1924.07.12
4,552 rows · 35,936 words · 296 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80Η
Σάββατον 12 Ἰουλίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 7 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Τὸ Πανελλήνιον Συνέδριον Ἰδιοκτησίας ὑποβάλλει ψήφισμα ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. — Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς χορηγηθῇ τὸ ἐπίδομα 20% τοῦ νόμου 2494. — Οἱ κάτοικοι Ξάνθης παρακαλοῦσιν ὅπως καθιερωθῇ τάχιστα ἡ κυριακὴ ἀνάπαυσις. — Οἱ καταστηματάρχαι μισθωταὶ ὀθωμανικῶν καταστημάτων Γρεβενῶν αἰτοῦνται ὅπως μὴ ἐξωσθῶσιν. — Ὁ Ἀγγελῆς Ντούρμας, ἀνάπηρος πολέμου, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόλυσίν του ἐκ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. — Οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Μυτιλήνης παρακαλοῦσιν ὅπως λογισθῶσιν ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν των καὶ αἱ δεδουλευμέναι τριετίαι. — Τὸ Ἐθνικὸν Συμβούλιον τῶν Ἑλληνίδων παρακαλεῖ ὅπως τὸ ταχύτερον ἐπιλυθῇ τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τοῦ θαλασσίου ὕδατος εἰς τὰς Ἀθήνας. — Οἱ μικροεπαγγελματίαι Καλαμῶν αἰτοῦνται τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 28 καὶ 29 τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Λαριγκόβου αἰτοῦνται τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τῆς φορολογίας τῶν αἰγοπροβάτων καὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. — Οἱ ἀδελφοὶ Α. Μάζη παραπονοῦνται κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἀστυνομικῆς Διευθύνσεως, ἐξασκησάντων κατ’ αὐτῶν βίαν. — Ὁ πρόεδρος τῆς Κοινότητος Μεθώνης παρακαλεῖ ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Πύλον. — Ὁ ἀλληλοβοηθητικὸς Σύλλογος «Ἡ Ἀλληλεγγύη» αἰτεῖται τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὀκταμελοῦς Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς, δι’ ἧς παρεχωρήθη περίπτερον εἰς τὸν Δημ. Σβωλόπουλον, ἀντὶ νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸν Π. Καβούνην. — Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Νεμέας ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ σταθμοῦ Νεμέας μέχρι τῆς κωμοπόλεως Ἅγιος Γεώργιος. — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Γ. Σεχιώτης, Α. Μάρκου, Χ. Ἀλαμανῆς, Ι. Μαρματάκης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Μάρκου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας πρὸς ἐπίλυσιν ζητημάτων ἀμφισβητουμένης ἰθαγενείας». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Δουκουμετζίδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νόμου 2939 περὶ κωδικοποιήσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Γ. Σίδερης, Δ. Μαργέτης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ν. Δ. τῆς 20 Σεπτεμβρίου 1923 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Αὐγούστου 1923
Ν. Δ.».
— Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Θ. Γοῦσκος, Κ. Πετρίδης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ παροχῆς δικαιώματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπαναδιορισμὸν τῶν ὑπὸ τῶν Ἐκκαθαριστικῶν Συμβουλίων ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Δουζίνας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀστικῶν συνεταιρισμῶν». — Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Γ. Ἠσαΐας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαιτουμένων ἐργασιῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ Πανόρμου–Περάματος». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Σταμούλης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Μυτιλήνης εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν».
§2Α. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Παρῆλθον τόσαι ἡμέραι ἀφ’ ἧς διεκόπη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ, ἀσχολεῖται ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Συνέλευσις μὲ πλεῖστα ὅσα θέματα καὶ ὅμως δὲν βλέπω νὰ γίνεται πλέον λόγος περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἤκουον μίαν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως ἂν θεωρεῖ ἢ ὄχι τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς κάμνω ἐγὼ τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος συζήτησις δὲν ἐγκατελείφθη. Παρατηρήσατε τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ θὰ ἴδητε ὅτι φέρεται ἀναγεγραμμένον ὡς πρῶτον αὐτῆς θέμα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν....
§4Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κύριε Πρόεδρε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§6Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν ὅτι κατ’ ἀρχὰς τοῦ Ἰανουαρίου ἐπυρπολήθη τὸ δικαστικὸν Μέγαρον Τρικκάλων, ἔκτοτε δ’ ἀργοῦν τὰ δικαστήρια τῆς πόλεως. Εἰς Τρίκκαλα ὑπάρχουν παλαιοὶ Στρατῶνες οἱ ὁποῖοι μὲ μικρὰν δαπάνην εἶναι δυνατὸν νὰ μεταρρυθμισθοῦν εἰς δικαστικὸν Μέγαρον, δυνάμενον νὰ συμπεριλάβῃ ὅλας τὰς δικαστικὰς Ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ λοιπόν, κ. Πρόεδρε, λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος τοῦ ζητήματος, νὰ προταχθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§7Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ γίνῃ καμμία μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ἂν ὑπάρχῃ χρόνος μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν δικαστικῶν θὰ συζητήσωμεν καὶ μερικὰ ἄλλα νομοσχέδια.
§8Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου ἐπεράτωσε σήμερον τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Θὰ παρακαλέσω τὸ μὲν Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως νὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἐκτύπωσιν καὶ διανομήν της, τὸν δὲ κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστήσῃ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Τρίτης.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐρωτηθῇ, παρακαλῶ, ἡ Συνέλευσις.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. (Διάλογοι).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε. Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§12Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ εἴπαμεν ὅτι ἔληξεν αὐτὴ ἡ ἱστορία.
§14Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§16Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χθὲς ἔγραψαν μερικαὶ ἐφημερίδες καὶ διεδόθη ὅτι τὸ 44ον σύνταγμα σκοπεύει νὰ κάμῃ στάσιν καὶ κίνημα. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, κύριοι, ὡς Κρής, νὰ δηλώσω δημοσίᾳ πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὅτι τὰ Κρητικὰ συντάγματα ἓν μόνον ἔχουσι καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα, νὰ ὑποστηρίζωσι τὴν ἰδεολογίαν τὴν ὁποίαν ὅλη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὑποστηρίζει. (Χειροκροτήματα). Ἐξ ὀνόματος τοῦ 44ου συντάγματος, τὸ ὁποῖον κατάγεται ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι οὐδέποτε τοῦτο θέλει ἐξέλθει τοῦ καθήκοντος τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἰδεολογίαν του καὶ τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον καὶ τίποτε περισσότερον.
§17Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὅλος ὁ Στρατὸς ἐμφορεῖται ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων.
§18Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὁ σκοπὸς τῶν διαδόσεων αὐτῶν εἶναι προφανής. Διὰ τῶν διαδόσεων αὐτῶν ἐπιζητεῖται νὰ ἐπιτευχθοῦν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σκοποῦσιν αἱ διαδόσεις. Διατί δὲν λαμβάνει μέτρα ἡ Κυβέρνησις;
§19Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ στρατὸς ὁλόκληρος πειθαρχεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἀλλ’ ἀνησυχοῦν οἱ μὴ γνωρίζοντες τί γίνεται. Ἐκ τῶν διαδόσεων οὐδεμία εἶναι ἀληθής. Διεδόθη ὅτι πρόκειται τὸ 44ον σύνταγμα νὰ φύγῃ, ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπανάστασις, ὅτι πρόκειται νὰ γίνουν μεταβολαὶ κλπ. Οὐδεμία σκέψις ἐγένετο οὐδὲ περὶ μεταθέσεως τοῦ συντάγματος οὐδὲ περὶ μεταθέσεως ἀνωτέρων μονάδων οὐδὲ παρουσιάσθη περίπτωσις τοιαύτης σκέψεως οὐδὲ δυσφορίας. Ὁ Στρατὸς ἐργάζεται καὶ ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἄγνωστον διὰ ποίους λόγους, μεγάλη μερὶς τοῦ Τύπου προσφέρει καὶ αὐτὴν τὴν ἀντεθνικὴν ὑπηρεσίαν, συνεχῶς δημιουργοῦσα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνησυχοῦν πραγματικῶς τὴν Κοινὴν Γνώμην.
§20Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον νὰ σταλοῦν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα οἱ διαδίδοντες.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν διαφόρων αὐτῶν ζητημάτων ἔληξε καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ αἰσχροκερδείας κλπ. διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Μαΐου ἐ. ἔ. Ν. Διατάγματος».
§22Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2, κ. Πρόεδρε, νὰ προστεθοῦν δύο λέξεις...
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου δὲν γίνονται τροπολογίαι.
§24Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ὅσον ἀφορᾶ τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, δύναται νὰ σημειωθῇ — διότι τὸ ἐδέχθην κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν — ὅτι ἐκτὸς τῶν ὑπαρχόντων μελῶν διορίζονται καὶ ἄλλα μέλη κατὰ προτίμησιν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ, ἐφόσον ὑπάρχουν τοιοῦτοι. Ἑτέραν τροπολογίαν φρονῶ ὅτι δὲν δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ δεχθῇ.
§25Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ μίαν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καθορίζεται ὅτι ἐπιτρέπεται ἔφεσις καὶ ἐπὶ ποσοῦ 5 χιλιάδων διὰ τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι καθωρισμένον εἶναι ἀσαφές. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ «καὶ 5 χιλιάδων συμπεριλαμβανομένων».
§26Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Μὰ ἐδέχθην αὐτὴν τὴν διασάφησιν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν· προφανῶς ἐκ τυπογραφικῆς ἀβλεψίας δὲν περιελήφθη· παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις.
§27Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου· διὰ νὰ ἀσκηθῇ τὸ μέσον τῆς ἐφέσεως δέον νὰ συντρέχῃ ἡ περίπτωσις τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῶν δύο ποινῶν; Δὲν εἶναι διαζευκτικόν;
§28Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Μάλιστα. Δίδεται, κ. Πρόεδρε, ἡ ἑρμηνεία ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχουν ἐπιβληθῆ καὶ αἱ δύο ποιναί. Ἐπίσης παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναγραφῇ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἑξῆς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει: «αʹ) Ἐκ τῶν ληφθησομένων τριῶν δειγμάτων γάλακτος, ἐφόσον ὑπάρχουν, θὰ ἀποστέλλωνται τὰ δύο ταυτοχρόνως εἰς τὸ κεντρικὸν χημικὸν ἐργαστήριον τὸ ἕν, τὸ δὲ ἕτερον εἰς κρατικὸν ἐπίσης χημεῖον τοῦ Πολυτεχνείου ἢ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. βʹ) Ἡ ἀνάλυσις καὶ τῶν δύο χημείων θέλει κοινοποιεῖσθαι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δειγματοληψίας, πρὸς τὸν ἐνδιαφερόμενον. γʹ) Ἐν περιπτώσει διαφορᾶς μεταξὺ τῶν ἀναλύσεων τῶν δύο χημείων θὰ καλῆται ὁ δικαιοῦχος νὰ προσκομίσῃ τὸ τρίτον φιαλίδιον τῆς δειγματοληψίας, τοῦ ὁποίου θὰ γίνηται ἀμέσως ἀνάλυσις εἰς ἓν ἐκ τῶν ἄνω χημείων ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ χημικοῦ ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ ἐνδιαφερομένου».
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἀναγραφῇ ἡ δήλωσις αὕτη εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἑρμηνεία παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1924 συμβάσεως «περὶ ἀγορᾶς σταφιδοκάρπου διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§30Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστή, κ. πληρεξούσιοι, ἡ περίοπτος θέσις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ Δικαιοσύνη μέχρι τοῦ 1915 καὶ πρὸ τοῦ 1911 καὶ πρὸ αὐτοῦ τοῦ 1864, καίτοι δὲν ἐπροστατεύετο ὑπὸ ὡρισμένων νόμων. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς κουράσω ἐξαίρων τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἰς πάντας, ὑποθέτω, θὰ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ τὴν ἐκτιμήσουν δεόντως. Ἀπὸ τοῦ 1915 ὅμως, κύριοι, τὰ πράγματα μεταβάλλουν δυστυχῶς ὄψιν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης, ἐποχῆς πλήρους πολιτικῆς ἐκλύσεως, ἡ Δικαιοσύνη ἤρχισε νὰ αἰσθάνεται τὰ πρῶτα ἠθικὰ πλήγματα, κατενεχθέντα κατ’ αὐτῆς ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν λειτουργῶν της. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δικαστῶν, παρ’ ὅλον τὸν ἀντίκτυπον ὃν ᾐσθάνθη ἡ Δικαιοσύνη ἐκ τῆς τότε πολιτικῆς καταστάσεως, ἐκρατήθησαν εἰς τὸ ὕψος των. Εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου ἀληθὲς ὅτι ὡρισμένοι ἐξ αὐτῶν καὶ ἰδίως ἐκ τῶν ἀνωτέρων καὶ ἀνωτάτων, ἐπιλαθόμενοι τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ὑπέστησαν τοιοῦτον ἐκτροχιασμόν, ὥστε κατέρρευσε τὸ γόητρον αὐτῶν καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἐρρίφθη εἰς τὴν λυσσῶσαν δίνην τῶν κομματικῶν παθῶν καὶ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Τῶν ἀναξίων τούτων δικαστικῶν λειτουργῶν οὐδεὶς ἀρνεῖται, κύριοι, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ταχυτέρα ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοῦ Σώματος τοῦ δικαστικοῦ, ἡ ἐν τῷ ὁποίῳ περαιτέρω παραμονὴ αὐτῶν ἀποτελεῖ κίνδυνον καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ ἡ λῆψις βιαίων μέτρων καὶ ἡ ἐπικράτησις ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος καὶ τὰ ἀλλεπάλληλα πλήγματα συνεκλόνισαν ἐκ βάθρων τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία σὺν τῷ χρόνῳ περιέπεσεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἐξέλιπεν ἐντελῶς ἀπ’ αὐτῆς ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν πολιτῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἡ ὕπαρξις Δικαιοσύνης. Δὲν δύναται, κύριοι, νὰ ἀρνηθῇ κανεὶς ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ταχυτέρα λῆψις τῶν μέτρων χάριν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι ἀξιέπαινος ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, σπεύσαντος νὰ συντελέσῃ εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὰ μέτρα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προτεινόμενα εἶναι τὰ ἀνάλογα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Οὔτε ἀνάλογα εὑρίσκω τὰ μέτρα ταῦτα, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἐπείγοντα, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ στραφῇ πρωτίστως εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ἀφοῦ κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ καὶ κατὰ κοινὴν ἀναγνώρισιν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ δικαστικῷ Σώματι ἀνάξιοι δικασταί, ἐντελῶς ἀστοιχείωτοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον ἐνισχυόμενοι οἰκονομικῶς δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν πρόοδον τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἦτο ἐπιβλαβὴς ἡ ἐξυγίασις τοῦ κλάδου, ἐφόσον μάλιστα διὰ τοιούτων μέσων ἐνισχυτικῶν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν δικαστῶν θέλομεν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τῶν ριζικῶν μέτρων, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν· λέγω τοῦτο διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, διότι ἀνέκαθεν ἀπέκρουον καὶ ἀποκρούω τὰ βίαια μέτρα κατὰ τοῦ Σώματος τοῦ δικαστικοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει νόμος στηριζόμενος εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νόμος περὶ παύσεως τῶν ἀνεπαρκῶν δικαστῶν, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε προηγουμένως νὰ λειτουργήσῃ, ἵνα ἀπομακρυνθῶσι τοῦ Σώματος οἱ ἀνεπαρκεῖς δικασταὶ καὶ κατόπιν νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ ἐνισχύσεως τοῦ λοιποῦ Σώματος, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ στραφῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ εἰς τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ πολυδαιδάλου δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπήρχετο ἡ ἐλάττωσις τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ταχυτέρα ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως τῶν δικονομικῶν διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι παρελκύουν τὰς δίκας. Τὸ μέτρον δὲ τοῦτο, λέγω, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιβεβλημένον καὶ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, καθίσταται ἤδη ἐπιτακτικόν, διότι ἕνεκα τοῦ δικαιοστασίου τοῦ ἐπὶ δεκαετίαν ἰσχύοντος ὑπάρχει καταπληκτικὸς ὄγκος ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ ὁποίου, αἰρομένου προσεχῶς τοῦ δικαιοστασίου, δὲν πιστεύω ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ ὁ δικαιοδοτικὸς Ὀργανισμός. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ πρὸ παντὸς εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου μεταρρυθμίζων τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Δὲν κάμνω λόγον, κύριοι, περὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἐντελῶς ἐπουσιώδη. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἦτο συντεθειμένον καὶ ὅπως ἐλειτούργει, δὲν ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ἡμεῖς λοιπὸν ἀκολουθοῦντες τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἔχομεν ἄπειρα παράπονα ἐναντίον τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὸ μεγαλύτερον ἐλάττωμα τοῦ Συμβουλίου ἦτο διότι ἔχει διοργανωθῆ ἓν Σῶμα εἰς τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται πνεῦμα ἐνῷ στερεῖται ὀφθαλμῶν, ἓν Συμβούλιον δικαστικόν, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐδένα τρόπον ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐβλέπομεν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου κατερχόμενα εἰς τὰ καφενεῖα καὶ συλλέγοντα πληροφορίας περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, κύριοι, ὅτι καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀποτελεσματικός; Ἀντὶ ἑνὸς Συμβουλίου εἰσάγονται ἤδη τρία Συμβούλια: Συμβούλιον προαγωγῶν, Συμβούλιον μεταθέσεων καὶ ἡ Ὁλομέλεια, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ πολλάκις εἰς δεύτερον βαθμόν. Εἰς τὸ Συμβούλιον, ἐκτὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἐκρίθη σκόπιμον νὰ λάβωσι μέρος καὶ Ἐφέται. Καὶ τοῦτο ἐξαίρει ὡς μεγίστην ὠφέλειαν τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ὑπουργός, διότι νομίζει ὅτι θὰ ἐκλείψῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ ὀλιγαρχία τοῦ Συμβουλίου, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι δὲν θὰ ἐκλείψῃ, ἀλλὰ θὰ ἐπεκταθῇ, νομίζει ὅτι θὰ ἐκλείψῃ ἡ ὑποδούλωσις τοῦ δικαστοῦ πρὸς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ πλέον ἡ ὑποδούλωσις ἐφ’ ὅλων τῶν Ἐφετῶν. Τὴν συμμετοχὴν τῶν Ἐφετῶν τὴν θεωρεῖ ἀναγκαίαν, διότι νομίζει ὅτι οἱ Ἐφέται γνωρίζουσι καλλίτερον τοὺς δικαστὰς καὶ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀκριβεστέραν γνώμην περὶ αὐτῶν. Τοῦτο ἴσως ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἓν πλεονέκτημα τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως, ἀλλὰ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τῶν μειονεκτημάτων τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ σύστημα τοῦτο. Οἱ Ἐφέται ἔχουσι συνυπηρετήσει μετὰ τῶν πλείστων Πρωτοδικῶν τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ κρίνουν καὶ ἔχουσι συνάψει μετ’ αὐτῶν δεσμοὺς οἱ ὁποῖοι, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀκεραίου χαρακτῆρος, δεσμεύουσι πάντοτε τὴν κρίσιν αὐτῶν ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν των. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, οἱ Ἐφέται συμπαρεδρεύοντες μετὰ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ εὑρισκόμενοι εἰς τὰς παραμονὰς τῆς κρίσεως αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος ν’ ἀντεπεξέλθουν εἰς τὴν γνώμην τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ἔλθουν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς Ἀρεοπαγίτας, διότι γνωρίζουσιν ὅτι θὰ περιπέσουν εἰς τὴν δυσμένειαν αὐτῶν, παρὰ τῶν ὁποίων μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ κριθῶσιν. Εἶναι σύστημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐγγυᾶται τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης; Εἶναι σύστημα τοῦτο κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἐλευθέραν γνώμην προκειμένου περὶ τῶν δικαστῶν, προκειμένου περὶ προαγωγῆς αὐτῶν; Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἐλευθέραν γνώμην ἂν πρόκειται νὰ ἔλθωσιν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γνώμην τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἐκτὸς τῶν Ἐφετῶν θεωρεῖται σκόπιμος καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ διὰ νὰ μὴ εἰσάγεται μὲ μόνον τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς Γενικὸς Γραμματεὺς προάγεται εἰς Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ λαμβάνει τὸν μισθὸν αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω περὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ σημερινοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω κἄν. Ἀλλὰ φαντασθῆτε, κύριοι, ἂν αὔριον ἕνας Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσλάβῃ ὡς Γενικὸν Γραμματέα δικηγόρον ἢ ἐφέτην ἢ Ἐφέτην συνταξιοῦχον. Αὐτός, ἐφόσον θὰ εἶναι μέλος τοῦ Συμβουλίου, θὰ γίνεται Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν δὲ παύσῃ νὰ εἶναι μέλος θὰ ἐπανέρχεται πάλιν εἰς τὴν θέσιν του. Καὶ ἂν εἶναι δικαστής, φαντασθῆτε ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ἀποδίδεται ἡ τοιαύτη ἐξαιρετικὴ σημασία εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἐκρίθη ἀναγκαία, κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, διὰ νὰ τηρηθῇ ἡ ὀργανικὴ ἑνότης, κατὰ τὰς ἐπεξηγήσεις δὲ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ χρησιμεύῃ ὡς κινητήριος δύναμις τοῦ Συμβουλίου. Τί σημαίνουν, κύριοι, ταῦτα; Ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ τηρηθῇ ἡ ὀργανικὴ ἑνότης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅτε θέλομεν νὰ θεσπίσωμεν πλήρη αὐτοδιοίκησιν καὶ ἀποκέντρωσιν τῆς Δικαιοσύνης; Ἡ ὀργανικὴ ἑνότης καὶ ἡ κινητήριος δύναμις, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει ἄλλην ἔννοιαν παρὰ τὴν ἐπαφὴν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας μετὰ τῆς δικαστικῆς τοιαύτης. Τὴν τοιαύτην ἐπαφήν, κύριοι, εἶναι καιρὸς ὄχι νὰ δημιουργήσωμεν, ὄχι νὰ ἐνισχύσωμεν, ἀλλὰ ν’ ἀποκόψωμεν πλήρως! Εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἐντελῶς ἀνεξάρτητον, ἀνεπηρέαστον ἀπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀπὸ τῆς πολιτικῆς Ἐξουσίας. Εἶναι καιρός, λέγω, ν’ ἀφήσωμεν ἀνεξάρτητον τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν κατ’ οὐδένα λόγον ὁπωσδήποτε νὰ εἰσέλθῃ ἡ πολιτικὴ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, διότι, ὅπως ἔλεγεν ἄλλοτε εἷς Γάλλος συγγραφεύς, «ἂν ἡ πολιτικὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ δικαστηρίου, πρέπει ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἐξέλθῃ ἐξ αὐτῆς». Καὶ ἀναμφισβητήτως, κύριοι, ὅταν εἰσέλθῃ ἡ πολιτικὴ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐξέλθῃ αὕτη ἀπ’ αὐτῆς. Θὰ ἦτο ἴσως δεδικαιολογημένη ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γεν. Γραμματέως κατὰ τὸν τρόπον ὃν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ὑπέβαλε, νὰ λαμβάνῃ μέρος μόνον ὡς εἰσηγητὴς καὶ κατόπιν τῆς εἰσηγήσεως ν’ ἀπέρχεται τοῦ Συμβουλίου, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει ἡ μεγαλυτέρα συλλογὴ τῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ εἰσηγῆται εἰς τὸ Συμβούλιον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ τὸ Συμβούλιον πλέον νὰ εἶναι ἐλεύθερον νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ συμμετοχὴν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως μετὰ ψήφου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν. Ἐκτὸς τούτου διὰ τοῦ ψηφίσματος καθιεροῦται τὰ ⅘ νὰ εἶναι ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ τὸ ⅕ νὰ ἀφίνεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἑκάστοτε νομοθέτου ἵνα τὸ προσδιορίσῃ. Νομίζω ὅτι πρέπει καὶ ἡ διάταξις αὕτη νὰ καταργηθῇ, διότι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὁ τρόπος τῆς συνθέσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ μεταρρύθμισις αὐτοῦ διὰ νομοθετικοῦ μέτρου. Διὰ τοῦ ψηφίσματος εἰσάγεται καὶ τὸ ἀμετάθετον. Ἀλλὰ τὸ ἀμετάθετον κατόπιν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Μίαν μόνον παρατήρησιν—καὶ διαφωνῶ εἰς τοῦτο καὶ μὲ τὸν ὑποβαλόντα τὴν τροπολογίαν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως—ὅτι τὸ ἐπὶ τριετίαν ἀμετάθετον δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Κατόπιν δὲ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τοῦ ἀμεταθέτου δὲν βλέπω τίνα λόγον ἔχει ἡ διάκρισις τῶν δικαστηρίων εἰς ἀπόκεντρα καὶ μή.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος μένει.
§32Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον θὰ βάλωμεν τριετίαν. Τώρα συζητοῦντες τὸ ψήφισμα ἀσχολούμεθα καὶ εἰς τὸν νόμον, ἐφόσον ὁ νόμος ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ψήφισμα. Ἀλλὰ ἡ συζήτησις τοῦ νόμου θὰ ἔλθῃ κατόπιν καὶ θὰ ὁμιλήσω. Δι’ αὐτὸ διεξέρχομαι αὐτὸ ἐν συντόμῳ καὶ ἐπιτροχάδην. Μετὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀμεταθέτου δὲν γνωρίζω τίνα λόγον θὰ ἔχῃ ἡ διάταξις αὕτη. Περὶ τούτου, ὅπως σᾶς εἶπον, θὰ ὁμιλήσω βραδύτερον. Ἐκτὸς τούτου, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος ἐξαιροῦνται ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐφετείου, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἐφετείου, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς καὶ οἱ Ἀρεοπαγῖται, τῶν ὁποίων ἡ προαγωγὴ δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον. Κατὰ τὸ παλαιὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐξαιρεῖται μόνον ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἤδη εἰς αὐτοὺς προσετέθησαν καὶ οἱ ἄλλοι τοὺς ὁποίους ἀνέφερα. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ νόμῳ λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως αἱ προαγωγαὶ αὐταὶ ἀποφασίζωνται ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν τοῦτο θὰ ἦτο σταθερὸν καὶ μόνιμον καὶ ἂν αὔριον ἄλλος κόσμος διαγράψῃ τὴν διάταξιν ταύτην, θὰ παραμένῃ πλέον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς τῶν ἀνωτάτων τούτων δικαστικῶν λειτουργῶν. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ παλαιὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἦτο, καὶ ἐξαιρεθῇ μόνον ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὸν νόμον προκειμένου περὶ τῶν προαγωγῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, τὸ ψήφισμα καθιεροῖ καὶ μετάθεσιν λόγῳ ποινῆς, ἡ ὁποία μετὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τοῦ ἀμεταθέτου δὲν γνωρίζω ἂν ἔχει κανένα λόγον νὰ ὑπάρχῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδοθῇ μεγαλυτέρα προσοχή. Διότι διὰ τοῦ νόμου τοῦ σχετικοῦ περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν προσετέθη καὶ νέα πειθαρχικὴ ποινή, ἡ μετάθεσις λόγῳ ποινῆς. Ὅπως εἶναι γνωστόν, κατὰ τὸ ἄρθρον 307 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὅλαι αἱ ἀποφάσεις αἱ πειθαρχικαὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίσῃ αὐτὰς καὶ ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον. Ἂν καταργηθῇ ἡ διάταξις αὕτη καὶ διὰ νέου νομοθετικοῦ μέτρου ἰσχύσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Ὀργανισμοῦ, ὅπως ἐτροποποιήθη ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει τῆς μεταθέσεως λόγῳ ποινῆς, εἰσαγομένης καὶ ἐπὶ πειθαρχικῇ παραβάσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, θὰ δύναται νὰ μεταρρυθμίσῃ ταύτην ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι διὰ τῆς πειθαρχικῆς ἀποφάσεως τὸ Συμβούλιον ἐπιβάλλει ποινὴν ἐπιπλήξεως, θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐπίπληξιν νὰ τὴν μεταβάλλῃ εἰς μετάθεσιν. Καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐπέρχηται ἡ μετάθεσις τῶν δικαστῶν διὰ μέσου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Εὑρισκόμενος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ καθιερωθῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου, διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ μὴ δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἢ μᾶλλον ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ μεταρρυθμίζειν τὰς πειθαρχικὰς ἀποφάσεις. Διότι φαντάζεσθε, κύριοι, ὅτι ἰσχύει σήμερον ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑφισταμένης τῆς δικαστικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν νὰ ἀπολύῃ προσωρινῶς δικαστάς; Καὶ ποίου εἴδους ἀποκέντρωσις καὶ αὐτοδιοίκησις τῆς Δικαιοσύνης εἶναι αὐτή, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δύναται ὄχι μόνον νὰ μεταθέτῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπολύῃ τοὺς δικαστὰς προσωρινῶς; Αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἶναι ἐπίπληξις, πρόστιμον, ἀποζημιώσεις δι’ ἔξοδα τῶν ὁποίων ἐγένετο παραίτιος ὁ δικαστής. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ τέλος πάντων αὐτὴ ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ ἡ ἀποκέντρωσις ἡ δικαστική. Δὲν εἶναι δὲ καὶ μικρὸν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργός. Ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις εἶναι ἀπὸ 8 ἡμέρας μέχρις 6 μηνῶν. Φαντάζεσθε λοιπὸν νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς νὰ ἀπολύῃ ἐπὶ 6 μῆνας ἕνα δικαστήν. Αὐτὸ ἀνατρέπει ἄρδην τὸ περὶ δικαστικῆς ἀποκεντρώσεως. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος θεσπίζεται τὸ ὀλεθριώτερον πάντων, ἡ ἐπὶ τρίμηνον ἀναστολὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐπὶ τρίμηνον τουτέστι θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς διορίζων τὸ Συμβούλιον αὐτὸ νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δίδων ἐξηγήσεις ἐπὶ τούτου εἶπεν ὅτι, κατόπιν τῶν τόσων μεγάλων γεγονότων, ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διαρρυθμισθῇ ἡ Δικαιοσύνη κατὰ τὰς ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τῶν γεγονότων αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω ὅμως κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐπιδιωχθῇ τοῦτο. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς λαμβάνῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ ἴδιος ὑπ’ εὐθύνην του, δὲν εἶχον νὰ τοῦ παρατηρήσω τίποτε. Ἀλλὰ νὰ καταστῇ ἕνα Συμβούλιον ὑποχείριον, τοῦτο εἶναι τὸ ὀλεθριώτερον πλῆγμα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἀγωνιζόμεθα νὰ ὑψώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην φέρετε σεῖς τὸ βαρύτερον πλῆγμα ἐναντίον αὐτῆς. Διότι πῶς θὰ ἐπιτύχητε τὴν τοιαύτην διαρρύθμισιν, ὅταν τὰ μέλη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου θὰ ὑποκύπτουν εἰς τὰς ὁδηγίας καὶ τὰς συστάσεις σας;
§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑποκύψωμεν ἡμεῖς...
§34Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν θὰ ὑποκύψητε σεῖς, δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ δημιουργήσητε ἰδιαίτερον καὶ προσωρινὸν Συμβούλιον Δικαστικόν. Ἀφήσατε τὸ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ Συμβούλιον αὐτὸ θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, μὴ θελήσητε ὅμως νὰ ἐξευτελίσητε τὴν Δικαιοσύνην τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπόσχεσθε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἔρχεσθε νὰ ἀναγεννήσητε αὐτήν.
§35Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Εἴπετε, κ. συνάδελφε, ὅτι δὲν εἶσθε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην.
§36Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο, κ. συνάδελφε. Διαφέρει ἡ ἐξυγίανσις τοῦ κλάδου τοῦ δικαστικοῦ διὰ τῆς ἀποβολῆς τῶν ἀνικάνων ἀπὸ τῆς ταπεινώσεως τῆς ὁλότητος τοῦ δικαστικοῦ Σώματος.
§37Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ὥστε ὑπάρχουν καὶ τέτοιοι;
§38Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουν ἀνίκανοι δικασταί, ἀστοιχείωτοι μάλιστα, καὶ ἂν σᾶς ἀνέφερον παραδείγματα τῆς ἀστοιχειωσύνης των, θὰ ἐπείθεσθε. Αὐτοὶ οἱ ἀνίκανοι πρέπει νὰ ἀποβληθοῦν. Οἱ ἀπομένοντες οὕτω, κ. συνάδελφε, δὲν πρέπει νὰ ἐξευτελισθοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀντὶ τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον προτείνεται διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, νομίζω, λέγω, ὅτι θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ ἁπλοποίησις τῶν Συμβουλίων εἰς ἓν καὶ μόνον πραγματικὸν Ἀνώτατον Συμβούλιον, εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν διαζευκτικῶς ὑποδεικνύει καὶ ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὡς τὸ καταλληλότερον καὶ τὸ ἐξασφαλίζον τελειότερον τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν Συμβούλιον. Διότι ἡ ὁλομέλεια, κύριοι, ἐφόσον εἰς αὐτὴν θὰ παραπέμπωνται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁλομέλεια, λέγω, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ παραπέμπωνται ἢ μᾶλλον πάντοτε αἱ ἀποφάσεις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναπληρώσῃ ὅλα τὰ ἄλλα Συμβούλια, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» μόνον αἱ παμψηφεὶ ἀποφάσεις δὲν θὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν ὁλομέλειαν, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι θὰ παραπέμπωνται, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, κύριοι, δὲν βλέπω διατί νὰ μὴ καθιερωθῇ ἡ ὁλομέλεια ὡς Συμβούλιον Δικαστικόν, ἡ ὁλομέλεια, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἐκ τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν λειτουργῶν. Νομίζω δὲ ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἓν Δικαστικὸν Συμβούλιον Ἀνώτατον, πρέπει τοῦτο νὰ ἀπαρτίζεται ἐκ τῶν ἀνωτάτων καὶ ὄχι ἐκ τῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων δικαστῶν. Ἡ ἀπόφασις δὲ τῆς ὁλομελείας, ἀπόφασις καὶ ὄχι γνώμη, πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη καὶ νὰ καθιερωθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν νὰ δηλώνουν κωλύματα, ὁσάκις αἰσθάνονται ὅτι ἔχουν τοιαῦτα. Θεωρῶ δὲ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, προκειμένου περὶ προαγωγῶν Πρωτοδικῶν, νὰ ζητῆται καὶ ἡ γνωμοδότησις τῶν Ἐφετείων καὶ Συμβουλίων. Τὰ Ἐφετεῖα εἶναι Συμβούλια ἀποφαινόμενα, εἶναι τὰ ἁρμοδιώτερα νὰ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ χαρακτῆρος, τοῦ ἤθους τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἂν εἴχομεν Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, ὅλα αὐτὰ θὰ ἦσαν περιττά, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔλλειψιν τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ὡς ἀπαραίτητον τὴν γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας τῶν Πρωτοδικῶν, προκειμένου περὶ προαγωγῶν Πρωτοδικῶν. Ἐπίσης καὶ διὰ τὰς προαγωγὰς τῶν κατωτέρων πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀλλ’ ἂν αἱ γνῶμαι τὰς ὁποίας προτείνω δὲν γίνουν ἀποδεκταί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι: Νὰ μείνῃ τουτέστιν ἡ ὁλομέλεια ὡς δεύτερος βαθμὸς Συμβούλιον Δικαστικόν. Πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς προσφυγῆς κατὰ πάσης ἀποφάσεως τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Δικαίωμα δὲ προσφυγῆς εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον τὸν κριθέντα ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τοῦ Δικαστικοῦ, ὁσάκις ἔχει παράπονα ἐναντίον τῆς κρίσεως αὐτοῦ. Διότι, κύριοι, εἶναι τερατῶδες νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον θὰ κρίνῃ μὴ προακτέον τὸ Συμβούλιον, νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, λέγω, νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν δεύτερον βαθμόν, ὅτε τοιοῦτον καθιερώνει ὁ νόμος. Μὲ τὸ πρώην καθεστὼς δὲν εἶχε βεβαίως τὸ δικαίωμα ποῦ νὰ καταφύγῃ, ἀλλὰ μὲ τὸ καθιερούμενον ἤδη πρέπει νὰ χορηγήσωμεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, ἂν τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἔχῃ λόγους νὰ μὴ κρίνῃ προακτέους ὡρισμένους δικαστάς, ὀφείλει νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀπόφασίν του καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τοὺς δικαστικοὺς τούτους ὑπαλλήλους τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν κρίνει αὐτοὺς προακτέους, διότι εἶναι τερατῶδες νὰ καταδικάζωνται ἀναπολόγητοι σήμερον οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, διότι μεγαλυτέρα καταδίκη τῆς μὴ προαγωγῆς δὲν ὑπάρχει ἄλλη. Ταῦτα, κύριοι εἶχον νὰ εἴπω, καὶ διότι ἡ Συνέλευσις ἦτο κουρασμένη ἐκ τῶν μακρῶν ἀγορεύσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ ἀντιπαρέλθω ὅλα τὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον παρατηρήσεις, ἐπιτροχάδην διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Συνέλευσιν. Ἄν, κύριοι, θέλωμεν νὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην ἀνταξίαν τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς ἀποστολῆς, ὅπως εἶπον καὶ πρότερον, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ διατηρήσωμεν αὐτὴν ἀνεξάρτητον, ἂν θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ἂν ἐπιθυμῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν εὐημερίαν τῆς Πατρίδος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§40Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μεταξύ, κύριοι, τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τρία μόνον εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἰδιαιτέρως ἐπέσυραν τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Τὸ πρῶτον προνοεῖ περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὰ δύο ἄλλα ρυθμίζουσι, πάντως ἐπὶ τῇ βάσει νέων κανόνων, τὰ τῆς προαγωγῆς καὶ μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐψηφίσθη ἤδη καὶ δύναταί τις εἰπεῖν ὅτι κατ’ αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀντίρρησις εἰς τὴν Συνέλευσιν. Καὶ εὐλόγως, κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ πάντων ὅτι ὁ μισθὸς ὁ ὁποῖος ἐχορηγεῖτο εἰς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκὴς καὶ ὅτι τὸ κοινὸν συμφέρον ἐπιβάλλει νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς τοὺς δικαστὰς ἡ σχετικὴ ἄνεσις, ἥτις θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς νὰ διατηρῶσι σταθερὰν τὴν σταθερότητα αὐτὴν τῆς ψυχικῆς γαλήνης, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ὀρθὴ τοῦ δικαίου ἀπονομή. Ἡ Συνέλευσις ἑπομένως ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της ἀναγνωρίσασα αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλει νὰ μὴ λησμονῇ, καὶ δὲν θὰ παύσωμεν νὰ τῇ ὑπενθυμίζωμεν, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν, εἰς τὴν δημοσίαν ἡμῶν οἰκονομίαν ἓν κενὸν τὸ ὁποῖον χρήζει πληρώσεως καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι, ἂν ἡ πρόνοια τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἢ ἔλαβε περὶ ὡρισμένων κατηγοριῶν δημοσίων λειτουργῶν ἢ ὑπὲρ ὡρισμένων κατηγοριῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἂν ἡ πρόνοια αὕτη ἀποτελῇ μίαν ἐξαίρεσιν, πᾶσα θέλει καταβληθῆ προσπάθεια αὔριον, ὅπως ἡ ἐξαίρεσις αὕτη μεταβληθῇ εἰς κανόνα. Καὶ ὀφείλει ἀπὸ τοῦδε νὰ λάβῃ ὅλην τὴν ἀναγκαίαν πρόνοιαν πρὸς παρασκευὴν τῶν ἐφοδίων ἐκείνων καὶ ἐνίσχυσιν τῶν δημοσίων πόρων, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ πρὸ νέων προβλημάτων καὶ δυσχερειῶν. Τὰ δύο ἄλλα νομοθετικὰ μέτρα, ὅπως εἶπον, τὸ σχέδιον νόμου καὶ σχέδιον ψηφίσματος πρόκειται νὰ ρυθμίσουν τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ δικαστικοῦ Σώματος κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐφελκύσῃ πρὸ παντὸς τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἡ σπουδὴ μετὰ τῆς ὁποίας ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δικαστικῶν μέτρων καὶ ὅλης τῆς ἄλλης σωρείας τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, πάντα σχεδόν, ἐξαιρέσει ἐλαχίστων, φέρουσι τὴν σφραγῖδα τῆς προχειρότητος, μετὰ τῆς ὁποίας συνετάχθησαν. Καὶ εἶναι τόσον μᾶλλον ἀξιοσημείωτος ἡ σπουδὴ τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὴ κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ἀνάγκην ὅπως τεθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν εἷς φραγμὸς εἰς τὴν ἀθρόαν παραγωγὴν ἀνεξελέγκτων νόμων καὶ ὡς τοιοῦτον ἐπρότεινεν ἡ ἰδία τὴν ἵδρυσιν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἀγαθαὶ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως περιορίζονται πάντοτε εἰς τὴν σφαῖραν τῆς θεωρίας καὶ αἱ πραγματικαὶ διαθέσεις αὐτῆς ἀπεικονίζονται, καὶ δυνάμεθα νὰ τὰς ἴδωμεν, εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν διεξάγεται καθ’ ἑκάστην τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Συνελεύσεως τῇ εἰσηγήσει αὐτῆς. Καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ τὸ ἀποσιωπήσω, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ κορύφωμα τῶν ἀπηρχαιωμένων ἐκείνων μεθόδων, τῆς ἀπὸ ρυτῆρος δηλαδὴ νομοθετικῆς ἐργασίας, κατὰ τῆς ὁποίας ἔχει ἐξεγερθῆ πρὸ πολλοῦ ἡ δημοσία συνείδησις. Καὶ ἐρωτᾶται: Διατί ἡ σπουδὴ αὐτή; Πρὸς τί ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τόσου τάχους τὴν ἐπιψήφισιν μέτρων, τὰ ὁποῖα θίγουν καίρια συμφέροντα τῆς Κοινωνίας καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν κοινωνικὴν γαλήνην; Ἐλέχθη, κύριοι, καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἀπὸ τὰ ἐμφύλια πάθη τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον δὲν ἔμεινεν ἄθικτος οὔτε ἡ ἰδέα τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι ἀκόμη περισσότερον ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὅτι εἰς τὸν κλονισμὸν τὸν ὁποῖον ὑπέστη ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ἡ ἰδέα τῆς Δικαιοσύνης συνετέλεσαν ἀκόμη περισσότερον τὰ μέτρα τῆς ἀναστολῆς τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι περιέβαλλον τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν, τὰ μέτρα δηλ. τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος καὶ ὅλη ἐκείνη ἡ ρευστότης τῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι διεῖπον τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ δικαστικοῦ Σώματος κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην. Καὶ θὰ ἐδικαιοῦτό τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι κατόπιν πάντων τούτων, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἀπεκομίσαμεν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀποβλέπωμεν μετὰ μεγαλυτέρας δυσπιστίας πρὸς πάντα νέον πειραματισμὸν ἢ ὅτι τοὐλάχιστον ἠθέλομεν λάβει τὴν πρόνοιαν, ὥστε οἱ νέοι ὅροι, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν, νὰ παρέχουν ὅλα τὰ ἐχέγγυα τὰ ἀσφαλίζοντα τὴν σταθερότητα τῶν νέων μέτρων καὶ σχετικήν τινα τοὐλάχιστον διάρκειαν αὐτῶν. Ἀντὶ τούτου τί βλέπομεν σήμερον; Βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐπιδιώκει νὰ ἐπιψηφίσῃ δικαστικὰ νομοσχέδια ἀνατρέποντα ριζικῶς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐπ’ αὐτῶν προηγουμένην οὔτε κἂν τὴν γνώμην τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων οὔτε τὴν γνώμην τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων, χωρὶς τουτέστι νὰ ὑποβληθοῦν ταῦτα πρότερον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ὀργανισμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγκυρότερον παντὸς ἄλλου θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκφέρουν γνώμην ἐπὶ τῶν δικαστικῶν πραγμάτων. Καὶ ἐρωτᾶται καὶ πάλιν: Ὑπάρχει χρεία τις τόσης σπουδῆς, ὥστε νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν καὶ ὑπὸ ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους σήμερον διεξάγεται τὸ νομοθετικὸν τῆς Συνελεύσεως ἔργον; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησε μετὰ μιᾶς, δύναμαι νὰ εἴπω, περισσῆς ἀφελείας: Ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων μετὰ πάσης σπουδῆς, διότι θέλομεν νὰ ἐξυψώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην. Πρόκειται ἐν ἄλλαις λέξεσι περὶ μιᾶς κεραυνοβόλου ἐξυψώσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅταν πρόκειται περὶ κεραυνοβόλου ἐξυψώσεως τῆς Δικαιοσύνης αἱ συζητήσεις περιττεύουν. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἄμεσον αὐτὴν καὶ ραγδαίαν τῆς Δικαιοσύνης βελτίωσιν; Τὰ μέτρα αὐτὰ ἀνελύθησαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἀνεπτύχθησαν. Θὰ περιορισθῶ μόνον ἐπὶ τριῶν σημείων, ὄχι διὰ νὰ προσκομίσω εἰς αὐτὰ νέα ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ διότι αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσω καὶ τὴν ἰδικήν μου διαμαρτυρίαν ἐναντίον τῶν μέτρων τούτων τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐννοῶ νὰ καθορίσω σαφῶς τὴν διαστολὴν τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας φέρει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι τρία, εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ γενικοῦ γραμματέως εἰς τὰ Συμβούλια τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων, εἶναι τέλος ἡ μεταβατικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ σχετικὴ μὲ τὰς δικαστικὰς τοποθετήσεις. Προτείνεται ἡ κατάργησις τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ; Ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους προσεδόκων οἱ θεσπίσαντες αὐτόν. Ὁ λόγος αὐτὸς ἀναγράφεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσιν καὶ δύνασθε, κύριοι, νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῆς, ὅταν ἀναλογισθῆτε ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐθεσπίσθη διὰ Διατάγματος τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ τέλος τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν εἰμὴ πρὸ 4 μόλις μηνῶν. Ὁ θεσμὸς λοιπὸν ἀπέτυχεν. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ λεχθῇ ὅτι εἷς θεσμὸς ἀπέτυχεν, ὅταν ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ἐλειτούργησεν. Ἂν δὲν ἐλειτούργησεν ὁ θεσμὸς οὗτος τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς Δικαιοσύνης, ἐλειτούργησεν ὅμως εἷς ἄλλος θεσμὸς καὶ ἐλειτούργησε, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐπὶ μακρὰς ἤδη δεκαετηρίδας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀποκαταστάσεως, ὁ θεσμὸς τοῦ ἐλέγχου τῶν δικαστικῶν διὰ τῶν κατὰ τόπους Εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν· ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἀναντιρρήτως ἠστόχησε καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ δὲν ἀπέδωκε μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καταργοῦσα θεσμὸν μὴ δοκιμασθέντα ἐννοεῖ νὰ ἐμπιστευθῶμεν καὶ πάλιν μόνον εἰς θεσμὸν ἀναμφισβητήτως ἀστοχήσαντα τὸ κῦρος τοῦ ἐλέγχου τῆς Δικαιοσύνης. Λυποῦμαι, κύριοι, εἰλικρινῶς διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι θὰ ἐστήριζον ἐπ’ αὐτοῦ τὰς χρηστοτέρας τῶν ἐλπίδων. Εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐξελέγησαν ἤθελον ἀνταποκριθῆ εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῶν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶχον περὶ τούτου καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἤθελε συντελέσει, ἂν ὄχι εἰς τὴν ἄμεσον, ἀλλὰ εἰς τὴν σταθερὰν καὶ βαθμιαίαν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ ἐλπίδες αὐταὶ τὰς ὁποίας ἐστηρίξαμεν ἐπὶ ἑνὸς θεσμοῦ ἀρτιωτάτου, αἱ ἐλπίδες αὐταὶ ἐξαλείφονται σήμερον διὰ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς στηριζομένης ἐπὶ τῆς παραδόξου αἰτιολογίας. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον, τῆς συμμετοχῆς δηλαδὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἀποδέχεται πρότασιν, τροπολογίαν τῆς σχετικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως μετριάζει οὐσιωδῶς τὰς ἐπιβλαβεῖς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς συμμετοχῆς ταύτης. Ἀλλὰ ἡ τροπολογία ἡ γενομένη ἀποδεκτὴ μετριάζει ἁπλῶς τὰς συνεπείας ταύτας, δὲν ἐξαλείφει ὅμως ταύτας τελείως. Πολὺ φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἡ στενὴ ἐπαφή, ἡ ὁποία σήμερον δημιουργεῖται μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν Συμβουλίων ἀφ’ ἑτέρου δὲν θέλει ἀφήσει, προϊόντος τοὐλάχιστον τοῦ χρόνου, τελείως ἄθικτον τὴν Δικαιοσύνην, ὅτι θέλει ἀνοίξει κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον τὴν θύραν τῶν πολιτικῶν ἐπηρειῶν. Καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὰ Συμβούλια ἤθελον ἀντιτάξει ἀντίδρασιν ἀκατάβλητον, καὶ πάλιν, κύριοι, αἱ ἀποφάσεις αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι τοῦ λοιποῦ θέλουν λαμβάνεσθαι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τούτου δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὅτι δύνανται νὰ ἔχουν τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῶν σήμερον λαμβανομένων, ὅτι δὲν θὰ εἶναι τελείως ἀπηλλαγμέναι ὑπονοιῶν ὅτι ἐλήφθησαν ὑπὸ τὸ κράτος ξένων ἐπηρεασμῶν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν, κύριοι, δικαστὰς ἐπισύροντας καθ’ ἑαυτῶν τὰς δικαιοτέρας τῶν ποινῶν ἢ τῶν στερήσεων νὰ μεταβάλλωνται ἐν τῇ κοινῇ ἐκτιμήσει εἰς θύματα πολιτικῶν διώξεων, ἄξια τιμῆς καὶ συμπαθείας. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν τελείως ἀνέπαφον καὶ πλήρη τὴν αὐτοτέλειαν τῶν Συμβουλίων, ὡς ἔχουν αὐτὰ σήμερον. Ἤκουσα, κύριοι, τοὺς μύδρους, οἱ ὁποῖοι ἐξετοξεύθησαν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐναντίον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἐναντίον, ἀκόμη γενικώτερον, ὅλων τῶν ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι πρέπει νὰ θραυσθοῦν αἱ πέδαι καὶ νὰ ἐκλείψουν οἱ περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι δεσμεύουν τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν ἀπεριόριστος σχεδὸν ἐλευθερία εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ζητημάτων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἰδίαν του δικαιοδοσίαν. Ἡ παθητικότης, λέγουν, εἰς ἣν καταδικάζεται ὁ Ὑπουργὸς συνεπείᾳ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Συμβουλίων περιάγει αὐτὸν εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐξασκήσῃ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ἐκ τῶν νόμων νὰ ἀσκῇ καὶ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία εὐθύνει αὐτὸν ἀκόμη περισσότερον, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰς βάσεις αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, διότι τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν τῇ κανονικῇ λειτουργίᾳ ἐπὶ τούτου καὶ μόνον στηρίζεται, ἐπὶ ταύτης καὶ μόνης τῆς βάσεως στηρίζεται, τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Δύναται νὰ ἡσυχάσῃ, κύριοι, ἡ Συνέλευσις, διότι οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ἐπισείουν, ὡς ἀπειλοῦντας τὸ πολίτευμα ἡμῶν, δὲν εἶναι εἰμὴ φάσμα ἁπλοῦν. Οἱ κίνδυνοι πράγματι ὑπάρχουν, ἀλλ’ εὑρίσκονται ἀλλαχοῦ, καὶ πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο ὀφείλομεν νὰ στρέψωμεν ὅλας ἡμῶν τὰς ἀνησυχίας. Ἡ ἀποκέντρωσις ἢ αὐτονομία τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν δὲν εἶναι τόσον ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, διότι δὲν εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις τῆς πολιτικῆς εὐθύνης ἡ ἄμεσος διεξαγωγὴ τῶν ὑποθέσεων ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν. Τοὐναντίον μάλιστα δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ ἀποχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰς λεπτομερείας, ἰδίως δὲ εἰς τὰς λεπτομερείας φύσεως προσωπικῆς, αἱ ὁποῖαι ἀπασχολοῦσιν αὐτὸν καὶ κατατρίβουν τὸ γόητρον τὸ ὑπουργικόν, ἡ ἀποχὴ ἀπὸ πάσης τοιαύτης ἀναμίξεως καθιστᾷ εὐκολώτερον καὶ μᾶλλον τελεσφόρον τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἡ ἀποχὴ αὕτη προσδίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὅλην ἐκείνην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν, ἂν ἤθελε χειρισθῆ ταύτην καλῶς, θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ ὅπως ἐπαναγάγῃ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ τὸ Συμβούλιον εἰς τὴν εὐθεῖαν τοῦ καθήκοντος ὁδόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι αἱ συστάσεις αὐτοῦ, αἱ νουθεσίαι καὶ ἀπειλαὶ ἤθελον ἀποβῆ εἰς μάτην, ἔχει καὶ πάλιν ὁ Ὑπουργὸς ἓν ἔσχατον μέσον προσφυγῆς. Ὀφείλει νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐκθέτων εἰλικρινῶς καὶ ἐν πλάτει τὴν κατάστασιν νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας πρὸς ἀπομάκρυνσιν τῶν ὑπευθύνων προσώπων. Ἂν δὲν ἤθελε πράξει πάντα ταῦτα, ἂν ἐξ ἠθικῆς ἀδυναμίας ἢ ἐνόχου ἐπιφυλάξεως ἤθελε παραλείψει τὸ καθῆκον τοῦτο ὁ Ὑπουργός, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φέρει εὐθύνην βαρυτάτην, πολὺ βαρυτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν φέρει ὁ Ὑπουργὸς διότι ἔλαβε χώραν μεμονωμένως τι ἔκτροπον ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ ἢ μία πρᾶξις, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προληφθῶσιν ἕνεκα νομικῶν κωλυμάτων καὶ περιορισμῶν. Ἔχει ὁ Ὑπουργὸς ἑπομένως ὅλην τὴν δύναμιν νὰ προλάβῃ τὸν ἐκτροχιασμὸν τοῦ κλάδου τὸν ὁποῖον διευθύνει καὶ ὑπέχει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ἂν ἤθελε πράξει τὸ ἀντίθετον. Σύστημα εἰς τὸ ὁποῖον ζητοῦσι νὰ ὠθήσωσι καὶ πάλιν τὴν Χώραν δὲν εἶναι, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἴσχυσεν ἀδιακόπως μέχρι σήμερον καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τῆς πολιτικῆς ἡμῶν σταδιοδρομίας τὸ σύστημα τῆς καθαρᾶς ὑπουργικῆς εὐθύνης ἄνευ περαιτέρω ἐγγυήσεων· ἐξαίρεσιν ἀπετέλεσε μία βραχυτάτη περίοδος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν μόνην παρήγορον καὶ φωτεινὴν παρένθεσιν εἰς τὸν δημόσιον ἡμῶν βίον. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος τούτου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται καὶ πάλιν ἡ παλιννόστησις, εἴδομεν, κύριοι, ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους νὰ περιέρχωνται αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου, αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς ἀποσυνθέσεως, εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς ἀναρχίας. Διατὶ καὶ τότε ἔλεγον «δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐπιτετραμμένον, ἔστω καὶ διὰ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἐπιβληθῇ φραγμός τις χρονικὸς εἰς τὸν ἀτέρμονα καὶ ἄσκοπον ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Διότι ἡ ἀπόδοσις ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εὐθυνῶν ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν, αὐτὸ καὶ μόνον ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι περιέρχονται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν εἰς τὴν ἐξουθένωσιν τῆς δημοσίας γνώμης. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος, τοῦ ὁποίου ζητοῦσι τὴν ἐπαναφοράν, θὰ ἴδωμεν καταλυομένην τὴν ἰσότητα τῶν νόμων καὶ τὰς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας παραδιδομένας ἕρμαιον εἰς τὴν ἐπιδρομὴν τῶν ἑκάστοτε ἰσχυόντων κομμάτων. Θὰ ἴδωμεν αὐτάς, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιῶνται πρὸς προστασίαν τῶν πολιτῶν, νὰ μεταβάλλωνται εἰς μάστιγας ἀληθεῖς πότε τῆς μιᾶς καὶ πότε τῆς ἄλλης πολιτικῆς μερίδος. Καὶ ἂν εἶναι ἀναντίρρητον, κύριοι—καὶ θὰ ἦτο εἰς ἄκρον ἀφελὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἤθελε τὸ ἀμφισβητήσει—ὅτι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου λαμβάνουν χώραν καὶ ὑπερβασίαι καὶ καταχρήσεις, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὑπὲρ τὸ δέον τολμηρὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀρνηθῆ ὅτι αἱ ὑπερβασίαι καὶ αἱ καταχρήσεις αὗται δὲν ἀποτελοῦσιν ἢ ἐλάχιστον πολλοστημόριον τῶν ἀτασθαλιῶν αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑκάστην λαμβάνουσι χώραν, τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῶν κομμάτων, τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸν πολιτικὸν ἐκτροχιασμόν, ὅστις ἑδράζεται ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς πολιτικῆς εὐθύνης. Ἂν ἡμεῖς εἴμεθα θερμοὶ θιασῶται τῆς ἐνισχύσεως ὅλων τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι περιφρουροῦσι τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἂν ἠθέλομεν νὰ ἀποκλείσωμεν πᾶσαν θύραν καὶ πᾶσαν διάβασιν πρὸς ἐπέμβασιν ἑτέρων στοιχείων ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἂν ἐπράττομεν τοῦτο, θὰ τὸ ἐπράττομεν πρὸς τὸ συμφέρον τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τῶν δημοσίων συμφερόντων, θὰ ἀπεβλέπομεν εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Διότι ἔχομεν τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἡ πηγὴ τῶν παραπόνων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβλέψωμεν μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ μέλλον. Ἂν τρέφομεν ἀνησυχίας τινάς, αὗται ὀφείλονται εἰς τοῦτο, ὅτι ἀκούονται καὶ πάλιν στενοχωρίαι ὑπὲρ τῆς ἐπανόδου τῆς Χώρας εἰς τὰς μεθόδους ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλομεν ὅλας τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ὑπέστημεν, καὶ ὅλας τὰς δοκιμασίας τὰς ὁποίας διήλθομεν, ὄχι μόνον κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον, ἀλλὰ καθ’ ὅλην τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν σταδιοδρομίαν. Ἐπαυξάνουν, κύριοι, οἱ φόβοι ἡμῶν, ὅτε βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν προσκομίζουσαν μέτρα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὅτι τείνουν ἐπίσης πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι τί ἄλλο εἶναι ἡ περίφημος αὐτὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 22 ἐν σχέσει μὲ τὴν τοποθέτησιν τῶν δικαστῶν; Ὅταν ἀνεγίνωσκον τὸ νομοσχέδιον καὶ εὑρέθην πρὸ τῆς διατάξεως τοῦ ἀμεταθέτου, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἠσθάνθην εὐχάριστον ἔκπληξιν, ὄχι διότι ἐνόμιζον ὅτι τὸ ἀμετάθετον, ὡς εἶχε διατυπωθῆ ἀρχικῶς, ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὰς συνθήκας τὰς κρατούσας παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι διακρίνω ἐν τῇ προνοίᾳ ταύτῃ τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσπάθειαν, ὅπως περιβάλῃ δι’ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγάλου ἀριθμοῦ ἐγγυήσεων τὴν Δικαιοσύνην. Ἀτυχῶς ἡ εὐχάριστος αὕτη πλάνη διήρκεσεν ἐπ’ ὀλίγον, διότι ἐπῆλθεν ἡ διάταξις τοῦ 22 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία μὲ ἐξήγαγεν ἐκ τῆς πλάνης αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον αὐτό, κύριοι πληρεξούσιοι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἶναι τὸ κέντρον, ὁ λόγος τῆς ὑποβολῆς ὅλων τῶν νομοθετικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Ὅλα τὰ λοιπὰ ἀποτελοῦσι τὸ πλαίσιον τῆς διατάξεως ταύτης ἢ εἶναι τὸ συμπλήρωμα διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν Δικαιοσύνην διὰ τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν, ὑπὸ ἕνα ὅμως ὅρον, διότι τὸ ἀμετάθετον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ θέσῃ ὁσουσδήποτε θέλετε φραγμούς, ὁσουσδήποτε θέλετε περιορισμοὺς ὑπὸ ἕνα καὶ μόνον ὅρον, τοὺς περιορισμοὺς τούτους νὰ θέση εἰς πάντας τοὺς ἄλλους, νὰ ἐπιφυλάξῃ δὲ εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ καταργήσῃ καὶ τοὺς ὑπάρχοντας φραγμούς. Καὶ τοῦτο πράττει. Διατηρεῖ εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ κατ’ ἀπόλυτον ἐπιλογὴν τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ τῇ ἀρωγῇ αὐτοῦ ἐντὸς τριῶν μηνῶν μόνον νὰ προβῇ εἰς τὰς μετακινήσεις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, νὰ μᾶς παράσχῃ δηλαδὴ τὸ θέαμα μιᾶς μετοικεσίας γενικῆς τῶν δικαστῶν. Καὶ ὁ λόγος τῆς μετοικεσίας, τῆς μετασταθμεύσεως αὐτῆς ποῖος; Τὸν λόγον εἶπε πολλάκις ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς δηλώσεις ἀορίστους καὶ φευγαλέας, τῶν ὁποίων, ὑποθέτω, τὸ νόημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι πρέπει μετὰ μίαν πολιτειακὴν μεταβολὴν νὰ ὑπάρξῃ καὶ μία δικαστικὴ ἀναστάτωσις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἰδική σας ἑρμηνεία, κ. συνάδελφε. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω ποία ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου.
§42Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἀντελήφθην....
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ ἀκούσητε.
§44Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὦτα ἔχω καὶ ἀκούω. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη μετὰ μίαν πολιτειακὴν μεταβολὴν νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ μία δικαστικὴ ἀναστάτωσις. Διὰ τίνα λόγον; Τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν ἐκ τῶν νέων δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶμεν ὅτι διὰ τῆς ἀναστατώσεως τῶν δικαστῶν ἀπὸ ἑνὸς τόπου εἰς ἄλλον, διὰ τῆς μεταβολῆς δηλ. τοῦ κλίματος θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν φρονημάτων, ἢ πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ πολιτικὰ φρονήματα τῶν δικαστῶν.
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὰ πολιτικὰ φρονήματα τῶν δικαστῶν. Τὸ ἠξεύρετε.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τί θὰ προκύψῃ λοιπὸν ἐκ τῆς ἀναστατώσεως;
§47ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δαπάναι.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν δαπανῶν θὰ ἴδωμεν ἱκανοποιούμενα ἐπί τινα χρόνον τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα πανταχόθεν ἀληθῶς διατυπώνονται σήμερον ἐναντίον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν μετὰ ταῦτα καὶ τὴν διάψευσιν τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξαν οἱ παροτρύνοντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀναστάτωσιν αὐτήν, θὰ ἴδωμεν τὰ παράπονα ταῦτα δριμύτερον ἐπαναλαμβανόμενα. Καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ἀκολουθοῦσα τὸν μακρὸν δρόμον εἰς τὸν ὁποῖον εἰσῆλθε θὰ ὑποκύψῃ καὶ πάλιν— καὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἀρνοῦμαι καὶ νὰ συζητήσω, ἀρνοῦμαι καὶ νὰ σκεφθῶ—ἢ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀρνηθῇ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς νέας ταύτας ὑποκινήσεις καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ ἀπομείνῃ ἐξ ὅλου τοῦ σάλου, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ριφθῇ ὁ δικαστικὸς τῆς Ἑλλάδος κόσμος; Τί ἄλλο πρόκειται νὰ ἀπομείνῃ, κύριοι, εἰμὴ αἱ ἀνησυχίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ πάλιν θὰ γεννηθῶσιν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμεροληψίαν τῆς Δικαιοσύνης; Τί ἄλλο πρόκειται νὰ προκύψῃ παρὰ ἡ σκιὰ ἡ ὁποία καὶ πάλιν θὰ ἀπομείνῃ ἐπὶ τῆς μορφῆς τῆς Δικαιοσύνης; Τί ἄλλο δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς ὁποίας τὴν ἐπιψήφισιν μετὰ τόσης σπουδῆς ἐπιζητεῖ ἡ Κυβέρνησις; Ὅταν, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἕνα ἐνδόμυχον καὶ θερμὸν εἶχον πόθον, νὰ ἀφιερώσω ὅλας μου τὰς δυνάμεις, ὅπως συντελέσω καὶ ἐγὼ κατὰ δύναμιν, ὅπως ἀποσπάσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τοὺς πλοκάμους τῆς πολιτικῆς, οἱ ὁποῖοι τὴν περισφίγγουν. Καὶ εἰς τὰς συνομιλίας ἃς ἔσχον καὶ μετὰ τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτ. Συμβουλίου καὶ μετὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τοῦτο ἐπέστησα ὅλην αὐτῶν τὴν προσοχήν, συνίστων ὅπως τὸν ἔλεγχον αὐτῶν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου μὴ περιορίσωσι μόνον ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ στενοῦ τῶν δικαστικῶν καθηκόντων, ἀλλ’ ἐπεκτείνωσι τοῦτον καὶ ἔτι περαιτέρω, εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν πολιτικὰς τῶν δικαστῶν ἐκδηλώσεις. Δὲν ἐδίστασα νὰ κάμω τὴν σύστασιν ταύτην, καίτοι δὲν ἀρνοῦμαι καὶ ἐγὼ ὅπως καὶ πᾶς ἐλεύθερος ἄνθρωπος εἰς τοὺς δικαστὰς τὸ δικαίωμα νὰ ἐνδιαφέρωνται περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, νὰ ἔχωσι δηλ. πολιτικὰς ἰδέας· ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι εἷς δικαστής, ἔχων βαθεῖαν συνείδησιν δικαστικὴν καὶ ἦθος ἀληθῶς δικαστικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἐπί τινα τοὐλάχιστον χρόνον εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ ἄρωμεν τὴν δυσπιστίαν ἡ ὁποία κρατεῖ ἐκ τῶν προσφάτων παθημάτων ἐπὶ τὴν ἀμεροληψίαν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταπνίξωμεν τὰς ἐκδηλώσεις τῶν πολιτικῶν δοξασιῶν. Ὁ παγκόσμιος πόλεμος δὲν ἐπέφερε μόνον παρ’ ἡμῖν τὸ χάσμα, τοῦ ὁποίου πάντες ζητοῦμεν τὴν γεφύρωσιν. Ὁ παγκόσμιος πόλεμος ἐπέφερεν ἐπίσης διάσπασιν τῆς ἐσωτερικῆς συνοχῆς καὶ εἰς ἄλλας Χώρας. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον ὅτι εἰς τὰς Χώρας ἐκείνας δὲν ὑπῆρξε τόσον βαθὺς ὁ κλονισμὸς τῆς κοινωνίας ὅσον ἐν Ἑλλάδι. Ἂν θελήσωμεν νὰ ρίψωμεν τὸ βλέμμα λ. χ. εἰς τὴν γείτονα ἡμῶν Μεγάλην Δύναμιν, τὴν Ἰταλίαν, θέλομεν ἰδεῖ ὅτι ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριετίαν—δὲν ἀναφέρομαι εἰς τὴν τελευταίαν—ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριετίαν δὲν εἶχε παρέλθει οὐδὲ μία ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ σημειωθῇ ἀδελφικὴ αἱματοχυσία ὀφειλομένη εἰς τὴν ἔξαψιν τῶν πολιτικῶν παθῶν. Καὶ ὅμως εἰς τὸν αἱματηρὸν αὐτόν, τὸν μακρὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Κοινωνίας καὶ ἡ γαλήνη αὐτῆς διετηρήθη εἰς τὴν Χώραν ἐκείνην ἐντελῶς ἀκεραία καὶ ἄθικτος. Καὶ τίς ὑπῆρξεν ὁ λόγος; Τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐξηγεῖται, ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπου πολλαὶ δημόσιαι Ἐξουσίαι παρέμειναν πράγματι ὑπεράνω τοῦ Κράτους, ὅτι αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἔμειναν ἐντελῶς ἔξω τοῦ πεδίου τῆς πολιτικῆς διαμάχης. Καὶ ἂν στρέψωμεν ἤδη τὸ βλέμμα εἰς τὸ τί συνέβη εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ εἴπωμεν ὅτι ὄχι μόνον συμμετέσχον καὶ αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἡμῶν διαμάχας, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐπρωτοστάτησαν. Ἔμεινε πρὸ παντὸς εἰς τὴν Ἰταλίαν ἄθικτος ἀπὸ τὸν ἐμφύλιον πολιτικὸν ἀγῶνα ἡ δικαστικὴ Ἐξουσία. Ἡ Δικαιοσύνη ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἓν ἔδαφος εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ἀποβλέψουν οἱ πολῖται μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης. Ὑπῆρχεν ἓν καταφύγιον διὰ τοὺς ἀσθενεῖς, ἓν ἄσυλον διὰ τοὺς διωκομένους. Αὐτὴν τὴν γωνίαν τῆς ἀσφαλείας, πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποβλέψῃ καὶ ὁ ἐργαζόμενος ἡμῶν λαός, αὐτὴν τὴν γωνίαν τὴν ὁποίαν μόνον ἡ Δικαιοσύνη δύναται νὰ παράσχῃ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀντὶ πάσης θυσίας. Ἀτυχῶς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν δὲν ὠθοῦν τὴν Χώραν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Ἀτυχῶς τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ ἀποκαταστήσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Κοινωνίας πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι φόβος ὅτι θέλει ἀναρριπίσει καὶ πάλιν τὰς ἀνησυχίας· εἶναι φόβος ὅτι θέλει ὠθήσει πρὸς νέους κλονισμοὺς καὶ δὲν γνωρίζω πότε θέλει δοθῆ εὐκαιρία εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἀποκαταστήσωμεν τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὅλα τότε τὰ ἄλλα ἤθελον ἔλθει ἀφ’ ἑαυτῶν. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνομαι, κύριοι, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων τούτων, πρὸ παντὸς ὅμως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅπως αἰρομένη ὑπεράνω τῶν ἀδυναμιῶν περιφρουρήσῃ τὴν Δικαιοσύνην, περιφρουρήσῃ μετ’ αὐτῆς τὴν γαλήνην τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βαθὺς ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, κύριοι, ἀπὸ πολλῶν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, δεκαετηρίδων εἶναι ὁ πόθος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἴδῃ καὶ τὴν ὑπαλληλίαν του ἀνυψουμένην εἰς τὴν δέουσαν περιωπήν, ἀλλὰ καὶ τὴν δικαστικὴν Ἐξουσίαν ἀνταξίαν τοῦ μεγάλου καὶ ἱεροῦ προορισμοῦ αὐτῆς. Εἰδικώτερον μάλιστα διὰ τὴν δικαστικὴν Ἐξουσίαν ὁ πόθος αὐτὸς ἦτο δεδικαιολογημένος, διότι τὰ πάντα θεμελιοῦνται ἐπ’ αὐτῆς καὶ τὰ πάντα καταλήγουσιν εἰς αὐτήν. Ὄχι μόνον αἱ ἰδιωτικαὶ διαφοραί, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑπερβασίαι τῆς διοικήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ κολασθῶσι καὶ νὰ περιορισθῶσιν, ἂν ὑπάρχῃ πλήρης ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἂν σημειοῦνται κατὰ τὸ παρελθὸν φαινόμενα χρεοκοπίας διαφόρων θεσμῶν, λίαν χρησίμων, πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν τὰ αἴτια εἰς τὴν ἔλλειψιν δικαιοσύνης ἐπαρκοῦς, ὅπως περιστείλῃ τὰς ἀκολασίας καὶ πατάξῃ τὰς παραβάσεις. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ· ὑπῆρχε θεσμὸς καλύτερος ἀπὸ τὸν θεσμὸν τῶν τοπικῶν ἀστυνομιῶν; Οὐδεὶς Τόπος πεπολιτισμένος ἢ κατὰ τὸ ἥμισυ πεπολιτισμένος στερεῖται τοιούτου θεσμοῦ. Καὶ ὅμως κατηργήθη παρ’ ἡμῖν ὑπὸ τὸ κράτος γενικῆς κατακραυγῆς καὶ ὑπὸ τὰς ἀρὰς ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διατί; Διότι δὲν ὑπῆρχε Δικαιοσύνη ἡ ὁποία νὰ ἠδύνατο νὰ πατάξῃ τὰς ὑπερβασίας τῶν τοπικῶν ὀργάνων. Οὕτω κατελήγομεν εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν Ἐξουσιῶν καὶ ἀνεμένομεν τὰ πάντα ἀπὸ τὸ κέντρον, καὶ δὴ ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς δημοσίας γνώμης, ὅστις ἀσκεῖται σφοδρότερον ἐν τῷ κέντρῳ. Δὲν εἶχε κατανοηθῆ, κύριοι, ἐν τῷ ὑπαλληλικῷ ἰδίᾳ κόσμῳ ἡμῶν ὅτι ὁ ὑπάλληλος διαχειρίζεται καὶ αὐτὸς ἓν μέρος τῆς πολιτικῆς Ἐξουσίας, ἓν μέρος τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Καὶ ὁ ὑπάλληλος κατὰ τοῦτο, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁμοιάζει ἐν τοῖς πράγμασιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἔργων του πρὸς τὸν αἱρετὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους. Ἕν μέρος τοῦ Imperium, τῆς κυριαρχίας τῆς λαϊκῆς, τῆς Ἐξουσίας τῆς κρατικῆς ἔχει καὶ ἐκεῖνος εἰς χεῖράς του. Ἡμεῖς νομοθετοῦμεν ἀρχὰς γενικάς, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐκτελεῖ καὶ ἐφαρμόζει αὐτάς, καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων ἀποφασίζει καὶ περὶ ἰδιωτικῶν δικαίων, ἀλλὰ καὶ περὶ δημοσίων συμφερόντων. Δὲν ἔχει κατανοηθῆ ὅτι, ἂν ὁ ὑπάλληλος ἐπιθυμῇ νὰ μείνῃ ἀκλόνητος καὶ ἄθικτος εἰς τὴν θέσιν του, ἔχει μίαν αὐστηρὰν ὑποχρέωσιν: Δύναται νὰ ἔχῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην αὐτοῦ τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ δὲν δύναται τὴν γνώμην αὐτοῦ μήτε νὰ τὴν ἐκδηλώσῃ κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ παρασύρῃ ἢ ἐπηρεάσῃ τοὺς πολίτας τοὺς ἐρχομένους εἰς ἐπαφὴν μετ’ αὐτοῦ μήτε, πολὺ ὀλιγώτερον, νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῶν ὁμοφρόνων καὶ ἐναντίον τῶν ἀντιφρονούντων. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶχε κατανοηθῆ ἐκ μέρους τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ὑπάλληλος, ἐπιλήσμων τῆς θεμελιώδους ταύτης ὑποχρεώσεως, ἤθελε πολιτεύεσθαι ἐνεργῶς εἴτε προπαγανδίζων εἴτε μεταχειριζόμενος τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τῆς Ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τοῦ ἐνεπιστεύθη τὸ Κράτος, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ φρονημάτων, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ ὑπάλληλος ὀφείλει μοιραίως νὰ ὑφίσταται τὴν τύχην ἡμῶν τῶν πολιτικῶν, οἱ ὁποῖοι, διαχειριζόμενοι καὶ ἡμεῖς ἓν μέρος τῆς κυριαρχίας τῆς Πολιτείας, καθαιρούμεθα, ὁσάκις θεωρούμεθα ἀποτυγχάνοντες τοῦ εἰς τὴν διαχείρισιν ἡμῶν ἐμπιστευθέντος ἔργου. Τοῦτο δὲν εἶχε κατανοηθῆ. Ὁ πόθος ὅμως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκδηλούμενος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὑπῆρξε ν’ ἀποκτήσῃ ὑπαλληλίαν ἀνταξίαν τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ της. Πρόσφατα εἰσὶ τὰ διδάγματα ξένων Ἐπικρατειῶν καὶ ἠδύνατό τις νὰ εὕρῃ εἰς τὰς πολιτικὰς συζητήσεις τὰς μετὰ τὸ 1864 μνείαν τῶν διδαγμάτων τούτων, διδαγμάτων Ἐπικρατειῶν μεγάλων. Περιελθοῦσαι εἰς παράλυσιν εἴτε ἕνεκα στρατιωτικῶν στάσεων εἴτε ἕνεκα ἐσωτερικῶν διχονοιῶν κατώρθωσαν νὰ ἀναστηλώσουν τὴν διοίκησιν αὐτῶν καὶ διὰ τῆς ἀναστηλώσεως τῆς διοικήσεως νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν πεποίθησιν τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, κατώρθωσαν νὰ ὀργανωθῶσιν ὡς Κράτη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς διοικήσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως στρατιωτικῆς παρασκευῆς. Καὶ μετὰ τὸ 1864 ὁ ἀοίδιμος Χαρίλαος Τρικούπης ἠθέλησε νὰ περιφρουρήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ὑπαλληλίαν διὰ νόμου καταστατικοῦ ὁρίζοντος καὶ τὰ προσόντα καὶ τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς αὐτῶν καὶ τὴν ἐν γένει ἐξέλιξιν τῆς σταδιοδρομίας των. Ἂν δὲ τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἄλλων κλάδων, διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἡ ἀνάγκη καὶ ὁ πόθος παρίσταντο ἐπιτακτικώτεροι. Πρὸ τοῦ 1862 δὲν εἶχεν ἀναγνωρισθῆ τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν. Καὶ ὅμως ὑπῆρξαν δικασταί, τῶν ὁποίων τὸ θάρρος πρὸς τὴν ἀντιμετώπισιν ἐκβιάσεων καὶ ἐξαναγκασμῶν δύναται νὰ ἀναγραφῇ χρυσοῖς γράμμασιν εἰς ὅλας τὰς αἰθούσας τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων. Κατὰ τὸ 1864 καθιερώθη τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἡ πληγὴ τοῦ μεταθετοῦ αὐτῶν κατὰ βούλησιν, καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν σχεδὸν κατὰ τὸ δοκοῦν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Αἱ ἐκβιάσεις αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἐκ μέρους τῶν πολιτικῶν—πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν ἅπαξ ἔτι, μολονότι χιλιάκις ἔχει λεχθῆ—συνετέλεσαν εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ δικαστικοῦ φρονήματος, συνετέλεσαν εἰς τὸν τέλειον κλονισμὸν καὶ τὴν διασάλευσιν τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν οἱ πολῖται ἔπρεπε νὰ ἔχουν πρὸς τοὺς δικάζοντας, οὐχὶ μόνον περὶ τῶν περιουσιακῶν σχέσεων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ζωῆς των, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς τιμῆς των ἀκόμη. Εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου ἀληθὲς ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχον ἀκόμη παραδείγματα ἡρώων ἀληθῶς δικαστῶν, ἀποτελούντων σέμνωμα καὶ τιμὴν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, οἱ ὁποῖοι ἀνθίσταντο εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐθαδῶν πολιτικῶν, ἀνθίσταντο εἰς τὰς πιέσεις, ἔχοντες ἑτοίμους ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὰς ἀποσκευάς των διὰ νὰ ἐκτιναχθῶσιν εἰς Πρωτοδικεῖα τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο τόπος ἐξορίας, τόπος καταδίκης. Ἐν τῇ πόλει μου, ὅπου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ δικηγορήσω ἐπ’ ἀρκετὰ ἔτη, ἐλάχιστα ὑπῆρξαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ κρούσματα τοιούτων ἐπεμβάσεων ἐκ μέρους πολιτικῶν· ὑπῆρξαν ὅμως τινὰ τὰ ὁποῖα διεκραύγαζον τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ περιφρουρηθῇ ὁ δικαστὴς κατὰ τῆς ἀπειλῆς τοῦ πολιτικοῦ. Νεαρὸς ἀκόμη δικηγόρος ὑπερήσπιζα μίαν δίκην ἐναντίον ἑνὸς ἰσχύοντος πολιτικοῦ καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀπόφασις δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰς προθέσεις του καὶ πρὸς τὰς ἐπιθυμίας του μετετέθησαν τηλεγραφικῶς καὶ οἱ πέντε δικασταὶ οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐντὸς 48 ὡρῶν. Ἀλλὰ πολλοὶ δικασταί, ἐπαναλαμβάνω, ἀντετάσσοντο μετὰ θάρρους εἰς τὰς αὐθάδεις ἀξιώσεις τῶν πολιτικῶν καὶ μεταξὺ τούτων δύναμαι νὰ μνημονεύσω καὶ τὸν νῦν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκδιώξαντα ἀπὸ τῆς αἰθούσης τοῦ ἀνακριτικοῦ του γραφείου πολιτικὸν ὅστις εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ διὰ νὰ τοῦ ζητήσῃ παράνομον ἀξίωσιν. Ἐπῆλθε τὸ 1909· ὁ πόθος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπραγματοποιήθη ἀπὸ ἕνα τῶν διαπρεπεστέρων νομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸν ἀοίδιμον Δημητρακόπουλον. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 ἀπετάθη πρὸς αὐτὸν καὶ ἐζήτησε νὰ περιφρουρήσῃ τὴν Δικαιοσύνην κατὰ τῶν ἐκβιάσεων τῆς πολιτικῆς. Διὰ τοὺς κλάδους τῆς διοικητικῆς ὑπαλληλίας ἀνετέθη εἰς ὑπαλλήλους ἀποτελοῦντας τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα τῆς ἱεραρχίας τῆς διοικητικῆς νὰ συντάξουν τὸν καταστατικόν, δύναταί τις εἰπεῖν, χάρτην τῆς ὑπαλληλίας καὶ τὸν τρόπον τῆς ῥυθμίσεως τῶν τοποθετήσεων, τῶν προαγωγῶν καὶ τῶν ποινῶν ἐναντίον τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀλλὰ καὶ τῆς μετέπειτα ἐποχῆς ὑπῆρξεν ὅτι δὲν ἐπεκράτησε μία γενικὴ ἰδέα, μία γενικὴ ἀρχή, ἕνας γνώμων ἑνιαῖος περὶ τὴν ῥύθμισιν τῶν τοιούτων ζητημάτων. Μωσαϊκόν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀπετέλεσαν τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα φιλότιμοι ἀληθῶς ὑπάλληλοι, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ὀρθῆς ῥυθμίσεως τῶν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κλάδου, συνέταξαν καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν τότε Βουλὴν 1909–1910. Εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα εἴδομεν τὴν σύνθεσιν τῶν Συμβουλίων τῶν ὑπηρεσιακῶν ἐν μέρει ἀπὸ ἀνωτέρους ὑπαλλήλους, ὅπερ εἶναι ὀρθότατον, ἐν μέρει ἀπὸ καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπερ εἶναι ἀμφιβόλου ὀρθότητος, ἐφόσον πρόκειται περὶ διοικητικῶν μέτρων καὶ οὐχὶ περὶ τεχνικῶν γνώσεων. Ἂν ὑπῆρχε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἦτο εὐκολώτερον νὰ διαῤῥυθμισθῇ τὸ ζήτημα. Εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα εἴδομεν τὴν μετοχὴν ἐν τοῖς Συμβουλίοις, παρὰ τοὺς διευθυντὰς τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον εἴδομεν μικτὸν σύστημα συμμετοχῆς καὶ καθηγητῶν καὶ Ἀρεοπαγιτῶν. Εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου ἐθεωροῦντο ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν εἰς ἁπάσας τὰς περιπτώσεις, καὶ μνημονεύω, ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ καὶ ἂν ὁ νόμος δὲν μετεβλήθη, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον διετηρήθη τὸ «βέτο» εἰς τὸν Ὑπουργόν. Καὶ μνημονεύω, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὸ ἐν ἔτει 1911 ἐπὶ Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ρέπουλη ἱδρυθὲν—διότι εἶχε συντάξει τὸν νόμον τὸν καταστατικὸν— Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη τοῦ νὰ εἶναι εἰς ἄλλας μὲν περιπτώσεις ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου διὰ τὸν Ὑπουργόν, εἰς ἄλλας δὲ ὄχι. Δύναταί τις νὰ ἐρευνήσῃ τοὺς νόμους ὅλων τῶν Ὑπουργείων καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι ἐπικρατεῖ ἀληθὲς μωσαϊκόν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη κατὰ τὸ 1917 καὶ τὸ ὁποῖον διηύθυνον ἐπί τινας μῆνας ἐγώ, κατόπιν δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, ἀμφότεροι ἐτηρήσαμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι τοῦ Συμβουλίου αἱ ἀποφάσεις δὲν ἦσαν πᾶσαι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Μετερρύθμισε διαφόρους νόμους καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου δὲν ἦτο πάντοτε ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Μνημονεύω ὅλα ταῦτα τὰ παραδείγματα....
§51Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Εἰς τὰς σπουδαιοτέρας περιπτώσεις ἦτο καὶ εἶναι ὑποχρεωτική· δηλαδὴ εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς ἀπολύσεως. Εἰς δὲ τὰς περιπτώσεις τῆς μεταθέσεως χρειάζεται συμφωνία γνωμοδοτήσεως. Ἑπομένως ὑπάρχει ἕνας φραγμὸς οὐσιώδης καὶ τώρα καὶ τότε.
§52Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύσεως εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ συμφωνία.
§53Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴς τινας λοιπὸν περιπτώσεις ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτική, εἰς ἄλλας ὄχι.
§54Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§55Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν περίπτωσιν εἰδικώτερον τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑπαλλήλου ἐθεωρήθη πάντοτε ἀναγκαῖον νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις εἰς τὸν Ὑπουργόν. Καὶ τοῦτο εἶναι πρόδηλον. Εἶναι πειθαρχικὴ ἡ ἀπόφασις, εἶναι ποινή, ἐκφέρεται ἀπὸ ἀνεξαρτήτους ὑπαλλήλους, καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὕπαρξις ὑπηρεσίας μετὰ κύρους, ἂν ἀπόφασιν ἀπὸ ὑπαλλήλους ἀνωτέρους ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ ἐκδιδομένην ἐναντίον ὑπαλλήλου πταίσαντος ὁ Ὑπουργὸς τὴν ξεσχίσῃ. Τί κῦρος θὰ ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία; Τί κῦρος θὰ ἔχῃ καὶ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον οἱ συνάδελφοί του κατεδίκασαν; Εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἀπαιτεῖται γνωμοδότησις ἁπλῆ τοῦ Συμβουλίου τοῦ διοικητικοῦ, εἰς ἄλλας πάλιν ἀπαιτεῖται σύμφωνος γνωμοδότησις, ἤγουν οὔτε τοῦ Συμβουλίου μόνη ἡ ἀπόφασις ἠδύνατο νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ ἐκτελεστότητα οὔτε καὶ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ μόνη. Τὰ παθήματα τῆς κομματιζούσης ὑπαλληλίας δὲν συνέβησαν μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Παλαιότεροι μεταξὺ τῶν πολιτευτῶν θὰ ἐνθυμοῦνται τὸ καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν μεταφρασθὲν καὶ μετὰ πολλῆς δίψης ἀναγνωσθὲν σύγγραμμα τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ πολιτικοῦ Μιγκέττι, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἰδίων πιέσεων καὶ ἀτασθαλιῶν, συμβαινουσῶν ἄλλοτε εἰς τὴν Ἰταλικὴν ὑπαλληλίαν. Δύναται ἆρά γε νὰ εἴπῃ τις ὅτι εἶναι ἡ κρίσις τῆς ἐφηβότητος διὰ τοὺς λαούς; Τὰ ἴδια ἐλαττώματα ἀνεφύησαν καὶ εἰς ἄλλας Χώρας. Καὶ ἡ ρύθμισις ἡ ὁποία ἐγένετο τοὐλάχιστον εἰς τὰ Λατινικὰ Κράτη ἐτράπη μᾶλλον πρὸς τὴν κατεύθυνσιν καθ’ ἣν περιορίζονται αἱ ἀκολασίαι τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δὲν δύναται μόνος οὗτος νὰ διορίσῃ οὔτε νὰ προαγάγῃ οὔτε νὰ μεταθέσῃ οὔτε πολὺ ὀλιγώτερον νὰ τιμωρήσῃ ὑπαλλήλους, ἀλλὰ δὲν ἀφίνεται καὶ πλήρης ἡ ἐλευθερία εἰς τὰς διαθέσεις τῶν μελῶν διοικητικῶν Συμβουλίων, εἰς τὴν εὐνοιοκρατίαν τὴν φιλικὴν ἢ εἰς τὴν εὐνοιοκρατίαν τὴν ἀνεψιακήν. Ἐθεωρήθη ὅτι τὸ μικτὸν σύστημα φέρει τὴν ἰσορρόπησιν, τὴν ἀντιρρόπησιν μεταξὺ τάσεων, μεταξὺ αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι συγγενῆ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Τοιαύτας ἄλλως τε ἰσορροπήσεις εἰς κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν ὄχι μόνον διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας ὁμοίας. Ὁ πολιτικὸς ἔχει τὸν πειρασμὸν τῆς εὐνοιοκρατίας ὀλιγώτερον διὰ τὴν συγγένειαν καὶ περισσότερον διὰ τὰς κομματικὰς ἀνάγκας. Ὁ ἀνώτερος ὑπάλληλος, εἰς ὃν μετατίθεται, ὡς μέλος τοῦ Συμβουλίου, ἓν μέρος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἔχει καὶ αὐτός, ἀπαρτιζόμενος ἀπὸ σάρκα καὶ ὀστᾶ, ἀδυναμίας καὶ πειρασμούς, τῆς φιλίας, τῆς συγγενείας. Γνωρίζομεν δέ, κύριοι, ὅτι οἱ πειρασμοὶ τῆς φιλίας καὶ τῆς συγγενείας δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ὀξεῖς καὶ ὀλιγώτεροι φθοροποιοὶ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς τῆς κομματικῆς ἀνάγκης. Διὰ τοῦ συγκερασμοῦ τῶν δύο τούτων συστημάτων δύναται προσφυέστερον νὰ ἀποφευχθῇ ἡ κατάχρησις ἐκ μέρους τοῦ πολιτικοῦ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, κατάχρησις ἐπικίνδυνος περισσότερον ἀπὸ τὴν τοῦ ἐντοπισμοῦ, τοῦ φαβοριτισμοῦ, διότι ἐξασκεῖται ἐν πεδίῳ κατὰ πολὺ εὐρυτέρῳ παρὰ τὸ ἔδαφος εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξασκηθῇ ἡ κατάχρησις ἡ ἐκ τῶν εὐνοιῶν πρὸς φίλους ἢ συγγενεῖς. Οὐδεὶς ἐξ ὅσων ἤκουσα, καὶ παρακαλῶ, ἄν τις συνάδελφος ὑποβάλῃ ἀντίθετον πρότασιν, νὰ τὸ δηλώσῃ, οὐδεὶς εὑρέθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ὁποῖος νὰ συνηγορῇ ὑπὲρ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ ὀλεθριωτάτου ἀληθῶς συστήματος τῆς ἀπολύτου ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, περὶ τὸ διορίζειν, περὶ τὸ παύειν, περὶ τὸ προάγειν. Οὐδεὶς ἐλησμόνησε τὰς παραδόσεις ἡμῶν τὰς ἀπὸ τοῦ 1909 καὶ ἐντεῦθεν, οὐδεὶς ἀπολύτως. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐκλέξωμεν νῦν μεταξὺ τοῦ συστήματος τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας—λέγω τῆς ἀπολύτου χρήσεως καὶ καταχρήσεως—ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ διορίζειν, μεταθέτειν, παύειν καὶ τῆς ἀπολύτου κυριαρχίας τῶν ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, ὡς ὑπηνίχθη εἷς τῶν συναδέλφων. Καὶ ἂν ταῦτα γενικῶς ἴσχυσαν, καὶ ἐν ταῖς ξέναις νομοθεσίαις, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ, διὰ τὴν ρύθμισιν τῆς καταστάσεως, ὑπὸ τὴν τεχνικὴν αὐτῆς ἔννοιαν, τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν γένει, εἰδικώτερον διὰ τὸν δικαστικὸν κλάδον ἐλήφθη μέριμνα τῷ 1909 διὰ νόμου, ὅπως διοικῆται αὐτοκυριάρχως, ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον συγκροτούμενον ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ κλήρου. Ποῖος ἦτο ὁ λόγος ὁ προκαλέσας τοῦτο; Ἡ ἀπόλυτος κατάχρησις τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τοῦ 1909, ὁ ἐξευτελισμὸς εἰς τὸν ὁποῖον Ὑπουργοί, λησμονοῦντες τὴν θέσιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῶν λειτουργήματος, εἶχον πολλάκις ὑπαγάγει τῆς Δικαιοσύνης τὰ μέλη, ἦτο φυσικὸν νὰ ἔχῃ ἐγείρει τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Λαοῦ, τὴν ἐξέγερσιν τῆς λαϊκῆς ὁρμῆς, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀπῃτήθη ἡ πλήρης ἀποξένωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς. Καὶ ὁ Δημητρακόπουλος ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα συνέταξε τὸ σχέδιον νόμου, ὅστις ἐλειτούργησεν, ὄχι μόνον μέχρι τοῦ 1915, ὡς ἐλέχθη, ἀλλὰ καὶ βραδύτερον ἀκόμη. Κατὰ τὸ 1911, κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα καὶ τότε ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ἂν ὁ τόσον θαυμασίως λειτουργῶν, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θεσμὸς ἔπρεπε νὰ κατοχυρωθῇ, ἐπακριβῶς ὡς ἐν τῷ νόμῳ εἶχε, διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἢ ἂν ἔπρεπε τὸ Σύνταγμα νὰ ἀπαιτήσῃ μὲν τὴν γνώμην ἑνὸς Συμβουλίου, νὰ στερήσῃ δηλαδὴ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ διαθέτειν τὰ τῆς Δικαιοσύνης αὐτοβούλως, νὰ ἀφήσῃ ὅμως τὸ Σύνταγμα καὶ ἐλευθέραν τὴν θύραν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ὥστε βραδύτερον, ἂν ὑπετίθετο ὅτι, ἐπιλήσμονες τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἀνέθετεν εἰς αὐτοὺς οἱ δικασταὶ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἤθελον κάμει κατάχρησιν τῆς Ἐξουσίας τῆς ἐμπιστευθείσης εἰς αὐτούς, νὰ δύναται ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ προλάβῃ τὸ κακόν, εἰσάγουσα τὸ ἀντίρροπον τῆς ἀρνησικυρίας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Μετέσχον, κύριοι, εἰς συζήτησιν γενομένην μεταξὺ τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου καὶ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλου, πρὶν ἀκόμη τὸ Σύνταγμα διατυπωθῇ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι οὐδ’ αὐτὸς ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς, ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, οὐδ’ αὐτὸς ἐνεπιστεύετο νὰ περικλείσῃ καὶ νὰ περιφρουρήσῃ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τῆς διοικήσεως τῶν μελῶν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπεκαλεῖτο μάλιστα τὰ ἰσχύοντα ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, ὅπου δὲν ἦσαν δυσηρεστημένοι, διότι δὲν ἠδύναντο ἀπολύτως καὶ κατ’ ἀρέσκειαν τὰ Ἀνώτατα Συμβούλια τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαθέτωσι τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κ. Βενιζέλος, ἐπεκαλεῖτο τὴν διάταξιν τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον ὡς πολιτικός, ἀλλὰ καὶ ὡς δικηγόρος διαπρεπὴς ἐν Κρήτῃ εἶχε θέσει ἐν τῷ Κρητικῷ Συντάγματι, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστόν, συνετάχθη ἀπ’ αὐτόν, τὴν διάταξιν καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει) «οὐδεὶς τῶν ἐν τοῖς ἐγχωρίοις δικαστηρίοις ὑπηρετούντων δικαστῶν καὶ Εἰσαγγελέων διορίζεται ἄνευ προτάσεως οὐδὲ μετατίθεται ἄνευ γνωμοδοτήσεως οὐδὲ παύεται προσωρινῶς ἢ ὁριστικῶς ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης, ἀποτελουμένου ἐκ τοῦ Προέδρου, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τριῶν μελῶν τοῦ ἐν Χανίοις Ἐφετείου». Εἶχε δείξει ἔκτοτε ὅτι δὲν θὰ ἦτο συμφέρον διὰ τὴν Δικαιοσύνην νὰ ὑπάρξῃ μία ἀνεξάρτητος καὶ ἀπεριόριστος κυριαρχία, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ νομοθετικόν τι μέτρον. Τῳόντι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέγξητε καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐνασκήσητε τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐπὶ μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τὰ ὁποῖα ἔκριναν ἱκανὸν πρὸς προαγωγὴν ἕνα ἀνίκανον δικαστικόν; Ἄν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θελήσῃ νὰ τιμωρήσῃ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, διότι προήγαγον τὸν Α καὶ δὲν προήγαγον τὸν Β, τότε καταστρέφεται τὸ ἔρεισμα τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἐκτὸς τούτου διαπράττεται μία θεμελιώδης παράβασις, ἡ παράβασις ὅτι εἰσέρχεσθε εἰς κρίσιν διοικητικήν, εἰς κρίσιν οὐσιαστικὴν οὐχὶ περὶ τοῦ νομίμου τῆς προαγωγῆς, ἀλλὰ περὶ τῶν προσόντων τῶν οὐσιαστικῶν, καὶ εἶναι φυσικὸν ὅτι αἱ ἴδιαι αἱ ἐπιρροαὶ αἱ ὁποῖαι κάμνουν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν δὲν εἶναι δεσμευμένος ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ νομίζῃ ὅτι ὁ Α εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὸν Β, αἱ ἴδιαι ἐπιρροαὶ θὰ τὸν κάμουν νὰ νομίσῃ ὅτι κακῶς ἔκρινε τὸ Συμβούλιον, εἰπὸν ὅτι ὁ Β εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὸν Α. Ἀποκλείεται ὁ ἔλεγχος κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Θὰ ἀντέκειτο ἄλλως τε καὶ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα, ἂν ὁ ἔλεγχος οὗτος ἐπὶ βαρειῶν περιπτώσεων ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ μέχρις ἀπολύσεως, πρᾶγμα ἀδύνατον. Ἐφόσον δεχόμεθα τὴν ἰσοβιότητα, οὐδὲν διὰ νομοθετικῶν μέτρων δυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέτρον κατὰ οὐσιαστικῶν ὑπερβασιῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἡ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ πειθαρχικὴ τιμωρία τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου θὰ εἶχε τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους θὰ ἐνέκλειεν ἡ ἄσκησις τῆς περὶ τὸ διορίζειν καὶ παύειν ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἰς ἄλλας Χώρας, ὅπου σέβονται τοὺς δικαστάς, ἀλλ’ ὅπου καὶ οἱ δικασταὶ σέβονται τοὺς νόμους, ἡ παῦσις διὰ σοβαρὰν παράβασιν τοῦ δικαστοῦ ἀνήκει εἰς τὸ κυρίαρχον Σῶμα, εἰς τὴν Βουλήν. Μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ ἡ σκέψις νὰ ἐπρότεινά ποτε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀσκήσῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν κατὰ δικαστοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μιμώμεθα ὅλα ὅσα γίνονται ἀλλαχοῦ. Εἶναι ὁ Ἄγγλος δικαστὴς ἄξιος τῆς περιωπῆς του, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον δὲν ὑποκύπτει εἰς πειρασμοὺς ἐκλογικῶν ἐπηρεασμῶν καὶ κομματικῶν ἐπεμβάσεων. Ταῦτα, κύριοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τῷ 1911 ὁ ἀοίδιμος Δημητρακόπουλος καὶ ὁ κ. Βενιζέλος ἐπροτίμησαν νὰ ἀφήσουν ἀνοικτὴν τὴν θύραν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἤθελε μετατραπῆ εἰς σφετεριστὴν πρὸς θεραπείαν ἰδίων αἰσθημάτων τῆς Ἐξουσίας τῆς ἐμπιστευθείσης εἰς αὐτό, νὰ δύναται νὰ νομοθετηθῇ ὁ περιορισμὸς τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐκτελεστότητος τῶν ἀποφάσεων αὐτοῦ, ἀπαιτουμένης καὶ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἂς ἴδωμεν τώρα, κύριοι, πῶς ἐλειτούργει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι τοῦ 1916. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἱδρύσεώς του ἐλειτούργει θαυμασίως, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολύ, ἐπερχομένης τῆς ἀπαμβλυντικῆς ἐπαγγελματικῆς συνηθείας, ἤρχισεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ εὐνοιοκρατία νὰ εἰσάγεται εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Καὶ εἴδομεν τὸν τόσον ἀγαθὰς ἀναμνήσεις ἀφήσαντα ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὸν κ. Ρακτιβάν, ὑποβάλλοντα σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου περιώριζε κατά τι τὰ ἕως τοῦ 1914 δικαιώματα τοῦ Συμβουλίου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς μετακινήσεις....
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τοῦ Συμβουλίου.
§57Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι σκληρότερος Ὑπουργὸς εἰς τὸ ἀποκρούειν τὰς βουλευτικὰς καὶ κομματικὰς ἀξιώσεις δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναί τις ὑπὲρ τὸν κ. Ρακτιβάν. Ὁ κ. Ρακτιβὰν τὴν τροποποίησιν ἐκείνην δὲν ἐπρότεινε βέβαια διότι ἤθελε νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀξιώσεις τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ διότι ἔβλεπεν ὅτι εἶχε κάπως λησμονηθῆ παρὰ τῷ Ἀνωτάτῳ Δικαστικῷ Συμβουλίῳ ὅτι δὲν εἶναι ὑπέρτατος κυρίαρχος, ὅτι δὲν εἶναι κράτος ἐν κράτει ἀνεύθυνον καὶ μὴ ὑποκείμενον εἰς οὐδένα ἔλεγχον. Σᾶς ἐμνημόνευσεν ἤδη ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος—δυστυχῶς ἡ αἴθουσα δὲν ἦτο πλήρης—τί συνέβη κατὰ τὸ 1914. Ἐξακριβώνοντες τὸ παρελθόν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐκ τῶν μαθημάτων τὰ ὁποῖα ἐκεῖθεν ἀντλοῦμεν ποία εἶναι ἡ συμφέρουσα ρύθμισις, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καλῶς τὰς γενομένας ὑπερβασίας. Ἀνεκτήθησαν αἱ Νέαι Χῶραι. Ἐπρόκειτο νὰ διορισθῶσιν ἐκ δικηγόρων δικασταί. Τί ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως καὶ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Πιστὸς εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἀπεξένωσεν ἑαυτὸν ἀπὸ τῆς ἐπιλογῆς τῶν νέων δικαστῶν. Ἀποκεντρικώτατα, ἐπροκάλεσε νόμον, ἵνα προτείνωνται οἱ καλύτεροι τῶν δικηγόρων ἀπὸ τὰ συμβούλια τοῦ Δικαστικοῦ Συλλόγου καὶ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου ἑκάστης πόλεως, τὴν ἀπόφασιν δὲ αὐτῶν ἀφῆκεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἧς ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἦτο ἁπλοῦς διεκπεραιωτής. Ἐπροτάθησαν διάφοροι δικηγόροι ἐν Πάτραις ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν συμβουλίων. Καὶ παρωράθησαν οἱ προταθέντες καὶ διωρίσθη, ἐπικρατησάσης τῆς ἀνεψιοκρατίας, υἱὸς τῆς ἀδελφῆς τοῦ τότε Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε, ὡς ὑπογραμματεὺς τοῦ Πρωτοδικείου, εἶχε κατηγορηθῆ καὶ προφυλακισθῆ ἐπὶ ὑπεξαιρέσει δικογραφίας μετὰ συναλλαγματικῶν. Ἠγνόει ἆρά γε ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅτι ὁ υἱὸς τῆς ἀδελφῆς του εἶχε παραπεμφθῆ διὰ τοιαύτην πρᾶξιν; Ἄν δέ, κύριοι, εἴδομεν τὴν κεφαλὴν τοῦ τότε Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ὑποκύπτουσαν εἰς αἰσθήματα συγγενείας, τί θέλετε νὰ πιστεύσωμεν διὰ τὰ λοιπὰ μέλη; «Ἄν τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται;» Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, θὰ ἦτο ἴσως παρορατέον ἀπέναντι τῶν μεγάλων ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίαζεν ἡ ἀποκέντρωσις. Ἀκούσατε ἐν τούτοις τὴν συνέχειαν. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Πατρῶν, προεδρευόμενος ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Ἀργυροπούλου, πολλάκις εἰργάσθη ἀξιεπαίνως διὰ γενικώτερα συμφέροντα. Καὶ εἰς τὴν παρασκευὴν πολλῶν νομοθετημάτων μετέσχε κατὰ τὸ 1909, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἐν γένει ἔλεγχον τῶν παραπτωμάτων τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης δὲν τοῦ ἀπέλιπε τὸ θάρρος. Συνῆλθε λοιπὸν ὁ Σύλλογος καὶ ἤλεγξε τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τί θὰ ἔπραττεν ἕνας Ὑπουργὸς ἢ καὶ ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἂν ἠλέγχετο διὰ διοικητικὴν αὑτοῦ πρᾶξιν; Θὰ ἔκαμνεν ἓν ἀνακοινωθέν, ἀφοῦ τηλεγραφήματα ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλήν, ἀνακοινωθὲν ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου, διὰ τὸ ὁποῖον τόσον δριμέως ἠλέγχετο ἀπὸ τὸν Σύλλογον τῶν Πατρῶν. Τί ἔκαμε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον; Διέταξε τηλεγραφικῶς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν ἐν Πάτραις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον δίωξιν τῶν μελῶν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ Συλλόγου, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Ἐπειδὴ δὲ ἐδωσιδίδουν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν οἱ δικηγόροι, τάχιστα ἡ ἀνάκρισις ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐπερατώθη καὶ ἐπρόκειτο μετ’ οὐ πολὺ νὰ δώσουν λόγον ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Εἷς ἐκ τῶν δικαστῶν ἐξωμολογεῖτο ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δικασθοῦν οἱ κατηγορούμενοι, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμων νὰ τοὺς ἀθωώσουν, ἵνα μὴ ἐξοργίσουν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον! Λαβὼν γνῶσιν τοῦ πράγματος ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλος ἀληθῶς ἐξωργίσθη καὶ ἠγανάκτησεν, ὡς ἐπίσης καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Ρακτιβάν. Καὶ εἰσήχθη ἀμέσως σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου, δικαιότατα, ἐθεωρήθη ὅτι τὰ δημοσίως λεγόμενα ἐν τῷ Δικηγορικῷ Συλλόγῳ κατ’ οὐδὲν διαφέρουν ἀπὸ τὰ δημοσιευόμενα ἐν τῷ Τύπῳ, καὶ οἱ πταίοντες πρέπει νὰ δωσιδικῶσιν ἐνώπιον τῶν λαϊκῶν δικαστηρίων. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι, ὅταν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν, ἐπρόκειτο νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δι’ ὀλίγας ἡμέρας. Ραγδαία ἐπηκολούθησεν ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἐφετείου ἐν Πάτραις, ἵνα δικασθῶσιν ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἔνοχοι, οἱ λῃσταὶ αὐτοί, ἵνα προφθάσουν νὰ τοὺς φέρουν εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, προτοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐκκρεμοῦν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τότε ὅτι τῇ συστάσει τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔγραψα ἄρθρον δριμύτατον καυτηριάζον τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἐνέργειαν ἡ ὁποία ἔτεινεν εἰς τὴν ἱκανοποίησιν ταπεινῶν πόθων καὶ χθαμαλῶν αἰσθημάτων. Καὶ ἐννοήσαντες πόθεν προήρχετο τὸ ἄρθρον συνῆλθον εἰς ἑαυτούς, μετ’ ὀλίγον δὲ ἐψηφίσθη ὁ νόμος, παμψηφεὶ δὲ οἱ ἔνορκοι τῆς Λευκάδος ἠθώωσαν τοὺς κατηγορουμένους δικηγόρους, μολονότι ἔλαβεν ἐντολὴν ρητὴν ἐκ μέρους τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Πατρῶν νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Λευκάδος. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι καὶ μέχρι τοῦ 1915 δὲν ἔγινε καμμία ἀπολύτως ὑπερβασία· καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸν κ. Ρακτιβὰν θελήσαντα νὰ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλά, κύριοι, ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ἐτῶν 1910– 1915, καὶ δὲν ἤκουσα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῆς περιόδου 1915 –1917. Δὲν ἴσχυε τότε τὸ Συμβούλιον; Δὲν ἦτο κυρίαρχον καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ ἐνεργείας αὐτοῦ, δὲν ἦτο ἡ ἀποκέντρωσις πλήρης εἰς τὰς χεῖράς του; Τί εἴδομεν τότε; Ὅταν ἐπανήλθομεν ἐκ Θεσσαλονίκης, ἐφέραμεν ὁλόκληρον ὁρμαθὸν ἐπιστολῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς κατήγγειλαν τὴν ἐπιστρατικὴν δρᾶσιν τοῦ τότε Ἀνωτ. Δικ. Συμβουλίου. Ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ πλοίου τοῦ ὁρμοῦντος εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς, ἐσκέφθη ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ μία ἐκκαθάρισις, ἔστω καὶ ἂν ἦτο ἐπιβλαβής, διότι οὐδεὶς ἦτο μὴ ἀναγνωρίζων ὅτι θὰ ἦτο ἐπιβλαβὴς μία ἐκκαθάρισις. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, τότε ὅτι ἐμεσολάβησαν ἡμέραι τινὲς μέχρι τῆς ἀναλήψεως τῆς Ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ εὑρισκόμεθα σχεδὸν διαρκῶς ἐν ἐπαφῇ μὲ τὸν διακεκριμένον Γάλλον πολιτευτὴν κ. Ζοννάρ, ὅστις, ἔχων ζωηρὸν τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, ἐζήτει νὰ μάθῃ λεπτομερείας τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτικῶν ζητημάτων, λ. χ. ἂν ἐδικαιοῦτο ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύσῃ ἐκ δευτέρου τὴν Βουλήν, περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν κλπ. Εἶπε τότε εἰς τὸν κ. Βενιζέλον καὶ εἰς ἐμὲ ὅτι, καίτοι ἀνεγνώριζον ἐν Γαλλίᾳ ὅτι θὰ ἦτο βλαβερὰ μία δικαστικὴ ἐκκαθάρισις, ἐν τούτοις ἠναγκάσθησαν νὰ προβῶσιν εἰς αὐτὴν δὶς ἢ τρίς, ὁσάκις ἔγιναν πολιτικαὶ μεταβολαί. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι μεταξὺ ἄλλων ἔλεγεν ὅτι ὑπῆρξαν δικασταὶ μετὰ τὸ 1875, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ ἐπιδείξουν τὰ μοναρχικὰ αὑτῶν φρονήματα ἐπιδεικτικώτατα ἀπέφευγον εἰς τὰ κέντρα, εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ τῆς Γαλλίας, νὰ χαιρετίσουν τὸν Νομάρχην, τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἔλεγε: «Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν τοιοῦτον δικαστὴν νὰ γίνεται αὐτὸς κῆρυξ παροτρύνων πρὸς μίμησιν τοὺς πολίτας, κῆρυξ ὑποθάλψεως αἰσθημάτων τεινόντων νὰ ἀναπτύξωσιν ἐχθρότητα κατὰ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος;» Καὶ προέβησαν καὶ ἐκεῖ εἰς δικαστικὰς ἐκκαθαρίσεις. Βεβαίως οὐδέποτε εἶναι εὐχάριστος ἡ ἐγχείρησις οὔτε διὰ τὸν ἰατρὸν οὔτε διὰ τὸν ἀσθενῆ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁ πόλεμος, εἰς ὃν εἶχεν ἀποδυθῆ ἡ Χώρα, ἂν ἀφίνοντο νὰ δικάζουν δικασταὶ δουλεύοντες εἰς πάθη, εἰς παλαιὰ μίση, εἰς τὴν μεροληψίαν, εἰς τὴν ἐμπάθειαν τὴν κομματικήν; Καὶ πῶς ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις; Δι’ ἀποφάσεως ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅταν εἷς βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύων τὴν Μεγαρίδα, ἤλεγξε τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἐξεκαθάρισεν ὡρισμένον δικαστήν, ἠγέρθη ὁ προεδρεύων τῆς Κυβερνήσεως Ρέπουλης καὶ εἶπεν: «Αἱ ἐκκαθαρίσεις τῶν δικαστικῶν ἐξωνυχίσθησαν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνα δι’ αὐτάς». Καὶ ἦτο τάχα μόνη ἡ τότε Κυβέρνησις ὑπεύθυνος διὰ τόσον σπουδαῖον μέτρον; Δὲν ἦτο ὁλόκληρος ἡ Βουλή; Ὁλόκληρον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων; Ἦσαν ὑπεύθυνοι, ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἔνοχοι. Ἔνοχοι ἦσαν οἱ δικασταὶ τοῦ 1915–1917. Αἱ ἀσχημίαι αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν τότε ἀπὸ δικαστὰς ἐναντίον τῶν Φιλελευθέρων ἦσαν ἀσχημίαι ρυπάνασαι ἀνεξιτήλως τὴν τήβεννον τὴν δικαστικὴν (χειροκροτήματα) καὶ καταστήσασαι ἀναπόφευκτον τὸ μέτρον τῆς ἐκκαθαρίσεως. Τὰ πρακτικὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἀνέφερον μεταθέσεις δικαστῶν γενομένας μόνον τῇ αἰτήσει ἐπιστρατικῶν συλλόγων!! Βεβαίως κατὰ τὰς ἐκκαθαρίσεις ἐγένοντο καὶ ἀδικήματα. Καὶ ποία ἀνθρωπίνη ἐνέργεια εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη λαθῶν; Πῶς θέλετε οἱ κοινοὶ θνητοὶ νὰ εἶναι οἱ Πάπαι τῆς διοικήσεως. Βεβαιότατα ἐγένοντο λάθη. Ἀλλὰ ἐρωτῶ: Ἂν δὲν ἐγίνοντο αἱ ἐκκαθαρίσεις τότε, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἆρά γε ἕνα ἀγῶνα ὑπεράνθρωπον, ἀγῶνα ἐθνικόν, ἀγῶνα ὅπου ἐκινδύνευον ὑπέρτατα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους, αἱ τύχαι αὐτῆς τῆς Φυλῆς, ἀγῶνα κατὰ τὸν ὁποῖον εἴχομεν ἕνα πρώην μονάρχην καὶ σχεδὸν τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ ἀντιπράττοντας; Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι, τὰς περιστάσεις. Μὴ βλέπωμεν μόνον τὰς συνεπείας τὰς βλαβερὰς καὶ μὴ παρορῶμεν τὴν σκληρὰν ἀνάγκην, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου. Κατὰ τὰ πρῶτα βήματα ἦσαν πολὺ περιωρισμέναι αἱ ἐκκαθαρίσεις εἰς ὅλους τοὺς κλάδους. Ἀλλ’ ἤρχισαν τὰ κρούσματα τῶν ἀντεθνικῶν στάσεων εἰς τὴν Λαμίαν, εἰς τὰς Θήβας, προσπάθειαι ματαιώσεως τῆς στρατολογίας, ἄφιξις ἀνθρώπων ἐξεπίτηδες ἀποσταλέντων ἐξ Ἐλβετίας διὰ νὰ δολοφονήσουν τὸν τότε ἡγούμενον τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, ἐν μέσῳ ἀφαντάστων δυσχερειῶν. Μόνον ἀφ’ ἧς εἶδεν ὅτι ἐκλονίζετο ὁλόκληρον τὸ ἔδαφος, τότε ἠναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς ἐκκαθαρίσεις ἐν εὐρυτέρῳ μέτρῳ. Καὶ ἐχειροκρότει τότε ἡ Βουλὴ καὶ ἐχειροκρότουν τὰ μέλη τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ οὐδὲν παράπονον ἐκ τῶν σήμερον διατυπουμένων προεβλήθη τότε, διότι ἕκαστος ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ εἶχε νὰ σημειώσῃ σκανδαλώδεις παρεκτροπάς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα Εἰσαγγελέα καὶ ἀνακριτὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ κ. ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ προβάντας εἰς ἀδίκους διώξεις πολιτευτῶν διακεκριμένων μόνον καὶ μόνον διότι ἦσαν φίλοι τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ. Πανταχοῦ ἐγίνοντο ταῦτα, πάντες ἤρχοντο τότε νὰ διεκτραγῳδήσουν τὰς καταχρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ δικαστικὴ Ἐξουσία. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Καὶ βεβαίως ἐπῆλθε σάλος καὶ θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ παρήρχετο ἀφ’ ἡμῶν τὸ ποτήριον ἐκεῖνο. Ἀλλά, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἕνα γιγάντειον ἀγῶνα, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς πολεμικοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι τῶν ὀλίγων θυμάτων ἀστόχου ἐκκαθαρίσεως θὰ ἐπαρουσίαζε τὴν ἀπελευθέρωσιν ἑκατομμυρίων δούλων Ἑλλήνων καὶ μίαν περίοδον Ἑλληνικῆς δόξης ἀπαραμίλλου, μηδὲν ἦσαν τὰ θύματα τῶν μέτρων ἐκείνων ἀπέναντι τοῦ ἐπιδιωκομένου μεγάλου σκοποῦ. Κατὰ τὸ 1915–1917, μολονότι ἦτο ἀνεξάρτητος ἡ Δικαιοσύνη, δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτῆς, δὲν ἀντέταξε γενναιότητά τινα δικαστικήν, ἄρνησιν εἰς παρανόμους καὶ αὐθάδεις ἀξιώσεις, ὅπως εἴχομεν προσδοκήσει, ὅσοι ἐπέμενον, καὶ μεταξὺ ἐκείνων ἤμην καὶ ἐγὼ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, εἰς τὴν πλήρη αὐτοκυριαρχίαν τῆς διοικήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος πληρεξούσιος εἶπεν ὅσα ἐν Κρήτῃ εἰς τοὺς δικαστὰς ἐπρότεινε τῷ 1917, κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Βενιζέλου· ἐπανέλαβε τὰ αὐτὰ ὁ κ. Βενιζέλος εἰς τοὺς δικαστὰς ἐν Χίῳ, ἐν Θεσσαλονίκῃ, μέχρι παρακλήσεων, διαβεβαιώσας ὅτι δὲν θὰ ἐστενοχωρεῖτο ἡ δικαστική των συνείδησις, ἀλλὰ θὰ τοῖς ἐπετρέπετο νὰ ἐκδίδουν τὰς ἀποφάσεις των ἐν ὀνόματι τοῦ τότε Βασιλέως Κωνσταντίνου. Διότι ἠθέλομεν ἡμεῖς πρῶτοι, ἀποχωρισθέντες τῆς κυριαρχίας αὐτοῦ, νὰ δείξωμεν ἐν τούτοις ὅτι τὴν Δικαιοσύνην τὴν ἐθεωροῦμεν ὑπερτέραν τῶν πολιτικῶν παθῶν. Τοῖς ἐπροτάθη ἐπίσης ἵνα αἱ ἀποφάσεις των, μολονότι τὸ Κράτος ἐχωρίσθη εἰς δύο, ἀναιρεσιβάλλωνται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ δὲν ἐδέχθησαν οἱ δικασταὶ μήτε ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς ἃ μέρη εὑρίσκοντο. Τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν λοιπόν; Νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις Θεσσαλονίκης ἄνευ δικαστῶν; Ἔκαμεν ὅ,τι ὁ πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀφοῦ οἱ ἐκλεκτοὶ τῆς πόλεως δὲν μετέσχον εἰς τὸ δεῖπνον, ἠρνοῦντο τὴν ἀπόλαυσίν του, ἐκάλεσε τοὺς διαφόρους πτωχοὺς ἵνα ἔλθωσιν εἰς αὐτό. Καὶ ἡ Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ἐκάλεσε δικηγόρους, ἵνα μετάσχωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν πανήγυριν, εἰς τὴν ἐθνικὴν μεγαλουργίαν (χειροκροτήματα). Τί πρὸς ἡμᾶς ἐὰν ἦσαν πτωχότεροι κατὰ τὰς δικαστικὰς γνώσεις; Ἦσαν πλουσιώτεροι κατὰ τὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα καὶ τὴν πατριωτικὴν καρδίαν. Ἐλειτούργησε κακῶς, λέγουν τινές, ἡ Δικαιοσύνη κατὰ τὰ 1917–1920. Ἀλλὰ καὶ τί εἶχεν ἐνώπιον αὐτῆς νὰ δικάσῃ; λιποταξίας, σπαραγμούς, κακοποιήσεις ἀθώων πολιτῶν, ἐκβιάσεις κατὰ περιουσιῶν. Πρώτην φορὰν εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος εἴδαμεν καὶ τοῦτο, ὅτι οἱ ἐπίστρατοι κατὰ τὰ 1915–17, ὑπὸ τύπον δῆθεν εἰσφορῶν διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, ἐξεβίασαν πλουσίους Φιλελευθέρους καὶ εἰσέπραξαν ἀναγκαστικῶς χρήματα. Καὶ οὐδεὶς ἐτιμωρήθη. Ἡ Δικαιοσύνη τοῦ 1917–1920 ἐλειτούργησεν ἐντὸς ἀτμοσφαίρας παθῶν, συγκρούσεων ταπεινῶν καὶ χυδαίων συμφερόντων, ἐκ μιᾶς δουλοπρεπείας βασιλικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐθυσίαζον τὰ πάντα οἱ ἀντιπράττοντες εἰς τὴν τότε ἀσκουμένην ἐθνικὴν πολιτικήν. Καλύτερον ἆρά γε ἔδρασεν ἡ Δικαιοσύνη τοῦ 1920–1922; Πλὴν ἐλαχίστων παραδειγμάτων, ἀπέδειξε δουλοπρέπειαν κινήσασαν ὄχι τὴν ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ τὴν σιχαμερότητα. Κύριοι, τὰ μέχρι τοῦδε διδάγματα δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν αἰσιοδοξότερον διὰ τὴν μέλλουσαν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ ὅ,τι— παρακαλῶ νὰ δοθῇ προσοχὴ—ἤμεθα κατὰ τὸ ἔτος 1911. Δὲν ζητῶ περισσότερα. Ἤμεθα τότε πλήρεις ἐλπίδων χρηστῶν διὰ τὸ μέλλον καὶ ὅμως δὲν ἠθελήσαμεν νὰ φράξωμεν τὰς θύρας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ παντός, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα φραγμὸν ἀνυπέρβλητον καὶ νὰ καθιερώσωμεν μίαν κυριαρχίαν ἀπεριόριστον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἐξ ἄλλου δὲν θὰ ἦτο δίκαιον νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ ἐκεῖναι τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει νὰ κριθῶσιν αὐτοτελῶς καὶ μεμονωμένως. Δὲν ἠμπορῶ νὰ λησμονήσω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔζη ἐντὸς ὀξυτάτου σάλου, ὁλοκλήρου τρικυμίας κοινωνικῶν, πολιτικῶν, στρατιωτικῶν, διοικητικῶν παθῶν. Βεβαίως προσεδόκα τις ἀπὸ τοὺς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος μεγαλυτέραν σύνεσιν ψυχικήν, ἀλλὰ ὑπάρχει ἐλαφρυντικόν τι, ὅτι ὡς ἄνθρωποι ὑπέστησαν καὶ αὐτοὶ τὸν σπαραγμὸν τῶν παθῶν. Καὶ ῥίπτοντες λήθην εἰς τὸ παρελθὸν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν νέαν πίστωσιν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ δοκιμάσωμεν ἐκ νέου τὸ σύστημα. Ὁμιλῶ μέχρι τοῦδε ὄχι περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, καθαρῶς δικάζοντος περὶ τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν. Λέγω ὅτι διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης ὑπ’ αὐτῆς ταύτης δυνάμεθα νὰ δώσωμεν μίαν νέαν πίστωσιν ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοὺς ὁποίους ἐθέσαμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ μὲ τὴν προσδοκίαν ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ δικασταί, μετανοοῦντες διά τινας ἐνεργείας των κατὰ τὰς διενέξεις καὶ τὰς διχοστασίας, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν ἐν τῇ Πατρίδι ἡμῶν κατὰ τὰ ἔτη 1915–1922, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποτέλεσμα εἶχον τὴν ἐξολόθρευσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θὰ θελήσουν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὸ ὕψος τοῦ λειτουργήματος αὐτῶν. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τῶν μέτρων τῆς ἀνορθώσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἐζητήθη ἀκόμη καὶ ἡ ἐκκαθάρισις. Ὄχι, κύριοι, πρέπει νὰ τὴν ἀποφύγωμεν ἐκ νέου, διότι ἂν τότε κατὰ τὸ 1917 ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ νὰ φέρωμεν εἰς πέρας ἕνα τεράστιον ἔργον ἐν μέσῳ τόσων ὑπονομεύσεων καὶ διαβολῶν, σήμερον δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις ἡ βιαία δὲν εἶναι ἀναγκαία διὰ τὸν μέλλοντα πολιτικὸν βίον τῆς χώρας. Πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὴν βιαίαν, τὴν ἀθροιστικὴν ἐκκαθάρισιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπομακρύνονται ἐκ κακοβούλων εἰσηγήσεων ἢ ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως ἢ ἐκ σφαλερῶν πληροφοριῶν καλοὶ μετὰ ἱκανῶν, καὶ οἱ κακοὶ θέτοντες ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀγῶνός των τους καλούς, ὅπως τίθεται τὸ καλὸν ἐμπόρευμα εἰς τὴν προθήκην τοῦ καταστήματος, κατορθώνουν δι’ ὑπούλων ἐνεργειῶν νὰ εἰσέλθουν πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τὴν ἀθροιστικήν, τὴν βιαίαν καὶ ἀπότομον. Πρέπει ὅμως νὰ λειτουργῇ ἀμείλικτος ἡ διηνεκής, ἡ ἀτομική, ἡ κατὰ περιπτώσεις εἰδικὰς ἐκκαθάρισις, κ. Ὑπουργέ. Καὶ ὁ Δημητρακόπουλος καὶ ὁ κ. Ρακτιβὰν δὲν ἔκαμαν βιαίας ἐκκαθαρίσεις, ἀλλ’ ἠδύναντο κατὰ πᾶσαν στιγμήν, χρώμενοι τῷ δικαιώματι τῷ ἐκ τῶν ἰσχυόντων νόμων, νὰ τιμωροῦν δὶς καὶ νὰ ὑποβάλλουν ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῶν τούτων τῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου δικαστὰς οἵτινες ἤθελον περιφρονήσει τὸν νόμον καὶ παρίδει τὰ καθήκοντά των, πρὸς ἀποπομπήν. Ἑκάστοτε συλλαμβανόμενος ὡς παραπαίων πᾶς δικαστὴς δύναται νὰ εἰσάγεται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Πᾶς ὀργανισμός, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, ἂν ἅπαξ μόνον εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀπομακρύνῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὰ βλαβερὰ στοιχεῖα· πρέπει νὰ εἶναι διαρκῶς εἰς θέσιν νὰ ἐξοβελίζῃ ὅ,τι τείνει νὰ βλάψῃ τὴν ὑγείαν αὐτοῦ καὶ τότε μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ. Ὅ,τι δὲ ἀληθεύει διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἀνθρώπου, διὰ τὸν ζῶντα ὀργανισμόν, ἀληθεύει καὶ διὰ τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ πῶς θὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις ἢ μᾶλλον ὄχι πῶς θὰ γίνῃ, πῶς θὰ γίνεται; Διὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας πληρεξουσίου· ὑπάρχει, βλέπετε, καὶ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις μεταξύ μας, ὅτι ὁ ἰσχύσας θεσμὸς τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐκ μέρους τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν δὲν ἀπέδωκεν ἀγλαοὺς καρπούς. Ὁ θεσμὸς τῆς ἐπιθεωρήσεως δι’ ἀνωτάτων μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἴσχυσε τὸ πρῶτον διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1922. Ἀληθῶς διεμορφώθη τελειότερον· ἀλλὰ ἤδη ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος εἶχε λάβει μέτρον διοικητικόν, καθ’ ὃ Ἀρεοπαγῖται ἐλάμβανον ἐντολὴν νὰ μεταβῶσιν εἰς ἐπαρχίας πρὸς παρακολούθησιν τοῦ βίου τῶν δικαστῶν, ὄχι μόνον τοῦ δικαστικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀτομικοῦ καὶ τοῦ οἰκογενειακοῦ, διότι οἱ δικασταί, ὅπως καὶ οἱ πολιτικοί, πρέπει κατὰ πάντα νὰ παρουσιάζωσι τὸν βίον αὑτῶν ἄμωμον πρὸς τὴν Κοινωνίαν, ἵνα αὕτη σέβεται τὸ ἦθος καὶ τὰς κρίσεις αὐτῶν. Καὶ ἀπέδωκεν ἀληθῶς καλοὺς καρποὺς ἡ ἐπιθεώρησις ἐκείνη. Ὅσοι συνεχρωτίζοντο μὲ τὴν ἐπαρχιακὴν Δικαιοσύνην θὰ ἐνθυμοῦνται, πῶς ὁ φόβος τῆς εὐθύνης, πῶς τὸ δέος τοῦ ἐλέγχου, πῶς ὁ τρόμος τῆς ἀποδόσεως εὐθυνῶν διὰ τὰ πταίσματα συνεῖχε τοὺς δικαστὰς ἐν τῇ ἀποδόσει τῆς δικαιοσύνης. Εἶμαι λοιπὸν σύμφωνος ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν εἶναι ἀναγκαῖος. Θὰ προσέθετον μάλιστα ὅτι πρέπει νὰ παραμένουν οἱ αὐτοὶ ἐπιθεωρηταὶ τοὐλάχιστον ἐπί τινα χρόνον. Εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰπὼν ὅτι καὶ κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ θὰ ἠδύνατο εἷς ἐπιθεωρητὴς νὰ μεταβῇ πρὸς ἐνέργειαν μιᾶς εἰδικῆς ἐπιθεωρήσεως. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα, διαιρουμένης τῆς Χώρας εἰς περιοχάς, Ἀρεοπαγῖται ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη ἕκαστος παρακολουθοῦν τὴν δρᾶσιν τῶν ἐν τῇ περιοχῇ ἐκείνῃ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ δύνανται νὰ λαμβάνωσι πραγματικῶς ἐπίγνωσιν τῆς ἐν γένει συμπεριφορᾶς αὐτῶν καὶ τῆς ἱκανότητός των. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀμετάθετον, κύριοι, πανταχοῦ ἔχει ἀναγνωρισθῆ ὅτι τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν εἶναι ἡ ἄμεσος συνέπεια καὶ ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἰσοβίου. Ἀποτελοῦσιν ἴσως οἱ διεφθαρμένοι δικασταὶ ἓν ἐλάχιστον ποσοστόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῇ βαθμηδόν, ἀποτελοῦσιν ὅμως καὶ οἱ ἄκρως ἔντιμοι, οἱ ἥρωες δικασταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποκύπτουν πρὸ τῆς ἀπειλῆς τῆς μεταθέσεως, μηδὲ ἂν κινδυνεύῃ νὰ ἀποθάνῃ τὸ βαρέως ἀσθενοῦν τέκνον αὐτῶν, δὲν ὑποκύπτουν εἰς παράβασιν τοῦ καθήκοντός των, ἀποτελοῦσιν ἐπίσης ἐλάχιστον ποσοστόν, ἐλαχίστην μειονότητα. Ἐν μέσῳ τῶν δύο τούτων ἀκροτήτων ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις διαβαθμίζει πολλὰς κατηγορίας ἠθικῆς, ψυχικῆς ἀντοχῆς. Εἶναί τις ἥρως προκειμένου νὰ ὑποστῇ μίαν ποινήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἴσως ὁ ἡρωισμός του νὰ ἐξικνῆται μέχρι τοῦ νὰ ἴδῃ κινδυνεύοντα καὶ μέλη προσφιλῆ εἰς αὐτὸν τῆς οἰκογενείας του. Διατί λοιπὸν νὰ θέτωμεν εἰς δοκιμασίας τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν; Διατί νὰ ἐξαναγκάζωμεν τὸν δικαστὴν νὰ ἐκλέγῃ μεταξὺ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος καὶ μεγάλου τινὸς δεινοῦ δι’ ἑαυτὸν ἢ τὴν οἰκογένειάν του; Ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων ἤρεμον ψυχήν. Τὸ ἀμετάθετον λοιπὸν δικαίως ἀναγνωρίζεται ὑπὸ πάντων ὡς ἀναγκαία συμπλήρωσις τῆς ἰσοβιότητος. Ἀμετάθετον, ἀλλὰ ἐπὶ πόσα ἔτη; Κύριοι, ἐξ ἀρχῆς ἔδειξα καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἤθελεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη νὰ ἐκτείνῃ τὸ ἀμετάθετον. Διότι πεῖρα δικηγορικὴ ἐτῶν τινων μοῦ ἀπέδειξεν ὅτι μόνον δύο ἀδάμαντες δικαστικοί, ὁ εἷς ἀπέθανε καὶ δὲν δύναμαι ἢ νὰ τὸν μνημονεύσω, ὁ ἀοίδιμος Μερμήρας, ὁ ἄλλος ζῇ καὶ δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τὸ ὄνομά του, δύο μόνον δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐτύγχανον τῆς κοινῆς ἐκτιμήσεως καὶ τῆς ἐπιθυμίας ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ νὰ μένουν διαρκῶς ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ αὐτῇ πόλει. Κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως ἐν τῇ πείρᾳ μου παρετήρησα ὅτι μετά τινα χρόνον παραμονῆς ἐν τῇ αὐτῇ πόλει ὁ δικαστής, συνάπτων δεσμοὺς, ἐγέννα ἀφορμὰς παρεξηγήσεων δικαίων ἢ ἀδίκων, ἀλλὰ πάντως μὴ ἐποικοδομητικῶν τῆς πρὸς τὴν Δικαιοσύνην ὀφειλομένης ἀναγκαίας ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν ἐκτιμήσεως. Ἂν παρετείνομεν τὴν διαμονὴν πέρα τῆς τριετίας, θὰ ἐξεθέτομεν τὸν δικαστὴν εἰς κατηγορίας δικαίας ἢ εἰς συκοφαντίας, αἱ ὁποῖαι μοιραίως θὰ ἐμείουν τὴν θέσιν αὐτοῦ. Εἶμαι λοιπὸν σύμφωνος μὲ τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ὅπως περιορισθῇ τὸ ἀμετάθετον ἐπὶ μίαν τριετίαν, μετὰ δὲ τοῦτο δύνανται διὰ νόμου νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα διαφόρως, ἂν θέλωμεν. Ἂν, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Συνέλευσις προσέφερεν εἰς ἐμὲ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμην δι’ ἑνὸς Συμβουλίου ἀριστίνδην ἐκλεγομένου νὰ κάμω τὰς πρώτας τοποθετήσεις, θὰ ἀπέκρουον τὴν ὀδυνηρὰν ταύτην τιμήν. Ὅσον καὶ ἂν εἶναί τις σταθερῶς ἀποφασισμένος νὰ ἀντιταχθῇ εἰς ἐπεμβάσεις καὶ ἐπιρροάς, εἶναι ἐν τούτοις ἄνθρωπος καὶ δύναται νὰ πλανηθῇ ἀπὸ δολερὰς εἰσηγήσεις. Ἀλλὰ πρὸ πάντων, καὶ ἐν τούτῳ ἀκόμη συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτήν, πρὸ πάντων θὰ ἦτο ἀξιοθρήνητος ἡ ἐντύπωσις ἡ ὁποία θὰ παρήγετο ἐκ τῆς τοιαύτης τοποθετήσεως. Οἱ δικασταί, μετὰ τὰς ταλαιπωρίας τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ἀπὸ τοῦ 1917 ἕως τοῦ 1923 καὶ 1924, εἶναι φυσικὸν ὅτι φοβούμενοι, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, θὰ καταφύγουν εἰς διαφόρους ὑπερασπίσεις καὶ εἰς διαφόρους προστασίας, ἵνα ἀποτρέψουν νομιζόμενον ἢ ὑπαρκτὸν κατ’ αὐτῶν κίνδυνον. Θὰ εἶναι τοῦτο εἷς ἐξευτελισμὸς τοῦ γοήτρου τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ἐξευτελισμὸς τῆς ἰδέας τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν αὐτοὶ παράσχουν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι αἱ πρῶται τοποθετήσεις ἐγένοντο ἀπὸ πρόσωπα ἐκλεγέντα αὐθαιρέτως ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Δύναταί τις, κύριοι, νὰ ἐπαναλάβῃ διὰ τὴν Δικαιοσύνην τὸ τετριμμένον τῆς γυναικὸς τοῦ Καίσαρος, ὅτι δὲν πρέπει μόνον νὰ εἶναι ἔντιμος, ἀλλὰ πρέπει νὰ κρατῇ περὶ αὑτῆς καὶ ἡ γενικὴ πεποίθησις ὅτι εἶναι ἔντιμος. Φοβοῦμαι ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν ἐμφάνισιν τῆς νεαρᾶς Δημοκρατίας. Νομίζω μάλιστα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦτο τὸ ἐνδεχόμενον· ὑποθέσατε ὅτι τοποθετεῖτε τοὺς δικαστὰς καθ’ ὃν τρόπον, ἐκ χρηστοῦ, παραδέχομαι, τοῦ συνειδότος καὶ ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως, θέλετε πράξει ὑμεῖς καὶ τὸ Συμβούλιον τὸ παρ’ ὑμῶν ἐκλεχθησόμενον. Μετὰ πάροδον τριῶν μηνῶν παύει τὸ δικαίωμα ὑμῶν τοῦτο καὶ ἄρχεται τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου.
§58Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ζητοῦμεν ἐντὸς τοῦ τριμήνου τούτου νὰ κάμωμεν ἡμεῖς τὰς μεταβολάς, τὰς μετακινήσεις ἢ τὴν σύνθεσιν τῶν δικαστηρίων. Ἐντὸς τοῦ τριμήνου τούτου ζητοῦμεν νὰ ἀνασταλῇ μέτρον τὸ ὁποῖον εἰσηγούμεθα ἡμεῖς, δηλ. τὸ ἀμετάθετον.
§59Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον ὑπάρχει.
§60Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπῆρχεν.
§61Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε σεῖς νὰ μεταθέσητε ἕνα δικαστὴν χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε τὸ Συμβούλιον;
§62Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ ἐρώτησιν τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ μήπως τώρα θὰ δύναμαι νὰ κάμω μεταβολήν τινα καὶ ἐντὸς τοῦ τριμήνου αὐτοῦ ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου;
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Συμβουλίου.
§64Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐκλογὴ θὰ εἶναι μεταξὺ ὡρισμένου κύκλου. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε τοῦτο, ὅτι μεταξὺ ὅλου αὐτοῦ τοῦ δικαστικοῦ κύκλου ὑπάρχουν καλοί, ὑπάρχουν καλύτεροι, ὑπάρχουν ἄριστοι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν εὐθύνην νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀρίστους διὰ νὰ συστήσῃ εἰς αὐτοὺς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι, ἂν εἰς αὐτοὺς παραμένει ἡ δικαστικὴ ἀντίληψις καὶ ἡ εὐθύνη τῆς δικαστικῆς ἀντιλήψεως, εἰς τὴν Κυβέρνησιν παραμένει ἡ εὐθύνη τῆς ἐν μέτρῳ πολιτικῆς ἀντιλήψεως, διότι δὲν θὰ λησμονήσῃ ποτὲ ὅτι ἕνεκα τῶν τελευταίων ὀξυτήτων ἐδημιουργήθη μία τοιαύτη κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὥστε, ὅπως ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ εὑρεθῇ πολίτης καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς Εἰσαγγελέα νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι «δὲν σὲ ἀναγνωρίζω ὡς Εἰσαγγελέα». Καὶ πιθανὸν ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς νὰ εἶναι ὁ ἄριστος, ἀλλ’ οὐχὶ ἄριστος ἐν ᾧ τόπῳ ὑπηρετεῖ. Τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, οὕτως ἐκλεγομένου. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ εἶναι τὸ Συμβούλιον τὸ διὰ κλήρου. Τὸ ἄριστον εἶναι τὸ μετὰ ἐκλογήν.
§65Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅπως σᾶς εἶπον, τὴν ἀγαθήν σας προαίρεσιν, κ. Ὑπουργέ· δὲν ἔχω μάλιστα ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προσπαθήσει νὰ ἐκλέξῃ τὰ ἄριστα τῶν προσώπων. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ φιλονεικήσητε ὅτι πράγματι παρὰ τῷ λαῷ θὰ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἔτυχον τῆς ὑψηλῆς ἐκ μέρους σας τιμῆς νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην ἐντολήν, ἵνα ἐξυπηρετήσωσι τοὺς κομματικούς σας σκοπούς. Φοβοῦμαι τὰ κακὰ ἐκ τοιαύτης ἐντυπώσεως καὶ εἶπον τὰς ἰδέας μου περὶ τῆς ἐντυπώσεως ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατῇ διὰ τοὺς δικαστάς....
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπὸ ποῖα πρόσωπα θὰ ἀποτελοῦνται;
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς θὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας, ἀπὸ Ἐφέτας καὶ ἀπὸ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν.
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀποφανθῆ, ὅπως μετέχουν καὶ μὴ Ἐφέται, ἀλλὰ μόνον Εἰσαγγελεῖς καὶ Πρόεδροι Ἐφετῶν.
§69Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπή, ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. συναδέλφου μειοψηφούντων, τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μετέχωσι δηλαδὴ Ἐφέται χωρὶς νὰ γίνεται διάκρισις.
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐτύχημα, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσεχώρησεν εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην, ἣν εἶχον ἤδη προτείνει εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπου ὅμως δὲν εἶχε λάβει τὴν τύχην νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ χάρις εἰς τὴν σοβαρωτάτην ὑποστήριξιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως ἐγένετο δεκτή, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπαλλάσσονται οἱ Ἐφέται τῆς συμμετοχῆς.
§71Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον γνῶσιν τῆς προτάσεως τῆς ἰδικῆς σας.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον, δὲν τὸ θεωρῶ δὲ προσβολήν, φθάνει ὅτι ἐγένετο τὸ καλόν. Καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, κύριοι, ἀπαλλάσσονται οἱ Ἐφέται χιλίων πειρασμῶν καὶ παραμένουν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ εἰς τοὺς Προέδρους τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται πραγματικῶς νὰ εἶναι χρήσιμοι, πρὸ πάντων προκειμένου περὶ Πρωτοδικῶν. Ὑπέβαλον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δύο ἄλλας σκέψεις, τὰς ὁποίας θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Ἴσως βραδύτερον ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμίλησε περὶ δύο εἰδῶν δικαστηρίων, ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ δύο κλάσεων δικαστηρίων, κεντρικῶν καὶ ἀποκέντρων. Κύριοι, θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ ἰδέα αὕτη ἦτο γενικωτέρα δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως. Ὄχι κεντρικαὶ καὶ ἀπόκεντροι ἕδραι, ἀλλὰ ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῆς εὐμαρείας, τῆς διαβιώσεως αἱ πόλεις ἔδει νὰ καταταχθῶσι. Καὶ θὰ ἦτο χρησιμώτατον, ἵνα οἱ νεωστὶ διοριζόμενοι ὑπάλληλοι καὶ δυνάμενοι τὰ ἐλαττώματα τῆς ἐλλείψεως μιᾶς εὐμαρείας περὶ τὴν διαβίωσιν, λόγῳ τῆς νεότητος αὐτῶν, νὰ ὑποστῶσιν εὐκολώτερον ἢ οἱ προβεβηκότες ἢ οἱ ἔχοντες οἰκογενειακὰ βάρη, ἵνα οἱ νεωστί, λέγω, διοριζόμενοι ἀρχίζωσι τὴν ἐργασίαν των ἀπὸ τὰς ὀλιγώτερον εὐμαρεῖς ἐπαρχιακὰς πόλεις. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς ἐπαρχιακῆς ζωῆς, τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ λησμονηθῇ καὶ νὰ καταπνιγῇ ἀπὸ τὴν ὑπερτροφίαν τῆς πρωτευούσης. Εἶχον ὑποβάλει καὶ ἄλλην τινὰ σκέψιν. Ἀπασχολεῖται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, κύριοι, μὲ μεταθέσεις Πταισματοδικῶν καὶ γραμματέων Πταισματοδικείων, μὲ μεταθέσεις Εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων Εἰρηνοδικείων. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1911. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσι περιφερειακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνωσι καὶ καλύτερον, ὡς ἐγγύτερον εὑρισκόμενα, τὰ ὑποδεέστερα αὐτῶν ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ μεσολάβησιν δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, θὰ γίνωνται αἱ τοποθετήσεις, ὁσάκις θὰ πρόκειται νὰ γίνωσιν ἀπὸ τῆς περιοχῆς ἑνὸς Ἐφετείου εἰς τὴν περιοχὴν ἄλλου Ἐφετείου. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς ἀποζημιώσεως τῶν δικαστῶν. Εἶπον καὶ πρίν, ὅτι τὰ πάντα ἐκεῖ καταλήγουσι. Καὶ αὐτὸς ὁ θεσμὸς τῆς ἀποκεντρώσεως, ἄν, ὅπως πολὺ φοβοῦμαι, δὲν ἔχωμεν πεπλανημένην ἀντίληψιν περὶ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἄνευ αὐτοῦ. Τὸν ἔλεγχον μόνον τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἀσκήσωσι καὶ δικαστήρια ἱστάμενα εἰς τὴν πρέπουσαν περιωπήν. Ἐκτὸς ἂν ἀποκέντρωσιν θεωροῦμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς τοὺς τοπικοὺς ὀργανισμοὺς διὰ τὴν διοίκησιν τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν, ὑπὸ τὸν προηγούμενον ἔλεγχον καὶ ὑπὸ τὴν συγκατάθεσιν τῶν ἀνωτάτων Ἀρχῶν, ὁπότε πλανώμεθα, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν τὰ ἀγαθὰ τῆς λεγομένης αὐτοδιοικήσεως, κατά τινα νεωτέραν ὁροτροπίαν ἐπικρατήσασαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν, οὔτε τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, οὐδὲ θὰ δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ πολίτου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη, ὅπου δὲν ὑπάρχει τὸ αἴσθημα τῆς ἀνεξαρτήτου δράσεως καὶ τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀναλόγου εὐθύνης. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν διεπαιδαγώγησεν οὔτε τὸ ἄτομον οὔτε τὸν βιομήχανον οὔτε τὸν ἔμπορον οὔτε τὸν πολίτην, πολὺ ὀλιγώτερον τὸν πολίτην. Μόνον ἡ αὐτοδιοίκησις εἰς Κράτη πεπολιτισμένα ἔχει παραγάγει θαύματα· ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς αὐτοδιοίκησις, ὄχι ἡ ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ Κέντρου. Ἂν ὑπάρχῃ ἓν μικρὸν Κράτος εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ πρότυπον ἀγωγῆς πολίτου, πρότυπον συναισθήσεως καθηκόντων πολίτου, αὐτὸ εἶναι ἡ Ἑλβετία, ὑπερέχουσα κατὰ πολλὰς βαθμίδας ὅλων τῶν ἄλλων Χωρῶν. Ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ἐπὶ μακρὰ ἔτη οἱ πολῖται ἐσυνήθισαν εἰς τὴν ἀκηδεμόνευτον διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πιστήν, ἀκριβῆ καὶ αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν χρηστὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀπέναντι τῆς ὁποίας εἶναι ὑπόλογοι καὶ πολῖται καὶ ὑπάλληλοι καὶ ἄρχοντες τοπικοί. Εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ δώσωμεν εἰς τὸν δικαστὴν τὰ μέσα, ἵνα μὴ ἀποσπᾶται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς καθημερινῆς συντηρήσεως καὶ ἐκτίθεται εἰς πειρασμὸν πρὸς σύναψιν δανείων ἢ πρὸς δωροληψίας, σπανιωτάτας εὐτυχῶς. Καὶ ἡ ἐντύπωσις ἡ ὁποία οὕτω θὰ παραχθῇ εἰς τὸν λαὸν διὰ τὸν δικαστὴν θὰ εἶναι ὅτι αὐτὸς εἶναι πράγματι ἀνεξάρτητος καὶ πράγματι ἀνεπηρέαστος. Θὰ προσελκυσθοῦν δὲ καὶ ἄξιοι ἐπιστήμονες εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις. Ἂν παραπονοῦνται οἱ πολῖται διὰ τὴν Δικαιοσύνην, μὴ νομίζετε ὅτι παραπονοῦνται δι’ ὑπερβασίας μόνον τῶν δικαστῶν. Παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἀνικανότητος τῆς Δικαιοσύνης, τῆς βραδύτητος καὶ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτῆς. Περὶ τούτου πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἄλλην ἡμέραν, ὁπότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν γενικώτερον περὶ τῆς πρεπούσης δικαστικῆς πολιτικῆς, μιᾶς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἓν μόνον ἤδη ἂς εἴπω: Ἓν μικρὸν μέτρον τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ προτάσεως νόμου ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου κ. Φακῆ, τὸ μέτρον τῆς ταχίστης ἐκδικάσεως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν ἐκ συναλλαγματικῶν διαφορῶν, ἤδη τοῦτο εἶναι διὰ τὰς ἐμπορικὰς δίκας καὶ μεταξὺ αὐτῶν αἱ περισσότεραι εἶναι ἐκ συναλλαγματικῶν συντελεστικώτατον. Θὰ μοῦ εἴπητε: Ἁπλούστατον μέτρον. Ἁπλούστατον, κύριοι, ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1909 σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐζήσαμεν ἡμεῖς οἱ ἔχοντες τὴν ἐντολὴν νὰ διαχειριζώμεθα ἐνώπιον δικαστηρίων τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, εἰς μάτην παρακαλοῦντες νὰ ληφθοῦν ἁπλούστερά τινα μέτρα κατὰ ἀφορήτων καὶ αὐθαδῶν στρεψοδικιῶν. Καὶ ὅμως ἐδέησε νὰ γίνῃ μία Ἐπανάστασις διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ἁπλᾶ, τὰ ὁποῖα χιλιάκις εἶχον ὑποδείξει δικηγόροι καὶ Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τούτῳ σχηματισθεῖσαι. Κατήντησε κανείς, κύριοι, νὰ ἀπορῇ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, νὰ διατηρῆται ἀκόμη πίστις, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ λειτουργία κεφαλαίου ἐν Ἑλλάδι. Οἱ ὑπάρχοντες νόμοι, ἀντὶ νὰ ὠθήσουν πρὸς τὴν εὐχέρειαν τῶν συναλλαγῶν, τοὐναντίον ἔθετον πέδας καὶ ἐνέδρας εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς καὶ ἀγροτικὰς συναλλαγάς. Μέτρα πολλὰ καὶ φαινομενικῶς ἁπλᾶ δύνασθε νὰ εἰσαγάγητε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Μικρὰ ἴσως, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι «εἰ σμικρὸν ἐπὶ σμικρῷ καταθεῖο, συχνάκις δὲ τοῦτο ποιῇς, μέγα τι γέγονε». Παραπλεύρως πρὸς τὴν αὐστηρὸν ἔλεγχον τῶν δικαστῶν ὑπάρχει καὶ ἄλλη λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ λειτουργία τῶν δικηγόρων. Διακονοῦσι καὶ οὗτοι εἰς τὸν Ναὸν τῆς Θέμιδος καὶ πρέπει καὶ περὶ αὐτῶν νὰ ληφθῇ πρόνοια. Δὲν εἶναι ἁπλοῖ ἐπαγγελματίαι, δὲν εἶναι βιομήχανοι τῆς ἐπιστήμης οἱ δικηγόροι. Ὑπάρχει ἤδη ἐκκρεμὴς ἐργασία ἑτοίμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κῶδιξ δικηγόρων. Εἶχεν ἄλλοτε συνταχθῆ καὶ ψηφισθῆ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, συμμετέχοντος καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν– Πειραιῶς πληρεξουσίου κ. Μυλωνᾶ κατὰ τὸ 1909–1910, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Δύνασθε νὰ φροντίσητε καὶ περὶ τῆς ἐξυψώσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀλλαχοῦ ἔλαβον μέριμναν ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν δικηγόρων, διὰ τὸ γῆρας ἢ τὴν ἀνικανότητα πρὸς ἐργασίαν. Ἔλαβον πρόνοιαν σοφήν, ὅπως ταμεῖον συντάξεως εἰδικὸν ἱδρυθῇ, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Εἶναι μέγα νὰ γνωρίζῃ ὁ δικηγόρος ὅτι εἰς τὸ γῆρας αὐτοῦ ἢ τὴν ἀσθένειαν δὲν θὰ πεινάσῃ. Τοιαῦτα μέτρα, λαμβανόμενα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνυψώσουν ἐν γένει τὴν Δικαιοσύνην, νὰ ἐξάρουν τὸ γόητρον αὐτῆς, νὰ κάμουν δὲ πρὸ παντὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ λησμονήσῃ τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἐξ ὑπερβασιῶν λειτουργῶν τινων τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρις ἐσχάτων. Συμπεραίνων, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅπως αὐτὸ τοῦτο καὶ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διαχειρισθῇ ἅπαξ ἔτι τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῶμεν τὸ μέτρον τοῦ 1911, ὅτι δηλαδὴ θὰ μείνῃ ἀνοικτὴ ἡ πύλη, ὥστε ἡ Βουλή, ἂν ἴδῃ ὅτι ἐκ δευτέρου καθίσταται ἀναξία ἡ ἀνωτάτη συγκρότησις τῆς Δικαιοσύνης περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑψηλῶν αὐτῆς καθηκόντων, νὰ τάξῃ διὰ νόμου τὴν ἀρνησικυρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς φραγμόν, ὡς πέδην κατὰ παντὸς πειρασμοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς σπουδαιοτάτου ζητήματος.
§73Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σᾶς ἐρωτῶ: Ἡ διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1915 εὑρίσκετο εἰς καλύτερον σημεῖον;
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω εἰλικρινῶς ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης λειτουργεῖ ἐπίσης καλὰ τώρα, παρ’ ὅλας τὰς δυσχερείας.
§75Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν διὰ τὰς 11.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 11 καὶ 30′ μ. μ. (Ὥρᾳ 10.30′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 11.20′ μ.μ.).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἐκ τῶν Ἀντιπροέδρων κ. Ι. Μανέτας).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.
§79Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγας μόνον λέξεις πρὸς ἀνάπτυξιν κυρίως τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἱκανὸς λόγος ἐγένετο, διότι κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ θέμα εἶναι τελείως ἐξηντλημένον ὑπὸ τῶν προλαλησάντων καὶ ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μιχαλακοπούλου. Οὕτω κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐπακριβῶς ἐξέθηκε καὶ γνώμας τὰς ὁποίας, κατὰ τὸ πλεῖστον, συμμερίζομαι. Ὡς ἠκούσατε, παρακολουθῶν καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν ἔμεινα τελείως ἱκανοποιημένος οὔτε κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπετίθετο ὅτι ἐλειτούργει καλύτερον· πλὴν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνθρωπίνως εἶναι ἀναπόφευκτα, διέγνωσα πολλάκις καὶ ἐνεργείας χαριστικάς. Ἰδιαιτέρως τοῦτο συνέβαινεν ἐπὶ τῶν ἀθρόων μεταθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἐτησίως καί, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου (οὐχὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος) ἀφίεντο εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Συμβουλίου. Δηλαδὴ ὁ νόμος τοῦ 1909 περὶ λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου ὥριζεν ὅτι κατ’ ἔτος καὶ κατὰ μῆνα Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀποστέλλει εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καταλόγους ὅλων τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, οἵτινες συνεπλήρωσαν τριετίαν, καὶ ὅλων τῶν κατωτέρων λειτουργῶν, οἵτινες συνεπλήρωσαν διετίαν. Ἐκ τῶν καταλόγων αὐτῶν, τῶν συμπληρωσάντων διετίαν ἢ τριετίαν, κατ’ οἰκείαν ἐκλογήν, τὸ Συμβούλιον ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς οἱασδήποτε μεταθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐσυνήθισαν νὰ ἀνεβοκατεβαίνουν τὰς κλίμακας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ ζητοῦν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των ἢ παραμονὴν εἰς αὐτήν. Καὶ αἱ αἰτήσεις αὐταὶ πολλάκις εἰσηκούοντο, ὑποστηριζόμεναι ἀπό τινα εὐνοοῦντα αὐτοὺς ἐν τῷ Συμβουλίῳ. Πολλάκις συνέπεσε νὰ γίνωνται μεταθέσεις ἐντελῶς ἀδικαιολόγητοι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀποχρῶν λόγος, ἀλλ’ ἵνα μετατεθῇ εἷς λειτουργὸς εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἐπεθύμει, χωρὶς οὐδεὶς νὰ ὑπάρχῃ ὑπηρεσιακὸς λόγος μετακινήσεως. Ἐνῷ ἀντιθέτως συνέπεσε νὰ ὑπάρχῃ ἔκθεσις Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν περὶ δικαστοῦ, ὅστις εἶχεν ἀτυχῶς τὴν ἕξιν τοῦ χαρτοπαίζειν καὶ μὲ πολλὰ χρέη ἐβαρύνετο ἐν τῷ τόπῳ, κατὰ συνέπειαν ἡ περαιτέρω παραμονή του ἐκρίνετο ἀσύμφορος, καὶ ἐν τοσούτῳ τὸ Συμβούλιον δὲν τὸν μετέθεσε, διότι ἐπροστατεύετο ὑπὸ ἀνωτάτου μέλους τοῦ Συμβουλίου. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὑπέβαλον δὶς εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, τοῦ ἀφορῶντος τουτέστι τὰς γενικὰς μεταβολάς, αἵτινες ἀφίνοντο εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, προτείνας, ὅπως ἐνεργοῦνται αὗται πάντοτε ἐπὶ σχετικῶν ἐρωτημάτων τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις θὰ ὑπεδείκνυε τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην του, ἦσαν μετακινητέα. Καὶ ἐφόσον μὲν τὸ Συμβούλιον συνεφώνει, θὰ μετετίθεντο ταῦτα, ἂν δὲ δὲν συνεφώνει, πάντως ὁ Ὑπουργός, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μεταθέσεως. Ἀλλ’ ἀφῃρεῖτο ἀπὸ τὸ Συμβούλιον ἓν μέσον τὸ ὁποῖον ἐξέθετε πολλάκις καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ καταδήλῳ ζημίᾳ τῆς Δικαιοσύνης. Ποία ὑπῆρξεν ἡ λειτουργία τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1920 εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω, διότι ὑπὸ πλειόνων συναδέλφων ἀνεπτύχθη. Κατ’ ἐμὲ ἀκόμη χειροτέρα ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1920 καὶ ἐφεξῆς. Ἂν ἐνθυμῆσθε, τότε ἐπεκράτησε τὸ πνεῦμα τῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων εἰς οἷαν θέσιν ἦσαν πρὸ τῆς ἐπανόδου τῶν ἡγετῶν τοῦ κινήματος τῆς Θεσσαλονίκης. Διὰ τοὺς δικαστικοὺς ἐλήφθη τὸ μέτρον οὐ μόνον νὰ καταργηθοῦν πάντες οἱ γενόμενοι προβιβασμοί, ὡς καὶ οἱ ἐν τῷ μεταξὺ νέοι διορισμοί, ἀλλὰ καὶ διετάχθη ὅπως οἱ παραμείναντες λειτουργοὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς αὐτὰς θέσεις τὰς ὁποίας κατεῖχον τὴν 14ην Ἰουνίου 1917. Καὶ ἐπηκολούθησε μακρὸς χορὸς τῶν δικαστῶν, ἐπὶ μῆνας δὲ ἔμειναν κενὰ πλεῖστα δικαστήρια, διότι δὲν ἦτο εὔκολος ἡ παλιννόστησις εἰς τὰς θέσεις τὰς ὁποίας κατεῖχον ὅλοι τὴν 14ην Ἰουνίου 1917. Πᾶς τις ἀνέμενεν ὅτι μετὰ τὴν τοιαύτην ἀποκατάστασιν τῆς πλήρους ἰσότητος τὸ Συμβούλιον θὰ ἐξηκολούθει ἐφεξῆς νὰ ρυθμίζῃ τὴν τύχην τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τοῦ νόμου καὶ τῆς ἱκανότητος. Ἀντὶ τούτου τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον διῄρεσε τοὺς δικαστὰς εἰς κατηγορίας ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν αὐτῶν φρονημάτων καὶ τῶν παρασχεθεισῶν ἢ ὑποτιθεμένων ὑπηρεσιῶν αὐτῶν πρὸς ὡρισμένας πολιτικὰς κατευθύνσεις καὶ ἔθεσεν ἐπὶ κεφαλῆς μὲν τοὺς λεγομένους παθόντας, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀπολαμβάνωσιν ὅλων τῶν ἀγαθῶν, εἰς ἐσχάτην δὲ μοῖραν ἔταξεν ἐκείνους οἵτινες ὑπηρέτησαν τὸ ἐπάρατον καθεστὼς τοῦ Βενιζέλου. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ἐλειτούργησε τὸ Συμβούλιον ἀπὸ τοῦ 1920 καὶ ἐφεξῆς μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἂν μεθ’ ὅλα ταῦτα καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ Συμβουλίου, εἶναι διότι καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς τρέφω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ νοσηρὰ κατάστασις παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτὶ καὶ πέποιθα ὅτι μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ἡ Ἐπανάστασις καὶ μετὰ τὴν παγίωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος δὲν θὰ ὑπάρχωσι πλέον καθεστωτικαὶ διαφοραί, θὰ ἀσχολοῦνται δὲ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους μόνον πρὸς ἀρτίαν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ κλάδου των. Μὲ τὴν προσδοκίαν ταύτην καὶ ὅτι ἔχομεν γενικῶς τὸ σύστημα τῶν ὑπηρεσιακῶν συμβουλίων φρονῶ ὅτι τὸ Συμβούλιον τὸ Δικαστικὸν πρέπει νὰ διατηρηθῇ. Παρουσιάζει τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἰδιαιτέρως δύο πλεονεκτήματα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν δικαστικὸν κλάδον. Πρῶτον ὅτι συγκροτεῖται ἀπὸ δικαστικοὺς λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι ἀνέκαθεν ἀπολαύουν περισσοτέρας ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τῆς Πολιτείας· ἀπόδειξις εἶναι ὅτι καὶ εἰς ἄλλα ὑπηρεσιακὰ συμβούλια τίθενται ἐπὶ κεφαλῆς δικαστικὰ πρόσωπα. Ἐπὶ πλέον δὲ ἔχομεν καὶ τὴν σύμπτωσιν ὅτι καὶ οἱ διοικούμενοι εἶναι δικασταί, ἑπομένως εἶναι γνωστότεροι πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Συμβούλιον, καὶ τῆς αὐτῆς mentalité εἶναι, οὕτως ὥστε νὰ ὑπάρχῃ περισσοτέρα ἁρμονία, δύναταί τις εἰπεῖν, μεταξὺ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἀποδοχῆς αὐτῶν ἐκ μέρους τῶν διοικουμένων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀντίληψιν, ἔστω καὶ ἰδιορρύθμως ἐμφανιζομένην, διότι οἱ ἀσκοῦντες ὡρισμένα ἐπαγγέλματα βεβαίως ἐπηρεάζονται εἰς τὰς σκέψεις των, οἱ δὲ δικασταὶ ἔχουσι στενότητά τινα ἀντιλήψεως περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, δι’ ὃ πρέπει νὰ τοῖς δώσωμεν τοὺς νόμους σαφεῖς, ἔχουσι δὲ καὶ κάποιαν δυσπιστίαν πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ μὴ ἀνήκοντα εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἰσηγοῦμαι, ὅπως ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ἂν πρόκειται νὰ συμμετάσχῃ τοῦ Συμβουλίου, καὶ ἴσως δὲν εἶναι ἐντελῶς περιττὴ ἡ σύμπραξίς του, διότι εἶναι δυνατὸν διὰ προφορικῆς εἰσηγήσεως νὰ ἀναπτύξῃ καλύτερον τὰ τιθέμενα ζητήματα, ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα ψήφου, ὄχι διότι ὑποτιμῶ τὴν ψῆφον αὐτοῦ, μάλιστα τοῦ σήμερον κατέχοντος τὸ ἀξίωμα, τὸν ὁποῖον ἔχω πάντα λόγον νὰ ἐκτιμῶ καὶ νὰ θεωρῶ ὅτι ἡ ψῆφος αὐτοῦ δὲν θὰ εἶναι ἥσσων οὐδενὸς ἄλλου τῶν ἀποτελούντων τῶν Συμβούλιον, ἴσως δὲ καὶ διότι προέρχεται ἐκ τοῦ κλάδου αὐτῶν θὰ εἶναι καὶ μᾶλλον εὐπρόσδεκτος εἰς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῶν προσώπων, πρόκειται περὶ τοῦ θεσμοῦ, περὶ ἀξιώματος καθαρῶς διοικητικοῦ, ἀνωτάτου ὑπαλλήλου, ὅστις δὲν εἶναι οὔτε μόνιμος καὶ φρονῶ ὅτι ἡ ψῆφος αὐτοῦ δὲν θὰ ἦτο εὐπρόσδεκτος μεταξὺ τῶν ψήφων τῶν ἄλλων δικαστῶν. Διὰ τοῦτο δέχομαι — ἐφόσον ἐνδείκνυται τοῦτο ἐκ τῶν περιστάσεων — νὰ εἶναι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἁπλοῦς εἰσηγητής, ἐκθέτων τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ λεπτομερείας τινάς, αἱ ὁποῖαι ἴσως διαφεύγουσι τὴν ἔγγραφον διατύπωσιν.
§80Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ νὰ μὴ μισθοδοτῆται ὡς Ἀρεοπαγίτης.
§81Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ποῖος λόγος συντρέχει νὰ μισθοδοτῆται ἰδιαιτέρως;
§82Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Κατ’ ἐμέ, κανείς. Ὁ πανυπαλληλικὸς ὀνομασθεὶς νόμος ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχε, τὴν ἐξίσωσιν κατὰ βαθμοὺς καὶ μισθοὺς τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Ἡ ἑτέρα προφύλαξις, τὴν ὁποίαν ἐπίσης ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν, εἶναι αὕτη· νὰ παρέχωνται εἰς τὸ Συμβούλιον ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτεραι ἀφορμαὶ προστριβῶν καὶ παρεξηγήσεων καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ πρωτοβουλία τοῦ Συμβουλίου δὲν πρέπει νὰ θεσμοθετηθῇ, νὰ παραμείνῃ δὲ καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἓν μέρος δικαιοδοσίας καὶ εὐθύνης. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων τὸ σχετικὸν μέρος τὸ ἀφορῶν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον διετύπωσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ προαγωγαὶ καὶ μεταθέσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν λειτουργῶν, ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων, ἐνεργοῦνται μόνον ἐπὶ τῇ βάσει συμφώνου γνώμης τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου». Ἀπαραίτητον τουτέστι: θεωρῶ τὴν σύμφωνον γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ πάντοτε γνώμην τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ ἢ νὰ μὴ ἐκτελέσῃ. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ θὰ τὴν ἐκτελῇ, ἐφόσον εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀλλὰ θὰ παρέχηται ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις καὶ νὰ μὴ συμμορφωθῇ. Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν καὶ περαιτέρω, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀναφέρεται καὶ ἐκ δευτέρου εἰς τὸ Συμβούλιον ἤ, ὡς διαλαμβάνει ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του, νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐφέσεως εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποκλείονται καὶ ἐκ τῆς ἀρχικῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ Συντάγματος, ἥτις εἶναι κάπως ἰδιόρρυθμος, διότι ἀναγράφει ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι «μετατίθενται καὶ προάγονται δι’ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου», χωρὶς ῥητῶς νὰ καθορίζῃ ἂν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, γνωμοδοτήσεως ἢ προτάσεως. Ποία ὅμως εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος καθίσταται σαφέστατον ἀπὸ τὴν εἰσήγησιν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Βενιζέλου, ὅστις εἶναι καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου, ἐδήλωσε δὲ τὰ ἑξῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῆς 19 Μαΐου 1911 (ἀναγινώσκει): «Θὰ εἶναι λοιπὸν δυνατὸν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἐν τῷ μέλλοντι, ἂν ἤθελε θεωρήσει τοῦτο σκόπιμον, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἠσκεῖτο ἡ μεγάλη αὐτὴ ἐξουσία ἡ διδομένη εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὥστε τοῦ λοιποῦ αἱ μὲν τοποθετήσεις καὶ προαγωγαὶ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἄνευ προτάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἡ πρότασις νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωτική, ὥστε νὰ δύναται ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς νὰ ἀπορρίπτῃ τὴν πρότασιν περὶ τοποθετήσεως ἢ προαγωγῆς». Ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ συγκροτηθῇ τὸ Συμβούλιον, μετὰ ὡριμωτέραν σκέψιν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοὺς Προέδρους καὶ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν μόνον, νὰ ἀφήσωμεν δὲ τοὺς ἔχοντας ἁπλῶς τριετίαν Ἐφέτας καὶ διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάζωνται περισσότερον ἀπὸ τὴν ψῆφον τῶν συμπαρεδρευόντων Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Προέδρων Ἐφετῶν καὶ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καὶ διότι δὲν θὰ ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιβολὴν καὶ ἀπέναντι τῶν διοικουμένων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ προαγωγαὶ καὶ μεταθέσεις τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων, ἐνεργοῦνται μόνον ἐπὶ τῇ βάσει συμφώνου γνώμης τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος», προσθέτω δὲ «ἢ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν Συμβουλίῳ», διότι τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναφέρει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὑτοῦ ὡς ἀποφαινομένην κατὰ δεύτερον βαθμὸν ἐπὶ τῶν προαγωγῶν καὶ κατὰ πρῶτον βαθμὸν ἐφόσον πρόκειται περὶ Προέδρων ἢ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον ἀπήλειψα τοὺς Προέδρους καὶ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ἀπὸ τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν περιεῖχε τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον, ὡς ἐξαίρεσιν δὲ ἔθηκα μόνον τὴν προαγωγὴν εἰς τὰς θέσεις τοῦ Προέδρου, Ἀντιπροέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς εἶχεν ἀνέκαθεν ἡ διάταξις, διότι ἡ προαγωγὴ αὐτῶν δέον νὰ γίνεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, προκειμένου περὶ τῶν ἀνωτάτων θέσεων, διὰ τὴν κατάληψιν τῶν ὁποίων δὲν ἠμποροῦν νὰ κρίνουν οἱ ἄλλοι κατὰ βαθμὸν κατώτεροι δικαστικοὶ λειτουργοί. Τὸ ἄρθρον 90 τὸ ἀφορῶν τὰς προαγωγὰς καὶ τὰς μεταθέσεις προσέθετεν ἐπὶ πλέον καὶ τὰς τοποθετήσεις. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς διατάξεως ταύτης εἰς τὸ ἀρχικὸν κείμενον ἔχει τὴν ἑξῆς ἱστορίαν. Ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος, προκειμένων προαγωγῶν Ἐφετῶν, εἶχε ζητήσει τὴν γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, πρὶν ἀκόμη συνταγματοποιηθῇ τοῦτο, διὰ τὰ κατάλληλα πρόσωπα, τὸ δὲ Ἀνώτατον Συμβούλιον ὑπέδειξε 4 Ἐφέτας, ἀλλ’ ἀφῆκε τὴν τοποθέτησιν εἰς τὸν Ὑπουργόν. Κατόπιν ἐπιμονῆς τοῦ Δημητρακοπούλου ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου περιλαμβάνει καὶ τὴν τοποθέτησιν, τὸ Συμβούλιον ὑπέδειξε καὶ τὰς θέσεις τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ καταλάβωσιν οἱ προαγόμενοι. Αὐτὸ ἠθελήσαμεν νὰ συμπληρώσωμεν διὰ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως τῷ 1911, ἀλλ’ ὅπως διετυπώθη αὕτη, ὑπερέβη τὸν σκοπὸν ἢ τοὐλάχιστον δίδει χώραν εἰς παρεξηγήσεις. Τοποθέτησις δύναται νὰ γίνῃ εἰς δύο περιπτώσεις, ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ διορισμοῦ καὶ ἐπὶ τῆς προαγωγῆς. Ἐπὶ τῶν προαγωγῶν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι ἔχομεν λειτουργοὺς ἀπολαύοντας τῆς ἰσοβιότητος καὶ μονιμότητος καὶ ἑπομένως πρέπει, ὡς πρὸς αὐτούς, ἥ τε προαγωγὴ καὶ ἡ τοποθέτησις νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κατὰ πρῶτον διοριζομένων δὲν ἔχομεν ὑπαλλήλους ἀπολαύοντας ἰσοβιότητος, ἀπεναντίας κατὰ τὸ ἄρθρον 89 τοῦ Συντάγματος ὁ διορισμὸς τῶν ὑπαλλήλων γίνεται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς διοικήσεως, ἄνευ ἀναμίξεως συνταγματικῆς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἔστω καὶ ἂν τοῦ ἐδόθη ἐκ τοῦ νόμου τοιοῦτον δικαίωμα, καὶ ἑπομένως δὲν πρόκειται τὸ Συμβούλιον νὰ κανονίσῃ οὔτε τὸν διορισμὸν οὔτε τὴν τοποθέτησιν. Ἄλλως θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ ἑξῆς ἄτοπον: Ὑπάρχει μία θέσις κενὴ Εἰρηνοδίκου καὶ ὁ Ὑπουργὸς διορίζει εἰς τὴν κενὴν αὐτὴν θέσιν· θὰ πρέπῃ νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ «τοποθέτησε τὸν διοριζόμενον εἰς τὴν θέσιν αὐτήν». Εἶναι, βλέπετε, καὶ τὸ πρᾶγμα ἀνακόλουθον. Δι’ αὐτὸ ἡ ἀκριβεστέρα, κατ’ ἐμέ, διατύπωσις ἔχει ὡς ἑξῆς, ὅτι «ἐν τῇ προαγωγῇ περιέχεται καὶ ἡ ὑπὸ τὸν νέον βαθμὸν τοποθέτησις τοῦ προαχθέντος». Τουτέστι περὶ τοποθετήσεως γίνεται λόγος, ὅταν πρόκειται περὶ δικαστικῶν λειτουργῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τοιοῦτοι εἶναι μόνον οἱ προαγόμενοι. Τώρα ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀμεταθέτου. Εὐτυχῶς παρετήρησα ὅτι καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Συνέλευσις εἶναι σύμφωνοι ὅτι πρέπει τὸ ἀμετάθετον νὰ περιορισθῇ χρονικῶς. Τὸ ἐπὶ τριετίαν διὰ τοὺς ἀνωτέρους καὶ διετίαν διὰ τοὺς κατωτέρους ἀμετάθετον ἐθεσπίζετο ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο διάταξις νόμου καὶ οὐχὶ συνταγματική, πλέον ἢ ἅπαξ ἀνεστάλη ἢ κατηργήθη καὶ ἐπετράπησαν ἐλευθεριώτεραι μεταθέσεις. Ἴσως τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ προσθέσωμεν ὅτι τὸ ἀμετάθετον ἰσχύει μετὰ παρέλευσιν τριμήνου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι καὶ κατὰ τὸ μεσολαβοῦν τοῦτο τρίμηνον θὰ γίνουν αἱ μεταθέσεις συμφώνως πρὸς τὰς ὑφισταμένας διατάξεις κατὰ γνώμην πάντοτε Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἂν θὰ γίνῃ ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου διὰ κληρώσεως ἢ δι’ ἐκλογῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦτο εἶναι ζήτημα τοῦ νόμου, διότι καὶ ἀνέκαθεν τοῦτο ἀφέθη εἰς τὸν νόμον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀμετάθετον, παρ’ ὅλον ὅτι περιορίζεται εἰς τὴν τριετίαν, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθοῦν ἐξαιρέσεις ὄχι μόνον ἡ τῆς ἑκουσίας μεταθέσεως καὶ ἡ λόγῳ ποινῆς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους καθαρῶς διοικητικοὺς πρέπει νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ μετάθεσις. Ἔχομεν τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἔρχεται ὁ δικαστὴς εἰς γάμον πρὸς πρόσωπον ἐντόπιον καὶ κατὰ ρητὴν διάταξιν πρέπει νὰ μετατεθῇ, ἀλλά, ὡς εἶχε τὸ σχέδιον, ἡ μετάθεσις ἀπεκλείετο ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐκτὸς ἂν θεωρηθῇ ὡς παράπτωμα ὁ γάμος καὶ χωρήσῃ ἡ μετάθεσις λόγῳ ποινῆς. Ἐπίσης εἶναι δυνατὸν εἷς δικαστὴς νὰ περιέλθῃ εἰς προστριβάς, διὰ τὰς ὁποίας νὰ μὴ δύνασθε καθόλου νὰ τὸν μεμφθῆτε. Ἔρχεται π. χ. εἰς κάποιαν σύγκρουσιν μὲ τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ ὅλα τὰ δίκαια. Ἐν τούτοις τοὺς δικηγόρους δὲν δύνασθε νὰ μεταθέσητε, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸν δικαστὴν νὰ ἀφήσητε ὑπὸ δυσμενῆ ἀτμόσφαιραν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν μετάθεσιν ἕνεκα ἐξαιρετικῶν λόγων διοικητικῆς φύσεως, ὑφισταμένων ἐν δεδομένῃ περιπτώσει. Ἐπίσης προστίθεται μία ἐξαίρεσις, ὅτι τὸ ἀμετάθετον δὲν περιλαμβάνει τὴν δι’ ἄλλας ἀνάγκας ἀπόσπασιν, ἀλλ’ εἰς ἔργα πάντως δικαστικά. Κυρίως αἱ ἀποσπάσεις ἐγίνοντο εἰς τὴν εὐτυχῆ ἐποχὴν τῆς καταλήψεως νέων μερῶν, ὅπου ἐστέλλοντο δικασταὶ εἰς θέσεις μήπω νομοθετημένας· ἐπίσης δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἀπόσπασις εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ πάντως τὰ ἔργα πρέπει νὰ εἶναι δικαστικά, νὰ μὴ εἶναι διάφορα τοῦ κυρίου ἐπαγγέλματός των. Καὶ μία τελευταία διόρθωσις ἐπουσιώδης πρέπει νὰ γίνῃ. Εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου 88 ἀναγράφεται «οἱ συμβολαιογράφοι, φύλακες ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν....» Φύλακες μεταγραφῶν δὲν ὑφίστανται· ὑπῆρχεν εἷς καὶ μόνος ἐν Ἀθήναις, τοῦ ὁποίου ἡ θέσις κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐμμίσθων ὑποθηκοφυλακείων. Ὥστε ἀρκεῖ νὰ τεθῇ «συμβολαιογράφοι καὶ ὑποθηκοφύλακες». Αὐτὰ εἶχον νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ὑπὸ τὴν διατύπωσιν ταύτην νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου νὰ λειτουργήσῃ εὐστόχως. (Χειροκροτήματα).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀποδέχεται τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια μαζὶ μὲ ὀλίγα ἄλλα νομοσχέδια ἀποτελοῦν ἓν μέρος τῆς ἐφαρμογῆς, ἐκτὸς τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς, οὐσιαστικῶν δημοκρατικῶν μέτρων καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπεν ἡ ἐξέτασις τῶν ζητημάτων νὰ γίνῃ μὲ τὴν μεγαλυτέραν δυνατὴν προσήλωσιν εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ ὄχι εἰς ἀφῃρημένας ἐννοίας. Ἀπὸ ἕνα τῶν προαγορευσάντων κατεκρίθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν παρουσίασε κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν τῆς Συνελεύσεως ὁλόκληρον τὴν δικαστικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε εἶπον ὅτι ἀποβλέποντες εἰς τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον διαθέτει ἡ Συνέλευσις καὶ ἐπιθυμοῦντες τὴν δικαστικὴν πολιτικήν μας νὰ βασίσωμεν ἐπὶ ἀσφαλῶν βάσεων περιωρίσθημεν εἰς ὀλίγα θεμελιώδη μέτρα, θεμελιώδη ἄρθρα τοῦ δημοκρατικοῦ προγράμματος, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι βραδύτερον δυνατὸν νὰ βασισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ὑπολοίπου δικαστικῆς πολιτικῆς τοῦ δημοκρατικοῦ προγράμματος. Καὶ τὰ ἄρθρα αὐτὰ εἶναι ἡ ἐξύψωσις τοῦ δικαστοῦ, ἡ ἐξύψωσις τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος κατεκρίθημεν διὰ τὴν μὴ ὑποβολὴν ὁλοκλήρου τοῦ δημοκρατικοῦ προγράμματος τοῦ δικαστικοῦ εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸς ἔγκρισιν, ἐξ ἄλλου κατηγορήθημεν πάλιν ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπροτείναμεν ἐπιμένομεν νὰ ψηφισθοῦν, κατηγορήθημεν ἀκόμη ὅτι σπεύδομεν ἀδικαιολογήτως εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν τῶν θεμελιωδῶν, ἀλλ’ ὀλίγων νομοθετικῶν μέτρων. Ἡ κατάκρισις ἐγενικεύθη καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὴν κατάκρισιν αὐτήν. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅλος ὁ κόσμος περιμένει θετικὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἔγινεν ἡ πολιτειακὴ μεταβολὴ καὶ αὐτὸ ἱκανοποίησε τὴν μεγίστην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τώρα ὁ κόσμος περιμένει τὰς λεπτομερεστέρας δημοκρατικὰς μεταβολὰς μετὰ μεγάλης ἀνυπομονησίας καὶ μετὰ μεγαλυτέρας ἀνυπομονησίας ἰδίως ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη, ἐξαρτᾶται καὶ ἡ περιουσία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωὴ τῶν πολιτῶν. Θὰ ἦτο πολὺ ἀφελὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαντάζετο ὅτι θὰ ἱκανοποιεῖτο ὁ λαὸς ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος διεξήχθη διὰ μακρῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν, χωρὶς νὰ ἴδῃ πραγματοποιουμένους τοὺς πόθους αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως. Κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἐνῷ διὰ τὴν καλυτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοθετικῶν ἐπιδιώκει τὸν σχηματισμὸν δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἐν τούτοις δὲν ἐπιτυγχάνει, ὅπως αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι διεξάγωνται ἀκοπώτερον καὶ ὁμαλώτερον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπορρέει ἡ Κυβέρνησις, νὰ γίνῃ ἀπολύτως ἱκανοποιοῦσα ἐπεξεργασία τῶν νομοθετικῶν μέτρων, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐπιδιώκομεν τὴν σύστασιν δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος ἐπικρίνων καὶ αὐτὸς τὴν προσήλωσιν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν κυβερνητικὸν ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν, ὅπως περισσότερος χρόνος διατίθεται εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἂν τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν κατώρθωνε νὰ τὴν μετουσιώσῃ εἰς πραγματικήν, ὥστε νὰ ἀποβαίνῃ περισσότερον καρποφόρος ἡ ἐργασία τῆς Συνελεύσεως.
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον τὰ ἑξῆς, ὅτι ὑπὸ τὸ πρόσχημα αὐτῆς τῆς θεωρίας τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης....
§86Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχουν σχέσιν τὰ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης.
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἄλλοτε ἐδῶ ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων ἦτο ἀπολύτως ἐλεύθερος, δὲν ὑπέκειτο εἰς οὐδεμίαν τάξιν καὶ οὐδένα φραγμόν. Καὶ ὅταν ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ τεθοῦν διατάξεις σχετικαὶ διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐλάβαμεν πάντοτε τὴν ἀπάντησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ἡ ἀπόδοσις εὐθυνῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἐγγύησιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ συμβιβασθῇ ἡ ἀπόδοσις τῶν εὐθυνῶν μετὰ τῆς τάξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου· ὄχι ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι αὐτό, κύριε συνάδελφε. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι εἶσθε καὶ σεῖς ὑπὲρ τῆς καταναλώσεως περισσοτέρου χρόνου εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον.
§89Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑποθέτω ὅτι ἔχει περιορισθῆ εἰς τὸ ἐλάχιστον.
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἐξαιρέσητε, κύριε συνάδελφε, τὰς δέκα τελευταίας ἡμέρας, ὁ περισσότερος χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως κατηναλώθη εἰς τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν ἀναδιφήσητε τὰ πρακτικά, θὰ ἴδητε ὅτι ὁ περισσότερος χρόνος κατηναλώθη εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ ὄχι εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Δὲν κατακρίνω, λέγω ὅτι αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποσοβηθῇ εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Δὲν δύναται ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις νὰ πιέσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ περιορίσῃ τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον διὰ νὰ κάμῃ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις ἰδίως εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τῶν ἐργασιῶν νὰ προσπαθήσῃ, ἔστω καὶ διὰ συντόνου ἐργασίας, ἔστω καὶ διὰ παννυχίδων, νὰ φέρῃ ὡρισμένα ἀποτελέσματα, νὰ κατορθώσῃ τὴν ἐπιψήφισιν ὡρισμένων νομοθετικῶν μέτρων τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς ἱκανοποιοῦσι γενικὸν λαϊκὸν πόθον καὶ συντελοῦν σπουδαίως εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως. Δι’ αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι στηρίζεται πουθενὰ ἡ κατηγορία ὅτι πιέζομεν τὴν Συνέλευσιν διὰ νυκτερινῆς καὶ ἐπιπόνου ἐργασίας νὰ φέρῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φέρῃ, εἰς πέρας. Ἂν εἴχομεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον πρὸ ἡμῶν, βεβαίως ἠδυνάμεθα κάπως ἀκοπώτερον νὰ ἐργασθῶμεν, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ καμάτου εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει περιέλθει ἡ Συνέλευσις καὶ τῆς κοπώσεως καὶ λόγῳ τῆς ἀνάγκης ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπιδοθῇ εἰς τὸ ἐκτελεστικὸν ἔργον βλέπετε ὅτι θὰ εἶναι δύσκολον νὰ παραταθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως πέρα καὶ τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος. Τοιουτοτρόπως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Συνέλευσιν ἵνα κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀπαραίτητα ὅπως ψηφισθῶσιν, ἰδιαιτέρως δὲ προκειμένου περὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων. Εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτος ἡ μομφὴ ὅτι ἐπιδιώκομεν αὐτὰ τὰ σπουδαιότατα μέτρα νὰ τὰ ψηφίσωμεν ὅπως–ὅπως, διότι εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ δύο μῆνας, παρεπέμφθησαν εἰς Ἐπιτροπὰς πολυμελεῖς, ὑπέστησαν βάσανον αὐστηρὰν καὶ ἐπὶ ἡμέρας συζητοῦνται. Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω ποῦ εἶναι ἡ ἐκβιαστικὴ σπουδὴ διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορούμεθα. Εἶπον ὅτι διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν δὲν ἀποβλέπομεν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὴν ἐξύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Λαοῦ πρὸς τὸν δικαστήν. Τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο εἶναι ἡ οἰκονομικὴ βελτίωσις τῆς θέσεως τῶν δικαστῶν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, ἀφοῦ παρ’ ὅλων ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ σκόπιμον αὐτῆς. Εἶναι ἐπὶ πλέον τὸ ἀμετάθετον τοῦ δικαστοῦ, καθ’ οὗ ἐγένετο μεμονωμένη ἐπίκρισις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπεβλήθη ἡ ἀντίληψις, ἡ ὁποία καὶ ἀλλαχοῦ ἰσχύει, ὅτι τὸ ἀμετάθετον τοῦ δικαστοῦ εἶναι ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τῆς ἰσοβιότητος τοῦ δικαστοῦ, πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως δὲ σήμερον, ὁπότε ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων οἰκονομικῶν συνθηκῶν τῆς κατοικίας ἡ μετατόπισις τῶν δικαστῶν ἀποτελεῖ ἐπιδείνωσιν τῆς θέσεως αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ φαντασθῶμεν ὅτι θὰ ἔχῃ ὁ δικαστὴς πεποίθησιν ἀσφαλῆ περὶ τοῦ μέλλοντός του καὶ τῆς τάξεώς του ὅταν δὲν ἔχῃ ἀφοσίωσιν εἰς τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ τὸ ὑψηλόν, ὅταν εἶναι καταδικασμένος εἰς ἕνα πλάνητα βίον ὁ ὁποῖος τὸν ἐμποδίζει νὰ δημιουργήσῃ βίον οἰκογενειακόν, τὸν ἐμποδίζει νὰ εὕρῃ τὴν ἡσυχίαν, τὴν ἠρεμίαν τὴν ψυχικὴν ἡ ὁποία τοῦ εἶναι ἀπαραίτητος ὅπως ἀπονέμῃ δικαιοσύνην καὶ μὲ πεφωτισμένην κρίσιν καὶ μὲ ἀμερόληπτον συνείδησιν. Ἄλλο μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ ἀνύψωσις τοῦ δικαστοῦ, εἶναι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἡ μεταρρύθμισις διὰ τῆς ὁποίας θὰ μετέχῃ εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐκτὸς τοῦ περιωρισμένου κύκλου τῶν Ἐποπτῶν, ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς ἀμεσωτέρας σχέσεις μὲ τοὺς δικαστὰς τοὺς κατωτέρους, καὶ διότι δύνανται νὰ διαφωτίζουν αὐτοὶ τὸ Συμβούλιον περὶ τοῦ ποιοῦ καὶ περὶ τῆς δράσεως τῶν δικαστῶν. Ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου, κατὰ τρόπον μάλιστα ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὅταν νομίζῃ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν εἶναι ὀρθαί, νὰ τὰς ἐφεσιβάλλῃ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι καὶ αὐτὴ μία μεγαλυτέρα ἐγγύησις τῆς πλέον ἀμερολήπτου διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὰ μέτρα αὐτὰ κατεδικάσθησαν. Καὶ τὸ ἀμετάθετον καὶ ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου κατεκρίθη διότι μετέχει τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Ἡ ἀποκέντρωσις, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ· χωρὶς τὴν ἀποκέντρωσιν κινδυνεύει ἡ Διοίκησις νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν διαχειριζομένων τὴν ἀνωτάτην Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ δὲν ἕπεται ὅτι ἡ ἀποκέντρωσις πρέπει νὰ φθάσῃ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς Δικαιοσύνης νὰ αὐτοδιοικοῦνται κατὰ τρόπον ἀποκλείοντα οἱονδήποτε ἔλεγχον, οἱανδήποτε ἐπέμβασιν κυβερνητικὴν ἀποσκοποῦσαν νὰ ἐμποδίσῃ τὸ κακόν. Ἔγινε σύγκρισις τοῦ συστήματος τῆς ἀπολύτου αὐτοδιοικήσεως τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως μὲ τὸ παλαιὸν σύστημα τὸ ἰσχῦον πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνεξελέγκτως διεχειρίζετο τὰ προσωπικὰ ζητήματα ἡ Κυβέρνησις, τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἄκρων ὑπάρχει τὸ μέσον κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχει μὲν τὴν διαχείρισιν τῶν προσωπικῶν ζητημάτων κατὰ τρόπον ἀποκεντρωτικὸν Σῶμα ἐξ αὐτῶν τῶν κλάδων προερχόμενον, ἀλλὰ παρέχεται ἡ δυνατότης εἰς τὸν προϊστάμενον ἑκάστου κλάδου Ὑπουργὸν ὅπως ἐπεμβαίνῃ καὶ παρεμποδίζῃ πᾶσαν τυχὸν παρεκτροπήν. Ὅπως εὐδοκιμήσῃ ἡ ἀποκέντρωσις, κύριοι συνάδελφοι, ἀπαιτεῖται αἱ κεντρικαὶ Ὑπηρεσίαι νὰ εἶναι πλουτισμέναι μὲ πρόσωπα ἐκτάκτου μορφώσεως καὶ ἐξαιρετικῆς ἀμεροληψίας. Ἀλλ’ ὅμως καὶ ὅταν ἀκόμη αἱ κεντρικαὶ Ὑπηρεσίαι εἶναι πλουτισμέναι μὲ τοιαῦτα προσόντα, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθοῦν τὰ Συμβούλια ἀπὸ ὑπαλλήλους καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χαρακτῆρος ἀρτίους, λόγῳ τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ παρεκτρέπωνται τὰ Ἀνώτατα Συμβούλια εἰς πιέσεις μεροληπτικάς, εἰς πιέσεις ἀδίκους, αἱ ὁποῖαι ὡς μόνην συνέπειαν ἔχουν τὴν ἐξέγερσιν ὄχι κατὰ τῶν προσώπων, ἀλλὰ καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶπον προηγουμένως, εἶναι ἀπαραίτητον στοιχεῖον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἐξέγερσιν αὐτὴν τὴν εἴδομεν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὡμολόγησε δ’ ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ὅτι εἶχεν ἐκδηλωθῆ κατὰ τῶν Ἀνωτάτων Συμβουλίων καὶ πρὸ τοῦ 1915, σήμερον δὲ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ὄχι ἀπὸ ἕνα, ἀλλὰ ἀπὸ πλείστους πληρεξουσίους, διετυπώθη ἡ ἀξίωσις ἐντελοῦς καταργήσεως τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος. Δι’ αὐτό, ὅσον καὶ ἂν εἶμαι καὶ ἐγὼ θιασώτης τῆς ἀποκεντρώσεως ὅσον ἀφορᾷ τὰς προσωπικὰς μεταβολὰς τῆς Διοικήσεως — καὶ ἤμην θιασώτης πολὺ πρὶν κηρυχθῇ θιασώτης τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος — νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παρέχεται εἰς ἕκαστον Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζῃ διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐγκρίσεως τὰς πράξεις ἐκείνας τῶν Συμβουλίων αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ εἶναι μεροληπτικαί. Καὶ ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, εἰς τὸ ὁποῖον καμμία πρᾶξις, καὶ περὶ τεχνικοῦ ἀκόμη ζητήματος ὅταν πρόκειται, καμμία πρᾶξις κανενὸς Συμβουλίου δὲν εἶναι ἀπολύτως ὑποχρεωτική, ὅτε, λέγω, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, διὰ τῆς ἀρνήσεως νὰ ἐγκρίνω πράξεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, εἴτε τεχνικὰς εἴτε διοικητικάς, κατώρθωσα πολλάκις νὰ ἀποσοβήσω σοβαρὰ ἀδικήματα καὶ νὰ περιφρουρήσω τὸ κῦρος τοῦ Συμβουλίου. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι, προκειμένου περὶ Δικαιοσύνης, ἡ ἐπέμβασις ἡ ὑπουργικὴ πρέπει νὰ εἶναι μικροτέρα, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀναγνωρίζομεν ὅλοι ὅτι πρέπει νὰ χαίρῃ μεγαλυτέρας ἀνεξαρτησίας καὶ νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ πάσης πολιτικῆς ἐπεμβάσεως. Ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει ἡ Διοίκησις νὰ μὴ παρακολουθῇ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Διοίκησις νὰ συντελῇ ὅπως ἡ λειτουργία ἡ δικαστικὴ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὔρυθμος, ὅσον τὸ δυνατὸν πιστή. Διὰ τοῦτο ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἄνευ ψήφου, ὅπως δεχόμεθα νὰ εἶναι, εἶναι συμμετοχὴ πρακτική, διότι χωρὶς τὴν ἀνάγκην συγκρούσεων μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Ἀνωτάτου Συμβουλίου θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ διαφωτίζῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τῶν καθ’ ἕκαστον δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἐκ μέρους μερικῶν κατακρινάντων τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον παρεστάθη ὅτι οἱαδήποτε κυβερνητικὴ ἐπέμβασις δὲν θὰ εἶχεν ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ κομματικὰ συμφέροντα καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ καταρρίψῃ τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ἀποθαρρύνῃ τοὺς δικαστάς. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι κατὰ κανόνα τόσον διεφθαρμένοι εἰς τὸν Τόπον αὐτόν, ὥστε, ὅταν διαχειρίζεταί τις ὕψιστα ἀξιώματα, νὰ μὴ ἀποβλέπῃ παρὰ εἰς τὴν διαφθορὰν τῆς συνειδήσεως. Τοὐναντίον ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι ὑπουργικὰ ἀξιώματα ἔχουν ὅλην τὴν φιλοδοξίαν νὰ ἐξυψώσουν τοὺς κλάδους, ὧν ἡ διοίκησις τοῖς ἐμπιστεύεται ἀπὸ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα. Ἂν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀντίληψις ὅτι δὲν ἔχομεν πολιτικοὺς ἄνδρας περιωπῆς, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν περιωρισμένην Ἐξουσίαν τῆς ἐπιβλέψεως τῶν κλάδων νὰ μὴ εἶναι ἱκανοὶ νὰ διεξάγωσι, τότε ἔπρεπε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Εἶναι ἄδικον διὰ τὸν Τόπον, εἶναι ἄδικον διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ τιμιότης καὶ ἡ ἀμεροληψία εὑρίσκονται μόνον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὄχι εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. (Χειροκροτήματα).
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐμὲ ὑπαινίσσεσθε; Διότι δὲν εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχουν πολιτικοὶ ἄνδρες τίμιοι, ἀφοῦ εἶμαι καὶ ἐγὼ πολιτικός, καὶ θὰ ἦτο περίεργον νὰ ἀρνηθῶ εἰς τὸν ἑαυτόν μου τιμιότητα, διότι γνωρίζω πολὺ καλὰ ὅτι εἶμαι τίμιος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπαντήσητε εἶναι ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ὑπόκεινται εἰς μεγαλυτέρους πειρασμούς, ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους καὶ οἱ πληρεξούσιοι ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς. Σχηματίζεται ἑπομένως αὐτὴ ἡ ἅλυσος τῶν πειρασμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι δύσκολον νὰ ἀνθέξωμεν. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται· ὄχι ὅτι λείπει ἡ τιμιότης εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀναθέσωμεν ἀνεξελέγκτως τὰς προσωπικὰς μεταβολὰς εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, θὰ ἦτο ὁ κίνδυνος προφανής, ὁ κίνδυνος τῆς πιέσεως ἐκ μέρους τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὅπως αἱ μεταβολαὶ γίνωνται ὑπὸ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὰς ἀντιλήψεις τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν ὑποστηρίζομεν τοιαύτην ἐλευθερίαν· ὑποστηρίζομεν μόνον τοῦτο, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ὅταν ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν ὅτι αἱ πράξεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἶναι μεροληπτικαί, διὰ τῆς ἐπεμβάσεως αὐτοῦ νὰ ματαιώνῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀποφάσεων. Καὶ ὅταν αὐτὸ τὸ περιορίσωμεν, θὰ ὁμολογήσητε ὅτι θὰ εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος ἀδικαιολογήτως θὰ θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ φατριαστικὰ συμφέροντα καὶ φαύλας ἀξιώσεις. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὄχι ὀλίγα ἐξεφράσθησαν παράπονα, νομίζω ὅτι ἡ παρουσία εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ἔχοντος στοιχεῖα τῆς συμπεριφορᾶς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, θὰ εἶναι συντελεστικὴ ὅπως αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἶναι περισσότερον ἀμερόληπτοι, ὅπως αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου ἐπηρεάζωνται ὀλιγώτερον ἀπὸ δεσμεύσεις συγγενικὰς ἢ ἀπὸ εὐνοίας προσωπικάς. Ἐλέχθη ὅτι ἀρκεῖ Ὑπουργὸς κύρους ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ νὰ τηρῇ ἀπόλυτον ἀμεροληψίαν εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐλέχθη ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν τὸν Ὀργανισμὸν αὐτὸν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τοιοῦτον, ὥστε νὰ λειτουργῇ πάντοτε καθ’ ὅμοιον τρόπον, εἴτε κατέχει τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα πρόσωπον ἀνωτέρου κύρους εἴτε πολιτικὸς ὄχι ὁμοίου κύρους, διὰ νὰ μὴ δημιουργῶνται προστριβαί. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἄλλο συντελεστικώτερον παρὰ νὰ μετέχῃ τοῦ Συμβουλίου ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ στοιχεῖα τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαχειρίσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν. Ἐπὶ τέλους δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἐλευθερία δὲν σημαίνει μόνον νὰ ἀνατίθενται ἀπεριορίστως ὡρισμέναι λειτουργίαι εἰς ὡρισμένους ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἐλευθερία σημαίνει ἡ ἀντίληψις περὶ δικαίου ἡ ὁποία ὑπάρχει νὰ μεταβιβάζεται καὶ νὰ μετοχετεύεται εἰς τοὺς διοικοῦντας τοὺς μεγάλους κλάδους τῆς Διοικήσεως. Τὴν ἀντίληψιν δὲ αὐτὴν περὶ δικαίου ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἔχῃ καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ τὴν ἔχῃ περισσότερον ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐρχόμενος εἰς ἀμεσωτέραν ἐπαφὴν μὲ τοὺς πολίτας. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἀποτελεῖ μίαν μεγαλυτέραν ἐγγύησιν ἀμερολήπτου διαχειρίσεως τῶν προσωπικῶν ζητημάτων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ ἀμετάθετον κατεκρίθη ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἄλλην διάταξιν τὴν περιεχομένην οὐχὶ εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τρίμηνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν μεταβολαὶ ἀνεξαρτήτως τῶν ὅρων οἱ ὁποῖοι θὰ ἰσχύσουν εἰς τὸ μέλλον διὰ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ κυρίως διότι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ ἀμεταθέτου τὸ Συμβούλιον προτείνομεν ὅπως ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὴ προέλθῃ διὰ κληρώσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἴτε διὰ λόγους ρητορικῆς εἴτε διὰ λόγους πεποιθήσεως, ὁσάκις ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα, μὲ τὴν μεγαλυτέραν εὐκολίαν κατορθώνει νὰ ἀνευρίσκῃ εἰς τοὺς ἀντιπάλους αὑτοῦ τὰ πλέον ταπεινὰ ἐλατήρια, δὲν ἐδίστασε καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν διὰ τὴν Δικαιοσύνην, εἶναι ἓν πλαίσιον καὶ δὲν ἀποβλέπουν εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ πῶς νὰ πάρωμεν τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ μεταθέσωμεν τοὺς δικαστὰς ἐπὶ τρίμηνον. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα εἴτε τρόπου ρητορικοῦ εἴτε πεποιθήσεως. Ἡμεῖς ἔχομεν καλυτέραν ἰδέαν διὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον καὶ τοὺς ἀντιπάλους μας ἐν γένει καὶ νομίζομεν ὅτι ἂν τοῖς ἐδίδομεν τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ μεταβολὰς δικαστικάς, κατόπιν γνωμοδοτήσεως Συμβουλίου, ἠθέλομεν τοὺς βαρύνει μὲ ἔργον βαρύ, διὰ τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἠθέλομεν θεωρήσει τοὺς ὤμους αὐτῶν μικροὺς καὶ ἀδυνάτους, ἔργον ὅμως ἀναγκαῖον.
§93Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον τὴν ἀδυναμίαν νὰ ζητήσω ἐξουσιοδότησιν.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ζήτημα ἀναγνωρίσεως δυνάμεως καὶ ἀδυναμίας, κ. συνάδελφε. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κ. συνάδελφε, καὶ τὸ λέγω μὲ πικρίαν αὐτό, διότι εἶναι ὁ συνήθης τρόπος τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὸν ὁποῖον ἀσκεῖτε, δὲν προσπαθοῦμεν νὰ ἀνεύρωμεν ταπεινὰ ἐλατήρια εἰς τὴν συμπεριφορὰν ὑμῶν. Καὶ τὸ παρελθὸν τὸ ἰδικόν μας καὶ οἱ ἀγῶνες οἱ ἰδικοί μας καὶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν δὲν δικαιολογοῦν τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοὺς ἰδικούς σας, ὅτι σήμερον δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ πῶς νὰ πάρωμεν ἄδειαν διὰ νὰ μεταθέσωμεν τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἀμετάθετον, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐξύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνουν μεταθέσεις δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ μεταθέσεις ὄχι μόνον διότι ἡ σύνθεσις τῶν δικαστηρίων πρέπει νὰ προσαρμοσθῇ εἰς τὸν νόμον τὸν ὁποῖον εἰσηγούμεθα περὶ μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, περὶ κεντρικῶν καὶ ἀποκέντρων Πρωτοδικείων, ὄχι μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἀλλὰ κυρίως διότι αἱ μεγάλαι πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα, εἴτε λόγῳ τῆς διαχειρίσεως τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας ἐκ μέρους πολλῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης εἴτε λόγῳ φανερῶν προσωπικῶν σχέσεων, εἶχον, λέγω, ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐκπέσῃ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς ὡρισμένους δικαστικοὺς λειτουργούς. Ὅταν θέλωμεν καὶ ζητοῦμεν νὰ ἀναμορφωθῇ ἡ Δικαιοσύνη, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι συγχρόνως νὰ ζητήσωμεν ὅπως ἀνυψωθῇ καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς δικαστάς. Ἐλέχθη ὅτι ἰσχύει διὰ τοὺς δικαστὰς ὅ,τι ἐλέχθη ὑπὸ τῆς συζύγου τοῦ Καίσαρος καὶ εἶναι ἀληθές. Ἠμπορεῖ οἱ δικασταὶ νὰ εἶναι ἀμερόληπτοι, νὰ εἶναι ἀκέραιοι καὶ πεφωτισμένοι, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχάθη ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ ἀπέναντι αὐτῶν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ πόθος τοῦ λαοῦ περὶ ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης; Καί, κύριοι πληρεξούσιοι, παρακαλῶ νὰ θέσητε ὅλοι τὸ χέρι εἰς τὴν συνείδησίν σας καὶ νὰ μοῦ εἴπητε εὐσυνειδήτως ἂν ἠμποροῦμε νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφίνοντες ὅλους τοὺς δικαστὰς εἰς τὰς θέσεις των καὶ ἐμπιστευόμενοι εἰς τὸ παλαιὸν Ἀνώτατον Συμβούλιον τὰς περαιτέρω δικαστικὰς μεταβολάς. Ἀπὸ ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Συνελεύσεως παρουσιάσθησαν αἱ πλέον σφοδραὶ κατηγορίαι κατὰ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Δὲν ἠξεύρω πόσαι ἐξ αὐτῶν εἶναι ἢ ὄχι δικαιολογημέναι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι τοῦτο, ὅτι διὰ νὰ ἀνορθωθῇ ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ παύσουν αἱ κατηγορίαι αὐταί, πρέπει νὰ παύσουν καὶ αἱ παρεξηγήσεις, ἂν μόνον περὶ παρεξηγήσεων πρόκειται. Διὰ τοῦ μεταθετοῦ τῶν δικαστῶν ἐπὶ τρίμηνον ἐπιδιώκομεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ κῦρος αὐτῶν τῶν δικαστῶν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ πρὸς αὐτούς, τῆς ὁποίας ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Δὲν γνωρίζω ποίας πληροφορίας ἔχετε ὑμεῖς, ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἔχομεν σφοδρὰς διαμαρτυρίας, ἀκούομεν ἕνα γογγυσμὸν ζωηρὸν ἐναντίον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, πρὸ ἑνὸς ρεύματος ἰσχυροτάτου, ρεύματος τὸ ὁποῖον ὡς τέρμα θὰ εἶχε τὴν βιαίαν ἐκκαθάρισιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐναντίον τοῦ ρεύματος αὐτοῦ ἐστάθημεν ἀκλόνητοι καὶ εἴπομεν· δὲν θὰ ὑποπέσωμεν εἰς τὰ σφάλματα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεπέσαμεν κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1917 μέχρι τοῦ 1920, σφάλματα τὰ ὁποῖα ἦσαν μικρά. Θὰ φροντίσωμεν, περιποιούμενοι τὴν Δικαιοσύνην, ἐκτελοῦντες μίαν ψιλὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῆς, νὰ ἀνορθώσωμεν αὐτήν. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τὸ ἐλάχιστον. Καὶ τὸ ἐλάχιστον εἶναι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἴτε λόγῳ κακῆς συμπεριφορᾶς εἴτε λόγῳ παρεξηγήσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ μένουν εἰς ὡρισμένα μέρη, οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι νὰ μετατεθοῦν εἰς μέρη εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντά των ἀμερολήπτως. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς μεταβατικῆς διατάξεως τοῦ μεταθετοῦ τῶν δικαστῶν ἐπὶ τρίμηνον, ἐνῷ δὲν εἰσηγήθημεν εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ μᾶς ἐξουσιοδοτήσῃ ὅπως ἐνεργήσωμεν καὶ ἐκκαθάρισιν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος εἶπεν ὅτι θὰ ἐπροτίμα αὐτὸς νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ παύωμεν τοὺς δικαστάς.
§95Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει εἷς νόμος, κ. Πρόεδρε, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ παυθῶσι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Ὑπεστήριξα ὅτι τοὺς ἀνεπαρκεῖς δικαστὰς πρέπει προηγουμένως νὰ ἀποκόψητε ἐκ τοῦ Σώματος καὶ κατόπιν νὰ μεριμνήσητε περὶ ἐξυγιάνσεως.
§96Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ τοὺς ἀποβάλωμεν, κ. συνάδελφε, ὅταν ἴδωμεν ὅτι εἶναι ἀδιόρθωτοι, ὅταν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ κρίνῃ ψυχραίμως περὶ τῶν κατηγοριῶν τῶν δικαστῶν, τότε θὰ τοὺς ἀποβάλωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ κατευνασμὸς τῶν παθῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὰ κέντρα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι δημιουργήσει παρεξηγήσεις οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί. Κατηγορήθημεν καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὅτι τὸ πρῶτον Συμβούλιον τὸ καταρτίζομεν ὄχι διὰ κληρώσεως, ἀλλὰ δι’ ἐκλογῆς καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀκριβῶς ὅμως, διότι εἶναι τόσον λεπτή, τόσον πλέον δύσκολος ἡ ἀποστολὴ τοῦ πρώτου Ἀνωτάτου Συμβουλίου, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν κλῆρον τὴν σύστασιν τοῦ πρώτου Συμβολίου. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀποτελεσθῇ τὸ Συμβούλιον ἀπὸ δικαστὰς εὐρείας ἀντιλήψεως καὶ ἐξαιρετικῶς ἀμερολήπτους διὰ νὰ ἠμπορέσουν αὐτοί, χωρὶς νὰ πάθῃ ἡ Δικαιοσύνη, νὰ κάμωσι τὰς ἀναγκαίας μετατοπίσεις τὰς δικαστικάς. Ἐλέχθη ὅτι θὰ εἶναι ἀνδρείκελα οἱ Ἀρεοπαγῖται, οἱ Πρόεδροι καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, τοὺς ὁποίους θὰ διορίσωμεν ἡμεῖς. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγεται ὅτι, ἐπειδὴ θὰ διορίσωμεν ἀνωτέρους δικαστικοὺς λειτουργούς, θὰ θελήσωμεν νὰ μεταβάλωμεν αὐτοὺς εἰς ὑποχειρίους. Ποῦ ἠκούσθη αὐτό; Μήπως εἰς τὰ πλεῖστα Συμβούλια τῶν Ὑπουργείων ὁ Ὑπουργὸς δὲν καταρτίζει αὐτά; Ἕπεται ἐξ αὐτοῦ ὅτι εἶναι ὑποχείρια τὰ μέλη τῶν Συμβουλίων εἰς τὸν Ὑπουργόν; Χθὲς ἡ Κυβέρνησις διώρισε μίαν Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν κατ’ ἀπόλυτον κρίσιν ἰδικήν της, καὶ ὅμως ἡ Οἰκονομικὴ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ δεικνύει τὴν μεγίστην ἀνεξαρτησίαν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἀποφασισμένη ἡ Ἐπιτροπή, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προβῇ εἰς τὰς πλέον αἱματηρὰς ἐγχειρήσεις, ὅπως ἐπενέγκῃ οἰκονομίας. Δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγεται ὅτι Ἀρεοπαγῖται, Εἰσαγγελεῖς καὶ Πρόεδροι Ἐφετῶν, διοριζόμενοι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελον γίνει τυφλὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι, κύριοι συνάδελφοι ὁ μόνος κατάλληλος τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ πρώτου Συμβουλίου. Ἐπὶ τέλους ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ μέτρα αὐτά, ἔχομεν κάπως μεγαλυτέραν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς οὐτῶν τῶν μέτρων καὶ ἔχομεν κάπως μεγαλύτερον ζῆλον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῶν τῶν μέτρων, καὶ ἀκριβῶς διότι ἔχομεν τὴν μεγαλυτέραν εὐθύνην ζητοῦμεν ὅπως μὴ ναυαγήσῃ τὸ μέτρον, ὅπως μὴ ναυαγήσῃ ἡ ἐξύψωσις τῆς Δικαιοσύνης δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν, μὴ ναυαγήσῃ ἐκ τύχης, ἐκ τυχαίας κληρώσεως, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τόσαι κατηγορίαι διατυποῦνται ἐναντίον γενικῶς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Θέλετε νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν σύστασιν τοῦ πρώτου Συμβουλίου εἰς τὴν τύχην; Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου θὰ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν;
§98Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ὁ Ὑπουργὸς θὰ κάμῃ μεταβολάς, διὰ νὰ κάμῃ μεταβολὰς πρέπει νὰ ἔχῃ σύμφωνον καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ μὴ δεχθῇ μίαν ἀπόφασιν. Οὐδεμία μεταβολὴ ἄνευ τοῦ γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ γίνῃ, ὅπως καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἡ διαφορὰ θὰ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ καταρτισθῇ διὰ διορισμοῦ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δεύτερον αἱ μετατοπίσεις θὰ γίνωσιν ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν ὅρων, εἶπον δὲ ὅτι εἶναι ἀνάγκη αἱ κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας μεταβολαὶ νὰ γίνωσιν ἄνευ ὅρων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέπουν εἰς τὸ μέλλον τὴν μετατόπισιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει μὲ τὰς ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρακαλέσω εἶναι τοῦτο, νὰ μὴ παρασυρθῆτε ἀπὸ φράσεις....
§99ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ φράσεις:
§100Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ φράσεις πομπώδεις καὶ ἀπὸ θεωρίας, ἀλλὰ νὰ ἀντιμετωπίσητε τὴν πραγματικότητα. Ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα νὰ ὑψώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην· σκεφθῆτε ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀνόρθωσις Δικαιοσύνης παραμένοντος τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος· σκεφθῆτε ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀνόρθωσις χωρὶς ἀνόρθωσιν τῆς θέσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, χωρὶς καταρτισμὸν Συμβουλίου ἐπιτρέποντος τὴν ἐκλογὴν μεταξὺ εὐρυτέρου κύκλου προσώπων καὶ μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀμεσωτέραν ἐπαφὴν καὶ ἀμεσωτέραν ἀντίληψιν τῆς δράσεως τῶν κατωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἂν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἀνόρθωσις τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἡ προερχομένη ἀπὸ τὸν λαόν, νὰ δύναται νὰ λέγῃ τὴν γνώμην της, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ τὸ Συμβούλιον, σκεφθῆτε ἂν τὰ πράγματα αὐτὰ εἶναι δυνατὰ καὶ ἀποφασίσατε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κιαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§102Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκτὸς τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ περὶ δικαίου αἰσθήματος τῶν πολιτῶν, φρονῶ ὅτι μία ἐπὶ πλέον ἐγγύησις, λαμβανομένη ἐν συνεχείᾳ, εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Ὡς τοιαύτην ἐγγύησιν θεωρῶ τὴν καθιέρωσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἀργίας καὶ διὰ τοὺς δικαστάς. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω καὶ σχετικὴν τροπολογίαν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Θεσπίζοντες τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην καὶ σκόπιμον ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς, διότι θὰ ἀποτελέσῃ τὸ φόβητρον κατὰ πάσης παρεκτροπῆς, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ καταστήσωμεν τὸν δικαστὴν προσεκτικὸν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Κρίνω, ἐπαναλαμβάνω, ἀπαραίτητον τοῦτο, διότι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία θὰ ἔχῃ ἓν ὅπλον τοὐλάχιστον, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν φυσιολογικὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον περιέχει δυστυχῶς στοιχεῖα ἅτινα, ἂν δὲν ἐξέλθουν αὐτοῦ, δὲν θὰ ἐπιτρέψουν ποτὲ νὰ ἀνυψωθῇ ἡ Δικαιοσύνη εἰς ὃ ἐπίπεδον ἐμπρέπει.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§104Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀγορεύσω δι’ ὀλίγων, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐνδιατρίβων ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς μίαν σύντομον ἀνασκευὴν ἀντιρρήσεων, προβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ διαπρεποῦς ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς σύντομον διατύπωσιν μερικῶν σκέψεων λίαν συναφῶν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς εἶπεν ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν ὁ διενεργούμενος δυνάμει τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν ἀπέτυχεν. Εἶμαι σύμφωνος ὅτι ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς αὐτός, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο δεικνύει ὅτι τὸ δικαστικὸν Σῶμα νοσεῖ, διότι ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων περιέβαλεν ἀνέκαθεν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν μὲ δικαιώματα εὐρύτατα ἐλέγχου καὶ εὐρυτάτης ἐποπτείας δικαιώματα, τὰ ὁποῖα σχεδὸν οὐδέποτε ἠσκήθησαν. Καὶ δὲν ἠσκήθησαν τὰ δικαιώματα αὐτά, διότι οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν κατὰ κανόνα δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των. Τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καταργεῖ τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὡς μέχρι τοῦδε ἐλειτούργησε, θὰ σᾶς ἀναφέρω δὲ ἓν καὶ μόνον ἐπίσημον παράδειγμα ἀποδεικνύον ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευσε καὶ εἶναι ἄξιος τροποποιήσεως. Ἐστάλησαν Ἀρεοπαγῖται ὅπως ἐπιθεωρήσουν Ἐφετεῖα τοῦ Κράτους. Γνωρίζω ἓν Ἐφετεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἷς Ἀρεοπαγίτης καὶ εὗρε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν συστηματικῶς ἀπέχοντα πάσης διαδικασίας ἐπ’ ἀκροατηρίῳ, πάσης ποινικῆς καὶ πολιτικῆς ὑποθέσεως, συστηματικῶς ἀπέχοντα πάσης συνεδριάσεως, συστηματικῶς ἀπέχοντα πάσης φοιτήσεως ἐν τῷ γραφείῳ του. Καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ ἐκτελέσας ἐσχάτως τὴν ἐπιθεώρησιν αὐτὴν εἰς τὸ Ἐφετεῖον αὐτὸ οὐδὲ ἐλαχίστης μνείας ἠξίωσε τὴν τοιαύτην συστηματικὴν παραβίασιν τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Πῶς θέλετε ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων του; Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν περιοδευόντων Ἀρεοπαγιτῶν ἀπέτυχε λόγῳ τοῦ πνεύματος τῆς συναδελφότητος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μέγιστον κώλυμα εἰς τὴν ἐνάσκησιν πραγματικῆς ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου, ἰδίως εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα, ἐνῷ τὸ ἀντίθετον συμβαίνει εἰς τὸν Στρατὸν καὶ τὸ Ναυτικόν. Τί ἄλλο ἀποδεικνύει αὐτὸ παρὰ ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς χωλαίνει καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸν δι’ ἄλλου μέσου; Ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων εἶναι ἡ ἐνδελεχὴς ἐποπτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἀφετηρίαν ἐκ τῶν ἀναφορῶν τῶν πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ζητήσουν προστασίαν δι’ ἀδικίας τῶν δικαστῶν. Ὀφείλει λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τοῦ μεγαλυτέρου ἐνδιαφέροντος νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν πολιτῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος πρὸ ἐτῶν δικηγορῶν εἰς τὴν Κέρκυραν εἶχον ἀπευθυνθῆ εἰς τὸν μακαρίτην Δημητρακόπουλον διὰ μίαν κατάχρησιν ἑνὸς Ἐφέτου καὶ παρεκάλουν τὸν μακαρίτην Δημητρακόπουλον νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν ἐκ Κερκύρας. Δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπιστολήν μου, ἀπέστειλεν ὅμως ἕνα Ἀρεοπαγίτην καὶ συνέπεια τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς καὶ τῆς ἀποφασιστικότητος μὲ τὴν ὁποίαν ἤσκησε τὴν ἐποπτείαν, ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως ἐκείνης ὑπῆρξεν οὐχὶ ἡ μετάθεσις, ἀλλὰ ἡ ἀπόλυσις τοῦ Ἐφέτου αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος, ὅπως ὁ δικαστικὸς παρ’ ἡμῖν κόσμος, τοῦ ὁποίου θὰ ἀναφέρω ὡρισμένας παραβιάσεις, εἶναι ἀνάγκη νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος αὐστηροῦ ἐλέγχου, ἐνεργουμένου οὐχὶ ὑπὸ Ἀρεοπαγιτῶν, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, θέλοντος καὶ γνωρίζοντος νὰ προστατεύσῃ τὸν πολίτην κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ δικαστοῦ. Κατεκρίθη ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Ὁ κ. Καφαντάρης λέγει ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἐπάνοδον εἰς τὰς παλαιὰς μεθόδους. Ἀσφαλῶς ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς κανὲν δὲν θὰ ἐπιφέρῃ κακόν. Πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἶναι ἐπόπτης καὶ ρυθμιστὴς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν δύναται νὰ ἀποστείλῃ ἕνα ἀντιπρόσωπόν του, ἀντιπρόσωπον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὅπως παρευρίσκεται εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ γίνῃ Συμβούλιον Ἱεροεξεταστῶν; Ἐπίσης ἀνέφερεν ὁ διαπρεπὴς πολιτευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ ἀμεταθέτου ἐντὸς τῶν τριῶν μηνῶν θὰ κλονίσῃ τὰ θεμέλια τῆς δικαστικῆς λειτουργίας. Ἂν οὔτε εἷς δὲν ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του, τότε ἴσως θὰ ἐπήρχετο κλονισμός. Ἀλλὰ πῶς ἆρά γε ἡμεῖς νὰ πιστεύσωμεν ὅτι θὰ γίνῃ γενικὴ μετοικεσία καὶ ὄχι μερική, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ σκοπὸν νὰ καταστήσῃ μερικοὺς δικαστάς, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι εὔκολον τώρα νὰ ἀποκαθάρωμεν, ὀλιγώτερον ἐπιβλαβεῖς, καὶ οὕτως ἀπομακρυνθῶσι τῶν κέντρων, ὅπου ὁ συγχρωτισμὸς καὶ ἄλλοι λόγοι κατέστησαν αὐτοὺς ἀκαταλλήλους καὶ ἐπιβλαβεῖς; Ὁ κ. ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος εἶπεν ὅτι αἱ πολιτικαὶ μεταβολαὶ ἀφίνουσιν ἀθίκτους τοὺς δικαστὰς καὶ ἀνέφερε τὰ συμβάντα ἐν Ἰταλίᾳ. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Λυποῦμαι δὲ διότι ὁ ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἀποκλίνει πρὸς τὴν γνώμην ὅτι αἱ πολιτικαὶ μεταβολαὶ ἀφίνουσιν ἀνεπηρέαστον τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ ἀνέφερεν, ἐπαναλαμβάνω, ὡς παράδειγμα τὰ συμβάντα ἐν Ἰταλίᾳ. Ἀτυχῶς ἡ κατάστασις εἶναι τελείως καὶ ριζικῶς ἀντίθετος ἀπὸ ὅ,τι παρεστάθη. Δὲν ἄφησαν καὶ ἐκεῖ ἄθικτον τὴν Δικαιοσύνην αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν σπουδαιοτέραν ἐφημερίδα τῆς Ἰταλίας, τὸν «Ἑσπερινὸν Ταχυδρόμον τοῦ Μιλάνου» τῆς 14 Ἰουνίου 1924.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἀνεφέρθην εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον τὴν Ἰταλικήν. Ἀνεφέρθην εἰς τὴν περίοδον μέχρι τῆς ἀναρρήσεως τῆς παρούσης Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν. Δηλαδὴ εἰς μίαν τετραετῆ περίοδον μετὰ τὸν πόλεμον, συνέπεσε δὲ νὰ εἶμαι εἰς τὴν Ἰταλίαν.
§106Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἕν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς: Ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῆς ἀστικῆς τάξεως, ὁ ἀγὼν δὲ γίνεται μεταξὺ ἀστικῆς καὶ ἀγροτικῆς. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι μεταβολαί.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν τὸ ἀνέφερα ἐν σχέσει πρὸς τὰς μεταβολάς. Εἶπον ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν ἐπῆλθε κλονισμὸς τῆς κοινωνικῆς γαλήνης. Τοὺς ἐβλέπατε δηλ. ἡσύχους τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ ἐχύνετο αἷμα ἀδελφικόν. Αὐτὴ ἡ ἀνησυχία, ἡ ὁποία εἶναι διεσκορπισμένη ἐδῶ, δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἰταλίαν, διότι ἔμειναν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἐκτὸς τῆς διαπάλης.
§108Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Ἐν Ἰταλίᾳ ὑπῆρξεν ἀλλαγὴ πολιτικοῦ βίου, δηλ. ἀπὸ τῆς ὀλιγαρχίας καὶ συνταγματικῆς μοναρχίας, ἡ ὁποία ὑφίστατο, εἶναι δικτατωρία. Ἐδῶ ἔχομεν ἀπὸ τῆς μοναρχίας δημοκρατίαν. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀλλαγῆς ἐπηρεάσθη τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπως καὶ ἐν Ἑλλάδι. Καὶ λέγω τοῦτο χάριν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος τοῦ ἡμετέρου, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι μόνον Ἕλληνες δικασταὶ ἔχουν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδομεν εἰς αὐτούς. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα συμβαίνωσιν, εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὰ διακανονίσῃ διὰ τοῦ ἠπιωτέρου ὑπάρχοντος τρόπου, καὶ ὁ ὑπάρχων εἶναι ὁ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προταθείς, ἠπιώτερος τοῦ προσήκοντος, ὅπως διὰ τοῦ ἠπιωτέρου τρόπου καὶ διὰ γνωμοδοτήσεων προσώπων ἐμπνεόντων ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ προσώπων ἐμπνεόντων ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν τυφλὴν κληροδόχον καὶ εἰς τὴν κλήρωσιν, διὰ προσώπων ἐμπνεόντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν μίαν προσδοκίαν, ἐπενεχθῇ τάξις τις καὶ ὅπως οἱ ἐπιβλαβεῖς καταστῶσιν ὀλιγώτερον ἐπιβλαβεῖς, ἂν οὐχὶ ἐντελῶς ἐπιβλαβεῖς ἢ ἀκίνδυνοι. Ἂν νοσεῖ ἡ Δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, νοσεῖ ἀφ’ ἑνὸς διότι πταίουν οὐχὶ οἱ πολῖται, ἀλλ’ ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία παρέλειψε νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, πταίει ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ θεμελιώδους σφάλματός της, διὰ τοῦ ὁποίου ἠμπόδισε τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν κωδίκων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος προσεπάθησε νὰ καταρτίσῃ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσω εἰς αὐτόν, ὅπως ἐπὶ τῆς ὑπουργίας του δώσῃ τὴν ζωηροτέραν τῶν ὠθήσεων πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν κωδίκων, διότι ἡ νομοθεσία τὴν ὁποίαν ἔχομεν συγκρούεται πρὸς τὴν νεωτέραν συνείδησιν τοῦ δικαίου καὶ εἶναι τόσον ἀπηρχαιωμένη, τόσον ἀνελεύθερος, τόσον μεσαιωνική, ὥστε ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἔχομεν ἀκόμη τὸν ποινικὸν κώδικα τοῦ 1833 τῆς Βαυαρικῆς Μοναρχίας, ὁ ὁποῖος περιέχει διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἰσχύουν οὔτε εἰς τὸν Ρωσικὸν κώδικα τοῦ 1902 οὔτε εἰς τὴν Τουρκικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν. Ἔχομεν νομοθεσίαν ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ἀκόμη καὶ σήμερον εἰς ἕνα οἱονδήποτε πολίτην, εἰς ἕνα οἱονδήποτε δικηγόρον ἀγορεύοντα ὑπὲρ τοῦ δικαίου νὰ δικασθῇ ἀπὸ τὸ δικαστήριον τὸ θεωρηθὲν ὡς προσβληθέν, ὅτε οἱ θιγόμενοι ὡς παθόντες εἶναι καὶ δικασταί, καὶ νὰ δικασθῇ ὁ πολίτης ἢ ὁ δικηγόρος ἀπὸ 2– 6 ἐτῶν φυλάκισιν ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ δικαστηρίου, καθ’ ὃν χρόνον καὶ ἡ Τουρκικὴ καὶ ἡ Βουλγαρικὴ νομοθεσία δὲν παρέχουν τὸ δικαίωμα ἐκδικάσεως εἰς τοὺς παθόντας καὶ δὲν ἐπιτρέπουν ποινὴν ἀνωτέραν τῶν 6 μηνῶν. Ἔχαμεν τοιαύτην σκωληκόβρωτον νομοθεσίαν, ὥστε στοιχειῶδες καθῆκον τῆς Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀποπερατώσεως τῶν κωδίκων, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην καὶ ματαίως θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὴν ἔχωμεν. Ἐπὶ πλέον εἰς τὴν εὐοίωνον ἀπαρχὴν τὴν ὁποίαν σημειοῦσι τὰ νομοθετικὰ ἔργα τῆς πρώτης Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως θέλω νὰ ἴδω προστιθεμένην, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Πατρῶν ὑπεστήριξε, μέριμναν νομοθετικὴν ὑπὲρ τῶν δικηγόρων, οὐχὶ ἁπλῶς βελτιοῦσαν τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν θέσιν, ἀλλὰ τὴν ἠθικὴν αὐτῶν παράστασιν ἐπὶ δικαστηρίου, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ δικηγόροι παρ’ ἡμῖν, παρὰ τοῖς ὁποίοις ἐπικρατεῖ ὁ βάρβαρος Βαυαρικὸς δικαστικὸς ὀργανισμός, τάσσονται ἐν ἴσῃ περίπου μοίρᾳ μὲ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιπλήττωνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου, παρὰ τὴν διάταξιν ὅτι δικαιοῦνται ἴσου σεβασμοῦ, ὑπάρχουσι δὲ ἐν Ἀθήναις Πρωτοδίκαι, ὡς πληροφοροῦμαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τόλμην νὰ φέρωνται αὐθαδῶς καὶ βαναύσως πρὸς τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἕνα τῶν κυριωτέρων τροχῶν τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες παρασκευάζουσι τὴν λύσιν τῶν διαφορῶν καὶ παρέχουσι τὰ στοιχεῖα εἰς τὸν δικαστὴν ἵνα ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἂν δὲν θεσπισθῇ ἡ ἀσυλία τοῦ δικαστικοῦ βήματος, ἡ ὁποία ἀλλαχοῦ ὑπάρχει, νὰ θεσπισθῇ ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν ὑπεράσπισιν, ἡ ὁποία ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βαυαροῦ Ὄθωνος δὲν ὑπάρχει. Ἐπὶ πλέον εἰς ἀντιμετώπισιν τῶν δαπανῶν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν καὶ ἀκόμη διὰ τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης θεωρῶ ἀναγκαῖον τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν διὰ μεταβολῆς ἄρθρων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Ἀρκεῖ καὶ μία τριμελὴς σύνθεσις τοῦ Ἐφετείου, ὅπως ἔχωμεν δικαστήρια κατ’ ἔφεσιν. Ὁ θεσμὸς τῶν μονομελῶν δικαστηρίων διὰ μικρὰς περιφερείας εἶναι καὶ αὐτὸς χρήσιμος καὶ τοιουτοτρόπως εἶναι δυνατὸν ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ νὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην πρωτοδικειακὴν καὶ εἰς κέντρα μικρότερα, τὰ ὁποῖα λόγῳ ἐλλείψεως συγκοινωνίας εἰς πολλοὺς νομούς, ὅπως συμβαίνει ἐν Ἠπείρῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν εὔκολον Δικαιοσύνην. Ἔχομεν π. χ. τὴν Παραμυθιὰν καὶ τὰς Φιλιάτας κατοικουμένας ἀπὸ 35 ἕως 40 χιλιάδας, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβαίνουν εἰς Ἰωάννινα, νὰ κάμνουν 15 καὶ 20 ὡρῶν ἐπίπονον πορείαν καὶ ἐπικίνδυνον ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν Πρωτοδικεῖον, ἐνῷ θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ὑπάρχῃ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ θεσπισθῇ ὁ νόμος τῶν μονομελῶν δικαστηρίων. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν διὰ τῆς ἱδρύσεως τριμελῶν Ἐφετείων καὶ μονομελῶν Πρωτοδικείων, ὥστε καὶ εὐκολωτέρα νὰ εἶναι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐλάττωσιν δαπανῶν νὰ ἔχωμεν. Ἐπὶ πλέον φρονῶ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν νοσεῖ ἕνεκα ἀτελειῶν τῶν δικαστῶν, ἕνεκα τοῦ πνεύματος τοῦ σχολαστικισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς πλείστους ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ εἶναι κριταὶ διαφορῶν, εἶναι διεκπεραιωταὶ δικογραφιῶν, οἱ ὁποῖοι σταματῶσιν εἰς τὴν πρώτην ἔνστασιν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωσι τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην, ἐκδίδοντες σωρείαν προδικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ ἐμπαίζοντες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Διαβλέπομεν εἰς αὐτοὺς φυγοπονίαν, ἰδίως εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχομεν Προέδρους καὶ ὑφισταμένους, οἱ ὁποῖοι κάθηνται καὶ ἐλάχιστα φοιτῶσιν εἰς τὰ γραφεῖά των, διότι ἡ ἐποπτεία ἔχει ἀπό τινων ἐτῶν τελείως ἐκλείψει καὶ εἶναι πρὸ παντὸς ἀνάγκη αὐτῆς, ὅπως ἔχωμεν Δικαιοσύνην. Ἐπὶ πλέον ὑπάρχει ἓν πνεῦμα ἐγωπαθείας τοιοῦτον, ὥστε θεωροῦσι τοὺς συνεργάτας αὐτῶν δικηγόρους ὡς ἐν ὑποδεεστέρᾳ μοίρᾳ τυγχάνοντας, θεωροῦσιν ὅτι δύνανται νὰ ἀρχίζωσι τὰς συνεδριάσεις τοῦ δικαστηρίου, τὰς καθωρισμένας εἰς τὰς 9, τὴν 10½, χωρὶς νὰ ἔχωσι νὰ δώσωσι λόγον εἰς κανένα, καὶ λησμονοῦσιν ὅτι, ἐφόσον ἔχουσι τὴν διαφορὰν εἰς χεῖράς των, δικάζουσιν, ἀλλὰ μετὰ τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς ἐκ μέρους αὐτῶν, δικάζονται καὶ αὐτοὶ καὶ ὑπὸ τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπισήμως ἐνασκοῦντος τὴν ἀνωτάτην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐποπτείαν, τουτέστι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, συντομεύσας, ἐφόσον μοῦ ἦτο δυνατόν, τὴν ἀγόρευσίν μου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος κατέληξε συστήσας νὰ περιφρουρήσωμεν καὶ νὰ κατοχυρώσωμεν τρόπον τινὰ τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Τελειώνω καὶ ἐγὼ τὴν ἀγόρευσίν μου δι’ ἄλλης σκέψεως, φρονῶν ὅτι, ἀντὶ τῆς οὐχὶ γονίμου ἀντιπολιτεύσεως παντὸς θέματος, πολὺ φρονιμώτερον εἶναι διὰ τὴν εὐόδωσιν τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ Τόπου νὰ ἀναπτυχθῇ παρ’ ἡμῖν γόνιμος συνεργασία τῶν ἐπιλέκτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐν τοῖς πρώτοις εἶναι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, πρὸς τὸν σκοπὸν οὐχὶ διεξαγωγῆς ἁπλῶς ἀντιπολιτευτικῶν ἀγώνων, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν εὐοδώσεως καὶ βελτιώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν τῆς ἡμετέρας Πατρίδος.
§109Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἴμεθα, κ. Πρόεδρε, πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωμεν. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ συμφωνήσωμεν, ἂν ἔχωμεν καμμίαν πρότασιν, νὰ τὴν κάμωμεν μὲ δύο λόγια καὶ νὰ λείψουν αἱ ἀγορεύσεις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§111Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κατόπιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα ἐξηντλήθη, νομίζω περιττὸν νὰ ἀγορεύσω. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω εἶναι ὅτι, ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὄχι μόνον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα ἐναντίον τῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα κατήντησαν κράτος ἐν κράτει, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ ἔγιναν κομπάρσοι. Ἰδιαιτέρως διὰ τὸ κρίσιμον τῆς στιγμῆς τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, ἕνεκα τῆς ἀντιδράσεως ἥτις ἐλλοχεύει διὰ νὰ βλάψῃ τὸ πολίτευμα, ὀφείλομεν νὰ ἐκκαθαρίσωμεν ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, ἰδίως τὰς κεντρικάς, ἂν θέλωμεν νὰ μὴ μετανοήσωμεν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§113Χ. ΑΛΑΜΑΝΗΣ. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Καὶ μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθῶ πιστεύων ὅτι ἡ παροχὴ τοῦ δικαιώματος τῆς τριμήνου ἀναστολῆς θέλει ἐπιδράσει ὀλεθριώτατα ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν ἡ Πολιτεία πρώτη δι’ ἐπισήμου νομοθετήματος ἐπιθέσῃ τὴν σφραγῖδα ὅτι δὲν εἶναι οἱ δικασταὶ ἡμῶν ἀμερόληπτοι, ὅταν αὐτὴ ἡ Πολιτεία ἔρχεται νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τῶν δικαστῶν καὶ νὰ προσάψῃ εἰς αὐτοὺς τὴν μομφὴν ὅτι δὲν ἐμπιστεύεται εἰς αὐτοὺς τὴν Δικαιοσύνην καὶ τοὺς στέλλει ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ, φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ἡ νομοθέτησις τοιούτου μέτρου θὰ εἶναι ἐπιζημία καὶ ὀλεθρία διὰ τὸ μέλλον τῆς Δικαιοσύνης.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§115Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις ἐδέχθη νὰ μεταλλάξῃ ἄρδην σχεδὸν τὸ ἀρχικὸν σχέδιον ψηφίσματος. Φοβοῦμαι μόνον ὅτι ἡ ἐπὶ τρίμηνον ἀναστολὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκκαθάρισις ἐλατήριον ἔχουσα πολιτικὰς ἀντιλήψεις. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθημεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου αὐτοῦ. Ὁ λαὸς ὅμως περιμένει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ριζοσπαστικώτερα μέτρα, θέλει ὀργάνωσιν Χωροφυλακῆς, θέλει ἁπλοποίησιν τοῦ δικονομικοῦ μας συστήματος, θέλει λαϊκὴν Δικαιοσύνην, ὥστε νὰ γίνεται προσιτὴ εἰς τὸν λαόν, νὰ μὴ κυνηγῇ ὁ πολίτης τὸν δικαστήν, ἀλλὰ ὁ δικαστὴς τὸν πολίτην. Ἂς εὐχηθῶμεν ὅτι μὲ τὰ μέτρα αὐτὰ θὰ ἴδωμεν τὴν Δικαιοσύνην ὅπως τὴν εὐχόμεθα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§117Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ σᾶς κάμω μίαν πρότασιν. Ζητεῖτε τὴν βελτίωσιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ἐξ αὐτῆς ἐξαρτῶνται τὰ πάντα, ἀλλὰ τὴν ζητεῖτε διὰ δύο ἢ τριῶν Ἐφετῶν ἢ Προέδρων ἢ Εἰσαγγελέων. Τί θὰ γνωρίζουν αὐτοὶ περισσότερον; Τὸ πολὺ 5–10 δικαστάς. Ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, εἰς τὸ Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἀπὸ δύο παγίους καὶ τρεῖς κληρωτούς, νὰ προσθέσωμεν πέντε ἐπιθεωρητὰς ἐκ τῶν ἀρίστων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν. Θὰ ἔχετε πέντε ἐκθέσεις καὶ τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἀποφασίζῃ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐκθέσεων· ὁπωσδήποτε ὅμως αὐτοὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ θὰ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου. Αὐτὸ δὲ νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ Διατάγματος.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάχος ἔχει τὸν λόγον.
§119Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Καίτοι, κύριοι συνάδελφοι, ἀνήκω εἰς στρατόπεδον ἀντίθετον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τοποθετήσῃ τοὺς ὀργιάσαντας εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης δικαστὰς εἰς ἄλλο μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ἔδρασαν. Ἂν καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ τοὺς ἀνασκολοπίσῃ, ἡ Κυβέρνησις ἀρκεῖται μόνον εἰς τὸ νὰ τοὺς μεταθέσῃ ἀπὸ τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκτεθῆ, διότι μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Βασιλέως ὠργίαζον ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁμάδων. Διότι, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶναι δυνατὸν Ἐφέται εἰς τὰ διάφορα κέντρα εἰς τὰ ὁποῖα ὠργίασαν νὰ μείνουν εἰς τὰ ἴδια μέρη. Τὸ νὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ πάρῃ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὸ τρίμηνον τῆς ἀναστολῆς τῆς τοποθετήσεως νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ νομίζω ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλουν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἵνα ἐκκαθαρίσωσι τοὺς ὀργιάσαντας. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Συνέλευσιν καὶ ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν κατακρίνεται ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ὡς πλημμελής, φρονῶ ὅτι ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἰς τὸ Συμβούλιον, ἵνα ὑπάρχῃ ἕνας σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ εἶναι ἐπιβλαβής. Ἂς εὐχηθῶμεν δὲ ὅπως ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ μιμηθῶσι τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρὲς ἔχει τὸν λόγον.
§121Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς καταπονήσω περισσότερον κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους ταύτας ὥρας, καίτοι εἶχον πολλὰ νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποιοῦ τῶν δικαστικῶν, κατὰ τὰ τρία τέταρτα εἶναι κακή, ὡς πολλοὶ τῶν προλαλησάντων ἐμοῦ συναδέλφων ἐξέθηκαν ἐν λεπτομερείᾳ. Εἶναι ὅμως μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἀδάμαντες. Τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης τῆς Δικαιοσύνης καταστάσεως δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τοὺς προλαλήσαντας ὅτι ὀφείλονται μόνον εἰς τὴν κακὴν νομοθεσίαν ἢ εἰς ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκαν οἱ προαγορεύσαντες. Ἐγὼ ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ ἐξ εἰλικρινείας δὲν θὰ ἀποκρύψω ὅ,τι αἰσθάνομαι, προκειμένου περὶ τοῦ σοβαρωτέρου ζητήματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, διότι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι τὸ βάθρον ἐφ’ οὗ στηρίζονται αἱ Πολιτεῖαι καὶ διατηροῦνται αἱ Κοινωνίαι. Τὰ αἴτια τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τὰ αὐτὰ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως. Ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς Διοικήσεως, ἐξ ὧν φέρεται ὡς κακοδαιμονοῦσα ἡ Χώρα, εἶναι δυσάρεστοι καὶ ἐπιβλαβεῖς. Οὐδεμία σήμερον τῶν Ἀρχῶν ἵσταται εἰς ὃ ὕψος ἔχει τάξει αὐτὰς ἡ Πολιτεία, ἵνα προσδώσῃ εἰς τὰ ἄτομα καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν τὴν ἰδέαν καὶ τὸ κῦρος τῆς ἐννόμου τάξεως. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ πολῖται ἀμφισβητοῦν ἢ μᾶλλον δὲν ἐμπνέονται ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως τῆς ἁγνῆς συμπεριφορᾶς τῶν προσώπων, εἴτε δικαστικῶν εἴτε ἄλλων ὑπαλλήλων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Καὶ δὲν ἔχουσιν ἄδικον οἱ πολῖται, διότι ὁπουδήποτε καὶ ἂν στραφῇ ὁ πολίτης εἴτε εἰς τὸ κέντρον εἴτε εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἵνα ἐπιζητήσῃ καὶ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ δίκαιον, δὲν θὰ τὸ συναντήσῃ εὐκόλως, ἄνευ μόχθων καὶ μεγάλης κοπώσεως. Ἀλλὰ καὶ τότε ἀμφίβολον εἶναι, ἂν θὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Ἡ τελευταία δεκαετία μαρτυρεῖ τὴν ἔκλυσιν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Εἶναι λυπηρὰ ἡ κατάστασις καὶ πρέπει νὰ λέγηται μήπως καὶ ἐπιτευχθῇ ἡ διόρθωσις αὐτῆς. Πῶς πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη; Θὰ ἐναντιοφρονήσω πρὸς ὅλους τοὺς ὁμιλήσαντας ἀξιοτίμους συναδέλφους περὶ τούτου. Διότι δὲν φρονῶ ὅτι μόνον διὰ τῶν καλῶν νομοθετημάτων θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ βελτίωσις. Βεβαίως συμβάλλουν καὶ τὰ καλὰ νομοθετήματα, ὅταν ταῦτα συνάδουν μάλιστα πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι κυρίως διὰ τῶν προοριζομένων ὑπὸ τῆς φύσεως ἱκανῶν προσώπων, τῶν ἐμπνεομένων ὑπὸ τῆς ἁγνῆς καὶ εἰλικρινοῦς θελήσεως καὶ ἀποφάσεως, τῶν προοριζομένων διὰ τὴν διεύθυνσιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Διοίκησιν ἐν γένει τῆς Χώρας δύναται νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ νὰ ἔχωμεν καλὴν Δικαιοσύνην καὶ ἀρίστην Διοίκησιν. Ἀσφαλὲς καὶ ζωντανὸν παράδειγμα ἡ ἐξέλιξις τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. Ἄνευ Συμβουλίων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Δημητρακόπουλος κατέστησε τὴν Δικαιοσύνην ἐφάμιλλον τῆς τῶν πλέον πεπολιτισμένων Κρατῶν. Ἀλλ’ ἦτο Κέρβερος ἐπὶ τῶν ἔργων τῶν δικαστῶν. Ἡ Διοίκησις ἀπὸ τοῦ 1910–1915 ὑπῆρξεν ἐπίσης ἐφάμιλλος τῆς τῶν πεπολιτισμένων καὶ ἀνεπτυγμένων Κρατῶν. Διατί; Διότι προΐστατο ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Ἐλειτούργουν τότε οἱ νόμοι. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1915 –1917 καὶ ἀπὸ τοῦ 1920–1922 τὰ πάντα ἐξηνδραποδίσθησαν. Οὔτε Δικαιοσύνη οὔτε Διοίκησις ὑπῆρχεν οὔτε ἴχνος αὐτῶν. Διατί; Διότι προΐσταντο τῶν κοινῶν οἱ ὡς μόνον ὅρον τῆς πολιτικῆς τῶν σταδιοδρομίας θέσαντες τὸ νὰ κολακεύωσι τὴν Αὐλήν, εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπήλαυσαν τοὺς καρποὺς τῶν πράξεών των. Τὰ ἐθνικὰ πράγματα εὐοδοῦνται, ἐπιτυγχάνει τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, ἐξικνοῦνται τὰ Ἔθνη εἰς τὸν προορισμόν των, δίδουν μόρφωσιν καὶ ἀνάπτυξιν εἰς τὸν λαόν, ἵνα οὗτος αἰσθάνεται καὶ ἐκτελῇ τὰς ἐθνικάς του ὑποχρεώσεις, ὅταν συναντήσωσι τοὺς καταλλήλους ἀνθρώπους τῶν ἐμπνεομένους καὶ ἐμφορουμένους μόνον ὑπὸ ἁγνῶν αἰσθημάτων καὶ ἰσχυρᾶς θελήσεως.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαρελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§123Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων ἐν τῇ Συνελεύσει Ὁμάδων καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων, νομίζω ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη τελείως. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ εἴπω εἰς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦτο, ὅτι οἱ πλεῖστοι, ἂν ὄχι πάντες, τὰ πάντα ἐξήρτησαν διὰ τὴν τακτοποίησιν καὶ ἐξύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω ριζικώτερον, διότι τὸ διάστημα ἀπὸ 1900–1910, καθ’ ὃν χρόνον συνεστήθη τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, εἶναι ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Δικαιοσύνη ἀπέδωκε τοὺς καλυτέρους καρποὺς ἢ ἀπὸ τοῦ 1910– 1914 καὶ τότε τῆς Δικαιοσύνης προΐστατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως γνωρίζει τὰ τρωτὰ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, δὲν διστάζω δέ, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι εὑρέθησαν κατώτεροι δικαστικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγκαλοῦν τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ὅτι συναλλάσσεται, δηλαδὴ ὅτι ἡ συναλλαγὴ ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατῆλθεν εἰς τὸ Συμβούλιον. Καὶ εὑρέθησαν, λέγω, κατώτεροι δικαστικοὶ— δὲν γνωρίζω ἂν παρηγκωνίσθησαν—οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅτι καὶ ἡ Ὑπηρεσία τῶν Ἀρεοπαγιτῶν συναλλάσσεται. Κύριοι, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἀποτελεῖ τὸ κρηπίδωμα πάσης εὐνομουμένης Πολιτείας οὐδεὶς ἀντιλέγει· τίνα μέτρα χρειάζονται ὅλοι γνωρίζομεν, ἡ ἰσοβιότης τὸ πρῶτον, ἡ συμπλήρωσις καὶ ἡ πλήρης οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις αὐτῶν τὸ δεύτερον, καὶ τρίτον ἡ εὕρεσις ἐντίμων χαρακτήρων. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέλειψε μετὰ τὰ τρία ταῦτα νὰ συμπληρώσῃ εἶναι ἡ τροποποίησις τῆς παλαιοντολογικῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι, ὡς αὕτη ἔχει σήμερον, δὲν συντελεῖ εἰμὴ εἰς τὴν διαιώνισιν τῶν δικῶν καὶ οὕτως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καταβάλλουσιν οἱ πολῖται εἰς τὰ δικαστήρια νὰ εἶναι κατώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἀπολαύσωσιν ἐν περιπτώσει νίκης ἐν τῇ δίκῃ. Ἐλέχθη ὅτι εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἐκαινοτόμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσαγαγὼν καὶ νέον πρόσωπον, τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐπετέθησαν ἐναντίον αὐτοῦ, ὅτι διὰ τῆς εἰσόδου τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐπηρεασθῇ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὀρθός, διότι ἄνθρωποι ἰσόβιοι, Ἀρεοπαγῖται καὶ Ἐφέται, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐπηρεασθοῦν ἀπὸ ἕνα ὑπάλληλον μετακλητόν, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εἶναι ὅση καὶ ἡ παραμονὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τοῦ διορίσαντος αὐτὸν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν εἶχον δίκαιον, διότι διὰ τῆς συστάσεως Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἔχομεν Κράτος ἐν Κράτει, καθόσον τὰ Συμβούλια εἶναι ἀνεύθυνα, ὁ Ὑπουργὸς δὲ εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν του καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὰ Συμβούλια παρετηρήθησαν μεγαλύτεραι παρεκτροπαί. Καίτοι νομίζω ὅτι διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν ἐπέρχεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντες ποθοῦμεν, ἐν τούτοις ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐξύψωσις τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ Πολιτεία ἔλαβε μεγάλην πατρικὴν μέριμναν ὑπὲρ τῶν δικαστῶν διὰ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν ἐνισχύσεως, ὅπερ θεωρῶ σπουδαιότατον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λουπινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§125Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω διὰ μίαν ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ συμπληρώσῃ. Ἐνῷ εἰς τὸ ψήφισμα ἀναφέρεται ὁ χρόνος καθ’ ὃν ἀποχωροῦσιν οἱ ἔμμισθοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, δὲν γίνεται οὐδεὶς λόγος διὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν θὰ ἀποχωροῦν οἱ ἄμισθοι, δηλαδὴ οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ ὑποθηκοφύλακες.
§126Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὅριον ἡλικίας διὰ τοὺς συμβολαιογράφους· αὐτοὶ δύνανται νὰ παραμένωσι καὶ μέχρις ἡλικίας 100 ἐτῶν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§128Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁσάκις ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως νομοσχεδίων, ὑποστηρίζει ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀποσκοποῦν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δημοκρατικοῦ προγράμματος. Εἶμαι καὶ ἐγὼ θαυμαστὴς τοῦ δημοκρατικοῦ προγράμματος τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι εὐτυχῶς ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν πιστεύει ὅτι ἡ σειρὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀποτελεῖ τὸ δημοκρατικὸν πρόγραμμα, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Λαὸς θὰ διετίθετο δυσμενῶς ἐναντίον τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων καὶ τῆς ἰδέας τῆς Δημοκρατίας. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀναγνώσωσι τὸ πρόγραμμα τὸ δημοκρατικὸν θὰ εἶδον ὅτι κάθε ἄλλο ὑπόσχεται τοῦτο παρὰ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀποσκοποῦσι τὰ νομοσχέδια αὐτά. Τὰ μέτρα τὰ λαμβανόμενα διὰ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων εἶναι τὰ συνήθη μέτρα τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλαι προηγουμένως Κυβερνήσεις ἐπρότειναν. Πᾶσα Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν νομίζει ὅτι ὅλαι αἱ προκάτοχοι εἶναι κακαί. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ Κυβέρνησις νομίζουσιν ὅτι κάθε Ὑπουργὸς διάδοχος αὐτῶν πρέπει νὰ στερηθῇ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιώσῃ τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ συγχρόνως νομίζει ὅτι ὁ ἴδιος διαπνέεται ὑπὸ τῶν ὑψηλοτέρων αἰσθημάτων καὶ τῶν ἀρίστων σχεδίων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ὠφελήσῃ τὴν Δικαιοσύνην. Ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σήμερον νομίζει ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ δικαιώματα ἐξαιρετικά, φροντίζει συγχρόνως, ὅπως ὁ διάδοχός του μὴ ἔχῃ κανὲν ἐκ τῶν δικαιωμάτων του αὐτῶν, διότι ἐκεῖνος θὰ κάμῃ κακὴν αὐτῶν χρῆσιν. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει ὅτι διὰ τῶν μεταθέσεων θὰ διορθώσῃ τοὺς ἀδιορθώτους, ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν φροντίζει ν’ ἀποκόψῃ τὰ σαπρὰ μέλη τοῦ δικαστικοῦ Σώματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσῃ τοῦτο. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι θὰ περιλαμβάνῃ χρονικόν τι διάστημα. Καὶ ἐὰν δὲν διορθωθῇ, τότε ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ μία ἄλλη Ἐθνοσυνέλευσις, διὰ νὰ δυνηθῇ ἐκείνη διὰ ψηφίσματος νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν ἢ μίαν ἄλλην τὴν ἐξουσίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐκείνων τοὺς ὁποίους δὲν ἐξεκαθάρισεν ἡ παροῦσα. Ἂς μὴ ἀπατώμεθα. Ἂν ἡ Δικαιοσύνη ἔχῃ σήμερον σαπρὰ μέλη, δὲν θὰ διορθωθοῦν αὐτὰ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ὅπως τὰ ἀποπέμψῃ ἀπὸ τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Ἐγὼ ἔχω λάβει ἀφορμὴν παραστὰς εἰς ποινικὰς δίκας ἐν Θεσσαλονίκῃ νὰ σχηματίσω γνώμην περὶ ἑνὸς νῦν Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ὅτι εἶναι ἓν ὑποκείμενον τὸ ὁποῖον, φθάνω εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἴπω, ἀτιμάζει τὴν Δικαιοσύνην, ἀφοῦ ὑπεστήριξεν ὅτι διὰ νὰ γλυτώσῃ ἕνα λῃστὴν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου ἐχορήγησεν ἀντιτορπιλλικὸν διὰ νὰ τὸν φυγαδεύσῃ εἰς Θεσσαλονίκην, καὶ ὑπεστήριξεν αὐτὸ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Θεσσαλονίκης.
§129ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§130Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἕνας Τσαπραλῆς. Ἀλλ’ ὅταν ἡ πηγὴ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος εἶναι μολυσμένη, ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λέγει ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὸν κλῆρον τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναθέσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ ἐκλέξῃ ἀπὸ μολυσμένην πηγήν. Εἴτε διὰ κλήρου εἴτε δι’ ἐκλογῆς γίνῃ ἡ ὀνομασία ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Δικαιοσύνης, τὸ κακὸν μένει ἀκέραιον. Ἀλλὰ τάχα, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξασκήσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ τρίμηνον, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἱκανοποιημένοι ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ ὅτι μετὰ παρέλευσιν τριμήνου, ὅταν ὄχι πλέον ἡ ἐκλογὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀλλ’ ὁ κλῆρος θὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ρυθμίζουν τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θὰ διορθωθῇ, ἐνῷ μετὰ τρίμηνον γνωρίζομεν καλῶς ὅτι μᾶς περιμένει ἡ αὐτὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν διεκτραγῳδοῦμεν καὶ σήμερον; Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν δικαστῶν εἶναι γλίσχροι, ὅπως δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων εἶναι ἀρκετοί. Τώρα, ἂν ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων χωρὶς νὰ φροντίσῃ συγχρόνως καὶ περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ἄλλων κλάδων, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν δαπανῶν ἔλαβε τάχα ὑπ’ ὄψιν του ὅτι πολλοὶ δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅλοι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου δικαιοῦνται εἰς μισθὸν Ἀρεοπαγίτου;
§131Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοὺς ἐξαιροῦμεν αὐτούς. Κάμνομεν καὶ εἰδικὴν μνείαν διὰ τροπολογίας εἰς τὸ σχέδιον νόμου, ὅτι αὐτοὶ δὲν περιλαμβάνονται.
§132Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὥστε δυνάμει τῆς τροπολογίας οἱ ἐξομοιούμενοι μὲ τοὺς Ἀρεοπαγίτας δὲν θὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν αὐτόν. Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ὅπως βελτιωθοῦν καὶ οἱ μισθοὶ τῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι παραιτοῦνται καθ’ ἑκάστην, διότι ἔξω τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας δύνανται νὰ κερδίζωσι πολὺ περισσότερα εἰς ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ περὶ αὐτῶν ἔχει φροντίσει ἡ Κυβέρνησις εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον πρέπει νὰ παρίσταται ὁ Γενικὸς Γραμματεύς. Ἡ παράστασις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως θὰ εἶναι ἀφορμὴ ἴσως νὰ καθιερωθῇ μία συναλλαγὴ μεταξὺ τοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι πάντοτε ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει, νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀντίθετα. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὑπάρχοντος Γενικοῦ Γραμματέως ἢ τοῦ μέλλοντος. Πρόκειται περὶ θεσμοῦ ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Ἡ παράστασις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἄνευ ψήφου εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θ’ ἀποσκοπῇ εἰς τὸν συμβιβασμὸν τῶν ἀντιθέσεων, δηλαδή, ἐὰν τὸ Συμβούλιον δὲν θέλῃ, αἱ ἀποφάσεις νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὸ veto τοῦ Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ὑποδείξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτε τὸ veto δὲν θὰ ἐξασκηθῇ. Ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἀντίληψις δὲν εἶναι ἀρκετή, θὰ ἠδύνατο τὸ Συμβούλιον αὐτὸ νὰ εἶναι μικτόν. Νὰ μὴ ἀποτελῆται μόνον ἀπὸ δικαστάς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα, εἴτε ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως τὰ ἄλλα Συμβούλια, εἴτε ἐξ ἄλλων κλάδων. Ἀλλ’ ἐφόσον ὑποτίθεται ὅτι ἁρμόδιοι νὰ ρυθμίσωσι τὸ προσωπικὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι οἱ ἀνώτατοι δικαστικοὶ λειτουργοί, οὗτοι πρέπει νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστοι καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς νὰ μὴ παρίσταται καθόλου εἰς τὸ Συμβούλιον. Διότι τότε μόνον τὸ ἀνεπηρέαστον αὐτῶν ἐξασφαλίζεται. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς ὑπόσχεται διὰ τῶν δικαστικῶν αὐτῆς νομοσχεδίων, ὅπως εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ἐκπλήρωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ προγράμματος καὶ βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁμοίας ἐπαγγελίας ἔκαμον πλεῖσται ἄλλαι Κυβερνήσεις ὁσάκις εἰσηγήθησαν δικαστικὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἡ Δικαιοσύνη δὲν εἶδε καμμίαν βελτίωσιν. Ὁ κόσμος ἐθαύμασε τὸ ἔργον τοῦ μακαρίτου Δημητρακοπούλου ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔλθουν τὰ γεγονότα τοῦ 1915 διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἦτο πλάνη. Ἡ Δικαιοσύνη, ἐνῷ δὲν εἶχε χειροτερεύσει, δὲν εἶχεν ὅμως καλυτερεύσει μὲ ὅλα τὰ νομοσχέδια τοῦ λαμπροῦ θεωρηθέντος ἐκείνου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Διότι ἦσαν ὅλα νομοσχέδια τῆς ρουτίνας, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὰ συρτάρια διαφόρων Ὑπουργείων καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθησαν. Ἦτο φαινομενικὴ λοιπὸν ἡ βελτίωσις τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ οὐδεμία μεταβολὴ ἐπῆλθε. Καὶ μὲ τὰ νομοσχέδια τὰ δικαστικά, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ νῦν Κυβέρνησις, δὲν θὰ γίνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ σημαντικὴ χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία βελτίωσις, διότι οὔτε τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν οὔτε ἡ πηγή, διὰ τῆς ὁποίας τροφοδοτεῖται τὸ δικαστικὸν Σῶμα, οὔτε ὁ τρόπος τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ὅλα αὐτὰ μένουν τὰ ἴδια καὶ αὐξάνουν μόνον αἱ δαπάναι. Διὰ τοῦτο τὸ μόνον ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῶν ψηφισθησομένων νομοσχεδίων θὰ εἶναι βάρη εἰς τοὺς ὤμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τίποτε ἄλλο.
§133ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀρκεῖ, κ. Πρόεδρε· νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ποῖον σχέδιον θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν; Τὸ ἰδικόν σας ἢ τοῦ κ. Ρακτιβάν;
§135Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ρακτιβὰν μὲ τὰς τροπολογίας.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ξηροῦ περὶ τῶν ἰατροδικαστῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως). Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἰσχύος τοῦ ἀμεταθέτου. (Ἀναγινώσκεται καὶ ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως). Ἀπομένει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κιαγιᾶ περὶ τῆς θέσεως εἰς ἀργίαν. (Ἀναγινώσκεται καὶ ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 88 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἄρθρον 90. (Ἀναγινώσκεται).
§137Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι «δύναται νὰ παρίσταται», διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικόν. Εἶναι ἀναγκαῖον στοιχεῖον· εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ σύνθεσις. Προτείνω νὰ ὁρισθῇ ἡ συμμετοχὴ ὑποχρεωτική.
§138Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ τεθῇ «ἀναγκαίως συμμετέχει»;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ὡς εἰσηγητὴς εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον συμμετέχει...»
§140Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. «Συμμετέχει» ἁπλῶς;
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· ἅμα δὲ λέγομεν «συμμετέχει» σημαίνει ὅτι δύναται νὰ συμμετέχῃ.
§142Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Νὰ σημειωθῇ, κύριε Πρόεδρε εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν ὅτι ἡ λέξις «συμμετέχει» σημαίνει ὅτι δύναται νὰ συμμετέχῃ.
§143Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, τοιαύτη ἑρμηνεία δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ διὰ νόμου.
§144Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ τεθῇ ἡ λέξις «παρίσταται».
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπω τὴν διαφοράν. Ἄν θέσωμεν ὅτι «δύναται νὰ συμμετάσχῃ» εἰς τὸ Συμβούλιον, τοῦτο θὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν θὰ ἐκαλεῖτο εἰς αὐτό. Ὅταν ὅμως ὁρίζωμεν «συμμετέχει» σημαίνει ὅτι καλεῖται ὑποχρεωτικῶς νὰ συμμετάσχῃ, καὶ ἂν θέλῃ πηγαίνει, ἂν θέλῃ δὲν πηγαίνει. «Συμμετέχει» λοιπὸν ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ὑποχρεωτικῶς καλεῖται νὰ μεταβῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ, τὸ Συμβούλιον θὰ συνεδριάσῃ....
§146Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, μὴ μετέχοντος τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, εἶναι ἔγκυροι;
§147Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§148Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐφόσον δὲν θὰ εἶναι παρὼν ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, δὲν θὰ φέρουν αἱ ἀποφάσεις τὴν σφραγῖδα τοῦ ἐλέγχου. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§149Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἔδωκεν ἐντελῶς ἀντιφατικὰς δηλώσεις. Ἐκ τῆς διατυπώσεως ἐξάγεται ὅτι δύναται νὰ συμμετέχῃ. Ἡ διάταξις δὲ αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς δυνητικὴ καὶ ἐκ τούτου σαφῶς καταφαίνεται ὅτι νεώτερος νόμος δύναται ἀναμφιβόλως νὰ τὴν τροποποιήσῃ.
§150Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§151Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ τώρα ἐρωτῶ χάριν τῶν ἑρμηνευτῶν τῆς αὔριον, ποία ἐκ τῶν γενομένων δηλώσεων θὰ ἔχῃ κῦρος; Παρακαλῶ ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§152Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Ἡ συζήτησις τὴν ὁποίαν κάμνετε περὶ τῆς θέσεως τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἰς τὸ Συμβούλιον εἶναι ἄνευ σημασίας, διότι καὶ ἡ θέσις αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως ἄνευ σημασίας. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θέλετε τὸν Γενικὸν Γραμματέα εἰσηγητὴν ἐν τῷ Συμβουλίῳ νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις ἂν θὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν δικαίωμα ψήφου.
§153ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα.
§154Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Δὲν ἐλύθη ἀκόμη. Ἐγὼ ἔχω μίαν ἀντίληψιν καὶ ὀφείλω νὰ τὴν ἐκφράσω, ὅτι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς δέον νὰ παρίσταται ἄνευ ψήφου.
§155Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ προστεθῇ ὅτι «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὑπάρχει ὑποβεβλημένη τροπολογία τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ. (Ἀναγινώσκεται καὶ ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 90). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§157Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις, καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἀπολύτως πάντες ἐπεκροτήσαμεν τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀποσκοποῦσαν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῶσι δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐξυπηρετοῦντες τόσον ὑψηλὴν ἀποστολήν, χωρὶς νὰ ἔχουν οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν καὶ νὰ εἶναι διαρκῶς ἀπησχολημένοι περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν καὶ τῆς οἰκογενείας των. Θὰ ἤθελα νὰ προτείνω εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον τὴν αὔξησιν ἰδίᾳ τοῦ μισθοῦ τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῶν Πρωτοδικείων καὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ. Νομίζω ὅτι οἱ Πρωτοδίκαι δὲν ἱκανοποιοῦνται ἐπαρκῶς διὰ τῆς αὐξήσεως, διότι λαμβάνουν μέσον μισθὸν 2,600 κατὰ μῆνα. Δὲν δύναται, κύριοι, νὰ ζήσῃ ἕνας Πρωτοδίκης μὲ 2,600 τὸν μῆνα. Γνωρίζετε πάντες τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας καὶ πάντες γνωρίζετε ὅτι πρέπει νὰ διάγῃ ἀξιοπρεπῶς ὁ δικαστής. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι μεγάλη δαπάνη νὰ αὐξηθῇ κατὰ 10–20 τοῖς ἑκατὸν τὸ πρόσθετον ἐπίδομα τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι οἱ Πρωτοδίκαι προσφέρουσι τὰς μεγαλυτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Δικαιοσύνην, καταβάλλοντες μεγαλύτερον κόπον καὶ ἐργασίαν ἵνα παραδώσωσι καλῶς ἐπεξειργασμένην μίαν ὑπόθεσιν εἰς τὰ ἀνώτερα δικαστήρια καὶ διαχειρίζονται τὰς περισσοτέρας ὑποθέσεις, διότι εἶναι πρωτοβάθμιοι δικασταί. Ἕνεκα τῶν λόγων αὐτῶν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἔτι ἡ αὔξησις τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ κατὰ 10–20 τοῖς ἑκατόν.
§158Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατόν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούτρας ἔχει τὸν λόγον.
§160Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, φρονῶ ὅτι διὰ τῶν διαφόρων κατὰ τὴν συζήτησιν τροπολογιῶν ὑπὲρ τὸ δέον ηὐρύνθη ὁ κύκλος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπεξετάθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀρχικῶς διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι εἰς τοὺς δικαιοδοτοῦντας μόνον δικαστικοὺς θὰ ἔπρεπε δι’ ἐξαιρετικοὺς λόγους νὰ παρασχεθῶσιν αὐξήσεις καὶ μόνον τοῦτο ἐπρότεινε. Κατόπιν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, πλειοδοτοῦσα, ἐπρότεινεν, ἐδέχθητε δὲ ὑμεῖς, ὅπως αἱ αὐξήσεις ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων, προσέτι δὲ καὶ εἰς βοηθητικάς τινας ὑπηρεσίας ἐχούσας σχέσιν μὲ τὴν Δικαιοσύνην, καὶ τοὺς νομικοὺς συμβούλους. Ἤδη ὅμως ἐν τῇ τελευταία τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρατηρῶ ὅτι εἰς τὰς αὐξήσεις ταύτας περιλαμβάνεται καὶ ὁλόκληρος κλάδος οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων γενικῶς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δι’ ἐξαιρετικούς, ὡς ἐλέχθη, λόγους ἐπρόκειτο ν’ ἀφορᾷ μόνον τοὺς δικαστικοὺς καὶ ἐπεξετάθη καὶ εἰς κατηγορίας τινὰς ἄλλων ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε ἐν τῷ παρελθόντι ἠκολούθησαν πάντοτε τοὺς δικαστικοὺς ὡς πρὸς τὰς αὐξήσεις, περιλάβωμεν ἤδη καὶ νέας κατηγορίας ὑπαλλήλων, εὐλόγως θὰ γεννηθοῦν παράπονα ἐκ μέρους τῶν παραλειφθησομένων διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον ἐξαίρεσιν. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν φρονῶ ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ περιορισθῇ ὁ κύκλος τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὰς αὐξήσεις ὑπαλλήλων εἰς τὰς ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὁρισθείσας κατηγορίας αὐτῶν, περὶ δὲ τῶν λοιπῶν νὰ ληφθῇ πρόνοια συντόμως, ὁπότε θ’ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ὅλον ὑπαλληλικὸν ζήτημα.
§161Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων πρόκειται νὰ προκληθῇ συζήτησις, σᾶς κάμνω τὴν ἑξῆς δήλωσιν: Ὅτι τὸ πρῶτον μὲν ἄρθρον εἶναι, ὅπως τὸ βλέπετε, τυπωμένον μὲ μόνην τὴν προσθήκην τοῦ ἐμμίσθου ὑποθηκοφύλακος τὴν ὁποίαν κατὰ παραδρομὴν δὲν εἶχον, εἰς δὲ τὸ δεύτερον ἄρθρον προσετέθη μία τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη καὶ ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, διὰ τὸν δικαστικὸν σύμβουλον καὶ τοὺς νομικοὺς συμβούλους μόνον. Καὶ τὸν μὲν δικαστικὸν σύμβουλον μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοὺς δὲ συμβούλους μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν Ἀρεοπαγίτου. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 προστίθεται ἡ ἑξῆς συμπληρωματικὴ τροπολογία: Εἶναι ἀπεσπασμένοι δύο ἀνώτεροι δικαστικοὶ λειτουργοὶ εἰς τὰ μικτὰ δικαστήρια ἐν Γαλλίᾳ οἱ κύριοι Σπιθάκης καὶ Γιούπης. Ἡ ἀποζημίωσις ἡ παρεχομένη εἰς αὐτοὺς εἰς φράγκα Γαλλικὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ ἐνόμισα ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον, κατόπιν τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας μοῦ ἔδωκε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ συνάδελφος κ. Μπακόπουλος, νὰ τεθῇ διάταξις, ὥστε ὁ μισθός των νὰ εἶναι εἰς φράγκα Γαλλικὰ ὅσος εἶναι ὁ μισθός των ἐφόσον χρόνον παραμένουσιν ἐν Γαλλίᾳ.
§162Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Πόσας δραχμὰς ποὺ γίνονται τώρα φράγκα ἔπαιρναν οἱ κύριοι αὐτοί;
§163ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις. (Θόρυβος).
§164Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἀπαλείφω κατόπιν τῶν διαμαρτυριῶν καὶ ἀφίνω τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι.
§165Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐξεθέσατε, κύριε Ὑπουργέ, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Διακρίνω ὅμως ἐν τῇ τελευταίᾳ τροπολογίᾳ σας καὶ κάποιαν ἄλλην διάταξιν, ἐκείνην δηλαδὴ καθ’ ἣν οἱ ἰατροδικασταὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἐξομοιοῦνται πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν. Εἰς αὐτὸ θὰ ἐμμείνετε;
§166Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§167Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν λοιπὸν αὐτὴν ἔχω ἀντιρρήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑμῶν, διότι καὶ ἰδιαιτέρως, ὡς γνωρίζω, κατεκρίθη. Οἱ ἰατροδικασταὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἕως τώρα βαθμὸν δὲν εἶχον κανένα, διότι δὲν εἶναι κυρίως τακτικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὸ ἐπάγγελμά των, ἔχουν τὰς κλινικάς των, ἀλλ’ ἐπισκέπτονται ἐκ περιτροπῆς καὶ τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ λαμβάνουν παραγγελίας δι’ ἰατροδικαστικὰς ἐνεργείας. Ἐν Ἀθήναις, ὡς γνωρίζω, ὑπηρετοῦσι 4 ἰατροδικασταί. Ἐνῷ δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς ὥρισεν ὅπως ἕκαστος αὐτῶν προσέρχεται εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, κατὰ τὰς ἐργασίμους, ἐννοεῖται, ἡμέρας, οὕτως ὥστε νὰ ἀπασχολῶνται μὲ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην 12 ἢ 13 ἡμέρας κατὰ μῆνα ἐν συνόλῳ, δὲν συμμορφοῦνται οὔτε πρὸς τὴν διαταγὴν ταύτην πάντοτε. Ἕνεκα δὲ τῶν συχνῶν ἀπουσιῶν, ὡς μοὶ ἐδηλώθη ἐκ τῆς Εἰσαγγελίας, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοὺς ἔκαμεν ἔγγραφον παρατήρησιν, ἀλλὰ καὶ προφορικῶς τοὺς ἐπετίμησεν. Εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Πειραιῶς ὑπηρετοῦσι 2 ἰατροδικασταί, καθ’ ὅμοιον τρόπον, ὡς φρονῶ, ἐργαζόμενοι. Οἱ ἰατροδικασταὶ οὗτοι κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον τοῦ ἔτους 2920 ἠμείβοντο μὲ 400 δραχμὰς μηνιαίως, ἐνῷ τότε οἱ Πρωτοδίκαι ἠμείβοντο μὲ 700 καὶ οἱ Εἰρηνοδίκαι βʹ τάξεως μὲ 420, δηλαδὴ οἱ ἰατροδικασταὶ ἠμείβοντο ὀλιγώτερον τῶν Εἰρηνοδικῶν βʹ τάξεως, καὶ ὡς προανέφερα, δὲν εἶχον οὐδένα βαθμόν. Ἤδη ὅμως προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξομοιωθοῦν κατὰ βαθμὸν καὶ μισθὸν μὲ τοὺς Προέδρους καὶ Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν.
§168Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀφοῦ κάμνουν τὸν ἰατρόν, πῶς θὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ Εἰσαγγελεῖς;
§169Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἀφήσατε, κύριε συνάδελφε, νὰ συμπληρώσω, διότι καὶ ἐγὼ ἀπορῶ διὰ τοῦτο, καὶ θεωρῶ μάλιστα τὸ ζήτημα σπουδαῖον. Ὡς προανέφερα δέ, ἀντελήφθην ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις ἔτυχε τῆς γενικῆς κατακραυγῆς. Αὐτὸ μὲ ἐνισχύει ἐπὶ πλέον εἰς τὰς ἀντιρρήσεις μου. Ἔρχομαι λοιπὸν κατόπιν εἰς τὸν νόμον 2751 τοῦ 1922, ὅστις ἤμειβε τοὺς Πρωτοδίκας μὲ 1000 δραχμὰς μηνιαίως, τοὺς Εἰρηνοδίκας βʹ τάξεως μὲ 500 δρχ. καὶ τοὺς ἰατροδικαστὰς ἐπίσης μὲ 500. Ἐπηκολούθησε μετὰ ταῦτα τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς 26 Ἰανουαρίου 1923, τὸ ὁποῖον ηὔξησε κατὰ 70% τὰς ἀποδοχὰς τῶν δικαστικῶν, τῶν δὲ ἰατροδικαστῶν μόνον κατὰ 40% καὶ τοιουτοτρόπως ἐλάμβανον 850 δρχ., καθ’ ὃν χρόνον οἱ τέως λαμβάνοντες τὸν αὐτὸν μισθὸν ἐλάμβανον πολὺ περισσότερα. Αὐτό, ὡς ὑποθέτω, ἐγένετο ληφθέντος ὑπ’ ὄψει ὅτι ἤσκουν καὶ τὴν ἰατρικήν, παρεμπιπτόντως δὲ ἠσχολοῦντο εἰς τὴν ἰατροδικαστικήν. Ἐπίσης ἐλήφθησαν, ὡς ὑποθέτω, ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ λοιπὰ προσόντα των. Ἀλλ’ ἐνῷ οὕτως εἶχον τὰ ἀφορῶντα τὴν προηγουμένην καὶ τὴν ἐνεστῶσαν τῶν βοηθητικῶν τούτων ὑπαλλήλων τῶν Εἰσαγγελιῶν θέσιν, διατί νὰ σᾶς ἀποκρύψω καὶ ὅσα περὶ ἰατροδικαστικῶν ἐκθέσεων γενικώτερον γνωρίζω; Δύναμαι λοιπὸν μετὰ λύπης μου νὰ διαπιστώσω ὅτι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν καὶ ὀλίγα ἔκτροπα ἰατροδικαστικά, ὀφειλόμενα τὸ ὀλιγώτερον εἰς ἄγνοιαν στοιχειωδῶν πραγμάτων ἢ τελείαν ἀδιαφορίαν. Πρὸ ὀλίγων λ.χ. ἡμερῶν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Ἀθηνῶν, ὅπου συνέπεσε νὰ παρίσταμαι ὡς συνήγορος, εἶδον δύο ἐκθέσεις ἰατροδικαστικάς. Εἰς τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν ὁ συντάκτης της ἰατρὸς ἀπεφαίνετο ὅτι τὸ τραῦμα ἐπηνέχθη διὰ μαχαίρας εἰς δὲ τὴν ἄλλην ἕτερος συνάδελφός του ὅτι διὰ περιστρόφου ἐπηνέχθη τὸ αὐτὸ τραῦμα. Προκειμένου δὲ περὶ ἄλλου τραύματος ὁ μὲν εἷς ἰατρὸς ἀπεφαίνετο ὅτι ἦτο διὰ γκρᾶ, ὁ δὲ ἕτερος ὅτι ἦτο τραῦμα διὰ πιστολίου.
§170Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἦσαν ἰατροδικασταὶ αὐτοί;
§171Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ὄχι· ἐπρόκειτο περὶ ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν ἰατροδικαστικὰς ἐκθέσεις. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι καὶ οἱ ἐπαγγελλόμενοι τοὺς ἰατροδικαστάς, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, δὲν ἔχουν ἐξαιρετικὰ προσόντα. Οὔτε ἀπῃτήθησαν διὰ τὸν διορισμόν των τοιαῦτα. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῶν ἰατροδικαστῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ ἡ συζήτησις, δὲν βλέπω τὰ ἐξαιρετικὰ προσόντα των, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἄλλον λόγον ἐπιβάλλοντα ὡς δικαίαν τὴν κατὰ πέντε ὅλους βαθμοὺς διὰ μιᾶς πράξεως προαγωγήν των. Ἐπίσης καὶ κατὰ μισθόν. Λέγω τοῦτο, διότι, ἀφοῦ ἠμείβοντο τέως ὀλιγώτερον καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου βʹ τάξεως, ἂν τοὺς ἐξομοιώσωμεν μὲ αὐτοὺς κατὰ βαθμόν, μεσολαβοῦν οἱ βαθμοὶ Εἰρηνοδίκου αʹ τάξεως, δικαστικοῦ παρέδρου, Πρωτοδίκου καὶ ἀντιπροέδρου Πρωτοδικῶν, ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Προέδρου, ἰσουμένου μὲ τὸν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅστις προτείνεται δι’ αὐτοὺς ἤδη. Τοιουτοτρόπως δὲ καὶ ὁ μισθός των ὑπερτετραπλασιάζεται, διότι θὰ λάβουν τὸν ηὐξημένον μισθὸν τῆς νέας ταύτης θέσεως εἰς ἣν κατατάσσονται, ἐνῷ δὲν συμβαίνει τοῦτο διὰ τοὺς λοιποὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι καὶ ὡς μόνον ἐπάγγελμα ἔχουσι τοῦτο. Ἕτερον ἄτοπον τῆς τοιαύτης καταπληκτικῆς προαγωγῆς των εἰς θέσιν Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν εἶναι καὶ τὸ ὅτι οὔτε ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ δύναται νὰ τοῖς ἐπιβληθῇ ὅπως ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν των, ἀφοῦ θὰ εἶναι ὁμοιόβαθμός των, οὔτε ὁ ἀνακριτής, παρὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνουν ἐντολάς, διότι ὁ ἀνακριτὴς θὰ εἶναι ἐφεξῆς κατώτερός των, κατὰ μείζονα δὲ λόγον οἱ λοιποὶ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, ἤτοι οἱ τῆς Ἀστυνομίας καὶ οἱ Εἰρηνοδίκαι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους παραγγέλλουν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐκτέλεσιν ἰατροδικαστικῶν ἐνεργειῶν, διότι θὰ εἶναι πολὺ κατώτεροί των.
§172Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δέχομαι νὰ τοὺς δώσωμεν μισθὸν καὶ ἀποδοχὰς ἀντεισαγγελέως.
§173Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ ὑποχώρησίς σας αὕτη. Οἱ δικαστικοὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκεται ἡ ἐξομοίωσις τῶν ἰατροδικαστῶν πρέπει ν’ ἀσχολῶνται δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας μὲ τὴν ὑπηρεσίαν των καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀσχολοῦνται, οὐδένα δὲ ἄλλον ἐπαγγελματικὸν πόρον ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωσιν. Ἐπὶ πλέον εἰσῆλθον εἰς τὸν κλάδον καὶ κατέλαβον τὴν θέσιν αὐτὴν μὲ προσόντα πολὺ ἀνώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπῃτήθησαν διὰ τοὺς ἰατροδικαστάς. Ἐνῷ οἱ ἰατροδικασταί, ὡς προανέφερα, οὔτε τακτικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι, μετέρχονται δ’ ἐπὶ πλέον ἐλευθέρως τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ, ἔχοντες καὶ ἰδιαιτέραν πελατείαν. Δὲν ἀπῃτήθησαν δὲ διὰ τὸν διορισμόν των πολλὰ προσόντα. Ἂν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς βελτιωθῇ εἰς τὸ μέλλον ὁ κλάδος, τότε βεβαίως πρέπει νὰ γίνῃ ἄλλη σκέψις καὶ διὰ τὰς ἀποδοχάς των. Φρονῶ λοιπὸν δι’ ὅσων ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὅτι ἡ μὲν περὶ βαθμοῦ τῶν ἰατροδικαστῶν διάταξις πρέπει τελείως ν’ ἀπαλειφθῇ, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἀποδοχάς των νὰ γίνῃ αὔξησις ἀνάλογος πρὸς τὴν τῶν λοιπῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἂν θέλετε καὶ μεγαλειτέρα, ὄχι ὅμως τοιαύτη ὥστε νὰ παριστᾷ τὴν Συνέλευσιν ἀφειδῆ εἰς μισθοὺς καὶ βαθμούς, ἐφόσον μάλιστα τὸ μέτρον δὲν θὰ εἶναι γενικόν.
§174Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δέχομαι νὰ τοὺς ἐξομοιώσωμεν μὲ ἀντεισαγγελεῖς.
§175Σ. ΞΥΔΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἰατροδικασταὶ ἀσχολοῦνται καὶ εἰς ἰατρικὰ ἔργα.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἐλευθεριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§177Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις διὰ τοὺς ἰατροδικαστάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι οἱ ἰατροδικασταὶ τῶν Ἀθηνῶν ἔχουσι μόρφωσιν τελειοτέραν τῶν ἰατρῶν τῶν ἐπαρχιῶν. Οἱ ἰατροδικασταί, κύριε Ὑπουργέ, διορίζονται ἄνευ οὐδενὸς προσόντος. Θὰ λάβω ἄλλοτε ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ὑγειονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας ἐν γένει ἐν Ἑλλάδι, διότι φρονῶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει ἰατροδικαστικὴ οὔτε ἐν τῇ θεωρίᾳ οὔτε ἐν τῇ πράξει. Ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερεν ἓν περιστατικόν, ἐγὼ γνωρίζω πολλὰ τοιαῦτα. Μίαν φορὰν ἕνας συνάδελφος μὲ ἠρώτησεν ἐπὶ πόσον καιρὸν διατηρεῖται εἰς τὸν στόμαχον τοῦ κοριοῦ τὸ αἷμα τὸ ἀνθρώπινον. «Ἐγὼ, τοῦ λέγω, δὲν τὸ γνωρίζω. Ἂν θέλετε, κ. συνάδελφε, ὅταν θὰ ὑπάγω εἰς Ἀθήνας, νὰ κάμω ἓν πείραμα καὶ νὰ συμβουλευθῶ τὴν βιβλιογραφίαν καὶ νὰ σᾶς γράψω». Ἐκεῖνος μοῦ ἀπήντησεν ὅτι εἶπεν 7 ἡμέρας. Τότε τοῦ εἶπον ἐγὼ «πῶς τὸ εἴπετε;». Μοῦ ἀπήντησεν ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται ἡμεῖς οἱ ἰατροὶ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν ξέρομε αὐτὰ τὰ πράγματα». Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς μορφώσεως ἰατροδικαστῶν, ὄχι μόνον διὰ τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας. Πρὸς τοῦτο ἐγὼ, ὁ ὁποῖος εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ ἐξάσκησις ἰατροδικαστῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ· πρέπει νὰ γίνεται εἰς τὴν Εὐρώπην. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἰατροδικαστὰς τοὺς διωρισμένους εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν ἔχουν κανὲν περισσότερον προσὸν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὑγειονομικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς. Διὰ νὰ γίνῃ τις τμηματάρχης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ὑγιεινῆς, δηλαδὴ νὰ παίρνῃ μισθὸν 800 δραχμάς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξασκηθῆ εἰς τὴν μικροβιολογίαν καὶ μετὰ δύο ἔτη νὰ γίνῃ τμηματάρχης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ὑγιεινῆς, ὁ Διευθυντὴς τούτου παίρνει 1200 δραχ. Λοιπὸν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν ἰατροδικαστῶν. Συγχρόνως δὲ πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ νὰ ἐξασκοῦν τὸ ἰατρικὸν ἐπάγγελμα, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσουν εἰλικρινῆ ἔκθεσιν δι’ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον περιέθαλψαν καὶ ἀπεβίωσεν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς τὸ ἐπάγγελμά του ὁ ἰατροδικαστής.
§178Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα. Μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ ὑπάρχουν εἰς τὰς Ν. Χώρας καὶ μεταφραστικὰ γραφεῖα...
§179Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περιλαμβάνονται.
§180Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Πρόκειται περὶ εἰδικῶν μεταφραστικῶν γραφείων, τὰ ὁποῖα εἶναι δικαστικὰ γραφεῖα καὶ σκοπὸν ἔχουν νὰ μεταφράζουν τὰ δικαστικὰ ἔγγραφα. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ δήλωσις τοῦ κ. συναδέλφου μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρέπει νὰ τεθῇ εἰδικὴ διάταξις.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ προστεθῇ «καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν μεταφραστικῶν γραφείων». Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§182Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ κατὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ὑπερημύνθην μιᾶς τάξεως δεινοπαθούσης, ἡ ὁποία, ἂν καὶ κατέχει τὴν κατωτάτην βαθμίδα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τούτοις πρέπει νὰ τύχῃ προστασίας. Πρόκειται περὶ τῆς δεινοπαθούσης τάξεως τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπαντῶν εἰς σχετικὴν παρατήρησίν μου, ὑπεσχέθη ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ ὁλόκληρον σύστημα ὀργανώσεως τῆς τάξεως ταύτης. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ τὸ εἰσαγάγῃ, ἀλλ’ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ἐφόσον πρόκειται περὶ τῆς μισθοδοσίας, νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον δικαιοσύνης νὰ περιληφθῇ σχετικὴ διάταξις.
§183Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς ὑπεσχέθην ὅτι διὰ τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν θὰ θέσω τροπολογίαν καὶ τὴν ἔθεσα. Ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ὅ,τι εἶπον ἕως ἐδῶ τὸ ἐξετέλεσα. Σᾶς εἶπον ὅτι διὰ τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα δαπανῶνται διὰ τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς θὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλλωνται διὰ φοροσήμου. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι νὰ περιλάβω ἐνταῦθα τροπολογίαν ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, διότι θὰ σᾶς ὑποβάλω σχέδιον ὁλοκλήρου ὀργανισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκαθιστῶ ἰδιαίτερον Σῶμα ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων.
§184Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψιν νὰ ὑποβάλῃ. Ἐγὼ ὑπέβαλον τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω καταθέσει.
§185Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Μεγάλη καταφορὰ ἠγέρθη ἐναντίον τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἰατροδικαστῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Σήμερον παρέχεται εἰς αὐτοὺς εἷς μισθὸς δραχ. 620 κατὰ μῆνα, εἰς ποίους; Εἰς τοὺς ἰατροδικαστάς, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἡ Δικαιοσύνη. Κανεὶς ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ μὲ τὸν γλίσχρον αὐτὸν μισθόν, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν παρέχει εἰς αὐτοὺς οὔτε τὰ ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα οὔτε τίποτε ἄλλο περιπλέον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν μιᾶς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία καὶ κοπιώδης πολὺ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνος, διότι πολλάκις ἐπὶ κινδύνῳ τῆς ζωῆς των ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν των αὐτὴν καὶ θὰ ἠδυνάμην πολλὰ παραδείγματα νὰ ἀναφέρω. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§186Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφέτου δὲν εἶναι αὕτη τόσον ἀνάλογος ἀπέναντι ἄλλων. Ἐπειδή, ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν τῆς αὐξήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθοῦν ἀμφισβητήσεις οὐχὶ ἐξ ἀσαφείας τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐκ στρυφνῆς διατυπώσεως, γνωστῆς οὔσης ἐξ ἄλλου τῆς δυστροπίας περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν οἰκονομικῶν νόμων ἀνωτάτου λογιστικοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ διὰ νὰ μὴ γεννηθοῦν ἀμφισβητήσεις εἰς τὸ μέλλον, προτείνω, κ. Ὑπουργέ, ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον προσαρτηθῇ καὶ ὁ ἔντυπος πίναξ τῶν γινομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐξήσεων, αἵτινες συμφώνως πρὸς αὐτό, ἔχουσιν ὑπολογισθῆ, καὶ οὕτω μὴ γεννᾶται οὐδεμία ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ τί ἕκαστος δικαστικὸς δικαιοῦται λαμβάνειν.
§187Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ γίνῃ παρακαλῶ δήλωσις εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ὅτι ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ ἐκτυπωθῇ δὲ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου προσαρτώμενος εἰς αὐτὸ ὁ διανεμηθεὶς πίναξ τῶν αὐξήσεων.
§188Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῶσιν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οἱ δικαστικοὶ καὶ νομικοὶ σύμβουλοι.
§189Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐδέχθη τὰς ἐπιδοκιμασίας τῆς Συνελεύσεως, ἀφορᾷ τὸν μισθὸν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· ἑπομένως ἐντὸς τοῦ κύκλου αὐτῶν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν. Ὅλαι αἱ ἄλλαι συστάσεις θὰ ἐξετελοῦντο μόνον ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τῶν δικαστικῶν συμβούλων καὶ ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως περιλάβῃ μόνον τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, τοὺς νομικοὺς συμβούλους καὶ τοὺς δικαστάς.
§190Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ δικαστικὸς σύμβουλος εἶναι δικαστής· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τύχῃ τῶν αὐξήσεων. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι αὐτὸς λαμβάνεται ἀπὸ τοὺς Ἐφέτας. Τὴν στιγμὴν ἑπομένως κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ μειωμένον μισθὸν κανεὶς ἐκ τῶν Ἐφετῶν δὲν θὰ δέχεται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζερβὸς ἔχει τὸν λόγον.
§192ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ζήτημα ἔληξε.
§193ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν ἔληξε διότι ὡμιλήσατε σεῖς. Δὲν ἔχετε τὸ μονοπώλιον τοῦ λόγου σεῖς. Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς, διότι πρόκειται περὶ ἰατρῶν καὶ ἰατρικοῦ ζητήματος. (Θόρυβος).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ πρὸς τί ὁ θόρυβος αὐτός. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;
§195ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν ἰατροδικαστῶν εἶναι ἐξαιρετικῆς σημασίας, διότι δὲν ἔχομεν ἰατροδικαστὰς εἰδικῶς σπουδάσαντας. Ἐν ᾗ περιπτώσει, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δώσητε εἰς τοὺς ἰατροδικαστὰς τὸν μισθὸν τοῦ Ἀντεισαγγελέως ἢ τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπαγορεύσητε εἰς τοὺς ἐπιστήμονας τούτους νὰ ἐξασκῶσι τὸ ἰατρικόν των ἐπάγγελμα.
§196ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἀσυμβίβαστον;
§197ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀσυμβίβαστον, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε· διότι, ἂν εἶναι ἰατροδικαστὴς καὶ κάμῃ μίαν νεκροψίαν σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ τὴν αὐτὴν ἡμέραν μίαν ἐγχείρησιν ἢ μίαν ἐμβρυουλκίαν. Εἶναι ἄδικον ὁ μὲν Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν νὰ ἐργάζωνται καθ’ ὅλον τὸ μηνιαῖον διάστημα διὰ νὰ παίρνουν τὸν αὐτὸν μισθόν, ὁ δὲ συνάδελφός των ἰατροδικαστὴς νὰ ἐργάζεται τὸ τρίτον τοῦ μηνὸς μὲ τὰς αὐτὰς ἀποδοχάς. Δὲν εἶναι τοῦτο ὀρθὸν οὐδὲ δίκαιον εἶναι. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἰατροδικαστῶν. Ἰατροδικαστὰς δὲν ἔχομεν καὶ τοῦτο εἶναι φοβερόν. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔχει ἀνάγκην ἰατροδικαστῶν. Ἰατροδικαστὰς δὲν ἔχομεν καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὰς ἰατροδικαστικὰς ἐκθέσεις ὄχι μόνον τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς Ἀθήνας νὰ ἀνασκευάζωνται καθ’ ἑκάστην καὶ νὰ μὴ ἀποτελῶσι στοιχεῖα θετικὰ καὶ ἀναμφισβήτητα· διότι οἱ ἰατροδικασταί μας δὲν ἔχουσι σπουδάσει εἰδικῶς ἰατροδικασταί· διότι ἡ ἰατροδικαστικὴ ἕδρα τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἔχει φροντιστήριον ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀσκοῦνται εἰδικοὶ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι κατόπιν εἰδικῶν σπουδῶν καὶ πείρας εἰδικῆς νὰ εἶναι εἰς θέσιν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χημικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μικροσκοπικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως παθολογικῆς ἀνατομικῆς νὰ παρέχωσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει ἀνάγκην ὁ δικαστὴς διὰ νὰ δύναται νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἔγκυρον καὶ ἐπιστημονικῶς ἀρτίαν. Τελευτῶν λέγω ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἂν θέλετε νὰ ἐξομοιώσετε τοὺς ἰατροδικαστὰς μὲ Πρόεδρον καὶ Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν, νὰ τοὺς ἐξομοιώσετε, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀφαιρέσετε ὅμως ταυτοχρόνως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος, διὰ νὰ δύνανται τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐλεύθεροι, νὰ τὸ διαθέτωσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν εἰδικῶν σπουδῶν των. Ἐν ᾗ περιπτώσει τοῖς χορηγήσετε τὸν βαθμὸν καὶ μισθὸν Προέδρου ἢ Εἰσαγγελέως ἢ Ἀντεισαγγελέως, βεβαίως θὰ ἱκανοποιήσετε τοὺς συναδέλφους τούτους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσετε τὴν προσοχήν σας, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἐντὸς ὀλίγου ἰατροδικαστὰς ἱσταμένους εἰς τὸ ὕψος των, ἔχοντας ὅλα τὰ ἐπιστημονικὰ ἐφόδια καὶ τὴν ἀναγκαίαν πεῖραν, διότι ἡ πρωτεύουσα ἑνὸς Κράτους 6.000.000 νὰ στερῆται ἰατροδικαστῶν εἶναι φοβερὸν καὶ ἀπαίσιον ἀπὸ πλείστας ἀπόψεις. Ἂν φροντίζωμεν μόνον νὰ δίδωμεν μισθοὺς καὶ βαθμούς, χωρὶς νὰ ζητῶμεν καὶ προσόντα καὶ εἰδικὴν μόρφωσιν καὶ εἰδικὰς σπουδὰς καὶ πεῖραν εἰδικήν, δὲν θὰ ἔχωμεν οὐδὲ ἐντὸς τοῦ τριμήνου οὐδὲ ποτὲ ἰατροδικαστάς, τῶν ὁποίων ὅμως τόσον ἐπείγουσαν ἀνάγκην ἔχει ἡ Κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κόρακας ἔχει τὸν λόγον.
§199Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν θὰ στενοχωρήσω οὐδὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν κατ’ ἀντίθεσιν τῶν λοιπῶν ἀγορευσάντων. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαλείψῃ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1, διότι ἀρκετὰ ἔχουν αὐξηθῇ τὰ τέλη συμβολαιογράφων καὶ ὑποθηκοφυλάκων καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβάλλεται καὶ νέα φορολογία ἐπὶ τοῦ λαοῦ. Ἄλλως τε δὲν ἁρμόζει καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὄχι φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§201Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Πολιτεία διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν εἰς κέντρα πολυδάπανα, εἰς κέντρα μεγάλα, ἤτοι Ἀθήνας, Πειραιᾶ, Πάτρας, Θεσσαλονίκην καὶ Ἀδριανούπολιν, ἔταξεν ἰδιαίτερα ἐπιδόματα· δηλαδὴ ἔταξε τὸ ἐπίδομα τῆς διαμονῆς καὶ τὸ ἐπίδομα τῆς κατοικίας, ἐπὶ πλέον τῶν ἄλλων ἐπιδομάτων τὰ ὁποῖα λαμβάνουν ὅλοι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Δηλαδή, ἐνῷ ὅλοι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι λαμβάνουν τὸ ἐπίδομα τῶν οἰκογενειακῶν βαρῶν, 10% δι’ ἕκαστον τέκνον, σύζυγον καὶ χήραν μητέρα, καὶ τὸ ἄλλο ἐπίδομα τῶν τριετιῶν τὰς ὁποίας ἔχουν ὑπηρετήσει, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς δικαστικοὺς οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὰ μέρη αὐτά, Ἀθήνας, Πειραιᾶ, Πάτρας, Θεσσαλονίκην, τάσσει καὶ δύο ἄλλα ἐπιδόματα, τὸ τῆς διαμονῆς καὶ κατοικίας, ἀνὰ 20%, καὶ συνεπῶς οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ λαμβάνουν 40% ἐπὶ πλέον τοῦ πίνακος. Ἐξεταστέον τώρα, τὰ ἐπιδόματα αὐτὰ τὰ δύο τὰ ἀναμφισβήτητα θὰ τὰ λαμβάνουν καὶ οἱ ἰατροδικασταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν μετετέθησαν ἐδῶ, ἀλλ’ ἐξασκοῦν ἐδῶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων αὐτῶν τὸ ἐπάγγελμά των; Ἄν τὰ λαμβάνουν, ἀκούσατε τί θὰ λαμβάνουν, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τί ψηφίζομεν τοὐλάχιστον. Ὡς Ἀντεισαγγελεῖς θὰ λαμβάνωσι δρ. 2.760 καὶ 40% διὰ διαμονὴν καὶ κατοικίαν δρ. 1.128, ἐν ὅλῳ δρ. 3.888. Ἀλλὰ δὲν θὰ λαμβάνωσι μόνον αὐτά.
§202ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι τὰ 40% εἶναι ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ μισθοῦ, ὅπως ὅλα τὰ ἐπιδόματα ἀνεξαιρέτως.
§203Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπὶ τῶν 2.760. Καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Κρεμεζῆ, ἡ ὁποία μοῦ ἐγένετο, εἶναι πολὺ σοφὴ διὰ νὰ δώσῃ τὴν πρέπουσαν ἑρμηνείαν ὁ κ. Ὑπουργός. Λοιπὸν θὰ λαμβάνωσι 3.888 δραχ. Καὶ δὲν θὰ λαμβάνωσι μόνον αὐτάς· θὰ λαμβάνωσι καὶ τὰς τριετίας· ἂν δηλ. ἔχουν προϋπηρεσίαν, θὰ λαμβάνωσιν ἄλλα 10%· ἀλλ’ ὄχι μόνον αὐτά· θὰ λαμβάνωσι καὶ ἄλλα 10% δι’ ἕκαστον τέκνον, τὴν σύζυγον καὶ τὴν χήραν μητέρα. Καὶ ἂν συμπίπτῃ νὰ ἔχωσι πενταμελῆ οἰκογένειαν, θὰ λαμβάνωσι 50% παραπάνω. Τώρα ψηφίσατέ τα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§205Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ αἰτιολογία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις τῶν δικαστῶν πρὸς ἀνύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει τὸ βέτο πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν προτεινομένων αὐξήσεων, τηρεῖ ἄψογον στάσιν, μὴ ἐννοῶν νὰ εἴπῃ οὐδὲ λέξιν ἐπὶ τῶν αὐξήσεων. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ σιωπὴ αὕτη μὲ τρομάζει καὶ μὲ ἐμβάλλει εἰς σοβαρὰς ἀνησυχίας.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλμοῦχος ἔχει τὸν λόγον.
§207Π. ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἰατροδικαστῶν. Ἂν πρόκειται νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἄσκησις τοῦ ἐπαγγέλματός των, τότε πρέπει νὰ εἶναι αἱ ἀποδοχαί των ἀνώτεραι τοῦ Ἀντεισαγγελέως διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸν κλάδον, ἂν δὲ πρόκειται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄσκησις, πρέπει νὰ λαμβάνωσι μισθὸν τμηματάρχου.
§208Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν Πλημμελειοδικῶν μᾶς κατέστησε γνωστὸν ὅτι οἱ ἰατροδικασταὶ δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παραγγελιῶν καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ ἀσκῶσι τὸ ἐπάγγελμά των, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν προφθάνουν. Ἐκ τῶν 6 ἰατροδικαστῶν οἱ 4 ὑπηρετοῦν ἐν Ἀθήναις καὶ οἱ 2 ἐν Πειραιεῖ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζομεν τὴν ἀποκάλυψιν πολλῶν ἐγκλημάτων καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπολογίζομεν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιαι αἱ ἐγερθεῖσαι ἀντιρρήσεις προκειμένου νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς βαθμὸν καὶ ἀποδοχὰς Ἀντεισαγγελέως. Σημειώσατε ὅτι διωρίσθησαν ἰατροδικασταὶ διὰ διαγωνισμοῦ.
§209Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζόπουλος λέγει ὅτι λαμβάνουσι μισθὸν Εἰσαγγελέως. Θὰ λαμβάνουν καὶ ἐπίδομα;
§210Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). 50% ἐπὶ τοῦ μηνιαίου μισθοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικίου εἶναι ἄσχετον.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§212Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων παρὰ ταῖς Ἐφορίαις νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἐξαιρεθῶσιν οὗτοι, εἰδικῶς δὲ ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος παρὰ τῇ Ἐφορίᾳ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος κάμνει καλυτέραν ἐργασίαν ἀπὸ τοὺς νομικοὺς συμβούλους. Δύνασθε νὰ ὑπάγετε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ θὰ ἐκπλαγῆτε ἀπὸ τὴν ἐργασίαν. Πρέπει, κ. Ὑπουργέ, νὰ περιληφθῇ τοὐλάχιστον καὶ ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος παρὰ τῇ Ἐφορίᾳ Ἀττικῆς, διότι ἔχει τὰς σπουδαιοτέρας φορολογικὰς ὑποθέσεις.
§213Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ἐξεκαθάρισε 3000 ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας εὗρεν ἐκκρεμεῖς.
§214Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Μπακόπουλον ὁ ὁποῖος ἐπενέβη. Πράγματι ὑπῆρχον 3000 φορολογικαὶ ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἐδίκασεν οὗτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι προέρχονται ἐξ Ἐφετῶν. Δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἔχομεν νομικοὺς συμβούλους ἀπὸ δικηγόρους. Προσέθηκεν ὅτι ἀπειλοῦν οἱ νομικοὶ σύμβουλοι νὰ ἐγκαταλείψουν τὰς θέσεις των. Νομίζω ὅτι οἱ νεώτεροι νομικοὶ σύμβουλοι εἶναι ἐκ τῶν δικηγόρων καὶ πολὺ εὔκολον εἶναι νὰ ἀντικατασταθοῦν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§216Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει καὶ ἐγὼ τροπολογίαν διὰ τοὺς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους, ἥτις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Παρ’ ἐλπίδα τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα ὅτι δὲν γίνεται δεκτή. Δὲν γνωρίζω τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἰδέας ταύτης, ἀλλ’ ἐγὼ μᾶλλον νομίζω ὅτι καὶ ἀπὸ οἰκονομικὴν ἄποψιν ἂν τὸ κρίνῃ κανείς, εἶναι πλῆγμα κατὰ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπου οἱ δικηγόροι ὑπερασπίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, αἱ ὑποθέσεις καταστρέφονται δι’ ἔλλειψιν καλῆς ὑπερασπίσεως, ἐνῷ εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, ἐπειδὴ τὰς ὑπερασπίζονται οἱ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι, αἱ ὑποθέσεις κερδίζονται καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθε μεγάλη οἰκονομία εἰς τὸ Δημόσιον. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέβαλλε τοὺς πίνακας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνεται ἡ πληρωμὴ εἰς τοὺς δικηγόρους καὶ παρέβαλλε καὶ τοὺς μισθούς, θὰ ἔβλεπε τὴν οἰκονομίαν ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ Δημόσιον.
§217Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ εἶμαι εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας ἀρχικῶς.
§218Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐγκατελείψατε εἰς τὴν ἐφαρμογήν. Ἂν ἐμελετᾶτο τὸ ζήτημα ὑπὸ ἔποψιν συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, θὰ ἦτο ἡ πρώτη τροπολογία ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτή, διότι ἀφίνονται ἔκθετα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι πρόκειται περὶ τριῶν μόνον θέσεων δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν μισθὸν Παρέδρου. Ἐρχόμεθα εἰς τοὺς εἰσηγητὰς τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων. Ἠκούσθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Κούτρα ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, ἐνῷ αὐτοὶ ἀνήκουν εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Δικαστικοῦ καὶ δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἐκτελοῦσι, λαμβάνουν μέρος εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ λέγουν ὅτι εἶναι οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι. Διὰ νὰ γίνῃ δέ τις εἰσηγητὴς πρέπει νὰ εἶναι Πρωτοδίκης ἢ νὰ ἔχῃ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ὡς δικηγόρος. Καὶ ἔρχεται τὸ ζήτημα ὅτι δὲν πρέπει αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι νὰ περιληφθοῦν, διότι δὲν ἐκτελοῦν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ βλέπω ὅτι οἱ ἰατροδικασταὶ θὰ ἀμείβωνται μὲ 1000 δρ. τὸν μῆνα ἐξομοιούμενοι μὲ Ἀντεισαγγελεῖς. Σᾶς ἐρωτῶ: Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ δικαστῶν καὶ ἰατροδικαστῶν; Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία αὐτή, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἀφεθοῦν ἔκθετα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§219Γ. ΛΟΥΠΙΝΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον 1883 ἐξομοιοῦται κατὰ τὸν μισθὸν καὶ τὸν βαθμὸν μὲ Πρωτοδίκην ὁ γραμματεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐδῶ τὸν ἔχετε μὲ 900 δραχ., ἐνῷ ὁ μισθὸς τοῦ Πρωτοδίκου εἶναι 1000.
§220Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 4 Ἰουλίου 1923 ἕνα τμῆμα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔγινε δικαστικὸν Σῶμα, ἀποτελεῖται δὲ τὸ Σῶμα αὐτὸ ἀπὸ ἕνα διευθυντήν, τρεῖς ἐλεγκτάς, δέκα εἰσηγητὰς καὶ δύο λογιστάς. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀσχολοῦνται εἰς καθαρῶς δικαστικὰς ὑποθέσεις, πολλοὶ δὲ ἐξ αὐτῶν ἦσαν δικασταί.
§221Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχουν θέσεις δικαστῶν ἃς πᾶνε εἰς τὰς θέσεις των.
§222Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὅπως ἔχει διὰ τοὺς ἰατροδικαστάς. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι οἱ ἰατροδικασταὶ διορίζονται κατόπιν διαγωνισμοῦ, οὔτε ἐπίσης εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἀπασχολοῦνται ὅλην τὴν ἡμέραν. Οὔτε δύο ὥρας δὲν ἀπασχολοῦνται· ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτοῦ θὰ δημιουργηθῇ ἓν προηγούμενον κακόν, δηλ., ἐνῷ οἱ ἰατροὶ τῶν ἄλλων κλάδων θὰ διορίζωνται μὲ βαθμὸν γραμματέως καὶ θὰ προχωροῦν ἕως ὅτου φθάσουν εἰς τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα, οἱ ἰατροδικασταὶ θὰ διορίζωνται ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ Εἰσαγγελέως.
§223Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀξίωσις τοῦ ἰατρικοῦ Σώματος.
§224Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ τὸ κάμετε δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους.
§225Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἰατροδικασταὶ εἶναι ἐμπειροτέχναι καὶ διὰ νὰ κάμῃ τὸ Δημόσιον οἰκονομίαν παίρνει τὸν τυχόντα.
§226Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἠξεύρω περιστατικὸν ποὺ ἔμεινε πτῶμα 8 ἡμέρας καὶ δὲν εὑρίσκετο ἰατρός. Ὁ θεσμὸς τῶν ἰατροδικαστῶν εἶναι ὁ σπουδαιότερος τῶν θεσμῶν.
§227Δ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένῃ εἰς τὸν μισθόν, πρέπει νὰ τοὺς ἀπαγορεύσῃ νὰ ἐξασκῶσι τὸ ἰατρικὸν ἐπάγγελμα. Ἄλλως τε καὶ οἱ δικηγόροι οἱ ὁποῖοι γίνονται δικασταὶ δὲν κάμνουν καὶ τὸν δικηγόρον.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνδρεάδης ἔχει τὸν λόγον.
§229Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβεν ὡς βάσιν διὰ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἰατροδικασταὶ ἔχουσι διαρκῆ ἀπασχόλησιν.
§230Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Ἐγὼ τὸ ἀμφισβητῶ.
§231Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Ἐγὼ παίρνω τὸν μέσον ὅρον ὅτι ἀσχολοῦνται. Ὁπωσδήποτε εἶναι γνωστὸν ὅτι, ὅταν εἷς ἰατροδικαστής ἀσχολῆται ὁπωσδήποτε, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του καὶ νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν πελατείαν του· θὰ στηρίζεται κυρίως ἐπὶ τοῦ μισθοῦ του. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας ὅτι ὁ ὑπάλληλος πρέπει νὰ πληρωθῇ καλὰ διὰ νὰ ζήσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν, διότι οὔτε εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἰατροὺς ἀπαγορεύεται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσάρος ἔχει τὸν λόγον.
§233Λ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅλοι ἔχομεν τὴν καλὴν διάθεσιν καὶ τὴν πρόθεσιν νὰ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ γίνεται κατάχρησις. Διότι μοῦ φαίνεται περίεργον πῶς οἱ ἰατροδικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἠμείβοντο μὲ μισθὸν Εἰρηνοδίκου δʹ τάξεως ὁρίζεται τώρα διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ὅτι θὰ μισθοδοτοῦνται ὅσον καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς.
§234Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδέχθην τὸν μισθὸν τοῦ Ἀντεισαγγελέως.
§235Λ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ. Ἔστω καὶ Ἀντεισαγγελέως. Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικὴ εὔνοια διὰ τοὺς ἰατροδικαστάς. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὰς αὐξήσεις τῶν δικαστικῶν. Τίνα σχέσιν ἔχουσιν οἱ ἰατροδικασταί; Ἀλλὰ ἔστω ὅτι θέλετε νὰ αὐξήσετε καὶ τὸν μισθὸν αὐτῶν. Αὐξήσατέ τον· θέλετε 20%, 30%, 40%; Καλά· ὄχι ὅμως νὰ τοὺς ἐξομοιώσητε μὲ Εἰσαγγελεῖς ἢ Ἀντεισαγγελεῖς.
§236Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ τοὺς ἐξομοιώσωμεν μὲ Παρέδρους, διὰ νὰ συμβιβάσωμεν τὰς διισταμένας ἀπόψεις.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰακωβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§238Β. ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ. Μέσα εἰς τὴν δίνην αὐτὴν ἡ ὁποία κρατεῖ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ περιβάλωμεν ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους μὲ τὴν δικαστικὴν τήβεννον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκουσθῇ καὶ μία φωνὴ οἰκονομίας. Λοιπὸν εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ συζητουμένου ἄρθρου συμπεριελήφθη, κατόπιν παρακλήσεως πολλῶν πληρεξουσίων, ἐν οἷς καὶ ἐγώ, συμπεριελήφθη, λέγω, εἰς τὰς αὐξήσεις καὶ τὸ κατώτερον δικαστικὸν προσωπικόν. Καὶ ἐνῷ γίνεται λόγος περὶ τῆς αὐξήσεως, δὲν γίνεται λόγος περὶ τῶν ἐξ ἀντιγράφων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔπαιρνον οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐρωτῶ: Αὐτὰ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔπαιρνον οἱ ὑπάλληλοι ἐξ ἀντιγράφων θὰ τὰ λαμβάνουν;
§239Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω ἕτοιμον νὰ καταθέσω καὶ τὸ καταθέτω τώρα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως σχέδιον νόμου «περὶ ἀντιγραφικῶν δικαιωμάτων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ προσθέτων ἐπιδομάτων». Δι’ αὐτοῦ τὰ ἀντιγραφικὰ δικαιώματα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἰσπράττονται δυνάμει εἰδικοῦ τέλους ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἡρακλείδη, καθ’ ἣν «ὁ γραμματεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξομοιοῦται κατὰ βαθμόν, μισθὸν καὶ ἀποδοχὰς πρὸς Πρωτοδίκην».
§241Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γίνεται δεκτή. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγιγνώσκεται).
§243Α. ΠΡΕΚΑΣ. Ἡ δήλωσις εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἀναγκάζει νὰ παρακαλέσω τόσον αὐτὸν ὅσον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ἑξῆς ζήτημα. Ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὁ Πρόεδρος καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξομοιοῦνται κατὰ βαθμὸν καὶ μισθὸν πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν θὰ εὕρητε μισθὸν ὡρισμένον διὰ τὸν Πρόεδρον καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου. Σήμερον διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποκλείονται. Λοιπὸν θὰ ἦτο ἀνάγκη ἢ νὰ καθορίσωμεν ἕνα μισθὸν νέον διὰ τὸν Πρόεδρον καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἢ νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἰσχύει συνεχῶς μέχρι σήμερον, δηλ. ὁ μισθὸς καὶ ὁ βαθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ Σῶμα δικαστικὸν ὑπάτου προορισμοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαρτῶνται ὕψιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα, εἶναι ὁ αὐτὸς μὲ τὸν Πρόεδρον καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως τὴν προσθήκην βʹ παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 2, καθ’ ἣν «διὰ τὸν Πρόεδρον καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τὸν παρ’ αὐτῷ Γενικὸν Ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας ἰσχύουσι τὰ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ τοῦ βαθμοῦ καὶ μισθοῦ αὐτῶν ὁριζόμενα». (Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν τροπολογίαι τῶν κ. κ. Σ. Ἀναστασιάδη, Ι. Γιαμούζη, Θ. Κωτούλα, Α. Πρωτοσυγκέλλου, Σ. Θεοδωροπούλου, Θ. Παπαϊωάννου, Λ. Κουτσοπετάλου καὶ Α. Ἀκρίδα. (Ἀναγιγνώσκονται καὶ ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Κ. Πετρίδου διὰ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας. (Ἀναγιγνώσκεται καὶ ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέλος ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἐλευθεριάδου, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἰατροδικαστὰς ἡ ἄσκησις τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος. (Ἀναγιγνώσκεται καὶ ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως).
§247Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία;
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὂχι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2, ἀναγιγνώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 3 καὶ 4).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν ἐπελθουσῶν τροπολογιῶν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1923 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.».
§250Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κ. Πρόεδρε, ἀφορᾷ τὴν πραγματοποίησιν μιᾶς ὑποσχέσεως δοθείσης παρὰ τοῦ ἐπισήμου Κράτους διὰ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου ἰδίᾳ εἰς ὡρισμένην τάξιν ἐγκληματιῶν. Ὑπεσχέθη δηλ. ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως δι’ ἐγκυκλίου του ὅτι, ἂν προσέλθουν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας οἱ καταδιωκόμενοι, θὰ λάβῃ τὸ Κράτος μέτρα ἐπιεικείας. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ προσῆλθον καὶ τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ταῦτα.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγιγνώσκεται).
§252Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ ἀμνηστίας, τοῦ ὁποίου διὰ τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου ἀποσκοπεῖται ἡ συμπλήρωσις, ὑπάρχει μία ἀτέλεια, ἡ ἑξῆς: Ἠγέρθησαν πολιτικαὶ ἀγωγαὶ πρὸς ἀπόληψιν ζημιῶν. Πρὸς ἀσφάλειαν αὐτῶν ἐλήφθη συντηρητικὸν μέτρον, ὅπως αἱ ἐγερθεῖσαι ἀγωγαὶ διαγραφῶσιν. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα δὲν προνοεῖ τί γίνονται αἱ ἐνεργηθεῖσαι δίκαι καὶ ἐκκρεμοῦσαι ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Διὰ νὰ μὴ ἐγερθῶσιν ἀμφιβολίαι ἐν τῇ πράξει περὶ τούτων παρακαλῶ νὰ ληφθῇ σχετικὴ μέριμνα. Πρὸς τοῦτο καταθέτω καὶ τροπολογίαν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Καλέλλης ἔχει τὸν λόγον.
§254Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν κλπ. σχέσιν ἔχει μὲ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτοῦ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἴσαι εἰς πάντας, διότι, ὡς ἔχουν ἤδη αἱ διατάξεις τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, θὰ ἴδητε ὅτι εἰς πλεῖστα δικαστήρια οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς παρέσχον μὲ τὸ σταγονόμετρον τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναστολῆς, ἐνῷ ἀλλαχοῦ μετὰ περισσοτέρας ἐλευθεριότητος παρέχεται τοῦτο. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ὑπάρχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι ὅλως διόλου συγκρούονται πρὸς ἀλλήλας. Ἐνῷ ἐπὶ παραδείγματι ἔγκλημα τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται μὲ τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν παραγράφεται, ἄλλα ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται μὲ πολὺ ὀλιγωτέραν φυλάκισιν δὲν παραγράφονται. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Ἐπίσης, κ. συνάδελφοι, ἐνῷ ἐλήφθη μέτρον ἄκρως ἐπιεικὲς ὑπὲρ τῶν ληστῶν καὶ ἐνῷ πλεῖστοι λησταὶ εὑρίσκονται ἐλεύθεροι καὶ ἔξω τῶν φυλακῶν, παρατηρεῖται τὸ σύνηθες φαινόμενον οἱ λησταὶ αὐτοὶ νὰ ἐπισκέπτωνται εἰς τὰς φυλακὰς ἀνθρώπους καταδικασθέντας ἐπὶ ὑποθάλψει αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν ὅπως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ληφθῇ μέριμνα.
§255Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Χωρὶς πολλὴν σκέψιν θὰ ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν, ἐφόσον ὁ ληστὴς ἐφονεύθη ἢ συνελήφθη.
§256Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἢ ἠμνηστεύθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4).
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ἐζήτησε πρῶτος τὸν λόγον ὁ κ. Ξηρός.
§258Ν. ΞΗΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ γίνωνται, κ. Ὑπουργέ, μακρηγορίαι, ὑποβάλλω ἀμέσως τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Ἡ πρώτη παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω εἶναι ὅτι εἰς τὸ ἄρθρ. 10 τοῦ Διατάγματος κηρύσσονται παραγεγραμμένα καὶ ἐξαιροῦνται ἐκ τῶν πλημμελημάτων Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς αὐτὰ τὰ ἐξαιρούμενα καὶ τὸ τῆς ἀποπλανήσεως.
§259Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Δὲν τὴν δέχομαι.
§260Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 11 λέγονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος 1139 τῆς 4 Ἰανουαρίου 1918 περὶ συμπληρώσεως....κλπ.», δηλ. πρόκειται περὶ δύο τριῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὰς παρουσιάσεις ἐνώπιον τῶν Εἰσαγγελέων. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Διατάγματος ὁρίζεται ὅτι διὰ τοὺς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποδημήσαντας, ἂν κατεδικάσθησαν ἐρήμην....
§261Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ἀσχέτως πρὸς ποινήν. Δεκτόν.
§262Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 24, κ. Ὑπουργέ, διατυποῦται ὅτι «εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀδίκημα διεπράχθη πρὸ 15ετίας...». Τοῦτο εἶναι σκληρὸν καὶ οὐχὶ συνᾷδον πρὸς τὰ περὶ παραγραφῆς τῶν ἀδικημάτων θεσπισμένα, ὥστε νὰ ἐνδεικνύηται νὰ περιορισθῇ εἰς 10ετίαν, διότι 10ετία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν παραγραφὴν καί, ὡς εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, νὰ τεθῇ καὶ ἐδῶ διὰ τὸ ὅμοιον 10ετία.
§263Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Τὸ ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς εἰδικωτέρου καὶ ἁρμοδίου. Ἂν ἐγὼ εἶχον ἁρμοδιότητα ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, θὰ σᾶς ἔλεγον τοῦτο, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ αἴσθημα τῆς Δικαιοσύνης· ἀποτελεῖ σχεδὸν ἀναστολὴν διώξεως τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τῶν εἰς βαθμὸν πλημμελήματος καὶ ἐπιβάλλεται ἡ αὐστηροτέρα κρίσις τῶν πράξεων τῶν εἰς βαθμὸν κακουργήματος. Τάσσεται 20ετὴς προθεσμία διὰ τὴν παραγραφὴν τοῦ κακουργήματος. Ἐγὼ θὰ ἤμην διατεθειμένος εἰς εὐρυτάτην ἀποδοχήν, ἀλλ’ εἶναι ἔργον μᾶλλον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§264Ν. ΞΗΡΟΣ. Τότε νὰ προσέλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναπτύσσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν ἔχει καμμίαν σπουδαιότητα.
§265Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Καλύπτεται μὲ μίαν ἄλλην τροπολογίαν.
§266Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὴν ἔχω μέσα· ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι αὐτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξω ἀμέσως...
§267Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Καὶ ὁ κ. Γόντικας ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ὅτι ἀναστέλλεται ἐπίσης διὰ πράξεις λαβούσας χώραν πρὸ 10ετίας.
§268Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτὸ ὑποστηρίζω, ἂν τὸ δέχεσθε. Ἂν διὰ τοὺς καταδικασθέντας ἐρήμην εἶναι δεκτὴ ἡ 10ετία, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ εἶναι καὶ διὰ τοὺς δικασθέντας, διότι δι’ αὐτοὺς ἰσχύει ἡ παραγραφή. Ἡ τελευταία τροπολογία τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ἀναστέλλεται πᾶσα δίωξις ἐπὶ πράξεων, ἔστω καὶ εἰς βαθμὸν κακουργήματος, πλὴν τῆς ἀνθρωποκτονίας καὶ λῃστείας, ἐφόσον παρῆλθον ἀπὸ τῆς τελέσεως 10 ἔτη καὶ δὲν ἐγένετο δικαστική τις ἐνέργεια ἐπ’ αὐτῶν, εἴτε γενομένη ἐπέτρεψε προσωρινῶς....
§269Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ἐμέ, κ. συνάδελφε, ἐνδιαφέρει κυρίως νὰ καλυφθῇ ἡ ἠθικὴ ἀνάγκη ἣν ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Κράτους ἐδημιούργησεν, ὡς Ὑπουργὸν διαδεχθέντα τὸν δώσαντα τὴν ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ καὶ ὡς πληρεξούσιον Κρήτης μὲ ἐνδιαφέρει ἡ ὑπό τινων συναδέλφων μου Κρητῶν ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἀναφορικῶς πρὸς τὰ ἐν Κρήτῃ διαπραχθέντα ἀδικήματα. Πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων. Πρόκειται περὶ περιπτώσεων καθ’ ἃς εἴτε προεκάλεσεν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἴτε ὑπεστήριξεν εἴτε ὑπέθαλψε καὶ διηυκόλυνε τὸ ἔγκλημα αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος παρεκτρεπόμενον ἢ ἐγκληματοῦν. Εὐκόλως ἐννοεῖτε ποίας ἐποχῆς Κράτος ἐννοῶ. Τὸ Κράτος τὸ Κωνσταντινικόν. Τὸ Κράτος ὅπου εἶχεν ἀνοίξει πολεμικὸν μέτωπον ἐν Κρήτῃ καὶ διελάλει τοὺς ἐπ’ αὐτοῦ ἄθλους του. Ἐδημιουργήθη τότε ἐν Κρήτῃ ὑπὸ τῆς ἠθικῆς ἀνάγκης, ἥτις ὑπεχρέωσεν ἑκατοντάδας πολιτῶν νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὰ ὄρη, ἓν εἶδος θερμοκηπίου, ἓν εἶδος φυτωρίου ἐγκλήματος, ἐν ᾧ ἐξεκολάφθησαν τὰ ἀδικήματα ἅτινα φέρονται καὶ δεικνύονται ἐν τῇ στατιστικῇ ὡς ἀσυνήθη εἰς τὰ χρονικὰ τῆς νήσου. Ἀλλὰ τὰ οὕτως ἀναπτυχθέντα καὶ προαχθέντα ἀριθμητικῶς ἐγκλήματα δὲν φέρουν τὰ συνήθη στοιχεῖα τῶν ἐγκλημάτων, δὲν εἶναι ἐγκλήματα φυσιολογικά. Ἔχουν ἄρα τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα ἕνα λόγον ἐπὶ πλέον ἐπὶ τῆς ἐπιεικείας τῆς κρίσεως. Παρακαλῶ ὅθεν καὶ ἐγὼ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, ἥτις ἄλλως τε καθιεροῖ στενώτερα καὶ οὐχὶ εὐρύτερα μέτρα ἐπιεικείας διὰ τὴν Κρήτην, ἤτοι χορηγεῖ τὴν ἀναστολὴν μετ’ ἀπότισιν διετοῦς φυλακίσεως διὰ τὰ κακουργήματα καὶ ἑξαμήνου διὰ τὰ πλημμελήματα.
§270Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα. Ἑπομένως αὐτὴ ἐγένετο δεκτή, κ. Ὑπουργέ;
§271Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Μάλιστα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ὅλας αὐτὰς νὰ τὰς ἐπεξεργασθῶμεν αὔριον καλύτερον μὲ τὴν αὐτὴν βάσιν πάντοτε.
§272Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 22 ἀντὶ 20ετίαν πρέπει νὰ γράψητε ὅτι «ἐτελέσθη πρὸ 15ετίας».
§273Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Νὰ καταθέσητε τροπολογίαν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7).
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Σπηλιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§275Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου πιθανὸν νὰ παράσχῃ δυσχερείας εἰς τὴν ἐφαρμογήν, ὥστε μία καὶ ἡ αὐτὴ περίπτωσις νὰ κανονισθῇ κατὰ διαφόρους τρόπους. Πρόκειται περὶ περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον καταδικασθῆ ὡς κατηγορούμενοι πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς ἀνακοπαὶ καὶ ἐφέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδικάσθησαν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ Διατάγματος. Συμβαίνει λοιπὸν εἴτε τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως νὰ ἀπερρίφθη ἢ νὰ ἐγένοντο δεκτὰ τὰ αἰτήματα, ὁπότε ἐπέρχεται ἡ παραγραφὴ ἢ πρόκειται περὶ ἀναστολῆς διώξεως. Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ δικαστήριον νὰ εἴπῃ ὅτι «ἐξαφανισθείσης ἤδη τῆς ἐρήμην ἀποφάσεως, ἔπρεπε νὰ ἀνασταλῇ ἡ διαδικασία περὶ διώξεως».
§276Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐξεδόθησαν μεταγενεστέρως.
§277Ν. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Εἰς τὴν ἀναστολὴν διώξεως τὸ Ἐφετεῖον, ἀντιθέτως, δεξάμενον τὴν αἴτησιν, ἐνόμισεν ὅτι ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπέβαλε ποινὴν εἰς τὸν κατηγορούμενον. Διὰ νὰ ἔχωμεν ἑνιαίαν ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ σχετικῶς μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.
§278Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι γνωρίζομεν μὲ πόσην αὐστηρότητα ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους τὰ Στρατοδικεῖα καὶ ἀπαγγέλλουν τὰς συνεπείας τῶν ποινῶν. Νὰ προστεθῇ ὅτι, ἐφόσον ὑπηρέτησαν εἰς τὸν Στρατὸν καὶ δὲν κατεδικάσθησαν, αἱ συνέπειαι αἴρονται.
§279Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ἐπὶ τῇ βάσει νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ Ἐπαναστάσεως ἐξεδόθη, δὲν ὑπάρχει σχεδὸν ἀδίκημα διὰ τὸ ὁποῖον δύναται ὁ κατηγορούμενος νὰ μείνῃ εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ διὰ λόγους μηχανικούς, ἀναγομένους εἰς τὴν Δικονομίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδικασθοῦν ἀπὸ τὰ Πρωτοδικεῖα, διότι ἔχουν συγκεντρωθῆ ἑκατοντάδες ὑποθέσεων εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν. Διὰ νὰ ἐκδικασθοῦν δὲ θὰ χρειασθῇ χρόνος μακρότατος, ἐφόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι πέρα τῶν 15 ὑποθέσεων τὴν ἑβδομάδα δὲν ἠμπορεῖ νὰ διεκπεραιώσῃ ἓν δικαστήριον. Καὶ τὰς μηχανικὰς αὐτὰς δυσχερείας ἔρχεται νὰ διορθώσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐκτὸς τῶν ἄλλων διὰ τῆς λέξεως «ἀντίδικος», ἂν καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι τὴν ἡμέραν τῆς ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας ἔπρεπεν ὅλοι αὐτοὶ νὰ ἀποφυλακισθοῦν, τιθεμένης λήθης εἰς ἕνα ἀνώμαλον παρελθόν.
§280Σ. ΞΥΔΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἀποφυλακισθοῦν ὅλοι οἱ πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς Δημοκρατίας κρατούμενοι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποβάλλωνται τροπολογίαι καὶ νὰ τὰς ψηφίζωμεν, ἐνῷ δὲν τὰς γνωρίζομεν.
§281Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος οἱ ἀπολαμβάνοντες εἰδικῆς δωσιδικίας ἐξαιροῦνται τῆς ἀναστολῆς. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθόν. Διὰ τοῦτο ἔχω τροπολογίαν νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «λόγῳ ἰδιότητος τῶν διωκομένων».
§282Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Δεκτόν.
§283Α. ΚΟΡΑΚΑΣ. Καὶ μία ἄλλη κακὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 4.
§284Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Νὰ προστεθῇ τελευταία διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ Διατάγματος νὰ καθορίσῃ τὰ μέτρα ἐπιεικείας, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λάβῃ.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ξύδη.
§286Σ. ΞΥΔΗΣ. Πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀδικημάτων.
§287Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Δεκτή. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 9–11).
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν τροπολογιῶν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τῶν ἐν Τρικκάλοις παλαιῶν στρατώνων εἰς δικαστικὸν μέγαρον». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Γερασίμου καὶ περὶ ἐξαιρέσεως αὐτοῦ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1923 περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων Ν. Διατάγματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. περὶ ναυτικῆς σημάνσεως τοῦ στενοῦ Πρεβέζης καὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης ἄρθρων εἰς τοὺς κωδικοποιηθέντας νόμους 2517 καὶ 3025 τοῦ νέου σχεδίου πόλεως Σερρῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς διακλαδώσεως σιδηροδρόμου μέχρι τῆς πόλεως Λεβαδείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν αἰγοπροβάτων νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 26 Ἀπριλίου 1924 μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συναφθείσης συμβάσεως περὶ χορηγήσεως δανείου 50 ἑκατομ. διὰ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεως ἀπαλλοτριωτέων ἀγροτικῶν καὶ ἀστικῶν κτημάτων ἐν Δυτικῇ Θράκῃ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συναφθείσης τῇ 22 Ἀπριλίου 1924 συμβάσεως, ἀφορώσης τὴν χορηγίαν προκαταβολῆς ἐκ δραχμῶν 30.000.000 εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Κτηματικῶν Τραπεζῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως τιμῶν ἐργολαβιῶν κειμένων διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως ἀπὸ 20 Μαΐου 1924 περὶ παροχῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ἐγγυήσει τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἰς ὁμογενεῖς πρόσφυγας μικροεπαγγελματίας ὠργανωμένους εἰς ὁμάδας, ὡς καὶ εἰς ἀστικοὺς συνεταιρισμοὺς μικροβιομηχανιῶν καὶ χειροτεχνιῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν Λεωνιδίου καὶ Φιλιππιάδος καὶ κατανομῆς τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐφοριακοῦ κλάδου». Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Καλέλλη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως).
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀνάγκην, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ χορηγήσεως προσωρινοῦ δανείου ἑνὸς ἑκατομμυρίου λιρῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρακαλεῖ ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας λήξεως τοῦ προσωρινοῦ δανείου 6% 1920 12 ἑκατομ. δραχμῶν». Ὁμοίως ὁ κ. Ὑπουργὸς παρακαλεῖ ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συναφθείσης τῇ 4 Μαρτίου 1924 συμβάσεως ἀφορώσης τὴν παροχὴν ἐγγυήσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὰ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων δαπανηθησόμενα πρὸς ἐγκατάστασιν προσφύγων ἐπὶ γαιῶν μὴ περιελθόντα κατὰ κυριότητα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην».
§293Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ αὐτὸ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 683 τῆς Πολ. Δικονομίας καὶ ὑπαγωγῆς τῶν περὶ διαζυγίου διατάξεων εἰς τὴν συνήθη διαδικασίαν». Ὑπάρχει πρότασις ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§295ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀρκεῖ, κ. Πρόεδρε. Νὰ διακόψωμεν.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὰς 6 μ. μ. (Ὥρᾳ 5.30′ π.μ.).