1924.11.13
2,545 rows · 19,595 words · 331 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 99Η
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Κονιστρῶν ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν ὑποδεικνυομένων οἰκονομιῶν. — Ὁ Σύλλογος τῶν ἐν Ἑλλάδι ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρείας Hastern αἰτεῖται τὴν βελτίωσιν τῆς μισθοδοσίας μελῶν του. — Ὁ Σύλλογος τῶν κηπουρῶν Λαρίσης παρακαλεῖ ὅπως συμπεριληφθῇ διάταξις ἐν τῷ νέῳ ἐνοικιοστασίῳ καὶ διὰ τοὺς λαχανοκήπους. — Οἱ ἀγωνισταὶ Αʹ τάξεως Κρήτης παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν παροχὴν τῶν καθυστερουμένων συντάξεων. — Ἡ Προσφυγικὴ Ἕνωσις Σερρῶν παρακαλεῖ ὅπως οἱ ἐκ τοῦ συνοικισμοῦ Μέσδρα ἀπομακρυνόμενοι πρόσφυγες μεταφερθῶσιν εἰς τὴν τοποθεσίαν Μαγαζειά. — Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἀργοστολίου αἰτοῦνται τὴν διαβάθμισίν των. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἑρμῆς» παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ Κράτος προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν ἑτέρων τριάκοντα ἑκατομμυρίων σταφιδοκάρπου. — Ὁ Σύνδεσμος ποτοποιῶν Καβάλλας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπικειμένην νέαν φορολογίαν τοῦ οἰνοπνεύματος. — Ἐπιτροπὴ γεωργῶν Ὀρεστιάδος παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ προέδρου τοῦ Ἐποικισμοῦ κ. Ἀβουσαλάμ, ὅστις τοὺς ἠμπόδισε νὰ καλλιεργήσωσι τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐνοικιασθέντα τουρκικὰ κτήματα. — Ἐπιτροπὴ τραυματιῶν κατόχων περιπτέρων αἰτοῦνται τὴν ἄρσιν τῆς ἀστυνομικῆς διαταγῆς περὶ μεταφορᾶς τῶν περιπτέρων εἰς ἄλλας θέσεις. — Ἡ Ἕνωσις χηρῶν καὶ ὀρφανῶν πολέμου Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν προικοδότησιν τῶν ἀγάμων ἀδελφῶν τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων. — Ὁ Σπυρίδων Παπαχρήστου, δημοδιδάσκαλος καὶ διευθυντὴς τοῦ σχολείου Κλεισούρας, αἰτεῖται τὴν διαβάθμισίν του. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν καταστηματαρχῶν ἑστιατορίων, ζυθεστιατορίων καὶ οἰνομαγειρείων Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Περιχώρων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα σχετικὸν μὲ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα «περὶ ἑβδομαδιαίας ἀναπαύσεως τῶν ὑπαλλήλων». — Ὁ ὑποθηκοφύλαξ καὶ οἱ γραμματεῖς τοῦ Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν αἰτοῦνται τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας ἐπὶ τῆς διαβαθμίσεώς των. — Ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος τὰ «Καλάβρυτα» παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Διδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας. — Ὁ ἐξ Ἁγίου Λαυρεντίου Βόλου ἱεροψάλτης Ἀπόστολος Λιάντσαρας διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος, ἀπαγορεύσαντος αὐτῷ νὰ ψάλλῃ. — Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Γ. Ροῦσσος καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γ. Κονδύλης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀποκτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἰθαγενείας ὑπὸ τῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν προσφυγόντων Ἑλλήνων τὸ γένος ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας καὶ Θράκης». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Σκεῦος Ζερβὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ ἐπανεξετάσεως ἀπορριφθέντων μαθητῶν». — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§2Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι πληρεξούσιοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον ὑμῶν σχέδιον νόμου, τοῦ ὁποίου ὁ τίτλος ἔχει ὡς ἑξῆς: «Περὶ ἀνακλήσεως τῆς γενομένης δημοσιεύσεως ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 168 τῆς 23 Ἰουλίου 1924 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δῆθεν νόμου ὑπ’ ἀριθ. 3109 ὑπὸ τὸν τίτλον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.», καὶ βʹ) περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὡς ἄνω Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924». Εἰς τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀναγνώσω, παρατηρεῖτε ὅτι ἐμφανίζεται μία περίπτωσις πρῶτον ἤδη παρουσιαζομένη, καθ’ ὅσον γνωρίζω, εἰς τὴν ἑλληνικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν νόμος δημοσιευθείς, φερόμενος ὡς ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ ἑτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος, τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, νόμος τοιοῦτος ζητεῖται ἤδη δι’ ἑτέρου νόμου νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχων. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι πρωτότυπον, καθόσον, ὡς ἀντιλαμβάνεται πᾶς τις, ὅταν βλέπῃ κανεὶς ἕνα νόμον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἑτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος, ὅστις νῦν, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχύον Σύνταγμα, εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὅταν βλέπῃ τις τοιοῦτον νόμον, πᾶς τις ἀντιλαμβάνεται καὶ πρέπει νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι εἶναι νόμος καὶ ὅτι θὰ παρήγαγε τὰ ἔννομα αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Δυστυχῶς, ὡς θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ὑμῖν, τὸ τοιοῦτον δὲν συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Καίτοι ἓν κείμενον ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὡς νόμος 3109, τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς νόμος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διὰ βραχέων νὰ ἐκθέσω τὸ ἱστορικὸν τῶν πραγμάτων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἡ Συνέλευσις διὰ ψηφίσματος εἶχεν ἐξουσιοδοτήσει τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἐκδώσῃ Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ παροχῆς ἀμνηστίας εἴς τινα ἀδικήματα καὶ περὶ ἐλαφρύνσεως τῶν ποινῶν εἰς ἄλλα ἀδικήματα. Πράγματι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας πολιτευτοῦ ἐξέδωκε τὸ ἀπὸ 23 Ἀπριλίου 1924 Νομοθετικὸν Διάταγμα.
§3ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, τί θὰ γίνουν;
§4Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περιμείνατε· δὲν θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος σοβαροῦ καὶ τὸ πρῶτον ἐμφανιζομένου. Τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα εἶναι βεβαίως καὶ νόμιμον καὶ σκόπιμον. Παρέχει ἀμνηστίαν ὡς πρός τινα ἀδικήματα πολιτικά, ἁπλᾶ ἢ σύνθετα, μετά τινων ἐξαιρέσεων, ἐξ ἴσου λογικῶν· ἐπίσης παρέχει ἀμνηστίαν ὡς πρός τινα ἀδικήματα Ἑλλήνων ὁμογενῶν, διαπραχθέντα κατ’ Ὀθωμανῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, καὶ ὡς πρός τινα ἄλλα ἀδικήματα εἰς βαθμὸν πλημμελήματος. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἀμνηστίαν. Ἐπίσης τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα παρέχει ἀναστολὴν τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς ὡς πρὸς τοὺς καταδικασθέντας μέχρι τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 ἐπὶ διαφόροις ἀδικήμασιν ἀδιακρίτως βαθμοῦ, εἴτε πλημμελήματος εἴτε κακουργήματος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς καταδικασθέντας εἰς θάνατον, παρέχει ἐπίσης ἀναστολὴν τῆς ποινῆς, ἐφόσον ὁ θάνατος διὰ προγενεστέρας χάριτος εἶχε μετατραπῆ εἰς ἰσόβια δεσμά, καὶ τὸ Διάταγμα ὁρίζει ὅπως οὗτοι ἐκτίσωσι ποινὴν 15ετῆ. Τὸ Διάταγμα ἐκήρυσσεν ἐπίσης παραγεγραμμένα ἀδικήματά τινα ἐπουσιώδη, πλημμελήματα καὶ πταίσματα. Ἐπίσης τὸ Διάταγμα τοῦτο παρεῖχε καὶ δυνητικὴν ἀναστολὴν τῆς διώξεως ἄλλων τινῶν πλημμελημάτων, τηρουμένων προϋποθέσεών τινων. Τινὰ ὅμως πλημμελήματα ἐξῄρει τῆς ἀναστολῆς τῆς διώξεως. Καὶ δὴ ἐξῄρει ἐκείνους οἵτινες εἶχον παραπεμφθῆ διὰ βουλεύματος καὶ διετέλουν ἐν προφυλακίσει, ἐξῄρει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον ἄλλοτε καταδικασθῆ ἐπὶ λῃστείᾳ καὶ ζωοκλοπῇ, ἐξῄρει τοὺς κατηγορουμένους ἐπὶ ζωοκλοπῇ, αἰσχροκερδείᾳ, ἰδιοποιήσει, ἀπιστίᾳ κλπ. Ὡς πρὸς τὰ πλημμελήματα ὅμως εἶχεν, ὁμολογῶ, μίαν παράδοξον διάταξιν, ἥτις ἐκ παραδρομῆς ἴσως ἐτέθη, διότι ἀληθῶς εἶναι καινοφανής. Ἐν ἄρθρῳ 21 παρέχει καὶ τὴν ὑπόσχεσιν τῆς ἀναστολῆς τῆς διώξεως ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ διαπραχθῶσι. Τοῦτο βεβαίως ξενίζει ὀλίγον. Τέλος προβαίνει περαιτέρω καὶ κηρύσσει παραγεγραμμένα κακουργήματα τὰ ὁποῖα εἶχον διαπραχθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, πρὸ 20 ἐτῶν, κἂν ἔτι ὑπάρχωσιν ἀποφάσεις, ὁμοίως δὲ καὶ πλημμελήματα διαπραχθέντα πρὸ πενταετίας, ἐφ’ ὧν εἶχον ἐκδοθῆ ἐρήμην ἀποφάσεις. Τοιοῦτον εἶναι ἐν περιλήψει τὸ Διάταγμα τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως. Παρετηρήθη ὅμως, κύριοι, κατὰ τὴν περαιτέρω ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος ὅτι περιεῖχεν ἀδικίαν τινὰ καὶ ἀνισότητα, καθόσον, ἐνῷ ἀνέστελλε τὸ ἥμισυ τῆς ποινῆς εἰς τοὺς καταδικασθέντας μέχρις 23 Ἀπριλίου 1924, δὲν ἔπραττε τὸ αὐτὸ διὰ τοὺς διαπράξαντας ἀδικήματα μέχρι τῆς 23 Ἀπριλίου 1924, οἵτινες δὲν ἔπταιον ἂν δὲν ἐδικάσθησαν μέχρι τῆς 23 Ἀπριλίου 1924, ἀλλ’ ἐδικάσθησαν βραδύτερον. Ἐθεωρήθη ὅθεν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Σταμούλη ὅτι τοῦτο περιεῖχε μίαν προφανῆ ἀνακολουθίαν, καὶ τοῦτο ἴσως τὸ ἄνισον ἐσκέφθη διὰ νόμου νὰ ἐπανορθώσῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπίσης ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀναστολῆς τῆς διώξεως τῶν πλημμελημάτων, ἐπειδὴ ἐγεννῶντο τεχνικαί τινες δυσχέρειαι ὡς πρὸς τὴν καταβολὴν τῶν ἐξόδων, ἐθεωρήθη καλὸν ἵνα ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια πρὸς διευκόλυνσιν αὐτῶν. Δὲν ἀπασχολῶ περισσότερον τὴν Συνέλευσιν, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω συνοδεύεται διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ὑποβολὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν ἐν αὐτῇ ἐπεξεργασίαν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Σταμούλη σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, κύριον σκοπὸν εἶχε νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἄνω ἀδικίαν, ἀνισότητα μᾶλλον, ἣν εἶχε τὸ πρῶτον Νομοθετικὸν Διάταγμα, καὶ τὸ ὁποῖον σχέδιον νόμου ἀποτελεῖται ἀπὸ 6 μόνον ἄρθρα, ἐκ τῶν ὁποίων 3 ἦταν τὰ οὐσιώδη, τὸ σχέδιον τοῦτο νόμου ὑπέστη ἐξόγκωσιν καὶ ἐξοίδησιν ἐν τῇ Συνελεύσει. Τῷ ὄντι περιελήφθησαν ἐν αὐτῷ πλεῖσται διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων παρείχετο ἀναστολὴ τελείως καὶ αὐτοδικαίως τοιαύτη εἰς πλεῖστα ἀδικήματα καὶ δὴ διὰ πολλὰ τῶν ὁποίων κοπτόμεθα ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῶνται αὐστηρῶς. Π. χ. περιεῖχε μίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεστέλλετο πᾶσα δίωξις ἐπὶ τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ ἐπισιτισμοῦ διὰ καταχρήσεις, ἐφόσον διεπράχθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν γενικῶς, οἱ δράσται δὲ ἔπαυσαν νὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἢ ἰδιῶται. Δηλαδή, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς διώξεως εἷς ἐξ αὐτῶν, ἤρκει ἁπλῶς νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ δημόσιος ὑπάλληλος. Περιεῖχε μίαν ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία ἔδιδεν ἀναστολὴν δι’ ὡρισμένας πράξεις, καὶ ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, γνωστῆς οὔσης, ἥτις συνέβη εἰς Πάτρας, καταχρήσεως ἑνὸς μεγαλεμπόρου ξένου ἀποκτήσαντος ἐπ’ ἐσχάτων καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν.
§5ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ποίου; Τοῦ Σολάρη;
§6Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. Ὅστις διέπραξε μίαν μεγάλην κατάχρησιν συνδεομένην μὲ ἀπάτας καὶ πλαστογραφίας, διότι ἄλλως δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ συναλλαγῶν, καθ’ ὃν ἔδει νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 200 χιλιάδας λιρῶν ἀντίτιμον ἐξαγομένης σταφίδος ἀντὶ δραχμῶν 170 περίπου, νομίζω, ἑκάστην λίραν. Περιείχετο καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ἀπηλλάσσετο καὶ αὐτὸς τῆς περαιτέρω διώξεως. Τῆς πράξεως ταύτης εἶχον λάβει γνῶσιν, διότι ἐκλήθην ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐν συμβουλίῳ ἵνα δώσω τὴν γνώμην κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐδιώκετο ἡ πρᾶξις. Τότε μάλιστα μοὶ εἶχε προταθῆ νὰ μεταβῶ εἰς Ἀγγλίαν διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν Ἀγγλικῶν δικαστηρίων. Ἐγώ, ἕνεκα ἰδιαιτέρων λόγων, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀναλάβω τὴν ἀποστολήν, ἀλλὰ μετέβη ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσες κ. Μιχαλακόπουλος, παρεπιδημῶν τότε ἐν Εὐρώπῃ, ἵνα προασπίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Περαιτέρω τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον περιέλαβε διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων διάπλατα ἠνοίγοντο πᾶσαι αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους καὶ ἰδίᾳ αἱ φυλακαὶ τῆς Κρήτης, καθόσον κακουργήματα, λῃστεῖαι, φόνοι, παντοειδῆ ἀδικήματα διαπραχθέντα εἴτε ὑπὸ καταδίκων εἴτε ὑπὸ ὑποδίκων εἴτε ὑπὸ φυγοδίκων εἴτε ὑπὸ φυγοποίνων, ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ ἂν ὑπήγοντο πάντες οὗτοι, εἴτε ἐν συνεργείᾳ εἴτε ἐν αὐτουργίᾳ καὶ δὴ καὶ ἠθικῇ τοιαύτῃ, ἀνεστέλλοντο πάσης διώξεως καὶ πάσης ποινῆς καὶ οἱ ταῦτα διαπράξαντες θὰ ἐξήρχοντο τῶν φυλακῶν. Ὅτε, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον ἢ ἐτροποποιεῖτο μᾶλλον καὶ συνεπληροῦτο ἐν τῇ Συνελεύσει, ἐν ᾗ, ὡς εἶπον, ἔπαθεν ἐξοίδησιν, ἤρξαντο οἱ γνωρίζοντες, καὶ ἰδίως οἱ ἐν Κρήτῃ, τὰς λεπτομερείας αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ θεσπισθῶσιν ὡς νομοθετικαὶ διατάξεις, ἤρξαντο, λέγω, διαμαρτυρόμενοι. Τὸ νομοσχέδιον ἐν τούτοις, ὡς συνεπληρώθη, φέρεται ψηφισθὲν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 16ης Ἰουλίου 1924. Ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ὅτε ἐγνώσθη ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπικειμένης τῆς κυρώσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἰδίως μετὰ ταύτην καὶ δὴ τὴν ἄτακτον δημοσίευσιν, πανταχόθεν καὶ μάλιστα ἐν Κρήτῃ ἐξεδηλώθη μέγας ἀναβρασμὸς ὄχι μόνον τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ ἰδίᾳ τῶν Ἀρχῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναφέρω ὑμῖν μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐκδηλωθείσας ἐξεγέρσεις. Πρῶτον (ἀναγινώσκει): Τηλεγράφημα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Κρήτης κρυπτογραφικὸν τῆς 22)7)24, διὰ τοῦ ὁποίου διεκτραγῳδεῖ τὰ ἀπειλούμενα ἐκ τῆς κυρώσεως καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου κακά. 2) ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κρήτης, ἐκθέτοντος τὰ μεγάλα δεινὰ ἅτινα ἀπειλοῦνται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου νόμου. 3) τηλεγράφημα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Κρήτης πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ἐξορκίζοντος αὐτὸν ὅπως μὴ κυρώσῃ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον. 4) τηλεγράφημα ἐκ Χανίων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Κρήτης κ. Πλατῆ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, παριστῶντος τοὺς σοβαροὺς κινδύνους οὓς διατρέχει ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια ἐν τῇ νήσῳ, ἥτις ἔχει ἤδη ἀποκατασταθῆ, ἂν τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος. 5) τηλεγράφημα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Κρήτης πρὸς τὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, συνιστῶντος ὅπως μὴ κυρώσῃ τὸν νόμον ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. 6) τηλεγράφημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Χανίων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀξιοῦντος ἐντόνως τὴν ματαίωσιν τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου.
§7ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οἱ δικηγόροι συνιστῶντες τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου εἶχον συμφέρον.
§8Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοὐναντίον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶχον συμφέρον, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀπῄτει τὴν παρέμβασιν τούτων.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ καταδίωξις ἡ ποινικὴ δὲν ἀπαιτεῖ παρέμβασιν δικηγόρων.
§10Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τοὺς ἐντὸς τῶν φυλακῶν εὑρισκομένους κατὰ κανόνα δὲν ἀπαιτεῖται, ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ πάντως θ’ ἀπῃτεῖτο ὁπωσδήποτε παρέμβασις λόγῳ τῶν διατυπώσεων.
§11Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ λέξις «αὐτοδικαίως», περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσατε, καταργεῖ ἀκριβῶς τὴν ἐπέμβασιν τοῦ δικηγόρου. Ἡ λέξις αὕτη ἐζήτησα ἐγὼ νὰ τεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶμαι ὁ πατὴρ τῶν διατάξεων ὅσαι ἀφορῶσι τὴν Κρήτην καὶ δι’ αὐτὸ θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ ἀναγνώσητε τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐδῶ καὶ τὰς ἐκθέσεις.
§12Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν γίνεται συζήτησις· ἐθεώρησα μόνον καθῆκόν μου νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς διαμαρτυρίας τὰς ὁποίας εὗρον εἰς τὸν φάκελον. Κατόπιν ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ ἐκθέσῃ τὰς γνώμας της. 7) Τηλεγράφημα πλείστων πολιτῶν Πειραιῶς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ζητούντων νὰ μὴ κυρωθῇ ὁ ψηφισθεὶς νόμος· 8) τηλεγράφημα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Κρήτης, ἀναφέροντος ψηφίσματα 14 Σωματείων περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· 9) τηλεγράφημα τῆς 27 Ἰουλίου 1924 ἐξ Ἡρακλείου Κρήτης, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Ἐννόμου Τάξεως, ὅπερ ἔχει ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει): «Λαὸς Περαχώρας Κρήτης, λαβὼν γνῶσιν ἀποφάσεως Συνελεύσεως περὶ ἀμνηστίας τῶν πρὸ Ἀπριλίου 1924 ἀδικημάτων, ἑπομένως καὶ λῃστῶν καὶ φονέων ἐπιλέκτων συνεπαρχιωτῶν μας Γρηγορίου Φαλδάψη, συνελθὼν σήμερον ἐν Κουνενὶ ψηφίζει: Διαμαρτύρεται ἐντονώτατα κατ’ ἀποφάσεως Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ διορίζει Ἐπιτροπὴν κλπ. ὅπως τηλεγραφήσῃ παρὸν ψήφισμα κλπ.»· 10) τηλεγράφημα ἐκ Ρεθύμνης τῆς 28 Ἰουλίου 1924, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Δημάρχου καὶ 12 προέδρων Σωματείων, διὰ τοῦ ὁποίου διερμηνεύουν τὸ αἴσθημα τῆς Κοινῆς Γνώμης ὅπως μὴ κυρωθῇ καὶ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος· 11) τὸ ἀπὸ 23 Αὐγούστου 1924 κρυπτογραφικὸν τηλεγράφημα τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Κρήτης, ζητοῦντος τὴν ταχίστην ἐνέργειαν πρὸς κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ δημοσιευθέντος ὑπ’ ἀριθ. 3109. Αὐταί, κύριοι, εἶναι αἱ ἔγγραφοι διαμαρτυρίαι αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν πρὸς τὰς διαφόρους Ἀρχάς, πρὸς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, πανταχόθεν, ἰδίᾳ δὲ ἐκ Κρήτης, διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐφαρμογῆς θὰ ἠπειλεῖτο πλήρως ἡ δημοσία τάξις ἐν Κρήτῃ. Ταῦτα εὗρον ἐν τῷ σχετικῷ φακέλῳ καὶ ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ τὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα ἔχῃ καὶ αὕτη πλήρη γνῶσιν.
§13Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἐξηγέρθη ἡ ψυχὴ τῶν Κρητῶν διὰ τὴν ἀπειλουμένην διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως.
§14Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δηλαδὴ ἡ δημοσία συνείδησις ἐξηγείρετο διὰ νὰ μὴ διασαλευθῇ ἡ δημοσία τάξις. Τώρα ἂς ἴδωμεν τί συνέβη κατόπιν. Ὁ ἀξιότιμος τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Σταμούλης ἰδὼν τὴν λαίλαπα αὐτὴν τῆς ἐξεγέρσεως καὶ συνειδώς, ὑποθέτω, ὅτι ἦτο ἀντικείμενον ἐξόχως δημοσίας τάξεως καὶ ὅτι θὰ ἐκόπαζεν αὕτη, ἂν ὁ νόμος ὁπωσδήποτε ἐμετριάζετο, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν διὰ τῆς ἐν μέρει ματαιώσεως τοῦ νόμου. Καὶ πρὸς τοῦτο, ὑποθέτω, ὑπέβαλεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας πρὸς κύρωσιν μόνον τὰ 7 ἄρθρα τοῦ νόμου καὶ ἐκ τοῦ ὀγδόου τὰς δύο πρώτας παραγράφους, ἐπουσιώδεις, παρέλειψε δὲ τὸ ὑπόλοιπον ἄρθρον 8, τὸ ἀφορῶν ἰδίως τὴν Κρήτην, ὡς καὶ τὰ ὑπόλοιπα τρία ἄρθρα, εἰ καὶ ἀσήμαντα ταῦτα.
§15Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Ὑπουργέ; Ἐφόσον εἶχον καὶ μίαν ἁρμοδιότητα ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, διότι τὸ νομοθέτημα ἔχει γίνει ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως, καὶ ἐφόσον ἀπουσιάζει ὁ τότε συνάδελφος κ. Σταμούλης, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω πόθεν ἔχετε αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, διότι ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον πληροφορίαν, ὅτι πρόκειται περὶ τυπικῆς παραλείψεως.
§16Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σημειώσατε ὅτι, ὅταν ἀγορεύω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἔχω πλήρη τὰ ὅπλα παρεσκευασμένα. Σᾶς δίδω ἀμέσως τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σταμούλη. Τὸ κείμενον περιέχει τὰ 7 μόνον ἄρθρα.
§17Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἴπετε ὅτι ἐν γνώσει ὁ κ. Σταμούλης, διὰ νὰ προλάβῃ τὰ ἀπειλούμενα κακά, ἀπήλειψεν ἀπὸ τὸ ψηφισθὲν νομοθέτημα ὡρισμένα ἄρθρα, καὶ σᾶς λέγω, μὲ ὅλον τὸν ὁπλισμὸν τὸν ὁποῖον φέρετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἦτο πρᾶξις μωρά, δοθέντος ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει δικαίωμα μερικῆς κυρώσεως.
§18Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπορῶ διατί ὑπεραμύνεσθε τοῦ ἀπόντος κ. Σταμούλη, ἐνῷ ἐγὼ τὸν ἐπαινῶ.
§19Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει δικαίωμα μερικῆς κυρώσεως τῶν νόμων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Κούνδουρον καὶ ὅλους τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ ἐπιφυλαχθῶσι νὰ συζητήσωσιν ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν.
§21Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς ἔλεγον τοῦτο· ἐφόσον τὸ ἐπιτρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς — διότι ὁ σκοπὸς τοῦ ἀγορεύοντος εἶναι νὰ διαφωτίσῃ τὴν Συνέλευσιν — ἡ παρεμπόδισις ἡμῶν ἐκ μέρους σας, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχει κανένα λόγον. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ καυχᾶται ὅτι εἶναι πάνοπλος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ ὅπλα μας, διότι γίνεται μονομερὴς συζήτησις.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἑτοιμασθῆτε ὅταν συζητηθῇ ἔστω καὶ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§23Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς συζητήσεως γίνεται τὴν ἡμέραν τοῦ ἐλέγχου. Συνεπῶς νὰ προσδιορίσωμεν αὔριον τὴν ἡμέραν διὰ τὴν ἐπερώτησιν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ γίνῃ ἔλεγχος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑπὸ τύπον ὑποβολῆς νομοσχεδίου, ἀπόντος προκατόχου του.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἐπέρχεται τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Δενδρινὸς δὲν γίνεται συζήτησις τώρα.
§25Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἔχει δικαίωμα ἡ Συνέλευσις νὰ ζητήσῃ μίαν διασάφησιν. Δὲν παρεμβαίνω διὰ νὰ κάμω συζήτησιν, ἀλλ’ ὅταν δημιουργεῖται μία ἐντύπωσις τοιαύτη, καὶ μάλιστα ἐκ παρεξηγήσεως — διότι ὅπως ἐλέχθησαν τὰ πράγματα δύναται νὰ παρεξηγηθῇ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς παρέλειψεν ἄρθρον ψηφισθέντος νόμου — εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἀκριβεῖς καὶ ὅτι ἡ παράλειψις ἐγένετο ἐκ τῆς γραφικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου.
§26Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Λέγετε ἀνακριβῆ, κύριε συνάδελφε.
§27Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν πταίει ὁ κ. Ὑπουργός, κύριε Δενδρινέ.
§28Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Θὰ τελειώσω ταχέως· δὲν θὰ εἴπω πολλά.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν παράγει ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι κακὴ διὰ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα — καὶ ἐλέχθη ἀπὸ ἕνα συνάδελφον — ὅτι ἐκ παραδρομῆς παρελείφθη ἄρθρον τι τοῦ νομοθετήματος. Σᾶς λέγω ἓν πρᾶγμα· ἂν πρόκειται νὰ κριθῇ ποῖον ἀπὸ τὰ δύο εἶναι εὐμενὲς ἢ δυσμενές, θὰ ἔλεγον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι εἷς Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει ἀπὸ πόσα ἄρθρα εἶναι εἷς νόμος τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλὰ δέχομαι ἐν ἀνάγκῃ ὅτι καὶ ἐκ παραδρομῆς ἔγινεν ἡ παράλειψις ἑνὸς ἄρθρου. Ἂν ἔγινεν ἐκ προθέσεως, δὲν θίγεται ὁ τότε Ὑπουργός. Ἂν τὸ ἔκαμεν ἐκ παραδρομῆς, πάλιν δὲν θίγεται.
§30Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸ πρωτότυπον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας, ὅπερ καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Σταμούλη καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ Κράτους. Αὐτὸ περιέχει 7 ἄρθρα καὶ ἐκ τοῦ 8ου ἄρθρου τὴν 1ην καὶ τὴν 2αν παράγραφον.
§31Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ὅμως ἐν γνώσει παρέλειψε τὰς ἄλλας, δὲν φαίνεται πουθενά.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν στηρίζεται ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός· οὐδένα καταγγέλλει.
§33Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν μέμφομαι κανένα, οὔτε ἔχω δικαίωμα νὰ μεμφθῶ. Ἐγὼ τοὐναντίον ἐσκέφθην ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἡ ἐξέγερσις αὐτή, ἡ ὁποία βεβαίως ἦτο γνωστή, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θέλων, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ δυσάρεστα μιᾶς καταστάσεως τὴν ὁποίαν ἔβλεπε ραγδαίως ἐπερχομένην, ἐθεώρησε καλὸν νὰ ὑποβάλῃ πρὸς κύρωσιν μόνον τὰ 7 ἄρθρα.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶσθε νομομαθὴς καὶ ὑποστηρίζετε ὅτι εἶναι πρᾶξις ἐπαινετή, ὅταν βλέπῃ εἷς Ὑπουργὸς ὅτι ἐψηφίσθη ἓν νομοσχέδιον κακῶς, νὰ ἀπαλείψῃ κατὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ πρὸς κύρωσιν μερικὰ ἄρθρα.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀκούσητε ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως· πρόκειται περὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑποστηρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι νόμιμον, ὅτι εἶναι θεμιτόν.
§37Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι· δὲν τὸ ὑποστηρίζω.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἴπετε.
§39Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον ἀπὸ ποῖον λόγον ὑποθέτω ὅτι προῆλθεν ἡ παράλειψις καὶ θὰ καταλήξω.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἴπετε, καὶ σᾶς λέγω ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑποστηρίζετε ὅτι εἶναι νόμιμον, θεμιτόν.
§41Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι· δὲν τὸ ὑποστηρίζω.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἴπετε.
§43Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περιμείνατε νὰ ἴδητε ποῦ θὰ καταλήξω.
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον ἐγένετο παράλειψις, πιθανὸν νὰ ἐγένετο ἐκ παραδρομῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεμβὰς εἶπεν ὅτι ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔκαμε λάθος. Ἐγώ, ὅταν ὑπογράφω τοὺς νόμους καὶ εἶμαι σύμφωνος, οὐδέποτε ἀναγινώσκω τὸ νομοσχέδιον ἐκ νέου.
§45Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν εἶπον ἂν ἐγένετο ἑκουσίως ἢ ἐκ παραδρομῆς, ἀλλ’ ἐξέφρασα τὴν ὑπόθεσιν ὅτι ἔγινεν ἑκουσίως, ἵνα ἀντιμετωπισθῇ καὶ κατευνασθῇ ἡ πάνδημος λαϊκὴ ἐξέγερσις. Τοῦτο, νομίζω, εἶναι πρὸς ἔπαινον τοῦ κ. Σταμούλη, ἀσχέτως τοῦ νομίμου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀφήσατε νὰ ἀναπτύξῃ τὴν σκέψιν του. Δὲν δίδω τὸν λόγον εἰς ἄλλον.
§47Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἰδικώτερον δὲ διὰ νὰ προλάβῃ τὰς συνεπείας περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἄλλοτε, ὑπέβαλεν ὡρισμένα ἐκ τῶν ψηφισθέντων ἄρθρων, ὄχι ὅλα, πρὸς κύρωσιν. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θὰ τὸν παρίστα ἀνάξιον ὄχι μόνον νὰ κάθεται εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ μετέρχηται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κλητῆρος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§48Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν κατηγορῶ κανένα. Ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν εἶπον εἶναι πρὸς ἔπαινον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§49ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας.
§50Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὕτως ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν.
§52Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου. Θὰ ἔλεγον τοῦτο, ὅτι δὲν δικαιοῦται οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀγνοῇ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς μερικῆς κυρώσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ πρέπει ἢ ὁλόκληρον τὸν νόμον ν’ ἀκυρώσῃ ἢ νὰ τὸν κυρώσῃ ὁλόκληρον. Δὲν εἶναι ἑπομένως εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπαλείψῃ διάταξιν.
§53Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς μέμφεσθε τὸν Ὑπουργόν· ἐγὼ δὲν τὸν μέμφομαι. Τέλος ἐγὼ δὲν ἐρευνῶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένετο τοῦτο, ἀφοῦ δὲν τοὺς δέχεσθε, ἀλλ’ εὑρίσκομαι πρὸ ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα.
§54Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἀναφέρητε τὰ γεγονότα, καὶ ὄχι μονομερῶς. Νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἀντίθετα τηλεγραφήματα.
§55Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀντίθετα τηλεγραφήματα τῶν ἐγκαθείρκτων ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰς εἰσηγήσεις τῶν νόμων ἐπεκράτησε νὰ μὴ γίνωνται συζητήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καταθέτει νομοσχέδιον. Ὁπωσδήποτε ἔληξε σήμερον ἡ συζήτησις.
§57Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοιοῦτον λοιπὸν ἔγγραφον ὑπεβλήθη εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας οὑτωσὶ μὲ 7 ἄρθρα καὶ μὲ τὰς δύο πρώτας παραγράφους τοῦ 8ου ἄρθρου, ὁλόκληρον δὲ τὸ ὑπόλοιπον ἄρθρον 8 παρελείφθη, ὡς καὶ τὰ τελευταῖα τρία ἄρθρα. Πῶς, τέλος, ἔγινε τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω· ἴσως θὰ ἦτο ἀντικείμενον δικαστικῆς ἐρεύνης.
§58Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα εἶσθε ἐν τάξει.
§59Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἴσως θὰ ἦτο ἀντικείμενον ἐρεύνης. Οὕτω φαίνεται. Ἐδιχοτομήθη λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ οὕτω κολοβὸν ὑπεβλήθη εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐκυρώθη κατὰ τὰ 7 ἄρθρα καὶ ἐκ τοῦ 8ου ἄρθρου ἐκυρώθη ἡ πρώτη καὶ δευτέρα παράγραφος. Ἡ κύρωσις φέρει χρονολογίαν 22 Ἰουλίου 1924. Τὴν ἐπιοῦσαν, 23 Ἰουλίου ἐ.ἔ., ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ὡς φέρεται ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, καὶ κάτωθεν αὐτοῦ φέρεται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μὲ ἀριθμὸν νόμου 3109. Καὶ οὕτως ἐξωτερικῶς ἔχει τὴν ἐμφάνισιν νόμου. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ἐζήτησα ἐκ τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου πληροφορίας πῶς ἐγένετο αὐτό· ἠρώτησα πῶς διαβιβάζονται τὰ κεκυρωμένα νομοσχέδια εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ δημοσιευθῶσι καὶ ἂν διαβιβάζονται δι’ ἐγγράφου. Μοὶ εἶπον ὅτι διαβιβάζονται ἄνευ ἐγγράφου καὶ ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον πλὰξ ἥτις εἶναι ἀπὸ πρὶν συντεθειμένη, ὅταν δ’ ἀναγγελθῇ ὅτι ἐκυρώθη, τότε τίθενται αἱ ὑπογραφαὶ καὶ γίνεται ἡ ἐκτύπωσις. Ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τρόπος ἀσφαλοῦς ἐγγυήσεως τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων, ἂν δὲν στέλλωνται δι’ ἐγγράφου.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι πρόκειται περὶ λάθους ἀντιγραφικοῦ.
§61Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν 23ην Ἰουλίου, ὅπως σᾶς ἀνέφερον, ἐξερράγη ἡ μεγάλη ἐξέγερσις διὰ τῶν τηλεγραφημάτων τῶν Ἀρχῶν, στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν, καὶ τοῦ Λαοῦ ἀκόμη. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὸν κ. Σταμούλην ἦτο ὁ κ. Α. Μυλωνᾶς, ὅστις εὑρεθεὶς πρὸ αὐτῆς τῆς κατακλύσεως τῶν πανταχόθεν διαμαρτυριῶν ἐξήτασε τὰ πράγματα καὶ ἐξηκρίβωσεν ὅτι τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κείμενον ὡς νόμος 3109, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶχε κυρωθῆ οὐδέποτε οὔτε ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας οὔτε ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§62ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπαιτεῖται κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τούτοις δὲν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ δευτέρα φορὰ καθ’ ἣν γίνεται αὐτό, χωρὶς νὰ ἔχωμεν διαμαρτυρίας. Ἂν εἴχετε ὀλίγην ὑπομονήν, θὰ εἶχε τελειώσει ὁ κ. Ὑπουργός.
§64Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος κ. Μυλωνᾶς εὑρεθεὶς πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἐξακριβώσας, ὡς εἶπον, ὅτι τὸ κείμενον τὸ δημοσιευθὲν ὡς νόμος ἦτο ἄτακτον, ἐνετείλατο, καὶ λίαν ὀρθῶς ἔπραξε, τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου ν’ ἀναστείλῃ τὴν περαιτέρω κυκλοφορίαν τοῦ σχετικοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἐγγράφου σημειώματος τὸ ὁποῖον ἔχω ἐδῶ, καὶ νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ἕτερον φύλλον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θὰ περιείχετο ὁ νόμος αὐτός. Παρήγγειλε δὲ τοὺς κατὰ τόπους Εἰσαγγελεῖς δι’ ἐπείγοντος τηλεγραφήματος, ἵνα λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ κῦρος τοῦ νόμου παρουσιάζει ἀμφιβολίας ἕνεκεν τῶν ἄνω ἀταξιῶν ἀπόσχωσιν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι, δι’ οὓς λόγους θὰ ἀναπτύξω μετ’ ὀλίγον — καὶ θὰ εἶμαι βραχύς, — Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, καὶ τὸ θεωρῶ καθῆκόν μου, νὰ τονίσω καὶ ἐξάρω τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τοῦ κ. Μυλωνᾶ ὡς τελείως νόμιμον, εἰ καὶ τὸ πρᾶγμα ἐμφανίζεται ὡς περίεργον ἐκ πρώτης ὄψεως. Πρὶν ἤκουσα διαμαρτυρίας, διότι ὁ κ. Σταμούλης ὑπέβαλε διχοτομημένον τὸ νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν. Ἐγὼ ἐπῄνεσα τοῦτο, διότι ἐνόμισα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅτι τὸ ἔκαμεν ἐν γνώσει διὰ νὰ κατασταλῶσιν αἱ διαμαρτυρίαι. Ἐδῶ βλέπαμεν ὅτι ἄλλος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δεδημοσιευμένου ἤδη νόμου ἔχει τὸ σθένος καὶ τὴν δύναμιν νὰ διατάξῃ τὴν ἀπάλειψιν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν μὴ ἐφαρμογήν του. Τώρα, κύριοι, συνοψίζω τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, ἵνα τὰ ἔχητε κατὰ τὴν κρίσιν σας, ἐξέθηκα δὲ ταῦτα μᾶλλον ἐξ ἀντικειμένου, ὅπως τὰ εὗρον μελετήσας τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ἐν περιλήψει ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα περὶ ἀμνηστίας κλπ. Κατόπιν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ τὸ τροποποιήσῃ καὶ συμπληρώσῃ ἐν μέρει τοῦτο, ὅπως σᾶς εἶπον, ἵνα παρασχεθῶσι τὰ εὐεργετήματα τῆς ἀναστολῆς καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διέπραξαν ἀδικήματα ἕως τὴν 23ην Ἀπριλίου 1924 καὶ δὲν ἐδικάσθησαν. Οὕτως ὑπεβλήθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Σταμούλη. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διαπλατυνθὲν καὶ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐψηφίσθη ὡς ἐν αὐτῇ συνεπληρώθη, ἀπεστάλη δὲ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐκυρώθη κατὰ τὰ 7 ἄρθρα μόνον καὶ κατὰ τὸ 8ον ἐν μέρει. Ἐν τούτοις ὅμως ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὁλόκληρον τὸ κείμενον ἐξ 11 ἄρθρων, ἐνῷ δὲν ἐκυρώθη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας καὶ δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς τούτου καὶ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἀγόμεθα εἰς τὴν ἔρευναν τῶν γενομένων ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Ὑποθέτω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δὲν θὰ εὕρω ἐπιθέσεις ἐκ μέρους ὑμῶν.
§65Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἡ ἀνάπτυξίς σας ἔχει καὶ ἔλεγχον.
§66Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπόν, κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω ἐν τέλει τὰς ἀπόψεις μου κατὰ τὴν μελέτην τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Ἔχομεν, κύριοι, ἐν πρώτοις ἓν ζήτημα νομικὸν τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἐψηφίσθη ἓν σχέδιον νόμου ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἢ τῆς Βουλῆς — τὸ ἴδιον εἶναι — ἐξ 11 ἄρθρων, καὶ ἐξ αὐτῶν φέρεται, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, ἔστω ἐκ παραδρομῆς, φέρεται ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας πρὸς κύρωσιν ἓν τμῆμα μόνον αὐτοῦ. Ἐνταῦθα σπεύδω ἐκ τῶν προτέρων νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Κούνδουρον. Ἠδύνατο νὰ γίνῃ τὸ τοιοῦτον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν ἕτερον νομοθετικὸν παράγοντα νομοσχέδιον διχοτομηθὲν καὶ οὐχὶ πλῆρες; Ἠδύνατο νὰ τροποποιήσῃ, νὰ διχοτομήσῃ, διότι τροποποίησις εἶναι, ὅπως θέλετε εἰπέτε το, τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως σχέδιον νόμου, ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο; Ὄχι. Λοιπόν, ὄχι λέγουν οἱ συνταγματολόγοι, ὄχι λέγουν οἱ δημοσιολόγοι.
§67Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πραγματικὴ περίπτωσις δὲν ἔχει ὅπως λέγετε.
§68Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν ἔκθεσίν μου τὴν αἰτιολογικήν, ἥτις εἶναι ἀρκετὰ μακρά, ἀναφέρω καὶ τὰς εἰδικὰς αὐθεντίας αἱ ὁποῖαι δέχονται αὐτὸ τὸ δόγμα. Κατὰ συνέπειαν τὸ ὑποβληθὲν οὑτωσὶ διχοτομημένον σχέδιον νόμου πρὸς κύρωσιν καὶ κυρωθὲν κατὰ τὸ ἓν μόνον μέρος δὲν ἀπετέλεσε νόμον ἔγκυρον.
§69ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί δὲν τὸν καταργεῖτε;
§70Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Δυνάμεθα νὰ τὸν καταργήσωμεν δι’ ἑνὸς Διατάγματος. Δι’ αὐτὸ εἶπον προηγουμένως ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ἀναστείλαντος τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, εἶναι νόμιμος καθ’ ὃν τρόπον ἐξεδηλώθη, διότι ἠδύνατο καὶ δι’ ἑνὸς Διατάγματος τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας νὰ τὸν ἀκυρώσῃ. Λοιπὸν τὸ ἓν ζήτημα εἶναι αὐτό. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ κύρωσις τῶν 7 μόνον ἄρθρων καὶ ἐκ τοῦ 8ου τῶν δύο παραγράφων αὐτοῦ, οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐπάγεται αὕτη ὡς πρὸς αὐτόν, οὔτε καὶ ἀξίαν τινὰ ἔχει, καὶ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ὡς πρὸς τὰ 7 ἄρθρα καὶ τὴν 1ην καὶ 2αν παράγραφον τοῦ 8ου ἄρθρου εἶναι νόμος. Τώρα, κύριοι, ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἑτέραν ἄποψιν, ὡς πρὸς τὴν ὁλικὴν ἀκυρότητα. Εἶναι γεγονὸς μὴ δυνάμενον νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι τὸ δημοσιευθὲν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως κείμενον δὲν ὑπεγράφη, ὡς ἐδημοσιεύθη, οὔτε ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ οὔτε ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ἐρωτᾶται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει: Καίτοι ἔχομεν ἐξωτερικὴν ἐπιφάνειαν νόμου, καθ’ ὅσον φέρονται αἱ δύο ὑπογραφαὶ ἐν τῷ δημοσιευθέντι κειμένῳ — αἵτινες ὅμως ὑπογραφαὶ δὲν ἐτέθησαν πράγματι — εἶναι τοῦτο ἱκανόν, λόγῳ τῆς γενομένης δημοσιεύσεως, νὰ προσδώσῃ ἰσχὺν νόμου εἰς τὸ δημοσιευθὲν κείμενον; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ ποινικοῦ δικαίου, θὰ ἐλέγομεν ὅτι ἐχώρησε νόθευσις περὶ τὴν κύρωσιν ἤ, ὡς ἔσπευσεν ὁ κ. πληρεξούσιος νὰ εἴπῃ, πλαστογραφία, ἥτις δὲν ἐννοεῖται πάντοτε ὡς κακοήθης πλαστογραφία, διότι καὶ τυχαίως δύναται νὰ γίνῃ τοιαύτη, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ καὶ δολία προαίρεσις. Λοιπὸν ἐκ τῆς ἀπόψεως καὶ μόνης τοῦ κοινοῦ δικαίου ἂν ἐξητάζετο τὸ πρᾶγμα, θὰ ἐλέγομεν ὅτι ἔχομεν ἓν νόθον ἔγγραφον, διότι οὐδέποτε ἐτέθη ἡ ὑπογραφὴ τῶν ἁρμοδίων ἀντιπροσώπων τῆς δημοσίας Ἐξουσίας, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει ἓν νόθον ἔγγραφον, οὐδεμίαν ἔχον ἰσχύν. Ταῦτα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, κύριοι, ἡρμηνεύθη καὶ παρουσιάσθη ἐν Γαλλίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ, ὡς γνωρίζετε, τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἀσκοῦσι τὰ δύο Σώματα καὶ οὐχὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, δηλαδὴ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἡ Γερουσία. Ὑπογράφει δὲ μόνον ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τοὺς οὑτωσὶν ὑπὸ ἀμφοτέρων τῶν Σωμάτων ψηφιζομένους νόμους, ἀλλὰ δὲν ἔχει κανὲν ἄλλο δικαίωμα εἰμὴ νὰ ἐλέγξῃ ἂν ἐτηρήθησαν οἱ τύποι κατὰ τὴν ψήφισιν καὶ, ἂν εὑρίσκῃ διαφορὰν τινα γνωμῶν, νὰ ἐπαναπέμψῃ τὸν νόμον ἵνα ἐξετασθῇ ἡ ἀπορία. Πάντως τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν δὲν ἀσκεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, τουτέστι διὰ τῆς ὑπογραφῆς του δὲν προσδίδει εἰς τὸν νόμον τὴν δύναμιν νόμου. Τὴν δύναμιν νόμου τὴν ἔχει ὁ νόμος ἐκ τῆς βουλήσεως τῶν δύο Σωμάτων τῶν νομοθετικῶν. Ἐνεφανίσθη ἐν Γαλλίᾳ περίπτωσις ἀνάλογος πρὸς τὴν ὑπὸ κρίσιν. Ἀλλὰ καὶ ὁμοφώνως διδάσκουσιν οἱ συγγραφεῖς καὶ οἱ δημοσιολόγοι καὶ περιώνυμοι συνταγματολόγοι ὅτι νόμος δημοσιευθεὶς πλὴν μὴ ψηφισθεὶς ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων εἶναι ἄκυρος. Κατὰ τὰ ἐκτεθέντα, ἐν Γαλλίᾳ ὁ ἕτερος νομοθετικὸς παράγων εἶναι ἡ Γερουσία, παρ’ ἡμῖν δὲ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Τὰ διδασκόμενα καὶ ἀνομολογούμενα ἐν Γαλλίᾳ βεβαίως ἔχουσιν ἐφαρμογὴν καὶ παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ἔχομεν τὴν Συνέλευσιν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας ὡς τὸ ἕτερον Σῶμα.
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ ἐπὶ βασιλείας ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶχε δικαίωμα κυρωτικὸν ἢ ἀκυρωτικόν.
§72Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄλλος λόγος ἂν δὲν ἔχῃ δικαίωμα ἀρνησικυρίας λόγῳ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως.
§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀπὸ θεωρίας.
§74Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἀπὸ θεωρίας, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς, ἤδη δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, κυροῖ καὶ δημοσιεύει τὸν νόμον. Λοιπὸν διδάσκεται καὶ δεκτὸν ἐγένετο ὑπὸ τῶν Βουλῶν ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι, ἂν ψηφισθῇ νόμος τις ὑπὸ τῆς Βουλῆς μόνον καὶ δὲν κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, οὕτω πως δὲ δημοσιευθῇ, τὸ δημοσιευθὲν κείμενον εἶναι ἄκυρον καὶ δὲν εἶναι νόμος. Τοιοῦτόν τι συνέβη δὶς ἐν Γαλλίᾳ. Τὴν πρώτην φορὰν συνέβη τῷ 1914 κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου. Εἰς τὰς 5 Αὐγούστου τοῦ 1914 ἐν τῇ σπουδῇ μεθ’ ἧς εἰσήγοντο τὰ νομοσχέδια, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἓν σχέδιον νόμου τροποποιοῦν τὸν νόμον τοῦ 1879 περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Τὸ σχέδιον αὐτὸ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀπεστάλη πρὸς τὴν Γερουσίαν, ἡ ὁποία ἐπέφερε τροποποιήσεις, οὐχ ἧττον ὅμως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύθη ὡς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἐδῶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὁ νόμος ὡς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ὄχι ὅπως ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ὁ ἄνω νόμος ἐν Γαλλίᾳ, κύριοι, ὅταν ἀπεκαλύφθη τὸ πρᾶγμα, ἐθεωρήθη νόμος ἄκυρος (lois inéxistante).
§75Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τὸν κατήργησεν ἢ τὰ δικαστήρια δὲν τὸν ἐφήρμοσαν;
§76Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατηργήθη ἀμέσως.
§77Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὰ δικαστήρια;
§78Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀμέσως (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος τῆς 5ης Αὐγούστου κλπ.». Καὶ τὸ αἴτιον τούτου ἦτο ὅτι τὸ κείμενον τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Γερουσίας δὲν ἦτο τὸ αὐτὸ ὅπερ ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων. Τὸ κείμενον δὲ τὸ δημοσιευθὲν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἦτο τὸ ἐγκριθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Ἐντεῦθεν προέκυπτεν ὅτι τὸ δημοσιευθὲν τῇ 5ῃ Αὐγούστου 1914 δὲν εἶχε ψηφισθῆ εἰμὴ μόνον ὑπὸ τῆς ἑτέρας τῶν Βουλῶν. Πλὴν στοιχειώδης ὑπάρχει ἀρχή, ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως καὶ μὴ ἀμφισβητηθεῖσα πράγματι, καθ’ ἣν νόμος τις δὲν εἶναι συνταγματικῶς κανονικός, εἰμὴ ἂν καὶ αἱ δύο Βουλαί, αἵτινες ἐν Γαλλίᾳ ἀσκοῦσι Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἀπεδέχθησαν ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ κείμενον καὶ ἂν τὸ ἐγκριθὲν ὑπὸ τῶν δύο Βουλῶν κείμενον ἐδημοσιεύθη ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας (ὅρα περὶ πάντων τούτων Revue du droit public ὑπὸ Jèze, τόμ. 32 τοῦ 1915, σελ. 576: Une loi inéxistante). Κατὰ συνέπειαν ὁ νόμος αὐτὸς ἐθεωρήθη inéxistante καὶ ἡ Βουλὴ ἐπανέλαβε πάλιν τὴν περαιτέρω τοῦ νόμου ψήφισιν καὶ τὴν ὑπὸ τῆς Γερουσίας ἔγκρισιν. Ἀλλ’ ἀσχέτως αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὸ 1908 συνέβη τι μεγαλύτερον ἀκόμη, διότι ἐδημοσιεύθη ἐκ παραδρομῆς ὡς νόμος κείμενον οὐδαμῶς ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Γερουσίας.
§79Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ λέγωνται αὐτά. Σήμερον εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων.
§80Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι ὅλως ἀσύνηθες εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ νὰ διεξάγηται κατὰ τὴν εἰσήγησιν νομοσχεδίου συζήτησις ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ ἀντίκειται καὶ εἰς τὸν Κανονισμόν. Παρακαλῶ νὰ προστατευθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν συνέχισιν τῆς εἰσηγήσεώς του ἄνευ διακοπῶν καὶ ἀντιρρήσεων.
§81Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολλάκις ἔγιναν εἰσηγήσεις νομοσχεδίων ἐπὶ μακρὰν ὥραν ἀπὸ Ὑπουργοὺς παλαιότερον εἰς ἡμέρας ἐπερωτήσεων καὶ οὐδέποτε ἔλαβον χώραν αἱ διακοπαὶ αὐταὶ αἱ ὁποῖαι γίνονται σήμερον, ὁπότε συζητεῖται ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον, τέλος πάντων, εἶναι ἐπιστημονικόν, πρώτην φορὰν ἀναφυόμενον ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ βλαβῇ κανεὶς ἂν τὸ προσέξῃ.
§82Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὅτι εἶναι ἀπολαυστικὸν τὸ θέαμα, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ ματαιοῦται ὁ ἔλεγχος, καὶ ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν σπουδαίας ἐπερωτήσεις, ἐν αἷς καὶ τὴν περὶ τοῦ κακῶς εἰσπραττομένου φόρου ἐπὶ τῶν ἐλαιοδένδρων Κερκύρας. (Θόρυβος καὶ φωναί: «κάτω, κάτω»).
§83Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λοιπόν, τελευτῶ. Συνέβη καὶ ἄλλοτε ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὰ 1908, ὁπότε νόμος ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ διέλθῃ τὸ παράπαν ἀπὸ τὴν Γερουσίαν. Τὸ πρᾶγμα ἀπεκαλύφθη μετά τινας ἡμέρας καὶ ἡ Κυβέρνησις συνεταράχθη, ὁ δὲ «Χρόνος» ἐδημοσίευσεν ἓν ἀνακοινωθὲν δίδον συνολικὰς ἐξηγήσεις. Διὰ πράξεως δὲ τῆς Κυβερνήσεως ἐκηρύχθη ὁ τοιοῦτος νόμος ἄκυρος. Ὀφείλω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ εἴπω τὸ συμβάν. Λοιπὸν νόμος τοιοῦτος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκυρώθη ἀπὸ τοὺς δύο νομοθετικοὺς παράγοντας, εἶναι ἄκυρος, καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι ἐπίσης, κύριοι, ὅτι ὁ τοιοῦτος νόμος, εἰ καὶ δημοσιευθείς, οὐδὲν ἀπολύτως ἀποτέλεσμα παράγει. Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ τονίσωμεν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ τοῦ ἀκύρου νόμου θὰ ἐκτήσατό τις κανὲν δικαίωμα. Λοιπὸν δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ὅτι κατηργήθη· πρέπει νὰ κηρύξωμεν ἄκυρον τὴν δημοσίευσιν, νὰ ἀνακαλέσωμεν τὴν δημοσίευσιν, ὥστε ὁ νόμος νὰ εἶναι ἀνύπαρκτος καὶ οὐδέποτε δημοσιευθείς. Τώρα ἔρχεται καὶ ἄλλη ἄποψις. Δύναται ἡ Κυβέρνησις διὰ Διατάγματος νὰ τὸ πράξῃ; Τοῦτο διδάσκεται καὶ τοῦτο πράγματι ἔπραξεν ὁ κ. Μυλωνᾶς. Τὸν ἀνέστειλε, τὸν ἐθεώρησεν ἀνύπαρκτον. Καὶ τοῦτο ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ τώρα, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι παροῦσα ἡ Συνέλευσις ἐθεωρήσαμεν καλύτερον, εὐπρεπέστερον, διὰ νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις ἐν τῷ μέλλοντι, νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§84Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἀντίθετος γνώμη, τοῦ κ. Γκότση, διαδόχου τοῦ κ. Μυλωνᾶ, περὶ τῆς ὁποίας νὰ μᾶς εἴπητε δύο λέξεις.
§85Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ ὁ κ. Γκότσης.
§86Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προκειμένου περὶ νομικῶν ζητημάτων, ὅπως γνωρίζετε, κάθε γνώμη ἔχει καὶ τὴν ἀντίθετον.
§87Π. ΤΣΙΤΣΕΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ τρίτη ἄποψις, κύριοι, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀκουσθῇ εἶναι ὅτι τὴν τοιαύτην ἀκυρότητα, ὡς ἀνήκουσαν οὐχὶ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα, ἀλλ’ εἰς τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, διότι εἶναι πλασταὶ αἱ ὑπογραφαὶ ἐν τῷ δημοσιευθέντι κειμένῳ, δικαιοῦνται καὶ τὰ δικαστήρια νὰ ἐξετάσωσι καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω (χειροκροτήματα).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν, προηγεῖται τῶν ἐπερωτήσεων ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§89Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι ἐκ παραδρομῆς ἐτέθη ἡ φράσις καθ’ ἣν ἀποφασίζει ἡ Συνέλευσις ἄνευ συζητήσεως περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἡ προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασίν της ἐπὶ τῶν μεταρρυθμιστέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι τὸ «ἄνευ συζητήσεως» πρέπει νὰ λείψῃ.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε διαγράφεται τὸ «ἄνευ συζητήσεως».
§92Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Κανονισμοῦ ὀφείλει κάθε προσθήκη ἢ τροπολογία ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νὰ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Συντακτικὴν Ἐπιτροπήν. Τώρα ἐζητήθη ἡ τροποποίησις αὕτη νὰ τροποποιηθῇ διὰ νέας τροποποιήσεως, καθ’ ἣν πρέπει πρὸ 2 ἡμερῶν πᾶσα πρότασις τροπολογίας νὰ κατατίθεται εἰς τὸ Προεδρεῖον. Γεννᾶται ἡ ἀπορία: Αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις πρέπει νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν;
§93Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποτίθεται ὅτι αἱ σοβαρώτεραι τροπολογίαι συνεζητήθησαν ἤδη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἔρχεται τώρα ὁ Κανονισμὸς καὶ λέγει ὅτι πρέπει αἱ τροπολογίαι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ Προεδρεῖον πρὸ δύο ἡμερῶν, διὰ νὰ στέλλωνται εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν συνερχομένην ἐκτάκτως ἵνα ἀποφαίνεται. Ἂν αἱ δύο ἡμέραι δὲν θεωροῦνται ἐπαρκεῖς, ἂς τὰς αὐξήσωμεν.
§94Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 2 ἡμερῶν νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων ὅμως τὰ ὁποῖα ἐξήτασε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἀποφαίνεται ὅτι τὰ ἐξήτασεν ἤδη.
§97Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θ’ ἀναστέλλεται ἡ συζήτησις;
§98Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀποφασίζῃ ἑκάστοτε ἡ Συνέλευσις.
§99Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πάντως δὲν θὰ γίνῃ ψήφισις.
§100Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν θὰ ἰσχύῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐπὶ τῶν ὁποίων κατέθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της;
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ναί.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
§103Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἴπετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ σοβαρώτεραι τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν.
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ πλεῖστον.
§105Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐφόσον ὅμως δὲν κατέθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ὑποβολῆς τῆς τροπολογίας εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν ν’ ἀπαλείψωμεν τὴν διάταξιν καθ’ ἣν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ὑποβολὴ τῆς τροπολογίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως ἂν χρειάζεται ἰδιαιτέραν ἐπεξεργασίαν μία διάταξις. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἀναπτύσσουν, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη, τὴν ἰδιαιτέραν ἐπεξεργασίαν, νὰ παραπέμπεται δὲ καὶ νὰ κρίνῃ ἡ Συνέλευσις.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν κωλύει τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§108Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τεθοῦν 5 ἡμέραι.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι πρακτικώτερον εἶναι ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφανθῇ αὕτη ποῖαι τροπολογίαι πρέπει νὰ τύχωσιν ἰδιαιτέρας ἐπεξεργασίας. Κατὰ τὸ 1911 ἐλάχισται τροπολογίαι ἐστάλησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§110Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂν δὲ γίνεται συζήτησις;
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως νομίζετε ὅτι ἡ ἐπεξεργασία ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ θὰ ἐμποδίζῃ τὴν συζήτησιν, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ Συντάγματος, διὰ τὰ ὁποῖον ὅλοι, ὀλίγον ἢ πολύ, θὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν;
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ ἀτόπου, ἂν δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἐκδοχήν; ὅταν ἡ Συνέλευσις πιεσθῇ, ὅταν ὑποβάλλεται μία τροπολογία, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν αὐτῆς μέχρις ὅτου συσκεφθῇ ἡ Ἐπιτροπή. Ἁπλούστερον εἶναι ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§113Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ πρακτικώτερον εἶναι ν’ ἀποστέλλεται εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ χορηγῆται τετραήμερος προθεσμία.
§114Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ ὑποβάλλωνται αἱ προτάσεις ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως.
§115Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δίδω τὴν διασάφησιν αὐτήν.
§116Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατυποῦται ἡ παράκλησις ὅπως κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν διαρρυθμιστέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀναφέρωνται αἱ συζητηθεῖσαι τροπολογίαι εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔκθεσις θὰ περιλαμβάνῃ ὅλας τὰς τροπολογίας αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν.
§118Γ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀκριβῶς νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν ὡς ὑποχρέωσις.
§119Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει ποσῶς τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§120Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπάρχουν δύο θέματα διακεκριμένα, τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγήσεως καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Διὰ τὸ δεύτερον πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι ἀποστέλλονται ὅλαι εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Ἐπιτροπῆς, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον τῆς εἰσηγήσεως θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφυλισθῇ ἡ εἰσήγησις εἰς μίαν ἀναφορὰν ὅλων αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν, καὶ πρὸ παντὸς νὰ γίνῃ ἡ ὀνομαστικὴ ὑπόμνησις τῶν συζητούντων. Ἐτηρήθη ἡ ἑξῆς ἀρχή· ν’ ἀναφέρεται ὑπὸ τὸν ἑξῆς τύπον εἰς τὴν εἰσήγησιν. Ὡς πρὸς τὰς ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι ἀπερρίφθησαν ὑπεστηρίχθη ἡ ἄποψις αὕτη, προστιθεμένου ὅτι τὴν ἄποψιν ταύτην ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐδέχθη ν’ ἀπορρίψῃ· ἑπομένως τὰ περιέχει ὅλα· παρέχω βεβαίωσιν ὑπεύθυνον ὅτι περιέχονται ὅλα.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνῶ νὰ μείνῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἄλλη καμμία ἀντίρρησις ὑπάρχει; Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ γίνῃ μία διασάφησις διὰ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν γίνεται διόλου λόγος. Δηλαδὴ θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ προτάσσωνται δὶς τῆς ἑβδομάδος, ὅπως ἀνέκαθεν; Ἐνῷ κανονίζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἀφήνει ἄθικτον τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ δὶς τῆς ἑβδομάδος ἀνὰ μίαν ὥραν τὴν Συνέλευσιν.
§122Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ σχέδιον ψηφίσματος μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν δὲν νομίζω ὅτι διετυπώθη ἐπακριβῶς. Βεβαίως δὲν ἐγένετο ἡ διατύπωσις μετὰ τὰς γνώμας τὰς ἐξενεχθείσας ἐνταῦθα παρὰ τῶν ὁμιλησάντων σχετικῶς, ὥστε νὰ τὸ ἔχωμεν ὁλόκληρον καὶ νὰ τὸ δεχθῶμεν ὡς τοιοῦτον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι πλήρης εἴς τινα σημεῖα, καὶ εἶναι ἐσφαλμένη εἰς ἄλλα σημεῖα. Νομίζω ὅτι ἐγένετο δεκτὸν ὅτι τρεῖς ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος θὰ διατίθενται διὰ τὸ συνταγματικὸν ἔργον, δύο ἡμέραι διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, μία δὲ ἡμέρα θὰ ἀφήνεται ὡς ἡμέρα σχολῆς. Τώρα βλέπω ὅτι τέσσαρας ἡμέρας θὰ γίνεται συνταγματικὴ ἐργασία καὶ δύο ἡμέραι ἀφήνονται διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐπίσης ὑπεστηρίχθη ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν διετυπώθη τὸ σχέδιον ψηφίσματος περιορίζει ὁπωσδήποτε τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπαραίτητος, ἠσκήθη δὲ πλημμελῶς μέχρι τοῦδε. Τοῦτο δὲ διότι ἐπερωτήσεις ὑψίστης σπουδαιότητος εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἀφήσαμεν νὰ ὁρισθοῦν δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλ’ ἐφόσον ἐξαντλεῖται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Ἀλλ’ ἡ διατύπωσις, ὡς ἐγένετο, ὁρίζει δύο ἡμέρας διὰ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ νομοθετικὴν Ἐργασίαν. Νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ καταστρατηγηθῇ τὸ τοιοῦτον, καταναλισκομένων τῶν συνεδριάσεων κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Πρέπει λοιπὸν νὰ διατυπωθῇ οὕτως, ὥστε νὰ προηγῆται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καί, ὅταν οὗτος περατωθῇ, νὰ ἐπακολουθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Ἐπίσης θὰ φέρω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον 7 λέγει ὅτι μετὰ 10ωρον ἐν ὅλῳ συζήτησιν ἐπὶ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ἐρωτᾷ ταύτην ἂν ἐφωτίσθη, ἡ δὲ Συνέλευσις ἀποφαίνεται δι’ ἀναστάσεως κλπ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως δι’ ἀναστάσεως ἐκτιμᾷ ἀπολύτως καὶ ἀπαγγέλλει ὁ Πρόεδρος. Εἰς αὐτὸ ἔχω ἀντίρρησιν, διότι νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποφαίνεται ὁ Πρόεδρος ἂν ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ Προέδρου ἀλλὰ ζήτημα τῆς Συνελεύσεως, καὶ νομίζω ὅτι ὁ Πρόεδρος πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν.
§123Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπέβαλα πρότασιν. Ἐξέφρασα ἁπλῶς μίαν ἰδέαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διατίθεται τὸ Σάββατον, εἴτε διὰ νὰ παρασκευάζωσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τὰς ἐργασίας των εἴτε διὰ νὰ μελετῶσιν οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι τὰ ὑποβαλλόμενα μέτρα. Ἀπεδέχθην τὰς ἀπόψεις τοῦ ἐκ Μαντινείας κ. πληρεξουσίου νὰ ἀκούωνται δύο πληρεξούσιοι ὑποστηρίζοντες ἑκάτερος τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, καὶ προσέτι εἶπον ὅτι, προκειμένου ἡ Συνέλευσις νὰ ἀπασχολῆται κατὰ κανόνα τὰς δύο ὁρισθείσας ἡμέρας διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, θὰ ἀφήνεται εἰς αὐτὴν νὰ κρίνῃ ἂν θὰ ὑπάρχῃ καιρὸς καὶ διὰ τὴν κοινὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἢ ἂν πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος καὶ νὰ προτιμηθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἂν αὕτη εἶναι ἐπείγουσα. Πρέπει νὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι, ὁσάκις ὑπεβλήθησαν προτάσεις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, αὗται ἐγένοντο δεκταὶ διὰ ψηφίσματος. Νομίζω ὅτι ἐμείναμεν σύμφωνοι τὴν τελευταίαν φορὰν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου ἐκ Μαντινείας ὅτι αἱ λέξεις «κατὰ κανόνα» ἐπιτρέπουν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις ἀναλόγως τῶν περιστάσεων.
§124Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. συνάδελφος ἔχει δίκαιον, διότι δὲν παρευρέθη εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Ἔγινε μακρὰ συζήτησις διὰ τὴν τροποποίησιν καὶ ἔγινε συμφωνία ὅτι, ὡς αὕτη διετυπώθη, θὰ σταματᾷ τὸ ἐλεγκτικὸν ἔργον ὅταν ἡ Συνέλευσις ὁλόκληρος εἶναι σύμφωνος, διότι ἄλλως ἡ πλειονοψηφία θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ σταματᾷ τὸν ἔλεγχον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην τροποποίησιν «κατὰ κανόνα» κατὰ πᾶσαν Δευτέραν, Τρίτην, Πέμπτην καὶ Παρασκευὴν θὰ συζητῇ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτὴν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια ὅτι δὲν θὰ ἀποκλεισθῶσιν αἱ ἀναφοραί.
§125Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε. Ἐν τῇ διατυπώσει τῶν διαφόρων θεμάτων νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀσάφεια. Μένουσιν ἔκθετοι αἱ ἀναφοραὶ καὶ αἱ ἐρωτήσεις.
§126Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἰσχύοντος διὰ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν συνταγματικὴν ἐργασίαν της, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν γίνεται διὰ ψηφίσματος, ἀλλὰ διὰ τροπολογίας γενομένης εἰς δύο ψηφίσεις. Ἐν τούτοις ἐγὼ παραιτοῦμαι νὰ καταγγείλω τὴν παράβασιν αὐτήν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ δώσῃ προσοχὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Συνέλευσις ἐπὶ μιᾶς προτάσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ ψηφίσματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν μὴ ἰσχύσωσι διὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τῶν διατάξεων περὶ τῆς Γερουσίας. Τουναντίον νὰ δοθῇ πλήρης ἐλευθερία κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, διότι ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι τόσον θεμελιώδης ὅσον καὶ ἄγνωστος εἰς τὸν Λαόν, καὶ μόνον διὰ τῶν ἐνταῦθα συζητήσεων θὰ διαδοθῇ. Εἶναι ἀνάγκη δηλαδή, διὰ νὰ μάθῃ ὁ Λαὸς τί εἶναι ἡ Γερουσία, νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπὶ πλέον εἶναι τόσον σπουδαῖος ὁ θεσμὸς καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας του, ὥστε πρέπει νὰ ἔχωσι καιρὸν πάντες νὰ συνεισφέρωσι τὰς γνώμας των. Νομίζω ἑπομένως ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ θεσπίσωμεν διάταξιν ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ διατάξεις τοῦ ψηφίσματος δὲν ἰσχύουν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας.
§127Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμιλῶν εἶπεν ὅτι ἐξ ἀμελείας τὸ ψήφισμα διετυπώθη κακῶς. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν ὅτι τὸ ψήφισμα διετυπώθη ὡς ἐψηφίσθη. Ἄν θέλῃ ἡ Συνέλευσις, δύναται νὰ τὸ συζητήσῃ ἐκ νέου, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἐν τάξει. Τὸ ψήφισμα διετυπώθη ὡς ἡ Συνέλευσις τὸ ἐψήφισεν Ὅσον ἀφορᾶ τὰς ἀναφοράς, κ. Πρόεδρε, ἐμείναμεν σύμφωνοι δὶς τῆς ἑβδομάδος νὰ ἔρχωνται.
§128Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφόσον ὡρίσθησαν δύο ἡμέραι διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον δύο πράγματα θὰ συμβοῦν· ἢ δὲν θὰ γίνεται κυβερνητικὸς ἔλεγχος ἢ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος, χωρὶς νὰ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ὑπάρχει δὲ μία σειρὰ σχεδίων νόμων, ἡ ἐπιψήφισις τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρει πολὺ περισσότερον τὸν λαὸν παρὰ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος καὶ αἱ ἐκλογαί, ὅπως εἶναι τὸ ἀγροτικόν, τὸ σταφιδικόν, τὸ τῶν καπνῶν καὶ ἄλλα, ἢ θὰ συζητοῦνται μόνον τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα θέλει ἡ Κυβέρνησις. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν νομοσχέδια, ὡς τὸ ἀγροτικὸν καὶ τὸ ἐνοικιοστάσιον τῶν βοσκῶν, τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις ἐπείγει, ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐγκρίνῃ μερικὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι ἐπροτείναμεν, θὰ παρακαλέσω ὅπως ὁρισθῇ μία ἡμέρα ἀποκλειστικῶς διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Λυποῦμαι ὅτι διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς προγραμματικὰς αὐτοῦ δηλώσεις μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἀναμένει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τίποτε ἄλλο μετ’ ἀγωνίας παρὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Λυποῦμαι ὅτι διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνδιαφέρεται μόνον διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπουλώσουν τὰς πληγὰς μιᾶς ὁλοκλήρου δεκαετίας. Ἄν λοιπὸν δὲν καθορίσωμεν μίαν ἡμέραν ὡρισμένην τῆς ἑβδομάδος διὰ τακτικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀσφαλῶς θὰ περιπέσωμεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ψηφίσωμεν ὡρισμένα νομοθετήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ ἔλθωσιν οὐδὲ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὸ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι ἄλλως θὰ σκεφθῶμεν ἂν θὰ ἔχωμεν καμμιὰ δουλειὰ ἐδῶ.
§129Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Συμφωνῶ ἀπολύτως πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Χαβίνης. Προσθέτω ὅτι, ἂν δὲν ὁρισθοῦν δύο ἡμέραι διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὄχι μία, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἡ τροποποίησις τῆς φορολογίας, ὁ ἀγροτικὸς νόμος καὶ ἄλλα παραπλήσια, εἶναι περιττὸν νὰ εὑρισκώμεθα ἐδῶ καὶ νομίζω ὅτι ὅσοι ἔχομεν συναίσθησιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, ὀφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν, διότι αἱ τροποποιήσεις αὐταὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ματαίωσις τοῦ ἐλέγχου, ματαίωσις πάσης νομοθετικῆς ἐργασίας.
§130Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν καταλαμβάνομεν τίποτε. Πρῶτον ἀπ’ ὅλα διὰ τὸ ζήτημα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν τί ἔγινε;
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ἀκόμη μίαν φοράν.
§132Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τροπολογία, δὲν δύνανται νὰ συζητηθοῦν σήμερον. Σήμερον ψηφίζομεν τὸ σύνολον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν θελήσῃ νὰ ψηφισθοῦν νομοσχέδια ἐπείγοντα, βεβαίως δὲν θὰ σταθῇ εἰς τὴν θέσιν της, διότι θὰ τὴν ἀνατρέψῃ ἡ Συνέλευσις. Εἶναι πάρα πολὺ φυσικόν.
§133Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Θὰ ἀνατραπῶμεν ἄλλως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ μᾶς ἀνατρέψῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι ἡμεῖς ἐργαζόμεθα διὰ νὰ ὑπονομεύσωμεν τὸ πολίτευμα καὶ νὰ μὴ παρουσιάσωμεν τίποτε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§134Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Φραγκούδη δὲν ἐδόθη ἀπάντησις.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐδόθη ἡ ἑξῆς ἐξήγησις, ὅτι ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποφασίζῃ ἂν ὡρισμένη τροπολογία πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ἄλλως θὰ συζητῆται ἐδῶ.
§136Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐρωτήσατε τότε ἂν θὰ γίνῃ δεκτόν.
§137Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§138Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: Ποία ἡμέρα θὰ ὁρισθῇ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδήλωσα ὅτι παραμένει ὁ ἰσχύων Κανονισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον Τρίτην καὶ Παρασκευὴν ἐπὶ μίαν ὥραν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως συζητοῦμεν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ κατόπιν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν διάταξιν.
§140Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺ καλά.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ Ψηφίσματος.
§142ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ αὔριον θὰ ἰσχύσῃ;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ αὔριον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§144Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέβαλον μαζὶ μὲ τὸν συνάδελφον κ. Μπότσαρην ἐπερώτησιν περὶ τῶν 14 χωρίων τῶν παραχωρηθέντων εἰς τὴν Ἀλβανίαν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειράν της.
§146Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὑποβάλλω παράκλησιν νὰ προταχθῇ.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μὲ τὴν σειράν.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε ἐμέ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν προηγοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Μετὰ ταῦτα θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως πᾶσα πρότασις περὶ προτάξεώς τινος ἐκ τῶν ἄλλων ἐπερωτήσεων, ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ τὴν ἀναβολήν.
§149Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ ζητήματος. Πρόκειται περὶ παραχωρήσεως ἐθνικοῦ ἐδάφους καὶ ὑποθέτω ὅτι εἰς ὅλας τὰς Συνελεύσεις τὰ ζητήματα αὐτὰ προηγοῦνται οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος.
§150ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμός.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν διατί, συμφώνως τῷ Κανονισμῷ, δὲν κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἀπὸ 17 Ὀκτωβρίου ἔγγραφα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσεν εἰς τὸ γραφεῖον τὰ ἔγγραφα.
§152Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σήμερον τὰ κατέθεσε.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον τὰ κατέθεσε βεβαίως.
§154Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπουσιάζει.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδιάφορον. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι παροῦσα.
§156Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ. Ἡ Σύνοδος ἐξακολουθεῖ ἡ ἰδία καὶ ὅμως αἱ ἐπερωτήσεις αἱ παλαιαὶ διεγράφησαν, ἐνῷ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουν ἐπίκαιρον σημασίαν. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐπερωτήσεις ἔχουν καὶ ἄλλον σκοπόν. Παρακαλῶ νὰ ἐγγραφοῦν αἱ παλαιαὶ ἐπερωτήσεις καὶ πάλιν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπητε εἰς τὸ γραφεῖον ποῖαι θέλετε νὰ ἐγγραφοῦν· νὰ μὴ ἐπαναφέρωνται ἄλλαι ἐπερωτήσεις ὑποβληθεῖσαι ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως.
§158Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἡ αὐτὴ Σύνοδος.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεκράτησε πάντοτε, ὁσάκις ἐπέρχεται διακοπὴ μεγαλυτέρα τοῦ μηνὸς καὶ μάλιστα ὅταν ἐπέρχεται κυβερνητικὴ μεταβολή, νὰ μὴ ἐπαναφέρωνται αἱ ἐπερωτήσεις.
§160Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἂν παρενέπεσαν ἄλλαι Κυβερνήσεις, ἀναγράφονται πάλιν αἱ ἐπερωτήσεις. Εἶναι ἡ αὐτὴ Σύνοδος.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν θέλει νὰ ἀναγραφοῦν καὶ πάλιν ὅλαι αἱ ἐπερωτήσεις.
§162Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς τούτου ἀπεφασίσθη παρὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ μὴ ἀναβληθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις. Ἐδῶ βλέπω ὅτι....
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς αὐτὸ ἔχει δίκαιον ὁ κ. πληρεξούσιος. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ κρατοῦν τὸ τεῦχος τῶν Ἡμερησίων Διατάξεων καὶ θὰ προστίθενται μόνον αἱ νεώτεραι ἐπερωτήσεις. Νὰ μὴ ἀνατυποῦνται. Ὥστε παρακαλῶ τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ κρατοῦν τὸ τεῦχος.
§164Ε. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ἐκρατήσαμεν ὅλοι.
§165Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Πταίω καὶ ἐγώ. Πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις· διότι ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει σημασίαν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ, σήμερον θὰ συζητήσωμεν μὲ τὴν ὑπάρχουσαν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν. Ὁ κ. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§167Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τῆς 17 Ὀκτωβρίου, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, κατέθεσα εἰς τὸ Προεδρεῖον παράκλησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως καταθέσῃ ἔγγραφα διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Παρῆλθε τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς καὶ τὰ ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν. Ἡ Συνέλευσις ἦτο κλεισμένη· τὸ μόνον μέσον ὅπερ μοὶ ἔμενεν ἦτο ὁ Τύπος καὶ δι’ αὐτοῦ ἀπηυθύνθην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ συστήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὅπως διατάξῃ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου του νὰ ἔχωσι μεγαλύτερον σεβασμὸν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν.
§168ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρέπει νὰ δώσωσι τὸ παράδειγμα οἱ Ὑπουργοί.
§169Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δυστυχῶς καὶ ἡ ἔκκλησίς μου αὐτὴ διὰ τοῦ Τύπου εὗρε τὴν ἰδίαν ἀπήχησιν τὴν ὁποίαν εὗρε καὶ ἡ παράκλησίς μου διὰ τῆς Βουλῆς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συστήσῃ εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ἀφοῦ πρῶτοι αὐτοὶ δείξωσι σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους, νὰ τὸν ἐπιβάλλωσιν εἰς τὰ κατώτερα ὄργανα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ὑπηρέται τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Ἂν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν δώσωσι πρῶτοι τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τοὺς πολίτας νὰ σεβασθῶσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἄρχοντες δὲν δίδουσι τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων εἰς τοὺς ἀρχομένους.
§170Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, κ. Πρόεδρε;
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθησαν, καίτοι ἀργά. Ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ αὐτῇ ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὰς Ὑπηρεσίας ὅτι, ὁσάκις ζητοῦνται ἔγγραφα, νὰ κατατίθενται ταῦτα ἐγκαίρως, ἐπίσης δέ, ὁσάκις στέλλονται ἐρωτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀπάντησις πρέπει νὰ δοθῇ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, νὰ δίδωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας, διότι εἰς αὐτὰ παρατηρεῖται καθυστέρησις τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν.
§172Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἐμεσολάβησεν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπιεικῶς κατ’ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως μία διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ 15 αὐταὶ ἡμέραι δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιηθοῦν. Ἀλλὰ πολλάκις, κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἕνεκα τῶν συχνῶν ἀναστατώσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρῃ τις ἀμέσως τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ζητοῦσιν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι. Μὴ νομίζετε ὅτι δὲν ἀσκεῖται ἡ δέουσα ἐπίβλεψις καὶ προσπάθεια. Ὅσοι ἐχρημάτισαν Ὑπουργοὶ γνωρίζουν ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ ταχεῖα παροχὴ ἀκριβῶν πληροφοριῶν. Παρέρχονται δύο ἢ τρεῖς ἡμέραι διὰ νὰ δοθῇ μία τις ἀπάντησις. Ἐννοεῖται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἐπέρχεται βελτίωσις, διότι ἀπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις κατεβλήθησαν προσπάθειαι, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ μία κανονικότης.
§173Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶχον καὶ ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ἀτύχημα ἀπὸ τὰς 14 Ὀκτωβρίου νὰ παρακαλέσω διὰ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Παιδείας καὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ἵνα μοὶ καταθέσωσι σχετικοὺς πίνακας ἀφορῶντας τὸ προσωπικὸν τῶν Ὑπουργείων τούτων, πίνακας οἱ ὁποῖοι μοὶ ἦσαν πολύτιμοι προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ κυρώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἀνεβλήθη λόγῳ τῆς παρεμπεσούσης ἀσθενείας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Παρῆλθον, ἀντὶ τῶν 6 ἡμερῶν, ὡς ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, 20 ἡμέραι καὶ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη.
§174Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσι πίνακες τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων αὐτῶν ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν;
§175Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ ἀκούσετε καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Μὴ δυνάμενος νὰ κάμω ἄλλο τι, διεμαρτυρήθην διὰ τοῦ Τύπου καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαμαρτυρία αὐτὴ ὑπῆρξε «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἁρμόδιοι διὰ τὰς πληροφορίας, ἀπησχολημένοι μὲ ὑποθέσεις ἀφορώσας καὶ ἀναγομένας εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ὑψηλῆς πολιτικῆς, τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ θνητοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοήσωμεν, εἶχον καιρὸν διὰ τοιαῦτα μικροζητήματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς Ὑπουργούς του, εἶπεν ὅτι ὑπάρχουσι πληροφορίαι αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ παρασχεθῶσιν ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος καὶ ἐξηγοῦμαι. Θὰ ἀκούσῃ ἡ Συνέλευσις τίνας πληροφορίας ἐζήτησα καὶ ἃς κρίνῃ· εἶναι πληροφορίαι αἱ ὁποῖαι ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ δοθῶσιν. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ γνωρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ πόσοι ἐκ τούτων εἶναι ὑπεράριθμοι καὶ συγχρόνως τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας νὰ μοὶ γνωρίσῃ πόσα ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἐπιτεταγμένα διὰ προσφυγικὰς ἀνάγκας καὶ πόσοι ὑπηρετοῦν εἰς ἕκαστον σχολεῖον. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐρωτῶ οἱονδήποτε, ὅστις εἶχε τὸ εὐτύχημα νὰ διατελέσῃ Ὑπουργός· εἶναι πληροφορίαι τὰς ὁποίας δὲν πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ αὐτοστιγμεὶ καὶ οὐχὶ ἐντὸς μηνός; Φαντάζεσθε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν γνωρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς; Ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀγνοεῖ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιτεταγμένων σχολείων; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους. Ἀλλοίμονον, λέγω, ἂν ἐπικρατήσουν τοιαῦται ἀντιλήψεις. Τότε ἐρρέτωσαν τὰ Ὑπουργεῖα καὶ οἱ πολυτελεῖς ὀργανισμοί, τοὺς ὁποίους τόσον ἀκριβὰ πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Τὸ πρᾶγμα ἔγκειται ἀλλαχοῦ. Ἡ διαμαρτυρία τοῦ προλαλήσαντος καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι διεδέχθησαν αὐτόν, ἀποβλέπουν εἰς κάποιαν ἄλλην βαθυτέραν αἰτίαν. Εὑρισκόμεθα, κύριοι συνάδελφοι, πρὸ μιᾶς συστηματικῆς ἀντιδράσεως τῶν δημοσίων Ὑπηρεσιῶν.
§176ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ναί (χειροκροτήματα).
§177Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀντιδράσεως, τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον ἀνέχεται, ἀλλὰ καὶ ὑποβοηθεῖ ἡ τακτικὴ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων ἀφ’ ἧς ἐνθρονισθῶσιν εἰς τοὺς ὑπουργικοὺς θώκους λησμονοῦσι καὶ τὴν προέλευσίν των καὶ τὰς πρὸς τὸ Σῶμα ὑποχρεώσεις των (χειροκροτήματα). Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος, διότι φρονῶ — καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅ,τι φρονεῖ κάθε τίμιος ἄνθρωπος — ὅτι πρέπει νὰ περισπασθῇ ἡ προσοχή σας ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος, διότι ἀλλοίμονον ἂν ἐπικρατήσωσι τοιαῦται ἀντιλήψεις μελῶν τινων τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἀποτελοῦσι περιφρόνησιν πρὸς τὸ Σῶμα καὶ ὑπονομεύουσι τὸ καθεστώς, διὰ τὸ ὁποῖον τόσον ὡραίους λόγους εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὁποῖον ἠπειλήθη διὰ τῆς προστασίας τοῦ ἀπουσιάζοντος κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δηλώσαντος ὅτι διὰ τὴν προστασίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ θὰ χύσῃ καὶ τὴν τελευταίαν ρανίδα τοῦ αἵματός του (χειροκροτήματα).
§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τίνα ἀπάντησιν θὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουδούρης;
§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μὲ πληροφορεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ ἁπλῶς τὸ παράπονόν του, ὅτι διέταξε κατ’ ἐπανάληψιν τὴν Ὑπηρεσίαν νὰ τὰ καταθέσῃ.
§180Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κατετέθησαν πρὸ δύο ἡμερῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, τοῦ δὲ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀκόμη.
§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠσθένησε.
§182Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν τὰς καταθέτουν αἱ Ὑπηρεσίαι, διότι αἱ πληροφορίαι ταῖς εἶναι δυσάρεστοι.
§183Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ κατατεθῶσιν, ὁσονδήποτε δυσάρεστοι καὶ ἂν εἶναι. Γνωρίζετε ὅτι δὲν εἴμεθα ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι φροντίζουν νὰ εἶναι εὐάρεστοι εἴτε εἰς τὰς Ὑπηρεσίας εἴτε εἰς κανένα ἄλλον. Κάμνομεν ἁπλῶς τὸ καθῆκόν μας, ὅπως θὰ τὸ ἔκαμνε καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος, ἂν ἐκάθητο ἐδῶ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ὑπάρχει, ὅπως εἶπον, ἀταξία ἀναμφισβήτητος εἰς τὰς δημοσίας Ὑπηρεσίας καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν λησμονῆτε σεῖς οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπέστητε καὶ ὅταν δὲν συνέπεσε νὰ ἀνήκητε εἰς τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Βεβαίως, ἂν ὑπῆρχεν ἀμέλεια τῶν ὑπαλλήλων, δὲν θὰ ἐδιστάζομεν νὰ φθάσωμεν καὶ μέχρι τιμωρίας τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπευθύνων, ἀλλὰ βλέπετε ὅτι δὲν ἀποφεύγουν τὰς εὐθύνας, διότι κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα.
§184Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διατί δὲν ἤρχεσθε νὰ σᾶς δώσω ἐγὼ τοὺς ἀριθμούς;
§185Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶχον λόγους νὰ μὴ τοὺς πάρω ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ν. Μπακόπουλος καὶ Γ. Σίδερης ἐπερωτοῦν διατί δὲν κατετέθησαν μέχρι σήμερον τὰ ζητηθέντα πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς τακτικῆς Συνόδου τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1924 τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§187Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ ἀποδώσητε ἰδιαιτέραν ἐντελῶς προσοχὴν ἐπὶ τῆς συζητουμένης κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπερωτήσεως ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐξαιτοῦμαι τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως διὰ τὸν λόγον ὅτι τὸ θέμα τῆς ὑπὸ κρίσιν ἐπερωτήσεως, καίτοι ἀφορᾷ τυπικῶς τὴν μὴ κατάθεσιν ζητηθέντων ἐγγράφων παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, οὐσιαστικῶς ἔχει ἄποψιν ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ δύο προσυζητηθεῖσαι σήμερον παρόμοιαι ἐπερωτήσεις ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Πρὸ ἐμοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης πληρεξούσιος κ. Σίδερης ἐπηρώτησε τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δι’ ὡρισμένας παραβάσεις διαπραχθείσας ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ προσωπικῶς, μὴ ἔχων καμμίαν γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλ’ ἐπιθυμῶν νὰ σχηματίσω ἀτομικὴν γνώμην, ὡς πληρεξούσιος, ποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι αἱ σχέσεις μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας προκειμένου νὰ συζητηθῇ προσεχῶς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐθεώρησα, βασιζόμενος ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ ἰσχύοντος τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν κειμένων νόμων, ὅτι εἶχον, κύριοι, τὸ δικαίωμα ὡς πληρεξούσιος νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ νὰ μοὶ κατατεθοῦν ὡρισμένα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸ ἀνεξέλεγκτον δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχον, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ συμβάλουν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεώς μου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ἦσαν καὶ αὐτούσια τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, συνόδου, ἡ ὁποία ἀρξαμένη τὴν 1ην Ὀκτωβρίου ἔληξε μὲ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς ἐκείνου, πρακτικὰ τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως δὲν τῆς ἦσαν ἀπαραίτητα διὰ τὴν τρέχουσαν αὐτῆς ὑπηρεσίαν σήμερον, ὥστε νὰ μὴ παρέχεται τὸ κώλυμα ὅτι ἡ αὐτουσία κατάθεσις τῶν ἐγγράφων ἐκείνων θὰ ἔφερε κώλυμα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Συνελεύσεως εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναμείνω ἐπὶ ἓξ ἡμέρας τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ ἂν μετὰ τὴν πάροδον τῶν ἓξ ἡμερῶν δὲν μοὶ ἐδίδοντο τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐζήτησα θὰ μοὶ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἐπερωτήσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν διατί δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ φρίξατε, κύριοι συνάδελφοι. Προτοῦ παρέλθῃ τὸ ἑξαήμερον ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἐτόλμησε νὰ διαβιβάσῃ ἓν ἰταμώτατον ἔγγραφον, ὑφιστάμενος αὐτὸς πρὸς τὸν προϊστάμενόν του Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ τὸν αὐθαδέστερον τρόπον ἀρνεῖται τὴν χορήγησιν τῶν ἐγγράφων καὶ λέγει: «Τὰ ἔγγραφα δὲν τὰ δίδω· ἐλᾶτε, ἂν θέλετε, νὰ τὰ πάρετε». Τὸ ἔγγραφον λέγει ὅτι δὲν δίδει τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι ταῦτα οὐδέποτε ἐξῆλθον τῶν γραφείων τῆς Συνόδου, ἅπαξ δὲ μόνον κατεσχέθησαν, καὶ ὅτι καὶ τώρα δὲν τὰ δίδει, διότι δὲν ἔχει τὴν περὶ τούτου γνώμην τῶν ἀρχιερέων.
§188Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Λοιπὸν τί λέγει τὸ ἔγγραφον;
§189Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐκπλήττεσθε· θὰ σᾶς εἴπω καὶ τὰ παρασκήνιά σας.
§190Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἠρνήθη διαρρήδην. Αὐτὸ ἐγὼ δὲν τὸ βλέπω.
§191Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄρνησις. Καὶ ὅταν ἐστείλατε τὸν ἁρμόδιον Τμηματάρχην τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐζητήσατε τὰ ἔγγραφα ἠρνήθη διαρρήδην νὰ τὰ δώσῃ. Καὶ ὅταν ἔκαμα τὴν προχθεσινὴν διαμαρτυρίαν ἐστείλατε καὶ πάλιν ἀπεσταλμένον καὶ εἴπετε νὰ σᾶς διευκολύνῃ, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ Μητροπολίτης ἠρνήθη. Ἄν θέλητε καὶ πάλιν νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, ζητῶ τὸν διορισμὸν μιᾶς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ τὸ ἐξακριβώσῃ.
§192Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ συζήτησις διεξάγεται ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων. Δὲν νομίζω ὅτι κοινοβουλευτικῶς ἠμπορῶ νὰ σᾶς παρακολουθήσω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§193Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ οὐσία τοῦ πράγματος εἶναι μία. Καθ’ ὅσον γνωρίζετε, κύριοι πληρεξούσιοι, πρώτην φορὰν παρουσιάσθη εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τοιαύτη ἀσέβεια ἐκ μέρους ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους Ἀρχῆς πρὸς τὸ κυρίαρχον Σῶμα, ὅταν ὄχι μόνον ἡ ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἀπεριόριστος εἰς κυριαρχικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι ἁπλῆ Βουλή.
§194Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Καὶ εἰς προηγούμενον ἔγγραφον ἐκφράζεται οὕτως ἀνευλαβῶς ἡ Ἱεραρχία, λέγουσα ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἀκολουθοῦμεν ἀντεθνικὴν πολιτικήν.
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ γνώμη σας εἶναι ὅτι εἶναι ἀπολύτως κατακριτέον, ἀλλὰ δὲν συμβαίνει πρώτην φορὰν ἐν πάσῃ περιπτώσει, διότι καὶ ἄλλοτε ἐνεφανίσθη περίπτωσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ὡς ἁπλοῦς βουλευτής. Ἐζητήθησαν καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ἔγγραφα δικαστικῆς καταδιώξεως ἐναντίον δικαστοῦ, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἠρνήθη τὴν κατάθεσίν των ἰσχυρισθεὶς ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀποτελοῦν interna corporis καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν δημοσιότητα πράξεις τινὲς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, διότι τοῦτο θὰ ἐξέθετε τὸ γόητρον τῶν δικαστῶν. Προεκλήθη συζήτησις εὐρυτάτη, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν.
§196Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συμβαίνει αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἐζήτησε. Τὸ λέγω αὐτὸ ἵνα μὴ προκληθῇ ἐπιχείρημα ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ἔχει τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατατεθῶσι, διότι ἤδη τὰ ἐζήτησε.
§197Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ προσωπικῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ, μοὶ ἔκαμε τοιαύτην κατάπληξιν ἡ στάσις τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως, ἐπροξένησεν εἰς ἐμὲ ὡς λαϊκοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοιαύτην συγκίνησιν, ὥστε μοὶ ἐγεννήθησαν αὐτομάτως τὰ ἐρωτήματα: Μία στάσις ἀνάλογος ἐγκαινιαζομένη ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους παρὰ μιᾶς ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους Ἀρχῆς δὲν θέτει τάχα ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως, ὡς κυριάρχου Σώματος; Καὶ πλὴν ἀκόμη τούτου, δὲν θέτει τάχα ἐπὶ τάπητος αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τῆς Συνελεύσεως, ὡς κυριάρχου Σώματος; Διότι, ἐσκέφθην· ποῖον θὰ εἶναι τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως, ὅταν ἀναγνωρίσῃ, ὅταν ἀνεχθῇ, ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν καὶ ἐπὶ μίαν στιγμήν, ὅταν ἀνεχθῇ νὰ δέχεται τοιούτους κολάφους παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους Ἀρχῶν; Καὶ μὲ τὴν ἱερὰν αὐτὴν συγκίνησιν ἐζήτησα νὰ φέρω τὸ ζήτημα ἐνώπιον ὑμῶν ἀπὸ προχθές, εὐθὺς μόλις ἔλαβον γνῶσιν τοῦ ἀπαντητικοῦ ἐγγράφου τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Ἐγνώριζον, κύριοι συνάδελφοι, καλῶς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τὰς ἰσχυούσας διὰ τὰς συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως, κατὰ τὰς ὁποίας εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, παραπονούμενος διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν καὶ νὰ περιμένω τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Ἀλλὰ ἐνόμισα ὅτι λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικοῦ γεγονότος, λόγῳ τῆς διαφόρου φύσεως τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐπερωτήσεως, συνισταμένου ὄχι εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ εἰς τὴν ρητὴν ἄρνησιν τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς τὴν κατάθεσιν τῶν ζητουμένων ἐγγράφων, ἐνόμισα ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐπίστευσα ὅτι ἐν τῇ προσπαθείᾳ μου ταύτῃ θὰ εὕρισκον ἀμέριστον τὴν συνδρομὴν πρὸ παντὸς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ὡς ἐκπροσωποῦντος τὸ Σῶμα, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπηυθύνθη ἡ προσβολὴ ἐκείνη, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως. Ἠπατήθην εἰς τὰς προβλέψεις μου. Ἀμφότεροι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Πρόεδροι ὠχυρώθησαν ὄπισθεν τῶν τύπων τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἐδέχθησαν προχθὲς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀνέβαλον διὰ σήμερον. Μή τις δ’ ἐξ ὑμῶν νομίσῃ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἄρνησις τῆς Ἱεραρχίας εἶναι κάτι τι συμπτωματικόν, κάτι τι ἐπιπόλαιον, προερχόμενον ἐξ ἀγνοίας τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Ἱεραρχία ὡς ὑπάλληλος τοῦ Κράτους Ἀρχή. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καλέλλης εἰς μίαν διακοπὴν πρὸ ὀλίγου μοὶ ἀνέφερεν ὅτι ἐσχάτως καὶ δι’ ἄλλης ἐνεργείας της ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐπέδειξε τὴν ἀσέβειάν της πρὸς τὴν Πολιτείαν, πρὸς τὸ Κράτος, πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλ’ ἂν εἶχον κατατεθῆ τὰ ζητηθέντα πρακτικὰ θὰ ἀνεγινώσκομεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 13ης συνεδριάσεως τῆς Ἱεραρχίας μίαν ἐπίσημον προτροπὴν τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸν Κλῆρον Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρὸς τοὺς Ἱεράρχας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀσεβήσουν πρὸς τὴν Πολιτείαν, νὰ στασιάσουν κατὰ τοῦ Κράτους. Διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εὑρέθη πρὸ μιᾶς ριζικῆς διαφωνίας μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔγκυρον ἢ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τῶν νέων δύο Μητροπολιτῶν καὶ δύο βοηθῶν Ἐπισκόπων, πρὸ μιᾶς διαφορᾶς ἀντιλήψεων, διὰ τὴν νομικὴν λύσιν τῆς ὁποίας ὁ Μητροπολίτης εὗρε γρανιτώδη τὴν ἀντίστασιν τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Ἱεραρχίαν καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὴν Βουλγαρίαν ὑφίστατο καθεστὼς ἐκκλησιαστικὸν κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἐπισκόπων ἐγίνετο ὑπὸ μόνης τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας, ἄνευ συμμετοχῆς τῆς Πολιτείας. Ἡ Κυβέρνησις Σταμπολίνσκυ, ἀπομιμηθεῖσα τὰ ἐν Ἑλλάδι κρατοῦντα, εἰσήγαγε καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίζετο σύστημα ἐκλογῆς Ἐπισκόπων μικτὸν διὰ συνεργασίας τῆς Συνόδου καὶ τῆς Πολιτείας. Φυσικὸν ἦτο ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι οἱ Βούλγαροι ἠμύνθησαν τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα εἶχον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ ἀντεστάθησαν δυσανασχετοῦντες διὰ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας. Ἐχειροτόνησαν τότε ἕνα Ἐπίσκοπον ἄνευ οὐδεμιᾶς συμπράξεως τῆς Πολιτείας. Ὁ Σταμπολίνσκυ ὡς Πρωθυπουργὸς διέταξε τὸν νέον Ἐπίσκοπον νὰ μὴ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του, διότι δὲν θὰ τὸν ἀνεγνώριζεν ἡ Πολιτεία. Ἡ βουλγαρικὴ Ἱερὰ Σύνοδος ἀμέσως τότε παρήγγειλεν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον νὰ μεταβῇ εἰς τὴν νέαν του θέσιν καὶ ἐπὶ κινδύνῳ ἀκόμη τῆς ζωῆς του, ἀδιαφορῶν διὰ τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ ἰσχυρίσθη ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ὅτι ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ τῆς Συνόδου τῆς Βουλγαρίας ἐξηνάγκασε τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνεχθῇ τὸν νέον Ἐπίσκοπον καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον. Καὶ προέτρεψε καὶ τοὺς Ἕλληνας Ἱεράρχας εἰς μίμησιν τοῦ βουλγαρικοῦ παραδείγματος, εἰς ἀσέβειαν πρὸς τὴν Πολιτείαν, εἰς στάσιν κατὰ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν ὁ Μητροπολίτης Σύρου ἀντέλεξεν εἰς τὸν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν ὅτι τοιαῦτα διαβήματα εἶναι καὶ ἐπικίνδυνα καὶ καταστρεπτικὰ διὰ τὴν Χώραν καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ὅτι, ἐφόσον ὑπάρχουν νόμοι τοῦ Κράτους κανονίζοντες τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἡ Ἐκκλησία πρώτη ἔχει τὸ καθῆκον νὰ σέβεται αὐτούς, τότε ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν εἶπεν ὅτι ὅ,τι ἀνέφερε τὸ ἀνέφερεν ὡς παράδειγμα — πρὸς μίμησιν βεβαίως. Αὐταί, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι αἱ ἀντιλήψεις τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, καὶ τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν τῶν γενικῶν καὶ συστηματικῶν εἶναι μία ἐκδήλωσις, μία μόνη ἐκδήλωσις ἀναμφισβητήτως οὔτε ἡ πρώτη, ἀλλά, φοβοῦμαι, οὔτε καὶ ἡ τελευταία. ☐ τὸ ἀρνητικὸν ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἀπήντησεν ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν πρὸς διαταγὴν τῆς Συνελεύσεως ὅπως χορηγήσῃ τὰ ζητηθέντα πρακτικά. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ προσωπικῶς, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου μειωμένον διὰ τῆς τοιαύτης ἀρνήσεως τοῦ Μητροπολίτου. Δὲν θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου μειωμένον, διότι ὅ,τι ἐζήτησα τὸ ἐζήτησα οὐχὶ ὡς κύριος Μπακόπουλος, ἀλλ’ ὡς πληρεξούσιος τῆς Συνελεύσεως. Καὶ τὴν αἴτησίν μου αὐτὴν τὴν διεβίβασα διὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Συνελεύσεως, τὸ δ’ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητοῦντο τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱεραρχίας ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀτόμου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὸ Σῶμα ὡς τοιοῦτον. Δὲν θέλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐξετάσω τὴν πολιτικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος καὶ τοῦ κατὰ πόσον θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀνεχθῇ Ὑπουργὸν ὁ ὁποῖος ἀντὶ νὰ συναισθανθῇ τὸν πρὸς τὴν Συνέλευσιν κόλαφον τὸν καταφερθέντα ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου καὶ νὰ μὴ διαβιβάσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἔγγραφον τοῦτο τὸ ἀρνητικόν, ἀλλὰ νὰ προσπαθήσῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰ ὁποῖα τῷ χορηγεῖ ὁ Νόμος νὰ προασπίσῃ καὶ ἀσφαλίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως, ὄχι μόνον δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διεβίβασε τὸ ἀρνητικὸν ἔγγραφον τοῦ Μητροπολίτου ὡς ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Τοῦτο δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι τοῦτο: Θὰ ἀνεχθῇ τάχα ἡ Συνέλευσις ὄχι πλέον ὡς κυρίαρχον Σῶμα συντακτικόν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἁπλῆν ἰδιότητά της, τὴν μετριασμένην, τὴν ἰδιότητα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, θὰ ἀνεχθῇ, λέγω, τὴν καθιέρωσιν ἀπὸ σήμερον μιᾶς νέας κοινοβουλευτικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε ὑπάλληλον τοῦ Κράτους νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ὡς ἱστάμενον ὑπεράνω ὅλων, ὑπεράνω καὶ αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Τόσον ἐκ τῶν γενικῶν πολιτειακῶν μελετῶν, ὅσον καὶ ἐκ τοῦ καθιερωμένου συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, τρεῖς ἐξουσίας γνωρίζω ὑφισταμένας ἐν τῷ Κράτει: Τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν καὶ τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν. Καὶ γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπὶ τῇ βάσει ρητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ ρητῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Συνελεύσεως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ ἐρωτήσεις, ἐπερωτήσεις, νὰ ζητῇ ἔγγραφα, νὰ διορίζῃ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς, νὰ ἀσκῇ ἀπολύτως τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς πολιτειακῆς συνθέσεως. Ἰδιαιτέραν ἐξουσίαν μὲ τὸ ὄνομα «Ἐκκλησία», μὲ τὸ ὄνομα «ἐνδημοῦσα Σύνοδος», μὲ τὸ ὄνομα «Ἱερὰ Σύνοδος τῶν ἐχόντων ἐπισκοπὰς Ἀρχιερέων» οὐδαμοῦ ἀνέγνωσα, οὐδαμοῦ συνήντησα, οὐδόλως γνωρίζω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι τοῦτο, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας δύο γενικὰ συστήματα ὑπάρχουν, τὸ σύστημα τοῦ πλήρους χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοῦ Κράτους, ὁπότε τὸ ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μία ἰδιωτικὴ ὑπόθεσις καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπεμβῇ τὸ Κράτος εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, διότι οὔτε ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον ὑπάρχει οὔτε ἔχει ἡ Ἐκκλησία ἀπολαυὰς ἀπὸ τὴν Πολιτείαν οὔτε συντρέχει ἡ Πολιτεία εἰς τὴν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας εἴτε ὡς συνόλου εἴτε τῶν ὀργάνων αὐτῆς ὡς προσώπων, καὶ τὸ ἄλλο σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἀρχὴ ὑφισταμένη καὶ δρῶσα ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, ὁπότε καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν τῇ εὐρείᾳ σημασίᾳ τῆς λέξεως, ὑποκείμενοι εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὀφείλοντες σεβασμὸν πρὸς αὐτό. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἶναι δυνατὸν νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸν νοῦν ἔστω καὶ ἑνὸς πληρεξουσίου, ἔστω καὶ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ ἑαυτὴν ὁποτεδήποτε τὴν συμφέρει ὑπεράνω τοῦ Κράτους, ὑπεράνω τῆς Πολιτείας, ὑπεράνω τῆς Βουλῆς, ὑπεράνω καὶ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ ζητῇ τὴν συνδρομὴν τοῦ Κράτους, μόνον καὶ μόνον ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ χρήματος; Χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἴς τινα τῶν ἀγορευόντων συναδέλφων ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος εἶπε δύο χαρακτηριστικὰ πράγματα ἔχοντα σχέσιν μὲ τὴν συζητουμένην ἐπερώτησιν. Εἶπεν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων ὅτι ἡ πολιτικὴ τιμὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς ὡς Κράτους ἐν Κράτει. Ὅταν δὲ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα περὶ τῆς θέσεως ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποσπασθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν γεννᾶται ζήτημα, κατὰ τὴν κρίσιν του, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, καίτοι ὑπηρετοῦντες προσωρινῶς εἰς ἕνα αὐτόνομον Ὀργανισμὸν διεθνοῦς ὑποστάσεως, δὲν παύουν νὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ Κράτος, διότι προστατεύονται ἀπὸ τοὺς ὑπαλληλικοὺς νόμους, διότι ἀπολαύουν τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως. Καὶ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς καὶ ἕκαστον ἐξ ὑμῶν ἰδιαιτέρως: Τιθεμένης ταύτης τῆς ἀρχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐκ τῶν κ.κ. πληρεξουσίων ἔφερε τὴν ἐλαχίστην ἀντίρρησιν, δὲν συμπίπτουν τάχα ὅλα τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ προκειμένου περὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν λειτουργῶν αὐτῆς; Δὲν εἶναι τάχα ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολον εἷς Ὀργανισμὸς δημοσίου δικαίου ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, ὑπαγόμενος εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ὀφείλων σεβασμὸν πρὸς αὐτούς; Καὶ δὲν εἶναι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ λειτουργοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ Κράτος, προστατεύονται ἀπὸ τοὺς ὑπαλληλικοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀπολαύουσι τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους; Καὶ πῶς, κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ ἐπιτρέψητε εἰς ὡρισμένην τάξιν τῶν ὑπαλλήλων, εἰς μίαν ὡρισμένην Ὀργάνωσιν δημοσίου δικαίου καὶ εἰς μίαν ὑπαλληλικὴν τοῦ Κράτους Ἀρχὴν νὰ τεθῇ ὑπεράνω τῶν νόμων, ὑπεράνω τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Ὁ ἔλεγχος τὸν ὁποῖον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἠθέλομεν νὰ ἐνασκήσαμεν ἐπὶ τῶν πραχθέντων ὑπὸ τῆς Ἱεραρχίας δὲν ἀφορᾷ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἔχομεν τὸν ἐγωισμὸν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἀπὸ πολλοὺς ἀνωτέρους βαθμούχους τῆς Ἐκκλησίας εἴμεθα περισσότερον Χριστιανοί, εἴμεθα περισσότερον ἠθικοί.
§198ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§199Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ τὸν Θεὸν φοβούμεθα καὶ τοὺς ἠθικοὺς νόμους σεβόμεθα περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους. Ἠθελήσαμεν νὰ ἐλέγξωμεν ὡρισμένας παραβάσεις ὑπὸ ὡρισμένων Ἱεραρχῶν διαπραχθείσας, παραβάσεις καὶ ἱερῶν κανόνων καὶ διατάξεων τεθειμένων ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Δὲν θέλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἰσέλθω σήμερον εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Συνέλευσιν σήμερον εἶναι τοῦτο: Ἂν καὶ κατὰ πόσον θὰ δεχθῇ ὅπως ὡρισμένη Ἀρχὴ τοῦ Κράτους μὴ ὑπακούῃ εἰς αὐτό. Ἂν ἐγένοντο παραβάσεις, θὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Καρδίτσης. Τὸ ἔργον αὐτό, ἡ τοιαύτη συστηματοποιημένη καὶ ὠργανωμένη συνεχὴς συμπεριφορὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰδικώτερον τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω καὶ πρὸς ὑμᾶς: Θὰ ἀνεχθῆτε τὴν συμπεριφορὰν αὐτὴν καὶ θὰ ἀπεμπολήσητε τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως πρὸς οἱανδήποτε Ἀρχὴν καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία ἔδωσε τὴν πρώτην ἀφορμήν; Φοβοῦμαι, καὶ δὲν μοῦ μένει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἂν καθορίσητε τοιαύτην ἀρχὴν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει σήμερον, ταχέως, αὔριον, μεθαύριον, εἰς προσεχὲς μέλλον τὸ ἀσεβὲς παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας θὰ τὸ μιμηθῶσιν ὅλαι αἱ Ἀρχαὶ τοῦ Κράτους καὶ θὰ λέγουν εἰς τὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ τέλος: Κάμνομεν ὅ,τι θέλομεν, σὲ γράφομεν εἰς τὰ παληὰ παπούτσια μας. Καὶ τότε, ὅταν ἀναγνωρίσωμεν μίαν νόμιμον κατάστασιν, ἐπιτρέπουσαν εἰς πάντα παραβάτην τοῦ νόμου ν’ ἀποφεύγῃ τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ἡ παράβασις τοῦ νόμου φέρει κατ’ αὐτοῦ, τότε βαδίζομεν πρὸς τὴν ὁριστικὴν διάλυσιν τοῦ Κράτους. Κολακεύομαι ὅμως νὰ πιστεύω ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἡ φέρουσα τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐκλήθη ὄχι διὰ νὰ διαλύσῃ τὸ Κράτος, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ ἀνασυντάξῃ. Τὸ ἐρώτημα τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἠθέλησα νὰ θέσω πρὸ ὑμῶν καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος ἐπὶ τῆς παρουσιαζομένης ἀρχῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ διαβιβασθείσης εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐγγράφου ἀρνητικῆς ἀπαντήσεως τοῦ Μητροπολίτου ἐνεκαινίασε μίαν νέαν ἀρχὴν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ ἐλέγχου, καθ’ ἣν ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον, ἀπαντῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν: Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ πταίστης, ἀλλὰ ὁ ὑπάλληλος. Ἂν ἐρωτήσω δὲ αὐτόν, διατί δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον, δὲν θὰ μοῦ ἀπήντα καὶ ἑπομένως καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς ἀπαντῶ. Τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι σοβαρώτατον, εἶναι πολιτικῆς σημασίας ὑψίστης, ἀνάλογος δὲ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀπόφασις ὑμῶν. Πρὶν ἀποφασίσετε, σκεφθῆτε, καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῆς σκέψεώς σας ἐπιτρέψατε εἰς ἐμὲ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρέπει νὰ ἔχετε ὁδηγὸν τὴν ἑξῆς ἀρχήν: Ὅτι ἐν τῇ σκέψει σας διὰ τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν ἔχετε νὰ σκεφθῆτε, ἂν θὰ θελήσετε νὰ διατηρήσετε ἀτομικὸν δίκαιον ἢ νὰ παραιτηθῆτε αὐτοῦ. Ἡ παραίτησις ἀπὸ ἀτομικοῦ δικαίου εἶναι δικαίωμα τοῦ προσώπου, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶναι συνδεδεμένον τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο. Ἡ παραίτησις ὅμως ἀπὸ τῶν δημοσίων δικαίων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι δικαίωμα τῶν ἀντιπροσώπων, διότι δὲν ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ σκεφθῶμεν, ἂν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταλύσωμεν τὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐτάχθημεν ἀνώτατοι ὑπερασπισταὶ τῶν δικαιωμάτων του, ὕπατοι ὑπερασπισταὶ τῶν ἐλευθεριῶν του. Ἀγαπῶ νὰ πιστεύω ὅτι ὁμόθυμος θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἡ Ἱεραρχία καὶ ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ὀφείλουν νὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ παράσχουν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν, καὶ νὰ δώσουν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἀρνεῖται νὰ δώσῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ ἂν ἀκόμη εἰς τὴν σκέψιν τινὸς ἐξ ὑμῶν—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν φαντάζομαι— γεννηθῇ ἐνδοιασμός, ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὴν συνείδησίν μας ἥσυχον καὶ θὰ ὑπερηφανευώμεθα ὅτι δὲν μᾶς διέφυγεν ἡ σημασία τοῦ γεγονότος, ὅτι συνεκινήθημεν διὰ τὴν ἀσέβειαν, τὴν ὁποίαν ὡρισμένοι δημόσιοι λειτουργοὶ ἐπέδειξαν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ κρίνῃ. (χειροκροτήματα).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§201Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅταν καμμιὰ ἡμέρα θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς κυρίας ἐπερωτήσεως τῆς ἀφορώσης τὴν παράνομον ἐκλογὴν Μητροπολιτῶν καὶ βοηθῶν Ἐπισκόπων, φερούσης ἀριθμὸν 72 εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων, θὰ ἀσχοληθῶ εὐρύτερον μὲ τὴν πολιτείαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, μὲ τὴν στάσιν τῆς περὶ αὐτὸν πλειονοψηφίας καὶ μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ὄχι μόνον μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐκκλησίας, διότι δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς τοὺς παρακολουθοῦντας τὸν καθημερινὸν Τύπον ὅτι καὶ ἐν τοῖς κόλποις τῆς Ἐκκλησίας ἠνοίχθη ρῆγμα, διότι κατὰ τὴν γενομένην ἐκλογὴν Μητροπολιτῶν καὶ βοηθῶν Ἐπισκόπων ἐσημειώθη μειονοψηφία ἐξ ἐννέα Μητροπολιτῶν, ἥτις, μὴ θέλουσα νὰ τεθῇ ἀντιμέτωπος πρὸς τὸ Κράτος, διεφώνησε πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἀπεχώρησε τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς. Διότι δὲν ἐδέχθη νὰ ἔλθῃ ἀντιμέτωπος πρὸς τὸ Κράτος.
§202Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁμιλεῖτε πολὺ ὡραῖα. Σᾶς παρακαλῶ τονίσατε, διότι ἐγὼ ἐλησμόνησα νὰ τὸ ἀναφέρω εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἱεραρχίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ Μητροπολιτῶν, ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι, ὅταν θὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς σας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μᾶς σαφηνίσῃ ἐν λεπτομερείᾳ ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Πολιτείας κατὰ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην.
§203Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ποῖον νόμον παρέβησαν;
§204Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Παρέβησαν τὸν Καταστατικὸν Νόμον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἐγένετο δι’ ἀποφάσεως τῆς Ἐπαναστάσεως.
§205Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εἰς τὴν πρώτην Συνέλευσιν;
§206Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν σύνοδον. Κύριοι πληρεξούσιοι, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη ἡ Συνέλευσις νὰ γνωρίζῃ διατί γίνεται τόσος λόγος διὰ τὰ περίφημα αὐτὰ ἔγγραφα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, θὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας καὶ κατόπιν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀρνήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§207Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κύριε συνάδελφε, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφεώρων τὴν κατατεθεῖσαν ἐπερώτησιν τοῦ κ. συναδέλφου, κατετέθησαν ἀμέσως, ὡς καὶ ὅλα τὰ ληφθέντα ἔγγραφα τῆς Ἱεραρχίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐνόμιζον ὅτι τὸ ὑλικὸν τοῦτο ἦτο ἀρκετὸν νὰ διαφωτίσῃ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτε μετὰ 4–5 ἡμέρας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔλαβον ἓν νέον ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου μοῦ ἐζήτει τὴν κατάθεσιν τῶν αὐτουσίων ἐγγράφων. Ὅλη λοιπὸν ἡ ἔρις διεξάγεται πέριξ τῆς μὴ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Περὶ τούτου ἠθέλησα νὰ διαφωτίσω τοὺς ἐπερωτῶντας καὶ τὴν Συνέλευσιν, ἵνα μὴ πλανᾶται αὕτη.
§208Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διεκινδύνευσε μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ἐπιστρέψω. Εἶπε νὰ μὴ παραπλανᾶται ἡ Συνέλευσις. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφίστα τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὸν φάκελον, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ὁ ἴδιος εἰς ἔγγραφον αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἱεραρχίαν ἀναφέρει ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τὰ ἐζήτησαν ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Σίδερης.
§209Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν ἔχει σημασίαν.
§210Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔχει σημασίαν, κ. Ὑπουργέ, διότι εἴπετε ὅτι ὅσα ἔγγραφα ἐγὼ ἐζήτησα κατετέθησαν καὶ ἀνεφέρατε ρητῶς τὸ ὄνομά μου.
§211Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατόπιν ἐκάμετε μίαν ἐπερώτησιν καὶ ἔφερα τὸ ζήτημα συμφώνως μὲ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Μπακοπούλου.
§212Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ κατόπιν, κ. Ὑπουργέ. Τὰ κατεθέσατε, κ. Ὑπουργέ; Κατεθέσατε, κ. Ὑπουργέ, τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐφέραμεν τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως; Δὲν τὰ κατεθέσατε.
§213Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐζητήσατε αὐτούσια τὰ πρακτικά. Ἀλλ’ ἡ δυσκολία ἐκεῖ περιστρέφεται.
§214Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἂν εἴχετε ὑπομονήν, θὰ ἐβλέπετε καὶ σεῖς καὶ ἡ Συνέλευσις διατί ζητοῦνται. Ἡ Ἐπανάστασις ἔκαμε ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου κατήργησε τὸν παλαιὸν Καταστατικὸν Νόμον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἔφερε πολλὰς ἄλλας τροποποιήσεις εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθεστώς. Εἰς τὴν πολιτικήν της αὐτὴν δὲν συνεφώνει τὸ τότε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ διὰ τοῦτο περιεβλήθη ὁ νόμος οὗτος τὴν μορφὴν Ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως.
§215Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γενομένης τῆς ἀποφάσεως πότε;
§216Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Γενομένης τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπαναστάσεως τὴν 31 Δεκεμβρίου 1923.
§217Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύο ἑβδομάδας μετὰ τὰς ἐκλογάς.
§218Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὁ Καταστατικὸς αὐτὸς Νόμος ἀνέθεσε τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας ὄχι πλέον εἰς Σύνοδον πενταμελῆ, ἀλλὰ εἰς Συνέδριον ἀποτελούμενον ἐξ ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐλπίζω νὰ μοὶ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξω καὶ τὴν ὅλην ἐκκλησιαστικὴν πολιτικὴν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ τὴν τελευταίαν πρᾶξιν αὐτῆς καὶ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπηγόρευσαν καὶ τοὺς σκοποὺς εἰς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σήμερον ἡ ἐκκλησιαστικὴ νομοθεσία προβλέπει ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν Ἐπισκόπων γίνεται ὡς ἑξῆς: Ὅλοι οἱ Μητροπολῖται τῆς Ἑλλάδος, συνερχόμενοι κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον εἰς τακτικὴν Σύνοδον, καταρτίζουν ἕνα πίνακα ἐκλογίμων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αἰτήσεων ὑποψηφίων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἔχουν ὑποβληθῆ ἓξ μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς τακτικῆς Συνόδου. Ὁ πίναξ ὑποβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις δικαιοῦται νὰ διαγράψῃ μέχρι τοῦ ἡμίσεος τῶν ἐν ἐν τῷ καταλόγῳ προσώπων κατ’ οἰκείαν κρίσιν. Κατόπιν ἐπιστρέφεται ἐγκεκριμένος εἰς τὴν Ἱεραρχίαν καὶ αὕτη ἐκλέγει διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας τρεῖς. Ἀποσυρόμενοι οἱ Ἱεράρχαι μετὰ ταῦτα εἰς τὸν Ναὸν τῆς Μητροπόλεως ἐκλέγουν ἕνα. Αὐτὰ διὰ τὴν Ἱεραρχίαν ἦσαν γράμμα ἄνευ σημασίας, διότι αὕτη εἶχεν ἕνα πίνακα παλαιόν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἄκυρος καὶ ἠθέλησεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, τοῦ ἀκύρου πίνακος, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογήν, παριδοῦσα τὰς αἰτήσεις τὰς ὑποβληθείσας ἐμπροθέσμως ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, κατόπιν εἰσηγήσεως τῆς Ὑπηρεσίας του, ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ τῇ εἶπε τοῦτο μόνον: «Ἀπηύθυνα ἐρώτημα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον· ἀναμείνατε νὰ ἀπαντήσῃ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ὁ πίναξ καὶ μετὰ ταῦτα προβαίνετε εἰς τὴν ἐκλογήν». Ἡ ἀπάντησις τῆς Ἱεραρχίας εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἦτο ἡ ἐνέργεια τῆς ἐκλογῆς. Προέβη μάλιστα εἰς ἐκλογὴν βοηθῶν Ἐπισκόπων, καθ’ ἣν στιγμὴν τὴν αὐτὴν πρωΐαν ἐδημοσιεύετο εἰς τὸν ἡμερήσιον Τύπον ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν, διὰ τῆς ὁποίας κατηργοῦντο αἱ θέσεις βοηθῶν Ἐπισκόπων.
§219Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐξετράπη ἡ συζήτησις. Φέρομεν ζητήματα Ἐκκλησίας, διότι αὕτη δὲν ἔκαμεν Ἐπισκόπους ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐζήτησαν οἱ κύριοι.
§220Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πρὸς τὸν κ. Κοσμήτορα τῆς Συνελεύσεως, τὸν τόσον κοσμίως διακόψαντα καὶ ἐπιτεθέντα, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι πρὸς οὐδένα οὐδέποτε κατὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν ὡμίλησα περὶ ὑποψηφίου Α ἢ Β. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ πρὸς τὸν ἐκλεγέντα Μητροπολίτην Καρδίτσης κ. Βελανιδιώτην, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπεσκέφθη καὶ μοῦ ἐζήτησε νὰ τῷ δώσω ἐπιστολὴν πρὸν τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν, λέγουσαν ὅτι, ἂν ἐγὼ ἀποσύρω τὰς ἀντιρρήσεις μου, αὐτὸς δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπήντησα ὅτι δὲν θὰ κανονίσω τὴν πολιτικήν μου ἐπὶ τῇ βάσει συνδρομῆς τοῦ Α ἢ Β ἐκλεχθησομένου Μητροπολίτου καὶ ὅτι, ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἐδήλωσα μάλιστα εἰς αὐτὸν ὅτι ἤμην πρόθυμος νὰ τῷ δώσω ἐπιστολὴν ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο. Ἐπηκολούθησεν ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ παμψηφεὶ ἐχαρακτήρισε τὸν πίνακα ὡς ἄκυρον.
§221Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν.
§222Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν, ὅτι τὴν γνωμοδότησιν υἱοθέτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, λέγων ὅτι υἱοθετεῖ πλήρως τὴν γνωμοδότησιν καὶ καλῶν νὰ προβοῦν εἰς καταρτισμὸν νέων πινάκων.
§223Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν θὰ ἀφεθῇ ἡ Ἐκκλησία ἐλευθέρα καὶ νὰ μὴ ἐπηρεάζεται ἀπὸ πολιτευομένους.
§224Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀφήνω εἰς τὴν Συνέλευσιν, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ κρίνῃ, ἂν ἡ αἴθουσα αὐτὴ εἶναι πεδίον συγκρούσεων ἐπαρχιακῆς μικροπολιτικῆς. Ἔγινε νέος πίναξ. Τὸν δὲ νέον πίνακα ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν παρέλαβεν αὐτοπροσώπως, μετέβη εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ τμηματάρχου τῶν ἐκκλησιαστικῶν κατ’ ἐντελῶς ἀξιέπαινον διὰ τὴν δραστηριότητά του τρόπον, τὸν ἐνέκρινεν ἀπνευστὶ καὶ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐτερματίζοντο αἱ ἐργασίαι τῆς τακτικῆς Συνόδου (πέραν δὲ τῆς ἡμέρας αὐτῆς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐργασθῇ ἡ Σύνοδος ἂν δὲν ἐκδοθῇ νέον Διάταγμα), τὴν τελευταίαν ἡμέραν θὰ ἐνόμισεν ἡ Συνέλευσις ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου τούτου πίνακος ἔγινεν ἡ ἐκλογὴ Μητροπολιτῶν διὰ ψηφοφορίας. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἐθεώρησεν ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξεν ἐκ τοῦ παλαιοῦ ἀκύρου πίνακος, ἦσαν καὶ οἱ ἐκ νέου ἐκλεχθησόμενοι καὶ ὅτι δὲν ἐχρειάζετο νέα ἐκλογή, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος. Ἔπρεπε δὲ νὰ προβῇ εἰς τὴν χειροτονίαν διὰ νὰ εὑρεθοῦν, ἀπὸ ἀπόψεως κανονικοῦ δικαίου, πρὸ τετελεσμένου γεγονότος ὅλοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους σήμερον ἀντιδραστικὴ ἐφημερὶς ὀνομάζει ἐλευθεριάζοντα μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἐκφέρω καὶ τὴν γνώμην μου, σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῶν νομομαθῶν Ἰωάν. Εὐταξίου, Κ. Ράλλη καὶ Δ. Πετρακάκου καὶ τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἠθέλησα ὅμως, διὰ τὴν καλυτέραν διαφώτισιν τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἔχω καὶ τὰ πρακτικὰ αὐτὰ τὰ περίφημα. Δι’ ἐμέ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὁμιλοῦντα ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν ὑπάρχει Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀρνούμενος ἢ ἀποδεχόμενος. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὰς ἰδιαιτέρας σχέσεις μεταξὺ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον μορφὴν λίαν περίεργον, ὥστε διαταγαὶ τὰς ὁποίας ἐξέδωκε, διαταγαὶ αἱ ὁποῖαι ἔφερον τὸν τύπον αὐστηροτάτων ἐντολῶν νὰ μετριάζωνται διὰ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸν Ὑπουργὸν Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ τῆς παραστάσεώς του εἰς πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶχεν εἴπει ρητῶς ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνουν. Δι’ ἐμὲ ὑπάρχει ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος λέγει πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: «Δὲν δίδει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων πληρεξουσίων ἔγγραφα. Θὰ περιμένω νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀφοῦ συμβουλευθῇ τοὺς παρεπιδημοῦντας Ἀρχιερεῖς, ἂν πρέπει νὰ κατατεθοῦν ἢ ὄχι». Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπέφευγε νὰ κοινοποιήσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἂν τὸ ἀπεσιώπα καὶ ἀνερχόμενος ἐγὼ τὸ βῆμα καὶ ἐρωτῶν διατί δὲν κατετέθησαν τὰ πρακτικὰ ἐλάμβανον τὴν ἀπάντησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατατεθοῦν δι’ ὡρισμένους λόγους, δὲν θὰ εἶχε δημιουργηθῆ ζήτημα. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπευθύνει ἔγγραφον εἰς ἀπάντησιν τῆς αἰτήσεώς μου, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητοῦμεν ἔγγραφα καὶ μᾶς στέλλει μερικὰ καὶ διὰ τὰ ἄλλα μᾶς λέγει «διαβάστε, τί λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν», εὑρίσκομαι ἐν ἀπορίᾳ, ἂν Ὑπουργὸς εἶναι ὁ κ. Σπυρίδης ἢ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
§225Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ διαβιβάσω πρὸς τὸ Σῶμα μίαν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ ἄρνησιν· εἶναι μία ἀπάντησις σχετικὴ πρὸς τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐγγράφων.
§226Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ καταθέσητε αὐτούσια τὰ πρακτικά, ἵνα κατέλθω τοῦ βήματος; Ἡ ἐρώτησις εἶναι σαφής.
§227Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Μπακόπουλος δὲν περιέχει ἄρνησιν, ἀλλὰ λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς παρεπιδημοῦντας Ἀρχιερεῖς ἵνα λάβῃ ἀποφάσεις. Εὑρίσκετε παράδοξον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λαμβάνων τὴν ἀπάντησιν ταύτην καὶ ἐπειγόμενος νὰ δώσῃ μίαν διέξοδον εἰς τὴν ὑπόθεσιν καταθέτει τὸ ἔγγραφον τοῦτο διὰ νὰ λάβουν οἱ πληρεξούσιοι ὀλίγην ὑπομονήν; Νομίζετε ὅτι ἡ στάσις μου αὕτη ἦτο μία ἀψηφισιὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι κατὰ καθῆκον εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ διαβιβάσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν;
§228Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ Συνέλευσις θὰ εὕρῃ τοῦτο παράδοξον, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον χαρακτηρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀσφαλῶς ὅμως θὰ θεωρήσῃ παράδοξον τὸ ἑξῆς γεγονός, ὅτι, ἀφοῦ ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ ἔλαβεν αὐτὴν τὴν οἱονεὶ «ρομπατσίναν», τοῦ ἐζήτησε τὰ sacrosancta τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν, ὅπως ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ βεβαιῶ καὶ ἐγώ, ἂν ἔστειλε τὸν τμηματάρχην τοῦ τμήματος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ Μητροπολίτου νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά. Θὰ εὕρῃ δὲ ἔτι παραδοξότερον ἡ Συνέλευσις, καὶ δίδω τὴν διαβεβαίωσίν μου περὶ αὐτοῦ, ὅτι συναντήσας τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐρωτήσας αὐτὸν ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν....
§229Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς ὑπέγραψεν εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ τμηματάρχου, τὸν Ὑπουργὸν τὸν συνηντήσατε εἰς τὸν διάδρομον τοῦ Βουλευτηρίου. Δὲν εἶναι σοβαρὰ συζήτησις αὐτή, κύριε. Ἂς περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον τόσον καλῶς γνωρίζετε.
§230Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅταν σᾶς συνήντησα ἐντὸς τοῦ περιβόλου τοῦ Βουλευτηρίου, σᾶς ἠρώτησα διατί δὲν κατατίθενται καὶ μοῦ εἴπετε «τί νὰ κάμω;» Σᾶς εἶπον, «ἂν δὲν σᾶς τὰ δώσῃ ὁ Μητροπολίτης, νὰ ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα». Μοῦ ἀπηντήσατε «ἴσως καὶ αὐτὸ γίνῃ. Μὴ νομίζῃς ὅτι ἔχω πάρει ἀγκαλιὰ τὸ πρᾶγμα».
§231Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν εἶπον ποτὲ τοιαῦτα πράγματα, καὶ λυποῦμαι διότι, ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος σεῖς, ἕνας πεπειραμένος ἄνθρωπος, γνώστης τῶν Κανονισμῶν, λέγετε φληναφήματα τῶν διαδρόμων.
§232Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Βεβαιῶ τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι εἶναι ἀκριβῆ ὅσα εἶπον.
§233Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, κύριε! Διότι δὲν ἔχετε ἐπιχειρήματα, προσπαθεῖτε μὲ συζητήσεις τῶν διαδρόμων τοῦ Βουλευτηρίου νὰ ἐπιτύχετε ἀποτέλεσμα.
§234Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζω, ἐπὶ τέλους, ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; Μία ἀπὸ τὰς ἑξῆς δύο ἐκδοχὰς εἶναι δυνατή: Ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ κατατεθοῦν τὰ πρακτικά....
§235ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ὑποχρεοῦται ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά.
§236Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διασαφηνισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶναι ὑπάλληλος Ἀρχὴ ἢ παράλληλος; Μετὰ λύπης μου βλέπω ὅτι ὑβρίζονται τὰ ἱερά.
§237Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ὕβρισα κανένα.
§238Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἔχει μαρτυρήσει. (Θόρυβος).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά. (Ὥρα 8.15′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.25′ μ.μ.).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σίδερης.
§241Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ δοθῇ κάποιος τόνος ἠρεμίας διὰ νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ φανῇ ποία εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Δύο εἶναι αἱ ἐκδοχαί: Ἢ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος εἶναι τοιούτου εἴδους ἔγγραφα, ὥστε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δύναται βασίμως καὶ νομίμως ἀρνηθῇ νὰ τὰ παραδώσῃ εἰς οἱονδήποτε ἔλεγχον κοινοβουλευτικὸν ἢ δὲν συμβαίνει τοῦτο. Ἄν εἶναι καταφατικὴ ἡ ἀπάντησις, τότε ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἂν τὰ πρακτικὰ δύνανται νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ ὑποστῶσιν ἔλεγχον καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀναγνωρίζῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐμφανίσῃ ταῦτα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, τότε ἀσφαλῶς εὑρίσκεται πρὸ ἐλλείψεως καλῆς θελήσεως ἢ πρὸ ἀπολύτου ἀδυναμίας νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν τὴν κυβερνητικήν. Τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται τὴν καταφατικὴν λύσιν τὸ πρᾶγμα εἶναι πασιφανές, διότι ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Δὲν ἐδήλωσε δέ, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Μπακοπούλου καὶ ἐμοῦ, ἀπηύθυνεν αἴτησιν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα, ὥστε δύναται νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Διὰ ποῖον λόγον δὲν τὰ παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις; Ἡ ὀλίγον προχειρολόγος διαβεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι δὲν ἠρνήθη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὅτι δὲν ἠδράνησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὅτι ἀναμένει, ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ.
§242Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν διεβίβαζον τὸ ἔγγραφον, δὲν ἐγνώριζον τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου.
§243Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐζητήσατε νὰ κατατεθῶσι τὰ πρακτικά, ἑπομένως ἐγνωρίζετε ὅτι εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ζητήσετε. Ἀπηυθύνατε ἔγγραφον καὶ σᾶς ἐδόθη ἀπάντησις ὅτι δὲν δικαιοῦσθε νὰ τὰ πάρετε καὶ αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ἀνεκοινώσατε.
§244Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς δίδω τὴν ἑξῆς ἑρμηνείαν: Ἄν τις ἐζήτησεν ἔγγραφα ἀπὸ μίαν Ἀρχήν, περὶ τῆς φύσεως τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω ἂν παραστῇ ἀνάγκη, ἄν, λέγω, ἕνας Ὑπουργὸς ἀποταθῇ εἰς ἓν ἵδρυμα καὶ ζητήσῃ ὡρισμένα ἔγγραφα, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ βεβαίως μίαν δικονομικὴν ἢ ἀστικὴν ὁμολογίαν ἀποδεικνύουσαν ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπ’ αὐτοῦ ἐκ τῶν προτέρων ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ λάβῃ εἰς τὴν κατοχήν του τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, δι’ ἧς τὸ Ὑπουργεῖον ζητεῖ ἔγγραφα, δὲν δίδει τὴν σημασίαν ὅτι ὁμολογεῖ ὅτι δικαιοῦται καὶ νὰ τὰ λάβῃ. Ὁ ὑποφαινόμενος, ὡς Ὑπουργὸς ἄλλοτε τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπὶ ἐπερωτήσει βουλευτοῦ, κατάλογον περὶ πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον παρασχεθῆ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα. Ἡ Τράπεζα ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὸν αἰτηθέντα κατάλογον, διότι ἀφορᾷ τὰς ἐσωτερικάς της δοσοληψίας καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκθέσῃ τὰς ὑπολήψεις τῶν προσώπων ἐκείνων δημοσίᾳ. Ἐγὼ ἐπέστρεψα τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς Τραπέζης, ἀνεγνώρισε τὸ βάσιμον τοῦ ἰσχυρισμοῦ της, χωρὶς νὰ ἐπιμείνῃ ὅτι ἅπαξ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα ἔπρεπε καὶ νὰ τὰ πάρω.
§245ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἄν δὲν πρόκειται περὶ Τραπέζης;
§246Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι ἰσχύει διὰ τὴν Τράπεζαν, προσέξατε μήπως ἰσχύει περισσότερον διὰ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Θὰ συζητήσωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος διὰ τὸ ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ Συνέλευσις, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας ἄλλως ἢ ὡς τὴν σήμερον εἶναι κεκανονισμένα.
§247Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ μέλλον, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις.
§248Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθη ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως· ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ τελευταία, ἀφοῦ ἀκούσῃ ὅλην τὴν συζήτησιν.
§249Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀπαντήσω ἄνευ διακοπῶν. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἑνὸς ἐγγράφου γίνεται κατὰ κανόνας γενικῆς λογικῆς. Ἕν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται ὡρισμένα ἔγγραφα ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, σημαίνει τοῦτο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξήτασε κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἔπειτα ἀπηύθυνεν ἔγγραφον τοιοῦτον καὶ μάλιστα προκειμένης ἐπερωτήσεως, τῆς ὁποίας τὴν σπουδαιότητα ἐγνώριζεν. Ἀπευθύνας τὸ ἔγγραφον, ἀνεγνώριζεν ὅτι εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα. Ἂν ὅμως δὲν ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν τὸ ἔγγραφον αὐτό, τότε ὁμολογῶ ὅτι αἱ γραμματικαί μου γνώσεις ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι τόσον ὀλίγαι, ὥστε θὰ τεθῶ ὑπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὐχὶ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Πάντως ὅμως ἓν γεγονὸς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι μετὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν, τὴν προκληθεῖσαν ἐκ μέρους ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέστειλε τὸν τμηματάρχην τῶν ἐκκλησιαστικῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά.
§250Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πῶς τὸ γνωρίζετε αὐτό; Ἔχετε βέβαια τὴν ἀστυνομίαν σας!
§251Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Πρόκειται νὰ ἐλέγξητε τὸν κ. πληρεξούσιον πῶς ἔχει τὴν πληροφορίαν;
§252Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅτι ἡ ἀστυνομία μου εἶναι καλῶς πληροφορημένη τοῦ δίδω καὶ τὴν πρόσθετον πληροφορίαν ὅτι ἐκάλεσε δύο κανονολόγους εἰδικούς, τὸν κ. Κ. Ράλλην καὶ τὸν κ. Πετρακάκον, καὶ συνεζήτησε μετ’ αὐτῶν, ἂν ὑποχρεοῦται ἢ οὔ, ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὰ πρακτικὰ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ συνεβουλεύθη αὐτοὺς τί θὰ πρέπῃ νὰ εἴπῃ καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὰ πάρῃ.
§253Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Μὲ μέμφεσθε δι’ αὐτό;
§254Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ σᾶς ἀποδεικνύει ὅτι....
§255Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐργάζομαι πάντοτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Συνεργάζομαι, ὁσάκις ἀγνοῶ μερικὰ πράγματα, μὲ τοὺς εἰδήμονας.
§256Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν σᾶς μέμφομαι. Ἀποδεικνύει ὅ,τι ἰσχυρίζομαι. Δὲν θὰ ἤθελον ὅμως νὰ ἀφήσω καὶ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ὅπως φαίνεται ἐκ τῆς ἀναμίξεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θέλει νὰ τὸ θέσῃ ἡ Κυβέρνησις. Διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ θέσῃ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, διὰ νὰ παρακάμψῃ τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ἤγαγεν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Διότι ἀσφαλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐδημιούργησεν εἰς αὐτὴν ἀδιέξοδον.
§257Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν δυσχέρειαν. Εἶναι ἀλληλέγγυος μὲ τὴν δρᾶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Λέγετε ὅτι ἡ δρᾶσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου περιήγαγε τὴν Κυβέρνησιν, τὸ σύνολον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, ἔχει ὡς διερμηνέα τὸν προϊστάμενον αὐτῆς, ὅτι τὴν περιήγαγεν εἰς δυσχερῆ θέσιν. Σᾶς ἀπαντᾷ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν αἰσθάνεται καμμίαν δυσχέρειαν καὶ ὅτι εἶναι τελείως ἀλληλέγγυος πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§258Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶπον αὐτό· εἶμαι τελείως σύμφωνος εἰς αὐτὰ καὶ ἀντιμετωπίζω ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, δὲν ἀντιμετωπίζω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τί εἶναι λοιπὸν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ὁποῖα δὲν δίδουν; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν μόρφωσιν τὴν μεγάλην καὶ βαθεῖαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἀντλῶν τὰ διδάγματά του καὶ τὰ πορίσματά του καὶ ἐκ τοῦ ἔξω κόσμου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω τὴν γαλλικὴν παροιμίαν ὅτι ἡ «σύγκρισις δὲν εἶναι δικαιολογία» comparaison n’ est pas raison. Ἡ σύγκρισις τὴν ὁποίαν ἔκαμε τῆς Ἱεραρχίας πρὸς τοὺς ἰδιώτας ἢ καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ δημόσιον χαρακτῆρα....
§259Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔκαμα καμμίαν σύγκρισιν. Ἀνεσκεύασα ἁπλούστατα τὴν ἑρμηνείαν σας περὶ μιᾶς ὑπουργικῆς πράξεως. Ἠδυνάμεθα ἴσως καὶ εἰς ἕνα ἰδιώτην νὰ ἀποταθῶμεν καὶ νὰ τοῦ ζητήσωμεν νὰ μᾶς δώσῃ ἔγγραφόν τι, νὰ μᾶς εἴπῃ ὄχι. Δὲν ἔκαμα σύγκρισιν, διότι μέχρι τοῦδε τουλάχιστον δὲν ἐσυνήθισα νὰ κάμνω μωρὰς συγκρίσεις. Δὲν ἔκαμα σύγκρισιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ τὸ ἐθεώρουν ὄχι μόνον ἀνόητον, ἀλλὰ καὶ ἀσεβές, διότι τὸ ἓν εἶναι ἵδρυμα τὸ ὁποῖον προάγει ὑλικὰ συμφέροντα, ἐνῷ τὸ ἄλλο εἶναι ἵδρυμα τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν δόξαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἴσως ὅσον ἄλλοι προηγμένοι, πάντως προάγει τὰ ἠθικὰ καὶ τὰ πνευματικὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ.
§260Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ ἀπάντησις εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἤρχισα νὰ λέγω καὶ τὴν ὁποίαν διέκοψεν. Ἔφερε τὸ παράδειγμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπευθυνόμενος καὶ πρὸς ἕνα ἰδιώτην δύναται νὰ λάβῃ ἀρνητικὴν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τὸ αὐτό. Ἂν ἀπηυθύνετο πρὸς ἰδιώτην, οὗτος ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς, μὴ ὑποκείμενος εἰς ἔλεγχον. Ἡ Ἱερὰ ὅμως Σύνοδος εἶναι τοιοῦτος θεσμὸς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὸν ἰδιώτην. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος; Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος εἶναι μία μυστικὴ ἑταιρεία, ἕνας ἐλεύθερος τεκτονισμός, ἕνα σύνολον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐκ συστάσεως βυσσοδομοῦν τίποτε τὸ κακόν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐπιτετραμμένον τὰ πρακτικὰ αὐτῆς νὰ ἴδουν τὸ φῶς τῆς ἡμέρας; Ἡ παράδοσις ἡ μακραίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι μία. Τὰ πρακτικὰ ὅλων τῶν Συνόδων, καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ τῶν Τοπικῶν, ἐτύγχανον τῆς πληρεστέρας δημοσιότητος. Εἰς τὰς συνεδριάσεις παρίσταντο ὅσοι ἤθελον καὶ εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς ἐλάμβανον μέρος ὄχι μόνον κληρικοί, ἀλλὰ καὶ λαϊκοί. Τὴν παράδοσιν αὐτὴν ἔρχεται νὰ διασπάσῃ σήμερον ἡ ἄρνησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ μήπως τυχὸν κατὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν, ἔχουσι θιχθῆ ὀχυρωματικὰ σχέδια τοῦ Κράτους ἢ μήπως τυχὸν κινδυνεύουν αἱ σχέσεις μὲ ὁμόρους, μὲ ἐχθροὺς ἢ μὲ φίλους τῆς Ἐπικρατείας; Ἢ μήπως κατὰ τὰς συζητήσεις ἐλέχθησαν πράγματα θίγοντα τὸ κῦρος τῆς Πολιτείας, διασύροντα τοὺς πολιτευομένους ἢ μήπως κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας ἐτέθησαν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις, καλῶς ἀντιλαμβανομένη τὸ καθῆκόν της, ἔπρεπε νὰ τὰ ζητήσῃ καὶ νὰ τὰ περιβάλῃ διὰ τοῦ ἀπλέτου φωτὸς δημοσίας συζητήσεως; Διότι τοῦτο, κύριοι, θὰ ἀποδείξω καὶ ἂν δὲν κατατεθοῦν αὐτούσια τὰ πρακτικὰ (αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἔχω καὶ δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ τὴν ἀνακοινώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν), ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἐπιζητεῖται ἀλλοίωσις τῶν πρακτικῶν. Θὰ ἀποδείξω, καὶ ἔχω τὴν πληροφορίαν ἀπὸ ἀσφαλεστάτην πηγήν, ὅτι ἐλέχθησαν τοιαῦτα πράγματα....
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε πληρεξούσιε, ἐπὶ δεδομένων, ὄχι ἐπὶ ὑποθέσεων, συνήθως διεξάγεται ἡ συζήτησις.
§262Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ κάμω καὶ τὰς ὑποθέσεις μου, τὰς ὁποίας ἀντλῶ ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι πληρεξούσιοι, τυχὸν ἤλθομεν ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Ἐσκιμώων καὶ δὲν θὰ εἴχομεν τὴν στοιχειώδη ἀντίληψιν νὰ γνωρίζωμεν τί νὰ εἴπωμεν καὶ τί νὰ ἀποκρύψωμεν; Ἢ μήπως τυχὸν θὰ ἠρνούμην ἐγώ, ἂν ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ νὰ περιορίσῃ ἐπὶ τέλους τὴν ἀγόρευσίν μου, ὑποδεικνύων ὅτι δι’ ὡρισμένους γενικοὺς λόγους καὶ λέγων περὶ αὐτῶν νὰ ὁμιλήσετε καὶ περὶ τῶν ἄλλων νὰ μὴ ὁμιλήσετε, δὲν θὰ ἔκαμνα ὑπέρβασιν τῆς συμφωνίας αὐτῆς, θὰ περιώριζον τὸ ζήτημα εἰς τὸ καίριον θέμα, εἰς τὴν στάσιν τὴν ἀπειλητικὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Ἱεραρχία κατὰ τοὺς τελευταίους αὐτοὺς χρόνους, στάσιν τὴν ὁποίαν θὰ εἴδετε ζωγραφισμένην ζωηρότατα εἰς τὰ διάφορα ὑπομνήματα, εἰς τὰ ὁποῖα κόπτεται ὅτι καθηρπάγησαν αἱ ἐκκλησιαστικαὶ περιουσίαι, εἰς τὰ ὑπομνήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν λευκῶν δούλων τῆς Ἐκκλησίας. Τί εἶναι λοιπὸν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ δοθοῦν; Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖται θὰ ἦτο αὐτούσια νὰ προσκομισθοῦν, θὰ ἐδεχόμην νὰ προσεκομίζοντο καὶ ἐν ἀντιγράφῳ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν «ἀναμείνατε ἐπὶ ἓν ἑξάμηνον ἴσως διὰ νὰ ἀντιγράψωμεν συζητήσεις γενομένας καὶ διαρκεσάσας ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα». Θὰ ἐδεχόμην καὶ τοῦτο ἀκόμη, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἤθελε νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, παρορῶν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθεῖ νὰ φέρῃ ἀκεραίαν, θὰ ἐδεχόμην νὰ λάβω γνῶσιν αὐτῶν εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖόν του.
§263Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν τὸ ἐζητήσατε.
§264Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἁπλῶς περιῆλθε διάδοσις εἰς τὰς ἀκοάς μου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐδήλωσεν ὅτι, ἂν θέλω, νὰ πάω εἰς τὴν Μητρόπολιν νὰ μοῦ τὰ καταστήσῃ γνωστά. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην τῆς καταθέσεως τῶν πρακτικῶν τούτων, διότι δι’ αὐτῶν θὰ καθορίσω ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ δι’ αὐτῶν θὰ ἐρευνήσω βαθύτερον διὰ ποίους λόγους διακεκριμένοι Ἱεράρχαι τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διεμαρτυρήθησαν καὶ ἀπεχώρησαν τῆς συνεδριάσεως. Θὰ ἀποδείξω ὅτι μετὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ καταλόγου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν οὐδεμία ἐπηκολούθησεν ἐκλογὴ καὶ ὅτι διὰ δευτέραν φορὰν ὁ νόμος παρεβιάσθη. Ἀλλὰ μήπως τὰ πρακτικά....
§265Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις διὰ τὰ πρακτικά, ἂν ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἐξεταστέον, ἂν αἱ σκέψεις καὶ αἱ πράξεις τῶν Ἱεραρχῶν ἀποτελοῦν ἀντικείμενον ἐλέγχου, ὁπότε κατατίθενται εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἂν δὲ δὲν ἀποτελοῦν ἀντικείμενον ἐλέγχου, ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη ὅτι δὲν κατατίθενται. Τὸ μέρος αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, διότι εἶναι πρᾶξις διοικητική, ἂν κακῶς ἢ καλῶς, ἂν παρατύπως ἢ ὄχι ἐξελέγησαν ὑπάλληλοι, αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ συζητήσετε καὶ νὰ συζητηθοῦν ὡς ἀποσπάσματα ἐγκεκριμένα.
§266Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς ἐτέθη ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, συνεζητήθη σχεδὸν εἰς τὰς ἡμισείας συνεδριάσεις τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὸν νὰ ἀποσπασθοῦν, διότι δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸν ἔλεγχον θέλω μόνος μου νὰ τὸν κάμω. Ἀλλὰ τὰ πρακτικά, ἐπαναλαμβάνω, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος παρουσιάζουν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι πρὸς τὸ ἀγαθὸν τῆς Ἐκκλησίας καὶ βεβαίως εἶναι πρὸς μίαν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν πᾶς τις δύναται νὰ τὴν ἐπικροτήσῃ. Διατί λοιπόν....
§267Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι ζήτημα ἂν ἡ Συνέλευσις ἔχει δικαίωμα ἐλέγχου ἐπὶ τῶν κανονικῶν σκέψεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§268Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Γνωρίζω νὰ θέτω τὰ ὅρια μεταξὺ τῶν πράξεων ἐκείνων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὸ πεδίον τῆς ἐλευθέρας της δράσεως, δηλαδὴ εἰς τὸ πεδίον τὸ πνευματικόν, τὸ καθαρῶς ἐκκλησιαστικόν. Πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ἐπαφῆς τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῆς Πολιτείας καὶ δι’ αὐτὸ τὰ ζητῶ. Θὰ ἄφηνα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ κάμῃ μόνος του τὴν ἐπιλογὴν αὐτήν, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ ἐβεβαίωνεν ὅτι θὰ ἐδιάβαζεν αὐτὰς τὰς συνεδριάσεις, ἀπὸ τὴν πρώτην ἕως τὴν τελευταίαν, καὶ μοὶ ἐδήλου ὅτι θὰ μοὶ ἔδιδε τὰ σημεῖα ὅλα. Δὲν πρόκειται, ἔλεγον, νὰ ἐμφανίσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ζητήματα περὶ δογμάτων οὔτε ζητήματα κείμενα ἐπὶ τῆς αὐτονόμου σφαίρας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου οὐδὲν λέγεται χωρὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Πολιτεία, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου παρίσταται ὁ Ἐπίτροπος τῆς Δημοκρατίας, ὁ ὁποῖος Ἐπίτροπος τῆς Δημοκρατίας εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐφόσον δὲ καὶ ὁ Ἐπίτροπος τῆς Δημοκρατίας καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου γνωρίζουσι τὰ τελεσθέντα καὶ ἐφόσον κυκλοφοροῦσιν, ἀνεξαρτήτως τοῦ τυπικοῦ ζητήματος, φῆμαι αἱ ὁποῖαι τὸν μὲν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν μετεωρίζουν εἰς ὕψος μάρτυρος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ χορηγήσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου....
§269Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὑπάλληλος, κ. συνάδελφε;
§270Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§271Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ πρέπει ν’ ἀναπτύξετε σύμφωνα μὲ τὸ Διάταγμα, τοῦ ὁποίου, καθὼς εἴπετε, εἶσθε εἷς ἐκ τῶν συντελεστῶν.
§272Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καθόλου· μάλιστα συμβαίνει τὸ ἀντίθετον.
§273Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε· σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει, εἶναι ὑπάλληλοι;
§274Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι δὲν εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, κ. Πρόεδρε.
§275Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε διαφωνεῖτε μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι ὑπάλληλοι.
§276Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι εἶναι ἄμεσοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Ἂν ἤθελον μάλιστα νὰ ἀκολουθήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης γνωματεύοντα χθὲς ἐπὶ ζητημάτων τοῦ δημοσίου δικαίου, θὰ σᾶς ἔλεγον καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν εἶναι ἄμεσα ὄργανα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι ἔμμεσα ὄργανα αὐτοῦ, ὅπως οἱ παρ’ ἡμῖν κορυφαῖοι συνταγματολόγοι δέχονται. Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑστερήσω καὶ ἐγὼ εἰς ὀνόματα, σᾶς ἀναφέρω τὸν διακεκριμένον συνταγματολόγον κ. Σαρίπολον, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὸ Συνταγματικόν του Δίκαιον καὶ εἰς μίαν εἰδικὴν μελέτην περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων χαρακτηρίζει τοὺς Ἐπισκόπους ὡς ἐμμέσους δημοσίους ὑπαλλήλους εἴς τινα θέματα. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν εἰς ἓν ἔργον του ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἱστορία τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας» παραδέχεται ὅτι εἶναι ἔμμεσα ὄργανα τοῦ Κράτους.
§277Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλο ὄργανα καὶ ἄλλο ὑπάλληλοι.
§278Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι διαφορετικά, κ. Πρόεδρε, ὅταν διορίζωνται, ὅταν ἐγκαθιδρύωνται ἀπὸ τὸ Κράτος, ὅταν ἀπονέμουν δικαιοσύνην, ἀσκοῦντες δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις εἶναι μία καὶ μόνη καθαρῶς κρατικὴ λειτουργία. Ὁ κ. Μπακόπουλος ὡμίλησε περὶ τῶν τριῶν ἐξουσιῶν καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια ποῦ θέλετε νὰ τὰ ὑπαγάγητε, ἂν δὲν τὰ ὑπαγάγετε εἰς τὴν κρατικὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν; Διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν τῶν δικαστηρίων, χρειάζονται νὰ περιβληθοῦν τὸν ἐκτελεστήριον τύπον ἀπὸ τὴν Διοίκησιν.
§279Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τί θέλετε νὰ εἴπετε μὲ αὐτό;
§280Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅτι εἶναι ὄργανα τοῦ Κράτους.
§281Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλο ὄργανα καὶ ἄλλο ὑπάλληλοι. Ἡ διάκρισις ἐμμέσων ὀργάνων τοῦ Κράτους εἶναι διάκρισις λίαν ἀμφίβολος. Εἶναι ὑπάλληλοι; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§282Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂν θὰ ἠθέλατε συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, θὰ ἐβλέπετε ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους οἱ ὁποῖοι τίθενται ὑπὸ ἔλεγχον. Διότι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην ὅλων τῶν δημοσιολόγων, καὶ ἐν τούτοις ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον.
§283Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον ἔλεγχον;
§284Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸν κοινοβουλευτικόν.
§285Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τοὺς φέρωμεν λοιπὸν καὶ αὐτοὺς ἐδῶ.
§286Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐλέγχω τὴν ἱεραρχίαν. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ἐλέγξω τί ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέναντι τῆς ἱεραρχίας καὶ θέλω νὰ τὸ ἴδω αὐτὸ ἐκ τῶν πρακτικῶν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω τί ἔκαμεν ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἢ ὁ Α Μητροπολίτης. Μὲ ἐνδιαφέρει, ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε καὶ τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἶναι νόμιμον καὶ δι’ αὐτὸ μοῦ χρειάζονται τὰ πρακτικά. Μέχρι τοῦδε βλέπω διαφαινομένην τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως....
§287Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ σπεύδετε νὰ τὴν προεξοφλήσετε.
§288Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε δοθῆ ἐκ τῆς πορείας τῆς ὑποθέσεως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εἴπῃ: «Τὰ περιμένω τὰ ἔγγραφα», νὰ μᾶς διαβουκολήσῃ ἐπί τινας ἡμέρας....
§289Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν συνηθίζω νὰ διαβουκολῶ τοὺς συναδέλφους.
§290Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. .. ἕως ὅτου νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας καὶ ὄχι νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μᾶς λέγῃ «θὰ σκεφθῇ ἡ Ἱεραρχία, ἂν θὰ τὰ δώσῃ ἢ ὄχι». Μέχρι τῆς στιγμῆς ὅμως καθ’ ἣν θὰ σκεφθῇ ἡ Ἱεραρχία, ἂν θὰ τὰ δώσῃ ἢ ὄχι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ τῷ εἴπω ὅτι σύρεται πολὺ ὄπισθεν τῆς ἀρχιεπισκοπικῆς ἐσθῆτος τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸ νομίζω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι, ὅπως θὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐν πλάτει, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀκύρου καὶ ἀντικανονικῆς ἐκλογῆς, θὰ καταδειχθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι, ἂν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐπιβάλει τὸ κῦρος τὸ κρατικόν, δὲν θὰ ἤρχετο τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως.
§291Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μὲ συνεχάρητε διὰ τὸ πρῶτον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία τῆς ὅλης ἱστορίας.
§292Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ πρῶτον ἔγγραφον τὸ προεκάλεσα ἐγώ, ἀφοῦ σᾶς ἐπεσκέφθην μὲ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην καὶ σᾶς ἐξέθεσα τὸ ζήτημα.
§293Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὸ ἐγνώριζα προηγουμένως.
§294Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀκόμη καλύτερα. Ὕστερα καὶ πάλιν σᾶς ἐπέστησα τὴν προσοχὴν δι’ ἐπιστολῆς μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβεν ἐπιστολήν μου σχετικήν. Διότι ἤθελον νὰ μὴ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως πρὶν προηγουμένως εὑρεθῇ διέξοδος. Δὲν νομίζω δέ, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄλυτον. Δὲν ἠθέλησα νὰ ὠθήσω εἰς ρῆξιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Σέβομαι καὶ ἐγὼ τὴν Ἐκκλησίαν. Εἶναι ἄλλο καὶ γενικώτερον τὸ ζήτημα ἂν ἡ Ἐπαναστατικὴ ἀπόφασις περὶ τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου πρέπει νὰ μείνῃ ἢ νὰ καταργηθῇ ἢ νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὰ κύρια αὐτῆς σημεῖα. Ἂν μοὶ ἐπετρέπετε, θὰ ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐπὶ 80 ἔτη ἐκυβέρνησε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ μόνον κατόπιν ἐμπεριστατωμένης μελέτης, ὡρίμου σκέψεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι βιαστικά, ὅπως ἔγινε κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ζητουμένης ἴσως καὶ τῆς γνώμης καὶ τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καὶ πρωτίστως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τότε καὶ μόνον θὰ ἔπρεπε νὰ σφυρηλατηθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτονομίας. Μέχρις ὅμως τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν θὰ ἐλαμβάνετο τυχὸν τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παραβιασθέντος εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμή, νὰ δώσῃ λόγον διατί ἐγένοντο αἱ παραβάσεις αὐταί. Ἀλλ’ ἂν θέλῃ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ ἴσου ἐδάφους, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστήσῃ εὐχερῆ τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικὸν καταθέτων τὰ πρακτικά. Δύναται ἡ Κυβέρνησις, εἴτε στηριξαμένη εἰς γνώμην τὴν ὁποίαν ἀναμένω νὰ διατυπώσῃ εἴτε κρίνουσα ὅτι δὲν συμφέρει, νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι δὲν αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου μειωμένον διότι δὲν θὰ κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα. Καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἔχω πλήρη τὰ στοιχεῖα...
§295Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τόσον τὸ καλύτερον.
§296Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι τόσον τὸ καλύτερον, διότι αὔριον θὰ σηκωθῆτε καὶ θὰ μοὶ εἴπητε: «Κύριε συνάδελφε, μὴ λέγετε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οὕτω», καὶ θὰ πρέπῃ νὰ ἔχω τὰ πρακτικὰ νὰ ἀναγνώσω διὰ νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν· ἄλλως θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὰ ἔχητε πρόχειρα σεῖς, διὰ νὰ ἐξελέγξητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω.
§297Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ζητεῖτε ὅλα τὰ πρακτικὰ ἢ ἀποσπάσματα;
§298Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ζητῶ ὅλα τὰ πρακτικὰ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου.
§299Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἐντὸς τῶν πρακτικῶν αὐτῶν περιέχονται καὶ γνῶμαι τῶν Ἀρχιερέων περὶ τῶν διαφόρων ὑποψηφίων περιέχονται δὲ καὶ προσωπικὰ ζητήματα.
§300Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν θὰ θίξω ζήτημα προσώπων. Κρίνω ὅτι ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι καλὰ κατ’ ἀρχήν....
§301Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἴσως ἐκ τῶν πρακτικῶν αὐτῶν προκύψουν σκέψεις τῆς Ἱεραρχίας περὶ τῆς σχέσεως τῆς ἰδικῆς μας Ἐκκλησίας πρὸς ἄλλας Ἐκκλησίας. Ἢ θέλετε μόνον ἀποσπάσματα ἀφορῶντα τὴν ἐφαρμογὴν νόμου καθορίζοντος τὴν σχέσιν τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὅταν εἴδομεν ὅτι συγκρούεται τόσον ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Ἐκκλησία, ὥστε νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ Πολιτεία ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτό;
§302Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς, διότι ἐκεῖ διετυπώθησαν αἱ κατὰ τῆς Πολιτείας γνῶμαι τῆς Ἱεραρχίας.
§303Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένετε εἰς ὅλα τὰ πρακτικά;
§304Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ποὺ ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱεραρχίας ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων Μητροπολιτῶν καὶ βοηθῶν Ἐπισκόπων· αὐτὸ συνεζητήθη ἐπανειλημμένως. Θέλω νὰ εὕρω ὅλα ὅσα σχετίζονται μὲ αὐτό, ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ εἶναι ἐγκατεσπαρμένα εἰς ὅλα τὰ πρακτικὰ τοῦ Ὀκτωβρίου, αὐτὸ δὲ συνέβη διότι ἐγένοντο ἀλλεπάλληλοι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ζητῶ αὐτούσια αὐτά.
§305Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ αἴτιον ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον τὰ ζητεῖτε εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπετε, ἀλλ’ ἐρωτῶ· ζητεῖτε ὅλα τὰ πρακτικὰ νὰ κατατεθῶσιν, ἢ ζητεῖτε ἔξαφνα διὰ τοῦ κυβερνητικοῦ ἐπιτρόπου, ὁ ὁποῖος λαμβάνει γνῶσιν, ὅπως δὲ γνωρίζετε ἐκλήθη ὁ ὠτακουστὴς τῆς Κυβερνήσεως, — εἶναι δὲ δημόσιον πρόσωπον, — ὑπὸ τὸ κῦρος αὐτοῦ νὰ καταθέσῃ τὰ ἀποσπάσματα τὰ ἀφορῶντα τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητεῖτε;
§306Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δύο ζητήματα ἐντελῶς χωριστά. Τὸ ἓν εἶναι ἡ ἐπερώτησις ἡ ἰδική μου ἡ ἀφορῶσα τὸ συγκεκριμένον ζήτημα τῆς ἐκλογῆς· τὸ δεύτερον εἶναι....
§307Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νῦν συζητούμενον.
§308Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν κατάθεσιν αὐτουσίων τῶν πρακτικῶν, ἤ, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ μὴ κατατεθοῦν αὐτούσια, νὰ μοῦ γίνουν ἀντίγραφα ὅλων τῶν πρακτικῶν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει χωρὶς νὰ ἀναμένω νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν μοὶ ἐδώσατε προχθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐλεγχθῇ δι’ ὅ,τι θὰ κάμῃ, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ πράξεων τελεσθεισῶν ἢ ἐπὶ παραλείψεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον, ὅτι δηλαδὴ ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε ὅ,τι θέλετε καὶ θὰ δώσητε λόγον ὅταν θὰ κληθῆτε πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἕως τότε θὰ ἔχουν προλάβει τὰ γεγονότα καὶ τότε θὰ ἀκουσθῇ τὸ ἑξῆς: «Εἶναι πλέον τετελεσμένον γεγονός».
§309Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ὅμως σᾶς ἐπρότεινε νὰ ἑνώσητε τὰς δύο ἐπερωτήσεις· δὲν ἔχετε κανένα λόγον νὰ μέμφησθε, διότι δὲν ἐδέχθητε τοῦτο.
§310Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὄχι μόνον τοῦτο. Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἀφήνεται νὰ πλανᾶται ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἐν τάξει. Ἂν δὲ ὑπάρχῃ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἔδειξε σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους, αὐτὸ εἶναι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. συναδέλφου, καὶ χωρὶς νὰ εἰσέρχωμαι εἰς λεπτομερείας θὰ μοὶ ἦτο προτιμότερον, ἄν, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Μπακοπούλου, ἠδύνατο ὁ κ. Σίδερης νὰ εἰσέλθῃ εἰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως.
§311Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠρωτήσατε τὸν Σίδερην πρὸς τίνα σκοπὸν ζητεῖ τὰ ἔγγραφα.
§312Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἠρώτησα ἂν τὰ ζητεῖ αὐτούσια ἢ μερικὰ ἐξ αὐτῶν. Εἶπα, κύριε συνάδελφε, ὅτι τὸ αἴτιον, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε τὰ ἔγγραφα, εἶναι ὅτι θέλετε νὰ ἴδητε τὰ τῆς ἐκλογῆς.
§313Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι’ σᾶς εἶπα ὅτι εἶναι δύο ζητήματα.
§314Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένετε εἰς τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν πρακτικῶν τοῦ μηνὸς αὐτουσίων, ἢ ἀρκεῖσθε διὰ τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας, ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς δημοσίου αὐτοῦ ἐξουσίας, νὰ πιστοποιηθῇ τὸ ἀκριβὲς τῶν ἀποσπασμάτων;
§315Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα αὐτά, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σαφηνίσω τί τὰ θέλω καὶ ποία ἦτο ἡ ἐνδόμυχος σκέψις μου ὅταν τὰ ἐζήτησα. Εἶπον, ὅταν ἀνέπτυξα τὴν ἐπερώτησίν μου πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ αἴτησις ἐκ μέρους μου τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων εἶναι τελείως ἄσχετος πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Σίδερη. Τοῦτο δὲ εἶναι τοσοῦτο μᾶλλον ἀληθές, καθ’ ὅσον ἐκ μέρους μου δὲν ὑπάρχει κατατεθειμένη ἐπερώτησις· δὲν ὑπάρχει σχέσις μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Σίδερη. Ἡ αἴτησις παρ’ ἐμοῦ τῶν ἐγγράφων ἐγένετο διὰ τυπικῆς ἐπιστολῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Εἶναι τοσοῦτο μᾶλλον ἀληθές, καθ’ ὅσον ἔσπευσα ἀμέσως νὰ συναντήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ νὰ τῷ εἴπω ὅτι τὰ ζητηθέντα παρ’ ἐμοῦ ἔγγραφα δὲν ἀφορῶσιν οὔτε εἰς ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως γενικῶς οὔτε εἰς ἔλεγχον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰδικώτερον. Τῷ εἶπον ὅτι ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ σχηματίσω γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος καὶ μὲ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πληρεξούσιος νὰ μὴ θέτῃ ὑπὸ ἔλεγχον τοὺς στοχασμούς του, νομίζω ὅτι ἡ θέσις εἰς συζήτησιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τί ζητοῦμεν τὰ ἔγγραφα αὐτά....
§316Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ ἔθεσα εἰς συζήτησιν· μόνον εἰς τὸν κ. Σίδερη τὸ ἔθεσα, ἀλλὰ εἶσθε χωρισμένοι.
§317Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς Ἱεραρχίας δὲν ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς σχέσεων μεταξὺ Συνελεύσεως καὶ Ἐκκλησίας, ζήτημα τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ θίγει τὴν τιμὴν τῆς Συνελεύσεως, θέτει ὑπὸ πρόβλημα αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς Συνελεύσεως. Καὶ εἶπον ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, τοὐλάχιστον ἀπὸ ἐμὲ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις δὲν θὰ θεωρηθῇ ὡς προσωπικὴ μείωσις ἐμοῦ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει θίγει τὸ κῦρος τῶν πληρεξουσίων τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐγὼ ἔθεσα σαφῶς τὸ ζήτημα: Ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως; Δέχεται τάχα ὅτι ὑπάρχει Ἀρχή, ἔστω καὶ μία οἱαδήποτε, ἥτις νὰ ἀντιστρατεύηται πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως; Ἐρωτῶμεν καὶ παρακαλοῦμεν νὰ ἔχωμεν σαφῆ τὴν ἀπάντησιν: Ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα εἰς οἱανδήποτε Ἀρχὴν νὰ θεωρῇ ἑαυτὴν ὡς Ἀρχὴν δυναμένην νὰ ἀποφεύγῃ πάντα ἔλεγχον τῆς Συνελεύσεως;
§318Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως τὸ ζήτημα ἐθέσατε ἐξ ἀρχῆς πολὺ καλῶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀκούσῃ μέχρι τέλους αὐτήν, καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, ἡ δὲ Συνέλευσις θὰ ἀποφασίσῃ. Ὅπως ἐθέσατε τὸ ζήτημα, οὕτω τὸ ἀντιλαμβάνεται καὶ ἡ Κυβέρνησις· πάντοτε δηλαδὴ εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ἰδική σας αἴτησις περὶ καταθέσεως ἐγγράφων, μὴ συνοδευθεῖσα καὶ ὑπὸ ἐπερωτήσεως, εἶναι ὅλως κεχωρισμένη ἀπὸ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. συναδέλφου.
§319Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἴπετε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι θὰ περιμένετε τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως διὰ νὰ ἐκφέρητε τὴν γνώμην σας, ἀπομένει ὅμως ἡ αἰτίασις ἑνὸς πληρεξουσίου καθ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ ὅτι δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του. Κατὰ συνέπειαν, ἂν ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. συναδέλφου ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τότε ἡ συζήτησις εἶναι περιττή.
§320Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, καὶ εἶναι πολλοὶ ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀκτὼ ἀκόμη.
§322ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§323Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Συνελεύσεως ἂν θέλῃ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν διὰ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν.
§324ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν.
§325Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον θὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. εἰσηγητὴς θὰ κάμῃ τὴν εἰσήγησίν του· εἶναι διανεμημένα τὰ ἄρθρα.
§326Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα τῆς αὐριανῆς συζητήσεως. Θὰ ἀκούσωμεν τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ καὶ εἶτα ἡμεῖς θὰ ζητήσωμεν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις περὶ ἀμέσου ψηφίσεως τῆς Γερουσίας. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει.
§327Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμία ἀντίρρησις.
§328Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ πρότεινα ἀκόμη νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ τὴν Δευτέραν καὶ νὰ ἀρχίσωμεν αὔριον τὴν διακοπεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ.
§329Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προέτεινον τὴν ἑξῆς Ἡμερησίαν Διάταξιν διὰ τὴν αὔριον. Μετὰ τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τῶν τροποποιητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεων καὶ εἶτα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σταφιδικοῦ.
§330ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Καὶ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἀμβύκων.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 5 μ.μ. (Ὥρα 9.15′ μ.μ.).