1927.01.27
2.043 στίχοι · 16.307 λέξεις · 157 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
Πέμπτη 27 Ἰανουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρα 5.40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἀναφέρομαι Χ. Γιαννόπουλος ἀντὶ Ι. Γιαννόπουλος. Ἐπίσης θὰ εἶχον νὰ συστήσω ὅτι τινὲς τῶν κ. κ. δημοσιογράφων μοὶ ἀποδίδουν σκέψεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐξέφρασα. Μία τῶν ἐφημερίδων λέγει ὅτι ὑπεστήριξα τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἐνῷ ἀντιθέτως. Ἄλλη μὲ ἀναφέρει Ἀγγελόπουλον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν παρατήρησίν σας δὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διατάξω νὰ καταχωρηθοῦν εἰς τὰ πρακτικά. Εἰς τοὺς δημοσιογράφους δὲν δύναμαι νὰ κάμω τίποτε. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Σύσσωμος ὁ προσφυγικὸς κόσμος Βόλου διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον διακοπὴν τῆς ἀποζημιώσεώς των ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. — Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῶν τροχιοδρομικῶν καὶ ἠλεκτροτεχνιτῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, διατάξαντος τὸ κλείσιμον τοῦ φαρμακείου περιθάλψεως προσωπικοῦ Σωματείου. — Ὁ ἀπόστρατος συνταγματάρχης τῆς Στρατολογίας Κανελλίδης Ἐμμανουὴλ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου «περὶ ἐκπτώσεως εἰσιτηρίων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν». — Ὁ Σύνδεσμος τεχνιτῶν ἀρβυλοποιῶν αἰτεῖ νὰ ληφθοῦν διάφορα μέτρα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν μελῶν τοῦ Σωματείου. — Ὁ Κ. Δρούκας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως λόγῳ τῶν πολλῶν ὑπηρεσιῶν του πρὸς τὴν Πατρίδα τροποποιηθῇ ὁ νόμος 2588, ὥστε νὰ τύχῃ τῶν εὐεργετημάτων του καὶ οὗτος. — Ὁ Σύλλογος ὁμήρων Καβάλλας ζητεῖ ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος 3125 πρὸς τὸ συμφέρον τῶν δικαιούχων ἀποζημιώσεως ἐκ τῆς Βουλγαρικῆς κατοχῆς. — Οἱ ἔμμισθοι κλητῆρες παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ, Εἰσαγγελίᾳ καὶ Πταισματοδικείῳ Βόλου παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ὁ μισθὸς αὐτῶν ἐξισωθῇ μετὰ τῶν συναδέλφων των τῶν ἐν Ἀθήναις δικαστηρίων. — Αἱ ἐργατικαὶ ὀργανώσεις τῶν συνοικιακῶν ἐπιτροπῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν παρακαλοῦν τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν ἐξ ὀνόματος τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ τῆς θείας Δικαιοσύνης νὰ μὴ παραχωρηθῇ ὁ Σταθμὸς Πρώτων Βοηθειῶν εἰς τὴν Ἀεροπορικὴν Ἄμυναν. — Ὁ Νικόλαος Παπαδόπουλος παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐνεργήσῃ διὰ τὸν κρατούμενον ἐν Μερσίνῃ τῆς Μ. Ἀσίας αἰχμάλωτον υἱόν του. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πύργου ὑποβάλλει ὑπόμνημα πρὸς περιστολὴν τῆς ἀνεργίας, ἀκριβείας τῆς ζωῆς κλπ. — Οἱ ἀνταλλάξιμοι ἀγρόται πρόσφυγες Νέου Πύργου, Εὐβοίας, ζητοῦν ὅπως ἐνεργηθῇ ἡ ἐξαγορὰ τοῦ ἀγροκτήματος «Ἅγιος Ἰωάννης» καὶ διανεμηθῇ κατὰ κλήρους εἰς τοὺς πρὸ τριετίας ἐγκατεστημένους πρόσφυγας κλπ. — Ἡ Συνέλευσις τῶν δικαιουμένων ἀποζημιώσεως σιγαροποιῶν Τρικκάλων παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς ὁ εἰσπραττόμενος φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν σιγαρέττων. — Οἱ ὑπάλληλοι τῆς τέως Ἀγροτικῆς Ἀσφαλείας ὑποβάλλουν ὑπόμνημα περὶ ἐπανασυστάσεως τοῦ καταργηθέντος θεσμοῦ τῆς Ἀγροτικῆς Ἀσφαλείας. — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται κατὰ τῆς μελετωμένης ἐπαναφορᾶς τοῦ δημάρχου Πατρικίου. — Ὁ δήμαρχος Πλωμαρίου μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του ὁ νομάρχης Λέσβου. — Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Πρεβέζης ζητοῦν τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Θωμᾶ, ἀπαλλοτριωθέντος δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος ἀγροτικοῦ νόμου. — Οἱ κάτοικοι Βονίτσης διαμαρτύρονται, διότι ὁ μόνος ἐκεῖ ὑπηρετῶν καθηγητὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου μετατίθεται λόγῳ προαγωγῆς του, τὸ δὲ ἀπὸ δεκαετίας λειτουργοῦν σχολεῖον παραμένει ἄνευ οὐδενὸς διδασκάλου. — Οἱ ἀκτήμονες ἐργατοαγρόται Βελίτσης καὶ Ἀνασελίτσης παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως τοῖς χορηγηθῇ ἀνάλογος ἔκτασις γαιῶν, ἐφόσον ἔχουσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα προσόντα. — Οἱ ἐπιστάται καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Βόλου παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἵνα τοῖς χορηγῆται ὁ κεκανονισμένος μισθὸς μειωθεὶς παρανόμως ἐπὶ δικτατορίας Παγκάλου. — Ἡ Ἑλληνικὴ παροικία Ἀμβούργου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μετατραπῇ τὸ Προξενεῖον εἰς ἄμισθον. — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Μαζαράκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναμεταθέσεως καὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἄνευ τῶν ὑπὸ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων παρεχομένων ἐγγυήσεων μετατεθέντων λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Λ. Κυβετὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν συνεργατῶν καὶ ἐργατῶν λιμένος καὶ ἁμαξοκαρραγωγέων.
§6Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, κ. Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη, πιεζομένη ἀπὸ τοὺς ἀλευροβιομηχάνους, ἐξέδωκε ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξανε τὸν δασμὸν ἀπὸ 5 εἰς 6.25 διὰ τὰ ἄλευρα καὶ ἀφίνει τὸν αὐτὸν συντελεστὴν τὴν μεταλλικὴν δραχμήν, ἀφίνει πέντε δραχμὰς διὰ τὰ σιτηρὰ καὶ ἔχαμεν ἕξ δραχμὰς τὰ ἄλευρα. Αὐτὸς ὁ νόμος κατόπιν κατηργήθη, ἀλλὰ πέντε ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐξεδόθη πάλιν ἓν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανεφέρθη ἐν ἰσχύϊ. Διαρκῶς παραπονοῦνται ὅλαι αἱ ἑνώσεις, συνεχῶς λαμβάνομεν τηλεγραφήματα ἀπὸ ὅλα τὰ Σωματεῖα καρραγωγέων, παραληπτῶν λιμένος, ἐκτελωνιστῶν, μεσιτῶν Χρηματιστηρίου καὶ ἄλλων ἐνδιαφερομένων, παραπονουμένων ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ παραβιάζονται τὰ συμφέροντά των. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συμφέροντος τοῦ λαοῦ ἐπέρχεται μία αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ σίτου κατὰ 32 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὑπολογίζομεν δὲ ὅτι εἰσάγονται περὶ τὰς 150,000 τόννων ἐτησίως ἀλεύρων. Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἀλεύρων θὰ εἶναι ἡ διάλυσις ὅλων τῶν οἴκων εἰσαγωγέων τοῦ σίτου, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ζημιωθῇ, κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμόν, τὸ Δημόσιον ταμεῖον 48,000,000. Θὰ ζημιωθοῦν δὲ ἐπίσης καὶ ὅλοι οἱ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται σχετικῶς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία σχετικὴ ἐπερώτησις ἀπὸ τὸν κ. Βοζίκην καὶ τὸν Κ. Κουμάνταρον καὶ ἀπεφασίσθη μάλιστα νὰ ὁρισθῇ μία ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§8Λ. ΚΥΒΕΤΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ὑπέγραψα τοιαύτην αἴτησιν, ἀλλὰ παρῆλθε μία ἑβδομὰς καὶ δὲν ἐγένετο τίποτε. Θὰ παρακαλέσω πολὺ νὰ συσταθῇ ἡ Ἐπιτροπή.
§9Χ. ΛΑΔΑΣ. Νὰ γίνῃ τώρα αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή.
§10Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι τὰ τῆς οὐσίας ἔχουσιν ἀναπτυχθῆ δι’ ὑπομνημάτων τῶν διαφόρων ἐνδιαφερομένων, ἀλλὰ καὶ ἐπερώτησις εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ σχετικῶς πρὶν ἢ προμελετηθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὅπου ἀναμένομεν νὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ σχηματισθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔφερε τὸ ζήτημα ὁ κ. συνάδελφος αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν πρέπει νὰ ἐμποδισθῶμεν, καίτοι ἀπουσιάζει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§13Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ὤφειλον νὰ εἶναι πρωτίστως αὐτοὶ ἐδῶ καὶ νὰ μὴ ἀπουσιάζουν πάντοτε ὅταν συζητῶνται ἀναφοραί.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λόγῳ ἀπουσίας τῶν πλείστων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν διακόπτομεν ἐπὶ δέκα λεπτά.
(Ὥρα 5 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 5.10′ μ. μ.)
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§16Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον. Μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῆς περιφερείας Νεοχωρίου ὑπὸ τοῦ Ἐκλογοδικείου παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μᾶς δηλώσῃ τέλος πάντων, ἂν θὰ περιμένωμεν τὴν δευτέραν κατανομήν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τίνος πρόκειται; Δὲν ἔχω ἐπίσημον πληροφορίαν. Δὲν ἠμπορῶ ἐπὶ ἐξωδίκων πληροφοριῶν νὰ ἐπιτρέψω συζητήσεις.
§18Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Πρόκειται περὶ γεγονότος, κύριε Πρόεδρε....
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι γεγονὸς διὰ τὴν Βουλὴν, ἐφόσον δὲν τὸ γνωρίζει ἐπισήμως.
§20Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται ἂν ἀνεκοινώθη, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν ἢ ὄχι. Εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν συνέβη ἔγκλημα ὅταν δὲν τὸ γνωρίζει ἡ ἀστυνομία.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπιτρέψω συζήτησιν, κύριοι. Αὐταὶ εἶναι καινοφανεῖς ἑρμηνεῖαι τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ράλλης ἐπερωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῶν δελτίων.
§22Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τίνα λόγον ἔχω, κ. Πρόεδρε; Δὲν ἐννοῶ τίνα λόγον ἔχω. Ἐγὼ ἔκαμον μίαν ἐπερώτησιν ἔγγραφον καὶ ἐζήτησα πληροφορίας σχετικῶς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν. Ἐπιπροσθέτως ἐζήτησα νὰ κατατεθῇ ὁλόκληρος ὁ φάκελλος σχετικῶς μὲ τὰς διεξαγομένας ἀνακρίσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δελτίων. Ἔλαβον ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τῆς Βουλῆς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησίν μου τὴν ἀφορῶσαν τὰς ἀνακρίσεις, ἀλλὰ καὶ ταύτην ἐλλιπῆ. Διότι δὲν ὑπάρχει εἰμὴ τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως, ὄχι ὁλόκληρος ὁ φάκελλος, οὐδὲ κἂν ἡ δοθεῖσα διὰ τὴν ἀνάκρισιν διαταγή. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἕτερα σημεῖα τῆς ἐπερωτήσεώς μου, οὐδεμία μνεία γίνεται ἐντὸς αὐτῆς. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις σήμερον μέχρις ὅτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δώσῃ πληροφορίας ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τῷ ἐζήτησα.
§23Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παράκλησις θὰ ἦτο νὰ δοθῶσι συντομώταται ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. συνάδελφος, ἐπὶ ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπογράψει καὶ ἡμεῖς.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται τὴν ἀναβολήν.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Ἔχω κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὸν λόγον.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν ὑπάρχει ἐπερώτησις. Ὁ ἐπερωτῶν ἀπέσυρε τὴν ἐπερώτησίν του.
§28Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβαρωτάτου, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Κοινὴν Γνώμην ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀναβολή.
§29Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ὁ ἐπερωτῶν παραιτεῖται τοῦ δικαιώματός του ζητῶν τὴν ἀναβολήν, διότι δὲν ἔχει στοιχεῖα διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ κἂν συζήτησις οὔτε ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§30Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν ὁ κ. συνάδελφος, ὁ εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος, εἶναι ἐγγεγραμμένος διὰ νὰ ὁμιλήσῃ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§32Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ ὁ ἐπερωτῶν αὐτὸς μόνος του ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεώς του, κανεὶς ἄλλος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, ἐφόσον δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐφόσον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ πρὶν γενικευθῇ ἡ συζήτησις, κατὰ μείζονα λόγον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ ἐπερωτῶν καὶ δέχεται ἡ Κυβέρνησις.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§35Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν καὶ ἐφόσον ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμπληρώσω ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἐγενικεύθη καὶ ὅτι ἡ ἐπερώτησις διετυπώθη ὑπ’ ἐμοῦ, σύμφωνα δὲ πρὸς τὸν Κανονισμὸν οὐδεὶς δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον. (Θόρυβος).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ εἶναι δικαίωμα μόνον τοῦ ἐπερωτῶντος.
§37Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δικαίωμα μόνον ἰδικόν μου.
§38Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Τότε, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀποτελέσῃ τοῦτο προηγούμενον.
§39Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ διατυπωθῇ, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ ποῖον ἔχει ὑπογραφῆ ἡ ἐπερώτησις.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Ράλλην καὶ ἀπὸ τὸν κ. Σωτηριάδην.
§41Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλομεν καὶ ὑπεγράψαμεν ἡμεῖς ἔχει τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ράλλη. Τώρα, ἂν ὁ κ. Ράλλης ὑπέβαλλε μεταγενεστέρως ἄλλην ἐπερώτησιν, δὲν σημαίνει ὅτι ἀποκλείεται νὰ ὁμιλήσωμεν.
§42Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Παντοῦ καὶ πάντοτε σεῖς ζητεῖτε νὰ χώσετε τὴν μύτην σας. (Θόρυβος).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§44Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἔχει ὁρισθῆ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις ὡς ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ. Δὲν δύναται ἑπομένως ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς νὰ κανονίζῃ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχει ληφθῆ ἤδη ἀπόφασις.
§45Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, εἶναι ἐξηντλημένον, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη καὶ ἑπομένως, ἐφόσον ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὅταν προσαχθοῦν στοιχεῖα ἐπαρκῆ πρὸς συζήτησιν, τότε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Σήμερον δὲν θεωροῦνται τὰ στοιχεῖα ἐπαρκῆ πρὸς συζήτησιν. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἐπερωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν διατί δὲν ἐφαρμόζει τὸν Καταστατικὸν νόμον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§47Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, τὴν ὑπέβαλον ἐκ τῆς ἀνάγκης ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς συνταγματικῆς καὶ κανονικῆς καταστάσεως, διότι ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Πλαστήρα δὲν ἀνέτρεψε μόνον τὸ πολιτειακὸν καθεστώς, ἀλλ’ ἀνέτρεψε καὶ τὸ ἐκκλησιαστικόν, αὐθαιρέτως παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οἵτινες εἶναι ὠχυρωμένοι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ τε παλαιοῦ καὶ τοῦ σήμερον προσωρινῶς ἰσχύοντος. Ἡ ἀνατροπὴ ἐπῆλθε, διότι ὁ Πλαστήρας θέλων νὰ ἔχῃ βοηθὸν εἰς τὴν Ἐπανάστασιν τὴν Ἐκκλησίαν....
§48Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ Πλαστήρας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν.
§49Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. .... ἀνέτρεψε λοιπὸν ὄχι μόνον τὸ πολιτειακὸν καθεστώς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἕτερος παράγων τῆς Ἑλληνικῆς ὑπάρξεως. Ὁ πρῶτος παράγων εἶναι ἡ Πολιτεία, ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον, ὁ ἕτερος παράγων εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ἀνέτρεψεν ὁ Πλαστήρας αὐθαιρέτως, χωρὶς νὰ στηρίζεται εἰς οὐδένα νόμον, χωρὶς νὰ στηρίζεται εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν τῆς Γʹ Συνελεύσεως. Ἐξεδίωξε τὴν κανονικὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐγκατέστησε νέον Μητροπολίτην Ἀθηνῶν καὶ νέαν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς ἀρεσκείας του καὶ ἔμεινεν ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ παράνομον, ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἀντικανονικὴν διοίκησιν. Καὶ ἐρωτῶ, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὑπόχρεων νὰ ἐπιτηρῆτε τὴν τήρησιν τῶν νόμων τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων, πῶς ἀνέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον νὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς Ἱ. Συνόδου, μὴ στηριζομένης οὐδὲ εἰς τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οὐδὲ εἰς τοὺς συνταγματικούς; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τούτου πρόνοιαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ ἡ διοίκησις ἡ ἀντικανονικὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν, διατί δὲν ἐφαρμόζει τὸν νόμον, διατί δὲν ἐφαρμόζει τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ διατί δὲν λέγει εἰς τὴν Σύνοδον τὴν ὑπάρχουσαν νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν παράνομον θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχει;
§50Α. ΑΡΓΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἔχω νὰ δηλώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπερωτῶντα ὅτι δὲν εἶμαι ὥριμος ἐνώπιον τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω.
§51Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ βραδύνητε, κ. Ὑπουργέ,
§52Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἀναβληθοῦν ὅλαι αἱ ἐπερωτήσεις καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Στεφανόπουλος.
§55Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεχίζεται, κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἤκουσα πολλοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι πράγματι δι’ ἁδρῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ἐπιστημονικῶν ἐπικλήσεων ἄλλοι μὲν ὑπερημύνθησαν τοῦ θεσμοῦ, ἄλλοι δὲ ἐκηρύχθησαν ἐναντίον αὐτοῦ. Ἐγὼ δι’ ὀλίγων πλέον θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συμπληρώσω, κατὰ τὸ δυνατόν, ἐπιχειρήματα τείνοντα εἰς τὸ νὰ κηρυχθῇ τις ἐναντίον τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὑπὸ τὰς προκειμένας μάλιστα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, κρισίμους διὰ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Πατρίδα περιστάσεις. Θὰ ἠδυνάμην νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τούτου λέγων μόνον καὶ τοῦτο, ὅτι ἀνήκω εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἢ μᾶλλον ὅτι εἶμαι ὁ ὕστατος αὐτοῦ μαχητής. Διότι τὸ κόμμα τοῦτο μὲ αἱμάσσουσαν τὴν ψυχὴν προσῆλθεν ἵνα λάβῃ μέρος εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας πρὸς ἐπίλυσιν σοβαρωτάτων διὰ τὴν Πατρίδα ζητημάτων. Τὸ κόμμα τοῦτο ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ ὅτι ἐπείγει ἀπολύτως ἡ ἀνάγκη τῆς λύσεως δύο ὑψίστης σημασίας διὰ τὴν Χώραν ζητημάτων, τοῦ ζητήματος τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ ζητήματος τοῦ οἰκονομικοῦ. Περὶ τοῦ πρώτου δὲν πρόκειται νὰ φέρω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ὅταν ἀνεγνωρίσθη ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι συνυφασμένα μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς Χώρας καὶ τῆς Πατρίδος, ὅταν ἀναγνωρίζεται ὑπὸ παντὸς πλέον ὅτι τὸ Κράτος εἰς κάθε ἄλλην εὑρίσκετο παρὰ καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ διατρέχῃ ἕνα μέγιστον κίνδυνον, λέγω ὅτι μόνον καὶ μόνον ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης καὶ ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, κηρύσσομαι ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τούτου ὡς δημιουργοῦντος δαπάνην.
§56Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα κόμματος.
§57Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἔθεσα τὸν ὅρον αὐτόν, διότι συναινέσαμεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διαχειρίζεται τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ἐπίλυσιν κυρίως τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος. Ἐφόσον δὲ ὑπάρχουσιν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ καὶ κατὰ καὶ ἤκουσα τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων νὰ σταθμίζωσι τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ χωρὶς εἰς τὰ κατὰ νὰ συμπεριλαμβάνωσι καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις νὰ συμπληρώσω ταῦτα. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ δαπάναι εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος διὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ Σώματος τῆς Γερουσίας, ἵνα τάχα χρησιμεύσῃ τοῦτο διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν νόμων, ἵνα τάχα χρησιμεύσῃ ὡς ἀνώτατον δικαστήριον, ἀνωτάτων πολιτικῶν προσώπων, λέγω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι διὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ Σώματος τούτου αἱ δαπάναι θὰ ἀνέλθουν εἰς μέγα ποσόν. Δὲν εἶναι βεβαίως μόνον ἡ ἀποζημίωσις τῶν γερουσιαστῶν, δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐνοικίασις ἢ ἡ ἐξεύρεσις τοῦ οἰκήματος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ δαπάνη καὶ ἐν γένει αἱ δαπάναι τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι μικραί. Λέγουσι καὶ ἐπαναλαμβάνουσιν οἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ ὁμιλήσαντες ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη δύναται νὰ καλυφθῇ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἀλλά, κύριοι, ἐγὼ ἐρωτῶ· δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι μὲ τὴν δυνατότητα τοῦ περιορισμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ ἂν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, διατί αἱ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ἢ μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν δαπάναι νὰ μὴ ἀποδοῦν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὅστις πάσχει καὶ ὑποφέρει, ἀλλὰ νὰ ἀποδοῦν ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς Σώματος ἀργοσχόλων; Διότι σήμερον καθ’ ἣν στιγμὴν σκέπτονται νὰ στερήσωσι τοῦ ἄρτου αὐτῶν χάριν τῶν ὑψίστων τῆς Πατρίδος συμφερόντων ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀποζῶσιν ὁλόκληρον οἰκογένειαν, ἵνα καταστῇ δυνατὸν εἰς τὸ Κράτος καὶ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, τοὺς καταργουμένους μισθοὺς αὐτῶν νὰ λάβωσιν οἱ γερουσιασταί, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω κατὰ τί περισσότερον θὰ προσφέρωσι τῶν ἀπολυθησομένων ὑπαλλήλων. Σήμερον, κύριοι, ὅστις δὲν ἀντελήφθη ἰδίαις αἰσθήσεσι τὴν οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ ὕπαιθρος χώρα, δύναται νὰ κηρύσσηται ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀντελήφθην ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀνθρώπους ἀπαγομένους ἐκ τῶν χωρίων αὐτῶν διὰ τὴν ἔλλειψιν μάλιστα περιοδευόντων εἰσπρακτόρων καὶ φερομένους εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῶν ἐπαρχιῶν διὰ νὰ πληρώσωσιν ἐλάχιστον ποσὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον μολαταῦτα δὲν καθίσταται δυνατὸν νὰ ἐξεύρωσι καὶ οἱ ἄνθρωποι παραμένουσιν ἀκόμη ἐν ταῖς φυλακαῖς προσωποκρατούμενοι. Ὅταν λοιπὸν μίαν τοσοῦτον οἰκτρὰν κατάστασιν ἀντιμετωπίζομεν, νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ, κηρυσσόμενοι κατὰ πάσης δαπάνης τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ Σώματος τῆς Γερουσίας. Λοιπὸν διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν καὶ τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Οἰκουμενικὴ τῆς Χώρας Κυβέρνησις, πρέπει νὰ μὴ προβῶμεν οὐδὲ εἰς τὴν ἐλαχίστην δαπάνην χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη, διότι ἡ ἀνάγκη εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ Σώματος τῆς Γερουσίας πόρρω ἀπέχει καὶ πολλοῦ γε καὶ δὴ ὥστε νὰ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Ἐλέχθη καὶ ἐπανελήφθη ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς πολυνομίας. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἂν διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ περιορισμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ καθιερώσωμεν τὸ Σῶμα τοῦτο, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν βλέπομεν τροπολογίας ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, κατὰ τὰς ὁποίας ἓν σχέδιον νόμου δύναται νὰ μεταβάλλεται εἰς νόμον τοῦ Κράτους ἂν συζητηθῇ εἰς δύο χωριστὰς συζητήσεις καὶ ὄχι εἰς τρεῖς καὶ νὰ ἐπιψηφισθῇ. Ὅταν βλέπωμεν παρουσιαζομένην ὑπὸ τῆς οἰκείας Ἐπιτροπῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἵνα περιορισθῇ ἡ ἀπεραντολογία καὶ ἵνα καταστῇ δυνατὸν τὸ Σῶμα τοῦτο ταχύτερον νὰ προβαίνῃ καὶ εὐχερέστερον νὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἐρωτῶ ὑμᾶς· δὲν ἔρχεται τοῦτο εἰς σύγκρουσιν καὶ ἀντίφασιν πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουσιν ὅτι πρέπει νὰ καταπολεμήσωμεν τὴν πολυνομίαν διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Γερουσίας, ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως νόμων, ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην νομοθετικῆς ἐργασίας; Ὅταν λέγουσιν ὅτι ἀπέτυχε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν παρουσιάζει ταχέως τὴν πρέπουσαν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἡ πολυνομία προῆλθεν ἐκ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἀντεμετώπισεν ἡ Πατρὶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἡ πολυνομία δὲν εἶναι ἀπότοκος τῆς ἐλλείψεως Γερουσίας. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον τὸ ὁποῖον λέγεται ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ὅτι τάχα θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πληρεστέραν ἐμφάνισιν τῶν νόμων ἀπὸ ἀπόψεως νομοτεχνικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως προσαρμογῆς τούτων πρὸς τὸ σύνολον τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ τοῦτο, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ. Εἴδομεν ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας ὅταν νόμος τις ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, κατόπιν θέλει ἀποφανθῆ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Γερουσία ἐντὸς δύο μηνῶν καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν θέλει ἀποφασίσει τὸ Σῶμα τοῦτο ἐντὸς δύο μηνῶν, τότε θεωρεῖται ὁ νόμος ὡς γενόμενος ἀποδεκτός. Ἑπομένως κατὰ τὰς νέας διατάξεις ἡ Γερουσία ἔχει δικαίωμα ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ νὰ ἀποδεχθῇ τοῦτον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον; Βεβαίως ὄχι, διότι τότε θὰ ἐνομοθέτει κατὰ πρῶτον βαθμόν, ἐνῷ εἶναι νομοθετικὸν Σῶμα κατὰ δεύτερον βαθμόν. Ἂν ἀπορρίψῃ σχέδιόν τι νόμου, διότι νομίζει ὅτι δὲν εἶναι οὗτος καλῶς συντεταγμένος καὶ ἐπανέλθῃ τὸ σχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον ἡ Βουλὴ θὰ βελτιώσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ οὕτω πως οὐδέποτε θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐπιψηφισθῇ νόμος, τοῦ ὁποίου θὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀνάγκην ἡ Χώρα. Καὶ ἐρωτῶ· ἂν κατὰ τὴν παροῦσαν κρίσιμον διὰ τὸ Κράτος περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναμένεται ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ παρουσιάσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδια ἀφορῶντα τὴν ρύθμισιν τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ἐξ ἀρχῆς, ἂν κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ὑφίστατο ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἦτο χρήσιμος ὁ θεσμὸς οὗτος; Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ συνέβαλε διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς Χώρας ἀπὸ τῆς δυσχεροῦς περιστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἀφοῦ θὰ καθίστα σχεδὸν ἀδύνατον τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐπειγόντων νομοθετημάτων τούτων, ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος; Λέγουν ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς παντοδυναμίας τῆς Βουλῆς. Δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποίας ἐννοίας ἐξετάζουσι τὴν παντοδυναμίαν ταύτην. Ἐννοοῦσιν ὅτι ἔχει παντοδυναμίαν ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ νομοθετεῖν; Ὡμίλησα περὶ τούτου ἀνωτέρω. Ἐννοοῦσι παντοδυναμίαν ἐν τῷ διοικεῖν; Δὲν γνωρίζω ὁποίαν τινὰ ἐξουσίαν καὶ παντοδυναμίαν ἔχει ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ἡ ὁποία ἱδρύεται ὁσονούπω διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἥτις κρατεῖ εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα διὰ τῶν διαφόρων Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐγκαθιδρυθῆ. Δὲν γνωρίζω ποίαν παντοδυναμίαν ἔχει ἡ Βουλή, ὥστε νὰ λέγωμεν ὅτι χρειάζεται ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας πρὸς περιορισμὸν τῆς παντοδυναμίας τῆς Βουλῆς. Μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι καὶ ἡ ἐξουσία τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Ὑπουργῶν, ὑπαρχόντων τῶν Συμβουλίων τούτων, διὰ τῶν ὁποίων περιορίζεται ἡ ἐν γένει δρᾶσις αὐτῶν, μοὶ φαίνεται, λέγω, ὅτι καὶ ἡ ἐξουσία τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν δὲν εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε νὰ ἐνδείκνυται ἡ ἵδρυσις τοῦ Σώματος τούτου, ἵνα περιορίσῃ ταύτην. Θὰ ἀντετασσόμην δὲ πολὺ περισσότερον εἰς τὴν κατὰ πρῶτον ἵδρυσιν τοῦ Σώματος τούτου διὰ τῆς Βουλῆς, διότι θὰ ἦτο αὐτόχρημα ἀνακόλουθον νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ δευτερευούσης σημασίας καὶ δράσεως ἐν τῇ Χώρᾳ, νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἢ νὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ τῆς διαλύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελέ ποτε προβῆ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ συγχρόνως τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ προέρχεται ἐξ ἡμῶν. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ συμπληρωθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ παρουσιάζεται πληρεστέρα ἡ ἐργασία ἡ νομοθετική. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀντιμετωπίζομεν μίαν τοιαύτην πολυνομίαν, ὥστε οἱ εἰδικῶς περὶ τὸ δίκαιον ἀσχολούμενοι νὰ ἀγνοῶσι πολλάκις τὴν ὕπαρξιν ἰσχυόντων ἐν τῷ Κράτει νόμων. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐξερχόμεθα ἐκ τῆς κρατούσης ταύτης, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἀνωμαλίας ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ νομοθετικῆς καταστάσεως, διὰ τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς Σώματος κουρασμένων ἀνθρώπων προβεβηκυίας ἡλικίας. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τὸν ἐρωτήσω, λέγω, ἂν ἐξακολουθῇ ὑπάρχον τὸ σύστημα ἐκεῖνο τῶν Ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῆς ἀνασυντάξεως τῶν διαφόρων κωδίκων τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος, τῆς Ποινικῆς Δικονομίας; Τὸ σύστημα τοῦτο θεωρῶ ὡς δυνάμενον νὰ ἐπιτύχῃ, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν ἐν τῇ πολυδαιδάλῳ, ποικίλῳ καὶ ἐπιπολαίᾳ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ, ἡ ὁποία ἐνεφανίσθη εἰς συμπλήρωσιν τῶν νόμων, νὰ καταστῇ, λέγω, δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἓν ἑνιαῖον σύστημα καὶ ἐπιτευχθῇ ἡ κωδικοποίησις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας καὶ ἄνθρωποι εἰδικῆς μορφώσεως, ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν κωδικοποίησιν τῶν νόμων νὰ ἐργασθῶσι πραγματικῶς καὶ μὴ παρουσιάζηται μία κατάστασις ἀπραξίας καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων παρατεινομένων ἐπ’ ἄπειρον, ὡς ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ νὰ ταχθῇ χρονικὸν ὅριον καὶ παρουσιάσουν τὴν ἐργασίαν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς μίαν ὁμαλὴν κατάστασιν. Τοῦτο θὰ ἦτο προτιμώτερον ἀπὸ τὴν ἵδρυσιν Σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν ἂν ἔχῃ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν ἀξίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνασύνταξιν τῶν νόμων καὶ ἑνοποίησιν τούτων. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καθορίζεται ἐν τῷ Συντάγματι. Δύναται βεβαίως καὶ τοῦτο νὰ ἀποβῇ χρήσιμον, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀποτύχῃ, δύναται διὰ νόμου νὰ παύσῃ ἰσχῦον, ἀφοῦ διὰ νόμου, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, θέλει τεθῆ εἰς ἐφαρμογήν. Ἀλλ’ ὅταν καθιερώνωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ ὅταν εἰς πλεῖστα τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος βλέπομεν τὴν λέξιν «Γερουσία» ἐμφανιζομένην, ὅταν λέγω, θὰ καθιερώσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον συνταγματικῶς, ἐρωτῶ ὑμᾶς· εἰς περίπτωσιν ἀποτυχίας—ὡς εἶναι βέβαιον, κατὰ τὴν γνώμην μου—κατὰ ποῖον τρόπον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκβάλωμεν τοῦτον ἐκ τοῦ Συντάγματος; Διὰ νέας Συνελεύσεως, διὰ νέας ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος; Μὰ πρὸς Θεοῦ, πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰ τοιαῦτα καὶ πρέπει νὰ ἐπισπευσθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἵνα καταστῇ δυνατὸν καὶ τερματισθῇ ἡ ἐργασία ἡ συνταγματικὴ καὶ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν μεγάλων, τῶν φλεγόντων ζητημάτων διὰ τὴν Χώραν. Παρεκτὸς τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐργασίας καθιεροῦται ἡ Γερουσία καὶ ὡς δικαστικὴ ἐξουσία, ἵνα δικάζῃ, ὡς λέγουσι, πρόσωπα κατέχοντα ἀνωτάτας ἐν τῷ Κράτει θέσεις. Μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι τελείως ἕωλος, διότι δὲν γνωρίζω πῶς καλύτερον θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀνεπηρέαστος καὶ δικαία ἐκδίκασις τοιούτων ὑποθέσεων, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶναι κατηγορούμενοι πρόσωπα κατέχοντα μεγάλας ἐν τῷ Κράτει θέσεις. Δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον, λέγω, θὰ ἐξασφαλίζεται ἡ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα αὐτά, ὅταν καὶ ἡ Γερουσία εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀνωτέρα κομμάτων. Διότι ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐκλεγῶσιν οἱ μέλλοντες νὰ ἐκλεγῶσι γερουσιασταί, εἴτε δι’ ἀμέσου ψηφοφορίας, εἴτε δι’ ἐμμέσου, ἡ ὑποστήριξις ἐκ μέρους τοῦ Α ἢ Β ἰσχυροῦ κόμματος ἐν τῇ Βουλῇ θέλει ἔχει ἢ ὄχι ὁλοσχερῆ ἐπίδρασιν εἰς ἀνάδειξιν καὶ ἐπιτυχίαν αὐτῶν; Ὅταν λοιπὸν καὶ οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀχρωμάτιστοι, ὅταν θὰ ἀνήκῃ ἕκαστος αὐτῶν εἰς ἓν κόμμα, ὅταν θὰ τύχωσι τῆς ὑποστηρίξεως ἑνὸς κόμματος διὰ νὰ ἐπιτύχουν, ἐρωτῶ ὑμᾶς· κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν ἀνεπηρεάστως νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Γερουσία ὡς εἰδικὸν δικαστήριον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον; Καλῶς ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν θεσμὸν ἄχρηστον καὶ ἀργόσχολον ἐν τῷ Κράτει, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς παρασκευὴν τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ ὡς δικαστήριον ἀνωτάτων προσώπων. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κουράσω ὑμᾶς ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ἐμέ, ὅστις δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἰς ζητήματα μὴ ἀφορῶντα ἐμπιστοσύνην ἔχω ἐλευθέραν τὴν γνώμην καὶ ἐκινδύνευσα νὰ λυπήσω ἀρχηγόν, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει μεγάλας ἐλπίδας τὸ κόμμα διὰ τὸ μέλλον τῆς Χώρας, ἐκφέρων τὴν γνώμην μου ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος τροπολογίαν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν οὗτος ἀντίθετον γνώμην. Ἂς ἐπιτραπῇ, λέγω, εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ κατ’ ἰδίαν πεποίθησιν, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης ἣν ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει. Ἀπευθυνόμενος ὅθεν καὶ πρὸς τὴν ἀντίθετον πτέρυγα πέποιθα ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν συνάδελφοι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας αὑτῶν πεποιθήσεως θέλουν δώσει τὴν ψῆφον αὐτῶν. Περαίνων τὸν λόγον εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τὸ Σῶμα δὲν θὰ θελήσῃ εἰς τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις, δὲν θὰ θελήσῃ ὑπὸ τὰς κρισίμους οἰκονομικὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ὑπὸ τὴν ἀγωνίαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κοινὴ Γνώμη, νὰ καθιερώσῃ μίαν δαπανηρὰν πολυτέλειαν, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι πλέον, ἄλλως θέλει ἀπορρίψει ὡς ἄχρηστον τὸν θεσμὸν τοῦτον εὑρισκόμενον ἐν ἰσχύϊ εἰς Κράτη πεπολιτισμένα μέν, ἀλλ’ ἔνθα ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ ὀφείλεται εἰς ἱστορικοὺς λόγους, οὐχὶ ξένους πρὸς τὴν διάκρισιν τῶν κοινωνικῶν τάξεων, ὡς ἀποστέργει καὶ ἀπεχθάνεται ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. (Χειροκροτήματα).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§59Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἐξηντλημένον, διότι ἀνεπτύχθησαν χθὲς αἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας γνῶμαι καὶ αἱ κατ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξις τῶν ἐπιχειρημάτων θὰ ἀπετέλει ἄσκοπον καὶ ἀνωφελῆ σπατάλην χρόνου. Δύο λέξεις μόνον θὰ ἔλεγον διὰ νὰ ρίψω κραυγὴν πόνου ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ δυστυχισμένου Συντάγματος. Ἀληθῶς πολλὰ δεινὰ ὑπέστη ὁ Τόπος, πολλαὶ ἐνέσκηψαν συμφοραὶ εἰς αὐτόν. Πολλαὶ καὶ ποικίλαι εἶναι αἱ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τὰ δεινὰ καὶ ἐπέφερον τὰς συμφοράς, ἀλλὰ τὸ μᾶλλον ἀθῶον ὑπῆρξε τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα εἰς οὐδὲν ἔπταισεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντοτε ἔπταισεν ἦτο ἡ παραβίασις αὐτοῦ. Καὶ θὰ ἔλεγον τοῦτο. Κύριοι, ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον πεντηκονταετίαν τὸν θεσμὸν τῆς μόνης Βουλῆς τὸν καθιέρωσε μία ἱστορικὴ παράδοσις συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως ἀμετάβλητος.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τεταραγμένη.
§61Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔλαβον χώραν ἐπαναστάσεις καὶ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ἑκάστη ἐπανάστασις ὡς ἀντικειμενικὸν σκοπὸν εἶχε τὴν προσβολὴν καὶ τὴν ἀνατροπὴν αὐτοῦ τοῦ ἀθώου Συντάγματος. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος κλπ. Ἦλθον πάλιν ἄλλαι ἐπαναστάσεις....
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ 1920.
§63Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τοῦ 1920, ἔστω, ἡ λαϊκὴ αὐτὴ ἐπανάστασις. Καὶ αὐτὴ κατέληξεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐπηκολούθησαν αἱ ἄλλαι στρατιωτικαὶ ἐπαναστάσεις καὶ πάλιν αὐτὸς ἦτο ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπός, ἡ προσβολὴ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε εὐσυνειδήτως· τί πταίει αὐτὸ τὸ δυστυχισμένον τὸ Σύνταγμα; Ὑπῆρξέ τι τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν ἐν τῷ Συντάγματι διὰ νὰ λάβῃ χώραν μία μεταβολή, μία ἀνατροπὴ αὐτοῦ; Ἔχομεν ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος παρήγαγεν ἀγλαοὺς καρποὺς ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον πεντηκονταετίαν. Ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῆς μονίμου Βουλῆς εἶδεν ἡμέρας εὐτυχίας καὶ δόξης ἡ Ἑλλάς. Μᾶς εἶπον ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτὸ καὶ ἤκουσα καὶ ἐκαμάρωσα τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι παρήλασον ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό, μᾶς εἶπον ὡραῖα λόγια. Μᾶς ἀνέγνωσαν περικοπὰς ἀπὸ τὰ διάφορα συνταγματικὰ ἐγχειρίδια, ἤκουσα τὸν Ἐσμέν, ἤκουσα τὸν Μπράϊς, ἤκουσα καὶ πολλοὺς ἄλλους. Ἕν εἶναι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ θεωρητικὴ ἄποψις εἶναι ὑπὲρ τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει διὰ νὰ ἀνατρέψωμεν ἕνα θεσμόν, δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει συγκεκριμένως τοὺς ὅρους, τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται μία Χώρα. Εἰδικῶς διὰ νὰ μεταβάλωμεν ἕνα θεσμὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕν δεδομένον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀνατροπὴν αὐτοῦ. Ἐρωτῶ· ποῖον εἶναι τὸ δεδομένον ὅπερ ἐπιβάλλει τὴν ἀνατροπὴν αὐτήν; Ἔγινε ἡ πρώτη ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀναπτύσσων τὰς γνώμας του περὶ τῆς διπλῆς Βουλῆς εἶπεν (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ ὁμιλῶ, κύριοι, θεωρητικῶς μὲ τὰ συνταγματικὰ ἐγχειρίδια. Ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως εἶμαι ὑπὲρ τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἀλλά, παρακαλῶ, ὑπάρχουν λόγοι πλὴν τῶν ἄλλων διὰ τοὺς ὁποίους ἐνδοιάζω ἐγὼ νὰ ἀντιτάξω τοῦτον τὸν λόγον....»
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§65Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Τὰ λέγει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ὄνομα; Εἶναι εἰς τὰ 1909 ἢ εἰς τὰ 1910.
§66Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἰς τὰ 1911 εἶναι.
§67Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἂν θέλητε, εὑρίσκετε τὰ πρακτικά. Μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω ὀνόματα τῶν Πρωθυπουργῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος.
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ὄνομα;
§69Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀκούσητε ἀφοῦ τὸ ἠξεύρετε; Δὲν εἶναι ἀνάγκη. Ὄχι. Ὁ τίτλος καλύπτει τὸ πρόσωπον, ὅπως ἡ σημαία τὸ ἐμπόρευμα.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι μέγας.
§71Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω· μέγας καὶ εἰς τὸ καλόν, μέγας καὶ εἰς τὸ κακόν. Ἂς εἶναι τέλος πάντων. Εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικὴ συζήτησις, κύριοι. Δὲν καταλαμβάνω διατί θίγετε τοιαῦτα ζητήματα. Ἡ συζήτησις εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικὴ καὶ ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀναφέρω τὴν γνώμην τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔδρασε τότε καὶ ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ γνώμην. Καὶ σᾶς ἀνέγνωσα λέξιν πρὸς λέξιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ Συντακτικὴ Βουλή, ἡ Γʹ Συνέλευσις. Πάλιν ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Ἔγινε μία Ἐπιτροπὴ τότε, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέλος καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν εἰσηγητῶν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ πάλιν τὰ αὐτὰ ἔλαβον χώραν. Δηλαδὴ καὶ πάλιν συνταγματικὰ ἐγχειρίδια, πλούσιαι ἐπιστημονικαὶ συζητήσεις, ἄφθονος χύσις μελάνης καὶ ἀτελεύτητοι ἐπιστημονικαὶ θεωρίαι. Ἀλλ’ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως ὑπῆρξε κατὰ τοῦ δευτέρου Σώματος, κατὰ τῆς δευτέρας Βουλῆς καὶ πρώτης τάξεως, κύριοι, ὁ κ. Λεβίδης, ὁ σεβαστὸς πολιτευτὴς μὲ τὴν πολλὴν μόρφωσίν του, ἀσχοληθεὶς εἰς εἰδικὴν μάλιστα μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκτυπώσει, ἐτάχθη κατὰ τῆς Γερουσίας. Ἐπίσης ὁ διακεκριμένος καθηγητὴς κ. Πολυγένης.
§72Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Σεῖς;
§73Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἀνατροπῶν.
§74Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐρωτῶ· ἡ ἰδική σας γνώμη;
§75Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει ἡ γνώμη τοῦ κ. Πολυγένη, ἄριστα γραμμένη, εἶναι τοῦτο· ὅτι παρ’ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ δευτέρα Βουλή, εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον ὄχι πλέον ἐν τῇ πράξει, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ ἡ ὕπαρξις δευτέρου Σώματος τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος διατρέχει μίαν περίοδον ἀμέσως μεταπολεμικὴν καὶ ἀμέσως μετεπαναστατικήν. Δηλαδὴ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος ἢ ἀνωμαλίαι ἐσωτερικαί, ἐκεῖ ἀσφαλῶς ὄχι μόνον δὲν ἐνδείκνυται, ἀλλὰ ἀντεδείκνυται ἡ ὕπαρξις δευτέρου Σώματος νομοθετικοῦ. Καὶ εἶναι φυσικόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀντεδείκνυται, διότι τὴν στιγμὴν αὐτήν, καθ’ ἣν βεβαίως τὰ πάντα εὑρίσκονται εἰς χαώδη κατάστασιν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν Σῶμα δρῶν ἀμέσως, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ φραγμούς, νὰ μὴ ἔχῃ ἐμπόδια, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ προβλέπῃ περὶ ὅλων. Εἰδικῶς δὲ σήμερον ἐδῶ τί ἔχομεν; Ἔχομεν μίαν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀγωνίζεται τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον ἢ νὰ καταργήσῃ ἡμᾶς κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον εἴτε διὰ μιᾶς μικτῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε μὲ τὰ λεγόμενα παρακοινοβούλια. Καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κόπτεται νὰ μᾶς καταργήσῃ, ἀπὸ ἀγαθοῦ σκοποῦ βεβαίως, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ φθάσῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερην εἰς τὸν σκοπὸν αὐτῆς, ἡμεῖς λέγομεν νὰ κάμωμεν καὶ δευτέραν Βουλήν. Ἐρωτῶ: ἂν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐξελέγξῃ ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐκδοθῆ κατὰ τὰς δικτατορίας τὰς στρατιωτικάς, πόσον χρόνον θὰ χρειασθῇ; Ἐκτὸς ἂν καταργήσουν ἡμᾶς καὶ τὰ κάμουν μόνοι των. Ἀλλ’ ἀφοῦ θὰ κάμουν αὐτό, τί τὴν θέλουν τὴν Γερουσίαν; Τί τὴν χρειάζονται; Λοιπὸν θὰ ἔλεγον, κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, διότι γνωρίζω ἄριστα ὅτι πολλοὶ λόγοι δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὰ ζητήματα αὐτά, θὰ σᾶς ἔλεγον διατί τέλος πάντων νὰ ἀνατρέψωμεν ἕνα θεσμόν, τὸν ὁποῖον καθιέρωσαν μακραί, συνεχεῖς καὶ ἀτελείωτοι παραδόσεις; Κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδεὶς λόγος συνηγορεῖ πρὸς τοῦτο. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῶν ἀνωτέρω ὅσα σᾶς εἶπον σχετικῶς μὲ τὴν Γερουσίαν, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος νὰ εἴπω δύο λέξεις ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν τὴν ὁποίαν παρατηρῶ εἰς τὴν σειρὰν τῆς κατατάξεως τοῦ περὶ θρησκείας ἄρθρου. Ἔχομεν Σύνταγμα ἀφθάστου γραφικοῦ κάλλους. Καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1862, ὡς καὶ τὰ μεταγενέστερα Συντάγματα ἤρχιζαν ἀπὸ μίαν διάταξιν θεμελιώδη περὶ θρησκείας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὀφείλει τὴν ἀναγέννησίν του εἰς τὴν θρησκείαν, ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν ὄχι μόνον τὴν βάσιν καὶ τὸ κρηπίδωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιστέγασμα τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος. Ἡ ἀναγραφὴ ὡς πρώτου ἄρθρου τῆς περὶ θρησκείας διατάξεως ἐκρίθη εὔλογος καὶ ἐκ λόγων ἐθνικῶν καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν θρησκείαν, ἥτις ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐρχόμεθα τώρα ἡμεῖς, κύριοι, εἰς τὴν ἐποχήν μας, κατὰ τὸ 1927, νὰ πάρωμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν διάταξιν περὶ θρησκείας καὶ ἄνευ οὐδενὸς λόγου νὰ τὴν θέσωμεν ἐννάτην. Διατί, κύριοι, νὰ μὴ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ περὶ θρησκείας ἄρθρον, ὡς εὐλόγως ἔπραξαν ὅλα ἐν γένει τὰ προηγούμενα Συντάγματα; Ποῖος λόγος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην μεταβολήν, ἥτις εἶναι αὐτόχρημα περιφρόνησις πρὸς τὴν θρησκείαν;
§76Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγράφεται οὕτως εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§77Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω ἄπειρον σεβασμὸν εἰς τὰς γνώμας σας τὰς προσωπικάς, ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§78Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον εὔνοιαν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§80Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Οἱ προλαβόντες εἰς τὸ βῆμα συνάδελφοι κατέστησαν τὸν ρόλον τῶν ἑπομένων ὀλίγον ἄχαρι, διότι εἶναι ἀνιαρὸν νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τις ἐπιχειρήματα ἀναπτυχθέντα ἐν πλάτει. Διὰ τοῦτο καὶ διὰ νὰ μὴ κουρασθῇ ἡ Βουλὴ θὰ περιορισθῶ, τασσόμενος ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, νὰ ὑπογραμμίσω καὶ τονίσω τὰ κύρια σημεῖα, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον. Ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐτόνισεν ὅτι εἰς θεωρητικοὺς μᾶλλον λόγους ὀφείλεται ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ, παρὰ εἰς τὴν πραγματικότητα, ἡ ὁποία δῆθεν ἀντίκειται εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δευτέρου Σώματος. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι ἀκριβῶς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ. Δὲν θὰ ἐπιμένω εἰς τὸ θεωρητικὸν ἐπιχείρημα, τὸ λίαν σοβαρόν, ὅτι διὰ τῆς Γερουσίας μειοῦται ἐκεῖνο τὸ πλάσμα τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐκπροσωποῦν τὴν πραγματικὴν λαϊκὴν θέλησιν εἴς τε τὰς λεπτομερείας καὶ εἰς τὰ γενικώτερα ζητήματα. Διότι πλησιάζομεν πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὅταν ὑπάρξῃ καὶ εἷς ἄλλος τρόπος ἐκλογῆς ἀντιπροσώπων, βολιδοσκοπήσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης, διάφορος κατὰ χρόνον, μέθοδον καὶ τοπικὰς περιφερείας. Θὰ ὑπάρξῃ διὰ τῆς Γερουσίας εἷς διαφορισμὸς σφυγμομετρήσεως τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Διαφορισμὸς κατὰ χρονικὰ διαστήματα, διαφορισμὸς κατὰ τάξεις, ἐφόσον θὰ μετέχουν ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις, ὁπότε θὰ ἔχωμεν τὸ κοινωνικὸν καὶ ὁμαδικὸν στοιχεῖον ἐν τῇ ἐκπροσωπήσει ὄχι μόνον τὸ πολιτικόν. Θὰ εἰσέλθουν δὲ οὕτω καὶ ἐπιστήμονες ἢ ἄλλοι ἄνδρες εἰδικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἦσαν διατεθειμένοι ἢ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κατέλθουν εἰς τὴν ἐκλογικὴν διαπάλην τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι θὰ σχηματίζεται ἓν Σῶμα μὲ μεγαλυτέραν ποικιλίαν ἀντιπροσώπων. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὸ θεωρητικὸν μέρος καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν πραγματικότητα. Τὸ δεύτερον Σῶμα θὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἀναχαίτισιν κατὰ τῶν ὑπερβολῶν καὶ ἐκτροχιασμῶν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, διότι καὶ διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς, μειωμένης ἔστω, ἐξουσίας, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ δεύτερον Σῶμα, θὰ ἐπιδρᾷ ἀνασταλτικῶς καὶ δι’ ἠθικῆς ἐπιβολῆς ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἐπέρχεται μία ἰσορρόπησις, μία ἀντίδρασις κατὰ τῶν ὑπερβολῶν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, εἷς φραγμὸς κατὰ τῆς ἀκατασχέτου πολυνομίας καὶ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας ὅτι τὸ 1911 ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπῆρχε δηλαδὴ ἀνάγκη θεραπείας πολλῶν ἀναγκῶν διὰ ταχείας νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ δημιουργήσωμεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ ἐπιβράδυνσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν μηχανήν. Τὸ ἐπιχείρημα ἦτο ἀληθὲς τότε, διότι ὄντως ἔχαινον τὰ κενά. Τὸ πρῶτον ἐλαμβάνετο ὡρίμως καὶ συστηματικῶς πρόνοια νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ τόσαι ἀνάγκαι τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, αἵτινες ἦταν ἐντελῶς ἀθεράπευτοι πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ τότε ἓν μόνον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Ἐφθάσαμεν εἰς μίαν πολυνομίαν τοιαύτην, ὥστε οὐ μόνον οἱ ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ νομοθέται νὰ λησμονήσουν τί ἐθεσπίσθη χθές. Ἑπομένως ἓν εὐεργετικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἀνασταλτικῆς ἐπιδράσεως τοῦ δευτέρου Σώματος ἐπὶ τοῦ πρώτου. Ἕν ἐπίσης σπουδαῖον σημεῖον θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι θὰ εἰσέλθωσιν ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι διατεθειμένα ἢ δὲν δύνανται, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων των, νὰ κατέρχωνται εἰς τὰς προστριβὰς τῆς ἐκλογικῆς πάλης. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι μὲ τὸ συγκεντρωτικὸν διοικητικόν μας σύστημα χωλαίνει ἐπὶ τοσοῦτον ἡ διοικητικὴ μηχανή, ὥστε αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεκπεραιωθοῦν εὐκόλως ἄνευ μεσολαβήσεως τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἡ μεσολάβησις δημιουργεῖ τὸν δεσμὸν μεταξὺ βουλευτῶν καὶ ἐκλογέων, τὴν συναλλαγήν, τὴν ἀπώλειαν πολυτίμου χρόνου τοῦ βουλευτοῦ πρὸς ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν ζητημάτων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δικαίων, δὲν ἀρνοῦμαι, ἀλλ’ ἀτομικῶν ὑποθέσεων ἐπὶ βλάβῃ τῆς γενικωτέρας βουλευτικῆς ἀποστολῆς. Ἑπομένως, ἐφόσον ἔχομεν τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωμεν πολλὰ πρόσωπα διατεθειμένα νὰ κατέρχωνται εἰς ἕνα ἀγῶνα τόσον ἄχαρι καὶ τόσον τραχύν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δέχομαι ἐν ὅλῳ ἢ ἔστω καὶ ἐν μέρει, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ στρατολογηθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ δυνάμεις ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Χώρας....
§81Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ δὲν θὰ δημιουργήσῃ ὑποχρεώσεις τινὰς πρὸς τοὺς ἐκλεγέντας κανονικοὺς συμβούλους, ὅλον αὐτὸν τὸν ἑσμὸν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὴν ἀξίωσιν ἐπὶ τοῦ ἐκλεγέντος γερουσιαστοῦ καὶ δὲν θὰ πολλαπλασιάσῃ αὐτὴν τὴν συναλλαγὴν μὲ τὸ νέον Σῶμα τῆς Γερουσίας;
§82Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι ἡ ἐκλογὴ θὰ διεξάγεται καὶ μὲ τὴν μέθοδον τὴν ἔμμεσον κομματικῶς, ἀλλὰ τὸ κακὸν θὰ εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον, διότι εἷς σύλλογος ἀποτελούμενος ἀπὸ ὅλα τὰ ὄργανα, τοὺς ἐκλέκτορας τῶν αὐτοδιοικουμένων ὀργανισμῶν, θὰ εἶναι πολὺ δυσκολώτερον νὰ κατέρχεται εἰς κομματισμὸν οἷον φέρει ἡ ἄμεσος ἐκλογή.
§83Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ πολιτευόμενα κόμματα ἔχουν τὰ ἴδια ἐλαττώματα καὶ τὰ ἴδια προτερήματα.
§84Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐγὼ ἐτόνισα ὅτι οἱ ἐκλεγόμενοι διὰ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκην τῶν προστριβῶν ἐκείνων.
§85Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ εἶναι ἀρεστὸς εἰς τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον;
§86Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐκτὸς δὲ τούτου κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ ὑπὸ κρίσιν Συντάγματος δὲν θὰ εἶναι μόνον ἐκλέκτορες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν αὐτοδιοικουμένων ὀργανισμῶν, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ἐπαγγελματίαι καὶ ἄλλα ὄργανα καὶ θὰ εἶναι καὶ ἡ Βουλή.
§87Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὴν ἄμεσον ἐκλογήν.
§88Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐγὼ διεφώνησα. Ἄλλως τε ἐδέχθη ἐν μέρει καὶ τὴν ἔμμεσον.
§89Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν φοβεῖσθε ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδίδετε σημασίαν διὰ τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας, ὅτι τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν αὐτοδιοικουμένων περιφερειῶν θὰ τοὺς κάμητε κομματάρχας καὶ δὲν θὰ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι ἀνεξάρτητοι καὶ ξένοι πρὸς τὴν πολιτικήν, ὅπως πρέπει νὰ εἶναι εἰς αὐτοδιοικουμένας περιφερείας; Τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν αὐτοδιοικουμένων περιφερειῶν δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσητε ἀνεξαρτήτους πάσης πολιτικῆς ἐπιρροῆς, ἵνα δείξουν τὴν δρᾶσίν των εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν των, ἀλλὰ θὰ τοὺς κάμητε κομματάρχας, δηλαδὴ ἐκλέκτορας εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς πολιτικοῦ Σώματος.
§90Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Αἱ ἀντιρρήσεις εἶναι σοβαρώταται καὶ συνεζητήθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀνεγνώρισα τὴν βαρύτητα τοῦ ἐπιχειρήματος, ἀλλὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ κρίνωνται πάντοτε μὲ τὸν νόμον τῆς σχετικότητος. Τίποτε δὲν εἶναι τὸ ἀπόλυτον. Βεβαίως καὶ ἡ μία ἄποψις ἔχει τὰ τρωτά της καὶ ἡ ἄλλη ἐπίσης. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ζυγαριάν, ἡ λύσις αὕτη ἔχει ὀλιγώτερα τρωτά. Λαμβάνω δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦτο....
§91Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν φοβεῖσθε ὅτι διὰ νὰ κάμητε μίαν Γερουσίαν θὰ καταστρέψητε τὸ μέγα ἀγαθὸν τῆς αὐτοδιοικήσεως;
§92Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Τὸ ἀνεγνώρισα ἤδη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐτόνισα μερικοὺς φόβους μου. Προτιμῶ τὴν ἔμμεσον καὶ μὲ αὐτὸν τὸν κίνδυνον.
§93Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς, ἂν ἐξαρτᾶτε τὴν ψῆφον ὑμῶν ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐδέχετο τὴν ἔμμεσον ἐκλογήν· ἐξαρτᾶτε τὴν ψῆφον ὑμῶν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ; Ἂν θὰ ἐξαρτᾶτε τὴν συζήτησιν ἐκ τῆς χρησιμεύσεως τῆς Γερουσίας, ἀφήσατε τὰ ἄλλα θέματα νὰ τὰ συζητήσωμεν ἐν καιρῷ.
§94Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Προτιμᾶτε τὸ ἕν, ἀλλὰ δέχεσθε καὶ τὸ ἄλλο.
§95Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Βεβαίως.
§96Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἀφοῦ δέχεσθε τοῦτο, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας· καὶ λέγετε ὅτι διὰ τῆς συστάσεως θὰ παύσουν τὰ δεινὰ τῆς συναλλαγῆς καὶ ἂν γίνῃ ἔστω δι’ ἀμέσου τρόπου....
§97Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Θὰ ὑπάρξῃ εἷς ρητὸς τρόπος καὶ ἂν δὲν ἐκλεχθῇ ἀπὸ τοὺς αὐτοδιοικουμένους ὀργανισμοὺς ἓν μέρος τῶν γερουσιαστῶν, θὰ ἐκλεχθῇ πάντως ἀπὸ ἄλλους ὀργανισμούς, ὅπως ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ μικρὸν ποσοστὸν ἢ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως πάντως θὰ ὑπάρχῃ ἓν περιθώριον ἐμμέσου ἐκλογῆς. Ἡ δὲ ἄμεσος θὰ γίνεται εἰς εὐρυτάτας περιφερείας, μετριαζούσης πολὺ τὴν ψυχολογίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγώ, ἔστω καὶ μὲ τὸν μικτὸν τοῦτον τρόπον προτιμῶ τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας παρὰ τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς καὶ μόνον Σώματος. Εἶναι ἐκτὸς τούτου χρήσιμος θεσμὸς καὶ διὰ νὰ συμπράττῃ μετὰ τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὅπως γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, διότι ἄλλως θὰ καταστήσωμεν δυσχερῆ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Τέλος ὅτι θὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα καὶ τοῦτο εἶναι εἷς φραγμὸς σοβαρώτατος καὶ χρησιμώτατος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τῆς Γερουσίας. Τώρα ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπε καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Μερλόπουλος, δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς περαιτέρω λεπτομερείας ἀφορώσας τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως, τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς, ἐφόσον δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τοῦτο ἄλλην ἡμέραν, ἀφοῦ δεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Τοῦτο θέλω νὰ προσθέσω καὶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν ἔχει ἁπλῶς θεωρητικὴν ἀξίαν ἡ παραδοχὴ τοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ καὶ σοβαρωτάτην θετικὴν σημασίαν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§99Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι βουλευταί, μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. προλαλήσαντος καὶ μοῦ ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν ἓν ρητόν, τὸ ὁποῖον εἶπεν Ἄγγλος τις φιλόλογος, Μπέϊκον ὀνόματι. Αὐτὸς εἶπεν ὅτι ἕκαστον ζήτημα συζητούμενον ἔχει δύο ὄψεις. Αὐτὸ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ἀλλ’ εἶπε κάτι πλέον, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ὄψεις αὐταὶ δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι μετὰ τῆς αὐτῆς πειστικότητος καὶ μάλιστα ὑπὸ τοῦ ἰδίου προσώπου πολλάκις. Ἀλλ’ αὐτὸ πιθανὸν νὰ συνέβαινεν ἐν προκειμένῳ, ἂν τὸ ἀκροατήριον ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες νὰ μὴ εἶχον γνῶσιν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως ἢ μὴ τῆς Γερουσίας πρόκειται νὰ κριθῇ ἀπὸ Σῶμα δυνάμενον νὰ διακρίνῃ ποία εἶναι ἡ σοβαρὰ ὄψις τοῦ ζητήματος καὶ ποία εἶναι ἡ σοβαροφανὴς τοιαύτη. Δὲν σκέπτομαι νὰ μακρυγορήσω, διότι οἱ προλαλήσαντες καὶ τὰ αὐτὰ φρονοῦντες ἐξήντλησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα. Προέβαλον καὶ ὀρθῶς τὸ ἐπιχείρημα τῶν δαπανῶν, αἵτινες θὰ ἀπαιτηθῶσι διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Εἶναι σοβαρόν. Μόνον ἂν εἴχομεν περίσσειαν δημοσίου χρήματος καὶ δὴ περίσσειαν μετὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ τῶν ἐπουσιωδεστάτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, δὲν θὰ εἶχον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἱδρυθῇ ἓν Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐτοποθετοῦντο οἱ παλαίμαχοι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Χώρας, εἴτε τιμῆς ἕνεκεν, εἴτε πρὸς οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν, ἀσχέτως ἂν ἀποκαλῆται Γερουσία ἢ Πρυτανεῖον, διότι σὺν τῷ χρόνῳ ἐκεῖ θὰ ἐξελιχθῇ αὕτη καὶ ὁ δεύτερος αὐτὸς χαρακτηρισμὸς θὰ ἁρμόζῃ εἰς αὐτήν. Τινὲς ἀπὸ τοὺς κ. κ. προλαλήσαντας περιεπλανήθησαν καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον διὰ νὰ προσκομίσωσιν εἰς ἡμᾶς ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας. Διέσχισαν μάλιστα καὶ τὸν ὠκεανόν. Ἔφθασαν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Καὶ ἐπειδή, λέγουν, λειτουργεῖ ἐν Ἀμερικῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸν καὶ ἐν Ἑλλάδι.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐλέχθη διὰ τὴν Ἀμερικήν.
§101Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦσθε ἀπών. Ἀνεγνώσθησαν μάλιστα καὶ Ἀμερικανοὶ συγγραφεῖς. Ἐπίσης ἔφερον ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας καὶ τὸ ὅτι αὕτη θὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν τῆς πολυνομίας, θὰ συγκρατήσῃ τὴν φρενήρη Βουλὴν ἀπὸ τὰς ἀκρότητας καὶ θὰ μειώσῃ ὁπωσδήποτε τὴν ὀξύτητα τῶν πολιτικῶν διαμαχῶν. Δὲν γνωρίζω πῶς νὰ χαρακτηρίσω τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ ἡ Γερουσία λειτουργεῖ καὶ ἀλλαχοῦ, πρέπει καὶ δύναται νὰ λειτουργῇ καὶ ἐν Ἑλλάδι, δύναμαι, χωρὶς φόβον νὰ θεωρηθῶ προκατειλημμένος, νὰ τὸ θεωρήσω τοὐλάχιστον ὡς πολὺ ἀφελές. Περιεπλανήθησαν οἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ ἀγορηταί, ἀλλὰ καὶ παρεπλανήθησαν ταυτοχρόνως ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς, τοὺς ὁποίους ἠκολούθησαν. Ἐπλανήθησαν διότι δὲν ἐσκέφθησαν ὅτι οἱ συγγραφεῖς ἐκεῖνοι ἔγραψαν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει των τὰ ἐν τῇ πατρίδι των ἰσχύοντα πολιτεύματα καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐντυπώσεως τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καὶ τῶν γενεσιουργῶν λόγων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθη αὕτη εἰς τὰς Χώρας ἐκείνας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τοὺς ἀκολουθήσω ἐν συντομίᾳ εἰς τὴν περιπλάνησίν των αὐτήν. Ἔτυχε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ζήσω ἐπί τινα ἔτη εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ὡς σπουδαστὴς καὶ δικηγόρος καὶ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ μελετήσω ἐν ταῖς λεπτομερείαις του τὸ πολίτευμα τῆς Ἀμερικῆς. Καὶ ὁσάκις ἀκούω νὰ προβάλληται ὡς παράδειγμα καὶ ἐπιχείρημα τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις ὑφίσταται Γερουσία, μειδιῶ ἀκουσίως. Ὡς εἶναι γνωστόν, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἀπολύτως ἀνεξάρτητα πρὸς ἄλληλα Κράτη τεσσαράκοντα ὀκτὼ τὸν ἀριθμόν. Ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ἔχει ἰδίαν Κυβέρνησιν, ἴδιον Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ἴδιον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἡ πρώτη Συντακτικὴ Συνέλευσις τῶν Ἀμερικανῶν, ἡ συνελθοῦσα ἐν Φιλαδελφείᾳ τῷ 1787 μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς τότε κυριάρχου Ἀγγλίας καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντεπροσωπεύθησαν 13 ἐν ὅλῳ—τόσαι ὑπῆρχον τότε—Πολιτεῖαι, οὔτε κἂν εἶχεν ὑπ’ ὄψει της τὴν ἵδρυσιν Γερουσίας. Ἀλλὰ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς ἐδημιουργήθησαν ἔριδες μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Πολιτειῶν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξεπροσώπουν ἑκάστην εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ νὰ συμβιβασθοῦν τὰ διεστῶτα καὶ ἐξοικονομηθῇ ἡ περίστασις ἐσκέφθησαν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Συνέλευσιν τὴν δημιουργίαν ἑνὸς ἄλλου Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἅπασαι αἱ Πολιτεῖαι του ν’ ἀντιπροσωπεύωνται διὰ δύο ἀντιπροσώπων, ἀσχέτως πρὸς τὸν πληθυσμόν των. Οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι ἐκλήθησαν γερουσιασταί, διότι ἔτυχε τὸ Σῶμα νὰ κληθῇ Γερουσία. Ἀποτελεῖ δὲ αὕτη, ὡς ἔλεγεν ὁ σύγχρονος τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ πολιτειολόγος Χάμιλτον, ἕνα κρῖκον, συνδέοντα τὰς Κυβερνήσεις τῶν Πολιτειῶν μετὰ τῆς Κεντρικῆς Κυβερνήσεως τῆς Συμπολιτείας.
§102Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὑπάρχει Πολιτεία τῆς Ἀμερικῆς, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ δύο Σώματα πολιτικά;
§103Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία παρατήρησις ὀρθωτάτη καὶ εὐχαρίστως ἀπαντῶ. Γνωρίζετε ὅτι αἱ Ἀμερικανικαὶ Πολιτεῖαι ἕλκουν τὴν καταγωγήν των ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν. Τὴν Ἀγγλίαν καλοῦσι «Μητρόπολιν» motherland. Ἐκεῖ αἱ Πολιτεῖαι ὅταν ἀπέκτησαν τὴν ἀνεξαρτησίαν των ἦσαν ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν ἐντύπωσιν τῆς ὑπάρξεως δύο νομοθετικῶν Σωμάτων ἐν Ἀγγλίᾳ· ὄχι δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ μίμησιν καὶ ἐκ παραδόσεως ἵδρυσαν καὶ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἡ πρώτη Συνέλευσις τῆς Συμπολιτείας οὐδὲ κἂν ἐσκέφθη τὴν συγκρότησιν Γερουσίας. Νομίζω ὅτι δὲν συντρέχουσιν οἱ λόγοι αὐτοὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ διαιρέσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς κρατίδια, καὶ ἕκαστος νομὸς νὰ ἀποτελῇ Κράτος. Τοιαῦται συνθῆκαι οἷαι ὑφίστανται ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ὑφίστανται ἐν Ἑλλάδι. Ἐπίσης μᾶς ἔφερον ὡς παράδειγμα τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων ἐν Ἀγγλίᾳ. Πάντες γνωρίζετε πόθεν προέρχεται καὶ πῶς ἐδημιουργήθη ἡ ἀνωτέρα Βουλὴ ἐν τῇ Χώρᾳ ἐκείνῃ καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτῆς. Ἴσως ὅμως νὰ ὑπάρχωσι καὶ μερικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ γνωρίζωσιν ὅτι τό γε νῦν ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων ὑπάρχει κατὰ τύπους μόνον, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1911 καὶ ἐντεῦθεν, ὁπότε ἐψηφίσθη εἷς νόμος (Parliament Act), ὁ ὁποῖος διέπει τὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, δὲν ἔχει παρὰ ἐλαχίστην νομοθετικὴν δύναμιν καὶ ταύτην εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, οἵα εἶναι, παραδείγματος χάριν, ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον συντακτικοῦ περιεχομένου. Προκειμένου δὲ περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος τὸν Προϋπολιγισμὸν τοῦ Κράτυς ἢ οἱασδήποτε ἄλλης οἰκονομικῆς φύσεως δὲν εἰσάγεται ποσῶς εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων. Τὰ δικαιώματα τῆς ἀνωτάτης αὐτῆς Βουλῆς περιώρισεν ἰδίως ὁ κ. Λόϋδ Τζώρτζ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε περιπλανηθῆ ἀπὸ τοὺς διαφόρους συγγραφεῖς καὶ διαφόρους θεωρίας. Τουναντίον, ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων εἶδεν ὅτι ἡ ἀνωτέρα Βουλὴ εἶναι ἓν περιττὸν ἐμπόδιον εἰς τὴν ταχεῖαν νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ ἔθεσεν αὐτὴν σχεδὸν ἐν ἀχρηστείᾳ. Ὑπάρχουν παραδείγματα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, κατὰ τὰ ὁποῖα νόμος ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως μετὰ δύο ἔτη ἀφότου τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη ὡς νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων. Εἶχε καὶ ἡ Ἰταλία Γερουσίαν καὶ τὴν κατέστησεν ὁ κ. Μουσσολίνι ἄχρηστον, ὅπως καὶ τὴν Βουλήν. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἡ ποικιλία τῶν θεσμῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν πολιτευμάτων, ἀλλὰ εἶναι οἱ χρηστοὶ καὶ ἔντιμοι ἄνδρες, οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ἐνάσκησιν καὶ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῶν. Εἶπον προσέτι εἰς ἡμᾶς οἱ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἀγορεύσαντες ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν Γερμανίᾳ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ δι’ οὓς λόγους συνεκροτήθη ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις καὶ δι’ ἄλλους λόγους, οἵτινες δὲν ὑφίστανται ἐδῶ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂς ἀφίσωμεν τὴν περιπλάνησιν ἀνὰ τὴν ξένην καὶ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς Ἑλλάδα. Θὰ θεραπεύσῃ, λέγουν, τὸ κακὸν τῆς πολυνομίας ἡ λειτουργία τῆς Γερουσίας. Κατὰ τὸ προηγούμενον Σύνταγμα τοῦ 1911, δικαίωμα προτάσεως νόμων εἶχον δύο παράγοντες, ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλή. Τώρα διὰ τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας προστίθεται καὶ τρίτος παράγων, εἰς τὸν ὁποῖον δίδεται δικαίωμα προτάσεως νόμων. Δηλαδὴ ἕως τώρα εἴχομεν δύο πηγὰς νόμων, εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἔχωμεν καὶ τρίτην. Κατὰ ποίαν λογικὴν ἡ προσθήκη καὶ τρίτης πηγῆς νόμων θὰ ἐλαττώσῃ τὴν πολυνομίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Καὶ φαντάζομαι τὴν εἰκόνα ἑνὸς νομοσχεδιοπολέμου· ἡ Γερουσία θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια, ἡ Βουλὴ ἐπίσης θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια, τὰ τῆς μὲν θὰ διαβιβάζωνται εἰς τὴν δέ, πολλάκις συγκρουόμενα πρὸς ἄλληλα. Ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι ἡ Γερουσία θὰ εἶναι ὑπεράνω τῆς συναλλαγῆς καὶ τῶν κομματικῶν προκαταλήψεων. Πλανᾶται πολύ. Πῶς θέλετε νὰ ἐκλέγηται ἡ Γερουσία; Θέλετε διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς; Τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπιδιώκωσι καὶ οἱ γερουσιασταὶ τὴν κομματικήν τῶν ἐνίσχυσιν, δὲν θὰ εἶναι ποσῶς ὑπεράνω τῆς κομματικῆς συναλλαγῆς, ἀλλὰ θὰ ἀνεβοκατεβαίνουν καὶ αὐτοὶ τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων διὰ τὴν διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκλογέων των, δεδομένου μάλιστα ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν Ἑλλάδι θεωροῦν ὡς «πάρεργον» τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτῶν καὶ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον τοῖς ἔχει ἀνατεθῆ. Θέλετε νὰ ἐκλέγηται ἐμμέσως; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠρώτων τοὺς συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῆς Γερουσίας ἂν οἱ ἐκλέκτορες αὐτῆς θὰ ἔχωσιν ἐπιτακτικὴν τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκλέξωσιν ὡρισμένα πρόσωπα, ἀνήκοντα εἰς ὡρισμένην πολιτικὴν μερίδα. Καὶ ἂν μὲν ἔχωσιν ὡρισμένην ἐντολὴν ἡ διαφορὰ ἀπὸ τὴν ἔμμεσον ἐκλογὴν θὰ εἶναι ἐλαχίστη, ἂν ὄχι, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι οἱ ὀλιγώτεροι διαφθείρονται εὐκολώτερον καὶ θὰ ἐκλέγωνται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς δὲν θὰ ἐξέλεγεν. Ὑπάρχει αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ συνέβη ποτὲ τὸ ἀσύνηθες, οἱ ἐκλέκτορες νὰ ἐκλέγουν ἄλλον ἀντ’ ἄλλου ὡς Πρόεδρον. Καὶ ἄλλοτε εἷς ἐκλέκτωρ δὲν ἐψήφισε τὸν ὑποψήφιον τοῦ κόμματος, παρ’ οὗ ἐξελέγη. Ὑπέστη ὅμως οὗτος τὴν ποινὴν τῆς ἀτιμώσεως ἀποβληθεὶς δι’ ἀποδοκιμασιῶν ἔκ τινος συνελεύσεως τοῦ κόμματος. Τοιαύτη ἀντίληψις ὡς πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἐκλεκτόρων δὲν δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν Ἑλλάδι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οἱοσδήποτε τρόπος ἐκλογῆς καὶ ἂν ἤθελε καθιερωθῆ ὁ γερουσιαστὴς δὲν θὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος τῆς κομματικῆς συναλλαγῆς. Ἐπὶ πλέον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐρωτήσῃ τις: Οἱ γερουσιασταὶ μεταξὺ τίνων θὰ ἐκλέγωνται; Μήπως θὰ μεταφέρωμεν ἐδῶ λόρδους ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν; Βεβαίως θὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους καὶ θὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὰς πολιτικάς των πεποιθήσεις καὶ προκαταλήψεις. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἡ Γερουσία ἢ μέρος αὐτῆς θὰ ἐκλέγηται ἀπὸ τὸ Σῶμα αὐτό, ὅπως ἐρρίφθη ἡ φαεινὴ αὐτὴ ἰδέα καὶ ὅτι αἱ περισσότεροι ἐκ τῶν οὕτω ἐκλεγομένων θὰ εἶναι οἱ δημοκρατικοί, ἢ ὑποθέσατε ὅτι οἱ περισσότεροι θὰ εἶναι ἐξ ἡμῶν τῶν βασιλοφρόνων. Συγκροτεῖται ἡ Γερουσία ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν ἓν κόμμα. Διαλύεται μετὰ ταῦτα ἡ Βουλὴ καὶ ἐνεργοῦνται ἐκλογαὶ καὶ ἔρχεται τὸ ἀντίθετον κόμμα πλειονοψηφοῦν. Ἡ νέα Βουλὴ διαβιβάζει εἰς τὴν Γερουσίαν ἓν νομοσχέδιον ψηφισθὲν ὑπ’ αὐτῆς. Εἶναι εὐνόητον τί εἶναι πιθανὸν νὰ συμβῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Γερουσίας, ὑφισταμένη τὴν ἐπιρροὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφούσης ἐν αὐτῇ μερίδος, θὰ ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι οὔτε ἡ Γερουσία θὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἐν Ἑλλάδι, ὅπου καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν μένει ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ἐπιρροάς. Δύναται δὲ νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἀντίθετον. Ἡ Βουλὴ νὰ ἀπορρίπτῃ νομοσχέδια, προτεινόμενα τὸ πρῶτον ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Καὶ οὕτω θὰ παριστάμεθα θεαταὶ ἑνὸς νομοσχεδιοπολέμου μεταξὺ Βουλῆς καὶ Γερουσίας, ὅστις οὐ μόνον θὰ ἐπιβραδύνῃ τὰ μέγιστα τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ γενικῶς ἐπιβλαβής. Οἱ ἀντιφρονοῦντες ἰσχυρίζονται ἐπὶ πλέον ὅτι ἡ λειτουργία τῆς Γερουσίας θὰ συγκρατήσῃ τὰς ἀκρότητας τῆς Βουλῆς, ὡς ἂν ἡ Βουλὴ ἀποτελῆται ἀπὸ ἀνθρώπους φρενήρεις, ἀπὸ ῥυτῆρος τρέχοντας πρὸς τὸν νομοθετικὸν κρημνόν. Καὶ ποῖος ὅμως θὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Γερουσίαν ἀπὸ τὸ γεροντικὸν πρῖσμα; Δι’ αὐτὸ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τὰ ὑπὲρ τῆς Γερουσίας ἐπιχειρήματα ὅτι δῆθεν αὕτη θὰ θεραπεύσῃ τὴν πολυνομίαν καὶ ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ προλαμβάνῃ νομοθετικὰς ἀκρότητας τῆς Βουλῆς εἶναι ἄνευ σοβαρᾶς βάσεως. Ἀλλ’ οὔτε καὶ τὰ πάθη καὶ τὰς διαμάχας τὰς πολιτικὰς θὰ μειώσῃ, δεδομένου ὅτι εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ διεξάγωνται ἐξίσου ὀξεῖς πολιτικοὶ ἀνταγωνισμοί. Τοῦτο συμβαίνει παντοῦ, ὅπου ὑφίσταται Γερουσία. Ἀλλὰ οὔτε ἐλλείπει καὶ τὸ κακὸν τῆς πολυνομίας εἰς τὰς Χώρας ἐκείνας. Τοὐναντίον ἡ πολυνομία, ἡ σύγκρισις πρὸς ἀλλήλους καὶ ἡ ἀντισυνταγματικότης τῶν νόμων ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας ἕδρας ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις, ὡς τοῦτο συμβαίνει ἐν Ἀμερικῇ.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ εἰδικὸν δικαστήριον.
§105Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰδικὸν δικαστήριον. Μόνον τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων καὶ νὰ κηρύσσῃ αὐτοὺς ἀκύρους, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ἐγίνετο καὶ τοῦτο ἐδῶ διὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ Ἄρειος Πάγος;
§107Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐφαρμόζῃ ἀντισυνταγματικοὺς νόμους, οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ κηρύσσῃ αὐτοὺς ἀκύρους. Ἐξητάσαμεν ἤδη κατὰ πόσον εἶναι σοβαρὰ καὶ κατὰ πόσον ἀνταποκρίνονται τὰ ὑπὲρ τῆς μελετουμένης συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας προβληθέντα ἐπιχειρήματα. Δὲν θὰ ἀναπτύξω δὲ τὰ ὑπὲρ τῆς μὴ συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, διότι ἀνέπτυξαν ταῦτα κατὰ τρόπον πειστικώτατον ἄλλοι προλαλήσαντες συνάδελφοι. Ἐγὼ θὰ ἀρκεσθῶ νὰ σᾶς εἴπω ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτου θεσμοῦ. Μὴ προσπαθῶμεν νὰ μεταφυτεύσωμεν θεσμοὺς λειτουργοῦντας ἀλλαχοῦ, διότι ἐγεννήθησαν οὗτοι ὑπὸ διαφόρους συνθήκας καὶ διὰ λόγους, οἵτινες δὲν ὑφίστανται ἐδῶ. Ἀντ’ αὐτῶν εἶναι προτιμώτερον νὰ μιμηθῶμεν τοὺς πολιτικοὺς τῶν Χωρῶν ἐκείνων ἐν τῇ ἀντιλήψει των τοῦ καθήκοντος πρὸς τοὺς νόμους καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Πατρίδος των. Ἂς προσπαθήσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα κόσμον πολιτικὸν μὲ κοινοβουλευτικὰς παραδόσεις καὶ ἠθικὰς ἀρχάς, ἕνα κόσμον πολιτικόν, ὁ ὁποῖος νὰ κηρύσσηται ἀλληλέγγυος ἀσχέτως κομματικῶν ἀποχρώσεων καὶ νὰ ἐξεγείρηται σύσσωμος ὅταν εἷς συνταγματάρχης θέλῃ νὰ καταλάβῃ τὴν Ἀρχὴν διὰ μιᾶς διμοιρίας. Τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐξυψώθημεν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπήν. Μὴ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν καθιέρωσιν νέων θεσμῶν. Θεσμοὺς ἔχομεν ἀρκετοὺς καὶ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον τελείους. Ἂς ἐφαρμόσωμεν αὐτοὺς πιστῶς, ὡς ἐμπρέπει εἰς πολιτικοὺς ἠθικοὺς καὶ ἐντίμους πολίτας. Δὲν εἶναι ἡ ποικιλία τῶν θεσμῶν, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, ἀλλὰ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ὑπαρχόντων καὶ ἡ κανονικὴ λειτουργία αὐτῶν. (Χειροκροτήματα).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§109Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριοι, ἀνήκω εἰς ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἀποτελῶ μίαν μικρὰν μειονοψηφίαν μετ’ ἄλλων συναδέλφων ἐν αὐτῷ καὶ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν θὰ ἤθελον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν νὰ ὁμιλήσω ἀκριβῶς, διότι διαφωνῶ πρὸς τὸ κόμμα μου ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦτον. Μοὶ ἐγεννήθη μία ἀπορία: Πῶς ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου. Δὲν ὑπάρχει Κράτος οὔτε ἐν Εὐρώπῃ οὔτε ἐν Ἀμερικῇ, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Θὰ ἤθελον νὰ μάθω διατί θὰ εἴμεθα προοδευτικώτεροι, ὡς ἰσχυρίσθησαν πολλοί, μὴ εἰσάγοντες τὸν θεσμὸν αὐτόν, τὸν ὑπάρχοντα εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη; Δὲν ἔχομεν νὰ κερδίσωμεν τίποτε εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς λεγομένης προοδευτικότητος, διότι δὲν θὰ θέλωμεν νὰ εἰσαχθῇ θεσμὸς ἰσχύων εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Θὰ ὑπομνήσω πράγματα, τὰ ὁποῖα ὑπέμνησαν καὶ ἄλλοι. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, ἐξαιρέσει ἐλαχίστων Κρατῶν τῆς Βαλκανικῆς, ἰσχύει ἁπανταχοῦ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι θεσμὸς ἀπηρχαιωμένος, ὅτι εἶναι θεσμός, ὁ ὁποῖος ἴσχυε παλαιότερον καὶ δὲν ἰσχύει σήμερον, διότι ἔχομεν συγκροτήσεις Γερουσιῶν νωποτάτας. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν τελευταίων Δημοκρατιῶν, ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῶν τελευταίων Κρατῶν, τῶν ὁποίων τὴν δημιουργίαν κατέστησαν ἀναγκαίαν ἡ μεταπολεμικὴ Εὐρωπαϊκὴ σύνθεσις, ἔχομεν τέσσαρα Κράτη, ἐκ τῶν πεπολιτισμένων, τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ φαντασθῶμεν, ἀξιοῦντες τὴν μὴ εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ, ὅτι δυνάμεθα νὰ τάξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν πρωτοπορείᾳ πολιτισμοῦ ἀπέναντι τοιούτων Κρατῶν μᾶλλον ἡμῶν πεπολιτισμένων; Θὰ ἦτο εὐτύχημα ἂν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, ἀτυχῶς, νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ θελήσῃ νὰ τάξῃ αὑτὴν ἐν τῇ πρωτοπορείᾳ τοῦ πολιτισμοῦ. Θὰ ἦτο ἀληθὲς διὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ ὄχι διὰ σήμερον. Ἔχομεν λοιπὸν πρὸ ἡμῶν παραδείγματα ὅλων τῶν Κρατῶν τῆς Οἰκουμένης, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ διατηροῦσι τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Δὲν ἐννοῶ μετὰ ταῦτα πῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι θὰ σημειώσωμεν πρόοδον ἐκπολιτιστικὴν ἂν παραλείψωμεν τὸν θεσμόν. Ταῦτα διὰ τὴν γενικὴν ἐντύπωσιν καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολέμιοι τῆς Γερουσίας. Ὅσον ἀφορᾷ δι’ ἡμᾶς θὰ εἶχον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἑλλὰς μετέβαλε τὸν τύπον τοῦ πολιτεύματος. Ἄν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι τὰ πολιτεύματα δὲν παίζουσιν οὐδένα ρόλον διὰ τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας τῶν Κρατῶν. Δύναται οἱονδήποτε πολίτευμα νὰ ἐφαρμόζηται καλῶς ἢ κακῶς ἀναλόγως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐφαρμόζουν. Καὶ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ζήσῃ ὑπὸ οἱονδήποτε πολίτευμα, ἂν ἐφαρμοσθῇ καλῶς. Ἀπὸ ἀπόψεως λοιπὸν πρακτικῆς οὐδεμίαν ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὴν μεταβολήν. Διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου ταύτην ἐπικαλοῦμαι τὰ ἰσχύοντα εἰς ἐκεῖνα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐφήρμοσαν τὰ πολιτεύματα κατὰ τὸν τύπον των. Ἔχω παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὴν Γαλλίαν ἀκόμη, ὅπου ὑπάρχει τύπος ἀκραιφνοῦς δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἂν ἡ συνείδησις τῶν κυβερνώντων καὶ τοῦ λαοῦ εἶναι ἀκραιφνῶς δημοκρατική. Τὰ αὐτὰ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ δι’ ἡμᾶς. Ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν Βασιλεία καὶ ὑπῆρχεν ἄσκησις νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀσκουμένης ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλήν. Ἐφόσον ἔλειψεν ὁ εἷς τῶν παραγόντων, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸν ἀντικαταστήσωμεν διὰ παραγόντων, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὴν σφραγῖδα καὶ τὴν εἰκόνα κύρους ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν τούτου, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ τὸ Κράτος ἐπιβεβλημένον ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ κρατικῇ ἐννοίᾳ. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐπιβολῆς ἑνὸς Συνταγματικοῦ Βασιλέως καὶ τῆς ἐπιβολῆς ἑνὸς Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας, διότι ἓν ἄλλο Σῶμα δημοκρατικόν, προερχόμενον ἐκ τοῦ λαοῦ θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον θὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἵνα ἐπιβάλῃ περισσότερον τὸ κῦρος τῆς κρατικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐπιβολῆς τοῦ Κράτους. Ἐφόσον ἑπομένως ἔχομεν μίαν μεταβολὴν πολιτεύματος, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην ἄνευ τῆς ἐξακριβώσεως ἂν ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ εἶναι μεταβεβλημένη, ἐφόσον ἔχομεν, λέγω, μίαν τοιαύτην μεταβολήν, θεωρῶ ἀπαραίτητον τὴν ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας διὰ τὴν ὅλην ἐπιβλητικωτέραν ἐμφάνισιν τῆς κρατικῆς ἐπιβολῆς καὶ τοῦ κρατικοῦ κύρους. Ὁ σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τῶν Σωμάτων δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ἄσκησις τῆς κρατικῆς κυριαρχίας. Προτιμῶ τὴν λέξιν αὐτὴν ἀπὸ τὴν λέξιν «λαϊκὴ κυριαρχία». Ἡ ἔννοια τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἶναι εὐρυτέρα, ἐνῷ ἡ ἔννοια τῆς κρατικῆς κυριαρχίας εἶναι στενωτέρα καὶ ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν ἄνω. Ὁ λαὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος οὑτωσὶ δημιουργούμενον ἀποτελεῖ μίαν ἔννοιαν, ἀποτελεῖ μίαν ἀντίθεσιν καὶ ὡς τοιοῦτον εἶναι ἀσφαλές, βέβαιον ὅτι θὰ ἐνασκήσῃ τὰς κρατικὰς λειτουργίας κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν λαόν. Τοῦτο εἶναι ἄλλως τε ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη ἀντίθεσις, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑπάρξῃ διὰ τῆς πιέσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη ἀντίθεσις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ καὶ τὴν κυριαρχικὴν καὶ τὴν κρατικήν. Ἐρωτᾶται λοιπόν, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας παρουσιάζεται τὸ Κράτος ἀσκοῦν ἐκ τῶν ἄνω τὰς κρατικὰς αὐτοῦ λειτουργίας, εἶναι προτιμώτερον νὰ ἀσκῇ ταύτας δι’ ἑνὸς μόνον ὀργάνου ἢ διὰ πολλῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τοῦτο, ὅτι τὸ Κράτος ἀσκοῦν οὑτωσὶ τὰς λειτουργίας αὐτοῦ εἶναι ἀσφαλέστερον ἐν τῇ διατηρήσει τῆς κρατικῆς αὐτοῦ ἑνότητος καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν σκοπῶν αὐτοῦ παρὰ ὅταν ἀσκῇ τὰς λειτουργίας διὰ περισσοτέρων ὀργάνων; Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα, ἵνα σᾶς εἴπω, ὅταν ὁ παράγων εἶναι εἷς ἢ δύο ἢ πολλοί, πῶς διακρίνονται τὰ πολιτεύματα. Ὅταν ὁ παράγων, ὅταν τὸ ὄργανον δι’ οὗ ἀσκοῦνται αἱ κρατικαὶ λειτουργίαι εἶναι ἕν, τότε εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἤδη καταδικάσει ὁ κόσμος. Ὅταν τὰ ὄργανα ταῦτα εἶναι περισσότερα, δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν μεταξὺ τῶν δημοκρατικῶν Πολιτειῶν τοὺς συγκεκερασμένους τύπος τῶν πολιτευμάτων, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ ἐκ τῆς ἐπιστήμης, ἐπὶ πλέον δὲ ὅτι ὅσον ὁ λαὸς ἔχει δημοκρατικωτέραν ψυχήν, ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι ἐπιβεβλημένον καὶ ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι δικαιολογημένον νὰ ἀσκῇ τὴν κρατικὴν αὐτοῦ κυριαρχίαν διὰ πλείστων ὀργάνων, νὰ κατανέμῃ τουτέστι τὴν κρατικὴν αὐτοῦ κυριαρχίαν μεταξὺ περισσοτέρων παραγόντων, ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεώς του. Ἰδού, κύριοι, ὁ λόγος ὁ βασικός, ὁ λόγος ὁ κύριος, ὁ λόγος ὁ ἐπιστημονικός, ὁ λόγος ὁ πρακτικὸς διὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα καὶ ἐν γένει εἰς ὅλα τὰ πολιτεύματα τὰ ὁποῖα ἔχουσι δημοκρατικὴν ἐμφάνισιν, ὅπως εἶναι καὶ ἡ βασιλευομένη Δημοκρατία, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ὕπαρξις δευτέρου Σώματος, ὁ λόγος δι’ ὃν δημιουργοῦμεν καὶ δεύτερον ὄργανον, διὰ τοῦ ὁποίου διαχέεται ἡ κρατικὴ λειτουργία ὁμαλωτέρα. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀσκήσεως τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν, αἱ ὁποῖαι ὅταν ἀσκῶνται δι’ ἑνὸς ὀργάνου, ἀσκοῦνται ἀνωμάλως, ἐνῷ διὰ τῶν πολλῶν ἡ λειτουργία αὐτὴ γίνεται ὁμαλωτέρα. Εἶναι ὡς ἐὰν ἔχωμεν ὕδωρ ῥέον ἀπὸ ἕνα κρουνόν, ὅτε ἡ ροὴ εἶναι ὁρμητικὴ ἢ ρέει ἀπὸ πολλοὺς κρουνούς, ὁπότε γίνεται ὁμαλωτέρα καὶ ἠρεμωτέρα ἡ ροή. Διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία εἶχε πικρὰν πεῖραν ἐκ τῆς ἀσκήσεως τῶν λειτουργιῶν ἀπὸ ἓν πρόσωπον, εἶναι βέβαιον ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι ὁμαλωτέρα ἡ ἐκροὴ τῆς κρατικῆς κυριαρχίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιωδεστέρα βάσις καὶ ἡ μᾶλλον λαϊκὴ ἀντίληψις τοῦ προορισμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς καὶ ὄχι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξαν καὶ ἀντελήφθησαν αὐτὸν οἱ προλαλήσαντες. Αὐτή, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ βάσις. Πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι πᾶσαι αἱ λειτουργίαι δὲν εἶναι ὁμοιόμορφοι καὶ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ ἐπιτυχία τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν θεσμῶν, ὡς καὶ ἡ ἐναρμόνισις τῆς Πολιτείας. Οὐδέποτε, οὐδὲν ἐν τῇ ζωῇ εἶναι ὁμοιόμορφον. Δὲν ὑπάρχει ὁμοιομορφία ἐν τῇ φύσει. Τόσον ἐν τῇ ζωῇ ὅσον καὶ εἰς τὸ Κράτος αἱ κρατικαὶ λειτουργίαι εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν πραγματικῆς ἀντιθέσεως. Καὶ ἡ Κοινωνία κινεῖται ἐν μέσῳ πραγματικῶν ἀντιθέσεων καὶ μόνον ἡ ἐναρμόνισις τῶν ἀντιθέσεων τούτων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βασικὴν θεμελίωσιν μιᾶς Κοινωνίας. Θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ εἴπω ἀκριβῶς καὶ διὰ τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἡ ὁποία πιστεύει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ἡ Κοινωνία ὁλόκληρος ὑπὸ μίαν ἰσοπεδωτικὴν πίεσιν, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον, ἐνῷ τὸ κοινωνιστικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ζητοῦν νὰ ἐπικρατήσῃ, εἶναι θεωρητικῶς ὀρθόν, δὲν ἐπεκράτησεν ἐν τῇ πράξει, διότι παρεῖδον τὸν κανόνα τοῦ φυσικοῦ δικαίου, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁμοιομορφία, διότι ὅλα ἐν τῇ φύσει κινοῦνται καὶ προάγονται ἀνομοιομόρφως καὶ ἐν μέσῳ πραγματικῶν ἀντιθέσεων. Εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην εὑρίσκεται καὶ τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ διαρκῶς ἐν ἀντιθέσει τὰς λειτουργίας του, ἵνα ἐκ ταύτης ἐπέλθῃ ἡ ἁρμονία ἐκείνη, ἡ ὁποία χρειάζεται διὰ νὰ λειτουργῇ ὁμαλῶς ἡ κρατικὴ ζωή. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ λειτουργίαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν ὑπὸ ὁμοιομορφίαν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ παράδειγμα τῆς μιᾶς Βουλῆς καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ κινεῖται πολλάκις μονομερὴς ἀπὸ οἱονδήποτε πολιτικὸν ἡγέτην, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ δικτατορεύσῃ ἐπ’ αὐτῆς. Ἐστὲ βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νὰ ἔχῃ ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ δύναται νὰ ζήσῃ. Ἔχομεν παραδείγματα τῆς ἡμετέρας Βουλῆς, ἡ ὁποία ἠκολούθησε τυφλῶς ἕνα ἀρχηγὸν καὶ ἔκαμεν ὅ,τι αὐτὸς ὑπέδειξε. Τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν οἰκτρά. Ἄρα πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ ὕπαρξις μιᾶς ἄλλης ἀντιθέσεως, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε τότε καὶ ἡ ὁποία, ἂν ὑπῆρχε, θὰ ἔφερε μίαν δυσκαμψίαν, θὰ ἐπενήργει τοσοῦτον κατασταλτικῶς ἐπὶ τῆς ὁρμῆς τῆς μιᾶς Βουλῆς, ὥστε δὲν θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσαμεν καὶ τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν ὅλοι. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη εἰς μίαν κοινωνικὴν ἁρμονίαν, εἰς ἓν πολίτευμα κοινοβουλευτικόν, εἰς ἓν πολίτευμα δημοκρατικὸν νὰ ὑπάρχουν ὅσον τὸ δυνατὸν πλείονες ἀντιθέσεις, ὥστε ἡ ἐναρμόνισις αὐτῶν εἰς τὸ τέλος νὰ παρουσιάζῃ τὸ ἰδανικὸν μιᾶς κρατικῆς ζωῆς. Ἰδοὺ τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἄποψιν, διότι εἶναι δόγμα τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ πολλοῦ καὶ δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἰσχύῃ ἄνευ μειώσεως τῆς ἀξίας τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν πολιτευμάτων. Διότι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ καινοτομήσουν ἐπὶ τούτου δὲν ἔκαμον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μεταβάλουν τὴν ὀνοματοθεσίαν τῶν ἐξουσιῶν. Εἰς αὐτὰς τὰς τρεῖς λειτουργίας οἱ πολιτειολόγοι συνεπύκνωσαν τὴν συνισταμένην τῆς ἐννοίας τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος. Ἂν θέλητε νὰ λεπτολογήσητε καὶ νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα θεωρητικὴν ἀξίαν, θὰ ἴδητε ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐναρμονίζωνται αἱ πραγματικότητες τῆς ζωῆς. Ἡ ἄσκησις τῶν λειτουργιῶν θὰ ἐγένετο ἀσφαλέστερον ἂν αὗται ἐνεπνέοντο καὶ διεχέοντο ἀπὸ διάφορα ὄργανα. Μὴ νομίζετε ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει μικρὰν σημασίαν. Ἐρευνήσατε εἰς ὅλα τὰ Κράτη καὶ θὰ ἴδητε κατὰ τίνα τρόπον ἀλληλοενσφηνοῦνται εἰς αὐτὰ αἱ κρατικαὶ ἐξουσίαι. Ἐρευνήσατε τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα καὶ ἄλλα καὶ θὰ ἴδητε μίαν ἀλληλοενσφήνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλαι αἱ κρατικαὶ λειτουργίαι μεταξύ των.
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει Γερουσίαν ἡ Γερμανία.
§111Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ἡ Γερμανία ἔχει Ὁμοσπονδιακὸν Συμβούλιον. Ἔχουν πολὺ λάθος ὅσοι πιστεύουν ὅτι ἡ Γερμανία δὲν ἔχει δεύτερον Σῶμα, ἔχει τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Ὁμοσπονδιακὸν Συμβούλιον. Ἡ Γερμανία εἶχε πάλαι ποτὲ δύο Σώματα, τὰ ὁποῖα διετηρήθησαν καὶ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι τὸ νέον Γερμανικὸν Σύνταγμα ἔκαμε τοιαύτην ἀλληλοενσφήνωσιν τῶν ἐξουσιῶν, ὥστε ἡ ἐν γένει ἁρμονία μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν παραγόντων νὰ εἶναι πληρεστέρα.
§112Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Δὲν εἶναι νομοθετικὸν Σῶμα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἐδῶ δὲν συζητοῦμεν περὶ τῶν ξένων Συνταγμάτων.
§114Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν συζητῶ περὶ τῶν ξένων Συνταγμάτων. Συζητῶ περὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας διὰ νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον συμφέρει καὶ δι’ ἡμᾶς ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ὅσον δὲ σπουδαιοτέρα καὶ εἰδικωτέρα εἶναι ἡ λειτουργία ἡ κρατική, ἡ ἐξουσία ἡ κρατική, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, ἐπὶ τοσοῦτον νομίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ χωρισμὸς τῶν ὀργάνων, τῶν φορέων τῶν ἐξουσιῶν τούτων εἶναι πλέον ἀπαραίτητος. Ἐφόσον ἡ Γερουσία πρόκειται κατὰ πρῶτον λόγον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλυτέραν παραγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἔργων, ἀναμφισβητήτως πρόδηλον εἶναι ὅτι συντελεῖ καὶ ὅτι συνεισφέρει τὴν δύναμίν της εἰς τὴν πλέον δυναμικὴν κρατικὴν λειτουργίαν καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ἀνάγκη αὐτὴ εἶναι πλέον καταφανεστέρα. Τὰ εἰδικώτερα καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν λόγων ἐπιχειρήματα καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐξετάσθησαν μετὰ πάσης λεπτομερείας καὶ θὰ ἦτο δι’ ἐμὲ περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶ καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῶν ἰδίων πραγμάτων. Προκειμένου περὶ τῆς πολυνομίας ἡ ὁποία μαστίζει τὸν Τόπον μας, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως· ὅτι τοῦτο καὶ μόνον θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ μὲ κάμῃ νὰ σκεφθῶ διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας. Ἂν ἔχω δὲ ἀκόμη ὑπ’ ὄψει μου ☐ ☐γίαι ἐνησκήθησαν ἀπὸ ὡρισμένα πρόσωπα, θὰ μοὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ διστάσω νὰ σκεφθῶ ὅτι χρειάζεται καὶ δεύτερον Σῶμα διὰ νὰ θέτῃ φραγμὸν εἰς τὴν πολυνομίαν, ἡ ὁποία κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ τόμους ὁλοκλήρους νέων νόμων, τοὺς ὁποίους ἀδύνατον νὰ γνωρίζουν καὶ αὐτοὶ οἱ πολυπειρότεροι νομικοί. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὸ ἀσφαλέστερον δεῖγμα τῆς ἀναρχίας εἶναι ἡ πολυνομία, λόγῳ τῆς ὁποίας δὲν δυνάμεθα οὔτε ἡμεῖς, ἀλλ’ οὔτε ὁ λαὸς νὰ γνωρίζῃ τίνας νόμους ἔχομεν. Οὕτω συνέπεια εἶναι ὅτι ἀναρχούμεθα, ἀφοῦ ἀγνοοῦμεν τί ὀφείλομεν νὰ ἀποφεύγωμεν καὶ τί ὀφείλομεν νὰ πράττωμεν. Ἡ Αὐστρία ἦτο ἄλλοτε τὸ πολυνομώτερον Κράτος. Σήμερον τὴν πρώτην θέσιν ἔχει ἡ Ἑλλάς.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε πολὺ ταχὺς εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας καὶ ἀδυνατοῦμεν νὰ σᾶς παρακολουθήσωμεν.
§116Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Θὰ παρεκάλουν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ εἴμεθα ἓν Σῶμα βουλευομένων νὰ δημιουργήσωμεν μίαν σχολὴν ἀπαγγελίας, ὥστε νὰ διδασκώμεθα πῶς πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν. Διὰ νὰ σᾶς κάμω τὴν χάριν συντομεύω ἀπολύτως τὸν λόγον μου.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§118Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀναφέρω ἐλάχιστα καὶ τὸ σπουδαιότερον τοῦτο ὅτι κατέπεσε παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς εἰς τὸ παρελθόν. Ἀσχέτως πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ἐπιχειρήματος ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος ἀπολύτως ὅτι τὸ ἐξ ἀμέσου ἐκλογῆς προερχόμενον Σῶμα θὰ ἔχῃ μεῖζον κῦρος καὶ θὰ δύναται αὐτὸ πραγματικῶς νὰ ἐπιτελέσῃ τοὺς σκοπούς του, ἂν προέλθῃ ἀμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἐπίσης σημασίαν τὸ ὅτι θὰ προέρχηται τοῦτο κατὰ μέγα μέρος ἐκ τοῦ λαοῦ ὡς καὶ τὸ πρῶτον, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι θὰ εἶναι διάφορος ὁ χρόνος τῆς ἐκλογῆς καὶ ἑπομένως διάφορον ἑκάστοτε τὸ κῦρος ἑκάστου τῶν Σωμάτων. Δὲν πρέπει ὡσαύτως νὰ σκεπτώμεθα διὰ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, διότι ἀλλοίμονον ἐνῷ δαπανῶμεν ἀφειδῶς τὰ ἑκατομμύρια διὰ τὸν Στρατόν, τοὺς μισθούς του καὶ τὰς ἀπειραρίθμους συντάξεις του, νὰ σκεπτώμεθα ὅτι θὰ δαπανήσωμεν ὀλίγα ἑκατομμύρια διὰ τὴν σύνθεσιν τῆς Πολιτείας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τουλάχιστον προσδοκῶ τὰ καλύτερα ἀποτελέσματα. Θὰ εἶναι ἐντροπὴ διὰ τὴν Βουλὴν νὰ σκέπτηται διὰ τὴν δαπάνην ὅταν πρόκηται διὰ τὴν σύνθεσιν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν καλυτέραν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τοῦ τοιούτου ἀποκλεισμοῦ τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν εἰς τὰ μονοκρατορικὰ πολιτεύματα, εἰς τὰ ὁποῖα αὗται συσσωρεύονται εἰς μονοκρατορικὰ πρόσωπα εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐφείσθησαν οὔτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου οὔτε τοῦ ἀτόμου, διὰ νὰ πεισθῶμεν ὅτι ὅπου ὑπάρχουν περισσότεροι παράγοντες εἶναι δυσχερεστέρα ἡ ἄσκησις οἱασδήποτε λειτουργίας, ἀπὸ ὅ,τι θὰ εἶναι ἡ ὕπαρξις ἑνὸς Σώματος ὑπὸ ἕνα δικτάτορα. Ὅσον περισσότερα ὄργανα κρατικὰ ἔχομεν τοσοῦτον ἔχομεν περισσότερον κῦρος καὶ ὅσον περισσοτέρους ἀντιπροσώπους ἔχομεν ἐπὶ τοσοῦτον καθίστανται στερεώτερα τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ πολιτεύμαος. Ἐπαναλαμβάνω, θὰ εἶναι ἐντροπὴ νὰ συζητῶμεν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα προκειμένου νὰ συγκροτήσωμεν τὸ πολίτευμα. Περαίνων δὲ ἔχω νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι ἂν θέλητε νὰ ὑπάρχῃ Βουλή, ἡ ὁποία νὰ μὴ γίνηται κτῆμα τοῦ πρώτου τυχόντος δημοκόπου ἢ ἅρπαγος τῆς Ἐξουσίας, ἂν θέλητε νὰ δημιουργήσητε δεύτερον Σῶμα νομοθετικόν, τότε δημιουργήσατε τὴν Γερουσίαν καὶ ἐστὲ ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ Πολιτεία, ἀντιθέτως ἔχει πολλὰ νὰ ὠφεληθῇ, διότι θὰ ὑπάρξῃ μία ἐγγύησις ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ καθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ κάμνῃ ὅ,τι τοῦ ἀρέσει. (Χειροκροτήματα).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσιτσεκλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§120Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὄχι διότι δὲν εἶναι οὐσιωδέστατον, ἀλλὰ διότι ἔχουσι λεχθῆ ἐν τῇ αἰθούσῃ τούτῃ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Συνέλευσιν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν τόσον τὰ ὑπὲρ ὅσον καὶ τὰ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὥστε θεωρῶ τὸ ζήτημα τελείως ἐξηντλημένον. Ἔχει ἕκαστος σχηματίσει, νομίζω, ἐξ ἡμῶν μίαν γνώμην σαφῆ, εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ἀφοῦ καθ’ ἑαυτὸν ἐμελέτησε τὸ πρᾶγμα, ἐμφανιζόμενον βεβαίως σοβαρώτατον ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῷ Συντάγματι. Ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέλος, ἐξέφρασα συντόμως τὰς γνώμας μου καὶ ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Οὐχ ἧττον προβάλλονται φύρδην μίγδην καὶ ἀθρόα καὶ διάφορα ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀπόψεων ἂν εἶναι θεσμὸς καλός. Ἀποκαλύπτομαι, δὲν ἀδικῶ κανένα ἀπὸ καλῆς πίστεως, ἀπὸ ἁγνῆς πεποιθήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι δέον νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὰ ἰσχύοντα εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ κρίνωμεν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Βουλῆς. Πρέπει ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λαδᾶς, ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος καὶ χρησιμότητος. Περιορίζομαι ὅθεν εἰς τοῦτο καὶ μόνον: νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, χωρὶς νὰ ἀπασχολήσω καὶ νὰ κουράσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κουράσω αὐτὴν διὰ πολλῶν λόγων καὶ μακρυγοριῶν. Καὶ ἔρχομαι εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἐξετάσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλονται ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ καὶ ἀντικρούσω ταῦτα. Λέγουσιν ὅτι θὰ ἔχωμεν νόμους καλυτέρους, ἂν ἱδρύσωμεν τὴν Γερουσίαν, διότι αὕτη θὰ ἔκαμε καλυτέραν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων. Ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὸ ὑπὸ κύρωσιν αὐτῆς Σύνταγμα, καὶ καθ’ ἃ τουλάχιστον ἡ Ἐπιτροπὴ μέχρι σήμερον ἐχάραξε τὰ ὅρια, ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν θὰ κυμαίνηται μεταξὺ 200–250, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν γερουσιαστῶν θὰ κυμαίνηται μεταξὺ 100–120. Καὶ ἐρωτῶ, ἡ Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσάγονται τὰ νομοσχέδια εἴτε ὑπὸ τῶν κ. κ. βουλευτῶν εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἴτε μετ’ ἐπεξεργασίαν, δὲν θὰ εἶναι ἱκανή, ὅπως μέχρι σήμερον ἀπέδειξε τοσοῦτον μακρὸν παρελθόν, καὶ διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι συνεργάζονται μετὰ τῆς Βουλῆς—καὶ ὡς ἀποδεικνύει ἡ σήμερον συνεργαζομένη τοσοῦτον ἐνδελεχῶς Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος—δὲν θὰ εἶναι, λέγω, ἱκανὴ ἀπαρτιζομένη καὶ ἀπὸ μείζονα ἀριθμὸν προσώπων νὰ ἐπεξεργασθῇ τοὺς νόμους αὐτοὺς καὶ τὰ νομοσχέδια αὐτά; Καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ δεχθῶμεν ὅτι, ἐνῷ ἡ κάτω Βουλή, ἂς τὴν εἴπωμεν οὕτω πως, θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ 200–250 πρόσωπα, ἡ ἄνω Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ 100–120 πρόσωπα, θὰ ἔχῃ μεγαλυτέραν σοφίαν αὐτὴ ἀπὸ τὴν κάτω Βουλήν;
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μεγαλυτέραν σοφίαν; Δὲν σᾶς τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
§122Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καὶ κατὰ ποῖον λόγον ἡ ἄνω Βουλὴ θὰ ἀποτελέσῃ τὸν πρωτόσχολον τῆς κάτω, μεταβαλλομένη εἰς σχολεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ περιμένῃ τὴν βαθμολογίαν ἀπὸ τὴν ἄνω Βουλήν.
§123Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ τὸ ἀντίθετον συμβαίνει.
§124Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε, κ. Πρόεδρε, σέβομαι τὴν στοργήν σας πρὸς τὴν Γερουσίαν, διότι νομίζω ὅτι ἔχετε ἕνα ἔρωτα, μίαν ἀγάπην μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ σέβομαι τὴν στοργήν σας αὐτήν. Ἀλλ’ ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Δὲν τὸ εὑρίσκω λοιπὸν αὐτὸ λογικόν. Πῶς δηλαδὴ εἷς νόμος ὅταν ψηφισθῇ μὲ μίαν πλειονοψηφίαν 170 προσώπων ἐν τῇ Κάτω Βουλῇ, πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ Ἄνω Βουλή, ἀποτελουμένη ἀπὸ ὀλιγώτερον ἀριθμὸν προσώπων, νὰ μεταβάλλῃ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐψήφισαν περισσότερα πρόσωπα. Τὰ τεσσαράκοντα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀπαρτίαν ἐν τῇ Γερουσίᾳ, θὰ ἔρχωνται νὰ μεταβάλλωσι τὴν γνώμην τῶν 170 γνησίων ἀντιπροσώπων τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Πλὴν καὶ ἄλλως καὶ γενικῶς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ πρᾶγμα ἀντίκειται εἰς ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καταδικάζεται δὲ ὡς ἐντελῶς ἄσκοπος. Διότι, ἂν ἡ Ἄνω Βουλὴ δὲν δεχθῇ τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Κάτω Βουλῆς καὶ τὸ τροποποιήσῃ, τοῦτο ἐπανέρχεται εἰς τὴν Κάτω Βουλὴν καὶ μετὰ τρίμηνον θεωρεῖται καλῶς γενόμενον.
§125Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ ἀναψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Κάτω Βουλὴν καὶ μὲ μεγαλυτέραν μάλιστα πλειονοψηφίαν.
§126Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἀντὶ νὰ βαδίζωμεν γοργῶς καὶ νὰ κινῶμεν ταχεῖαν τὴν νομοθετικὴν μηχανήν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος, ἀντὶ νὰ τὴν καταστήσωμεν μᾶλλον ταχεῖαν καὶ εὐκόλως κινουμένην, θὰ τὴν καταστήσωμεν δυσκίνητον καὶ χωλαίνουσαν, ὥστε νὰ σταματήσῃ. Τὸ προβαλλόμενον λοιπὸν ἐπιχείρημα τῆς ἐπεξεργασίας τῶν νόμων καταπίπτει καὶ φέρει καὶ εἰς ἄτοπα ἀποτελέσματα, ὅπως ἀπέδειξα πρὸ ὀλίγου, ἀφοῦ καὶ τὰ πρόσωπα τῆς Ἄνω Βουλῆς θὰ εἶναι τοῦ αὐτοῦ ποιοῦ πρὸς τὸ τῆς Κάτω. Μήπως νομίζετε ὅτι ἡ Κάτω Βουλὴ θὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ Ὀλυμπίους Θεούς; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν Ὀλύμπιοι ἄνδρες σήμερον. Τώρα ὡς πρὸς τὴν καλυτέραν ἐπεξεργασίαν καὶ τὴν προπαρασκευὴν εἶπον καὶ πρὶν ὅτι ἀρκετὰ καλῶς παρασκευάζονται οἱ νόμοι ὅταν ὑπάρχῃ καλὴ θέλησις. Καὶ μέχρι σήμερον ἀπεδείχθη τοῦτο καὶ ἰδίως ὅταν λειτουργῶσιν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ σήμερον ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐργάζεται ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἂν γίνῃ, καὶ πρέπει νὰ γίνῃ, καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαιότατον παρ’ ἡμῖν, θὰ ἀνατεθῇ καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἓν μέρος αὐτῆς τῆς ἐργασίας, τῆς τελικῆς ἐπεξεργασίας τῶν νομοσχεδίων. Λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ καταπίπτει. Τώρα ἔρχεται ἓν ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προβάλλει καὶ τὸ ὁποῖον, ἂν ἐνθυμοῦμαι, τὸ ἐσκέφθη καὶ τὸ ἀφῆκεν ἐκκρεμὲς ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι ἡ Γερουσία θὰ γνωμοδοτῇ διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Διατί νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸν τὸν βρόγχον πρὸς τὸν Ἀνώτατον παράγοντα;
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς θὰ διαλύηται ἡ Βουλή;
§128Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Περὶ τούτου λαμβάνεται πρόνοια ἄλλη. Ὁ Ἀνώτατος παράγων πρέπει νὰ μὴ εἶναι ὑποχείριος εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ μάλιστα ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος καὶ νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τριάκοντα ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀποτελοῦν τὴν ἀπαρτίαν ἐν τῇ Γερουσίᾳ, νὰ ἐξαρτᾶται ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε μὲν ἐλέγετο προνομία, τώρα δὲ δὲν γνωρίζω πῶς δύναται νὰ ὀνομασθῇ, διότι τὸ ἔχομεν καὶ ὑπὸ κρίσιν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην καὶ ἂν ἀκόμη γίνῃ Γερουσία, ἂν λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ, διότι εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς ἐμβρυώδη κατάστασιν, νομίζω ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν Γερουσίαν. Τρίτον ἡ Γερουσία ἔχει ἕνα σπουδαῖον προορισμόν. Θὰ λειτουργῇ ὡς δικαστήριον διὰ νὰ δικάζῃ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα καὶ τοὺς Ὑπουργούς.
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν Πάγκαλον.
§130Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Ζῶμεν, κύριοι, μίαν ἑκατονταετίαν σχεδὸν ὡς Βασίλειον καὶ ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον καὶ εὐτυχῶς δὲν παρουσιάσθησαν πολλαὶ περιστάσεις, ὥστε νὰ δικάσωμεν Ὑπουργοὺς εἰς τὸ παρελθόν. Δύο ἢ τρεῖς περιστάσεις ἀναφέρονται, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταὶ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰς ἐπαναλάβω ἐδῶ διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν μας. Ἐλπίζω ὅτι τὸ νὰ ἱδρύσωμεν τὴν Γερουσίαν διὰ νὰ χρησιμεύῃ καὶ ὡς Δικαστήριον, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς αἰτιολογία, διότι καὶ τοῦτο εἶναι μεταξὺ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουν οἱ θιασῶται καὶ οἱ ἐρασταὶ τῆς Γερουσίας. Εἴτε διὰ τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», εἴτε δι’ ἄλλου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν, δυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἀποστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν τὴν Γερουσίαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ τρία ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως ἐγὼ ἐξετάζω χωρὶς νὰ ἀνατρέχω εἰς τὸ τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη καὶ ὑπὸ συνθήκας καὶ ἱστορικὰς παραδόσεις ἄλλας. Αὐτὰ τὰ τρία ἐπιχειρήματα νομίζω ὅτι καταπίπτουσιν. Ἀλλὰ ἀντιθέτως, λέγουν προσέτι, τουλάχιστον αὐτὸ τὸ ἤκουσα ἀπὸ τοὺς ἀγορεύσαντας ἀπόψε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ ἐμποδίσῃ ἡ Γερουσία τὴν πολυνομίαν. Τοῦτο δὲν τὸ ἐννοῶ. Πῶς θὰ ἐμποδίσῃ ἡ Γερουσία τὴν πολυνομίαν; Οἱ νόμοι θὰ βαδίζουν τὸν δρόμον των· θὰ γεννῶνται, θὰ παράγωνται ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, θὰ εἰσάγωνται ἀπὸ τοὺς κ. κ. βουλευτάς, θὰ εἰσάγωνται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τώρα διὰ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ θὰ εἰσάγωνται καὶ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Προσθέτομεν δηλαδὴ ἐδῶ καὶ ἕνα ἄλλον νομοθετικὸν ἀκάτιον, τὴν Γερουσίαν. Λοιπὸν κατὰ ποῖον τρόπον ἡ Γερουσία θὰ περιορίσῃ τὴν πολυνομίαν; Δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Ἴσως νὰ εἶμαι ἀδύνατος εἰς τὴν ἀντίληψιν. Ἔπειτα, λέγουν, ἡ Γερουσία θὰ ἀναχαιτίζῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ διατί θὰ ἀναχαιτίζῃ τὴν Βουλήν; Ἡ Βουλὴ εἶναι κανὲν παιδίον, εἶναι κανὲν Παρθεναγωγεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην κηδεμόνος καὶ ἐπιμελητοῦ; (Χειροκροτήματα). Ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ μείζονος ἀριθμοῦ προσώπων καὶ ἴσως καὶ ἀνωτέρων ἀπὸ τὰ γερόντια, τὰ ὁποῖα παρασκευάζονται διὰ τὴν Γερουσίαν. Ἴσως θὰ στέλωμεν ἐκεῖ τοὺς ἀπομάχους τῆς πολιτικῆς. Αὐτοὶ ἂς μείνουν πλέον εἰς τὰ σπήτια των νὰ ἡσυχάσουν, διότι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰ τοῦ Ἀριστοτέλους ὅτι κρίνουσιν ἄριστα οἱ πολλοὶ καὶ ὅτι δυστυχῶς τὸ γῆρας δὲν ἔρχεται μόνον (γέλωτες) πλὴν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων. Ὥστε καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγουσιν ὅτι ἡ Γερουσία θὰ ἀναχαιτίζῃ τὰς παρεκτροπὰς τῆς Κάτω Βουλῆς, εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὸ λέγωμεν καὶ μειοῦμεν τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ κύριον καὶ κεντρικὸν Σῶμα, τὸ ἐκπροσωποῦν τὸν λαόν. Τώρα, συναφῶς πρὸς τὰ ἐκτεθέντα, προστίθενται καὶ τὰ ἑξῆς: Λέγουν ὅτι δέον νὰ ὑπάρχῃ, διότι δέον ἡ ἐξουσία νὰ συγκρατῇ, νὰ σταματᾷ τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Μοντεσκιέ. Καὶ διὰ νὰ δικαιολογηθῇ τοῦτο λέγουν ὅτι πρέπει ἡ Γερουσία νὰ προέρχηται ἀπὸ ἄλλην πηγήν, ἀπὸ ἄλλα νάματα, καθαρώτερα ἀπὸ ἄλλους κρουνοὺς διαυγεστέρους. Καὶ ἀσχολοῦνται διὰ μακρῶν συζητήσεων νὰ ἐξάρωσι τὸν κατάλληλον τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας, διότι αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν αὐτὸν γεννήτορα μὲ τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, ἀποβάλλουσι τὸν κυρίαρχον λαὸν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ θέλουσι νὰ τὴν τοποθετήσωσιν εἰς τὰς λεγομένας ὀργανώσεις. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπή, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐξέλεγε τὴν Γερουσίαν, ἠσχολήθη διὰ μακρῶν καὶ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀπέρριψε τὴν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν περὶ ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας ἀπὸ τὰς ὀργανώσεις καὶ ἐπροτίμησε νὰ ἐκλέγηται ἡ Γερουσία αὕτη τουλάχιστον ἀπὸ τὰ 80%, νὰ προέρχηται ἀπὸ τὸν λαόν, ἀπὸ τὸ πολὺ πλῆθος τοῦ ὁποίου δὲν διαφθείρεται τόσον εὔκολα ὅσον αἱ ὀργανώσεις. Καὶ λέγουσι, συνεπεῖς πρὸς τὴν θεωρίαν των, ὅτι ὑπάρχουν πρόσωπα, ἅτινα δὲν δέχονται νὰ κατέλθουν εἰς τὸν ἐκλογικὸν στῖβον. Δὲν δέχονται νὰ προέλθουν εἰς προστριβὰς μὲ τὸν λαὸν διὰ νὰ ἐκλεγῶσιν ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ. Πλὴν πᾶσαι αἱ Βουλαὶ τοῦ Κράτους ἡμῶν ἀπὸ τῆς καταβολῆς τοῦ Κράτους προῆλθον μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς καὶ περιέλαβον πλείστους ἀριστεῖς τῆς Πατρίδος. Καὶ ὑπάρχει, λέγουν, καὶ μία κρέμα, ἕνα ἀφρόκρεμα, τὸ ὁποῖον μένει ἔξω καὶ θέλουν νὰ τὸ ἐκλέγουν γερουσιαστὰς τὰ ἄλλα τῆς Κοινωνίας ἀφρογάλακτα, αἱ ὀργανώσεις. (Χειροκροτήματα). Λοιπόν, κύριοι, ἐπιθυμῶν νὰ διατηρήσω τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ὑπερβῶ τὸ ἡμίωρον, ἀντέκρουσα τὰ ὑπὲρ τῆς Γερουσίας ἐπιχειρήματα. Τώρα θὰ εἴπω καὶ τὰ μειονεκτήματα δι’ ὀλίγων. Ἂν ἀποδεχθῆτε, ὡς νομίζω, τὴν γνώμην μου, τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ προβάλουν διὰ τὴν Γερουσίαν, καταπίπτουσι καὶ οὐδένα ἔχουσι λόγον. Ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς τὰ μειονεκτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσῃ αὐτὸ τὸ Σῶμα, ὅπερ, ἐγὼ τουλάχιστον ἀπαισίως προβλέπω καὶ φαντάζομαι. Θὰ δημιουργήσωμεν ἓν παρέμβλημα παρακωλῦον ὀλεθρίως τὴν κοινοβουλευτικὴν μηχανήν. Ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξαν ἄλλοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ. Ἂν ἦτο χρήσιμον τὸ Σῶμα τῆς Γερουσίας, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῆς δαπάνης, ὅπως δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς δαπάνης διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ θὰ ἔχῃ καὶ τὸν προορισμὸν τῆς προπαρασκευῆς τῶν νόμων. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ παρέμβλημα, οἱ μέλλοντες τυχὸν γερουσιασταὶ αὐτοί, θὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι ὄχι ἄλλης ὑποστάσεως διαφόρου τῆς ἰδικῆς μας καὶ θὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὰς ἀδυναμίας των, τὰ μειονεκτήματα καὶ τὰ πλεονεκτήματα καὶ θὰ ἀξιοῦν τοῦτο καὶ ἐκεῖνο καὶ πιέζοντες κατ’ ἐπανάληψιν τὴν Κάτω Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ὠφελήματα, κύριοι, ἂν ψηφίσωμεν τὴν Γερουσίαν δὲν θὰ ὑπάρχουν οὐδαμοῦ. Δὲν θὰ καλυτερεύσουν παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα, ὁμολογουμένως, εὑρίσκονται εἰς δύσκολον κατάστασιν. Τουναντίον, φρονῶ ὅτι θὰ χειροτερεύσουν, ἡ δὲ Γερουσία θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα πολύποδα, ὅστις βραχύτατα, σὺν τῷ χρόνῳ, θὰ ἀναπέμψῃ τοιαύτην δυσοσμίαν, ἡ ὁποία θὰ κατακλύσῃ τοὺς ἐραστὰς καὶ τοὺς ὑποστηρικτάς της.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί θὰ γίνῃ τότε;
§132Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Καλῶς βαδίζομεν μὲ τὴν Βουλήν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§134Γ. ΜΟΔΗΣ. Παρηκολούθησα, κύριοι συνάδελφοι, τοὺς δύο ἀντιλέγοντας, τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ τὸν κ. Τσιτσεκλῆν καὶ διὰ νὰ μιμηθῶ τὸν πρῶτον ἐξ αὐτῶν λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ γνώμη του μοὶ ὑπενθύμισε μίαν φράσιν ἢ μᾶλλον μίαν παρομοίωσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ μακαρίτης ὁ Σαρίπολος τῷ 1864 καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ Ἑλλὰς ἐπιχειροῦσα μόνη αὐτὴ καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν λοιπῶν Κρατῶν νὰ σταδιοδρομήσῃ μὲ ἓν νομοθετικὸν Σῶμα, θὰ ὁμοιάζῃ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ περιπατήσῃ μὲ ἕνα μόνον πόδα». Δηλαδὴ στηριζομένη ἐπὶ τοῦ ἑνὸς νομοθετικοῦ Σώματος ἡ Ἑλλὰς θὰ στηρίζηται ἐπὶ ἰσορροπίας πλέον ἢ ἀσταθείας. Οἱ ἐναντίον τῆς Γερουσίας κεκηρυγμένοι συνήθως ἀποφεύγουν νὰ ἀνατρέξουν εἰς ἄλλα μέρη καὶ ὅταν τὸ κάμνουν διαπράττουν καὶ ἀνακριβείας, ὡς ἐκείνη καθ’ ἣν ἡ Γερουσία τῆς Ἀμερικῆς εἶναι κάτι τι διάφορον, ὅτι ἁπλῶς ἐδημιουργήθη διὰ νὰ ἀντιπροσωπευθοῦν αἱ διάφοροι Πολιτεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν Ἀμερικανικὴν Συμπολιτείαν. Λησμονοῦν ὅμως, ὡς ὁ κ. Μπακόπουλος ὁ ἐν Ἀμερικῇ τὰς διατριβάς του ποιήσας, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀπὸ τὰς ὑπερτεσσαράκοντα Πολιτείας ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ δῆμοι ἐν Ἀμερικῇ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διπλᾶ Δημοτικὰ Συμβούλια. Παραλλήλως πρὸς τὴν Ἀμερικήν, ὅλαι αἱ Ἀγγλικαὶ ἀποικίαι, ὅλαι αἱ Ἀγγλικαὶ κτήσεις ἔχουν δύο νομοθετικὰ Σώματα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, μᾶς εἶπον, ὑπάρχει μεγάλη καταφορὰ ἐναντίον τῆς Γερουσίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Λόϋδ Τζώρτζ. Ἀλλ’ οἱ λόγοι ἐκεῖ εἶναι γνωστοὶ καὶ ἐντελῶς διάφοροι. Ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ κληρονομικὰ μέλη, τὰ ὁποῖα φύσει καὶ θέσει ἀνήκουν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν συντηρητικὸν κόμμα καὶ ἀποτελοῦν ἀκρόπολιν τοῦ συντηρητισμοῦ, ἀναστέλλουσαν καὶ ἀνατρέπουσαν καὶ ματαιοῦσαν τὴν νομοθετικὴν δρᾶσιν τῆς Κάτω Βουλῆς, δηλαδὴ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ὅταν συνέβαινε τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς νὰ ἀποτελοῦν οἱ Φιλελεύθεροι. Ἐπὶ πλέον ὅλα τὰ διάφορα Κράτη, αἱ νέαι Δημοκρατίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν κατόπιν τοῦ μεγάλου πολέμου καὶ αἱ ὁποῖαι ἐνεπνέοντο ἀπὸ ἕνα πνεῦμα ἀκράτου τάσεως πρὸς τὰ ἀριστερά, ἱδρύθησαν εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ σοσιαλισμὸς διεχύνετο ὡς ρεῦμα ἀκατάσχετον πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις, ἐν τούτοις ὅλαι αἱ Δημοκρατίαι ἔσπευσαν νὰ προικοδοτηθοῦν καὶ μὲ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ ἀποτελοῦμεν ἐξαίρεσιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εἰς τὰς πέντε ἠπείρους μόνον ἡμεῖς, ἡ Βουλγαρία, ἡ Σερβία καὶ ἡ Τουρκία. Ἀλλὰ ἂν τις ἄλλοτε ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι ἐξ Ἀνατολῶν ἔρχεται τὸ φῶς, βεβαίως αὐτὸ δυστυχῶς σήμερον δὲν δύναται νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ. Καὶ τὰ τέσσαρα Κράτη, τὰ ὁποῖα κυβερνῶνται μὲ ἓν πολιτικὸν Σῶμα, δὲν δύνανται νὰ προβάλλουν ὡς πρότυπα κοινοβουλευτικῆς ζωῆς οὔτε ὡς Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἀπέδωκε τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἀλλοῦ ἀπέδωκε. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ ἀντίθετοι μᾶς λέγουν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα νὰ ἴδωμεν τί γίνεται εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, ὅτι ἡμεῖς «Ἕλληνες ἐσμὲν καὶ πάντες οἱ ἄλλοι βάρβαροι» καὶ ὅτι ἡμεῖς ἀποβλέπομεν μόνον εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα καὶ τὰς Ἑλληνικὰς συνθήκας. Καὶ ἐρωτᾶται, κατὰ ποίαν λογικήν, κατὰ ποίαν βάσιν, θεσμὸς δοκιμασθεὶς εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ εὐδοκιμήσας, εἰσαγόμενος παρ’ ἡμῖν θὰ εἶναι ἐπιζήμιος εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν πάντες πρὸ ἡμῶν ἐξώφθαλμον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ μέχρι σήμερον ἑνιαίου νομοθετικοῦ συστήματος. Δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ ἐννοήσω διατί ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν χάρις εἰς τὸν ἑτεροσκελῆ νομοθετικὸν ὀργανισμόν της διῆλθε διὰ μέσου τόσων θυελλῶν καὶ τρικυμιῶν, θὰ διατρέξῃ κινδύνους εἰσάγουσα σήμερον θεσμὸν παντοῦ εὐδοκιμήσαντα καὶ ἀποτελέσαντα ἀνασχετικὸν φραγμὸν κατὰ τῶν βιαίων ὁρμῶν καὶ ἀνατρεπτικῶν τάσεων. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ διατί τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἀποτελούμενον ἀπὸ 150 μέλη, θὰ εἶναι ἀνώτερον τοῦ πρώτου νομοθετικοῦ Σώματος, ἀποτελουμένου ἐκ 250 μελῶν· θὰ συντελῇ ἑπομένως εἰς τὴν ἀρτιωτέραν ἐμφάνισιν τῶν νόμων. Ἀλλ’ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἐλησμόνησεν ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του ὑπῆρξε παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ ἀκυρώσῃ νόμον τοῦ προκατόχου του, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐμφανισθῆ ὡς ψηφισθεὶς ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἐνῷ πράγματι δὲν ἐψηφίσθη. Ἂν ὑπῆρχε Γερουσία τοιαύτη πλαστογραφία δὲν θὰ ἦτο δυνατή.
§135Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Πάλιν ὁ νόμος ἐκεῖνος θὰ ἐψηφίζετο ἀπὸ τὴν Γερουσίαν.
§136Γ. ΜΟΔΗΣ. Πλαστογραφία, γενομένη ἐν τῷ μεταξὺ ἀντιληπτή, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσεπικυρωθῇ καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Βουλή, ἀποτελουμένη ἀπὸ 250 βουλευτὰς μὲ τὰς νομοπαρασκευαστικὰς Ἐπιτροπάς της καὶ μὲ τὴν ἐπικουρίαν ἐν ἀνάγκῃ καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν παραγωγὴν ἀρτίων καὶ ἀνταποκρινομένων εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι τοὺς ὑπηγόρευσαν νόμων. Ἀλλὰ λησμονοῦν οἱ ταῦτα λέγοντες ὅτι πλειστάκις νόμοι, ἀρτίως παρεσκευασθέντες εἴτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἴτε ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπάς, εἴτε ἀπὸ αὐτὴν τὴν Βουλήν, κατήντησαν ὅταν ἐνεφανίσθησαν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐντελῶς ἀγνώριστοι διὰ τῆς μεθόδου τῶν τροπολογιῶν τῆς τελευταίας στιγμῆς, τῆς 12ης ὥρας. Κατὰ τῶν πλέον ἢ ἐπικινδύνων τούτων τροπολογιῶν δὲν ὑπάρχει, ἀτυχῶς, κανὲν ἀντιφάρμακον, παρὰ πᾶσαν καλὴν θέλησιν τῶν βουλευτῶν. Ἔχομεν, ἄλλως τε, παραδείγματα τῆς ἰδικῆς μας Βουλῆς. Μολονότι εἰς τοὺς δακτύλους τῆς μιᾶς χειρὸς μετρῶνται οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν, ἐν τούτοις ἐδημιουργήθησαν ἀμφισβητήσεις διά τινας ἐξ αὐτῶν ἂν ἐψηφίσθησαν ἢ ὄχι. Ὑπαρχούσης τῆς Γερουσίας τοιαύτη ἀμφισβήτησις δὲν εἶναι νοητή, οὔτε δύναται τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ψηφισθεὶς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ψηφισθῆ. Δὲν δύνανται νὰ καταλάβουν οἱ ἀντίθετοι πῶς ἡ ὕπαρξις τῆς Γερουσίας θὰ καταπολεμήσῃ τὴν πολυνομίαν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πλέον ἢ φανερόν. Ἡ δὲ ἀναστολὴ αὕτη τῆς πολυνομίας, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας πελαγοδρομοῦν πολλάκις οἱ δικασταί, ἀποτελεῖ ἀγαθὸν ἰσοφαρίζον τὴν ἐν μέρει ἐπιβράδυνσιν τῆς νομοπαραγωγικῆς μηχανῆς.
§137Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν κωδικοποιήσεως καὶ εἰς τὴν ἀμέθοδον κατασκευὴν τῶν νόμων.
§138Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ περάσῃ ἀπὸ δεύτερον κόσκινον, ὅτι δὲν θὰ εἶναι πάντως ἀρτιώτερον. Τὸ δεύτερον Σῶμα θὰ ἀποτελῇ ἀπειλὴν δι’ ὅλους ἐκείνους τοὺς βουλευτάς, οἵτινες ἔχουν τὴν ἱκανότητα ὥστε διὰ μιᾶς τροπολογίας τῆς τελευταίας ὥρας νὰ ἀνατρέπουν ἄρδην νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὅλοι ψηφίζομεν ἀπὸ καλοῦ συνειδότος καὶ τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλους σκοποὺς ἀπέβλεπεν. Ἀλλὰ δύναται νὰ προσθέσῃ τις, χωρὶς νὰ μειώσῃ ποσῶς τὸ κῦρος τῶν βουλευτῶν καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι βεβαίως ἡ Γερουσία, ἀποτελουμένη ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἡλικίαν μεγαλυτέραν, πεῖραν τοῦ κόσμου μεγαλυτέραν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἐνώπιόν των ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ πιέζωνται ὀλιγώτερον ἀπὸ ἡμᾶς, ἀπὸ τὰς ἀξιώσεις τῶν ψηφοφόρων, ἐφόσον τὸν κίνδυνον τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ψηφοφόρων θὰ τὸν ἔχουν μετὰ ἐννέα ἔτη, θὰ ἔχουν περισσότερον χρόνον νὰ ἀφοσιωθοῦν εἰς τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἀποστολήν των. Δυστυχῶς ἡμεῖς μὲ πολιτικὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ τὰ τρεχάματα εἰς τὰ ὁποῖα εἴμεθα καταδικασμένοι, πολὺ ὀλίγην ὥραν δυνάμεθα νὰ ὑποκλέψωμεν διὰ νὰ παρασκευασθῶμεν διὰ τὴν κυρίαν νομοπαρασκευαστικὴν ἀποστολήν μας. Ἐπὶ πλέον τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ διέπεται ἡ δευτέρα Βουλή, πνεῦμα ψυχραιμίας καὶ πολιτικῆς τρόπον τινὰ οὐδετερότητος, θὰ εἶναι παράγων σημαντικὸς καὶ εἰς τὴν καλυτέραν καὶ ἐπιμελεστέραν ὑπ’ αὐτῆς παρασκευὴν τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν σοβαρωτέραν καὶ πληρεστέραν ἐκ μέρους αὐτῆς ἐπίδοσιν εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, μᾶς εἶπον ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων χωρὶς τὴν συμπαράστασιν ἰδιαιτέρου Σώματος. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλα Κράτη, ἔχομεν εἰς τὴν Χώραν μας παράδειγμα, διὰ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀκριβῶς τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος ὑπῆρξεν εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν ἡ ἀφετηρία ὅλων τῶν τελευταίων γεγονότων ἀπὸ τοῦ 1915, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐταλαιπωρήθη ἡ Ἑλλάς. Μᾶς ὡμίλησαν καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἄποψιν. Ἤκουσα ἕνα ἐκ τῶν ρητόρων, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι εἰς ἐποχὴν δυσπραγίας οἰκονομικῆς θὰ ἦτο ἀνακόλουθον νὰ δημιουργήσωμεν ἓν δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ στοιχίζῃ εἰς τὸν πτωχὸν Προϋπολογισμὸν ὀλίγα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἴδιος ῥήτωρ πάρα κάτω διεμαρτύρετο κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἴσου στοιχίζουν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§139Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν διὰ νὰ ἐξοικονομήσωμεν ὀλίγας ἀποζημιώσεις καὶ μὲ αὐτὰς νὰ κάμωμεν τὴν Γερουσίαν, διότι ἡ οἰκονομικὴ ἄποψις δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὰς ἀποζημιώσεις τῶν γερουσιαστῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ ἄλλων θέσεων.
§140Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὀλίγα ἑκατομμύρια δὲν εἶναι πολλὰ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν καὶ θεμελίωσιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἐπιστημόνων, ἔχει ἀνάγκην δύο νομοθετικῶν Σωμάτων. Κύριοι συνάδελφοι, τελειώνων, νομίζω ὅτι ὅλοι ἔχουν κηρυχθῆ κατὰ τῆς Γερουσίας νομίζοντες ὅτι εἶναι ῥιζοσπάσται καὶ ἐγωϊσταὶ κατὰ τοῦ συντηρητισμοῦ, ὅλοι αὐτοὶ εἶναι θύματα τοῦ βαρυτέρου συντηρητισμοῦ. Οὗτοι παραβλέποντες πᾶν ὅ,τι γίνεται ἀλλαχοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Χώραν μας καὶ καταπολεμοῦντες τὴν δημιουργίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἁπλῶς διατελοῦν αἰχμάλωτοι καὶ θύματα τῆς ἑξηκονταετοῦς Ἑλληνικῆς παραδόσεως καὶ συνηθείας. (Χειροκροτήματα).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βλιάμος ἔχει τὸν λόγον.
§142Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα εἶναι τόσον σπουδαῖον, ἀλλὰ ἔχει τόσον ἐξαντληθῆ, ὥστε δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται πλέον νὰ μακρυγορήσω. Ἄν λαμβάνω τὸν λόγον, πράττω τοῦτο, διότι φρονῶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν δέχεται τὴν μεταρρύθμισιν ταύτην. Τουναντίον, ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἐκεῖνος τουλάχιστον, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, δὲν ἔχει τὸ αἴσθημα τῆς ἀνάγκης ἐκείνης διὰ θεσμόν, ὁ ὁποῖος θὰ συνεπάγηται μεγάλας δαπάνας, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ μεταβολὴν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἤθη τῆς Χώρας. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς πολυνομίας φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἡ αἰτία τῆς πολυνομίας, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀκατάλληλος προπαρασκευὴ τῶν νόμων, διότι ἐλλείπει τὸ Συμβούλιον τοῦ Κράτους, διότι ἐλλείπουσιν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, διότι ἐλλείπουσιν οἱ μεμελετημένοι εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ὑπάλληλοι. Τοῦτο δὲ γνωρίζομεν ἐκ τῶν Χωρῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι Γερουσίαν, ὅπως εἶναι ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία. Ἐν Βουλγαρία λειτουργεῖ Συμβούλιον τοῦ Κράτους, Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπεῖαι. Ἡ Βουλγαρία ἀποστέλλει ὑποτρόφους, ὅπως καὶ ἡ Σερβία, εἰς ὅλας τὰς Χώρας τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι σπουδάζουν καὶ κατόπιν χρησιμοποιοῦνται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ὡς ὑπάληλοι καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ δημιουργοὶ τῶν ὡραίων νόμων, τῶν ὁποίων δὲν στερεῖται, δυστυχῶς, ἡ Βουλγαρία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ Γερουσία ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐμποδίσῃ τὴν πολυνομίαν, οὔτε θὰ βελτιώσῃ τοὺς νόμους ἡμῶν, ἀλλὰ τουναντίον διὰ τῆς Γερουσίας δημιουργεῖται καὶ ἄλλη νομοθετικὴ πηγή, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος «τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν», ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καὶ τὸ 30ὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «πρότασις νόμου, ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ψηφισθεῖσα, παραπέμπεται εἰς τὴν Βουλὴν κλπ.» Ἄρα θὰ ἔχωμεν καὶ δεύτερον συνεργεῖον νομοθετημάτων, τὴν Γερουσίαν καὶ ἐπειδὴ ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας θὰ εἶναι ἐκ πολλῶν ἀνδρῶν σοφῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ προέλθωσιν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἀπὸ ἄλλα ἐπαγγελματικὰ καὶ ἐπιστημονικὰ Σωματεῖα, θὰ ὑπάρχῃ μία ἅμιλλα μεγίστη ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἐκείνῃ πρὸς δημιουργίαν νόμων. Ὥστε πρὸς τῇ Βουλῇ, τῇ πηγῇ ταύτῃ τῶν νομοθετημάτων, θὰ ἔχωμεν καὶ ἑτέραν ἐπίσης, τὴν Γερουσίαν. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τὸ ὅτι θὰ ἐκλίπῃ ἡ πολυνομία, καταπίπτει δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς τὴν Γερουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετήσεως. Ἐλέχθη ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀνασχετικὸς φραγμὸς ἡ Γερουσία κατὰ τῆς Βουλῆς, κατὰ τῶν ἀκροτήτων αὐτῆς, ἀλλὰ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος γνωρίζομεν ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξαν ἀκρότητες, οὔτε ὑπερβασίαι ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Τουναντίον δὲ ἡ Πατρὶς ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην ἐπιταχύνσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου αὐτῆς, διότι ὁ λαὸς ἀδημονεῖ, δυσανασχετεῖ διὰ τὴν μεγάλην βραδύτητα, τὴν ὁποίαν παρατηρεῖ εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα. Ἑπομένως, εἶναι ἐναντίον ὁ λαός, εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ ἐναντίον τῆς δημιουργίας τοῦ Σώματος τῆς Γερουσίας, διότι τοῦτο θὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἀπαιτεῖ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχεῖαν. Ἐπίσης ἐλέχθη ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τοῦ δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος. Φρονῶ ὅτι οὔτε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, διότι τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ δι’ ἄλλου θεσμοῦ, διότι πρόκειται βεβαίως περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμόν, τὸν ἄριστον θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἰσχύει εἰς καντόνιά τινα Γερμανικὰ τῆς Ἑλβετίας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς γίνεται διὰ δημοψηφίσματος.
§143Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Δὲν σημαίνει αὐτὸ μόνον ὁλοκλήρωσιν τοῦ Πολιτεύματος. Πῶς θὰ ἐκλέξητε τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα ὅταν δὲν ἔχητε Γερουσίαν;
§144Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ἀμέσως ἀπὸ τὸν λαόν, ὡς ἐν Ἀμερικῇ καὶ Γερμανίᾳ. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸν κυρίαρχον λαόν, διότι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ νὰ ἔχῃ κῦρος μέγιστον ἐν τῷ Τόπῳ, πρέπει νὰ προέρχηται ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ὅπως καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου, ἥτις ὑπῆρξε πάντοτε τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι, ἀντλῶν διδάγματα καὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἔπρεπε νὰ ἀποφαίνηται καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁρίζῃ πότε πρέπει νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ πότε ὄχι. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐν συντόμῳ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἄν ψηφισθῇ, φρονῶ ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μεταμεληθῶμεν, διότι μὲ τὸ εὐέξαπτον τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος καὶ μὲ τὴν ἔλλειψιν πολιτικῆς διαπαιδαγωγήσεως θὰ ἔχωμεν συνεχεῖς συγκρούσεις Βουλῆς καὶ Γερουσίας καὶ τάχιστα θὰ ἔλθωμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Εὐριπαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§146Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνήκω εἰς τὴν παράταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔχει προτείνει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, εἶμαι ὅμως ἐναντίον αὐτοῦ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Εἰς τὸν δρόμον τῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς τοῦ Τόπου μας ζητοῦμεν νὰ θέσωμεν ἓν ὁδόφραγμα, διότι ὁδόφραγμα δύναται νὰ ἀποτελεσθῇ ἡ σύστασις δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τῆς Γερουσίας. Ἤκουσα ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς ἀπολογητὰς τῆς Γερουσίας καὶ τοὺς κατηγόρους αὐτῆς, μετὰ προσοχῆς μάλιστα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον κ. Ν. Μπακόπουλον, ὡς ἐπίσης καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου συνάδελφον κ. Κολυβᾶν. Δὲν κατώρθωσα νὰ πεισθῶ ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀπολογητῶν τῆς Γερουσίας, τουναντίον ὅμως ὄχι μόνον μὲ ἐκλόνισαν τὰ ἐπιχειρήματα τῶν κατηγόρων τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔπεισαν τελείως. Διότι τρία κυρίως εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀπολογητῶν τῆς Γερουσίας· ὅτι ἡ Βουλὴ παντοδύναμος οὖσα δύναται ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς λειτουργίας, μὴ ἀναγνωρίζουσα οὐδένα φραγμόν, νὰ δημιουργῇ νόμους καὶ τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καθίσταται ἀπόλυτος κύριος καὶ δεσπότης τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα τῶν ἀπολογητῶν εἶναι ὅτι τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡμιτελές, διότι μὲ τὴν ἀπεραντολογίαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν σπουδήν, μὲ τὴν ὁποίαν ψηφίζονται οἱ νόμοι, μὲ τὴν παρεμβολὴν διαφόρων τροπολογιῶν, τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς Βουλῆς καθίσταται ἀτελές. Τρίτον ἐπιχείρημα τῶν ἀπολογητῶν εἶναι ὅτι ἡ ἐγχώριος πεῖρα δικαιολογεῖ τὴν θεωρίαν τοῦ Μοντεσκιέ, καθ’ ἣν ἡ ἐξουσία πρέπει νὰ περιστέλλῃ τὴν ἐξουσίαν καὶ πιστοποιεῖ τὴν ἀνάγκην δημιουργίας ἑνὸς ὀργανισμοῦ νέου διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀντισταθμίζωνται αἱ ὑπερβασίαι καὶ αἱ ἀκολασίαι τῆς λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐλέχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δευτερευούσης σημασίας καὶ τὰ ὁποῖα θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναφέρω, ἵνα μὴ κουράσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀπολογητῶν τῆς Γερουσίας ἀνεσκευάσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τῶν ἑξῆς· τὸ πρῶτον ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν παρουσίασεν ἀκρότητας ὥστε νὰ δικαιολογῆται ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καὶ δεύτερον ὅτι τὸ ἡμιτελὲς ἀποφεύγεται διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει θέσις εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Σύνταγμα καὶ τρίτον εἶναι ὅτι τὰ διδάγματα τῆς Ἑλληνικῆς πείρας διδάσκουσιν ὅτι τὴν Γερουσίαν τὴν εἴχομεν καὶ τὴν κατηργήσαμεν. Δὲν ἔχει δὲ σημασίαν ὁ τρόπος τῆς καταρτίσεώς της, διότι καὶ σήμερον ἀκόμη ἐν τῇ ἐπιστήμῃ συζητεῖται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι εὐκολώτερον νὰ συγκροτῆται ἡ Γερουσία. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ἀνεσκευάσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ εἷς ἄλλος σπουδαῖος λόγος, ὁ ὁποῖος συντελεῖ εἰς τὴν μὴ ἀποδοχὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ οἰκονομικὸς λόγος, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δαπανῶνται σήμερον, νὰ βαρύνηται ὁ Προϋπολιγισμὸς μὲ 10–12,000,000.
§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πλέον τῶν 30,000,000.
§148Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς περιφέρεται δίκην ἐπαίτου τὰ διάφορα γραφεῖα παρακαλῶν τοὺς συναδέλφους του νὰ περιστέλλουν τὰς δαπάνας πρὸς ἰσοσκέλισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶπον πολλοὶ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας συντελεῖ εἰς τὴν δημοκρατοποίησιν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλοίμονον, κύριοι, ἂν περιμένωμεν ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς νὰ δημιουργήσουν συνείδησιν παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Λαῷ δημοκρατικήν. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διότι θεωρῶ τὸν θεσμὸν αὐτὸν ὑπόλειμμα μοναρχικῆς παραδόσεως καὶ ἀπηρχαιωμένου τύπου, κηρύσσομαι ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐξέλιξις αὐτοῦ θὰ παράσχῃ τὰς ἀφορμὰς καὶ τὰς αἰτίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν νὰ μετέλθῃ μέσα ὄχι νόμιμα διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. (Χειροκροτήματα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§150Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, διότι καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ θέματος, οἷον ἡ ἵδρυσις τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω πρὸ κενῶν ἑδωλίων.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ πρέπει νὰ τελειώνωμεν.
§152Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν καὶ ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει.
§153Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα ἔχει πλέον ἐξαντληθῆ καὶ καθεὶς τῶν κ. κ. συναδέλφων ἔχει σχηματίσει τὴν γνώμην του.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἢ τουλάχιστον νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη πρὸς συνέχισιν τῆς συζητήσεως μετὰ τὸ γεῦμα.
§155Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.)