1927.01.26
2.493 στίχοι · 20.008 λέξεις · 118 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τετάρτη 26 Ἰανουαρίου 1927
Προεδρία κ. Θ. Σοφούλη
(Ὥρᾳ 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἠλείᾳ Γορτυνίων παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπισκευασθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ὁδὸς τοῦ νομοῦ Ἠλείας–Γορτυνίας–Πύργου. — Ἡ Μαρία χήρα Ἠλία Εὐστρατίου Καραμπατέα παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς εἰς 15 ἔτη. — Ὁ ἐργαζόμενος λαὸς Νιαούσης ζητεῖ τὴν παροχὴν ἐπιδόματος εἰς τοὺς ἀέργους ἐργάτας κλπ. — Πολλοὶ στρατιῶται φοιτηταὶ παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπισπεύσῃ ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναστολῆς εἰς τοὺς στρατευθέντας φοιτητάς. — Οἱ Δ. Τούσης, Λάζαρος Χατζητύπης κλπ. διαμαρτύρονται διότι δὲν ἐνεκρίθησαν εἰσέτι τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα διὰ τὴν γενομένην προμήθειαν ὑλικῶν πρὸς ἀνοικοδόμησιν ἐκπαιδευτηρίων Φλωρίνης. — Ἡ Κεντρικὴ Συνεργατικὴ Τράπεζα Ἠλείας ὑποβάλλει διάφορα αἰτήματα διὰ τὴν ἵδρυσιν γεωργικῶν σχολῶν καὶ ἀγροτικῶν σχολείων κλπ. — Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων Μουρνιῶν, Συκολόγου, Καλαμίου, Πεύκου, Ἁγίου Βασιλείου καὶ Ἀμηρῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην ἐνέργειαν ὅπως ἀποσπασθῇ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Βιάνου καὶ προσαρτηθῇ εἰς τὸν νομὸν Ἡρακλείου ὁ τέως δῆμος Βιάνου. — Οἱ Κ. Σαπαρδάνης, Ἀναστάσιος Τσαπάνος κλπ. παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ πρόνοιαν δι’ αὐτούς, ἐφόσον ὑπέστησαν τόσας ζημίας ἐκ τῆς δυναμιτιστικῆς ἀποπείρας τῆς Φλωρίνης. — Ὁ Νικόλαος Γ. Πολλάκης, ἱερεὺς ἐν Κνωσσῷ Κρήτης, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως διατάξῃ καὶ τῷ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποστῇ ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις ἐν τῷ γυμνασίῳ Κρήτης πρὸς συνέχισιν τῶν θεολογικῶν του σπουδῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. — Οἱ οἰκοδομοτεχνῖται καὶ ἐργάται οἰκοδομῶν ὑποβάλλουσι διάφορα αἰτήματα καὶ παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὰ αἰτήματά των. — Οἱ ἐμποροεπαγγελματίαι Χαλκίδος ὑποβάλλουσι διάφορα αἰτήματα διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος. — Οἱ κάτοικοι Γαυρίου Ἄνδρου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος. — Ἡ Βασιλικὴ χήρα Λ. Μαζαράκη παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως τῆς χορηγηθῇ ἡ δέουσα ἀποζημίωσις διὰ τὸν φόνον τοῦ υἱοῦ της κατὰ τὸ συλλαλητήριον τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1923. — Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων νομοῦ Χανίων ζητοῦν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθώματος λόγῳ τῆς ἐνσκηψάσης θεομηνίας κατὰ τὸ ἔτος 1926. — Οἱ κάτοικοι τῶν ἀγροτικῶν συνοικισμῶν Τριαμπᾶ Μαχαλᾶ Σερρῶν διαμαρτύρονται ζητοῦντες ὅπως δοθῶσι καὶ εἰς αὐτοὺς αἱ διδόμεναι εἰς τοὺς ἀστοὺς ἀποζημιώσεις. — Οἱ μέλλοντες στρατεύσιμοι φοιτηταὶ τῆς κλάσεως 1927 παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου «περὶ χορηγήσεως ἀναστολῆς» προσελεύσεως εἰς τοὺς τελειοφοίτους φοιτητὰς κλπ.» — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λεβαδείας ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἐκκενώσεως τῶν δικαστηρίων ὑπὸ τῶν προσφύγων καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν της. — Ὁ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Μυτιλήνης δικηγόρος Γαβριὴλ Κράλλης διαμαρτύρεται διότι δὲν διωρίσθη ὡς συμβολαιογράφος ἐν Μολύβῳ Λέσβου, κεκτημένος τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα προσόντα. — Τὸ Σωματεῖον τῶν σιγαροποιῶν ἐν Σάμῳ «Ὁμόνοια» ζητεῖ ὅπως τοῖς καταβληθῇ ἡ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1920 καθυστερουμένη ἀποζημίωσις. — Οἱ ἀμπελουργοὶ Πορταριᾶς παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἀκυρώσῃ τὸ Ν. Διάταγμα δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἡ πώλησις τοῦ ἀποστάγματος τῶν σταφυλῶν. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καραβοστάση Πατρῶν παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἀπαγορεύσῃ τὴν ὑλοτομίαν εἰς τὰ ἰδιόκτητα ἀγροτικὰ κτήματά των. — Οἱ μικροϊδιοκτῆται Βόλου παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ὅπως ἆρῃ τὸ Ἐνοικιοστάσιον δι’ αὐτούς, ἐφόσον δὲν ἔχουσιν ἄλλην περιουσίαν. — Τὸ Σωματεῖον Ἐπαγγελματιῶν Πεταλωτῶν Ἀθηνῶν– Πειραιῶς καὶ Περιχώρων παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἁμαξηλατῶν ἐργατῶν» καὶ ἐπὶ τῶν πεταλωτῶν. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ρ. Κούνδουρος ὑποβάλλει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ Γῆν Στρατοῦ νόμου». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Καλδῆς, Β. Καραπαναγιώτης, Ε. Μαλαμίδας, Γ. Σακαλῆς, Ε. Μαχαίρας καὶ Τ. Ἀναστασίου ὑποβάλλουσι τροπολογίαν «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Μυτιλήνης εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν». Ἀνακοινῶ ἐπίσης πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Ἐπιτροπὴ συνεπληρώθη διὰ τοῦ κ. Δ. Χατζίσκου.
§3Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατετέθη ὁ φάκελλος διὰ τὴν ἐπερώτησίν μου; Διότι ἀκόμη δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐγγράφων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ἀκόμη. Ἐγένετο ὑπόμνησις διὰ νὰ σταλοῦν ἐντὸς τῆς ἡμέρας.
§5Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ σταλοῦν, διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ χρόνος μελέτης.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, εἰσερχόμεθα ἀμέσως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Δ. Μπαμπᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§7Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφος καὶ συνεργάτης ἐν τῷ ἔργῳ τῆς εἰσηγήσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἀνέπτυξε τὰς γνώμας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1–4 καὶ 19–27. Ὑπολείπονται τὰ ἄρθρα 5–19 εἰς τὴν εἰσήγησιν, ἐπὶ τῶν ὁποίων προβαίνω διὰ βραχέων. Ἐλέχθη ἤδη ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ θρησκείας ἄρθρον 9 ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι ἔδει νὰ τοποθετηθῇ εἰς εἰδικὸν κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον 2ον, ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 5. Τοῦτο δὲ ἀπεφάσισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ λόγων εὐλαβείας πρὸς τὴν θρησκείαν καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία τοσούτῳ συνετέλεσεν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἑνότητος τοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν μακραίωνα δουλείαν. Ἐπὶ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὴν Θρησκείαν καὶ Ἐκκλησίαν ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπέφερε τὰς ἑξῆς δύο μεταβολάς. Πρῶτον προσέθεσε τὸν ὅρον «γνωστὴ θρησκεία» ὡς πρὸς τὴν λατρείαν αὐτῆς, τὴν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων ἐλευθερίαν τῆς λατρείας. Προσέθεσε τὸν ὅρον «γνωστὴ θρησκεία» ἐπαναλαβοῦσα τὴν λέξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ θέλουσα διὰ τούτου νὰ δηλωθῇ ὅτι τελοῦνται ἀκωλύτως καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων τὰ τῆς λατρείας πάσης θρησκείας γνωστῆς. Δηλονότι θρησκείας τῆς ὁποίας τὰ δόγματα καὶ αἱ διδασκαλίαι ἀναπτύσσονται ἐν τῷ φανερῷ, θρησκείας τῆς ὁποίας ἡ ἠθικὴ καὶ τὰ δόγματα εἶναι «φανερὰ καὶ οὐχὶ κρύφια», ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ μυστικὴν Ἑταιρείαν ἢ μυστικὴν Ἕνωσιν. Ἡ δευτέρα μεταβολὴ ἀφορᾷ τὴν προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως. Ἔχουσα τὴν ἀντίληψιν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι χρήζει συνταγματικῆς κυρώσεως ἡ κρατοῦσα ἐν ταῖς Ν. Χώραις ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις καὶ ὅτι ἡ διατήρησις δηλονότι τῆς ἐπαφῆς καὶ τοῦ δεσμοῦ πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἶναι ἐνδεδειγμένη ὡς ἀνταποκρινομένη πρὸς τιμαλφὲς ἐθνικὸν συμφέρον, ἐνέκρινε τὴν ἐγγραφὴν ὑπὸ τὸ ἄρθρον δηλώσεως ἑρμηνευτικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν «εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου δὲν ἀντίκειται ἡ διατήρησις τῆς ὑφισταμένης ἐν ταῖς Ν. Χώραις καὶ τῇ Κρήτῃ ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως μέχρις ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ αὐτῆς». Ἐπὶ τοῦ πρώην ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος καὶ ἤδη ἄρθρου 6, καθιεροῦντος τὴν ἰσότητα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ νόμου....
§8Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πλειονοψηφίαν ἐλήφθησαν αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§9Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Μάλιστα, αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐλήφθησαν κατὰ πλειονοψηφίαν πλὴν τινῶν. Τινὲς ἐλήφθησαν κατὰ ὁμοψηφίαν. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀναγράφεται τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη ἀπόφασις κατὰ πλειονοψηφίαν ἢ ὁμοψηφίαν. Εἴς τινας περιπτώσεις ἀναγράφεται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δοθεισῶν ψήφων ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 καὶ πρώην 5, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ καθιεροῦντος τὴν ἰσότητα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἀπέναντι τοῦ νόμου, τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπησχόλησεν ἰδίᾳ ἡ διατήρησις ἢ μὴ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπονομῆς παρασήμων εἰς Ἕλληνας πολίτας. Καὶ εὐλόγως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης. Καθόσον βραβεῖα καὶ παράσημα διὰ μίαν πρᾶξιν ἠθικὴν ἢ διὰ μίαν ὑπηρεσίαν ἀξιόλογον, εἶναι ἡ κοινὴ τῆς πράξεως ἀναγνώρισις. Ἔχουσα ἡ Ἐπιτροπή, ἐξ ἄλλου, πρόσφατον καὶ κακὴν τὴν ἀνάμνησιν τοῦ τρόπου τῆς ἀπονομῆς τῶν παρασήμων καὶ συγχρόνως ὅτι ἡ ἀπονομὴ παρασήμων εἶναι τίτλος διακρίσεως καὶ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ὑπὸ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν καθιερουμένην ἰσότητα μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ἔκρινε καλὸν νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπονομῆς παρασήμων εἰς Ἕλληνας πολίτας.
§10Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Καὶ οἱ ἠλίθιοι τί θὰ γίνουν, κ. συνάδελφε;
§11Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Δευτέραν μεταβολὴν εἰς τὸ ἄρθρον ἐπήνεγκεν ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τῆς προσθήκης μιᾶς διατάξεως εἰς τὸ τέλος τῆς ὑπαρχούσης ἤδη ὑπὸ τὸ ἄρθρον ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν «πολιτικὰ δικαιώματα εἰς τὰς γυναῖκας δύνανται νὰ ἀπονεμηθῶσι διὰ νόμου». Εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ ἐπαύξησιν τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως τῆς ὑπαρχούσης διὰ τῆς προσθήκης ταύτης προέβη ἡ Ἐπιτροπή, καθόσον μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐγεννήθη ἡ ἀπορία μὴ τυχὸν ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἠδύνατο νὰ νοηθῇ συνταγματικὴ χορήγησις πολιτικῶν δικαιωμάτων εἰς τὰς γυναῖκας. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν φρονεῖ ὅτι ἡ καινοτομία αὕτη ἔχει ὡριμάσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ἀφίνει τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος ὀψέποτε ἐκεῖνος ἤθελε κρίνει ὅτι ἐκαλλιεργήθη ἐπαρκῶς ἐν Ἑλλάδι ἡ ἰδέα τῆς χορηγήσεως ψήφου εἰς τὰς γυναῖκας νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ νόμου.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εὑρίσκεται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 35 ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις.
§13Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ὑπό τινων μελῶν μήπως τυχὸν ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὡς εἶχεν αὕτη, παρεῖχεν εἰς τὰς γυναῖκας τοιοῦτον δικαίωμα καὶ διὰ νὰ ἀποσοβήσωμεν, ἂς εἴπωμεν οὕτω, τὸν κίνδυνον τῆς παραδοχῆς αὐτῆς, συνεφωνήθη νὰ γίνῃ μία προσθήκη εἰς τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 35. Εἴτε τεθῇ ἐδῶ, εἴτε εἰς τὸ ἄρθρον 35, πρόκειται περὶ τῆς διατυπώσεως τῆς αὐτῆς ἐννοίας. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀσφαλίζοντος τὴν προστασίαν τῆς ζωῆς καὶ ἐλευθερίας παντὸς ἐν Ἑλλάδι βιοῦντος, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάσισε, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία καὶ τὸ κατέλιπεν ἀνέπαφον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, καθ’ ὃ «δὲν ἐπιβάλλεται ποινὴ ἄνευ νόμου προηγουμένως ὁρίζοντος αὐτήν», ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὡς ἔχει ἡ διατύπωσις καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911 καὶ ἐν τῷ ἀνὰ χεῖρας προσωρινῷ τοιούτῳ ἐσήμαινε, κατὰ ἑρμηνείαν ἀναμφισβήτητον, ὅτι οὔτε ἀδίκημα δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ προηγουμένου νόμου καθορίζοντος πρᾶξιν τινὰ ὡς ἐνέχουσαν τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος, οὔτε καὶ πάλιν ποινὴ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, ἂν δὲν ὑπάρξῃ νόμος ἐπιβάλλων τὴν ποινὴν ταύτην πρὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως.
§14Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ ποινὴ ἢ τὸ ἀδίκημα;
§15Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Καὶ τὸ ἀδίκημα καὶ ἡ ποινή. Ταύτην τὴν ἀντίληψιν ἔσχεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐνόμισεν ὡς νομίζει πᾶς νομικὸς ὅτι τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἐξασφαλίζει πλήρως τὴν ὑπ’ αὐτοῦ προβλεπομένην προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Ἐν τούτοις κρατούσης τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ὁποία συνιστᾷ ἀτομικὴν ἐλευθερίαν παγκοσμίου ἀναγνωρίσεως, εἶδε τὸ φῶς νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς καταστάσεως ὑφ’ ἣν ἐγεννήθη, ὑπῆρξε σκαιὰ πρόκλησις κατὰ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Χώρας, ἐστιγμάτισεν αὐτήν, διότι ἐπέβαλεν ἀναδρομικὴν ποινὴν θανάτου εἰς ἀνθρώπους ὑπὸ τὸ κράτος προγενεστέρου νόμου ἀδικήσαντες. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὀλιγώτερον μὲν ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ νὰ ἀποσαφηνίσῃ ἔννοιαν ἐντελῶς σαφῆ καὶ πλήρη κατὰ τὴν παλαιάν του διατύπωσιν, περισσότερον δὲ ἐκ τῆς ἀνάγκης ἵνα ἐκφρασθῇ οἱονεὶ ἐπίσημος διαμαρτυρία χάριν τῆς ἱστορίας, διὰ τὴν ἀποτολμηθεῖσαν βαναυσότητα, ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ διετύπωσε τοῦτο ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀδίκημα δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ἰσχύοντος πρὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως. Βαρυτέρα ποινὴ οὐδέποτε ἐπιβάλλεται μετὰ τὴν τέλεσιν τῆς πράξεως». Ἀπήλειψε δὲ ἀναγκαίως τὴν ὑπάρχουσαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐσήμαινε τοῦτ’ αὐτό. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8, κατὰ τὸ ὁποῖον «οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄνευ τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου δικαστοῦ» ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου. Τινὲς ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐθεώρησαν αὐτὴν ὡς ἀκαθόριστον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο ὁ ὅρος νὰ παραμείνῃ ὡς εἶχε καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 καὶ μετὰ τὴν ἀναθεώρησίν του τῷ 1911, ὁμοίου ὅρου ὑπάρχοντος καὶ εἰς τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἐν τῇ πράξει δὲν ἐγεννήθησαν ζητήματα καὶ ἐπὶ πλέον ὁ ὅρος «ἄκων» ἀντιστοιχεῖ πρὸς ὡρισμένας διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας διὰ τῆς βουλήσεως τῶν διαδίκων ἱδρύεται ἁρμοδιότης δικαστηρίου ἑτέρου παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρίσθη πρὸς λύσιν τῆς ἀμφισβητήσεως ἐπὶ ὡρισμένης τινὸς σχέσεως. Ἐγεννήθη καὶ ἕτερον ζήτημα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν μιᾶς γνώμης ὑπεστηρίχθη ἐπιμόνως. Ὑπεστήριξαν δηλαδὴ ὅτι δέον νὰ ἀναχαιτισθῇ ἡ ὑπάρχουσα κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος νομοθετικὴ τάσις, ὅπως ἀδικήματα πραχθέντα ἤδη, ὑπαχθῶσιν ὑπὸ δικαστήρια ἄλλα ἐκείνων, ἅτινα ὑπῆρχον καθ’ ὃν χρόνον ἐξετελέσθησαν τὰ ἀδικήματα. Οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς γνώμης ταύτης ἀνέπτυξαν αὐτὴν μεθ’ ἱκανῶν ἐπιχειρημάτων, ἀγωνισθέντες πρὸς ἐπικράτησιν τῆς γνώμης των. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε κατὰ πλειονοψηφίαν ὅτι ἔδει νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι φυσικὸς δικαστὴς πρέπει νὰ εἶναι καὶ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τοῦ νόμου ἑκάστοτε ὁρίζεται, ἀδιαφόρως τὸ πότε εἶδεν ὁ νόμος τὸ φῶς, πρὸς ἐκδίκασιν ὡρισμένης τινὸς σχέσεως ἐπὶ πολιτικῆς δίκης ἢ πράξεως, προκειμένου περὶ ποινικῆς. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ πλειονοψηφίαν μὴ δεξαμένης τὴν πρότασιν τῶν ἐναντιογνωμονούντων, παρέμεινεν ἀνέπαφον. Ἐπὶ τοῦ 10ου ἄρθρου, καθιεροῦντος τὸ ἀπαραβίαστον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς λεγομένης, κατὰ τοὺς συγγραφεῖς, «φυσικῆς ἢ σωματικῆς ἐλευθερίας», ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι, καίτοι ἡ εὐρεῖα τοῦ ἄρθρου διατύπωσις καὶ ἰδίως ἡ φράσις «ἢ ἄλλως πως περιορίζεται», ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς προστασίας καθ’ οἱουδήποτε περιορισμοῦ, καθ’ οἱασδήποτε προσβολῆς, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἐν τούτοις, λέγω, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχουσα κακὴν ἀνάμνησιν γενομένων ἄλλοτε ἀπελάσεων καὶ ἐκτοπίσεων, ἐνόμισεν ὅτι ἔδει νὰ προσθέσῃ παρὰ τὴν φράσιν «οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται» καὶ τὴν φράσιν «ἀπελαύνεται ἢ ἐκτοπίζεται εἰμὴ ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Τοῦτο χάριν μείζονος προασπίσεως τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ ὅπως οὐδεμία διέξοδος δίδεται ἑκάστοτε τῇ Ἐκτελεστικῇ Ἐξουσίᾳ πρὸς αὐθαίρετον ἐνέργειαν κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ὑφ’ οἱανδήποτε μορφήν.
§16Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς ἀπελάσεως;
§17Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἡ ἔννοια ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει καὶ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, πλὴν ἐπαναλέγω ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, καίτοι ἀνεγνώρισεν ὅτι ὡς ἔχει ἡ διάταξις ἐν τῇ διατυπώσει «ἢ ἄλλως πως περιορίζεται», περιλαμβάνεται πᾶς οἱοσδήποτε περιορισμὸς ἢ δέσμευσις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὅστις περιορισμὸς τότε δύναται νὰ λαμβάνῃ χώραν, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, ἐν τούτοις ἔχουσα κακὴν τὴν ἀνάμνησιν περιορισμῶν τοιαύτης φύσεως, ἀπελάσεων ἢ ἐκτοπισμῶν, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὴν κειμένην συνταγματικὴν διάταξιν τὴν ὑπάρχουσαν τότε, ἔλαβον χώραν, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε—δὲν ἔκαμεν ἄλλως τε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ περιλάβῃ δύο λέξεις περισσοτέρας εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου—νὰ προσθέσῃ καὶ τὰς λέξεις «ἀπελαύνεται ἢ ἐκτοπίζεται εἰμὴ ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, κύριοι, τὸ ἀφορῶν τὰ τῆς συλλήψεως καὶ φυλακίσεως, τὰ τῶν σχετικῶν προθεσμιῶν καὶ τὰ τῶν κυρώσεων τῶν διατάξεων αὐτῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ προγενέστερον συνταγματικὸν δίκαιον, καθιέρωσε σπουδαίαν καινοτομίαν, τὴν καινοτομίαν τοῦ καθορισμοῦ ἀνωτέρου ὁρίου χρόνου προφυλακίσεως ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων. Κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τοῦ τοιούτου θεσμοῦ, περιφρουροῦντος τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐξ ἄλλου εἶναι ὁ δυνάμενος νὰ ἀρνηθῇ βασίμως ὅτι ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον τὰ πράγματα, κατὰ τὴν ἡμετέραν ποινικὴν δικονομικὴν θεσμοθεσίαν, ὑπάρχει κίνδυνος μή τοι ἡ καινοτομία αὕτη ὑπερακοντίσῃ τὸν σκοπόν, ὃν προέθετο ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης καὶ ἀποβῇ ὅπλον ἐπικίνδυνον εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐγκληματιῶν. Τῳόντι ὡς, ἐπαναλαμβάνω, τὰ πράγματα ἔχουσι παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ὡς πρὸς τὴν ἄσκησιν ὡρισμένων ἐνδίκων μέσων ἐκ μέρους τοῦ κατηγορουμένου κατὰ τὴν προδικασίαν τῆς ποινικῆς δίκης, ἰδίᾳ ἀνακοπῶν κατ’ ἐνταλμάτων φυλακίσεως καὶ αἰτήσεων περὶ ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ὡς ἔχουσι τὰ τῶν ἐπιδόσεων τῶν κλήσεων τῶν μαρτύρων καὶ πολλὰ ἄλλα, οὐδὲν τὸ εὐχερέστερον, ἰδίως ὅταν πρόκειται περὶ ποινικῆς δίκης ἀφορώσης ὑποδίκους πολλοὺς κατηγορουμένους, δι’ ἕνα κατηγορούμενον ὅπως ἐπιτηδείως χειριζόμενος τὰ εὐεργετήματα ταῦτα τοῦ νόμου παρελκύει ἑκάστοτε τὴν προδικασίαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ παρέλθῃ ὁ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένος χρόνος προφυλακίσεως. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Ἐπιτροπή, καίτοι ἀναγνωρίζει τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἀπήλειψε τὴν διάταξιν ἐκ τοῦ ἄρθρου, ἐκφράζουσα οὐχ ἧττον τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ μέλλοντος ὅπως διὰ νόμου καθιερώσῃ ἀνώτερον ὅριον προφυλακίσεως καὶ ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων, ἀλλὰ μετὰ τὴν ταυτόχρονον καὶ ἀντίστοιχον ἁπλούστευσιν τῆς ἡμετέρας δικονομικῆς νομοθεσίας καὶ τὴν λῆψιν ὅλων ἐκείνων τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπετυγχάνετο ἡ ταχυτέρα περαίωσις τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς προδικασίας. Τὸ ἄρθρον ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρὸ αὐτοῦ ὑφιστάμενον συνταγματικὸν δίκαιον εἰσήγαγε καὶ ἑτέραν καινοτομίαν, οὐχὶ τῆς τυχούσης σπουδαιότητος, θεσμὸν ὁ ὁποῖος, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Χώρας, τὸν θεσμὸν τῆς ἀποζημιώσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν ἀδίκως προφυλακισθέντων καὶ καταδικασθέντων. Ὑπῆρξαν προτάσεις, τείνουσαι εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς εἰς τρόπον ὥστε νὰ νοηθῇ δι’ αὐτῆς ἡ παροχὴ ἱκανοποιήσεως καὶ ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς φύσεως. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειονοψηφίαν κρίνασα, ἐνόμισεν ὅτι ἡ διάταξις ἔπρεπε μὲν νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει χάριν τῆς σπουδαιότητός της καὶ χάριν τῆς ἠθικῆς της βαρύτητος, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν νομοθεσίαν νὰ κανονίσῃ τὰς περιπτώσεις ἐν γένει καὶ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς καὶ ὑφ’ ἃς θὰ χορηγῆται ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ ἱκανοποίησις εἰς τοὺς ταλαιπωρηθέντας ἐκ μέρους τῆς Δικαιοσύνης ἀδίκως.
§18Χ. ΛΑΔΑΣ. Διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα δὲν ὁρίζεται ὅριον προφυλακίσεως;
§19Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 12, κύριοι συνάδελφοι, ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγκλημάτων πολιτικῶν καὶ καθορίζει ἐπ’ αὐτῶν ἀνώτερον ὅριον χρόνου προφυλακίσεως. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπεζητήθη ὑπό τινων μελῶν τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς διάταξις μεταξὺ ἁπλῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων καὶ συνθέτων, ἐπὶ τῷ τέλει ἵνα ἐπὶ μὲν ἁπλῶν πολιτικῶν ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσις εἶναι ὑποχρεωτική, ἐπὶ δὲ συνθέτων νὰ ἀπόκειται ἑκάστοτε εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου νὰ χορηγήσῃ ἢ μὴ ταύτην. Ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειονοψηφίαν ἀποφανθεῖσα, ἐνόμισεν ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο ἔδει τὸ ἄρθρον νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει, ἀφιεμένης ἐλευθερίας εἰς τὸν δικαστὴν νὰ διατάξῃ ἢ μὴ τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, εἴτε περὶ ἁπλοῦ πολιτικοῦ ἐγκλήματος πρόκειται, εἴτε περὶ συνθέτου. Ἡ διάταξις αὕτη ἡ ἀφορῶσα, ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ, τὴν θέσιν ἀνωτέρου ὁρίου χρόνου φυλακίσεως ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, παρέμεινεν ἀνέπαφος, τινῶν μάλιστα ὑποστηριξάντων ὅτι θὰ ἔδει διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ καὶ ἐνταλθῇ ἡ ἐξουσία ἡ νομοθετικὴ νὰ καθορίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ ἐγκλήματος, περὶ ἧς ποικίλαι ἀμφισβητήσεις ἐγεννήθησαν καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τῇ νομολογίᾳ, ἀμφισβητήσεις αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ ἄγωσιν ἑκάστοτε εἰς καταδυνάστευσιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, εἰς καταπίεσιν τῆς ἐλευθερίας ταύτης, τῶν δικαστῶν ἐνδεχομένως αὐθαιρέτως κρινόντων περὶ τῆς φύσεως ἑνὸς ἀδικήματος, ἂν δηλαδὴ πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ἢ περὶ κοινοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ οὐχ ἧττον κατὰ πλειονοψηφίαν πάλιν ἐδέχθη ὅτι δὲν ἔδει νὰ ἐνταλθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐναπόκειται εἰς αὐτήν, ἂν τῷ ὄντι κρίνῃ ὅτι ὑπάρχει ὁ νόμιμος χαρακτὴρ τῆς φύσεως τῶν ἀδικημάτων νὰ τὸ πράξῃ ὀψέποτε ἤθελε κρίνει σκόπιμον. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 12 παρέμεινεν ἀνέπαφον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 ἀσφαλίζοντος τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας ἐπρότεινάν τινες ἵνα ἀσφαλισθῇ καλύτερον τὸ δικαίωμα τῶν ἐν ὑπαίθρῳ συγκεντρώσεων, δοθέντος ὅτι οὐτοπίαν πράττομεν τὸ νὰ ἀφίνωμεν ἑκά☐ δηλαδὴ Ἐξουσίας, νὰ κρίνῃ τὸ πότε ὑπάρχει κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, δοθέντος ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ ἐμπνέεται ἐμμέσως καὶ ἐφ’ ἑκάστης περιπτώσεως, δὲν πράττει δὲ ἄλλο τι εἰμὴ νὰ ἐκτελῇ τὴν γνώμην τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ εὐμενῶς προσέβλεψε πρὸς τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ ἀπεδέχθη ἵνα ἑκάστοτε κρίνῃ κατὰ πόσον ὑπάρχει κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἕνεκα συγκεντρώσεως ἐν ὑπαίθρῳ, οὐχὶ ὡς μέχρι τοῦδε ἐκρίνετο ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον θέλει κρίνει ὁ νόμος, τουτέστι ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ ἐκδοθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ καθορίζῃ τὸ ποῖον ὄργανον ἢ ποῖα ὄργανα τοῦ Κράτους θὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰς συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἂν καὶ ἐφόσον ἡ ἐν ὑπαίθρῳ συγκέντρωσις θὰ δύναται νὰ δημιουργήσῃ κίνδυνον διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14, κύριοι συνάδελφοι, ἀφορῶντος τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάσισεν οὐδεμίαν μεταβολήν, νομίσασα ὅτι τὸ ἄρθρον καλῶς ἔχει κατὰ τὴν παλαιὰν αὐτοῦ διατύπωσιν καὶ ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καλῶς ἑρμηνευθεῖσα, καλῶς ἐφαρμοσθεῖσα δὲν ἔδωσεν ἀφορμὴν ἵνα προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν τροποποίησίν της. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὁποῖον ἀσφαλίζει τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον ὁ καθορισμὸς τῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν καὶ δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ διατηρήσῃ τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντοτε καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, δοθέντος ὅτι ἡ παρουσία τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις καὶ δὴ εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν εἶναί τι τὸ ἀνέφικτον καὶ οὕτω πως θὰ ἐδυσχεραίνετο τὸ ἔργον τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων. Ἐνόμισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἠδύνατο εἰς τὸν νόμον νὰ ἀφήσῃ τὸν καθορισμὸν τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων, αἵτινες θὰ συνοδεύωσι τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν, —ὡς ἄλλως τε ἔπραξε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911—νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν διατύπωσιν ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 προστατεύοντος τὸν Τύπον, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου, πλείονες τῆς μιᾶς τροπολογίας καὶ γνῶμαι ὑπεβλήθησαν, τείνουσαι εἰς τὸ νὰ ἀπαλείψωσιν ἐκ τοῦ κειμένου τῆς διατάξεως τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν δυνατότητα τῆς λήψεως προληπτικῶν μέτρων ἐπὶ τῶν κινηματογράφων. Τινὲς μάλιστα ὑπεστήριξαν ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον οὐχὶ Συντάγματος, ἀλλὰ νομοθετικῆς μερίμνης. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν συνεφώνησε πρὸς τὰς ἀπόψεις ταύτας καὶ δὲν συνεφώνησε διὰ τὸν λόγον ὅτι ἠθέλησε νὰ λύσῃ συνταγματικῶς τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα, λέγω, τοῦτο, περὶ τοῦ ἂν καὶ καθόσον ὁ κινηματογράφος ἀποτελῇ τύπον, ἐγεννήθη καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἰδίᾳ καὶ προεκάλεσε πολλὰς τὰς ἀμφισβητήσεις. Ὅσον καὶ ἂν δεχθῶμεν τὸν κινηματογράφον τύπον ἄνευ τῆς θέσεως εἰδικῆς διατάξεως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι προληπτικὰ μέτρα ἐπὶ τῶν κινηματογράφων. Ἔκρινε δὲ ἡ Ἐπιτροπή ὅτι ἡ δύναμις τῆς λήψεως τοιούτων μέτρων εἶναι ἀπαραίτητος δοθείσης τῆς τεραστίας διαδόσεως, τὴν ὁποίαν ἔσχον τελευταίως οἱ κινηματογράφοι καὶ τῆς δι’ αὐτῶν δυνάμεως τῆς ἀναπαραστάσεως οἱωνδήποτε ἰδεῶν· ἡ ἐνέργεια τῶν παραστάσεων καὶ ἡ ζωηρότης τῶν ἀποκομιζομένων ἐντυπώσεων ἀποδεικνύουν τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως μέτρων ἐπὶ τῶν διὰ τούτων μεταχειριζομένων ἰδεῶν, αἵτινες ἐντόνως δύνανται νὰ ἀσκήσουν νοσηρὰν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ἀσθενῶν χαρακτήρων καὶ ἐπὶ τῶν ἐξημμένων φαντασιῶν ἰδίᾳ τῆς νεότητος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἔδει νὰ εὑρύνῃ τὸν τύπον τῶν κατασταλτικῶν μέτρων, τῶν ἐπιτρεπόντων τὴν κατάσχεσιν δημοσιεύματος μετ’ αὐτῶν ἵνα περιλάβωμεν ὑπὸ τὴν νέαν διατύπωσιν τὸ δυνατὸν τῆς κατασχέσεως παντὸς δημοσιεύματος ἐν γένει ἀνηθίκου. Κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν διατύπωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασχεθῇ δημοσίευμα προσβάλλον καταφανῶς τὴν δημοσίαν αἰδῶ, ἀλλ’ ὑπάρχουσι δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι προσβάλλοντα τὴν δημοσίαν αἰδῶ, οὐχ’ ἧττον εἶναι κατὰ βάσιν ἀνήθικα οἷα φέρ’ εἰπεῖν, τὰ περιγράφοντα βίους ἐγκληματιῶν καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν ὀλεθρίαν ἐπιρροὴν ἰδίᾳ ἐπὶ τῆς νεολαίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὴν ἀτυχῶς παρατηρουμένην πτῶσιν τῶν ἠθῶν ἐν τῇ σημερινῇ κοινωνίᾳ, ἠθέλησε διὰ μιᾶς διατάξεως εὐρείας διατυπώσεως, νὰ περιλάβῃ πᾶσαν περίπτωσιν καὶ διὰ τοῦτο εἰς αὐτοτελῆ διάταξιν προσέθεσεν εἰς τὸ ἄρθρον ρήτραν, καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται νὰ ληφθῶσι διὰ νόμου ἔκτακτα μέτρα πρὸς καταπολέμησιν τῆς προσβαλούσης.... κλπ.» Τὸ 17ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κύριοι συνάδελφοι, ἀφορᾷ τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν βασάνων, τῆς γενικῆς δημεύσεως, τοῦ πολιτικοῦ θανάτου καὶ καθορίζει τὸ πότε ἐπιβάλλεται θάνατος ἐπὶ τῶν συνθέτων πολιτικῶν· ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπεβλήθη τροπολογία ζητοῦσα τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν γένει. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, οἱ λόγοι, οἱ ὠθήσαντες εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας αὐτῆς, εἶναι ἁπλῶς συναισθηματικοί. Τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν γένει δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἐπιδέχονται γενικὰς λύσεις, ἀλλὰ εἶναι ζητήματα τοῦ περιβάλλοντος ἐν ᾧ πρόκειται ἐν ἀκολουθίᾳ τῶν ὅρων καὶ τῶν συνθηκῶν, τῶν κρατουσῶν, τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Χώρας, τῆς καταστάσεως τῶν ἠθῶν καὶ τῆς ἐγκληματικότητος καθ’ ὡρισμένον χρόνον καὶ εἰς ὡρισμένον τόπον. Σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐγκληματικότης, κύριοι συνάδελφοι, προχωρεῖ εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον καὶ ἀνησυχαστικὸν ἰδίᾳ λόγῳ τῆς χαλαρώσεως τῶν ἠθῶν ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν καὶ ἕνεκα λόγων ἀφορώντων ἐν γένει τὴν μεταπολεμικὴν σύνθεσιν τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρουσιάσθη καὶ ἄλλο τι· ἐνεφανίσθη μία τάσις ἀνήθικος, τάσις εὐνοοῦσα τοὺς ἐγκληματίας κατὰ τρόπον δύναμαι νὰ εἴπω σκανδαλώδη ὑπὸ μορφὴν ποικίλων εὐεργετημάτων, ὑπὸ μορφὴν ἀμνηστειῶν, ὑπὸ τύπον παραγραφῶν, ἀναστολῶν, χαρίτων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἰς τοιοῦτον εὖρος, εἰς τοιαύτην κλίμακα, ὁπότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι σήμερον ἡ ἐκφοβιστικὴ δύναμις τῶν κατὰ τῆς ἐλευθερίας ποινῶν, ἂν μὴ ἀπέλιπεν ἐντελῶς, ἀσφαλῶς ὅμως ἠλαττώθη οὐσιωδέστατα. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐνόμισεν ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ διὰ τὴν κατάργησιν τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, ἥτις, παρὰ πᾶσαν κατ’ αὐτῆς κατάκρισιν, τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι διατηρεῖ εἰσέτι μέγα μέρος τῆς ἐκφοβιστικῆς αὐτῆς δυνάμεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα τῆς διατάξεως, τὸ προβλέπον τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιβολῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ συνθέτου πολιτικοῦ ἀδικήματος, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι λόγου τοῦ συνεπτυγμένου καὶ ἀσαφοῦς τῆς διατυπώσεως τῆς διατάξεως δύναται νὰ γεννηθῶσι ζητήματα, καθ’ ἅπερ ἐγεννήθησαν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ προέκρινεν ἵνα ἀποσαφηνίσῃ τὴν ἔννοιαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσης θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δὲν ἐπιβάλλεται, πλὴν τῶν συνθέτων, ἐφ’ ὧν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, ἂν τὸ μετὰ τοῦ πολιτικοῦ συνδεόμενον κοινὸν ἀδίκημα ἐπισύρῃ καθ’ ἑαυτὸ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου». Εἶναι ἄλλως τε τοῦτο τὸ πόρισμα τῆς παρ’ ἡμῖν ἐπιστήμης. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18, τοῦ ἀσφαλίζοντος τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔγνω νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν προστασίαν καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν μέσων ἀνταποκρίσεως, δηλονότι τηλεγραφημάτων καὶ τηλεφωνημάτων καθ’ ὑπόδειγμα τῶν μεταπολεμικῶν συνταγμάτων καὶ ἀκολουθοῦσα ἐν τούτῳ τὴν Γʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἥτις ἐψήφισε τὴν διάταξιν αὐτήν, διευρυνθεῖσαν διὰ τῆς προστασίας παντὸς μέσου ἀνταποκρίσεως. Ταῦτα εἶχον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὴν Βουλὴν δι’ ὀλίγων ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5 ἕως 18 τοῦ Συντάγματος. Ἤδη μετὰ τὴν ἐμὴν ἀνάπτυξιν ἡ Βουλὴ ἔχει πλήρη τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τῶν 27 ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Σεμνύνομαι τῷ ὄντι, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἧς ἔτυχον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συναδέλφου, ἵνα γίνω εἰς τὴν Βουλὴν ἑρμηνευτὴς τῶν γνωμῶν τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ προσκομίσωμεν καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς συντελεσθείσης ἐργασίας. (Χειροκροτήματα).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§21Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ τῶν γνωμῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν πλέον συζήτησιν τῶν προταθεισῶν τροπολογιῶν. Εἶναι δὲ μία εὐτυχὴς συγκυρία ὅτι ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων τοῦ νέου Συντάγματος εἶναι τοιαύτη ὥστε ἡ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας ἄρχεται ἀπὸ τὸ θέμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεκέντρωσε, καὶ δικαίως, τὰς μεγαλυτέρας συζητήσεις. Διότι τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τοῦ πρώτου τεθέντος ἐκτὸς συζητήσεως, ἀφορᾷ μίαν μεγάλην καινοτομίαν δηλαδὴ αὐτὴν ταύτην τὴν σύνθεσιν τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Χώρας. Διότι ἐνῷ μέχρι σήμερον ἀπὸ μακρῶν δεκαετηρίδων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἴσχυε τὸ σύστημα τῆς μιᾶς καὶ ἑνιαίας Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τοῦ ἑνὸς ἑνιαίου Κοινοβουλίου, ἤδη διὰ τοῦ νέου Συντάγματος τῆς Δημοκρατίας καθιεροῦται μία νέα ἀρχή, ἡ ἀρχὴ τῆς δυαδικότητος τῶν Κοινβουλίων. Λέγοντες δὲ δυαδικότητα τῶν Κοινοβουλίων ἐννοοῦμεν τὴν συνύπαρξιν δύο Βουλῶν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Κοινοβούλιον. Κατὰ τῆς τοιαύτης καινοτομίας διετυπώθησαν ἀντιρρήσεις, ὑπεβλήθησαν δὲ τροπολογίαι τόσον ὑπὸ ὠργανωμένων κομμάτων τῆς Χώρας ὅσον καὶ ὑπὸ μεμονωμένων βουλευτῶν. Καίτοι δὲ καὶ ἐγὼ εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέρας ἀποπερατώσεως τοῦ Συνταγματικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἐνδείκνυται διεξοδικὴ καὶ λεπτομερὴς συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι θεωρῶ σκόπιμον διὰ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας νὰ διεξαχθῇ μία κατ’ ἀντιμωλίαν πλέον συζήτησις ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης μεταξὺ ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νέου τούτου θεσμοῦ εἰς τρόπον ὥστε καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ πεισθῇ πλέον περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐλπίζω, θὰ γίνῃ ἀποδεκτός. Δεύτερον δὲ διότι ἡ κατ’ ἀρχὴν λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας θὰ διευκολύνῃ κατὰ πολὺ τὰς περαιτέρω ἐργασίας τοῦ Σώματος, διότι σειρὰ ὁλόκληρος πολιτικῶν σκέψεων, σύστημα ὁλόκληρον πολιτικῶν σκέψεων ἔχει διατυπωθῆ εἰς μακρὰν σειρὰν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις θὰ διευκολυνθῇ κατὰ πολὺ ἐκ τῆς κατ’ ἀρχὴν λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐφόσον δέ, μὴ ἐκδοθέντος τοῦ νόμου, τοῦ συνιστῶντος ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ τὴν Γερουσίαν καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ἐφαρμόζεται ἀκόμη ὡς πρὸς ὡρισμένας τροπολογίας, ἀφορώσας τὴν μεταβολὴν τοῦ συνταγματικοῦ τούτου θεσμοῦ, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρόκειται νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον θετικὸν καὶ πρακτικόν, ἂν δηλαδὴ καὶ κατὰ πόσον ἡ Γερουσία πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου δηλώσεις τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐν ζηλευτῇ ἀληθῶς περιεκτικότητι καὶ συντομίᾳ περιέχουσιν ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ὡς καὶ ὅλοι οἱ ἀντιτιθέμενοι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διατυπώνουν κατὰ τοῦ θεσμοῦ. Ἀνακοινωθὲν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, δημοσιευθὲν πρὸ τριετίας σχεδόν, ὅταν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλει τὴν Δʹ Συνέλευσιν, διατυπώνει ὡς ἑξῆς τὰς ἀντιρρήσεις του (ἀναγινώσκει): «Ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας», λέγει ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων, «εἶναι θεσμὸς ἀντιλαϊκός, οὐδαμῶς δὲ ἡ ἵδρυσις αὐτῆς δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐμπέδωσιν λαϊκοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἀνάπτυξιν ἐλευθέρου λαϊκοῦ πνεύματος. Ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῶν καὶ ἀριστοκρατικῶν παραδόσεων. Ἂν δὲ ἱδρύθη καὶ εἰς Πολιτείας, αἵτινες συνεκροτήθησαν ἐξ ἀρχῆς κατὰ τρόπον φιλελεύθερον, προῆλθε τοῦτο εἰς ἄλλας μὲν ἐκ μιμήσεως, εἰς ἄλλας δὲ κατ’ ἀνάγκην ἕνεκα τῆς ὁμοσπονδιακῆς συστάσεως αὐτῶν». Αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ ἀντιρρήσεις τῶν ἀντιτιθεμένων εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι. Δὲν θὰ συζητήσω περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἱδρύσεως Γερουσίας εἰς Κράτη ὁμόσπονδα, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Ἐλευθεροφρόνων διὰ τοῦ ἀνακοινωθέντος τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα καὶ ἄλλοι ἀντιτιθέμενοι εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, χωρίζουσι τὴν συζήτησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁμόσπονδα ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἀφ’ ἑτέρου. Θὰ παρακολουθήσω ὅμως τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ἐν τῇ σειρᾷ τῶν ἐννοιῶν αὐτοῦ. Ἡ πρώτη κατηγορία, τὴν ὁποίαν διατυπώνει περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, εἶναι ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῶν καὶ ἀριστοκρατικῶν παραδόσεων καὶ ὅτι εἶναι μία μίμησις τῶν γενομένων ἀλλαχοῦ. Ἡ κατηγορία ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῆς παραδόσεως ἐνέχει μεγάλην βάσιν ἱστορικῆς ἀληθείας. Λέγω δὲ μεγάλην, ἀλλ’ ὄχι ἀπόλυτον, διότι ὅταν κατωτέρω ἔλθωμεν εἰς ἄλλην σειρὰν σκέψεων θὰ ἀποδείξωμεν ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἐν τῇ πρώτῃ του γενέσει δὲν εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῶν παραδόσεων, ἀλλ’ ἐγεννήθη εἰς τὸν Τόπον αὐτόν, ὅστις ἐγνώρισε κατ’ ἐξοχὴν τὴν Δημοκρατίαν, ὅστις ἐδημιούργησε τὴν Δημοκρατίαν, ἐννοῶ τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα. Ἂς ἀναχωρήσωμεν ὅμως ἀπὸ τῆς βάσεως τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν οἱ Ἐλευθερόφρονες συνάδελφοι. Εἶναι, λέγουν, ὑπόλειμμα μοναρχικῶν παραδόσεων. Ἂν λάβωμεν, κύριοι, ὡς ἀφετηρίαν σκέψεων τὴν πρώτην ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας ἀπὸ τοῦ μεσαίωνος καὶ ἐντεῦθεν, βεβαίως καὶ εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῶν παραδόσεων, διότι ὄχι μόνον ἡ Γερουσία, ἀλλὰ καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἱδρύθη εἰς τὰ μοναρχικὰ Κράτη, διότι μοναρχικὰ Κράτη ὑπῆρξαν προτοῦ γεννηθῇ ὁ Κοινοβουλευτισμός. Εἶναι, λέγουν, καὶ μία ἀξιόμεμπτος μίμησις τῶν γενομένων ἀλλαχοῦ. Καὶ τοῦτο ἀληθεύει, διότι ὅλα τὰ Κράτη, ὅσα εἰσήγαγον τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ δυαδικοῦ Κοινοβουλίου, ἐξαιρέσει τῆς Οὑγγαρίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1608 ἐδιχοτόμησε τὴν Δίαιταν εἰς δύο Βουλάς, ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη ἐμιμήθησαν τὸ σύστημα αὐτὸ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως μὲ μίαν οὐσιωδεστάτην διαφορὰν ὅτι ἐνῷ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἡ αἵρεσις τοῦ θεσμοῦ τοῦ δευτέρου Κοινοβουλίου, δηλαδὴ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων καὶ ἡ ἐξέλιξις αὐτῆς δὲν ἦσαν ἀποτελέσματα μιᾶς εὐσυνειδήτου πολιτικῆς σκέψεως καὶ πεποιθήσεως περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ συστήματος τούτου. Ἀλλὰ μοιραίως εἰς τὴν Κεντρικὴν καὶ χερσαίαν Εὐρώπην ἀπὸ τοῦ 18ου αἰῶνος καὶ ἐντεῦθεν μία πλειὰς δημοσιολόγων διέκρινε εἰς τὸν θεσμὸν τοῦτον τὴν ἐξασφάλισιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Καὶ ἀνεζήτησαν μελετῶντες λεπτομερῶς τὸ σύστημα ποῖαι γενικαὶ ἀρχαὶ δύνανται νὰ ἐξαχθῶσιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς γενικῶν ἀρχῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα νὰ ἰσχύσῃ εἰς πάντα Τόπον καὶ Χώραν. Καὶ σήμερον ἡ Γερουσία, εἰσαχθεῖσα εἰς ὅλα τὰ Κράτη, εἶναι ἐντελῶς διάφορος καὶ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν καὶ κατὰ τὴν ἁρμοδιότητά της ἀπὸ τὴν ἀρχικὴν ἐκείνην Γερουσίαν τοῦ μεσαίωνος. Καὶ ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ κανεὶς τὴν ἀξίαν τοῦ ροῦ ἑνὸς ποταμοῦ ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ ἁπλᾶ ρυάκια εἰς τοὺς ἀποκρήμνους βράχους τῶν πρώτων πηγῶν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ ὀρθὸν νὰ κρίνωμεν τὴν σημερινὴν Γερουσίαν καὶ νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ ἐν Ἑλλάδι ἐκ τοῦ ὅτι αἱ πρῶταί του ἀρχαὶ ἐγεννήθησαν εἰς Κράτη μοναρχικά. Καὶ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ νοοτροπία τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων δὲν ἔχεται στερρῶς τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, διότι εἶναι ἄλλος θεσμός, κατ’ ἐξοχὴν φιλελεύθερος, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸν ὁποῖον οὐχὶ μόνον τὸν ἀσπάζεται, ἀλλὰ καὶ τὸν θέλει ὡς διοικητικὸν Δικαστήριον καὶ ὡς Σῶμα νομοπαρασκευαστικόν. Καὶ ἐν τούτοις τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἔχει διαρρυθμισθῆ σήμερον ἐν Γαλλίᾳ, ὁπόθεν καὶ ἡμεῖς ἐδανείσθημεν ἐν τῇ ἱστορικῇ τῶν ἐξελίξει καὶ θεσμοὺς κατ’ ἐξοχὴν ἀπολυταρχικούς, καὶ ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ παρουσιάζει κολοσσιαίαν ἀντίθεσιν μεταξὺ τῆς πρώτης ἀρχῆς καὶ ἔχει σήμερον μεγάλην σημασίαν. Διότι ὁ θεσμὸς αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον μετὰ ὑπερηφανείας σεμνύνεται ἡ Γαλλία ὡς φιλελεύθερον Κράτος, εἶναι ἓν ἔργον τοῦ μεσαίωνος, ὅπερ ἔχει καὶ διοικητικὴν καὶ δικαστικὴν καὶ πολιτικὴν ἁρμοδιότητα. Ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς σήμερον εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος δημοκρατικὸς καὶ φιλελεύθερος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄξιος βραβεύσεως καὶ μιμήσεως, διότι αἱ πρῶταί του ἀρχαὶ ἀνάγονται εἰς χρόνους μοναρχικούς, θὰ ἔπρεπε τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ τὸν ἀπορρίψῃ. Δὲν εἶναι βασικὴ ἡ ἀντίρρησις τοῦ κόμματος τούτου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ. Καὶ τούτου αἰρουμένου ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν τοῦ θεσμοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν δηλαδὴ ἀπὸ καθαρᾶς πλέον ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως ποῦ καὶ κατὰ πόσον ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι χρήσιμος ἢ ὄχι. Ὅπως δὲ πᾶσαι αἱ ἐπιστημονικαὶ ἔρευναι οὕτω καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος θὰ ἔχωμεν τρία τινὰ νὰ ἐξετάσωμεν. Πρῶτον τὴν θεωρητικὴν ἄποψιν τῆς ἐπιστήμης. Δεύτερον τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθη ὁ θεσμὸς καὶ τρίτον ἂν καὶ κατὰ πόσον αἱ Ἑλληνικαὶ συνθῆκαι εἶναι πρόσφοροι εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ παρ’ ἡμῖν. Μὲ τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων τούτων ἀναχωροῦντες ἐρχόμεθα εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἄλλης κατηγορίας τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι θεσμὸς ἀντιλαϊκός. Καὶ ἐν πλήρει διαφωνίᾳ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου μὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους Ἐλευθερόφρονας, ὑποστηρίζομεν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ὄχι μόνον δὲν εἶναι θεσμὸς ἀντιλαϊκός, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν φιλελεύθερος καὶ κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικός, τῆς λέξεως ἐννοουμένης οὐχὶ ὑπὸ τὴν πολιτειακὴν σημασίαν, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν σημασίαν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἡ ἵδρυσις δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ἀδιάφορον ἂν τοῦτο ὀνομάζεται Γερουσία ἢ Ἄνω Βουλὴ ἢ δευτέρα Βουλή—ἡ ὀνομασία δὲν παίζει κανένα ρόλον, ἐδέχθημεν δὲ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Συντάγματι τὸν ὅρον Γερουσία ὡς ὅρον ἐγκλιματισμένον ἐν τῷ Τόπῳ—ἡ ὕπαρξις, λέγω, δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος τὸ πρῶτον σκόπιμον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐμφανίσῃ, εἶναι ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν περιφρούρησιν τῆς δυνάμεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία μὲ μίαν Βουλὴν εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ διὰ τοῦτο ἐπικίνδυνος. Ἐπειδὴ βάσις παντὸς κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ τριαδικὴ διαίρεσις τῶν ἐξουσιῶν καὶ λειτουργιῶν καὶ φραγμὸς εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι ἄλλος παρὰ τὸ Σύνταγμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν τῇ δράσει αὐτῆς μόνον φραγμὸν ἔχει τὰς συνταγματικὰς διατάξεις· πέραν τούτου ἔχει παντοδυναμίαν. Τοῦτο τὸ βλέπομεν καθημερινῶς, ὅταν μία Κυβέρνησις ἔχῃ ὄπισθέν της ἰσχυρὰν πλειονοψηφίαν δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τι διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ, τὸ πρόχειρον μέσον, εἰς ὃ ἔχει νὰ καταφύγῃ, εἶναι νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον. Μέχρι τοιούτου σημείου φθάνει ἡ παντοδυναμία της ὥστε νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὁ σχολιαστὴς τοῦ Ἀμερικανικοῦ Συντάγματος Story λέγει ὅτι «Ἄν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἀκεραία εἰς χεῖρας μιᾶς μόνης Συνελεύσεως δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ πράξει οὐδεὶς περιορισμὸς εἰς τὴν ἀπεριόριστον ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας ταύτης. Οὐδὲν δὲ ὑπάρχει πλέον ἐμπόδιον εἰς πᾶσαν ἰδιοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογῇ διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῶν δημοσίων ἀναγκῶν».
§22Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀμερικανικὴ Γερουσία δὲν ἔχει.
§23Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Γερουσίας. Πρόκειται περὶ τῆς δυαδικότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας γενικῶς. Γνωρίζετε δὲ ὅτι ἡ Γερουσία εἰς τὴν Ἀμερικὴν εἶναι πολὺ διάφορος ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ εἰσαγάγωμεν ἡμεῖς. Ἐπίσης γνωρίζετε ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς Προεδρικῆς Δημοκρατίας ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἔγκειται εἰς τὴν διαφορὰν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Τοῦτο, διὰ νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης, ἐφόσον ἡ ἁρμονικὴ ἐξέλιξις τῶν τριῶν ἐξουσιῶν εἰς πᾶν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐξασφαλίζει τὰ λαϊκὰ δίκαια καὶ τὴν ἰσοπολιτείαν, ἡ ἵδρυσις δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος προάγουσα τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἁρμονικῆς λειτουργίας τῶν τριῶν ἐξουσιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς θεσμὸς ἀντιλαϊκός, τοὐναντίον ὡς θεσμὸς φιλελεύθερος. Εἶναι δίκαιον δι’ ἄλλους λόγους νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τις τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ἐπικαλεῖται τὸν λόγον τοῦτον καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης σκεπτόμενος νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν θεσμὸν ὡς ἀντιλαϊκόν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα μίαν ρῆσιν τοῦ Μπράϊς, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Σήμερον ἡ ἀνάγκη τῶν δύο Βουλῶν κατέστη ἀξίωμα τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης. Βασίζεται δὲ ἐπὶ τῆς πίστεως ὅτι ἡ ἔμφυτος τάσις πάσης Συνελεύσεως ὅπως σπεύδῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις της καὶ ὅπως καταστῇ δεσποτική, πρέπει νὰ κατασταλῇ διὰ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς ἄλλης Βουλῆς ἴσως κατὰ κῦρος. Οἱ Ἀμερικανοὶ περιορίζουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διαιροῦντες αὐτὴν ἀκριβῶς, ὅπως οἱ Ρωμαῖοι περιώριζον τὴν ἐκτελεστικήν των ἐξουσίαν, ἀντικαθιστῶντες ἕνα Βασιλέα διὰ δύο Ὑπάτων». Δεύτερος σκοπὸς τὸν ὁποῖον προώρισται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ Γερουσία εἶναι ὅτι ἀποσκοπεῖ εἰς τὸ νὰ προλάβῃ τὰς παραφορὰς καὶ τὰς πλάνας, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐκτεθειμένη πᾶσα βουλευομένη Συνέλευσις, ἐφόσον εἶναι μόνη. Ἐπιδιώκεται δηλαδὴ διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας ἡ ἀρτιωτέρα κατάρτισις τῶν νόμων ἀπὸ διττῆς ἀπόψεως. Πρῶτον μὲν διὰ τῆς ἀποφυγῆς τῆς ψηφίσεως νόμων βεβιασμένων, ἀμελετήτων ἢ προσωπικῶν καὶ δεύτερον διὰ τῆς καταρτίσεως τῶν νόμων, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ ἀντίθετοι ἀπόψεις καὶ σταθμισθοῦν ὅλα τὰ ἀντίθετα συμφέροντα. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης, ἐφόσον διὰ τῆς Γερουσίας ἐπιδιώκεται ἡ ἀποφυγὴ τοῦ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ δεσποτισμοῦ ὡρισμένων ἀνθρώπων, εἴτε ὡρισμένων κομμάτων καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, λέγω, ταύτης, ὁ θεσμὸς δὲν εἶναι ἀντιλαϊκός. Δὲν θέλω, κύριοι βουλευταί, νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν μὲ τὸ νὰ ἀναπτύξω τὸν πλημμελῆ τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ νομοθεσία ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Μία τοιαύτη συζήτησις θὰ εἶχε σκοπὸν τὴν δημιουργίαν μιᾶς καταλλήλου κινήσεως ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ ἐκτὸς ταύτης περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς βελτιώσεως τῆς διαδικασίας τῆς παρασκευῆς τῶν νόμων. Ἡ ἀνάγκη ὅμως περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς διαδικασίας ταύτης ἔχει γίνει κοινὴ πλέον συνείδησις καὶ ἡ κοινὴ πλέον αὐτὴ συνείδησις ἔχει κοινὴν ἐκδήλωσιν διὰ τῶν τροπολογιῶν αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Σύνταγμα ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προτείνουν τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας, διότι καὶ ἐκεῖνοι μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων, ὅπως αὕτη γίνεται εἰς τὴν μίαν Βουλήν, προτείνουν τὴν ἀνάθεσιν νομοπαρασκευαστικῶν καθηκόντων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ συνάδελφοι μίαν ἀσφάλειαν διὰ τὴν πληρεστέραν καὶ ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων. Καὶ προβάλλει πλέον τὸ ζήτημα: Εἶναι τάχα σκοπιμώτερον νὰ ἀνατεθῇ ἡ παρασκευὴ τῶν νόμων εἰς ἄλλο Σῶμα, δηλαδὴ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, παρὰ εἰς τὴν Γερουσίαν; Ἐπὶ τούτου θὰ εἶχον δύο εἰδῶν ἀντιρρήσεις: Ἀντιρρήσεις θεωρητικὰς καὶ ἀντιρρήσεις πρακτικάς. Ἀντιρρήσεις θεωρητικὰς θὰ εἶχον τὰς ἑξῆς. Πρῶτον ἡ ἀνάθεσις νομοπαρασκευαστικῶν καθηκόντων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἐσήμαινε μίαν ἀδικαιολόγητον καὶ ἐπιβλαβῆ σύγχισιν ἐξουσιῶν, διότι τὸ μὲν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι μία διοικητικὴ ἀρχή, ἡ δὲ παρασκευὴ τῶν νόμων εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πῶς λοιπὸν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατεθοῦν καθήκοντα νομοθετικὰ εἰς ἓν ὄργανον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας;
§24Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι νομοθετικά, ἀλλὰ νομοπαρασκευαστικά.
§25Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν περὶ τοιούτου τινὸς ἐπρόκειτο καὶ τοῦτο ἀκόμη δὲν εἶναι ὀρθόν, ὡς κατωτέρω θὰ ἴδωμεν. Κατὰ τὴν ἐμὴν ταπεινὴν γνώμην, τοῦτο δηλοῖ μίαν ἀδικαιολόγητον καὶ μὴ ἐπιτρεπομένην σύγχυσιν ἐξουσιῶν. Δύνανται νὰ παρασκευάζουν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ νομοθετοῦν.
§26Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ ψηφίζουν, θὰ παρασκευάζουν. Τὸ δὲ Συμβούλιον αὐτὸ τῆς Ἐπικρατείας ἀποτελούμενον ἐξ εἰδικῶν ἐπιστημόνων, ἐξ ἀνθρώπων γνωριζόντων τί ἐστὶ νομοθετεῖν, θὰ παρασκευάζῃ νομοθετήματα ἄρτια.
§27Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν εἴχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου, θὰ ἀπηλλάττεσθε ἀπὸ τὸν κόπον νὰ μὲ διακόψητε, διότι θὰ ἔφθανα καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ αὐτὴ ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ λέγει ὁ κύριος...
§29Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει σύγχισις ἐξουσιῶν.
§30Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατέ με. Δὲν δύναμαι, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἀκολουθήσω ἀγορεύων ἐγὼ τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων ὑμῶν, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν μου. Οὐδεμία σύγχισις ἐννοιῶν ὑπάρχει, ἀλλὰ σύγχισις ἐξουσιῶν. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν ὑπάρχει σύγχισις ἐξουσιῶν, διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν θὰ νομοθετῇ, ἀλλὰ θὰ παρασκευάζῃ τοὺς νόμους, ὡς ἀποτελούμενον ἀπὸ ἄνδρας εἰδικούς. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς πρακτικῆς σημασίας, διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησα προηγουμένως. Ὅτι, ἐφόσον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνατίθενται μόνον νομοπαρασκευαστικὰ δικαιώματα, τότε εἶναι ὡσὰν νὰ μὴ κάμνωμεν τίποτε, διότι οὐδεμία βελτίωσις θὰ παρατηρηθῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, διότι, ὅπως εἶπον, ἡ πλημμέλεια τῆς διαδικασίας τῶν νόμων δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν οὐσιαστικὴν παρασκευὴν τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεώς των. Πλὴν τούτου, ἐφόσον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ νὰ λειτουργήσῃ ὡς Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον, ἀσκοῦν κυρίως τὸ δικαίωμα τῆς ἀκυρώσεως τῶν διοικητικῶν πράξεων δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ τὰ δικαστικὰ καὶ εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ τὰ νομοπαρασκευαστικά;
§31Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὥστε μετατίθεται τὸ ζήτημα εἰς ζήτημα ἐπαρκείας πλέον;
§32Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρακτικῶς. Εἶπον ὅτι ἔχω δύο εἰδῶν ἀντιρρήσεις. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι θεσμὸς ἀντιλαϊκός, διότι θέλομεν τὴν Γερουσίαν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἓν πολιτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαλύνῃ τοὺς πολιτικοὺς ἀνταγωνισμοὺς καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς διαιτητὴς εἰς τὰς πολιτικὰς διαμάχας μεταξὺ τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διαμάχας, αἱ ὁποῖαι πολλάκις δύνανται νὰ λάβωσιν ὀξύτατον χαρακτῆρα ἐπὶ βλάβῃ τῶν κοινωνικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τῆς Χώρας, ὅπως δυστυχῶς συνέβη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐφόσον δὲ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ Γερουσία ἀποδεικνύεται προασπιστὴς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι πρὸς διάλυσιν αὐτῆς ἀπὸ μέρους τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος θὰ χρειάζεται ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Γερουσίας καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δὲν εἶναι θεσμὸς ἀντιλαϊκὸς ἡ Γερουσία, ἀλλὰ θεσμὸς φιλελεύθερος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ὅλα τὰ σύγχρονα Κράτη καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὴν Βόρειον καὶ τὴν Νότιον Ἀμερικὴν εἰσήγαγον τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ὑπὸ τὴν ἐπιβράβευσιν τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς πείρας τῶν πραγμάτων. Οὕτως ὁ Berthelemy λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὕπαρξις τῆς δευτέρας Βουλῆς εἶναι θεμελιώδης θεσμὸς πάσης ὠργανωμένης Δημοκρατίας». Ὁ δὲ Esmein λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνάγκη τῆς διαιρέσεως τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος εἰς δύο Βουλὰς εἶναι σχεδὸν ἀξίωμα τοῦ συγχρόνου συνταγματικοῦ δικαίου» καὶ ὅτι «σήμερον ἀποτελεῖ τὸ κοινὸν δίκαιον τῶν ἐλευθέρων λαῶν». Πλὴν ὅμως τῆς τοιαύτης ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιστήμης βραβεύσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ὡς θεσμοῦ φιλελευθέρου, ἔχομεν τὴν βράβευσιν αὐτοῦ καὶ ἀπὸ μέρους ὅλων τῶν Κρατῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ κατηγορηθοῦν ἐπὶ πολιτικῇ καὶ κοινοβουλευτικῇ εὐθιξίᾳ ὀλιγωτέρᾳ τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ὁποῖα ὅλα εἰσήγαγον τὸν θεσμὸν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Εἶναι μάλιστα ἄξιον σημειώσεως τὸ παράδειγμα ὅτι Κράτη τινὰ κατέφυγον πάλιν εἰς τὸ σύστημα τοῦ δυαδικοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ ἐπί τινα χρόνον κατήργησαν τὴν δευτέραν Βουλὴν καὶ εἰργάσθησαν μὲ τὸν θεσμὸν τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω μόνον παραδείγματα ἀπὸ τὰς Δημοκρατίας τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς. Ὑπομιμνήσκω ὅμως τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, τοῦ κατ’ ἐξοχὴν τούτου κοινοβουλευτικοῦ Κράτους, τοῦ ἔχοντος τὸν θεσμὸν τῶν δύο Βουλῶν καὶ τὸ ὁποῖον Κράτος εἰς δύο περιόδους, εἰς τὰ 1791 καὶ εἰς τὰ 1848, κατήργησε τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν καὶ ἀπεδέχθη τὸ σύστημα τῆς μιᾶς Βουλῆς. Ἔπραξεν ὅμως τοῦτο ἕνεκα λόγων ἐντελῶς εἰδικωτέρων διὰ νὰ ἐπανέλθῃ κατόπιν μετὰ τὴν πάροδον τῶν εἰδικῶν αὐτῶν λόγων εἰς τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν. Οὕτως εἰς τὰ 1791 κατέφυγεν εἰς τὸ σύστημα τῆς μιᾶς Βουλῆς, διότι ἡ Γαλλία τότε εἶχε μόλις ἐξέλθει ἐκ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἁπλῶς ἐπανάστασις πολιτική, ἀλλὰ κοινωνικὴ καὶ οἰκονομική, μία ἐπανάστασις, ἡ ὁποία εἶχε καταρρίψει καὶ καταργήσει ἓν ὁλόκληρον σύστημα ἀριστοκρατίας καὶ φεουδαρχισμοῦ καὶ δὲν ἤθελον οἱ Γάλλοι τότε διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας νὰ ρίψουν τὸ σπέρμα τῆς γεννήσεως μιᾶς νέας ἀριστοκρατίας, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ βάθρων κατήργει τὴν προϋφισταμένην τοιαύτην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἤθελον νὰ ἔχωσι μὲ τὸ σύστημα τῆς μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς εὐχέρειαν εἰς τὴν νομοθεσίαν των διὰ νὰ εἰσαγάγουν εὐκόλως καὶ ταχέως ὅλους ἐκείνους τοὺς θεσμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπηγόρευε τὸ ἄκρατον ἐπαναστατικὸν πνεῦμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅταν παρῆλθον ἐκεῖνοι οἱ λόγοι, ἐπανῆλθον εἰς τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν. Τὸ κατήργησαν καὶ πάλιν τῷ 1848, διότι καὶ τότε εἰδικοὶ λόγοι ἐπέβαλον τὴν κατάργησίν του. Ἐπειδή, ὅπως γνωρίζετε, ὁ Ναπολέων μετὰ ἕνα δημοψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύσσετο Ὕπατος, συνεκέντρωσεν ὅλας τὰς ἐξουσίας εἰς χεῖράς του καὶ οἱ Γάλλοι ἠθέλησαν νὰ ἀντιτάξουν εἰς ἕνα Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ἐκλεγέντα ἀπὸ τοῦ λαοῦ ὁμαλῶς καὶ διὰ τοῦτο ἔχοντα μεγάλην ἐξουσίαν εἰς χεῖράς του, νὰ ἀντιτάξουν, λέγω, ἓν ἑνιαῖον Κοινοβούλιον, ἐκλεγὲν καὶ αὐτὸ ἀπὸ τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ φέρουν μίαν ἰσορρόπισιν μεταξὺ ἐκτελεστικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ ὅταν καὶ πάλιν παρῆλθον οἱ εἰδικοὶ ἐκεῖνοι λόγοι, πάλιν οἱ Γάλλοι ἐπανῆλθον εἰς τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι· τίς θὰ ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κατηγόρει τὸν Γαλλικὸν λαὸν ὅτι εἶναι λαὸς ἀνελεύθερος, διότι ἔχει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, τὸν ὁποῖον οἱ Ἐλευθερόφρονες συνάδελφοι θεωροῦν ὡς θεσμὸν ἀντιλαϊκόν; Ὅταν ἔχωμεν λοιπὸν τοιαῦτα διδάγματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τοιαύτην πεῖραν ὅλων τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, δὲν γνωρίζω ἂν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς ἄλλους λόγους διὰ νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν τὸν θέλομεν, διότι εἶναι τάχα θεσμὸς ἀντιλαϊκός. Οἱ ἀντίπαλοι ὅμως τοῦ συστήματος τῆς δυαδικότητος τοῦ Κοινοβουλίου προβάλλουσι καὶ ἄλλα τινα ἐπιχειρήματα, ἐπιχειρήματα γενικὰ καὶ ἐπιχειρήματα εἰδικότερα, ἀφορῶντα τὰς Ἑλληνικὰς συνθήκας. Τὰ γενικά των ἐπιχειρήματα εἶναι δύο: Ἐπιχειρήματα πρακτικῆς σημασίας καὶ ἐπιχειρήματα θεωρητικῆς ἀξίας. Ἀπὸ πρακτικῆς, λέγουν, ἀπόψεως ὁ θεσμὸς τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος θὰ ἐδυσχέραινε τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Θὰ τὴν ἐδυσχέραινε λέγομεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν, τὴν προσωρινὴν δυσχέρειαν, ἡμεῖς τὴν θεωροῦμεν ὡς τὸ κύριον πλενέκτημα τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Θὰ τὴν ἀναστείλῃ ἐπί τινα χρόνον τὴν ἀποτελείωσιν τῶν νομοθετημάτων, διὰ νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην νὰ συζητήσῃ περὶ τῆς σοβαρότητος τῶν ἐπιμάχων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα λύονται ὑπὸ τοῦ Α ἢ Β νομοθετήματος, καὶ διὰ νὰ γίνῃ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιστημονικωτέρα ἐξέτασις τοῦ νομοθετουμένου ζητήματος. Τὸ 1911 εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὁπότε καὶ πάλιν συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως ἢ μὴ τῆς Γερουσίας, δὲν ἐγένετο δεκτὸς ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ τότε, κύριοι συνάδελφοι, εὑρίσκετο καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς μίαν ἐπαναστατικὴν περίοδον, ἡ ὁποία—ἀδιάφορον ἂν καλῶς ἢ κακῶς—εἶχεν ἕνα ὀργασμὸν ἀνακαινιστικόν, ἐνόμιζεν ὅτι διὰ μιᾶς σειρᾶς νομοθετημάτων θὰ ἀνανέωνεν ἐκ βάθρων καὶ τὸν πολιτικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν καὶ τὸν κοινωνικὸν βίον τῆς Χώρας, καὶ ἐφόσον ἐνεφορεῖτο ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων, βεβαίως δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ τὴν Γερουσίαν ὡς ἀνασχετικὸν φραγμὸν εἰς τὸ νομοθετικόν της ἔργον.
§33Χ. ΛΑΔΑΣ. Τώρα δὲν εἶναι ἐποχὴ ἀναπλάσεως, κ. συνάδελφε;
§34Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὅμως, κατ’ ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, τοιαῦται συνθῆκαι δὲν ὑφίστανται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἀληθές—καὶ τοῦτο εἶναι φιλότιμος προσπάθεια—ὅτι ἕκαστος εἰς τὴν σκέψις του ἴσως νὰ ἔχῃ ἓν σύστημα ὁλοκλήρου ἀναπλάσεως τῶν πάντων καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ τῶν ἰδεῶν του θὰ ἐπιφέρῃ τὴν θεραπείαν ὅλων τῶν κακῶν. Ἀλλὰ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι, ἂν εἶναι κάτι τι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πάσχει ἡ σύγχρονος κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ἐξέλιξις εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀκριβῶς ἡ πολυνομία. Ὅπως εἶμαι ἐπίσης πεπεισμένος ὅτι ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς ἐξελίξεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας ἁρμονικῆς κοινωνικῆς προόδου ἡ συνεργασία τῶν δύο τάσεων, ἀφ’ ἑνὸς δηλαδὴ τῆς τάσεως τῆς ἀμέσου μεταβολῆς, τῆς ἀμέσου προόδου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς τάσεως τῆς συντηρητικότητος καὶ τῆς συντηρήσεως τῆς παραδόσεως, μόνον ἡ συνεργασία τῶν δύο αὐτῶν ροπῶν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἀγαθὰ διὰ τὴν Κοινωνίαν καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς συνεργασίας τῶν δύο τούτων νομοθετικῶν Σωμάτων.
§35Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἡ πολυνομία εἶναι ἓν κακόν.
§36Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, κ. συνάδελφε, σεῖς ἔχετε τὴν ἰδικήν σας. Τὸ ἄλλο ὅμως ἐπιχείρημα τὸ γενικόν, τὸ ὁποῖον οἱ ἐχθροὶ τοῦ συστήματος ἀνέφερον, εἶναι τοῦτο. Ἡ ἐθνική, λέγουν, κυριαρχία εἶναι μία καὶ ἑνιαία, διότι ἐθνικὴ κυριαρχία σημαίνει τὴν ἐθνικὴν βούλησιν, τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Ἡ θέλησις αὐτὴ εἶναι μία. Ἑπομένως ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία εἶναι μία. Ἄρα μία πρέπει νὰ εἶναι ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν κυριαρχίαν ταύτην. Ἂν δὲ ἱδρύσωμεν καὶ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τέμνομεν εἰς δύο τὸ ἑνιαῖον τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μία διαλεύκανσις τοῦ ζητήματος. Ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία εἶναι, λέγουσι, μία. Ναί, λέγομεν καὶ ἡμεῖς, μία εἶναι. Ἀλλ’ ἡ ἑνιαία ἔννοια τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ἐπιβάλλει πολιτικὴν μὲν ἐκπροσώπησιν τοῦ Κράτους ἑνιαίαν, οὐχὶ δὲ καὶ νομοθετικήν. Ἐπιβάλλει δὲ ἑνιαίαν πολιτικὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι τὸ Κράτος, ἓν Κράτος ἑνιαῖον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δύο Κυβερνήσεις, δύο Ἀνωτάτους Ἄρχοντας, ἐκπροσωποῦντας τὴν μίαν καὶ ἑνιαίαν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἀπὸ τῆς λεπτομερειακῆς ὅμως ἀπόψεως τῆς συνθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς ἐργασίας τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἡ ἐποχή, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκράτει ἡ ἀντίληψις τῆς Ἀντιπροσωπείας ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς παρῆλθε καὶ ἡ ἐπιστήμη σήμερον τὴν ἀπορρίπτει καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος οὐδαμοῦ τὴν ἀποδέχεται. Σήμερον παντοῦ ἔχει ἐπικρατήσει ἡ θεωρία τῆς ἀντιπροσωπεύσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ἐντολῆς. Ἡ νομικὴ δὲ ὕλη τῆς θεωρίας ταύτης εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι ἡ ἐντολὴ ἡ διδομένη εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ δὲν δίδεται οὔτε ἀπὸ τὸν ἐκλογικὸν σύλλογον ὁ ὁποῖος ἐκλέγει τὸν Α ἢ Β ἀντιπρόσωπον, οὔτε δίδεται πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐκλεγομένου, οὔτε δίδεται μὲ ὡρισμένον περιεχόμενον. Ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐντολὴ δίδεται ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ. Ἂν δὲ ἡ ἐκλογὴ γίνεται κατὰ μεμονωμένους ἐκλογικοὺς συλλόγους, τοῦτο γίνεται μόνον ἀπὸ σκοπιμότητα. Ὅτι δίδεται εἰς τὸ σύνολον τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ὅτι δίδεται ἄνευ ὡρισμένης ἐντολῆς, δύναται δὲ νὰ ἐνεργήσῃ ἕκαστος ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἀναλόγως τῆς συνειδήσεώς του. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην ἡ δυαδικότης τοῦ Κοινοβουλίου οὐδόλως ἀντίκειται πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἑνιαίας λαϊκῆς κυριαρχίας. Ὑπεστήριξε κανεὶς ὅτι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία κατανέμεται μὲ τὸ σύστημα τῆς μιᾶς Βουλῆς εἰς τόσα μέρη ὅσοι εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Βουλὴν βουλευταί; Πῶς δὲ εἶναι λογικῶς δυνατὸν καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ περιορίσωμεν τὸν συλλογισμόν μας τοῦτον μόνον ὅταν ἀφορᾷ εἰς τὴν κατανομὴν τοῦ Κοινοβουλίου εἰς δύο παραλλήλους Συνελεύσεις; Ὅτι δὲ ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ἀληθής, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς ἐπιστήμης καὶ ἐκ τῆς πράξεως. Σᾶς ἀναφέρω μόνον—διὰ νὰ μὴ μακρυγορῶ—τὸν ὁρισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως τὸν δίδει ὁ Duguit, λέγων ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ λέξις Κοινοβούλιον ἔχει καθιερωθῆ διὰ νὰ ἐκδηλώνῃ τὰς ἀντιπροσωπευτικὰς Συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σκοπὸν νὰ ψηφίζουν τοὺς νόμους, τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ἐλέγχουν τὰς Κυβερνήσεις». Ὁμιλεῖ περὶ ἀντιπροσωπευτικῶν Συνελεύσεων, εἰς τὸν πληθυντικόν, ὅλα δὲ τὰ σύγχρονα Κράτη, καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη τὰ ὁποῖα μεταπολεμικῶς ὠργανώθησαν καὶ ἑπομένως ἐκπροσωποῦν τὰς συγχρόνους πολιτικὰς ἀντιλήψεις, εἰσήγαγον τὴν δυαδικότητα τοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς καὶ ἐκεῖ νὰ νομισθῇ ὅτι τέμνουν τὴν ἔννοιαν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας εἰς δύο. Εἰς δὲ τὸ Νορβηγικὸν Σύνταγμα ὑπάρχει καὶ ρητὴ θετικὴ διάταξις διαλύουσα πᾶσαν πλάνην, διότι τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἔθνος ἐνασκεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοῦ συνόλου τοῦ Storthing, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ἀπὸ δύο τμήματα, τὸ Landthing καὶ τὸ Odelsthing, τὴν Βουλήν». Ἔχομεν λοιπὸν ρητὴν διάταξιν συνταγματικὴν κοινοβουλευτικοῦ Κράτους σεβομένου καὶ ἐκείνου ὅσον τοὐλάχιστον καὶ ἡμεῖς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ τὸ ὁποῖον ῥητῶς διὰ τοῦ Συντάγματός του ὁρίζει ὅτι τὸ Ἔθνος ἐνασκεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δι’ ἑνὸς Κοινοβουλίου διηρημένου εἰς δύο τμήματα. Ἑπομένως ἡ κατάρτισις τοῦ Κοινοβουλίου ἀπὸ δύο Συνελεύσεις καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς μιᾶς καὶ ἑνιαίας ἐθνικῆς κυριαρχίας.
§37Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ποῖος τὸ ὑπεστήριξεν αὐτό;
§38Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διάφοροι συνάδελφοι. Ἀλλὰ λέγουν ἄλλοι ἀντιφρονοῦντες ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν γενικῶν ἐπιχειρημάτων ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ, αἱ Ἑλληνικαὶ συνθῆκαι δὲν εἶναι πρόσφοροι διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς καινοτομίας ταύτης. Οὕτως οἱ Ἐλευθερόφρονες λέγουν ὅτι ἡ Γερουσία ὑπῆρξεν ἄλλοτε ὡς θεσμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπέτυχεν, ἄρα δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἐκ νέου, διότι θὰ ἀποτύχῃ, ἑπομένως εἶναι θεσμὸς μὴ δυνάμενος νὰ ἐγκλιματισθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου μάλιστα δὲν ὑπάρχει καὶ κοινωνικὴ σύνθεσις πρόσφορος διὰ τὴν Γερουσίαν. Ἀπαντῶ. Ὑπῆρξε, λέγουν, καὶ ἀπέτυχεν. Ἂν ὅμως ἀπέτυχεν, ἀπέτυχεν οὐχὶ διὰ τὰ ἐσωτερικὰ ἐλαττώματα τοῦ θεσμοῦ, ἀλλ’ ἕνεκα εἰδικῶν ἐλαττωμάτων ἀναγομένων εἰς τὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην λεπτομερειακὴν σύνθεσιν καὶ ὀργάνωσιν τοῦ Σώματος. Ἄλλο θεσμὸς καὶ ἄλλο σύνθεσις. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς συνθέσεως τῆς Γερουσίας, τότε δύναται νὰ γίνῃ λεπτομερειακὴ συζήτησις. Τώρα συζητοῦμεν κατ’ ἀρχήν. Δὲν δύναται, λέγουν, νὰ εἰσαχθῇ, διότι δὲν ἔχομεν πρόσφορον ἔδαφος, δὲν ἔχομεν ἀνάλογον κοινωνικὴν σύνθεσιν. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκομαι εἰς ῥιζικὴν διαφωνίαν πρὸς τοὺς Ἐλευθερόφρονας συναδέλφους. Διότι ἡμεῖς, θέλοντες τὴν Γερουσίαν, δὲν θέλομεν ταύτην διὰ νὰ βραβεύσωμεν ὡρισμένας κοινωνικὰς τάξεις, δὲν θέλομεν νὰ ἱδρύσωμεν διὰ τῆς Γερουσίας καμμίαν ἀριστοκρατίαν, οὔτε ἐκ γεννετῆς, οὔτε ἐκ πλούτου ἢ οἱασδήποτε ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα. Ἡ τοιαύτη ἢ ἀλλοία λοιπὸν κοινωνικὴ σύνθεσις τῆς Χώρας δὲν βαρύνει ποσῶς εἰς τὴν κρίσιν μας. Θέλομεν καὶ τὴν Γερουσίαν ὡς Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐκδηλοῦσαν πάντοτε τὴν κοινωνικὴν σύνθεσιν τῶν Ἑλλήνων τοιαύτην οἵα θὰ ὑφίσταται κατὰ τοὺς δεδομένους χρόνους. Συνάδελφος ὅμως, ὄντως διακεκριμένος, ὁ κ. Μπαμπᾶκος, διετύπωσε καὶ μίαν γενικωτέραν ἀντίρρησιν. Εἶπεν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα διέρχεται κρίσιν καὶ ἀντὶ ἡμεῖς νὰ προσπαθήσωμεν πῶς θὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν κατὰ τῆς ἐξελίξεως τῆς κρίσεως ταύτης, δημιουργοῦμεν μίαν Γερουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ ἀποτύχῃ καί, ἀποτυγχανούσης τῆς Γερουσίας, αὐξάνεται ἔτι μᾶλλον ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν διέρχεται ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν θέλω νὰ ἐξέλθω τοῦ θέματός μου καὶ νὰ συζητήσω ἂν ὑφίσταται κρίσις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ ποία ἡ φύσις αὐτῆς. Περιορίζομαι εἰς τὸ θέμα μου καὶ λέγω τοῦτο ἐφόσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἀπόψεως θεσμοῦ καὶ μόνον. Ὅτι ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ὄχι μόνον δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς κρίσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποτελεῖ ἓν μέσον θεραπείας αὐτῆς, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· διότι διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας—τοὐλάχιστον ὅπως ἡμεῖς τὴν φανταζόμεθα—τελειοῦται τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τριπλῆς ἀπόψεως: Ἀπὸ ἀπόψεως συνθέσεως, ἀπὸ ἀπόψεως δυνάμεως καὶ τρίτον ἀπὸ ἀπόψεως γοήτρου. Ἀνυψοῦται ἡ σύνθεσις ἡ ποιοτικὴ τοῦ Κοινοβουλίου γενικῶς, διότι ἡ σύνθεσις τῆς Γερουσίας, κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, εἶναι πάντως δυνατὸν νὰ γίνῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς Γερουσίας ἄνδρας προσωπικοῦ κύρους καὶ ἐπιβολῆς, οἱ ὁποῖοι διὰ τὸν Α ἢ Β εἰδικὸν λόγον δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἑπομένως ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς συνθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου ὑπάρχει βάσιμος ἐλπὶς ὅτι ὁ θεσμὸς θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῆς ἠθικῆς ἀξίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας θὰ ἀνυψώσῃ καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι, ἐφόσον θὰ ἀπαιτῆται ἡ συγκατάθεσις τῆς Γερουσίας διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀνυψοῦται ἡ δύναμις τοῦ Κοινοβουλίου, διότι τὸ Κοινοβούλιον δὲν θὰ εἶναι πλέον ποτὲ δυνατὸν νὰ εἶναι ἐκτεθειμένον, ἕρμαιον εἰς μίαν παράφορον ἢ καὶ ἐγωϊστικὴν θέλησιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Δεδομένων δὲ τῶν δύο τούτων προϋποθέσεων, εἶναι φυσικὸν ὅτι τὸ γόητρον τοῦ Κοινοβουλίου θὰ ἐξυψωθῇ καὶ ἑπομένως ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας — ὡς θεσμός, ἐπαναλαμβάνω ἀνεξαρτήτως τῆς λεπτομερειακῆς αὐτῆς συνθέσεως — θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν παγίωσιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐν Ἑλλάδι. Πῶς ὅμως μᾶς λέγουν θὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀνύψωσιν αὐτὴν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου μὲ ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται μὲ περιωρισμένην νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ μὲ περιωρισμένην πολιτικὴν δύναμιν; Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα τῶν ἀντιφρονούντων, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν. Καὶ ἀπαντῶ. Ἱδρύομεν τὴν Γερουσίαν μὲ περιωρισμένην νομοθετικὴν δύναμιν, εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἄλλως. Ἐφόσον θέλομεν νὰ διχοτομήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἶναι μοιραῖον ὅτι τὰ δύο νομοθετικὰ Σώματα δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ νομοθετικῆς ἀπόψεως νὰ εἶναι ἰσοδύναμα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ διετρέχομεν τὸν ἄφευκτον κίνδυνον νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ εἰς τὴν νομοθετικὴν δύναμιν τῶν δύο Σωμάτων. Εἶναι δὲ φυσικὸν οἱ βουλευταὶ ὡς προερχόμενοι δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς ἀπὸ ὅλον τὸν λαὸν νὰ ἔχουν μείζονα νομοθετικὰ δικαιώματα ἀπὸ τοὺς γερουσιαστάς. Ἀπὸ ἀπόψεως δὲ πολιτικῆς δὲν εἶναι ποσῶς ἀληθὲς ὅτι ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν. Δὲν γνωρίζω μάλιστα ἂν θὰ ἔχῃ πολιτικὴν δύναμιν γενικῶς μικροτέραν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πολιτικὴν δύναμιν θὰ ἔχῃ ἡ Γερουσία, διότι θὰ συμμετέχῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὴν Βουλήν. Γερουσιασταὶ καὶ βουλευταὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ θὰ ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Πολιτικὴν ἐξουσίαν θὰ ἔχῃ κατὰ δεύτερον λόγον ἡ Γερουσία διότι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκῇ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ὅπως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀσκῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ὁρίζῃ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ὅπως δύναται νὰ ὁρίζῃ καὶ ἡ Βουλή. Θὰ ἔχῃ ἐπὶ πλέον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συγκατανεύῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δικάζῃ τοὺς παρὰ τῆς Βουλῆς παραπεμπομένους Ὑπουργούς. Θέλομεν δηλαδὴ τὴν Γερουσίαν ὡς ἓν Σῶμα πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ καταπραΰνῃ τὰ πολιτικὰ πάθη καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἁρμονίαν καὶ τὴν ἰσορροπίαν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀνταγωνισμούς. Θέλομεν νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς διαιτητὴς εἰς τὰς διενέξεις μεταξὺ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ τοιοῦτος διαιτητὴς ἡ Γερουσία, ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ρίπτῃ τὰς Κυβερνήσεις. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὰ πολιτικὰ ζητήματα θὰ ἐνεφανίζετο ἡ Γερουσία ὡς δικαστὴς ἐν ταὐτῷ καὶ διάδικος. Καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παίξῃ τὸν ρόλον τῆς ἀσφαλιστικῆς δικλεῖδος, δηλαδὴ τὸν ρόλον τοῦ διαιτητοῦ. Δὲν θέλομεν λοιπὸν ἡ Γερουσία νὰ ἔχῃ τὸν καθορισμὸν τῶν πολιτικῶν κατευθύνσεων τῶν Κυβερνήσεων. Εἰς ἀντιστάθμισμα ὅμως καὶ χάριν τῆς πολιτικῆς ἰσορροπίας δίδομεν εἰς τὴν Γερουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι ὁ ὕπατος κριτὴς ἐπὶ τῶν πολιτικῶν κατευθύνσεων τῶν Κυβερνήσεων διὰ δύο διατάξεων. Μία εἶναι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία τὴν καθιστᾷ κριτὴν περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς προσφυγῆς εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ λαοῦ πρὸς κρίσιν τῶν βουλευτῶν. Ἡ ἄλλη διάταξις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τὴν καθιστᾷ δικαστὴν τῶν παραπεμπομένων Ὑπουργῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἤθελε κρίνει ἡ Βουλὴ ὅτι ἔπρεπε νὰ παραπεμφθοῦν εἰς δίκην. Ἂν θελήσωμεν, κύριοι βουλευταί, νὰ κρίνωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ στενῆς—ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις—καὶ κομματικῆς ἴσως ἀπόψεως, βεβαίως ἡ πολιτικὴ δύναμις, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ βουλευταὶ νὰ ρίπτουν τὴν Κυβέρνησιν εἶναι—δὲν θέλω νὰ εἴπω τὴν λέξιν—μεγαλυτέρα, ἀλλὰ δραστικωτέρα ἀπὸ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ γερουσιασταί, διότι ἡ πίεσις, τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων, θὰ εἶναι πρακτικωτέρα, ἄρα ἐντονωτέρα. Ἂν ὅμως θελήσωμεν νὰ κρίνωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀνωτέρας ἀπόψεως, νομίζω ὅτι ἡ ἐξουσία τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Γερουσία, νὰ ἀσκῇ πλήρη κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης πλέον τῶν Ὑπουργῶν, δὲν εἶναι δύναμις μικρά, δὲν εἶναι δύναμις σημασίας μικροτέρας ἀπὸ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ρίπτῃ τὰς Κυβερνήσεις. Αἱ δυνάμεις δέ, τὸ σύνολον τῶν πολιτικῶν ἁρμοδιοτήτων, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ Γερουσία, θὰ εἶναι καθ’ ἡμᾶς τοὺς ὑπερμάχους τοῦ θεσμοῦ ἀρκεταί, ὥστε νὰ προσδώσουν εἰς τὸν θεσμὸν τοῦτον ἀρκετὴν αἴγλην, ὥστε ἄνθρωποι κύρους καὶ ἐπιμελείας νὰ θελήσουν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸν νέον τοῦτον ὀργανισμόν, εἰς τὸ νέον τοῦτο κοινοβουλευτικὸν Σῶμα, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ποιοτικὴ σύνθεσις τούτου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντίρροπον καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πολιτικὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῆς συνεργασίας τῶν δύο τούτων Σωμάτων νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν, δηλαδὴ βελτίωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἐξυγίανσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κολυβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§40Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ διακεκριμένος συνάδελφος καὶ δημοσιολόγος κ. Μπακόπουλος ἐξέθεσε τὴν σημασίαν τοῦ θεσμοῦ τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Πραγματικῶς, κύριοι, παρηκολούθησα ὡς μέλος τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τὰς συζητήσεις αὐτῆς καὶ παρετήρησα ὅτι ἐπὶ δύο κυρίως θεμελιωδῶν βάσεων ἐγένοντο αἱ μεγαλύτεραι καὶ μᾶλλον θορυβώδεις συζητήσεις. Οἱ θεσμοὶ οὗτοι εἶναι δύο. Πρῶτον ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καὶ δεύτερον ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας. Πραγματικῶς τὸ μὲν πρῶτον ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, τὸ δὲ δεύτερον ἀντικατοπτρίζει τὰς ροπὰς καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ σχετικῶς μὲ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα. Σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Γερουσίας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος εὐηρεστήθη νὰ θέσῃ ὑπὸ συζήτησιν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκε τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων σχετικῶς μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ ἐπεκαλέσθη κυρίως δύο ἐπιχειρήματα. Πρῶτον ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῶν παραδόσεων καὶ δεύτερον ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἀντιλαϊκός. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι διέφυγε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡ λεπτὴ αὐτὴ διάκρισις, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων δὲν ἔθεσεν ὡς μοναδικὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, ἀλλ’ ἔθεσεν τὸν ἱστορικὸν ἀπολογισμὸν τῆς Γερουσίας. Εἶπε δηλονότι ὅτι εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῶν παραδόσεων. Ποῖος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, οὐδὲ ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῶν παραδόσεων; Καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἁπανταχοῦ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης ἐδημιουργήθη ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Δεύτερον ἐπιχείρημα προὐτάθη ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι ἀντιλαϊκός.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν. Δὲν μὲ διέλαθεν ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἱστορικῆς καταγωγῆς τοῦ θεσμοῦ καὶ τῆς σημερινῆς αὐτοῦ ἐμφανίσεως ὅπως διεμορφώθη μὲ τὴν ἐξέλιξιν τῶν συγχρόνων ἰδεῶν, τοὐναντίον ἐτόνισα ὅτι, ὅταν θέλωμεν σήμερον νὰ κρίνωμεν τὴν ἀνάγκην τοῦ θεσμοῦ, πρέπει νὰ λάβωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν μας, ὅπως οὗτος διαμορφωθῇ σήμερον καὶ νὰ μὴ βαρύνῃ εἰς τὴν σκέψιν μας ἡ ἱστορικὴ αὐτοῦ ἐξέλιξις... Ἄν δὲ ἐπέμεινα εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μνημονεύετε, τὸ ἔπραξα μόνον καὶ μόνον, διότι ἀνέγνωσα τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὰς ὁποίας σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω.
§42Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Εἶναι περιττόν, τὰς γνωρίζομεν.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμφισβήτησα λοιπὸν τὴν ἄποψιν αὐτὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τῶν Ἐλευθεροφρόνων.
§44Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Ταυτίζονται, κ. Μπακόπουλε, αἱ ἀντιλήψεις μας, διαφέρουσι μόνον κατὰ τοῦτο τὸ σημεῖον, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν εἶναι τὰ μόνα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐβάρυνον εἰς τὴν συνείδησίν μας ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τούτου.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα.
§46Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, εἶναι ἱστορικὴ ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα τοῦ ἀντιλαϊκοῦ τοῦ θεσμοῦ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ἰδιαίτατα ἐν Ἑλλάδι, διότι ὁ θεσμὸς οὗτος ἤγειρε μεγάλην κατακραυγὴν καὶ ὑπὸ τὴν κατακραυγὴν ταύτην τοῦ λαοῦ κατέπεσε. Τοῦτο ὅμως τὸ ἐπιχείρημα καὶ πάλιν δὲν εἶναι ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ θεσμοῦ, εἶναι ἐπιχείρημα ἀναγόμενον εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος ἔθεσεν ὑπὸ κατηγορίαν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προέτειναν οἱ ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦτον, δὲν ἠκούσθησαν ὅμως καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀντιτιθέμενα πρὸς τὰς γνώμας τῶν ὑπερμάχων τῆς Γερουσίας. Θὰ τὰ ἐκθέσω συντόμως. Δύο εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ὑπερμάχων τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Πρῶτον ὅτι ἡ Γερουσία χρησιμεύει ὡς ἀντισχετικὸς φραγμὸς κατὰ τῶν νέων ροπῶν τῆς Κοινωνίας καὶ δεύτερον ὅτι χρησιμεύει διὰ τὴν καλυτέραν καὶ ἀρτιωτέραν παρασκευὴν καὶ ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα προετάθησαν καὶ εἰς ξένα Κράτη καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων Κρατῶν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ τὴν Γαλλίαν. Ταῦτα περιελήφθησαν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1875 ἐν Γαλλίᾳ, ὅτε ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἰσήχθη ἐκεῖ μὲ τὸ νέον αὐτοῦ πολίτευμα. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἐν Γαλλίᾳ, νομίζω ὅμως ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνεται παραλληλισμὸς τῶν ἐποχῶν. Ἄλλη ἡ ἐποχὴ τοῦ 1875, ἄλλαι αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐτέλει ἡ Εὐρώπη τότε καὶ ἄλλαι αἱ σημεριναί. Ἐθεωρήθη τότε σὺν τοῖς ἄλλοις ἐν Γαλλίᾳ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὰς Βουλὰς τῶν δημοκρατικῶν πολιτευμάτων, νομίζω ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἔχει μεταβληθῆ καὶ οἱ φιλελεύθεροι θεσμοὶ ἔχουσιν ἰσχυροποιηθῆ, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην ἱδρύσεως Γερουσίας. Πλὴν τούτων διερωτῶμαι πῶς ἡ Γερουσία εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνέσκηψεν ὁ δικτατορικὸς κυκλών, κατώρθωσε νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν κυκλῶνα τοῦτον; Βλέπομεν ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἱσπανίαν καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν οὐδὲν κατώρθωσεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ πράξῃ ἡ Γερουσία. Ἀπὸ ταύτης λοιπὸν τῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι ἡ Γερουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ τὰ πλεονεκτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦνται οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Λέγουν προσέτι ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι θεσμός, ὁ ὁποῖος θὰ καταστῇ φραγμὸς ἀνασχετικὸς τῶν νέων ῥοπῶν τῆς Κοινωνίας, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἡ Γερουσία ἠδυνήθη νὰ ἀνακόψῃ τὰς νέας αὐτὰς ῥοπάς. Καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Γαλλίαν, ὅταν ἐδημιουργήθη ἡ μεγάλη κρίσις διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ Μιλλεράν, δὲν ἠδυνήθη ἡ Γερουσία νὰ ἀπομακρύνῃ τὴν κρίσιν. Ὁ κ. Μπακόπουλος ὑπεστήριξεν ὅτι ἔχει καὶ πολιτικὴν δύναμιν ἡ Γερουσία. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ διαφωνήσω εἰς τοῦτο. Ὡς διετυπώθη ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ὡς διεμορφώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Γερουσία δὲν δύναται νὰ φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἠλαττωμένη κατὰ δύναμιν καὶ εἶναι φυσικόν, ὅταν ἓν Σῶμα εἶναι ἠλαττωμένον καὶ ὅταν μία Κυβέρνησις συνδέει τὴν τύχην της πρὸς ὡρισμένα νομοσχέδια, εἶναι φυσικὸν νὰ ἀναμένῃ τις ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ὑποτελείας τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἂν ζητήσῃ νὰ ἀντιταχθῇ, θὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν καὶ θὰ χάσῃ ἢ θὰ ὠθήσῃ εἰς βεβαίας πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει κατὰ πάντα τρόπον νὰ ἀποφύγωμεν. Θὰ ἐπεθύμουν ἀκόμη νὰ εἴπω ὅτι ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἔρχεται διὰ μιᾶς τροπολογίας αὐτοῦ, συζητηθείσης ἐν τῇ συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ζητεῖ νὰ δημιουργήσῃ ἓν τρίτον νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ὑποκαθιστᾷ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, τὸ ὁποῖον θὰ συνεδριάζῃ διαρκούσης τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς, κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τί γίνονται τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀνασχετικῶν φραγμῶν καὶ τῆς καλυτέρας ἐφαρμογῆς τῶν νόμων; Ἐπικαλοῦμαι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ ἐκδηλωθέντα ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἦσαν καὶ μέλη τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον νὰ ἱδρύσωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς νευρώδους δυναμικότητος, εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ζωῆς, τῆς κινήσεως, τῆς ταχύτητος, νὰ ἱδρύσωμεν ἓν Σῶμα γηραλέον, βραδυκίνητον καὶ ὀπισθοδρομικόν. Καὶ μόνον θεωρητικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογήν, δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσι τοιαύτας γνώμας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πολλάκις ἀνασχετικῶν φραγμῶν, ἐφόσον ὅμως εἶναι δυνατὸν σὺν τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ἐξελίξει νὰ δημιουργηθῶσι κόμματα ἀρχῶν καὶ νὰ λειτουργῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὁπότε εἶναι δυνατὸν ἐκ τούτου τοῦ λόγου νὰ ὑπάρχῃ κάποιος φραγμὸς περιστέλλων τὰς ὑπερβασίας της. Δὲν πρέπει ὅμως κανεὶς νὰ λησμονῇ ὅτι ἡ ἐργασία τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς μελλούσης νὰ διοχετευθῇ εἰς τὰ τοπικὰ Συμβούλια τῆς ἀποκεντρωτικῆς διοικήσεως θὰ ἀποτελέσῃ ὄντως ἀνασχετικὸν φραγμόν. Θὰ περιορισθῇ ἡ Βουλὴ ἡ ὑπάρχουσα σήμερον εἰς τὰ θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων συζητεῖ καὶ συνέρχεται. Τοῦτο θὰ εἶναι σπουδαιότατον ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ ἀνασχετικοῦ φραγμοῦ, τὸν ὁποῖον ἑκάστοτε ἐπικαλοῦνται. Συνεπῶς ὄχι μόνον ἡ Γερουσία δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀνασχετικὸν φραγμόν, ἀλλὰ καὶ ἂν θέλωμεν ἀνασχετικοὺς φραγμοὺς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς εὕρωμεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰ ἔργα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἀλλά, κύριοι, ἐπικαλοῦνται καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα. Τὸ ἐπιχείρημα τῆς καλυτέρας παρασκευῆς τῶν νόμων εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐδέχθησαν ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας θὰ γίνεται κατὰ 80% διὰ μέσου ἐκλογῆς κατ’ εὐρυτάτας ἐκλογικὰς περιφερείας. Καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐπιζητουμένη ἐκλογὴ προσώπων, ὥστε ταῦτα ἐγκαθιστάμενα εἰς τὴν Γερουσίαν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν καλυτέραν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν θὰ εἶναι ἄμεσος, ἀλλ’ ἔμμεσος, πάλιν δὲν παρέχεται ἡ ἐγγύησις ὅτι θὰ εὕρωμεν τὰ κατάλληλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν καλυτέραν παρασκευὴν τῶν νόμων. Κύριοι, ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἡ παρασκευὴ τῶν νόμων δὲν γίνεται εἰς τὰς αἰθούσας ταύτας, ἀλλὰ γίνεται εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ θὰ ἴδωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῶσι καλύτεροι νόμοι. Εἰς τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐντὸς τῶν Σωμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ καλυτέρα παρασκευὴ τῶν νόμων. Ἂς ὀργανώσωμεν λοιπὸν τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὰς ἐργασίας τὰς γενομένας ἐν τῇ συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ, χάρις εἰς τὴν δεξιὰν διοίκησιν τοῦ προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Μερλοπούλου, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον, ὅπως ἐν τῇ Βουλῇ θέλει καταδειχθῆ, ἀπέδωσεν ἄριστα ἀποτελέσματα. Ἐφόσον, κύριοι, ἔχομεν ὡρισμένας ἐγγυήσεις πρὸς καλυτέραν παρασκευὴν τῶν νόμων, διατί νὰ θέλωμεν Γερουσίαν διὰ νὰ παρασκευάσωμεν τοὺς νόμους τούτους; Πλὴν τούτου σᾶς ἐρωτῶ· ποία ἡ ἐγγύησις ἡ ὁποία παρέχεται ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐγκαθιστάμενα εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσουν καλύτερα προσόντα; Πολλάκις ἡ Βουλὴ εἶχε κατάλληλα πρόσωπα. Ἂν τὰ πρόσωπα ταῦτα μετατεθῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσωσι καλύτερα προσόντα;
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐζήτησαν δύο βαθμούς.
§48Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Τοὺς δύο βαθμοὺς ἐξήτασα διὰ τὸν πρῶτον, τοῦ ἀνασχετικοῦ φραγμοῦ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἀπ’ ἀρχῆς μὲ παρηκολουθήσατε.
§49Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντοτε.
§50Ν. ΚΟΛΥΒΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματά μου ἐξετέθησαν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀνασχετικὸν φραγμόν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ὅτι ἡ Γερουσία θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλυτέραν παρασκευὴν τῶν νόμων. Ὁμιλῶν περὶ πολυνομίας ὁ κ. Βοκοτόπουλος ὀρθῶς εἶπε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ὅτι ἐκ τῆς πολυνομίας ἢ ἐκ τῆς ἀντινομίας δὲν ἐξαρτᾶται καὶ ἡ πολιτικὴ εὐτυχία τοῦ Τόπου. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπομνήσω ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἱ νόμοι παρουσιάζουσι μεγάλας ἀντινομίας· εἰς ἓν ἄρθρον εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάζεται ἀντινομία. Τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει ὅτι δὲν δύναται νὰ βελτιωθῇ ἡ τυχὸν ὑπάρχουσα πολυνομία ἢ ἡ ἀντινομία, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἀγγλία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ εὐτυχία. Ἡ ἀντινομία ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύναται διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας νὰ θεραπευθῇ. Ταῦτα εἶναι, κύριοι, τὰ οὐσιώδη ἐπιχειρήματα τῆς καλυτέρας παρασκευῆς τῶν νόμων καὶ τῆς ἀνασχετικότητος, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ ἐγὼ προσωπικῶς εἴμεθα διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνεπτύξαμεν ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη μετὰ τὴν λειτουργίαν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἐπὶ μίαν 60ετίαν ἠδυνήθη ἐπαρκῶς νὰ ἐξασφαλίσῃ εἴτε μόνη της, εἴτε ἐν συντακτικῇ αὐτῇ μορφῇ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἔχω ἐπίσης τὴν ἀντίληψιν ὅτι; ἂν κατὰ τοὺς τελευταίους ἰδίους χρόνους τῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας παρετηρήθησαν ἀνωμαλίαι ἢ κακὴ ἐπεξεργασία τῶν νόμων ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι προῆλθον ἐν τούτοις ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης φωτεινότατα πολλάκις νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τιμὴν καὶ διὰ τὴν σημερινὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ διὰ κάθε ἄλλην μέλλουσαν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ἔχω ἐπίσης τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης ἀνεπήδησαν μεγάλαι πολιτικαὶ φυσιογνωμίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκ περιτροπῆς διῴκησαν τὸν Τόπον καὶ ὅτι ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης ἡ Ἑλλὰς εἶδεν ἡμέρας εὐτυχίας καὶ προόδου. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ ἐγὼ προσωπικῶς εἴμεθα ἀντίθετοι τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. (Χειροκροτήματα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μάξιμος ἔχει τὸν λόγον.
§52Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τονισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ γεγονὸς τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς παρατάξεώς μας ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ ἀποκλεισμὸς εἶναι ἀντικανονικός, διότι ἡ σύνθεσις καὶ ἡ ἀναλογία τῶν κομμάτων μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἀντιπροσωπευθῶμεν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, ὅπως καὶ εἰς κάθε ἄλλην Ἐπιτροπὴν δι’ ἑνὸς ἀντιπροσώπου. Δὲν ἠξεύρω ποῖαι ἀντιλήψεις ἐπεκράτησαν, τὸ γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι, μολονότι ὑπεβάλομεν ὡρισμένας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς κρίνομεν τὸ Σύνταγμα, εὑρέθημεν εἰς ἀδυναμίαν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰς τροπολογίας μας αὐτὰς εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ εἴμεθα ὡς ἐκ τούτου ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκφέρωμεν μερικὰς γνώμας καὶ παρατηρήσεις ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, νομίζω δὲ ὅτι θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν ἐν γένει συζήτησιν ἡ παράταξις καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς τάξεως, ἡ ὁποία διεκδικεῖ τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἰσχὺν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ. Τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν γνώμην μας ἐκφράζει καὶ ρυθμίζει τὰς σχέσεις τῆς ἐν τῇ Κοινωνίᾳ κρατούσης τάξεως πρὸς τὴν ὑπόλοιπον κατηγορίαν, πρὸς τὴν ὑπόλοιπον τάξιν, πρὸς τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς Κοινωνίας.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γενικῶς τὸ Σύνταγμα.
§54Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Γενικῶς οἱονδήποτε συζητούμενον Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐκφράζει καὶ ρυθμίζει τὰς σχέσεις τῆς κυριάρχου τάξεως πρὸς τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς Κοινωνίας, καθὼς καὶ τὴν μορφὴν τῆς κυριαρχίας τῆς τάξεως αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι μία ἄποψις, ἡ ὁποία βεβαίως ἀντίκειται πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς συνταγματολογίας, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης μία ἄποψις ἱστορικῶς ὀρθὴ κατὰ τὴν γνώμην μας. Ἐφόσον λοιπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡμεῖς ἐξετάζομεν καὶ κρίνομεν τὸ Σύνταγμα, ἐφόσον κριτικῶς καὶ μόνον κριτικῶς δυνάμεθα νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησιν, δεδομένου ὅτι σήμερον κυριαρχεῖ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τάξις κεφαλαιοκρατική, ἡ ὁποία ἀποκλείει τῆς διαχειρίσεως τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν τὰς καταπιεζομένας τάξεις....
§55Χ. ΛΑΔΑΣ. Σεῖς ποὺ εἶσθε βουλευτὴς δὲν διαχειρίζεσθε πολιτικὴν ἐξουσίαν;
§56Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν αὐταπάτην ὅτι διαχειρίζομαι πολιτικὴν ἐξουσίαν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι συνάδελφοι.
§58Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἐφόσον, λέγω, ἡ βάσις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς κινούμεθα εἶναι αὐτή, αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἐν τῷ συνόλῳ ὑποβάλλομεν εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι τροπολογίαι μιᾶς τάξεως, ἡ ὁποία θέλει κυρίως νὰ καταχωρήσῃ ὡρισμένα δικαιώματα ἐντὸς τοῦ σημερινοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος.
§59Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μιᾶς τάξεως.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§61Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι οἱ κομμουνισταὶ ἐκπροσωποῦν ὅλην τὴν ἐργατικὴν τάξιν;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκφράζει τὰς ἀντιλήψεις του. Ἐξακολουσήσατε, κ. βουλευτά.
§63Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, λέγω, ὑπεβάλλομεν ὡρισμένας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὴν καταχώρησιν ὡρισμένων δικαιωμάτων τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐντὸς τῆς σημερινῆς Κοινωνίας, διότι ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι ὅλοι οἱ πολῖται ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὅτι ἡ Κοινωνία ἀποτελεῖται ἀπὸ τάξεις καὶ ὄχι ἀπὸ πολίτας ἔχοντας τὰ αὐτὰ πολιτικὰ δικαιώματα.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Γνώμη του εἶναι.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἀδιαφόρως νὰ ἀκούωμεν τοιαῦτα πράγματα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ τοῦ λόγου. Διερμηνεύει τὰς σκέψεις τοῦ κόμματός του.
§68Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει;
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§70Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Λοιπὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ κρίνωμεν καὶ τὸ ἔργον τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἠξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι ὑπάρχουν διάφορα Συντάγματα διαφόρων Κρατῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατηρήσῃ κανεὶς εἶναι ὅτι τὰ Συντάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν κατόπιν ὡρισμένων ἐπαναστάσεων, εἶναι περισσότερον σαφῆ τῶν ἄλλων Συνταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔγιναν εἰς ἄλλας περιόδους καὶ ὑπὸ ἄλλας ὡρισμένας συνθήκας. Θὰ ἔλθω δὲ συγκεκριμένως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἄποψιν ὡς πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ συμβιβασμοῦ τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, διότι ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τῶν βασικῶν καὶ ἄλλων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἂν παρατηρήσητε τὸ Σύνταγμα τῆς πρώτης Γαλλικῆς Δημοκρατίας, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦτο εἶναι σαφές, σαφέστατον, διότι εἶναι προϊὸν ἐπαναστάσεως μιᾶς τάξεως, ἡ ὁποία ἦτο ἤδη κυρίαρχος ὅταν εἶχε τὴν νομοθετικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὸ Ρωσσικὸν Σύνταγμα. Ἀντιθέτως τὰ Συντάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν εἰς χώρας εἰς τὰς ὁποίας οἱ κοινωνικοὶ ἀγῶνες δὲν ἔλαβον μίαν συγκεκριμένην μορφήν, εἰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπῆλθον μὲν πολιτικαὶ μεταβολαὶ οὐχὶ ὅμως κατόπιν ἀγώνων κοινωνικῶν καὶ πολιτειακῆς φύσεως, ἀλλὰ κατόπιν κινήσεων ἐκ τῶν ἄνω, εἶναι πολὺ φυσικὸν τὰ Συντάγματα τῶν χωρῶν αὐτῶν νὰ φέρωσι τὸ πνεῦμα τοῦ συμβιβασμοῦ πρὸς τὴν προηγουμένην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἀντικατέστησαν. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ χαρακτηριστικὸν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διακρίνει καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Δὲν ἔχομεν Δημοκρατίαν ἐπικρατήσασαν κατόπιν κοινωνικῆς ἢ λαϊκῆς—ἂς τὸ εἴπωμεν εἰλικρινῶς—ἐπαναστάσεως. Ἔχομεν ἀντιθέτως μίαν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία τὴν ἐπαύριον τῆς διὰ δημοψηφίσματος ἐπικρατήσεώς της ἐπεδίωξε καὶ ἐπιδιώκει τὸν συμβιβασμὸν πρὸς τὸ προηγούμενον καθεστώς. Διὰ τοῦτο ἔχομεν καὶ ἓν Σύνταγμα ἀμάλγαμα μοναρχικῶν καὶ δημοκρατικῶν πεποιθήσεων. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ συζήτησις περὶ Γερουσίας, διὰ τοῦτο καὶ ἡ σύγχισις ὡς πρὸς τὸ τί εἶναι δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ κατὰ τί τοῦτο διαφέρει ἀπὸ τὸ προηγούμενον. Τὸ ἔργον τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς φέρει τὴν σφραγῖδα τοῦ πνεύματος τοῦ συμβιβασμοῦ, φέρει τὴν σφραγῖδα τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία διέπει σήμερον τὴν Χώραν μας καὶ τῆς ὁποίας ἐκδήλωσις καὶ κορύφωμα εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Ἂν παρατηρήσητε τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἴδητε τὸν συμβιβασμὸν μεταξὺ Μοναρχίας καὶ Δημοκρατίας. Βλέπετε ἐπὶ παραδείγματι τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος παρακαθήμενον μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἡ κάπως Sui Jeneris αὐτὴ ἡ Δημοκρατία δίδει ἀκριβῶς τὴν σφραγῖδά μας εἰς ὅλας τὰς μεταρρυθμίσεις, εἰς ὅλα τὰ ἔργα καὶ εἰς ὅλας τὰς πράξεις, ὄχι μόνον τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς ζωῆς. Ὁ δὲ συντηρητικισμὸς ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησεν εἰς τὴν ἐκλογήν της, ἐνίσχυσε τὸ πνεῦμα αὐτὸ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διέπεται καὶ ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Μπακόπουλος ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι προϊὸν μοναρχικὸν ἢ μοναρχικῆς καταστάσεως ἢ συντηρητικῶν τάσεων....
§71Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτά.
§72Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. .... καὶ ὅτι ἀποτελεῖ φραγμὸν πάσης προοδευτικῆς καὶ λαϊκῆς θελήσεως.
§73Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἀναχωρεῖτε ἐξ ἐσφαλμένης βάσεως. Δικαίωμά σας, ἀλλὰ καὶ δικαίωμά μου νὰ σᾶς παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι ἀναχωρεῖτε ἐξ ἐσφαλμένης βάσεως.
§74Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἂν καὶ κατὰ τοῦτο θὰ συμφωνήσω δυστυχῶς καὶ μὲ τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι θεσμὸς ἀντιδραστικός, εἶναι θεσμὸς ὁ ὁποῖος ἀπέμεινεν ἀπὸ τὴν προηγουμένην κατάστασιν τῆς Μοναρχίας. Οὔτε δὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι δημοκρατικὸς θεσμός. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ Conceil du Roi τοῦ Μεσαίωνος. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νομίζω ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων δὲν φαίνεται προοδευτικότερον, ὅταν χαρακτηρίζῃ μὲν τὴν Γερουσίαν ὡς ἀπομεινάριον τῆς μοναρχικῆς καταστάσεως, προτείνει δὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν σημερινὴν πολιτικὴν κατάστασιν.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἡ Βουλή;
§76Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι προϊὸν τῆς ἀστικῆς ἐπαναστάσεως, εἶναι προϊὸν τοῦ δεκάτου ὀγδόου αἰῶνος, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν διεκηρύχθησαν κατὰ πρώτην φορὰν τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου.
§77Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§78Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Μάλιστα.
§79Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος ἀκριβῶς διὰ τὸν ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἡ πρώτη ἐκδήλωσις τοῦ Κοινοβουλίου ἦτο ἡ ἑνιαία Βουλή, εἶναι ὅτι τὸ Κοινοβούλιον, ὅταν τὸ πρῶτον ἱδρύθη, ἱδρύθη ὡς εἷς θεσμός, προωρισμένος νὰ προασπίσῃ τὸ ἄτομον κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ Μονάρχου καὶ πρὸς τοῦτο ἡ δραστικότης τοῦ Σώματος θὰ ἦτο μεγαλυτέρα, ἂν τὸ Σῶμα ἦτο ἑνιαῖον καὶ οὐχὶ διπλοῦν.
§80Σ. ΜΑΞΙΜΟΣ. Ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων καὶ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων εἰς τὴν Ἀγγλίαν μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ τοῦ νεωτέρου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕνα καθαρῶς ἀστικὸν χαρακτῆρα καὶ ἔλαβε μίαν συγκεκριμένην μορφὴν μόνον μετὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν, συνεπῶς καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἐπεκράτησε καὶ ἐπικρατεῖ συνεχῶς τὸ πνεῦμα τῶν συμβιβασμῶν εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν ζωήν. Καὶ διὰ τὴν Γαλλίαν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Γερουσίας μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Γʹ Γαλλικῆς Δημοκρατίας, δηλαδὴ ὅταν ἡ Βουλὴ τῶν γερουσιαστῶν ἀπετελεῖτο σχεδὸν ἀπὸ τὸ ⅓ τῶν βασιλοφρόνων. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφύγῃ διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς εἰς τὴν πρώτην Δημοκρατίαν ἐν Γαλλίᾳ δὲν ὑπῆρχεν ἡ Γερουσία. Πρέπει νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν ὡς ἕνα συμβιβασμὸν πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐνῷ ἀντιθέτως ὅλα τὰ πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προϊόντα ἀγώνων κοινωνικῆς μορφῆς, τὰ πολιτεύματα τὰ ὁποῖα ἐπεκράτησαν δι’ ἐπαναστατικῶν ἀγώνων ἀστικῶν πολιτευμάτων, ἐννοῶ καὶ τὴν πρώτην Γαλλικὴν Δημοκρατίαν, ὅπως καὶ ἡ Γερμανικὴ Δημοκρατία μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Κάϊζερ, ὅπως καὶ ἡ ἐργατικὴ Ρωσσικὴ Δημοκρατία, τὰ πολιτεύματα αὐτὰ δὲν ἔχουν Γερουσίας. Ἀλλ’ εἰδικῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν Τόπον ποτέ. Ἀντιθέτως θὰ δημιουργήσωμεν ὄχι ἁπλῶς φραγμούς, ἀλλ’ ἐμπόδια ἐν τῇ νεωτέρᾳ ἐξελίξει τῶν διαφόρων ρευμάτων, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν ἐργατικῶν. Ἄν, κύριοι, αἱ ζυμώσεις αὐταὶ γίνονται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι ζυμώσεις αἱ ὁποῖαι εὑρίσκουν ἀπήχησιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ ἢ ἄλλων στρωμάτων, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀντιπροσωπευθοῦν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ τεθῇ ἀπολύτως οὐδεὶς φραγμὸς καὶ τοῦτο μάλιστα ἀπὸ ἀστικῆς ἀπόψεως διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν σεῖς τόσον πολὺ πρεσβεύετε. Ἄν μία μερὶς τοῦ λαοῦ εἶναι ὑπὲρ τοῦ κομμουνισμοῦ, θὰ εἶναι πάντοτε ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅπως ἐπίσης ἂν μία μερὶς εἶναι ὑπὲρ τῆς Βασιλείας θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, καθὼς ἐπίσης καὶ ἂν μία ἄλλη μερὶς εἶναι μιᾶς τρίτης καταστάσεως θὰ εἶναι πάντοτε ὑπὲρ αὐτῆς. Δὲν δύνασθε σεῖς νὰ ρυθμίσητε τὰ πράγματα καθ’ ὃν τρόπον θέλετε. Τὰ πράγματα αὐτὰ ἐξελίσσονται, ἀναπτύσσονται καὶ διαμορφοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων αἰτιῶν, τὰ ὁποῖα διαφεύγουν τὴν θέλησιν τὴν ἰδικήν σας ἢ τὴν ἰδικήν μας. Ἡ Γερουσία δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Εἶναι θεσμὸς ἀντιλαϊκὸς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ἐπειδὴ δὲ ἔγινε καὶ παρατήρησις διότι ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος τῆς ἐργατικῆς τάξεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὅτι ἡμεῖς οἱ κομμουνισταὶ δὲν ἀναγνωρίζομεν ἄλλα συμφέροντα ἐκτὸς ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῆς ἐργατικῆς τάξεως, τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ, ὅστις ἀποτελεῖ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἔχομεν μίαν ἀδυναμίαν νὰ ὁμιλῶμεν πάντοτε περὶ τάξεων καὶ νὰ ἐξετάζωμεν τὰ πράγματα ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν ἀγώνων τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι διευθύνουν καὶ διέπουν ὅλα τὰ φαινόμενα τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς καὶ ἀποτελοῦσι τὸ κέντρον τῆς ἐξελίξεως τῶν διαφόρων πολιτικῶν ἀγώνων καὶ μεταβολῶν. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι καὶ μόνον ἡ παραδοχὴ τῆς Γερουσίας, ἂν καὶ ὑποστηρικταὶ εἶναι οἱ δημοκρατικοὶ ἐνῷ ἀντίθετοι εἶναι οἱ βασιλόφρονες, συνεπῶς καὶ μόνον ἡ παραδοχὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν γνώμην μου, μίαν πρᾶξιν ἀντιδημοκρατικήν, μίαν πρᾶξιν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. Ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν συγκεκριμένως ἐπὶ τῶν ἄρθρων περὶ ἰδιοκτησίας ἐπειδὴ ἡ συζήτησις σήμερον ἔγινε ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς Γερουσίας καὶ ἐπειδὴ δὲν παρέστην κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς περιοριζόμεθα νὰ ἀναφέρωμεν ὁλοκλήρους παρατηρήσεις συγκεκριμένας ἐπὶ τῆς Γερουσίας. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου περὶ ἰδιοκτησίας ἐκεῖ θὰ ἐξετάσωμεν καὶ θὰ ἀποδείξωμεν ἂν ἡ κοινωνία ἀποτελῆται ἀπὸ ἄτομα ἢ τάξεις. Ἐκεῖ θὰ ἀποδείξωμεν ποῖος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ σημερινοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νομίζω ὅτι θὰ κατατοπίσωμεν πολλούς, οἱ ὁποῖοι παρασύρονται ἀπὸ ἀφῃρημένας σκέψεις περὶ ἐλευθερίας δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Φωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§82Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τοῦ κατ’ ἀρχὴν παραδεκτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἀπετέλεσεν ἓν ἀπὸ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν σοβαρῶς τὴν γνώμην τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καίτοι ἐγνώριζον ὅτι ἡ ἀπόφασίς της, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο, θὰ ἐτίθετο ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας κατ’ ἀρχὴν ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενα σοβαρωτάτων συζητήσεων ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπεστήριξα καὶ ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τὰς ἀπόψεις μου, περὶ τοῦ ὅτι ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐδημιούργησεν ἀναπόδραστον ἀνάγκην περὶ τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ προσδώσῃ, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου καὶ πλείστων ἄλλων ὑποστηριξάντων τὸν θεσμὸν αὐτόν, ἀκριβῶς τὴν ὁλοκληρωτικὴν μορφὴν εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ νέου θεσμοῦ, ἦτο ἡ χρεωκοπία δῆθεν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅταν κατὰ τὴν περίοδον ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1863 εἴχομεν μίαν ἀπόλυτον μοναρχίαν, λέγουσιν ὅτι ἡ χρεωκοπία τοῦ θεσμοῦ τούτου ἦτο τοιαύτη, ὥστε κατόπιν διὰ ψηφίσματος τῷ 1863 ἀπηλείφθη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Ἀλλ’ οἱ λόγοι αὐτοὶ ἐξέλιπον σήμερον. Δὲν θὰ εἶναι ὑπερβολὴ νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀκριβῶς ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς καθότι οἱ γερουσιασταὶ τότε δὲν ἀπέρρεον ἀπὸ τὸν λαὸν κατὰ τὸ ἓν ἐκ τῶν συστημάτων εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν μονάρχην, ἦτο ἡ πρώτη ἀφορμή, διὰ τὴν ὁποίαν ἐχρεωκόπησεν αὐτὸς ὁ θεσμὸς εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι, λέγω, ὑπερβολή, ἂν κανεὶς ἀνατρέχων εἰς τὰ τελευταῖα γεγονότα δηλαδὴ εἰς τὴν περίοδον τὴν ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι σήμερον, ἀπὸ τὴν περίοδον τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἴσως ὡρισμέναι περιπέτειαι νὰ ἀποφευχθοῦν, ἂν παραλλήλως πρὸς τὸ ἓν νομοθετικὸν Σῶμα, τῆς Βουλῆς, ἦτο καὶ εἷς θεσμὸς τῆς Γερουσίας, δηλαδὴ ἀπὸ πρόσωπα ἐκλεγόμενα εἴτε δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς, ὅπως ὑποστηρίζουν ὡρισμένοι ἐκ τῶν ὑποστηριξάντων τὸ κατ’ ἀρχὴν παραδεκτὸν τοῦ θεσμοῦ, εἴτε καὶ δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς, ὅπως ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ καὶ εἰς ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντέταξαν ὅτι ἡ δευτέρα Βουλὴ εἶναι προϊὸν δῆθεν μοναρχικῶν ἀντιλήψεων καὶ ἀναχρονιστικῶν, διότι ἐρρίφθη αὐτὸς ὁ ὑπαινιγμός, εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές. Διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐν Ἀγγλίᾳ, ὀφειλόμενος εἰς ἰδιαιτέρους ἱστορικοὺς λόγους παρέσχεν ἄριστα ἀποτελέσματα ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐκεῖ ἐπίσης ὅπου ἀπὸ αἰῶνος καὶ πλέον εἶναι αὐτὸς ὁ θεσμός, ἀποτελεῖ οὐσιῶδες στοιχεῖον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ ὅλα τὰ μεταπολεμικὰ Συντάγματα ἔχουν ἀναγράψει τὸν θεσμὸν αὐτὸν ἐν τοῖς νέοις πολιτεύμασιν καὶ εἰς τὸ ἀναθεωρηθὲν τὸ Βελγικὸν καὶ εἰς τὸ Γερμανικόν, ἐθεωρήθη δὲ ὡς ἓν συμπλήρωμα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος δηλαδὴ τοῦ πολιτεύματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὡς φορέα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἂν ἐπίσης ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς εἰδικωτέρους λόγους δηλαδὴ καὶ εἰς τὸν τρόπον καὶ τὸν μηχανισμόν, μὲ τὸν ὁποῖον καταρτίζονται οἱ νόμοι παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων πολλοὶ ὑπέστησαν τὴν ἐπίδρασιν ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἀλλαχοῦ ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον ἐν Ἑλλάδι διέρχεται μίαν κρίσιν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ὁ ὁποῖος θὰ κριθῇ κατὰ ἕνα καὶ οὐσιώδη λόγον ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, διότι ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς ἕκαστος θεσμὸς κρίνεται κυρίως ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, δὲν ὑπάρχει, λέγω, καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἐπιτακτικὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην διὰ νὰ τίθεται ὡς εἷς διάμεσος σταθμὸς εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς ἡ μία Βουλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὴν ἐντολήν της καὶ ἕνεκα τοῦ Α ἢ Β λόγου νὰ ἔλθῃ εἰς δυσαρμονίαν πρὸς τὸν λαὸν εἴτε τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα. Ὁ τρόπος τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων κατὰ ἕνα βαθμὸν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ ἄλλα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζονται εἰς τὴν δευτέραν Βουλήν, δηλαδὴ ὡς Δικαστήριον ἀνώτατον, ἔχον τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ Ὑπουργούς, κατὰ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἢ καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας παραβάντα τὸ πολίτευμα, ἀποτελεῖ, ἐπαναλαμβάνω, ἕνα θεσμὸν καθαρῶς δημοκρατικόν, προωρισμένον νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα οὐσιώδη παράγοντα διὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ μέλλοντι. Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κολυβᾶς, περὶ τοῦ ὅτι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀλλαχοῦ παρέχουν φωτεινότατα δείγματα νομοθετικῆς ἐργασίας, βεβαίως, δὲν ἐμποδίζεται ὅταν εἰς Γερουσίαν, ἡ ὁποία καὶ ὡς ἐκ τοῦ διαφόρου τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν τὴν Γερουσίαν καὶ ἐκ τοῦ μικτοῦ συστήματος τῆς ἐκλογῆς τοὐτέστιν ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δύνανται νὰ κατέλθουν εἰς ἐκλογὰς ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν λαόν, θὰ ἐξησφάλιζον εἰς τὰς μικτὰς ἐκείνας Ἐπιτροπὰς τὴν τελειοτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων καὶ θὰ ἀποτελέσῃ, ἐπαναλαμβάνω, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἕνα σπουδαιότατον φραγμὸν εἰς ὑπερβασίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ οἰκονομικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ δημιουργήσουν δισταγμούς τινάς, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσουν σοβαρωτάτους λόγους ὅπως ματαιωθῇ ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὸν θεσμόν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐξετάζεται ἐν ἀλληλουχίᾳ μὲ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ ὅτι ἡ παραδοχὴ τοῦ θεσμοῦ θὰ ἔχῃ ὡς ἄμεσον καὶ ἀναγκαίαν συνέπειαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ. Λέγω ὅτι ὁ λόγος αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπετέλει ἓν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῶν ἀντιφρονούντων, μοὶ φαίνεται ὅτι αἴρεται ἐκ τοῦ περιστατικοῦ ὅτι συνδυάζεται μὲ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἐφόσον δέ, ὡς εἴπομεν, εἶναι προωρισμένος διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς δημοκρατικωτέρας μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ παραδεκτοῦ τῆς Γερουσίας, χωρὶς νὰ ἀποτελῇ κώλυμα ὁ φόβος τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐπέρχεται μία σοβαρωτάτη καινοτομία ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐνῷ κατὰ τὸ ἀναθεωρηθὲν Σύνταγμα τοῦ 1911 ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠσκεῖτο ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὡς Ἀνώτατον Ἄρχοντα, διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίαν τῶν ὑψίστων λειτουργιῶν ἢ μᾶλλον τὴν σπουδαιοτέραν τοῦ νομοθετικοῦ παράγοντος, ἀσκεῖται ἀπὸ μόνον τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, δηλαδὴ ὁ Ἀνώτατος αἱρετὸς Ἄρχων ὄχι μόνον δὲν μετέχει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ οὔτε ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως, διότι ἡ κύρωσις δὲν ἀποτελεῖ στοιχεῖον τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀρκεῖ ἡ ψήφισις παρὰ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων ὅπως ἀπαρτισθῇ ὁ νόμος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα παρὰ μόνον τοῦ ὑποβάλλειν προτάσεις νόμων. Ἑπομένως, ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ἀκριβῶς ὅπως καθιεροῦται εἰς τὴν θέσιν τῶν διαφόρων ἄρθρων περὶ Βουλῆς καὶ Γερουσίας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀναθέτει εἰς τὴν Γερουσίαν, δίδει μίαν δημοκρατικωτέραν μορφὴν εἰς τὸ πολίτευμα, διότι στερεῖ ἀκριβῶς τῆς νομοθετικῆς συμμετοχῆς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα.
§83Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων ποῖος τὴν κάμνει;
§84Ε. ΦΩΤΑΚΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ τῶν ὑπευθύνων του Ὑπουργῶν. Λέγω ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διότι προσδίδει σαφῆ ἰδέαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, δηλαδὴ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, διότι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἀποτελοῦν οὐσιαστικῶς ἑνιαῖον Σῶμα, διῃρημένον εἰς δύο. Δηλαδὴ ἀμφότερα ἀποτελοῦν τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι θεωρῶ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ἐν πλήρει ἀλληλουχίᾳ μὲ τὴν ὅλην διασκευὴν τοῦ πολιτεύματος. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ τελευταία περίοδος, τὴν ὁποίαν διηνύσαμεν, ἡ ὁποία ἐκληρονόμησεν ὡρισμένα μαθήματα καὶ ὡρισμένα διδάγματα, μᾶς ἀποδεικνύει ὅτι ὅπου ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐλειτούργησε καὶ κατὰ τὴν προπολεμικὴν καὶ κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖος καὶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖος ὄχι μόνον εἰς τὰ πολιτεύματα τὰ καθαρῶς δημοκρατικά, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπῆρχεν ἡ ἀριστοκρατία εἴτε ἐκ λόγων καταγωγῆς εἴτε ἐκ λόγων οἰκονομικῶν. Ἐθεωρήθη ὡς ἀναγκαῖος θεσμὸς καὶ εἰς τὰς συνταγματικὰς Μοναρχίας καὶ εἰς τὰς βασιλευομένας Δημοκρατίας. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπάρχουν λόγοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀποτρέψουν τὴν Βουλὴν εἰς τὸ νὰ δεχθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸν θεσμὸν ἀλλὰ τὸ ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως τῆς Γερουσίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, θὰ προσδώσῃ τὴν δημοκρατικωτέραν μορφὴν εἰς τὸ πολίτευμά μας καὶ διότι εἶναι προωρισμένη, ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μπακόπουλος, νὰ παράσχῃ κολοσσιαίας ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ εἰς τὴν ἐν γένει προοδευτικὴν ἐξέλιξιν, εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύομεν ἀκλονήτως. Διότι φρονοῦμεν ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ νὰ δημιουργήσῃ μίαν νέαν πολιτικὴν περίοδον ἐξυπηρετικὴν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων ἀνεξαρτήτως διαφορᾶς πολιτικῶν ἢ κομματικῶν ἀντιλήψεων.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§86Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἰς τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἔθος κοινοβουλευτικὸν νὰ μὴ ὑφίσταται κομματικὴ δέσμευσις. Διὰ τοῦτο, μολονότι ἀπέφυγα μετ’ ἄλλων συναδέλφων τὰς τροπολογίας, τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς μερίδος τῶν Συντηρητικῶν Δημοκρατικῶν, διετήρησα ἀκεραίας τὰς ἐπιφυλάξεις μου σχετικῶς μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, κατὰ τοῦ ὁποίου ἤμην καὶ εἶμαι πολέμιος. Τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἀποκρούω ἀνεξαρτήτως τῶν θεωρητικῶν γνωμῶν, ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς Ἑλληνικῆς. Αἱ θεωρητικαὶ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἴσως εἰς ἄλλας ἐποχὰς καὶ δι’ ἄλλα Κράτη θὰ μὲ ἔφερον ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ θεωριῶν καὶ νὰ λησμονήσωμεν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν βιοῦμεν καὶ πρὸ παντὸς τὴν ἐποχὴν καὶ τὸν χρόνον καὶ τὸν τόπον καὶ τὰς συνθήκας τὰς πολιτικάς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐνομοθετῶμεν ἰδιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ καὶ πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους, οὓς θὰ ἐκθέσω διὰ βραχυτάτων. Καὶ λέγω διὰ βραχυτάτων, διότι δεσμευόμεθα ὑπὸ ὡρισμένης κλεψύδρας κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως εἶναι ἀποκρουστέος ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, εἶναι πρώτιστον πάντων τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως δὲν ἐπιτρέπεται μὲ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν λάβει ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς δημιουργίας Σώματος οἷον ἡ Γερουσία, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς κάθε ἐντολήν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὴν ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν κατὰ πάντα τρόπον καὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Ἡ οἰκονομικὴ αὕτη ἄποψις εἶναι ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μᾶς δεσμεύσῃ καὶ νὰ μᾶς κάμῃ νὰ εἴμεθα σκεπτικοὶ διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως τὴν συζήτησιν τὴν περιώρισεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ εἰσήγησίς της μόνον εἰς τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν γερουσιαστῶν καὶ συνδέει πρὸς αὐτὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ τοιουτοτρόπως νομίζει ὅτι φέρει ἰσοζύγιον καὶ δὲν παραβιάζει ἑπομένως ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς νέας δαπάνας. Ἀλλ’ ὅμως νομίζω ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἄποψις δὲν συνδέεται μόνον μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν γερουσιαστῶν. Ἡ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν δημιουργίαν ὁλοκλήρου συστήματος δαπανῶν ἀπὸ τοῦ διευθυντοῦ μέχρι τῶν τελευταίων κλητήρων, οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθοῦν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τούτου, τῶν οἰκονομιῶν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ὁποίου δεσμευόμεθα δυνάμει τῆς ἐντολῆς περὶ αἱματηρῶν οἰκονομιῶν, ἔρχεται ὁ δεύτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἀποκρουστέος. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἓν τῶν κυριωτέρων ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ διηυκόλυνον τὸ ἔδαφος δικτατοριῶν, εἶναι ἡ βραδύτης τῆς λήψεως τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ λοιπὸν πρέπει νὰ τείνωμεν εἰς τὴν ταχυτέραν κίνησιν τῆς κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς, ζητεῖται νὰ γίνῃ καὶ ἡ Γερουσία ὡς ἀνασχετικὸς φραγμός. Εἰς ποίαν ἐποχήν; Εἰς ἐποχὴν μετὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐλέγοντο περὶ δῆθεν ἀνασχετικῶν φραγμῶν, ἐτέθησαν κατὰ μέρος καὶ ἀντὶ ἀνασχετικῶν φραγμῶν ἀνέκυψαν αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι προχθὲς ἀκόμη ἐπολεμήθησαν ἀπὸ τὸν κ. Τσιτσεκλῆν, περὶ νομοθετικῶν ἐξουσιοδοτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν μέχρι συνταγματικῶν ἐξουσιοδοτήσεων ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ὅταν λοιπὸν μετὰ τὸν πόλεμον ἔχωμεν συνταγματικὰς ἐξουσιοδοτήσεις, ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις κατήντησε νὰ γίνῃ ὁ κανὼν πλέον εἰς τὴν παρασκευὴν τῶν νόμων, ἐρχόμεθα σήμερον καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνασχετικῶν φραγμῶν, διότι οἱ νόμοι δὲν παρασκευάζονται καλῶς. Ἀλλὰ πῶς θὰ παρασκευασθοῦν οἱ νόμοι καλῶς; Τὰ ἴδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρασκευάζουν καὶ συζητοῦν τοὺς νόμους εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ἴδια θὰ τοὺς συζητοῦν καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν. Διότι διὰ νὰ θέτωμεν τὸν δάκτυλον ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἥλων θὰ γίνῃ ὁ συμβιβασμὸς μεταξὺ τῶν διαφόρων κομμάτων καὶ τινὲς θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οἱ λοιποὶ εἰς τὴν Γερουσίαν. Εἰς τὴν Γερουσίαν μάλιστα θὰ εἰσέλθουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρότερον χρόνον ὑπηρέτησαν τὴν Πατρίδα καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ὀλιγωτέραν ὄρεξιν νὰ ἐργασθοῦν. Ἑπομένως ὁ κοινοβουλευτισμὸς τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ τῆς Γερουσίας. Λοιπὸν ὁ δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι τρέχομεν κίνδυνον νὰ τονώσωμεν τὰς ἐπιθέσεις κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, διότι, ὡς εἶπον, ὅ,τι κυρίως ἀντιτίθεται σήμερον εἶναι ἡ βραδύτης ἀκριβῶς, ἡ ὁποία συνοδεύει τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ βραδύτης δὲ αὕτη τόσον ἀνεγνωρίσθη ἐκ μέρους τῶν Κοινοβουλίων, ὥστε κατὰ παράβασιν τῶν κοινῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἰσχύουσιν αἱ νομοθετικαὶ ἐξουσιοδοτήσεις, αἱ ὁποῖαι κάθε ἄλλο εἶναι παρὰ ἀνασχετικὸς φραγμὸς εἰς τὴν νομοθετικὴν παντοδυναμίαν τοῦ ἑνὸς νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἵνα δημιουργηθῇ ἡ Γερουσία ἄγει εἰς πολλὰ ἄτοπα. Λέγουν ὅτι εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἔχουν τόσους βουλευτάς, εἰς τόσους κατοίκους. Ἄρα ἡ ἀναλογία ἐπιβάλλει νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐλαττώνωμεν τὸν ἀριθμόν, διότι τότε ἡ Βουλὴ θὰ μεταβληθῇ εἰς Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὑπάρχει τάσις πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν τὸν ἀριθμὸν 150 ποὺ ἠκούσθη παρά τινων, διότι μὲ τὸν ἀριθμὸν αὐτόν, ἂν ὑπολογίσητε τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας καὶ τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ψήφισιν, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ καταντήσωμεν νὰ ψηφίζωμεν τοὺς νόμους μὲ ὀλιγώτερον ἀριθμὸν ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ὁρίζομεν διὰ τὴν νομοθετικὴν Ἐπιτροπήν. Πῶς θὰ γίνωνται κατόπιν αἱ νομοθετικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ πῶς θὰ γίνεται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ ποῖοι θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν; Ἀνεξαρτήτως τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀναπτυχθῇ περισσότερον ὅταν εἶναι μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν καὶ ἑπομένως αἱ πιέσεις μεγαλύτεραι, διότι ἡ πλειονοψηφία θὰ εἶναι μικρὰ καὶ θὰ ἐξαρτᾶται ἐξ ὀλίγων βουλευτῶν, ὧν αἱ ἀπαιτήσεις θὰ ἐπιβάλωνται, ἵνα μὴ στερήσωσι τῆς ψήφου των τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας· ὅτι, ὡς μᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μπακόπουλος, ἤλθομεν ἐνταῦθα διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ νὰ τὰς ἀναπλάσωμεν ἐκ τῶν ἐρειπίων, ἅτινα συνεσσώρευσαν αἱ ἀνώμαλοι ἐποχαί. Ὁ ἴδιος δὲ μᾶς ἔφερε παραδείγματα, τὰ ὁποῖα πιστοῦσι κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ὅταν ἔρχεται μία Βουλὴ καὶ συντάσσει ἓν Σύνταγμα καὶ ἀναπλάσσει τὸν Τόπον μετὰ μίαν λαϊκὴν ἐπανάστασιν, μετὰ μίαν σειρὰν ἀνωμάλων καταστάσεων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ ἀνασχετικοὶ φραγμοὶ τίθενται κατὰ μέρος, ἔδωκε δὲ τὴν ἐξήγησιν ὁ ἴδιος. Εἰς τὸ 1911, λέγει, ἀπερρίφθη πάλιν ὁ θεσμὸς αὐτός, διότι τότε ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς ἐπαναστατικὴν περίοδον καὶ εἶχεν ὀργασμὸν πρὸς ἀνάπλασιν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθοῦν ἀνασχετικοὶ φραγμοὶ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναπλάσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα ἀνάγκην ἀναπλάσεως περισσοτέραν ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην; Καὶ πότε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπέρασε μεγαλύτερος κυκλὼν ἀπὸ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὅπου ὁ καθεὶς ἠδύνατο μὲ πέντε ἢ δέκα ἄλλους νὰ νομοθετῇ, νὰ ἁρπάζῃ τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ δημιουργῇ Πρωθυπουργοὺς καὶ Ὑπουργούς; Πότε εἴχομεν μεγαλυτέραν ἀνάγκην ἀναπλάσεως καὶ ταυτοχρόνως εὐκολίας πρὸς ἀνάπλασιν, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προχθὲς ἀκόμη ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον νὰ τῷ δοθῇ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου του, διότι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἰσχύει σήμερον δὲν εἶναι ὀργανισμὸς καὶ ὅταν ὁλόκληρος Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ μᾶς ὑποβάλῃ σχέδιον ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ Ν. Διατάγματα τοῦ Παγκάλου θὰ περάσουν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ὑπάρχει ἀνάγκη ταχύτητος πρὸς ἀνάπλασιν, ἣν δὲν ἀσφαλίζει ἡ διὰ τοῦ Κοινοβουλίου ὁδός;
§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάπλασις, εἶναι ἀνατροπὴ τῆς ἀνατροπῆς.
§88Χ. ΛΑΔΑΣ. Τόσῳ τὸ καλύτερον ἂν πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς τῆς ἀνατροπῆς, διότι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ὁμαλῆς καταστάσεως, δὲν ἐχάθηκε καὶ ὁ κόσμος νὰ περιμένωμεν καὶ ὀλίγον. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ἀναπλάσεως ἐξ ἀνατροπῆς, ἐρωτῶ· εὑρισκόμεθα πλέον εἰς περίοδον καθ’ ἣν ἐπιτρέπονται ἀνασχετικοὶ φραγμοὶ καὶ δὴ διὰ παραβιάσεως τῆς περὶ οἰκονομιῶν ἐντολῆς τοῦ λαοῦ καὶ δημιουργίας ἑνὸς θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τοῦ νομοπαρασκευαστικοῦ ἔργου θὰ ἔχῃ καὶ τὸ ὕψιστον δῆθεν δικαίωμα νὰ δικάζῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὅταν παραβιάσῃ τὸ καθῆκόν του, ὡς ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ τῆς Βουλῆς; Αὐτὰ ἐν συνόψει εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, κύριοι, τὸ οἰκονομικόν, τὸ τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν καὶ τρίτον τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ὅπλα ἵνα τονωθῇ ἡ κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἀντίδρασις, αὐτά, λέγω, εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μὲ ἔφερον ἀντίπαλον τῆς Γερουσίας, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐξ ἀρχῆς πρὸς τὰς προτάσεις τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω. (Χειροκροτήματα).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§90Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤκουσα μὲ εὐχάριστον ἔκπληξιν τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ τοὺς κλασσικοὺς σχεδόν, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, χαρακτηρισμοὺς περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Μὲ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ μὲ τὴν ἀγόρευσιν τὴν λεπτομερῆ τοῦ ἀπολογητοῦ τῆς Γερουσίας κ. Μπακοπούλου, ἀσφαλῶς ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁλόκληρον τὸν θεσμὸν ἀναλελυμμένον. Εἶναι ὑπόλειμμα μοναρχικῶν καὶ ἀριστοκρατικῶν παραδόσεων, λέγει τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, δὲν ἐτόλμησε δὲ οὔτε ὁ εἰσηγητής, ὁ τοσοῦτον ἐμβριθῶς διαχειρισθεὶς τὸ θέμα, νὰ ἀναιρέσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον. Διατί ἐγένετο τότε; Ἔχει βεβαίως μίαν ἱστορικὴν ἀξίαν. Πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ τοῦ μέρους τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἐβάδιζε πρὸς τὰ ἐμπρός, μὲ τὸ παρελθόν. Ἀκριβῶς εἶναι ἡ σημασία τῆς παρατηρήσεως βαθυτάτη, ὅτι ἦτο ἀνάγκη οἱ ἄνθρωποι, αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐπροχώρησαν εἰς μίαν στιγμὴν ὑπερβολικά, νὰ ἐπανέλθωσι πρὸς τὰ ὀπίσω, μετὰ τὸ ἅλμα, νὰ ἐπιστρέψουν ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου ἐξεκίνησαν, ἵνα κάμωσι τὸ σταθερώτερον βῆμα τῆς προόδου, τὸ βῆμα σημειωτόν. Δι’ αὐτὸ συμβαίνει τὸ ἑξῆς παράδοξον, ὅτι σήμερον τρομάζουν πρὸ τοῦ ἅλματος αὐτοῦ ὄχι οἱ ἀντίπαλοι τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὸ ἅλμα καὶ πρὸ παντὸς οἱ ἁγνοί, οἱ ἀκραιφνεῖς δημοκρατικοί, ὅπως εἶναι ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις». Αὐτὴ εἶναι ἡ βαθυτάτη σημασία τῆς Γερουσίας, θεσμοῦ ὀλιγαρχικοῦ, θεσμοῦ ἀριστοκρατικοῦ, ὑπολείμματος μοναρχικῶν παραδόσεων ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀνεφέρθη ἡ Γαλλία, ἀλλ’ ἐκεῖ οἱ δημοκράται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν ὑποχρεωμένοι διὰ λόγους ἐντελῶς εἰδικοὺς τοῦ τόπου των νὰ κάμωσιν ἓν βῆμα πρὸς τὰ ὀπίσω, ἵνα ἀφομοιώσωσι μίαν μεγάλην μάζαν ἀντιδραστικῶν βασιλικῶν ἢ δὲν ἠξεύρω ποίων ἄλλων πολιτικῶν ἀντιλήψεων κοινωνικῶν, ἄλλων τάξεων ἀνθρώπων. Εἰς αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὀφείλεται ἡ δημιουργία τῆς Γερουσίας κατὰ τὸ παρελθόν. Ἰδοὺ διατί εἰς τὴν Γερουσίαν τῆς Γαλλίας εὑρίσκομεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῶμεν ὅτι οἱ δημοκράται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπερίσχυσαν διὰ μιᾶς ψήφου κατὰ τὸ 1875. Τοῦτο ἠνάγκασε τοὺς Γάλλους δημοκρατικοὺς νὰ φθάσωσι πλησιέστερον πρὸς τοὺς βασιλόφρονας πολίτας τῆς Γαλλίας, ἵνα δυνηθῶσι νὰ περισώσωσι τὴν Δημοκρατίαν. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς καιροσκοπίας πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἡ ἔγγραφος ἀντιγραφὴ ἑνὸς Συντάγματος πλήρους μὲ ὁσασδήποτε κατοχυρώσεις δύναται νὰ περισώσῃ τοὺς θεσμούς. Νομίζω ὅτι ἡ δύναμις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὰ καθεστῶτα καὶ τὰ συντηρεῖ, δὲν εἶναι τοῦτο βεβήλωσις κατὰ τῶν Συνταγματικῶν Χαρτῶν, εἶναι μία πρᾶξις, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποκομίζομεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, τὴν ἀποκομίζομεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τὴν μικρὰν σταδιοδρομίαν ὅλων τῶν καθεστωτικῶν ἀγώνων καὶ τῶν πολιτικῶν περιπετειῶν, τὰς ὁποίας διήλθομεν ἀπὸ μιᾶς δεκαπενταετίας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι, ἂν ἔχωμεν ἓν Σύνταγμα ἀπολύτως καθωρισμένον μὲ ὅλας τὰς ἀσφαλιστικὰς δικλεῖδας, ὡς φαντάζονται οἱ ἀκραιφνεῖς δημοκρατικοί, ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», ὅτι δυνάμεθα ἀσφαλέστερον νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν Δημοκρατίαν; Παντάπασι δὲν τὸ νομίζω αὐτό. Εἴδομεν ὅτι ὁ τελευταῖος λόγος εἰς τὴν πολιτικὴν ἀνήκει εἰς τὴν δύναμιν καὶ τὸ ἐδοκιμάσαμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Μὴν νομίζετε ὅτι ἐχρειάσθη εἰς τοὺς τολμητίας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ποσοστὸν δυνάμεως νὰ καταλύσουν τὸ Σύνταγμα; Πολὺ ὀρθῶς τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει ὅτι ἡ τήρησίς του ἀφίεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ μόνον. Ἂν ἡ ἐκδήλωσις τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων ἔληξεν, ἀσφαλῶς καμμία ἀπειλὴ ποινῆς οἱαδήποτε μεγάλη καὶ ἂν εἶναι, δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος, διότι θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς, ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἡ ἔγγραφος διατύπωσις δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον εἶναι ἡ ἔκφρασις εἰς μίαν στιγμὴν τῶν κοινωνικῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐν συγκρούσει εἰς μίαν στιγμὴν ἰσορροπίας. Διατυπώνει τὸ Σύνταγμα, ἰσορροπίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν συνήθως μάλιστα νὰ εἶναι ἴσως καὶ ἀναγκαστική. Ἂς ὑποθέσωμεν τὸ παράδοξον ὅτι ὅλα τὰ ἔγγραφα τοῦ Συντάγματος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑλλάδος ἀπόλλυνται, χάνονται καὶ ὅτι δὲν μένει παρὰ μόνον ἓν ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον κατέχει δὲν ἠξεύρω ποῖος, ἂς εἴπωμεν εἷς ἀντιδημοκρατικὸς ἢ ἐγώ. Φαντάζεσθε ὅτι ἡ Δημοκρατία τῆς Ἑλλάδος θὰ τεθῇ ἐν κινδύνῳ μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ὑπάρχει ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον νὰ κατέχουν οἱ δημοκρατικοὶ πολῖται ἢ ἡ Βουλὴ ἢ οἱ νομοθέται ἢ ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος κατέχω τὸ μοναδικὸν τοῦτο ἀντίγραφον τοῦ Συντάγματος, ἂν ἀναχωρήσω εἰς τὴν Εὐρώπην θὰ φέρω ὁλόκληρον τὴν Δημοκρατίαν εἰς τὴν τσέπην μου; Βεβαίως ὄχι. Ἡ Δημοκρατία εἶναι ἀκλόνητος, διότι ἔχει δυνάμεις πολὺ ἰσχυροτέρας ὄπισθέν της. Μὴ φαντάζεσθε ὅτι αὔριον ἂν ἡ Βασιλεία ἢ ἓν ἄλλο καθεστὼς ἀριστερώτερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποκτήσῃ τὴν αὐτὴν δύναμιν, μὴ φαντάζεσθε ὅτι οἱαδήποτε διατύπωσις, οἱαδήποτε κατοχύρωσις τῆς Δημοκρατίας θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὸν τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, διὰ νὰ μεταβάλλῃ πάλιν τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ εἶναι ἡ ὁριστικὴ ἐκδήλωσις κοινωνικῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἀνετράπησαν. Ἰδοὺ διατί δὲν πιστεύω ὅτι ἡ ἔγγραφος διατύπωσις τοῦ Συντάγματος ἐπιδρᾷ σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ κύρους του. Ἰδοὺ διατί δὲν πιστεύω εἰς τὸν ἔνθερμον ζῆλον, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ ἕνα ἄνθρωπον, τὸν πρόεδρον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἀσφαλῶς ῥιζοσπαστικωτέρων ἀντιλήψεων ἀπὸ τοὺς ἄλλους πολιτευτάς, ἀπὸ τὴν ἔνθερμον ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὸ δημιούργημά του, ἵνα τὸ κατοχυρώσῃ δι’ ἑνὸς συμβιβασμοῦ πρὸς τὴν ἀντίθετον παράταξιν. Λέγω δὲ τοῦτο διότι φρονῶ ὅτι εἶναι μάταιος ὁ συμβιβασμὸς αὐτός, διότι ὅταν ἀνατραπῶσιν αἱ κοινωνικαὶ δυνάμεις, οὐδὲν ἰσχύει. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν Ἑλλάδα. Ἂς κάμωμεν τὸν συμβιβασμὸν αὐτὸν οἱ δημοκρατικοί, ἵνα φέρωμεν τὴν Γερουσίαν, πρὸς ποίους; Ὅταν ἔχωμεν τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ μεγάλην μερίδα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν Γερουσίαν, ἡ ἀντίθετος μερὶς ὅλη καὶ οἱ κομμουνισταὶ ἀκόμη βλέπω ὅτι εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν θεσμὸν αὐτόν. Πρὸς ποίους θὰ συμβιβασθῶμεν ἵνα κατοχυρώσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, ὅταν ἔρχεται τὸ Κόμμα τῶν Ἐλευθεροφρόνων, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχῃ μοναρχικὰς ἢ ὄχι ἀντιλήψεις, ὅταν ἔρχεται τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον σαφῶς ἔχει δεδηλωμένας μοναρχικὰς ἀντιλήψεις καὶ μᾶς λέγει δὲν θέλομεν τὴν Γερουσίαν; Πρὸς ποῖον, ἐρωτῶ, τοὺς δημοκρατικοὺς ἡγέτας, οἱ ὁποῖοι περιθάλπουν τὴν ἀνάγκην τῆς κατοχυρώσεως τοῦ ἔργου των, πρὸς ποῖον, λέγω, ἔρχονται νὰ συμβιβασθοῦν; Δὲν ἀπομένει παρὰ μία παρατήρησις ὀρθοτάτη, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μπακόπουλος, τοῦ ἀνασχετικοῦ φραγμοῦ. Ἐναντίον τίνος πλέον θὰ στραφοῦν οἱ ἀνασχετικοὶ φραγμοί; Ὄχι πλέον ἐναντίον τῶν βασιλοφρόνων πολιτῶν, ὄχι πλέον ἐναντίον τῶν ἡμιβασιλοφρόνων ἢ τῶν Ἐλευθεροφρόνων πλέον. Τί μένει πλέον νὰ ἀνασχετίσωμεν διὰ τῆς Γερουσίας;
§91Γ. ΣΑΚΑΛΗΣ. Τὸν κομμουνισμόν.
§92Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἔχομεν λοιπὸν φανερὸν τὸ πρᾶγμα ἐνώπιόν μας καὶ τοῦτο ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι ἔχομεν ὁλόκληρον τὴν δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τρομάζει περὶ τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε....
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν πρέπει νὰ λαμβάνητε μίαν ἀπάντησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ.
§94Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἤκουσα τὸν κ. Σακαλῆν. Ἂς ἐξηγηθῶ σαφέστερον. Ἂς μὴ θέτωμεν τὸ ζήτημα εἰς ἓν κόμμα. Ἂς θέσωμεν τὸ ζήτημα εἰς μίαν τάξιν, τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς τάξεως θέλετε νὰ θέσωμεν τὸν θεσμὸν αὐτόν; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Διότι, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ἂν αἱ δυνάμεις αἱ ὁποῖαι κινοῦσι τὴν ἐργατικὴν τάξιν εἶναι τόσον ἰσχυραί, ὥστε νὰ ἀνατρέψουν τὰ ἐμπόδια τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται εἰς τὸν δρόμον της, μὴ φαντάζεσθε ὅτι μὲ τοὺς φραγμοὺς αὐτοὺς δύνασθε νὰ τὴν ἐμποδίσητε. Τοὐναντίον ὑποχρέωσιν ἔχετε νὰ δώσητε διέξοδον εἰς ὅλην τὴν δρᾶσιν ὅλων τῶν κοινωνικῶν δυνάμεων.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη σκέψις τοιαύτης ἀναχαιτίσεως τῶν ἐργατικῶν θεμάτων. Ἄλλως δὲν θὰ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς Ἀναλογικῆς.
§96Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, δι’ αὐτὸ ἐνόμιζα ὅτι εὑρίσκονται ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ μὲ τὸν κ. Παπαναστασίου. Ἐξήτασα τὸ κοινωνικὸν μέρος. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ἐντελῶς νομικόν. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ Γερουσία πρόκειται νὰ διευκολύνῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν μηχανήν. Σήμερον ἡ διάκρισις τοῦ Κράτους μὲ τὰς ἐξουσίας του εἶναι παλαιά, στηρίζεται εἰς τὴν νομικὴν διάκρισιν τοῦ Κράτους. Σήμερον ἡ ζωὴ ὑπερπηδᾷ αὐτὸν τὸν ὁρισμὸν τὸν νομικὸν τοῦ Κράτους. Ἡ ἔντασις τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν δημιουργεῖ ὁσημέραι νέους θεσμοὺς οἰκονομικούς, μεταβάλλει τὸ νομικὸν Κράτος εἰς Κράτος οἰκονομικόν, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ζήσῃ ἔχει ἀνάγκην ταχύτητος ὅπως οἱ ἔμποροι εἰς τὰς ὑποθέσεις των. Δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀντίληψιν καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους αὐτὸς ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἐμπόδιον εἰς τὴν ταχύτητα τῆς κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς. Ἂν θελήσητε νὰ δώσητε τὴν δέουσαν σημασίαν, ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τῆς Κοινωνίας, ἀσφαλῶς ἡ Κοινωνία θὰ ὑπερπηδήσῃ τὸν φραγμὸν αὐτόν. Σήμερον ἡ διάκρισις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἶναι περιττή. Σήμερον δὲν ὑπάρχει ἢ μία μόνον ἐξουσία, ἡ ἐξουσία τοῦ Λαοῦ, ἡ ὁποία ἐπεμβαίνει καθ’ ἑκάστην εἰς ὅλας τὰς ἐξουσίας. Ἡ διάκρισις αὐτὴ τῶν ἐξουσιῶν δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι τὴν παραβαίνομεν καθ’ ἑκάστην καὶ θὰ τὴν παραβαίνωμεν εἰς τὸ μέλλον περισσότερον. Ὥστε σήμερον ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἓν ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ὀλιγαρχίαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἀκόμη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σταματήσητε. Ἀλλὰ σεῖς, ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος μᾶς λέγετε ἐπιταχύνατε τὰ βήματά σας, ἀπὸ τὸ ἄλλο μᾶς θέτετε φραγμούς. Λοιπὸν διὰ τὸν λόγον κακῆς πολιτικῆς, διὰ τὸν λόγον πολυτελείας, διὰ τὸν λόγον κατατμήσεως τῆς ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον ἑνιαία, διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἐντελῶς περιττὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταψηφίσητε τὴν Γερουσίαν. (Χειροκροτήματα).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γιαννόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§98Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδιαιτέρα σοβαρότης τοῦ συζητουμένου θεσμοῦ μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἐκθέσω τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἐφόσον ἐκ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου τῆς Γερουσίας ἐξαρτᾶται κατὰ τοὺς μὲν ἡ πολιτικὴ ἰσορρόπησις καὶ ἡ νομοθετικὴ εὐρυθμία, κατὰ τοὺς ἄλλους ἡ παρεμπόδισις τῆς νομοθετικῆς καὶ πολιτικῆς ἐξελίξεως, ὡς καὶ ἡ πρόοδος ἡ εὐρυτέρα τῆς Χώρας. Μετ’ ἐξαιρετικῆς ἀνυπομονησίας ἀνέμενον νὰ ἴδω τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα ἀποκρυσταλλώσω καὶ ἐγὼ μίαν συγκεκριμένην γνώμην σχετικῶς μὲ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐλπίδα τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅτι δηλονότι ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως θὰ ἀνεφέροντο λεπτομερῶς οἱ λόγοι οἱ καθιστῶντες ἀναγκαῖον τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, διακρίνω μίαν ἄλλην σειρὰν σκέψεων, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐντελῶς ἀντίθετον τῆς προσδοκωμένης, τ. ἔ. πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀντὶ νὰ προτάξῃ τὰ πλεονεκτήματα ἀναφέρει ἀντιθέτως ἐπιχειρήματα διὰ τῶν ὁποίων πειρᾶται νὰ καταρρίψῃ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἂν καλῶς ἐννόησα τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, βοηθούμενος πρὸς τοῦτο καὶ ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ πλεονεκτήματα τοῦ θεσμοῦ, τὰ ὁποῖα, ὡς προηγουμένως εἶπον, ὤφειλεν ἐν ἀρχῇ νὰ ἀπαριθμήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἐφόσον οὐσιαστικῶς ἤδη τὸ πρῶτον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καὶ ἅτινα δύνανται νὰ συνοψισθῶσιν εἰς τὰ ἑξῆς. Ἐν πρώτοις ἀναφέρεται ὅτι θὰ παύσῃ ἡ πολυνομία, θὰ γίνῃ ἔμφρων καὶ ἐπιμεμελημένη κατάρτισις τῶν νόμων. Ὅ,τι, κύριοι, διακρίνει τὴν νομοθετικήν μας σήμερον κατάστασιν εἶναι ἡ ἀταξία ἡ παρατηρουμένη εἰς τοὺς νόμους καὶ ἐν πολλοῖς ἡ πλημμελὴς κατάρτισις τούτων. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀσφαλῶς ὀφείλεται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς τὰς ἀνωμαλίας τὰς πολιτικὰς τῶν τελευταίων χρόνων, εἰς ταύτας δὲ δέον νὰ ἀποδοθῇ καὶ ἡ πλημμελὴς τῶν νόμων κατάρτισις. Ἀλλὰ πρὸς θεραπείαν τούτου θὰ ἦτο ἀναγκαία μία ἐκκαθάρισις τῶν νομοθετημάτων. Διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ὅμως τῶν νομοθετημάτων μας ἔχομεν ἀνάγκην ἐπίσης μιᾶς νομοθετικῆς ἐργασίας ἐπειγούσης. Πρὸς τούτοις, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι πλεῖσται σχέσεις κοινωνικαί, ἀτομικαί, δημόσιαι, οἰκονομικαί, πλουτολογικαί, ἔχουσιν ἄμεσον ἀνάγκην νομοθετικῆς προνοίας. Ἀλλὰ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἔχομεν ἀνάγκην δημιουργίας νόμων καὶ τοὺς νόμους τούτους θὰ τοὺς δημιουργήσῃ ἀσφαλῶς μία νομοθετικὴ λαϊκὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἀνεμπόδιστος ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ ὑψηλοῦ τούτου προορισμοῦ. Ἀντὶ νὰ θέλωμεν λοιπὸν νὰ ἐμποδίσωμεν αὐτὴν τὴν λαϊκὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου, ἀντιθέτως θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἐνισχύσωμεν κατὰ πάντα δυνατὸν τρόπον, ἵνα ἐπειγόντως λυθῶσι τόσα ζωτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζει ἡ κοινωνικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς δημιουργίας νόμων δὲν ἐπιμαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ μέρους ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην μᾶς ἐμφανίζει ψηφίσματα διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τῆς ἐπιτραπῇ νὰ προβαίνῃ εἰς ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων, ἵνα μὴ ταῦτα ψηφισθῶσιν ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξοικονόμησιν χρόνου; Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἄμεσον ἀνάγκην ψηφίσεως νόμων πρὸς ρύθμισιν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι χρειάζονται ταχεῖαν θεραπείαν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου σήμερον τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην δημιουργίας ἑνὸς Σώματος, τὸ ὁποῖον ταχέως θὰ δύναται νὰ δημιουργῇ τοὺς νόμους, πιστοποιεῖται ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἰδίας ἀκριβῶς πλειονοψηφίας δι’ ἧς καθιερώνει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, διὰ τῆς ὁμοίας πλειονοψηφίας θεσπίζει ἄλλον θεσμὸν κατὰ τὸν ὁποῖον Ἐπιτροπὴ ὀλιγομελὴς ἀπαρτιζομένη ἀπὸ μέλη τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ μέλη τῆς Γερουσίας, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐν τῷ μέλλοντι νὰ σχεδιάζῃ καὶ θεσπίζῃ νόμους. Ἄρα αὐτὴ αὕτη ἡ Ἐπιτροπὴ ἀντιφάσκει πρὸς ἑαυτήν, διότι ἐνῷ μᾶς λέγει καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παύσῃ ἡ πολυνομία διὰ τοῦ ἐμποδιστικοῦ φραγμοῦ τῆς Γερουσίας, ἀντιθέτως μᾶς λέγει ὅτι πρέπει νὰ καταρτισθῇ μία ὀλιγομελὴς ἐκ γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ κατεργάζεται καὶ νὰ ἐκδίδῃ νόμους ταχέως. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου, διὰ τῆς δημιουργίας δηλαδὴ ἑνὸς δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος ἐπιτυγχάνεται ἡ καλυτέρα κατάρτισις τῶν νόμων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ οἱ τὴν γνώμην ταύτης συμμεριζόμενοι νὰ ἀντιγνωμήσω ἀπολύτως πρὸς τὴν ἀντίληψιν ταύτης. Ἡ ἐπιτυχία τῶν νόμων, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς δημιουργίας πολλῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς δημιουργίας ἑνὸς Σώματος, περιέχοντος ὅμως ἀρκετὰ πολιτικὰ στοιχεῖα τοιαύτης ἱκανότητος, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐπεξεργασθοῦν νόμους καὶ νὰ παρουσιάσουν τούτους τελείους. Διὰ τὴν ἐπιτυχεστέραν κατάρτισιν νόμων ἔχομεν ἀνάγκην πολιτικῶν κεφαλαίων καὶ ταῦτα δὲν θὰ μᾶς τὰ παρουσιάσῃ ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία, ἂς μὴ ἀπατώμεθα, δὲν πρόκειται νὰ ἀποτελεσθῇ παρὰ ἀπὸ τὸ ἴδιον πολιτικὸν ὑλικόν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Βουλή, ἢ μᾶλλον λόγῳ τῶν προσόντων τὰ ὁποῖα θὰ χρειάζωνται οἱ γερουσιασταί, ἡλικία κλπ. θὰ εἶναι μᾶλλον ἀσυγχρόνιστον πρὸς τὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἑλλάς. Ἂν πραγματικῶς, κύριοι, θέλωμεν νὰ βαδίσωμεν νέον δρόμον προόδου καὶ θέλωμεν ἐπιτυχέστερον νὰ ρυθμίσωμεν τοὺς παραγωγικοὺς κλάδους, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κυριαρχήσῃ ἡ σκέψις τῆς δημιουργίας μιᾶς Γερουσίας, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὸ βαρύτατον ἔργον τῆς Βουλῆς, νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν δημιουργίαν ἄλλων ἐπαγγελματικῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως λέγω τῆς εἰδικότητος τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπήρτιζον ταῦτα, θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ διευκολύνουν τὴν Βουλὴν εἰς τὴν παρασκευὴν μιᾶς καλῆς νομοθεσίας καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ ἤθελον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν πρόνοιαν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν Προνοίας καὶ Γεωργίας, οἱ ὁποῖοι καὶ μόρφωσιν ἔχουσι καὶ τάσεις ἐξελικτικῆς προόδου παρουσιάζουσιν εἰς τὸ νὰ σκεφθῶσι τὴν ἵδρυσιν προνομιούχων ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ διευκολύνωσι τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν καλυτέρων καὶ καταλληλοτέρων νόμων. Τὸ δεύτερον πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, κύριοι βουλευταί, (ἀναγινώσκει): «Ἡ περιστολὴ τῆς νομοθετικῆς παντοδυναμίας τῆς μιᾶς Βουλῆς.... κλπ.» Τοῦτο σημαίνει δηλαδὴ περιορισμὸν τῆς νομοθετικῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Τοῦτο ὅμως ἀσφαλῶς ἀντίκειται πρὸς ἓν ἁγνὸν δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὅπως θέλομεν νὰ ἐμφανίζωμεν τὸ σημερινὸν πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περιστολὴν τῶν ἀκροτήτων.
§100Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος δὲν παρουσιάζει ἀκρότητας μέχρι σήμερον τῆς Βουλῆς· ἂν δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ κἄτι εἰς τὰς παρελθούσας Βουλὰς τῆς Ἑλλάδος, θὰ κατηγορήσῃ τὴν ἐξαιρετικῶς αὐστηρὰν συντηρητικότητα, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξαν καθ’ ὅλας τὰς ἐποχάς, καθ’ ἃς ἴσχυσεν ἐν Ἑλλάδι ὁ κοινοβουλευτισμός. Καὶ ἄν, κύριοι, θελήσωμεν νὰ ἀναζητήσωμεν σπέρματά τινα πολιτικῆς κακοδαιμονίας, τὰ σπέρματα ἐκεῖνα θὰ τὰ ἀνεύρωμεν εἰς μίαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε Γερουσία. Ἀλλὰ ἐλέχθη ὅτι ἡ Γερουσία ἐκείνη δὲν εἶχε καταρτισθῆ καὶ κατὰ τὸν καταλληλότερον τρόπον καὶ οἱ γερουσιασταὶ διωρίζοντο ἀπὸ μέρους τοῦ Βασιλέως. Ναί, ἀλλ’ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι, ὅτι διωρίζοντο ἀπὸ μέρους τοῦ Βασιλέως οἱ κατέχοντες ὑψηλὰ ἀξιώματα καὶ ἀνεξάρτητοι τὴν γνώμην. Ἄλλωστε καὶ εἰς τὴν Χώραν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠρύσθημεν τὸν θεσμὸν δηλαδὴ τὴν Ἀγγλίαν, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐξελέγοντο οἱ γερουσιασταὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριστοκρατικῶν προνομίων, ἅτινα κατεῖχον ἢ τοῖς ἀπενέμοντο. Ἐν τούτοις ἡ Γερουσία ἐκείνη ἐπήρκεσεν εἰς τὴν ἀποστολήν της καὶ μέχρι σήμερον καθίσταται ἀπαραίτητον Σῶμα διὰ τὴν Ἀγγλίαν, διότι προσαρμόζεται ἀπολύτως πρὸς τὸν Ἀγγλικὸν χαρακτῆρα, διότι προσαρμόζεται ἀπολύτως πρὸς τὴν ἐθνολογικὴν κατάστασιν τῆς Ἀγγλίας, διότι προσαρμόζεται ἀπολύτως πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τὰς Ἀγγλικάς. Ἡ Γερουσία ὅμως ἡ Ἑλληνική, καίτοι κατὰ παρεμφερῆ καὶ μᾶλλον λαϊκὸν τρόπον συνεστήθη, ἐν τούτοις ἀπέτυχε, διότι ὁ Ἑλληνικὸς χαρακτὴρ δὲν εἶναι διεσκευασμένος ὥστε νὰ δύναται νὰ προκόψῃ ἡ Γερουσία ἐν Ἑλλάδι. Ἐπὶ πλέον ὑπεστηρίχθη ἀπὸ μέρους τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ὁ χρόνος, ὁ μεσολαβῶν μεταξὺ τῆς ἐπιψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου ἀπὸ μέρους τῆς Γερουσίας, εἶναι ἱκανὸς ἵνα ὁ νόμος ἐκεῖνος μελετηθῇ καὶ ἐμφανισθῇ ἄρτιος. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι ἀκριβῶς τὸ κύριον ἐλάττωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζομαι διὰ νὰ κατηγορήσω τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἄν κατηγορήθημεν μέχρι σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, κατηγορήθημεν λόγῳ τῆς βραδυκινησίας, μεθ’ ἧς ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν νομοθετικήν της ἐργασίαν. Ὅλοι κατηγόρησαν τὴν Βουλήν, διότι ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους συζητεῖ ἓν νομοσχέδιον χωρὶς νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ περαιώσῃ νομοσχέδιον ἐπειγούσης ἀνάγκης ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος. Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ἐρχόμεθα νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸ νέον γεγονὸς ὅτι τὰ νομοσχέδια, προκειμένου νὰ φθάσωσι μίαν ἡμέραν εἰς τὴν δημοσιότητα ὡς νόμοι, θὰ ἔχωσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως ὑπὸ τῆς Γερουσίας, δηλαδὴ τῆς περιόδου τοῦ διμήνου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἡ βραδύτης αὕτη θεωρῆται ἐπωφελὴς διὰ τὴν δημιουργίαν μᾶλλον μελετημένων νόμων, ἂν δηλαδὴ θεωρῆται ἀπαραίτητον ὅτι πρέπει νὰ μεσολαβῇ ἓν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ σκεπτώμεθα διὰ τὸν νόμον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὡς ἐλάττωμα, τότε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ εἷς ἄλλος τρόπος διαδικασίας καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα χωρὶς τὴν δημιουργίαν τῆς Γερουσίας; Ἀλλὰ λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν θὰ ἐξευρεθοῦν καὶ τὰ καταλληλότερα πρόσωπα εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποτελεσθῇ ἓν νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμπνέῃ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι ἀκολουθοῦμεν ἓν σχῆμα ἀντίστροφον, καθόσον κατὰ στοιχειώδη λογικὴν ἡ ἀξία τῆς Γερουσίας καὶ συνεπῶς καὶ ἡ χρησιμότης αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέγωνται τὰ πρόσωπα. Ἀλλ’ ὑποδείξατέ μας πρῶτον τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέγωνται τὰ καταλληλότερα πρόσωπα, ὑποδείξατέ μας δηλαδὴ τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς καὶ βεβαιώσατέ μας ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου πράγματι θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν τὰ ἱκανὰ πρόσωπα καὶ τότε νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐνῷ σήμερον πρωθυστέρως ψηφίζομεν Γερουσίαν ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέγωνται τὰ μέλη τῆς Γερουσίας καὶ συνεπῶς τῆς χρησιμότητος ταύτης. Ἀλλ’ οἱ τρόποι, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐκλέγονται αἱ Γερουσίαι, εἶναι γνωστοί. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδημιουργήθη τὸ πρῶτον ἡ Γερουσία, εἶναι ὁ διὰ τοῦ διορισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀνήκουν οἱ διοριζόμενοι εἰς ὡρισμένην ἀριστοκρατικὴν τάξιν. Ἢ διορίζονται ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς. Ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας πάσχει ἀπὸ ἓν σπουδαῖον ἐλάττωμα ὅτι οἱ διοριζόμενοι γερουσιασταὶ γίνονται ἐξαρτήματα ἐκείνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκλέγονται, δηλ. τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἢ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο τὰ νέα πολιτεύματα ἐγκατέλειψαν τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ ἀπέβλεψαν εἰς τὴν ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ ἄμεσον ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν. Ἀλλὰ μήπως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ἐδημιουργήθη εἰς λαβύρινθος, εἰς τὸν ὁποῖον περιεπλανήθησαν ὅλα τὰ Ἔθνη; Μήπως ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους οἱ ἐπιστήμονες δὲν συζητοῦν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν, χωρὶς νὰ ἐξευρεθῇ μέχρι σήμερον ὁ τρόπος ὁ ἀσφαλής, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ εἰσέρχωνται τὰ καταλληλότερα πρόσωπα, νὰ ἐκπροσωπῆται ἀρτιώτερον ὁ λαὸς καὶ νὰ ὑφίσταται ἁρμονία ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν δύο Βουλῶν;
§101Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀσφαλὴς τρόπος δὲν εὑρίσκεται καὶ ἂν αἱ συζητήσεις θὰ γίνωνται ἐπὶ αἰῶνας.
§102Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο: ὅτι παρατηροῦνται ὡρισμένα ἐλαττώματα εἰς τὴν Γερουσίαν, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ παρακάμψουν διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς, ἐν τούτοις οὐδὲν τῶν ἐλαττωμάτων τούτων θὰ θεραπευθῇ διὰ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ της.
§103Χ. ΛΑΔΑΣ. Κάθε θεσμὸς ἔχει ἐλαττώματα.
§104Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι θὰ ἔχῃ ἐλαττώματα καὶ ἐν τῷ τρόπῳ τοῦ καταρτισμοῦ τοιαῦτα, ὥστε νὰ καθίσταται ἡ Γερουσία ἐπιβλαβής.
§105Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὰ προτερήματα ἰσοφαρίζουν τὰ ἐλαττώματα.
§106Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποδέχομαι τώρα ὅτι τὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα ἀνομολογοῦνται ὡς τοιαῦτα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἐξασφαλισθοῦν διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων. Καὶ ἐρωτᾶται ποῖος θὰ εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων, θὰ εἶναι ὁ ἄμεσος ἢ ὁ ἔμμεσος τρόπος τῆς ἐκλογῆς;
§107Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. Εἶναι ἄλλο ἄρθρον.
§108Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν μὲ ἐπροσέχετε, κ. Τσιτσεκλῆ, θὰ ἠκούετε ὅτι ἔλεγον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ μᾶς λέγει εἰς τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν ὅτι λόγῳ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐξεύρῃ διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, θὰ ἀσφαλίσῃ τὴν πρόσληψιν τῶν καταλληλοτέρων προσώπων εἰς τὴν Γερουσίαν. Καὶ διερωτῶμαι ποῖος εἶναι ὁ τρόπος αὐτός;
§109Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τινὰ τῶν μελῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐξέφρασαν ἐνδοιασμοὺς ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ συγκροτεῖτο ἡ Γερουσία. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§110Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσίν της ἀναγράφει ἀκριβῶς τοῦτο· ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν καταλληλοτέρων προσώπων.
§111Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶπον τοῦτο, ὅτι τινὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπον ὅτι θὰ ἦσαν ἐναντίον τῆς Γερουσίας ἂν ἐγνώριζον ὅτι ἡ Γερουσία δὲν θὰ συνεκροτῆτο κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον φαντάζονται. Αὐτὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
§112Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον θεωρῶ βάσιμον καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο ἀσφαλῶς νὰ στηριχθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου, εἶναι ἓν θεωρητικὸν ἐπιχείρημα. Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι διὰ τῶν δύο Βουλῶν κατορθοῦται ἡ ἐγκυροτέρα καὶ σαφεστέρα ἐκδήλωσις τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης συζητεῖται ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τὸ ζήτημα τῶν δύο Βουλῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὑποστηρίζεται ἀπολύτως, καθόσον ἀληθεύει διὰ τὰ Κράτη τὰ ὁμοσπονδιακά. Καὶ εἶναι ἀληθὲς πράγματι ὅτι μεταξὺ ἀντιπροσωπευτικῆς θεωρίας καὶ πραγματικότητος ὑφίσταται μία σπουδαία δυσαναλογία, ὀφειλομένη τόσον εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν κομμάτων, ὅσον καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν. Ἀλλὰ μήπως τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, ἡ δυσαναλογία δηλαδὴ ἡ ὑφισταμένη διὰ τῆς μιᾶς σήμερον Βουλῆς μεταξὺ ἀντιπροσωπευτικῆς θεωρίας καὶ πραγματοποιήσεως αὐτῆς τῆς θεωρίας, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀρθῇ διὰ τῆς δευτέρας Βουλῆς; Διότι γεννᾶται ἐπὶ πλέον τὸ ἐρώτημα· καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ ἐγκυροτέρα Βουλή; Καὶ διεξάγονται μακραὶ συζητήσεις μεταξὺ τῶν Συνταγματολόγων καὶ κατέληξαν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ δημοψηφίσματος, διότι, εἶπον, ὅτι ἐν περιπτώσει διαφωνίας τῶν δύο Βουλῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προτιμηθῇ ἡ γνώμη τῆς μιᾶς Βουλῆς καὶ νὰ θεωρήσωμεν τὴν μίαν ἰσχυροτέραν, ἐφόσον καὶ αἱ δύο ἀντιπροσωπεύουσι τὸν λαόν. Συνεπῶς δέον νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ δημοψήφισμα. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, εἰς τὴν Ἀγγλίαν κηρύσσωνται ἐναντίον τοῦ δημοψηφίσματος, διότι ἀντιλαμβάνονται ἐκεῖ οἱ ἐπιστήμονες ὅτι ὁ λαὸς ὁ Ἀγγλικὸς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἰσέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν ἑκάστου νομοθετήματος καὶ νὰ ἀποφαίνηται ἐν περιπτώσει συγκρούσεως μεταξὺ Γερουσίας καὶ Βουλῆς, θὰ θελήσωμεν ἡμεῖς νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ δημοψηφίσματος; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λοιπόν, πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ μία Βουλή. Ἀλλ’ ἔχομεν δύο ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, δύο Σώματα προερχόμενα ἀπὸ τὸν λαὸν δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς, ὄχι δι’ ἐμμέσου ἐκλογῆς τὸ ἓν καὶ δι’ ἀμέσου τὸ ἄλλο, διότι ὁ ἔμμεσος τρόπος ἐγκατελείφθη εἰς ὅλα τὰ νεώτερα Κράτη, πῶς λοιπὸν θὰ ἐθεωροῦμεν τὴν μίαν Βουλὴν ἰσχυροτέραν καὶ ἐγκυροτέραν τῆς ἄλλης; Ἢ, πῶς καὶ κατὰ τίνα δικαιολογίαν θὰ συνέβαινε τοῦτο καὶ ἂν ἀκόμη ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας ἦτο ἔμμεσος, ὅπερ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ παρὰ ἐν τῇ πράξει σήμερον ἀποκρούεται; Διατί θὰ θεωρήσωμεν τὴν μίαν Βουλὴν ἰσχυροτέραν τῆς ἄλλης; Μεταπίπτομεν εἰς μίαν ἀνωμαλίαν.
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἓν ἄλλο. Ἀντὶ νὰ φέρωμεν ἀνωμαλίαν δημιουργοῦμεν μίαν ἑστίαν ἀνωμαλιῶν.
§114Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ σημειοῦται ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ μᾶλλον προηγμένα καὶ τὰ Εὐρωπαϊκὰ παρατηρεῖται ἡ λειτουργία δύο Βουλῶν· δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι πρόκειται περὶ καθαρᾶς μιμήσεως. Ἄλλα μὲν Κράτη ἐμιμήθησαν τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἄλλα τὴν Γαλλίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ νέα Κράτη τὰ δημοκρατικὰ γνωρίζω ὅτι ἡ Πολωνία καὶ ἡ Τσεχοσλοβακία εἰσήγαγον τὴν Γερουσίαν διὰ μέσου ἐκλογῆς, ἀλλὰ τὰ Γερμανικὰ Κράτη κατήργησαν τὸν θεσμὸν τοῦτον. Ἡ Τσεχοσλοβακία καὶ ἡ Πολωνία κατέληξαν εἰς τὴν δευτέραν Βουλήν, πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ Γερουσία ἐχρειάσθησαν μακροὶ ἀγῶνες ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τὴν Πολωνίαν καὶ ἐν τέλει ἐγένετο δεκτὴ δι’ ἐλαχίστης πλειονοψηφίας.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τί σημασίαν ἔχει τοῦτο;
§116Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο ὅτι καὶ ἐκεῖ δὲν ἐγένετο ἀσμένως δεκτὸς ὁ θεσμός, ἀλλὰ κατεκρίθη καὶ ἀπεκρούσθη ὑπὸ μεγάλης μερίδος βουλευτῶν. Εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν ἐγένετο μετ’ ἀγῶνα δεκτὸς ὁ θεσμός, ἀλλὰ ἡ ἐκλογὴ γίνεται ἄμεσος ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Δηλαδὴ μεταπίπτομεν εἰς τὴν ἄλλην δυσχέρειαν καὶ ἀνωμαλίαν ποία ἐκ τῶν δύο Βουλῶν εἶναι ἡ ἐγκυροτέρα. Ἀλλὰ μήπως καὶ εἰς τὰς Χώρας, ὅπου ἔκτοτε ὑφίσταται ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, δὲν παρετηρήθη μεγίστη ἀντίδρασις κατὰ ταύτης; Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, παραδείγματος χάριν, εἰς τὴν Χώραν, ὅπου κατ’ ἐξοχὴν προώδευσεν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας πρὸ τοῦ πολέμου, εἶναι γεγονὸς ἀναντίρρητον, δὲν παρετηρήθη μεγάλη ἀντίδρασις καὶ ἐμελετήθη ἀναθεώρησις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας; Καὶ ἐκεῖνος, ὅστις πρῶτος ἐπέμεινε κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἦτο ὁ κ. Λόϋδ Τζώρτζ. Ἂν δὲν περιεσώθη ὁ θεσμός, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου. Ἐπὶ τέλους προβάλλεται καὶ τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα. Ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος ἀποτελεῖ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν. Πλανώμεθα νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ ὁλοκλήρωσις τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι θεσμὸς ἀναχρονιστικὸς καὶ ὄχι θεσμὸς προοδευτικός, δι’ οὗ θὰ κατοχυρωθῇ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὅπερ θεωροῦμεν πολίτευμα ἐξελίξεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐθεσπίσαμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ εἰσαγάγομεν τὴν Γερουσίαν, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων δὲ καταδειχθῇ αὕτη ἐπιβλαβής, τί μέλλει γενέσθαι; Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν τί μέλλει νὰ γίνῃ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Γερουσία δὲν ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀποστολήν της; Θὰ ἔχωμεν μίαν νέαν ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀλλὰ δὲν θὰ δημιουργηθῇ τοῦτο μόνον, θὰ δημιουργηθῇ ἔτι μεγαλύτερον. Δηλαδὴ θὰ ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος ὁ ἄγριος ἐναντίον τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ θὰ παράσχωμεν ἡμεῖς ἔρεισμα εἰς τοιοῦτον πόλεμον μέλλοντα ἀσφαλῶς νὰ σημάνῃ ὄχι μόνον τὴν στέρησιν τῶν ἐλευθεριῶν μας, ἀλλὰ κάτι πλέον τούτου, τὸν ἀφανισμὸν τῆς Ἑλλάδος πρὸς στίγμα τῆς Ἱστορίας καὶ τῶν ἐνδόξων παραδόσεων.
§117Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ διακόψωμεν, διότι ἔχομεν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν πλέον τὴν συνεδρίασιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4.30′ μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 9 μ. μ.)