1924.12.01
3.576 στίχοι · 28.984 λέξεις · 181 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 114Η
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 4.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, κύριε Πρόεδρε, ὅπως συστήσητε εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ἵνα συντάσσῃ ἐπιμελέστερον αὐτά, διότι ἐντὸς αὐτῶν ἀναγράφονται φράσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐλέχθησαν δῆθεν πρὸς ἐμέ, ἐνῷ δὲν ἐλέχθησαν. Τὰ πρακτικὰ ἔχουσι σκοπὸν νὰ δώσωσι τὴν ἀντίληψιν εἰς τοὺς ἀπόντας πληρεξουσίους, ἀλλ’ ἐκ τῶν πρακτικῶν αὐτῶν, ὅταν τὰ ἀνέγνωσα, ὅλως ἀντίθετος ἀντίληψις δύναται νὰ συναχθῇ ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ἥτις παρήχθη εἰς τὴν Συνέλευσιν καθ’ ἣν ὥραν ἠγόρευον. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ συστήσητε εἰς αὐτόν, ἂν δὲν προφθάνῃ νὰ γράφῃ, νὰ ἐπωφελῆται τῆς εὐκαιρίας ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ γίνεται.
§6Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λέγω ὅτι εἰς μίαν ἐφημερίδα ἀνεγράφη ὅτι ὁ πληρεξούσιος Λεονάρδος κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ἐπετέθη κατά τινος ἀξιωματικοῦ, διότι τὴν ἐπίθεσίν του διεξήγαγεν ἐπειδὴ παρελείφθη τῶν προαγωγῶν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Δηλῶ ἐνώπιον ὑμῶν καὶ δι’ ὑμῶν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὅτι τυγχάνω εἰς μόνιμον διαθεσιμότητα ἀπὸ δεκαετίας καὶ δὲν ὑπάγομαι εἰς οὐδενὸς τὴν κρίσιν. Ἂν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνέλεξε τὴν πληροφορίαν ταύτην τὴν συνέλεξεν ἐκ πλάνης, τὸν συγχωρῶ, ἂν ὅμως τὸ ἔκαμεν ἐκ πολιτικῆς κακῆς σκοπιμότητος, τὸν περιφρονῶ.
§7Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Προχθές, ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τῆς δίκης τῶν ὁπωσδήποτε δοσιλόγων τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς, εἶπον ἐν περιλήψει τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ δίκη, καθόσον μία δίκη τοιαύτη, τῆς ὁποίας ἡ παράτασις θὰ ἔφθανε πολὺ μακράν, θὰ διετάρασσε τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν γαλήνην τοῦ στρατεύματος, διότι μία δίκη καὶ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ ἂν γίνῃ, ἐπειδὴ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς πρὸς ὑπεράσπισίν του θὰ φέρῃ διαφόρους δικαιολογίας, ὅτι ἐξέδωκε διαταγὰς πρὸς κατωτέρους καὶ ἔλαβε τοιαύτας ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους, θὰ παραταθῇ ἡ δίκη ἐπὶ μακρόν. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα ὅπως ὅσοι ἐκ τῶν ἀνωτέρων διοικητῶν μονάδων Σωμάτων Στρατοῦ καὶ Μεραρχιῶν φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι ὁπωσδήποτε δοσίλογοι διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας παραπεμφθῶσιν οὗτοι ἐνώπιον ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, ἵνα τοιουτοτρόπως περιορισθῇ τὸ περιθώριον τῆς συζητήσεως εἰς τὸ Στράτευμα, αἵτινες συζητήσεις θὰ διαταράξωσι τὴν γαλήνην αὐτοῦ. Ταῦτα λέγω, κύριοι, διότι κακῶς διετυπώθησαν οἱ λόγοι μου εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ διότι διεστράφησαν αὐτοὶ εἰς τὸν «Ἐλεύθερον Τύπον» μόνον, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας ἐφημερίδας ἐγράφησαν καλῶς. Ἐγεννήθη ἡ γνώμη παρά τισιν ἀξιωματικοῖς ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι πρέπει ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ περάσωσιν ἀπὸ δίκην, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον τὸ ἀντίστροφον. Καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τῶν λεχθέντων ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ φαίνεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐζήτησα. Δηλαδὴ ὅσοι τυχὸν ἐκ τῶν διοικητῶν Σωμάτων Στρατοῦ καὶ Μεραρχιῶν καὶ Συνταγμάτων (ἂν οὕτω φρονῇ ἡ Κυβέρνησις) θεωροῦνται δοσίλογοι διὰ τὴν μικρασιατικὴν καταστροφὴν νὰ παραπεμφθοῦν ἐνώπιον ἀνακριτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται δοσίλογοι. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐγὼ διεκόπην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βονίτσης συνάδελφον κ. Καρασεβδᾶν, ὁ ὁποῖος θέλων νὰ ἐνισχύσῃ τὰ ἐπιχειρήματά μου μὲ ἠρώτησεν ἄν ποτε ὁ Στρατὸς εἶχε δειλοὺς καὶ ἂν ἐπολέμησε καλῶς, εἶπον ὅτι ὁ Στρατὸς εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὅστις ἐπολέμησε γενναίως εἰς τὴν Μακεδονίαν, τὴν Θράκην, τὴν Ρωσίαν καὶ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ περιήγαγε νικηφόρως τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀνὰ τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Θὰ ἦτο ψεῦδος ἂν ἔλεγον τὸ ἀντίθετον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ ὅσα ἐγὼ ἐδήλωσα, διὰ νὰ μὴ γίνωνται διαδόσεις διάφοροι, καὶ δὴ ἀντίθετοι τῶν ὅσων πραγματικῶς εἶπον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. πληρεξουσίου ἀνάγονται εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ δημοσιευόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εὐθύνεται τὸ Γραφεῖον. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ἀκριβὴς ἀπόδοσις τῶν λεγομένων, ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα εἶναι πλῆρες. Ἰδοὺ τί λέγουν: «Διὰ τοῦτο προτείνει ὅπως οἱ διοικηταὶ μονάδων παραπεμφθῶσιν εἰς ἀνακριτικὰ Συμβούλια. Φρονεῖ δὲ ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη πρέπει νὰ παύσῃ διότι ἀποβαίνει ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Στρατεύματος». Ἄν θέλετε ὅμως νὰ γίνῃ καὶ οἱαδήποτε λεκτικὴ διατύπωσις, νὰ διορθωθοῦν.
§9Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ τὰ πάρουν ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ.
§10Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Κατὰ τὴν νεκρολογίαν τοῦ ἀειμνήστου Σφακιανάκη εἶπον ὅτι ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου καὶ θεωρῶ δίκαια τὰ καλὰ λόγια ποὺ εἶπον ὄχι μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπῆρξεν ὁ προάγγελος τοῦ μεγάλου Βενιζέλου. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶδον γεγραμμένον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ ἐστενογραφημένα εἶναι· τὰ ἐπίσημα εἶναι περίληψις.
§12Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν προχθεσινὴν διακοπὴν τῆς συζητήσεως.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Κάτοικοι Ἀρκαλοχωρίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τοῦ ἐκεῖ Ταχυδρομείου. — Οἱ καλλιεργηταὶ Κωπαΐδος παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ Κωπαϊδικὸν νομοσχέδιον ὡς θίγον καιρίως τὰ συμφέροντά των. — Οἱ κάτοικοι Ραψάνης παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ ἀπαγορευθῇ τὸ ἐμπόριον τοῦ τσιπούρου. — Ὁ Σύνδεσμος Τ.Τ.Τ. Σπάρτης διαμαρτύρεται διὰ τὴν περικοπὴν θέσεων τοῦ κλάδου των. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Μαντεμοχωρίου Χαλκιδικῆς αἰτεῖται τὴν κατάργησιν τοῦ Πρωτοδικείου Χαλκιδικῆς καὶ τὴν ὑπαγωγήν του εἰς τὸ τῆς Θεσσαλονίκης. — Ὁ Προσφυγικὸς Σύλλογος Νιγρίτης παραπονεῖται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι παραχώρησιν γαιῶν παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας Ἐποικισμοῦ. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Βελεσιωτῶν τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ παρακαλεῖ ὅπως ἀπεσταλῇ εἰς τὸν ἐκεῖ σιδηροδρομικὸν σταθμὸν σταθμάρχης καὶ κλειδοῦχος διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας του. — Οἱ ἐν Κερκύρᾳ ἐγκατεστημένοι πρόσφυγες παρακαλοῦσιν ὅπως βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασίς των. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Μαναγούλης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι σύντονα μέτρα μεταστροφῆς τοῦ ποταμοῦ Μόρνου εἰς τὴν παλαιάν του κοίτην. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Γιαννοβαίνης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν διόρθωσιν τῆς χαράξεως τῶν συνόρων, ἐξ ἧς ἀπεκλείσθησαν πλεῖστα χωρία. — Ἡ ἐμπορικὴ τάξις προσφύγων Ἡρακλείου παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 129,283 διαταγὴ τῆς Διευθύνσεως Ἀνταλλαγῆς περὶ ἐκκενώσεως τῶν τουρκικῶν καταστημάτων. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Κερκύρας διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ προσωπάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιπλήξαντος τὸ Σωματεῖόν των. — Οἱ ὑπάλληλοι τῶν Τ.Τ.Τ. Εὐβοίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Κεντρικῆς Ἑνώσεως τῶν
Τ.Τ.Τ.
— Ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς Ἰωαννίνων διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἐκεῖ προϊσταμένου τοῦ Ἐποικισμοῦ Σακελλοπούλου, παρελκύοντος τὴν λύσιν τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. — Οἱ κάτοικοι Φυλακτοῦ Σουφλίου παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπαναδιορισθῇ ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν ἐκεῖ σχολείων Ἐμμανουήλ. — Οἱ βλαχοποιμένες κτηνοτρόφοι Θεσσαλίας παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλοτριωθῶσιν ὑπὲρ αὐτῶν τὰ κτηνοτροφικὰ κτήματα. — Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Νιγρίτης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀφεθῇ τελείως ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον τῶν καπνῶν. — Ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ Σύνδεσμος ἀξιωματικῶν καὶ οἱ πολιτικοὶ συνταξιοῦχοι παρακαλοῦσιν ὅπως κανονισθῇ ταχέως τὸ ζήτημα τῆς συντάξεώς των. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καλαμῶν παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ἐπὶ τρίμηνον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου τελωνιακοῦ δασμολογίου. — Οἱ κάτοικοι Μοχοῦ Ἡρακλείου παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ἐκεῖ ταχυδρομικὸν γραφεῖον. — Οἱ ἀκτήμονες καλλιεργηταὶ Μπραχαμίου παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλοτριωθῇ τὸ τσιφλίκι «Καρᾶς». — Ὁ Ἰωάννης Μανουσάκης παραπονεῖται διὰ τὴν εἴσπραξιν παρὰ τρίτων τῶν εἰς τὴν οἰκογένειάν του χορηγηθέντων ἐπιδομάτων καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. — Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Χατζηκυριακοῦ ὑποβάλλει τροπολογίαν περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ἀποκεντρώσεως νομοσχεδίου. — Ὁ πληρεξούσιος κ. Κ. Παπαϊωάννου αἰτεῖται τηλεγραφικῶς δίμηνον ἄδειαν ἀπουσίας ἀπὸ τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνελεύσεως. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). Ἡ ἐπὶ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς κ. Σκεύου Ζερβοῦ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν αὐτῆς καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ὡς ἄνω Πανεπιστημίου. — Ὁ πληρεξούσιος κ. Κ. Ρέντης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Διατάγματος τῆς 11 Ἀπριλίου 1917 τοῦ νόμου 2804 τοῦ ἔτους 1922 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διεκδικήσεως διατετιμημένων προικώων ἀκινήτων μετὰ τὴν λύσιν τοῦ γάμου». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Β. Χατζηλίας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἐν Σάμῳ καὶ Θάσῳ ἰσχυούσης φορολογίας τοῦ ἐλαίου κλπ.». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Κούτρας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 15 Φεβρουαρίου 1913 περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὡς τοῦτο ἔχει τροποποιηθῆ, ὡς καὶ τῶν προγενεστέρων ἀγροτικῶν νόμων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Σ. Ξύδης, Γ. Σεχιώτης, Γ. Κιαγιᾶς, Χρ. Κατριβάνος καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μὴ διορισμοῦ τῶν ἀποχωρούντων δικαστικῶν ὡς δικηγόρων κλπ.». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως κ. Α. Ὀρφανίδης ἀποσύρει τὸ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν πρὸς ψήφισιν νομοσχέδιον «περὶ ὑποβολῆς εἰς ἐξετάσεις ἐπ’ ἀδείᾳ τῶν κατὰ τὰς ἐπαναληπτικὰς τοιαύτας ἀπορριφθέντων καὶ μὴ ὑποβαλόντων ἐμπροθέσμως τὰς αἰτήσεις αὐτῶν πρακτικῶν ὀδοντιάτρων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως γενομένης δαπάνης δραχ. 100.000 πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως κατὰ τὴν ἐνταῦθα παραμονὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ ἀφορῶντος τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 393 τῆς Συνθήκης τῶν Βερσαλλιῶν καὶ τῶν πρὸς αὐτὸ ἀντιστοίχων ἄρθρων τῶν λοιπῶν περὶ εἰρήνης συνθηκῶν». —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ἀποσύρων τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς κώδικα τῶν νόμων περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου» ὑποβάλλει νέον σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως, προσθήκης καὶ συμπληρώσεως τελωνιακῶν νόμων», ὡς καὶ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεων ἀφορωσῶν τὰς τελωνιακὰς Ἀρχάς». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς συντακτικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας. Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος «περὶ καταργήσεως τῆς Γερουσίας».
§14Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ ψήφισμα «περὶ τῶν ἀπορριφθέντων μαθητῶν».
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἄς ἔλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§16Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν πρόκειται περὶ συνταγματικῆς συζητήσεως, ἂς ἔλθῃ, παρακαλῶ, ὁ μετ’ ἐμὲ ἐγγεγραμμένος καὶ ὁμιλῶ ἐγὼ κατόπιν.
§17Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ παραπονεθῶ, ἀλλὰ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν περὶ τῶν ὑπαιτίων τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἐνῷ ἡ συζήτησις ἦτο κατ’ ἀρχὴν ἐν τούτοις διεκόπη, ἂν καὶ ὑπῆρχε πρότασις περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως. Θέλω νὰ προστεθῇ ἡ φωνή μου, ὄχι διότι ἡ φωνή μου θὰ εἶναι καλυτέρα τῆς φωνῆς τῶν εἰδικῶν συναδέλφων καὶ τῶν μὴ εἰδικῶν, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι εἶναι γνώμη ἡ ὁποία πρέπει πρὸ παντὸς νὰ προστεθῇ εἰς τὰς ἄλλας ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος ἰδίως στρατιωτικῆς. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ἄποψίν του δέον νὰ συζητηθῇ εὐρύτατα ὅσον τὸ δυνατόν, ὄχι διὰ νὰ χυθῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ δοθῇ ἡ καλυτέρα λύσις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§18Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Προχθὲς τὸ Σάββατον, ὅτε διεκόπη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου Λεονάρδου προκειμένου περὶ τῶν ὑπαιτίων τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς, εἴχομεν τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ συζήτησις δὲν πρέπει νὰ γίνῃ. Ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ καὶ μόνον δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι καλῆς πίστεως καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλωμεν νὰ δώσωμεν πλήρη πίστιν, δὲν μᾶς ἐφώτισε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἤμεθα φωτισμένοι προηγουμένως, ὅταν ἐλέγομεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἁπλῶς μᾶς ἐδηλώθη ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλ’ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις δὲν μᾶς ἐδηλώθησαν. Διὰ τὴν παραπομπὴν εἰς δίκην τῶν δοσιλόγων, ἂν θὰ βλάψῃ ἢ ὄχι, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τί θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἂν ἡ συζήτησις θὰ βλάψῃ ἢ θὰ ὠφελήσῃ, αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι θὰ ὠφελήσῃ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, ὀφείλει νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους καὶ νὰ πείσῃ ἡμᾶς καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ἂν πρέπει νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δέχεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν πότε θὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν τὴν δέχεται, νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς τίνα μέτρα πρέπει νὰ λάβωμεν διὰ νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβετε εἶναι νὰ τὴν ἐγγράψετε ἐκ νέου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ νὰ ζητήσετε τὴν πρόταξιν.
§20Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα; Δὲν ἔχομεν θέμα.
§22Ε. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἐγγραφῆ ὄχι εἰς αὐτὴν ἀλλ’ εἰς παρομοίαν ἐπερώτησιν καὶ παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, διότι δὲν ἠμποροῦν ἀξιωματικοὶ εὐσυνειδήτως καὶ εὐόρκως ὑπηρετήσαντες νὰ μένουν εἰς τὴν ἐκκρεμότητα εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς θέτει ἡ Κυβέρνησις, εἰς μίαν ἐκκρεμότητα ἡ ὁποία δίδει ὑπονοίας εἰς τὸ Κοινόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐπερώτησις, θὰ τὴν ἀναπτύξετε. Ὁ κ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ἔχει τὸν λόγον.
§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ σχέδιον τῆς προσωρινῆς Γερουσίας εἶχεν ὑποβληθῆ, καθὼς εἶναι γνωστόν, τὸν παρελθόντα Μάϊον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς «Δημοκρατίας» ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἡ Ἐπιτροπή, ἀφοῦ ἤκουσε τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ συζήτησιν μακρὰν κατέληξε διὰ πλειοψηφίας μεγίστης, διὰ ψήφων 22 κατὰ 5, εἰς τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ. Οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους τὸ σχέδιον ἐκεῖνο τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ἀπερρίφθη περιέχονται εἰς τὴν μακρὰν ἔκθεσιν ἡμῶν, ἡ ὁποία τότε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐφρόνουν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατόπιν τῆς πανηγυρικῆς ἐκείνης ἀπορρίψεως καὶ κατόπιν ἐπίσης τῆς πανηγυρικῆς δηλώσεως τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου ὅτι δὲν δέχεται συμμετοχὴν εἰς τὴν προσωρινὴν αὐτὴν Γερουσίαν, ἐφρόνουν, λέγω, ὅτι ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» θὰ ἐγκατέλειπε τὸ σχέδιον ἐκεῖνο. Μετ’ ἀπορίας εἶδον ὅτι ἐπανέφερε τὸ ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, οἱ δὲ ρήτορες τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐστράφησαν κυρίως κατὰ τῶν συλλογισμῶν, κατὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὴν ἔκθεσιν ἡμῶν. Τοιουτοτρόπως ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς, ὑποχρεούμεθα, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κυρίου θέματος θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μίαν συντομωτάτην παρέκβασιν, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἔχει καταστῆ ἀπαραίτητος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέφερεν ὅτι καὶ ἄλλοτε ὑπῆρξε πρότασις σχεδίου προσωρινῆς Γερουσίας κατὰ τὴν περίοδον τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως καὶ προσέθεσεν ὅτι τὴν πατρότητα τοῦ σχεδίου ἐκείνου εἶχεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐγώ. Ἔσπευσα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ δηλώσω ὅτι ἡ μνήμη τοῦ σεβαστοῦ φίλου μου ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν ἦτο ἀσφαλής, ἐπειδὴ τὰ πράγματα, καθ’ ὅσον μὲ ἀφοροῦν, συνέβησαν ἐντελῶς ἀντιστρόφως. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀλεξανδρῆς μίαν ἡμέραν εἰσηγήθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν ἀνάγκην μιᾶς προχείρου συγκροτήσεως Γερουσίας, διότι ἔλεγεν ὅτι παρίσταται ἀνάγκη νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἰσήλθομεν εἰς κοινοβουλευτικὸν βίον, ἡ ἐντύπωσις δὲ αὕτη θὰ παρείχετο ἐκ μιᾶς προσωρινῆς συγκροτήσεως Γερουσίας καὶ ἤλπιζεν ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀνακτήσωμεν τὰς διεθνεῖς ἡμῶν σχέσεις καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐπίσης μίαν οἰκονομικὴν συνδρομὴν ὑπὲρ τῆς Χώρας. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς διεφώνησα ριζικῶς πρὸς τὸ σχέδιον. Ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν μία πρόχειρος συγκρότησις Γερουσίας νὰ παράσχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Χώρα ἡμῶν εἰσῆλθεν εἰς κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴν νὰ παράσχῃ εἰς λαούς, τῶν ὁποίων αἱ Χῶραι εὐλόγως θεωροῦνται ὡς κοιτὶς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐξέφρασα ἐπίσης τὴν ἀπορίαν πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν μία Γερουσία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, νὰ λειτουργῇ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ πρῶτον, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Χώρα νὰ βαδίσῃ, νὰ ὀρθοποδήσῃ, βαδίζουσα ἐπὶ ἑνὸς μόνου σκέλους, ἐπὶ τοῦ δευτέρου μόνον Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐξέφρασα ἐπίσης τὴν ἀπορίαν μου πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ συνεργασθῇ ἡ Γερουσία μὲ τὴν Ἐπανάστασιν. Ἡ Ἐπανάστασις τότε ἤσκει συντακτικὴν δικτατωρικὴν ἐξουσίαν. Ἐπρόκειτο ἡ Γερουσία νὰ ἀσκῇ νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ κατέλυε τὴν Ἐπανάστασιν. Ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ μόνον συμβουλευτικὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠχρήστευεν. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοὺς ὁποίους εὑρέθην εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐννοήσω τὴν σκοπιμότητα τῆς προτάσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τότε ἐπέμεινε καὶ ἐβεβαίωσεν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὅτι αἱ ἀγαθαὶ συνέπειαι διὰ τὴν Χώραν θὰ ἐπήρχοντο μολαταῦτα, ἂν τὸ σχέδιον ἐγίνετο δεκτόν. Καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ὑπευθύνου ἐκείνης βεβαιώσεως, ἐκάμφθη κατ’ ἀρχήν. Καὶ διότι ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐδέχθην νὰ συντάξω τὸ σχέδιον, ἀνέλαβεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Μίσιος. Τὴν ἑπομένην ἐπεσκέφθην τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως, τῷ ἐδήλωσα ὅτι θὰ μοὶ ἦτο ἀδύνατος ἡ παραμονὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἐγίνετο δεκτὸν τοιοῦτον σχέδιον, τοῦ ἐξήγησα τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἦτο ἀπαράδεκτον. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως ἐπείσθη καὶ ἀνέλαβε νὰ συναντήσῃ τὸν κ. Ἀλεξανδρῆν, ὁ ὁποῖος μετεπείσθη ἐπίσης. Καὶ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο τελικῶς δεκτόν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπανῆλθε πλέον πρὸς συζήτησιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ παλαιὰ ἱστορία, κύριοι συνάδελφοι. Καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς πλήρη γνῶσιν ἔχει καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, πρὸς τὸν ὁποῖον τότε ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ εἶχον ἀνακοινώσει τὰ συμβάντα.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅταν ὁ κ. ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πληρεξούσιος καὶ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, εἴπετε ὅτι διεφωνήσατε ὡς πρὸς τοῦτο μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπεμείνατε εἰς τὸ νὰ ἐκλεγῇ ἡ Γερουσία ἀπὸ τὰ Κοινοτικὰ Συμβούλια. Αὐτὸ διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω τὴν μνήμην σας. Ἕτερος κ. συνάδελφός σας, ὁ ἄλλοτε ἐπὶ τῆς Παιδείας κ. Ὑπουργός, μὲ ἐπληροφόρησε δι’ ἐπιστολῆς: Ἔχετε δίκαιον. Ἐπιμείνατε νὰ γίνουν αἱ ἐκλογαὶ διὰ τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων, ὄχι ὅμως ὁλοκλήρου τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ τοῦ μεγαλυτέρου μέρους αὐτῆς, καὶ ἕνα μέρος τῶν μελῶν της νὰ διορισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπανάστασιν ἰσοβίως.
§26Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῖος Ὑπουργός;
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Σιώτης.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ βασισθῆτε εἰς τὴν μνήμην μου, ἡ ὁποία εἶναι τουλάχιστον ἰσχυροτέρα ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ συναδέλφου μου. Σφάλμα ἑπομένως ἀπετέλεσεν ἡ σπουδὴ τοῦ ἐπισήμου ὀργάνου τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» νὰ μοῦ ἀποδώσῃ ἀνακολουθίαν, ὅτι δηλαδή, ἐνῷ ἄλλοτε ὑπεστήριξα τὴν ἀποδοχὴν σχεδίου προσωρινῆς Γερουσίας, ἐσχάτως εἰσηγοῦμαι τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ. Διότι τόσον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, καθὼς καὶ εἰς τὰς ἄλλας, διὰ τὰς ὁποίας ἄλλοτε μὲ τόσον ἀλησμόνητον ἐγκαρδιότητα εἶχε στραφῆ ἐναντίον μου ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἡ ἀκολουθία τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω καὶ ἡ συνέχεια εἶναι πλήρης. Καὶ τώρα, κύριοι συνάδελφοι, ζητῶν καὶ πάλιν συγγνώμην διὰ τὴν σύντομον αὐτὴν παρέκβασιν, εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὸν θεσμόν. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ὑπάρχει περίπου ὁμοφωνία τῆς Συνελεύσεως, ἄλλως τε ἔσχομεν μέχρι τοῦδε διπλῆν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξωμεν σχετικῶς τὰς γνώμας ἡμῶν, καὶ εἰς τὴν μακρὰν ἔγγραφον εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ κατὰ τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ νέου πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ κάμωμεν πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Σήμερον θὰ ἐντοπίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις». Ἀλλὰ προτοῦ συζητήσωμεν τὸ σχέδιον τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ σαφηνίσωμεν ποία θὰ ἦτο ἡ ὁμαλὴ πορεία τῶν πραγμάτων, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν τὸ σχέδιον τοῦτο, διὰ νὰ συγκρίνωμεν κατόπιν ποία νέα γεγονότα δημιουργεῖ ἡ ἐνδεχομένη ἀποδοχὴ τοῦ σχεδίου τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Ἂν ἀγνοηθῇ τὸ σχέδιον τοῦτο, ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου πολιτεύματος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ὀργανωθῇ ὁ νέος θεσμός. Παραλλήλως πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου πολιτεύματος, ἡ Κυβέρνησις θὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτῶν θὰ ἐνεργηθοῦν αἱ τοπικαὶ ἐκλογαί, κοινοτικαί, δημοτικαί, νομαρχιακαί. Μετὰ τὰς τοπικὰς ἐκλογὰς θὰ ἐνεργηθοῦν ἐκλογαὶ Γερουσίας. Θὰ ἔχωμεν ἑπομένως πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τὴν ὁριστικὴν Γερουσίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων αἱ ὁποῖαι θὰ ὁρίζωνται εἰς τὸ νέον πολίτευμα. Αὐτὴ πρόκειται νὰ εἶναι ἡ ὁμαλὴ πορεία τῶν πραγμάτων. Ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» παρεμβαίνουσα ἰσχυρίζεται ὅτι συντρέχουν σοβαροὶ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ μὴ ἀναμείνωμεν τὸν χρόνον αὐτὸν καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν ἐπίσης ὡς τρόπον συγκροτήσεως τῆς πρώτης Γερουσίας ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ καθορισθῇ εἰς τὸ νέον πολίτευμα. Ἰσχυρίζεται ὅτι ὑπάρχουσι βάσιμοι λόγοι πρὸς ἐπίσπευσιν ἀφ’ ἑνὸς καὶ πρὸς μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας ἀφ’ ἑτέρου. Ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι προτιμότερον διὰ τὴν πρώτην Γερουσίαν νὰ γίνῃ διχοτόμησις τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τὸ ἓν μέρος τῆς ὁποίας νὰ ἀποτελέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἄλλο τὴν Γερουσίαν. Οἱ σκοποὶ δὲ τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται καὶ τῶν ὁποίων τὴν πραγμάτωσιν θεωρεῖ δυνατὴν διὰ τῆς προσωρινῆς αὐτῆς Γερουσίας εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Πρῶτον ἡ βελτίωσις τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Δεύτερον ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης. Τρίτον ἡ διευκόλυνσις τῆς ψηφίσεως ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Τέταρτον ἡ διευκόλυνσις τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως καὶ πέμπτον καὶ πρὸ παντὸς ἡ στερέωσις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἐλπίζω ὅτι ἀπέδωκα μὲ πληρότητα τὸ σύνολον τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἐπικαλεῖται, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ συζητήσωμεν ἓν πρὸς ἕν, ἵνα καταλήξωμεν ἀσφαλῶς εἰς συμπέρασμα. Προτοῦ ὅμως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως καὶ τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους τάσσει διὰ τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», εἶναι ἀνάγκη νὰ λύσωμεν ἓν ζήτημα προκαταρκτικόν. Δικαιοῦται ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην συγκρότησιν τῆς προσωρινῆς Γερουσίας; Οἱ ρήτορες τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπάλαισαν διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι Σῶμα κυρίαρχον καὶ ὅτι, ὡς Σῶμα κυρίαρχον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συγκροτήσῃ τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Κόπος καὶ χρόνος ἐντελῶς μάταιος, ἐπειδὴ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν καὶ οὐδέποτε ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν εἶναι Σῶμα κυρίαρχον καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συγκροτήσῃ εἴτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἴτε κατὰ οἱονδήποτε ἄλλον τὴν Γερουσίαν. Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν μόνον ὅτι τοιαύτη χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς Συνελεύσεως θὰ ἦτο κατάχρησις δυνάμεως καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἀποφευχθῇ. (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν περικοπὴν ἐκ τῆς ἐκθέσεως). Δὲν γεννᾶται λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ζήτημα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως νὰ συγκροτήσῃ τὴν Γερουσίαν. Ἄλλο εἶναι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, ἂν τοιαύτη ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς Συνελεύσεως εἶναι πολιτικῶς σκόπιμος. Καὶ τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀπόψεων τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἡ Συνέλευσις, λέγουν, πρέπει νὰ διχοτομηθῇ καὶ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν. Πληρεξούσιοι τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως πρέπει νὰ μετατεθοῦν εἰς τὴν Γερουσίαν. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ἐρώτημα: Θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ μετάθεσις τῶν πληρεξουσίων εἰς τὴν Γερουσίαν; Ρήτορες τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξαν ὅτι οἱ πληρεξούσιοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ μετάσχωσιν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἐπάλαισαν διὰ νὰ μᾶς πείσωσιν ὅτι πράγματι οἱ πληρεξούσιοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ μετάσχουν. Ἀλλὰ ποῖος τὸ ἠμφισβήτησεν; Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠμφισβήτησεν ὅτι οἱ πληρεξούσιοι ἔχουν δικαίωμα νὰ μετάσχωσι καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἰσχύει ἡ κατηγορηματικὴ ἐντολή, ἡ ὕπαρξις τῆς ὁποίας ὑπεστηρίζετο ἄλλοτε. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὑπεστήριξεν ὅτι οἱ πληρεξούσιοι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ παραιτηθοῦν καὶ κατόπιν νὰ δεχθοῦν εἴτε νὰ μὴ δεχθοῦν ἄλλο ἀξίωμα.
§29Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε μίαν ἐπιφύλαξιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῶν πληρεξουσίων νὰ ἀπομακρυνθοῦν Σώματος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουσι πληρότητα ἐξουσίας καὶ νομοθετικῆς καὶ πολιτικῆς καὶ νὰ λάβωσι μέρος εἰς Σῶμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον στερεῖται ἢ ἔχει ἠλαττωμένην δύναμιν πολιτικήν. Ἔχω ἀμφιβολίαν ἂν δικαιοῦνται οἱ πληρεξούσιοι νὰ ἀπεμπολήσωσι τὸ δικαίωμα, ἔστω καὶ ἑκουσίως. Ἔχω ἀμφιβολίας ἰσχυρὰς ἂν δικαιοῦνται νὰ πράξωσι τοῦτο.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. πρόεδρε, ὅτι, ἐφόσον οἱ πληρεξούσιοι δικαιοῦνται νὰ παραιτηθῶσιν ὁλοσχερῶς τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν....
§31Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Συνέλευσις κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς κρατοῦντας ὄχι σήμερον, ἀλλὰ γενικῶς, θὰ ἀπευθυνθῇ καὶ πάλιν εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναπληρώσῃ αὐτούς· ἀλλ’ οὐδέποτε δικαιοῦνται οἱ ἴδιοι πληρεξούσιοι νὰ εἴπωσιν ὅτι «ἔχομεν πλήρη πολιτικὴν ἐξουσίαν, παραιτούμεθα τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ρυθμίσατε σεῖς οἱ ἄλλοι τὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ διοικήσεως τῆς Χώρας».
§32Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. πρόεδρε, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι δικαιοῦνται νὰ παραιτηθοῦν ὁλοσχερῶς τῆς ἰδιότητος τοῦ πληρεξουσίου, μετὰ δὲ τὴν παραίτησιν αὐτῶν νὰ δεχθοῦν οἱονδήποτε ἀξίωμα τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία θὰ τοῖς ἀνέθετεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ δικαίωμα τῶν πληρεξουσίων. Ἀλλὰ τὸ καθῆκον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» δὲν ἦτο νὰ ἀποδείξῃ, ἂν ἀποτελεῖ δικαίωμα τῶν πληρεξουσίων νὰ μετατεθοῦν εἰς τὴν Γερουσίαν. Εἴχετε καθῆκον νὰ ἀποδείξετε τὴν ἄποψιν ὑμῶν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε διὰ τῆς πρώτης ἐκθέσεως, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι ἠμποροῦν νὰ ὑποχρεωθοῦν, νὰ ἐξαναγκασθοῦν νὰ μετάσχουν τῆς Γερουσίας, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις ὑμῶν, καὶ τὴν ἄποψιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ αὐτόχρημα πολιτικὸν παραλογισμόν, ἀφήσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔκθετον.
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὑποχρεωτική.
§34Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔσπευσαν ὅλοι οἱ ρήτορες νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ἄποψιν αὐτήν.
§35Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ οὐδέποτε τὴν ἐγκατέλειψα.
§36Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἐστενογραφημένην ἀγόρευσίν σας. Οὐδαμοῦ ὑπάρχει ἡ ἐπανάληψις τῆς δηλώσεως ὅτι θεωρεῖτε τὴν μετάθεσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ὑποχρεωτικήν. Εἴπετε μόνον ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν τὸ ζήτημα, διότι εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπέρριπτε τὸ σχέδιον δὲν θὰ ὑπῆρχε περίπτωσις ἐφαρμογῆς του, ἂν τὸ ἀπεδέχετο πάλιν, αὐτὸ θὰ ἐσήμαινεν ὅτι ὑπάρχει προαίρεσις συμμετοχῆς.
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει θεωρητικὴν σημασίαν, διότι ἡ προσωπική μου πεποίθησις εἶναι ὅτι ὑπάρχουσι περισσότεροι τοῦ ἑνὸς τρίτου πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδέχοντο νὰ ὑπηρετήσωσι τὸν Τόπον εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα. Οὐδέποτε ὅμως ἐγκατέλειψα τὴν ἄποψιν ὅτι καὶ ὑποχρεωτικὴ δύναται νὰ εἶναι ἡ συμμετοχή.
§38Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁμολογῶ ὅτι θεωρῶ τὸν ἰσχυρισμὸν τερατώδη. Ὁ χαρακτηρισμὸς τὸν ὁποῖον ἔδωκα, ὅτι τοιαύτη ὑποχρέωσις ἀποτελεῖ πολιτικὸν παραλογισμόν, εἶναι τὸ ὀλιγώτερον διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὴν γνώμην, καθ’ ἣν πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι ἤντλησαν τὸ ἀξίωμα αὐτῶν ἀπὸ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκπέσουν τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως. Θὰ ἀπετέλει τοῦτο κατάργησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ὑπὸ Σώματος ἐντολοδόχου, ὅπως εἶναι ἡ Συνέλευσις.
§39Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε δύο λέξεις; Ἂν ἐνθυμῆσθε, ὑπάρχουν ἄλλως τε τὰ πρακτικά, προχθές, ὅταν ἠγόρευον καὶ ἀνέπτυσσον τὸ ἀντίθετον ἐπιχείρημα τὸ διατυπωθὲν ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων οἱ ὁποῖοι ἔλεγον· καλὰ θὰ πᾶνε εἰς τὴν Γερουσίαν, ἔχουν ὅμως τὸ δικαίωμα; Πῶς εἷς ὁ ὁποῖος ἐξελέγη πληρεξούσιος θὰ γίνῃ γερουσιαστής; Ὅταν ἐξήλεγχον τὸ ἀβάσιμον θεωρητικῶς τοῦ ἐπιχειρήματος καὶ κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Συνέλευσις καὶ ὁ πληρεξούσιος, ὁ κ. Γόντικας μοῦ εἶπεν: ἔχουν δικαίωμα οἱ πληρεξούσιοι, ἀλλ’ ἔχουν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Γόντικαν ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μας ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν, διότι ἐκ τῆς ἐπιστήμης γνωρίζομεν ὅτι μόνον στοιχειώδη δικαιώματα τοῦ πολίτου ὑπάρχουν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, οὐχὶ δὲ καὶ στοιχειώδεις ὑποχρεώσεις. Ἤδη λέγετε ὅτι εἶναι τερατῶδες τὸ πρᾶγμα, ὅτι ἡ Συνέλευσις....
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἐκδιώξῃ πληρεξουσίους....
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναγκάσῃ ἕνα πληρεξούσιον νὰ ἀποβάλῃ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ, ὅτι εἶναι τερατῶδες νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ ἕνα πληρεξούσιον τὴν ἰδιότητα....
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐφόσον δὲν εἶναι ἔνοχος ἐγκλημάτων κοινοῦ δικαίου.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ξεφεύγετε σὰν χέλι λέγοντες τὸ «ἐφόσον δὲν εἶναι ἔνοχος ἐγκλημάτων».
§44Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑποθέτω ὅτι οἱ κύριοι ὅσοι πρόκειται νὰ γίνουν γερουσιασταὶ δὲν εἶναι ἐγκληματίαι οὔτε πρόκειται νὰ ἐξισωθοῦν πρὸς τοιούτους, ὥστε νὰ ἐκπέσουν ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν τῆς ἰδιότητός των.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἂν θέσωμεν ὡς βάσιν τὴν σκέψιν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κυριαρχικῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ λαϊκὴ ἐκλογὴ εἰς τὸν πληρεξούσιον, τότε δὲν ἔχει ἡ Συνέλευσις τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ ἰδιότητα....
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ πλάνη εἶναι τὸ νὰ νομίζῃ κανεὶς ὅτι πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιότητος. Δὲν πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιότητος, καὶ ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λέσβου ἀνεγίνωσκε προσεκτικώτερον τὴν πρότασιν, θὰ τὸ ἔβλεπε.
§47Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτό. Θὰ τὰ ἐξετάσωμεν ὅλα μὲ τὴν σειράν των.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ σᾶς ἀναμείνωμεν.
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ τελειώσω, νομίζω ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς κυριαρχικῆς ἐντολῆς ὁ περιορισμὸς τὸν ὁποῖον θέτετε, ὅτι διὰ παραβάσεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιότητος.
§50Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, χάριν τῆς ἀπόψεώς σας, μὴ τὸ ὑποστηρίζετε πλέον.
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μοῦ φέρει εἰς τὴν μνήμην τὸ ἀτυχὲς ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ μηνῶν συνέβη μεταξὺ τῶν συναδέλφων κ.κ. Γρηγορίου καὶ Κολιαλέξη, ὁπότε σύσσωμον τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε ἐζήτει νὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιότης.
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΙ Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πότε;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἐμὲ τοιαύτη αἴτησις δὲν ὑπεβλήθη.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος γίνεται μία ἀξιοθρήνητος σύγχυσις μεταξὺ ἑνὸς πολιτικοῦ προορισμοῦ τῶν πληρεξουσίων, ὁ ὁποῖος συζητεῖται σήμερον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου καὶ εὐθυνῶν κοινοῦ δικαίου, διὰ τὰς ὁποίας ἐκπίπτει τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ ὁ πληρεξούσιος, διότι καθίσταται ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν τῶν μεταγενεστέρων ἀνάξιος. Καὶ τώρα προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἡ συμμετοχὴ τῶν πληρεξουσίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μόνον προαιρετική. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα: Ἡ θέσις τοῦ γερουσιαστοῦ, τὴν ὁποίαν προαιρετικῶς ὡρισμένοι πληρεξούσιοι θὰ διεξεδίκουν, ἡ θέσις τοῦ γερουσιαστοῦ εἶναι θέσις ἰσότιμος πρὸς τὴν θέσιν τοῦ πληρεξουσίου ἢ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ ἢ μήπως ἡ μετάθεσις εἰς τὴν Γερουσίαν ἀποτελεῖ ὑποβιβασμόν; Αὐτὸ εἶναι τὸ νέον ζήτημα πρὸς ἐξέτασιν. Κατὰ τὸ παλαιὸν σχέδιον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ μετάθεσις πληρεξουσίου εἰς τὴν Γερουσίαν ἀπετέλει ὑποβιβασμόν, διότι ἡ Γερουσία δὲν εἶχεν ἐξουσίαν ἰσοδύναμον. Νομοθετικὴν εἶχεν ἐξουσίαν ὀλίγην, διότι ἤσκει μόνον μίαν ἀνασχετικὴν δύναμιν, μετὰ τὴν πάροδον δὲ ὡρισμένου χρόνου ἡ Βουλὴ εἶχε τὸ δικαίωμα νομοσχέδιον ἀπορριφθὲν ἀπὸ τὴν Γερουσίαν καὶ πάλιν νὰ τὸ καταστήσῃ νόμον. Καὶ ἐνῷ εἶχε μόνον περιωρισμένην νομοθετικήν, δὲν εἶχε καμμίαν πολιτικὴν δύναμιν, μόνον ἄσκησιν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, οὐδεμίαν ὅμως κρίσιμον πολιτικὴν ψῆφον. Καὶ τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἠρωτήσαμεν τοὺς ρήτορας τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἂν θὰ εἶναι ὑποβιβασμὸς ἡ μετάθεσις εἰς τὴν Γερουσίαν. Καὶ τότε ἀντιλαμβανόμενοι οἱ συνήγοροι τοῦ σχεδίου ὅτι δυσκόλως θὰ εὑρίσκοντο πληρεξούσιοι νὰ δεχθοῦν τὸν ὑποβιβασμὸν αὐτὸν διὰ νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἐπειδὴ θὰ παρεῖχον τὴν ἐντύπωσιν, ὅπως γράφομεν εἰς τὴν εἰσήγησιν, ὅτι ἐπώλησαν τὰ πρωτοτόκια ἀντὶ πινακίου φακῆς, ὅτι ἐδέχθησαν νὰ ἐκπέσωσι τῆς ἰδιότητος τοῦ πληρεξουσίου διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν ὀλίγην μόνον καὶ ἀμφίβολον ἐπιβίωσιν, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἤρχισαν ἔκτοτε τὰς ἀβαρίας τοῦ σχεδίου αὐτῶν, ἀβαρίας τὰς ὁποίας ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὠνόμασεν εἰς τὴν ἀγόρευσιν αὑτοῦ συμβιβασμούς, καὶ ἔγινεν ὁ πρῶτος συμβιβασμός. Προκειμένου περὶ τῆς νομοθετικῆς δυνάμεως, εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως»: «Θὰ ἤμεθα σύμφωνοι νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἰς περίπτωσιν διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο Σωμάτων εἶναι δυνατόν, πρὸς ἄρσιν τῆς διαφωνίας, νὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ. Τοιουτοτρόπως συμβιβάζομεν τὸ σημεῖον αὐτό». Ἀλλὰ ὑπελείπετο καὶ ἄλλη δυσκολία, ἡ ὁποία ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ συμβιβασθῇ, ἡ δυσκολία τῆς πολιτικῆς μειονεξίας τῆς Γερουσίας. Ἠρωτήσαμεν τότε τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν»: Πῶς δὲν θὰ εἶναι ὑποβιβασμὸς ἡ μετάθεσις πληρεξουσίου εἰς τὴν Γερουσίαν, ἐφόσον ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν πολιτικὴν δύναμιν; Μᾶς ἀπήντησαν τότε ὅτι θὰ δύναται νὰ ἔχῃ καὶ πολιτικὴν δύναμιν, διότι τὰ δύο Σώματα θὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου. Καὶ ὅταν ἐξεφράσαμεν τὴν ἀπορίαν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται πολιτικὴ δύναμις κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου, ἐφόσον συμφώνως πρὸς τὴν ἄποψιν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀκριβῶς τὰ συντακτικὰ ζητήματα δὲν ἀποτελοῦν ζητήματα ἐμπιστοσύνης, μᾶς ἀπήντησαν τότε ὅτι ἀσχέτως πρὸς τὴν συζήτησιν τῶν συντακτικῶν ζητημάτων, ὅταν τὰ δύο Σώματα θὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιλαμβάνωνται ἐξετάσεως καὶ θεμάτων πολιτικῶν.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι, κύριε· ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἔχουσα πολιτικὴν δύναμιν, δηλαδὴ ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τώρα σεῖς ἀπορεῖτε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις χωρὶς μίαν κοινὴν συζήτησιν. Νὰ σᾶς εἴπω· ἡ ἐπερώτησις ἡ ὁποία θὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης θὰ διεξαχθῇ χωριστὰ εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ χωριστὰ εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν ἡ Γερουσία συμφωνήσῃ πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, θὰ ζητήσῃ ὅπως γίνῃ ψηφοφορία ἁπλῶς εἰς κοινὴν συνεδρίασιν Βουλῆς καὶ Γερουσίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς ἄλλας Χώρας, ὅπως εἰς τὴν Αὐστρίαν, ὅπου εἶναι δυνατὸν συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις νὰ συζητῶνται χωριστὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν καὶ νὰ γίνεται ἀπὸ κοινοῦ ψηφοφορία· διότι καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν ὑπάρχει Γερουσία, ὅπως ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πανηγυρικῶς ἠμφισβητήσατε κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν.
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὀνομάζετε τὸ Reichsrat Γερουσίαν;
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ σχέδιον Preuss προέβλεπε Γερουσίαν, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐφηρμόσθη.
§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Γερμανίαν Γερουσία;
§60Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ Reichsrat ἐπιστημονικῶς δὲν εἶναι Γερουσία.
§61Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι πληρεστάτη Γερουσία, ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων καὶ νὰ ἀνατρέπῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς.
§62Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, δὲν εἶναι ὅμως Γερουσία.
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ Reichsrat εἶναι Σῶμα πολυμελές.
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι Σῶμα πολυμελὲς ἀλλὰ δὲν ἀνατρέπει Κυβερνήσεις.
§65Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θεωρεῖτε χαρακτηριστικὸν μιᾶς Γερουσίας νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν λαόν· αὐτὸ δὲν εἶναι χαρακτηριστικόν. Ἡ δευτέρα Βουλὴ ἡ Γερμανικὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ αὐτὴ πρώτη ἀποφάσεις, προκειμένου νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις νόμους εἰς τὴν Βουλήν, ἔχει δὲ ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλῃ, ἐμποδίζῃ ἢ ματαιώνῃ τὴν κύρωσιν νόμων ψηφισμένων ἀπὸ τὴν Βουλήν. Εἶναι Σῶμα πολυμελὲς ἐκλεγόμενον ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τῶν διαφόρων Κρατῶν. Δὲν εἶναι τοῦτο Γερουσία;
§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Εἶναι Σῶμα κυβερνητικόν, δὲν εἶναι Σῶμα βουλευόμενον. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας εἶναι Γερουσία, κατὰ τὴν γνώμην ὄχι ἐμοῦ, ἀλλὰ ὅλων τῶν συγγραφέων, δὲν εἶναι Γερουσία, ἀλλὰ ἓν Σῶμα ἐκπροσωποῦν τὰς Κυβερνήσεις τῶν Ὁμοσπόνδων Κρατῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ αὐτὸ δικαίωμα, ὅπως καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἂν ἓν νομοθέτημα συμφέρῃ εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ἢ ὄχι. Ἔχει δηλαδὴ δικαίωμα διαμαρτυρίας, τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει ἀναστολήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ Γερουσία τῆς Γερμανίας, ἀποτελουμένη ἀπὸ 60 μέλη. Ἐννοεῖται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ἂν εἶναι Γερουσία.
§67Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ σχέδιον Preuss προέβλεπε Γερουσίαν, ἡ ὁποία ἐματαιώθη, διότι ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις τοῦ Reichsrat. Καὶ τώρα συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν. Οὐσιῶδες δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσέθηκεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὅτι τὰ δύο Σώματα ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων δὲν θὰ συζητοῦν ἀπὸ κοινοῦ· οὐσιῶδες εἶναι ὅτι τὰ δύο Σώματα ἐπὶ πολιτικῶν ζητημάτων ἀπὸ κοινοῦ θὰ ψηφίζουν. Δέχεται λοιπὸν ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», βαθμιαίως ὑποχωροῦσα, προβαίνουσα καθημερινῶς εἰς συμβιβασμούς, δέχεται ὅτι τὰ δύο Σώματα, προκειμένου περὶ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, θὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ διὰ νὰ λαμβάνουν ἀποφάσεις. Πρὸς ἄρσιν νομοθετικῆς διαφωνίας θὰ συνέρχωνται ἐπίσης ἀπὸ κοινοῦ διὰ νὰ λαμβάνουν ἀποφάσεις. Καὶ τέλος θὰ συνέρχωνται πάλιν ἀπὸ κοινοῦ προκειμένου περὶ πολιτικῶν ζητημάτων διὰ νὰ ψηφίζουν. Τοιουτοτρόπως διὰ τῶν βαθμιαίων ὑποχωρήσεων ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» εἰσῆλθεν εἰς δίλημμα ἀδιέξοδον. Διότι ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ ἡ μετάθεσις πληρεξουσίου εἰς τὴν Γερουσίαν ἀποτελεῖ ὑποβιβασμόν, διότι ἡ Γερουσία θὰ ἔχῃ μειωμένην δύναμιν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι διὰ τοὺς πληρεξουσίους ἀπαράδεκτας, ἢ εἶναι ἡ Γερουσία ἰσοδύναμος, διότι καὶ διὰ τὸ συντακτικὸν καὶ διὰ τὸ νομοθετικὸν καὶ διὰ τὸ πολιτικὸν ἔργον θὰ συνέρχεται ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀποφασίζῃ, καὶ τότε ἡ διχοτόμησις εἶναι ὄχι μόνον ἄσκοπος, ὄχι μόνον περιττή, εἶναι καθαρὰ κωμῳδία. Τὸ δίλημμα εἰς τὸ ὁποῖον, βαθμιαίως ὑποχωροῦσα, εἰσῆλθεν ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» εἶναι προφανῶς ἀδιέξοδον. Δὲν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, σήμερον νὰ ἐκταθῶ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ συγκροτηθῇ ἡ ὁριστικὴ Γερουσία. Προσεχῶς θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ θὰ παραστῇ εὐκαιρία τότε νὰ ἀναπτύξωμεν ποῖοι τρόποι ἰσχύουν εἰς τὰ σύγχρονα Κράτη καὶ ποῖος φρονοῦμεν ὅτι εἶναι ὁ πλέον ἐνδεδειγμένος διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὀφείλω σήμερον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὡρισμένας ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν σχετικῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι οἱοσδήποτε τρόπος καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δεκτός, μόνον ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον προτείνει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ πρότασις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» δὲν εἶναι καινοφανής. Ὑπάρχουν τὰ πρακτικὰ μιᾶς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Ἀγγλίαν—τῆς Ἐπιτροπῆς Bryce—καὶ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα συνάγουν ὅτι καὶ ἡμεῖς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῶμεν ἕνα ἀνάλογον τρόπον, δηλαδὴ τὸ πρῶτον Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἐκλέγῃ τὰ μέλη τοῦ δευτέρου. Πρῶτον ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα, τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ σχετικὴ Ἐπιτροπή, δὲν ἀπετέλεσαν νόμον τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους. Δεύτερον ὑπενθυμίζω ὅτι οὐδέποτε ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ διχοτομήσεως ἑνὸς Σώματος. Ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς μιᾶς Βουλῆς νὰ διορίζῃ τὰ μέλη τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Τρίτον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω ἀληθῆ ἀπορίαν καὶ ἔκπληξιν πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ συνήγοροι τῆς ἀπόψεως ταύτης, προτοῦ νὰ πείσουν τοὺς ἑαυτούς των διὰ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀπόψεως, νὰ ἐπιχειροῦν νὰ πείσουν ἡμᾶς. Διότι, ἂν εἶχον πεισθῆ οἱ ἴδιοι, θὰ ὤφειλον νὰ δεχθοῦν τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ὡς μόνιμον τρόπον καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἀποδέχονται. Δέχονται διὰ τὸ μέλλον ἄλλον τρόπον ἐκλογῆς, καὶ τὸν τρόπον αὐτὸν ἀποδέχονται μόνον κατ’ ἐξαίρεσιν διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν.
§68ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἐξαιρετικὴ ἡ περίπτωσις.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δέχομαι τὴν ἄποψιν ὑμῶν, κ. συνάδελφε, ὅτι εἶναι ἐξαιρετικὴ ἡ περίπτωσις διὰ νὰ συμπεράνω ὅτι, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ὑπάρχουν πληρεξούσιοι δεχόμενοι ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς πρέπει νὰ προτιμηθῇ ὡς μόνιμος τρόπος συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας εἰς τὸ μέλλον, θὰ ἔπρεπε καὶ πάλιν διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν νὰ μὴ τὸν ἀποδεχθοῦν. Καὶ τοῦτο δι’ ἕνα ἁπλούστατον λόγον, ὁ ὁποῖος δὲν συντρέχει οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων· διότι ἡ Συνέλευσις ἡμῶν εἶναι μονόπλευρος καὶ ἐκπροσωπεῖ τὸν ἕνα μόνον πολιτικὸν κόσμον. Καὶ ἡ Συνέλευσις, διχοτομουμένη, θὰ κατεσκεύαζε μίαν Γερουσίαν ἐπίσης μονόπλευρον. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν ξένων κειμένων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἔγινε δυστυχῶς μὲ τόσην ἐλαφρότητα, διότι ἀνεγνώσθη μόνον τὸ γράμμα, ἀλλὰ παρενοήθη τὸ πνεῦμα. Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς Ἐπιτροπῆς Μπράϊς, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα; Μία ὑπῆρξεν ἡ προσπάθεια τῆς Ἐπιτροπῆς: Νὰ ἀποφύγῃ τὸν κομματισμόν. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα οἱ ἀναγνῶσται τῶν πρακτικῶν ἐκείνων εἰσηγοῦνται εἰς τὴν Συνέλευσιν; Εἶναι ἡ εἰσήγησις λύσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κορύφωσιν τοῦ κομματισμοῦ! Διότι πρόκειται, ἂν ἐγίνετο δεκτή, νὰ δημιουργήσῃ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα ἐκπροσωποῦν τὸν ἕνα μόνον πολιτικὸν κόσμον. Αὐτὴ δυστυχῶς ὑπῆρξεν ἡ οἰκτρὰ παρανόησις τῶν ξένων κειμένων! Καὶ αὐτὰ μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος διὰ διχοτομήσεως τῆς Συνελεύσεως. Θὰ προχωρήσωμεν τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους τάσσει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὁποίων θεωρεῖ καὶ ἀπαραίτητον καὶ δυνατὴν διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Ὑποστηρίζει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ὅτι θὰ ἔχωμεν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος μὲ τὴν διχοτόμησιν τῆς Συνελεύσεως. Θὰ ἔχωμεν πρῶτον μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ θὰ ἔχωμεν ἐπίσης διπλῆν βάσανον τῶν νομοσχεδίων ὑπὸ τῶν δύο Σωμάτων. Συνέπειαι αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς ἀποτελοῦν ἐγγυήσεις διὰ τὴν πλέον εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» δὲν πρόκειται νὰ συναγάγῃ οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἀπὸ τὴν ἐπίκλησιν τῶν δύο αὐτῶν ἐπιχειρημάτων, διότι ἀποτελοῦν ἐπιχειρήματα ὄχι ὑπὲρ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, ἀποτελοῦν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἄν ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ τὴν χρησιμότητα τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, ὤφειλεν ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» νὰ προσκομίσῃ ἄλλα ἐπιχειρήματα, ὅτι δηλαδὴ κατὰ τὸ ὀλιγόμηνον διάστημα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν ἄμεσον συγκρότησιν μιᾶς προσωρινῆς Γερουσίας ἀπὸ τὴν ὁριστικὴν συγκρότησιν αὐτῆς, ἡ ὁποία πάντως θὰ συντελεσθῇ πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, κατὰ τὸ ὀλιγόμηνον αὐτὸ διάστημα, θὰ ἐγίνετο πλέον εὔρυθμος καὶ πλέον γόνιμος ἡ λειτουργία τῶν δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων. Γνωρίζομεν ὅτι προέχον σήμερον εἶναι τὸ συντακτικὸν ἡμῶν ἔργον. Ἑπομένως καὶ ἂν ἐγίνετο ἡ διχοτόμησις, καὶ πάλιν κατὰ τὸν περισσότερον χρόνον τὰ δύο Σώματα θὰ συνήρχοντο διὰ νὰ λαμβάνουν ἀπὸ κοινοῦ ἀποφάσεις σχετικὰς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ νέου ἡμῶν πολιτεύματος. Ἑπομένως τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς περιόδου αὐτῆς, ἐφόσον ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις λειτουργεῖ ὡς τοιαύτη, εἶναι προφανῶς περιωρισμένον. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ ὑπάρξῃ τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ ἔργον ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἐδέχθη ὅτι εἰς περίπτωσιν διαφωνίας τὰ δύο Σώματα θὰ συνήρχοντο καὶ πάλιν ἀπὸ κοινοῦ πρὸς ἄρσιν αὐτῆς. Ἑπομένως, ἂν μὲν ὑπάρχῃ ὁμοφωνία τῶν δύο Σωμάτων προφανής, ἡ βάσανος δὲν ἦτο ἀπαραίτητος, ἂν δὲ ὑπάρχῃ διαφωνία, ἐπανερχόμεθα καὶ πάλιν εἰς τὴν σημερινὴν σύνθεσιν τῆς Συνελεύσεως, διότι τὰ δύο Σώματα θὰ συνήρχοντο ἀπὸ κοινοῦ. Αὐτὴ πρόκειται νὰ εἶναι ἐκτὸς τῶν ὀλίγων αὐτῶν μηνῶν ἡ πλέον εὔρυθμος λειτουργία τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Εἶναι λοιπὸν προφανές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τὸ πρῶτον τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὑπὲρ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, τὸ ἐπιχείρημα ὅτι θὰ ἔχωμεν πλέον εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, εἶναι ἐπιχείρημα στερούμενον σοβαρότητος. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τῶν ἄλλων σκοπῶν. Πρόκειται, λέγει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα τῆς Χώρας διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τόσον μέγα τὸ ἀπόκτημα τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος διὰ τὴν Χώραν ἡμῶν, ὥστε, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀποκτηθῇ εἴτε διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας εἴτε δι’ οἱουδήποτε ἄλλου θεσμοῦ, θὰ εἴμεθα πρῶτοι ἡμεῖς νὰ θυσιάσωμεν ὅλας ἡμῶν τὰς θεωρητικὰς ἐπιφυλάξεις εἰς τὸν βωμὸν τῆς πρακτικῆς αὐτῆς χρησιμότητος. Ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον πλέον, αἱ δηλώσεις ἐγένοντο κατὰ τὸν πλέον πανηγυρικὸν τρόπον, ὅτι οἱ πλέον ἔγκυροι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου δὲν δέχονται συνεργασίαν, ἐκτὸς ἀσημάντων μονάδων. Κατὰ τίνα τρόπον λοιπὸν θὰ ἐπέλθῃ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης; Ἡμεῖς ἐξεπληρώσαμεν ἐγκαίρως τὸ πατριωτικὸν ἡμῶν καθῆκον, ἀπευθυνθέντες πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐπικαλεσθέντες τὴν συνεργασίαν αὐτῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἀποτελεῖ ταπείνωσιν πλέον ἡ ἐπιμονή μας νὰ τοῖς ἀπευθύνωμεν διαρκῶς ἐκκλήσεις, εἰς τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἀπαντοῦν ἀρνούμενοι. Ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου ἡμῶν. Διὰ τοῦ σχεδίου ὅμως τῆς προσωρινῆς Γερουσίας ὄχι μόνον δὲν πρόκειται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης, ἀλλὰ πρόκειται δυστυχῶς νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀντίθετον. Διατί; Διότι ἡ προσωρινὴ Γερουσία, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ τμῆμα τῆς σημερινῆς Συνελεύσεως καὶ θὰ εἶναι ἑπομένως ὑπόλειμμα μιᾶς περιόδου ἐπαναστατικῆς καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐπίσης πολιτικῶς μονόπλευρος, πρόκειται ἡ προσωρινὴ αὐτὴ Γερουσία νὰ ἐπιζήσῃ καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, θὰ ἀπετέλει ἑπομένως τότε πρόκλησιν κατὰ τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου καὶ πρόσκομμα διὰ τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα τοῦ μέλλοντος. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν εἰλικρινῶς εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς πολιτικῆς ὁμαλότητος διὰ τὸν Τόπον αὐτόν, οὐδέποτε θὰ συγκατατεθῶμεν, ἀντὶ νὰ τὴν ὑπηρετῶμεν, νὰ δημιουργήσωμεν ἀντιστρόφως πρόσκομμα διὰ τὴν ταχεῖαν καὶ πλήρη αὐτῆς ἀποκατάστασιν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρίτου σκοποῦ: Ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ὑποστηρίζει ἐπίσης ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ συγκρότησις τῆς προσωρινῆς Γερουσίας διὰ νὰ εὐκολύνωμεν τὴν ἐπαγγελματικὴν ἐκπροσώπησιν. Ἀκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, τὸν περίεργον συλλογισμόν: Δεχόμεθα, λέγουν οἱ ρήτορες τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», δεχόμεθα ὅτι ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις εἰς τὴν Γερουσίαν εἶναι ἀπαραίτητος. Ἀναγνωρίζομεν ἐπίσης ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχουν ἐπαρκεῖς ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις. Ποῖος ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, ἀναμένεται ὁ λογικὸς εἱρμός, τὸ συμπέρασμα τοιούτων προϋποθέσεων; Προφανῶς ὅτι, ἐφόσον εἰς τὸ μέλλον πρόκειται νὰ ἔχωμεν συγκρότησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, ἀγαθὴ σύμπτωσις εἶναι ὅτι ἐπιβραδύνεται ἐπί τινα χρόνον καὶ ἡ ὁριστικὴ συγκρότησις τῆς Γερουσίας, ὥστε κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ συγχρονισθῇ καὶ ἡ ὀργάνωσις τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων μὲ τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον περιέργως καταλήγουν; Ὅτι, διότι δὲν ἔχομεν ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις καὶ διότι θέλομεν νὰ ὑπάρξῃ ἐπαγγελματικὴ ἐκπροσώπησις, σπεύδομεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας! Εἰς τρόπον ὥστε νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους γερουσιαστὰς νὰ διορίσωμεν ἡμεῖς, δημιουργοῦντες τοιουτοτρόπως ὁμοίωμα ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως. Αὐτὸς εἶναι περίεργος συλλογισμός, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ τὴν Συνέλευσιν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄλλου σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» τάσσει διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποδοχῆς τῆς προσωρινῆς Γερουσίας: Θὰ διευκολύνωμεν, λέγει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις», τὴν εἰσαγωγὴν δύο θεσμῶν ἀπαραιτήτων εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν, ἰδίως ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας. Θλίβομαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ συλλογισμὸς ἐξετέθη καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως, διότι προφανῶς θίγει τὴν ἠθικὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως. Ποῖον εἶναι τὸ βαθύτερον νόημα αὐτοῦ τοῦ συλλογισμοῦ; Ὅτι εἰς τὴν Συνέλευσιν αὐτὴν ὑπάρχουν πληρεξούσιοι οἱ ὁποῖοι ἐνδεχομένως θὰ ἀπεδέχοντο τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἐπειδὴ θὰ ἐκινδύνευον οἱ ἴδιοι εἰς τὰς ἐκλογάς, ὅτι ἐνδεχομένως ὑπάρχουν πληρεξούσιοι οἱ ὁποῖοι ἀποκρούουν τὴν ἀναλογικὴν ὄχι ἀπὸ λόγους θεωρητικῆς πίστεως, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διότι νομίζουν ὅτι θὰ εἶναι ἐπικίνδυνος διὰ τὴν ἐκλογικὴν αὐτῶν ἐπιτυχίαν. Αὐτὴ δυστυχῶς εἶναι ἡ βαθυτέρα ἔννοια τοῦ ἐπιχειρήματος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἀπαντῶμεν λοιπόν: Ἡ Συνέλευσις, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν δύο αὐτῶν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι πράγματι ἀπαραίτητοι, δὲν ἔχει ἀνάγκην δεκασμοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προσωπικῶν ἐξοικονομήσεων διὰ ν’ ἀποδεχθῶμεν θεσμοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι χρήσιμοι εἰς τὸν Τόπον. Ἀνάγκη πειθοῦς μόνον ὑπάρχει. Καὶ ὅταν ἡ Συνέλευσις πεισθῇ ὅτι καὶ ἡ Χώρα ἡμῶν καὶ ἡ Δημοκρατία ὑπηρετοῦνται ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας, ὑπηρετοῦνται ἀπὸ τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος θὰ ἐτόλμα νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἀπὸ λόγους ἁπλῆς πολιτικῆς ἰδιοτελείας θὰ ἀπέρριπτε θεσμοὺς χρησίμους διὰ τὴν Χώραν. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ τελευταίου, τοῦ μεγαλυτέρου, τοῦ κρισίμου ἐπιχειρήματος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Ἀναγνωρίζομεν, λέγουν εἰς τὰς ἰδιαιτέρας των συνομιλίας οἱ πληρεξούσιοι τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», τοὐλάχιστον τινὲς ἐξ αὐτῶν μετὰ τῶν ὁποίων συνωμίλησα, ἀναγνωρίζομεν ὅτι θεωρητικῶς τὸ σύστημα τῆς προσωρινῆς Γερουσίας δὲν ἀντέχει.
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Συνωμίλησα μὲ πολλοὺς πληρεξουσίους. Τὸ εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Κιαγιᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§72Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Κιαγιᾶς δὲν ἐκπροσωπεῖ....
§73Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀλλὰ τί τὰ θέλετε, λέγουν, ὑπάρχει μία πολιτικὴ σκοπιμότης· διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας στερεώνομεν τὴν Δημοκρατίαν! Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία ἔπαλξις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν ἐπρόκειτο πράγματι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἢ καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν στερέωσιν τῆς Δημοκρατίας, ὑπάρχει κανεὶς ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι ὅλοι ἡμεῖς ἀνεξαιρέτως, ἀσχέτως πρὸς διακρίσεις κομμάτων εἰς τὴν Συνέλευσιν, θὰ ἐσπεύδομεν πρόθυμοι εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ; Ὑπάρχουν πολιτικοὶ σκοποὶ ὑψηλότεροι δι’ ὅλους ἡμᾶς ἀπὸ τὴν στερέωσιν τῆς Δημοκρατίας; Καὶ ὑπάρχει κανεὶς μέσα εἰς τὴν Συνέλευσιν ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο πρόθυμος ὄχι μόνον θεσμοὺς νὰ ψηφίζῃ, ἀλλὰ νὰ διεξαγάγῃ ἀκόμη κάθε ἀγῶνα καὶ νὰ ὑποστῇ οἱανδήποτε θυσίαν διὰ τὴν στερέωσιν τῆς Δημοκρατίας; Οὐδεὶς ἀπολύτως! Ἡ διαφωνία ἡμῶν ἔγκειται εἰς ἄλλο σημεῖον. Διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας πιστεύομεν ἡμεῖς ὅτι ὄχι μόνον δὲν στερεώνεται τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ ὑποσκάπτεται, καὶ ὁ θεσμὸς δὲ τῆς Γερουσίας τραυματίζεται θανασίμως διὰ τὸ μέλλον, ἐνῷ εἶναι θεσμὸς ἀπαραίτητος εἰς τὸ νέον πολίτευμα, καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν κόσμου διασύρεται, ὅτι ἀποβλέπει διὰ τῆς καταχρήσεως τῆς παντοδυναμίας τῆς Συνελεύσεως εἰς ἀπόκτησιν ἰδιοτελῶν προσωπικῶν ὠφελημάτων. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως συγκεκριμένως κατὰ τίνα τρόπον νομίζει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ὅτι ἡ προσωρινὴ Γερουσία θὰ ἐστερέωνε τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Ὁ συλλογισμός, ὑποθέτω, εἶναι ὁ ἑξῆς: Θὰ συγκροτήσωμεν σήμερον μίαν προσωρινὴν Γερουσίαν ἀπὸ μέλη τῆς Συνελεύσεως. Ἡ Γερουσία αὐτὴ θὰ εἶναι πολιτειακῶς ἀξιόπιστος. Θὰ εἶναι Γερουσία δημοκρατική. Βραδύτερον θὰ διαλυθῇ ἡ Συνέλευσις, θὰ γίνουν ἐκλογαὶ Βουλῆς. Ἄν ἐνδεχομένως ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἤθελε νὰ στραφῇ ἐναντίον τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἡ παρουσία μιᾶς δημοκρατικῆς Γερουσίας θὰ ἀποτελέσῃ ἓν ἀνυπέρβλητον πρόσκομμα. Τοιουτοτρόπως δημιουργοῦμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν ὡς φραγμὸν ἀνυπέρβλητον, ὡς φρουρὸν καὶ ὡς ἔρεισμα τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Αὐτή, ὑποθέτω, εἶναι ἡ ἄποψις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» Ἂς τὴν ἐξετάσωμεν. Παρὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἡ Γερουσία, ὡς νόμιμον πρόσκομμα, εἶναι ἀπολύτως περιττή. Διατί; Διότι αἱ διατάξεις τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ὁρίζουν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται μεταβολὴ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Δύνανται μὲν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία συνερχόμεναι νὰ συζητήσουν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, καὶ τοῦτο μετά τινα χρόνον, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἑπομένως τὸ νόμιμον πρόσκομμα θὰ ὑφίσταται ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἡ Γερουσία ὡς νόμιμον πρόσκομμα εἶναι ἀπολύτως περιττή. Ἄν ἑπομένως ἡ Βουλὴ τοῦ μέλλοντος ἀπεφάσιζεν ἐνδεχομένως νὰ στραφῇ ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος, τότε αὐτὸ θὰ ἐσήμαινεν ὅτι ἐγκατέλιπε τὸ ἔδαφος τῆς νομιμότητος, ὅτι μετέστη πλέον εἰς τὸ ἔδαφος τῆς βίας. Καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην παύουν πλέον οἱ ἀγῶνες τῆς νομιμότητος καὶ ἀρχίζουν οἱ ἀγῶνες οἱ δυναμικοί, οἱ ἀγῶνες τῶν ἀντιπάλων δυνάμεων. Καὶ δυναμικὸν πρόσκομμα ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἡ προσωρινὴ Γερουσία. Ἀντιμέτωποι τῆς ἐκνόμου ἐκείνης Βουλῆς θὰ εἶναι ὁλόκληρος ἡ δημοκρατικὴ παράταξις, ὅλοι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θεωροῦμεν τὴν στερέωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ζήτημα τάξεως καὶ ζήτημα ὑπάρξεως διὰ τὴν Χώραν. Θὰ εἶναι ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Στόλος, οἱ ὁποῖοι ὅσον ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ εὑρίσκωνται μακρὰν τῶν κομμάτων, μακρὰν τῶν καθημερινῶν πολιτικῶν ἀγώνων, ἄλλο τόσον ἔχουν καθῆκον ὑπέρτατον νὰ τηρήσουν τὸν ὅρκον αὐτῶν πρὸς τὸ δημοκρατικὸν Σύνταγμα, νὰ εἶναι φρουροὶ πιστοὶ καὶ ἀκοίμητοι τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα). Αὐταὶ αἱ δυνάμεις θὰ ταχθοῦν ἀντιμέτωποι τῆς ἐκνόμου ἐκείνης Βουλῆς. Κύριοι συνάδελφοι, μάταιοι βεβαίως εἶναι οἱ φόβοι ὅτι ἐνδεχομένως ποτὲ εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐστρέφετο κανεὶς ἐναντίον τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, διότι τὸ δημοκρατικὸν ἡμῶν πολίτευμα ἐστερεώθη ἐπάνω εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ματαία ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν τὸ κατασκεύασμα τῆς προσωρινῆς Γερουσίας νὰ παράσχῃ οἱανδήποτε ἐγγύησιν ὑπὲρ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ στερεώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλέστερον τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπιχειροῦμεν νὰ τὴν στερεώσωμεν ἐπάνω εἰς τὴν ἄμμον τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ ἀσφαλῶς νὰ παρασύρῃ τὸ πρῶτον ἐναντίον κῦμα. Θέλομεν νὰ τὴν στερεώσωμεν ἐπάνω εἰς ἐρείσματα ἀσφαλῆ καὶ ἀκατάλυτα. Μόνον ἡ εὐδόκιμος διακυβέρνησις τῆς Χώρας, μόνον ἡ χρηστὴ διοίκησις καὶ οἰκονομικὴ ἀνακούφισις τοῦ λαοῦ, μόνον ἡ εἰσαγωγὴ θεσμῶν λαϊκῶν καὶ πρὸ παντὸς ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κάμουν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἀπολαύσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τὰ ἀγαθὰ τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἐπίσης ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὸν Στρατὸν ὅλων τῶν πονηρῶν πνευμάτων τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς φατρίας εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ψυχική του ἑνότης καὶ νὰ διατηρηθῇ ἡ δημοκρατική του πίστις ἀδιατάρακτος. Καὶ ἀκόμη μόνον ἡ χαλάρωσις τῆς ὀξύτητος τῶν κομματικῶν ἀγώνων μεταξὺ τῶν διαφόρων ὁμάδων τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς ὁδηγοῦν καθημερινῶς εἰς κοινὴν φθορὰν καὶ ἀνυποληψίαν τῆς δημοκρατικῆς παρατάξεως, ἐνῷ εἶναι βέβαιον ὅτι αὐτὴ περιέχει τὰς καλυτέρας πολιτικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας καὶ παρέχει τὰς καλυτέρας ἐλπίδας διὰ τὸ μέλλον! Αὐτὰ εἶναι δι’ ἡμᾶς τὰ ἐρείσματα, τὰ στερεὰ καὶ ἀκατάλυτα, ἐπάνω εἰς τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Δημοκρατίαν! (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δαργέντας ἔχει τὸν λόγον.
§75Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ. Ἐκλεγεὶς ὅμως μέλος μετὰ τὴν ἀπορριπτικὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ προσωρινῆς Γερουσίας», δὲν ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Λαμβάνω σήμερον τὸν λόγον, ἵνα ἐνώπιον τοῦ Σώματος, πεπεισμένος περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ σκοπιμότητος τοῦ μέτρου, ὑποστηρίξω αὐτὸ καὶ μὲ τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου ποιήσωμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀνεπηρέαστον κρίσιν τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, προκειμένου περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποτελέσει ὀγκῶδες ἔρεισμα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ εἶναι ὄντως τοιοῦτον ἔρεισμα τοῦ πολιτεύματος τὸ προτεινόμενον μέτρον; Τοῦτο, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι τὸ ἐξεταστέον, ἐφόσον κατ’ ἀρχὴν συζητεῖται καὶ κατ’ ἀρχὴν πρόκειται νὰ κριθῇ τὸ μέτρον τοῦτο. Αἱ λεπτομέρειαι οὐδὲ τὴν συζήτησιν προκαλοῦσιν οὐδὲ τὸ ἐνδιαφέρον, διότι αἱ λεπτομέρειαι εἶναι ἐπιδεκτικαὶ τροποποιήσεως καὶ συνεπῶς συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν ἀντιτιθεμένων μερῶν. Παρηκολούθησα, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ προσοχῆς ἐντεταμένης καὶ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς κρίσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀποκρουσάντων τὸ ψήφισμα· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἐπείσθην περὶ τοῦ σφαλεροῦ τῶν ἰδικῶν μου ἀντιλήψεων καὶ τῶν ἄλλων ὑπερμάχων τοῦ ψηφίσματος ὡς πρὸς τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν προώρισται νὰ ἔχῃ ἡ ἄμεσος σύστασις τῆς Γερουσίας ἐπὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, ἐπὶ τῆς ἑδραιώσεως τοῦ πολιτεύματος. Ἂν ἀναδράμωμεν πρὸς στιγμήν, κύριοι, εἰς τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐκρίθη σκόπιμος καὶ ἀναγκαία ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας, ἂν ἀναδράμωμεν εἰς τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον προέκυψαν τὰ αἴτια ἐκεῖνα, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ δεχθῶμεν ὅτι αἱ πολιτικαὶ συνθῆκαι καὶ αἱ τότε καὶ σήμερον ὑφιστάμεναι πολιτειακαὶ ἀντιθέσεις ἐπέβαλλον καὶ ἐπιβάλλουν τὴν ἄμεσιν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας εἶναι μέτρον ἀνάγκης καὶ ἀνάγκης ἐπιτακτικῆς, ἀνάγκης ἐθνικῆς, διότι εἶναι τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Χώρα θέλει ἀχθῆ ὡς τάχιον εἰς τὴν ὁμαλὴν πολιτικὴν ζωήν. Εἶναι τὸ ἔμπρακτον μέσον, τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ μεταβάλῃ τοὺς εὐσεβεῖς πόθους τῆς συμφιλιώσεως εἰς πραγματικότητα. Εἶναι τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἐπιτευχθῆ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ Συνέλευσις διὰ τοῦ νόμου τοῦ κατοχυροῦντος τὸ πολίτευμα, τοῦ νόμου, ἄλλως τε, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀλίγον ἢ οὐδένα ἐπιδεικνύουσι σεβασμὸν οἱ ἀδιάλλακτοι τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως. Τὰ αἴτια, κύριοι συνάδελφοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπροτάθη ὑπὸ τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας, δὲν ἀνάγονται εἰς τὸν κύριον σκοπὸν τῆς ὑπάρξεως δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἡ σύστασις δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἔχει σκοπὸν ὅλως διάφορον τοῦ σκοποῦ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας. Ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, τὸν ὁποῖον ἐθέσπισαν καὶ διατηροῦν τά τε παλαιὰ καὶ τὰ νέα παντὸς τύπου δημοκρατικὰ πολιτεύματα, ἀποβλέπει εἰς τὴν πληρεστέραν αὐτῶν δημοκρατικὴν ἐμφάνισιν καὶ συγκρότησιν, διότι διὰ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος δημιουργεῖται τὸ ἀντίρροπον τῆς μεγάλης πολιτικῆς καὶ νομοθετικῆς δυνάμεως τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ Σώματος, ὄχι μόνον διὰ τὴν τελειοτέραν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς περιωρισμένης ἐξουσίας, μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλουσι τὴν Γερουσίαν, ἐφόσον στεροῦσι τοιαύτης ἀπολύτου ἐξουσίας τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα. Ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον πρόκειται νὰ θεσπίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν ὁριστικὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἀλλ’ ἡ προσωρινὴ Γερουσία βεβαίως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τελειοτέραν διεξαγωγὴν τοῦ νομοθετικοῦ καὶ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, δὲν εἶναι ὅμως ἡ συμβολὴ αὐτῆς αὕτη τὸ μόνον ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ προσφέρῃ ἡ προσωρινὴ Γερουσία πρὸς τὸ νέον πολίτευμα. Τὸ μέγιστον ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον θέλει δώσει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις ὁμαλῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς καταστάσεως, εἶναι ἡ ἑδραίωσις τοῦ πολιτεύματος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ προσωρινὴ Γερουσία ἔχει σκοπὸν ἀπολύτως πολιτικόν, ὑψίστης σημασίας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην ὀφείλει ἡ Συνέλευσις νὰ κρίνῃ τὸ προτεινόμενον μέτρον, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς ἐν προκειμένῳ μακρὰν παντὸς ἐπηρεασμοῦ. Καὶ ἂν ἡ σύστασις τῆς προσωρινῆς Γερουσίας ἦτο μέτρον ἐπιτακτικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀνάγκης εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας, ἐπιβάλλεται σήμερον περισσότερον καὶ ἐπιτακτικώτερον ἢ πρίν, διότι ἐξέλιπον οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἀντὶ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας δυνάμεθα νὰ συγκροτήσωμεν τὴν ὁριστικήν, ἐφόσον, κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου, ἀπεφασίσθη ἡ ἀνασύνταξις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαιτηθῇ χρόνος ἱκανός, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὁποίου ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ λάβῃ τὰ ἐνδεικνυόμενα δυνατὰ μέτρα πρὸς ὁμαλωτέραν ἐξέλιξιν τῆς καταστάσεως καὶ ἑδραίωσιν τοῦ πολιτεύματος. Τὴν ἐπιτακτικὴν αὐτὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας ἐδημιούργησαν οἱ αὐτοχειροτονηθέντες ἀρχηγοὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικῶν κομμάτων διὰ τῆς ἀποχῆς αὐτῶν ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Δεκεμβρίου, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν λαϊκὴν ψυχολογίαν, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἥτις ὀλίγον βραδύτερον ἐξεδηλώθη εἰς τὸ Δημοψήφισμα, ἀναγνωρίσασα διὰ καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας τὴν ἀποχὴν ὡς σφάλμα, ὡς πλάνην εἰς ἣν παρεσύρθη. Ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικῶν κομμάτων δὲν ἀνεγνώρισαν ἐμπράκτως τὴν ἀποχὴν ὡς σφάλμα, καὶ ὄχι μόνον συμμετέσχον εἰς τὸ πολιτειακὸν δημοψήφισμα, ἀλλὰ καὶ κατόπιν ἀπεφάσισαν οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν νὰ μετάσχωσι τῆς προσωρινῆς Γερουσίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος; Ἀλλὰ μήπως εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ μόνοι οἱ ὁποῖοι ἀνεγνώρισαν ὡς σφάλμα τὴν ἀποχὴν αὐτῶν ἐκ τῶν ἐκλογῶν; Οἱ πλεῖστοι, κύριοι, ἂν μὴ πάντες, ἐκ τῶν ὀπαδῶν των μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ σήμερον ἀκόμη ἀναγνωρίζουσι τὸ σφάλμα τῆς ἀποχῆς ἐκ τῶν ἐκλογῶν καὶ δὲν λαμβάνουσι μὲν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν πρὶν ἢ αὕτη ἀποφασισθῇ ὁριστικῶς, εἶναι ὅμως πρόθυμοι νὰ μετάσχωσι ταύτης, ψηφιζομένης τυχόν. Καὶ γεννᾶται, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ἐρώτημα, ἂν εἶναι ἀληθές, — ὅπως ἀναμφισβητήτως εἶναι — ὅτι πλεῖστοι τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικῶν ἀνδρῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγονται ἄνδρες πολιτικῆς ἐμπειρίας καὶ ἐγνωσμένης ἱκανότητος καὶ ἀδιαφιλονεικήτου πολιτικῆς ἰσχύος καὶ ἀνεγνωρισμένης ἐκ μέρους τῶν ἀντιφρονούντων πολιτῶν, ἄν, λέγω, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχομεν πρὸς τὴν ἄποψιν ἡμῶν συμφωνοῦντας τοὺς πολιτικοὺς αὐτοὺς παράγοντας, τοὺς συντηρητικούς, τὰ πατριωτικὰ αὐτὰ στοιχεῖα, ἐν τίνι δικαιώματι ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐντεταλμένη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συντάξῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας τόσον, ὅσον εἶναι ἐντεταλμένη νὰ στερεώσῃ τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικόν, ἐν τίνι δικαιώματι, λέγω, ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποβλέψῃ πρὸς τοὺς ὀλίγους ἀδιαλλάκτους καὶ δὲν θὰ προσβλέψῃ εἰς τὰ συντηρητικὰ ἐκεῖνα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα διερμηνεύουν τοὺς πόθους τῶν πολιτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν παράταξιν αὐτῶν, ἐν μέσῳ τῆς ὁποίας δρῶσι; Ποῖον, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι τὸ μέτρον μὲ τὸ ὁποῖον ἡ Συνέλευσις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ σταθμίσῃ τὰς δυνάμεις τῶν διαφόρων ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως κομμάτων, διὰ νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ ἀντίθετος παράταξις, ἢ μᾶλλον ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἀντιφρονοῦντος λαοῦ, σύρεται ὄπισθεν τοῦ ἀφηνιάσαντος ἅρματος τῶν ἀδιαλλάκτων, καὶ δὲν εἶναι τὰ συντηρητικὰ στοιχεῖα, οἱ συντηρητικοὶ πολιτικοὶ παράγοντες οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν πλειονοψηφίαν τῆς παρατάξεως ταύτης; Δὲν εἶναι λοιπὸν καθῆκον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀποβλέψῃ πρὸς τοὺς ἀδιαλλάκτους καὶ ν’ ἀδιαφορήσῃ πρὸς τὴν γνώμην καὶ ἀπόφασιν τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα προσφέρονται νὰ μετάσχωσι τῆς Γερουσίας, διότι οὕτω σκεπτομένη καὶ κρίνουσα ἡ Συνέλευσις ὑποβοηθεῖ τὸν ἀντιδραστικὸν ἀγῶνα τῶν ὀλίγων ἀδιαλλάκτων καὶ ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὴν γαλήνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, διαιρῇ σήμερον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀντίθεσις πολιτικῶν φρονημάτων καὶ αἰσθημάτων, δὲν τὸν διαιροῦσι πλέον πολιτειακαὶ βλέψεις τείνουσαι εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος καὶ προωρισμέναι νὰ συνταράξωσιν ἐκ νέου τὴν γαλήνην τῆς χώρας καὶ νὰ ἐνσπείρωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἀναρχίαν, τὸν ἀλληλοσπαραγμὸν καὶ τὴν δυστυχίαν. Ποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μεθ’ ὅσας ὑπέστη σκληρὰς δοκιμασίας ἐκ τῶν καθεστωτικῶν ἀγώνων θεωρεῖ ἐχθρόν του ἐκεῖνον ὅστις καὶ πάλιν θὰ ῥίψῃ αὐτὸν εἰς τὸν σάλον νέων τοιούτων ἀγώνων; Διὰ τοῦτο ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι, ἂν δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, δὲν ἐπιτυγχάνεται διότι ἀρνοῦνται οἱ ἐξωκοινοβουλευτικοὶ τὴν συνεργασίαν των εἰς τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν, εἶναι ἰσχυρισμὸς ἐκείνων ἐκ τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει, οἱ ὁποῖοι βλέπουσιν ἐν τῷ προσώπῳ ὀλίγων ἀδιαλλάκτων τὴν πλειονοψηφίαν ἢ καὶ τὴν ὁλότητα τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκούωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐφόσον δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Καὶ δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικῶν ἀνδρῶν δὲν ἀρνοῦνται τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν εἰς τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν. Τὸ φαινόμενον κατὰ συνέπειαν τῆς ἐν τῇ Συνελεύσει ἀσκουμένης σφοδρᾶς πολεμικῆς κατὰ τοῦ ψηφίσματος δὲν δύναται βεβαίως ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κακὴν θέλησιν τῶν ἀποκρουόντων αὐτό, δὲν δύναται ὅμως παρὰ ν’ ἀποδοθῇ εἰς προκατάληψιν αὐτῶν. Ἠκούσατε μετὰ πόσης φανατικότητος ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου συνάδελφος προσεπάθησε ν’ ἀποκρούσῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα εἰς τὰς τόσον διαφωτιστικὰς ἀγορεύσεις των ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Λέσβου καὶ Μαντινείας συνάδελφοι κ.κ. Καραπαναγιώτης καὶ Μπακόπουλος, καὶ διὰ τῶν ὁποίων κατέδειξαν ὅτι δὲν εἶναι καινοφανὲς τὸ σύστημα τὸ ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος καθιερούμενον διὰ τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα καὶ τὰ πραγματικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα παρεκίνησαν τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ψήφισμα. Ἠκούσατε θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται μᾶλλον εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας παρὰ εἰς τὸν βασικὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ ἄμεσος συγκρότησις αὐτῆς. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνετάχθη εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ εἶναι περισσότερον δικαιολογημένοι οἱ λόγοι οἱ ὑποβληθέντες κατὰ τοῦ ψηφίσματος, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις παραδέχεται ὡς μέγα ἀγαθὸν τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν Γερουσίαν τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου, διότι παραδέχεται ὅτι διὰ τῆς συμμετοχῆς τοῦ κόσμου τούτου ἐπέρχεται ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ γαλήνη τῆς Χώρας, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν, λέγω, τοῦτο, ἀρκεῖ νὰ μνημονεύσωμεν τὴν ἑξῆς περικοπὴν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως: «Ἀλλὰ θὰ συμμετάσχῃ, λέγει, ἡ ἔκθεσις, πράγματι εἰς τὴν Γερουσίαν ὁ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος; Βεβαίως, ἂν ὑφίστατο ζωηρὰ καὶ κοινὴ ἐπιθυμία τοῦ πολιτικοῦ τούτου κόσμου πρὸς συμμετοχήν, θὰ ἦτο τόσον μέγα τὸ ἀγαθὸν τῆς ὁριστικῆς γαλήνης, πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς, τῆς ὁποίας ἡ Χώρα, δοκιμασθεῖσα ἀπὸ τὸν σάλον μιᾶς ὁλοκλήρου δεκαετίας, ἔχει ὑπερτάτην ἀνάγκην, ὥστε νὰ παραβλέψωμεν οἱαδήποτε ἄλλα μειονεκτήματα τοῦ θεσμοῦ ἐκ τοῦ ἀτελοῦς τρόπου τῆς προσωρινῆς αὐτοῦ συγκροτήσεως». Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, δεδομένου ὄντος ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν ἀνδρῶν δέχονται νὰ μετάσχωσι τῆς Γερουσίας, ἐξυπηρετεῖται τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ὀλίγων ἀδιαλλάκτων, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νὰ μετάσχωσιν εἰς τὴν Γερουσίαν; Ὡμίλησεν ὁ κ. Παπανδρέου περὶ μονάδων αἱ ὁποῖαι δέχονται νὰ μετάσχωσιν εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν πραγματικότητα, διότι διὰ τῆς συμμετοχῆς τῶν δεχομένων, οἵτινες ἐκπροσωποῦσι τὴν μεγίστην πλειονοψηφίαν τοῦ ἀντιφρονοῦντος λαοῦ, ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν λαϊκῶν τάξεων τῶν ἑκατέρωθεν παρατάξεων. Καταρρέει λοιπὸν ῥιζικῶς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ βασικὸς σκοπὸς τῆς προσωρινῆς Γερουσίας διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς αὐτὴν προσώπων τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως. Ἀλλ’ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, ἀναφερομένη εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ψηφίσματος ὅτι ἐπείγει ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας καὶ διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς μορφῆς τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ διὰ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ἀποκρούει τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι ἡ προσωρινὴ Γερουσία δὲν ἔχει λόγον καὶ σκοπὸν νὰ ἱδρυθῇ καθ’ ὃν χρόνον ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας. Στηρίζει δὲ τὸ ἐπιχείρημά της ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τῆς ἑξῆς σκέψεως: «Ἄς δεχθῶμεν, ἔστω, ὅτι ἡ προσωρινὴ Γερουσία συγκροτεῖται ἀμέσως. Ἀμέσως ὅμως σημαίνει, φυσικά, ἀρχὰς Ἰουλίου — ἐπειδὴ ταχύτερον εἶναι προφανῶς ἀδύνατον. Τότε ὅμως πρόκειται νὰ διακοποῦν καὶ αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως. Δὲν θὰ δύναται ἑπομένως νὰ λειτουργῇ ἡ Γερουσία. Γερουσιαστὰς μὲν θὰ ἔχωμεν — ἀφοῦ θὰ ἔχουν διορισθῆ — Γερουσίαν ὅμως ὄχι. Ἡ Γερουσία θὰ λειτουργήσῃ τὸ φθινόπωρον, ὁπότε θὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της καὶ ἡ Συνέλευσις. Ἀλλὰ τότε, συμφώνως πρὸς τὸ ἰδικόν μας σχέδιον, θὰ ὑφίσταται καὶ θὰ δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἡ ὁριστικὴ Γερουσία, συμβάλλουσα προφανῶς κατὰ μείζονα λόγον εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς μορφῆς τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ σπουδή; Ποία ἡ χρονικὴ ὠφέλεια ἐκ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς προσωρινῆς Γερουσίας;» Ἠκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τίνα λόγον ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις — συνταχθεῖσα κατὰ Ἰούνιον — ἔκρινεν ἐντελῶς ἄσκοπον τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Ἐκρίθη ἐντελῶς περιττὴ τότε ἡ συγκρότησις τῆς Γερουσίας, διότι δὲν θὰ ἐπήρχετο χρονικὴ ὠφέλεια, ἀφοῦ ἐπρόκειτο κατὰ μῆνα Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας, εἰς τρόπον ὥστε κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον νὰ λειτουργήσῃ αὕτη ὁμοῦ μετὰ τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ αἱ ἀντιρρήσεις αὐταί, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ τοῦ λόγου τῆς χρονικῆς ὠφελείας, ὑφίστανται πλέον σήμερον; Βεβαίως ὄχι. Καὶ μάλιστα δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ἀντιστρέφονται, διότι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐκρίνετο ἄσκοπος ἡ προσωρινὴ συγκρότησις τῆς Γερουσίας, διότι δὲν θὰ ἐπήρχετο ἡ χρονικὴ ὠφέλεια ἡ ὁποία ἐπεδιώκετο διὰ τοῦ ψηφίσματος, διὰ τὸν ἴδιον λόγον τῆς χρονικῆς ὠφελείας ἐπιβάλλεται σήμερον ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας, διότι ἡ ὁριστικὴ Γερουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ καὶ λειτουργήσῃ εἰμὴ μετὰ τὴν ἀνασύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ τὴν διενέργειαν τῶν τοπικῶν ἐκλογῶν, ἤτοι μετὰ παρέλευσιν μακροῦ ἀκόμη χρόνου. Καταπίπτει ἑπομένως καὶ τὸ πραγματικὸν τοῦτο ἐπιχείρημα τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως καὶ δὲν ἀπομένουν παρὰ αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας τόσον εὐγλώττως ὁ κ. Εἰσηγητὴς ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, θεωρία, στηριζομένη ἐπὶ ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν ἢ δεδομένων, ἡ ὁποία νὰ μὴ στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Καὶ ἂν δὲν εἶναι ἀληθής, εἶναι πάντως ἀληθοφανής. Σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὸ προτεινόμενον μέτρον ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ θεωρητικῆς ἀπόψεως. Εἶναι καιρός, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κατέλθωμεν ἀπὸ τὰ νέφη τῶν θεωριῶν περὶ λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὸν τίτλον τῶν προστατῶν αὐτῶν εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως ἀδιαλλάκτους. Ἂς φροντίσωμεν ἡμεῖς ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ποθεῖ καὶ θέλει νὰ τῷ ἐξασφαλίσωμεν τὸ ταχύτερον, τὴν γαλήνην καὶ τὴν εὐτυχίαν. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν πληρεξουσίων ὡς μελῶν τῆς Γερουσίας χαρακτηρίζεται ὑπὸ τῶν πολεμίων τοῦ προτεινομένου συστήματος ὡς μέτρον ἀντικείμενον εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως καὶ ὑπονομεῦον τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ἀρνοῦνται τὴν χρησιμότητα καὶ σκοπιμότητα τοῦ μέτρου, ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἑδραίωσιν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Εἰσηγητὴν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅστις ὑπῆρξε καὶ εἰσηγητὴς τοῦ μέτρου τῆς στενῆς ἐκλογικῆς περιφερείας κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Συνελεύσεως, πρὸς τίνα σκοπὸν ἐλήφθη τὸ μέτρον ἐκεῖνο, ἂν δὲν ἐλήφθη ἐκ λόγων σκοπιμότητος, ἐκ λόγων ἐξασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ἐκ λόγων προστασίας τῆς Χώρας ἀπὸ κινδύνους, τοὺς ὁποίους εἶχον δημιουργήσει αἱ πολιτικαὶ συνθῆκαι καὶ αἱ πολιτειακαὶ ἀνωμαλίαι; Ὀφείλει λοιπὸν καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ κρίνῃ τὴν συγκρότησιν τῆς προσωρινῆς Γερουσίας ὡς μέτρον ἀνάγκης, νὰ μὴ τὴν κρίνῃ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἁπλῶς τῆς θεωρητικῆς. Εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ οἱοσδήποτε θεσμός, ὅστις δὲν ἐξυπηρετεῖ πρακτικῶς τὴν Κοινωνίαν καὶ τὸ Κράτος, ὅστις δὲν προσαρμόζεται πρὸς τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἃς προώρισται νὰ θεραπεύσῃ. Ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συζητουμένου θέματος, διότι ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ψήφισμα θ’ ἀποτελέσῃ ἀσφαλὲς ἔρεισμα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἔχω διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Συνελεύσει τοιοῦτον θέμα, ἐστερημένον, ἄλλως τε, πολιτικῆς σημασίας διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καθὸ φύσεως συντακτικῆς, παρὰ νὰ διερευνηθῇ καὶ κριθῇ ἄνευ οἱασδήποτε προκαταλήψεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ εἰσηγηθέντες τὸ ψήφισμα περὶ προσωρινῆς Γερουσίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγονται οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκ τῶν πληρεξουσίων οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. Τσουδερὸς καὶ Μητσοτάκης, ν’ ἀφήσωσιν ἔκθετον τὸ ἴδιον αὐτῶν τέκνον, τὸ ψήφισμα, ὅπερ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλεται αὐτοῖς νὰ ὑποστηρίξωσιν, ἐφόσον δὲν ἐξέλιπον οἱ λόγοι καὶ οἱ σκοποὶ δι’ οὓς τὸ εἰσηγήθησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος ἡ ἐκλογὴ τῆς πρώτης Γερουσίας θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν λαϊκῶν τάξεων ὄχι μόνον τῆς μιᾶς πλευρᾶς, τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐκτὸς αὐτῆς, θὰ δεχθῇ τὸ ψήφισμα, βεβαία οὖσα ὅτι ἐπιτελεῖ ἔργον πατριωτικόν, διότι θέτει μίαν βάσιν στερεὰν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§77Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι καὶ ἐκουράσθη ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐκορέσθη ἐκ τῆς μακρᾶς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος περὶ προσωρινῆς Γερουσίας. Εὐνόητος ἄλλως τε εἶναι καὶ ἡ κούρασις καὶ ὁ κάματος τῆς Συνελεύσεως ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης. Ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς σχεδίου ψηφίσματος ἐπελήφθη ἡ Συνέλευσις τοῦ συντακτικοῦ ἔργου αὐτῆς. Καὶ ἐνῷ τὸ σχέδιον ψηφίσματος φέρει κυρίως πολιτικὸν καὶ μόνον ἴσως πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη καὶ ἐπὶ θεμάτων καὶ ἐπὶ σημείων ἄλλων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀντικείμενα τῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενα ἔξω τῆς πολιτικῆς εὑρισκόμενα, ὡς ἀναγόμενα εἰς ἀκραιφνῶς πολιτειακὰ ζητήματα τῆς καθαυτὸ ἀποστολῆς τῆς Συνελεύσεως, ἀντικείμενα ἀναγόμενα εἰς τὰ ἔργα τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας. Φυσικὸν ἄρα ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ κούρασις, καὶ καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ μὴ συντελέσω εἰς τὸ νὰ κουρασθῇ ἐπὶ πλέον τὸ Σῶμα, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν σημείων ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων σχεδὸν πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐπραγματεύθησαν, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὸν κυριαρχοῦντα χαρακτῆρα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Καὶ ὁ κυριαρχῶν χαρακτήρ, κατ’ ἐμέ, εἶναι ὁ πολιτικὸς καὶ οὐχὶ ὁ πολιτειακός. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὅταν τοῦτο ἐπιληφθῇ τῆς θεμελιώσεως τοῦ νέου πολιτεύματος ἡμῶν, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ φθάσῃ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν συγκρότησιν τῆς Πολιτείας, τὴν ὀργάνωσιν αὐτῆς καὶ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ὅτε θὰ εἶναι εὔκαιρον πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξηνέχθησαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας, νὰ ἀναπτυχθῶσι τότε καὶ ἐπικαίρως καὶ τελεσφόρως. Ἐπὶ τοῦ παρόντος νομίζω ὅτι προέχει ἓν μόνον ζήτημα, μία μόνη ἄποψις, ἡ ἄποψις ἡ πολιτική, ἡ ἄποψις ἡ ἐξυπηρετοῦσα τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ νοῦν, ὡς εἰκάζω, οἱ εἰσαγαγόντες τὸ σχέδιον ψηφίσματος εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν ὁποίαν συμμερίζεται ὁλόκληρος ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις». Θὰ ἦτο εὐχερὴς ἴσως ὁ ἔλεγχος ἀπὸ θεωρητικῆς καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας. Ἠκούσθησαν ἐνταῦθα καὶ αἱ ὑπὲρ καὶ αἱ κατὰ τοῦ σχεδίου τούτου γνῶμαι. Ἠκούσθησαν δὲ καὶ αἱ ὑπὲρ καὶ αἱ κατὰ τοῦ σχεδίου τούτου γνῶμαι καὶ ἐν τοιούτῳ ἑκατέρωθεν πλεονασμῷ, ὥστε καὶ ἡ ἀντιπαραβολὴ μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων συστημάτων ἄγει εἰς εὔκολον καὶ εἰς ἄμεσον συμπέρασμα, τῆς ἀποκρούσεως καὶ ἀπὸ τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις». Ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν ὅτι εἶναι μὲν δυσδιάκριτα τὰ ὅρια, μέχρι τῶν ὁποίων φθάνει ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἀλλὰ καὶ ἐθεώρει, ὡς φαίνεται, ὅτι δὲν θίγονται καὶ δὲν ὑπερβαίνονται τὰ ὅρια ταῦτα διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος. Καὶ θὰ ἠρώτων τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως»: Δὲν ἀποτελεῖ ἆρά γε ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἡ οἰκειοποίησις ἀπὸ μέρους τοῦ κυριάρχου Σώματος, τῆς Συνελεύσεως, ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον συγκρότησις τῆς πρώτης Ἑλληνικῆς Γερουσίας; Καὶ προεβλήθη εἰς τοὺς διστάζοντας περὶ τούτου ἡ ἀντιλογία: Διατί δὲν εἶναι ἆρά γε κυρίαρχον Σῶμα ἡ Συνέλευσις καὶ δὲν δύναται νὰ συγκροτήσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν πρώτην Γερουσίαν, ἐκλέγουσα αὐτὴν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως ἢ καὶ ἄλλων οἰωνδήποτε καὶ συγκροτοῦσα οὕτω τὴν πρώτην Γερουσίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐγκαταστήσῃ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι; Καὶ ἀπαντῶ ἀναντιρρήτως, εἶναι κυρίαρχος ἡ Συνέλευσις καὶ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ κυριαρχικὸν αὐτῆς δικαίωμα. Ἀλλά, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», τὸ αὐτὸ θὰ ἔλεγον καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, μὲ ὅλην τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Συνέλευσις, νὰ καταπατήσῃ τὰ ὅρια τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει τρόπον τινὰ ἐπικυριαρχίαν ἐπὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀπὸ μέρους τῆς Συνελεύσεως. Τοιαύτην δὲ ἐπικυριαρχίαν οὐδέν ποτε Σῶμα, ὁσονδήποτε συντακτικὸν καὶ ἂν ἦτο, διεξεδίκησε. Διότι τοιαύτη κηδεμονία ἐπὶ τοῦ λαοῦ, τοιαύτη ἐπικυριαρχία ἐπὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας θὰ ἦτο ἀκατανόητος. Ἀναντιρρήτως μία Συνέλευσις εἶναι Σῶμα κυρίαρχον καὶ δύναται ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὐτῆς δικαιώματι νὰ νομοθετήσῃ οὕτως ἢ ἄλλως, νὰ θέση ἕνα συνταγματικὸν θεσμὸν ὑπὸ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἔννοιαν, ἀλλ’ ἐφόσον, νομοθετοῦσα ἢ τὸ Σύνταγμα ψηφίζουσα, ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὸ ἔργον αὐτῆς εἶναι καταδικασμένον εἰς θάνατον καὶ εἶναι θνησιγενές. Καὶ διὰ νὰ γίνῃ καταληπτότερον τὸ πρᾶγμα θὰ μοὶ ἤρκει ἓν μόνον ἐκ πολλῶν παράδειγμα νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐν σχέσει πρὸς τὴν κυριαρχίαν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Συνέλευσις. Θὰ ἠρώτων αὐτόν: Ἔχουσα ἡ Συνέλευσις κυριαρχικὰ δικαιώματα, ὡς περιβληθεῖσα διὰ τοιούτων διὰ τῆς ἐκλογῆς ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ, εἶχεν ἆρά γε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν ἰσόβιον, καταπατοῦσα τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ λαός, ἵνα περιοδικῶς ἐκλέγῃ τοὺς αἱρετοὺς αὑτοῦ ἄρχοντας, τοὺς ἐντολοδόχους του πρὸς ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Διὰ νὰ εἶσθε συνεπεῖς, καὶ ἂν ἠθέλετε νὰ εἶσθε συνεπεῖς πρὸς ὑμᾶς αὐτούς, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσετε καταφατικῶς εἰς τὴν ἐρώτησιν καὶ νὰ μοῦ εἴπετε «μάλιστα· ἡ Συνέλευσις, κυρίαρχον Σῶμα οὖσα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν ὡς ζῶσαν καὶ λειτουργοῦσαν εἰς τὸ διηνεκὲς καὶ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν καὶ τοῦ ἀνατεθέντος αὐτῇ ἔργου, καὶ ὡς ἔχουσαν ἀνάγκην νέαις ἀναγνωρίσεως ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ. Τοιούτους παραλογισμούς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, οὐδεὶς ποτε, καὶ ὁ ἔσχατος τῶν πολιτευομένων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ. Τὰ κυριαρχικά της δικαιώματα—πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν καλῶς τὸ στοιχειῶδες τοῦτο καθῆκόν μας, ἡ τήρησις τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ καὶ ἀπαράβατον προϋπόθεσιν διὰ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν—δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἡ Συνέλευσις, καὶ ἡ παροῦσα καὶ πᾶσα ἄλλη εἰς τὸ μέλλον, μόνον ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας της τῶν ὑπὸ τοῦ λαοῦ διαγραφέντων. Πέρα τούτων ὑπάρχει ἡ αὐθαίρετος θέλησις τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελούντων τὸ Συντακτικὸν Σῶμα καὶ οὐχὶ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, ἐκπεφρασμένη ἐγκύρως διὰ τῶν νομίμων ἐντολοδόχων καὶ ἀντιπροσώπων του, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ παύουν νὰ εἶναι τοιοῦτοι καὶ ἀποβαίνουν πλέον ἁπλᾶ ἄτομα, θέτοντα τὴν ἰδίαν θέλησιν ὑπεράνω τῆς καθολικῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους· ὑπὸ παρομοίας δὲ συνθήκας οὐδὲν κυριαρχικὸν δικαίωμα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Καὶ εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐξελέγημεν καὶ μὲ ποίαν ἐντολὴν περιεβλήθημεν. Ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Συντάγματος ἀνετέθη ἡμῖν καὶ κατὰ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις του ἔχομεν ἄρα ἐντολὴν καὶ νὰ νομοθετήσωμεν τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἐντολὴν καὶ νὰ ἐγκαταστήσωμεν αὐτὴν ἄνευ τῆς πληρώσεως τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους τὸ νέον Σύνταγμα θὰ καθιερώσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐγκαταστάσεως μιᾶς συνταγματικῆς Γερουσίας. Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἐφόσον σχετίζεται μὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς πρώτης Γερουσίας, ἀσχέτως πρὸς τὰς περαιτέρω ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, δὲν ἔχω νὰ εἴπω πολλά, διότι σχεδὸν πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐπικαλεσθῇ κατὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐπὶ ἑνὸς μόνον σημείου ὅμως θὰ εἶχον καθῆκον νὰ ἐφελκύσω τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐμνήσθην πρὸ ὀλίγου τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὡς πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι τὸ ἀκόλουθον: Εἰς Χώραν, ἥτις ἀπὸ μιᾶς ὀγδοηκονταετίας περίπου, οἷα ἡ Ἑλλάς, ἡ ἀποκτήσασα δι’ Ἐπαναστάσεως δικαιώματα αὐτοκυβερνήσεως, ἥτις τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐστερέωσεν ἀσφαλέστερον κατὰ τὴν δευτέραν ἐθνικὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1862, ἥτις τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐπεξέτεινε, μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909, εἰς Χώραν εἰς τὴν ὁποίαν καθιερώθη καὶ ἐρριζοβόλησεν ἔκτοτε τὸ πνεῦμα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοδιοικήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως ἄλλως τε καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην Χώραν εἰς ὁμοίας περιστάσεις μὲ τὴν ἡμετέραν εὑρισκομένην, εἰς Χώραν εἰς τὴν ὁποίαν τὸ δικαίωμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον καὶ τὴν βάσιν πάσης τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως, δὲν εἶναι δυνατόν, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν συγκρότησιν τῆς Πολιτείας νὰ νοηθῇ συγκρότησις καὶ ὀργάνωσις τῶν ἐξουσιῶν αὐτῆς ἔξω ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἀμέσως ἐκφραζομένην. Τοῦτο θὰ ἀντέκειτο εἰς τὴν κυριαρχίαν αὐτοῦ καὶ θὰ ἦτο ἀνελεύθερον. Εἰς τὸ δόγμα λοιπὸν τοῦτο τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας ἀντίκειται καταδήλως τὸ σχέδιον καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν εἰσηγεῖται ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» τὴν καθιέρωσιν τῆς πρώτης Γερουσίας τῆς Ἑλλάδος.
§78Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ εἶναι καλὸν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ τὸ ἀποδεχθῇ. Ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ σκοπιμότητα καὶ νὰ εἶναι καλὸν διὰ τὸ Ἔθνος.
§79Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ ἔχῃ σκοπιμότητα, λέγει ὁ κ. συνάδελφος. Καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τούτου εἰσέρχομαι ἤδη. Διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικόν, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου· εἶναι ζήτημα πολιτικὸν καὶ ἀφορᾷ κυρίως τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα τοῦ προτεινομένου μέτρου καὶ μόνον κατὰ τὰς ὑποδείξεις αὐτῆς εἶναι ρυθμιστέον, καὶ ὡς τοιοῦτον εἶναι ἐξεταστέον παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, καὶ διὰ τοῦτο ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα. Ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος κυρίως διὰ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας καθ’ ὃν τρόπον εἰσηγεῖται τὸ ψήφισμα εἶναι ἡ ἐπίτευξις τοῦ ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν, εἶναι ἡ συνδιαλλαγὴ πρὸς τὸν ἀντιδραστικὸν πολιτικὸν κόσμον, πρὸς τὸν κόσμον τὸν πολιτικὸν τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκόμενον, εἶναι ἡ ἐντεῦθεν προσδοκωμένη ἐξασφάλισις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἡ στερέωσις καὶ κατοχύρωσις αὐτοῦ, ὥστε ἀκινδύνως καὶ ἀσφαλῶς εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ τὸ πολίτευμα τοῦτο νὰ ἐξελίσσεται ἡ ἐθνικὴ ζωὴ ὁμαλῶς καὶ ἀδιαταράκτως. Ἂς ἴδωμεν, κύριοι, ὁ σκοπὸς οὗτος, ὁ ἄλλως ἄξιος πάσης ἐπιδοκιμασίας, εἶναι κατορθωτός, ὁ σκοπὸς οὗτος, χάριν τοῦ ὁποίου τινὲς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ὑπὲρ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ὡμίλησαν καὶ ἄλλοι τινὲς ἐδήλωσαν ὅτι θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ παραιτήσωσι τὰς ἐπιφυλάξεις των ὡς πρὸς τὰς ἐλλείψεις τοῦ προτεινομένου διὰ τοῦ ψηφίσματος τρόπου καταρτίσεως τῆς Γερουσίας ἀρκεῖ νὰ ἦτο δυνατόν, ἀρκεῖ νὰ ὑπῆρχεν ἐλπὶς ἐπιτεύξεως τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, ὁ σκοπὸς οὗτος, λέγω, τῆς ἠρεμότητος καὶ τῆς ὁμαλότητος τοῦ πολιτικοῦ βίου εἶναι ἆρά γε κατορθωτός; Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροθυμοποιήθησαν ὅπως παραιτήσωσι τὰς ἀντιθέτους γνώμας καὶ ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἔχουν πρὸς τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν», ταῦτα λέγοντες, ἔλεγον συγχρόνως ὅτι δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς ἡ ἐλπὶς αὐτή. Διότι ἀπὸ τὰς θεωρητικὰς σκέψεις, τὰ συμπεράσματα τῶν ὁποίων βλέπομεν ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος διατυπούμενα ὡς μέτρα συνταγματικά, στρέφοντες τὰ βλέμματα πρὸς τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὰ πρόσωπα, λαμβάνομεν ἐντεῦθεν τὴν λυπηρὰν ἀπάντησιν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ποθοῦμεν πάντες, ἵνα συντόμως ἐπέλθῃ ἡ ὁμαλότης καὶ συνδιαλλαγή, δὲν εἶναι δυστυχῶς δυνατόν. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω ποία εἶναι ἡ διάθεσις τοῦ ἔξω τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένου πολιτικοῦ κόσμου, δὲν θὰ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω διατί ὁ ἀντιδραστικὸς κόσμος ἀποστέργει σήμερον νὰ συμπράξῃ ἐν τῇ δημιουργίᾳ καὶ συγκροτήσει τοῦ νέου πολιτεύματος, μετέχων τῆς Γερουσίας. Καὶ δὲν ἐξετάζω διατί, ὅταν ἦλθεν ἡ εὔθετος ὥρα, δὲν κατῆλθεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν στίβον, ἵνα ἐκεῖ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀντιθέτους πολιτικάς του ἰδέας. Διότι ἐγὼ θὰ ἔλεγον ὅτι δὲν θὰ ἦτο πρέπον, δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ ἆρα δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους συνδιαλλαγὴ παρὰ τοῦ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκομένου πολιτικοῦ κόσμου πρὸς τὸν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκόμενον ἀντιδραστικὸν πολιτικὸν κόσμον. Διότι ἡ τοιαύτη πορεία ἡμῶν ὄχι μόνον δὲν τείνει εἰς τὴν στερέωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐνδεχόμενον μίαν ἡμέραν νὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν καταβαράθρωσιν καὶ ἀνατροπὴν αὐτοῦ. Ἂν ἀπέβλεπέ τις εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ὡς διετυπώθη ἀπὸ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι τὰ πάντα ἐν τάξει ἔχουν καὶ περὶ πάντων προεῖδε, περὶ ὅσων θὰ ἔπρεπε νὰ προΐδῃ τὸ ψήφισμα καὶ οἱ συντάκται αὐτοῦ διὰ τὴν πληρότητα τοῦ νομοθετικοῦ τούτου ἔργου τῆς Συνελεύσεως. Τὸ νομοθετικὸν τοῦτο οἰκοδόμημα, ὡς ἐσχεδιάσθη ἐν τῷ χάρτῃ τοῦ ψηφίσματος, δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι εἶναι ἄρτιον καὶ ἀριστοτεχνικοῦ μάλιστα ρυθμοῦ. Διότι τὸ σχέδιον περὶ Γερουσίας καὶ τὰς παρούσας περιστάσεις τὰς πολιτικὰς ἱκανοποιεῖ, ὡς νομίζουν οἱ συντάκται αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς πολιτειακὰς ἀντιμετωπίζει τελεσφόρως. Καὶ δὲν ὑπάρχει τι περὶ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ προεῖδον καὶ νὰ μὴ ἐμερίμνησαν, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ τῶν συντακτῶν αὐτοῦ ὅπως, καὶ προτοῦ ἀκόμη ψηφισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ νέον δημοκρατικὸν Σύνταγμα, καὶ προτοῦ ἐφαρμοσθῇ διὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατὰ τὰς νέας συνταγματικὰς διατάξεις, ὁλοκληρωθῇ ἐν τούτοις τὸ νέον δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐν σπουδῇ διὰ τῆς προκαταβολικῆς ὀργανώσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Δυστυχῶς ὅμως πάντα ταῦτα τὰ ἐπινοήματα δὲν εἶναι ἢ καθαραὶ θεωρίαι, θεμελιούμεναι à priori, ὡς λέγουν ἐν τῇ φιλοσοφικῇ γλώσσῃ, χωρὶς νὰ ἔχουν ἀφετηρίαν αὐτὰ τὰ πράγματα, ὡς παρ’ ἡμῖν ἔχουν, καὶ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν ὁποίων ἀποβλέπουν. Διὰ τοῦτο, ἂν κατέλθωμεν ἀπὸ τὰς νεφέλας τῶν θεωριῶν καὶ πατήσωμεν τὸ ἀσφαλὲς ἔδαφος τῶν πραγμάτων, θὰ ἴδωμεν ὅτι αἱ θεωρίαι αὗται δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς οὐδεμίαν πραγματικὴν κατάστασιν. Ἂς ἴδωμεν δὲ ἂν αἱ θεωρίαι αὗται ἔχουν σχέσιν τινὰ μὲ τὰ πράγματα. Ἀληθῶς τὸ σχέδιον εἰς οὐδένα ἀφήνει παράπονον, διότι καὶ περὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἐμερίμνησεν, ἵνα εἰσαχθῇ ἡ ἀντιπροσωπεία αὐτῶν ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ αὐτὸν τὸν ἔξω τῆς Συνελεύσεως εὑρισκόμενον πολιτικὸν κόσμον καλεῖ νὰ εἰσέλθῃ ἐν αὐτῇ, καὶ πάντα ὅστις ἀνεδείχθη ἐν ἀξιώμασιν ὑπουργικοῖς καλεῖ ἐπίσης νὰ μετάσχῃ. Εἶναι λοιπὸν ἄρτιον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τὸ σχέδιον τοῦτο, διότι περὶ πάντων προεῖδεν, ὑπὸ τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνάγκης ὅπως γίνῃ ὁμαλώτερος εἰς τὸ μέλλον ὁ πολιτικὸς ἡμῶν βίος καὶ αἱ σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὸν ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸν κόσμον. Καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος δὲ ἐπρονόησεν ἐπίσης, διότι διὰ τοῦ δημιουργήματος τούτου, ὡς ἐμφανίζεται ἐν τῷ σχεδίῳ, σῴζεται καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἀπὸ παντὸς κινδύνου. Αἴ! κύριοι, ὁσονδήποτε τέλεια καὶ ἂν εἶναι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς προαιρέσεως τῶν συντακτῶν τὰ ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐντιθέμενα σχέδια, εἶναι λυπηρὸν ὅτι πολλάκις αὐτὴ ἡ ἁρμονία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἐν τοῖς σχεδίοις τῶν τοιούτων νομοθετημάτων, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς ἁρμονίαν ἀπορρέουσαν ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ εἰς τὰ σφάλματα πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν πραγματικῶς ἔχει ῥυθμόν τινα τὸ σχέδιον τοῦτο καὶ θεραπεύει πράγματι ἀνάγκην τινά. Καὶ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐρεύνης συμπεραίνων θὰ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ἐρωτώμενος, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸν κόσμον διὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ εἰς τὴν καθιέρωσιν τοῦ νέου πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἐπιμελῶς ν’ ἀποφύγωμεν πᾶν τοιοῦτον διάβημα, διότι τοῦτο, ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετῇ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν, ἄγει τοὐναντίον εἰς ὑπονόμευσιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, ποίαν ἀνάγκην ἆρά γε θεραπεύει ἡ τοιαύτη πρόνοια τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Τὴν ἀνάγκην τῆς συνδιαλλαγῆς; Ἀλλ’ ἡ συνδιαλλαγή, ὡς τὰ πράγματα μέχρι τοῦδε ἀπέδειξαν, ἀποβαίνει μία χίμαιρα, τὴν ὁποίαν καταδιώκομεν διαρκῶς χωρὶς ποτὲ νὰ δυνάμεθα νὰ τὴν συλλάβωμεν. Ἐφόσον κινούμεθα ὄπισθεν τῆς χιμαίρας ταύτης, σκιὰς καταδιώκομεν, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν ποτέ, διότι μόνον κατὰ τρόπον ἐντελῶς διάφορον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν συνδιαλλαγήν, τὴν συνδιαλλαγὴν ὄχι πρὸς τὴν μερίδα τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐκείνων, τῶν 100 ἢ 200 ἢ 1000 —διότι δὲν εἶναι περισσότεροι—ἀλλὰ πρὸς τὴν μερίδα τοῦ λαοῦ τὴν ἀντιτιθεμένην τυχὸν πρὸς τὰς σκέψεις ἡμῶν τὰς πολιτικάς. Πῶς θεραπεύεται ἡ ἀνάγκη αὕτη κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως»; Θεραπεύεται, διότι προτείνομεν εἰς τὸν κόσμον τοῦτον τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν ὡς Συνελεύσεως διὰ τὴν θεμελίωσιν τοῦ νέου πολιτεύματος; Ἐν πρώτοις θὰ ἔλεγον, κύριοι, ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες ἀξιοῦν ὅτι ἀντιπροσωπεύουν τὸν λαόν, ἐν τῷ ἀντιθέτῳ πρὸς ἡμᾶς στρατοπέδῳ, ἀμφίβολον εἶναι ἂν πραγματικῶς ἀντιπροσωπεύουν τὴν γνησίαν θέλησιν τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον λέγουν ὅτι ἀντιπροσωπεύουν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐδεχόμεθα πρὸς στιγμὴν ὅτι ἀντιπροσωπεύουν τὸν ἀντιφρονοῦντα Ἑλληνικὸν λαόν, ἐρωτῶ: Ἱκανοποιεῖ αὐτοὺς τὸ ψήφισμα τοῦτο; Τοῦτο ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ὁ ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικὸς κόσμος ὁ ἀντιπροσωπεύων δῆθεν τὸν ἀντιφρονοῦντα πρὸς ἡμᾶς λαόν; Ζητεῖ τὴν συμμετοχὴν αὐτοῦ διὰ τῶν 40 μελῶν, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ψήφισμά σας, ὥστε ν’ ἀποβάλῃ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον; Ὥστε νὰ λησμονήσῃ ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος κόσμος ὅλας τὰς κακουργίας τὰς ὁποίας διέπραξεν ἐναντίον τοῦ Ἔθνους μέχρι τῆς ἀπαισίας χρονολογίας τοῦ 1922 καὶ νὰ συμφιλιωθῇ μεθ’ ἡμῶν, τείνων πρὸς ἡμᾶς εἰλικρινῶς φιλίαν τὴν χεῖρα; Ὄχι, δὲν σᾶς ἐζήτησε καὶ δὲν ζητεῖ τοιοῦτόν τι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι ὅλως διάφορον, εἶναί τι τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν πάντων ἡμῶν, ὥστε καὶ νὰ μὴ δυνάμεθα καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται νὰ τὸ παραχωρήσωμεν εἰς αὐτούς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι ἡ ἀποχώρησις ἡμῶν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, εἶναι ἡ ἀποκήρυξις ἡμῶν αὐτῶν παρ’ ἡμῶν αὐτῶν καὶ παρὰ τὴν ἐντολήν μας, εἶναι ἡ ἔκκλησις πρὸς τὸν λαόν, ἵνα ὁ λαὸς ἐλευθέρως δῆθεν ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ἀλλὰ ἔκκλησις πρὸς τὸν λαόν, ὡς τὴν ἐννοεῖ ὁ ἀντιπολιτευόμενος κόσμος τὴν ἔκκλησιν, μετ’ ἀνατροπῆς ὁλοκλήρου τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ καθιερώσεως νέου τοιούτου κατὰ τὰς ἰδικάς του ὑποδείξεις. Διότι ἀνατροπὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος θὰ ἀπετέλει ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀξιώσεως τὴν ὁποίαν προβάλλει ὁ ἐξωκοινοβουλευτικὸς κόσμος, ἡ στέρησις δηλονότι τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο τοιοῦτοι ἀπὸ τοῦ 1922 καὶ ἐντεῦθεν ἐξ ἀνάγκης καὶ ἐκ τῶν ἁμαρτημάτων τῆς πολιτικῆς ἐκείνων, ἡ στέρησίς των τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλογικοῦ. Διότι οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον διὰ τῆς ἀποκαθάρσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τοιοῦτόν τι περίπου ἐζήτησαν, τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν προσφύγων ἀπὸ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου Ἕλληνος, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν τύποις μόνον ἀπὸ τοῦ 1922, μετὰ τὴν ἐθνικὴν συμφοράν, διότι κατ’ οὐσίαν ἦσαν Ἕλληνες, καίτοι δὲν ἦσαν πολῖται Ἕλληνες. Ταῦτα λοιπὸν εἶναι τὰ ζητούμενα ἀπὸ τὸν ἀντιπολιτευόμενον κόσμον. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: Τὴν ἀξίωσιν ταύτην τοῦ ἀντιπολιτευομένου κόσμου θεραπεύετε διότι στέργετε νὰ διορίσετε 40 ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ μέλη τῆς πρώτης Γερουσίας; Ὅταν ζητοῦν τὴν ὅλην ὕπαρξίν σας, ὑμεῖς προσφέρετε ἓν ἐλάχιστον ψιχίον πρὸς αὐτοὺς καὶ ἡ ἀπάντησίς των εἶναι ἡ περιφρόνησις πρὸς τὰ παρ’ ὑμῶν προσφερόμενα. Καὶ ἐντεῦθεν ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τοιοῦτος τρόπος πολιτικῆς ἐνεργείας ὄχι μόνον δὲν ἐξασφαλίζει τὴν στερέωσιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον διὰ τῆς ἀνυποληψίας τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ κατὰ τῆς Συνελεύσεως ἄγει καὶ εἰς τὴν ὑπονόμευσιν καὶ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς τὴν διαιώνισιν τῆς ἀνωμαλίας τῆς πολιτικῆς καὶ τῶν ἀδιαλείπτων συγκλονισμῶν. Ἀλλ’ δι’ ὅσων ἀνεπτύχθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ἴσως ἐγεννήθη, εἴς τινας τῶν κυρίων συναδέλφων ἡ ἐντύπωσις ὅτι, συγκροτουμένης τῆς πρώτης Γερουσίας καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει τὸ ψήφισμα, εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἐντεῦθεν βάσιμος ἐλπὶς ὅτι, οἱαιδήποτε ἀλλοιώσεις εἰς τὸ πολιτικὸν φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπέλθουν εἰς τὸ μέλλον, αἱ ἀλλοιώσεις αὐταὶ θὰ ἀντιπαρέλθουν ἀκινδύνως διὰ τὸ νέον πολίτευμα, διότι τοῦτο μὲν μία ἰσχυρὰ μερὶς 133 περίπου δημοκρατικῶν γερουσιαστῶν θὰ ἐξακολουθήσουν ἐπιβιοῦντες καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν διάλυσιν αὐτῆς, τοῦτο δὲ ἐξ ἑτέρου διότι εἰς τὴν θεμελίωσιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἤθελον συμπράξει, πλὴν τῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως 133 μελῶν, καὶ ἕτερα 40 πρόσωπα ἐκ τοῦ εὑρισκομένου ἔξω τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου. Φροῦδαι αἱ ἐλπίδες, κύριοι. Οἱ μὲν ἀναμενόμενοι 40 σωτῆρες τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν ὁποίων μετὰ τόσης στοργῆς ἀποβλέπει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας πολιτευτής, οἱ 40 οὗτοι σωτῆρες, λέγω, δὲν θὰ σᾶς κάμουν, κύριοι, ποτὲ τὴν τιμὴν νὰ παρακαθίσουν πλησίον σας καὶ νὰ συνεργασθοῦν μεθ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν συμβῇ τὸ ἐναντίον, φαντάζεσθε ὅτι οἱ 40 οὗτοι σωτῆρες θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχουν ποτὲ ὕπαρξίν τινα πολιτικὴν μεταξὺ τοῦ ἀντιφιλελευθέρου λαοῦ, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκήσουν ἐπιρροήν τινα; Ἂν τὰ πρόσωπα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως θὰ παρεκάθηντο μεταξὺ ἡμῶν, ἂν τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἀσκοῦν ἤδη ἐπιρροήν τινα, αὐτὴν τὴν ἐπιρροὴν ἀσφαλῶς ἤθελον χάσει καὶ ἤθελον ἐκμηδενισθῆ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως ἀφ’ ἧς ἑσπέρας θὰ ἀπεδέχοντο τὴν τοιαύτην ἐκλογήν. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ἔστεργον τὸ προσφερόμενον εἰς αὐτοὺς δῶρον τῆς ἐκλογῆς των δὲν θὰ ἦσαν ἐκ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐθυπαρξίαν καὶ δύναμιν ἰδίαν· θὰ ἦσαν ἐκ τῶν τυχαρπάστων ἐκείνων πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι ἐπωφελούμενοι τῆς εὐκαιρίας τῆς δωρεᾶς αὐτῆς τῆς ἀπροσδοκήτου, τοῦ εἶναι τινὰ γερουσιαστήν, ἴσως θὰ ἐδέχοντο νὰ παρακαθήσουν μεθ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ ποίαν ἀξίαν θὰ εἶχεν ἡ συνδρομὴ τοιούτων προσώπων, προσώπων τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα οὐδεμίαν ἔχει ἠχὼ ἐν τῷ πολιτικῷ κόσμῳ; Ἀλλ’ ἔστω· δέχομαι ὅτι καὶ πολιτικὴν ἐπιρροὴν θὰ ἀσκοῦσι τὰ πρόσωπα αὐτά. Ἀπὸ τῆς ὥρας ὅμως ἐκείνης καθ’ ἣν θὰ ἔστεργον νὰ παρεδρεύουν μεθ’ ἡμῶν, ὁλόκληρος ἡ δύναμις αὐτῶν θὰ ἀνετρέπετο ἐκ θεμελίων καὶ θὰ ἐξεμηδενίζετο. Διότι, ἂν ἔχωσι δύναμίν τινα, τὴν ἔχουσι διότι ἵστανται πρὸς τὸ ἀντίθετον πρὸς ἡμᾶς στρατόπεδον. Ἀφ’ ἧς ὥρας δὲ θὰ ἐπρόδιδον τὸν ἀγῶνα αὐτῶν, μὴ ἔχετε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ περιήρχοντο εἰς πλήρη ἀνυποληψίαν καὶ θὰ κατήντων νὰ εἶναι ἀντιπρόσωποι τῆς ἰδίας αὐτῶν γνώμης μόνον καὶ ὄχι τοῦ φρονήματος τοῦ ἀντιδραστικοῦ κόσμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνδρομὴ τὴν ὁποίαν περιμένετε ἀρά γε ἐκ τῆς προσδοκίας ὅτι θὰ συνεργάζωνται μεθ’ ἡμῶν οἱ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτευόμενοι; Ἀλλὰ θὰ εἴχομεν, λέγετε, τὸ κέρδος ὅτι 133 ἐκ τῶν συναδέλφων ἡμῶν θὰ ἐπεβίουν ἡμῶν τῶν θνητῶν καὶ θὰ παρεκάθηντο ἐν τῇ πρώτῃ Γερουσίᾳ ὡς γερουσιασταὶ καὶ θὰ ἀπετέλουν μίαν βάσιν στερεὰν διὰ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ μίαν ἀσπίδα ἀμύνης κατὰ παντὸς ἐνδεχομένου κινδύνου εἰς τὸ μέλλον, ὅστις θὰ προήρχετο ἀπὸ πᾶσαν μεταστροφὴν τῶν πολιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Κύριοι, ἂς μὴ κολακευώμεθα μὲ ματαίας ἐλπίδας. Καὶ εἶναι ματαία ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ πίστις ὅτι 133 ἐξ ἡμῶν, καὶ βεβαίως οὐχὶ οἱ πρωτεύοντες ἐν τῷ συνόλῳ τῶν πληρεξουσίων, ὅτι 133 γερουσιασταὶ θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀσφαλίσουν τὴν ὕπαρξιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἂν συνέβαινε ν’ ἀντιμετωπίσουν οὗτοι ἀντιξόους πολιτικὰς περιστάσεις εἰς τὸ μέλλον διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Δημοκρατίας. Ἂν ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου φέρῃ τὰ πράγματα, ὥστε νέα τροπὴ πολιτικὴ νὰ δοθῇ εἰς τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ὑποθέσεις, ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ δευτέραν φορὰν νὰ περιπέσῃ εἰς τὴν πλάνην καὶ τὸ θανάσιμον σφάλμα τὸ διαπραχθὲν ἤδη πρὸ μιᾶς τετραετίας, φαντάζεσθε ὅτι θὰ ὑπῆρχε δύναμις ἱκανὴ νὰ ἀντίσχῃ κατὰ τῆς λαίλαπος ἐκείνης ἡ ὁποία θὰ ἐξώρμα μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς συνειδήσεως τῆς λαϊκῆς καὶ ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἱκανὴ τὰ πάντα νὰ ἀνατρέψῃ; Φρονεῖτε ὅτι οἱ 133 ἐκεῖνοι πτωχοὶ γερουσιασταί, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεδρίαζον εἰς κάποιον μέρος ἐδῶ τοῦ Βουλευτηρίου ὡς ἀμύντορες τοῦ καθεστῶτος, κρατοῦντες τὴν ἀσπίδα ἵνα ἀμυνθῶσι τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, θὰ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν θύελλαν τὴν λαϊκὴν καὶ νὰ κρατήσουν ἀσφαλῶς καὶ ἀκλονήτως ἄσυλον τὸ ἔδαφός των; Εἶναι περιττόν, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἀπετέλει τὴν ἐσχάτην ἀφέλειαν, ἵνα μὴ εἴπω τι βαρύτερον, ἂν ἐκ τοιούτων προϋποθέσεων ἐστέργομεν νὰ ἱδρύσωμεν τὴν πρώτην Γερουσίαν. Οἱ 133 οὗτοι δείλαιοι πρόμαχοι τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, οἰκτρὰ ἐξιλαστήρια θύματα μιᾶς πολιτικῆς ἀφροσύνης, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν θὰ ἐτρέποντο οἰκειοθελῶς εἰς φυγὴν καὶ δὲν θὰ ἐγκατέλειπον τὰς θέσεις των ἀπέναντι μιᾶς λαϊκῆς θυέλλης, θὰ ἐγίνοντο ἀσφαλῶς ὁ στόχος ὅλων τῶν πολιτικῶν βιαιοτήτων, τὰς ὁποίας ἐγνωρίσαμεν καὶ ἄλλοτε, καὶ θὰ ἀπέβαινον ἀντικείμενα ἐξάλλου ἐχθρότητος ἐκ μέρους τῶν μαινομένων νικητῶν ἢ καὶ διὰ νὰ δεχθῶ τὴν ἐπιεικεστέραν περίπτωσιν, θὰ καθίσταντο τὸ ἀντικείμενον τῶν φαρμακερῶν σκωμμάτων καὶ τοῦ περιφρονητικοῦ χλευασμοῦ τῶν ἐξάλλων ἐπιδρομέων κατὰ τοῦ πολιτεύματος, οἵτινες θὰ ἔσυρον ὄπισθέν των ἕνα λαὸν ἑορτάζοντα μὲ τὴν νίκην τὰ πολιτικά του Κρόνια. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ τύχη τῶν 133 γερουσιαστῶν σας. Καὶ θὰ μοῦ ἤρκει ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς ἓν παράδειγμα πρόσφατον διὰ νὰ ἴδετε ὁποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῶν 133 ἐκείνων γερουσιαστῶν, καὶ ἂν τυχὸν παρέμενον εἰς τὰ ἑδώλια τὰ γερουσιαστικὰ μετὰ μίαν πολιτικὴν τροπὴν τῶν πραγμάτων. Ποία δὲ θὰ ἦτο ἡ θέσις των καὶ ποία θὰ ἦτο ἡ δύναμίς των, δύναμις Σώματος ἑτεροφώτου, ὡς θὰ εἶναι ἡ Γερουσία ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἤντλει ἀφ’ ἡμῶν τὴν δύναμίν της καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὴν ἄμεσον θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μᾶς διδάσκει περὶ τούτου ἀποχρώντως τὸ παρελθόν. Τὸ ἥμισυ, ἂν καὶ πλέον, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1920, τῶν ἐκλογῶν ὅλως ἐλευθέρως τελουμένων, ἐδήλωσεν ὅτι ἀσπάζεται τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐδήλωσεν ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βενιζέλου βλέπει τὸν μόνον σωτῆρα τῆς Ἑλλάδος, τὸν μόνον πολιτικὸν ἄνδρα εἰς τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἐμπιστεύεται τὰς τύχας αὑτοῦ. Τὸ ἀτύχημα ὅμως ὑπῆρξεν ὅτι ὁ ἥμισυς οὗτος ἀριθμὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκλέξῃ ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους εἰμὴ περὶ τοὺς 100. Μολαταῦτα οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι οἱ 100, καίτοι τοιαύτην ἔχοντες καταγωγήν, καταγωγὴν στηριζομένην εἰς τὴν ἰσοψηφίαν, ἂν μὴ καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι τοῦ Ἔθνους, οἱ ἡνωμένοι, δρῶντες ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1920 ὡς μία ὁμάς, ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν ἐμπνεομένη, τὰ αὐτὰ ἰδανικὰ ἐπιδιώκουσα, τὴν αὐτὴν ἔχουσα καταγωγήν, εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν πρόσωπον τοῦ Βενιζέλου ὡς ἀρχηγοῦ ἀποβλέπουσα πάντοτε καὶ εἰς αὐτὸν ἀποσκοποῦσα ὡς ἐνδεχόμενον κυβερνήτην τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ μέλλοντι, ἰδοὺ ἡ ὁμὰς ἐκείνη ἡ ὁμοιογενὴς καὶ ἰσχυρὰ ἐκ τῆς καταγωγῆς της τί ἠδυνήθη νὰ διαπράξῃ ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1920. Ἢ εὑρίσκετο ἐδῶ ἢ δὲν εὑρίσκετο ἦτο ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἡ παρουσία τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ ἐγίνετο ἀφορμὴ ἐπιθέσεων ἐναντίον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος καὶ τοῦ κόμματος ὁλοκλήρου. Παρίστατο ἐδῶ διὰ νὰ ὑφίσταται τὰς βιαιότητας καὶ τὰς χυδαίας ἐπιθέσεις τῶν νικητῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ κἂν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης κατὰ τῶν συκοφαντιῶν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διαμαρτυρίας. Καὶ εἶναι τινὲς μεταξὺ τῶν σημερινῶν συναδέλφων, οἵτινες καὶ τότε ἀντεπροσώπευον τὸ Ἔθνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐνθυμοῦνται βέβαια ὅτι παρίσταντο ἐδῶ διὰ νὰ ὑφίστανται τοὺς ἐμπαιγμοὺς καὶ τοὺς προπηλακισμοὺς τῆς μαινομένης πλειονοψηφίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζεται εἰς αὐτούς, προπηλακιζομένους, οὔτε αὐτὸ τὸ στοιχειῶδες δικαίωμα τῆς ἀμύνης, ὥστε ὑπὸ πολίτευμα δῆθεν φιλελεύθερον νὰ μὴ ἔχουν ἠσφαλισμένην οὔτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ ἐκεῖ ὅπου κατ’ αὐτῶν κατηγοροῦντο πράξεις ἀθέμιτοι, καὶ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ παρίστανται ἐδῶ σιωπηλοὶ μάρτυρες τῆς καταισχύνης ἐκείνης καὶ τῆς καταρρακώσεως τοῦ δῆθεν φιλελευθέρου πολιτεύματος, τοῦ δῆθεν συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Καὶ περιέπεσαν εἰς τοιαύτην πολιτικὴν ἀνυπαρξίαν ὄχι ἀπὸ ἴδιον ἑαυτῶν ἁμάρτημα, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν μανίαν καὶ τὴν ὁρμήν, τὴν ἀλόγιστον ὁρμὴν τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης, καὶ εἶχον περιπέσει εἰς τοιαύτην ἀφάνειαν, ὥστε νὰ μὴ θεωρῶνται κἂν ὡς δύναμις ὑπολογίσιμος, καὶ εἰς αὐτὰς δὲ τὰς κυβερνητικὰς κρίσεις ὄχι μόνον νὰ μὴ καλῶνται εἰς ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος τῆς Πολιτείας νὰ ζητῆται ἡ γνώμη αὐτῶν ὡς πρὸς τὴν λύσιν τῶν κρίσεων τῶν κυβερνητικῶν. Ὑπῆρξαν δὲ περιστάσεις καὶ θὰ τὸ ἐνθυμῆσθε, τὸ ἐνθυμούμεθα ὅλοι— ὑπῆρξαν περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πίεσις ἡ ἀλόγιστος κατὰ μιᾶς τοιαύτης μερίδος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐξικνεῖτο εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἐγένετο ἐπανειλημμένως ἡ σκέψις περὶ διαρκοῦς ἀποχωρήσεως ἐκ τῶν συνεδριάσεων ἢ καὶ περὶ συνολικῆς παραιτήσεως τῶν φιλελευθέρων μελῶν τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης. Τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ γινόμενον τυχὸν δὲν θὰ συνεκίνει τὴν μαινομένην πλειονοψηφίαν, διότι εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ἐκείνους, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς πλειονοψηφίας, ἡ θέσις ἡ ἁρμόζουσα δὲν ἦτο ἄλλη ἢ ἡ θέσις τὴν ὁποίαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔδιδον εἰς τοὺς Κᾶρας, προωρισμένους νὰ ἵστανται παρὰ τὴν θύραν καὶ ὄχι ἐντὸς τῆς οἰκίας. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις τῶν γνησίων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὸν ἥμισυν ἀριθμὸν τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλήνων ἐκλογέων. Καὶ φαντάζεσθε ὑμεῖς ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν 133 πληρεξούσιοι, μεταβαλλόμενοι εἰς γερουσιαστὰς διὰ νὰ παρατείνουν τὸν ἀνιαρὸν αὐτῶν βίον ἐπὶ δύο ἢ τέσσαρα ἔτη ἀκόμη, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντισταθοῦν κατὰ τῆς θυέλλης τὴν ὁποίαν θὰ ἐξαπέλυε κατ’ αὐτῶν ἡ ὁρμὴ τῆς πλειονοψηφούσης μερίδος τοῦ ἀντιπολιτευομένου κόσμου; Ἢ μὴ τυχὸν τὸ σεμνὸν τῆς ἐμφανίσεως αὐτῶν καὶ ὁ ὑψηλὸς τίτλος τοῦ γερουσιαστοῦ θὰ ἀπέβαινεν ἡ προστάτις ἀσπὶς κατὰ τῆς μαινομένης θυέλλης τῆς ἀντιδράσεως, ὥστε νὰ περισώσῃ αὐτούς, ἂν ὄχι ἀπὸ τὴν ἐκμηδένισιν, ἀλλ’ ἔστω ἀπὸ τὴν ὕβριν ἀκόμη καὶ τὸν προπηλακισμόν; Τὸ σεμνοπρεπὲς τῆς ἐμφανίσεως καὶ ὁ σεβασμὸς ὁ ἐκ τῆς ἰδιότητος τοῦ γερουσιαστοῦ θὰ συνετέλει πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν καὶ τοῦ πολιτεύματος ὅσον συνετέλεσέ ποτε, ὅταν ὁ Βρένος τῶν Γαλατῶν εἰσέβαλεν εἰς Ρώμην νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος καὶ ἐδῄου καὶ κατέστρεφε τὰ πάντα. Καὶ ἡ ὕπαρξίς των θὰ ἐπέβαλλεν ἀπέναντί των τόσην εὐλάβειαν ἐκ μέρους τῶν νικητῶν, ὅσην εὐλάβειαν ἐπέβαλε τότε ἡ ὄψις τῶν σεβασμίων Ρωμαίων Συγκλητικῶν, ἐνδεδυμένων τὴν τήβεννον τοῦ γερουσιαστοῦ καὶ συνεδρευόντων ἐν τῷ καθωσιωμένῳ πρὸς τοῦτο τόπῳ τῆς πόλεως, ἵνα ἐντεῦθεν διὰ τῆς σιωπηλῆς ἐμφανίσεως αὐτῶν ἐπιβάλουν τὸν σεβασμὸν εἰς τοὺς νικητάς. Γνωρίζετε δὲ ποίαν τύχην ἔλαβον οἱ Ρωμαῖοι Συγκλητικοὶ ἀπὸ τὰς ὀρδὰς τῶν Γαλατῶν. Καὶ ἂν τοιαύτην αἱματηρὰν τύχην δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ ὑποστοῦν οἱ ἡμέτεροι συνάδελφοι, οἵτινες ἐνδεχομένως θὰ ἐγίνοντο γερουσιασταί, βεβαίως θὰ ὑφίσταντο κάτι τι τὸ χειρότερον ἀκόμη, τὴν περιφρόνησιν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὡς κατακτηταὶ θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ εἰς τὴν ἄλλην αἴθουσαν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ συνεδρίαζεν ἡ Γερουσία. Ὀφείλω μολαταῦτα, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι ὑπάρχει ἀναντιρρήτως εἰλικρινὴς διάθεσις καὶ ἀκραιφνὴς πόθος γνησίως δημοκρατικὸς εἰς τὰ μέλη τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» τὰ ὁποῖα ἐσχεδίασαν τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἀσχέτως πρὸς τὸ ἂν διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ ἐπιτυγχάνονται οἱ σκοποὶ οἱ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενοι. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχει παρ’ αὐτοῖς ἡ εἰλικρινὴς διάθεσις ἵνα στερεωθῇ τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι καὶ τὰ μέλη τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς αὐτῆς νὰ φρονῶ καὶ νὰ λέγω ὅτι τὰ πολιτεύματα δὲν στερεοῦνται διὰ νομοθετημάτων, τὸ πολίτευμα δὲ τὸ δημοκρατικόν, τὸ νεογενὲς ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ στερεωθῇ διὰ τοιούτων θεσμῶν. Ἀναντιρρήτως καὶ οἱ θεσμοί, καὶ μάλιστα οἱ συνταγματικοὶ θεσμοί, ἀσκοῦσιν ἐπιρροήν τινα διὰ τὴν ὕπαρξιν, διὰ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν καὶ διὰ τὴν πρόοδον τῶν πολιτευμάτων, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι ταῦτα τὰ μόνα μέσα, δὲν εἶναι κἂν τὰ κύρια μέσα διὰ τῶν ὁποίων τοῦτο ἐπιτυγχάνεται. Ἂς εἴμεθα, κύριοι, εἰλικρινεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὸν ἀκροώμενον ἡμᾶς λαὸν καὶ ἂς ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ἴδωμεν τὴν πολιτικὴν κατάστασιν ὁποία πράγματι εἶναι, καὶ τὸ θάρρος νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν δημοσίᾳ. Καὶ εὐχῆς ἔργον εἶναι ὅτι συνεδριάζομεν δημοσίᾳ διὰ νὰ ἀκούῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τί λέγομεν. Διὰ τοῦτο καὶ δημοσίᾳ θέλω νὰ εἴπω ὅτι δυσφορεῖ σήμερον ἡ Κοινὴ Γνώμη διὰ τὴν καθολικὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅ τε ἀντιπολιτευόμενος καὶ ὁ δημοκρατικός, αὐτὸ τὸ μέγα κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δυσφορεῖ σήμερον, διότι ἡ εἰκὼν τῶν δημοσίων πραγμάτων δὲν εἶναι οἵα ἐφαντάζετο αὐτήν, δὲν εἶναι ὁποία ἐφαντάζετο αὐτὴν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα θὰ μετέβαλλε ῥιζικῶς τὴν κατάστασιν, δὲν εἶναι, λέγω, τοιαύτη ὁποίαν τοῦ παρουσίαζεν εἰς τὴν φαντασίαν του ἡ ἐλπὶς αὕτη τῆς ῥιζικῆς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος. Ὑπερβάλλων ἐν τῇ σκέψει του τὰ δεδομένα τῶν περιστάσεων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φρονεῖ ἴσως ὅτι διὰ μαγικῆς ῥάβδου θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, μετὰ τὴν ἐκδίωξιν τῆς δυναστείας τῶν Γλύξμπουργ, μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς δυναστείας αὐτῶν, μὲ τὴν μεταβολὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἰς ἀκραιφνῶς δημοκρατικὸν νὰ μεταβληθοῦν οὐσιαστικῶς καὶ τὰ δημόσια πράγματα, καὶ ἐκεῖ ὅπου ἡ εἰκὼν τῶν δημοσίων πραγμάτων ἐνεφανίζετο μαύρη καὶ ἀπαισία νὰ ἴδῃ μίαν εἰκόνα λαμπρὰν καὶ ὡραίαν, ὅπως τὴν ἐπεθύμει ἡ εὐγενής, ἡ πατριωτικὴ ψυχή του. Δὲν εἶδε βεβαίως ἀκόμη τοιαύτην εἰκόνα. Καὶ δὲν ἦτο φυσικὰ δυνατὸν ἡ τοιαύτη ποθητὴ μεταβολὴ νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως, οἱονεὶ διὰ μαγείας, διότι τὸ Ἔθνος ἔπαυσε βασιλευόμενον καὶ ἐγένετο δημοκρατικόν. Ὑπερβολὴν ἐλπίδος βεβαίως ἀποτελεῖ τοῦτο ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὴν ὑπερβολὴν ταύτην εὑρίσκεται καὶ βάσις μιᾶς ὀρθῆς ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων. Διότι, ἂν δὲν ἦτο δεδικαιολογημένον ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ ἴδῃ τὴν μεταβολὴν αὐτὴν τῶν πραγμάτων ἐπὶ τὰ βελτίω, θὰ ἔπρεπε τότε νὰ περιμείνῃ ἵνα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ βαθμιαίως βλέπῃ βελτιουμένην τὴν καθολικὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων πραγμάτων, νὰ βλέπῃ ἀποκαθαιρομένην τὴν διοίκησιν ἀπὸ πάσης σκωρίας, ἡ ὁποία ὡς ὑπόλειμμα τοῦ παρελθόντος ἐπεκάθισεν ἐπ’ αὐτῆς καὶ παρεμποδίζει τὴν κίνησιν αὐτῆς καὶ τὴν λειτουργίαν τὴν ἔννομον καὶ κανονικήν, νὰ βλέπῃ ἀπολυμαινομένην πᾶσαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπὸ παντὸς μιάσματος, ὥστε νὰ δύναται αὐτὴ νὰ ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐδημιουργήθη, τὸν σκοπὸν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν μεγάλων ἐθνικῶν συμφερόντων. Καὶ ταῦτα δυστυχῶς δὲν τὰ εἶδεν ἕως τώρα. Καὶ γεννᾶται ἐντεῦθεν μέσα εἰς τὴν ψυχήν του ὁ δισταγμὸς μὴ τάχα ἆρά γε τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικὸν εἶναι ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα, ἢ μὴ τάχα δὲν εἶναι τοῦτο ἱκανὸν ἵνα διορθώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα καὶ ὑπάρχει καὶ κίνδυνος ὑπὸ τὸ πολίτευμα τὸ δημοκρατικὸν ἐπιδεινώσεως τῶν πραγμάτων; Ἡ κατάστασις αὐτὴ ἡ κακή, ὡς πάντες τὴν ἀντιλαμβανόμεθα, θὰ χειροτερεύσῃ ἆρά γε εἰς τὸ μέλλον; Γεννᾶται λοιπὸν μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ ὁ δισταγμὸς καὶ τοῦτον τὸν δισταγμὸν ἔχομεν καθῆκον ἀναπότρεπτον νὰ συντελέσωμεν πάντες ὥστε νὰ τὸν διασκεδάσωμεν. Διασκεδάζοντες δὲ τὸν δισταγμὸν αὐτὸν καὶ παρέχοντες εἰς τὸν λαὸν τὴν ἐλπίδα, τὴν βεβαιότητα ὅτι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐδημιούργησεν ἀπολύτως καλυτέραν κατάστασιν, ἐντελῶς ὑγιᾶ κατάστασιν τῶν δημοσίων πραγμάτων ἢ ὅτι τοὐλάχιστον ἀσφαλῶς θὰ δημιουργήσῃ τοιαύτην ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπὸν αὐτὸν δὲν χρειάζονται εἰς ἡμᾶς οὔτε νόμοι οὔτε θεσμοὶ συνταγματικοί. Χρειάζεται πρωτίστως νὰ ἐμπνευσθῶσι πάντες, καὶ νὰ ἐμπνευσθῶσιν ἰδίως αὐτοὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ κυβερνήσωσιν ἐκ περιτροπῆς τὴν Ἑλλάδα εἴτε εἰς τὴν μίαν μερίδα εἴτε εἰς τὴν ἄλλην ἀνήκοντες, ἀλλ’ ἐκ τῶν κόλπων τῆς μεγάλης δημοκρατικῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ μεγάλου τῶν Φιλελευθέρων κόμματος προερχόμενοι, νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι ἔχουσιν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξαρθῶσι μέχρι τοῦ ὕψους μιᾶς πράγματι δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἐκ τοῦ ὕψους αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς καὶ τὸ πολιτικὸν καθῆκον τοὺς καλεῖ, νὰ κάμουν τὴν ἀντιπαραβολὴν μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ συστήματος καὶ τοῦ νέου δημοκρατικοῦ καὶ νὰ ἀφοσιωθῶσιν ὁλοψύχως καὶ ἀνενδοιάστως εἰς αὐτὸ καὶ νὰ ἀνοίξουν τὴν νέαν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ Δημοκρατία παρ’ ἡμῖν. Ἂν ἐξυψωθῶσι λοιπὸν τὰ ἀξιώματα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπήν, ἂν ἐξαρθῇ ἡ διοίκησις νὰ ἀποκατασταθῇ ἀπὸ πάσης κακῆς συνηθείας τοῦ παρελθόντος, ἂν κτυπηθῇ τὸ ἀδίκημα κατὰ τρόπον ἀμείλικτον, ἂν παρασχεθῶσιν, ἐφόσον τὸ πρᾶγμα εἶναι δυνατόν, καί τινες φορολογικαὶ ἀνακουφίσεις πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἂν γίνωσι πάντα ταῦτα, θὰ ἤρκει, λέγω, τοῦτο μόνον, θὰ ἤρκει μία κατεύθυνσις πολιτικὴ τοιαύτη, μία ἐνέργεια τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀποβῇ περιττὴ πᾶσα προσπάθεια πρὸς συνδιαλλαγὴν πρὸς τὸν ἀντιδραστικὸν κόσμον. Διότι τότε καὶ αὐτὸς ὁ ἀντιδραστικὸς κόσμος ἢ μᾶλλον ὁ λαὸς ὁ ἐξ εὐπιστίας τυχὸν παρακολουθῶν τὸν ἔξω τῆς Συνελεύσεως εὑρισκόμενον πολιτικὸν κόσμον, ὁ λαὸς βλέπων ὁποία ῥιζικὴ ἀλλοίωσις ἐπῆλθε διὰ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας, ὄχι δὲ πλέον κατ’ ὄνομα, ὄχι μόνον διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος λέγεται Ἑλληνικὴ Δημοκρατία, ὄχι μόνον διότι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, ὁ λαός, λέγω, βλέπων τί σημαίνει ἡ Δημοκρατία πραγματικῶς καὶ ποῖοι εἶναι οἱ καρποὶ οἱ φυσικοὶ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ὁδηγῆται ἀπὸ τοὺς τείνοντας εἰς ἀνατροπὰς ἀρχηγοὺς καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν χρησιμότητα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Καὶ μαζὶ μὲ ἐκείνους οἵτινες κατὰ τὸ δημοψήφισμα ἔδωσαν τὴν ψῆφον αὐτῶν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὸς ὁ ἀντιδραστικὸς λαός, ὁ καταψηφίσας τότε ἐκ πλάνης τὴν Δημοκρατίαν, θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτός, ἔστω καὶ ὀψιγενὴς δημοκρατικός, ἀλλὰ γνήσιος κατὰ τὸ φρόνημα, μὲ τὰς ἰδίας ἑαυτοῦ δυνάμεις, πλειοδοτῶν ἴσως εἰς τὴν θέλησιν ἡμῶν, νὰ προσφέρῃ τὴν ἀγάπην του εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ νὰ τὸ ὑπηρετήσῃ εἰλικρινῶς καὶ νὰ τὸ στερεώσῃ. Οὕτω τὰ πολιτεύματα στερεώνονται καὶ ὄχι διὰ θεσμῶν, καίτοι καὶ οἱ θεσμοί, ὡς εἶπον, ἀσκοῦσιν ἐπίδρασίν τινα εἰς τὴν στερέωσιν τῶν πολιτευμάτων καὶ εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι ὅμως οὔτε τὰ μόνα οὔτε τὰ κύρια ὄργανα διὰ τῶν ὁποίων τὰ πολιτεύματα δύνανται νὰ στερεωθῶσι. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐμφορηθῶμεν πάντες, καὶ ἰδίως οἱ κυβερνῶντες ἡμᾶς, ἐπαναλαμβάνω περατώνων τὸν λόγον, νὰ ἐμφορηθῶμεν μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι δι’ ἔργων πρέπει νὰ ἐμφανίσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν ὡς πολίτευμα οὐσιαστικῶς διάφορον ἀπὸ τὸ πολίτευμα τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§81ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Πέντε λεπτῶν διακοπή.
§82Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ γίνωμεν σὰν ἀγάλματα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 7.50′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8 μ.μ.).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δουζίνας.
§85Α. ΑΚΡΙΔΑΣ. Εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς δηλώσῃ ἂν θὰ δεχθῇ συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῶν ὑπευθύνων τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶχεν εἴπει προχθὲς ὅτι θὰ παύσῃ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἐμοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων δὲν ἐφωτίσθημεν.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω σήμερον δηλώσεις. Αὐτὸ θὰ συζητηθῇ εἰς ἡμέραν ἐπερωτήσεως.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ προσωρινῆς Γερουσίας. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§88Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Παπανδρέου μᾶς ἔκαμε δριμὺ κατηγορητήριον, διότι ἐσκέφθημεν νὰ εἰσαγάγωμεν κατ’ ἀνώμαλον τρόπον τὸν θεσμὸν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Μᾶς ἔψεξε διότι ἀπησχολήθημεν μὲ τοιαύτην συζήτησιν καὶ διότι καὶ τὴν Συνέλευσιν ἀπησχολήσαμεν διὰ μακρῶν ἐπιμένοντες ὅτι εἶναι ὄχι μόνον χρήσιμος ἀλλ’ ἀπαραίτητος ἡ ἄμεσος σύστασις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Καὶ ἐπεριμέναμεν τοιαύτην ἐπίθεσιν ἀπὸ κάθε ἄλλον πληρεξούσιον πλὴν τοῦ ἐκ Μυτιλήνης συναδέλφου. Τοῦτον διοικήσαντα τὴν Χώραν εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις τὸν εἴδομεν μετ’ εὐχαριστήσεως νὰ λάβῃ μέτρα ἀνώμαλα, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶχον ἕνα καὶ μοναδικὸν σκοπόν, νὰ φέρωσι τὴν Χώραν εἰς τὴν ὁμαλότητα. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν οὗτος κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ψέξῃ ἡμᾶς — ἦτο τότε Ὑπουργὸς — νὰ ψέξῃ ἡμᾶς διότι κατ’ ἀνώμαλον τρόπον ζητοῦμεν νὰ φέρωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ ἐν τῇ Χώρᾳ μας. Ἠλπίζομεν δὲ ὅτι ἐνῷ τόσον κατέγινε καὶ τόσον ἐμελέτησε διὰ νὰ μᾶς παρουσιάσῃ μίαν πλήρη καὶ τελείαν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν εἰκόνα τοῦ πῶς ἰσχύουν εἰς τὰ ἄλλα Κράτη αἱ Γερουσίαι, ὅτι θὰ εὕρισκεν ἐν τῇ μελέτῃ του ταύτῃ περιπτώσεις καθ’ ἃς καὶ εἰς ἄλλα Κράτη εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις ἀνέβαλον καὶ αὐτὰς τὰς ἐπιστημονικάς των πεποιθήσεις καὶ ἀφῆκαν νὰ κοιμηθοῦν αἱ ἐπιστημονικαί των γνῶμαι, διότι αἱ περιστάσεις ἀπῄτουν ἀνώμαλος νὰ εἶναι καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν διαφόρων θεσμῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε, κατὰ τὴν προσφιλῆ συνήθειαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω δύο παραδείγματα, καθ’ ἅ, ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις τὸ ἀπῄτουν, κατὰ τὸν πλέον ἀνώμαλον τρόπον, τὸν ἀντίθετον τρόπον τῶν ἐπιστημονικῶν σκέψεων εἰσήχθησαν καὶ ἐκεῖ οἱ θεσμοί. Ὑπενθυμίζω δύο περιπτώσεις, τὴν περίπτωσιν τοῦ 1791 ἐν Γαλλίᾳ καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ 1848 ἐπίσης ἐν Γαλλίᾳ. Ἐκεῖ εἶχεν ἑδραιωθῆ ἡ πεποίθησις ἡ ἐπιστημονική, ἡ πεποίθησις ἡ κοινωνικὴ ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ λειτουργοῦν ἓν Κράτος μὲ ἕνα νομοθετικὸν παράγοντα καὶ εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ σύστασις καὶ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας ἔκτοτε. Δὲν ἐγένετο ὅμως οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν. Καὶ διατί δὲν ἐγένετο, νομίζετε; Ἐπεκράτησε καὶ ἐκεῖ ὅτι δὲν ἀρκοῦν διὰ τὴν λειτουργίαν ἑνὸς Κράτους μόνον αἱ ἐπιστημονικαὶ πεποιθήσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη, ἤτοι ἡ ὁμοιότης τῶν περιστάσεων, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς διατελοῦμεν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιμένομεν νὰ σᾶς καταπονῶμεν ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἐλπίζοντες ὅτι εἰς τὸ τέλος θὰ συμφωνήσετε μαζί μας. Δὲν ἐγένετο τότε ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἐν Γαλλίᾳ τῷ 1791, διότι μόλις εἶχε νεοπαγῆ τὸ πολίτευμα, μόλις εἶχε καταργηθῆ τότε ἡ μοναρχία καὶ ἀντελαμβάνοντο ὅτι ὤφειλε νὰ εἶναι συντονισμένη ἡ δύναμις ἐκείνη ἡ ὁποία θ’ ἀντετάσσετο εἰς τὴν καταλυθεῖσαν ἐξουσίαν, διότι ὤφειλεν ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, τὸ νομοθετικὸν ἐκεῖνο Σῶμα, νὰ εἶναι συγκεντρωμένον διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ ἀριστοκρατικοῦ ἐκείνου Σώματος, τὸ ὁποῖον ἀπήρτιζον οἱ εὐγενεῖς τῆς Γαλλίας· διὰ τοῦτο δὲν ἐφήρμοσαν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Ἰδοὺ μία περίπτωσις, κύριοι, ὅπου ὑπεχώρησαν εἰς τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα αἱ ἐπιστημονικαὶ πεποιθήσεις. Ἐπίσης ἐπὶ Ναπολέοντος τοῦ Γʹ τῷ 1848, μολονότι εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πανταχοῦ οἱ ἐπιστήμονες ἐκραύγαζον ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ ἀνάγκη νὰ θεσπίσουν τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα διὰ νὰ παύσῃ ἡ εὔκολος ἀναπαραγωγὴ νόμων, ἐν τούτοις καὶ τότε δὲν ἐγένετο ἡ Γερουσία δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, ἤτοι ἀπὸ πολιτικὴν σκοπιμότητα, ἀπὸ πολιτικὰς σκέψεις. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιταχθῇ διῃρημένη ἡ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία εἰς δύο Σώματα κατὰ τῆς παντοδυναμίας, τὴν ὁποίαν παρουσίαζεν ὁ Ναπολέων ὁ Γʹ διὰ τοῦ δημοψηφίσματος τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τότε. Ἰδοὺ λοιπὸν περιπτώσεις τὰς ὁποίας ἤλπιζον τοὐλάχιστον ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας θὰ ἔφερεν ἐνώπιόν σας ἀφοῦ ἔφερεν ὅλας τὰς περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν εἰς τὰ διάφορα Κράτη περὶ τῆς προελεύσεως τοῦ θεσμοῦ, περὶ τῆς ἐξελίξεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ περὶ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν ὅσαι ἰσχύουν καὶ ὅπου ἰσχύουν, ἐνῷ πρὸ παντὸς ὤφειλε τοῦτο νὰ καθοδηγήσῃ τὰς σκέψεις ἡμῶν: Ποία εἶναι ἡ σκοπιμότης τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν ἐπιμένοντες, ἔστω καὶ καμπτόμενοι εἰς τὰς ἐπιστημονικάς μας πεποιθήσεις, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ ἔστω ἐὰν καμπτώμεθα εἰς τὰς ἐπιστημονικάς μας ἀντιλήψεις διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀνώμαλον δῆθεν εἰσαγωγήν του. Διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις εὑρισκόμεθα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ αἱ σκέψεις μας νὰ καθοδηγῶνται ἀπὸ τὰς ἀνωμάλους αὐτὰς ἀντιλήψεις. Ἀτυχῶς παρετήρησα ὅτι ὅλοι οἱ προλαλήσαντες κατὰ κανόνα ὡδηγήθησαν εἰς τὴν σκέψιν των προκειμένου περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐξετάζοντες αὐτὸν ἀπὸ δύο ἀπόψεις, εἴτε ὡς θεσμὸν ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ καταλάβῃ ἓν κεφάλαιον εἰς τὸν συνταγματικόν μας Χάρτην εἴτε ὡς μίαν ἀπόπειραν ἀκόμη συμφιλιώσεως μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων πολιτικῶν ὁμάδων. Ἂν πράγματι ἡ Γερουσία προωρίζετο αὐτοὺς καὶ μόνον τοὺς δύο σκοποὺς νὰ θεραπεύσῃ, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ ᾐσθανόμην οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ταχθῶ μὲ τοὺς ἀντιμαχομένους τὸ ψήφισμα τοῦτο. Διότι δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι βεβαίως ἐκεῖ ὅπου διήλθομεν τόσον μακρὸν πολιτικὸν βίον δημιουργοῦντες τοὺς νόμους μας μὲ ἓν νομοθετικὸν Σῶμα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνωμεν καὶ νὰ ἀναμείνωμεν ἔστω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομοθετοῦντες, καθ’ ὃν τρόπον ἐνομοθετοῦμεν ἐπὶ τόσον μακρὸν διάστημα. Καὶ διότι καὶ ἄλλη μία ἀκόμη ἀπόπειρα συμφιλιώσεως μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν δύναται καὶ αὐτὴ νὰ θεωρηθῇ ὡς μία περιττὴ ἀπόπειρα, διότι ἄν, κύριοι, δὲν βλαστήσῃ ὁ σπόρος τῆς συμφιλιώσεως, τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἔσπειραν, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ αὕτη. Διότι τότε μόνον θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὸν λιμένα τῆς γαλήνης ὅταν ἀναβλαστήσῃ ὁ σπόρος αὐτὸς εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὄχι ὅταν κατορθώσωμεν νὰ πείσωμεν τοὺς ὀλίγους ἀρχηγοὺς τῶν πολιτικῶν ὁμάδων. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Καὶ μόνον εἰς αὐτὴν τὴν ἄποψιν ἐγὼ θὰ ἐπιμείνω, διότι δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴν οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν τὸ πόθεν προήλθομεν καὶ τί ἐπιδιώκομεν ἐνταῦθα. Ἐλησμονήσαμεν ὅτι ἤλθομεν ἐνταῦθα φέροντες μίαν σκαπάνην ἵνα κατεδαφίσωμεν ἕνα θεσμὸν ὁ ὁποῖος ἠρίθμει βίον πολλῶν δεκαετηρίδων τελευταίως, ἀλλὰ παράδοσιν πολλῶν αἰώνων, καὶ διασκορπίσωμεν τὰ ἐρείπια μιᾶς διαστάσεως. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀνοικοδομήσωμεν τὸ νέον μας πολίτευμα μόνον νομοθετοῦντες τὸν συνταγματικόν μας Χάρτην, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς ἀπὸ τοὺς νέους συνταγματικοὺς Χάρτας καὶ τέλειος εἰς πλεῖστα κεφάλαια αὐτοῦ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν διότι πιστεύομεν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ὄχι ὅτι εἶναι ἁπλῶς χρήσιμος καὶ ὄχι ἀπαραίτητος, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν. Διότι δι’ ἡμᾶς εἶναι καὶ χρήσιμος καὶ ἀπαραίτητος, καὶ εἶναι χρήσιμος καὶ ἀπαραίτητος ὄχι διὰ τὴν νομοπαραγωγήν, ὄχι διὰ τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τῶν νόμων ἢ διὰ τὴν εὐπρεπεστέραν συζήτησιν αὐτῶν ἀλλ’ εἶναι ἀπαραίτητος δι’ ἡμᾶς ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας διὰ τὴν στερέωσιν αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ ἐμφανιζώμεθα ὡς κουρασθέντες, ἐνῷ ἀκόμη δὲν ἐθέσαμεν τὸ πρῶτον θεμέλιον τῆς Δημοκρατίας. Αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἦλθε διὰ νὰ συντάξῃ ἕνα Καταστατικὸν Χάρτην. Τοῦτο εἶναι πλάνη οἰκτρά. Δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα διὰ νὰ συντάξωμεν Καταστατικὸν Χάρτην· ἤλθομεν νὰ κατεδαφίσωμεν ἓν παλαιὸν πολίτευμα, νὰ ἀνεγείρωμεν ἓν νέον πολίτευμα, νὰ ἀνασυντάξωμεν ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα ὄχι μόνον ἀντικαθιστῶντες τὰ ἄρθρα τῆς Βασιλείας διὰ τῶν ἄρθρων περὶ Προέδρου Δημοκρατίας. Τὴν Δημοκρατίαν θὰ τὴν συντάξωμεν ἂν κατορθώσωμεν νὰ τὴν κάμωμεν νὰ ἀναδημιουργηθῇ νέα ἐκ βάθρων ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Ἓν δὲ ἐκ τῶν βάθρων ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ ἡ Δημοκρατία εἶναι καὶ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Δημοκρατία στηρίζεται εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἔχω ὅμως καὶ καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ Δημοκρατία στηρίζεται πάντως ἐπὶ τῆς εὐψυχίας καὶ τῆς ρώμης τῶν ὑγιεστέρων στοιχείων τοῦ Τόπου, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ καλύτερον στήριγμα διὰ πᾶσαν Πολιτείαν. Μὴ λησμονῆτε δὲ ὅτι παντοῦ εἶναι ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένον ὅτι τὴν μεταβολὴν τῶν πολιτευμάτων τὴν κάμνουν μόνον αἱ ζωηραὶ καὶ ὑγιεῖς μειονοψηφίαι καὶ ὅτι ὁ λαὸς ἔρχεται καὶ κυρώνει κατόπιν τὰς πράξεις των, ἀφοῦ πρῶτον γευθῇ τῶν καρπῶν τῶν θυσιῶν τῶν ἡρωικῶν μειονοψηφιῶν. Ἀλλά, κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐγεύθη ἀκόμη τῶν καρπῶν τῆς Δημοκρατίας; Μὴ πτοῆσθε ἀπὸ τὰς φωνὰς τῶν ἐχθρῶν μας καὶ τῶν ἀνάνδρων φίλων, οἱ ὁποῖοι μᾶς φωνάζουν: «διαλυθῆτε· ἔληξεν ὁ προορισμός σας». Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν τὸ ταχύτερον νὰ φθάσουν εἰς τὸ τέρμα, διότι ἀντελήφθησαν ὅτι ἀνεμίχθησαν εἰς μίαν ἐπιχείρησιν ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὰ δύσκολος καὶ βιάζονται νὰ τὴν φέρουν ὅπως–ὅπως εἰς πέρας. Ἀλλ’ ὤφειλον τοῦτο νὰ τὸ ἐσκέπτοντο ὅταν ἀνελάμβανον τὸν ἀγῶνα τοῦτον καὶ ἔχουν ἤδη ὑποχρέωσιν νὰ φέρουν εἰς πέρας τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον. Δὲν δυνάμεθα νὰ πτοηθῶμεν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοιούτων προσώπων. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ προβῶμεν εὐθὺς καὶ ταχέως πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου ἡμῶν τῆς ἀνασυντάξεως τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἡ Δημοκρατία δὲν ἀνασυντάσσεται μὲ μέτρα πρόχειρα καὶ μὲ σπουδὴν εἰς μέτρα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ θίξουν καὶ ὁμάδας καὶ πολιτικὰ πρόσωπα.
§89Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§90Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε Πετρίδη, διότι ἀκούετε διαρκῶς τὰς φωνάς: «τελειώσατε τὸν Καταστατικὸν Χάρτην καὶ ἀναχωρήσατε», καὶ λέγω ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἐγγίζουν εἰς τὸ τέρμα τῶν ἀγώνων των. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνασυντάξωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Δημοκρατίαν, δὲν θὰ εἶναι δὲ πλήρης ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία ἂν δὲν κατορθώσωμεν νὰ κατασκευάσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν θεσμόν, τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ ἔρεισμα τῆς Δημοκρατίας. Διότι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν καταρτίζεται ὡς εἷς τύπος, ὡς ἓν πολιτικὸν Σῶμα, ὡς ὑπεστηρίχθη, ὡς ἓν χρήσιμον Σῶμα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν νόμων οὔτε, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, τὰ πολιτεύματα καταρτίζονται δι’ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων καὶ συμβιβασμῶν. Τὰ πολιτεύματα καταρτίζονται καὶ στηρίζονται ἀπὸ τοὺς ἔχοντας πίστιν πρὸς τὰ πολιτεύματα καὶ μόνον ἀπὸ αὐτούς.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ εἶχον ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ βοηθήσω τὴν ἔξαρσίν σας, ἀλλὰ δὲν εἶπον τοῦτο. Δὲν εἶπον ὅτι τὸ πολίτευμα καταρτίζεται δι’ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων. Πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Εἶπον ὅτι εἰς τὰς λεπτομερείας ἐπιβάλλονται ἀμοιβαῖαι ὑποχωρήσεις. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἰς ὅ,τι θίγει τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπολύτως ἀδιάλλακτοι, εἰς ὅ,τι ὅμως ἀφορᾶ τὰς λεπτομερείας ὀφείλομεν, ἂν προκύπτῃ μία εὕρεσις τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος, νὰ εἴμεθα ὑποχωρητικοί.
§92Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι ἐκάματε αὐτὴν τὴν διόρθωσιν καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διατύπωσις καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖον εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ ὅτι θὰ ἦτο ἀνάπηρος ἡ Δημοκρατία, ἂν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας δὲν καθιεροῦτο εἰς τὸ Σύνταγμά μας. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀνάπηρος ἡ Δημοκρατία ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας δὲν ἦτο ἄμεσος. Ἂν δὲν γίνῃ ἡ ἄμεσος σύστασις αὐτῆς, θεωρῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λήξῃ ὁ σκοπὸς τῆς ἐνταῦθα ἀφίξεώς μας. Νομίζω ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν σπεύσωμεν νὰ κάμωμεν τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα ἀμέσως, νομίζω ὅτι δὲν ὁλοκληροῦμεν τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Διότι ἡ Δημοκρατία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ λείπῃ ἡ Γερουσία, θὰ εἶναι χωλή, διότι θὰ τῆς λείπῃ τὸ ἄλλο σκέλος μὲ τὸ ὁποῖον θὰ στηρίζεται εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ διότι τὴν Γερουσίαν δὲν τὴν θέλομεν ὡς Σῶμα συντελοῦν μόνον εἰς τὴν καλυτέραν παρασκευὴν τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ ὡς Σῶμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀναπλάσῃ ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπέμεινεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἐπέμεινεν ὥστε νὰ καταρτισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, τελείως διάφορον. Ἡ Γερουσία δὲ θὰ εἶναι ὠφέλιμος μόνον ἂν καταρτισθῇ ὡς ὑποστηρίζει ὁ κ. Παπαναστασίου. Βεβαίως δύναται νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ τρόπος καὶ διὰ τοῦ ὁριστικοῦ ψηφίσματος τῆς Γερουσίας καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὁριστικῆς συστάσεώς της. Ἀλλὰ τὸν χρόνον αὐτὸν τὸν βλέπομεν μακρόν, ὅπως τὸν βλέπει καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ὁ εἰσηγητής της. Δι’ αὐτὸ ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἄμεσον σύστασίν της. Μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δώσῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ὅλοι περιμένομεν, τῆς ἀνασυντάξεως δηλαδὴ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, τῆς ἀνασυντάξεως τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας. Διότι, κύριοι, ἂν πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν ἕνα Σῶμα νομοθετικὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ σκοπὸν μόνον τὴν νομοπαραγωγὴν δὲν ἔχομεν νὰ ὠφελήσωμεν εἰς τίποτε τὴν Πολιτείαν. Εἶναι δὲ ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ ἐπωφεληθῶμεν τοῦ σάλου ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. Ἂς ἐπωφεληθῶμεν τοῦ σάλου αὐτοῦ καὶ ἂς ἀναπλάσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν ἐκ βάθρων. Ἴσως ἦσαν ἀτυχεῖς αἱ περιστάσεις ποὺ διήλθομεν, ἀλλ’ ἂς ἐπωφεληθῶμεν καὶ ἂς ἀναδημιουργήσωμεν ἓν νέον πολίτευμα. Τὴν θέλομεν τὴν Γερουσίαν νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύῃ τὰς τάξεις τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύει ἡ Βουλή. Δηλαδὴ ὄχι μόνον ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὰ κατ’ ἰδίαν ἄτομα. Τὴν θέλομεν τὴν Γερουσίαν ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Τὴν θέλομεν τὴν Γερουσίαν νὰ βουλεύεται ὄχι ὅπως βουλεύονται τὰ ἐν τῇ Βουλῇ ἄτομα, ἀλλὰ νὰ βουλεύεται σκεπτομένη τῶν συμφερόντων κυρίως τῶν ὁμάδων, ὄχι τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ τῶν τάξεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάσις γενικῶς σήμερον καὶ ἐκεῖ τείνουν ὅλα τὰ Κράτη. Εἰς τὴν Γαλλίαν γίνεται ἀγὼν τεράστιος νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ Γερουσία κατὰ τὸ σύστημα αὐτό. Καὶ τέλος ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας λέγει τὰ ἑξῆς: «Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτων στοιχείων θὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας». Θὰ σᾶς διαβάσω ἐπίσης καὶ μίαν ἄλλην περικοπὴν διακεκριμένου Γάλλου συνταγματολόγου, τοῦ Duguit, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀντιλαμβάνεταί τις τὴν ἀληθῆ λύσιν τοῦ προβλήματος, ἐὰν κατανοήσῃ ὅτι μία Κοινωνία, ἓν Ἔθνος, σύγκειται ὄχι μόνον ἐξ ἀτόμων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὁμάδας ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν ἐπίσης κοινωνικὰ στοιχεῖα τοῦ Τόπου. Αἱ κοινωνικαὶ ὁμάδες, αἱ οἰκογενειακαί, οἱ ἐργατικοὶ συνεταιρισμοί, οἱ ἀγροτικοί, οἱ βιομηχανικοί, οἱ ἐμπορικοί, οἱ ἐπιστημονικοὶ καὶ οἱ θρησκευτικοὶ ἀκόμη. Ἂν θελήσῃ τις νὰ εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἀντιπροσώπευσις τοῦ Τόπου, πρέπει νὰ συντίθεται αὕτη ἐκ δύο Σωμάτων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν θὰ ἀντιπροσωπεύῃ εἰδικώτερον τὰ ἄτομα (ἡ Βουλὴ) καὶ τὸ ἄλλο (ἡ Γερουσία) θὰ ἀντιπροσωπεύῃ εἰδικώτερον τὰς κοινωνικὰς ὁμάδας κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἡ πολιτικὴ τέχνη καθορίζει διὰ κάθε Τόπον». Ὥστε βλέπετε ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἴσχυσεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ὅπου ἐδοκιμάσθη εἰς ὁλοκλήρους περιόδους, κατέληξεν ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι διὰ νὰ καρποφορήσῃ ὁ θεσμὸς πρέπει οὗτος νὰ καταρτισθῇ κατὰ τρόπον τελείως διάφορον ἀπὸ ὅ,τι καταρτίζεται ἡ Βουλή, ὄχι ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν κατ’ ἰδίαν ἀτόμων, ἀλλ’ ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν συμφερόντων τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ διὰ τοῦ ὁριστικοῦ ψηφίσματος ἡ Γερουσία κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Διότι ὁ χρόνος τῆς συστάσεώς της ἀπέχει πολύ. Διότι, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Παπανδρέου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις οὔτε μετὰ 6 μῆνας, οὔτε μετὰ ἓν ἔτος. Ἐπειδὴ ὁ κ. Παπανδρέου συνήθως ἀπατᾶται εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, ἐγὼ λέγω οὔτε μετὰ δύο ἔτη οὔτε μετὰ τρία ἔτη. Πρέπει νὰ καταρτίσωμεν ἡμεῖς τὴν Γερουσίαν, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πρὸς τοῦτο καὶ ἐπὶ τῆς ράχεώς σας θὰ πέσῃ ἡ εὐθύνη τῆς ἀνασυντάξεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ συστήσωμεν τὴν Γερουσίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένωμεν ἐπὶ μακρὸν καὶ νὰ περιμένωμεν νὰ ἔλθῃ ἡ εἰρήνη καὶ ἡ γαλήνη, καὶ ὅταν θελήσωσι νὰ καταρτίσωσι τὰ κοινωνικὰ Σωματεῖα, τότε καὶ μόνον νὰ καταρτίσωμεν τὴν Γερουσίαν, ἵνα τὴν καταρτίσωμεν κατὰ τὸν νέον τύπον, ὁ ὁποῖος σήμερον παρουσιάζεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ἀλλὰ μᾶς ἀντιτάσσουν καὶ ἀντιλέγουν· «θέλετε σεῖς νὰ γίνετε οἱ ἐκλέκτορες τῶν διαφόρων ὀργανώσεων»; Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐκλογῆς τῶν λοιπῶν ἀντιπροσώπων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν κοινωνικῶν ὀργανώσεων. Τὸ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς καὶ ὅταν ἐκλέγωνται ἀπὸ ἕνα Σῶμα αἱ διάφοροι ἐπιστημονικαὶ ἱκανότητες. Ὅπως ἡ Βουλὴ—καὶ ἰσχύει τοῦτο εἰς τὰ πλεῖστα πολιτεύματα—δύναται νὰ ἐκλέγῃ τὰς εἰδικότητας, νὰ δύναται νὰ ἐκλέγῃ ἐπίσης καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. Διότι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα τῆς Βουλῆς. Διατί θὰ εἶναι τόσον νόμιμον ἡμεῖς νὰ ἐκλέγωμεν τὰς ἐπιστημονικὰς εἰδικότητας, δὲν θὰ εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν καὶ τὰς ὁμάδας τὰς κοινωνικὰς καὶ νὰ χρησιμεύσωμεν ἡμεῖς ὡς ἐκλέκτορες τῶν ἀντιπροσώπων ἐκείνων; Ποία θὰ εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς δυνάμεώς μας, καὶ μὴ δυναμένων νὰ ἐκλέξωμεν τὰς ἐπιστημονικὰς ἱκανότητας πῶς θὰ ἦτο ὅταν ἐκλέξωμεν καὶ τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν διαφόρων κοινωνικῶν ὁμάδων, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἐγὼ νομίζω ὅτι οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ καὶ οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σοβαρὰ συζήτησις. Θὰ χρησιμεύσωμεν σήμερον ὡς κηδεμόνες τῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀτυχῶς διὰ τὸν Τόπον μας δὲν κατώρθωσαν νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν περιωπὴν ἵνα ἔχωσι τὴν πρέπουσαν δύναμιν σήμερον. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ὠργανωμέναι κοινωνικαὶ ὁμάδες, ὅπως οἱ Σύλλογοι οἱ Δικηγορικοί, θὰ ἀναθέσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκλέγουν τοὺς ἀντιπροσώπους. Ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἴδιαι αἱ ὀργανώσεις νὰ ἐκλέξουν τοὺς ἀντιπροσώπους των, κατὰ τί θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μεμφθῶσιν ἡμᾶς ὅταν ἐκλέξωμεν ἡμεῖς τοὺς ἀντιπροσώπους των; Καὶ διατί θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς μεμφθῶσιν, ὅταν ἐκλέξωμεν τὸν καλύτερον ἐκ τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου καὶ ἐκ τῶν ἄλλων κοινωνικῶν ὀργανώσεων; Ἂν, κύριοι, ἀναμείνωμεν ἕως ὅτου καταρτισθοῦν αἱ ὀργανώσεις διὰ νὰ καταρτίσωμεν τὴν Γερουσίαν, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι οὐδέποτε θὰ φθάσωμεν ἢ τοὐλάχιστον μετὰ πολὺ χρονικὸν διάστημα ὥστε νὰ καταρτισθῇ ἡ Γερουσία καὶ ἴσως αὐτὸ νὰ ἐσκέφθη ὁ κ. συνάδελφος ὁ ὁποῖος εἶπεν ἐνταῦθα ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ Γερουσία. Καὶ ἂν πρόκειται νὰ βραδύνῃ ἐπὶ τόσον χρόνον καὶ ἐγὼ δὲν τὴν θεωρῶ τελείως ἀπαραίτητον τὴν Γερουσίαν, ὡς καὶ ἂν δὲν καταρτισθῇ καθ’ ὃν τρόπον πρέπει νὰ καταρτισθῇ. Ἀλλὰ μοῦ ἀντιτάσσεται καὶ ἓν ἄλλο: Τὸ Σῶμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ καταρτισθῇ διὰ διορισμοῦ παρ’ ἡμῶν θὰ ἔχῃ τὸ ἀνάλογον κῦρος καὶ τὴν ἀνάλογον δύναμιν; Τὸ Σῶμα, ἅμα καταρτισθῇ, θὰ τὴν ἔχῃ μόνον του τὴν δύναμιν αὐτήν. Πάντα τὰ Σώματα ὅταν κατηρτίσθησαν, ἀρκεῖ νὰ κατηρτίσθησαν ἀπὸ πρόσωπα περιωπῆς, ἀπέκτησαν μόνα τους τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ μία διαφωνία μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς οὑτωσὶ καταρτισθησομένης Γερουσίας καὶ θὰ ἴδετε ἀμέσως, ἂν τὸ ἕνα Σῶμα στραφῇ καὶ ἔχῃ μὲ τὸ μέρος του τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ ἐνισχυθῇ καὶ νὰ σαρώσῃ καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ αὐτὴν τὴν Βουλήν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ Γερουσία δὲν ἔχει πολιτικὴν δύναμιν, δὲν ὑπάρχει ἐνώπιον αὐτῆς ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἐν τούτοις θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰς περιπτώσεις, ὅπου ἡ Γερουσία ἀνέτρεψε Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι ἐστηρίζοντο ἐπὶ κολοσσιαίας πλειονοψηφίας. Καὶ ἐκεῖ ἠμφισβήτησαν τὴν δύναμίν της, ἰδίως ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μπουρζουά, ἡ ὁποία νόμον κοινωνικῆς μορφῆς, ἀπορριφθέντα ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, τὸν ἐπανέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἐψήφισεν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη, διότι ἡ Γερουσία, ἡ ὁποία δὲν εἶχε πολιτικὴν δύναμιν, εἶχεν ἠθικὴν τοιαύτην παρὰ τῷ Γαλλικῷ λαῷ καὶ συμπαρέσυρε τὴν Κυβέρνησιν. Ὥστε μὴ νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ κῦρος, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ περιωπήν, κανεὶς δὲ ἄλλος πλὴν ἡμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσῃ τὸ Σῶμα τοῦτο Σῶμα περιωπῆς, διότι ἡμεῖς ἔχομεν νὰ ἀναλογισθῶμεν τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας φέρομεν ἀπέναντι τοῦ Τόπου, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν τιμὴν ὅτι ἐδημιουργήσαμεν τὸ πολίτευμα.
§93Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν πάλιν θὰ ἔπιπτεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης;
§94Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἱστορικὸν παράδειγμα νὰ ἔπεσεν ἰσχυρὰ πλειονοψηφία, διότι ἔκαμε ἕνα νόμον ἀπαρέσκοντα εἰς τὸν λαόν. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ Γερουσία, εἶναι ἐντελῶς διάφορον, διότι εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις καὶ θὰ ἀναπτυχθοῦν αἱ ἀντίθετοι γνῶμαι.
§95Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τότε εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἡ Γερουσία.
§96Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη εἰς παραίτησιν.
§97Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης.
§98Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διότι παρενέπεσαν δύο ψηφοφορίαι. Ὑπάρχει δὲ σωρεία ἄλλων παραδειγμάτων. Ὑποστηρίζω λοιπὸν ὅτι τὸ Σῶμα θὰ ἀποκτήσῃ οἴκοθεν τὴν ἠθικὴν δύναμιν, ἀρκεῖ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλεγοῦν νὰ εἶναι πρόσωπα περιωπῆς. Δὲν ἔχω δὲ κανένα δισταγμὸν ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλεγοῦν θὰ ἀποκτήσουν τὸ κῦρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου. Δὲν εἶναι καὶ ἀπαραίτητον νὰ εἰσέλθουν ἐκ τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου τὰ πρώτης κατηγορίας πρόσωπα, διότι τοιαύτη ἀξίωσις δὲν φαντάζομαι ὅτι διετυπώθη οὔτε ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» οὔτε ἀπὸ κανένα ἄλλον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσετε ἀπὸ κανὲν κόμμα νὰ στείλῃ εἰς τὴν Γερουσίαν τοὺς μιλιτὰν πολιτευομένους. Ἀρκεῖ νὰ στείλῃ ὑγιᾶ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν αἰσθάνονται τὴν δύναμιν νὰ πολεμήσουν διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Ὥστε μὴ ἀποβλέπετε σοβαρῶς εἰς τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἀντιτάσσεται ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μετάσχουν ἐκ τοῦ ἀντιπολιτευομένου κόσμου τὰ πρώτης κατηγορίας πρόσωπα. Δὲν γνωρίζω ποῖα εἶναι ταῦτα, ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα βλέπομεν ἐν τῷ Τύπῳ, ἀσφαλῶς ἡ ἀξίωσις ἡμῶν εἶναι ὑπερβολικὴ νὰ θέλωμεν νὰ μετάσχουν ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Ἀλλὰ καὶ ἂν μετάσχουν δευτέρας κατηγορίας πρόσωπα, τὸ κέρδος δὲν θὰ εἶναι μικρὸν διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλος ὁ ἀντιπολιτευόμενος κόσμος νὰ προσέλθῃ ἀθρόως εἰς τὸ νέον πολίτευμα. Προσέρχεται σιγὰ σιγὰ καὶ βαθμιαίως, εἷς δὲ σταθμὸς εἶναι καὶ ἡ συμμετοχὴ τῶν ὀλίγων αὐτῶν προσώπων εἰς τὴν Γερουσίαν. Δὲν νομίζω λοιπὸν σοβαρὸν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ἂν δὲν μετάσχουν οἱ μιλιτὰν πολιτευόμενοι, θὰ μειωθῇ τὸ κῦρος εἴτε τοῦ Σώματος εἴτε τῶν προσώπων ἐκείνων, διότι τὸ κῦρος τοῦ Σώματος δὲν μειοῦται ἂν δὲν εἶναι εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τὰ πρόσωπα. Διότι θὰ γίνῃ ἐκλογὴ καὶ μεταξὺ τῶν προσώπων θὰ εἶναι ἐπιστημονικαὶ κορυφαί. Οὐδεὶς θὰ εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», οἱ ὁποῖοι εἶναι μιλιτὰν πολιτευόμενοι, νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ἐπίσης, κύριοι, ὅτι θὰ χάσουν τὸ κῦρός των ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων των πρῶτον διότι πιστεύω ὅτι ἐξελίσσεται ἡ δημοκρατικὴ συνείδησις εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἕως ὅτου μειωθῇ τὸ κῦρος αὐτῶν θὰ εἶναι τοσαύτη ἡ ἐξέλιξις, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοῦ κύρους αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν μειωθῇ ἀπὸ ἕνα πολιτευόμενον τὸ κῦρός του, θὰ παραμείνῃ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐκτίμησις, θὰ παραμείνῃ δὲ καὶ ἓν ποσοστὸν τὸ ὁποῖον θὰ παρακολουθήσῃ τὴν νέαν δρᾶσιν τοῦ πολιτευομένου. Διότι ἕνα πολιτευόμενον, κύριοι, δὲν παρακολουθοῦν οἱ ἐκλογεῖς μόνον διότι ἔχει ὡρισμένας ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχει καὶ ὡρισμένας προσωπικὰς ἰδιότητας. Τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀπεριόριστον τὴν ἐκτίμησιν πρὸς ἓν πρόσωπον δὲν θὰ τὸ ἐγκαταλείψουν, διότι θὰ ἀκολουθήσῃ ἓν σύστημα πρὸς τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἦσαν ἀντίθετοι. Ἂν τοιαύτη ἀρχὴ ἐτηρεῖτο, τότε οἱ μεθιστάμενοι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κόμματος εἰς τὸ ἄλλο ἔπρεπε νὰ ἐμφανίζωνται ἐντελῶς γυμνοί, ἀλλ’ ἡ πεῖρα διδάσκει ὅτι ὄχι μόνον γυμνοὶ δὲν προσῆλθον, ἀλλὰ καὶ ἀπέκτησαν καὶ περισσότεραν δύναμιν, διότι καὶ ἡ πολιτικὴ μᾶζα ἡ ὁποία τοὺς ἠκολούθει καὶ αὐτὴ ἔκρινε καὶ ἐσκέφθη μαζί τους καὶ ἐν τέλει συνεφώνησε μὲ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς σκέψεις τῶν πολιτευομένων οὓς ἠκολούθει καὶ ἐξετίμα. Ἠμφισβητήθη ἐπίσης, κύριοι, ἀπὸ τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας καὶ μετ’ ἐπιμονῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεστηρίχθη ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν ἐντολὴν αὐτήν. Ἔχει ἆρά γε ἡ Συνέλευσις τὴν ἐντολὴν αὐτήν; Καὶ μᾶς ἔδωκαν βέβαια τὸ ἐλαφρυντικὸν ὅτι ὡς κυρίαρχον Σῶμα δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλομεν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ὠφέλιμον διὰ τὸν Τόπον. Κύριοί μου, εἰς τὰς σκέψεις του αὐτὰς ἀναχωρεῖ ὁ κ. Παπανδρέου ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐσφαλμένης βάσεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνεχώρησαν πολλοί, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει μοναδικὸν σκοπὸν τὴν σύνταξιν τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτου. Ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δημιουργήσῃ οὐ μόνον τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ καὶ οἱαδήποτε στηρίγματα τὰ ὁποῖα κρίνει ὅτι πρέπει νὰ δημιουργηθοῦν πρὸς στερέωσιν τοῦ νέου πολιτεύματος. Δὲν ἐκπλήσσομαι, κύριοι, πῶς οὕτω σκέπτεται ὁ κ. εἰσηγητής, διότι, ἂν μελετήσετε ἐπισταμένως τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, δὲν θὰ εὕρετε μόνον αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν. Εἶναι ὁλόκληρος πλήρης ἀντιφατικῶν σκέψεων ἡ ἔκθεσις αὐτή. Ὁ κ. εἰσηγητὴς λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του ὅτι δὲν θὰ εἶχεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῇ τὴν προσωρινὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας, ἂν δὲν ἦτο τόσον μικρὸς ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, ὥστε διατί νὰ κάμωμεν τὸν περιττὸν κόπον νὰ δημιουργήσωμεν τὸ νέον Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν ὁριστικώτερον καὶ καλύτερον νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ. Καὶ εἴδομεν ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου διεψεύσθη, διότι ἀκριβῶς μῆνες παρῆλθον καὶ θὰ παρέλθουν ἀκόμη διὰ νὰ γίνουν αἱ νομαρχιακαὶ ἐκλογαί. Ἂν λοιπὸν αὐτὴ ἦτο ἡ σκέψις τοῦ κ. Παπανδρέου καὶ τοῦτο τὸν ἔκαμε νὰ διστάσῃ, ὅτι δηλαδὴ τὸ χρονικὸν σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων ἦτο πολὺ ἐγγύς, δὲν βλέπω τὸν λόγον, ἀφοῦ ἤδη βλέπει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνουν τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια, δὲν βλέπω τὸν λόγον, λέγω, διατί νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν σκέψιν του καὶ μετὰ μεγαλυτέρου μάλιστα πείσματος. Αὐτὴ ἦτο ἡ κεντρικὴ σκέψις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ἡ ὁποία ὤθει αὐτὸν εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ ψηφίσματος ἡμῶν. Καὶ τότε ἀντέστημεν καὶ μεθ’ ἡμῶν ἀρκετὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ εἴπομεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὀργανωθῇ ἡ Χώρα κατὰ τὸ νέον διοικητικὸν σύστημα. Ἐπίσης ἕτερον ἐπιχείρημα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐτράπη ἐναντίον τοῦ ψηφίσματος ὁ κ. εἰσηγητὴς ὡς καὶ μερὶς ἡ ὁποία εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὸν ἀκολουθεῖ εἶναι διότι ἐπίστευσαν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ ἡ συμφιλίωσις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ὁμάδων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ἡμεῖς ὅμως δὲν εἴπομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ συμφιλίωσις ἐπὶ χάσματος τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται ἀπὸ τόσον μακρὸν χρόνον καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπιφέρει ριζικὴν διαίρεσιν. Δὲν εἴπομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μόνον διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας. Τοιοῦτόν τι δὲν ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς. Ὑπεστηρίξαμεν τὴν σύστασιν τῆς Γερουσίας ὡς μίαν ἀκόμη ἀπόπειραν τῆς συμφιλιώσεως καὶ δὲν πρέπει νὰ διστάζωμεν ὅταν μᾶς παρουσιάζεται εὐκαιρία νὰ κάμνωμεν τοιαύτην ἀπόπειραν. Νὰ μὴ παραλείπωμεν αὐτὴν ποτέ. Δὲν ἀποτελεῖ κυρίως ταπείνωσιν, ὡς εἶπον, διότι τὰς ἀποπείρας αὐτὰς δὲν τὰς κάμνομεν πρὸς πρόσωπα, ἀλλὰ τὰς κάμνομεν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Τόπου, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς Χώρας. Μία ἀπὸ τὰς ἀποπείρας αὐτὰς θὰ ἦτο ἡ δημιουργία τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία, ματαιουμένη, θὰ ματαιώσῃ καὶ μίαν ἀκόμη ἀπόπειραν, καὶ δὲν γνωρίζω τίς θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην αὐτὴν τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν. Τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα πάντοτε ὑπελογίσαμεν, εἶναι ὡς πρὸς τὸ κῦρος τοῦ Σώματος· ἤτοι ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξήρχοντο τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς θὰ ἐξήρχοντο μειωμένα. Κύριοί μου, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῶ τὸν συλλογισμὸν αὐτόν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ τις μειωμένος ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν αὐτήν ὅταν θὰ ἐξέλθῃ τιμώμενος. Διότι ὅσοι θὰ ἐξέλθουν ἐκ τῆς αἰθούσης αὐτῆς διὰ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν Γερουσίαν θὰ ἐξέλθουν ἀσφαλῶς τιμώμενοι, θὰ ἐξέλθουν διὰ νὰ προσφέρουν καὶ μίαν ἀκόμη ὑπηρεσίαν. Ἀφοῦ προσέφεραν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημιουργίας τῆς Δημοκρατίας, θὰ προσφέρουν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς στηρίξεως αὐτῆς. Δὲν πρέπει, κύριοι, οὐδὲν ἔρεισμα νὰ παραλείπωμεν ὅσον στερεὸν καὶ ἂν εἶναι τὸ οἰκοδόμημά μας, δὲν πρέπει, κύριοι, ὅσον στερεὰ καὶ ἂν εἶναι ἡ Δημοκρατία, ὅσον καὶ ἂν στερεώνεται καὶ βασίζεται εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ παραλείπωμεν τὰς περιπτώσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν στερεώσουν ἀκόμη βαθύτερα εἰς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ. Μία δὲ ἀπὸ τὰς ἀποπείρας αὐτὰς εἶναι καὶ ἡ δημιουργία τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Φαίνεται ὅτι τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα ἀτυχῶς τῶν δημοκρατικῶν κομμάτων εἶναι ἡ σπουδή. Ἐσπεύσαμεν καὶ ἄλλοτε καὶ ἐκάμαμεν ἐκλογάς· ἀπερρεύσαμεν ὅλοι ἀπὸ τὸ κόμμα ἐκεῖνο καὶ φαίνεται ὅτι φέρομεν ἐντὸς ἡμῶν τὸ προπατορικὸν αὐτὸ ἁμάρτημα. Νὰ σπεύδωμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις μας μόνον καὶ μόνον διότι ἀποβλέπομεν εἰς τὰς ἐκλογάς, διότι θέλομεν ἴσως νὰ φαινώμεθα πολὺ συνεπεῖς πρὸς τὸν ἑαυτόν μας. Οὕτως ὅμως ἐνεργοῦντες δὲν εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας. Σκεπτόμενοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον, ἀφοῦ τὸν ἐφέραμεν εἰς μακρὰν καὶ πικρὰν δοκιμασίαν διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἕνα σκοπὸν καὶ ἀφοῦ κατωρθώσαμεν νὰ τοῦ δώσωμεν ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον τὸν ἐφέραμεν εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν τὸν ἀφήσαμεν νὰ ἀπολαύσῃ καὶ αὐτὸς ἡσύχως τοὺς καρποὺς τοῦ ἀγῶνος, νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἠρέμως περὶ τοῦ μέλλοντός του. Τοιουτοτρόπως τὸν ἐφέραμεν εἰς τὴν Ἀσίαν, τοιουτοτρόπως τὸν ἐφέραμεν εἰς τὴν Θράκην. Καὶ τότε δὲν τὸν ἀφήσαμεν νὰ ἡσυχάσῃ, νὰ ἀναπαυθῇ, νὰ ἀπολαύσῃ τοὺς καρποὺς τῆς νίκης του, ἀλλὰ δρομαίως τὸν ἐφέραμεν εἰς τοὺς κόλπους, ἀκόμη ἔχοντα τὰς πληγὰς τοῦ πολέμου, ἀκόμη ἔχοντα τὸν κάματον μιᾶς ὁλοκλήρου ἐκστρατείας, ἀκόμη παραζαλισμένον καὶ δηλητηριασμένον ἀπὸ τὰς διαφόρους προπαγάνδας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ἐκμεταλλευομένους τὸν κάματόν του καὶ διότι ὁ λαὸς δὲν εἶχεν ἀπολαύσει τοὺς καρποὺς τῆς νίκης του. Εἴδετε ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποπείρας μας ἐκείνης. Καὶ σήμερον τί κάμνομεν; Σπεύδομεν ὁλοταχῶς. Σπεύδομεν, καὶ εἶπον διατί σπεύδομεν. Ἐγὼ τὸ ἀποδίδω εἰς τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα· σπεύδομεν νὰ τὸν φέρωμεν ἐκ νέου εἰς τὰς κάλπας νὰ κάμῃ τί, κύριοι, ἀφοῦ δὲν τὸν ἀφήνομεν νὰ ἀπολαύσῃ τὸ νέον του πολίτευμα, ἀφοῦ δὲν τὸν ἀφήνομεν νὰ ἀπολαύσῃ τὴν Δημοκρατίαν; Ἤδη, μετὰ μίαν σοβαρὰν μάχην ἐπικρατήσεως, ἐνῷ βλέπει τὰ ἐρείπια τοῦ ἀγῶνος ἀκόμη, ἐνῷ βλέπει τοὺς τάφους τῆς μάχης, σπεύδομεν νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν ἂν τοῦ ἀρέσει ὁ ἀγὼν αὐτός. Τοὺς λαοὺς ὅμως δὲν τοὺς ἐρωτοῦν ἂν τοὺς ἀρέσουν οἱ ἀγῶνες, ἀλλὰ τοὺς ἐρωτοῦν ἂν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀγώνων ἦσαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προσεδόκα ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν νὰ κάμουν τοὺς ἀγῶνας αὐτούς. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ γευθῇ τῶν καρπῶν τῆς Δημοκρατίας, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναθέσωμεν ὅλην τὴν αἴγλην ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ἀφήσωμεν νὰ λειτουργήσῃ ἡ Δημοκρατία, ὅπως ἐλειτούργησε, πλήρως καὶ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι τὸ νέον του πολίτευμα εἶναι ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὸ παλαιόν, τὸ ὁποῖον ἤλθομεν καὶ κατελύσαμεν ἐνταῦθα. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ κάμωμεν νὰ πεισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι τὰ καλὰ τὰ ὁποῖα ἐλέγομεν ἐπραγματοποιήθησαν. Πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῇ τὴν διαφορὰν τῶν δύο πολιτευμάτων μόνον ἀπὸ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας εἴχομεν τὴν ἱκανότητα νὰ μανθάνωμεν καὶ νὰ διδάσκωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ γευθῇ ἀκόμη ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλαν 300 ρήτορες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Σπεύσατε, κύριοι, ἀλλὰ θὰ ἀντιλαμβάνεσθε τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας φέρετε καὶ ἔπειτα πολὺ πικρὰ θὰ μετανοήσετε, ὅπως μετενόησαν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1920 ἔφεραν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκεῖ ποὺ τὸν ἔφεραν. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναμένῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἕως ὅτου γίνουν ἐκλογαὶ τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων διὰ νὰ ἴδῃ ὁλοκληρούμενον τὸ ἔργον τῆς Δημοκρατίας. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, εἶναι ἀπόλυτος ἡ σπουδὴ μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐνεργήσωμεν διὰ νὰ ἴδῃ τὴν ὁριστικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Εἶναι μεγίστη ἀνάγκη τοῦ νὰ σπεύσωμεν νὰ δώσωμεν τὴν εἰκόνα τοῦ τί εἶναι ἡ Δημοκρατία. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκὼν τῆς Δημοκρατίας τὴν ὁποίαν παρουσιάζομεν εἰς τὸν λαόν. Οὗτος βλέπει ἓν Κοινοβούλιον τὸ ὁποῖον διαρκῶς ἀσχολεῖται εἰς ἔλεγχον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀσχολοῦνται καὶ ἄλλαι Βουλαί, καὶ βλέπει ἓν Κοινοβούλιον ἀναμεμιγμένον εἰς ἀγῶνας κομματικούς, οἵτινες ἐγίνοντο καὶ πρὸ τοῦ γίνῃ τὸ νέον πολίτευμα, ἡ Δημοκρατία. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαὸν τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς Δημοκρατίας, καὶ θὰ τὴν δώσωμεν μόνον μὲ τὴν ὁλοκλήρωσιν, μόνον μὲ σύνταξιν τῆς Πολιτείας ἐπὶ νέων βάσεων, μὲ τὴν σύστασιν ἐπὶ εἰδικῶν θεσμῶν τοῦ πολιτεύματός μας. Ἀνερευνῶ τώρα, κύριοι, τὸ ἔργον ἡμῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς μας καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὰς ἰδίας φυσιογνωμίας τῶν συναδέλφων, καίτοι τοὺς βλέπω καθημερινῶς παρόντας· δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσιάζομεν τόσην ὁρμὴν κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν τῆς ἐμφανίσεώς μας. Ἐνομίσαμεν ὅτι καταλύσαντες τὸ πολίτευμα καὶ δημιουργήσαντες μίαν Δημοκρατίαν ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν πᾶσαν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἴχομεν πρὸς τὸν Τόπον καὶ ἤδη εἶναι ἀνάγκη νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἀγῶνος. Δὲν φθάνει τις, κύριοι, εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἀγῶνος ὅταν αὐτὸς θέλῃ, ἀλλ’ ὅταν τὸ τέρμα εἶναι τὸ πραγματικὸν τέρμα τῶν ἀγώνων τοῦ λαοῦ τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ τῷ εἴπωμεν ὅτι «ἐκάμαμεν τὴν Δημοκρατίαν, ὁρίστε καὶ ἀπόλαυσέ την». Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο. Ἂς σπεύσωμεν εἰς τὴν πλήρη ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Τόπου, ἂς σπεύσωμεν εἰς τὸ πρῶτον βῆμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας. Εἶναι ἀδύνατος ἡ ὁριστικὴ συγκρότησις τῆς Γερουσίας πρὶν παρέλθῃ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος· ἕως ὅτου ἀναθεωρηθῶσιν οἱ κατάλογοι καὶ γίνουν αἱ νομαρχιακαὶ ἐκλογαὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἡ ὁριστικὴ Γερουσία. Ἐνῷ τοῦτο εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ λειτουργοῦν τὸ πολίτευμα ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος μὲ τὸ ἓν σκέλος αὐτοῦ, αὐτὸς ὁ λόγος βιάζει διὰ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» καὶ μετὰ ἓν ἔτος, ὅταν εἶναι ὁ καιρὸς τῆς ἐκλογῆς, τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ βαδίσῃ ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν ὁλόκληρον τὴν μορφὴν τῆς Δημοκρατίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ὀφείλομεν πολὺ νὰ προσέξωμεν, νὰ ἀφήσωμεν τὰς θεωρητικὰς ὀργανώσεις, πράγματα πολὺ εὔκολα, μὲ τὰς ὁποίας ἠσχολήθη μία Ἐπιτροπὴ μὲ πλήρεις μελέτας συστημάτων, μὲ μονογραφίας, μὲ ὅ,τι ἐκλεκτὸν ὑπάρχει καὶ ἔχει γραφῆ καὶ εἰς τὸν Τύπον καὶ εἰς τὰ ξένα συγγράμματα, καὶ ἂς σκεφθῶμεν τὸ συμφέρον τῆς Δημοκρατίας, τὸ συμφέρον τοῦ πολιτεύματός μας, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ συμφέρον δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι νὰ τοῦ δώσωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἐπί τινα χρόνον νὰ ἀπολαύσῃ καὶ τοὺς ἰδικούς του καρποὺς καὶ τότε θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαργέτης ἔχει τὸν λόγον.
§100Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἄν, κύριοι, ἡ ἄμεσος συγκρότησις προσωρινῆς Γερουσίας ἐπροτείνετο ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Συντηρητικῶν, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ μὲ ἐξέπληττε. Τὸ ὅτι ὅμως προτείνεται τοῦτο ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», τοῦτο μὲ ἐκπλήττει πολύ. Διότι βεβαίως μία τοιαύτη συγκρότησις προσωρινῆς Γερουσίας εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀντιδημοκρατική. Καὶ δὲν βλέπω εἰς τί τότε θὰ διαφέρῃ ἡ Γερουσία αὐτή, τοὐλάχιστον εἰς τὰ μάτια τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν Γερουσίαν τὴν ὁποίαν ὁ Ὄθων ἔδωσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τῆς ὁποίας πολὺ κακὴν ἀνάμνησιν ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὑπάρχει ἀκόμη καὶ ὁ κίνδυνος ὅτι ὁ νέος αὐτὸς θεσμὸς οὕτω χειραγωγούμενος ἀπὸ τὴν «Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν» δὲν θὰ δώσῃ εὔσημον εἰς τὴν Δημοκρατίαν. Διότι θὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς ὅτι αὐτὴ ἡ Δημοκρατία, φέρουσα μίαν Γερουσίαν, ὅπως ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Ὄθων, δὲν θὰ διαφέρῃ ἀπὸ τὴν Βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος. Κύριοι, ὅτε εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη γίνεται μία κίνησις ὅπως αἱ Γερουσίαι αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐκεῖ συγκεκροτημέναι ἀρχίσουν νὰ συγκροτοῦνται διαφορετικά, ἀντὶ δηλαδὴ νὰ διορίζωνται ἀπὸ Βουλὴν ἢ βασιλέα ἢ νὰ ἐκλέγωνται δι’ ἀμέσου ἐκλογῆς, ἀρχίζει μία κίνησις εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ἡ ὁποία κίνησις ἄγει εἰς τὸ νὰ ἐκλέγωνται οἱ γερουσιασταὶ ἐμμέσως ἀπὸ ὀργανώσεις αὐτοδιοικήσεως ἢ ἐπαγγελματικὰς — καὶ περὶ τούτου μᾶς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τροιζηνίας συνάδελφος — ...
§101ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἢ ἀπὸ Ἐθνοσυνελεύσεις.
§102Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. ... Καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ ἐκεῖ ὅπου ἔχουν ἤδη Γερουσίαν φροντίζουν πῶς νὰ ἀλλάξουν τρόπον ἐκλογῆς τῆς Γερουσίας, θὰ ἦτο δι’ ἡμᾶς ὄχι τόσον ἐποικοδομητικὸν νὰ ἔχωμεν σήμερον νὰ κάμωμεν μίαν νέαν Γερουσίαν εἰς ἕνα νέον πολίτευμα καὶ ταύτην νὰ τὴν συγκροτήσωμεν οὔτε κἂν κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν συγκροτοῦνται αἱ Γερουσίαι εἰς τὰ ἄλλα φιλελεύθερα Κράτη, ἤτοι δι’ ἀμέσων ἐκλογῶν τοῦ λαοῦ ἢ διὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ διορισμοῦ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως.
§103Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διορίζεται ἀπὸ τὴν Βουλήν, δὲν ἐκλέγεται. Ἐπίσης ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διορίζεται.
§104Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἄν ἐπρόκειτο νὰ διορισθῶσιν οἱ γερουσιασταὶ μόνον ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, τότε ἠδυνάμην νὰ ὀνομάσω καὶ ἐγὼ τὸν τρόπον αὐτὸν τοῦ διορισμοῦ ἐκλογήν, ἐφόσον ὅμως πρόκειται νὰ περιληφθῶσι μέλη καὶ ἐκτὸς τοῦ Σώματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν εἶναι πλέον ἐκλογὴ ἀλλὰ διορισμός.
§105Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Συνεπῶς τὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως τὰ ὁποῖα θὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν ἐκλέγονται.
§106Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Δι’ αὐτὰ δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἐκλέγονται, ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ τὰ ἔξω τῆς Συνελεύσεως. Ἄλλως τε, ὅταν καλέσωμεν τὰς κοινότητας νὰ ἐπιληφθοῦν τοῦ ζητήματος, θὰ μετάσχῃ καὶ ὁ ἀντίπαλος κόσμος τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει κομμάτων. Κύριοι, ἄλλως θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἂν ἐπρόκειτο ἡ Γερουσία νὰ σχηματισθῇ καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὅπως σχηματίζεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Ἐγὼ μίαν τοιαύτην Γερουσίαν δὲν θὰ τὴν ἐδεχόμην καὶ δὲν τὴν ζητῶ. Καὶ θὰ ἐψήφιζον μίαν Γερουσίαν ἡ ὁποία θὰ ἐξελέγετο κατὰ τρόπον ἐντελῶς διαφορετικόν, κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον πρὸς τὸν ὁποῖον τείνουν ἤδη καὶ τὰ ἄλλα Κράτη, ἂν δηλαδὴ ἡ Γερουσία αὕτη προήρχετο ἀπὸ τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς αὐτοδιοικήσεως. Καὶ τοῦτο διότι θὰ ἤθελον νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον τὸ δεύτερον Σῶμα, τὴν Γερουσίαν, ὑπὸ μορφὴν ὁμοσπονδιακοῦ συστήματος, μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἀπεδεικνύετο πολὺ ὀρθότερος ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἐκλογῆς τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ διὰ τῆς ἀμέσου δηλονότι ἐκλογῆς, ὁ ὁμοσπονδιακός. Μᾶς δίδεται, κύριοι, ἡ εὐκαιρία σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν Γερουσίαν, νὰ κάμωμεν τὸν πειραματισμὸν αὐτὸν καὶ νὰ ὀργανώσωμεν οὕτω τὸ δεύτερον Σῶμα. Καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν πειραματισμὸν νὰ μᾶς δείξῃ κατὰ πόσον θὰ ἦτο πολὺ ἀνωτέρα ἢ ὄχι ἡ ὀργάνωσις ἡ ὁμοσπονδιακὴ ἀπὸ τὴν ἄλλην, τὴν κοινοβουλευτικήν. Διότι, κύριοι, θὰ ἦτο θλιβερὸν νὰ μὴ ἐδιδασκόμεθα ἔπειτα ἀπὸ τὴν χρεοκοπίαν ποὺ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἤρχισε νὰ παρουσιάζῃ ὁ κοινοβουλευτισμός, δηλαδὴ διὰ νὰ ἐξηγούμεθα, ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ σημερινὸν Κοινοβούλιον, διότι βεβαίως καὶ τὸ ὁμοσπονδιακὸν σύστημα εἶναι ὡσαύτως, ἀντιπροσωπευτικόν, ἀλλ’ ἐπιβάλλει ἔμμεσον τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων. Μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας συνέβη τὸ ἑξῆς παράδοξον: Ἀντὶ νὰ ἀρχίσωμεν οἰκοδομοῦντες ἐκ τῶν κάτω, ἠρχίσαμεν οἰκοδομοῦντες ἐκ τῶν ἄνω. Ἀντὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐννοήσῃ ποία εἶναι ἡ Δημοκρατία, ἀφήραμεν τὴν ἰδίαν κατάστασιν, ἐνῷ οἱ λαοὶ θέλουν μὲ τὴν ἀλλαγὴν πολιτευμάτων καὶ ἀλλαγὴν καταστάσεων. Καὶ θὰ ἐννοοῦσε τὴν Δημοκρατίαν ὁ λαὸς μόνον, ἂν ἡ Δημοκρατία, εὐθὺς ἅμα τῇ ἐγκαθιδρύσει της, ἔδιδεν εἰς τὸν λαὸν πλήρη αὐτοδιοίκησιν. Τότε μόνον ὁ λαὸς θὰ ἐννοοῦσε τὴν Δημοκρατίαν, διότι θὰ τὴν ἔβλεπεν εἰς τὸ χωριό του. Σήμερον δὲν βλέπει καμμίαν Δημοκρατίαν.
§107ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Βλέπει τὸν χωροφύλακα, τὸν ὁποῖον διορίζει τὸ Κέντρον.
§108Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σεῖς ἀνήκετε εἰς τοὺς Συντηρητικούς.
§109Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Δὲν ἀνήκω εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ δὲν μὲ παρακολουθεῖτε. Διότι σᾶς εἶπον ὅτι εἶμαι ἐναντίον ἀκόμη καὶ τῆς Γερουσίας τῆς ὁριστικῆς, ἂν συγκροτηθῇ καὶ ἐδῶ ὅπως εἶναι εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Φθάνω μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ θέλω οὔτε τὸ ὄνομα «Γερουσία», διότι ὁ λαὸς ἔχει τοῦ ὀνόματος τούτου, ἀπὸ Ὄθωνος, κακὴν ἐντύπωσιν. Θὰ ἤθελον νὰ ὀνομάζεται «Βουλὴ Κοινοτήτων», ὅπως λέγεται ἡ παροῦσα «Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων», ἀλλὰ τὴν ἤθελον καὶ ὑπὸ ὁμοσπονδιακὸν σύστημα. Νὰ προέρχεται ἀπὸ τὰς κοινότητας ἢ τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια κατὰ τρόπον ὁμοσπονδιακὸν καὶ νὰ ὀνομάζεται διὰ τοῦτο «Βουλὴ Κοινοτήτων». Δὲν ἐννοῶ πῶς μετεφράσθη τὸ Λατινικὸν «Senatus» καὶ τὸ Γαλλικὸν «Sénat» διὰ τῆς λέξεως «Γερουσία». Ἀπορῶ διατί μετεφράσθη διὰ τῆς λέξεως αὐτῆς.
§110Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ὀνομασίαν σᾶς λέγω ὅτι, διὰ νὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος, θὰ ριφθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν, θὰ μελετηθῇ ὑπὸ τῆς κοινωνίας διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ θὰ καταλήξῃ ἐδῶ. Εἶναι ἡ μέση κατάστασις. Ἀπὸ ἐδῶ θὰ σταλῇ εἰς τὴν Γερουσίαν διὰ νὰ τελειοποιηθῇ. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Γερουσία εἶναι ὁ τελευταῖος σταθμὸς τοῦ νόμου.
§111Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εἶχε δοθῆ εἰς τὴν Χώραν αὐτοδιοίκησις τὴν ἑπομένην τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας. Καὶ εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἔσφαλε. Καὶ ἔσφαλε, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ φροντίσῃ περὶ Γερουσίας, ἀλλὰ νὰ φέρῃ τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐγκαθίδρυσε τὴν Δημοκρατίαν νομοσχέδιον δι’ οὗ νὰ καθιέρωνεν ἀμέσως τὴν αὐτοδιοίκησιν. Καὶ ἀντὶ νὰ παρουσίαζε καὶ νὰ ἐκούραζε τὴν Συνέλευσιν—ὅπως ὅλοι ἐνθυμούμεθα πῶς τὴν ἐκούρασε—μὲ νομοσχέδια ἀφορῶντα τὴν ἐπιδιόρθωσιν τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Τήνου καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖα ἄλλα, νὰ ἔφερεν ἓν μόνον νομοσχέδιον αὐτοδιοικήσεως πλήρους καὶ πραγματικῆς, κοινοτικῆς καὶ ἐπαρχιακῆς, καὶ νὰ ἔκλειε τὴν Συνέλευσιν. Θὰ ἤρκει αὐτὸ καὶ μόνον νὰ δώσῃ τὴν Δημοκρατίαν εἰς τὸν λαόν. Θὰ ἐννοοῦσεν ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν λέξιν «Δημοκρατία» δὲν καταλαβαίνει τίποτε, ὅτι αὐτὴ τὸν ἀφήνει ἐλεύθερον νὰ διοικῇ τὸν δῆμόν του, τὸ χωριό του. Σήμερον τὰ χωριὰ στενάζουν ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ τελευταίου ὑπαλληλίσκου τῆς Νομαρχίας καὶ ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ τελευταίου ὑπαλληλίσκου τοῦ Ὑπουργείου. Καμμίαν διαφορὰν δὲν εἶδε καὶ οὔτε ἠμπορεῖ νὰ ἴδῃ, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει αὐτοδιοίκησις. Καὶ εἰς τοῦτο ἰδίως πρέπει νὰ δοθῇ ὅλη ἡ προσοχὴ τῆς Συνελεύσεως. Πρέπει νὰ μὴ δώσωμεν εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα τὰ ἐλαττώματα τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ σημερινὸν Κοινοβούλιον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Κράτους. Ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἀρχίζει νὰ χρεοκοπῇ. Ἐχρεοκόπησεν ἤδη. Ἂς στρέψωμεν τοὐλάχιστον τὸ δεύτερον Σῶμα πρὸς τὸν δρόμον τὸν καλύτερον. Καὶ δὲν συμβαίνει τοῦτο μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐχρεοκόπησεν εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν ἐκ μιᾶς μελέτης σχετικῆς τοῦ διασήμου Γουσταύου Λεμπὸν ὑπὸ τὸν τίτλον «Βουλευταὶ καὶ ἐκλογεῖς» (ἀναγινώσκει): «Ὅπως ἑρμηνεύσωμεν τὰ αἴτια μερικῶν ψηφοφοριῶν τοῦ λαοῦ, δέον νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἡ γνώμη μιᾶς ὁλότητος εἶναι λίαν διαφορετικὴ τῆς τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν ἀτόμων. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ὁλότητος, τοῦ συνόλου, ἔχει τὰς ἰδέας τοῦ σύροντος αὐτόν. Ἀνίκανος διὰ πᾶσαν ἀτομικὴν σκέψιν ἐνεργεῖ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν ταύτην. Πολὺ ὅμως αἰσιοδοξοῦμεν ἄλλως τε ἐπὶ τῆς σημασίας τῆς λαϊκῆς ψήφου, ἂν λησμονῶμεν ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ ἐκλογέως διερμηνεύει πολὺ περισσότερον δυσαρεσκείας ἢ γνώμας. Οἱ ἐκλογεῖς οἱ ψηφίσαντες τὸν λοχαγὸν Σαδούλ, καταδικασθέντα εἰς θάνατον ἐπὶ προδοσίᾳ, καὶ οἱ ἐκλέξαντες ἐσχάτως βουλευτὴν ἕτερον ἀξιωματικὸν θελήσαντα νὰ παραδώσῃ πλοῖον εἰς τὸν ἐχθρόν, εἶχον πράγματι τοιαύτας ἀνατρεπτικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας παρόμοιαι ψῆφοι ὑποθέτουν; Οὐδέποτε. Ἦσαν ἁπλῶς δυσηρεστημένοι. Εὐκόλως ἡ παρατήρησις ἀποδεικνύει ὅτι ὀπίσω τῶν ἐχθρικῶν αὐτῶν ψήφων τοῦ λαοῦ εὕρηνται πάντοτε δυσαρέσκειαι. Εἴτε ὑπάλληλοι δυσηρεστημένοι, διότι δὲν ἐπέτυχον αὔξησιν μισθῶν ἣν ἐζήτησαν, εἴτε ἐπιστήμονες ὑποκώφως θεωροῦντες αἶσχος διότι ἡ κοινωνία δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἀξίαν των, ἢ ἁπλοῖ πολῖται εἰς ἀπόγνωσιν διὰ τὴν σταθερὰν ἀνατίμησιν τοῦ καθημερινοῦ βίου, ἣν ἀποδίδουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κλπ. Οἱ ὑποψήφιοι ἐξογκώνουν τὰς δυσαρεσκείας, ὑπόσχονται θαυμασίας τῶν πάντων τροποποιήσεις, ὥστε ὁ ἐκλογεὺς εὐκόλως σαγηνεύεται. Τὰ δὲ αἰσθήματα, ἐξ ὧν ἡ λαϊκὴ διανοητικότης προέρχεται, συνεκλονίσθησαν βαθέως ἀπὸ κολακείας τῶν μικροπολιτικῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προπαγάνδας των εἶναι ἡ γένεσις ἐλπίδων καὶ τυφλοῦ μίσους εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ πλήθους.... Ἡ δυσαρέσκεια γενικευθεῖσα εἰς ὅλας τὰς Χώρας τῆς Εὐρώπης, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν θετικωτέρων τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Δανίας, ἐξηγεῖ τὸν γενικὸν προσανατολισμὸν πρὸς τὰ κόμματα τῶν ἄκρως πλουσίων εἰς ὑποσχέσεις». Ἔτσι ψηφίζει ὁ λαός, ὅταν πρόκειται νὰ ἐκλέξῃ βουλευτὰς διὰ τὸ Κοινοβούλιον. Διότι εἶναι τὸ σύστημα τοιοῦτον, διότι ἐνεργεῖ εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν οὐχὶ ἡ κρίσις, διότι δὲν ἐκτίθενται γνῶμαι τῶν πολιτικῶν, ἀλλ’ ἐνεργεῖ ἡ ψυχολογία τοῦ πλήθους, ἡ ὁποία ἀφήνει νὰ παρασύρεται ὁ λαὸς ἀπὸ τὸν Α ἢ Β δημοκόπον ἢ τὸν Γ ἢ Δ ἐπιτήδειον καὶ ψηφίζει ὡς γνωρίζομεν ὅλοι πῶς ψηφίζει. Ἂς δώσωμεν λοιπὸν εἰς τὸ δεύτερον Σῶμα ἄλλον τρόπον ἐκλογῆς. Καὶ δίδει ἐν μέρει τοιοῦτον τρόπον ἐκλογῆς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, ἀφοῦ δηλαδὴ ἔχει πεισθῆ ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ἄλλον τρόπον ἐκλογῆς εἰς τὴν Γερουσίαν, διατί τότε ἔρχεται νὰ μολύνῃ αὐτὴν τὴν Γερουσίαν μὲ αὐτὸν τὸν νέον τρόπον, διατί ἔρχεται νὰ μολύνῃ τὴν Γερουσίαν μὲ προσωρινὴν συγκρότησιν, μὲ ἕνα ἀπ’ εὐθείας διορισμόν;
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἄμεσον καὶ καθολικὴν ψηφοφορίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν. Πρόκειται περὶ τῆς μιᾶς, ἀλλὰ περὶ τῆς ἄλλης χρειάζονται ἄλλα.
§113Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Τότε νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλην συγκρότησιν· διατί νὰ τὴν νοθεύσωμεν;
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς δεχόμεθα ὅτι ὑπάρχει καὶ καλύτερος τρόπος καὶ ἔχομεν προτείνει πῶς πρέπει νὰ γίνῃ. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καλύτερος τρόπος ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν δυνάμεθα νὰ στερηθῶμεν τῶν πλεονεκτημάτων τῶν δύο Βουλῶν.
§115Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἀφοῦ ἔχομεν πεισθῆ ὅτι πρέπει κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἐκλέγεται ἡ Γερουσία, ὀφείλομεν εἰς αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἀποβλέψωμεν μόνον.
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε συμφέρον νὰ εἶναι καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων.
§117Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Οὐδὲν συμφέρον.
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἰδεολογικῶς. Ἂν γίνῃ ἡ προσωρινὴ Γερουσία, ἀναγκαστικῶς θὰ ὀργανώσωμεν ὅλους τοὺς ἐπαγγελματίας εἰς ἰδιαιτέρους ὀργανισμούς, εἰς τρόπον ὥστε, ὅταν ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ, θὰ εἶναι ἐξ αὐτῶν τῶν ὀργανώσεων ἀντιπρόσωποι, ἂν ὅμως δὲν γίνῃ ὁ ὀργανισμὸς αὐτός, τότε θὰ λειτουργήσῃ ἡ Γερουσία χωρὶς αὐτὴν τὴν συμπλήρωσιν.
§119Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Καλύτερον νὰ ἀναβληθῇ ἕως ὅτου γίνῃ ἡ ὀργάνωσις ἡ ὁποία προαπαιτεῖται. Καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον παραδέχεσθε καὶ ὑμεῖς ὡς καλόν, ἂς ἀναβληθῇ. Δὲν βλέπω οὐδένα λόγον ποὺ νὰ ἐπιβάλῃ νὰ σχηματισθῇ ἡ Γερουσία ἀμέσως. Ἂς μείνῃ δι’ ἓξ μῆνας. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοιαύτης ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, ὅπως δὲν θὰ τὴν δώσω τὴν ψῆφόν μου καὶ ἂν πρόκειται ἡ ὁριστικὴ Γερουσία νὰ ἱδρυθῇ ὁμοία μὲ τὰς ἄλλας Γερουσίας τῶν ἄλλων Κρατῶν. Καὶ θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ Γερουσίας μόνον, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ αὕτη μία Βουλὴ Κοινοτήτων, ἡ ὁποία νὰ στηρίζεται ὁπωσδήποτε εἰς ὁμοσπονδιακὸν σύστημα, ἡ ὁποία νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τῶν κοινοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων καὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, ἂν καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ συμμετοχὴ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, ἐφόσον θὰ ἔχωμεν τὰ κοινοτικὰ καὶ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, διότι μέσα εἰς αὐτὰ θὰ περιλαμβάνωνται ὅλαι αἱ τάξεις αἱ ἐπαγγελματικαὶ τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἀπορρίψωμεν τὸ σχέδιον τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἀναγκαίων νόμων διὰ νὰ ἔχωμεν ταχυτέραν τὴν ὀργάνωσιν, ὅπως θέλει νὰ τὴν ἔχῃ καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», τῆς Γερουσίας ἢ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ καὶ θέλετε καὶ σεῖς. Ὅταν τὴν ἔχωμεν ὠργανωμένην οὕτω, τότε μόνον θὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κάτι τὸ ὁποῖον θὰ ἀγκαλιάσῃ, μίαν Γερουσίαν ἢ Βουλὴν Κοινοτήτων, τὴν ὁποίαν θὰ ἀγαπήσῃ, ἐνῷ, ἂν δώσωμεν ἕνα πρόχειρον κατασκεύασμα Γερουσίας, θὰ τὴν πάρῃ τὴν Γερουσίαν αὐτὴν ὅπως καὶ τὴν Γερουσίαν τοῦ Ὄθωνος.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§121ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον θὰ λήξῃ ἡ συζήτησις, διότι παρῆλθον 24 ὧραι. Ἂν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ τις, ἂς ὁμιλήσῃ.
§123Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε κατὰ τοῦ ψηφίσματος; δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσετε.
§125Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Εἶμαι κατὰ τοῦ ψηφίσματος.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ σειρά σας τώρα. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§127Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὑπεστηρίχθη ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κατατριβώμεθα εἰς ἀναζήτησιν τεχνικῶν μέτρων πρὸς ἑδραίωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ ὅτι διὰ τὴν εὐόδωσιν αὐτοῦ εἷς ὑπάρχει τρόπος, νὰ κερδίσωμεν τὴν λαϊκὴν ψυχὴν καὶ διὰ τῆς λαϊκῆς θελήσεως νὰ ἑδραιώσωμεν τὸ πολίτευμα. Τὰ γεγονότα τῆς τελευταίας δεκαετίας φαίνεται ὅτι δὲν μᾶς ἐδίδαξαν ἐπαρκῶς. Διότι, ἂν ἡ λαϊκὴ θέλησις, αὐτὴ καὶ μόνη, ἦτο ἱκανὴ νὰ περιφρουρήσῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολιτεύματος, τότε δὲν βλέπω πῶς συνέβη, ὥστε τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915 νὰ εὑρεθῇ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὅπως καὶ τώρα, τὸν αὐτὸν δρόμον μᾶς ὑποδεικνύουσι: «Κάμετε ἐκλογάς, κερδίσατε τὴν λαϊκὴν ψυχὴν καὶ οὕτως ἑδραιοῦται τὸ πολίτευμα». Αἱ ἐκλογαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν τὸ προηγούμενον τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1915, μολονότι ἀπέδειξαν σταθερότητα τῆς λαϊκῆς θελήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐν τούτοις δὲν ἴσχυσαν εἰς τὸ νὰ ἑδραιώσωσι τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ὄχι μόνον δὲν ἐκλήθη τὸ κόμμα τὸ προελθὸν ἐκ τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον διετηρήθη εἰς τὴν Ἐξουσίαν τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον ἀπεδοκίμασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κατὰ τὸ 1920 ἡ αὐτὴ συμβουλὴ ἐδόθη, νὰ κάμωμεν ἐκλογὰς καὶ ἡ ἡσυχία θὰ ἀποκαθίστατο ἐν τῇ Χώρᾳ. Καὶ ὅταν ἐπῆλθε τὸ δυσμενὲς διὰ τὸ κόμμα ἡμῶν ἀποτέλεσμα, ἐξηκολούθησαν αἱ συμβουλαί: «Ἀναγνωρίσατε τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν». Καὶ ἦλθον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὡρκίσθησαν ἀφοσίωσιν ὄχι μόνον εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ τὸν συνταγματικὸν βασιλέα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως, τὸν ὁποῖον οἱ ἀντίπαλοι εἶχον παλινορθώσει.
§128ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διεμαρτυρήθησαν τότε.
§129Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Καθόλου. Ἀλλ’ οὔτε τοῦτο ἴσχυσεν εἰς τὸ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Καὶ ἐνῷ ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὸ καθεστὼς καὶ τὸ πολίτευμα καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως, δὲν ἀνεγνωρίζοντο ὅμως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων οὔτε ἡ ὕπαρξις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἄρα ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ καταφύγῃ τις εἰς τεχνικὰ μέσα ὄχι διὰ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν λαϊκὴν βούλησιν, διότι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας, νὰ ὁπλίσωμεν δηλαδὴ τοὺς γερουσιαστὰς ἐναντίον τοῦ λαοῦ, ἂν ὁ λαὸς δὲν θέλῃ τὴν Δημοκρατίαν, ἵνα καταπνίξουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Ὑπάρχει ἀνάγκη τεχνικῶν μέσων πρὸς περιφρούρησιν τῆς λαϊκῆς βουλήσεως ἀπὸ πάσης παραποιήσεως ἐκ μέρους κομμάτων, ἐφόσον τοιαῦτα κόμματα ὑφίστανται εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕτοιμα νὰ παρερμηνεύσωσι τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ νὰ παρερμηνεύσωσι τὰ ἴδια αὐτῶν προγράμματα. Ἀλλὰ θὰ εἴπετε· πρέπει τεχνικὰ μέσα ἴσως νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε καὶ ἡ Γερουσία ἓν ἐκ τῶν τεχνικῶν μέσων τὰ ὁποῖα θὰ περιφρουρήσουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἐναντίον πάσης παραποιήσεως καὶ ἐκδουλεύσεως εἰς τὸ μέλλον; Ἀσφαλῶς ναί. Τὰ συγγράμματα τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἐσχάτως διαπραγματεύονται διὰ μακρῶν περὶ παρομοίων θεμάτων, διότι αἱ περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐνεφανίσθησαν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη τῆς Δύσεως πρὸ 100 καὶ 150 ἐτῶν. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξῃ κανεὶς εἰς τὰ συγγράμματα τὰ πολιτικὰ ἢ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου τῶν μέσων τοῦ παρελθόντος αἰῶνος διὰ νὰ ἀνεύρῃ πάντα τὰ πορίσματα τῆς Ἱστορίας ἢ τὰ διδάγματα τῆς Ἐπιστήμης. Καὶ δι’ ἡμᾶς ἰσχύει τὸ αὐτό. Καὶ ἂν ἀνατρέξῃ κανεὶς εἰς τὸ σύγγραμμα περὶ Συνταγματικοῦ Δικαίου τοῦ Διομήδους Κυριακοῦ, θὰ ἴδῃ σοφάς τινας συμβουλάς, τὰς ὁποίας ἂν ἠθέλομεν ἀκολουθήσει, εἶμαι βέβαιος ὅτι τοῦτο θὰ ἀπέβαινεν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους. Παρετηρήθη τότε ὅτι, ὅταν ἐπέρχεται μία Ἐπανάστασις τὴν ὁποίαν διαδέχεται μία Συνέλευσις Συντακτικὴ καὶ ὅταν τὰ πνεύματα εἶναι δημοκρατικὰ ἐν ἐξεγέρσει, οἱ κίνδυνοι δὲν εἶναι τόσον ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, δὲν εἶναι ἐκ τῶν μοναρχικῶν μόνον, οἱ κίνδυνοι εὑρίσκονται ἐντὸς αὐτῆς ταύτης τῆς Συνελεύσεως. Παρετηρήθη ὅτι ἡ Συνέλευσις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τοῦ 1776 ἐξετράπη εἰς ἀναρχίαν καὶ ἀπεδόθη τοῦτο εἰς τὸ ὅτι δὲν ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ ἱδρύσῃ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα καὶ ὅτι, ὅταν ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ταύτην, τῷ 1788– 1789, τότε ἠδραιώθη τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ἡ ἡσυχία ἀποκατέστη εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Κατηγορήθησαν καὶ τὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως τῆς Συντακτικῆς τῆς Γαλλίας τοῦ 1789 ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἀπεδέχθησαν ψήφισμα περὶ ἱδρύσεως Γερουσίας παρόμοιον πρὸς τὸ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἐκ τῆς παραλείψεως ταύτης ἐπήγασεν ἡ ἀναρχία, ὁ δεσποτισμὸς καὶ ἡ ἀνατροπὴ τῆς Δημοκρατίας. Τὰ αὐτὰ δὲ ἐλέχθησαν καὶ διὰ τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1848. Τὰ αὐτὰ ἐλέχθησαν καὶ διὰ τὴν Ἐπανάστασιν ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦ 1649, ἡ ὁποία ἐξετράπη εἰς ἀναρχίαν, δεσποτισμὸν καὶ ἀπέληξεν εἰς τὴν παλινόρθωσιν τῆς μοναρχίας. Εἷς ἐκ τῶν Γάλλων συγγραφέων τοῦ 1864, ὁ φιλελεύθερος Laboulay, εἰς τὸ σύγγραμμα αὑτοῦ «Le parti politique et son avenir», Paris 1864, γράφει (ἀναγινώσκει): «Παρ’ ἅπασι τοῖς ἐλευθέροις λαοῖς ἡ ἀντιπροσωπεία διαιρεῖται εἰς δύο Σώματα· ἡ δὲ διαίρεσις αὕτη εἶναι τὸ νῦν πολιτικὸν ἀξίωμα, τοσάκις ὑπὸ τῆς πείρας ἀποδειχθέν, ὥστε εἰς οὐδεμίαν ὑπόκειται ἀμφισβήτησιν. Δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι πᾶσα μονήρης Συνέλευσις εἴτε Συντακτικὴ εἴτε Νομοθετικὴ φέρει εἰς τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ἐπανάστασιν. Εἶναι περιττὸν νὰ μνημονεύσω παραδειγμάτων, διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον τοῦ ἐναντίου παράδειγμα. Ἡ μονήρης Βουλὴ ὑπῆρξε τὸ μέγα σφάλμα τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τῶν ἡμετέρων ἀταξιῶν καὶ δυστυχημάτων. Ἡ αἰτία δι’ ἣν οἱ πατέρες ἡμῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεμελιώσωσι τὴν ἐλευθερίαν εἶναι ὅτι δὲν ἐψήφισαν καὶ δευτέραν Βουλήν, ἥτις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρώτην, ἅμα δὲ καὶ νὰ ὑποστηρίζεται παρ’ αὐτῆς ἐν τῷ σεβασμῷ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἐθνικῆς βουλήσεως». Αὐτὰ εἶναι τὰ διδάγματα τῆς ἱστορίας καὶ τὰ κελεύσματα τῆς ἐπιστήμης ὅσον ἀφορᾷ τὰς Συντακτικὰς Συνελεύσεις τὰς ἐχούσας δημοκρατικὴν κατεύθυνσιν. Ἤδη, κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τὸ φάσμα τῆς ἀναρχίας τετράκις ἔκρουσε τὰς θύρας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσετε: Τοῦτο μήπως ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἔχομεν δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα; Καὶ ἂν ὑπῆρχε Γερουσία δὲν θὰ παρήγοντο αὐτὰ τὰ φαινόμενα; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὅταν τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη τὸ φάσμα τῆς ἀναρχίας διὰ τῆς ὁμαδικῆς ἐκείνης παραιτήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἡ βάσις τῶν ἐχόντων αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν ἦτο ἡ ἑξῆς: Θὰ ἀνατρέψωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν αὕτη ἐν τῷ μεταξὺ δεχθῇ τὰς παραιτήσεις μας, ἡ νέα Κυβέρνησις ἡ ὁποία θὰ ὀφείλῃ τὴν ἄνοδόν της εἰς ἡμᾶς θὰ ψηφίσῃ ἄλλον νόμον καὶ θὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ. Ἂν ὑπῆρχεν ἡ Γερουσία, δὲν θὰ εἶχον τὴν βεβαιότητα ὅτι μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῶν παραιτήσεών των θὰ ἠδύναντο τόσον εὐκόλως νὰ ἐπανέλθουν καὶ πάλιν εἰς τὰς θέσεις των.
§130Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Ἐπανάστασις θὰ σεβασθῇ τὴν Γερουσίαν;
§131Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ἦτο Ἐπανάστασις· ἀπόδειξις ὅτι ἐσεβάσθη τὴν Συνέλευσιν. Ἦτο μία ὁμαδικὴ παραίτησις. Ὑπέβαλον παραιτήσεις καὶ προεξώφλουν τὸ ἀκαταδίωκτον αὐτῶν εἰς βάρος τῆς νομοθετικῆς ἱκανότητος τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία θὰ διεδέχετο ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ.
§132Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Αὐτὰ ἦσαν συμπεφωνημένα.
§133Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἂν ὑπῆρχεν ἡ Γερουσία, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὴν συμφωνίαν τῆς Γερουσίας. Τὰ κατόπιν κινήματα ἦσαν ἀπότοκα ἐκείνης τῆς ἐμφανίσεως, μιᾶς ἀναρχικῆς καταστάσεως, καὶ ἂν δὲν σπεύσετε νὰ κατοχυρώσετε τὸ πολίτευμα διὰ τῆς ἀμέσου ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας, πολὺ ταχέως θὰ ἔχωμεν νέα κρούσματα ἀναρχικὰ εἰς τὴν Χώραν. Ἀναμφισβητήτως τὰ Σώματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι πολιτικὴν δύναμιν, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζουσι Κυβερνήσεις, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἠθικὸν κῦρος εἰς τὴν Χώραν, ἐπιβάλλονται εἰς τὰ ἄτακτα στοιχεῖα τοῦ Τόπου ἀπὸ τὰς καταστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ἀπὸ νομοθετικῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι ἐμφανίζεται μία ὀχλαγωγία κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοθετημάτων, διότι μὲ τὴν μονήρη Συνέλευσιν ὑπάρχει σύμπτωσις τῆς Νομοθετικῆς πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ὀπαδῶν ἑνὸς κόμματος ἔρχονται ἐδῶ καὶ ἐμφανίζονται ὑπὸ τύπον νομοθετημάτων καὶ πιέζονται αἱ Κυβερνήσεις καὶ κάμνουν τροποποιήσεις τῆς τελευταίας στιγμῆς αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξυψώνουν τὸ γόητρον τῆς Συνελεύσεως. Τοιαῦτα κρούσματα δὲν θὰ εἴχαμεν ἂν ὑπῆρχε Γερουσία καὶ θὰ ἦτο πολὺ περισσότερον ἐξυψωμένον τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως, ἂν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται. Ἀλλ’ ἀντετάχθη ὅτι, ἂν θέλωμεν ἀμέσως Γερουσίαν, εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν μᾶς ὑποδεικνύει ἡ πρότασις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως»; Δὲν εἶναι πρωτάκουστον νὰ ἐκλεγοῦν γερουσιασταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς;! Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς οἱ γερουσιασταὶ ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν Βουλῶν τῶν Κρατῶν. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν τοὺς γερουσιαστὰς τῆς Ὁμοσπονδίας ἐκλέγουν κατὰ μέγα μέρος αἱ Βουλαὶ τῶν Καντονίων. Εἰς τὴν Γαλλικὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1789 αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπεδείχθη, τὸ ⅓ τῶν πληρεξουσίων νὰ ἐκλεγῇ καὶ νὰ ἀπαρτίσῃ τὴν Γερουσίαν. Δὲν συνεκέντρωσεν ἡ πρότασις ἐκείνη ψήφους παρὰ 89 μόνον· ἀδιάφορον. Δὲν εἶναι λοιπὸν πρωτοφανὴς ἡ πρότασις. Καὶ ἄλλοι τὴν ἐσκέφθησαν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῆς προτάσεως τοῦ Ἄγγλου λόρδου Bryce, ὁ ὁποῖος εἶχε παγκόσμιον κῦρος ὡς ἐπιστήμων καὶ ὡς πολιτικός· τὸ παράδειγμα τῆς Νορβηγίας τὸ ἀνέφερον. Ἄρα ἡ Συνέλευσις καὶ εἰς τόσον ἐξαιρετικὰς περιστάσεις— καὶ διότι πρόκειται διὰ πρώτην φορὰν νὰ ἱδρυθῇ ἡ Γερουσία— ἀναμφισβητήτως δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐκλογικὸν Σῶμα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν. Ἀλλ’ ἠγέρθη ἀντίρρησις ἂν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν μελῶν της καὶ ἂν ἡ ἐκλογὴ αὕτη δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ μεμφθῶμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον—ἂν ἐγίνετο δεκτὸν τὸ ψήφισμα—θὰ ἐδέχοντο νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Γερουσίαν εἴτε ἐκ τῶν ἐντὸς εἴτε ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτευομένων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μὴ σπεύδωμεν εἰς μομφάς, ἵνα ἐξαναγκάσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἀπόρριψιν μιᾶς προτάσεως. Δὲν θὰ ἦτο μομφὴ ἡ ἐκλογὴ μελῶν τῆς παρούσης Συνελεύσεως ὡς γερουσιαστῶν, διότι τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς γερουσιαστὰς εἶναι μεγαλύτερα ἀπὸ τὰ προσόντα τῶν πολιτευομένων καὶ διότι αἱ δεύτεραι Βουλαὶ ἔχουσι κῦρος ἀνώτερον τῶν πρώτων Βουλῶν, εἰς τὰς ὁποίας γεννᾶται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διαπάλη κομματικὴ καὶ ἐπέρχεται κατατριβὴ τῶν ἀτόμων. Ἄλλως τε παρῆλθεν ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τῆς παρούσης Συνελεύσεως, οὐδεὶς δὲ θὰ ἐφαντάζετο ὅτι ἐπρόκειτο ἐπὶ μακρὰ ἔτη νὰ παραμείνωμεν ὡς πληρεξούσιοι εἰς μίαν Συνέλευσιν, οὔτε ἄλλως παύει νὰ ἔχῃ τὴν ἀποστολὴν ὅσον ἀφορᾷ τὸ συντακτικὸν μέρος τοῦ πολιτεύματος. Ἐξ ἄλλου, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν αὐτήν, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ὁδός. Νομαρχιακὰ συμβούλια δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Χώραν. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῶσι καὶ νὰ προέβαινον εἰς ἐκλογήν, ἀλλ’ αἱ ἐκλογαὶ τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων ἐσταμάτησαν συνεπείᾳ τῶν ἀντιρρήσεων τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ κόσμου. Δὲν πρόκειται νὰ γίνωσιν ἐκλογαὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως ἔτους. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ἡ Γερουσία πρὸ τῆς παρελεύσεως ἔτους; Ἂν ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν αὐτήν, ἡ Γερουσία θὰ κληθῇ ὅταν ἔχωσι παύσει αἱ ἐργασίαι τῆς παρούσης Συνελεύσεως ὡς Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ λειτουργήσῃ παρὰ ὅταν νέαι ἐκλογαὶ ἀναδείξουν τὴν Βουλήν. Ἐκτὸς τούτου ἡ πρότασις περὶ ἐκλογῆς νομαρχιακῶν συμβουλίων ἀπώλεσε τὸν τοπικόν της χαρακτῆρα, ἔλαβεν ἄλλον χαρακτῆρα συνεπείᾳ τῆς στάσεως τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν κομμάτων. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτῶν ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν γερουσιαστῶν, τὸ κύριον θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐτίθετο δὲν θὰ ἦτο οὔτε τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξελέγοντο ὡς νομαρχιακοὶ σύμβουλοι οὔτε ἡ τρόπον τινὰ ἰδιότης τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα θὰ ἐπήγαζον ὡς γερουσιασταὶ ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων. Διότι αἱ ἐκλογαὶ τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων πρόκειται νὰ λάβουν χαρακτῆρα καθεστωτικῆς διαπάλης. Καὶ ἂν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καθεστωτικῆς διαπάλης εἶναι δυσμενές, θὰ ἔλθωσι νὰ μᾶς εἴπωσι: Κύριοι, κάτω ἡ Συνέλευσις, κάτω ἡ Δημοκρατία, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πλειονοψηφίαν. Ἂν δὲ τὰς χάσωσι τὰς ἐκλογάς, θὰ μᾶς κατηγοροῦν ὅτι ἦσαν νόθοι οἱ κατάλογοι καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐκέρδισαν. Λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τὴν διὰ τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, ἀφοῦ θὰ περιπλακῶμεν εἰς ζητήματα καθεστωτικά;
§134Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ πάλιν δὲν θὰ τὸ λέγουν, ἀφοῦ θὰ προέρχωνται αἱ ἐκλογαὶ αὐταὶ ἀπὸ νόθον Συνέλευσιν;
§135Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Αὐτοὶ θὰ λέγουν ὅτι εἶναι νόθον τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔδωσε τὴν καθεστωτικὴν νίκην εἰς αὐτούς. Συνεπῶς νομίζω ὅτι δὲν μένει εἰς τὴν Συνέλευσιν ἄλλη ὁδὸς παρὰ ἡ διὰ τῆς παρούσης Βουλῆς ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας. Ἂν ὑπάρξωσι πολιτικοὶ ἐξωκοινοβουλευτικοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποδεχθῶσι τὴν θέσιν τοῦ γερουσιαστοῦ, τόσον τὸ καλύτερον. Ὅσοι ἀρνηθῶσιν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὴν διαιώνισιν τοῦ καθεστωτικοῦ ἀγῶνος καὶ δὲν ὑπάρχει τρόπος συνδιαλλαγῆς μετ’ αὐτῶν οὔτε διὰ τῶν ἐκλογῶν οὔτε διὰ τῆς Γερουσίας. Ἡμεῖς θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδώσωμεν τὴν Χώραν εἰς τὰς μοναρχικάς των ἀξιώσεις περὶ διενεργείας καθεστωτικοῦ ἀγῶνος ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν νομαρχιακῶν ἐκλογῶν. Ἐλέχθη ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς κατάχρησιν δυνάμεως τῆς Συνελεύσεως, ἂν προβῶμεν εἰς τὴν διὰ τῆς Συνελεύσεως ἐκλογὴν γερουσιαστῶν. Ἀλλὰ καὶ σήμερον μᾶς κατηγοροῦν ὅτι καταχρώμεθα τὰς δυνάμεις τῆς Συνελεύσεως, ἐφόσον δὲν ἔλαβον μέρος οἱ ἐξωκοινοβουλευτικοί. Διατί ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ συντάξωμεν τὸ πολίτευμα καὶ δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐκλέξωμεν τὴν Γερουσίαν; Κύριοι πληρεξούσιοι, ἢ θὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν ταχεῖαν ὀργάνωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἢ ἀλλέως θὰ ἐπανέλθωμεν μοιραίως πρὸς τὰ ὀπίσω. Διότι, ἂν ἀναμείνωμεν ἓν ἔτος πρὸς συγκρότησιν τῶν καταλόγων, θὰ προέλθουν γεγονότα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι πρὸς ὄφελος τῆς Δημοκρατίας.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§137Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον ψηφίσματος περὶ ἀμέσου συστάσεως τῆς Γερουσίας. Εἶμαι σύμφωνος κατὰ τοῦτο μὲ τὸν κ. Μαργέτην, ὅτι ἡ Γερουσία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀναχρονισμός. Πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ γνώμας διαφόρων πολιτειολόγων. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὅπου ὁ Φλογαΐτης ἀνέφερε τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προκύψουν ἐκ τῆς ὑπάρξεως δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη δὲν βλέπω ἐγὼ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεώς του. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ κατὰ τὴν ταπεινήν μου ἀντίληψιν εἶναι ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη βραδύτης περὶ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων. Φαντασθῆτε νὰ ὑπάρξῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἕνας νόμος ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν· ἐστάλη εἰς τὴν Γερουσίαν, ἡ Γερουσία τὸν ἐπέστρεψε πάλιν ἀψήφιστον, ὁπότε θὰ παρέλθῃ ἓν διάστημα τοὐλάχιστον τρίμηνον, ὁπότε ἐν τῷ μεταξὺ ὁ νόμος δὲν θὰ εἶναι ἀναγκαῖος ἢ δὲν θὰ δύναται νὰ πληρωθῇ μία ἀνάγκη ἐπείγουσα ἐκ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ. Τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Σῶμα, ἡ Γερουσία δηλαδή, ἢ θὰ εἶναι ἐξάρτημα ἢ θὰ εἶναι ἴσης δυνάμεως μὲ τὴν Βουλήν. Καὶ ἂν μὲν εἶναι ἐξάρτημα τῆς Βουλῆς, εἶναι περιττόν, ἂν ὅμως εἶναι ἴσης δυνάμεως μὲ τὴν Βουλήν, ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθωσι συγκρούσεις μεταξὺ τῆς ἄνω καὶ τῆς κάτω Βουλῆς; Ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη καὶ μία ἄλλη ἰδέα, ἡ ἑξῆς· ὅτι ἡ Γερουσία θὰ χρησιμεύσῃ ἵνα μετὰ τῆς Βουλῆς σχηματίσῃ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν κατὰ ἕνα λόγον, καὶ κατὰ δεύτερον ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τῆς Γερουσίας πρὸς ἐκλογὴν καὶ ἀνάδειξιν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ νωπὰ εἶναι τὰ παραδείγματα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς Γαλλίας, κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ μίαν συνεδρίασιν, ἐνῷ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας ἦτο ὁ Μιλλεράν, μόλις ἦλθεν ἡ νέα Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν Ἑρριώ, τοῦ παρενέβαλε τόσας δυσκολίας καὶ προσκόμματα, ὥστε ἀνέτρεψε τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τί θέλει χρησιμεύσει τὸ δεύτερον τοῦτο Νομοθετικὸν Σῶμα; Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὑπεστήριξαν ὅτι θὰ ἔχῃ ἡ Γερουσία νομοθετικὴν καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἂν ἔχῃ πολιτικὴν ἐξουσίαν δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἐπέλθῃ σύρραξις μεταξὺ τῶν δύο τούτων Νομοθετικῶν Σωμάτων καὶ πρέπει ὁ ἑκάστοτε Πρωθυπουργὸς νὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ; Πλὴν τούτου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι τὸ μεγαλύτερον ἐμπόδιον διὰ τὴν σύστασιν τοῦ δευτέρου τούτου Σώματος, εἶναι καὶ ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ σύστασις αὐτοῦ τούτου τοῦ θεσμοῦ. Προτείνεται δηλαδὴ ἡ διχοτόμησις τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ἵνα μέρος μὲν τῶν πληρεξουσίων μετατεθῇ εἰς τὴν Γερουσίαν, προσληφθῶσι δὲ καὶ ἐξωκοινοβουλευτικοὶ παράγοντες. Ἀλλὰ ποῖος καλῆς πίστεως συζητητὴς θὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι νομοθετικόν, ἀλλ’ ὑπαλληλικόν, ὅταν θὰ διορίζεται ἐν μέρει μὲν ὑπὸ μερίδος πληρεξουσίων καὶ ἐν μέρει ὑπὸ ἁπλῶν πολιτῶν ἄνευ λαϊκῆς ἐντολῆς καὶ λαϊκοῦ κύρους; Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, εἰς τὴν κοιτίδα δηλαδὴ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, εὑρίσκομεν τὸν θεσμὸν αὐτόν, κύριοι; Ὄχι, βεβαίως· τὸ λεγόμενον ὅτι ὁ ἀρχαῖος Ἄρειος Πάγος τῶν Ἀθηνῶν ἦτο οἱονεὶ Γερουσία, δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, καθόσον οὔτε νομοθετικὴν οὔτε πολιτικὴν ἐξουσίαν εἶχεν οὗτος. Ἐφόσον δὲ πρόκειται, καθ’ ὁμόφωνον ἀπαίτησιν τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ ἔξω πολιτικοῦ κόσμου, νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μοῦ φαίνεται ὅτι παρέλκει ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, ὡς ἐντελῶς περιττοῦ, ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια θὰ ἐπεξεργάζεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ οὕτω καλῶς ὑπ’ αὐτοῦ ἐπεξεργαζόμενα θὰ ψηφίζωνται κατόπιν συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ ταύτης, καθιστάμενα οὕτως ὡς οἷόν τε τέλεια. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δηλῶ ὅτι θὰ καταψηφίσω ὄχι μόνον τὸ συζητούμενον σχέδιον τῆς ἀμέσου συστάσεως τῆς Γερουσίας, ἀλλὰ καὶ τὸν θεσμὸν τοῦτον ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προταθῇ, ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ πρὸς ἐξοικονόμησιν προσώπων καὶ οὐδὲν πλέον, καὶ διότι νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἐντελῶς περιττὸς καὶ λίαν δαπανηρὸς καὶ ἀφοῦ ἐν μὲν τῇ Ἰταλίᾳ οὐδεμίαν ὑπόληψιν ἔχουν περὶ Γερουσίας καὶ διαπρεπεῖς Ἰταλοὶ πολιτικοὶ προτείνουν ἀναφανδὸν τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας, ἐν δὲ τῇ Ἀγγλίᾳ ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων ἢ ἄνω Βουλὴ ἢ Γερουσία ὑφίσταται ἄνευ οὐδενὸς κύρους ἢ ὡς ἱστορικὴ ἀνάγκη τῶν εὐγενῶν λόρδων.
§138ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§139Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφισθοῦν μερικὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγείρονται ἀντιρρήσεις. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12 δὲν ἔχει ἀντιρρήσεις· ἂς ψηφισθῇ.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς διεκδικήσεως τῶν διατετιμημένων προικώων ἀκινήτων μετὰ τὴν λύσιν τοῦ γάμου».
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ψηφισθῇ αὐτό.
§143Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἔχει μερικὰς διατάξεις διὰ τῶν ὁποίων δίδει ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§144Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὰ ἐμελετήθησαν ὑπὸ Ἐπιτροπῆς καὶ ἐμελετήθησαν καλῶς.
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ ἐπιστρέφουν τὸ ἀκίνητον, ἐφόσον εἶναι εἰς τὴν κατοχὴν τῶν συζύγων; οὐχὶ καὶ τρίτων;
§146Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα· ἀλλοίμονον ἂν ἠρχόμεθα νὰ τὰ πάρωμεν ἀπὸ τρίτους.
§147Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀναδρομικὴ δύναμις νὰ ὑπάρχῃ; Ὄχι μόνον σαφῶς νὰ δηλωθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ διευκρινισθῇ.
§148Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Λέγετε ὅτι ἰσχύει ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς.
§149Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ νὰ προληφθοῦν αἱ καταδολιεύσεις, ἀφοῦ τὸ κοινὸν αἴσθημα μεταβάλλεται, αὐτὸ δὲ ἦτο καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἀλλὰ παρεξετράπη, ἀφοῦ σήμερον εἶναι ὡμολογημένη αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, καθ’ ἣν ἐποχὴν κατηργήθησαν αἱ ποιναὶ τοῦ διαζυγίου διὰ προηγουμένου νομοθετήματος, δὲν εἶναι ἀνάγκη εἷς σύζυγος, ὁ ὁποῖος δὲν κατώρθωσε νὰ βιώσῃ ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς συζύγου, νὰ καταπλουτῇ εἰς βάρος της, διότι ἓν ἀκίνητον τὸ ὁποῖον εἶχε 10 χιλ. δραχμὰς σήμερον ἔχει 100 καὶ 150 χιλ.
§150Χ. ΦΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ καθιερώσῃ τὸ νομοσχέδιον ἰσχύει καὶ κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον. Εἶναι διατριβὴ τοῦ διαπρεποῦς νομομαθοῦς καὶ πρώην Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Χατζάκου δημοσιευθεῖσα εἰς τὴν «Δικαιοσύνην», κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸ ἴσχυε καὶ κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον. Ἑπομένως δύναται νὰ κριθῇ καὶ ὡς ἑρμηνευτικὸς νόμος.
§151Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς, κύριοι πληρεξούσιοι, αὐτὸ πρέπει νὰ καθορισθῇ, διότι διὰ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Φακῆ τίθεται τὸ ζήτημα ὑπὸ ἄλλην μορφήν. Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον μένει ἡ ἐντύπωσις ὅτι πρόκειται περὶ νομοθετήματος νέου, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, νέαν κατάστασιν πραγμάτων, ρυθμίζον τὰ μέχρι τοῦδε κακῶς κείμενα καθ’ ὃν τρόπον προσφορώτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον καὶ ὀρθότερον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν εἶχον καὶ αὐτὴν νομίζω ὅτι ἔχει καὶ ἡ Συνέλευσις. Διὰ τοῦτο ἠθέλησα σαφῶς νὰ δηλωθῇ καὶ εἰς τὸ γράμμα τοῦ σχεδίου νόμου καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ρυθμίσωμεν σχέσεις ἐκκρεμεῖς, νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἡμεῖς ἐκκρεμεῖς δίκας καὶ νὰ δώσωμεν τὴν ἔννοιαν ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως θὰ κριθῶσιν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ρυθμίσωμεν νομοθετικῶς ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς τὰ πράγματα ὅπως πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὅπως θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ εἶναι. Ὁ κ. Φακῆς λέγει ὅτι διὰ διατριβῆς διαπρεπεστάτου νομομαθοῦς ὑποστηρίζεται ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει ὅπως ρυθμίζεται σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἄρα πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἔννοιαν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἑρμηνευτικὸν καὶ ἑπομένως καὶ τὰ δικαστήρια, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἐκκρεμοῦσιν ὑποθέσεις τοιαύτης φύσεως, εἶναι ὑποχρεωμένα σήμερον νὰ ἀκολουθῶσι τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν δίδομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω σαφῆ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς ἐννοίας, διότι ἐντεῦθεν τοὐλάχιστον ἡ ἐμὴ ψῆφος θὰ κανονισθῇ, καὶ ἂν μὲν πρόκειται περὶ ἑρμηνευτικοῦ νόμου ἀσφαλῶς λέγω ὅτι τὸ καταψηφίζω, ἂν πρόκειται περὶ πράγματος τὸ ὁποῖον ρυθμίζεται ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς διὰ νόμου, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀχθῶ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡ ἔννοιά μου εἶναι ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν πρέπει νὰ βγάζουν δικαστικὰς ἀποφάσεις.
§152Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσωμεν λεπτομερῶς τὰ πράγματα, διότι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ψήφισις ἐξ ὑφαρπαγῆς οὔτε ὑπάρχει λόγος πρὸς τοῦτο. Τὸ περὶ οὗ πρόκειται σχέδιον εἶχε καταρτισθῆ πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ κυριαρχοῦσα ἐν αὐτῷ βάσις δικαίου σοβαρῶς συνεζητεῖτο ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν εἶναι προϊόν ἰδικῆς μου ἐμπνεύσεως. Τὸ ἔργον τὸ εὗρον συντετελεσμένον ὑπὸ ἐπιστημόνων οἷοι οἱ κ.κ. Μπαλῆς, Τριανταφυλλόπουλος, Μαριδάκης. Καὶ ἐν τῇ συνειδήσει δὲ τῇ ἰδικῇ μου πρὸ καιροῦ, χωρὶς νὰ φαντάζωμαι ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ εἰσηγηθῶ νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλήν, εἶχον ἀποδεχθῆ καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν δικαίου. Τώρα τὰ πράγματα πῶς ἔχουν ὡς τὰ ρυθμίζομεν σήμερον; Ὡς γνωρίζετε οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοί, ὁ σύζυγος λαμβάνων διατετιμημένον ἀκίνητον θεωρεῖται ὅτι τὸ λαμβάνει λόγῳ πωλήσεως. Θεωρεῖται ἀγοραστὴς καὶ δύναται νὰ πωλήσῃ, ὑποθηκεύσῃ αὐτό. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία διάταξις τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἐν τῷ τόμῳ 29 ἢ 30, Κώδ. 5,12, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἰουστινιανὸς φέρεται ἔχων τὴν ἀντίληψιν, καθ’ ἣν si tamen extant τὰ ἀκίνητα τὰ διατετιμημένα ἢ ἀδιατίμητα, ἀλλὰ καὶ τὰ κινητὰ εἴτε αὐτοκίνητα, ἂν σῴζωνται παρὰ τῷ ἀνδρί, ἀποδίδονται εἰς τὴν γυναῖκα ἅμα τῇ λύσει τοῦ γάμου. Ἐγεννήθη λοιπὸν μία μεγάλη ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν ἑρμηνευτῶν τί ἐννοεῖ αὐτὸ τὸ si tamen extant, τουτέστιν ἂν σώζωνται. Τινὲς εἶπον ἂν σώζωνται ἐν τῇ περιουσίᾳ τοῦ ἀνδρός, ἄλλοι εἶπον ἂν σώζωνται ἐν τῇ φύσει. Βεβαίως τὸ δεύτερον δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ μεταγραφῆς τοῦ 1856, ὅστις ἐσκότισε περισσότερον τὴν διαφωνίαν αὐτήν. Διότι ὁ νόμος αὐτὸς εἶπεν ὅτι καταργεῖται ἡ διεκδίκησις τῶν διὰ προικῴων χρημάτων κτηθέντων, ὡς καὶ διατετιμημένων. Ἐντεῦθεν πάλιν ἀνεφύη ἡ ἀπορία· πότε καταργεῖται ἡ διεκδίκησις; Ἂν εἰς τρίτους ἐξεποιήθησαν ἢ ἂν καὶ παρὰ τῷ ἀνδρὶ εὑρίσκωνται; Δηλαδὴ ἐπανέφερεν ὁ νόμος αὐτὸς τὴν ἰδίαν φιλονεικίαν. Τὰ δικαστήρια ἐδιχάσθησαν, τελευταίως μάλιστα ἐξεδόθησαν ἐντὸς τοῦ ἔτους δύο ἀποφάσεις ἀντιφατικαὶ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον τι καὶ λόγῳ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διότι, κατ’ ἐμέ, ἔχομεν ἐκπεφρασμένην τὴν γνώμην τοῦ νομοθέτου, τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ὅτι δέον ν’ ἀποδίδωνται, διότι ἐν τῷ μνησθέντι νόμῳ λέγει περίπου τάδε, ὅτι «ταῦτα καὶ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς γυναικὸς ἦσαν καὶ νῦν ἔτι φαίνεται κυρία αὐτῶν εἶναι». Ὥστε βλέπομεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάταξιν ὅτι εἰς τὸν νοῦν τοῦ πρὸ αἰώνων νομοθέτου ἦτο ν’ ἀποδίδωνται τὰ προικῷα πάσης φύσεως κατὰ τὴν λύσιν τοῦ γάμου, ἂν ὅμως σῴζωνται αὐτούσια παρὰ τῷ ἀνδρὶ ἢ τοῖς κληρονόμοις αὐτοῦ, Ἀλλὰ νῦν τὸ πρᾶγμα ἔλαβε μείζονα σημασίαν λόγῳ τῆς ἐκπτώσεως τῆς δραχμῆς. Ἐντεῦθεν καὶ διάφοροι σύζυγοι γίνονται τύραννοι. Ἐνῷ γίνονται ὑπαίτιοι διαστάσεως καὶ διαζυγίου, ἀφήνουν τὰς συζύγους των καὶ κρατοῦν τὰ ἀκίνητα, ἅτινα πωλοῦν εἰς τρίτους εἰς ὑπέρογκον σχετικῶς σήμερον τίμημα. Καὶ πλεῖσται σύζυγοι εἰσὶν ἠναγκασμέναι νὰ ὑφίστανται τὴν τυραννίαν, διότι φοβοῦνται μήπως λάβουν τὸ ψιχίον τῆς ἀρχικῆς διατιμήσεως. Δηλαδὴ ἓν διατετιμημένον ἀκίνητον, ὅπερ εἶχεν ἄλλοτε 10.000 δραχ., σήμερον ἔχει 150.000. Πλὴν δύναται ὁ σύζυγος μὲ τὴν ἄλλην ἑρμηνείαν, διαλυομένου τοῦ γάμου, νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν γυναῖκα «λάβε 10.000 δραχ. καὶ φύγε», ἤτοι τὸ ἀντίτιμον τῆς ἀρχικῆς διατιμήσεως. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἄτοπον ἔρχεται σήμερον νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἰδικῆς μου ἐμπνεύσεως, ἀλλὰ μόνον τὸ ἐπεξειργάσθην κατ’ ἐπανάληψιν μετὰ τῆς ἀξιοτίμου Ἐπιτροπῆς, ἣν ἀναφέρω ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ὀφείλω ἐπὶ πλέον νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδεμία ἐξεδηλώθη οὐδαμόθεν δυσφορία· τοὐναντίον ἀντελήφθην ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἀνακούφισις εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ μάλιστα πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων ἐξέφρασαν τὴν χαράν των. Μέχρι σήμερον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς οὐδεμία ὑπεβλήθη ἀντίρρησις ἢ τροπολογία.
§153Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἴχετε τὴν διάταξιν αὐτήν.
§154Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, εἶναι ἡ μέριμνα αὕτη ἡ νομοθετική, ἡ μεταρρύθμισις αὐτὴ σκόπιμος; Φρονῶ ὅτι εἶναι. Ἀλλ’ ἠδύνατο, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς διαστάσεως τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομολογίας, νὰ εἰσαχθῇ καὶ ὡς ἑρμηνευτικὸς νόμος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐφηρμόζετο καὶ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς Ἀκυρωτικοῦ. Πλὴν οἱ ἀρχικῶς συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον προσέδωκαν εἰς αὐτὸ μορφὴν θετικῆς διατάξεως. Καὶ ἐρχόμεθα ἤδη εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Γόντικας. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν βάσιν εἶναι δίκαιος ὁ νόμος, ὅστις ἔχει ὑφὴν νόμου δημοσίας τάξεως. Τί ἐσκέφθημεν; Ἐσκέφθημεν ὅτι ἅμα ὑπεβάλλετο αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐλάμβανον γνῶσιν οἱ σύζυγοι, οἵτινες διατελοῦσιν ἐν διαστάσει καὶ ἔχουσι τὰ διατετιμημένα ἀκίνητα, βεβαίως θὰ ἔσπευδον νὰ τὰ πωλήσουν, ἵνα μὴ ἐμπέσωσιν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν. Δι’ αὐτὸ ἐθέσαμεν τὴν διάταξιν ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν Συνέλευσιν. Δὲν εἶναι δὲ πρωτοφανὲς τοῦτο, τὸ κάμνει τὸ Κράτος καὶ ὅταν θέτῃ φόρους. Ἤθελα νὰ προλάβω αὐτὴν τὴν καταδολίευσιν. Τώρα ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα. Ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας. Ἐπειδὴ ἡ νομοθετικὴ μεταρρύθμισις ἀφορᾷ ἀντικείμενον ἐξόχως δημοσίου συμφέροντος, θὰ ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ, ὅπως δὲν ἀρνεῖσθε καὶ ὑμεῖς, κατόπιν τῶν ἀντιγνωμιῶν τῆς νομολογίας, καὶ ὡς ἑρμηνευτικὸς νόμος. Τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ εἶχε καὶ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἐθεωρήσαμεν ὅθεν σκόπιμον νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας, πλὴν τῶν ἀμετακλήτως δεδικασμένων. Ὑπάρχει σχετικὴ ἀντίθετος τροπολογία τοῦ κ. Καραπάνου, εἰς ὃν ἐδήλωσα ὅτι δὲν θὰ τὴν δεχθῶ. Καὶ συνεφώνησεν οὗτος μετ’ ἐμοῦ, δηλαδὴ ἵνα μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος νόμος καὶ ἐπὶ τῶν ἀμετακλήτως δεδικασμένων.
§155Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ εἶναί τι ἄσκοπον, διότι ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι εἰθισμένον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι καὶ πρέπον, κατὰ τὴν γνώμην μου, αἱ Βουλαὶ νὰ νομοθετῶσι διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὑποθέσεις. Διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δίδομεν ἀφορμὴν παρεξηγήσεων διὰ τὸ Σῶμα τοῦτο, διότι δὲν πρέπει νὰ νομοθετῇ διὰ τὰ ἐκκρεμῆ. Ὅπως πέρασαν τόσα χρόνια, ὅπως ἡρμηνεύοντο τότε, θὰ ἑρμηνευθῶσι καὶ διὰ τὰ ἐκκρεμῆ· ἀπ’ ἐδῶ καὶ πέρα θὰ θεσπίσωμεν ἡμεῖς τὸν νόμον. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπουν ὅτι τὸ μέτρον δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην ἀξίαν καὶ δὲν θὰ θεραπεύσῃ καμμίαν ἄλλην κατάστασιν εἰμὴ τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις. Καὶ διατί; Ἂν πρόκειται περὶ κακοπίστων ἀνθρώπων, ἀπ’ ἐδῶ καὶ πέρα, ἐν γνώσει τοῦ νόμου, οἱ σύζυγοι ἀμέσως θὰ πωλοῦν τὰ διατετιμημένα καὶ συνεπῶς οὐδεμίαν θεραπείαν θὰ κάμῃ τὸ νομοσχέδιόν σας. Ἀλλὰ τὰ ἐκκρεμῆ δὲν πρέπει νὰ ῥυθμίζωνται διὰ τῆς Βουλῆς. Σᾶς ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως λέγω ταῦτα.
§156Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὰς παρατηρήσεις σας καὶ λέγω ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι αἱ Βουλαὶ δὲν πρέπει νὰ νομοθετοῦν ἐπὶ συγκεκριμένων ὑποθέσεων, ἐκκρεμῶν βεβαίως, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθόν, ἀλλὰ δὲν συμβαίνει αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅταν αἱ Βουλαὶ κάμνουν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων; Ἀλλὰ καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ἀντικειμένων ἐξόχως δημοσίας τάξεως, οἱ νόμοι ἔχουσιν ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§157Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι ἡ γενικωτέρα ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ ῥυθμίσεως ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Δὲν νομίζω ὅτι αὗται πρέπει νὰ ἐπεμβαίνουν ἐπ’ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ θέλω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐγὼ διαμαρτύρομαι διὰ τοῦτο.
§158Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν τοιούτους νόμους. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐνθυμηθῶ ἔξαφνα τὸν νόμον περὶ τόκων, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη καὶ ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν, ὡς καὶ τὸν νεαρὸν νόμον περὶ τοῦ τετάρτου τῆς χήρας. Ἄλλως τε ὁ νομοθέτης εἶναι κύριος νὰ δίδῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον, ὅταν θέλῃ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ δικαστὴς δύναται, ὅταν θελήσῃ ὁ νομοθέτης, δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δέχονται διάσημοι ἑρμηνευταί. Καὶ ταῦτα πολλάκις ἐγένοντο καὶ ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν.
§159Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὰ εἶναι διὰ τὰς ποινικὰς διατάξεις.
§160Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω, κύριοι, ὅτι, ἂν θέλετε νὰ ἱκανοποιήσετε τὸ κοινὸν αἴσθημα, δὲν πρέπει νὰ ἐνδιατρίψετε εἰς τὰς λεπτομερείας αἱ ὁποῖαι ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει μου. Θὰ ἱκανοποιήσετε ἀσφαλῶς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ θὰ σᾶς εὐγνωμονοῦν ἰδίως αἱ οἰκογένειαι, ἂν τὸ ψηφίσετε ὡς διετυπώθη μετὰ μακρὰν μελέτην ἀπὸ ἐπιστήμονας πρώτης γραμμῆς.
§161Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἀρκετόν, κύριοι, ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον προώρισται νὰ θεραπεύσῃ μίαν ἀνάγκην ὑφισταμένην. Καίτοι τὸ αὐτὸ ζήτημα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑφίσταται καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἐν τούτοις δὲν ἔλαβον παρόμοιον μέτρον, δὲν φρονῶ ὅμως ὁπωσδήποτε ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τυπικοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ψηφισθῇ εἰς τοιαύτην ὥραν καὶ ἄνευ πολλῆς προσοχῆς καὶ συζητήσεως ἐμπεριστατωμένης. Διότι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει καινοτομίας εἰς τὰ τέως ἰσχύοντα, καινοτομίας τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐν σχέσει μὲ τὸ ὅλον δίκαιον. Ἰδοὺ ἓν ζήτημα λ.χ. τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀσυζητητὶ τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «προκειμένης δίκης περὶ διαζυγίου καὶ ὑπάρχοντος διατετιμημένου προικώου ἀκινήτου ἡ πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον αἴτησις ἀποπείρας ἑνώσεως σημειοῦται ἐν τῷ περιθωρίῳ τῆς μεταγραφῆς τοῦ διατετιμημένου ἀκινήτου ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς ὅλης διαδικασίας τοῦ διαζυγίου αὐτεπαγγέλτως ἀπαγγελλομένης». Λόγῳ τῆς διατάξεως λοιπὸν ταύτης εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ κανεὶς πεποίθησιν ὅτι ἐλύθη τελεσιδίκως εἷς γάμος. Διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ὅλα τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα τοῦ Κράτους καὶ νὰ παρατηρήσῃ μήπως ὑπάρχει μεταγεγραμμένον διατετιμημένον προικῷον ἀκίνητον, διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ ἂν ἐτηρήθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου περὶ σημειώσεως τῆς πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον αἰτήσεως ἐν τῷ περιθωρίῳ τῆς μεταγραφῆς, διότι ἐν ἐλλείψει ταύτης τὸ διαζύγιον εἶναι ἄκυρον.
§162Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκεῖ ὅπου εἶναι μεταγεγραμμένον τὸ ἀκίνητον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ σημείωσις αὐτή.
§163Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ τρίτος δὲν γνωρίζει ἂν ὁ σύζυγος ἔλαβεν ὡς προῖκα διατετιμημένον ἀκίνητον ἢ ὄχι καὶ ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἀκίνητον τοῦτο, θέλει δὲ νὰ ἔλθῃ εἰς γάμον μεθ’ ἑνὸς τῶν διαζευχθέντων. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ πεισθῇ εἰς τὰ συνήθη πιστοποιητικὰ ὅτι ὑπάρχει μία τελεσίδικος ἀπόφασις καὶ ὅτι αὐτὴ κατέστη ἀμετάκλητος. Ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξακριβώσῃ προσέτι ἂν ὑπάρχει που τῆς Ἑλλάδος διατετιμημένον προικῷον ἀκίνητον κατὰ τὸν πρῶτον γάμον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂν ἐξετελέσθη ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου περὶ σημειώσεως ἐν τῇ μεταγραφῇ, ἄνευ τῆς ὁποίας, ὡς προανέφερα, ὁ γάμος ἀκύρως ἐλύθη. Ἀλλὰ καὶ τὰ δικαστήρια, ὀφείλοντα, κατὰ τὸν νόμον, αὐτεπαγγέλτως νὰ ἐξετάζωσι κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ διαζυγίου τὴν τήρησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως τῶν συζύγων ὅπως πεισθῶσι, τοιαῦτα πιστοποιητικὰ ὅλων τῶν ὑποθηκοφυλακείων τοῦ Κράτους ἔχουν ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι διὰ τὸν προεκτεθέντα λόγον. Πρόκειται, κ. Ὑπουργέ, περὶ τοῦ κύρους τοῦ δευτέρου γάμου, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι πάντοτε ἀμφίβολον, πρόκειται ὡς ἐκ τούτου καὶ περὶ τῶν κληρονομικῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνων καὶ τῶν τοιούτων. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν καὶ ἐπιτροχάδην, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν καὶ συζητήσωμεν περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων.
§164Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέλετε τὸ «ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος» νὰ τὸ ἀντικαταστήσετε μὲ τὸ «ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου» τῆς περὶ διαζυγίου ἀγωγῆς;
§165Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Μάλιστα· φρονῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀντικατάστασις. Σκέπτομαι μόνον κατὰ πόσον εἶναι ἀρκετή.
§166Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά· ἀντικαθίσταται τὸ «ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος» διὰ τοῦ «ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου τῆς περὶ διαζυγίου ἀγωγῆς».
§167Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Τώρα καὶ ἓν ἄλλο εἶναι ἐξεταστέον. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς σύζυγος ἐγείρει μίαν αἴτησιν ἀποπείρας ἑνώσεως, τὴν ὁποίαν ἐγγράφει καὶ εἰς τὸ περιθώριον τῆς μεταγραφῆς τοῦ διατετιμημένου προικώου ἀκινήτου κατὰ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ κατόπιν δὲν κοινοποιεῖται ἡ περὶ διαζυγίου ἀγωγή, οὕτω δὲ καθίσταται τὸ ἀκίνητον ἀπροσδιορίστου ἰδιότητος. Καὶ ἐρωτᾶται: Εἶναι τοῦτο διατετιμημένον ἢ ἀδιατίμητον, καὶ τίνες αἱ πρὸς αὐτὸ ἔννομοι σχέσεις;
§168Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὴ τὰ λέγετε αὐτά· ἅμα διαβάσετε ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον θὰ ἴδετε ὅτι παύει ἡ ἰσχύς των.
§169Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω: Ἐξετάσατε τὴν περίπτωσιν ταύτην τῆς μὴ ἐγέρσεως ἀγωγῆς καὶ δώσατε μίαν ἀπάντησιν τί γίνεται ἂν τὸ ζήτημα παραμείνῃ πάντοτε ἐκκρεμές.
§170Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ κάμουν μίαν αἴτησιν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ θὰ εἴπουν ὅτι τὰ ξαναφτιάσανε.
§171Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁρίστε νὰ προσθέσωμεν τὰ ἑξῆς: «Μὴ ἐγερθείσης ἐντὸς 6 μηνῶν τῆς περὶ διαζυγίου ἀγωγῆς ἡ ὡς ἄνω ἐγγραφὴ ἀποβάλλει πᾶν ἀποτέλεσμα».
§172Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναδρομικότητα ἔρχομαι καὶ ἐγὼ εἰς τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ συναδέλφου κ. Γόντικα, διότι φοβοῦμαι μήπως ἐμπέσουν ἢ μᾶλλον μήπως ἔχουν πέσει εἰς παγίδα οἱ τρίτοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπαγόρευσιν. Πρόκειται περὶ μέτρου προσβάλλοντος κεκτημένα δικαιώματα τῶν τρίτων.
§173Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ τρίτος, ἂν ἔχῃ ὑποθήκην, θὰ πληρωθῇ.
§174Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἀπαγορεύεται ἡ ὑποθήκευσις. Ἐγγραφεῖσα δὲ ὑποθήκη μετὰ τὴν ἄγνωστον εἰς τοὺς πολλοὺς ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄκυρος. Ὡσαύτως καὶ ἡ πώλησις. Ἐν τούτοις ἐνδεχόμενον ὁ τρίτος νὰ κατέβαλε χρήματα πολλὰ ὡς δάνειον ἢ δι’ ἀγορὰν τοῦ διατετιμημένου προικώου ἀκινήτου ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸν καὶ ἤδη ἰσχύοντα νόμον. Ἐρωτῶ: Δὲν προκύπτουν αἱ ἀκυρότητες αὗται τῆς ὑποθήκης;
§175Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§176Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Καὶ συνεπῶς ὁ τρίτος ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκτήσατο ὑποθήκην τυπικῶς, οὐσιαστικῶς δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα.
§177Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κόσμος θὰ ἴδῃ τὴν ἐφαρμογήν· ἂν προκύψουν ζητήματα, ὑπάρχει καὶ ἡ Βουλή.
§178Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἄνθρωποι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὑφισταμένους νόμους δυνατὸν νὰ ἐνέπεσαν εἰς παγίδας μὲ τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζεται εἰς δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαγραφῆς τῶν ἐν τοῖς πινακίοις τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πολιτικῶν ὑποθέσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΗʹ περὶ ἐξώσεως δυστροπούντων μισθωτῶν ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. τῆς 19)21 Μαρτίου 1923». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐπισκευῆς στρατιωτικῶν κτιρίων φρουρᾶς Ἀθηνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Τὰ λοιπὰ ἀναβάλλονται. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις αὔριον περιλαμβάνει τὸ περὶ Γερουσίας, τὸ σταφιδικόν, τὸ περὶ ἀπορριφθέντων μαθητῶν καὶ τὸ περὶ ἀμβύκων.
§180ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 4ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρα 10.30′ μ.μ.).