1925.03.19
2,540 rows · 19,980 words · 223 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 159
Πέμπτη 19 Μαρτίου 1925.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 5.40′ μ. μ.)
(Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ἀλαβάνος).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§2Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις, εἴμεθα μόνον δεκαπέντε περίπου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὑποβάλετε ἔνστασιν.
§4Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑποβάλλω ἔνστασιν, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προδρείου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφόσον δὲν ὑποβάλλεται ἔνστασις περιττεύει ἡ συζήτησις. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§7Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικὰ ἀνακριβῶς φέρονται ὡς παρόντες καὶ καταψηφίσαντες τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν ἐκτὸς ἐμοῦ ὁ συνάδελφος ἐκ Καβάλλας κ. Παπαναστασίου καὶ ὁ ἐκ Χίου συνάδελφος κ. Ροδοκανάκης, τρεῖς ἐν ὅλῳ, ὅτι ἦσαν παρόντες καὶ ἐψήφισαν, ἐνῷ δὲν ἦσαν παρόντες.
§8Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ φέρομαι ὡς παρών, ἐνῷ δὲν ἤμην, οὔτε ἐψήφισα, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ δημοσίου ὑπαλλήλου κ. Σολδάτου, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ ἐπιτηρῶν τὴν ψηφοφορίαν, νὰ προσέξῃ, διότι ἐπανειλημμένως ὁ κ. συνάδελφος διέπραξε τοιαῦτα σφάλματα ὀφειλόμενα εἰς ἀβλεψίαν, διαμαρτυρόμεθα δὲ διὰ τὰ ἐπανειλημμένα ἀτοπήματα.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ τρόπος τῆς ἀναγραφῆς τῆς ψηφοφορίας εἶναι σκανδαλώδης. Δηλοῦμεν ὅτι δὲν θὰ ἀνεχθῶμεν ποτὲ εἰς τὸ μέλλον νὰ παρακαθίσῃ εἰς τὸ Πρωτόκολλον ὁ διευθυντὴς τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου.
§10Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ὁποῖος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τί ἐννοεῖ σκανδαλῶδες.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐννοῶ τὸ ἑξῆς: Ὁ κ. Ροδοκανάκης, πληρεξούσιος Χίου, ἦτο ἀπών· φέρεται ἐν τούτοις ψηφίσας ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Στέφανος Παπαναστασίου, πληρεξούσιος Καβάλλας, ἦτο ἀπὼν καὶ ἐν τούτοις φέρεται ψηφίσας. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα πολὺ καλὰ ὅταν ἐξεφωνήθη τὸ ὄνομά του, εἶπον ἐγὼ «Ὄχι», ἀλλὰ μοῦ εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ πληρεξουσίου Καβάλλας καὶ ἔσπευσα νὰ δηλώσω καὶ ἐγὼ ὅτι ἐκ λάθους ἀπήντησα· ἐν τούτοις φέρεται ὁ κ. Παπαναστασίου ὡς ψηφίσας. Τὸ ἴδιον μὲ τὸν κ. Αὔγουστον Θεολογίτην καὶ μὲ τὸν κ. Π. Καραπάνον. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν εἶπον ὅτι εἶναι σκανδαλῶδες.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξετασθῇ.
§14Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ ἐξετάσητε ἐφόσον δηλῶ ἐγὼ ὁ πληρεξούσιος ὅτι ἤμην ἀπὼν καὶ γράφομαι ὡς παρών. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μὴ ἐξετάσητε, ἀλλὰ νὰ δεχθῆτε τὸ γεγονός.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀντιπρόσωπος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐπὶ τοῦ καταλόγου ἐξελέγχων τὸν κατάλογον καὶ μάλιστα τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠναγκάσθην νὰ κάμω παρατήρησιν εἰς ὑπαινιγμὸν τὸν ὁποῖον ἔρριψεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» κ. Λεονάρδος, προσομοιάζοντα πρὸς τοὺς ὑπαινιγμοὺς τοὺς γενομένους πρὸ ὀλίγου...
§16Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὑπαινιγμοί, εἶναι κατηγορίαι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .... καὶ νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Λεονάρδον ὅτι ὀφείλετε νὰ δηλώσητε ἂν συνέβη τι τὸ παράτυπον καὶ ὁ κ. Λεονάρδος εὑρέθη ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ δηλώσῃ τοιοῦτόν τι. Διότι πρέπει νὰ δηλώσω τοῦτο ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ προεδρεύω, δὲν θὰ ἀνεχθῶ οὐδὲν τὸ ἄτοπον νὰ συμβῇ.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Συνελεύσεως, κανεὶς δὲν κατηγόρησε προσωπικῶς ὑμᾶς, διότι σεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαγρυπνῆτε καὶ ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως καὶ τῆς ἀναγραφῆς τῶν ὀνομάτων τῶν παρόντων. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ κ. Λεονάρδος ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιβλέψῃ, διότι εἰς τὴν ἕδραν παρεκάθηντο ἐκτὸς τοῦ κ. Λεονάρδου καὶ τοῦ κ. Σολδάτου δέκα ἄλλοι πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι ἐθορύβουν καὶ ἀπησχόλουν τὸν κ. Λεονάρδον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφόσον δέχεσθε ὅτι δὲν προῆλθε παρὰ ἐξ ἀβλεψίας, θὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις.
§20Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ. Μεταξὺ τῶν ἐγγεγραμμένων ὅπως λάβουν τὸν λόγον χθὲς ἤμουν καὶ ἐγώ, ἀλλὰ ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας ἠναγκάσθην νὰ παραμείνω ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐντὸς τοῦ τραίνου, δὲν ἠδυνήθην δ’ ὡς ἐκ τούτου νὰ προσέλθω ἐγκαίρως καὶ νὰ λάβω τὸν λόγον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται μὲ τὰς γενομένας διορθώσεις. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς, ἀποδοκιμάζον τὴν ἀπεργίαν τῶν σιδηροδρομικῶν, συγχαίρει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐξυπηρετικὴν αὐτῆς στάσιν τῶν συμφερόντων τοῦ κοινοῦ. — Ὁ Σύλλογος Παλαιῶν Πολεμιστῶν Καβάλλας αἰτεῖται τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπομνήματος ὑπὸ τῆς Ὁμοσπονδίας των. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἀσῆ Γωνιᾶς διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου «περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας». — Οἱ ὁπλῖται χωροφυλακῆς αἰτοῦνται τὸν διακανονισμὸν τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως ὑπηρεσίας των. — Οἱ Προσφυγικοὶ Σύλλογοι Πέλλης ὑποβάλλουσι ψήφισμα διαμαρτυρίας κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ. — Ὁ ὅμιλος «Φίλος Ἀθηνῶν» παρακαλεῖ ὅπως ματαιωθῇ ἡ οἰκοδόμησις ταπητουργείων εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως. — Οἱ πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Βιζνίκου, Δουβίστης, Σαρμουσακλῆ κλπ. αἰτοῦνται τὴν ἐν τῇ θέσει του παραμονὴν τοῦ νῦν οἰκονομικοῦ ἐφόρου Σερρῶν. — Οἱ κτηματίαι Ἀνδραβίδος παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῶσι μέτρα ὑπὲρ προστασίας τῆς σταφίδος. — Οἱ παθόντες ἐκ τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου αἰτοῦνται ὅπως ἐπανορθωθῇ ἡ προσγενομένη εἰς αὐτοὺς ἀδικία διὰ τοῦ νόμου 3125. — Ὁ Π. Μονιάκος, τέως ἐργοδηγός, παρακαλεῖ ὅπως κληθῇ διὰ νὰ ἀναφέρῃ τὰ τῆς καταχρήσεως κατὰ τὴν προμήθειαν ξυλείας ἐκ Σερβίας παρὰ τοῦ Νικολαΐδου — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ζεργόδης παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ μεταθέσεως τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου ἐκ Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν. — Οἱ Σύλλογοι καὶ τὰ Σωματεῖα Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ἀπόφασις τῆς μεταθέσεως τοῦ νομάρχου κ. Α. Μαρκέλλου. — Ἡ συντεχνία κηπουρῶν Σερρῶν παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ ὁ μηχανικὸς τοῦ Ἐποικισμοῦ τμήματος Σερρῶν, ἵνα μὴ προβῇ εἰς τὴν χάραξιν οἰκοπέδων ἐντὸς τῶν κήπων των. — Ἡ Ἕνωσις παλαιῶν πολεμιστῶν Ἀγυιᾶς αἰτεῖται τὴν ἀποφυλάκισιν τοῦ γραμματέως τῆς Ὁμοσπονδίας των. — Ἡ Καπνεργατικὴ Ἕνωσις Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐπαναφορὰ τῶν ἐξορίστων εἰς τὰς ἑστίας των. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Σελίνου ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ κατασκευῆς δημοσίων ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἀγουσῶν ἀπὸ Σελίνου εἰς Χανιά. — Ὁ ἐν Λήμνῳ Σύλλογος τῶν προσφύγων παρακαλεῖ ὅπως ἀνακληθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 22415 ἐ. ἔ. διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, δι’ ἧς παραχωροῦνται εἰς τοὺς μοναχοὺς πρὸς ἐκμετάλλευσιν 700 στρέμματα τοῦ κτήματος «Κουτάλα». — Ὁ προσφυγικὸς Ἱερατικὸς Σύνδεσμος Καϊλαρίων αἰτεῖται τὴν οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῶν προσφύγων ἱερέων. — Ὁ ἐκ τοῦ Δήμου Κοτυλαίων τῆς Εὐβοίας Γεώργ. Παν. Μέγκουλας διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἐν Σαντιάγῳ τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς Προξένου τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννου Σαριδάκη, ὡς κατακρατοῦντος τὴν περιουσίαν τοῦ ἐκεῖ ἀποθανόντος πατρός του Παναγιώτου. — Ἡ Ἕνωσις ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Ἕβρου παρακαλεῖ ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν
Τ.Τ.Τ.»
— Ὁ πρόεδρος τοῦ Θρακικοῦ Συλλόγου Ξάνθης παρακαλεῖ ὅπως ἀποζημιωθῶσιν οἱ πρόσφυγες ταχέως ἔναντι τῆς ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας των. — Οἱ δήμαρχοι τοῦ τέως Δήμου Ἐλευθερακίων παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ τοῖς χορηγηθῶσι τὰ ἔξοδα γραφικῆς ὕλης κλπ. ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων των. — Τὸ Αʹ Πανθρακικὸν Συνέδριον Κομοτηνῆς ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου δεκάτης καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ φορολογίας καθαρᾶς προσόδου. — Οἱ ἐργοστασιάρχαι καὶ περίοικοι τῶν συνοικιῶν Ἁγίου Σάββα καὶ Βοτανικοῦ διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου αὐτοκινήτων τῶν διερχομένων δι’ ὡρισμένων ὁδῶν. — Ἡ Νομαρχία Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Λιτοχώρου κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου 3157. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ζουνατίου ζητεῖ τὴν μετάθεσιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κισσοῦ καὶ Σερρῶν διαμαρτύρονται κατὰ τῶν μηχανικῶν τῶν χαρασσόντων τὸ σχέδιον τῆς ἀνοικοδομήσεως προσφυγικῶν οἰκιῶν. — Ὁ Σύλλογος ἰδιοκτητῶν Λαρίσης ἀποδοκιμάζει τὴν ἀπεργίαν τῶν σιδηροδρομικῶν. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Λευκάδος αἰτεῖται τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταμείου Ἀμύνης Λευκάδος. — Ἐπιτροπὴ Θρακῶν προσφύγων Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως φροντίσῃ ν’ ἀνασταλῇ ἡ δίωξις τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὀφειλετῶν. — Οἱ ἐν τῇ πλατείᾳ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου Θεσσαλονίκης ἐγκατεστημένοι καταστηματάρχαι διαμαρτύρονται διὰ τὴν αἰφνιδίαν κατεδάφισιν τῶν παραπηγμάτων των. — Ὁ Γεώργιος Βροσδαλῆς, πρώην δημοδιδάσκαλος, παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἄρῃ τὸν ὅρον τῆς «προσωρινότητος». — Ὁ Σύλλογος Μικρασιατῶν Σάμου διαμαρτύρεται διὰ τὴν παραγκώνισίν των. — Ὑπαλληλικοὶ Σύλλογοι διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους διαμαρτύρονται διὰ τὴν παράνομον διάλυσιν τῆς συνεδριαζούσης πανυπαλληλικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὸ γόητρον τῶν ὑπαλλήλων. — Οἱ πρόσφυγες τοῦ Συνοικισμοῦ Λεωφόρου Ἀλεξάνδρας διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, ζητούσης τὴν μεταφοράν των εἰς τοὺς Συνοικισμοὺς Κοκκινιᾶς, Συγγροῦ, Βύρωνος καὶ Νέας Ἰωνίας. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλλην. Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συναφθείσης συμβάσεως περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἐξοφλήσεως τοῦ ἐκ φράγκων 13.710.000 τμήματος τοῦ Δανείου τῶν 40 ἑκατομμ. φράγκων πρὸς 6% τοῦ 1921» καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συναφθείσης συμβάσεως περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας λήξεως τῶν προσωρινῶν εἰς δραχμὰς χρυσᾶς Δανείων τῆς ἄνω Τραπέζης πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον αʹ) 40.000.000 πρὸς 6% τοῦ 1915, βʹ) 50.000.000 πρὸς 6% τοῦ 1917 τῶν μετατραπέντων εἰς προσωρινὰ δάνεια καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια ἴσου ποσοῦ πρὸς 4% ἐτησίως». Ἡ ἐπὶ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 2125 ἐπιβληθέντος τῷ δήμῳ Ρεθύμνης φόρου» καὶ 2) «Περὶ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου εἰσπράξεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ὑπεγγύων εἰς τὸ προσφυγικὸν δάνειον προσόδων». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τακτοποιήσεως τῶν παρανόμως εἰσπραχθέντων ὡς καὶ τῶν μὴ εἰσπραχθέντων λιμενικῶν φόρων» καὶ 2) «Περὶ ἐκτελέσεως ἠλεκτρικῆς ἐγκαταστάσεως ἐν τῇ πόλει Κερκύρας ὑπὸ τοῦ δήμου». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Κ. Γόντικας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν δέχεται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§24Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ νομοθετικὴν ἐπιταγὴν κατήρτισε τὸ γνωστὸν Διάταγμα περὶ Ἐνοικιοστασίου. Λόγῳ τῆς ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ κοινοῦ καὶ λόγῳ ἐρωτήσεως διαφόρων πληρεξουσίων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ εἰσήγησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν ὑποχρέωσιν κοινοβουλευτικήν. Κατόπιν συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος καὶ οἱ ἀρχηγοὶ κομμάτων, ἀπεφασίσθη: Ἀνατίθεται εἰς Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀντιπροσωπευθῶσιν ἀναλογικῶς τὰ κόμματα τῆς Συνελεύσεως, ὅπως ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοθέτημα καὶ καταρτισθῇ τοῦτο τελειότερον. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω ὡς μέλος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἐξεδηλώθη σαφῶς ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αἱ γνῶμαι τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ δι’ αὐτὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ συμβουλευτική. Ἐξέφρασα τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνήθους κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξεργάζεται σύνηθες νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ θεσμοθετήματος τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ καταρτίσῃ ὅπως βούλεται, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἐντολὴν μετὰ συνεργασίαν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ πρὸς τελειοτέραν κατάρτισιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως, κύριε συνάδελφε.
§26Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ κατόπιν τῆς διαφωνίας νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως· ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν εἶναι συνήθης κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλ’ ἡ γνώμη αὐτῆς εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν διαφωνίαν αὐτὴν θέλομεν νὰ ἄρῃ ἡ Συνέλευσις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι θέμα πρὸς συζήτησιν σήμερον.
§28Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου θέματος; Δὲν ὑπάρχει θέμα τοιοῦτο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Συνελεύσεως, κατ’ ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως ὑπάρχει μία Ἐπιτροπὴ κοινοβουλευτικὴ ἡ ὁποία ἐργάζεται ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπῆλθε θεμελιώδης διαφωνία ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἄρῃ τὴν διαφωνίαν αὐτὴν διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὰς ἐργασίας της.
§31Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς αὔριον, διότι ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας, ὥστε, ἂν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτὴν σήμερον διὰ νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Συνελεύσεως, δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν καθόλου.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δέχομαι αὐτὸ ὑπὸ ἕνα ὅρον, νὰ σταματήσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Ἐπιτροπή.
§33Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι, αὐτὸ δὲν γίνεται.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ καθορισθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σταματήσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Ἐπιτροπή.
§35Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βλέπω ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ σᾶς ὑποστηρίξῃ· πρέπει νὰ λάβητε μίαν ἀπόφασιν.
§38Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ὑποστηρίξῃ.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θέλομεν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τετελεσμένου γεγονότος· οἱ ἀποτελοῦντες τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» ἐθεώρησαν ὑποχρέωσίν των νὰ ἀποσυρθοῦν, διότι ἐνόμισαν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποτελεῖ προσβολὴν καὶ κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ τῆς Συνελεύσεως.
§40Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑρμηνείας τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως, θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀναβάλητε πρὸς στιγμὴν διὰ νὰ ἔλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§41Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐπερωτήσεως.
§42Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μίαν φορὰν ποὺ γεννᾶται ἀντίρρησις, κ. Πρόεδρε, ἔρχεται ἡ συζήτησις αὐτὴ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, νὰ προχωρήσωμεν μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι σοβαρόν, ἔστω καὶ ἀντικειμενικῶς, διότι ἡ συζήτησις εἶναι ἀντικανονική, διότι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκδώσῃ ἓν Διάταγμα, ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ δύναται νὰ ἐγγραφῇ ἐπερώτησις.
§44Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχουν παραπεμφθῆ, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν τρία νομοσχέδια περὶ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη. Παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Ἐπιτροπή, νὰ δοθῇ δὲ εἰς αὐτὴν προθεσμία πέντε ἡμερῶν, ὅπως φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§45ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀποδέχεται ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν φέρῃ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§47Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς». Τὸ σχέδιον τοῦτο συνοδεύεται ὑπὸ μακρᾶς ἐκθέσεως ἀναλυούσης λεπτομερῶς τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναδιοργανωθῇ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν τροποποιήσεων τὰς ὁποίας ἐπιφέρει εἰς τὴν παλαιὰν αὐτῆς σύνθεσιν. Δὲν θεωρῶ σκόπιμον νὰ ἐπαναλάβω ὅσα θὰ ἀναγνώσητε ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, διότι τοῦτο οὐδένα σκοπὸν θὰ ἐπλήρου, ἁπλῶς μόνον θὰ ἐπέφερεν ἀπώλειαν πολυτίμου χρόνου. Θὰ περιορισθῶ μόνον ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν τὰς σκέψεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προσπάθειάν της πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων θὰ προσπαθήσῃ ὅπως τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καταστῇ ἱκανὸν ὅπως ἐμπεδώσῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας. Εἶναι, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀναμφισβήτητον ὅτι κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν βίου, μολονότι τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ὠργανώθη εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ Βασιλείου τότε, δὲν κατωρθώθη ποτὲ ὅπως ἡ χωροφυλακὴ ἀποκτήσῃ τὴν αὐτάρκειαν ἐκείνην ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν νὰ ἐγγυηθῇ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλάκις αἱ Κυβερνήσεις προσεπάθησαν νὰ βελτιώσωσι τὸ Σῶμα τοῦτο, ὅτι πολλαὶ τροποποιήσεις ἐπηνέχθησαν, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἴσου βέβαιον ὅτι οὐδέποτε κατεβλήθη ἡ σοβαρὰ ἐκείνη προσπάθεια ἡ ὁποία νὰ καταστήσῃ τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἱκανὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμόν του ἄνευ τῆς βοηθείας ἄλλου στρατιωτικοῦ Σώματος. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις αἱ Ἑλληνικαί, ἀντὶ νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐπαρκῶς καὶ ἀντὶ νὰ λάβωσι τὰ μέτρα τῆς συγκροτήσεως ἑνὸς Σώματος τὸ ὁποῖον θὰ δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν τῷ ὑπαίθρῳ, περιωρίσθησαν εἰς τὸ νὰ ἐντείνωσι τὴν καταδίωξιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων διὰ τοῦ στρατοῦ ὁσάκις ταῦτα προέβαινον εἰς πράξεις ἐξεγειρούσας τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν καὶ νὰ ἀφήσῃ πάλιν τὴν καταδίωξιν εἰς τὰς χεῖρας μιᾶς χωροφυλακῆς ἀνεπαρκοῦς διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν προορισμόν της καὶ νὰ καταστῇ ἀναγκαία ἄλλη περιοδικὴ ἔντασις, ἄλλη περιοδικὴ διὰ τοῦ στρατοῦ καταδίωξις τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Εὐκόλως ἐννοεῖται ὅτι ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ῥιζικὴ τῆς καταστάσεως θεραπεία· ἡ λῃστεία ἀπέβαινεν ἡ Λερναία Ὕδρα τοῦ ἐν Ἑλλάδι Ἑλληνικοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας ἀπεκόπτετο μία κεφαλὴ διὰ μιᾶς συντόμου καταδιώξεως διὰ νὰ ἀναφυοῦν περισσότεραι εἰς τὸ μεταξὺ τῶν λοιπῶν καταδιώξεων διάστημα. Ἡ κατάστασις αὐτή, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον. Αἱ δημοκρατικαὶ Κυβερνήσεις ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωσι ῥιζικὰ μέτρα διὰ τὴν θεραπείαν μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἔγινε χρονία νόσος· διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τὴν Ἐξουσίαν ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν καὶ ἀπεφάσισε ν’ ἀναδιοργανώσῃ τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τρόπον ἐμπνέοντα τὴν ἐμπιστοσύνην, ἐμπνέοντα τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ δυνηθῇ διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων νὰ ἐμπεδώσῃ ὁριστικῶς τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας. Ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος, ὅταν ἀνέλαβε τὴν Ἐξουσίαν, εὗρε τὴν χωροφυλακὴν εἰς οὐχὶ καλὴν κατάστασιν. Πρῶτον ἡ ἀριθμητικὴ δύναμίς της εἶχεν ἐπαισθητῶς ἐλαττωθῆ· περὶ τὸ τέλος Δεκεμβρίου ἡ δύναμις τῶν ὁπλιτῶν δὲν ὑπερέβαινε τὰς 10,000, ἐνῷ ὁ ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ της προβλεπόμενος ἀριθμὸς ὁπλιτῶν ἀνέρχεται εἰς 17,000. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ποσότητος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ποιοτικῆς ἀπόψεως δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εὑρέθη καλῶς ὠργανωμένον, μολονότι ὑπάρχουσι καλὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τιμήσωσι οἱονδήποτε Σῶμα δημοσίας ἀσφαλείας. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν κατεβλήθη προσπάθεια ὅπως ἀποκτηθῇ παράδοσις διὰ τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὅπως ἀνυψωθῇ τὸ αἴσθημα εἰς αὐτό, ὅπως ἡ ἀντίληψις τοῦ καθήκοντος πρυτανεύσῃ πάσης ἄλλης ἕξεως. Ἐκ τούτου βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλογισθῇ οὔτε ἡ ἐλαχίστη εὐθύνη διὰ τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Σῶμα αὐτό. Ἐφρόνουν πάντοτε καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅτι δὲν πταίουσιν οἱ διοικηταί, ἀλλ’ οἱ διοικοῦντες. Ἂν μετέχῃ τῆς εὐθύνης τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, μετέχει ταύτης ἡ Πολιτεία. Εἰς ἕκαστον Σῶμα γίνεται ὅ,τι ἡ Πολιτεία θέλει, γίνεται ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπουν αἱ προσπάθειαι τῆς Πολιτείας. Καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν του. Ἡ ἐπιρροὴ τῆς πολιτικῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἡ δέσμευσις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς ἀπέβη ἀληθὲς ἐμπόδιον. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὕρομεν τὴν χωροφυλακὴν ὅταν ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ κατάστασις αὕτη τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ποσοτικῆς ἐχειροτέρευσε κατὰ πολύ, διότι ἡ ἀπόλυσις τῆς ἡλικίας τοῦ 1923 καὶ ἡ ἀποστράτευσις τῶν ἄνευ θητείας καταταγέντων χωροφυλάκων ἠλάττωσε τὴν δύναμιν τοῦ Σώματος μέχρις ἀνησυχητικοῦ σημείου. Ἐνῷ εἰς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς δύναμις 17,700, ἡ δύναμις σήμερον κατέρχεται καὶ αὐτῶν τῶν 8,000. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ περιμένωμεν ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια θὰ χειροτερεύσῃ. Δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τῆς Χώρας, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἐνίσχυον τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὴν ἐνίσχυον σοβαρῶς, καὶ αἱ δυνάμεις, λέγω, αὐταὶ ἠλαττώθησαν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνισχύσουν σήμερον. Διὰ τῆς 18μήνου θητείας, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ἔχομεν ὑπὸ τὰ ὅπλα παρὰ μίαν ἡλικίαν καὶ μόνον διὰ γυμνάσια. Ἕνεκα ὅλων αὐτῶν τῶν λόγων ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἓν τῶν πρώτων μελημάτων της νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Αἱ κύριαι βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ στηρίξῃ τὴν διοργανωτικήν της προσπάθειαν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάσισε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν τοῦ Σώματος, εἶναι αἱ ἑξῆς: Πρῶτον μία σχετικὴ ἀριθμητικὴ ἐνίσχυσις τῆς χωροφυλακῆς, ἐνίσχυσις τῆς χωροφυλακῆς, ἐνίσχυσις μικρὰ μὲν ποσοτικῶς, μεγάλη ὅμως ποιοτικῶς, διὰ τῆς ὀργανώσεως ταχυκινήτου χωροφυλακῆς, διὰ τῆς ὀργανώσεως ἐφίππου χωροφυλακῆς καὶ λόχων ποδηλατητῶν χωροφυλάκων.
§48Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὰ ποδήλατα θὰ καταδιώξουν τοὺς λῃστάς;
§49Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ποδήλατα κ. πληρεξούσιε, δὲν θὰ καταδιώκουν τοὺς λῃστάς, ἀλλὰ τὰ ποδήλατα θὰ ἐπιτηροῦν τὰς συγκοινωνίας τῶν λῃστῶν, θὰ δύνανται νὰ μεταφέρουν ἕνα λόχον ταχέως εἰς ἓν σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παραταχθοῦν διὰ νὰ φράξουν τοὺς λῃστὰς ἐντὸς τοῦ δάσους, διὰ νὰ φράξουν τοὺς ληστὰς εἰς μίαν στενὴν περιφέρειαν, ὅπου εἰσερχόμενοι θὰ καταδιώξουν αὐτούς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, σᾶς παρακαλῶ κατὰ τὴν συζήτησιν.
§51Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δευτέρα βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀναδιοργανωτικὴν προσπάθειαν τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἡ καταλληλοτέρα κατανομὴ αὐτῆς, οὕτως ὥστε νὰ καθίσταται δυνατὴ ἡ ταχεῖα ἀνακάλυψις διὰ δυνάμεως δημοσίας τῆς περιφερείας εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐμφανισθῇ τὸ ἔγκλημα. Εἶναι μέθοδοι τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη καὶ διὰ τῶν ὁποίων κατώρθωσαν τὰ Κράτη ταῦτα νὰ ἐμπεδώσωσιν ὁριστικῶς τὴν ἀσφάλειαν ἐν τῇ Χώρᾳ. Βεβαίως ἐγκλήματα καὶ λῃστρικὰ ἀκόμη λαμβάνουν χώραν καὶ εἰς αὐτὰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς χώρας. Ἀλλ’ ἐκεῖ λῃσταὶ δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι πέρα τῶν 3–4–5 ἡμερῶν, διότι ἡ καταδίωξις ἀποβαίνει σύντονος, διότι ἡ περιφέρεια ὁλόκληρος κατακλύζεται ἀπὸ δυνάμεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ διατεθῶσι ταχέως καὶ συνεπῶς διὰ τῆς ἐξοντώσεως τῶν ἀτάκτων στοιχείων ἅμα τῇ ἐμφανίσει των τὸ ἔγκλημα καθίσταται περισσότερον σπάνιον. Τρίτη βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ στηριχθῇ ἡ ἀναδιοργανωτικὴ προσπάθεια καὶ ἡ ποιοτικὴ ἐξύψωσις τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ποιοτικὴ ἐξύψωσις, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς καταλλήλου ἐξυγιάνσεως τῶν χωροφυλάκων, τονίζω τοῦτο ἐξαιρετικῶς, διότι εἶναι καταπληκτικὴ ἡ ἄγνοια ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς τὸ Σῶμα, ἰδίᾳ εἰς τὴν τάξιν τῶν ὁπλιτῶν. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ λῃστὴς Γιαγκούλας μεθ’ ἑνὸς μόνον ὀπαδοῦ, τοῦ προχθὲς φονευθέντος Σκοτίδα, μετέβησαν εἰς τὸ χωρίον εἰς τὸ ὁποῖον τὴν προηγουμένην ἡμέραν εἶχον διαπράξει ἕνα φόνον, καθ’ ἣν στιγμὴν μετέβησαν περὶ τοὺς 30 περίπου χωροφύλακες, ὑπῆρχον ἐκεῖ καὶ τρεῖς ἀξιωματικοί, συγκεντρωμένοι ἐντὸς τοῦ δωματίου εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὁ φόνος. Ἐνεφανίσθη ὁ λῃστὴς καὶ διέταξε τοὺς ἀόπλους ἀξιωματικοὺς νὰ σηκώσουν τὰ χέρια των καὶ τὰ ἐσήκωσαν, μολονότι εἶχον ὅπλα.
§52ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν τοὺς ἐπροβιβάσατε;
§53Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοὺς ἐπροφυλάκισα. Διέταξε τὸν κλητῆρα ν’ ἀποσύρῃ τὰ ὅπλα τῶν χωροφυλάκων καὶ ὁ κλητὴρ τὰ ἀπέσυρε καὶ τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν λῃστὴν καὶ ἐξῆλθεν ὁ λῃστὴς μόνος καὶ δὲν ἐτόλμησαν οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ πυροβολήσουν. Εἰσῆλθον εἰς τὸ χωρίον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε γίνει ἕνα ἔγκλημα φοβερόν, εἰσῆλθον οἱ ἀξιωματικοὶ μετὰ τὸ ἔγκλημα τοῦτο μετὰ χωροφυλάκων εἰς τὸ χωρίον καὶ δὲν ἐνήργησαν καμμίαν ἔρευναν. Ἂν ἐνήργουν ἔρευναν, εἶναι σχεδὸν βέβαιον ὅτι ὁ Γιαγκούλας θὰ ἐξωντώνετο, διότι φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε κρυμμένος ἀπὸ τὴν προηγουμένην ἡμέραν εἰς τὸ χωρίον. Δὲν ἐνήργησαν ἔρευναν, μολονότι εὑρίσκοντο εἰς μίαν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Γιαγκούλας τελείως ἐκυριάρχει.
§54Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τί ἔγιναν οἱ ἀξιωματικοί;
§55Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρεπέμφθησαν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Τοὺς ἐπροφυλάκισα. Ἐγὼ εἰς τὸν στρατὸν ὑπηρέτησα, δὲν ὑπηρέτησα εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω εὐθύνην. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι εἶμαι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ πενταμήνου καὶ ἀπὸ τότε ἐργάζομαι διὰ τὴν διοργάνωσιν τῶν χωροφυλάκων. Ἐὰν δὲ εἶχε τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοθυσίας ἀνεπτυγμένον ἡ χωροφυλακὴ θὰ ἐσήκωνε τὰ χέρια. Οὐδένα ἀξιωματικὸν ἐπροβίβασα. Δέον λοιπὸν πρωτίστως ὅπως καταβληθῇ προσπάθεια οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ καταστῶσιν ἱκανοὶ νὰ χειρίζωνται τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἰς χεῖράς των, ὅπως ἐμπνευσθῶσιν, ἵνα κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου καὶ τοῦ αἰφνιδιασμοῦ κυττάξωσι πῶς θὰ πλήξωσι τὸν ἀντίπαλον.
§56ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οἱ λῃσταὶ εἶναι ἐφωδιασμένοι μὲ ὅπλα Μάνλιχερ καὶ οἱ χωροφύλακες μὲ ἄλλα ὅπλα.
§57Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Συμφωνῶ, ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμε τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ σηκώσουν τὰ χέρια. Δὲν ἔχασαν μάχην ἐκ παρατάξεως, δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἰσχύος τῶν ὅπλων. Λοιπόν, εἶπον, ἡ ποιοτικὴ ἐξύψωσις τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς διὰ καταλλήλου ἀσκήσεως τῶν χωροφυλάκων καὶ συγχρόνως διὰ τῆς ἠθικῆς ἐξυψώσεως καὶ διὰ τῆς ἠθικῆς ἀγωγῆς, διὰ τῆς περισσοτέρας αὐτῶν ἐμπνεύσεως θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ μιᾶς ὁμαλῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, ἐκκαθαρίσεως ἐσκεμμένης, λογικῆς καὶ δικαίας.
§58Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὄχι ὅμως ὅπως ἐγένετο.
§59Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐπιτευχθῇ ἐπὶ πλέον ἡ ποιοτικὴ ἐξύψωσις τοῦ Σώματος διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἀπὸ τῶν ἐπηρεασμῶν τῆς πολιτικῆς. Αὐταὶ εἶναι αἱ κύριαι βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Αἱ λοιπαὶ λεπτομέρειαι, αἱ ἀφορῶσαι τὴν λεπτομερειακὴν σύνθεσιν, τὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ, τὸ ζήτημα τῆς στρατολογίας τῶν χωροφυλάκων, τὸ ζήτημα τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ συζητηθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εὐρέως, διότι θὰ δείξωμεν ὅτι ἐζητήσαμεν δι’ ἑνὸς συστήματος στρατολογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἴσχυε καὶ ἰσχύει εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπως καλυτερεύσωμεν τὸ Σῶμα τῶν ὁπλιτῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐκτίθεται λεπτομερῶς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι θὰ κατατάσσωνται ἐπὶ τριετεῖ θητείᾳ, θὰ λαμβάνωσιν εἰς τὸ τέλος ἑκάστης τριετοῦς θητείας χρηματικόν τι ποσόν, τὸ ὁποῖον τοκιζόμενον εἰς τὴν Τράπεζαν θὰ δύναται ν’ ἀποφέρῃ μετὰ τρεῖς τριετίας ποσὸν περίπου 70,000 δραχμῶν σημερινῶν, θὰ δίδηται καὶ εἰς χεῖράς των ποσὸν 900 δραχμῶν μηνιαίως διὰ νὰ τρώγωσι. Βεβαίως καὶ μὲ τὰ μέσα αὐτὰ καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς στρατολογίας δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ πληρωθοῦν τὰ κενὰ τῆς χωροφυλακῆς. Εἶμαι περὶ αὐτοῦ ἀπολύτως βέβαιος, ἐθέσαμεν ὅμως τὴν βάσιν αὐτήν, διότι μόνον δι’ αὐτῆς θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωμεν χωροφυλακὴν ἀξίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς. Ὁ χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐξέλθῃ μικρὸς νοικοκύρης ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς καὶ φρόνιμος καὶ ἠθικὸς θὰ εἶναι, ἐξερχόμενος δὲ μὲ κεφάλαιόν τι ἀπὸ τὴν χωροφυλακήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ τόσον χρόνον συνήθισε νὰ ὑπακούῃ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν παρέσχεν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, καὶ πολλὰ πράγματα ἰδὼν θ’ ἀποβῇ εἷς τῶν καλυτέρων πολιτῶν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι θὰ εἶναι πολὺ δυσχερὴς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὀργανισμοῦ, θὰ ἀπαιτηθῇ τοὐλάχιστον διετία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ καὶ ἴσως μετὰ τριετίαν ὁλόκληρον δὲν θὰ κατορθωθῇ νὰ πληρωθῇ ὁλόκληρος ὁ ἀριθμός, διότι ἐξαρτᾶται τοῦτο ἐκ τοῦ νομίσματος καὶ τῶν βιωτικῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργηθῶσιν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχομεν πάντως σκεφθῆ καὶ ἔχομεν προβλέψει περὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ παρατηρήσωμεν ὅτι ἡ προσέλευσις εἰς τὴν χωροφυλακὴν δὲν εἶναι τόσον ὅσον τὴν ἠθέλαμεν ἀριθμητικῶς μεγάλη καὶ ἰσχυρά. Διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ προσφύγωμεν διὰ μίαν περίολον χρόνου καὶ πάλιν εἰς τὸν στρατόν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον κρατοῦμεν ἐδῶ, ὑπὸ τὸν ὅρον ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῖν ἀπαραίτητος διὰ τὴν διατήρησιν τῶν στρατιωτικῶν μας δυνάμεων ἀμειώτους, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν μὲ τριετῆ θητείαν δέον νὰ ἔχωσι διανύσει ἑξάμηνον ἐν ὅλῳ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν καὶ νὰ ἔχωσιν ἐκγυμνασθῆ τελείως. Θὰ φέρωμεν ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν νέον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἕνα ἀριθμὸν στρατιωτῶν διανυσάντων ἑξάμηνον θητείαν καὶ ἐκπαίδευσιν πλήρη ἐν τῷ στρατῷ νὰ κατατάσσηται μὲ τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπει τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, εἰς τὴν χωροφυλακὴν διὰ μίαν τριετίαν. Οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἔχουσι τὸ πλεονέκτημα ὅτι ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν χωροφυλακὴν κερδίζουσιν ἓν ἔτος, θὰ προσελκυσθῶσι περισσότερον ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ νομίζω ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ προσελκυσθῶσι θὰ δελεασθῶσι πολὺ ἀπὸ τὴν ἀμοιβὴν τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσι μετὰ τὸ τέλος τῆς τριετοῦς θητείας διὰ νὰ ἀνανεώσωσι τὴν θητείαν ταύτην. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ φέρωμεν ἐνώπιον ὑμῶν ἀφοῦ πρῶτον δοκιμάσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ· πάντως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καλύτερόν τι. Ἐξητάσθησαν ὅλα τὰ συστήματα καὶ ἐμελετήθησαν αἱ συνθῆκαι αἱ ἑλληνικαί, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κάτι τι καλύτερον. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κάτι τι καλόν. Αὐτὸ δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐνώπιον ὑμῶν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, θὰ συζητηθῇ καὶ ἂν ὑπάρχουν σοφώτεροι ἡμῶν μετ’ εὐγνωμοσύνης θὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας των καὶ θὰ δεχθῶμεν νὰ τὰς περιλάβωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ θὰ συζητηθῇ καὶ παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως πρὶν γίνῃ νόμος. Πάντως ὅμως, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι ἀπελπιστικὴ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὀργανισμοῦ κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν σημερινὴν τῆς καταστάσεως ταύτης βελτίωσιν. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀναποδράστως ὑποχρεωμένη νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν καὶ ἕτερον σχέδιον νόμου περὶ συγκροτήσεως στρατιωτικοῦ σώματος, ἑνὸς συντάγματος μὲ ἐκπαίδευσιν καὶ μὲ προορισμὸν ἀποκλειστικῶς ἀποβλέποντα εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Διὰ τοῦ Σώματος τούτου, μετατιθεμένου ἀπὸ περιφερείας εἰς περιφέρειαν ἢ κατανεμομένου εἰς περιφερείας τὰς ὁποίας τὸ ἔγκλημα καὶ ἡ ληστεία μαστίζει, θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐξόντωσις τῶν κακοποιῶν στοιχείων, θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ καλυτέρευσις τῆς καταστάσεώς της, ἡ ἀποκατάστασις μιᾶς τάξεως, μιᾶς ἡσυχίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἔχῃ τὸ ἀναδιοργανούμενον Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ σταδιοδρομήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν ὅπως τὸ θεωρήσῃ κατεπεῖγον, διότι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἔχει ἄμεσον ἀνάγκην τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος τούτου.
§60Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ δεύτερον;
§61Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§62Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Πῶς θὰ τὸ τιτλοφορήσητε;
§63Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σῶμα κυνηγῶν.
§64Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ ποῖος θὰ τὸ διαλύσῃ ὅταν τελειώσῃ ὁ προορισμός του;
§65Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ Κράτος.
§66Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θὰ δημιουργήσητε ληστρικὰς συμμορίας καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς διαλύσητε κατόπιν.
§67Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ὁ κ. πληρεξούσιος ἐποιήσατο ὑπαινιγμοὺς κτλ., ἐπαναλαμβάνω ὅτι προτείνεται ἡ συγκρότησις στρατιωτικοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου ἐπιδιωχθήσεται ὅπως πρωτίστη ἀρετὴ εἶναι ἡ πειθαρχία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἔφθασε μέχρις ὑμῶν. Τὴν γνωρίζετε πάντες καλῶς. Χωροφυλακὴν διὰ νὰ ἐνεργῇ τὴν καταδίωξιν δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ. Ὁ στρατὸς λόγῳ, σᾶς εἶπον, τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας εἰς δεκαοκτάμηνον δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ δυνάμεις ἄλλας. Καταδιώκομεν τοὺς λῃστὰς σήμερον μὲ μικρά, μικρότατα ἀποσπάσματα. Χθὲς ἀκόμη ὁ Γιαγκούλας κατὰ τὴν συμπλοκήν, καθ’ ἣν ἐφονεύθη ὁ Σκοτίδας, διεσώθη, διότι δὲν ὑπῆρχον ἀρκεταὶ δυνάμεις διὰ νὰ τὸν κυνηγήσουν. Συνεπῶς ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ Σώματος τούτου διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρατήσωμεν τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας καὶ ἔχομεν τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐπείγουσαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς ὅπως συναινέσητε νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§68Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό, ὁ χαρακτηρισμὸς ὡς κατεπείγοντος θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλην συνέπειαν· νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§69Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως.
§70Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ συγκρότησις τοῦ Σώματος αὐτοῦ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἓν μέτρον τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐσπευσμένον νὰ λαμβάνεται. Ἤδη ἀπὸ δέκα πέντε ἡμερῶν μελετᾶται ἡ κατάρτισις τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ καταρτισμὸς μιᾶς Ἐπιτροπῆς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν, καὶ νὰ δοθῇ μία προθεσμία 4–5 ἡμερῶν εἰς αὐτήν· δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σπουδαῖον. Ἐγὼ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ ἄνευ Ἐπιτροπῆς, ἔχω ἀντίρρησιν.
§71Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν μὲ μίαν προθεσμίαν ἐντὸς 5 ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὸ πόρισμά της.
§72Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νομοσχέδιον τοιαύτης σοβαρότητος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ χωρὶς νὰ τὸ ἴδωμεν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ μὲ τὴν παράκλησιν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐντὸς 5 ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὸ πόρισμά της· καὶ ἐξουσιοδοτεῖται πρὸς τοῦτο τὸ Προεδρεῖον νὰ καταρτίσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν.
§74Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Θὰ πρότεινον νὰ καταρτισθῇ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐγένετο.
§76Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, δεδομένου ὅτι ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὑπάρχει μέγας ἀριθμὸς ὑπεραρίθμων ἀξιωματικῶν, ἰδίως ἀνωτέρων, λαμβάνεται πρόνοια πρὸς ἐλάφρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ λαμβάνεται πρόνοια περικοπῆς τῶν περιττῶν θέσεων τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς αἱ ὁποῖαι εἶναι πλεῖσται;
§77Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ὅτι θὰ ἐπιδιωχθῇ μία ἐκκαθάρισις τοῦ Σώματος· καθόσον ἀφορᾷ τὸν νέον ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς εἶναι προσηρτημένοι πίνακες, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἐθεωρήσαμεν ὡς ἀναγκαιοτάτους διὰ νὰ καταστῇ τὸ Σῶμα αὐτὸ ἱκανὸν νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν προορισμὸν τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία τῷ ἔχει ἀναθέσει καὶ βεβαίως ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις θὰ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἂν εἶναι περισσότεροι τοῦ δέοντος ἢ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι.
§78Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Μὲ τὸν ὑπάρχοντα ὀργανισμὸν πλεονάζουν 600 ἀξιωματικοί.
§79Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ ἓν νομοσχέδιον μόναρθρον ἀφορῶν τὴν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς ἐλαχίστους ἀξιωματικοὺς ξένων στρατῶν, οἱ ὁποῖοι παρασχόντες ἄλλοτε ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐλθόντες ἐδῶ, κατὰ τὴν περιπετειώδη ἱστορίαν τῆς παρελθούσης τέλος πάντων δεκαετίας, ὑπηρέτησαν ὡς ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ εἰς τὸν στρατόν μας καὶ ἀπελύθησαν ἐσχάτως μὲ τὴν γενικὴν ἀπόλυσιν ὅλων τῶν ἐφέδρων.
§80Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι εἶναι;
§81Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπ’ ὄψιν μου αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἔχω παρὰ 3.
§82Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§83Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλη ὑποβληθέντα νομοσχέδια εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) «Περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς». 2) «Περὶ συστάσεως Συντάγματος κυνηγῶν». 3) «Περὶ ἀπολύσεως τῶν ἐκ ξένων στρατῶν προερχομένων ἀξιωματικῶν καὶ καταταγέντων ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ καὶ ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἀπονομῆς εἰς αὐτοὺς συντάξεων» καὶ 4) «Περὶ ἀργίας ὑποδικίας ὑποδίκων ἀξιωματικῶν χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Σ. Κιουζὲς Πεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§85Σ. ΚΙΟΥΖΕΣ ΠΕΖΑΣ. Τηλεγράφημα ἐξ Ἄρτης ἀναγγέλει ὅτι ὁ εὐγενὴς σπουδαστὴς Λόγγαν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς, ὁ τραυματισθεὶς πρό τινων ἡμερῶν ἐξ ἐπιθέσεως ληστρικῆς, ἀπεβίωσεν. Ἐπὶ τῇ σημερινῇ εὐκαιρίᾳ θὰ ἐπεθύμουν ὅπως ἡ Κυβέρνησις πληροφορήσῃ τὴν Συνέλευσιν ποίας ἐνεργείας κατέβαλε πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τῶν κακοποιῶν αὐτῶν, τῶν κακούργων τῶν ἀτιμαζόντων τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα. Δεύτερον θὰ ἐτόλμων νὰ προτείνω ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐκφράσῃ τὴν λύπην της διὰ τὸν τραγικὸν θάνατον αὐτοῦ τοῦ εὐγενοῦς νέου, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ σπουδάσῃ τὸν ἀρχαῖον Ἑλληνικὸν κόσμον καὶ ὁ ὁποῖος ὡς ἀμοιβὴν εὗρεν οἰκτρὸν θάνατον, δεδομένου μάλιστα ὅτι ὁ νέος αὐτὸς ἀνῆκεν εἰς ἔθνος τὸ ὁποῖον εἴπερ τι καὶ ἄλλο καὶ ἐμπράκτως ἀπέδειξεν ὅλην τὴν συμπάθειαν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του ὑπὲρ τῶν δυστυχούντων διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους Ἑλλήνων.
§86Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ λῃστεία ἀποτελεῖ ἓν στίγμα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν κ. πληρεξούσιον, ὅπως τὸ Προεδρεῖον δι’ ἐπιστολῆς ἢ ἀντιπροσώπου ἐκφράσῃ τὴν λύπην τῆς Συνελεύσεως διὰ τὸν τραγικὸν θάνατον ἑνὸς πολίτου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν.
§87Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐλύπησεν ἡμᾶς ὡς ὑπευθύνων τὸ γεγονὸς τοῦ τραυματισμοῦ καὶ τοῦ θανάτου τοῦ εὐγενοῦς ἐξ Ἀμερικῆς νέου. Διετάχθη ἡ καταδίωξις νὰ γίνῃ σύντονος διὰ στρατιωτικῶν δυνάμεων ἐξ Ἰωαννίνων ἀποσταλεισῶν. Δὲν γνωρίζω ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκφρασιν τῶν αἰσθημάτων μιᾶς συμπαθείας πρὸς τὴν ἐνταῦθα Ἀμερικανικὴν Πρεσβείαν ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της. Ἔσπευσε νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς καὶ πλοῖον διὰ νὰ μεταβῶσιν οἱ ἰατροὶ καὶ ἀμέσως ὅτε ἀνεκοινώθη ὁ θάνατος ἔσπευσε καὶ ὑπέβαλε συλλυπητήρια πρὸς τὴν Ἀμερικανικὴν Πρεσβείαν καὶ ἠρώτησεν ἂν ἐπεθύμει νὰ ἐνταφιασθῇ ἐκεῖ ὁ νεκρὸς ἢ ἐνταῦθα. Ἡ Πρεσβεία εἶπεν ὅτι θέλει νὰ ἐνταφιασθῇ ἐνταῦθα καὶ ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὸν Νομάρχην Ἄρτης καὶ ὁ νεκρὸς ἤδη ἐπεβιβάσθη ἀτμοπλοίου μεταφερόμενος ἐνταῦθα. Λυπούμεθα βεβαίως διὰ τὴν ἐν γένει κατάστασιν. Αἰσθάνομαι ὀδύνην διὰ τὸ πλῆγμα τὸ ὁποῖον ὑπέστη τέλος πάντων Χώρα εὐγενὴς καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς συνδέεται καὶ διὰ δεσμῶν εὐγνωμοσύνης. Ἀλλὰ τὰ τῆς ληστείας κτλ. εἶναι γνωστὰ ὡς καὶ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐνδημεῖ αὕτη ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐν Ἑλλάδι. Τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς μίαν κατάστασιν πράγματι ἀτιμάζουσαν τὸν λαόν μας, τὰ ἐξέθεσα ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ ὀλίγου. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν Συνέλευσιν νὰ ψηφίσῃ τὰ μέτρα διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ μοῦ ζητήσητε εὐθύνας αὔριον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ παραλείψῃ ἐκτελοῦν τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως νὰ συλλυπηθῇ τὴν οἰκογένειαν τοῦ νεκροῦ.
§89Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κατετέθησαν 2 νομοσχέδια, ἐξ ὧν τὸ ἓν «περὶ τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ Κερκύρας» καὶ τὸ ἄλλο «περὶ εἰσπράξεως λιμενικῶν φόρων».
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ὁ κ. Γ. Ροδόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§91Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ λύπης μου εἶδον, κύριοι, σήμερον νὰ μὴ ἀναγράφηται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἀναγκάζομαι νὰ κάμω βραχεῖαν τινὰ παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ἐξακολουθούσης μεθόδου τοῦ νὰ καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον μας εἰς τὸ μὴ κυρίως ἔργον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Διοχετεύω ἐνταῦθα τὴν ρητὴν καὶ ἐπιτακτικὴν ἀπαίτησιν τῆς κοινῆς γνώμης ὅπως ὡς τάχιστα λάβῃ πέρας τὸ συντακτικὸν ἔργον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὸ ἔργον, δι’ ὃ κυρίως ἐξελέγη. Δὲν εἴμεθα κύριοι νὰ ἀδιαφορῶμεν εἰς τὸ γενικὸν αἴσθημα τοῦ Τόπου, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλομεν νὰ ἐπικοινωνῶμεν μὲ τὴν λαϊκὴν ψυχήν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ πολύ, κύριε. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω τοῦτο· ὅτι καὶ ἐκ μέρους τοῦ γραφείου παρετηρήθη ἡ ἔλλειψις αὕτη καὶ ἐκ μέρους μου. Τὸ γραφεῖον ἐξ ἀβλεψίας δὲν ἀνέγραψεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, οὐχ ἧττον ὅμως εἰς τὸν φάκελον ὑπάρχουν σήμερον ὅλα τὰ σχετικὰ τὰ πρὸς συζήτησιν διὰ τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ Συνέλευσις ἂν θέλῃ δύναται νὰ συζητήσῃ τὸ 15ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ἔχει διανείμει μέχρι τοῦ 20οῦ ἄρθρου, καὶ τούτου συμπεριλαμβανομένου, τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἑπομένως εἶναι δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλεται εἰς καθαρῶς παραδρομὴν τοῦ γραφείου, λόγῳ τῆς χθεσινῆς παννυχίδος. Δὲν ὀφείλεται εἰς καμμίαν ὀπισθοβουλίαν.
§93Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αἰτιάσεως κατὰ τοῦ Προεδρείου. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ προέλθω εἰς γενικωτέρας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς τακτικῆς ἣν ἀκολουθοῦμεν. Παρατηρεῖται συστηματικὴ τάσις καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν τῶν πληρεξουσίων ὅπως ἀσχολούμεθα κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου εἰς τὰ αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα νομοσχέδια, ἐπιδιδόμεθα εἰς τὴν ἄσκησιν, δίδομεν εἰς τὸ Κοινὸν τὴν εἰκόνα ὅτι εἴμεθα μία συνήθης Βουλὴ καὶ ὄχι Ἐθνοσυνέλευσις. Εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας δὲ μὲ ἤγαγεν ἡ μελέτη, ἡ παρακολούθησις ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἰδίως ἡ νομισματικὴ παρ’ ἡμῖν ἀνωμαλία, ἥτις παρατεινομένη συντελεῖ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἐν τῷ Κράτει κρατοῦσαν ἀκαταστασίαν. Ἡ γνώμη ἐμοῦ, παρακολουθοῦντος καὶ μελετῶντος ὅλως ἀντικειμενικῶς τὴν κατάστασιν, ἀπεκρυσταλλώθη εἰς τὸ ἑξῆς: Ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ εἴπω σαφῶς καὶ καθαρὰ καὶ παρακαλῶ πολὺ νὰ τὸ προσέξητε· ὅτι ἐφόσον δὲν συνταχθῇ ὁριστικῶς ἡ Πολιτεία, ἐφόσον δὲν πεισθῇ ὁ κόσμος ὅτι ἔληξεν ἡ ἀνώμαλος πολιτικὴ κατάστασις καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὴν κανονικὴν ὁδὸν τῆς λειτουργίας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐφόσον ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις, (διότι αἱ Ἐθνοσυνελεύσεις ἀποτελοῦν πάντοτε ἐπαναστατικὴν κατάστασιν, συγκαλούμεναι πρὸς τερματισμὸν ἐπαναστατικῶν περιόδων), ἡ ὁποία ἐπαναστατικὴ περίοδος ἀπὸ 10ετίας ἐκράτησε, δὲν τερματισθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καλὰ οἰκονομικά. Διότι τὰ οἰκονομικὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἀσφαλῆ καὶ παγίαν πολιτειακὴν καὶ πολιτικὴν κατάστασιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσω διὰ μακρῶν ὅτι καὶ αἱ ἀπεργίαι τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων, ἡ δυσφορία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὅτι ἀνεπαρκῶς ἀμείβονται, αἱ πανταχόθεν ἐγειρόμεναι ἀξιώσεις αὐξήσεων μισθῶν καὶ ἀποδοχῶν, αἱ κατὰ τῆς ἀκριβίας τοῦ βίου αἰτιάσεις, ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ καὶ συναλλακτικαὶ ἀνωμαλίαι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν νομισματικὴν κατάστασιν. Ἐφόσον βλέπομεν ὅτι ἡ λίρα ἀπὸ 250 δραχ. εἰς ἃς ἐτιμᾶτο, ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος ἀνεπήδησεν εἰς τὰς 320 δραχμὰς καὶ ἔχομεν 70 δραχ. διαφοράν, ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα πολὺ σκεπτικοὶ περὶ τοῦ ποῦ εὑρισκόμεθα καὶ ποῦ βαδίζομεν νομισματικῶς. Ὀφείλομεν νὰ ἐρευνήσωμεν ποῦ ἀποδίδεται ἡ τοιαύτη κατάπτωσις τῆς ἀνταλλακτικῆς δυνάμεως τῆς δραχμῆς. Ἐλέχθησαν πολλὰ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Μᾶς εἶπον διαφόρους γνώμας σοφὰς ἢ μή, μᾶς ἀνέπτυξαν διαφόρους θεωρίας, ἰατροὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοὶ καὶ φάρμακα ἀνεγράφησαν πλεῖστα, ἀλλὰ κανεὶς δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν καθ’ ἑαυτὸ οὐσίαν τοῦ θέματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψῃ ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία ἐφόσον δὲν τερματισθῇ καὶ ἡ πολιτειακὴ ἀνωμαλία εἰς ἣν τὸ Κράτος εὑρίσκεται, ἐφόσον ἡ κυβερνητικὴ ἀστάθεια καὶ ἀμφιβολία περὶ τοῦ μέλλοντος δὲν λείψῃ. Διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς πίστεως τοῦ Κοινοῦ ἐπὶ τοῦ χαρτονομίσματος, βεβαίως παίζουν σημαντικὸν ρόλον πολλοὶ παράγοντες καὶ πολλάκις ἐξήγησαν ποῖοι εἶναι οὗτοι καὶ πῶς καὶ κατὰ πόσον ἕκαστος ἐπιδρᾷ· ἀλλ’ οἱ ψυχολογικοὶ λόγοι ἐπιδροῦν οὐσιωδέστατα, ἀλλοιοῦντες ἢ ἐπηρεάζοντες σημαντικῶς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἄλλων. Ἡ ἀκρίβια τοῦ βίου, αἱ ἀπεργίαι τῶν σιδηροδρομικῶν, τῶν τροχιοδρομικῶν καὶ τοῦ ἐργατικοῦ καὶ βιοπαλαιστικοῦ κόσμου ἐν γένει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψουν, οὔτε ἡ εὔλογος δυσφορία τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐκ τῶν ἀποδοχῶν των ἐπάρκειαν ἀνέτου βίου. Διότι εὑρισκόμεθα καὶ ἐκ τῆς διηνεκοῦς διακυμάνσεως, καὶ ἰδίως τῆς ὑψωτικῆς κινήσεως τοῦ συναλλάγματος, εἰς ἕνα φαῦλον κύκλον οἰκονομικῶς, ὁλονὲν αὐξάνοντες καὶ ἐλαττώνοντες, ἢ μᾶλλον μόνον αὐξάνοντες ἡμερομίσθια καὶ μισθοὺς καὶ ἀποδοχὰς χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὴ μία παγίωσις τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν τῶν ἀνθρώπων τούτων. Ὑψώνεται ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἐκπίπτει ἡ ἀνταλλακτικὴ δύναμις τῆς δραχμῆς, ἐξεγείρονται οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ζήσωσιν ἐκ τῶν ἀποδοχῶν των, διότι, συντελούσης καὶ τῆς αἰσχροκερδείας ἀκριβαίνει ὁ βίος καὶ αὐξάνομεν τὰ ἡμερομίσθια, τοὺς μισθοὺς, τὰς συντάξεις, τὰς ἀπολαυὰς ἐν γένει καὶ νομίζομεν ὅτι κάτι ἐκάμαμεν. Δὲν ἐκάμαμεν τίποτε· μετ’ ὀλίγον ἐπερχομένης νέας ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος, νέας ὑπερτιμήσεως τῶν εἰδῶν τοῦ βίου, εὑρίσκονται ὅλα αὐτὰ ἀνεπαρκῆ διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ συντηρηθοῦν οἱ λαβόντες τὰς αὐξήσεις. Νέαι ἐξεγέρσεις, νέαι ἀπεργίαι, νέα ζητήματα κοινωνικά, νέα διατάραξις τοῦ οἰκονομικοῦ βίου τοῦ Ἔθνους. Τί νὰ κάμωμεν; Αὐξάνομεν καὶ πάλιν τὰ ἡμερομίσθια, μισθοὺς, συντάξεις κλπ. καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς νέας αὐξήσεως ἡ ἀστάθεια καὶ ἡ ἀμφιβολία ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας ἐπιδεινοῦται ἢ δὲν αὐξάνομεν καὶ ἐγείρονται ἀπεργίαι, κτυποῦμεν τὰς ἀπεργίας, ρίπτονται συμπολῖταί μας εἰς τοὺς δρόμους καὶ μένει εἰς τὸ βάθος ἕνα νέον κοινωνικὸν ζήτημα, προσαυξάνον τὰ ὑπάρχοντα τοιαῦτα. Ποῖον εἶναι τὸ τελικὸν συμπέρασμα ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας; Ὅτι ὁ βίος καθίσταται ἀκριβώτερος, αἱ δαπάναι τοῦ βίου αὐξάνουν τεραστίως καὶ ἡ συνέπεια εἶναι ὅτι ἡ δραχμὴ ὁλονὲν ἐκπίπτει. Ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, ὡρισμένης, συνολικῆς, μὲ ὡρισμένην κατεύθυνσιν οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Νὰ διακανονισθῶσιν ἐν συναρμονισμῷ ὅλα αὐτὰ τὰ περίπλοκα ζητήματα. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ χαράξωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ νέων, συγχρονισμένων, ἀρχῶν καὶ συστημάτων σιδηροδρομικὴν πολιτικήν, ἐργατικὴν πολιτικήν, ἐμπορικὴν πολιτικήν. Αὐτὰ τὰ ἐμβαλλώματα, τὰ ὁποῖα κάθε τόσον ἀμεθόδως, σπασμωδικῶς καὶ μονοπλεύρως μᾶς φέρουν ἑκάστοτε ἐδῶ αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις, δὲν εἶναι τίποτε, δὲν ἄγουν εἰς τίποτε πρὸς ὁριστικὴν διαρρύθμισιν καὶ παγίωσιν μιᾶς συνολικῆς πολιτικῆς, οἰκονομικῆς νομισματικῆς καταστάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὡμίλησε προχθὲς περὶ νέων βάσεων σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς· αὐτὸ κάθε ἄλλο εἶναι παρὰ σύστημα ἄγον εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ὅπερ ζήτημα δὲν εἶναι τὸ νῦν γεννηθὲν ἐκ τῆς ἀπεργίας. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι δὲν ἔχομεν συγκοινωνίαν, ἡ δὲ ἀπεργία εἶναι ἀπόρροια τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως σιδηροδρομικῆς πολιτικῆς, ἥτις καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας θὰ ἐξυπηρέτει, καὶ τὸ προσωπικὸν θὰ τὸ εἶχεν ἀφωσιωμένον εἰς τὸ ἔργον του. Ἔχομεν ἀνάγκην ριζικῆς, νέας πολιτικῆς σιδηροδρομικῆς. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ περὶ τούτου τὴν γνώμην μου ἄλλοτε, ὅταν γίνῃ εἰδικὴ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐπιμένω ὅτι ἡ διαρρύθμισις ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μας. Πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν μὲ λαϊκὴν ἐντολὴν νὰ λύσουν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸ μέλλον. Ἡμεῖς πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, νὰ ψηφίσωμεν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καί, ἂν πεισθῶμεν ὅτι ὑπάρχει λόγος πρὸς τοῦτο, τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων προχείρως καὶ μόνον εἰς τὰς μεγάλας πόλεις καὶ διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς ἐγγραφῆς τῶν προσφύγων, διότι ὡς πρὸς τοὺς παλαιοὺς πολίτας Ἕλληνας οἱ κατάλογοι ἔχουν καλῶς καὶ ἡ συνήθης ἐκκαθάρισις καὶ ἀνατύπωσις ἐνδείκνυται νὰ γίνῃ· ὅλα δὲ αὐτὰ δύνανται ἐντὸς 2–3 μηνῶν νὰ συντελεσθοῦν· ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα, νὰ συντελεσθοῦν αἱ δημοτικαὶ καὶ νομαρχιακαὶ ἐκλογαί, νὰ καταρτισθῇ ἡ Γερουσία καὶ μέχρι τοῦ θέρους νὰ ἔχουν προκηρυχθῆ αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιτακτικὴ ἀπάντησις τῆς κοινῆς γνώμης· ἀλλὰ διὰ νὰ συντελεσθοῦν ὅλα αὐτὰ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ ἀπασχοληθῶμεν μὲ καμμίαν ἄλλην ἐργασίαν πλὴν τῆς συντακτικῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς μονάς, ἀναπτύσσων τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἐπιμένω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ εἴμεθα ἀπησχολημένοι μὲ ἔργα Βουλῆς· ἡ μέλλουσα νὰ ἐκλεγῇ τοιαύτη ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου προγράμματος, αὐτὴ θὰ ρυθμίσῃ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ Τόπου. Κύριοι, ἔχομεν μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν, αὐτὴν ἐδῶ. Σᾶς παρακαλῶ, μελετήσατέ την· διὰ νὰ καταγινώμεθα εἰς αὐτὰ τὰ νομοσχέδια μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ἀκούσατε: Νομοσχέδιον περὶ ὑδραγωγείου Κερκύρας, περὶ διώρυγος Κορίνθου, περὶ Ἀθηναϊκοῦ Πανεπιστημίου, περὶ ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐνῷ τοὐναντίον ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν ἀγροτικὸν νόμον, τὸν περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν, ἔχομεν τὸ περὶ προστασίας τῆς σταφίδος καὶ πρὸ παντὸς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀποκάθαρσιν τῆς σαπρίας μεθ’ ἧς γίνεται ἡ διαχείρισις τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος, ὅπερ εἶναι τὸ μᾶλλον δύσκολον ὅλων καὶ δι’ αὐτὰ τίποτε δὲν ἔγεινεν ἕως τώρα καὶ παραμερίζονται. Ὅλα αὐτὰ ἂν τὰ συζητήσωμεν καὶ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου ἐργαζόμενοι δὲν θὰ τελειώσωμεν καὶ οὕτω δὲν θὰ κατορθωθῇ νὰ ψηφίσωμεν ποτὲ τὸ Σύνταγμα. Ἔχομεν τώρα καὶ τὸν σήμερον ὑποβληθέντα ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς. Αὐτὸς ἔλειπε διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἀσφάλεια εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν. Ἂν ὁ κ. Κονδύλης, οὗ ἐπαινῶ τὴν προσπάθειαν, ἴδῃ εἰς τὰ μάτια του ψηφισμένον τὸν ὑπ’ αὐτοῦ εἰσηγηθέντα ἤδη ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἐφαρμοσμένον καὶ ἰδῇ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐλπίζει, ἐγὼ θὰ ἀπορήσω. Τίποτε δὲν κάμνουν οἱ κάθε τόσῳ νέοι ψηφιζόμενοι ὀργανισμοί, ἐφόσον ἀνθρώπους δὲν ἔχομεν. Πότε θὰ ἐκλέξωμεν τὸν ὁριστικὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας; Πότε θὰ λήξῃ ἡ ἀπὸ τοῦ 1910 ἐκκρεμὴς ἐπισκευὴ καὶ ἀνασκευὴ τοῦ Συντάγματος; Πότε τέλος θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁριστικὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ νέου πολιτεύματος; Αὐτὰ ἐρωτᾷ καθημέραν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, καὶ μερικὰ ἄλλα, βοηθοῦν τὴν κυβείαν νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν ἀνησυχίαν καὶ ἐκκρεμότητα διὰ νὰ προκαλῇ τὰς διακυμάνσεις τοῦ συναλλάγματος, αἵτινες εἶναι ἡ κυρία πηγὴ καὶ ἡ σπουδαιοτέρα ἀφορμὴ τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀνωμαλίας εἰς ἣν περιδινούμεθα. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον μακρηγορῶν—καίτοι σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον— λυποῦμαι μάλιστα, καίτοι προσπαθῶ πάντοτε νὰ εἶμαι σύντομος, ὅτι κατηνάλωσα τὸν χρόνον τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς μετριοπαθείας καὶ τῆς πείρας ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου θέματος, καὶ νὰ προτείνω ὅπως λάβωμεν μίαν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον ἀπόφασιν, ὅπως τὰς μὲν 4 ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος τὰς καταναλίσκωμεν ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ Σύνταγμα, ἀρχίζοντες τὴν ἐργασίαν ἀπὸ τῆς 3ης μ. μ. καὶ παρατείνοντες τὴν συνεδρίαν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, μίαν δὲ μόνον ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος νὰ διαθέτωμεν διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ μίαν διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἀλλὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον ἀπομένει νὰ γίνεται σωφρόνως καὶ λελογισμένως, νὰ γίνεται σοβαρῶς, μὲ πλήρη ἐπίγνωσιν τοῦ τί ψηφίζεται καὶ ὄχι ὅπως ψηφίζομεν ἐν ὑπερμεσονυκτίοις ὥραις νὰ ἀπαγγέλληται τὸ ἄρθρον 1, τὸ ἄρθρον 3, τὸ ἄρθρον 6 καὶ νὰ φωνάζωμεν «δεκτόν, δεκτόν», χωρὶς καλὰ καλὰ νὰ ἠξεύρωμεν τί εἶναι τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὸ 3· αὐτὸ δὲν δύναται νὰ λέγηται συζήτησις καὶ ψήφισις νόμων.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ὅ,τι ψηφίζει ἠξεύρει τί ψηφίζει· τὰ νομοσχέδια διανέμονται καὶ ὑποτίθεται ὅτι οἱ κύριοι πληρεξούσιοι ἔρχονται μελετημένοι.
§95Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πραγματικότης εἶναι ὅτι δὲν καταλαμβάνομεν τί ψηφίζομεν. Μὴ κρυβώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, ἐδῶ εἶναι ἀκροατήρια καὶ δημοσιογράφοι καὶ μᾶς βλέπουν καὶ μᾶς ἀκούουν καὶ γνωρίζουν ὅτι εἶναι ἀκριβέστατα ὅσα λέγω· εἰς τὴν 3ην μεταμεσονύκτιον ὥραν ψηφίζομεν σωρείαν νόμων ὄρθιοι ἐν θορύβῳ καὶ συγχύσει καὶ μὲ τοὺς πίλους εἰς τὰς χεῖρας ἕτοιμοι πρὸς ἀναχώρησιν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐγὼ ἀπεγοητεύθην ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Δὲν ἐννοῶ οὕτω νὰ συντελῆται τὸ νομοθετικὸν ἔργον· εἶναι καλύτερον νὰ λείψῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ φρόνησις ὑπαγορεύει εἶναι νὰ ἐκλέξωμεν ὡρισμένα ἐλαχίστου ἀριθμοῦ νομοσχέδια, τὰ ἀπολύτου ἀνάγκης διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τὰ προσφυγικὰ καὶ νὰ ἀφαιρέσωμεν ὅλα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιψήφισις ἀνήκει εἰς ἄλλους. Οὕτω θὰ δυνηθῶμεν νὰ περατώσωμεν τὸ Συντακτικὸν ἔργον, ποὺ μᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ νὰ πᾶμε εἰς τὰ σπίτια μας. Νὰ κληθῇ δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ὑποδείξῃ ἄλλην Βουλήν, ἄλλην Κυβέρνησιν μὲ ὡρισμένον πρόγραμμα καὶ ὡρισμένην κατεύθυνσιν, ἰσχυρὰν καὶ ὁμοιογενῆ, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ νέαν ἐκ τῶν νῦν περιστάσεων ἐπιβαλλομένην οἰκονομικὴν ἰδίως πολιτικήν.
§96ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἔργα θέλει ὁ λαός.
§97Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἔργα θέλει καὶ ὄχι λογοκοπίαν καὶ ἀτελευτήτους πολιτικὰς συζητήσεις καὶ σειρὰν ἀτελεύτητον νομοσχεδίων. Εἰς μερικοὺς δὲ συναδέλφους, ψιθυρίζοντας, λέγω ὅτι ἐφόσον παρατείνομεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως χωρὶς νὰ ψηφίζωμεν τὸ Σύνταγμα, ὁ λαὸς ἔχει τὴν ἰδέαν, ὑποπτεύεται, ὅτι διὰ τῆς παρατάσεως ταύτης θέλομεν νὰ παρατείνωμεν τὸν βίον τῆς Συνελεύσεως ἐκ προσωπικῶν βλέψεων, φοβούμενοι ὅτι δὲν θὰ ἐπανεκλεγῶμεν εἰς τὸ μέλλον.
§98Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν, κ. Πρόεδρε, ὅπως τὸ ἐνοικιοστάσιον τῶν βοσκῶν μὴ εὑρίσκηται πάντοτε εἰς τὸν πυθμένα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δικαίωμα ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν νὰ ζητήσητε τὴν πρόταξίν του.
§100Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ ὑδρεύσεως» ἐξαιρετικῶς ἐνεγράφη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρῶτον, καὶ ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην ἡ Συνέλευσις, ἐπιθυμεῖ ὅπως τὸ ταχύτερον ψηφισθῇ.
§101Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδρεύσεως δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ληφθεῖσα, ὅπως προταχθῇ· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀφήσωμεν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑδρεύσεως».
§104Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Τοιαύτης σπουδαιότητος νομοσχέδιον θὰ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ τοὐλάχιστον παρουσίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§105Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου νομοσχεδίου.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος.
§107Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ εἰσηγητὴς καὶ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἀνάγκην ὅπως συζήτησις τοιαύτης ἐκτάσεως καὶ σπουδαιότητος μὴ λάβῃ χώραν ἐνώπιον σχεδὸν κενῶν ἑδωλίων. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι συνάδελφοι, ἀρνοῦμαι νὰ εἰσηγηθῶ ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων. (Διαμαρτυρίαι).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐθνικόν· ἀποτείνεσθε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτε μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως, ἐμερίμνησα ὥστε νὰ μὴ βραδύνῃ καὶ ἤδη εὔχομαι ὅπως μηδὲν βραδύνῃ τὸ δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα ταῦτα. Δὲν θὰ ἐδεχόμην ἑπομένως οὔτε τὴν ἀντανάκλασιν τοιούτου διδάγματος ἐπ’ ἐμέ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐφόσον ἀπουσιάζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐνώπιον τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐδήλωσεν ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ χειρισθῇ τὰς ὑποδείξεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐπενεκτέας τροποποιήσεις τῆς συμβάσεως, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως, οὕτως ὥστε ἡ Συνέλευσις, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, νὰ ἐπιτύχῃ νὰ μορφώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἐκ τῶν δύο ἢ τριῶν πρώτων εἰσηγήσεων, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ, τοῦ μαθηματικοῦ καὶ τοῦ τεχνικοῦ, ἐνῷ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι, ἐὰν ἀρχίσῃ τώρα ἡ εἰσήγησις, μόλις θὰ προλάβῃ ὁ κ. Μπακόπουλος νὰ κάμῃ τὴν ἰδικήν του, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ μέχρι τῆς 8.15′, βραδύτερον δὲ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλη.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν νὰ εἰσέλθωμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως τῆς ὑδρεύσεως, προηγουμένης, ἐννοεῖται, τῆς εἰσηγήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν εἰσηγητῶν τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶναι ματαία καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Συνελεύσεως. Τὸ θέμα εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἔγινε μελέτη.
§111Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ φανῇ ὅτι ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως ἡ ἐλαχίστη δυστροπία ὅπως τὸ ἔργον αὐτὸ ματαιωθῇ.
§113Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον κεῖται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν προβλέπει περὶ τῆς ἐγκρίσεως μιᾶς συμβάσεως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σπουδαιοτέρου ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ μέχρι σήμερον. Εἶναι δὲ τὸ ἔργον τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ περιχώρων τὸ σπουδαιότερον δημόσιον ἔργον τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ δύο ἀπόψεων: Πρῶτον ἀπὸ ἀπόψεως δαπάνης καὶ δεύτερον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας. Ἀπὸ ἀπόψεως δαπάνης, διότι ἡ δαπάνη ἡ ὁποία θὰ χρειασθῇ διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ὅλου συμπλέγματος τῶν ἔργων διὰ τὴν ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν ἀνέρχεται περίπου εἰς 75 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν, ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσης ἐστοίχισε μόνον 40.000.000 χρ. δρ. Ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας εἶναι ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ σπουδαιότης οὐδενὸς ἄλλου δημοσίου ἔργου ὑπολείπεται. Διότι ἀφ’ ἑνὸς προνοεῖ περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως εἰς τὸ ⅕ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους ἓν ἀγαθὸν πρωτίστης ἀνάγκης, τοῦ ὕδατος, καὶ διότι ἀφ’ ἑτέρου προνοεῖ περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως διὰ τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὸν πρῶτον λιμένα τοῦ Κράτους ἑνὸς ἀγαθοῦ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις διὰ τὴν ὅλην ἐξέλιξιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀκόμη πρόοδον τῶν δύο πρωτευουσῶν πόλεων τοῦ Κράτους. Πάντοτε ἀπὸ μακρῶν δεκαετηρίδων τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ περιχώρων ἀπησχόλησε καὶ Βουλὰς καὶ Κυβερνήσεις. Ὅταν ὅμως τελευταίως μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν συμφορὰν ὁ πληθυσμὸς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ηὐξήθη κατὰ τρόπον τὸν ὁποῖον ὅλαι αἱ προγενέστεραι μελέται τοῦ ζητήματος δὲν ἦτο δυνατὸν ἀνθρωπίνως νὰ προΐδωσιν, ἡ ὀξύτης τοῦ ζητήματος κατέστη ἔτι ἐμφαντικωτέρα καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 καὶ τὴν εἴσοδον τῆς Χώρας εἰς ὁμαλὴν περίοδον πολιτικὴν ἀποκατέστη μία κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἓν ἐκ τῶν πρώτων μελημάτων τοῦ κ. Βενιζέλου ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τότε ἦτο καὶ ἡ ὕδρευσις Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ περιχώρων. Πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Βενιζέλου κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1924 οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Οἴκου Ulen κατῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐμελέτησαν ἐμπεριστατωμένως τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως διὰ τῆς τεχνητῆς λίμνης τοῦ Μαραθῶνος καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ Εὐρυτανίας κ. Καφαντάρη κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1924 ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν αἱ πρῶται προτάσεις τοῦ Οἴκου Ulen Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Παπαναστασίου προεκηρύχθη διεθνὴς δημοπρασία διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ συμπλέγματος τῶν ἔργων ὑδρεύσεως. Ἡ διεθνὴς ἐκείνη δημοπρασία εἶχε προκηρυχθῆ διὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Αἱ μεσολαβήσασαι πολιτικαὶ κρίσεις ἔφεραν εἰς τὰ πράγματα τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ηὐτύχησεν, ἐλησμόνησα δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Σοφούλη ἐπίσης ὁ Οἶκος Ulen ὑπέβαλε τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰς τὴν σημερινὴν σύμβασιν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ηὐτύχησε, λέγω, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της νὰ εὕρῃ μίαν ἐργασίαν καθ’ ὅλα ἑτοίμην, μίαν ἐργασίαν τῆς ὁποίας ὑπελείπετο μόνον ὁ διακανονισμὸς λεπτομερειῶν τινων διὰ νὰ ἀποκρυσταλλωθοῦν αἱ ἀποφάσεις εἰς τὴν εὑρισκομένην σύμβασιν. Εἶπον τὰς ὀλίγας αὐτὰς εἰσαγωγικὰς λέξεις, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ τονίσω ὅτι ἡ τιμὴ τῆς λύσεως τοῦ μεγάλου προβλήματος τῆς ὑδρεύσεως δὲν ἀνήκει μόνον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ εἰς ὅλας τὰς διαδοχικὰς Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1924 μέχρι σήμερον. Εἶναι καὶ τοῦτο εἷς λόγος ὑπαγορεύων τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἀπὸ καθαρῶς ἀντικειμενικῆς ἀπόψεως, ἐστερημένης πάσης οἱασδήποτε πολιτικῆς χροιᾶς. Πρέπει δὲ ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος νὰ εἶναι τελείως ἐστερημένη οἱασδήποτε πολιτικῆς χροιᾶς ὄχι μόνον διὰ τὸν λόγον ὅτι ὅλα τὰ κόμματα τὰ παρεδρεύοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνήργησαν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον, τὸν ἑξῆς: Τὸ ὕδωρ, τοῦ ὁποίου ἡ ἔλλειψις εἶναι τόσον αἰσθητὴ εἰς ὅλους, εἶναι ἓν οἰκονομικὸν ἀγαθὸν πρωτίστης ἀνάγκης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία δὲν εἶναι μεγαλυτέρα διὰ τὸν πρῶτον καὶ μικροτέρα διὰ τὸν δεύτερον καὶ ἑπομένως ὅλοι μας καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἀθήναις καὶ οἱ προσωρινῶς ἐν αὐτῇ διαμένοντες ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου ἀγαθοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ ἐννοηθῇ πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ μὲν νὰ ἐκτιμῶσι περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀγαθοῦ τούτου ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν αὐτῶν πεποιθήσεων. Ὑπεγράφη, κύριοι συνάδελφοι, ἡ σύμβασις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας Ulen τῇ 23ῃ Δεκεμβρίου 1924. Ὡρισμένον δὲ ἄρθρον τῆς συμβάσεως ὥριζε ῥητῶς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐπεφύλασσεν ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ δικαίωμα νὰ λύσῃ μονομερῶς τὴν σύμβασιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἐκυροῦτο διὰ νόμου ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς της. Καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διερρήγνυε τὰ ἱμάτιά της ὑπὲρ ταχείας ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως, ἀφῆκε νὰ παρέλθουν 45 ὁλόκληροι ἡμέραι ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως διὰ νὰ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Κατὰ τίνα λογικὸν τρόπον δικαιολογεῖται ἡ βραδύτης αὕτη, εἶναι ἕκαστος ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ.
§114Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μήπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐστερήθη τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου νὰ μελετήσῃ τὴν σύμβασιν;
§115Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶπον ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ δικαιολογήσω εἰς τὴν συνείδησίν μου διατί παρῆλθον 45 ἡμέραι χωρὶς λόγον, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ εἰδικοὶ σύμβουλοί σας ὡς καὶ αἱ τεχνικαὶ ὑπηρεσίαι τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς τονίζουν καθημέραν ὅτι καὶ εἰς τὸ ἐφετεινὸν θέρος ἀπειλούμεθα ὑπὸ πλήρους λειψυδρίας. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον βαρύνει ἀπολύτως τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀφῆκε νὰ παρέλθουν 45 ἡμέραι χωρὶς νὰ κάμῃ τίποτε, χωρὶς νὰ φέρῃ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία προνοεῖ καὶ περὶ κατασκευῆς προσωρινῶν ἔργων ὑδρεύσεως διὰ τὴν ἄμεσον ἐξασφάλισιν ὕδατος διὰ τὸ ἐφετεινὸν θέρος. Τοῦτο εἶπον ἐγώ. Κατὰ τὸ διάστημα ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τῶν 45 τούτων ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι διέρρευσαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς της εἰς τὴν Συνέλευσιν ἔλαβον χώραν ὡρισμένα πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν ὡρισμένας πραγματικὰς καταστάσεις καὶ μίαν ὡρισμένην ἀτμόσφαιραν. Τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, σπεύδουσα, διότι ὅπως λέγει, ἐξετίμα τὸ ἐπεῖγον τοῦ ζητήματος, σπεύδουσα ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας Ulen—ἀφοῦ συνεκάλεσε νύκτωρ τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων διὰ νὰ κρίνῃ ἐπιτροχάδην τὴν σύμβασιν χωρὶς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, καθόσον τουλάχιστον μέλη τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐβεβαίωσαν τὸν κ. Μπότσαρην, δὲν εἶχον ἀναγνώσει αὐτήν,—τὴν ἡμέραν, λέγω, ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔσπευδεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἀπόγευμα κατέφθανεν εἰς Ἀθήνας ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ, γνωστὸς Ἀμερικανὸς μηχανικὸς καὶ ἐργολάβος μεγάλων δημοσίων ἔργων, διὰ νὰ ὑποβάλῃ καὶ αὐτὸς προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ αὐτὸ ἔργον. Ἡ σύμβασις ὅμως εἶχεν ὑπογραφῆ καὶ ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ ἐτύπωσε τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1924 εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰς διένειμεν εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ Βουλευτηρίου εἰς ὅλους τοὺς πληρεξουσίους. Διένειμεν ἐνταὐτῷ καὶ φυλλάδια συγκριτικῆς μελέτης τῶν ὅρων μεταξὺ προτάσεων Ulen καὶ Μὰκ Ἄρθουρ, εἰς τὰ ὁποῖα διεκήρυσσεν ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων ἀριθμῶν, ὅτι διὰ τὸ αὐτὸ ἔργον μὲ τὰς αὐτὰς προτάσεις τὰς ἰδικάς του θὰ ἐπέφερε μίαν οἰκονομίαν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους 300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν σημερινῶν. Τὸν ἰσχυρισμὸν δὲ τοῦτον τὸν διεκήρυξε καὶ διὰ ὀργάνων τοῦ ἡμερησίου Τύπου τῶν Ἀθηνῶν ἐκ τῶν ἐγκριτοτέρων. Εἶναι φυσικόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μία τοιαύτη βεβαίωσις, στηριζομένη μάλιστα εἰς συγκεκριμένους ἀριθμούς, νὰ προκαλέσῃ μίαν ἀτμόσφαιραν ἡ ὁποία ἔθετεν εἰς πάντα τὸ ἐρώτημα: Εἶναι τάχα ἀληθεῖς οἱ ἀριθμοί; Εἶναι τάχα ἀληθὲς τὸ μέγα διαλαλούμενον πλεονέκτημα τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος αἱ προτάσεις Μὰκ Ἄρθουρ;
§116Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρώτην φορὰν παρουσιάζοντο;
§117Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δημοσίᾳ πρώτην φοράν, εἶχεν ὅμως ὑποβάλει τὰς προτάσεις του κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1924.
§118Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰς ὑποβάλῃ πρωτύτερα;
§119Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ προλαμβάνετε, κ. συνάδελφε, καὶ σᾶς ὀφείλω χάριν, διότι ἡ ἐρώτησίς σας μὲ διευκολύνει εἰς τὴν ἀλληλουχίαν τῶν ἰδεῶν μου. Ἠρωτήσατε· δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ τὰς ὑποβάλῃ; Αὐτὸς ἰσχυρίζεται ὅτι ἐξ Ἀμερικῆς εἶχε τηλεγραφήσει ὅτι ὑπέβαλε τὰς προτάσεις καὶ διὰ τῶν ἐδῶ ἀντιπροσώπων εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς προτάσεις καὶ τὰς εἶχεν ὑποβάλει· ἐν τούτοις καὶ τὰ τηλεγραφήματα ἐκεῖνα καθυστερήθησαν ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους μῆνας. Ἠναγκάσθη νὰ τὰ ἀναζητήσῃ, ὡς ἐβεβαίου, εἰς τὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα καὶ ἔλαβεν ἀντίγραφα διὰ νὰ τὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας.
§120Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂν ἐπιτρέπητε, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὁ ἐδῶ ἀντιπρόσωπος τῆς ὑπὸ τὸν Μὰκ Ἄρθουρ Ἑταιρείας, τῆς ἀντιπάλου τῆς Ἑταιρείας Ulen, ἤρχετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι ὑπάρχουν προτάσεις καὶ ἐγγυήσεις κατατεθειμέναι ἤδη. Τῷ ἀπήντων ὅτι οὐδεμία ἐγγύησις ὑπάρχει μέχρι σήμερον, τοὐναντίον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπάρχουν τηλεγραφήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν κατετέθη ἡ ἐγγύησις, μολονότι ἐγένοντο ὑποσχέσεις περὶ καταθέσεως τοιαύτης ἐγγυήσεως. Διεμαρτύροντο καὶ ἐπέμενα ὅτι τηλεγραφήματα ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω ἔννοιαν ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὅτι δὲν εἶχον φθάσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Ἠναγκάσθην νὰ προσκαλέσω τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις, ἀλλὰ ὅταν ἐδόθησαν αἱ ἐξηγήσεις διὰ τὰς προτάσεις περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ἀντελήφθην ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εὑρίσκοντο ὑπ’ ὄψιν μου, ἀλλὰ δὲν παρίστανον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρίστα ὁ κ. ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Μὰκ Ἄρθουρ. Ἐκ τούτου ὁ εἰρημένος ἀντιπρόσωπος ἐδημιούργησε τὸν θόρυβον ὅτι τηλεγραφήματα ἀποσταλέντα ἐξ Ἀμερικῆς δὲν εἶχον φθάσει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας.
§121Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι καμμία παρεξήγησις· ἐγὼ εἶπον ὅτι τοῦτο ἰσχυρίζεται ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ. Εἶμαι σαφής, σαφέστατος εἰς τὰς ἐκφράσεις μου. Εἶπον ὅτι ἰσχυρίζεται ὅτι ἦλθεν ἐδῶ, ἔκαμε τὸ δημοσίευμα καὶ λέγει· αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἐδῶ· εἶπον ὅτι τὸν περιεπαίξατε, σεῖς μᾶς λέγετε ὅτι δὲν εἴχετε τὰ τηλεγραφήματα καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἰσχυρίζεται. Μᾶς ἔδωκεν ὡρισμένα ἀντίτυπα καὶ τῶν τηλεγραφημάτων καὶ τῶν ἀριθμῶν, πότε τὰ εὗρεν εἰς τὸ τηλεγραφεῖον καὶ μᾶς εἶπε πότε τὰ ἔδωσεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Εἶναι, δὲν εἶναι ἀλήθεια, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος.
§122Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Συμβαίνει, κύριοι, τὸ ἑξῆς: Ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ νὰ διαπραγματευθῇ ἐνταῦθα τὴν σύμβασιν, ἔστειλε τηλεγραφήματα ἐξ Ἀμερικῆς λέγων: «Καλέσατέ με νὰ ἔλθω, ἂν εἴμεθα σύμφωνοι, διὰ νὰ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν». Ἐνοεῖτε, ὅτι διαπραγματεύσεις μεταξὺ Ἀθηνῶν–Νέας Ὑόρκης διὰ τόσον σπουδαῖον ζήτημα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν πάντοτε ὅτι ἠθέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν μόνον μὲ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ μᾶς πείσουν ὅτι ἦσαν οἰκονομικῶς ἕτοιμα νὰ διαπραγματευθοῦν τὴν σύμβασιν. Καὶ εἶπον τοῦτο εἰς αὐτὸν ἐπανειλημμένως, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σύμβασιν καὶ ὅρους χωρὶς νὰ πεισθῶμεν ὅτι εἶναι ἕτοιμοι οἰκονομικῶς νὰ ἀναλάβουν ὑποχρεώσεις καὶ νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἔργα. Ἐπέμενον δέ, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ πληρώσωμεν τὰ ἔξοδα μιᾶς τοιαύτης ἀδεξιότητος ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος. Ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἠδύναντο νὰ συνάψωσι σύμβασιν καὶ νὰ τὴν ἐκτελέσουν καὶ ἐξ ἄλλου πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἕτοιμα οἰκονομικῶς, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐπεδίωκον νὰ δημιουργήσωσιν ὅρους τοιούτους οἱ ὁποῖοι θὰ τοὺς ἔδιδον τὴν ἐλπίδα νὰ ἐπιτύχουν μίαν σύμβασιν. Ἐὰν διεπραγματευόμεθα ἄνευ τοῦ προηγουμένου τούτου ἐλέγχου, ἐφοβούμην ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνω τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ νὰ δυσχεραίνω τὰς διαπραγματεύσεις. Ἀφοῦ διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς δὲν ἠδυνάμην νὰ συζητῶ μὲ πρόσωπα μὴ παρεσκευασμένα οἰκονομικῶς καὶ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν εὑρίσκετο ἡ Ἑταιρεία Μὰκ Ἄρθουρ, τηλεγράφημα περιέχον προτάσεις συμβάσεως δὲν ἦτο τόσον οὐσιῶδες, ὥστε νὰ γίνεται μακρὸς λόγος περὶ αὐτοῦ. Συμβάσεις καὶ προτάσεις δύναται ἕκαστος νὰ ὑποβάλλῃ· ἀλλὰ προτάσεις καὶ συμβάσεις εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι φέρουσιν ὄπισθέν των τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν καὶ τὴν τεχνικὴν ἱκανότητα. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ συζητήσεως τόσον σπουδαίου ζητήματος ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ τόσον σπουδαῖον τὸ παράπονον τοῦ κ. Μὰκ Ἄρθουρ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅρους τινὰς τῆς ὑπ’ αὐτοῦ προταθείσης συμβάσεως. Ἔπρεπεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ καθησυχάσῃ ὅταν ἔμαθεν ὅτι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑπ’ ὄψει του καὶ ἄλλας προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὸ πλεονέκτημα ὅτι ἦσαν τεχνικῶς τελειότεραι τῆς ἰδικῆς του καὶ διὰ τοῦτο βραδευθεῖσαι. Ἰδοὺ διατί νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος πρέπει νὰ εἶναι ἥσυχος ὅτι τίποτε δὲν ἀπεκρύβη καὶ τίποτε δὲν συνετέλεσε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν.
§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁμόφωνος θὰ εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Συνελεύσεως ὅτι ἐγὼ δι’ ὅσων μέχρι τοῦδε εἶπον οὔτε ἀνησυχίαν ἐξεδήλωσα διὰ τὰ παράπονα τοῦ κ. Μὰκ Ἄρθουρ οὔτε τὰ υἱοθέτησα. Ἐξιστόρησα μόνον ἱστορικῶς μερικὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, διὰ νὰ εἴπω ὅτι αἱ νέαι αὐταὶ καταστάσεις ἐδημιούργησαν μίαν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία ἐβάρυνεν ἐπὶ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως ἡ νευρικότης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, θελήσαντος νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ ἀνησύχησα ὑπὲρ τοῦ κ. Μὰκ Ἄρθουρ, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος.
§124Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Μὲ 300 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα εὑρίσκεται κάποιος ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὸ ἔργον, καὶ αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη καὶ αὐτὸ ἀφῆκε μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§125Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀπεδείχθη ὅτι ἦσαν ἄνθρακες ὁ θησαυρός.
§126Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡμεῖς ἠκούσαμεν ὅτι τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ τὸ ἔργον ἀντὶ 300.000.000 ὀλιγώτερον καὶ ὅμως δὲν τὸ ἔδωκε μὲ τὴν μικροτέραν αὐτὴν τιμήν, ἐνῷ εἶχεν ὑποχρέωσιν, ὑποθέτω, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνδιαφερθῇ δι’ αὐτὰς τὰς προτάσεις. Αὐτὸ μᾶς ἀφῆκε μεγάλην ἐντύπωσιν.
§127Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄνδρου κ. συναδέλφου εἶναι ὀρθοτάτη. Ὅσα εἶπον ἀφήνουσι πραγματικῶς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε τὸ καθῆκόν της καὶ προετίμησε μίαν σύμβασιν κατὰ 300.000.000 ἀκριβωτέραν, παριδοῦσα προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξοικονόμουν τὰ 300 αὐτὰ ἑκατομμύρια. Καὶ ἡ σκέψις αὐτὴ εἶχε γεννηθῆ ὁμολογουμένως καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς ὅλα δύναμαι νὰ εἴπω ἀνεξαιρέτως, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο παρετηρήθη ὁμοφωνία ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως. Ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὸν συνάδελφον κ. Μαμάην, ἐγεννήθη καὶ εἰς ὅλους ἡμᾶς, καὶ ὅταν τὸ πρῶτον συνήλθομεν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅλοι διηρωτώμεθα: Εἶναι τάχα ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα; Καὶ διὰ τοῦτο, μολονότι ὁ ἀξιότιμος κ. Γονατᾶς διεμήνυσεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὡς προσωπικήν του πληροφορίαν, ὅτι τὴν προηγουμένην ἑσπέραν, τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν συνήρχετο ἡ Ἐπιτροπή, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶχεν ἐκφέρει τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ περιορίσῃ τὴν ἔκθεσίν της εἰς μόνην τὴν πρότασιν Ulen, ὁ κ. Γονατᾶς ἔλεγεν ὅτι ἀναφέρει τοῦτο, ἀλλὰ διαφωνεῖ. Καὶ ὁ κ. Φραγκούδης εἶπεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶχεν εἴπει πρὸς αὐτόν, ὅτι ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ προέβαινεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν προτάσεων καὶ τῆς ἄλλης Ἑταιρείας, ἡ Ἑταιρεία Ulen θὰ ἀπεχώρει. Καὶ ὁμοφώνως ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἀποσυρθῇ ἡ Ulen παρὰ νὰ ἐξευτελισθῇ ἡ Ἐπιτροπή.
§128Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διαμαρτύρομαι διὰ τὰ λεχθέντα. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον, ὁ δὲ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τὸ ἐξετάζετε δημιουργεῖ μερικὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας καὶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ προλαμβάνω, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω. Καὶ εἰς ἐμὲ ὁ κ. Καραπάνος εἶπεν ὅτι ἐγὼ εἶχον δῆθεν δηλώσει ὅτι, ἂν δὲν κάμῃ γρήγορα ἡ Ἐπιτροπή, ἡ Ulen θὰ φύγῃ καὶ θὰ ματαιωθῇ ἡ σύμβασις. Κατεπλάγην πολὺ καὶ ἠθέλησα νὰ μάθω ποῖος εἶπε τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ πρώτη πληροφορία μου ἦτο, ὅτι τὸ εἶχεν εἴπει ὁ κ. Καλογερᾶς· τοῦτο ὅμως ἀπεδείχθη ἀνακριβές. Ὁ κ. Φραγκούδης εἶχε κάμει, ἐκ παρεξηγήσεως βεβαίως, τοιαύτας ἀνακοινώσεις. Εὐτυχῶς εἰς τὸ γραφεῖόν μου μετὰ τοῦ κ. Φραγκούδη εὑρέθη καὶ ὁ κ. Καραπαναγιώτης καὶ ὁ κ. Καλογερᾶς, ὥστε ἔχω εὐτυχῶς μάρτυρας καὶ δύναμαι νὰ ἀναιρέσω μὲ περισσοτέραν κατηγορηματικότητα τὴν τοιαύτην διάδοσιν, ὅτι δηλαδὴ ἠθέλησεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ μεταχειρισθῇ τοιοῦτον μέσον διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Γονατᾶν, ἐγὼ εἶπον μίαν γνώμην, τὴν ἑξῆς, ὅτι βεβαίως ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι συμφέρουσα καὶ θὰ τὸ ἐξετάσῃ βεβαίως, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα, ὅλας τὰς δυνατὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ συναφθοῦν δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εἶπον δὲ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ δεχθῇ καὶ ἡ Συνέλευσις ἢ νὰ μὴ δεχθῇ. Ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποφανθῇ ὅταν θὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις. Εἶπον λοιπὸν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ἐντολὴν νὰ συνάψῃ νέαν σύμβασιν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον εἶναι δεκτὴ ἢ δὲν εἶναι δεκτὴ ἡ σύμβασις αὐτή. Δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν συγκρίνῃ πρὸς οἱανδήποτε ἄλλην. Ἀλλ’ ἡ ἐντολή της εἶναι νὰ γνωματεύσῃ ἂν εἶναι παραδεκτὴ ἢ ὄχι. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη μου καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶναι ὀρθή. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως.
§129Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κοινοβουλευτικὴ λοιπὸν Ἐπιτροπή, κύριοι συνάδελφοι, παρ’ ὅλας τὰς ὑποδείξεις αὐτὰς ὁμοφώνως ἔλαβεν ὡς πρώτην ἀπόφασίν της τὴν ἀπόφασιν ὅτι τὸ ἔργον της δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς μεμονωμένην μελέτην τῆς συμβάσεως Ulen, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ εἰς συγκριτικὴν μελέτην μεταξὺ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως Ulen καὶ τῶν προτάσεων Μὰκ Ἄρθουρ. Καὶ τοῦτο διότι, εὑρεθεῖσα πρὸ τῆς ἐντυπώσεως τὴν ὁποίαν ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Μαμάης, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ μὴ ἀντιπαρέλθῃ ἀσυζητητὶ προτάσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῆς σοβαρότητος καὶ διεκηρύσσετο ὅτι ἐξοικονόμουν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ 300 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ διὰ τὴν συγκριτικὴν μελέτην καθώρισεν ἡ Ἐπιτροπὴ δύο ὑποεπιτροπάς: Τὴν μίαν διὰ τὸ τεχνικὸν μέρος καὶ ἄλλην διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέρος. Ἡ εἰσήγησις τοῦ πρώτου ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Μπότσαρην, τοῦ δὲ δευτέρους μέρους εἰς ἐμέ. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἄπειρον λύπην μου, διότι εἰς τὸ ἔργον τῆς εἰσηγήσεως εὑρέθημεν ἐστερημένοι παντὸς ἐγγράφου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§130Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πῶς;
§131Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰσηγήθη τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατέθηκε τὸν φάκελον εἰς τὸ Προεδρεῖον, κατόπιν αἰτήσεως τοῦ κ. Παπαναστασίου, μὲ τὴν προσθήκην ὅτι αὐτὸς θὰ ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ παντὸς θέλοντος νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ὅστις ἦτο καὶ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δὶς καὶ τρὶς τὸν παρεκάλεσα νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ὑδρεύσεως. Μολονότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως τὰ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, κανὲν ἀπολύτως δὲν προσεκομίσθη.
§132Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μά, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε· ἐδῶ γίνεται ἔλεγχος ἐπὶ γεγονότων ἐντελῶς ἀνακριβῆ· τί ἐζητήσατε καὶ δὲν σᾶς τὸ ἔδωκα;
§133Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν σύμβασιν.
§134Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὰ εἴχετε ὅλα. Αὐτὸ δὲν εἶναι εἰσήγησις, εἶναι κατηγορητήριον.
§135Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μᾶς ἀφήνετε μὲ κανὲν ἔγγραφον, δικαιούμεθα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἀγανάκτησίν μας.
§136Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὰ ἔγγραφα σᾶς τὰ ἔδωκα.
§137Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόλου.
§138Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὰ ἀγνοεῖτε, κ. συνάδελφε.
§139Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀγνοῶ τίποτε, κ. Ὑπουργέ.
§140Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν λέγετε τὴν ἀκρίβειαν.
§141Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σέβησθε τοὺς πληρεξουσίους. (Θόρυβος).
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλεῖ καθ’ ἕνα τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἂν ὡμίλει τις ἐξ ἡμῶν θὰ ἐξανίστατο ὅλη ἡ πτέρυξ ἐκείνη, ἡ ὁποία τώρα δὲν ἐξανίσταται.
§143Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Στηρίζετε κατηγορητήριον ἐπὶ ἀνακριβοῦς βεβαιώσεως, τὴν στιγμὴν μάλιστα καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως εἶναι παρών.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς ἤθελον νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν. Πραγματικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὴν εἰσήγησίν του δὲν κατέθεσεν ἀμέσως τὰ ἔγγραφα. Τὰ ἐζήτησα αὐτὰ δι’ ἐγγράφου καὶ μοὶ ἔστειλε διάφορα ἔγγραφα σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἀλληλογραφίαν ἡ ὁποία εἶχε διαμειφθῆ σχετικῶς πρὸς τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τὰ παρέδωσα εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον. Κατόπιν ἐζήτησε νὰ τὰ συμπληρώσητε, διότι τὰ ἔγγραφα δὲν περιεῖχον τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἐζήτει ὁ κ. Μπακόπουλος, δηλώσεις μεταγενεστέρας.
§145Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Συγγνώμην. Δὲν μοὶ ἐδώσατε ἀπολύτως τίποτε. Μοὶ ἐδώσατε μερικὰ ἔγγραφα καὶ ἦλθεν ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ ἐπῆρε.
§146Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος θέλει νὰ τὸν σέβωνται καὶ αὐτὸς δὲν σέβεται τὴν ἀλήθειαν ἀπευθύνων κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§147Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἀπευθύνω κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀφῆκε τὴν εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ὑδρεύσεως χωρὶς κανὲν ἔγγραφον.
§148Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος· θὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ ἐγώ. Μοῦ ἐζήτησε δι’ ἐγγράφου τὸ Προεδρεῖον τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀμέσως διέταξα τὸν κ. Κοκκίδην, ἁρμόδιον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου, νὰ ἑτοιμάσῃ τὸν φάκελον πλήρη. Ὅταν δὲ ἠτοίμασε τὰ ἔγγραφα, τὸν παρεκάλεσα νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ἔλειπεν ἀπὸ τὸν φάκελον κανὲν ἔγγραφον ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παρουσιάσωμεν, διότι ὑπάρχει φάκελος καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Κοκκίδης δὲν ἀντελήφθη ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ πρῶτον εἰς ἐμὲ τὰ ἔγγραφα καὶ κατόπιν νὰ τὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὅταν ἐπανῆλθε καὶ τὸν ἠρώτησα ἂν ἠτοίμασε τὰ ἔγγραφα καὶ μοὶ ἀπήντησεν ὅτι τὰ κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως, τῷ εἶπον ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τινὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης πρέπει νὰ καταθέσωμεν. Ἔσπευσα λοιπὸν ἐγὼ προσωπικῶς καὶ ἦλθον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τὰ ἔγγραφα τὰ ἐκράτει ὁ κ. Μπακόπουλος εἰς τὰς χεῖράς του. Τῷ εἶπον· κύριε συνάδελφε, ἔχω νὰ συμπληρώσω τὸν φάκελον αὐτὸν μὲ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω μαζύ μου· σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸν δώσητε διὰ νὰ συνάψω καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτά, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς ἰδιαίτερον φάκελον μὲ ἀριθμοὺς 21–34, μοὶ φαίνεται, καὶ τὰ ὁποῖα παρέδωκα εἰς τὸν κ. Βενετάκην διὰ νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον, ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου παρέλαβον τὸν φάκελον. Πῶς λοιπὸν δὲν κατέθηκα τὰ ἔγγραφα, ἀφοῦ ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τὰ παρέλαβον;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος παρεπονεῖτο ὅτι δὲν κατεθέσατε τὸν φάκελον, τὸν ὁποῖον εἴχετε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Κατόπιν δι’ ἐγγράφου μου σᾶς ἐζήτησα καὶ μοὶ ἐστείλατε ἀριθμόν τινα ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα καὶ παρέδωκα εἰς τὸν κ. Μπακόπουλον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτει ὁ κ. Μπακόπουλος, ἂν ὑπῆρχον καὶ τίποτε μεταγενέστεραι δηλώσεις τῆς Ἑταιρείας Ulen, δὲν ὑπῆρχον· ὑπῆρχον ἔγγραφα μόνον ἄλλης Ἑταιρείας, ἡ ὁποία διεξεδίκει τὸ προνόμιον.
§150Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς ὑμᾶς μίαν παράκλησίν μου. Ποῦ ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ σχηματισθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ulen παρέχει ὅλα τὰ ἐχέγγυα τῆς οἰκονομικῆς πίστεως; Ἐνθυμεῖσθε ὅτι δὲν ἦσθε εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσητε, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος οὐδεμία ὑπῆρχεν εἰς τὸν φάκελον γνώμη σχετικὴ μὲ τὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν. Ἀλλά, ὡς εἶπον, οὐδεμίαν εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀκριβῶς πρὸς τοῦτο συνέστη ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο τὸ λέγω πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅτι ὁ φάκελος ὁ κατατεθεὶς ὡς κατετέθη δὲν ἦτο πλήρης καὶ δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα ἐφόδια ὅπως μορφώσῃ γνώμην ἡ Ἐπιτροπή.
§151Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐνθυμοῦνται πολὺ καλὰ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἔθεσεν ἐνώπιον αὐτῆς πλήρη τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ μορφώσῃ γνώμην, ἀνεγνώρισε δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσι.
§152Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἐγένετο χρῆσις καὶ τοῦ ὀνόματός μου, ἔχω νὰ δώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν πληροφορίαν, ὅτι προσκληθεὶς νὰ προσέλθω εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, προσῆλθον μὲ ὅλον τὸν σχετικὸν φάκελον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πίστιν τῆς Ἑταιρείας Ulen, προσεκόμισα ἔγγραφον τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀμερικῆς.
§153Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε μέχρι τότε.
§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρώτη μου συνάντησις μὲ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ τεσσάρων περίπου ἑβδομάδων, ἴσως καὶ περισσότερον.
§155Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ 15 ἡμερῶν.
§156Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως καὶ ὀλιγώτερον. Ἔστω. Ἐξέθηκα τὰ κατὰ τὴν ἱστορίαν τῆς συμβάσεως Παρεκλήθην δὲ μετὰ ταῦτα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως καὶ πρόεδρον τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ δώσω συμπληρωματικάς τινας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος ἔκρινε χρησίμους εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Κατὰ τὰς δύο αὐτὰς συνεδριάσεις, εἰς τὰς ὁποίας παρέστην, ἀνέπτυξα πῶς ἐπείσθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ulen εἶναι σοβαρά. Ἐπαρουσίασα ἔγγραφον τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀμερικῆς, ἐνεργοῦντος κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ λέγοντος ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ulen ἔχει αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν 50 ἑκατομμύρια δολλάρια κεφάλαιον καὶ συνεργάζεται μετ’ ἄλλων μεγάλων Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι διαθέτουσιν ἐπίσης κεφάλαια 120 περίπου ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ὅτι ἀπολαύει ὑψίστης πίστεως ἐν Ἀμερικῇ, ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἀναθέτει εἰς αὐτὴν μεγάλα ἔργα μετὰ πάσης πίστεως, ὅτι εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἔχει κάμει ἔργα μεγάλα καὶ ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶδον συμβάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἔχει ἀναλάβει τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων ἔργων. Προσέθηκα ὅτι ἔχω εἰς τὸ σπίτι μου περιοδικά, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ χάριν τῶν ἰδίων αὐτῆς μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους ἀπασχολεῖ. Εἶναι ὁλόκληροι τόμοι, καὶ ἠδύνατο, ὅστις ἤθελε, νὰ ἔλθῃ νὰ τοὺς ἴδῃ. Ἀφ’ ἑτέρου εἶπον ὅτι ἀπηύθυνα ἔγγραφον πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἀμερικῆς, ἐρωτῶν ἂν θὰ ἠδύνατο νὰ μοὶ συστήσῃ καὶ ἄλλην Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι περίπου ὁμοία, διὰ νὰ διαγωνισθῇ. Ἐννοεῖτε ποίαν Ἑταιρείαν ὑπενόουν. Ἡ Πρεσβεία μοὶ ἀπήντησεν ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην Ἑταιρείαν δύναται νὰ συστήσῃ. Καὶ ἀνέφερα τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἔδειξα μάλιστα καὶ τὸ ἔγγραφον.
§157ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον καὶ κάτι τι ἄλλο: Ὅτι δὲν ἔμειναν εὐχαριστημένοι ποσῶς εἰς τὴν Ἰταλίαν ἀπὸ τὴν δρᾶσιν τοῦ κ. Μὰκ Ἄρθουρ. Καὶ κάτι, ὅπερ δὲν ἤθελον νὰ γίνῃ γνωστὸν χάριν τοῦ ἰδίου κ. Μὰκ Ἄρθουρ· ὁ ἐμπορικὸς ἀκόλουθος τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας ἐβεβαίωσεν ὅτι ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ περιῆλθεν εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀμέρικαν–Γκρέτσιαν–Ντιβελοπμένι προσεκόμισα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν — καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε καμμίαν παρατήρησιν — φωτογραφικὸν ἀντίτυπον τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἐν Ἀμερικῇ, φωτογραφικόν του ἀντίτυπον δεικνύον ὅτι ἡ Ἑταιρεία συνεστάθη εἰς τὰς 9 Ἰανουαρίου, ἐνῷ ἤδη ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου παρεστάθη εἰς ἡμᾶς ὡς συσταθεῖσα ἡ Ἑταιρεία. Γνωρίζετε νομικῶς τί σημαίνει τοῦτο. Συνεστήθη δὲ μὲ χιλίας μετοχὰς «ἄνευ τινὸς ὀνομαστικῆς ἢ ἄλλης ἰσοδυνάμου ἀξίας».
§159ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τί ὀνόματα εἶναι;
§160Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρία ὀνόματα, ἄγνωστα εἰς ἐμὲ βεβαίως. Ἔδειξα τὸ ἀντίτυπον. Καὶ εἶπον ὅτι ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἔχομεν μίαν Ἑταιρείαν τὴν ὁποίαν συνιστῶσιν ὅτι ἔχει ἐκτελέσει εἰς ὅλον τὸν κόσμον μεγάλα ἔργα, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος Ἑταιρείαν ἥτις δὲν ἔχει κεφάλαια. Τί θέλετε νὰ κάμωμεν; δὲν μοὶ διετυπώθη ἐφ’ ὅσον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἐχρειάζετο περισσοτέρα ἀπόδειξις διὰ τὴν πίστιν τῆς Ἑταιρείας Ulen. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Κουτούπης δὲν ἠθέλησε νὰ ἀμφισβητήσῃ πλέον τὴν πίστιν τῆς Ἑταιρείας Ulen, ἀλλ’ ἠρώτησε μόνον ἂν ὄπισθεν τῆς Ἑταιρείας A. G. D. ἵστανται ἄλλοι ἐξ ἴσου ἀξιόπιστοι.
§161Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὰς δηλώσεις ἐκείνας ἀπήντησα διὰ μακρῶν. Ἂν ἔχῃ ἑκατομμύρια ἢ ὄχι ἡ Ἑταιρεία εἶναι ἐντελῶς περιττὸν διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι πᾶσα δαπάνη θὰ καταβληθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιστοποίησε τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Μπακοπούλου ὅτι εἰς τὸν φάκελον δὲν ὑπῆρχον τὰ ἔγγραφα, αὐτὰ τὰ ὁποῖα προσεκόμισεν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ μακρῶν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἐπιθυμία τοῦ ρήτορος καὶ ἰδική μου εἶναι νὰ μὴ ἐπιτρέπω διακοπάς.
§163Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἄλλο εἶναι ἡ διακοπὴ καὶ ἄλλο εἶναι ἡ διάψευσις ἑνὸς γεγονότος.
§164Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐτέθησαν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως καὶ εἶπον τοῦτο ἀκριβῶς διὰ νὰ δικαιολογήσω πᾶσαν ἔλλειψιν, ἡ ὁποία εἰς τὴν κρίσιν οἱουδήποτε συναδέλφου ἤθελε παρατηρηθῆ ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, διότι ἡ εἰσήγησις ἐστηρίχθη μόνον εἰς τὰ κείμενα τῶν δύο προτάσεων: Εἰς τὰς προφορικὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τόσον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μετὰ τῶν τεχνικῶν συμβούλων του καὶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ὅρων τὴν ὁποίαν ἔκαμαν τόσον οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν Ἑταιρείαν Ulen ὅσον καὶ ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ μετὰ τοῦ τεχνικοῦ του συμβούλου κ. Γενηδουνιᾶ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ κάμωμεν μίαν εἰσήγησιν. Ἔπρεπεν αἱ δύο ὑποεπιτροπαὶ νὰ καταλήξουν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα νὰ εἰσηγηθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν μίαν σύμβασιν καὶ παραλλήλως μίαν πρότασιν στηριζομένας ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων. Καὶ αἱ βάσεις ἦσαν δύο: Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀνάδοχος ἐλάμβανεν ὡς ἐργολάβος ὑπὸ ὡρισμένην ἀμοιβὴν τὴν κατασκευὴν ὡρισμένων ἔργων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ αὐτὴ ἀνάδοχος ὡς χρηματοδότις, ὡς μεσίτρια χρήματος, ἐπρομήθευεν εἰς τὸ Κράτος διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων ἓν δάνειον. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ εἰδικώτερον αἱ ὑποεπιτροπαὶ νὰ ἐξετάσουν ἀπὸ τῶν δύο τούτων ἀπόψεων τί προσφέρει ἡ μία Ἑταιρεία καὶ τί προσφέρει ἡ ἄλλη; Ὅσα εἶπον προηγουμένως, κύριοι συνάδελφοι, ἱστορικῶς ἀφηγούμενος τὰ γεγονότα καὶ χωρὶς μέχρι τῆς στιγμῆς οὐδεμίαν προσωπικήν μου κρίσιν νὰ ἐκφέρω, τὰ εἶπον διὰ νὰ δώσω μίαν εἰκόνα καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, τῆς ἀτμοσφαίρας ἐντὸς τῆς ὁποίας εἰργάζετο ἡ Ἐπιτροπή. Καὶ ἀπὸ μὲν τεχνικῆς ἀπόψεως θὰ ἔχῃ νὰ εἰσηγηθῇ τὸ ζήτημα ἐπαγωγότερον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων συνάδελφος, ὁ κ. Μπότσαρης, μὲ ὅλην τὴν εἰδικότητα τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Παρακαλῶ μόνον νὰ μοὶ ἐπιτραποῦν ὀλίγαι λέξεις ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ διὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὰς σκέψεις ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον τὴν οἰκονομικὴν ὑποεπιτροπὴν εἰς ὡρισμένας πράξεις, αἱ ὁποῖαι, ὡς μὴ ὤφελεν, εἶχον καὶ ὡρισμένας ἐπικρίσεις. Ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς ὡς ἐργολάβον τὸν Οἶκον Ulen μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἴδιον Ulen, διὰ τὸν ὁποῖον οὐδεμία ἐχώρει ἀμφιβολία ὅτι ἦτο τεχνικῶς παρεσκευασμένος καὶ προσωπικῶς ἱκανός, διαθέτων καὶ τὸ τεχνικὸν προσωπικὸν καὶ τὰ τεχνικὰ μέσα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνελάμβανεν· ἀφ’ ἑτέρου ὅμως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχομεν ἕτερον ἐργολάβον, ἐπίσης διεθνῶς ἀνεγνωρισμένον, τὸν κ. Μὰκ Ἄρθουρ, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ αὐτοῦ ἔργου· καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς συνομιλίαν τὴν ὁποίαν ἔσχον, εἰς εἰσηγήσεις τῆς ὑποεπιτροπῆς μὲ Ἑλληνικὰς προσωπικότητος ἐνδιαφερομένας ἀμέσως διὰ τὴν σύμβασιν Ulen, ἐπληροφορήθην ὅτι καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκεῖνοι τὰς ἰδιαιτέρας, ἦσαν ὅτι ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ εἶχε περιπέσει εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἀλλ’ ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν τὸν ἐστενοχώρουν, διότι εἶχον πεποίθησιν—ἐνθυμοῦμαι τὴν φράσιν—εἰς τὴν ἐργολαβικήν του ἱκανότητα καὶ ἀνέμενον ὅτι εὐκόλως θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκατασταθῇ οἰκονομικῶς. Ἀπὸ τεχνικῆς λοιπὸν ἀπόψεως ἔχομεν τὸ δεδομένον, τὸ ὁποῖον ὁμολογοῦν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑταιρείας Ulen, ὅτι τεχνικῶς ἦτο ἄξιος πάσης ἐμπιστοσύνης ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ. Ἀπομένει τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, τὸ ζήτημα τὸ οὐσιῶδες, τὸ ζήτημα τὸ σοβαρώτερον. Τί μᾶς προσφέρουν οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ συμβληθῶσι μὲ τὸ Κράτος ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς; Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ παρακολουθήσητε τὴν σειράν τῶν σκέψεών μου. Τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα προορίζονται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ συμπλέγματος τῶν ἔργων ὑδρεύσεως εἶναι χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὡς ἄμεσος ὀφειλέτης, εἰσπράττων τὸ ποσὸν ἀπὸ εἰδικὴν φορολογίαν ὑποβαλλομένην διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Τὰ χρήματα λοιπὸν εἶναι χρήματα Ἑλληνικά, εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν διαθέτει τώρα τὰ χρήματα αὐτὰ καὶ καταφεύγει εἰς ἓν δάνειον εἰδικὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, εἰς ἓν δάνειον τὸ ὁποῖον προμηθεύει ἡ ἀνάδοχος, τὸ ὁποῖον ἐπρομήθευε καὶ ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ. Ἡ πρώτη σκέψις ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὴν σκέψιν μου εἶναι ἡ ἑξῆς ἢ μᾶλλον διὰ νὰ συμπληρώσω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἡ πρώτη σκέψις μου ἦτο ἂν κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ συναφθῇ τὸ δάνειον. Ἐκ πρώτης ὄψεως βλέπει κανεὶς ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς δανείου εἰς δολλάρια καὶ θὰ ἦτο εὔκολος ἡ πλάνη ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς δανείου καθαρῶς ἐξωτερικοῦ. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο ἀληθὲς οὕτως ἀπολύτως. Πρόκειται περὶ ἑνὸς δανείου τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἥμισυ ποσὸν εἶναι δάνειον ἐσωτερικὸν καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἶναι δάνειον ἐξωτερικόν. Διότι διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν συμβάσεως τὰ δέκα αὐτὰ ἑκατομμύρια τῶν δολλαρίων, τὰ ὁποῖα προμηθεύει ἡ ἀνάδοχος, θὰ χορηγηθῶσι κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν Ulen, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, εἰς τρόπον ὥστε τὸ μὲν ἥμισυ θὰ ληφθῇ ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἀγορᾶς, ἀδιάφορον ἂν κατόπιν ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ τοποθετήσῃ ἀλλαχοῦ, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ θὰ ἔλθῃ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διὰ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ διαθέσῃ ἡ Ἑταιρεία Ulen. Διότι αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως εἶναι σαφεῖς. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον θὰ ἐκδώσῃ τὰς ὁμολογίας, ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀγοράσῃ τὸ ἥμισυ, ὁ Οἶκος Ulen εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀγοράσῃ τὸ ἕτερον ἥμισυ. Ἑπομένως εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ ἥμισυ ποσὸν τοῦ δανείου εἶναι δάνειον καθαρῶς ἐσωτερικόν. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου θὰ ἦτο πλάνη νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία τῆς Χώρας θὰ ἐνισχύετο ἐκ τῆς εἰσροῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα 5,000,000 χρυσῶν δολλαρίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὀνομαστικῶς πρόκειται περὶ 5,000,000 δολλαρίων, περὶ 5,000,000 τὰ ὁποῖα θὰ δοθοῦν διὰ διαφόρων ἐτησίων δόσεων ἐντὸς μιᾶς πενταετίας. Ἐκ τοῦ ποσοῦ ὅμως τῶν πέντε ἑκατομμυρίων δολλαρίων θὰ ἀφαιρεθῇ 15%, ἤτοι 750,000 δολλάρια, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ ἔκδοσις γίνεται εἰς τὰ 85% καὶ ἔχομεν ἔκπτωσιν 15%. Ἂν ἀπ’ αὐτὰ τὰ 5,000,000 δολλάρια ἀφαιρέσωμεν τὰς 750,000 δολ. μᾶς μένουν 4,250,000 δολ., τὰ ὁποῖα ἐντὸς μιᾶς πενταετίας θὰ μᾶς δοθῶσιν ἀπὸ τὸν Οἶκον Ulen. Ἀλλὰ κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα τῆς πενταετίας, κατὰ τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ ἀνάδοχος ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποπερατώσῃ τὰ ἔργα ἐπὶ ἀμοιβῇ 1,200,000 δολλαρίων, θὰ ἔχῃ φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ Κράτος 1,200,000 δολ. Ἑπομένως κατὰ τὸ διάστημα τῆς πενταετίας τὸ Κράτος θὰ διώξῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 1,200,000 δολ. ὡς ἀμοιβὴν τοῦ Οἴκου Ulen. Ἂν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὰ 4,250,000 δολλάρια μᾶς μένουσι 3,050,000 δολ. Ἡ σύμβασις ὅμως προβλέπει ὅτι ἡ ἀνάδοχος θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐντὸς τῆς πενταετίας νὰ δαπανήσῃ εἰς τὴν Ἀμερικὴν διὰ γενικὰ ἔξοδα ποσὸν 240,000 δολ. Εἰς τοῦτο δέον νὰ προστεθῶσι καὶ 1,400,000 δολ. τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐξ ἰδίων πόρων δι’ εἰδικῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐνδιαμέσων τόκων διὰ τὴν πενταετίαν, θὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Οἶκον Ulen ὡς τόκους τοῦ ἡμίσεος τοῦ δανείου τούτου. Ἑπομένως ἂν ἀφαιρέσωμεν τὸ κονδύλιον αὐτὸ μᾶς μένει καθαρὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀγορὰν τοῦ ἐξωτερικοῦ, 1,410,000 δολ. Ἂν λάβητε ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ δαπάνη σύγκειται ὄχι μόνον εἰς τὰ ἡμερομίσθια καὶ τὰ ὑλικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἀγορασθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ εἰς ὑλικὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀγορασθῶσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, θὰ ἴδητε ὅτι τὰ 1,410,000 δολ. οὐδὲ πόρρωθεν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῶν προμηθειῶν τούτων, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000,000 δολ. τοῦ καθαρῶς ἐσωτερικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ συναφθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀγοράν, θὰ ἔχωμεν ἐξαγωγὴν ὑγιοῦς νομίσματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, παρ’ ὅλην ταύτην τὴν ἄποψιν, τὸ δάνειον δὲν εἶναι δάνειον καταναλώσεως, εἶναι δάνειον παραγωγικόν· καὶ ναὶ μὲν δὲν θὰ ἐνισχύσῃ ἀμέσως τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν δι’ εἰσροῆς ξένου συναλλάγματος, οὐχ ἧττον ὅμως ἔχει νὰ ἀποδώσῃ ἀγλαοὺς καρποὺς εἰς τὸ ἄμεσον μέλλον. Καὶ ὡς δάνειον παραγωγικὸν ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἐνέκρινεν ὁμοφώνως καὶ συνιστᾷ κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀποδοχήν. Ὅσον ὅμως καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν ἀποδεχόμεθα τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, προβάλλει ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: Ὑφίσταται πραγματικῶς τὸ χρῆμα, ὑπάρχουν αἱ ἐγγυήσεις; Διότι, ἂν τὸ δάνειον δὲν πραγματωθῇ, εἶναι μία οὐτοπία νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ κάμωμεν ἔργα ὑδρεύσεως, ἐφόσον ἡ αὐτὴ ἀνάδοχος θὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα καὶ θὰ προμηθεύσῃ τὰ κεφάλαια. Καὶ διερευνήσαμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις. Κύριοι συνάδελφοι, ἀναφέρω πάντοτε ἱστορικῶς τὰς σκέψεις αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν ὑποεπιτροπήν, προσωπικὴν γνώμην δὲν ἐξέφρασα μέχρι τοῦδε. Διότι νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν εἰς σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν μίαν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διασπαθήσεως 300,000,000 δρ., νομίζω ὅτι ὅλοι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ὄχι μόνον νὰ πείσωμεν ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐφόσον ἐξετάζομεν τὸ ζήτημα ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας καὶ νὰ τὸν πείσωμεν ὅτι διεφυλάξαμεν τὰ οἰκονομικά του συμφέροντα κατὰ τὸν ἀπολύτως δυνατὸν τρόπον. Διερωτήθημεν λοιπὸν ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ Ἑταιρεία Ulen διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ δανείου καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας παρουσιάζει ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ ὡς πρόεδρος τῆς Ἑλληνοαμερικανικῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἑταιρεία Ulen παρουσιάζει ὡς ἐγγυήσεις ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν, ἀναλαμβάνουσαν τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ τοῦ δανείου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν Οἶκον Ulen ἀναλαμβάνοντα τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου τῇ συνδρομῇ τῆς National City Bank τῆς Νέας Ὑόρκης. Καὶ ἐζητήσαμεν, ἐφόσον ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἄμεσος ἀγοραστὴς νὰ ἀγοράσῃ δι’ ἴδιον αὐτῆς λογαριασμὸν ὁμολογίας ἀξίας 5,000,000 δολλαρίων, ἤτοι πραγματικῶς ὁμολογίας 4,250,000 δολλαρίων, ἂν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς κεφαλαίων. Καὶ ἂν δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς κεφαλαίων, ἂν παρουσιάζει τοὐλάχιστον τὰς ἐγγυήσεις ὅτι θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τοποθετήσῃ τὸ δάνειον, καθ’ ὅσον μέρος ἀφορᾷ αὐτήν. Αὐτὰ δὲ τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν οὐδὲ πόρρωθεν ἀρκοῦσι διὰ τὴν κάλυψιν ἑνὸς τόσον μεγάλου ποσοῦ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔβλεπον εἰς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, ἐκεῖ ὅπου τοιχοκολλοῦν τὰ διάφορα γραφεῖα τὴν γενικὴν κατάστασιν τοῦ ἰσολογισμοῦ της, ὅτι τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας ἀνέρχεται εἰς 72 ἑκατομμύρια δραχμῶν σήμερον, τὸ τακτικὸν ἀποθεματικόν της εἰς 18 ἑκατομμύρια καὶ τὸ ἔκτακτον ἀποθεματικὸν εἰς 10 ἑκατομμύρια. Σύνολον 100,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ 100,000,000 δραχμῶν εἰς τὴν σημερινὴν συναλλαγματικὴν κατάστασιν ἐν Ἑλλάδι δύνανται νὰ καλύψωσιν 1½ ἑκατομ. δολ., ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε τὴν βασικὴν ὅτι τὰ κεφάλαια αὐτὰ θὰ ἦσαν διαθέσιμα διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον;
§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι καὶ ἡ μεσολάβησις.
§166Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀπαντῶ πρὸς ὑμᾶς. Ἰδιαιτέρως ἠρωτήθην.
§168Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως αὐτῇ θὰ διασαφήσω τὸ πρᾶγμα. Διὰ τῆς συμβάσεως ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Τράπεζα ὅτι θὰ ἀγοράσῃ ὁμολογίας 5 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Τὴν στιγμὴν ποὺ λέγει ἡ Τράπεζα ὅτι θὰ ἀγοράσῃ, εἶναι ἐξεταστέον ἂν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἀγοράσῃ. Λοιπὸν λέγω ὅτι οὔτε πόρρωθεν δύναται νὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς ἄμεσος ἀγοραστής. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ κύκλος τῶν ἐργασιῶν της ἀνέρχεται εἰς 1,450,000,000 δραχ., καταθέσεις, ἐνεργητικὸν γενικῶς καὶ ὑποχρεώσεις, ἐν συνόλῳ δηλαδὴ ὁ κύκλος τῆς ἐργασίας της. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ποσοῦ τῶν 5 ἑκατομμυρίων δολλαρίων δι’ ἣν περίπτωσιν δὲν δυνηθῇ νὰ τὸ τοποθετήσῃ ἀλλαχοῦ, θὰ τὸ καλύψῃ τάχα ἐκ τῶν καταθέσεών της; Ἂν τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἀπεπειρᾶτο ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν ἢ οἱαδήποτε Τράπεζα, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὡς ἐπόπτης τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, θὰ ἐπενέβαινεν, ἵνα τὴν ἐμποδίσῃ. Θὰ ἦτο οἰκονομικὴ πολιτικὴ μιᾶς Τραπέζης ὀλεθρία, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἐνεδεικνύοντο ἀμέσως ὀδυνηρὰ διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸ μερίδιον τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, τὰ ἴδιά της κεφάλαια δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ποσοῦ τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλύψῃ ἡ Ἑταιρεία Ulen, μᾶς εἶπεν ὅτι τὰ κεφάλαια τῆς Ἑταιρείας Ulen εἶναι τόσα, ὥστε θὰ ἐξησφάλιζον 50,000,000 δολ. καὶ συνεπῶς κατὰ πολὺ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Πλὴν δὲ τούτου ὁ οἰκονομικὸς συνδυασμὸς τῆς Ἑταιρείας Ulen ἔχει ἀποθεματικὰ κεφάλαια 380 ἑκατομμυρίων δολ. καὶ ὅτι τὰ ἀποθεματικὰ αὐτὰ κεφάλαια δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐγγύησις τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὰς δύο αὐτὰς ἀπόψεις καὶ ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν τελευταίαν. Ὁ Οἶκος Ulen καὶ Σία ἀποτελεῖ μίαν Ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, ἔχουσαν ἰδίαν περιουσίαν καὶ διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἀνωνύμου αὐτῆς Ἑταιρείας εὐθύνεται μόνον ἡ ἑταιρικὴ περιουσία. Οἱ ἄλλοι οἰκονομικοὶ ὀργανισμοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἑταιρείας Ulen, ἔχουσιν ἴδια ἀποθεματικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὐδεμίαν ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν διὰ τὸ δάνειον ἀμέσως. Βεβαίως μίαν ἔμμεσον πίστιν ἀποτελοῦσι, διότι οἰκονομικοὶ ὀργανισμοὶ τοσοῦτο σοβαροὶ δὲν θὰ διακυβεύσουν τὴν πίστιν των μὴ ἐκπληροῦντες μίαν σύμβασιν τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσιν, ἀλλ’ ἕτερον ἑκάτερον. Τὰ 50,000,000 δολ., τὰ ἴδια κεφάλαια τῆς Ἑταιρείας Ulen, εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 δολλαρίων διὰ τὰ ἔργα τῆς ὑδρεύσεως; Ἄν τις μεμονωμένως ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἔχῃ τὸν κοινὸν νοῦν καὶ γνωρίζῃ στοιχειώδη πρόσθεσιν καὶ ἀφαίρεσιν, θὰ εἴπῃ ναί. Ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία Ulen δὲν ἀναλαμβάνει ὡς πρῶτον ἔργον τὰ ἔργα τῆς ὑδρεύσεως αὐτῆς. Μᾶς ἐτονίσθη, καὶ δικαίως, ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας Ulen ὅτι ἀπειρίαν ἔργων ἔχει ἀναλάβει καὶ πλειάδα τοιούτων ἔργων ἔχει ἤδη ὑπὸ ἐκτέλεσιν καὶ ὅτι αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἑκασταχοῦ συνάπτει εἶναι σχεδὸν πανομοιότυποι τῆς ὑπὸ τὴν ἡμετέραν κρίσιν συμβάσεως, εἰς τρόπον ὥστε τὰ κεφάλαια τῆς Ἑταιρείας Ulen ὡς τοιαῦτα εἶναι ὑπέγγυα δι’ ὅλα τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπὸ κατασκευὴν ἡ Ἑταιρεία Ulen. Τὰ ἴδια λοιπὸν κεφάλαια τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν ὀργανισμῶν εἶναι λίαν προβληματικὸν ἂν ἤθελον ἐπαρκέσει διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ δανείου. Οὐχ ἧττον ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἀπεδέχθη ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνάπτεται τὸ δάνειον, αἱ ἀσφάλειαι τὰς ὁποίας παρέχει ἡ Ἑλλὰς εἰς τοὺς νέους πιστούχους της καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ οἰκονομικὴ πίστις καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, τὴν ὁποίαν οὐδόλως ὑποτιμῶμεν, ἀλλὰ τὴν ἐξετάζομεν ὡς πίστιν, καὶ ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Οἴκου Ulen ὡς καὶ μέχρις ἑνὸς σημείου τῆς φυσικῆς των ἐπαρκείας καὶ τὰ ἴδια κεφάλαια τῶν δύο τούτων μεγάλων οἰκονομικῶν ὀργανισμῶν, θέλουν ἐξασφαλίσει τὴν ἔκδοσιν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης· ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συλλογισμῶν τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ulen παρουσιάζει τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὡς πειστήριον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ δάνειον. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ τίνας ἐγγυήσεις προσέφερε; Παρουσιάζετο ὡς πρόεδρος τῆς Ἑλληνοαμερικανικῆς Ἑταιρείας Ἐκμεταλλεύσεως τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας τὴν ἱστορίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου πιστότατα ἐμνημόνευσε. Καὶ ἡ ὑπόστασις τῆς Ἑταιρείας ταύτης αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὡς πειστήριον οἰκονομικῆς ἐπαρκείας. Ἀλλ’ οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν μέλη τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἐνθυμοῦνται μὲ ποῖον κατηγορηματικὸν τρόπον ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ, προσωπικῶς παριστάμενος, ἐβεβαίωσε τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι ἔχει ὄπισθεν αὑτοῦ ὡς χρηματοδότην ὑπεύθυνον τὸν μέγαν τραπεζιτικὸν Οἶκον Σπάγερ καὶ Σία καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι «ὁ Οἶκος Σπάγερ καὶ Σία ὀφείλει νὰ εἶναι πολὺ γνωστὸς εἰς ὅλους σας, διότι εἶναι ὁ μέγας τραπεζιτικὸς Οἶκος ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τὴν ἀναλογοῦσαν εἰς τὴν Ἀμερικὴν μερίδα τοῦ προσφυγικοῦ δανείου». Μᾶς ἐβεβαίωσε λοιπὸν μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον ὅτι ἔχει ὄπισθεν αὑτοῦ τὸν Οἶκον Σπάγερ καὶ Σία. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἐπιτροπὴν εἴχομεν πρὸ ἡμῶν ἕνα κύριον διεθνοῦς φήμης, ἕνα κύριον ὁ ὁποῖος μᾶς ἔλεγε· «δὲν εἶμαι ἐγὼ τάχα ὁ Μὰκ Ἄρθουρ τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀκόμη αὐτὸς ὁ σήμερον Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπῆρε bras dessus bras dessous, ὅπως ἔλεγε, διὰ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου, τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως;»
§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, δὲν συνέστησα εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου, τὸν παρουσίασα ἁπλῶς.
§170Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον τί μᾶς εἶπεν.
§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὔτε bras dessus bras dessous οὔτε τίποτε· μοῦ ἐζήτησε νὰ τὸν παρουσιάσω καὶ τὸν παρουσίασα. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι διετέλουν ἐν τῇ πλάνῃ ὅτι ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ ἦτο οἰκονομικῶς ἰσχυρὸς καὶ ἔτριψα τοὺς ὀφθαλμούς μου ὅταν ὁ ἐμπορικὸς ἀκόλουθος τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας μοῦ εἶπεν ὅτι δυστυχῶς ὁ Οἶκος Μὰκ Ἄρθουρ δὲν ἦτο οἷος ἦτο, διελύθη διότι ἐμάλωσε μὲ τὸν ἀδελφόν του καὶ εἶπον μὲ τὸν νοῦν μου· πῶς ἦλθε νὰ μοῦ ζητήσῃ νὰ τὸν παρουσιάσω νὰ ἀναλάβῃ ἔργα ὅταν δὲν εἶναι ἐν οἰκονομικῇ εὐεξίᾳ; Ἀκόμη περισσότερον καὶ θλιβερῶς ἐξεπλάγην ὅταν ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα ὅτι ἀπέτυχε καὶ οἰκονομικῶς καὶ μηχανικῶς ἀκόμη.
§172Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, κύριε Μπακόπουλε, ἓν τηλεγράφημα τοῦ Σπάγερ πρὸς τὴν Συνέλευσιν...
§173Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ τηλεγραφήματα.
§174Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. ... ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς τοιούτου προσώπου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Σπάγερ.
§175Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ἐν τάξει· εἶπον ὅτι αὐτὰ μᾶς τὰ εἶπεν.
§176Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν τὰ εἴχετε εἰπεῖ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι αἱ Ἐπιτροπαὶ δι’ αὐτὸ γίνονται καὶ σαφηνίζονται αὐτὰ τὰ πράγματα, θὰ σᾶς ἔδιδε τὴν ἀπάντησιν.
§177Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διεσαφηνίσατε ἔκτοτε αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εἴχομεν ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, ἀπέναντί μας ἕνα κύριον Μὰκ Ἄρθουρ, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του ἐχαρακτηρίζετο ὡς τεχνικῶς ἱκανός, ἀλλὰ καὶ ὁ ὁποῖος μᾶς εἶχε δείξει μίαν ἐπιστολήν, ἀπευθυνομένην πρὸς αὐτὸν μὲ ἡμερομηνίαν 28 Ἰανουαρίου 1925, ἀπὸ μέρους τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀμερικῆς ἐν Ἀθήναις καὶ τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, ἡ ὁποία ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς ἐδόθη, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ Τύπου ἐδημοσιεύθη ἔκτοτε, ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρεσβεία Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς. Ἀθῆναι (Πέμπτη πρωΐα) 28 Ἰανουαρίου 1925. Ἀγαπητὲ κύριε Μὰκ Ἄρθουρ. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ ἡμερομηνίαν 21ης καὶ 22ας τρέχοντος ἐπιστολῶν σας, ἃς μόλις πρὸ ὀλίγου ἔλαβον, σπεύδω νὰ σᾶς ἐπαναλάβω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα πρὸς ὑμᾶς καὶ χθές, τουτέστι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γράψω εἰς οἱονδήποτε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐὰν μὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ φήμης, ἡ διάψευσίς μου πιθανῶς νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν σπουδαιότητά τινα, ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ τοσούτου σπουδαίου πράγματος, ὥστε νὰ ἐπηρέασε πρόσωπα τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιρροῆς καὶ σπουδαιότητος, εἶμαι πάντοτε διατεθειμένος, καθὼς σᾶς ἐβεβαίωσα καὶ χθές, νὰ ἀπαντήσω ἐν ᾗ περιπτώσει παρουσιασθῇ τις καὶ ζητήσῃ πληροφορίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν ἣν ἐκάματε εἰς τὴν σημερινήν σας ἐπιστολήν, καθ’ ἣν ἔδωσα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν συστατικὴν ἐπιστολὴν προτιμήσεως, ἥτις ἐπέδρασε δυσμενῶς δι’ ὑμᾶς, βεβαίως σᾶς δίδω τὴν ἄδειαν νὰ τὴν διαψεύσητε. Εἶναι ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς Βασιγκτῶνος νὰ συνιστᾷ οἱονδήποτε Ἀμερικανικὸν συμφέρον ἐπὶ βλάβῃ ἑτέρου, ἐγὼ δὲ δὲν ἔπραξα τοιοῦτόν τι. Οὐδεμίαν εὐκαιρίαν ἔσχον νὰ γράψω εἰς οἱονδήποτε, ἔστω καὶ μίαν μόνην γραμμήν, ἐπὶ τοῦ θέματος, πρὸ τῆς παρούσης στιγμῆς. Εἰλικρινῶς ὑμέτερος (Ὑπογρ.) Ι. ΛΑΦΑΙΝ Κύριον Ι. Μὰκ Ἄρθουρ, 18 Βουλῆς, Ἀθήνας». Τώρα, κύριοι συνάδελφοι, πῶς ἡ Ἀμερικανικὴ Πρεσβεία ἔδωσεν ἄλλας ἐπιστολὰς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως; λέγει ὁ κ. Πρεσβευτής: «Οὐδεμίαν εὐκαιρίαν ἔσχον νὰ γράψω εἰς οἱονδήποτε, ἔστω καὶ μίαν μόνην γραμμήν......»
§178Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θέλετε νὰ θέσητε ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀμερικῆς;
§179Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, ὄχι βέβαια.
§180Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἦλθεν ὁ ἐμπορικὸς ἀκόλουθος τῆς Πρεσβείας καὶ ἔδωκε τὰς πληροφορίας αὐτάς. Τοῦ εἶπον· τί γνωρίζετε περὶ τοῦ Ulen; Γνωρίζω τοῦτο καὶ τοῦτο. Γνωρίζετε κανένα ἄλλον Οἶκον νὰ μοὶ συστήσητε; Δὲν γνωρίζω.
§181Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, κ. Πρόεδρε· ὅτι δι’ ἡμᾶς, εὑρισκομένους πρὸ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως καὶ ἔχοντας μίαν κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ὁ Οἶκος Σπάγερ χορηγεῖ τὰ χρήματα, ἐγεννήθησαν ὡρισμέναι σκέψεις. Εὑρέθημεν πρὸ ἑνὸς διλήμματος, καὶ ἡμεῖς ὡς εἰσηγηταὶ καὶ ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ὡς τοιαύτη ἓν ἐκ τῶν δύο ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν· ἢ νὰ συστήσωμεν τὴν ἔγκρισιν τῆς συμβάσεως Ulen ἢ τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων Μὰκ Ἄρθουρ. Μέσος ὅρος δὲν ἐχώρει. Καὶ εὑρέθημεν πρὸ τοῦ ἑξῆς δεινοῦ διλήμματος: Ἄν χωρὶς νὰ ἐρευνήσωμεν ἄν πραγματικῶς ὁ Οἶκος Σπάγερ χορηγεῖ τὰ χρήματα ἐνεκρίνομεν τὰς προτάσεις Μὰκ Ἄρθουρ, ἐτρέχαμεν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον μὲ τόσον ζοφερὰ χρώματα δικαίως ἐζωγράφησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, νὰ εὑρεθῶμεν εὐθὺς ἀμέσως ἀπέναντι μιᾶς ἀναδόχου μὴ ἐχούσης τὰ οἰκονομικὰ ἐφόδια πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Καὶ τότε τί θὰ εἴχομεν νὰ δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἄν ὅμως ἀφ’ ἑτέρου ἀπερρίπτομεν τὰς προτάσεις Μὰκ Ἄρθουρ καὶ ἐνεκρίνομεν ἄνευ ἐρεύνης τὴν σύμβασιν Ulen, τότε, κύριοι συνάδελφοι, ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς μεταξὺ ἡμῶν θὰ ἀρνηθῇ ὅτι πᾶς Ἕλλην θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιρρίψῃ κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν μομφὴν ὅτι διεσπάθησε 300,000,000 δραχ. ἀβασανίστως, καὶ καθὼς θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσῃ διὰ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοὺς εἰσηγητὰς εἰδικώτερον ὅτι ἔλαβον καὶ αὐτοὶ τὸ μερίδιόν των ἐκ τῶν 300,000,000. Εἰς ἐμὲ προσωπικῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι μόνον ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον ἀφ’ ὅτου ὠργανώθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐγένοντο διάφοροι ὑποδείξεις δῆθεν ὑπὸ τύπον φιλικὸν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπόν: «πρόσεξε, πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων». Ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ εἰς ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένοντο παρόμοιαι ὑποδείξεις. Καὶ ἡμεῖς οἱ πέντε οἱ ἀποτελοῦντες τὴν οἰκονομικὴν ὑποεπιτροπὴν ὁμοφώνως ἠθελήσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τόσον λευκοὶ ὅσον εἰσήλθομεν. Καὶ ὑπὸ τὰς σκέψεις αὐτὰς ἀπεφασίσαμεν νὰ τηλεγραφήσωμεν ὡς ὑποεπιτροπὴ πρὸς τὸν Οἶκον Σπάγερ νὰ βεβαιώσῃ οὗτος ἄν αἱ βεβαιώσεις τοῦ κ. Μὰκ Ἄρθουρ ἦσαν ἀληθεῖς. Δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἐλάβομεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἀνεξαρτήτως ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μας. Ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὸν Οἶκον Σπάγερ καὶ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ Οἶκος Σπάγερ μᾶς ἀπήντησεν ὅτι ὑπῆρχε κάποια παρεξήγησις. Δηλαδὴ εἰς τὴν καθωμιλημένην ὅτι ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι χρήματα δὲν δίδει. Κατόπιν τούτου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ κατάστασις διελευκάνθη τόσον, ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ δυνηθῇ νὰ χωρήσῃ ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν ὁριστικήν της συζήτησιν χωρὶς κίνδυνον γεννήσεως παραπόνων καὶ ἀμφισβητήσεων, οὐδὲ παρ’ αὐτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὰς προτάσεις Μὰκ Ἄρθουρ, οὐδὲ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Σπάγερ ἐδημιουργήθη μία νέα κατάστασις. Πολλοὶ φόβοι, πολλαὶ ὑποψίαι ἐγεννήθησαν καὶ εἰς τὴν ψυχὴν ἡμῶν καὶ εὐτυχῶς διελύθησαν. Λέγω εὐτυχῶς, διότι θὰ ἦτο ὀδυνηρὸν διὰ τὸν Τόπον ἂν αἱ ὑποψίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι τόσον εὐκόλως εἶχον διασπαρῆ, ἦσαν ἀληθεῖς, ἦσαν πραγματικαί, ἂν δηλαδὴ εἶχεν εὑρεθῆ Κυβέρνησις ἡ ὁποία εἶχεν ἀπεμπολήσει μέχρι τοιούτου σημείου τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ὥστε νὰ προτιμᾷ μίαν τοιαύτην σύμβασιν. Εὐτυχῶς λοιπὸν αἱ ὑπόνοιαι ἐκεῖναι διελύθησαν εἰς τρόπον ὥστε σήμερον καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἰδίου κ. Μὰκ Ἄρθουρ θὰ δυνάμεθα μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τοιαύτην ἀπόφασιν ἡμῶν, περὶ ἀπορρίψεως τῶν προτάσεων. Κατόπιν λοιπὸν τῆς νέας αὐτῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνεθεώρησε τὰς ἀποφάσεις της καὶ ἀπεφάσισε νὰ μὴ χωρήσῃ πλέον εἰς τὴν συγκριτικὴν μελέτην τῶν δύο προτάσεων, διότι θὰ ἦτο μάταιον νὰ λέγωμεν ὅτι αἱ προτάσεις τοῦ Α εἶναι καλύτεραι ἀπὸ τὰς προτάσεις τοῦ Β, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλειπεν αὐτὴ αὕτη ἡ οἰκονομικὴ βάσις. Περιώρισε τὴν ἐξέτασίν της εἰς μόνην τὴν σύμβασιν Ulen καὶ ἐσκέφθη ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὡρισμένας τροποποιήσεις, τροποποιήσεις ἃς νὰ προτείνῃ ὄχι μόνον διὰ τὴν εὐχαρίστησιν τῆς προτάσεως, ἀλλὰ τροποποιήσεις παρεχούσας ἐλπίδας ἀποδοχῆς. Μὲ τὴν σκέψιν ταύτην τόσον ἡ οἰκονομικὴ ὑποεπιτροπὴ ὅσον καὶ ἡ τεχνικὴ ὑποεπιτροπὴ εἰσηγήθησαν ὡρισμένας τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε ὅλοι ἀνὰ χεῖρας. Καὶ πρῶτον ἡ πρωταρχικὴ καὶ βασικὴ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνομεν, εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἶναι ἡ ἐξεύρεσις τῶν κεφαλαίων διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ὅλου συμπλέγματος τῶν ἔργων. Ὅπως προανέφερα, κύριοι συνάδελφοι, ἡ σύμβασις προβλέπει περὶ κατασκευῆς ὡρισμένου συμπλέγματος τοῦ ἔργου καὶ μόνον ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ὅλου συμπλέγματος θεραπεύει τὴν ἔλλειψιν τοῦ ὕδατος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Καὶ ἂν τὸ σύμπλεγμα δὲν ἀποπερατωθῇ ὡς τοιοῦτον, ἡ μερικὴ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων εἶναι ἀνωφελής. Ἐγεννήθη λοιπὸν τὸ ἐρώτημα, προεβλήθη τὸ ζήτημα, ἂν τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 δολλαρίων, εἴτε τὰ 8½ ἑκατομ. πραγματικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὸ δάνειον, ἐπαρκοῦν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων. Ὁ κ. Γενηδουνιᾶς, τοῦ ὁποίου τὴν εἰδικότητα καὶ ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ, καὶ πρὸς τιμήν του ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπεν ὅτι, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ἀριθμούς, ἀναλαμβάνει πλήρη τὴν εὐθύνην τῶν ὅσα λέγει, δὲν δύναται δὲ μόνον νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς βεβαιώσεως περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τοῦ Οἴκου Σπάγερ, διότι τοῦτο δὲν ἦτο κάτι τι, τὸ ὁποῖον εἶχε περιπέσει εἰς τὴν ἄμεσον ἀντίληψίν του. Ἐξετάζων λοιπὸν τὸ ζήτημα καθαρῶς ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως ἐβεβαίωσε τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 10,000,000 δολλαρίων εἶναι ἀνεπαρκὲς διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων καὶ ὅτι διὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ ὅλου συμπληρώματος τῶν ἔργων χρειάζονται 15,800,000 δολ. ὀνομαστικοῦ δανείου. Καὶ δι’ αὐτὸ μᾶς λέγει ὁ Οἶκος Μὰκ Ἄρθουρ πρότεινε τὴν χορήγησιν δανείου μέχρι 16 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ὁ Οἶκος Ulen μὲ τὴν χορήγησιν τοῦ ποσοῦ τῶν 10 ἑκατομμυρίων θὰ ἀφήσῃ τὰ ἔργα ἡμιτελῆ. Εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἀντιλήψεως ταύτης ἔρχονται οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν μελετῶν ἐκείνων, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ γίνουν τὰ ἔργα, διότι τὰ ἔργα θὰ γίνουν ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης βραβευθείσης. Ἡ μελέτη προβλέπει συνολικὴν δαπάνην 80 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, τὸ δὲ συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων λέγει ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι ὑπερβολικὸς καὶ ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῇ ἔκπτωσιν 25%, ἑπομένως πρέπει νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 60 ἑκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν, δηλαδὴ 12 ἑκατομμυρίων δολλαρίων· μόνον ἡ κατασκευὴ τοῦ ἔργου, ὄχι τόκοι κτλ. Αἱ προτάσεις τῆς Ulen ἀναβιβάζουσι τὸ ποσὸν εἰς 10 ἑκατομ. δολ. ὀνομαστικοῦ δανείου. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς προμηθείας καὶ τῆς ἀποζημιώσεως, ἤτοι 2,700,000 δολ., ἀπομένουσι διὰ τὰ ἔργα 7,300,000. Ἂν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ γενικὰ ἔξοδα 300,000, μᾶς μένουν 7 ἑκατομ. δολ. Ἂν ἀφαιρεθοῦν καὶ τὰ γενικὰ ἔξοδα ἐξ 700,000, ἀπομένουν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων 6,300,000 δολ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ Ulen τὸ διατιθέμενον διὰ τὰ ἔργα ἀνέρχεται εἰς 6 ἑκατομμύρια. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς μελέτης τοῦ μὲν ἑνὸς χρειάζονται 8,000,000, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Μπὰνκ Οὐνιὸν 10,800,000, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Σμὶθ 8,000,000 φρ. χρ., 6,000,000 φρ. χρ. δὲ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ὅτι δὲ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, κύριοι συνάδελφοι, καταφαίνεται ἀρκετὰ σαφῶς καὶ ἐκ τῶν ὅρων αὐτῆς ταύτης τῆς συμβάσεως Ulen. Διότι ἡ σύμβασις Ulen διὰ τῶν ἄρθρων 28 καὶ 45, νομίζω, προβλέπει καὶ τὴν περίπτωσιν μὴ ἐπαρκείας τοῦ ποσοῦ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων. Καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 28 λέγει ὅτι· ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐπαρκέσῃ, ἀναλαμβάνει ἡ ἀνάδοχος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς χρηματιστηριακοὺς κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συμπληρωματικῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Εἰς δὲ τὸ ἄρθρον, νομίζω, 45 λέγει ὅτι· εἰς τοὺς ὑπολογισμούς της ὑπολογίζει 25 χιλιάδας σιδηροσωλῆνας, ἂν δὲ χρειασθοῦν περισσότεροι, ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἐκτὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἑπομένως ἐκ τῶν δύο τούτων διατάξεων τῆς συμβάσεως καταφαίνεται ἀρκετὰ σαφῶς ὅτι καὶ ἡ Ἑταιρεία Ulen θεωρεῖ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ἀρχικοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομ. δολλαρίων δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων. Καὶ ἐρωτᾶται· εἶναι θεμιτόν, εἶναι δίκαιον, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ μίαν σκέψιν ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν θέλει νὰ ἀπομακρυνθῇ, ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τῆς τεχνητῆς λίμνης Μαραθῶνος, εἶναι θεμιτόν, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμωμεν μίαν σύμβασιν ἡ ὁποία δὲν μᾶς ἐξασφαλίζει τὰς οἰκονομικὰς προϋποθέσεις διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων, καὶ νὰ ἐγκρίνωμεν μίαν τοιαύτην σύμβασιν ἡ ὁποία δὲν μᾶς παρέχει ὅλα τὰ ἐχέγγυα διὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων; Δὲν θὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ σφάλμα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ περιεπίπτομεν ἂν ἐδεχόμεθα τὰς προτάσεις τοῦ κ. Μὰκ Ἄρθουρ; Ἡ Ἑταιρεία Ulen μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ δὲν ἔχει χρήματα, ἀλλὰ ζητεῖ ἀπὸ σᾶς νὰ τῷ δώσητε τὴν σύμβασιν διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ βρῇ τὰ χρήματα. Νομίζω, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπερβάλον ποσόν, τὸ πλέον τῶν 10,000,000 δολλαρίων, τὸ ποσὸν δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρεία Ulen νὰ μᾶς προμηθεύσῃ μελλοντικῶς, βεβαίως μὲ τὴν αὐτὴν λογικὴν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτήν, δυοῖν θάτερον: Ἢ ἔχεις ὅλα τὰ χρήματα, ἔχεις ὅλην τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν νὰ ἀποπερατώσῃς τὰ ἔργα, καὶ τότε ὀφείλεις κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἠθικοὺς καὶ τὴν κοινὴν λογικὴν νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃς τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ὅλων τῶν ἔργων καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ἢ ζητεῖς καὶ σὺ νὰ μᾶς γελάσῃς μὲ τὴν παροχὴν ἑνὸς ποσοῦ ἢ διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν «γελάσῃς», ζητεῖς, προσφέρουσα ἓν ὡρισμένον ποσόν, νὰ λάβῃς τὴν σύμβασιν ἀνὰ χεῖρας διὰ νὰ ἐξεύρῃς τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν ὑπὸ ὅρους τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν. Ὁ κ. Μὰκ Ἄρθουρ ἔλεγεν: Αὐτοὶ καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι μου, αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ δώσῃ τὸ δάνειον, αὐτὸν τὸν τόκον θὰ μοὶ πληρώσητε, αὐτὸ τὸ χρεολύσιον καὶ ἄλλα, ἂν θέλετε δώσατέ μοι τὴν σύμβασιν. Ἡ Ulen μᾶς λέγει: Θὰ σᾶς δώσω τὰ 10,000,000 δολ., διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον θὰ σᾶς τὸ δώσω ἀλλ’ ὑπὸ ποίους ὅρους δὲν ἠξεύρω. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χωρήσῃ οὐδεὶς δισταγμὸς εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν σύμβασιν μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ γίνῃ δεκτή, ἡ τροπολογία κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνάδοχος ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προμηθεύσῃ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους χορηγεῖται τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 δολλαρίων. Ἀγαπῶ καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Ulen, ἐκτιμῶσα τὴν λογικότητα, τὸ δίκαιον καὶ τὴν λογικὴν δὲν θὰ διστάσῃ νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Ἐπειδή, κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον ἐμέ, νομίζω ὅτι ὅταν συνάπτεται μία σύμβασις πρέπει νὰ προβλέπῃ καὶ περὶ κυρώσεως ἐν περιπτώσει ἀθετήσεως τῆς συμβάσεως, εἰσηγήθην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ὡρισμένη κύρωσις ἐξασφαλίζουσα τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἀναδόχου. Ἡ ἀσφάλεια θὰ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου ἀφ’ ἧς ζητηθῇ τοῦτο ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον καὶ ἀναλαμβάνει ἐπιπροσθέτως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφήνῃ ἐκ τῶν ἀποδοχῶν ὡρισμένον ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐγγύησις καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὅρους καὶ διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἡ Ἑταιρεία Ulen, δικαίως ὑπερηφανευομένη διὰ τὴν ἀξίαν της καὶ τὴν ἠθικήν της ὑπόστασιν εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας συνάπτει, περιλαμβάνει τὴν ρήτραν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν ὑπὸ κρίσιν σύμβασιν, περιλαμβάνει εἰς τὸ ἄρθρον 2 κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀναγινώσκει): «Τῆς Ἑταιρείας..... κλπ.» Καὶ κατωτέρω εἰς τὸ ἄρθρον 44 λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς παραδόσεως.... κτλ.» Θὰ ἐκτελέσῃ, λέγει, τὸ ἔργον ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἰδίου ἔργου καὶ θὰ ἐκμεταλλεύηται τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως αὐτό. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἴχομεν περὶ αὐτοῦ. Δὲν θέλομεν τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν καμμίαν ἀμφιβολίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ποῖα θὰ εἶναι ἡ κύρωσις τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς; Μόνον ἡ ἐγγύησις 100,000 δολλαρίων; Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κύριοι συνάδελφοι, ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Ὅταν πρόκειται περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑταιρείας, δὲν ἀφήνεται σιδηροῦς κλοιὸς ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ τεθῇ περὶ τὸν τράχηλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους· δὲν ἀφέθη ἐξηυτελισμένη ἔκφρασις ἡ ὁποία νὰ μὴ τεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν. Καὶ ἂν μελετήσητε ἐπισταμένως τὴν σύμβασιν θὰ ἰδῆτε ὅτι ἡ μὲν Ἑταιρεία παρουσιάζεται ὡς καλόπιστος συμβαλλόμενος, ὡς ὁ συμβαλλόμενος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς καλῆς του πίστεως, δὲν ἀνέχεται ὅμως τὸ αὐτὸ ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Διότι, ὅταν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐξηυτελισμένου καὶ τεταπεινωμένου συμβαλλομένου, περὶ ἑνὸς συμβαλλομένου ὁ ὁποῖος δὲν παρέχει καμμίαν ἐγγύησιν τιμιότητος καὶ ὑπολήψεως καὶ ζητοῦνται πᾶσαι αἱ λοιπαὶ δυναταὶ ἀσφάλειαι. Τιμῶμεν τὴν Ἑταιρείαν Ulen, ἀλλὰ τιμῶμεν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως τιμῶμεν τὴν Ἑταιρείαν Ulen, νὰ τιμᾷ καὶ αὕτη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ὅπως δίδῃ ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων του, διὰ τὰ ὁποῖα ἐζήτησε τόσους καὶ τόσους ὅρους. Δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὅρων περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Διότι ἡμεῖς χάριν τῆς σκέψεως ταύτης καὶ χάριν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου παρείδομεν πάντας τοὺς αὐστηροὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ συνεστήσαμεν τὴν παραδοχὴν αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ὅπως ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία δεσμευθῇ διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἂν δὲν ἐγκριθῇ οὕτω τροποποιουμένη ἡ σύμβασις ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς ἄτομον θὰ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔπραξεν ἔργον μὴ δικαιολογούμενον ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δευτέρα τροπολογία, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ὁποίαν προτείνομεν, εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν γενικῶν ἐξόδων. Διὰ τῆς συμβάσεως Ulen προβλέπεται ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ulen δύναται νὰ κάμῃ γενικὰ ἔξοδα ἐν Ἑλλάδι ἐξ Ἀμερικῆς μέχρι 17% ἐπὶ τῆς ὁλικῆς ἀξίας τῶν ἔργων. Δι’ ἑνὸς δημοσιεύματος δὲ ἀναλυτικοῦ, τὸ ὁποῖον, ὑποθέτω, καὶ σεῖς θὰ ἔχητε καὶ τὸ ὁποῖον διένειμεν ἡ Ἑταιρεία Ulen, ἀναγράφεται ὅτι, ἂν ὑπερβῇ ἡ ἀνάδοχος τὸ ποσὸν τῶν 17%, τὸ ὑπερβάλλον τότε ποσὸν θὰ εἶναι εἰς βάρος της. Ἄρα προβλέπει ὅτι θὰ ἐξαντληθῇ τὸ ποσὸν τῶν 17%. Ὅταν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὁ κ. Κέϊζ καὶ ὁ κ. Διαμαντίδης, ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Ἑταιρείαν Ulen, ἀνέπτυξαν τὰ ποσὰ καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, ὁ κ. Διαμαντίδης μᾶς ἐβεβαίωσε κατηγορηματικῶς ὅτι ὁ κ. Κέϊζ ἦτο τῆς γνώμης ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν γενικῶν ἐξόδων πέρα τῶν 12% εἶναι λῃστεία, καὶ ὁ κ. Κέϊζ ἐβεβαίωσε τοῦτο. Καὶ ἐρωτῶμεν· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίζηται τὸ ποσὸν τῶν 12% λῃστεία καὶ ἐν τούτοις ἡ λῃστεία αὐτὴ νὰ τίθεται εἰς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως;
§182Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ ἐξήγησα κατὰ τὴν εἰσήγησίν μου.
§183Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω τί εἶπον ἐκεῖνοι. Τὴν ἀγόρευσίν σας δὲν τὴν ἔχομεν. Ἐζητήσαμεν ἔκτοτε ἀντίγραφον τῆς ἀγορεύσεώς σας καὶ ἀκόμη δὲν τὸ ἐλάβομεν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ θεωρήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§185Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω λοιπὸν νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν τῶν γενικῶν ἐξόδων εἰς 14% καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ λαμβάνηται ἐκ τῶν καθαρῶν ἐξόδων. Καὶ προσθέτομεν τὴν τροπολογίαν· ἡ Ἑταιρεία νὰ δώσῃ προσωρινὸν δάνειον μέχρι 2,000,000 δολλαρίων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς προσωρινῆς ὑδρεύσεως. Διότι μέχρι τῆς πλήρους ὑδρεύσεως θὰ ἀναφανῇ τὸ φαινόμενον τῆς τελείας λειψυδρίας. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Ἑταιρεία χορηγεῖ ποσὸν 1,000,000 δολ. διὰ τὴν προσωρινὴν ὕδρευσιν. Εἰς τὴν σύμβασιν δὲν ἀναγράφεται τοῦτο, ἀλλὰ λέγεται ὅτι ἀναλαμβάνει νὰ δώσῃ τὸ κεφάλαιον αὐτό, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὅρους θὰ καθορισθῶσιν οὗτοι εἰς τὸ μέλλον. Φρονοῦμεν λοιπὸν ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ὅτι θὰ δώσῃ δάνειον διὰ τὸ ἔργον τῆς προσωρινῆς ὑδρεύσεως καὶ θὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς προσωρινῆς ὑδρεύσεως, νομίζω ὅτι καὶ ἡ Ἑταιρεία Ulen δὲν ἔχει ἀντίρρησιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παρεμβολῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἄρθρων τὰ ὁποῖα παρέχουσι τὰς ἐξασφαλίσεις εἰς τὴν Ἑταιρείαν διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Συνέλευσις περὶ τίνος πρόκειται. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ συμβάσεως λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὑπηρεσία τῶν ὡς εἴρηται ὁμολογιῶν...... κλπ.» Τὸ ἄρθρον 10 λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται εἰλικρινῶς...... κλπ.» Ἀλλὰ τὸ εἰλικρινῶς δὲν ἀποτελεῖ ἀρκετὴν ἀσφάλειαν διὰ τὴν Ἑταιρείαν· ἔχομεν τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις ἐκχωρεῖ, παρέχει καὶ προορίζει ἀμέσως καὶ ἀμετακλήτως..... κλπ.» Πλὴν τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας λοιπόν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος εἰλικρινῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, δίδει ὡρισμένας ἐγγυήσεις ἐμπραγμάτους, αἱ ὁποῖαι συνίστανται εἰς τὴν ἐκχώρησιν ὡρισμένων προσόδων καὶ εἰς τὴν ἐκχώρησιν αὐτῶν τούτων τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα θὰ κάμῃ ἡ Ἑταιρεία καὶ τὰ ὁποῖα παραχωροῦνται εἰς χεῖράς της μέχρις ἀποσβέσεως τοῦ δανείου. Καὶ ἐπὶ πλέον ἐγγράφεται πρώτη ὑποθήκη ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων ἔργων ὑδρεύσεως, ὡς μᾶς ἐβεβαίωσε δὲ ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς, τὰ ὑπάρχοντα ἔργα ὑδρεύσεως μόνον τοῦ Πειραιῶς ἐστοίχισαν 7,000,000 χρ. δραχμάς. Εἶδε λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ κατόπιν τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων αὐτῶν ἐγγυήσεων τὰς ὁποίας παρέχει τὸ Κράτος εἰς τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρείαν ὅτι ἡ παρεμβολὴ τοῦ Ἐλέγχου εἶναι ἀδικαιολόγητος. Εἶναι δὲ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἐξοβελιστέαι αἱ σχετικαὶ διατάξεις· ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι, ὡς προανέφερον, τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου εἶναι δάνειον καθαρῶς ἐσωτερικόν, δάνειον συναπτόμενον μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Ἀντίκειται λοιπόν, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη ὁμοφώνως ἡ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ἠθικὴν τάξιν ἡ σύναψις ἑνὸς δανείου μεταξὺ Κράτους καὶ ὑπηκόων τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ὁποίου παρεμβάλλεται ὁ Διεθνὴς Οἰκονομικὸς Ἔλεγχος. Θὰ ἀπετέλει δὲ τοῦτο μίαν ἀρχὴν ὀλισθηρὰν καὶ ἐπικίνδυνον. Αὗται, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Καταλήγων θὰ ἐπρότεινα τὴν ἔγκρισιν τῆς συμβάσεως ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν κεφαλαίων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν ἔργων. Διότι ἡ μὴ ἐξασφάλισις τοῦ ποσοῦ τούτου ἀποτελεῖ μίαν φενάκην. Καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον ἐπίσης τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ τῶν γενικῶν ἐξόδων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἄνευ τῶν τροπολογιῶν τούτων δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν τὴν ὑπερψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ἄν ἡ Ἑταιρεία, ὡς ἐλπίζω, ἀποδεχθῇ τὰς τροπολογίας ταύτας, τροπολογίας στηριζομένας εἰς αὐτοὺς τούτους τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἑταιρείας, καλὸν θὰ ἦτο ἡ Συνέλευσις νὰ ἐγκρίνῃ τὴν σύμβασιν ἐν γνώσει καὶ ἐν πλήρει συνειδήσει τῆς βαρύτητος τῶν ὅρων μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ὕδωρ εἰς τὰς δύο πρωτευούσας πόλεις τοῦ Κράτους, διὰ δανείου τὸ ὁποῖον δὲν θὰ βαρύνῃ καθόλου τὸν δημόσιον Προϋπολογισμόν, διότι ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ θὰ καλυφθῇ δι’ εἰδικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν;
§187Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ καθίσωμεν μέχρι τῆς 9½ καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν.
§188Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεβλήθη κάποια συζήτησις λόγῳ τῆς ἀπουσίας σας.
§189Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θέλομεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως οὐδαμοῦ ἔγκειται τὸ ὑποχρεωτικὸν τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπομένει πάντοτε εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ δικαίωμα ὅταν δημοσιευθῇ τὸ νέον Διάταγμα νὰ προβῇ δι’ ἐπερωτήσεως εἰς νέαν συζήτησιν· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ τὸ Διάταγμα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως.
§191Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ τὸ λύσωμεν τώρα τὸ ζήτημα;
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτό. Ἂν θέλετε, δύνασθε νὰ τὸ ἐπαναφέρετε τὸ Σάββατον δι’ ἐπερωτήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἀφήνετε νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν; Παρεμβάλλεται τώρα μία ἄλλη συζήτησις.
§193Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας εἶπε νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἕως ὅτου ἔλθητε.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καθίσουν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι διὰ νὰ συνεχισθῇ.
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως.
§196Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως εἶναι αὐτή· διότι καὶ ἡμεῖς ὅταν συνεζητοῦμεν περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐδηλώσαμεν ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ ἐπαναφερθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος τότε ρητῶς ἐδήλωσεν ὅτι βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα, ὡς θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Ἐπιτροπή, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§198Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Διατάγματος καὶ ἀπόκειται κατόπιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἂν θέλῃ, νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν.
§199Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δίδομεν ἡμεῖς, ἐννοοῦμεν νὰ μετάσχωμεν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐκδόσεως συμβουλευτικῆς γνώμης διὰ τὴν Κυβέρνησιν δὲν θὰ ἐδεχόμεθα ποτὲ νὰ μετάσχωμεν κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ σπουδαιοτέρα διαφωνία εἶναι πάλιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν μισθωμάτων τοῦ Δημοσίου. Τὸ ζήτημα βεβαίως εἶναι σπουδαιότατον καὶ θὰ τὸ φέρωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§200Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ἔγινε λόγος, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι θὰ εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ ἐκδώσῃ ὅπως ἐγκρίνῃ. Ἕνα περιορισμὸν ἐθέσαμεν—ἔθεσα ἐγὼ τοὐλάχιστον, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ρυθμιστὴς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως—ἕνα περιορισμὸν ἔθεσα ἐγώ· ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ πρὶν ἢ ἐπαναληφθῶσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως.
§201Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ παλαιὸν Διάταγμα.
§202Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ· εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπούσης τῆς Βουλῆς νὰ ἐκδοθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ Διάταγμα. Ἐφόσον ὑφίσταται Συνέλευσις, δύναται αὐτοστιγμεὶ νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιόν της νὰ τὸ συζητήσῃ.
§203Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκδόσεως Διατάγματος συμφώνως πρὸς τὰς ἰδικάς της ἀντιλήψεις, θὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα καὶ θὰ ἔχωμεν νέαν ἐπερώτησιν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δυνάμεθα νὰ μετάσχωμεν κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κύριε Πρόεδρε.
§204Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι γνωστὸν ποία εἶναι ἡ φύσις καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἑπομένως, ἐφόσον δὲν ὡρίσθη σαφῶς ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γνώμη αὐτῶν, εὔλογον εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ.
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ συνήθους κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§206Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ χθὲς ζητῶ τὸν λόγον καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις· ὅ,τι ἐξάγεται ἐκ τῶν λεχθέντων σήμερον εἶναι τοῦτο, ὅτι πάντως δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Ἐνοικιοστάσιον πρὶν ἢ ὑποστῇ ἐκ νέου τὸν ἔλεγχον τῆς Συνελεύσεως.
§207Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει πλήρη τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της.
§208Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ ὑποθέτω κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη εἰς τὴν Συνέλευσιν ἦτο τοῦτο· ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφόσον ὅμως ἐπρόκειτο νὰ εἶναι παροῦσα ἡ Συνέλευσις θὰ εἶχε σημασίαν, διότι κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἤθελεν ἐκδοθῆ τὸ Διάταγμα περὶ Ἐνοικιοστασίου δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως ἦτο νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς ἐξετάσεως.
§209Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὴ ἡ ἀσφάλεια, ὅτι θὰ εἶναι παροῦσα ἡ Συνέλευσις, δὲν ὑπάρχει. Νομίζω ὅτι ἡ ἀνάληψις ἦτο αὕτη. Ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὁμοίας πρὸς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι καταρτίζονται ἀπούσης τῆς Συνελεύσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ σημερινὴ διδομένη ἑρμηνεία εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως.
§210Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ ἑρμηνείαν αὐτὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀποχωροῦν.
§211Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λασηθίου πολιτευτής, ὅταν ἐδικαιολόγησε τὴν ἀποχώρησιν τῶν μελῶν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐδήλωσεν ὅτι τὰ μέλη τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἐπὶ τῇ ἀπειλῇ τῆς Ἐπαγγελματικῆς Ὁμοσπονδίας ὅτι θὰ κλείσωσι τὰ καταστήματα, δὲν δύνανται νὰ συμμερισθῶσι τὰς εὐθύνας τῆς ἀπεργίας, ἐφόσον δὲ ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἤθελεν εἶναι δεσμευτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἀπεχώρουν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἂν δὲ ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι συμβουλευτική, θὰ παρέμενε νὰ συνεργασθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐδήλωσεν ἐν τῇ Συνελεύσει ὅτι ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι συμβουλευτική, καὶ παραδόξως κατὰ τὴν ἀντίληψιν πάντων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν παρέστη καὶ ὁ συνάδελφος κ. Π. Καραπάνος, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ὅτι «τότε ἀποχωροῦμεν», παρερμηνεύσας ἀσφαλῶς τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λασηθίου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ἀντιθέτως ὅτι φρονεῖ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅτι «δὲν ἔχομεν θέσιν καὶ ἀποχωροῦμεν». Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν παρίσταται ὡς μέλος κόμματος, ἀλλ’ ὡς ἐπιστήμων καὶ νομικὸς καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην συνειργάσθη ἐπὶ 18 ἡμέρας μὲ ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ ἐγένοντο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§212Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκειμένου περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, διότι, ἂν αἱ ἔννοιαι τῶν λόγων μου καὶ τῶν πράξεων ἦσαν τοιαῦται, οἵας παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος, δὲν θὰ εἶμαι ἐν τάξει, δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐδήλωσα ὅτι θεωρῶ ἀκατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν στιγμὴν διὰ νὰ λυθῇ ὁριστικῶς ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ ἰδιοκτητῶν καὶ ἐπρότεινα νὰ τροποποιήσωμεν τὰ παλαιὰ Ἐνοικιοστάσια καὶ νὰ ἀπορρίψωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ Ἐνοικιοστάσιον τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ, οὐχὶ ὡς ἄδικον προσθέσας, οὐχὶ ὡς ἐλαττωματικόν, ἀλλὰ διὰ λόγους σκοπιμότητος. Προσέθηκα ταὐτοχρόνως ὅτι, ἂν ἡ γνώμη μου ἀπορριφθῇ, ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἔχω οὔτε νὰ συζητήσω εἰς τὰς λεπτομερείας οὔτε νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν. Οὕτω καὶ ἐγένετο. Ἀλλ’ ἵνα μὴ θεωρηθῇ ἡ πρᾶξίς μου ὡς κωλυσιεργία ἐπεσκέφθην κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τὴν Ἐπιτροπήν, χωρὶς νὰ μετάσχω τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ψηφοφοριῶν. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσκεψίν μου, διὰ νὰ ὑπάρχῃ μεταξύ μας ψυχικὸς σύνδεσμος, τοῖς εἶπον ὅτι ἦλθον νὰ σᾶς ἴδω. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνέπεσε νὰ συζητῇ ὡρισμένας διατάξεις καὶ νὰ λέγῃ ὅτι «μὲ ἠπείλησαν οἱ ἐπαγγελματίαι ὅτι θὰ κλείσωσι τὰ καταστήματά των. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤκουσα τὴν ἀπειλήν των. Νομίζω ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ διάταξις αὕτη καὶ πρέπει νὰ παραμείνῃ· εἶπον δὲ εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας ὅτι θὰ ἀντικρύσωμεν τὴν ἀπεργίαν αὐτῶν ὡς ἀντικρύζαμεν καὶ τῶν ἄλλων». Αὐτὰ συνέβησαν ἀκριβῶς καὶ ἐπὶ λέξει. Μετὰ λεπτά τινα τῆς ὥρας συνέπεσε τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθησαν ὅλοι νὰ τὸ συζητήσωμεν ἐν εὐθέτῳ στιγμῇ. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὁπότε ἐπληροφορήθην καὶ ἐγὼ ὅτι πράγματι ἀπειλεῖται νέα ἀπεργία. Ἐπανῆλθον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἶπον ἐπὶ λέξει: Κύριε Πρόεδρε, ἂν καὶ ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι τὰ λεχθέντα ἀπὸ σᾶς περὶ ἀπειλῆς τῶν ἐπαγγελματιῶν εἶναι ἀληθῆ, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι δὲν εἶναι εὔθετος ἡ στιγμὴ νὰ προκληθῶσι καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀποφασίσητε τίποτε ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ ἐπιφυλαχθῆτε νὰ μὴ ὀξύνωμεν τὰ πράγματα. Καὶ προσέθεσα ὅτι ἡ ἀπόρριψις αὐτὴ θὰ ὤφειλε νὰ ἀρέσῃ εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα. Παρακαλῶ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ διαψεύσῃ ἔστω καὶ μίαν λέξιν· ἂν μετέβαλον νὰ μοὶ εἰπῇ ὅτι μεταβάλλω ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν τὰ γεγονότα. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅταν ἐγὼ ἀνέπτυσσον τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπε ν’ ἀποφασίσωμεν τὰς διατάξεις αὐτὰς κατὰ προκλητικὸν κατ’ ἐμὲ τρόπον, μὲ τὰς προθεσμίας, ὁ συνάδελφος κ. Π. Καραπάνος εἶπεν ὅτι συζητήσεως γενομένης ἤδη ἐπὶ ἑτέρου ζητήματος γενικωτέρου, νομίζει ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἐπιτροπῆς. Οἱ λοιποὶ συνάδελφοι παρετήρησαν εἰς τὸν κ. Καραπάνον ὅτι ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ στιγμή. Ἐγὼ ἐπενέβην καὶ εἶπον· ἴσια–ἴσια νομίζω κατάλληλον τὴν στιγμὴν καὶ συναφῶς καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι βλέπετε ὅτι ὑπάρχουν ριζικαὶ διαφωνίαι ἰδικαί μας καὶ ἰδικαί σας καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι συναφῆ πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος. Αὐτὰ εἶναι ἀκριβῶς τὰ λεχθέντα καὶ τὰ γενόμενα καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ βεβαιώσῃ ἢ νὰ διαψεύσῃ τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους μου.
§213Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ὑποχρεωμένος εἰς τὰς 9½ νὰ ἀποχωρήσω καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις τὸ Σάββατον.
§214Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα προσωπικόν, διότι δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς κανένα, πολὺ περισσότερον εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον ἐκ Λοκρίδος ν’ ἀφήνῃ ὑπαινιγμοὺς ἐναντίον τῆς διαγωγῆς μου.
§215Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ συνεχισθῇ τὸ Σάββατον τὸ προσωπικὸν ζήτημα.
§216Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐτελείωσα καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν εἶναι ἀληθῆ ἢ ψευδῆ, διότι εἶναι καιρὸς νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιοῦν ὡρισμένοι πληρεξούσιοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων δυστυχῶς κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς προσετέθη καὶ ὁ κ. πληρεξούσιος ἐκ Λοκρίδος, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐνεφάνισα ἐγὼ συμπεριφορὰν ὄχι κατάλληλον ἐν τῷ ζητήματι.
§217Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Σ. Γονατᾶ καὶ πάντων τῶν κ. κ. πληρεξουσίων καὶ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§218Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ· ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος ἤθελον ἕνα Ναὶ ἢ ἕνα Ὄχι, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, διότι ἄλλως θὰ συνεχίσω.
§219Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἀπαντήσω.
§220Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπέλθω.
§221Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ βῆμα ἀπαιτεῖ νὰ μὴ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§222Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον μὲ τὸν κ. Παπαναστασίου νὰ τελειώσωμεν εἰς τὰς 9½. Ἑπομένως ὑφίσταται συμφωνία.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι ἡ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως συντάγματος κυνηγῶν» κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Α. Παπαοικονόμου, Γ. Ἰακωβάτου, Β. Καραπαναγιώτη, Ε. Ἐμμανουηλίδη, Ν. Γρηγοριάδη, Α. Ἐφραιμίδη, Θ. Παγκάλου, Ι. Κουνδούρου, Θ. Χαβίνη, Ι. Τριανταφύλλου, Δ. Ψιάρη, Ν. Ἀβραάμ. Κ. Νταῆ, Δ. Φλωριᾶ καὶ Ι. Καλογερᾶ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5 μ. μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 9 μ. μ.)