1924.11.15
1,921 rows · 15,295 words · 160 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 101Η
Σάββατον 15 Νοεμβρίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: —Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Σερρῶν αἰτεῖται τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν συλληφθέντων ἐργατῶν καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν θυμάτων. —Οἱ Συμβολαιογράφοι Αἰγίου παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. —Ἡ Συντεχνία Κηπουρῶν Λαγκαδᾶ διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀνταλλαγῆς Θεσσαλονίκης διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν λαχανοκήπων των παραδιδομένων εἰς τοὺς πρόσφυγας. —Οἱ Γεωργικοὶ Συνεταιρισμοὶ Καρδίτσης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον βοσκῶν. —Ἐπιτροπὴ κατοίκων Νησίου αἰτεῖται τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἄδικον καταδίωξίν των παρὰ τῆς χωροφυλακῆς πρὸς πληρωμὴν φόρων. —Ὁ Συνεταιρισμὸς ἁλιέων τῆς λίμνης Ἰωαννίνων παρακαλεῖ ὅπως ἡ ἐκμίσθωσις τῆς λίμνης γίνῃ εἰς τὸν Συνεταιρισμόν των, συνάμα δὲ ὅπως μειωθῇ ὁ καταβαλλόμενος φόρος. —Ὁ ἱεροδιάκονος Ἀμβρόσιος Δήμου παρακαλεῖ ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Μονὴν Πετράκη. —Ἡ Ματιὼ Κάλλα, τέως διδασκάλισσα, αἰτεῖται τὸν ἐπαναδιορισμόν της, ὡς ἀδίκως παυθείσης. —Οἱ χαλαζόπληκτοι κάτοικοι Μοριχόβου ζητοῦν ὅπως τύχωσι κυβερνητικῆς ὑποστηρίξεως. —Ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς ὑποβάλλει ψήφισμα διαμαρτυρίας τῶν δημοδιδασκαλισσῶν Πειραιῶς διὰ τὴν στασιμότητά των. —Ἐπιτροπὴ μαθητῶν Διδασκαλείου Καστορίας παρακαλεῖ ὅπως τύχωσι δευτέρας ἀναστολῆς προσελεύσεως. —Τὸ Καπνεργατικὸν Κέντρον Βόλου διαμαρτύρεται διὰ τὰ λαβόντα χώραν ἐν Καβάλλᾳ ἐναντίον ἀόπλων ἐργατῶν. —Ὁ ἐφημεριακὸς κλῆρος τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν οἰκονομικήν του ἐνίσχυσιν. —Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Τιρπίτσης παρακαλεῖ ὅπως τὸ ζευγοστάσιον τῆς ἱερᾶς Μονῆς Κουγίτσης παραχωρηθῇ εἰς τὸν Συνεταιρισμόν των. —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Σ. Θεοδωρόπουλος, Π. Μπέμπης, Γ. Γκάλκος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΧΗʹ περὶ ἐξώσεως δυστροπούντων μισθωτῶν». —Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ἀποδοχῶν καὶ συντάξεων τῶν ἐκ τῶν δικαστικῶν τάξεων προερχομένων στρατιωτικῶν δικαστικῶν συμβούλων, Προέδρου, Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ μονίμων μελῶν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου πρὸς τὰς τῶν ἀντιστοίχων αὐτοῖς πολιτικῶν δικαστῶν». —Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν συμβατικῶν διατάξεων τῶν ἀναφερομένων εἰς σχέσεις πάσης φύσεως ἐκτὸς τῶν δασμολογικῶν». —Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ νόμου 3212 περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας Κρατικῶν Προμηθειῶν». —Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Γεωργίας ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Λίμνης Κωπαΐδος ἐκκρεμῶν διαφορῶν». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§3Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§5Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν ἀποψινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν φέρεται ὡς πρῶτον θέμα συζητήσεως τὸ σχέδιον νόμου περὶ ἀποκεντρώσεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§7Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀποκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν ὅλην διοικητικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐρύτατα καὶ θὰ προκαλέσῃ εὐρυτάτην συζήτησιν, ἔστω καὶ ἂν συζητηθῇ κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν. Ἐξ ἄλλου ἡ συζήτησις αὐτὴ θὰ ματαιώσῃ τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον.
§8Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω παράκλησιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ γίνῃ τὴν Δευτέραν ἐπὶ παρουσίᾳ του, καθόσον τὴν Δευτέραν πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ. Ὑποθέτω ὅτι ἐκεῖ τείνει ἡ παρατήρησίς σας, εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ δηλαδὴ ἡ συζήτησις αὕτη.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ πρῶτον ἀναβάλλεται διὰ τὴν Δευτέραν. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως τῶν κ. κ. Γ. Σίδερη καὶ Ν. Μπακοπούλου διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§10Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκεντρώσεως διὰ τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀναβληθῇ ἡ διὰ τὴν Δευτέραν ὁρισθεῖσα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐπρότεινα τοῦτο· νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε, τὴν Δευτέραν, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις, νὰ μὴ παραταθῇ αὕτη πλέον τῆς μιᾶς ὥρας. Κατόπιν νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ ἀποκεντρώσεως καί, ἂν καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις παραταθῇ, νὰ διακοπῇ καὶ αὕτη καὶ νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ συντακτικὸν ἔργον της.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ τῶν ὁποίων εἴπετε, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν τὸ μὲν καὶ μίαν ὥραν τὸ ἄλλο.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐζήτησα νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις μετὰ μίαν ὥραν· ἀφοῦ ἀσχοληθῶμεν μίαν ὥραν εἰς αὐτό, θὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις διὰ νὰ συνεχισθῇ βραδύτερον. Δὲν φαντάζομαι ὅτι οἱ δύο κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσωσι, θὰ χρειασθῶσι περισσότερον ἀπὸ μίαν ὥραν.
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐγίνετο ἡ ἐναλλαγὴ αὐτὴ ἀνὰ μίαν ὥραν.
§15Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως.
§16Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον διατυπωμένον, δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐτροποποιήθη τοῦτο, προστεθείσης διατάξεως καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν θὰ ἠδύνατο, ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων ἀναγκῶν, νὰ ἀναθέτῃ τινὰ τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων του εἰς ἄλλας ὑφισταμένας Ἀρχάς. Τοιαύτην διάταξιν εἶχον περιλάβει εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας τῷ 1917, ἡ ὁποία ὅμως δὲν περιελήφθη εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Θὰ προέτεινα εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐλάμβανε ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§17Δ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§18Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Ἔχομεν λάβει, κ. Πρόεδρε, καὶ μίαν ἀπόφασιν νὰ προτιμηθῇ καὶ ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἀμβύκων.
§19Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Καὶ εἶναι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπεῖγον, διότι πρόκειται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐργασίας των διὰ τὴν παραγωγὴν καὶ εὑρίσκονται πρὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα τοὺς καταδιώκουν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§21Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀρχίζω μὲ τὴν δήλωσιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ὅτι δὲν δέχομαι ἀπολύτως καμμίαν διακοπήν. Θὰ εἶμαι συντομώτατος. Θὰ περιορισθῶ ἄλλως τε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ καθαρῶς νομικὸν ζήτημα. Ὑποχρεοῦται ἢ δὲν ὑποχρεοῦται ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν πρακτικῶν τῶν συνεδριάσεών της; Κατὰ τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἰσχυροὶ καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τούτους νὰ τεθῇ διάταξις οἱαδήποτε θίγουσα τὰ τεθειμένα ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἐρωτᾶται: Ὑπάρχει διάταξις κανονικὴ ἐμποδίζουσα τὴν Ἱερὰν Σύνοδον νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, καίπερ ἀναζητήσας μετὰ μεγάλης ἐπιμελείας, τοιοῦτον κανόνα δὲν εὗρον. Ὅλως τοὐναντίον, ὅπως ἔλεγον καὶ κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν, παράδοσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ συνέδρια νὰ γίνωνται δημοσίᾳ. Ἐλάμβανον μάλιστα εἰς τοιαῦτα μέρος καὶ κοσμικοὶ εἴτε ἔχοντες εἰδικότητα εἰς τὰ θεολογικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα εἴτε κατέχοντες ἀξίωμα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, μετέχοντες τῶν συζητήσεων καὶ ἐνίοτε καὶ προεδρεύοντες τῶν συνεδριάσεων. Σύνοδοι οἰκουμενικαὶ καὶ τοπικαὶ ὄχι μόνον ὑπὸ Αὐτοκρατόρων Βυζαντινῶν ἔχουν προεδρευθῆ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλων κοσμικῶν ἀρχόντων. Οὐδὲν κώλυμα ὑπάρχει ἐκ τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν πρακτικῶν. Καὶ κατὰ τοῦτο τὸ σημεῖον, ἐφόσον δὲν ἔχω ἀκόμη τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ γνωρίζω τὰς ἀντιλήψεις της, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναιρέσω δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντιμετωπίζει μὲν κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἁπλῶς λέγει ὅτι ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά. Δὲν ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἀπαγορεύουν, ἀλλὰ προβάλλει ὅτι δὲν τοῦ παρέχεται δικαίωμα ἀπὸ τὸν Καταστατικὸν Νόμον τῆς Ἐκκλησίας νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά. Ἀλλ’ ἐφόσον ρητὴ δὲν ὑπάρχει ἀπαγόρευσις, δύναταί τις νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά; Ἔρχομαι εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ἀφοῦ ἐκ τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας οὐδὲν κώλυμα ὑπάρχει. Ἡ κειμένη νομοθεσία ποίαν θέσιν δίδει εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ποίαν θέσιν δίδει εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας; Κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἠρώτησεν, ἂν θεωρῶ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας ὡς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ἐτόνισε τὴν διαφορὰν γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸς τὸν κ. Μπακόπουλον, ὑποστηρίξαντα τὴν ἐκδοχὴν ὅτι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§22Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι ἡ Ἱεραρχία εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους Ἀρχή, εἶπον ἐπίθετον, δηλαδὴ ὑφισταμένη τοῦ Κράτους Ἀρχή· ἄλλο τὸ ἐπίθετον καὶ ἄλλο τὸ οὐσιαστικόν. Καὶ εἶπον ὅτι εἴτε ὑπαλλήλους τοὺς θεωρήσωμεν εἴτε λειτουργοὺς πάντοτε εἶναι Ἀρχὴ λειτουργοῦσα ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως ὀφείλουσι σεβασμὸν εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Αὐτὰ εἶπον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς.
§24Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ γνώμη, ὅτι οἱ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καὶ αὐτοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἔχει ὑποστηριχθῆ καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἔγκριτοι ποινικολόγοι, ὅπως εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ἐν ἰσχύϊ ἀκόμη Συντάγματος τοῦ 1864 μακαρίτης Σαρίπολος, ὁ ποινικολόγος Κωστῆς, ὁ Φλογαΐτης, ὁ κ. Φιλάρετος, ἔχουν ὑποστηρίξει ὅτι οἱ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην. Τάσσομαι μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ συνταγματολόγου κ. Σαριπόλου, δεχομένου ὅτι οἱ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὑπάλληλοι ἐκκλησιαστικοί, προσλαμβάνοντες ἐνίοτε τὴν ἰδιότητα ἐμμέσου δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ ὡς παράδειγμα ἀναφέροντος τὴν διοίκησιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ πάντες οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐκκλησίας ἐκκλησιαστικοὶ ὑπάλληλοι ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐκδοχήν. Ὑπάρχουν ὑπάλληλοι τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι οἱ γραμματεῖς καὶ λοιποὶ ὑπάλληλοι τῶν γραφείων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οἱ ὑπάλληλοι τῶν ἐπισκοπικῶν γραφείων, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἔχει λυθῆ ἤδη σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς καὶ διὰ ρητῆς διατάξεως τοῦ τελευταίου Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τοῦ καταρτισθέντος ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως. Ρητῶς τὸ ἄρθρον 41 ὁμιλεῖ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Μητροπόλεως, πρωτοσυγκέλλου, γραμματέως καὶ λοιπῶν (ἀναγινώσκει): «Ἅπαν τὸ προσωπικὸν τῆς Μητροπόλεως...., ἅπαντες οὗτοι θεωροῦνται δημόσιοι ὑπάλληλοι». Οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Ἱερὰν Σύνοδον Ἱεράρχαι εἶναι μὲν ὑπάλληλοι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ προσλαμβάνουν τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμμέσου δημοσίου ὑπαλλήλου, τὴν ὁποίαν προσνέμει εἰς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὑπαλλήλους ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν συμμερίζομαι, ἐφόσον ἐπιλαμβάνονται ζητημάτων εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς σφαίρας τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐκδοχὴ περὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης θέσεως τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐκκλησίας, ἓν εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ οἱ ὑπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον Ἱεράρχαι ὑπέκειντο καὶ ὑπόκεινται ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς πλήρη τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Πολιτείας. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ πρᾶμα δὲν θὰ ἀσχοληθῶ πλέον μὲ θεωρίας, ἀλλὰ θὰ ἀναγνώσω τὰ κείμενα. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν πρῶτον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεσπίσθη τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ ἔτος 1833, θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸν νόμον ΣΑʹ τοῦ 1852, τὸν Καταστατικὸν Νόμον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1923, ὁπότε ἀντικατεστάθη, ῥιζικῶς μεταβληθεὶς διὰ τοῦ Ἐπαναστατικοῦ νόμου. Τί ἔλεγεν ὁ νόμος ΣΑʹ; Ὁ Καταστατικὸς Νόμος τοῦ 1852 ὄχι μόνον ὁρίζει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Πολιτείας ἀλλὰ καὶ δημιουργεῖ καὶ ὄργανον ἐνασκοῦν ἀμέσως τὴν ἐπιτήρησιν ταύτην. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλης διατάξεως, τὴν ὁποίαν περαιτέρω θὰ ἀναγνώσω, ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀνωτέραν πολιτικὴν Ἀρχὴν νὰ ἐνασκῇ καὶ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεων ἐν γένει τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ ἄρθρον 6 εἶναι σαφές. Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἐπεκράτει τὸ δόγμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη ὁ νόμος τοῦ 1852, ἡ διάταξις, ἡ μετέπειτα περιληφθεῖσα εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ ἐξουσίαι ἐκπηγάζουσιν ἐκ τοῦ λαοῦ. Φορεὺς τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἦτο ὁ Βασιλεύς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 6. Παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ διορίζεται Βασιλικὸς Ἐπίτροπος.... Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν ὑπερτάτην βασιλικὴν ἐξουσίαν, εἰς ἣν ἐναπόκειται ἡ κυριαρχία τοῦ Κράτους, ἀνήκει καὶ ἡ ἐποπτεία ἐφ’ ὅλων τῶν ἐντὸς τοῦ Βασιλείου γινομένων, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρευρίσκεται κλπ.». Ὄργανον ἐκπροσωποῦν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν ὁ Β. Ἐπίτροπος καθίστα διὰ μόνης τῆς ἀπουσίας του ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν ἄκυρον πᾶσαν ἀπόφασιν ἢ πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Βεβαίως ὁ Β. Ἐπίτροπος δὲν ὡρίσθη διὰ νὰ μεταφέρῃ ἁπλῶς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συνεδριάσεων εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, διότι τότε θὰ ἤρκει ἔγγραφος ἀνακοίνωσις τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὁ Β. Ἐπίτροπος, παρακολουθῶν τὰς συνεδριάσεις καὶ δικαιούμενος νὰ λάβῃ τὸν λόγον, δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ὁποῖον ὄχι πολὺ εὐστόχως ἔδωκεν εἰς τὴν δρᾶσίν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὀνομάσας αὐτὸν ὠτακουστήν. Ὁ Β. Ἐπίτροπος δὲν τοποθετεῖ τὸ ὠτίον του εἰς τὴν κλειδαρότρυπαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν εἶναι ὠτακουστής, ἀλλὰ λαμβάνει μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, λέγει τὴν γνώμην του καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος τὰ λεχθέντα καὶ τελεσθέντα ἐνώπιόν του καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του βεβαιούμενα νὰ ἀνακοινώνῃ εἰς τὸν προϊστάμενον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις ἀσκεῖ ἐπιτήρησιν ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ζητημάτων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ποῖα εἶναι τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁρίζει ὁ νόμος τοῦ 1852. Εἶναι τὰ ἀφορῶντα τὰς καθαρῶς ἐκκλησιαστικὰς ὑποθέσεις, ὄχι μόνον τὰ θίγοντα τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ζητήματα καὶ αὐταὶ αἱ συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν δογματικῶν ζητημάτων. Τί ἄλλο ἢ ἐπόπτης ἦτο ὁ Β. Ἐπίτροπος.
§25Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κατὰ τὸν παλαιόν.
§26Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κατὰ τὸν παλαιόν, ἀλλ’ ἦτο περισσότερον τονωμένη ἡ ἐπιτήρησις ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Ὁ νόμος ΣΑʹ κατέστησε μᾶλλον ἔντονον τὴν ἐπιτήρησιν. Ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε πολίτην, νομίζοντα ὅτι ἐστραγγαλίσθησαν τὰ δίκαιά του, τὸ μέσον τῆς προσφυγῆς καὶ ἐξετάσεως τῶν παραπόνων. Καὶ διὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἀμφιβολίαν τοῦ κ. Κρεμεζῆ, ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 22 καὶ ἐφιστῶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως (ἀναγινώσκει): «Πᾶς ὅστις ἔχει εὔλογον κατὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς παράπονον διὰ κατάχρησιν ἢ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας της ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς. Τοιαῦτα παράπονα κατὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἠμποροῦσι νὰ γίνωνται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ πρὸς πᾶσαν ἄλλην διοικητικὴν Ἀρχήν· θέλουσι δ’ ἐξετάζεσθαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποφασίζει περὶ αὐτῶν εἰμὴ ἀφοῦ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἂν τὸ ἀντικείμενον δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ δικαστηρίου».
§27ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἰσχύει ὁ νόμος;
§28Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ φθάσω ἐντὸς ὀλίγου. Κατὰ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1852, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθη καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ ὁ ὁποῖος σταθερῶς ἔκτοτε ἐφηρμόσθη, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Ἐκκλησία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Πολιτείας καὶ αἱ ὑπερβασίαι αὐτῆς δύνανται νὰ ἐλεγχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ὅτι δὲ ἡ γνώμη αὐτὴ δὲν εἶναι γνώμη συναγομένη ἐκ προχείρου ἀναγνώσεως τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τοῦ 1852, ἀλλὰ γνώμη κυρωθεῖσα καὶ διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς διδασκαλίας, ἐπικαλοῦμαι τὸ τελευταῖον ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου σύστημα τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σαριπόλου τόμ. Γʹ, σελ. 326 (ἀναγινώσκει): «Οὕτως ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου ἐπιτηρεῖ πᾶσαν ἀπόφασιν ἢ πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κλπ.». Ἐπίσης εἰς σελ. 329 (ἀναγινώσκει): «Εἴδομεν ὅτι πλὴν τῆς ἐνίοτε ἀπαιτουμένης ἐγκρίσεως τῆς πολιτικῆς Ἀρχῆς, ἡ Πολιτεία ἐξασκεῖ ἐπιτήρησιν διὰ τοῦ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἐφ’ ἁπασῶν τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν πράξεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου».
§29Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐπιτήρησιν.
§30Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπιτήρησιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἡ ἐπιτήρησις αὐτὴ τί εἶναι; Εἶναι παρακολούθησις ἀκαδημαϊκῶν συζητήσεων; Τί εἴδους εἶναι ἡ κρατικὴ αὕτη ἐπιτήρησις ὅταν δὲν ἐνέχῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐλέγχου; Ὅλοι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸ Κράτος παρ’ οἱῳδήποτε ἱδρύματι ἔχουν μίαν καὶ μόνην ἀποστολήν, τὴν ἐπιτήρησιν πρὸς ἔλεγχον καὶ ὄχι τὴν ἐπιτήρησιν πρὸς συγγραφὴν τῶν πεπραγμένων τῶν ἱδρυμάτων τούτων. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ἐπ’ ἐσχάτων ὅμως ἡ Ἐκκλησία, ἔχουσα τάσεις πρὸς ἀνεξαρτησίαν, τάσεις ὀψίμους, προεκάλεσεν ἀρχικῶς διαρρύθμισιν τῶν ἀφορώντων τὴν διοίκησιν τῶν ἐνοριακῶν ναῶν ὑπὸ μορφὴν αὐτονομίας τινός, αὐτονομίας ὅμως ἐν ᾗ, πρὸς τῷ ἐκκλησιαστικῷ παράγοντι, συνυπάρχει καὶ συμβαδίζει καὶ ὁ πολιτειακός. Βαίνουσα εἶτα περαιτέρω ἐζήτησε ν’ ἀπαλλαγῇ τελείως τῆς κηδεμονίας τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εὗρεν ἀντίθετον τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Γόντικα, τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ τοῦ κ. Σ. Γονατᾶ, ὅτι πάντοτε δὲν ἐδέχθημεν νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐμμόνως ζητηθεῖσαν ὀβέλισιν τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, τὸν ὁποῖον κυρίως ἤθελον νὰ ἀπομακρύνωσιν ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Ἔλεγον «τί τὸν θέλετε τὸν Β. Ἐπίτροπον; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἄξιοι πίστεως; Νομίζετε ὅτι μέσα εἰς τὸν περίβολον τῶν συζητήσεων θ’ ἀσχοληθῶμεν μὲ ζητήματα θέτοντα εἰς κίνδυνον τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους ἢ θὰ τεθῶμεν ἀντιμέτωποι πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Πρὸς τί ὁ ἔλεγχος τοῦ Β. Ἐπιτρόπου;» Διότι οὐδέποτε εἰς τὸ πνεῦμα καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν μέλη τῆς Ἱ. Συνόδου καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἢ μὲ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, οὐδέποτε ἐπρυτάνευσεν ἡ ἰδέα, ἡ διατυπωθεῖσα χαλαρῶς πως ὑπό τινων τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι ὁ Β. Ἐπίτροπος ἦτο πρόσωπον διακοσμητικόν. Ἡ Ἐπανάστασις δι’ ἀποφάσεώς της κατέλυσε τὸν Καταστατικὸν Νόμον τοῦ 1852 καὶ ἐθέσπισεν ἄλλον. Μήπως ὁ νέος νόμος διέσπασε τὸν δεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ὅπως τὸν εἶχε σφυρηλατήσει συνήθεια ἑκατὸν ἐτῶν; Ὁ νέος Καταστατικὸς Νόμος διέρρηξε τὸν στενὸν σύνδεσμον, τὸν ὁποῖον ἀνέκαθεν εἶχεν ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν Πολιτείαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βυζαντίου; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Παρὰ τὴν ἐπιμονὴν τῶν Ἱεραρχῶν, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Β. Ἐπιτρόπου ἀπὸ τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας ἐξηκολούθησε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσόδου καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν καλῇ, μὴ δυναμένη ἄλλως νὰ συνεδριάσῃ ἐγκύρως. Ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 ρητῶς ἐπιτάσσει τοῦτο. Ἀλλ’ ἐνῷ πρότερον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδῃ τὸ φῶς ἢ μᾶλλον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ κῦρος ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἂν δὲν τὴν προσυπέγραφεν ὁ Β. Ἐπίτροπος, ἤδη δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη προσυπογραφὴ (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας ἀκούεται τελευταίως, μεθ’ ὃ τίθεται τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν. Ἡ γνώμη τοῦ Ἐπιτρόπου καταχωρεῖται ἰδιαιτέρως εἰς τὰ πρακτικά, ὑπογράφεται παρ’ αὐτοῦ, τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ γραμματέως τῆς Ἱ. Συνόδου». Ἔγινε δηλαδὴ ἡ ἑξῆς καινοτομία. Ἀντὶ νὰ ὑπογράφῃ ὁ Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὸ πρακτικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὑπογράφει ἄλλο πρακτικὸν μαζὶ μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱ. Συνόδου καὶ τὸν γραμματέα, διότι, φαίνεται, εἰς πρακτικὸν ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὴν Ἱεραρχίαν, δὲν ἤθελε νὰ προσυπογράψῃ καὶ ὁ κοσμικός....
§31Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ βέβηλος.
§32Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ βέβηλος. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι περιωρίσθη ὁ κύκλος τῆς ἀναμίξεως τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀπεκόπη τὸ δικαίωμά του νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ ζητημάτων πίστεως καὶ λατρείας. Παρέμεινεν ὅμως ὁ θεσμὸς τοῦ Ἐπιτρόπου, ὅστις δικαιοῦται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα θίγει ἡ ἐπερώτησίς μου. Ἀλλ’ ἡ διατήρησις τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας καὶ μόνη, παρὰ τὰς προσπαθείας αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν νὰ καταργηθῇ, δὲν δύναται νὰ σημαίνῃ τίποτε ἄλλο ἢ ὅτι ἡ Πολιτεία ἠθέλησε, καὶ ὑπὸ τὸ νέον καθεστώς, νὰ ἐπιτηρῇ, ἑπομένως νὰ ἐλέγχῃ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὁ ἔλεγχος τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὡρισμένως ἐπὶ τῶν Ἐπισκόπων, δὲν εἶναι ἁπλοῦς, ἀλλὰ πολλαπλοῦς. Διὰ νὰ ἐκλεγῇ τις Μητροπολίτης πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς κατάλογον ἐγκρινόμενον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Διὰ νὰ ἐγκαθιδρυθῇ, χρειάζεται Διάταγμα, διὰ νὰ πάρῃ ἄδειαν ἀπουσίας, χρειάζεται ἄδεια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐκτὸς μικρῶν ἀδειῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἀσκεῖ δικαστικὴν ἐξουσίαν, περιλαμβανομένην εἰς τὴν ὅλην κρατικὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ καὶ τετάρτη ἐξουσία, ἄγνωστος εἰς τὰς τρεῖς πολιτειακὰς λειτουργίας, ἃς προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Αἱ ἐκκλησιαστικαὶ δικαστικαὶ ἀποφάσεις καθίστανται, κατὰ κανόνα, ἐκτελεσταὶ ἐγκρίσει τῆς Πολιτείας. Σχετικῶς καὶ ὡς ἐν παρόδῳ: Οἱ ἐπιτυχόντες τὸν τελευταῖον νόμον ἔκαμαν ἓν βῆμα περαιτέρω διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀπόλυτον ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ μοναδικὸν παράδειγμα μεταξὺ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων κρατῶν· ἐνῷ ἄλλοτε εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ζητῇ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἀπεστερήθη τούτου. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, κύριοι, φρονῶ ὅτι, τόσον ἐκ τῆς μακρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1852, ὅσον καὶ ἐκ τοῦ τελευταίου Καταστατικοῦ Νόμου, κάθε ἄλλο συνάγεται παρὰ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάγεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἠρώτα τις: Εἶναι δουλειὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν μυσταγωγίαν ἑνὸς Σώματος φέροντος ἱερὸν χαρακτῆρα καὶ νὰ ἀναμοχλεύσῃ ἡ Συνέλευσις ζητήματα ἐκκλησιαστικά; Ἐφόσον πρόκειται περὶ ζητημάτων καθαρῶς πνευματικῶν, καθαρῶς δογματικῶν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναμιχθῇ ἡ κοσμικὴ Ἀρχή. Ἀλλ’ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων ὁ ἔλεγχος δύναται ν’ ἀσκηθῇ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἐκ μέρους τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας. Πῶς ὅμως θὰ χωρίσωμεν τὸν ἔλεγχον καὶ πῶς θὰ εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ ὁ συνάδελφος κ. Μπακόπουλος ζητεῖ νὰ κατατεθοῦν αὐτούσια τὰ πρακτικά, νὰ βεβαιωθῇ ὅτι ὁ ἔλεγχος θὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ζητήματα τὰ εὑρισκόμενα ἐντὸς τῆς σφαίρας αὐτοῦ καὶ πῶς δύναται νὰ βεβαιωθῇ τις ὅτι, ἐλέγχοντες, δὲν θὰ περιορισθῶμεν εἰς ὅ,τι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν; Ἀλλὰ τίς θὰ προέβαινεν εἰς τὸν ἔλεγχον πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὸν καθαρῶς πνευματικόν, τὸν δογματικὸν κόσμον, τίς θὰ ἔφερεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ζητήματα πίστεως καὶ διδασκαλίας θρησκευτικῆς; Ἀλλὰ, ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, δὲν ἀρκεῖσθε νὰ πάρετε ἀντίγραφα ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῶν ὁποίων τὴν ἀκρίβειαν θὰ περιέβαλλε μὲ τὸ κῦρος τῆς θέσεώς του ὁ Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας; Ἀλλὰ θὰ ἠρώτων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀντιστρόφως: Ἂν πάρω ἀντίγραφα ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν εἶναι διὰ τὴν Σύνοδον πάλιν τὸ ἴδιον καὶ διατί νὰ μὴ ἔχω αὐτὰ ταῦτα τὰ πρακτικά; Τὸ θεμελιῶδες ζήτημα παραμένει ἀκέραιον. Εἶναι ζήτημα δευτερεῦον ἐντελῶς, ἂν πρέπει νὰ κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα αὐτούσια ἢ ἐν ἀντιγράφῳ. Τὸ πρωτεῦον ζήτημα εἶναι ἂν δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος κοινοβουλευτικὸς ἐπὶ ὡρισμένων πράξεων τῆς Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι καθαρῶς πνευματικαί, καθαρῶς δογματικαί. Καὶ ἡ κατάθεσις ἀντιγράφων ἀποτελεῖ ἀναγνώρισιν, καθιέρωσιν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐπὶ τέλους θὰ παρητούμην νὰ κατατεθοῦν αὐτούσια τὰ πρακτικά, ἂν ὑπῆρχε τρόπος διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἀπολύτως ὅτι τὰ ἀντίγραφα εἶναι τὰ μόνα τὰ ὁποῖα θίγουν τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θέλω νὰ ἐξετάσω, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ καταθέσω κυρωμένα διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἂν τυχὸν ἐφρόνουν ὅτι τὰ ἀντίγραφα αὐτὰ εἶναι πλαστογραφημένα καὶ κατήγγελλον τὸν Ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ τὸν ὡδήγουν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν πῶς θὰ ἔκρινε τὸ δικαστήριον ἂν εἶναι πλαστογραφία ἢ ὄχι, ἂν δὲν προσεκομίζοντο αὐτούσια τὰ πρακτικὰ ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς; Καὶ ἂν ἔφθανα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν μοῦ ἐδόθησαν πλήρη τὰ ἀντίγραφα καὶ ἤθελα νὰ ἐλέγξω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, πῶς θὰ τὸν ἤλεγχα, ἂν δὲν προσεκομίζοντο αὐτούσια τὰ πρακτικά; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῇ οἱαδήποτε Ἀρχὴ ἐν τῷ Κράτει καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι, ὅ,τι τελεῖ, πρέπει νὰ παραμένῃ ἐν τῷ σκότει. Θὰ ἐδημιουργεῖτο ὀλέθριον προηγούμενον, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω νὰ ἐπιστήσω ἔντονον τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Αἱ σχέσεις τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν κινηθῆ, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ εἰκών, ἐπὶ σιδηροτροχιῶν, ἔχουν δὲ κινηθῆ μετὰ ἐλαστικότητος τοιαύτης, ὥστε οὐδέποτε ἐδημιουργήθησαν ρήγματα μεταξὺ τούτων. Τὸ ἀντίθετον συνέβη καὶ συμβαίνει εἰς τὴν Δύσιν, διότι ἐπὶ μακρὸν ὠρθώθη γιγαντώδης ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ ὕψωσεν ἀπέναντι τοῦ κοσμικοῦ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ξίφος. Εἰς τὴν ὑπόμνησιν τοῦ σεβαστοῦ μοι ἡγέτου τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος χωρίς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νὰ διατυπώσῃ καὶ τὴν γνώμην του, ὅτι καὶ ἄλλοτε εἶχον ζητηθῆ ἔγγραφα δικαστηριακά, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἔφερεν ὁ ἴδιος μετὰ τῆς ἰδίας μάλιστα, ὡς εἶπεν, ἐπιμονῆς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ ὅτι τοῦτο αὐτὸ ἐλύθη ἀρνητικῶς, παρατηρῶ ὅτι καὶ ἤδη ἐτέθη ὅμοιον ζήτημα δι’ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κυνουρίας, παραμένον ἄλυτον. Ἀληθῶς ὀφείλει ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος νὰ χαράξῃ ὅρια, πέρα τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ προβῇ. Ποῖα εἶναι τὰ ὅρια αὐτά, εἰς τὰ ὁποῖα σταματᾷ ἡ μία ἐξουσία καὶ ἀρχίζει ἡ ἄλλη; Ποῦ δύναται νὰ φθάσῃ ὁ ἔλεγχος τῶν δικαστικῶν πράξεων; Θὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς αὐτοὺς δημοσιολόγους, οὓς ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ποῦ κεῖται τὸ ὅριον μεταξὺ τῆς Δικαστικῆς καὶ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας; Ὅταν ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἀποφαίνεται, ἡ ἀπόφασίς της δὲν ὑπόκειται εἰς κανένα κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ὁ ἔλεγχος μιᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καθηρεῖτο πλήρως ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων ὑπάρχουν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις, ὑπάρχει ὅλη ἐκείνη ἡ διαδικασία ἡ ὁποία ἐπισφραγίζεται διὰ τῆς ἐκδόσεώς των. Καὶ τὴν διαδικασίαν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐξαιρέσωμεν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διότι, ἂν ἠθέλομεν ἐξαιρέσει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐβάδισεν ἡ ἀνάκρισις, ἠθέλομεν στερηθῆ τῶν πειστηρίων ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐστηρίζαμεν τὰς σκέψεις, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Πῶς θέλετε νὰ ἐξιχνιασθῇ, ἂν ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία καλῶς ἀνέκρινε; Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νέον. Εἶναι παλαιόν. Εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς Χώρας, καὶ δὴ ἐν Γαλλίᾳ, τρὶς ἐνεφανίσθη τὸ ζήτημα καὶ τρὶς ἐλύθη κατ’ ἐκδοχὴν ἀντίθετον πρὸς ἐκείνην ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη. Προσεκόμισα ἀπόσπασμα τοῦ 4ου Τόμου τοῦ τελευταίου ἔργου τοῦ Duguit. Κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1892 συνεκρότησεν ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ ἀνακριτικὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν ἐκ μελῶν της, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Παναμᾶ. Ὁ τότε Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν Παρισίοις ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν. Τὸ ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἔγινε συζήτησις καὶ ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ τὴν κατέθεσε. Κατὰ τὸ 1903 εἰς τὴν ὑπόθεσιν Humbert ἐζητήθη καὶ πάλιν ἐκ μέρους ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς νὰ κατατεθῇ ἡ δικογραφία. Ἠρνήθη ὁ Εἰσαγγελεύς, ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διέταξε νὰ κατατεθῇ καὶ κατετέθη. Ὁ Duguit θεωρεῖ ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἐφόσον δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων ἀπονομῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἂν πρόκειται π.χ. περὶ τῶν προπαρασκευαστικῶν πράξεων, ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Τοιαῦτα δὲ ἔγγραφα βεβαίως δὲν εἶναι τὰ πρακτικὰ διασκέψεως τοῦ Δικαστηρίου. Σημειώνω ὅτι αἱ διασκέψεις γίνονται οὐδενὸς ἀντιπροσώπου τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας παρισταμένου, ἐνῷ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου συντάσσονται παρισταμένου καὶ μετέχοντος τῶν συζητήσεων τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα ὅτι, ἐφόσον δὲν πρόκειται περὶ πρακτικῶν διασκέψεως, πάντα τὰ ἄλλα πρέπει νὰ κατατίθενται καὶ νὰ ὑφίστανται καὶ αὐτὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Δὲν δύναται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἐπὶ δικαστικῆς φύσεως ὑποθέσεων νὰ ἀσκηθῇ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, διότι θὰ κατεπατεῖτο ἡ αὐθυπαρξία τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας· ἀλλὰ πέρα τούτου ὅλα τὰ ἄλλα ἔργα τῆς Δικαιοσύνης ἀναμφισβητήτως ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον. Θὰ ἦτο, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπικίνδυνον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ καθιεροῦτο ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἡ ἀρχὴ ὅτι τὰ τελούμενα ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς οὐδένα ἀπολύτως ὑπόκεινται ἔλεγχον, ὄχι μόνον — ὅπως συμφωνῶ — τὰ δογματικά, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα. Ἀλλὰ θὰ ἦτο καὶ ἥκιστα ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως νὰ καταλήξῃ εἰς τοιαύτην τυχὸν ἀπόφασιν, ὅταν ἐκκρεμοῦντος εἰσέτι τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις εἴπῃ τὴν γνώμην της ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δίδῃ ὁμοιοτύπους συνεντεύξεις εἰς τὸν ἡμερήσιον Τύπον καὶ δηλοῖ ὅτι δὲν θὰ δώσῃ τὰ πρακτικά. Ἰσχυρίζεται κατηγορηματικῶς ὅτι πρόκειται περὶ καθαρῶς ἐσωτερικῶν ζητημάτων τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἐζήτησε τὴν γνώμην τῶν Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι τῷ εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά. Ἀναφέρεται εἰς προηγούμενον, καὶ τὸ προηγούμενον εἶναι ὅτι ἅπαξ κατεσχέθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οὐδέποτε δὲ κατετέθησαν. Ἄλλοι συνάδελφοι θὰ σᾶς ἀναφέρουν συγκεκριμένας περιπτώσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας φαίνεται, καθ’ ἃ οἱ ἴδιοι μοὶ ἀνεκοίνωσαν, ὅτι ἔχουσι κατατεθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἀναφέρεται κατάσχεσις τῶν πρακτικῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ἣν ἐποχὴν κατῆλθεν ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εὑρέθη ἐνώπιον Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία μετὰ τῶν ὑπολειπομένων Ἱεραρχῶν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, πλὴν ἑνός, εἶχε κάμει τὸ περίφημον ἀνάθεμα. Ἠθέλησε τότε ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ προβῇ εἰς δίωξιν ἐναντίον τῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατεπάτησαν καὶ τοὺς θείους καὶ τοὺς ἀνθρωπίνους νόμους. Καὶ εὑρέθη ἀντιμέτωπος καὶ πάλιν τῆς ἀρνήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τί ἔπραξε τότε ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου; Ἔστειλε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ κατέσχεσε τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἔγιναν αἱ γνωσταὶ δίκαι. Ἄνευ αὐτῶν ἡ Πολιτεία θὰ ἐστερεῖτο τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα τῆς ἐχρειάζοντο ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην. Τί πείθει, κύριοι πληρεξούσιοι, τοὺς μὴ γνωρίζοντας, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ γίνει εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅτι δὲν ἔχομεν ἴσως ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια καὶ αὐτὰ νὰ τύχωσι τῆς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας προσοχῆς; Δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως ἐπ’ αὐτοῦ· θὰ ηὐχόμην ὅμως, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ μὴ διατυπώσῃ καμμίαν γνώμην, παρὰ νὰ κρίνῃ ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐν τῷ Κράτει ἐξουσία εἶναι ὑπερτέρα παντὸς ἐλέγχου. Ἄλλοτε οἱ Ἱεράρχαι ἐξελέγοντο καὶ ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Ἄλλοτε, ὁσάκις ἐπόκειτο νὰ χειροτονηθῇ Ἐπίσκοπος ἢ Ἱερεύς, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ λαϊκὸν κῦρος. Τῆς συνηθείας ταύτης λείψανα εἶναι τὸ «ἄξιος» τῶν χειροτονιῶν. Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ὀρθοῦται δηλοῦσα ὅτι οὐδένα ἔχει ὑπέρτερον, ἐφόσον πρόκειται περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν της εἶναι ἰδική της ὑπόθεσις. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ ἂν ὑπόθεσίς τις ἀνάγεται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ καταπατήσῃ; Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἕνα χαρτί, ὅταν ἠξεύρῃ ὅτι θὰ τῷ εἴπῃ «δὲν βγάζω κανένα χαρτὶ καὶ δὲν σοῦ δίδω τίποτε»; Διότι αὐτὸ λέγουν αἱ δηλώσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν· δὲν εἶναι δηλώσεις ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐνίοτε σταχυολογεῖ ὁ Τύπος, εἶναι δηλώσεις ὁμοιοτύπως ἐπαναλαμβανόμεναι εἰς ὅλον τὸν χθεσινὸν καὶ σημερινὸν Τύπον. Καταλήγω, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ νὰ δηλώσω ὅτι πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς δυσκόλους ἡμέρας τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς γαλήνης ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως προσέφερα καὶ ἐγὼ τὰς μικράς μου ὑπηρεσίας καὶ τὰς προσέφερα κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος, ὡς δύνανται νὰ πληροφορηθῶσιν οἱ ἀμφιβάλλοντες ἀπὸ τοὺς κύκλους τῆς Ἱεραρχίας καὶ τοῦ κατωτέρου κλήρου, εἶχεν ἐμπεδώσει τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ πορεία τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Ἱεραρχία παραμείνῃ ἡ αὐτὴ καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ ὀρθώνῃ τὸ ἀνάστημά της κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, πρῶτος ἐγὼ θὰ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐκδηλώσω μετάνοιαν βαθυτάτην δι’ ὅ,τι ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ἔπραξα. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶμαι καὶ ὁ μόνος. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις πολὺ ταχέως θὰ ἐνθυμηθῇ τοὺς λόγους μου, ἄν, ἀρνουμένη νὰ καθιερώσῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἀφήσῃ σύνολον ἀνθρώπων—δὲν ἐνέχει προσβολὴν ἡ λέξις—οἱ ὁποῖοι ἕνα καὶ μόνον ἔχουσι σκοπόν, πῶς νὰ γίνουν ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι καὶ ἀσύδοτοι. Διότι εἶναι ἀσύδοτοι, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως θὰ ἀποδείξω ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἕν βλέμμα ἐπὶ τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου θὰ σᾶς πείσῃ ὅτι ἓν ἐκκλησιαστικὸν παράπτωμα Ἐπισκόπου διὰ νὰ δικασθῇ πρέπει νὰ περάσῃ ἀπὸ τόσους βαθμοὺς διαδικασίας, τέσσαρας ἢ πέντε, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ οἱαδήποτε δίωξις ἐκκλησιαστικοῦ, ἀλλὰ καὶ κοινοῦ παραπτώματος. Τὴν ἀσυδοσίαν αὐτὴν θὰ ἔλθῃ νὰ κυρώσῃ ἡ Συνέλευσις, ἂν ἀποφανθῇ ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλανδρος ἔχει τὸν λόγον, ὡς ἀντιλέγων.
§34Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεων τῶν ἐπερωτώντων ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων φέρονται ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐρωτήματα ἀλληλένδετα σχεδόν, ἂν καὶ κατὰ πόσον δικαιοῦται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀξιώσῃ νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον αὐτῆς ὁλοκληρωτικῶς καὶ αὐτούσια τὰ πρακτικὰ μιᾶς Ἱεραρχικῆς Συνόδου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ Σύνοδος εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταῦτα οὕτως. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐρωτημάτων τούτων γεννᾶται πλέον τὸ ζήτημα σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει συζητήσει ἡ Συνέλευσις κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας. Ὁ προλαλήσας καὶ ἐπερωτήσας ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἀνέτρεξεν εἰς παρελθὸν μακρὸν καὶ ἰδίως ἠσχολήθη περὶ τῶν σχέσεων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἠλευθερώθη ἡ γωνία αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν κατεφύγομεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἄχρι χθὲς ἀλύτρωτοι, οἱ ὁποῖοι, ὑπόδουλοι ὄντες ἐν Τουρκίᾳ, εἴχομεν Ἐκκλησίαν ἡ ὁποία ἀπελάμβανε περισσοτέρων ἐλευθεριῶν ἀπὸ ὅσας ἀπελάμβανεν ἡ Ἐκκλησία τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Τὸ προνομιακὸν καθεστώς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνώριζον οἱ Σουλτάνοι τὴν ὑπόστασιν καὶ αὐθυπαρξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, παρεχώρει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν δικαιώματα πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα παρεχώρει ὁ ἐκκλησιαστικὸς καθεστωτικὸς χάρτης, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ Πολιτεία καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέφερε τὴν δούλωσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Καὶ ἐκπληττόμεθα ἡμεῖς πῶς φέρεται ἐνώπιον Συνελεύσεως ὑπὸ καθεστὼς δημοκρατικὸν συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ζῶσα ἐν τῷ περιβάλλοντι τοῦ δημοκρατικοῦ τούτου καθεστῶτος, πῶς δυστροπεῖ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὰ πρακτικὰ μιᾶς Συνόδου διοικητικῆς φύσεως, ἀλλ’ εἰς τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ ἀναφέρωνται καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει, δι’ εὐνοήτους λόγους, νὰ ἔλθουν εἰς φῶς, ἐκτὸς ἂν εἷς ἕκαστος πληρεξούσιος, προσερχόμενος εἰς τὸ μητροπολιτικὸν μέγαρον, ζητήσῃ νὰ ἀναγνώσῃ ἰδιαιτέρως τὰ πρακτικά, ὁπότε, δὲν ἀμφιβάλλω, ἡ Ἱεραρχία προθύμως θὰ παράσχῃ ταῦτα.
§35ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν θὰ τὰ παράσχῃ.
§36Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦτο καὶ εἶναι....
§37Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ἐπισήμως ὅτι ἡ Μητρόπολις εἶναι διατεθειμένη νὰ θέσῃ τὰ πρακτικὰ αὐτῆς εἰς τὴν διάθεσιν εἰς ἕνα ἕκαστον πληρεξούσιον ἰδιαιτέρως.
§38Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανόδιοι παραγγελιοδόχοι θὰ γίνουν οἱ πληρεξούσιοι;
§39Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου λέγει ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ πᾶμε εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν πρακτικῶν, ἐρωτῶ τότε, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ καὶ ἀνεξαρτήτως ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, μὲ τὸν ὁποῖον συμφωνῶ πλήρως, ἐρωτῶ, λέγω, ἀφοῦ ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν πρακτικῶν ἐκεῖ, διατί δὲν τὰ στέλλει ἐδῶ νὰ τὰ διαβάσωμεν; Διὰ ποῖον λόγον; Διότι, ἂν ἠμπορῶ νὰ πάω ἐκεῖ νὰ τὰ διαβάσω, τότε τί μὲ ἐμποδίζει ἐδῶ νὰ ἀσκήσω τὸν ἔλεγχον εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ διαβάσω; Ἐπιμένω εἰς αὐτό, διότι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι σαφής. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λέγει τοῦτο: «Ἐγὼ δὲν φέρω τὰ ἔγγραφα· ἂν θέλετε νὰ πᾶτε σεῖς ἐκεῖ, τότε μάλιστα». Θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐπήγαινεν ὁ ἴδιος ἐκεῖ νὰ μοῦ φέρῃ ἀντίγραφα, θὰ τὸν διηυκόλυνα πολύ. Διότι τί διαφορὰ εἶναι νὰ πάω νὰ τὰ διαβάσω ἐγὼ ἐκεῖ;
§40Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπερωτήσεως περὶ καταθέσεως ἐγγράφων. Ἀφοῦ ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάθεσιν, ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ὅτι διατί δὲν κατετέθησαν καὶ οὐχὶ ἂν πρέπει νὰ κατατεθοῦν. Ὑπάρχει καὶ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τῆς ὁποίας λέγει ὅτι ὁ Μητροπολίτης εἶναι διατεθειμένος νὰ τὰ διαθέσῃ. Τώρα ἡ συζήτησις ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ πρέπει καὶ ἔρχεται εἰς τὸ ἂν πρέπει νὰ πάῃ ἐκεῖ ὁ κ. Σίδερης ἢ δὲν πρέπει.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται περὶ τῆς Συνελεύσεως.
§42Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Αὐτὴ εἶναι μία συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ Σύνταγμα. Ὁ Κανονισμὸς οὕτω παραβιάζεται κατὰ κόρον καὶ καταναλίσκεται ὁ χρόνος ματαίως; ἐνῷ ἔχομεν τόσα πράγματα νὰ συζητήσωμεν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. πληρεξούσιος ἔχει δίκαιον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐπερώτησιν καὶ οὐχὶ ἂν ὀφείλει ἢ δὲν ὀφείλει, καὶ ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἄρνησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι δικαιολογημένη ἢ μή. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐκταθῇ ἡ συζήτησις εἰς γενικὰς συζητήσεις, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἄλλου θέματος.
§44Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσετε τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ δώσετε μίαν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ κάμνω τώρα.
§46Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ προλαλήσαντες καὶ ἐπερωτῶντες ἀνέτρεξαν εἰς μακρινὸν παρελθόν. Τὴν στιγμὴν ποὺ ἐρχόμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δίκαια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ γόητρον αὐτῆς λέγετε ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμός.
§47Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Δίδομεν τὸ ἐπιχείρημα εἰς τοὺς ἀντιθέτους νὰ λέγουν «ἴδετε, ἡ Δημοκρατία ἔρχεται νὰ καταργήσῃ τὴν θρησκείαν». Κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται τὰ μυστικὰ τῶν Συνόδων νὰ γίνωνται μυστικὰ ὅλου τοῦ κόσμου.
§48Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν μυστικά, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, μᾶς λέγει νὰ πᾶμε νὰ τὰ διαβάσωμεν εἰς τὴν Σύνοδον.
§49Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Τὴν στιγμὴν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ἣν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠκούσθησαν καὶ φράσεις αἱ ὁποῖαι θίγουν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἐκκλησίας, πληροφοροῦμαι ἐκ δημοσιογραφικῶν τηλεγραφημάτων ὅτι ἐξέπνευσεν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ ἐπὶ τῇ θλιβερᾷ ταύτῃ ἀναγγελίᾳ θὰ παρακαλέσω, ὅπως εἰς ἔνδειξιν πένθους, ἡ Συνέλευσις διακόψῃ τὴν συνεδρίαν, ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἐπίσημον εἴδησιν.
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἐπίσημον εἴδησιν, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ λαμβάνωμεν ἀποφάσεις ἐνδείξεως λύπης ἐπὶ τῇ βάσει ἰδιωτικῶν πληροφοριῶν. Δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, ἀφοῦ ἡ ἔνδειξις θλίψεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῇ εἰς πᾶσαν στιγμήν.
§51Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἠρώτησα ὑμᾶς, ἂν ἔχετε ἐπίσημον τηλεγράφημα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι κατόπιν τῶν ὑπαρχουσῶν σχέσεων μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ἐν Ἑλλάδι, σχέσεων τοιούτων, ὥστε νὰ κρατοῦν δέσμιον καὶ δούλην τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ κατόπιν τοῦ νέου Καταστατικοῦ Νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν αἱ ὁποῖαι παρεσχέθησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὰς ὁποίας οὐχὶ ὀρθῶς λυπεῖται ὁ κ. συνάδελφος, ἐνῷ ἐγὼ χαίρω καὶ θὰ ηὐχόμην, ὅπως ἡ Πολιτεία δώσῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐλευθερίαν ὁλοτελῆ, λέγω ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βγάζῃ ἔξω ἀπὸ τὰ γραφεῖα αὐτῆς ἀποφάσεις συνοδικὰς καὶ πρακτικά, διότι, ὡς εἶπον, ἐνδεχόμενον εἰς τὰ πρακτικὰ ταῦτα νὰ ὑπάρχουν καὶ πνευματικῆς φύσεως ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ κοινολογοῦνται. Βεβαίως ὁ ἐπερωτήσας κ. συνάδελφος τὰ ἐξαιρεῖ τὰ πνευματικῆς φύσεως ζητήματα, ὅπως βεβαίως θὰ ἐξῄρει καὶ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα τὰ ἀφορῶντα πολιτικῆς φύσεως ζητήματα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς ἄλλας Ἐκκλησίας, ἄλλων Κρατῶν.
§52Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ δώσω μίαν πληροφορίαν, ὅτι αὐτὰ τὰ περίφημα πρακτικὰ τῆς Συνόδου εἶναι σὰν τετράδια ραμμένα. Λοιπὸν ἐγὼ δέχομαι νὰ κόψουν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ μοῦ δώσουν τὰ μὴ πνευματικά.
§53Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὰ ἐζητήσατε ὅλα· νὰ μὴ ὑποχωρήσετε.
§54Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐπεμένετε νὰ λάβετε τὰ πρακτικὰ αὐτούσια καὶ ὁλοκληρωτικά, οὔτε καὶ ἐν ἀντιγράφῳ ἠθέλετε προχθές, σήμερον δὲ εὐχαρίστως βλέπω ὅτι φθάνετε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποχωρῆτε....
§55Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ὑποχωρῶ καθόλου.
§56Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. ... εἰς τὸ νὰ λάβετε μόνον τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ἀποσπάσματα ἐκεῖνα τὰ μὴ ἀφορῶντα πνευματικῆς φύσεως ζητήματα οὔτε πολιτικῆς φύσεως, σχετιζόμενα μὲ ὅλας τὰς Ἐκκλησίας τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡ Δʹ τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὁποία προῆλθεν ἀπὸ ἓν ἐπαναστατικὸν καθεστὼς καὶ ἡ ὁποία ἀνεκήρυξε τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, τὸ ἐλευθεριώτερον τῶν πολιτευμάτων, δὲν πρέπει νὰ πιέζῃ, καθ’ ὃν τρόπον πιέζει, τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ νὰ ζητῇ νὰ ἐξοικονομῇ τὰ πράγματα ὡς ἐπεθύμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ξένη ἐθνικῶς, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἶναι παράλληλος πρὸς τὸ πολίτευμα, καὶ ἡ ὁποία Ἐκκλησία προσέφερε καὶ ἐκείνη μετὰ τοῦ Ἔθνους εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ἐθνικὸν πολλὰς ὑπηρεσίας καὶ ἡ ὁποία μόνον κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν προσέφερεν 6000 ἐκ τῆς χορείας τοῦ Κλήρου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δυσπιστεῖ νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον ἑνὸς πληρεξουσίου τῆς Συνελεύσεως τὰ πρακτικὰ αὐτῆς, ὅταν θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τοῦ πληρεξουσίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καλὴ θέλησις καὶ πρόθεσις τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ γεννῶνται τοιαῦται παρεξηγήσεις; Διατί νὰ δίδεται ἀφορμὴ νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Συνέλευσιν ζητήματα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀκούωνται τοιαῦται φράσεις, αἱ ὁποῖαι μειώνουν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὸν σεβασμὸν τοῦ ποιμνίου πρὸς τοὺς ποιμένας τούτου; Ἤθελον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τονίσω ὅτι φρονῶ ὅτι μόνον ἡ Συνέλευσις, ὡς ἀνώτατον καὶ κυρίαρχον Σῶμα, δύναται νὰ ζητήσῃ τὰ πρακτικά, ἀλλὰ χάριν τῆς Ἐκκλησίας καὶ χάριν τοῦ γοήτρου αὐτῆς φρονῶ ὅτι πρέπει εἷς ἕκαστος πληρεξούσιος νὰ λαμβάνῃ τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ κέντρον τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ νὰ ζητήσῃ ταῦτα καὶ νὰ ἴδῃ τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα προθύμως ἡ Ἐκκλησία θὰ ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως.
§57Β. ΑΛΕΒΙΖΑΤΟΣ. Ἄρα εἶσθε ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως.
§58Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις εἶπον, κ. συνάδελφε, ὡς ἀνώτατον κυρίαρχον Σῶμα βεβαίως δικαιοῦται νὰ ἐπεμβῇ, ὅπως δύναται νὰ ἐπεμβῇ καὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν, ἀλλὰ χάριν τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ διακοπῇ καὶ ἡ Συνέλευσις νὰ μὴ λάβῃ μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ μειώσῃ καὶ θὰ προσβάλῃ τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἐμφανιζόμενος ἐνώπιον τοῦ Πρωθιεράρχου, νὰ ζητήσῃ τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα τῶν πρακτικῶν. Τοῦτο ἤθελον νὰ τονίσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§60Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀγνοῶ, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὸ εἶδος τῆς ἐπερωτήσεως, χάριν τῆς ὁποίας οἱ κύριοι συνάδελφοι Μαντινείας καὶ Καρδίτσης ἐζήτησαν τὴν κατάθεσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἀγνοῶ τελείως διατί καὶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσουν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἀγαπητοὺς καὶ διακεκριμένους, τὰ πρακτικὰ ταῦτα. Εἰς ἐμὲ μία μένει ἐντύπωσις ἐκ τοῦ θορύβου τὸν ὁποῖον διέκρινα εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐκλογὴν νέων Ἐπισκόπων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἠγωνίσθη ἐντίμως διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ τελευταῖον χαράκωμα παρεδόθη αἰχμάλωτος εἰς ὀλίγους Ἱεράρχας. Παρεδόθη διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, μολονότι ἠγωνίσθη διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, κύριοι, Ἐκκλησία δὲν εἶναι οἱ ὀλίγοι μοναρχικῶς διαχειριζόμενοι τὰ πράγματα αὐτά, ἀλλ’ ἓν σύνολον θεσμῶν, ἓν σύνολον παραδόσεων, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἔχομεν ἐντός μας καὶ τὸ ὁποῖον....
§61Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κύριε συνάδελφε, σᾶς ἀκούω εὐχαρίστως. Εἰσέρχεσθε εἰς συζήτησιν ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἤθελε νὰ θέσῃ κατὰ μέρος, διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ αὐτό, τότε θὰ δώσω ἐξηγήσεις· ὅτι δὲν ἔφθασα εἰς τὸ τελευταῖον χαράκωμα καὶ ὅτι δὲν παρεδόθην αἰχμάλωτος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἂν συνδυάσετε καὶ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα, τότε μόνον θὰ ἀπαντήσω.
§62Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι κρατεῖτε ἀκόμη τὸ τελευταῖον χαράκωμα· θὰ ἴδω ἂν θὰ τὸ παραδώσετε καὶ αὐτό.
§63Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς αὐτό, κ. Ὑπουργέ, σᾶς ἐνισχύομεν.
§64Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐδήλωσα, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι μοῦ μένει ἡ ἐντύπωσις καὶ σᾶς λέγω τοῦτο, διότι πραγματικῶς σᾶς εἶδον νὰ ἀγωνίζεσθε καὶ νὰ ζητῆτε γνωματεύσεις. Ἐν τούτοις ὑπογράφετε διορισμοὺς τῶν προσώπων ἐκείνων, ἐναντίον τῶν ὁποίων ζητεῖτε τὰς γνωματεύσεις σας, δηλαδὴ παρεδόθητε αἰχμάλωτος, ὅπως εἷς στρατηγὸς παραδίδεται αἰχμάλωτος μὲ ὅλας τὰς τιμάς. Ἀφήνω αὐτὸ τὸ ζήτημα κατὰ μέρος, ἀφοῦ σᾶς θίγει καὶ ἀφοῦ πρόκειται νὰ δώσετε ἐξηγήσεις εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, διατί αὐτὴ ἡ ἄρνησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῶν ὀλίγων Ἱεραρχῶν ἢ μᾶλλον ὄχι τῶν ὀλίγων, ἀλλὰ τοῦ ἑνός, διότι, κατόπιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας, εἷς Ἱεράρχης διοικεῖ τὴν Ἐκκλησίαν; Κατώρθωσε τοῦτο τὴν τελευταίαν στιγμὴν διὰ συνταγματικοῦ νόμου μὴ ἰσχύοντος κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι φέρει χρονολογίαν τῆς παραμονῆς τῆς συγκλήσεως τῆς Συνελεύσεως. Ἐδήλωσε, κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια ἐκδιδόμενα μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὴν ἡμέραν τῆς συγκλήσεως τῆς Συνελεύσεως εἰς Σύνοδον, δὲν ἔχουσι κῦρος. Ἀναφέρω τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ δὲν περιέχουσι τὰ καλογηρικὰ μυστικά, ἴσως καὶ ἡμῶν ἐδῶ νὰ προκαλοῦν τὴν αἰδῶ, ἀναμφισβητήτως περιέχουσιν αὐθάδειαν πρὸς τὴν Πολιτείαν. Αὐτὴ δὲ ἡ αὐθάδεια, κύριοι συνάδελφοι, προσέξατέ το, δὲν εἶναι ἡ πρώτη. Ἐνεφανίσθη ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου του τοῦ Ναυπακτίας εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἠξεύρετε τί ἐζήτησεν; Ἐζήτησε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Ἐκκλησία νὰ νομοθετῇ ὄχι ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸς οὗτος, καὶ νὰ δεχθῶμεν τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἡ ὁποία ἅπαξ μόνον συνέρχεται τὸ ἔτος, νὰ νομοθετῇ αὐτὴ καὶ ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων. Ἰδοὺ τί ἐζήτησεν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὁ σεβάσμιος Ἀμβρόσιος, ἐξ ὀνόματος τοῦ Μητροπολίτου (ἀναγινώσκει): «Νομοθετοῦν καὶ ἐπεμβαίνουν κλπ.». Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἠρώτησε «θέλετε νὰ ἔχετε καὶ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν καὶ νὰ ἐπιβάλλετε σεῖς φόρους εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Κράτος νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν γνώμην;» Ναί, ἀπήντησεν ὁ σεβάσμιος, καὶ αὐτὸ θέλομεν νὰ ἔχωμεν, διότι οἱ φόροι εἶναι μικροί. Βλέπομεν λοιπὸν τάσιν πλήρους χωρισμοῦ καὶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τὴν τάσιν αὐτὴν νὰ τὴν σταματήσωμεν, χάριν αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τὴν τάσιν αὐτήν, τοῦ νὰ γίνῃ ἡ Ἐκκλησία κράτος ἐν κράτει καὶ τῆς ὁποίας μία ἐκδήλωσις εἶναι καὶ ἡ ἄρνησις τῆς προσαγωγῆς τῶν πρακτικῶν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, νὰ τὴν σταματήσωμεν. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὁ Μητροπολίτης ὅτι καὶ ἄλλοτε τὸ ζήτημα συνεζητήθη ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅτε ἄλλος ἠρνήθη νὰ προσαγάγῃ ὄχι πρακτικά, ἀλλὰ φάκελον διοικητικῶν ἀνακρίσεων, καὶ ἡ Συνέλευσις ἡ Ἀναθεωρητική, ὄχι κἂν Συντακτική, ὅπως εἴμεθα ἡμεῖς, εἶπεν ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν προσαγάγῃ καὶ τὸν προσήγαγεν. Ἡ αἴτησις ἐγένετο ἐπὶ ὑποθέσεως τοῦ Σπάρτης Τρωιανοῦ καὶ προσήχθησαν τὰ ἔγγραφα. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὑπάλληλος ἢ ὄχι καὶ ἐλύθη τὸ ζήτημα ὅτι ὄχι μόνον ὑπάλληλος εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὑπάλληλος ἀμέσως ὑποκείμενος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Κράτους, διότι οἱ Ἐπίσκοποι διορίζονται διὰ Διατάγματος τῆς Πολιτείας καὶ ὀμνύουν τὸν ὅρκον τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Καὶ τὸ ὅτι ἐξετελέσθη ἡ διαταγὴ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος κατέσχε τὰ ἔγγραφα, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Συνέλευσις δικαιοῦται.
§65Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ κινδύνου τῆς Πατρίδος.
§66Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ οὐδενὸς κινδύνου, ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ ἡ διαγωγὴ ἑνὸς Ἀρχιεπισκόπου. Αὐτὸς εἶχε τιμωρηθῆ· κάποιος τῶν κυρίων πληρεξουσίων ἔκρινεν ὅτι ἀδίκως ἐτιμωρήθη· ὁ κ. Φικιώρης εἶχεν ἀντίθετον γνώμην καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησε νὰ προσαχθῇ ὁ φάκελος, καὶ προσήχθη. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀκόμη καὶ ἄλλο παράδειγμα τῆς αὐτῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1911 καὶ κατὰ σύμπτωσιν καὶ τότε ὁ διαφωνῶν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἦτο καὶ πάλιν Μπακόπουλος, ἦτο ὁ πατὴρ τοῦ κ. Μπακοπούλου. Εἶχε διορισθῆ μέλος τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐκάλεσεν ἐνώπιόν της ἕνα Ἐπίσκοπον—δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τὸ ὄνομά του— πρὸς ἀνάκρισιν. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ἠθέλησε νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῷ παρεῖχεν ἡ ποινικὴ δικονομία, τοῦ νὰ ἀνακρίνωνται οἱ Ἐπίσκοποι κατ’ οἶκον, καὶ ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ. Ὁ ἀείμνηστος Μπακόπουλος ἐνόμισεν ὅτι τοιαῦτα δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας ἠδύναντο νὰ ὑπάρχωσιν ἀπέναντι ἀνακριτοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπέναντι μέλους τῆς Συνελεύσεως. Ἔκρινεν ὁ ἀείμνηστος Μπακόπουλος ὅτι θὰ ἐμειοῦτο τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως, ἂν αὐτὸς μετέβαινε κατ’ οἶκον, ὡς καὶ σήμερον ἐζήτησεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος νὰ μεταβῇ ἡ Συνέλευσις κατ’ οἶκον. Ἡ Συνέλευσις τότε ἀπεφάνθη ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ Ἐπίσκοπος, διότι αἱ τοιαῦται σχετικαὶ διατάξεις ἀτονοῦν ἀπέναντι τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Συνελεύσεως. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως· θέλετε σεῖς νὰ τὰς μεταβάλετε; Θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸν πίνακα αὐτὸν τῶν ἐπερωτήσεων, ὅπως τὰς ἔχομεν σήμερον. Καθιερώσατε τοιαύτας παραδόσεις καὶ τότε ὄχι μόνον δὲν συντελεῖτε εἰς ἀνύψωσιν τοῦ κύρους τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία πανταχόθεν βάλλεται, ἀλλὰ καὶ μειώνετε αὐτό.
§67Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε συνάδελφε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν. Ἐξ ὅσων ἀντελήφθην, πρόκειται περὶ τῶν πρακτικῶν τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων καὶ σεῖς, ὁ ὁποῖος καταγίνεσθε εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ....
§68Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι ἐγώ.
§69Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς, ὁ ὁποῖος ἐμελετήσατε ὁπωσδήποτε τὰ ἐκκλησιαστικὰ, μήπως γνωρίζετε ὅτι ἡ Ἱεραρχία ἀπεφάσισε καὶ συνεδριάζει κατὰ τὸ καθολικώτερον καὶ τὰ πρακτικά, ὅπως εἰς τὸ Κογκλάβιον, καίονται τὸ βράδυ;
§70Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐδήλωσα ὅτι ἀγνοῶ τελείως εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς συναδέλφους ἡ προσκόμισις τῶν πρακτικῶν, ἐμὲ ἓν μόνον ἐνδιαφέρει, τὸ κῦρος καὶ ἡ δύναμις τῆς Συνελεύσεως. Ἄλλοτε συνεζητήθη ὅτι ὑπαρχούσης Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ αὐταὶ αἱ Ἀρχαὶ αἱ κρατικαὶ εἶναι ὑπὸ τὰς ἀμέσους αὐτῆς διαταγάς. Ἡ θεωρία αὐτή, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη εἰς πλείστας Συνελεύσεις, δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπὸ τῆς παρούσης Συνελεύσεως. Ἔχω ὅμως τὴν ἀξίωσιν νὰ τῆς δοθῇ ὅλον τὸ κῦρος. Καὶ εἶναι ἀπαραίτητον τοῦτο, διότι ἴσως οὐδέποτε ἡ Συνέλευσις ἐβλήθη μὲ βέλη τοιαῦτα, ὅπως βάλλεται ἡ παροῦσα Συνέλευσις. Πανταχοῦ κύριοι, ἀκούεται «δὲν εἶναι Συνέλευσις αὐτή», πανταχοῦ βλέπετε τὸ κῦρός της μειούμενον.
§71Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Ἂς φροντίσωμεν ἡμεῖς νὰ μὴ δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ ὁμιλῇ ἀνευλαβῶς.
§72Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂν μάθετε μίαν ἀπάντησιν τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας εἰς ἐρώτησιν πληρεξουσίων, θὰ ἴδητε ποῖον θράσος δεικνύει ἡ Ὑπηρεσία αὐτὴ ὄχι μόνον ἀρνουμένη νὰ δώσῃ πληροφορίας, ἀλλὰ ψέγουσα καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως στάσιν του. Μάλιστα, κ. Ἀλαμανῆ, νὰ δώσωμεν ἡμεῖς τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως, καὶ τοῦτο ζητῶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα. Ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἔχῃ τὴν παντοδυναμίαν ἐναντίον πάσης Ἀρχῆς, νὰ τὴν ἔχῃ ἐναντίον τῶν Ἀρχῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ διαλύσουν τὸ Κράτος.
§73Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἀφήσετε ἥσυχον τὴν Ἐκκλησίαν διὰ νὰ μὴ δώσωμεν καὶ πάλιν αἰτίαν εἰς τοὺς ἀντιθέτους νὰ κατηγορήσωσι τὴν Δημοκρατίαν ὅτι στρέφεται κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς θρησκείας. Ἐνθυμηθῆτε τί διέδιδον πρὸ τοῦ δημοψηφίσματος, ὁπότε ὁ λαὸς μετὰ δυσπιστίας παρηκολούθει τὴν ἐξέλιξιν, καὶ μόνον μετὰ τὸ δημοψήφισμα ἐπείσθη ὅτι αἱ διαδόσεις ἦσαν ἐντελῶς ἀνυπόστατοι. Μὴ δίδετε λοιπὸν καὶ πάλιν ἀφορμήν. Ἔχετε προσωπικά; Κτυπήσατε τὰ πρόσωπα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§75Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ σύγχρονος, ἡ ἐπικρατοῦσα καὶ ἡ προφανῶς ὀρθὴ γνώμη περὶ τῶν σχέσεων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ἀμφότεραι εἶναι ἀνεξάρτητοι ἀπ’ ἀλλήλων. Καὶ ὀρθῶς, διότι ἡ μὲν εἶναι Ἐξουσία ἠθική, ἀπορρέουσα ἄνωθεν, ἡ δὲ εἶναι Ἐξουσία κοσμική, νομική, ἐκπηγάζουσα κάτωθεν, ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Δὲν ἔχουν καμμίαν ἐξάρτησιν ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλην. Ἡ γνώμη αὐτή, ἡ προφανῶς ὀρθὴ σήμερον, δὲν ἐπεκράτει κατὰ τοὺς μέσους αἰῶνας. Ἀλλ’ ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἡ Πολιτεία ἡ Βυζαντινὴ ἐπενέβαινεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀντιθέτως εἰς τὴν Δύσιν ἡ Ἐκκλησία εἶχεν ἐπέμβῃ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ ἐνήσκει πολιτικὴν Ἐξουσίαν, ὥστε εἶχον τότε ἀποτελεσθῆ Κράτη ἐκκλησιαστικά. Ὅταν ὅμως τὰ Κράτη τὰ νεώτερα τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἤρχισαν νὰ ἀπελευθερῶνται ἀπὸ τὰ σκότη τοῦ παρελθόντος, ὅταν ἤρχισαν νὰ ἀντιλαμβάνωνται καὶ νὰ διεκδικοῦν τὰς ἰδέας τὰς ὀρθάς, τότε ἐθέσπισαν διατάξεις οὐχὶ ἐπεμβάσεως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ἀντιθέτως περιοριστικάς, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν Πολιτείαν. Αἱ διατάξεις αὐταὶ τῶν Κρατῶν τῶν Εὐρωπαϊκῶν μετεφυτεύθησαν καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχεν ἀπολύτως καμμία ἀνάγκη παρ’ ἡμῖν. Διότι καὶ κατὰ τὴν μακραίωνα ἐποχὴν τὴν Βυζαντινήν, ὅπως καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξος ἡ Ἑλληνική, τὸ λέγω πρὸς τιμήν της, διενοήθη, οὐδέποτε ἔδειξε τάσιν ἢ ἐπιθυμίαν νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν Πολιτείαν.
§76ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τοὐναντίον μάλιστα.
§77Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Αἱ διατάξεις λοιπὸν αὐταὶ ἦσαν ὅλως ὀθνεῖαι, ἦσαν ξενικαὶ καὶ μετεφυτεύθησαν ἐδῶ ἄνευ λόγου. Ὁπωσδήποτε αἱ διατάξεις πᾶσαι, αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, εἶναι περιοριστικαὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται στενῶς, στενώτατα, ἐφόσον φύσει ἀνεξάρτητος εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν ποίαν ἀξίωσιν προέβαλε; Νὰ ἑρμηνευθῶσιν αὐταὶ εὐρύτατα, αἱ διατάξεις αὐταὶ αἱ περιοριστικαί, ἀλλὰ καὶ ξενικαὶ καὶ παρέλκουσαι προφανῶς. Ἔχει ἄδικον, ἀλλ’ ἔχει ἀκόμη περισσότερον ἄδικον, διότι δὲν ἐζήτησε μόνον αὐτά, ἐζήτησεν ἐπὶ πλέον ὅπως ἡ Πολιτεία ἐπεμβῇ εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κειμένων διατάξεων καὶ τῶν συνταγματικῶν καὶ τῶν νομοθετικῶν· διότι τί ἠξίωσε; Νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱεραρχίας εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς μηνός. Ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱεραρχίας αὐτῆς τί ἀφορῶσι; Καθαρῶς ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, καθαρῶς πνευματικά, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα.
§78Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;
§79Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Διότι ἐπὶ ἕνα μῆνα ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀσχολεῖται παρὰ μόνον διὰ πνευματικὰ ζητήματα.
§80ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ θέλομεν νὰ μάθωμεν.
§81Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὅλα τὰ ζητήματα, κύριοι, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ Ἱεραρχία εἶναι καθαρῶς ἐκκλησιαστικά, πνευματικά. Τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶναι ἐκκλησιαστικόν, ἀλλὰ δύναται καὶ ἡ Πολιτεία κάπως νὰ ἀναμιγνύεται διὰ νὰ ἐγκρίνῃ, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν Ἐπισκόπων.
§82Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ ἠξεύρετε εἰς τί ἠσχολήθη ἡ Ἱεραρχία;
§83Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν διέκοψά ποτε κανένα ἄνευ τῆς συναινέσεώς του. Θὰ τὰ βγάλω ὅλα εἰς τὰ φόρα, ὅταν μὲ πολυστενοχωρήσετε.
§84Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς προκαλοῦμεν.
§85Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς μίαν κουβένταν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐκάματε κατ’ ἰδίαν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διασύρεται ἡ Ἐκκλησία, μοῦ εἴπετε ὅτι, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ, νομίζω εἰς τὴν Κέρκυραν, ἔπρεπε νὰ διορισθῇ αὐτὸς ὁ Δεσπότης καὶ ὄχι κανεὶς ἄλλος.
§86Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχω ἐγὼ μὲ τὴν Κέρκυραν;
§87Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μὴ μὲ στενοχωρῆτε, παρακαλῶ, διότι βλέπετε ὅτι ὁμιλῶ γενικῶς καὶ ἀπροσώπως.
§88Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Ἐπαναστάσεως εἶναι ὁ Δεσπότης τῆς Κερκύρας.
§89Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὰ πρακτικὰ αὐτὰ ἀφοροῦν κυρίως καὶ μόνον καθαρῶς ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα. Ποῦ ὑπάρχουν αἱ διατάξεις αἱ συνταγματικαὶ ἢ νομοθετικαὶ ὅτι ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τοιαῦτα ζητήματα; Οὐδαμοῦ, οὐδὲ εἰς τὴν ἰδικήν μας Πολιτείαν, οὐδὲ ἀλλαχοῦ, πουθενά, οὐδέποτε, εἰς καμμίαν ἐποχήν, οὐδὲ εἰς τὴν Βυζαντινήν, οὐδέποτε ἡ Πολιτεία ἐπενέβαινεν εἰς τὰ πνευματικὰ τῆς Ἐκκλησίας ζητήματα. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ὁ πρῶτος τῶν ἐπερωτησάντων, ἐπὶ ὥραν ὡμίλησε διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως εἰς ποῖα ζητήματα. Καὶ τοῦ τὸ ὑπενθυμίζομεν ἡμεῖς. Ἡ Πολιτεία λοιπὸν ἔχει δικαίωμα μόνον νὰ παρακολουθῇ μήπως ἡ Ἐκκλησία παρεμβῇ εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ τὴν Ἐκκλησίαν ὄχι πῶς ἐκτελεῖ αὕτη τὰ πνευματικά της καθήκοντα, ἀλλὰ μήπως ὑπεισέλθῃ αὕτη εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας καὶ πρὸς τοῦτο μάλιστα ἀνέθεσε τὸ σχετικὸν δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἐπιτηρήσεως εἰς ἕνα καὶ μόνον, εἰς τὸν Κυβερνητικὸν Ἐπίτροπον. Ὡς πρὸς τοῦτο ὅμως μᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐπερωτήσας ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι ἀνετέθη τὸ καθῆκον αὐτὸ τῆς ἐπιτηρήσεως εἰς τὸν Κυβερνητικὸν Ἐπίτροπον ἕπεται ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ πάντες; Ἐγὼ θὰ ἀντιστρέψω τὸ ἐπιχείρημα καὶ θὰ εἴπω ὅτι, διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Κυβ. Ἐπίτροπον νὰ ἐπιτηρῇ τὴν Ἐκκλησίαν, ἕπεται ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἤθελε νὰ ἐπεμβῇ καὶ νὰ παρακολουθῇ ἄλλος τις αὐτήν;
§90Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Θέλω νὰ ἐρωτήσω ποῖα εἶναι τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.
§91Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀφήσατέ τα. Σεῖς δὲν πιστεύετε θρησκείας (γέλωτες), μὴ ἀνακατεύεσθε. Ὑπεστήριξαν ἀκόμη οἱ ἐπερωτήσαντες ὅτι δῆθεν οἱ Ἐπίσκοποι ἐνασκοῦσι δημόσιον λειτούργημα καὶ ἐπεκαλέσθησαν ὅτι λαμβάνουσι μισθόν.
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐπίδομα.
§93Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μάλιστα. Ἄς ἴδωμεν τί συμβαίνει μὲ τὸν διορισμὸν τῶν Ἐπισκόπων. Προτείνει ἡ Ἐκκλησία τρεῖς ἢ δὲν ἠξεύρω πόσους καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνει τὸν ἕνα. Διατηρεῖ τὸ δικαίωμα αὐτὸ διατί; Ἵνα μὴ τυχὸν κανεὶς ἐξ αὐτῶν, ἐπικίνδυνος εἰς τὴν Πολιτείαν, διορισθῇ. Δι’ ὃ ἕνας Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὴν θέσιν του, θὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως μεταξὺ τῶν τριῶν, ὅταν ἔχῃ λόγους νὰ πιστεύῃ ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὰ αὐτῶν οἱ ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν Πολιτείαν, ἄλλως πρέπει νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐκλογὴν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον λοιπὸν ἡ Πολιτεία ἀναμιγνύεται εἰς τὸν διορισμὸν τῶν Ἐπισκόπων. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται ὅτι οὗτοι εἶναι δημόσιοι λειτουργοί. Ὡς πρὸς τὴν προσαγωγὴν τῶν πρακτικῶν ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι τὰ διάφορα φύλλα τῶν πρακτικῶν εἶναι συνεχῆ, εἰς τὸ ἴδιον φύλλον μάλιστα τῶν πρακτικῶν δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ διάφορα κεφάλαια ἀφορῶντα διάφορα ζητήματα πνευματικὰ καὶ μή. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχίσωμεν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ φέρωμεν τὰ μὴ ἀφορῶντα πνευματικὰ ζητήματα διὰ νὰ τὰ ἴδωμεν; Ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐζητεῖτο ἡ προσαγωγὴ ἑνὸς ἀποσπάσματος ἀπὸ τὰ πρακτικά, τὸ ἀφορῶν τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ τῶν Ἐπισκόπων, τὸ πρᾶγμα βεβαίως θὰ ἦτο συζητήσιμον, ἀλλὰ πάλιν οἱ ἐπερωτῶντες δὲν θὰ εἶχον δίκαιον, διότι τί τὰ ἐχρειάζοντο τὰ πρακτικὰ ἐδῶ, εἰς τὸ θέμα αὐτό; Ἡ Πολιτεία τί δικαίωμα ἔχει ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας; Ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν τριῶν προτεινομένων Ἐπισκόπων νὰ ἐπιλέξῃ ἕνα· ἀλλὰ ποίαν ἐπιρροὴν ἐπὶ τούτου δύναται νὰ ἔχῃ τὸ σχετικὸν πρακτικόν; Καμμίαν. Λοιπὸν τί ἐνδιαφέρει τὴν Πολιτείαν νὰ μάθῃ ποῖοι ἐπροτάθησαν μόνον; Ἀλλὰ τοῦτο τὸ λέγει ἡ σχετικὴ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις καὶ φέρει τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν μελῶν της πρὸς ἀπόδειξιν τῆς γνησιότητός της. Κατ’ ἀκολουθίαν τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι χρήσιμα εἰς τὸ ζήτημα ποὺ ἐνδιαφέρει τὴν Πολιτείαν. Ὁπωσδήποτε, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐφόσον ὁμοφώνως ἀπεφάνθησαν καὶ ἐπρότειναν τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Καὶ ἐρωτῶ: Τί θέλουν, τί ἄλλο ζητοῦν οἱ ἐπερωτήσαντες; Θέλουσι διὰ τοῦ θορύβου νὰ ἀσκήσωσιν ἐπιρροὴν διὰ νὰ διορισθῶσιν ἄλλοι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν ἡ Ἱεραρχία ὁμοφώνως; Τότε ἐπεμβαίνουσιν εἰς ξένα δικαιώματα καὶ ὅπως ἐπιτύχωσι τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, διασύρουσι προφανῶς τὴν Ἱεραρχίαν. Εἶπον ἀκόμη νὰ προσαχθῶσι τὰ πρακτικά, διότι ἔχουν πληροφορίας ὅτι παρεποιήθησαν· ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀνυπόστατος. Καὶ σήμερον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος διεκήρυξεν ὅτι ὅποιος θέλει νὰ ἴδῃ τὰ πρακτικὰ δύναται νὰ ἔλθῃ νὰ τὰ ἴδῃ. Εἶναι δυνατὸν ἕνας ὁ ὁποῖος καλεῖ νὰ ἴδωσι τὰ πρακτικά, εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ἔχῃ παραποιήσει τὰ πρακτικά; Ὅλα λοιπὸν τὰ λεχθέντα εἶναι ἀστήρικτα. Καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἐγείρονται οἱ ἐπερωτήσαντες κατὰ τῆς Ἱεραρχίας διὰ νὰ ἐπιτύχωσι νὰ γίνῃ αὐτὸς ἢ ἐκεῖνος Ἐπίσκοπος.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§95Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ συζήτησις παρετάθη πέρα τοῦ δέοντος, κύριοι συνάδελφοι, ἐνῷ ὤφειλε νὰ τερματισθῇ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ θὰ ἐτερματίζετο, ἂν ἐτίθετο σαφῶς καὶ ὠμὸν τὸ ἐρώτημα. Ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, θέτει τὴν Κυβέρνησιν πρὸ τοῦ διλήμματος νὰ ἀποδώσῃ τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. Ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ δηλώσῃ ὅτι ἐγκρίνει τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἱεραρχίας ἢ ὅτι ἀποδοκιμάζει τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Ἂν οὕτως ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις καὶ συνέπιπτεν ἡ γνώμη της νὰ στρέφεται κατὰ τῆς γνώμης ὅτι ἡ Ἱεραρχία δὲν δύναται νὰ παραδώσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῆς ἐζήτησαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἀναντιρρήτως θὰ εἶχε τερματισθῆ ἡ συζήτησις, καὶ ἂν ἀντιθέτως ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία δικαιοῦται νὰ μὴ παραχωρήσῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ πάλιν θὰ εἶχε τερματισθῆ ἡ συζήτησις, διότι, ἂν ἐγίνετο τοὐλάχιστον ἐλευθέρα αὕτη ἐπὶ τῷ σκοπῷ καὶ τῷ τέλει ὅτι θὰ συνεζητοῦντο τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἀναντιρρήτως δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν σήμερον τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, αἱ ἀντιλήψεις ὅλης τῆς Συνελεύσεως θὰ συνηντῶντο εἰς τὸ σημεῖον ὅτι αἱ σχέσεις αὗται, ὅπως ἔχουσι, δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσουν παρατεινόμεναι. Δὲν εἶναι ἀνεκτὸν νὰ ὑφίσταται Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ ἀξιοῖ νὰ ἐποπτεύῃ δεσμευτικῶς ἐπὶ τοῦ κλήρου, ὁ δὲ κλῆρος ἐξ ἀντιθέτου νὰ μὴ θέλῃ νὰ συνδέεται πρὸς τὸ Κράτος παρὰ μόνον διὰ τῶν ἀπατηλῶν ψηλαφήσεων τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀναντιρρήτως θὰ τεθῶσιν ἐν καιρῷ, ὅταν συζητηθῶσιν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰ ζητήματα εἰς τὴν θέσιν των. Ἀλλὰ σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν κρίνονται αἱ σχέσεις τῆς Πολιτείας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἡ συζήτησις ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ ἂν ἐπιδοκιμάζει ἢ δὲν ἐπιδοκιμάζει τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἱεραρχίας. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς ἐντεῦθεν νὰ κακίσωμεν οὔτε τὴν Ἐκκλησίαν οὔτε τὸν τελευταῖον χωροφύλακα οὔτε τὸν τελευταῖον ἀγροφύλακα οὔτε οἱανδήποτε ἄλλην Ἀρχήν. Ὁ συμπυκνωτὴς τῶν πράξεων τῶν κρατικῶν ὀργάνων εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς πρὸς ταύτην μόνον δικαιούμεθα νὰ ἀποταθῶμεν, ταύτην μόνον δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν, ἂν καὶ ἐφόσον ἐπιδοκιμάζει πράξεις τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι δὲν φαίνονται συνάδουσαι πρὸς τὸν Νόμον. Ἂν καὶ δὲν ἠρώτησαν σαφῶς καὶ ὠμῶς οἱ μέχρι σήμερον ἀγορεύσαντες, ἐρωτῶ ἐγώ· ἐπιδοκιμάζει ἢ δὲν ἐπιδοκιμάζει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἱεραρχίας; Ἂν καὶ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις δὲν δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, δὲν ὑπάρχει στάδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ διεξήγετο περαιτέρω συζήτησις. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἀπαντήσουν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο.
§96Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Θὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων.
§97Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, ὑποθέτω, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της. Θὰ ἀκουσθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι ρήτορες.
§98Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε, κ. Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε εἰς ἄλλην περίπτωσιν νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ περατωθοῦν αἱ σχετικαὶ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως ἐντὸς τριῶν ἑβδομάδων. Ἐγὼ θὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν ἀπάντησίν σας.
§99Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν νομίζει ὅτι πρέπει ὁ Μητροπολίτης νὰ δώσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ τότε ἡμεῖς παραιτούμεθα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§101Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, οὔτε εἰς τὰ αἴτια οὔτε εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπερωτήσεως θὰ εἰσέλθω, διότι καὶ τὰς ἀγνοῶ. Ἐλαχίστας μόνον λέξεις θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀφοῦ ἐγενικεύθη. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ ἀσχοληθῶμεν σήμερον, πολὺ ὀρθῶς, οὔτε περὶ τῆς Ἱεραρχίας οὔτε νὰ θίξωμεν κἂν τὴν Ἱεραρχίαν· τοὐναντίον διαδηλοῦμεν ἄλλην μίαν φορὰν ἀπόλυτον τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ὅλοι αἰσθανόμεθα πρὸς τὴν θρησκείαν τὴν Ὀρθόδοξον, ὅπως καὶ πᾶσαν ἄλλην, ἐπίσης δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἐκπροσωποῦντας ταύτην. Οὐχ ἧττον ὅμως ἡ ἐπερώτησις μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶ καὶ νὰ ἐξετάσω, ἂν καλῶς τίθεται καὶ ἂν καλῶς γίνεται ἡ συζήτησις. Ὅταν λέγωμεν ἐπερώτησιν ἐν τῇ Συνελεύσει, δὲν ἐπερωτῶμεν ἄλλον τινά, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος κ. Κούνδουρος, εἰμὴ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐπερωτήσωμεν, ὅταν ἐπερωτῶμεν, τί ἔκαμεν ἡ Ἱεραρχία, τί ἔκαμεν ἡ Α Ἀρχὴ ἢ ἡ Β Ἐξουσία. Ἔχομεν δικαίωμα, ὡς πληρεξούσιοι, νὰ ἐπερωτήσωμεν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἐφόσον πρόκειται νὰ ἐλέγξωμεν θετικήν τινα πρᾶξιν, ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς Ὑπουργὸς ἁρμόδιος, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐνήργησεν. Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν διέκρινα ποίαν πρᾶξιν ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς μέχρι σήμερον, ὥστε νὰ ἐπερωτηθῇ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐνήργησε τὴν πρᾶξιν.
§102Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι παράλειψις.
§103Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἢ ποίαν παράλειψιν.
§104Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα.
§105Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Εἶναι μία παράλειψις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπηρωτήθη.
§106Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου δὲν εἶναι αὐτό. Ἡ παράλειψις εἶναι ὅτι δὲν ἔδωσε μίαν ἀπάντησιν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ τοῖς εἴπῃ ὅτι κακῶς πράττουσα ἡ Ἱεραρχία ἠρνήθη καὶ ὅτι θὰ λάβῃ τὰ μέτρα του.
§107Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅταν δὲν κατατεθοῦν ζητούμενα ἔγγραφα, δικαιοῦνται οἱ πληρεξούσιοι νὰ ἐπερωτήσουν διατί δὲν κατετέθησαν.
§108Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὰ κατέθεσεν ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν τὰ ἔχει εἰς χεῖράς της.
§109Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ πάρῃ.
§110Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Σίδερη ἐπερωτᾶται ὁ κ. Ὑπουργός, διότι παρέλειψε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἔπρεπε νὰ εἶναι σαφεστέρα, καὶ ἂν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν, θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι ἡ αἴτησίς σας εἶναι ἀόριστος. Ἡ αἴτησίς σας δὲν μοῦ δίδει τὸ δεδομένον τί πρέπει νὰ σᾶς φέρω καὶ τί νὰ μὴ σᾶς φέρω, ἐφόσον δὲν φαίνεται ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ζητεῖτε.
§111Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος.
§112Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἴσως, διότι, ἂν ἐπερωτήσητε καὶ ζητήσητε ἀπὸ ἕνα ἐκ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν νὰ σᾶς προσκομίσῃ ὁλόκληρον τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου του, βεβαίως ζητεῖτέ τι τὸ ἀδύνατον.
§113Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν μᾶς ἀπήντησαν ὅτι εἶναι πολλὰ τὰ πρακτικά.
§114Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα συγκεκριμένοι καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο ὑπηρετεῖ τὴν ἐπερώτησίν σας. Νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσι τὰ δεῖνα ἔγγραφα, ἀφορῶντα αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐλέγξωμεν.
§115Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ὥστε ἡ ἐπερώτησις ἀπορρίπτεται ὡς ἀόριστος.
§116Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρακτικὰ περιόδου ἑνὸς μηνὸς ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθοῦν, καὶ ἀπορῶ διατί μέχρι σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν σᾶς εἶπεν ὅτι τὰ πρακτικά, ὅπως τὰ ζητεῖτε ἐν συνόλῳ, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατατεθοῦν.
§117Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ τὰ ἐζήτησε;
§118Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μὴ εἰσέρχεσθε εἰς τὸ ἐσωτερικόν· δὲν γνωρίζετε τί πλέον παρ’ ὅ,τι γνωρίζετε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§119Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πῶς γνωρίζετε σεῖς ὅτι εἶναι πολλὰ τὰ πρακτικά;
§120Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπὸ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου.
§121Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁ χρόνος αὐτὸς σᾶς κάμνει νὰ ὑποθέτετε ὅτι πρόκειται περὶ ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὀγκώδη, ἐνῷ πρόκειται περὶ πρακτικῶν περιληπτικῶν.
§122Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὰ πρακτικὰ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου δι’ ἓν ὁλόκληρον ἔτος καὶ ἦσαν μόνον εἷς φάκελος· δὲν φαντάζομαι ὅτι πρακτικὰ ἑνὸς μηνὸς θὰ εἶναι ὀγκωδέστατα.
§123Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ αἴτησις ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος πρέπει νὰ εἶναι σαφὴς διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ Ὑπουργὸς ἂν πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Διότι ὑπάρχουν περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὑπεύθυνος δὲν εἶναι εἰμὴ μόνον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, καὶ δύνανται νὰ κατατεθῶσιν ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ μόνου ὑπευθύνου. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον ἡμῶν. Ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς θὰ ἀρνηθῇ νὰ καταθέσῃ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν διατί ἀρνεῖται νὰ καταθέσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα Ὑπουργὸν οὔτε νὰ ἀρνηθῇ οὔτε νὰ καταθέσῃ, ἀφοῦ τοῦ ζητοῦνται μιᾶς ὁλοκλήρου Συνόδου πρακτικά, διότι δὲν γνωρίζει τί θέλετε καὶ τί δὲν θέλετε. Ἄν πρόκειται περὶ συγκεκριμένης ὑποθέσεως, βεβαίως θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ καὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὰ τὰ πρακτικὰ τὰ ἀφορῶντα τὸ θέμα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξετάσητε εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν ὑπ’ εὐθύνην ἐμοῦ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐν ἀντιγράφῳ κατατεθειμένῳ, διότι ἡ Συνέλευσις δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ τι παρὰ νὰ ἐλέγξῃ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς διακόψω— νομίζω ὅτι σᾶς διηυκόλυνα—ἂν ἠθέλετε νὰ ζητήσετέ τι, νὰ ζητήσετε ὡρισμένως τί πρακτικὰ θέλετε, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀσφαλῶς θὰ σᾶς προσήγοντο, κατὰ τὴν ἀτομικήν μου πάντοτε γνώμην. Ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, θὰ εἴπω ἕνα πρᾶγμα: Δὲν ὑπάρχουν ἐξουσίαι εἰς τὸ Κράτος αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνῶνται, δὲν ὑπάρχουν ἐξουσίαι μὴ ὑπαγόμεναι εἰς ὡρισμένας πράξεις καὶ ὡρισμένας παραλείψεις εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ἁρμοδίου Σώματος, τοῦ ἐκπροσωποῦντος ὄχι Συνέλευσιν, ἀλλὰ πᾶσαν οἱανδήποτε Βουλήν.
§124Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐννοεῖτε;
§125Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα. Μόνον διὰ τοῦτο ἔθεσα ὡς ἀρχὴν ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι βλάπτονται αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, δὲν δύναται νὰ τὰ καταθέσῃ, διότι εἶναι κίνδυνος δημοσίας τάξεως. Ἀναλαμβάνει ὅμως πλήρη τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ.
§126Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ καταθέσῃ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς δύναται ὑπ’ εὐθύνην του νὰ εἴπῃ ὅτι διὰ λόγους ὡρισμένους δὲν δύνανται νὰ κατατεθοῦν, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐλεγχθῇ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους.
§127Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος, εἶναι καὶ ἀνεξέλεγκτος. Βεβαίως εἶναι ἀνεξέλεγκτος, ἀλλ’ ἐλέγξιμος εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐλέγξιμος ὁ Ὑπουργὸς καὶ εἶναι ἐλέγξιμος κατὰ τοῦτο, ἂν καὶ κατὰ πόσον παρέλειψε τὸ καθῆκόν του ἢ δὲν ἤσκησε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος τοῦ δίδει τὸ δικαίωμα. Ἄν ὁ νόμος τοῦ δίδῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα δι’ ὡρισμένας πράξεις, εἶναι ἐλέγξιμος ἂν τοῦτο τὸ ἔκαμεν ἢ ὄχι. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εἶναι ὑποχρεωτικόν, δύνανται νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα αὐτά, ἐφόσον ἄλλοι λόγοι δὲν ἀποκλείουν τὴν ἐμφάνισιν αὐτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ μυστικότητος ἢ περὶ ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους θὰ ἐκθέσῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ θὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου τόσον διὰ τὴν Ἱεραρχίαν, ὅσον καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν. Εἶναι περιττὸν ὅμως νὰ ἀσχοληθῇ τις εἰς τὴν παροῦσαν ἐπερώτησιν, νὰ ἐξετάσῃ τί εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι καὶ τί δὲν εἶναι, τί εἶναι ἡ Ἱεραρχία καὶ τί δὲν εἶναι. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ εἰς ἄλλην ὥραν θὰ τὰ συζητήσωμεν αὐτὰ ἁρμοδίως, ἂν καλῶς κεῖνται τὰ ὅσα κεῖνται σήμερον ἢ ἂν χρήζουν διορθώσεως καὶ ποίας. Ἐφόσον ὅμως κεῖνται, ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα αὐτὰ καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, νὰ ὑποκύπτωμεν. Δὲν ὑπάρχει ὅμως οὐδεὶς ὁ ἀνεύθυνος. Ὑπῆρχεν ἄλλοτε εἷς ἀνεύθυνος εἰς τὸν Τόπον αὐτόν, σήμερον ὅμως δὲν ὑπάρχει κανείς. Καὶ οἱ Ἱεράρχαι καὶ οἱ Ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἐφημέριοι καὶ οἱ μοναχοὶ καὶ οἱοσδήποτε, ὅταν ἀσκοῦν μίαν οἱανδήποτε ἐξουσίαν εἴτε ἐξουσίαν κληρικὴν εἴτε ἐξουσίαν σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν διοίκησιν τῆς Πολιτείας, ὑπέχουσιν εὐθύνας διὰ παραβάσεις καὶ παραλείψεις ἀκόμη. Εἷς οἱοσδήποτε Ἱεράρχης εἴτε ἐξήνεγκε γνώμην εἴτε ἐνήργησε πρᾶξιν ἀντίθετον πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, πράξεις δηλαδὴ αἱ ὁποῖαι προσβάλλουν κειμένους νόμους τῆς Πολιτείας, διὰ πρᾶξιν παράνομον καὶ ἐν τῇ παραλείψει τοῦ καθήκοντός του ἀκόμη, ἀσκῶν τὰ καθήκοντά του ὡς Ἱεράρχης, διέπραξε παράλειψιν κειμένων νόμων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι διωκτέος διὰ παράβασιν καθήκοντος, διωκτέος δὲ ἀπὸ τὰ ἁρμόδια δικαστήρια. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι διωκτέος καὶ τιμωρεῖται ἀπὸ κοινὰ δικαστήρια, βεβαίως καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἑπομένως ἔχει καθῆκον αὐτὸς νὰ ἀσκήσῃ ποινικὴν ἀγωγὴν ἢ νὰ ἀσκήσῃ πειθαρχικὴν δίωξιν. Τοιαύτην, νομίζω, ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐπερώτησις καὶ οὕτως ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ ἀσχολούμεθα περὶ τῆς Ἱεραρχίας καὶ μὲ τὸ τί κάμνει ἡ Ἱεραρχία. Ἕνα ἔχομεν σήμερον ὑπεύθυνον, τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Τὸν κατηγοροῦμεν διὰ παράλειψιν, διότι δὲν προσεκόμισε πρακτικά. Ποῖα; Ἐφόσον τοῦ ζητοῦμεν ὡρισμένα πρακτικά, θὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ προσκομίσῃ ἢ ὄχι. Ἂν δὲ ἡ Ἱεραρχία δὲν τοῦ δώσῃ τὰ ζητηθέντα πρακτικά, τὰ ὁποῖα θὰ θεωρήσῃ ὅτι δύναται ἀνωδύνως νὰ τὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, τότε διαπράττει μίαν παράλειψιν ὁ Ὑπουργός, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸν ἐλέγξωμεν. Καί, ἂν συμφωνῆτε, νομίζω ὅτι ἐκεῖ ἦτο δυνατὸν νὰ περιορίσητε τὴν ἐπερώτησίν σας καὶ τότε φρονῶ ὅτι θὰ ἐπήρχετο κάποια συμφωνία.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§129Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡμεῖς δὲν θὰ ὁμιλήσωμεν;
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§131Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Βεβαίως νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ μὴ διεξάγεται ἡ συζήτησις ἀσκόπως.
§132Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι μετὰ τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως θὰ προβῇ εἰς δηλώσεις ὁ κ. Ὑπουργός.
§133Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶπεν ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ τελευταία. Εἶπεν ὅτι θὰ ἀκούσῃ τοὺς ρήτορας καὶ ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, ὅταν τὸ θεωρήσῃ ἐπίκαιρον. Οὐδεὶς Κανονισμὸς μᾶς ὑποχρεώνει οὔτε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν νὰ ὁμιλήσωμεν, ὅπως ἠξίωσεν εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων, οὔτε εἰς τὸ μέσον. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι τώρα εἶναι ἀρκετὰ ὡριμασμένη ἡ συζήτησις καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ.
§134Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Εὑρίσκω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ συζήτησις διήρκεσεν ὑπὲρ τὸ δέον. Ἂν δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐνωρίτερον, ἦτο ἐκ σεβασμοῦ εὐνοήτου πρὸς τοὺς θελήσαντας νὰ ἀγορεύσουν. Τώρα ἐνόμισα ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ δώσω ἐξηγήσεις, μὲ τὴν ἐλπίδα ἴσως ὅτι ἡ συζήτησις δὲν θὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρόν. Ἂν θελήσω νὰ εἴπω ἀκριβῶς τὰς σκέψεις μου, ἴσως ὅλοι οἱ μέχρι τοῦδε λαβόντες τὸν λόγον νὰ μὴ ἐννοήσουν ὅτι μεταξὺ ἐμοῦ, μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν λαβόντων τὸν λόγον θὰ ὑπῆρχεν ἴσως μεγάλη καὶ ριζικὴ διαφορὰ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ ἑνὸς ἐπεισοδίου, δημιουργηθέντος μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, εἴτε μιᾶς ἀντιθέσεως ἴσως ὅσον ἀφορᾷ τὰς σκέψεις μας ἐπὶ τῆς ριζικωτέρας λύσεως ἑνὸς δημιουργηθέντος ζητήματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική μου, ἡ ἀτομικὴ ὅσον ἀφορᾷ τὸν δεξιώτερον, ἵνα μὴ εἴπω πολιτικώτερον, χειρισμὸν ἑνὸς ἐπεισοδίου μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, χειρισμὸν τοιοῦτον ὀφειλόμενον ὄχι μόνον εἰς τὸν ἰδιαίτερόν μου χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ ἴσως εἰς μίαν ἐξακρίβωσιν τῶν εὐθυνῶν, ὡς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Κύριοι, τὸ ξιφουλκεῖν εἰς ἑκάστην στιγμὴν εἶναι εὔκολον ἴσως προνόμιον μερικῶν νεωτέρων μου. Νομίζω ὅτι τὴν φορὰν αὐτὴν δὲν ἐπιβάλλεται ἀμέσως, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἑνὸς τοιούτου ἐπεισοδίου, νὰ λάβω τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπαινίττονται οἱ πρῶτον λαβόντες τὸν λόγον κύριοι πληρεξούσιοι. Πέριξ ἑνὸς ἐπεισοδίου, σχετιζομένου μὲ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν τῶν Μητροπολιτῶν, ὁ ἐρίτιμος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος κατέθεσε μίαν ἐπερώτησιν καὶ πέριξ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς ἐδημιουργήθη ἕτερον ἐπεισόδιον, τῆς μὴ καταθέσεως ἐγγράφων. Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὁ συνάδελφος κ. Σίδερης εὐρύνει ὁλονὲν τὸν κύκλον τοῦ ζητήματος ἐν συνοδείᾳ μὲ τὸν ἕτερον συνάδελφον ἐκ Μαντινείας κ. Μπακόπουλον.
§135Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν λέξιν «συνοδεία».
§136Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἠθέλησα νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν συνάδελφον κ. Μπακόπουλον εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν, ὁ κ. Σίδερης ἔψαλεν ἕνα λαϊκὸν ἀναβαλλόμενον ἐναντίον τῶν ἀξιωματούχων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεως. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τοιούτου εἴδους συζητήσεις δὲν πρέπει νὰ ἔλθωσι. Καὶ ὁ κ. Σίδερης, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἠθέλησε μετὰ τοῦ κ. Μπακοπούλου ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος νὰ μεταχειρισθοῦν ὅλας ἐκείνας τὰς παλαιὰς φράσεις, τὰς ὁποίας ἐλησμόνησαν ἤδη. Καὶ ἀπὸ τὸ αὐτὸ ὁπλοστάσιον τῆς ἀγανακτήσεως ἐξεκρέμασαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ παλαιὰ καριοφίλια τῆς καταρρακώσεως τοῦ Κράτους, τῆς ταπεινώσεως ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας κλπ.! Φυσικά, τὰ πράγματα δὲν ἔχουν, τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, τὴν σημασίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ δώσουν. Κατερρακώθη, εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, τὸ Κράτος ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας. Ἐταπεινώθη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις παραδώσασα ἑαυτὴν εἰς πέντε ἱερεῖς. Κύριοι, μὴ σπεύδωμεν. Οἱ ἰσχυροὶ δὲν ταπεινοῦνται, διότι δὲν ἐγείρουν τὴν χεῖρα, ὁσάκις δύνανται νὰ τὸ πράξουν ἀλλὰ δὲν θέλουν, οὔτε ἡ παντοδύναμος καὶ πανίσχυρος Συνέλευσις ἐμείωσε τὸ κῦρός της θελήσασα νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἀκούσῃ μίαν ὑπόθεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐλέχθησαν καὶ ἀντηλλάγησαν τόσαι διάφοροι θεωρίαι. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπετάθην διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ὡς καὶ ἀρχικῶς κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν εἶπον, δὲν ἠρνήθη ῥιζικῶς. Ὁμιλῶ διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν. Μοὶ ἔστειλεν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἔλεγεν ὅτι ἔχω ἀνάγκην, λόγῳ τῶν εὐθυνῶν τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνω, νὰ ἐρωτήσω ὁλόκληρον τὴν Ἱεραρχίαν, καὶ τὴν ἀπάντησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν εἶχον καθῆκον νὰ διαβιβάσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, οἱ ἐπερωτήσαντες ἐχαρακτήρισαν ὡς μίαν πρᾶξιν ὁμολογουμένως κατακριτέαν, τοῦ δὲ κ. Μπακοπούλου τοῦ ἐξέφυγον καὶ λέξεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἤμην ἄξιος νὰ κατέχω τὸ ἐδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, κατόπιν τῆς προσβολῆς τὴν ὁποίαν ἔκαμα, διακοινώσας ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἁπλούστατα ὁ Μητροπολίτης μοὶ ἔλεγεν ὅτι θὰ ἐρωτήσῃ καὶ τοὺς συναδέλφους του ἂν πρέπει νὰ τὰ καταθέσῃ! Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, κύριοι, κατὰ τὰς συνεννοήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα εἴτε ἐγγράφως εἴτε προφορικῶς δὲν ἠρνήθη εἰς ἐμὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν πρακτικῶν. Ἀλλὰ ἐπρόκειτο περὶ καταθέσεως ἢ ἀπαντήσεως, ὅπως τὰ πρακτικὰ κατατεθῶσιν ὁλόκληρα, καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν διεβίβασα δι’ ἐγγράφου τυπικῶς, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδώσω ἀντίγραφα τῶν πρακτικῶν, τῶν ὁποίων οἱ ἐπερωτῶντες εἶχον ἀνάγκην διὰ τὸ θέμα των. Εἶμαι πρόθυμος εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως νὰ ἀνοίξω τὰ βιβλία εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας καὶ νὰ θέσω εἰς τὴν διάθεσίν των τὰ μέρη ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχουν ἀνάγκην. Τὸ πνεῦμα τῆς ἀπαντήσεως εἶναι τὸ ἀκόλουθον, ὅτι εἰς τὰ βιβλία αὐτὰ δὲν καταχωρίζονται μόνον αἱ συζητήσεις αἱ ἀφορῶσαι τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ἀλλὰ καταχωρίζονται καὶ ἄλλαι πράξεις καὶ ἀποφάσεις καθαρῶς πνευματικαί, ἀφορῶσαι τὸν ἐσωτερικὸν βίον τῆς Ἐκκλησίας, πράξεις σχετιζόμεναι, δύναμαι νὰ εἴπω, μὲ τὸν ἰδιόρρυθμον χαρακτῆρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ. Καὶ θέλετε, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα; Ὑπάρχουν ἐν τοῖς βιβλίοις, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι φύλλα, ὅπως λέγει ὁ κ. Σίδερης, ἀλλ’ ὁλόκληρος τόμος δυσβάστακτος, καταχωρισμέναι καὶ ἀποφάσεις λ. χ. πειθαρχικῶν ποινῶν, πράξεις σχετιζόμεναι μὲ συνεννοήσεις μὲ ξένας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον πράττω καλῶς καὶ ἀτενίζω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας: Τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Τοῦτο ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεων, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὑπῆρξαν καὶ Ἐκκλησίαι αἱ ὁποῖαι ἐνόμισαν ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον. Πῶς θέλετε λοιπὸν αὐτὰ νὰ τὰ μεταφέρωμεν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Συνελεύσεως; Ὁ Μητροπολίτης εἶπεν ὅτι δὲν αἰσθάνεται τὴν δύναμιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην καὶ ὅτι περὶ τούτου εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον.
§137Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐρωτῶ πρῶτον: Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεωμένην νὰ παραδώσῃ τὰ πρακτικὰ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ ναὶ ἢ ὄχι; Εἶναι δευτερεῦον ζήτημα, ἂν μέσα εἰς τὰ πρακτικὰ ὑπάρχουν πράγματα τὰ ὁποῖα νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνακοινωθοῦν. Ἂν θέλετε νὰ συμφωνήσετε εἰς τοῦτο, διὰ νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα ἀρχῆς, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δὲν ἀποτελοῦν ἔγγραφα ἰδικά της, ἀλλ’ εἶναι ἔγγραφα δημόσια, τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἀξιώσῃ ἡ Λαϊκὴ Ἀντιπροσωπεία τὴν προσαγωγὴν ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ ὅμως, ὡς μέλος τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως νὰ πάρῃ τὰ ἔγγραφα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Βλέπω ὅμως εὐχαρίστως ὅτι ὁμολογεῖτε τὴν ἀρχὴν αὐτήν.
§138Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα περιέχονται εἰς ἕνα τόμον;
§139Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Μάλιστα.
§140Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι καὶ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα προσαγόμενα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θίξουν συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τῆς Ἐκκλησίας; Ἂν ὑπάρχῃ καὶ ἓν ἔγγραφον τοιαύτης φύσεως, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προσαχθῇ.
§141Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, κ. Πρόεδρε. Μὴ παρεκκλίνωμεν ἐκ τῆς ἀρχικῆς ἐπερωτήσεως. Ἐπηρωτήθην καὶ ἠλέγχθην δριμύτατα, κατὰ τρόπον περίεργον, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην λέξιν, διότι δὲν ἔλαβον μέτρα, ὅπως κατατεθῶσιν αὐτούσια τὰ ἔγγραφα. Αὕτη ἦτο ἡ ἀφετηρία τῆς ἀρχικῆς ἐπερωτήσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένοντο τόσαι καὶ τόσαι συζητήσεις καὶ αἰτιάσεις ἐναντίον μου. Καὶ ἀπαντῶ ὅτι τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων αὐτουσίων ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἠρνήθη διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἐξήγησα. Δὲν ὑποστηρίζει ὅτι δὲν εἶναι δωσίλογος ἡ Ἐκκλησία ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἀφορῶσαν τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους. Εἶναι πρόθυμος νὰ παραδώσῃ ἐπίσημα ἀντίγραφα καὶ ὑπευθύνως ὅλα τὰ πρακτικὰ τὰ ἀφορῶντα τὰς ἀποφάσεις της καὶ τὰς σκέψεις της. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει εἶναι ὅτι ἐν τῇ ἐσωτερικῇ της ζωῇ τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸν ἐσωτερικὸν βίον τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τὸ δικαίωμα ἢ μᾶλλον φρονεῖ ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὰ κρατήσῃ δι’ ἑαυτὴν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, διότι φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθουν τοῦ γραφείου της.
§142Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Σεῖς τί φρονεῖτε;
§143Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Μὴ μὲ διακόπτετε. Αὐτὸ εἶναι πρωτάκουστον. Αὐτὸ εἶναι μία ἐπερώτησις διηνεκής, ἀσκουμένη μὲ μίαν βιαιότητα, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τόσα ἔτη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν εἶδον ποτέ μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅτι ἐν τῷ τόμῳ αὐτῷ τῶν πρακτικῶν δύνανται νὰ ὑπάρξουν καὶ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἔλθουν εἰς δημοσιότητα. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἀσπάζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ φρονεῖ ὅτι ἡ εὐθύνη ἡ κυβερνητικὴ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας ἀντίγραφα ἐπίσημα ὅλων ἐκείνων τῶν πρακτικῶν τὰ ὁποῖα θὰ καθορίσουν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχουν ἀνάγκην νὰ φωτισθοῦν, διὰ νὰ ἐπερωτήσουν τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν. Πέρα τοῦ ὁρίου τούτου νομίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη εὐθύνη. Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις. Νομίζω ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι δεδικασμένη.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, γίνεται μία ἀταξία τοῦ Κανονισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Δεκάκις ἔχει διακόψει. Οὕτω λαμβάνετε τὸν λόγον ὄχι δίς, ἀλλὰ ἑκατοντάκις. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἔτσι δὲν τελειώνει ποτὲ ἡ συζήτησις. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνετε τὸν λόγον ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμόν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§146Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μετριάζουσι τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, ὡς ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. Μπακοπούλου καὶ κ. Σίδερη, ὡς ζητήματος δηλαδὴ οἱονεὶ συγκρούσεως μεταξὺ τῆς Ἱεραρχίας καὶ τῆς Συνελεύσεως, ὡς Σώματος κυριάρχου, δικαιουμένου νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς πράξεις καὶ ἐνεργείας αὐτοῦ, τὰς ἀναγομένας εἰς τὰς σχέσεις πρὸς τὴν διοικοῦσαν τὴν Ἐκκλησίαν Ἱεραρχίαν. Ἐπιστημονικῶς ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη ὅτι ἡ Ἱεραρχία ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νέου Καταστατικοῦ Νόμου δύναται βασίμως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παραδώσῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα ἐκ μέρους πληρεξουσίων ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως ἀσκηθῇ ἔλεγχος κατὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ἀναγομένων εἰς ἐνεργείας τῆς Ἱεραρχίας καθαρῶς διοικητικοῦ χαρακτῆρος. Διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου Καταστατικοῦ Νόμου αἱ ἐνέργειαι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων συντελοῦνται ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἔχοντος δικαίωμα οὐχὶ σκιῶδες, ἀλλ’ οὐσιωδέστατον νὰ διαγράφῃ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ἐκλεξίμων. Δὲν δύναται δὲ νὰ χωρήσῃ καμμία ἀμφιβολία ἐπιστημονικὴ ὅτι ὑπάγονται αἱ ἐνέργειαι αὗται τῆς Ἱεραρχίας αἱ διοικητικαὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Συνελεύσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ τρόπος τῆς καθιδρύσεως τοῦ νέου διοικητικοῦ καθεστῶτος τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοῦ τελευταίου Καταστατικοῦ Νόμου, τοῦ παραδόξου αὐτοῦ νόμου, τοῦ γενομένου δύο ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Συνελεύσεως καὶ ἔχοντος συντακτικὸν περιεχόμενον, ἐξεδήλωσε πανηγυρικώτερον παρὰ αἱ ἀρνήσεις αὐταὶ περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τὰς τάσεις τῆς Ἱεραρχίας τὰς χωριστικάς, τὰς ὁποίας, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θεωρῶ ἀσυμφόρους, ἂν μὴ ὀλεθρίας, καὶ ἀπὸ πολιτικῆς καὶ ἀπὸ ἐθνικῆς καὶ ἀπὸ ἠθικοκοινωνικῆς ἀπόψεως, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται νὰ ἐκδηλωθῶσι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ προτάσεως χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πολιτείας. Διότι, ἂν ἀλλαχοῦ ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔδει νὰ χωρισθῇ καὶ ἐχωρίσθη πράγματι ἀπὸ τοῦ Κράτους, τοῦτο ὠφείλετο εἰς τὸ ὅτι ὑπῆρχον ἐκεῖ ὀργανισμοὶ ἐκκλησιαστικοὶ αὐτοκέφαλοι μὲ ἰδίαν οἰκονομικὴν καὶ κοσμικὴν δύναμιν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ κατευθύνωσι τὴν ἐκκλησιαστικὴν δρᾶσιν καὶ προστατεύσωσι προσηκόντως τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι δύναται Ἐκκλησία μὴ κηδεμονευομένη παρὰ τῆς Πολιτείας καὶ μὴ ἐπιτηρουμένη παρ’ αὐτῆς νὰ ἐξυγιάνῃ καὶ ἀναπλάσῃ τὸν ἐσωτερικὸν αὐτῆς ὀργανισμὸν καὶ νὰ δράσῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τῆς Κοινωνίας καὶ τοῦ Ἔθνους, δημιουργοῦσα μίαν πραγματικῶς νέαν ζωήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἤλπισαν πάντες, ὅσοι εἶδον καὶ τὸν νέον αὐτὸν Νόμον τὸν Καταστατικὸν μετ’ ἐξαιρετικῆς σπουδῆς θεσπιζόμενον, ὅτι διὰ τῆς διοικητικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτοτελείας, τῆς δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωχθείσης, τῆς Ἐκκλησίας θὰ ἐδημιουργεῖτο μία νέα ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Δυστυχῶς ἡ μέχρι τοῦδε ἀπόδοσις τοῦ νέου συστήματος διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς τοιαύτας προσδοκίας καὶ ἡ δρᾶσις αὐτῆς περιωρίσθη κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς ταπεινὰς καὶ χαμαιζήλους συζητήσεις περὶ προαγωγῶν καὶ προσώπων. Ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος δὲν ἐσημειώθη καμμία δημιουργικὴ προσπάθεια πρὸς νέας κατευθύνσεις ζωντανοποιήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος τοῦ Μαΐου καὶ ἡ τακτικὴ Σύνοδος τοῦ Ὀκτωβρίου κατηναλώθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς ζητήματα προσωπικά. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Λιμπεροπούλου ἐγεννήθη ζήτημα συγκρούσεως Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, διότι, ἐνῷ διετάχθη διοικητικὴ ἀνάκρισις παρὰ τῆς Ἱεραρχίας ἐπὶ τῶν καταχρήσεων ἐκείνων τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ὅταν ἡ πρόοδος τῶν ἀνακρίσεων ἀπέδωκε στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπεκύρωσε βραδύτερον ἡ τακτικὴ ποινικὴ Δικαιοσύνη, παρὰ τῆς ἰδίας Ἱεραρχίας τῆς διαταξάσης τὴν ἀνάκρισιν παρηγγέλθη ἡ διακοπὴ αὐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ὁ τότε Ὑπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Εἶπον τοῦτο, διότι δυστυχῶς καὶ τότε ἐξεδηλώθη μία τάσις αὐτοτελειακὴ οὐχὶ χάριν τῶν συμφερόντων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία, ὡς καὶ εἰς τὸν Καταστατικὸν Νόμον ὁρίζεται, ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν ὀρθοδόξων κατοίκων τῆς Χώρας. Ἡ διοίκησις αὐτῆς παρὰ μόνων τῶν Ἐπισκόπων θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως κανονικὴ καὶ ὀρθή, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ μετέχῃ εἰς αὐτήν, ὡς καὶ εἰς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, τὸ λαϊκὸν στοιχεῖον. (Χειροκροτήματα). Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν μετριότητα, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θελήσας νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἱεραρχίας ὡς μὴ ἀπόλυτον ἄρνησιν, θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ φοβώμεθα ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἐπιφυλακτικὴν διατύπωσιν ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι καθαρῶς ἀρνητική, λαμβάνοντες μάλιστα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν σημερινὴν δήλωσιν εἰς τὸν Τύπον τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν φέρεται οὗτος λέγων ὅτι καὶ κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Ἱεραρχίας δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παραδώσῃ τὰ πρακτικά. Καὶ θὰ ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι ἐνισχύει αὕτη τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ἦτο ἀπολύτως ἀρνητική, στηριζομένη προφανῶς εἰς τὰς τάσεις τῆς Ἐκκλησίας τὰς χωριστικάς, τὰς ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς πεπλανημένας καὶ ἀστηρίκτους, ἀλλὰ καὶ γενικῶς ἐπιζημίους διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, πάντως δὲ κατακριτέας διὰ τὸν ἐξεπίτηδες διστακτικὸν καὶ ἀμφίβολον τρόπον τῆς ἐκδηλώσεώς των. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπεβλήθη αἴτησις ὡρισμένων Ἱεραρχῶν περὶ συμμετοχῆς αὐτῶν εἰς τὴν Γερουσίαν, δι’ ἧς ἠθέλησαν νὰ καταστοῦν φορεῖς καὶ ὄργανα πολιτικοῦ συστήματος κατὰ τρόπον ἀντιβαίνοντα ἴσως καὶ εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ εἶναι περίεργον ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκ μέρους μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐκδηλοῦται τοιαύτη ἐπιθυμία συμμετοχῆς εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, ἀντιθέτως ἐκ μέρους τῶν ἰθυνόντων τὴν Ἐκκλησίαν ἐκδηλοῦνται αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος χωριστικαὶ τάσεις. Εἶναι δὲ θλιβερὸν ὅτι τὴν ἀφορμὴν πρὸς ἀνακίνησιν τοιούτων ζητημάτων ἀπετέλεσε καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὑπόθεσις χειροτονιῶν, αἱ ὁποῖαι συνέπεσαν μὲ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν περὶ περιορισμοῦ τῶν Ἐπισκοπῶν. Ἐπέπρωτο δυστυχῶς νὰ συγκινήσουν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ζητήματα προβιβασμῶν, ὡς καὶ τοὺς ἄλλους ὀργανισμοὺς τοῦ Κράτους. Ὕστερα ἀπὸ μίαν ἐθνικὴν καταστροφὴν καὶ δοκιμασίαν πρωτοφανῆ προβιβασμοὶ καὶ ἀντεγκλήσεις εἰς τὸν Στρατόν, προβιβασμοὶ καὶ ἀντεγκλήσεις εἰς τὸ Ναυτικόν, προβιβασμοὶ καὶ ἀντεγκλήσεις ταράσσουσαι τὴν γαλήνην τῆς Χώρας καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία ὤφειλεν εἰς ἡμέρας τοιαύτης κρατικῆς καταπτώσεως καὶ κοινωνικοῦ ἐκφυλισμοῦ νὰ φανῇ ἀνωτέρα, δίδουσα οὕτως αὐτὴ τὸ παράδειγμα τῆς ἀνωτέρας ἠθικῆς ἐξάρσεως καὶ εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν.
§147Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν: Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ πολιτικὴ εἰσῆλθε καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διέφθειρε τὰ πάντα καὶ τὴν ἔχει εἰς τὸ ταπεινὸν σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται.
§148Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὀφείλω, κύριοι συνάδελφοι, ἐξ ἀφορμῆς τῆς διακοπῆς νὰ τονίσω ὅτι οἱ κοπτόμενοι, καθ’ ὃν τρόπον κόπτονται, ὑπὲρ τῆς αὐτοκυριαρχίας καὶ αὐτοτελείας τῆς Ἐκκλησίας ἐνδιαφέρονται ὀλιγώτερον ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, παρὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσιν, ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἐξακολουθήσῃ κηδεμονευομένη ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἐνδιαφερόμεθα περισσότερον ἡμεῖς ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, κ. συνάδελφε, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ κρατοῦντος καθεστῶτος τῆς συμμαχίας αὐτῆς μετὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα συνεδυάσθη καὶ πρὸς θρυλουμένην ἄρνησιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τοῦ ἀσκοῦντος τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης πρὸς κατάθεσιν ἐγγράφων αἰτηθέντων πρὸς ἄσκησιν ἐλέγχου....
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἰδιαιτέρα ἐπερώτησις δι’ αὐτό.
§150Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ γνωρίζω, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ συνεδυάσθη. Ὀφείλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω ὅτι ἀλλοίμονον ἂν καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς ἔλεγχον, ὄχι αἱ κρίσεις αἱ δικαστικαὶ καὶ αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάγωνται εἰς ἔλεγχον, διότι τότε θὰ ἀνετρέπετο ἡ ἔννοια τοῦ ἀνεξαρτήτου τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις καὶ ἐνέργειαι αἱ περιεχόμεναι εἰς τὴν διοικητικὴν ἀποστολὴν τῶν δικαστικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μόνον ὄργανα τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ εἶναι ὄργανα, ὅπως γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ζητήματος τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ συναντηθῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σίδερην, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξεν ὅλην τὴν κειμένην Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν καὶ ἐπεκαλέσθη τὰς γνώμας ὅλων τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων κανονολόγων καὶ συνταγματολόγων. Δὲν εἶναι μόνον ἡ γνώμη τοῦ Σαριπόλου, εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ Κυριακοῦ, δὲν εἶναι μόνον τὸ κείμενον τοῦ παλαιοῦ Καταστατικοῦ Νόμου, εἶναι καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Γραμματείας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνήκει ἡ ἐγκατάστασις τῶν συνοδικῶν Ἀρχῶν καὶ ἡ ἐπιτήρησις καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων αὐτῶν καὶ τῶν κατὰ συνέπειαν ἀποφάσεων αὐτῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τούτου ἄλλοτε ἡ Πολιτεία, ἐπεμβᾶσα, ἠκύρωσε τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο βασιμώτατα νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι δὲν ἔχει καταργηθῆ ὑπὸ τοῦ τελευταίου Καταστατικοῦ Νόμου. Ἂν ἐπέτρεπεν ὁ χρόνος, θὰ ἠδύνατό τις καὶ εὐρύτερον νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα τοῦτο ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, ἔχω ὅμως τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην ταύτην θέλουν νὰ θίξουν τὴν Ἐκκλησίαν, θέλουν νὰ θίξουν τοὺς Ἱεράρχας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐνδιαφερόμεθα παρὰ ὡς ὀργάνων ἱερῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς χριστιανοὺς καὶ τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦν ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι περὶ αὐτῆς νὰ τὴν ἴδουν περισσότερον ζωντανήν, νὰ τὴν ἴδουν ἐπωφελέστερον δρῶσαν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν περίοδον τὴν ὁποίαν διανύομεν, δέον ἡ Πολιτεία νὰ διατηρήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῆς παρέχουν οἱ νόμοι ὅλοι, τὰ Διατάγματα ὅλα, τὰ ἰσχύοντα ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ὁ τελευταῖος Καταστατικὸς Νόμος. Διότι ὁ νόμος οὗτος ὑποστηρίζει τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ διὰ τῆς διατάξεως ἡ ὁποία καθιεροῖ τὴν οὐσιαστικὴν συμμετοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἐπισκόπων καὶ διὰ τῆς διατάξεως ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀπολύτως ὑποχρεωτικὴν τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου, μὴ δυναμένων νὰ ἐκτελεσθοῦν, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν καὶ κατ’ οὐδένα λόγον νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Ἡ ἐκ μέρους δὲ δυστυχῶς τῆς Ἱεραρχίας ἀνακίνησις τοιούτου ζητήματος ἀποτελεῖ, κύριοι, δημιουργίαν σκανδάλου, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν τὴν εὐαγγελικὴν ρῆσιν «οὐαὶ δι’ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται». Διότι ἀσφαλῶς δὲν προυκάλεσαν τὸ σκάνδαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ ἐπερωτῶντες, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἁγνοῦ ἐκινήθησαν ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας—εἶναι ἀνάξιον τοῦ Σώματος τούτου, ὅπως ἀποδώσῃ οἱανδήποτε σημασίαν καὶ προσοχὴν εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς οἱ ὁποῖοι ἀστόχως ἐρρίφθησαν ἐνταῦθα, καθ’ οὓς δῆθεν προσωπική τις ὀπισθοβουλία ὑπηγόρευσε τὴν ἐπερώτησιν (χειροκροτήματα). Τὸ ζήτημα ἔχει ὑψίστην σπουδαιότητα, εἶναι ζήτημα ἀρχῆς καὶ ἐπιστημονικῆς καὶ πολιτικῆς καὶ εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ ὅπως ἡ Κυβέρνησις τὸ ρυθμίσῃ ὁριστικῶς, ἵνα προλάβῃ κινδύνους διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πρὸ παντός, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἀγὼν ἡμῶν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§152Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετράπη τελείως τοῦ σκοποῦ αὐτῆς καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἠκούσαμεν πολλὰς ἀντιλήψεις περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Συνέλευσις, ὡς Σῶμα κυρίαρχον, δύναται νὰ κανονίσῃ, ὅπως νομίσῃ καλύτερον τὰς σχέσεις μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἂν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ συμφέρον διὰ τὴν Χώραν ὅτι πρέπει νὰ χωρίσῃ τὴν Πολιτείαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, δύναται καὶ τοῦτο νὰ πράξῃ. Ἂν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθοῦν αἱ σχέσεις αἱ ὑπάρχουσαι μέχρι σήμερον, δύναται νὰ ἀδρανήσῃ. Ἂν ἀκόμη ἡ Συνέλευσις νομίζῃ συμφέρον εἰς τὸν λαὸν νὰ ἀναστατώσῃ τελείως, ὅπως ἔκαμεν ἀλλαχοῦ μία ἄλλη Ἐπαναστατικὴ Συνέλευσις πρὸ αἰῶνος καὶ πλέον, πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τοῦτο δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἡ κυριαρχία της εἶναι θεωρητικῶς ἀδιαφιλονείκητος. Ἂν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ ἀβλαβὲς καὶ σήμερον νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ εἴπῃ ὅτι, οἱοιδήποτε κίνδυνοι καὶ ἂν ὑπάρχουν καὶ οἱαδήποτε συμφέροντα καὶ ἂν κινδυνεύουν, πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ ἔγγραφα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὰ φέρωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἓν ὅριον, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὑπάρχει τὸ ὅριον τοῦ κινδύνου συμφερόντων μεγαλυτέρων. Δὲν εἶναι κεκλημέναι αἱ Συνελεύσεις νὰ συζητοῦν τὰ ζητήματα ἀκαδημαϊκῶς καὶ νομικῶς, ὅπως προκαλούμεθα ἐδῶ ἀδιακόπως νὰ πράξωμεν. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ προορισμός των. Αἱ Συνελεύσεις εἶναι πολιτικὰ Σώματα, δὲν λύουν νομικὰ ζητήματα. Οὔτε σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ ἐπί τινος νομικοῦ ζητήματος ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως· διότι τίς θὰ ἠδύνατο νὰ διαβεβαιώσῃ ὅτι μετὰ πάροδον ἓξ μηνῶν δὲν θὰ ἐλύετο τὸ ἴδιον ζήτημα κατ’ ἄλλον τρόπον; Μᾶλλον ἀκατάλληλα Σώματα, διὰ νὰ λύουν νομικὰ ζητήματα, δὲν ὑπάρχουν ἀπὸ τὰς πολιτικὰς Συνελεύσεις. Αἱ Συνελεύσεις εἶναι πολιτικαί· κρίνουν πρὸ πάντων κατὰ τὸ σκόπιμον ἢ μὴ ἐνεργείας τινὸς ἢ παραλείψεως, καὶ ὄχι ἁπλῶς κατὰ τὸ νόμιμον αὐτῶν, ἂν δὲ εὑρίσκωνται πρὸ μιᾶς ἀποδείξεως, ἤ, ἂν θέλετε, πρὸ ἑνὸς ἁπλοῦ τεκμηρίου ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος συμφερόντων ἐθνικῶν ὑπερτέρων, τότε συνήθως καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας Κοινοβούλιον καὶ εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια σταματοῦν καὶ δὲν συζητοῦσι πλέον περὶ τῆς νομιμότητος ἢ μὴ τοῦ δικαιώματος αὐτῶν. Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι ὄχι μόνον κατὰ τοὺς παλαιοτέρους Καταστατικοὺς Χάρτας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν σήμερον ἰσχύοντα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὰ ἑξῆς καθήκοντα (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐκδίδει διατάξεις ἀναφερομένας εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας». Δὲν θὰ ἐξετάσωμεν νομικῶς, ἂν εἶναι κυρίαρχος, ἐπειδὴ διοικεῖται ἀπὸ Σύνοδον. Μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν λοιπῶν Πατριαρχείων διατελεῖ εἰς σχέσεις ἐκκλησιαστικάς. Δὲν ἐξετάζομεν, λέγω, νομικῶς, ἂν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἢ ν’ ἀρνηθῇ ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἐξετάζονται τὰ ζητήματα πρὸ πάντων πολιτικῶς. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Διακρίνονται διὰ τὴν ἑνότητα ἰδιαίτατα τῆς πίστεως μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν λοιπῶν Πατριαρχείων καὶ τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν». Ὅλαι αὐταὶ αἱ σχέσεις, κύριοι, διακανονίζονται κατὰ τρόπον, ὅστις ἀναγράφεται ἑκάστοτε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖος θὰ ἦτο ἐκεῖνος ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην τῆς εὐρυτέρας ἀνακοινώσεως τῶν θεμάτων περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι θέματα ἁπλῶς ἐκκλησιαστικά, δὲν εἶναι θέματα πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ ἐνδιαφέροντα, ἀλλὰ δύνανται νὰ εἶναι καὶ θέματα ἀνωτέρου ἐνδιαφέροντος, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ μείνῃ οὐδεὶς ἀσυγκίνητος; Ποῖος Ὑπουργὸς θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, διότι σχεδὸν εἰς τὴν δημοσιότητα θὰ παραδοθοῦν, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχωμεν, καὶ ἔχομεν, ἄπειρον πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐμπιστοσύνην; Ὑπάρχει ἔθιμον παλαιότατον καὶ τὸ ὁποῖον καθιερώθη παγίως, ἔθιμον ἐφαρμοσθὲν καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων καὶ ἐγγράφων, ἰδίᾳ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἤδη ἡ Κυβέρνησις λέγει πρὸς τὴν Συνέλευσιν: Δυνάμεθα νὰ σᾶς παραδώσωμεν ἔγγραφα, τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα ἢ τὰ δεῖνα τεμάχια, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς παραδώσωμεν ὁλόκληρα τὰ πρακτικά, ὅπως τὰ ζητεῖτε, διότι φοβούμεθα ὅτι θὰ ἐπέλθωσι κίνδυνοι συμφερόντων ὑπερτέρων. Εἶναι ἔθιμον παλαιότατον, τὸ ὁποῖον ἐσεβάσθησαν ὅλαι αἱ Συνελεύσεις καὶ ὅλαι αἱ Βουλαί. Νὰ σέβεται ἡ Συνέλευσις τὰς τοιαύτας δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἄν, ἐννοεῖται, καὶ ἐφόσον ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν. Διὰ νὰ εἶναι δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου περισσότερον σαφὴς καὶ κατηγορηματικὸς καὶ διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ἐμφορεῖται ἐξ εἰλικρινοῦς διαθέσεως ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἔκαμε τὴν δήλωσιν, εἰς ἣν προσθέτω καὶ ἐγὼ ὅτι δυνάμεθα, διὰ τοῦ κύρους τοῦ Ἐπιτρόπου τοῦ Κυβερνητικοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὑπάλληλος τῆς Ἐκκλησίας, δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ὅλα τὰ μέρη τῶν πρακτικῶν τὰ ὁποῖα συνδέονται ὄχι μόνον μὲ τὰ θέματα τῆς ἐκλογῆς ὡρισμένων Ἐπισκόπων, ἀλλ’ ἀκόμη μὲ ὅλα τὰ θέματα τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν μῆνα τὸν διαρρεύσαντα συνεζητήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ὁπωσδήποτε τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ νὰ παρουσιάσωμεν ἀντίγραφα αὐτῶν ἀκριβῆ καὶ ἐπικυρωμένα εἰς τὴν Συνέλευσιν. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, κύριοι, ὅτι δὲν θέλει τὰ ἀντίγραφα; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει νόμος ἰσχύων ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν Ἑλλάδι, καθ’ ὃν τὰ ἀντίγραφα τὰ ἐπικυρωμένα ὑπὸ δημοσίας Ἀρχῆς ἐξομοιοῦνται καθ’ ὅλα μὲ τὰ πρωτότυπα. Γνωρίζετε ὅτι εἶναι νόμος οὗτος ἰσχύων ἀπὸ μιᾶς δεκαπενταετίας. Ὅταν δὲ τὰ ἀντίγραφα ἐπικυρώσῃ δημοσία Ἀρχὴ ἐντεταλμένη, οἷος εἶναι ὁ Κυβερνητικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἡ ἔνστασις ὅτι τὰ ἀντίγραφα δὲν θὰ εἶναι ἔγκυρα, ἀφοῦ καὶ διὰ τὰς κοινὰς ἀκόμη ὑποθέσεις δὲν δύνασθε νὰ προβάλετε τοιοῦτον ἰσχυρισμόν, ἐκτὸς ἂν προσβάλετε τὰ ἀντίγραφα ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, πλαστογραφίᾳ τὴν ὁποίαν θὰ διέπραττεν ἐν προκειμένῳ οὐχὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἀλλ’ ὁ Κυβ. Ἐπίτροπος. Νομίζω ὅτι χωρὶς νὰ περιπλέκεται ἡ συζήτησις μὲ τὴν ἐξέτασιν περὶ τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, μὲ τὸ ζήτημα ἂν ἡ Ἐκκλησία ἵσταται εἰς τὸ ὕψος εἰς ὃ πρέπει νὰ ἵσταται καὶ εἰς ὃ πρέπει ὅλοι νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἵσταται, ὀφείλουν νὰ ἀρκεσθῶσιν οἱ κ. συνάδελφοι, ἵνα ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου λάβῃ ἀντίγραφα πιστοποιημένα διὰ τοῦ κύρους αὐτοῦ ἐξ ὅλων τῶν πρακτικῶν, ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν μὴ ἀναγομένων εἰς καθαρῶς πνευματικὰ ζητήματα καὶ τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς θέμα (χειροκροτήματα).
§153Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν μᾶς τὰ ἐλέγετε αὐτά, κ. Πρόεδρε, οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν. Σᾶς παρεκαλέσαμεν μάλιστα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖται ἐξηντλημένη ἡ συζήτησις.
§155Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις μόνον. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μᾶς ἔδιδε μίαν ἀπάντησιν καὶ μᾶς ἔλεγεν ὅτι μᾶς δίδει ὅλα τὰ ἀντίγραφα, δὲν θὰ ἐγεννᾶτο κανὲν ζήτημα. Ἐγὼ κατέθεσα ἐπερώτησιν διὰ τὰ ἔγγραφα αὐτά.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνεδριάσεως ἐν πρώτοις ἀνακοινῶ ὅτι, συμφώνως μὲ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, κατήρτισα τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος ἀπὸ τοὺς κ. κ. Π. Μαζαράκην, Ἐμμ. Ἐμμανουηλίδην, Γ. Χατζηκυριακοῦ, Κ. Φίλανδρον καὶ Δ. Ἀνδρεάδην. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πῶς θὰ καταρτίσωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως; Τὴν Δευτέραν θὰ ἔχωμεν Σύνταγμα.
§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρῶτον τὰ νομοσχέδια περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ περὶ ἀνακλήσεως τῆς γενομένης δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς κλπ., καὶ αἱ μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεις καὶ εἶτα νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ Συντάγματος.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν Δευτέραν. Μήπως θέλετε νὰ ἀλλάξωμεν τὴν ὥραν;
§159ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν 5ην μ.μ. (Ὥρᾳ 9.20′ μ.μ.).