1924.12.12
3,632 rows · 28,264 words · 395 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 123Η
Παρασκευὴ 12 Δεκεμβρίου 1924.
Προεδρία Κ. Ἀλαβάνου (Ἀντιπροέδρου)
(Ὥρα 4.50′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ἡ κοινότης Μαραμαρίου παρακαλεῖ ὅπως ἀποσταλῇ ὑπάλληλος ἵνα διευθύνῃ τὸ ἐκεῖ γραφεῖον Τ.Τ.Τ. — Ὁ Κτηματικὸς Σύνδεσμος Κατερίνης παρακαλεῖ ὅπως ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον τῆς πόλεως Κατερίνης. — Οἱ βοηθοὶ φαρμακείων Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ καθορισμοῦ τῶν ὡρῶν ἐργασίας. — Ὁ πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης κ. Γ. Χατζηκυριακοῦ παρακαλεῖ ὅπως συσταθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἵνα ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκεῖ μετάβασίν της. — Τὸ Δʹ Μικτὸν Συνέδριον καπνοπαραγωγῶν καὶ καπνεργατῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ὑποδεικνύει διάφορα μέτρα πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν καπνοπαραγωγῶν καὶ καπνεργατῶν. — Ὁ Ἰωάννης Καραγιάννης, διπλωματοῦχος λογιστής, διαμαρτύρεται ἐναντίον τῶν πλουσίων τῶν μὴ καταβαλόντων τὸν νόμιμον φόρον καὶ ὑποδεικνύει διάφορα πρὸς τοῦτο μέτρα. — Ἡ Γεωργικὴ Ἕνωσις συνεταιρισμῶν Ἐλασσόνος παρακαλεῖ ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. — Οἱ δημοδιδάσκαλοι Τρικκάλων παρακαλοῦσιν ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μονιμοποιήσεως τῶν προσωρινῶν ἐπιθεωρητῶν. — Καπνοκαλλιεργηταὶ γεωργοὶ Τρικκάλων παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ. — Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Κ. Σπυρίδης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χορηγουμένης συνδρομῆς εἰς τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρείαν Ἀθηνῶν». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Π. Τσιτσεκλῆς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Γ. Μαρῆς ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 3166 περὶ συνοπτικῶν μέτρων στεγάσεως δι’ ἐλέγχου ἀστικῶν κτημάτων ἀνταλλαξίμων μουσουλμάνων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς σύνταξιν κώδικος ναυτικοῦ δικαίου». — Ὁ αὐτὸς κ. Σπυρίδης, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δωρεὰν παραχωρήσεως εἰς τὸ Ἀθήνησι Πανεπιστήμιον διαφόρων ἐπιστημονικῶν ὀργάνων χορηγηθέντων παρὰ τῆς Γερμανίας». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν Καθηγητῶν τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων». — Ὁμοίως ἡ ἐπὶ τῆς Περιθάλψεως Ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς νομικοῦ προσώπου τοῦ Νοσοκομείου Προσφύγων Ἀθηνῶν». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Ἀναγνωστόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1017 τοῦ 1917 νόμου». —Οἱ πληρεξούσιοι Δ. Μέλφος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 17 Αὐγούστου 1923 Ν. Δ. περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν ὡς τοῦτο συνεπληρώθη κλπ.» —Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Σίδερης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξετάσεως τῶν κατ’ ἰδίαν διδαχθέντων μαθητῶν». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἁμαξηλατῶν.
§2Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Οὐδένα διαφεύγει, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἀφ’ ἧς εἰσήχθησαν τὰ «ταξίμετρα» ἤρχισαν νὰ ζημιοῦνται οἱ ἁμαξηλάται, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οὐδεὶς ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ νὰ ἀπαγορευθοῦν ταῦτα. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον ὅτι πρὸ πολλοῦ χρόνου εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Εὐρώπης εἶναι ἐν χρήσει τὰ «ταξίμετρα» καὶ ἑπομένως μίαν ἡμέραν θὰ ἤρχοντο καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· συνεπῶς νομίζω ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ προνοήσῃ ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ ζημία, διότι πραγματικῶς ὑπάρχουν 1000 οἰκογένειαι, ἤτοι 5000 ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀποζοῦν ἐκ τοῦ ἀγωγίου τῶν ἁμαξῶν. Ἔχομεν δὲ καὶ προηγούμενον, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐχορηγήθησαν πολλαὶ δεκάδες ἑκατομμυρίων καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ χορηγῶνται εἰς τοὺς σιγαροποιούς, ἐπειδὴ εἰσήχθησαν αἱ σιγαροποιητικαὶ μηχαναί, ἐκ τῶν ὁποίων ἐζημιώθησαν, εἶναι δὲ ἐπίσης γνωστὸν ἐν Πειραιεῖ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε θὰ ἐπιτραπῇ νὰ πλευρίζουν τὰ πλοῖα εἰς τὴν προκυμαίαν διὰ νὰ μὴ ζημιοῦνται οἱ λεμβοῦχοι.
§3ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κακῶς.
§4Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κακῶς, κάκιστα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Εἶναι μία ἀδυναμία τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ περὶ τῶν ἁμαξηλατῶν. Οἱ ἁμαξηλάται προτείνουν τὸ Κράτος νὰ τοὺς ἀγοράσῃ αὐτοκίνητα διὰ νὰ μὴ ζημιωθοῦν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἵππος οὐδέποτε δύναται νὰ χάσῃ τὴν ἀξίαν του, ἀλλὰ δύναται νὰ γίνῃ μία μελέτη ἐκ μέρους τῆς Ὑπηρεσίας πόσαι ἅμαξαι εἶναι καὶ πόσαι δύνανται νὰ λειτουργήσουν ὅταν ἔλθῃ πληθώρα «ταξιμέτρων» καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύνανται ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ φύγουν νὰ ἀποζημιωθοῦν. Τὸ θεωρῶ αὐτὸ ἐπιβεβλημένον καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος δεικνύει τοιαύτην ἀδυναμίαν διὰ τοὺς λεμβούχους τοῦ Πειραιῶς καὶ ἀπεζημίωσε τοὺς σιγαροποιούς.
§5Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συνεζητήθη μία ἀναφορὰ τῶν ἁμαξηλατῶν, ἡ ὁποία ἐστάλη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μὲ τὴν σύστασιν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§6Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον· καὶ ἄλλοτε ἔγινε τέτοιο πρᾶγμα. Ἂν γίνῃ τοῦτο, τότε θὰ ἐμποδίσωμεν κάθε πρόοδον. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀποζημιώσωμεν τοὺς ἁμαξηλάτας, διότι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα· ἐγένετο τοῦτο καὶ εἰς τοὺς σιγαροποιοὺς καὶ ἐγένετο κατάχρησις φοβερά. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχουν νὰ κάμουν οἱ ἁμαξηλάται εἶναι νὰ πωλήσουν τὰ ἁμάξια των καὶ νὰ κάμουν ἕνα συνεταιρισμὸν «ταξιμέτρων». Δι’ αὐτὸ εἶμαι ἐναντίον. Καὶ οἱ ἁμαξηλάται τῶν Παρισίων δὲν ἔλαβον ἀποζημίωσιν.
§7Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ καὶ ὄχι κατά, ὅπως ὁ κ. προλαλήσας, ὅστις ὡμίλησε περὶ τῶν «ταξιμέτρων» ὅτι φέρουν τὴν πρόοδον· δὲν λέγω ἐγὼ τὸ ἀντίθετον, ἀλλὰ πρὶν ἢ φθάσουν τὰ «ταξίμετρα» ὑπῆρξαν ἄνθρωποι οἵτινες προσέφερον τοὺς ἵππους των ἐν καιρῷ τρικυμίας τοῦ Κράτους. Αὐτοὺς ἐβλέπομεν εἰς τὰς γωνίας τῶν ὁδῶν ἑτοίμους νὰ μᾶς ὑπηρετήσουν πρὶν ἔλθουν τὰ αὐτοκίνητα. Ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ μόνον μὲ τὰ αὐτοκίνητα, οἱ δὲ ἁμαξηλάται, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς ζωῆς των, ἔχουν δημιουργήσει μίαν κατάστασιν, δηλαδὴ ἔχουν τοὺς ἵππους των, τὸν στάβλον, τὰς ἁμάξας καὶ ἔχουν καὶ τὰ πράγματά των, τὰ ὁποῖα πρέπει τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἔπραξε καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Προτείνω δὲ τὸ ἑξῆς: Νὰ καθορισθῇ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὥστε τὴν τροφὴν τῶν ἵππων των νὰ τὴν λαμβάνουν μὲ μικροτέραν τιμὴν ἀπὸ τὴν πεντάδραχμον, ἐὰν δὲ δὲν θέλῃ νὰ δώσῃ τὸ Κράτος αὐτὴν τὴν βοήθειαν, νὰ διατάξῃ τὴν Ἑταιρείαν τῶν «ταξιμέτρων» ἥτις ἐσχηματίσθη νὰ ἀναλάβῃ καὶ αὐτὴ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχουν παρόμοιαι Ἑταιρεῖαι εἰς τὴν Εὐρώπην. Λοιπὸν προτείνω ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἓν μέτρον πρὸς προστασίαν τῶν ἁμαξηλατῶν διὰ νὰ τοὺς ἔχωμεν ὁπόταν θέλωμεν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν τῶν ἁμαξηλατῶν.
§8Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Κύριοι, ἤθελα νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἑξῆς ἄποψιν. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξω ὅτι θὰ γίνῃ ἀναστολὴ τῆς προόδου, ἀπεναντίας καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ προάγῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο καθῆκον· νὰ μεριμνᾷ τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀεργίαν τῶν πολιτῶν, καὶ αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Πρέπει νὰ δημιουργῶνται λ.χ. ταμεῖα ἀεργίας, ταμεῖα συντάξεων κλπ. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν ἕνα κίνδυνον ἀεργίας 1000 ἀνθρώπων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ τοῦτο ἀπαρατήρητον. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου λαμβάνεται τοῦτο ὑπ’ ὄψιν καὶ γίνεται προσπάθεια ἐξευρέσεως ἐργασίας διὰ τοὺς ἀέργους καὶ ἐν ἀνάγκῃ δίδεται προσωρινῶς μέχρι τῆς ἐξευρέσεως ἄλλου ἐπαγγέλματος καὶ χρηματικόν τι βοήθημα ὑπὸ τύπον συντάξεως. Ἤθελον δὲ ἀναφέρει ἓν παράδειγμα. Εἰς τὴν Νεάπολιν τῆς Ἰταλίας ἐγεννήθη ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ τοὺς λεμβούχους. Ἔκαμαν πρὸ ἐτῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν χρονολογίαν, τὰς ἀποβάθρας ἐπὶ τῶν ὁποίων πλευρίζουν τὰ πλοῖα. Ἐπρόκειτο νὰ μείνουν ἄνευ ἐργασίας χιλιάδες ἀτόμων. Τί ἔγινε; Ἔκαμαν ἓν ταμεῖον ἀεργίας, τὸ ὁποῖον ἐπροικοδότησαν διὰ μιᾶς μικρᾶς φορολογίας ἐπὶ τοῦ λιμένος, καὶ ἡ πρόσθετος αὐτὴ φορολογία ἦτο ἀρκετὴ ὥστε νὰ ἱκανοποιήσῃ πληρέστατα τὰς ἀξιώσεις τῶν λεμβούχων, διότι ἐλάμβανον οἱ λεμβοῦχοι ἐπὶ ἓν χρονικὸν διάστημα, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσον—ἐπὶ ἓν ἔτος ἢ ἓξ μῆνας—ἓν ποσὸν κατὰ μῆνα, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐξήρκει διὰ νὰ συντηρηθοῦν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ κατέβαλλον προσπαθείας διὰ νὰ εὕρουν ἄλλην ἐργασίαν. Αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐδῶ, ἂν ὄντως βλέπῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος ἀεργίας ἔστω καὶ 500 ἀνθρώπων. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἀφήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ πεινάσουν. Λοιπὸν ἂς γίνῃ ἓν ταμεῖον ἀεργίας, τὸ ὁποῖον νὰ προικοδοτηθῇ δι’ ἑνὸς ἐλαχίστου φορολογικοῦ ποσοστοῦ ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων 8000 καὶ πλέον αὐτοκινήτων.
§9Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θὰ ἦτο περιττὸν ἴσως νὰ ὁμιλήσω ἐγώ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς προλαλήσας ἓν σημεῖον ἐκ τῶν συμβάντων ἐν Ἰταλίᾳ ἔθιξε, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συμπληρώσω. Εἰς τὴν Ἰταλίαν τὸ ζήτημα παρουσιάσθη ὑπὸ μορφὴν ὀξυτάτην πρό τινος χρόνου. Πιθανὸν νὰ γνωρίζετε τὴν ἐξέλιξιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε ὅμως νὰ ἀναφέρω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὰς ἡμετέρας γνώμας, διότι οὕτω λύεται τὸ ζήτημα. Καὶ τὸ ζήτημα δύναται νὰ διευθετηθῇ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὅσοι ἐκ τῶν ἁμαξηλατῶν ἐργάζονται ἐπὶ ἡμερομισθίῳ, οἱ κοινῶς καλούμενοι «παραγυιοί», δι’ αὐτοὺς νὰ κάμετε ἓν στρατιωτικὸν συνεργεῖον ἢ εἰς τὸν Ὄρχον Αὐτοκινήτων τοῦ Στρατοῦ καὶ ἐντὸς 20 ἢ 30 ἡμερῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μετατραπῶσιν οὗτοι ἀπὸ ἁμαξηλάτας εἰς σωφέρ, ἐκμανθάνοντες πλήρως τὴν χρῆσιν τοῦ αὐτοκινήτου.
§10ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δωρεάν;
§11Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Δωρεὰν βεβαίως. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἓν μέγα μέρος ἁμαξηλατῶν τακτοποιεῖται τελείως. Δεύτερον εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἵππων τῶν ἁμαξῶν. Καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἵππων εἶναι ἐπίσης εὔκολον νὰ λυθῇ χωρὶς τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ καμμίαν ζημίαν ἀπολύτως, ὅπως καὶ αἱ πλεῖσται τῶν ἁμαξῶν δύνανται νὰ ἐκποιηθῶσιν ἱκανοποιητικῶς διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας των. Ἂν ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ σχηματίσετε μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξ ἴσων μελῶν ἔκ τε τῶν Συλλόγων τῶν ἁμαξηλατῶν καὶ ἐκ τῶν Συλλόγων τῶν αὐτοκινητιστῶν, ἂς τοὺς ὀνομάσω οὕτω, τῶν ὁδηγούντων ὄχι μόνον τὰ δρομομετρικὰ (ταξίμετρα) αὐτοκίνητα, ἀλλὰ καὶ τὰ αὐτοκίνητα τῆς ἀγορᾶς ἐν γένει, ὅπως καὶ τὰ τῆς πολυτελείας, ἂν σχηματίσετε, λέγω, μίαν τοιαύτην Ἐπιτροπήν, θὰ σᾶς δώσῃ αὕτη τάχιστα ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς ἀναγκαιούσας λεπτομερείας καὶ θὰ καταρτίσῃ τὸ πρόγραμμα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λύσετε τὸ πρόβλημα τοῦτο ἀναμφισβητήτως τάχιστα καὶ θὰ μείνουν ἁμαξηλάται καὶ αὐτοκινητισταὶ ὅλοι εὐχαριστημένοι, διότι καὶ οἱ ἁμαξηλάται θὰ ζήσωσι καὶ οἱ αὐτοκινητισταὶ δὲν θὰ ὑποστῶσι μεγάλην ζημίαν· διότι, ὡς γνωρίζετε, θὰ παραμείνῃ, ὅπως καὶ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις τῆς Εὐρώπης, πάντοτε εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἷς ἀριθμὸς ἁμαξῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως θὰ ὑποχρεωθῶσιν ἐπίσης νὰ μεταχειρισθῶσι τὰ δρομόμετρα (ταξίμετρα). Ἂν κάμετε μίαν τοιαύτην Ἐπιτροπήν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ δυνηθῆτε νὰ λύσετε τὸ ζήτημα τάχιστα καὶ νὰ ἔχετε ὅλους ἀνεξαιρέτως εὐχαριστημένους.
§12Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἁμαξηλατῶν μελετᾶται νὰ λυθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὅπως ἐλύθη καὶ ἐν Ἰταλίᾳ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Μερλόπουλος καὶ Γ. Δουζίνας ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Δαμαλᾶ.
§14Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρομαι εἰς ὅσα θὰ εἴπῃ ὁ κ. Δουζίνας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§16ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ἴδιον ζήτημα;
§17Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ ἴδιον ζήτημα καὶ τὸ ἴδιον διαρκῶς. Κύριοι συνάδελφοι, πράγματι ἡ Συνέλευσις ἠσχολήθη καὶ ἄλλοτε δυστυχῶς διὰ μίαν ἀνήθικον πρᾶξιν τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἀναγκάζομαι καὶ ἐκ νέου νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία θίγει τὰ ὅρια τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ταλαιπωρεῖται ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας ὁλόκληρος, ταλαιπωροῦνται καὶ συκοφαντοῦνται καὶ αἱ ἐκεῖ Ἀρχαί, διότι ἐγείρονται παράπονα κατὰ τῶν Ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν, ἐνῷ αἱ ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ ἐξετέλεσαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Μυλωνᾶ ὑπεβλήθη εἰς αὐτὸν λάθρα καὶ ὑπέγραψεν ἓν τηλεγράφημα.
§18ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Λάθρα;
§19Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Βεβαίως. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν ὁρμαθὸν τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ὑπογράφει καθ’ ἡμέραν εἷς Ὑπουργὸς νὰ περιληφθῇ καὶ ἔγγραφον τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἀντιληφθῇ τὸ περιεχόμενον. Ὑπέγραψεν ἓν τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἦρε μίαν ἐπίταξιν ἡ ὁποία εἶχεν ἐνεργηθῆ ἐπὶ τριῶν κτημάτων ὑπαγομένων εἰς τὸν νόμον τὸν ὁποῖον εἶχε τὴν τιμὴν νὰ κυρώσῃ διὰ τοῦ Διατάγματος περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Ἦρε τὴν ἐπίταξιν αὐτῶν καὶ τοιουτοτρόπως, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀντελήφθη τὴν ἑπομένην τὸ σκάνδαλον τὸ ὁποῖον ἐγένετο, προέβη εἰς τὴν ἀνάκλησιν αὐτοῦ τοῦ ἀνηθίκου τηλεγραφήματος. Δὲν κατέστη ὅμως δυνατόν, κύριοι, διότι ἡ Ὑπηρεσία θεωρεῖ ὅτι ἐδημιουργήθη πλέον δικαίωμα, νὰ ἐπανέλθουν τὰ κτήματα εἰς ἐκεῖνον ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπετάχθησαν. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὑπάγεται καὶ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸν κ. Ὑπουργόν....
§20Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἴσως νὰ πρόκειται περὶ κακῆς συνεννοήσεως Ὑπουργοῦ καὶ Ὑπηρεσίας.
§21Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἐπιτρέπετε; Βεβαίως θίγεται ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπεγράφη ὑπ’ ἐμοῦ μία διαταγὴ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐγγράφων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ ὑπογράψω. Ὅταν τὴν ἐπαύριον ἀνεκάλυψα τὸ πρᾶγμα, ἐζήτησα νὰ ἔλθῃ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης καὶ νὰ μοῦ δώσῃ πληροφορίας.
§22ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος;
§23Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὁ κ. Κουμπουρόπουλος. Ὁ κ. Κουμπουρόπουλος μοὶ εἶπεν ὅτι μοῦ ὑπέβαλε τὴν διαταγὴν κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὸν Γενικὸν Γραμματέα, νομίζω δὲ ὅτι εἶπε καὶ κατόπιν συνεννοήσεως μαζί μου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ εἶχε προσκομίσει ὁ ἴδιος πρὸς ὑπογραφήν, ἀλλὰ διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ. Εἰς τὸν εἰσηγητὴν ἔδωκε μεταξὺ ἄλλων ἐγγράφων καὶ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, διότι αὐτῆς τῆς κατηγορίας τὰ ἔγγραφα, ἰδίως τὰ τυπικὰ λεγόμενα ἔγγραφα, τὰ ὑποβάλλει ὁ εἰσηγητής. Τὸν ἠρώτησα τί ἔγγραφον εἶναι αὐτό. Μοὶ εἶπεν «ἐκτέλεσις ἀποφάσεως συμβουλίου πρὸς ἐπίταξιν». Λοιπὸν ὑπέγραψα χωρὶς νὰ προσέξω ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ κτήματος Δαμαλᾶ. Ὅταν ἀπεκάλυψα τὴν ἐπαύριον ὅτι ὑπέγραψα τοιαύτην διαταγήν, ἐπειδὴ εἶχον ὡρισμένην ἰδέαν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀνεκάλεσα ἀμέσως τὴν διαταγὴν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδαμῶς ἐσχημάτισα τὴν γνώμην ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δολίας πράξεως τῆς Ὑπηρεσίας. Κατ’ οὐσίαν εἶχον ἀντίθετον γνώμην καὶ ἐφρόνουν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἐπίταξις· οὐχ ἧττον ἀνεκάλεσα ἀμέσως τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, διότι δὲν τὴν ὑπέγραψα ἐνσυνειδήτως, ἐπιθυμῶν νὰ ἐπιφέρω βαθμιαίαν τὴν ἄρσιν τῆς κακῶς δημιουργηθείσης πραγματικῆς καταστάσεως. Ὡς εἶπον ὅμως, δὲν ἀποδίδω οὐδένα δόλον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, οἵτινες ἐγνώριζον τὰς ἀπόψεις μου ἐναντίον τῆς ἐπιτάξεως. Καὶ τοῦτο φρονῶ κατόπιν ἐπισταμένης ἐξετάσεως τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.
§24Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει καθόλου ἡ ψυχολογικὴ ἀντίληψις τοῦ κ. συναδέλφου καὶ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ὑπογραφὴ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ ὑπογράψῃ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ἀκόμη ν’ ἀντιληφθῶ εἶναι πῶς ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐξακολουθεῖ νὰ στηρίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου.
§25Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅπως ἠκούσατε, ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου εἶπεν ὅτι ἀνεκάλεσε τὴν διαταγήν, καίτοι εἶχεν ἀντίθετον γνώμην.
§26ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§27Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). — Εἶπεν ὅτι ὑπέγραψε χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν, ὅτι ὑπέγραψεν ἀνάκλησιν τῆς διαταγῆς, εἶχεν ὅμως γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν ἀνάκλησιν τῆς διαταγῆς. Ἐγώ, ἀναπληρώσας τότε ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸν κ. Μυλωνᾶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἔτυχεν ἀμέσως τότε νὰ πληροφορηθῶ τὰ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Εὗρον ἀνάκλησιν τῆς ἐπιτάξεως καὶ διαταγὴν ἀνακλήσεως τῆς ἀνακλήσεως. Τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως. Ἐγὼ ἀναπληρῶν τὸν κ. Μυλωνᾶν, μεταβάντα τότε εἰς Θεσσαλονίκην, εἶδον αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ἀνάκλησιν δηλαδὴ τῆς ἀνακλήσεως προηγουμένης διαταγῆς, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ παράδοσιν διὰ πρωτοκόλλου εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῆς νομῆς καὶ μίσθωσιν δι’ ἐπισήμου συμβολαίου.
§28Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἶχον μεσολαβήσει πολλαὶ ἡμέραι;
§29Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ τάμω ὁριστικῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ διέταξα νὰ μείνῃ ἡ πραγματικὴ κατάστασις ὅπως εἶχε, μέχρι νεωτέρας διαταγῆς, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ἐπανερχόμενος ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Μυλωνᾶς θὰ ἔλυεν αὐτὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Αὐτὰ τότε. Κατόπιν ἐδημιουργήθη ἡ κατάστασις ὡς ἑξῆς. Ἀνακληθείσης μιᾶς ἐπιτάξεως καὶ παραδοθείσης τῆς νομῆς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀνάκλησις τῆς ἀνακλήσεως τῆς ἐπιτάξεως, ἢ πρόκειται περὶ νέας ἐπιτάξεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χωρήσῃ κατὰ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου, δηλαδὴ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου κλπ.; Ἡ γνώμη μου ἡ προσωπικὴ εἶναι ὅτι πρόκειται περὶ τῆς δευτέρας περιπτώσεως. Παρεδόθη ἡ νομὴ καὶ ἐδημιουργήθη οὕτω νέα κατάστασις, ἡ ὁποία διὰ νὰ μεταβληθῇ χρειάζεται νέα ἐργασία. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ νομικοῦ συμβούλου. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίταξιν. Ὁ κ. συνάδελφος παραπονεῖται ὅτι δὲν διέταξα τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἢ δὲν ἐπέταξα....
§30Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παραπονοῦμαι, διότι ἐπιμένετε νὰ ἐκτελεσθῇ πρᾶξις ἀνύπαρκτος.
§31Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπιμένω πάντοτε διὰ νὰ μὴ κάμω παρανομίας.
§32Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε τὸν ἐκδόντα τὴν διαταγὴν καὶ ἀνακαλέσαντα· καὶ ἐπιμένετε ἐπὶ διαταγῆς ἥτις δὲν ὑφίσταται οὔτε νομικῶς οὔτε οὐσιαστικῶς, καθόσον ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο ἐνδιάθετος.
§33Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρώτην φορὰν ἀκούω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος ἀκυρώσεως, ὁ λόγος τῆς ἐνδιαθέτου βουλήσεως τοῦ ὑπογράψαντος Ὑπουργοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς ἀνεκάλεσε τὴν ἐπίταξιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς παρεδόθη ἡ νομὴ εἰς τὸν δικαιοῦχον διὰ πρωτοκόλλου. Ἐδημιουργήθη μία κατάστασις νέα, ἡ ὁποία γεννᾷ τὸ ἐρώτημα ἂν πρόκειται περὶ νέας ἐπιτάξεως ἢ ὄχι. Σᾶς ἀπήντησα ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ νομικοῦ συμβούλου καὶ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Παρ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ τρέφω πρὸς τοὺς λόγους ὑμῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προτιμήσω τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς μὴ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ὁριστικῆς, σᾶς λέγω ὅτι ζήτημα ἐπιτάξεως διὰ μὴ πρόσφυγας δὲν τὸ εὑρίσκω κανονικόν. Καὶ διὰ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν τῶν κτημάτων Δαμαλᾶ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ἂν ὄντως ὑπάρχουσι· καὶ ὁσάκις δὲν πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως προσφύγων, ἀλλὰ περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὑφίσταται ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐνδείκνυται διὰ τὴν παροῦσαν περίπτωσιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ἔπρεπε νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν εἰς μίαν περιφέρειαν, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀκτήμονες πολλοί, ὑπάρχουσι καὶ κτήματα πολλὰ διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν οἱ ἀκτήμονες, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἀπαλλοτριώσεως. Προσέξατε μόνον μήπως διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ δημιουργηθοῦν τοιαῦται ὀρέξεις τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ καὶ μήπως ἐξακριβωθῇ ὅτι δὲν ἦσαν ποτὲ ἀκτήμονες οὗτοι, ἀλλὰ παρεκινήθησαν, ἐνῷ ἦσαν πολὺ εὐπορώτεροι τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ παραχωρήσεις αὗται. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ἐξακριβωθῶσι, καὶ ὅταν ἐξακριβωθῶσι θὰ ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ εἰς τὸν Νομὸν ἐκεῖνον καὶ εἰς ἄλλους Νομοὺς τῆς Πελοποννήσου. Διότι ὁ ἀγροτικὸς νόμος ἔγινε διὰ νὰ πληρώσῃ ἀνάγκας καὶ ὄχι διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέσον ἱκανοποιήσεως γεωργῶν ἐπιθυμούντων νὰ ἀποκτήσωσι γῆν ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§34Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας θέλει διὰ νομικῶν θεωριῶν νὰ καταστρέψῃ τὰς ἀντιλήψεις αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν. Ποῖαι εἶναι αἱ νομικαί μας ἀντιλήψεις σᾶς εἶπον προηγουμένως· ποῖαι εἶναι αἱ ὀρθαὶ ἐξάγεται. Καὶ ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ἐξέδωκαν Ὑπουργοὶ μεγάλης ἱκανότητος, ἂν ὄχι μεγαλειτέρας ὑμῶν, ἀλλὰ ἴσης πρὸς ὑμᾶς. Τοῦτο θὰ ἀναλυθῇ εὐρέως ὅταν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐζήτησα. Ἐνόμισα ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Συνέλευσις. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἐξηγήσεις, διότι ἐπροκαλέσατε ὑμεῖς τὸ ζήτημα αὐτό. Τὰ κτήματα αὐτὰ ἐπετάχθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως δι’ ἓν χρονικὸν διάστημα. Μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἦλθον αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἄλλαι καὶ συνέστησαν αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ἐπιτάξεως. Καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Μυλωνᾶ ἐπετάχθησαν μέχρι τοῦ 1925. Πράγματι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐπίστευεν ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ κανονικὸς τρόπος τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος ἦτο ὁ διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχεν ὁ κ. Μυλωνᾶς, δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν παρὰ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμε, νὰ σεβασθῇ δηλαδὴ μίαν κεκτημένην κατάστασιν καὶ νὰ ἀναλογισθῇ τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας εἶχε καὶ ἔχει τὸ Δημόσιον, διότι οἱ χωρικοὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ μίσθωσις θὰ λυθῇ κατὰ τὸ ἔτος 1925 ὑπεβλήθησαν εἰς δαπάνην διὰ τὴν σποράν, διὰ τὴν καλλιέργειαν κλπ. Καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ σεβασθῇ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀντέδρα συστηματικῶς ἐξ ἀρχῆς, ὅταν δὲ κατατεθῇ ὁ φάκελος, θὰ ἴδητε ὅτι 3–4 ἀποφάσεις ἐλήφθησαν ἐξ ἐνδιαφέροντος πολιτευομένου εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι συνέπεσε μεταξὺ τῶν ἄλλων προσώπων νὰ ἔχῃ ἓν κτῆμα καὶ κάποιο πολιτικὸν πρόσωπον. Ἡμεῖς εἴπομεν εἰς τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, διὰ νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸ μέσον ἡ πολιτικὴ ἐπιρροὴ νὰ σβύσῃ τὸ πρόσωπον αὐτὸ καὶ νὰ ἀναγνωρισθῇ διὰ τὰς ὑπηρεσίας του ἡ ἰδιοκτησία αὐτοῦ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐπιτρέπει τὴν παράτασιν τῆς ὥρας.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ Ὑπηρεσία ὅμως δὲν ἔπαυσε νὰ ἀντιδρᾷ ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῶν Ὑπουργῶν, καὶ μόλις ἐπῆλθε κυβερνητικὴ μεταβολὴ ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἐπιτάξεως καὶ τὴν ὑπέβαλεν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Μπακάλμπαση, νομίζω δὲ καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Σίδερη. Ἀτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἦτο ἀπησχολημένος καὶ τὴν ὑπέγραψεν, ὅπως συνήθως συμβαίνει κατὰ τὴν πληθώραν τῶν ἐγγράφων. Ἔσπευσεν ὅμως νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρ’ ὅλας τὰς ἀντιθέτους πεποιθήσεις του ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα τὸ σύστημα τῶν ἐπιτάξεων. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ λέγει νομικῶς καὶ διὰ θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην εὐρυτάτης ἀναπτύξεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ τὸ πλαστογραφημένον αὐτὸ τηλεγράφημα διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδώσῃ μίαν διαταγὴν καὶ νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ ἀμέσως, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσῃ τὴν διατύπωσιν τῆς ἀρχικῆς ἐπιτάξεως.
§38ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἰδιοκτήτης ποῖος εἶναι;
§39Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Γούδας καὶ δύο–τρεῖς ἄλλοι. Τοῦτο εἶναι τὸ παράπονον τῶν χωρικῶν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τρία πεντάλεπτα.
§41Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ Συνέλευσις παρέτεινε τὴν ὥραν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ 5 λεπτά.
§43Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ζητεῖται διὰ συμβουλίου νὰ γίνῃ νέα ἐπίταξις καὶ ἐρωτῶ, κύριοι, οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν ὁ ὁποῖος ἔχει ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀσχοληθῆ εἰς τὰ νομικὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκρίνῃ ἕνας Ὑπουργὸς μίαν πρᾶξιν καὶ νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ;
§44Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι νομικὸν ἀξίωμα αἱ διαταγαὶ νὰ δημιουργοῦν πραγματικὴν κατάστασιν.
§45Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅλα τὰ κατὰ πλάνην γινόμενα εἶναι ἄκυρα καὶ ὅλα ἀνακαλοῦνται, ὑποστηρίζετε δὲ καὶ σεῖς αὐτό. Οὐδὲν ἀποτέλεσμα τίκτει νομικὸν καὶ δι’ αὐτὸ οἱ χωρικοὶ παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, διότι νομίζουν ὅτι αὐθαιρέτως ἐνήργησαν. Τὸ παράπονον εἶναι κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν προτοῦ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τῶν συγκρούσεων νὰ λάβουν μέτρα, διότι τὴν εὐθύνην θὰ τὴν φέρουν ἀκεραίαν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ χωρικοὶ νὰ ἐπιτρέψωσι νὰ τοὺς ἀφαιρέσῃ οἱοσδήποτε τὴν σπορὰν καὶ τὸν ἱδρῶτα.
§46Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιτρέψουν οἱ χωρικοὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ἔχῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του;
§47Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μέχρι τοῦ 1925 εἶχον τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τοὺς εἶχε δώσει ἡ Πολιτεία, νὰ σπείρουν, νὰ θερίσουν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία ν’ ἀνακαλέσῃ, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἐγκληματικόν, διὰ πλαστογραφίας τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ δικαίωμα αὐτό. Καὶ γνωρίζετε ποίας εὐθύνας χρηματικὰς ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο; Γνωρίζετε ὅτι ἡ νομὴ δὲν παραδίδεται διὰ τῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ ὅτι παραδίδεται ἰδίᾳ χειρί. Οὐδεμία ἐν τούτοις παράδοσις ἐγένετο καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἀφαιρέσατε τὴν νομὴν καὶ θὰ ἴδητε ποίων κακῶν πρόξενοι θὰ γίνητε.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§49Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶχον ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν ἐπὶ τῷ σκοπῷ καὶ μόνῳ νὰ διευκολύνω τὴν διαφώτισιν τῆς Συνελεύσεως παρέχων πληροφορίας ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ζητήσει τοιαύτας ὁ κ. Δουζίνας. Ἀλλ’ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος ἐξετάθη πέρα τοῦ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον θίγει ἡ ἐρώτησις, ἀποτελοῦν πρόκλησιν εἰς τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω καὶ ἀπαντῶ. Ἐδηλώσατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν θέλετε νὰ θίξετε οὐδένα, ἀλλ’ ἀνεπτύξατε ἀντιαγροτικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ ἀνάκλησις καὶ ἡ ἀνάκλησις τῆς ἀνακλήσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι μία δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος παραβλέπων μίαν σταθεράν, συνεχῆ καὶ ὑπὸ μακρᾶς συνηθείας κυρωθεῖσαν πολιτικὴν ἀπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1917, διὰ τῆς ὁποίας πολλαὶ ἐκτάσεις ἐπετάχθησαν ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν καλλιεργειῶν, παρορῶν τὴν πολιτικὴν αὐτήν, θέτει ὡς ἀρχὴν ὅτι δὲν νομίζει ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κανονικωτέρα ὁδὸς διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀγροτικῶν ἀναγκῶν.
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίταξις οὐδεμία ἐγένετο μέχρι τοῦ 1922 πρὸς ἀποκατάστασιν ἀγροτικήν.
§51Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πρὸς ἐπέκτασιν καλλιεργείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλεῖ περὶ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὡς ὑπάλληλος εἰσηγούμην, διότι ἐγὼ ἐξέδιδον τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς καὶ ἐγὼ τὰς εἰσηγούμην. Ὥστε θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω...
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν εἰσηγῆσθε τοιοῦτόν τι ὅτε ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, βεβαίως θὰ τὸ ἔβλεπον καὶ δὲν θὰ τὸ ὑπέγραφα, διότι θὰ ἦτο παρανομώτατον. Δὲν ἤμην δὲ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς οἱ ὁποῖοι ὑπογράφουν τὰ ἔγγραφα χωρὶς νὰ τὰ ἐξετάζουν.
§53Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἦτο παράνομον, διότι ὑπάρχει νόμος.
§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοῦ εἰσηγήθητε ποτὲ ἀποφάσεις τοιαύτας;
§55Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπανειλημμένως.
§56Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποτέ.
§57Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂν θέλετε μάλιστα, σᾶς προκαλῶ νὰ ὁρίσετε μίαν ἡμέραν συζητήσεως, διὰ νὰ σᾶς φέρω τὰς ἀποφάσεις αὐτάς.
§58Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τὰς φέρετε.
§59Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁσάκις δὲν πρόκειται περὶ ἐπιτάξεως προσφύγων δὲν ἦτο ἡ ἐνδεδειγμένη ὁδός. Ἐκπλήττομαι δὲ διότι ἀμφισβητεῖτε τὴν ὀρθότητα αὐτῆς τῆς γνώμης. Ὅτε ἔχομεν ἕνα ὁλόκληρον ἀγροτικὸν νόμον διαγράφοντα ὡρισμένας ἐγγυήσεις, μὲ ὡρισμένας προϋποθέσεις, διαμορφωθέντα μετὰ μακρὰν μελέτην διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἐκπλήσσομαι ὑμεῖς ν’ ἀμφισβητῆτε ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ἐνδείκνυται ὅταν πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως προσφύγων.
§60Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§61Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω ἐγὼ εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐγκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἐνδείκνυται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, καὶ δὲν ἐνδείκνυται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐπιτάξεων, γινομένων δι’ ἄλλας ἐκτάκτους περιστάσεις. Αὐτὸ εἶναι σαφές.
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, διότι παρηκολούθησα προσωπικῶς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τῆς ἰδικῆς μου δὲν ἔγιναν ἐπιτάξεις πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§63Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂν μὲ ἀφήνατε νὰ προχωρήσω, θὰ ἐπεκαλούμην καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισε πολλάκις Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας. Εἶναι ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει ἐπιτάξεις διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς καλλιεργείας χωρὶς μάλιστα νὰ ἀναφέρῃ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀκτήμονες οἱ καλλιεργηταί. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν καὶ περιουσίαν. Καὶ ὁμιλεῖ ὁ νόμος αὐτὸς ὄχι μόνον διὰ τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς γεωργικῆς καλλιεργείας.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸς ὁ νόμος δὲν ἐγένετο διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων’ ἐπετρέποντο ἐπιτάξεις καὶ χάριν μεγαλοκτηματιῶν, λόγῳ τοῦ πολέμου καὶ λόγῳ τῆς ἐλλείψεως σίτου.
§65Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔγιναν ἐπιτάξεις εἰς τὸν Μουρστιάνον...
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἤμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι δὲν ἔγινε τοιοῦτόν τι.
§67Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἦσθε ὀλίγον διάστημα.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤμην ἓξ μῆνας.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὔτε ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἐγένετο.
§70Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀλλ’ ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ θεωρία ἀνεπτύχθη δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον· διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ σταματήσουν αἱ ἐπιτάξεις καὶ νὰ σταματήσῃ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἐν Πελοποννήσῳ. Εἶναι ἀληθές, καὶ τὸ λέγω ἵνα μὴ μοῦ ἀντιταχθῇ τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος ὁ ἀγροτικὸς τὸν ὁποῖον τῇ εἰσηγήσει μου ἀπεδέχθη ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Πελοπόννησον, καὶ δὲν ἐφηρμόσθη διὰ τὸν μοναδικὸν λόγον ὅτι τὸ ἐλάχιστον προσωπικὸν τὸ ὁποῖον διεθέτομεν ἦτο ἀπησχολημένον εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ κατὰ μέγα μέρος διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ἀλλ’ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Ἐπαναστατικῶν Κυβερνήσεων οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα οἱασδήποτε Κυβερνήσεως κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνεφιλοχώρησεν ἡ ἰδέα ὅτι ὁ νόμος ὁ ἀγροτικὸς δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Πελοπόννησον, διότι δῆθεν δὲν ἔχουν ἐρευνηθῆ αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Πελοπόννησος. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ εἰς τὸν νομόν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουν τσιφλίκια ἀνήκοντα εἰς Μονάς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ἀργολιδοκορινθίαν ὑπάρχουν τσιφλίκια, ὅπως τὸ «Καίσαρι» καὶ ἀλλαχοῦ. Μοναδικὸς σκοπὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας εἶναι νὰ μᾶς δηλώσῃ ὅτι φρονεῖ ὅτι εἰς τὴν Πελοπόννησον δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος.
§71Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ ἐλέχθη τοιοῦτόν τι· διότι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ συνεζητήσαμεν καὶ εἴπομεν ὅτι ναὶ μὲν πράγματι ὑπάρχουν ὀλίγα μόνον τσιφλίκια εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἂν εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἐκεῖ θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§73Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἐκτείνω περισσότερον τὸν λόγον. Θὰ ἀναμείνω, ὅταν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν» ψηφισθῇ καὶ ὅταν τὸ «περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν» ἔλθῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς δῆθεν ἀγροτικῆς πολιτικῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς τότε.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 1 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὁ κ. Ε. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐξ ἐπιτάξεως δικαιούχων παρὰ τῆς Στρατιᾶς Μικρᾶς Ἀσίας.
§76Ε. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὴν κατοχὴν τῆς Θράκης ὑπὸ τοῦ Στρατοῦ ἐγένοντο διάφοροι ἀγοραὶ ὡς καὶ ἐπιτάξεις ἐμπορευμάτων παρὰ τοῦ Στρατοῦ μας. Αἱ ἐν λόγῳ ἐπιτάξεις καὶ ἀγοραὶ ἔγιναν τότε καὶ λόγῳ ἐλλείψεως χρημάτων οἱ δικαιοῦχοι ἔμειναν ἀπλήρωτοι. Κατέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς πρόσφυγες. Ἔκτοτε, καίτοι παρῆλθον δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐξακολουθοῦν νὰ μένουν ἀπλήρωτοι. Διεξηγάγομεν δικαστικὸν ἀγῶνα ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Γόντικα, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Κονδύλη, ὅπως κατορθώσωμεν καὶ ἐξευρεθῇ τρόπος νὰ γίνῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κατορθωθῇ νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Πράγματι ἐγένετο νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἤρχισαν νὰ πληρώνωνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὅπως εἰς πολλὰς Ὑπηρεσίας συνέβησαν καταχρήσεις, συνέβησαν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν τῶν πληρωμῶν καταχρήσεις.
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπὴν μὲ προθεσμίαν τριήμερον.
§78Ε. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὁ νόμος ὁ τελευταῖος προβλέπει, ὅταν παρουσιασθοῦν ἀνωμαλίαι, νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀντικαθιστᾷ τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὸ Συμβούλιον, οὕτως ὥστε νὰ μὴ παρακωλύεται ἡ ἐκδίκασις, μέχρις ὅτου περάσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον πρὸ τῶν διακοπῶν.
§79Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἀπὸ καμμίαν μερίδα. Χθὲς ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν, μένουν δύο ἀναγνώσεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ τὸ ἐπαναφέρῃ ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἂν δὲ δὲν τὸ ἐπαναφέρῃ, κατὰ τὸν Κανονισμὸν συζητεῖται ἀμέσως.
§80Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ διακανονισθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Κατ’ ἐπανάληψιν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ἔχουν καθυστερήσει τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγήν, διότι αἱ Ὑπηρεσίαι τῆς περιφήμου αὐτῆς Ἐπιτροπῆς δὲν λειτουργοῦν ὅπως πρέπει νὰ λειτουργοῦν. Τελευταίως, παραδόξως, διότι εὑρέθησαν, ὡς γνωστόν καταχρασταί, ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἀνεκάλυψεν ἀργὰ τὰς καταχρήσεις, δὲν γνωρίζω πῶς σκεφθεῖσα, ἐθεώρησε καλὸν νὰ κλείσῃ τὰς θύρας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κατεχράσθησαν, ἔπρεπεν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον λαμβάνειν νὰ περιμένουν ἐπ’ ἄπειρον νὰ πληρωθοῦν. Καὶ ὑπάρχει ὁλόκληρος ἀριθμὸς προσφύγων, οἱ ὁποῖοι περιμένουν, διότι κατὰ σύμπτωσιν αὐτοὶ δὲν ἦσαν ἐπιτήδειοι ὥστε νὰ κατορθώσουν ἐγκαίρως νὰ εἰσπράξουν ὅ,τι ἔχουν λαμβάνειν. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, ἐφόσον αἱ διαδικασίαι τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων καὶ κατόπιν ὁ καταρτισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία θὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καθυστεροῦν ὑπερβολικά, ἐπὶ τῆς προκειμένης δὲ ὑποθέσεως ἡ καθυστέρησις, χρονολογουμένη ἀπὸ ἐτῶν, εἶναι ἀφαντάστως μεγάλη καὶ πρόκειται περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ δίκαιον καὶ ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην νὰ πληρωθοῦν, θὰ παρεκάλουν, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παρακαμφθοῦν ὅλαι αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι μᾶς χαρακτηρίζουν ὅταν πρόκειται περὶ Ἐπιτροπῶν αἵτινες πρόκειται νὰ καθορίσουν τὰς ἀποζημιώσεις, ἵνα δυνηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται νὰ ἀποζημιωθοῦν τὸ ταχύτερον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοκκέβης ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἑνώσεως Συνεταιρισμῶν Τριφυλίας.
§82Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἐκ τῶν παλαιοτέρων καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σταφιδοκάρπου ἔληξε διὰ τῆς ψηφισθείσης συμβάσεως, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν αἴτησιν περὶ συγκοινωνίας, δικαίως παραπονοῦνται οἱ Τριφύλιοι ὅτι ἡ ἐπαρχία ἐκείνη ἔχει ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην της. Συγκοινωνία δὲν ὑπάρχει. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μετέθεσεν ἐκεῖθεν ἕνα δραστήριον μηχανικὸν ὁ ὁποῖος ἤρχισε νὰ μελετᾷ μερικοὺς δρόμους καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπισκευήν των, θὰ ἐγκαταλειφθῶσι δὲ τὰ ἔργα ἐκεῖνα εἰς τὴν τύχην των. Μὲ ὅλας τὰς παρακλήσεις δὲν ἠθέλησε νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάκλησιν. Παραπονοῦνται ἐπίσης ὅτι στεροῦνται καὶ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας. Ἡ γραμμὴ ἐκείνη ἡ ἀπὸ Κυπαρισσίας μέχρι Πύλου εἶναι ἡ μόνη ἐξυπηρετικὴ γραμμὴ τῶν συμφερόντων Τριφυλίας–Πυλίας. Ἔχει μελετηθῆ ἡ γραμμὴ αὕτη ἀπὸ Κυπαρισσίας μέχρι Μαράθου πρὸ 10 ἐτῶν καὶ πλέον καὶ ἡ δαπάνη εἶχον ὑπολογισθῆ εἰς 1,800,000, καὶ τὸ τριπλάσιον δὲ ἂν ἀπαιτηθῇ σήμερον εἶναι ποσὸν ἀσήμαντον διὰ μίαν ἐπαρχίαν ἡ ὁποία πληρώνει τόσον πολλοὺς φόρους. Ἡ Τριφυλία εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐπαρχία τοῦ νομοῦ μας, πληρώνει τοὺς περισσοτέρους φόρους καὶ δὲν ἔχει συγκοινωνίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ ὅλα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ὡς καὶ τὴν περὶ ἀνακλήσεως τοῦ μηχανικοῦ Τριφυλίας αἴτησιν.
§83Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, ἡ Ἕνωσις τῶν Συνεταιρισμῶν τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Πυλίας, ἀποτελουμένη ἀπὸ 30 συνεταιρισμοὺς ἕκαστος τῶν ὁποίων ἀριθμεῖ ὑπὲρ τὰ 100 μέλη, εἰς γενικὴν συνέλευσιν συνελθοῦσα, διὰ τῆς ἐκφωνηθείσης τηλεγραφικῆς της διαμαρτυρίας διεκτραγῳδεῖ τὴν οἰκτρότητα τῆς συγκοινωνίας, ἡ ὁποία ἔχει φθάσει μέχρι τοῦ σημείου τῆς καταστροφῆς τῶν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, ὥστε πληθυσμὸς δύο ἐπαρχιῶν ὑπερβαίνων τὰς 100 χιλιάδας, εὔπορος καὶ εἰσφέρων δεκάδας ἑκατομμυρίων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀδυνατεῖ νὰ μεταφέρῃ τὰ προϊόντα του, τὰ τρόφιμά του καὶ αὐτὰ τὰ πράγματά του. Διερωτᾶται αὐτὸς ὁ λαὸς διατί ἆρά γε νὰ εἶναι ἐγκαταλελειμμένος, ἀφοῦ εἰσφέρει τόσους φόρους ὑπὲρ τῆς τόσην ἀστοργίαν δεικνυούσης Πολιτείας; Ἀλλὰ συγχρόνως ὁ λαὸς αὐτὸς ἔχει καὶ ἓν ἄλλο παράπονον, διότι γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ τὸ 1901 εἶναι μελετημένη ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἑνὸς μικροῦ τμήματος ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Μάραθον, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς πληθυσμοὺς καὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν, θεωρηθεῖσα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡς ἐκτάκτως ἐπείγουσα· ἐν τούτοις παραπέμπεται εἰς τὰς καλένδας ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἕως ὅτου δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ Κράτος εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας του. Ἀπειράκις οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι προσεφέρθησαν καὶ ἐξ ἰδίων νὰ κατασκευάσουν τὴν γραμμὴν καὶ διερωτῶνται· διατί καὶ προσφερόμενοι νὰ κατασκευάσουν ἐξ ἰδίων τὴν γραμμὴν εὑρίσκουν ἐμπόδια ἀπὸ τὴν Πολιτείαν; Ἀλλ’ ἔχουν καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα· τὴν μετάθεσιν, τὴν ἐξαπίνης διαταχθεῖσαν, τοῦ μηχανικοῦ των. Ὁ δὲ νομομηχανικὸς Μεσσηνίας εἶπεν εἰς αὐτοὺς ὅτι μὲ τὴν μετάθεσιν τοῦ μηχανικοῦ δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ἴδουν γεφύρας καὶ δρόμους ποτὲ πλέον.
§84Π. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἡ Μακεδονία δὲν ἔχει κανένα μηχανικόν.
§85Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ διαμαρτυρηθῆτε καὶ σεῖς, κ. συνάδελφε.
§86Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ζητοῦν νὰ παραμείνῃ ὁ μηχανικὸς αὐτὸς καὶ νὰ περατώσῃ τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ νὰ δύνανται νὰ μεταφέρουν τὰ προϊόντα των. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡ Πολιτεία νὰ μεταθέτῃ τὸν μηχανικὸν τῆς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανὲν παράπονον κατ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐγκαταλείπωνται τὰ ἔργα ἔκθετα, διότι οὕτως ἡ Πολιτεία ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετῇ τὴν συγκοινωνίαν παραλύει αὐτήν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεολογίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Ξάνθῃ προσφύγων ἁλιέων.
§88Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Κράτος ἐγκατέστησε παρὰ τὴν λίμνην τῆς Ξάνθης πρόσφυγας ἁλιεῖς τὸ Κράτος ὅμως ἐνοικιάζει τὴν λίμνην οὕτως ὥστε οἱ ἐγκατασταθέντες πρόσφυγες νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ἡ λίμνη, καὶ ὁ κ. Μπακάλμπασης γνωρίζουν ἀρκετὰ καλὰ τὸ ζήτημα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ δοθῇ μία λύσις διὰ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ ζήσουν ἐκ τῶν πόρων τῆς λίμνης. Ἄλλως αἱ συρράξεις θὰ εἶναι ἀναπόφευκτοι.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γ. Ροδόπουλος καὶ Λ. Λάμπρου ὅπως καταθέσωσι καὶ ἀναπτύξωσιν ἀναφορὰν γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ Μπάκραινας.
§90Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριοι πληρεξούσιοι, ἓν χωρίον ἐν τῇ περιφερείᾳ Λαρίσης, Μπάκραινα ὀνομαζόμενον, τὸ ὁποῖον εἶχε 40 καλλιεργητάς. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅταν ἔλειπον αὐτοὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ στρατιωτικοῦ των καθήκοντος καὶ δι’ ἄλλων ἐκβιαστικῶν μέτρων ἐξεδιώχθησαν οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν καὶ ἔμειναν μόνον πέντε γεωργοί. Εἰς τοὺς πέντε αὐτοὺς γεωργοὺς καὶ ὀλίγους ἄλλους παρακεντέδες, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον, ὁ ἰδιοκτήτης ἐπώλησεν ἓν μέρος τοῦ κτήματος καὶ ἀποκατεστάθησαν. Ὑπάρχουν ὅμως ἄλλοι πέντε γεωργοί, οἱ ὁποῖοι ἔμενον εἰς γειτονικὰ χωρία καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποκατεστάθησαν καὶ ζητοῦν ἀποκατάστασιν, ὑπάρχουν δὲ καὶ κάτοικοι γειτονικῶν χωρίων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν γαῖαι νὰ οἰκονομηθοῦν· εἶναι 60 ἐν ὅλῳ γεωργοὶ ἀκτήμονες ἀξιοῦντες ἀποκατάστασιν. Οὗτοι ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν καὶ παρακαλοῦν αὐτὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ δίκαιον αἴτημά των περὶ ἀποκαταστάσεως. Τὸ κτῆμα αὐτὸ δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῆς αὐτοκαλλιεργείας, διότι κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν τὸ θέρος, διὰ νὰ ἐξαιρεθῇ ἓν κτῆμα ὡς αὐτοκαλλιεργούμενον πρέπει ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν καλλιέργειαν, νὰ τὴν διευθύνῃ μόνος του καὶ νὰ εἶναι καὶ κάτοικος ἐκεῖ. Ἐν προκειμένῳ ὁ κ. Στυλιανὸς Παπαγεωργίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης, εἶναι ἐμποροβιομήχανος, ἐγκατεστημένος ἐν Λαρίσῃ καὶ δὲν ἀπολαμβάνει τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἐξαιρέσεως. Πρόκειται περὶ τοῦ πατρὸς τοῦ συναδέλφου κ. Παπαγεωργίου· λυποῦμαι ἀλλ’ ὁ νόμος εἶναι νόμος καὶ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀνάγκη. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν αἴτησιν τῶν κατοίκων καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντωνιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς Συλλόγου Γκιουλμουτζίνας.
§92Σ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὴν Θράκην τὴν Δυτικὴν δυστυχῶς ὑπηρετοῦν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ τῆς κατοχῆς, δύο ἐπιθεωρηταὶ τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, οἱ ὁποῖοι ὄντως ἐπέδειξαν ποιάν τινα δραστηριότητα καὶ ἱκανότητα, καίτοι μὴ τυχόντες ἀνωτέρας μορφώσεως. Ἀπό τινος ὅμως, ἀπὸ ἔτους περίπου, οἱ δύο ἐπιθεωρηταὶ ἤρχισαν κάπως νὰ κομματίζωνται καὶ νὰ μεροληπτοῦν εἰς βαθμὸν ὥστε νὰ προκαλέσουν τὴν ἐξέγερσιν ὄχι μόνον τῶν ἐνδιαφερομένων δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς κοινωνίας, ἥτις διὰ τῶν ὀργανώσεων κατ’ ἐπανάληψιν διεμαρτυρήθη. Δυστυχῶς δὲν γνωρίζω πῶς, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἐνεργείας τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς περιφερείας Ροδόπης καὶ ἐμοῦ, κατορθώνουν οἱ κύριοι οὗτοι νὰ μένουν ἐκεῖ μέχρι σήμερον, παρὰ τὰς φροντίδας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἔχομεν κανένα λόγον προσωπικόν, ἀλλ’ ὑπείκομεν εἰς τὴν ἀξίωσιν ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ. Εὐτυχῶς, κατόπιν πολλῶν ἀγώνων, ὁ εἷς μετετέθη, ὁ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ὑπῆρχε, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, νομοσχέδιον, κατατεθέν, «περὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς Θράκης», ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχε διάταξις περὶ μονιμοποιήσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς Θράκης, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ ἠδύναντο νὰ μονιμοποιηθοῦν οὗτοι καὶ συνεπῶς καὶ ὁ ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητὴς Ροδιανός. Ἀλλὰ κατόπιν διαμαρτυριῶν τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπεθύμει νὰ μετατεθῇ, ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς, μὴ δυνάμενοι ἄλλως νὰ μεταθέσωμεν αὐτὸν καὶ στηριζόμενοι καὶ εἰς λόγους δικαιοσύνης — ἐπειδὴ ὁ ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητὴς δὲν ἔχει τὴν μόρφωσιν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δὲν δύναται συνεπῶς νὰ διορισθῇ ἄνευ διαγωνισμοῦ — ἐζητήσαμεν τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως ἐκείνης ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, οὕτως ὥστε ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτός, ὢν προσωρινός, νὰ μετατεθῇ. Καὶ ἠλπίζομεν ὅτι διὰ τῆς ἀπαλείψεως θὰ ἠδύνατο νὰ μετατεθῇ. Δυστυχῶς παρὰ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως ἐκ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, παρὰ τὰς προσωπικάς μας ἐνεργείας, ὁ ἐπιθεωρητής, εἰς πεῖσμα ὁλοκλήρου πληθυσμοῦ, ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ἀπειλεῖ τοὺς δημοδιδασκάλους τῆς περιφερείας καὶ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται, δηλαδὴ τὰς ὀργανώσεις τῆς πόλεως Κομοτηνῆς, ἀπειλεῖ ὅτι θὰ μονιμοποιηθῇ καὶ θὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὑπόμνημα τῶν δημοδιδασκάλων, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρουν ὅτι ἀπειλεῖ αὐτούς. Παραδόξως βλέπω τελευταίως ὅτι μετὰ τὴν πρώτην ἀποτυχοῦσαν ἀπόπειραν περὶ μονιμοποιήσεως, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῆς Ὁμοσπονδίας ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ καταλαμβάνουν τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ μόνον οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα, ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῇ ὁ κύριος αὐτὸς νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του. Ἀλλ’ ἂν οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας ἐκείνης ζητοῦν ἐντονώτερον τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν, εἶναι εἷς καὶ ὁ λόγος αὐτός, ὄχι πλέον διὰ τὸν κ. Ροδιανόν ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ δύνανται νὰ εἶναι παίγνια τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι, ὅταν μετατίθενται εἰς τὴν Θράκην, διαμαρτύρονται, ἀλλ’ ὅταν πηγαίνουν, δὲν θέλουν νὰ φύγουν, διότι τὸ ἔχουν τὰ εὔφορα κλίματα νὰ μὴ ἀφήνουν τοὺς ὑπαλλήλους νὰ φεύγουν, ὅταν μεταβαίνουν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ἀπομακρύνῃ τὸν κύριον αὐτόν, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν κανένα λόγον παραπόνου προσωπικοῦ.
§93Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ζητεῖτε νὰ ματαιώσετε νόμον, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Θράκην.
§94Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Ἀπὸ προσωπικοὺς λόγους.
§95Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Πῶς κομματίζεται ὁ ἐπιθεωρητής; Εἶναι δημοκρατικὸς καὶ ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Κατὰ ποῖον τρόπον κομματίζεται;
§96Σ. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἐννοῶ ὅτι αἱ ἀνθρώπιναι ἀδυναμίαι καὶ ἡ προστασία ὡρισμένων φίλων, ὡρισμένων ἀτόμων ὑπερβαίνει τὰ ὅρια. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ κάμνει κατάπληξιν εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ ἔχει ἀπαλειφθῆ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὑποβάλλεται νομοσχέδιον δι’ ἕνα κύριον, διὰ νὰ δυνηθῇ αὐτὸς ἐπ’ ἄπειρον νὰ μένῃ εἰς τὴν Θράκην καὶ νὰ προκαλέσῃ ἐξέγερσιν τῶν κατοίκων.
§97Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Δὲν γίνεται δι’ ἕνα, ἀλλὰ δι’ ὅλους τοὺς προσωρινοὺς ἐπιθεωρητὰς τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν χρησιμωτάτους.
§98Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀφορᾷ πρὸ παντὸς τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν τοῦ νομοῦ Ροδόπης. Γνωρίζετε ὅτι προχθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπερωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας προκειμένου περὶ τῶν σκανδάλων τοῦ Γυμνασίου Κομοτηνῆς. Ἂν ἐνθυμῆται ἡ Συνέλευσις, δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους τοὺς πολιτευομένους τῆς Θράκης, διότι εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως. Ἡ σημερινὴ ἀναφορὰ ἀφορᾷ τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν Θράκης. Ὅπως καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἐπερώτησιν σᾶς ἀνεκοίνωσα, εἰς τὸν νομὸν Ροδόπης παρουσιάσθη τελευταίως φαινόμενον τὸ ὁποῖον ἦτο ἄγνωστον ἐκεῖ. Δημοδιδάσκαλοι ἐξαποστέλλονται ἐκ τοῦ κέντρου κατὰ δεκάδας εἰς τὰ χωρία χωρὶς νὰ ἐξετάζεται ἂν οἱ μετατιθέμενοι ὑπέπεσαν ἔστω καὶ εἰς τὸ ἐλάχιστον παράπτωμα. Δέκα καὶ τέσσαρες τελευταίως πρόσφυγες διδάσκαλοι εἶχον ἐκτοξευθῆ εἰς τὰ διάφορα χωρία. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐξένισεν ἦτο ὅτι ὑπῆρχον ἄνθρωποι μεταξὺ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν γνωστοὶ διὰ τὴν δρᾶσίν των εἰς ὅλους μας. Δημοδιδάσκαλος ὀνόματι Παπαπέτρος, γνωστὸς εἰς τοὺς καταγομένους ἐξ Ἀδριανουπόλεως ὡς ἐθνικῶς δράσας, ἄνθρωπος πεπειραμένος, ἐκτοξεύεται εἰς τὸ τελευταῖον χωρίον τῆς θρακικῆς συνοριακῆς γραμμῆς. Ἄλλος σπουδάσας ἐν Κωνσταντινουπόλει —ὅταν ἠναγκάσθητε ἕνεκα τῶν διαφόρων σκανδάλων τοῦ Γυμνασίου νὰ μεταθέσετε τοὺς ὑπευθύνους—Μπεκιάρης ὀνόματι, διετάχθη ἐν μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, πρὸς ζημίαν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ μεταβῇ εἰς Παραμυθιάν. Τὸ τρίτον ἀφορᾷ κάποιον δημοδιδάσκαλον, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς εἰς τὸ ζήτημα τῶν μεταθέσεων ἔλαβεν ἐνεργὸν μέρος. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν κατ’ ἐπανάληψιν τὴν μετάθεσίν του. Ἐδηλώσαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὤφειλε, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θεωροῦμεν ἡμεῖς οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν ὅτι οἱ διδάσκαλοι δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἐκπληρώσουν καθῆκον ἀπέναντι τῆς νεολαίας, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ δράσουν καὶ κοινωνικῶς, ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ Κομοτηνῆς. Ἐπιμένομεν καὶ σήμερον ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ χωρὶς νὰ ἔχωμεν λόγους προσωπικούς, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν Θράκην προσωπικὰ κόμματα δὲν ὑφίστανται. Μέχρι τοῦδε ὁ θρακικὸς κόσμος εἶχε μορφωθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῶν κοινοτήτων. Εἶχε τὰ Σχολεῖά του καὶ τὴν Ἐκπαίδευσίν του. Ἔρχεται σήμερον ὁ λαὸς καὶ βλέπει ὅτι ἡ κρατικὴ Ἐκπαίδευσις ὑστερεῖ κατὰ παρασάγγας ἀπὸ τὴν κοινοτικὴν τοιαύτην. Τὴν στιγμὴν ποὺ θέλομεν νὰ ἐξυψώσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους ἀπευθυνόμεθα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ὄχι τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ἔχει μεταξὺ ἄλλων καθηκόντων καὶ τὸ καθῆκον τῆς περιφρουρήσεως τῆς περιουσίας καὶ ἀναπτύξεως τῶν οἰκονομικῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς τὰς χεῖράς του τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν τῆς νέας γενεᾶς, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμεθα προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος. Αὐτὴ εἶναι ἡ παράκλησίς μας.
§99Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δύο ἐκ τῶν διδασκάλων ἀπεμακρύνθησαν. Μένει ὁ τρίτος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν τηλεγραφήματα ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου αἱ γνῶμαι εἶναι διχασμέναι, ὄχι διότι δὲν συμμερίζομαι πλήρως τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ὑπεβάλατε ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ διότι, εὑρισκόμενος ἀπέναντι διαφόρων κρίσεων ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦτο, ἤθελον νὰ ἐξετάσω περισσότερον πῶς ἀκριβῶς ἔχει τὸ ζήτημα. Δι’ αὐτὸ διετάχθη ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ μᾶς ὑποβάλῃ συγκεκριμένως μίαν ἔκθεσιν.
§100Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Συμπληρωματικῶς σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς κοινωνίας ἐκείνης, ὅτι πλέον δὲν ὑπάρχει ἐναρμόνισις μεταξὺ τοῦ παράγοντος αὐτοῦ καὶ τῆς κοινωνίας τοῦ τόπου. Δὲν ζητῶ τιμωρίαν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, διότι ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἄξιος τιμωρίας, ἀλλὰ ὑπάρχει χάσμα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ μετάθεσιν, ἔστω καὶ ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ Ροδόπης.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ σχέδιον ψηφίσματος.
§102Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμοῦσα νὰ ἀρθῶσιν ὅλα τὰ προσχήματα καὶ ὅλαι αἱ αἰτιάσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐναντίον τῆς ἀκριβείας τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων κατέβαλε προσπαθείας, ὅπως συγκεντρώσῃ τὴν γνώμην ὅλων περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου ἀναθεωρήσεως αὐτῶν. Ἠκούσθησαν πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν παραγόντων, ἠκούσθησαν πλεῖστοι ἐκ τῆς ἡμετέρας παρατάξεως, ἠκούσθησαν πολλὰ σωματεῖα καὶ ἐξητάσθη πρῶτον μὲν ἂν πρέπει νὰ γίνῃ γενικὴ τῶν καταλόγων ἀνασύνταξις ἢ πρέπει νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις αὐτῶν μερική, δευτερευόντως δὲ ποῖος εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος διὰ τὴν διενέργειαν τῆς ἐκκαθαρίσεως ἢ ἀναθεωρήσεως. Κατόπιν τῶν ἀνταλλαγεισῶν γνωμῶν ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐνεργήσῃ γενικὴν ἀνασύνταξιν τῶν καταλόγων καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργήθη πρὸ 50 ἐτῶν περίπου, κατὰ τὸ 1877. Ἦτο ἐπιβεβλημένη ἡ τοιαύτη ἀπόφασις, διότι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀμφιβολία ὅτι οἱ ὑφιστάμενοι κατάλογοι πρὸ πολλῶν ἐτῶν, πρὸ 20 ἐτῶν καὶ πλέον, ἤρξαντο νοθευόμενοι. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀκριβῶς ἀπεφασίσθη ἡ γενικὴ ἀνασύνταξις αὐτῶν καὶ ἡ κατάργησις τῶν ὑπαρχόντων μετὰ τὴν κατάρτισιν τῶν νέων τοιούτων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη ἀνασύνταξις, ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεψεν εἰς τὴν ἐκ τῶν προτέρων παροχὴν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐγγυήσεων αἱ ὁποῖαι θὰ καθίστων ἀδύνατον ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν τῶν ἀντιθέτων αἰτίασιν, ὅτι οἱ κατάλογοι δὲν κατηρτίσθησαν κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα παντελῶς τὴν νοθείαν. Ἡ βάσις τοῦ συστήματος κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀναθεωρηθοῦν οἱ κατάλογοι καὶ θὰ διενεργηθῇ ἡ σύνταξις τῶν νέων καταλόγων εἶναι ὅτι ὅλων τῶν Ἐπιτροπῶν θὰ προΐστανται δικαστικὰ πρόσωπα καὶ ὅτι οὐδεμία ἀνάμιξις τῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν Ἀρχῶν θὰ γίνῃ διὰ νὰ μὴ ἀκούσωμεν τέλος πάντων καὶ πάλιν ὅτι αἱ δημοτικαὶ καὶ κοινοτικαὶ Ἀρχαί, ὡς ἔχουσαι ἄμεσα συμφέροντα διὰ τὸν τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον καταρτισμὸν τῶν καταλόγων, μεροληπτοῦν. Οὕτως εἰς μὲν τὰς πόλεις ἐλήφθη ὡς βάσις ἡ ἐνορία. Εἰς τὰς ἐνορίας θὰ καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ προεδρευομένη ἀπὸ Εἰρηνοδίκην καὶ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐπίτροπον καὶ τὸν ἱερέα. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν θὰ διορισθῇ γραμματεὺς εἷς τῶν διδασκάλων. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ ἐνεργήσῃ τὴν καταγραφὴν τῶν ἐκλογέων τῆς ἐνορίας. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ἀποκλείεται ἡ πλαστοπροσωπεία, διότι ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἐπίτροπος καὶ ὁ ἱερεὺς τῆς ἐνορίας ἀναμφισβητήτως θὰ γνωρίζουν ὅλους τοὺς ἐνορίτας. Διὰ τὰ χωρία ἐλήφθη βάσις ἡ πρωτοδικειακὴ περιφέρεια. Καὶ ὅπου ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα, παρέχεται τὸ δικαίωμα διὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διαιρέσῃ εἰς περισσότερα τμήματα τὰς πρωτοδικειακὰς περιφερείας. Καὶ ἐκεῖ θὰ προΐστανται δικαστικὰ πρόσωπα, Εἰρηνοδίκης ἢ ἀναπληρωτὴς αὐτοῦ. Τὰ δύο μέλη θὰ εἶναι ὅπως καὶ εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τῶν ἐνοριῶν, ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἐπίτροπος. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κατάρτισις τῶν καταλόγων κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα πᾶν παράπονον καὶ κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἐξασφαλίζοντα τὸ εἰλικρινὲς αὐτῶν, τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν. Ἀκολουθοῦντες τὴν παράδοσιν τοῦ κόμματος ἡμῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχονται αἱ μερίδες αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ταύτην, ἐργαζόμεθα καὶ πάλιν τιμίως διὰ τὴν συγκρότησιν τῶν καταλόγων. Εὔχομαι ἵνα ἐκτιμηθῇ ἡ τοιαύτη προσπάθειά μας καὶ παύσωσι πλέον αἱ αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐν τῷ παρελθόντι καὶ αἱ ὁποῖαι οὔτε τότε ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὸ μέλλον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἡ προθεσμία διὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων ὁρίζεται μηνιαία, ἀλλὰ παρέχεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν εἰς τὰς περιφερείας ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ περατωθῇ ἡ ἐγγραφὴ ὅλων τῶν ἐκλογέων. Διὰ τῆς προθεσμίας αὐτῆς δὲν πρόκειται περὶ συντάξεως τῶν καταλόγων, πρόκειται περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ συνεδριάζῃ ἐπὶ 30 ἡμέρας, ἂν δὲ δὲν δυνηθῇ νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ψηφίσματος ὅπως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ τὰς προθεσμίας. Βεβαίως τὸ ψήφισμα θὰ συζητηθῇ. Ὑπάρχει ἄλλως τε καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἡ ὁποία ἀρκετὰ ἀναλύει τὰς βάσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατηρτίσθη τὸ σχέδιον ψηφίσματος. Συγχρόνως ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς ἐκ 35.000.000. δραχμῶν» Κατόπιν τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων ἡ διατεθειμένη πίστωσις δὲν ἐξαρκεῖ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ. Ὑποβάλλω καὶ σχέδιον νόμου «περὶ τακτοποιήσεως λογαριασμῶν καταθέσεως ἱματισμοῦ ὁπλιτῶν τέως Α. Δ. Χ. Σμύρνης». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχε κατατεθῆ ἀπὸ προγενεστέραν Κυβέρνησιν καὶ προβλέπει τακτοποίησιν ἱματισμοῦ ὁπλιτῶν τῆς τέως χωροφυλακῆς Σμύρνης, διότι εἰς πολλοὺς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν κατὰ τὴν ἐκ Σμύρνης ὑποχώρησιν τὸν ἱματισμόν των ἐδόθη ἄλλος ἱματισμός. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἐξηγεῖ αὐτὰ ἐπαρκῶς.
§103Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ (Πρόεδρος). Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τριημέρου ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως κ. Ρακτιβὰν μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀναγγέλλει τὴν ἀπόφασίν του ὅπως παραιτηθῇ τῆς προεδρίας τῆς Συνελεύσεως. Ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐπιστολῇ ἐπισυνάπτεται καὶ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεώς του ταύτης, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Ἡ βραδύτης τῆς ἀνακοινώσεως προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι ἠθέλησα νὰ πείσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀποσύρῃ τὴν παραίτησίν του. Ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ προσπάθειαί μου δὲν ὑπῆρξαν καρποφόροι. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος σήμερον νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησιν ταύτην καὶ νὰ ἀνακοινώσω καὶ τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἀποφάσεώς του (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὴν Δʹ ἐν Ἀθήναις Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ὁμιλῶν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ πληρεξούσιος Λέσβου κ. Παπανδρέου περὶ τῶν αἰτίων τῆς σχετικῆς ἐπιβραδύνσεως τῆς συντακτικῆς ἐργασίας ἀνέφερεν ὡς ἓν «τῶν μειονεκτημάτων τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Συνέλευσις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων της τὸ μειλίχιον ὕφος τοῦ Προεδρείου, συνήθως ἀκατάλληλον διὰ νὰ κατευνάσῃ τὴν ἀκάθεκτον ὁρμὴν πολλῶν συναδέλφων». Μὴ ἐπιθυμῶν οὐδὲ κατ’ ἰδέαν νὰ θεωρηθῶ ὡς ἀποτελῶν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν ἀρτιωτέραν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος δι’ οὗ ἐτιμήθην παρ’ αὐτῆς παραίτησίν μου. Ἐκφράζω δὲ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὴν ἄκραν ἐμπιστοσύνην δι’ ἧς μὲ περιέβαλε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἀσκήσεως τῶν προεδρικῶν μου καθηκόντων. Μετὰ πάσης τιμῆς Κ. Δ. Ρακτιβάν».
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως προέβαλεν ἀποτελεῖ βεβαίως δεῖγμα εὐαισθησίας δι’ αὐτὸν τοῦτον, ἀλλὰ δὲν εἶναι αἰτία δικαιολογοῦσα τὴν ἑκουσίαν ἀπομάκρυνσίν του. Τὸ ὅτι εἷς ἐκ τῶν κυρίων πληρεξουσίων, ἀγορεύων, ἐχαρακτήρισε τὸ ὕφος τοῦ Προέδρου, τοῦ Προεδρείου μάλιστα, ὡς μειλίχιον καὶ ὡς οὐχὶ κατάλληλον διὰ νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας Σώματος τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του, διεξάγει ὀλιγώτερον ὁμαλῶς τὰς ἐργασίας του παρὰ τὰ Σώματα τῶν ἁπλῶν Βουλῶν, δὲν νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ ἔστω καὶ πόρρωθεν μομφὴν τοῦ κ. πληρεξουσίου κατὰ τοῦ Προεδρείου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδαμῶς ἐξεδηλώθη δυσπιστία τις ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ τὴν παράκλησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παραίτησίν του.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συμφωνῶ ἀπολύτως εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀντελήφθην κἂν τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λέσβου πληρεξουσίου, περὶ τῆς ὁποίας ποιεῖται μνείαν εἰς τὴν ἐπιστολήν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅπως ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐκ μέρους αὐτοῦ τοῦ κ. πληρεξουσίου ἐκ Λέσβου διὰ τῆς ἐν λόγῳ φράσεώς του δὲν ἐξεδηλώθη οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη δυσπιστία, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον ἡ μειλιχιότης δὲν εἶναι ἐλάττωμα δι’ ἕνα Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως. Ὅ,τι πράγματι ἀποτελεῖ προτέρημα κατ’ ἐξοχὴν εἶναι ἡ ἀκεραιότης, ἡ ἀμεροληψία καὶ ἡ ἐντεταμένη προσοχὴ μετὰ τῆς ὁποίας ὁ Πρόεδρος διευθύνει τὰς συνεδριάσεις καὶ τὰ προτερήματα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως. Εἶμαι λοιπὸν σύμφωνος ὅπως, εὐαρεστούμενος, διαβιβάσετε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως τὴν ἀπεριόριστον πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Ὁ προβαλλόμενος ὡς τοιοῦτος, ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ μίαν ἔνδειξιν εὐθιξίας καὶ μόνον, διότι οὐδεμία δυσπιστία ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως ἤ τινος τῶν συντεταγμένων ἐν αὐτῇ κομμάτων. Ὁ κ. πληρεξούσιος ἐκ Λέσβου, ὁμιλῶν καὶ ἀναζητῶν τὰ αἴτια διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις δὲν προβαίνει γοργῶς εἰς τὸ ἔργον της, ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ μειλίχιον αὐτοῦ ὕφος ἀποβλέπων εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων του. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἔκφρασιν δυσπιστίας τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία περιβάλλει τὸν κ. Πρόεδρον διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Καὶ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ διαβιβάσετε τὴν παράκλησιν καὶ ὑμῶν ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἐκτελῶν τὰ καθήκοντά του.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ λείψῃ νὰ διαβιβάσῃ τὴν γενικῶς ἐκδηλωθεῖσαν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§109Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγινώσκω εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας ὅτι πρῶτον θέμα πρὸς συζήτησιν εἶναι τὸ σχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφίσματος διὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν. Ἀναγινώσκω ἐπίσης εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ ὅτι τὴν 8 μ.μ. θὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως προβλέπεται διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος σήμερον μία καὶ ἡμίσεια ὥρα. Ὁμολογῶ ὅτι δοκιμάζω ἔκπληξιν καὶ εὑρίσκω ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν τοιαύτην διατύπωσιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς ἐπαγγελίας τὰς συνεχῶς ἐπαναλαμβανομένας καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως ὅτι θὰ ἐπισπεύσωμεν πλέον τὸ συντακτικὸν ἡμῶν ἔργον. Ἄν, κ. Πρόεδρε, σήμερον τηρηθῇ ἡ τάξις τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, αὔριον πρόκειται νὰ ἔχωμεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, διότι εἶναι Σάββατον, μεθαύριον εἶναι Κυριακή· ἄρα ἡ συντακτικὴ ἐργασία ἀναβάλλεται διὰ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα. Καὶ συμβαίνει ἡ συντακτικὴ ἐργασία νὰ ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἀκόμη ἄρθρον, τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας. Καὶ συμβαίνει ἀκόμη, καθὼς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν, τὸ θέμα τοῦτο νὰ εἶναι λεπτὸν καὶ εὐδημαγώγητον, εἰς τρόπον ὥστε οἱαδήποτε παρέλκυσις τῆς ἐξετάσεως νὰ παρέχῃ εὐκαιρίαν εἰς ὅλους τοὺς ἐχθροὺς τῆς Συνελεύσεως νὰ διασύρουν αὐτήν. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ὅπως συζητηθῇ ἀμέσως τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει δεκάωρον δι’ ἑκάστην συζήτησιν, νὰ λάβωμεν τελικὰς ἀποφάσεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ λήξῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις διὰ τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας. Ἀναγνωρίζω ὅτι νομοσχέδια ὑπάρχουν ἐπείγοντα, ἀλλὰ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν ἀμέσως μετὰ τὴν περάτωσιν τοῦ ἄρθρου περὶ θρησκείας. Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθοῦν εἴτε αὔριον, ἂν ἐπείγουν, εἴτε τὴν Δευτέραν. Ὁπωσδήποτε προτείνω τὸ κεφάλαιον περὶ θρησκείας νὰ λήξῃ ἀπόψε, διότι μόνον τοιουτοτρόπως ἀποδεικνύομεν ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι ἡμῶν διὰ τὴν σοβαρὰν καὶ ταχεῖαν περάτωσιν τοῦ ἔργου ἡμῶν δὲν εἶναι λόγοι κενοί, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι ἀνωτέρα τῶν κατηγοριῶν αἱ ὁποῖαι τῇ ἀπευθύνονται καὶ ὅτι εὑρίσκεται πράγματι εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις στέργει νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν καὶ κατόπιν νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς θρησκείας. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἐξηντλημένον τὸ θέμα ὥστε...
§111Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἄν τρομοκρατῆται ὁ κ. πληρεξούσιος, ἡ Συνέλευσις δὲν τρομοκρατεῖται ἀπὸ τοὺς γελοίους. (Θόρυβος).
§112Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ζητεῖται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, υἱοθετοῦσαν οἱανδήποτε πρότασιν ἢ καὶ οἴκοθεν, νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον τοσάκις μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ κ. Καρασεβδᾶς, ὁ ἀντιλέγων εἰς τὴν πρότασιν, ἄν τις ὑπάρχῃ, νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ψηφίσματος περὶ Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, θὰ ὁμιλήσῃ εἷς τῶν ἀντιλεγόντων καὶ ἡ Συνέλευσις θὰ προχωρήσῃ.
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὀρθὸν εἶναι, ὅταν πρόκειται νὰ καθορισθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις, νὰ εἴμεθα παρόντες, ὥστε νὰ μὴ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἡ πρόταξις τοῦ ψηφίσματος περὶ Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν ἐγένετο κατὰ πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι λόγοι πρακτικοὶ ἐπειγούσης φύσεως ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν. Ἄν σήμερον ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πρόταξιν, δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐργασίαν Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. πληρεξούσιον ἐκ Λέσβου, ὅστις ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι θὰ καταπέσῃ ἡ Συνέλευσις ἂν ἀπόψε δὲν λάβῃ ἀπόφασιν, ὡς ἂν ἐπρόκειτο νὰ εἶναι Κογκλάβιον καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὸν Πάπαν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι πάντες ἐμφορούμεθα ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ περατωθῇ τὸ συντακτικὸν ἔργον κατὰ τρόπον ὁμαλὸν καὶ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι αἱ ἀγορεύσεις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομοι, διότι ὅλοι γνωρίζομεν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκ διαφόρων ἀπόψεων καὶ δὲν ἀπομένει παρὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας εἰς τὸ τέλος. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι κάτι διάφορον ἀπὸ τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπισείεται ἐδῶ πέρα, ὅτι θὰ καταπέσῃ ἡ Συνέλευσις καὶ θὰ κατασυκοφαντηθῇ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Δημοκρατία, ἂν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ὥρας ἢ ἐπὶ μίαν ἡμέραν παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει καμμία περιαυτολογία, καμμία σπατάλη χρόνου εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἔργον μας καὶ νὰ μὴ θέλωμεν διὰ μιᾶς, τρόπον τινὰ νευρικῆς σπουδῆς νὰ δείξωμεν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ σφάλματα καὶ τὰ ἐλαττώματα ἄλλων Συνελεύσεων. Ἀρκεῖ τὸ ἔργον μας νὰ εἶναι σοβαρὸν καὶ ἡ βραδύτης μας διὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας δὲν ἔχει σημασίαν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐδῶ δὲν πρέπει νὰ ἐρχώμεθα πανικόβλητοι.
§114Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας συνάδελφος εἶναι εὔκολος εἰς τοὺς χαρακτηρισμούς του. Δὲν εἶναί τις πανικόβλητος ὅταν συνιστᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐπίσπευσιν τῶν συζητήσεων, ἀνταποκρινομένων πρὸς ὁμόθυμον αἴσθημα τῆς δημοσίας γνώμης, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ Συνέλευσις καθῆκον ἔχει νὰ συμμορφοῦται, ὅταν τὸ αἴσθημα αὐτὸ εἶναι εὔλογον. Οὔτε εἶναι ἐπίσης ἡρωισμὸς ἡ ἐπ’ ἄπειρον παράτασις τῶν συζητήσεων, ὅταν ἐξ αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ ἐξαχθοῦν σοβαρὰ συμπεράσματα γενικῆς σημασίας. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Λέσβου οὐδὲν ἄλλο εἶπεν ἢ τοῦτο, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν συνταγματικῶν περὶ θρησκείας ἔδει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξαντληθεῖσα, διότι ὅλαι αἱ ἀπόψεις ἐξετέθησαν. Παρεκάλεσε δέ, ἂν συναινῇ ἡ Κυβέρνησις, νὰ τεθῇ κατὰ μέρος τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, ὥστε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, δοθέντος ὅτι ἡ παράτασις τῶν συζητήσεων δίδει λαβὴν εἰς δυσφορίαν καὶ ἐπικρίσεις. Τοιαῦται συστάσεις πρὸς τὴν Συνέλευσιν δὲν εἶναι καθόλου μάταιαι καὶ ὅταν ἀκόμη προκαλοῦν τὴν αὐστηρὰν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου ἐκ Μαντινείας ὁ ὁποῖος δὲν ἐνδιαφέρεται, ὑποθέτω, περισσότερον ὅλων τῶν ἄλλων ἡμῶν διὰ τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως καὶ διὰ τὸ ἔργον αὐτῆς.
§115Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ δὲν θὰ ἐζήτουν τὸν λόγον, ἂν ἐζητεῖτο ἁπλῶς ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω μόλις διετυπώθη ἡ ἀξίωσις ἀπόψε coute que coute νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συντακτικῆς καὶ Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ θρησκείας. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅπως εἶπον, κύριοι, καὶ πρὸ μικροῦ, διάφοροι γνῶμαι ἐξηνέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν, αἱ διαφοραὶ ὅμως αἱ ὁποῖαι προέκυψαν δὲν εἶναι κεφαλαιώδεις καὶ περιεστράφησαν μᾶλλον εἰς τὴν τεχνικὴν διατύπωσιν τῶν συζητουμένων διατάξεων καὶ ὄχι εἰς τὴν οὐσίαν τῶν θρησκευτικῶν ζητημάτων. Τὸ φαινόμενον αὐτὸ τῆς ὁμοφωνίας τῆς Συνελεύσεως δὲν εἶναι ἀνεξήγητον, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι πάντες εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐμφορούμεθα ἐκ τοῦ αὐτοῦ πνεύματος ἀπολύτου ἀνεξιθρησκίας καὶ τοῦ πόθου νὰ ἐξασφαλίσωμεν μίαν αὐστηρὰν ἁρμονίαν μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας. Δὲν θέλω ποσῶς νὰ παρίδωμεν τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἠθικὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἐκκλησία οὔτε τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸ Ἔθνος εἰς ἡμέρας δοκιμασίας καὶ δὲν θέλω ἐπίσης νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἀξίαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργῶν, δὲν δυνάμεθα ὅμως ἐπίσης νὰ μειώσωμεν καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους καὶ τῶν νομίμων αὐτοῦ ἐξουσιῶν. Ἡ ἁρμονικὴ ἑπομένως συνεργασία μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μόνον παράδοσις διὰ τὴν Χώραν μας, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀνάγκη, εἶναι τὸ μόνον μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καλύτερον τοὺς σκοπούς της καὶ νὰ προαχθοῦν αἱ ἠθικαὶ δυνάμεις τῆς κοινωνίας. Ὑπάρχουσι γνῶμαι ριζοσπαστικώτεραι καὶ ἐπροτάθησαν τοιαῦται καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν. Περὶ αὐτῶν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω κατόπιν, ὅταν θὰ ἐξετάσω τὰς προτάσεις τὰς ὑποβληθείσας· ἐπιθυμῶ πρότερον νὰ ἀσχοληθῶ δι’ ὀλίγων ἐπὶ σημείων τινῶν λεπτομερεστέρων. Ἀπὸ διαθέσεως, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω ὅτι ἀποκλίνω εὐχαρίστως ὑπὲρ τῆς ριζικῆς ἀναθεωρήσεως τῶν συνταγματικῶν περὶ θρησκείας διατάξεων, διότι νομίζω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν προστατεύεται διὰ τῶν ἐν ἰσχύϊ κειμένων ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ καταστήσωμεν συμφωνοτέραν τὴν μορφὴν τῶν διατάξεων τούτων πρὸς τὴν ὅλην ὑφὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Δύο ὅμως λόγοι μὲ ἔπεισαν ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιφυλακτικώτεροι εἰς τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι γνωστοὶ καὶ ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ πολλοὺς τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι ὅτι αἱ ἐν λόγῳ διατάξεις δὲν εἶναι νέαι, ἰσχύουν ἀπὸ τῆς τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἔδωκαν μέχρι τοῦδε ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις καὶ φόβους διὰ τὸ μέλλον. Δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ὁ λαὸς ἡμῶν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀνεξίθρησκος, εὐκόλως ὅμως παρασύρεται ἀπὸ τὴν σαγήνην τῆς δημαγωγίας, ὅταν ἡ δημαγωγία διεξάγεται ἐν ὀνόματι τῶν ἐθνικῶν καὶ θρησκευτικῶν παραδόσεων. Ἔχομεν περὶ τούτου παραδείγματα παλαιὰ καὶ νέα, ἔχομεν τὴν ἱστορίαν τὴν αἱματηρὰν τῶν Εὐαγγελικῶν, ἔχομεν τὸν ἀναβρασμὸν τὸν πολιτικὸν ὁ ὁποῖος ἐπηκολούθησε καὶ ὁ ὁποῖος ἐκορυφώθη κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἔχομεν ἀκόμη προσφάτως τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου διὰ σκοποὺς καθαρῶς πολιτικούς. Ὅλα αὐτὰ εἶναι σημεῖα καὶ μηνύματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν προκειμένου νὰ διατυπώσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ θρησκείας, ὅπως μὴ ἀφήσωμεν ἀκάλυπτον καὶ ἔκθετον εἰς διαβολὰς καὶ ἐκμεταλλεύσεις τὸ πολίτευμα, προηγούμενοι εἰς ἀφηρημένους δογματισμούς. Ἰδοὺ πῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα καὶ τὸ κείμενον νὰ μεταρρυθμίσωμεν καὶ τὸ πολίτευμα νὰ περιφρουρήσωμεν. Θὰ ἠδυνάμεθα ἐν πρώτοις ἀνενδοιάστως νὰ ἀποδεχθῶμεν ὅλας ἐκείνας τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν ἄλλο τι εἰμὴ ἁπλῆν ἀνάπτυξιν τῶν ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι περιέχονται καὶ εἰς τὸ ἤδη ἰσχῦον κείμενον. Ἡ ἀρχὴ λ.χ. τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καθιεροῦται, κατὰ τὴν γνώμην μου, σαφῶς καὶ εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ ἤδη ἰσχύοντος· ἀκόμη δὲ ἐμφανέστερον ἀναπτύσσεται ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἰς τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχουσιν ὅμως οἱ φρονοῦντες ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ δώσωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τύπον μᾶλλον ἐμφαντικόν. Δὲν βλέπω κανένα λόγον νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν ταύτην, καθὼς ἐπίσης καὶ μίαν ἄλλην πρότασιν τῆς αὐτῆς περίπου φύσεως. Τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἀναγράφει ὅτι πᾶσα «γνωστὴ» θρησκεία τελεῖ ἐν Ἑλλάδι ἐλευθέρως τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς. Εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν ἐδόθη ἤδη ἡ ἑρμηνεία ἡ ὀρθὴ εἰς τὸν ὅρον «γνωστή», εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ φόβος παρερμηνείας. Ἐξακολουθοῦν οὐχ ἧττον ἀτέρμονες αἱ κεναὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου συζητήσεις καὶ διὰ νὰ τὰς τερματίσωμεν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὅρου τούτου, παρακολουθοῦντες ἐν τούτῳ τὸ παράδειγμα τῶν νεωτέρων δημοκρατιῶν, νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸν ὅρον «γνωστὴ» θρησκεία καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι πᾶσα θρησκεία τελεῖ ἐλευθέρως τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς, ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. (Ἐπιδοκιμασίαι). Δὲν ἀποδίδω καμμίαν σημασίαν ἂν θὰ διατηρήσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον τὸν ὅρον «ἐπικρατοῦσα» ἢ τὸν ὅρον «ἐπίσημος». Ἀμφότεροι ἔχουν τὴν ἰδίαν ἀπολύτως ἔννοιαν καὶ εἶναι εὐτύχημα ὅτι ἡ ἔννοια αὕτη δὲν στρέφεται κατ’ οὐδενὸς ἄλλου θρησκεύματος οὐδὲ τείνει εἰς μείωσιν ἢ καταστρατήγησιν τῆς θρησκευτικῆς ἰσότητος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα» εἶναι μᾶλλον κακόηχος, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἂν ἔστεργεν ἡ Συνέλευσις, ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην προθύμως καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὅρου τούτου διὰ τῆς λέξεως «ἐπίσημος». Μεγαλυτέρας σημασίας εἶναι αἱ προτάσεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸν προσηλυτισμόν. Ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἀναγράφεται ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ προσηλυτισμοῦ, ἐφόσον ὁ προσηλυτισμὸς ἐνεργεῖται εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου θρησκείας, ὄχι ὅμως καὶ ἐφόσον ἀσκεῖται εἰς βάρος τῶν ἄλλων δογμάτων. Ἐπροτάθη νὰ ἀπαλείψωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἡ πρότασις στηρίζεται εἰς ἕνα λίαν ἀποχρῶντα λόγον. Ὁ προσηλυτισμὸς σήμερον εἶναι μέσον ἰσχυρότατον διὰ τὴν κίνησιν καὶ τὴν ἐξάπλωσιν τῶν ἰδεῶν, δὲν θὰ ἦτο δὲ ὀρθόν, ἀκόμη καὶ ἐπὶ τοῦ θρησκευτικοῦ ἐδάφους, νὰ στερήσωμεν ἑνὸς ζωτικοῦ παράγοντος τὴν πνευματικὴν παρ’ ἡμῖν κίνησιν. Θέτω ὅμως ὅτι παραβλέπεται ἕν γεγονός, ὅτι τουτέστι καὶ ἡ ἰσχύουσα διάταξις δὲν ἀποκλείει ποσῶς τὸν εὐθὺν προσηλυτισμὸν ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖται διὰ τῆς πειθοῦς καὶ τῆς διδασκαλίας, ἀλλ’ ἀποκλείει μόνον τὸν προσηλυτισμὸν τὸν ἔκθεσμον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ προσηλυτισμὸς οὗτος καὶ ἂν ἤθελεν ἀπαλειφθῇ ἡ συνταγματικὴ διάταξις πλήττεται ὑπὸ τῶν κειμένων ποινικῶν διατάξεων, μόνον ὅμως ἐφόσον ἀσκεῖται διὰ βιαίων μέσων. Ὁ θρησκευτικὸς ὅμως προσηλυτισμὸς δὲν ἀκολουθεῖ συνήθως—ὑπάρχουν περιπτώσεις τοιαῦται παρ’ ἡμῖν—δὲν ἀκολουθεῖ πάντοτε τὴν ὁδὸν αὐτὴν τὴν εὐθεῖαν τοῦ διαφωτισμοῦ οὔτε ἐξ ἄλλου προσφύγει εἰς βίαια μέσα, ἀλλ’ ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του πληθὺν ἄλλων μέσων πρὸς ἀποπλάνησιν καὶ παγίδευσιν τῶν συνειδήσεων, καὶ ἐναντίον τῶν μέσων τούτων ἐπιτρέπεται εἰς ἓν Κράτος, ἰδίως μικρόν, νὰ ἀσκήσῃ νόμιμον ἄμυναν, ἐφόσον μάλιστα εἶναι πιθανὸν ὁ θρησκευτικὸς προσηλυτισμὸς νὰ εἶναι τὸ πρόσχημα τὸ ὁποῖον καλύπτει σκοποὺς πολιτικούς. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλείψωμεν τελείως τὴν διάταξιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον θὰ ἦτο νὰ εὐρύνωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν καὶ νὰ φέρωμεν εἰς πλήρη ἐξομοίωσιν τὴν Ὀρθόδοξον πρὸς τὰς ἄλλας θρησκείας, προστατεύοντες καὶ αὐτάς, ὅπως προστατεύομεν καὶ τὴν θρησκείαν τὴν ἐπικρατοῦσαν.
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ Ποινικὸς Νόμος δὲν ἀρκεῖ;
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀρκεῖ μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς χρήσεως βιαίων μέσων. Εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως—καὶ θὰ τὴν ὑποβάλω—νὰ περιορίσωμεν τὴν ἰσχὺν τῆς διατάξεως ταύτης εἰς τὸν προσηλυτισμὸν τὸν ἀσκούμενον δι’ ἀθεμίτων μέσων. Τοιουτοτρόπως φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ἀνεπαρκῆ τὴν τιμωρίαν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐναντίον τοῦ προσηλυτισμοῦ τοῦ καλύπτοντος σκοποὺς πολιτικούς.
§120Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ Σύνταγμα μόνον δὲν κάμνει τίποτε.
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν κυρώσεις διοικητικῆς φύσεως.
§122Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὁ προσηλυτισμὸς ὁ διὰ παροχῆς ὠφελειῶν εἶναι ἔκθεσμος;
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπολύτως ἔκθεσμος. Θεμιτὸς εἶναι μόνον ὅταν ἐπιδιώκεται διὰ τῆς πειθοῦς καὶ τῆς διαφωτίσεως καὶ ὄχι διὰ μέσων ὑλικῶν. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξα καὶ πρὸ ὀλίγου, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον κυρίως ἀπησχόλησε καὶ τὴν Συνέλευσιν καὶ συνεκίνησε καὶ τὸν Κλῆρον καὶ τὴν δημοσίαν γνώμην, τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἐπικρατεῖ ὁμόθυμος γνώμη τῆς Συνελεύσεως, ἐξαιρέσει δύο συναδέλφων, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἴσως καὶ διὰ πολὺν ἀκόμη χρόνον, νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς συστήματος τελείως ριζοσπαστικοῦ, δηλαδὴ εἰς τὸν πλήρη χωρισμὸν Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Καὶ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν ὄχι μόνον διότι θὰ ἀντέβαινεν εἰς μακρὰς ἱστορικὰς παραδόσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θίγουν ἀκόμη βαθύτατα τὴν ψυχὴν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἐπίσης νὰ τὸ πράξωμεν, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν στερεῖται μέσων ἐπαρκῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ της ἄνευ τῆς ἐποπτείας καὶ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κράτους.
§124Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἀποκλείεται ἡ ἐνίσχυσις.
§125Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν λέγωμεν σύστημα χωρισμοῦ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, τοῦτο ἐννοοῦμεν, ὅτι τὸ Κράτος θέλει νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν Ἐκκλησίαν πρὸς σύνηθες Σωματεῖον καὶ θέλει παράσχει μόνον τὴν γενικὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς τὰ ἄλλα Σωματεῖα τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Βόλου ὑπεστήριξε χθὲς ὅτι ἡ ἀπομόνωσις αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ τὴν ἔβλαπτε καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀφιεμένη εἰς τὰς ἰδίας της δυνάμεις θὰ ἐξηναγκάζετο νὰ ἀναπτύξῃ ὅλην αὐτῆς τὴν ζωτικότητα, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμόν της. Καὶ προσέθεσεν, ἐπικαλούμενος ξένας γνώμας, ὅτι, ἂν ἡ Ἐκκλησία ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνίκανος εἰς αὐτενέργειαν καὶ αὐτοσυντήρησιν, τότε θὰ ἀπεδεικνύετο ἐπίσης ὅτι εἶναι ὀργανισμὸς ἄψυχος, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν χρησιμότητα δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο ἑπομένως νὰ στερηθῇ ἡ κοινωνία ἀζημίως. Εἶναι ἀναμφιβόλως εὔκολος ἡ λύσις τῶν ζητημάτων κατὰ τρόπον ἀπότομον. Ἀτυχῶς ὅμως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται νὰ μεριμνήσουν περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς σήμερον, ἐκεῖνοι γνωρίζουν ὅτι ἡ ζωὴ ἀντιδρᾷ ἐναντίον τῶν ἀποτόμων μεταβολῶν καὶ ἀρνοῦνται νὰ θέσουν ὑπὸ δοκιμασίαν θεσμὸν ὁ ὁποῖος συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν καὶ συνοχὴν τῆς Κοινωνίας, διότι εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα ἀποτόμως, δὲν θὰ ἐσήμαινεν ἄλλο τι εἰμὴ χρεοκοπίαν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ σύστημα τοῦ χωρισμοῦ ἐφηρμόσθη εἰς τὰς Καθολικὰς Χώρας. Ἀλλ’ εἶναι πασίγνωστον ὅτι ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία εἶναι κολοσσιαία ὀργάνωσις, ἡ ὁποία ἔχει αὐτάρκειαν, ἡ ὁποία ἔχει προπαρασκευὴν μακρὰν καὶ διαθέτει μεγάλην περιουσίαν, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἰδικήν μας πτωχὴν καὶ ἀνοργάνωτον Ἐκκλησίαν. Καὶ ὅμως εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅταν ἐφηρμόσθη ὁ χωρισμὸς τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔθιξε βαθύτατα τὴν λαϊκὴν χορδὴν καὶ ἀντέδρασε τὸ κοινὸν αἴσθημα. Ἀκόμη δὲ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀπέκρουσε τὸν χωρισμόν, μολονότι ἡ πλειονότης τῶν Ἐπισκόπων τῆς Γαλλίας εἶχε κηρυχθῆ ὑπέρμαχος τοῦ συστήματος, διότι τὴν ἀπέκλεισε τῆς κυβερνητικῆς ἐποπτείας. Παρ’ ἡμῖν, ἂν ἠθέλομεν εἰσαγάγει σύστημα τοιοῦτον, ἠθέλομεν ὁδηγήσει τὴν Ἐκκλησίαν εἰς ἄμεσον ὀξεῖαν κρίσιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἄτρωτος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους αἱ προτάσεις αὐταὶ δὲν εὗρον τὴν ἀπήχησιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας κατὰ θεωρίαν θὰ ἦσαν ἄξιαι. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐπιθυμεῖ νὰ διατηρήσῃ τὸ ὑφιστάμενον καθεστώς, τὸ καθεστὼς δηλαδὴ τῆς στενῆς συναφείας πρὸς τὸ Κράτος ἤ, ἀκριβέστερον, τὸ καθεστὼς τῆς ὑπαγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ Κράτος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι ἂν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου συντρέχουν λόγοι νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἤδη ὑφισταμένην αὐτοτέλειαν τῆς Ἐκκλησίας, ἂν πρέπει δηλαδὴ νὰ δώσωμεν δικαιώματα καὶ εἰς τὸν κλάδον τοῦτον ὅμοια ἐκείνων τὰ ὁποῖα παρέχομεν καὶ εἰς ἄλλους δημοσίους κλάδους. Αἱ περὶ τούτου ὑποβληθεῖσαι ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας προτάσεις ἀπεκρούσθησαν παρ’ ὅλων σχεδόν, καὶ ἀπεκρούσθησαν ὀρθῶς διότι ἐπροτάθη νὰ ἐξωθήσωμεν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀποκέντρωσιν μέχρις ἀδικαιολογήτου ὑπερβολῆς, μέχρι τοῦ σημείου νὰ δημιουργήσωμεν μίαν δευτέραν, οὕτως εἰπεῖν, νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀποστεροῦσαν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἑνὸς οὐσιώδους τμήματος τῶν δικαιωμάτων της, καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν ἀληθῆ σύγχυσιν ἐξουσιῶν καὶ διοικητικὴν ἀναρχίαν. Τοιοῦτοι ὅροι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθοῦν ὑπὸ συζήτησιν, δὲν ἀποκλείει ὅμως ἡ ἀπόκρουσίς των νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν, σύμφωνα ἄλλως τε πρὸς τὸ ἐπικρατοῦν γενικὸν πνεῦμα, τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀνεξαρτησίαν. Τὸ κατ’ ἐμέ, προθύμως θὰ ἐδεχόμην νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν Ἱεραρχίαν πλῆρες τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον καὶ ἤδη, περιωρισμένον ὅμως, ἔχει, τῆς ὁριστικῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν της, νὰ καταστήσωμεν δηλαδὴ προκειμένου περὶ ἐκλογῆς Ἐπισκόπων τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱεραρχίας ὑποχρεωτικὴν διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλους δημοσίους κλάδους. Διὰ τῆς καινοτομίας αὐτῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, θὰ ἀποφύγωμεν ὅλας τὰς ἀναμίξεις εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, τὰς ὁποίας διεξετραγώδησε χθὲς ὁ ἐκ Βόλου συνάδελφος, ἀναμίξεις αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἀφῆκαν πολλάκις ἄθικτον τὸ ἠθικὸν κῦρος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Δριμέως κατηγγέλθησαν τελευταῖον διάφοροι ὑπερβασίαι ἢ ἀπόπειραι ὑπερβασιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιθυμούσης νὰ οἰκειοποιηθῇ δικαιώματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι βάσιμοι αἱ καταγγελίαι· γεγονὸς εἶναι ὅτι αἱ ἀπόπειραι ἠστόχησαν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου αἱ πιέσεις ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ ὀργάνων τοῦ Κράτους πολλάκις ἐπέτυχον. Εἰς τὸ Σερβικὸν Σύνταγμα ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ῥητῶς ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς κληρικοὺς ἡ ἀνάμιξις εἰς τὴν πολιτικήν. Εἰς ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη παραπλησίας μερίμνης.
§126ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί ὄχι;
§127Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παρ’ ἡμῖν δὲν δύνανται νὰ ψηφίσουν.
§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ διδόμενα πρὸς ἀνησυχίαν. Τοὐναντίον ὀφείλομεν νὰ ἀποκόψωμεν τὴν πηγὴν τῶν ἐπεμβάσεων τῶν δημοσίων ὀργάνων εἰς τὰ προσωπικὰ τῆς Ἐκκλησίας ζητήματα καὶ τῶν ἀσχημιῶν αἱ ὁποῖαι συμπαρομαρτοῦν εἰς τὰς τοιαύτας ἀναμίξεις. Κατὰ ποῖον ὅμως τρόπον πρέπει νὰ διαμορφωθῇ ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ὅτι οὐδεὶς λόγος ἐπιβάλλει νὰ θίξωμεν τὰς ἤδη ἀναγεγραμμένας εἰς τὸ Σύνταγμα διατάξεις. Διότι αἱ διατάξεις αὗται ἔχουν ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην ἐλαστικότητα καὶ ἐπιτρέπουν νὰ ἐφαρμοσθῇ πᾶν σύστημα κρινόμενον ὀρθὸν κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἐπιτρέπουν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς διαρκοῦς ὀλιγομελοῦς Συνόδου, τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον εἰσήχθη παρὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἱεραρχίας καθὼς καὶ τοῦ μικτοῦ συστήματος τοῦ ἤδη προταθέντος, τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας παρὰ τῆς συνελεύσεως τῆς Ἱεραρχίας ἐν συνδυασμῷ μετ’ ὀλιγομελοῦς διαρκοῦς Ἐπιτροπῆς, ἐπιμελομένης τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων καὶ ὁδηγιῶν τῆς γενικῆς ἐκκλησιαστικῆς συνελεύσεως. Αἱ κείμεναι διατάξεις οὐδὲν παρέχουν εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων τούτων πρόσκομμα καὶ παρέλκει οἱαδήποτε περαιτέρω συνταγματικὴ πρόνοια. Προσωπικῶς ἀσπάζομαι ὡς ὀρθότερον τὸ μικτὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης προκρίνεται ὑπὸ μεγάλης μερίδος τῆς Ἱεραρχίας.
§129ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τώρα;
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀρκεῖ καὶ τώρα. Ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα πρότασις περὶ ἀπαλείψεως τῆς συνταγματικῆς διατάξεως περὶ ἐκκλησιαστικῶν ἐν γένει κανόνων. Πολλοὶ πράγματι ἐκ τῶν κανόνων τούτων ἐξέπεσαν καὶ ὡς προδήλως ἀντικείμενοι εἰς τὰ νεώτερα ἤθη, τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Δὲν νομίζω ἐν τούτοις ὅτι πρέπει νὰ φθάσωμεν μέχρι ἀπαλείψεως διὰ νὰ μὴ γεννήσωμεν μάταια ζητήματα. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Ξηρομέρου κ. Καρασεβδᾶς ἔφθασε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀπάλειψις τῆς διατάξεως ταύτης θὰ ἔθετεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
§131Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§132Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καλύτερον ἐμοῦ διεσάφησε τὸ πρᾶγμα ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Βόλου, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ἐπηρεάσθην ἀπὸ κάποιον συντηρητισμόν. Ὀρθότατα παρετήρησεν ὅτι δογματικαὶ διατάξεις δὲν ἔχουσι θέσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐφόσον λέγομεν ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἡνωμένη μετὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ λέγωμεν περὶ κανόνων, διότι, ὅταν λέγωμεν ποία εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα, αὐτὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίσῃ ποῖοι κανόνες καὶ ποῖα δόγματα ἰσχύουν. Νομίζω ὅτι ὅλη ἡ διάταξις ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸ δόγμα εἶναι ἐντελῶς περιττή, ὥστε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ λόγος παρεξηγήσεως, θὰ ἦτο ὡραιότερον νὰ ἀπαλειφθῇ ὅλη ἡ διάταξις, ἵνα μὴ φανῇ ὅτι ἀπαλείφομεν τοὺς κανόνας καὶ διατηροῦμεν ἄλλας διατάξεις.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δέχομαι ἀπολύτως ἤδη τὴν ἄποψιν ταύτην, ἀλλ’ ἔθεσα μίαν ἀρχὴν πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ συμμορφωθῶ. Ὁ λόγος ὁ ὁποῖος προβάλλεται εἶναι τυπικός. Ὑπάρχει ἓν περιττὸν τὸ ὁποῖον δὲν βλάπτει. Ἡ ἀφαίρεσις εἶναι δυνατὸν νὰ βλάψῃ. Ἂς διατηρήσωμεν τὸ περιττὸν προσθέτοντες μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν λέγουσαν ὅτι ἰσχύουν οἱ κανόνες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντιβαίνουν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Δὲν θὰ ἐπέλθῃ, ὡς ἐφοβήθη ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Ξηρομέρου, καμμία ἀνομοιότης μεταξὺ τῶν διαφόρων τμημάτων τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκ τῆς μὴ ἰσχύος ἐνίων κανόνων ἐν Ἑλλάδι, ἐνῷ θὰ ἰσχύουν ἀλλαχοῦ.
§134Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι ἐγώ.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει καλῶς· οὕτως ἀντελήφθην.
§136Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγὼ εἶπον αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε καὶ σεῖς.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τόσον τὸ καλύτερον. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν ἄνευ λόγου ἀφορμὰς εἰς διαβολάς, ὑπονομεύσεις εὐκόλους τῆς Δημοκρατίας, καινοτομοῦντες ἐπὶ εὐφλέκτων ζητημάτων μόνον ὅπου παρίσταται ἀνάγκη. Ἡ ἀρχὴ ὅμως αὕτη, ὁ κανὼν οὗτος ἔχει ὅρια τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἀμφότεραι αἱ γλωσσικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εὑρίσκονται ἔξω τῶν ὁρίων τῆς ἀνοχῆς. Ἡ ἀπάλειψις αὐτῶν ἀποτελεῖ καθῆκον καὶ ἂν πρόκειται ἐξ αὐτῆς νὰ ἀντικρύσωμεν οἱασδήποτε ἀντιδράσεις καὶ νὰ ἀποδυθῶμεν εἰς κοπιώδη πάλην πρὸς διαφώτισιν τῆς ἐξαπατωμένης δημοσίας γνώμης. Ἡ διατήρησις τῶν γλωσσικῶν διατάξεων εἶναι τελείως ἀσυμβίβαστος πρὸς κάθε ἐλευθέραν ἔννοιαν καὶ θὰ ἀμαυρώσῃ τὴν Δημοκρατίαν. Τί ἄλλο εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ Δημοκρατία παρὰ ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως; Καὶ τί ἀπομένει ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν ὅταν τὴν ἀποστεροῦμεν τοῦ ζωτικωτέρου της στοιχείου, στιγματίζοντες τὴν μητρικήν μας γλῶσσαν; Πῶς θὰ δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν λαϊκὸν τὸ πολίτευμά μας ὅταν διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως μεταφράσεως τῶν Γραφῶν καθιστῶμεν ἀδύνατον τὴν μετάδοσιν εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις τῶν ἀκραιφνεστάτων χριστιανικῶν ἰδεῶν; Διατάξεις τοιαῦται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνουν εἰς πολίτευμα δημοκρατικόν· ἡ κατάργησίς των εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ μίαν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ πέντε λεπτά. (Ὥρα 7.25′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.35′ μ.μ.).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Παρέλειψα προηγουμένως νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὴν προτεινομένην παρ’ ἐμοῦ διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1ον. Ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος. Πᾶσα θρησκεία τελεῖ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἐφόσον δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. Ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται. Ἐπίσημος θρησκεία τοῦ Κράτους εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἥτις κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν ἀνεγνωρισμένων θρησκειῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιτήρησιν εἰς ἣν καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Προτείνω δὲ νὰ προστεθῶσιν ὡς ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ ἀναγραφομένη ἀπαγόρευσις τοῦ προσηλυτισμοῦ ἐγένετο ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμὸς ὁ ἀσκούμενος δι’ ἀθεμίτων μέσων. Αἱ ἐκκλησιαστικαὶ περιφέρειαι τῶν Νέων Χωρῶν ἐξακολουθοῦν ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, ἐφόσον διὰ νόμου δὲν ἤθελον ρυθμισθῆ ἄλλως τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῶν».
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§142Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τόσον εἰς τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, ὅσον καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ προσχεδιάσματος δύο εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θίγονται κυρίως. Πρῶτον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως καὶ δεύτερον τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ Κράτει. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, ἀφοῦ κατὰ τόσον πανηγυρικὸν τρόπον δύο ἐκ τῶν κορυφαίων συναδέλφων ἀνεγνώρισαν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι σαφὴς καὶ ἀπερίφραστος ἡ καθιέρωσις τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα νὰ εἶναι οἱονεὶ παράρτημα τῆς διατάξεως διὰ τῆς ὁποίας καθορίζεται ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὴν προστασίαν τῶν γνωστῶν θρησκειῶν πρέπει νὰ ἀρθῇ καὶ πρέπει νὰ καθιερωθῇ διὰ σαφοῦς διατάξεως ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπόλυτος. Συμφωνῶ ὅτι ἡ θέσις τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν θὰ ἦτο εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ θὰ ἦτο μᾶλλον εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος τὸ ἐπιγραφόμενον «δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων», διότι πρόκειται περὶ ἀτομικοῦ δικαιώματος, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα. Ἐπειδὴ ὅμως ἐτέθη εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, δὲν θὰ ἐπέμενον ὅτι διὰ λόγους νομοτεχνικοὺς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι εἰς ἄλλο κεφάλαιον καὶ ὄχι εἰς αὐτό. Ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, συμφωνῶ μὲ τὴν συμπίπτουσαν ἄλλως τε διατύπωσιν τῶν κυρίων Καφαντάρη καὶ Παπαναστασίου. Καθιεροῦται ἀπολύτως ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως, ὁρίζεται προστασία ὑπὲρ πάσης θρησκείας χωρὶς νὰ ἀναφέρεται ἡ «γνωστή», ἡ ὁποία τόσας ἀκάνθας προβάλλει, καὶ ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμός. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου ἔχω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καφαντάρης, ὅτι δηλαδὴ ὁ προσηλυτισμὸς πρέπει νὰ ἀπαγορεύεται ὄχι μόνον ἐφόσον στρέφεται κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας, ὁ προσηλυτισμὸς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔδωσε τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀποδέχομαι πλήρως. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἀμέσως προβάλλει τὸ ἐρώτημα ἂν ἡ θέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρέπει νὰ καθιερωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Διὰ νὰ εἶμαι σύντομος δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἰδίως ἐκ μέρους τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης νομίζω ὀρθὴν ὄχι τόσον λόγῳ τῶν ἱστορικῶν μας ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν οὐδὲ τόσον ἐκ τοῦ περιστατικοῦ ὅτι ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα, ἀπὸ τοῦ πρώτου Συντάγματος τῆς Ἐπιδαύρου μέχρι σήμερον, ἔχουν εἰδικὴν διάταξιν καὶ ἑπομένως ἡμεῖς δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ συνεχίζωμεν παραδόσεις κυρωθείσας διὰ συνηθείας ἑνὸς αἰῶνος, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ διὰ τὸν λόγον ὁ ὁποῖος προεβλήθη, τῆς καταδημαγωγήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐτίθετο ἡ διάταξις αὐτή, ὅσον διὰ λόγους ἐγκειμένους ἐν αὐτῷ τῷ συμφέροντι καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι κανονίζουσα τὴν θέσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας εἶναι προφανές. Εἰς ἄλλα Κράτη περισσότερον προηγμένα ἀπὸ ἡμᾶς — καὶ ἔγινε μάλιστα κατὰ κόρον χρῆσις τοῦ παραδείγματος τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας — καὶ συγκεκριμένως εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ εἶναι κανεὶς ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην ὅτι εἶναι τόσον ὑψηλότερον ἐκεῖ τὸ λαϊκὸν ἐπίπεδον τῆς μορφώσεως ὥστε νὰ μὴ ἐμφανίζεται παρὰ εἰς σπανιωτάτας περιπτώσεις ἀναφερομένας ὡς ἐξαιρετικὰ περιστατικὰ ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν διαφορῶν Ἐκκλησίας καὶ τῶν κρατικῶν ὀργάνων. Ἐδῶ ὅμως δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό. Καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ λαοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε μία ὤθησις τῆς Ἐκκλησίας θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς συγκρούσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ ὅλη θέσις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τοιαύτη καὶ δύναται νὰ λάβῃ τοιαύτην μορφήν, ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν, ἐν τῷ καλῶς ἐννοουμένῳ συμφέροντί της, νὰ ἔχῃ καθορίσει τὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας διὰ διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι. Εἶναι πολλὰ τὰ ζητήματα διὰ τὰ ὁποῖα τὸ μέλλον ἀσφαλῶς θὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀντιθέσεις ἀπόψεων καθαρῶς κρατικῶν, πρὸς ἀπόψεις καθαρῶς ἐκκλησιαστικάς. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον· τὸ ζήτημα τοῦ γάμου, ἂν ὁ γάμος πρέπει νὰ εἶναι ἐκκλησιαστικὸς ἢ πολιτικός. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐξετέθησαν ἤδη ἐν πλάτει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἔπρεπε νὰ ἀποστέργῃ οἱανδήποτε σκέψιν, ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις, περὶ ἀποσχίσεώς της ἀπὸ τοῦ Κράτους. Ἡ Ἐκκλησία, καθοριζομένη ὡς ἐπικρατοῦσα καὶ ὡς ἐκπροσωποῦσα τὴν ἐπίσημον θρησκείαν τοῦ Κράτους, καταλαμβάνει θέσιν ἐξαιρετικὴν καὶ τὴν θέσιν αὐτὴν θὰ ἦτο σφάλμα της νὰ τὴν χάσῃ, τείνουσα πρὸς χωρισμὸν ὁ ὁποῖος οὐσιαστικῶς δὲν θὰ τῆς ἔδιδε τίποτε. Διαφωνῶ λοιπὸν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο μὲ τοὺς συστήσαντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις ὁρίζουσα τὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὑποστηρίζω ὅτι καλῶς ἐτέθη εἰς τὸ προσχεδίασμα κατ’ ἀρχὴν ἡ διάταξις. Λυομένου, κατὰ τὴν γνώμην μου, καταφατικῶς τοῦ ζητήματος, ἔρχομαι εἰς τὸ ἐρώτημα: Ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς διατάξεως αὐτῆς; Τὸ μέρος ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένη κλπ. δὲν γεννᾷ καμμίαν ἀντίρρησιν. Τὸ ὑπολειπόμενον ὅμως μέρος τοῦ ἄρθρου τὸ ρυθμίζον τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας γεννᾷ ἀντιρρήσεις. Ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν καὶ παλαιότερον εἶχον ὅτε ὑπευθύνως ἤσκουν μέρος τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ πρέπῃ νὰ ἀφεθῇ, τοὐλάχιστον κατὰ βάσιν, ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς ἑκάστοτε λαμβανομένας ἀποφάσεις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Θὰ μετεβάλλομεν τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας εἰς κεφάλαιον προγράμματος πολιτικοῦ καὶ θὰ ἐδημιουργοῦμεν ἀκριβῶς τὸν σάλον τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν. Ἀλλὰ μέχρι ποίου σημείου πρέπει νὰ φθάσῃ ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως διὰ τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας; Αἱ σχέσεις μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ἔχουν διαφόρους μορφάς. Ποὺ μὲν ὑποτάσσεται ἡ Πολιτεία πλήρως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἢ μᾶλλον ἡ Ἐκκλησία ἀπερρόφησεν ἐντελῶς τὴν Πολιτείαν (παράδειγμα τὸ Παπικὸν Κράτος), ποὺ δὲ ἀντιθέτως ὑποτάσσεται ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν Πολιτείαν. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ παράδειγμα ὑπὸ μερικοὺς περιορισμοὺς τοῦ Βυζαντίου. Ὑπῆρξαν βεβαίως ἀμφισβητήσεις τῶν ἱστορικῶν ὡς πρὸς τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας εἰς τὸ Βυζάντιον, ἐν τούτοις ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠρεύνησαν ἐπισταμένως τὸ ζήτημα κατέληξαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ Βυζάντιον ἦτο ὑποτεταγμένη εἰς τὸ Κράτος. Τὴν ὑποταγὴν αὐτὴν δὲν ἠθέλησε ποτὲ τὸ Κράτος νὰ μεταβάλῃ εἰς τυραννίαν, δὲν τὴν ὤθησε ποτὲ μέχρι συγκρούσεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ἀρχὴ αἴρεται. Ἡ Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἐν τῷ Κράτει. Τὸ Κράτος ρυθμίζει....
§143ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ εἰκονομαχία τί ἦτο;
§144Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ εἰκονομαχία ὑπῆρξεν ἄλλο ζήτημα... Καὶ τελευταῖον ὑπάρχει σύστημα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν οἱ παρ’ ἡμῖν ἀσχολούμενοι εἰς τὰ ἐκκλησιαστικά, τὸ σύστημα τῆς παραλληλίας ἢ συναλληλίας, καθ’ ἣν τὸ Κράτος καὶ ἡ Ἐκκλησία συμβαδίζουν. Κατὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς κρατοῦντα ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας; Ἐφόσον δὲν ἔχομεν concordatium μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, δὲν πρόκειται περὶ συναλληλίας ἢ παραλληλίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὀργανισμὸς ὑποκείμενος εἰς τὸ Κράτος· ἄλλως δὲν θὰ εἶχεν οὐδεμίαν ἔννοιαν νὰ θέτωμεν διατάξεις εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως μέχρι σήμερον. Τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθησαν διὰ νὰ ἀποδείξουν τινὲς ὅτι ὁ χωρισμὸς τῆς Ἐκκλησίας θὰ ἦτο ὠφέλιμος, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἄστοχα καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης. Καὶ ἐκ μὲν τῆς μιᾶς πλευρᾶς ὑπάρχουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀπαλλαγῇ ἡ Πολιτεία ἑνὸς ἐνοχλητικοῦ παράγοντος ὁ ὁποῖος σταματᾷ τὴν πρόοδον, καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἀπεναντίας θὰ εὐημερήσουν τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, διότι θὰ ἔχῃ τὸ πεδίον ἐλεύθερον διὰ νὰ δράσῃ καὶ προοδεύσῃ. Τὰ παραδείγματα αὐτὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν τοὐλάχιστον ἀπὸ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει κάποια ἀναλογία μὲ τὴν Ἑλλάδα. Διότι, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν δηλαδὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως π.χ. εἰς τὴν Ἀμερικήν, παρετήρησα προηγουμένως ὅτι, ἂν ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία ἔχει προχωρήσει, τοῦτο ὀφείλεται διότι εἶναι διάφορον τὸ περιβάλλον καὶ διάφορος ἡ πνευματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀνάπτυξις τοῦ Ἀμερικανικοῦ λαοῦ. Τὸ παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τουρκίας δὲν εἶναι εὔστοχον διότι ἐκεῖ δὲν πρόκειται περὶ Κράτους τὸ ὁποῖον ἔχει κάποιαν ἑνότητα θρησκευτικήν, διότι τὸ μὲν Κράτος ἔχει ἐπίσημον θρησκείαν τὴν μουσουλμανικήν, ἐνῷ ἄλλην θρησκείαν ἔχουν οἱ εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ Κράτους λαοὶ μὴ μουσουλμανικοί. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι εὔστοχον καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Τουρκίας, ὅπως ἄλλως τε καὶ τὸ τῆς Κύπρου, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλία δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ κηδεμονεύσῃ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἂν θέλωμεν νὰ κάμωμεν κάποιαν παραλληλίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μὲ τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπίσημον θρησκείαν, ὅπως ἡ Ἀγγλία, τῆς ὁποίας ἐπίσημος θρησκεία εἶναι ὁ Ἀγγλικανισμός. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους εἶναι καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ διορίζων τοὺς Ἐπισκόπους, ἀποφαινόμενος καὶ ἐπὶ δογματικῶν ζητημάτων, καὶ γενικῶς εἰς αὐτὸν συγκεντροῦται, εἰς αὐτὸν ἀποκορυφοῦται ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ὄργανον ἐκκλησιαστικόν. Ἐκεῖ ὅμως ὑπάρχουν καὶ κάτι πράγματα τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ ἐδῶ καὶ τὰ ὁποῖα δεικνύουν τὸν διάφορον χαρακτῆρα τοῦ ἀγγλικοῦ θεσμοῦ· διότι ἐκεῖ εἰς ἑκάστην πόλιν καλοῦνται καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἰς συνεδρίαν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἐπισκόπου τῆς περιφερείας, καὶ συζητοῦν ἐπὶ ζητημάτων ἐκκλησιαστικῶν χωρίς, ἐννοεῖται, ἡ Σύνοδος αὐτὴ νὰ ἀποφαίνεται ὑποχρεωτικῶς. Παρέχει, τρόπον τινά, στάδιον εἰς τὴν ἐμφάνισιν τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς γνώμης. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραβάλωμεν τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Ἀγγλίαν· διότι, ἂν παρεβάλλομεν τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι ἡ κηδεμονία τῆς Πολιτείας εἶναι ἰσχυροτέρα, ὅπως καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὁμόδοξα Κράτη. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐγένετο καμμία μεταρρύθμισις ἐν Σερβίᾳ καὶ ἐν Ρουμανίᾳ, εἰς τὰ δύο ὁμόδοξα Κράτη εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσβλέψωμεν ὄχι μόνον διότι μελετῶν τις τὰ πράγματα ἄλλων Κρατῶν διδάσκεται, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τινὲς λόγοι ἀνώτεροι, λόγοι πολιτικῆς βαρύτητος. Γίνεται μία κίνησις ἐκεῖ, μετὰ τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κίνησις τείνουσα εἰς τὸ νὰ χρησιμοποιήσῃ πανορθόδοξον ἐξέγερσιν ἢ μᾶλλον μίαν πανορθόδοξον κίνησιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν Σερβίᾳ ἔδωκαν τὸν τίτλον τοῦ Πατριάρχου εἰς τὸν ἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν λειτουργόν. Ἀνάλογος κίνησις ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Ρουμανίαν. Νομίζω ὅτι τὰ παραδείγματα τῶν ὁμοδόξων Κρατῶν πρέπει νὰ μᾶς κινήσουν τὴν προσοχὴν ὄχι μόνον διὰ τὸν γενικώτερον λόγον ὅτι κάτι ἔχει νὰ ὠφεληθῇ τις ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ κίνησις αὐτὴ πρέπει νὰ προκαλέσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν. Ἡ κίνησις δὲν γίνεται καθαρῶς ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικὰ στρώματα, ἀλλὰ διὰ συνεργασίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν μὴ ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων. Ἡ διοίκησις λοιπὸν τῆς Ἐκκλησίας ἐν Σερβίᾳ καὶ Ρουμανίᾳ γίνεται διὰ τῆς συμμετοχῆς καὶ λαϊκῶν παραγόντων. Εἰς τὴν Σερβίαν ὑπῆρχε διφυὴς ὀργανισμὸς διοικητικὸς τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ Σύνοδος ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν ἰδικήν μας Ἱεραρχίαν καὶ εἶναι καὶ ἡ Ἀρχιερατικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπὸ Μητροπολίτας τῆς ὁποίας ὅμως ψυχὴ καὶ κινῶν μοχλὸς εἶναι λαϊκὸς ὑπάλληλος φέρων τὸν τίτλον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, διοριζόμενος ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ἀντιπροσωπεύων αὐτό. Εἰς τὴν Ρουμανίαν, ὅπως καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Μητροπολιτῶν λαμβάνουν μέρος καὶ λαϊκὰ στοιχεῖα. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν γίνεται συμμετεχόντων καὶ ὡρισμένων κρατικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀκόμη καὶ βουλευτῶν. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ ἂν εἶναι σκόπιμον νὰ θέσωμεν διάταξιν βασικὴν εἰς τὸ Σύνταγμα περὶ τρόπου διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ προσχέδιον λέγει ὅτι ἡ διοίκησις γίνεται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Δυοῖν θἄτερον: Ἢ θὰ πρέπῃ νὰ γίνῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Καφαντάρη, ὅτι ἡ φράσις «διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων» δὲν ἀποκλείει εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ γίνῃ εἴτε ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν εἴτε ὑπὸ ὀλιγομελοῦς Συνόδου εἴτε ὑπ’ ἀμφοτέρων κατὰ διακεκριμένην μιᾶς ἑκάστης δικαιοδοσίαν, ἢ πρέπει νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, ὅπως λεπτομερῶς τὴν ἐπεξειργάσθη εἰς τὴν διατύπωσιν ὁ κ. Παπαναστασίου, ὁ ὁποῖος ἀνέφερε περίπτωσιν Ἱεραρχίας καὶ ἀρχιερατικῆς Ἐπιτροπῆς.
§145Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Νὰ τεθῇ ὅτι διοικεῖται ὑπὸ τῶν Ἀρχιερέων τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπὴν καὶ τοποτηρητῶν καὶ ἐπιτροπῶν διοριζομένων ὑπ’ αὐτῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι φυσικώτερον.
§146Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ δήλωσις ἑρμηνευτική, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ὁ σχηματισμὸς τοιούτου διφυοῦς διοικητικοῦ συστήματος τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει ἄλλως νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Παπαναστασίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει Ἱεραρχία καὶ ἐκ παραλλήλου ἀρχιερατικὴ Ἐπιτροπή. Τὸ πρᾶγμα, κύριοι, δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες· εἶναι σπουδαιότατον. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἐντεῦθεν τοῦ Ὀλύμπου, ἔχομεν 33 Μητροπόλεις, εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν πέραν τοῦ Ὀλύμπου, ἔχομεν 50 Μητροπόλεις. Ἔχομεν λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, 80 καὶ πλέον Μητροπόλεις. Ἡ Σερβία πρὸ τῆς ἐπεκτάσεώς της, δηλαδὴ μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, ἀλλὰ πρὸ τοῦ πέρατος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, εἶχε 5 μόνον Μητροπόλεις εἰς τὴν Παλαιὰν Σερβίαν καὶ τὸν Ἐπίσκοπον Πολιανῆς εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἐξ ἓν ὅλῳ ἐπὶ πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ὀλίγον διέφερε τοῦ ἰδικοῦ μας προπολεμικοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον μὲ 6–7 ἑκατομμύρια ἔχει 80 Μητροπόλεις. Ἡ Σερβία μὲ 12 ἑκατομμύρια ἔχει 20. Ἔπρεπε δηλαδὴ ἀναλογικῶς ἐδῶ νὰ ἔχωμεν μόνον 10 Μητροπόλεις.
§147Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι Ὀρθόδοξος πληθυσμός;
§148Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πῶς θέλετε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅταν — δὲν ἠξεύρω ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἀποφάσεις εἰς τὸ μέλλον — ὅταν προστεθοῦν καὶ αἱ Νέαι Χῶραι αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὸ κλῖμα τοῦ Πατριαρχείου, εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, πῶς θέλετε νὰ συγκαλῆται διαρκοῦντος τοῦ ἔτους σύνολον 80 Μητροπολιτῶν; Δὲν θὰ σᾶς ὁμιλήσω διὰ τὰς δαπάνας τῆς μισθοδοσίας, διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἐλεύσεώς των ἐδῶ. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω μόνον πῶς εἶναι δυνατὸν 80 ἄνθρωποι νὰ διοικοῦν τὴν Ἐκκλησίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ Ἱεραρχία νὰ ἐργάζεται καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ὑπάρχῃ τὸ καθεστὼς αὐτό; Δὲν ζητῶ τὴν ἀνάμιξιν τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων. Ἂς τὴν κάμουν μόνοι των, ἂς κάμουν ὅ,τι θέλουν, ἀλλὰ πάντως δέον νὰ ὑπάρχῃ παρακολούθησις ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Νομίζω ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ μᾶς ἄγουν εἰς τὸ νὰ καταλήξωμεν εἰς περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Μητροπολιτῶν.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐμποδίζει τὸ Σύνταγμα.
§150Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω νὰ γίνῃ δήλωσις ἑρμηνευτική, ὅτι, ὅταν λέγωμεν «Ἱερὰ Σύνοδος Ἱεραρχῶν», δὲν ἠμποροῦμεν νὰ....
§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος. Δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐπίσημος δήλωσις τῆς Συνελεύσεως ὅτι τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος δὲν ἐμποδίζει ἐν τῷ μέλλοντι ἵνα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διοικηθῇ καθ’ ὃν τρόπον καὶ πρὶν διωκεῖτο.
§152Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ὑποστηρίζω, κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Λέγω τοῦτο. Νὰ ἠμπορῇ νὰ εἶναι καὶ ἡ Ἱεραρχία ὡς σύνολον καὶ νὰ εἶναι καὶ μία ἀρχιερατικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὰς τρεχούσας ὑποθέσεις. Αὐτὸ θέλω νὰ διευκρινισθῇ.
§153Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀποκλείεται.
§154Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ τεθὲν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι τὸ ἑξῆς: Λέγον τὸ Σύνταγμα ὅτι διοικεῖται δι’ Ἱερᾶς Συνόδου, τί ἐννοεῖ, πενταμελῆ ἢ πολυμελῆ; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ὅτι θὰ εἶναι πολυμελὴς ἢ ὀλιγομελής, ἀλλὰ θέλω νὰ ἠμποροῦν νὰ εἶναι καὶ δύο Σώματα. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν θέλω νὰ κάμῃ ἡ Συνέλευσις.
§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§156Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐτονίσθη ἐκ μέρους ὅλων τῶν προλαλησάντων ὅτι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς Νέας Χώρας θεωροῦνται ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν.
§157Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον διὰ τὸ μέλλον. Πρὸς τὸ παρὸν ἔρχονται 33 Ἱεράρχαι εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐντὸς δὲ τοῦ 1924 ἦλθον τρὶς ἐπισήμως καὶ δὶς ἀνεπισήμως.
§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ δήλωσις ὅτι καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ἐκπεφρασμένη ἡ θέλησις τῆς Συνελεύσεως ἐν τῷ σχεδίῳ, τίποτε δὲν κωλύει ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἴσχυσε μέχρι τοῦ Ἐπαναστατικοῦ Διατάγματος. Δὲν ἀποκλείεται ποσῶς νὰ θεωρῆται ὡς Σύνοδος Ἀρχιερέων καὶ τὸ σύνολον τῶν Ἀρχιερέων, αὐτὴ δὲ νὰ ἔχῃ μίαν οἱονεὶ ἐκτελεστικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ διοικῇ τὴν Ἐκκλησίαν.
§159Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὑπάρχει κάποια λεπτὴ διαφορά· ὑποτίθεται ὅτι αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις.
§160Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, δὲν ἐμποδίζεται ἵνα διὰ νόμου καὶ τοῦτο ὁρισθῇ, ὅτι θὰ διοικῇ τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως δηλαδὴ ἦτο τὸ παλαιὸν καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Λοιπὸν δύναται νὰ γίνῃ νόμος εἴτε πρῶτον συμφώνως μὲ τὸ σημερινὸν σύστημα εἴτε δεύτερον συμφώνως μὲ τὸ παλαιὸν σύστημα εἴτε τρίτον μὲ Ἱεραρχίαν τοῦ συνόλου καὶ μὲ διοικοῦσαν Ἐπιτροπήν.
§161Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ γνώμη τῆς Συνελεύσεως, νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνεία ἐπίσημος. Τελευταῖον ἔχω νὰ κάμω μίαν ἀκόμη παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἂν θὰ ἰσχύουν οἱ κανόνες ἢ οὔ. Ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐκ Μαντινείας ἔδωσε τὴν ἐξήγησιν διὰ ποῖον λόγον νομίζει ὅτι οἱ κανόνες ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἔκαμεν ἄλλην δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας δέχεται τὸ ἑξῆς: ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας θὰ ἰσχύωσιν, ἐφόσον δὲν ἀντιτίθενται πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς κανὼν τῆς Ἐκκλησίας θὰ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν θεμελιώδη ἰσχὺν τὴν ὁποίαν τὰ Συντάγματα ἠθέλησαν νὰ δώσουν εἰς τοὺς κανόνας αὐτούς. Ἂν ὁ Νόμος δύναται ἑκάστοτε νὰ θέτῃ ἐκποδὼν ἐκκλησιαστικὸν κανόνα, οὐδεὶς κανὼν θὰ ἔχῃ μόνιμον ἰσχύν. Νομίζω ὅτι ὑπὸ τύπον ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως δύναται νὰ σαφηνισθῇ ἡ ἔννοια τῶν κανόνων. Ὅλη ἡ διάστασις κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως «κανὼν» εἶναι ἡ ἑξῆς: ἰσχύουν οἱ κανόνες μόνον διὰ τὸν τρόπον τῆς....
§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σύγχυσις ὑφίσταται ἰδίᾳ ὅταν συζητῆται, ἂν εἷς κανὼν εἶναι δογματικὸς κανὼν ἢ εἶναι κοσμικός. Λάβετε ἐπὶ παραδείγματι τὸν νόμον περὶ διαζυγίου, ψηφιζομένου τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία ἠξίωσε νὰ μὴ δύναται ἡ Πολιτεία νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ διαζυγίου, διότι οἱ κανόνες οἱ ἀφορῶντες εἰς αὐτὸ εἶναι δογματικοὶ κανόνες. Βεβαίως οὐδεμία Συνέλευσις θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ρυθμίσῃ τὰ περὶ Ἐπισκόπων ἢ τὰ περὶ τοῦ βαπτίσματος ἢ τὰ περὶ τοῦ ἁγίου μύρου.
§163Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν λησμονεῖτε ὅτι εἶχε γεννηθῆ ἄλλοτε ζήτημα, ἂν τοὺς ἱεροψάλτας ἔπρεπε νὰ τοὺς διορίζῃ ὁ Νομάρχης ἢ ὁ Ἐπίσκοπος. Παρατηρῶ ὅτι ὑπῆρξε πλήρης σύμπτωσις γνωμῶν ἐν τούτῳ, ὅτι οἱ μὲν κανόνες οἱ ἀφορῶντες τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦσι κεφάλαιον ἔξω παντὸς πολιτικοῦ ἐνδιαφέροντος, πάντες δὲ οἱ λοιποὶ κανόνες δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὑπέρτεροι οὔτε τοῦ Συντάγματος οὔτε τῶν νόμων. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι παρέλκει ἡ περὶ κανόνων διάταξις, πρὸς ἀποφυγὴν ὅμως παρεξηγήσεων νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πληρεξούσιος, ἀλλὰ νὰ λεχθῇ ὅτι μόνον οἱ δογματικοὶ κανόνες ἔχουν θεμελιώδη ἰσχύν, μὴ δυνάμενοι νὰ μεταβάλλωνται διὰ νόμου.
§164Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ περιπλέον ὅτι ὁ κριτὴς περὶ τοῦ ποῖος κανὼν εἶναι δογματικὸς καὶ ποῖος κοσμικὸς θὰ εἶναι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τῆς Πολιτείας.
§165Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πολὺ καλά. Ὁ τρόπος τέλος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διοικηθῇ ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ψηφιζομένης συνταγματικῆς διατάξεως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποφευχθῇ νὰ λάβῃ τὴν μορφὴν σπασμωδικοῦ τινος νομοθετήματος. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ τρόπος τοῦ καθορισμοῦ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς: νὰ προκληθοῦν νὰ γνωματεύσουν ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι, ὡς εἶναι ἡ Θεολογικὴ Σχολή, ἡ Ἱεραρχία, αἱ ὀργανώσεις τοῦ κατωτέρου Κλήρου. Ἀφοῦ γίνουν ὅλαι αὐταὶ αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι, νὰ καταρτισθῇ μία μεγάλη Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἡ ἐργασία νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅπως κριθῇ ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων μελῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸ τούτου. Εἴμεθα ἤδη πρὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπαναστάσεως. Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐπιχειρήματος ἂν ἔχει κῦρος ἡ πρᾶξις ἐκείνη ὡς γενομένη μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Νομίζω ἄλλως ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σημασίαν, ἀφοῦ καὶ ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Ἐπαναστάσεως πρέπει νὰ ἀρθῇ, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν τὸ ταχύτερον εἰς ὁριστικὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει ταχέως νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν καταστατικὸν ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐκκλησία μέχρι πρὸ ὀλίγων μηνῶν διῳκεῖτο. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἔχω νὰ ὑποβάλω τὸ ἀκόλουθον ψήφισμα ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τῶν κυρίων Παπαναστασίου, Σοφούλη, Πρέκα, Γόντικα καὶ ἐμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ καταργηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπαναστάσεως, νὰ ἐπανέλθουν εἰς ἰσχὺν οἱ παλαιοὶ νόμοι περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, διότι μέχρις ὅτου κατορθώσωμεν νὰ φέρωμεν ἕνα νέον ὁριστικὸν ὀργανισμὸν θὰ ἀπαιτηθῇ πολὺς χρόνος.
§166Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Καὶ πῶς θὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία;
§167Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅπως διῳκεῖτο καὶ πρότερον. Ἄφησα, κύριοι συνάδελφοι, ἕνα τελευταῖον ζήτημα ὄχι διὰ νὰ τὸ συζητήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ τὸ παρέλθω ἐν σιγῇ: τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ἀπαξιῶ καὶ νὰ συζητήσω ἐπὶ ζητήματος ἀποτελοῦντος ἀδικαιολόγητον μεσαιωνισμόν. (Χειροκροτήματα).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§169Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ δευτερολογήσω, παρακαλῶ.
§170Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ μετὰ τὴν 8ην ὥραν θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος;
§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι θέλετε νὰ ξεμπερδεύσωμεν ἀπόψε.
§172Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ξεμπερδεύσωμεν τὸ ἐνοικιοστάσιον τῶν βοσκῶν;
§173Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὸ ξεμπερδεύσωμεν.
§174Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πότε; Θὰ φύγουν οἱ κύριοι συνάδελφοι.
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμιζον ὅτι δὲν θὰ ἐπαρουσιάζετο ποσῶς ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον περιέχει δύο παλαιότερα ἄρθρα καὶ ἀπεδείχθη τελείως ἀθῶον καὶ ἄκακον πλήν, ὁμολογῶ, τοῦ τελευταίου μέρους, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ τῷ 1911 εἶχον ἐκφράσει ἀντίθετον γνώμην. Ἄν τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικὸν ἐν γένει εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας δὲν ἦτο ἀπὸ τὰ πλέον ἰσχυρὰ καὶ δὲν καθίστα τοὺς λαοὺς κατ’ ἐξοχὴν εὐερεθίστους, ἂν εἰδικώτερον ὁ ἰδικός μας λαὸς δὲν ἦτο εὐαίσθητος περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαοὺς καὶ ἂν περιπλέον δὲν διηνύομεν θλιβερὰν περίοδον μετὰ τὰς περιπετείας τοῦ ὅλου Γένους ἡμῶν, ἂν ταῦτα δὲν συνέτρεχον, δὲν θὰ εἶχον κανένα δισταγμὸν νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον εἶναι περιττόν. Ἀλλὰ δὲν νομοθετοῦμεν φιλοσοφοῦντες· λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶμεν. Ὅτι ὅλοι οἱ λαοὶ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦν, ἔχει ἀποδείξει ἡ ἱστορία τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ τὸ ἔχει δείξει ἀκριβῶς ὁ πολιτικὸς τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσε χθὲς εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὁ Μπριάν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν εἷς ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὰς τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους καὶ τῆς καταργήσεως πάσης σχέσεως τοῦ Κράτους τοῦ Γαλλικοῦ πρὸς τὸ Βατικανόν, δὲν ἐδίστασεν ἐν τούτοις, ὅταν ἀνεκτήθη ἡ Ἀλσατία καὶ ἡ Λωρραίνη, νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς ἐκ νέου ἱδρύσεως πρεσβείας Γαλλικῆς παρὰ τῷ Βατικανῷ. Διότι εἶδεν ὅτι ἡ Ἀλσατία καὶ ἡ Λωρραίνη θὰ ἦσαν περισσότερον προσηλωμέναι πρὸς τὴν μητέρα Πατρίδα, τὴν ὁποίαν ἐπανεύρισκον μετὰ τόσα ἔτη, ἂν ἔβλεπον ὅτι ἡ μήτηρ Πατρὶς δὲν διέκειτο ἐχθρικῶς, ὡς ὑπετίθετο μέχρι τινός, πρὸς τὸ Βατικανόν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὅλαι αἱ φιλοσοφικαὶ θεωρίαι καὶ ἀρχαὶ προσαρμόζονται ἑκάστοτε πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν ὑπάρχουσαν παρά τινι λαῷ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ὅλη κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους σήμερον εἶναι τοιαύτη ὥστε πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Τὸ ἄρθρον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἰσχύει ἀπὸ ἐτῶν καὶ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἰσότητος τῶν γνωστῶν θρησκειῶν, προσθέτον μάλιστα καὶ εἰς τὸ κείμενον τοῦ 1844 καὶ εἰς τὸ τοῦ 1863 καὶ εἰς τὸ τοῦ 1911 ὅτι πᾶσα «γνωστὴ θρησκεία» τελεῖ τὰ τῆς θρησκείας αὐτῆς ἀκωλύτως. Διὰ νὰ ἴδωμεν διὰ τίνα λόγον ἐτέθη τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἰδικόν μας καὶ εἰς ἄλλα τινὰ Συντάγματα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὀλίγον τὴν ἱστορίαν. Ἡ ἱστορία λέγει, ὡς γνωρίζετε, ὅτι ἔγιναν πολλοὶ θρησκευτικοὶ ἀγῶνες, πόλεμοι ἐμφύλιοι καὶ μὴ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν Κράτη τινὰ εἶχον μίαν ἐπίσημον θρησκείαν καὶ ἀπηγόρευον εἰς πάντας ὄχι μόνον νὰ ἔχωσιν ἄλλην θρησκείαν ἐπὶ ποινῇ, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ ἐκφράζωσιν ἀμφιβολίας περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς θρησκείας τῆς ἐπισήμου. Βεβαίως παρῆλθον ἔκτοτε ἀρκετοὶ αἰῶνες, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ποῖοι θρησκευτικοὶ πόλεμοι ἔλαβον χώραν. Πᾶς ὅστις δὲν ἠσπάζετο τὴν ἐπίσημον θρησκείαν, ἡ ὁποία ἦτο ἡ Καθολικὴ τότε, κατεδικάζετο εἰς θάνατον ὡς αἱρεσιώτης. Ἡ ἀποστασία ἐτιμωρεῖτο. Εἰς ἄλλα δὲ Κράτη, ὡς εἰς τὴν Βενετίαν ἐν παραδείγματι, ἐτίθετο εἰδικὸς φόρος κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνουν ἐξωμόται διὰ νὰ ἀποφύγουν. Ἄς ἀφήσω ὅτι ἐτέλουν οἱ πολῖται ἀναγκαστικῶς φόρον πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐνθυμεῖσθε τοὺς ἀγῶνας τοῦ Γλάδστωνος διὰ τὴν κατάργησιν τῶν φόρων τοὺς ὁποίους ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν οἱ πολῖται οἱ Ἄγγλοι κατέβαλλον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1848 ἀκόμη εἰς τὴν Ἑλβετίαν ὑπῆρχεν ἀγὼν θρησκευτικός, ὀξὺς ἀνταγωνισμὸς θρησκευτικός. Διὰ τοῦτο τὰ Συντάγματα τὰ νεώτερα καὶ τὸ ἰδικόν μας ὥρισαν ὅτι ἡ τέλεσις τῶν τῆς λατρείας πάσης θρησκείας εἶναι ἐλευθέρα. Ὑπάρχει δὲ μία ἀντίφασις ἀδιαφιλονίκητος εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ παλαιοῦ μας Συντάγματος, εἰς σημεῖον ὅπερ εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ τῶν προηγουμένων, λέγον ὅτι αἱ γνωσταὶ θρησκεῖαι εἶναι ἀνεκταὶ καὶ δεύτερον ὅτι τελοῦν τὰ τῆς λατρείας αὐτῶν ἀκωλύτως. Τὸ «ἀκωλύτως» εἶναι πρόδηλον ὅτι σημαίνει «ἐλευθέρως»· ἐνῷ, ὅταν τὰ Κράτη εἶχον ἐπίσημον θρησκείαν, ἠνείχοντο, ὑπέφερον ὄχι εὐχαρίστως τὰ ἄλλα θρησκεύματα. Ἀλλὰ σήμερον ἐπεκράτησε δικαίως ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ Ἱεράρχαι ὑπέδειξαν καὶ ὅλαι αἱ πτέρυγες τῆς Βουλῆς ἀπεδέχθησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνεκτὴ ἁπλῶς ἀπὸ τὸ Κράτος ἡ ξένη θρησκεία, ἀλλ’ εἶναι ἐλευθέρα νὰ τελῇ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ἀκωλύτως. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει καὶ τὴν λέξιν «γνωστή», ἀλλ’ εἶμαι σύμφωνος ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ λέξις «γνωστή». Ὅταν λέγωμεν «πᾶσα ἄλλη θρησκεία», ἐννοοῦμεν θρησκείαν ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιβαίνουν εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ αὐτὸ εἶναι μεῖζον ἢ τὸ «γνωστὴ θρησκεία».
§176Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Τί βλάπτει τὸ ἐπὶ πλέον, κ. Πρόεδρε;
§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι περισσότερον τὸ νὰ προσθέσητε «ἐφόσον δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν» καὶ ὀλιγώτερον νὰ ἀφήσητε τὴν λέξιν «γνωστή». Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Τί θὰ ἐγίνετο διὰ μίαν θρησκείαν ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ὡς ἀρχήν της τὴν πολυγαμίαν; Ἄν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπαγορευθῇ μὲ τὴν διατύπωσιν ἡ ὁποία ἐπροτάθη ἕως τώρα, ἴσως μὲ τὴν ἄλλην θὰ ἤγειρε ζητήματα. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον νομίζω ὅτι περισσότερον ζωηρά, ἂν θέλετε, περισσότερον προστατευτική, ἂν ἀμφιβάλλετε, εἶναι ἡ νέα λύσις. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ τεθῇ ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπολύτως σεβαστή.
§178ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπαραβίαστος.
§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπαραβίαστος, μολονότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν παρουσιάσθη καμμία ποτὲ περίστασις ἕως σήμερον, ἡ ὁποία νὰ μᾶς ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δι’ ἐμὲ ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ ἦτο περιττή, ὄχι μόνον διότι μέχρι τοῦδε δὲν παρουσιάσθη περίστασις νὰ μᾶς δείξῃ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διότι περὶ παραβιάσεως τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κανεὶς λόγος. Ἡ συνείδησις, ὅπως καὶ ἡ ἰδέα, εἶναι κάτι ἄϋλον καὶ ἐκ φύσεως ἀπαραβίαστον. Ἐφόσον ἡ συνείδησις ἐκδηλοῦται διὰ πράξεως ἢ διὰ παραλείψεως, τότε μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ ἀπαγόρευσιν νομικὴν καὶ τιμωρίαν, ἐμπόδιον δηλαδὴ τῆς ἐλευθερίας.
§180Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν λέγωμεν ἐλευθερίαν συνειδήσεως, ἐννοοῦμεν ὅτι εἶναι ἐλεύθερος κανεὶς νὰ πιστεύῃ ἢ νὰ μὴ πιστεύῃ ὅ,τι θέλει.
§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρι τοῦδε λοιπὸν τὰς πράξεις τῆς ἐκδηλώσεως τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἤθελε νὰ προστατεύσῃ δι’ ἐλευθερίας τὸ Σύνταγμα, μὲ ἐπιφυλάξεις τινὰς ὅσον ἀφορᾶ τὸν προσηλυτισμόν. Διὰ νὰ τὸ εἴπω ἁπλούστερον, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἕνας ποινικὸς νόμος ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ ὅτι ἐμβατεύει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου καὶ ἀνευρίσκει ἂν ἡ συνείδησίς του εἶναι τοιαύτη ἢ δὲν εἶναι τοιαύτη, διότι θὰ ἦτο νόμος ἀνεφάρμοστος, ἀπραγματοποίητος. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ προφανῶς ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἕνας νόμος ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ τιμωρήσῃ τινὰ διότι ἐξεφράσθη ὅτι τὸ δόγμα τὸ Προτεσταντινικόν, ἡ Ἰσραηλιτικὴ θρησκεία ἢ οἱαδήποτε ἄλλη, τοῦ ἀρέσκει περισσότερον ἀπὸ τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτος νόμος. Καθεὶς ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει. Ἀλλὰ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὴν ἔντονον, ἂν θέλετε, παράστασιν τοῦ πράγματος, διὰ τὴν διακόσμησιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ μεταφρασθῇ εἰς ξένας γλώσσας καὶ θὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ἀπὸ ἄλλους, νὰ τεθῇ ἡ διάταξις. Ἀναμφισβητήτως θὰ κάμῃ καλυτέραν ἐντύπωσιν, ἂν εἴπωμεν ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπολύτως ἀπαραβίαστος. Οὐδεμία λοιπὸν ἀντίρρησις νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ μέρος τοῦτο. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὰς ἄλλας τροποποιήσεις. «Πᾶσα ἄλλη θρησκεία τελεῖ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς ἐλευθέρως». Καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν συνεζητήθη, ἂν χρειάζεται ἢ ὄχι ἡ λέξις «γνωστή» καὶ εἴπομεν ὅτι, ἂν μία νέα θρησκεία ἐπικρατήσῃ, κάπου θὰ γίνῃ γνωστή, ὥστε εἴτε ἐξαλειφθῇ εἴτε μείνῃ ἡ λέξις οὐδεμία βλάβη. Ἂν ὅμως θέσωμεν τὴν ἄλλην διάταξιν τὴν προταθεῖσαν, ὅτι ἡ ξένη θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα, ἐφόσον «δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη», τότε εἶναι προτιμότερον νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «γνωστή». Ὅσον ἀφορᾷ τὸν προσηλυτισμόν, δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀπαγόρευσιν γενικῶς, διότι δὲν ἔχομεν νὰ ζημιωθῶμεν ποσῶς. Εἴπομεν ὅτι τὸ Κράτος συμπεριφέρεται ἴσα πρὸς ὅλας τὰς θρησκείας, εἶναι λογικὸν νὰ μὴ κάμωμεν εὐθὺς ἀμέσως μίαν ἐξαίρεσιν τῆς ἰσότητος ταύτης ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλως τε ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀπεπειράθη βιαίως καὶ δολίως προσηλυτισμόν. Αἱ παραδόσεις της οὐδέποτε ὑπῆρξαν τοιαῦται. Ὁ Χριστιανισμὸς διεδόθη ἀφ’ ἧς ἐνηγκαλίσθη τὸν Ἑλληνισμόν, ἀλλὰ δὲν μετῆλθε ποτέ, ἐν ταῖς Χώραις τοὐλάχιστον ὅπου τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα ἠδύνατο νὰ δράσῃ, βίαια μέσα. Γνωρίζομεν ὅτι ὁ χριστιανισμὸς ἐπέτυχε νὰ ἐξαπλωθῇ τάχιον ὅτε ἠσκήθησαν κατ’ αὐτοῦ βίαια μέσα. Καὶ γνωρίζομεν ὅτι εἰς ἄλλας μόνον Χώρας πρὸ αἰώνων ἠθέλησαν νὰ μετέλθωσι βίαια μέσα κατὰ δοξασιῶν ἃς ὑπελάμβανον ἀντιχριστιανικάς, χωρὶς ἀναμφισβητήτως νὰ προαγάγουν τὸ αἴσθημα τὸ χριστιανικόν. Ἐνθυμηθῆτε τὰ μαρτύρια τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως. Δὲν προήγαγον αὐτὰ τὸν Χριστιανισμόν. Δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ ζημιωθῶμεν. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρά, ὥστε νὰ μὴ ἀποβλέπῃ διὰ δολίων καὶ βιαίων μέσων εἰς ἐπικράτησιν. Καὶ αὐταὶ δὲ αἱ διατάξεις τῶν ποινικῶν νόμων προνοοῦν περὶ τιμωρίας δολίου καὶ βιαίου προσηλυτισμοῦ. Ὡς γνωρίζετε, ὁμιλοῦντες περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ προσηλυτισμοῦ, ἐννοοῦμεν τὸν ἀθέμιτον, ὄχι τὸν δι’ ἐξαπλώσεως τῶν ἰδεῶν· αὐτὸς εἶναι ὁ μηδέποτε ἀπαγορευθεὶς εὐγενὴς προσηλυτισμός. Δὲν λειτουργοῦν ἆρά γε ἐν Ἑλλάδι Καθολικαὶ ἐκκλησίαι, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἱεροκήρυκες διδάσκουσι καὶ ἐξαίρουσι τὴν ἱερότητα καὶ τὸ ὑπέροχον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καθολικῆς; Ἄν ὑπελαμβάνομεν ὅτι τοῦτο εἶναι προσηλυτισμός, θὰ ἀπηγορεύομεν εἰς αὐτοὺς νὰ ὁμιλοῦν. Ἀλλ’ οὐδέποτε διενοήθημεν τοιοῦτόν τι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ κανόνων, εἶναι καλύτερον νὰ μὴ θίξωμεν τὸ ἄρθρον. Δὲν μᾶς ἐμποδίζει ἄλλως, κατὰ τὰς δηλώσεις ἃς ἐξ ἀφορμῆς τῶν λόγων τοῦ κ. ἐκ Καρδίτσης συναδέλφου ἔκαμα, δὲν ἐμποδίζει ποσῶς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος νὰ ἀσκήσωμεν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας κατὰ τὸν μᾶλλον βεβαίως σκόπιμον τρόπον. Ἐδηλώσαμεν σαφῶς ὅτι δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ ὁρίσωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία. Θὰ εἶναι δὲ λάθος ἂν δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν σταθμισθῇ ἡ Κοινὴ Γνώμη τῶν ἐκπροσωπούντων τὴν Ἐκκλησίαν κατὰ τὴν ρύθμισιν ταύτην. Ἐπίσης διεσαφηνίσθη ὅτι λέγοντες «κανόνας» ἐννοοῦμεν τοὺς πνευματικούς, τοὺς καθαρῶς ἐκκλησιαστικοὺς καὶ δὲν ἐννοοῦμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦσαν κοσμικοὶ ἔκτοτε ἢ μετεῖχον κοσμικῆς δυνάμεως. Καὶ ὑποθέτω ὅτι ὅσα διὰ τῶν δηλώσεών μου εἶπον ἐκπροσωποῦσι τὴν συγκατάθεσιν τῆς Συνελεύσεως.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι ὁ κριτὴς περὶ τοῦ ἂν κανὼν εἶναι κοσμικὸς ἢ δογματικὸς θὰ εἶναι τὸ κυρίαρχον, τὸ βουλευτικὸν Σῶμα, ἡ Βουλή, ἡ Πολιτεία δηλαδὴ διὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Οὕτω πως καὶ τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας δύνανται νὰ ρυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον καὶ αἱ πρόοδοι αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν. Ἄλλως τε, κύριοι, καὶ αἱ διατάξεις αἱ ἐκκλησιαστικαί, αἱ δογματικαί, αἱ κοινωνικαί, καὶ αὐταὶ ὑφίστανται πάντοτε τὴν ἐπιρροὴν τῆς ἐξελίξεως τῆς κοινωνίας, διότι καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνικὸν φαινόμενον. Ἤκουσα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία κοινωνία ἄνευ θρησκείας. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβὲς ἴσως κατὰ τὰ 999 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Ὑπάρχουν ἐν τούτοις καὶ λαοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ὑστεροῦν εἰς πρόοδον καὶ πολιτισμὸν καὶ ὅμως δὲν ἔχουσι θρησκείαν κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν. Πιστεύετε ὅτι ἡ Ἰαπωνία δὲν ἔχει θρησκείαν; Τὸ πρᾶγμα μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν, ὅταν τὸ πρῶτον τὸ ἤκουσα καὶ ἐμερίμνησα νὰ τὸ ἐξακριβώσω ἀπὸ διαφόρους Ἰάπωνας. Ὑπάρχουσιν ἐκεῖ ὀλίγοι βουδδισταί, ὀλίγοι χριστιανοί, τὸ πλεῖστον ὅμως πιστεύει μόνον εἰς τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς προγόνους. Δὲν ἔχουν θρησκείαν ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ἡμεῖς καὶ ὅλη ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Ἀμερικὴ καὶ τὰ ἄλλα Κράτη ἀντιλαμβανόμεθα τὴν θρησκείαν, ὡς ἀφοσίωσιν καὶ ὡς πίστιν εἰς ὑπερκόσμια ἰδεώδη, τὰ ὁποῖα πιστεύομεν χωρὶς νὰ τὰ συζητῶμεν, διότι ἀφ’ ἧς ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἰδεωδῶν τούτων ἐκλείπει ἡ πίστις καὶ ἡ θρησκεία. Κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ θρησκεία ἀπὸ τὴν φιλοσοφίαν. Εἰς τὴν φιλοσοφίαν ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις, τὰ θρησκευτικὰ δόγματα τὰ πιστεύομεν καὶ τὰ ἀποδεχόμεθα, διότι θεωροῦνται ὡς ἄνωθεν ἐρχόμενα· εἶναι ἡ ἠθικὴ πίστις περὶ τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει καμμία συζήτησις. Ἀλλὰ κάθε κοινωνία, ἀναλόγως τῆς ἐποχῆς της, ἐπηρεάζει καὶ τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον δὲν εἶναι θεμελιώδη. Ὑφίστανται καὶ αὐτὰ τοῦ χρόνου τὴν ἐπιρροήν. Τί ἄλλο ἀποδεικνύουν αἱ ἐπανειλημμέναι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι καὶ αἱ μεταρρυθμίσεις τῶν κανόνων; Καὶ μήπως τοῦτο μόνον; Ὅπως εἰς τὸ Βυζάντιον νόμοι δι’ ἀχρησίας κατηργοῦντο, ἔχομεν καὶ ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀχρησίας καταργοῦνται. Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ταφῆς τῶν αὐτοκτόνων περιῆλθεν εἰς ἀχρησίαν, δὲν ἔχει οὕτω, διότι ἡ νεωτέρα θρησκευτικὴ συνείδησις εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε κατέληξεν εἰς τὴν κατάλυσιν τοῦ κανόνος δι’ ἀχρησίας. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἰσχυριζώμεθα ὅτι τὰ δόγματα, πλὴν τῶν θεμελιωδῶν, εἶναι ἀπαραβίαστα. Ὅπως εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, τίποτε δὲν ἐμποδίζει εἰς τὸ μέλλον τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας νὰ κανονίσωμεν καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς κρίνομεν προσφορώτερον. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω ὅτι τὸ ψήφισμα ὅπερ ὑπεβλήθη ἀπόψε, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τὸν παλαιόν, καταργοῦντες τὸ Ἐπαναστατικὸν Διάταγμα τὸ νῦν ἰσχῦον, δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ οὕτως ἐσπευσμένως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Παιδείας ἔχει κάμει μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον ἄλλης Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ πρὸ ἐτῶν. Θὰ ἤθελον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος. Διατί νὰ καταρρίψωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν αἰφνιδίως ὅ,τι αἰφνιδίως εἰσήγαγεν ἡ Ἐπανάστασις; Ἦτο κακὸν τὸ ὅτι εἰσήχθη αἰφνιδίως τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἀλλὰ θὰ ἦτο δεύτερον κακὸν ἂν αἰφνιδίως ἡμεῖς διὰ μιᾶς ψήφου καταργήσωμεν τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἄνευ συζητήσεως.
§184Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἕνα σύστημα τὸ ὁποῖον ἐπὶ 100 ἔτη ἴσχυσεν.
§185Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ. Δὲν λέγω νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν εὐθετώτερον.
§186Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν ὁποίαν διώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι ἀντίθετος, τίποτε δὲν ἐμποδίζει δι’ ἑνὸς νόμου νὰ τὸ ἀλλάξωμεν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ψηφίσματος ἀπολύτως μεταβατικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§187Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἡ γνώμη αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ διότι πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας κακῶς τὸ καθιερώνομεν ἡμεῖς διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἡ διοίκησις ἀνήκει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ κάμνωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐξετάζωμεν ὅ,τι ἡ Ἱεραρχία προτείνει. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἴδωμεν τὰς διαθέσεις τῆς Ἐκκλησίας προκειμένου περὶ διοικήσεως αὐτῆς.
§188Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν ριζικῶς. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἐλευθερίαν διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ τελῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Πολιτείας.
§189Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι πολὺ δημοκρατικὸν αὐτὸ ποὺ θέλετε!
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, παρετήρησα χθὲς ἢ προχθὲς εἴς τινα τῶν κυρίων συναδέλφων ἀγορεύοντα καὶ ὁμιλοῦντα ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους, ἰδέας τὴν ὁποίαν, ὅπως γνωρίζετε, καὶ ἀρκετὰ ἐκ τῶν προσώπων τῆς Ἱεραρχίας προέτειναν, παρετήρησα ὅτι δὲν ἠμπόδιζε μέχρι τοῦδε τίποτε τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος νὰ γίνῃ ὁ χωρισμὸς διὰ νόμου. Ἐγὼ νομίζω ὄχι. Χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους θὰ εἰσῆγε νόμος ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγε: Τὸ Κράτος δὲν ἔχει νὰ προνοήσῃ διὰ μέτρων περὶ τοῦ πῶς θὰ διοικῆται ἡ Ἐκκλησία· ἀφήνει τὴν Ἐκκλησίαν νὰ συνέλθῃ εἰς συντακτικὴν ἐκκλησιαστικὴν συνέλευσιν, ὅπως λέγουν εἰς ἄλλα μέρη—ὑπάρχουν καὶ συντακτικαὶ συνελεύσεις τῆς Ἐκκλησίας—διὰ νὰ συντάξῃ αὐτὴ τὸν Καταστατικόν της Χάρτην καὶ τοὺς νόμους της. Τὸ Κράτος δὲν ἔχει νὰ ἀναμιχθῇ ποσῶς εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν θὰ δώσῃ χρήματα διὰ μισθούς. Καὶ ἀρκετοὶ Ἱεράρχαι δέχονται τὸν χωρισμόν, ἀλλὰ—προσθέτουν οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν ἰδέαν αὐτήν— ζητοῦν νὰ ἀποδώσῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς δίδει εἰς τὰς κοινότητας, εἰς τὰ ὀρφανοτροφεῖα, εἰς τὰ βρεφοκομεῖα, εἰς τὰ σωματεῖα, τὰ κτήματά της. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω αὐτὴν τὴν στιγμήν, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος διὰ νὰ διοικηθῇ ἡ Ἐκκλησία, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν νομοθετοῦμεν, ἐξετάζομεν μήπως διὰ τοῦ Συντάγματος καθιεροῦται ἐμπόδιον εἰς τὸ μέλλον διὰ τὴν ρύθμισιν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Περὶ αὐτοῦ λοιπὸν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι διὰ νόμου δυνάμεθα κατὰ τὸν καταλληλότερον τρόπον νὰ ρυθμίσωμεν τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ψήφισμα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ ἦτο λίαν ἐσπευσμένον αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ καταργήσωμεν τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἰσχύει διὰ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ καθεστὼς τοῦ παλαιοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νόμου. Ἐγώ, ἂν μὲ ἐρωτήσετε, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ νεώτερον σύστημα δὲν εἶναι τὸ τελειότερον· ἀλλὰ προκειμένου νὰ κάμωμεν κάτι νέον, διατί νὰ μὴ περιμείνωμεν νὰ συζητήσωμεν ἠρέμως; Ἴσως προταθῇ κανὲν σύστημα, οἷον τοῦ κ. Σίδερη, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι καλύτερον.
§191Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην συνεδρίασιν, θὰ παρεκάλουν ὅμως νὰ ταχθῇ μία προθεσμία εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§193Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ψηφιζομένου σήμερον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος, ὁ διέπων σήμερον τὴν Ἐκκλησίαν Καταστατικὸς Νόμος θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ διέπῃ αὐτὴν ὡς νόμος συνταγματικός;
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύναται νὰ δηλωθῇ ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, ἂν συμφωνῆτε, ἡ ἑξῆς γνώμη· τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τῇ 31ῃ Δεκεμβρίου ἂν δὲν ἀπατῶμαι....
§195Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπαναστατικὴ ἀπόφασις.
§196Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει νὰ κάμῃ. Δι’ ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως ἠλλάχθη καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἐν Πάτραις τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν. Νομίζετε ὅτι αὐτὸ εἶναι συντακτικὴ πρᾶξις; Ἡ Ἐπανάστασις δύναται νὰ ἐκδώσῃ καὶ συντακτικὰς καὶ νομοθετικὰς καὶ διοικητικὰς πράξεις. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι συντακτικὸν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, εἶναι νομοθετικόν. Ἀλλὰ δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν εἶναι συντακτικόν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο τοιοῦτον, δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν συντακτικὴν χροιὰν ἀπὸ τὸ Διάταγμα. Οὕτω μετατρέπεται εἰς ἁπλοῦν νόμον, ὥστε νὰ δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ μεταβάλλωμεν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο.
§197ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Σύμφωνοι, σύμφωνοι.
§198Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔρχομαι, κύριοι, τώρα εἰς ἕνα ἄλλο ζήτημα....
§199Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Περὶ γλώσσης;
§200Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ αὐτοῦ ὡμίλησα ἤδη. Κατὰ τὸ 1911 ἤμην ἐναντίος, ἤμην δὲ ἐναντίος κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· δὲν ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω τότε κατὰ τὴν κυρίαν συζήτησιν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπέφευγον νὰ ὁμιλῶ· ἴσως δὲν εἶχον ἀκόμη τὴν πεῖραν τοῦ λόγου, διότι εἶχεν εἰσέλθει τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶδον ὅτι οἱ ὁμιλήσαντες τότε συνάδελφοι τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐκηρύχθησαν ὡς ἀφωρισμένοι. Ἐθεώρησα λοιπὸν καθῆκόν μου νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τοῦ ἀφορισμοῦ ἐκείνου καὶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εὕρισκον ὅτι εἶναι σοβαρὸν διά τινα Συνέλευσιν νὰ συζητῇ ἂν ἡ γλῶσσα θὰ βαδίσῃ τοῦτον τὸν δρόμον ἢ ἐκεῖνον, διότι ἡ γλῶσσα θὰ βαδίσῃ τὸν δρόμον της. Τὸ γενικώτερον γλωσσικὸν ζήτημα ἔδωσεν ἀφορμὴν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν. Ὅπως θὰ ἐνθυμῆσθε, ἡ ἐξέγερσις ἐκείνη ἡ τεχνητὴ ἢ φυσικὴ τοῦ λαοῦ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ πανηγυρικὰς ἐκλογὰς ἀφορμὴν ἔλαβεν ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς γλώσσης, ἐπεκταθέντος εἰς τὴν μετάφρασιν τῶν Γραφῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετάφρασιν ταύτην συμφωνῶ τελείως ὅτι ἄνευ ἀδείας τινός, ἰδιαίτατα δὲ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, τῆς μᾶλλον γνωριζούσης τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ὕφος ὑπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται μετάφρασις εἰς σύγχρονον ἰδίωμα. Νομίζω δὲ ὅτι περισσότερον συντελεστικὸν θὰ εἶναι νὰ ἔχωμεν ἕνα νόμον διέποντα τὰ τοῦ θέματος τούτου παρὰ νὰ ἔχωμεν τρεῖς γραμμὰς εἰς τὸ Σύνταγμα, τὰς ὁποίας δὲν ἠξεύρω ἂν ἐπηκολούθησεν ἡ διὰ νόμου καταλλήλου ρύθμισις καὶ κύρωσις τῆς διατάξεως ἐκείνης. Ἐν τῇ ἀφθόνῳ παραγωγῇ τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔγινε κανεὶς νόμος κυρωτικὸς τῆς διατάξεως ἐκείνης· κατὰ συνέπειαν παραμένει καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις κενή, ὅπως περίπου τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου ἔμενε σχεδὸν νεκρὸν μέχρι τοῦ 1911. Ἑπομένως καλύτερον νομίζω νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦτο καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου ἐπὶ τῆς Παιδείας νὰ παρασκευάσῃ τὸ ταχύτερον τὸ σχετικὸν σχέδιον νόμου.
§201Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ ἀναγραφῇ καὶ νὰ γίνῃ σκέψις.
§202Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι σκέψις. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν συνάδελφόν μου ἐντὸς τοῦ μηνὸς νὰ φέρῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν ἀφίσταμαι πολὺ τῶν σχεδίων τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ὑπεβλήθησαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ μὴ τεθῇ θὰ ἦτο ἡ λέξις «ἐπίσημος», ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐπικρατοῦσα».
§203Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βάλετε «ἐθνική».
§204Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, διότι ἡ σημασία τῆς λέξεως «Ἔθνος» εἶναι γενικωτέρα. Δὲν ἀποκλείεται δὲ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἐθνότητα τὴν Ἑλληνικὴν καὶ ὁ Καθολικὸς καὶ ὁ Ἰουδαῖος ἀκόμη, διότι ἄλλο εἶναι τὸ ἐθνικὸν συναίσθημα καὶ ἄλλο τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημα. Ἔχομεν δὲ παραδείγματα Ἰσραηλιτῶν οἱ ὁποῖοι, ἀνήκοντες εἰς ἄλλα Κράτη ὅπου ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἡ Καθολική, ἔχουσι τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τοῦ Κράτους καὶ τἀνάπαλιν. Ὁ Ἰσραηλίτης ὁ ὁποῖος κατοικεῖ ἐν Γαλλίᾳ ἔχει τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τοῦ Γάλλου καὶ ὁ ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ αἴσθημα τοῦ Ἄγγλου χωρὶς ἡ θρησκεία του νὰ εἶναι ἡ ἐθνική. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα» δὲν ἐτέθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὰ προηγούμενα Συντάγματα. Καὶ τὰ νεώτερα Συντάγματα τὴν λέξιν αὐτὴν μετεχειρίσθησαν. Διατί; Διότι ἐπίσημοι θρησκεῖαι, ὅπως σᾶς εἶπον, ὑπῆρχον παλαιότερον εἴς τινα Κράτη, ὅπου τὸ Κράτος, ἔχον ὡς ἀρχηγὸν τῆς θρησκείας του τὸν ἀρχηγὸν τὸν κοσμικόν, ὅπως ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας ἦτο ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἐθεώρει προσῆκον νὰ λαμβάνῃ μέτρα ἐναντίον τῶν ἄλλων δογμάτων καὶ θρησκειῶν. Φοβοῦμαι λοιπὸν ὅτι, ἂν δεχθῶμεν τὴν διατύπωσιν αὐτήν, εἶναι δυνατόν, ἐνῷ θὰ φαινώμεθα ὅτι προοδεύομεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀπαραβίαστον τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐπαναφέρομεν μίαν φράσιν ἡ ὁποία ἄλλοτε εἶχε καταδικασθῆ, ἔστω καὶ ἀδίκως, ἀφοῦ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὸ ἐπίσημον, τὸ officiel, καὶ τὸ ἐπικρατοῦσα ὡς ταυτόσημα. Θὰ θέσωμεν δὲ ἐν ἥσσονι μοίρᾳ καὶ τὰς ἄλλας θρησκείας τὰς μὴ ἐπισήμους, ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ἐπαγγελλόμεθα ὅτι τὰς θεωροῦμεν ἐξ ἴσου ἐλευθέρας πρὸς τὴν ἰδικήν μας. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία λέγομεν ὅτι εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, δηλαδὴ πιστοποιοῦμεν ἕνα πραγματικὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον γνωρίζουν πάντες. Ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ μὴ εἶχε τεθῆ ποσῶς, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει λόγος σήμερον νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν, ἀφοῦ ἐζήσαμεν τόσα ἔτη μὲ αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν. Σήμερον, ὁπότε δυστυχῶς ἡ κεφαλὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπέστη διὰ τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης μεγάλας μειώσεις τῶν κατὰ παράδοσιν δικαιωμάτων αὐτῆς. Θὰ ἦτο ἥκιστα ἐνισχυτικὸν τοῦ θάρρους τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται κατόπιν τόσων φρικωδῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐθνικῶν ἀπωλειῶν καὶ τρικυμιῶν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς διατάξεις περὶ ἀναποσπάστου δογματικῆς ἑνώσεως τῆς Ἐκκλησίας μας πρὸς τὴν τοῦ Γένους, ἀφοῦ Ἐθνισμὸς καὶ Ἐκκλησία ὑπῆρξαν ἀναποσπάστως συνδεδεμένα κατὰ τὰς εὐτυχεῖς καὶ κατὰ τὰς δυστυχεῖς ἡμέρας τῶν μακραίωνων ἐθνικῶν ἀγώνων. (Χειροκροτήματα).
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀποδίδομεν ἐξαιρετικὴν σημασίαν εἰς τὴν Α ἢ τὴν Β λέξιν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ δοθῇ ἡ ἔννοια ὅτι τὸ Κράτος εἰς τὰς τελετὰς χρησιμοποιεῖ αὐτὴν τὴν Θρησκείαν.
§206Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 5 λεπτά, ἵνα διατυπώσωμεν τὸ ἄρθρον.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 9.10′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9.20′ μ.μ.).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν μόνιμος Ἐπιτροπὴ ἐνισχύεται συμφώνως πρὸς χθὲς ληφθεῖσαν ἀπόφασιν διὰ τῶν ἑξῆς ἀκόμη μελῶν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν χθὲς ὑποβληθέντων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων: Ε. Ἐμμανουηλίδου, Θ. Βελλιανίτου, Ι. Μαυρουδῆ, Α. Ἀκρίδα, Δ. Λεονάρδου, Ε. Παυλίδου, Ι. Παπαλουκᾶ καὶ Α. Παπαοικονόμου.
§209Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ὑποβληθῇ τὴν Δευτέραν.
§210Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§212Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ διακόψωμεν καὶ μετὰ τὸ φαγητὸν ἐπανερχόμεθα.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὰς 10.45′. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11 μ.μ.).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Βαρελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§215Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ φωτίσω τὴν Συνέλευσιν, καθόσον ἀρκετὰ ἐφωτίσθη αὕτη ἀπὸ τοὺς διαφόρους ρήτορας καὶ ἰδίως ἀπὸ τοὺς κ.κ. ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἄρθρου, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Εἶναι σχεδὸν πανομοιότυπον, ὅπως ἦτο καὶ εἰς τὰ προηγούμενα Συντάγματα, δηλαδὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος τοῦ 1844 καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι παρελείφθη ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ ἀναθεωρηθέντος τῷ 1911 τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ 2 ἄρθρου, ἔχον οὕτω: «Τὸ κείμενον τῶν ἁγίων γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον· ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως». Τὸ ἐδάφιον αὐτὸ παρελείφθη καὶ ἀπὸ τὸ προσχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκ τῶν ἀγορεύσεων ὅμως τοῦ τε Γενικοῦ Εἰσηγητοῦ καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ἀφέθη νὰ κανονισθῇ τοῦτο διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω ἀντίρρησιν. Τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο δὲν ἦτο εἰς τὰ ἄλλα προηγούμενα Συντάγματα, ἀλλὰ προσετέθη ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1911, καὶ προσετέθη διότι ἦσαν νωπὰ τότε τὰ γεγονότα τῶν Εὐαγγελικῶν τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1901, ὅταν τότε τῇ εἰσηγήσει τῆς Βασιλίσσης Ὄλγας ἠνέχθη ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἡ τότε Ἱερὰ Σύνοδος τὴν μετάφρασιν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Τότε ἐξηγέρθη, ὡς γνωρίζετε, σύσσωμος ὁ λαὸς καὶ ἐγένοντο τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα αἱματηρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέτρεψαν τὸν τότε Μητροπολίτην Ἀθηνῶν Προκόπιον, ὡς καὶ τὴν Κυβέρνησιν Γ. Θεοτόκη, ὀλίγον δ’ ἔλειψε νὰ ἀνατρέψουν καὶ τὸν Θρόνον. Μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο καλῶς τότε ἐτέθη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου μᾶς ἀνέπτυξε τοὺς λόγους ὅτι ἀντὶ τὸ ἐδάφιον αὐτὸ νὰ τεθῇ ὡς συνταγματικὴ διάταξις καλύτερον εἶναι νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἵνα κανονίσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ νόμου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι δέον νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ κείμενον, φαντασθῆτε τότε ὁποίαν ἐντύπωσιν θέλει προξενήσει εἰς τὸν ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸν κόσμον ὁ ὁποῖος δράττεται πάσης εὐκαιρίας ἵνα ἐλέγξῃ ἡμᾶς ἔτι περισσότερον, ὅταν παραλειφθῇ τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1911 ἵνα κατευνασθῇ ἡ δικαία ὀργὴ καὶ ἀγανάκτησις τοῦ κόσμου, καὶ ὅτι παρελείφθη ἤδη σκοπίμως ἵνα ἐλευθέρως πλήσσηται ἡ θρησκεία καὶ ἡ γλῶσσα. Πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, διότι νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μὴ τεθῇ φραγμὸς κατὰ πάσης ἀποπείρας πρὸς μετάφρασιν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου πρὸς καθησύχασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἐπιτραπῇ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν πιστεύω δὲ ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος θέλει ἐπιτρέψει τοῦτο, ἀλλὰ σᾶς λέγω μόνον ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ τεθῇ καὶ διότι ὑπάρχει. Καὶ ὅταν ἀφαιρῆται τὸ ὑπάρχον καὶ ὁ ἔξω κόσμος ὁ ἀντιπολιτευόμενος πρὸς ἡμᾶς θὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ ὅτι σκοπίμως δὲν ἐτέθη ἵνα βραδύτερον καὶ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος ἐπιτευχθῇ ἡ μετάφρασις τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Πλὴν τούτου, κύριοι, ἐγὼ ἤθελον ὅπως μείνῃ ὡς ἔχει ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι, ἂν ἐπιτραπῇ ἡ μετάφρασις τῶν Ἁγίων Γραφῶν, θὰ ἐπενεχθῇ τέλειον πλῆγμα κατὰ τῆς θρησκείας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Εἶναι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς ὅτι δύο ἦσαν τὰ βάθρα ἐκεῖνα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν μακραίωνα δουλείαν· ἡ θρησκεία, ἤτοι τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ ἡ γλῶσσά μας. Ἄνευ αὐτῶν εἶναι ζήτημα ἂν θὰ ὑπῆρχεν Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἀλλὰ θὰ ὑπῆρχε δυστυχῶς Ἑλλὰς ὡς γεωγραφικὴ θέσις μόνον καὶ ὄχι ὡς Ἔθνος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἵνα τὸ ἐδάφιον αὐτὸ παραμείνῃ ὡς ἔχει. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον προσθήκην φέρουσαν ἀριθμὸν 4 καὶ ὑπογεγραμμένην ἀπὸ πλείονας τῶν 20 πληρεξουσίων οἱ ὁποῖοι ἐπεζήτησαν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ 4 ἐδαφίου, ἵνα ψηφίσωμεν τίς ἐξ ἡμῶν θέλει νὰ μείνῃ τὸ ρηθὲν ἐδάφιον καὶ τίς ὄχι.
§216Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ παράλειψις δὲν σημαίνει ἀπάλειψιν, ἀλλὰ χωρισμὸν πρὸς ἐπανασυζήτησιν.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατάλας ἔχει τὸν λόγον.
§218Ι. ΠΑΤΑΛΑΣ. Θὰ περιορισθῶ ἀποκλειστικῶς, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὴν σύντομον ἀνάπτυξιν τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τροπολογίας τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Ἐκκλησίαν. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως ἐπιδιώκεται ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς διαρκοῦς τακτικῆς Συνόδου. Οἱ λόγοι εἶναι προφανεῖς. Πρῶτον ἡ ἐκπροσώπησις τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία εἶναι αὐτοκέφαλος. Λέγοντες δὲ ἐκπροσώπησιν τῆς Ἐκκλησίας ἐννοοῦμεν τὴν παράστασιν αὐτῆς ἐν τῇ ἐπικοινωνίᾳ πρὸς τὰς ἄλλας αὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας ἢ ἑτεροδόξους τοιαύτας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Ἐπαναστατικῷ Δικαίῳ ἰσχύοντος Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας ἔχει τὸ δικαίωμα, καθ’ ὃν χρόνον σχολάζει ἡ Ἱεραρχία, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων τῶν παρεμπιπτόντων τὰ ὁποῖα γεννῶνται. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀντικανονικόν, ἀντιβαίνει εἰς τὸν 34 κανόνα τῶν Ἀποστόλων καὶ λέγει ρητῶς ὅτι «ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μὴ ποιεῖτω τι ἄνευ τῆς τῶν πλειόνων γνώμης». Ἐν τούτοις ἡ αὐτοκέφαλος ἡμῶν Ἐκκλησία ἑδράζεται, ὅπως λέγει καὶ τὸ Σύνταγμα, ἐπὶ τῶν Ἀποστολικῶν κανόνων. Κατὰ τὸ ἰσχῦον ἢ κρατοῦν σύστημα ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα κατ’ ἰδίαν κρίσιν νὰ διαβιβάζῃ ἀπόφασίν τινα ὡς νὰ προέρχεται ἐκ τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Διὰ τοῦ θεσμοῦ δὲ τούτου ἀνατρέπεται ἄρδην τὸ συνοδικὸν σύστημα, ἐκ τοῦ ὁποίου διέπεται ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Ἱεραρχίας, σχολαζούσης ταύτης, δυνατὸν νὰ προέλθουν μεγάλα καὶ σοβαρὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα. Ὑποθέσωμεν ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν σχολάζει ἡ Ἱεραρχία γεννῶνται ζητήματα παρεμπίπτοντα. Ἂν μὲν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας τυγχάνει νὰ εἶναι ἀδρανής, τότε ἡ Ἐκκλησία μένει ἀκυβέρνητος, μένει ἐν ἀπραξίᾳ, διότι οὗτος θὰ ἀναβάλλῃ ἑκάστοτε τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων, ἂν δὲ εἶναι αὐθαίρετος ἢ αὐταρχικός, θὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ὅτε θὰ διατρέχῃ μεγάλους κινδύνους καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία. Ὑπάρχουν περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Διὰ τοῦτο φρονῶ πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου τούτου ἀπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μένει ἀκυβέρνητος, ἐφόσον ἡ Ἱεραρχία σχολάζει, καὶ διὰ νὰ μὴ διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον ὅτι μόνος αὐτὸς ἀποφασίζει, προτείνω ὅπως ἐν εἴδει ψηφίσματος ἢ ἑρμηνείας τοῦ σχετικοῦ ἐδαφίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 1 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῆς διαρκοῦς ὀλιγομελοῦς Συνόδου, ὑπολόγου εἰς τὸ σύνολον τῆς Ἱεραρχίας, ὡς ἀνωτάτης Συνόδου.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§220Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν συνεννοήσεως, συνταχθέντος νέου σχεδίου φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀνακοινωθῇ τοῦτο διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχουν ζητήματα πρὸς συζήτησιν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ν’ ἀναγνώσωμεν τὸ νέον σχέδιον (ἀναγινώσκει).
§222Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, διότι θεωρῶ ἐλαττωματικὴν τὴν διατύπωσιν. Ὡς διετυπώθη εἶναι γραμματικῶς καὶ λογικῶς ἐλαττωματικόν. Δὲν τελεῖ τὰ τῆς λατρείας ἡ θρησκεία καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀρθοτέρα θὰ ἦτο ἡ διατύπωσις ὡς ἑξῆς: «Ἡ λατρεία πάσης θρησκείας τελεῖται ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου». Νομίζω ὅτι οὕτως ἡ διατύπωσις εἶναι ὀρθοτέρα.
§223ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§225Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἄρτι ἀνακοινωθεῖσα εἰς τὴν Συνέλευσιν νέα διατύπωσις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐκτείνω ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον. Θὰ περιορισθῶ λοιπὸν ὀλιγίστας τινὰς παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Καὶ ἐν πρώτοις θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ ἐν τῇ ἐπικεφαλίδι τοῦ ἄρθρου τεθὲν ὡς ὁρισμὸς καὶ ἀρχὴ συνταγματικὴ ὅτι «ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος», καίτοι ἡ προσθήκη εἶναι ἐντελῶς ἀνώδυνος, ἐν τούτοις μοὶ φαίνεται ἐπίσης ὅτι δὲν προσθέτει νέον τι νόημα εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ διαλάβῃ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περὶ Ἐκκλησίας. Διότι, ὡς παρετηρήθη ἐντεῦθεν, ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ εἶναι αὐθύπαρκτος, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ἀναγνωρίσεώς τινος ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας εἴτε διὰ τοῦ Συντάγματος εἴτε διὰ νόμου τινός. Ὁ ὁρισμὸς οὗτος εἶναι ἄρα μία ἄσκοπος περιττολογία. Ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως τῆς θρησκευτικῆς εἶναι ὡς ἡ ἐλευθερία πάσης πεποιθήσεως ἐνδιαθέτου, ὡς τῆς ἐπιστημονικῆς, καλλιτεχνικῆς εἴτε καὶ οἱασδήποτε ἄλλης. Εἶναι δὲ ὄντως ἐνδόμυχος καὶ τόσον ἐνδιάθετος, ὥστε οὐδὲν μέτρον δύναται νὰ τὴν παραβιάσῃ, ἀλλὰ καὶ οὐδεμία νομοθετικὴ διάταξις νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ. Εἶναι λοιπὸν ἀφ’ ἑαυτῆς ἀπαραβίαστος. Ἀλλὰ θὰ προσέθετον εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ὅτι ἀποβαίνει ἐντελῶς περιττὸς ὁ ὁρισμὸς οὗτος, καθιερούμενος κατὰ τρόπον συνταγματικὸν μάλιστα. Ἀληθῶς ἔχομεν ἑτέραν ὁμοίαν διάταξιν, πρακτικωτέρου ὅμως σκοποῦ, κειμένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος καὶ ἥτις, ὡς ἐλπίζω, θὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία παντὸς πολίτου εἶναι ἀπαραβίαστος. Ἔχομεν λοιπὸν τὸν ὁρισμὸν τοῦτον τὸν σχετιζόμενον πρὸς τὸ δημόσιον δίκαιον, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλῳ σκοπῷ, πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς. Ὡς δὲ πάντες οἱ συγγραφεῖς ἀνέπτυξαν καὶ παρεδέχθησαν, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου δὲν εἶναι ἔννοιά τις ἀφῃρημένη, ἀλλὰ ἀναλυομένη εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον καὶ προσαρμοζομένη πρὸς τὰ πράγματα. Ἔχει τριπλῆν τὴν ἐμφάνισίν της. Εἶναι καὶ ἐλευθερία τῆς βουλήσεως, ἥτις καὶ μένει ἐντελῶς ἀνεξέλεγκτος ὡς τοιαύτη, ἀλλ’ εἶναι ἐπὶ πλέον ἡ ἐλευθερία ἡ δι’ ἐξωτερικῶν πράξεων ἐκδηλουμένη πρὸς τινα ἐργασίαν. Καὶ ἐκεῖ ἀναγνωρίζεται — ὀρθῶς δὲ καὶ σκοπίμως — διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, τόσον παρ’ ἡμῖν ὅσον καὶ ἀλλαχοῦ, τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἐλευθερίας πρὸς τὸ ἐργάζεσθαι. Εἶναι προσέτι ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἡ τοιαύτη δὲ ἐλευθερία καθιερώθη συνταγματικῶς καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἡ συνταγματικὴ διάταξις ἐξυπηρετεῖ ἕνα σκοπὸν καὶ ἔχει πρακτικὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπίσης ἔχομεν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου πρὸς τὸ ἐκδηλώνειν τὰ ἐνδιάθετα διανοήματά του, ἄρα ἡ διάταξις περὶ τῆς ἐλευθερίας ταύτης ἔχει ἐπίσης πρακτικὸν λόγον. Οὕτως ἐμφανίζεται τρισυπόστατος ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου ἔχουσα ἀνάγκην ἵνα κυροῦται διὰ τοῦ νόμου καὶ προστατεύηται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Συμπεραίνω λοιπὸν ὅτι προκειμένου νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνδομύχου συνειδήσεως, τὴν ἐλευθερίαν πρὸς τὸ πιστεύειν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν θρησκείαν τὸ πρᾶγμα ἀποβαίνει περιττόν, διότι ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀφ’ ἑαυτῆς ἐντελῶς ἀπαραβίαστος, ὡς εἶπον, καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν παραβιάζῃ ὁ νόμος. Εἶναι δὲ τοσοῦτον μᾶλλον περιττὴ ἡ διάταξις καθόσον ἡ ἔννοια καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας περιέχεται ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου 4. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ προσθήκη εἶναι ἀνώδυνος καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις ἐν τῇ προθέσει τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀρχῆς θέλῃ νὰ θέσῃ τὸν ὁρισμὸν αὐτὸν ἐν τῇ ἐπικεφαλίδι τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ εἶχον ἰσχυρὰν ἀντίρρησιν ν’ ἀντιτάξω κατ’ αὐτοῦ, μετὰ τὰς πρόσθεν παρατηρήσεις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερε κυρίως ἐπὶ τοῦ βήματος εἶναι ἡ σκέψις ὅτι οὐδαμῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις ὅπως ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τῆς διατυπώσεως τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ σχεδίου τοῦ ἄρθρου τοῦ ἄρτι ἀνακοινωθέντος πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὁ ὁρισμὸς ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τελεῖ ἀπαρασαλεύτως τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις». Ἐπροτάθη ὅμως τοῦτο καὶ εἰς τὴν ὑποδειχθεῖσαν ἀπάλειψιν ταύτην ἀντιτίθεμαι ριζικῶς· διότι διὰ τῆς ἀπαλείψεως ταύτης οἱ λοιποὶ ὁρισμοὶ τοῦ ἄρθρου θὰ ἀπέβαινον οὕτως ἀσύνδετοι πρὸς ἀλλήλους καὶ αἱ ἐν αὐτῷ ἔννοιαι οὕτως ἐλλιπεῖς, ὥστε νὰ παύσουν ἀποτελοῦσαι ἓν σύνολον ἐννοιῶν λογικῶς ἀδιασπάστως συνεχομένων πρὸς ἀλλήλας. Ἐπὶ πλέον δὲ θὰ ἦτο χονδροειδὴς καὶ χειροπιαστὴ ἀνακολουθία, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν διαγράφομεν τὸν ὁρισμὸν ὅτι «τηροῦνται ἀπαρασαλεύτως οἱ ἱεροὶ ἀποστολικοὶ καὶ συνοδικοὶ κανόνες καὶ αἱ ἱεραὶ παραδόσεις», ἐλέγομεν ἐξ ἄλλου ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠρώτων τοὺς προτείνοντας τὴν ἀπάλειψιν ταύτην· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἕνωσις δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐνῷ τὸ θεμέλιον αὐτὸ τοῦ δόγματος καὶ τῆς πίστεως τὸ ἀφαιροῦμεν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ τὸ ἀνατρέπομεν, διαγράφοντες τὸν ὁρισμόν;
§226Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ἡμεῖς ἐκάμαμεν μίαν τροπολογίαν εἰς τὴν διατύπωσιν τὴν τελευταίαν· ἡμεῖς προτείνομεν νὰ διαγραφῇ ὅλη ἡ παράγραφος. Ὅτε λέγομεν «ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι περιττά. Δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ κανόνων συνοδικῶν καὶ ἱερῶν παραδόσεων.
§227Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἀντιλέγω, θὰ συνεφώνουν δὲ μὲ ὑμᾶς, ἂν ἐδέχεσθε νὰ παραμείνῃ ἡ πρώτη παράγραφος· διότι θεμέλιον τοῦ δόγματος δὲν εἶναι, ὡς ἴσως τινὲς ὑπολαμβάνουν, ἡ Παλαιὰ καὶ Νέα Διαθήκη, ἀλλ’ ὡς ἐπλάσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Γραφῶν τὸ δόγμα διὰ τῶν συνοδικῶν καὶ ἀποστολικῶν κανόνων καὶ διὰ τῶν ἱερῶν παραδόσεων. Ἂν δὲ ἀφῃροῦμεν τὸ θεμέλιον τοῦτο τοῦ δόγματος, ἠθέλομεν ἐξαφανίσει αὐτὸ τοῦτο τὸ δόγμα καὶ ἑπομένως οὔτε δόγμα θὰ ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ πιστεύωμεν, οὔτε ἄρα ὁ δεσμὸς ἑνότητος μετὰ τῆς Μεγάλης ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω ὡς πρὸς τὴν προτεινομένην τροπολογίαν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καθιερωμένων σχετικῶν ὁρισμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν τινὰ σχετικὴν διατύπωσιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, ἀναγομένην εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις διατύπωσις μοὶ φαίνεται ὅτι ἀνταποκρίνεται πληρέστερον καὶ πρὸς τῆς Ἐπιτροπῆς τὰς σκέψεις, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν εἰκαζομένην, παρ’ ἐμοῦ τουλάχιστον, γνώμην καὶ ἀντίληψιν καὶ ἐπιθυμίαν τῆς Συνελεύσεως. Διὰ νὰ ἐξηγήσω δὲ τὴν σκέψιν μου ἀκεραίαν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἐξ ὅσων ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ τυγχάνω μέλος, ἤκουσεν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπακτίας, διερμηνεύοντος τὰς σκέψεις τῆς Ἱεραρχίας, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν, ἀπεκόμισα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πεπλανημένη εἶναι ἡ ἀντίληψις τῶν διεπόντων τὰ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας Ἱεραρχῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτῶν. Ἂν δέ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ἀνεγνώσατε καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ εἴδετε ἐν αὐτοῖς ὁποίας γνώμας καὶ ὁποίας ἀξιώσεις διετύπωσεν ἡ Ἱεραρχία διὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου Ναυπακτίας. Ἡ Ἱεραρχία σαφῶς διετύπωσε τὴν ἀξίωσιν ἵνα δημιουργήσῃ διὰ τῆς αὐτονομήσεως τῆς Ἐκκλησίας μίαν αὐθύπαρκτον κατάστασιν ἐξουσίας, μίαν πλήρη ἀπόσχισιν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πολιτείας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δημιουργῆται ἓν κράτος ἐν κράτει ἔχον αὐθυπαρξίαν καὶ αὐτοτέλειαν καὶ πλήρη ἀνεξαρτησίαν ἀπὸ τῆς Πολιτείας. Ὁ ἔλεγχος τοιούτων πεπλανημένων ἀντιλήψεων εἶναι εὔκολος καὶ δυνατὸς καὶ πρόχειρος, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸν ἔλεγχον τοῦτον. Ἀλλὰ μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία· πόθεν ἆρά γε οἱ διέποντες τὰ τῆς Ἐκκλησίας Ἱεράρχαι τοιαύτην ἐσχημάτισαν γνώμην περὶ τῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Πολιτείᾳ; Ἐκ τῆς σχετικῆς ἐρεύνης πείθομαι, κύριοι, ὅτι ἡ τοιαύτη πεπλανημένη ἀντίληψις τῆς Ἱεραρχίας ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ἐνδιάθετον ἐπιθυμίαν αὐτῆς ὅπως ἀποτελῇ αὐτοδύναμον ἐξουσίαν, ἐπιθυμίαν ὑποβοηθουμένην καὶ ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τῶν συνταγματικῶν ὁρισμῶν τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυσάντων ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Πολιτείᾳ· διότι τὰ Συντάγματα ἡμῶν ἀνεγνώρισαν καὶ διεκήρυξαν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας, ὡμίλησαν κατὰ τρόπον γενικὸν καὶ ἀπροσδιόριστον περὶ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ Συντάγματα ἡμῶν ὁμιλοῦν περὶ Ἐκκλησίας Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου αὐτοκεφάλου καὶ αὐτοκυβερνήτου. Ἐντεῦθεν δὲ ἐγεννήθη ἡ πεπλανημένη ἀντίληψις, ἥτις ἤγαγε τὴν Ἱεραρχίαν νὰ διατυπώσῃ ἀξιώσεις αἵτινες, τυχὸν λαμβάνουσαι ὑπόστασιν καὶ ἐμφανιζόμεναι θὰ ἐδημιούργουν ἓν κράτος ἐν κράτει καὶ ὄχι ἀνεξάρτητον καὶ αὐτοτελῆ ἐξουσίαν, καθ’ ἣν ἔννοιαν εἶναι τοιαύτη ἐπὶ παραδείγματι ἡ δικαστική, ἀλλ’ αὐτοτελὲς κράτος ἔχον ἐν πάσῃ τῇ δικαιοδοσίᾳ του ἰδίαν δύναμιν καὶ ἀντλοῦν τὴν δύναμίν του ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ οὐδεμίαν ἔχον ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας. Ἐντεῦθεν προέκυψαν αἱ πεπλανημέναι ἀντιλήψεις τῆς Ἱεραρχίας, κατ’ ἐμέ. Ἀλλὰ πρόδηλον ἐπίσης εἶναι ὅτι ἡ παρανόησις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν τῶν συνταγματικῶν ὁρισμῶν. Ὅταν αἱ Ἐθνοσυνελεύσεις ἡμῶν ἐνομοθέτουν καὶ ἐκήρυσσον τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Ἑλληνικὴν αὐτοκέφαλον, ἀνεξαρτήτως ἐνεργοῦσαν τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῆς, δὲν εἶχον βεβαίως κατὰ νοῦν οἱ συνταγματικοὶ νομοθέται ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτοτέλειαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπόσχισιν τελείαν αὐτῆς ἀπὸ τῆς Πολιτείας, οἵαν ἀξιοῖ τανῦν ἡ Ἱεραρχία, ἀλλὰ καθιέρουν διὰ τῶν ὁρισμῶν τούτων τὸ ἀνεξάρτητον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῆς, ἀπὸ τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἑδρευούσης ἐν Κωνσταντινουπόλει.
§228Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀσφαλῶς αὐτὸ λέγει καὶ ὁ κ. Σαρίπολος, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος.
§229Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις αὐτὰ τὰ τόσον σαφῆ πράγματα, τὰ τόσον ἐπιστημονικῶς ἐξηκριβωμένα, παρηρμήνευσεν ἡ Ἱεραρχία, ὥστε ἀλλοία νὰ ἀποδίδεται ἔννοια εἰς αὐτὰ καὶ νὰ προβάλλωνται ἀξιώσεις, αἵτινες, ὡς εἶπον, γινόμεναι ἀποδεκταί, θὰ ἐδημιούργουν ἓν κράτος ἐν κράτει. Καὶ ἀληθῶς μὲν ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἔχουσα καὶ καταγωγὴν διάφορον καὶ προορισμὸν ἄλλον ἢ ἡ Πολιτεία, ὀρθὸν εἶναι ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως καὶ ὀρθὸν ἐθεωρήθη καὶ σκόπιμον καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως, ν’ ἀναγνωρισθῇ ἐλευθέρα καὶ ἀνεπηρέαστος εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας της ἐν τῇ διοικήσει τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων αὐτῆς, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν Πολιτείαν—ἐφόσον, ἐννοεῖται, δὲν προσβάλλονται τὰ νόμιμα αὐτῆς καθεστῶτα—ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην, καὶ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίαν, καίτοι διατελοῦσαν ἐν δογματικῇ ἑνότητι μετ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τῆς τελείας αὐθυπαρξίας τῆς ἐν παντὶ θέματι καὶ ἐνεργείᾳ ἀπὸ τῆς Πολιτείας ὑπάρχει χαώδης ἀπόστασις. Τοιαύτην δὲ ἐλευθερίαν καὶ κυριαρχίαν τῆς Ἐκκλησίας οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀναγνωρίσῃ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν προέκυψαν αἱ ὑποβληθεῖσαι ἀντιλήψεις τῆς Ἱεραρχίας καὶ σκόπιμον ἄρα θὰ ἦτο, λέγω, καταλήγων εἰς τὸ συμπέρασμα, ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐγένετο ἀφορμὴ παρερμηνείας τῶν διατάξεων τῶν συνταγματικῶν νὰ διασαφηνισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς τὸν πλέον κακῆς πίστεως ἑρμηνευτὴν τοῦ Συντάγματος νὰ ἀποδώσῃ ἄλλην ἔννοιαν παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν αἱ Συνελεύσεις ἀπέδωκαν εἰς αὐτὰς καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς, ὡς Ἐθνικὴ Συνέλευσις καὶ ὡς διερμηνεῖς τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν. Σκόπιμον λοιπὸν θεωρῶ νὰ ἐκλείπῃ ὁ ὁρισμὸς περὶ κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, διότι κυριαρχικὰ δικαιώματα δὲν ἔχει καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Ἐκκλησία. Ἔχει δικαιώματα αὐτοδιοικήσεως ἀναντιρρήτως, ἀλλὰ δικαιώματα κυριαρχικὰ δὲν ἔχει. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, τὸν ὁρισμὸν ὅτι «εἶναι αὐτοκέφαλος κλπ.» προτείνω νὰ μεταβάλωμεν οὕτως: «εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος ἐνεργοῦσα δι’ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ἐξουσίας τὰ εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς ἀναγόμενα δικαιώματα». Τὸ νόημα εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν διάταξιν καὶ ἡ Συνέλευσις, ὡς εἰκάζω, εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτήν· μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἀπαλείφεται ὁ ὅρος περὶ κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, καὶ μὲ τὴν διαφοράν, δεύτερον, ὅτι δὲν τίθεται ὡς ἔννοια αὐτοτελής, ὡς ἓν ὅλον ἄρτιον καὶ πλῆρες τὸ ὅτι διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων, ἀλλὰ ὡς ἔννοια συνακόλουθος τῶν πρόσθεν, ὅτι τὸ διοικεῖν εἶναι συνέπεια τοῦ ὅτι εἶναι αὐτοκέφαλος, εἰς τὴν συνέπειαν δὲ ταύτην καὶ μόνον περιοριζομένης τῆς ἐννοίας τοῦ αὐτοκεφάλου. Ἡ δὲ ἔννοια αὕτη διατυποῦται διὰ τοῦ ὁρισμοῦ «ἐνεργοῦσα δι’ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῆς ἀναγόμενα δικαιώματά της», δικαιώματα τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἠμφισβήτησε καὶ οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐφόσον ἀνάγονται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς διοίκησιν. Δὲν ἀναγνωρίζεται λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιοικήσεως ὡς ἄρτιον δικαίωμα, ἀλλ’ ὡς δικαίωμα ἀπορρέον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ Σύνταγμα, ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διοικητικῶς καὶ τούτου ἕνεκα ὡς ὀργανισμὸς αὐθύπαρκτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διοικῆται, νὰ ἐνασκῇ τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῆς, ἐλευθέρως καὶ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις αὐτῆς. Αὗται, κύριοι, εἶναι αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω ὡς πρὸς τὸν τρόπον δι’ οὗ θὰ ἀρθῇ, ὡς πιστεύω, εἰς τὸ μέλλον πᾶσα εἴτε ἐκ κακῆς προθέσεως εἴτε ἐκ πλάνης ψευδὴς ἀντίληψις ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν λεγομένων κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁρισμόν, ἂν ἡ θρησκεία ἡ ἐν Ἑλλάδι πρέπῃ νὰ κηρυχθῇ ὡς ἐπικρατοῦσα ἢ ὡς ἐπίσημος, ἔχω νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν δισταγμούς τινας, γεννωμένους ἐκ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ὁρισμοῦ. Ἄν δεχθῶμεν τὸν ὅρον «ἐπικρατοῦσα», δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτοῦ, εἴτε τὸ ἀναγνωρίσωμεν εἴτε μή, διότι ἀληθῶς οἱ πιστεύοντες εἰς τὸ ὀρθόδοξον ἀνατολικὸν δόγμα εἶναι ἡ πλειονότης, σχεδὸν ἡ ὁλότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ δὲν καθιερώνομέν τι νέον, ἀπορρέον ἀπὸ τὴν συντακτικὴν ἡμῶν ἐξουσίαν οὔτε μεταβάλλομέν τι λέγοντες ὅτι «ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ὁ ὅρος «ἐπίσημος» θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ ἐτίθετο, διότι θὰ ἀπετέλει μίαν ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καὶ ἀναγνώρισιν προερχομένην διὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἀναγνώρισιν περὶ τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει ἐν τῷ Ἔθνει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Οὕτω πως δὲ θὰ ἀπετίνετο καὶ ὁ ὀφειλόμενος πάντοτε φόρος εὐγνωμοσύνης, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος πρὸς τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἥτις ὑπῆρξε κατὰ τοὺς μακροὺς καὶ σκοτεινοὺς χρόνους τῆς δουλείας ἡ πραγματική, ἡ ἀληθινή, ἡ ἱερὰ κιβωτός, ἐν τῇ ὁποίᾳ διεσώθη ἀκμαῖον τὸ ἐθνικὸν ζώπυρον τῆς ἀναγεννήσεως καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν ἀΐδιον εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Νομίζω ὅτι ὁ ὅρος «ἐπίσημος» ἀνταποκρίνεται πληρέστερον πρὸς τὴν διάθεσιν ἡμῶν καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀντὶ «ἐπικρατοῦσα» νὰ ἐθέτομεν τὸν ὅρον «ἐπίσημος» καὶ ὄχι τὸν ὅρον «ἐθνική», ὅστις ἔχει μειονεκτήματα πρόδηλα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσω αὐτὰ ἐκτείνων περαιτέρω τὸν λόγον. (Χειροκροτήματα).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλανδρος ἔχει τὸν λόγον.
§231Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἄν τινες ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων δὲν μοὶ ἔκαμνον τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρουν ὡρισμένα σημεῖα τοῦ λόγου μου καὶ ἂν τὸ νέον σχέδιον τὸ ὁποῖον κατετέθη δὲν ἦτο κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην ἀντικανονικὸν εἴς τινα αὐτοῦ σημεῖα. Χωρὶς νὰ ἐξετάζω ἂν θὰ μειονοψηφήσω, ἐπιμένω μόνον διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι δι’ εὐνοήτους λόγους ν’ ἀναπτύξω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Οὔτε περὶ τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε δι’ ἄλλα σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀναπτυχθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεσιωπήθησαν διὰ τοὺς ἰδίους λόγους, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ προκαλοῦν τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ μειδίαμα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἂν ὅμως συνωμιλούσαμεν, θὰ μὲ ἐδικαιολογούσατε, διότι ἀνεπτύχθη δι’ ὀλίγων ὅτι ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διέρχεται ἡμέρας χαλεπὰς καὶ δὲν ἠθελήσαμεν ἰδιαιτέρως νὰ εἴπωμεν τί συμβαίνει καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος περὶ «αὐτοκεφάλου» καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τῷ ἄλλῳ καὶ ἐν τῷ νέῳ σχεδίῳ. Ἐγὼ δὲν θὰ συνεχίσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ ἐλέχθησαν πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντικρούσω. Καὶ ὁ κ. Δουζίνας ὡμίλησε περὶ τῶν Δανῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ι. Τσιριμῶκος ἐπεκαλέσθη τὴν πενταμελῆ Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας, διότι τὸ ἀπεφάσισε, λέγει, καὶ μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπὶ τῶν ἄρθρων 13 καὶ 14 εἶχεν ἀναλάβει νὰ ἀνακατασκευάσῃ νόμους ἀποκλειστικούς. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστὸς καὶ ἔντιμος συνάδελφός μου νὰ στρέψω τὸ ἐπιχείρημα ἐναντίον του, διότι οἱ νόμοι αὐτοὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀντικανονικοί, καὶ δὲν ἐφηρμόσθησαν, ἀλλὰ παρῆλθεν ὁ χρόνος καὶ τὰ χρήματα ἐδαπανήθησαν ὅλα. Ἐπίσης ἐλέχθη περὶ γάμων. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ γάμος τελεῖται θρησκευτικῶς καὶ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας θὰ γίνεται. Ἐὰν θὰ τελῆται γάμος πολιτικός...
§232ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ γάμων ἑτεροδόξων.
§233Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§234Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ διαζυγίου καὶ εἶπον τοὺς λόγους τοῦ διαζυγίου. Δύναται ἡ Ἐκκλησία νὰ ρυθμίζῃ τοὺς λόγους κατὰ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας.
§235Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Πᾶς ὅμως νόμος ἐπιβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι δύναται νὰ εἶναι ἀντικανονικός.
§236Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπὶ Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων ἦσαν ἄπειρα κωλύματα γάμου.
§237Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος ὅτι εἰς τὰ Πατριαρχεῖα Κωνσταντινουπόλεως τὰ κωλύματα τοῦ γάμου δικάζονται μετὰ μεγαλυτέρας ἐπιεικίας ἀφ’ ὅ,τι εἰς τὴν Ἑλλάδα κρίνουν τὰ κοινὰ δικαστήρια;
§238Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν μετὰ μεγαλυτέρας ἐπιεικείας δικάζονται ἢ ὄχι, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι τὰ διαζύγια δικάζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας.
§239Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὰ κωλύματα τοῦ γάμου ἰσχύουσι παρ’ ἡμῖν ἐφόσον ἐκυρώθησαν διὰ Διαταγμάτων Αὐτοκρατορικῶν.
§240Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Σίδερης ἐντεῦθεν ὁρμώμενος εἶπεν ὅτι ἡ Πολιτεία ἐν τῷ Βυζαντίῳ ἐπενέβη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἡ Ἐκκλησία ἦτο ὑποτελὴς εἰς αὐτήν.
§241Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ Βυζαντινὸν Κράτος ἦτο ὑποτεταγμένη, ἦτο κρατικὸς κλάδος, ὅταν δὲ λέγω «κρατικὸς κλάδος» τὸ λαμβάνω ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ κ. Καφαντάρης. Εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας θεσμὸς δημοσίου δικαίου. Δὲν εἶναι κάτι τι ἔξω τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει συμβληθῆ μὲ τὸ Κράτος.
§242Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν θὰ χωρισθῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Κράτος, καταντᾷ θεσμὸς τοῦ δημοσίου δικαίου.
§243Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι συνάδελφοι, ἐγώ, χωρὶς νὰ ἐπεκτείνω περισσότερον τὸν λόγον, θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο: ὅτι δὲν δύναται μία Ἐθνοσυνέλευσις, ἔστω καὶ ὡς Ἐθνοσυνέλευσις, νὰ θεσπίζῃ νέας ἐκκλησιαστικὰς διατάξεις, δηλαδὴ θεμελιώδεις ἐκκλησιαστικῆς φύσεως νόμους καὶ ἐφόσον αὐτοὶ δὲν ἀντιστρατεύονται εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας.
§244Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κάθε τόσον ποὺ θὰ θέλῃ μία Συνέλευσις νὰ θεσπίζῃ κάτι τι, θὰ καλῇ τοὺς Μητροπολίτας καὶ θὰ τοῖς λέγῃ: «Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ θεσπίσω αὐτὸ ἢ ὄχι;» Ἀλλὰ τότε θὰ ὑπαγάγωμεν τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ μίαν ἐποπτείαν τῆς Ἱεραρχίας καὶ τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ὀλίγον περίεργον, διότι οὔτε διὰ διαζύγια οὔτε διὰ κωλύματα οὔτε ἀκόμη διὰ τέλεσιν γάμου οὔτε διὰ τίποτε θὰ ἠδύνατο νὰ θεσπισθῇ τι ἀπὸ τὸ κυρίαρχον Σῶμα.
§245Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Τότε, κύριε συνάδελφε, νὰ πάρωμεν καὶ ὅλα τὰ Καταστατικὰ τῶν Σωμάτων καὶ ὀργανισμῶν τοῦ Κράτους καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ κάμνετε ἔτσι. Καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἓν μέγα Σωματεῖον.
§246Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀλλὰ τότε, κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ εἶσθε συνεπὴς πρὸς τὴν γνώμην σας ἔπρεπε νὰ δεχθῆτε ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ νὰ κάμνῃ καθεὶς ὅ,τι θέλει.
§247Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριε συνάδελφε, ἐξετάζω ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι συμφέρον καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν αὐτὸ καὶ δὲν τὸ θίγω. Τὴν στιγμὴν ὅμως ποὺ μὲ προκαλεῖτε, σᾶς λέγω ὅτι ἐκεῖ ἀγόμεθα καὶ ἐκεῖ θὰ φθάσωμεν.
§248Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν θὰ ἦτο συμφέρον αὐτό. Ὁ χωρισμὸς τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς ὅλα τὰ σύγχρονα Κράτη ὅπου ἔγινεν, ἐγένετο διὰ δύο αἰτίας. Ἢ διότι ἡ Πολιτεία ἐστάθη ἀντιμέτωπος τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶπεν ἡ Ἐκκλησία «θέλω νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, ἂς χωρίσωμεν», ἢ διότι ὑπῆρξεν ἀφθονία Ἐκκλησιῶν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Κράτους, ὅπως εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ ἑπομένως εὐλόγως τὸ Κράτος ἀπεσύρθη εἰς οὐδετερότητα καὶ εἶπεν ἡ Πολιτεία «χωρίζω ἀπὸ τὰς Ἐκκλησίας». Μόνον αὐταὶ εἶναι αἱ δύο περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τὸν χωρισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Ὅπου ὅμως ὑπῆρξαν ἱστορικοὶ δεσμοί, οἷοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ χωρισμός.
§249Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν ὀλίγην ἱστορίαν τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνεφέρατε, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ ἀνέφερα προχθές, ὁμιλῶν διὰ μακρῶν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, τὴν ἱστορίαν ὅλην καὶ διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ διὰ μέσου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐγὼ ἐμμένω εἰς τοῦτο, ὅτι δυνάμεθα μόνον νὰ ὁρίσωμεν ποίαν θρησκείαν θεωροῦμεν ἐπικρατοῦσαν, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ὁρίσωμεν ἂν θὰ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἂν θὰ εἶναι αὐτοκέφαλος, ἂν θὰ τηρῇ τοὺς κανόνας Α ἢ Β, καὶ ἐπιμένω εἰς τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα προχθὲς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω νὰ ἐλήφθη ποσῶς ὑπ’ ὄψιν.
§250Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται νὰ παύσῃ νὰ εἶναι αὐτοκέφαλος.
§251Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον τώρα κατετέθη δὲν διαφέρει πολὺ τοῦ παλαιοῦ ἐκτὸς τῶν νεωτεριστικῶν λύσεων. Πάντως θὰ ἐπέμενον νὰ τεθῇ τοῦτο, ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἤρτηται ἐκ τῆς συμφωνίας ἢ προσυνεννοήσεως Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας.
§252Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ αὐτοκέφαλον καταργεῖται ἐν σχέσει πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.
§253Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ τὸ ὁρίσω, κύριε συνάδελφε, διὰ τοὺς εὐνοήτους λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὰ μειδιάματα προηγουμένως.
§254Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἄρσις τοῦ αὐτοκεφάλου διὰ λόγους εὐνοήτους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κώλυμα συντακτικόν. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἦλθε καὶ εἰς τὴν Γʹ Συνέλευσιν καὶ ἔγινε δεκτόν...
§255Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος.
§256Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. ... ἔγινε δεκτὸν ὅτι δὲν θὰ παρημποδίζετο ἀλλοία σχέσις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτὸ ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν, νὰ μὴ ἐμποδισθῇ ἐκ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἀλλοία σχέσις.
§257Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ προτείνω αὐτὴ ἡ διάταξις νὰ τεθῇ.
§258Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σεῖς θέλετε νὰ ἀφεθῇ ἀνοικτὸς ὁ δρόμος, διὰ νὰ ἐπιτρέπεται ἡ ὑπαγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Πατριαρχεῖον;
§259Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Δὲν λέγω οὔτε ὑπαγωγὴ οὔτε ἐξαγωγή. Ἐγὼ λέγω νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ συγκροτηθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις διὰ νὰ ἄρῃ ἐν ἀνάγκῃ τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας.
§260Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔκολον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ Συνέλευσις εἰς τὸ μέλλον.
§261Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι αὐτοκέφαλος. Χρειάζεται διάταξις συντακτική. Πρέπει νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις. Διὰ νὰ διευκολυνθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ μὴ φύγωμεν ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ μία ἑρμηνεία, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἄλλη περίπτωσις τῆς ἀμοιβαίας ταύτης σχέσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας δύναται νὰ γίνῃ διὰ νομοθετικῆς ὁδοῦ.
§262Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ προϋποθέτῃ ἐπανάστασιν, ἀλλὰ θὰ ἀπαρτίζεται ἐκ τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Βουλῆς συνερχομένων ὁμοῦ, ὁπότε θὰ δύναται νὰ ἐπιλαμβάνεται θεμελιωδῶν διατάξεων, πλὴν ἀναφερομένων εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Κατὰ συνέπειαν, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνδιαφέρει ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία θὰ συγκροτηθῇ ἐκ τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων. Ὥστε μὴ σᾶς ἀνησυχῇ τοῦτο.
§263Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ὃ μὴ γένοιτο! Ἀλλ’ αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις συνέρχονται καὶ ἄνευ ἐπαναστάσεως;
§264Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναθεωρητικαί.
§265Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἠμποροῦν νὰ χαρακτηρισθοῦν καὶ μόναι των ὡς Συντακτικαί. Ἐγὼ ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἔγινα ἀντιληπτὸς ὡς πρὸς τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ὁδὸς τῆς καταργήσεως τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας. Ταῦτα πάντα, κύριοι συνάδελφοι, τὰ λέγω, ἂν δὲν θέλῃ ληφθῆ ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατέθεσα καὶ τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ διενεμήθη, δὲν ἔτυχε τῆς δεούσης προσοχῆς, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον σχέδιον δὲν ἀναφέρονται οὔτε αὐτοκέφαλον, οὔτε κανόνες οὔτε ἄλλα παρόμοια. Τὸ σχέδιον τοῦτο οὔτε πρὸς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας ἀντιστρατεύεται οὔτε πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει τὸ σχέδιον). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ θὰ ἐξακολουθήσω ἐπιμένων ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιστρατεύεται οὔτε πρὸς πολιτικοὺς οὔτε πρὸς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας καὶ νόμους. Μειονοψηφῶν δὲ θὰ ἀποδεχθῶ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ πλειονοψηφία.
§266Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀντικρούων τὰς γνώμας ταύτας τοῦ κ. Φιλάνδρου, προτείνω ὅπως τεθῶσιν αἱ ἑξῆς ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις: 1) Ὡς πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας, ὅτι «ὑπὸ τὴν λέξιν «κανόνες» νοοῦνται μόνον αἱ τὴν δογματικὴν καὶ ἐν γένει τὴν καθαρῶς πνευματικὴν διδασκαλίαν περιλαμβάνουσαι ἐκκλησιαστικαὶ διατάξεις, τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῶν ὡς πνευματικῶν ἢ μὴ ἀνήκοντος εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν». 2) Ὅσον ἀφορᾷ τὰ περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι «ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως περὶ διοικήσεως τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δι’ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων εἶναι ὅτι ἡ διοίκησις αὕτη ἐνεργεῖται συλλογικῶς διὰ τῶν Ἀρχιερέων εἴτε ἐν ὁλομελείᾳ εἴτε ἐν ὀλιγομελεῖ Ἐπιτροπῇ ἢ καὶ ὑπὸ ἀμφοτέρους τοὺς τύπους τούτους, καθ’ ἃ θέλει ρυθμίσει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία».
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανούσης ἔχει τὸν λόγον.
§268Ν. ΜΑΝΟΥΣΗΣ. Αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι. Εἶναι δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦτο. Αἱ Σύνοδοι ἔχουσι καθορίσει τοὺς θεμελιώδεις κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ χαρακτηριστικὸν εἶναι ὅτι, ὅταν οἱ κανόνες περιέχωσι περιεχόμενον μεταφυσικὸν ἀναφερόμενον εἰς τὰ μεταφυσικὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι θεμελιώδεις. Ὅταν ἔχωσι περιεχόμενον διοικητικόν, δὲν εἶναι θεμελιώδεις, καθόσον αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἔχουσι δώσει μίαν τοιαύτην ἑρμηνείαν καὶ τοὺς ἔχουσι διακρίνει εἰς θεμελιώδεις καὶ μή, ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου των. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδεμία Συνέλευσις κοσμικὴ νὰ δώσῃ ἀντίθετον ἑρμηνείαν ἀπὸ τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐφόσον ἡ Συνέλευσις ἀναγνωρίζει ὡς ἐπίσημον Ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους τὴν Ὀρθόδοξον.
§269Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δύο ἑρμηνευτικὰς διατάξεις θὰ κάμω, μίαν ὅσον ἀφορᾷ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄλλην ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐπειδὴ ἀμφισβητεῖται ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἂν δηλαδὴ ἔχει συντακτικὰ δικαιώματα, νομίζω ὅτι πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφισβητήσεως ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἑξῆς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις: «Τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας ἀσκοῦνται ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα τάσσουν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους». Ἡ δευτέρα δήλωσις ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν Νέων Χωρῶν. Ἄν δὲν ὑπάρξῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν Νέων Χωρῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία κατὰ πόσον, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, κατὰ πόσον Ἐκκλησίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως εἶναι αἱ Ἐκκλησίαι τῶν Νέων Χωρῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ διοικῶνται κατὰ τρόπον διάφορον. Καὶ ὅμως, ὅπως συμβαίνει εἰς τὸ παρόν, ἐνδεχομένως καὶ εἰς τὸ μέλλον ἴσως καταστῇ ἀπαραίτητον καὶ ἐθνικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς νὰ διοικῶνται κατὰ διάφορον τρόπον. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία νὰ καθιστᾷ δυνατὸν ὅπως διὰ νόμου ὁρίζηται ὁ τρόπος τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν. Ἡ διατύπωσις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Νόμος δύναται νὰ ὁρίσῃ καὶ διάφορον τρόπον διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν».
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κιαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§271Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου καὶ εἰς τὴν 4ην παράγραφον φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς τροπολογία. Ἀντὶ δηλαδὴ νὰ παραμείνῃ ὅπως ἔχει καὶ νὰ προκύπτουν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσον ἀπησχόλησαν τὴν Συνέλευσιν καὶ τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τοὺς κ.κ. συναδέλφους, φρονῶ ὅτι ἡ ὀρθοτέρα διατύπωσις θὰ ἦτο ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων». Θὰ παραλειφθῇ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τοὺς κανόνας, τὸ δογματικόν, τὸ ὁποῖον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ἀφεθῇ ἀπροσδιόριστον διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, διότι τὸ δογματικὸν μέρος ἀναμφισβητήτως ἀφορᾷ τὰς ἐσωτερικὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως δὲ ὑπεστήριξέ τις τῶν κ.κ. συναδέλφων, πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ κανόνος ἀντιτιθεμένου πρὸς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Νομίζω ὅτι οὕτω λύεται τὸ ἐπίμαχον ζήτημα καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῶν διακρίσεων τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Καρδίτσης τῶν κανόνων εἰς συντακτικοὺς καὶ δογματικούς, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη καθορισμοῦ ἐν τῇ συνταγματικῇ διατάξει, διότι τοῦτο ἔγκειται ἐν αὐτῇ τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐφόσον εἶναι ἡνωμένη μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει θὰ ἀκολουθήσῃ τοὺς κανόνας τοὺς ὁποίους ἔχουν τάξει αἱ διάφοροι Σύνοδοι. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§273Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ ἡ διαφωνία ἐγείρεται μόνον ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν παράγραφον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη διὰ νὰ λησμονῇ, νὰ λησμονῇ καὶ τὰς πικροτέρας τῶν ἀναμνήσεων. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον περισσότερον λησμονεῖ. Λησμονοῦμεν τί ἐγένετο πρὸ ὀλίγου χρόνου διὰ τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐλησμονήσαμεν τὰ διαδραματισθέντα εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ, ἐλησμονήσαμεν ὅτι ὁ μακαρίτης Θεοτόκης παρῃτήθη διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὅτι ὁλόκληρος Σύνοδος συνετρίβη, ἐλησμονήσαμεν ὅτι ὁ Μητροπολίτης Προκόπιος συνετρίβη, ἐλησμονήσαμεν ὅτι ἠγέρθη ἡ ὑπόνοια τότε ὅτι ἡ Βασίλισσα Ὄλγα εἶχε θέσει τὸν δάκτυλον. Ἐλησμονήσαμεν ἀκόμη τὸ τί ἐγένετο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου, ὅτε ὅλοι ἐξανέστημεν καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἦλθον ἐδῶ δικαιολογούμενοι διὰ τὴν μαυρίλαν καὶ λέγοντες: «Βρὲ ἀδελφέ, ὁ κόσμος μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου ἐξανέστη καὶ μᾶς κατεμαύρισε, διότι τὸν ἐφανάτισαν θρησκευτικῶς καὶ ἐμαύρισε τὴν Δημοκρατίαν». Ἐλησμονήσαμεν, κύριοι, ὅτι, ὅταν τὸ ζήτημα ἀναφανῇ αὔριον, δὲν θὰ ἔχωμεν ἀντιπάλους μόνον τοὺς ἀντιφρονοῦντας τῆς αὔριον, δὲν θὰ ἔχωμεν ἀντιπάλους τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν ἀντίπαλον μίαν μεγάλην λαϊκὴν μερίδα, θὰ ἔχωμεν ἀντίπαλον καὶ τὴν ἰδικήν μας μερίδα τὴν δημοκρατικήν. Θὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν Ἐκκλησίαν. Θὰ ἔχουν οἱ ἀντίπαλοί μας μαζύ των τοὺς ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ κηρυχθῶσιν ἀντίπαλοι, ὡς καὶ οἱ Ἐπίσκοποι καὶ ἡ Σύνοδος. Αὐτοὶ πρῶτον θὰ στραφῶσιν ἐναντίον μας, διότι θὰ θελήσωμεν νὰ μετατρέψωμεν τὴν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου.
§274ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας.
§275Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι δὲν φαντάζεται νὰ τεθῇ ἡ ἐλευθέρα μετάφρασις.
§276Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Εἰς ἑλληνικὴν μετάφρασιν ἢ εἰς ἄλλην γλῶσσαν;
§277Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Μήπως δὲν γνωρίζομεν ὅτι ἔχομεν πολλὰς μεταφράσεις; Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει ὁ λαὸς εἶναι νὰ μὴ ἐπισημοποιηθῇ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου.
§278ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μία διάταξις ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχεν οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863.
§279Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863 δὲν εἶχε τοιαύτην διάταξιν ἀπαγορευτικήν, τὸ τοῦ 1843 δὲν εἶχεν ἐπίσης. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸ 1911, νὰ ἔλθουν τὰ γεγονότα τῆς ὁδοῦ Κοραῆ μὲ τὰ θύματα ἐκεῖνα διὰ νὰ τεθῇ ἡ ἀπαγόρευσις. Ταῦτα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ θέσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔθεσεν. Ἔπειτα, κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ὅπως ὁ κόσμος ὁ ἀμαθὴς πιστεύῃ εἰς τὸ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα», παρὰ νὰ μεταβληθῇ τὸ Εὐαγγέλιον διὰ διαφόρων μεταφράσεων κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ κλονίσωμεν τὴν θρησκευτικὴν πίστιν. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἐκ τῶν μεταφράσεων ὁ λαὸς δὲν θὰ ἔχῃ νὰ κερδίσῃ τίποτε, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ χάσῃ πᾶσαν θρησκευτικὴν ἀντίληψιν.
§280Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Καλύτερα δὲν θὰ εἶναι νὰ καταλαβαίνῃ ὁ λαός; Νομίζω ὅτι οὔτε ὁ Θεὸς θὰ θυμώσῃ ἂν ὁ λαὸς καταλαβαίνῃ τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιον. Εἶναι ἐντροπὴ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς....
§281Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐνῷ διὰ τῆς μεταφράσεως θὰ δημιουργῆται σύγχυσις γλωσσῶν καὶ ἰδεῶν τῶν διαφόρων ἀμαθῶν διὰ τῶν παραφράσεων τοῦ Εὐαγγελίου, διότι δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ πλήρης ἡ ἀπόδοσις τῶν νοημάτων αὐτοῦ, συγχρόνως δὲ θὰ καταρρίψωμεν τὸ θρησκευτικὸν φρόνημα καὶ θὰ κάμωμεν ἀντιλαϊκὴν πολιτικήν.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε.
§283Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω.
§284Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἐπερατώθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ ἐκηρύχθη περατωμένη, δὲν δύναται νὰ γίνῃ πάλιν συζήτησις.
§285Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν βραχεῖαν δήλωσιν μόνον θὰ κάμω ἐπὶ τῆς τροπολογίας, πρὸς προσθήκην 4ου ἐδαφίου εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἤδη ὑποβληθεῖσα δὲν ὑπέστη τὴν βάσανον τῆς συζητήσεως. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρον οὔτε σκόπιμον εἰς τοιαύτας στιγμάς, τὰς ὁποίας ἤδη διερχόμεθα, νὰ ἀνακινοῦμεν θρησκευτικὰ ζητήματα. Σώματα συντακτικὰ τῆς Πολιτείας, προερχόμενα πάντοτε σχεδὸν ἐκ προηγηθείσης ἀνωμάλου πολιτικῆς καταστάσεως, ἔχουν καθῆκον νὰ ἀποβλέπουν πολὺ εἰς τὸ σκόπιμον καὶ ἐπίκαιρον τῶν ἀποφάσεών των καὶ νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν περάτωσιν καὶ ὄχι τὴν συνέχισιν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ἀνωμαλιῶν, ἐξ ὧν παρήχθησαν καὶ διὰ τὸν τερματισμὸν τῶν ὁποίων ἐκλήθησαν. Ἐκτὸς ἄλλων πολιτικῶν εὐνοήτων καὶ γνωστῶν λόγων, δέον νὰ κρατῇ ἡ ἀντίληψις ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν κῦμα ἀνατρεπτικὸν τῆς κοινωνίας ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν ὠθούμενον ἀπειλεῖ νὰ διασπάσῃ καὶ παρασύρῃ τὸ κοινωνικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὀργανισμοὶ ὀγκώδεις καὶ ἐπικίνδυνοι δημιουργοῦνται καὶ μεταβάλλουσι τὴν οἰκονομικὴν μορφὴν τῶν κοινωνιῶν καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν δὲν εἶναι φρόνιμον, δὲν εἶναι ἐπίκαιρον, δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ διαταράσσηται ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐνισχύεται αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς ἀνατροπῆς, δὲν ἐνδείκνυται, καὶ πάντοτε μέν, πολὺ δὲ μᾶλλον νῦν, νὰ θίγωμεν τὰ τῆς θρησκείας.
§286ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πῶς θίγομεν τὴν θρησκείαν;
§287Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς τὴν θίγομεν. Εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος μέχρι τοῦδε Συντάγματος, ἤτοι τοῦ ψηφισθέντος τῷ 1911, ὑπάρχει τελευταῖον ἐδάφιον, καθ’ ὃ τὸ κείμενον τῶν ἁγίων γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον καὶ ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως. Ἤδη, ἀφαιρουμένου τοῦ ἐδαφίου τούτου, ὑποτίθεται ὅτι παύει ἐφεξῆς ἡ ἀπαγόρευσις τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ἂν δὲν ὑπῆρχε πρὶν ἡ διάταξις, δὲν θὰ εἶχε τὴν κακὴν ἀπήχησιν παρὰ τῇ κοινῇ συνειδήσει, ἣν θὰ ἔχῃ νῦν ἡ ἀπάλειψις αὐτῆς. Μᾶς ἠρώτησεν ὅμως κάποιος πληρεξούσιος «διατί δὲν δίδομεν φῶς εἰς τὸν λαὸν μεταφράζοντες τὸ Εὐαγγέλιον εἰς ἁπλοῦν ἢ χυδαῖον γλωσσικὸν ἰδίωμα, διὰ νὰ τὸ ἀναγινώσκῃ καὶ φωτίζηται ὁ λαός». Ἀλλ’ ἐρωτῶ πότε ὁ λαὸς ἐζήτησε τοιοῦτον φωτισμόν; Ἡ θρησκεία δὲν εἶναι διὰ τὸν λαὸν φιλοσοφικὴ καὶ ἀναλυτικὴ ἔρευνα· ἡ θρησκεία εἶναι πίστις, καὶ ὁ λαὸς πιστεύει εἰς τὸ Εὐαγγέλιον ὡς ἔργον θεόπνευστον, τὸ ὁποῖον ἀγαπᾷ καὶ λατρεύει εἰς τὴν ὡραίαν γλῶσσαν ποὺ εἶναι γραμμένον. Πρὸς τί ἡ μετάφρασις, ἀφοῦ ὁ λαός, ὅταν ἔγινεν ἀπόπειρα μεταφράσεως, σύσσωμος ἐξηγέρθη καὶ ἔχυσε τὸ αἷμά του τῷ 1902 ὑπὲρ τῆς τηρήσεως ἀλωβήτου τοῦ ἱεροῦ κειμένου; Φρόνιμον λοιπὸν εἶναι νὰ τηρηθῇ τὸ περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς μεταφράσεως ἐδάφιον καὶ νὰ γίνῃ συνεπῶς ἡ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεῖσα πρότασις προσθήκης 4ου ἐδαφίου συμφώνως μὲ τὸ παλαιὸν κείμενον τοῦ Συντάγματος.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ροδόπουλε, σᾶς ἐδόθη ὁ λόγος παρὰ τὸν Κανονισμόν. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει ἀγορεύσεις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις ἔληξε, κύριοι.
§289Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἐκ τῆς συζητήσεως διετυπώθη τὸ ἄρθρον ὑπὸ νέαν τινὰ μορφήν, ἡ ὁποία δὲν ἀπέχει βέβαια ἐκείνης τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν ἀπέχει ποσῶς ἀπὸ τὰ λεχθέντα ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν συζητήσεως τὸ τελευταῖον τοῦτο σχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγνωσθῆ καὶ κατόπιν νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἢ θὰ γίνουν δεκταὶ ἢ θ’ ἀπορριφθοῦν. Καὶ ἔπειτα θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐδάφιον πρῶτον. (Ἀναγινώσκεται).
§291ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ πρῶτον ἐδάφιον).
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδάφιον δεύτερον. (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπανδρέου.
§293ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτὸν μὲ τὴν τροπολογίαν. (Ψηφίζεται τὸ δεύτερον ἐδάφιον ὡς ἐτροποποιήθη).
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδάφιον τρίτον. (Ἀναγινώσκεται).
§295Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ἡ λέξις «ἐνεργοῦσα» νὰ γίνῃ «ἀσκοῦσα».
§296Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγεννήθη ἄλλοτε, φαίνεται, συζήτησις ἂν τὸ «ἐνεργεῖν τὸ δικαίωμα» εἶναι τὸ «ἀσκεῖν τὸ δικαίωμα» καὶ ἔμεινε τὸ «ἀσκοῦσα»· ἂς μείνῃ «ἐνεργοῦσα».
§297Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐκεῖ ποὺ λέγει «ἀναποσπάστως συνδεδεμένη δογματικῶς», δὲν ὑπάρχει ἀναποσπάστως καὶ δογματικῶς.
§298Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ἐδάφιον αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη πρὸς ἀποφυγὴν συζητήσεων νὰ γίνῃ γνωστὸν ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν διατύπωσιν τοῦ παλαιοῦ ἀμεταβλήτου.
§299Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει «ὑπάρχει ἡνωμένη δογματικῶς», τὸ «ἀναποσπάστως» εἶναι εἰς ἐπίτασιν τῆς ἑνώσεως.
§300Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν τοῦ κ. Κιαγιᾶ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κιαγιᾶ.
§302ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας....».
§303Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ παρελείφθη τὸ «κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν».
§304ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. «.... εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων».
§305Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παραλείπεται τὸ «τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως ὡς ἐκείνη τοὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας».
§306Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως αὐτῆς εἶναι ὅτι, ἐφόσον ἀναγνωρίζομεν ὡς ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον, πᾶσα ἄλλη διασάφησις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προκαλῇ διαφορὰς καὶ διαφωνίας.
§307Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπομακρυνώμεθα τοῦ κειμένου, διότι, ὅπως καὶ σεῖς ὁ ἴδιος εἴπετε, εἶναι περιττόν. Ἐγὼ μάλιστα θὰ παρεκάλουν νὰ καθορισθοῦν τὰ ἑξῆς, ὅτι ἐδέχθη ἡ Συνέλευσις ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δογματικοὺς κανόνας, τοὺς θεμελιώδεις, ἂν θέλετε, ὅτι καμμία Συνέλευσις δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν ρύθμισιν αὐτῶν. Δὲν φαντάζομαι κανὲν Σῶμα κοινοβουλευτικὸν νὰ ρυθμίσῃ τὰ τοῦ ἁγίου μύρου κλπ., ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς κοσμικοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι συνέπεσε νὰ ρυθμισθῶσι κατὰ τὰς τότε ἀντιλήψεις, αὐτὸ συνδέεται μὲ τὰ δικαιώματα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Γεννᾶται τὸ ζήτημα μόνον ἐκεῖ ὅπου ἡ μὲν Πολιτεία λέγει ὅτι «ὁ κανὼν εἶναι κοσμικός», ἡ δὲ Ἐκκλησία λέγει ὅτι «ὁ κανὼν εἶναι συνοδικός», καὶ λέγω ὅτι διὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας θὰ ὁρίζεται τί εἶναι ὁ κανών.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κιαγιᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀνάγνωσιν.
§309Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπ’ ἐμοῦ προταθεῖσα τροπολογία.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μερλοπούλου;
§311ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται. Ἐνταῦθα ἐπροτάθη ἡ προσθήκη ὅτι τὸ κείμενον τῶν ἁγίων γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον κλπ., ὡς ἔχει εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα.
§313Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν οἱ κ.κ. συνάδελφοι οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν ταύτην ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψηφοφορίαν δι’ αὔριον.
§314ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐπιμένομεν, κύριε Πρόεδρε.
§315Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ συζήτησις.
§317Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ δεχθῇ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως νὰ δίδεται ὁ λόγος πρὸς ἀγορεύσεις.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ πρότασις περὶ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου.
§319Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐξεδηλώθη οὐδαμόθεν ἡ γνώμη ὅπως ἀφεθῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία, ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης θὰ ρυθμισθῇ διὰ νόμου, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀποσυρθῇ αὐτὴ ἡ τροπολογία. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῆς γλώσσης, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἀπασχοληθῶμεν, δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν ὅ,τι θέλομεν.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἐπιμένουσιν ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ὥστε θὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία δι’ αὔριον. Ὁ κ. Ξύδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον δήλωσιν (ἀναγινώσκει): «Μολονότι αἱ περὶ θρησκείας, λατρείας καὶ γλώσσης ἰδέαι μου εἶναι γνωσταὶ εἰς τὸν ἰδιαίτερον Νομόν μου, ἐν τούτοις, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὸ κρατοῦν αἴσθημα περὶ μὴ ἀποδόσεως, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν, εἰς ἄλλην γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου, δηλῶ ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς σχετικῆς προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος».
§321Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη ἡ Συνέλευσις, ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία.
§323Τ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν δίδετε, κύριε Πρόεδρε, διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ ὁ Καταστατικὸς τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας Νόμος, ὁ ἰσχύων σήμερον;
§324Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐθίγη;
§325Τ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐθίγη, ἀλλ’ ἐπειδὴ λέγομεν διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διοικεῖται ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖ ὑπάρχει νόμος καθορίζων τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
§326Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι χρήσιμον νὰ σαφηνισθῇ.
§327Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Διατηρεῖται.
§328Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἐννοίας τοῦ προσηλυτισμοῦ.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Παπανδρέου αἱ δηλώσεις. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀκούσῃ τὰς ἐξηγήσεις.
§330Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον μέρος τὸ ἀφορῶν τοὺς Μητροπολίτας τῶν Νέων Χωρῶν ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Τὸ πρῶτον μοὶ φαίνεται ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωσα εἰς τὴν Συνέλευσιν εἶναι περιττόν.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις δέχεται;
§332Τ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ σημειωθῇ καὶ αὐτό, ὅτι γίνεται δήλωσις ὅτι δὲν μεταβάλλεται ὁ Καταστατικὸς Νόμος τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας.
§333Γ. ΜΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὸ αὐτοκέφαλον τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας.
§334Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, ὅτι διατηρεῖται τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Δὲν θίγεται σήμερον, ἀλλὰ διὰ νόμου δύναται νὰ μεταβληθῇ.
§335Τ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Νόμος εἶναι καὶ ὁ ἄλλος.
§336ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Αἱ ἐκκλησιαστικαὶ περιφέρειαι τῶν Νέων Χωρῶν ἐξακολουθοῦν ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, ἐφόσον διὰ νόμου δὲν ἤθελον ρυθμισθῆ ἄλλως τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῶν».
§337Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἑρμηνείαν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴμεθα ἐλεύθεροι εἰς τὸ μέλλον νὰ ρυθμίσωμεν ἄλλως τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῶν.
§338Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Εἴμεθα ἐλεύθεροι εἰς τὸ μέλλον;
§339Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν τὸ Πατριαρχεῖον ἐκδώσῃ τὸν Τόμον τὸν ἀπαιτούμενον, καὶ ἡμεῖς τότε θὰ κάμωμεν νόμον διὰ νὰ ρυθμίσωμεν τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῶν.
§340Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ ἐκδώσῃ.
§341Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι σαφές.
§342Π. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ. Ἄν παύσῃ ἡ Κωνσταντινούπολις νὰ εἶναι ἕδρα τοῦ Πατριαρχείου;
§343Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν μεταβληθῇ ἡ ἕδρα τοῦ Ἀρείου Πάγου, θὰ μένῃ ὁ ἴδιος ὁ Ἄρειος Πάγος.
§344Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάγονται διοικητικῶς εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.
§345Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ λέγεται.
§346Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ διατυπωθῇ, διὰ νὰ εἶναι σαφὲς τὸ πρᾶγμα, ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Τόμου τοῦ Πατριαρχείου θὰ ρυθμισθῶσι τὰ τῆς διοικήσεως τῶν Μητροπολιτῶν διὰ νόμου.
§347Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Ἡ θέσις τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν τῶν Νέων Χωρῶν σήμερον εἶναι αὐτή· ὅτι ἐνῷ ὑπάρχει διάταξις περὶ αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦν αὐταὶ ἀκόμη νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν ἀνεχόμεθα καὶ τὴν νομιμοποιοῦμεν, τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν τὴν παρατείνομεν μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ Συνέλευσις νὰ τὴν ρυθμίσῃ ἄλλως. Ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἡ αὐτὴ κατάστασις.
§348Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ ὁ Τόμος.
§349Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Τόμος, κύριε συνάδελφε, εἶναι προϋπόθεσις τῶν νόμων. Ἐξυπακούεται.
§350Α. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ὁ Τόμος εἶναι προϋπόθεσις τῶν νόμων.
§351Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅτε ἴσχυε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863, ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησος. Τῷ 1881 ἡνώθη ἡ Θεσσαλία. Ἐξεδόθη Τόμος καὶ προσεκολλήθη ἡ Θεσσαλία. Τὸ ἴδιον θὰ γίνῃ καὶ τώρα.
§352Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἐξαίρεσις ἡ πρώτη, ὅτι ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔγινεν ἄνευ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Τόμου. Τῷ 1851 ἐξεδόθη ὁ Τόμος, ἀλλ’ εἶχε γίνει προηγουμένως αὐτοκέφαλος ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
§353Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένοντο σαφεῖς ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις. Ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία;
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ὑπάρχει.
§355Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν ἐψηφίσθη τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. (Ψηφίζεται τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἔχον οὕτως): Ἄρθρον 1. Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος. Τὰ τῆς λατρείας πάσης θρησκείας τελοῦνται ἐλευθέρως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἐφόσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη. Ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται. Ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως ὡς ἐκεῖναι τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις· εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα, καὶ διοικεῖται ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων. Οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιτήρησιν εἰς ἣν καὶ οἱ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας.
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τῶν Γραφῶν.
§357Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἂν δέχεσθε αὔριον νὰ κάμωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν....
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, καθίσατε.
§359Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ἡμερῶν ὁ συνάδελφος κ. Βουδούρης ὡμίλησε διὰ μακρῶν περὶ ἑνὸς ψηφίσματος· ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.
§360ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως ἑρμηνείας τοῦ νόμου 1352 περὶ ἀπονομῆς πολεμικῆς συντάξεως εἰς ὁπλίτας παθόντας κατὰ τοὺς ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ ἐφεξῆς πολέμους».
§362Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μίαν διασάφησιν ἔχω νὰ κάμω, διότι ἐγεννήθη ἀπορία εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους οἱ ὁποῖοι παρεξήγησαν τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νόμου 3123. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Θεωρεῖται κλπ.». Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου 2769. Δι’ αὐτοῦ παρέχεται σύνταξις εἰς τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμοὺς τοὺς παθόντας ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ. Ἐπῆλθε παρεξήγησις ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων, παρὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκα, ὥστε νὰ λέγωσιν ὅτι πρόκειται περὶ προνομίου. Δὲν πρόκειται περὶ προνομίου, ἐτέθη δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου 2769, διότι δυνάμει τῆς Συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἀν. Μακεδονίας οἵ ὁποῖοι ἔπαθον ἀπὸ τὴν εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων καὶ ἀπὸ τορπιλλισμούς. Εἶναι μία ὑποχρέωσις διὰ τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν καὶ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν. Ἐτέθη ἡ διάταξις αὐτὴ διὰ νὰ δοθῇ μία ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 2769, διότι, ὅπως ἦτο διατυπωμένον τὸ ἄρθρον αὐτό, ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ παρεξηγήσεις. Προσετέθη δὲ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ μείωσις κλπ.». Εἶναι δηλαδὴ αἱ προθεσμίαι αἱ ὁποῖαι ὁρίζονται ὑπὸ τῆς Συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν καὶ συνεπῶς δὲν δίδει τίποτε τὸ Κράτος ἢ μᾶλλον τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἐφάπαξ διὰ λόγους ταμιευτικοὺς εἰς τοὺς δικαιουμένους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγένετο τὸ ἑξῆς λάθος· εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν λέγει ῥητῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι προτείνει τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 27 καὶ τὴν ἀντικατάστασίν του ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου 2769 κλπ.», δηλαδὴ ἤθελε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου 2769 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῶν παθόντων ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ καὶ τοῦ ὁποίου ἡ διαδικασία ἀφήνεται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον εἶχεν αὐτὴν τὴν διαδικασίαν. Δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ δήλωσις ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ τὸν νόμον 3122 οὔτε πρόκειται νὰ γίνῃ διαδικασία ἡ ὁποία προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου 2769, ἀλλ’ εἶναι μία ἑρμηνεία τοῦ νόμου 2769.
§363Δ. ΜΑΡΣΕΛΟΣ. Ὁμιλεῖ περὶ νοσοκόμων;
§364Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ νόμος ὁμιλεῖ ῥητῶς περὶ τῶν ἐφέδρων στρατιωτῶν.
§365Δ. ΜΑΡΣΕΛΟΣ. Καὶ πολιτῶν;
§366Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Οἱουδήποτε ἀστοῦ, ἀφοῦ παίρνουν οἱ ὁπωσδήποτε ἀστικοὶ πληθυσμοί. Σᾶς ἐδήλωσα ὅτι διὰ τῆς Συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλωμεν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ἤδη ἡ Γερμανία. Θὰ πάρουν ὅλοι, ὅλος ὁ κόσμος· οἱ ἔφεδροι ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι τὰς ἀποζημιώσεις δὲν τὰς δίδει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω.
§367Σ. ΞΥΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἀπόψε, διότι δὲν τὸ ἔχομεν μελετήσει.
§368Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχει κατατεθῆ πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν καὶ λυποῦμαι πάρα πολύ.
§369Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις αὐτή, διότι ὅλοι κραυγάζουν ὅτι τὰ θύματα τοῦ πολέμου δὲν ἀπεζημιώθησαν, ἂν ὅμως θέλετε νὰ κάμωμεν συζήτησιν ἐπὶ ἁπλουστάτων διατάξεων ἢ τροποποιήσεων, ἂς ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§370Δ. ΜΑΡΣΕΛΟΣ. Καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν μεγάλην Ἐπιτροπὴν τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν νὰ δίδωνται συντάξεις εἰς παθόντας ἀστούς, καθ’ ἣν στιγμὴν τόσαι χιλιάδες ἔχουν σφαγῆ εἰς τὸν Πόντον καὶ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§372Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔστω, νὰ ἀναβληθῇ. Θὰ παρακαλέσω νὰ τὸ μελετήσητε μέχρι τῆς αὔριον ἑσπέρας, διότι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ πρὸ παντὸς τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐλέγχου, δηλῶ δὲ ἐπισήμως, ὡς παρακολουθήσας τὸ ζήτημα, ὅτι ψηφιζομένου τοῦ ψηφίσματος καὶ ἐφαρμοζομένων τῶν διοικητικῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς μηνὸς δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη δι’ αὔριον.
§374Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον καὶ νὰ τὸ μελετήσητε.
§375Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχομεν δώσει ἐπανειλημμένως ὑπόσχεσιν διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ βοσκῶν νὰ ψηφισθῇ.
§376Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι σύμφωνος.
§377Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὔριον καὶ τὴν Δευτέραν θὰ κάμωμεν ἔλεγχον κοινοβουλευτικόν.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς περὶ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος νομοθεσίας ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων καὶ διαφορῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς δι’ ὑποτροφίας διαθέσεως τῶν ἐσόδων τοῦ κληροδοτήματος Π. Μαρκίδου, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποτρόφων καὶ τῆς μηνιαίας τούτων χορηγίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 5 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§380Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιελαμβάνετο κατ’ ἀρχὰς μία ὀρθὴ διάταξις, ἥτις τώρα δὲν περιλαμβάνεται.
§381ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§382Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχουν οὐσιώδεις τροπολογίαι ἀφορῶσαι τὰ τοπικὰ ζητήματα. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§383Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον.
§384Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἄν θέλετε νὰ φέρετε σοβαρὰς ἀντιρρήσεις, νὰ τὸ ἀναβάλωμεν. Ἄν ἔχετε ἀντιρρήσεις μόνον διὰ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐπεῖγον, διότι τὴν 1ην Ἰανουαρίου λήγει ἡ προθεσμία τοῦ νόμου καὶ θὰ ἐπέλθῃ μέγας σάλος εἰς τὸ Κράτος.
§385Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἔχω σοβαρὰς τροπολογίας.
§386Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζω ὅτι αὐτὸ ποὺ λέγετε εἶναι πρόφασις διὰ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὁρίστε’ τί θὰ εἴπετε;
§387Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὅταν ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ σᾶς εἴπω.
§388Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Φαίνεται ὅτι ἔχετε ἐπιθυμίαν νὰ ἀναβληθῇ καὶ τίποτε ἄλλο. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι σχεδὸν ὅμοιον ὅπως τὸ ὑπέβαλεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις.
§389Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας Κυβέρνησιν. Βλέπω ὅτι ὑπάρχει ἀντίδρασις καὶ θὰ τεθῇ αὔριον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μετὰ τὸ «περὶ βοσκῶν».
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας προκαταβολῆς εἰς τοὺς ἀνταλλαγέντας ὁμογενεῖς ἔναντι τῆς ἐγκαταλειφθείσης ὑπ’ αὐτῶν ἀκινήτου ἐν Τουρκίᾳ περιουσίας».
§391Β. ΑΡΤΕΜΙΑΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, παρακαλῶ, νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν μεγάλην Προσφυγικὴν Ἐπιτροπήν.
§392Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σταλῇ, ἀλλὰ ἐντὸς 48 ὡρῶν νὰ ἔχωμεν τὸ πόρισμα. Λοιπὸν τὴν Τρίτην τὴν ἑσπέραν νὰ ὑποβληθῇ τὸ πόρισμα, διότι πρόκειται περὶ δανείου τὸ ὁποῖον θὰ δώσωμεν. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας δανείου εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους μὴ ἀνταλλαξίμους». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς διακλαδώσεως Σιδηροδρόμου ἀπὸ τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Φλωρίνης μέχρι τῆς πόλεως Φλωρίνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ὑπ’ ἀριθ. 3101 ἐ. ἔ. καὶ 467 τοῦ 1914 νόμων περὶ χαρακτηρισμοῦ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως ἀλλοδαπῶν ἐν Ἑλλάδι». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐδ. 2 τοῦ ἄρθρου 458 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ͵ΓΥϞΖʹ περὶ προσωρινῶν μέτρων εἰς τὰς περὶ διακατοχῆς διαφορὰς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως προθεσμίας γάμου στρατιωτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2789 περὶ ἐκτελέσεως ἔργων δήμου Πατρέων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§394Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον θὰ εἶναι πρῶτον ἡ ψηφοφορία καὶ δεύτερον τὸ ψήφισμα «περὶ τῆς διαδικασίας διὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων τῶν παθόντων». Θὰ ἴδητε ὅτι δὲν περιέχει καμμίαν οὐσιαστικὴν διάταξιν· εἰσάγομεν νομοθετικὰς διατάξεις διὰ νὰ κατορθώσωμεν τὸ ταχύτερον νὰ ἀπονείμωμεν συντάξεις. Τρίτον εἶναι τὸ «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν», τέταρτον τὸ «περὶ ἠλεκτρικῶν ἔργων», πέμπτον τὸ «περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων» καὶ τὸ «περὶ ἀμβύκων».
§395ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 4ην ἀπογευματινήν. (Ὥρα 1.10 π.μ.).