1925.03.27
2.892 στίχοι · 22.978 λέξεις · 277 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 165
Παρασκευὴ 27 Μαρτίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ὁ Γεωργικὸς Σύλλογος τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης παρακαλεῖ ὅπως ἀρθῇ πᾶσα φορολογία ἐπὶ τῆς μελετωμένης ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ ἐνοικιασταὶ μουσουλμανικῶν καταστημάτων Ρεθύμνου παρακαλοῦσιν ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ Ἐνοικιοστασίου. — Ὁ πρόεδρος τῶν Ἑλλήνων κελλιωτῶν Ἁγίου Ὄρους Νικόδημος παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου, καταπατοῦντος τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας του. — Οἱ κάτοικοι Βιτάστης διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ μεταφορᾶς τῆς Νέας Πάφρας εἰς θέσιν Αἴρι–Μπαίρη. — Οἱ ποτοποιοὶ Χίου παρακαλοῦσιν ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σούμας. — Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία τῶν σιδηροδρομικῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν πρόσληψιν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν ἀπεργησάντων σιδηροδρομικῶν. — Ἡ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ καταθέται χρυσοῦ παρὰ Τραπέζαις καὶ κάτοχοι ὁμολογιῶν εἰς χρυσῶν διαφόρων Ἑταιρειῶν παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημά των συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις αὐτῆς. — Ὁ 169ος Οἰκοδομικὸς Συνεταιρισμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνέγερσις οἰκιῶν ἐκτὸς τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἀγορασθέντος οἰκοπέδου. — Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Πινακάτων παρακαλεῖ ὅπως τροποποιηθῇ τὸ Διάταγμα τῆς φορολογίας τῶν ἀμβύκων. — Τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1921–22» καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1921–1922». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Δ. Σαράτσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ χωρίου Κεραμιδίου τῆς ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς τοῦ νομοῦ Λαρίσης εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου τοῦ αὐτοῦ νομοῦ». — Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ὑγείας κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου 617 κλπ. τασσομένης προθεσμίας καὶ χορηγήσεως ἀδείας ἱδρύσεως δύο φαρμακείων, ἑνὸς ἐν Ἀθήναις καὶ ἑτέρου ἐν Πειραιεῖ, ὑπὸ τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρείας Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν –Πειραιῶς–Πελοποννήσου». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν.
§2Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23ης τοῦ μηνὸς ἔθεσεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως νομοσχέδιον σπουδαιοτάτης σημασίας. Τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀνεπεξεργάστων καπνῶν καὶ περὶ συστάσεως ταμείων βοηθείας τῶν καπνεργατῶν». Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διανεμηθὲν σήμερον συνοδεύεται ἀπὸ μακροσκελεστάτην ἔκθεσιν καὶ εἶναι σπουδαιοτάτης σημασίας. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς σημειοῦται ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, δὲν σημειοῦται ὅμως ἐν τοῖς σχετικοῖς πρακτικοῖς τῆς ἡμέρας ἐκείνης, δηλαδὴ τῆς 23ης Μαρτίου, ἂν ὄντως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπήν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ στέρξωσιν ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος, ἀκριβῶς ἵνα γίνῃ κατάλληλος ἐπεξεργασία ἐπ’ αὐτοῦ ὅπως ἀποφευχθοῦν περιτταὶ συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, αἱ ὁποῖαι θὰ κατατρίψουν ἐπὶ μακρὸν τὰς συνεδριάσεις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐκηρύχθη κατεπεῖγον. Δὲν κωλύεσθε νὰ ζητήσητε τὴν παραπομπήν του εἰς Ἐπιτροπήν, ἂν θέλητε.
§6Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησεν, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δὲν τὸ ἐδέχθη. Ἄλλως τε αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι θέμα πρὸς συζήτησιν.
§8Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀνακαλέσω ὅ,τι εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν δύναται νὰ κυμαίνηται ἐπ’ ἀόριστον. Πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις. Ἄν πρόκειται νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, νὰ ὁρισθῇ μία προθεσμία βραχεῖα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα τώρα πρὸς συζήτησιν.
§10Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχει ἓν σχετικὸν νομοσχέδιον προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὰ ἐποικιστικὰ δάνεια τῶν προσφύγων. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως κατὰ λάθος παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπήν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐπεξεργασθῇ σύμβασιν μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ Τραπέζης. Θὰ παρακαλέσω, ἂν συναινῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως προταχθῇ ἡ ἐν λόγῳ σύμβασις καὶ ὅπως ψηφισθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, διότι εἶναι σύμφωνος ἡ Συνέλευσις. Ὁ κ. Ν. Γρηγοριάδης καὶ λοιποὶ ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ὑποδιδασκάλων.
§12Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, διότι ζητοῦν δικαιότατα πράγματα οἱ διδάσκαλοι τῆς Θεσσαλονίκης. Αἱ ἀξιώσεις των εἶναι δίκαιαι καὶ πρέπει νὰ τύχωσι σεβασμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Πᾶν ὅ,τι ὡραῖον ἔχομεν εἰς τὴν ψυχήν μας, πᾶσα ἡ καλὴ ἢ κακὴ διαγωγὴ ἡμῶν, πᾶν τὸ καλὸν τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὀφείλεται εἰς τὴν διδασκαλίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν τὰ πάντα διὰ τὴν μόρφωσιν τῆς νεολαίας. Καὶ δυστυχῶς εἶναι εἷς κλάδος ὁ ὁποῖος παραγκωνίζεται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέτρα καὶ νὰ διαβαθμίσῃ αὐτοὺς ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους. Μετὰ τοὺς πολεμιστὰς καὶ τοὺς τραυματίας δὲν ὑπάρχει ἄλλος κλάδος ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἄξιος τῆς μερίμνης τῆς Πατρίδος.
§13Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ εἰς τοῦτο. Κατ’ ἐπανάληψιν δὲ καὶ εἰς τὸν προκάτοχόν σας Ὑπουργὸν ἐκάμαμεν τὴν δέουσαν σύστασιν, διότι ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς ὑποδιδασκάλων οἱ ὁποῖοι παραγκωνίζονται.
§14Ι. ΜΑΝΕΤΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Δημοδιδασκαλικὴ Ὁμοσπονδία ὑπέβαλε τὰς σκέψεις της ἐπὶ τῆς διαβαθμίσεως τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον διετύπωσεν εἰς νομοσχέδιον. Τοῦτο ὅμως παραπεμφθὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνεκρίθη ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων. Κατόπιν ἡ αὐτὴ Ὁμοσπονδία ὑπέβαλε σχέδιον νέον, τὸ ὁποῖον ὅμως εὕρισκεν ἀντιρρήσεις καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν δημοδιδασκάλων. Κατὰ τοῦτο ἡ μὲν διαβάθμισις γίνεται ἀμέσως, αἱ αὐξήσεις ὅμως τῶν μισθῶν θὰ πραγματοποιηθοῦν μετὰ δύο ἔτη. Ἕνεκα τοῦ ὀλίγου χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εὗρον εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τούτου μετὰ τῆς ὑπηρεσίας ἥτις εἶναι εὐμενέστατα διατεθειμένη ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς βελτιώσεως ἐν γένει τῶν δημοδιδασκάλων. Τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας κατ’ ἀρχὴν ἀποδεχόμενος θὰ προσπαθήσω τὸ ταχύτερον νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§15Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἀκόμη ἐπ’ ὀλίγον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγνωρίζει ὅτι ἠθικῶς ἔχουσι δίκαιον οἱ διδάσκαλοι. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς διὰ λόγους οἰκονομικούς. Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους του κάτι τι πρέπει νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα νὰ τρέφωνται καλῶς. Δὲν δύναται νὰ λέγῃ ὅτι, ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ δὲν πηγαίνουν καλά, πρέπει νὰ μὴ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁ κυριώτατος μοχλὸς εἰς ἓν Κράτος. Τί θέλετε; Νὰ ἀφήσωμεν καὶ αὐτοὺς νὰ λάβωσι τὸ δίκαιον μόνοι των; Αὐτὸ θὰ εἶναι ἓν αἶσχος πραγματικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Ἀναστασίου ἐπὶ ἀναφορᾶς διαφόρων σταφιδοπαραγωγικῶν Συλλόγων.
§17Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὕτη συνδέεται μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον περὶ σταφίδος.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ο. Κυπριανός, Π. Μαζαράκης, Χ. Σακελλαρίδης, Γ. Καλδῆς, Β. Κυβέλος, Ν. Χρυσόγελος καὶ Ι. Τσίρος ἐπὶ ἀναφορᾶς προσωρινῶν ὑποδιδασκάλων ΙΕʹ ἐκπαιδευτικῆς περιφερείας.
§19Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Μαζαράκης, Λ. Ἰασονίδης καὶ Θ. Ἀνδρεάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἐπιτροπῆς προσφύγων Λαγκαδᾶ.
§21Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν περίοδόν μας εἰς τὴν Μακεδονίαν ἐτηλεγραφήσαμεν κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ τὴν διαγωγὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Σχολείων Λαγκαδᾶ. Κατηγγείλαμεν τὰς παρανόμους πράξεις εἰς τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητήν, ὁ ὁποῖος ὅμως παρὰ τὰς ὑποσχέσεις του τὸν κρατεῖ ἀκόμη εἰς Λαγκαδᾶ. Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, διὰ τὸν ὁποῖον μᾶς καταγγέλλουν καὶ ἀνηθικότητας ἀκόμη. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ διατάξητε μίαν ἀνάκρισιν.
§22Ι. ΜΑΝΕΤΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ νὰ μοὶ σταλῇ ἡ ἀναφορά.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Καλογερᾶς, Ν. Ξηρός, Θ. Χαβίνης, Σ. Ζερβός, Α. Δεναξᾶς, Γ. Σεχιώτης, Γ. Βραχηνός, Π. Γιωτόπουλος, Α. Δενδρινός, Ν. Μπακόπουλος, Β. Κυβέλος ἐπὶ ἀναφορᾶς περιπτεριούχων καπνοπωλῶν.
§24Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη τῶν περιπτεριούχων καπνοπωλῶν ἀναπήρων πολέμου εἶναι ἀξία μεγάλης προσοχῆς. Τὸ Κράτος ἀπεφάσισε νὰ διαθέτῃ τὴν πρόσοδον τῶν περιπτέρων ὑπὲρ τῶν ἀναπήρων πολέμου. Συνεπείᾳ ἑνὸς τελευταίου Διατάγματος τὸ προϊὸν τοῦτο ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς ἀναπήρους πολέμου. Τὸ συμβούλιον τῶν ἀναπήρων πολέμου διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς παρακαλεῖ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ Κράτος εἰς τὰ ἤδη θεσπισμένα καὶ ἰσχύοντα μέχρι πρὸ ὀλίγου, ἵνα λαμβάνωσιν οἱ ἀνάπηροι τὸ προϊὸν τῶν περιπτέρων, τὸ ὁποῖον ἀποτέλεσμα εἶναι ἐξαιρετικῆς σημασίας δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Γιαμούζης καὶ Α. Καταφυγιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς 198ου Οἰκοδομικοῦ Συνεταιρισμοῦ δημοσίων ὑπαλλήλων Λαρίσης.
§26Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, διότι εἶναι δικαία.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Λ. Ἰασονίδης, Μ. Κίρκος καὶ Γ. Σεχιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἐπιτροπῆς κατοίκων Θεσσαλονίκης.
§28Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Συνιστῶ, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀναφοράν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Πετροπουλάκης, Β. Κυβέλος καὶ Δ. Καλκανδῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων κοινότητος Μέσης, ἐπαρχίας Οἰτύλου.
§30Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἀπείρους συστάσεις.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Λ. Ἰασονίδης, Δ. Μέλφος καὶ Γ. Χατζηκυριακοῦ ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἐπιτροπῆς προσφύγων Μελενίκου.
§32Δ. ΜΕΛΦΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ Ν. Διατάγματος τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Θεσσαλονίκην παρεχωρήθη οἰκόπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνοικοδομήσωσιν οἱ πρόσφυγες Μελενίκου. Ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου τούτου, τὸ ὁποῖον νομίμως παρεχωρήθη, ὁ διοικητὴς τοῦ Γʹ Σώματος Στρατοῦ κ. Ὀθωναῖος ἠμπόδισε τὴν ἀνέγερσιν λέγων ὅτι χρειάζεται τὸ οἰκόπεδον τοῦτο διὰ στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκ Θεσσαλονίκης διέλευσίν μου παρεκάλεσα τὸν κ. Γενικὸν Διοικητήν, ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐξεύρῃ τρόπον συμβιβασμοῦ νὰ παραχωρήσῃ μέρος μὲν ἀπὸ τὸ οἰκόπεδον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κ. Ὀθωναίου, διότι εἶναι πολὺ μέγα τὸ οἰκόπεδον καὶ δύναται νὰ θεραπεύσῃ καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν προσφύγων, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι θὰ συνήντα τὸν κ. Ὀθωναῖον ἵνα κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς ἀναστάτωσιν 200 προσφυγικὰς οἰκογενείας τοῦ Μελενίκου, αἱ ὁποῖαι νομίμως κατέχουν τὰ οἰκόπεδα ταῦτα.
§33Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχουν οἰκοδομήσει;
§34Δ. ΜΕΛΦΟΣ. Ὄχι, διότι τὰς ἠμπόδισεν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία.
§35Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐτέθησαν καὶ θεμέλια διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν οἰκημάτων καὶ ἤδη ἀναγκάζονται νὰ κατεδαφίσουν τὰ θεμέλια διὰ νὰ παραχωρήσουν τὸ οἰκόπεδον εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχάς.
§36Δ. ΜΕΛΦΟΣ. Ὅλα δὲ τὰ νομοθετήματα, ὡς γνωστόν, τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως διὰ ψηφίσματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Εἶναι δίκαιον καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν, κ. Ὑπουργέ, διότι καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐξυπηρετεῖται.
§37Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο τὰ αὐτὰ παράπονα. Ἀνεφέραμεν ἐπανειλημμένως εἰς τὸν κ. Γενικὸν Διοικητὴν καὶ εἰς τὸν στρατηγὸν κ. Ὀθωναῖον. Διότι, ἐνῷ ἐπῆραν οἱ ἄνθρωποι τὰ οἰκόπεδα μὲ τοὺς τίτλους καὶ ἤρχισαν νὰ οἰκοδομοῦν, τώρα κατεδαφίζονται τὰ θεμέλια αὐτῶν.
§38Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἤρχισεν ἡ οἰκοδομή.
§39Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ, διότι εἶναι ζήτημα πολὺ σοβαρόν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μάρκου ἐπὶ ἀναφορᾶς Συλλόγου ἐργατῶν θαλάσσης Πατρῶν.
§41Α. ΜΑΡΚΟΥ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, κ. Πρόεδρε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Α. Μάρκου καὶ Τ. Ἀναστασίου ἐπὶ ἀναφορᾶς Συλλόγου ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων Πατρῶν.
§43Α. ΜΑΡΚΟΥ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, κ. Πρόεδρε.
§44Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Πανταζίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς Φιλεκπαιδευτικοῦ Συλλόγου Ἀδριανουπόλεως.
§46Χ. ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Δουζίνας, Ν. Μπακόπουλος, Π. Μερλόπουλος, Α. Παπαχριστόπουλος, Κ. Πετρίδης, Χ. Δάναινας, Θ. Κολιαλέξης, Π. Καλμοῦχος, Γ. Μπούμπουλης, Π. Ἠλιόπουλος, Π. Ἀραβαντινός, Γ. Σεχιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ναυπλίου καὶ κοινοτικοῦ συμβουλίου Βάχλιας ἐπὶ τῇ μεταφορᾷ τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου.
§48Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ πνοὴ τῆς ἀπογνώσεως τὴν ὁποίαν διατυπώνει ἡ πόλις τοῦ Ναυπλίου, καθὼς καὶ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν πόλεων Κορίνθου καὶ Ἄργους, προέρχονται ἐκ τῆς ἀτυχοῦς ἐμπνεύσεως τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἐκ Γορτυνίας κ. συνάδελφος νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ μετατεθῇ ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν. Τοσαύτη εἶναι ἡ ἀγανάκτησις τὴν ὁποίαν ἐξήγειρεν ἡ πρότασις αὕτη ὄχι μόνον ἐν Ναυπλίῳ, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας ὥστε καὶ ξένα πρόσωπα τὰ ὁποῖα προσωρινῶς διαμένουν ἐν Ναυπλίῳ διαμαρτύρονται. Τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου ἀπαρτιζόμενον κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ δικαστικοὺς οἱ ὁποῖοι διήνυσαν τὸν βίον των διακονοῦντες τὴν δικαιοσύνην καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ξένοι πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Ναυπλίου, συνῆλθον καὶ ἐν ὁλομελείᾳ ὑπέδειξαν τὰ ἀτοπήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ μία τοιαύτη ἀπόπειρα κατὰ τῆς πόλεως τοῦ Ναυπλίου. Δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις ἡ ὁποία νὰ θελήσῃ νὰ υἱοθετήσῃ μίαν τοιαύτην πρότασιν νόμου. Μία ἱστορικὴ πόλις ὅπως τὸ Ναύπλιον ἐρημοῦται καὶ νεκροῦται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν· διότι ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ὁποῖαι ἐλειτούργουν ἀφηρέθησαν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην. Ἐλησμονήθη τελείως τί ἦτο τὸ Ναύπλιον καὶ τίνας ὑπηρεσίας προσέφερε πρὸς τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Τόπου. Καὶ τί, κύριοι, ἀντιτάσσεται πρὸς τοῦτο; Οὐδὲν σοβαρὸν ἐπιχείρημα. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ εἰσηγούμενος τὴν πρότασιν ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαχριστόπουλος εἶναι ὅτι δῆμοί τινες εἶναι πλησιέστεροι πρὸς τὴν Τρίπολιν. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Ναυπλίου θὰ ἀπέχῃ περισσοτέραν ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ κέντρου, ἂν θὰ μετατεθῇ εἰς Τρίπολιν. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι γίνεται ἡ συγκοινωνία δι’ ὄνων καὶ ἡμιόνων. Ἀλλὰ σήμερον ὅτε ἔχουν συντομευθῆ αἱ ἀποστάσεις, ὅπου τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς εἶναι εὔκολα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ σκέψις περὶ μεταφορᾶς μόνον ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ περιβάλλον τὸ ἐπιστημονικὸν τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη εἰς Ναύπλιον ἀμέσως νὰ δημιουργηθῇ εἰς Τρίπολιν. Ὅπως ἠξεύρετε, τὸ Ἐφετεῖον εἶναι ἀνώτερον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θέλει προπονήσει ἐπιστημονικῶς εἰς ὅλας τὰς σχέσεις αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δίκης. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ δι’ ὀλίγους δήμους τοῦ κ. συναδέλφου νὰ θελήσωμεν τὴν ἀπώλειαν ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ ὁ κ. συνάδελφος τοὺς ἐκλογεῖς του καὶ νὰ λάβῃ 150 ψήφους ἐπὶ πλέον. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι εἰμὴ μόνον τὰ προσωπικὰ κέρδη καὶ οὐδὲν πλέον. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σοβαρῶς τὸ ὑπόμνημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ νὰ δώσῃ ἀπελπιστικὴν ἀπάντησιν εἰς τοὺς ἀγωνιζομένους ὅτι ἀγωνίζονται ἀγῶνα μάταιον.
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὑπόμνημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ναυπλίου διεβιβάσθη εἰς τὴν Συνέλευσιν σωρεία ψηφισμάτων τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, τὰ ὁποῖα ἐν μιᾷ φωνῇ παρακαλοῦν τόσον τὴν Κυβέρνησιν ὅσον καὶ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Ἐφετείου ἐκ τῆς πόλεως Ναυπλίου εἰς τὴν πόλιν Τριπόλεως.
§50Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἄν ὑπάρχουν νὰ ἀναγνωσθοῦν· διότι ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν.
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε, ὅτι τόσον τὸ Ἐφετεῖον, ὅσον καὶ τὰ ἄλλα δημόσια γραφεῖα ὡρίσθησαν ὅτι πρέπει νὰ ἑδρεύουν εἰς τὸ Ναύπλιον ἕνεκα καθαρῶς ἱστορικῶν λόγων. Διότι τὸ Ναύπλιον ἀπετέλεσε τὴν πρώτην πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ὡς τοιαύτη δικαιολογημένως εἶχεν ὅλα τὰ γραφεῖα. Οὐχ ἧττον ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἐφόσον ὁ ἱστορικὸς αὐτὸς λόγος ἐξέλειπε, δὲν ὑπάρχει καμμία οὐσιαστικὴ δικαιολογία παραμονῆς τοῦ Ἐφετείου εἰς τὸ Ναύπλιον. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡ Τρίπολις κειμένη εἰς τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου ἐξυπηρετεῖ καλύτερον πάσης ἄλλης πόλεως ὅλους τοὺς δικαζομένους εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Ὄχι μόνον τοὺς δικαζομένους κατοίκους Ἀρκαδίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας καὶ τοῦ νομοῦ Λακωνίας. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους αὐτοὺς παρακαλῶ ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως νόμου τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου διὰ τὴν ἀπόδοσιν ἑνὸς δικαίου σοβαρωτάτου.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§53Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν διὰ ζήτημα οὐχὶ τοσαύτης σοβαρότητος ὅσην ἐπεχείρησε νὰ προσδώσῃ ὁ ἐκ Γορτυνίας συνάδελφος κ. Παπαχριστόπουλος, διεκδικῶν πρωτοβουλίαν ἀσφαλῶς ἀνήκουσαν εἰς ἄλλον πληρεξούσιον καὶ ὄχι τὸν πληρεξούσιον Γορτυνίας. Τοῦτο δὲ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας· διότι οὐδεὶς μέχρι τοῦδε, καίτοι τὰ πρῶτα κατέχοντες ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ τῇ Κοινωνίᾳ προσόντα, ὑψίστου πολιτικοῦ κύρους, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν κρατήσαντες ἐν τῇ πολιτικῇ, δὲν ἀνεκίνησαν ζήτημα μεταφορᾶς τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπω δὲ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Παπαχριστόπουλον εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος εἰς κάποιον ὁ ὁποῖος ἐζήτει νὰ μεταθέσῃ Εἰρηνοδικεῖον. Εἶπεν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν εἶναί τι φορητόν.
§54Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ ὅμως μετέθεσε πολλὰ Εἰρηνοδικεῖα.
§55Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶπε τότε. Διὰ τὰς ἐπισήμους διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκφράζω ἐκ μέρους τῆς πόλεως Ναυπλίου τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐδήλωσαν ὅτι δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ἐνίσχυσιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαχριστοπούλου. Ὁ κ. Παπαχριστόπουλος ἐπιχειρεῖ νὰ εἰσηγηθῇ τοιαύτην πρότασιν. Καὶ ὄντως θόρυβος ἐδημιουργήθη, διότι ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαβεβαίωσις εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ναυπλίου ὅτι θεωρεῖ ἀστείαν τὴν πρότασιν αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθησαν. Καὶ ὄντως, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ἀστεῖον ἓν τοιοῦτον ἐπιχείρημα. Διότι πρόκειται περὶ δικαστηρίου τοῦ ὁποίου ἡ ἕδρα καὶ ἡ ἱστορία εἶναι συνδεδεμέναι. Ὑπομιμνήσκω πρὸς τὸν κ. Παπαχριστόπουλον τὸ ἔγγραφον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εὑρίσκηται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, δυνάμει τοῦ ὁποίου κατὰ σύμφωνον γνωμάτευσιν τοῦ Γραματέως τῆς Ἐπικρατείας διεβιβάσθη ἡ μετάθεσις τοῦ Ἐφετείου εἰς Ναύπλιον κατὰ τὸ 1836, ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος λειτουργήσαντος ἐν Τριπόλει. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν μεταφορὰν δὲν εἶναι λόγοι ἱστορικοί, ἀλλὰ εἶναι λόγοι δικαιοσύνης καθαρῶς. Διότι ἀπέβλεψαν οἱ ἐνεργήσαντες τὴν μετάθεσιν εἰς κέντρον, τὸ ὁποῖον καὶ λόγῳ τῆς μορφώσεως τῆς ἐπιστημονικῆς τὴν ὁποίαν παρουσιάζει καὶ τῶν συγκοινωνιῶν τῶν ἀπὸ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς εἶναι ἀνώτεραι, παρουσιάζει τοιαῦτα προσόντα ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ μεταφορὰ τῆς ἕδρας ἐκ Τριπόλεως εἰς Ναύπλιον. Πλὴν τούτου δὲ καὶ λόγοι ὑγιεινῆς, διότι εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν τότε εἰσαγγελέων καὶ προέδρων τῶν Ἐφετῶν ὡς λόγος κύριος φέρεται καὶ ὅτι τὸ κλῖμα τῆς Τριπόλεως εἶναι ἀσύμφορον πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι ἐπὶ ὁλοκλήρους μῆνας ἠναγκάζετο τὸ Ἐφετεῖον Τριπόλεως νὰ μὴ λειτουργῇ λόγῳ τοῦ χειμῶνος καὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς συγκοινωνίας. Ἑπομένως, ἂν ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἀγαπητὸς φίλος κ. Παπαχριστόπουλος ἐπιχειρῇ νὰ σοβαροποιήσῃ ζήτημα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀντίληψιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει σοβαρὰν τὴν ἐμφάνισιν, διαμαρτύρομαι ἐκ μέρους τῆς πόλεως Ναυπλίου πρὸς τὴν Συνέλευσιν διὰ μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖ εἰς βάρος τοῦ Ναυπλίου ὁ κ. Παπαχριστόπουλος, καὶ δὲν φαντάζομαι ὅτι τόσον ἡ Κυβέρνησις ὅσον καὶ ἡ Συνέλευσις θὰ θελήσωσι νὰ υἱοθετήσωσι νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ἡ τυχὸν ψήφισις δὲν ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς δικαιοσύνης.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαχριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§57Α. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κύριοι συνάδελφοι παρενέβαλον διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς των καὶ κλιματολογικοὺς λόγους· ὅτι τὸ κλῖμα τῆς Τριπόλεως εἶναι ψυχρὸν καὶ διὰ τοῦτο πρέπει τὸ Ἐφετεῖον νὰ μείνῃ εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ Ἐφετεῖον Λαρίσης, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς ψυχρότερον κλῖμα. Ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πίπτει, διότι, ἂν δεχθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ Ἐφετεῖον εἰς Ναύπλιον ἕνεκα κλιματολογικῶν λόγων, τότε καὶ ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου Λαρίσης πρέπει νὰ κατέλθῃ εἰς Βόλον. Ἐπεκαλέσθησαν λόγους ἱστορικούς. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσα κάπως τὴν Ἱστορίαν περισσότερον ἀπὸ τοὺς κ. κ. συναδέλφους, δὲν εἶδον πουθενὰ νὰ ὑπερέχῃ τὸ Ναύπλιον τῆς Τριπόλεως. Ἡ Τρίπολις νομίζω ὅτι ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἀνώτερα ἱστορικὰ γεγονότα ἀπὸ τὸ Ναύπλιον. Οἱ κ. κ. Ναυπλιεῖς δὲν ἐδανείσθησαν ἀπὸ τὴν Τρίπολιν τὸν ἀνδριάντα τοῦ Κολοκοτρώνη, ὁ ὁποῖος ἦτο Τριπολίτης; Ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου ἱδρύθη ἐν Τριπόλει τὸ πρῶτον καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ Ναύπλιον ἦτο πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, κ. Πρόεδρε. Ἐνῷ ἦτο πρωτεύουσα τοῦ Κράτους τὸ Ναύπλιον, ἐν τούτοις ἐπροτιμήθη ἡ Τρίπολις, διότι ἐκτὸς ἄλλων λόγων εὑρίσκεται εἰς τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου. Ἕως τώρα δὲ ἔχουν φθάσει 143 ψηφίσματα διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ Ἐφετείου εἰς Τρίπολιν ἀπὸ τοὺς νομοὺς Ἀρκαδίας, Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας.
§58Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Στέργω, ἂν μετατεθῇ εἰς τὰς Καλάμας.
§59Α. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχυρίσθησαν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξεφράσθησαν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου ἐν Ναυπλίῳ. Εἰς αὐτὸ δυσπιστῶ, διότι δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προεξώφλησε τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως.
§60Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν υἱοθέτησε τὸ νομοσχέδιον.
§61Α. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμε καὶ πολλὰ ἄλλα ὀλισθήματα καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἔκαμε καὶ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετέθηκε τὴν ἕδραν τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Δημητσάνης διὰ νὰ εἶναι εἰς τὸ κέντρον δύο δήμων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὅλοι οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν εἶναι σοβαροὶ καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀναγράψῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Συνέλευσις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καλμοῦχος ἔχει τὸν λόγον.
§63Π. ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ παρῃτούμην τοῦ λόγου μετὰ τὰ πειστικώτατα ἐπιχειρήματα τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων κ. κ. Πετρίδου καὶ Δουζίνα, ἂν δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἔχω ἱερὸν καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς. Δὲν νομίζω ὅτι χάριν ἱστορικῶν λόγων καὶ μόνον πρέπει νὰ παραβλάπτωνται ζωτικὰ συμφέροντα χιλιάδων πολιτῶν. Οὐδὲ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρῶνται ὅλαι αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἐπ’ ὠφελείᾳ μιᾶς καὶ μόνης πόλεως καὶ ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ Ἀρχαὶ προσδίδουν μεγάλην κίνησιν καὶ πολιτισμὸν εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἐγκαθίστανται. Εἰς ἄλλας περιστάσεις θὰ ἦτο τοῦτο ἐπιβεβλημένον. Εἰς τὴν παροῦσαν ὅμως μὲ τὰ αὐτοκίνητα καὶ τὰ τηλέφωνα, τὰ ὁποῖα ἐξουδετέρωσαν πάσας τὰς ἀποστάσεις, δὲν εἶναι δικαιολογία νὰ παραμείνωσιν αἱ ἐπαρχίαι ἄνευ Ἀρχῶν, καταδικασμέναι εἰς στασιμότητα, ἄνευ πλουτισμοῦ πρὸς ὠφέλειαν μιᾶς καὶ μόνης πόλεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν συντρέχουσιν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι μίαν τοιαύτην μεταφορὰν ἢ μετακόμισιν τοῦ Ἐφετείου ἐκ Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀπολύτως δικαιολογίαν, διότι, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐξυπηρετοῦνται συμφέροντα χιλιάδων πολιτῶν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, ἐξουδετεροῦται ὁ λόγος αὐτὸς ὅτι ζημιοῦνται εἰς συμφέροντα ἄλλαι ἐπαρχίαι, ὅπως αἱ ἐπαρχίαι Κορινθίας, Ἄργους, Ναυπλίας. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι, ἐφόσον οὐδεὶς ἀποχρῶν λόγος ὑπάρχει πρὸς μεταφορὰν τοῦ Ἐφετείου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν ὄντως πόλιν τοῦ Ναυπλίου τὸ Ἐφετεῖον καὶ νὰ μεταφέρωμεν αὐτὸ εἰς Τρίπολιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκέφθησαν τόσοι ἄλλοι ἐπιφανεῖς ἄνδρες καταγόμενοι ἐξ Ἀρκαδίας, εἰς τὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα ἀνελθόντες.
§64Α. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς πληροφορήσητε ἂν οἱ Ἐφέται τοῦ Ναυπλίου καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ὑπάλληλοι ἔχουσιν ἕδραν των τὸ Ἄργος;
§65Π. ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Ἂν πρόκειται νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ Ἄργος, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§66Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ἐρειδομένην ἐπὶ ἐπιχειρημάτων ἀκλονήτων.
§67Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Παπαχριστόπουλος.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μαμάης ἐπὶ ἀναφορᾶς ταξινόμων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§69Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1909 τοὺς εἶχε παραγκωνίσει, διότι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐφαρμογὴν μισθῶν 190 καὶ ὑπελόγισεν ἐπὶ 150. Φοβοῦμαι μήπως ριφθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς καλένδας ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι σχεδιασταί.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κωνσταντινίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς ὑπαλλήλων τῆς παραμεθορίου.
§71Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς ἐδόθη ἓν ἐπίδομα 10% διὰ Ν. Δ. Τὸ Ὑπουργεῖον κατέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὸ ἐπίδομα, μεταγενεστέρα ὅμως διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήρεσεν ἓν μέρος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, δηλαδὴ τοὺς ἐκτάκτους τῶν Τ.Τ.Τ. Καὶ ὄχι μόνον ἐξήρεσεν αὐτούς, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ ἐπιστρέψωσι τὸ ποσόν. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ τοιαύτη ἀπόφασις.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θεολογίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδικάτου σιγαροποιῶν Θεσσαλονίκης.
§73Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις πρὸ καιροῦ εἶχε καταθέσει νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν σιγαροποιῶν καὶ εἰδικῶς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὰς σημαίας δὲν κατώρθωσαν νὰ ὑποβάλωσιν ἐγκαίρως τὰς αἰτήσεις των, ὅπως τύχωσι καὶ αὐτοὶ τοῦ εὐεργετήματος, τοῦ ὁποίου ἔτυχον ἄλλοι συνάδελφοί των. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ψηφισθῆ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ παραμένει ἐκκρεμές. Εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν ἡ Πολιτεία νὰ σκεφθῇ καὶ διὰ τοὺς 3,000 σιγαροποιούς, οἱ ὁποῖοι περισσότερον παντὸς ἄλλου δικαιοῦνται νὰ τύχωσι τῆς στοργῆς καὶ τῆς εὐμενείας τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν καὶ ἐστερήθησαν δὲν ἀπασχολοῦν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Εἶναι παράπονον δίκαιον καὶ βάσιμον τοῦ ὅλου ἐφεδρικοῦ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἐστερήθη καὶ προσέφερεν ὅ,τι εἶχε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως ἱκανοποιήσῃ ἓν μέρος τοῦ ἐφεδρικοῦ κάσμου.
§74Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Τί ποσὸν ἀπαιτεῖται;
§75Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δώσῃ, διότι δὲν τὸ ηὗρε. Πρόκειται περὶ πόρων εἰδικῶν, διὰ τοὺς ὁποίους προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔμαθον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν διὰ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ προστατευθῶσιν ἀπὸ τὴν Πολιτείαν.
§76Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ ὑπόθεσις εἶναι παλαιά· ἐπανειλημμένως ἀπεζημιώθησαν εἰς ποσὸν ὑλικὸν ἀρκετὰ σεβαστόν, δύναμαι δὲ νὰ ὁρίσω τὸ ποσὸν εἰς 23,000,000, τὸ ὁποῖον ἐδόθη. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει κατηγορία σιγαροποιῶν, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς ἀπουσίας της, διατελοῦσα ὑπὸ τὰς σημαίας, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως αἰτήσεις καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπαινίττεσθε εἶναι δικαιολογημένον. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, ἐπειδὴ ἐκάματε λόγον, θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον νὰ λάβῃ μορφὴν ἀρτιωτέραν καὶ νὰ ἐμφανισθῇ τοιοῦτον, ὥστε ὄχι μόνον νὰ πληρώσῃ ἀνάγκας ὡρισμένων σιγαροποιῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ νὰ ἐμφανίσῃ ἕν σύστημα προνοίας εὐρυτέρας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπάρχει μία κατηγορία σιγαροποιῶν ἡ ὁποία εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν δὲν ἔτυχεν ἀποζημιώσεως, ὅπως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ περὶ αὐτοῦ θὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§77Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Περὶ αὐτῶν πρόκειται νὰ φροντίσητε, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις καὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ὑπὸ τὰς σημαίας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλαβον χρήματα ἄλλοι. Τὸ παράπονον εἶναι γενικόν, διότι καὶ περὶ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἶχε συστηθῆ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ὁ Μουσολίνι διὰ τῶν ἐφέδρων κατέλαβε τὴν Ρώμην καὶ ἐγκαθίδρυσε τὴν δικτατορίαν, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ κομμουνισμὸς εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀνατρέψῃ, διότι οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη.
§78Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπέβαλον ἀναφορὰν κτηματιῶν Ἠπείρου περὶ χορηγήσεως ἐνυποθήκων δανείων εἰς τὴν Ἤπειρον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ζητοῦν οἱ κτηματίαι διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ παραχώρησις τοιούτων ἐνυποθήκων δανείων, διότι ὑπάρχει νόμος ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὸ τοιοῦτον, ἐπειδὴ δῆθεν δὲν εἶναι ἐν τάξει οἱ τίτλοι ἰδιοκτησίας εἰς τὴν Ἤπειρον. Ἀλλά, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, θὰ εὕρῃ ὅτι ἐν Ἠπείρῳ οἱ τίτλοι ἰδιοκτησίας ὑπάρχουν ἐν πλήρει τάξει καὶ συνεπῶς εἶναι ἐντελῶς ἄδικον καὶ ἀδικαιολόγητον τὸ μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς χορηγήσεως ἐνυποθήκων δανείων εἰς τὴν Ἤπειρον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει φέρει εἰς μεγάλην στενοχωρίαν τὸν ἐκεῖ ἐμπορικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος λόγῳ τῆς στενότητος τοῦ χρήματος δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἐμπορικὰς πράξεις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸν ὁποῖον καὶ ἰδιαιτέρως παρεκάλεσα, ὅπως τὸ ταχύτερον ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἂν βεβαιωθῇ, ὅπως εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὅλοι οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἐν τάξει ἐν Ἠπείρῳ, ὅπως φέρῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν νομοσχέδιον ἐπιτρέπον τὴν χορήγησιν τοιούτων δανείων, διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ στενοχωρία τοῦ χρήματος, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Ἠπείρῳ.
§79Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἔχω ἐνεργήσει σχετικῶς εἰς τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν καὶ ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τῶν νομικῶν της συμβούλων.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πεζᾶς ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§81Σ. ΠΕΖΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι παράπονα διατυπούμενα ἐναντίον δικαστικῶν ἀρχῶν πρέπει νὰ ἀξιῶνται ἰδιαιτέρας προσοχῆς, διότι, ἐφόσον δὲν λειτουργεῖ ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη κατὰ τρόπον ἄμεμπτον, σείονται τὰ θεμέλια ὅλης τῆς Πολιτείας. Κατά τινων δικαστικῶν ἀρχῶν ἐν Βόλῳ ὑπάρχουσι διάφοροι αἰτιάσεις καὶ πολλὰ παράπονα· ἐμπιστευτικῶς διεβιβάσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔφθασαν, φαίνεται, εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, ἐμποδισθέντα καθ’ ὁδὸν ὑπὸ καλῶν συναδέλφων. Γνωρίζω ὅτι τοῦτο ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἐλήφθη καμμία πρόνοια. Ἡ Κοινωνία τοῦ Βόλου δυσφορεῖ ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ· περὶ τούτου δὲ δύναται νὰ ἐπιμαρτυρήσῃ καὶ ὁ ἐκεῖθεν καταγόμενος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Σπυρίδης. Ἂν ἐλειτούργει ἡ μεγάλη Ἐπιτροπὴ ἥτις συνέστη πρό τινος καιροῦ, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀπασχολήσῃ τις τὴν Συνέλευσιν· ἠδύναντο τὰ παράπονα αὐτὰ ν’ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τοῦ τρόπου τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων. Δυστυχῶς τοῦτο δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Ἐδόθη προχθὲς ἡ διαβεβαίωσις ὅτι θὰ λειτουργήσῃ προσεχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ καὶ ἀναμένω νὰ συνέλθῃ διὰ νὰ διατυπώσω τὰ παράπονά μας ἐνώπιον αὐτῆς καὶ ἐγώ. Παράπονα εἶχον ἀνακοινωθῆ καὶ εἰς ἕνα ἀρεοπαγίτην σταλέντα ὡς ἐπιθεωρητήν, τὸν κ. Σακελλαριάδην. Ὁ κ. Σακελλαριάδης ἀνεγνώρισε τὸ βάσιμον πολλῶν παραπόνων. Ἄλλως ὁ ἴδιος μοὶ εἶπεν ὅτι δυστυχῶς αἱ ἐπιθεωρήσεις αὗται μένουσιν ἄκαρποι καὶ ἄγονοι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τις ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ προέδρου τῶν Ἐφετῶν, οἵτινες δείκνυνται ἥκιστα αὐστηροὶ πρὸς τοὺς συναδέλφους των καὶ πάντοτε παραμελοῦν καὶ ἀναβάλλουν ν’ ἀπαντήσουν εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ Ὑπουργείου, λόγῳ συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον ἡμεῖς νομίζομεν ἀναγκαῖον εἶναι νὰ τροποποιηθοῦν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου, οὕτως ὥστε νὰ δίδηται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ ὑποδεικνύωσι τὰς ἐπενεκτέας μεταβολάς. Καί, ἂν ὅλοι οἱ δικασταὶ εἶναι ἔντιμοι καὶ χρηστοί, ἐν τούτοις εἶναι παρατηρημένον ὅτι, ὅταν ὁ δικαστὴς παραμείνῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς πόλιν τινά, συνάπτει κατ’ ἀνάγκην σχέσεις κοινωνικὰς καὶ ἐπηρεάζεται ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του. Παράπονα διατυποῦνται κυρίως κατὰ τοῦ προεδρεύοντος καὶ κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως. Δυστυχῶς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶναι πολὺ βραδὺ εἰς τὰς ἐνεργείας του. Ἀπὸ 8 ἢ 10 μηνῶν ἠσθένησεν ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Βόλῳ Πρωτοδικῶν. Ἐγένετο ἐπίμονος ἐνέργεια νὰ ἀντικατασταθῇ καὶ ἐπετεύχθη ἐπὶ τέλους ἡ μεταβολὴ αὐτή, ἀλλ’ ὁ νέος πρόεδρος δὲν ἐπῆγεν ἀκόμη ἐκεῖ. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ προεδρεύῃ ὁ πρωτοδίκης κ. Σακελλαρόπουλος, κατὰ τοῦ ὁποίου καὶ ἕτεροι συνάδελφοι, οἱ κ. κ. Ψιάρης καὶ Τσίρος, οὓς ἠκούσατε, διετύπωσαν πολλὰ παράπονα. Παράπονα ἐπίσης ἀκούονται καὶ κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του.... Λυποῦμαι διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατυπώσω τὴν φράσιν αὐτὴν μετά τινος ἀκροβατικῆς ἐλαστικότητος, ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαστικῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ δικαστικοῦ κύρους βεβαίως πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἀξία συγχαρητηρίων. Διὰ τοὺς πρωτοδίκας ἐπίσης τοὺς ἐκτελοῦντας χρέη ἀνακριτῶν λέγονται πολλά, ὡς παραμελοῦντας τὰ καθήκοντά των καὶ περὶ ἄλλα τυρβάζοντας. Παρακαλῶ συνεπῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ φροντίσῃ καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς μεγάλης κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ διαβιβάσῃ εἰς αὐτὴν τὰς σχετικὰς ἀναφορὰς ἐπὶ τῷ τέλει ἵνα αὕτη ἐξετάσῃ τὰ παράπονα αὐτὰ καὶ ἐπιφέρῃ τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας εἰς τὴν νομοθεσίαν αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονῶμεν τὸ σοφὸν λόγιον τῶν Ρωμαίων: «justitia est regnorum fundamentum», ἤτοι· «ἡ δικαιοσύνη εἶναι τὸ θεμέλιον τῶν πολιτειῶν».
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Καλκανδῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς στρατευσίμων φοιτητῶν.
§83Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ πολῖται πάντες πρέπει νὰ εἶναι ἴσοι. Ἐδῶ πρόκειται περὶ φόρου αἵματος. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος ὅπως οἱ μὲν τελειόφοιτοι γυμνασίων μὴ ἔχουν καὶ οἱ φοιτηταὶ ἔχουν τὸ προνόμιον νὰ λαμβάνωσιν ἀναστολήν, ἀλλ’ ὅλα τὰ πτωχόπαιδα νὰ πολεμοῦν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κανὼν αὐτὸς πρέπει νὰ παρακαμφθῇ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ εἰς τοὺς τελειοφοίτους ἀναστολὴ ἑνὸς ἔτους διὰ νὰ τελειώσουν τὰς σπουδάς των. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν ὅπως τὰ δίκαια αἰτήματά των γίνουν ἀποδεκτά. Ἀλλὰ νὰ τοῖς δηλωθῇ τὸ ἑξῆς· ὅτι ἀπὸ τοῦ 1926 καὶ πέρα μόνον οἱ τελειόφοιτοι τῶν γυμνασίων καὶ τοῦ Πανεπιστημίου θὰ λαμβάνωσιν ἀναστολήν. Ἐπίσης ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φανῇ ἐπιεικής. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν τοῦτο αἴτημα. Μὲ ἐπεσκέφθησαν πολλοὶ φοιτηταὶ καὶ τελειόφοιτοι γυμνασίων καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ συνηγορήσωμεν διὰ τὸ ζήτημά των. Ἐπειδὴ ἔχομεν τὸ σύστημα τὸ Ἑλληνικόν, ἀπεργοῦν καὶ αὐτοὶ ὅπως κάμουν καὶ αἱ ἄλλαι τάξεις, καὶ δι’ αὐτὸ εἴμεθα αἴτιοι ἡμεῖς.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Συντάγματος.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχω ὑποβάλει μίαν πρότασιν ὡρισμένην, ἡ ὁποία ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ὑπὸ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν.
§86Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἤθελον νὰ προτείνω τὸ ἑξῆς ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Συντάγματος· ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἑπόμενα. Διότι πρόκειται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου νὰ διεξαχθῇ συζήτησις περὶ τῆς προτάσεως τῆς καθιερώσεως τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς συνταγματικῶς ἢ μή. Ἀλλὰ διὰ νὰ διαφωτισθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν. Ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας εἶμαι εἰσηγητής, κατέληξεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, ὑποβάλλει δὲ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα τὴν ἔκθεσίν της. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς καὶ κατόπιν νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διὰ νὰ μὴ κατατριβώμεθα ματαίως.
§87Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ διαφωνίσω, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος δὲν πρόκειται νὰ καθορίσωμεν τὸ εἶδος τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπεύσεως.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἐμὲ ἠμπορεῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ συζητηθῇ καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα πλὴν τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§89Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀναλογικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξεύρῃ ποῖον τὸ καλύτερον σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι.
§91Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο.
§92Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ εἴπω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀρέσῃ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Βλέπω μετὰ λύπης ὅτι οἱ κορυφαῖοι ἐν τῇ Συνελεύσει ἀντὶ νὰ συνέλθουν κατ’ ἰδίαν καὶ ἀποφασίσουν περὶ τοῦ καλυτέρου τρόπου ἔρχονται ἐδῶ καὶ διαφωνοῦν καὶ φεύγει ὁ λαὸς μὲ τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴν καὶ ἔτσι δὲν ὑπάρχει ἡ ἰδέα τῆς συνταγματικῆς ὁλότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ λαῷ. Λαὸς εἶσθε σεῖς καὶ ἐγὼ καὶ δὲν σᾶς ἔστειλεν ἐδῶ ὁ λαὸς διὰ νὰ διαφωνῆτε, ἀλλὰ σᾶς ἔφερε νὰ ὁμονοήσητε εἰς μίαν ἰδέαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι νὰ πεισθῶμεν. Διότι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία δὲν προέρχεται ἐξ ἡμῶν, ἀλλ’ ἀπορρέει ἀπ’ αὐτὸν τὸν λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δείξωμεν ὅτι ἐργαζόμεθα.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ πρότασις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» εἶναι νὰ διατυπωθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ἀναλογικὸν ἐκλογικὸν σύστημα. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μυλωνᾶ εἶναι νὰ ἀναβληθῇ ἡ σχετικὴ συζήτησις, διότι εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἀπεστάλη ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναλογικῆς ἐκλογῆς. Ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη, ἐξήτασεν, ἔλαβεν ἀπόφασιν καὶ τὸ ἐνέκρινεν ὁμοφώνως, μειονοψηφοῦντος τοῦ κ. Σοφούλη, ἐντὸς δὲ τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἀναμένεται ἡ ὑποβολή του εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὅταν ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Συνέλευσιν, τότε βεβαίως θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συστήματος κατ’ ἀρχὴν καί, ἂν ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, ὅπως ἐλπίζομεν καὶ εὐχόμεθα,—διότι ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἀποτελεῖ ζήτημα ὑπάρξεως καὶ ὅρον ἀπαραίτητον διὰ τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον τῆς Χώρας, σκοπὸν πρὸς τὸν ὁποῖον ὅλοι εἰλικρινῶς ἀποβλέπομεν—τότε, ὅταν θὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὴν τελικὴν ἔγκρισιν τῶν ἄρθρων ὡς διετυπώθησαν. Ἡ πρότασις ἑπομένως τοῦ κ. Μυλωνᾶ μὲ εὑρίσκει σύμφωνον. Διότι, νομίζω, ὅτι, ἂν σήμερον εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ κατὰ πόσον ἐπιβάλλεται νὰ ὁρισθῇ συνταγματικῶς ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογή, νομίζω ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μία μεγάλη ἐπιβράδυνσις τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν ἔργου, ἐνῷ ἐπανειλημμένως καὶ ὑφ’ ἡμῶν καὶ πανταχόθεν ὑποστηρίζεται ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐπισπεύσωμεν. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ συζήτησις θὰ ἔλθῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν σήμερον νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ βουλευτῶν.... κλπ.». Εἶναι δηλαδὴ τὸ παλαιὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀμετάβλητον. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν διατύπωσιν ὅπως τὴν προτείνει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», νομίζω ὅμως ὅτι θὰ προστεθῇ τὸ «ἀναλογική», ὅπως εἰς τὰ Συντάγματα τῶν ἄλλων Δημοκρατιῶν. Ἂν λοιπὸν ἐπεψηφίζετο τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὅτι, ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν βραδύτερον, λάβῃ τελικῶς τυχὸν ἡ Συνέλευσις τὴν ἀπόφασιν ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ὡς νόμος ἡ ἀναλογική, ἀλλὰ καὶ νὰ καταστῇ καὶ συντακτικὴ διάταξις,—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως, μειονοψηφοῦντος, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, μόνον τοῦ κ. Μπακοπούλου....
§94Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἐπρότεινα, κ. συνάδελφε.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. ... Ἐν πάσῃ περιπτώσει τοῦ κ. Καραπάνου καὶ τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅλων τῶν ἄλλων δεχομένων ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐκλογικὸν σύστημα νὰ ἀποτελέσῃ διάταξιν συνταγματικὴν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὰ ἐκλογικὰ συστήματα ἔχουν ἀξίαν σχετικήν...
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν.
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι, ὄχι· δὲν πρόκειται τώρα νὰ συζητήσωμεν. Λοιπὸν ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς· νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχει εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα καὶ ὡς προτείνεται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Νὰ προχωρήσωμεν σήμερον εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ἄλλα καί, ἂν τυχὸν εἰς τὸ μέλλον ἡ Συνέλευσις δεχθῇ αὐτό, νὰ εἰσαχθῇ ὄχι μόνον ὡς νόμος, ἀλλὰ καὶ ὡς διάταξις συνταγματική.
§98Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον;
§99Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι, κ. Πετρίδη, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον. Ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας πρὸς τὴν Συνέλευσιν εἶναι αὐτή. Τὸ ἄρθρον νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν δὲ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐπανέλθωμεν, ἂν ἡ Συνέλευσις ἔχῃ ἄλλην γνώμην.
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἄποψις τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως θὰ ἦτο ἀπολύτως ὀρθή, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συνταγματοποιήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Εἰς τὸ ἄρθρον 15 πρόκειται νὰ περιληφθῇ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκλογὴ θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἄλλο αὐτὸ καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, διότι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου τρόπον τινὰ ἐμμέσως σημαίνει ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν κατόπιν σοβαρῶς νὰ συζητήσωμεν περὶ εἰσαγωγῆς διατάξεως ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον τὸ ἑξῆς· δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, οὐχὶ διότι εἶναι ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ γίνῃ ποὺ θὰ γίνῃ συζήτησις διὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ συζητηθῇ καὶ ἡ ἀρχὴ γενικώτερον τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας θὰ ἔχωμεν μίαν συζήτησιν. Ἀλλὰ παρουσιάζεται καὶ μία ἄλλη δυσκολία ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας. Εἰς τὸ ἄρθρον 17 ἔχομεν ἄλλην πρότασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ προκληθῇ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως. Παρατηρῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπουσιάζει καθὼς καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ λάβωμεν ἀποφάσεις; Φοβοῦμαι ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων ὅταν ἀπουσιάζουν οἱ κυριώτεροι ἀρχηγοὶ τῶν κυριωτέρων κομμάτων. Ἤθελον λοιπὸν προτείνει τὸ ἑξῆς· νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Καραπαναγιώτην νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑποβάλει, διὰ νὰ ἐξοικονομηθῇ καὶ μία ἀγόρευσις τέλος πάντων, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ποὺ θὰ γίνῃ, καὶ κατόπιν νὰ ἀναβληθῇ τὸ ἄρθρον, ἀφοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ λάβωμεν ἀποφάσεις.
§101Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνας τὴν ἀναβολὴν τοῦ ἄρθρου εἶπον ὅτι, ὅταν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπανέλθῃ καὶ ἡ πρότασις ὄχι μόνον τῶν λεπτομερειῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἑπομένως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προηγηθῇ ἡ εὐρυτάτη αὐτὴ συζήτησις ὅπως ὡριμάσουν αἱ σκέψεις εἰς τοὺς πληρεξουσίους, προκειμένου νὰ κρίνουν ἂν θὰ καθιερωθῇ συνταγματικῶς ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογὴ ἢ μή. Ἑπομένως μόνον ἀναβολὴ τοῦ ἄρθρου καὶ ὄχι διακοπὴ τῆς συζητήσεως μετά τινας ἡμέρας, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ κ. Παπαναστασίου, διότι, ἂν ὁ κ. Καραπαναγιώτης θελήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ, κατ’ ἀνάγκην θὰ προκαλέσῃ ἀντιρρήσεις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Λοιπὸν ἢ θὰ γίνῃ ἡ ἀναβολὴ ὁλόκληρος ἢ θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ὁπότε δὲν θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Καραπαναγιώτη.
§102Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφόσον ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς ὁλοκλήρου τοῦ κειμένου, πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις.
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀνεπτύχθησαν πρὸ τῶν διακοπῶν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου δύο προτάσεις· ἡ μία ἀφορῶσα τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος εἰς τὰς γυναῖκας καὶ ἡ ἑτέρα τὴν συνταγματικὴν καθιέρωσιν τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὰς προσωπικάς μου σκέψεις δι’ ἐλαχίστων ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν προτάσεων. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς γυναικείας ψήφου δὲν ἀνακινεῖται τὸ πρῶτον παρ’ ἡμῶν. Ἀπησχόλησεν ἐπίσης καὶ τὴν προηγηθεῖσαν Ἐθνοσυνέλευσιν, αἱ δὲ μακραὶ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν συνετέλεσαν καὶ αὐταὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ὅπως καταρρίψουν τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐκείνην εἰς τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν. Διότι ἐθεωρήθη ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ νὰ κατατρίβωνται εἰς ζητήματα ξένα πρὸς τὸ αἴσθημα τὸ κοινὸν καὶ πρὸς τὰς ζωτικὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας, εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας διεκινδύνευεν ἡ ἐθνική μας ὕπαρξις. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀκαιρότητος ἡ δημοσία γνώμη δὲν εὑρίσκετο ἐν ἀδίκῳ. Ὀφείλομεν ἐν τούτοις νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ προσπάθεια ἡ καταβληθεῖσα πρὸς ἐπέκτασιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ὑπῆρξεν ἓν τῶν μᾶλλον φωτεινῶν καὶ παρηγόρων σημείων τῆς Γʹ ταύτης Ἐθνοσυνελεύσεως. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ προσπάθεια αὕτη ἀπέρρευσεν ἐκ βαθυτέρας λαϊκῆς πίστεως, ἡ ὁποία ὑπελείφθη εἰς τὰ βάθη τῶν καρδιῶν των ἐκ τῆς μοναρχικῆς θυέλλης ἢ ὑπῆρξεν ἁπλῆ ἠχὼ καὶ ἀπομίμησις ἐκείνων τῶν μεταπολεμικῶν τάσεων αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν εἰς ἄλλας Χώρας. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἐσημείωσεν ἕνα ἀκόμη σταθμὸν εἰς τὴν ὁδὸν ἡ ὁποία μᾶς ἄγει εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τῶν λαϊκῶν δικαίων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ βραδύνωμεν νὰ διανύσωμεν τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπολείπεται ἀκόμη μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τῆς ὁδοῦ ταύτης. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει μία ἰσχυρὰ ἀντίδρασις ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ἀφομοιώσεως τῶν δύο φύλων, ἀλλὰ γνωρίζω ἐπίσης ὅτι πολὺ περισσότερον ἰσχυρὰ ἀντίδρασις παρετηρήθη ἀλλαχοῦ ἐναντίον τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας τῶν ἀνδρῶν. Καὶ ὅμως ἡ ἀντίδρασις αὐτὴ ἐξέλιπε πλέον τελείως. Οἱοσδήποτε ὑπαινιγμὸς σήμερον ἐναντίον τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας θὰ ἐθεωρεῖτο ἀληθὴς ὕβρις πρὸς τὸν σύγχρονον πολιτισμόν. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ μετὰ τινα χρόνον καὶ διὰ τὴν γυναικείαν ψῆφον. Ἡ διαπλασθεῖσα μετὰ τὸν πόλεμον παγκοσμία συνείδησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν ἰσοτέλειαν τῆς γυναικός, ἐξήσκησε τοιαύτην πίεσιν, ὥστε ὅλαι σχεδὸν αἱ κυριώτεραι Χῶραι τῆς γῆς, ἐξαιρέσει τριῶν, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἱσπανίας, ὅλα τὰ μᾶλλον προηγμένα Κράτη νὰ ἔχουν ἤδη ἀναγνωρίσει εἰς τὰς γυναῖκας τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Πρέπει δὲ νὰ σημειωθῇ ὅτι καὶ εἰς τὰ τρία Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἐξαίρεσιν, οὐδὲν ὑφίσταται συνταγματικὸν κώλυμα, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἁπλοῦ νόμου ἡ παροχὴ ψήφου εἰς τὰς γυναῖκας. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ἤδη ἐσημειώθη μία ἀπαρχή, δειλοτάτη ἀληθῶς, πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Εἰς τὴν Γαλλίαν πρὸ μιᾶς ἑξαετίας ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ μεγίστης πλειονοψηφίας νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεχωροῦντο ἐκλογικὰ δικαιώματα εἰς τὰς γυναῖκας. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἐκεῖνο ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Γερουσίας, ὄχι διότι ἡ Γερουσία ἀντετίθετο κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν, ἀλλὰ διότι ἤθελεν ἡ μεταρρύθμισις νὰ εἰσαχθῇ βαθμιαίως καὶ συστηματικώτερον καὶ ὄχι διαμιᾶς καὶ ἀποτόμως. Καὶ πράγματι πρό τινων ἡμερῶν ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, τῇ εἰσηγήσει ἑνὸς ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων κομμάτων τῆς δεξιᾶς, συνέστησεν ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐργασία ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου παρέχοντος ἐκλογικὸν δικαίωμα εἰς τὰς γυναῖκας προκειμένου περὶ τοπικῶν ἐκλογῶν, ὅπως συμμετάσχωσι καὶ αἱ γυναῖκες κατὰ τὰς ἐπικειμένας κοινοτικὰς ἐκλογάς. Καὶ θεωρεῖται ἀπολύτως βέβαιον ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ψηφισθῇ ἀκόπως παρ’ ἀμφοτέρων τῶν Βουλῶν. Εἶναι λοιπὸν αὐτὴ μία καθολικὴ κίνησις ἡ ὁποία ὠθεῖ ἀκατασχέτως πρὸς τὴν πολιτικὴν ἐξίσωσιν τῶν δύο φύλων. Καὶ δὲν φαντάζομαι οὔτε φοβοῦμαι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φιλοδοξήσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποτελέσῃ μίαν τῶν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἡ τελευταία ἔπαλξις προλήψεων ἐντελῶς ἀπηρχαιωμένων. Καὶ δὲν τὸ φοβοῦμαι, διότι, παρ’ ὅλας τὰς ἐπιφάσεις, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ βάσιν δὲν ἔχει τυφλὰς προκαταλήψεις καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἐγκολπωθῇ τὰς προοδευτικὰς ἰδέας. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ εὐκολία, μετὰ τῆς ὁποίας ἀπεδέχθη μεταρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι ἀλλοῦ ἐχρειάσθησαν χρόνον μακρὸν καὶ ἀγῶνας διὰ νὰ εἰσαχθοῦν. Μίαν λόγου χάριν ἐκ τῶν μεταρρυθμίσεων αἱ ὁποῖαι σχετίζονται πρὸς τὴν γυναικείαν δρᾶσιν εἶναι ἡ φοίτησις τῶν ἀρρένων καὶ θηλέων εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ἡ συνεκπαίδευσις τῶν δύο φύλων, ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν ἓν ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπιμάχων θεμάτων εἰς ἄλλας Χώρας, παρ’ ἡμῖν ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸν μᾶλλον ἀθόρυβον καὶ ὁμαλὸν τρόπον. Εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅπου ὑπάρχουν ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ γυμνάσια ἡ συνεκπαίδευσις ἐσημείωσε ραγδαίαν πρόοδον, χωρὶς τοῦτο νὰ προσκρούῃ εἰς καμμίαν κοινωνικὴν προκατάληψιν. Τὸ αὐτὸ παρετηρήθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν τῆς γυναικείας δράσεως καὶ τὴν ἐκτὸς τοῦ οἴκου γυναικείαν ἐργασίαν. Βλέπομεν σήμερον νὰ διεισδύῃ ἡ γυνὴ εἰς ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ πορισθῇ ἐντίμως τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἄνευ σχεδὸν ἀντιδράσεώς τινος. Ἄλλως τε, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν ἡ γυνὴ ἀπετέλεσε πάντοτε τὸν κύριον παράγοντα τῆς ἀγροτικῆς ἐργασίας· ἤδη ἐργάζεται ἀκωλύτως καὶ εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐθεωρεῖτο μέχρις ἐσχάτων ὄνειδος πᾶσα ἀπασχόλησις τῆς γυναικὸς ἐκτὸς τῆς οἰκίας. Ἀναγκαία συνέπεια ὅλων αὐτῶν, κύριοι, τῆς συμμετοχῆς ἐπὶ τῆς ἐργασίας τῆς γυναικός, τῆς συνεκπαιδεύσεως καὶ τῆς προόδου ἡ ὁποία σημειοῦται καθ’ ἑκάστην, εἶναι ὅτι σήμερον αἱ γυναῖκες εἴτε ἔχουν τυπικῶς πολιτικὰ δικαιώματα εἴτε δὲν ἔχουν ἀναμιγνύονται καὶ ἀναμιγνύονται ἐνεργῶς εἰς τοὺς κομματικοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς πολιτικὰς διαμάχας καὶ ἡ ἀνάμιξις αὕτη δὲν ἐπροκάλεσε καμμίαν διαταραχὴν τῶν κοινωνικῶν ἠθῶν ἢ τῆς οἰκογενειακῆς γαλήνης καὶ ἁρμονίας. Τίποτε δὲν θὰ προσθέσῃ καὶ τίποτε δὲν θὰ ἀφαιρέσῃ ἡ ἄσκησις παρὰ τῆς γυναικὸς τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἅπαξ κατὰ τριετίαν ἢ τετραετίαν. Θὰ ἀποκλείσωμεν τὴν γυναῖκα ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Θὰ ὑφίσταται πάντοτε ἡ ἐπίδρασις αὐτῆς κατ’ οὐσίαν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ βίου. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον προσκρούει ἡ εἰσαγωγὴ τῆς γυναικείας ψήφου παρ’ ἡμῖν εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχομεν, καὶ τοῦτο εἶναι φανερὸν καὶ ἐκ τῆς εἰκόνος τῆς Συνελεύσεως, τὴν ψυχικὴν προπαρασκευὴν ὅπως εἰσαγάγωμεν διαμιᾶς μίαν τόσον βαθεῖαν καινοτομίαν. Διστάζομεν ἁπλῶς. Μὴ γνωρίζοντες ἐξ ἰδίας πείρας τὰς συνεπείας τῆς μεταρρυθμίσεως διστάζομεν. Καὶ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀποκτήσωμεν ὁπωσδήποτε τὴν παρασκευὴν ταύτην πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν τυπικὴν ἀναγνώρισιν ἐκλογικῶν δικαιωμάτων εἰς τὰς γυναῖκας.
§104Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Νὰ μὴ τὸ σώσωμεν.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἴσως μάλιστα ἡ ἄμεσος εἰσαγωγὴ τῆς γυναικείας ψήφου θὰ προσκρούῃ παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς ἕνα ἄλλον λόγον· ὅτι θὰ ἀπῃτεῖτο πρὸς κατάρτισιν τῶν νέων ἐκλογικῶν καταλόγων μακρὰ διαδικασία, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀπεμάκρυνεν ἔτι μᾶλλον ἐκ τῶν γενικῶν ἐκλογῶν. Καὶ ἔχομεν πάντα λόγον ὅπως προσπαθήσωμεν νὰ ἐξομαλύνωμεν τὰς ὑφισταμένας δυσχερείας καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ταχυτέραν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Καὶ μόνον ἐκ τοῦ λόγου τούτου δὲν ἤθελον συστήσει, παρὰ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα, τὴν χορήγησιν ἀπὸ τοῦδε ψήφου εἰς τὰς γυναῖκας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀποφύγῃ μία Συνέλευσις ἔχουσα, ὡς ἡ παροῦσα, σύνθεσιν καθαρῶς δημοκρατικήν, εἶναι ἄρσις τοῦ συνταγματικοῦ κωλύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ σκεφθῇ πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς μεταρρυθμίσεως εἰς κατάλληλον χρόνον καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ ἤθελε κρίνει προσφορώτερον (χειροκροτήματα). Ἐπὶ τούτου νομίζω ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπεστήριξα ὅτι δὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα. Εἶναι σφάλμα τῆς Συνελεύσεως νὰ νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα· ἀρκεῖ μία δήλωσις.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον. Προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογικῆς μεταρρυθμίσεως εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἔχω· ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος εἶναι ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις ἀπαραίτητος διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν. Καίτοι ὅμως ἔχω τὴν ἰδέαν ταύτην, καίτοι ἔχω τὴν πεποίθησιν ταύτην, δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι ἡ ἀναλογικὴ ἐκλογὴ πρόκειται νὰ δοκιμασθῇ τὸ πρῶτον ἤδη παρ’ ἡμῖν καὶ παρὰ τὴν πεποίθησιν τὴν ἀπόλυτον, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι θέλει εὐδοκιμήσει δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀποκλείσωμεν κάθε φόβον ἀποτυχίας. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νόμου καὶ νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν καὶ διὰ συνταγματικῆς ἐγγυήσεως τὸ νέον ἐκλογικὸν σύστημα. Ἂν εὐδοκιμήσῃ, ὡς ἐλπίζομεν, οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει καταργήσεως. Ἂν ἀποτύχῃ, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει περιφρουρήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅπως ἤκουσα εἰσερχόμενος τελευταίως, ὅτι εἰσάγεται ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου προώρως πρὸς συζήτησιν, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ ὅπως εἰσαχθῇ πρότερον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, διότι αἱ συζητήσεις αἱ μακραὶ αἱ ὁποῖαι θὰ διεξαχθῶσι κατ’ αὐτὸ θὰ ἐπιτρέψουν νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ αἱ ἀντίθετοι ἀπόψεις εἰς τρόπον ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ μορφώσῃ ἀσφαλῆ περὶ τοῦ πρακτέου γνώμην, ἂν ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν καὶ μέχρι συνταγματικῆς καθιερώσεως τῆς ἀναλογικῆς. Θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν καὶ πρόνοιαν συνταγματικήν, νὰ τὸ πράξωμεν δὲ εἴτε διὰ προσθήκης μιᾶς διατάξεως εἰς τὰ ψηφισθέντα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος εἴτε δι’ ἑνὸς συντακτικοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ ὥριζεν ἀπεριόριστον τὴν συνταγματικὴν ἐγγύησιν διὰ τὴν ἀναλογικὴν ψηφοφορίαν, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του διὰ νὰ συζητηθῇ ἐν καιρῷ.
§108Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς δεχόμεθα νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν μοὶ κάμνετε ἠμπορῶ νὰ τὴν ἀποτρέψω καὶ νὰ εἴπω· διὰ ποῖον λόγον νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ἀφοῦ ὑπάρχει πρότασις ἐκκρεμής;
§109Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι δὲν βλέπω κανένα κίνδυνον ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ δὲν βλέπω κανένα κίνδυνον ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου. Μὴ λησμονεῖτε· σεῖς ὁ ἴδιος ὑπεβάλετε τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ πολλάκις σκόπιμον νὰ μὴ τηρῆται ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων. Ἡ ἄποψίς σας ἀναφέρεται εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ γίνεται καὶ σχετικὴ ὑπερπήδησις. Ἂν δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξητάσατε, δὲν βλέπω τί εἶδος κενοῦ θὰ ὑπάρξῃ. Ὅταν τὸ ἄρθρον 15ον προηγουμένως εἶχε σειρὰν 66ου ἄρθρου καὶ τώρα 15ου ἄρθρου, διὰ τῆς διαδικασίας τὴν ὁποίαν προτείνετε βλέπω ὅτι ἐμμέσως λαμβάνεται ἀπόφασις, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς θὰ εἶναι ἓν προηγούμενον. Τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ δεχθῶμεν. Ἂν θέλητε νὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ἡ βάσις.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὰ ὅσα εἶπον δὲν εὑρίσκονται εἰς καμμίαν ἀντίφασιν πρὸς ἄλλα τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξα προηγουμένως, διότι ἡ Συνέλευσις εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῇ κατὰ τὴν τάξιν οὐχὶ τὴν ἐγγεγραμμένην παρὰ τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀλλ’ ὑπάρχει ζήτημα ἀλληλουχίας τῶν ἄρθρων καὶ ὅτι τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον συζητεῖται περιέχει δύο μέρη· τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν πρότασιν ὑμῶν καὶ τὸ δεύτερον τὸ ὁποῖον θὰ περιέχῃ τὴν πρότασιν ὑμῶν. Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφορά, ἐπὶ τοῦ δευτέρου ὅμως μέρους ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ ἐπὶ ταύτης πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἡ Συνέλευσις.
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζετε ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἐκκρεμὲς εἰς τὸ ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται δι’ ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας;
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν, ἐφόσον διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ ἄρθρου διὰ τῆς ἀποχωρίσεως τῆς προτάσεως ὑμῶν θὰ ἐκινδύνευεν ἡ πρότασις ὑμῶν νὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτος πρὸς συζήτησιν μεταγενεστέρως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῇ καμμίαν μείωσιν ἡ πρότασις αὕτη ἐκ τῆς προσκαίρου ἀναβολῆς.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατί θέλετε νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον;
§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι ὑπάρχει ἀλληλουχία. Ἂν δὲ δὲν προταχθῇ ἡ πρότασίς σας καὶ ψηφισθῇ κατόπιν, δύναται νὰ προσκολληθῇ ἢ ὄχι;
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορά.
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δυνατὸν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν.
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, θὰ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ εἰσηγούμενοι μίαν προσθήκην εἰς ψηφισθὲν ἄρθρον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ δυσχέρειαν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπόψεώς μας, ἐνῷ, ἂν μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ ἄρθρον, θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειράν της ἡ πρότασίς μας ὡς τροποποίησις τοῦ ἄρθρου. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατί ἐπιμένετε.
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι καμμίαν διαφοράν· θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν οἰκείαν σειράν, θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ συνταγματικὴν κύρωσιν, θὰ γίνῃ συνταγματικὴ διάταξις. Ὥστε δὲν ὑπάρχει κανὲν κώλυμα.
§120Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Παπαναστασίου εἶναι ὁ ἑξῆς: Τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει οὐδεμίαν συναντᾷ ἀντίρρησιν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Ὅ,τι τίθεται ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ἡ προσθήκη τὴν ὁποίαν προέτεινεν ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» καὶ λέγομεν ὅτι τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἀφοῦ οὐδεμίαν συναντᾷ ἀντίρρησιν, νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, ἡ δὲ προσθήκη νὰ συζητηθῇ σχετικῶς πρὸς τὸ σχέδιον τῆς ἀναλογικῆς.
§121Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί αὐτὴ ἡ συζήτησις· πρώτην φορὰν βλέπω νὰ ὑποβάλληται πρότασις ὅπως ψηφίσωμεν τὸ σύνολον καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ τροπολογία ὅπως ψηφισθῇ κατόπιν. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Δὲν βλέπω ποία εἶναι ἡ σκοπιμότης τῆς ἐσπευσμένης ψηφίσεως μιᾶς διατάξεως, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις καὶ εἶναι δεκτὴ ἀπὸ ὅλην τὴν Συνέλευσιν. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι δὲν καταλήγομεν εἰς συμφωνίαν καὶ πρέπει νὰ ὑποθέσω ὅτι ἡ πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ καθιέρωσις μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως, εἶναι τόσον σοβαρὰ ὥστε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εὕρῃ αὐτὰς τὰς ἀντιρρήσεις. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὅπως ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις περὶ ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου ἄνευ τῆς προτάσεώς μας καὶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον.
§122Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον δι’ ὃν ἐπιμένει ὁ κ. συνάδελφος. Ἐφόσον ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῇ καμμίαν τροποποίησιν, θὰ ἔλθῃ νὰ συζητηθῇ ὡς ἔχει ἐν καιρῷ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀλληλουχίαν τῶν ἄρθρων προτείνομεν νὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ προτείνω εἶναι τοῦτο· ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα ὥραν τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ὥστε νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν.
§123ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποφασίζομεν τώρα εἶναι νὰ ἀναβληθῇ τὸ ἄρθρον.
§125Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ πάσης ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, διότι πάλιν ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν· θὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, διότι βεβαίως ζήτημα ἀναλογικῆς νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι κάτι τι παράτυπον. Τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς δὲν εἶναι βιώσιμον, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὅπου ἐζήτησαν νὰ τὸ ἐφαρμόσουν ἀπέτυχε. Σήμερον βεβαίως δι’ ἡμᾶς, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ 1914, καλὸν θὰ ἦτο νὰ γίνῃ νομοθετικὴ διάταξις διὰ νὰ κάμωμεν μίαν ἢ δύο φορὰς ἀναλογικὴν ἐκλογήν. Ἄλλως σήμερον βλέπετε ὅτι ὑπάρχει ἀστάθεια κυβερνητική. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναλογικῆς.
§126Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀναλογικῆς.
§127Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Εἶναι ἀποτέλεσμα ἀναλογικῆς, διότι ὅλοι οἱ βουλευταὶ εἴμεθα 10 κόμματα. Ἀρχὰς σήμερον δὲν ἔχομεν. Ἔχομεν ἀτομικά. Θὰ ἐρχώμεθα λοιπὸν ἐδῶ καὶ θὰ κάμωμεν διαφόρους συνδυασμοὺς ποῖοι εἶναι ὑπουργήσιμοι καὶ ποῖοι πρωθυπουργήσιμοι. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ λοιπὸν δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ προσθέσω, ἀλλὰ κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. προέδρου τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι αἱ γυναῖκες εἶναι καμωμέναι νὰ εἶναι ἴσαι πρὸς τοὺς ἄνδρας. Ὁ μέγας Πλάτων τί εἶπε, κύριοι; «Ἡ γυνὴ ἐπὶ τῶν ἔσω καὶ ὁ ἀνὴρ ἐπὶ τῶν ἔξω». Ἐβγῆκεν ἡ γυνὴ ἔξω καὶ ἐπροκόψαμεν. Εἶπε καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα ὁ κ. Καφαντάρης· ὅτι ἀποτελοῦν πρόοδον τὰ μικτὰ σχολεῖα. Ἀπολύσατε τὸ Πανεπιστήμιον εἰς τὸ Ἀρσάκειον καὶ τότε θὰ ἰδῆτε τὰ ἀποτελέσματα (γέλωτες). Θέλετε ἁπτότερον παράδειγμα ἀπὸ τοὺς κυρίους ὑπαλλήλους. Ὅλα αὐτὰ τὰ προτείνουν, κύριοι, αἱ γυναῖκες μόνον, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν παιδιά.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 15ου ἄρθρου. Ἄρθρον 16ον (ἀναγινώσκει): Οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν τὸ Ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκλέγονται. Ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου;
§129ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, κ. Πρόεδρε, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 16ον ἄρθρον).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17ον (ἀναγινώσκει).
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ 17ου ἄρθρου τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ τροπολογία, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὁποίαν προτείνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, εἶναι γνωστή, διότι εἰς προηγουμένην συζήτησιν ὑπεστηρίξαμεν τὴν ἄποψιν ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ εἶναι βραχύτεραι αἱ βουλευτικαὶ περίοδοι. Ἡ παλαιοτέρα κάπως ἀντίληψις, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἀποτελοῦν μίαν ἐκλεκτὴν χορείαν, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς ἐμπιστοσύνης ὑφ’ ἧς περιβάλλεται θὰ ἔπρεπεν αὐτοβούλως νὰ κανονίζῃ τὰ πολιτικὰ πράγματα, ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι πραγματικῶς ἀντιπρόσωποι ἐκπροσωποῦντες τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ ὅτι διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι φυσικῶς ἀναγκαῖον ὅπως ἡ Βουλὴ ἀνανεοῦται εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον χρονικὸν διάστημα. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τὴν ἐπαναστατικήν, ἡ ὁποία καθιέρωσε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, αἱ βουλευτικαὶ περίοδοι ἦσαν ἐλάχισται, ἑνὸς ἔτους, δύο ἐτῶν, τριῶν ἐτῶν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐπὶ τῶν δύο αὐτοκρατορικῶν περιόδων ἀνῆλθεν ἡ περίοδος τῶν Βουλῶν, ὅπως ἴσχυον τότε, εἰς 10 ἔτη. Ἔπειτα ἦλθε τὸ ἀντίθετον ρεῦμα καὶ περιωρίσθη ἡ βουλευτικὴ περίοδος. Εἰς τὰ δημοκρατικὰ Κράτη, δηλαδὴ τὰ ἔχοντα μακρότερον δημοκρατικὸν βίον, ὅπως εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς τὴν Ἑλβετίαν, αἱ περίοδοι αἱ βουλευτικαὶ εἶναι βραχύτεραι. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν εἶναι διετεῖς· εἰς τὴν Ἑλβετίαν εἶναι τριετεῖς. Εἰς ἄλλα Κράτη ἰσχύει ἡ παλαιοτέρα διαρρύθμισις τῆς τετραετοῦς ἢ πενταετοῦς περιόδου. Καὶ εἰς τὴν Νορβηγίαν εἶναι τριετής. Εἰς τὴν Ἑλλάδα συντρέχουν ἐξαιρετικοὶ λόγοι, ὅπως περιορισθῇ χρονικῶς ἡ βουλευτικὴ περίοδος. Οἱ λόγοι εἶναι δύο: Πρῶτον ὅτι ἐκάμαμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας καὶ ὑπεβάλομεν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος καὶ καθίσταται πολὺ δυσχερὴς ἡ πραγμάτωσις τῆς διὰ διαλύσεως ἀνανεώσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ ἄλλος λόγος εἶναι ὅτι διατρέχομεν μίαν ἀνώμαλον περίοδον πολιτικήν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ εὑρίσκηται ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν Κοινὴν Γνώμην, διότι ἐδῶ ἀκριβῶς εἰς τὸν τόπον μας παρετηρήθη τὸ φαινόμενον ὅτι, ὁσάκις ἐπῆλθε μεγάλη διάστασις μεταξὺ ἀντιπροσώπων καὶ Κοινῆς Γνώμης, ἡ Κοινὴ Γνώμη εὗρε διέξοδον ὅπως ἱκανοποιήσῃ ἑαυτὴν εἰς τρόπους ἀνωμάλους, ἐπεδίωξε δηλαδὴ διὰ τρόπου ἀνωμάλου τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς εἰς τὰ 1910 καὶ κατόπιν. Ἀλλ’ ὁ βίαιος τρόπος ἱκανοποιήσεως τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἂν ἔχει ἀφ’ ἑνὸς τὸ πλεονέκτημα ὅτι πραγματοποιεῖ ἀξιώσεις δικαίας τοῦ λαοῦ, ἐξ ἄλλου ἔχει τὸ μειονέκτημα ὅτι λόγῳ τῆς ἀνωμαλίας καὶ ἀκαταστασίας τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἔχει δυσάρεστα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι αἰσθητὰ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Καθῆκον λοιπὸν ἔχομεν ὅπως φροντίσωμεν νὰ καταστήσωμεν δυσχερεστέραν ἢ οὐχὶ ἀναγκαίαν τὴν διὰ βιαίων μέσων ἱκανοποίησιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Καὶ εἷς ἀπὸ τοὺς τρόπους αὐτοὺς εἶναι ὁ περιορισμὸς τῆς μακρᾶς βουλευτικῆς περιόδου. Εἰς τὸν τόπον μας ἐπιβάλλεται τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη μία ρευστότης πολιτικῶν πεποιθήσεων καὶ κατευθύνσεων ὄχι μόνον εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς πολιτευομένους. Λοιπὸν καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἡ βραχυτέρα βουλευτικὴ περίοδος εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διὰ τοῦτο προτείνομεν ἡμεῖς ὅπως ἡ βουλευτικὴ περίοδος εἶναι διετής.
§134ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἱστορία, κύριοι, τῶν 30 τελευταίων ἐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπέδειξεν ὅτι κατὰ μέσον ὅρον αἱ Βουλαὶ δὲν ἔζησαν περισσότερον ἀπὸ δύο ἔτη, πολλάκις μάλιστα καὶ ὀλιγώτερον. Ἀπὸ τὸ 1906–1909 ἐτερματίσθη ὁ βίος τῆς Βουλῆς εἰς ἓν ἔτος. Διὰ τῆς προτάσεώς μου δὲν θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσαρμοσθῶμεν εἰς κάτι τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἤδη. Ἤκουσα μίαν ἀντίρρησιν ὅτι, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως αἱ Βουλαὶ διαρκοῦν ἓν ἢ δύο ἔτη, εἶναι περιττὸν νὰ ἔχωμεν συνταγματικὴν διάταξιν. Εἶναι ὅμως προτιμότερον νὰ θεσπισθῇ ὅτι ὁ βίος τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέρα τῆς διετίας, παρὰ νὰ ἔχωμεν τὸν τερματισμὸν τοῦ βίου τῆς Βουλῆς βιαίως. Ἂν ἀνασκοπήσῃ τις τὴν Ἱστορίαν, θὰ ἴδῃ ὅτι ὄχι μετὰ διετίαν, ἀλλὰ μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους γενικὴ εἶναι ἡ ἀξίωσις τερματισμοῦ τοῦ βίου τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἀρχὴν μὲν βεβαίως εἰς ἓν μέρος τοῦ λαοῦ γεννᾶται ἡ ἀξίωσις τοῦ τερματισμοῦ τοῦ βίου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς πλείστας περιστάσεις ἐπέρχεται γενικὴ ἡ ἐξέγερσις, ὅπως ἡ Βουλὴ τερματίσῃ τὸν βίον της. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἔχει ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων διὰ νὰ κρίνῃ ἂν εὑρίσκεται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἐν ἁρμονίᾳ ἡ Βουλὴ μὲ τὴν λαϊκὴν γνώμην καὶ διὰ νὰ φροντίζουν καὶ οἱ βουλευταὶ ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα καὶ τὰς ἀξιώσεις, νὰ ἐξυπηρετοῦν περισσότερον τὰ λαϊκὰ συμφέροντα, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἡ βουλευτικὴ περίοδος νὰ μὴ εἶναι μεγαλυτέρα τῶν δύο ἐτῶν. Τὸ τοιοῦτον θὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ λαϊκὸν αἴσθημα καὶ θὰ συμβιβάζηται ἀπολύτως μὲ τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικόν, διότι ὁ λαὸς δὲν θὰ ἀφήνῃ νὰ ὑπάρχῃ μία Βουλή, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ ψηφίζῃ νόμους καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ Κυβερνήσεις τὰς ὁποίας γενικῶς ἀποδοκιμάζει ὁ λαός.
§136Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Διὰ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν δὲν ὑπάρχει ὅριον;
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἀποτελεῖ κυρίαρχον Σῶμα. Νομίζω ὅμως τὸ ἑξῆς· ὅτι, ὅταν θεσπισθῇ ὅτι ὁ βίος τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι διετής, φυσικὰ ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ πρέπῃ νὰ ὑπερβαίνῃ τὸν βίον μιᾶς Βουλῆς, ἐκτὸς ἂν ἐξαιρετικοὶ λόγοι συντρέχωσιν. Ἄλλως τε ἡ Συνέλευσις ἡ Συντακτικὴ ὑπάρχει διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, θὰ ἦτο δὲ ἀντίφασις ἂν ἤθελε νὰ παρατείνῃ τὸν βίον αὐτῆς πέρα τοῦ βίου μιᾶς Βουλῆς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς βουλευτικῆς περιόδου συντελεῖ εἰς τὸ νὰ γίνῃ λαϊκώτερον τὸ πολίτευμα, περισσότερον δημοκρατικόν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ μέλλον αἱ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλο ἀποτέλεσμα παρὰ δυσάρεστα διὰ τὸν πολιτικὸν βίον τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτοῦ.
§138Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη τῆς βραχύνσεως τῆς πολιτικῆς περιόδου, ἐπηρεάσθησαν δὲ ἀναντιρρήτως οἱ συνάδελφοι ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἰδέας ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐπηρεάζεται καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ ἀπὸ τὰ παραδεδεγμένα, ἀπὸ τὰ μεταπολεμικὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐβάρυναν τὴν βουλευτικὴν περίοδον εἰς τριετῆ.
§139Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ Τσεχοσλοβακία ἔχει ἕξ, ἡ Πολωνία πέντε, ἡ Γερμανία τέσσαρα, ἡ Γαλλία τέσσαρα· ἑπομένως εἶναι σαφὲς ὅτι οἱ λαοὶ προσπαθοῦν νὰ ἀποφύγουν τὸν σάλον τὸν ἐκλογικὸν καὶ νὰ μεταβάλλουν τοὺς πολίτας κατ’ ἐπάγγελμα εἰς ἐκλογεῖς.
§140Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, ὅτι δῆθεν κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν ἐπηρέασε τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μαντινείας, ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν ὁ μέσος ὅρος τῶν Βουλῶν ἦτο 2 ἔτη καὶ κάτι τι καὶ ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ἐνισχύει τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ τερματισμὸς τῶν Βουλῶν μετὰ διετίαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπέμβασις τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἐν τῷ παρελθόντι ἐτερμάτισε τὸν βίον τῶν Βουλῶν ταχύτερον ἀπὸ τὸν κανονικὸν αὐτῶν βίον. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ἐπερχομένη διάλυσις τῶν Βουλῶν ἐν τῷ παρελθόντι ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα ἢ εἰς τοὺς πόθους τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ὅπως ἡ ἀπολαύουσα μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς Κυβέρνησις, παύσῃ οὖσα Κυβέρνησις ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀναγνωρίζω τοῦτο, ὅτι αἱ Βουλαὶ αἱ ὁποῖαι ἔζησαν περισσότερον χρόνον ἐκεῖναι παρήγαγον τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ἂν παρέμεινεν ὑγιής, ἂν ἐγένετο ἐργασία, ἐγένετο ἀπὸ τὰς Βουλὰς αἱ ὁποῖαι διήρκεσαν μακρότερον χρόνον. Λέγουν ὅτι, ἂν σήμερον ἀφήσητε τὸν χρόνον αὐτὸν νὰ τρέχῃ, θὰ ἔλθητε εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα, ἀλλὰ δὲν θὰ δύναται νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, διότι θὰ παρενέβαινεν ἡ γνωμοδότησις τῆς Γερουσίας. Ἂν τοῦτο γίνῃ δεκτὸν καὶ ἑπομένως ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἀντιλαμβάνηται ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ λαϊκὸν φρόνημα ἡ Βουλή, δὲν θὰ δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Ἐγὼ λέγω τὸ ἀντίθετον· ὅτι, ἂν πράγματι ὑπάρξῃ λαϊκὴ ἐξέγερσις, ἂν πράγματι ὑπάρξῃ ἀνάγκη διαλύσεως τῆς Βουλῆς, θὰ ἐξασφαλίζῃ ἡ παρέμβασις τῆς Γερουσίας, ὅταν πράγματι ὑπάρχῃ τοιαύτη λαϊκὴ ἐξέγερσις καὶ θὰ δικαιολογῆται ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς.
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ θέλῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§142Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θέλῃ ποτέ. Τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐνασκήσῃ δι’ ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, ἔχων τὴν γνώμην τῆς Γερουσίας, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ Κυβέρνησις ἄνευ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ διάλυσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄνευ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§144Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπεστηρίχθη ἀκόμη ὅτι ὁ τερματισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχωμεν λαϊκὰς ἐξεγέρσεις αἱ ὁποῖαι νὰ καταλήγουν εἰς ἐπαναστάσεις. Ἂν βραχύνωμεν τὴν μικρὰν βουλευτικὴν περίοδον, θὰ ἔχωμεν μίαν διαρκῆ ἐπανάστασιν ἐν τῷ Τόπῳ, διότι δὲν εἶναί τι ἄλλο αἱ γενικαὶ ἐκλογαὶ παρὰ μία ἐπανάστασις ἀνακόπτουσα τὴν πρόοδον τοῦ Τόπου καὶ ἀνακόπτουσα πᾶσαν ἐργασίαν. Δὲν γνωρίζω δὲ ἂν θὰ μείνῃ πλέον καιρὸς ἐργασίας καὶ θὰ μείνῃ πλέον καιρὸς νὰ συνέλθῃ ὁ λαὸς αὐτοῦ, ἂν μετὰ μίαν ἑξαμηνίαν ἔχῃ τὰς τοπικὰς ἐκλογάς, τὴν ἄλλην ἑξαμηνίαν τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς καὶ τὴν ἄλλην τὰς ἀναπληρωματικὰς ἐκλογὰς καὶ τὰς ἄλλας ἐκλογὰς τῶν γερουσιαστῶν. Θὰ εἴμεθα ἐν διαρκεῖ ἐκλογικῷ ἀναβρασμῷ. Δὲν γνωρίζω δὲ ἂν αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ ἐπιβάλλουν τὸν ἐκλογικὸν αὐτὸν διαρκῆ χορὸν καὶ τὴν διαιώνισιν τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι διὰ τὴν ὁμαλότητα καὶ διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ Τόπου πρέπει ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰς ἐκλογὰς συχνά, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐργαζώμεθα συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν καὶ τὰ φρονήματα τοῦ Τόπου καὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ μὴ ἐρχώμεθα ἀντιμέτωποι τοῦ αἰσθήματος τοῦ λαϊκοῦ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, προτείνω ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τοῦ Τόπου, δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς στασιμότητος, δὲν εἶναι ὀπισθοδρομικόν, εἶναι σύμφωνον ἀκριβῶς μὲ τὰς ἀντιλήψεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πρέπει νὰ ἀποφεύγωνται καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐργασίας συντόνου καὶ συστηματικῆς.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§146Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι τὸ τετραετὲς χρονικὸν διάστημα τοῦ βίου τῶν Βουλῶν τὸ καθοριζόμενον ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος εἶναι μακρόν. Θὰ ἦτο δὲ πάντοτε μακρόν, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς γνώμης τῶν ἐκλογέων των, ἀπὸ τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσιν, εἴπερ ποτὲ δὲ ἤδη μὲ τὸ νέον συντασσόμενον πολίτευμα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ θέλωμεν ὄχι μακρὰν τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα. Διὰ τοῦ νέου συντασσομένου πολιτεύματος ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ὁ ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν. Δὲν γίνεται ὅπως εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ἐπείθετο ὅτι ἡ λαϊκὴ βούλησις ἦτο ἀντίθετος μὲ τὰς κατευθύνσεις τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν ἡ γνώμη τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ διεφώνει πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ τερματίσῃ τὸν βίον τῆς Βουλῆς διαλύων ταύτην. Διὰ τοῦ νέου πολιτεύματος ἀποψιλοῦται τοῦ δικαιώματος τούτου ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ παρὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Γερουσίας ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προσυπογράφῃ τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως. Κυβέρνησις δὲ συμφώνως πρὸς τὸ νέον πολίτευμα δὲν δύναται νὰ ἀπορρεύσῃ ἂν δὲν εἶναι δεδηλωμένη ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὲρ αὐτῆς.
§147Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν ἀρχήν, ἂν δὲν ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§148Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατὰ τὸ παρελθὸν τί συνέβαινε, κ. συνάδελφε;
§149Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἠδύνατο ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων διαφωνῶν πρὸς τὸ τὴν Κυβέρνησιν συγκροτοῦν καὶ πλειονοψηφοῦν ἐν τῇ Βουλῇ κόμμα νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς παραίτησιν καὶ νὰ καλέσῃ τὴν μειονοψηφίαν εἰς τὴν Ἀρχήν, δίδων συγχρόνως εἰς αὐτὴν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νέον πολίτευμα δὲν δύναται ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων νὰ καλέσῃ τὸ μειονοψηφοῦν κόμμα εἰς τὴν Ἀρχήν· εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καλέσῃ τὸν ἐκπροσωποῦντα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς.
§150Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ νέον πολίτευμα διατυπώνει γραπτῶς ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἴσχυεν ὡς κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον. Μέχρι τοῦδε ἴσχυε κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον καὶ πανθομολογούμενον τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον. Δέχεσθε ὅτι, καίτοι ἴσχυε τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ἐν τούτοις δὲν ἀπετέλει ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναθέτει εἰς μίαν Κυβέρνησιν τῆς ἐμπιστοσύνης του....
§151Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀπορῶ διὰ σᾶς· δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσητε τί λέγω. Κατὰ τὸ παλαιὸν πολίτευμα ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλήν. Τὸ εἶχε ἢ δὲν τὸ εἶχε; Σᾶς ἐρωτῶ. Κατὰ τὸ νέον πολίτευμα δὲν θὰ τὸ ἔχῃ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων.
§152Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως ὄχι.
§153Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Λοιπὸν κατὰ τὸ νέον συντασσόμενον ἤδη πολίτευμα, συμφώνως πρὸς τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ἐκ τῆς ψυχολογίας τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ὅτι θὰ συμφωνήσῃ καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης καὶ ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος ἀποψιλοῦται τοῦ δικαιώματος τοῦ διαλύειν τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ἀπόλυτος νὰ εἶναι σύμφωνος ἐκτὸς τῆς Γερουσίας καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν θὰ διαλύηται αὕτη. Κατὰ συνέπειαν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἀφίεται εἰς ἑαυτὴν καὶ μόνην, διότι ἐξ αὐτῆς θὰ ἀπορρεύσῃ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ συμφωνήσῃ μετὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος διὰ τὴν διάλυσιν καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δὲν ἐκπνεύσῃ ὁλόκληρον τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναφερόμενον. Καὶ θὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ φαινομένου, Βουλῆς ἀπομακρυνθείσης τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, Βουλῆς ἐκπροσωπούσης τὴν λαϊκὴν βούλησιν. Καὶ πλέον τούτου θὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ φαινομένου Βουλῆς διαφωνούσης ἄρδην πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἀκολουθούσης κατεύθυνσιν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν καὶ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν λαϊκὴν ψυχολογίαν, πρὸς τὴν λαϊκὴν ἀντίληψιν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὸ τετραετὲς χρονικὸν διάστημα εἶναι μακρόν. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» περὶ τοῦ διετοῦς. Προτείνω τὸ τριετές, τὸ ὁποῖον προσαρμοζόμενον μᾶλλον μὲ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν πρὸς τὸν λαὸν θὰ φέρῃ ταχέως εἰς τὴν κομματικὴν διαπάλην καὶ τὰς πολιτικὰς διαμάχας καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν πολιτικὴν περίοδον τῶν ἐξαιρετικῶς ἐντατικῶν ἀντιθέσεων, τὴν ὁποίαν διανύομεν. Νομίζω ὅτι τὸ τριετὲς διάστημα εἶναι τὸ ἱκανοποιοῦν ὅλας τὰς ἀπόψεις. (Ἀναγινώσκει): «Οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ τέσσαρα συναπτὰ ἔτη.... κλπ.». Ἐνταῦθα θὰ ἤθελον νὰ προστεθῇ ἓν χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ διατάσσηται ἡ ἐνέργεια ἐκλογῶν. Ὅλα τὰ Συντάγματα τὰ νέα ὁρίζουσι χρονικὸν διάστημα ἄλλα ἐντὸς 30 ἡμερῶν, ἄλλα ἐντὸς 40, ἄλλα ἐντὸς 60. Μέχρι τοῦδε οὕτως ἐγένετο, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ εἶναι δυνατὸν μία Κυβέρνησις καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῶν 3 ἐτῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν εἴτε ἐπὶ 2 εἴτε ἐπὶ 4 εἴτε ἐπὶ 6 μῆνας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ ὅλα τὰ νεώτερα πολιτεύματα ὁρίζουσι χρονικὸν διάστημα νὰ τάξωμεν καὶ ἡμεῖς χρονικὸν διάστημα ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προκηρύξῃ ἐκλογάς. Καὶ ὡς τοιοῦτον προέτεινα 60 ἡμέρας.
§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διατάσσητε ἀμέσως ἐκλογάς.
§155Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐπίσης ἐντὸς 45 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκαλεῖται ὑποχρεωτικῶς ἡ νέα Βουλὴ εἰς τακτικὴν σύνοδον. Τὸ 29ον ἄρθρον λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῇ ἐτησίᾳ γενικῇ συνόδῳ.... κλπ.». Διατί ἐντὸς 45 ἡμερῶν μόνον συγκαλεῖται; Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπὸ τῆς ἀπελθούσης Βουλῆς ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμός, θὰ δύναται νὰ συγκαλέσῃ τὸ Σῶμα.
§156Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικόν.
§157Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα πολιτεύματα θέτουν προθεσμίαν 20 ἢ 30 ἡμερῶν. Πρέπει νὰ τεθῇ μία προθεσμία ὁπωσδήποτε.
§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τίνα λόγον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀφῆκε τὴν διατύπωσιν ὡς ἦτο; Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ψήφισιν μέτρων τινῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ψηφισθοῦν ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, λ. χ. τῶν φόρων, ἐπιβολὴν ποινῶν, τῆς στρατολογίας καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλα μέτρα, δι’ ἃ ἡ ἔγκρισις τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ἀπαραίτητος. Κατὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, συνέρχεται αὐτοδικαίως ἡ Βουλὴ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐτησίων αὐτῆς ἔργων, τοῦ Προϋπολογισμοῦ κτλ. Ἄν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐπραγματοποιήθη, ὑποτεθῇ ὅτι ἡ παλαιὰ Βουλὴ κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον ἐξετέλεσεν ὅλα αὐτῆς τὰ ἔργα, γίνονται δὲ νέαι ἐκλογαί, λ. χ. τὸν μῆνα Μάϊον, εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἤδη ἐψηφισμένον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἄλλους νόμους, νὰ μὴ αἰσθάνηται τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσῃ ἀμέσως τὴν Βουλήν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀφῆκε τὴν διάταξιν ὡς εἶχεν. Εἶναι δὲ καὶ πράγματι περίπτωσις ἡ ὁποία δὲν θὰ παρουσιασθῇ ποτέ, διότι οὔτε εἰς ἡμᾶς οὔτε εἰς ἄλλα Κράτη κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τόσον ἐνωρὶς ὅσον τὸ Σύνταγμα ἀπῄτει.
§159Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν παρουσιάσθη, ἀλλὰ τὰ νέα πολιτεύματα θέτουν ἄλλην προθεσμίαν. Τέλος ὑπάρχει διαπάλη κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ οἱ Ἰσραηλῖται ἀποτελοῦν ἰδιαιτέρους ἐκλογικοὺς Συλλόγους βουλευτῶν. Ἐγὼ καὶ εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν διεφώνησα ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν αὐτήν, νὰ ἀποτελέσουν οἱ ἀλλόθρησκοι ἰδιαιτέρους ἐκλογικοὺς Συλλόγους. Τοῦτο ἴσως θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον, ἂν οἱ ἀλλόθρησκοι ἐζήτουν παρ’ ἡμῶν νὰ ἀποτελέσουν ἰδίους ἐκλογικοὺς Συλλόγους, νομίζοντες ὅτι οὕτω θὰ κατωρθοῦτο νὰ ἐξασφαλίσουν ἀριθμόν τινα ἀντιπροσώπων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὄχι μόνον δὲν ἐζήτησαν νὰ ἀποτελέσουν ἰδιαιτέρους ἐκλογικοὺς Συλλόγους, ἀλλὰ καὶ διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπαναστάσεως, φθάσαντες μέχρις ἀποχῆς κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου, ὥστε οἱ συνάδελφοί μας ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι τῶν Ἰσραηλιτῶν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἀπὸ 15 ἐκλογεῖς ἀπέναντι 15,000 ἐκλογέων ὁμοθρήσκων των ἐν Θεσσαλονίκῃ, νομίζω ὅτι τοῦτο θίγει τοὺς συμπολίτας μας Ἰσραηλίτας, οἱ ὁποῖοι πολλὰς ὑπηρεσίας προσέφεραν εἰς τὴν Πατρίδα, ἐκπροσωποῦντες ἓν τῶν σοβαρωτέρων στοιχείων διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, πάντοτε βιώσαντες μεταξὺ ἡμῶν ἐν πλήρει ἰσότητι καὶ ἀγάπῃ.
§160Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Τὸν κομματάρχην Γούδαν λησμονεῖτε.
§161Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ οἱ συμπολῖταί μας Ἰσραηλῖται διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ διεμαρτυρήθησαν ἐντόνως καὶ ἐμπραγμάτως διὰ τῆς ἀποχῆς των ἀπὸ τὰς ἐκλογάς, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀπογοητεύωμεν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἶπον καὶ εἶναι γνωστόν, ἐπέδειξαν μέχρι σήμερον μέγα ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο εἰς τὸ μέλλον διὰ νόμου, ὅταν οἱ ἴδιοι ἀξιώσουν τοῦτο. Ἀλλὰ νὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν, νὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ψηφίζητε μεθ’ ἡμῶν, δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἀπέσχον καί, ὡς πληροφοροῦμαι, θὰ ἀπόσχουν καὶ εἰς τὸ μέλλον τῶν ἐκλογῶν.
§162Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καλὰ θὰ κάμουν.
§163Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἡμεῖς συντάσσομεν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἀντικείμενον ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κάμωμεν ὅ,τι οὐδαμοῦ γίνεται. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη οἱ Ἰσραηλῖται δὲν ἀποτελοῦν ἰδίους ἐκλογικοὺς Συλλόγους.
§164Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς θέτομεν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ τοὺς Ἰσραηλίτας καὶ τοὺς Μουσουλμάνους;
§165Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Βεβαίως.
§166Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι πλεονέκτημα.
§167Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Αὐτοὶ ἔχουσι τὴν γνώμην καὶ εὐλόγως ὅτι εἶναι μειονέκτημα καὶ διὰ τοῦτο διεμαρτυρήθησαν ἔργῳ διὰ τῆς ἀποχῆς. Προτείνω λοιπὸν νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζονται ἰδιαίτεροι ἐκλογικοὶ Σύλλογοι διὰ τοὺς ἀλλοθρήσκους.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σαμουηλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§169Ι. ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ διαφωνήσω πληρέστατα μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον, ἐνῷ θὰ συμφωνήσω εἰς τὴν βάσιν, ἡ δὲ διαφωνία εἶναι εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἀνέλαβεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ζήτημα τὸ ἰσραηλιτικόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐξετασθῇ, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἠθέλησεν αὐτὸς νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ὁ προσήκων. Καλύτερον θὰ ἦτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ καθαρῶς ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, διότι δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετασθῇ τὸ τί συμφέρει εἰς τὸν ἕνα καὶ τί συμφέρει εἰς τὸν ἄλλον. Ἂν ἡ διάταξις αὕτη ἀντίκειται πρὸς τὰς ἄλλας συνταγματικὰς διατάξεις, πῶς ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐσκέφθη τοὐλάχιστον ὅτι θὰ εὑρεθῇ αὔριον ὁ Σαρίπολος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὴν ἑρμηνεύσῃ, διότι θὰ εὑρεθῇ εἰς μίαν κραυγάζουσαν ἐναντίωσιν τοῦ νόμου; Ἐνῷ ὑπάρχουν ὅλαι αἱ διατάξεις περὶ ἰσότητος, ἐδῶ θὰ εὕρῃ ὅτι δημιουργεῖται γεωγραφικὴ διαίρεσις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ γῆ. Ὅλα τὰ ἄρθρα ὁμιλοῦν περὶ ἰσότητος τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ὅλων τῶν κατοικούντων εἰς τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τί ἔκαμαν οἱ πατέρες των, ἔρχεται δὲ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ὁμιλεῖ περὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ὄχι μάλιστα ὅλης τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τρόπον ἰδιαίτερον. Δι’ αὐτό, λέγω, εἶναι ζήτημα τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Πῶς θὰ ἑρμηνευθῇ αὔριον τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν ἑρμηνευτήν; Ἂν πρόκειται περὶ προστασίας τῆς μειονότητος αὐτῆς, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, φρονῶ ὅτι δὲν χρειάζεται ἡ διάταξις. Καλύτερον προστατεύεται μία μειονότης, ἂν τῆς δώσωμεν τὰ ἴδια δικαιώματα μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει κάθε πολίτης, παρὰ ἂν τῆς δώσωμεν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνας.
§170ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί ἀποκρούετε τὰ περισσότερα;
§171Ι. ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀντιεπιστημονικόν. Ἠμπορεῖ ἐπιστημονικῶς νὰ εἶναι ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νόμου, ἀλλὰ νὰ δημιουργήσωμεν ἐκτὸς τῆς γεωγραφικῆς διαιρέσεως καὶ θρησκευτικὴν διαίρεσιν τῶν πολιτῶν, εὑρισκόμεθα εἰς ἐναντίωσιν τοῦ Συντάγματος. Διατί ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα Χριστιανὸν Ἕλληνα νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τοὺς Ἰσραηλίτας Ἕλληνας; Αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω.
§172Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν τὸ ἀρνούμεθα, ὅπως ἐπίσης δὲν ἀρνούμεθα οἱ Ἕλληνες ἐκλογεῖς νὰ ἐκλέξουν Ἰσραηλίτην ἢ Μουσουλμάνον.
§173Ι. ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἓν ἄλλο ἤθελον νὰ ἐρωτήσω· πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἐλέχθη ἐδῶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον οὐχὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ νόμου, διότι δὲν εἶναι τόσης σημασίας. Θεωροῦν λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐκλογικοῦ συλλόγου τῶν Ἰσραηλιτῶν εἶναι περισσότερον ἐνδιαφέρον, ὥστε νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι εἶναι ἀντιεπιστημονικόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἔχομεν δεδηλωμένην τὴν γνώμην τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἔστω καὶ διότι τοῦτο νομίζουν ὅτι ἀποτελεῖ ὕβριν—ἐγὼ δὲ ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην—, ἀλλὰ οἱ περισσότεροι τὸ νομίζουν ὕβριν κατὰ τοῦ ἑβραϊκοῦ στοιχείου, νομίζω ὅτι πρέπον εἶναι νὰ μὴ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ ἂς ψηφισθῇ νόμος. Ἂν ὅμως ἡ Συνέλευσις νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἂς γίνῃ μία δήλωσις ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τῆς ἰσότητος. Νὰ διατυπωθῇ δὲ ἡ δήλωσις κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον (ἀναγινώσκει): «Ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων Συντακτικὴ Συνέλευσις δηλοῖ ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος οὐδόλως θίγεται ἡ ἐξ ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀπορρέουσα ἰσότης πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν Ἰσραηλιτῶν πολιτῶν Ἑλλήνων τῆς Θεσσαλονίκης». Ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ δήλωσις αὕτη, τότε ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§175Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸ μεγαλύτερον ἐλάττωμα, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν τόσον ἐκ μέρους τῶν ὀπαδῶν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἴσως τὸ μόνον ἐλάττωμα παραπλεύρως τόσων ἀρετῶν, εἶναι ἡ ἔλλειψις συνεχείας εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ εἰς τὰς Βουλάς. Καὶ ἡ ἔλλειψις αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ θεωρεῖται πρόσκομμα διὰ τὴν διάπραξιν παντὸς σοβαροῦ ἔργου. Ἡ ἔλλειψις αὐτὴ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι εἶναι ἓν εἶδος ἀκυβερνήτου εἰς μίαν Πολιτείαν καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ἀκυβέρνητον εἰς μίαν Πολιτείαν εἶναι ὁ πρόδρομος τῆς ἀνατροπῆς αὐτῆς. Ἐντεῦθεν πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ἀνέκαθεν ὑπέδειξαν ἢ ἐφήρμοσαν διάφορα μέτρα συνταγματικὰ ὅπως περιορίσουν τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ, διότι πλήρης ἐξάλειψίς του δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Τὸ προτεινόμενον μέτρον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀποτελεῖ ἀνάπτυξιν τοῦ ἐλαττώματος αὐτοῦ τῆς ἐλλείψεως συνεχείας τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Βουλῶν. Εἶναι ὅθεν ἀποκρουστέον καὶ δὲν χρειάζεται καμμία μακρολογία εἰς ἀπόδειξιν τῆς μὴ σκοπιμότητος ἢ καὶ τοῦ ἐπικινδύνου αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι εἰς τὸ παρελθόν, ἐνῷ ὑπῆρχον διατάξεις τοῦ συντάγματος ὅτι αἱ Βουλαὶ διαρκοῦν τέσσαρα ἔτη καὶ ὑποτίθεται ὅτι καὶ αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἀπορρέουσαι ἐξ αὐτῶν ἔδει τόσον νὰ διαρκοῦν, εἶναι ἀληθές, λέγω, ὅτι ὑπῆρχον τοιαῦται διατάξεις, ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασιν, ἕνεκα πολιτικῶν ὅρων ἐπικρατησάντων, δὲν ἔσχομεν σχεδὸν καμμίαν Βουλήν, καμμίαν Κυβέρνησιν διαρκείας τεσσάρων ἐτῶν. Ὅπως ὅμως εἶπε καὶ ὁ ἐκ Λαμίας κ. συνάδελφος, εἶναι βεβαιωμένον ἐν τῷ παρελθόντι ὅτι ὁσάκις Κυβερνήσεις ἢ Βουλαὶ διήρκεσαν ἐπὶ μακρόν, αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις προσέφεραν τὰς μεγαλυτέρας ὑπηρεσίας, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν αὐτὸ βεβαιωμένον, ἕπεται ὅτι ἡ διάταξις τῆς μακρᾶς διαρκείας εἶναι ὠφέλιμος καὶ ὅτι μόνον δέον νὰ προσπαθήσωμεν τοὺς ὅρους νὰ μεταβάλωμεν τοὺς πολιτικούς, ὥστε ἡ διάταξις νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, διὰ νὰ ἀποδώσῃ καρπούς, καὶ ὄχι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως. Ἐν τῷ παρελθόντι δυστυχῶς εἷς τῶν κυριωτέρων ὅρων ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ διάρκεια ἐπὶ μακρὸν τῶν Βουλῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων ἦτο ὁ ἑξῆς: Ἀνεγράφετο εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ χειρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους δὲν εἶχον προστεθῆ λεπτομερεῖς διατάξεις καὶ δι’ αὐτὸ ἐπήρχετο ἐν τοῖς πράγμασι τὸ ἀντίθετον, ἤτοι ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Ὁ ὑπουργὸς εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως καὶ τῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ὁ ὑπουργὸς ὅμως ἐξηρτᾶτο καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῶν βουλευτῶν, οἵτινες οὕτω, διὰ τοῦ ὑπουργοῦ ὑποχειρίου αὐτοῖς, ἠδύναντο νὰ ἀναμιγνύωνται, μολονότι νομοθετικὰ αὐτοὶ ὄργανα, εἰς ἐκτελεστικὰ καθήκοντα, οἱ δὲ ὑπουργοὶ ἐξ ἄλλου, ἐν γένει ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῶν ὑπαλλήλων, ἐπενέβαινον εἰς τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν. Ἀποτέλεσμα ἡ κακοδιοίκησις, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς κακοδιοικήσεως ἡ διάστασις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἢ Κοινῆς Γνώμης, καταλήγουσα εἰς διάλυσιν τῶν Βουλῶν. Ὁ ὅρος αὐτὸς μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909 καὶ τὴν διπλῆν Βουλὴν τοῦ 1912, ὁπότε καθιερώθη ἡ μονιμοποίησις τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐξησφαλίσθη διὰ τοῦ Συντάγματος, ἔτεινε νὰ ἐξαλειφθῇ. Δυστυχῶς ἐπῆλθε τὸ 1915, ὅπερ ἐπανέφερε τὰ πράγματα εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1909 κατάστασιν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1912 τὸ ἐκάμνομεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἂν ἐδίδομεν τὴν προσοχὴν τὴν ὁποίαν ἔδωσε τότε καὶ ἡ Ἐπανάστασις καὶ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἐζήτει κυρίως καλὴν διοίκησιν, ὥστε πάλιν νὰ μονιμοποιήσωμεν καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ ἀνυψώσωμεν αὐτούς, ἀσφαλῶς θὰ δημιουργήσωμεν πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τοιούτους ὅρους, ὥστε νὰ μὴ προκαλῶνται συχναὶ αἱ διαστάσεις μεταξὺ Κυβερνήσεων καὶ Βουλῶν διὰ ζητήματα διοικήσεως καὶ οὕτως αἱ Βουλαὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις νὰ εἶναι διαρκέστεραι. Αὐτά, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόκρουσιν τῆς προτεινομένης βραχείας διαρκείας τῶν Βουλῶν. Ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς ἑτέρας διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ὥστε οἱ Ἑβραῖοι καὶ Τοῦρκοι νὰ ψηφίζουν χωριστά, δύο λέξεις ἀκόμη διὰ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ τί εἶπε κατὰ τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς. Κατὰ τὴν τροποποίησιν, οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Τοῦρκοι θὰ ψηφίζουν χωριστά. Ἂν ψηφίζουν χωριστά, θὰ ἔχουν πλήρη ἐκδήλωσιν τοῦ φρονήματός των, πλήρη ἀσφάλειαν ἐκλογῆς ἀντιπροσώπων ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ των. Πρόκειται περὶ μέτρου τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὰς μειονοψηφίας. Ἄνευ τούτου αἱ μειονοψηφίαι θὰ διέτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ ἀπορροφηθοῦν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ διάταξις ἔχει προστατευτικὸν χαρακτῆρα τῶν μειονοψηφιῶν, ἐξαιρετικῶς δὲ μόνον εἰς τὸ Σύνταγμά μας θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, ἥτις εἶναι τιμητικὴ διὰ τὸ Κράτος τὸ ἑλληνικόν, ὅπερ πρῶτον καὶ δὴ αὐτοπροαιρέτως ἔρχεται διὰ μιᾶς διατάξεως νὰ προστατεύσῃ τὰς μειονοψηφίας. Ἂν αἱ μειονοψηφίαι ἔχουν διαθέσεις, ἀδιαφόρως ποίας πολιτικὰς, ἐθνικὰς καὶ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάταξις, δὲν ἔχουν νὰ διατρέξουν κίνδυνον· ἀλλὰ ἂν ἔχουν ἀντιθέτους, δὲν θὰ διατρέξωμεν ἡμεῖς καὶ τὸ Κράτος κανένα κίνδυνον ἀπ’ αὐτῶν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§177Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τρία ζητήματα ἐπροκλήθησαν ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 17, τοῦ νέου ἄρθρου 17—διὰ τὸ παλαιὸν θὰ προκληθοῦν, ὑποθέτω, πολὺ περισσότερα.... «Οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ 4 συναπτὰ ἔτη». Ἐπροτάθη εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» νὰ ὁρίσωμεν διετίαν. Ὑπέμνησα καὶ ὅταν εἶχε τὸν λόγον ὁ πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι τὰ νεώτερα πολιτεύματα ἔχουν αὐξήσει τὸν χρόνον τῆς βουλευτικῆς θητείας. Τὸ Σύνταγμα τῆς Πολωνικῆς δημοκρατίας ὁρίζει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Δίαιτα ἀπαρτίζεται ἐκ μελῶν ἐκλεγομένων διὰ μίαν περίοδον πέντε ἐτῶν». Τὸ πολίτευμα τῆς Τσεχοσλοβακίας ὁρίζει ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ περίοδον ἑξαετῆ καὶ τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι τὸ Ράϊχσταγ ἐκλέγεται διὰ μίαν τετραετίαν. Ἑπομένως ἐκτὸς τῶν παλαιοτέρων συνταγμάτων συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς τετραετίας καὶ τὰ ὑποδείγματα τῶν νεωτέρων δημοκρατιῶν. Καὶ ὁ λόγος εἶναι σαφής. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργῆται καθημερινῶς σάλος.
§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καθημερινῶς εἶναι κατὰ διετίαν;
§179Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καθημερινῶς, βέβαια. Τὴν μετεκλογικὴν περίοδον θὰ διαδέχηται ἀμέσως ἡ προεκλογική. Καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ παρέχηται ἐπαρκὴς χρόνος, ὅπως ὀρθότατα ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους, πρὸς ἀπόδοσιν κυβερνητικοῦ ἔργου. Εἶναι τοῦτο ἀπολύτως σαφές. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον προφανῶς ἐπιβάλλεται νὰ παρέχηται ἐπαρκὴς χρόνος. Εἰς περίπτωσιν δὲ καθ’ ἣν θὰ συνέτρεχον οἱ δύο λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον τὴν διάλυσιν, ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀδυναμία σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως ἐξ ἐνδεχομένης κατατμήσεως καὶ ἀσυμφωνίας τῶν κομμάτων, εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις παρέχεται ἡ εὐχέρεια τῆς διαλύσεως. Ὁ συλλογισμός, ὑποθέτω, μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ εἶναι ἐπαρκής. Ἀλλὰ διετυπώθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι, ὅπως διατυποῦται τὸ νέον πολίτευμα, τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἶναι περιωρισμένον, ἀσκεῖται μόνον μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Γερουσίας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπίσης νὰ ἀσκηθῇ παρὰ μόνον ἂν ἡ Κυβέρνησις τῆς πλειονοψηφίας εἶναι σύμφωνος. Ὑπὸ τὰς δύο αὐτὰς προϋποθέσεις εὐλόγως συνήχθη τὸ συμπέρασμα ὅτι θὰ ἔχωμεν σπανιωτάτην ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἴσως δὲ καὶ ἀδύνατον.
§180Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἀδύνατον;
§181Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε. Καὶ ὅμως αἱ διατάξεις τοῦ νέου πολιτεύματος ἠθέλησαν ἁπλῶς νὰ διατυπώσουν ἐγγράφως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἴσχυε μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Ἐπὶ βασιλευομένης δημοκρατίας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἴσχυεν ἦτο τοῦτο· ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τεκμηρίων ὅτι ἐπέστη ἡ ἀσυμφωνία μεταξὺ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ καὶ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἠδύνατο ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων νὰ προβῇ εἰς διάλυσιν καὶ ἠδύνατο νὰ ὑπογραφῇ τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως ὄχι μόνον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πλειονοψηφίας, διότι τοῦτο ἦτο αὐτονόητον, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ Κυβερνήσεως μειονοψηφίας ἢ καὶ Κυβερνήσεως ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ συνεζητεῖτο μόνον κατὰ πόσον ἦτο εἰς αὐτὸν ἀνεγνωρισμένον τὸ δικαίωμα τῶν ἐπανειλημμένων διαλύσεων διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν.
§182Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργούς;
§183Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διακόπτετε, κ. συνάδελφε, ἐνῷ δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς διακόπτουν, καὶ ἐπίσης χωρὶς τίποτε νὰ προσθέτητε. Ἡ μόνη διαφορὰ λοιπόν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ πολιτεύματος τὸ ὁποῖον τώρα διατυποῦται καὶ τοῦ πολιτεύματος τὸ ὁποῖον ἴσχυεν, εἶναι ὅτι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα τὰ ὁποῖα ἴσχυον τότε μεταβάλλονται σήμερον εἰς διατάξεις ἐγγράφους καὶ δεύτερον εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι διὰ νὰ ἀσκηθῇ ἀπὸ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἀπαιτεῖται ὄχι μόνον ἡ προσυπογραφὴ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, εἴτε στηρίζεται αὕτη εἰς πλειονοψηφίαν εἴτε μόνον εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Γερουσίας. Εἶμαι εὐτυχής, διότι παρεσχέθη σήμερον ἡ ἀφορμὴ μιᾶς ἐπαρκοῦς ἐξηγήσεως ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιῶδες καὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως ἡ εὐρυτέρα συζήτησις θὰ ἔλθῃ βραδύτερον εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίζῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν. Σήμερον ἀρκούμεθα μόνον νὰ τονίσωμεν ὅτι, ἂν ὑποστηρίζομεν τοιαύτην ἄποψιν, εἶναι διότι θέλομεν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον μία εὐχέρεια—καὶ εἶναι αὕτη εὐχέρεια δημοκρατική—πρὸς ἀποκατάστασιν καὶ ἐπιβολὴν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι θὰ ἀπετέλει καθιέρωσιν ὀλιγαρχικῆς τυραννίας, ἂν μία πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, καίτοι θὰ ὑπάρχῃ ἔκδηλος ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ ἐναντίον αὐτῆς, μολαταῦτα δὲν θὰ ὑπάρχῃ τρόπος καὶ πάλιν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαός. Διὰ τοῦτο ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τοῦ ἄρθρου 46, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ ἐν καιρῷ καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπαιτεῖται νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν δίδομεν εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἐκφράσῃ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην της. Εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων ἔχων σύμφωνον τὴν γνώμην τῆς Γερουσίας ἀπεφάσισε τὴν διάλυσιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις τῆς πλειονοψηφίας ἠρνεῖτο τὴν συνυπογραφὴν τοῦ Διατάγματος, δύναται ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων νὰ διορίσῃ Κυβέρνησιν τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ στηριζόμενος εἰς τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Γερουσίας νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν.
§184ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτό;
§185Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἑρμηνεύω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Καὶ προσθέτω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη, ἂν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν πράγματι διάταξιν δημοκρατικήν, ἂν θέλωμεν νὰ μὴ διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον ἐνδεχομένως μία ὀλιγαρχία νὰ μεταβληθῇ εἰς τυραννίαν καὶ νὰ κυβερνᾷ τὴν Χώραν παρὰ τὴν ἔκδηλον βούλησιν τοῦ λαοῦ. Εἶναι λοιπὸν σαφὲς καθ’ ἡμᾶς ὅτι ἡ τετραετία ἐπιβάλλεται διὰ δύο λόγους· πρῶτον διὰ νὰ μὴ ταλαιπωρῆται ὁ λαὸς μὲ συχνὰς ἐκλογὰς καὶ δεύτερον διὰ νὰ παρέχηται ἐπαρκὴς χρόνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδίδουν τὸ ἔργον αὐτῶν. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο δὲν θὰ συνέβαινε, θέλομεν νὰ ὑπάρξῃ ἡ εὐχέρεια, ὥστε ἡ βούλησις τοῦ λαοῦ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐμπιστοσύνης του. Ἔχομεν προσθέτως ὑπὲρ ἡμῶν τὸ γεονὸς ὅτι ἡ τετραετία ἴσχυσεν ἀνέκαθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐφηρμόσθη.
§187Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ἔγγραφος ἡ διάταξις τῆς τετραετίας. Καὶ ὅμως οὐδόλως ἐδημιούργησε δυσχερείας εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν πράγματα. Ἔχομεν δὲ προσθέτως καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς Γερουσίας, τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν, ἡ ἀνανέωσις αὐτῆς θὰ εἶναι τμηματική, κατὰ τετραετίαν. Ἂν ὑπάρχῃ ἑπομένως ἐν τῷ μεταξὺ διαφορὰ διαθέσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης, παρέχονται εὐκαιρίαι διὰ τῶν διαμέσων αὐτῶν τμηματικῶν ἐκλογῶν τῆς Γερουσίας νὰ ἐκδηλωθῇ τὸ λαϊκὸν φρόνημα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐκτιμᾶται ἂν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐξακολουθεῖ πράγματι νὰ ἐκφράζῃ τὸ δημόσιον αἴσθημα, ἤ, ἂν ἀπεμακρύνθη αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ διάλυσις. Αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους περίπου ὁμοφώνως ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ διετήρησε τὴν τετραετίαν ὡς θητείαν βουλευτικήν. Ὑπεστηρίχθη ἐπίσης ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι θὰ ἔπρεπεν αἱ προθεσμίαι νὰ καθορισθοῦν σαφέστερον, αἱ προθεσμίαι αἱ καθορίζουσαι πότε διεξάγονται αἱ γενικαὶ ἐκλογαὶ καὶ πότε μετὰ τὰς ἐκλογὰς συγκαλεῖται ἡ Βουλή. Διετηρήσαμεν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν διατύπωσιν ἀκριβῶς ὡς ἔχει εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα καὶ τὴν διετηρήσαμεν, διότι οὐδεμίαν δυσχέρειαν μέχρι τοῦδε ἐπροκάλεσεν ἡ τοιαύτη διατύπωσις.
§188Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὸ Σύνταγμα ὑπάρχουν τὰ χρονικὰ ὅρια σαφῆ· εἶναι τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖ λέγεται ὅτι ἐντὸς 45 ἡμερῶν καλοῦνται οἱ ἐκλογεῖς εἰς τὰς κάλπας καὶ ἐντὸς 40 ἑτέρων ἡμερῶν συγκαλεῖται ἡ Βουλή. Ἑπομένως ὑπάρχει σαφὴς ἡ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ εἰσάγουσα χρονικὰ ὅρια.
§189Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 37, κ. πρόεδρε, ἀσφαλῶς θὰ ἀφορᾷ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὄχι τὸν φυσικὸν θάνατον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σύμφωνοι εἴμεθα ὅτι ὡς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος εἶναι πλήρης.
§190Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ ἄρθρον 70 ὁμιλεῖ περὶ τακτικῆς συνόδου, δηλαδὴ καλεῖται πάντως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 37.
§191Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη, ὡς ἔχει, οὐδεμίαν δυσχέρειαν ἔφερε μέχρι τοῦδε καὶ δι’ αὐτὸ ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη ὅτι οὐδεὶς λόγος ἐπιβάλλει τὴν μεταβολήν. Ὑπολείπεται ἡ διαμαρτυρία τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Θεσσαλονίκης διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν δύο τελευταίων ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου.
§192ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε....
§193Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σεῖς οἱ ὑπενθυμίζοντες τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ λησμονοῦντες μολαταῦτα τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον μόλις πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσθη, καθ’ ὃ οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος καὶ ὄχι μόνον τὸ τμῆμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐκλέγονται, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάζωμεν τὰ ζητήματα ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἀπὸ τῆς γενικῆς αὐτῶν ἀπόψεως. Πρόκειται λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν τὰ δύο τελευταῖα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Οἱ Μουσουλμάνοι τῆς Δ. Θράκης ἀποτελοῦσιν ἴδιον ἐκλογικὸν Σύλλογον πρὸς ἐκλογὴν βουλευτῶν, καθὼς καὶ οἱ Ἰσραηλῖται τῆς Θεσσαλονίκης.... κτλ.». Ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν τὸ πρῶτον εἰσηγούμην τὰ ἄρθρα περὶ Βουλῆς καὶ Γερουσίας, τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν προσθήκην τῶν ἐδαφίων τούτων. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπεστήριξεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ εἰδικὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ ὁρίζῃ ὅτι ἡ ἔννοια τῶν διατάξεων τούτων δὲν εἶναι ὅτι περιορίζονται καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὰ δικαιώματα τῆς πολιτικῆς ἰσοτιμίας τῶν Ἰσραηλιτῶν.
§194Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ ἰδιαιτέρα ἐκλογικὴ περιφέρεια, ἂν μάλιστα καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀναλογικήν.
§195Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγένετο λόγος περὶ διατυπώσεως ψηφίσματος, ἀλλὰ τοιούτου ψηφίσματος ἡ διατύπωσις περιττεύει διὰ δύο λόγους: Πρῶτον, διότι θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ τὸ ἀντίθετον, ὥστε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοιούτου ψηφίσματος. Εἶναι τόσον δημοκρατικὴ ἡ ἔννοια τοῦ πολιτεύματος καὶ εἶναι τόσον δημοκρατικαὶ συνεπῶς ἅπασαι αἱ ἀρχαὶ τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν ἐνταῦθα, ὥστε θὰ ἦτο ἀληθῶς περίεργον ἂν ἐδεχόμεθα ἡμεῖς ὅτι ὑποστηρίζοντες τοιαύτην διάταξιν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παράσχωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι αὗται ἀποτελοῦν παρέλκυσιν τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ, εἰς τὴν ἔγγραφον εἰσήγησιν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίξαμεν τὴν προσθήκην τῶν ἐδαφίων, ἀναγράφονται σαφῶς αἱ ἀρχαὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐνεπνεύσθημεν. Ἡ σχετικὴ περικοπὴ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀσχέτως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν συνθηκῶν.... κλπ.». Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ κατηγορῆται ἡ ψήφισις ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἰσηγουμένη ἡ Ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ὅτι ἀποτελεῖ πληρεστέραν ἔκφρασιν τῆς δημοκρατικῆς δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος; Ἀλλ’ ὑποστηρίζετε, κ. συνάδελφε, ὅτι ὑπάρχει ἀνακολουθία μεταξὺ τῆς βασικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα, τῆς κατὰ γεωγραφικὰς περιφερείας ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν ἀπὸ τοὺς πολίτας, καὶ τῆς διατάξεως ἡ ὁποία ὁρίζει τὸ θρήσκευμα καὶ τὴν ἐθνικότητα ὡς βάσιν ἐκλογῆς βουλευτῶν. Ὑποστηρίζετε ὅτι ὑπάρχει ἀνακολουθία. Σᾶς πληροφοροῦμεν ὅτι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθητε, ἡ ἀρχὴ τῆς γεωγραφικῆς περιφερείας ὡς βάσεως ἀκαταλύτου καὶ ἀπαραβιάστου, εἶναι ἀρχὴ πεπαλαιωμένη. Εἰς τὴν σύγχρονον ἐποχὴν ὁλοκλήρωσις δημοκρατικῆς ἐκπροσωπήσεως δὲν θεωρεῖται μόνον ἡ ἐκλογὴ βουλευτῶν κατὰ γεωγραφικὰς περιφερείας. Ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις, ἡ ὁποία σήμερον ὑποστηρίζεται ὡς γνησιωτέρα δημοκρατικὴ ἐκπροσώπησις, δὲν ἔχει βάσιν τὴν γεωγραφικὴν περιφέρειαν, ἔχει βάσιν τὴν κοινότητα τοῦ ἐπαγγέλματος. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἱερότης τῆς ἀρχῆς διὰ τὸν αἰῶνά μας δὲν εἶναι ἀπαραβίαστος. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ, ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τὸ δημοκρατικόν, ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν ὡς μόνον ἀπόκτημα τοῦ μεγάλου πολέμου; Εἶναι ἡ καθιέρωσις τοῦ δικαίου τῶν μειονοτήτων. Δὲν ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει διεθνῶν διατάξεων, ἐπὶ τῇ βάσει διεθνῶς ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων θὰ δώσωμεν τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον ἐκλογικὸν δικαίωμα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζομεν εἶναι τοῦτο· ὅτι εἴμεθα ἀπολύτως συνεπεῖς πρὸς τὴν φύσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ὅταν εἰς μίαν ὁμάδα συμπολιτῶν καθορίζωμεν τρόπον ἐκλογῆς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτρέψῃ οὕτω μίαν πραγματικὴν ἰδίαν ἐκπροσώπησιν. Διότι ἀποτελοῦντες ὑμεῖς, καθὼς καὶ οἱ Μουσουλμάνοι τῆς Δ. Θράκης μειονότητα ἐντὸς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε, ἀσφαλῶς διατρέχετε τὸν κίνδυνον ἐνίοτε νὰ μὴ δύνασθε νὰ ἐκλέξητε ἀντιπροσώπους ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἔχητε προσωπικὴν ἐμπιστοσύνην, διότι θὰ ὑφίστασθε ὡς μειονότης τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ σᾶς παρέχομεν τὴν εὐκολίαν ἰδίας ἐκπροσωπήσεως. Πῶς εἶναι δυνατόν, διότι ἡμεῖς ἔχομεν μίαν πρωτοβουλίαν—ὄχι προνομίου, διότι καὶ τοῦτο θὰ ἦτο ἀντιδημοκρατικόν—πρὸς καθορισμὸν ἐκλογικοῦ συστήματος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος τῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον σᾶς παρέχει τὴν εὐχέρειαν τῆς ἰδίας ἐκπροσωπήσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐξυπηρετούμενοι ἀπὸ μίαν πρότασιν ὁλοκληροῦσαν, ὅπως τονίζομεν καὶ εἰς τὴν εἰσήγησιν, τὰς ἀρχὰς τῆς δημοκρατικῆς δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος, νὰ ἐγείρητε μολαταῦτα ἀντιρρήσεις καὶ διαμαρτυρίας; Ἀλλ’ ἡμεῖς, ὅπως εἴπετε ὀρθότατα, διατυποῦντες τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρευνῶμεν ποία εἶναι ἡ γνώμη ὡρισμένων ἀτόμων καὶ ὡρισμένων ὁμάδων. Διότι βεβαίως ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἡ διατύπωσις δὲν θὰ ἀντεπεκρίνετο ἐνίοτε εἰς ὑψηλοτέρας ἀρχὰς τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι, ἂν τῳόντι διὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα ὡρισμένων ὁμάδων συμπολιτῶν μας καὶ ταυτοχρόνως αἱ ἀρχαὶ τῆς δημοκρατικῆς δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος. Πιστεύομεν δὲ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθεσα, πιστεύομεν ὅτι καὶ οἱ δύο σκοποὶ ἐκπληροῦνται κατὰ τὸν πληρέστερον τρόπον. Διετυπώθη καὶ ἡ ἑξῆς ἀντίρρησις· ἐφόσον πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, δὲν ἐπέρχεται περίπου δι’ ἄλλης ὁδοῦ, διὰ τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅτι, ἂν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα καθιεροῦτο διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἴσως τὰ ἐδάφια ταῦτα παρεῖλκον, διότι ἀποτέλεσμα τῆς συνταγματικῆς καθιερώσεως τῆς ἀναλογικῆς θὰ ἦτο καὶ ἡ ἀσφάλεια τῶν ὁμάδων αὐτῶν τῶν συμπολιτῶν μας, ὅπως ἐκλέγωσιν ἰδίους ἀντιπροσώπους. Ἐφόσον ὅμως καὶ ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ προσωπικῶς ὁ ὁμιλῶν ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀναλογικὴ δι’ οὓς λόγους ἐν καιρῷ θὰ ἐκθέσω δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποτελέσῃ διάταξιν συνταγματικήν, νομίζομεν ὅτι διὰ τὸν λόγον ἀκριβῶς αὐτὸν ἐπιβάλλεται ἡ διάταξις ἡ καθορίζουσα τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς ἀντιπροσώπων τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τῶν Μουσουλμάνων. Ἡμεῖς δεχόμεθα ὅτι ἡ ἀναλογικὴ θὰ καθορισθῇ νομοθετικῶς καὶ ὄχι συνταγματικῶς. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν γνωρίζομεν τὴν διάρκειαν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς, ἐννοοῦμεν νὰ κατοχυρώσωμεν κατὰ πληρέστερον τρόπον καὶ διὰ μακρότερον χρόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδίας ἡμῶν ἐκπροσωπήσεως, καθορίζοντες τοῦτο μὲ διάταξιν τοῦ Συντάγματος. (Χειροκροτήματα).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§197Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεστηρίχθη ὅτι δέον νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς βουλευτικῆς περιόδου καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἄποψις αὕτη, εἶναι ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ Βουλαὶ δὲν διήρκεσαν πλέον τῶν δύο ἢ τριῶν τὸ πολὺ ἐτῶν καὶ ἐχρησιμοποιήθη συνηθέστατα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, τὸ ὁποῖον εἶχε τότε ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἡ καθιέρωσις τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἡ σημερινὴ ἐπιβάλλει ἀσφαλῶς τὴν ἀμεσωτέραν παρακολούθησιν τῶν βουλευτῶν ἐκ μέρους τῶν ἐκλογέων αὐτῶν καὶ συνεπῶς τὴν ὅσον ἔνεστι κατὰ μικρότερα χρονικὰ διαστήματα διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω διαρρήδην πρὸς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν αὐτὴν καὶ δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ὅτι, ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ διάρκεια τῆς βουλευτικῆς περιόδου δὲν ὑπῆρξεν οἵα προεβλέπετο, τετραετής, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνωμαλίαν τοῦ ἐσωτερικοῦ ἡμῶν βίου καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον. Δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν τετραετῆ διάρκειαν, ἡ ὁποία ἦτο ὑπεράγαν μακρά, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι ἐπέφεραν συχνὰς διαλύσεις καὶ συχνὰς ἐκλογάς. Ἀνεξαρτήτως τοῦ οἱουδήποτε χρόνου ὅστις εἶχε καθορισθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς περιόδου· διότι κατὰ τὸ παρελθὸν παρετηρήθη ὄχι μόνον διάρκεια βουλευτικῆς συνόδου μακροτέρα τῆς διετίας ἢ τριετίας, ἀλλὰ καὶ διάρκεια μακροτέρα τῶν τριῶν καὶ τῶν τεσσάρων ἐτῶν. Δυστυχῶς ὁ καθορισμὸς τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῆς βουλευτικῆς περιόδου, ἂν πρόκειται νὰ κριθῇ ἀπὸ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ παρελθόντος, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἑδραίαν βάσιν, οἱονδήποτε καὶ ἂν καθορίσωμεν τὸν χρόνον τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Ἂν ὁ βίος ἡμῶν ὁ βουλευτικὸς ἐξελιχθῇ ὁμαλῶς, ἀσφαλῶς ἐντὸς τῶν τεθησομένων ὁρίων θὰ λαμβάνωσι χώραν αἱ διαλύσεις καὶ αἱ λήξεις τῶν συνόδων τῶν βουλευτικῶν, ἀντιθέτως δέ, ἂν ὁ βίος ἡμῶν ὁ πολιτικὸς εἶναι ἀνώμαλος, ἀναμφισβητήτως, οἱονδήποτε χρονικὸν ὅριον καὶ ἂν καθορίσωμεν, οὐδεμίαν ἐξασφάλισιν θὰ ἔχωμεν ὅπως ἡ κοινοβουλευτικὴ μηχανὴ κινηθῇ ὁμαλώτερον. Ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη ταυτοχρόνως, καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, διότι θεωρῶ τὸ κύριον θέμα ἐξηντλημένον, ὑπεστηρίχθη ταυτοχρόνως ὅτι μὲ τὴν καθιέρωσιν τοῦ νέου Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἶναι ὑποχρεωμένος δυνάμει ρητῆς διατάξεως αὐτοῦ νὰ προσλαμβάνῃ Κυβέρνησιν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὑπεστηρίχθη ὅτι κατόπιν τῆς καθιερώσεως αὐτῆς τῆς γραπτῆς, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς οὔτε τυπικῶς οὔτε οὐσιαστικῶς ἀνήκει πλέον εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ἀλλὰ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ συνεπῶς ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶναι ἀδύνατος καὶ ἑπομένως, ἐφόσον πρόκειται νὰ καθορίσωμεν τὴν περίοδον τὴν βουλευτικήν, ἐλλείπει δὲ ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς ἐνδεχομένην διαφωνίαν Βουλῆς καὶ Κοινῆς Γνώμης νὰ θέσῃ τέρμα, ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ διάρκεια τῆς βουλευτικῆς περιόδου πρέπει νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστι μικροτέρα. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι, κύριοι, ὅτι μὲ τὸ νέον Σύνταγμα τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν καὶ μὲ τὰς νέας ἀρχὰς ἃς ἐθεσπίσαμεν οὐδεμίαν οὐσιαστικὴν τροποποίησιν ἐφέραμεν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε κειμένην συνταγματικὴν διάταξιν ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον Σύνταγμα ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· κατὰ τὸ καθιερούμενον σύστημα ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Γερουσίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσθήκη· ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῆς Γερουσίας. Παραγνωρίζεται ἐντελῶς ἡ ἔννοια τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅταν ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν τότε μόνον, ὅταν θὰ ἔχῃ πλειονοψηφοῦσαν Κυβέρνησιν ἐπιθυμοῦσαν τὴν διάλυσιν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, κύριοι, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ἔσχατον ὅπλον τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὅπως διατηρήσῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν μίαν Κυβέρνησιν μὴ ἀπολαύουσαν πλέον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας. Ἡ διάλυσις τότε χρησιμοποιεῖται, ὅταν ὑπάρχῃ διαφωνία ἑνὸς ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Τὸν θεσμὸν τῆς διαλύσεως παρέλαβον ἐξ Ἀγγλίας τὰ λοιπὰ κράτη· ἐκεῖ δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἀρχὴ ἥτις ἰσχυρίζομαι ὅτι κρατεῖ καὶ παρ’ ἡμῖν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τυπικῶς ἡ διάλυσις σήμερον κατ’ οὐδὲν θὰ διαφέρῃ ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ὁ Βασιλεύς, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον Σύνταγμα. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησίς του δὲν θὰ ἔχῃ ἀπόλυτον τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, θὰ ἔχῃ ὅμως τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Κοινῆς Γνώμης, καὶ τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν Ἀρχήν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι σπουδαῖον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Ὅταν θὰ ἀρχίσῃ ἡ σχετικὴ συζήτησις, θὰ γίνῃ ἐν πλάτει ἡ διασάφησις τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ τονίσω ἀπὸ τοῦδε εἶναι τοῦτο· ὅτι, ὅσον καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως εἶχε μέχρι τοῦδε ὁ Βασιλεύς, ἐν τούτοις φρονῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως θὰ δύναται σπανιώτατα νὰ χρησιμοποιηθῇ, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν θὰ δύναται νὰ εἶναι τόσον ἰσχυρός, ὥστε εὐκόλως νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ περιφρονήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ προέρχηται. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι, καίτοι διὰ λόγους τυπικοὺς ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει ὅπως καὶ ὁ Βασιλεὺς τὸ αὐτὸ δικαίωμα ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν εὐχερῶς τοὐλάχιστον νὰ ἔρχηται ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ συνεπῶς νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν. Δέχομαι τὸ ἀναπτυχθὲν ἐπιχείρημα, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἣν ἀνέπτυξα καὶ νομίζω ὅτι ἀσφαλῶς δὲν θὰ λαμβάνωσι χώραν εἰς τὸ μέλλον διαλύσεις, εὐχερῶς καὶ ταχέως, καὶ τὸ εὔχομαι τοῦτο, διότι ἡ διάλυσις προϋποθέτει μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ νὰ ἀποκαταστήσῃ. Ἐν τούτοις, παρὰ ταῦτα, φρονῶ ὅτι τὸ τετραετὲς χρονικὸν διάστημα δέον νὰ καθιερωθῇ ὡς περίοδος τῆς βουλευτικῆς συνόδου, διότι τὸ πολίτευμα ἡμῶν ὑποφέρει κυρίως καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ ἀστάθειαν κοινοβουλευτικήν, διότι τὰ Κοινοβούλια δὲν ἔχουσι τὸν προορισμὸν μόνον νὰ ψηφίζωσι νόμους, ἀλλὰ καὶ νὰ δίδωσι Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ διὰ νὰ δύνανται αἱ Κυβερνήσεις νὰ ζήσωσι, διὰ νὰ δύνανται νὰ δημιουργήσωσιν οἱανδήποτε ἐξέλιξιν, εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ παραμένωσιν ἐπὶ τι χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἡ Ἀχίλλειος πτέρνα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀστάθεια τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Κυβερνήσεων. Λαὸς ὅπως ὁ ἰδικός μας μεταβάλλων γνώμην ὡς μεταβάλλει, μὴ ἔχων τὸ πνεῦμα τῆς παραδόσεως, θὰ ἔπρεπεν, ὅταν πρόκειται νὰ καθορίσῃ συνταγματικὰς διατάξεις, νὰ προβαίνῃ μετὰ μεγίστης προσοχῆς ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν τοιούτων ὁρίων. Ἡ ἐκλογὴ προϋποθέτει πολλαπλᾶς ἀπασχολήσεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ ἐργασίαν πάσης φύσεως· ἡ συχνὴ ἐκλογὴ καθιστᾷ τὸν πληρεξούσιον δέσμιον τῶν ἐκλογέων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε θὰ καθίστα τοὺς βουλευτὰς μιᾶς τοιαύτης πρωτοτύπου Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέγωνται κατὰ διετίαν, ὑποχειρίους τῆς χειροτέρας φαυλοκρατίας. Μία καθιέρωσις τοιαύτη θὰ ἐσήμαινεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τείνωμεν καὶ πρὸς τὴν ἄμεσον διακυβέρνησιν τῆς Χώρας ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, διότι διὰ τῶν καινοτομιῶν καὶ τροπολογιῶν ἃς ὑποβάλλομεν ἑκάστοτε ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι βαίνομεν ἐπιτροχάδην πρὸς διαφόρους κατευθύνσεις, ὥστε νὰ καθιστᾷ πάντα ξένον ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ θεσμῶν κατάπληκτον, δὲν δύναται δὲ νὰ ὡριμάσῃ διὰ μιᾶς ἡ ἀντίληψις τῆς καθιερώσεως διετοῦς ἢ τριετοῦς περιόδου, ἐνῷ εἰς οὐδὲν νομοθετικὸν Σῶμα ὄχι μόνον τῶν μεγάλων κρατῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν νεωτέρων, παρετηρήθη τοῦτο, μὲ μόνην τὴν δικαιολογίαν ὅτι αἱ κατὰ τὸ παρελθὸν διαρρεύσασαι Βουλαὶ ἕνεκα τῶν συνεχῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν δὲν κατωρθώθη νὰ ζήσωσιν ἐντὸς τῆς κανονικῆς χρονικῆς περιόδου, ἀλλὰ πότε ἐμηκύνθη αὕτη καὶ πότε ἐβραχύνθη. Τὸ ἐνδιαφέρον ὅμως εἶναι τοῦτο· ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἓν χρονικὸν ὅριον ἐπαρκές, ὥστε νὰ δύναται ὁ ἐκλογεὺς νὰ μορφώσῃ γνώμην καὶ νὰ δύναται νὰ κρίνῃ ἐκ νέου τὸν μέλλοντα νὰ ἐκλέξῃ. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλεγῇ εἷς ἀντιπρόσωπος διὰ δύο ἢ τρία ἔτη καὶ μετὰ συνεχεῖς ἀναβολὰς καὶ διακοπὰς νὰ μὴ ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ σχεδὸν τίποτε ὅταν θὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων του, διότι ἀνθρωπίνως θὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἀνίκανον πρὸς οἱανδήποτε σοβαρὰν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἡ συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος ἀπασχόλησις αὐτοῦ πρὸς ἐπανεκλογήν του; Δι’ αὐτούς, κύριοι, τοὺς λόγους ἐμμένω εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ τετραετές· ψηφίζοντες τὸ Σύνταγμα τὸ σημερινόν, νομίζω ὅτι δέον νὰ ἀγώμεθα ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ἐκεῖνα δέον νὰ τροποποιήσωμεν ἐκ τῶν σημείων αὐτοῦ ὅσα ἀριδήλως προέκυψεν ὅτι χρήζουν τροποποιήσεως. Νόμοι συνταγματικοὶ εἶναι προϊόν βραδείας ἐξελίξεως καὶ ὄχι καινοτομιῶν καὶ ἀποτόμων μεταβολῶν. Ἂν δὲ πρόκειται νὰ καινοτομήσωμεν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται τοὐλάχιστον νὰ καινοτομήσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι, πειραματιζόμενοι καὶ εἰς βάρος τῆς πολιτικῆς ἡσυχίας τῆς Χώρας καὶ εἰς βάρος τῆς πολιτικῆς ὑποστάσεως αὐτῆς.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§199Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου τοῦ βίου τῆς Βουλῆς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ψυχικὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ἐπίμαχον θέμα. Οἱ Ἕλληνες ἀναμφισβητήτως εἶναι ἁψίκοροι καὶ συνεπῶς ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ λόγου θὰ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιβράχυνσιν τῆς βουλευτικῆς περιόδου. Ἡ μέχρι σήμερον κοινοβουλευτικὴ ἱστορία ἀποδεικνύει ὅτι ἡ τετραετία ὑπῆρξεν ὑπερβολικῶς μακρὸς χρόνος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ἐλέχθη ὅτι ἀπεδείχθη ὅτι εἰργάσθησαν ἐκεῖναι αἱ Βουλαὶ αἱ ὁποῖαι διήρκεσαν μακρότερον χρόνον. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξεύρωμεν τὴν χρησιμότητα τῶν Βουλῶν· τὸ μέτρον δὲν συνίσταται εἰς τὸ τί ἀπέδωκε μία Βουλὴ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, ἀλλὰ τὸ τί δύο Βουλαὶ ἀνὰ δύο ἔτη θὰ ἀπέδιδον. Ὀλιγώτερα; Θὰ ἀπέδιδον περισσότερα; Κατ’ ἐμὲ φρονῶ ἀναμφισβητήτως ὅτι θὰ ἀπέδιδον περισσότερα δύο Βουλαὶ ἂν εἶχον ζωὴν δύο ἐτῶν ἑκάστη, παρὰ μία Βουλὴ ἡ ὁποία θὰ εἶχε τεσσάρων ἐτῶν βίον. Ἐπεσείσθη καὶ ὁ κίνδυνος ὁ ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων ἐκλογῶν, ὁ κίνδυνος τῆς ἀνωμαλίας, τῆς ταραχῆς. Ἂν ὅμως υἱοθετήσωμεν τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, ὅπως ἐλπίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις ὑπὲρ αὐτοῦ θὰ ἀποφανθῇ, νομίζω ὅτι μετὰ μεγίστης ἠρεμίας θὰ διεξάγωνται αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ ἄνευ αὐτῶν, προκειμένου περὶ τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος, τὰ πάθη θὰ εὑρίσκωνται εἰς μικροτέραν ἔντασιν, ἂν μόνον μετὰ δύο ἔτη πρόκειται νὰ γίνουν ἐκλογαὶ παρὰ μετὰ τέσσαρα ἔτη, ὁπότε φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ ἀνυπομονησία ὀγκοῦται. Οἱ λαοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν υἱοθετήσει μακρότερον χρονικὸν διάστημα, διαφέρουν ῥιζικῶς ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ ἀσφαλῶς ὅτι τρία ἔτη θὰ ἦτο τὸ ἀνώτατον ὅριον τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς περίοδον τῆς ζωῆς μιᾶς Βουλῆς. Τοῦτο ἄλλως τε συμπίπτει καὶ μὲ τὸν βίον τὸν ὁποῖον εἶχον αἱ Βουλαὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, τοῦτο βεβαίως περιορίζεται ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὄχι διότι κατ’ οὐσίαν ἴσως θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν καθορισμὸν μιᾶς μόνης περιπτώσεως. Διότι κατά τινα διατύπωσιν ἀποκλείεται σχεδὸν ἄνευ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας, ὁπότε μένει ἡ περίπτωσις τῆς ἐπιθυμίᾳ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀπολαυούσης τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας διαλύσεως, ὁπότε ἡ διάλυσις θὰ ἐπέρχηται μόνον ὅταν ἡ Κυβέρνησις θὰ θέλῃ νὰ ἀναβαπτισθῇ εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη περίπτωσις, νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα μετὰ συμβουλὴν τῆς Γερουσίας νὰ διακρίνῃ κατὰ πόσον ἔχει ἐπέλθει διάστασις μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ τότε πάλιν θὰ ἦτο περιωρισμένη ἡ χρῆσις, λόγῳ τοῦ φόβου τὸν ὁποῖον θὰ εἶχεν ὁ ἐν δημοκρατικῷ πολιτεύματι Ἄρχων νὰ ἀσκήσῃ ἓν τόσον λεπτὸν δικαίωμα. Νομίζω ὅτι ἔγινε συσχέτισις καὶ τοῦ χρόνου τῆς βουλευτικῆς περιόδου μὲ τὸν χρόνον τῆς διαρκείας τῶν συνελεύσεων ταύτης. Αἱ συνελεύσεις ἀποτελοῦν πάντοτε, εἰς οἱανδήποτε Χώραν καὶ καθ’ οἱονδήποτε χρόνον, μίαν ἀνωμαλίαν, μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν. Ὁ βίος συνεπῶς τῶν συνελεύσεων πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύτερος καὶ μία Χώρα δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἰσῆλθεν εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν παρὰ μόνον ὅταν τελειώσῃ τὸ συντακτικόν της ἔργον καὶ εἰσέλθῃ εἰς ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον δι’ ἐκλογῶν ἁπλῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἐκ τῆς ἀποφάσεώς μας ὅσον ἀφορᾷ τὸν βίον τὸν ὁποῖον θὰ ἔχουν αἱ Βουλαὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν θεωρῶ ὅτι θὰ γίνῃ τρόπον τινὰ προδικασία καὶ περὶ τοῦ βίου τῆς παρούσης Συνελεύσεως. Νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο πρέπει νὰ βασισθῶμεν· νὰ τελειώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ ἔργον τῆς συνελεύσεως. Καὶ μάλιστα ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων πολιτικῶν μερίδων, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη ἔχει καὶ ἓν ἀκόμη πρόσθετον ἐλάττωμα· ὅτι εἶναι μονόπλευρος. Καὶ ἀφοῦ τοῦτο ἐλέχθη, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν οὔτε νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ γεννηθῇ παρεξήγησις ὅτι ἐλησμονήσαμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰ ἐκ τούτου συμπεράσματα. Ὡμολογήσαμεν δηλαδὴ ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι μονόπλευρος καὶ ἑπομένως ὅτι ὁ βίος αὐτῆς ἔπρεπε νὰ εἶναι βραχύτερος. Καὶ εἶναι καὶ τοῦτο εἷς λόγος, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ σπεύσωμεν εἰς τὸν τερματισμὸν τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως. Αἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ τελευταῖαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τοὺς ἐκλογικοὺς συλλόγους μειονοτήτων τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τῶν Μουσουλμάνων, ἀναμφισβητήτως ἐνεπνεύσθησαν ἀπὸ αἰσθήματα δικαιοσύνης ἀπέναντι τῶν μειονοτήτων. Ὑποθέτω μάλιστα ὅτι ὑπηγορεύθησαν καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ πρώτη σύμβασις περὶ μειονοτήτων, ἡ ὑπογραφεῖσα ἐν Σέβραις τῷ 1920, περιεῖχε τοιαύτην τινὰ ὑποχρέωσιν διὰ τὴν Ἑλλάδα ὅσον ἀφορᾷ τὰς νέας χώρας ἐν Θράκῃ καὶ Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Ὅταν ἐκ νέου ἐκυρώθη μαζὶ μὲ τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης, ἀπηλείφθη τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, διότι ἐθεωρήθη περιττόν, ἀφοῦ ἐχάσαμεν τὴν Θράκην καὶ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ πρώτη ἐκείνη διατύπωσις ἀφῆκε μίαν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, ἀφῆκε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θὰ ἦτο κάτι τὸ ἐξαιρετικῶς δίκαιον καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν διεθνῆ δημοσίαν συνείδησιν τρόπον τινὰ τὸ νὰ ἀναγνωρίσῃ Συλλόγους εἰδικούς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ τυχὸν ἐκ τοῦ Α ἢ τοῦ Β ἐκλογικοῦ συστήματος παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ἐκπροσώπησις ἡ δικαία ὡρισμένων μειονοτήτων.
§200Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐξ ὑποχρεώσεως συμβατικῆς διεθνοῦς ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις αὕτη;
§201Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὄχι· λέγω ὅτι εἶχεν ἀναγραφῆ τοιαύτη διάταξις εἰς τὴν πρώτην σύμβασιν περὶ μειονοτήτων καὶ ἀπηλείφθη βραδύτερον. Ἀλλά, λέγω, τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνεγράφη μίαν φορὰν ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι κάτι τι ἐντελῶς δίκαιον. Τώρα ἀναμφισβητήτως, ἂν εἰσαχθῇ ἡ ἀναλογική, ἴσως θὰ παρεῖλκεν ἡ ὑπὲρ ἰδίων ἐκλογικῶν συλλόγων διάταξις· θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς καὶ νὰ τὸ ὁρίσωμεν ἀναλόγως τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἀναλογικῆς, οὕτω δὲ δὲν θὰ μᾶς παρεξηγήσουν ὅτι ἀποβλέπομεν εἰς ἄλλο τι.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Κυβέλος ἔχει τὸν λόγον.
§203Β. ΚΥΒΕΛΟΣ. Προκειμένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 17ου ἄρθρου, δηλονότι ἐπὶ τῆς διαρκείας τῆς περιόδου, εἶναι ἀνάγκη προτοῦ προβῶμεν εἰς ἓν συμπέρασμα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ τί οὐσιαστικῶς ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ παρελθόν. Κατὰ τὸ παρελθὸν βεβαίως ὑπῆρχεν ἡ διάρκεια τῶν τεσσάρων ἐτῶν. Οὐσιαστικῶς ὅμως, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν προλαλησάντων ἀνέφεραν, ἐλάχιστα εἶναι τὰ παραδείγματα καθ’ ἃ ἡ διάρκεια συνεπλήρωσε τὴν προθεσμίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα. Εἶναι δὲ γεγονὸς ὅτι καὶ κατὰ τὰς περιπτώσεις ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας ἡ διάρκεια τῆς περιόδου συνεπλήρωσεν ὅλον τὸν χρόνον τὸν προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι δὲν κατώρθωσαν νὰ δώσουν ἀποτέλεσμα γονιμώτερον τῶν ἄλλων αἱ ὁποῖαι δὲν ηὐτύχησαν νὰ διαβιώσουν ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν προθεσμίαν τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα. Ἂν καὶ ἡμεῖς σήμερον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὰς συνθήκας ἐκείνας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθησαν οἱ προηγηθέντες ἡμῶν, βεβαίως δὲν θὰ εἴχαμεν λόγον νὰ προσβάλωμεν τὴν διάρκειαν τῶν τεσσάρων ἐτῶν. Διότι, ὅταν εἴχομεν τὸν θεσμὸν τὸν βασιλικόν, βεβαίως ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν μίαν παράτασιν μεγαλυτέραν τῆς διαρκείας, διότι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε παρουσιασθῆ ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐνάσκησις τῆς παρουσίας τοῦ Βασιλέως δὲν θὰ εἶχε μεγαλυτέραν ἰσχύν, μεγαλυτέραν ἐπιβολὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Προκειμένου ὅμως περὶ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς περίπτωσιν διαφωνίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ λαϊκὸν πνεῦμα νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπιβολὴ πρὸς διάλυσιν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, ἔστω καὶ μὲ τὴν πρὸς τοῦτο συνεργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὰ συμπτώματα τῆς διαφωνίας μεταξὺ λαοῦ καὶ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος δὲν θὰ καθορῶνται τόσον σαφῶς, οὕτως ὥστε μόλις ἀρχίζει ἡ διάστασις νὰ εἶναι αὐτονόητος ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ προνομίου τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, οὕτως ὥστε νὰ ἐπέρχηται ἡ διάλυσις. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκριβῶς νομίζω ὅτι εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα ὁ συνταγματικὸς περιορισμὸς τοῦ ὁρίου ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ δύναται νὰ ζήσῃ μία Βουλὴ πρέπει νὰ περιορισθῇ. Εἶναι ἀλήθεια, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀντίληψις σαφὴς τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἐπέρχεται ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος καὶ τοῦ λαοῦ. Ἐναβρύνονται νὰ πιστεύουν ὅτι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα, παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας, εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ συναφείᾳ μὲ τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ μόνην ταύτην. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, κύριοι, ὅταν ἡ περίοδος εἶναι μακρά, παρ’ ὅλας τὰς συγχύσεις τῶν καθηκόντων τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν ἀμέσῳ ἐπαφῇ πρὸς τὸν λαόν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς ἡ ἰδέα ὅτι μέχρις ὅτου τερματισθῇ αὕτη ἡ μακρὰ περίοδος δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλας ἀσχολίας, καὶ ὅταν πλησιάσωμεν πρὸς τὰς ἐκλογὰς τείνομεν τὰς προσπαθείας μας ὅπως φανῶμεν σύμφωνοι πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο· ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι δὲν δύναται νὰ μακροημερεύσῃ τὴν θέσιν της, χωρὶς οὐσιαστικῶς νὰ εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων της.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος.
§205Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γρηγοριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§207Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Σὲ τρία σημεῖα ἤθελα νὰ κινήσω τὴν προσοχή σας: Πρῶτα γιὰ τὸν καθορισμὸ τοῦ χρόνου τῆς διαρκείας τῆς περιόδου τῶν βουλευτῶν. Μὲ ἔπεισε τέλεια ὁ κ. συνάδελφος τῆς Φθιώτιδος μὲ τὰ ἐπιχειρήματά του ὅτι μὲ τὸ διάστημα τῶν δυὸ ἐτῶν θὰ ἔχουμε κάθε ’λίγο καὶ λιγάκι ἐκλογές· καὶ δὲν ’θέλησε νὰ τὸν διαψεύσῃ ὁ κ. συνάδελφος ἀπ’ τὴν Μαντινεία, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔτσι εἶναι. Τὴν μιὰν ἡμέραν θὰ ἔχουμε ἐκλογὲς Γερουσίας, τὴν ἄλλη δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν συμβούλων καὶ συμβουλίων αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, τὴν ἄλλη ’μέρα ἐκλογὲς βουλευτῶν, καὶ θὰ εὑρισκώμαστε ἔτσι σὲ παντοτινὴ κίνησι καὶ κάθε 6 μῆνες θὰ ἔχουμε καὶ ἐκλογὲς καὶ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν μανία τοῦ πολιτεύεσθαι ἐδῶ καὶ τρεῖς χιλιάδες χρόνια, θὰ καταντήσῃ νὰ ἀποκτήσῃ ἀληθινὴ πολιτικομανία. Ἂν ἐπρόκειτο γιὰ λαὸν ἄλλον, θὰ ἔλεγα, ὅτι εἶναι συμφέρον αὐτοῦ νὰ ἔχῃ συχνὲς ἐκλογές. Ἀλλὰ γιὰ ’μᾶς, τὸν πιὸ ἁψίκορο λαὸ τοῦ κόσμου, ἐμᾶς οἱ ὁποῖοι σιχαινόμαστε κάθε ἀντιπρόσωπό μας ἀμέσως μετὰ μιὰ ἑβδομάδα ἀπὸ τὴν ἐκλογή, θὰ εἶναι φοβερὸ νὰ ἔχουμε τόσο συχνὰ ἐκλογές. Ἀληθινὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ δὲν θὰ ξέρουμε καὶ ἡ δημαγωγία θὰ ὀργιάζῃ, ἐνῷ θὰ ἔχουμε συχνὰ περίπτωσι ἀκυβερνησίας. Προτιμότερο νὰ βάλουμε τότε στὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τὸ πολίτευμα τῶν Σοβιετικῶν Δημοκρατιῶν, ὅπου οἱ ἐκλογεῖς ὅ,τι ὥρα θέλουν μποροῦν νὰ αἴρουν, νὰ παίρνουν ’πίσω τὴν πληρεξουσιότητα τοῦ ἀντιπροσώπου των. Δεύτερη παρατήρησι ποὺ ἔχω νὰ κάμω εἶναι ἡ ἐξαιρετικὴ θέσι ποὺ παρουσιάζομε στὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 17 γιὰ τοὺς Ἰσραηλίτες. Εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἴχαμε συναισθανθῆ τὸν κίνδυνο νὰ ψηφίζουν ὅπως πρῶτα ὅλοι ἀπὸ τὸ 1918 ἢ 1919, ὅταν ἐπεριμέναμε νὰ γίνῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἐπρωτοστατήσαμε μὲ τοὺς Συλλόγους τῶν Φιλελευθέρων στὴν Καβάλλα, Δράμα, Φλώρινα, Κοζάνη, τὰ Βοδενὰ καὶ στὴν Θεσσαλονίκη, ζητώντας νὰ βροῦμε τρόπο, ὥστε νὰ ἀποκλειστῇ ἡ φοβερὴ ἐπήρεια γιὰ τὴν τύχην τῶν Ἑλλήνων, τῶν Τούρκων ψηφοφόρων τῆς Μακεδονίας· τότε ἦτον ἀνάγκη καὶ ἔπρεπε πραγματικὰ νὰ τὸ κάνουμε. Σκεφθήκαμε νὰ βροῦμε τρόπο, ποὺ νἄχουμε χωριστὲς ἐκλογικὲς περιφέρειες σὲ μερικὰ μέρη, δηλ. Σαρίσαμπαν, Καρατζόβα, Καϊλάρια, κ’ ἔτσι θὰ ἔπαυε τὸ ἄτοπο, μὲ τὸν καταμερισμὸ τῶν ἑλληνικῶν ψήφων, νὰ κανονίζουν τὴν ἐκλογὴ 72 βουλευτῶν ἀπόλυτα οἱ Τοῦρκοι. Γι’ αὐτὸ ψηφίσθηκε κι’ ὁ νόμος 1071, ποὺ ἐπέτρεπε τὸν χωρισμὸ αὐτὸ μὲ Β. Διάταγμα. Πρόφασι καὶ λόγους στὴν ἐνέργειά μας αὐτὴ εἴχαμε ἀκριβῶς αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε προτύτερα, πὼς τάχα δὲν θέλουμε νὰ ἀνακατευθοῦμε σὲ τουρκικὲς περιφέρειες καὶ νὰ ἐπηρεάσουμε τὴν ἐκλογὴ τῆς μειονότητος. Μὰ ἦταν πρόφασις πάντα, καὶ τότε ἦταν ἀνάγκη νὰ γίνῃ ὁ χωρισμὸς αὐτός. Ἀλλὰ σήμερα ποὺ ἔφυγεν ὁ πληθυσμὸς τῶν Μουσουλμάνων καὶ τῆς Θεσσαλονίκης οἱ Ἰσραηλίτες εἶναι μικρὰ μειονοψηφία, δηλ. καὶ ἂν μοιρασθοῦν οἱ ψῆφοι οἱ ἑλληνικοὶ δὲν μποροῦν μόνοι οἱ ψῆφοι τῶν Ἰσραηλιτῶν νὰ κανονίσουν τὴν ἐκλογή, θεωρῶ ὄχι μόνο περιττὴ τὴν ἀναγραφὴ διατάξεων στὸ Σύνταγμα περιοριστικῶν, μὰ καὶ ἀνελεύθερη ἀκόμη καὶ κάτι χειρότερο· γιατὶ ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ θέλουμε νὰ βάζουμε ἀνελεύθερα μέτρα, αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς κακό, εἶναι κάτι χειρότερο ἀπὸ ἔγκλημα, εἶναι κουτό. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εἶναι τελείως περιττὴ ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἀνελεύθερη καὶ δὲν θὰ κατορθώσουμε νὰ ἐξαγνίσουμε τὸν ἑαυτό μας κατόπιν σ’ ἐκείνους ποὺ θὰ μελετοῦν ἀργότερα τὸ Σύνταγμα. Ὅλα τὰ ἄλλα μοῦ φάνηκαν λόγια ὡραῖα γιὰ νὰ σκεπάσουν τὸ πρᾶγμα. Στὴ συνείδησί μου μέσα λέγω ὅτι εἶναι ἀνελεύθερη ἡ διάταξις. Τώρα εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μπῇ μιὰ προσθήκη εἰς τὸ σχετικὸ ἄρθρο, τὸ 17ον τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀμέσως μάλιστα μετὰ τὴ φράσι «....διατάσσεται ἐνέργεια βουλευτικῶν ἐκλογῶν,.....» καὶ νὰ προστεθῇ «πλὴν τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν συνέπεσε γενικὴ ἐπιστράτευσις ἢ πόλεμος πρὸς τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς περιόδου, ὅτε, συναινούσης καὶ τῆς Γερουσίας, δύναται νὰ παραταθῇ ἡ βουλευτικὴ περίοδος μέχρι λήξεως τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἢ τοῦ πολέμου». Αὐτό, παράδοξα, δὲν τὸ εἶπε ἀπ’ ὅσους ἕως τώρα ἐμίλησαν κανείς. Ἂν ἤμουν παρὼν στὴ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ δὲν ἀπουσίαζον, θὰ τὸ ἔλεγα στὴ σχετικὴ συζήτησι. Τώρα ἀναγκάζομαι ἐδῶ νὰ τὸ ’πῶ γιὰ νὰ μὴν πάῃ ἀπαρατήρητο, καὶ πρέπει νὰ μπῇ, ὅπως μᾶς ἔδειξε στὰ περασμένα ἡ πεῖρα. Γι’ αὐτὸ τὸ ὑποβάλλω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§208Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Συνέλευσις νὰ κάμω μίαν παρένθεσιν ὀλιγόλεπτον. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸ καιροῦ ὠνομάσθη μία Ἐπιτροπὴ κοινοβουλευτικὴ διὰ νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ δασμολογίου μὲ προθεσμίαν μηνῶν τινων. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω νὰ ταχθῇ μία προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ προσκομίσῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι διεξάγομεν κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς συντόνους συζητήσεις πρὸς σύναψιν ἐμπορικῶν συμβάσεων. Δικαίως δὲ ἀντιτάσσεται ὅτι δὲν γνωρίζουν τί δασμολόγιον ἔχομεν. Ὑποθέτω ὅτι δεκαήμερος προθεσμία εἶναι ἐπαρκής.
§209Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν εἶναι ἐπαρκὴς δεκαήμερος προθεσμία.
§210Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δύο μῆνες.
§211Α. ΜΑΡΚΟΥ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τῶν ἑορτῶν, ὁπότε θὰ δυνηθῇ νὰ περαιωθῇ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅπως ἠξεύρετε, ἁπλῶς μόνον νὰ ἀναδιφήσῃ τις τὰ ἔγγραφα ἀπαιτεῖται χρόνος τετραπλάσιος τοῦ ἤδη ζητουμένου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν νὰ χορηγήσῃ προθεσμίαν μέχρι τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ἵνα τελειώσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔργον της.
§212Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν συνήλθατε προχθές;
§213Α. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ ἴδετε τοὺς ὄγκους τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μελετήσῃ ἡ Ἐπιτροπή. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εἴπετε ὅτι δὲν συνήλθομεν προχθές, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Προχθὲς ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδρίασεν ἀπὸ τῆς 10ης π. μ. μέχρι τῆς 1ης μ. μ. καὶ προχθὲς καὶ καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα· ἂν θέλητε νὰ κάμωμεν τυπικὴν ἐργασίαν καὶ τυπικὴν ἔκθεσιν, τὴν κάμνομεν.
§214Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νὰ παραιτηθῶμεν ὅλοι καὶ νὰ συζητηθῇ ἐδῶ.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δεκαήμερον προθεσμίαν δέχεται ἡ Συνέλευσις;
§216Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ἂν ἡ Συνέλευσις δεχθῇ ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ δεκαήμερος προθεσμία, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσω τὰ καθήκοντά μου.
§217Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δεκαπενθήμερος προθεσμία.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν δέχεται δεκαπενθήμερον προθεσμίαν. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§219Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκ τῶν τριῶν, κύριοι, προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν περὶ τῆς διαρκείας τῆς βουλευτικῆς περιόδου, ἡ πρώτη ἡ ὁρίσασα τὸν χρόνον αὐτῆς εἰς δύο ἔτη, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι ἡ ἐπιψήφισις τοιαύτης διατάξεως ὁριζούσης τόσον βραχὺ χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν Βουλὴν παραδίδει τὴν Χώραν εἰς ἕνα ἀέναον ἐκλογικὸν σάλον. Ὄχι μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ θὰ καθιστᾷ ἀδύνατον σχεδὸν οἱανδήποτε χρήσιμον καὶ δημιουργικὴν ἐργασίαν τῶν Βουλῶν. Διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ὁ εἷς χρόνος θὰ καταναλίσκεται παρὰ τῶν νέων βουλευτῶν ὅπως ἐξοικειωθοῦν πρὸς τὰς ἐργασίας τὰς κοινοβουλευτικὰς καὶ τὰ θέματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν. Ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους θὰ ἤρχιζεν ἡ ἀνησυχία καὶ ἡ παρασκευὴ διὰ τὸν ἐπικείμενον νέον ἐκλογικὸν ἀγῶνα, εἰς τρόπον ὥστε πραγματικὴ κοινοβουλευτικὴ ἐργασία θὰ ἦτο ἀπὸ πάσης ἀπόψως ἀδύνατος. Ἡ τύχη τῶν δύο ἄλλων προτάσεων εἶναι ἀπολύτως ἀλληλένδετος πρὸς τὴν ρύθμισιν τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κάμωμεν, τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως. Διὰ τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην, τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἶναι ἠρτημένον ἐκ τῆς συναινέσεως τῆς Γερουσίας, κατὰ δὲ ἄλλην διάταξιν πᾶσα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀπορρέῃ ἐκ τῆς συναινέσεως τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς.
§220ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι.
§221Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔτσι εἶναι ἡ διάταξις, καθ’ ἃ μοὶ εἶπον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ διάλυσις εἶναι ἠρτημένη ἐκ τριῶν ὅρων· δηλαδὴ ἐκ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς, ἐκ τῆς Γερουσίας καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ ἡ συνδρομὴ καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ὅρων. Πρέπει νὰ προσυπογράψῃ μία Κυβέρνησις καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπορρέῃ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ἄρα ὀφείλει νὰ συναινέσῃ ἡ πλειονοψηφία. Ἡ συνδρομὴ τῶν τριῶν αὐτῶν ὅρων διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος. Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι οὐδέποτε θὰ γίνῃ διάλυσις καὶ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς διαλύσεως ἐκ μέρους τῆς Γερουσίας ἢ καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διότι ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ 50 περίπου ἔτη μὲ τὸν ὅρον μόνον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Γερουσίας δὲν ἔγινε διάλυσις, ἐκτὸς μιᾶς, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐφαρμογὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ παρέκκλισις αὐθαίρετος τοῦ τότε Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Πρόκειται λοιπὸν κατ’ οὐσίαν νὰ καταργήσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Οἱουσδήποτε περιορισμοὺς καὶ ἂν θέσωμεν εἰς τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ἐγὼ ἀποκλίνω ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως καὶ θὰ ἀναπτύξω ἐν καιρῷ τὴν γνώμην μου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως μέχρι σήμερον βλέπω ἐπικρατοῦσαν τὴν ἀντίληψιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἀπολύτως εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ἐντοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο δύσκολον νὰ σκεφθῶμεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρήσωμεν τὸ τετραετὲς διάστημα τῆς βουλευτικῆς περιόδου, διότι ἀναμφισβητήτως δι’ ἕνα λαὸν ἀνυπόμονον καὶ ὁπωσδήποτε ἁψίκορον δὲν θὰ ἦτο δυνατόν ποτε νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἐπὶ μίαν τετραετίαν θὰ ὑπῆρχε διαρκὴς καὶ σταθερὰ ἡ ἐπαφὴ τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς δημοσίας γνώμης καὶ ταύτης διατυπουμένης δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν διάλυσιν καὶ τούτου ἀδυνάτου καθισταμένου ἡ λαϊκὴ δυσφορία νὰ μὴ εὑρίσκῃ οὐδεμίαν διέξοδον. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἑπομένως, ἐφόσον ἀποκλίνομεν ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, νὰ δεχθῶμεν χρόνον μικρότερον, καὶ ὡς τοιοῦτον χρονικὸν διάστημα δὲν βλέπω ἄλλο παρὰ τὸ τριετές. Θὰ προτείνω λοιπὸν ὅπως ὁρίσωμεν τὴν τριετίαν σήμερον, ἐπιφυλασσόμενοι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε γίνει δεκτὴ ἡ ἄποψίς μου ὅπως ἀφεθῇ ἡ ρύθμισις τῆς διαλύσεως εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ζήτημα, διότι τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν καὶ τετραετῆ τὴν χρονικὴν περίοδον καὶ νὰ μὴ ἐκθέτωμεν τὸν Τόπον ἄνευ ἀνάγκης εἰς διαρκεῖς ἐκλογάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν πρότασιν τὴν ἀναφερομένην εἰς τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἀφορῶσαν τὰς θρησκευτικὰς μειονότητας τῶν Μουσουλμάνων καὶ Ἰσραηλιτῶν, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην ἐνέπνευσε πνεῦμα ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν θρησκευτικῶν τούτων μειονοτήτων, διότι ἰσχύοντος τοῦ πλειονοψηφικοῦ συστήματος θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ δικαιώματα ταῦτα νὰ καταπνιγοῦν ὑπὸ τῆς χριστιανικῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει νὰ συζητήσωμεν ἓν σύστημα νέον ἐκλογικὸν καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τὸ ἀναλογικὸν ἐξασφαλίζει ἀπολύτως τὰ δικαιώματα οἱασδήποτε μειονοψηφίας χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη προσφυγῆς εἰς ἐξαιρετικὰς διατάξεις εἴτε ἐκλογικὰς εἴτε συνταγματικάς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν φαντασθῆ ὅτι δὲν ἤθελον ἐπικρατήσει αἱ ἀπόψεις αἱ ὑποστηρίζουσαι τὴν ἐκλογικὴν μεταρρύθμισιν καὶ ὅτι θὰ διατηρηθῇ τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα, καὶ πάλιν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὴν πρόνοιαν αὐτὴν ὑπὲρ τῶν μειονοτήτων διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ εἰς τρόπον ὥστε ἡ συνταγματικὴ διάταξις πράγματι νὰ παρέλκῃ καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἄν ἰσχύῃ τὸ σύστημα τὸ ἀναλογικόν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη προνοίας, διότι τότε θὰ ἐξασφαλισθοῦν τὰ δικαιώματα τῶν μειονοτήτων διὰ διατάξεως ἀναγραφομένης εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῶν σημείων τούτων δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν χωρὶς νὰ παρατείνηται ἡ συζήτησις.
§222Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν εἶχον ἤδη, σχεδὸν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν της, ἐξενέγκει τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ εἶναι ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς τριετής, ἡ τῆς Γερουσίας ἑξαετής, ἀνανεουμένου τοῦ τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῆς ἀνὰ διετίαν, καὶ ἡ θητεία τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας πενταετής. Ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἦτο δυσχερὲς νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ἐν τῷ Τόπῳ ἡμῶν μακροτέρα τῆς πενταετίας προεδρικὴ θητεία, ἀφοῦ ἐνδεχομένως δὲν θὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ἐκ νέου ἐκλογή. Τάσσομαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς τριετοῦς βουλευτικῆς περιόδου. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν τὴν προνοοῦσαν περὶ ἐκλογικῶν Συλλόγων Μουσουλμάνων καὶ Ἰσραηλιτῶν ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Βεβαίως ἡ διάταξις δὲν εἶναι δυσμενὴς διὰ τὰς μειονότητας ταύτας. Διότι ἐξασφαλίζονται οὕτως αὐταί, ὅτι κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν θὰ δύνανται νὰ ἔχουν ἐκ τῶν κόλπων αὐτῶν βουλευτάς. Τῳόντι ὑποθέσατε ὅτι καθορίζεται μία πολὺ μεγάλη ἐκλογικὴ περιφέρεια εἰς ὃ μέρος ὑπάρχει μειονότης τις· ἀσφαλῶς ἐκεῖ θὰ καταπνίγηται ἡ σχετικὴ μειονότης. Ἀλλὰ τάσσομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι τοιοῦτον ἄρθρον. Ἐπίσης νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄστοχον νὰ προνοήσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι περὶ περιπτώσεως καθ’ ἣν γίνεται παράτασις ἐκ τῆς βίας τῶν πραγμάτων, δηλαδὴ περὶ τῆς παρατάσεως τῆς περιόδου τῆς βουλευτικῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει γίνῃ γενικὴ ἐπιστράτευσις ἢ πόλεμος. Ἐπιφυλάσσομαι μάλιστα ἐν καιρῷ νὰ προτείνω καὶ ἐξαιρετικὴν διάταξιν, ἐπιτρέπουσαν διὰ τὰς ἰδίας περιπτώσεις τὴν ἔκδοσιν, κατόπιν ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, νομοθετικῶν διαταγμάτων ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων, ὥστε νὰ ἀποφεύγηται ἡ κατάχρησις ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι τῆς παρὰ τοὺς κειμένους θεμελιώδεις νόμους ἐκδόσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων, κατὰ σφετερισμὸν γενόμενον ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας πληρεξουσίου κ. Καφαντάρη «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἐσχηματίσθη εἰκοσαμελὴς Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κυρίων Β. Ἀλεβιζάτου, Σ. Ἀναστασιάδη, Α. Δαργέντα, Ε. Ἐμμανουηλίδη, Λ. Ἰασονίδη, Ν. Κοντολέοντος, Δ. Κούτρα, Σ. Κρεμεζῆ, Α. Κωνσταντινίδη, Γ. Λουπινᾶ, Ν. Μανωλοπούλου, Λ. Μάρκου, Π. Μερλοπούλου, Γ. Μόδη, Α. Μπιράκη, Ε. Παυλίδη, Π. Πετρίδη, Ν. Πετροπουλάκη, Π. Πολυχρονίδη καὶ Ι. Σάββα.
§224Σ. ΞΥΔΗΣ. Ἡ ὁμὰς τῶν ἀνεξαρτήτων δὲν ἀντιπροσωπεύεται κατὰ σύστημα εἰς τὰς Ἐπιτροπάς.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐσχηματίσθη κατόπιν ὑποδείξεως τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τὴν αὐξήσωμεν κατὰ πέντε μέλη.
§226Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ συμφωνία εἰς τὰς ἐκτεθείσας τελευταῖον ἀπόψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς βουλευτικῆς περιόδου καὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, καὶ πρόκειται νὰ γίνουν ψηφοφορίαι, νὰ ἀναβληθοῦν αὗται, ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων, τῶν ἀφορώντων τὴν κατάρτισιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως ὑπάρχει συζήτησις.
§227Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν ἡ Συνέλευσις ἀποδέχηται τὴν τροπολογίαν, νὰ προχωρήσωμεν κατωτέρω.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀρκετοὶ νὰ ὁμιλήσουν εἰσέτι· νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 10ην.
§229ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διαρκῶς τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια μέλη λαμβάνουν μέρος εἰς τὰς Ἐπιτροπάς.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ αὐξήσωμεν τὰ μέλη κατὰ πέντε.
§231Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς παραπομπῆς, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁσάκις νομοσχέδιον σοβαρὸν παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν σφαγιάζεται. Πρέπει νὰ προηγῆται ἡ συζήτησις εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἔπειτα νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ συζήτησις εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ μὴ παραβιάζηται ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Νομίζω λοιπὸν καὶ προτείνω, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συζητηθῇ πρῶτον καὶ κατόπιν παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα αὐτό. Ὁ κ. Γ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§233Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον περὶ τῶν μειονοψηφιῶν. Ὄταν ἦλθεν ἡ Ἐπανάστασις, τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἦτο ἓν διάγγελμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁρίζετο ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι θὰ ἐψήφιζον εἰς χωριστοὺς ἐκλογικοὺς Συλλόγους. Ἀπορῶ δὲ διατί κατεβλήθη προσπάθεια νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι μόνον πνεῦμα δικαιοσύνης πρὸς τὴν μειονοψηφίαν ἐπροκάλεσε τὸ ἄρθρον καὶ ὄχι πνεῦμα ἀμύνης τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα τῆς ἀμύνης καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ κρύπτωμεν, διότι ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὰ ξένα στοιχεῖα παζαρεύουν τὴν πρόσληψίν των εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς Συλλόγους καὶ τοὺς διαφόρους συνδυασμοὺς καὶ τοιουτοτρόπως δύνανται μερικαὶ χιλιάδες ξένων νὰ κρίνουν τὴν πλάστιγγα ὑπὲρ συνδυασμῶν ἐναντίον τῶν ὁποίων εἶναι ἐκπεφρασμένη ἡ Κοινὴ ἐθνικὴ Γνώμη.
§234ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι ξένοι, εἶναι καὶ αὐτοὶ Ἕλληνες πολῖται, κ. συνάδελφε.
§235Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἀγορεύοντος περὶ τῶν μειονοτήτων εἶμαι βέβαιος ὅτι εἶναι μοναδικὴ ἐν τῇ Συνελεύσει.
§236Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν γνώμην ἀντιπροσωπεύω πλὴν τῆς ἰδικῆς μου. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεχώμεθα τοὺς Ἰσραηλίτας νὰ ἔχουν κράτος ἐν κράτει. (Θόρυβος).
§237Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ λέγωνται αὐτὰ τὰ πράγματα.
§238Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὑβρίζονται Ἕλληνες πολῖται.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ κ. Φραγκούδης.
§240Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τίνας ἐξηγήσεις θέλετε νὰ δώσω; Εἶναι ἡ γνώμη μου αὐτή. (Θόρυβος). Ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ εἶμαι καὶ ἀντισημίτης ἀκόμη. Ποῖον δικαίωμα ἔχετε νὰ μοὶ ἐπιβάλητε σεῖς τὴν γνώμην σας; Εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, κύριοι, ὑπάρχουν κόμματα ἀντισημιτικά.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἱερά, ἀλλ’ ἔχει ὅρια ὁ Κανονισμός. Δὲν ἠμπορεῖτε, δὲν ἔχητε δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε.
§242Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ ἐμποδίσητε.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω δικαίωμα καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ συνέλθητε.
§244Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος νομίζει ὅτι παρεξετράπην τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἐγὼ λέγω ὅτι ἀκολουθῶ αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Σᾶς εἶπον ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια ὑπάρχουν κόμματα ἀντισημιτικά.
§245ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν σᾶς ἔστειλεν ἐδῶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὡς ἀντισημίτην.
§246Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Οὔτε σᾶς νὰ ὑπερασπίζητε τοὺς Ἑβραίους. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἰδέα διὰ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα οὔτε φανατισμὸς δι’ αὐτά. Ἐδῶ εἶναι ἐλεύθεροι ὅλοι διὰ προπαγάνδαν. Τὸ Κράτος κοιμᾶται τὸν νήδυμον ἐπὶ ἡφαιστείου. Εἶμαι φανατικὸς Ρωμηὸς καὶ θέλω νὰ ὑπερασπίσω τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς, ἡ ὁποία ὑπέστη τελευταίως τρομερὰς καταδίκας καὶ οἱ Ἑβραῖοι δυστυχῶς ὑπῆρξαν ἐναντίοί μας καὶ εἰς ὅλα τὰ στάδια. Εἷς κύριος μὲ διέκοψε καὶ εἶπεν ὅτι καὶ οἱ Ἰσραηλῖται εἶναι Ἕλληνες πολῖται. Τὸ ἀμφισβητῶ. Εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι. Ἄλλο Ἕλληνες πολῖται καὶ ἄλλο Ἕλληνες ὑπήκοοι.
§247Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αἱ μοναρχίαι ἔχουν ὑπηκόους, αἱ δημοκρατίαι ἔχουν πολίτας.
§248Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐφόσον εἶναι διεθνῶς ἀνεγνωρισμένη ἡ μειονότης, ἀναγνωρίζονται χωριστὰ συμφέροντα ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ὁ κ. Βενιζέλος, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος τελευταίως εἰς τὴν Γενεύην, ἔλεγε πόσα σχολεῖα ἔχουν ἐν Ἑλλάδι αἱ Ἰσραηλιτικαὶ μειονότητες. Ἔχουν δὲ ὅλοι οἱ Ἑβραῖοι ἐστραμμένα τὰ βλέμματά των πρὸς τὰ ξένα Κράτη. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ὑπάρχουν καὶ καλοί. Θέλω νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ θέση διάταξιν συνταγματικὴν ὅπως ψηφίζουν χωριστὰ Ἑβραῖοι καὶ Τοῦρκοι. Τὸ αὐτὸ ἔπραξαν οἱ Ἄγγλοι ἐν Κύπρῳ, ὅπου οἱ Ἕλληνες ψηφίζουν χωριστὰ καὶ οἱ Τοῦρκοι χωριστά. Εἶναι καὶ ἔργον δικαιοσύνης δι’ αὐτοὺς καὶ ἔργον ἀμύνης τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτὸ συγχαίρω τὴν Ἐπιτροπήν, διὰ τὴν προσθήκην καὶ εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἄν καὶ οἱ Ἰσραηλῖται τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ πολὺν καιρὸν βαπτιζόμενοι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Ἑλληνισμοῦ γίνουν καὶ αὐτοί, ὅπως οἱ Ἰσραηλῖται τῶν Ἰωαννίνων, καλοὶ Ἕλληνες, εὐχαρίστως θὰ τοὺς δεχθῶμεν ὡς ἰσοτίμους.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§250Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θὰ εὑρισκόμην εἰς τὸ βῆμα χωρὶς τὸν κ. Φραγκούδην. Ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελοῦν μειονότητας οἱ Ἰσραηλῖται καὶ οἱ Μουσουλμάνοι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀπολαύουν ὀλιγωτέρων δικαιωμάτων ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετηρήθη, ἡ δημοκρατία ἀναγνωρίζει μόνον πολίτας καὶ ὄχι ὑπηκόους. Καὶ ἄλλοτε δὲ ἐξέφρασα τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυστύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα ὅτι ὁ Ἰσραηλιτικὸς πληθυσμὸς νομίζει ὅτι δὲν ἀπολαύει ἴσων δικαιωμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς, διότι καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν βίον τῆς Χώρας παρέχουν μεγάλην συμβολήν, ὅπως ἐπίσης καὶ εἰς τὴν πνευματικὴν ζωὴν πρὸς δημιουργίαν ἑνὸς Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Δι’ αὐτὸ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμον πολιτευτήν, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ ἀφορῶσα τοὺς Ἰσραηλίτας. Διότι, ἂν καθιερωθῇ ἡ ἀναλογικὴ ἀντιπροσωπεία, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὑπάρχῃ φροντὶς διὰ τὴν ἰδιαιτέραν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων των, ἀσφαλῶς θὰ ἐξασφαλίζωνται τὰ δικαιώματα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τῶν Μουσουλμάνων. Εἰς τὴν ἄλλην πρότασιν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς τριετοῦς περιόδου, μολονότι ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι ἡ διετὴς χρονικὴ περίοδος εἶναι κατάλληλος διὰ τὴν Βουλήν. Θὰ ἦτο ὀρθὸν ὅταν κάμνωμεν συνταγματικὰς διατάξεις νὰ ἔχωμεν συστηματοποιήσει τὰς ἰδέας μας, ἂν θέλωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἀναλογικὴν ἀντιπροσωπείαν. Πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν χρονικῶν διαστημάτων δὲν θὰ δημιουργήσῃ τὸν σάλον τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ ἐκλογὴ μὲ τὸ πλειονοψηφικὸν σύστημα καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ὑφίσταται τὰς ριζικὰς ἀνανεώσεις τὰς ὁποίας ὑφίσταται μὲ τὴν πλειονοψηφίαν. Κατὰ συνέπειαν οὐδεμία ἀνωμαλία δημιουργεῖται ἐκ τῆς ἀνανεώσεως τῆς Βουλῆς κατὰ διετίαν κατὰ μείζονα λόγον. Ἀντετάχθη εἰς τὰς ἀντιρρήσεις μας ὅτι περιορίζεται ἐκ τοῦ νέου Συντάγματος καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ δὲν περιορίζεται καὶ δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἱκανοποίησιν τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν. Βεβαίως τὸ ζήτημα θὰ συζητηθῇ ὅταν ἔλθουν τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλ’ εἰς αὐτὰ ὑπάρχει μία παραγνώρισις ὅτι ἕως τώρα ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀνεπτύχθη ἐκ τῆς συγκρούσεως τοῦ πολίτου μὲ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, μία δὲ ἀφορμὴ συγκρούσεως ὑπάρχει εἰς αὐτὴν τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἄρχοντος πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ κατέστρεφε τὴν δημοκρατίαν θὰ ἦτο ἡ ἀναγνώρισις εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τοῦ δικαιώματος νὰ διαφωνῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπολαύουσαν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἀναγνώρισις τοιούτου δικαιώματος, κατὰ συνέπειαν ἀναγνώρισις Κυβερνήσεως ἐκ τῆς μειονοψηφίας μὲ σκοπὸν διαλύσεως θὰ ἐκλόνιζεν ἐκ βάθρου τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραχωρηθῇ ἡ διάλυσις παρὰ μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Διότι, ὅταν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θέλῃ νὰ διαλυθῇ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀντιπροσωπεύει καὶ τὴν εἰσηγεῖται, τότε βεβαίως περιττεύει ἡ συγκατάθεσις τῆς Γερουσίας. Εἰς αὐτὸν τὸν εἱρμὸν τῶν ἰδεῶν εὑρισκόμενοι ὑποστηρίζομεν καὶ τὴν περιωρισμένην περίοδον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ αὐτό, ἐννοεῖται, δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ τώρα. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω.
§251Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Καὶ μὲ τὸ σύστημα τῆς μικρᾶς χρονικῆς διαρκείας δὲν θὰ παρουσιασθῇ περίπτωσις διαλύσεως τῆς Βουλῆς;
§252Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὐδεὶς δὲ θέλει νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων νὰ διαφωνῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ σχηματίζῃ Κυβέρνησιν τῆς ἀρεσκείας του καὶ νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατηγορήθημεν, διότι ἐζητήσαμεν τὴν βραχεῖαν περίοδον, ὅτι δὲν θέλομεν τὴν πραγματοποίησιν τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω ὅτι ἡμεῖς τὴν θέλομεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ δημοκρατικαὶ ἰδέαι εἰμὴ μόνον διὰ τῆς βραχείας περιόδου καὶ διὰ τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς. Ὑποστηρίζομεν λοιπὸν ἐν συμπεράσματι ὅτι διὰ τῆς περιωρισμένης χρονικῆς περιόδου καθιεροῦμεν θεσμὸν ἐπὶ τὸ δημοκρατικώτερον, προκειμένου δὲ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος πρέπει νὰ εἰσερχώμεθα ὀλίγον καὶ εἰς τὴν ψυχολογίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου καὶ νὰ μὴ περιοριζώμεθα μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰ βουλευτικὰ ἑδώλια. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος.
§253Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν διάλυσιν.
§254Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀλλ’ ὅταν λήγῃ ἡ περίοδος, ἀνάγκη νὰ δημοσιεύηται ἓν Διάταγμα διαλύσεως καὶ ἐνεργείας ἐκλογῶν. Τὸ ἄρθρον 70, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ συγκλήσεως, ἔχει ὑπ’ ὄψει τακτικὴν σύνοδον. Ἂν ὅμως ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμός, ἰσχύει τὸ ἄρθρον 37, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐντὸς 40 ἡμερῶν καλεῖται εἰς ἔκτακτον σύνοδον ἡ Βουλή. Εἶναι βεβαίως ἐνδεχόμενον νὰ λήξῃ ἡ περίοδος καὶ νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ ἄρθρου 37 εἰς τὸ νεώτερον Σύνταγμα.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§256Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἢ μᾶλλον κατόπιν τῆς συμφωνίας τῆς ἐπελθούσης ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάρκειαν τοῦ βίου τῶν Βουλῶν, μεταξὺ τῶν τριῶν ἀρχηγῶν τῶν ζώντων ὁμάδων, εἶναι περιττόν, νομίζω, νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν ἄλλας ἀντιλήψεις. Βεβαίως θεωρητικῶς ἀπὸ ἀπόψεως δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἀναντίρρητον εἶναι ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» εἶναι συνεπέστατος πρὸς τὰς ἀρχάς του. Ἀλλ’ ὀφείλομεν εἰς τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας διανύομεν νὰ ἀποβλέπωμεν καὶ εἰς τὰς πραγματικότητας καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελον ἄλλα ὑποστηρίξει, ἂν δὲν ἤθελον πρὶν προτείνει τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸ ζήτημα τῶν Ἰσραηλιτῶν συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, συμφωνοῦντος μὲ τὸν κ. πρόεδρον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως».
§257Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἤκουσα τὸν κ. Φραγκούδην ὁ ὁποῖος εἶπε κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἐνῷ ἔχει ἐν Ἀττικοβοιωτίᾳ συμπολίτας οἱ ὁποῖοι τὸν ἐψήφισαν. Ἐπίσης εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Τὴν διάταξιν δὲ ἐκείνην τὴν θεωρῶ τιμητικὴν καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀποδεχθοῦν οἱ Ἰσραηλῖται συνάδελφοι. Εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα τῆς βουλευτικῆς περιόδου ἔχω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ μακαρίτης Θουκυδίδης ἔλεγεν: «Ἡ παροῦσα κατάστασις εἶναι βαρεῖα καὶ βλέπω μίαν χεῖρα ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ φτειάσῃ ὅλον τὸν κόσμον, ἀλλ’ ὑστερεῖ ἀπὸ ἕν ἔτος». Καὶ δι’ αὐτὸ λέγεται ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος τρία μόνον ἔτη ἦτο εἰς τὰ πράγματα. Δι’ αὐτὸ δὲν εἶμαι οὔτε ὑπὲρ τῶν 4 ἐτῶν οὔτε ὑπὲρ τῶν 2, ἀλλ’ εἶμαι ὑπὲρ τῶν 3 ἐτῶν. Κύριοι, δὲν πηγαίνομεν νὰ γελάσωμεν τὸν κόσμον, πηγαίνομεν ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀνταλλάξωμεν τὰς σκέψεις μας καὶ νὰ ἔλθωμεν εἶτα ἐδῶ νὰ νομοθετήσωμεν. Ἀλλ’ ὅταν εἶναι Δεκέμβριος, Ἰανουάριος, Φεβρουάριος δὲν γίνεται τελεία περιοδεία, τοὐλάχιστον εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη. Δι’ αὐτὸ προτείνω τὸ ἑξῆς: Δέχομαι τὴν τριετίαν, ἀλλὰ κατ’ αὐτοὺς τοὺς μῆνας (Δεκέμβριον, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον) νὰ μὴ γίνωνται ἐκλογαί. Νὰ παρατείνωμεν τὴν περίοδον πλέον τῶν τριῶν ἐτῶν ὑπάρχει κάποτε ἀνάγκη, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὴν ἀνάγκην τὰ πάντα ὑποχωροῦν. Καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ἀνάγκης τὸ Σύνταγμα σιγᾷ. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ τοιαύτη κατάστασις, βεβαίως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ καθορίσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι διὰ Διατάγματος καὶ συνεπῶς καὶ αὐτὸ διορθοῦται. Λοιπὸν συμπεραίνω τριετίαν. Κατὰ τοὺς μῆνας Δεκέμβριον, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἐκλογαί, ἀλλὰ νὰ ἐπέρχηται παράτασις ἢ νὰ γίνηται πρὸ τῆς λήξεως τῆς τριετίας, ἂν καὶ τριετίαν ποτὲ δὲν θὰ ἔχωμεν, διότι μέχρι σήμερον περισσότερον τῶν δύο ἐτῶν καμμία Βουλὴ δὲν ἔζησε καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι θέμα συζητήσεως.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§259Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ βραχεῖα διάρκεια προυτάθη ὑπὸ ἀρχηγῶν κομμάτων, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προσθέσωμεν δύο λέξεις: Ἐξηντλήθησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τελευταίως ἀντετάχθη τὸ ἁψίκορον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὸ εὐμετάβλητον αὐτοῦ καὶ ἐπειδὴ ὁ λαὸς εἶναι τοιοῦτος ἄρα βρέχει. Ἄρα πρέπει νὰ ὠθήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὸ νὰ ἀναπτύξῃ τὸ ἐλάττωμά του τῆς μεταβολῆς τῶν γνωμῶν διὰ συχνῶν ἐκλογῶν. Τοὐναντίον ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται, ἂν εἶναι εὐμετάβλητος καὶ ἁψίκορος ὁ λαός, πρέπει νὰ βραδύνωμεν νὰ κάμνωμεν ἐκλογάς, διὰ νὰ δίδωμεν ἀφορμὴν εἰς ἐκδήλωσιν μόνον τῶν σταθερῶν γνωμῶν τοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ τῶν ἐξάψεων καὶ τῶν παραφορῶν. Ἐπὶ πλέον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀντετάχθη ἀκόμη ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἔστω τῇ συγκαταθέσει τῆς Γερουσίας, διότι κατὰ τὸν ἕνα ἀρχηγὸν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἂν ἀνετίθετο εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, τὸ τοιοῦτον θὰ ἐπέφερε γρήγορα ἀνατροπὴν τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· καὶ ἂν ἡ διάρκεια τῆς Βουλῆς δὲν καθιεροῦτο μακρά, ἀλλὰ βραχεῖα, δὲν θὰ ἐπαρουσιάζετο περίπτωσις διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὁπότε βέβαια εἰς οὐδένα ἄλλον θὰ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διαλύσῃ παρὰ εἰς τὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἀδιάφορον συναινέσει ἢ μὴ τῆς Γερουσίας; Ἀλλ’ ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διέλυε μίαν Βουλὴν ἅμα τῇ ἐκλογῇ της ἢ ἐν χρόνῳ βραχεῖ μετὰ τὴν ἐκλογήν της, δὲν θὰ ἤρχετο εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸν λαὸν ἐντονώτερον καὶ τὸ πολίτευμα δὲν θὰ ἐκινδύνευε περισσότερον; Ἀλλ’ ὁ ἕτερος τῶν ἀρχηγῶν εἶπε τὸ ἀντίθετον ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἄλλος. Εἶπεν ὅτι, ἂν ἀνατεθῇ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας συναινέσει τῆς Γερουσίας, αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος αὐτὸς δὲν θὰ κάμῃ χρῆσιν ποτέ, διότι τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν. Τὸ ἀντίθετον εἶπεν ὁ πρῶτος· ὅτι ἂν ἀνατεθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἀνατρέπεται ἡ Δημοκρατία. Ὁ δεύτερος εἶπεν ὅτι, ἂν ἀνατεθῇ εἰς αὐτόν, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτέ. Εἶναι εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν μεταξὺ των προφανῶς οἱ δύο ἀρχηγοὶ εἰς τὰ ἐπιχειρήματά των. Λοιπὸν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπομνήσω εἰς πάντα τί γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ διατί δὲν ἔγινε χρῆσις τοῦ δικαιώματος εἰς τὴν Γαλλίαν. Παρ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἀρετὰς τὸ Κοινοβούλιον ἐν Γαλλίᾳ εἶναι κατατετμημένον εἰς πολλὰ κόμματα. Ἐντεῦθεν αἱ συχναὶ ἀλλαγαὶ τῶν Κυβερνήσεων ἐκεῖ. Ἕνεκα τούτου ἐκεῖ ἔχει ἐπέλθει ἀντίδρασις εἰς τὸ ἕτερον Σῶμα, ἤτοι τὴν Γερουσίαν, κατὰ τῶν συχνῶν ἀλλαγῶν τῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη δὲ μὴ δυναμένη νὰ ἀντιδράσῃ κατὰ τῶν συχνῶν αὐτῶν ἀλλαγῶν τῶν Κυβερνήσεων, ἀντιδρᾷ τοὐλάχιστον κατὰ τῶν συνεπειῶν των, ἤτοι τῆς διαλύσεως τῶν Βουλῶν. Καὶ εἰς ἡμᾶς δέ, ἂν παρουσιάζετο αὐτὴ ἡ περίπτωσις νὰ ἔχωμεν κατατετμημένα κόμματα καὶ συχνὰς ἀλλαγὰς Κυβερνήσεων, ὅπως ἤδη, ἀσφαλῶς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ ἡ Γερουσία θὰ ἔπραττον τὸ καθῆκόν των, ἂν ἀπέφυγον νὰ διαλύουν συχνὰ τὰς Βουλὰς κατὰ παρακολούθησιν τῶν συχνὰ ἀνατρεπομένων Κυβερνήσεων.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ὑπάρχουν δύο προτάσεις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ τῆς ἐκδηλουμένης γνώμης τῆς Συνελεύσεως ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία περιττεύει.
§261ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ψηφοφορία ἀναβάλλεται διὰ τὴν Δευτέραν καὶ προχωροῦμεν εἰς τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει συζήτησιν.
§263Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἀναβολὴν τῶν ψηφοφοριῶν, κ. Πρόεδρε, εἴπετε ὅτι τὴν Δευτέραν θὰ γίνῃ ψηφοφορία χωρὶς νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἐπειδὴ προέβησαν εἰς δηλώσεις οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ὑπὲρ τῆς βραχείας Βουλῆς καὶ εἶναι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς παρόντας φωτισθέντας ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμωμεν τὴν ψηφοφορίαν μεθαύριον χωρὶς ἐπανάληψιν τῆς συζητήσεως, διότι τότε δὲν θὰ εἶναι ὅλοι οἱ σημερινοὶ κ. κ. πληρεξούσιοι παρόντες ἢ θὰ εἶναι καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἤκουσαν τὰς σημερινὰς συζητήσεις. Καὶ θὰ ψηφίσουν ὄχι φωτισμένοι ἀπὸ τὰς συζητήσεις, ἀλλ’ ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὰς δηλώσεις τῶν ἀρχηγῶν ὑπὲρ τῆς βραχείας θητείας.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἄρθρον 18ον (ἀναγινώσκει): Ὅπως ἐκλεγῇ τις βουλευτής, ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ εἰκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ τὴν νόμιμον ἱκανότητα τοῦ ἐκλέγειν. Βουλευτὴς στερηθεὶς τῶν προσόντων τούτων ἐκπίπτει αὐτοδικαίως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἐγειρομένων περὶ τούτου ἀμφισβητήσεων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή.
§265Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ τελευταῖον νὰ διαγραφῇ ὅτι: «ἐγειρομένων περὶ τούτου ἀμφισβητήσεων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή».
§266Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι εἰς τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα.
§267Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Γνωρίζετε πῶς ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι καλύτερον νὰ ἀποφαίνηται ὁ Ἄρειος Πάγος;
§268Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Στερεῖται τῶν προσόντων, ἂν περιέλθῃ εἰς πτώχευσιν.
§269Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§270Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Νὰ προστεθῇ διὰ τὸ μέλλον καὶ γνῶσις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης.
§271Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ἀντίκεται.
§272ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 18ον ἄρθρον).
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19ον (ἀναγινώσκει). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Παπαναστασίου.
§274Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἤθελον μίαν διασάφησιν διὰ τὴν πρώτην παράγραφον. Ὡς γνωστόν, οἱ ἐν διαθεσιμότητι διατελοῦντες μόνιμοι ἀξιωματικοὶ θεωροῦνται ὅτι εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ. Θὰ ἦτο καὶ ἄδικον καὶ ἄσκοπον τὸ νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ἀσυμβίβαστον εἰς τοὺς ἐν μονίμῳ διαθεσιμότητι εὑρισκομένους, διότι αὐτοὶ δὲν ἐκτελοῦν ὑπηρεσίαν. Εἶναι θύματα πολέμου, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ὑποχρέωσις ἀπόλυτος σεβασμοῦ. Ἐφόσον λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἐν μονίμῳ διαθεσιμότητι δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν, ἐφόσον εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ λόγῳ εὐεργετικῆς διατάξεως, θὰ παρεκάλουν νὰ δοθῇ μία διασάφησις.
§275Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤθελον νὰ προσθέσω ὅτι οἱ ἐν διαθεσιμότητι μόνιμοι ἀξιωματικοὶ εἶναι ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, διότι λέγεται ὅτι ἡ μόνιμος διαθεσιμότης εἶναι πρὸς τιμὴν καὶ ἡ λέξις «ἐν ἐνεργείᾳ» εἶναι διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὰς ἀποδοχάς. Οἱ ἐν μονίμῳ διαθεσιμότητι ἀξιωματικοὶ προσέρχονται διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν. Δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν ἢ εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀποστράτων ὥστε νὰ θεωρῶσιν αὐτοὺς ὡς πολίτας; Διατελοῦν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ καλοῦνται εἰς τὴν ἐνέργειαν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι πολλαὶ κατηγορίαι ἀξιωματικῶν εἰς τὴν μόνιμον διαθεσιμότητα, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἄριστα νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐκτελοῦσι. Νομίζω ὅτι δὲν συμβιβάζεται ἡ διάκρισις αὕτη μὲ τὸ ἄλλο, ὅταν δεχώμεθα ὅτι οἱ ἐν ἐνεργείᾳ δὲν πρέπει νὰ εἶναι πολιτευόμενοι· ἄλλως πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ πολιτεύωνται. Αὐτὸ τὸ λέγω χάριν αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν διὰ νὰ μὴ τεθῇ ἡ διάκρισις ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτῶν καὶ δύνανται νὰ πολιτεύωνται.
§276Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν δύναται νὰ τελειώσῃ, κ. Πρόεδρε, αὐτὴ ἡ συζήτησις, διότι εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 4.30′ μ. μ. (Ὥρα 9.50′ μ. μ.)