1924.11.18
3.838 στίχοι · 31.013 λέξεις · 308 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 103Η
Τρίτη 18 Νοεμβρίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.25′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Θηβῶν παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως καταργήσῃ τὸν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν. Ὁ Γεώργιος Κωνσταντινίδης, πρόσφυξ ἐκ Πόντου καὶ πρώην συνταξιοῦχος ὑποδιοικητὴς ἐν Τουρκίᾳ, αἰτεῖται ὅπως τῷ χορηγηθῇ βοήθημά τι. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἀταλάντης παρακαλεῖ ὅπως μὴ αὐξηθῇ ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου. — Οἱ συμβολαιογράφοι Λαμίας καὶ Καλαμπάκας παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Καζακλὰρ παρακαλεῖ ὅπως ἀνακληθῇ τηλεγραφικῶς ἡ μετάθεσις τοῦ καθηγητοῦ Μπαχλογύρου. — Ὁ πρόεδρος τοῦ συνεταιρισμοῦ ἀποκαταστάσεως καλλιεργητῶν τοῦ ἀγροκτήματος Κόμμανο διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως διὰ τὴν μὴ δικαίαν διανομὴν παρ’ αὐτῆς τῶν γαιῶν. — Ἡ «Ἕνωσις Παλαιῶν Πολεμιστῶν» Ἰωαννίνων παρακαλεῖ ὅπως γίνῃ ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων εἰς τὸν συνοικισμὸν Μπουνέλλας. — Ἡ Ἐργατικὴ Ἕνωσις Ξάνθης διαμαρτύρεται διὰ τὰ ἐν Καβάλλᾳ λαβόντα χώραν καὶ παρακαλεῖ ὅπως ἀποφυλακισθοῦν οἱ συλληφθέντες καὶ τιμωρηθοῦν οἱ ὑπεύθυνοι. — Ὁ πρόεδρος τῆς Κοινότητος Μίνας παρακαλεῖ ὅπως τοποθετηθῇ εἰς τὸ ἐκεῖ σχολεῖον διδάσκαλος. — Ἡ Συνομοσπονδία τῶν Ἐπαγγελματιῶν τῆς Ἑλλάδος αἰτεῖται ὅπως ἀντιπροσωπευθῶσι πᾶσαι αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας. — Πρόσφυγες Ἡρακλείου, κάτοχοι μαγαζείων ἀνταλλαξίμων, παρακαλοῦν ὅπως ματαιωθῇ ἡ ἔξωσίς των. — Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Γόρτυνος παραπονοῦνται διὰ τὴν μὴ ὑπαγωγήν των εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. Δ. τῆς 25 Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Χανίων παρακαλεῖ ὅπως καθορισθῇ τὸ ἴδιον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἐλαίου δι’ ὅλας τὰς περιφερείας τῆς Κρήτης. — Οἱ ἀπολυθέντες ὑγειονομικοὶ παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως τοῖς χορηγηθῶσιν αἱ τρίμηνοι ἀποδοχαί. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Κηφισιᾶς καὶ Ἀμαρουσίου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Ἑταιρείας Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ἐπιζητούσης νέαν αὔξησιν τῶν εἰσιτηρίων. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ προαγωγῆς ἐφάπαξ διὰ διακεκριμένας πράξεις Μοιράρχων τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Μυλωνᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου 1924 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Σ. Ξύδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Α. Κούτρας, Π. Χαλόφτης καὶ Δ. Πετρίδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐπανεξετάσεως ἀπορριφθέντων μαθητῶν». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ε. Σοφούλης καὶ Α. Κεντούρης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 5 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ «περὶ φορολογίας τῶν ἀμβύκων» καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἄλλων διατάξεων τοῦ «περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νόμου 971 τοῦ 1917». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Προηγεῖται μία ἐρώτησις τοῦ κ. Θεοχάρη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
§3Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἂν μὴ οὐδέποτε, πάντως ἐλάχισται εἶναι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀπησχολήθη μὲ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὸ Πολεμικὸν Ναυτικόν, διότι καὶ ὁσάκις ἀπησχολήθη ἀπησχολήθη μὲ ζητήματα ἔχοντα σχέσιν μὲ καταχρήσεις, μὲ προαγωγάς, μὲ κινήματα, οὐδέποτε ὅμως μὲ τὸ κύριον θέμα τὸ ναυτικόν, ἐξεταζομένου τούτου ὡς πολεμικοῦ ὅπλου, ἑνὸς μέσου τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις, ποία εἶναι ἡ συγκρότησις καὶ ποία ἡ ἐξέλιξις αὐτοῦ; Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εὐθύνονται πολὺ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνῶντες πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου. Βεβαίως εἶναι μία αἰτία ἡ παράδοξος καὶ φαινομενικὴ ἄγνοια ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ λεχθῇ ἡ μεγαλυτέρα παραδοξολογία καὶ ἀνακρίβεια καὶ νὰ γίνῃ πιστευτὴ μετὰ τῆς μεγαλυτέρας εὐκολίας. Ἄλλη αἰτία εἶναι ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς διατελέσαντες μέλη τοῦ Συνεδρίου τούτου, οἱ ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ἀνήκοντες εἰς τὸ Πολεμικὸν Ναυτικόν, δὲν εἶχον τὸ ἐνδιαφέρον νὰ διαφωτίσωσιν αὐτό. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἡ ἐρώτησις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν σήμερον δὲν ἔχει σκοπὸν οὔτε εὐθύνας νὰ ζητήσῃ οὔτε νὰ καταλογίσῃ τοιαύτας εἰς κανένα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μόλις ἀριθμεῖ ἡμερῶν βίον. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀναφέρομαι ἐνώπιόν σας εἶναι νὰ παρουσιάσω συντόμως τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, οἵα κρατεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὸ Πολεμικὸν ἡμῶν Ναυτικὸν καὶ νὰ πείσω τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀξιώσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδεχθῇ ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς μίαν κατάστασιν ἀπολύτως ἐγκληματικήν, ἡ ὁποία γίνεται πρόξενος μεγάλης ζημίας εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ θέτει εἰς ἄμεσον κίνδυνον τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, ὅπως εἰς τὸ παρελθὸν πολλάκις ἐξέθεσα τοῦτο. Θὰ γεννηθῇ ἴσως τὸ ἐρώτημα διατί σπεύδω εἰς ἀνακίνησιν τοῦ τοιούτου ζητήματος. Δύο εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ὠθοῦν πρὸς τοῦτο. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ ἐγερθεῖσα συζήτησις ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ, ἡ ὁποία ὁδεύει καὶ πρὸς τὴν αἴθουσαν ταύτην γοργῶς ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, ἥτις προτείνει ἐλάττωσιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως καὶ εἰς στελέχη καὶ εἰς πληρώματα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ δυσφορία ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ εἶναι εὔλογος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου κατηγορηματικώτατα, ὅτι καὶ ἡ σκέψις καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν καὶ εὔλογος εἶναι καὶ ἀπολύτως δεδικαιολογημένη. Ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν εἶχε καθῆκον νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἐξετάσῃ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὰς δυνατὰς οἰκονομίας. Ἡ πρώτη πρᾶξις τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ κάμῃ ἦτο νὰ ἐρωτήσῃ διὰ τῶν ὀργάνων της ἂν ὑπάρχει Πολεμικὸν Ναυτικόν, ἂν ὑπάρχουν πολεμικαὶ δυνάμεις καὶ πῶς δαπανῶνται τὰ χρήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν συντήρησιν ἢ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μονάδων αὐτοῦ. Ἂν νομίζῃ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πληροφορηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν ἂν ἔχομεν Στόλον ἢ δὲν ἔχομεν, ἂν ἔχομεν πλοῖα ἢ δὲν ἔχομεν, ἀπατᾶται. Ἂν νομίζητε ὅτι ἐρωτῶντες καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἢ τοὺς προκατόχους αὐτῶν ἢ τοὺς προπροηγουμένους αὐτῶν, ἂν νομίζητε, λέγω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς πληροφορήσουν οὗτοι περὶ τοῦ τί ἔχομεν καὶ τί δὲν ἔχομεν, ἀπατᾶσθε. Εἴτε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ εἴτε ἐμὲ τὸν ἴδιον ὁ ὁποῖος σᾶς ὁμιλῶ, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἐρωτήσητε, εἰς ἓν ἀποτέλεσμα θὰ φθάσητε: νὰ ἀκούσητε τὴν ἀτομικήν του γνώμην. Ὁ εἷς θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχομεν καθόλου Στόλον, ὁ ἄλλος θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ κρατήσωμεν μερικὰ ἐλαφρὰ σκάφη καὶ τὰ ἄλλα νὰ τὰ ἐκποιήσωμεν, ὁ τρίτος θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπισκευασθῶσι τὰ θωρηκτὰ καὶ οὕτω καθεξῆς. Θὰ ἔχητε δηλαδὴ τόσας γνώμας ὅσα θὰ εἶναι καὶ τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀποταθῆτε. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ γνῶμαι εἶναι ὀρθαὶ καὶ κάθε μία ἐξεταζομένη ἰδιαιτέρως εἶναι ὀρθή, διότι ξεκινοῦν ὅλαι ἀπὸ μίαν ὡρισμένην σκέψιν: Ποία εἶναι ἡ περίστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος, ποία εἶναι ἡ περίστασις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ. Τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι ἡ περίστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἢ θὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος οὔτε καθωρίσθη ποτὲ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν ἀπηλπίσθη ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει Στόλος, δὲν τῆς ἔμενεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἀνοίξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ νὰ μελετήσῃ ποῦ δαπανᾶται τὸ ὅλον ποσὸν τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον. Καὶ πάλιν, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν νομίζητε ὅτι ὁ ἐργατικώτερος ἐξ ὑμῶν θὰ ἦτο δυνατόν, ἐλέγχων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἐννοήσῃ τί κάμνει ὁ Στόλος αὐτὸς καὶ τὸ Ναυτικὸν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους καὶ ποῦ δαπανῶνται τὰ χρήματα, πλανᾶται πλάνην οἰκτράν. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ὅπως εἶναι συντεταγμένος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἀντιληφθῆτε τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ Στόλος καὶ ἂν τὰ χρήματα δαπανῶνται ὀρθῶς ἢ ὄχι. Θὰ σᾶς φέρω τρανὰς ἀποδείξεις τούτου. Τὸ Ναυτικόν, ὅπως καὶ ὁ Στρατός, δὲν εἶναι καμμία ἐπιχείρησις, οὔτε κανὲν ἐργοστάσιον. Τὸ Ναυτικὸν εἶναι Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕνα ὡρισμένον προορισμόν. Πρέπει νὰ ἐκπαιδεύηται, νὰ ἐξοδεύῃ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ, πρέπει νὰ συντηρῆται καὶ πρέπει νὰ ἐνισχύηται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Τίποτε ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεικνύηται εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακαλυφθοῦν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, θὰ ἦτο ἀκόμη πλέον φυσικὸν νὰ ἀνακαλυφθῶσιν εἰς κανὲν ἄλλο γραφεῖον. Ἂν δηλαδὴ μεταβῆτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐξετάσητε εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τί θὰ κάμῃ ὁ Στόλος κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἂν πρόκειται νὰ κάμουν γυμνάσια τὰ πλοῖα καὶ τί γυμνάσια θὰ κάμουν, δὲν θὰ εὕρητε οὔτε τὸ παραμικρὸν στοιχεῖον. Ἔχομεν Ναύσταθμον. Ὁ Ναύσταθμος ἔχει συνεργεῖον, μηχανουργεῖον, λεβητουργεῖον, λεβητοποιεῖον, ὁπλουργεῖον. Εἶναι ἓν τέλειον ἐργοστάσιον. Ἀλλ’ ἂν νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε μίαν πληροφορίαν περὶ τοῦ τί στοιχίζει μία βάρκα κατασκευαζομένη ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ, ἀπατᾶσθε. Ἔπρεπε δὲ νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, ὄχι δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ διότι, ἂν πραγματικῶς ἐξοδεύωμεν ὀλίγα διὰ νὰ διατηρῶμεν τὰ συνεργεῖα αὐτά, ἂν ἡ ἐργασία δηλαδὴ μᾶς κοστίζῃ πολὺ εὐθηνότερα ἀπὸ τὴν ἰδιωτικὴν βιομηχανίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἐνισχύσωμεν, ὄχι διὰ νὰ ἔχωμεν ἰδικόν μας ἐργοστάσιον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν οἰκονομίαν χρήματος. Οὐδεμία στατιστική, οὐδεμία ἔκθεσις τοῦ Ἐπιτελείου συνοδεύει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἐξελέγχων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον νὰ δύναται νὰ κρίνῃ ἂν αἱ δαπάναι εἶναι ὀρθαὶ ἢ δὲν εἶναι. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας οὐδέποτε ἐδόθη ἡ παραμικρὰ προσοχὴ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Εἶναι ἀρκετὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν ἀνέκδοτον παρελθούσης ἐποχῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁλόκληροι αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς ἀπερροφῶντο ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐθεωρεῖτο φυσικὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ οἱ καταγινόμενοι μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ καταγίνωνται μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, καὶ ὁ μόνος προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ ἐρευνήσωσιν εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη ἐδόθη διαταγὴ νὰ συνταχθῇ ὁ ἐτήσιος προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ἐπέλθῃ πάντως οἰκονομία ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ἀναφορικῶς πρὸς τὸν προηγούμενον προϋπολογισμόν. Ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν κατώρθωσε νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν τότε Ὑπουργὸν ἀείμνηστον Καραπάνον πῶς δύναται νὰ περικοπῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν πληρωμάτων ἢ ὁ ἀριθμὸς τῶν πολεμικῶν, τῷ εἶπον: «Πολὺ καλά, κύριε Ὑπουργέ, θὰ κατορθώσωμεν νὰ τὸ κάμωμεν καὶ αὐτό». Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνέγραφε 10,000 τόννους ἄνθρακας διὰ τὴν κίνησιν τῶν πλοίων· αὐτοὶ ἀνέγραψαν 2,000 τόννους καὶ οὕτω παρουσιάσθη οἰκονομία 300,000 δραχμῶν, καὶ ὅτε παρουσιάσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν οὐδεὶς ἔφερεν ἀντιρρήσεις. Μετὰ τρεῖς μῆνας, ἐξαντληθείσης τῆς πιστώσεως, ἤρχισαν νὰ προμηθεύωνται γαιάνθρακας διὰ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅπου τόσοι τέλος πάντων ἱκανοὶ ἄνθρωποι ἐξετίναξαν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀνακαλύψουν τοιαῦτα πράγματα καὶ εἰς τὸν ἰδικόν μας.
§4Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἰς τὸ 1911 ἐπῆρα ἐγὼ τὸ κονδύλι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ διεξετραγώδησα ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε ὑμεῖς.
§5Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Ὥστε καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἡ Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν δὲν κατώρθωσε νὰ προοδεύσῃ εἰς τὰς ἐρεύνας της καὶ ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν σκέψιν ἁπλῆν καὶ λογικήν: Εἰς τὰ 1912 εἴχετε ἕνα Στόλον ἀποτελούμενον ἀπὸ τόσας μονάδας, μὲ τὰς ὁποίας ἐπολεμήσατε καὶ ἐνικήσατε. Εἰς τὰ 1924 ἔχετε ἕνα Στόλον ὄχι μεγαλύτερον ἀλλὰ μᾶλλον μικρότερον τοῦ στόλου ἐκείνου καὶ ἔχετε τόσα πληρώματα καὶ τόσους ἀξιωματικούς. Σᾶς κόβω τὴν διαφορὰν ἕως ὅτου ὀργανωθῆτε, ἕως ὅτου σκεφθῆτε τί θέλετε, ὁπότε εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐπανέλθω διὰ νὰ σᾶς δώσω ὅ,τι θέλετε. Φρονῶ ὅτι πλέον δικαιολογημένη ἀπόφασις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ. Ὁ δεύτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἔφερον τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως σήμερον εἶναι ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἀπὸ μακροῦ χρόνου γίνεται περὶ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Τελευταίως μάλιστα ἀνέγνωσα καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι συνέρχεται ἐν τάχει μεγάλη Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ καταρτίσῃ τὸ νέον ναυτικὸν πρόγραμμα διὰ νὰ εἶναι ἕτοιμον νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐμπορικοῦ Τμήματος τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ δώσῃ τὰ φῶτά του εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τοῦ ὑποναυάρχου Οὐέστ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ λεχθῇ μία ἀλήθεια. Ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν τὸ Πολεμικὸν Ναυτικὸν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν περιστοιχιζόντων αὐτὸν ἀξιωματικῶν, ἀπὸ τὴν δραστηριότητα ἑκάστου Ὑπουργοῦ, ἀπὸ τὰ νεῦρά του, ἀπὸ τὴν ἱκανότητα ἢ τὴν ὄρεξιν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν περιστοιχίζουν, τὸ Ναυτικὸν ἐνισχύεται ἢ ἐξασθενεῖ, ἐργάζεται, προοδεύει ἢ ἀδρανεῖ. Οὐδέποτε ἡ γενικωτέρα σκέψις παρὰ Κυβερνήσει ἐπρυτάνευσεν, ὅπως αἱ δυνάμεις αἱ ναυτικαί, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, κανονισθοῦν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι σύμφωνοι καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους καὶ μὲ τοὺς οἰκονομικοὺς αὐτοῦ πόρους. Ἡ ἱστορία τῶν τελευταίων ἐτῶν ἀποδεικνύει ὅτι, ὁσάκις αἱ ἀνεξάρτητοι αὐταὶ σκέψεις τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν συνέπεσαν νὰ εἶναι ὅμοιαι ἢ μᾶλλον νὰ συμβαδίζουν μὲ τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας διήρχετο τὸ Κράτος, τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν καλά, ὁσάκις δὲ δὲν συνέπεσε νὰ συμβαδίζουν, τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν οἰκτρά. Καὶ δυστυχῶς ἡ τελευταία δεκαπενταετία μᾶς δίδει παράδειγμα τρανὸν ὅτι τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν προσπαθειῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Στόλου ὑπῆρξαν ἀποτυχίαι. Διὰ δὲ τὰς ἀποτυχίας αὐτὰς εἶναι λυπηρὸν ὅτι εὐθύνεται κατὰ μέγα μέρος ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ διοίκησις ὑπῆρξεν ἐπαινετὴ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἱστορίαν διὰ συντόμου ἀφηγήσεως τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 μέχρι σήμερον. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 εὗρε τὸν Ἑλληνικὸν Στόλον ἀποτελούμενον ἀπὸ τρία παλαιὰ θωρηκτά, ἐπὶ Τρικούπη προμηθευθέντα, καὶ ὀκτὼ ἀντιτορπιλλικὰ νέου τύπου. Ἐφρόντισε καὶ παρηγγείλαμεν ἕνα θωρηκτὸν καταδρομικόν, τὸν «Ἀβέρωφ», ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ὡρισμένου Βρεττανικοῦ τύπου. Περὶ τὸ τέλος τοῦ 1910 ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ 1911 ἐβαδίζομεν πρὸς πόλεμον Βαλκανικόν· δὲν γνωρίζω ἂν ἐβαδίζομεν πρὸς πόλεμον γενικώτερον, πάντως ὅμως ἦτο ἐξηκριβωμένον ὅτι ἐβαδίζομεν πρὸς πόλεμον μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἐπανειλημμένως ἀπὸ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν ὑπεδείχθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Στόλος ἦτο κατώτερος τοῦ Στόλου τοῦ ἀντιπάλου καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ ἐνισχυθῇ. Ὁ Ἑλληνικὸς Στόλος δὲν ἐνισχύθη μέχρι τοῦ 1912, ὁπότε, ὅταν τὰ πράγματα εὑρίσκοντο εἰς τὰς παραμονάς των, ἀπεστείλαμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀξιωματικοὺς διὰ νὰ προμηθευθῶμεν ἔστω καὶ ἐλαφρὰ σκάφη καὶ ἠγοράσαμεν δύο τοιαῦτα, τὸν «Κεραυνὸν» καὶ τὴν «Νέαν Γενεάν», τὰ ὁποῖα δὲν κατώρθωσαν νὰ ὑπηρετήσουν οὔτε ἐπὶ τρίμηνον τὸν Ἑλληνικὸν Στόλον καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον ἐπωλήθησαν ὡς ἄχρηστον ὑλικόν. Ἐν παραμοναῖς τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου τοῦ 1911 ἐπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις τότε, διὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀποστείλει εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ ἀγορασθοῦν καὶ τέσσαρα ἀνιχνευτικά. Εὐτυχῶς ἡ ἀγορὰ αὐτὴ ὑπῆρξεν ἐπιτυχής. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἦλθον τὰ ἀντιτορπιλλικὰ καὶ τὰ ἐχρησιμοποιήσαμεν ἄνευ τορπιλλῶν, διότι δὲν εἴχομεν τορπίλλας διαμετρήματος τῶν σωλήνων ἐκείνων, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐτελέσαμεν τὸν πόλεμον. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε περιωρίσθη, ἀποχαιρετῶν τὸν Ναύαρχον Κουντουριώτην, νὰ τοῦ εἴπῃ ὅτι ἀνεγνώριζεν ὅτι μετέβαινε νὰ συγκρουσθῇ πρὸς πολὺ ὑπερτέρας δυνάμεις, ἀλλὰ εἶχε πεποίθησιν ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τῶν Ἑλλήνων ναυτικῶν. Καὶ ὁ Θεὸς ἐβοήθησε καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν καλά, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ ἦσαν καὶ ἀντίθετα, διότι δὲν ἐχρειάζετο παρὰ μία βολὴ νὰ ριφθῇ ἐπὶ τοῦ «Ἀβέρωφ» διὰ νὰ τὸν θέσῃ ἐκτὸς μάχης. Λόγου γενομένου προηγουμένως περὶ ἀποστολῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ καὶ τοῦτο τὸ ἀνέκδοτον· ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1912 δύο ἀποστολαὶ Ἀγγλικαὶ ἀνεχώρησαν ἐξ Ἀγγλίας, ἡ μία κατευθυνομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ ἄλλη εἰς τὴν Τουρκίαν. Εἰς μὲν τὴν Τουρκίαν συνεβούλευσεν ἡ Ἀγγλικὴ ἀποστολὴ τὴν κατασκευὴν μεγάλων θωρηκτῶν μὲ σκοπὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν Ρωσικὸν Στόλον τοῦ Εὐξείνου, εἰς δὲ τὴν Ἑλλάδα συνεβούλευσε τὴν κατασκευὴν ἐλαφρῶν σκαφῶν. Μία περίπτωσις δὲν ἐξητάσθη καὶ ἀπὸ τὰς δύο ὀργανωτικὰς ἀποστολάς· τί θὰ ἐγίνετο ἐν περιπτώσει μὴ συρράξεως γενικῆς, ἀλλὰ συρράξεως εἰδικῆς. Τίνι τρόπῳ τὰ ἐλαφρὰ σκάφη θὰ ἦσαν ἱκανὰ νὰ πολεμήσουν πρὸς τὰ βαρέα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέκτα ἡ Τουρκία. Εὐτυχῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπεσοβήθη ὁ καταρτισμὸς τοιούτου εἴδους προγράμματος καὶ ἠκολουθήσαμεν βῆμα πρὸς βῆμα, μέχρις ἑνὸς σημείου, τὴν πολιτικὴν τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Τότε ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις παρήγγειλε τὸ θωρηκτὸν «Ρεσσεδιέ», ἓν ὑπερντρένωτ. Τῇ προτροπῇ καὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ναυτικοῦ Ἐπιτελείου καὶ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ὅτι πρέπει νὰ παραγγελθῇ νέον θωρηκτόν. Συνῆλθον τὰ Ἐπιτελεῖα· ὁ ἕνας ἤθελε 10 πυροβόλα τῶν 35, ὁ ἄλλος ἤθελεν 8, ὁ ἄλλος ἤθελε τόσον ἐκτόπισμα, ὁ ἄλλος τέτοιαν θωράκισιν. Καὶ τώρα θὰ ἐρωτᾶτε: Τίνι τρόπῳ κατηρτίσθη ἡ σύμβασις μετὰ τοῦ ἐργοστασίου Βουλκὰν διὰ τὸ πρῶτον θωρηκτὸν τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο «Σαλαμίς», ἀλλ’ εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐδόθη τὸ ὄνομα «Σαλαμίς», διότι ἀνέκαθεν προωρίζετο νὰ ὀνομασθῇ «Βασιλεὺς Γεώργιος»; Τὸ θωρηκτὸν κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἑξῆς δεδομένων. Εἶναι ἀληθῶς περίεργον καὶ παράδοξον νὰ στοιχίζῃ 28.000.000 καὶ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὰς δεξαμενὰς τοῦ Πειραιῶς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶσθε ναυτικοὶ ἵνα καταλάβετε ὅτι κανεὶς ἄνθρωπος δὲν παραγγέλλει τὸ σῶμά του ἵνα ἔλθῃ εἰς τὰ ροῦχά του, ἀλλὰ τὰ ροῦχά του ἵνα ἔλθουν εἰς τὸ σῶμά του. Εἶναι ἐξηκριβωμένον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν ὡς ὅρον ἀπαραίτητον τὸ θωρηκτὸν νὰ στοιχίζῃ 28.000.000 καὶ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὰς δεξαμενὰς τοῦ Πειραιῶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἔχῃ ἀνάλογον πυροβολικὸν τὸ θωρηκτόν, ἐπέμενε νὰ ἔχῃ πυροβόλα τῶν 35, καὶ τὸ ἐργοστάσιον ἀνέλαβε νὰ τὸ κατασκευάσῃ μὲ 10 πυροβόλα καὶ μὲ ἠλαττωμένον θώρακα, 13 χιλ. τόννων, μὲ ἠλαττωμένην ἐνέργειαν καὶ ἀκόμη ἠλαττωμένον ὕψος ἵνα μὴ μεταβληθῶσιν αἱ συνθῆκαι εὐσταθείας τοῦ πλοίου. Ἡ παραγγελία αὐτὴ ἐγέννησεν ἐν Εὐρώπῃ τοιοῦτον θόρυβον καὶ τόσα κωμικὰ ἐπεισόδια καὶ σχόλια, ὥστε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀφίχθη ἀξιωματικὸς ὅστις εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς Ἀγγλίαν καὶ ὁ ὁποῖος, παρουσιασθεὶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐπέδειξε τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰ σχόλια καὶ εἶπεν ὅτι κατασκευάζομεν ἓν ἐξάμβλωμα. Ἐξέθεσε τὰς ἀπόψεις του εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιληφθεὶς τὸ σφάλμα, ἐκάλεσε νέαν Ἐπιτροπήν, ἐκάλεσε τὸ ἐργοστάσιον Βουλκὰν καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος παρὰ νὰ τραβήξουν τὸ καράβι, τὸ ἐτράβηξαν καὶ ἔγινε 19.000 τόννων καὶ ἔγινεν ὁπωσδήποτε πλοῖον. Εὐθὺς κατόπιν ἡ Τουρκία παρήγγειλε καὶ δεύτερον θωρηκτὸν καὶ πάλιν αἱ αὐταὶ συζητήσεις αἱ μεμονωμέναι ἠγέρθησαν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀντιδρῶντος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ὑπῆρχον ἀρκετοὶ πόροι. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτὰ ἀπεφασίσθη ἡ παραγγελία εἰς τὰ Γαλλικὰ ναυπηγεῖα Κρεζὼ ὁμοίου θωρηκτοῦ πρὸς τὸ Γαλλικὸν «Laurraine». Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, περὶ τὰ μέσα τοῦ 1914, πληροφορίαι ἀσφαλεῖς ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐν ἀποστολῇ εἰς Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν, ἀνέφερον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ Τουρκία σπεύδει πρὸς ἀγορὰν δύο πωλουμένων θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα προωρίζοντο τὸ μὲν διὰ τὴν Βραζιλιανὴν Κυβέρνησιν καὶ ὠνομάζετο «Ρίον Ἰανέϊρον» καὶ τὸ ἄλλο διὰ τὴν Χιλιανήν. Τὰ πλοῖα ταῦτα θὰ ἠγοράζοντο καὶ μέχρις ὅτου κατασκευασθοῦν τὰ νέα ἰδικά μας, ἡ κυριαρχία ἐπὶ τῆς θαλάσσης θὰ ἀνῆκεν εἰς τὴν Τουρκίαν, αἱ δὲ σχέσεις μας μετὰ τῆς Τουρκίας εἶχον ἀρχίσει νὰ ὀξύνωνται ἐξ ἀφορμῆς τῶν νήσων, εὑρισκομένων ἀπολύτως ἐκτεθειμένων. Ἀνεφέρθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔδωσαν πληροφορίας ὅτι τὸ ναυπηγεῖον τὸ ὁποῖον πωλεῖ τὰ θωρηκτὰ καὶ εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως εἶναι διατεθειμένον νὰ διακόψῃ καὶ νὰ παρελκύσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, μέχρις ὅτου παρέλθῃ ὁ χρόνος τῆς ὀψιὸν καὶ μᾶς τὰ πωλήσουν ἀντὶ 65.000.000 τὰ θωρηκτὰ αὐτά. Ἐφθάσαμεν μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ἀγορᾶς δι’ ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀγορὰν καὶ ὅταν πλέον τὰ τηλεγραφήματα ἐβεβαίουν ὅτι ἐπίκειται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἡ ἀγορὰ τῶν θωρηκτῶν καὶ αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης ἐβεβαίουν ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε χρήματα νὰ τὰ ἀγοράσῃ, ἡ Κυβέρνησις διέταξεν ἀξιωματικὸν νὰ μεταβῇ ἐσπευσμένως ἐκ Βερολίνου εἰς Λονδῖνον καὶ μετὰ τοῦ τότε πρέσβεως Γενναδίου νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς ἀγορὰν τοῦ θωρηκτοῦ. Ὁ ἀξιωματικὸς ἐντὸς 20 ὡρῶν ἔφθανεν εἰς Λονδῖνον καὶ τηλεφωνικῶς εἰδοποίει τὸν πρεσβευτὴν ὅτι εἶχεν αὐτὴν τὴν ἐντολὴν καὶ τὸν παρεκάλει νὰ συναντηθῶσι τὴν νύκτα. Ὁ πρεσθευτὴς τοῦ ἀπήντησεν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ κοιμηθῇ ἥσυχος, διότι ἔχει ἀσφαλεῖς πληροφορίας ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ, ὅτι τὴν ἑπομένην ἔληγεν ἡ ὀψιὸν καὶ ὅτι ἠμποροῦσαν νὰ συναντηθοῦν τὴν ἑπομένην. Τὴν ἑπομένην ὅμως ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ὁ πρεσβευτὴς καὶ ὁ ἀξιωματικός, ὅτι ἡ Τουρκία κατέβαλε τὴν δόσιν καὶ ἠγόρασε τὸ πλοῖον. Ἐννοεῖτε ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐξέγερσις εἰς τὸ Ναυτικὸν καὶ ποῖος τρόμος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ποῖα συμβούλια καὶ διαβούλια ἐγένοντο εἰς τὸ Ναυτικὸν τότε κατὰ τίνα τρόπον οἱ ἀξιωματικοὶ αὐθορμήτως ἠδύναντο νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν κατάστασιν. Εὐτυχῶς ποὺ δὲν συνέβησαν ὅλα αὐτά, διότι τίς οἶδε ποῖαι διπλωματικαὶ περιπλοκαὶ θὰ προεκαλοῦντο, καὶ ἀπεστείλαμεν ἀξιωματικοὺς εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου πρὸς ἐξεύρεσιν πλοίων—ποῖος ἔχει πλοῖα γιὰ πούλημα!—καὶ τοιουτοτρόπως, ἀντὶ νὰ πληρώσωμεν 65.000.000 καὶ νὰ πάρωμεν πλοῖον τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο καλὸν καὶ θὰ ἤμεθα ἥσυχοι ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, ἠγοράσαμεν τὸ «Κιλκὶς» καὶ τὴν «Λῆμνον» ἀντὶ 90.000.0000, τὰ ὁποῖα εἶναι σήμερον ἀπολύτως ἄχρηστα, δὲν παρῆλθε δὲ πολὺς χρόνος καὶ ἠγοράσθη ἡ «Ἕλλη», πλοῖον περιέργου μορφῆς, ἀγνώστου τύπου καὶ σκοπιμότητος· μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ἀνακαλυφθῆ ἡ σκοπιμότης του. Εὐτυχῶς κηρύσσεται ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, κατάσχονται ὅλα τὰ πλοῖα καὶ ἡ κατάστασις τῶν δυνάμεων ἡμῶν, μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων μας, ἔμεινεν ἡ αὐτή. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις εἶχε παραγγείλει καὶ δύο καταδρομικὰ καὶ τέσσαρα ἀντιτορπιλλικὰ εἰς Ἀγγλικὰ ναυπηγεῖα. Ἐπὶ ὑπουργίας Ν. Στράτου τὰ Ἀγγλικὰ ναυπηγεῖα κατὰ τὸ 1915 προέτειναν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ὅτι, ἐπειδὴ τὰ πλοῖα αὐτὰ κατεσχέθησαν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἀνελάμβανον νὰ κατασκευάσουν νέα ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ τὰς αὐτὰς προπολεμικὰς τιμάς. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀρνεῖται. Ἐπανέρχονται ἐπὶ τῶν προτάσεών των τὰ Ἀγγλικὰ ναυπηγεῖα καὶ λέγουν: «Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ σᾶς κατασκευάσωμεν τὰ πλοῖα καὶ ὄχι μόνον τώρα, ἀλλὰ καὶ ὅταν θὰ λήξῃ ὁ πόλεμος, μὲ ὅλας τὰς τελειοποιήσεις τὰς νέας, τὰς ὁποίας θὰ ἐπέφερε τὸ Ἀγγλικὸν Ναυαρχεῖον καὶ μὲ τιμὰς προπολεμικάς. Τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πάλιν ἀρνεῖται, ἐπειδὴ δὲ ἡ ἄρνησις ἦτο περίεργος, ἐπέμειναν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ νὰ μάθουν διατί ἀρνεῖται νὰ συντάξῃ συμβόλαια τὰ ὁποῖα προφανῶς ἦσαν εἰς ὄφελος τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Τόπου, διότι μὲ πολὺ ὀλιγώτερα χρήματα ἀπὸ ὅσα θὰ ἐξοδεύσωμεν σήμερον θὰ εἴχομεν προμηθευθῆ μονάδας, τὰς ὁποίας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προμηθευθῶμεν. Ὁ Στράτος ἀπήντησε εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ὅστις τὸν ἠρώτησεν ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ νικήσῃ ἡ Γερμανία, θὰ πάρῃ αὐτὴ τὸν Ἀγγλικὸν Στόλον, θὰ τὸν μοιράσῃ καὶ θὰ πάρωμεν καὶ ἡμεῖς μερίδιον. Πρὸ τοιαύτης ἀπαντήσεως ὁ ἀξιωματικὸς ἔκλινε τὴν κεφαλὴν καὶ ἀπῆλθεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐνισχύθη τὸ Πολεμικὸν Ναυτικόν, ἀναλόγως τῆς πρωτοβουλίας τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Οὐδέποτε ἐλήφθη μία σκέψις γενικὴ ἡ ὁποία νὰ ἀνάγεται εἰς τὴν γενικὴν στρατηγίαν τῆς Χώρας, ἡ ὁποία νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ποῖαι αἱ σχέσεις τοῦ Κράτους, ποῖαι αἱ βλέψεις αὐτοῦ δι’ ἓν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ὅσον τοὐλάχιστον βλέπει ὁ πολιτικὸς ὀφθαλμὸς τῆς Κυβερνήσεως, ποῖοι οἱ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ Κράτους. Οὐδέποτε ἐσκέφθησαν ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην πλοίων διὰ νὰ συνοδεύωμεν τὰς μεταφορὰς εἰς τὴν Δυτικὴν Θράκην καὶ τὴν Μακεδονίαν ἢ ἂν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ κάμωμεν σιδηροδρόμους. Οὐδέποτε ἐσκέφθησαν, ἂν ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταφέρωμεν σῖτον καὶ ἄλλα ἐφόδια ἀπ’ ἐδῶ ἢ νὰ φροντίσωμεν νὰ τρέχωμεν ἐπὶ τόπου διὰ σχετικὰς ἐργασίας. Αἱ σκέψεις αὐταί, ἀναγόμεναι εἰς τὴν γενικὴν στρατηγίαν τῆς Χώρας, εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν διατίθενται οἱ πόροι τοῦ Κράτους πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν δύο αὐτοῦ βραχιόνων, ἀφ’ ἑνὸς τῶν κατὰ θάλασσαν δυνάμεων καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν κατὰ ξηράν, οὐδέποτε ἐπρυτάνευσαν παρ’ οὐδεμιᾷ Κυβερνήσει.
§6Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον τοσοῦτον εὐγλώττως ἀναπτύσσετε εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα μὲ τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Συνέλευσις, θέλουσα καὶ δυναμένη νὰ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος της. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν ἀναμένετε ἀπάντησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε εἶναι εἰς θέσιν νὰ σᾶς δώσῃ αὐτὴν σήμερον εἴτε αὔριον, κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι ἡ σχηματισθησομένη μεθαύριον Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίθετον ἀντίληψιν τῆς μελλούσης νὰ σχηματισθῇ αὔριον. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει ὑψίστην σοβαρότητα, διότι εἰς ὅλας τὰς Χώρας, αἱ ὁποῖαι σοβαρῶς σκέπτονται περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀσφαλείας, ὑπάρχει μία ἐθνικὴ πολιτική, ἡ ὁποία διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπάρχει ἓν ὄργανον πλὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἑκάστοτε μεταβάλλεται, τὸ ὁποῖον φροντίζει περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν μέσων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὁ Στόλος ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἐθνικὴν ταύτην πολιτικήν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αὐτοῦ καταρτίζεται ἓν ναυτικὸν πρόγραμμα καὶ κατανέμονται αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας δύναται ἑκάστοτε ἡ Χώρα νὰ χορηγῇ. Ἐφόσον τὸ ὄργανον τοῦτο δὲν ὑπῆρξεν ἐν Ἑλλάδι οὐδ’ ἁπλῆ δὲ συνέχεια ὑπηρεσίας ὑπῆρξεν, εἶναι πολὺ ἄσκοπον νὰ συζητῶμεν ἐπὶ θεμάτων τοιούτων καὶ νὰ ἀναμένωμεν ἀπάντησιν, ἐφόσον δὲν ζητοῦμεν νὰ καθιερωθῇ ἡμέρα καὶ νὰ ἀναζητηθῇ ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας τοῦ ὀργάνου ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ προνοῇ περὶ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ προγράμματος τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου, περὶ τοῦ πῶς θὰ κατανέμωνται αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος δύναται νὰ παράσχῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης.
§7Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἄν ἀνεμένετε, κ. συνάδελφε, ὀλίγον νὰ τελειώσω, διότι δὲν προτίθεμαι νὰ καταναλώσω τὸν χρόνον τῆς Συνελεύσεως εἰς ἄγονον συζήτησιν, θὰ ἠκούετε ὅτι ἐκεῖ ἀκριβῶς θέλω νὰ καταλήξω· νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐφαρμογὴν ὡρισμένου προγράμματος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἰδιαιτέραν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω μετ’ αὐτοῦ, μοῦ ὑπενθύμισεν ὅτι εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν καὶ δὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909—εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία φορὰ καθ’ ἣν ἠσχολήθη—κατήρτισεν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ὑπέβαλε μελέτην πραγματικῶς μακρὰν καὶ σοβαράν. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἂν ὑπάρχει κανεὶς νόμος ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν Κυβερνήσεων.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νόμος δὲν ὑπάρχει.
§9Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ δυστύχημα εἶναι, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει, ἀλλ’ εὑρίσκεται ἐν ἀγνοίᾳ.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νόμος καθορίζων τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως;
§11Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νόμος καθορίζων τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ καθορισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας, κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ καθορίζωνται τὰ προγράμματα τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ Στρατοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι δύναται νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ τρόπος καθ’ ὃν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων.
§12Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ προγράμματα εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀλληλοσπαραγμοὺς συνεχεῖς καὶ διηνεκεῖς μεταβολὰς τῶν Ἐπιτελείων, εἶναι γνωστὸν ὅτι καταρτίζονται ἀπὸ τὰ Ἐπιτελεῖα, τῶν Κυβερνήσεων παρεχουσῶν τὴν κατεύθυνσιν, δηλαδὴ τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν σχέσεων εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Κράτος καὶ τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων αἱ ὁποῖαι εἶναι διαθέσιμοι. Ἔρχεται κατόπιν ἡ συνδυασμένη δρᾶσις τῶν δύο Ἐπιτελείων καὶ κανονίζεται τὸ πρόγραμμα, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ἂν τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν ἀπομονώσει ἢ ἐν συμμαχίᾳ καὶ ποῖοι θὰ εἶναι οἱ σύμμαχοι. Ὅπως γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, δυστυχῶς τὰ Ἐπιτελεῖα ἔχουν ἀλλάξει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ 1909 ἕως σήμερον πάρα πολλὲς φορὲς καὶ κατήντησε μάλιστα νὰ ἀλλάξουν ἐν τῷ συνόλῳ των, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκεται οὐδὲ ἴχνος μιᾶς παραδόσεως. Ἂν δὲν διορθωθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα, οἱ νόμοι δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ κάμουν τίποτε.
§13Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἂν ὡμίλησα διὰ τὸ παρελθόν, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ καταδείξω εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους μὲ πόσην ἀφέλειαν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις διεχειρίζοντο ζητήματα τοιαῦτα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξαρτᾶται ἡ ἄμυνα τῆς Χώρας. Ἂν σήμερον ἔφερον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος, τὸ ἔκαμα μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα διὰ νὰ συντονίσωμεν τὰς ἐνεργείας καὶ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν σχετικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὴν 7ην Ἀπριλίου 1910 (Ἀναγινώσκει): «Περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου.... κλπ.». Εἶναι ἀσφαλὲς γεγονὸς ὅτι καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις τὰς εἰρηνικάς, ἰδίως ὅμως κατὰ τὸν σάλον τῆς τελευταίας 15ετίας, τὰ Ἐπιτελεῖα ἤλλασσον ἀξιωματικοὺς ἀλλεπαλλήλως, ἂν καὶ οὐδέποτε κατηρτίσθη τὸ Μικτὸν Ἐπιτελεῖον. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἂν κατηρτίζετο, μὲ τὰς ἱστορίας τὰς ὁποίας εἴχομεν, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι καὶ αὐτὸ θὰ ἤλλασσε συνεχῶς.
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέσατε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογήν. Πρῶτον ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν ἐχρειάζετο νόμος. Δὲν εἶναι δαπάνη πρόσθετος, δὲν εἶναι νέαι θέσεις, δὲν ἐχρειάζετο ἐξουσιοδότησις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογήν· τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον θὰ ἠρώτων τοὺς κυβερνήτας θὰ ἦτο· «διὰ νὰ φτιάσωμεν σχέδιον ἐπιχειρήσεων, δὲν μᾶς λέγετε ποῖος εἶναι ὁ ἐχθρὸς καὶ ποῖος ὁ σύμμαχος;» Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἠρωτᾶτο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν ἐγνώριζε ποῖος εἶναι ὁ ἐχθρὸς καὶ ποῖος ὁ σύμμαχος.
§15Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἂν δὲν ἐγνώριζε ποῖος εἶναι ὁ σύμμαχος, ἐγνώριζε ποῖος εἶναι ὁ ἐχθρός, διότι παρεσκευαζόμεθα ἐναντίον του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μέχρι τοῦδε δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος οὗτος. Ἡ περίοδος τῶν συχνῶν ἐναλλαγῶν τῶν Ἐπιτελείων ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτί. Φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ἔργον φρονήσεως, ἀφοῦ ἐπὶ Βασιλείας δὲν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Ἐπιτελείου διὰ τὴν φροντίδα τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας, ἐπὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου Προέδρου αὐτῆς ἂς ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα αὐτὸ μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἔχωμεν καλύτερα ἀποτελέσματα. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἀναπτύξῃ τὰς δυνάμεις του τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικάς, θὰ ἀπαλλαγῶμεν καὶ ἀπὸ σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἀπὸ σφάλματα τοῦ μέλλοντος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§17Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι πληρεξούσιοι, ἤκουσα ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Νομίζω ὅτι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ Κράτος ἀπὸ ἐτῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθοῦν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν τώρα, ὅτε εὑρισκόμεθα ἐν εἰρήνῃ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ Συνέλευσις καὶ τὸ Κράτος πεπεισμένον ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περὶ ὅσων εἶπεν ἐλλείψεων περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ὁ κ. Θεοχάρης μεριμνᾷ καὶ περὶ ὅλων αὐτῶν λαμβάνει μέτρα. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ Ναυτικὸν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ναύσταθμος. Μὴ ὑπάρχοντος ναυστάθμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ναυτικόν. Ναύσταθμος δυστυχῶς οὐδέποτε ὑπῆρξεν. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶχε προΐδει ὅτι τὸ Ναυτικὸν ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ μεγάλην δρᾶσιν καὶ εἶχε μετακαλέσει ἀποστολὴν ξένην, ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ Ναύσταθμος εἰς τὴν Ἐλευσῖνα. Μετὰ παρέλευσιν ἀρκετοῦ χρόνου ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἀπέθανε καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου παρέμενεν ἐκκρεμές. Ὅταν ἦλθεν ὁ κ. Βενιζέλος εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ζήτημα ἐμελετήθη. Ἦλθεν ἡ Ἀγγλικὴ ἀποστολὴ καὶ τὸ ἐμελέτησε πάλιν καὶ ἀπεφάνθη ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Πολεμικὸν Ναυτικόν, ἂν δὲν ὑπάρξῃ ὁ Ναύσταθμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν Στόλον. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σκέψεως αὐτῆς πάλιν ἐμελετήθη τὸ ζήτημα καὶ ἀπεφασίσθη ὄχι πλέον νὰ γίνῃ εἰς τὴν Ἐλευσῖνα, ἀλλὰ νὰ γίνῃ εἰς Σκαραμαγκᾶν, πολὺ πλησίον εἰς τὴν Ἐλευσῖνα. Μετεκλήθη τεχνικὴ ἐκ μηχανικῶν Ἀγγλικὴ ἀποστολὴ διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν ἀρκετὰ χρήματα. Ἡ Ἀγγλικὴ αὕτη ἀποστολὴ ἐμελέτησεν ἐπὶ μακρὸν τότε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἔκαμεν ὅλα τὰ σχέδια τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὸν νέον Ναύσταθμον, τοῦ ὁποίου ἡ πρόοδος, λόγῳ τῆς καταστάσεως, εἶχε σταματήσει. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχει ἀπόφασιν καὶ σκοπόν, εὐθὺς ἀμέσως ὡς ἐξευρεθοῦν τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα χρειάζονται, νὰ κατασκευάσῃ τοῦτον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ μεθοδικῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχεδίων τῆς ἄνω τεχνικῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς. Προκειμένου νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις δαπάνας, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνουν μεγάλαι δαπάναι διὰ τὸ Ναυτικὸν εἰς τὸν ὑπάρχοντα Ναύσταθμον, φρονεῖ ὅτι αἱ δαπάναι αὗται αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνουν εἶναι πολὺ προτιμότερον νὰ μὴ γίνουν εἰς τὸν ὑπάρχοντα, ἀλλὰ νὰ γίνουν εἰς τὸν νέον. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ Ναύσταθμος αὐτὸς θὰ καταστῇ τοιοῦτος, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὄχι μόνον τὸν Ἑλληνικὸν Στόλον, ἀλλὰ καὶ Στόλον φίλου Κράτους, ἂν παραστῇ ἀνάγκη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου καὶ ἡ βάσις τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔκαμεν ὅλας τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας δι’ ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος κ. Θεοχάρης, ἐξέδωκε τὰς ἀναγκαιούσας διαταγὰς ὅπως ἐπέλθῃ συμφωνία μεταξὺ Ἐπιτελείου Στρατοῦ καὶ Ἐπιτελείου Ναυτικοῦ, ὅταν δὲ θὰ ἔλθῃ καὶ ὁ Ἄγγλος Ναύαρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι μάχιμος ἀξιωματικὸς τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυτικοῦ, θὰ εἴπῃ καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ προγράμματος τοῦ Ναυτικοῦ. Πάντως ὁ Στόλος πρέπει νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν Στρατόν, πάντως ὁ Στόλος πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος, ἂν τυχὸν εἶναι ἀνάγκη, νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀντιπαραταχθῇ πρὸς τὸν Στόλον τοῦ ἐχθροῦ, τὸν ὁποῖον νομίζομεν ὅτι θὰ ἔχωμεν. Σήμερον, ὅπως εἶναι τὰ οἰκονομικά, φροντίζομεν πάντοτε νὰ ἔχωμεν τὰ πλοῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς χρειάζονται. Ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν δύναμιν μεγαλυτέραν πλοίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παραμελήσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἓν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πείσῃ τοὺς πληρεξουσίους καὶ νὰ εἶναι βέβαιον τὸ Κράτος, ὅτι ἡ φιλοτιμία τῶν ἀξιωματικῶν ἁπάντων, ἡ ἐπιμέλεια αὐτῶν καὶ ἡ φιλοπονία των ἔχει φθάσει εἰς τὸ κατακόρυφον. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δίδῃ εἰς πάντα κάθε ἐλπίδα ὅτι, ὅταν ἓν Σῶμα ἔχῃ τοιούτους ἀξιωματικούς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προοδεύσῃ. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ὑστεροῦν οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἡ πρακτικὴ ἐκπαίδευσις. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὰ μέτρα, ὅπως τὰ παλαιὰ ἀντιτορπιλλικὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σήμερον πλέον μάχιμα νὰ τὰ ἐπισκευάσῃ μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα χρήματα εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ἐργοστάσια, δίδουσα οὕτως ἐργασίαν καὶ εἰς αὐτά. Τὰ παλαιὰ ταῦτα, ὡς μὴ μάχιμα, θὰ ἀποτελέσουν εἰδικὴν μοῖραν ἐκπαιδεύσεως. Σημειώσατε ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθουν τὰ δύο πρῶτα ἀνιχνευτικά, τὰ ὁποῖα ἐπισκευάζονται εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Τὰ ἀνιχνευτικὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι τέλεια καὶ θὰ ἔχουν τὰ τελειότερα μηχανήματα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τὰς τελειοτέρας τορπίλλας, ἐκ περιτροπῆς, διὰ νὰ μὴ φθείρωνται, θὰ λαμβάνουν μέρος μὲ τὴν μοῖραν ἐκπαιδεύσεως ἐκ τῶν παλαιῶν ἀντιτορπιλλικῶν, ὅπως ἡ ἐκπαίδευσις γίνῃ συστηματικωτέρα καὶ διαρκής. Αὐτά, κύριοι, διὰ νὰ μὴ λέγω περισσότερα καὶ ἀπασχολῶ τὴν Συνέλευσιν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχετε πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι, ὅ,τι πρόκειται καὶ ὅ,τι πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τὸ Ναυτικόν, δὲν θὰ παραλείψῃ νὰ τὸ πράξῃ.
§18Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ τῆς ἐρωτήσεώς μου ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἠμπορεῖ ἡ γνώμη σας, κύριε Ὑπουργέ, νὰ εἶναι πολὺ ὀρθή, εἶναι ὅμως γνώμη ὑμῶν ποὺ εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σήμερον. Ὅταν ὅμως ἔλθω ἐγώ, — ὁ Θεὸς νὰ μὲ φυλάξῃ! — θὰ εἴπω ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐπισκευάσω τὰ παλαιὰ ἀντιτορπιλλικά· θέλω νὰ τὰ πετάξω, διότι μοῦ καῖνε παράδες ἀδίκως, καὶ διότι δὲν ἔχουν ὄργανα, τὰ δὲ χρήματα τὰ ὁποῖα ἐξοδεύω διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν πᾶνε κι αὐτὰ στὴν θάλασσαν. Θέλω τὴν γνώμην αὐτήν, τὴν ὁποίαν λέγετε, νὰ μοῦ τὴν ἐπιβάλῃ ἓν Ἐπιτελεῖον.
§19Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ παλαιὰ ἀντιτορπιλλικὰ δὲν ἔχουν τέλεια ὄργανα, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἰς τὴν μοῖραν αὐτὴν θὰ προστεθοῦν τὰ δύο ἀνιχνευτικά, ὥστε αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν τὰ τελειότερα μηχανήματα νὰ ἐκπαιδεύσωσι τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω εἶναι τὰ διάφορα ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον διὰ τὸ Ναυτικόν.
§20Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, κύριε Ὑπουργέ, ὅλαι αὐταὶ αἱ μελέται καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι αἱ ὁποῖαι ἀντικρύζουν τὰς ἐργασίας τοῦ Ναυτικοῦ νὰ ἐπισυναφθῶσιν εἰς ἐκθέσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, διὰ νὰ δύναται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξελέγξῃ ἂν δικαίως ἐξοδεύονται τὰ χρήματα αὐτά.
§21Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐκ τῶν λεχθέντων ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ κ. Θεοχάρη προκύπτει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἓν Ἐπιτελεῖον, τὸ μᾶλλον ἐκλεκτόν, διὰ νὰ εἶναι καὶ τὸ μᾶλλον πάγιον.
§22Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν συζητήσεως τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ τοῦτο ἐκεῖ ὅπου ἔμεινε σήμερον.
§23Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ νέου Ναυστάθμου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ προβῇ εἰς τοῦτο πρὶν γίνῃ συζήτησις εὐρυτάτη ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ, διότι ὑπάρχουν σοβαρώτατα ζητήματα.
§24Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν νομίζετε ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν θὰ τὰ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ τὰ λύσουν τὰ Ἐπιτελεῖα, ὅτι αὐτὰ θὰ ὑποβάλουν τὴν γνώμην των εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποφασίσῃ;
§25Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Φ. Μανουηλίδης, Ε. Μαλαμίδας καὶ Ν. Γρηγοριάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου Προσφύγων Θράκης. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μανουηλίδης.
§27Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ προχθεσινὸν τηλεγράφημα τῆς «Ἑνώσεως Προσφύγων Θράκης», ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὸν λόγον, ἔλεγεν ὅτι (ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Φρονῶ ὅτι εἶναι εὐλογωτάτη ἡ δυσφορία καὶ δικαιοτάτη ἡ διαμαρτυρία ἡ ἐν τῷ ὑπ’ ὄψιν μας τηλεγραφήματι προκειμένου περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα εἶναι ζωτικά. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὴν ἀθρόαν ἀπόλυσιν τῶν προσφύγων ὑπαλλήλων διότι ἀπολυομένων τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων καθ’ ἑκατοντάδας οἱ πρόσφυγες ὑπάλληλοι ῥίπτονται εἰς τοὺς δρόμους. Βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐπιδοκιμάσωμεν τὴν προσπάθειαν τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ οἰκονομίας διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν ἡ προσπάθεια αὕτη ἐξακολουθῇ νὰ γίνεται κατὰ τρόπον ὄχι μελετημένον, ἄνευ συζητήσεως καὶ προηγουμένης μελέτης τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς πρέπει νὰ ἀπολυθῶσι καὶ εἶναι ἀκατάλληλοι καὶ ἄχρηστοι, νομίζω ὅτι θὰ ὑποπέσωμεν καὶ εἰς δεύτερον σφάλμα χειρότερον τοῦ πρώτου. Γνωρίζουσι πάντες ὅτι οἱ πρόσφυγες ὑπάλληλοι δὲν εἶναι μόνιμοι· ὑποθέτω ὅτι δι’ αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ ῥίψωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ σφάλμα. Ὑπάρχουσι λόγοι ἐξαιρετικοί, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν αὐτοὺς νὰ μὴ μονιμοποιηθῶσι. Δὲν φρονῶ ὅτι δύνανται ἀνεξετάστως ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ εἶναι πρόσφυγες καὶ νὰ μὴ εἶναι μόνιμοι, νὰ ῥίπτωνται εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ εὑρισκώμεθα καθημερινῶς πρὸ μεγάλης κατακραυγῆς χιλιάδων οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται πρὸ τῆς ἀπελπισίας αὐτῆς. Δὲν εἶναι διόλου ἀπίθανον, μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων νὰ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι νὰ προσέφερον μεγαλυτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο, καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι περισσότερον χρήσιμοι εἰς τὸ Κράτος. Εἰς τὸ στενὸν ὅριον τῶν πέντε λεπτῶν, τὸ ὁποῖον παρέχει ὁ Κανονισμός, δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ἀναπτυχθῶσι ζητήματα τόσον κολοσσιαῖα. Ἐνισχύων ἐν τούτοις τὴν διαμαρτυρίαν τῶν προσφύγων θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν προτοῦ ἔλθῃ ἀκόμη τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ζητήματα ὑψίστης σπουδαιότητος διὰ μίαν τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι ταλαιπωρηθῆ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐχθρῶν, ὥστε νὰ μὴ συνεχίζηται καὶ ἐδῶ ἡ ταλαιπωρία των ἀδίκως. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι ὅτι εἰς τὴν ὑπὸ μελέτην καὶ ὑπὸ ἵδρυσιν Προσφυγικὴν Τράπεζαν δὲν συμπεριλαμβάνονται οἱ ἐλαιῶνες, ἀμπελῶνες καὶ τὰ ἑσπεριδοειδῆ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα σοβαρόν· θὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς Προσφυγικῆς Τραπέζης, συζήτησις ἡ ὁποία δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔλθῃ τὸ ταχύτερον πρὸ τῆς Συνελεύσεως, διότι τόσον ἡ Κυβέρνησις ὅσον καὶ ἡμεῖς ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ἀστῶν προσφύγων γνωρίζομεν ποία δυσφορία κρατεῖ μεταξὺ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Καὶ διότι δὲν περιελήφθησαν εἰς τὴν περιουσίαν τῶν προσφύγων τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ τηλεγράφημα, ἀλλὰ καὶ διότι εὑρισκόμεθα ὅλοι ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι καθημερινῶς ἀλλάζονται σχέδια χωρὶς νὰ ἐρωτῶνται οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ διαφωτίσῃ τὴν Συνέλευσιν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι ὅσον καὶ τοὺς ὑπὸ δικαιοτάτην δυσφορίαν εὑρισκομένους προσφυγικοὺς πληθυσμούς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαλαμίδας ἔχει τὸν λόγον.
§29Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν αὐτὴν ἀναφοράν, κύριε Πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γεωργίτσης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἰωάννου Καλλιγιάννη.
§31Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω μόνον, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν τοῦ συνταξιούχου αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου καθυστερεῖται ἀπὸ ἐτῶν ἡ σύνταξις, ὅπως καθυστερεῖται καὶ διαφόρων ἄλλων.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων.
§33Θ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς, κ. Πρόεδρε, τοῦ Συλλόγου τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἀνακοινοῦσιν οὗτοι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ὅτι ἡ κατὰ τὸν Αὔγουστον συνελθοῦσα Πανελλαδικὴ συνέλευσις συνεζήτησε περὶ τῆς θέσεως τῶν μελῶν αὐτῆς, μεθ’ ὃ προέβη εἰς ψήφισμα ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρουσι μετὰ πόνου τὴν ἐξαιρετικῶς δεινὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, καὶ καταλήγουσιν εἰς διάφορα αἰτήματα. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον τῶν αἰτημάτων τούτων εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν των. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ τιμάριθμος τοῦ βίου ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἑνδεκαπλάσιον, δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτοι νὰ λαμβάνωσι τὸ πενταπλάσιον μόνον τῶν προπολεμικῶν ἀποδοχῶν. Τοῦτο μάλιστα ὡμολογήθη ῥητῶς ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐργοδοτῶν, οἵτινες συνελθόντες εἰς συνέλευσιν πρὸ μηνῶν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας κ. Μαρῆ, τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀνεγνώρισαν τὸ δίκαιον τοῦ αἰτήματος τούτου τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπεσχέθησαν νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὰ μέλη τῶν ὑπ’ αὐτοὺς Ὀργανώσεων τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς αἰτουμένης αὐξήσεως. Δυστυχῶς ἡ ὑπόσχεσις αὕτη τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐργοδοτῶν ἀπέβη ἁπλῶς ὑπόσχεσις, διότι ἐξαιρέσει μιᾶς Τραπέζης οἱ λοιποὶ ἐργοδόται εἰς οὐδεμίαν προέβησαν αὔξησιν. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀναληφθείσης ταύτης ὑποχρεώσεως τῶν ἐργοδοτῶν ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα. Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδίστασε χάριν τῶν ἰδίων του ὑπαλλήλων νὰ προβῇ εἰς θυσίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἄνευ προστασίας τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους, τὸ μέσον δὲ πρὸς τοῦτο νομίζω ὅτι ἔχει τὸ Κράτος προχειρότατον· εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς συνεργασίας μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπάρχει ἤδη παρεσκευασμένη σχετικὴ ἐργασία, δὲν ἔχει δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἢ νὰ τὴν ζητήσῃ καὶ μᾶς τὴν ὑποβάλῃ. Τότε καὶ τὰ ζητήματα τοῦ μισθοῦ τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων θὰ σχετισθῶσι καὶ θὰ κανονισθῶσι δίκαιοι μισθοὶ καὶ ἄλλα ζητήματα, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχονται προστριβαὶ μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας θὰ λυθῶσι καὶ δὲν θὰ φθάνωμεν νὰ βλέπωμεν καθημερινὰς ἀπεργίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ αἴφνης ὅτι ὁ ἐργοδότης ἀπέλυσεν ἕνα ἐργάτην. Τὸ ἕτερον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸν ἀπασχολήσω, εἶναι ζήτημα ἀφορῶν πλέον οὐχὶ τὸ παρόν, ἀλλὰ τὸ μέλλον. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ τοῦ ταμείου συντάξεων τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος τούτου δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναπτύξω, κύριοι συνάδελφοι. Ἀποτελεῖ πλέον ζήτημα κοινωνικῆς ἀνάγκης τὸ ζήτημα τῆς προνοίας τοῦ μέλλοντος τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη πανταχοῦ, μὴ ἐξαιρουμένου οὐδὲ τοῦ ἡμετέρου Κράτους, χωρὶς ὅμως τοῦτο νὰ καταλήξῃ καὶ εἰς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλὰ ἱδρύματα ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἔχουν ἱδρύσει ταμεῖα συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, ὁ πολὺς ὅμως κόσμος τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων παραμένει τελείως ἀπροστάτευτος καὶ τὸ μέλλον αὐτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν μένει εἰς τὴν τύχην του. Τὴν ὁδὸν τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων ἤνοιξε παρ’ ἡμῖν ὁ νόμος τοῦ 1922, ὁ ὁποῖος συνεπληρώθη καὶ ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1923. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ταύτην ὁ νόμος παρουσιάζει τοιαύτας ἀτελείας, ὥστε σχεδὸν νὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Τοῦτο κατιδοῦσα ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις κατήρτισεν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ὑπέδειξε τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις καὶ συμπληρώσεις τοῦ νόμου. Αἱ τροποποιήσεις αὗται ἐν σχεδίῳ νόμου ὑπεβλήθησαν πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐψηφίσθησαν μάλιστα εἰς πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἡ ἐπελθοῦσα ἐν τῷ μεταξὺ Κυβερνητικὴ μεταβολὴ δὲν ἐπέτρεψεν ὅπως καταστῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νόμος τοῦ Κράτους. Ἤδη δὲν ὑπολείπεται ἢ μία μόνον συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιταχύνῃ, ὅπως τὸ ταχύτερον λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ τόσον ἐνδιαφέρον τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους. Τελευταῖον θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ δι’ ἓν ἀκόμη τῶν αἰτημάτων τῶν ὑπαλλήλων, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς καταγγελίας τῆς συμβάσεως τῆς ἐργασίας. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, ὡς γνωστόν, πρὸ ἐτῶν μὲ μόνον τὸν σκοπὸν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων ἄνευ λόγου. Αἱ ἀποζημιώσεις ὅμως τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος οὗτος εἶναι τόσον μικραί, ὥστε κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, διότι βεβαίως ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐργοδόται οἱ ὁποῖοι προτιμοῦν νὰ καταβάλουν τὴν μικρὰν αὐτὴν ἀποζημίωσιν προκειμένου νὰ ἀπαλλαγῶσιν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν παρέσχον εἰς αὐτοὺς ἐργασίαν, εἰς τὸ τέλος κατέστησαν ὀχληροὶ εἴτε ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρός των εἴτε ἕνεκα τῆς ἡλικίας των. Ἐνδείκνυται λοιπὸν καὶ ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον τροποποίησιν τοῦ νόμου τούτου. Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τὰ κυριώτερα τῶν αἰτημάτων τῶν ὑπαλλήλων. Εὐελπιστῶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ἐν προκειμένῳ τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ νὰ μὴ ὠθήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὸ ἀπροχώρητον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Γ. Σεχιώτης, Π. Στενός, Α. Παπαχριστόπουλος, Α. Δενδρινὸς κλπ. ἐπὶ ἀναφορᾶς τελειοφοίτων τῆς Φυσικομαθηματικῆς Σχολῆς.
§35Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ὡς δικαιοτάτην νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐπέρασεν ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας, αἱ λοιπαὶ ἀναβάλλονται. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ κρατήσουν τὸ τεῦχος αὐτό, διότι δὲν θὰ ἀνατυπωθῇ· ἐκ τοῦ ἰδίου θὰ συνεχίσωμεν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§38Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τὰς ἀναφορὰς καὶ διὰ τὰς ἐπερωτήσεις νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐνασκήσωμεν τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι μία, εἶναι δύο ἡμέραι ὡρισμέναι. Ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως, ὑποθέτω ὅτι ὁ κανονισμὸς αὐτὸς τηρεῖται, ἀλλὰ δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἂν αἱ ἐπερωτήσεις λαμβάνουν μῆκος ἀτέρμον.
§40Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μαζί σας. Μία ἢ δύο ἐπερωτήσεις καταναλίσκουν ὅλον τὸν χρόνον, ἐνῷ εἶναι 94 ἐπερωτήσεις καὶ 60 ἀναφοραὶ καὶ ἓν ἢ δύο ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λυθῶσιν εἰς ἡμίσειαν ὥραν.
§41Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κάμετε ἔκκλησιν εἰς τοὺς συναδέλφους σας.
§42Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω δίκαιον διαμαρτυρόμενος ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ ἕως ἐδῶ ἡ φωνὴ τῶν συμπολιτῶν μου ἀδικουμένων ὑπὸ τῆς διοικήσεως.
§43ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι καὶ τὸ ἄλλο ἄτοπον, κ. Πρόεδρε, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως καὶ ἀφορῶσαι ἄλλην Κυβέρνησιν φέρονται πάλιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι: Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνακλήσεως τῆς γενομένης δημοσιεύσεως ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ-168 τῆς 23 Ἰουλίου 1924 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δῆθεν νόμου ὑπ’ ἀριθ. 3109 ὑπὸ τὸν τίτλον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ. καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὡς ἄνω Ν. Δ. τῆς 25 Ἀπριλίου 1924». Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει ζητήσει τὸν λόγον.
§45Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπὸ προχθές.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐδῶ ἔχω σημειωμένους μόνον δύο, τὸν κ. Πετρίδην καὶ τὸν κ. Φραγκούδην. Ἂν θέλῃ ὁ κ. Πετρίδης νὰ σᾶς ἀφήσῃ....
§47Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν παρακαλῶ, ἐπειδὴ εἶμαι καὶ ἀδιάθετος.
§48Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εὐχαρίστως.
§49Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§51Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀφείλομεν καὶ ὁμολογοῦμεν χάριτας, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως ἐδέχθη νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταργήσῃ ἄλλο νωπὸν νομοθέτημα καὶ ἔκαμε τοιαύτην εἰσήγησιν, ὥστε νὰ δύναται ἐν τῇ συνειδήσει ὀλίγων τινῶν καχυπόπτων νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσηγήθη τὸ νομοθέτημα, ἔστω καὶ παρὰ τὴν πρόθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, ἔθιγεν εἴτε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως εἴτε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου. Θέλω ἀκόμη νὰ κάμω τὴν δήλωσιν εἰς ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ὅτι δέχομαι πᾶσαν διακοπὴν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι αἱ διακοπαὶ συντελοῦν καὶ προάγουν τὰς συζητήσεις καὶ διαλύουν τὰς παρεξηγήσεις, αἵτινες εἶναι φυσικὸν νὰ γεννῶνται, ὅταν ὑπάρχωσιν ἀντιγνωμίαι καὶ ὅταν ὑπάρχῃ σύγκρουσις ἀντιλήψεων. Καὶ τρίτην δήλωσιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις νὰ κάμω ἐνώπιόν της, τὴν δήλωσιν ὅτι σέβομαι καὶ τὴν ἐν ὡρισμένοις θέμασιν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ σέβομαι καὶ εὐλαβοῦμαι καὶ τὴν φιλοξενίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ αἴθουσα αὕτη πρὸς τὸν διαπρεπῆ ἐπιστήμονα καὶ δὲν θέλω νὰ ἀποδώσῃ καμμίαν πρόθεσιν, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην, εἰς τοὺς λόγους μου, ὡς ἀπορρέοντας ἀπὸ προσωπικὴν δῆθεν ἀντίθεσιν. Τὴν μονοτονίαν, κύριοι πληρεξούσιοι, τῶν συνήθων καὶ γνωρίμων φυσιογνωμιῶν τῆς αἰθούσης ἐνθυμεῖσθε ὅτι διέκοψε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ ἄνοδος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ βήματος. Ὅλη ἡ Συνέλευσις ἐπεστράτευσεν ἀμέσως τὴν προσοχήν της ὁλόκληρον, ἀναμένουσα νὰ ἀκούσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εὐαγγελιζόμενον τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀκολουθήσῃ ἀπέναντι τοῦ μεγάλου δικαστικοῦ προβλήματος, διὰ τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου τὸν ἔκρινεν ἱκανὸν ἡ πρωθυπουργικὴ θέλησις. Ἀτυχῶς δὲν ἐχρειάσθησαν πολλὰ λεπτὰ τῆς ὥρας εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ διαψεύσῃ τὰς προσδοκίας ἡμῶν. Ἀντὶ νὰ τὸν ἴδωμεν φερόμενον ὑπεράνω τῶν κοινῶν καὶ τῶν τετριμμένων, ἀντὶ νὰ τὸν ἴδωμεν πτερυγίζοντα μέχρι τῆς ἀτμοσφαίρας τῆς ἀντικειμενικότητος καὶ ἐπεξηγοῦντα τὴν θέσιν τῶν γενικωτέρων ζητημάτων, τὸν εἴδομεν, φεῦ, καὶ ἐκεῖνον βαδίζοντα τὴν πεπατημένην καὶ τετριμμένην, καὶ μάλιστα μὲ βηματισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θεωρῶ ἐπιστημονικῶς ὀρθούς, μὲ βηματισμοὺς τοὺς ὁποίους νομίζω ἀντικειμένους εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, μὲ βηματισμοὺς τοὺς ὁποίους ἀπὸ προσωπικῆς μου ἀπόψεως τοὐλάχιστον, χωρὶς νὰ ἀποδίδω κακὴν πρόθεσιν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ θεωρήσω πολιτικῶς μεροληπτικούς. Ἐνεφάνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης —καὶ τοῦτο δὲν τὸ λέγω πρὸς μομφήν του, ἀλλὰ πρὸς ἔπαινόν του— ἐνεφάνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν εἰκόνα ἑνὸς καθυστερημένου Πραίτωρος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ διήνυσε πολλοὺς αἰῶνας ὑπὸ τὸ σκότος τοῦ τάφου, ἀνεστήθη καὶ ἀνεγνώρισεν ἴσως τὰς λεπτομερείας τῶν Νεαρῶν, τῶν Πανδεκτῶν καὶ τῶν Κωδίκων, ἀλλ’ ἀγνοεῖ τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ τὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ ἔννοια τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ ἡ ἔννοια τῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἄνευ προθέσεως νὰ ἀποδώσω τὴν ἐλαχίστην μομφὴν ἐναντίον προσώπου τὸ ὁποῖον εὐλαβοῦμαι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ διατυπώσω τὰς ἀντιρρήσεις μου ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω τὴν φράσιν μου ὅτι τοὺς βηματισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θεωρῶ ἐπιστημονικῶς ἐσφαλμένους, θεωρῶ κοινοβουλευτικῶς οὐχὶ πρέποντας καὶ πολιτικῶς μεροληπτικούς. Ἄρχομαι ἀπὸ τὸ πρῶτον. Θὰ ἐξετάσω τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος τῆς εἰσηγήσεως καὶ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε κατὰ τὰ εἰθισμένα, ἵνα εὐρυτέραν ἔννοιαν μεταχειρισθῶ, ἕνα νόμον· ὁ νόμος αὐτὸς ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐπίσημον Ἐφημερίδα, ὅπως ἀκριβῶς δημοσιεύονται οἱ νόμοι. Ὁ νόμος αὐτός, πρὶν δημοσιευθῇ, ὑπεβλήθη εἰς τὰ ἀνάκτορα.
§52Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ εἰς τὸν ρήτορα νὰ παρεμβαίνῃ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ὅτι ὁ ρήτωρ ἐπιτρέπει διακοπὰς ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ γίνεται θόρυβος.
§54Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν γνωρίζω κανένα ἀπολύτως, οὔτε πληρεξούσιον οὔτε Πρόεδρον οὔτε Ὑπουργόν, νὰ ἔφερε σοβαρὰς ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§55Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. συνάδελφε. Γεννᾶται, κύριοι τὸ ἐρώτημα: Νόμος ψηφισθεὶς ὑπὸ τοῦ οὐσιαστικοῦ, τοῦ θετικοῦ παράγοντος, νόμος, τοῦ ὁποίου τὸ ἀντίγραφον ὑπεγράφη κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ κατὰ τι μέρος καὶ ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ἐδημοσιεύθη περαιτέρω ὅπως ἀκριβῶς ἐψηφίσθη, τοιοῦτος νόμος εἶναι δῆθεν νόμος; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἡ φράσις ἡ καθιερωμένη ἀπὸ χείλη σοβαροῦ ρήτορος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δογματισμόν, δὲν εἶναι φράσις ἐπιστήμονος ἢ νομικοῦ εἴτε περὶ νόμου πρόκειται εἴτε περὶ νομοσχεδίου. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν ἐννοίας σχετικότητος καὶ διὰ νὰ φαιδρύνωμεν τὴν συζήτησιν, διότι δὲν θέλω νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι ὑπάρχει πολιτικὴ χροιὰ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν κωλύομαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐντύπωσις, αἱ σχετικότητες, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ εἰς τὰ προφορικῶς λεχθέντα καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ φράσις νόμος, παρ’ ὀλίγον νόμος, αἱ σχετικότητες αὐτοὶ μοῦ ὑπενθυμίζουν τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ ἐξετάσῃ τραυματισθεῖσαν γυναῖκα ἀπεφάνθη ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶναι καὶ ὀλίγον ἔγκυος. Δὲν χωροῦν αἱ ἔννοιαι τῆς σχετικότητος παντοῦ, κ. Ὑπουργέ, εἴτε ἔχομεν νόμον εἴτε σχέδιον νόμου εἴτε ἔχομεν κύρωσιν εἴτε δὲν ἔχομεν κύρωσιν, καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν κύρωσιν ματαιοπονεῖτε καὶ ματαίως ἀπασχολεῖτε τὴν Συνέλευσιν καὶ ἀναγκάζετε καὶ ἡμᾶς νὰ τὴν ἀπασχολῶμεν. Πρὸ πάντων δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, ὡς ἔξοχος ἐπιστήμων, νὰ δημιουργήσετε σχετικοὺς ὅρους διὰ νὰ διακαιολογήσετε τὴν ἐφαρμογὴν οἱουδήποτε συμπεράσματος. Ἡ φράσις «δῆθεν νόμος» εἶναι φράσις καταδικαστέα, εἶναι φράσις καινοτόμος, δὲν δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ ὡς φράσις δικαστική, εἴτε ἂν ἦτο νόμος εἴτε δὲν ἦτο νόμος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ τάσις πρὸς δημιουργίαν σχετικοτήτων ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγνωρίζουν, ὡς καὶ ἡ λογική, παρὰ ἀπολύτους ἐννοίας, ἡ φράσις αὐτὴ προσκρούει εἰς τὸ ἰδικόν μου ταπεινὸν αἴσθημα. Ἡμεῖς μίαν ἔχομεν περίπτωσιν πραγματικήν, συγκεκριμένην καὶ ἀναντίρρητον. Τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι, ἂν θέλωμεν, νὰ λογικευώμεθα, νὰ κυττάζωμεν εἰς ποίας ἀπὸ τὰς δύο περιπτώσεις πρέπει νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτήν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας παρ’ ἡμῖν, ὁ δεύτερος νομοθετικὸς παράγων, ἂς τὸν ὀνομάσωμεν οὕτως, ἂν καὶ δὲν φαίνεται ἐπιτυχὴς ἡ τοιαύτη ὀνομασία, ὁ δεύτερος νομοθετικὸς παράγων παρ’ ἡμῖν, λέγω, ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἢ ναὶ ἢ ὄχι, ἢ νὰ ἐπικυρώσῃ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ ὑποβληθὲν νομοθέτημα. Καὶ ἐρωτῶ τὸ κ. Ὑπουργόν: Εἰς ποίαν ἀπὸ τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις ὑπήγετο ἡ περίπτωσις τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸ ἡμῶν;
§56ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη ἄλλος νόμος.
§57Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὸ ἐξηγήσω. Εἶπον ὅτι ὑπεβλήθη μόνον μέρος τοῦ νόμου. Τὰ πραγματικὰ γεγονότα εἶναι ὅπως ἔχουσι. Διαμαρτύρομαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς ἀποπείρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημιουργῇ αὐθαιρέτως ἄλλας περιπτώσεις, περίπτωσιν ἡμικυρώσεως ἢ παιδιᾶς ἐκ τῶν ἀρχῶν τῶν ἀνωτάτων ἢ περίπτωσιν ἐπικυρώσεως ὑπὸ αἵρεσιν ἢ περίπτωσιν ὑπὸ νόμου. Παρ’ ἡμῖν πέρα τῶν στενῶν τούτων ὁρίων νὰ δράσῃ ὁ παράγων ὁ δεύτερος ὁ νομοθετικὸς δὲν δύναται, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ μερικῶς καὶ νὰ ἀπορρίψῃ μερικῶς, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ὑπὸ αἵρεσιν καὶ ὑπὸ προθεσμίαν, εἶναι ὑποχρεωμένος εὐαγγελικώτατα νὰ εἴπῃ ναὶ ἢ ὄχι. Καὶ ἐρωτῶ: Τί ἁρμόζει μᾶλλον νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἶπεν ἐν προκειμένῳ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας; Θέλετε νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἀπήντησεν ὅτι ἀρνεῖται νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον; Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐκδοχὴ αὕτη θὰ εἶναι λίαν τολμηρά, τεθέντος ὅτι πρᾶξις προδίδουσα ἀρχὴν ἐκτελέσεως ἀποδεικνύει, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ νόμου, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐφέρετο πρὸς τὴν ἄποψιν τῆς κυρώσεως. Ἀλλαχοῦ ὁ δεύτερος νομοθετικὸς παράγων δὲν εἶναι σιγηλός, ἀλλὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητῇ, νὰ τροποποιήσῃ, νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον, ἡμεῖς ὅμως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν καινὰ δαιμόνια, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἐξέλθωμεν πέρα τῶν ὁρίων τῆς εὐλαβείας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀπὸ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῆς ὑποβολῆς ἐλλιποῦς ἐγγράφου, τῆς μὴ ὑπογραφῆς τοῦ ἐλλιποῦς αὐτοῦ μέρους τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν τίτλον τοῦ νόμου αὐτοῦ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, λέγω, κατ’ ἀρχήν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς στοιχειώδους λογικῆς, μακρὰν πάσης μεροληψίας κρίνοντες, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποφανθῶμεν ποία ἦτο ἡ θέλησις τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διέπραξε μίαν ἐπιβολήν. Ἀλλ’ ἂν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἔτσι, θ’ ἀποφανθῶμεν ἂν ὑπάρχει κύρωσις ἢ ὄχι καὶ ὑποστηρίζω, συμμαχούσης μεθ’ ἡμῶν καὶ τῆς στοιχειωδεστέρας λογικῆς, ὅτι ἡ πραγματικὴ κατάστασις μᾶς ὠθεῖ ἀναγκαίως, ἵνα παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἦτο πρᾶξις ἀποδεικνύουσα θέλησιν τῆς κυρώσεως καὶ ὄχι θέλησιν ἀκυρότητος. Ἀλλά, κύριοι, ἂς ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἁπλῆν, τὴν ἀνεπιστημολόγον ἔστω λογικὴν καὶ ἂς ἴδωμεν τί λέγει ἡ λογικὴ τῆς ἐπιστήμης, τί λέγουσιν οἱ δόκιμοι παρ’ ἡμῖν συγγραφεῖς. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπεκαλέσθη εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τὰς γνώμας τοῦ παρ’ ἡμῖν διαπρεποῦς καθηγητοῦ Σαριπόλου, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγνώσαντες τὸν Σαρίπολον ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον δὲν εὑρίσκομεν ἄλλα ἐπιχειρήματα παρὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα τὴν ἰδικήν μας γνώμην ἐνισχύουν. Παρ’ ἡμῖν τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους. Ὁ Σαρίπολος ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ κυροῦν καὶ δημοσιεύειν ἐταυτίσθη μετὰ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ὑπέστη κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν μὲ τὸ ἄρθρον 36 καὶ ἑπομένως ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς δημοσιεύσεως ἐνυπάρχει ὄχι μόνον ἡ ἔννοια, ὄχι μόνον τὸ στοιχεῖον τῆς ἱκανότητος, τὸ ὁποῖον θὰ δεικνύῃ τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς ἐνάρξεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐνυπάρχει ταυτοχρόνως καὶ ἡ πανηγυρικὴ πρᾶξις τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ νόμου. Ὑποστηρίζει δηλαδὴ ὁ Σαρίπολος ὅτι πανηγυρικὴ πρᾶξις κυρώσεως τοῦ νόμου εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς δημοσιεύσεως. (Ἀναγινώσκει σχετικὴν περικοπὴν ἐκ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου τοῦ Σαριπόλου).
§58Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐκδήλωσις τῆς κυρώσεως, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ.
§59Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὸ εἴπω. Ἀναντιρρήτως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι μετὰ τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιμένει νὰ φέρῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ προχωρήσωμεν ὁμαλῶς, νὰ διακρίνωμεν τὸ ἔργον τῆς κυρώσεως εἰς δύο μέρη: Εἰς τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν δήλωσιν τοῦ Προέδρου ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον, καὶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τὸ τυπικὸν τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν πανηγυρικὸν τύπον τοῦ νόμου. Ἀλλαχοῦ ὑπάρχουν, κύριοι, τὰ δύο ταῦτα στοιχεῖα κεχωρισμένα, ὅπως συνέβαινεν ἄλλοτε ἐν Βαυαρίᾳ, καθὼς δὲ ἀναφέρει αὐτὸς οὗτος ὁ συγγραφεὺς τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰδικὸς τύπος καθιερωμένος, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦται ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ ἐκδηλώνῃ τὴν κυρωτικήν του θέλησιν. Παρ’ ἡμῖν οὐδεὶς τύπος ὑπάρχει. Οὐδὲν ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδὲν ἀναγράφεται εἰς τοὺς νόμους, οὐδὲν εἶναι καθιερωμένον δι’ ἐθίμου σταθεροῦ ἔστω. Παρ’ ἡμῖν τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους· δὲν λέγει κἂν ὅτι κυροῖ ἐγγράφως καὶ ἑπομένως δὲν θὰ εἶναι ἐλευθεριάζουσα ἡ σκέψις ὅτι δύναται καὶ προφορικῶς ἀκόμη νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν θέλησίν του.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου ἔγινεν αὐτό.
§61Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν θέλετε νὰ μὲ παρακολουθήσετε εἰς τὰς γνώμας αὐτάς, θὰ ἴδετε ὅτι εἶναι ἡ μόνη γνώμη ἡ ὁποία ἐνισχύει καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ὅταν βάσις τεθῇ ὅτι παρ’ ἡμῖν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται, μὴ περιοριζόμενος ὑπὸ τοῦ τύπου οὔτε τοῦ Συντάγματος οὔτε νομικοῦ οὔτε ὑπὸ τοῦ τύπου τῆς συνηθείας, διότι ὑπάρχουν καὶ ἀντίθετοι περιπτώσεις, δύναται καὶ προφορικῶς ἀκόμη νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον. Ἄν, κύριοι, δεχθῶμεν τὴν ἐκδοχὴν ταύτην, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου εἶναι πρᾶξις κεχωρισμένη, εἶναι πρᾶξις ἡ ὁποία δὲν ἔχει σύνδεσμον μὲ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἂν δεχθῶμεν τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰ πλεῖστα σημεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναγνώσω, ὁ Σαρίπολος, τότε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐρωτήσωμεν ἑαυτούς: Διατί τάχα εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ ἵσταται τόσον ὑψηλά, διατί ἀναθέτομεν καθήκοντα μικρά, καθήκοντα ταπεινὰ καὶ χυδαῖα; Διότι, ἂν ἐξαιρέσωμεν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσίν του πρὸς δημοσίευσιν, κατ’ ἀνάγκην, ὅταν τοῦ ἀναθέσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δημοσιεύσεως διὰ νὰ ἔχωμεν τὸν πανηγυρικὸν τύπον τῆς κυρώσεως, τότε θὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὸν ἔργα τὰ ὁποῖα θὰ δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ ὁ τελευταῖος στοιχειοθέτης τοῦ Ἐθνικοῦ μας Τυπογραφείου. Ἄν ἀπογυμνώσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσιεύσεως ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δίδουν οἱ συγγραφεῖς, ὅτι ἡ δημοσίευσις ἀποτελεῖ καὶ τεκμήριον ἀποδεικνύον τὴν κύρωσιν, ὅτι ἀποτελεῖ τὸν πανηγυρικὸν τύπον διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται ἡ θέλησις τοῦ μονάρχου, τότε, ἐπαναλαμβάνω, κατ’ ἀνάγκην φθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον ὅπου σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος ἀναθέτομεν καὶ καθήκοντα τυπογράφου. Εἰς τὴν σελίδα 78, πρόκειται περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ 1918, γράφει (ἀναγινώσκει): «Τὴν διατύπωσιν κλπ.».
§62Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δηλαδὴ ἂν εἶναι πλαστή.
§63Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν περίπτωσιν πλαστογραφίας ὑπογραφῆς τοῦ ἑτέρου παράγοντος, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐδημιουργήσατε κατὰ φαντασίαν, ὅπως θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ ὁμολογήσετε, ὅταν ἀκούσετε ἱστορικῶς τὰ τῆς ἐξελίξεως τοῦ νόμου τούτου ἀπὸ τοὺς ἁρμοδιωτέρους ἐμοῦ. Θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ λογοδοτήσετε τότε ἀπέναντι τῆς ἐπιστήμης πῶς ἠθελήσατε νὰ καταλήξετε εἰς συμπεράσματα νομικὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἐτίθεντο πρὸ ὑμῶν δὲν ἦσαν τὰ ἀκριβῆ, ἀλλ’ ἦσαν φανταστικά. Καὶ ἐδημιουργήσατε τὸ περιστατικὸν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καλῶς ποιῶν καὶ ἐκ προθέσεως κλπ. ἀφῄρεσε τὰ ἄρθρα καὶ παρελείψατε τὴν στοιχειωδεστέραν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλεν ἡ στοιχειωδεστέρα λογική, νὰ ἐρευνήσετε τὸ ἑξῆς οὐσιαστικὸν καὶ σοβαρώτατον ζήτημα, τὸ ζήτημα ποία ἦτο ἡ θέλησις τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος. Εἶχε βούλησιν κυρώσεως τοῦ νόμου; Εἶχε βούλησιν μὴ κυρώσεως τοῦ νόμου; Ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκτήσετε τὸ μικρὸν αὐτὸ στοιχεῖον καὶ τότε θὰ ἐβλέπετε ὅτι ὅλα σας τὰ ἐπιστημονικὰ ὅπλα, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς ἠπειλήσατε—καὶ σᾶς δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἀπειλῆτε, ἀλλ’ ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων—ἀχρηστεύουσι καὶ παθαίνουσιν ἀπὸ ἀφλογιστίαν. Καὶ ἐνεφανίσθητε ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως χωρὶς νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, προκειμένου περὶ πράξεως διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐκεῖνος εἶχε λάβει μέρος. Ἔπρεπε νὰ τὸν ἐρωτήσετε καὶ νὰ τῷ εἴπετε: «Βρὲ ἀδελφέ, ἐξοχώτατε κ. Πρόεδρε, ὅπως τέλος πάντων θέλετε, μὲ αὐτὸ ποὺ ἐκάμετε καὶ ἐβάλετε μίαν ὑπογραφὴν εἰς ἕνα κείμενον ἡμιτελές, μὲ αὐτὸ τί ἠθέλατε; Ἠθέλατε νὰ κυρώσετε, νὰ ἀκυρώσετε, τί τέλος πάντων ἠθέλατε νὰ πράξετε;» Καὶ ὁ ἀνώτατος δημοκρατικὸς παράγων θὰ σᾶς ἀπήντα ποία ἦτο ἡ πραγματική του βούλησις. Δὲν ᾐσθάνθητε τὴν ἀνάγκην νὰ διαστείλετε τὴν ὕπαρξιν τῆς βουλήσεως ἀπὸ τὴν ἐξωτερίκευσιν τῆς βουλήσεως. Καὶ μὲ τὴν εὐχέρειαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθη ἓν θεμέλιον, καθ’ ὃ εἷς Ὑπουργὸς ἀπεθρασύνθη μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ θέσῃ τὸ ἀνάστημά του, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο—εὐτυχῶς δὲν συνέβη διὰ τὸν κ. Σταμούλην— νὰ θέσῃ τὸ ἀνάστημά του, λέγω, ὑπεράνω τῆς Συνελεύσεως, παρελείψατε νὰ δημιουργήσετε καὶ ἓν ἄλλο θεμέλιον καὶ νὰ μᾶς εἴπετε ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν εἶχε βούλησιν κυρώσεως καὶ εὐτυχῶς, ἵνα σώσῃ τὴν Πατρίδα, δὲν τὸ ὑπέγραψεν. Ἐγκατελείψατε τελείως ἀθεμελίωτον τὸ σοβαρώτερον σημεῖον τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Ἀλλά, ὅπως ἤρχισε νὰ συμβαίνῃ ἐσχάτως, νὰ ἀσχολούμεθα νὰ φυγαδεύωμεν πᾶσαν ἰθαγενῆ ἰδέαν καὶ νὰ ἀπορρίπτωμεν πᾶσαν ἰθαγενῆ σοφίαν, καὶ νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὰς Εὐρώπας διὰ νὰ ἀντλοῦμεν ἐπιχειρήματα, ἠκολούθησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ ἐξωτερικόν, ἐνῷ τὸ ἐσωτερικὸν ἦτο πλούσιον, πλουσιώτατον, προκειμένου νὰ ἀνακαλύψῃ μίαν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἂν εἴχομεν πρὸ ἡμῶν τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἀφεώρα ἡ Γαλλικὴ νομολογία, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη, ἀναντιρρήτως ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εἶχε δίκαιον. Ἀλλ’ ἔφερεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἓν κοστούμι, τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ προσαρμόσῃ ἄρον ἄρον εἰς τὸ πραγματικὸν σῶμα τῆς περιπτώσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ἀδιαφορεῖ ἂν κρέμονται τὰ πανταλόνια κάτωθεν τῶν ποδῶν ἢ φθάνουσι μέχρι τῶν γονάτων. Ἔφερε μίαν περίπτωσιν ἡ ὁποία δὲν ἔχει σχέσιν ἐν προκειμένῳ καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἕνα νόμον, ἡ Γερουσία δὲν τὸν ἐψήφισε καὶ ὁ νόμος οὗτος ἐδημοσιεύθη καὶ ἠκυρώθη. Κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι ὅμοιοι οἱ ὅροι τῆς συγκρίσεως, διότι ἐν Γαλλίᾳ ὁ δεύτερος νομοθετικὸς παράγων δὲν εἶναι σιγηλὸς παράγων, δὲν εἶναι παράγων τὸν ὁποῖον νὰ ὑποχρεώνῃ ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων πρὸς μίαν τῶν δύο κατευθύνσεων νὰ ὁδεύσῃ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἡ περίπτωσις δὲν εἶναι ἡ αὐτή, διότι δὲν μᾶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἂν ὑπῆρχεν ἢ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην συγκεκριμένη ἀρνητικὴ βούλησις τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος. Ἡ περίπτωσις δὲν εἶναι ἡ αὐτή. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν προσωπικήν σας διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ἐφέρατε πρὸ ἡμῶν ἦτο τοιαύτη, ὅτι δηλαδὴ ἠκυρώθη ὁ νόμος, καίτοι ὑπῆρχε δεδηλωμένη ἔγκρισις ἢ δεδηλωμένη ἡ βούλησις τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος. Τότε θὰ ζητήσω συγγνώμην διὰ τὰς μέχρι σήμερον διαφωνίας μας καὶ θὰ ἀναφωνήσω ὅτι ἔχετε δίκαιον. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε μᾶς λέγετε ῥητῶς ὅτι δὲν ἠκυρώθη ὁ νόμος ἀπὸ τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Ἐδῶ δύνασθε ὄχι πλέον ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι πλέον ὡς διαπρεπὴς ἐπιστήμων, ἀλλὰ δύνασθε ὡς ἄνθρωπος νὰ βεβαιώσετε ὅτι ὑπάρχει ἄρνησις κυρώσεως τοῦ νόμου; Ἂν δύνασθε νὰ βεβαιώσετε τοῦτο, τότε ἀναντιρρήτως ἡ γνώμη σας εἶναι ἀκαταμάχητος. Εἶναι πρόχειρον τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ μᾶς φέρετε ἐγγυήσεις ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ἡ περίπτωσις ἐνταῦθα εἶναι ἄλλη. Ἐνταῦθα ἔχομεν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ δεύτερος νομοθετικὸς παράγων ἐξεδήλωσε βούλησιν κυρώσεως, ἀδιάφορον ἂν δὲν τὴν ἐξεδήλωσε μὲ τὸν τύπον μὲ τὸν ὁποῖον τὴν ἀξιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§64Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ περικοπὴ τοῦ νόμου ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου.
§65Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ὑποστηρίζετε τὴν ἄποψιν ὅτι ἡ βούλησις τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἐξεδηλώθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ. Ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω· δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι, ἂν τὰ τελευταῖα ἄρθρα ὑπῆρχον καὶ τὰ ἀνεγίνωσκε, θὰ ὑπέγραφε;
§66Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, διότι μοῦ ἔδωσε δικαίωμα νὰ βυθίσω τὴν χεῖρα βαθύτερον καὶ νὰ ἀνατάμω πλευρὰν τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ἤθελα νὰ παρίδω. Ἐλέχθη, κύριοι, καὶ ἐκυκλοφόρησε, καὶ θὰ ἔλθω ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι μὲν τὸ φιλελευθερώτερον βῆμα τῆς Πολιτείας, διότι ἀπ’ αὐτοῦ ὁ λαός, ὡς ἀπὸ ἀνωτάτης σκοπιᾶς, ἐποπτεύει ἐπὶ τῶν ἀνδρῶν οἵτινες πράττουν τὰ κοινά, ἀλλ’ εἶναι καὶ βῆμα τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀντικειμενικότητος, βῆμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεταί τις ν’ ἀφήνῃ ὑπαινιγμούς, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅπως θὰ εἴπω παρακατιών, οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον. Ὁ κ. συνάδελφος υἱοθέτησε πολὺ εὐλόγως...
§67Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ....
§68Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤκουσε μᾶλλον μίαν διάδοσιν....
§69Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ὄχι....
§70Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. ... ἤκουσεν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διὰ νὰ σώσῃ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐκινδύνευε καὶ θὰ ἀνετρέπετο, ἀπήλειψεν ἐκ προθέσεως ἄρθρα καὶ ἔκαμεν ὅ,τι ἀκριβῶς κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἴτε τὴν διάδοσιν αὐτὴν ἤκουσεν εἴτε ἄλλην τινὰ διάδοσιν, τὴν διάδοσιν ὅτι, ἵνα ἐξαπατηθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ νὰ δεχθῇ νὰ κυρώσῃ τὸν νόμον, τῷ ὑπεβλήθη τὸ νομοθέτημα μὲ ἀπηλειμμένας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δῆθεν θὰ τῷ ἀπήρεσκον, αἱ διαδόσεις αὐταί, ὡς εἶναι ἑπόμενον, βεβαίως εἶναι συνήθη λάθη, ἀλλ’ ἀσυνήθης εἶναι ἡ ἐπὶ τῶν λαθῶν εὐρεῖα συζήτησις. Μίαν ἀπὸ τὰς δύο αὐτὰς ἐκδοχὰς πολὺ εὐλόγως καὶ ἐν ἀπολύτῳ καλῇ πίστει ἤκουσεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ τὸν εὐχαριστῶ.
§71Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Δὲν ἤκουσα τίποτε ἀπὸ αὐτά· θέλω νὰ ἠξεύρω μὴ τυχὸν ὑπογράφει μόνον τὰ 7, ἀλλὰ τὰ 10 δὲν τὰ ὑπογράφει.
§72Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ τυχὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα, δὲν θὰ προέβαινεν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου.
§73Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἀπαντῶ, πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὅτι αἱ ὑπογραφαὶ εἰς τὰ ἀνάκτορα γίνονται, ὅπως πρέπει νὰ γίνωνται εἰς ὅλα τὰ ἀνάκτορα, εἰς ὅλα τὰ κυβερνεῖα τῶν φιλελευθέρων καὶ δημοκρατικῶν πολιτευμάτων. Ἀναγνωρίζει τὴν παθητικήν του ἀποστολὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας καὶ οὐδέποτε ἠσχολήθη, καὶ βεβαιῶ τοῦτο, οὔτε μὲ τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν νομοθετήματος, οὕτως ὥστε νὰ εἴπῃ τι— λυποῦμαι, διότι ἀναγκαζόμενος ὠθῶ τὴν συζήτησιν πέρα τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς τουλάχιστον εἶχον χαράξει—εἶναι δὲ γεγονός, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ὅλοι οἱ παροικοῦντες τὴν Ἰερουσαλήμ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας οὐδεμίαν ἄρνησιν ἀντέταξεν ἀκόμη ἢ εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀντιτάξῃ ἔναντι οἱουδήποτε νομοθετήματος τὸ ὁποῖον θὰ τῷ ὑποβληθῇ ὡς νομίμως ψηφισθὲν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, δέχομαι ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος μελετᾷ, ὅτι θὰ ἤθελε καὶ ἐκεῖνος, ὅπως πράττουσιν ἄλλοι, θὰ ἤθελε νὰ τεθῇ ὑπεράνω τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως; θὰ ἤθελε καὶ ἐκεῖνος νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν «εἶσαι τόσον ἀμελέτητος, ὥστε ἐγὼ ἀπὸ τὸ γραφεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκομαι γνωρίζω περισσότερα περὶ τῆς κοινωνικῆς ἀπόψεως τοῦ ἐγκλήματος ἀπὸ ὅσα γνωρίζεις σὺ καὶ δὲν ἐγκρίνω αὐτὰ τὰ ὁποῖα σὺ ἐνέκρινες». Ἰδοὺ ἀκριβῶς ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐκάκισα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἐρωτήσαντα κἂν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν τὴν ἀπάντησιν τὴν δίδουν τὰ γεγονότα. Ἄν αἱ ἀπαλειφθεῖσαι διατάξεις ἦσαν βεβαίως αἱ ἐπιεικέστεραι ὑπὲρ τῶν ἐγκληματιῶν, θὰ ἔλεγον ὅτι ἐκ προθέσεως ἀπηλείφθησαν, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν φρίκην τὴν κοινωνικὴν ἡ ὁποία θὰ ἐξαπελύετο ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ἀρνηθῇ τὴν κύρωσιν. Ἀλλὰ κατὰ σύμπτωσιν, κύριοι, παρελείφθησαν ἀκριβῶς αἱ διατάξεις αἱ συντηρητικαί, ἀκριβῶς ἡ πλέον συντηρητικὴ διάταξις, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν δικλεῖδα τῆς ἀσφαλίσεως τῶν πολιτῶν τῶν ζημιωθέντων ἀπέναντι τῶν παραβατῶν τοῦ Νόμου, τὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν μετὰ τοῦ κ. Σεχιώτη καὶ διὰ τὴν ὁποίαν καυχῶμαι, τὴν διάταξιν ἡ ὁποία λέγει «τὸ δικαίωμα τῆς ἀστικῆς ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων παραμένει ἀμείωτον» καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καθιεροῖ κατὰ προνομιακὸν τρόπον ἐνάσκησιν τῆς παθητικῆς ἀγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἐξαιρεῖ τὸ δικαιοστάσιον. Δὲν παρελείφθησαν ἄλλως τε διατάξεις αὐτοτελεῖς, παρελείφθησαν διατάξεις μερικαί, δύο τριῶν παραγράφων ἐκ τοῦ 8 ἄρθρου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, δὲν ἀπηλείφθησαν τέλος ὡρισμένα ἄρθρα, ἀλλ’ ἀπηλείφθησαν ἄλλα μὲν ἄρθρα τελείως, ἄλλα δὲ τμηματικῶς. Ἀλλ’ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ φθάσω καὶ ἐγὼ εἴτε ἄλλοι συνάδελφοι, ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ, θὰ ἑρμηνεύσουν τὸ λάθος. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν βάσιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεκίνησα. Δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν πανηγυρική τις ἐκδήλωσις ἄλλη τῆς κυρωτικῆς θελήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Τούτου τιθεμένου ὑπεστήριξα ὅτι καὶ προφορικὴ δύναται νὰ εἶναι ἡ κύρωσις, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ καὶ δι’ ἐγγράφου ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπογραφῆς εἰς τὸν ψηφισθέντα νόμον. Δύναται νὰ εἴπῃ δι’ ἑνὸς σημειώματος ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ὅτι τὸν δεῖνα νόμον περὶ ἀμνηστίας κλπ.—τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον φέρει πλήρη τὴν ἐπικεφαλίδα—τὸν ἐγκρίνω καὶ παραγγέλλω τὴν δημοσίευσίν του. Ἡ τοιαύτη ἔγκρισις ἀναντιρρήτως εἶναι πλήρης.
§74Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ φέρῃ ὑπογραφὴν αὐτὸ τὸ σημείωμα;
§75Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε διὰ δευτέραν φοράν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐξέλθω μιᾶς συνηθείας, τὴν ὁποίαν εὐλαβοῦμαι καὶ σέβομαι, νὰ περιορίζωμαι ἐπὶ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ δημοσία συζήτησις καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τῶν ἰδιαιτέρων συνομιλιῶν, μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἴχετε τὴν καλωσύνην πρὸ δύο ἡμερῶν νὰ διατυπώσετε ἐνώπιόν μου τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ὅστις σᾶς ἀπήντησε κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ σᾶς δώσῃ νὰ ἐννοήσετε ὅτι οὐδένα ρόλον παίζει ἡ ὑπογραφή. Σᾶς εἶπεν ὅτι εἰς τὸ Τυπογραφεῖον θέτουν τὴν ὑπογραφὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀνωτέρου παράγοντος καὶ τοῦτο συμβαίνει κατὰ κανόνα μακρόν. Τὸ Τυπογραφεῖον στέλλει δύο ἀντίτυπα· ἂν ἔστελλε τρία, ἀναντιρρήτως δὲν θὰ ἐγίνετο συζήτησις, καὶ τρία θὰ ἔστελλεν ἂν ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ἂν ἦτο καθιερωμένος τρόπος κυρώσεως ἡ ὑπογραφὴ ὁλοκλήρου τοῦ ψηφισθέντος κειμένου. Τὸ Τυπογραφεῖον ἀπὸ συνηθείας ὤφειλε νὰ στείλῃ τρία τυπωμένα ἀντίγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν ὑπογράφεται, τὸ ἄλλο κρατεῖται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ στέλλεται κατόπιν ἀντίγραφον αὐτοῦ εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, τὸ δὲ ἄλλο κρατεῖται εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐφόσον τὸ κρατηθὲν εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος ἦτο πλῆρες, ἦτο σύμφωνον μὲ τὸ δημοσιευθέν, ἦτο σύμφωνον μὲ τὸ ψηφισθέν, ἂν ὑποθέσωμεν, ὃ μὴ γένοιτο, ὅτι ἔρχεται μία ἀνωτέρα δύναμις νὰ ἐκκαθαρίσῃ ἔστω καὶ ἓν ἐκ τῶν Ὑπουργείων καὶ ἐγίνετο μία πυρκαϊὰ καὶ κατεστρέφετο τὸ ἀρχεῖόν σας, ποῦ θὰ καταφύγωμεν διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἐκυρώθη ὁ νόμος παρὰ εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος; Καὶ τί θὰ συναντήσωμεν ἐκεῖ παρὰ τὸ κείμενον τὸ ἀκριβὲς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκριβὲς ἀντίγραφον καὶ τοῦ ψηφισθέντος καὶ τοῦ δημοσιευθέντος; Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ θεωρία περὶ πλαστογραφίας εἶναι καινοφανὴς καὶ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἐν προκειμένῳ, εἶναι δὲ καὶ περιττὴ ἄλλως τε, διότι, ὡς προέκυψεν ἀπὸ ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον οὐδέποτε στέλλεται τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς. Ἀλλ’ ἔθεσα κατ’ ἀρχὴν τὴν βάσιν ὅτι ὁ ἔξοχος καὶ ὑπέροχος ἐπιστήμων κατέληξεν εἰς συμπεράσματα ἀντιεπιστημονικά, ἠγνόησε δὲ ἀθελήτως καὶ καλῇ τῇ πίστει τὰ πραγματικὰ γεγονότα. Καὶ ἂν ἀναγνώσετε, κύριοι, τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἴδετε ὅτι δέχεται ὡς λάθος πρῶτον τὴν δημοσίευσιν καὶ λέγει ὅτι ἐκ παραδραμῆς ἐγένετο ἡ δημοσίευσις, ἐνῷ λάθος περὶ τὴν δημοσίευσιν δὲν ἐγένετο καὶ δὲν ἐμφανίζεται ἐν τῇ πράξει· ἡ δημοσίευσις ἐγένετο ἐν τάξει, καθ’ ὃν τρόπον στέλλονται εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ὅλα τὰ νομοθετήματα, ἐν ἀντιγράφῳ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου κειμένου, ὄχι ἀπὸ τοῦ κυρωθέντος, διότι δὲν ἔχει σημασίαν, σημασίαν ἔχει τὸ ἀντίγραφον τὸ ψηφισθέν, διότι κύριος νομοθετικὸς παράγων, μοναδικός, ἂν θέλετε, εἶναι μόνον ἡ Βουλή, μόνον ἡ Συνέλευσις, οἱ δὲ λοιποὶ παράγοντες εἶναι συντελεσταί, εἶναι δορυφόροι ἁπλῶς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἄν ἄλλως συνέβαινε, δὲν θὰ ἦτο καθιερωμένη ἡ φράσις «νόμον ψηφισθέντα ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλομεν», δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποκαλῇ νόμον ὁ ἄλλος παράγων, ἀλλὰ θὰ τὸν ἀπεκάλει σχέδιον νόμου. Διελευκάνθη ἑπομένως ὅτι ὁ ρόλος τὸν ὁποῖον παίζει τὸ ὑπογραφόμενον ἀντίγραφον δὲν ἀσκεῖ καμμίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ μηχανισμοῦ ὅστις δέον νὰ ἀκολουθηθῇ ἵνα ὁ νόμος λάβῃ τὴν μορφὴν τῆς δημοσιεύσεως καὶ τῆς δημοσιότητος. Ἀπεδείχθη δὲ τοῦτο κατὰ τρόπον μὴ ἐπιδεχόμενον ἀμφισβήτησιν ἀπὸ τὰς πληροφορίας αὐτοῦ τούτου τοῦ ὀργάνου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἑπομένως ἡ θεωρία περὶ δημοσιεύσεως πλαστοῦ νόμου, ἡ θεωρία περὶ πλαστογραφίας ὑπογραφῆς, εἶναι θεωρία ἡ ὁποία καταπίπτει, διότι πάντως μὲ τὴν θεωρίαν αὐτὴν ὅλοι οἱ νόμοι θὰ ἦσαν πλαστοί, θὰ ἦσαν καχεκτικοί, ἀκυρώσιμοι, διότι δὲν στέλλεται εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον παρὰ ἀντίγραφον ἐκ τοῦ εἰς χεῖρας εὑρισκομένου ἐγγράφου. Ἀλλὰ τὸ ἀντίγραφον τὸ ὁποῖον στέλλεται μετὰ τὴν κύρωσιν, ὅπως ἀποδεικνύει καὶ ἡ προκειμένη περίπτωσις, δὲν εἶναι ἀντίγραφον λαμβανόμενον ἀπὸ τὸ ἐπικυρωμένον, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ψηφισθέν ἐν τῇ Συνελεύσει, διότι, ἂν ἄλλως συνέβαινε, κύριοι συνάδελφοι, τότε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ δοὺς τὴν παραγγελίαν πρὸς δημοσίευσιν θὰ ἔπρεπε νὰ συνεχίσῃ τὸ παίγνιον τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὑτοῦ ὁ νέος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θὰ ἔπρεπεν, ἀκολουθῶν τὴν πολιτικὴν τῆς ματαιώσεως τοῦ νόμου, νὰ στείλῃ καὶ πρὸς δημοσίευσιν τὸ ἡμαρτημένον. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ ἔχομεν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θεωρηθεῖσαν ὡς ἐνέργειαν ἀπὸ σκοποῦ, ἡ ὁποία ἔνθεν μὲν ἐξαποστέλλει ἓν ἡμαρτημένον κείμενον, ἐκεῖθεν δὲ ἀποστέλλει τὸ πραγματικὸν κείμενον. Ἀλλ’ ἂν ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ἐκ τῆς ξένης νομολογίας δὲν ὠφελεῖ, ἂν ἡ περίπτωσις τῆς ἐνεργείας ἀπὸ προθέσεως εἰς τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἀποκρουσθῇ, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ἀμύνης παντὸς τιμίου ἀνθρώπου....
§76Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω νὰ σᾶς διακόψω: Ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως.
§77Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἔθεσα καὶ τὸ θέτω ὡς βάσιν: Ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως. Ἀναντιρρήτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγων ὅτι ὁ κ. Σταμούλης ἐπίτηδες, διὰ νὰ παραβιάσῃ τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως....
§78Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ νὰ προλάβῃ τὴν λαίλαπα καὶ τὴν ἐξέγερσιν.
§79Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συνεζητήσαμεν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἰδιαιτέρως. Ἀλλὰ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι οἱαδήποτε σκοπιμότης καὶ οἱαδήποτε ἀπειλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ παρεκκλίνουν ἀκριβῶς τῶν ὁρίων τοῦ σεβασμοῦ τὸν ὁποῖον ὀφείλουν πρὸς τὸ ἐκπροσωπευτικὸν Σῶμα; Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει τοιαύτη τις εἶναι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ ἀντίληψις, τότε διατί τὴν ἐγκατέλειψε μετὰ πέντε λεπτά, μετὰ ἡμίσειαν ὥραν καὶ δὲν τὴν συνεχίζει, ἐξαποστέλλων εἰς τὸ Τυπογραφεῖον τὸ κείμενον τὸ ἄλλο;
§80Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε ὅτι μετὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ φύλλου εἰς τὸ Τυπογραφεῖον δὲν ἐμεσολάβησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος.
§81Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἴσως ἐνδιεφέρθησαν πληρεξούσιοί τινες εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, καὶ ὁμολογῶ εἷς, ὁ κ. Βολουδάκης, ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος, ὅπως ἐνδιαφέρονται πάντοτε ἄλλοι πληρεξούσιοι διὰ νὰ ἐξαποστέλλωνται τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα αὐθημερὸν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Ἔθεσα ἄλλοτε τὸ δόγμα ὅτι «καλύτερα τὰ μιλημένα ἀπὸ τὰ ἀμίλητα», ἀλλὰ θὰ τὰ εἴπωμεν ὅλα διὰ νὰ διαλευκάνωμεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀπὸ ὅλων τῶν ἀπόψεων. Ἀλλ’ ὅ,τι ξενίζει, κύριοι, τινὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ θεωρίαι αἱ καινοφανεῖς, δὲν εἶναι μόνον τὰ καινὰ συνταγματικὰ δαιμόνια τὰ ὁποῖα θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὡς ἂν δὲν ἦσαν ἱκανὰ τὰ ὑπάρχοντα· εἶναι ἡ προσπάθεια αὐτοῦ, καὶ ἐπιμένω, ὅπως διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς Συνελεύσεως διορθώσῃ τὸν δῆθεν νόμον, ἐνῷ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὅτι ὑπῆρχον δύο ἄλλαι ὁδοί, τῆς ἐκδόσεως Νομοθετικοῦ Διατάγματος, καὶ ἄλλη συντομωτέρα, ἡ ὁδὸς τῆς ἀκυρώσεως τοῦ νόμου ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Ἀνέφερε καὶ ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ ἐρευνήσωσι τὰ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δύνανται νὰ ἐρευνήσωσι τὰ ἐξωτερικά του στοιχεῖα καὶ ὅτι ἐξωτερικὸν στοιχεῖον ἀποτελεῖ ἐν προκειμένῳ ἡ παρατηρουμένη παράλειψις καὶ ἑπομένως παραμένει ἀμείωτον τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον τῶν δικαστηρίων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐπανόρθωσις διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς. Καὶ ἐρωτᾶται: Διατί ἆρά γε ἐξέλεξε τὴν ὁδὸν αὐτὴν ἡ ὁποία, ὡς βλέπετε, παρουσιάζει καὶ ἐμπόδια, ἔστω καὶ μικρά, ἔστω καὶ τόσον ἄσημα, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ τὰ ὑποσκελίσητε διὰ μιᾶς; Διατί δὲν ἐξελέξατε τὴν ὁδὸν τῆς ἐκδόσεως Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἢ τὴν ὁδὸν τῆς ἀφέσεως τοῦ νόμου εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστηρίων; Καὶ ἂν θελήσετε νὰ μὲ παρακολουθήσετε ὄχι πλέον ἐπὶ νομικῶν ζητημάτων καὶ θεωριῶν, διότι δὲν ἐσυνήθισα νὰ σκέπτωμαι ἀπὸ νεφελῶν, ἂν θελήσετε νὰ μὲ παρακολουθήσετε εἰς τὰ πλέον τετριμμένα καὶ κοινὰ ζητήματα εἰς τὸν πραγματικὸν κόσμον, θὰ σᾶς ἐρωτήσω: Καθιερουμένης τῆς ἀρχῆς ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, τοῦ οἱουδήποτε δικαστοῦ, τῆς οἱασδήποτε Συνελεύσεως νὰ ἀρνῆται τὴν ἀπόλυτον ἁρμονίαν τοῦ κυρωθέντος κειμένου πρὸς τὸ ψηφισθέν, ἀντιλαμβάνεσθε ἆρά γε, κ. Ὑπουργέ, ποίαν καὶ πόσην ποσότητα δυναμίτιδος τοποθετεῖτε κάτωθεν τοῦ νομοθετικοῦ καθεστῶτος; Τὰ πάντα διεσαλεύθησαν εἰς τὸν Τόπον αὐτόν, ἀλλὰ δὲν διεσαλεύθη ἀκόμη εἰς οὐδεμίαν περίοδον ἡ στερεότης τῶν νόμων. Εἶναι ἀναντίρρητον, κύριοι, καὶ θὰ ἦτο ἐκτὸς λογικῆς καὶ ἀμερολήπτου κρίσεως ὅστις ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντίθετον, ὅτι καθιερουμένης τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ καταστήσωμεν ἐπισφαλὲς καὶ τὸ καθεστὼς ἀκόμη τὸ νομοθετικόν. Καὶ σᾶς λέγω τοῦτο: Κατὰ νεαρὸν νόμον, κληρονομεῖ καὶ ἡ χήρα ἀσχέτως ἂν εἶναι ἄπορος καὶ ἄπροικος. Εἷς κληρονόμος ἐνάγει τὴν χήραν, διότι ἐσφετερίσθη τὴν περιουσίαν. Ἡ χήρα λέγει «ἰδοὺ ὑπάρχει ἕνας νόμος ὁ ὁποῖος μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ συγκληρονομήσω». Καὶ ἀντιλέγει ὁ κληρονόμος — γνωρίζετε δὲ ποία εἶναι ἡ ἐνστασιολογία ἐν Ἑλλάδι — ἀντιλέγει ὁ κληρονόμος καὶ λέγει ὅτι «ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖσαι ὅτι σοῦ χορηγεῖ δικαίωμα δὲν εἶναι νόμος, ἀλλὰ δῆθεν νόμος». Πῶς αὐτό; Διότι δὲν ὑπάρχει πλήρης ἁρμονία μεταξὺ τοῦ τηρηθέντος ἀντιγράφου καὶ τοῦ ἀντιγράφου τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη καὶ τοῦ ἀντιγράφου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς ὅλας τὰς δίκας νὰ ἔρχεται ἡ νέα ἔνστασις τοῦ δῆθεν νόμου. Καὶ θὰ παύσουν νὰ ὑπάρχουν ὅλοι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἔλθῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ πάροδον ὀλίγων ἐτῶν, νὰ καμαρώσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης καινοτομίας. Καὶ θὰ ὁμολογήσῃ, ὡς εἶναι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, ἂν ἡ καλὴ πίστις τὸν ἐμπνέῃ, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι δημιουργεῖται ἐκτὸς τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος καὶ εἷς τρίτος ἠρτημένος ἀπὸ τὰς χεῖρας ἢ δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποῖον ἄλλο μέλος τοῦ σώματος τῆς τελευταίας δακτυλογράφου. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα καὶ νὰ ψηφίζωμεν νόμους, διότι μᾶς ἀπειλεῖ ὁ κίνδυνος οἱασδήποτε δακτυλογράφου τοῦ Ὑπουργείου εἴτε διότι πλανᾶται εἰς ὁρίζοντας ἐρωτικοὺς εἴτε διότι ἔχει ἄλλας ἀσχολίας νὰ κάμῃ ἕνα ἁμάρτημα περὶ τὴν ἀντιγραφὴν καὶ ὁ νόμος θὰ εἶναι δῆθεν νόμος. Καὶ δὲν δημιουργεῖτε μόνον αὐτὸν τὸν τρίτον παράγοντα, δημιουργεῖτε καὶ τέταρτον, τὸν τελευταῖον ὑπαλληλίσκον τῶν ἀνακτόρων, καὶ πέμπτον, τὸν τελευταῖον στοιχειοθέτην τοῦ Τυπογραφείου. Ἂν δὲν ἐσοβαρευόμεθα ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἠστειευόμεθα, θὰ εἶχον ἤδη αἱματωθῆ αἱ χεῖρές μου νὰ χειροκροτῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην τοιαύτας θεωρίας, τοιαῦτα δόγματα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκλονίσουν τὸ νομοθετικὸν καθεστώς, τὰ ὁποῖα θὰ δημιουργήσουν, ἐπαναλαμβάνω, ἕνα τρίτον καὶ τέταρτον καὶ πέμπτον νομοθετικὸν παράγοντα, τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσουν τὸν νόμον ὄχι προϊὸν καὶ ἀποτέλεσμα τῆς θελήσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ προϊόντα τυχαίων περιστατικῶν, τοιαύτας θεωρίας, λέγω, λυποῦμαι πολὺ ὅτι δὲν θὰ χειροκροτήσω ποτέ. Ἤθελα νὰ ὑπογραμμίσω, κύριοι, ὅτι ἀποτέλεσμα τῶν ἀσφαλῶς καὶ ἐπικινδύνως ἐσφαλμένων συμπερασμάτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι παρὰ συμπεράσματα μεγάλης προσηλώσεως πρὸς τοὺς Πανδέκτας, μικρᾶς πείρας περὶ τὰ ζητήματα τὰ κοινοβουλευτικὰ καὶ τὰ ζητήματα τὰ συνταγματικὰ καὶ πρὸ παντὸς δὲν εἶναι παρὰ ἀποτέλεσμα τινῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἀνάγονται εἰς περιστατικὰ ἔξω τοῦ πραγματικοῦ κόσμου. Οὐσιωδεστάτην ἀντίδρασιν ἐξήσκησεν ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἓν ἀνύπαρκτον περιστατικόν, ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ συνεργάτου ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος, ὅπως μὴ κυρωθῇ ὁ νόμος. Δεύτερον περιστατικὸν ἐσφαλμένον εἶναι ἡ ἐκ παραδρομῆς δημοσίευσις, ἐνῷ τὸ περιστατικὸν τοῦτο εἶναι ἀνύπαρκτον, καὶ τρίτον, καινὸν τοῦτο περιστατικόν, τὸ καινὸν τὸ ὁποῖον τοῦ ἀφήνει ἐν τῷ κόσμῳ τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν, ὅτι δὲν ἀπετάθη καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀποταθῇ καὶ νὰ ζητήσῃ μίαν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν δεύτερον νομοθετικὸν παράγοντα.
§82ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἤθελον νὰ μάθω, ἄν, ὅταν ἐστάλη τὸ κείμενον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ εἶχον κυρωθῆ τὰ 8 ἄρθρα, ἐγνώριζε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἀπέστειλεν ὁλόκληρον τὸν νόμον, ἐνῷ δὲν εἶχε κυρωθῆ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας;
§83Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι γνωστόν, ἂν τὸ ἐγνώριζε, διότι ὁ φάκελος πηγαίνει εἰς τὰ ἀνάκτορα, ὅταν ἔχουν ἐγκριθῆ τὰ νομοθετήματα, ἐπιστρέφουν ὀπίσω, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου παίρνει τὸ ἕτοιμον ἀντίγραφον, τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο, καὶ τὸ ὑποβάλλει μὲ τὴν προσθήκην «ὅτι ἀκριβὲς ἀντίγραφον» καὶ θέτει ἡ Ὑπηρεσία τὰς ὑπογραφὰς καὶ θέτει τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον τὰς ὑπογραφὰς ὡς ἐξ ἀντιγραφῆς μὲ τὴν ὑπεύθυνον βεβαίωσιν τοῦ ὑπαλλήλου.
§84Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν ἐξέτασιν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν μαζὶ ἐκάλεσα τὴν Ὑπηρεσίαν καὶ γνωρίζετε πῶς ἔλαβον χώραν τὰ πράγματα. Ἄν θέλετε, εἴπατέ τα, ὅπως ἔλαβον χώραν.
§85Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ εἶπα καὶ τὰ ἐπαναλαμβάνω· ἡ Ὑπηρεσία μᾶς εἶπεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι «μᾶς ἐπεστράφη ὁ νόμος ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα· ποῖος δὲ τὸν ἔστειλεν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον; Ἦλθεν εἷς πληρεξούσιος καὶ τὸν ἐπῆρε καὶ τὸν ἐπῆγε». Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι παρελείφθη ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ὑπηρεσίας, ὅπως ὑποβάλῃ κεκυρωμένον ὑπευθύνως ἀντίγραφον τοῦ νόμου, διότι τὸ κεκυρωμένον ἀντίγραφον ἐπῆρεν ὁ πληρεξούσιος καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον.
§86ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν τὸν ἔστειλε τὸ Ὑπουργεῖον.
§87Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἕν εἶναι τὸ γεγονὸς τὸ ἐνδιαφέρον, ὅτι τὸ ἀντίγραφον τὸ ὁποῖον ἐστάλη καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ Τυπογραφεῖον εἶναι ἀκριβῶς ὅπως εἶναι τὰ ἀντίγραφα ὅλων τῶν νόμων, δηλαδὴ κεκυρωμένον ἐξ ἐπισήμου ἀντιγράφου ἀντίγραφον μὴ φέρον αὐτουσίας τὰς ὑπογραφὰς οὔτε τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ὅ,τι εἶναι τὸ παράδοξον, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἀντὶ ὁ κλητὴρ τοῦ Ὑπουργείου ἢ ἡ ἄλλη Ὑπηρεσία τῶν ἐγγράφων νὰ μεταβιβάσῃ τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, εἶχε τὴν καλωσύνην καὶ τὴν προθυμίαν νὰ τὸ μεταβιβάσῃ εἷς πληρεξούσιος.
§88Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἴπετε ὅτι ἐγὼ τὸ εἶπον.
§89Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ ἐντεταλμένος κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀπὸ τῆς ἀρχαιότητος μέχρι σήμερον διὰ νὰ μεταφέρῃ τὰ ἔγγραφα πρὸς τὰς ἄλλας Ἀρχὰς εἶναι ὁ κλητὴρ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συμφωνῶ εἶναι ὅτι, ἐπειδὴ μετέφερε τὸ ἔγγραφον τὸ ἐπίσημον ὄχι ὁ κλητήρ, ἀλλ’ οἱοσδήποτε, διὰ τοῦτο ὁ νόμος εἶναι ἄκυρος καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρακατιών. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε πρὸ αὐτοῦ ὅλας τὰς περιπτώσεις καὶ ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν περίπτωσιν τὴν πραγματικὴν καὶ μόνον ἐκείνην δὲν ἐφαντάσθη καὶ εὑρέθη εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, δὲν διεῖδε τὴν περίπτωσιν τὴν πραγματικήν, ὁπότε, ἂν τὴν διέκρινε, δὲν εἶχε παρὰ νὰ κάμῃ ὅ,τι ἐγένετο εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, ὅ,τι ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ πολὺ σοβαρωτέρων ζητημάτων. Ἀναφέρεται εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 113701 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἓν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις ὡρισμένων κτημάτων πρὸς ὡρισμένον σκοπόν· μετὰ πάροδον ὀλίγων ἡμερῶν δημοσιεύεται ἄλλο Διάταγμα, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὸ πρῶτον.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπόφασις.
§91Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι ὑπεγράφη καὶ ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα χωρὶς νὰ εἶναι ἐν γνώσει· ἐν τούτοις τὸ ἀνεκάλεσεν.
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως.
§93Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν τὸ κακίζω, διότι ἐγὼ μεταφέρων ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἓν Διάταγμα τὸ ἐξέχασα εἰς τὸ ἁμάξι καὶ μοῦ τὸ ἔφερεν ὁ ἁμαξᾶς.
§94Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλήφθη ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἐδημοσιεύθη ἐπὶ ταύτης· εἰς ἐποχὴν δὲ καθ’ ἣν ἤμην ἀσθενής, ὅσον καὶ ἂν προσεπάθουν νὰ βλέπω τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο φυσικὸν νὰ μοῦ διαφύγῃ· παρεκάλεσα τότε τὸν κ. συνάδελφόν μου νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ καὶ τοῦ εἶπον ὅτι εἴχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως.
§95Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐν γνώσει ἂν εἶχε δημοσιευθῆ, ἠδύνασθε νὰ τὸ ἀνακαλέσητε. Θὰ εἶναι παρηγορητικὴ ἡ συζήτησις, ἂν ἀνοίξῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν εἶναι συνήθη ἢ ἀσυνήθη τὰ σφάλματα τῶν Ὑπηρεσιῶν τῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων, ὅταν ἐνεργοῦν τὰς ὑπηρεσίας των. Εἶναι τὰ σφάλματα τόσον συνήθη, κ. Πρόεδρε, φυσικῶς, ἀλλ’ εἶναι καὶ οἱ λόγοι τόσον πρόχειροι, ὥστε νὰ τὰ ἀνορθοῦμεν, ὅταν θέλωμεν, αὐτοστιγμεί. Καὶ ἐρωτῶ: Ἂν τὸ λάθος δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει, ὅπου τὸ διέπραξεν ἡ δακτυλογράφος, ἀλλ’ ὑπῆρχε περὶ τὴν ἐκτύπωσιν, καὶ δὲν ὑπῆρχε πλήρης ἁρμονία μεταξὺ τοῦ δημοσιευθέντος κειμένου καὶ τοῦ κυρωθέντος, ἂν δηλαδὴ ὁ τυπογράφος, ὁ στοιχειοθέτης, ὁ διευθυντὴς τοῦ Τυπογραφείου παρέλειπε τὰ ἄρθρα αὐτὰ καὶ ἐγίνετο τὸ λάθος, τί θὰ συνέβαινε;
§96Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐπανεδημοσιεύομεν τὸν νόμον.
§97Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐπανεδημοσιεύατε τὸν νόμον βεβαίως. Τὴν αὐτὴν ἐνέργειαν ὠφείλατε νὰ κάμετε ἐν προκειμένῳ. Θὰ ἠδύνασθε προηγουμένως νὰ ἐρωτήσετε τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας «κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ κειμένου τούτου, ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἐμφανίζεται ἡ ἑξῆς παρατυπία: Θέλετε νὰ τὸν κυρώσετε ἢ νὰ τὸν ἀκυρώσετε;» Θὰ σᾶς ἔλεγε «ναί». Θὰ ἐστέλλετε τὸ πλῆρες κείμενον καὶ θὰ τὸ ἀντικαθιστᾶτε καὶ τὸ πρᾶγμα θὰ εἶχέ τινα τάξιν. Εἶναι κοινὴ ἡ παροιμία—ἡμεῖς τὰ ἐπιχειρήματα τῆς πραγματικῆς ζωῆς καὶ τοῦ πραγματικοῦ κόσμου ἐπικαλούμεθα· ἀντὶ νὰ ἐπικαλούμεθα διατάξεις, ἂς ἐπικαλούμεθα τὰς διατάξεις τὰς λαϊκάς, τὸ δίκαιον τῶν παροιμιῶν—, εἶναι κοινή, λέγω, ἡ παροιμία ὅτι «πάει κανεὶς νὰ κάνῃ τῆς πέρδικας τὴν περπατησιὰ καὶ χάνει καὶ τὴν ἰδικήν του».
§98Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἠθέλατε τώρα ἐγὼ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, μετὰ πάροδον δύο μηνῶν, νὰ ὑποβάλω τὸ κείμενον πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας;
§99Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τῷ ἐλέγετε ὅτι «ἡ ὑπογραφή σας ἐτέθη ἐδῶ· θέσατέ την ἐδῶ».
§100Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ κάμω νέαν πλαστογραφίαν;
§101Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ ἔχετε κάμει ἤδη πλαστογραφίαν.
§102Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ πάω νὰ δώσω ἓν κείμενον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἀφοῦ ὑπῆρχε μάλιστα αὐτὴ ἡ ἐξέγερσις καὶ νὰ τῷ εἴπω κύρωσε τὸν νόμον αὐτόν; Νὰ κάμω δευτέραν πλαστογραφίαν;
§103Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Μυλωνᾶς βεβαίως ἐβαρύνετο πρῶτος μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρευνήσῃ τὸ ζήτημα, ἂν καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρχον τὰ οὐσιώδη στοιχεῖα, καὶ ἂν εὕρισκεν ὅτι δὲν ὑπῆρχον, ἔπρεπεν ἀμέσως ἐκεῖνος νὰ διορθώσῃ τὸ σφάλμα. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ καθ’ ἣν θὰ προεδρεύῃ εἷς νεαρὸς Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὅστις θὰ συνέχεε τὰ ὑπηρεσιακά του καθήκοντα μὲ τὰ ἐρωτικὰ καὶ θὰ ἔγραφεν ἀπὸ ἀφηρημάδα κάτωθεν ἑνὸς νομοθετήματος λάθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐνόμιζεν ὅτι θὰ πράξῃ πλαστογραφίαν, ὅταν τὰ λάθη αὐτὰ διωρθώνοντο; Ἤθελον, κύριοι, νὰ εἴπω, καὶ τὸ λέγω τοῦτο ἀπὸ πεποίθησιν ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει ἐκείνου τὰ πράγματα ἔμεναν καλοπίστως ὅπως τὰ φαντάζεται, διότι εἶναι γνωστὴ καὶ πρὸ τῆς ὑπουργίας του ἡ τακτικότης του. Θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἂν ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ εἶχον τὸ αἴσθημα τῆς τάξεως τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν ζηλεύω καὶ τὸν συγχαίρω, ἀλλ’ ὀφείλει, ἂν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων θέλῃ τυχὸν νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἄλλων, ἂν θέλῃ νὰ ρίψῃ ἓν βλέμμα καὶ εἰς τὰς πράξεις τῶν συναδέλφων του, θὰ ἴδῃ ὅτι οὐδέποτε καταβάλλεται τοιαύτη προσοχή, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἠσφαλισμένοι ἀπὸ τὰ σφάλματα τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ἂν θὰ ἤθελε νὰ συμμορφοῦτο πρὸς τὸν πιστὸν τύπον τοῦ νόμου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὤφειλε τότε νὰ γνωρίζῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ, λόγῳ ὑπάρξεως ἄλλης τινὸς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται, λέγω, νὰ παραμείνῃ μετέωρον τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι νόμος. Διότι, ἂν δὲν ἦτο νόμος, ὅπως τὸν δέχεται, δῆθεν νόμος ἀποκλείεται. Ὡς νομοσχέδιον δέ, κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δὲν δύνασθε νὰ τὸ φέρετε ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὤφειλεν ὡρισμένη ἀρχὴ τοῦ ποινικοῦ δικαίου νὰ βροντοφωνήσῃ εἰς τὰ ὦτά σας ὅτι καὶ ἂν τὸ ἰδικόν σας νομοθέτημα ψηφισθῇ καὶ ἂν ἀχρηστεύσῃ, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐν τῷ μεταξὺ διαστήματι ἔχουσιν ἀποκτήσει ἐξ αὐτοῦ δικαιώματα.
§104Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν πρόκειται περὶ νόμου ἐγκύρου.
§105Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν πρόκειται περὶ μὴ νόμου, τότε ματαιοπονεῖτε, διότι δὲν δύνασθε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμος, νὰ φέρετε ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ. Πληροφορῶ ἐν τούτοις τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἀκριβῶς ἡ ὁδὸς διὰ τῶν δικαστηρίων θὰ ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο, ἀλλὰ ὑμεῖς δὲν ἐξελέξατε τὴν ὁμαλήν, ἀλλ’ ἐξελέξατε τὴν ἀνάντη. Ἤκουσα τὴν γνώμην τῶν διαπρεπεστέρων δικαστικῶν, τῶν ἀρεοπαγιτῶν ἤ, διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβής, ἑνὸς διαπρεποῦς ἀρεοπαγίτου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεζήτησα τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ πάντες συμφωνοῦσιν ἀπολύτως ὅτι ἔργον τῶν δικαστηρίων εἶναι, προκειμένου περὶ ἐλλείψεως ἐξωτερικῆς νόμου, νὰ ἀποφανθοῦν περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ ἐγκύρου τοῦ νόμου, καὶ ἀντιθέτως ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθοῦν, διότι ὁ τύπος ὁ ἐξωτερικὸς εἶναι περιττός, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ δημοσίευσις. Οἱ δικαστικοὶ οἱ οὕτω σκεπτόμενοι, οἱ ἐφαρμόσαντες μέχρι τοῦδε τὸν νόμον, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφήρμοζον καὶ ἀκόμη τὸν νόμον, δὲν δύνανται νὰ παρίδωσι καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπαναλέγω, ὅλοι οἱ ἐμπεσόντες εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ νόμου ἐκείνου ἔτυχον ἤδη τῶν εὐεργετημάτων αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον μὲ τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος.
§106ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἀκόμη ὁ κ. συνάδελφος;
§107Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ζητήσω μίαν πίστωσιν δι’ ὀλίγην ἀκόμη ὥραν καὶ θὰ σᾶς ὑποσχεθῶ σιγὴν ἑξάμηνον.
§108ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἑξάωρον θέλετε νὰ εἴπετε.
§109Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ἑξάμηνον. Ἀλλ’ ἂς ἐρευνήσωμεν, κύριοι, τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τῆς γενικωτέρας αὐτοῦ ἀπόψεως καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπετε ποῖος ἐξ ὑμῶν δὲν θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐκτὸς τοῦ πεπαλαιωμένου δικαίου τῶν Πανδεκτῶν, ὑπάρχει τὸ δίκαιον τὸ ἠθικὸν τὸ ὁποῖον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νομίζω ὑπέρτερον παντὸς ἄλλου δικαίου, τὸ ὁποῖον ἀπηγόρευεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνεργήσῃ καθ’ ὃν τρόπον ἐνήργησεν. Ὑπάρχουν ὡρισμένοι ἄνθρωποι, δίκαιοι ἢ ἁμαρτωλοί—ἐγὼ τοὺς δέχομαι πάντας ἁμαρτωλούς—ὑπάρχουν ὡρισμένοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τέλους ἀπήλαυσαν ἑνὸς εὐεργετήματος, προερχομένου ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἁρμοδιότητα νὰ τὸ προσφέρουν, καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ στερήσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοῦ δικαίου των, διότι παρενέπεσεν ἐν τῷ μεταξὺ ἓν τυχαῖον περιστατικόν. Ἀλλὰ τότε θὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἐμέ, ὡς πολίτην πλέον, ὄχι ὡς ἀντιπρόσωπον μιᾶς οἱασδήποτε περιφερείας, νὰ εἴπω ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μου ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τσιτσεκλῆ δὲν ἀποδίδεται συμφώνως μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης οὐδὲ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιταγὴν τῶν νόμων, ἀλλὰ ἀποδίδεται σύμφωνα μὲ τὰ τυχαῖα καὶ μοιραῖα περιστατικά.
§110Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς δὲν κάμνει νόμους· ἡ Συνέλευσις κάμνει νόμους. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε ἀφοροῦν τὴν Συνέλευσιν καὶ ὄχι τὸν κ. Τσιτσεκλῆν.
§111Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει τὸ δίκαιον τὸ γενικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἶναι ἠρτημένη ἡ τύχη καὶ τὰ συμφέροντα οἱουδήποτε πολίτου ἀπὸ τὰ τυχαῖα καὶ μοιραῖα περιστατικά, καὶ τὸ δίκαιον τοῦτο ὤφειλε νὰ συγκινήσῃ κατά τι τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἂν ὄχι νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ δίκαιον τὸ ὁποῖον ἐκολόβωσεν ἡ παράλειψις τῆς δακτυλογράφου, νὰ ἀφήσῃ τοὐλάχιστον τὸν νόμον νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τύχην του τὴν συνήθη καὶ ὄχι νὰ στραγγαλίσῃ τοὺς ἐπιστημονικοὺς κανόνας καὶ νὰ τὸν φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν καθ’ ὃν τρόπον τὸν ἔφερεν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅταν ἀνέφερε τὰ περιστατικὰ τῆς Γαλλίας, ὅταν ἀνέφερε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Σηκουάνα, ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸν διέκοψα καὶ τοῦ εἶπον «ποῖος εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε ἠκύρωσε τὸν νόμον». Μοῦ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι: Θὰ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησε, διότι τὸν νόμον δὲν τὸν ἠκύρωσεν ἡ Κυβέρνησις· τὸν νόμον τὸν ἠκύρωσαν τὰ δικαστήρια.
§112ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις;
§113Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ Διατάγματος. Ἀλλ’ εἶναι περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλειπε καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ κύρωσις, ἔλειπεν ἡ θέλησις τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀσκοῦσα πλέον πρᾶξιν διοικητικήν, ἠκύρωσε τὸν νόμον. Ἀλλὰ περίπτωσιν ἀκυρώσεως τοῦ νόμου κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ παρουσιάσουν τὰ χρονικὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου.
§114Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μοῦ λέγετε, παρακαλῶ; νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, παρούσης Συνελεύσεως Συντακτικῆς καὶ κυριάρχου, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ νὰ ἐκδώσῃ ἓν Διάταγμα μόνον νὰ ἀκυρώσῃ τὸν νόμον;
§115Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔκαμε κάτι περισσότερον ἡ Κυβέρνησις, κ. Ὑπουργέ· διὰ διαταγῆς της ἠκύρωσεν, ἔκαμεν ἀνεφάρμοστον ἕνα νόμον.
§116Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ἦτο νόμιμος ἢ δὲν ἦτο νόμιμος ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως.
§117Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ προκαλεῖ καὶ μοῦ λέγει· «νομίζετε ὅτι ἦτο πρέπον νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ ἀκύρωσις;» Σᾶς ἐρωτῶ ἐγώ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης· «νομίζετε ὅτι εἶναι εὐπρεπὴς ἡ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν ἔχετε, νὰ σύρετε τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐνεργήσῃ ἓν σαπρόν, ἓν ἀηδὲς ἔργον, τὸ ὁποῖον μόνον οἱ κύνες ἐνεργοῦν, ἐπανερχόμενοι ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐμεσμάτων; Νομίζετε ὅτι εἶναι εὐπρεπὲς νὰ ἀναγκάσετε τὴν Συνέλευσιν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀχνίζει ἀκόμη ἀπὸ τὴν νωπότητα, νὰ τὸ καταργήσῃ, νὰ ἀποφασίσῃ ἐναντίον τῆς χθεσινῆς αὐτῆς ἀποφάσεως, διὰ νὰ μορφώσῃ πλέον ὁ κόσμος ποίαν ἀντίληψιν; Ὅτι ἡ Συνέλευσις, μωρῶς πράττουσα, ἀνηθίκως πράττουσα, ἐψήφισεν ἓν νομοθέτημα καὶ δόξα εἰς τὸν μέγαν Θεὸν τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἐξαπέστειλε τὸν κ. Τσιτσεκλῆν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐχαλιναγώγησε τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν ἠνάγκασε νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ σφάλματά της». Εὑρίσκεται, κύριοι, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ ἀνεβίβασε κυρίως εἰς τὸ βῆμα, διότι, ὅπως θὰ ἀποδείξω παρακατιών, εἶμαι ὁ ὀλιγώτερον ἐνδιαφερόμενος δι’ ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νομοθετήματος. Ἀλλ’ ἠξεύρετε ποίαν περίοδον διερχόμεθα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὑπολήψεως τῆς Συνελεύσεως, τὸ ἠξεύρετε περισσότερον ἀπὸ ἐμέ. Καὶ δὲν ἀγνοεῖτε τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ πρῶτον στοιχεῖον τοῦ ἠθικοῦ θανάτου καὶ διὰ τὸ φυσικὸν ἄτομον καὶ διὰ τὸ ἠθικὸν ἄτομον εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς συναισθήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης. Ἀπὸ τὴν στιγμήν, κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἀποβάλλει τὸ συναίσθημα τῆς ἀμύνης εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε διὰ νὰ ἐπικυρώσῃ τὰς νομικὰς θεωρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπανέρχεται, ὅπως οἱ κύνες, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰ ἴδια αὐτῆς κατασκευάσματα, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἔχασε τὴν συναίσθησιν τοῦ ἠθικοῦ λόγου τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης καὶ ἑπομένως ....
§118Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Αὐτὸ ἐπιδιώκουν ἀκριβῶς.
§119Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἄποψις αὐτὴ ἀκριβῶς μὲ ἠνάγκασε νὰ μεταχειρισθῶ ἀρχικῶς τὴν φράσιν ὅτι τοὺς βηματισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐχαρακτήρισα, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ κοινοβουλευτικῶς οὐχὶ πρέποντας. Θὰ ἤθελα νὰ σκεφθῇ πρὸς στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τοῦ Α ἢ Β, οἱουδήποτε πληρεξουσίου, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσηγεῖτο τὸ νομοθέτημά του καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον προφορικῶς τὸ ἀνέπτυξεν ἦτο οἷος ἦτο, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις ἡμῶν, λέγω, ἂν εἴπωμεν «ἐκάμαμεν λάθος, ἐπταίσαμεν ἐν τούτῳ, ἐπταίσαμεν ἐν τῷ ἄλλῳ καὶ ἐρχόμεθα νὰ διορθώσωμεν τὸ λάθος μας, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης». Σᾶς φιλοξενοῦμεν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ σᾶς φιλοξενοῦμεν εὐμενῶς καὶ μετὰ προθυμίας. Καὶ εὔχονται ἴσως οἱ πολλοί, ἐγὼ προσωπικῶς ἀναντιρρήτως δὲν εὔχομαι, νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ μακρὸν ἡ φιλοξενία αὕτη. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τῆς φιλοξενίας αὐτῆς ὅτι θὰ ἀποκτήσετε τὸ δικαίωμα, χωρὶς νὰ εἶσθε ἀντιπρόσωπος τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, νὰ μᾶς παρασύρετε εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐμείουν τὸ γόητρον καὶ τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως.
§120Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§121Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§122Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀκολουθεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν ὁδὸν τοῦ προηγουμένου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος διὰ διαταγῆς του διέταξε νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος. Ὥστε βλέπετε ὅτι οὐχὶ ὁ κ. Τσιτσεκλῆς, ἀλλ’ ἄλλος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πληρεξούσιος, ἐχάραξεν αὐτὴν τὴν ὁδόν.
§123Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἀπὸ σᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν φιλοξενεῖται ποσῶς, διότι οἱ ἀντίπαλοι δὲν μᾶς ἔδωκαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἡ πλειονοψηφία μᾶς ἔδωκε ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Δὲν δεχόμεθα φιλοξενίαν ἁπλῆν, τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά. Ἂν δὲ θέλετε νὰ ὁμιλήσετε περὶ τοῦ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι πληρεξούσιος, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα πρωτοφανὲς καθόλου. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ὁ συμπολίτης σας κ. Βενιζέλος....
§124Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὸν ὁποῖον καυχώμεθα.
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός).... τὴν πρώτην φορὰν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν τὸ ¼ τῶν Ὑπουργῶν του δὲν ἦσαν πληρεξούσιοι. Εἶχε καὶ τὸν κ. Κορομηλᾶν καὶ τὸν κ. Γρυπάρην. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι κατόπιν εἶχε τὸν κ. Στρέϊτ καὶ τὸν κ. Πολίτην. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν, κατόπιν ἐκλογῶν ἡ Κυβέρνησις Μιλλερὰν...
§126Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μετατοπίζετε τὸ ζήτημα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀλλαχοῦ τὸ ζήτημα.
§127Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅ,τι λέγει ὁ κ. Ὑπουργός.
§128Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βεβαίως ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἡ λέξις φιλοξενία δὲν εἶναι ἡ λέξις ἡ πρέπουσα. Ἡ λέξις φιλοξενία δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ Κοινοβούλια. Εἶναι ἐμπιστοσύνη ἢ δὲν εἶναι ἐμπιστοσύνη;
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι σαφὲς ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐδῶ ἀνταγωνιζόμενοι εὑρισκόμεθα εἰς κάποιον δεσμόν. Εἴμεθα ἐπαγγελματίαι τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ πολιτευομένου. Ὅλοι ἑπομένως ἀποτελοῦμεν ἕνα δεσμὸν καὶ μίαν σχέσιν μεταξύ μας. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος εὑρισκόμενος ἐκτὸς τοῦ κύκλου τοῦ πολιτευομένου φυσικὰ δύναται νὰ δεχθῇ τὴν λέξιν φιλοξενίαν. Ὄχι διότι τοῦ δίδομεν ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ διότι τοῦ φερόμεθα εὐμενῶς, ὅπως φερόμεθα εὐμενῶς καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους μας. Δὲν ἕπεται ὅτι ὑπάρχει καμμία προβολὴ οὐδὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς τὸ φαινόμενον ὅτι κατέχει θέσιν ὑπεύθυνον ἄνθρωπος μὴ πολιτευόμενος. Ἀλλ’ ἡ λέξις φιλοξενία δὲν εἶναι προσβλητική, φαντάζομαι.
§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν εἶναι κοινοβουλευτική.
§131Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ. Νομίζω ὅμως, κύριοι, ὅτι, ἐφόσον κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπεται νὰ προσλαμβάνεται καὶ Ὑπουργὸς μὴ κοινοβουλευτικός, ἡ κατάστασις εἶναι νόμιμος. Ἐφόσον ὅμως γίνεται χρῆσις τῆς λέξεως «φιλοξενία», αὕτη ἐνέχει τὴν ἔννοιαν ἀνοχῆς, ἡ ὁποία ἐν πάσῃ περιπτώσει μειοῖ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ κῦρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τούτου οὕτω τεθέντος δηλῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θέτω εἰς τὴν διάθεσίν του τὴν παραίτησίν μου. (Φωναὶ ἐκ τῆς Δεξιᾶς: Ὄχι, ὄχι).
§132Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Γίνεται μία προσπάθεια νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς περιστάσεως νὰ μετατοπίσωμεν τὸ ζήτημα. Παρακαλῶ τὰ λεχθέντα νὰ μὴ ληφθῶσι σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅλα τὰ σχετικά.
§133Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ εἶναι ἐξόχως λυπηρόν, κύριοι, τὸ γεγονὸς ὅτι μία φράσις, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὴν πλέον εὐγενικὴν ἔννοιαν ἐγνώρισα μέχρι σήμερον καὶ μόνον καὶ ὑπὸ τὴν πλέον εὐγενικὴν ἔννοιαν μετεχειρίσθην, μία φράσις παρεξηγήθη. Ἀναντιρρήτως δὲν ἐλέχθη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ἢ ἐξέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βεβαίως εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ τὰς διασαφήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε, τὰς λίαν ὀρθάς, καίτοι εἶναι γεγονὸς διὰ τὴν παροῦσαν περίοδον ἐμφανιζόμενον ἤδη τὸ πρῶτον τὸ ζήτημα. Μοὶ ἐδόθη ὅμως εὐκαιρία ἀπὸ τὴν πραγματικὴν ζωήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἀποχωρίζομαι διὰ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος, μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπω ὅτι πόσον ἐπικίνδυνος εἶναι ἄνευ ὅρων, ὅταν τίθεται οὐχὶ διὰ καθαρῶς κοινοβουλευτικῆς γλώσσης, ἀλλὰ διὰ νομοθετικῆς. Ἐγκαταλείπων, κύριοι, τὸ μέρος τοῦ ὅλου ζητήματος, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ οὐσιαστικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνισχύσῃ τὰς νομικάς του γνώμας, ἐπεκτείνων καθ’ ὃν τρόπον ἐπεξέτεινε τὴν αἰτιολογικὴν αὑτοῦ ἔκθεσιν, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἀποδίδω κακὴν πρόθεσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν ὅτι εὐλαβοῦμαι ἐξαιρετικῶς τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑπερόχου ἐπιστήμονος, ἀλλὰ καὶ πάλιν τῷ καταλογίζω, ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ, τὴν μὴ γνωριμίαν τῆς πραγματικῆς καταστάσεως... Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν κοινωνικῶν συγκρούσεων, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν κοινωνικῶν ἀναβρασμῶν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐγκληματικότητος τὸν βαθμὸν καὶ τὴν ἀριθμητικὴν ἔκτασιν. Βεβαίως ἄνθρωπος μὴ ἀσχολούμενος εἰς τὴν πολιτικήν, βεβαίως ἄνθρωπος πολὺ ἀφωσιωμένος—τὸν συγχαίρω καὶ τὸν ζηλεύω—εἰς τὸ γραφεῖόν του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ὅσα γνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ κοινοὶ θνητοὶ οἱ ἐκτὸς τῶν γραφείων διαβιοῦντες Ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἔδωσεν ἐξαιρετικὴν σημασίαν εἰς διαμαρτυρίας τινάς. Διεμαρτυρήθη ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος καὶ ὅταν τοῦ εἶπεν εἷς πληρεξούσιος ὅ,τι συμφέρον εἶχε νὰ ἐκθέσῃ, ἐγώ, εἶπε, δὲν δέχομαι τὴν ἐκδοχὴν αὐτὴν καὶ θὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου. Ἐξανέστη ὁ κ. Ὑπουργὸς μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ εἶπε· πῶς εἶναι δυνατὸν ἓν σωματεῖον δικηγορικὸν νὰ ἐξανίσταται καὶ νὰ διαμαρτύρεται; Ἐν τούτοις ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ γνωρίσαντες τὴν πραγματικὴν ζωὴν καὶ ὑποχρεωμένοι νὰ εὑρισκώμεθα ἐν αὐτῇ, γνωρίζομεν ὅτι, ἂν ἀπὸ ἔξοχος νομομαθὴς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μεταβληθῇ εἰς ἔξοχον ἰατρὸν καὶ ἀνακαλύψῃ τὸ φάρμακον τῆς ἀθανασίας, μὴ νομίσετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν θὰ ἔχετε τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἱερέων τοῦ Νεκροταφείου (γέλωτες), ἀλλ’ ὅ,τι ἠγνόησε πρὸ πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τοῦ πραγματικοῦ κόσμου, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὸ πραγματικὸν περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸ Α καὶ τὸ Ω, τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ νομοθετήματος· δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐργατικότητα καὶ τὴν παρατηρητικότητά του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μέχρι τῆς ἐρεύνης καὶ ἀναγνώσεως τῶν πρακτικῶν τῶν γενομένων συζητήσεων, τρὶς καὶ τετράκις μάλιστα, ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίζετο. Δὲν εἶναι ἐκ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπέρασαν, κατὰ τὰ εἰθισμένα, κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας καὶ ἄνευ συζητήσεως· εἶναι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη τρὶς καὶ νομοθέτημα μάλιστα τὸ ὁποῖον συνεζητήθη μετὰ τὰς τελευταίας ψηφοφορίας, διότι τὸ ζήτημα ἔφερεν ὁ πληρεξούσιος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κ. Φραγκούδης. Ἄν παρηκολούθει τὰς ἀγορεύσεις καὶ τὰς συζητήσεις, θὰ ἐλάμβανεν ὡς στοιχεῖον ἀπαραίτητον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἓν πραγματικὸν περιστατικόν, τὸ οὐσιωδέστατον, διὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ὅλου νόμου· τὸ πραγματικὸν περιστατικὸν ὅτι ἐν τούτῳ ὑπῆρχεν ὑπόσχεσις τοῦ Κράτους καὶ ἔγγραφος διαβεβαίωσις δὶς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως πρὸς ὡρισμένας τάξεις ἐγκληματιῶν ὅτι, ἂν προσήρχοντο ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, θὰ ἐλαμβάνοντο ὑπὲρ αὐτῶν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἤσκησε καὶ ὅτι, ἂν ἐπείθετο ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη ἔγγραφος ὑπόσχεσις μὴ δοθεῖσα ἀναντιρρήτως, ὤφειλε νὰ καταλήξῃ εἰς ἀντίθετα συμπεράσματα. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν πραγματικότητα· δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὴν φράσιν ἐπλαστογράφησεν ὑπὸ καλοήθη μορφήν, ἀλλὰ προσθέτει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὅτι ἐψηφίσθη ὁ νόμος, διότι ἐδόθη προφορικὴ ἐπαγγελία ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως.
§134Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶχον τὴν εὐσυνειδησίαν νὰ τὸ ἀναγράψω.
§135Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χαίρω πολύ, κ. Ὑπουργέ· βλέπετε πῶς καταλύονται καὶ πῶς διαρρέουσι τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐθεμελιώσατε τὰς γνώμας ὑμῶν; Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ ὅτι ὑπάρχουν δύο ἔγγραφοι ἐγκύκλιοι, διὰ τὰς ὁποίας συγχαίρω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως, διότι δι’ αὐτῶν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὸ μοναδικὸν ἔργον τὸ ὁποῖον οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐπέτυχε: τῆς ἐμπεδώσεως τῆς τάξεως. Ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμβουλευθῇ τὰς στατιστικὰς τὰς ἐγκληματικὰς καὶ νὰ ἴδῃ τὸ δελτίον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Συνελήφθησαν, ὅσοι συνελήφθησαν καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς σήμερον, ἢ μήπως προσῆλθον ὑπείκοντες εἰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσε τὸ ἐπίσημον Κράτος; Καὶ θὰ κατελάμβανε μελαγχολικὸν συναίσθημα τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως καὶ ἐμὲ τὸν συνηθισμένος ἄλλως τε ἐν τῇ πράξει διὰ τὴν αὐστηρότητα, θὰ τὸν κατελάμβανε μελαγχολικὸν συναίσθημα, λέγω, ὅταν ἀντελαμβάνετο καὶ ἐπληροφορεῖτο ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσίαν ὅτι δύο λῃσταὶ καταδικασθέντες εἰς τὴν Κοζάνην ἐτηλεγράφησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως καὶ τοῦ ἔλεγον ὅτι «ἡμεῖς ἐζήσαμεν εἰς τὰ ὄρη· εἶσθε ἀνίκανοι νὰ μᾶς συλλάβετε», προσῆλθον ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφου συστάσεως, κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον καὶ εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς σώσετε, καὶ ὅμως ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἐξετελέσθη.
§136Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πότε ἐγένετο τοῦτο;
§137Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας· ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου. Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχε τὸ ψευδὲς αὐτὸ περιστατικὸν ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ του, ὅτι προφορικαὶ ἐπαγγελίαι ἐδόθησαν, ἀλλ’ ἐγνώριζεν ὅτι ἐδόθησαν ἔγγραφοι ὑποσχέσεις καὶ ἐγνώριζε περαιτέρω ὅτι οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰς φυλακὰς δὲν ὑπετάχθησαν εἰς τὴν δίωξιν καὶ τὴν δραστηριότητα τῶν κρατικῶν ὀργάνων, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἐγέννησαν αἱ κρατικαὶ ὑποσχέσεις, θὰ εἶχεν ἀχθῆ εἰς ὅλως διόλου ἀντίθετα συμπεράσματα. Ἡ αἰτία αὐτή, κύριοι, ἡ ἔλλειψις μέτρου, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος θὰ καθίστα σεβαστὰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν πολιτῶν καὶ τὰς ἀξιώσεις τῶν πολιτῶν ἀπέναντι αὐτοῦ, ἐνέπνευσεν εἰς τὸν ἀξιότιμον τέως Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως, τὸν στρατηγὸν Πάγκαλον, τὴν ὑποβολὴν ἑνὸς νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἀναστέλλεται ἡ δίωξις καὶ ἡ ποινὴ διὰ τοὺς λῃστὰς οἱ ὁποῖοι προσῆλθον μέχρι σήμερον ἑκουσίως. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο, τῇ εἰσηγήσει μου τότε ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως, ἦλθεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ προκειμένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος ἐμφανίζονται αἴφνης αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον μεμονωμέναι ὄχι ἐπίσημοι, ἀλλ’ ἐμφανίζεται καὶ ἡ πραγματικότης καὶ τὸ νομοθέτημα ἐψηφίσθη ὡς ἔχει. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐπέβαλλε τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, κύριοι. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ εἶμαι σαφὴς καὶ νὰ διασαλπίσω ἀπολύτως τὴν ἰδικήν μου στάσιν, τὴν ἰδικήν μου συμπεριφορὰν ἀπέναντι τοῦ νομοθετήματος. Τὸ νομοθέτημα, ὅπως εἶχεν ἀρχικῶς, μὲ ἐνδιέφερεν ὡς Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως καὶ διὰ βραχυτάτης εἰσηγήσεώς μου εἶπον εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι τοιαύτας ἔδωσεν ὑποσχέσεις τὸ Κράτος, τοιαύτας ἔχει ὑποχρεώσεις νὰ λάβῃ ἡ Συνέλευσις ἀποφάσεις καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀντίρρησις. Ἐκ τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας περιέχει τὸ νομοθέτημα ἐμὲ ἐνδιαφέρει ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὰ ἐν Κρήτῃ ἀδικήματα. Περὶ αὐτῆς θὰ ὁμιλήσω κεχωρισμένως. Ἀλλὰ καίτοι δὲν ὡμίλησα τότε ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀπόψεως τοῦ νομοθετήματος, περιορισθεὶς εἰς τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς ὑποσχέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐννόμου Τάξεως, περιορισθεὶς εἰς τὴν συζήτησιν ἥτις ἀφορᾷ τὰ ἀδικήματα τὰ τελεσθέντα ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, θὰ ἔλεγον τότε, ἂν ὡμίλουν, ὅπως σήμερον λέγω, διὰ νὰ προσγειωθῇ εἰς τὴν πραγματικότητα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ εἶναι ἄνω ποταμῶν, τῇ ἀληθείᾳ, νὰ θεωρηθοῦν ἐκεῖνοι, οἵτινες φέρονται ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐκπροσωποῦντες τὰς αὐστηρὰς ἀντιλήψεις καὶ νὰ θεωρηθῶμεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, εἰδικώτερον ἐγώ, ὡς ἐκπροσωποῦντες τὰς ἐπιεικεῖς ἀντιλήψεις. Εἰς ἐμέ, εἰθισμένον εἰς τὴν συγγραφὴν τῆς κοινωνικῆς ἱστορίας, δὲν θὰ ἔκαμε κατάπληξιν τὸ γεγονός, μολονότι θὰ ἦτο τερατῶδες. Ἐπίστευσα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πιστεύω καὶ ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ ἀπὸ συνηθείας ἀτομικῆς καὶ ἀπὸ συνηθείας πολιτικῆς, διότι πολιτεύομαι καὶ ζῶ ἐν μέσῳ νομοῦ ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώρισε τὸ ἔγκλημα, καὶ ἂν τὸ ἐγνώρισε, τὸ ἐγνώρισεν εἰς τὸν μικρότερον βαθμὸν ἀπέναντι τῶν νομῶν ὅλης τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἐσυνήθισα, λέγω, νὰ εἶμαι αὐστηρὸς εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἡ χείρ μου νὰ ἀφήνῃ βαθιὰ τὰ ἴχνη της ὅπου τεθῇ, ὡς ἀπέδειξεν ἡ ἐν τῷ παρελθόντι δρᾶσίς μου. Ἀλλὰ τὴν αὐστηρότητα ταύτην εἰς ὡρισμένα ἀδικήματα ἀναγκάζομαι νὰ συγκεράσω μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ἀντιλήψεως τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν κατὰ πρῶτον συνεζητεῖτο ἡ λῆψις ἐπιεικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν ἐγκληματιῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καίτοι δὲν ἐφρόνουν φίλα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καφαντάρη, ἐτάχθην μὲ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἑξῆς δικαιολογίαν· εἶπον ὅτι φρονῶ ὅτι ἡ ἐπιείκεια κατέστρεψε τὴν Ἑλλάδα· φρονῶ ὅτι ἡ ἐπιείκεια τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπέναντι τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου ἔφερε τὸ κόμμα ἀρνητικὸν συνεργὸν τῆς Μικρασιατικῆς συμφορᾶς. Πιστεύω εἰς τὸ ἀποτελεσματικὸν τῆς αὐστηρότητος, ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, κύριοι, πόσα καὶ πόσα συνέβησαν ἔκτοτε, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου πόσον ἔχουν ἐξαφανισθῆ τὰ ὅρια τῶν φυλακῶν καὶ τῆς κοινωνίας, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου ὁπόσον μετεβλήθη τὸ ἠθικὸν καὶ τὸ δίκαιον καὶ μάλιστα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε τὸ ἔγκλημα νὰ θεωρῆται καθῆκον καὶ τὸ καθῆκον νὰ θεωρῆται ἔγκλημα, ἐνόμισα ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ αἰσθανθῶμεν καὶ τῆς ἀρνητικῆς δικαιοσύνης τὸ αἴσθημα καὶ κατέληξα ἐν τῇ ἀγορεύσει μου εἰπὼν ὅτι ἡ σημερινὴ περίοδος πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ τὸ τέρμα μιᾶς μεγίστης ἐπιεικείας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀφετηρίαν μιᾶς μεγαλυτέρας αὐστηρότητος. Ὑπεστήριξα ὅτι τὰ γενόμενα, ὁ ἐπελθὼν κοινωνικὸς σάλος, ὁ ἐπελθὼν πολιτικὸς ἀναβρασμός, ἡ ἐπελθοῦσα κατάστασις ἐδημιούργησε τοιαύτην κατάστασιν καὶ ἐγεφύρωσε τόσον τὰ κοινωνικὰ ὅρια ἐν σχέσει μὲ τὰ ὅρια τῶν φυλακῶν, ὥστε ἔπρεπεν, ἄλλως τε θὰ ἦτο σύμφωνος ἡ γνώμη αὐτὴ πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς γεφυρώσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν μέτρα ἐπιεικείας. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως, ἵνα μὴ ἡ ἐπιείκεια αὕτη χρωματίσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ποινῆς ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νόμου, ὑπεστήριξα ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ κατήργει καὶ τὴν ἀμνηστίαν καὶ τὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ τὴν ἐξαγορὰν τῆς ποινῆς. Ὑποθέτω, κ. Ἀβραάμ, ὅτι σᾶς ἔκαμα λόγον νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτας προτάσεις. Καὶ ἂν θέλετε νὰ μὲ ἐρωτήσετε πῶς θὰ σωθῇ κοινωνικῶς καὶ ἐθνικῶς ἡ Ἑλλάς, θὰ σᾶς εἴπω ὅ,τι εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅταν ἐνεφάνισα, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐγκλήματος, τὴν εἰκόνα τοῦ Κράτους, εἶπον ἄλλοτε ὅτι Κράτος, τοῦ ὁποίου αἱ φυλακαὶ ἔχουν μίαν εἴσοδον καὶ μυρίας ἐξόδους δὲν λέγεται Κράτος. Ἡ Ἑλλὰς θὰ σωθῇ, ὅταν κλείσουν αἱ πολλαὶ ἔξοδοι τῶν φυλακῶν καὶ ὑπάρχῃ μία μόνον. Νὰ καταργηθοῦν τὰ διάφορα νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων κατορθώνουν νὰ διάφοροι καταδικαζόμενοι νὰ ἐξέρχωνται μετὰ τὴν ἀπότισιν μιᾶς ἐλαχίστης ποινῆς. Ἀλλὰ τοιαύτην τινὰ διελάλησα καὶ τοιαύτην τινὰ πιστεύω καὶ τοιαύτην τινὰ θὰ ἔλεγον, ἂν ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, ὅταν ἐψηφίζετο καὶ ἐγίνετο ἡ εἰσήγησις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ θὰ ἔλεγον τότε ὅτι κοινωνία ἡ ὁποία ἐδέχθη νὰ συνθηκολογήσῃ καὶ ἐσυνθηκολόγησε μὲ τοὺς παραβάτας τοῦ ἀνωτάτου ἠθικοῦ νόμου θὰ ἐγκληματήσῃ, ἂν συνθηκολογήσῃ κατὰ παρόμοιόν τινα τρόπον καὶ μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν διατάξεις τοῦ κοινοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐσυνηθίσαμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις καὶ ἐσυνηθίσαμεν, ὅταν μὲν πρόκειται νὰ λάβωμεν γενικωτέρας ἀποφάσεις εὐεργετούσας ὡρισμένας τάξεις ἀνωτέρας, νὰ ἐφαρμόζωμεν τὴν βιομηχανίαν, καὶ τὴν ἐφαρμόζομεν, τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν εὐεργεσίαν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ἡμῶν ἐπὶ τῶν κατωτέρων στρωμάτων, τότε εὑρίσκομεν ὅλας τὰς σχολαστικὰς ἀντιλήψεις, τότε εὑρίσκομεν ἀνάξιον τὸ Κράτος νὰ συζητῇ μετὰ τοιούτων ἀνθρώπων. (Χειροκροτήματα). Ἔπρεπε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ μὲ ὑπερηφανεύῃ περισσότερον ὁ τίτλος τοῦ τυράννου ἀπὸ τὸν τίτλον τοῦ παθόντος, τίτλον τὸν ὁποῖον νομίζω ἄξιον διὰ κοινοὺς ἀνθρώπους, νὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν ὡρισμένην περίπτωσιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀκόμη ἐκκρεμὴς εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν διευθύνετε, καὶ θὰ αἰσθανθῆτε εἰς τὴν ψυχήν σας ἓν αἴσθημα τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ὠθῇ εἰς περίεργα συμπεράσματα καὶ θὰ σᾶς ὠθῇ οὐχὶ εἰς σεβασμὸν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλ’ εἰς ἀποκαρδίωσιν. Ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐν Πειραιεῖ, ὁ ὁποῖος ἐδολοφόνησε πολίτην, ἰσχυρισθεὶς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὅτι τὸν ἐφόνευσε, διότι ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο ὁ Κούνδουρος, καὶ τὸ δικαστήριον τὸν ἀπέλυσε, διότι ἦτο πολιτικὸν τὸ ἀδίκημα, ἐπειδὴ ἐφόνευσε τὸν φανταστικὸν Κούνδουρον. Ὅταν ὑπάρχουν τοιαῦτα αἴσχη, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἐξακολουθήσετε νὰ ἀσχολῆσθε πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν ἀσχολεῖσθε, δὲν θὰ σᾶς παρουσιάσουν σοβαρὸν ἄνθρωπον. Δυνάμεθα ἐν ὀνόματι τῆς πολιτικῆς νὰ διαπράξωμεν τὰ πάντα, δυνάμεθα νὰ ἐπιθυμήσωμεν τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον μας καὶ τὴν παιδίσκην αὐτοῦ καὶ νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι εἶναι ἀντιθέτου κόμματος. Τὸ δικαστήριον θὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ἀδικήματος καὶ θὰ ἀφεθῶμεν ἐλεύθεροι. Καὶ ἐξανέστη ἡ συνείδησις ὑμῶν, κ. Ὑπουργέ, διότι ἓν ἄθλιον ὑποκείμενον, ἔχον διαπράξει τόσας πλαστογραφίας καὶ ἀπάτας, τὸ εὐηργέτει τὸ νομοθέτημα αὐτό. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Ὑπάρχει κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, ὑπάρχει σήμερον ἀκόμη εἷς πλούσιος ἄνθρωπος εἰς τὰς φυλακάς; Ὑπάρχει ἄνθρωπος ἔχων περιουσίαν 260.000 λιρῶν, ὁ ὁποῖος νὰ εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακάς; Ὅταν μένουσιν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν οἱ Λεοναρδόπουλοι καὶ Γαργαλίδηδες, οἱ ὁποῖοι διότι δὲν προήγοντο ἢ διότι ἀντιπαθοῦσαν ἄλλους συναδέλφους των, ἐνήργησαν μίαν ἀτιμωτικὴν καὶ προδοτικὴν ἐπιχείρησιν, ἐκθέσασαν ἐν κινδύνῳ τὴν Χώραν, στοιχίσασαν εἰς τὴν Χώραν ἄνω τῶν 100 ἑκατομ. δραχμῶν, ἐπὶ πλέον ἀπειλήσασαν τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ἠπείλησε καὶ ἀμνηστεύονται μὲ τὴν αἰτιολογίαν ὅτι ἦσαν εὐγενῆ τὰ ἐλατήρια αὐτῶν καὶ ἤθελαν νὰ σώσωσι τὴν Ἑλλάδα ἐπιδιώκοντες τὸν ταχύτερον προβιβασμόν των καὶ εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, εἰς ἐμέ, τιμίως σκεπτόμενον, εἰς ἐμέ, ἀναντιρρήτως συντηρητικὰ σκεπτόμενον, ἔρχεται ἡ κατ’ ἀντανάκλασιν ἐπήρεια τῆς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ μὲ ἄγει ἀπὸ τὸ ἄκρον τῆς ἀπολύτου ἀντικειμενικότητος εἰς τὸ ἄκρον τῆς ἀπολύτου ἐπιεικείας. Ὅταν εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπεξένωσαν 300 οἰκογενείας ἀπὸ τὰς ὑπάρξεις των, ὅταν εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν οἱ δολοφόνοι τοῦ Καβαφάκη, διότι ἐτόλμησεν, ἐλεύθερος πολίτης, νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἀθλίαν πολιτικὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅταν εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν οἱ δολοφόνοι τοῦ Φατσέα, διότι ἐτόλμησεν εἰς μίαν Χώραν τοιαύτην, καὶ ἴσως εἶχεν ἄδικον, νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν Δικαιοσύνην, ὅπως τὴν ἐφήρμοσεν, ὅταν εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν οἱ δολοφόνοι τοῦ Φραγκούδη καὶ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, τότε, κ. Ὑπουργέ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρὸς ἄλλο σημεῖον ἔπρεπε νὰ στρέψετε τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τὴν μελάνην τὴν ὁποίαν κατηναλώσατε. Ὅταν εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διέπραξαν, καθ’ ὁμολογίαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Πρωτοπαπαδάκη, καταχρήσεις ἑνὸς δισεκατομμυρίου δραχμῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, μὴ θελήσετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ μὲ εὕρετε σύμφωνον ὅτι πρέπει νὰ ἀνεχθῶ ἐγώ, διότι τὸ θέλετε σεῖς, νὰ σήπεται εἰς τὰς φυλακὰς ὁ ζῳοκλέπτης, ὁ ὁποῖος δὲν ἔφερε παρὰ 10 δραχμῶν ζημίαν εἰς τὸν γείτονά του. Ἡ Δικαιοσύνη δὲν δύναται νὰ ἐξετάζεται μεμονωμένως, ὅπως τὴν ἐξετάζετε σεῖς. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἡ εὐρυτέρα ἔννοια ἀπὸ ὅσας δύναται νὰ συλλάβῃ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Ἡ Δικαιοσύνη ἔχει τοὺς κανόνας της, ἔχει καὶ τὴν λογικήν της. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ μοῦ εἴπετε: Δὲν εἶσθε σεῖς ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ὑπογραφήν σας, μὲ τὸ ὄνομά σας, ἀφορμὴν λαβόντες ἐξ ἑνὸς φόνου ὁ ὁποῖος διεπράχθη ἐν μέσῳ δικαστηρίῳ, ἐδώσατε τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης εἰς τὸν ἐγκληματίαν; Θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ μίαν ἀπάντησιν, διότι, ἂν εἶσθε σεῖς καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς Τσιτσεκλῆ, τότε θὰ ἤθελον νὰ φέρω ἕνα ἐπιχείρημα καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ἂν δύνανται νὰ ἀμνηστεύωνται σήμερον, ὁπότε ἐλλείπουσιν αἱ ταραχαὶ καὶ παρῆλθεν ὁ σάλος, νὰ ἀμνηστεύωνται ἠθικῶς, διότι ἀμνηστίαν ἠθικὴν νομίζω τὴν γενομένην ἀπὸ ἕνα ἐπιστήμονα, ὅπως σεῖς, ἂν δύνανται νὰ ἀμνηστεύωνται τοιαῦτα ἀδικήματα ὑπὸ τὴν αἰτιολογίαν τῆς ἀμύνης. Ἔχομεν μίαν ἄλλην περίπτωσιν, ὅπου οἱ ὑπαίτιοι ἠναγκάσθησαν, ἐν ἀμύνῃ, νὰ πράξουν τὰ ἐγκλήματα διὰ τὰ ὁποῖα κρατοῦνται σήμερον εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ θὰ σᾶς τὸ εἴπω ὅταν ἐξετάσω εἰδικῶς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀδικημάτων ἐν Κρήτῃ. Θὰ ἤθελον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἔκαμε τὴν ἀναδρομικήν του ἐκστρατείαν μέχρι Παρισίων, ἵνα μᾶς φέρῃ τὰς διατάξεις τοῦ ἀνεφαρμόστου νόμου ἐν προκειμένῳ, ἂν ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ μίαν Γαλλικὴν ἐφημερίδα διὰ νὰ ἴδῃ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις Ἑρριὼ ἔλαβε διὰ παρομοίαν περίπτωσιν, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσῃ ὅτι ἠμνήστευσε, δὲν ἀνέστειλεν ἁπλῶς, ἀλλ’ ἠμνήστευσε τὴν ποινὴν εἰς 300 καταδίκους εἰς θάνατον κατηγορουμένους ἐπὶ λιποταξίᾳ, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ μορφώσῃ μίαν ἀντίληψιν ἀπέναντι τοῦ ἐγκλήματος ἀναγομένου εἰς τὴν περίοδον τὴν ἁμαρτωλήν, τελείως διάφορον ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν διεμόρφωσεν. Εἰς ἐμὲ δέ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν ὁμιλήσουν ἐναντίον τῶν μέτρων αὐτῶν καὶ οἱ ἄψυχοι τοῖχοι τοῦ Βουλευτηρίου, ἐγὼ θὰ ἐπιμένω ὑποστηρίζων ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν φυλακῶν τόσοι ἐγκληματίαι οὐδεὶς πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐντὸς αὐτῶν ἐκ τῶν κατηγορουμένων διὰ πράξεις τοῦ παρελθόντος. Καὶ διὰ νὰ συνεχίσω τὴν πληροφορίαν, σᾶς πληροφορῶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν εὑρίσκονται αὐτοὶ ἁπλῶς ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, ἀλλ’ εὑρίσκονται καὶ εἰς δημοσίας θέσεις. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι διωρισμένος γυμνασιάρχης εἷς αὐτόμολος τοῦ Μετώπου πρὸς τοὺς Βουλγάρους.
§138Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Κάποιος ἐφόνευσε τὸν πατέρα του, κατεδικάσθη 5 χρόνια καὶ ἀπεφυλακίσθη καὶ κατόπιν διωρίσθη εἰς τὸ Ὀρφανοτροφεῖον, ὅπου εὗρεν 75.000 δραχ. τὰς ὁποίας καὶ κατεχράσθη.
§139Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς δημιουργοῦνται τὰ κατ’ ἀντανάκλασιν αἰσθήματα τῆς δικαιοσύνης. Καὶ αὐτὰ ἀποτελοῦσι τὸ ἓν ἑκατομμυριοστὸν τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου. Ἀλλ’ ἴσως ἐξῆλθον τῶν ὁρίων μου καὶ δὲν ἔπραξα καλῶς. Διότι ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι εὐλόγως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν περιστατικῶν τὰ ὁποῖα ἀνέφερον εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ, ὅταν, λέγω, ἐκεῖνος καλεῖται ρυθμιστὴς μιᾶς καταστάσεως ἀντικειμενικῆς, δύναται νὰ ἀπαστράπτῃ μέχρις οὐρανοῦ, ἀλλὰ ταυτοχρόνως δύναται νὰ διαπράττῃ σφάλματα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ διεπράττομεν ἡμεῖς. Δὲν ἀποτελοῦσι μομφὴν αἱ κατηγορίαι αὐταί. Ἂν σᾶς εἴπῃ τις ὅτι ἀγνοεῖτε μίαν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ μάλιστα τόσον δυσώδη, σᾶς συγχαίρω. Εἴθε νὰ εὑρισκόμην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν σας.
§140Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν πραγματικὴν κατάστασιν μοῦ τὴν ἔδωσαν τὰ τηλεγραφήματα καὶ αἱ ἀναφοραὶ τῶν συμπατριωτῶν σας.
§141Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἐμάνθανεν ὅτι πρώτην κατηγορίαν τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ἐκ τοῦ κόσμου τῶν οὐσιαστικῶν ἐπιχειρημάτων ἐναντίον τοῦ νομοθετήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο ἡ κατηγορία ὅτι ἀντέκειτο πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα τῆς Δικαιοσύνης καὶ προεκάλεσεν ἐξεγέρσεις. Δευτέρα κατηγορία ἦτο ὅτι ἐκ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου εὐηργετήθη ἕνα πρόσωπον τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διέπραξε πλαστογραφίας καὶ ἀπάτας καὶ καταχρήσεις. Θὰ ἤθελον νὰ ἔλεγον, κύριοι, καίτοι δὲν αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου ἱκανὸν νὰ δίδῃ μαθήματα, ὅτι θὰ ἦτο κατὰ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον καὶ ἡ ἰδική μου ἀντίρρησις μειωμένη, ἂν ἀποφασίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ φανῇ τόσον ὀλίγον ἀντικειμενικός, ὥστε νὰ μνημονεύσῃ κατὰ τρόπον ἀποτελοῦντα ἐπιχειρηματολογίαν εἰς δικαστήρια ὁρκωτά, νὰ μνημονεύσῃ μίαν περίπτωσιν, ἡ ὁποία μοιραίως καὶ τυχαίως συνέπεσε νὰ συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον. Τοιαῦται περιπτώσεις ὑπάρχουν πολλαί. Ὑπάρχει συνάδελφος ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται ἐπίσης κατὰ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὄχι κατὰ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦν τὴν ἐπιείκειαν, ἀλλὰ κατὰ τῆς μοναδικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τῶν συντηρητικῶν στοιχείων, ἡ ὁποία διατηρεῖ ἀκέραια καὶ ἀμείωτα τὰ δικαιώματα τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς.
§142Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἦτο περιττὸν νὰ τὸ εἴπῃ ὁ νόμος.
§143Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀντίθετος ἑρμηνεία καὶ ὁ κ. συνάδελφος, καίτοι μὴ ὢν δικηγόρος, ἔχων τὴν γνώμην ἄλλων ἐπίσης ἐξόχων νομικῶν, παρουσιάζει τὴν περίπτωσιν τοῦ Βοκοτοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐνήγαγε τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον καὶ μερικοὺς ἄλλους πληρεξουσίους, διότι τὸν ἐτυράννησαν καὶ τὸν ἠμπόδισαν νὰ ἀσκήσῃ ἐλευθέρως τὸ ἐπάγγελμά του. Ὑπάρχουν λοιπὸν καὶ περιπτώσεις τοιαῦται. Ὁ τρόπος λοιπὸν καθ’ ὅν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐθίξατε τὸ σημεῖον αὐτό, χωρὶς νὰ σᾶς ἀποδώσω οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην μομφήν, δὲν ἦτο ὁ κοινοβουλευτικῶς εἰθισμένος, διότι ἀφήσατε νὰ διαπλασθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι χάριν αὐτοῦ τοῦ προσώπου ἐγένετο τὸ νομοθέτημα, διότι ἐγεννήσατε μίαν δυσφορίαν πραγματικὴν εἰς ὅλους καὶ εἰς ἐμὲ αὐτόν, κ. Ὑπουργέ, διότι καὶ ἐγὼ ἐδυσφόρησα πληροφορηθεὶς ὅτι τοιοῦτον χαμερπές, τοιοῦτον ἐγκληματικὸν ὑποκείμενον συνέπεσε νὰ εὐεργετηθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μετέβαλον τὴν πεποίθησιν, διότι δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀντιγράψωμεν ἀντιθέτως τὴν ῥῆσιν «ἀποθανέτω εἷς ὑπὲρ τῶν πολλῶν» καὶ νὰ τὴν κάμωμεν «ἀποθανέτωσαν οἱ πολλοὶ ὑπὲρ τοῦ ἑνός». Καὶ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα τοιοῦτον, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς αἰτιάσεις ἐναντίον νομοθετήματος νὰ ἀναφερθῇ τοιαύτη τις ἐπιχειρηματολογία, διότι, ἂν καὶ ὅταν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἀναβιβασθοῦν αἱ καχυποψίαι τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς, κανεὶς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ πρὸ τοῦ ἐλέγχου τοῦ βήματος, καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀνθέξετε οὔτε σεῖς, διότι θὰ ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ ἐμφανίσω ἓν νωπὸν νομοθέτημα ἴσως τὸ πρῶτόν σας νομοθέτημα, κ. Ὑπουργέ, καὶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι προσωπικώτερον νομοθέτημα δὲν εἶδεν ἀκόμη τὸ φῶς ὑπὸ τὸ κράτος οἱασδήποτε Κυβερνήσεως τοῦ παρελθόντος καὶ ὑπὸ τὸ κράτος οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ. Δὲν δύνανται οἱ προτείνοντες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τι νὰ ἐκθέτουν τὰς καχυποψίας τῶν ἄλλων, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανεὶς ὁ δυνάμενος νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἂν ὁμιλήσετε ὑπέρ, θὰ σᾶς εἴπουν ὅτι ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὸν Α, ἂν κατά, θὰ σᾶς εἴπουν ὅτι ἐνδιαφέρεσθε ἀντιθέτως. Τὴν ἀρχὴν ταύτην τὴν ἠγνόησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἑπομένως, χωρὶς νὰ δέχωμαι τὰ θρυλούμενα, χωρὶς νὰ δέχωμαι κἂν προσωπικῶς ὅτι ἔννοια τοιαύτη, οἵαν δύναται καχύποπτός τις νὰ συναγάγῃ, ἐνυπάρχει εἰς τὸ νομοθέτημά σας, σᾶς τὸ ἀναφέρω. Τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἔχει διάταξιν, καθ’ ἥν, προκειμένου περὶ καταστημάτων, ἂν οἱ κληρονόμοι ἑνὸς ἀποθανόντος ἐνοικιαστοῦ συνεχίσουν τὴν ἐπιχείρησιν, δικαιοῦνται νὰ προστατευθοῦν ἀπὸ τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγεῖται νομοθέτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ παρὰ μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα· ἔδωσε σάρκα καὶ ὀστᾶ εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ καταστηματάρχης εἶναι φαρμακοποιός, ὁ φαρμακοποιὸς ἀποθάνῃ, ὁ ἀποθανὼν ἔχῃ κληρονόμους, οἱ κληρονόμοι μεταβιβάσουν τὸν τίτλον, καὶ ἐξῄρεσε τοῦτο ἐκ τῶν ἐξαιρέσεων τοῦ Ἐνοικιοστασίου.
§144Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἔχει μίαν διάταξιν καθ’ ἣν ἀποβιώσαντός τινος ἐνασκοῦντος ἓν ἐπάγγελμα δύνανται οἱ κληρονόμοι του νὰ συνεχίσουν τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἀπολαύουσι καὶ τῆς προστασίας τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ὑπάρχει ἐπίσης ἄλλη διάταξις ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἡ πρόσληψις συνεταίρου θεωρεῖται ὡς ὑπομίσθωσις, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἡ ἔγγραφος συναίνεσις τοῦ ἰδιοκτήτου. Αὐτὰ λέγει τὸ Ἐνοικιοστάσιον. Τώρα ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ φαρμακείων, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἀποθανόντος τοῦ φαρμακοποιοῦ οἱ κληρονόμοι του ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τοῦ θανάτου του ὑποχρεοῦνται νὰ μεταβιβάσωσι τὸν τίτλον εἰς ἄλλον ἐπιστήμονα φαρμακοποιόν, διότι δὲν δύναται ἄνευ ἐπιστήμονος φαρμακοποιοῦ νὰ λειτουργήσῃ τὸ φαρμακεῖον. Λοιπόν, ἐφόσον ὁ ἀποθανὼν φαρμακοποιὸς δὲν ἀφῆκεν υἱὸν φαρμακοποιόν, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συνεχισθῇ ἡ ἐπιχείρησις τοῦ φαρμακείου. Κατὰ συνέπειαν ἐθεωρήθη ὅτι ὀρθὸν ἦτο, προκειμένου περὶ φαρμακοποιοῦ, διὰ τὴν συνέχισιν τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ ὁποίου ὑποχρεωτικὴ εἶναι ἐκ τοῦ νόμου περὶ φαρμακείων ἡ πρόσληψις φαρμακοποιοῦ, νὰ ἑρμηνευθῇ τρόπον τινὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον καὶ νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ πρόσληψις συνεταίρου, προκειμένου περὶ φαρμακείου, δὲν θεωρεῖται ὡς ἀποτελοῦσα ὑπομίσθωσιν.
§145ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νὰ τὸ κλείσῃ.
§146Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφόσον ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ φαρμακείων καὶ προστατεύει τοὺς κληρονόμους, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ λέγετε αὐτό. Τώρα, πῶς ἔγινεν αὐτό; Ὁ κ. πληρεξούσιος δὲν ἔχει καλὰς πληροφορίας.
§147Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔχω. Ἐδιάβασα τὰς ἐφημερίδας.
§148Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ θίξῃ κανείς. Ὅ,τι κάμνω, τὸ κάμνω ἀπὸ καλῆς πίστεως· τὸ ἠξεύρουν οἱ κύριοι συνάδελφοι.
§149Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ.
§150Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναφέρετε ὅτι ἔκαμα προσωπικὸν Διάταγμα καὶ ἐγράψατε καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ προηγγείλατε ὅτι θὰ τὸ ἀποδείξετε, ὅτι εἶμαι καὶ δῆθεν Ὑπουργός. Λοιπὸν πῶς ἔγινεν αὐτό; Ὅταν ἔγινα Ὑπουργός, ἦλθε κάποιος ἄγνωστος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοῦ εἶπε κάτι περὶ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἤμην πολὺ ἐντριβὴς εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Ἐνοικιοστασίου, διότι ἐν τῇ δικηγορίᾳ δὲν ἀνακατευόμην ποτέ· καμμιὰ φορὰ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, μοῦ ἔλεγε κάτι καὶ μοῦ ἔλεγεν ὅτι εὑρίσκεται ὑπὸ πίεσιν καὶ ὅτι θὰ ὑποφέρῃ ἡ οἰκογένεια. Τοῦ εἶπα «ἄφησε καμμιὰ ἄλλη ὥρα, γιατὶ τώρα ἔχω πολλὴ δουλειά». Ἐπανῆλθε μετά τινας ἡμέρας. Τοῦ εἶπα «κάμε μου μιὰ ἀναφορά». Ἐπανῆλθε καὶ μοῦ ἔφερε τὴν ἀναφοράν. «Ἄφησέ την, τοῦ λέγω, νὰ τὴν διαβάσω». Ἦτο τὸ ζήτημα πολύπλοκον, διότι ἐσχετίζετο μὲ τὸν νόμον περὶ φαρμακείων. Ἦλθε πάλιν. Τότε ἀνεφέρθην εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν. Ἐκάλεσα τὸν κ. Τριαντάκην, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικώτερος, καὶ τοῦ εἶπα «μελέτησε τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἂν τὸ εὑρίσκῃς δίκαιον, νὰ τὸ κάμωμεν». Πράγματι τὸ ἐμελέτησε καὶ εἶδεν ὅτι εἶναι πολὺ σωστό, ἐπείσθην δὲ καὶ ἐγώ, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς οἱ κληρονόμοι τοῦ φαρμακοποιοῦ ἔχουν δικαίωμα νὰ συνεχίσουν τὴν ἐπιχείρησιν, κατὰ τὸ Ἐνοικιοστάσιον δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ πάρουν συνεταῖρον, δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τοὺς ρίψωμεν εἰς τὰ δόντια τοῦ ἰδιοκτήτου, νὰ μὴ τοὺς δίδῃ τὸ μαγαζεῖον ἢ νὰ τοὺς ζητῇ ὑπερβολικὸν ἐνοίκιον διὰ νὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ τὴν πρόσληψιν συνεταίρου. Ἅμα εἶδα τὸν θόρυβον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἠρώτησα τὸν κ. Τριαντάκην ποῖος ἦτο αὐτὸς ποὺ ἦλθε καὶ τοῦ ἐκάμαμεν αὐτὸ καὶ μοῦ εἶπεν «ἕνας Κατσούλης ἐκ Πειραιῶς». Ὑπάρχει ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Κατὰ σύμπτωσιν ἕνας ἀπὸ τὸν Πύργον ἤρχισε νὰ ἐκπυρσοκροτῇ τηλεγραφήματα ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ λέγῃ ὅτι αὐτὸ τὸ ἔκαμα, διότι ἐνδιεφέρετο ὁ κ. Νικολόπουλος, τοῦ ὁποίου ἀγνοῶ καὶ τὴν ὄψιν, καὶ ὅτι εἶναι σκάνδαλον. Ἐγὼ ἐν τέλει σᾶς λέγω ὅτι, κατόπιν τῶν τηλεγραφημάτων αὐτῶν σήμερον παρήγγειλα τὸν Εἰσαγγελέα Πύργου νὰ καλέσῃ αὐτὸν τὸν κύριον καὶ νὰ πληροφορηθῇ πόθεν ἔμαθεν οὗτος ὅτι ἐγὼ γνωρίζω τὸν Νικολόπουλον καὶ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρει εἰς τὰ τηλεγραφήματά του. (Χειροκροτήματα). Παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι διὰ ταύτην τὴν πρᾶξιν μοῦ ἀνήγγειλαν ὅτι ἡ Φαρμακολογικὴ Ἑταιρεία Ἀθηνῶν ἑτοιμάζεται νὰ μοῦ στείλῃ συγχαρητήρια.
§151Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀδικεῖται ἀπὸ τὸ Ἐνοικιοστάσιον;
§152Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸς ἐνεφάνισε μίαν περίπτωσιν.
§153Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐπιβεβαιῶ τὴν λύπην μου ταύτην ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, διότι ἐγεννήθη παρεξήγησις ὄχι ὅσον ἀφορᾷ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίληψίν μου περὶ τῶν προθέσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀφοῦ διαμαρτυρηθῶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων μου διὰ τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, πληροφορίαν ἀπολύτως ἀνακριβῆ, μεταδοθεῖσαν ἴσως καὶ εἰς ἐκεῖνον, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκαυχήθην ἐγὼ καὶ ἐξήγγειλα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Συνελεύσει, ἔρχομαι νὰ πληροφορήσω ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐγὼ ὁ ἀκατάλληλος διὰ νὰ δίδω μαθήματα, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀκατάλληλος διὰ νὰ δέχωμαι τοιαῦτα παρ’ ἄλλων, ἔρχομαι νὰ πληροφορήσω ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι αἴσθημα ἱπποτισμοῦ μοῦ ἐπέβαλε νὰ εἴπω εἰς ἕνα ὑφιστάμενόν του, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τοῦ τὸ ἀνακοινώσῃ ἐπὶ λέξει, τὰ ἑξῆς: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι θαυμάσιος, ἐκτιμῶ τὴν ἐπιστημονικήν του ἀξίαν καὶ τὰς προθέσεις του, ἀτυχῶς ὅμως περιεπλάκη εἰς μίαν ὑπόθεσιν κακὴν καὶ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ γεννήσῃ ζητήματα, διότι ἐπεξετάθη πέρα τῆς ἀντικειμενικότητος, νὰ κακίσῃ ἕνα νόμον δι’ ἓν πρόσωπον καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀμυνθοῦν οἱ ἐντεῦθεν τοῦ νομοθετήματος πρὸς τὰς ἄλλας κατευθύνσεις ἀγωνιζόμενοι». Θὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἓν τυχαῖον περιστατικὸν νὰ τοῦ εἴπω, καὶ ἐπειδὴ ἔσχον συνομιλίαν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ δὲν θέλω νὰ τοῦ εἴπω ὅ,τι εἶπον εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον διὰ νὰ τὸν πληροφορήσῃ, νὰ εἶναι παρεσκευασμένος ἀκριβῶς νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔδωσε.
§154Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ τῶν ἐφημερίδων τὸ ἔμαθον.
§155Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰς ἐφημερίδας δηλῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι εἰς οὐδεμίαν προέβην ἀνακοίνωσιν καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου δηλῶ ὅτι δὲν ἐξῆλθον ἔκτοτε τῆς οἰκίας μου εἰμὴ μόνον χθὲς καὶ ἀπόψε καὶ ἦλθον κατ’ εὐθεῖαν ἐδῶ.
§156Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκ τῶν ἐφημερίδων τοῦ Πύργου τὸ ἔμαθον.
§157Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πτοηθεὶς ὅτι μία ὑπόθεσις, μία ἄποψις εἶναι τόσον δικαία ὅσον ἡ ἄποψις μὲ τὴν ὁποίαν ἤλθετε πάνοπλος ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ μὲ τὴν ὁποίαν μὲ ἐξετοξεύσατε, ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ ἐρευνήσω τὰς γραφάς, νὰ περισυλλέξω στοιχεῖα καὶ νὰ ἀμυνθῶ. Δὲν ἀνέγνωσα καμμίαν πληροφορίαν· παρακολουθῶν τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα ἀνεκάλυψα δύο τινά, τὴν ἀναγγελίαν ἑνὸς νομοθετήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου διὰ νὰ αἰτιολογήσω τὴν συνήθειαν τῶν σφαλμάτων ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ νομοθετήματος τούτου διὰ νὰ σᾶς εἴπω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αἱ καχυποψίαι τῶν ἰδιωτικῶν ἀντιλήψεων δὲν δύνανται νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὸ βῆμα καὶ ἂν δὲν εἶσθε γνωστὸς δι’ εὐθύτητα.
§158Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ δι’ ὅλους τοὺς ἐπαίνους, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα τῆς ὑπουργίας μου ἐξέδωσα τέσσαρα Διατάγματα Ἐνοικιοστασίου. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ἑξῆς καὶ νὰ μοῦ εἴπετε ἂν ἔχω δίκαιον· λέγει ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον ἐφαρμόζεται εἰς τὰς Ἀθήνας, Πειραιᾶ, Κηφισιὰν καὶ τὰ προάστεια· καὶ ἔρχεται ἕνας δικαστὴς καὶ βγάζει ἀπόφασιν καὶ λέγει ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰ Λιόσια, ὅτι προάστειον δὲν εἶναι τὰ Λιόσια καὶ ἦλθον καὶ μοῦ παρεπονέθησαν. Τὸ ἐθεώρησα ἀστεῖον. Ἐξέδωσα καὶ ἄλλα τινὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεξέτεινα τὸ Ἐνοικιοστάσιον.
§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10 μ. μ.
§160Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρὶν γίνῃ διακοπή, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν τάσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μᾶς ἀνέφερεν ὅτι ἐξέδωσεν ἕνα νόμον διὰ νὰ καταργήσῃ τὰς ἐπελθούσας συνεπείας τοῦ νόμου. Δεύτερον μᾶς λέγει ὅτι ἐξέδωσεν ἄλλο Διάταγμα διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ δεῖνα χωριὸ ὅτι εἶναι προάστειον, ἐνῷ δὲν εἶναι. Διότι δὲν ἐξετάζεται ἡ ἀπόστασις διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ἓν μέρος προάστειον.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 10 μ.μ. (Ὥρα 9.10′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.40′ μ.μ.).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλεῖται ὁ κ. Κούνδουρος νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§163Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ προσθέσω παρὰ ἐλάχιστα εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, τὰ ὁποῖα κατεπόνησαν τὴν Συνέλευσιν, καὶ ὑποθέτω ὅτι πέρα τῶν πέντε ἢ δέκα λεπτῶν δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι ἡ συζήτησις διεκόπη ἀκριβῶς εἰς τὸ σημεῖον καθ’ ὃ ἀνέπτυσσον τὴν γνώμην ὅτι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου δὲν δύνανται νὰ ἀναβιβάζωνται ἔστω καὶ κατὰ φαντασίαν ἀπολύτως καχυποψίαι τῶν ἰδιωτικῶν ὑποθέσεων, οὔτε νὰ κρατήσῃ τὸ ὕποπτον πνεῦμα τὸ ὁποῖον βασιλεύει. Δικαιολογῶν τὴν φράσιν ἐκείνην ἠθέλησα νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου τὴν λευκότητα ὁμολογῶ καὶ ἀναγνωρίζω καὶ τοῦ ὁποίου δὲν θέλω νὰ θέσω ἐν ἀμφιβολίᾳ οὔτε τὰς προθέσεις οὔτε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν προθέσεων, ὅτι ἂν καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ νὰ κανονίζεται εἷς νόμος, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος νὰ ἀφήνῃ εἰς τοὺς καχυπόπτους τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ νόμος εἶναι προϊόν ἑνὸς ἢ δύο ἢ τριῶν προσώπων ἐπιθυμούντων νὰ ἐξυπηρετήσουν ἓν πρόσωπον, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑποστηρίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνέλθῃ κανεὶς εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαῦτα. Καὶ ἐπεκαλέσθην, διὰ νὰ ἀποδείξω ἀκριβῶς τὴν τοιαύτην ἀρχήν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα τῆς ὑπουργίας του ἐμφανίζεται νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι φέρει ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τοῦ προσωπικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸ λεγόμενον ὅτι μόνον ἡ φωτογραφία τοῦ προσώπου εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ τοῦ λείπει. Εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει παρὰ μία καὶ μόνη περίπτωσις παρομοία. Τὸ νομοθέτημα δὲ τοῦτο μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω καὶ ἄλλο τι, νὰ ἀντλήσω ἓν ἀκόμη ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῶν ἀντιρρήσεων τὰς ὁποίας ἔχω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ μέρος τῆς γνώμης του εἰς τὸ γεγονὸς τοῦ ποῖος μετέφερε τὸν ψηφισθέντα νόμον εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην ὅτι τὸ φυσιολογικὸν καὶ σύνηθες εἶναι νὰ μεταφέρῃ ὁ κλητὴρ τοῦ Ὑπουργείου τὸν νόμον ἐκεῖνον μετὰ τὴν κύρωσίν του εἰς τὸ Τυπογραφεῖον πρὸς δημοσίευσιν καί, ἂν ἠθέλομεν κατὰ πνεῦμα καχύποπτον νὰ ἐξετάσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον, θὰ ἔλεγον ὅτι δὲν μετέβη τὸ νομοθέτημα διὰ τῆς συνήθους καὶ φυσιολογικῆς ὁδοῦ εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Θετικὰς πληροφορίας δὲν ἔχομεν, οὔτε ὑποπτευόμεθα ὑμᾶς, ἀλλὰ συνάγομεν τοῦτο ἐκ τοῦ παραδόξου γεγονότος ὅτι μεταξὺ χιλίων ἄλλων νομοσχεδίων ἐκεῖνο ἐκυρώθη τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ αὐθημερὸν κατωρθώθη νὰ δημοσιευθῇ· διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο μετὰ τοιαύτης ταχύτητος δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ παρεμβολή τις, διὰ τῆς ὁποίας μετεφέρθη τὸ νομοθέτημα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω δὲν δύναται βεβαίως νὰ καθιερώσῃ τὸ τεκμήριον τὸ ὁποῖον ἐλέγετο διὰ τὴν γυναῖκα τοῦ Καίσαρος, ὅτι δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ τὴν ὑποπτευθῇ· δὲν ὑποστηρίζω τοῦτο, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ τίθενται ἐν ἀμφιβόλῳ αἱ προθέσεις τῶν πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν, ἀσκοῦντες τὸ δημόσιον ὑπούργημά των, εἰς τὴν πρότασιν οἱουδήποτε νόμου. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρηκολούθησε τὰ λεχθέντα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, θὰ ἐπείσθη ὅτι δὲν εἶχον παντάπασι πνεῦμα ἐπιθέσεως κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ φράσις ὅτι οἱ βηματισμοί του δὲν ἦσαν κοινοβουλευτικῶς δεδικαιολογημένοι· διότι βλέπετε ὅτι, ἂν θελήσῃ τις νὰ κρίνῃ ἀπὸ τρίποδος, θὰ ἴδῃ ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀνθέξῃ πρὸ τοῦ ἐλέγχου τοῦ βήματος, καὶ ὑμεῖς αὐτὸς δὲν θὰ ἠδύνασθε νὰ ἀνθέξητε, ἂν ὁ ἐλέγχων δὲν εἶχε τὸ εὐτύχημα νὰ συνδέεται μεθ’ ὑμῶν καὶ νὰ γνωρίζῃ τὴν λευκότητα τοῦ ἀτόμου σας. Οὐδεὶς δύναται, εἴπομεν, νὰ κατηγορήσῃ τὴν γυναῖκα τοῦ Καίσαρος, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτῆς ἠγέρθησαν ὑπόνοιαι ὅτε, διερχομένη τὸν Τίβεριν, ἔρριψε βλέμμα πρὸς τοὺς γυμνοὺς λουομένους Ρωμαίους. Μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθω εἰς τὸ πραγματικὸν ζήτημα. Ἐκακίσθη ὁ νόμος διότι εὐεργετεῖ ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἄφησε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι διὰ τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγινε.
§164Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀνέφερα ἐγὼ τὸ πρόσωπον.
§165Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνεφέρατε τὸ πρᾶγμα, ἀφήσατε νὰ νοηθῇ τὸ πρόσωπον, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρελείφθη νὰ προστεθῇ εἶναι ἡ λέξις «ἔτυχεν», ὅτι ἔτυχεν ἐκ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ νὰ εὐεργετῆται ὁ τάδε ἄνθρωπος· ἡ ἐντύπωσις ὅμως εἶναι ἀναντιρρήτως εἰς βάρος τῆς Συνελεύσεως. Ἐμνημονεύσατε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ εἴπετε ὅτι κατεχράσθη 260 χιλιάδας λιρῶν, χωρὶς νὰ μνημονεύσητε ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει διάταξιν ἡ ὁποία προστατεύει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἡ πρόχειρος μελέτη μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ εἴπω, ὅτι ἢ θὰ παρελείπετε νὰ ἀναφέρητε τὰ ποσὰ περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἢ θὰ ἐλέγετε ὅτι εὐτυχῶς ὑπάρχει διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας εἶναι ἠσφαλισμένον τὸ Δημόσιον ἢ ὁ ἰδιώτης. Διὰ ν’ ἀκριβολογήσω περισσότερον, εἴπετε ὅτι διέπραξε τὸ ἄτομον ἐκεῖνο μίαν μεγάλην κατάχρησιν, ὅτι διέπραξεν ἀπάτην καὶ πλαστογραφίαν. Ἐμελέτησα τὸ κείμενον τῶν δηλώσεών σας καὶ εἶδον ὅτι ὁ χρυσοκάνθαρος αὐτὸς μετεχειρίσθη καὶ ἀπάτην καὶ πλαστογραφίαν· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ εἶναι ἀληθὲς — καὶ τὸ δέχομαι ὡς ἀληθές, — ἂν ἐπροσέξατε εἰς τὸν νόμον, θὰ εἴδετε ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀμνηστεύονται τὰ πλημμελήματα, θὰ εἴδετε ὅτι ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ἀναγράφετε ὑμεῖς διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἄρθρου ἐκείνου.
§166Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐτέθη ἡ βάσις τοῦ ἀδικήματος, ἡ ὁποία εἶναι παράβασις τοῦ νόμου περὶ συναλλάγματος.
§167Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μήπως θὰ ἠθέλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ἀδικήματος;
§168Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐνόμισα ὅτι ἂν τεθῇ ὅτι ἀπαλλάσσονται οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ συναλλάγματος, ἀμνηστεύεται καὶ αὐτός, καθ’ ὅσον ὅμως γνωρίζω, διὰ νὰ γίνῃ ἡ παράβασις αὐτὴ διεπράχθησαν καὶ ἀπάται καὶ πλαστογραφίαι.
§169Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐρευνῶν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ ἐρευνήσω, ἐζήτησα νὰ εὕρω πόθεν διεπράχθη ἡ τροπολογία, διότι ὑπετέθη ὅτι διεπράχθη ἀπὸ ἐπιστήμονας οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράττουν τοιαῦτα χονδροειδῆ λάθη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπραχθῶσι τοιαῦτα λάθη ἀπὸ τὸν κ. Ἀργυρόπουλον καὶ τὸν κ. Μπακόπουλον, ἀλλ’ ὅ,τι λέγω, εἶναι ὅτι ἡ δήλωσίς σας, ὅτι πρόκειται περὶ πλαστογράφου καὶ ἀπατεῶνος, δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ ἂν εἶναι ἀκριβής, κακῶς ἐφέρατε τὸ ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ νόμου, διότι δὲν ὑποπίπτει τὸ ἀδίκημα τοῦτο εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ νόμου. Οὐδὲ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ἀδικήματος θὰ τὸν δώσῃ ἡ παράβασις τοῦ νόμου περὶ συναλλάγματος καὶ ὄχι ἡ διάπραξις τῆς ἀπάτης καὶ πλαστογραφίας· διότι, ἂν ἐγὼ διὰ νὰ ἐξαγάγω συνάλλαγμα, μεταβαίνω εἰς τὸ τελωνεῖον καὶ ἐκεῖ φονεύω τὸν τελωνοφύλακα ὁ ὁποῖος μὲ ἠμπόδιζε, βεβαίως δὲν ἤθελεν ὑποστηριχθῆ ὅτι ἐγὼ θὰ καταδιωχθῶ ὡς παραβάτης τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ συναλλάγματος καὶ ὄχι τοῦ φόνου.
§170Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ φόνος δὲν ἦτο ἀναγκαῖος διὰ νὰ γίνῃ παράβασις τοῦ νόμου περὶ συναλλάγματος.
§171Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε ὅτι ὑπάρχουν ἀπάται καὶ πλαστογραφίαι ἐμπίπτουσαι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ νόμου, κελεύοντος ὅτι ἡ διάκρισις τῶν ἀδικημάτων τῶν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος....
§172Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἀπορροφᾶται ποτὲ ἀπὸ τὸ πλημμέλημα τὸ κακούργημα. Ποῦ εἴμεθα ἐδῶ πέρα;
§173Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω πλείονα περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλονται τροπολογίαι φυσικὸν εἶναι νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι μεμονωμέναι, εἶναι δυνατὸν νὰ κινήσωσι τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα ὅ,τι καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον συνέβη. Ἐκαυχήθην καὶ καυχῶμαι ὅτι οὐδένα ἄνθρωπον τῆς ἰδικῆς μου περιφερείας εὐεργετεῖ τὸ νομοθέτημα — καὶ γνωρίζουν ὅλοι ὅσοι τυχὸν ὑπηρέτησαν ἐκεῖ, ὡς ὁ κ. Μαζαράκης σᾶς ἐβεβαίωσε τὴν πρωίαν καὶ ὁ ὑπάλληλός σας, κ. Ὑπουργέ, ὁ ὁποῖος εἶχε περιοδεύσει, ἀλλὰ πάντως τὸ πρᾶγμα πιστοποιεῖται ἀπὸ τὸ δελτίον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει πάντοτε πρῶτον, ἀπὸ ἀπόψεως τάξεως, τὸν νομὸν τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω—καυχῶμαι λοιπόν, λέγω, καὶ ἤμην ἕτοιμος νὰ ὁρκισθῶ ὅτι οὐδὲν πρόσωπον τῆς ἰδικῆς μου περιφερείας εὐηργέτει τὸ νομοθέτημα. Καὶ εὑρέθη πρόσωπον τὸ ὁποῖον εὐηργετεῖτο, καὶ τὸ πρόσωπον τοῦτο εἶχε φονεύσει ἀκριβῶς ἕνα ἰδικόν μου ἀναδεκτόν. Ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ μία ἄλλη περίπτωσις, ἡ ὁποία νὰ κινήσῃ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἐτέθη ἐπίτηδες ἡ διάταξις διὰ νὰ εὐεργετηθῇ ἓν πρόσωπον, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ ἀντίθετος περίπτωσις, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ τὸ κῦρος ἑνὸς νόμου ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εὐεργετεῖ τὸν Α ἢ Β, διότι οἱ νομοθετοῦντες ἐνταῦθα δὲν βλέπουν πρόσωπα, ἀλλὰ βλέπουν καταστάσεις. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικρούω τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τοῦ νόμου, εὕρηται εἰς μίαν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργός. «Ἠξεύρετε τὸ χρυσοκάνθαρον αὐτὸ ὑποκείμενον καὶ ἂν τοῦτο εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρόκειται νὰ τὸ ἀπολύσῃ ὁ νόμος;» μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις.
§174Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§175Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς ἄλλην γενικωτέραν βάσιν καὶ σᾶς λέγω ὅτι, ὅσον καὶ ἂν εἶναι βρωμερὸν ὑποκείμενον, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κατέχει τοιαύτην οἵαν σεῖς λέγετε περιουσίαν, θὰ ἀπετέλει πρωτοφανὲς γεγονὸς εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ διαφύγῃ τὸν ἱστὸν τῆς ἀράχνης, εἰς τὸν ὁποῖον μόνον τὰ μικρὰ ἔντομα συλλαμβάνονται. Βεβαίως ἂν φονεύσῃ τις πλούσιος τὸν πατέρα του δι’ ὀλίγον χρόνον θὰ ὑπάγῃ εἰς τὰς φυλακάς. Ἂν θέλετε περιπτώσεις ἑκατοντάδων ἀδικημάτων βαρυτέρων τοῦ προηγουμένου, αἱ ὁποῖαι καθυστεροῦν εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ αἴθουσα, ἂν θέλετε πλείονας, ἐρωτήσατέ με κατόπιν καὶ θὰ σᾶς εἴπω. Ἀλλ’ ἐκακίσθη ὁ νόμος καὶ ἐπὶ πλέον, διότι περιλαμβάνει διατάξεις περὶ ἀδικημάτων ἀναγομένων εἰς τὸν ἐπισιτισμόν. Ἐδήλωσα καὶ δηλῶ ὅτι ἐκ τοῦ νόμου τούτου μὲ ἐνδιαφέρει μόνον ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ὑπόσχεσιν τὴν δοθεῖσαν εἰς τοὺς λῃστὰς καὶ αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν ἀδικήματα τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος. Οὐδεὶς σύνδεσμος μὲ συνδέει πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ νομοθετήματος. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸ ἐπιχείρημά σας ὅτι προστατεύομεν τοὺς λαθρεμπόρους καὶ τοὺς ἄλλους ἐγκληματίας εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ δημιουργήσωμεν διάκρισιν μεταξὺ ἀδικημάτων καὶ ἀδικημάτων. Τὴν διάκρισιν τῶν ἀδικημάτων τὴν ἔχει κάμει ὁ νόμος καὶ τὰ ὀνομάζει πταίσματα, πλημμελήματα καὶ κακουργήματα. Εἶναι αὐθαίρετος ἡ ἐπέμβασις οἱουδήποτε εἴτε ὅταν νομοθετῇ εἴτε ὅταν συζητῇ νὰ διαστέλλῃ μεταξὺ ἀδικημάτων καὶ ἀδικημάτων. Τὸ πλημμέλημα εἶναι πλημμέλημα εἴτε εἰς ἀποπλάνησιν εἰς ἀσέλγειαν συνίσταται εἴτε εἰς κλοπὴν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος εἴτε εἰς ὑπεξαίρεσιν εἴτε εἰς παράβασιν οἱουδήποτε νόμου καὶ τὸ πταῖσμα εἶναι πταῖσμα εἴτε παράνομον συμβίωσιν ἀφορᾷ εἴτε μίαν παράβασιν ἀστυνομικῆς διατάξεως ἀφορᾷ. Καὶ θὰ εἴχετε δίκαιον νὰ κακίσετε τὸν νόμον ἐκεῖνον διότ’ ἐξετείνετο καὶ ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν, ἂν σᾶς ἐδίδετο πληροφορία ὅτι οἱ εἰσαγαγόντες τὸν νόμον αὐτὸν τὸν εἰσήγαγον ὡς εὐεργετοῦντα πολιτικὰ ἀδικήματα. Ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ λαθρεμπόριον εἶναι βαρύτερον πλημμέλημα ἀπὸ τὰ ἄλλα πλημμελήματα, τὰ ὁποῖα εὐεργετοῦνται ἀπὸ τὸν νόμον;
§176Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι βαρύτερον. Πολλὰ ἀδικήματα διαπράττονται ἐξ εὐγενῶν ἐλατηρίων. Τὸ λαθρεμπόριον θέλει νὰ στερήσῃ τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ τὸ Δημόσιον καὶ ὁ Λαὸς ἀσθμαίνουν διὰ νὰ ἰσοσκελίσουν τὸν Προϋπολογισμόν.
§177Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν θεωρίαν τῆς ἠθικότητος τῶν ἀδικημάτων θὰ εἰσέλθω καὶ ἐγώ, ὅταν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν πυριφλεγῆ ζώνην, καὶ θὰ σᾶς εἴπω, κ. Ὑπουργέ, ὅ,τι οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγήθησαν τὴν διάταξιν, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων τοὐλάχιστον ἤκουσα, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐδῶ οἱ συνάδελφοι νὰ ὁμολογήσουν, ἐδήλωσαν, ὅτι πρόκειται περὶ λαθρεμπορίων, τὰ ὁποῖα ἐνηργοῦντο ἐπὶ τῆς Μικρασιατικῆς ἀκτῆς καὶ δὲν εἶχον τὸν χαρακτῆρα....
§178Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν διακρίνει ὁ νόμος.
§179Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν θέλετε ὑπὸ τὰς ἐνεστώσας περιστάσεις νὰ ἐρευνήσετε τὸ ἀδίκημα τῆς λαθρεμπορίας, τοῦ ὁποίου βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι συνήγορος, καὶ τὸ παραβάλετε πρὸς ἄλλα ἀδικήματα, δὲν ἠξεύρω μήπως τὸ εὕρετε τὸ πλέον δικαιολογημένον. Ὅταν βλέπῃ ἡ κοινωνία τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἂν ὑπάρχῃ δημόσιος θησαυρός, ὅπως εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅταν βλέπῃ τὸν δημόσιον θησαυρὸν παλαίοντα ὅπως παλαίει, ὅταν βλέπῃ ὁ πολίτης τὰ κρούσματα αὐτὰ τῶν κλοπῶν ἑκατομμυρίων καὶ δισεκατομμυρίων, βεβαίως κάμπτεται εἰς τὴν αὐστηρότητά του τὴν προγενεστέραν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους καὶ σκέπτεται: «Τί, νὰ πληρώσω τελωνεῖον διὰ νὰ φάγῃ ὁ Α καὶ ὁ Β;» Καὶ ἂν θέλωμεν νὰ δικαιολογήσωμεν τὰ ἀδικήματα καὶ τὰ μέτρα ἡμῶν τὰ διοικητικά, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν θεωρίαν σας περὶ κακοήθους πλαστογραφίας καὶ καλοήθους πλαστογραφίας, περὶ κακοήθους λαθρεμπορίας καὶ καλοήθους λαθρεμπορίας, περὶ κακοήθους ἀποπλανήσεως καὶ καλοήθους ἀποπλανήσεως καὶ θὰ ἔχωμεν νὰ λέγωμεν ἑκατέρωθεν ὅσα θέλετε καὶ ὅσα θέλω. Ἐκακίσθη ἀκόμη ὁ νόμος, διότι φέρει τὴν λέξιν «αὐτοδικία». Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν σημεῖον τοῦ νόμου τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, διότι τὴν λέξιν ταύτην ἐπρότεινα ἐγὼ προσωπικῶς ἐν ἰδιαιτέρᾳ τροπολογίᾳ. Σκοπὸς τῆς λέξεως ταύτης ἢ μᾶλλον τῶν συνεπειῶν τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ λέξις αὕτη, κ. Ὑπουργέ, ἦτο νὰ καθαρισθῇ τὸ τέλμα τὸ ὁποῖον εἴτε ἐκ προθέσεως εἴτε ἐξ ἀμελείας δημιουργεῖται εἰς τὰ διάφορα εἰσαγγελικὰ καὶ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καὶ ψηφίζονται εὐεργετικαὶ διατάξεις ἀναστολῆς, ἠρτημέναι ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ δίδεται κατόπιν εἰς τοὺς φίλους καὶ δὲν δίδεται εἰς τοὺς ἐχθρούς.
§180Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταγγείλατε τοὺς Εἰσαγγελεῖς.
§181Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοὺς καταγγέλλω εἰς σᾶς. Εἶναι ἀλήθεια τὴν ὁποίαν γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι εἶναι «καλύτερα τὰ ἀμίλητα ἀπὸ τὰ μιλημένα». Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κατηγγέλθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ πλειονότης τῶν δικαστῶν δὲν ἔχει τὴν ψυχὴν δημοκρατικήν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν....
§182Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι Δημοκρατία δὲν θὰ εἴπῃ καὶ ἄνοιγμα τῶν φυλακῶν.
§183Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί σημαίνει αὐτό; Καὶ Δικαιοσύνη δὲν θὰ εἴπῃ ἐγκάθειρξις τῶν ἐντίμων.
§184Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δημοκρατία καὶ Βασιλεία, οἱονδήποτε πολίτευμα, σημαίνει συντεταγμένην Πολιτείαν τείνουσαν πρὸς τὴν ἠθικήν. Δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Δημοκρατία θὰ ἀνοίξῃ τὰς φυλακὰς διὰ νὰ ἐξέρχωνται πάντες οἱ κακοῦργοι. Προσβάλλετε τὴν Δημοκρατίαν, ἂν ἀποδίδετε τοιαύτην ἔννοιαν εἰς αὐτήν.
§185Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποία πρᾶξις ἐγκρίνει τὴν πρᾶξιν ἑκατέρων μας. Τὴν Δημοκρατίαν δὲν τὴν προσβάλλουν αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας μετὰ θάρρους ἐκφέρουν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὴν Δημοκρατίαν τὴν προσβάλλει ἡ παρεμβολὴ τῶν παρεισάκτων, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, τὴν Δημοκρατίαν τὴν προσβάλλει ἡ ὁμολογία ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰς τάξεις της ἕνας ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Δικαιοσύνης.
§186Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παίρνω τὰ χαρτιὰ καὶ φεύγω.
§187ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§188Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις. Δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπειλῇ. (Θόρυβος).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ.
§190Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, λυποῦμαι, διότι ἡ παρεξήγησις ἐγεννήθη τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐστρέφετο ἐπὶ τοῦ ἀθωοτέρου σημείου τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ διατυπώσω. Ἐδικαιολόγουν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐνέπνευσαν τὴν παρεμβολὴν τῆς λέξεως «αὐτοδικίας» καὶ ἠθέλησα νὰ τῷ εἴπω ὅτι τὸ «αὐτοδικίας» εἶναι ἡ λέξις ὅτι ὅλα τὰ δῶρα ἦσαν δῶρα ἄδωρα, διότι, ἐξαρτώμενα ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς — ἂς μὴ εἴπω διὰ τοὺς Εἰσαγγελεῖς — ἐδίδοντο ἀφειδῶς πρὸς τοὺς φίλους τῶν πολιτικῶν ἀπόψεων καὶ κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μέχρι σκανδάλου πρὸς τοὺς ἀντιθέτους. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα ἑνὸς τιμίου ἀνδρός, πατριώτου, τοῦ ὁποίου αἱ ὑπηρεσίαι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τελευταίως εἰς τὸν Ἔβρον εἶναι γνωσταὶ καὶ ὅμως αὐτὸς ἐδολοφονήθη ἐν μέσαις Ἀθήναις ὡς ἐπικηρυγμένος λῃστής. Ὑπῆρχε νόμος ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἀπολαύουσιν ἀμνηστίας. Ἦτο ἐκ τῶν ἐθελοντῶν οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπολαύσῃ τοῦ εὐεργετήματος αὐτοῦ. Διετάσσοντο οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἔπειτα ν’ ἀπολυθοῦν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὁ ἀτυχὴς ἔβλεπεν ὅτι ὑπῆρχον πρὸ αὐτοῦ ἑκατὸν καὶ πλέον ἄνθρωποι καὶ καθυστέρει καὶ ἦλθον τὰ ὄργανα τῆς τάξεως καὶ ἐνήργησαν τὸ ἀνοσιούργημα τὸ ὁποῖον ἐνήργησαν. Τοιαῦτα περιστατικά, εἰλημμένα ἀπὸ τὸν καθημέραν βίον, ἀφορῶντα τὸν πτωχὸν ἀλλὰ τίμιον ἄνθρωπον, τοιαῦτα περιστατικά, κ. Ὑπουργέ, μοὶ ἐνέπνευσαν τὴν ἰδέαν ὅτι, ἂν δώσωμεν δῶρα εἰς ὡρισμένας τάξεις ἀνθρώπων, τὰ δῶρα αὐτὰ νὰ μὴ τὰ καταστήσωμεν δῶρα ἄδωρα. Καὶ αἴφνης μὲ διακόπτετε, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὸ ἀθῷον σημεῖον τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὅτι Δημοκρατία δὲν σημαίνει ἄνοιγμα τῶν φυλακῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν διατηρεῖτε τὴν συνοχὴν καὶ τὸν εἱρμὸν τῶν ἰδεῶν σας. Ἀλλὰ μετὰ τὰς κακώσεις αὐτὰς τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη ἐναντίον τοῦ νομοθετήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κακώσεις τὰς ὁποίας ἐθεώρησε δευτερευούσας, καθ’ ἃ ἐδήλωσε πρὸ ὀλίγου, ἔρχεται νὰ καταγγείλῃ ἕνα μεγάλο ἐλάττωμα τοῦ νομοθετήματος, ὅτι θεσπίζει ἰδιαιτέραν διάταξιν διὰ τὴν Κρήτην. Ἰδοὺ ἡ πυριφλεγὴς ζώνη. Προκειμένου περὶ πραγματικῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περισυνέλεξεν ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω πῶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ ὅτι «τοιαύτας πληροφορίας μοὶ ἔδωκαν». Ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι ἤνοιξαν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, ἰδίᾳ ἐν Κρήτῃ, ἐγὼ ἀπαντῶ ὅτι, τὸ ὅτι ἤνοιξαν αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἀκριβές, τὸ «ἰδίᾳ» δὲ τί σημαίνει; Βεβαίως ὅτι ἤνοιξαν διὰ τὴν Κρήτην.
§191Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἔγραψαν αὐτό, διότι ἀπὸ τὴν Κρήτην εἶναι δέκα πέντε διαμαρτυρίαι τῶν συμπολιτῶν σας.
§192Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄν θέλετε νὰ μὲ παρακολουθήσετε, κ. Ὑπουργέ, θὰ πεισθῆτε ὅτι καὶ τὰ ἀληθῆ λέγω καὶ ἀκριβολογῶ.
§193Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν διάθεσίν σας. Μοὶ εἴπετε προχθές· «δὲν ὑπάρχουν καὶ ἀντίθετοι ἐκδηλώσεις;»
§194Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς δικαιώσω καὶ σᾶς ἐδικαίωσα. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ρίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὸ νομοθέτημα, νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ, ὡς νομομαθής, καὶ νὰ μὴ περισυλλέγῃ πληροφορίας. Ὁπωσδήποτε, ἂν εἶχε ρίψει ἓν βλέμμα, θὰ ἔβλεπεν ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὰ ἀδικήματα ἐν Κρήτῃ δὲν εἶναι ἐπιεικέστεραι, ἀλλ’ ἐξ ἀντιθέτου πολὺ αὐστηρότεραι τῶν διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσι διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Ἐπαναλαμβάνω τὴν φράσιν, διότι εἶναι μία μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ὑπὲρ τῶν ἐγκληματιῶν τῆς Κρήτης εἶναι αὐστηρότερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ λαμβάνονται διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Τὸ νομοθέτημα δίδει ἀναστολὴν ἄμεσον τῆς ποινῆς εἰς ὅλους τοὺς λῃστὰς ἢ τοὺς συνεργοὺς τῶν λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ προσέλθωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας εἰς τὰς φυλακάς. Δίδει, ἐπαναλαμβάνω, ἄμεσον ἀναστολήν. Ἐγώ, θέλων ἀκριβῶς νὰ μετριάσω τὴν ἄκραν ἐπιείκειαν τῆς διατάξεως ταύτης, μὴ θέλων δὲ νὰ ἐπεμβῶ εἰς ἄλλας περιφερείας, ὅπου δὲν γνωρίζω ποῖοι ὅροι συντρέχουσι, τὴν περιέστειλα καὶ μετεμόρφωσα τὴν διάταξιν ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον διὰ τὴν Κρήτην καὶ εἶπον ὅτι οἱ λῃσταὶ οἱ ἀπολαύοντες ἀναστολὴν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι δὲν ἀπολαύουν τοιαύτην ἐν Κρήτῃ εἰμὴ μετὰ πάροδον δύο ἐτῶν ἐν φυλακαῖς. Πρόκειται περὶ διατάξεων, κύριοι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι σαφέστατα εἰς τὸν νόμον. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν τοῦ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπῃ, χωρὶς νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον, ὅτι ἰδίᾳ ἐν Κρήτῃ ἤνοιξαν αἱ φυλακαί, ἐνῷ ἀκριβὲς εἶναι ὅτι, ἂν ἤνοιξαν αἱ φυλακαὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἐν Κρήτῃ τοὐλάχιστον ἡμίκλειστοι ἦσαν αἱ φυλακαὶ χάρις εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐνέργειαν. Καὶ θὰ μοὶ εἴπετε· ποῖος ὁ λόγος τῆς τοιαύτης διαμαρτυρίας; Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ δημοσιεύματα τῆς «Ἑστίας» τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν περὶ 2000 κακούργων ἀπελευθερουμένων ἐν Κρήτῃ ἢ ὅτι ὁ Κούνδουρος θέλει νὰ ἀπολύσῃ ὅλους τοὺς φυλακισμένους διὰ νὰ ἐνισχυθῇ πολιτικῶς. Θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἶναι ψύχραιμος μελετητὴς τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ εἴπῃ· συγχαίρω ἰδίᾳ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κρήτης, διότι ἐφρόντισαν ὑπὲρ τοῦ Τόπου των καὶ ἐθέσπισαν διάταξιν αὐστηροτέραν· ἐνῷ ἀμνηστεύονται οἱ λῃσταὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἱ λῃσταὶ ἐν Κρήτῃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλευθερωθοῦν παρὰ μόνον μετὰ τὴν πάροδον τῆς διετίας. Ἐρωτῶ πάντα τίμιον ἄνθρωπον, πάντα λογικὸν ἄνθρωπον, πάντα ἀναγνώστην τοῦ νομοθετήματος: Εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἄποψις ὅτι ἤνοιξαν αἱ φυλακαὶ ἐν Κρήτῃ; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθησαν ἕως ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐπροχώρησαν περαιτέρω. Δὲν ἠδύνατο τὸ ἰδικόν μου αἴσθημα νὰ ἀνεχθῇ τὸν λῃστὴν ἐλεύθερον καὶ τὸν ἄλλον, πταίσαντα εἰς βαθμὸν ὀλιγώτερον, νὰ τιμωρῆται. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν ἄκρατον ἐπιείκειαν, χωρὶς ἐκ παραλλήλου νὰ λάβωμεν μέτρα διὰ τὰ ἄλλα ἀδικήματα καὶ προσέθεσα τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεξέτεινα τὸ μέτρον καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἀδικήματα. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀδικημάτων φόνου, δυναμένων νὰ προκαλέσουν ἀντεκδικήσεις, ἔθεσα πενταετῆ ὑπερορίαν ἐκτὸς τῆς Κρήτης ἢ ἑκταετῆ ἐκτὸς τοῦ νομοῦ. Τοιούτου νομοθετήματος εἰσηγητής, τῇ συναινέσει ὅλων ἢ τουλάχιστον τῶν περισσοτέρων συναδέλφων ἐκ Κρήτης ἢ τοὐλάχιστον 8–10, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἐξ αὐτῶν, τοιούτου νομοθετήματος εἰσηγητής, ἔστω μόνος, εἶμαι, διότι ἀνέλαβον καὶ ὑπέγραψα καὶ ἀναλαμβάνω καὶ σήμερον καὶ θὰ ἀναλαμβάνω πάντοτε τὴν εὐθύνην τοῦ νομοθετήματος τούτου. Καυχῶμαι, κ. Ὑπουργέ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔχω δίκαιον νὰ καυχῶμαι.
§195Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι διὰ τοὺς λῃστὰς τῆς Κρήτης εἶναι αὐστηρότεραι αἱ διατάξεις;
§196Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§197Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ἀμνηστεύεται ἢ ὄχι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι λῃστὴς ὁ ὁποῖος ἔχει καταδικασθῆ εἰς βαθμὸν κακουργήματος ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τῆς ἰσχυούσης καὶ ἐν Κρήτῃ, τῆς προσελεύσεώς του ἐντὸς 20 ἡμερῶν;
§198Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβάσετε τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τοὺς λῃστὰς ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι.
§199Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἡ δίωξις καὶ ἡ ποινή....
§200Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναστέλλεται καὶ ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἡ ποινή.
§201Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἰσχύει ἐν Κρήτῃ, ἀλλ’ ἰσχύει καὶ μία ἄλλη διάταξις.
§202Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ θέλετε νὰ μοῦ εἴπετε ὅτι οἱ καταδικασμένοι ἤδη ἐπὶ λῃστείᾳ ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι δὲν εὐεργετοῦνται.
§203Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἰμή, ὅταν προσέλθουν ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν.
§204Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐφόσον ὑπάρχει, κ. συνάδελφε, ἡ διάταξις «πᾶσα δίωξις καὶ πᾶσα ποινή».
§205Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ....
§206Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀντελήφθην τὴν ἐρώτησίν σας.
§207Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἤθελα νὰ σᾶς διαβάσω καὶ τὸ ἄλλο ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Λῃσταὶ καταδικασθέντες κλπ.». Αὐτὴ ἡ διάταξις ἰσχύει ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι.
§208Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι προχειρολόγημα τοῦ ἐσχάτου εἴδους. Δὲν τὸ ἀνεγνώσατε τὸ νομοσχέδιον.
§209Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦτο ὀρθόν, δὲν θὰ τὸ ἐψήφιζεν ἡ Συνέλευσις....
§210Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι λυπηρόν, κύριοι, διότι δὲν ἀντελήφθητε τί μὲ ἐνδιαφέρει. Πληροφορῶ τὸν μὲν ἕνα ἐκ τῶν συναδέλφων, τὸν τελευταῖον διακόψαντα, ὅτι ἡ ἰδική μου πρόθεσις δὲν εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ διατήρησις τοῦ νομοθετήματος. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει κἂν τὸ νομοθέτημα. Τὸ αὐτὸ συναίσθημα θὰ γεννηθῇ εἰς ἐμὲ διὰ τὴν οὐσιαστικὴν τύχην τοῦ νομοθετήματος, ἂν ψηφισθῇ, ἂν κατισχύσῃ ἢ ὄχι. Ὅ,τι μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι τὰ σχόλια τὰ πέριξ τοῦ νομοθετήματος γενόμενα καὶ τὰ τολμηρὰ δαιμόνια, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εἰς τὸν ἄλλον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψεν ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι ἰσχυρίζομαι, ὅτι αἱ ἐν Κρήτῃ διατάξεις εἶναι αὐστηρότεραι, ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο· ὅτι ἀνεστάλη ἡ δίωξις καὶ ἡ ποινὴ καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ· ἐν Κρήτῃ μὲν ἀνεστάλη μετὰ πάροδον διετίας, ἐν δὲ τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἀμέσως. Ἀντιλέγει ὁ κ. συνάδελφος λογικῶς: Διὰ τοῦτο εἶναι αὐστηρότερον τὸ νομοθέτημα· διότι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἀμνηστεύονται μόνον ὡρισμένοι λησταί, ὅσοι προσῆλθον ἢ θὰ προσέλθουν, ἐνῷ ἐν Κρήτῃ δὲν ὑπάρχει ἡ δίωξίς των. Εἰς τὴν ἀντίρρησιν ταύτην ἀπαντῶ καὶ λέγω: Ὄταν τὸ νομοθέτημα ἐψηφίζετο αἱ καταστάσεις ἦσαν διάφοροι, διότι εἰς μὲν τὴν Κρήτην δὲν ὑπῆρχεν οὔτε εἷς πλέον καταδιωκόμενος, εἰς δὲ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ὑπῆρχον πολλοὶ καταδιωκόμενοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προσήρχοντο καὶ μόνον μὲ τὴν ἀπειλὴν τοῦ νὰ στερηθοῦν τοῦ δικαιώματός των. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ μειώσῃ τὴν σημασίαν ὅτι ἐν Κρήτῃ δὲν ἀπολύεται λῃστὴς πρὶν παρέλθῃ διετία, ἐν δὲ τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι θὰ μείνουν ἀμέσως ἐλεύθεροι. Πρῶτον ἔργον ἑπομένως τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θέλοντος νὰ ἐμφανίσῃ ἔγκυρον γνώμην, ἦτο νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε καὶ νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τίποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς παρὰ ἠκολούθησε τὰς ροπὰς ὡρισμένων κακοήθων δημοσιευμάτων καὶ τὰς ροπὰς καὶ τὰς θελήσεις ὡρισμένων ἀτόμων πολιτευομένων, υἱοθέτησε καὶ περισυνέλεξε τὰς διαδόσεις τῶν τριόδων καὶ τὰς δημοσιεύσεις τοῦ Τύπου. Ἐφαντάζετο ὁ Τύπος ὅτι αἱ διατάξεις τῆς Κρήτης δὲν εἶναι αὐστηρότεραι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ νομοθέτημα, ἀνέγνωσε τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τόσων ἀνακριβειῶν ἔκαμε τὴν εἰσήγησίν του ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησε μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ· ἀντὶ νὰ διερευνήσῃ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένοντο ἐν Κρήτῃ τὰ δῆθεν ἐγκλήματα, τὰ καλοήθη, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν, ἀντὶ νὰ ἀνατάμῃ τὸν ἱστορικὸν θεσμὸν ὁ ὁποῖος ἔχει ἐξελιχθῆ ἐν Κρήτῃ ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ θεσμοῦ, θεσμὸν ὁ ὁποῖος διεπλάσθη μετὰ τὴν αὐτονόμησιν τῆς Νήσου, νὰ ἴδῃ, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ νομοθέτημα τοῦτο συνάδει πρὸς τοὺς καθημερινοὺς θεσμοὺς καὶ συνηθείας, ἀντὶ νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐξετελέσθησαν τὰ ἐγκλήματα, ἔρχεται καὶ κακίζει τὸν νομὸν καὶ κακίζει τὸν νόμον καὶ κακίζει καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πρωτηγωνίστησαν εἰς τὸν ἀγῶνα. Κακίζει ἐπὶ τῇ βάσει τηλεγραφημάτων τὰ ὁποῖα ἔλαβεν. Οὐδεὶς τὰ ἠμφισβήτησεν, ἂν καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἀμφισβητηθοῦν, διότι ὠφείλατε ἀκόμη νὰ ἐξετάσετε τὴν χρονολογίαν τῶν τηλεγραφημάτων ἐν σχέσει μὲ τὴν χρονολογίαν τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, καὶ θὰ ἐβλέπετε ὅτι τὰ περίφημα ὅπλα τὰ ὁποῖα προσεκομίσατε ὅλα ὑπόκεινται εἰς ἀφλογιστίαν, διότι θὰ ἐβλέπετε ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι ἀπὸ τὴν Κρήτην ἦλθον προτοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφέρω ὅτι ἐπανέρχομαι εἰς τὰ «ἀμίλητα καὶ τὰ μιλημένα». Ὁ νόμος αὐτὸς εἶχε τὸ ἀρχικὸν αὐτοῦ ἀτύχημα· καὶ κυρίως ἀτύχημα τοῦ νόμου τούτου εἶναι ἓν καὶ μόνον, ὅτι εἰς πληροφορίαν ἐνδιαφερομένου διὰ τὸ νομοθέτημα εἴχομεν τὸ μέγα καὶ τραγικὸν ἀτύχημα νὰ διαφωνῶμεν μὲ ἕνα τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ διαφωνία αὐτὴ προεκάλεσε τὰς διαμαρτυρίας, ἡ διαφωνία αὐτὴ προεκάλεσεν ὅλας τὰς ἱστορίας αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν πέριξ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Καὶ ἐπιμένω εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς ὅπλον κατὰ τοῦ νόμου, πάσχουσι τὰς ἑξῆς δύο σοβαρὰς ἐλλείψεις: Πάσχουσι τὴν ἔλλειψιν ὅτι ἐκ τοῦ συσχετισμοῦ τῆς χρονολογίας πρὸς τὸν νόμον ἀποδεικνύεται ὅτι ἐλήφθησαν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου. Πάσχουσιν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἔλλειψιν ὅτι ὁμολογεῖται ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων ὅτι ὁ λαός, ὁ δῆθεν λαός, διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς ἀμνηστίας, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ὅλους τοὺς ἐγκληματίας τῆς Κρήτης. Ἐν τῇ συναισθήσει, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἀμνηστεία γενικῶς συμπεριλαμβάνουσα ὅλα τὰ ἀδικήματα ἀμνηστίας καὶ ἀναστολῆς ἐξηγέρθη ὁ Κρητικὸς λαός. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἐγώ, ἂν συνέπιπτε νὰ εἶμαι ἐκεῖ, δὲν θὰ ἐξηγειρόμην ἐναντίον παντὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἀπεπειρᾶτο νὰ ἀνοίξῃ τὰς φυλακὰς διὰ μιᾶς διὰ νὰ ἀμνηστεύσῃ ὅλα τὰ συντελεσθέντα ἀδικήματα; Εὔλογος λοιπὸν ἡ διαμαρτυρία ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν ἐκεῖθεν, μολονότι, ἂν ἤθελον δικηγορικῶς νὰ ὁμιλήσω, θὰ εὕρισκον ἐπιχειρήματα κατ’ αὐτῶν. Εὔλογος ἡ διαμαρτυρία, ἀλλὰ προεκλήθη, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰς χρονολογίας τῶν τηλεγραφημάτων καὶ ἀπὸ τὰς φράσεις τῶν τηλεγραφημάτων, προεκλήθη ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ἡ ὁποία ἔφθασε, κατόπιν δημοσιευμάτων καὶ ἐπιστολῶν τοῦ περιφήμου τμηματάρχου εἰς Εἰσαγγελεῖς καὶ πολιτευομένους ἐκεῖ, μετὰ τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀμνηστίας. Ἓν τῶν τηλεγραφημάτων αὐτῶν, κ. Ὑπουργὲ —σᾶς λέγω τὸ τηλεγράφημα ἀπὸ τὸ Ἱεροχώριον τῆς Κρήτης· ὁμολογῶ ὅτι δὲν μοῦ εἶναι γνωστὸν—διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀμνηστίαν, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τοὺς ἐγκληματίας τοῦ Τόπου μας. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Τὸ νομοθέτημα τοῦτο θεσπίζει πάντως διὰ μὲν τὰ κακουργήματα διετῆ φυλάκισιν, διὰ δὲ τὰ πλημμελήματα ἑξάμηνον φυλάκισιν· τοῦτο ἀποτελεῖ ἀμνηστίαν; Ἀμνηστία θὰ εἶχε βεβαίως ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὸ ἄνοιγμα τῶν φυλακῶν, θὰ ἐνέσπειρεν εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ σπέρμα τοῦ ἐγκλήματος καὶ τῆς ἀναρχίας. Ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἶναι σοφὸν καὶ διὰ τὴν σοφίαν του καυχῶμαι. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐμερολήπτησε καὶ πολιτικῶς ἐν προκειμένῳ καὶ ἤθελον νὰ καθορίσω τὴν πολιτικήν του μεροληψίαν, διότι ὡς πολιτικὴν μεροληψίαν χαρακτηρίζω τὴν συμπεριφορὰν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐστήριξεν ὁλόκληρον ἔργον εἰς τὰς διαμαρτυρίας καὶ τὰς πληροφορίας τῶν Σωματείων καὶ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα «ἕνεκα τὸ ἔγκλημα ἢ ἄλλοι λόγοι» διορίζομεν εἰς διαφόρους Ὑπηρεσίας, καὶ δὲν ηὐδόκησε νὰ καλέσῃ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τιμᾶται ὑπὸ ἐντίμων συμπολιτῶν μου, νὰ καλέσῃ τρεῖς ἕως δέκα ἀντιπροσώπους ἐκ τοῦ Τόπου αὐτοῦ διὰ νὰ συλλέξῃ τὰς πληροφορίας του. Ἀλλὰ μᾶς λέγει ὅτι «εἰς τὴν Κρήτην ἔγιναν αὐτά, ὡς μὲ πληροφοροῦν τὰ τηλεγραφήματα». Πληροφοριοδόται τῶν κοινοβουλευτικῶν Ὑπουργῶν εἶναι μόνον οἱ ἀντιπρόσωποι ἑκάστης περιφερείας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰς γνώμας ἐλάβομεν, ἔλθωσι καὶ πληροφορήσουν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἀπειλεῖται ἀναρχία, ὅτι ἔγινε τοῦτο, ἔγινεν ἐκεῖνο, τότε θὰ ἠδύνατο νὰ θεμελιώσῃ ἐπὶ τῶν γνωμῶν τούτων, ἐπὶ τῶν ὑπευθύνων πληροφοριῶν καὶ ἀντιλήψεων τοῦ Τύπου, νὰ θεμελιώσῃ νομοθέτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ θεμελιώνων τὰς πράξεις καὶ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν: Ἀποτελοῦμεν ἆρά γε ἡμεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, οἱ κακοὶ ἔστω ἀντιπρόσωποι μιᾶς περιφερείας, μίαν ποσότητα ἀνίκανον νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ καὶ διὰ τὰς ἁπλᾶς πληροφορίας καὶ κατεφύγετε εἰς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔνθεν κἀκεῖθεν λαμβάνετε; Δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡ συμπεριφορὰ αὐτὴ εἶναι κοινοβουλευτικῶς ἁρμόζουσα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τονίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα ἐξετελέσθησαν ἐν Κρήτῃ καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Συνέλευσις μιᾷ φωνῇ, ὅπως ἔπραξε καὶ ἄλλοτε, κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως, θὰ ἐπεκρότει καὶ ἐπιεικέστερον ἀκόμη μέτρον ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φέρονται ὡς ἐγκληματίαι. Θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι ἐν Κρήτῃ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἀπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν ὑπάρχει νομοθέτημα διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαμβάνοντο ἐπιεικέστερα μέτρα, καὶ τὰ μέτρα ἐκεῖνα δὲν ἐπέφερον ἀναστάτωσιν· ἐξ ἀντιθέτου ἐπέφερον τὴν γαλήνην καὶ τὴν συμφιλίωσιν. Καὶ ἐπρόκειτο τότε περὶ ἑνὸς Κρητικοῦ λαοῦ μὲ διάφορον χαρακτῆρα, ζωηρότερον, διότι ἦτο πλέον πρόσφατος ἡ περίοδος τῶν ἀγώνων καὶ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ ἐκ τοῦ τυραννικοῦ ζυγοῦ. Ἐξ ἀντιθέτου ὑπάρχουν προηγούμενα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ μὴ λῆψις ποινικῶν μέτρων ἐπέφερε τὴν χαλάρωσιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ὑπάρχει προηγούμενον καθ’ ὃ διέσπασαν τὰς φυλακὰς καὶ διεσπάρησαν εἰς τὴν ὕπαιθρον Χώραν ἑκατοντάδες ἀνθρώπων ἐχόντων λογαριασμοὺς μὲ τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ἐγὼ ὁ ἐμφανιζόμενος ὡς προστάτης καὶ πραξικοπήσας κατὰ τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐν Κρήτῃ διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς νομοθετήματος ὅτι, ἂν ἐλήφθη μέτρον αὐστηρὸν κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τὸ μέτρον τοῦτο ἦτο ἡ ἄμεσος μεταφορά των δι’ ἑνὸς ἐπιτεταγμένου ἀτμοπλοίου εἰς τὰς φυλακὰς Αἰγίνης. Καὶ μετεφέρθησαν καὶ παραμένουσιν ἔκτοτε ὑπὸ τὰς τρομερωτέρας τῶν συνθηκῶν. Καὶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι κρατούμενοι χωρὶς νὰ γνωρίζουν οὔτε ὁ διευθυντὴς τῶν φυλακῶν διατί κατηγοροῦνται οὔτε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ παραμένει αὐτὴ ἡ ἀσχημία ἡ ἀποδεικνύουσα τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ὀρθότητα μὲ τὴν ὁποίαν εἴμεθα ἡμεῖς εἰθισμένοι νὰ ἀντικρύζωμεν τὰς περιστάσεις, καὶ ἀντιθέτως ἀποδεικνύει καὶ τὴν παχυδερμίαν τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἀντιθέτως πρὸς ἄλλας κατευθύνσεις θέλουν νὰ χύσουν τῆς Δικαιοσύνης τὰ φῶτα. Ἐν Κρήτῃ, κύριοι, κατὰ μίαν περίοδον διεπράχθησαν ἀθρόα ἐγκλήματα, ἐγκλήματα καλοήθη, κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ στατιστικὴ λέγει ὅτι μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου τὰ ἐγκλήματα εἰς ὅλην τὴν Νῆσον, τὰ κακουργήματα, δὲν ὑπερέβαινον τὰ 120–180, τὰ κακουργήματα τὰ σοβαρά. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς Κωνσταντινικῆς ἐποχῆς δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐχιλιαπλασιάσθη ὁ ἀριθμὸς τούτων. Ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ περὶ ποίων ἀδικημάτων πρόκειται καὶ διὰ νὰ εἶναι πάνοπλος ἐν τῇ συζητήσει, ἦτο ὑποχρεωμένος, λέγω, νὰ ἐρευνήσῃ τοὺς λόγους καὶ τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν ἀθρόαν αὐτὴν ἐγκληματικότητα. Καὶ θὰ ἔβλεπεν ἓν νέον εἶδος ἐγκληματιῶν, τοὺς ἐγκληματίας τοὺς ἐκ περιστάσεων δημιουργουμένους ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὑπῆρχεν ἓν Κράτος τότε, ὅπως ἐνεφανίζετο τοὐλάχιστον ἐν Κρήτῃ—ἐγὼ δὲν εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ ὑπάρξω τοῦ Κράτους ἐκείνου ὑπήκοος· ἡ δειλία μου μὲ ἔφερεν εἰς μακρινὰς ἀποστάσεις—τὸ ὁποῖον Κράτος, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ὀργάνου μέχρι τοῦ κατωτάτου, ἔπαιζε τὸν ρόλον τὸν ὁποῖον παίζουν τὰ ἀναρχούμενα ἐκεῖνα κακοποιὰ στοιχεῖα, καὶ τὸ Κράτος τὸ ἀπετέλουν οἱ πολῖται, καὶ τὴν τάξιν ὑπὸ τὴν γενικωτέραν ἔννοιαν καὶ μορφὴν τὴν συνεκράτουν οἱ πολῖται. Θὰ ἤθελα νὰ μνημονεύσω ὡρισμένα περιστατικὰ λαβόντα χώραν, καταισχύνοντα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν πράττω τοῦτο, διότι σᾶς ἐκούρασα καὶ διότι ἀνέγνωσα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μίαν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Κουτρουμπάκη διά τινας τῶν πράξεων τῆς περιόδου ἐκείνης καὶ τότε θὰ ἀκούσετε ὑπὸ ποίας περιστάσεις παρουσιάσθη ὁ ἀθρόος ἀριθμὸς τῶν ἐγκληματιῶν καὶ ποῖοι οἱ ἐγκληματίαι. Πρὸς τὸ παρὸν ἓν λέγω, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς κ. Φραγκούδην, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουν βαθὺ τὸ συναίσθημα τοῦ νόμου καὶ πλέον πατριωτικὴν ψυχὴν ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον. Ἀλλ’ ἐς ἄλλοτε ταῦτα.
§211Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ μνημονεύσω ὅτι ὁ λοχαγὸς Μακρῆς διεκήρυσσεν ἀμοιβὴν 400 δραχμῶν εἰς τὸν στρατιώτην ὁ ὁποῖος θὰ διεκόρευε κόρην Κρῆσσαν· ὅτι ἕνας Κρὴς δήμαρχος ἐδέθη ἐπὶ δένδρου καὶ ἐβασανίσθη μέχρι σημείου, ὥστε νὰ ἀποθάνῃ δεμένος ἐπὶ τοῦ δένδρου· ὅτι δεκὰς στρατιωτῶν ἠσέλγησεν ἐπὶ ὀγδοηκοντούτιδος γραίας.
§212Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τοῦ Κράτους, ὑπὸ τοιούτων καταπτύστων ὀργάνων ἀντιπροσωπευομένου, κατὰ τοῦ Κράτους ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ὁπλισθοῦν οἱ πολῖται μὲ δυναμίτιδα, κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους ἐγκλημάτησαν ἐκεῖνοι ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀγωνίζωμαι.
§213Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀνῆκε τότε εἰς ἐκείνην τὴν παράταξιν ὁ κ. Ὑπουργός. (Θόρυβος).
§214Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργός....
§215Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσετε νὰ τὸν ὑπερασπίσετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ἀνῆκεν εἰς ἐκείνην τὴν παράταξιν. (Θόρυβος).
§216Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπῆρχον καὶ τότε καὶ σήμερον τίμιοι εἰς ἐκείνην τὴν παράταξιν. Τελείως διαφωνῶ εἰς τοῦτο. Ὁ κ. Τσιτσεκλῆς ἦτο λεπτὸς εἰς ὅλας τὰς περιόδους.
§217Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὸ θάρρος κατὰ τὴν τρομοκρατίαν τοῦ 1920–1922 ἐν τῷ Δικηγορικῷ Συλλόγῳ Ἀθηνῶν νὰ καυτηριάσῃ τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ νὰ φωνάξῃ ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν δικαιοῦταί τις νὰ παραπονῆται διὰ τὴν Δικαιοσύνην τοῦ 1917–1920, ὅταν βλέπῃ τὰ χάλια τοῦ 1920. Ἀγνοῶ ποῖοι ἐξ ὑμῶν εἶχον τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπουν τότε.
§218Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ νὰ δηλώσω ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχον δύο σημαῖαι· μία τιμία καὶ μία ὄχι τιμία, μία μαύρη καὶ μία λευκή. Ἀλλὰ οὔτε ὑπὸ τὴν λευκὴν σημαίαν ἔμενον μόνον περιστεραὶ οὔτε ὑπὸ τὴν μαύρην ἐσκιάζοντο μόνον κόρακες· μία ἐκ τῶν περιστερῶν, ἐκ τῶν ἐλαχίστων αἱ ὁποῖαι ἐστεγάσθησαν ὑπὸ τὴν μαύρην σημαίαν, ἦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ἐρευνῶν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, ἀπὸ τῆς εἰδικῆς του ἰδίᾳ μορφῆς, δὲν θέλω νὰ ὑπάρξω ἄδικος ἐναντίον οὐδενός. Καὶ ἂν ἠναγκάσθην νὰ θίξω ὡρισμένας ἀπόψεις, ὡρισμένας γνώμας καὶ ὑπεχρεώθην νὰ ἐπεκταθῶ πέρα τοῦ δέοντος, ἐδήλωσα καὶ δηλῶ καὶ πάλιν ὅτι τὴν πρόθεσιν μομφῆς ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν τὴν εἶχον.
§219Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἂν πράγματι τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ψηφισθέντος νόμου, εἶχον σχέσιν πρὸς τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, τότε, ἐπειδὴ ὑπῆρξα ἐξ ἀρχῆς ἀπολύτως ἐναντίος αὐτοῦ διὰ τὴν διάταξιν ταύτην ἡ ὁποία καθιεροῖ μίαν διαστολὴν ἐντελῶς πρωτότυπον νομοθετικῶς πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τὰς προνοούσας περὶ τῆς παραγραφῆς τῶν κακουργημάτων διὰ τὰς ἄλλας περιφερείας τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ ὅτι δίδεται ἀναστολὴ δι’ ὅλους τῶν κακουργημάτων τῶν τελεσθέντων καθ’ ὡρισμένην περίοδον καὶ ἐχόντων σχέσιν πρὸς ταύτην. Διότι ὑπάρχει διάταξις ὁμιλοῦσα περὶ ὅλων τῶν κακουργημάτων καὶ δημιουργοῦσα μίαν ἐντύπωσιν ξενίζουσαν. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐμὲ ἐξέπληξε τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὑπάρχει διάταξις καθιεροῦσα διὰ τὰ κακουργήματα τὰ τελεσθέντα ἀλλαχοῦ παραγραφὴν εἰκοσαετῆ.
§220Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι εὐλογωτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλὰ προσκρούει ἐν τούτῳ, προσκρούει καὶ πάλιν ἐν τῷ τρόπῳ καθ’ ὃν ἐξελίσσονται τὰ γεγονότα ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν πραγματικῶν γεγονότων. Ὑπεστηρίξαμεν κατὰ βάσιν ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκληματιῶν ἐκ περιστάσεων τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἐδημιούργησεν. Ὑπεστηρίξαμεν περαιτέρω ἐν ἐπιβοηθητικῇ ἢ μᾶλλον ἐν συμπληρωματικῇ βάσει ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην εἶχεν ἱδρυθῆ ἓν θερμοκήπιον ἐγκληματιῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀνεβλάστησεν ὁ ἁθρόος ἀριθμὸς τὸν ὁποῖον ἐμφανίζει ἡ στατιστικὴ τῶν ἐγκληματιῶν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἠξίωσε νὰ ἀναφέρωμεν ρητῶς ὅτι πρόκειται περὶ ἀδικημάτων τοιούτων. Καὶ λέγω, ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ ἀντισταθῶ εἰς τὸν τελευταῖον χωροφύλακα, νὰ διαπράξω ἓν ἀδίκημα ἁπλοῦν πρὸς τὸν χωροφύλακα, ὁ ὁποῖος ἄνευ ἐντάλματος ἠξίου νὰ μὲ συλλάβῃ, ὁ ὁποῖος ἠξίου νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν οἰκογενειακήν μου τιμὴν καὶ διαπράττω ἓν ἀδίκημα, τὸ ἀδίκημα τῆς ἀντιστάσεως ἐναντίον τῆς Ἀρχῆς. Διὰ τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ τίθεμαι ἐκτὸς νόμου καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐγκαταλείψω τὴν οἰκογενειακήν μου ἑστίαν καὶ νὰ διαβιῶ εἰς τὰ ὄρη· ἐκεῖ ἠναγκάσθην νὰ διαπράξω τὸ ἀδίκημα τοῦ ζωοκλέπτου, διότι ὤφειλα νὰ τραφῶ, ἀλλὰ διαπράττων ζωοκλοπὰς ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς αὐτοσυντηρήσεως θὰ ἐχαρακτηριζόμην ὡς ζωοκλέπτης, θὰ ἐλησμονεῖτο τὸ πρῶτον ἀδίκημα καὶ βεβαίως δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπολαύσω τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου.
§221Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Νὰ εἴπω ἓν εἰδικὸν παράδειγμα. Εἰς τὸ Καστέλλι τῆς Κισάμου ὑπῆρχεν εἷς ἐνωμοτάρχης ὁ ὁποῖος μετὰ τῶν χωροφυλάκων διεσκέδαζε τὴν ἡμέραν τῆς ἐπανόδου τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ἐπῆγεν ἕνας Δροσερὸς καὶ ἕνας Μακροδημητράκης, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς λόγους, διότι διεσκέδαζον τὴν προηγουμένην ἡμέραν, καὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν κτυπήσουν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κατηγγέλθησαν, ἐγένοντο ἀνακρίσεις, ἐξεδόθη βούλευμα εἰς τὸ ὁποῖον ρητῶς λέγεται ὅτι ἐγένετο ἐπίθεσις εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην καὶ ἐτραυματίσθη, διότι διεσκέδαζε διὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Βασιλέως, ἐν τούτοις τὸ δικαστήριον δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει ἐκκρεμὴς κατηγορία καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι μέσα εἰς τὰς φυλακὰς καὶ θὰ δικασθοῦν εἰς τὰς 6 Δεκεμβρίου εἰς τὸ Ἡράκλειον, διότι τὸ Ἐφετεῖον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἔκαμαν οἱ ἄνθρωποι ἀνακοπὴν καὶ ἐζήτησαν νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ ἀδίκημα ὡς πολιτικόν, ἀπέρριψε τὴν ἀνακοπήν των.
§222Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον γενικώτερον νὰ δικαιολογήσω τὴν ἄποψιν ἡ ὁποία ἐπιμένω ὅτι ἐγέννησε τοὺς ἐγκληματίας. Θέλω νὰ θέσω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἑξῆς: Ὅταν ἦτο πλήρης ἡ πεποίθησις τοῦ πολίτου ὅτι ὁ δικαστὴς δικάζει ὄχι κατὰ νόμον, ἀλλὰ κατὰ κόμμα, ὅταν παρέλυσεν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν πολιτῶν πρὸς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, τοῦτο καὶ μόνον δικαιολογεῖ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκληματιῶν τοὺς ὁποίους ἐξηνάγκασε νὰ γίνουν ἐγκληματίαι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Κράτους.
§223Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει καὶ τὸ προνόμιον τῆς χάριτος.
§224Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζομεν πῶς ἀσκεῖται τὸ προνόμιον τοῦτο, γνωρίζομεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πραγματικῶν χαρίτων, ἀλλὰ χαρίτων κομματικῶν.
§225Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπ’ ἐμοῦ δὲν θὰ εἶναι κομματικαί.
§226Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν ἦσθε σεῖς τότε. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐκ Κρήτης καὶ πάντως εἰς οἱονδήποτε συμπέρασμα καὶ ἂν καταλήξωσι, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀμφισβητήσωσι τὴν τιθεμένην βάσιν, ὅτι, ἂν ἔχωμεν ἐγκληματίας ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγείρομεν φωνήν, τὴν ἐγείρομεν, διότι γνωρίζομεν ὅτι δὲν εἶναι ἐγκληματίαι κοινοί, διότι εἶναι ἐγκληματίαι εἰς τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ποινὴ ἢ ὁ ἔπαινος ἁρμόζει. Ἀλλὰ θὰ ἤρκει νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον περιστατικὸν διὰ νὰ τελειώσω. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, πληρεξούσιος εὑρισκόμενος ἐν τῇ Συνελεύσει, ὁ κ. Μητσοτάκης, διήνυσεν 9μηνον ἢ 6μηνον εἰς τὰς φυλακὰς ἁπλῶς διότι ἠρνήθη νὰ ἐπαινέσῃ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάγκην ἐπαίνων. Ἕτερος συνάδελφος, ὁ κ. Μαρματάκης, ἐδοκίμασε βαρύτερον ἢ ἐλαφρότερον τὰς συνεπείας τῶν ὀργάνων τοῦ τοιούτου Κράτους. Ὑπὸ τὰς περιστάσεις αὐτάς, κύριοι, γενόμενον ἀδίκημα ἔχει πλῆρες δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἐπιεικείας ἡμῶν· ἀλλὰ καὶ ἂν λησμονήσωμεν πάντα ταῦτα, διατί δὲν πανηγυρίζομεν, ὅπως ὀφείλομεν νὰ πανηγυρίσωμεν, τὸ δημοκρατικὸν Πάσχα, διατί νὰ μὴ καλέσωμεν τάχα τοὺς ἀμνηστεύσαντας καὶ μὴ ἀμνηστεύσαντας ἐκ τῶν λαϊκῶν τάξεων; Ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὲρ τοῦ νόμου τούτου· ὑποθέτω ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἐγκαίρως ὑπ’ ὄψιν τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα, ἂν εἶχεν ἐγκαίρως ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, δὲν θὰ διέπραττε τὴν εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν διέπραξε.
§227Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ δώσετε καὶ εἰς ἐμὲ ἀμνηστίαν.
§228Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τώρα εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ζητεῖ ἀμνηστίαν, θὰ ἔχῃ τὴν ἀμνηστίαν μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει τὸ πρῶτον τῶν καθηκόντων τῶν τιμίων ἀνθρώπων, τὸ καθῆκον τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαίου ὅτι εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς πλευρᾶς τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει. Ἀνέφερα ὡρισμένα περιστατικὰ ἐσφαλμένα, προσαχθέντα ἐνώπιόν σας, ἀνέφερα τόσα καὶ τόσα πράγματα· ἐφόσον στηρίζεσθε ἐπὶ ὅλως ἀντιθέτων περιστατικῶν, ἤδη μετὰ τὰ ὡρισμένα αὐτὰ περιστατικά, σᾶς ἀπομένει ἡ ὁδὸς τοῦ ν’ ἀνακαλέσετε τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε, σᾶς ἀπομένει ἡ ὁδὸς τοῦ νὰ μὴ ἐπιμείνετε εἰς αὐτό. Ἂν ἤθελον νὰ παράσχω μίαν συμβουλήν, θὰ συνεβούλευον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ἄπειρον τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, νὰ μὴ καταναλίσκῃ ἄλλοτε τόσην μελάνην διὰ ζητήματα τόσον μικρά· θὰ εἶναι πολὺ λογικώτερον ἡ κατανάλωσις τῆς μελάνης αὐτῆς....
§229Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἦτο ἀνάγκη.
§230Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .... Θὰ ἦτο πολὺ ἐπωφελέστερον ἡ κατανάλωσις τῶν διανοητικῶν κυττάρων νὰ ἐγίνετο ἔστω καὶ πρὸς μίαν ἔκκλησιν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ συνίστα εἰς αὐτοὺς πῶς εἰς τὸ μέλλον θὰ γίνεται τὸ δικαστικὸν καθῆκον, ὅτι ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἀσχολῆται ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀλλὰ νὰ ρίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα.
§231Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλα γίνονται.
§232Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν γίνωνται ὅλα, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ σοβαρώτερον τῶν ἀντιλήψεών σας εἶναι τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἐφέρατε· δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἂν γίνονται ὅλα, μᾶς ἐνδιαφέρει ἂν κατετάξατε ἐν τῇ χρονικῇ σειρᾷ τῶν ἐνεργειῶν σας τὰ διάφορα ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητά σας. Ἂν τὰ κατεστήσετε ἀναντίρρητα, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ ἐφθάνετε εἰς τὸ σημεῖον νὰ καταναλώσετε οὔτε πέντε λεπτῶν χρόνον οὔτε μιᾶς δραχμῆς μελάνην διὰ τὸ προηγούμενον νομοθέτημα. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μᾶς εἴπετε ὅτι «καλὰ ἐκάμαμεν· ἔχομεν καιρὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν διὰ τὰ ὑπόλοιπα πράγματα». Εἶμαι λυπημένος, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι αἱ θέσεις τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι μόνιμοι.
§233Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τόσον τὸ καλύτερον.
§234Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τόσον τὸ καλύτερον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, ὡς ἄτομον, θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἠρεμίαν τῆς οἰκογενείας του, ἀλλὰ τόσον τὸ χειρότερον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι θὰ ἀφήσῃ ὄπισθέν του τὴν ἱστορίαν, καθ’ ἣν χρηματίσας Ὑπουργὸς ἀφῆκεν ὡς τὸ σύνολον τῶν πράξεών του ἓν νομοθέτημα ἀνάξιον ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ τὸν τελευταῖον κλητῆρα τοῦ Ὑπουργείου του. Εἶναι καιρὸς νὰ σᾶς ἀπαλλάξω. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶπον ὅσα εἶχον νὰ εἴπω· πρὸς τὴν Κυβέρνησιν λέγω ὅτι ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ νομοθετήματος τούτου, διότι τοῦτο δὲν θέλω νὰ τὸ χαρακτηρίσω κἄν. Εἰς τὴν Συνέλευσιν ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Περιττεύει καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ἐνασχόλησίς σας, κύριοι συνάδελφοι· ὤφειλε νὰ εὑρεθῇ εἷς—λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶμαι ἐγώ— νὰ ἔχῃ τὸ προτέρημα τῆς συντομίας, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν σας καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ· ἐδημιουργήσατε ἕνα νόμον, ἐγεννήσατε ἓν τέκνον....
§235Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ ἐγέννησα ἐγώ. (Γέλωτες).
§236Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. .... τὸ τέκνον αὐτὸ μοιραίως τὸ ἐναπεθέσατε εἰς τὴν ἐποπτείαν ἄλλων κοινῶν παραγόντων· εἰς τὰς χεῖρας τῶν παραγόντων τούτων τὸ τέκνον ἠτύχησε νὰ μὴ εὑρεθῇ ἐνδεδυμένον μὲ τὸ προσῆκον ἔνδυμα· τὸ συνήντησεν ἔκθετον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀντὶ νὰ τὸ περισυλλέξῃ, νὰ τὸ ἐνδύσῃ μὲ τὸ προσῆκον ἔνδυμα, νὰ περιβάλῃ τὸν νόμον μὲ τὸ προσῆκον κῦρος, ἀντὶ νὰ τὸ σύρῃ ἔστω καὶ εἰς μίαν γωνίαν, νὰ τὸ σφαγιάσῃ ἐκεῖ, ἔρχεται καὶ τὸ φέρει ἐνώπιόν σας νὰ γίνεται σφαγεὺς τοῦ ἰδίου σας τέκνου, διότι τὸ ἀξιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἄν εἰς τοιοῦτον σημεῖον καταπτώσεως ἔφθασεν ἡ Συνέλευσις, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπανέλθωμεν. Ἐγὼ τοῦτο μόνον λέγω καὶ ἐγκαταλείπω τὸ βῆμα: Προσέξατε, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως, προσέξατε, διότι οἱ καιροὶ εἶναι χαλεποὶ καὶ βαδίζομεν ἐν μέσῳ πολλῶν παγίδων. (Χειροκροτήματα).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης ἔχει τὸν λόγον.
§238Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἀπὼν ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰσήγησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος ᾐσθάνθην ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, ἀλλὰ καὶ πικρίαν ἐν τῇ ψυχῇ μου, ἐκ τοῦ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν θέλησίν μου καὶ νόησίν μου ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συλλάβω κἄν. Ἀλλὰ καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῶ νὰ διαπράξω ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐστρέφετο κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Συνελεύσεως, κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἐκδηλουμένης διὰ τῆς ἐκπροσωπούσης ταύτην Συνελεύσεως. Ἀπὸ 15 ἐτῶν πολιτευόμενος καὶ ἐκλεγόμενος ἀνήκω εἰς τοὺς πολιτευομένους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὡς πρώτιστον ὅρον βασικοῦ προγράμματος αὐτῶν ἐθεώρησαν τὸν ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ἴσως ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία νομίζει ὅτι δύναται χωρὶς νὰ προσφύγῃ πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, χωρὶς νὰ σέβεται αὐτήν, δύναται καὶ συνταγματικὰς διατάξεις νὰ μεταβάλῃ καὶ τροποποιήσῃ, ἴσως ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀνήκοντες εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων οἵτινες νομίζουν ὅτι τὸ πᾶν εἶναι αὐτοὶ καὶ ὅτι δύνανται νὰ διαπράττωσιν ἀδικήματα εἰς βάρος τῆς κυριάρχου λαϊκῆς θελήσεως, μὴ ἔχοντες εἰς οὐδένα ἄλλον νὰ δώσουν λόγον παρὰ μόνον εἰς τὸν Θεόν, θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ἀξίους νὰ πράξωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐσκέφθη νὰ ἀποδώσῃ ὑπὸ τύπον ἐγκωμίων εἰς ἐμὲ ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἔτυχεν εὐρυτάτης συζητήσεως ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, ἀπόντος ἐμοῦ, ἕνεκα κόπου τὸν ὁποῖον ἠσθάνθην κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἕνεκα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν οὐσιωδεστέρων νομοθετημάτων μου. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ἐμέ, διότι ἔτυχε νὰ ἀπουσιάσω κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, νὰ ἀρνηθῶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου νὰ κυρώσω καὶ νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἑτέρου, ὡς ὠνομάσθη, νομοθετικοῦ παράγοντος τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο. Ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω νὰ ἔχῃ ἔργον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἢ ἄλλος τις ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ παραβάλλῃ τὰ ἀντίγραφα καὶ νὰ ἐξετάζῃ ἂν ταῦτα εὑρίσκονται ἐν τάξει πρὸς τὰ ψηφισθέντα, ἂν παρελείφθησαν διατάξεις τινὲς ἢ παράγραφοι. Δὲν ὑποθέτω νὰ νομίζῃ τις ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦτο. Ὑπάρχει ἡ Ὑπηρεσία τῆς διεκπεραιώσεως. Εἰς αὐτὴν εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ ἐργασία αὕτη. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι, διότι, ἕνεκα ἀντιγραφικοῦ λάθους παρελείφθησαν ὡρισμέναι διατάξεις, ἐδικαιοῦσθε νὰ ἔλθετε ἐνταῦθα καὶ νὰ εἴπετε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγηθεὶς τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετήματος τούτου ἔκαμεν ἐπιλογὴν τῶν διατάξεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐνομίσθησαν ὠφέλιμοι καὶ ἀπάλειψιν τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας ἐνόμιζεν ὅτι διεσάλευον τὴν δημοσίαν τάξιν. Τὸ νομοθέτημα, κυρωθέν, ἀπεστάλη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐδημοσιεύθη ὁλόκληρον, ὡς ἐψηφίσθη.
§239ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὁλόκληρον;
§240Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐστάλη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὁλόκληρον, ὡς ἐψηφίσθη.
§241Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι, δὲν ἐστάλη ὁλόκληρον· ὁ κ. Κούνδουρος δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ. Ἐκάραμεν μαζὶ ἀνάκρισιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐβεβαιώθημεν περὶ τούτου.
§242Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τρία ἀντίγραφα ὑποβάλλονται εἰς τὰ ἀνάκτορα. Τὸ ἓν μένει ἐκεῖ, τὰ ἕτερα δύο ἐπιστρέφονται.
§243Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπεγράφη ἐν ὁλοκλήρῳ, δὲν ἐκυρώθη ἐν ὁλοκλήρῳ.
§244Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὑπογράφῃ ἓν ἔντυπον καὶ ἓν χειρόγραφον ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγινώσκῃ τὸ ἔντυπον.
§245Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ χειρόγραφον ὑπογράφει ὁ Βασιλεὺς ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας.
§246Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἰδοὺ τὸ ἀντίγραφον τοῦ νόμου. (Παραδίδεται τοῦτο εἰς τὸν ἀγορεύοντα).
§247Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ προσαγομένου ἀντιγράφου, δὲν ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὅπως ἐψηφίσθη, τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Καὶ λέγων τοῦτο διαμαρτύρομαι, καθόσον δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐλέγχῃ τὰς διατάξεις, ἂν εἶναι ἐπακριβῶς ἀντιγεγραμμέναι, ὡς ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Ἡ θέλησις ἐμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἦτο νὰ κυρωθῇ τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Πρὶν ἢ ἐξετάσω τὸ νομικὸν μέρος τοῦ πράγματος, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς ἐμὲ ἀντιπολιτικὴν πρᾶξιν περὶ ἐπιλογῆς διατάξεων καὶ κυρώσεως ὡρισμένων διατάξεων ἐκ τοῦ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψηφισθέντος.
§248Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε μὲ κάμνετε νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν καὶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι κάτι λάθος ἔγινε.
§249Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ τοιαύτην θέλησιν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἀπὸ ἐμέ.
§250Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν ἔγινα Ὑπουργός, μία τῶν ὑποθέσεων εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῶ ἦτο αὐτή, διότι πανταχόθεν μᾶς ὑπεβάλλοντο αἰτήσεις περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. Ἀπησχολήθην ἑπομένως καὶ εὗρον ἕνα πλῆθος διαμαρτυριῶν ἐπ’ αὐτοῦ. Τί ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω; Ὑπέθεσα ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι ἐκεῖναι δυνατὸν νὰ σᾶς παρέσυραν.
§251Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἔχω γνῶσιν διαμαρτυριῶν αἱ ὁποῖαι διεβιβάσθησαν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου.
§252Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν εἶδον τοιαύτην ἐξέγερσιν, ὑποθέτω ὅτι σεῖς ἐλάβετε γνῶσιν, διότι θὰ ὑπῆρχε προηγουμένως προδήλωσις τῆς ἐξεγέρσεως. Πρὸς ἔπαινόν σας, ὑπέθεσα ὅτι σεῖς διατελεῖτε ἐν γνώσει.
§253Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κακῶς ὑπεθέσατε.
§254Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς παρακαλῶ, νὰ τελειώσω. Καὶ διὰ νὰ μετριάσετε τὰς διαμαρτυρίας εἴπετε νὰ μὴ ὑποβληθῇ πρὸς κύρωσιν τὸ 8 ἄρθρον. Τώρα τὸ πρᾶγμα, λέγουν, εἶναι παράνομον. Μάλιστα. Ἀλλ’ ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὸν κ. Κούνδουρον, συνέβη καὶ ἄλλοτε τοῦτο, καὶ πρωτύτερα ἔγινεν ἀπὸ τὸν κ. Μυλωνᾶν, καὶ τὸ λέγω πρὸς ἔπαινόν του. Τώρα πείθομαι καὶ ἐγώ, ἐκ τῆς περαιτέρω ἐρεύνης, ὅτι τὰ πράγματα ἐγένοντο ἐν τελείᾳ ἀγνοίᾳ σας, πῶς ἐπῆγε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ κυβερνεῖον, πῶς ἐπεστράφη, πῶς ἐπῆρεν ἀριθμόν. Ἔγιναν τὰ πράγματα ἐν σπουδῇ.
§255Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ἔγινε τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, κ. Ὑπουργέ, διότι ἡ κύρωσις ἐδόθη πρὸ μεσημβρίας.
§256Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ ἄποψις ἡ πρώτη εἶναι μᾶλλον εὐμενὴς διὰ σᾶς.
§257Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ποία ἄποψις εἶναι ἢ δὲν εἶναι πρὸς ἔπαινόν μου ἀμφισβητῶ εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ κρίνετε, ὡς δὲν εἶχον καὶ ἐγὼ τοιοῦτον νὰ ποιήσωμαι ἐπιλογήν, κ. Ὑπουργέ, διότι, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ ἐδικαιούμην νὰ διαμφισβητήσω τὸ κῦρος τοῦ νόμου ἐκείνου.
§258Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἔγινε τὸ πρᾶγμα;
§259Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὁρίστε.
§260Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω ἐδῶ ἀψευδέστατον μάρτυρα τὸν κ. Κούνδουρον.
§261Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πότε;
§262Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Χθὲς δὲν ἦσθε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μαζί μου; Ἐγὼ ἀνέγνωσα τὴν δικογραφίαν καὶ ἐνόμιζον ὅτι πρὸ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἐξεγέρσεων εἶχε προηγηθῆ ἐξέγερσις ὑπόκωφος, ἡ ὁποία εἶχεν ἔλθει εἰς γνῶσίν σας. Εἶδον σειρὰν ἐξεγέρσεων τῶν πολιτικῶν Ἀρχῶν, τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, Δημάρχων, Σωματείων κλπ. Τότε εἶπον ὅτι διὰ νὰ ἐκδηλωθῇ αὐτὴ ἡ ἐξέγερσις εἰς τὰς 22, ἐνῷ τὸ νομοθέτημα ἐφαίνετο κυρωθὲν κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας εἰς τὰς 22 καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 23, θὰ ὑπῆρχε πρότερον ὑπόκωφος ἐξέγερσις, ὅτι αὐτὴ περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Σταμούλη καὶ ἐθεώρησεν ὁ κ. Σταμούλης ἐπιβεβλημένον νὰ σταματήσῃ ἡ κύρωσις, ἕνεκα τῆς ἐξεγέρσεως. Εἰπὼν αὐτὰ ἐπιμένω καὶ θεωρῶ —καὶ ὡς ἔμαθον καὶ ἔξω ἐθεωρήθη—ὅτι αὐτὸ ἦτο πρὸς ἔπαινον τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ. Ἤδη ἐπανορθῶ τὰ πράγματα. Ἦλθεν ὁ κ. Κούνδουρος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκάμαμεν ἀνάκρισιν ἀπὸ κοινοῦ, ἐκάλεσα τὴν Ὑπηρεσίαν καὶ ἠρώτησα, ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ ἀπεκρούετο ἡ καλὴ πρόθεσις, ἡ λογικὴ ἀντίληψις, ἡ πλήρης καλὴ πίστις, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκα ἐκ μεγάλης συμπαθείας πρὸς τὸν κ. Σταμούλην, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώριζον, ἀφοῦ ἀπεκρούοντο αὐτά, ἐκάμαμεν ἀνάκρισιν μὲ τὸν κ. Κούνδουρον καὶ ἐμάθομεν τὰ ἑξῆς· ὅτι εἰς τὰς 22 Ἰουλίου κάποιος Κύριος ἐπῆγε κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἰς τὸν κ. Σταμούλην καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος πρέπει νὰ δημοσιευθῇ. Τότε ὁ κ. Σταμούλης, ὅπως μᾶς εἶπεν ὁ ὑπάλληλος, ἐτηλεφώνησε νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος. Ἐπέστρεψεν ὁ Κύριος αὐτὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εὑρῆκε μόνον μίαν δακτυλογράφον, διότι ἦτο ἀργά.
§263ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἄγνωστος Κύριος, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης;
§264Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ μὴ ἀναφέρω ὀνόματα. Λοιπὸν εὗρε μίαν δακτυλογράφον, ἡ ὁποία ἐδακτυλογράφησεν ἐπειγόντως τὸ κείμενον. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτο βιαστικὸς ὁ Κύριος αὐτός, εἶπεν εἰς τὴν δακτυλογράφον «σταμάτησε ἐδῶ, σώνει» (γέλωτες). Ἐπῆρε τὸ κείμενον αὐτὸ ὁ Κύριος ἐκεῖνος ἐπειγόντως καὶ τὸ ἐπῆγεν εἰς τὸ κυβερνεῖον, ὅπου ἐτέθη ἐπειγόντως ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Προέδρου καὶ ὁ Κύριος αὐτὸς ἐπέστρεψεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ τὸ κείμενον τοῦ νόμου ὑπογεγραμμένον· δὲν εὑρῆκε κανένα παρὰ μόνον ἕνα κατώτερον ὑπάλληλον καὶ ἐδημοσίευσε τὸν νόμον. Αὐτὰ τὰ ἐξηκριβώσαμεν μαζὶ μὲ τὸν κ. Κούνδουρον. Εἶναι ἀληθῆ;
§265Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀληθέστατα μὲ μίαν προσθήκην, τὴν ἑξῆς, ὅτι εἶπεν ὁ ὑπάλληλος ὅτι ἀσφαλῶς πρόκειται περὶ λάθους. Πῶς ἔγινε τὸ λάθος; Λέγει εἴτε ἀκουσίως ἀπὸ τὴν δακτυλογράφον εἴτε διότι τὴν ἐπίεσεν ὁ ἄλλος.
§266ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Κύριος αὐτὸς ὁ ἐντολοδόχος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἀνέθεσε μίαν τόσον σοβαρὰν ἐντολὴν καὶ ἔκαμε τόσον σαλατοποιημένα τὰ πράγματα;
§267Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἀρνεῖται κανεὶς ὅτι λέγετε τὰ ἀληθῆ· ἀλλὰ διατί τὴν ἀνάκρισιν αὐτὴν δὲ τὴν ἐκάματε πρωτύτερα, ὥστε νὰ μὴ παρασχεθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχουν Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι πλαστογραφοῦν τὰ ἐπίσημα κείμενα τῶν νόμων;
§268Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι πλαστογραφία. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἀπαντῶ: Θὰ προετίμων νὰ μὴ ἐγίνοντο αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἀλλὰ νὰ ἦτο ἀληθὴς ἡ ἄλλη ἐκδοχή, ὅτι βλέπων ὁ κ. Σταμούλης αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον εἶχε τὸ σθένος τὸ μέγα, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖται, εἶχε τὸ σθένος, ὅπως ὁ κ. Μυλωνᾶς, ὁ ὁποῖος ἀνέστειλε τὴν ἐφαρμογὴν νόμου δημοσιευμένου καὶ διὰ τὸν ὁποῖον κάποιος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ πάῃ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον...
§269Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐννοήσω, κ. Ὑπουργέ. Ἐπιμένετε ἀκόμη ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ πιστευθῇ ὅτι εἷς Ὑπουργὸς διέγραψεν ἄρθρα ὁλόκληρα ψηφισθέντος νόμου;
§270Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἐκ δολίας προθέσεως. Σᾶς λέγω ὅτι δίδω ἓν εὔσημον εἰς τὸν κ. Σταμούλην.
§271Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν μαρτυρίαν μου προσθέτω καὶ κάτι τι ἄλλο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅ,τι καὶ ὁ κ. Μυλωνᾶς, ὅταν τοῦ εἶπον ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸν ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως, μοὶ ἀπήντησεν ὅτι....
§272Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγώ, κ. Σταμούλη, σᾶς ἔδωσα μίαν ἐξήγησιν. Οὐδένα λόγον εἶχον νὰ θίξω ὑμᾶς. Τουναντίον εἴδετε πόσον συμπεριεφέρθην λεπτῶς καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν καὶ κατόπιν εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου.
§273Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Παρεδέχθητε μίαν πλάνην, τὴν ὁποίαν ἠδύνασθε νὰ διακρίνετε, τὴν ἑξῆς, ὅτι ἐγὼ ἔλαβον γνῶσιν διαμαρτυριῶν ἐκ Κρήτης, ἐνῷ αἱ διαμαρτυρίαι αὗται διεβιβάσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὄχι μόνον μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετήματος, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, διότι τὸ νομοθέτημα ἐκυρώθη τὴν 22αν καὶ ἐδημοσιεύθη τὴν 23ην, παραδοθείσης ὑπ’ ἐμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τὴν 24ην Ἰουλίου, αἱ δὲ διαμαρτυρίαι ἤρχοντο μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νομοθετήματος τούτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδεχθῆτε ὅτι οὐδεμιᾶς ἐξεγέρσεως ἔλαβον γνῶσιν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀνέστελλον τὴν δημοσίευσιν νόμου τυχόντος τῆς εὐρυτέρας συζητήσεως ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ καὶ ἂν ἐλάμβανον γνῶσιν τῶν διαμαρτυριῶν αὐτῶν, οὐδὲ θὰ ἔκαμνον ἐπιλογὴν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, διότι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι ἀπόρροια τῆς ὅλης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας μετεῖχον, ἡ ὁποία ἐσκόπει νὰ δώσῃ τὸν τόνον τὸν συμφιλιωτικὸν καὶ τῆς συνδιαλλαγῆς, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἓν μέγα μέρος εὐθύνης τῆς ἐγκληματικότητος ἀπεδίδετο εἰς τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ὀξύτητος τῶν πολιτικῶν παθῶν καὶ τῆς ἀντιθέσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς χαλαρώσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ Κράτος περὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ κατὰ τὴν περίοδον 1920–1922.
§274Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Μοὶ εἴπετε ὅτι δὲν θὰ τὸν ἐφαρμόσετε.
§275Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Διατί; Σᾶς ἐφοβεῖτο;
§276Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νόμου δυστυχῶς ὑπῆρξεν ἁμαρτωλή, ἡ μὴ συζήτησις δὲ ἐλαφρύνει τὴν εὐθύνην τῆς Συνελεύσεως. Διεμαρτυρήθην, διότι μοὶ ὑπεσχέθησαν ὅτι θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν παρεπέμφθη. Ἦτο ἁμαρτωλὴ ἡ ψήφισις τοῦ νόμου, δυστυχῶς δὲ ὁ νόμος εἶναι ἀνήθικος.
§277Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐγένετο τιμητὴς τοῦ νόμου κατὰ τὴν συζήτησιν, λησμονῶν δὲ τοῦτο ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν παρευρίσκετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἐνόμισεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι τὰς κρίσεις αὐτοῦ ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Συνέλευσις νὰ τὰς σεβασθῇ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς πράξεις καὶ ἀποφάσεις αὐτῆς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν. Ἂν ἐνόμισεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Συνέλευσις νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς νοήσεώς του, εἶναι ἀπατημένος. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ νομοθετήματος τῆς 23 Ἀπριλίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ἀποτελεῖ τὴν τιμιωτέραν πρᾶξιν τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως.
§278Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶπεν ἀνήθικον τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τὴν ὁποίαν καθυβρίζει, ἔχει τὴν μανταλιτὲ νὰ ὑποστηρίζῃ τοὺς ἀντιδραστικοὺς καὶ νὰ ἐξεγείρεται κατὰ τῶν κοινῶν ἐγκληματιῶν. (Θόρυβος).
§279Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία κελεύει διακρίσεις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἐγκληματιῶν καὶ οὐχὶ τῶν ἀντεθνικῶν, (Χειροκροτήματα).
§280Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Διαμαρτύρεσθε ἐναντίον τῆς Δημοκρατίας.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 12.20′ π.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 12.30′ π.μ.).
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§283Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸν λόγον, σᾶς παρακαλῶ.
§284Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορεῖτε προτοῦ ἀρχίσῃ...
§285Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑβρίσθη ἡ Συνέλευσις.
§286Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον.
§287Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν. Ὑβρίσθη ἡ Συνέλευσις.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συνέβη παρεμπιπτόντως.
§289Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Νὰ διαλυθῇ ἀπόψε ἀμέσως ἡ Συνέλευσις. Ἡμεῖς εἴμεθα συνηθισμένοι εἰς ἀγῶνας.
§290Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ μοῦ μιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Νὰ μὴ ἔρχεσθε ἐνώπιον τοῦ βήματος καὶ νὰ κινῆτε τὸν δάκτυλόν σας.
§291ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νὰ σεβασθῆτε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§292Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ὑβρίζετε καὶ σεῖς.
§293Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις των.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίστε κάτω. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀβραάμ.
§295Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν εἰσήχθη ὁ ψηφισθεὶς νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις, ὅταν εἰσήχθη ὡς σχέδιον νόμου περὶ ὥραν μίαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, προκειμένης συζητήσεως κατ’ ἀρχήν, ἐζήτησα τὸν λόγον· ἐξεκίνησα ἀπὸ τὴν θέσιν μου διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι καθ’ ὁδὸν συνήντησα ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον νόμου κατ’ ἀρχὴν καὶ ἂν εἶχον τροπολογίαν, νὰ τὴν ἀφήσω διὰ τὴν κατόπιν συζήτησιν. Τὴν αὐτὴν τότε σύστασιν μοὶ ἔκαμε καὶ ὁ τότε κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπήντησα ὅτι θέλω ν’ ἀμφισβητήσω κατ’ ἀρχὴν τὸ βάσιμον αὐτοῦ. Ὁμιλῶν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου παρεσχέθη ἀμνηστία καὶ εἰς τὰ κοινὰ ἀδικήματα, ὅπερ ἐγένετο διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, καθ’ ὑπέρβασιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας τῆς Συνελεύσεως, εἶπον τότε, θέσας ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως, περὶ τῶν πλείστων μελῶν τῆς ὁποίας ἔσχον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ περιεχομένου τοῦ σχεδίου νόμου, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ καθιεροῦνται πρωτότυποι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὰς βάσεις τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Ἀντίκειται δέ, εἶπον τότε, καὶ πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς τάξεως, διότι, τίποτε ὀλιγώτερον τίποτε περισσότερον, λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρόνοια περὶ ἀδικημάτων διαπραχθέντων πρὸ τριετίας καὶ σχετιζομένων πρὸς τὴν διαχείρισιν Ἐπιτροπῶν ἐπισιτισμοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα παρέχεται ἀναστολὴ πάσης διώξεως καὶ πάσης ποινῆς.
§296Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἀναγνωρίζω τὴν πατρότητα τῆς προτάσεώς μου, ἐτέθη συναφὴς διάταξις εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰς ζημίας τοῦ Δημοσίου καὶ τὰς ἀποζημιώσεις ὅσον ἀφορᾷ τὰς Ἐπιτροπάς. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· ἂν εἶναι ἰδιώνυμα ἀδικήματα ὅσον ἀφορᾷ τὴν πλαστογραφίαν, τὴν ψευδῆ πιστοποίησιν, τὴν ἔλλειψιν ἐπισήμων πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ζητεῖ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ἐπισιτισμοῦ. Περὶ αὐτοῦ λοιπὸν πρόκειται. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ποινικῶς διωκτέοι οἱ ἀποτελοῦντες τὰς τότε Ἐπιτροπάς, διότι δὲν ἐτηρήθησαν πρακτικὰ συνεδριάσεων. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Κουνδούρου ἐτέθη εἰδικὴ διάταξις ἐν ἄρθρῳ 11, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα ἀποζημίωσις τοῦ Δημοσίου καὶ ἰδιώτου ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν Ἐπιτροπῶν παραμένει ἀμείωτος καὶ δὲν ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς ἀμνηστίας.
§297Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον νὰ συμπληρώσω καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑπογράψω τοιαύτην διατύπωσιν, διότι ἤμην Ὑπουργός, ἀλλὰ συνεζήτησα καὶ τοῦ εἶπον ὅτι, «ὅπως τὰ λέγετε, ἔχετε ἀπόλυτον δίκαιον».
§298Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐκ τῆς ἐντυπώσεως τοῦ νόμου ἐνόμιζον ὅτι πρόκειται περὶ πράξεων αἱ ὁποῖαι ἔφερον καὶ ἠθικὸν χαρακτῆρα βαρύτατον. Ἐπίσης διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἀδικημάτων πλαστογραφίας, ἀπάτης, ὑπεξαιρέσεως, περὶ τῶν ὁποίων ἀδικημάτων καὶ εἰς βαθμὸν κακουργήματος προνοεῖται ὅτι δύνανται ταῦτα νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀποσβεσθέντα, ἂν πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως ἔγινεν ἱκανοποίησις.
§299Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ θεωρῶ ἐγὼ μέτρον ἐπιεικές.
§300Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐνόμιζον ὅτι δι’ αὐτοῦ ἠδύναντο νὰ περιληφθοῦν ὡρισμέναι καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι συνεκίνησαν τὸ Ἑλληνικόν, διότι ἀσφαλῶς φέρουν τὸν χαρακτῆρα ὑπεξαιρέσεως, καὶ ἐνόμιζον ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσβέννυται καὶ αὐτῶν τὸ ἀξιόποινον. Ὑπάρχει ἐπίσης διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰ ἐν Κρήτῃ ἀδικήματα, περὶ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, καὶ ἀπόψε ηὐχαριστήθην ἰδιαιτέρως, διότι ἐδόθη ἡ ἐξήγησις ὅτι δὲν πρόκειται συλλήβδην περὶ ὅλων τῶν κακουργημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα παρέχεται ἀμνηστία. Ἐξέφρασα ἀμφιβολίαν, ἂν ὑπάρχει εἰς κανένα Κράτος ἀναστολὴ διώξεως κακουργημάτων. Γνωρίζω ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ἐφηρμόσθη ἀναστολὴ διώξεως πλημμελημάτων καὶ αὐτὸ κατόπιν ἀποφάσεως Συμβουλίων Γνωμοδοτικῶν. Ἐτόνισα τότε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δημιουργεῖ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται καὶ πρὸς τὴν βάσιν τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ πρὸς τὴν ἠθικὴν τάξιν καὶ πρὸς τὰς ἠθικὰς βάσεις τοῦ Κράτους. Ὅταν ἔλαβον γνῶσιν, παραστὰς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίζετο εἰς τὸ σύνολον, ἠγέρθην καί, διαμαρτυρομένου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, διότι τότε ἐγίνετο συζήτησις εἰς τὸ σύνολον, διετύπωσα διαμαρτυρίαν διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου ἐστερεῖτο βάσεως ἠθικῆς. Τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ ἀπόψε. Δὲν εἶχον τὴν ἀντίληψιν ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου χαρακτηρισμοῦ ἀπευθύνω καμμίαν μομφὴν καὶ θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ νὰ ἀπευθύνω μομφὴν εἰς τὸ Σῶμα διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου. Δὲν εἶμαι παλαιὸς ὅσον ὁ κ. Καρασεβδᾶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλ’ ἡ μικρά μου πεῖρα μοῦ παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν αὐτὴν καὶ νὰ εἴπω ὅτι ὁ νόμος δὲν ἔχει ἠθικὴν βάσιν. Ὅταν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν καταχραστῶν, εὑρίσκω ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἀνήθικος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ θίξω τὸ Σῶμα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησις τόσον τοῦ συναδέλφου κ. Καρασεβδᾶ, τοῦ τόσον εὐκόλου εἰς ἀγανακτήσεις, ὅσον καὶ τοῦ συναδέλφου πρώην Ὑπουργοῦ κ. Δουζίνα, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ τὴν νομικὴν φρασεολογίαν καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς, ὥστε δὲν εἶναι δύσκολον νὰ χαρακτηρισθῇ εἷς νόμος ἀνήθικος.
§301Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μᾶς ἐδώσατε ἐπιεικῶς καὶ ὀλίγα ἐλαφρυντικὰ ὅτι εἴμεθα ὀλίγοι τὴν ἑσπέραν ποὺ ἐψηφίζετο ὁ νόμος.
§302Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη περὶ τὰς πρωινὰς ὥρας· δυστυχῶς ἔτσι ἐψηφίζοντο οἱ νόμοι τότε. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ καὶ ἡμᾶς καὶ τὸν σεβαστὸν ἀρχηγὸν τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως» ὤθησεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν καὶ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα. Τώρα εἴτε ἦτο ἡ ὑπερβολικὴ κόπωσις τῶν ἡμερῶν ἐκείνων εἴτε συνέτρεχον ἄλλοι λόγοι τὸ γεγονὸς εἶναι, τὸ ὁποῖον δὲν θ’ ἀρνηθῶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐξακολουθῆτε νὰ διαμαρτύρεσθε, ὅτι ὁ νόμος ἐψηφίσθη χωρὶς νὰ τύχῃ εὐρυτέρας συζητήσεως. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωσα. Δὲν εἶχον κανένα σκοπὸν νὰ θίξω τὸ Σῶμα. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθὲν ὅτι ὑπερήσπισα ἀξιωματικὸν ἀντιδραστικόν, δὲν πρέπει νὰ γίνεται κουβέντα. Δὲν ἐπράξαμεν κακόν τι. Τὸ ἐπάγγελμά μας ἐξησκήσαμεν. Πολιτικὸν ἐγκληματίαν ὑπεστήριξα καὶ θὰ ὑποστηρίζω πάντοτε, διότι τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων τὰ ἐλατήρια εἶναι εὐγενῆ· καταχραστὰς καὶ κοινοὺς ἐγκληματίας δὲν θὰ ὑποστηρίξω ποτέ.
§303Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὅταν ἐδηλώθη ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔργον αὐτῆς ἦτο ἡ προσπάθεια πρὸς συμφιλίωσιν καὶ συνέπεια αὐτοῦ ἡ χορήγησις ἀμνηστίας εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὥπλισαν χεῖρας ἀδελφῶν κατ’ ἀδελφῶν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν οὐσιώδεις συμφορὰς καὶ καταστροφὰς εἰς τὴν Πατρίδα, θὰ ἦτο ἀνάξιον τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, ἂν αὐτὴ πρώτη δὲν ἀνεγνώριζεν ὅτι πλῆθος ἀδικησάντων ἠδίκησεν ἕνεκα τῆς κρατικῆς ἀτασθαλίας, ἡ ὁποία ἰδίᾳ ἐπεκράτησεν ἀπὸ τῆς μετανοεμβριανῆς ἐποχῆς, ἐποχῆς καθ’ ἣν ὁ πολίτης ἐνόμισεν ὅτι δὲν ὑφίσταται ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους. Διὰ μικροαδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα κρατοῦνται ἀθῶοι πολῖται, ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις θὰ ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἀδικοῦσαν τὴν κοινωνίαν, ἂν δὲν ἐκάλει μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι θύματα μιᾶς τοιαύτης κρατικῆς καταστάσεως νὰ εὐωχηθῶσιν εἰς μίαν κοινὴν εὐωχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκαλεῖτο σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ταύτην παρεσχέθη ἀμνηστία διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου τῆς 23 Ἀπριλίου, ἀμνηστία ὄχι μόνον εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε ἀδικοπραγήσαντας ἕνεκα πολιτικῶν λόγων καὶ δι’ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα εἶχον σχέσιν μὲ τὴν ὀξύτητα τῶν πολιτικῶν ἀντιθέσεων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους οἵτινες διέπραξαν ἀδικήματα ὡρισμένα, στρεφόμενα κατὰ τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ μερίμνῃ ταύτῃ, κατόπιν ἐκθέσεων τὰς ὁποίας εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, διαβιβασθείσας ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας εἰσαγγελικὰς Ἀρχάς, διαβλέποντες ὅτι ὑπάρχει σωρεία ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι ἐκινδύνευον νὰ παραγραφῶσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς τινος ὠφελείας κρατικῆς, ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο, σύμφωνα καὶ πρὸς ἀλλαχοῦ κρατήσαντα, νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὰς δικαστικὰς Ἀρχὰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς εἰς ὡρισμένα ἀδικήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξῃρέσαμεν ὡρισμένα ἀδικήματα. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος προέκυψαν ὄντως δυσκολίαι τινὲς καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ προσκομίσωμεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τροποποιήσεις, αἵτινες θὰ διηυκόλυνον τὸ ἔργον τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου. Πλὴν δὲ τούτου ἐνομίσαμεν ὅτι μέτρον ἰσότητος, διὰ τοὺς ἀδικοπραγήσαντας μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ μὴ εἰσέτι δικασθέντας, ἐπέβαλλε νὰ λυθῇ νομοθετικῶς διὰ τῆς ἐξισώσεως καὶ τούτων.
§304Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ διατηροῦμεν αὐτό.
§305Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς εἴχομεν εἰσαγάγει ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως τὸ σχέδιον ἡμῶν ἐκεῖνο. Κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν δι’ ἁδροτάτων ἐπιχειρημάτων καὶ ἡ Συνέλευσις μετὰ μακρὰν καὶ διαφωτιστικὴν συζήτησιν, τινῶν ἀρνουμένων, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος ὁμιλήσας, ἀπεδέχθη τὰς τροπολογίας ταύτας καὶ τὰς κατέστησε νόμον τοῦ Κράτους. Ἂν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἕνεκα ἀντιγραφικοῦ λάθους, δὲν ἐκυρώθη ὁλόκληρος, δὲν δύναται τοῦτο νὰ εὐθύνῃ κανένα, ἀλλὰ προσέτι νομίζω ὅτι δὲν ἦτο δικαίωμα τοῦ διαδεχθέντος ἐμὲ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅπως τὸ ἐξωτερικὸν γνώρισμα δι’ οὗ ἐλάμβανε κῦρος τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, τὴν Ἐφημερίδα δηλονότι τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδημοσιεύετο ὁλόκληρος, ὡς ἐψηφίζετο, ὁ νόμος, ἐξαφανίσῃ δι’ ἀνατυπώσεως ὁλοκλήρου τοῦ φύλλου, χωρὶς νὰ περιέχεται ὁ νόμος ὁ ψηφισθείς. Κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον δὲν ἔπραξε καλῶς, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, παρ’ ὅλον ὅτι ἀφέθησαν σιωπηρῶς αἱ οἰκεῖαι συνταγματικαὶ διατάξεις, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας προκειμένου περὶ ἀποφάσεων τοῦ Σώματος τούτου. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχοληθῶ μὲ ἄλλα ζητήματα καὶ μὲ τί κρατεῖ εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μὲ τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς τὸ Σῶμα συνεδριάζει, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς δὲν ἠθέλησε νὰ ἀσκήσῃ ὡς δεύτερος παράγων Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, τυπικῶς καὶ μόνον ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικῶς ἐπικρατήσασαν συνήθειαν κυροῖ τὰ νομοθετήματα, ἐνῷ καὶ ἄνευ τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, ἐφόσον δημοσιεύονται ὡς νόμοι τοῦ Κράτους ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται νὰ εἶναι νόμοι τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἔχωσιν ὁλόκληρον τὸ κῦρος, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ περισσότερον κῦρος ἀπὸ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ κυρίαρχον τοῦτο Σῶμα, τὸ ὁποῖον καὶ κατ’ αὐτοῦ δύναται νὰ βάλῃ, ὁσάκις θελήσῃ. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ταύτην νομίζω ὅτι δὲν ἦτο δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀκυρώσῃ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον προήρχετο ἐκ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ καὶ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι δύνανται νὰ ὑψώσωσι τὸ ἀνάστημά των ὑπεράνω τῆς Συνελεύσεως. (Χειροκροτήματα).
§306Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της μὲ τόσον μικρὸν ἀριθμὸν πληρεξουσίων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὡς πληρεξούσιος, δὲν τὸ δέχομαι αὐτό.
§307ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κ. Πρόεδρε.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 5ην ἀπογευματινήν. (Ὥρα 12.45′ π.μ.).