίρεσις.

§45Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καμμία ἀμφιβολία.

§46Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, λέγω, ἀμφιβολία ὅτι ὅλοι γενικῶς οἱ βουλευταὶ ἔχουσιν ὑποσχεθῆ νὰ ὑποστηρίξωσιν ὡς γερουσιαστὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ των ἀπέτυχε κατὰ τὰς παρούσας ἐκλογάς.

§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν διάφοροι τρόποι ἐκλογῆς.

§48Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατὰ 80% θὰ γίνῃ ἀμέσως. Ὅταν λοιπὸν ἐρωτήσητε ὑμεῖς αὐτοὶ τὸν ἑαυτόν σας περὶ τῶν συνδυασμῶν οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἐπὶ κομματικῶν κεφαλαίων, ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ συνδυασμοὶ τῶν ἐπαρχιῶν, θὰ καταλήξητε μετὰ πεποιθήσεως ἀκραδάντου ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθῃ Γερουσία δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν συνέδριον τῶν πρώτων ἐπιλαχόντων βουλευτῶν. Καὶ ἄν, κύριοι, τοῦτο εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, δὲν εἶναι προτιμώτερον νὰ τοὺς καλέσωμεν ἀπὸ τοῦδε δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συχνότατα ἐκδίδονται, νὰ τοὺς καλέσωμεν νὰ λάβωσι μέρος ἀπὸ τοῦδε εἰς αὐτήν; Διότι δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν τὸ πρᾶγμα ἀξίαν, ἂν ὑπάρχουν καὶ ἐλάχισται ἐξαιρέσεις. Ἡ βάσις εἶναι—τὸ τονίζω καὶ πάλιν—ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθῃ Γερουσία θὰ εἶναι τοὐλάχιστον κατὰ τὰ 80% ἐκ τῶν πρώτων ἢ δευτέρων ἐπιλαχόντων βουλευτῶν. Αὐτὴ εἶναι λοιπόν, κύριοι, ἡ φωτογραφία τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Γερουσίας καὶ ὅταν ἔχετε τοιαύτην φωτογραφίαν, ἔχετε ἐπιτακτικὴν τὴν ὑποχρέωσιν, ἐκπληροῦντες καθῆκον καὶ ἐπιβεβαιωτικὴν καὶ ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπητε ὅτι τοιαύτη Γερουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὅπως σήμερον εὑρίσκεται καὶ εἰδικῶς εἰς τὰς σημερινὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται, αὐξάνουσα καταπληκτικῶς μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν καὶ ἀλλάζουσα ἁπλῶς τὰ ὀνόματα. Ὡμίλησαν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Γερουσίας καὶ ἔφθασαν καὶ μέχρι Πλουτάρχου, Ἀριστοτέλους καὶ ἄλλων. Ὡμίλησαν δι’ ὅλης τῆς ἀρχαιότητος, λησμονοῦντες ὅτι αἱ συνθῆκαι καὶ αἱ περιστάσεις ἐν τῇ διαδρομῇ τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν δὲν εἶναι αἱ αὐταί. Ὡμίλησαν ἐπιπροσθέτως ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ὑπάρχει Γερουσία ὑπὸ διαφόρους μορφάς. Δὲν ἐνόμισαν ὅμως διότι δὲν πιστεύουν εἰς τὸ γεγονὸς ἀπὸ τῆς καθαρᾶς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, δὲν ἐνόμισαν, λέγω καὶ δὲν ἀνέλυσαν τὰ γεγονότα καὶ δὲν εἶδον ὅτι, ὅταν ποτὲ ἐγένετο ἀπόπειρα τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, ταυτοχρόνως ἐξεγείρετο καὶ κραυγὴ καὶ κατακραυγὴ ἐναντίον ταύτης καὶ ὅταν ἐπί τι χρονικὸν διάστημα ἐδοκιμάσθη ἡ Γερουσία κατέπεσε μετὰ πατάγου. Ἐγένετο ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπολύτως πιεστικόν, ἐγένετο Σῶμα βραδυκίνητον, ἀρτηριοσκληρωτικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐδώσαμεν τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν τῆς βουλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ἂν ἀκόμη ὑπὸ ἄλλην μορφὴν καὶ ἂν ἀκόμη ὑπὸ ἄλλην σύνθεσιν καὶ ἂν ἀκόμη ὑπὸ ἄλλην ἐκλογὴν καταλήξωμε, εἰς μίαν νέαν Γερουσίαν, τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι τὰ αὐτά, διότι, ἐφόσον πρόκειται ἡ ἐκλογὴ νὰ εἶναι ἄμεσος καὶ καθολική, ὅπως σήμερον καθορίζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν θὰ παραλάσσῃ ἀπὸ τὴν σημερινὴν Βουλήν. Καὶ ἀντιθέτως ἂν ὁ τρόπος τῆς ψηφοφορίας εἶναι ἔμμεσος, πάλιν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχωμεν, ἂν καὶ ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν τάξεις, διότι μόνον ὅταν ὑπάρχουν τάξεις τὰς ὁποίας θὰ ἐκπροσωπῇ μία Γερουσία, τότε ἀκριβῶς αὕτη στηρίζεται ἐπὶ πραγματικῶν περιστατικῶν, ἐπὶ πραγματικῶν προϋποθέσεων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐξυπηρετεῖ τὸν πραγματικὸν σκοπόν. Ἂν βέβαια ὑπῆρχε καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα μία τάξις ἀριστοκρατική, ἂν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχε μία ἀριστοκρατία τοῦ πλούτου, τότε βέβαια θὰ εἶχε λόγον καὶ ἡ Γερουσία, ἵνα τὴν ἔχωμεν ὡς ἀντίρροπον εἰς τὴν λαϊκὴν βούλησιν, τότε καὶ μόνον τότε, λέγω, θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι ἡ Γερουσία ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ σκοπόν. Ὅπως ὅμως τὴν κατασκευάζετε, παίζετε μὲ τὰς λέξεις. Λέγετε ὅτι θέλομεν καὶ μίαν ἄλλην Βουλήν, ὡς τὴν ὁποίαν δίδετε ἁπλῶς καὶ μόνον ἓν ἄλλο ὄνομα. Ἐφόσον λοιπὸν τίθεται ὁ αὐτὸς τρόπος ἐκλογῆς, εἶναι κατὰ σειρὰν λογικὴν τὸ πόρισμα τὸ αὐτό. Ὅταν παρὰ τοῦ λαοῦ θὰ ἐκλέγωνται καὶ διὰ αὐτοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκλέγονται καὶ οἱ βουλευταὶ καὶ ὅταν δὲν πρόκειται νὰ ἐκπροσωπήσουν ἄλλο τι, εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Προσέθεσαν, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένοι λόγοι καὶ ὡρισμένα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς Γερουσίας. Ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι ὅτι ὑπάρχει ὁ διαχωρισμός, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐκλέγωνται διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας παρὰ Σωματείων ἢ διαφόρων κοινωνικῶν ὀργανώσεων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γεννᾶται τὸ ζήτημα ποῖον Σῶμα θὰ ἔχῃ μεγαλύτερον κῦρος, ἐφόσον καὶ τὰ δύο θὰ ἐκλέγωνται παρὰ τοῦ λαοῦ, ὅπως καὶ πρέπει νὰ ἐκλέγωνται; Εἶπον ἐπίσης ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ νομοπαρασκευαστικὰ καθήκοντα. Τοῦτο εἶναι μία ἁπλῆ περιττολογία. Ἐφόσον, κύριοι, τίθεται ὑπὸ συζήτησιν καὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἔχει κανένα ἀπολύτως λόγον ὑπάρξεως ἡ Γερουσία. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀκριβῶς τίθεται διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον θέτομεν εἰς τὴν Γερουσίαν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ διὰ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρέπει βεβαίως νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὄχι διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος νομοθετικοῦ Σώματος, ὅπως καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ— ὅπως καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ—κῦρος συμβουλευτικόν. Ἡ Γερουσία, ὅπως τὴν ἐννοεῖτε, θὰ εἶναι εἷς περιορισμὸς τῆς λαϊκῆς θελήσεως καὶ οὐχὶ ἁπλῶς συμβουλευτικὸν Σῶμα. Ὡς συμβουλευτικὸν Σῶμα θὰ ἐλειτούργει ἄριστα, ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας, κύριοι, ὅτι ἅμα ὡς ψηφισθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ καὶ ἂν ἀκόμη διαρρυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ τελειότερον τὰ περὶ Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν κρατοῦντα, θὰ ἔχωμεν πλέον ἢ ἀρτίαν τὴν ἐμφάνισιν τῶν νόμων εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν Σῶμα. Ὅταν, λέγω, διαρρυθμισθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ περὶ Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ συνδυασθῶσιν, ἂν θέλητε, καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον μὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τότε εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι παράγεται πόρισμα ἀσφαλές, ὅτι περὶ Γερουσίας δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γίνεται λόγος, διότι ὁ περιορισμὸς αὐτῆς θὰ ἐκπληροῦται καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐν ἀπειρίᾳ ἄλλων ἐπιχειρημάτων ἐλέχθη ὅτι θὰ εἶναι καὶ εἷς φραγμὸς εἰς τὴν πολυνομίαν. Αὐταὶ εἶναι λέξεις κεναὶ ἐννοίας. Θὰ εἶναι φραγμὸς εἰς τὴν πολυνομίαν, τῆς ὁποίας θὰ ἐπεκτείνῃ τὰ χρονικὰ ὅρια. Ἡ πολυνομία δὲν θὰ λείπῃ, διότι δὲν θὰ ἐμποδίζῃ καθόλου τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νόμων καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Γερουσία, μόνον θὰ μειώνῃ τὰ χρονικὰ ὅρια καὶ θὰ ἐμποδίζῃ πολλάκις τὴν ταχεῖαν ἐφαρμογὴν ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ συντρέχῃ ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἓν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, προκύπτει τοὐναντίον ἓν ἐπιχείρημα μέγα ἐναντίον τῆς Γερουσίας. Ὡμίλησαν, κύριοι, καὶ περὶ παντοδυναμίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν προσέξητε εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πάσχει ἀπὸ παντοδυναμίαν Πρωθυπουργῶν, ἀλλὰ πάσχει ἀπὸ ἀδυναμίαν Ὑπουργῶν. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Πρωθυπουργὸς κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ φέρῃ καὶ νὰ ἄγῃ τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Πρωθυπουργὸς κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ μετεχειρίσθη τὴν δύναμίν του διὰ νὰ ἄγῃ τὸ Κράτος κατὰ κρημνῶν. Ὑπῆρξαν πάντες οἱ Πρωθυπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος πρότυπα, ἂν θέλητε, σωφρόνων ἀνδρῶν. Δὲν ἔχομεν παράδειγμα κανενὸς Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ ὡδήγησε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ βάραθρον. Ὁμιλῶ περὶ τῶν Πρωθυπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέρρεον ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, οἱ ὁποῖοι ἐστηρίχθησαν πάντοτε ἐπὶ τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἐξαιρῶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τεχνηέντως ἥρπαζον τὴν Ἐξουσίαν. Δὲν θέλω κἂν νὰ τοὺς ἐξετάσω. Δὲν ἐδείχθη λοιπὸν πρωθυπουργικὴ παντοκρατορία, ἀλλὰ μᾶλλον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς μία εὐθιξία κοινοβουλευτική. Ἔπασχον ἀπὸ ἔλλειψιν θελήσεως, ἂν θέλητε, εἶχον εὐθιξίαν τινὰ ὑπὲρ τὸ δέον κοινοβουλευτικήν.

§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προτέρημα.

§50Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πάντως προτέρημα. Δὲν ὑπῆρξε λοιπὸν ποτέ, ὅσον ἰσχυρίσθησαν τινές, παντοδυναμία κοινοβουλευτικὴ καὶ μάλιστα τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ λάβωμεν μέτρα κατ’ αὐτῆς. Ἐφόσον, κύριοι, δὲν θέλομεν νὰ παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις, ἐφόσον θέλομεν νὰ λέγωμεν τὰ σῦκα, σῦκα, ἐφόσον θέλομεν νὰ λέγωμεν τὰ πράγματα ὅπως εἶναι, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν γεγονότα ἀνύπαρκτα. Προκαλῶ οἱονδήποτε ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου, νὰ μᾶς εἴπωσι ποῖον εἶναι τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ φέροντος τὸ Κράτος κατὰ κρημνὸν λόγῳ τῆς παντοδυναμίας τῆς κοινοβουλευτικῆς, ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ λάβωμεν μέτρα κατ’ αὐτῆς καὶ νὰ θεσπίζωμεν θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἀντίκεινται ἄντικρυς πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Ἂς μοὶ εἴπωσι γεγονότα. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ στηρίξωμεν ἐπιχειρήματα ἐπὶ ἀνυπάρκτων γεγονότων. Εἶπον καὶ μερικὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ἔχουν σοβαρότητα. Εἶπον ὅτι εἶναι χρήσιμος ἡ Γερουσία διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον θέτουν εἰς τὴν Γερουσίαν, τὸν λαμβάνουν ὡς δεδομένον καὶ λέγουν ὅτι εἶναι χρήσιμος ἡ Γερουσία διὰ τοῦτον τὸν σκοπόν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουργήσωμεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκπληρῇ τοῦτον τὸν προορισμὸν καὶ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἐνεργηθῇ ἡ λειτουργία αὐτή. Πρέπει νὰ συστηθῇ ἡ Γερουσία, διότι εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν δύναμιν καὶ ἐπειδὴ θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν αὐτὴν τὴν δύναμιν, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν δύναμιν. Εἶναι βεβαίως εἷς φαῦλος κύκλος. Δὲν φαντάζομαι ὅτι σοβαρῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι πρέπει νὰ συσταθῇ ἡ Γερουσία, διότι θὰ χρησιμεύῃ εἰς τὸ νὰ ἐκλέγηται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Τὸ πρᾶγμα θίγει βεβαίως τὰ ὅρια ὄχι τοῦ σοβαροῦ. Χίλιοι τρόποι εἶναι δυνατοί, δι’ ὧν ἐκλέγεται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλέγηται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ ἀπὸ τὸν λαόν, ὅπως γίνεται εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἢ ἀπὸ ὀργανώσεις, ἀπὸ Σωματεῖα, ἀπὸ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ἀπὸ Κοινοτικὰ Συμβούλια. Ἐφόσον θέλομεν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους, νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, βεβαίως ἔχομεν χιλίους τρόπους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκφράζουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ συστήσωμεν ἓν Σῶμα ἀριστοκρατικόν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δώσωμεν τὴν ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Λέγουσι καὶ ἄλλο ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῇ ἡ Γερουσία διὰ νὰ εἶναι γνωμοδοτικὸν Σῶμα διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τὴν αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδω καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἐπιχείρημα, ἀποδίδω καὶ εἰς τὸ δεύτερον. Νὰ συστήσωμεν τὴν Γερουσίαν διὰ νὰ γνωμοδοτῇ διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· νὰ συστήσωμεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ προέρχηται ἀπὸ τὴν συναλλαγὴν ἐπίσης, διότι καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ σᾶς εἴπω, νὰ συστήσωμεν ἕνα πολύποδα ὠδωδότα, ὅπως προσφυέστατα τὸν ὠνόμασεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, ἕνα τοιοῦτον πολύποδα, ἡ δυσοσμία τοῦ ὁποίου θὰ καταπνίξῃ τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ μᾶς δίδῃ τὴν γνώμην του, ὅταν πρόκειται νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή. Τί νὰ ἀπαντήσῃ κανεὶς εἰς τοῦτο; Ὅταν θὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ ὑπάρχει ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ὁ ὁποῖος ἂν δὲν νομίζῃ τὸν ἑαυτόν του ἱκανὸν νὰ κρίνῃ ἂν πρέπῃ νὰ διαλυθῇ ἢ ὄχι ἡ Βουλὴ ἂς ἐρωτήσῃ ἕνα ἄλλον, ἂς καταρτίσῃ ἓν Συμβούλιον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἑκατὸ ἀνθρώπους, ἓν πρυτανεῖον διὰ νὰ μᾶς δώσουν τὴν γνώμην των ἂν πρέπῃ νὰ διαλυθῶμεν. Πρὸ μικροῦ ἤκουσα ἀναφερόμενον τί γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ σειρὰν ὁλόκληρον τοῦ τί θὰ ἐγίνετο ἂν ὑπῆρχε Γερουσία. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι, πρὸ παντὸς νὰ στρεφώμεθα εἰς τὴν ἄποψιν τὴν Ἑλληνικήν, νὰ λάβωμεν διδάγματα ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως καὶ νὰ ψυχολογήσωμεν καὶ διαγνώσωμεν ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸν θεσμὸν τοῦτον τὸν θέλῃ ὁ λαός. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ λαὸς ἔχει ἄκρως ἀντίθετον γνώμην. Βεβαίως, δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ ἐπιχείρημα τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ εἰς τὰς παρούσας στιγμὰς πρέπει νὰ ληφθοῦν καὶ αὐταὶ ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι μία κολοσσιαία δαπάνη τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν σκεπτώμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν σύνταξιν τῆς μητρὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν ἐν πολέμῳ, ὅταν μάλιστα λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι παρ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων θὰ ἐκλέγηται ἡ Γερουσία καὶ συνεπῶς καὶ αὕτη θὰ ὑπόκειται εἰς τὴν συναλλαγὴν καὶ θὰ ζητήσουν οἱ γερουσιασταὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Α καὶ τοῦ Β, διότι ἄνευ τούτου δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ θὰ εἰσέλθουν ἐπ’ ἀνταλλάγματι καὶ συνεπῶς θὰ εἶναι δοῦλοι τῆς συναλλαγῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ τῆς Γερουσίας. Ἔχω λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἀκλόνητον πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀφωσιωμένη εἰς τὸ ὕφος τῆς θέσεώς της θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ψῆφον καταδικαστικὴν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ λαϊκὴ θέλησις πρέπει νὰ ἐκδηλώνηται ὅσον τὸ δυνατὸν τελείως ἄνευ φραγμῶν.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§52Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι μετὰ πολλοῦ δισταγμοῦ ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Διότι μετὰ δύο δεκάδας συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπονημένη καὶ δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἀκούσῃ. Ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ τόσον οὐσιώδους θεσμοῦ, νομίζω ὅτι δικαιολογημένη εἶναι ἡ συμμετοχὴ πολλῶν συναδέλφων εἰς τὴν συζήτησιν, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον τινα σκοπόν, τουλάχιστον διὰ νὰ χωρίσουν τὴν ἑαυτῶν γνώμην καὶ ψῆφον ἀπὸ τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τυχὸν νὰ σκέπτωνται ἄλλως. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον προσθέτω ὅτι εἶναι συγκεχωρημένη ἡ περαιτέρω συζήτησις ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ὁ προτιθέμενος νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἔχει νὰ εἴπῃ τι νέον πρὸς αὐτὴν εἴτε ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας εἴτε κατ’ αὐτοῦ, ἐφόσον πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ τῆς Γερουσίας δὲν ἀνεπτύχθησαν, ὡς νομίζω, ἐπαρκῶς. Ἂν λοιπὸν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἀνῆλθον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ στέρξῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην, καθόσον προτίθεμαι ἀπὸ ἄλλης ἐντελῶς ἀπόψεως νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἐξετάσω ἐν πρώτοις τὸ θέμα ἀπὸ τῆς ἀρνητικῆς του ἀπόψεως, ἤτοι τῆς ἀπόψεως τῶν λόγων, δι’ οὓς ἀποκρούεται ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας. Καὶ στρέφω ἐν πρώτοις τὴν προσοχήν μου εἰς τὴν ἀντίρρησιν, ἡ ὁποία προβάλλεται κατὰ τῆς καθιερώσεως τῆς Γερουσίας ὡς δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος παρ’ ἡμῖν, εἰς τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τοῦ λόγου, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τάχα οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν καθιέρωσιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος παρ’ ἡμῖν ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι οἱονεὶ διά τινος μαγικῆς ῥάβδου θὰ μεταβληθοῦν τὰ πολιτικὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν καὶ θὰ ἀνατείλῃ νέος αἰὼν εὐδαιμονίας διὰ τὴν Ἑλλάδα εὐθὺς ὡς καθιερωθῇ ἡ Γερουσία. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κύριοι, τοιαύτη τις ἐλπὶς θὰ ἦτο παράλογος καὶ ἀσυγχρόνιστος ἐντελῶς. Οὐδεὶς φρονεῖ ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι κεκλημένη, εὐθὺς ὡς καθιερωθῇ, νὰ μεταβάλῃ τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ἐν συνόλῳ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ δημιουργήσῃ ἐντελῶς νέας ἀντιλήψεις, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ προσδοκῶμεν τὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Δὲν εἶναι προωρισμένη ἡ Γερουσία, κύριοι,—ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν—νὰ ἐπιτύχῃ τοιοῦτον θαῦμα. Ἡ Γερουσία καλεῖται σήμερον μᾶλλον, ὅτε εὑρισκόμεθα ὑπὸ μεταβολὴν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, νὰ δημιουργήσῃ τοὺς ἀπαραιτήτους ὅρους τῆς κοσμίας καὶ καλῆς περαιτέρω διεξαγωγῆς τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Διότι, ἂν ἡ Γερουσία, ὅπως μαρτυρεῖ τὸ παράδειγμα πολλῶν ἄλλων ἐθνῶν καὶ ὑπὸ πολιτεύματα Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ἐθεωρήθη θεσμὸς ἀναγκαῖος δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποβαίνει θεσμὸς σχεδὸν ἢ αὐτὸ τοῦτο ἀπαραίτητος εἰς πολιτεύματα ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Ἂν ὑπὸ πολιτεύματα Βασιλευομένης Δημοκρατίας ὁ ἕτερος τῶν νομοθετικῶν παραγόντων ἐνσωματοῦται ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἀνάγκη σήμερον, εἶναι ἀπαραίτητον ὑπέρ ποτε ἄλλοτε σήμερον, νὰ δημιουργηθῇ ὁ ἕτερος οὗτος παράγων ἀντὶ τοῦ ἐκλιπόντος νομοθετικοῦ παράγοντος, ἵνα ἐπὶ δυσὶν ἀγκύραις, ὅπως ἔλεγε καὶ ἀρχαῖος σοφός, στηρίζηται ἀσάλευτος ἡ Δημοκρατικὴ Πολιτεία εἰς τὸ μέλλον. Πῶς ἄλλως θὰ ἀναπληρώσωμεν τὸν ἐκλιπόντα νομοθετικὸν παράγοντα τοῦτον; Ἄν τις τῶν κ. κ. συναδέλφων ἢ ἂν ἡ σοφία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εὗρεν ἕτερον μέσον διὰ τὴν συμπλήρωσιν καὶ τὴν ἀρτιότητα τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ ἀκολουθήσω αὐτόν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἡ σοφία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου δὲν εὗρεν ἄλλο μέσον καὶ τρόπον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος εἰμὴ τοῦτον: τὴν καθιέρωσιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς διϋλιστήριον τῶν νόμων καὶ τὸ ὁποῖον, καίτοι θὰ ἔχῃ ἠλαττωμένην τὴν νομοθετικὴν καὶ πολιτικὴν δύναμιν, ἐν τούτοις, ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν θὰ ἀποβῇ παρ’ ἡμῖν ἄχρηστον, ὅπως δὲν ἀπέβη ἄχρηστον καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ κατηγορεῖται ὁ θεσμὸς οὗτος ὡς θεσμὸς ἀναχρονιστικός, ὡς θεσμός, ὅστις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ ὑπόλειμμα καθεστώτων παλαιῶν, σκοτεινῶν αἰώνων, γέννημα καὶ δημιούργημα τάξεως κοινωνικῆς ἐντελῶς ἀλλοίας ἀπὸ ἐκείνης, ἥτις ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, διαφόρου συγκροτήσεως τοῦ κοινωνικοῦ Σώματος, καταστάσεως κοινωνικῆς, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς δὲν ἐμφανίζεται ὡς ἓν σύνολον συμπαγές, ὁμοιογενές, τὴν αὐτὴν ψυχὴν ἔχων, ἀλλὰ ὡς ἓν σύνολον διῃρημένον εἰς τάξεις εὐγενῶν καὶ εἰς τάξεις πληβείων. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο βεβαίως νὰ διαπιστώσῃ τις τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ἀρνηθῇ καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο, κατ’ ἀκολουθίαν, νὰ ἀντείπῃ ὅτι ἀληθῶς εἶναι θεσμὸς ἡ Γερουσία, ὅστις τὴν καταγωγὴν αὐτοῦ ἕλκει ἐκ τοιούτων τινῶν κοινωνικῶν περιστάσεων. Καὶ ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἀρχέτυπον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ Ἀγγλικόν, καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ καταγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ, μόλον τοῦτο, κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἔρευνα περὶ τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν πρώτην γέννεσιν τοῦ θεσμοῦ ἀποτελεῖ τὸ ἀσφαλὲς καὶ μόνον κριτήριον περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ θεσμοῦ. Συνομολογῶ μετὰ τῶν προβαλλόντων τὸ τοιοῦτον ἐπιχείρημα ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ διΐσταμαι ῥιζικῶς πρὸς τὴν γνώμην αὐτῶν ὅτι σήμερον, ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς ὁ τοιοῦτος θεσμὸς ἕνεκα τῆς ἀπηρχαιωμένης καταγωγῆς του. Ἡ καταγωγὴ οὐδὲν ἔχει νὰ κάμῃ, κύριοι. Ὅταν ἐξετάζωμεν τὴν χρησιμότητα ἑνὸς θεσμοῦ, ἡ καταγωγὴ τοῦ θεσμοῦ, καὶ ἂν βυθίζηται εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων, καὶ ἂν ἀπορρέῃ ἐξ ἄλλων λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τότε τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἐξασκήσῃ καμμίαν ἐπιρροὴν εἰς τὴν κρίσιν μας καὶ μόνον τὸ ἐπίκαιρον καὶ τὸ σκόπιμον αὐτοῦ δέον νὰ ἐξετάσωμεν. Ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, οἵτινες ἀρχῆθεν ἐπέβαλλον τὴν εἰσαγωγὴν ἑνὸς θεσμοῦ, μιᾶς τάξεως πολιτικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον οἱ ὅροι οἱ κοινωνικοὶ δὲν συντρέχουσιν ὁμοίως ὅπως τότε, μᾶς εἶναι ἀδιάφορον. Θὰ εἶναι δὲ ἀναγκαῖον μόνον νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐνεστώσης χρησιμότητός του ὁ θεσμός. Καὶ ἂν θὰ μοὶ ἐπιτρέπατε νὰ φέρω ἓν παράδειγμα, πλὴν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, θεσμοῦ ἔχοντος καὶ ἕλκοντος τὴν καταγωγὴν αὐτοῦ ἀπὸ ἐντελῶς ἄλλην μορφὴν καὶ πρὸς ἄλλον σκοπὸν καὶ ὁ ὁποῖος, σὺν τῷ χρόνῳ, ἀπέβη καὶ ἐξειλίχθη οὕτως ὥστε νὰ ἀποβῇ χρήσιμον, χρησιμότατον ὄργανον τῆς Πολιτείας ἐν γένει, ἄν, λέγω, δὲν ἀνέφερον τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον πρὸ 1100 ἐτῶν ἐνεφανίσθη ὡς θεσμὸς πολιτικός, καὶ μάλιστα ὡς θεσμὸς ἀκραιφνῶς μοναρχικὸς ὑπὸ τὸν τίτλον Conseil du Roi, θὰ ἀνέφερον πρὸς ὑμᾶς τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἄλλου πολὺ πλέον ἀπηρχαιωμένου θεσμοῦ. Διότι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι πολὺ ἀκόμη ἀρχαιότερος τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἑνὸς μονάρχου, τοῦ συγκεντροῦντος ἅπασαν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖράς του, τοῦ δεσπότου τῶν λαῶν, τοῦ κυριάρχου τῆς Χώρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας βασιλεύει. Καὶ ἐν τούτοις ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ἐξέλιπε καὶ σήμερον ἀκόμη, ἐνῷ αἱ ἰδέαι περὶ βασιλικῆς μονοκρατορίας ἔχουν ἐκλίπει πανταχοῦ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν πεπολιτισμένων λαῶν. Οὕτως ἂν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ἀνακαλέσωμεν εἰς τὴν ζωὴν τοιοῦτον θεσμὸν ἀπολύτου δεσποτισμοῦ τῶν Βασιλέων ἐπὶ τῶν λαῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παρέχηται εἰς τὸν μονάρχην τὸ δικαίωμα καὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκόμη τμημάτων τοῦ Κράτους του εἴτε διὰ προδοσιῶν εἴτε κατ’ ἄλλον τινα τρόπον, βεβαίως θὰ ἐγέλων μαζύ μας οἱ σύγχρονοι λαοί, διότι εἴμεθα τόσον ἀναχρονιστικοὶ ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι, ὥστε νὰ στέργωμεν καθεστώς, τὸ ὁποῖον μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας εἶναι ἀπολύτως καταδικασμένον. Τὰ αὐτὰ δὲ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ καὶ διὰ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἂν καὶ μετὰ τὴν πάροδον αἰώνων παρέμεινεν οἷος τὸ πρῶτον καθιερώθη χωρὶς νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν ἐξέλιξιν καὶ προσαρμογὴν πρὸς τὰς νεωτέρας πολιτικὰς ἰδέας τῶν συγχρόνων κοινωνιῶν. Ἂν ὅμως ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Κόσμου προσηρμόσθη πρὸς τὰς ἑκάστοτε περιστάσεις ἑκάστης Πολιτείας, ἂν ἐξειλίχθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ὑποδύεται ἑκάστοτε νέον τύπον καὶ νὰ λαμβάνῃ ἑκάστοτε μορφὴν συγχρονισμένην, διατί τότε, ἐρωτῶ, δὲν θὰ ἀπέβαινεν ὄργανον τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἐν αἷς Κοινωνίαις ἐρριζοβόλησε καὶ ἐλειτούργησε, ὄργανον πραγματικῆς προόδου καὶ προκοπῆς; Καὶ πρὸς κύρωσιν τῆς ἀληθείας αὐτῆς ἰδοὺ ἕτερον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει τὴν καταγωγὴν ἑνὸς θεσμοῦ, κειμένην εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων καὶ τὸ ὁποῖον μὲ ὅλα ταῦτα μαρτυρεῖ ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ σήμερον ἔτι ἐκεῖ ὅπου ἰσχύει ἡ Συνταγματικὴ Βασιλεία καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ἔχει τὴν εὔλογον αὐτοῦ ὕπαρξιν καὶ ἐφαρμογήν. Ἀλλὰ θὰ ἀνέφερον καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα, ἂν μοῦ τὸ ἐπιτρέπῃ ἡ ἀνοχὴ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ διαπιστώσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι θεσμὸς ἀναχρονιστικός. Καθ’ ὅλον τὸν μεσαίωνα, κύριοι, εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην εἶχε δημιουργηθῆ, ὡς γνωρίζετε πάντες, κατάστασις κοινωνικὴ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχουσι τεμαχισθῆ αἱ Κοινωνίαι εἰς τάξεις διαφόρους. Κοινωνικὴ σύνθεσις ἰδίας ὅμως καὶ ἀκαταλήπτου ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τοῦ βίου τῶν λαῶν μορφῆς, ἐνεφάνιζε τὴν Κοινωνίαν κατατετμημένην ἐν τῷ αὐτῷ ἐθνικῷ περιβάλλοντι καὶ τόσας ἀνεξαρτήτους ἀπ’ ἀλλήλων χωροδεσποτείας, ὅσαι ἦσαν αἱ εὐγενεῖς, αἱ τιτλοῦχοι οἰκογένειαι, αἱ νεμόμεναι τὰς βαρωνείας, τὰ φέουδα, τὰ διαπεπιστευμένα εἰς χεῖρας τῶν εὐγενῶν ὄχι τόσον ἐκ συγκαταβάσεως καὶ παροχῆς ἀπὸ τὸ Στέμμα ἀπορρεούσης, ὅσον ἐξ ἰδίας δυνάμεως τῆς εὐγενοῦς τάξεως δημιουργημένα, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἀληθής, ὁ πραγματικὸς κυρίαρχος τοῦ ἐν ἑκάστῃ τοπαρχίᾳ βιοῦντος λαοῦ καὶ τῆς ὅλης ἐκτάσεως τῆς Χώρας νὰ μὴ εἶναι ὁ Βασιλεύς, ἀλλὰ ὁ εὐγενὴς τοπάρχης, ὁ συγκεντρώνων ἐν τῷ προσώπῳ του σχεδὸν πλήρη τὴν ἰδέαν τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, ὁ κύριος τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ μετακλητὴν παραχώρησιν ἔδιδε πρὸς καλλιέργειαν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ δουλοπαροίκους, ὁ ἀπονέμων τὴν δικαιοσύνην μεταξὺ τῶν ὑπηκόων του, τῶν ὑποκειμένων εἰς τὸ λεγόμενον vasselage, ὁ δικαιούμενος καὶ νομισματοκοπίαν ἀκόμη. Ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν κοινωνικῆς συγκροτήσεως, θεμελιουμένης ἐπὶ τῆς ὑλικῆς δυνάμεως καὶ ὑπεροχῆς, εὐνόητον εἶναι ὅτι ἡ κυριότης τῆς γῆς δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλὰ παραμένει εἰς χεῖρας τῶν ὀλίγων, τῶν εὐγενῶν, δὲν ἀνήκει εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ εἰς τὰς οἰκογενείας. Ὑπὸ σύστημα πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν τοιοῦτον οἱ δουλεύοντες τὴν γῆν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ δουλοπάροικοι, τυγχάνοντες μὲν τῆς προστασίας τῶν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν εὐγενῶν, ἀλλὰ καὶ ὀφείλοντες ἀποδόσεις βαρείας διὰ τὰς παρ’ αὐτῶν καλλιεργουμένας γαίας καὶ στρατευόμενοι ὑπ’ αὐτούς, ὡς οἱ εὐγενεῖς ὤφειλον ἀναλόγους ἀποδόσεις καὶ ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ φέρειν τὰ ὅπλα καὶ στρατεύεσθαι ὑπὸ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, τὸν Βασιλέα. Ὑπῆρχε συνεπῶς ἅλυσσος τάξεων, συνδεομένων ἀρρήκτως πρὸς ἀλλήλας, τῆς ὁποίας ἡ ἐσχάτη βαθμὶς εὑρίσκετο μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν τῆς γῆς καὶ ἡ ἀνωτάτη ἐν τῇ κορυφῇ τοῦ θρόνου τοῦ Βασιλέως. Ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν κοινωνικῆς συγκροτήσεως καὶ διαπλάσεως διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ὄχι μόνον τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν χρόνων ἐκείνων, ἀλλὰ ἐν πολλοῖς καὶ αὐτὸ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον, τὸ πρὸς τὸ δημόσιον συνδεόμενον εἶχον ὡς βάσιν τῆς κοινωνικῆς τάξεως τὴν ὑλικὴν δύναμιν καὶ τὴν εἰς αὐτὴν θεμελιουμένην κτῆσιν τῆς γῆς. Ἡ δὲ κατάστασις αὐτὴ διετηρήθη ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην καὶ ὡς συνέπειαν εἶχε καὶ ἀντανάκλασιν, ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν πολιτικῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Καὶ ἐκ τοῦ δικαίου τούτου λαμβάνω τὸ παράδειγμα, ὅπερ θέλω νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Ἵνα διατηρηθῶσιν αἱ τοπαρχίαι, αἱ ὑφιστάμεναι ἐκ τοῦ δικαίου, τοῦ διέποντος τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην, ἦτο ἀπαραίτητον νὰ μὴ μεταβάλουν κυριότητα αἱ κτήσεις τοῦ πλουσίου ἐν τῇ διαδοχῇ τῇ κληρονομικῇ. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἰδιοκτησία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐδέσποζεν ὁ εὐγενὴς καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐθεωρεῖτο ὡς οἱονεὶ κατὰ παραχώρησιν τοῦ Στέμματος ἀσκῶν τὰ δικαιώματά του ἐξ εὐνοίας τοῦ Βασιλέως, δὲν περιήρχετο μετὰ τὸν θάνατόν του κληρονομικῷ δικαίῳ εἰς πάντας τοὺς ἀπογόνους του, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸν πρωτότοκον υἱόν. Καὶ οὕτω δὲν διεσπᾶτο ἡ κυριότης τῆς ἐπαρχίας, τεμαχιζομένη εἰς πολλοὺς κυρίους, ἀλλὰ ἐσυνεχίζετο εἰς ἓν πάντοτε πρόσωπον ἡ κυριότης τῆς γῆς, ὡς αὕτη ἀνεγνωρίσθη διὰ τῆς βασιλικῆς παραχωρήσεως. Συνέθλιβε καὶ συνέτριβεν ὁ νόμος αὐτὸς τὰ φυσικώτερα καὶ εὐγενέστερα αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ἐπιτακτικώτερα αἰσθήματα τοῦ φίλτρου καὶ τῆς στοργῆς πρὸς τὰ τέκνα, διότι οὕτως οἱ ἐπίγονοι δὲν ἦσαν παρὰ δοῦλοι τοῦ πρωτοτόκου, ἐκ τῆς ἀρεσκείας καὶ συγκαταβάσεως τοῦ ὁποίου θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνωσιν εἰς τὸ μέλλον ἄσυλον καὶ στέγην καὶ περίθαλψιν, ὡς οἱονεὶ ἐλεημοσύνην παρὰ τοῦ πρωτοτόκου ἀδελφοῦ. Ἐν τούτοις ὁ τόσον ἄδικος οὗτος θεσμός, ὁ ἀπορρεύσας ἀπὸ τὸ πολιτικὸν δίκαιον καὶ υἱοθετηθεὶς ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ, ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους ἐκράτησεν ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ. Δὲν περιωρίσθη δὲ μόνον εἰς τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην τὸ καθεστὼς αὐτό, ἀλλὰ ὁμοιομόρφως ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐκλονίσθη ἡ δύναμις τῶν τοπαρχιῶν καὶ μάλιστα ἐν Γαλλίᾳ ἀρχίζει νὰ κλονίζηται καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος, ὁ συναφὴς τῶν πρωτοτοκίων, μέχρις ὅτου ἐκρήγνυται ἡ μεγάλη Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, ἡ ὁποία καταργεῖ καὶ αὐτὸ τὸ προνόμιον ὡς ἄδικον καὶ ἄνισον, ἀλλὰ κυρίως ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενον πλέον πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας τῆς συγχρόνου ἐποχῆς καὶ διότι εἶχε πλέον ἐκλείψει τὸ δημόσιον δίκαιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐμπνεύσει τὸν νόμον τοῦτον. Τί δὲ σημαίνει αὐτό, κύριοι; Σημαίνει ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτός, ὅστις ἐφηρμόσθη καθ’ ὅλην τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους, ἀπεδείχθη, ὅταν ἐπῆλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὡς ἀσυγχρόνιστος καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὰ φυσικὰ αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἀναλλοίωτα ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος. Σημαίνει ὅτι οἱ θεσμοὶ διαπλάσσονται καὶ ἰσχύουν οὐχὶ κατὰ λόγον τῆς λογικότητος αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ λόγον τῶν συνθηκῶν τοῦ συγχρόνου κοινωνικοῦ βίου. Κατηγγέλθη λοιπὸν ὁ θεσμὸς αὐτός. Ἄν, μ’ ὅλα ταῦτα, κατ’ αὐτὸν τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας πέραν τῆς Μάγχης καὶ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ γενόμενα ἐν Ἀγγλίᾳ, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ νόμος οὗτος, ὁ τόσον ἄδικος καὶ σκληρός, ἐξακολουθεῖ νὰ κρατῇ καὶ νὰ διέπῃ ἐκεῖ τὸ κληρονομικὸν δίκαιον τῆς Χώρας ταύτης. Γεννᾶται δὲ ἡ ἀπορία μὴ τυχὸν ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς εἶναι τόσον καθυστερημένος εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ τόσον βάρβαρος, ὥστε εἷς νόμος, ἐν καθεστὼς τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἔχει ἐκλείπει, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ Ἀγγλία νὰ τὸ ἐφαρμόζῃ; Βεβαίως ὄχι. Ἄν κατ’ ἐξοχὴν πεπολιτισμένος λαός, ὡς ὁ Ἀγγλικός, διατηρῇ ἕνα τόσον ἀναχρονιστικὸν θεσμὸν ἐν τῷ ἰδιωτικῷ του δικαίῳ, τοῦτο σημαίνει ὅτι ὑπάρχει λόγος τις καὶ λόγος ἰσχυρότερος ἵνα τὸν διατηρῇ. Δὲν θὰ λανθάνῃ, κύριοι, τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν, καὶ δὲν θὰ διαφεύγῃ ὑμᾶς ἓν ἀξιοσημείωτον γεγονὸς διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀκμὴν τῆς Ἀγγλίας ὅτι ἀκριβῶς ὁ νόμος αὐτός, ὁ τόσον ἄδικος καὶ τόσον σκληρός, ἐπικρατήσας ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐγένετο τὸ ὄργανον τοῦ μεγαλείου τοῦ ἐθνικοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ μεγαλείου τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίως τῆς τάξεως τῶν εὐγενῶν, διὰ τῆς ἀσκήσεως τῶν ἠθικῶν δυνάμεων αὐτοῦ εἰς παντὸς εἴδους ἐπιχειρήσεις. Διότι ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν συνηθίζουν νὰ ζητῶσι πλέον ἄσυλον ὑπὸ τὸ μέγαρον τοῦ πρωτοτόκου ἀδελφοῦ, δὲν ἀρκοῦνται νὰ ἀποζῶσιν ἀπὸ τὰ ψυχία τῆς τραπέζης αὐτοῦ, ἀλλὰ συντρέχοντος τοῦ ὁρμητικοῦ καὶ ἐπιχειρηματικοῦ Ἀγγλικοῦ χαρακτῆρος, εὑρίσκουσιν οἱ ἐπίγονοι ὅτι ὅλαι αἱ ὁδοὶ τῆς ὑφηλίου, αἱ ἄγουσαι εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀτομικὴν ἀποκατάστασιν, εἶναι ἀνοικταὶ δι’ αὐτούς. Καὶ τοὺς βλέπομεν ὁδεύοντας πρὸς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, ζητοῦντες νὰ ἐπιτύχουν βελτίωσιν τοῦ βίου διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων καὶ πρόοδον. Καὶ βλέπομεν τὸ φαινόμενον, τὸ πολλαχῶς μεμαρτυρημένον ὑπὸ τῆς Ἱστορίας, νὰ ἐπανέρχωνται οἱ οὕτω ἀποδημοῦντες ἐν τῇ μητροπόλει ἀνώτεροι τῶν πρωτοτόκων ἀδελφῶν κατὰ τὴν διάνοιαν καὶ κατὰ τὸν πλοῦτον, μᾶλλον πεπαιδευμένοι καὶ πεπειραμένοι καὶ νὰ κατακτῶσι τίτλους εὐγενείας ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Κοινωνίᾳ. Ἰδοὺ λοιπὸν εἷς θεσμός, ἄδικος καὶ βάρβαρος καθ’ ἑαυτὸν καὶ παράλογος κατὰ τὸ φαινόμενον, ὅστις ὅμως γίνεται ὄργανον προόδου καὶ μεγαλείου ἐθνικοῦ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἐξάγεται πῶς ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι ὁ θεσμὸς οὗτος τοῦ δικαιώματος τῶν πρωτοτόκων διετηρήθη ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐμήκυνα δὲ τὸν λόγον ὡς πρὸς τὸ παράδειγμα, ἵνα καταστήσω καταφανέστερον ὅτι δὲν εἶναι ἐξεταστέα ἡ καταγωγὴ καὶ ὁ χρόνος τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς ἑνὸς θεσμοῦ, ἀλλ’ ἐξεταστέον εἶναι κατὰ πόσον ὁ θεσμός, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ νομοθέτησις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος καὶ χρήσιμος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν ταύτης καὶ μόνον, κύριοι, εἶναι ἐξεταστέος ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Καὶ εἶναι εὔκολον τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἀνάγεται ἡ δημιουργία αὐτῆς εἰς χρόνους μεμακρυσμένους, εἰς χρόνους μοναρχισμοῦ, εἰς χρόνους, ὅτε ἡ Κοινωνία ἦτο διῃρημένη εἰς τάξεις εὐγενῶν, δούλων ἢ δουλοπαροίκων. Εἰς τοῦτο θὰ ἤρκει ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀντλήσει ἐκ τοῦ παγκοσμίου σχεδὸν παραδείγματος, ἐκ τοῦ παραδείγματος πάντων σχεδὸν τῶν κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένων λαῶν ὅτι ἡ Γερουσία θεωρεῖται θεσμὸς ἀπαραίτητος, συμπληρωτικὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποφαίνωνται οἱ συγγραφεῖς ὅτι ἀξίωμα πλέον διὰ τὴν πολιτικὴν ἐπιστήμην ἀποτελεῖ ἡ ὕπαρξις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Καὶ ὡς ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰ ἀξιώματά της, οὕτω καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ ἐπιστήμῃ τὰ ἀξιώματα εἶναι μακρὰν πάσης ἀμφισβητήσεως. Καὶ εἶναι ἄτρωτα τὰ τοιαῦτα ἀξιώματα ἀπὸ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν. Εἶπον, κύριοι, καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἔχω, ἐγὼ τουλάχιστον, πιστεύω δὲ καὶ οἱ λοιποί, οἱ συμμεριζόμενοι τὴν γνώμην μου, τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας νὰ δημιουργήσωμεν ἀμέσως νέας ὑγιεῖς πολιτικὰς ἀντιλήψεις παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Λαῷ καὶ νὰ ἐξυγιάνωμεν ἀπὸ τοῦ εὐθέως οἱονεὶ διὰ μαγικῆς ῥάβδου τὰ πράγματα τὰ δημόσια καὶ νὰ τὰ ἀσφαλίσωμεν ἀκινδύνως καὶ ἀζημίως διὰ τὸ μέλλον. Εἶναι πολλῷ μᾶλλον περιωρισμένη ἡ σκέψις ἡμῶν καὶ ἡ ἐλπὶς τῶν συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς Γερουσίας συνίσταται εἰς τοῦτο ἁπλῶς τὸ ἀγαθὸν, ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ δημιουργήσωμεν ἕνα ἀνασχετικὸν ἀντίκρυσμα κατὰ τῆς παντοδυναμίας καὶ τῆς παντοκρατορίας τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς, Βουλῆς ἐκλεγομένης διὰ τῆς ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας περιοδικῆς ἀνανεουμένης ἐξ ὁλοκλήρου καὶ κατὰ συνέπειαν ἐμφορουμένης ἀπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἑκάστοτε νὰ διαπνέῃ τὸν λαόν, ὁσάκις καλεῖται εἰς ἐκλογάς, πνεῦμα ἐξόχως ἑρμηνευτικὸν πρὸς γενικὰς μεταβολὰς ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ γενικὰς ἀναστατώσεις. Ἀλλ’ εὐελπιστοῦμεν ἐπίσης ὅτι ἡ Γερουσία θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιδράσῃ εἰς τὰς παρεκτροπὰς καὶ ἀκρότητας, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐπιρρεπὴς ἡ μία Βουλὴ καὶ κατὰ τῶν ὁποίων αὐτὴ ἡ ἰδία Βουλή, κατ’ ἰδίαν αὐτῆς ὁμολογίαν, δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἀντιταχθῇ. Καὶ εἴδομεν πολλάκις Βουλάς, κύριοι, οἱ ἀρχαιότεροι μάλιστα ἐξ ἡμῶν, ἐκλεγομένας ὑπὸ τὴν ὁρμὴν τῶν λαϊκῶν ρευμάτων καὶ ἐνσωματούσας οἱονεὶ συμπεπυκνωμένον τὸ λαϊκὸν ρεῦμα εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἰς τὸν ἄξονα τοῦ ρεύματος τούτου εὑρίσκονται αἱ Βουλαί. Καὶ φαντάζεσθε ποίαν ὁρμὴν καὶ ποίαν παντοδυναμίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ μία Βουλὴ οὕτω πως ἀπὸ ῥεύματος λαϊκοῦ ἀπορρέουσα. Ἀλλ’ εἴδομεν ἐπίσης καὶ Βουλάς, αἱ ὁποῖαι, ἕνεκα τῶν μεταπτώσεων τοῦ δημοσίου φρονήματος, ἔφθασαν νὰ εἶναι πλέον ἐν ἀσυμφωνίᾳ πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν εὐθὺς ὡς τὸ ῥεῦμα τοῦτο ἐκόπασεν ἢ καὶ ἤρξατο νὰ κοπάζῃ, ὥστε οἱ Βουλαὶ νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύουν πλέον τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας τὸ αἴσθημα. Μία Βουλή, κύριοι, ἐκλεγομένη περιοδικῶς καὶ κατὰ τετραετίαν ἢ τριετίαν, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα ἢ τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν εὑρισκόμενον, εἶναι φανερὸν ὅτι ἀποβαίνει εὐδημαγώγητος ἀπὸ τὰς λαϊκὰς ὁρμάς. Τοὐναντίον δὲ μία Γερουσία, ἕνεκα καὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς καὶ τοῦ τρόπου τῆς μερικῆς ἀνανεώσεώς της, θὰ ἀποβῇ κατ’ ἀνάγκην Σῶμα ἀδιατάρακτον ἀπὸ τὰς λαϊκὰς ὁρμάς, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ βοὴ καὶ ὁ θόρυβος τῶν λαϊκῶν συγκεντρώσεων δὲν θὰ δύναται νὰ φθάσῃ ἢ ἂν φθάνῃ μέχρις ἐκεῖ, δὲν θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτῆς τὸν ἐπηρεασμόν, τὸν ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, λέγουν, δὲν εἶναι δεκτικὴ διαχειρισμοῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ συνύπαρξις δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἐκπροσωποῦντος τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ἀλλά, ἀντερωτῶ, διατί ἆρά γε ὁ διαχωρισμὸς τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ εἰμὴ ἐπὶ ζημίᾳ ἢ ἐπὶ μειώσει τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας; Διατί, ἀντιθέτως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς νομοθετικῆς της δυνάμεως ἔχει δύο φορεῖς ἀμοιβαίως συμπληροῦντας ἀλλήλους, ἤτοι δύο διακεκριμένα Σώματα, ὡς ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία; Μὴ τυχὸν τὰ δύο Σώματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐμφανίζωνται ὡς φορεῖς τῆς λαϊκῆς θελήσεως, θὰ κατατμήσουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν οὕτως ὥστε νὰ ἐμφανίζεται αὕτη ἑλκομένη εἰς δύο ἀντιθέτους διευθύνσεις, ἀγομένη ὁτὲ μὲν δεξιᾷ ὁτὲ δὲ ἀριστερᾷ ἵνα μὴ ἔχῃ τελικῶς οὐδεμίαν κατεύθυνσιν; Δὲν πιστεύω νὰ ἰσχυρίζηταί τις τὸ τοιοῦτον, διότι διὰ δύο ὀργάνων θὰ ἐκπληροῦται εἰς τὸ μέλλον ἡ λαϊκὴ θέλησις, τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας παραμενούσης ἑνιαίας καὶ ἀδιασπάστου, ἐκφραζομένης δὲ διὰ δύο ὀργάνων, ἐκ παραλλήλου βαινόντων καὶ ἐκ παραλλήλου νομοθετούντων καὶ δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι διχάζεται, ὅτι διχοτομεῖται ἡ λαϊκὴ θέλησις καὶ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ τὰ δύο Σώματα θὰ ἐπιδιώκωσι, τὴν ψήφισιν τῶν νόμων καὶ τὴν ἄσκησιν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω ὅτι ὅπως ὑπὸ πολίτευμα Βασιλευομένης Δημοκρατίας δὲν διασπᾶται ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, διότι ὁ Βασιλεὺς ἀποτελεῖ τὸν ἕτερον νομοθετικὸν παράγοντα μετὰ τὴν Βουλήν, οὕτω καὶ ὑπὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα δὲν διασπᾶται αὕτη διὰ τῆς συνυπάρξεως δύο νομοθετικῶν Σωμάτων. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ θὰ ἠρώτων τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Θρησκευμάτων διχάζεται ἆρά γε ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ, ὡς ἀνωτάτου διευθυντοῦ τῶν πραγμάτων τῶν ἀφορώντων τὴν Παιδείαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, διχάζεται, λέγω, ἡ ἐξουσία αὐτοῦ καὶ ἡ ἀκεραιότης αὐτοῦ ὡς λειτουργοῦ, διότι παρ’ αὐτῷ ἑδρεύει ἓν Συμβούλιον ἀνώτατον ἐκπαιδευτικόν;

§53Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ὑπάρχει καμμία σχέσις, κ. Μερλόπουλε.

§54Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι ὑπάρχει σχέσις ἐπικαλοῦμαι τὸ παράδειγμα τοῦτο διὰ νὰ εἴπω ὅτι ὅπως ἡ ἀκεραιότης τῆς ἐξουσίας ὑμῶν ὡς ἀνωτάτου λειτουργοῦ τοῦ δημοσίου κλάδου τῆς Παιδείας, ὅστις ἔχει διαπιστευθῆ εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, δὲν ὑφίσταται οὐδεμίαν ἐλάττωσιν, διότι ὑπάρχει παρ’ ὑμῖν Συμβούλιον Ἐκπαιδευτικόν, οὕτω καὶ προκειμένου περὶ νομοθεσίας οὐδεὶς διχασμὸς ὑπάρχει ἂν εἶναι δύο τὰ Σώματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκῆται εἰς τὸ μέλλον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.

§55Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Μερλόπουλε, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ ἀνεξαρτησίαν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, πάντως ὑπόκειται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ἐποπτείαν, τὴν διεύθυνσιν, τὸν ἔλεγχον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλητε τὴν σχέσιν μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου μὲ τὴν σχέσιν Βουλῆς καὶ Γερουσίας;

§56Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω, κ. Ὑπουργέ, εἰς λεπτομερείας ὡς πρὸς τὴν ἀποστολὴν καὶ δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἂν μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ πράξω τοῦτο, θὰ ἔλεγον ὅτι ἔχει καὶ αὐτοτέλειάν τινα τὸ Συμβούλιον, ὑπὲρ τὴν ὁποίαν ἡ ἐξουσία ὑμῶν δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ. Ἀλλὰ λέγω ὅτι καὶ μόλον τοῦτο, ἡ ἀρτιότης ὑμῶν ὡς ἀνωτάτου λειτουργοῦ, ἐποπτεύοντος καὶ διευθύνοντος τὴν Ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, παραμένει ἀκεραία. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι καὶ ἕτερον παράδειγμα. Εἶσθε διευθυντής, κ. Ὑπουργέ, καὶ τῶν πραγμάτων, τῶν ἀφορώντων τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Ἐκκλησία δὲ παρ’ ἡμῖν δι’ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τὸ 1843 εἶναι Ἀρχὴ αὐτοκέφαλος καὶ αὐτοκυβέρνητος ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ὑποθέσεων αὐτῆς.

§57Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Ἀσχολεῖται περὶ ἄλλα πράγματα ἡ Ἐκκλησία, κ. συνάδελφε, καὶ περὶ ἄλλα ἡ Πολιτεία.

§58Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ἄλλα, μάλιστα. Ἀλλὰ μὴ τυχὸν τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὑπάρχειν αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν ἐν Ἑλλάδι, αὐτοκυβέρνητον, αὐτοδιοίκητον, μὴ τυχὸν λέγω, τοῦτο διχάζει τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἰς δύο ἀντιθέτους ὄψεις, ὥστε παρ’ ἑνὸς νὰ ἐμφανίζηται ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ ὡς κάτι τι ἰδιαίτερον καὶ ἀνεξάρτητον καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἐκκλησία ὡς ἑτέρα ἀρχή, αὐτοτελὴς καὶ ἀνεξάρτητος, διχοτομουμένης οὕτω τῆς ἑνιαίας ἀντιλήψεως τοῦ Κράτους;

§59Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι ἡ περιοχὴ διάφορος, κ. συνάδελφε.

§60Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω καὶ ἐνταῦθα, κ. Ὑπουργέ, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ περιοχὴ εἶναι διάφορος, ἐν ταῖς σχέσεσι ταῖς νομοθετικαῖς. Δὲν βλέπω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἀπειλεῖται διχοτόμησις τῆς λαϊκῆς θελήσεως καὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως δύο νομοθετικῶν Σωμάτων. Ἀλλὰ λέγεται, καὶ ἐλέχθη καὶ χθὲς ἀκόμη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου κ. Τσιτσεκλῆ διατί, ὑπαρχούσης Βουλῆς, ἥτις εἶναι προωρισμένη νὰ νομοθετῇ, ἱδρύομεν καὶ ἕτερον Σῶμα μὲ τὴν αὐτὴν ἐπίσης ἐντολὴν τῆς θέσεως τῶν νόμων; Ὅσα μέχρι τοῦδε εἶπον, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἀπάντησις εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ προσέθετον καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ μὴ τὸν διακόψω χθὲς δὲν εἶπον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀμέσως ἦλθεν εἰς τὴν σκέψιν μου. Τὴν Βουλὴν θεωρεῖ ὡς ἀσφαλὲς ὄργανον διὰ τὴν καλὴν θέσιν τῶν νόμων, διότι εἶναι ἀπαύγασμα τῶν ἀντιλήψεων τοῦ λαοῦ, προϊὸν τῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ, δημιουργηθὲν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς νομοθεσίας. Ἀλλὰ ἀσφαλίζει, κύριοι, καὶ καθησυχάζει τὴν συνείδησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὅτι ἱδρύθη θελήσει λαϊκῇ ἓν Σῶμα νομοθετικόν, οἷον ἡ Βουλή, καὶ παρέχει εἰς ἑαυτὸν τὴν τελικὴν γαλήνην ὅτι τὰ πάντα εὖ καὶ καλῶς ἔχουσι, μὲ τὴν ἐκλογὴν μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς; Ἂν λαμβάνηται διὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν διπλῆ κατ’ ἐξαίρεσιν πρόνοια περὶ τῆς καλῆς θέσεως τῶν νόμων, ἕνεκα τῆς σοβαρότητος τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, ἡ πρόνοια ἡ περαιτέρω οὐδόλως εἶναι περιττή, ὅταν δι’ αὐτῆς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἀσφαλέστερον νὰ ἐπιτευχθῇ. Θὰ εἰσῆλθεν ἴσως ὁ κ. συνάδελφος εἰς ὠχυρωμένον τόπον ἢ εἰς φρούριον καὶ θὰ εἶδεν ὅτι εἰς πολλὰ φρούρια δὲν ὑπάρχει μόνον ὁ ἐξωτερικὸς περίβολος, ὁ ὁποῖος ἀσφαλίζει. Μετὰ τὸν ἐξωτερικὸν περίβολον ὑπάρχει καὶ εἷς δεύτερος, ἐνίοτε δὲ καὶ εἷς τρίτος καὶ διέρχεταί τις πολλοὺς περιβόλους καὶ πολλὰς κολῶνας ἕως ὅτου εἰσέλθῃ εἰς τὸ οὕτως ἠσφαλισμένον ὀχυρόν. Τοιοῦτόν τι θὰ εἶναι, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ Γερουσία, προκειμένου περὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Δὲν θὰ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὴν ψῆφον καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν περαιτέρω διονύχισιν τῶν νόμων καὶ ἀπὸ ἓν ἄλλο νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τοῦ διαφόρου τρόπου τῆς καταρτίσεως αὐτοῦ, ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων προσόντων, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν συζητῶ σήμερον, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν προσόντων τῶν γερουσιαστῶν, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἐκ τῆς μερικῆς ἀνανεώσεως αὐτοῦ, θὰ εἶναι Σῶμα προωρισμένον νὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς τὸ μέλλον τὰς ἀρχὰς τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς παραδόσεως, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν μίαν Βουλήν, τὴν δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας ἐκλεγομένης καὶ ἐμφορουμένης συνεπῶς ἀπὸ ὅλας τὰς συγχρόνους λαϊκὰς ῥοπὰς ἕνεκα τῆς συντόμου καὶ συνολικῆς περιοδικῆς ἀνανεώσεώς της. Ἀλλὰ εἶναι ἠλαττωμένης δυνάμεως ἡ Γερουσία τόσον ἐν τῷ σταδίῳ τῷ νομοθετικῷ ὅσον καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τῷ πολιτικῷ. Καὶ τίς ἀντιλέγει; Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πλεονέκτημα τῆς Γερουσίας ὅτι θὰ ἔχῃ ἠλαττωμένην πολιτικὴν δύναμιν· διότι ἂν ἠθέλομεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν Γερουσίαν ἰσοδύναμον πρὸς τὴν Βουλήν, τότε θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργήσωμεν ἀδιέξοδον πολιτικόν, πέραν τοῦ ὁποίου θὰ ὑπῆρχε τὸ χάος. Τὰ ζητήματα, κύριοι, τὰ πολιτικὰ εἰς Σώματα προπάντων πολιτικά, εἰς Σώματα αἱρετὰ πολυμελῆ, δὲν λύονται μόνον διὰ τοῦ παράγοντος τοῦ ἀριθμητικοῦ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι μυστηριώδεις, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, δυνάμεις, ἔκδηλοι ὅμως καὶ φανεραὶ καὶ βεβαιωμέναι ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἄλλων Ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς Χώρας ἡμῶν, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν ὡς παράγοντες εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῶν σκέψεων τῶν πολυμελῶν Σωμάτων καὶ συνεπῶς εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων. Καὶ οἱ παράγοντες αὐτοὶ δὲν θὰ ἀτονίσωσιν, ἂν πρόκειται εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔχωμεν δύο Σώματα. Δὲν ἔχω λοιπὸν τὸν φόβον ὅτι πάντα τὰ ζητήματα θὰ τίθενται πάντοτε ἐπὶ τῆς πλάστιγγος καὶ θὰ λύωνται διὰ τῆς βαρύτητος τοῦ πλεονάζοντος ἀριθμοῦ. Ἔχω τὴν βεβαιότητα, δύναμαι νὰ εἴπω, συγχωρήσατέ μου τὴν εὐέλπιδα αὐτὴν ἔκφρασιν, ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνον διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ἀριθμοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς δυνάμεως τῆς φρονήσεως, διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν ἡ εἰλικρινὴς προσήλωσις πρὸς τὸ δημόσιον συμφέρον, πρὸς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, θὰ ἀντιμετωπίζωνται καὶ θὰ σταθμίζωνται τὰ ἑκάστοτε ζητήματα καὶ θὰ δίδηται ἡ πρέπουσα λύσις. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν προβλέπει καὶ τὸν τρόπον τῆς ἄρσεως τῶν διαφωνιῶν μεταξὺ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι, ὅτι σπάνιαι, ἐκ τῶν πολὺ σπανίων, θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δύο Σώματα θὰ εὑρεθῶσιν εἰς σύγκρουσιν. Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθεσίαν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι κακῶς ἔχει ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ὄχι διότι ἡ θέλησις τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας προῆλθον οἱ νόμοι, ἐξεδηλώθη ἀμετατρέπτως τοιαύτη, ὥστε νὰ παραγάγῃ ἀμελέτητα καὶ ἀτελῆ νομοθετήματα, ἀσύμφορα εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Ἀλλὰ διότι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία κυρίως καὶ πρωτίστως εἶναι Σῶμα πολιτικόν, ἀπέβαινεν ἴσως τούτῳ τῷ λόγῳ, ἥκιστα ἁρμοδία διὰ τὴν ἤρεμον καὶ ἐν ἀπερισπάστῳ προσοχῇ μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων, παρὰ τὴν καλὴν θέλησιν αὐτῆς· ἐπίσης δὲ διότι ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἰδιότητος τῆς Βουλῆς ἡ ἀμοιβαία συνεργασία Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως εἰμὴ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς. Τὴν ἔλλειψιν δὲ ταύτην ἐπιδιώκει νὰ συμπληρώσῃ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ γεννηθοῦν ζητήματα ὁμαδικῆς φιλοτιμίας μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων ὅτι θὰ παρατηρηθῇ μία ἀντίθεσις ἀμοιβαία, ἵνα ὅ,τι ψηφίζει ἡ Βουλὴ μὴ τὸ δέχηται ἡ Γερουσία καὶ ὅ,τι δέχεται ἡ Γερουσία νὰ μὴ τὸ ψηφίζῃ ἡ Βουλή. Ἔχω τὴν βεβαιότητα καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ τὰ δύο αὐτὰ Σώματα ἐν τοῖς πλείστοις τῶν θεμάτων, μὲ σπανιωτάτας ἐξαιρέσεις, ἐμφορούμενα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ δημοσίου συμφέροντος, θὰ ἐγκύψουν εἰς τὴν μελέτην τῶν εἰς αὐτὰ ὑποβαλλομένων θεμάτων καὶ πᾶν ὅ,τι διαφεύγει τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μελέτην τοῦ ἑνὸς Σώματος θὰ ἔρχηται ἐπίκουρον τὸ ἄλλο Σῶμα ἵνα τὸ διερευνήσῃ καὶ τὸ συμπληρώσῃ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἀνάγκαι τοιαῦται. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως, κύριοι, ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἀποδεικνύεται οὐχὶ μόνον χρήσιμος, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖος. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως διὰ πάντα τὰ πολιτεύματα καὶ διὰ πάσας τὰς Χώρας, θὰ ἐπεκαλούμην εἰδικώτερον καὶ τὴν περίστασιν, τῆς ὁποίας ἐμνήσθην ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι τὸ ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἔλεγον ὅτι ἐπιβάλλεται ἀναποτρέπτως ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ παρ’ ἡμῖν. Ἡ Γερουσία εἶναι προωρισμένη νὰ ἔχῃ ἠλαττωμένην πολιτικὴν δύναμιν. Ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ τοῦτο, τὸ παρ’ ἡμῖν συμβαῖνον, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ἐθεωρήθη ἀλλαχοῦ λόγος διὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ οὔτε καὶ μείωσις τοῦ ἑτέρου τῶν Σωμάτων καὶ μάλιστα τῆς Γερουσίας προέρχεται ἐκ τῆς ἀναμίξεως ἀμφοτέρων εἰς ἓν κοινὸν νομοθετικὸν Σῶμα πρὸς λῆψιν ἑνιαίας ἀποφάσεως εἰς ἃς σπανίας περιπτώσεις θὰ ἐμφανίζωνται συγκρούσεις γνωμῶν. Διότι—ἔλεγον καὶ ἄλλοτε πρὸς τὴν Βουλὴν —ὅπως δὲν ὑπάρχει μείωσις τῆς ὑπολήψεως καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ δευτέρου τῶν Σωμάτων ὅταν ἡ γνώμη του ἀπορρίπτηται. Κυρίως ὅμως ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἀποβαίνει τῆς Γερουσίας ἡ ὕπαρξις ἀπαραίτητος. Ὑπὸ τὸ πολίτευμα τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Καὶ ἐν τούτῳ τῷ σταδίῳ τὸ δεύτερον τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων θὰ ἀσκῇ καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν διότι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα συναινέσεως περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, ἐκλιπόντος τοῦ Βασιλέως, εἰς τίνα θὰ ἐμπιστευθῶμεν, ὑπὸ τὸ νέον πολίτευμα, εἰς τίνα θὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; Κατὰ φυσικὸν λόγον εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τῆς Χώρας, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἂν μὲν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐκλέγηται ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς, δὲν θὰ ἦτο ἀσυνεπὲς τὸ πρᾶγμα νὰ ἐμπιστευθῇ τις καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὑπέρτατον, εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, καίτοι θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον. Ἀλλὰ διὰ πολλοὺς λόγους, οὓς πάντες γνωρίζετε καὶ συμμερίζεσθε τὴν τοιαύτην δι’ ἀμέσου καθολικῆς ἐκλογῆς ἐγκατάστασιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, δὲν θὰ στέρξῃ ποτὲ νὰ νομοθετήσῃ ἡ Βουλή. Θὰ ἔχωμεν δὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας κατ’ ἄλλον τινα τρόπον ἐκλεγόμενον, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ὄχι δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Εἰς τὸν Ἄρχοντα τοῦτον θὰ ἐπιτρέψωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ αὐθύπαρκτον κατὰ ἰδίαν βούλησιν ἐλευθέραν τῆς διαλύσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Ἰδοὺ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται ἀπαραιτήτως ἀναγκαία ἡ συνύπαρξις καὶ συνεργασία τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τοῦ μὴ ὑποκειμένου εἰς τὰς λαϊκὰς ὁρμάς, τοῦ ἔχοντος τὴν δύναμιν νὰ ἀνθίσταται κατὰ τῶν λαϊκῶν ροπῶν, τοῦ Σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ του καὶ τῆς συγκροτήσεώς του, θὰ εἶναι τὸ ἔρεισμα τῶν συντηρητικῶν ἰδεῶν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Καὶ ἰδοὺ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους καλῶς καὶ ἀκινδύνως, κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν, θὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ πολίτευμα ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας νὰ ἀσκῆται παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, ἂν ἀποβλέψῃ τις εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἄλλοτε ὁ ἀνώτατος ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος, ὁ Βασιλεύς, ὡς εἷς ἐκ τῶν νομοθετικῶν παραγόντων τοῦ πολιτεύματος, τὸ δικαίωμα τὸ κυροῦν τοὺς νόμους μετὰ τὴν ψήφισιν, ὡς ἐπίσης καὶ τοῦ προτείνειν τοὺς νόμους εἰς τὴν Βουλήν, δικαίωμα ἀσκούμενον διὰ μέσου τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας τῶν νόμων, θὰ πεισθῇ ὅτι τοῦ νομοθετικοῦ τούτου παράγοντος ἐκλιπόντος, ἡ ἀναπλήρωσις αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἄλλως εἰμὴ μόνον διὰ τοῦ δημιουργουμένου δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Συμπεραίνων λοιπὸν ἐρωτῶ τοὺς ἀντιλέγοντας πῶς, ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἱδρυομένης τῆς Γερουσίας εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι δημιουργοῦμεν ἓν Σῶμα ἄχρηστον, προωρισμένον ἴσως νὰ ἀποβῇ ὁ ἐμπαιγμὸς καὶ ὁ περίγελως τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, ἀνικάνου ν’ ἀποδώσῃ τι χρήσιμον διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα, θνησιγενὲς καὶ προωρισμένον νὰ ἀνατραπῇ μὲ τὴν πρώτην ἐκδήλωσιν δυσμενοῦς λαϊκῆς γνώμης. Ἡ Γερουσία, ὡς παρ’ ἡμῖν νομοθετεῖται, εἶναι κἄτι τὸ παρόμοιον, δύναμαι νὰ εἴπω, πρὸς τὴν Γερουσίαν τὴν ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσαν. Καὶ ἐκεῖ ἠλαττωμένης νομοθετικῆς δυνάμεως εἶναι ἡ Γερουσία καὶ ἐκεῖ ἠλαττωμένης πολιτικῆς δυνάμεως ἐμφανίζεται. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι διὰ τὴν Γαλλικὴν Γερουσίαν εἶναι ἡ capitis diminutio; Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἡ Γερουσία εἶναι Σῶμα νομοθετικόν, Σῶμα ἄρτιον, ἀπολαῦον τῶν αὐτῶν τιμῶν οἵων καὶ ἡ Βουλὴ καὶ συνεισφέρον ἐξίσου, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅσον καὶ ἡ Βουλή, ἂν μὴ καὶ πλειότερον, διὰ τῆς φιλοπατρίας, διὰ τῶν φώτων αὐτῆς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων ἐν γένει συμφερόντων. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπικαλεσθῶ ἓν πρόσφατον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον καὶ μοναδικόν, ἂν ἦτο, θὰ ἦτο τοῦτο ἀρκετόν, διὰ τὴν Γαλλίαν τοὐλάχιστον, νὰ στηρίξῃ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα τὴν ὕπαρξιν τῆς Γερουσίας, παράδειγμα ὑψίστης ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα, ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας ὁλόκληρος ἡ τιμὴ ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Γαλλικὴν Γερουσίαν καὶ περιτράνως ἀποδεικνῦον τὴν χρησιμότητα αὐτῆς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Βουλήν. Θὰ ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦ νόμου «περὶ τριετοῦς θητείας», τοῦ εἰσαχθέντος ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1914, ὅστις ὑπῆρξεν ἔργον τῆς Γερουσίας καὶ ταύτης καὶ μόνης, κατ’ ἀντίδρασιν πρὸς τὴν Βουλήν. Διότι εἰς τὴν ἐπιμονὴν τῆς Γερουσίας, παρὰ τὴν ἐναντίαν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ὀφείλεται ἡ ψήφισις τοῦ νόμου ἐκείνου. Εὐνόητον δὲ εἶναι διὰ ποίους λόγους. Ἡ Βουλή, Σῶμα εὐδημαγώγητον καὶ ὑποκείμενον ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου εἰς τὰς ὁρμὰς τῆς λαϊκῆς θελήσεως, εἰς τὰς ἐπιταγὰς τοῦ λαοῦ, ὅστις δὲν ἀποβλέπει πάντοτε καὶ δὲν ἔχει τὸ βλέμμα, τὸν ὀφθαλμὸν ἀρκετὰ ἰσχυρὸν ὥστε νὰ ἀποβλέπῃ καὶ πέραν τῶν ἀτομικῶν του συμφερόντων, ἡ Βουλή, λέγω, παρασύρεται ἐνίοτε ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ στέργει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰ ἄμεσα συμφέροντα αὐτοῦ. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς ἡ Γαλλικὴ Βουλή, δημαγωγουμένη ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Κοινὴν Γνώμην, ἀντεστάθη κατὰ τῆς τριετοῦς θητείας. Καὶ μόνον ἡ ἐπιμονὴ τῆς Γερουσίας κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τῆς τριετοῦς θητείας κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ μεγάλου πολέμου, διότι κατώρθωσε διὰ τῶν πειστικῶν συζητήσεων ἐν τῷ Σώματι νὰ μεταδώσῃ τὴν πεποίθησίν της καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον. Καὶ τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἡ βάσις καὶ τὸ θεμέλιον τῆς σωτηρίας τῆς Γαλλίας κατὰ τὴν τελευταίαν παγκόσμιον πολεμικὴν θύελλαν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλία ἐκινδύνευσε νὰ καταποντισθῇ καὶ νὰ ἐκλείψῃ. Διότι ἀσφαλῶς ἡ Γαλλία, ἂν δὲν εἶχε τὴν τριετῆ θητείαν ἐν ἐφαρμογῇ καὶ τὸν στρατόν, τὸν ὁποῖον δι’ αὐτῆς παρεσκεύασε, τὸ 1914 θὰ ἦτο τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς ὑπάρξεώς της ὡς μεγάλης Δυνάμεως. Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι, ὅτι καὶ δι’ ἑνὸς προχείρου καὶ προσφάτου παραδείγματος ἀποδεικνύεται ἡ χρησιμότης τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ μηκύνω τὸν λόγον μου ἐπὶ πλέον. Ἔκαμα κατάχρησιν ἴσως τῆς ὑπομονῆς σας. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι, τουλάχιστον δι’ ἐμέ, ἦτο ὑποχρέωσις, προκειμένου περὶ τόσον θεμελιώδους ζητήματος, νὰ μὴ ἀποφύγω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα καθορίσω καὶ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω. Δὲν νομίζω δέ, κύριοι, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τρεῖς ἤδη συνεδριάσεις, προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος. Τὰ συνταγματικὰ ζητήματα ἀνακοινοῦνται παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολῶν ἐτῶν καὶ εἰς τὰς ἀλλεπαλλήλους Βουλὰς καὶ Συνελεύσεις καὶ ἐν τῷ Τύπῳ. Ἐγίναμεν μάρτυρες πολλάκις συζητήσεων διὰ πολὺ μᾶλλον ἀσήμαντα θέματα, τὰ ὁποῖα κατηνάλωσαν καὶ συνεδριάσεις ὁλοκλήρους τῶν Βουλῶν, οἷον ὑπῆρξεν ἄλλοτε τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, οἷον ὑπῆρξε τὸ ζήτημα τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη ἡ ἐπιθυμία τῶν κ. κ. συναδέλφων καὶ ἡ τάσις αὐτῶν εἰς τὸ νὰ ἐκθέσουν πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος τὰς γνώμας των ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν των καὶ κανονίσουν τὴν εὐθύνην των, ἡ ὁποία θὰ ἀπορρεύσῃ ἐκ τῆς ψήφου ἑνὸς ἑκάστου ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης σημασίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν ἠρέμῳ καὶ ἀπολύτῳ πεποιθήσει δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι τοῦτο. Καίτοι τὰ ζητήματα τῆς πολιτικῆς καὶ τὰ ζητήματα περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας εἶναι πολλάκις δεκτικὰ διαφόρου ἀντιλήψεως, ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ πολιτικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος, ὡς ἡ ἵδρυσις Γερουσίας, λέγω τοῦτο, ὅτι ἐν ἠρέμῳ συνειδήσει ἐκφέρω τὴν γνώμην ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ ἐν ἠρέμῳ συνειδήσει θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§62Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἡ διεξαχθεῖσα ἐπὶ τριήμερον, ἐξήντλησε σχεδὸν τὸ θέμα καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγον ἀτομικὸν ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ μακρυγορήσω, θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ διακοπῶν νὰ ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τὴν γνώμην ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Σκοπὸς τῆς ἀνόδου μου εἰς τὸ βῆμα δὲν εἶναι νὰ ἐπαναλάβω ὅσα πλήρως οἱ ὁμογνώμονες μεθ’ ἡμῶν συνάδελφοι ἐξέθεσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας, ἀλλὰ εἶναι πρὸ παντὸς νὰ ἀναπτύξω ὡρισμένας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑποβληθῆ ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ αἱ ὁποῖαι εὑρίσκω ὅτι εἶναι συναφέστεραι πρὸς τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Εἰδικῶς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, διότι δι’ αὐτοῦ εἰσάγεται δεύτερος νομοθετικὸς παράγων, ὁ παράγων τῆς Γερουσίας, καὶ διότι ὁ παράγων οὗτος, προϋπάρξας ἐν Ἑλλάδι, ἐγκατελείφθη ἐπὶ ἑξήκοντα περίπου ἔτη καὶ διότι εἰσάγεται κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμάς, τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐξεδήλωσεν ἔκτοτε, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, τὴν γνώμην του ἐπὶ τούτου. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀποβλέπον εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ὡς τὸν μοναδικὸν ἐν τοῖς πράγμασι φορέα τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, αἰσθάνεται ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρήσῃ τὴν δύναμιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας πλήρη καὶ ἀμείωτον καὶ ἐκ τῆς συναισθήσεως ταύτης ἀγόμενον, ἔχει τὴν ἀντίληψιν ὅτι διχοτομὴ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκδηλοῦται καὶ πραγματοποιεῖται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἐξασθενίζει ταύτην αὐτομάτως. Ἀνεπτύχθη ἤδη, κύριοι, ὑπὸ τῶν ὁμοφρόνων πρὸς ἡμᾶς συναδέλφων κατὰ ποῖον τρόπον διχαζομένου τοῦ Ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος ἢ διχαζομένης μόνον τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ἀρχῆς τοῦ πολιτεύματός μας, διὰ τῆς ὁποίας ἐκδηλοῦται ἡ βούλησις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀνεπτύχθη ἤδη λέγω πῶς ἐξασθενεῖ αὕτη. Ἐγὼ δὲν θὰ προσθέσω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσαν τόσον οἱ ὁμόφρονες ὅσον καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες, τι πλέον τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν προλαλησάντων καὶ τὰ ὁποῖα ἐν ὀλίγοις θὰ ἀναπτύξω ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου, τὸ ὁποῖον θίγεται διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὸν νομοθετικὸν παράγοντα καὶ τοῦ Σώματος τούτου. Τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θίγεται ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα τοῦτο, εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία τὸ διέπει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ κοινοβουλευτική. Ἐξετέθη ἤδη ὅτι τὸ κόμμα ἡμῶν, ἀποβλέπον εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἔχει καὶ ὡρισμένον τρόπον ἐκδηλώσεως καὶ πραγματοποιήσεως ταύτης. Ὁ τρόπος ἡμῶν εἶναι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέπει ἐν τοῖς πράγμασιν τὰ πολιτεύματα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἴσως καὶ πρότερον.

§63Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ ἑνιαῖον ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα.

§64Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ὡμίλησαν περὶ ἀντιπροσωπευτικῆς κοινοβουλευτικῆς ἀρχῆς, ἐμφανιζομένης ὑπὸ ἀντιπροσωπευτικὸν κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ὅπερ διέπει ὅλα τὰ πολιτεύματα. Θέλουν οἱ συντάκται τοῦ νέου πολιτεύματος νὰ διέπῃ καὶ τοῦτο, αὐτὴ ἡ γραμμὴ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἥτις ἐμφανίζεται ἐφ’ ὅλων τῶν ὅρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ νέου ἡμῶν πολιτεύματος. Ἀλλὰ καὶ ὑφ’ ἡμῶν καὶ ὑπὸ τῶν συνταξάντων τὸ νέον πολίτευμα καὶ ὑπὸ τῶν ἀποπειρωμένων νὰ εἰσαγάγουν τὸν νέον νομοθετικὸν παράγοντα ἀνομολογεῖται, μετὰ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν διῆλθεν ἡ Χώρα ἀπὸ τετραετίας, ἀνομολογεῖται ὅτι προσπάθεια πάντων ἡμῶν πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἑδραίωσις τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διὰ τῆς ἀποπείρας, ἡ ὁποία γίνεται, δὲν ἐπέρχεται τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ πῶς ἡ ἐμφανιζομένη κρίσις ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀρχῆς θὰ αὐξήσῃ τὴν πλήρη αὐτῆς χρεωκοπίαν. Διότι, ὡς γνωστόν, τὰ ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος εἶναι κυρίως τὰ ἑξῆς: Πρῶτον ὁ μηχανισμὸς τοῦ συστήματος ὅπως ἀντιμετωπισθῶσιν αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ὑπὸ ἐκτάκτων καταστάσεων. Ἄλλο ἐλάττωμα εἶναι ὅτι πολλάκις τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἐπαφήν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ διατελῇ πρὸς τὸν λαόν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὁ νέος εἰσαγόμενος παράγων θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ δύο ταῦτα ἐλαττώματα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ νέος οὗτος παράγων καὶ ἡ νέα διαμόρφωσις τῆς κοινοβουλευτικῆς λειτουργίας διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ παράγοντος, θὰ ἐπαυξήσῃ τὰ ἐλαττώματα ταῦτα, διότι τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς Βουλῆς, τῆς μὴ δυνατῆς καὶ ταχείας ἀντιμετωπίσεως τῶν παρουσιαζομένων ἀναγκῶν, θὰ τὴν κάμῃ ἔτι μεγαλυτέραν. Ἡ Γερουσία καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐκλέγεται καὶ μὲ τὴν χρονικὴν διάρκειαν ἡ ὁποία θὰ δίδεται καὶ μὲ τὸν τρόπον ὁ ὁποῖος καθορίζεται διὰ τῶν ἀναλογιῶν της καὶ τῆς συμπληρώσεώς της, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται ὅτι θὰ ἀποτελῇ αὕτη τὸ μέσον τῆς ἐπαφῆς τῆς βουλήσεως ἀπ’ εὐθείας μετὰ τοῦ λαοῦ ἐκλεγομένης καὶ κατὰ μικρότερα χρονικὰ διαστήματα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, λέγω, ὅτι ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν διῆλθε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ εἰς τὰς ἄλλας Χώρας κατὰ τὸν πόλεμον καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὁπότε αἱ παρουσιασθεῖσαι ἀνάγκαι ἦσαν ἔκτακτοι καὶ ἔχρῃζον ἀμέσους ἀντιμετωπίσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον, λέγω ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς πλήρους ἐπὶ νέων βάσεων ὀργανώσεως κατέστη πλέον ἐπιτακτική. Ἡ κρίσις, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ὁποίαν διῆλθε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τόσον καὶ ἀλλαχοῦ ὅσον καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐπαυξηθῇ ἐκ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ νέου τούτου νομοθετικοῦ παράγοντος. Καὶ διὰ τοῦτο τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀντιτίθεται καὶ θὰ καταψηφίσῃ τὸν νέον εἰσαγόμενον θεσμόν, ἀλλ’ ὄχι μόνον διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὁ ὁποῖος ἐξετέθη ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων καὶ εἰδικῶς ὑπὸ συναδέλφων ἀνηκόντων εἰς τὸ ἄκρον ἀντίθετον σημεῖον τῆς Βουλῆς, ἐκείνου τοῦ ὁποίου μετέχομεν ἡμεῖς εἰς τὸ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἀντιδημοκρατικός. Θὰ εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἀντιδημοκρατικὸς ὡς ἐκ τῆς προελεύσεως αὐτοῦ. Θὰ εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἀντιδημοκρατικός, διότι θὰ ἀποτελέσῃ ἀνασχετικὸν φραγμὸν εἰς τὴν ἐξέλιξιν καὶ εἰς τὰς ζυμώσεις ὅταν αὗται καταλήγουν εἰς ὀξείας ἐκδηλώσεις. Ἀλλ’ εἶναι ἀντιδημοκρατικὸς καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ κληθῇ εἷς ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ προέρχεται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀνανεοῦται καὶ δὲν θὰ διατελῇ εἰς πλήρη ἐπαφὴν μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ τὴν ἑκάστοτε ἐξελισσομένην λαϊκὴν θέλησιν, ἵνα ἀντιμετωπίζῃ τὴν ἐξέλιξιν τὴν παραγομένην εἰς τὸ κυρίως ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον καλεῖται καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦτο νὰ ἐμφανίσῃ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἀναφέρων καὶ τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τόσον ἐκτεθέντα κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ πρὸς κρίσιν πολίτευμα, καὶ τὰ ἐκτεθέντα ἐνώπιον ἡμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ ὕπαρξιν τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι φέρονται ἀπὸ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ καὶ νὰ ἀπαριθμήσω καὶ τὰ ἄλλα ἐλαττώματα, ἔχων πάντοτε ὑπ’ ὄψει μου ὅτι τὸ πολίτευμα, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ρυθμίζει τὰ ὅρια τῆς δράσεως τῶν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ δρασασῶν δυνάμεων ἐν τῷ πολιτικῷ σκοπῷ. Ἐπιθυμῶν, νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ πραγματικῷ πεδίῳ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἐκεῖνα ἐκ τῶν ἐπιστημονικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλονται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ.

§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν κἂν συγγραφεῖς.

§66Β. ΣΑΓΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἐκ τοῦ μετριασμοῦ τῆς ἀντιπροσωπείας μειοῦται ἡ δύναμις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Δὲν συμφωνῶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔταξαν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα ἀπὸ ἀπόψεως πολιτισμοῦ Κρατῶν, οὔτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ μὴ ἐξομοιοῦται πρὸς τὴν Τουρκίαν ἢ Βουλγαρίαν πρέπει νὰ κάμῃ τι ὥστε νὰ μὴ ἐξομοιοῦται. Κατόπιν δὲν ἀπομένει παρὰ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ προτείνοντος τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου προεβλήθη καὶ ἀντικατοπτρίζει πραγματικῶς ἔνια, ἂν ὄχι ὅλα, τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ σημερινοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλή, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται πραγματικῶς ἀπὸ τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, δὲν ἀποτελεῖται παρὰ ἐκπροσώπων πολιτευομένων, προσώπων κατεχόντων ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ἐφ’ ὧν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀντιληφθοῦν καὶ ἐκδηλώσουν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Μεταξὺ τῶν στοιχείων τούτων, κύριοι, ἐν τῷ αὐτῷ Κοινοβουλίῳ δὲν εὑρίσκονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προερχόμενοι ἐκ τῶν διαφόρων ἐν τῇ Κοινωνίᾳ δρασασῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν τάξεων, αἰσθανόμενοι ἐξ ἰδίων τὰς ἀνάγκας τῶν τάξεων τούτων, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχονται, θὰ ἠδύναντο ὄχι μόνον νὰ ἐκφράσωσι τὰς ἀνάγκας ταύτας ὄχι μόνον νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τούτων, ἀλλὰ θὰ ἠδύναντο καὶ νὰ συμβάλλωσι καλύτερον, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς καὶ θὰ εἶχον ὅλας τὰς εἰδικότητας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ παρεῖχον εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἱκανότητα ἐν ταῖς λεπτομερείαις νὰ ἐκφράσωσι καὶ ἀντιμετωπίσωσι τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Οἱ προβάλλοντες τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἰσχυρίζονται ὀρθότατα ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκπροσωπεῖ τὰς πολιτικὰς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ. Ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὥστε νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἐπαρκὴς καὶ λόγῳ τῶν προσώπων ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελεῖται, προσώπων πολιτευομένων, προσώπων ἀπασχολουμένων διαρκῶς διὰ νὰ πολιτεύωνται καθ’ ὃν τρόπον γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ πολιτεύωνται προσώπων τὰ ὁποῖα εἶναι ἠναγκασμένα νὰ ἀποβλέπωσι πρὸς τὸν λαὸν ὡς πρὸς ἓν γενικὸν σύνολον, δὲν δύναται νὰ ἀποβλέπῃ πρὸς αὐτὰ ὡς πρὸς τὰς ὑποδιαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν αὐτοῖς ὑφίστανται συμφώνως πρὸς τὰς κοινωνικὰς τοῦ λαοῦ μερίδας, τάξεις καὶ στρώματα, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπαγγελματικὰς καὶ οἰκονομικὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Πρέπει πράγματι νὰ ἐξευρεθῇ εἷς τρόπος, ὁ ὁποῖος νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν αὐτήν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων ἐλαττωμάτων τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀποβλέπον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὡς τὸ σύνολον τῶν κανόνων, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν κατάστασιν, δὲν παραγνωρίζει τὴν ἔλλειψιν ταύτην καὶ διὰ τοῦτο εἰσηγήθη ἢ μᾶλλον ὑπέβαλε πρότασιν, δι’ ἧς εἰσάγει τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θὰ σᾶς ἀναπτύξω τὰ κατὰ τὸν θεσμὸν τοῦτον. Ἤδη λειτουργεῖ ἀπὸ πενταετίας ἐν Γερμανίᾳ, διατελεῖ δὲ ἐν Γαλλίᾳ ἐν πειραματισμῷ, ὅπου ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἀντιμετώπισε μίαν ἀνάγκην καὶ ἐνισχύθη διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μελῶν του ἀπὸ 56 εἰς 400, εἰσαχθέντος ἐν Γαλλίᾳ διὰ νόμου τοῦ 1925. Βεβαίως ὁ τρόπος καθ’ ὃν λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐν Γερμανίᾳ εἶναι διάφορος ἀπὸ ὅ,τι λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ. Ἀμφότεροι ὅμως καλοῦνται νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν πραγματικὴν αὐτὴν ἔλλειψιν. Τὸ Ἀνώτατον αὐτὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ διαφόρους ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων, καθὼς ἐπίσης καὶ ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν τάξεων τῆς καταναλώσεως. Ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει ὁλόκληρον σύστημα ὀργανώσεως οἰκονομικῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον ἴσως ἰσχυρισθοῦν οἱ ἐπιμένοντες εἰς τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας ὅτι ἐκ τῆς μὴ ὀργανώσεως τῶν παραγωγικῶν τάξεων θὰ ἦτο δυσχερὴς διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ἀναγκῶν. Ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει σύστημα ὀργανώσεως πλῆρες, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται καὶ διὰ συνταγματικῶν διατάξεων. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἑλλάδι θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ μία τοιαύτη ὀργάνωσις, διότι σχεδὸν ὅλαι αἱ τάξεις εἶναι ὠργανωμέναι εἰς Συλλόγους. Δηλαδὴ ἔχομεν Ἐπιμελητήρια βιομηχανικὰ καὶ ἐπαγγελματικά, Συλλόγους, γεωργικὰ Ἐπιμελητήρια καὶ γεωργικοὺς Συλλόγους, ἡ δὲ τάξις τῶν καταναλωτῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιπροσωπευθῇ δι’ ἀντιπροσώπων ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ὀργανισμῶν ἐκείνων. Εἰς τὴν πρότασίν μου ὑπεβλήθη καὶ ὁ τρόπος τῆς κατ’ ἀρχῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐν αὐτῷ ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μέρος ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ μέρους τούτου, ἂν δὲν ἐνομίζομεν ὅτι θὰ ἠδύνατο τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ λειτουργήσῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους δρῶσιν αἱ ὀργανώσεις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο θὰ ἀποτελῇ πληρεστέραν ἐκπροσώπησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν, τῶν παραγωγικῶν καὶ βιομηχανικῶν τάξεων. Λέγω δὲ πληρεστέραν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: διότι πρῶτον θὰ στερεῖται πολιτικῆς σημασίας, τοῦτο δὲ θὰ εἶχε συνέπειαν τὴν μὴ ἐπέμβασιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἰς τὴν σύνθεσίν του καὶ εἰς τὰ ἔργα του. Δεύτερον δὲν θὰ ἐκίνει τὴν ὄρεξιν τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπετέλουν τὸ Συμβούλιον τοῦτο, ὅπως ἐκμεταλλευθῶσι τὴν θέσιν των, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ στάδιον ἐκμεταλλεύσεως, ἐφόσον ἡ θέσις του δὲν θὰ εἶχε καμμίαν σημασίαν, διότι τὸ Συμβούλιον τοῦτο στερεῖται καὶ πάσης νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ πάσης ἄλλης ἐξουσίας, καθὼς καὶ πάσης ἐν γένει πολιτικῆς σημασίας. Ἀντιθέτως ἡ Γερουσία λόγῳ τῆς μεγίστης πολιτικῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε, παρ’ ὅλα τὰ περὶ τοῦ ἀντιθέτου λεγόμενα, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μετέχῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θεωρῆται τὸ Συμβούλιον ἐκτὸς κομμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τουλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος νὰ προκύπτῃ ἀπὸ κόμματα, ἀφοῦ τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπου τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐλειτούργησεν ἐπὶ πολλὰ χρόνια. Ἀφοῦ καὶ τώρα εἰς τὴν Γαλλίαν καθιερώθη ἡ ἀρχὴ ὁσάκις ἐκ τῶν ἐκλογῶν προκύπτει Κυβέρνησις ἀντίθετος τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου προήρχετο ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ἐπεκράτησε, λέγω, ἀρχὴ νὰ παραιτῆται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ ἐκλεγῇ νέος Πρόεδρος, ἵνα ὑπάρχῃ ἁρμονία. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο Συμβούλιον θὰ ἐκπροσωπήσῃ καλύτερον ὅλας τὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις, ὅλας τὰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἀνεπηρέαστον τελείως κινδύνου τινός, θὰ σκέπτεται ἀναλόγως τῶν πράγματι ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν καὶ ὄχι τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ Γερουσία οὐδένα ἐκ τούτων θὰ ἐκπροσωπῇ καὶ συνεπῶς καμμία ἐκ τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἐλλείψεων, αἱ ὁποῖαι φέρονται ὡς ἐπιχειρήματα τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, θὰ κατώρθωνε νὰ ἀντιμετώπιζε. Δὲν θὰ κατήντα δὲ τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρέτει πολιτικὰς ἀνάγκας καὶ πολιτικὰς ζυμώσεις, τῆς ὁποίας τὰ μέλη κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπεδεικνύοντο ἀπὸ τὰ κόμματα καὶ κατὰ λόγον τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης καὶ οὐχὶ τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῶν συμφερόντων καὶ τῶν τάξεων καὶ τῶν κλάσεων τὰς ὁποίας θὰ ἐκαλοῦντο νὰ ἐξυπηρετήσουν.

§67Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τί πρότασιν ὑποβάλλετε;

§68Β. ΣΑΓΙΑΣ. Νὰ προστεθῇ μετὰ τὸ ἄρθρον 27, ἄρθρον 28, Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπεκράτησε τρόπος συζητήσεως τελείως ἀντιεπιστημονικὸς καὶ ἄνευ οὐδενὸς συστήματος.

§69Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία τροπολογία εἶναι αὐτή;

§70Β. ΣΑΓΙΑΣ. Τῆς συστάσεως Ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου.

§71Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐκ λάθους τοῦ ὑπαλλήλου συνέβη, ὥστε τροπολογίαι τινὲς ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραπεμφθεῖσαι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ μὴ ἀναγράφωνται εἰς τὸ σχέδιον.

§72Β. ΣΑΓΙΑΣ. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο. Λέγω λοιπόν, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. συναδέλφου ἐρωτήσαντός με ἂν ὑπέβαλον τοιαύτην τροπολογίαν, λέγω ὅτι ὑπέβαλον τοιαύτην καὶ ὅτι θὰ ἔλθῃ αὕτη μετὰ τὸ ἄρθρον 29 ὡς ἄρθρον 28. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ κρατήσαντος συστήματος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Διότι τὸ Σύνταγμα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποτελεῖ ἓν Σῶμα ὁλόκληρον, τοῦ ὁποίου οἱ διάφοροι θεσμοὶ εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἀλληλεπίδρασιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι εἰδικῶς περὶ τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας δὲν ἔχει σημασίαν πῶς θὰ καταργεῖται τὸ ἓν Σῶμα, ὁ δεύτερος νομοθετικὸς παράγων καὶ πῶς θὰ προκύπτῃ, διὰ ποίας ἐκλογῆς, δι’ ἀμέσου ἢ ἐμμέσου, ἀπὸ τὸν λαὸν ἢ ἀπὸ τὰς ὀργανώσεις, πῶς θὰ λειτουργῇ, ποῖα θὰ εἶναι τὰ δικαιώματά του, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, οὐδὲ τὴν εὐχέρειαν νὰ τὰ συζητήσωμεν.

§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἴσως αὐτό, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις δυσχεραίνεται δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι πάντως κατ’ ἀρχὴν θὰ συζητηθῇ ἡ γενικωτέρα ἀρχὴ τῆς συστάσεως ἑνὸς δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος μὲ περιωρισμένην ἢ εὐρεῖαν δικαιοδοσίαν καὶ ἔπειτα θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῆς δικαιοδοσίας, τῆς συνθέσεως κτλ. τοῦ Σώματος τούτου. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς γενικωτέρας ἀρχῆς ἴσως ὅλοι οἱ ἀγορηταὶ ὡμίλησαν περὶ τῆς πολιτικῆς δυνάμεως τῆς Γερουσίας, περὶ τῆς προελεύσεως αὐτῆς καὶ οὕτω καθεξῆς. Πάντως ἡ συζήτησις δὲν περιορίζεται εἰς τὴν γενικωτέραν ἀρχὴν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Κατὰ συνέπειαν, ἂν δὲν περιελήφθησαν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι, δὲν δυσχεραίνεται ἡ συζήτησις. Τώρα σεῖς ἐδώσατε τὰ ἐννοήσωμεν πῶς δύνανται νὰ συμπληρωθοῦν αἱ ἀτέλειαι τοῦ ἑνὸς Κοινοβουλίου. Ἐπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία βλάβη. Πάντως κατ’ ἄρθρον δὲν γίνεται συζήτησις, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προχωρήσωσιν οἱ περισσότεροι εἰς τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἐνδεχόμενον νὰ διαφωνῶμεν μὲ ἄλλους, μὲ τοὺς ὁποίους συνεφωνήσαμεν διὰ τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας.

§74Β. ΣΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν διαφωνήσουν αὐτοί; Ἐννοῶ δηλαδὴ τὸ ἑξῆς ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τινὲς νὰ ἐννοοῦν τὴν σύστασιν κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἐννοοῦν ἄλλοι. Δι’ αὐτὸ θεωρῶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις ὡς ἐλλιπῆ.

§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει μένει εὐκαιρία δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν συμφωνοῦν ἀπολύτως μὲ τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τῆς Γερουσίας, τὸν ὁποῖον ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ συζητήσουν καὶ νὰ προτείνουν ὅ,τι αὐτοὶ νομίζουν ὀρθότερον.

§76Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἀνέπτυξα ἤδη πρὸ ὀλίγου τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅτι ἡ Γερουσία ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἐπαυξήσῃ τὰ ἐλαττώματα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀνάγκην τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον δὲν δύναται ὡς ἐκ συνθέσεως καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ἀλλ’ ἀνέφερα προηγουμένως καὶ ἐλάττωμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ἑξῆς. Πολλάκις τὸ Κοινοβούλιον δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἐπαφὴν μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην, μὲ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἰδίως δὲ τοῦτο συμβαίνει ὁσάκις παρατείνεται ἡ διάρκεια τοῦ Σώματος. Πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἰδίᾳ εἰς τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα, μετὰ μίαν τετραετῆ κρίσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ θεσμοῦ—κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ἀμφιβολίαν καὶ δισταγμὸν ἕκαστος πολίτης ἀποβλέπει πρὸς τὸ Κράτος καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν—προτείνομεν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἐλλείψεως ταύτης τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ κυρωτικὸν δημοψήφισμα, τὴν συμμετοχὴν δηλαδὴ τοῦ λαοῦ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων.

§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ ἰδιαιτέρως.

§78Β. ΣΑΓΙΑΣ. Τὴν τροπολογίαν ταύτην εἶχον ὑποβάλει τόσον διὰ τὸ ἄρθρον 2 ὡς νομοθετικὸν παράγοντα τὸν λαὸν διὰ τοῦ δημοψηφίσματος, ὅσον καὶ εἰς ἓν ἄλλο ἄρθρον περαιτέρω, ὅπου ὀργανοῦται τὸ δημοψήφισμα καὶ καθορίζονται αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας διατάσσεται καὶ τὰς προϋποθέσεις κατὰ τὰς ὁποίας διενεργεῖται. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐνόμισε, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ οὐσιαστικὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἀπορρίπτει τὸν θεσμόν, ἀναφέρουσα μόνον ἕνα ἀόριστον λόγον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τελεσφορήσῃ καὶ ὑποθέτω ὅτι τὸν λόγον τοῦτον στηρίζει εἰς τὸ πολλάκις λεγόμενον ὅτι δὲν ὑπάρχει πλήρης πολιτικὴ μόρφωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἢ ὅτι πολὺ ὀλίγον ἐνδιαφέρεται ὁ λαὸς διὰ τὰ γενικά του ζητήματα καὶ μὲ τὴν δικαιολογίαν ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν θὰ τελεσφορήσῃ ἐν Ἑλλάδι, κρίνει καλὸν νὰ τὸν ἀπορρίψῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τονίζω ὅτι εἶναι ἐξοβελιστέα ἡ τροπολογία αὕτη ἢ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ 2ον ἄρθρον, διότι ὁ Λαὸς εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖ ταύτην διὰ τοῦ νομοθετικοῦ παράγοντος τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας καὶ συνεπῶς δὲν ἀποτελεῖ ἴδιον νομοθετικὸν παράγοντα ἀπ’ εὐθείας ἀποφαινόμενον καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος.

§79Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ διέλθῃ διὰ μακρῶν τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἐδέχθη τροπολογίας τινὰς καὶ ἀπέρριψεν ἄλλας... Εἰς τὴν ἔκθεσίν της ἀναφέρει τοὺς οὐσιωδεστέρους λόγους, ἀλλ’ ἄν τις τῶν κ. κ. συναδέλφων ἤθελε πληρεστέρας πληροφορίας, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντλήσῃ αὐτὰς ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τοῖς ὁποίοις θὰ εὕρῃ τὰς γνώμας τὰς ὑπὲρ καὶ τὰς κατὰ ἑκάστης τροπολογίας.

§80Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἂν πρόκειται μόνον διὰ τοῦ δημοψηφίσματος νὰ κινηθῇ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅπως παρακολουθῇ τὰ γενικά του ζητήματα καὶ ὅπως μετέχῃ διὰ τῶν ἐννόμων ἐκδηλώσεων εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων ἐκείνων τὰ ὁποῖα καλοῦνται καὶ τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας του, μόνον καὶ μόνον, λέγω, διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπῆρχεν ὁ λόγος τῆς ἀνάγκης, θὰ ἐφίστων τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὅπως δεχθῇ τὸν θεσμὸν τοῦτον, ἰδίως κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας παρίσταται μεγίστη ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ζητήματος, διερχομένου πράγματι κρίσιν διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ λαοῦ ἐν τῷ συνόλῳ του. Διότι διὰ τοῦ δημοψηφίσματος καὶ διὰ τῆς ἄλλης τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, φαντάζομαι ὅτι συμπληροῦνται πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἔδωκαν τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν εἰς ὅλους ἐκείνους τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν ἀφορμὴν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰς περιστάσεις, νὰ καταργήσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ νὰ τελέσωσιν εἰς βάρος αὐτοῦ ὅσα ἐτελέσθησαν. (Χειροκροτήματα).

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.

§82Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ψήφισμα ἔχει ταχθῆ ἀνώτατον ὅριον τὸ ὀκτάωρον, ἔχει δὲ παρέλθει δεκάωρον ἀντὶ τοῦ ὀκταώρου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ δύναται νὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα ὡς ἐξονυχισθὲν καὶ νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις.

§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξηντλήθη τὸ θέμα, ἐξηντλήθη.

§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἀπόψε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἀλλὰ συνιστῶ ὅπως εἰς τὴν προσεχῆ συζήτησιν τῆς συνταγματικῆς ἐργασίας λήξῃ ὁριστικῶς ἡ συζήτησις καὶ ἐπακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία.

§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 10 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
2Παρασκευὴ 28 Ἰανουαρίου 1927
3Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
4(Ὥρα 5.30′ μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνε-
7δριάσεως.
8(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
9χθεσινῆς συνεδριάσεως).
10§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
11— Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Γαστούνης διαμαρτύρεται διὰ
12τὴν ἄνισον κατάταξιν τῶν μελῶν του εἰς τὸν φορολογικὸν πί-
13νακα τῶν ἐπαγγελματιῶν Γαστούνης.
14— Ὁ λαὸς Τριπόλεως ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας
15ζητῶν τὴν κατάργησιν τῆς συναφθείσης συμβάσεως ὑπὸ τῆς
16Παγκαλικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀποξηράνσεως καὶ ἐκμεταλ-
17λεύσεως τῆς λίμνης Τάκας.
18— Ὁ Συνεταιρισμὸς Ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλ-
19λιεργητῶν Ἐπανωμῆς ζητεῖ τὴν ἐκ νέου ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ
20κτήματος Κριτσανᾶ.
21— Ὁ Ἀστέριος Λιανίδης, ἐμποροκτηματίας Σκοπίων, ζη-
22τεῖ νὰ λάβῃ τὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1916 καθορισθεῖσαν ἀποζη-
23μίωσιν εἰς τὴν τιμὴν τῆς δραχμῆς τοῦ ἔτους 1916.
24— Οἱ δημοκρατικοὶ πολῖται Κρητσᾶς Κρήτης διαμαρτύ-
25ρονται κατὰ τῆς προφυλακίσεως τοῦ στρατηγοῦ Παγκάλου.
26— Ὁ Π. Μακρόπουλος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ
27πρόνοιαν καὶ τροποποιήσῃ τὸ Ν. Δ. τῆς 17ης Μαρτίου 1926
28ὥστε νὰ τύχωσι τῶν εὐεργετημάτων του καὶ οἱ γονεῖς τῶν φο-
29νευθέντων ὑπολοχαγῶν.
30— Ἐπιτροπὴ γονέων φοιτητῶν ζητεῖ ὅπως ἡ ἐκπαίδευσις
31τῶν Νέων Χωρῶν καθορισθῇ εἰς ἑνδεκαετῆ φοίτησιν, ὡς εἶναι
32καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι.
33— Οἱ δημόται Μακρυνείας διαμαρτύρονται κατὰ τῆς Ἑ-
34ταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν Λυ-
35σιμαχίας καὶ Τριχωνίας.
36— Ἡ προσφυγικὴ ὀργάνωσις κηπουρῶν ὁμάδος Ν. Κορδε-
37λιοῦ ὑποβάλλει ὑπόμνημα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν
38μελῶν του.
39— Οἱ κάτοικοι Λευκάδος παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως με-
40ριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν της.
41— Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Σερβίων διαμαρτύρεται κατὰ
42τοῦ τέλους τῆς φορολογίας ἐπιτηδεύματος.
43— Τὰ Σωματεῖα ἁλιέων Λέσβου διαμαρτύρονται διὰ τὴν
44ἐπαναφορὰν τοῦ Τουρκικοῦ φόρου 20% ἐπὶ τῶν ἁλιευομένων
45ἰχθύων.
46— Οἱ ἀγρόται πρόσφυγες συνοικισμοῦ Πορθέτσης Σερρῶν
47διαμαρτύρονται διὰ τὸν ἀποκλεισμόν των ἐκ τῆς ἀποζημιώ-
48σεως, ἣν δικαιοῦνται.
49— Οἱ παραλειφθέντες ἀνάπηροι πολέμου ἀξιωματικοὶ τοῦ
50εὐεργετήματος τοῦ Ν. Δ. τῆς 17ης Μαρτίου 1926, ζητοῦν
51παράτασιν προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεως.
52— Ὁ Σύνδεσμος ἀποστράτων ὁπλιτῶν ξηρᾶς καὶ Χωρο-
53φυλακῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἀν-
54θυπασπιστοῦ εἰς ἀποστρατευθέντας ὑπενωματάρχας.
55— Ἡ Συνομοσπονδία Δημοσίων Ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλά-
56δος ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου 1925 Ν.
57Διατάγματος «περὶ στρατολογικῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλ-
58λήλων».
59— Ὁ Σύνδεσμος τῶν περιπτεριούχων τραυματιῶν Πει-
60ραιῶς ὑποδεικνύει μέτρα πρὸς νομοθετικὴν ρύθμισιν τοῦ ζητή-
61ματος τῆς ἀνεγέρσεως περιπτέρων κλπ.
62— Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δημοτικῶν σχολείων Ἀθηνῶν Ι.
63Σιώρης καὶ Κ. Καρατζᾶς διαμαρτύρονται διὰ τὴν γενομέ-
64νην πρὸς αὐτοὺς ἀδικίαν, διαταχθείσης τῆς ἀπολύσεώς των
65κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου 1242.
66— Ὁ ταμίας τοῦ Δημοσίου Π. Ζαρογιάννης παρακαλεῖ τὴν
67Βουλὴν ὅπως εὐαρεστουμένη τροποποιήσῃ τὸ Ν. Διάταγμα τῆς
6817 Σεπτεμβρίου 1926 ἐπεκτείνουσα τὴν ἰσχύν του καὶ ἐπὶ τῆς
69παρ’ αὐτοῦ γενομένης ἀνακαλύψεως καταχρήσεως 2.500,000
70δραχμῶν.
71— Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ
72σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἠλεκτρικῆς ἐγκαταστάσεως
73Κερκύρας».
74§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
75Ἡμερησίαν Διάταξιν
76τῶν Ἐπερωτήσεων.
77§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συζητήσωμεν τὸ Σύν-
78ταγμα καὶ νὰ ἀναβληθοῦν αὗται.
79§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
80§6Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ παραβιάζητε τὸν Κα-
81νονισμόν. Αἱ ἐρωτήσεις ἀνεβλήθησαν καὶ χθὲς καὶ προχθές.
82§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραβιάζω τὸν Κανονισμόν. Εἶναι ἀπό-
83φασις τῆς Βουλῆς. Ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν.
84§8Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸ πρῶτον στά-
85διον πάσης συνεδριάσεως εἶναι αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις.
86§9Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ λαὸς θέλει νὰ ἐργασθῶμεν καὶ νὰ μὴ
87δημοκοπῶμεν.
88§10Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἐσυνηθήσαμεν νὰ δημοκοπῶμεν,
89ἀλλὰ νὰ ὑπηρετῶμεν τὸν λαὸν εὐσυνειδήτως καὶ τὰ συμφέ-
90ροντά του τιμίως.
91§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
92Ἡμερησίαν Διάταξιν
93τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
94Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συν-
95τάγματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι, συμφώ-
96νως πρὸς τὸ ψήφισμα τῆς 9ης Δεκεμβρίου, τὸ χρονικὸν ὅριον
97τῶν ἀγορεύσεων περιορίζεται εἰς τέσσαρας ὥρας. Ἐπειδὴ δὲ
98παρῆλθεν ἑξάωρον αἱ ἀγορεύσεις δὲν πρέπει νὰ διαρκέσουν πέ-
99ραν τοῦ ¼.
100§12Ι. ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ. Μετὰ τῶν συναδέλφων κ. κ. Ἀποστο-
101λίδη καὶ Μπούμπουλη ὑπεβάλαμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συν-
102ταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἤδη ὑποβάλλομεν ὑπὸ τὴν κρίσιν
103τῆς Βουλῆς, τροπολογίαν, ζητοῦντες νὰ συμπεριληφθῇ αὕτη
104εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἢ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν
105ἤθελε τελειωτικῶς ἀποφασισθῆ, νὰ παραμείνῃ ἀμετάβλητον
106ἐν τῇ διατυπώσει του τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ ἀποτελέσῃ αὕτη τὸ
107δεύτερον ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου.
108Ἡ ἡμετέρα τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
109«Ἡ κυριαρχία, οὖσα μία καὶ ἀδιαίρετος, ἀνεκχώρητος καὶ ἀ-
110παράγραπτος, ἀνήκει εἰς τὸν λαόν, ἐξ οὗ καὶ μόνον πηγάζουσι
111πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι, ἀσκούμεναι καθ’ ὃν τρόπον τὸ Σύνταγμα ὁ-
112ρίζει. Πᾶς ἀντιποιούμενος τὴν ἄσκησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας
113εἶναι ἐχθρὸς τῆς Πατρίδος καὶ τίθεται ἐκτὸς παντὸς νόμου».
114Ὁ Καταστατικὸς Χάρτης, κύριοι βουλευταί, πάσης δημο-
115κρατουμένης Χώρας ἀποτελεῖ τὴν ἐντονωτέραν ἐκδήλωσιν
116τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, τὴν καθ’ αὐτὸ ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς
117κυριαρχίας. Εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει
118τὸ Ἔθνος κατὰ πάσης ὑπερβασίας καὶ ὑφαρπαγῆς ἀπέναντι
119ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύεται τὴν ἄσκησιν τῆς νομο-
120θετικῆς, τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας.
121Τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς,
122τόσον ἀσυστόλως κατεπατήθη κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν,
123χρῄζει, κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, πλέον σαφοῦς διατυπώ-
124σεως ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι, ὥστε ἡ ἔννοια αὐτοῦ νὰ ὑποπί-
125πτῃ ἀμεσώτερον εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν πολιτῶν, διὰ τοὺς ὁ-
126ποίους τὸ δόγμα τοῦτο δέον νὰ ἀποτελῇ τὸ σύμβολον τῆς πο-
127λιτικῆς των πίστεως καὶ τὸ κίνητρον πρὸς ἀποτελεσματικὴν
128περιφρούρησιν τῶν πολιτικῶν των ἐλευθεριῶν.
129Τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀποτελεῖ, ἄλλωστε, τὴν
130μόνην ἀκριβῆ καὶ δικαίαν διερμήνευσιν ἑνὸς ἀκαταμαχήτου
131κοινωνικοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον ἐκύρωσαν οὐ μόνον αἱ διδα-
132σκαλίαι τῶν φιλοσόφων τοῦ 18ου αἰῶνος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ
133παγκόσμιος συνείδησις τῶν λαῶν. Ἡ ὑπεροχὴ τῆς γενικῆς
134θελήσεως ἐπὶ πάσης ἀτομικῆς τοιαύτης εἶναι ἡ μόνη ἀντί-
135ληψις τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἀνέχεται τὸ νεώτερον πνεῦμα.
136Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ θεω-
137ρίας, γνωστὰς ἄλλως τε εἰς πάντας. Ἂς ἐξετάσωμεν ἀπὸ
138τῆς πρακτικῆς ἀπόψεως τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἡμετέραν τρο-
139πολογίαν. Ὡς εὑρίσκεται ἤδη διατυπουμένη ἐν τῷ ὑπὸ κρίσιν
140Συντάγματι ἡ περὶ λαϊκῆς κυριαρχίας διάταξις εἶναι ἀόρι-
141στος καὶ δύσληπτος διὰ τοὺς πολλούς, ἐνῷ, ὡς καὶ προηγου-
142μένως ἐτονίσαμεν, τὰ ἀφορῶντα τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν δέον
143νὰ εἶναι σαφῆ καὶ εὔληπτα, οὕτως ὥστε ἡ μεγάλη μᾶζα τῶν
144πολιτῶν νὰ ἔχῃ σαφῆ καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν πληρεστέραν ἀν-
145τίληψιν τῶν πολιτικῶν της δικαιωμάτων.
146Πάντα τὰ ἐκ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ἀπορρεύσαντα
147Συντάγματα διεκήρυξαν ἐπὶ τὸ πανηγυρικώτερον, ἀκριβῶς
148πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, τὰ ἀφορῶντα τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν.
149Ἔφθασαν μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου νὰ συμπεριλάβωσι καὶ
150διατάξεις, ἀναγομένας εἰς τὴν ἠθικὴν διδασκαλίαν τῶν πο-
151λιτῶν.
152Τοιουτοτρόπως τὸ Σύνταγμα τοῦ 3ου ἔτους τῆς Γαλλικῆς
153Ἐπαναστάσεως καὶ ἡ συνταγματικὴ πρᾶξις τῆς 4ης Ἰουνίου
1541793 διαλαμβάνουσι τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Ἡ κυ-
155ριαρχία ἀνήκει εἰς τὸν λαόν εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος, ἀνεκ-
156χώρητος καὶ ἀπαράγραπτος. Οὐδεμία μερὶς τοῦ λαοῦ δύναται
157ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἐξουσίαν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ. Πᾶν ἄτομον, τὸ
158ὁποῖον θὰ ὑφήρπαζε τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, δέον νὰ φονεύη-
159ται πάραυτα ὑπὸ τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν».
160Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς καθαρῶς Ἑλλη-
161νικῆς ἀπόψεως καὶ τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ
162προκύψουν ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς ἡμετέρας τροπολογίας. Ἂν
163ἤθελε γίνῃ ἀποδεκτὸν ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἀνεκχώρητον τῆς
164λαϊκῆς κυριαρχίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεμίαν θὰ εἶχε
165θέσιν ἐν αὐτῷ ἡ τροπολογία τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέ-
166ρων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας μέρος τῆς κυριαρχίας, ἥτις ἀ-
167νήκει εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, ἐκχωρεῖται εἰς μίαν προ-
168νομιοῦχον Ἐπιτροπὴν ἐκ τριάκοντα ὑπερβουλευτῶν. Βεβαίως
169θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ ὅτι ἡ ἄποψις αὕτη ἐξυπηρετεῖ τὴν
170σκοπιμότητα, πάντως ὅμως πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ
171κακά, ἅτινα προέκυψαν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀφ’ ἧς ἀπεμακρύνθη
172αὕτη τοῦ δόγματος τῆς αὐστηρᾶς συνταγματικῆς νομιμότη-
173τος διὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ ἀμφίβολον δόγμα τῆς σκοπιμότη-
174τος. Ποῖα ἄλλα κακὰ δύνανται νὰ προκύψουν ἐκ τοῦ ἐκχω-
175ρητοῦ τῆς κυριαρχίας νομίζω ὅτι ὑποπίπτουσιν εἰς τὴν ἀντί-
176ληψιν πάντων, ὥστε νὰ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνῃ τις περισ-
177σότερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
178Ἑτέρα ἄποψις. Κατηναλώθη πολύτιμος χρόνος καὶ ἡ Οἰ-
179κουμενικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναστείλῃ
180ὡρισμένας διατάξεις τοῦ ἐν ἰσχύει Συντάγματος διὰ νὰ ἐξεύρῃ
181τὸν τρόπον τῆς κρατήσεως εἰς τὰς φυλακὰς καὶ διώξεως τοῦ
182τέως δικτάτορος, παρεσχέθη δὲ εἰς αὐτὸν ἡ εὐκαιρία νὰ δια-
183μαρτύρηται διὰ τὴν παράνομον κατακράτησίν του.
184Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἡμετέρα τροπολογία, ἐν τοιαύτῃ περι-
185πτώσει πᾶς οἱοσδήποτε δικτάτωρ, ὡς καὶ πᾶς ἐν γένει ἀντι-
186ποιούμενος τὴν ἄσκησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τίθεται ἐκτὸς
187παντὸς νόμου καὶ συνεπῶς οἱαδήποτε νόμιμος Κυβέρνησις δύ-
188ναται νὰ τὸν μεταχειρισθῇ κατ’ ἀρέσκειαν, ἂν ἐν τῷ μεταξὺ
189δὲν ἤθελον προλάβει ἄξιοι τοῦ ὀνόματός των πολῖται, ἐπιτασ-
190σόμενοι ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, νὰ τὸν ἐξοντώσωσιν.
191Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε. Θέλετε λοιπὸν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν
192τυραννοκτονίαν ὡς νόμιμον δικαίωμα; Σᾶς ἀπαντῶ. Μάλι-
193στα. Εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν μετὰ
194τὰς ἀσελγείας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐ-
195λευθεριῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδίδασκεν ὁ Ἀριστοτέλης ὡς νό-
196μιμον δικαίωμα, τὴν τυραννοκτονίαν, νομίζω ὅτι εἶναι ὑπέρ
197ποτε ἐπιβεβλημένον σήμερον καὶ θὰ ἦσαν ἄξιοι πάσης τιμῆς
198οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἐμιμοῦντο τοὺς πολίτας τῆς
199ἀρχαίας Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀρχαίας Ρώμης, φονεύοντες τοὺς
200τυράννους.
201Θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ παρατηρηθῇ, ὡς παρετήρησεν ἤδη εἷς
202τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὅτι αἱ διατάξεις ἑνὸς Συντάγματος εἶ-
203ναι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, χιμαιρικαὶ καὶ δὲν προστατεύουσι ἀ-
204ποτελεσματικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἐφόσον δὲν ὑ-
205πάρχουν πολῖται μὲ ἀνεπτυγμένα πολιτικὰ ἤθη, ἕτοιμοι εἰς
206πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὑπερασπίσωσιν ἐνόπλως τὰς πολιτικάς των
207ἐλευθερίας.
208Εἶναι λίαν πιθανὸν ὅτι αἱ διατάξεις ἑνὸς Συντάγματος εἶναι
209ὄντως χιμαιρικαὶ καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀποτελέσουν φραγ-
210μὸν ἐπιτυχῆ ἐναντίον τῶν κινηματιῶν.
211Εἶναι ἐπίσης σχεδὸν βέβαιον ὅτι διὰ τῶν συνταγματικῶν
212διατάξεων καὶ τῶν νόμων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν
213τὰ πολιτικὰ ἤθη, ὡς διδάσκει ὁ Μοντεσκιέ, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης
214βέβαιον ὅτι διὰ τῶν καταλλήλων συνταγματικῶν διατάξεων
215καὶ τῶν νόμων δημιουργεῖται διέξοδος καὶ ὤθησις πρὸς δη-
216μιουργίαν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης
217θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῆς
218ἡμετέρας τροπολογίας. (Χειροκροτήματα).
219§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς ἔχει τὸν λόγον.
220§14Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ἂν ἐφαρμόσωμεν, κύριοι βουλευ-
221ταί, τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς τὰς 9 Δε-
222κεμβρίου, ὄχι μόνον ἡ πρώτη παράγραφος, τὴν ὁποίαν ὑπέμνη-
223σεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ ἡ τελευταία ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει
224φωτισθῆ, τὸ Προεδρεῖον θὰ ἦτο ἐν τάξει. Συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ
225θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐξηντλήσαμεν ὅλα τὰ
226θέματα καὶ ἀπὸ τὰς δύο αὐτῶν ἀπόψεις καὶ ὑπὲρ καὶ κατά,
227ὥστε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσθέσῃ κανεὶς τίποτε περισ-
228σότερον. Ἤμην ἐξ ἀρχῆς κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἐκ
229τῆς ὅλης συζητήσεως ὅμως μετέβαλα γνώμην καὶ ἤδη εἶμαι
230ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὄχι ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ
231ὁποῖα οἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ προέτειναν. Χάριν τῆς Γερου-
232σίας ἐταξειδεύσαμεν εἰς τὴν Ἀμερικήν, εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ
233πεπολιτισμένα τῆς Εὐρώπης. Εἴδομεν τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, τὰ
234ὁποῖα τὰ πεπολιτισμένα ἐκεῖνα Κράτη ἐφαρμόζουν εἰς τὴν
235διοίκησίν των καὶ ἐν γένει ἐλάβομεν γνῶσιν ὅλης τῆς κινή-
236σεως, ἡ ὁποία γίνεται σχετικῶς μὲ τὴν διοίκησιν τῶν πεπολι-
237τισμένων Κρατῶν. Δὲν μὲ πείθει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκο-
238λουθεῖται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ἐκεί-
239νων, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταφυτεύωνται ταῦτα ἀπὸ τὸ
240ψυχρὸν κλῖμα τῆς Δύσεως εἰς τὸ ἰδικόν μας.
241Τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ μεταβάλω
242γνώμην καὶ νὰ εἶμαι ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, εἶναι ἐκεῖνο ἀκρι-
243βῶς, τῶν ἀντιθέτων πρὸς τὸν θεσμὸν αὐτόν. Τὸ ζήτημα τῆς
244συγκρούσεως τῶν δύο ἐξουσιῶν τῶν Βουλῶν. Οὔτε τὸ οἰκονο-
245μικὸν ζήτημα λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, οὔτε κανένα ἄλλο. Λαμβάνω
246ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς συγκρούσεως τῶν Βουλῶν, ἀπὸ τὸ ὁ-
247ποῖον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ προέλθῃ ἡ ἀλληλοεπίβλε-
248ψις τῶν ἐξουσιῶν, θὰ γίνηται ἡ ἐπεξεργασία τῶν νόμων καλυ-
249τέρα θὰ γεννηθῇ καὶ ἡ ἅμιλλα, ἡ ὁποία θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν
250πρόοδον.
251§15Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
252Καλύτερα καὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας!
253§16Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Καὶ αὐτὸ ἔχει τὰ ἰδικά του καθή-
254κοντα. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ὅπως συνέβη καὶ παλαιότερον,
255νόμοι, οἱ ὁποῖοι ψηφίζονται ἐδῶ ψηφίζονται πολλάκις ἐν ἀγνοίᾳ
256τῆς Βουλῆς. Οἱ νόμοι αὐτοὶ θὰ ἐπεξεργάζωνται περισσότερον
257εἰς τὴν Γερουσίαν. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν δὲ ὅτι ἡ Γερουσία θὰ
258συγκροτηθῇ ἀρτίως διὰ τοῦ καταλλήλου τρόπου τῆς ἐκλογῆς,
259εἶμαι ὑπὲρ τῆς Γερουσίας.
260§17Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι
261πρέπει, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, νὰ εἴπω ὅτι τὴν πρότασιν, τὴν
262ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
263Συντάγματος, δὲν τὴν ὑπέβαλον ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως
264κατὰ τῆς Δημοκρατίας, τῆς ὁποίας εἶμαι πολέμιος, ἀλλὰ ἐκ
265τῆς πεποιθήσεως ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι μάταιος
266καὶ ἐθνικῶς ἐπιζήμιος. Ἐναντίον τῆς Γερουσίας πρὸ πολλοῦ
267εἶχον μορφώσει τὴν πολιτικήν μου πεποίθησιν καὶ αὐτὴν ὑπε-
268στήριξα καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἐν τῇ Γʹ
269Συντακτικῇ Συνελεύσει. Διότι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν
270εἶχε καμμίαν βάσιν θεωρητικήν. Οὐδὲ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπό-
271ψεως τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς εἶναι δεκτός. Ἡ θεωρητικὴ
272βάσις τῆς δευτέρας Βουλῆς εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν θεωρητικὴν
273βάσιν τῆς πρώτης. Καὶ ἡ Βουλὴ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ Γερουσία
274δηλαδὴ ἔχει μίαν καὶ τὴν αὐτὴν βάσιν. Προέρχεται ἀπὸ τὴν
275ἀρχὴν τοῦ φυσικοῦ δημοσίου δικαίου τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐθνι-
276κῆς κυριαρχίας. Ὅπως γνωρίζετε, κυριαρχικὴ βούλησις εἶναι
277ἐκείνη, ἡ ὁποία κυβερνᾷ πᾶν ἔθνος καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν
278χρειάζεται μία ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπρο-
279σωπεία, εἴτε μία εἶναι εἴτε δύο, ἔχει τὴν αὐτὴν βάσιν καὶ τὴν
280αὐτὴν προέλευσιν. Διὰ τοῦτο οἱ ὑποστηρίξαντες χθὲς καὶ προ-
281χθὲς καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐπεκαλέ-
282σθησαν οὐδένα λόγον ἐξαιρετικὸν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ ἐπε-
283καλέσθησαν τὰ εἰς ἄλλα Κράτη γενόμενα καὶ ὑπεστήριξαν
284ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ὅπως καὶ
285εἰς τὰ ἄλλα Κράτη γίνεται. Οὐδένα ἄλλον λόγον δὲν ἐπρό-
286τειναν. Δὲν ἐπρότειναν τὴν ὠφέλειαν, τὴν χρησιμότητα, τὴν
287ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ γενόμενον εἰς ἄλλα Κράτη καὶ ἐν
288Ἑλλάδι. Ἡ μνημόνευσις τῶν ξένων Συνταγμάτων δὲν πρέπει
289νὰ ἐπηρεάσῃ καθόλου τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ δευτέρα
290Βουλή, ἡ διπλῆ μορφὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἢ ὁ
291διπλοῦς, διττὸς τύπος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἶναι
292ἀποτέλεσμα τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑ-
293ρίσκεται ἕκαστον Ἔθνος, νὰ θεωρήσῃ μίαν καὶ μόνην Βουλὴν
294οὐχὶ ἐπαρκῆ, οὐχὶ ἱκανὴν διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐθνικὴν κυριαρ-
295χίαν, οὐχὶ κατάλληλον διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Χώραν, ἐκ τῆς
296ὁποίας προέρχεται. Τοῦτο συνέβη εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα, τὰ
297Εὐρωπαϊκὰ ὅσα ἔχουν τὴν γνώμην καὶ εἰς τὰς Ἡνωμένας
298Πολιτείας καὶ εἰς τὰ Κράτη τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ἰσχύει ὁ
299θεσμός.
300Ἐν Ἑλλάδι δὲν παρουσιάσθη οὐδεμία τοιαύτη ἀνάγκη, οὐ-
301δεμία τοιαύτη περίστασις, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλεται ἡ δη-
302μιουργία τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Διότι ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως
303τοῦ Βασιλείου, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἱδρύθη καὶ ἀπετε-
304λέσθη ἄνευ τῆς Γερουσίας. Ἡ λέξις δὲ Γερουσία, ἄνευ τῆς
305ἐννοίας τοῦ θεσμοῦ ἀπὸ γενικωτέρας ἀντιλήψεως, ὑπάρχει καὶ
306ἐν ταῖς Γερουσίαις, ἐν ταῖς ὁποίαις εἶναι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ
307Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Γερουσία δὲν ἦτο νομοθετικὴ
308διπλῆ μορφή, ἦτο μία καὶ μόνη ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία καὶ ἐ-
309λέγετο Γερουσία. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος,
310τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ἐπροχώρησεν ἄνευ Γερουσίας καὶ
311ἐχρειάσθη ἡ πρώτη Συνέλευσις τοῦ 1843 νὰ δημιουργήσῃ τὴν
312Γερουσίαν, οὐχὶ ἐξ ἀνάγκης νομοθετικῆς, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης
313πολιτικῆς, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς πραγματικῆς, τῆς ἀλη-
314θοῦς, τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐπρω-
315τοστάτησαν διὰ τὴν ἀνάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ θεσμὸς καὶ
316ὡς νομοθεσία καὶ ὡς πολιτικὸς ὀργανισμὸς ἀπέτυχε καὶ ἐν τῇ
317Συνελεύσει τοῦ 1863. Ἔπεσε δὲ καταρωμένη, κακῶς ὅμως,
318ἀπὸ τὸ Πανελλήνιον. Ἀπὸ τοῦ 1863 ἡ Ἑλλὰς ἐπροχώρησεν
319εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἄνευ τῆς Γερου-
320σίας. Ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος δεκάδος τινων ἑκατομμυρίων ἀνῆλ-
321θεν εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων μεταλλικῶν δραχμῶν. Τὸ
322Κράτος ὠργάνωσε Στρατόν, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν, ἀνέπτυξε
323τὴν βιομηχανίαν καὶ συγκοινωνίαν εἰς ἐπίζηλον ἀληθῶς βά-
324σιν. Ἡ κοινωνικὴ εὐμάρεια μέχρις ἐσχάτων ἦτο καταφανὴς
325ἀναμφισβήτητος, ἡ δὲ ἐθνικὴ πολιτική, ἡ ἐξωτερικὴ πολι-
326τικὴ ἐθριάμβευσεν ἄνευ Γερουσίας. Ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς
327Κρήτης, ἡ πρόσκτησις τῆς Ἑπτανήσου, τῆς Θεσσαλίας, οἱ
328δύο πόλεμοι τῶν Τούρκων καὶ Βουλγάρων, οἱ νικηφόροι καὶ
329ἔνδοξοι αὐτοὶ πόλεμοι, αὐτὴ ἡ ἐκστρατεία μέχρι Σαγγαρίου,
330ἡ ἀφάνταστος ἐκστρατεία, ἡ δόξα τῆς Ἑλληνικῆς Φυ-
331λῆς, τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου
332ἐγένοντο ἄνευ Γερουσίας. Αὐτὴ ἡ πρόοδος ἡ ἐσωτερική,
333αὐτὴ ἡ δοξασμένη πολιτικὴ τοῦ παρελθόντος ἐγένετο ἄνευ Γε-
334ρουσίας. Οὐδέποτε οὐδεμία φωνὴ ἠγέρθη νὰ εἴπῃ ὅτι ἂν εἴχομεν
335Γερουσίαν τὸ Ἔθνος θὰ ἐπήγαινε καλύτερα. Καὶ ἐχρειάσθη
336νὰ γίνῃ ἡ ἐπανάστασις τοῦ Πλαστήρα διὰ νὰ ἐφευρεθῇ ἡ Γε-
337ρουσία, νὰ ἐφευρεθῇ ἡ ἐσφαλμένη ἀντίληψις ὅτι διὰ τῆς Γε-
338ρουσίας θὰ στερεωθῇ ἡ Δημοκρατία.
339Καὶ πῶς ὀργανοῦται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡ Γερουσία; Δύ-
340ναται ὁ ὀργανισμὸς ἀφ’ ἑνὸς μὲν νομοθετικὸς ἀφ’ ἑτέρου δὲ
341πολιτικὸς κυβερνητικῶς νὰ πραγματοποιηθῇ; Ὄχι καὶ ἐπειδὴ
342εἶναι ἀπραγματοποίητον εἶναι μάταιον καὶ ἐπειδὴ εἶναι μά-
343ταιον, εἶναι ἐπιζήμιον ἐθνικῶς. Οἱ γερουσιασταὶ θὰ προέλθουν,
344κύριοι βουλευταί, ἀπὸ κύκλον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προερχόμεθα καὶ
345ἡμεῖς. Ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἡ βάσις αὐτὴ τῆς Βασιλευο-
346μένης Δημοκρατίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ δώσῃ τὰ ἀποτελέσματα,
347τὰ ὁποῖα δίδει καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Ἔλεγον καὶ χθὲς καὶ προ-
348χθὲς οἱ ὑποστηρικταὶ καὶ ἐλέχθη καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅτι
349πολλοὶ διακεκριμμένοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ καὶ κα-
350τάλληλοι νὰ νομοθετήσουν αὐτοὶ ἴσως καὶ πιθανὸν ἐξ ἰδιοσυγ-
351κρασίας δὲν δύνανται νὰ ἀγωνισθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν στί-
352βον καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι
353θὰ ἀναζητήσῃ ἀπὸ τοὺς πολυτίμους συμπολίτας νὰ τοὺς βγάλῃ
354ἀπὸ τὸ χωρίον των ἢ ἀπὸ τὸ γραφεῖόν των καὶ νὰ τοὺς φέρῃ
355ἐδῶ μέσα. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι φαντασιῶδες. Ὁ
356Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ πᾶς λαός, ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τὴν Ἐθνι-
357κήν του Ἀντιπροσωπείαν, θὰ ἐκλέξῃ καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν
358ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκλέγει καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Θὰ ἐκ-
359λέξῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους βλέπει δρῶντας ἐν τῇ πολιτικῇ,
360μεριμνοῦντας περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἐκείνους, μετὰ
361τῶν ὁποίων ἀναστρέφεται καὶ ἐπικοινωνεῖ, μετὰ τῶν ὁποίων
362ἀνταλλάσσει τὰς ἰδέας του τὰς κοινωνικὰς καὶ πολιτικάς,
363ἐκείνους θὰ ἐκλέξῃ, τοὺς ὁποίους βλέπει συμμεριζομένους τὰ
364προβλήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιόν του, τοὺς τιμῶντας
365καὶ ἀναγνωρίζοντας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας θὰ ἔλθουν ἐδῶ
366μέσα νὰ θεραπεύσουν νομοθετοῦντες. Αὐτοὺς θὰ ἐκλέξῃ. Ὄχι
367τοὺς ἐρασιτεχνικῶς εἰς τὰ γραφεῖα αὐτῶν κεκλεισμένους καὶ
368μὴ μεριμνῶντας περὶ τῆς γενικῆς καὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν
369ἀκόμη ἐπαρχίας, πολὺ περισσότερον τοὺς μὴ μεριμνῶντας
370περὶ τῆς γενικῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
371θὰ περιμένουν εἰς τὰ γραφεῖά των νὰ πέσῃ ἡ πολιτικὴ πῆτα
372νὰ τὴν φάγουν. Αὐτοὺς δὲν θὰ τοὺς ἐκλέξῃ. Οἱ ἀγωνιζόμενοι
373στεφανοῦνται. Αὐτοὶ οἱ πολῖται δὲν θὰ ἔχουν ἐκλογεῖς, οἱ ὁ-
374ποῖοι νὰ τοὺς ψηφίσουν καὶ νὰ ἔλθουν ἐδῶ μέσα διὰ νὰ νομοθε-
375τήσουν· εἶναι ἐντελῶς φαντασιώδεις ἡ ἰδέα καὶ ἡ πεποίθησις
376ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τοὺς συμπολίτας αὐτούς, τοὺς μὴ ἀνα-
377μιγνυομένους εἰς τὰ κοινά, τοὺς μὴ συναναστρεφομένους αὐ-
378τὸν κοινωνικῶς καὶ τοὺς μὴ συμμεριζομένους τοὺς ἀγῶνας,
379τοὺς μικροὺς ἢ τοὺς μεγάλους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτι αὐ-
380τοὺς θὰ ψηφίσῃ θὰ ἔλθουν δὲ ἀντ’ αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
381εἶναι ἐπιτήδειοι, τολμηροί, δημοκόποι δημαγωγοί, μὴ φοβού-
382μενοι οὔτε τὴν ἐντροπήν, οἱ ὁποῖοι θὰ προσέλθουν εἰς τοὺς ἐκ-
383λογεῖς νὰ ζητήσουν τὴν ψῆφόν των ὡς γερουσιασταί, χωρὶς
384νὰ ἔχουν τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς Γερου-
385σίας φαντάζονται ὅτι θὰ ἔχουν οἱ γερουσιασταί. Καὶ ἀντὶ τῶν
386πρεσβυτέρων ἢ καὶ νεωτέρων, οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι ἱκανοὶ ἢ νὰ
387θεωροῦνται ἱκανοὶ ἵνα ἀντιπροσωπεύσουν τὸ Ἔθνος, αὐτοὶ θὰ
388μείνουν κατὰ μέρος καὶ θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν οἱ τολ-
389μηρότεροι ἴσως δὲ καὶ οἱ ἀναιδέστεροι.
390Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ Γερουσία,
391ὁπωσδήποτε ἐκλεγομένη, εἶναι δυνατὸν νὰ περικλείσῃ ἐν ἑαυτῇ
392ἢ νὰ συγκροτηθῇ ἀπὸ πρόσωπα ἱκανώτερα καὶ καλύτερα ἀπὸ
393ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκλέγονται διὰ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὡς πολι-
394τικὸς ὀργανισμὸς πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Γερουσία νὰ χρησι-
395μεύσῃ. Οἱ συντάξαντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα ἐλησμό-
396νησαν ὅτι ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἡ Δʹ Συνέ-
397λευσις διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτῆς τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγ-
398ματος, λέγει ὅτι πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ συνταχθῇ ὑπὸ κοι-
399νοβουλευτικὴν μορφήν. Ἡ κοινοβουλευτικὴ αὕτη μορφὴ δὲν ὑ-
400πάρχει ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Συντάγματι, διότι ἡ δημιουργία
401τῆς Γερουσίας αἴρει τὴν κοινοβουλευτικὴν μορφὴν καὶ τὴν αἴ-
402ρει, διότι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ
403Προέδρου τῆς Δημοκρατίας τὸ θέτει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς
404Γερουσίας. Κατὰ τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἂν εὑρεθῇ περίστασις δη-
405μιουργοῦσα μίαν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν διάλυσιν
406τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν διάλυσιν αὐτὴν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ
407Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ· διὰ
408τὴν διάλυσιν πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Γερουσίαν καὶ ἂν ἡ Γε-
409ρουσία δὲν συμφωνήσῃ ἡ Βουλὴ δὲν διαλύεται. Ποῦ εἶναι, κύ-
410ριοι ἐργάται τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ποῦ εἶναι
411ἡ κοινοβουλευτικὴ μορφή; Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ θεμελιῶδες
412τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δικαίωμα πρὸς ῥύθμισιν τῆς κατα-
413στάσεως ὅταν παρίσταται ἀνάγκη διαλύσεως τῆς Βουλῆς νὰ
414λέγητε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ὄχι, δὲν θὰ τὴν
415διαλύσω, ἂν δὲν τοῦ εἰποῦν 30 ἢ 40 γερουσιασταί, οἱ ὁποῖοι
416ἑδρεύουν εἰς τὴν Γερουσίαν; Διότι ἡ Γερουσία ἐξ 100 ἀποτε-
417λουμένη προσώπων, θὰ ἔχῃ μίαν ἀπαρτίαν 50–60 καὶ μίαν
418πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων 30–40 γερουσιαστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ
419λέγουν εἰς τὸν Πρόεδρον: Εἰς τὴν θέσιν σου δὲν ἐπιτρέπομεν
420νὰ διαλύσῃς τὴν Βουλήν. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη χωρὶς νὰ θέλῃ
421νὰ ἐργάζεται καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ δρᾷ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν
422ἀνωμαλίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐδημιουργήθη ἡ ἀνάγκη τῆς δια-
423λύσεως. Καὶ θὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἂν τὸ θέλῃ ὁ Πρόεδρος
424τῆς Δημοκρατίας καὶ δὲν τὸ θέλουν οἱ 30–40 γερουσια-
425σταί. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἄλλων, αὐτὸ τὸ θεμελιῶδες, ἡ διάτα-
426ξις ἡ κυριωτέρα τοῦ συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, ἡ σχέσις
427τῆς ἐκτελεστικῆς πρὸς τὴν νομοθετικήν, αὐτὸ τὸ δικαίωμα
428τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδὲν Κράτος, εἰς οὐδὲν Σύνταγμα,
429τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι θέτει ὑπὸ περιορισμοὺς τὸν Ἀνώτατον
430Ἄρχοντα, αὐτὸ τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύν-
431ταγμα, καταστρέφεται. Καὶ νομίζουν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν
432Γερουσίαν ὅτι μὲ τὸν ὅρον αὐτὸν διατηροῦν τὸ κοινοβουλευτι-
433κὸν πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας. Ἔρχεται μία ἄλλη ἄπο-
434ψις, ἡ νομοθετική. Τί θὰ κάμῃ περισσότερον ἡ Γερουσία ἀπὸ
435τὴν Βουλήν; Τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τὰς ἐ-
436θνικὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, τὰς ἀντιλαμβάνεται καλύτερον
437παντὸς ἄλλου ἡ Βουλὴ παρὰ ἡ Γερουσία. Ἂν ὑποθέσωμεν
438ὅτι τὰς ἀντιλαμβάνεται αὐτὴ ἐξ ἴσου μὲ τὴν Γερουσίαν, τί τὴν
439θέλομεν; Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ διαφορὰ ἀντιλήψεως τῆς κοινω-
440νικῆς ἀνάγκης τί τὴν θέλομεν τὴν Γερουσίαν; Τὴν θέλομεν
441διὰ νὰ ματαιώνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς; Τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία
442εἶναι ἡ ἀπήχησις τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, κυριωτέρα καὶ ἀ-
443σφαλεστέρα; Αὐτὴν τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς τὴν ἐκμηδενί-
444ζει ἡ συμμετοχὴ τῆς Γερουσίας εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νόμων,
445διότι ἡ νομοθεσία εἶναι ἡ θεραπεία τῶν κοινωνικῶν καὶ ἐθνι-
446κῶν ἀναγκῶν. Αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Βουλὴ
447τὴν γνωρίζει καλύτερον ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Ἂν δὲ ἀπὸ τὴν
448Γερουσίαν ἀπουσιάζουν αὐτοὶ οἱ ἀφελεῖς, οἱ μυστηριώδεις νο-
449μοθέται, τοὺς ὁποίους δὲν βλέπει ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς σήμε-
450ρον καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἐργασθοῦν ὑπὲρ τῆς Πατρί-
451δος, ἂν αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐλάχιστοι, διὰ τῆς βίας θὰ τοὺς φέ-
452ρετε; Καὶ νομίζετε ὅτι δύνανται νὰ νομοθετῶσιν εὐαρέστως;
453Ἂν θὰ ἀφήσωσι τὰ χωρία των ἢ τὴν πόλιν των ἢ τὴν ἐπαρ-
454χίαν των καὶ ἔλθωσιν ἐδῶ, θὰ ἔλθωσιν ἀριστοτεχνικῶς νὰ
455περνῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ὀλίγας ὥρας εὐαρέστους καὶ τί-
456ποτε περισσότερον. Ἔργον συντελεστικὸν δὲν δύναται νὰ γίνῃ,
457διότι θὰ εἶναι ἐλαχίστη αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία, θὰ εἶναι μετριό-
458της, ὅπως εἶναι μετριότης καὶ εἰς πᾶν νομοθετικὸν Σῶμα. Δὲν
459δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι τὸ ἀφρόγαλα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Τσιτσε-
460κλῆς χθές, τῆς Κοινωνίας καὶ τῆς πολιτικῆς θὰ ἔλθῃ ἐν τῇ
461Γερουσίᾳ διὰ νὰ ἀνοίξῃ τὰς ἀγκάλας της ἡ Βουλὴ καὶ τὸ
462Σύνταγμα νὰ τὸ δεχθῇ. Ματαιοῦται λοιπὸν καὶ ὁ σκοπὸς τὸν
463ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ δημιουργία τῆς Γερουσίας.
464Ἡ Γερουσία εἶναι ἐμπόδιον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς νομοθε-
465τικῆς ἐργασίας καὶ τῆς νομοθετήσεως τοῦ Κράτους. Εἶναι ἐμ-
466πόδιον καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ Συντάγματος, ὡς καὶ
467εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου τῆς Δημο-
468κρατίας, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπωμεν
469καὶ ἄλλας πλημμελείας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Σύνταγμα ὡς
470πρὸς τὴν Γερουσίαν.
471Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐν γένει εἰπεῖν δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ
472ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἐμπόδιον εἰς τὴν ὀρθήν, τὴν ἐπίκαιρον
473καὶ τὴν ἀναγκαίαν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμνῃ
474ἡ Βουλὴ μόνον. Θέλομεν ἴσως, κύριοι βουλευταί, νὰ δημιουρ-
475γήσωμεν μίαν Γερουσίαν τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως. Ἡ Ἑλ-
476λὰς ἄνευ τῆς Γερουσίας ἐβάδισε γιγαντιαίοις βήμασιν εἰς τὴν
477πρόοδον καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Γένους, ἄνευ τῆς Γερου-
478σίας ἐμεγαλύνθη ἡ Ἑλλὰς καὶ ἄνευ τῆς Γερουσίας θὰ προ-
479χωρήσῃ τὸν δρόμον της μὲ μόνην τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὰ φῶτα
480τῆς μόνης Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
481§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πεσμαζόγλου ἔχει τὸν λόγον.
482§19Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Τὰς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος παρατη-
483ρήσεις μου μετεβίβασα εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ συγκροτηθεῖσαν Κοι-
484νοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τῶν συμμετασχόντων ἐν αὐτῇ
485μελῶν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐπιφυλαχθεὶς νὰ
486ὑποστηρίξω βραχύτατα πρὸ ὑμῶν, μόνον ὅσας ἐξ αὐτῶν θὰ
487ἐξηκολούθουν νὰ νομίζω χρησίμους μετὰ τὰς ὑπὸ τῆς Κοινο-
488βουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπενεχθείσας τροπολογίας.
489Τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖται ἀπὸ θεμελιώδεις διατάξεις,
490ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ γνώμη τῶν συγκεκροτημένων κομμάτων πρέ-
491πει νὰ εἶναι ἑνιαία καὶ συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς, ἀπὸ τὰς ὁ-
492ποίας διέπονται. Ὑπάρχουν ἐν τούτοις ἐν τῷ Συντάγματι δια-
493τάξεις, ἐξ ἴσου θεμελειώδεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὴ ἡ
494διαφορὰ γνωμῶν, χωρὶς νὰ θίγωνται αἱ βασικαὶ ἀρχαί, ὑπὸ
495τῶν ὁποίων διέπεται ἕκαστον κόμμα.
496Τοιαύτην θεμελιώδη διάταξιν ἀποτελεῖ καὶ τὸ περὶ Γερου-
497σίας κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος. Τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθερο-
498φρόνων ἐν τῇ μεγάλῃ αὑτοῦ πλειονοψηφίᾳ νομίζει ὅτι διὰ τῆς
499καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ διὰ λόγους, οὓς
500ἀνέπτυξαν εὐγλώττως ἄλλοι συνάδελφοι, ἐξυπηρετεῖται πλη-
501ρέστερον ἓν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἶχε ὅμως πάντα λό-
502γον νὰ ἀφήσῃ ν’ ἀκουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἡ ἀντί-
503θετος γνώμη ἐνίων μελῶν αὐτοῦ—μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκα-
504ταλέγομαι—τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουν ὅτι ἐν τῷ πολιτεύματι τῆς
505ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἀ-
506ναγκαία προϋπόθεσις.
507Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερου-
508σίας εἶναι κληρονομία παλαιῶν μοναρχικῶν θεσμῶν. Κατ’
509ἐμέ, μόνον συνωνυμία, ἀλλ’ οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ
510τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχουν τὰ μοναρχικὰ πολιτεύματα, μὲ
511τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὡς τὸν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ἡ
512τελικὴ ἐπικράτησις εἶναι τῆς Βουλῆς.
513Ὑπεστηρίχθη ἐπίσης ὅτι ἡ Γερουσία ἀπέτυχεν ἐν Ἑλλάδι
514ὅταν τὸ πρῶτον ἱδρύθη. Ἡ Γερουσία ἐκείνη ἀπέτυχε, διότι
515διωρίζετο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἦτο, κατὰ συνέπειαν, τονω-
516τικὴ μέχρις ἀντισυνταγματικότητος τῆς βασιλικῆς ἰσχύος,
517ἐνῷ παρ’ ἡμῖν θὰ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἀρχῆς, αἱρετὴ
518καὶ μειώνουσα τὴν δύναμιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος.
519Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι θὰ δημιουργήσῃ περιττὰ ἔξοδα ἀνέτρε-
520ψεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἔγκριτος συνάδελφος κ. Τσιτσεκλῆς, ἂν
521καὶ ἐκηρύχθη κατὰ τῆς Γερουσίας.
522Ἡ ἀργοπορία τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων εἶναι τὸ μόνον
523πραγματικὸν μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον κατώρθωσα νὰ δίδω εἰς
524τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Δύναται ὅμως τὸ μειονέκτημα τοῦτο
525ἐπαισθητῶς νὰ ἐλαττωθῇ, μειουμένων τῶν ἐν τῷ Συντάγματι
526προβλεπομένων χρονικῶν ὁρίων.
527Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι θὰ εἶναι Σῶμα ἠλαττωμένης δυνάμεως
528καὶ ὡς τοιοῦτον ἄνευ γοήτρου καὶ περιττόν. Δὲν βλέπω κατὰ
529πόσον τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δύναται νὰ στηριχθῇ, ἐφόσον αἱ
530ἐξουσίαι τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἂν καὶ συμπληρώ-
531νουν ἀλλήλας, εἶναι παράλληλοι. Ἡ Βουλὴ ἐπικρατεῖ νομο-
532θετικῶς, ἐνῷ ἡ Γερουσία, συμφωνοῦσα μὲ τὸν Ἀνώτατον Ἄρ-
533χοντα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ καὶ
534ἡ Γερουσία ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν
535τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος.
536Παρετέθη καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὑπὸ τοῦ ἐγκρίτου συναδέλφου
537κ. Τσιτσεκλῆ, ἐπηρεασθέντος, φαίνεται, ἐκ τῆς ἐπωνυμίας τοῦ
538Σώματος, ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἀποτελέσῃ συνέδριον κεκμηκό-
539των γερόντων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί ἐμποδίζει τὴν συγ-
540κρότησιν τῆς Γερουσίας ἀπὸ σφριγῶντας νέους. Μήπως τὸ ὑπὸ
541τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον ὅριον τῶν 35 ἐτῶν;
542Καὶ τὰ λοιπὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιλεγόντων συναδέλφων
543δὲν μετέβαλον τὴν γνώμην μου ὅτι ἂν ὁ θεσμὸς τῆς Γερου-
544σίας εἶναι περιττὸς ἢ βλαπτικὸς διὰ τὸ πολίτευμα τῆς Συν-
545ταγματικῆς Βασιλείας, εἶναι θεσμὸς χρησιμώτατος διὰ τὸ
546πολίτευμα τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Φρονῶ ὅτι ὁ Ἀνώ-
547τατος Ἄρχων ὅταν εἶναι αἱρετὸς καὶ προέρχεται, ὡς σχεδὸν
548πάντοτε συμβαίνει, ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας, θὰ
549συναντήσῃ συχνάκις δυσχερείας, ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθη-
550κόντων του, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἑτέρου σκέλους τοῦ Κοι-
551νοβουλίου. Δὲν θὰ ἀναφέρω πάντας τοὺς λόγους, οἵτινες μοὶ
552ὑπηγόρευσαν τὴν τοιαύτην πεποίθησιν, ἀλλὰ παραδειγματικῶς
553ἕνα ἐκ τούτων. Ἂν, παραδείγματος χάριν, παραστῇ ἀνάγκη ὁ
554Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ δώσῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς
555εἰς Κυβέρνησιν κόμματος, ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ ὁποίου διαπνέεται
556ἢ μεθ’ οὗ ἄλλοτε εἶχε πολιτικῶς συνεργασθῆ, εἶναι πολὺ εὔ-
557κολον νὰ παρεξηγηθῇ, ἂν δὲν ἔχῃ συνεπίκουρον καὶ τὴν γνώ-
558μην τῆς Γερουσίας.
559Ἕτερος σπουδαιότερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κηρύσσομαι
560ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας γενικῶς, εἶναι ὅτι αὕτη δύνα-
561ται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κατασταλτικὴ ἐνέργεια τῶν ἀνατρεπτι-
562κῶν ῥευμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἐνίοτε εἰς τὰς Βου-
563λάς, αἵτινες προέρχονται καὶ ἀπαρτίζονται ἀπὸ ἐκλογεῖς καὶ
564ἐκλογίμους ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ προσόντων. Τὰ ἀνατρε-
565πτικὰ ταῦτα ῥεύματα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἔχουν βαθείας τὰς
566ῥίζας των εἰς τὰ λαϊκὰ στρώματα καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ ζωη-
567ρωτέρα ἐκδήλωσις τῆς παρὰ τῷ λαῷ ἐπικρατούσης ἀνάγκης
568μεταρρυθμίσεως, ἡ Γερουσία, μὴ δυναμένη νὰ ἐξουδετερώσῃ,
569τρέπει ἐπὶ τὸ ἐξελικτικώτερον.
570Τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας θέλω ἐπίσης, διότι ἐν οὐδεμιᾷ
571περιπτώσει νομίζω ὅτι συμφέρει ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας
572νὰ εἶναι αἱρετὸς ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Θὰ καθίστατο ἐν
573τοιαύτῃ περιπτώσει λαϊκὸς δικτάτωρ καὶ θὰ ἠδύνατο εἰς ὡρι-
574σμένας δυσκόλους στιγμὰς νὰ νομίσῃ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα πολ-
575λάκις δὲ νὰ ἀρυσθῇ τὴν δύναμιν, νὰ ἀντιποιῆται καὶ ἐξουσίας,
576αἵτινες δὲν παρέχονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τί κῦρος θέλετε
577νὰ ἔχῃ οἱαδήποτε Βουλὴ ἀπέναντι ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅστις εἶναι
578πρακτικῶς δυνατὸν νὰ λάβῃ τὰ 9)10 τῶν ψήφων ὁλοκλήρου
579τοῦ λαοῦ; Ἄν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει του τὴν σύνθεσιν τῆς πα-
580ρούσης Βουλῆς, ἐρωτῶ, τίς θὰ εἶχε κἂν τὴν πραγματικὴν δύ-
581ναμιν ν’ ἀντιστρατευθῇ καθ’ οἱωνδήποτε διαθέσεων τοῦ τοιού-
582του Προέδρου τῆς Δημοκρατίας; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
583σει δὲν θὰ ἐπετυγχάνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ θεσπίσωμεν
584πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θὰ συνεκέντρου τὰ ἐλαττώματα τῆς Βα-
585σιλευομένης καὶ τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας, ἄνευ οὐδενὸς
586πλεονεκτήματος.
587Ἀλλὰ ἡ παρουσία τῆς Γερουσίας εἶναι καὶ δι’ ἄλλους λό-
588γους χρήσιμος κατὰ τὰς παρούσας στιγμάς, καθ’ ἃς εὑρισκό-
589μεθα πρὸ τῆς ἀναπλάσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύ-
590ματος, τὸ ὁποῖον διέρχεται ἐπικινδυνωδεστάτην κρίσιν. Ἡ
591ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος Συντάγματος πεῖρα δύναται
592νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης νέων μεταβολῶν. Αὗται δύ-
593νανται νὰ συντελεσθῶσιν ὁμαλότατα, ἀφοῦ, ὡς προβλέπει τὸ
594Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, συνερχόμεναι ἐπὶ τούτῳ,
595δύνανται νὰ ἀποτελέσουν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ἂν εὑρεθῶμεν
596πρὸ τοιαύτης ἀνυπερβλήτου ἀνάγκης καὶ δὲν ἔχωμεν Γερου-
597σίαν, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ρίψωμεν τὸν Τόπον ἐκ νέου εἰς τὴν
598σημερινὴν ἐκκρεμότητα.
599Καὶ ἐγὼ τουλάχιστον, κύριοι συνάδελφοι, τρομάζω, τρομάζω
600διὰ τὴν Πατρίδα—συγχωρήσατε τὴν ἁπλοϊκὴν ταύτην ἔκφρα-
601σιν—ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀναζήσωμεν τὸ παρελθὸν τῶν τελευ-
602ταίων τούτων ἐτῶν.
603Συμπεραίνων ἐπικροτῶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γε-
604ρουσίας, ζητῶ ὅμως τροποποιήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὸν τρόπον
605τῆς ἐκλογῆς της καί τινα τῶν δικαιωμάτων της. Θὰ προέ-
606τεινα ἐν πρώτοις νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν τὸ δικαίωμα
607τῆς προτάσεως νόμων διὰ νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ διάκρισις
608τῶν δικαιωμάτων της καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Θὰ
609συνίστων νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρόνοια ἐπὶ τοῦ τρόπου τοῦ κα-
610ταρτισμοῦ καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργα-
611νώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκλέγουν τοὺς ὑπὸ τὸ στοιχεῖον Β τοῦ
612ἄρθρου 57 γερουσιαστάς, ἵνα ἀποφύγωμεν τοὺς κινδύνους, τοὺς
613ὁποίους ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Τσι-
614τσεκλῆς καὶ φαίνεται ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κοινοβου-
615λευτικὴ Ἐπιτροπή. Καὶ ἐκ τρίτου θὰ ἐζήτουν ὅπως ἡ πρώτη
616συγκρότησις τῆς Γερουσίας γίνῃ δι’ ἐκλογῶν καὶ ὄχι ὡς ὁρί-
617ζει τὸ 115 ἄρθρον τῶν μεταβατικῶν διατάξεων, διὰ νὰ δυ-
618νηθῇ νὰ ἀποκτήσῃ ἐξ ἀρχῆς αὕτη τὸ ἀπαιτούμενον κῦρός της.
619§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
620§21Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ κῦμα τῶν νεωτερισμῶν, ὀγκούμε-
621νον καὶ προωθούμενον ὁσημέραι ὑπὸ τῆς θυέλλης καὶ τῆς κα-
622ταιγίδος, τὰς ὁποίας ἤγειρον κατὰ τὴν ἐποχήν μας τὰ παρά-
623φορα πολιτικὰ πάθη, οἱ λοξοὶ πολιτικοὶ ὑπολογισμοὶ καὶ ἄλλα
624τινά, πασίγνωστα αἴτια, ἔφερον μέχρις ἡμῶν τὴν συζήτησιν
625καὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Διότι μόνον ἡ σχεδὸν παθολο-
626γικὴ πρὸς τὸ νεωτερίζειν τάσις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν
627συζήτησιν θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἔχει χρεωκο-
628πήσει καὶ ἔχει καταδικασθῆ. Ποία πραγματικὴ ἀνάγκη, κύ-
629ριοι, ὑπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐν
630Ἑλλάδι; Ποία κοινὴ συνείδησις καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐξεδη-
631λώθη πρὸς καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου;
632Κατεσκευάσθη, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἓν Σύνταγμα. Εἰσή-
633χθη εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Συνέλευσιν πρὸς συζήτησιν καὶ ὑπάρ-
634χουν τόσον ἀποσαφηνισμέναι αἱ γνῶμαι ἐπί τε τῶν διατάξεων
635τοῦ Συντάγματος καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας,
636ὥστε εἶναι καταπληκτικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλου ὁ τότε
637Πρωθυπουργός, ὅπως ἡ Γερουσία καταρτισθῇ a priori καὶ
638μετὰ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως συντάξῃ τὸ Σύνταγμα.
639Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν κυριαρχικὴν
640ἐξουσίαν τοῦ Ἔθνους, τὴν ὑπερτάτην πασῶν, ἐξ ἧς πᾶσαι αἱ
641ἄλλαι ἀπορρέουν, παρ’ αὐτῆς προσδιοριζόμεναι, νὰ συντάσσῃ
642μετὰ μιᾶς τούτων, ἐν πλήρει ἰσότητι, τὸ Σύνταγμα τοῦ Κρά-
643τους. Πρωτότυπα καὶ περίεργα πράγματα, αὐτόχρημα ἐξω-
644φρενικά. Μὲ τοιαύτας ἀντιλήψεις ἐμφανίζονται ἐκ νέου οἱ
645πλεῖστοι ἐξ ἐκείνων οἵτινες ὑπεστήριξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
646του τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ κατιδόντες ὅτι τὰ ἐπι-
647χειρήματά των δὲν ἦσον πειστικά, κατέφυγον εἰς ἓν ἄλλο ἐπι-
648χείρημα. Διατί, μᾶς εἶπον, ἀφοῦ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἰσχύει εἰς τόσα
649Κράτη, νὰ μὴ ἰσχύῃ καὶ παρ’ ἡμῖν; Ὄχι διότι εἶναι ἀναγκαῖος
650διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διότι ἰσχύει εἰς ἄλλα Κράτη. Ἀλλὰ
651δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι, ὅτι πολλοὶ θεσμοὶ εἰσήχθησαν εἰς ἄλλα
652Κράτη, ἐκ μιμήσεως καὶ ὄχι ἐκ πραγματικῆς ἀνάγκης. Τὸ
653Ἀμερικανικὸν πολίτευμα, μετὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀμε-
654ρικῆς, εἶναι ἱστορικῶς βεβαιωμένον ὅτι ἐμιμήθη τὸ Ἀγγλι-
655κόν. Ἦλθε κατόπιν ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, ἡ ὁποία λα-
656βοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως τῆς Φιλα-
657δελφείας, ἡ ὁποία κατεσκεύασε τὸ Ἀμερικανικὸν πολίτευμα,
658υἱοθέτησε πολλὰς γνώμας ἐκεῖθεν τοῦ ὠκεανοῦ ἀκουσθείσας,
659αἵτινες καὶ ἐπεκράτησαν εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν
660τῆς Γαλλίας. Ἐκ μιμήσεως καὶ μόνον ἐκ μιμήσεως ὑπάρχουν
661αἱ Γερουσίαι εἰς τὰ Κράτη ὅπου ὑπάρχουν. Δὲν εἶναι δὲ ἀ-
662κριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ὅτι καὶ εἰς τὴν Γερμα-
663νίαν μὲ τὸ τελευταῖον δημοκρατικὸν Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης
664εἰσήχθη ἡ Γερουσία ὑφ’ οἵαν μορφὴν ζητεῖται νὰ εἰσαχθῇ παρ’
665ἡμῖν. Οὔτε εἶναι ἀκριβὲς ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἑλβετίαν ὑπάρχει
666Γερουσία ὑπὸ τοιαύτην μορφήν. Εἰς τὴν Γερμανίαν ὑπάρχει
667ἁπλῆ Βουλή, τὸ Ράϊχσταγ, ὑπάρχει δὲ ἐκ παραλλήλου τὸ
668Ὁμοσπονδιακὸν Συμβούλιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκπροσωποῦνται τὰ
669Κράτη, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Γερμανικὴν Ὁμοσπονδίαν. Εἰς
670τὴν Ἑλβετίαν ἐπίσης ὑπάρχει ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Συνέλευσις,
671ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Συμβούλιον—Βουλὴν—καὶ τὸ
672Συμβούλιον τῶν Κρατῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκπροσωποῦνται τὰ
673Κράτη–Καντόνια—τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Ἑλβετικὴν Ὁμο-
674σπονδίαν. Εἶναι ἡ σύνθεσις τῶν Πολιτειῶν ἐκείνων, ἡ ὁποία ἐ-
675πιβάλλει τὸ δεύτερον αὐτὸ Σῶμα, ὄχι ὅμως ὑπὸ τὸν τύπον καὶ
676τὴν μορφὴν τῆς Γερουσίας, ὡς ἡμεῖς τὴν ἐννοοῦμεν. Εἰς τὸ
677ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Γερουσία ὑπῆρξεν ἄλλοτε ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπέ-
678τυχε, οἱ ἀντιγνωμοῦντες ἀντέταξαν ὅτι ἄλλη ἐποχὴ ἦτο ἐ-
679κείνη, καθ’ ἣν ἐγκαθιδρύθη ἡ Γερουσία παρ’ ἡμῖν, ἄλλη ἦτο
680ἡ σύνθεσις αὐτῆς καὶ ἄλλη εἶναι ἡ σημερινὴ ἐποχὴ καὶ ἡ σύν-
681θεσίς της, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ.
682Κύριοι, μὴ λησμονῶμεν ὅτι αἱ ἐποχαὶ ὅσον καὶ ἂν ἀπέχουν
683ἀλλήλων, συναντῶνται καὶ ταυτίζονται εἰς πολλὰ σημεῖα.
684Μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἴμεθα κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν ἀπόγονοι
685ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν γερουσιασταὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
686καὶ ἀπέτυχον, ὅτι ἔχομεν ἴσως τινὰς ἐκ τῶν ἀρετῶν των,
687ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἐκ τῶν ἐλαττωμάτων των. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
688ἤθελεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν μελέτην τῶν πρακτικῶν τῶν δύο
689Συνελεύσεων τοῦ 1843 καὶ 1863 θὰ ἴδῃ ὑπὸ ποίας συνθήκας
690ἐγκαθιδρύθη ἡ Γερουσία τῷ 1844 καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας κα-
691τηργήθη κατὰ τὸ 1864.
692Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπασχολούμενος περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα
693εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναδιφήσω τοὺς τόμους τῶν ἐπισήμων
694πρακτικῶν τῶν Συνελεύσεων ἐκείνων. Κατὰ τὸ 1844—ἔχει
695λεχθῆ τοῦτο εἰς τὴν Βʹ Συνέλευσιν—δι’ ὑποκλοπῆς καθιε-
696ρώθη ἐν Ἑλλάδι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Ποία ὅμως ἡ δρᾶ-
697σις αὐτῆς; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐν ὀλίγοις νὰ σᾶς ἀναγνώσω
698περικοπὰς συγχρόνων ρητόρων, ζησάντων μέσα εἰς τὴν ἐποχὴν
699ἐκείνην (ἀναγινώσκει): «Ὁ Διαμαντόπουλος ἀναφέρει ὅτι
700τῷ 1844 ἐδέχθη τὴν Γερουσίαν ἡ Συνέλευσις μετὰ μίαν μα-
701ταιωθεῖσαν ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν δὲν ἐφάνη ἀποτέλεσμα καὶ διὰ
702σκανδαλώδους πλειονοψηφίας, διότι καὶ τότε ἡ πεποίθησις ἐ-
703κλονίζετο καὶ ὑπῆρχον ἀμφιβολίαι. Ἀναφέρει κατόπιν σκαν-
704δαλώδεις διορισμοὺς προσώπων, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο τῇ ἐπεμ-
705βάσει τῶν γερουσιαστῶν, κατὰ παραβίασιν τοῦ θεσμοῦ τῶν
706προσόντων καὶ προσθέτει ἐν τέλει ὅτι ἡ Γερουσία παρεισέ-
707φρυσεν εἰς ἡμᾶς ὡς ξένον φυτὸν παράσιτον, τρεφόμενον ἄνευ
708καρποφορίας ἐκ τῶν χυμῶν τῆς ἐγχωρίου ζωῆς καὶ δηλητη-
709ριάζον τὴν ζωὴν ταύτην».
710§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε;
711§23Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Αὐτὰ ἐλέγοντο κατὰ τὸν Σεπτέμβριον
712τοῦ 1864, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καὶ ἀνα-
713φέρονται εἰς τὸν 6ον τόμον καὶ σελίδας 286–294 τῶν Πρα-
714κτικῶν τῆς Βʹ Συνελεύσεως. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι ἀφορῶσι τὴν
715διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 καθιερωθεῖσαν καὶ ἐπὶ εἰκο-
716σαετίαν βιώσασαν καὶ δράσασαν Γερουσίαν, τὴν διὰ βοῆς κα-
717ταργηθεῖσαν τὸ 1864. Ὁ Θρασύβουλος Ζαΐμης, ἀντιθέτως
718παρ’ ὅ,τι ὑποστηρίζεται σήμερον, φρονεῖ ὅτι «ἡ ἰδέα τῆς μιᾶς
719Βουλῆς ἀνήκει εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς καὶ ἕξεις. Ἡ
720διαίρεσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς δύο Βουλὰς εἶναι ἡ
721πλέον ἀρίστη συνταγματικὴ ἀρχή...» καὶ μόνον διὰ τοῦτον τὸν
722λόγον κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρ-
723χάς του. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης, τῆς ἐντελῶς θεωρη-
724τικῆς, ἐξήτασαν τὸν θεσμὸν καὶ ἄλλοι τινες πληρεξούσιοι. Ὁ
725Τιμολέων Βάσσος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γερου-
726σία ἂν μὲν συμφωνήσῃ μὲ τὴν Βουλὴν εἶναι περιττή, ἂν δὲ μὲ
727τὴν ἐξουσίαν εἶναι ἐπικίνδυνος. (σελὶς 286). Ἡ βάσανος τῶν
728νόμων εἶναι πλάνη. Τὸ παρελθὸν ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμία βά-
729σανος ὑπῆρχε. Διὰ τῶν δύο Βουλῶν 92 νόμοι ἐγένοντο ἀσυζη-
730τητεὶ καὶ ἀβασανίστως ἐντὸς μηνός». Καὶ περαιτέρω (Ἐφη-
731μερὶς Συνελεύσεως σελὶς 340) «Τὸ ἑσπέρας ἦτο πλειονοψη-
732φία, τὴν ἄλλην ἡμέραν τὰ ἐγύριζαν καὶ ἔκαμνον τὸ ἐναντίον.
733Ἠγοράζοντο ἄτομα μὲ 1000 δραχμὰς—ἐπὶ λέξει—. Κατόπιν
734ὁμιλεῖ περὶ τῆς ὀργιαζούσης συναλλαγῆς, τῶν ρουσφετίων
735κλπ. κλπ. Ἀλλὰ ὁ Τιμολέων Βάσσος, εὐτυχῶς, ζῇ ἀκόμη καὶ
736οἱ βουλόμενοι δύνανται νὰ λάβουν παρ’ αὐτοῦ λεπτομερεστέρας
737πληροφορίας.
738Οἱ ἐπισημότεροι τῶν ρητόρων τῆς Βʹ Συνελεύσεως ὁμι-
739λοῦν κατὰ τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία, τέλος, καταργεῖται διὰ
740ψήφων 211 κατὰ 62. Ποῖοι δὲ ψηφίζουν κατ’ αὐτῆς; Οἱ ἐμφα-
741νέστεροι τῶν πληρεξουσίων: ὁ Γ. Ἰακωβᾶτος, ὁ Ἀριστοτέλης
742Βαλαωρίτης, ὁ Ἐπ. Δεληγιώργης, ὁ Δημ. Βούλγαρης, ὁ
743Κωνσταντ. Λομβάρδος, ὁ Ἰωσὴφ Μομφερᾶτος καὶ ἄλλοι ὅ-
744μοιοι. Θέλουν νὰ ἐπαναφέρουν θεσμὸν χρεωκοπήσαντα καὶ μᾶς
745λέγουν ὅτι ἡ σύνθεσις αὐτοῦ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς θὰ εἶ-
746ναι διάφορος καὶ θὰ λήξουν ἑπομένως τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁ-
747ποῖα παρουσίασεν ἡ παλαιὰ Γερουσία, διότι τότε οἱ γερουσια-
748σταὶ διωρίζοντο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ ποῖα τὰ ἐλαττώ-
749ματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον τὴν κατάλυσιν τῆς Γερου-
750σίας; Ἡ ἀνάμιξις εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας, ἡ ἀσύστολος
751συναλλαγὴ καὶ πλεῖστα ἄλλα κακά.
752Καὶ ὡς ἄλλοτε εἶπον, κατὰ τί θὰ μεταβληθοῦν τὰ
753πράγματα ὅταν μεταβληθοῦν τὰ πρόσωπα, ὅταν ἡ Γερουσία θὰ
754ἔχῃ ἄλλην σύνθεσιν; Ὁμιλοῦμεν, κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ
755δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκταθῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ ἤ-
756θελον νὰ ἐρωτήσω ποία θὰ εἶναι ἡ σύνθεσις. Δὲν θὰ ἐκλέγη-
757ται ἡ Γερουσία κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὅπως ἡ Βου-
758λή; Δὲν θὰ ἔχῃ ἐπαφὴν καὶ δεσμοὺς μὲ τὴν Κυβέρνησιν; Καὶ
759ἐκ τῶν δεσμῶν αὐτῶν ποῖαι σχέσεις θὰ ἀναπτύσσωνται; Ἢ
760θὰ εἶναι ἄλλοι ἄνθρωποι οἱ γερουσιασταί, διάφοροι τῶν εὑρι-
761σκομένων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην; Τίποτε, κύριοι, τὸ καλὸν
762δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς συστάσεως τοῦ δευτέρου
763νομοθετικοῦ Σώματος. Μόνον τὸ πνεῦμα τοῦ νεωτερισμοῦ, τὸ
764ὁποῖον διέπει τὴν ἐποχήν μας, μόνον αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁ-
765ποῖον παρεισήγαγεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τὸν
766θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ὅπως τὸ αὐτὸ πνεῦμα τοῦ νεωτερισμοῦ
767εἰσήγαγε τὸν θεσμὸν τῆς ἀναλογικῆς, ὅπως τὸ αὐτὸ πνεῦμα
768πρόκειται, ὡς ἀκούω, νὰ εἰσηγηθῇ τοὺς θεσμοὺς τῆς ἀποκεν-
769τρώσεως, τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἄλλους περιφήμους θε-
770σμούς, θεωρητικῶς ἴσως ὀρθούς, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν
771κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν, ἀμφιβόλου εὐδοκιμή-
772σεως κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Εἴδατε τὰ προϊόντα τῆς ἀναλογι-
773κῆς, στρέψατε ἀριστερώτερον νὰ ἰδῆτε ἐναργέστερον. Ἐγὼ
774εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὴν ἀναλογικήν,
775τὸ ἔχουν ἤδη μετανοήσει ὡς ἐκ τῶν ἐπελθόντων ἀποτελεσμά-
776των. Διότι βλέπω ὅτι ὑπάρχουν τροπολογίαι εἰς τὰς διατά-
777ξεις, αἱ ὁποῖαι κατοχυρώνουν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, παρ’
778αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑποβληθεῖσαι. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ μὲ τὴν τυ-
779χὸν εἰσαγωγὴν τῶν θεσμῶν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδι-
780κήσεως. Περιώνυμος Ἰταλὸς συγγραφεύς, τὸν ὁποῖον πολλοὶ
781ἐξ ὑμῶν θὰ γνωρίζετε, ὁ Μινγγέτι καὶ τοῦ ὁποίου μετάφρασις
782καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικήν, πρὸ τεσσαρακονταετίας γενομένη, εὑ-
783ρίσκεται εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, χρηματίσας Ὑ-
784πουργὸς ἐπὶ Καβοὺρ καὶ Πρωθυπουργὸς κατόπιν, ἐξετάζει
785τοὺς θεσμοὺς τούτους καὶ τὰ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν ἐφαρμο-
786γήν, τὰ δὲ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγει, πᾶν ἄλλο
787ἢ ἐνθουσιασμὸν δύνανται νὰ προκαλέσωσιν εἰς τοὺς θιασώτας
788των. Διότι πρέπει νὰ ἔχητε πάντοτε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι τὸ
789χάσμα μεταξὺ θεωρίας καὶ ἐφαρμογῆς εἶναι μέγα. Θὰ ἴδητε
790ἐντὸς ὀλίγου, ἂν καθιερωθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ποῖα τὰ
791ἀποτελέσματα. Ἐξανιστάμεθα κατὰ τῆς συναλλαγῆς, τὴν
792ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς τὸ κυριώτερον ἐλάττωμα τοῦ Κοινοβου-
793λευτισμοῦ. Ἡ συναλλαγὴ θὰ διπλασιασθῇ. Παραπονούμεθα
794κατὰ τῆς ἐπιβραδύνσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Διὰ τῆς
795ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας θὰ ἐπιβραδύνωνται ἔτι μᾶλλον. Κα-
796θιεροῦται συνταγματικῶς ἡ ἐπιβράδυνσις διὰ τῶν τιθεμένων
797προθεσμιῶν. Καὶ ἂν ὑπάρχουν ζητήματα, τὰ ὁποῖα χρήζουν
798νομοθετικῆς μερίμνης, κατεπειγούσης, μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς
799Γερουσίας θὰ πρέπῃ νὰ παρέλθουν μῆνες ὁλόκληροι πρὸς ρύθ-
800μισιν αὐτῶν, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων.
801Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω καὶ περιορίζομαι εἰς μόνον
802ταῦτα.
803Ἀλλὰ βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἡ Γε-
804ρουσία θὰ εἶναι οὕτως εἰπεῖν μία τροχοπέδη καὶ θὰ συγκρατῇ
805τῆς Βουλῆς τοὺς ἐκτροχιασμοὺς ἢ θὰ καταστέλλῃ τοὺς ἀφη-
806νιασμούς. Ἔχομεν Βουλήν, κύριοι, πρὸ ἑξήκοντα καὶ πλέον
807ἐτῶν. Δὲν νομίζω ὅτι εἴδομεν τὸ φαινόμενον αὐτό. Εἰς τὴν
808Βουλὴν αὐτὴν διεξήχθησαν, ἀληθῶς, σφοδρόταται συζητήσεις,
809ἀνεπτύχθησαν κατ’ αὐτὰς πολιτικὰ πάθη καὶ πείσματα, ἀλλ’
810εἰς πολὺ κατώτερον βαθμὸν παρ’ ὅ,τι εἰς ἄλλας Βουλάς, τῶν
811ὁποίων τὰ αἴσχη δὲν παρουσίασεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή. Μὴ
812εἴμεθα μεμψίμοιροι διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ μὴ ὑπολαμβάνωμεν
813ὅτι ἀλλαχοῦ τὰ πάντα εἶναι ρόδινα καὶ ἰδεώδη, μὴ υἱοθετῶ-
814μεν ἀνευθύνους γνώμας ἀμαθῶν τινων φιλοδόξων ἐκτὸς τῆς
815αἰθούσης ταύτης εὑρισκομένων καὶ κατ’ αὐτῆς ἑκάστοτε βαλ-
816λόντων πρὸς δημαγωγίαν μὲ τὴν ἀφελῆ ἐλπίδα ὅτι διὰ τοῦ
817τρόπου τούτου θὰ δυνηθῶσι νὰ διεισδύσωσιν εἰς αὐτὴν καὶ διορ-
818θώσωσιν αὐτοὶ τὰ κακῶς κείμενα.
819Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως διατάξεών τι-
820νων τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς εὐρυθμοτέραν λειτουργίαν τῆς κοι-
821νοβουλευτικῆς μηχανῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι
822τῆς ἐγκαθιδρύσεως καὶ δευτέρου Σώματος, πρὸς τὸν σκο-
823πὸν τοῦτον, νομίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
824Ἀλλ’ ὑπεστήριζον οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας
825ὅτι ὑπάρχουν πρόσωπα εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδιοσυγ-
826κρασίας ἀποστέργουν νὰ κατέλθουν εἰς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας καὶ
827θὰ εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν Γερουσίαν. Δὲν γνωρίζω ποῖα εἶναι
828τὰ ὑπονοούμενα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον τόσα φῶτα, τόσην εὐ-
829ρυμάθειαν καὶ ὑπεροχὴν καὶ ἐπισημότητα καὶ μολαταῦτα τὰ
830ἀγνοοῦν οἱ συμπολῖταί των διὰ νὰ ἀναθέσουν εἰς αὐτὰ τὴν ἀντι-
831προσωπείαν των.
832§24Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Ὁ Σκουλούδης.
833§25Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὁ Σκουλούδης δὲν ἀπέστεργε τοὺς πο-
834λιτικοὺς ἀγῶνας. Κατῆλθε πολλάκις εἰς τούτους μὲ ὅλον
835τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ ἐξελέγη κατ’ ἐπανάληψιν βου-
836λευτὴς καὶ ἐν Σύρῳ καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Θήβαις, διότι
837ἦτο γνωστὴ ἡ ἀξία του καὶ αἱ ὑπηρεσίαι του ἐξετιμήθησαν
838προσηκόντως. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους φαντάζονται ὑπάρ-
839χοντας, ἐξ ἰδιοσυγκρασίας δῆθεν ἀποστέργοντας νὰ κατέλ-
840θουν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας, εἶναι ἄσημοι καὶ ἀνίκανοι
841καὶ ὀρρωδοῦν πρὸ αὐτῶν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νεῦρα καὶ
842δύναμιν ψυχῆς καὶ ἱκανότητα καὶ σχετικὴν ἀνωτερότητα, ἐκ-
843τιμῶνται παρὰ τῶν συμπολιτῶν των καὶ ἐκλέγονται παρ’ αὐ-
844τῶν. Ἀπὸ τοῦ 1900 ἰδίως, κύριοι, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν
845εἰσῆλθον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς κληρονομι-
846κὴν διαδοχήν, ἀλλὰ ἐδημιουργήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁ-
847ποῖος γνωρίζει καλῶς νὰ ἐκτιμᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν
848δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ συμφέροντά
849του ἐκ παραλλήλου μετὰ τῶν ἐθνικῶν, ἐπὶ τὸ καλύτερον.
850§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909 καὶ
851ἐντεῦθεν.
852§27Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον διὰ τῆς
853ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, ἦσαν πολιτικὰ μετέωρα, τὰ ὁποῖα
854ἐξηφανίσθησαν μετ’ αὐτῆς. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο
855νὰ σταθοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐστάθησαν καὶ παρελ-
856θούσης τῆς περιόδου ἐκείνης καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς τὸ
857πρῶτον ἐξελέγησαν.
858Δὲν βλέπω λοιπόν, κύριοι, κανένα ἀπολύτως ἀποχρῶντα λό-
859γον ἐπιβάλλοντα τὴν ἐγκαθίδρυσιν Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι καὶ
860σᾶς προλέγω ὅτι, ἂν, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἐγκαθιδρυθῇ αὕτη, δὲν
861θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς ποὺ θὰ ἐπέλθῃ πλῆρες τὸ ναυάγιον
862τοῦ θεσμοῦ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπερμαχοῦν σήμερον τούτου,
863θὰ μεταννοήσουν πικρῶς, διότι θὰ τοὺς ἐλέγχῃ ἡ συνείδησις
864ὅτι συνετέλεσαν νὰ δημιουργηθῇ ἓν ἀκόμη κακὸν εἰς τὴν Πα-
865τρίδα των. (Χειροκροτήματα).
866§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Ἀναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
867§29Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὡς ἀνήκων, κύριοι βουλευταί, εἰς
868κόμμα πολιτικόν, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ὁποίου ἀνέκαθεν ἦτο κεκη-
869ρυγμένος ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ ἐπηγγέλθη καὶ
870προγραμματικῶς τοῦτο, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἡ
871ψυχική μου διάθεσις ἦτο ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ κατ’ ἀρχήν, ἐψή-
872φισα δὲ ταύτην ἄλλως ρητῶς ἢ σιωπηρῶς καὶ κατὰ τὴν πα-
873ρελθοῦσαν Δʹ Συνέλευσιν. Οἱ λόγοι ὅμως οὗτοι δὲν ἦσαν
874ἱκανοὶ δι’ ἐμέ, ὥστε νὰ μὴ παρακολουθήσω καὶ μετὰ προσο-
875χῆς τὰς γενομένας συζητήσεις καὶ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἀντι-
876φερομένων κατὰ τοῦ θεσμοῦ. Προετράπην μάλιστα ἐξόχως
877εἰς τοῦτο καὶ ἐκ μέρους τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀθηνῶν
878κ. Τσιτσεκλῆ, ὅστις μοὶ ἐδίδαξεν ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν πρέπει
879νὰ διστάζῃ νὰ μεταλλάσσῃ γνώμας παρὰ τὴν ἀρχὴν ἢ τὴν δο-
880θεῖσαν ψῆφον πειθόμενος ἐκ τῶν συζητήσεων. Μοῦ ἀνέφερε
881μάλιστα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ διαφόρους ξένους συγγρα-
882φεῖς, τὰ ὀνόματα τῶν ὁποίων δὲν ἐνθυμοῦμαι, οἱ ὁποῖοι ὑπο-
883στηρίζουσι τὴν γνώμην του ταύτην. Μόλα ταῦτα, παρὰ τὴν
884καλήν μου διάθεσιν καὶ τὴν καλὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξα
885παρακολουθήσας μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδελεχῶς τὰς ἀντιρρή-
886σεις τῶν ἀντιφερομένων κατὰ τοῦ θεσμοῦ, δὲν ἐπείσθην, ἴσως
887νὰ κατίσχυσεν ἡ ἀρχική μου προκατάληψις, δὲν ἐπείσθην ὅτι
888ἔπρεπε νὰ μεταβάλω γνώμην, οὐδὲ εὗρον ἱκανὰς πρὸς τοῦτο,
889οὐδὲ σοβαρὰς τὰς προβληθείσας ἀντιρρήσεις, παρὰ τὴν σο-
890βαρότητα τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα τὰς ἔφερον ὅσον ἀφορᾷ
891τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ θεσμοῦ τῆς Γε-
892ρουσίας, χρησιμότητα καὶ ἀναγκαιότητα, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώ-
893ρισαν ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι λαοί, παρὰ τοῖς ὁποίοις ἐπικρατεῖ σή-
894μερον ὡς πολιτικὸν ἀξίωμα ἡ διαίρεσις τῆς Ἀντιπροσωπείας
895εἰς δύο Σώματα. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ πολλῶν λόγων,
896οὔτε θὰ θελήσω νὰ ἀναπτύξω θεωρίας, ἀναπτυχθείσας ἄλ-
897λως τε ἐπαρκῶς καὶ εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογή-
898σω ὅτι δὲν εἶμαι καθόλου εἰδικός. Σκέψεις τινας θ’ ἀναπτύξω
899εἰς ἀντίκρουσιν τῶν γνωμῶν, αἵτινες ὑπεστηρίχθησαν ἐν τῇ
900αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τῆς Γερουσίας μὲ ἄκραν δὲ σᾶς ὑπόσχομαι
901συντομίαν ὥστε νὰ μὴ γίνω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὀχληρός.
902Κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῶν ὑπὲρ τῆς Γερουσίας κεκηρυγμένων
903ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι προωρισμένη νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἀ-
904κατάσχετον πολυνομίαν, ἀντετάχθησαν οἱ ἀντιτιθέμενοι κατὰ
905τοῦ θεσμοῦ, οἱ μὲν ὑποστηρίζοντες ὅτι πολυνομία δὲν ὑπάρ-
906χει, ἀλλὰ ἀνάγκαι χρήζουσαι νομοθετικῆς διαρρυθμίσεως
907καὶ δὴ ἀνάγκαι οἰκονομικαί. Καὶ ἄλλοι ἀνεγνώρισαν ὅτι
908ναὶ μὲν ὑπάρχει πολυνομία, ἀλλὰ ὅτι αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα
909τῶν τελευταίων ἀνωμαλιῶν. Ὅλαι αἱ γνῶμαι αὐταὶ συλλή-
910βδην λαμβανόμεναι, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀπολύτως ἀβά-
911σιμοι. Διότι οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὡς ἰσχυρίσθη προχθὲς ὁ ἀξιότι-
912μος ἐκ Κυκλάδων βουλευτής, ὅτι πολυνομία δὲν ὑπάρχει, ἀρ-
913νοῦνται αὐτὴν ταύτην τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ ἐπιχείρημα δὲν
914εἶναι ἀνάγκη νὰ τύχῃ περισσοτέρας ἀντικρούσεως. Οἱ ἰσχυρι-
915ζόμενοι πάλιν ὅτι ὑπάρχει μὲν πολυνομία, ἀλλ’ ἡ πολυνομία
916αὐτὴ εἶναι συνέπεια τῶν τελευταίων ἀνωμαλιῶν καὶ οὗτοι εὑ-
917ρίσκονται ἐν προφανεστάτῃ πλάνῃ, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ
918πολυνομία ὑπῆρχε μεγίστη καὶ πρὸ τῶν ἀνωμαλιῶν. Μάλιστα
919δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἓν ἐκ τῶν αἰτημάτων τοῦ λαοῦ
920κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ἦτο ὅπως τεθῇ φραγμὸς εἰς
921τὴν πολυνομίαν αὐτήν, τὴν ἀκατάσχετον, ἥτις γίνεται πολλα-
922πλῶς ἐπιζήμιος εἰς τὸν λαόν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ κατὰ παράδο-
923σιν ὅτι ὁ Οἰκονομίδης, ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος σοφὸς δικονομο-
924λόγος, ἐγνωμοδότει πάντοτε, πρὸ 40 ἢ 50 ἤδη ἐτῶν, θέτων
925ὡς κατακλεῖδα τῶν γνωμοδοτήσεών του «ὅτι οὕτως ἔχει τὸ
926ζήτημα ἐκτὸς ἂν νεώτερός τις νόμος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν γνω-
927ρίζω, μετέβαλε τὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ καὶ ἔτι ὁ γερου-
928σιαστὴς Ψύλλας κατὰ τὸ 1861 ἀπὸ τοῦ Βήματος τῆς πολυ-
929θρυλλήτου ἐκείνης Γερουσίας τοῦ Ὄθωνος ἐλέγχων τὴν ἀπὸ
930τότε ἐπικρατοῦσαν πολυνομίαν, ἐπετίθετο κατὰ τῆς Κυβερνή-
931σεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τὴν «νομομανίαν», ἥτις τὴν εἶχε
932καταλάβει. Κατὰ συνέπειαν καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ πολυνομία
933εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν τελευταίων ἀνωμαλιῶν εἶναι ἰσχυρι-
934σμὸς μηδεμίαν ἔχων σχέσιν πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμά-
935των. Ἄλλοι πάλιν ἰσχυρίσθησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει πολυνομία,
936ἀλλὰ ὑπάρχουν ἀνάγκαι καὶ δὴ οἰκονομικαί, χρήζουσαι διαρ-
937ρυθμίσεως νομοθετικῆς. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀνομο-
938λογῶ ὡς ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται ἀνάγκαι, νομίζω ὅτι
939ἐπιβάλλεται διὰ τὴν διαρρύθμισιν τούτων βραδεῖα καὶ ἔμφρων
940τῶν περιστάσεων ἀντιμετώπισις διὰ μελέτης σοβαρᾶς καὶ δια-
941γνώσεως ἀσφαλοῦς καὶ ἐπιστημονικῆς τῶν ληπτέων νομοθε-
942τικῶν μέτρων καὶ οὐχὶ βεβιασμένη καὶ ἐμπειρικὴ νομοθεσία
943πρὸς προσωρινὴν ἐπούλωσιν τῶν προκυπτουσῶν ἀναγκῶν διὰ
944νὰ μὴ ἀνακύψουν αὔριον σκληρότεραι καὶ ἐπιτακτικώτεραι, ὡς
945κατὰ κανόνα μέχρι σήμερον ἀτυχῶς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Ἄρα
946ἐπιβαλλόμενος καὶ ἀπολύτως σκόπιμος καὶ διὰ τοῦτον ἀκρι-
947βῶς τὸν λόγον εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, προωρισμένος διὰ
948τῆς συνετῆς καὶ ἔμφρονος βραδύτητος αὐτοῦ περὶ τὴν παρα-
949σκευὴν καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων καὶ ἰδίως τῶν οἰκονομι-
950κῶν κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας, νὰ παράσχῃ ἀνεκτιμήτους
951ὠφελείας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ τὴν δημοσίαν οἰκο-
952νομίαν αὐτοῦ, ἀσφαλίζων τοὺς καλοὺς νόμους καὶ ἀποσοβῶν
953τοὺς πολλοὺς καὶ ἐπιζημίους.
954Ἀλλ’ εἶπον τινὲς ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀντικαταστήσωμεν καὶ
955τὴν Γερουσίαν μὲ τὴν ἵδρυσιν παρακοινοβουλίου, καθιεροῦντες
956δηλαδὴ ἐπαγγελματικὸν ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα. Ὁ πιστεύων
957ὅτι διὰ τῶν ἐπαγγελματικῶν τούτων ἀντιπροσωπευτικῶν Σω-
958μάτων δυνάμεθα νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν Γερουσίαν, εἶναι
959ἐν πλήρει πλάνῃ, διότι τὰ ἐπαγγελματικὰ ταῦτα ἀντιπρο-
960σωπευτικὰ Σώματα δὲν ὑπῆρξαν τίποτε ἄλλο παρὰ οἱ πρόδρο-
961μοι τοῦ Μπολσεβικισμοῦ καὶ θὰ ἦσαν καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ πρῶ-
962τον ἐπίσημον βῆμα πρὸς τὴν ἀκροτάτην ἀριστεράν. Ἂν μάλι-
963στα οἱ ὑποστηρίξαντες τὰ τοιαῦτα νομίζουσιν ὅτι ἔπρεπε νὰ
964μετάσχουν τοῦ τοιούτου Σώματος καὶ ὀργανώσεις ἐπιστημο-
965νικαὶ τοὺς πληροφορῶ ὅτι εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἀντιθέσει
966πρὸς τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ, λαβόντος πικρὰν πεῖραν τῶν κυρίων
967καθηγητῶν, τῶν μετασχόντων διαφόρων Κυβερνήσεων, οἵτι-
968νες συνέταξαν καὶ ὑπέγραψαν τὰ αὐθαδέστερα Ν. Διατάγ-
969ματα καὶ ἐξετέλεσαν διοικητικὰς πράξεις τοιαύτης φαυλότητος
970καὶ ἀκολασίας, ὁποίας οὐδὲ διενοήθη ποτέ, ὄχι ἐτόλμησε νὰ
971διαπράξῃ οἱοσδήποτε πολιτευόμενος ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ
972Κράτους. (Χειροκροτήματα).
973Οἱ πολιτευόμενοι δίδουσι λόγον τῶν πράξεών των καθ’ ἑ-
974κάστην πρὸς τὸν λαόν. Οὗτοι εἰς ποῖον θὰ δώσωσι λόγον;
975(Χειροκροτήματα).
976Εἰς τὰς σκέψεις ὅτι διὰ τῆς Γερουσίας θὰ θέσωμεν φραγ-
977μὸν εἰς τὴν πολλαχῶς ἐπιζήμιον πολυνομίαν, ἥτις ἔχει κατα-
978στῆ πλέον κακονομία, οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ κυρίως ὁ βαθὺς
979συνάδελφος κ. Τσιτσεκλῆς, ὅστις μετὰ τόσον χιοῦμορ ὡμί-
980λησε χθὲς περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀντέταξαν καὶ
981ἄλλα ἐπιχειρήματα ὄχι σοβαρώτερα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ
982εἴπω τῶν προηγουμένων. Πῶς θὰ ἐμποδίσῃ τὴν πολυνομίαν ἡ
983Γερουσία; Πῶς θὰ ἔχωμεν καλυτέρους νόμους, πῶς θὰ ἀνα-
984χαιτίσῃ τὴν Βουλὴν ἡ Γερουσία; Τί εἶναι ἡ Βουλή; εἶπεν ὁ
985κ. Τσιτσεκλῆς. Εἶναι παρθεναγωγεῖον ἔχον ἀνάγκην ἐπιμελη-
986τῶν; Βεβαίως ὄχι. Οὐδὲ ἡ Βουλὴ εἶναι παρθεναγωγεῖον, οὐδὲ
987ἡ Γερουσία καλεῖται ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς τιμητὴς τῆς Βου-
988λῆς. Ἡ Γερουσία καλεῖται νὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τῆς σπουδῆς
989μετὰ τῆς ὁποίας διεξάγονται αἱ ἐργασίαι τοῦ πρώτου νομο-
990θετικοῦ Σώματος, τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, διότι ἐκλέγεται ἐν
991τῷ συνόλῳ της ἀμέσως ὑπὸ τοῦ λαοῦ, διότι ἔχει σύντομον καὶ
992περιωρισμένην θητείαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν θητείαν τῆς Γερου-
993σίας, διότι ὑπόκειται περισσότερον εἰς ἄμεσον ἐπηρεασμὸν ἀπὸ
994τὰς ροπὰς τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τὰς ἐπιμόνους ἀπαιτήσεις
995τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ἕνεκεν
996τούτων σπεύδει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις του, σπεύδει
997νὰ συντάξῃ νόμους, ἀναγκάζεται ἐν σπουδῇ νὰ καταρτίζῃ αὐ-
998τούς, τοὺς ὁποίους πολλάκις ἐκλαμβάνει ὡς προοδευτικοὺς
999καὶ οἱ ὁποῖοι πολλάκις καταλήγουν εἰς ἀκρότητας. Ὁ μεγα-
1000λύτερος, κύριοι, πολιτειολόγος τοῦ κόσμου, τοῦ ὁποίου δὲν ἤ-
1001κουσα νὰ γίνῃ τὸ μνημόσυνον ἀπὸ κανένα τῶν ἀγορευσάντων
1002ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ μεγαλύτερος πολιτειολόγος τῆς ἀν-
1003θρωπότητος λέγει ὅτι εἶναι εὔκολον ὁ δῆμος ὑπὸ τὴν ἐπή-
1004ρειαν τῆς δημαγωγίας νὰ προβαίνῃ εἰς προχείρους ἀποφάσεις
1005καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀληθὴς Πολιτεία καταλύεται.
1006§30Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
1007§31Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Ἀριστοτέλης. Ὁ μεγαλύτερος,
1008ἐπαναλαμβάνω, πολιτειολόγος τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ ὁποῖος
1009ἀρδεύει τὰς πολιτικὰς ἐπιστήμας ἀπὸ τόσων αἰώνων διὰ τῶν
1010ναμάτων τῆς σοφίας του.
1011§32Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγινε μνεία καὶ τοῦ Ἀριστοτέ-
1012λους κατὰ τὴν συζήτησιν.
1013§33Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τόσῳ τὸ καλύτερον, δὲν τὸ ἤκουσα.
1014Ἔχοντες λοιπὸν δίδαγμα τοῦ Ἀριστοτέλους, τοιαῦτα σκεπτο-
1015μένου περὶ τῶν ροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκειται ἡ Βουλή, ὁ
1016δῆμος, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς πλέον νὰ ἀντιφερώμεθα
1017κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας; Θεσμοῦ ὅστις, ὡς εἶπον καὶ
1018προηγουμένως, θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τῆς συνετῆς βραδύτητος,
1019τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ τῆς ἐπὶ
1020πλέον βελτιώσεως καὶ μᾶλλον πεφωτισμένης ἐπεξεργασίας
1021ταύτης ὡς φραγμὸς καὶ κατὰ τῆς πολυνομίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ
1022τῶν ἐπιζημίων συνεπειῶν ταύτης διὰ τὸν λαόν; Ἡ Γερουσία
1023σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπιφέρῃ μίαν χρονοτριβὴν διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ
1024ἐκ τῶν συζητήσεων αὐτῆς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη.
1025Οὐδὲ εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοιουτοτρόπως ἐγκαθιδρύομεν Σῶμα
1026γηραλέον, βραδυκίνητον καὶ ὀπισθοδρομικόν, ὡς ὑπεστηρίχθη,
1027διότι ἡ Ἱστορία μᾶς πείθει ὅτι πολλάκις ἡ Γερουσία ἐξελίσ-
1028σεται εἰς Σῶμα προοδευτικότερον τῆς Βουλῆς, ὅταν μάλιστα
1029ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπερμέτρως συντηρητική, παράδειγμα δὲ τού-
1030του ἔστω τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη.
1031Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως καὶ ἂν δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον ἦτο
1032ἀναγκαία καὶ χρήσιμος ἡ Γερουσία, μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι
1033θὰ μετέχῃ ἡ Γερουσία εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἄλ-
1034λοτε ἐθεωρεῖτο προνομία τοῦ Ἀνωτάτου τῆς Πολιτείας πα-
1035ράγοντος, δίδουσα γνώμην ἢ μᾶλλον ἀποφασίζουσα περὶ αὐ-
1036τῆς, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος διάλυσις τῆς
1037Βουλῆς δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος
1038πρὸ τῆς λήξεως τῆς περιόδου αὐτῆς ἄνευ συμφώνου γνώμης
1039τῆς Γερουσίας, διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ κα-
1040θιερωθῇ ἡ Γερουσία. Δὲν θὰ ἀναφέρω, κύριοι βουλευταί, τὸ
1041παράδειγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε χθὲς ὁ ἀξιότιμος συνά-
1042δελφος, ὁ προεδρεύων ἤδη καὶ τὸ ὁποῖον ἤγειρε τόσας πολλὰς
1043διαμαρτυρίας, ἂν καὶ ἦτο ἀπολύτως ἀληθές, τὸ παράδειγμα
1044ὅτι ἡ πρώτη ἀφορμὴ τῆς διαφωνίας καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῆς
1045τῶν ὀλεθρίων διὰ τὴν Χώραν, ὑπῆρξεν ἡ διάλυσις τῆς Βου-
1046λῆς 1915. Θὰ ἀναφέρω ὅμως ἄλλο παράδειγμα, εἰλημμένον
1047καὶ τοῦτο ἐξ αὐτῆς πάλιν τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κρά-
1048τους, τὸ παράδειγμα ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἐξώσθη διότι διέ-
1049λυσε τὴν Βουλὴν τοῦ 1860, τὴν ἑπομένην τῆς ἐκλογῆς τοῦ
1050Προέδρου αὐτῆς, διότι ἀπέτυχεν ὁ ὑποψήφιος τῆς Κυβερ-
1051νήσεως καὶ ἐπέτυχεν ὁ ὑποψήφιος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ
1052πρᾶξις αὕτη τοῦ Ὄθωνος ἦτο συνταγματικῶς μὲν νόμιμος,
1053πολιτικῶς ὅμως ἦτο πρᾶξις ἀσύνετος καὶ ἐστρέφετο κατὰ
1054τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ. Ὁ Ὄθων, ὁ λαοφίλητος μέχρι
1055τῆς στιγμῆς ἐκείνης, διὰ τὴν πίστιν αὐτοῦ πρὸς τὰ ἐθνικὰ
1056ἰδεώδη καὶ τὴν ἐθνικήν του πολιτικὴν καὶ τὴν προσωπικήν
1057του τιμιότητα καὶ ἠθικήν, ἤγειρεν ἀπὸ τῆς ἀσυνέτου ἐκείνης
1058διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἤγειρεν ἐναντίον του τὴν θύελλαν ἐ-
1059κείνην, ἥτις ἐπιταθεῖσα διὰ τῶν ἐπακολουθησασῶν ἐκνόμων
1060καὶ βιαίων ἐκλογῶν, ἐξεδηλώθη διὰ διαφόρων κινημάτων, μέ-
1061χρις οὗ ἐξέσπασε κατὰ τὸ 1862, ἀνατρέψασα καὶ αὐτὸν καὶ
1062τὴν δυναστείαν τῆς Βαυαρίας. Τίς δύναται νὰ ἀντείπῃ ὅτι,
1063ἂν ὁ Βασιλεὺς τότε εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ δύναται νὰ
1064διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἄνευ συμφώνου γνώμης τῆς Γερουσίας,
1065ὑπαρχούσης καὶ τότε, τίς δύναται νὰ ἀντείπῃ, λέγω, ὅτι ἐνδε-
1066χόμενον ἦτο νὰ μὴ συμφωνήσῃ εἰς τὴν αὐθαίρετον ἐκείνην
1067πρᾶξιν ἡ Γερουσία καὶ οὕτω καὶ ὁ Θρόνος τοῦ Ὄθωνος θὰ
1068ἐσώζετο καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος ἐθνικὸς κλυδωνισμὸς θὰ ἀπε-
1069φεύγετο; Περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ περιστατικοῦ τούτου νομίζω
1070ὅτι δύναται νὰ μαρτυρήσῃ καὶ ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος τοῦ Ὑ-
1071πουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔχει πολλὴν
1072σχέσιν καὶ εἶναι μία ἔνδοξος σελὶς τῆς μεγάλης πολιτικῆς
1073ἱστορίας τῆς οἰκογενείας του, διότι ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος τῆς
1074Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁποίου ἐστράφη ἡ
1075μῆνις τῆς Αὐλῆς, ἦτο ὁ ἀείμνηστος πατήρ του.
1076§34Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. Πρόεδρος;
1077§35Α. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἱστορικὸν γε-
1078γονός.
1079§36Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Γερουσία, κύριοι βουλευταί, παν-
1080ταχοῦ καθιερώθη ὡς ἀντίρροπον πρὸς ἰσορόπησιν τῶν δύο ἐ-
1081ξουσιῶν, τῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τῆς ἐ-
1082ξουσίας τῆς Βουλῆς. Ἡ διαίρεσις τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσω-
1083πείας εἰς δύο Σώματα εἶναι πλέον πολιτικὸν δόγμα ἐπικρατοῦν
1084εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη τοῦ κόσμου. Ἀλλά, κύριοι,
1085ἡ Γερουσία δὲν εἶναι θεσμὸς ὁ ὁποῖος ἐξευρέθη ἀπὸ τοὺς σημε-
1086ρινοὺς σοφούς, ἀπὸ τοὺς πολιτειολόγους ἢ τοὺς πολιτικοὺς
1087τοῦ σημερινοῦ ἢ τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Ἡ Γερουσία εἶναι
1088θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικός. Παρακολουθῶ ἐν τούτῳ
1089τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους κ. κ. Τσιτσεκλῆν καὶ Λαδᾶν,
1090οἵτινες ὡμίλησαν ἀμφότεροι περὶ τῆς Γερουσίας ἀπὸ Ἑλλη-
1091νικῆς ἀπόψεως, περιορισθέντες ὅμως μόνον εἰς τὰς δαπάνας
1092τὰς σχετικῶς ἐλαχίστας, ὡς ἤθελε συνεπαγάγει ἡ ἵδρυσίς
1093της, ἀπέναντι τῶν μεγάλων οἰκονομικῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁ-
1094ποῖα ἤθελον προκύψει ἐξ αὐτῆς εἰς τὴν καθόλου δημοσίαν οἰ-
1095κονομίαν τοῦ λαοῦ. Ἡ Βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν Ἀθήναις
1096ἤσκει οἷα δικαιώματα ἀσκεῖ σήμερον εἰς τοὺς πεπολιτισμένους
1097λαοὺς ἡ Γερουσία. Ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου οὐδὲν ἠδύνατο νὰ
1098ψηφίσῃ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου.
1099Ὁ Ἄρειος Πάγος ἠκύρου ἢ ἐκύρου τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐκ-
1100κλησίας τοῦ δήμου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τῆς
1101Γερουσίας τῆς Σπάρτης, ἥτις ἐθαυματούργει πολιτικῶς, ὁτὲ
1102μὲν διαλύουσα τὸν δῆμον παραφρονοῦντα, ὁτὲ δὲ φονεύουσα τὸν
1103Κλεομένην ἐπιδιώξαντα νὰ τυραννήσῃ.
1104§37Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1105Τὸν Κλεομένην;...
1106§38Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν Ἆγιν. Ἔχετε δίκαιον, κ. Ὑ-
1107πουργέ. Τὸν Ἆγιν, προσπαθήσαντα νὰ καταλύσῃ τοὺς νόμους
1108καὶ νὰ τυραννήσῃ.
1109§39Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1110Διὰ τὸν ἀναδασμὸν τῆς γῆς ἐφονεύθη ὁ Ἆγις.
1111§40Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὸν ἀνα-
1112δασμὸν τῆς Χώρας. Δηλαδὴ διὰ τὴν διανομὴν τῆς γῆς. Μέ-
1113τρον μπολσεβικικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημαγώγει τὸν λαὸν καὶ
1114ὅπερ ἀπέκρουεν ἡ Γερουσία ἐχομένη τῶν νόμων.
1115Εἶπον ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνι-
1116κός. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ περαιώσω τὸν λό-
1117γον μου νὰ σᾶς ἀναγνώσω μικράν τινα περικοπὴν τοῦ Πλου-
1118τάρχου, περικοπὴν ἀναφερθεῖσαν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὸν ἀξιότι-
1119μον ἀρχηγὸν τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν, περικοπὴν
1120εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδίδεται καὶ ὁλοκληροῦται ὁ θεσμὸς καὶ ἥ-
1121τις ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις καὶ ἀποστομώνει ὅλα
1122τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα καὶ παρέχει ἐναργῶς πραγματικὴν
1123καὶ μεγαλήγορον τὴν εἰκόνα τοῦ μεγαλείου τοῦ θεσμοῦ τῆς
1124Γερουσίας καὶ ἐξ ἧς ἐδόθη ἡ κατεύθυνσις εἰς ὅλας τὰς περὶ
1125Γερουσίας ἀντιλήψεις τοῦ σημερινοῦ κόσμου.
1126§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀκούσωμεν.
1127§42Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὸν βίον τοῦ Λυκούργου, τοῦ γνω-
1128στοῦ τοῖς πᾶσιν ἀναμορφωτοῦ καινομοθέτου τῆς Σπάρτης, ἀ-
1129ναφέρει ὁ Πλούταρχος ὅτι, ὅταν οὗτος μετὰ μακρὰν περιο-
1130δείαν ἀνὰ τὸν τότε πεπολιτισμένον κόσμον ἐπέστρεψεν εἰς
1131τὴν Σπάρτην, κληθεὶς ἵνα ρυθμίσῃ τὰ πολιτικὰ πράγματα
1132αὐτῆς καὶ δώσῃ εἰς ταύτην νόμους, πρώτη πρᾶξις τὴν ὁποίαν
1133ἔκαμεν ὁ Λυκοῦργος ἦτο νὰ συστήσῃ τὸν θεσμὸν τῶν Γερόν-
1134των, νὰ συστήσῃ δηλαδὴ τὴν Γερουσίαν. Λέγει λοιπὸν ὁ Πλού-
1135ταρχος (ἀναγινώσκει): «Πλειόνων δὲ καινοτομουμένων ὑπὸ
1136Λυκούργου πρῶτον ἦν καὶ μέγιστον ἡ κατάστασις τῶν γερόν-
1137των (ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας δηλαδή). Ἣν φασὶν ὁ Πλά-
1138των τῇ τῶν Βασιλέων ἀρχῇ φλεγμαινούσῃ μιχθεῖσαν καὶ γε-
1139νομένην ἰσόψηφον εἰς τὰ μέγιστα, σωτηρίαν ἅμα καὶ σωφρο-
1140σύνην παρασχεῖν. Αἰωρουμένη γὰρ ἡ Πολιτεία καὶ ἀποκλί-
1141νουσα νῦν μὲν ὡς τοὺς Βασιλεῖς ἐπὶ Τυραννίδα, νῦν δὲ ὡς τὸ
1142πλῆθος ἐπὶ Δημοκρατίαν, οἷον ἕρμα τὴν τῶν γερόντων ἀρ-
1143χὴν ἐν μέσῳ θεμένη καὶ ἰσορροπήσασα τὴν ἀσφαλεστέραν τά-
1144ξιν, ἔσχε καὶ κατάστασιν. Ἀεὶ τῶν ὀκτὼ καὶ εἴκοσι γερόντων
1145τοὺς μὲν Βασιλεῦσι προστιθεμένων, ὅσον ἀντιβῆσαι πρὸς Δη-
1146μοκρατίαν, αὖθις δὲ ὑπὲρ τοῦ μὴ γενέσθαι Τυραννίδα τὸν δῆ-
1147μον ἀναρρυνέντας».
1148Ἔχοντες λοιπόν, κύριοι βουλευταί, τοιαῦτα διδάγματα ἐκ
1149τῆς Ἱστορίας τῶν ἡμετέρων προγόνων περὶ τοῦ ὑψηλοῦ προο-
1150ρισμοῦ τῆς Γερουσίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀρρωδήσωμεν διὰ
1151τὴν σύστασιν ταύτης, ἀλλὰ πρέπει νὰ συγκροτήσωμεν αὐτήν,
1152ἐν τῇ πλήρει πεποιθήσει ὅτι θεσμός, ὅστις τοσαύτην ἔχει ἀρ-
1153χὴν καὶ εὐδοκιμεῖ εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸν πεπολιτισμένον δὲν
1154εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτύχῃ παρ’ ἡμῖν. (Χειροκροτήματα).
1155§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
1156§44Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐλέχθησαν, κύριοι βουλευταί, πλέον
1157ἢ ἀρκετὰ διὰ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Δὲν νομίζω ἄσκοπον
1158νὰ δοθῇ καὶ μία εἰκών, ἐκ τῶν πραγμάτων, τῆς μελλούσης Γε-
1159ρουσίας. Δὲν χρειάζεται νὰ ἔχῃ τις οὔτε μαντικὴν δύναμιν,
1160δὲν χρειάζεται ἐπίσης νὰ ἔχῃ τὴν προφητικὴν δύναμιν διὰ νὰ
1161ἀντιληφθῇ καὶ διὰ νὰ κατανοήσῃ σαφῶς ποία θὰ εἶναι ἡ ὑπό-
1162στασις καὶ ἡ ὑφὴ τῆς μελλούσης πρώτης Γερουσίας. Εἶμαι
1163πεπεισμένος ἀπολύτως ὅτι, ἂν κανεὶς λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ
1164ὅσα ἐλέχθησαν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς πραγματικὰς συνθή-
1165κας καὶ περιστάσεις θελήσῃ νὰ ἀπεικονίσῃ καὶ εἰς φωτογρα-
1166φίαν ἀκόμη τὴν εἰκόνα τῆς μελλούσης, λέγω, Γερουσίας,
1167εἶμαι, κύριοι, ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι θὰ ἔχῃ ἀκρι-
1168βεστάτην τὴν φωτογραφίαν αὐτῆς. Ποῖον εἶναι τὸ γεγονός,
1169κύριοι, τὸ γεγονὸς τὸ ἀναμφισβήτητον, τὸ γεγονὸς τὸ ἀπορ-
1170ρέον ἐκ τῶν πραγμάτων; Εἶναι τοῦτο τὸ ὁποῖον θὰ εὕρητε,
1171ἂν ἐξετάσητε ὅλοι τὸν ἑαυτόν σας. Ἂν ὅλοι γενικῶς ἐξετά-
1172σητε τί θὰ συμβῇ εἰς τοὺς νομοὺς ἔνθα εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν
1173ἐξελέγη, εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως πλέον ὅτι εἰς ὅλους
1174τοὺς νομοὺς προώρισται νὰ ἐκλεγῶσιν ὡς γερουσιασταὶ οἱ ἀ-
1175ποτυχόντες βουλευταί. Δὲν ὑπάρχει εἰς τοῦτο νομίζω οὐδεμία
1176ἐξαίρεσις.
1177§45Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
1178Καμμία ἀμφιβολία.
1179§46Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει, λέγω, ἀμφιβολία ὅτι ὅλοι
1180γενικῶς οἱ βουλευταὶ ἔχουσιν ὑποσχεθῆ νὰ ὑποστηρίξωσιν ὡς
1181γερουσιαστὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ των ἀπέ-
1182τυχε κατὰ τὰς παρούσας ἐκλογάς.
1183§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν διάφοροι τρόποι ἐκλογῆς.
1184§48Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατὰ 80% θὰ
1185γίνῃ ἀμέσως. Ὅταν λοιπὸν ἐρωτήσητε ὑμεῖς αὐτοὶ τὸν ἑαυ-
1186τόν σας περὶ τῶν συνδυασμῶν οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἐπὶ κομ-
1187ματικῶν κεφαλαίων, ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ συνδυασμοὶ τῶν ἐ-
1188παρχιῶν, θὰ καταλήξητε μετὰ πεποιθήσεως ἀκραδάντου ὅτι
1189ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθῃ Γερουσία δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο
1190παρὰ ἓν συνέδριον τῶν πρώτων ἐπιλαχόντων βουλευτῶν. Καὶ
1191ἄν, κύριοι, τοῦτο εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, δὲν εἶναι προ-
1192τιμώτερον νὰ τοὺς καλέσωμεν ἀπὸ τοῦδε δι’ ἑνὸς ψηφίσματος,
1193ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συχνότατα ἐκδίδονται, νὰ τοὺς καλέσω-
1194μεν νὰ λάβωσι μέρος ἀπὸ τοῦδε εἰς αὐτήν; Διότι δὲν θὰ ἔχῃ
1195οὐδεμίαν τὸ πρᾶγμα ἀξίαν, ἂν ὑπάρχουν καὶ ἐλάχισται ἐξαι-
1196ρέσεις. Ἡ βάσις εἶναι—τὸ τονίζω καὶ πάλιν—ὅτι ἡ μέλλου-
1197σα νὰ συνέλθῃ Γερουσία θὰ εἶναι τοὐλάχιστον κατὰ τὰ 80%
1198ἐκ τῶν πρώτων ἢ δευτέρων ἐπιλαχόντων βουλευτῶν.
1199Αὐτὴ εἶναι λοιπόν, κύριοι, ἡ φωτογραφία τῆς μελλούσης
1200νὰ συνέλθῃ Γερουσίας καὶ ὅταν ἔχετε τοιαύτην φωτογραφίαν,
1201ἔχετε ἐπιτακτικὴν τὴν ὑποχρέωσιν, ἐκπληροῦντες καθῆκον
1202καὶ ἐπιβεβαιωτικὴν καὶ ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπητε ὅτι τοιαύ-
1203τη Γερουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Κράτος τὸ
1204Ἑλληνικὸν ὅπως σήμερον εὑρίσκεται καὶ εἰδικῶς εἰς τὰς ση-
1205μερινὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται, αὐξά-
1206νουσα καταπληκτικῶς μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν καὶ
1207ἀλλάζουσα ἁπλῶς τὰ ὀνόματα. Ὡμίλησαν πρὸς ὑποστήρι-
1208ξιν τῆς Γερουσίας καὶ ἔφθασαν καὶ μέχρι Πλουτάρχου, Ἀ-
1209ριστοτέλους καὶ ἄλλων. Ὡμίλησαν δι’ ὅλης τῆς ἀρχαιό-
1210τητος, λησμονοῦντες ὅτι αἱ συνθῆκαι καὶ αἱ περιστάσεις ἐν
1211τῇ διαδρομῇ τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν δὲν εἶναι αἱ αὐταί. Ὡμί-
1212λησαν ἐπιπροσθέτως ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ὑπάρχει Γε-
1213ρουσία ὑπὸ διαφόρους μορφάς. Δὲν ἐνόμισαν ὅμως διότι δὲν πι-
1214στεύουν εἰς τὸ γεγονὸς ἀπὸ τῆς καθαρᾶς Ἑλληνικῆς ἀπό-
1215ψεως, δὲν ἐνόμισαν, λέγω καὶ δὲν ἀνέλυσαν τὰ γεγονότα καὶ
1216δὲν εἶδον ὅτι, ὅταν ποτὲ ἐγένετο ἀπόπειρα τῆς συστάσεως τῆς
1217Γερουσίας, ταυτοχρόνως ἐξεγείρετο καὶ κραυγὴ καὶ κατα-
1218κραυγὴ ἐναντίον ταύτης καὶ ὅταν ἐπί τι χρονικὸν διάστημα ἐ-
1219δοκιμάσθη ἡ Γερουσία κατέπεσε μετὰ πατάγου. Ἐγένετο ἓν
1220Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπολύτως πιεστικόν, ἐγένετο Σῶμα
1221βραδυκίνητον, ἀρτηριοσκληρωτικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐδώσαμεν
1222τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν τῆς βουλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
1223Καὶ ἂν ἀκόμη ὑπὸ ἄλλην μορφὴν καὶ ἂν ἀκόμη ὑπὸ ἄλλην
1224σύνθεσιν καὶ ἂν ἀκόμη ὑπὸ ἄλλην ἐκλογὴν καταλήξωμε, εἰς
1225μίαν νέαν Γερουσίαν, τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι τὰ αὐτά, διό-
1226τι, ἐφόσον πρόκειται ἡ ἐκλογὴ νὰ εἶναι ἄμεσος καὶ καθολική,
1227ὅπως σήμερον καθορίζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν θὰ παρα-
1228λάσσῃ ἀπὸ τὴν σημερινὴν Βουλήν. Καὶ ἀντιθέτως ἂν ὁ τρόπος
1229τῆς ψηφοφορίας εἶναι ἔμμεσος, πάλιν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα
1230θὰ ἔχωμεν, ἂν καὶ ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν τάξεις, διότι μόνον
1231ὅταν ὑπάρχουν τάξεις τὰς ὁποίας θὰ ἐκπροσωπῇ μία Γερου-
1232σία, τότε ἀκριβῶς αὕτη στηρίζεται ἐπὶ πραγματικῶν περιστα-
1233τικῶν, ἐπὶ πραγματικῶν προϋποθέσεων καὶ ἐν τοιαύτῃ περι-
1234πτώσει ἐξυπηρετεῖ τὸν πραγματικὸν σκοπόν. Ἂν βέβαια ὑ-
1235πῆρχε καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα μία τάξις ἀριστοκρατική, ἂν
1236εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχε μία ἀριστοκρατία τοῦ πλούτου, τότε
1237βέβαια θὰ εἶχε λόγον καὶ ἡ Γερουσία, ἵνα τὴν ἔχωμεν ὡς ἀν-
1238τίρροπον εἰς τὴν λαϊκὴν βούλησιν, τότε καὶ μόνον τότε, λέγω,
1239θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι ἡ Γερουσία ἔχει νὰ ἐπι-
1240τελέσῃ σκοπόν. Ὅπως ὅμως τὴν κατασκευάζετε, παίζετε μὲ
1241τὰς λέξεις. Λέγετε ὅτι θέλομεν καὶ μίαν ἄλλην Βουλήν, ὡς
1242τὴν ὁποίαν δίδετε ἁπλῶς καὶ μόνον ἓν ἄλλο ὄνομα. Ἐφόσον
1243λοιπὸν τίθεται ὁ αὐτὸς τρόπος ἐκλογῆς, εἶναι κατὰ σειρὰν
1244λογικὴν τὸ πόρισμα τὸ αὐτό. Ὅταν παρὰ τοῦ λαοῦ θὰ ἐκλέ-
1245γωνται καὶ διὰ αὐτοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκλέγονται καὶ
1246οἱ βουλευταὶ καὶ ὅταν δὲν πρόκειται νὰ ἐκπροσωπήσουν ἄλλο
1247τι, εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτε-
1248λέσματα.
1249Προσέθεσαν, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένοι λόγοι καὶ ὡ-
1250ρισμένα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς Γερουσίας. Ἓν ἐξ αὐτῶν εἶ-
1251ναι ὅτι ὑπάρχει ὁ διαχωρισμός, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ τρόπου τῆς
1252ἐκλογῆς, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐκλέγωνται διὰ καθολικῆς ψηφοφο-
1253ρίας παρὰ Σωματείων ἢ διαφόρων κοινωνικῶν ὀργανώσεων
1254καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει γεννᾶται τὸ ζήτημα ποῖον Σῶμα
1255θὰ ἔχῃ μεγαλύτερον κῦρος, ἐφόσον καὶ τὰ δύο θὰ ἐκλέγωνται
1256παρὰ τοῦ λαοῦ, ὅπως καὶ πρέπει νὰ ἐκλέγωνται;
1257Εἶπον ἐπίσης ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ νομοπαρασκευαστικὰ καθήκον-
1258τα. Τοῦτο εἶναι μία ἁπλῆ περιττολογία. Ἐφόσον, κύριοι, τίθε-
1259ται ὑπὸ συζήτησιν καὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ Συμβούλιον
1260τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἔχει κανένα ἀπολύτως λόγον ὑπάρ-
1261ξεως ἡ Γερουσία. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀκριβῶς
1262τίθεται διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον θέτομεν
1263εἰς τὴν Γερουσίαν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀ-
1264νάγκη ἐπιτακτικὴ διὰ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν καὶ τὸ Συμ-
1265βούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρέπει βεβαίως νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ
1266πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὄχι διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος νομοθετικοῦ Σώμα-
1267τος, ὅπως καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ—
1268ὅπως καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ—κῦρος συμβουλευτικόν. Ἡ Γερου-
1269σία, ὅπως τὴν ἐννοεῖτε, θὰ εἶναι εἷς περιορισμὸς τῆς λαϊκῆς
1270θελήσεως καὶ οὐχὶ ἁπλῶς συμβουλευτικὸν Σῶμα. Ὡς συμ-
1271βουλευτικὸν Σῶμα θὰ ἐλειτούργει ἄριστα, ἀλλὰ τότε δὲν θὰ
1272ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Εἶ-
1273ναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας, κύριοι, ὅτι ἅμα ὡς ψηφισθῇ τὸ Συμ-
1274βούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ καὶ ἂν ἀκόμη διαρρυθμισθῶσιν
1275ἐπὶ τὸ τελειότερον τὰ περὶ Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν
1276κρατοῦντα, θὰ ἔχωμεν πλέον ἢ ἀρτίαν τὴν ἐμφάνισιν τῶν νό-
1277μων εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν Σῶμα. Ὅταν, λέγω, διαρρυθμι-
1278σθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ περὶ Κοινοβουλευτικῶν Ἐπι-
1279τροπῶν καὶ συνδυασθῶσιν, ἂν θέλητε, καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον
1280τρόπον μὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τότε εἶναι ἐκτὸς
1281ἀμφιβολίας ὅτι παράγεται πόρισμα ἀσφαλές, ὅτι περὶ Γερου-
1282σίας δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γίνεται λόγος, διότι ὁ περιο-
1283ρισμὸς αὐτῆς θὰ ἐκπληροῦται καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν διὰ
1284τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
1285Ἐν ἀπειρίᾳ ἄλλων ἐπιχειρημάτων ἐλέχθη ὅτι θὰ εἶναι καὶ
1286εἷς φραγμὸς εἰς τὴν πολυνομίαν. Αὐταὶ εἶναι λέξεις κεναὶ
1287ἐννοίας. Θὰ εἶναι φραγμὸς εἰς τὴν πολυνομίαν, τῆς ὁποίας
1288θὰ ἐπεκτείνῃ τὰ χρονικὰ ὅρια. Ἡ πολυνομία δὲν θὰ λείπῃ,
1289διότι δὲν θὰ ἐμποδίζῃ καθόλου τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νόμων καὶ
1290τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ
1291Γερουσία, μόνον θὰ μειώνῃ τὰ χρονικὰ ὅρια καὶ θὰ ἐμποδίζῃ
1292πολλάκις τὴν ταχεῖαν ἐφαρμογὴν ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ εἶ-
1293ναι ἀπαραίτητον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον. Ἀντὶ λοι-
1294πὸν νὰ συντρέχῃ ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἓν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς
1295Γερουσίας, προκύπτει τοὐναντίον ἓν ἐπιχείρημα μέγα ἐναντίον
1296τῆς Γερουσίας.
1297Ὡμίλησαν, κύριοι, καὶ περὶ παντοδυναμίας τοῦ Πρωθυ-
1298πουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν προσέξητε εἰς τὰ πράγματα, θὰ ἴδητε ὅτι
1299ἡ Ἑλλὰς δὲν πάσχει ἀπὸ παντοδυναμίαν Πρωθυπουργῶν,
1300ἀλλὰ πάσχει ἀπὸ ἀδυναμίαν Ὑπουργῶν. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ
1301Πρωθυπουργὸς κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ φέρῃ καὶ νὰ ἄγῃ τὸ Κοινο-
1302βούλιον. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Πρωθυπουργὸς κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ
1303μετεχειρίσθη τὴν δύναμίν του διὰ νὰ ἄγῃ τὸ Κράτος κατὰ
1304κρημνῶν. Ὑπῆρξαν πάντες οἱ Πρωθυπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος
1305πρότυπα, ἂν θέλητε, σωφρόνων ἀνδρῶν. Δὲν ἔχομεν παράδειγ-
1306μα κανενὸς Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ ὡδήγησε τὴν Ἑλλά-
1307δα εἰς τὸ βάραθρον. Ὁμιλῶ περὶ τῶν Πρωθυπουργῶν, οἱ ὁ-
1308ποῖοι ἀπέρρεον ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, οἱ ὁποῖοι ἐστηρί-
1309χθησαν πάντοτε ἐπὶ τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἐξαιρῶ ἄλλους,
1310οἱ ὁποῖοι τεχνηέντως ἥρπαζον τὴν Ἐξουσίαν. Δὲν θέλω κἂν
1311νὰ τοὺς ἐξετάσω. Δὲν ἐδείχθη λοιπὸν πρωθυπουργικὴ παντο-
1312κρατορία, ἀλλὰ μᾶλλον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς μία εὐθιξία
1313κοινοβουλευτική. Ἔπασχον ἀπὸ ἔλλειψιν θελήσεως, ἂν θέλητε,
1314εἶχον εὐθιξίαν τινὰ ὑπὲρ τὸ δέον κοινοβουλευτικήν.
1315§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προτέρημα.
1316§50Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πάντως προτέρημα. Δὲν ὑπῆρξε λοι-
1317πὸν ποτέ, ὅσον ἰσχυρίσθησαν τινές, παντοδυναμία κοινοβουλευ-
1318τικὴ καὶ μάλιστα τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάζῃ νὰ
1319λάβωμεν μέτρα κατ’ αὐτῆς. Ἐφόσον, κύριοι, δὲν θέλομεν νὰ
1320παίξωμεν μὲ τὰς λέξεις, ἐφόσον θέλομεν νὰ λέγωμεν τὰ σῦκα,
1321σῦκα, ἐφόσον θέλομεν νὰ λέγωμεν τὰ πράγματα ὅπως εἶναι,
1322δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν γεγονότα ἀνύπαρκτα. Προκα-
1323λῶ οἱονδήποτε ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστηρίχθη-
1324σαν ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου, νὰ μᾶς εἴπωσι ποῖον εἶναι
1325τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ φέροντος τὸ
1326Κράτος κατὰ κρημνὸν λόγῳ τῆς παντοδυναμίας τῆς κοινο-
1327βουλευτικῆς, ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ λάβωμεν μέτρα κατ’
1328αὐτῆς καὶ νὰ θεσπίζωμεν θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἀντίκεινται ἄντι-
1329κρυς πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Ἂς μοὶ εἴπωσι γεγονότα. Δὲν
1330ἠμποροῦμεν νὰ στηρίξωμεν ἐπιχειρήματα ἐπὶ ἀνυπάρκτων γε-
1331γονότων. Εἶπον καὶ μερικὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα
1332κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ἔχουν σοβαρότητα. Εἶπον ὅτι εἶναι
1333χρήσιμος ἡ Γερουσία διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δη-
1334μοκρατίας. Τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον θέτουν εἰς τὴν Γερουσίαν,
1335τὸν λαμβάνουν ὡς δεδομένον καὶ λέγουν ὅτι εἶναι χρήσιμος ἡ
1336Γερουσία διὰ τοῦτον τὸν σκοπόν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουρ-
1337γήσωμεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκπληρῇ τοῦτον τὸν προορι-
1338σμὸν καὶ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἐνεργηθῇ
1339ἡ λειτουργία αὐτή. Πρέπει νὰ συστηθῇ ἡ Γερουσία, διότι εἰς
1340τὴν Γερουσίαν θὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν δύναμιν καὶ ἐπειδὴ θὰ
1341δώσωμεν εἰς τὴν Γερουσίαν αὐτὴν τὴν δύναμιν, διὰ τοῦτο πρέ-
1342πει νὰ δώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν δύναμιν. Εἶναι βεβαίως εἷς
1343φαῦλος κύκλος. Δὲν φαντάζομαι ὅτι σοβαρῶς δύναται νὰ ὑπο-
1344στηριχθῇ ὅτι πρέπει νὰ συσταθῇ ἡ Γερουσία, διότι θὰ χρησι-
1345μεύῃ εἰς τὸ νὰ ἐκλέγηται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Τὸ
1346πρᾶγμα θίγει βεβαίως τὰ ὅρια ὄχι τοῦ σοβαροῦ. Χίλιοι τρόποι
1347εἶναι δυνατοί, δι’ ὧν ἐκλέγεται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρα-
1348τίας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλέγηται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρα-
1349τίας ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ ἀπὸ τὸν λαόν, ὅπως γίνεται εἰς τὴν
1350Ἀμερικήν, ἢ ἀπὸ ὀργανώσεις, ἀπὸ Σωματεῖα, ἀπὸ Νομαρ-
1351χιακὰ Συμβούλια, ἀπὸ Κοινοτικὰ Συμβούλια. Ἐφόσον θέλο-
1352μεν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους,
1353νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, βεβαίως ἔχομεν
1354χιλίους τρόπους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκφράζουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν.
1355Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ συστήσωμεν ἓν Σῶμα
1356ἀριστοκρατικόν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δώσωμεν τὴν ἔκφρασιν τῆς
1357λαϊκῆς θελήσεως.
1358Λέγουσι καὶ ἄλλο ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῇ ἡ Γερου-
1359σία διὰ νὰ εἶναι γνωμοδοτικὸν Σῶμα διὰ τὴν διάλυσιν τῆς
1360Βουλῆς. Τὴν αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδω καὶ εἰς τὸ
1361προηγούμενον ἐπιχείρημα, ἀποδίδω καὶ εἰς τὸ δεύτερον. Νὰ
1362συστήσωμεν τὴν Γερουσίαν διὰ νὰ γνωμοδοτῇ διὰ τὴν διάλυ-
1363σιν τῆς Βουλῆς· νὰ συστήσωμεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ προέρ-
1364χηται ἀπὸ τὴν συναλλαγὴν ἐπίσης, διότι καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ
1365σᾶς εἴπω, νὰ συστήσωμεν ἕνα πολύποδα ὠδωδότα, ὅπως προσ-
1366φυέστατα τὸν ὠνόμασεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, ἕνα τοιοῦτον πολύ-
1367ποδα, ἡ δυσοσμία τοῦ ὁποίου θὰ καταπνίξῃ τὴν Ἑλλάδα, διὰ
1368νὰ μᾶς δίδῃ τὴν γνώμην του, ὅταν πρόκειται νὰ διαλυθῇ ἡ
1369Βουλή. Τί νὰ ἀπαντήσῃ κανεὶς εἰς τοῦτο;
1370Ὅταν θὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ ὑπάρχει ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων,
1371ὁ ὁποῖος ἂν δὲν νομίζῃ τὸν ἑαυτόν του ἱκανὸν νὰ κρίνῃ ἂν
1372πρέπῃ νὰ διαλυθῇ ἢ ὄχι ἡ Βουλὴ ἂς ἐρωτήσῃ ἕνα ἄλλον, ἂς
1373καταρτίσῃ ἓν Συμβούλιον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἑκατὸ
1374ἀνθρώπους, ἓν πρυτανεῖον διὰ νὰ μᾶς δώσουν τὴν γνώμην των
1375ἂν πρέπῃ νὰ διαλυθῶμεν. Πρὸ μικροῦ ἤκουσα ἀναφερόμενον τί
1376γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ σειρὰν ὁλόκληρον τοῦ τί θὰ
1377ἐγίνετο ἂν ὑπῆρχε Γερουσία. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι, πρὸ παντὸς
1378νὰ στρεφώμεθα εἰς τὴν ἄποψιν τὴν Ἑλληνικήν, νὰ λάβωμεν
1379διδάγματα ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως καὶ νὰ ψυχολογήσω-
1380μεν καὶ διαγνώσωμεν ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸν θεσμὸν τοῦτον τὸν
1381θέλῃ ὁ λαός. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ λαὸς ἔχει ἄκρως ἀντί-
1382θετον γνώμην. Βεβαίως, δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ ἐπιχείρημα τῶν
1383δαπανῶν, ἀλλὰ εἰς τὰς παρούσας στιγμὰς πρέπει νὰ ληφθοῦν
1384καὶ αὐταὶ ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι μία κολοσσιαία δαπάνη τὴν
1385στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν σκεπτώμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν
1386σύνταξιν τῆς μητρὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν ἐν πολέμῳ, ὅ-
1387ταν μάλιστα λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι παρ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων θὰ ἐκ-
1388λέγηται ἡ Γερουσία καὶ συνεπῶς καὶ αὕτη θὰ ὑπόκειται εἰς
1389τὴν συναλλαγὴν καὶ θὰ ζητήσουν οἱ γερουσιασταὶ εἰς τὰς ἐ-
1390παρχίας τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Α καὶ τοῦ Β, διότι ἄνευ τούτου
1391δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ θὰ
1392εἰσέλθουν ἐπ’ ἀνταλλάγματι καὶ συνεπῶς θὰ εἶναι δοῦλοι τῆς
1393συναλλαγῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζω ὅτι πρέ-
1394πει νὰ γίνεται λόγος περὶ τῆς Γερουσίας. Ἔχω λοι-
1395πόν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἀκλόνητον πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ
1396ἀφωσιωμένη εἰς τὸ ὕφος τῆς θέσεώς της θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ
1397ψῆφον καταδικαστικὴν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ
1398λαϊκὴ θέλησις πρέπει νὰ ἐκδηλώνηται ὅσον τὸ δυνατὸν τε-
1399λείως ἄνευ φραγμῶν.
1400§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1401§52Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι μετὰ πολ-
1402λοῦ δισταγμοῦ ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐκθέσω τὴν γνώ-
1403μην μου ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Διότι μετὰ δύο
1404δεκάδας συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος
1405τούτου, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπονημένη καὶ
1406δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἀκούσῃ. Ἐν τούτοις, προκειμένου
1407περὶ τόσον οὐσιώδους θεσμοῦ, νομίζω ὅτι δικαιολογημένη εἶναι
1408ἡ συμμετοχὴ πολλῶν συναδέλφων εἰς τὴν συζήτησιν, ἂν ὄχι
1409δι’ ἄλλον τινα σκοπόν, τουλάχιστον διὰ νὰ χωρίσουν τὴν ἑαυ-
1410τῶν γνώμην καὶ ψῆφον ἀπὸ τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθε-
1411λον τυχὸν νὰ σκέπτωνται ἄλλως. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον προσθέτω ὅτι
1412εἶναι συγκεχωρημένη ἡ περαιτέρω συζήτησις ὑπὸ τὴν προϋ-
1413πόθεσιν ὅτι ὁ προτιθέμενος νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἔχει
1414νὰ εἴπῃ τι νέον πρὸς αὐτὴν εἴτε ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας
1415εἴτε κατ’ αὐτοῦ, ἐφόσον πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ
1416κατὰ τῆς Γερουσίας δὲν ἀνεπτύχθησαν, ὡς νομίζω, ἐπαρκῶς.
1417Ἂν λοιπὸν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἀνῆλθον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι
1418θὰ στέρξῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην, καθόσον
1419προτίθεμαι ἀπὸ ἄλλης ἐντελῶς ἀπόψεως νὰ ἐξετάσω τὸ ζή-
1420τημα. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἐξετάσω ἐν πρώτοις τὸ θέμα ἀπὸ τῆς
1421ἀρνητικῆς του ἀπόψεως, ἤτοι τῆς ἀπόψεως τῶν λόγων, δι’
1422οὓς ἀποκρούεται ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας.
1423Καὶ στρέφω ἐν πρώτοις τὴν προσοχήν μου εἰς τὴν ἀντίρρη-
1424σιν, ἡ ὁποία προβάλλεται κατὰ τῆς καθιερώσεως τῆς Γερου-
1425σίας ὡς δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος παρ’ ἡμῖν, εἰς τὴν ἀν-
1426τίρρησιν, τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τοῦ λόγου, περὶ τοῦ ὁποίου οὐ-
1427δεὶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τάχα οἱ ὑποστηρίζοντες
1428τὴν καθιέρωσιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος παρ’ ἡμῖν
1429ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι οἱονεὶ διά τινος μαγικῆς ῥάβδου θὰ με-
1430ταβληθοῦν τὰ πολιτικὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν καὶ θὰ ἀνατείλῃ
1431νέος αἰὼν εὐδαιμονίας διὰ τὴν Ἑλλάδα εὐθὺς ὡς καθιερωθῇ
1432ἡ Γερουσία. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κύριοι, τοιαύτη τις ἐλ-
1433πὶς θὰ ἦτο παράλογος καὶ ἀσυγχρόνιστος ἐντελῶς. Οὐδεὶς
1434φρονεῖ ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι κεκλημένη, εὐθὺς ὡς καθιερωθῇ,
1435νὰ μεταβάλῃ τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ
1436καὶ ἐν συνόλῳ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ δημιουρ-
1437γήσῃ ἐντελῶς νέας ἀντιλήψεις, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ προσδοκῶ-
1438μεν τὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Δὲν εἶναι προω-
1439ρισμένη ἡ Γερουσία, κύριοι,—ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν—νὰ ἐπι-
1440τύχῃ τοιοῦτον θαῦμα. Ἡ Γερουσία καλεῖται σήμερον μᾶλλον,
1441ὅτε εὑρισκόμεθα ὑπὸ μεταβολὴν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος,
1442νὰ δημιουργήσῃ τοὺς ἀπαραιτήτους ὅρους τῆς κοσμίας καὶ κα-
1443λῆς περαιτέρω διεξαγωγῆς τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Διότι, ἂν
1444ἡ Γερουσία, ὅπως μαρτυρεῖ τὸ παράδειγμα πολλῶν ἄλλων
1445ἐθνῶν καὶ ὑπὸ πολιτεύματα Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ἐ-
1446θεωρήθη θεσμὸς ἀναγκαῖος δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποβαί-
1447νει θεσμὸς σχεδὸν ἢ αὐτὸ τοῦτο ἀπαραίτητος εἰς πολιτεύματα
1448ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας. Ἂν ὑπὸ πολιτεύματα Βασιλευο-
1449μένης Δημοκρατίας ὁ ἕτερος τῶν νομοθετικῶν παραγόντων
1450ἐνσωματοῦται ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἀνάγκη
1451σήμερον, εἶναι ἀπαραίτητον ὑπέρ ποτε ἄλλοτε σήμερον, νὰ
1452δημιουργηθῇ ὁ ἕτερος οὗτος παράγων ἀντὶ τοῦ ἐκλιπόντος νο-
1453μοθετικοῦ παράγοντος, ἵνα ἐπὶ δυσὶν ἀγκύραις, ὅπως ἔλεγε
1454καὶ ἀρχαῖος σοφός, στηρίζηται ἀσάλευτος ἡ Δημοκρατικὴ
1455Πολιτεία εἰς τὸ μέλλον.
1456Πῶς ἄλλως θὰ ἀναπληρώσωμεν τὸν ἐκλιπόντα νομοθετικὸν
1457παράγοντα τοῦτον; Ἄν τις τῶν κ. κ. συναδέλφων ἢ ἂν ἡ σο-
1458φία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εὗρεν ἕτερον μέσον διὰ τὴν συμπλή-
1459ρωσιν καὶ τὴν ἀρτιότητα τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, θὰ ἤμην
1460πρόθυμος νὰ ἀκολουθήσω αὐτόν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἡ σοφία
1461τοῦ πολιτικοῦ κόσμου δὲν εὗρεν ἄλλο μέσον καὶ τρόπον διὰ
1462τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος εἰμὴ τοῦτον: τὴν
1463καθιέρωσιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ
1464χρησιμεύσῃ ὡς διϋλιστήριον τῶν νόμων καὶ τὸ ὁποῖον, καίτοι
1465θὰ ἔχῃ ἠλαττωμένην τὴν νομοθετικὴν καὶ πολιτικὴν δύναμιν,
1466ἐν τούτοις, ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν θὰ ἀποβῇ παρ’ ἡμῖν
1467ἄχρηστον, ὅπως δὲν ἀπέβη ἄχρηστον καὶ ἀλλαχοῦ.
1468Ἀλλὰ κατηγορεῖται ὁ θεσμὸς οὗτος ὡς θεσμὸς ἀναχρονι-
1469στικός, ὡς θεσμός, ὅστις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ ὑπόλειμμα
1470καθεστώτων παλαιῶν, σκοτεινῶν αἰώνων, γέννημα καὶ δη-
1471μιούργημα τάξεως κοινωνικῆς ἐντελῶς ἀλλοίας ἀπὸ ἐκεί-
1472νης, ἥτις ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, διαφόρου συγκροτήσεως τοῦ κοι-
1473νωνικοῦ Σώματος, καταστάσεως κοινωνικῆς, ὑπὸ τὴν ὁποίαν
1474ὁ λαὸς δὲν ἐμφανίζεται ὡς ἓν σύνολον συμπαγές, ὁμοιογενές,
1475τὴν αὐτὴν ψυχὴν ἔχων, ἀλλὰ ὡς ἓν σύνολον διῃρημένον εἰς τά-
1476ξεις εὐγενῶν καὶ εἰς τάξεις πληβείων. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο βε-
1477βαίως νὰ διαπιστώσῃ τις τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν θὰ ἠδύ-
1478νατο νὰ τὸ ἀρνηθῇ καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο, κατ’ ἀκολουθίαν, νὰ
1479ἀντείπῃ ὅτι ἀληθῶς εἶναι θεσμὸς ἡ Γερουσία, ὅστις τὴν κα-
1480ταγωγὴν αὐτοῦ ἕλκει ἐκ τοιούτων τινῶν κοινωνικῶν περιστά-
1481σεων. Καὶ ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἀρχέτυπον τοῦ κοινοβουλευ-
1482τικοῦ πολιτεύματος, τὸ Ἀγγλικόν, καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν ὅτι
1483τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ καταγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας.
1484Ἀλλὰ, μόλον τοῦτο, κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἔρευνα περὶ τὴν
1485καταγωγὴν καὶ τὴν πρώτην γέννεσιν τοῦ θεσμοῦ ἀποτελεῖ
1486τὸ ἀσφαλὲς καὶ μόνον κριτήριον περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ
1487θεσμοῦ. Συνομολογῶ μετὰ τῶν προβαλλόντων τὸ τοιοῦτον ἐπι-
1488χείρημα ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ διΐσταμαι ῥιζικῶς
1489πρὸς τὴν γνώμην αὐτῶν ὅτι σήμερον, ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι, δὲν εἶ-
1490ναι δυνατὸν νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς ὁ τοιοῦτος θεσμὸς ἕνεκα τῆς
1491ἀπηρχαιωμένης καταγωγῆς του. Ἡ καταγωγὴ οὐδὲν ἔχει νὰ
1492κάμῃ, κύριοι. Ὅταν ἐξετάζωμεν τὴν χρησιμότητα ἑνὸς θε-
1493σμοῦ, ἡ καταγωγὴ τοῦ θεσμοῦ, καὶ ἂν βυθίζηται εἰς τὰ βάθη
1494τῶν αἰώνων, καὶ ἂν ἀπορρέῃ ἐξ ἄλλων λόγων, οἵτινες ὑπηγό-
1495ρευσαν τότε τὴν καθιέρωσιν αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἐξασκήσῃ
1496καμμίαν ἐπιρροὴν εἰς τὴν κρίσιν μας καὶ μόνον τὸ ἐπίκαιρον
1497καὶ τὸ σκόπιμον αὐτοῦ δέον νὰ ἐξετάσωμεν. Ποῖοι ἦσαν οἱ λό-
1498γοι, οἵτινες ἀρχῆθεν ἐπέβαλλον τὴν εἰσαγωγὴν ἑνὸς θεσμοῦ,
1499μιᾶς τάξεως πολιτικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον οἱ ὅροι οἱ κοι-
1500νωνικοὶ δὲν συντρέχουσιν ὁμοίως ὅπως τότε, μᾶς εἶναι ἀδιά-
1501φορον. Θὰ εἶναι δὲ ἀναγκαῖον μόνον νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τῆς ἀ-
1502πόψεως τῆς ἐνεστώσης χρησιμότητός του ὁ θεσμός. Καὶ ἂν
1503θὰ μοὶ ἐπιτρέπατε νὰ φέρω ἓν παράδειγμα, πλὴν ἐκείνου, τὸ
1504ὁποῖον ἐπεκαλέσθη προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευ-
1505τής, θεσμοῦ ἔχοντος καὶ ἕλκοντος τὴν καταγωγὴν αὐτοῦ
1506ἀπὸ ἐντελῶς ἄλλην μορφὴν καὶ πρὸς ἄλλον σκοπὸν καὶ ὁ ὁ-
1507ποῖος, σὺν τῷ χρόνῳ, ἀπέβη καὶ ἐξειλίχθη οὕτως ὥστε νὰ
1508ἀποβῇ χρήσιμον, χρησιμότατον ὄργανον τῆς Πολιτείας ἐν γέ-
1509νει, ἄν, λέγω, δὲν ἀνέφερον τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐπε-
1510καλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, τοῦ Συμ-
1511βουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον πρὸ 1100 ἐτῶν
1512ἐνεφανίσθη ὡς θεσμὸς πολιτικός, καὶ μάλιστα ὡς θεσμὸς ἀ-
1513κραιφνῶς μοναρχικὸς ὑπὸ τὸν τίτλον Conseil du Roi, θὰ ἀ-
1514νέφερον πρὸς ὑμᾶς τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἄλλου πολὺ πλέον ἀ-
1515πηρχαιωμένου θεσμοῦ. Διότι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι πολὺ ἀκόμη
1516ἀρχαιότερος τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἑνὸς μονάρχου, τοῦ συγκεντροῦν-
1517τος ἅπασαν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖράς του, τοῦ δεσπότου τῶν
1518λαῶν, τοῦ κυριάρχου τῆς Χώρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας βασιλεύει.
1519Καὶ ἐν τούτοις ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ἐξέλιπε καὶ σήμερον ἀκόμη,
1520ἐνῷ αἱ ἰδέαι περὶ βασιλικῆς μονοκρατορίας ἔχουν ἐκλίπει
1521πανταχοῦ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν πεπολιτισμένων λαῶν. Οὕτως
1522ἂν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ἀνακαλέσωμεν εἰς τὴν ζωὴν τοιοῦ-
1523τον θεσμὸν ἀπολύτου δεσποτισμοῦ τῶν Βασιλέων ἐπὶ τῶν λαῶν,
1524εἰς τρόπον ὥστε νὰ παρέχηται εἰς τὸν μονάρχην τὸ δικαίωμα
1525καὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀκόμη τμημάτων τοῦ Κράτους του
1526εἴτε διὰ προδοσιῶν εἴτε κατ’ ἄλλον τινα τρόπον, βεβαίως θὰ
1527ἐγέλων μαζύ μας οἱ σύγχρονοι λαοί, διότι εἴμεθα τόσον ἀνα-
1528χρονιστικοὶ ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι, ὥστε νὰ στέργωμεν καθεστώς,
1529τὸ ὁποῖον μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας εἶναι ἀπολύτως καταδικα-
1530σμένον. Τὰ αὐτὰ δὲ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ καὶ διὰ τὸν θε-
1531σμὸν τῆς Γερουσίας, ἂν καὶ μετὰ τὴν πάροδον αἰώνων παρέ-
1532μεινεν οἷος τὸ πρῶτον καθιερώθη χωρὶς νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν
1533ἐξέλιξιν καὶ προσαρμογὴν πρὸς τὰς νεωτέρας πολιτικὰς ἰδέας
1534τῶν συγχρόνων κοινωνιῶν. Ἂν ὅμως ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας
1535ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Κόσμου προσηρμόσθη πρὸς τὰς ἑκάστοτε
1536περιστάσεις ἑκάστης Πολιτείας, ἂν ἐξειλίχθη κατὰ τοιοῦτον
1537τρόπον ὥστε νὰ ὑποδύεται ἑκάστοτε νέον τύπον καὶ νὰ λαμ-
1538βάνῃ ἑκάστοτε μορφὴν συγχρονισμένην, διατί τότε, ἐρωτῶ,
1539δὲν θὰ ἀπέβαινεν ὄργανον τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἐν αἷς Κοι-
1540νωνίαις ἐρριζοβόλησε καὶ ἐλειτούργησε, ὄργανον πραγματι-
1541κῆς προόδου καὶ προκοπῆς; Καὶ πρὸς κύρωσιν τῆς ἀληθείας
1542αὐτῆς ἰδοὺ ἕτερον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει τὴν κατα-
1543γωγὴν ἑνὸς θεσμοῦ, κειμένην εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων καὶ τὸ
1544ὁποῖον μὲ ὅλα ταῦτα μαρτυρεῖ ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ σήμερον
1545ἔτι ἐκεῖ ὅπου ἰσχύει ἡ Συνταγματικὴ Βασιλεία καὶ τὸ κοινο-
1546βουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ἔχει τὴν εὔλογον αὐ-
1547τοῦ ὕπαρξιν καὶ ἐφαρμογήν.
1548Ἀλλὰ θὰ ἀνέφερον καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα, ἂν μοῦ τὸ ἐπι-
1549τρέπῃ ἡ ἀνοχὴ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ διαπιστώσω ἐκεῖνο, τὸ ὁ-
1550ποῖον ἔλεγον, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι θεσμὸς ἀ-
1551ναχρονιστικός. Καθ’ ὅλον τὸν μεσαίωνα, κύριοι, εἰς τὴν Δυ-
1552τικὴν Εὐρώπην εἶχε δημιουργηθῆ, ὡς γνωρίζετε πάντες, κα-
1553τάστασις κοινωνικὴ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔχουσι τεμαχισθῆ αἱ
1554Κοινωνίαι εἰς τάξεις διαφόρους. Κοινωνικὴ σύνθεσις ἰδίας
1555ὅμως καὶ ἀκαταλήπτου ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τοῦ βίου
1556τῶν λαῶν μορφῆς, ἐνεφάνιζε τὴν Κοινωνίαν κατατετμημένην
1557ἐν τῷ αὐτῷ ἐθνικῷ περιβάλλοντι καὶ τόσας ἀνεξαρτήτους ἀπ’
1558ἀλλήλων χωροδεσποτείας, ὅσαι ἦσαν αἱ εὐγενεῖς, αἱ τιτλοῦ-
1559χοι οἰκογένειαι, αἱ νεμόμεναι τὰς βαρωνείας, τὰ φέουδα, τὰ
1560διαπεπιστευμένα εἰς χεῖρας τῶν εὐγενῶν ὄχι τόσον ἐκ συγκατα-
1561βάσεως καὶ παροχῆς ἀπὸ τὸ Στέμμα ἀπορρεούσης, ὅσον ἐξ ἰ-
1562δίας δυνάμεως τῆς εὐγενοῦς τάξεως δημιουργημένα, εἰς τρό-
1563πον ὥστε ὁ ἀληθής, ὁ πραγματικὸς κυρίαρχος τοῦ ἐν ἑκάστῃ
1564τοπαρχίᾳ βιοῦντος λαοῦ καὶ τῆς ὅλης ἐκτάσεως τῆς Χώρας
1565νὰ μὴ εἶναι ὁ Βασιλεύς, ἀλλὰ ὁ εὐγενὴς τοπάρχης, ὁ συγκεν-
1566τρώνων ἐν τῷ προσώπῳ του σχεδὸν πλήρη τὴν ἰδέαν τῆς κρα-
1567τικῆς ἐξουσίας, ὁ κύριος τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ μετακλη-
1568τὴν παραχώρησιν ἔδιδε πρὸς καλλιέργειαν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ
1569δουλοπαροίκους, ὁ ἀπονέμων τὴν δικαιοσύνην μεταξὺ τῶν ὑπη-
1570κόων του, τῶν ὑποκειμένων εἰς τὸ λεγόμενον vasselage, ὁ δι-
1571καιούμενος καὶ νομισματοκοπίαν ἀκόμη. Ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν
1572κοινωνικῆς συγκροτήσεως, θεμελιουμένης ἐπὶ τῆς ὑλικῆς δυ-
1573νάμεως καὶ ὑπεροχῆς, εὐνόητον εἶναι ὅτι ἡ κυριότης τῆς γῆς
1574δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλὰ παραμένει εἰς χεῖρας τῶν
1575ὀλίγων, τῶν εὐγενῶν, δὲν ἀνήκει εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ εἰς τὰς
1576οἰκογενείας. Ὑπὸ σύστημα πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν τοιοῦ-
1577τον οἱ δουλεύοντες τὴν γῆν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ δουλοπά-
1578ροικοι, τυγχάνοντες μὲν τῆς προστασίας τῶν ἐπὶ κεφαλῆς
1579αὐτῶν εὐγενῶν, ἀλλὰ καὶ ὀφείλοντες ἀποδόσεις βαρείας διὰ
1580τὰς παρ’ αὐτῶν καλλιεργουμένας γαίας καὶ στρατευόμενοι
1581ὑπ’ αὐτούς, ὡς οἱ εὐγενεῖς ὤφειλον ἀναλόγους ἀποδόσεις καὶ
1582ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ φέρειν τὰ ὅπλα καὶ στρατεύεσθαι
1583ὑπὸ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, τὸν Βασιλέα.
1584Ὑπῆρχε συνεπῶς ἅλυσσος τάξεων, συνδεομένων ἀρρήκτως
1585πρὸς ἀλλήλας, τῆς ὁποίας ἡ ἐσχάτη βαθμὶς εὑρίσκετο μεταξὺ
1586τῶν καλλιεργητῶν τῆς γῆς καὶ ἡ ἀνωτάτη ἐν τῇ κορυφῇ τοῦ
1587θρόνου τοῦ Βασιλέως. Ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν κοινωνικῆς
1588συγκροτήσεως καὶ διαπλάσεως διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ὄχι μό-
1589νον τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν χρόνων ἐκείνων, ἀλλὰ ἐν πολλοῖς
1590καὶ αὐτὸ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον, τὸ πρὸς τὸ δημόσιον συνδεόμε-
1591νον εἶχον ὡς βάσιν τῆς κοινωνικῆς τάξεως τὴν ὑλικὴν δύναμιν
1592καὶ τὴν εἰς αὐτὴν θεμελιουμένην κτῆσιν τῆς γῆς. Ἡ δὲ κατά-
1593στασις αὐτὴ διετηρήθη ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους εἰς τὴν Δυτικὴν
1594Εὐρώπην καὶ ὡς συνέπειαν εἶχε καὶ ἀντανάκλασιν, ὄχι μόνον
1595ἐπὶ τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν πολιτικῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώ-
1596πης, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Καὶ ἐκ
1597τοῦ δικαίου τούτου λαμβάνω τὸ παράδειγμα, ὅπερ θέλω νὰ ἀ-
1598ναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Ἵνα διατηρηθῶσιν αἱ τοπαρχίαι, αἱ
1599ὑφιστάμεναι ἐκ τοῦ δικαίου, τοῦ διέποντος τὴν Δυτικὴν Εὐ-
1600ρώπην, ἦτο ἀπαραίτητον νὰ μὴ μεταβάλουν κυριότητα αἱ
1601κτήσεις τοῦ πλουσίου ἐν τῇ διαδοχῇ τῇ κληρονομικῇ. Καὶ διὰ
1602τοῦτο ἡ ἰδιοκτησία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐδέσποζεν ὁ εὐγενὴς καὶ
1603ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐθεωρεῖτο ὡς οἱονεὶ κατὰ παραχώρησιν τοῦ
1604Στέμματος ἀσκῶν τὰ δικαιώματά του ἐξ εὐνοίας τοῦ Βασι-
1605λέως, δὲν περιήρχετο μετὰ τὸν θάνατόν του κληρονομικῷ δι-
1606καίῳ εἰς πάντας τοὺς ἀπογόνους του, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸν πρω-
1607τότοκον υἱόν. Καὶ οὕτω δὲν διεσπᾶτο ἡ κυριότης τῆς ἐπαρ-
1608χίας, τεμαχιζομένη εἰς πολλοὺς κυρίους, ἀλλὰ ἐσυνεχίζετο
1609εἰς ἓν πάντοτε πρόσωπον ἡ κυριότης τῆς γῆς, ὡς αὕτη ἀνε-
1610γνωρίσθη διὰ τῆς βασιλικῆς παραχωρήσεως. Συνέθλιβε καὶ
1611συνέτριβεν ὁ νόμος αὐτὸς τὰ φυσικώτερα καὶ εὐγενέστερα αἰ-
1612σθήματα τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ἐπιτακτικώτερα αἰσθήματα τοῦ
1613φίλτρου καὶ τῆς στοργῆς πρὸς τὰ τέκνα, διότι οὕτως οἱ ἐπί-
1614γονοι δὲν ἦσαν παρὰ δοῦλοι τοῦ πρωτοτόκου, ἐκ τῆς ἀρε-
1615σκείας καὶ συγκαταβάσεως τοῦ ὁποίου θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμεί-
1616νωσιν εἰς τὸ μέλλον ἄσυλον καὶ στέγην καὶ περίθαλψιν, ὡς
1617οἱονεὶ ἐλεημοσύνην παρὰ τοῦ πρωτοτόκου ἀδελφοῦ. Ἐν τούτοις
1618ὁ τόσον ἄδικος οὗτος θεσμός, ὁ ἀπορρεύσας ἀπὸ τὸ πολιτικὸν
1619δίκαιον καὶ υἱοθετηθεὶς ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ, ἐπὶ αἰῶνας
1620ὁλοκλήρους ἐκράτησεν ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ. Δὲν περιωρί-
1621σθη δὲ μόνον εἰς τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην τὸ καθεστὼς αὐτό,
1622ἀλλὰ ὁμοιομόρφως ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀπὸ τῆς
1623ἐποχῆς ὅμως ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐκλονίσθη ἡ δύναμις τῶν το-
1624παρχιῶν καὶ μάλιστα ἐν Γαλλίᾳ ἀρχίζει νὰ κλονίζηται καὶ ὁ
1625θεσμὸς οὗτος, ὁ συναφὴς τῶν πρωτοτοκίων, μέχρις ὅτου ἐκρή-
1626γνυται ἡ μεγάλη Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, ἡ ὁποία καταργεῖ
1627καὶ αὐτὸ τὸ προνόμιον ὡς ἄδικον καὶ ἄνισον, ἀλλὰ κυρίως ὡς
1628μὴ ἀνταποκρινόμενον πλέον πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας τῆς
1629συγχρόνου ἐποχῆς καὶ διότι εἶχε πλέον ἐκλείψει τὸ δημόσιον
1630δίκαιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐμπνεύσει τὸν νόμον τοῦτον.
1631Τί δὲ σημαίνει αὐτό, κύριοι; Σημαίνει ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτός,
1632ὅστις ἐφηρμόσθη καθ’ ὅλην τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην ἐπὶ αἰῶ-
1633νας ὁλοκλήρους, ἀπεδείχθη, ὅταν ἐπῆλθε τὸ πλήρωμα τοῦ
1634χρόνου, ὡς ἀσυγχρόνιστος καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὰ
1635φυσικὰ αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἀναλ-
1636λοίωτα ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος.
1637Σημαίνει ὅτι οἱ θεσμοὶ διαπλάσσονται καὶ ἰσχύουν οὐχὶ κατὰ
1638λόγον τῆς λογικότητος αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ λόγον τῶν συνθη-
1639κῶν τοῦ συγχρόνου κοινωνικοῦ βίου. Κατηγγέλθη λοιπὸν ὁ
1640θεσμὸς αὐτός. Ἄν, μ’ ὅλα ταῦτα, κατ’ αὐτὸν τὸν εἰκοστὸν αἰῶ-
1641να, στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας πέραν τῆς Μάγχης καὶ ἀπο-
1642βλέψωμεν εἰς τὰ γενόμενα ἐν Ἀγγλίᾳ, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ νόμος
1643οὗτος, ὁ τόσον ἄδικος καὶ σκληρός, ἐξακολουθεῖ νὰ κρατῇ καὶ
1644νὰ διέπῃ ἐκεῖ τὸ κληρονομικὸν δίκαιον τῆς Χώρας ταύτης.
1645Γεννᾶται δὲ ἡ ἀπορία μὴ τυχὸν ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς εἶναι τόσον
1646καθυστερημένος εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ τόσον βάρβαρος, ὥστε
1647εἷς νόμος, ἐν καθεστὼς τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ἁ-
1648πανταχοῦ τοῦ κόσμου ἔχει ἐκλείπει, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ Ἀγγλία
1649νὰ τὸ ἐφαρμόζῃ; Βεβαίως ὄχι. Ἄν κατ’ ἐξοχὴν πεπολιτισμέ-
1650νος λαός, ὡς ὁ Ἀγγλικός, διατηρῇ ἕνα τόσον ἀναχρονιστικὸν
1651θεσμὸν ἐν τῷ ἰδιωτικῷ του δικαίῳ, τοῦτο σημαίνει ὅτι ὑπάρχει
1652λόγος τις καὶ λόγος ἰσχυρότερος ἵνα τὸν διατηρῇ. Δὲν θὰ λαν-
1653θάνῃ, κύριοι, τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν, καὶ δὲν θὰ διαφεύγῃ ὑμᾶς
1654ἓν ἀξιοσημείωτον γεγονὸς διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀκμὴν τῆς Ἀγ-
1655γλίας ὅτι ἀκριβῶς ὁ νόμος αὐτός, ὁ τόσον ἄδικος καὶ τόσον
1656σκληρός, ἐπικρατήσας ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐγένετο τὸ ὄργανον τοῦ με-
1657γαλείου τοῦ ἐθνικοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ μεγαλείου
1658τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, καὶ ἰδίως τῆς τάξεως τῶν εὐγενῶν, διὰ
1659τῆς ἀσκήσεως τῶν ἠθικῶν δυνάμεων αὐτοῦ εἰς παντὸς εἴδους
1660ἐπιχειρήσεις. Διότι ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν συνηθίζουν νὰ ζητῶσι πλέον
1661ἄσυλον ὑπὸ τὸ μέγαρον τοῦ πρωτοτόκου ἀδελφοῦ, δὲν ἀρκοῦν-
1662ται νὰ ἀποζῶσιν ἀπὸ τὰ ψυχία τῆς τραπέζης αὐτοῦ, ἀλλὰ συν-
1663τρέχοντος τοῦ ὁρμητικοῦ καὶ ἐπιχειρηματικοῦ Ἀγγλικοῦ χαρα-
1664κτῆρος, εὑρίσκουσιν οἱ ἐπίγονοι ὅτι ὅλαι αἱ ὁδοὶ τῆς ὑφηλίου,
1665αἱ ἄγουσαι εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀτομικὴν ἀποκατάστασιν,
1666εἶναι ἀνοικταὶ δι’ αὐτούς. Καὶ τοὺς βλέπομεν ὁδεύοντας πρὸς
1667ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, ζητοῦντες νὰ ἐπιτύχουν βελτίω-
1668σιν τοῦ βίου διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων καὶ πρόοδον. Καὶ βλέ-
1669πομεν τὸ φαινόμενον, τὸ πολλαχῶς μεμαρτυρημένον ὑπὸ τῆς
1670Ἱστορίας, νὰ ἐπανέρχωνται οἱ οὕτω ἀποδημοῦντες ἐν τῇ μη-
1671τροπόλει ἀνώτεροι τῶν πρωτοτόκων ἀδελφῶν κατὰ τὴν διά-
1672νοιαν καὶ κατὰ τὸν πλοῦτον, μᾶλλον πεπαιδευμένοι καὶ πεπει-
1673ραμένοι καὶ νὰ κατακτῶσι τίτλους εὐγενείας ἐν τῇ Ἀγγλικῇ
1674Κοινωνίᾳ. Ἰδοὺ λοιπὸν εἷς θεσμός, ἄδικος καὶ βάρβαρος καθ’
1675ἑαυτὸν καὶ παράλογος κατὰ τὸ φαινόμενον, ὅστις ὅμως γίνε-
1676ται ὄργανον προόδου καὶ μεγαλείου ἐθνικοῦ.
1677Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἐξάγεται πῶς ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι ὁ θεσμὸς
1678οὗτος τοῦ δικαιώματος τῶν πρωτοτόκων διετηρήθη ἐν Ἀγ-
1679γλίᾳ.
1680Ἐμήκυνα δὲ τὸν λόγον ὡς πρὸς τὸ παράδειγμα, ἵνα κατα-
1681στήσω καταφανέστερον ὅτι δὲν εἶναι ἐξεταστέα ἡ καταγωγὴ
1682καὶ ὁ χρόνος τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς ἑνὸς θεσμοῦ, ἀλλ’ ἐξετα-
1683στέον εἶναι κατὰ πόσον ὁ θεσμός, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ νο-
1684μοθέτησις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος καὶ χρήσιμος.
1685Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν ταύτης καὶ μόνον, κύριοι, εἶναι
1686ἐξεταστέος ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Καὶ εἶναι εὔκολον τὸ ἐπι-
1687χείρημα ὅτι ἀνάγεται ἡ δημιουργία αὐτῆς εἰς χρόνους μεμα-
1688κρυσμένους, εἰς χρόνους μοναρχισμοῦ, εἰς χρόνους, ὅτε ἡ Κοι-
1689νωνία ἦτο διῃρημένη εἰς τάξεις εὐγενῶν, δούλων ἢ δουλοπα-
1690ροίκων. Εἰς τοῦτο θὰ ἤρκει ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν
1691ἀντλήσει ἐκ τοῦ παγκοσμίου σχεδὸν παραδείγματος, ἐκ τοῦ
1692παραδείγματος πάντων σχεδὸν τῶν κοινοβουλευτικῶς κυβερ-
1693νωμένων λαῶν ὅτι ἡ Γερουσία θεωρεῖται θεσμὸς ἀπαραίτη-
1694τος, συμπληρωτικὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς
1695τρόπον ὥστε νὰ ἀποφαίνωνται οἱ συγγραφεῖς ὅτι ἀξίωμα πλέον
1696διὰ τὴν πολιτικὴν ἐπιστήμην ἀποτελεῖ ἡ ὕπαρξις τοῦ θεσμοῦ
1697τῆς Γερουσίας. Καὶ ὡς ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ δὲν δύναταί
1698τις νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰ ἀξιώματά της, οὕτω καὶ ἐν τῇ πολι-
1699τικῇ ἐπιστήμῃ τὰ ἀξιώματα εἶναι μακρὰν πάσης ἀμφισβη-
1700τήσεως. Καὶ εἶναι ἄτρωτα τὰ τοιαῦτα ἀξιώματα ἀπὸ πᾶσαν
1701ἀμφισβήτησιν.
1702Εἶπον, κύριοι, καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἔχω, ἐγὼ τουλάχι-
1703στον, πιστεύω δὲ καὶ οἱ λοιποί, οἱ συμμεριζόμενοι τὴν γνώμην
1704μου, τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ
1705θεσμοῦ τῆς Γερουσίας νὰ δημιουργήσωμεν ἀμέσως νέας ὑγιεῖς
1706πολιτικὰς ἀντιλήψεις παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Λαῷ καὶ νὰ ἐξυ-
1707γιάνωμεν ἀπὸ τοῦ εὐθέως οἱονεὶ διὰ μαγικῆς ῥάβδου τὰ πράγ-
1708ματα τὰ δημόσια καὶ νὰ τὰ ἀσφαλίσωμεν ἀκινδύνως καὶ ἀζη-
1709μίως διὰ τὸ μέλλον. Εἶναι πολλῷ μᾶλλον περιωρισμένη ἡ σκέ-
1710ψις ἡμῶν καὶ ἡ ἐλπὶς τῶν συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς Γερουσίας
1711συνίσταται εἰς τοῦτο ἁπλῶς τὸ ἀγαθὸν, ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ δη-
1712μιουργήσωμεν ἕνα ἀνασχετικὸν ἀντίκρυσμα κατὰ τῆς παντο-
1713δυναμίας καὶ τῆς παντοκρατορίας τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βου-
1714λῆς, Βουλῆς ἐκλεγομένης διὰ τῆς ἀμέσου καθολικῆς ψηφο-
1715φορίας περιοδικῆς ἀνανεουμένης ἐξ ὁλοκλήρου καὶ κατὰ
1716συνέπειαν ἐμφορουμένης ἀπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἑ-
1717κάστοτε νὰ διαπνέῃ τὸν λαόν, ὁσάκις καλεῖται εἰς ἐκλογάς,
1718πνεῦμα ἐξόχως ἑρμηνευτικὸν πρὸς γενικὰς μεταβολὰς ἐν τῇ
1719πολιτικῇ καὶ γενικὰς ἀναστατώσεις. Ἀλλ’ εὐελπιστοῦμεν ἐπί-
1720σης ὅτι ἡ Γερουσία θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιδράσῃ εἰς τὰς παρεκ-
1721τροπὰς καὶ ἀκρότητας, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐπιρρεπὴς ἡ μία
1722Βουλὴ καὶ κατὰ τῶν ὁποίων αὐτὴ ἡ ἰδία Βουλή, κατ’ ἰδίαν
1723αὐτῆς ὁμολογίαν, δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἀντιταχθῇ. Καὶ
1724εἴδομεν πολλάκις Βουλάς, κύριοι, οἱ ἀρχαιότεροι μάλιστα ἐξ
1725ἡμῶν, ἐκλεγομένας ὑπὸ τὴν ὁρμὴν τῶν λαϊκῶν ρευμάτων καὶ
1726ἐνσωματούσας οἱονεὶ συμπεπυκνωμένον τὸ λαϊκὸν ρεῦμα εἰς
1727τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἰς τὸν ἄξονα τοῦ
1728ρεύματος τούτου εὑρίσκονται αἱ Βουλαί. Καὶ φαντάζεσθε
1729ποίαν ὁρμὴν καὶ ποίαν παντοδυναμίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ μία
1730Βουλὴ οὕτω πως ἀπὸ ῥεύματος λαϊκοῦ ἀπορρέουσα. Ἀλλ’ εἴ-
1731δομεν ἐπίσης καὶ Βουλάς, αἱ ὁποῖαι, ἕνεκα τῶν μεταπτώσεων
1732τοῦ δημοσίου φρονήματος, ἔφθασαν νὰ εἶναι πλέον ἐν ἀσυμφω-
1733νίᾳ πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν εὐθὺς ὡς τὸ ῥεῦμα τοῦτο ἐκόπα-
1734σεν ἢ καὶ ἤρξατο νὰ κοπάζῃ, ὥστε οἱ Βουλαὶ νὰ μὴ ἀντιπρο-
1735σωπεύουν πλέον τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας τὸ αἴσθημα. Μία
1736Βουλή, κύριοι, ἐκλεγομένη περιοδικῶς καὶ κατὰ τετραετίαν
1737ἢ τριετίαν, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα ἢ τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν εὑ-
1738ρισκόμενον, εἶναι φανερὸν ὅτι ἀποβαίνει εὐδημαγώγητος ἀπὸ
1739τὰς λαϊκὰς ὁρμάς. Τοὐναντίον δὲ μία Γερουσία, ἕνεκα καὶ τῆς
1740ἐκλογῆς αὐτῆς καὶ τοῦ τρόπου τῆς μερικῆς ἀνανεώσεώς της,
1741θὰ ἀποβῇ κατ’ ἀνάγκην Σῶμα ἀδιατάρακτον ἀπὸ τὰς λαϊκὰς
1742ὁρμάς, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ βοὴ καὶ ὁ θόρυβος τῶν λαϊκῶν συγκεν-
1743τρώσεων δὲν θὰ δύναται νὰ φθάσῃ ἢ ἂν φθάνῃ μέχρις ἐκεῖ,
1744δὲν θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτῆς τὸν ἐπηρεασμόν, τὸν ὁποῖον
1745κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς.
1746Ἀλλ’ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, λέγουν, δὲν εἶναι δεκτικὴ δια-
1747χειρισμοῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἡ συνύπαρξις δευ-
1748τέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἐκπροσωποῦντος τὴν λαϊκὴν κυ-
1749ριαρχίαν. Ἀλλά, ἀντερωτῶ, διατί ἆρά γε ὁ διαχωρισμὸς τοῦ
1750νομοθετικοῦ Σώματος δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ εἰμὴ ἐπὶ ζημίᾳ
1751ἢ ἐπὶ μειώσει τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας; Διατί, ἀντιθέτως, δὲν
1752εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἐν τῇ ἀσκήσει
1753τῆς νομοθετικῆς της δυνάμεως ἔχει δύο φορεῖς ἀμοιβαίως
1754συμπληροῦντας ἀλλήλους, ἤτοι δύο διακεκριμένα Σώματα,
1755ὡς ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία; Μὴ τυχὸν τὰ δύο Σώματα, τὰ
1756ὁποῖα θὰ ἐμφανίζωνται ὡς φορεῖς τῆς λαϊκῆς θελήσεως, θὰ
1757κατατμήσουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν οὕτως ὥστε νὰ ἐμφανίζεται
1758αὕτη ἑλκομένη εἰς δύο ἀντιθέτους διευθύνσεις, ἀγομένη ὁτὲ
1759μὲν δεξιᾷ ὁτὲ δὲ ἀριστερᾷ ἵνα μὴ ἔχῃ τελικῶς οὐδεμίαν κα-
1760τεύθυνσιν; Δὲν πιστεύω νὰ ἰσχυρίζηταί τις τὸ τοιοῦτον, διότι
1761διὰ δύο ὀργάνων θὰ ἐκπληροῦται εἰς τὸ μέλλον ἡ λαϊκὴ θέ-
1762λησις, τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας παραμενούσης ἑνιαίας καὶ ἀ-
1763διασπάστου, ἐκφραζομένης δὲ διὰ δύο ὀργάνων, ἐκ παραλλήλου
1764βαινόντων καὶ ἐκ παραλλήλου νομοθετούντων καὶ δὲν ἕπεται
1765ἐντεῦθεν ὅτι διχάζεται, ὅτι διχοτομεῖται ἡ λαϊκὴ θέλησις καὶ
1766ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ τὰ δύο Σώματα θὰ
1767ἐπιδιώκωσι, τὴν ψήφισιν τῶν νόμων καὶ τὴν ἄσκησιν τῆς πο-
1768λιτικῆς ἐξουσίας. Καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω ὅτι ὅπως ὑπὸ
1769πολίτευμα Βασιλευομένης Δημοκρατίας δὲν διασπᾶται ἡ ἐ-
1770θνικὴ κυριαρχία, διότι ὁ Βασιλεὺς ἀποτελεῖ τὸν ἕτερον νομο-
1771θετικὸν παράγοντα μετὰ τὴν Βουλήν, οὕτω καὶ ὑπὸ δημοκρα-
1772τικὸν πολίτευμα δὲν διασπᾶται αὕτη διὰ τῆς συνυπάρξεως δύο
1773νομοθετικῶν Σωμάτων.
1774Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ θὰ ἠρώτων τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
1775τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Θρησκευμάτων διχάζεται ἆρά γε
1776ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ, ὡς ἀνωτάτου διευθυντοῦ τῶν
1777πραγμάτων τῶν ἀφορώντων τὴν Παιδείαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν,
1778διχάζεται, λέγω, ἡ ἐξουσία αὐτοῦ καὶ ἡ ἀκεραιότης αὐτοῦ
1779ὡς λειτουργοῦ, διότι παρ’ αὐτῷ ἑδρεύει ἓν Συμβούλιον ἀνώ-
1780τατον ἐκπαιδευτικόν;
1781§53Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως).
1782Δὲν ὑπάρχει καμμία σχέσις, κ. Μερλόπουλε.
1783§54Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι ὑπάρχει
1784σχέσις ἐπικαλοῦμαι τὸ παράδειγμα τοῦτο διὰ νὰ εἴπω ὅτι ὅ-
1785πως ἡ ἀκεραιότης τῆς ἐξουσίας ὑμῶν ὡς ἀνωτάτου λειτουργοῦ
1786τοῦ δημοσίου κλάδου τῆς Παιδείας, ὅστις ἔχει διαπιστευθῆ
1787εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, δὲν ὑφίσταται οὐδεμίαν ἐλάττωσιν, διότι
1788ὑπάρχει παρ’ ὑμῖν Συμβούλιον Ἐκπαιδευτικόν, οὕτω καὶ προ-
1789κειμένου περὶ νομοθεσίας οὐδεὶς διχασμὸς ὑπάρχει ἂν εἶναι δύο
1790τὰ Σώματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκῆται εἰς τὸ μέλλον ἡ νο-
1791μοθετικὴ ἐξουσία.
1792§55Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως).
1793Κύριε Μερλόπουλε, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ ἀνεξαρτησίαν ὁ ὀργανι-
1794σμὸς τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, πάντως ὑπόκειται ὑπὸ
1795τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ἐποπτείαν, τὴν διεύθυνσιν,
1796τὸν ἔλεγχον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλητε τὴν σχέσιν
1797μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου μὲ τὴν σχέ-
1798σιν Βουλῆς καὶ Γερουσίας;
1799§56Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω, κ. Ὑπουρ-
1800γέ, εἰς λεπτομερείας ὡς πρὸς τὴν ἀποστολὴν καὶ δικαιοδο-
1801σίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἂν
1802μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ πράξω τοῦτο, θὰ ἔλεγον ὅτι ἔχει καὶ αὐτο-
1803τέλειάν τινα τὸ Συμβούλιον, ὑπὲρ τὴν ὁποίαν ἡ ἐξουσία ὑμῶν
1804δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ. Ἀλλὰ λέγω ὅτι καὶ μόλον τοῦτο, ἡ
1805ἀρτιότης ὑμῶν ὡς ἀνωτάτου λειτουργοῦ, ἐποπτεύοντος καὶ δι-
1806ευθύνοντος τὴν Ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, παραμένει
1807ἀκεραία. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι καὶ ἕτερον παράδειγμα. Εἶσθε
1808διευθυντής, κ. Ὑπουργέ, καὶ τῶν πραγμάτων, τῶν ἀφορών-
1809των τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Ἐκκλησία δὲ παρ’ ἡμῖν δι’ εἰδικῆς
1810διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τὸ 1843 εἶναι Ἀρχὴ αὐτο-
1811κέφαλος καὶ αὐτοκυβέρνητος ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ὑποθέ-
1812σεων αὐτῆς.
1813§57Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως).
1814Ἀσχολεῖται περὶ ἄλλα πράγματα ἡ Ἐκκλησία, κ. συνάδελφε,
1815καὶ περὶ ἄλλα ἡ Πολιτεία.
1816§58Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ἄλλα, μάλιστα. Ἀλλὰ μὴ
1817τυχὸν τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὑπάρχειν αὐτοκέφαλον Ἐκκλη-
1818σίαν ἐν Ἑλλάδι, αὐτοκυβέρνητον, αὐτοδιοίκητον, μὴ τυχὸν
1819λέγω, τοῦτο διχάζει τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἰς δύο ἀντι-
1820θέτους ὄψεις, ὥστε παρ’ ἑνὸς νὰ ἐμφανίζηται ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ
1821ὡς κάτι τι ἰδιαίτερον καὶ ἀνεξάρτητον καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἐκ-
1822κλησία ὡς ἑτέρα ἀρχή, αὐτοτελὴς καὶ ἀνεξάρτητος, διχοτο-
1823μουμένης οὕτω τῆς ἑνιαίας ἀντιλήψεως τοῦ Κράτους;
1824§59Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως).
1825Εἶναι ἡ περιοχὴ διάφορος, κ. συνάδελφε.
1826§60Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω καὶ ἐνταῦθα, κ. Ὑπουργέ,
1827δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ περιοχὴ εἶναι διάφορος, ἐν ταῖς σχέσεσι
1828ταῖς νομοθετικαῖς.
1829Δὲν βλέπω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἀπειλεῖται διχοτόμησις τῆς
1830λαϊκῆς θελήσεως καὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας διὰ τῆς ἐγκα-
1831ταστάσεως δύο νομοθετικῶν Σωμάτων. Ἀλλὰ λέγεται, καὶ
1832ἐλέχθη καὶ χθὲς ἀκόμη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου κ. Τσιτσεκλῆ
1833διατί, ὑπαρχούσης Βουλῆς, ἥτις εἶναι προωρισμένη νὰ νομο-
1834θετῇ, ἱδρύομεν καὶ ἕτερον Σῶμα μὲ τὴν αὐτὴν ἐπίσης ἐντολὴν
1835τῆς θέσεως τῶν νόμων; Ὅσα μέχρι τοῦδε εἶπον, νομίζω ὅτι
1836εἶναι ἀρκετὴ ἀπάντησις εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου. Ἀλλὰ
1837θὰ ἤθελον νὰ προσέθετον καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ μὴ τὸν
1838διακόψω χθὲς δὲν εἶπον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀμέσως ἦλθεν
1839εἰς τὴν σκέψιν μου. Τὴν Βουλὴν θεωρεῖ ὡς ἀσφαλὲς ὄργανον
1840διὰ τὴν καλὴν θέσιν τῶν νόμων, διότι εἶναι ἀπαύγασμα τῶν
1841ἀντιλήψεων τοῦ λαοῦ, προϊὸν τῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ, δημιουργη-
1842θὲν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς νομοθεσίας. Ἀλλὰ ἀσφαλίζει, κύριοι,
1843καὶ καθησυχάζει τὴν συνείδησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὅτι
1844ἱδρύθη θελήσει λαϊκῇ ἓν Σῶμα νομοθετικόν, οἷον ἡ Βουλή, καὶ
1845παρέχει εἰς ἑαυτὸν τὴν τελικὴν γαλήνην ὅτι τὰ πάντα εὖ καὶ
1846καλῶς ἔχουσι, μὲ τὴν ἐκλογὴν μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς; Ἂν
1847λαμβάνηται διὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν διπλῆ κατ’ ἐξαίρε-
1848σιν πρόνοια περὶ τῆς καλῆς θέσεως τῶν νόμων, ἕνεκα τῆς σο-
1849βαρότητος τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, ἡ πρόνοια ἡ περαι-
1850τέρω οὐδόλως εἶναι περιττή, ὅταν δι’ αὐτῆς εἶναι δυνατὸν ἐ-
1851κεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἀσφα-
1852λέστερον νὰ ἐπιτευχθῇ. Θὰ εἰσῆλθεν ἴσως ὁ κ. συνάδελφος εἰς
1853ὠχυρωμένον τόπον ἢ εἰς φρούριον καὶ θὰ εἶδεν ὅτι εἰς πολλὰ
1854φρούρια δὲν ὑπάρχει μόνον ὁ ἐξωτερικὸς περίβολος, ὁ ὁποῖος
1855ἀσφαλίζει. Μετὰ τὸν ἐξωτερικὸν περίβολον ὑπάρχει καὶ εἷς
1856δεύτερος, ἐνίοτε δὲ καὶ εἷς τρίτος καὶ διέρχεταί τις πολλοὺς
1857περιβόλους καὶ πολλὰς κολῶνας ἕως ὅτου εἰσέλθῃ εἰς τὸ οὕ-
1858τως ἠσφαλισμένον ὀχυρόν. Τοιοῦτόν τι θὰ εἶναι, ἀξιότιμοι κύ-
1859ριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ Γερουσία, προκειμένου περὶ τοῦ νομοθε-
1860τικοῦ ἔργου. Δὲν θὰ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τὴν ψῆφον καὶ τὴν
1861γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν περαιτέρω
1862διονύχισιν τῶν νόμων καὶ ἀπὸ ἓν ἄλλο νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ
1863ὁποῖον, ὡς ἐκ τοῦ διαφόρου τρόπου τῆς καταρτίσεως αὐτοῦ, ὡς
1864ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων προσόντων, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ καὶ
1865περὶ τῶν ὁποίων δὲν συζητῶ σήμερον, διότι δὲν πρόκειται σή-
1866μερον νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν προσόντων τῶν γερουσιαστῶν,
1867ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἐκ
1868τῆς μερικῆς ἀνανεώσεως αὐτοῦ, θὰ εἶναι Σῶμα προωρισμένον
1869νὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς τὸ μέλλον τὰς ἀρχὰς τῆς συντηρήσεως καὶ
1870τῆς παραδόσεως, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν μίαν Βουλήν, τὴν
1871δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας ἐκλεγομένης καὶ ἐμφορου-
1872μένης συνεπῶς ἀπὸ ὅλας τὰς συγχρόνους λαϊκὰς ῥοπὰς ἕνεκα
1873τῆς συντόμου καὶ συνολικῆς περιοδικῆς ἀνανεώσεώς της.
1874Ἀλλὰ εἶναι ἠλαττωμένης δυνάμεως ἡ Γερουσία τόσον ἐν
1875τῷ σταδίῳ τῷ νομοθετικῷ ὅσον καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τῷ πολι-
1876τικῷ. Καὶ τίς ἀντιλέγει; Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πλεο-
1877νέκτημα τῆς Γερουσίας ὅτι θὰ ἔχῃ ἠλαττωμένην πολιτικὴν
1878δύναμιν· διότι ἂν ἠθέλομεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν Γερουσίαν ἰσο-
1879δύναμον πρὸς τὴν Βουλήν, τότε θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ δημιουρ-
1880γήσωμεν ἀδιέξοδον πολιτικόν, πέραν τοῦ ὁποίου θὰ ὑπῆρχε τὸ
1881χάος. Τὰ ζητήματα, κύριοι, τὰ πολιτικὰ εἰς Σώματα προπάν-
1882των πολιτικά, εἰς Σώματα αἱρετὰ πολυμελῆ, δὲν λύονται μό-
1883νον διὰ τοῦ παράγοντος τοῦ ἀριθμητικοῦ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλ-
1884λαι μυστηριώδεις, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, δυνάμεις, ἔκδηλοι
1885ὅμως καὶ φανεραὶ καὶ βεβαιωμέναι ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἄλ-
1886λων Ἐθνῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς Χώρας ἡμῶν, ὑπάρχουν καὶ ἄλ-
1887λαι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν ὡς παράγοντες εἰς τὴν
1888διαμόρφωσιν τῶν σκέψεων τῶν πολυμελῶν Σωμάτων καὶ συ-
1889νεπῶς εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων. Καὶ οἱ παράγοντες αὐ-
1890τοὶ δὲν θὰ ἀτονίσωσιν, ἂν πρόκειται εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔχωμεν
1891δύο Σώματα. Δὲν ἔχω λοιπὸν τὸν φόβον ὅτι πάντα τὰ ζητή-
1892ματα θὰ τίθενται πάντοτε ἐπὶ τῆς πλάστιγγος καὶ θὰ λύων-
1893ται διὰ τῆς βαρύτητος τοῦ πλεονάζοντος ἀριθμοῦ. Ἔχω τὴν
1894βεβαιότητα, δύναμαι νὰ εἴπω, συγχωρήσατέ μου τὴν εὐέλπιδα
1895αὐτὴν ἔκφρασιν, ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνον διὰ τῆς δυ-
1896νάμεως τοῦ ἀριθμοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς δυνάμεως τῆς φρονή-
1897σεως, διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἐν τῇ ψυχῇ
1898ἡμῶν ἡ εἰλικρινὴς προσήλωσις πρὸς τὸ δημόσιον συμφέρον,
1899πρὸς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, θὰ ἀντιμετωπίζωνται καὶ θὰ σταθ-
1900μίζωνται τὰ ἑκάστοτε ζητήματα καὶ θὰ δίδηται ἡ πρέπουσα
1901λύσις.
1902Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν προβλέπει καὶ τὸν τρόπον τῆς ἄρσεως
1903τῶν διαφωνιῶν μεταξὺ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων. Ἀλλ’
1904ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι, ὅτι σπάνιαι, ἐκ τῶν πολὺ σπανίων, θὰ
1905εἶναι εἰς τὸ μέλλον αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δύο
1906Σώματα θὰ εὑρεθῶσιν εἰς σύγκρουσιν. Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ
1907ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα ὅσον ἀφορᾷ τὴν νο-
1908μοθεσίαν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι
1909κακῶς ἔχει ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ὄχι διότι ἡ θέλησις τῆς μιᾶς
1910καὶ μόνης Βουλῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας προῆλθον οἱ νόμοι, ἐξε-
1911δηλώθη ἀμετατρέπτως τοιαύτη, ὥστε νὰ παραγάγῃ ἀμελέ-
1912τητα καὶ ἀτελῆ νομοθετήματα, ἀσύμφορα εἰς τὰ δημόσια πράγ-
1913ματα. Ἀλλὰ διότι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία κυρίως καὶ πρωτίστως
1914εἶναι Σῶμα πολιτικόν, ἀπέβαινεν ἴσως τούτῳ τῷ λόγῳ, ἥκιστα
1915ἁρμοδία διὰ τὴν ἤρεμον καὶ ἐν ἀπερισπάστῳ προσοχῇ μελέ-
1916την καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων, παρὰ τὴν καλὴν θέλησιν
1917αὐτῆς· ἐπίσης δὲ διότι ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἰδιότητος τῆς
1918Βουλῆς ἡ ἀμοιβαία συνεργασία Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως δὲν
1919ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως εἰμὴ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν τῆς νομοθε-
1920τικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς. Τὴν ἔλλειψιν δὲ ταύτην ἐπιδιώ-
1921κει νὰ συμπληρώσῃ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ δὲν
1922ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ γεννηθοῦν ζητήματα ὁμαδικῆς φιλο-
1923τιμίας μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων ὅτι θὰ παρατηρηθῇ μία ἀντί-
1924θεσις ἀμοιβαία, ἵνα ὅ,τι ψηφίζει ἡ Βουλὴ μὴ τὸ δέχηται ἡ
1925Γερουσία καὶ ὅ,τι δέχεται ἡ Γερουσία νὰ μὴ τὸ ψηφίζῃ ἡ Βουλή.
1926Ἔχω τὴν βεβαιότητα καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ τὰ δύο αὐτὰ
1927Σώματα ἐν τοῖς πλείστοις τῶν θεμάτων, μὲ σπανιωτάτας
1928ἐξαιρέσεις, ἐμφορούμενα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐξυπηρετήσεως
1929τοῦ δημοσίου συμφέροντος, θὰ ἐγκύψουν εἰς τὴν μελέτην τῶν
1930εἰς αὐτὰ ὑποβαλλομένων θεμάτων καὶ πᾶν ὅ,τι διαφεύγει τὴν
1931προσοχὴν καὶ τὴν μελέτην τοῦ ἑνὸς Σώματος θὰ ἔρχηται ἐπί-
1932κουρον τὸ ἄλλο Σῶμα ἵνα τὸ διερευνήσῃ καὶ τὸ συμπληρώσῃ
1933ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἀνάγκαι τοιαῦται. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπό-
1934ψεως, κύριοι, ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἀποδεικνύεται οὐχὶ μό-
1935νον χρήσιμος, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖος. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔ-
1936χουσιν ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως διὰ πάντα τὰ πολιτεύματα καὶ
1937διὰ πάσας τὰς Χώρας, θὰ ἐπεκαλούμην εἰδικώτερον καὶ τὴν
1938περίστασιν, τῆς ὁποίας ἐμνήσθην ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου,
1939ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι τὸ ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τῆς ἀβασι-
1940λεύτου Δημοκρατίας καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἔλεγον ὅτι ἐπιβάλ-
1941λεται ἀναποτρέπτως ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ παρ’ ἡμῖν.
1942Ἡ Γερουσία εἶναι προωρισμένη νὰ ἔχῃ ἠλαττωμένην πο-
1943λιτικὴν δύναμιν. Ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει οὐχὶ μόνον παρ’ ἡ-
1944μῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ τοῦτο, τὸ παρ’ ἡμῖν συμβαῖνον,
1945ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ἐθεωρήθη ἀλλαχοῦ λόγος διὰ τὴν κα-
1946τάργησιν τῆς Γερουσίας.
1947Ἀλλ’ οὔτε καὶ μείωσις τοῦ ἑτέρου τῶν Σωμάτων καὶ μά-
1948λιστα τῆς Γερουσίας προέρχεται ἐκ τῆς ἀναμίξεως ἀμφοτέ-
1949ρων εἰς ἓν κοινὸν νομοθετικὸν Σῶμα πρὸς λῆψιν ἑνιαίας ἀπο-
1950φάσεως εἰς ἃς σπανίας περιπτώσεις θὰ ἐμφανίζωνται συγ-
1951κρούσεις γνωμῶν. Διότι—ἔλεγον καὶ ἄλλοτε πρὸς τὴν Βουλὴν
1952—ὅπως δὲν ὑπάρχει μείωσις τῆς ὑπολήψεως καὶ τοῦ γοήτρου
1953τοῦ δευτέρου τῶν Σωμάτων ὅταν ἡ γνώμη του ἀπορρίπτηται.
1954Κυρίως ὅμως ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας πρὸς
1955διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἀποβαίνει τῆς Γερουσίας ἡ ὕπαρξις ἀπα-
1956ραίτητος. Ὑπὸ τὸ πολίτευμα τῆς Βασιλευομένης Δημοκρα-
1957τίας. Καὶ ἐν τούτῳ τῷ σταδίῳ τὸ δεύτερον τῶν νομοθετικῶν
1958Σωμάτων θὰ ἀσκῇ καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν διότι θὰ ἔχῃ τὸ δι-
1959καίωμα συναινέσεως περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἐρωτῶ
1960δὲ ὑμᾶς, ἐκλιπόντος τοῦ Βασιλέως, εἰς τίνα θὰ ἐμπιστευθῶ-
1961μεν, ὑπὸ τὸ νέον πολίτευμα, εἰς τίνα θὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ
1962δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; Κατὰ φυσικὸν λόγον
1963εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τῆς Χώρας, εἰς τὸν Πρόεδρον
1964τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἂν μὲν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας
1965ἐκλέγηται ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς, δὲν
1966θὰ ἦτο ἀσυνεπὲς τὸ πρᾶγμα νὰ ἐμπιστευθῇ τις καὶ τὸ δικαίωμα
1967τοῦτο, τὸ ὑπέρτατον, εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Προέδρου τῆς Δη-
1968μοκρατίας, καίτοι θὰ ἦτο παρακεκινδυνευμένον. Ἀλλὰ διὰ
1969πολλοὺς λόγους, οὓς πάντες γνωρίζετε καὶ συμμερίζεσθε τὴν
1970τοιαύτην δι’ ἀμέσου καθολικῆς ἐκλογῆς ἐγκατάστασιν τοῦ Ἀ-
1971νωτάτου Ἄρχοντος, τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, δὲν θὰ
1972στέρξῃ ποτὲ νὰ νομοθετήσῃ ἡ Βουλή. Θὰ ἔχωμεν δὲ τὸν Πρόε-
1973δρον τῆς Δημοκρατίας κατ’ ἄλλον τινα τρόπον ἐκλεγόμενον,
1974ὡς ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ὄχι δι’ ἀμέσου καθολικῆς ψηφοφορίας
1975παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Εἰς τὸν Ἄρχοντα τοῦτον θὰ ἐπι-
1976τρέψωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ αὐθύπαρκτον κατὰ ἰδίαν βούλησιν
1977ἐλευθέραν τῆς διαλύσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας;
1978Ἰδοὺ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται ἀπαραιτήτως ἀ-
1979ναγκαία ἡ συνύπαρξις καὶ συνεργασία τοῦ δευτέρου νομοθετι-
1980κοῦ Σώματος, τοῦ μὴ ὑποκειμένου εἰς τὰς λαϊκὰς ὁρμάς, τοῦ
1981ἔχοντος τὴν δύναμιν νὰ ἀνθίσταται κατὰ τῶν λαϊκῶν ροπῶν,
1982τοῦ Σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ του καὶ
1983τῆς συγκροτήσεώς του, θὰ εἶναι τὸ ἔρεισμα τῶν συντηρητι-
1984κῶν ἰδεῶν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ περίστασις, κατὰ
1985τὴν ὁποίαν θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὴν
1986γνώμην τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Καὶ ἰδοὺ οἱ ὅροι,
1987ὑπὸ τοὺς ὁποίους καλῶς καὶ ἀκινδύνως, κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως
1988δυνατὸν, θὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ πολίτευμα ἀβασι-
1989λεύτου Δημοκρατίας νὰ ἀσκῆται παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχον-
1990τος τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς.
1991Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, ἂν ἀποβλέψῃ τις εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁ-
1992ποῖον εἶχεν ἄλλοτε ὁ ἀνώτατος ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος,
1993ὁ Βασιλεύς, ὡς εἷς ἐκ τῶν νομοθετικῶν παραγόντων τοῦ πολι-
1994τεύματος, τὸ δικαίωμα τὸ κυροῦν τοὺς νόμους μετὰ τὴν ψή-
1995φισιν, ὡς ἐπίσης καὶ τοῦ προτείνειν τοὺς νόμους εἰς τὴν Βου-
1996λήν, δικαίωμα ἀσκούμενον διὰ μέσου τῶν Ὑπουργῶν αὐτοῦ,
1997καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας τῶν νόμων, θὰ πεισθῇ ὅτι
1998τοῦ νομοθετικοῦ τούτου παράγοντος ἐκλιπόντος, ἡ ἀναπλήρω-
1999σις αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἄλλως εἰμὴ μόνον διὰ τοῦ δη-
2000μιουργουμένου δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος.
2001Συμπεραίνων λοιπὸν ἐρωτῶ τοὺς ἀντιλέγοντας πῶς, ὑπὸ
2002τοὺς ὅρους τούτους ἱδρυομένης τῆς Γερουσίας εἶναι δυνατὸν
2003νὰ εἴπῃ τις ὅτι δημιουργοῦμεν ἓν Σῶμα ἄχρηστον, προωρισμέ-
2004νον ἴσως νὰ ἀποβῇ ὁ ἐμπαιγμὸς καὶ ὁ περίγελως τῆς Ἑλλη-
2005νικῆς Κοινωνίας, ἀνικάνου ν’ ἀποδώσῃ τι χρήσιμον διὰ τὰ δη-
2006μόσια συμφέροντα, θνησιγενὲς καὶ προωρισμένον νὰ ἀνατραπῇ
2007μὲ τὴν πρώτην ἐκδήλωσιν δυσμενοῦς λαϊκῆς γνώμης. Ἡ Γε-
2008ρουσία, ὡς παρ’ ἡμῖν νομοθετεῖται, εἶναι κἄτι τὸ παρόμοιον,
2009δύναμαι νὰ εἴπω, πρὸς τὴν Γερουσίαν τὴν ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρ-
2010χουσαν. Καὶ ἐκεῖ ἠλαττωμένης νομοθετικῆς δυνάμεως εἶναι
2011ἡ Γερουσία καὶ ἐκεῖ ἠλαττωμένης πολιτικῆς δυνάμεως ἐμφα-
2012νίζεται. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι διὰ τὴν Γαλλικὴν Γε-
2013ρουσίαν εἶναι ἡ capitis diminutio; Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἡ Γερου-
2014σία εἶναι Σῶμα νομοθετικόν, Σῶμα ἄρτιον, ἀπολαῦον τῶν αὐ-
2015τῶν τιμῶν οἵων καὶ ἡ Βουλὴ καὶ συνεισφέρον ἐξίσου, δύναμαι
2016νὰ εἴπω, ὅσον καὶ ἡ Βουλή, ἂν μὴ καὶ πλειότερον, διὰ τῆς φι-
2017λοπατρίας, διὰ τῶν φώτων αὐτῆς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν
2018δημοσίων ἐν γένει συμφερόντων. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπι-
2019καλεσθῶ ἓν πρόσφατον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον καὶ μοναδικόν,
2020ἂν ἦτο, θὰ ἦτο τοῦτο ἀρκετόν, διὰ τὴν Γαλλίαν τοὐλάχιστον, νὰ
2021στηρίξῃ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα τὴν ὕπαρξιν τῆς Γερουσίας,
2022παράδειγμα ὑψίστης ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα, ὑπηρεσίας,
2023τῆς ὁποίας ὁλόκληρος ἡ τιμὴ ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν
2024Γαλλικὴν Γερουσίαν καὶ περιτράνως ἀποδεικνῦον τὴν χρησι-
2025μότητα αὐτῆς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Βουλήν. Θὰ ἀναφέρω τὸ
2026παράδειγμα τοῦ νόμου «περὶ τριετοῦς θητείας», τοῦ εἰσαχθέν-
2027τος ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1914, ὅστις ὑπῆρξεν ἔργον τῆς Γε-
2028ρουσίας καὶ ταύτης καὶ μόνης, κατ’ ἀντίδρασιν πρὸς τὴν Βου-
2029λήν. Διότι εἰς τὴν ἐπιμονὴν τῆς Γερουσίας, παρὰ τὴν ἐναν-
2030τίαν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ὀφείλεται ἡ ψήφισις τοῦ νόμου ἐκεί-
2031νου. Εὐνόητον δὲ εἶναι διὰ ποίους λόγους. Ἡ Βουλή, Σῶμα
2032εὐδημαγώγητον καὶ ὑποκείμενον ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου εἰς
2033τὰς ὁρμὰς τῆς λαϊκῆς θελήσεως, εἰς τὰς ἐπιταγὰς τοῦ λαοῦ,
2034ὅστις δὲν ἀποβλέπει πάντοτε καὶ δὲν ἔχει τὸ βλέμμα, τὸν ὀ-
2035φθαλμὸν ἀρκετὰ ἰσχυρὸν ὥστε νὰ ἀποβλέπῃ καὶ πέραν τῶν ἀ-
2036τομικῶν του συμφερόντων, ἡ Βουλή, λέγω, παρασύρεται ἐνίοτε
2037ὑπὸ τοῦ λαοῦ καὶ στέργει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι ἐξυπη-
2038ρετεῖ τὰ ἄμεσα συμφέροντα αὐτοῦ. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐ-
2039τὰς ἡ Γαλλικὴ Βουλή, δημαγωγουμένη ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν
2040Κοινὴν Γνώμην, ἀντεστάθη κατὰ τῆς τριετοῦς θητείας. Καὶ
2041μόνον ἡ ἐπιμονὴ τῆς Γερουσίας κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν
2042ψήφισιν τῆς τριετοῦς θητείας κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ με-
2043γάλου πολέμου, διότι κατώρθωσε διὰ τῶν πειστικῶν συζητή-
2044σεων ἐν τῷ Σώματι νὰ μεταδώσῃ τὴν πεποίθησίν της καὶ νὰ
2045ἐπιβάλῃ τὸν νόμον. Καὶ τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἡ βά-
2046σις καὶ τὸ θεμέλιον τῆς σωτηρίας τῆς Γαλλίας κατὰ τὴν τε-
2047λευταίαν παγκόσμιον πολεμικὴν θύελλαν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν
2048ἡ Γαλλία ἐκινδύνευσε νὰ καταποντισθῇ καὶ νὰ ἐκλείψῃ. Διότι
2049ἀσφαλῶς ἡ Γαλλία, ἂν δὲν εἶχε τὴν τριετῆ θητείαν ἐν ἐφαρ-
2050μογῇ καὶ τὸν στρατόν, τὸν ὁποῖον δι’ αὐτῆς παρεσκεύασε, τὸ
20511914 θὰ ἦτο τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς ὑπάρξεώς της ὡς μεγά-
2052λης Δυνάμεως.
2053Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι, ὅτι καὶ δι’ ἑνὸς προχείρου καὶ προσφά-
2054του παραδείγματος ἀποδεικνύεται ἡ χρησιμότης τοῦ δευτέρου
2055νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ μηκύνω τὸν λό-
2056γον μου ἐπὶ πλέον. Ἔκαμα κατάχρησιν ἴσως τῆς ὑπομονῆς
2057σας. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι, τουλάχιστον δι’ ἐμέ, ἦτο ὑποχρέωσις,
2058προκειμένου περὶ τόσον θεμελιώδους ζητήματος, νὰ μὴ ἀπο-
2059φύγω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα καθορίσω
2060καὶ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω. Δὲν νομίζω δέ, κύριοι,
2061ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς ἡ παράτασις τῆς
2062συζητήσεως ἐπὶ τρεῖς ἤδη συνεδριάσεις, προκειμένου περὶ
2063τοιούτου θέματος. Τὰ συνταγματικὰ ζητήματα ἀνακοινοῦνται
2064παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολῶν ἐτῶν καὶ εἰς τὰς ἀλλεπαλλήλους Βου-
2065λὰς καὶ Συνελεύσεις καὶ ἐν τῷ Τύπῳ. Ἐγίναμεν μάρτυρες
2066πολλάκις συζητήσεων διὰ πολὺ μᾶλλον ἀσήμαντα θέματα, τὰ
2067ὁποῖα κατηνάλωσαν καὶ συνεδριάσεις ὁλοκλήρους τῶν Βου-
2068λῶν, οἷον ὑπῆρξεν ἄλλοτε τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, οἷον ὑ-
2069πῆρξε τὸ ζήτημα τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν. Εὑρίσκω λοιπὸν
2070ὅτι εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη ἡ ἐπιθυμία τῶν κ. κ.
2071συναδέλφων καὶ ἡ τάσις αὐτῶν εἰς τὸ νὰ ἐκθέσουν πρὸς τὴν ὁ-
2072λομέλειαν τοῦ Σώματος τὰς γνώμας των ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
2073του, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν των καὶ κανονίσουν τὴν
2074εὐθύνην των, ἡ ὁποία θὰ ἀπορρεύσῃ ἐκ τῆς ψήφου ἑνὸς ἑκά-
2075στου ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης σημασίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι,
2076ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν ἠρέμῳ καὶ ἀπολύτῳ πεποιθήσει δύναμαι νὰ
2077εἴπω, εἶναι τοῦτο. Καίτοι τὰ ζητήματα τῆς πολιτικῆς καὶ τὰ
2078ζητήματα περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας εἶναι πολλάκις δε-
2079κτικὰ διαφόρου ἀντιλήψεως, ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ πο-
2080λιτικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος, ὡς ἡ ἵδρυσις Γερουσίας,
2081λέγω τοῦτο, ὅτι ἐν ἠρέμῳ συνειδήσει ἐκφέρω τὴν γνώμην ὑπὲρ
2082τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ ἐν ἠρέμῳ συνειδήσει θέλω δώσει
2083τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).
2084§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
2085§62Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ
2086Συντάγματος, ἡ διεξαχθεῖσα ἐπὶ τριήμερον, ἐξήντλησε σχε-
2087δὸν τὸ θέμα καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγον ἀ-
2088τομικὸν ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ μακρυγορήσω, θὰ παρεκάλουν νὰ
2089μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ διακοπῶν νὰ ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τὴν
2090γνώμην ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω
2091ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Σκοπὸς τῆς
2092ἀνόδου μου εἰς τὸ βῆμα δὲν εἶναι νὰ ἐπαναλάβω ὅσα πλήρως
2093οἱ ὁμογνώμονες μεθ’ ἡμῶν συνάδελφοι ἐξέθεσαν ἐνώπιον τῆς
2094Βουλῆς κατὰ τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας, ἀλλὰ εἶναι πρὸ παντὸς
2095νὰ ἀναπτύξω ὡρισμένας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑποβλη-
2096θῆ ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συν-
2097τάγματος καὶ αἱ ὁποῖαι εὑρίσκω ὅτι εἶναι συναφέστεραι πρὸς
2098τὸ συζητούμενον ἄρθρον. Εἰδικῶς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συν-
2099τάγματος ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, διότι δι’ αὐτοῦ εἰσάγεται
2100δεύτερος νομοθετικὸς παράγων, ὁ παράγων τῆς Γερουσίας,
2101καὶ διότι ὁ παράγων οὗτος, προϋπάρξας ἐν Ἑλλάδι, ἐγκατε-
2102λείφθη ἐπὶ ἑξήκοντα περίπου ἔτη καὶ διότι εἰσάγεται κατὰ
2103τὰς κρισίμους ταύτας στιγμάς, τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Τὸ
2104Λαϊκὸν Κόμμα ἐξεδήλωσεν ἔκτοτε, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς γίνεται
2105συζήτησις περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, τὴν γνώμην του ἐπὶ
2106τούτου.
2107Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀποβλέπον εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν,
2108ὡς τὸν μοναδικὸν ἐν τοῖς πράγμασι φορέα τῆς πολιτικῆς
2109ἐξουσίας, αἰσθάνεται ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρήσῃ
2110τὴν δύναμιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας πλήρη καὶ ἀμείωτον καὶ
2111ἐκ τῆς συναισθήσεως ταύτης ἀγόμενον, ἔχει τὴν ἀντίληψιν
2112ὅτι διχοτομὴ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, διὰ τοῦ ὁποίου
2113ἐκδηλοῦται καὶ πραγματοποιεῖται ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἐξασθε-
2114νίζει ταύτην αὐτομάτως.
2115Ἀνεπτύχθη ἤδη, κύριοι, ὑπὸ τῶν ὁμοφρόνων πρὸς ἡμᾶς
2116συναδέλφων κατὰ ποῖον τρόπον διχαζομένου τοῦ Ἀντιπροσω-
2117πευτικοῦ Σώματος ἢ διχαζομένης μόνον τῆς ἀντιπροσωπευ-
2118τικῆς ἀρχῆς τοῦ πολιτεύματός μας, διὰ τῆς ὁποίας ἐκδηλοῦ-
2119ται ἡ βούλησις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀνεπτύχθη ἤδη λέγω
2120πῶς ἐξασθενεῖ αὕτη. Ἐγὼ δὲν θὰ προσθέσω εἰς τὰ ἐπιχειρή-
2121ματα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσαν τόσον οἱ ὁμόφρονες ὅσον καὶ οἱ ἀντι-
2122φρονοῦντες, τι πλέον τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν προλαλησάντων
2123καὶ τὰ ὁποῖα ἐν ὀλίγοις θὰ ἀναπτύξω ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ση-
2124μείου, τὸ ὁποῖον θίγεται διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὸν νομοθετι-
2125κὸν παράγοντα καὶ τοῦ Σώματος τούτου. Τὸ σημεῖον, εἰς τὸ
2126ὁποῖον θίγεται ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα τοῦτο, εἶναι ἡ ἀρχή,
2127ἡ ὁποία τὸ διέπει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ κοι-
2128νοβουλευτική. Ἐξετέθη ἤδη ὅτι τὸ κόμμα ἡμῶν, ἀποβλέπον
2129εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἔχει καὶ ὡρισμένον τρόπον ἐκδη-
2130λώσεως καὶ πραγματοποιήσεως ταύτης. Ὁ τρόπος ἡμῶν εἶναι
2131τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Τὸ ἀντιπρο-
2132σωπευτικὸν κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέπει
2133ἐν τοῖς πράγμασιν τὰ πολιτεύματα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ
21341864 καὶ ἴσως καὶ πρότερον.
2135§63Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ ἑνιαῖον ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα.
2136§64Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ὡμίλησαν περὶ ἀντιπροσωπευτικῆς κοινοβου-
2137λευτικῆς ἀρχῆς, ἐμφανιζομένης ὑπὸ ἀντιπροσωπευτικὸν κοι-
2138νοβουλευτικὸν σύστημα, ὅπερ διέπει ὅλα τὰ πολιτεύματα. Θέ-
2139λουν οἱ συντάκται τοῦ νέου πολιτεύματος νὰ διέπῃ καὶ τοῦτο,
2140αὐτὴ ἡ γραμμὴ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
2141τεύματος, ἥτις ἐμφανίζεται ἐφ’ ὅλων τῶν ὅρων καὶ τοῦ συνό-
2142λου τοῦ νέου ἡμῶν πολιτεύματος. Ἀλλὰ καὶ ὑφ’ ἡμῶν καὶ ὑπὸ
2143τῶν συνταξάντων τὸ νέον πολίτευμα καὶ ὑπὸ τῶν ἀποπειρωμέ-
2144νων νὰ εἰσαγάγουν τὸν νέον νομοθετικὸν παράγοντα ἀνομολο-
2145γεῖται, μετὰ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν διῆλθεν ἡ Χώρα ἀπὸ τε-
2146τραετίας, ἀνομολογεῖται ὅτι προσπάθεια πάντων ἡμῶν πρέπει
2147νὰ εἶναι ἡ ἑδραίωσις τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ κοινοβουλευτικοῦ
2148πολιτεύματος. Διὰ τῆς ἀποπείρας, ἡ ὁποία γίνεται, δὲν ἐπέρ-
2149χεται τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ πῶς ἡ ἐμφανιζομένη κρίσις ἐκ τῶν
2150ἐλαττωμάτων τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀρχῆς θὰ αὐξήσῃ τὴν
2151πλήρη αὐτῆς χρεωκοπίαν. Διότι, ὡς γνωστόν, τὰ ἐλαττώ-
2152ματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος εἶναι κυρίως τὰ ἑξῆς:
2153Πρῶτον ὁ μηχανισμὸς τοῦ συστήματος ὅπως ἀντιμετωπισθῶ-
2154σιν αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ὑπὸ ἐκτάκτων κατα-
2155στάσεων. Ἄλλο ἐλάττωμα εἶναι ὅτι πολλάκις τὸ ἀντιπρο-
2156σωπευτικὸν Σῶμα δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἐπαφήν, εἰς τὴν
2157ὁποίαν πρέπει νὰ διατελῇ πρὸς τὸν λαόν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐ-
2158λαττώματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως
2159δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὁ νέος εἰσαγόμενος παράγων
2160θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ δύο ταῦτα ἐλαττώματα τοῦ Κοινοβουλευ-
2161τισμοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ νέος οὗτος παράγων καὶ
2162ἡ νέα διαμόρφωσις τῆς κοινοβουλευτικῆς λειτουργίας διὰ τοῦ
2163νέου αὐτοῦ παράγοντος, θὰ ἐπαυξήσῃ τὰ ἐλαττώματα ταῦτα,
2164διότι τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς Βουλῆς, τῆς μὴ δυνατῆς καὶ τα-
2165χείας ἀντιμετωπίσεως τῶν παρουσιαζομένων ἀναγκῶν, θὰ τὴν
2166κάμῃ ἔτι μεγαλυτέραν.
2167Ἡ Γερουσία καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐκλέγεται καὶ μὲ τὴν χρο-
2168νικὴν διάρκειαν ἡ ὁποία θὰ δίδεται καὶ μὲ τὸν τρόπον ὁ ὁ-
2169ποῖος καθορίζεται διὰ τῶν ἀναλογιῶν της καὶ τῆς συμπλη-
2170ρώσεώς της, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται ὅτι θὰ ἀποτελῇ
2171αὕτη τὸ μέσον τῆς ἐπαφῆς τῆς βουλήσεως ἀπ’ εὐθείας μετὰ
2172τοῦ λαοῦ ἐκλεγομένης καὶ κατὰ μικρότερα χρονικὰ διαστή-
2173ματα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, λέγω, ὅτι ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν
2174διῆλθε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ εἰς τὰς ἄλλας
2175Χώρας κατὰ τὸν πόλεμον καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέ-
2176μου, ὁπότε αἱ παρουσιασθεῖσαι ἀνάγκαι ἦσαν ἔκτακτοι καὶ ἔ-
2177χρῃζον ἀμέσους ἀντιμετωπίσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον,
2178λέγω ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς πλήρους ἐπὶ νέων βάσεων ὀργανώ-
2179σεως κατέστη πλέον ἐπιτακτική. Ἡ κρίσις, ἐπαναλαμβά-
2180νω, τὴν ὁποίαν διῆλθε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τόσον
2181καὶ ἀλλαχοῦ ὅσον καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα
2182ἔτη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐπαυξηθῇ ἐκ τῆς
2183ἐπαυξήσεως τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον διὰ τῆς
2184ἱδρύσεως τοῦ νέου τούτου νομοθετικοῦ παράγοντος. Καὶ διὰ
2185τοῦτο τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀντιτίθεται καὶ θὰ καταψηφίσῃ τὸν
2186νέον εἰσαγόμενον θεσμόν, ἀλλ’ ὄχι μόνον διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ
2187δι’ ἄλλον λόγον, ὁ ὁποῖος ἐξετέθη ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων
2188καὶ εἰδικῶς ὑπὸ συναδέλφων ἀνηκόντων εἰς τὸ ἄκρον ἀντί-
2189θετον σημεῖον τῆς Βουλῆς, ἐκείνου τοῦ ὁποίου μετέχομεν ἡ-
2190μεῖς εἰς τὸ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἀντιδημοκρατι-
2191κός. Θὰ εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἀντιδημοκρατικὸς ὡς
2192ἐκ τῆς προελεύσεως αὐτοῦ. Θὰ εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας
2193ἀντιδημοκρατικός, διότι θὰ ἀποτελέσῃ ἀνασχετικὸν φραγμὸν
2194εἰς τὴν ἐξέλιξιν καὶ εἰς τὰς ζυμώσεις ὅταν αὗται καταλήγουν
2195εἰς ὀξείας ἐκδηλώσεις. Ἀλλ’ εἶναι ἀντιδημοκρατικὸς καὶ μό-
2196νον διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ κληθῇ εἷς ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος δὲν
2197θὰ προέρχεται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀ-
2198νανεοῦται καὶ δὲν θὰ διατελῇ εἰς πλήρη ἐπαφὴν μὲ τὴν Κοι-
2199νὴν Γνώμην καὶ τὴν ἑκάστοτε ἐξελισσομένην λαϊκὴν θέλησιν,
2200ἵνα ἀντιμετωπίζῃ τὴν ἐξέλιξιν τὴν παραγομένην εἰς τὸ κυ-
2201ρίως ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον καλεῖται καὶ κατὰ
2202τὸ Σύνταγμα τοῦτο νὰ ἐμφανίσῃ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν.
2203Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἀναφέρων καὶ τὰ ἄλλα
2204ἐπιχειρήματα, τόσον ἐκτεθέντα κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς
2205Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ πρὸς κρί-
2206σιν πολίτευμα, καὶ τὰ ἐκτεθέντα ἐνώπιον ἡμῶν, ὅσον
2207ἀφορᾷ τὴν μὴ ὕπαρξιν τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι φέρον-
2208ται ἀπὸ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ καὶ νὰ
2209ἀπαριθμήσω καὶ τὰ ἄλλα ἐλαττώματα, ἔχων πάντοτε ὑπ’ ὄ-
2210ψει μου ὅτι τὸ πολίτευμα, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ νόμος
2211ὁ ὁποῖος ρυθμίζει τὰ ὅρια τῆς δράσεως τῶν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ
2212δρασασῶν δυνάμεων ἐν τῷ πολιτικῷ σκοπῷ. Ἐπιθυμῶν, νὰ εὑ-
2213ρίσκωμαι ἐν τῷ πραγματικῷ πεδίῳ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἐ-
2214κεῖνα ἐκ τῶν ἐπιστημονικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προ-
2215βάλλονται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ.
2216§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν κἂν συγγραφεῖς.
2217§66Β. ΣΑΓΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι
2218ἐκ τοῦ μετριασμοῦ τῆς ἀντιπροσωπείας μειοῦται ἡ δύνα-
2219μις τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Δὲν συμφωνῶ μὲ ἐκείνους,
2220οἱ ὁποῖοι ἔταξαν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα ἀπὸ
2221ἀπόψεως πολιτισμοῦ Κρατῶν, οὔτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ μὴ ἐ-
2222ξομοιοῦται πρὸς τὴν Τουρκίαν ἢ Βουλγαρίαν πρέπει νὰ κάμῃ
2223τι ὥστε νὰ μὴ ἐξομοιοῦται.
2224Κατόπιν δὲν ἀπομένει παρὰ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ὑπὸ
2225τοῦ προτείνοντος τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου προεβλήθη
2226καὶ ἀντικατοπτρίζει πραγματικῶς ἔνια, ἂν ὄχι ὅλα, τῶν ἐλατ-
2227τωμάτων τοῦ σημερινοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο
2228εἶναι ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλή, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται πραγμα-
2229τικῶς ἀπὸ τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, δὲν ἀποτελεῖται παρὰ ἐκ-
2230προσώπων πολιτευομένων, προσώπων κατεχόντων ὅλα ἐκεῖνα
2231τὰ στοιχεῖα ἐφ’ ὧν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀντιληφθοῦν καὶ ἐκδηλώ-
2232σουν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Με-
2233ταξὺ τῶν στοιχείων τούτων, κύριοι, ἐν τῷ αὐτῷ Κοινοβουλίῳ
2234δὲν εὑρίσκονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προερχόμενοι ἐκ τῶν διαφό-
2235ρων ἐν τῇ Κοινωνίᾳ δρασασῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν
2236τάξεων, αἰσθανόμενοι ἐξ ἰδίων τὰς ἀνάγκας τῶν τάξεων τού-
2237των, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχονται, θὰ ἠδύναντο ὄχι μόνον νὰ
2238ἐκφράσωσι τὰς ἀνάγκας ταύτας ὄχι μόνον νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν
2239ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τούτων, ἀλλὰ θὰ ἠδύναντο καὶ
2240νὰ συμβάλλωσι καλύτερον, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς ἀ-
2241νάγκας αὐτὰς καὶ θὰ εἶχον ὅλας τὰς εἰδικότητας ἐκείνας,
2242αἱ ὁποῖαι θὰ παρεῖχον εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἱ-
2243κανότητα ἐν ταῖς λεπτομερείαις νὰ ἐκφράσωσι καὶ ἀν-
2244τιμετωπίσωσι τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Οἱ προβάλλοντες τὸ ἐπι-
2245χείρημα τοῦτο ἰσχυρίζονται ὀρθότατα ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκπροσω-
2246πεῖ τὰς πολιτικὰς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ. Ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν
2247εἶναι ἐπαρκής, ὥστε νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγ-
2248κας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἐπαρκὴς καὶ λόγῳ τῶν προσώπων
2249ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελεῖται, προσώπων πολιτευομένων, προσώπων
2250ἀπασχολουμένων διαρκῶς διὰ νὰ πολιτεύωνται καθ’ ὃν τρό-
2251πον γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ πολιτεύων-
2252ται προσώπων τὰ ὁποῖα εἶναι ἠναγκασμένα νὰ ἀποβλέ-
2253πωσι πρὸς τὸν λαὸν ὡς πρὸς ἓν γενικὸν σύνολον, δὲν
2254δύναται νὰ ἀποβλέπῃ πρὸς αὐτὰ ὡς πρὸς τὰς ὑποδι-
2255αιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν αὐτοῖς ὑφίστανται συμφώνως πρὸς
2256τὰς κοινωνικὰς τοῦ λαοῦ μερίδας, τάξεις καὶ στρώματα, συμ-
2257φώνως πρὸς τὰς ἐπαγγελματικὰς καὶ οἰκονομικὰς ἀνάγκας
2258αὐτοῦ. Πρέπει πράγματι νὰ ἐξευρεθῇ εἷς τρόπος, ὁ ὁποῖος νὰ
2259συμπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν αὐτήν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν
2260κυριωτέρων ἐλαττωμάτων τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Τὸ Λαϊκὸν
2261Κόμμα ἀποβλέπον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὡς τὸ σύνολον τῶν κα-
2262νόνων, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν κατάστασιν,
2263δὲν παραγνωρίζει τὴν ἔλλειψιν ταύτην καὶ διὰ τοῦτο εἰσηγή-
2264θη ἢ μᾶλλον ὑπέβαλε πρότασιν, δι’ ἧς εἰσάγει τὸν θεσμὸν
2265τοῦ Ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θὰ σᾶς ἀναπτύ-
2266ξω τὰ κατὰ τὸν θεσμὸν τοῦτον. Ἤδη λειτουργεῖ ἀπὸ πενταε-
2267τίας ἐν Γερμανίᾳ, διατελεῖ δὲ ἐν Γαλλίᾳ ἐν πειραματισμῷ,
2268ὅπου ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἀντιμετώπισε μίαν ἀνάγκην καὶ ἐνισχύθη
2269διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μελῶν του ἀπὸ 56 εἰς 400, εἰσαχθέν-
2270τος ἐν Γαλλίᾳ διὰ νόμου τοῦ 1925. Βεβαίως ὁ τρόπος καθ’
2271ὃν λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐν Γερμανίᾳ εἶναι διάφορος ἀπὸ
2272ὅ,τι λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ. Ἀμφότεροι ὅμως καλοῦνται νὰ
2273ἀντιμετωπίσουν τὴν πραγματικὴν αὐτὴν ἔλλειψιν. Τὸ Ἀνώ-
2274τατον αὐτὸ Οἰκονομικὸν Συμβούλιον θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ δια-
2275φόρους ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων, καθὼς
2276ἐπίσης καὶ ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν τάξεων τῆς καταναλώ-
2277σεως. Ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχει ὁλόκληρον σύστημα ὀργανώσεως
2278οἰκονομικῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον ἴσως ἰσχυρισθοῦν οἱ ἐπιμέ-
2279νοντες εἰς τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας ὅτι ἐκ τῆς μὴ ὀργανώ-
2280σεως τῶν παραγωγικῶν τάξεων θὰ ἦτο δυσχερὴς διὰ τοῦ θε-
2281σμοῦ τούτου ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ἀναγκῶν. Ἐν Γερμανίᾳ ὑ-
2282πάρχει σύστημα ὀργανώσεως πλῆρες, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται
2283καὶ διὰ συνταγματικῶν διατάξεων. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἑλλάδι θὰ
2284ἠδύνατο νὰ γίνῃ μία τοιαύτη ὀργάνωσις, διότι σχεδὸν ὅλαι αἱ
2285τάξεις εἶναι ὠργανωμέναι εἰς Συλλόγους. Δηλαδὴ ἔχομεν
2286Ἐπιμελητήρια βιομηχανικὰ καὶ ἐπαγγελματικά, Συλλόγους,
2287γεωργικὰ Ἐπιμελητήρια καὶ γεωργικοὺς Συλλόγους, ἡ δὲ τά-
2288ξις τῶν καταναλωτῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιπροσωπευθῇ δι’ ἀν-
2289τιπροσώπων ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ὀργανισμῶν ἐκείνων. Εἰς
2290τὴν πρότασίν μου ὑπεβλήθη καὶ ὁ τρόπος τῆς κατ’ ἀρχῆς λει-
2291τουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐν αὐτῷ ἀντι-
2292προσώπων τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μέρος ἐκ
2293τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν
2294τοῦ μέρους τούτου, ἂν δὲν ἐνομίζομεν ὅτι θὰ ἠδύνατο τὸ Ἀ-
2295νώτατον Συμβούλιον νὰ λειτουργήσῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁ-
2296ποίους δρῶσιν αἱ ὀργανώσεις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Τὸ Συμβούλιον
2297τοῦτο θὰ ἀποτελῇ πληρεστέραν ἐκπροσώπησιν τῶν ἐπαγγελ-
2298ματικῶν, τῶν παραγωγικῶν καὶ βιομηχανικῶν τάξεων. Λέγω
2299δὲ πληρεστέραν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: διότι πρῶτον θὰ στε-
2300ρεῖται πολιτικῆς σημασίας, τοῦτο δὲ θὰ εἶχε συνέπειαν τὴν μὴ
2301ἐπέμβασιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἰς τὴν σύνθεσίν του καὶ
2302εἰς τὰ ἔργα του. Δεύτερον δὲν θὰ ἐκίνει τὴν ὄρεξιν τῶν ὀργα-
2303νώσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπετέλουν τὸ Συμβούλιον τοῦτο,
2304ὅπως ἐκμεταλλευθῶσι τὴν θέσιν των, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ στά-
2305διον ἐκμεταλλεύσεως, ἐφόσον ἡ θέσις του δὲν θὰ εἶχε καμ-
2306μίαν σημασίαν, διότι τὸ Συμβούλιον τοῦτο στερεῖται καὶ πά-
2307σης νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ πάσης ἄλλης ἐξουσίας, καθὼς
2308καὶ πάσης ἐν γένει πολιτικῆς σημασίας. Ἀντιθέτως ἡ Γε-
2309ρουσία λόγῳ τῆς μεγίστης πολιτικῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν
2310θὰ εἶχε, παρ’ ὅλα τὰ περὶ τοῦ ἀντιθέτου λεγόμενα, θὰ εἶχε τὸ
2311δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μετέχῃ εἰς τὴν ἐκλο-
2312γὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θεω-
2313ρῆται τὸ Συμβούλιον ἐκτὸς κομμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ
2314τουλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ
2315πολιτεύματος νὰ προκύπτῃ ἀπὸ κόμματα, ἀφοῦ τοῦτο ἐγένετο
2316καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπου τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐλει-
2317τούργησεν ἐπὶ πολλὰ χρόνια. Ἀφοῦ καὶ τώρα εἰς τὴν Γαλ-
2318λίαν καθιερώθη ἡ ἀρχὴ ὁσάκις ἐκ τῶν ἐκλογῶν προκύπτει
2319Κυβέρνησις ἀντίθετος τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου προήρχετο ὁ
2320Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ἐπεκράτησε, λέγω, ἀρχὴ νὰ πα-
2321ραιτῆται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ ἐκλεγῇ νέος
2322Πρόεδρος, ἵνα ὑπάρχῃ ἁρμονία.
2323Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο Συμβούλιον θὰ ἐκ-
2324προσωπήσῃ καλύτερον ὅλας τὰς ἐπαγγελματικὰς τάξεις, ὅ-
2325λας τὰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἀνεπηρέαστον
2326τελείως κινδύνου τινός, θὰ σκέπτεται ἀναλόγως τῶν πράγ-
2327ματι ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν καὶ ὄχι τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης,
2328ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ Γερουσία οὐδένα ἐκ τούτων θὰ ἐκπροσωπῇ
2329καὶ συνεπῶς καμμία ἐκ τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἐλλείψεων, αἱ
2330ὁποῖαι φέρονται ὡς ἐπιχειρήματα τῆς συστάσεως τῆς Γερου-
2331σίας, θὰ κατώρθωνε νὰ ἀντιμετώπιζε. Δὲν θὰ κατήντα δὲ
2332τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρέ-
2333τει πολιτικὰς ἀνάγκας καὶ πολιτικὰς ζυμώσεις, τῆς ὁποίας τὰ
2334μέλη κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπεδεικνύοντο ἀπὸ τὰ κόμματα καὶ κατὰ
2335λόγον τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης καὶ οὐχὶ τῆς πραγματικῆς ἀ-
2336ξίας τῶν συμφερόντων καὶ τῶν τάξεων καὶ τῶν κλάσεων τὰς
2337ὁποίας θὰ ἐκαλοῦντο νὰ ἐξυπηρετήσουν.
2338§67Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τί πρότασιν ὑποβάλλετε;
2339§68Β. ΣΑΓΙΑΣ. Νὰ προστεθῇ μετὰ τὸ ἄρθρον 27, ἄρθρον 28,
2340Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπεκράτησε τρόπος συζητήσεως τελείως ἀν-
2341τιεπιστημονικὸς καὶ ἄνευ οὐδενὸς συστήματος.
2342§69Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία τροπολογία εἶναι αὐτή;
2343§70Β. ΣΑΓΙΑΣ. Τῆς συστάσεως Ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Συμ-
2344βουλίου.
2345§71Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐκ λά-
2346θους τοῦ ὑπαλλήλου συνέβη, ὥστε τροπολογίαι τινὲς ὑποβλη-
2347θεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραπεμφθεῖσαι εἰς τὴν Ἐπιτρο-
2348πὴν νὰ μὴ ἀναγράφωνται εἰς τὸ σχέδιον.
2349§72Β. ΣΑΓΙΑΣ. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο. Λέγω λοιπόν,
2350λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. συναδέλφου
2351ἐρωτήσαντός με ἂν ὑπέβαλον τοιαύτην τροπολογίαν, λέγω ὅτι
2352ὑπέβαλον τοιαύτην καὶ ὅτι θὰ ἔλθῃ αὕτη μετὰ τὸ ἄρθρον 29
2353ὡς ἄρθρον 28. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυ-
2354ρηθῶ κατὰ τοῦ κρατήσαντος συστήματος τῆς συζητήσεως ἐπὶ
2355τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ κατὰ τοιοῦτον
2356τρόπον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Διότι τὸ Σύνταγμα
2357ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀποτελεῖ ἓν Σῶμα ὁλόκληρον, τοῦ ὁποίου οἱ διά-
2358φοροι θεσμοὶ εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἀλληλεπίδρασιν, ἀφ’
2359ἑτέρου δὲ διότι εἰδικῶς περὶ τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας δὲν
2360ἔχει σημασίαν πῶς θὰ καταργεῖται τὸ ἓν Σῶμα, ὁ δεύτερος
2361νομοθετικὸς παράγων καὶ πῶς θὰ προκύπτῃ, διὰ ποίας ἐκλο-
2362γῆς, δι’ ἀμέσου ἢ ἐμμέσου, ἀπὸ τὸν λαὸν ἢ ἀπὸ τὰς ὀργανώ-
2363σεις, πῶς θὰ λειτουργῇ, ποῖα θὰ εἶναι τὰ δικαιώματά του,
2364δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, οὐδὲ τὴν εὐχέρειαν νὰ τὰ συζητή-
2365σωμεν.
2366§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2367Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἴσως αὐτό, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ συζή-
2368τησις δυσχεραίνεται δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι πάντως κατ’
2369ἀρχὴν θὰ συζητηθῇ ἡ γενικωτέρα ἀρχὴ τῆς συστάσεως ἑνὸς
2370δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος μὲ περιωρισμένην ἢ εὐρεῖαν
2371δικαιοδοσίαν καὶ ἔπειτα θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῆς δικαιοδο-
2372σίας, τῆς συνθέσεως κτλ. τοῦ Σώματος τούτου. Κατὰ τὴν
2373συζήτησιν τῆς γενικωτέρας ἀρχῆς ἴσως ὅλοι οἱ ἀγορηταὶ ὡ-
2374μίλησαν περὶ τῆς πολιτικῆς δυνάμεως τῆς Γερουσίας, περὶ
2375τῆς προελεύσεως αὐτῆς καὶ οὕτω καθεξῆς. Πάντως ἡ συζή-
2376τησις δὲν περιορίζεται εἰς τὴν γενικωτέραν ἀρχὴν τοῦ δευτέ-
2377ρου νομοθετικοῦ Σώματος. Κατὰ συνέπειαν, ἂν δὲν περιελή-
2378φθησαν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι, δὲν δυσχεραίνεται ἡ συζήτη-
2379σις. Τώρα σεῖς ἐδώσατε τὰ ἐννοήσωμεν πῶς δύνανται νὰ συμ-
2380πληρωθοῦν αἱ ἀτέλειαι τοῦ ἑνὸς Κοινοβουλίου. Ἐπομένως δὲν
2381ὑπάρχει καμμία βλάβη. Πάντως κατ’ ἄρθρον δὲν γίνεται συ-
2382ζήτησις, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προχωρήσωσιν οἱ περισ-
2383σότεροι εἰς τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ εἶ-
2384ναι ἐπίσης ἐνδεχόμενον νὰ διαφωνῶμεν μὲ ἄλλους, μὲ τοὺς ὁ-
2385ποίους συνεφωνήσαμεν διὰ τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας.
2386§74Β. ΣΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν διαφωνήσουν
2387αὐτοί; Ἐννοῶ δηλαδὴ τὸ ἑξῆς ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τι-
2388νὲς νὰ ἐννοοῦν τὴν σύστασιν κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου
2389τὸν ὁποῖον ἐννοοῦν ἄλλοι. Δι’ αὐτὸ θεωρῶ τὸν τρόπον κατὰ
2390τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις ὡς ἐλλιπῆ.
2391§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2392Ἐν πάσῃ περιπτώσει μένει εὐκαιρία δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν
2393συμφωνοῦν ἀπολύτως μὲ τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τῆς Γε-
2394ρουσίας, τὸν ὁποῖον ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ συζητήσουν καὶ
2395νὰ προτείνουν ὅ,τι αὐτοὶ νομίζουν ὀρθότερον.
2396§76Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἀνέπτυξα ἤδη πρὸ ὀλίγου τοὺς λόγους διὰ
2397τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅτι ἡ Γερουσία ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἐ-
2398παυξήσῃ τὰ ἐλαττώματα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα καλεῖ-
2399ται νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀ-
2400νάγκην τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον δὲν δύναται ὡς ἐκ συνθέ-
2401σεως καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας νὰ ἀντιμετωπίσῃ.
2402Ἀλλ’ ἀνέφερα προηγουμένως καὶ ἐλάττωμα τοῦ κοινοβουλευ-
2403τικοῦ πολιτεύματος, τὸ ἑξῆς. Πολλάκις τὸ Κοινοβούλιον
2404δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἐπαφὴν μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην, μὲ
2405τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἰδίως δὲ τοῦτο συμβαίνει ὁσάκις πα-
2406ρατείνεται ἡ διάρκεια τοῦ Σώματος. Πρὸς ἀντιμετώπισιν
2407τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἰδίᾳ εἰς τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας δι-
2408ερχόμεθα, μετὰ μίαν τετραετῆ κρίσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ θε-
2409σμοῦ—κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ἀμφιβο-
2410λίαν καὶ δισταγμὸν ἕκαστος πολίτης ἀποβλέπει πρὸς τὸ
2411Κράτος καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν—προτείνο-
2412μεν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἐλλείψεως ταύτης τοῦ κοινοβου-
2413λευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ κυρωτικὸν δημοψήφισμα, τὴν συμ-
2414μετοχὴν δηλαδὴ τοῦ λαοῦ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν νομοθετικὴν
2415λειτουργίαν ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων.
2416§77Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2417Αὐτὸ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ ἰδιαιτέρως.
2418§78Β. ΣΑΓΙΑΣ. Τὴν τροπολογίαν ταύτην εἶχον ὑποβάλει τό-
2419σον διὰ τὸ ἄρθρον 2 ὡς νομοθετικὸν παράγοντα τὸν
2420λαὸν διὰ τοῦ δημοψηφίσματος, ὅσον καὶ εἰς ἓν ἄλλο
2421ἄρθρον περαιτέρω, ὅπου ὀργανοῦται τὸ δημοψήφισμα καὶ κα-
2422θορίζονται αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας διατάσσεται
2423καὶ τὰς προϋποθέσεις κατὰ τὰς ὁποίας διενεργεῖται. Ἡ Ἐ-
2424πιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐνόμισε, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ οὐσιαστικὸν
2425λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἀπορρίπτει τὸν θεσμόν, ἀναφέρουσα μόνον
2426ἕνα ἀόριστον λόγον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τε-
2427λεσφορήσῃ καὶ ὑποθέτω ὅτι τὸν λόγον τοῦτον στηρίζει εἰς τὸ
2428πολλάκις λεγόμενον ὅτι δὲν ὑπάρχει πλήρης πολιτικὴ μόρφω-
2429σις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἢ ὅτι πολὺ ὀλίγον ἐνδιαφέρεται ὁ
2430λαὸς διὰ τὰ γενικά του ζητήματα καὶ μὲ τὴν δικαιο-
2431λογίαν ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν θὰ τελε-
2432σφορήσῃ ἐν Ἑλλάδι, κρίνει καλὸν νὰ τὸν ἀπορρίψῃ. Ἐν πά-
2433σῃ περιπτώσει τονίζω ὅτι εἶναι ἐξοβελιστέα ἡ τροπολογία
2434αὕτη ἢ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ 2ον ἄρθρον,
2435διότι ὁ Λαὸς εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀ-
2436σκεῖ ταύτην διὰ τοῦ νομοθετικοῦ παράγοντος τῆς Βουλῆς καὶ
2437τῆς Γερουσίας καὶ συνεπῶς δὲν ἀποτελεῖ ἴδιον νομοθετικὸν
2438παράγοντα ἀπ’ εὐθείας ἀποφαινόμενον καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν
2439οὐσίαν τοῦ πράγματος.
2440§79Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς
2441εἴπω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ διέλθῃ διὰ μακρῶν τοὺς
2442λόγους, ὧν ἕνεκα ἐδέχθη τροπολογίας τινὰς καὶ ἀπέρριψεν
2443ἄλλας... Εἰς τὴν ἔκθεσίν της ἀναφέρει τοὺς οὐσιωδεστέρους
2444λόγους, ἀλλ’ ἄν τις τῶν κ. κ. συναδέλφων ἤθελε πληρεστέ-
2445ρας πληροφορίας, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντλήσῃ αὐτὰς ἐκ τῶν πρα-
2446κτικῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τοῖς ὁποίοις θὰ εὕρῃ τὰς γνώ-
2447μας τὰς ὑπὲρ καὶ τὰς κατὰ ἑκάστης τροπολογίας.
2448§80Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἂν πρόκειται μό-
2449νον διὰ τοῦ δημοψηφίσματος νὰ κινηθῇ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ
2450Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅπως παρακολουθῇ τὰ γενικά του ζητή-
2451ματα καὶ ὅπως μετέχῃ διὰ τῶν ἐννόμων ἐκδηλώσεων εἰς τὴν
2452λῆψιν τῶν μέτρων ἐκείνων τὰ ὁποῖα καλοῦνται καὶ τὰ ὁποῖα
2453λαμβάνονται διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας του, μόνον καὶ
2454μόνον, λέγω, διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπῆρχεν ὁ
2455λόγος τῆς ἀνάγκης, θὰ ἐφίστων τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς
2456ὅπως δεχθῇ τὸν θεσμὸν τοῦτον, ἰδίως κατὰ τὰς σημερινὰς
2457περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας παρίσταται μεγίστη ἡ ἀνάγκη
2458τῆς ἐνισχύσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ζητήματος, διερχομένου
2459πράγματι κρίσιν διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ
2460λαοῦ ἐν τῷ συνόλῳ του. Διότι διὰ τοῦ δημοψηφίσματος καὶ διὰ
2461τῆς ἄλλης τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα ἐνώπιον
2462τῆς Βουλῆς, φαντάζομαι ὅτι συμπληροῦνται πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ
2463ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἔδωκαν τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν τελευ-
2464ταίαν τετραετίαν εἰς ὅλους ἐκείνους τοὺς παράγοντας, οἱ ὁ-
2465ποῖοι ἐπιδιώκουν ἀφορμὴν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰς περιστά-
2466σεις, νὰ καταργήσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ
2467καὶ νὰ τελέσωσιν εἰς βάρος αὐτοῦ ὅσα ἐτελέσθησαν. (Χει-
2468ροκροτήματα).
2469§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
2470§82Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ψήφισμα ἔ-
2471χει ταχθῆ ἀνώτατον ὅριον τὸ ὀκτάωρον, ἔχει δὲ παρέλθει
2472δεκάωρον ἀντὶ τοῦ ὀκταώρου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βου-
2473λὴ δύναται νὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα ὡς ἐξονυχισθὲν καὶ νὰ κη-
2474ρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις.
2475§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξηντλήθη τὸ θέμα, ἐξην-
2476τλήθη.
2477§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας).
2478Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἀπόψε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ἀπό-
2479φασις, ἀλλὰ συνιστῶ ὅπως εἰς τὴν προσεχῆ συζήτησιν τῆς συν-
2480ταγματικῆς ἐργασίας λήξῃ ὁριστικῶς ἡ συζήτησις καὶ ἐπα-
2481κολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία.
2482§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2483§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ
2484αὕτη τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 4.30′ μ. μ.
2485(Ὥρα 10 μ. μ.)