1924.11.28
3,218 rows · 25,938 words · 201 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 112Η
Παρασκευὴ 28 Νοεμβρίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 4.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: —Οἱ Γεωργικοὶ Συνεταιρισμοὶ Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τὰ γεωργικὰ μηχανήματα καὶ ἐργαλεῖα παντὸς εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. —Ὁ Σύνδεσμος τῶν ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Κυκλάδων παρακαλεῖ ὅπως μὴ γίνωσιν ἀποδεκταὶ αἱ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν ὑποδεικνυόμεναι περικοπαὶ θέσεων καὶ ὑποβιβασμοί. —Οἱ κάτοικοι Ἀμαρουσίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐκεῖ ἐγκατάστασιν προσφύγων Ἀρμενίων, οἵτινες κτίζουν οἰκίσκους ἄνευ οἰκονομικῆς ἀδείας. —Ὁ Σύνδεσμος Τ.Τ.Τ. Κρήτης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματός των. —Ἡ Ἕνωσις τῶν Δημοδιδασκάλων Βεροίας παρακαλεῖ ὅπως μὴ γίνῃ ἡ προτεινομένη ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως οἰκονομία. —Σχολικὴ Ἐπιτροπὴ Σουφλίου παρακαλεῖ ὅπως ἐπαναδιορισθῇ ὁ παυθεὶς ἐπιθεωρητὴς τῆς περιφερείας των. —Ὁ Σύλλογος τῶν Φιλελευθέρων Καϊλαρίων παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου ἀνταλλαγῆς κ. Γεωργιάδου. —Ὁ Σύνδεσμος Ταμπουρίων–Ξυλοκερατέας Πειραιῶς παρακαλεῖ ὅπως ἡ συνοικία των συμπεριληφθῇ ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. — Ὁ ἐκ Πατρῶν Π. Σοφιανὸς παρακαλεῖ ὅπως ἀφεθῇ τελείως ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος. — Ἡ Παγκληρικὴ Ἕνωσις τῆς Ἑλλάδος παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι μέτρα περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς των θέσεως. — Ὁ Σύλλογος τῶν Καπνεμπόρων Μακεδονίας καὶ Θράκης διαμαρτύρεται διὰ τὰ λεχθέντα ἐναντίον τοῦ Νομάρχου Καβάλλας, ὑπαλλήλου ἐκτελέσαντος εὐόρκως τὸ καθῆκόν του. — Αἱ πολιτικαὶ καὶ ἐπαγγελματικαὶ Ὀργανώσεις Ξάνθης διαμαρτύρονται διὰ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν περὶ καταργήσεως τῆς ὑποδιοικήσεως Ξάνθης. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν Τ.Τ.Τ. Πατρῶν διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν περὶ καταργήσεως τοῦ ⅓ τῶν θέσεων τῶν τμηματαρχῶν. — Ὁ Σύνδεσμος Τ.Τ.Τ. Πατρῶν διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, τεινουσῶν εἰς ἐρήμωσιν τοῦ κλάδου των. — Ὁ Παμπροσφυγικὸς Σύλλογος Παγγαίου παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι μέτρα πρὸς ἀποφυγὴν καὶ ἄλλων ἐν τῷ μέλλοντι ἐκτρόπων. — Ἡ κοινότης Ἀβραμίου Καλαμῶν παρακαλεῖ ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις τῶν ἐμπόρων Καλαμῶν περὶ ἑνώσεως τοῦ ταμείου λιμένος πρὸς διευθέτησιν τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Μαρῆς ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ δυνάμει τοῦ νόμου 1396 ἐκδοθέντος δανείου 6% 1919 ἀναδασώσεως». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Κ. Σπυρίδης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀναπαύσεως κλπ.». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Λ. Κατσάρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Σολιώτης, Λ. Κουτσοπέταλος, Δ. Κατσίνας, Ν. Ἀνδρεαδάκης καὶ Ν. Ἀβραὰμ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας τῆς Κωπαΐδος ἐκκρεμῶν διαφορῶν». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Ροδόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1923 κλπ.». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Βραχηνὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐπανεξετάσεως ἀπορριφθέντων μαθητῶν». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Π. Γεωργίτσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». Παρακαλῶ ὅπως ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης χθὲς παραιτήσεως τοῦ Κοσμήτορος τῆς Βουλῆς κ. Γ. Φραγκούδη.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀπορρίπτεται, ἀπορρίπτεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Λουπινᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Σταφιδικῆς Ἑνώσεως Αἰγίου.
§4Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἡ Σταφιδικὴ Ἕνωσις Αἰγίου, ὅπως καὶ αἱ ἑνώσεις ὅλων τῶν ὀργανώσεων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ζητοῦν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως τὴν ταχεῖαν λῆψιν τῶν μέτρων τῶν συμπληρωματικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀναμένουν τὴν σωτηρίαν τῶν ἀπὸ τὴν ἐπερχομένην καταστροφήν. Ἔχουν τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ βραδεῖα ἐπίλυσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν σωτηρίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὴ νῦν, ἐγκαίρως λαμβανομένων τῶν μέτρων. Τονίζουν δὲ εἰς τὴν αἴτησίν των αὐτὴν ὅτι δὲν ζητοῦν τίποτε ἐκ τοῦ Κράτους καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει καλῶς νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν της, ἵνα μὴ βραδύνῃ ἡ λύσις ζητήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ ὁλοκλήρου λαοῦ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος ἐπὶ ἀναφορᾶς δημοδιδασκάλων Τριφυλίας.
§6Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Τριφυλίας διὰ τῆς ἀναφορᾶς των διατυποῦν μίαν πολὺ εὔλογον διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς Πολιτείας, διὰ τῆς ὁποίας διαμαρτυρίας ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ στασιμότης εἰς ἣν οἱ δημοδιδάσκαλοι τοῦ Κράτους ἔχουν ἐγκαταλειφθῆ ἀποτελεῖ ἀδίκημα ὄχι μόνον κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου. Ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι, μὴ ἔχοντες μόρφωσιν ἀνωτέραν αὐτῶν, ἔχουν ἐλευθέραν τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ διευθυντοῦ, παρομοίως ὅμοιον δικαίωμα ἐλευθέρας ἐξελικτικῆς προόδου αὐτῶν ἔδει ν’ ἀναγνωρισθῇ καὶ εἰς αὐτούς. Ὁ δημοδιδάσκαλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ χορηγὸς τῆς πνευματικῆς τροφῆς τῶν Ἑλληνοπαίδων, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κυριώτερος ἐργάτης καὶ ἐμπνευστὴς τῆς ψυχικῆς διαμορφώσεως αὐτῶν, ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ καταδικάζεται εἰς τὴν ἀπογοητεύουσαν πάντα ἄνθρωπον στασιμότητα. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος διὰ τὴν τελείαν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του καὶ τὴν συνεχῆ προσήλωσιν εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ διατηρῇ τὸ φρόνημα ἀκμαῖον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει τεταπεινωμένον τὸ φρόνημα αὐτοῦ, εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν διατηρεῖ πάντοτε ὑψηλὰ αὐτό. Ἄν λοιπὸν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς ἐν τῇ προσπαθείᾳ τῆς διαμορφώσεως τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνούμεθα εἰς τὸν κλάδον τῶν δημοδιδασκάλων ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγνωρισθῆ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους καὶ τοὺς τυχόντας ἀκόμη ἐλάσσονος μορφώσεως. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πανυπαλληλικοῦ νόμου ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, εἰς οὓς ἡ Πολιτεία ἔχει ἐμπιστευθῆ τῶν Ἑλληνοπαίδων τὴν μόρφωσιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων χωρίου Κερασιᾶς.
§8Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κερασιᾶς, ἑνὸς ὀρεινοῦ χωρίου τῆς Μαντινείας, διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνουν πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ζητοῦν ἀπαλλαγὴν ἐκ τοῦ φόρου. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὰς ἐφοριακὰς Ἀρχὰς Μαντινείας ὅπως, κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν καταστροφὴν τῆς ἐσοδείας τοῦ χωρίου αὐτοῦ καὶ ὦσιν ἐπιεικεῖς κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεολογίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς προέδρου Ἐπιμελητηρίου Καβάλλας.
§10Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Καβάλλας διὰ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον σχετικὸν σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβάλει ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Δουζίνας καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν εἰδικοῦ γραφείου πρὸς προστασίαν τοῦ καπνοῦ. Εἶναι ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ ὑποβεβλημένον καὶ ἔχει ἀποτελματωθῆ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ ἔχει λάβει τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἔλαβε καὶ σωρεία ἄλλων νομοσχεδίων. Ἂν τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ δὲν συνεζητήθη μέχρι σήμερον, δὲν πταίομεν ἡμεῖς διὰ τοῦτο· ἔχουσι συγκροτηθῆ ἐντὸς ἑξαμήνου τρία συνέδρια, ἓν εἰς τὴν Δράμαν τῶν καπνεργατῶν, ἕτερον ἐν Σέρραις τῶν καπνεργατῶν καὶ καπνοπαραγωγῶν καὶ τελευταίως εἰς τὸ Πανεμπορικὸν Πειραιῶς κατεδείχθη ἡ κρατικὴ ἀστοργία ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς καπνικῆς φορολογίας. Νομίζομεν καὶ πιστεύομεν ὅτι ἡ διαρρύθμισις τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ σήμερον θὰ εἶναι τὸ μεγαλύτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον φάρμακον ἐναντίον τῶν ἀνωμαλιῶν καὶ ἀταξιῶν, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται εἰς τὰ μέρη μας. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ νὰ ἀποστέλλωμεν πολιτοφύλακας εἰς τὴν Τσατάλτζαν καὶ εἰς τὴν Δράμαν καὶ νὰ γίνωνται συμπλοκαί, νὰ ἐλύομεν τὸ ζήτημα τῆς καπνικῆς φορολογίας. Ἡμεῖς ἐν Μακεδονίᾳ, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἐγνωρίσαμεν ἢ τοὺς λῃστὰς εἰς τὰ ὄρη καὶ τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας εἰς τὰς πόλεις, θὰ ἀναμείνωμεν, κατόπιν τῆς ὑποσχέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῆς. Ἂν ὅμως ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀδιαφορία αὐτὴ πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, τὸ λέγομεν ἐν πλήρει πεποιθήσει καὶ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῆς δηλώσεως καὶ τῶν συνεπειῶν της. Θὰ συστήσωμεν εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς νὰ ἀγνοήσουν καὶ τὰς ἐφορίας καὶ τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, ἐφόσον τὸ Κράτος δὲν εἶναι διατεθειμένον ἢ νὰ γνωρίζῃ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ τὰς φορολογίας αὐτοῦ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοραζάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς προσφύγων καπνοπαραγωγῶν Θεσσαλίας.
§12Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ συστήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει τοὺς καπνοκαλλιεργητὰς τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς ἐφετεινῆς ἀνομβρίας ἡ ὁποία ἐσημειώθη εἰς πλείστας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἔχουσι καταστραφῆ καὶ ζητοῦν ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τῆς φορολογίας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς πλείστας ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας γίνεται καλλιέργεια καπνῶν, ὡς τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, πρόσφυγες προερχόμενοι ἀπὸ καπνοπαραγωγὰ μέρη ἔχουν ἀναπτύξει μεγάλως τὴν καλλιέργειαν τοῦ εἴδους τοῦ καπνοῦ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατώρθωσαν νὰ ἐπιτύχωσι κάποιαν ἀποκατάστασιν χάριν τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας. Δυστυχῶς ἐφέτος, λόγῳ τῆς ἀνομβρίας, τὰ καπνὰ κατεστράφησαν ἐντελῶς εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς καὶ οἱ πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι ἤλπιζον ὅτι θὰ ἀποκατασταθῶσι καὶ θὰ ἀπαλλάξωσι τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ βάρος των, θὰ εὑρεθῶσιν εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν, ἂν δὲν θελήσῃ τὸ Κράτος νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τῆς φορολογίας. Εἰς πλεῖστα μέρη, ἰδίως τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν Θηβῶν, κατεστράφησαν τὰ καπνά, εἰς τρόπον ὥστε δὲν κατώρθωσαν νὰ εἰσπράξωσι περισσότερον τῶν 20% τῆς ὑπολογισθείσης συγκομιδῆς. Ἂν ἐπ’ αὐτῶν τῶν 20% θελήσῃ νὰ φορολογήσῃ τὸ Κράτος, οἱ πρόσφυγες δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποκατασταθῶσι καὶ θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς καλλιεργείας καὶ θὰ γίνωσι πάλιν βάρος εἰς τὸ Κράτος. Ἐν ὅσῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι θὰ ἐλαφρύνῃ τὰ καπνὰ ἀπὸ τὴν βαρεῖαν φορολογίαν ἡ ὁποία τὰ πιέζει, φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ δίκαια αἰτήματα τῶν προσφύγων καπνοπαραγωγῶν Θεσσαλίας καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ἐν λόγῳ φορολογίαν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιαμούζης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τρικκάλων.
§14Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ μέριμναν διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῶν κομίστρων τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας καὶ τῶν κρατικῶν, καθόσον ὁ βαρὺς δασμὸς καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν μεταφορὰν τῶν προϊόντων τῆς πρώτης ἀνάγκης. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν ὅτι διὰ νὰ μεταφέρῃ κανεὶς ἕνα καλάθι αὐγὰ θὰ πληρώσῃ κόμιστρα μεγαλύτερα τῆς ἀξίας τῶν αὐγῶν. Ἐν παραδείγματι σᾶς λέγω ὅτι, ὅταν ἐπῆγα εἰς τὴν Λάρισαν, μοῦ προσέφεραν ἕνα καλάθι αὐγὰ βάρους 27 κιλῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσα κόμιστρα δραχ. 73.
§15Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι φανερὸν καὶ γνωρίζει ἡ Συνέλευσις ὅτι ἡ αὔξησις τῶν κομίστρων ἐπῆλθε λόγῳ τῆς μεγάλης αὐξήσεως ἡ ὁποία τελευταίως ἐπεβάρυνε τὰς δαπάνας τῆς κινήσεως τῶν σιδηροδρόμων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ λειτουργία τῶν σιδηροδρόμων αὐτῶν ἄνευ τῆς μεγάλης ταύτης ἐπιβαρύνσεως τῶν κομίστρων. Ἡ μόνη θεραπεία εἰς τὴν ὁποίαν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἀποβλέψωμεν εἶναι νὰ κάμωμεν ἀκόμη ὀλίγην ὑπομονήν.
§16Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅμως, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐκ τῆς μὴ ἐλαττώσεως τῶν κομίστρων καὶ τὸ Κράτος ζημιοῦται καὶ ἡ Ὑπηρεσία τῶν σιδηροδρόμων, διότι οἱ παραγωγοὶ ἀναγκάζονται νὰ κρατῶσι τὰ προϊόντα εἰς τὸν τόπον των καὶ νὰ τὰ πετοῦν μᾶλλον παρὰ νὰ πληρώνουν τόσον μεγάλα κόμιστρα. Σᾶς φέρω δὲ ὡς παράδειγμα τὰς σταφυλάς, αἱ ὁποῖαι, ἂν δὲν ἠδύναντο νὰ μεταφερθῶσιν εἰς Θεσσαλονίκην, θὰ ἐχάνοντο, θὰ παρέμενον εἰς τὴν Λάρισαν καὶ θὰ κατεστρέφοντο.
§17Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ Κράτος, εἶναι καὶ ἡ δυσχέρεια τῶν συγκοινωνιῶν. Δὲν μὲ ἀφήνει λοιπὸν ἀδιάφορον τὸ ζήτημα.
§18Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν πάρα πολύ, κ. Ὑπουργέ, ἀλλ’ εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἔχει ὑποστῆ τόσας καταστροφὰς καὶ τόσας ἀβαρίας, δύναται νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου διὰ τὸ συμφέρον του τὸ ἴδιον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§20Χ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, μόνον εἰς τοὺς Θεσσαλικοὺς σιδηροδρόμους παρουσιάζεται ἡ αὔξησις αὐτὴ κατὰ 66% ἐπὶ τοῦ συμβατικοῦ τιμολογίου, τὸ ὁποῖον ἔχετε. Ἐνῷ πρότερον μία ὀκᾶ ξυλανθράκων π.χ. ἐκ Καλαμπάκας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ βορειότερος σταθμὸς τῆς Θεσσαλίας, μέχρι τῆς πρωτευούσης ἤθελε κόμιστρα 60 λεπτά, ἤδη θέλει 1.20 δραχ. Ἡ αὔξησις αὐτὴ ἐγένετο μόνον διὰ τοὺς Θεσσαλικοὺς σιδηροδρόμους, τοιουτοτρόπως δὲ ὅλη ἡ παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας, ἡ ὁποία κατήρχετο πρὸς τὸν Παγασιτικόν, δὲν δύναται τώρα νὰ ἀνταγωνισθῇ εἰς εἴδη τὰ ὁποῖα μεταφέρονται θαλασσίως. Καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ καταστροφὴ τῆς Θεσσαλικῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου. Μὴ νομίζετε δὲ ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ συμβούλιόν σας θὰ θεραπευθοῦν αἱ ἀνάγκαι τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων. Τοὐναντίον· σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀπὸ τὸν σταθμὸν Καλαμπάκας, ὁ ὁποῖος εἶναι σταθμὸς διαμετακομίσεως καυσίμων ὑλῶν, κατήρχοντο ἄλλοτε 1000 βαγόνια πρὸς τὸν Παγασιτικὸν καὶ τὴν πρωτεύουσαν, ἤδη δὲ δὲν κατέρχονται οὔτε 100 καὶ τοῦτο διότι δὲν δύναται ἡ σιδηροδρομικὴ μεταφορὰ νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὰς θαλασσίας μεταφοράς. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος καὶ μόνον ἐξάγεται ὅτι τὸ Δημόσιον ζημιοῦται ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, διότι θὰ καταστραφῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν τῆς Καλαμπάκας καὶ τοιουτοτρόπως τὸ Δημόσιον δὲν θὰ εἰσπράξῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰσέπραττεν ἀπὸ τὰ δάση τῆς Καλαμπάκας. Πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, κ. Ὑπουργέ, καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι πέρυσι κατῆλθον εἰς τὴν πρωτεύουσαν 1.500.000 ὀκάδες ξυλανθράκων καὶ ἐφέτος δὲν ἦλθεν οὔτε μία ὀκᾶ. Καὶ μάλιστα κατήρχοντο ξυλάνθρακες πρώτης ποιότητος, ἐνῷ σήμερον ἡ πρωτεύουσα πάσχει ἀπὸ ἔλλειψιν καυσίμου ὕλης.
§21Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Λεβαδείας μεταφέρονται οἱ δημητριακοὶ καρποὶ καὶ ὅλα τὰ εἴδη μὲ κάρρα. Ἐπιτρέπεται νὰ ἀνταγωνίζωνται τὰ κάρρα πρὸς τὸν σιδηρόδρομον;
§22Χ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦτο, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ συμβούλιόν σας μετατρέπεται καὶ εἰς βάρος τῶν καταναλωτῶν. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις τοῦ κ. Σοφούλη καθώρισε τὸ μισθολόγιον ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς τιμαρίθμου ὡρισμένου. Μετὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ μισθολογίου, εὐθὺς ἀμέσως τὸ συμβούλιόν σας μετέβαλε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, διότι ἀμέσως ηὐξήθησαν ὅλα τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. Πρέπει νὰ ἔχετε ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν σας, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι στρεφόμεθα ἐντὸς φαύλου οἰκονομικοῦ κύκλου, ἐντὸς δὲ ἐλαχίστου διαστήματος θὰ ἔχετε νὰ ἀντιμετωπίσετε νέαν ἐξέγερσιν διὰ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων. Ἂν ἐξακολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ εἶσθε πλέον ἢ βέβαιος ὅτι εἰς ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα θὰ λάβετε νέον τελεσίγραφον ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων καὶ θὰ ζητήσετε νὰ ἀντιμετωπίσετε νέας αὐξήσεις μισθῶν. Ἐνῷ τὸ καλοκαῖρι εἴχομεν τὸν καφὲ πρὸς μίαν δραχμήν, σήμερον τὸν ἔχομεν 1.60. Ἰδίως δὲ τὴν Θεσσαλίαν τὴν ἔχετε ἀδικήσει πάρα πολὺ εἰς βάρος καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων καὶ τοῦ Δημοσίου· διότι, ἂν ἡ καύσιμος ὕλη καὶ ἡ οἰκοδομικὴ ὕλη ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Καλαμπάκας δὲν κατέλθῃ εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς πρωτευούσης, τότε.... Ζητήσατε τὴν γνώμην τῆς Ἑταιρείας τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων, κ. Ὑπουργέ, καὶ θὰ σᾶς ἐπαληθεύσῃ τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθηκα, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ζημιοῦται.
§23Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας διοικοῦνται ἀπὸ μηχανικούς. Εἶναι δυνατὸν οἱ μηχανικοὶ νὰ κανονίζωσι τὰ τιμολόγια συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας; Εἰσήλθομεν εἰς ἐσφαλμένην ὁδόν.
§24Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν μοῦ λέγετε, παρακαλῶ· ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ αὔξησις τῶν κομίστρων δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἀπολαυῶν τῶν ὑπαλλήλων;
§25Χ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Δυνατόν.
§26Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὄχι δυνατόν. Ἂν ἔχετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ. Ἂν ηὐξήθησαν τὰ κόμιστρα, ηὐξήθησαν διότι κατέστη τοῦτο ἀναγκαῖον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων.
§27Χ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, ἡ αὔξησις τῶν κομίστρων τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων ἐπετεύχθη κατόπιν «τρικλοποδιᾶς». Ὡς γνωστόν, ὁ Θεσσαλικὸς Σιδηρόδρομος ἔχει συμβατικὸν τιμολόγιον καὶ εἰδικὸν τιμολόγιον. Τὸ συμβατικὸν τιμολόγιον ἦτο π.χ. 25 δραχ. ὁ τόννος μεταφορικά. Προπολεμικῶς ἐφήρμοζε τὸ εἰδικὸν τιμολόγιον πρὸς 6 καὶ 7 δραχμάς. Ἤδη δὲ ἐζήτησε τὴν αὔξησιν τῶν συμβατικῶν τιμολογίων καὶ οὐχὶ τῶν εἰδικῶν καὶ διὰ τοῦτο ἐξηπάτησε τὸ συμβούλιόν σας, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψε τὴν αὔξησιν.
§28Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ αὔξησις τῶν κομίστρων δὲν ἔγινεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι γενικόν. Ἂν νομίζετε ὅτι ἔγινε μία αὔξησις παράτυπος καὶ μὴ ἐπιβαλλομένη ἀπὸ τὰς ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, θὰ σᾶς εἶμαι ὑπόχρεως, ἂν μὲ εἰδοποιήσετε, καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ κάμω ὅ,τι χρειάζεται.
§29Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Γενικῶς θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ μελετήσετε τὰ τιμολόγια ὅλων τῶν ἑταιρειῶν, διότι καταντᾷ τὸ ἓν νὰ ἔχῃ αὐξήσεις, τὸ ἄλλο ἐλαττώσεις. Γενικῶς πρέπει νὰ κριθῇ τὸ ζήτημα.
§30Χ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, πρὸς συμπλήρωσιν σᾶς λέγω ὅτι πρὸ μηνός, ὅτε ἦτο ὁ κ. Μαρῆς προσωρινῶς Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὑπεβλήθη ὑπόμνημα ἐκ μέρους ἐμπόρων καυσοξύλων Καλαμπάκας καὶ παρουσιάσθη καὶ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν κ. Μαρῆν καὶ τὸ συμβούλιον τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας παρεδέχθη ὅτι ὄντως ἠλαττώθησαν αἱ μεταφοραὶ καὶ μάλιστα ὑπεσχέθη νὰ εἰδοποιήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῶν συνεπειῶν.
§31Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θέλει ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐλαττώσῃ τὰ κόμιστρα;
§32Χ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Ἡ Ἑταιρεία δὲν δύναται, διότι ἔχει τὸ προσωπικόν. Ἂν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, θὰ βεβαιωθῇ ὅτι ὄντως αἱ εἰσπράξεις τῆς Ἑταιρείας ἠλαττώθησαν μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν κομίστρων. Τὸ ὑπόμνημα τὸ ἔχετε ὑπὸ ἐξέτασιν.
§33Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε ἂν περάσετε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐξετάσωμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὰ πράγματα αὐτὰ καὶ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ, ἀγαπητέ.
§34Χ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ν. Ξηρὸς καὶ Ι. Γιαμούζης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος οἱ κ.κ. Λ. Ἀναγνωστόπουλος καὶ Α. Παπαοικονόμου.
§36Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, βεβαίως ἡ ἀναφορὰ ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Συνέλευσιν δὲν ἀφορᾷ τόσον πολὺ ἐμέ, διότι δὲν εἶμαι στρατιωτικός, ἐν τούτοις ὅμως ὡς πληρεξούσιος, ἀναγνωρίζων τὸ ἄδικον τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ, ἐθεώρησα καθῆκόν μου ὅπως ἀναλάβω τὴν ὑποστήριξιν καὶ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, ἵνα εἴπω ὀλίγα λόγια. Εἶναι παγκοίνως γνωστὸν ὅτι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ καὶ ἰδίᾳ ἀνώτατοι πρὸ ὀλίγου μόλις ἀπεστρατεύθησαν οἰκείᾳ βουλήσει εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, οὓς λόγους δὲν θὰ ἀναφέρω. Δύναμαι ὅμως νὰ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸ ἑξῆς γεγονός, ὅτι ἔντιμοι ἀξιωματικοὶ μάχιμοι, δρέψαντες δάφνας εἰς τὸ Μέτωπον καὶ εἰς ὅλους τοὺς πολέμους, λόγῳ προστριβῶν ἐν τῷ στρατεύματι πρὸς κατάληψιν ἀνωτέρων θέσεων παρ’ ἄλλων, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπομακρυνθῶσι μόνοι των, ὑποβαλόντες τὰ χαρτιὰ πρὸς ἀποστρατείαν. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, κύριοι πληρεξούσιοι, μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς λαμβάνουσι μετὰ τοῦ μερίσματος περίπου 1300 δραχμὰς οἱ συνταγματάρχαι μηνιαίως, οἱ δὲ κατώτεροι ποσὸν ἐλάχιστον. Εἶναι δυνατὸν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ λαμβάνουν ἓξ ἕως ἑπτὰ χιλιάδας δραχ. μηνιαίως, νὰ ζήσωσι μὲ 1300 δραχμάς, ὄντες οἰκογενειάρχαι, ἀναλόγως δὲ οἱ κατώτεροι; Φρονῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Κράτος δὲν θὰ θελήσωσι νὰ ἀδικήσωσι τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς καὶ ἐφόσον προσέφεραν σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα καὶ ὅλον τὸν βίον των τὸν διέθεσαν εἰς τὸν Στρατὸν μὴ ἔχοντες σήμερον οὐδένα ἄλλον πόρον ζωῆς παρὰ τὴν σύνταξίν των, προσμένουσι δὲ ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὸ Συντακτικὸν Σῶμα, τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Δὲν ζητῶ τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ νὰ τοῖς δοθῇ ἓν κομμάτι ψωμὶ διὰ νὰ ζήσωσιν ἀξιοπρεπῶς ἐν τῇ κοινωνίᾳ.
§37Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἀνέτως.
§38Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Τουλάχιστον ἀξιοπρεπῶς. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, εἶμαι δὲ πλέον ἢ βέβαιος ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν ἰδικήν μου. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι, κατόπιν τῆς λήψεως μέτρων ἐκ μέρους τοῦ Κράτους περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν κλητήρων, τῶν κηπουρῶν καὶ τῶν δημοσίων ἐν γένει ὑπαλλήλων, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν, ἵνα βελτιώσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας ἀφωσιώθησαν πιστῶς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δικαίων τῆς Πατρίδος. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεὶς ὁ ἀντιφρονῶν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν ἐντίμων αὐτῶν ἀξιωματικῶν.
§39Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην λέγω ὅτι Ἐπιτροπὴ τοῦ Συνδέσμου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν παρουσιάσθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἀνεκοίνωσε τὰ παράπονα τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεσχέθη ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πολὺ ταχέως θὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ διατελούντων ἀξιωματικῶν. Κατὰ μεγαλύτερον λόγον ἐπιβάλλεται τοῦτο, καθόσον οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ ἐδήλωσαν δι’ ἀναφορᾶς των ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ συντρέξωσι τοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικοὺς χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἑπομένως ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§40Α. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν στρατιωτικῶν καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅπως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν πρόκειται νὰ αὐξήσῃ ὁ Προϋπολογισμός. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ αὐξήσῃ τὰς συντάξεις καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι ἕνας ὑπάλληλος σήμερον στρατιωτικὸς λαμβάνει 7 ἕως 10 χιλιάδας τὸν μῆνα, καταλαμβανόμενος δὲ ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας θὰ λαμβάνῃ 1000 μόνον δραχμάς. Ὁ ὑπάλληλος λοιπὸν οὗτος σκεπτόμενος ὅτι μετὰ ὀκτὼ ἔτη θὰ λάβῃ 1000 δραχ. σύνταξιν θὰ φροντίσῃ νὰ κλέψῃ διὰ νὰ τακτοποιήσῃ τὸν βίον του. Αὐτὸ παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις.
§41Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἀπάντησιν.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα συνδέεται μὲ ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐζήτησα προθεσμίαν διὰ νὰ ἐξεύρωμεν τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ κενόν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸν πρωτοδίκην Χαμάκον.
§44Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶμαι καθόλου τυχηρός, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ εἶναι προδιατεθειμένος ὁ κ. Π. Καραπάνος νὰ ἔλθῃ ἐμπρὸς διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ἐν Μεσολογγίῳ ὑπηρετεῖ ἕνας δικαστικὸς ὀνόματι Π. Χαμάκος. Διὰ τὸν δικαστικὸν αὐτὸν εἶχον καὶ ἐγὼ τὰς ἀρίστας ἐντυπώσεις, ὅτι εἶναι λίαν μορφωμένος καὶ ἔμπειρος, δὲν ἔχω δὲ ἄλλας αἰτίας μέχρι τῆς στιγμῆς διὰ νὰ μεταβάλω γνώμην. Ἐν τούτοις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχον περιέλθει παράπονα ἐκ μέρους τῶν κατοίκων· δὲν γνωρίζω τί παράπονα, οὐχ ἧττον ἦταν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀναγκάσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀποστείλῃ ἐκεῖ ἕνα Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ Σωματεῖον τῶν κηπουρῶν κλπ. ὑπέβαλε τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα εἰς τὴν Συνέλευσιν (ἀναγινώσκει)... Ποῖαι εἶναι αἱ παρασκηνιακαὶ ἐνέργειαι; Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουν δίκαιον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Μετὰ τὴν ἐμφάνισιν ἐκεῖ τοῦ Εἰσαγγελέως, δὲν γνωρίζω ἂν τῇ ὑποκινήσει αὐτοῦ ἢ ἄλλου τινός, ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων, ἐνῷ συνεζητοῦντο διάφοροι ὑποθέσεις, διεκόπη ἡ συνεδρίασις καὶ συνῆλθεν ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Μεσολογγίου μὲ τὸ ἑξῆς θέμα: νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς δίωξιν ἐναντίον δικαστικοῦ καὶ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἢ ἀποδοκιμάσῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ Ἡ συζήτησις τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου ἔλαβε χώραν τῶν δικαστῶν εὑρισκομένων εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον. Οἱ δικηγόροι διεχωρίσθησαν εἰς δύο μέρη. Οἱ μὲν ὑπεστήριζον τὴν ἄποψιν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ ἄλλοι ὅτι δὲν ἔπρεπεν. Ἐγὼ ἓν μόνον θέλω νὰ εἴπω. Δὲν γνωρίζω οὔτε τὴν δρᾶσιν οὔτε τὰς ἐνεργείας τοῦ δικαστοῦ. Καὶ μόνον ὅμως τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος συνῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Δικαστηρίου διὰ νὰ συνεδριάσῃ παρόντων τῶν δικαστῶν, καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ἱκανὸν νὰ πείσῃ καθένα ἐξ ἡμῶν ὅτι ὁ δικαστὴς Χαμάκος, ὅσον καὶ ἂν εἶναι καλός, δὲν δύναται πλέον νὰ μείνῃ εἰς τὸ Μεσολόγγιον καὶ νὰ κάμῃ τὸν δικαστὴν χωρὶς τὸν φόβον νὰ παρεξηγηθῇ, νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τοὺς μὲν ὅτι θέλει νὰ τοὺς κολακεύσῃ, ὅταν εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν, ἂν δὲ θελήσῃ νὰ εἴπῃ κἄτι ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν θὰ ἔχωμεν ἐκεῖθεν τὴν παρεξήγησιν. Εἶναι ἀδύνατον πλέον ὁ δικαστὴς αὐτὸς νὰ καθίσῃ ἐκεῖ, ἀφοῦ οἱ δικηγόροι ἔχουν διαχωρισθῆ εἰς δύο, καὶ νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις χωρὶς νὰ μειωθῇ τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης. Χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει ὁ δικαστὴς αὐτὸς νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ.
§45Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι ἁρμοδία ἡ Κυβέρνησις;
§46Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία κατὰ τοῦτο: Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐφόσον ἤθελε κρίνει ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ἀκριβὲς καὶ πρέπει νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἐρώτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, καὶ νομίζω ὅτι τὸ Συμβούλιον αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σκεφθῇ καθ’ ὃν τρόπον σκέπτομαι καὶ ἐγώ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι παρὼν καὶ γνωρίζει τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δικαστικοῦ, θὰ παρεκάλουν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἀπάντησιν.
§47Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ τοῦ δικαστικοῦ τοῦ Μεσολογγίου, τοῦ Πρωτοδίκου Χαμάκου, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διάφορα παράπονα, καὶ ἀμέσως τὸ Ὑπουργεῖον διέταξεν ἀνακρίσεις. Παρηγγείλαμεν μάλιστα τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Πατρῶν, ἵνα μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως φαίνεται ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ Πρωτοδίκου αὐτοῦ εἶναι ἐπιπολαία, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, καὶ συνεπῶς ἐστείλαμεν τὸν φάκελον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον ἵνα διωχθῇ πειθαρχικῶς δι’ ὅσα παραπτώματα νομίζει ὅτι προκύπτουν ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως, καὶ συγχρόνως νὰ γνωματεύσῃ ἂν πρέπει νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν. Καθ’ ὅσον δύναταί τις νὰ εἴπῃ....
§48Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων δικαστικῶν τοῦ Κράτους.
§49Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, περισσοτέρας πληροφορίας μὴ μοῦ ζητεῖτε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δαγρὲς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Β. Χριστοφίλου, πρώην καθηγητοῦ Γυμνασίου Καλαμῶν.
§51Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅστις ἀτυχῶς ἀπουσιάζει. Διὰ νὰ καταφύγῃ ὁ ἀδικηθεὶς αὐτὸς καθηγητὴς μέχρι τοῦ ἐσχάτου σημείου ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, πρέπει νὰ πεισθῇ κανεὶς ὅτι εὑρίσκεται ἐν μεγάλῃ στενοχωρίᾳ καὶ μεγάλῳ κινδύνῳ. Ὁ καθηγητὴς αὐτός, τὸν ὁποῖον γνωρίζω ἀπὸ μακροῦ χρόνου, εἶναι ἐκ τῶν ἱκανωτάτων. Πρέπει πρὸ παντός, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ τοῦ καθηγητοῦ νὰ σταλῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ τὴν μελετήσῃ καλὰ καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι ὁ καθηγητὴς αὐτὸς ἔχει πλῆρες δίκαιον. Ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας ἄνευ λόγου καὶ ἤδη ζητεῖ κατ’ ἐπανάληψιν νὰ ἐπανέλθῃ ἐν Καλάμαις, καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀρνεῖται νὰ τὸν διορίσῃ ἐκεῖ ὅπου εἶπον καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ἐπίσης πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐξετασθῇ ἡ δρᾶσις αὐτοῦ, νὰ ἐξετασθοῦν αἱ λεπτομέρειαι τῶν ἐνεργειῶν του, ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἀνάξιον τῆς ἀποστολῆς του, διότι, ἐνῷ κατηγοροῦντο ἄλλοτε οἱ πολιτευόμενοι ὅτι ἐπενέβαινον εἰς τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς μεταθέσεις, ἤδη ταῦτα περιῆλθον εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν κλίκαν του καὶ δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διορίζῃ τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους καὶ πολλοὺς ἄλλους. Ἔχω δὲ ἐγὼ τὸ ἀτύχημα ἐν Καλάμαις, ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐγγύτατα τῆς Μάνης ἡ ὁποία παρήγαγε τὰ μέλη τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, νὰ βλέπω ἐκ τοῦ σύνεγγυς ὅτι ἡ Μάνη εἰσέβαλεν εἰς τὰς Καλάμας. Ἔχει ὑποστῆ πολλὰς δοκιμασίας ἡ ἐπαρχία Καλαμῶν. Ἤδη ἔχει τοποθετηθῆ ἐν Καλάμαις καὶ διδασκάλισσα εἰς Ἑλληνικὸν σχολεῖον ἄνευ θέσεως, διότι εἶναι συγγενὴς τοῦ ἑνὸς μέλους τοῦ Συμβουλίου. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα συζητήσεως ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, διότι κατήντησε τυραννικὸν αὐτὸ τὸ Συμβούλιον.
§52Τ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν καὶ παρακαλῶ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§53Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτήν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναγνωστόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Κοινότητος Κροκυλείου.
§55Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἐπὶ ἀναφορᾶς δημοδιδασκαλικῶν Συλλόγων.
§57Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ νὰ συστήσω ἰδιαιτέρως τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον εἶναι δικαιότατον, διότι ζητοῦσιν ὅπως προστατευθῶσιν εἰς τὴν αἴτησιν αὐτῶν περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γ. Σολδᾶτος καὶ Μ. Τσαρλαμπᾶς. (Ἀπόντες). Ὁ κ. Α. Θεολογίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Δράμας.
§59Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λουπινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου ἐφέδρων ἀξιωματικῶν Καλαμῶν.
§61Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν Καλαμῶν ὡς καὶ αἱ ὅμοιαι Ὀργανώσεις καθ’ ὅλον τὸ Κράτος παραπονοῦνται ὅτι ἡ Πολιτεία τοὺς παρημέλησεν ἐντελῶς. Προσενεγκόντες ἐπὶ ὁλόκληρον συνεχῆ δεκαετίαν πολυτίμους εἰς αὐτὴν ὑπηρεσίας εὑρέθησαν ἐπιστρέφοντες εἰς τὰς ἑστίας των ἐν κύκλῳ εἰς τὸν ὁποῖον ἐμειονέκτουν, ἔχοντες ἐνώπιόν των τοὺς ὁμηλίκους των ἀνυποτάκτους ἢ ὁπωσδήποτε διαφυγόντας τὴν στράτευσιν εἰς πᾶν στάδιον ἀνταγωνιστὰς πλεονεκτοῦντας αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ παράπονον των ἰδίως στρέφεται κατὰ τῆς Πολιτείας. Διότι καὶ εἰς τὰς δημοσίας Ὑπηρεσίας δὲν ἔτυχον οὔτε τυγχάνουσιν οὐδενὸς ἐκ τῶν πλεονεκτημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔδει ἀναμφισβητήτως αὐθόρμητος ἡ Πολιτεία ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς αὐτούς. Παρετήρησα τὰ ὑπομνήματα αὐτῶν καὶ εἶδα ὅτι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀπολύτως δίκαια. Εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔδει ἡ Πολιτεία αὐθορμήτως νὰ ἀναγνωρίσῃ. Παρακαλῶ συνεπῶς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέξῃ πολὺ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ἀπαίτησις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἄνευ ἐπαγγελματικῆς ὑποχρεώσεως προσέφερον τὰς πολυτιμοτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, ἀναγνωριζομένας ὑπὸ παντὸς τιμίου πολίτου.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λουπινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς διαφόρων Ὀργανώσεων καὶ Συλλόγων Πελοποννήσου.
§63Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν Ὀργανώσεων καὶ Συλλόγων Πελοποννήσου εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἀναφορὰν τῶν Ὀργανώσεων Αἰγιαλείας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου. Συνιστῶ λοιπὸν καὶ τὴν ἀναφορὰν αὐτήν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λουπινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς πολιτικῶν συνταξιούχων Ἰωαννίνων.
§65Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Ἄν τὸ Κράτος, κύριοι, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς, ἔπραξε τοῦτο ὄχι διότι ἀνεγνώρισε τὴν ἐπάρκειαν τῶν οἰκονομικῶν του μέσων, ἀλλὰ διότι ἀνεγνώρισε τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς ἀντισταθμίσεως τῶν βιωτικῶν ἀναγκῶν τῶν ὑπαλλήλων του. Τούτου δεδομένου, ἂν καὶ διὰ τοὺς συνταξιούχους τοὺς ἀναλώσαντας τὸν βίον αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος, τοὺς ἐρειπωθέντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς καὶ καταστάντας ἀχρήστους καὶ ἀνικάνους διὰ πᾶσαν ἄλλην ἐνασχόλησιν, ὑφίστανται αἱ αὐταὶ ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τῆς ἀντισταθμίσεως τῶν σημερινῶν σκληρῶν ἀναγκῶν τοῦ βίου — καὶ ἀναμφισβητήτως ὑφίστανται — ἡ Πολιτεία ἔχει ὑποχρέωσιν, κρίνουσα ἴσως, ἂν μὴ εὐμενέστερον, αὐτοὺς νὰ μὴ παρίδῃ καὶ τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ νὰ μὴ ἀντιτάξῃ αὐτοῖς τὴν ἀνεπάρκειάν της. Ἡ ὑποχρέωσις αὐτῆς νὰ προνοήσῃ καὶ δι’ αὐτοὺς εἶναι μείζονος ἠθικῆς καὶ νομικῆς ἐπιταγῆς· διότι ὁ σύνδεσμος τῶν συνταξιούχων μετ’ αὐτῆς εἶναι πλειότερον ἀδιάσπαστος ἀπὸ τὸν σύνδεσμον τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος μετὰ τῶν ὑπαλλήλων του. Ἀπέναντι τῶν συνταξιούχων τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὴν θέσιν τοῦ ἐργοδότου, ὅπως ἔχει ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων του τῶν ὑπηρετούντων αὐτό, ἀλλ’ ἔχει τὴν θέσιν τοῦ ὀφειλέτου. Καὶ δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀποστῇ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ὀφειλῆς του αὐτῆς, ὡς θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποστῇ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς διατηρήσεως τοῦ ἀξιοῦντος μείζονα μισθὸν ὑπαλλήλου, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου εἶναι ἐργοδότης. Ἀλλὰ καὶ ὁ συνταξιοῦχος, ἀδυνατῶν ἄλλην ἐνασχόλησιν ν’ ἀναλάβῃ, ἐκ τῆς συντάξεως μόνης ἀναμένει νὰ ζήσῃ, ἐνῷ ὁ ὑπάλληλος, καὶ μάλιστα ὁ νέος τοιοῦτος, εὐχερῶς δύναται ἀλλαχοῦ ν’ ἀναζητήσῃ ὅ,τι παρὰ τῆς Πολιτείας δὲν ἐπιτυγχάνει. Ἄλλως καὶ ἡ ὀφειλὴ τῆς Πολιτείας πρὸς τὸν συνταξιοῦχον ἦτο πραγματική, ἐνῷ σήμερον ἔχει κατὰ τὰ 9)10, λόγῳ τοῦ μηδενισμοῦ τοῦ ἐγχωρίου νομίσματος, ἐξανεμισθῆ. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Πολιτείαν ἄλλα μέτρα νὰ λαμβάνῃ διὰ τοὺς σημερινοὺς ὑπηρέτας αὐτῆς, ἐντελῶς δὲ ἀβοηθήτους νὰ ἀφίνῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀγωνιωδῶς μετροῦσι τὰς τελευταίας ἡμέρας ἑκάστου μηνὸς διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ψωμισθῶσι, καὶ ἡ πρὸς τοὺς ὁποίους ὑποχρέωσίς της εἶναι ἐξ ἀπείρων λόγων ἐπιτακτικωτέρα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ἀνδρεάδης καὶ Μέλφος. (Ἀπόντες). Ὁ κ. Μερλόπουλος. (Ἀπών). Οἱ κ.κ. Σίδερης, Καταφυγιώτης καὶ λοιποὶ ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Σοφάδων.
§67Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ ἐρώτησις θὰ διατυπωθῇ ἐρήμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἀκολουθοῦντος τὸ παράδειγμα καὶ ἄλλων συναδέλφων του. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης ὑπάρχει κωμόπολις, ἡ ὁποία ἦτο ἄλλοτε τσιφλίκι, καὶ μάλιστα τόσον ἀναπαυτικόν, φαίνεται, διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, ὥστε ἐπῆρε καὶ τὸ ὄνομα Σοφάδες. Μεσολαβοῦντος τοῦ Κράτους ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τοὺς Σοφάδες οἱ ἰδιοκτῆται καὶ τὸ τσιφλίκι κατέστη ἡ γνωστὴ ἀνθηρὰ κωμόπολις. Ἡ κωμόπολις, σφύζουσα ἀπὸ ζωήν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ στενὰ ὅρια τὰ ὁποῖα διαγράφουν αἱ γαῖαί της καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησε νὰ ἐπεκταθῇ, νὰ καλλιεργήσῃ καὶ ἄλλας γαίας. Νὰ κατορθώσῃ δηλαδὴ νὰ ζήσῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐπέκτασις προσέκοπτεν εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀγροτικῆς νομοθεσίας ἀρχικῶς, κατόπιν δὲ εἰς διαφόρους ἐνεργείας τῶν ἀντιθέτως ἐνδιαφερομένων. Ἐπὶ τέλους μόλις πρὸ ὀλίγων μηνῶν κατωρθώθη νὰ ἐπιδικασθῇ εἰς τὴν κωμόπολιν ἕνα παρακείμενον κτῆμα, τοῦ ὁποίου ἐλάχιστον μέρος αὐτοκαλλιεργεῖτο. Οἱ κάτοικοι ἐνόμισαν ὅτι ἐτελείωσαν τὰ δεινὰ καὶ ὅτι θὰ ἤρχιζαν τὴν νέαν καλλιέργειαν. Ἡτοίμασαν τὸ ἄροτρον καὶ τὴν σκαπάνην, διὰ νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς καλλιεργείας, ὁπότε εὑρέθησαν πάλιν ἀντιμέτωποι ἄλλων ἰσχυρῶν, προστατευόντων κτηνοτρόφους, οἱ ὁποῖοι συνετήρουν νομαδικὴν κτηνοτροφίαν εἰς μικρὰν κλίμακα ἐντὸς τοῦ ἀπαλλοτριωθέντος κτήματος καὶ ἐπροστατεύοντο ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον βοσκῶν. Ἐπέρασεν ἡ χειμερινὴ κτηνοτροφικὴ περίοδος καὶ ἐνόμισαν ὅτι μὲ τὴν λῆξίν της θὰ ἐπελαμβάνοντο τῆς καλλιεργείας τοῦ κτήματος. Ἐπλανήθησαν. Ἀνέμειναν καὶ τὴν θερινὴν περίοδον, ἐλπίσαντες ὅτι θὰ ἐτελείωνεν ἡ ἱστορία τῆς προστασίας τῶν κτηνοτρόφων. Ἐπλανήθησαν διὰ δευτέραν φοράν. Ἀνέμειναν καὶ τὴν τρίτην περίοδον, ἀλλὰ καὶ πάλιν εἰς μάτην. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι σήμερον εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ εὑρίσκονται ἀντιμέτωποι καλλιεργηταὶ καὶ κτηνοτρόφοι, ὅτι παρὰ μικρὸν ἐγίνοντο καὶ ἔνοπλοι συγκρούσεις, ὅτι δεκάδες χωρικῶν, ὡς πληροφοροῦμαι, δικάζονται ἐνώπιον τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ αὐτοδικίᾳ κλπ. Ἐπιδιώκων τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, εἶχον ἀποταθῆ πρὸς ὅλους τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργοὺς τῆς Γεωργίας καὶ ἐζήτησα νὰ δοθῇ μία λύσις. Ἀλλ’ ἡ λύσις δὲν ἐδίδετο, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ἐφρόνει ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ ἀπροστατεύτους τοὺς κτηνοτρόφους, διότι δὲν εἶχον «ποῦ νὰ πᾶνε τὰ πρόβατά τους». Αὐτὰ ἴσχυσαν διὰ τὴν πρώτην, ἴσχυσαν καὶ διὰ τὴν δευτέραν, ἴσχυσαν καὶ διὰ τὴν τρίτην περίοδον. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐπὶ τέλους ἕως πότε θὰ ἐπιδεικνύεται αὐτὴ ἡ ὑπὲρ τῶν κτηνοτρόφων μόνον μέριμνα. Ἡ ἀπουσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας θὰ μὲ ἀφήσῃ ἄνευ ἀπαντήσεως εἰς τὸ ἐρώτημα. Πότε, ἐπὶ τέλους, θὰ φύγωσιν οἱ κτηνοτρόφοι ἀπὸ κτήματα, τὰ ὁποῖα δι’ ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεως ἐπεδικάσθησαν εἰς μίαν τοιαύτην κωμόπολιν; Ἀλλ’ ἡ ὁριστικὴ ἀπάντησις δὲν θὰ μοῦ ἐδίδετο καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι, δυστυχῶς, αἱ ἐρωτήσεις, ὅπως ἀναγράφονται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, χάνουσι τὴν ἐπικαιρότητά των, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ μοῦ ἀπήντων ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ καὶ θὰ ρυθμίσῃ τὰ σχετικὰ ζητήματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ στραφῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι εἰς τὴν Χώραν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀλλεπάλληλα γίνονται τὰ κινήματα, φαίνεται ὅτι εἶναι πεπρωμένον τὰ κινήματα νὰ περιέλθουν ἀπὸ τῆς σφαίρας τῆς πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς εἰς τὰς λαϊκὰς μάζας, καὶ νὰ τοῦ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ τούτου, ὅτι, ἂν ταχέως δὲν δοθῇ πέρας εἰς τὰς διαφορὰς αὐτὰς μεταξὺ κτηνοτρόφων καὶ γεωργῶν, δὲν θὰ θρηνήσωμεν οὔτε ἕνα οὔτε δέκα, ἀλλὰ πολλὰς δεκάδας θυμάτων ἐκ τῶν συγκρούσεων, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θὰ γίνουν μεταξὺ κτηνοτρόφων καὶ γεωργῶν. Ἡ σύγκρουσις ἡ ὁποία σήμερον κρατεῖ μίαν κωμόπολιν, ὡς σᾶς εἶπον προηγουμένως, σπουδαίαν καὶ γεωργικῶς ἀνθηράν, εἰς συγκίνησιν, καὶ ἡ ὁποία σύρει τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, κύριοι συνάδελφοι, παρὰ ἡ ἀπαρχὴ τοιούτων συγκρούσεων. Ἐπιθυμῶν δὲ νὰ μὴ μετέχω τῆς εὐθύνης, θέλων νὰ μὴ λεχθῇ καὶ εἰς ἐμὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνήθως λέγεται: «διατί δὲν μᾶς τὸ εἴπετε, κύριε πληρεξούσιε», τονίζω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι θὰ ἔχωμεν συρράξεις ἐνόπλους μεταξὺ κτηνοτρόφων καὶ γεωργῶν. Εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ριζικῶς, διότι ριζικῶς τὰ ζητήματα τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν καὶ οἰκιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθοῦν ἀμέσως. Θὰ ἦτο δυνατὸν ὅμως νὰ βαδίσωμεν εἰς βαθμιαίαν ρύθμισιν. Τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις εἶναι νὰ δώσῃ εἰς τοὺς γεωργοὺς ἐκεῖνα τὰ χωράφια τὰ ὁποῖα τοῖς ἐπεδικάσθησαν διὰ νὰ τὰ καλλιεργήσουν. Σημειώσατε δὲ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ χωραφιῶν τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐξαιρετικὴν σημασίαν διὰ τοὺς κτηνοτρόφους, διότι εἰς τὰ μέρη αὐτὰ δὲν πρόκειται περὶ κτηνοτρόφων οἱ ὁποῖοι ἔχουν χιλιάδας προβάτων, ὅπως θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ δυσχερείας ἀνυπερβλήτου πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν προβάτων των. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπουσιάζει ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν.
§68Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν λησμονεῖτε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη κατὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν ὅτι θὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία.
§69Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ ἐπέμεινα εἰς τὴν τροπολογίαν. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι κατὰ διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡ Συνέλευσις δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν παρουσίαν τῶν Ὑπουργῶν. Νομίζω δὲ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ εἶναι παρόντες, διότι αὐτὸ ποὺ γίνεται, νὰ ἀπουσιάζουν συστηματικῶς καθ’ ὃν χρόνον συζητοῦνται θέματα τῆς ἁρμοδιότητός των, ἀποτελεῖ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Συνέλευσιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσάρος ἔχει τὸν λόγον.
§71Λ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ. Διὰ νόμου καθιερώθη ἐνοικιοστάσιον βοσκῶν διὰ μίαν πενταετίαν, ἐνῷ ἠδύνατο κατ’ ἔτος νὰ γίνεται ἐνοικιοστάσιον. Καὶ βλέπομεν συγκρούσεις μεταξὺ γεωργικῶν συνεταιρισμῶν καὶ κτηνοτρόφων, γεωργικῶν συνεταιρισμῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ καλλιεργήσουν καὶ νὰ ποτίσουν τὰ ζῷά των, διότι ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας ἔχουν ἐκμισθωθῆ αἱ βοσκαὶ εἰς κτηνοτρόφους. Αἱ συγκρούσεις δὲν θὰ λείψουν ἂν δὲν ληφθοῦν ριζικὰ μέτρα, καὶ ταῦτα θὰ ληφθοῦν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν, ὅταν ἡ σεβαστὴ Συνέλευσις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον βοσκῶν διὰ τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ι. Μαμάης καὶ Ν. Ἀβραὰμ ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς ἐν Ἀθήναις Ἑνώσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν.
§73Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ ὅπως εἰσακουσθῇ.
§74Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λήγει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν παρελθούσης τῆς ὥρας. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ὀφείλω νὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης παραιτήσεως τοῦ Κοσμήτορος κ. Φραγκούδη. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ὁ κ. Φραγκούδης μετὰ ζήλου παρέχει τὰς ὑπηρεσίας του καὶ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ παρέχων τὰς ὑπηρεσίας του.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 390 τοῦ 1914 περὶ ἐλευθέρας ζώνης Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς συνταγματικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ «περὶ καταρτισμοῦ προσωρινῆς Γερουσίας» ψηφίσματος. Ὑπομιμνήσκω εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους ὅτι κατὰ τὸν εἰδικὸν Κανονισμὸν τῆς Συνελεύσεως τὸν ἰσχύοντα καὶ πρὸ τῆς τελευταίας συμπληρώσεως τοῦ δεκαώρου, ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων αἱ ἀγορεύσεις πρέπει νὰ μὴ ἐκτείνωνται ὑπὲρ τὸ ἡμίωρον. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἐξηντλήθη τὸ θέμα, ὥστε ἐντὸς ἡμισείας ὥρας καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως δύναται νὰ ἀναπτύξῃ τις τὰς γνώμας του καὶ νὰ προσθέσῃ ὅ,τι θεωρεῖ ὅτι δὲν ἐλέχθη. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ μὲ συνδράμωσι καὶ νὰ τηρήσωσιν οἴκοθεν τὸ ἡμίωρον, τὸ ὁποῖον διαγράφει ὁ Κανονισμός.
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ διατάξεις περὶ δεκαώρου δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὸ ψήφισμα περὶ Γερουσίας. Καὶ ὅταν ὑπεβλήθη τὸ ψήφισμα, κατὰ Μάϊον, ἐδηλώσαμεν ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὀρθῶς, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὁριστικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελέσουν μέρος τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ περὶ προσωρινῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ τροποποιηθοῦν ὅταν ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα. Δὲν παραλείπω νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρόκειται κἂν περὶ ἑνὸς ἄρθρου, ἀλλὰ περὶ συνόλου ἀπὸ πολλὰ ἄρθρα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ συζητήσεως κατ’ ἀρχήν.
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κάμνομεν μίαν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ περιέχοντος πολλὰ ἄρθρα. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ δεκαώρου. Βεβαίως εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις ὅτι πρέπει αἱ ἀγορεύσεις νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομοι. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦμεν διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος εἰς τὸν Κανονισμὸν τὸν ἀφορῶντα τὴν ψήφισιν τῶν ὁριστικῶν συνταγματικῶν διατάξεων.
§81Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι, κ. Πρόεδρε, ποσῶς νὰ παραδεχθῶ τὰς ἀπόψεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ. Ὁ Κανονισμὸς ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει εἶναι νέος Κανονισμός. Δὲν ὑπῆρχεν, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ ψήφισμα, ἀλλὰ πολὺ κατόπιν. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἄποψιν ταύτην καὶ διότι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἁπλούστατα μία καταστρατήγησις, θὰ ἠδύναντο νὰ ὑποβάλουν, εἷς ἢ πλείονες, ἓν ψήφισμα περιέχον 3 ἢ 4 ἄρθρα ἀφορῶντα εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ λέγουν ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, εἶναι προσωρινὰ ἢ ὑποβάλλονται διὰ χωριστοῦ ψηφίσματος, ἄρα καὶ ἡ ἀγόρευσις καὶ αἱ συζητήσεις θὰ εἶναι ἀπεριόριστοι. Δυνάμεθα ὅμως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Ἐνῷ δὲν θὰ θυσιασθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, εἴμεθα εὐρυχωρότεροι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἡμίωρον καὶ τὸ δεκάωρον, προκειμένου περὶ θέματος τὸ ὁποῖον πράγματι ἔχει σπουδαίαν σημασίαν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ εὐρυχωρία θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ ἕνα ὅρον, νὰ μὴ γίνῃ ἀδικαιολόγητος σπατάλη τοῦ χρόνου, νὰ μὴ γίνωνται ἄσκοποι καὶ μακραὶ συζητήσεις.
§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ τελευταῖος συμβιβασμός....
§83Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοῶ κανένα συμβιβασμόν. Ἐννοῶ πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι καὶ τὸ ἡμίωρον τῆς ἀγορεύσεως ἑκάστου πληρεξουσίου δύναται νὰ παραταθῇ, τῇ συγκαταθέσει τῆς Συνελεύσεως, καὶ τὸ δεκάωρον τῆς ὅλης συζητήσεως δύναται νὰ παραταθῇ, ἂν δὲν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις. Ἔχομαι τοῦ Κανονισμοῦ, οὗ ζητῶ τὴν ἐφαρμογήν.
§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρόκειται νὰ διευκρινισθῇ, ἂν διαφωνοῦμεν τυπικῶς ἢ οὐσιαστικῶς. Τυπικῶς ὑπάρχει πλήρης ἡ διαφωνία, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν ὑπεβλήθη ὁ πρῶτος Κανονισμὸς διὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν θὰ ὑπαχθῇ εἰς αὐτὸν τὸ ψήφισμα περὶ τῆς ἀμέσου ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας καὶ ἐδηλώθη ῥητῶς ὅτι δὲν θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν τὸ ψήφισμα τοῦτο, ἀλλὰ μόνον αἱ ὁριστικαὶ τροποποιήσεις τοῦ Συντάγματος. Ὁ φόβος τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον πληρεξούσιοι νὰ ὑποβάλλουν διάφορα ἄρθρα ὑπὸ μορφὴν ψηφίσματος καὶ νὰ ζητοῦν νὰ ὑπεκφύγουν τοὺς περιορισμοὺς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος, ὅπως ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν ἄλλο ψήφισμα ἀνάλογον μὲ τὸ ψήφισμα περὶ Γερουσίας, δὲν βλέπω δὲ νὰ ὑπάρχῃ καμμία διάθεσις νὰ καταστρατηγηθῇ ὁ Κανονισμὸς περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος διὰ τοιούτου εἴδους ψηφισμάτων. Λοιπὸν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσωρινῶν διατάξεων, ἐξαιρετικῆς ὅμως σημασίας, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σειρᾶς ὅλης ἄρθρων, ἐπιμένομεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοῦτο· νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν αἱ ἀγορεύσεις σύντομοι, ὥστε νὰ τερματισθῇ τὸ ταχύτερον ἡ συζήτησις. Πέρα ὅμως αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχωρήσωμεν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§86Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος προτείνεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἄμεσος συγκρότησις τῆς Γερουσίας, καθ’ ὃν τρόπον διαγράφει τὸ συζητούμενον σχέδιον. Εἶναι καὶ ὁ θεσμὸς νέος διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ μία διαφορὰ ἐμφανίζεται καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ νέου Σώματος ἀμέσως σήμερον καὶ εἰς τὴν συγκράτησιν τοῦ Σώματος, ὅταν τοῦτο θὰ καταχωρισθῇ ὡς πάγιος πολιτικὸς θεσμὸς διὰ τοῦ νέου Συντάγματος. Εὔλογος ὅθεν εἶναι ἡ σπουδαιότης τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο ψηφίσματος ὄχι μόνον ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ καὶ ὁ Τύπος καὶ ὁ ἔξω τῆς Συνελεύσεως διανοούμενος κόσμος. Ἡ σπουδαιότης δὲ τοῦ σχεδίου τούτου ψηφίσματος ἔγκειται ὄχι τόσον εἰς τὰς λεπτομερειακὰς αὐτοῦ διατάξεις, ὅσον εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ ὑπὸ τὴν δημιουργικὴν αὐτοῦ μορφήν, ὑπὸ τὸ πρίσμα δηλαδὴ ἂν κατ’ ἀρχὴν εἶναι χρήσιμος ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἂν ἐνδείκνυται ἡ ἄμεσος συγκρότησις τοῦ Σώματος. Καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μέχρι σήμερον, περιωρίσθησαν εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἔστρεψαν ὅμως τὴν προσοχήν των κατὰ περισσότερον λόγον εἰς τὸ δεύτερον μέρος πρὸς ἐξέτασιν τῆς ἀπόψεως τῆς ὠφελιμότητος ἢ μὴ τῆς ἀμέσου ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας, τὴν δὲ πρώτην ἄποψιν τὴν ἔθιξαν μόνον ἀκροθιγῶς. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἐνδείκνυται μία λεπτομερεστέρα ἐξήγησις, μία σαφεστέρα ἀνάλυσις τῶν λόγων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἵνα διαμορφωθῇ καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἐκτὸς αὐτῆς μία κοινὴ συνείδησις περὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ὠφελιμότητος τοῦ θεσμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πολιτικὸς ἀρχηγὸς τοῦ κύρους τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων διὰ δύο ἀγορεύσεών του, εἰς τὰς ὁποίας μετ’ ἐμμονῆς ὑπεστήριξε τὴν ἀπόρριψιν τοῦ σχεδίου τούτου ψηφίσματος, ἐξαπέλυσεν ἓν πάρθιον βέλος κατ’ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ, βέλος μὲ διπλῆν τὴν αἰχμήν. Διότι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἀνέτρεξεν εἰς τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τῆς γενέσεως τῆς μοναρχικῆς Γερουσίας, ἐξήτασε τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως τῆς μοναρχικῆς Γερουσίας καὶ εἶπεν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι θεσμὸς ἀντιδραστικός, εἶναι θεσμὸς ἀντιδημοκρατικός, διότι ἡ Γερουσία ἱδρύθη τὸ πρῶτον διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ συμφέροντα τῆς Αὐλῆς καὶ συμφέροντα ὡρισμένων τάξεων εὐγενῶν καὶ τιτλούχων εὐνοουμένων τῆς Αὐλῆς.
§87Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον· προσέθεσεν ὅμως ὅτι, ἐνῷ ἡ ἱστορικὴ γένεσις τοῦ θεσμοῦ εἶναι τοιαύτη, ἡ σημερινὴ χρησιμότης εἶναι διάφορος, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτή, κατόπιν ἰδίως τῆς λαϊκῆς προελεύσεως τοῦ νέου θεσμοῦ.
§88Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἀπουσιάζει, καὶ διότι, ἂν ἦτο παρών, δὲν θὰ ἐλάμβανε τὸν κόπον ὁ πιστὸς αὐτοῦ παραστάτης κ. Παπανδρέου νὰ διαψεύσῃ ὅσα εἶπε.
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἂν ὑπεστήριξεν αὐτό, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ θεσμοῦ.
§90Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὰς σκέψεις τοῦ κ. Καφαντάρη· ἐμὲ ἀφοροῦν αἱ ἰδικαί μου σκέψεις.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐγὼ δὲν ἐχαρακτήρισα τὸν θεσμὸν ἀντιδραστικόν, εἶπον ἁπλῶς ὅτι ὁ θεσμὸς δὲν εἶναι συναφὴς ἀπολύτως μὲ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ἄνευ Γερουσίας. Ὁ θεσμὸς δὲ μάλιστα αὐτός, προσέθεσα, ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο ὡς στεγάζων τὰς ἀντιδραστικὰς ἰδέας, ὡς προστατεύων τὴν ἀντίδρασιν. Αὐτὰ κατὰ σαφέστερον τρόπον εἶπον.
§92Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, κ. πρόεδρε, ἐν ἀπουσίᾳ σας, δικαιολογῶν τὴν ἄποψίν μου ὅτι ἐνδείκνυται μία πληρεστέρα διασάφησις τῆς ἀνάγκης τῆς κατ’ ἀρχὴν εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἀφῃρημένως λαμβανομένου, διὰ δύο λόγους: Πρῶτον διὰ νὰ διαμορφωθῇ μία κοινὴ συνείδησις καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης περὶ τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ θεσμοῦ, καὶ δεύτερον ἐπὶ τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον πολιτικὸς ἀρχηγὸς τοῦ κύρους τοῦ ἰδικοῦ σας, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ θεσμοῦ....
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κατὰ τοῦ θεσμοῦ;
§94Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂν νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ συνταυτίσετε αὐτά, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν, θεωρῶ μάλιστα ὅτι ἡ προσωρινὴ ἵδρυσις τῆς Γερουσίας δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν θεσμόν.
§96Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας ἐξαπελύσατε ἓν πάρθιον βέλος κατὰ τοῦ θεσμοῦ, διότι εἴπετε, ἀνατρέχων εἰς τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τῆς Γερουσίας τῆς μοναρχικῆς, ὅτι ὁ θεσμὸς ἐγεννήθη ὡς θεσμὸς ἀντιδραστικὸς διὰ δύο λόγους: Διότι ἀφ’ ἑνὸς ἱδρύθη διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ συμφέροντα τῆς Αὐλῆς καὶ ὡρισμένας τάξεις εὐγενῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι ἡ σύνθεσις τῆς Γερουσίας ἐγίνετο διὰ διορισμοῦ τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τοῦ μονάρχου.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια. Ἂν θέλετε σεῖς νὰ ρίψετε πάρθια βέλη ἐναντίον τῆς ἱστορίας, πράξατέ το.
§98Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, διότι δὲν ἠρκέσθητε εἰς τὴν ἱστορικὴν γένεσιν· ἐπροχωρήσατε καὶ μέχρι τῆς σημερινῆς συνθέσεως τῶν Γερουσιῶν καὶ εἴπετε ὅτι εἶναι ἀντιδραστικὸς ὁ θεσμός, διότι ἡ ἰδιότης τοῦ γερουσιαστοῦ ἀπενέμετο ὑπὸ τοῦ μονάρχου, ὄχι μόνον ὡς ἰδιότης ἰσόβιος, ἀλλὰ καὶ ὡς τίτλος μεταβιβάσιμος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς κληρονομικῆς διαδοχῆς. Καὶ προχωρεῖτε ἀκόμη περαιτέρω, μέχρι τοῦ σημερινοῦ χρόνου, καὶ εἴπετε ὅτι καὶ σήμερον εἶναι θεσμὸς ἀντιδραστικὸς καὶ ἐπεκαλέσθητε τὸ παράδειγμα τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, λέγοντες ὅτι καὶ ἐκεῖ τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἄρα ἀκόμη καὶ σήμερον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ θεσμὸς ὡς ἀντιδραστικός.
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς διευκολύνω, κ. συνάδελφε. Εἶπον, φίλτατε κ. συνάδελφε, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ὁ θεσμὸς ἀκόμη καὶ σήμερον διατηρεῖ τὴν παλαιάν του σύνθεσιν, ὅπου δηλαδὴ ἡ σύνθεσίς του προέρχεται ἐκ διορισμοῦ ἐκ μέρους τῶν Αὐλῶν, ἐκεῖ διατηρεῖ τὰς συντηρητικάς του ἀρχὰς καὶ παράδειγμα, εἶπον, εἶναι ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσω τὸν θεσμὸν ἀντιδραστικὸν ὅπως ἐθεσπίσθη εἰς τὰς νεωτέρας δημοκρατίας, εἰς τὴν Τσεχοσλοβακίαν, εἰς τὴν Πολωνίαν, εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ νέα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται διὰ μέσου λαϊκῆς ἐκλογῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν χαρακτηρίσω ὡς ἀντιδραστικόν, ὅταν προέρχεται καὶ αὐτὸς ἐξ ἀμέσων ἐκλογῶν;
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε πολὺ ἀπαραίτητον.
§101Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι αἱ σημεριναὶ διασαφήσεις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων διασαφηνίζουν περισσότερον τὰ πράγματα καὶ ἀπαλείφουν τὴν ἐντύπωσιν τῶν πρώτων αὐτοῦ λόγων.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂν ἔχετε ἀνάγκην νὰ χαρακτηρίζετε ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐσφαλμένης βάσεως διὰ νὰ προχωρήσετε, δὲν θὰ σᾶς διακόψω πλέον.
§103Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην ἐσφαλμένης βάσεως διὰ νὰ προχωρήσω· ἐδῶ εἶναι καὶ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς ἀγορεύσεώς σας. Ἂν διασαφηνίζετε τὰ λεχθέντα σας, χαίρω πολὺ διὰ τοῦτο. Καὶ οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καφαντάρη θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προξενήσουν τὴν σκέψιν: Εἶναι τάχα πραγματικῶς ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας θεσμὸς ἀντιδραστικός; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρὸς τί ἀσχολεῖται μὲ αὐτὴν ἡ δημοκρατικὴ Συνέλευσις καὶ πρὸς τί εἰσηγεῖται τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ καὶ ἐν Ἑλλάδι αὐτὴ ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις»; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων ἐπροχώρησε καὶ ἔτι περαιτέρω καὶ εἶπεν ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ φύσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, εἶναι τάχα ὁ θεσμὸς συμφυὴς μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας; Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Δημοκρατία ἄνευ Γερουσίας;
§104Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς τὴν Γερμανίαν.
§105Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἄνευ Γερουσίας. Καὶ οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων δύνανται νὰ γεννήσωσιν εὐλόγως ἓν δεύτερον ζήτημα: Ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι θεσμὸς ὄχι ἀντιδραστικός, ἐφόσον δὲν εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὴν Δημοκρατίαν, δὲν ἐμφανίζεται τάχα ὡς θεσμὸς περιττός; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί ἡ Συνέλευσις σπαταλᾷ τὸν χρόνον της συζητοῦσα περὶ θεσμῶν περιττῶν; Τοὺς ἐνδοιασμοὺς δὲ τούτους ἐπανέλαβεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του καὶ ἕτερος πολιτικὸς ἀρχηγός, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμου τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἐνδείκνυται ἀπαραιτήτως μία πληρεστέρα διασάφησις τῶν λόγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἤγαγον νὰ ζητήσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι. Διότι, κατὰ τὴν κρίσιν ἐμοῦ, εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικὸς καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἀπαραίτητος διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Διατί ζητοῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας; Ζητοῦμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν διὰ τρεῖς λόγους. Πρῶτος λόγος: Διότι θέλομεν διὰ τῆς κατανομῆς καὶ διαιρέσεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, τοῦ ἑνὸς Νομοθετικοῦ Σώματος εἰς δύο, νὰ περιορίσωμεν τὴν οὐσιαστικὴν ἰσχὺν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἰσχὺν ἡ ὁποία εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ διὰ τοῦτο ἐπικίνδυνος. Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς τριπλῆς διαιρέσεως τῶν ἐξουσιῶν κατίσχυσεν εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, διότι ἐθεωρήθη ὡς ἀκρογωνιαῖος λίθος τῶν φιλελευθέρων πολιτευμάτων, ἐπειδὴ ἀποτελεῖ τὴν στερεωτέραν βάσιν καὶ ἀσφαλεστέραν ἐγγύησιν ὄχι μόνον τῶν ἀτομικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν δημοσίων δικαίων τῶν πολιτῶν. Εἰς τὴν ἁρμονικὴν λειτουργίαν αὐτῶν τῶν ἐξουσιῶν διαβλέπεται ἡ πληρεστέρα ἀσφάλεια τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Τοῦτο ὅμως κατὰ θεωρίαν. Ἐν τῇ πράξει κατεδείχθη ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν μίαν ὑπερέχουσαν θέσιν, διότι φραγμὸς εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἶναι μόνον τὸ Σύνταγμα, μόνον αἱ διατάξεις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου τῶν Πολιτειῶν, ἐπειδὴ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται διὰ τῶν νόμων τοὺς ὁποίους νομοθετεῖ νὰ θίξῃ καταστάσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουσι διαρρυθμισθῆ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Πέρα τούτου ἔχει ἀπόλυτον παντοδυναμίαν καὶ ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ ταύτῃ δύναται νὰ διαρρυθμίσῃ κατὰ βούλησιν τὰς λεπτομερεστέρας σχέσεις τῶν δύο ἄλλων ἐξουσιῶν καὶ τὰς λεπτομερείας τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Ὁ σχολιαστὴς τοῦ Ἀμερικανικοῦ Συντάγματος Story λέγει σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο: «Ἂν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἶναι ἀκεραία εἰς χεῖρας μιᾶς μόνον Συνελεύσεως, δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ πράξει οὐδεὶς περιορισμὸς εἰς τὴν ἀπεριόριστον ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας ταύτης. Οὐδὲν δὲ ὑπάρχει πλέον ἐμπόδιον εἰς πᾶσαν ἰδιοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογῇ διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῶν δημοσίων ἀναγκῶν». Καὶ ἐκ τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων ὁ Κυριακοῦ εἰς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον λέγει: «Καὶ ἀληθῶς μιᾶς μόνον Βουλῆς ὑπαρχούσης διαφθείρεται ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἢ μᾶλλον ἡ ἀντιπροσωπεία». Ὄντως ἐν τῇ πράξει κατεδείχθη ὅτι πολλάκις ὁ δεσποτισμὸς ὁ ἀσκούμενος ὑπὸ τῆς μιᾶς μόνον Βουλῆς εἶναι πολλάκις καὶ μεγαλείτερος καὶ ἐπικινδυνωδέστερος καὶ αὐτοῦ τοῦ δεσποτισμοῦ τοῦ μονάρχου. Καὶ τὸ πρακτικώτερον μέσον πρὸς ἐξουδετέρωσιν τοῦ δεσποτισμοῦ τούτου κατεδείχθη ἐν τῇ πράξει ὅτι εἶναι ἡ διαίρεσις τοῦ ἑνὸς Νομοθετικοῦ Σώματος εἰς δύο. Διότι τότε ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία χάνει τὴν ἑνότητά της καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἑνότητα χάνει καὶ τὴν ἄμετρον ἰσχύν της καὶ καθίσταται κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἰσότιμος πρὸς τὰς ἄλλας ἐξουσίας. Ἂν δὲ μία τοιαύτη διαρρύθμισις ἐνδείκνυται γενικῶς εἰς τὰ φιλελεύθερα Κράτη, καθίσταται ἀπαραίτητος εἰς τὰ καθαρῶς δημοκρατικὰ Κράτη. Διότι, ἐφόσον δημοκρατία σημαίνει πλήρη σεβασμὸν τῶν λαϊκῶν δικαίων, ἰσοπολιτείαν καὶ ἐλευθερίαν, ἄρα ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν τριῶν ἐξουσιῶν, ἡ δὲ Γερουσία συντελεῖ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν τριῶν ἐξουσιῶν, ἀσφαλῶς ἡ Γερουσία ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἶναι θεσμὸς δημοκρατικός. Ὁ Bryce λέγει: «Σήμερον ἡ ἀνάγκη τῶν δύο Βουλῶν κατέστη ἀξίωμα τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης. Βασίζεται δὲ ἐπὶ τῆς πίστεως ὅτι ἡ ἔμφυτος τάσις πάσης Συνελεύσεως, ὅπως σπεύδῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις της καὶ ὅπως καταστῇ δεσποτική, πρέπει νὰ κατασταλῇ διὰ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς ἄλλης Βουλῆς, ἴσης κατὰ κῦρος. Οἱ Ἀμερικανοὶ περιορίζουν τὴν Νομοθετικήν των Ἐξουσίαν, διαιροῦντες αὐτὴν ἀκριβῶς ὅπως οἱ Ρωμαῖοι περιώριζον τὴν Ἐκτελεστικήν των Ἐξουσίαν, ἀντικαθιστῶντες ἕνα Βασιλέα διὰ δύο Ὑπάτων». Δεύτερος λόγος δι’ ὃν θέλομεν κατ’ ἀρχὴν τὴν Γερουσίαν εἶναι ὅτι ἡ διαίρεσις τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος θεραπεύει τὰς παραφορὰς καὶ τὰς πλάνας, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐκτεθειμένη πᾶσα βουλευομένη Συνέλευσις, καὶ διότι θὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐπιστημονικωτέραν καὶ ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων. Συντελεῖ δὲ ἡ Γερουσία εἰς τὴν ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων διὰ δύο τρόπων: Πρῶτον μὲν διότι διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων νόμων εἰς μίαν νέαν βάσανον, τὴν βάσανον τῆς Γερουσίας, θὰ ἀποφεύγεται ἡ ἐπιψήφισις νόμων ἐπιπολαίων, νόμων ἀμελετήτων, νόμων προσωπικῶν. Δεύτερον δὲ διότι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἐπιστημονικῆς μελέτης ἀρτιωτέρας καὶ πληρεστέρας ἐναρμονίσεως ὅλων τῶν διαφόρων κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ συμφερόντων. Τὰς ἀπόψεις δὲ ταύτας ἐξεδήλου προφανῶς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ὅταν ὡς Πρόεδρος τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ἐξέθετεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἔλεγε σὺν τοῖς ἄλλοις: «Ἡ δευτέρα Βουλὴ ἢ Γερουσία θὰ συντελέσῃ ὅπως ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία διεξάγεται ἐπιμελέστερον, μετὰ ἐπαρκῆ διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ἱκανοποιητικὴν ὑποστήριξιν ὅλων τῶν ὁμαδικῶν συμφερόντων». Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης ἡ Γερουσία ἐνδείκνυται πάλιν θεσμὸς δημοκρατικός. Διότι ἐφόσον δημοκρατία σημαίνει ἐλευθερίαν, ἰσοπολιτείαν καὶ διακυβέρνησιν τοῦ λαοῦ ὑπὸ τῶν πολλῶν, ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἐφόσον ἡ Γερουσία συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἀποφεύγεται ὁ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ δεσποτισμὸς εἴτε ὡρισμένων προσώπων εἴτε ὡρισμένων κομμάτων καὶ εἰς τὸ νὰ καταρτίζωνται οἱ νόμοι μετὰ πεφωτισμένην συζήτησιν καὶ ἀφοῦ ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ γνῶμαι καὶ σταθμισθοῦν ὅλα τὰ ἀντίθετα συμφέροντα, βεβαίως ἡ Γερουσία εἶναι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θεσμὸς δημοκρατικός. Τρίτος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν τὴν Γερουσίαν εἶναι ὅτι διὰ τῆς διαιρέσεως τῆς μιᾶς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας εἰς δύο Σώματα θὰ ἀπαλύνεται ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἰδικώτερον δὲ τοῦ ἀνωτάτου λειτουργοῦ τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου. Ἀντίθεσις ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ εἰς τοιοῦτον ὀξὺ σημεῖον, ὥστε ἐκ τῆς ὀξύτητος αὐτοῦ νὰ ἀπορρεύσωσι συμφοραὶ διὰ τὸ Κράτος, ὅπως δυστυχῶς ἔχομεν καὶ ἐν Ἑλλάδι πικρὰν πεῖραν περὶ τούτου κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν. Διὰ τῆς δημιουργίας καὶ τοῦ δευτέρου τούτου ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος, ἂν δὲν γεννηθῇ μία σύγκρουσις μεταξὺ τοῦ ἀνωτάτου λειτουργοῦ τοῦ Κράτους καὶ ἀμφοτέρων τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων ὁμογνωμόνων ἀφ’ ἑτέρου, γεννᾶται ἕν τεκμήριον ὅτι, ἐφόσον τὰ δύο Σώματα ἔχουν τὴν αὐτὴν γνώμην, τὸ ἄδικον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀντίθετον πλευρὰν καὶ ἑπομένως δημιουργεῖται μία κοινὴ συνείδησις ἐναντίον τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀνωτάτου λειτουργοῦ. Ἄν δὲ δημιουργηθῇ μία ἀντίθεσις μεταξὺ τοῦ ἀνωτάτου λειτουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Γερουσία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς διαιτητὴς τῆς διαφορᾶς καὶ ὡς θραύστης τῶν κυμάτων μιᾶς ἐνδεχομένης τρικυμιώδους διενέξεως. Μὲ τὴν καθιέρωσιν δὲ τῆς ἀρχῆς ὅτι θὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ σύμπραξις τῆς Γερουσίας διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἡ Γερουσία καθίσταται προστάτης τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θεσμὸς δημοκρατικός. Διὰ τοὺς τρεῖς τούτους βασικοὺς λόγους, κύριοι πληρεξούσιοι, καθιερώθη ἡ Γερουσία ὡς πολιτειακὸς θεσμὸς εἰς ὅλα τὰ σύγχρονα Κράτη, οὐχὶ μόνον τὰ καθαρῶς δημοκρατικά, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα φιλελεύθερα, καθιερώθη δὲ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς πείρας τῶν πραγμάτων. Λέγω ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς ἐπιστήμης καὶ ἀναφέρω ὅτι ὁ Μπερτελεμὺ λέγει: «Ἡ ὕπαρξις τῆς δευτέρας Βουλῆς εἶναι θεμελιώδης θεσμὸς πάσης ὠργανωμένης Δημοκρατίας». Ὁ δὲ Ἐσμὲϊν λέγει: «Ἡ ἀνάγκη τῆς διαιρέσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος εἰς δύο Βουλὰς εἶναι σχεδὸν ἀξίωμα τοῦ συγχρόνου συνταγματικοῦ δικαίου» καὶ ὅτι «σήμερον ἀποτελεῖ τὸ κοινὸν δίκαιον τῶν ἐλευθέρων λαῶν». Εἰς τὴν Εὐρώπην δὲ σχεδὸν ὅλα τὰ Κράτη ἔχουν καθιερώσει τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν· ὅλα τὰ Κράτη, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων μικρῶν τινων Κρατῶν, καθὼς τὸ Δουκᾶτον τοῦ Λουξεμβούργου, ἡ Ἑλλάς, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία. Εἰς δὲ τὴν Ἀμερικὴν ὅλαι αἱ Δημοκρατίαι καὶ τῆς Βορείου Ἀμερικῆς καὶ τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς ἔχουσι καθιερώσει τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν. Καὶ χαρακτηριστικὸν εἶναι ὅτι Δημοκρατίαι τινὲς εἰσῆλθον εἰς τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν, ἀφοῦ ἐπί τινα χρόνον ἐδοκίμασαν τὸ σύστημα τῆς μιᾶς Βουλῆς, καθὼς τὸ Μεξικόν, τὸ Κράτος τοῦ Ἰσημερινοῦ, τὸ Περού, ἡ Βολιβία. Ἕτερον χαρακτηριστικὸν παράδειγμα ἔχομεν ἐν αὐτῇ τῇ Εὐρώπῃ ἓν Κράτος δημοκρατικόν, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἶχε τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν, δὶς τὸ κατήργησε καὶ δὶς καθιέρωσε τὸ σύστημα τῆς μιᾶς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν. Τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία εἰς δύο περιόδους καθιέρωσε διὰ τοῦ Συντάγματός της τὸ σύστημα τῆς μιᾶς Βουλῆς, πρώτην φορὰν διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1791, δευτέραν φορὰν διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1848 μετὰ τὸ πραξικόπημα τοῦ Ναπολέοντος τοῦ Γʹ. Πλὴν ὅμως οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὴν Γαλλίαν εἰς καθιέρωσιν τῆς μιᾶς Βουλῆς εἰς τὰς δύο ἐκείνας περιόδους ἦσαν λόγοι τελείως εἰδικοί, τελείως περιωρισμένοι, ἐμφανιζόμενοι μόνον εἰς τὰς ἐν Γαλλίᾳ συνθήκας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Διότι εἰς μὲν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1791 καθιερώθη τὸ σύστημα τῆς μιᾶς Βουλῆς διὰ δύο λόγους εἰδικοὺς τῶν ἐξαιρετικῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἡ Γαλλία εὑρίσκετο τότε ἀμέσως τὴν ἑπομένην μιᾶς φοβερᾶς ἐπαναστάσεως ὄχι μόνον πολιτικῆς, ἀλλ’ ἐπαναστάσεως κυρίως κοινωνικῆς, ἐπαναστάσεως οἰκονομικῆς, ἐπαναστάσεως ἡ ὁποία εἶχε καταστρέψει ἓν ὁλόκληρον οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν συγκρότημα τὸ ὁποῖον ὑφίστατο ἕως τότε, εἶχε συντρίψει τὸν φεουδαλισμόν, εἶχε μεταβάλει ὅλας τὰς κοινωνικὰς ἰδέας καὶ καταρρίψει τὴν ἀριστοκρατίαν, ἐφοβεῖτο δὲ ὅτι, ἂν καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1791 καθιέρου τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, ἐφοβεῖτο μήπως διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ριφθῇ καὶ πάλιν σπέρμα δημιουργίας νέας ἀριστοκρατίας διὰ τῆς μεθόδου τοῦ διορισμοῦ τῶν γερουσιαστῶν. Δεύτερος εἰδικὸς λόγος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι ὅτι ἡ Γαλλία ἐξελθοῦσα ἐκ μιᾶς τοιαύτης ἐπαναστάσεως καὶ ἔχουσα ἀνάγκην ἀναδιοργανώσεως τοῦ Κράτους τοῦ Γαλλικοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων ἀντιλήψεων τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχεν ἀνάγκην ἐπειγόντων νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα νὰ παγιώσουν τὴν νέαν κατάστασιν. Καὶ ἐφοβήθησαν οἱ Γάλλοι εὐλόγως ὅτι, ἂν ἐδημιούργουν καὶ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα, ἡ ἐπιψήφισις τῶν νέων ἀπαραιτήτων νομοθετημάτων θὰ ἐπεβραδύνετο ἔστω καὶ δι’ ὡρισμένον χρόνον καὶ οἱ καιροὶ τότε δὲν ἦσαν μενετοί. Διὰ τοὺς δύο τούτους εἰδικοὺς λόγους καθιερώθη τότε διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1791 ἐν Γαλλίᾳ τὸ σύστημα τῆς μιᾶς μόνον Βουλῆς. Τῷ δὲ 1848 καθιερώθη τὸ σύστημα τῆς μιᾶς Βουλῆς πάλιν ἕνεκεν ἐξαιρετικῶν λόγων. Διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ Ναπολέων Γʹ πρὶν γίνῃ Αὐτοκράτωρ εἶχε κατορθώσει νὰ ὑφαρπάσῃ ἓν δημοψήφισμα τὸ ὁποῖον τὸν ἔθετεν εἰς τὴν ἀνωτάτην ἀρχὴν τοῦ Ὑπάτου καὶ οἱ Γάλλοι ἠθέλησαν νὰ ἀντιτάξωσιν εἰς αὐτὸν μίαν ἀντιπροσωπείαν λαϊκήν, μίαν ἑνιαίαν λαϊκὴν δύναμιν διὰ νὰ ἔχωσι νὰ ἀντιτάξωσιν εἰς τὸ κῦρος τοῦ ἀνωτάτου ἐκείνου λειτουργοῦ τὸ κῦρος μιᾶς ἑνιαίας λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Ὅταν παρῆλθον οἱ εἰδικοὶ ἐκεῖνοι λόγοι, ἐπανῆλθον καὶ ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὸ σύστημα τῶν δύο Βουλῶν. Δὲν θέλω, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἐξετάσω λεπτομερέστερον τὸ ζήτημα τῆς κατ’ ἀρχὴν εἰσαγωγῆς τῆς Γερουσίας ἐν Ἑλλάδι οὔτε θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηγοροῦν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς μιᾶς Βουλῆς καὶ ν’ ἀναπτύξω ἑπομένως καὶ τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐξουδετεροῦσι τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτούς. Τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ βεβαίως ἀντικείμενον συζητήσεως λεπτομερεστέρας, ὅταν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὁριστικοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας. Δι’ ἐμὲ ὅμως σήμερον ἦτο ἀναγκαῖον νὰ τονίσω αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, διὰ νὰ εἴπω ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι θεσμὸς δημοκρατικὸς καὶ ἑπομένως ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν Γερουσίαν καὶ ἐν Ἑλλάδι, διότι τὴν θεωροῦμεν θεσμὸν δημοκρατικόν. Ἀλλ’ εἶναι ὅμως τάχα ὁ θεσμὸς οὗτος, ὅσον καὶ ἂν εἶναι δημοκρατικός, εἶναι συμφυὴς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας; Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Δημοκρατία ἄνευ Γερουσίας; Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ καθιέρωσις τῶν πολιτειακῶν διαρρυθμίσεων τῶν διαφόρων Κρατῶν εἶναι ζήτημα ἑνὸς ἢ ὀλίγων ἄρθρων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν Πολιτειῶν. Ἂν ὁ Καταστατικὸς Χάρτης μιᾶς Πολιτείας καθιερώσῃ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, θὰ ὑπάρχῃ Κράτος μὲ δύο Βουλὰς, ἂν δὲν τὸν καθιερώσῃ, θὰ ὑπάρχῃ Κράτος μὲ μίαν Βουλήν. Τὸ ζήτημα εἶναι τάχα νὰ ἐξετασθῇ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, ἔστω καὶ δημοκρατικὸν Κράτος, μὲ μίαν Βουλὴν ἢ μὲ δύο Βουλάς; Ἢ τὸ ζήτημα νὰ ἐξετασθῇ, ἂν εἶναι χρήσιμος ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπάρξωσι δημοκρατικὰ σήμερον πολιτεύματα ἄνευ Γερουσίας;
§106Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Ἡ Γερμανία.
§107Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω μίαν φωνήν· ἡ Γερμανία. Δὲν ἤκουσα παρὰ τίνος ἐλέχθη.
§108Γ. ΤΗΛΙΚΙΔΗΣ. Παρ’ ἐμοῦ.
§109Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρ’ οἱουδήποτε κ. συνάδελφε, καὶ ἂν ἐξεφωνήθη, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω. Διότι ὀφείλω ἴσον σεβασμὸν πρὸς τὰς γνώμας ὅλων τῶν συναδέλφων. Ἡ παρατήρησίς σας λοιπὸν μοῦ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω μίαν διασάφησιν, τὴν ἑξῆς: Ὅταν ὁμιλῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῆς ἀναγκαιότητος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας εἰς τὰ διάφορα Κράτη, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν μίαν βασικὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν Κρατῶν τῶν ὁμοσπόνδων καὶ μεταξὺ τῶν Κρατῶν τῶν ἐχόντων ἑνιαίαν πολιτειακὴν ὑπόστασιν. Διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαιότητος ὑπάρξεως δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ἄλλο πρίσμα προκειμένου περὶ Κράτους ὁμοσπόνδου καὶ ὑπὸ ἄλλο πρίσμα προκειμένου περὶ Κράτους ἑνιαίου. Διότι εἰς τὰ ὁμόσπονδα Κράτη, ἀποτελούμενα ἀπὸ διάφορα μερικώτερα κρατίδια, ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἐνδείκνυται ἕνεκα λόγων ῥιζικῶς διαφόρων ἀπὸ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουν τὴν ἀνάγκην τῆς ἱδρύσεως δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος εἰς τὰ Κράτη τὰ ἑνιαῖα. Καθόσον εἰς τὰ Κράτη τὰ ὁμόσπονδα ὑπάρχουν δύο στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν ἔννοιαν τοῦ ὁμοσπόνδου Κράτους. Ὑπάρχει τὸ σύνολον τῶν ὑπηκόων τοῦ ὁμοσπόνδου Κράτους, τῶν ὑπηκόων οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν καὶ μέλη τῶν μερικωτέρων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ ὁμόσπονδον Κράτος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ὑπήκοοι Κράτους, τοῦ ἑνὸς ἑνιαίου ὁμοσπόνδου Κράτους. Ἡ Γερμανία, εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι ἓν Κράτος ὁμόσπονδον. Ἡ Γερμανία ἀποτελεῖται ἀπὸ πλείονα Κράτη. Καὶ ὅπως εἷς Πρῶσσος, εἷς Βαυαρός, πρὸς τῇ ἰδιότητί του τοῦ Πρώσσου ἢ Βαυαροῦ ἔχει καὶ τὴν ἄλλην ἰδιότητα τοῦ ὑπηκόου τοῦ Γερμανοῦ, τοῦ ὑπηκόου τῆς Γερμανίας ὡς ἑνιαίου ὅλου, οὕτως, ἔχων, λέγω, τὴν ἰδιότητα αὐτήν, ἔχει καὶ διάφορα δικαιώματα. Ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διαρρύθμισιν μερικώτερον τῶν πραγμάτων τῆς Πρωσσίας ἢ Βαυαρίας ἀναλόγως τοῦ Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ὅπως ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν πραγμάτων τῶν γερμανικῶν, τοῦ Γερμανικοῦ Κράτους ὡς συνόλου λαμβανομένου. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ὑπήκοοι τοῦ ὁμοσπόνδου Κράτους ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγουν μίαν εἰδικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία νὰ βουλεύηται περὶ τῶν πραγμάτων τῶν γενικῶν, τῶν ἀφορώντων τὸ σύνολον τῆς ὁμοσπόνδου Ἐπικρατείας. Καὶ ἡ Συνέλευσις τῶν ὑπηκόων αὐτῶν τῆς ὁμοσπόνδου Ἐπικρατείας, ἡ ἐκδηλουμένη διὰ τῆς πρώτης γενικῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον στοιχεῖον τῆς βουλήσεως διὰ τὴν ὁμόσπονδον Ἐπικράτειαν. Τὸ δεύτερον στοιχεῖον τῆς βουλήσεως εἶναι ἡ μερικὴ βούλησις ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὁμοσπόνδων Κρατῶν. Καὶ διὰ τοῦτο πρέπει εἰς τὰ ὁμόσπονδα Κράτη νὰ ὑπάρχῃ ἡ δευτέρα Συνέλευσις, μορφῆς εἴτε εὐρυτέρας εἴτε στενωτέρας, ἡ ὁποία νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν κρατικὴν βούλησιν ἑκάστου Κράτους, οἱονδήποτε βαθμὸν ἐλευθερίας καὶ ἂν ἔχωσι τὰ Κράτη ταῦτα. Ἐνῷ εἰς τὰ ἑνιαῖα Κράτη δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς λόγους τούτους, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν ὑπάρχουσι διαφοραὶ κρατικῶν βουλήσεων, τὰς ὁποίας νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας. Ὑπάρχει μία Συνέλευσις πολιτῶν μὲ ἑνιαίαν βούλησιν καὶ ἑνιαίαν πολιτειακὴν ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία καὶ μόνον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἑπομένως τὸ παράδειγμα τῆς Γερμανίας, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη, εἶναι ἄστοχον καὶ ἀνεφάρμοστον παρ’ ἡμῖν. Καὶ τώρα ἐπὶ τὸ θέμα μας. Ἔλεγον, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγκης τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὸ στενὸν πρίσμα, ὑπὸ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν, ἂν εἶναι τάχα συναφές, ἂν εἶναι τάχα συμφυὲς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Δημοκρατία ἄνευ Γερουσίας, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὸ πρίσμα ἂν ἡ Γερουσία ἐνδείκνυται ὑπὸ τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ σύγχρονος πολιτικὴ ἐπιστήμη καὶ ἂν καὶ τὰ ἄλλα Κράτη τὰ σύγχρονα ἔχουν καθιερώσει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ἢ ὄχι. Ὅταν ὁμιλῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, περὶ πολιτειακῶν θεσμῶν καὶ περὶ Πολιτειῶν, δὲν εἶναι πρέπον νὰ λαμβάνωμεν τὰς ἰδέας αὐτὰς ὡς ἰδέας ἀφῃρημένας καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Δημοκρατίας, περὶ Πολιτείας, περὶ πολιτεύματος ἀφῃρημένως, χωρὶς νὰ τὰ συσχετίσωμεν πρὸς τὰ ἄτομα τῶν ὁποίων τὰς σχέσεις πρόκειται νὰ διαρρυθμίσωσιν. Αἱ πολιτειακαὶ διαρρυθμίσεις, ὅπως καὶ ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ διαρρυθμίσεις, ἔχουν ἐφευρεθῆ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν μέτρον τὴν εὐδαιμονίαν τῶν πολιτῶν. Καὶ ὅπως, προκειμένου περὶ τῆς φυσικῆς ζωῆς τοῦ ἀτόμου, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ σκεφθῶμεν τίνα εἶναι τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου καὶ ποῖον τὸ χρήσιμον, οὕτω, προκειμένου καὶ περὶ τῆς ζωῆς τῶν Πολιτειῶν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ σκεπτώμεθα καὶ νὰ ἐρωτῶμεν μόνον τί εἶναι τὸ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον διὰ τὴν ζωὴν τῶν Πολιτειῶν. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τί εἶναι τὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖον διὰ τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ἴδωμεν ὅτι διὰ τὴν φυσικὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀνθρώπου ἤρκουν εἰς τὴν πρωτόγονον κατάστασιν τοῦ ἀνθρωπίνου βίου ὀλίγοι καρποί, βραδύτερον ὀλίγος ἄρτος καὶ πάντοτε ὀλίγον ὕδωρ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς: Ποῖος ἐξ ὑμῶν θὰ ἠρκεῖτο σήμερον εἰς τὸν ὀλίγον ἄρτον καὶ εἰς τὸ ὀλίγον ὕδωρ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν φυσικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν; Ὁ ἄνθρωπος ἔχει φθάσει εἰς ἓν σημεῖον πολιτισμοῦ τὸ ὁποῖον αὐξάνει καὶ τὰς φυσικάς του ἀνάγκας καὶ τὰς πολιτικάς του ἀνάγκας. Τίς ἐξ ὑμῶν λοιπὸν θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ ἀπαρνηθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνδυμασίας, τὴν ἀνάγκην τῆς στεγάσεως, τὴν ἀνάγκην τῆς ψυχαγωγίας, τὴν ἀνάγκην τῆς μορφώσεως, τὴν ἀνάγκην τοῦ πολιτισμοῦ μὲ μίαν λέξιν; Καὶ ἂν διὰ τὰς φυσικὰς σας ἀνάγκας δὲν θὰ ἦσθε διατεθειμένοι νὰ ὀπισθοδρομήσετε εἰς τὴν πρωτόγονον κατάστασιν τοῦ ἀρχεγόνου ἀνθρώπου, θὰ ἦσθε τάχα διατεθειμένοι, ὅταν πρόκειται νὰ διαρρυθμίσητε τὰς πολιτειακὰς σχέσεις ὄχι μόνον ὑμῶν αὐτῶν προσωπικῶς, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων τοὺς ὁποίους ἐκπροσωπεῖτε σήμερον, θὰ ἦσθε διατεθειμένοι νὰ ἐπιτρέψητε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς νὰ εἰπῆτε, προκειμένου νὰ καθιερώσωμεν ἓν πολίτευμα, ὅτι: Θὰ ἐξετάσωμεν τί εἶναι τὸ ἀπαραιτήτως μόνον ἀναγκαῖον διὰ τὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος τὴν κρατικήν; Βεβαίως ἔχετε ὅλην τὴν ἐξουσίαν νὰ εἰπῆτε: Ἐδῶ σταματῶμεν τὴν πρόοδον τῆς Ἑλλάδος, καθιεροῦμεν τοιαύτην πολιτειακὴν ὀργάνωσιν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅση θὰ ἤρκει μόνον διὰ νὰ φυτοζωήσῃ, διὰ νὰ παρουσιάζῃ μόνον τὴν ἐξωτερικὴν ἐντύπωσιν ἑνὸς Κράτους κατὰ τύπους ὠργανωμένου, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ προσαρμόσωμεν τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κάμωμεν εἰς τὰς σημερινὰς ἐπιταγὰς τῆς ἐπιστήμης, εἰς τὰ σημερινὰ παραδείγματα τῶν συγχρόνων πολιτισμένων Κρατῶν. Ποία δὲ εἶναι ἡ ἀντίληψις, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν συγχρόνων Κρατῶν ἀναφορικῶς πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου καὶ σᾶς ἀνέφερα καὶ τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων Κρατῶν. Σᾶς ἐτόνισα καὶ τὰς γνώμας ἐπιστημόνων διαπρεπῶν, πρὸ τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτεται σήμερον ἡ ἐπιστήμη εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἡ Γερουσία σήμερον κατέστη τὸ κοινὸν δίκαιον τῶν ἐλευθέρων λαῶν καὶ ὅτι εἶναι ὁ ἀπαραίτητος θεσμὸς πάσης ὠργανωμένης Δημοκρατίας. Θέλομεν λοιπὸν τὴν Γερουσίαν διότι εἶναι θεσμὸς δημοκρατικός, διότι εἶναι θεσμὸς ἐπιστημονικὸς καὶ ἀπαραίτητος διὰ τὴν ὀργάνωσιν παντὸς Κράτους θέλοντος νὰ διαρρυθμίσῃ τὴν πολιτειακήν του ὀργάνωσιν ἐπὶ ἐπιστημονικῶν βάσεων. Ἀλλὰ διατί τὴν θέλομεν ἀμέσως τώρα; Ζητοῦμεν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν συγκρότησιν τῆς Γερουσίας διὰ τὴν θεραπείαν πολιτικῶν ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν θὰ ὑπάρχουν αὔριον. Ζητοῦμεν τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας καθ’ ὃν τρόπον ὑποδεικνύει τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, διότι ἔχομεν τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι αἱ ἀρχαί, αἱ κύριαι βάσεις τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς τὰς ἐπιστημονικὰς ἡμῶν πεποιθήσεις σχετικῶς πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. Εἰδικώτερον δὲ πρῶτος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν τὴν ἄμεσον συγκρότησιν τῆς Γερουσίας εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐτονίσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὅτι διὰ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας ἐπιδιώκεται ἡ μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πληρεξουσίων καὶ ἑπομένως ἡ βελτίωσις τῶν ὅρων τῆς διεξαγωγῆς τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Καὶ κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν μία μόνον ἀντίρρησις ἀντετάχθη, ἀντίρρησις βασική, ἀντίρρησις διατυπωθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σάμου τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Δʹ Ἐθνικὴ Συνέλευσις εἶναι ὄντως πολυμελής, τὸ πολυμελὲς τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἶναι τάχα ἀνυπέρβλητον κώλυμα διὰ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας; Καὶ δὲν ὑπάρχουσιν, ἠρώτησε, τάχα εἰς τὸν κόσμον καὶ ἄλλαι ἀντιπροσωπευτικαὶ ὀργανώσεις καὶ ἄλλαι βουλευόμεναι Συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολυαριθμότεραι τῆς ἰδικῆς μας; Ἐφόσον ἐκεῖναι δύνανται νὰ ἐργάζωνται, δὲν θὰ εἶναι ὑποτίμησις τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἂν εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς μειονεκτοῦμεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Δὲν θὰ θελήσω, κύριοι νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ θεωρητικὰς ἀντιλήψεις περὶ τῆς δικαιολογίας τοῦ τοιούτου ἢ ἀλλοίου ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπροσώπων εἰς ἕκαστον Κράτος. Εἶναι, ἄλλως τε, γνωστὸν εἰς ὅλους ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀποτελῶν σήμερον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν θεωρεῖται ὑπερβολικὸς καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχουσι νόμοι οἱ ὁποῖοι περιορίζουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, καὶ ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν παροῦσαν Συνέλευσιν δὲν ἐφηρμόσθησαν οἱ νόμοι αὐτοί, διότι ἡ Συνέλευσις θὰ ἦτο συντακτική.
§110ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὁ νόμος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ψηφισθεὶς ἐπὶ Βενιζέλου τῷ 1920, ἔχει καταργηθῆ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ Στράτου καὶ δὲν ἰσχύει.
§111Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό. Τὸ ἀποτέλεσμα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἕν, ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι συνεζητήθη τὸ ζήτημα καὶ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἐνδείκνυται καὶ ἡ ἄποψις αὐτὴ ἐπικρατεῖ ἀναμφισβητήτως εἰς ὅλα τὰ κόμματα καὶ σήμερον εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλ’ εἰς ἀντίκρουσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σάμου πολιτευτοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τοῦ ἀπαντήσω μὲ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θεωρίαν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πλέον ἢ ἅπαξ διετύπωσιν ὡς δόγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κατευθύνῃ τὴν γενικὴν ἐνέργειαν τῶν πολιτευομένων ἀνδρῶν. Καὶ βεβαίως δὲν θέλω νὰ διατυπώσω τὴν ἀξίωσιν ὅτι ὁ ἐκ Σάμου πολιτευτὴς θὰ ἔπρεπε νὰ θυσιάσῃ τὰς ἀρχάς του εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐφόσον τοῦ παρέχει ἀμέριστον τὴν συνδρομήν του, εἶναι ἓν τεκμήριον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ εἰς τὰς ἀρχάς του νὰ ἔλθῃ τουλάχιστον εἰς ἕνα συμβιβασμὸν πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ δόγμα τοῦτο τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ δόγμα «τοῦ μὴ χείρονος». Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἀπόλυτος ἀλήθεια δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν μίαν πολιτικὴν ἐνέργειαν ἡμῶν, ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὰς συνθήκας αἱ ὁποῖαι θὰ κατευθύνωσι τὰς πολιτικὰς ἡμῶν ἐνεργείας, θὰ πρέπῃ νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς «τοῦ μὴ χείρονος» καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν «τὸ μὴ χεῖρον». Καὶ θὰ ἠρώτων τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σάμου πολιτευτὴν ποῖον εἶναι «τὸ μὴ χεῖρον». Τὸ νὰ εἶναι πολυαριθμότεραι αἱ Συνελεύσεις ἢ ὀλιγαριθμότεραι; Διετυπώθησαν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ δύο ἄλλαι ἀντιρρήσεις σοβαρώτεραι, βασικώτεραι κατὰ τῆς ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένης ἐκλογῆς ὡρισμένου ἀριθμοῦ πληρεξουσίων. Καὶ εἶπον οἱ ἀντιφρονοῦντες: Ἔχει τάχα τὸ δικαίωμα πληρεξούσιος ἐκλεγεὶς ὡς τοιοῦτος παρὰ τοῦ Λαοῦ νὰ δεχθῇ τὴν ἐκλογήν του ὡς γερουσιαστοῦ; Καὶ ἂν νομικῶς ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα ὁ πληρεξούσιος καὶ ἂν ἦτο διατεθειμένος νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἐκλογήν, ἡ ἀποδοχή του αὕτη δὲν θὰ ἐσήμαινε μίαν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα τοῦ ἐχορήγησεν ἡ λαϊκή του ἐκλογή; Ἂς ἐξετάσωμεν ἀμφοτέρας τὰς ἀπόψεις. Ἔχει δικαίωμα ὁ πληρεξούσιος νὰ δεχθῇ τὴν ἐκλογήν του ὡς γερουσιαστοῦ; Ὄχι, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ τὴν ἐκλογήν του ὡς γερουσιαστοῦ, διότι δεσμεύεται ἀπὸ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, τὴν ἐντολὴν νὰ εἶναι πληρεξούσιος. Ὅταν δὲ ὁμιλῶμεν περὶ ἐντολῆς, εἶναι ἐξεταστέον ἂν ὑπάρχει ἐντολή. Ὑπάρχει σχέσις ἐντολῆς μεταξὺ ἑκάστου πληρεξουσίου καὶ τοῦ Λαοῦ; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ποῖος εἶναι ὁ ἐντολεύς, ποῖος ὁ ἐντολοδόχος καὶ ποία ἡ νομικὴ ὑπόστασις τῆς ἐντολῆς καὶ ποῖον τὸ περιεχόμενόν της; Ἡ ἐξέτασις τῶν ζητημάτων τούτων μᾶς ἄγει μοιραίως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς θεωρίας τῆς ἀντιπροσωπεύσεως, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς νομικῆς ὑφῆς τῆς πολιτικῆς ταύτης θεωρίας. Ὅπως δὲ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἐπιστήμης, οὕτω καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν ἐπιστήμην αἱ ἀνθρώπιναι γνώσεις ἐξικνοῦνται μέχρι τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ ὅπως εἶναι γενικῶς γνωστόν, εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους τὰ ὅρια τῆς Πολιτείας περιωρίζοντο εἰς τὰ ὅρια τῆς πόλεως, Πολιτεία δὲ καὶ πόλις ἦσαν ταυτόσημα. Καὶ μὲ τὰ περιωρισμένα ὅρια τῆς ἀρχαίας Πολιτείας τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν ἐβουλεύετο ἀπὸ κοινοῦ περὶ τῶν κοινῶν καὶ οἱ πολῖται συνήρχοντο διὰ νὰ βουλευθῶσιν εἰς τὴν «ἐκκλησίαν» τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ Forum τῶν Ρωμαίων. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐποχῆς κατέστη φυσικῶς ἀδύνατον νὰ συνέρχωνται ὅλοι οἱ πολῖται ἀπὸ κοινοῦ ἐφευρέθη ἡ θεωρία τῆς πολιτικῆς ἀντιπροσωπεύσεως. Δηλαδὴ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν ἀναθέτει εἰς ὡρισμένα ἄτομα τὴν ἐνάσκησιν τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν. Αἱ πράξεις τῶν ἐκλεκτῶν θεωροῦνται ὡς πράξεις τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν, τόσον δὲ ἡ δήλωσις βουλήσεως τῶν ἀντιπροσώπων ὅσον καὶ αἱ πράξεις αὐτῶν ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἰσχὺν καὶ ἐπιφέρουσι τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ὡς ἂν προήρχοντο ἀμέσως ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ θεωρία τῆς ἀντιπροσωπεύσεως. Εὐθὺς ὅμως ἀπὸ τῶν πρώτων χρόνων τῆς διαμορφώσεως τῆς πολιτικῆς αὐτῆς θεωρίας ἐπεζητήθη, διηρευνήθη ποία εἶναι καὶ ἡ νομικὴ ὑφὴ τῆς θεωρίας αὐτῆς, διὰ νὰ καθορισθῇ λεπτομερέστερον, σαφέστερον, ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῶν ἐκλεκτῶν, πόθεν ἀρχίζουν, ποῦ τελειώνουν καὶ ποία εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ ἐκλογέων καὶ ἐκλεκτῶν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀκούει εὐχαρίστως τὸν ῥήτορα, καίτοι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§113ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα μάλιστα.
§114Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βάσις λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἦτο ἀνάθεσις ἐκ μέρους τοῦ συνόλου τοῦ Λαοῦ εἰς ὡρισμένα ἄτομα τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἀσκήσουν τὰς κρατικὰς λειτουργίας. Καὶ ἐπειδὴ ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν νὰ ἐκλέγῃ τὸ σύνολον τῶν ἐκλεκτῶν διῃρέθη ἡ Πολιτεία εἰς ὡρισμένας ἐκλογικὰς περιφερείας καὶ ἑκάστη περιφέρεια ἐκλέγει ὡς ἰδιαίτερος ἐκλογικὸς σύλλογος ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀντιπροσώπων. Καὶ ἠρευνήθη ὁποία ἦτο ἡ σχέσις αὐτή. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν νομικὸν καθορισμὸν τῆς σχέσεως μεταξὺ Λαοῦ καὶ ἐκλεκτοῦ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἀντιπροσώπων ὑπάρχει ἡ σχέσις τῆς ἐντολῆς. Ποῖος ὅμως ἦτο ὁ ἐντολεύς, τίς ὁ ἐντολοδόχος, ὁποῖον τὸ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς; Ἐντολεὺς ἐγένετο δεκτὸν ἐν ἀρχῇ ὅτι ἦτο ὁ ἐκλογικὸς σύλλογος, ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, εἰς τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξελέγετο. Ἐντολοδόχος ἦτο ἕκαστος ἀντιπρόσωπος προσωπικῶς. Καὶ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς ἦτο τὸ περιεχόμενον τῶν παραγγελμάτων τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐπιτακτικῶς καὶ ἀναγκαστικῶς ἕκαστος ἐκλεγόμενος παρὰ τῶν ἐκλογέων του. Ἦτο ἡ θεωρία τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, ἦτο ἡ θεωρία τοῦ mandat impératif, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς λαϊκὸς ἀντιπρόσωπος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τὰς ἐπιταγὰς τῶν ἐντολέων του. Καὶ συμφώνως πρὸς τὴν θεωρίαν αὐτὴν εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἄποψις ὅτι πληρεξούσιος ἐκλεγεὶς ὡς τοιοῦτος καὶ λαβὼν ὡρισμένην ἐντολὴν νὰ εἶναι πληρεξούσιος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδεχθῇ ἐκλογὴν ὡς γερουσιαστής. Ἀλλ’ ἰσχύει τάχα σήμερον καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν ἡ θεωρία τοῦ mandat impératif, ἡ θεωρία τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς; Ἀπὸ μακρῶν δεκαετηρίδων, κύριοι συνάδελφοι κατεδείχθη ὅτι ὁ καθορισμὸς τῆς ἀρχῆς τῆς περιωρισμένης ἐντολῆς δὲν ἐθεράπευε τὴν ἀνάγκην τῆς προηγμένης κοινωνίας, ἀφ’ ἧς μάλιστα ἐποχῆς αἱ διάφοροι πολιτικαὶ καὶ κοινωνιστικαὶ ἀντιλήψεις διηύρυναν τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως μετέβαλον ῥιζικῶς τὴν βάσιν τῶν σχέσεων μεταξὺ Κράτους καὶ πολιτῶν καὶ κατέστη φυσικῷ τῷ λόγῳ ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ καὶ νομικῶς ἡ θεωρία τῆς σχέσεως μεταξὺ λαϊκῶν ἀντιπροσώπων καὶ Λαοῦ, διὰ νὰ δύνανται οἱ λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι ἐπωφελέστερον διὰ τὰ λαϊκὰ συμφέροντα νὰ ἀσκήσουν τὴν κρατικὴν λειτουργίαν μὲ τὴν ὁποίαν τοὺς ἐτίμησεν ἡ λαϊκὴ ἐντολή. Καὶ ἀντικατεστάθη ἡ θεωρία τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς διὰ τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς λεγομένης ἐντολῆς, διὰ τῆς θεωρίας τοῦ mandat représentatif. Κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτὴν ὁ Λαὸς ὡς σύνολον δίδει ἐντολὴν εἰς τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα ὡς σύνολον νὰ ἐνασκήσουν κυριαρχίαν ἐν ὀνόματι τοῦ Λαοῦ. Ἑπομένως παραμένει μὲν πάντοτε ἀναλλοίωτος ἡ βάσις ὅτι ἡ σχέσις μεταξὺ Λαοῦ καὶ ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων εἶναι ἡ σχέσις τῆς ἐντολῆς, ἀλλὰ μεταβάλλεται ἄρδην ἡ ἀντίληψις τοῦ ποῖος εἶναι ὁ ἐντολεύς, ἡ ἀντίληψις τοῦ ποῖος εἶναι ὁ ἐντολοδόχος, ἡ ἀντίληψις περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐντολῆς. Διότι ἐντολεὺς δὲν εἶναι πλέον ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια· εἶναι τὸ σύνολον τοῦ Λαοῦ, εἶναι τὸ Ἔθνος. Ἐντολοδόχος δὲν εἶναι ἕκαστος ἀντιπρόσωπος, δὲν εἶναι ἕκαστος βουλευτής, δὲν εἶναι ἕκαστος πληρεξούσιος προσωπικῶς καὶ μεμονωμένως, ἀλλ’ ἐντολοδόχος εἶναι τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, ὡς τοιαῦτα, ὡς ὅλον. Ἐντολοδόχος προκειμένῳ εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ὡς σύνολον καὶ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς δὲν εἶναι ἡ ἐνέργεια ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς πράξεως περιωρισμένως, ἀλλ’ εἶναι ἡ εὐρυτέρα ἐντολὴ τῆς ἀσκήσεως κυριαρχίας, κυριαρχίας ἡ ὁποία ἐν τῇ ὁλότητί της περιλαμβάνει πᾶσαν γενικῶς πρᾶξιν. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα ποία ἐκ τῶν δύο θεωριῶν, ποία ἐκ τῶν δύο νομικῶν ἀντιλήψεων περὶ τῆς λεπτομερειακῆς συνθέσεως τῆς ἐντολῆς αὐτῆς ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι. Ἰσχύει τάχα παρ’ ἡμῖν ἡ θεωρία τοῦ mandat impératif, ἡ θεωρία τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς, ἢ ἰσχύει τοὐναντίον ἡ θεωρία τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ἐντολῆς; Τὸ ἐν ἰσχύϊ ἀκόμη Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 67 λέγει: «Ὁ βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγεται». Ἑπομένως ἐντολεὺς εἶναι σαφὲς ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, ὅτι εἶναι τὸ Ἔθνος. Παραμένει ὅμως μὲ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος τῇ ἀληθείᾳ ἀσαφὲς καὶ ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς, ὡς καὶ ἂν ἀκόμη ἐντολεὺς δὲν εἶναι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια, ἀλλ’ εἶναι τὸ Ἔθνος, ὅπως ἐπιτάσσει τὸ Σύνταγμα, πόθεν θὰ ἐξαγάγωμεν τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐντολοδόχος δὲν εἶναι ὁ βουλευτὴς προσωπικῶς, ὁ πληρεξούσιος προσωπικῶς, πόθεν θὰ ἐξαγάγωμεν τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἰσχύει παρ’ ἡμῖν ἡ θεωρία τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς. Εἶναι παγκοίνως γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰς πολιτειακὰς ἀντιλήψεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἐξαγάγωμεν μόνον ἀπὸ τὸ νεκρὸν γράμμα τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἑρμηνείαν καὶ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοὺς διαχειριζομένους μετὰ κύρους τὰ κοινά. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς μίαν συνεδρίασιν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ὅτε ἐγένετο ἡ μακρὰ ἐκείνη συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἦτο ἀνάγκη ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις νὰ ἀνακηρύξῃ τὴν Δημοκρατίαν πρὸ τοῦ δημοψηφίσματος ἢ μετὰ τὴν διενέργειαν δημοψηφίσματος, πολλοὶ πληρεξούσιοι ὑποστηρίζοντες τότε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ὡς κυριάρχου Σώματος, ἐπεκαλέσθησαν καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τοιαύτην ἐντολὴν εἶχον λάβει παρὰ τῶν ἐκλογέων των, ὅτι εἶχον λάβει τὴν ἐντολὴν νὰ κάμουν Δημοκρατίαν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν ἐπιστημονικὴν πραγματικῶς ἀγόρευσίν του, ὅπως ἄλλως τε ἐπιστημονικαὶ εἶναι πάντοτε αἱ ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ, ἀντικρούων τὴν ἄποψιν τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων, ἐτόνισεν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ τὰ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, διότι δὲν ἰσχύει οὔτε ἐν Ἑλλάδι τὸ mandat impératif. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ θεωρία τοῦ mandat impératif δὲν ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι. Ὅταν δὲ βραδύτερον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τοῦ ἔργου της, ἐσχηματίσθη μία τετραμελὴς Ἐπιτροπὴ μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ καταρτίσῃ ἓν νομοσχέδιον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπετέλεσε τὴν βάσιν τῶν μελετῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπετελέσθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὸν κ. Καραπάνον, ἀπὸ τὸν κ. Δουζίναν καὶ ἀπὸ ἐμέ. Καὶ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 67 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ προσχέδιον ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν 54, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου προσετέθη ὡς τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν δεσμεύονται ἀπὸ καμμίαν ἐντολήν. Ἐζητήθη δηλαδὴ καὶ ἐγένετο παρ’ ὅλων ἡμῶν δεκτὴ ἡ ἀναγραφὴ καὶ τυπικῶς εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ πλέον λόγος παρ’ ἡμῖν περὶ τοῦ mandat impératif. Καὶ ὅτε τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ προσχεδίου ἦλθεν εἰς συζήτησιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε τὴν τελευταίαν φράσιν, ὄχι ὅμως διότι τὴν ἐθεώρησε περιττὴν ἢ μὴ ἀναγκαίαν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διότι εὗρε περιττὸν νὰ τεθῇ μία διάταξις καθιεροῦσα μίαν ἀρχὴν ἡ ὁποία ἀπὸ μακροῦ ἴσχυσεν ἐν Ἑλλάδι, διότι οὐδέποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐθεωρήθη ὅτι ἰσχύει ἡ ἐπιτακτικὴ ἐντολή. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, ὁ πολιτικὸς κόσμος ὁ ἀντιπροσωπευόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι ὁμόφωνος ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι ἡ θεωρία τοῦ mandat impératif δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐφόσον ἡ ἐπιστήμη δύο μόνον νομικὰς ἐξηγήσεις γνωρίζει περὶ τῆς ἐξηγήσεως τῆς πολιτικῆς θεωρίας τῆς ἀντιπροσωπείας, τὴν νομικὴν θεωρίαν τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς καὶ τὴν νομικὴν θεωρίαν τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ἐντολῆς, καὶ ἐφόσον εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι ἡ θεωρία τῆς ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτή, δὲν εἴμεθα τάχα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν οὕτως εἰπεῖν ὡς φυσικὴν συνέπειαν τὴν ὁδὸν πρὸς ἣν ἀγόμεθα πλέον; Δὲν ἀγόμεθα τάχα μοιραίως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ἐντολῆς; Τί δὲ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ἐντολῆς; Τὸ περιεχόμενον ταύτης εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅτι δὲν ὑφίσταται μία σχέσις ἐντολῆς μεταξὺ ἀντιπροσώπου καὶ ἐκλογέως, ἀλλ’ ὅτι ἐντολεὺς εἶναι τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἐντολοδόχος δὲν εἶναι ἕκαστος πληρεξούσιος μεμονωμένως, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῆς Συνελεύσεως, καὶ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς δὲν εἶναι ἡ ἐνέργεια ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς πολιτικῆς πράξεως, ἀλλ’ ἡ ἄσκησις κυριαρχίας ἐκ μέρους τοῦ πληρεξουσίου. Ἂν δὲ τοῦτο δεχθῶμεν, θὰ κατέρρεεν ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ ἀντίρρησις ὅτι ὁ πληρεξούσιος δὲν ἔχει τάχα τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἐκλογὴν του ὡς γερουσιαστοῦ, θυσιάζων τὴν ἰδιότητά του ὡς πληρεξουσίου, ἂν τὴν θυσιάζῃ, διότι καὶ περὶ αὐτοῦ ἡμεῖς ἔχομεν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ὑφίσταται καμμία θυσία.
§115Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἤθελον τὴν γνώμην σας, ἂν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ πληρεξούσιος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν στέρησιν τῆς ἰδιότητός του.
§116Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν γνωρίζω οὔτε ἀνέγνωσα οὐδαμοῦ οὔτε ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος οὐδαμοῦ περὶ ὑποχρεώσεως τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας. Καὶ ἀνέγνωσα καὶ ἤκουσα περὶ δικαιωμάτων στοιχειωδῶν τοῦ πολίτου ἀπέναντι τῆς Πολιτείας.
§117Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁμιλῶ περὶ βουλευτοῦ.
§118Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ βουλευτὴς πολίτης εἶναι.
§119Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ.
§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπήντησα. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς αἴρεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι αἴρεται ἡ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ πληρεξούσιος νὰ δεχθῇ ἐκλογὴν ὡς γερουσιαστοῦ, ἔχομεν ἤδη κερδίσει τὸ μισό. Καὶ μὲ ἐρωτᾶτε· θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἐντολήν; Καὶ σᾶς ἀπήντησα ὅτι μόνον δικαιώματα πολιτικὰ στοιχειώδη τοῦ πολίτου καθιεροῦν τὰ πολιτεύματα ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ὑποχρέωσιν καμμίαν ὀνομαστικῶς. Τὴν στιγμὴν λοιπὸν καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, καθ’ ὅσον ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὁ πληρεξούσιος δὲν ἔχει ἀναφαίρετον δικαίωμα νὰ μείνῃ πληρεξούσιος, δικαίωμα στηριζόμενον εἰς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, νομίζομεν ὅτι οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ ὅτι θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ ἐκλογὴν ὁποίαν τοῦ ἐπιτάσσει ἡ Συνέλευσις. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄλλου ζητήματος: Ἄν πραγματικῶς ὑπάρχῃ μείωσις τοῦ πληρεξουσίου, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ γερουσιαστής. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, κ. Γόντικα, ἐνυπάρχει ἀκόμη ἀπάντησις καὶ εἰς τὴν ἐρώτησίν σας. Ἐρωτᾶτε δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν ὅτι ὁ πληρεξούσιος δὲν ἔχει δικαίωμα περιοριστικὸν νὰ παραμείνῃ ὡς πληρεξούσιος καὶ δεχθῇ τὴν ἐκλογήν του ὡς γερουσιαστοῦ, δὲν ὑφίσταται μίαν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων του; Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερειακὴν ἀνάλυσιν τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ πληρεξουσίου ὡς γερουσιαστοῦ ἐνεφανίζετο μία μείωσις τῶν δικαιωμάτων τοῦ πληρεξουσίου, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ πληρεξούσιος, ὡς καλὸς πολίτης, πονῶν τὴν Πατρίδα του, νὰ παράσχῃ καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν Πατρίδα, ἂν ἦτο πεπεισμένος ὅτι ὅλοι οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν προσωρινὴν ἵδρυσιν τῆς Γερουσίας ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε πραγματικῶς διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας νὰ παρέχεται μία ὑπηρεσία εἰς τὴν Πατρίδα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν προεισαγωγικὴν ταύτην παρέκβασιν ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν λεπτομερειακὴν ἐξέτασιν τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης. Καὶ διὰ νὰ καθορίσωμεν ἂν πραγματικῶς ὑπάρχει μείωσις τοῦ πληρεξουσίου ὁ ὁποῖος θὰ ἐδέχετο τὴν ἐκλογήν του ὡς γερουσιαστοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναλύσωμεν εἰς τὰ συστατικὰ αὐτῆς στοιχεῖα τὴν δύναμιν, τὰ δικαιώματα τοῦ πληρεξουσίου ἀφ’ ἑνός, καὶ τὴν δύναμιν, τὰ δικαιώματα τοῦ γερουσιαστοῦ ἀφ’ ἑτέρου, τὴν δύναμιν τόσον τὴν νομοθετικὴν ὅσον καὶ τὴν πολιτικήν. Ποία εἶναι ἡ δύναμις τοῦ πληρεξουσίου; Ποῖα δικαιώματα ἔχει ὁ πληρεξούσιος ὡς πληρεξούσιος. Ἔχει πρῶτον τὸ δικαίωμα νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Πολιτείας. Ἔχει δεύτερον τὸ δικαίωμα νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν νόμων. Ἔχει τρίτον τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ πολιτικὴν ἐξουσίαν διὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ τέταρτον τὸ τῆς ὑποδείξεως τῆς Κυβερνήσεως. Τέσσαρα λοιπὸν εἶναι τὰ δικαιώματά του. Ποῖα εἶναι ἐξ ἀντιθέτου τὰ δικαιώματα τοῦ γερουσιαστοῦ; Ὁ γερουσιαστὴς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ αὐτὸς νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος, ἐφόσον τὸ Σύνταγμα θὰ διαρρυθμισθῇ διὰ κοινῆς συνεργασίας Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ὁ γερουσιαστὴς ἐπίσης θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκῇ νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διότι καὶ ἡ Γερουσία θὰ ἀσκῇ νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὁ γερουσιαστὴς θὰ ἀσκῇ καὶ ἐκεῖνος πολιτικὴν ἐξουσίαν, διότι θὰ ἀσκῇ πολιτικὸν ἔλεγχον.
§121Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ μειονέκτημα, ὅτι οὔτε πλήρη νομοθετικὴν ἐξουσίαν θὰ ἔχῃ ὁ γερουσιαστὴς οὔτε πλήρη πολιτικήν. Αὐτὰ εἶναι τὰ τρωτὰ σημεῖα καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἤθελα νὰ ἀκούσω τὴν ἀπάντησιν.
§122Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, κατ’ ἀρχὴν καὶ ὁ γερουσιαστὴς θὰ ἀσκήσῃ καὶ συντακτικὴν καὶ νομοθετικὴν καὶ πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ λέγουν: Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκῇ ὁ γερουσιαστὴς εἶναι ἐκτάσεως μᾶλλον περιωρισμένης παρὰ ἡ δύναμις ἡ πολιτική, παρὰ ἡ δύναμις ἡ νομοθετική, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ὁ βουλευτής. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Διότι οὔτε πλήρης νομοθετικὴ ἰσοδυναμία οὔτε πλήρης πολιτικὴ ἰσοδυναμία παρέχεται εἰς τὴν Γερουσίαν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος. Ἀλλὰ τοῦτο διὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, τοὐλάχιστον διὰ τὴν κρίσιν μου μεμονωμένως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, περὶ ἧς ἄλλως τε καὶ συζητοῦμεν, εἶναι μία λεπτομέρεια δυναμένη νὰ θεραπευθῇ, καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν νὰ δοθῇ ἀκόμη καὶ πλήρης πολιτικὴ ἐξουσία, πλήρης πολιτικὴ ἰσοδυναμία πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ μόνον καὶ μόνον τὸν λόγον νὰ ἀφοπλίσωμεν τοὺς ὑποστηρίζοντας τὸ ἀντίθετον τούτου ἐπιχείρημα καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς προσδώσῃ ἡ ἄμεσος ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Κατ’ ἐμὴν προσωπικὴν γνώμην δὲν θεωρῶ καθόλου ὑποδεεστέραν οὔτε τόσον ἀναξίαν λόγου τὴν πολιτικὴν δύναμιν ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ κατὰ τὸ συζητούμενον σχέδιον ψηφίσματος. Διότι, ἂς μὴ αὐταπατώμεθα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὰς Βουλὰς ἀκόμη δὲν εἶναι ἡ ἄσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τὸ μέσον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ρίπτει τὰς Κυβερνήσεις. Εἶναι δυστυχῶς ἕνα μειονέκτημα, ἕνα ἐλάττωμα, μία ἔλλειψις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τὸ ὅτι διὰ νὰ ἀσκηθῇ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος διὰ παραβάσεις τῆς διοικήσεως, παραβάσεις διὰ τὰς ὁποίας ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων εἶναι οἱ Ὑπουργοί, διὰ νὰ ἀσκηθῇ τοιοῦτος ἔλεγχος πρέπει νὰ εὑρεθῇ εἷς πληρεξούσιος ὁ ὁποῖος νὰ ἐνδιαφερθῇ ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου πολίτου καὶ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας· καὶ τοῦτο εἶναι μία ἔλλειψις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἔχει ἐπίσης μίαν ἔλλειψιν, ἕνα μέγα μειονέκτημα ὅσον ἀφορᾷ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὅτι σπάνιαι εἶναι αἱ περιπτώσεις καθ’ ἃς συνέπεια τῆς ἀσκήσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου θὰ εἶναι ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως. Διότι τίς ὁ σκοπὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου; Νὰ καταγγείλῃ παραβάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν τῇ πράξει αἱ παραβάσεις τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τῶν Κυβερνήσεων, διὰ νὰ εἶμαι μᾶλλον ἀπρόσωπος, γίνονται χάριν τοῦ κόμματος καὶ δυσκόλως ἢ μᾶλλον οὐδέποτε τὸ κόμμα θὰ ἦτο διατεθειμένον νὰ ρίψῃ Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἐξυπηρέτησε τὸ κόμμα διὰ μιᾶς παρανομίας. Ἔχει ὅμως ἓν πλεονέκτημα τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἀσκεῖ ἐπίδρασιν σημαντικὴν ἐπὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὅτι ἡ καταγγελία ὡρισμένων παραβάσεων ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων δημιουργεῖ μίαν Κοινὴν Γνώμην, τῆς ὁποίας ἡ πίεσις καθίσταται ἐμμέσως αἰσθητὴ καὶ εἰς τὰ Κοινοβούλια. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα πλεονέκτημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἔχῃ ἀκέραιον καὶ ἡ Γερουσία καὶ θὰ δύναται νὰ τὸ ἀσκῇ ἐπωφελῶς μόνον ὅταν καταδειχθῇ ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἀσκήσῃ, ὅπως καὶ αἱ Βουλαὶ τὸ ἐνασκοῦσιν ἐπωφελῶς μόνον ὅταν ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἀσκήσωσι. Καὶ μοῦ φέρει εἰς τὴν μνήμην μου ἡ παρατήρησις αὐτὴ ἓν χωρίον τοῦ Ἰταλοῦ δημοσιολόγου Luizi Palma, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἤμεθα συνηθισμένοι εἰς τὰ συνταγματικὰ δίκαια νὰ ἀναγινώσκωμεν ὅτι αἱ εὐθῦναι τῶν Κυβερνήσεων εἶναι τριπλῆς φύσεως, πολιτικαί, ἀστικαί, ποινικαί, λέγει ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν Κυβερνήσεων εἶναι τετραπλῆ καὶ εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν ἀναγράφει τὴν ἠθικὴν εὐθύνην καὶ λέγει ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν Κυβερνήσεων εἶναι πρῶτον ἠθική, δεύτερον πολιτική, τρίτον ποινικὴ καὶ τελευταῖον ἀστική. Καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι μία Γερουσία ἀξία τῆς ἀποστολῆς της καὶ ἱκανὴ νὰ ἐνασκήσῃ ἐπωφελῶς καὶ σοβαρῶς τὸν πολιτικὸν ἔλεγχον θὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς της μίαν πολιτικὴν δύναμιν τοιαύτην, ἀπέναντι τῆς ὁποίας οὐδεμία Κυβέρνησις νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιστῇ καὶ δὲν θὰ ἀντιστῇ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ὄχι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς προεῖπον, σπανίως ἢ μᾶλλον οὐδέποτε ρίπτουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ παρανομίας τῶν Ὑπουργῶν. Ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ἡ Γερουσία δὲν θὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν μὲ τὴν Βουλήν, εἶναι ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον μόνον κατ’ ἐπίφασιν δύναται νὰ διαθρύψῃ τὸν ἀτομικὸν ἐγωισμὸν πληρεξουσίων καὶ νὰ τοὺς εἴπῃ: Μὴ πᾶτε εἰς τὴν Γερουσίαν, διότι μειώνονται τὰ δικαιώματά σας, ἀλλ’ ἐν τῇ πραγματικότητι εἶναι ἕνα λεμόνι στιμμένο, ἓν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν οὐσίαν, διότι κανεὶς ἀντιπρόσωπος δὲν ρίπτει τὴν Κυβέρνησιν διὰ παρανομίας γενομένας παρὰ τῶν Ὑπουργῶν χάριν τοῦ κόμματος. Ὥστε ἂς μὴ αὐταπατώμεθα. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἀφοπλίσωμεν ἔτι μᾶλλον θὰ ἤμεθα διατεθειμένοι εἰς τὰς λεπτομερείας νὰ ὑποχωρήσωμεν καὶ νὰ δεχθῶμεν ὅπως ἡ προσωρινὴ Γερουσία ἔχῃ καὶ πολιτικὴν ἰσοδυναμίαν πρὸς τὴν Βουλήν.
§123Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Μέχρι τῆς διαλύσεως.
§124Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· δὲν γεννᾶται ζήτημα δι’ αὐτό.
§125Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ τότε ποία ἡ σκοπιμότης τῆς διχοτομήσεως;
§126Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί σπεύδετε; Εὑρίσκομαι ἀκόμη εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ πρῶτον πλεονέκτημα τὸ ὁποῖον ἔχει εἶναι ἡ διευκόλυνσις καὶ ἡ βελτίωσις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρισκόμεθα ἀκόμη ἐξουδετεροῦντες τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα. Εἶναι δυνατὸν βεβαίως εἰς τὸ τέλος νὰ μὴ συμφωνήσωμεν, ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς τὸ μέγα πλεονέκτημα τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἡ διχοτόμησις εἶναι ὅτι θὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν πληρεξουσίων καὶ οὕτω θὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐνάσκησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πέρα τούτου ἔχει βεβαίως καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος εὑρίσκομαι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο.
§127Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Λυποῦμαι ὅτι ὀνομάζετε σπουδὴν τὴν ἐπιθυμίαν μου νὰ ἔχω ἀπάντησιν ἐπὶ ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐδόθη ἀπάντησις.
§128Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔφθασα εἰς τὸ τέλος, ὥστε νὰ γνωρίζετε ἂν θὰ δοθῇ.
§129Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἐδόθη ἀπὸ ὅλους τοὺς προαγορεύσαντας, διότι δὲν εἶσθε ὁ πρῶτος ρήτωρ ἐκ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως».
§130Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Σοφούλης ἀγορεύων προχθὲς ἐνταῦθα εἶπεν ὅτι ἕκαστος εὐθύνεται δι’ ὅσα λέγει· ἑπομένως καὶ ἐγὼ εὐθύνομαι δι’ ὅσα λέγω ἐγώ.
§131Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ διαφωτίσετε κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ νομοθετικὸν ἔργον εἰς τόσον μέγαν καὶ πολύτιμον βαθμὸν διὰ τῆς προσωρινῆς Γερουσίας, ἡ ὁποία προηγεῖται τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας κατ’ ὀλίγους μόνον μῆνας, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπήντησα διὰ τῶν ὅσων μέχρι τοῦδε εἶπον, καὶ εἶπον ὅτι διὰ τῆς Γερουσίας θὰ εἶναι ἐπιστημονικωτέρα ἡ κατάρτισις τῶν νόμων δι’ οὓς λόγους ἀρκετὰ λεπτομερῶς ἀνέφερα προηγουμένως καὶ τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Συνέλευσιν. Εἶπον ἐπίσης ὅτι ἡ μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ θὰ ἐπιφέρῃ μίαν μεγαλυτέραν ἁρμονίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐλπίζω καὶ σεῖς νὰ μὴ τὸ ἀμφισβητῆτε τοῦτο κατ’ ἀρχήν. Ἀλλ’ ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἕτερον· ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων εἶπεν: Εἶναι τάχα ἀνάγκη σπουδῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας κατὰ παρέκβασιν τῶν γενικῶν κανόνων συγκροτήσεως τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων δι’ ἐκλογῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ἀμεσωτέρας; Καὶ ὁ κ. Παπανδρέου μὲ ἐρωτᾷ: Εἶναι τάχα ἀνάγκη σπουδῆς συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας, σπουδῆς ἡ ὁποία ἀφορᾷ μόνον ὀλίγους μῆνας; Τὸ ὅτι ὑπάρχει σπουδή, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι καθ’ ἡμᾶς προφανές. Σπεύδομεν. Εἶναι δὲ τοῦτο προφανές, διότι, ἂν δὲν ἐσπεύδομεν, δὲν θὰ ὑπεβάλλομεν καὶ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος. Σπεύδομεν, διότι, ὡς προεῖπον, θέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν πολιτικὰς ἀνάγκας ὑπαρχούσας σήμερον ἐν Ἑλλάδι, καὶ αἱ ὁποῖαι αὔριον δὲν θὰ ὑπάρχουν. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, ὅτι περὶ μηνῶν πρόκειται, τὸ ἀκούομεν ἀπὸ πολλῶν ἤδη μηνῶν. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ μηνῶν, τώρα πλέον μετὰ πάροδον τόσων μηνῶν ἀφ’ ἧς τὸ ἀκούομεν, θὰ εἶχον φυσικὰ θεραπευθῆ καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι μᾶς ὑπηγόρευσαν τὴν σκέψιν τῆς ὑποβολῆς τοῦ ψηφίσματος, πλὴν ὅμως δυστυχῶς δὲν ἐθεραπεύθησαν. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ ψηφίσματος χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Μάϊον, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπὸ τότε μᾶς ἔλεγον: Τί σπεύδετε; Τὸν Ἰούνιον ἢ Ἰούλιον θὰ ἔχωμεν δημοτικὰς καὶ κοινοτικὰς ἐκλογὰς καὶ καταρτισμὸν τῶν συμβουλίων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἑπομένως κατὰ τὰς θερινὰς διακοπὰς τῆς Συνελεύσεως θὰ ἔχωμεν τὴν συγκρότησιν τῆς ὁριστικῆς Γερουσίας. Ἔκτοτε, κύριοι συνάδελφοι, ἐτονίσαμεν ὅτι αἱ ἐλπίδες αὗται ἦσαν φροῦδαι, ὅτι αἱ ἐλπίδες αὗται δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν κατάστασιν, πρὸς τὰς πολιτικὰς συνθήκας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐτονίσαμεν τότε ὅτι καὶ ὁ χειμὼν θὰ μᾶς εὕρῃ καὶ τὸ θέρος θὰ μᾶς εὕρῃ καὶ τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως δὲν θὰ ἔχουν ὀργανωθῆ. Δυστυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα, καίτοι μάντεις κακῶν, δὲν ὑπήρξαμεν μάντεις κακοί.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κάκιστα δὲν κατηρτίσθησαν τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἂν θέλετε.
§134Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε κάκιστα εἴτε κάλλιστα, δὲν ἐγένοντο.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε ἂν ἐξ ἰδίας ὑμῶν εὐθύνης ἡ συγκρότησις τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων γίνῃ κατὰ τρόπον ἀνώμαλον. Ἦτο δυνατὸν ἢ ὄχι νὰ συγκροτηθοῦν τὰ τοπικὰ συμβούλια κατὰ τὸ θέρος; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§136Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς εὐθύνας τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς φέρῃ ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἂν αὐτὴ διηύθυνε καὶ τὴν πλειονοψηφίαν. Τὴν πλειονοψηφίαν ὅμως δὲν τὴν διευθύνομεν ἡμεῖς σήμερον. Ἂν δὲ καὶ τότε δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐργασθῇ ἡ πλειονοψηφία καθ’ ὃν τρόπον ἐπεθύμει, εἰς ἄλλους δέον νὰ ἀναζητηθοῦν αἱ εὐθῦναι. Ἀλλ’ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν τὴν συγκρότησιν τῆς ἀμέσου Γερουσίας εἶναι τάχα τρόπος τόσον ἄντικρυς πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, ὥστε μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον νὰ πρέπῃ ἀσυζητητὶ νὰ ἀπορριφθῇ, μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ συγκροτήσεως τῆς προσωρινῆς Γερουσίας καθ’ ὃν τρόπον προτείνει τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα; Διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰς αἰτιάσεις ταύτας τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ἂς μᾶς ἐπιτραπῆ νὰ ἐξετάσωμεν ποῖοι εἶναι οἱ καθιερωμένοι τρόποι συγκροτήσεως τῶν μονίμων Γερουσιῶν εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐπικράτησις τῶν δημοκρατικῶν ἀντιλήψεων κατέστησεν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ σύγχρονον πνεῦμα τὴν παραδοχὴν τοῦ διορισμοῦ τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τοῦ μονάρχου καὶ ἐπέβαλε τὴν συγκρότησιν τῶν Γερουσιῶν ὡς ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων καὶ παντοῦ ὅπου οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἐν δικαιώμασιν ἀπέναντι τοῦ Κράτους ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ποῖος θὰ ἦτο τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν. Ἡ ἐπιστήμη εἶπε: Προσέξατε, σκοπὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἡ ἵδρυσις μιᾶς δευτέρας Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι αἱ δύο Βουλαὶ πραγματικῶς δύο πρέπει νὰ εἶναι διάφοροι. Καὶ ποῖαι πρέπει νὰ εἶναι αἱ διαφοραὶ αὐταί; Αἱ διαφοραὶ αὐταί, ἐδίδαξεν ἡ ἐπιστήμη, πρέπει νὰ ἀφορῶσιν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν ἑκάστης Βουλῆς, εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς των, εἰς τὴν ἡλικίαν των καὶ εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ ἐκλογικοῦ συλλόγου ὁ ὁποῖος θὰ ἐξέλεγε τοὺς ἀντιπροσώπους. Δύο εἶναι τὰ συστήματα τῆς ἐκλογῆς τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων· τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς. Ἂν ὅμως καθιεροῦτο καὶ διὰ τὴν Γερουσίαν τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, θὰ εἴχομεν δύο ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, δύο Βουλὰς προερχομένας ἀπὸ τὸν αὐτὸν λαόν, διὰ τοῦ αὐτοῦ συστήματος ἐκλογῆς, διὰ τῆς ἀμέσου γενικῆς ἐκλογῆς, καὶ ἑπομένως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ καθορισμοῦ μειωμένων δικαιωμάτων διὰ τὴν Γερουσίαν, μειωμένων δικαιωμάτων εἴτε νομοθετικῶν εἴτε πολιτικῶν, ὅπως ἐπεκράτησε παντοῦ; Ἂν δὲ πάλιν ἐχορηγοῦντο εἰς ἀμφότερα τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα πλήρη καὶ ἴσα εἴτε νομοθετικὰ εἴτε πολιτικὰ δικαιώματα, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξελιχθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νὰ προαχθῇ τὸ Κράτος ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ διὰ πᾶν ζήτημα θὰ λέγῃ τὸ μὲν ἓν Σῶμα «ναὶ» καὶ τὸ ἕτερον «ὄχι»; Καὶ διὰ τοῦτο καθιερώθη παντοῦ ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν πρέπει νὰ εἶναι ἔμμεσος καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Γερουσίας πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένα. Ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς λοιπὸν πρέπει νὰ εἶναι ἔμμεσος. Ἀλλὰ ποῖος ἐν ταῖς λεπτομερείαις; Ἐθεσπίσθησαν αἱ ἑξῆς βάσεις ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν. Ἡ βάσις τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τῶν συμβουλίων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἐκ συλλόγων ἀποτελουμένων ἀπὸ τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀπὸ τοὺς βουλευτάς. Εἴς τινα δὲ Κράτη καθιερώθη περιωρισμένη μέν, ὅπως ἐν Ἱσπανίᾳ, ἀλλὰ τέλος πάντων καθιερώθη, ἡ ἐπαγγελματικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως οἱ βουλευταὶ πάντοτε ἐθεωρήθησαν ὡς ἐκλέκτορες τῶν γερουσιαστῶν. Ἀλλὰ λέγουν· καὶ ἂν ἀκόμη οἱ βουλευταὶ εἶναι ἐκλέκτορες διὰ τοὺς γερουσιαστὰς ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἀρχὴ αὐτὴ νὰ μετασκευασθῇ καὶ νὰ ἀπαλειφθοῦν ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ συλλόγου τὰ συμβούλια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως; Δὲν θὰ ἦτο αὐτὸ ἐπικίνδυνον καὶ καινοφανές; Οὔτε καινοφανὲς οὔτε ἐπικίνδυνον εἶναι. Δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι πιστεύομεν καὶ ἀνάπτυξιν μεγαλυτέραν καὶ γνῶσιν τῶν πολιτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας σαφεστέραν καὶ μᾶλλον ἐμπεριστατωμένην νὰ ἔχουν οἱ πληρεξούσιοι, οὕτως ὥστε ἡ ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως νὰ μὴ παρουσιάσῃ κανένα κίνδυνον. Δὲν εἶναι ὅμως καινοφανές; Πῶς προτείνετε, λέγουν, μίαν καινοφανῆ διαρρύθμισιν, διαρρύθμισιν τὴν ὁποίαν οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἔχει; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου συνάδελφος κ. Καραπαναγιώτης διὰ τῆς ἐπιστημονικωτάτης ἀγορεύσεώς του τῆς προχθὲς ἀνέλυσεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἀγγλικῶν συνθηκῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Καὶ ὀφείλω νὰ τοῦ ὁμολογήσω χάριτας, διότι διὰ τῆς ἐμπεριστατωμένης καὶ λεπτομεροῦς ἐκείνης ἀναπτύξεώς του ἀπαλλάσσει ἐμὲ τοῦ κόπου νὰ εἰσέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὰς λεπτομερείας. Περιορίζομαι μόνον νὰ τονίσω ὅτι ἡ ἐξέλιξις ἡ σύγχρονος εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ νὰ διορίζῃ τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Μετὰ μακρὰς συζητήσεις καὶ μετὰ μακροὺς ἀγῶνας κατέληξαν ἐκεῖ εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον ἀναπαριστᾷ σήμερον τὴν σύγχρονον ἀγγλικὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὰ μέλη τῆς δευτέρας Βουλῆς, τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, θὰ πρέπει νὰ ἐκλέγωνται κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτῆς μέρος, κατὰ τὰ δύο τρίτα, ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Καὶ οἱ βουλευταὶ τῶν περιφερειῶν θὰ ἐκλέγουν 246 εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ 27 εἰς τὴν Ἰρλανδίαν μὲ ἀναλογικὸν σύστημα. Ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰς παραδόσεις, τὰς ὁποίας γνωρίζετε πῶς οἱ Ἄγγλο τὰς σέβονται καὶ τὰς τηροῦν, καὶ χάριν τῆς ἱστορικῆς συνοχῆς, τὸ ¼ τῆς δευτέρας Βουλῆς θὰ ἐκλέγεται ἐκ τῶν κληρονομικῶν λόρδων καὶ τῶν ἐχόντων Ἐπισκοπὴν Ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ὑπὸ Ἐπιτροπῆς κοινῆς τῶν δύο Βουλῶν, τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων καὶ τῆς τῶν Λόρδων. Ἐπίσης περιλαμβάνονται καὶ δικαστικὰ μέλη, ἐπειδὴ ἀσκεῖ καὶ δικαστικὰ καθήκοντα ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων, ὡς ἐπίσης καὶ οἱ υἱοὶ καὶ οἱ ἔγγονοι τοῦ Βασιλέως. Βάσις εἶναι ὅμως, κατὰ τὴν σύγχρονον ἀγγλικὴν ἀντίληψιν, ὁ ἐκλογικὸς σύλλογος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεδείκνυε τὸ σύνολον τῶν Βουλῶν. Ἀλλ’ εἶναι μόνον τὸ ἀγγλικὸν παράδειγμα εἰς τὴν σύγχρονον ἱστορίαν; Δύναμαι νὰ σᾶς μνημονεύσω καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Νορβηγίας. Κατὰ τὸ Νορβηγικὸν Σύνταγμα, τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἐνασκεῖ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία των, τὸ Storting, ὅπως τὴν ὀνομάζουν, διαιρουμένη εἰς δύο κλάδους, εἰς δύο Section, ἐξ ὧν ὁ μὲν εἷς ἀποτελεῖ τὴν Γερουσίαν, ὁ δὲ ἕτερος ἀποτελεῖ τὴν Βουλήν. Τὰ μέλη τῆς ἄνω Βουλῆς ἐκλέγονται εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ ἰδιότης αὐτῶν ὡς μελῶν τῆς Γερουσίας διαρκεῖ καθ’ ὅλην τὴν βουλευτικὴν περίοδον, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξελέγησαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἰδοὺ λοιπὸν ἔχομεν καὶ δεύτερον Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία ἀποτελεῖ τὸν μόνον ἐκλογικὸν σύλλογον, ὁ ὁποῖος ὑποδεικνύει τὰ μέλη τῆς ἄνω Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ περαιτέρω. Μετὰ τὸν πόλεμον, τὸ Βέλγιον μεταρρυθμίσαν τὸ Σύνταγμα, μετερρύθμισε καὶ τὸν τρόπον συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας καὶ καθιέρωσε νέαν βάσιν τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν τοῦ Βελγίου, αἱ λεπτομέρειαι τῆς ὁποίας περιλαμβάνουν καὶ ταῦτα. Εἷς ὡρισμένος ἀριθμὸς γερουσιαστῶν ἐκλέγεται ὑπὸ τῶν μελῶν ἐκείνων τῆς Γερουσίας τὰ ὁποῖα ἐξελέγησαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, τῶν ἐπαγγελματικῶν συλλόγων ὄχι ὑπὸ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν μελῶν τὰ ὁποῖα ἐξελέγησαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἰδοὺ καὶ ἄλλο σύγχρονον Κράτος τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν ἀρχὴν ὅτι ἓν μέρος τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας ἐκλέγεται ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, συγκροτουμένης κατ’ ἐκλογὴν δευτέρου βαθμοῦ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§137ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε....
§138Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ ἐπαναφέρετε πάλιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς νομικῆς ἐξηγήσεως τῆς πολιτικῆς θεωρίας τῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐπαναλάβω τοῦτο, ὅτι ἡ σύγχρονος νομικὴ ἀντίληψις περὶ πολιτικῆς θεωρίας τῆς ἀντιπροσωπείας εἶναι ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς ἐντολῆς ὑφίσταται μεταξὺ ἐκλεκτῶν καὶ ἐκλογέων ἑπομένως οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ εἴτε ἀπὸ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, ὡς συλλόγους, εἴτε ἀπὸ μέλη τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων ὅτι ἔχουν λάβει ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ὑπὸ τῶν ἐκλογέων εἴτε στενὴν εἴτε εὐρεῖαν. Καὶ θὰ εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως καὶ ἐλέχθη, ὅτι Συνέλευσις Συντακτική, ἐφόσον εἶναι κυρίαρχον Σῶμα, ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη, νὰ διατάξῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς ἔχει ἀξίαν νὰ τονίσωμεν ὅτι προτείνοντες ὡς τρόπον ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας οὔτε καινὰ δαιμόνια ἐπιστημονικὰ εἰσάγομεν οὔτε νέον πολιτικὸν δίκαιον θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν.
§139Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ θεωρεῖτε ὀρθόν;
§140Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§141Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε διατί δὲν τὸ ἐφηρμόσατε; Εἶναι ἐντελῶς περίεργον νὰ προσπαθῆτε νὰ πείσετε ἡμᾶς, ἐνῷ δὲν ἔχετε πεισθῆ ὁ ἴδιος.
§142Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κ. συνάδελφε, ὅτι, ὅτε εἰσηγούμην εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ σχέδιον ὁριστικοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας, εἰσηγήθην καὶ τότε καὶ θὰ ὑπεστηρίζομεν ἡμεῖς οἱ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὅτι καὶ εἰς τὸν ὁριστικὸν ὀργανισμὸν τῆς Γερουσίας εἷς ὡρισμένος ἀριθμὸς γερουσιαστῶν, τὸ ½ κατὰ τὸν κ. Παπαναστασίου, τὸ ¼ κατ’ ἐμέ, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν ἐκλέξῃ ἡ Βουλή.
§143Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διατί ὄχι ὅλους;
§144Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι θέλομεν ἡ Γερουσία νὰ μὴ εἶναι μόνον ἐκπρόσωπος τῶν παροδικῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν ἐφημέρων ῥοπῶν. Μὴ θέλετε, κ. συνάδελφε, ἐκ μιᾶς λέξεως εἴτε ἐξ ἑνὸς ἐπιχειρήματος νὰ οἰκοδομήσετε τὸ σύνολον τοῦ οἰκοδομήματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε μία πλευρὰ οὔτε εἷς ἀκρογωνιαῖος λίθος νὰ ἀποτελέσουν τὸ οἰκοδόμημα. Ἂν εἶπον ὅσα εἶπον, τὰ εἶπον διότι σεῖς μᾶς κατηγορήσατε ὅτι εἰσάγομεν νέα δαιμόνια, τρόπους καινοφανεῖς καὶ ἀγνώστους, ὅτι οὐδὲν Κράτος ἔχει εἰσαγάγει αὐτά· καὶ σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, μὴ πλανᾶσθε, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι καὶ ἄλλα Κράτη ἔχουν καθιερώσει τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς. Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ τὸν δεχθῆτε, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ τὸν ἀπορρίψετε. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ λέγετε ὅτι ὁ τρόπος δὲν εἶναι ἐπιστημονικός, δὲν εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ εἴπετε ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνομεν εἶναι ἓν προχειρολόγημα, διότι εἶναι μία συνέπεια λογικὴ ἐπιστημονικῆς σκέψεως ἁρμονικῆς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ἀπόλυτος ἀλήθεια δὲν ὑφίσταται καὶ εἶναι δυνατὸν ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν νὰ τὰ ἀντικρούσετε μὲ ἄλλα ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα. Δὲν θὰ ἤμεθα δὲ οὔτε οἱ πρῶτοι οὔτε οἱ τελευταῖοι οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ἔλεγχον τῶν ἐπιστημονικῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων. Γνωρίζετε δὲ πολὺ καλῶς, διότι ἔχετε ἐπιδοθῆ εὐδοκίμως εἰς εὐρυτάτας σπουδάς, ὅτι καὶ οἱ μεγαλύτεροι καθηγηταὶ τοῦ κόσμου ἔχουν ἐπικριτάς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει σᾶς τονίζω ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, ὅπως ἔπραξαν ἄλλοι συνάδελφοι, νὰ χαρακτηρίζετε τὸ σχέδιον ψηφίσματος τὸ προταθὲν ὑπὸ τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὡς ἓν προχειρολόγημα, στερούμενον λογικῆς. Εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιστημονικῆς σκέψεως καὶ μελέτης.
§145Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι τόσον προχειρολόγημα, ὥστε καθημερινῶς γίνονται ἀβαρίαι διὰ νὰ γίνῃ δεκτόν.
§146Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς λεπτομερείας ἴσως, εἰς τὴν βάσιν ὅμως ποσῶς. Ἕτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον προτείνομεν τὴν ἄμεσον ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας εἶναι διότι θέλομεν εἰς τὸν ὁριστικὸν ὀργανισμὸν τῆς Γερουσίας νὰ συμμετέχουν καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν σήμερον αἱ προϋποθέσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξησφάλιζον ἐπωφελεῖς ἀντιπροσωπείας τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰς τὴν Γερουσίαν, θέλομεν διὰ τῆς ἀμέσου ἱδρύσεως τῆς Γερουσίας νὰ δοθῇ ὅλος ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος διὰ τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἐδάφους ἐκλογῆς ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Καὶ διατί θέλομεν ἀντιπροσωπείαν τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων; Τὴν θέλομεν, κύριοι συνάδελφοι, διότι θέλομεν νὰ ὀχυρώσωμεν καὶ ἐν τῇ πράξει τὰ πορίσματα τῆς πολιτικῆς θεωρίας τῆς ἀντιπροσωπεύσεως, τὴν ὁποίαν παραδεχόμεθα καὶ τῆς ὁποίας ἀνέπτυξα μόνον τὸ νομικὸν μέρος τὸ ἀναφερόμενον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς. Ἐξετάζω ἤδη καὶ τὸ σύστημα τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων καὶ τὸν τρόπον τῆς συστάσεως αὐτῶν καὶ λέγω ὅτι τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τῆς ἐννοίας τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἄτομα τὰ ἀποτελοῦντα τὸν λαόν, ἀλλὰ παραπλεύρως πρὸς τὰ ἄτομα ὑπάρχουν ὁμάδες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ὁμαδικῇ των ἑνώσει, ἐν τῇ ὁλότητι αὐτῶν, ἀποτελοῦσι καὶ αὐτοὶ στοιχεῖα τῆς ἐννοίας τοῦ λαοῦ. Καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἀρτίαν, διὰ νὰ ἐμφανίζῃ δηλαδὴ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πλήρη τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ Ἔθνους πρέπει νὰ ἀποτελῇ ἐκπροσώπησιν ὅλων τῶν στοιχείων τῶν συστατικῶν τῆς ἐννοίας ταύτης. Διότι τοιαύτη μόνον σύστασις τοῦ Κοινοβουλίου θὰ εἶναι λαϊκή, δημοκρατική, καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἐν τῇ διττῇ αὐτοῦ ὑποστάσει θὰ ἐνδεικνύῃ ἓν κατασκεύασμα κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν ἄρτιον. Διότι τότε κατὰ τῆς συνήθους Βουλῆς θὰ ἀντιταχθῇ μία ἄλλη Βουλή, ἡ ὁποία θὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁμάδων καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐκπρόσωπος καὶ τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ προκαταβολικῶς μία ἀπάντησις εἰς τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Παπανδρέου δι’ ἓν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὅπως τὸ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰπὼν τότε ὅτι ταῦτα εἶναι γερμανικαὶ θεωρίαι, εἶναι πολιτικαὶ μεταφυσικαί.
§147Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἁπλῶς ὑπέμνησα τότε τὴν ἔλλειψιν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων καὶ ὑπεστήριξα ὅτι αὐταὶ εἶναι χρήσιμοι διὰ λόγους πρακτικούς· τοὺς πολιτικοὺς λόγους ἐχαρακτήρισα μεταφυσικούς.
§148Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν νὰ ἐμφανίζωμεν μίαν λογικὴν συνάφειαν μεταξὺ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιστημονικῆς μας σκέψεως καὶ τῶν πορισμάτων τῆς σκέψεως, τὰ ὁποῖα φέρομεν εἰς ὡρισμένας προτάσεις ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θεωροῦμεν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ περιορισθῶμεν εἰς ὑποβολὴν μιᾶς πραγματικῆς προτάσεως χωρὶς νὰ τὴν ὁρίσωμεν κατὰ τρόπον ἐπιστημονικόν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διὰ νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων θὰ εἶναι καὶ αὐτή....
§149Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἤθελον νὰ μάθω ποῖος εἶναι ὁ δεσμὸς μεταξὺ ἐπαγγελματικῆς ἐκπροσωπήσεως εἰς τὴν δευτέραν Βουλὴν καὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ τοῦ προτεινομένου τῆς προσωρινῆς Γερουσίας.
§150Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡμεῖς προτείνομεν εἰς τὴν ὁριστικὴν Γερουσίαν ἓν μέρος τοῦ συνόλου τῶν γερουσιαστῶν νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις. Εἴπομεν ὅτι γνωρίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχουσι σήμερον ἐν Ἑλλάδι αἱ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπωφελῶς θὰ δυνηθῶσι νὰ δώσωσιν ἐκπροσώπησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων.
§151Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Προσδοκᾶτε ὅτι θὰ γίνῃ τοῦτο μετά τινα χρόνον; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ προστεθῶσι τότε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων.
§152Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι καὶ ἡ ἰδική μας μία ἀντίληψις. Σεῖς λέγετε διατί νὰ μὴ γίνῃ ἔτσι καὶ ἡμεῖς λέγομεν διατί νὰ μὴ γίνῃ κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ὑποδεικνύομεν. Ἕκαστος ἐκδηλοῖ τὸν τρόπον τῆς σκέψεώς του.
§153Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπάρχει σκέψις ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ ἐκλογὴ γερουσιαστῶν.
§154Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει διαφορά. Προκειμένου νὰ γίνῃ ὁριστικὸς ὀργανισμὸς τῆς Γερουσίας νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων διετυπώσαμεν. Ἂν δὲν γίνῃ τοῦτο, ἢ θὰ συγκροτηθῇ ἡ Γερουσία χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις, ἐφόσον δὲν ὑπάρχουν ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις, ἢ θὰ ἀναβληθῇ ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ καὶ ἡ προσωρινὴ Γερουσία θὰ λειτουργῇ ἄνευ αὐτῶν. Σεῖς ἀπαντᾶτε καὶ λέγετε τὰ ἑξῆς: ὅτι ἡ ἰδική σας Γερουσία συγκροτεῖται ἀμέσως, ἀλλὰ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ περιέχῃ ἀντιπροσώπευσιν ἐπαγγελματικῶν τάξεων; Σᾶς λέγομεν....
§155Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κώλυμα, κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἐκ τῆς ἐπαγγελματικῆς ὀργανώσεως διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς προσωρινῆς Γερουσίας.
§156Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω τοῦτο, ὅτι διὰ νὰ δοθῇ χρόνος πρὸς καταρτισμὸν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποδείξωσι τοὺς διὰ τὴν Γερουσίαν ἀντιπροσώπους των, σκόπιμον εἶναι νὰ ὀργανωθῇ ἡ προσωρινὴ Γερουσία, ὥστε νὰ ἔχωμεν ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς συστάσεως αὐτῆς καὶ ὅλον τὸν χρόνον πρὸς ὀργάνωσιν τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων.
§157Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑποστηρίζετε λοιπὸν ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν σήμερον ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γίνωσιν αὗται προσεχῶς, ὀφείλομεν νὰ σπεύσωμεν.
§158Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιστρέφετε τὰ πράγματα, κ. συνάδελφε. Ὅλη μας ἡ σκέψις εἶναι συνδρομὴ διαφόρων ἐπιχειρημάτων, διότι δυνατὸν νὰ θέλωμεν διὰ τὸν ἄλφα ἢ τὸν βῆτα λόγον. Δὲν δύνασθε νὰ τὰ πάρετε ἕνα ἕνα μεμονωμένα. Ἔλεγον λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ὑποστήριξις τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων δὲν εἶναι καὶ τοῦτο καινοφανές τι. Καὶ ἐπὶ τῆς Γερμανικῆς Ἐπαναστάσεως ὑπεστηρίχθη ἡ ἀνάγκη τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν ὀργανώσεων καὶ διὰ τοῦ γενομένου Διατάγματος καθιερώθη τότε εἰδικὴ ἐκπροσώπησις τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Ὁ δὲ κ. Μιλλερὰν εἰς τὸν προγραμματικὸν λόγον του τῷ 1919 ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ ὀργανωθῶσιν αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις, ἵνα καθιερωθῇ ἡ ἀντιπροσώπευσις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν. Ἔχομεν καὶ παράδειγμα τούτου τὸ ὁποῖον καθιερώθη ἐν Γαλλίᾳ. Ἕν συμβούλιον δηλαδή, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλειτούργησεν ὅπως τὸ ἐφαντάσθησαν οἱ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ πάντως ὡς θεσμός, ὁ ὁποῖος καθιεροῖ μίαν νέαν κατάστασιν τῶν συγχρόνων λαῶν. Ἀκόμη καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ Ὑπουργὸς Λαμπριόλα. Διὰ δημοσιευμάτων εἰς τὸν Τύπον ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς τεχνικοῦ Κοινοβουλίου, ἀποτελουμένου ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν μὲ διαφόρους διαβαθμίσεις, τὸ ὁποῖον νὰ λύῃ τὰς ἀναφυομένας διαφορὰς μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργατῶν. Εἰς τὴν Γερμανίαν ὡρισμένα κόμματα, ὅπως τὸ Λαϊκόν, ὅπως οἱ Ἀνεξάρτητοι Σοσιαλισταί, ἔχουν ἀναγράψει ὡς στοιχεῖον συστατικὸν τοῦ προγράμματός των καὶ τὴν ἐπαγγελματικὴν ἐκπροσώπησιν. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δὲν ἐμφανίζομέν τι τὸ καινοφανές. Θέλομεν καὶ ἐδῶ νὰ εἰσαγάγωμεν μίαν διαρρύθμισιν, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, θὰ ἦτο ἐπωφελὴς διὰ τὴν ἁρμονικὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, διότι θέλομεν διὰ τῆς θέσεως τοῦ μέρους νὰ ἀποφύγωμεν τὴν θέσιν εὐρυτέρου ὅλου, ἴσως ἐπικινδύνου, πρὸς τὸ ὁποῖον ὅμως τείνουν οἱ σύγχρονοι λαοί. Θέλομεν ἐπίσης τὴν προσωρινὴν Γερουσίαν ὡς μέτρον ἀσφαλείας τοῦ νέου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Διὰ νὰ μεταβληθῇ ἓν πολίτευμα χρειάζονται δύο τινά: ἢ μία Ἐπανάστασις, περὶ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπειδὴ ἡ μὲν Ἐπανάστασις ἐκπροσωπεῖ τὴν βίαν, ἡ δὲ Συνέλευσις τὴν τάξιν καὶ τὴν ὁμαλότητα, ἢ νὰ ὑπάρχῃ μία ὁμαλὴ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ μιᾶς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἐχούσης τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Καὶ ἡ σκέψις ἡμῶν εἶναι νὰ καθιερωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις θὰ ἀποτελῆται εἰς τὸ μέλλον διὰ τῆς ἐπὶ τῷ αὐτῷ συνεδριάσεως, κοινῆς συνεδριάσεως, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, καὶ ὅτι μόνον Συνέλευσις καταρτιζομένη κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα.
§159Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ πολίτευμα;
§160Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§161Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ὑποθέτω νὰ σκέπτεται αὐτὸ ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις». Θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος; Δὲν ὑποθέτω νὰ ἐκπροσωπῆτε τὰς ἀντιλήψεις τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως».
§162Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε εἶναι σωστόν· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει θέλω νὰ τονίσω τοῦτο—ἴσως δὲν εἶμαι σαφὴς εἰς τὰς ἐκφράσεις μου—θέλω νὰ τονίσω τοῦτο· ὅτι διὰ τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ καθορίζῃ τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προκηρύσσωνται ἐκλογαὶ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις θὰ ἀποτελῆται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας.
§163Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν διαφορὰν αὐτό.
§164Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει οὐσιώδη διαφοράν, κ. πρόεδρε· διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ λαϊκὴ ἀντίληψις δι’ οἱονδήποτε μικρὸν κομματικὸν ὑπολογισμὸν στρέφεται πρὸς τὰ ἀντιδημοκρατικὰ κόμματα καὶ τὰ ἀντιδημοκρατικὰ κόμματα ἐπιτυγχάνουν μίαν νίκην ἐκλογικήν, τὴν νίκην ταύτην θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐπιτύχουν εἴτε πρόκειται περὶ ἐκλογῆς κοινῆς Βουλῆς εἴτε πρόκειται περὶ ἐκλογῆς Συνελεύσεως. Παράδειγμα αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1920. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἐφόσον διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως θὰ ἀπαγορευθῇ ἡ προκήρυξις ἐκλογῶν Ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ μέλλον, διότι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις θὰ συγκροτῆται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν ἀπὸ κοινοῦ συνεδριαζούσας, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐρώτημα εἰς τὸν λαὸν περὶ συγκροτήσεως Ἐθνικῆς Συνελεύσεως.
§165Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ποῖος θὰ τὸ θέσῃ, παρακαλῶ, τὸ ἐρώτημα αὐτό;
§166Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸ ἔθεσε καὶ εἰς τὰ 1920.
§167Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὰ 1920, ἂν δὲν ἐτίθετο ἐρώτημα εἰς τὸν λαὸν διὰ τὴν διαδοχὴν τοῦ θρόνου, ὑποθέτετε ὅτι τὰ πράγματα θὰ ἔβαινον κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁμαλὸν τὸν ὁποῖον φαντάζεσθε; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐρείσματα τῆς Δημοκρατίας τὰ ὁποῖα προτείνετε;
§168Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, κ. πρόεδρε, ὅτι ὅλα εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν εἶναι τύποι. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία προεκήρυξε τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920, προεκήρυξεν ἐκλογὰς ἁπλῆς Βουλῆς καὶ ὁ ἀντίθετος τότε πολιτικὸς κόσμος εἶπεν ὅτι αὐτὸς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν θὰ τὴν θεωρήσῃ ὄχι ἐτυμηγορίαν διὰ τὴν συγκρότησιν Βουλῆς, ἀλλὰ ἐτυμηγορίαν διὰ τὴν συγκρότησιν Συνελεύσεως.
§169Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, διατί συζητεῖτε;
§170Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν τὸ ἑξῆς· ὅτι οἱαδήποτε μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος ὀφείλει νὰ ἐννοήσῃ οἱοσδήποτε ἐπιβουλευόμενος τὸ πολίτευμα ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ διὰ τῆς βίας. Αὐτὸ τὸ ἐξασφαλίζει ἡ Γερουσία. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι αἱ προϋποθέσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ὑπάρχουν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε τὸ ἑξῆς· ὅτι ὑπάρχει μία Γερουσία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει πλειονοψηφίαν δημοκρατικήν· ἔχετε καὶ μίαν Βουλὴν ἡ ὁποία ἐπίσης δὲν ἔχει πλειονοψηφίαν δημοκρατικήν, καὶ αἱ δύο Βουλαὶ κατὰ πλειονοψηφίαν ἀποφασίζουν νὰ ἀνατρέψουν τὸ πολίτευμα. Θὰ χρειασθῇ βία τότε διὰ νὰ ἐμποδισθῇ μία νόμιμος ἐνέργεια. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ καταστῇ δῆλον ὅτι μόνον βία θὰ χρειασθῇ διὰ νὰ μεταβληθῇ τὸ πολίτευμα εἰς τὸ μέλλον.
§171Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ἐξήγησις ἦτο περιττὴ δι’ ἕνα ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἂν θέσωμεν ρήτραν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος οὐδὲ διὰ τῆς συνελεύσεως τῶν δύο Σωμάτων, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, θὰ χρειασθῇ ἀναμφισβητήτως βία πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἡ ἀπορία ἡμῶν καὶ τὸ ἐρώτημα θὰ εἶναι τοῦτο· θὰ ὑπάρχῃ μία δύναμις πρὸς ἐκμηδένισιν αὐτῆς τῆς διατάξεως; Ἂν ὑπάρχῃ, δὲν θὰ σᾶς ὠφελήσῃ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ δύναμις, εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις.
§172Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι διὰ τὴν ἐξασφάλισιν εἰς τὸν ἀμέσως προσεχῆ τοὐλάχιστον χρόνον μία Γερουσία, ἀποτελουμένη κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπὸ δημοκρατικούς, ἀποτελεῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἓν ἔρεισμα ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος, ἐφόσον καὶ ἡ Γερουσία θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ συνεργασθῇ διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, κύριοι συνάδελφοι: Θέλετε νὰ δώσετε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι διαρρέει τὸ ἔδαφος ὑπὸ τοὺς πόδας μας, ὅτι διαβλέπομεν κινδύνους τοῦ πολιτεύματος, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβωμεν διὰ τεχνικῶν μέσων παρὰ μόνον ἂν ἀποταθῶμεν εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχὴν καὶ ἂν δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν λαϊκὴν ψυχὴν ὑπὲρ ἡμῶν. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἀσφαλέστερον ἔρεισμα τῶν πολιτευμάτων εἶναι βεβαίως ἡ λαϊκὴ ἀντίληψις καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἀνέθεσε τὴν προστασίαν τοῦ πολιτεύματος εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς θέλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαόν, ἀποτεινόμενοι εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀδιάλλακτοι, ὥς τινες τῶν βασιλοφρόνων πολιτευομένων, ὅτι ἡμεῖς ἀπευθυνόμεθα καὶ πρὸς ἐκείνους καὶ τοῖς παρέχομεν ὅλας τὰς τιμὰς νὰ συνεργασθῶσι μεθ’ ἡμῶν διὰ τὴν παγίωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐλπίζομεν ὅτι, καὶ ἂν οἱοσδήποτε τῶν ἀντιθέτων πολιτευομένων δὲν θελήσῃ νὰ εἰσακούσῃ τὴν ἔκκλησιν ἡμῶν, πάντως ἡ ἔκκλησις αὐτὴ θὰ εὕρῃ μίαν ἀπήχησιν εὐμενῆ εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχήν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι, ἐνῷ πρὸ καιροῦ ἡμεῖς εἰσηγούμεθα τὴν καθιέρωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος διὰ βουλήσεως τῆς Συνελεύσεως ἄνευ προηγουμένου δημοψηφίσματος, ὑπῆρξαν καὶ τότε κόμματα τὰ ὁποῖα ἀντέδρασαν κατὰ τῆς τοιαύτης ἡμῶν ἀντιλήψεως. Δὲν ἠκούσατε τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων καὶ ἐκάματε τὴν Δημοκρατίαν καὶ δὲν μετενοήσατε. Ἀλλὰ τὸ ἔργον εἶναι ἡμιτελὲς καὶ σᾶς λέγομεν: Λάβετε ὅλα τὰ ἀσφαλιστικὰ μέτρα τοῦ πολιτεύματος, ὁλοκληρώσατε τὸ ἔργον σας καὶ δὲν θὰ μετανοήσετε. (Χειροκροτήματα).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§174ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μίαν διακοπήν, κ. Πρόεδρε.
§175Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω, κύριοι, καὶ πρόκειται περὶ γνώμης ἡ ὁποία εἶναι χωριστὴ καὶ ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας γνώμας. Καὶ θὰ παρακαλέσω — ὀλίγον χρόνον θὰ διαθέσω — νὰ μοῦ χαρισθῇ κάποια προσοχή.
§176ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πέντε λεπτῶν διακοπήν. Θὰ σᾶς ἀκούσωμεν καλύτερα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 5 λεπτά. (Ὥρᾳ 7.40′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.55′ μ.μ.). (Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Μανέτας).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§179Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Οὔτε ὁ κύριος σκοπός, κύριοι πληρεξούσιοι, τοῦ ψηφίσματος ἀλλ’ οὔτε καὶ δευτερεύων τις τοιοῦτος εἶναι δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἡ συμμετοχὴ τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ δι’ αὐτῆς εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀπὸ κοινοῦ μεθ’ ἡμῶν καταρτίσεως τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως, ἐὰν ἤθελον συμμετάσχει — καὶ πρὸς τοῦτο δὲν ἀποκλείω οὐδεμίαν διάταξιν — τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο οὔτε δι’ ἡμᾶς δυσάρεστον οὔτε, καὶ ἰδίως, δι’ αὐτοὺς ἐπιζήμιον, μολονότι οὗτοι δὲν τὸ ἔχουν πολυκαταλάβει αὐτό, τοὐλάχιστον οἱ περισσότεροι. Δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς ἀντεπανάστασιν διὰ νὰ εὕρωσι τὴν ἧτταν; Δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τὸ περασμένο καλοκαῖρι ἐχάλασαν κόσμο νὰ μὴ γίνουν τοπικαὶ ἐκλογαὶ καὶ οὕτως ἔχασαν ἀνεπιστρεπτὶ μίαν εὐκαιρίαν τοπικῶν ἐκλογῶν προκριματικῶν τῶν γενικῶν; Δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουν νὰ συνταγματοποιηθῶσι καὶ δημοκρατοποιηθῶσι προκαλοῦντες οὕτως ἀντίδρασιν τοῦ συντηρητικοῦ κόσμου; Ἐὰν ὅμως δὲν ἤθελον συμμετάσχει, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε πρὸς χαρακτηρισμὸν τοῦ πράγματος νὰ μεταχειρισθῶ μίαν φράσιν τετριμμένην καὶ εὐζωνικήν. Ἐὰν δὲν ἤθελον μετάσχει, θὰ ἔλεγον «αὐτὸ δὲν θὰ μᾶς χαλάσῃ καμμιὰ δουλειά», ὅπως δὲν μᾶς ἐχάλασε καμμιὰ δουλειὰ καὶ εἰς τὸ 1911 καὶ εἰς τὸ 1912 ἡ μὴ συμμετοχή των εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἀναθεωρητικήν, ὁπότε δὲν εἶχον συμμετάσχει, ἴσως μάλιστα ἡ μὴ συμμετοχή των καὶ τότε καὶ σήμερον ἦτο καὶ θὰ εἶναι χρήσιμος γενικῶς, διότι οὔτε τότε οὔτε τώρα ἀντιπροσωπεύουν τὴν κίνησιν, δὲν ἐννοῶ τὴν κομματικὴν ἀλλὰ τὴν ἐθνικήν, τὴν προελθοῦσαν ἀπὸ τὰς Βαλκανικὰς ἀποτυχίας τότε, τώρα δὲ ἀπὸ τὰς καταστροφὰς τὰς Μικρασιατικάς. Τοὐναντίον ὑπῆρξαν οἱ στόχοι ἢ καὶ τὰ πλαίσια, καθ’ ὧν στρέφεται ἢ ἐστράφη ἡ ἐθνικὴ αὕτη κίνησις. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τοὺς ἐξωκοινοβουλευτικούς. Αὐτοὶ γὰρ ὑπὸ ἡγεμόνος ξενικὸν ἔχοντος τὸ αἷμα διδαχθέντες νὰ εἶναι ἐθνολετῆρες καὶ αὐτοολετῆρες οὐκ οἴδασι τί ποιοῦσιν. Ἂς ἔλθωμεν λοιπὸν εἰς τοὺς πραγματικοὺς σκοποὺς τοῦ ψηφίσματος. Καὶ πρῶτον ἤργησε παρὰ πολὺ νὰ τεθῇ ἡ ἑτέρα τῶν βάσεων τοῦ δημοκρατικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ πρώτη, ἡ τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐτέθη, δηλαδὴ ἐψηφίσθη μόνον. Καὶ εἶναι ἡ βάσις αὐτή, ὅπως καὶ ἡ ἄλλη τῆς αὐτοδιοικήσεως, πραγματικὴ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ὄχι βέβαια διότι τὸ λέγομεν ἡμεῖς καὶ τὸ ἀμφισβητεῖ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἢ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σάμου πολιτευτής, ἀλλὰ διότι τὸ λέγουν ἅπαντες ἢ τοὐλάχιστον οἱ περισσότεροι σοφοὶ συγγραφεῖς καὶ διακεκριμένοι πολιτικοὶ καὶ πολιτειολόγοι, οἱ ὁποῖοι μάλιστα φθάνουν καὶ πάρα πέρα καὶ λέγουν ὅτι ἡ Γερουσία καὶ ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναι δόγματα τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης καὶ ἐμπειρίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ δημοκρατικὸν πολίτευμα χωρὶς Γερουσίαν καὶ αὐτοδιοίκησιν — καὶ δὲν χρειάζεται δὲ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς ξένα παραδείγματα πρὸς ἀπόδειξιν τούτου, διότι πρόσφατον παράδειγμα ἔχομεν τὸ Ἑλληνικόν, καθ’ ὃ ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα χωρὶς Γερουσίαν καὶ χωρὶς αὐτοδιοίκησιν πραγματικήν, — ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον πόδα. Ὅπως λοιπὸν τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν τὸν λέγομεν τότε ὄχι ἀκέραιον, ἀσφαλῶς καὶ τὸ πολίτευμα αὐτὸ τὸ χωρὶς Γερουσίαν καὶ αὐτοδιοίκησιν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ παρὰ ἀνάπηρον, διότι ἡ μὲν αὐτοδιοίκησις διδάσκει τὸν Λαὸν διὰ τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν πῶς νὰ σκέπτεται καὶ νὰ ἐκτιμᾷ ὀρθῶς πρόσωπα καὶ πράγματα εἰς τὰ γενικὰ ζητήματα τοῦ Κράτους, ἡ δὲ Γερουσία εἶναι τὸ ἀντίρροπον, τὸ ἐμπόδιον ὅπως μὴ ἀνατρέπωνται εὔκολα καὶ θεσμοὶ καὶ καθεστῶτα διὰ μιᾶς μόνης Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὸν πόσον πολλάκις εἶναι παράφορος καὶ εὐμετάβολος. Ἡ Γερουσία λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλῶς χρήσιμος, ὅπως εἶπόν τινές· εἶναι πλέον ἢ ἀπαραίτητος, ἐκτὸς ἂν νομίζουν ὅτι καὶ τὰ πόδια τοῦ ἀνθρώπου τὰ δύο εἶναι ἁπλῶς χρήσιμα καὶ ὄχι ἀπαραίτητα. Ἡ Γερουσία καὶ ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναι τὰ δύο πόδια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ ἡ βάσις αὐτὴ καὶ νὰ ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς τελειοτέρας καταρτίσεως τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ὁμαλωτέρας διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς. Δεύτερος σκοπὸς εἶναι νὰ ἐμφανισθῇ πρὸ τοῦ Λαοῦ τὸ οἰκοδόμημα τὸ δημοκρατικὸν μὲ τὰς δύο αὐτὰς βάσεις του ἀπὸ τώρα, ἤγουν πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο «ἀπὸ τώρα, ἤγουν πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν» καὶ τὸ τονίζω καὶ τὸ ὑπερτονίζω καὶ τὸ ὑπογραμμίζω μάλιστα, διότι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι κανένας πύργος χάρτινος, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ κατασκευάζεται εἰς μίαν καὶ μόνην στιγμὴν ἢ ἔστω εἰς ἐλάχιστον χρόνον. Δὲν εἶναι κανὲν δικόγραφον ἁπλοῦν κανενὸς κοινοῦ δικηγορίσκου, ὥστε νὰ δύναται νὰ συντάσσεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, en passant, ὅπως λέγουν οἱ Γάλλοι, ἢ στὸ γόνατο καὶ στὸ χέρι, ὅπως λέγουν στὴν πατρίδα μου. Τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὅπως κάθε πολίτευμα, εἶναι οἰκοδόμημα πολιτικὸν καὶ χρειάζεται χρόνον καὶ χρόνον μακρότατον διὰ νὰ στερεοποιηθῇ, καὶ πρέπει νὰ στερεωθῇ πρὶν ἢ παραδοθῇ εἰς τὴν δίνην τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀνταγωνισμῶν, πρὶν ἢ παραδοθῇ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν τόσον παραφόρων καὶ εὐμεταβλήτων ἁπλῶν Βουλῶν. Ὥστε ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι διατί ἡ Κυβέρνησις ἐπισπεύδει τὸ ἔργον αὐτὸ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ ἐγκαίρου θέσεως τῶν βάσεων αὐτοῦ. Τρίτος σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος, κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον, εἶναι ὅτι ἡ Γερουσία πρέπει νὰ ἀνανεοῦται τμηματικῶς διὰ νὰ ἐκφράζῃ τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ οὐχὶ τὴν στιγμιαίαν, τὴν δυναμένην ἐνδεχομένως νὰ ἐπηρεάζηται ἀπὸ πᾶσαν πλάνην καὶ παραφοράν, ἀλλὰ τὴν βούλησιν τοῦ Λαοῦ τὴν θετικωτέραν, τὴν ἐνσυνείδητον καὶ περιεσκεμμένην, ἥτις ἐκφράζεται ὅταν οὐχὶ συνολικῶς εἰς μίαν μόνην στιγμήν, ἀλλὰ τμηματικῶς, εἰς στιγμὰς διακεκριμένας, εἰς περιόδους διαφόρους, ἀπεχούσας κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀπ’ ἀλλήλων, καταρτίζεται. Ὅπως λοιπὸν εἶναι παραδεδεγμένον ὅτι ἡ Γερουσία πρέπει νὰ ἀνανεοῦται τμηματικῶς, οὕτως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει καὶ νὰ συντίθεται τμηματικῶς ὅταν τὸ πρῶτον συνιστᾶται. Αὐτὸ τοὐλάχιστον ἐπιβάλλει ἡ ἀναλογία καὶ συνακολουθία. Ὁ τρίτος σκοπὸς ὅθεν τοῦ ψηφίσματος, κατ’ ἐμέ, εἶναι ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐκλέξῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὴν τμῆμα τῆς ὅλης Γερουσίας, τῶν ἄλλων τμημάτων ἐκλεχθησομένων ὑπὸ τῶν διαδοχικῶν μεταγενεστέρων Βουλῶν, ἄν, ἐννοεῖται, γίνῃ δεκτὸν ὅτι ἡ Γερουσία ἐκλέγεται ἀπὸ τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὰ τοπικὰ Συμβούλια. Ἀλλ’ οὕτως ἐρχόμεθα εἰς τὸν τέταρτον σκοπὸν τοῦ ψηφίσματος, ὅστις εἶναι νὰ ἐκλέγεται ἡ Γερουσία μόνον ἀπὸ τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ τοπικὰ Συμβούλια. Αἱ ἀπόψεις μου λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι ὅμοιαι μὲ τὰς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως». Δὲν ζητῶ κατάρτισιν προσωρινῆς Γερουσίας, ἀλλὰ κατάρτισιν ὁριστικῆς τοιαύτης ἢ τοὐλάχιστον ἑνὸς τμήματος ἀπὸ τώρα ὁριστικοῦ, τῶν ἄλλων ἐκλεγησομένων ἀπὸ τὰς Βουλὰς αἱ ὁποῖαι θὰ ἔλθουν κατόπιν διαδοχικῶς. Δὲν ζητῶ ἐπίσης νὰ ψηφισθῶσι προσωριναὶ διατάξεις, ἀλλ’ ὁριστικαί· ζητῶ νὰ ἀνακηρυχθῇ εἷς κανὼν ὁ ὁποῖος νὰ περιληφθῇ εἰς θετικὴν καὶ ὁριστικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὁ κανὼν κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Γερουσία θὰ ἐκλέγεται ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων καὶ θὰ συντεθῇ καὶ θὰ ἀνανεοῦται τμηματικῶς. Νὰ τεθῇ μία γενικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία δὲν κάμνει ἐξαίρεσιν οὔτε ὑπὲρ τοῦ Σώματός μας οὔτε ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἐπελευσομένων Βουλῶν. Ὁ κανὼν αὐτὸς δὲν εἶναι πρωτότυπος. Εἶναι κανὼν ὁ ὁποῖος ἔχει γίνει δεκτὸς πολλαχοῦ θεωρητικῶς ἢ ἔχει ἀποτελέσει θετικὸν δίκαιον. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ἀνέφερε διάφορα παραδείγματα, ὅπως καὶ ὁ κ. Καραπαναγιώτης ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας. Εἰς αὐτὸ ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀναφερθῶ καὶ νὰ εἴπω ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτό, ὡς τὸ ἐδέχθη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, διότι τὸ ἀγγλικὸν ἔθνος εἶναι τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον παρήγαγε τὴν ἰδέαν τῆς Γερουσίας τῆς κοινοβουλευτικῆς — Γερουσία μὴ κοινοβουλευτικὴ ὑπῆρχε καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα —, διότι ἡ Ἀγγλία εἶναι τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο συνετέλεσε διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τελειοποίησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τοῦ ὁποίου, ὡς γνωστόν, ὑπῆρξε μήτηρ. Ἐπίσης ἀναφέρομαι εἰς τὸ παράδειγμα τῆς Ἑλβετίας, ὅπου αἱ ἐκλογαὶ γίνονται ἀπὸ τὰς Βουλὰς τῶν καθ’ ἕκαστον Κρατῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγίνετο τελευταίως εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἂν δὲ κατὰ τῆς Βουλῆς τῆς Ἀμερικανικῆς ἐρρίφθησαν πολλαὶ μομφαί, διὰ τὴν Γερουσίαν δὲν ἐλέχθη τίποτε τὸ μεμπτόν. Ἡ Γερουσία ἐλειτούργησε πάντοτε, ὅπως καὶ ὁ θεσμὸς τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν Συμβουλίων, ἄριστα καὶ ὑπῆρξαν πάντοτε ἀμφότερα οἱ κολῶνες τοῦ δημοκρατικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰ ξένα παραδείγματα καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἐγχώρια. Πρέπει λοιπόν, ὑποστηρίζω, ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ τῆς Γερουσίας — διότι ἄμεσον ἕως τώρα κανεὶς καὶ καμμία τῶν μερίδων τῆς Συνελεύσεως δὲν ἠξίωσεν, ἀλλ’ οὔτε ἁρμόζει εἰς ἕνα λαόν, ὡς ὁ ἰδικός μας, μόλις δημοκρατοποιηθέντα, ἀφοῦ ὁ ἀμερικανικὸς λαὸς μετὰ 150 ἐτῶν δημοκρατικὸν βίον μόλις τελευταίως παρεδέχθη τὴν ἄμεσον ἐκλογὴν — πρέπει, λέγω, ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν νὰ γίνεται διὰ τῶν Βουλῶν, ἐν γένει τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων, τμηματικῶς καὶ ὄχι διὰ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον διότι ἡ ἔμμεσος ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν εἶναι πολὺ σοβαρωτέρα πρᾶξις ἄλλης ἐμμέσου ἐκλογῆς. Ὅταν ὁ Λαὸς ψηφίζῃ τοὺς βουλευτὰς ἀναμφισβητήτως δίδει τὴν πλέον μεγαλυτέραν προσοχὴν ἢ τοὐλάχιστον τὴν πλέον μεγαλυτέραν ἀπὸ ὅσην δίδει ὅταν ψηφίζῃ τοὺς τοπικοὺς αὐτοῦ συμβούλους, ὅταν μᾶλλον παίζῃ ἢ ἀστειεύεται ἢ κάμνῃ τὸ κέφι του ἢ ἐνασκῇ τὴν ἰδιοτροπίαν του. Ἐκλογὴ λοιπὸν ἔμμεσος τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν εἶναι ἀπείρως σοβαρωτέρα τῆς ἐκλογῆς διὰ τοπικῶν Συμβουλίων. Ἄρα καὶ ἡ ἐκδήλωσις τῆς θελήσεως τῆς ἐθνικῆς δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου παρὰ διὰ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων εἶναι ἀπείρως γνησιωτέρα καὶ αὐτὴ μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ λαϊκὴ καὶ ὄχι ἡ ἄλλη ἡ διὰ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων. Δεύτερον ἐπιχείρημα: Οἱ βουλευταὶ οἱ αἱρετοὶ εἶναι ἔναντι τῶν τοπικῶν συμβούλων ἀπείρως καταλληλότεροι καὶ ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτῆρα καὶ ὡς πρὸς τὴν μόρφωσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν πεῖραν καὶ ὡς πρὸς τὴν γνῶσιν τῶν προσώπων, διὰ νὰ ἐκλέξουν τοὺς γερουσιαστάς. Ἂν οἱ βουλευταὶ ἐκλέγωσι τοὺς γερουσιαστάς, θὰ ἐκλέγωσι τοὺς καλυτέρους καὶ θὰ εἶναι οὗτοι κἄτι τι ἂν ὄχι ἐκλεκτὸν τοὐλάχιστον ὑποφερτόν, ἐνῷ, ἂν οἱ τοπικοὶ σύμβουλοι ἐκλέγωσι τοὺς γερουσιαστάς, αὐτοὶ δὲν θὰ εἶναι τίποτε περισσότερον παρὰ κἄτι τι πλέον ἀπὸ τὸ μηδέν. Τρίτον: Δὲν μπορεῖ νὰ ἐκλέγωνται οἱ γερουσιασταὶ ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς τοπικῆς διοικήσεως, διότι, ἂν ἐγίνετο τοῦτο, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ εἰς τὰ κόμματα τὰ γενικά. Ἂν οἱ τοπικοὶ σύμβουλοι, εἴτε νομαρχιακοὶ εἴτε κοινοτικοί, ἐξέλεγον τοὺς γερουσιαστάς, θὰ ἐξήσκουν προφανῶς μίαν ἐπιρροὴν τεραστίαν ἐπὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς, ἐπὶ τῶν γενικῶν κομμάτων. Ἀλλὰ τότε τὰ γενικὰ κόμματα, ἀνταποδίδοντα τὰ ἴσα, θὰ ἀνεμιγνύοντο εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν καὶ τότε θὰ ἐξήλειφον τὸ πνεῦμα τὸ τοπικὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διὰ νὰ εὐδοκιμῇ ἡ αὐτοδιοίκησις. Τὰ γενικὰ αὐτὰ κόμματα θὰ ἐχειροτέρευον καὶ θὰ ἔφθανον εἰς λεπτομερείας καὶ θὰ κατήρχοντο εἰς τὸν βόρβορον. Οὕτως εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπου ἐπιπλέον πολλαὶ ἐκλογαὶ γίνονται, ὅταν αἱ ἐκλογαί, γενικαὶ καὶ τοπικαί, ἔχουν ἀλληλοσυνδεθῆ διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τῶν τοπικῶν Βουλῶν, ὁ φανατισμὸς φθάνει εἰς τὸ ὑπέρτατον σημεῖον καὶ δυσχεραίνουν αἱ τοπικαὶ τὰς γενικὰς ἐκλογὰς καὶ αἱ γενικαὶ τὰς τοπικάς. Δι’ ὃ ἔγινε καὶ γίνεται σπουδαία κίνησις μεταρρυθμιστικὴ ἐκεῖ διὰ νὰ ἀπαλλαχθοῦν τοῦ κακοῦ. Ἂν δὲ ἐκεῖ προσεπάθησαν νὰ ἀνυψώσουν τὸν γενικὸν κομματισμὸν καὶ νὰ τὸν κάμουν γενικώτερον, ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀκόμη περισσότερον νὰ τὸ πράξωμεν ἐδῶ, ὅπου ὁ φατριασμὸς τοσοῦτον ἔχει ἐνταθῆ καὶ φθάνει μέχρι τῶν τελευταίων τοπικῶν Συμβουλίων. Ὁπωσδήποτε, διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν διὰ τῶν τοπικῶν Συμβουλίων οὔτε αὐτοδιοίκησιν θὰ ἔχωμεν οὔτε Γερουσίαν. Ἄλλο ἐπιχείρημα: Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς Γερουσίας ἀπὸ τὴν λειτουργίαν τῶν ὀργάνων τῆς αὐτοδιοικήσεως. Διατί; Διότι ἡ μὲν αὐτοδιοίκησις τῶν νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσθη, δὲν ἀπέδωσε καρποὺς καὶ δὲν δυνάμεθα συνεπῶς ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν ὅπως οἱ καρποὶ αὐτοὶ παραγάγουν ἄλλους καρπούς, νὰ ζητήσωμεν δηλαδὴ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄτοπον «ἀκόμη δὲν τὸν εἴδαμε, Γιάννη τόνε λέμε», διότι εἶναι κίνδυνος ἀπὸ τοὺς ἀγνώστους αὐτοὺς Γιάννηδες νὰ παραχθοῦν ἄλλοι Γιάννηδες, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἔχουν ἑνὸς κοκκόρου γνῶσιν· ὡς πρὸς δὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν τοπικῶν Συμβουλίων, αὕτη ἐφηρμόσθη, ἀπέτυχεν ὅμως οἰκτρῶς ὄχι διότι ἔπρεπε νὰ ἀποτύχῃ, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν πολεμικῶν καὶ ἐπαναστατικῶν περιστάσεων τὰς ὁποίας διῆλθεν ἡ Ἑλλὰς ἀφ’ ὅτου ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ περάσῃ χρόνος καὶ νὰ ἀγωνισθῶμεν ὅπως ἀποκαταστήσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν τοπικῶν Συμβουλίων εἰς τὰ μάτια τοῦ Λαοῦ ποὺ ἔχει καταπέσει τελείως. Πρέπει ταῦτα νὰ παράγουν καρποὺς καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπει οἱ καρποὶ αὐτοὶ νὰ παράγουν καὶ ἄλλους καρπούς, νὰ συντελέσουν δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν γερουσιαστῶν. Συνεστήθη ὡς πρὸς τοῦτο ἡ μίμησις τῶν ἐν Γαλλίᾳ γενομένων, ἤτοι νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ λειτουργία τῆς Γερουσίας ἐκ τῆς αὐτοδιοικήσεως, διότι ἐκεῖ αὐτὸ γίνεται. Ἀλλὰ τί κοινόν, ἐρωτῶ, ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γαλλίας ὡς πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν; Ἐν Γαλλίᾳ, ἀντιθέτως πρὸς ἡμᾶς, ἡ αὐτοδιοίκησις ἐφαρμόζεται ἀπὸ μακροτάτου χρόνου καὶ ἀπέδωκε καρπούς. Καὶ ἠγωνίσθη πρὸς τοῦτο καὶ ὁ λαὸς καὶ τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ τὰ δικαστήρια τὰ διοικητικά. Πέμπτον καὶ τελευταῖον ἐπιχείρημα, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι τὸ κοινῶς παραδεδεγμένον ὅτι ἡ Γερουσία εἶναι στοιχεῖον συντηρητικόν. Δι’ αὐτὸ ἡ ἀνανέωσις ἢ σύνθεσίς της ἡ ἀρχικὴ εἶναι τμηματική, δι’ αὐτὸ ἡ μακρὰ ὑπηρεσία τῶν γερουσιαστῶν, δι’ αὐτὸ ἡ προβεβηκυῖα ἡλικία τῶν γερουσιαστῶν καὶ τόσοι ἄλλοι ὅροι παραγωγικοὶ συντηρητικότητος. Ὅταν λοιπὸν ἡ Γερουσία εἶναι στοιχεῖον συντηρητικόν, προφανῶς θὰ εἶναι στοιχεῖον διασφαλιστικὸν τῆς Δημοκρατίας. Διότι δὲν ἔχομεν πλέον Βασιλείαν ὥστε νὰ συντηρῆται αὕτη διὰ τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ἔχομεν Δημοκρατίαν, ἥτις καὶ μόνον ἐνισχύεται ὑπ’ αὐτῆς ἠθικῶς. Λέγω ἠθικῶς, καὶ ὄχι νομικῶς, διότι νομικῶς νομίζω ὅτι θὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ παλαιά, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία μεταβολὴ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ Σωμάτων ἀντιπροσωπευτικῶν οὐδεμία μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος γίνεται ἢ ἔγινέ ποτε, ἀλλὰ μόνον δι’ ἐπαναστάσεων. Ἠθικῶς λοιπὸν ἐξασκεῖ ἐπιρροὴν ἡ Γερουσία εἰς ἐνίσχυσιν τῆς Δημοκρατίας, διότι νομικῶς ἅμα ψηφισθῇ ἡ ἄνω διάταξις κάθε στοιχεῖον, κάθε πολίτης, καὶ ὁ τελευταῖος ἀκόμη, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διασφαλίζῃ καὶ ὑπερασπίζῃ τὴν Δημοκρατίαν. Ἀλλ’ ὅπως κάθε παράγων, ὅπως κάθε πολίτης ἠμπορεῖ νὰ ἀσκήσῃ μίαν ἐπιρροὴν ἠθικὴν καὶ δώσῃ ὤθησιν εἰς βιαίαν τινὰ ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, οὕτω καὶ ἡ Γερουσία εἶναι προωρισμένη νὰ πράττῃ τὸ ἀντίθετον, νὰ εἶναι τὸ ἀντίρροπον ὅλων τῶν τάσεων αὐτῶν, καὶ ἰδίᾳ τῆς πρώτης Βουλῆς καὶ τῆς παντοδυναμίας αὐτῆς, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν δρᾶσίν της τὴν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς δράσεως αὐτῆς πρὸς ὑπέρβασιν ἢ πρὸς παραβίασιν τοῦ πολιτεύματος. Εἶναι λοιπὸν προφανῶς ἠθικὸν στήριγμα τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐν γένει τοῦ καθεστῶτος ἡ Γερουσία. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι πληρεξούσιοι, τοιοῦτος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς Γερουσίας, ἐρωτῶ· ποῖος θὰ ἐκλέξῃ αὐτήν; Ἀναμφισβητήτως ἡ γενικὴ θέλησις, ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον ἀναμφισβητήτως ἡ θέλησις τοῦ Λαοῦ ἡ συντακτική, ἡ βούλησις τοῦ Λαοῦ ἡ ἐγκαθιδρύσασα τὴν Δημοκρατίαν. Ἀλλὰ τὴν θέλησιν αὐτὴν ποῖος ἄλλος ἀντιπροσωπεύει παρὰ ἡμεῖς, ἡ Συνέλευσις; Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν θὰ ἦτο παραφροσύνη ἡμεῖς, ἡ Συνέλευσις, οἱ κληθέντες, οἱ ἐνταλθέντες καὶ ἔχοντες τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκλέξωμεν τὴν Γερουσίαν καὶ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν — τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐπράξαμεν — καὶ νὰ διασφαλίσωμεν αὐτήν, νὰ μὴ ἐξασκήσωμεν τὴν ἠθικὴν ἐπιρροήν μας εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Γερουσίας, διασφαλιστικῆς οὔσης τῆς Δημοκρατίας; Καὶ πρέπει, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ σπεύσωμεν νὰ ἐξασκήσωμεν αὐτὴν τὴν ἐπιρροὴν καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Γερουσίαν, διότι δυστυχῶς τινὲς μεταξὺ ἡμῶν ἤρχισαν νὰ διδάσκουν καὶ νὰ λέγουν—δημιουργοῦντες οὕτως ὅρους δυσμενεῖς διὰ τὴν διατήρησιν τῆς Δημοκρατίας — ὅτι «ἠξεύρετε, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ νικήσωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς — καὶ εἰς τοῦτο ἔχουν δίκαιον — διότι ἂν τύχῃ καὶ ἔλθῃ ἀντιδραστική τις κατὰ πλειονοψηφίαν Βουλή, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, πάγει ἡ Δημοκρατία πανηγυρικῶς θ’ ἀνατραπῇ». Λησμονοῦν ὅμως οὗτοι, οἱ κατὰ τὰ ἄλλα ἀξιοσέβαστοι καὶ ἀκολουθητέοι καὶ διὰ τὴν πεῖραν, τὴν μόρφωσιν, τὴν ἀξίαν καὶ τὸν χαρακτῆρά των, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἀντίθετα παραδείγματα καὶ ἀντίθετοι ἀποφάσεις καὶ διαθέσεις τῶν πλέον ἁρμοδιωτέρων. Θὰ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάγω μακρυὰ θὰ ὑπάγω εἰς τὰ Κωνσταντινικά. Ὁ Κωνσταντῖνος εἰς τὰ 1915 μὲ τὴν κλίκαν αὑτοῦ τὴν ἀπόλεμον τί ἔκαμεν. Ἀντετάχθη εἰς δύο Βουλὰς καὶ οὐχὶ διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ διὰ νὰ παραβιάσῃ καταφώρως αὐτὸ ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Καὶ ἐπέτυχε, κύριοι, ἐν τούτῳ, ἐπέτυχεν ἀντιτάξας ὄχι θάρρος — διότι θάρρος δὲν εἶχεν ἡ ἀπόλεμος κλίκα — ἀλλ’ ἀντιτάξας θράσος. Ἐπέτυχεν ὅμως, ἀδιάφορον ἂν ἐνίκησαν οἱ Σύμμαχοι ὕστερον καὶ ἐξεδιώχθη οὗτος καὶ κατεστράφη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ ἐξεδιώχθη πάλιν, τελικῶς πλέον. Ἀλλ’ ὅταν ἐκεῖνοι ἀντέταξαν θράσος πρὸς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος κατάφωρον καὶ ἐπὶ σκοπῷ καταστροφῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν θὰ ὑπάρξουν παρ’ ἡμῖν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι πρόθυμοι νὰ ἀντιτάξουν θάρρος πραγματικὸν πρὸς ἄμυναν τῆς Δημοκρατίας; Ἀναμφισβητήτως, κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπῆρχον πάντοτε καὶ ὑπάρχουν ἄπειροι ἰδεολόγοι ἐν τῷ πλευρῷ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν διάθεσιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ χύσωσι καὶ αὐτὸ τὸ αἷμά των ὅπως ὑπερασπίσωσι καὶ τὰ δίκαια τῆς Πατρίδος, ἀλλὰ καὶ τὰς βάσεις τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα). Καὶ βεβαίως θὰ τὸ χύσωσι καὶ θὰ ἐπιτύχωσιν. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτύχωσι, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ χειραφετηθῶσιν, ὅπως ἐχειραφετήθησαν ἀπὸ τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν ἁπάντων ἐν τῇ ἀμύνῃ ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος, διότι κατὰ τὰ ἄλλα, μολονότι ἀνεξάρτητος, πολλάκις συνέστησα νὰ ἀκολουθῶνται οἱ ἀρχηγοί, διότι ἔχομεν παράδειγμα τὸ τί μᾶς συνέβη μὲ τὸν μέγαν Βενιζέλον. Ὑπῆρξεν οὗτος ἀναμφισβητήτως μέγας καὶ μεγάλα κατώρθωσεν, ἀλλὰ διότι ὅτε ἦτο ἐδῶ εἶχεν ἀπορροφήσει τὰ πάντα, ὅταν ἔφυγε, κανεὶς δὲν ἦτο ἕτοιμος ὅπως ἀντιστρατευθῇ κατὰ τῆς καταστροφῆς. Παρεσκευάσθη μὲν ἄμυνά τις, ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ ἀργά, ὥστε μόλις τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐσταμάτησε τὴν καταστροφήν· δὲν ἠδυνήθη νὰ προλάβῃ αὐτήν.
§180Π. ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Καὶ τώρα ποὺ ἔπαυσε νὰ τὰ ἀπορροφᾷ πηγαίνομεν καλύτερα;
§181Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν παρουσιάσθη ἔκτοτε περίπτωσις ἀμύνης τοῦ πολιτεύματος. Πρέπει λοιπὸν νὰ χειραφετηθῶσιν, ὅπως καὶ ἐχειραφετήθησαν, οἱ ἰδεολόγοι οὗτοι, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργήσουν μίαν Γερουσίαν ἐκλεκτὴν ὄχι μόνον ὑπὸ ἔποψιν πείρας καὶ ἱκανότητος, ἀλλ’ ἰδίως ὑπὸ ἔποψιν θάρρους, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν οἱ γερουσιασταὶ ὄχι μόνον διὰ τοῦ λόγου ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ἔργων νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν Δημοκρατίαν. Νὰ δημιουργήσωσι δηλαδὴ μίαν Γερουσίαν ἐκλεκτήν, ἡ ὁποία ἔχουσα ὑπὲρ αὑτῆς ἕνα Πρόεδρον πιστὸν καὶ ζωηρὸν καὶ θαρραλέον καὶ παραπλεύρως ἕνα Στρατὸν καὶ Λαὸν δημοκρατικὸν θὰ κάμῃ ὥστε πᾶσα φύσις ἄπατρις καὶ ἀντιδραστικὴ ὄχι μόνον νὰ μὴ τολμᾷ νὰ ἀντιδράσῃ, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ διανοηθῇ τοῦτο. (Χειροκροτήματα). Αὐτά, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶχον νὰ εἴπω διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν πρότασιν ὅπως εἰς τὸ ψήφισμα προστεθῇ διάταξις ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν γερουσιαστῶν θὰ γίνεται ἀπὸ τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα καὶ ὅτι τώρα τὸ ἓν τμῆμα αὐτῆς θὰ ἐκλέξῃ ἡ Συνέλευσις καὶ τὰ ἄλλα θὰ ἐκλεγῶσιν ἀπὸ τὰς Βουλὰς τὰς μεταγενεστέρας, διὰ νὰ ἐναλλαγῶσι βραδύτερον ὑπὸ τῶν ἄλλων. Αὐτὸ ἐδέχθη καὶ τὸ ἀγγλικὸν ἔθνος διὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ὑπὸ τὸν λόρδον Μπράϊς.
§182ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε πότε θὰ λειτουργήσῃ;
§183Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δύναται καὶ ἀμέσως, δύναται καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως. Ἐμὲ δὲν ἐνδιαφέρει ὁ ἀριθμὸς οὔτε ἂν θὰ εἶναι μέσα ἐξωκοινοβουλευτικοί. Τίθεται ἕνας γενικὸς κανὼν ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐξ ἴσου δι’ ὅλα τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, ἀκόμη δὲ καλύτερον, ἂν θέλετε, ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκλέξῃ τὰ ⅔, ὥστε νὰ ἐξασκήσῃ, ὡς εἶναι συμφέρον δημοκρατικόν, μεγαλειτέραν ἐπιρροὴν καὶ ἀριθμητικὴν καὶ ἠθικήν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν πρότασιν ἀκόμη ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξασκήσῃ μίαν ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Γερουσίας. Οὕτω θὰ καταρτισθῇ μία Γερουσία ὑποδειγματικὴ καὶ θὰ δημιουργηθῇ μία παράδοσις. Καὶ πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Λαὸν ὑποδείγματα τοιαῦτα καὶ δημιουργήσωμεν παραδόσεις, ὑποδείγματα Λυκούργεια, παραδόσεις ἀγγλικάς. Τότε ὁ θεσμὸς αὐτός, ὅσον καὶ ἂν τροποποιηθῇ βραδύτερον ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἀμεσωτέρας ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν, θὰ κρατηθῇ ὑψηλὰ ὑπὸ τοῦ Λαοῦ καὶ θὰ διατηρηθῇ ἰσχυρῶς καὶ δὲν θὰ ἀνατραπῇ, ὡς ἄλλοτε ἀνετράπη ὡς πύργος χάρτινος.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§185Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ ταχθέντες ὑπὲρ τοῦ ἀμέσου καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας ὑπεστήριξαν ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ ἄμεσος οὗτος καταρτισμὸς καὶ διότι ταχίστη καὶ ἐπείγουσα ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς καλυτέρας παρασκευῆς τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ διότι διὰ τοῦ ἀμέσου καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας θέλει ἐπιτευχθῆ ἀπὸ τοῦδε, ἔν τινι κλίμακι, ἡ τόσον ποθητὴ εἰς ὅλους συμφιλίωσις, ἀλλὰ καὶ διότι, καὶ πρὸ παντὸς ἴσως, διὰ τοῦ ἀμέσου καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας θέλει ἀπὸ τοῦδε δημιουργηθῆ εἷς θεσμός, ἓν ἔρεισμα ἰσχυρὸν διασφαλίζον τὸ δημοκρατικὸν ἡμῶν καθεστὼς κατὰ πάσης ἐνδεχομένης κατ’ αὐτοῦ ἀντιδράσεως, ἔρεισμα καὶ θεσμὸς ἐντελῶς ἀνάλογος πρὸς τοὺς θεσμοὺς τοὺς ὁποίους ὅλα τὰ νεοπαγῆ πολιτεύματα ἐδημιούργησαν διὰ νὰ διασφαλίσουν ἑαυτὰ ἀπὸ τῶν ἀντιδράσεων ἐκείνων τὰς ὁποίας εἰς πᾶσαν Χώραν καὶ ἐποχὴν ἐγέννησεν ἡ ἐγκαθίδρυσις τῶν νέων πολιτευμάτων. Πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν τούτων, κύριοι πληρεξούσιοι, ὑποστηρίζεται ὅτι δέον νὰ καταρτισθῇ ἀμέσως ἡ Γερουσία διὰ τῆς ἐκλογῆς ἢ τοῦ διορισμοῦ, ἂν θέλετε, τῶν γερουσιαστῶν ἁπάντων ὑπὸ τῆς παρούσης Συνελεύσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ διαφωνήσω ριζικῶς πρὸς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν ταύτην, καὶ διότι φρονῶ ὅτι οὐδένα τῶν σκοπῶν οὓς τάσσομεν διὰ τοῦ ἀμέσου καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας θέλομεν ἐπιτύχει, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ἐπίσης ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν πρόκειται νὰ καταρτισθῇ ἀμέσως ἡ Γερουσία εἶναι τρόπος ἐντελῶς καινοφανής, ἀντιτιθέμενος ἄρδην καὶ πρὸς τὰς λαϊκὰς βάσεις τοῦ δημοκρατικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος καὶ πρὸς τὰς λαϊκὰς βάσεις τοῦ κρατοῦντος παρ’ ἡμῖν ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος. Δύναται, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἐπέλθῃ ἡ καλυτέρα παρασκευὴ νόμων διὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς Γερουσίας; Ἀσφαλῶς ναί, ἀλλὰ τότε μόνον, ἰσχυρίζομαι, ὅταν τὸ ποιὸν καὶ ἡ σύστασις τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ᾖ ἀλλοία ἀπὸ τὴν σύστασιν καὶ τὸ ποιὸν τοῦ πρώτου νομοθετικοῦ σκέλους. Ἂν ἡ προέλευσις, ἡ μόρφωσις, αἱ ἀντιλήψεις καὶ αἱ ἰδέαι τῶν γερουσιαστῶν εἶναι αἱ αὐταὶ μὲ τὴν μόρφωσιν, τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὴν προέλευσιν τῶν πληρεξουσίων, τότε οὐδεμίαν σοβαρὰν βελτίωσιν θὰ δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν καλυτέραν παρασκευὴν τῶν νόμων. Καὶ διὰ τοῦτο ὅπου εἰσήχθη ὁ θεσμὸς οὗτος τῆς Γερουσίας ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας νὰ εἶναι διάφορος τῆς συστάσεως τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ σκέλους, τῆς Βουλῆς, ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε κατὰ κανόνα τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως καὶ τὸ πνεῦμα τῆς βραδείας ἐξελίξεως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πρῶτον Νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον, εὑρισκόμενον εἰς ἀμεσωτέραν ἐπαφὴν μὲ τὰ ρεύματα τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἐκπροσωπεῖ κατ’ ἀνάγκην τὴν πρόοδον καὶ τὴν τάσιν πρὸς τὴν ταχεῖαν ἐξέλιξιν. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο τούτων ἀντιρρόπων δυνάμεων ἐπέρχεται ἡ ἀναγκαία ἰσορρόπησις πρὸς διασφάλισιν κανονικῆς ζωῆς εἰς τὰ Κράτη. Ἰσχυρίζομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι διὰ τῆς διχοτομήσεως τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ὡς προτείνεται, δὲν μέλλει νὰ καταρτισθῇ Γερουσία διαφέρουσα οὐσιαστικῶς κατὰ ποιὸν ἀπὸ τὸ ποιὸν τῆς παρούσης Συνελεύσεως· διότι «δυοῖν θάτερον»· ἢ οἱ ἀριστεῖς τοῦ πνεύματος, τῆς ἐπιστήμης, τῶν ἐπαγγελματικῶν καὶ ἐργατικῶν τάξεων εἶναι ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ τότε διὰ τῆς παρουσίας αὐτῶν ἐνταῦθα συμβάλλουν βεβαίως εἰς τὴν ἀρτίαν παρασκευὴν τῶν νόμων ἤ, ἀντιθέτως, δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, ὁπότε ὁ διορισμὸς αὐτῶν ὡς μελῶν τῆς Γερουσίας οὐδαμῶς θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ σκέλους, δέχομαι δὲ ὅτι μεταξὺ ἡμῶν εὑρίσκονται οἱ ἀριστεῖς οὗτοι τοῦ πνεύματος καὶ συνεπῶς τοῦτο καὶ μόνον θὰ συμβάλῃ βεβαίως εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ καλυτέραν παρασκευὴν τῶν νόμων. Ἀλλ’ ὑφίσταται ἆρά γε σήμερον ἡ ταχεῖα καὶ ἄμεσος ἀνάγκη τῆς καλυτέρας ταύτης παρασκευῆς τῶν νόμων; Δὲν γνωρίζω, κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος χωρίζει ἡμᾶς ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς θὰ εἶναι βραχὺς ἢ μακρός· ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι ὁ νομοθετικὸς ὀργασμὸς εἰς ὃν διετελέσαμεν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὰ προγενέστερα, ὁ νομοθετικὸς ὀργασμὸς εἰς ὃν διετελέσαμεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἰδίᾳ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ὑπῆρξε τοιοῦτος, ὥστε κοινὴ ἀντίληψις νὰ διαμορφωθῇ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ὅτι τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον, ὅστις μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὰς ἐκλογάς, δέον νὰ καταναλώσωμεν κυρίως εἰς τὸ συντακτικὸν ἡμῶν ἔργον, ὡς καὶ ὅτι, ἂν νομοθετήσωμεν, θὰ νομοθετήσωμεν μόνον, ὅταν θὰ πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῆς φύσεως καὶ ἐπειγούσης νομοθετικῆς ἀνάγκης. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ συντακτικὸν ἡμῶν ἔργον οὐδεμία ἀντίρρησις ἐγείρεται ὅτι εἴτε ὑπάρχει Γερουσία εἴτε δὲν ὑπάρχει θὰ ἐπιτελέσωμεν τοῦτο καὶ τὰ δύο Σώματα ἡνωμένα εἰς Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἰσχυρίζομαι, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς ταχίστης ὑπάρξεως δύο Νομοθετικῶν Σωμάτων, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὑπάρχει ἀνάγκη μὴ ὑπάρξεως Γερουσίας προκειμένου περὶ ἐξαιρετικῶς ἐπειγούσης φύσεως νομοθετημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ ὕπαρξις τῆς Γερουσίας θ’ ἀπετέλει μίαν ἀδικαιολόγητον ἐπιβράδυνσιν διὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, τὸν σκοπὸν αὐτὸν τὸν ἀμφίβολον, τῆς καλυτέρας παρασκευῆς τῶν νόμων, σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν ἅπαντες οἱ προαγορεύσαντες, σκοπὸν ὅστις διετυπώθη καὶ εἰς τὸ ψήφισμα καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ, ὑπεστηρίχθη ὅτι πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἢ τὸν διορισμόν, ἂν θέλετε, τῶν γερουσιαστῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Συνελεύσεως. Τοῦτο εἶναι καινοφανές, διότι, ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον ἐγὼ γνωρίζω, οὐδαμοῦ ὑφίσταται παράδειγμα διχοτομήσεως εἰς δύο Βουλὰς ἑνὸς Σώματος. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀναφέρω, στηριζόμενος εἰς ὅσα εὑρίσκονται εἰς τὰ συγγράμματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀντλῶ καὶ ἐγώ, ὡς καὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, τὰ παραδείγματα ταῦτα, ὅτι μόνον ἡ Οὑγγαρία κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 17ου αἰῶνος ἐδιχοτομήθη εἰς δύο Σώματα. Ἀνέφεραν τὸ Βέλγιον, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γνωρίζει πολὺ καλῶς ὅτι τὰ ⅚ τῆς Γερουσίας τοῦ Βελγίου ἐκλέγονται διὰ τῶν ἀμέσων ἐκλογῶν κατὰ σύστημα ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκλέγονται οἱ βουλευταί, μόνον δὲ τὸ ⅙ ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν Γερουσίαν τοῦ Βελγίου. Ἀνέφεραν καὶ τὴν Πολωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις ἡ ἐκλογὴ τῆς Γερουσίας εἶναι ταυτόσημος μὲ τὸ σύστημα τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὴν Τσεχοσλοβακίαν. Μᾶς ἐνδιαφέρουν δὲ τὰ δύο ταῦτα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα λησμονοῦν διὰ νὰ ἐνθυμηθοῦν τὴν Ἀγγλίαν, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ὁ καθορισμὸς τοῦ τρόπου τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Γερουσίας. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι γνωστὸν ὅτι ὀλίγοι βουλευταί, ἐλάχιστον ποσοστόν, 71, μὴ ὑπερβαῖνον τὸ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν γερουσιαστῶν, διωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Γερουσίας, τῶν λοιπῶν γερουσιαστῶν ἐκλεγομένων ἀμέσως ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ τρόπος αὐτὸς ἐθεωρήθη ἀντιτιθέμενος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἰσχύοντος ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος ἐν Γαλλίᾳ, μετὰ 10 ἔτη ὁ νόμος ἀνετράπη, καταργηθέντος τοῦ θεσμοῦ τῶν ἰσοβίων γερουσιαστῶν. Τί παραμένει ἐξ ὅλων τῶν Κρατῶν; Παραμένει ἡ Ἀγγλία. Κύριοι, ἰσχυρίζομαι ὅτι οἱ ἐπιχειροῦντες νὰ πείσωσι τὴν Συνέλευσιν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὑπὸ τὸν Brice Ἐπιτροπὴ τοῦ 1918 ἐπρότεινε τὸν διορισμὸν μέρους τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, θὰ ἔδει καὶ ἡμεῖς νὰ πράξωμεν τὸ αὐτό, θὰ ἦτο τὸ ἴδιον ὡς ἂν μᾶς ἐπρότεινον νὰ διορίζωνται οἱ γερουσιασταὶ ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, διότι τοῦτο γίνεται καὶ σήμερον εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, οὐδεμία σχέσις ὑφίσταται ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων ἐν Ἀγγλίᾳ μὲ τὰ ἐδῶ συμβαίνοντα. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῆς Γερουσίας ἐξηπλώθη εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν βεβαίως, ἀλλὰ τὰ Κράτη αὐτὰ διέπλασαν αὐτὸν ἐπὶ ἀλλοίων βάσεων. Ἱστορικὴ ἀνάγκη, ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ ἀριστοκρατικοῦ στοιχείου, ἐδημιούργησε τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τῶν δύο Βουλῶν ἐλήφθη ἀπὸ τὰ ἄλλα Κράτη ἐξ Ἀγγλίας, ἀλλὰ διεπλάσθη σύμφωνα πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ὅρους τῆς ζωῆς ἑκάστου Κράτους, ἡμεῖς δὲ πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸν θεσμὸν διαπεπλασμένον ὑπὸ συνθήκας ἀναλόγους πρὸς ἐκείνας αἵτινες ἐπιβάλλουν σήμερον τὴν ὕπαρξιν παρ’ ἡμῖν τῆς Γερουσίας. Εἶναι γνωστόν, ὅσον ἀφορᾶ τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι ὁ πολιτικὸς βίος αὐτῆς διεπλάσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τριῶν στοιχείων, τοῦ Βασιλέως, τῆς ἀριστοκρατίας καὶ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Κύριοι πληρεξούσιοι, σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ οὐσιαστικῶς ὑφίσταται μία καὶ μόνον Βουλή, ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων. Ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων σχεδὸν δὲν ὑφίσταται, δὲν ὑφίσταται ἰδίᾳ μετὰ τὸ Parliament Act τοῦ 1911 παρὰ μόνον ὡς ἀνώτατον δικαστήριον, δὲν ὑφίσταται διότι ἐλάχιστοι λόρδοι παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει κἂν ἀνάγκη ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, διότι ὁ Ἄγγλος εἶναι νηφάλιος, ἡ Κοινὴ Γνώμη ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι ἀνεπτυγμένη, ὥστε οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ἡ ἀπορρόφησις τῶν ἐξουσιῶν ὑπὸ ἑνὸς Σώματος εἶναι κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι ἐλάχιστα πρόκειται νὰ ἐμφανισθῶσιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἀσφαλῶς τὸ ἀγγλικὸν πολίτευμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἂν δὲ πρόκειται νὰ διαπλάσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, θὰ τὸν διαπλάσωμεν στηριζόμενοι εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα εἰς ἃ ὑφίσταται ὁ θεσμὸς οὗτος διὰ λόγους πολιτικούς, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, καὶ εἰς τὰ νεώτερα Κράτη, τὴν Πολωνίαν καὶ τὴν Τσεχοσλοβακίαν, τὰ ὁποῖα διέπλασαν διὰ πρώτην φορὰν τὸν θεσμὸν τοῦτον. Ποῖα αἴτια ἐδημιούργησαν παρ’ ἡμῖν τὴν ἀνάγκην τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας; Ἡ πεῖρα τῆς τελευταίας δεκαετίας, κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίοδον αὐτῆς ὑπὸ δικτατωρίαν πρωθυπουργικὴν καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς περιόδου αὐτῆς ὑπὸ δικτατωρίαν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Καὶ ἂν ἡ πρώτη δικτατωρία ὡδήγησεν ἡμᾶς μέχρι τῆς Ἁγίας Σοφίας, ἡ δευτέρα μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὸν ὄλεθρον καὶ τὴν καταστροφήν. Τὸ συμπέρασμα ὅπερ προκύπτει ἐκ τῆς πείρας ταύτης εἶναι τοῦτο, ὅτι μόνον εἰς τὰ κεκερασμένα πολιτεύματα, μόνον εἰς τὰ πολιτεύματα ἐκεῖνα εἰς ἃ ὑπάρχει ἰσορροπία τῶν ἐξουσιῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι πολιτικαὶ ἐλευθερίαι καὶ μόνον δι’ αὐτῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς τὴν Χώραν ταύτην ὁμαλὸς πολιτικὸς βίος. Καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ πεῖρα αὐτὴ εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ διασφαλίσωμεν τὸ νέον πολίτευμα, οὕτως ὥστε νὰ ἀποφύγωμεν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀπορροφήσῃ ἡ μία ἐξουσία τὴν ἰσχὺν τῶν δύο ἑτέρων. Καὶ ἐφόσον δημιουργοῦμεν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ἀπεψιλωμένον πάσης δυνάμεως — καὶ πολὺ ὀρθῶς — εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀντιθέτως νὰ μεριμνήσωμεν, ὥστε νὰ περιορίσωμεν τὴν παντοδυναμίαν τοῦ πρώτου Νομοθετικοῦ Σώματος διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ σκέλους. Ὁ τρόπος ὅθεν τὸν ὁποῖον προτείνουσι διὰ τὸν ἄμεσον καταρτισμὸν τῆς Γερουσίας εἶναι καινοφανής, ὡς ἀπέδειξα προηγουμένως. Ἀλλ’ ἔστω, ὡς ὀρθῶς ὁ κ. πληρεξούσιος Λέσβου ἰσχυρίσθη, ἐφόσον ἔχομεν συντακτικὸν δικαίωμα, δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὰ πάντα. Δυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν καὶ τὸ τέκνον τοῦτο τῆς παρούσης Ἐθνοσυνελεύσεως, διορίζοντες ἅπαντας τοὺς γερουσιαστάς. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ εἶχον εἰς τοῦτο ἀντίρρησιν, διότι ὅσα προηγουμένως ἐλέχθησαν εἶναι ἴσως θεωρίαι μηδεμίαν ἔχουσαι ἀξίαν, δὲν θὰ εἶχον, λέγω, ἀντίρρησιν, ἂν διὰ τοῦ ἀμέσου καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας ἐπετυγχάνοντο, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, οἱ πολιτικοὶ σκοποὶ τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν. Καὶ πρῶτος ἐκ τῶν σκοπῶν αὐτῶν εἶναι νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν συμφιλίωσιν διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν Γερουσίαν αὐτὴν καὶ πολιτῶν οἱ ὁποῖοι δὲν μετέχουσιν εἰς τὸ σημερινὸν Κοινοβούλιον. Ὅπως καὶ εἰς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τῆς ἐκθέσεως τοῦ ψηφίσματος, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ μόνον θὰ περιορισθῶ, διότι ἂν ἤθελον νὰ εἰσέλθω εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρηματολογίας αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ὁμολογῶ ὅτι θὰ σᾶς ἀπησχόλουν ὑπὲρ τὸ δέον, πλὴν δὲ τούτου καὶ θὰ ἐξηρχόμην τοῦ θέματος, ὅπως εἰς τὴν ἐπιχειρηματολογίαν, λέγω, τῆς ἐκθέσεως ἐξέθηκεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι σκόπιμος ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ προσώπων ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, διότι διευκολύνει τὴν συνεργασίαν τῶν κομμάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπέσχον κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ διαπνέονται ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ συμβάλουν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου. Καὶ ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» τὰ διάφορα συστήματα πρὸς συμφιλίωσιν. Δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ψέξω οἱανδήποτε τάσιν πρὸς συμφιλίωσιν, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι οἱαδήποτε ροπὴ πρὸς συμφιλίωσιν, ὅταν στρέφεται αὕτη εἰς τὰ στελέχη τὰ κομματικά, εἶναι ματαία καὶ προωρισμένη εἰς ἀποτυχίαν. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ πόθος πρὸς τὴν συμφιλίωσιν ὑφίσταται παρὰ μόνῳ τῷ λαῷ, ὅτι ἡ συμφιλίωσις ἐπῆλθε πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχήν. Ὁ λαὸς κεκμηκὼς ἀπὸ τὸν κάματον τόσης δόξης, ἀλλὰ καὶ τόσης φθορᾶς, οὐδὲν ἕτερον ζητεῖ σήμερον ἢ πῶς νὰ ζήσῃ ἥσυχος ὑπὸ μίαν καλὴν διοίκησιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε τὸ ἀτύχημα αὐτό, νὰ εἶναι αὐτὸς ἀκόμη ἁγνὸς καὶ ἄδολος, νὰ ἔχῃ ὅμως στελέχη ἐν πολλοῖς ἐφθαρμένα. Τί περιμένετε τείνοντες καὶ πάλιν ἐπαίτιδα τὴν χεῖρα πρὸς τὰ κομματικὰ στελέχη τοῦ ἀντιπάλου κόσμου; Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε συνεκινήθησαν οὔτε ὅτε ἐφθάνομεν εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἐθνικῶν ὀνείρων οὔτε πρὸ τῆς μεγάλης ἐθνικῆς μας συμφορᾶς. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ γνωρίζουσι καὶ σήμερον πόσαι καταστροφαὶ ἀπειλοῦσι τὸν δυστυχῆ τοῦτον τόπον, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ διαίρεσις καὶ ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός, δὲν διστάζουσι νὰ θέτωσι καὶ σήμερον ἀκόμη ὡς προμετωπίδα τοῦ πολιτικοῦ των ἀγῶνος τὸ μῖσος καὶ τὴν διαίρεσιν, εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέποντες, πῶς νὰ ἐξέλθωσι νικηφόροι εἰς τὰς ἐκλογάς, διότι περὶ τούτου καὶ μόνον ἐνδιαφέρονται. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ποίαν συμφιλίωσιν ἢ ποίαν συνεργασίαν στελεχῶν περιμένετε; Ἀλλ’ ἔστω, κύριοι, δὲν θὰ συμμετάσχῃ ὁ ἀντίπαλος κόσμος εἰς τὴν Γερουσίαν, εἶναι τοῦτο κοινὸν μυστικὸν πλέον. Ἀλλὰ λέγετε ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι διὰ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῆς Γερουσίας θὰ δημιουργήσωμεν τὴν ἀκρόπολιν τῆς Δημοκρατίας, θὰ δημιουργήσωμεν τὴν Γερουσίαν ἀπὸ τοῦδε καθ’ ὃν τρόπον συνιστᾶται ἡ Γερουσία, ὡς ἐπρότεινεν ὁ λόρδος Μπράϊς διὰ τὴν Ἀγγλίαν, ὡς γίνεται ἴσως καὶ εἰς τὴν Νορβηγίαν, ὅπως ἀνεκάλυψεν ὁ κ. Μπακόπουλος. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γερουσίας ταύτης, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ, ἂν ἡ πολιτική της δύναμις, ἂν ἡ νομοθετική της δύναμις θὰ εἶναι ἴση ἢ δὲν θὰ εἶναι ἴση πρὸς τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ποτὲ ὅτι τὸ δεύτερον τοῦτο Σῶμα θὰ δύναται ἢ δὲν θὰ δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος ἴσον πρὸς τὸ τοῦ πρώτου πολιτικοῦ Σώματος. Δέον δὲ τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ εἶναι κατὰ τοιοῦτον τρόπον συντεθειμένον, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ τὸ κῦρος τοῦτο παρὰ τῷ λαῷ. Καὶ ἐφόσον ἔγινε μνεία τοῦ λόρδου Μπράϊς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἓν ἀπόφθεγμα τοῦ αὐτοῦ Μπράϊς, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον πλέον ἀξίωμα τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης ἡ δημιουργία δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος ἴσου εἰς κῦρος μὲ τὸ πρῶτον Νομοθετικὸν Σῶμα πρὸς μετριασμὸν τῶν τάσεων ἃς πάντοτε ἔχουσι τὰ μονομερῆ Σώματα εἰς τὸ νὰ καθίστανται αὐθαίρετα καὶ ὁρμητικά. Τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας τὸν εἴχομεν καὶ ἄλλοτε παρ’ ἡμῖν, καὶ ἂν κατηργήθη, κατηργήθη διότι ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν γερουσιαστῶν, ὁ διορισμὸς αὐτῶν ὑπῆρξε τρόπος ἀντιπαθητικός. Ὁ διορισμὸς δὲ καὶ σήμερον τῶν μελῶν τῆς Γερουσίας ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως θὰ ἦτο πάντως μία ἐκδήλωσις μιᾶς αὐθαιρεσίας κατὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Συνηθίσαμεν νὰ ὁμιλῶμεν πάντοτε ὅτι εἴμεθα ὡς Ἐθνοσυνέλευσις παντοδύναμοι, ἀλλὰ δὲν συνηθίσαμεν νὰ ὁμιλῶμεν καὶ περὶ τῶν εὐθυνῶν μας, ἰσχυρίζομαι δὲ ὅτι εὐθύνας ἔχομεν καὶ εὐθύνας ἀποδίδομεν μόνον ὅταν βαπτιζώμεθα εἰς τὸ βάπτισμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὰς εὐθύνας δὲ αὐτὰς ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδώσωμεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅταν ἐμφανισθῶμεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Πᾶς ὅστις θέλει νὰ παρατείνῃ τὸν βίον ἡμῶν πέρα τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ παραταθῇ δὲν κάμνει ἄλλο τι ἢ νὰ παραβιάζῃ τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ αὐτὴ ἡ παράτασις ἡ ὁποία προτείνεται νὰ λάβῃ χώραν εἰς βάρος τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Τοιαύτη Γερουσία, κύριοι, δημιουργουμένη καθ’ ὃν τρόπον μέλλει νὰ δημιουργηθῇ, κατὰ τρόπον καινοφανῆ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς θὰ εἴμεθα ἐκλέκτορες καὶ ἐκλεγόμενοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ κῦρος οὔτε νὰ εἶναι εὐπρόσδεκτος εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχήν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ πράγματος, διότι ὑμεῖς ἔχετε πεῖραν πολιτικὴν μεγαλυτέραν ἐμοῦ. Εἶναι ὅμως πάντως καταπληκτικὸν ὅτι, ἐνῷ ἰσχυρίζονται ὅτι διὰ τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς θὰ διαφθαρῶσιν ἐνδεχομένως 10.000 ἐκλεκτόρων, δὲν νομίζουσιν ὅτι ἡ διαφθορὰ θὰ αὐξήσῃ, ἐφόσον αὐξάνει ἡ στενότης τοῦ κύκλου τῶν ἐκλογέων, ἐφόσον οἱ γερουσιασταὶ θὰ ἐκλεχθῶσι μόνον ὑπὸ τριακοσίων πληρεξουσίων. Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν ὅτι μία τοιαύτη Γερουσία, δημιουργουμένη καθ’ ὃν τρόπον δημιουργεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως Ψηφίσματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἔρεισμα τῆς Δημοκρατίας, κιβωτὸν τοῦ δημοκρατικοῦ καθεστῶτος· θὰ ἀποτελέσῃ ἀντιθέτως ἓν τέκνον ἁμαρτωλὸν καὶ θνησιγενὲς τῆς παρούσης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τέκνον θνησιγενές, λέγω, διότι δὲν θὰ ἔχῃ λάβει τὸ βάπτισμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. (Χειροκροτήματα).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κιαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§187Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κύριοι πληρεξούσιοι, οὔτε μὲ τὴν ἱστορικὴν προέλευσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας οὔτε μὲ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ φύσιν. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἀπέρρευσεν ἀπὸ μίαν μακρὰν ἱστορικὴν παράδοσιν, ἄνευ μάλιστα ἐπιστημονικῆς συνειδήσεως, καὶ ὅτι τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐμφάνισιν ἔκαμεν ὡς ἐκπρόσωπος τῶν τάξεων τοῦ πλούτου καὶ τῆς εὐγενείας. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς αὐτός, κύριοι, ἐν τῷ νεωτέρῳ δικαίῳ κατέλαβε τόσον ἐξέχουσαν θέσιν, ὥστε σήμερον δικαίως νὰ θεωρῆται ὡς ἀξίωμα τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης. Ὅλα τὰ Κράτη, μικρὰ καὶ μεγάλα, νεοσύστατα καὶ παλαιά, ἔχουσι καθιερώσει τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἐξαιρέσει ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πληρεξούσιος. Καθιέρωσαν δὲ τὸν θεσμὸν τοῦτον ὄχι μόνον διότι οὗτος ἐξασφαλίζει καὶ ἐγγυᾶται τὴν καλυτέραν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων καὶ τὴν τελειοτέραν αὐτῶν κατασκευήν, ἀλλὰ καὶ διότι, λόγῳ τοῦ συντηρητικοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος, ἀποτελεῖ τὴν ἀσφαλεστέραν ἐγγύησιν τοῦ πολιτεύματος, περιορίζει καὶ μετριάζει τὴν παντοδυναμίαν τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ συντελεῖ, ὥστε καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα νὰ μὴ ἐκτρέπεται εἰς παραφθορὰν καὶ ἡ ἀπρόσκοπτος καὶ κανονικὴ λειτουργία τῆς Διοικήσεως νὰ μὴ δυσχεραίνεται. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ὡς ἀντελήφθην ἐκ τῶν προγενεστέρων συζητήσεων, ὡς ἀντελήφθην ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν πλείστων ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τοῦ πολιτειακοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χώρας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συζητεῖται καὶ περὶ τὸ ὁποῖον στρέφεται ἡ διαφωνία ἡμῶν εἶναι, ἂν τὸ πολιτειακὸν τοῦτο ὄργανον πρέπει νὰ συγκροτηθῇ ἀμέσως καὶ κατὰ τὸν προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τρόπον ἢ ἂν ὁ καταρτισμὸς τοῦ θεσμοῦ τούτου πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς μεταγενέστερον χρόνον. Περὶ τοῦτο τὸ σημεῖον στρέφεται ἡ διαφωνία ἡμῶν, κύριοι πληρεξούσιοι. Οἱ λόγοι ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἐστήριξε τὸν ἄμεσον καὶ προσωρινὸν καταρτισμὸν τῆς Γερουσίας ἀνεπτύχθησαν ἐν πλάτει ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἂν ἦτο μόνον ὁ λόγος τῆς καλυτέρας ἐπεξεργασίας τῶν νόμων καὶ τῆς τελειοτέρας αὐτῶν κατασκευῆς, δὲν θὰ εἶχον καὶ ἐγὼ κανένα δισταγμὸν νὰ συμφωνήσω μετ’ ἐκείνων οἵτινες τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας παραπέμπουσιν εἰς μεταγενέστερον χρόνον. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, τὸν προσωρινὸν καταρτισμὸν τῆς Γερουσίας καθ’ ὃν τὸ ψήφισμα διαγράφει τρόπον στηρίζω ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνον κυρίως λόγου, ἐπὶ τῆς ἀσφαλεστέρας ἐμπεδώσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος, διότι ὁ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καταρτισμὸς τῆς Γερουσίας δὲν θὰ συντελέσῃ μόνον εἰς τὴν ἀσφαλεστέραν ἐμπέδωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ προαγάγῃ σοβαρῶς τὸ ἔργον τῆς συμφιλιώσεως, καθόσον, ἂν μὲν δεχθῶσι συμμετοχὴν εἰς αὐτὴν οἱ τοῦ ἀντιπάλου στρατοπέδου, ὁ σκοπὸς πραγματοποιεῖται, ἂν δὲ ἀρνηθῶσι, τότε θὰ ἀποδείξωσιν ὅτι δὲν ἐνδιαφέρονται οὔτε διὰ τὴν εὐνομίαν οὔτε διὰ τὴν τάξιν οὔτε διὰ τὴν εὐημερίαν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀτομικὰς αὐτῶν φιλοδοξίας. Καὶ τότε θὰ δυνάμεθα νὰ καταγγείλωμεν τούτους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ὑπονομευτὰς τῆς γαλήνης τοῦ Τόπου. Ἡ ψυχολογικὴ ἐπίδρασις δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι κολοσσιαία. Ὑπεστηρίχθη καὶ ἄλλοτε, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν συνίσταται ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν ἐμπέδωσιν καὶ στερέωσιν αὐτοῦ. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν ἐπεσφραγίσθη διὰ τοῦ δημοψηφίσματος τῆς 13 Ἀπριλίου, παραμένει ὅμως ἐξ ὁλοκλήρου πλήρης καὶ ἀκέραιος ὁ δεύτερος σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν. Ἂν ἡ 13 Ἀπριλίου ἔθετεν ὁριστικὸν τερματισμὸν εἰς τοὺς καθεστωτικοὺς ἀγῶνας, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ συζητῶμεν σήμερον περὶ θεσμοῦ ὁ ὁποῖος δὲν συμβαδίζει οὔτε κατὰ τὴν ἱστορικὴν οὔτε κατὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ φύσιν μὲ τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ 13 Ἀπριλίου δὲν ἐτερμάτισε τοὺς καθεστωτικοὺς ἀγῶνας, διότι οὔτε ἡ βασιλικὴ προπαγάνδα ἔπαυσεν ὑφισταμένη καὶ δρῶσα οὔτε καὶ οἱ ὀπαδοὶ οἱ πρόθυμοι νὰ ἐξυπηρετήσουν αὐτὴν ἐξέλιπον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὅλα δὲ τὰ ἀδιάλλακτα στοιχεῖα, καὶ κόμματα ἀκόμη ὁλόκληρα ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀμφισβητοῦν ὄχι μόνον τὸ κῦρος καὶ τὴν γνησιότητα τῶν ἐκλογῶν τῆς 16 Δεκεμβρίου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ κῦρος καὶ τὴν γνησιότητα τοῦ δημοψηφίσματος τῆς 13 Ἀπριλίου. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη, κύριοι πληρεξούσιοι: Ποῖον τὸ καθῆκον ἡμῶν, ποία ἡ πρωτίστη ἡμῶν μέριμνα καὶ ποῖος ὁ προέχων ἡμῶν σκοπός; Ἀναμφισβητήτως ὁ προέχων σκοπὸς ἡμῶν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἶναι πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ πολίτευμα ἐντὸς τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων αἵτινες θὰ ἀποτελέσουν τὴν ἀκρόπολιν, εἰς τοὺς βράχους τῆς ὁποίας θὰ θραύωνται ἑκάστοτε τὰ ἀντικαθεστωτικὰ κύματα καὶ θὰ συντρίβεται πᾶσα κατὰ τοῦ πολιτεύματος ἀντίδρασις. Τὴν σοβαρωτέραν δὲ τῶν ἐγγυήσεων τούτων, καθ’ ἥν ἀποδεχόμεθα ἡμεῖς γνώμην, θὰ ἀποτελέσῃ ἡ ἄμεσος καὶ προσωρινὴ συγκρότησις τῆς Γερουσίας. Ἀλλὰ προβάλλεται ἡ ἀντίρρησις ὅτι, πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, ἔστω καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καταρτιζομένης, νὰ ματαιώσῃ τὴν μὴ ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος; Ἀναμφισβητήτως πρὸ τῆς βίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιστῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἴτε κατὰ τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς συγκροτηθῇ αὕτη εἴτε κατὰ τὸν ὁριστικὸν τοιοῦτον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται νὰ προλάβωμεν τὴν κατὰ νομιμοφανῆ τρόπον μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος, πρόκειται δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν ἕνα χαλινὸν ὁ ὁποῖος νὰ συγκρατῇ πᾶσαν ἀντικαθεστωτικὴν ὁρμήν, πρόκειται νὰ μὴ χορηγήσωμεν τὸ κάλυμμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ σκεπασθῇ διὰ τὴν τυχὸν ἐπιδίωξιν τῆς μεταβολῆς τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος πᾶσα ἀντιδραστικὴ κίνησις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ τὸν ὁποῖον φρονοῦμεν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας καθ’ ὃν προτείνομεν τρόπον θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀσφαλεστέραν ἐγγύησιν διὰ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Βεβαίως ὁ τρόπος οὗτος τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Γερουσίας δὲν πληροῖ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, διότι βεβαίως ὁ καταρτισμὸς τῆς Γερουσίας διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας πρέπει νὰ ἀπορρέῃ ἀμέσως ἐκ τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ εἶναι προϊόν τῆς πραγματικῆς αὐτοῦ θελήσεως καὶ οὐχὶ τῆς πλασματικῆς νομοτεχνικῆς τοιαύτης. Ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἀντίθετον γνώμην, καθὼς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, ὁ καταρτισμὸς τῆς Γερουσίας δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπορρεύσῃ ἀπὸ ἀμέσους ἐκλογὰς τοῦ λαοῦ. Καὶ κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνην ἡ Γερουσία θὰ ἀπορρεύσῃ ἐκ τῆς ἐμμέσου τοῦ λαοῦ θελήσεως. Νομίζω ὅτι, ὅταν ἓν πολίτευμα εὑρίσκεται ἐν τῇ γενέσει αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρήζει μεγαλυτέρας ἐρεύνης ἡ θεωρητικὴ ἀξία τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα προτείνονται καὶ τὸ ἐπιστημονικῶς βάσιμον αὐτῶν ἀκόμη διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν περιφρούρησιν τοῦ πολιτεύματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάζεται εἶναι ἡ σκοπιμότης καὶ ἡ ὠφελιμότης τῶν μέτρων, εἶναι ἡ πολιτικὴ πραγματικότης. Διότι δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν ὅτι μεταξὺ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀληθείας καὶ τῆς πολιτικῆς πραγματικότητος ὑπάρχει μία μεγάλη ἀπόστασις καὶ ὅτι δὲν δύναται κανεὶς νὰ παραγνωρίζῃ τὴν ἀπόστασιν ταύτην ἀτιμωρητί. Ἂν τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἀνεγνωρίζετο ὑπὸ πάντων εἰλικρινῶς, τότε οὐδεὶς λόγος θὰ ὑπῆρχε νὰ συζητῶμεν σήμερον περὶ μέτρων τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν θὰ ἐξασφαλίσωσι καὶ θὰ περιφρουρήσωσι τὸ πολίτευμα. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, οὐδὲ ἀπὸ ὁμαλῆς πολιτικῆς ἐξελίξεως ἀπέρρευσε τὸ πολίτευμα ἡμῶν οὐδὲ καὶ ἀναγνωρίζεται δυστυχῶς παρὰ πάντων. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι σαφῶς διαγεγραμμένον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παραδειγματισθῶμεν πλέον ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ἂς ρίπτωμεν τέλος πάντων κάποτε κάποτε καὶ ἓν βλέμμα εἰς τὴν 1 Νοεμβρίου ὅσον κακὸν καὶ ἂν μᾶς κάμνῃ, παρέχει ὅμως εἰς ἡμᾶς ἓν διδακτικὸν μάθημα, διότι οἱ λαοί, εἶναι ἀληθές, δὲν διαφθείρονται μὲν εὐκόλως, εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι πλανῶνται συνήθως καὶ παρασύρονται εὐκόλως. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς δι’ ὅλους τοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τί συμβαίνει μὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις, ὅταν προσέρχεται εἰς τὰς κάλπας, δὲν κυττάζει οὔτε ἀρχὰς οὔτε ἰδέας, ἀλλὰ ψηφίζει τὸν χωροφύλακα, τὸν ὑπάλληλον ὁ ὁποῖος τοῦ ἔκαμε καλὰ τυχὸν τὴν δουλειάν του ἢ συμφώνως μὲ τὰς ἀντιπαθείας ἢ συμπαθείας του, οὐδέποτε ὅμως ψηφίζει δι’ ἀρχὰς καὶ ἰδέας. Τὴν ἱστορικὴν ταύτην ἀλήθειαν τὴν ἔδωκεν ἡ 1 Νοεμβρίου τοῦ 1920.
§188Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλαδὴ κατεψήφισε.
§189Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δυστυχῶς τότε κατεψήφισε τὸν ἑαυτόν του. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς ἀληθείας πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, διότι οἱ λαοὶ δὲν ζοῦν μόνον μὲ ἀφηρημένας ἰδέας καὶ ἀρχάς. Εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ἐξαιρετικὰ μέτρα καὶ τὰ ἐξαιρετικὰ ταῦτα μέτρα εἶναι ἡ ἄμεσος καὶ προσωρινὴ κατάρτισις τῆς Γερουσίας. Ἄν, κύριοι, δὲν ἀποδεχθῶμεν τὴν ἐκδοχὴν ταύτην καὶ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἄλλην, φοβοῦμαι ὅτι θὰ πάθωμεν ὅ,τι παθαίνει ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου καίεται τὸ σπίτι καὶ εὑρίσκεται ἐντὸς αὐτοῦ, ἐνῷ δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ νὰ ἐξέλθῃ διὰ νὰ σωθῇ διὰ τῆς φυγῆς, προτιμᾷ νὰ κάμῃ πρῶτον τὴν τουαλέτταν του· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως τὸν περιζώνουν αἱ φλόγες καὶ καίεται μαζὶ μὲ τὸ σπίτι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιμετωπίσετε τὴν πραγματικότητα, ὅπως ἐμφανίζεται πράγματι, καὶ ἡ πραγματικότης ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς ὡς πρώτιστον καὶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ τάξωμεν ἕνα ἰσχυρὸν φρουρὸν τοῦ πολιτεύματος καὶ τοιοῦτον φρουρὸν φρονοῦμεν ὅτι θέλομεν τάξει διὰ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. (Χειροκροτήματα).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου. (Ἀπών).
§191Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουν 3–4 νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως: Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ νόμου ᾼΦΜΓʹ περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν». (Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (Ἀναγινώσκεται).
§193Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναχθῇ εἰς τὸ παρελθόν. Ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν, διότι ἐγένοντο πολλὰ παράπονα.
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ αὐτὸ ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ κρατικῶν προμηθειῶν.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§198Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 10 εἶναι ψήφισμα καὶ ὑπάρχουσι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποίας θὰ δεχθῶμεν καὶ ποίας δὲν θὰ δεχθῶμεν.
§199Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἂν δὲν εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ.
§200Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἂν δὲν εἶναι συντακτικοῦ περιεχομένου· ἄλλως αὐτὴν τὴν ἀρχὴν πιστεύω ὅτι τηροῦμεν. Ἐξαίρεσις δύναται νὰ γίνῃ διὰ τὰ ἀφορῶντα τὰ προσφυγικὰ ζητήματα, διὰ νὰ μὴ ἐγείρωνται νομικὰ ζητήματα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνεχίσεως τῆς ἐπιτάξεως οἰκιῶν, ἐν αἷς τὰ γραφεῖα τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἄλλων Κρατικῶν ὑπηρεσιῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αὔριον ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, νομοθετικὴν ἐργασίαν μὲ τὴν σημερινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μὲ πρῶτον τὸ ἀγροτικόν. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 4ην ἀπογευματινήν. (Ὥρα 9.20′ μ.μ.).