1924.07.10
2.068 στίχοι · 15.891 λέξεις · 102 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78Η
Πέμπτη 10 Ἰουλίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 7 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Ἡ Ἰσραηλιτικὴ κοινότης Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐξαίρεσιν τῶν Ἰσραηλιτῶν τῆς κυριακῆς ἀναπαύσεως. — Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Λειψίστης παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ἡ κατεδάφισις τῶν στρατώνων Λειψίστης. — Ὁ Θωμᾶς Παπαδέλης ἀναφέρει ὅτι ἡ σύλληψις τῶν ληστῶν Δοξαρᾶ ἀπέτυχε χάριν ἀδεξιότητος τοῦ στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Κοζάνης συνταγματάρχου Παπακώστα. — Οἱ κάτοικοι Ζυρνόβου παρακαλοῦσιν ὅπως ἀποσταλῇ στρατιωτικὴ δύναμις πρὸς προστασίαν αὐτῶν κινδυνευόντων. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἀμερικῇ Μεγαλοπολιτῶν παρακαλεῖ ὅπως προτιμηθῇ κατὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Σπάρτης καὶ ἡ γραμμὴ Λεονταρίου. — Ἡ Ἐπιτροπὴ παλαιῶν ἰδιοκτητῶν γʹ τομέως Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως τὰ ἐκ τοῦ πλειστηριασμοῦ τῶν οἰκοπέδων κέρδη διανεμηθῶσιν εἰς αὐτούς. — Ὁ πρόεδρος τῶν ἐφέδρων Μ. Ἀσίας διαμαρτύρεται διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ νομάρχου Πέλλης Σ. Σταματίου. — Οἱ πρόσφυγες πρακτικοὶ φαρμακοποιοὶ παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των. — Ὁ Νικόλαος Σπυρόπουλος, κάτοικος Καλαμῶν, παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ μοιράρχου Π. Δρακουλάκου καὶ τοῦ ἀνθυπομοιράρχου Κ. Οἰκονόμου. — Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Τρικάλων παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαρρυθμίσεως τοῦ παλαιοῦ στρατῶνος Τρικάλων εἰς δικαστήρια. — Ἡ Ἕνωσις τῶν ἐφέδρων Δράμας διαμαρτύρεται διὰ τὴν διάλυσιν τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἐφέδρων Τρικάλων, Λεβαδείας καὶ Σουφλίου καὶ αἰτεῖται τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν συλληφθέντων. — Ἡ Καλλιόπη χήρα τοῦ λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Βρεττάκου αἰτεῖται τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων. — Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Θ. Σοφούλης, Ι. Μανέτας, Μ. Τσαρλαμπᾶς, Γ. Σολδάτος, Π. Πετροπουλάκης, Δ. Μέλφος, Σπ. Ζερβός, Δ. Προμπονᾶς, Γ. Ροδόπουλος, Π. Φλέσσας καὶ Γ. Γερογιάννης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου 1922 καὶ τοῦ Ν. Δ. τῆς 15 Φεβρ. 1923 περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρων Ν. Διαταγμάτων». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Δαγρές, Α. Κοκκέβης, Π. Μαυρομιχάλης, Δ. Καλκανδῆς, Θ. Σοφούλης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην καὶ Γύθειον». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Τ. Ἀναστασίου καὶ Θ. Γοῦσκος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 23 παρ. 1 τοῦ ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1923 περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἕνεκα πολιτικῆς ὑπηρεσίας Ν. Διατάγματος». —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Α. Παπαοικονόμου καὶ Ι. Τσίρος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως νόμων τινῶν τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Μ. Κοθρῆς, Π. Σφακιανάκης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ βιομηχανικῆς παραγωγῆς τῆς ἐλαιουργίας». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Ζουδιανὸς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1923 Β. Δ. περὶ ἐξαγωγικῶν τελῶν πληρωτέων εἰς συνάλλαγμα κλπ.». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Λ. Ἀνδρεάδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀναπληρώσεως Διατάγματος ὀνομασίας ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν πρὸς ἀπονομὴν συντάξεως δι’ ἑτέρων τοιούτων δικαιολογητικῶν». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Συριόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου 680 ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου 911 καὶ 2770 τῶν ἀναπήρων ἀξιωματικῶν τῶν προερχομένων ἐκ τοῦ νόμου 2588». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Ι. Λυμπερόπουλος ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ βελτιώσεως τῶν χορηγιῶν τῶν εἰς βάρος τοῦ κληροδοτήματος Π. Μαρκίδου σπουδαζόντων». —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 1920». 2) «Περὶ προσθήκης δύο θέσεων τελωνειακῶν ἐλεγκτῶν αʹ τάξεως παρὰ τῷ τελωνείῳ Βέλου καὶ προαγωγῆς τῶν τελωνείων Κοπραίνης καὶ Αἰγίου». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Δουζίνας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐμπορικῶν πλοίων». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Γ. Ἠσαΐας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Σεπτεμβρίου 1923 Ν. Διατάγματος περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Λεσίνι». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν 14 χωρίων τῆς Β. Ἠπείρου. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Μπότσαρης.
§2Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Πρὸ δύο μηνῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς ἐπερώτησιν ἡ ὁποία δὲν εἶχε τὸν χαρακτῆρα ἐλέγχου, ἀλλ’ ἀπεσκόπει εἰς ἀνάπτυξιν ἐνώπιον ὑμῶν, λόγῳ τῆς φλεγούσης σημασίας, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα ἐν τῇ ἐθνικῇ ψυχῇ, ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σκέψεις, ἐντυπώσεις, κρίσεις ἐπὶ τοῦ σταδίου εἰς τὸ ὁποῖον διατελεῖ τὸ μόνον ἐναπομεῖναν ἐπίδικον ζήτημα, τὸ τῶν 14 χωρίων. Δὲν ἐπρόκειτο τότε νὰ συζητήσωμεν τὴν οὐσίαν τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος, πολλῷ μᾶλλον δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀπευθυνθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κρίσεις πικραὶ πρὸς τοὺς πέραν τῶν συνόρων γείτονας, οὔτε σήμερον πρόκειται περὶ τοιούτου τινός. Θὰ ἔλεγον ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν 14 χωρίων θὰ ἀπετέλει τὸ μοναδικὸν ἴχνος διαφορᾶς ἀπομενούσης, ἂν δὲν ἐγεννῶντο εἰς τὴν ψυχὴν ἡμῶν ἐρωτηματικά τινα, δισταγμοί τινες ὡς πρὸς τὴν τύχην, ὡς πρὸς τὴν εὐημερίαν, ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπιστικὴν διαβίωσιν τῶν ὑπολειπομένων Ἑλληνικῆς συνειδήσεως κατοίκων τῆς Βορείου Ἠπείρου. Τὸ δίδυμον τοῦτο ἐρώτημα τίθεται ἀγωνιωδῶς πρὸ τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς καὶ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις καλεῖται σήμερον νὰ συζητήσῃ τὴν ἤδη παρατηρουμένην ἄποψιν ταύτην καὶ νὰ ἀκούσῃ ἐν τέλει τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅταν ἐτέθη τὸ πρῶτον τὸ ζήτημα ἐπὶ τάπητος—παρῆλθον ἤδη δύο περίπου ἔτη—τοῦ καθορισμοῦ ἐπακριβῶς τῶν ὁρίων τῶν ἀνατολικῶν τοῦ παλαιοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς, ὁρίων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ συμπέσῃ μοιραίως, κατὰ παρελθοῦσαν ἀπόφασιν τῶν Ἰσχυρῶν, ἡ Ἑλληνοαλβανικὴ μεθόριος. Ἀναμφισβητήτως τότε, κύριοι, ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀπό τε ἐσωτερικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ διεθνοῦς τοιαύτης ἦτο ἀσυγκρίτως χειροτέρα τῆς σημερινῆς. Ἡ Ἑλλὰς ἐκλήθη ἐπιτακτικῶς νὰ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους, λαβοῦσα τὴν εἰδοποίησιν ὅτι καὶ ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπροσώπων της τὸ ζήτημα ἤθελε λυθῆ ἐρήμην—ἐπὶ τὸ δυσμενέστερον—οὐδέποτε δὲ ὤκνησε νὰ τηρήσῃ ἄκραν ἐπιφύλαξιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνδεχομένην ἐπανάθεσιν τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος, ζητήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου τῇ ἐπεβλήθη λύσις ὀδυνηροτάτη διὰ τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, μετριαζομένη ὅμως ὑπὸ τῆς ἐντυπώσεως ὅτι εἰς φύλαξιν λαοῦ παραδίδει ὀστᾶ ἐκ τῶν ὀστῶν της καὶ σάρκας ἐκ τῶν σαρκῶν της ἄκουσα, ἀλλὰ ὑπὸ ὡρισμένας ἐκπολιτιστικὰς προϋποθέσεις. Μένει ἤδη νὰ ἴδωμεν, ἂν κατὰ τὸ διαρρεῦσαν διετὲς διάστημα αἱ προϋποθέσεις αὗται ἐπηλήθευσαν ἢ ὄχι. Ἐξετάζομεν λοιπὸν τὴν πρώτην φάσιν τῆς σημερινῆς ἐπερωτήσεως, τὸ ζήτημα τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς καὶ τῶν ὁρίων αὐτῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων συμπίπτει καὶ ἡ μεθόριος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, ἐφόσον ἐπ’ αὐτοῦ ἐνδεχομένως μίαν ἡμέραν, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἤθελε κληθῆ νὰ ἐξενέγκῃ ἀπαραιτήτως τὴν ἐτυμηγορίαν αὑτῆς ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἐτυμηγορίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας, ἄν ποτε ἐφθάναμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν μοιραίαν, τὴν ἀναπότρεπτον ἀποκοπῆς μικροῦ τινος ἐθνικοῦ τμήματος, εἰς τὴν ὁποίαν οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβῆ αὐτεπαγγέλτως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θέσω ἐνώπιον ὑμῶν τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξελίξεως τοῦ ζητήματος τούτου. Κατὰ τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ Λονδίνου τοῦ 1913 αἱ Δυνάμεις ἐπεφύλαξαν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ δικαίωμα τοῦ καθορισμοῦ τῶν συνόρων τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ἡ Ἑλλὰς προσῆλθεν εἰς τὰς ἀπόψεις ταύτας, ὡς καὶ ἡ Σερβία. Ἴσως τινὲς ἐξ ὑμῶν νὰ ἐνθυμοῦνται προηγουμένην μου ἀνακοίνωσιν παλαιᾶς ἀποφάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν Σερβικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν συνόρων, ὅταν ἀκόμη ἦτο εἰς νεφελώδη κατάστασιν ἐν τῇ Βαλκανικῇ, μετὰ τὸν πρῶτον Βαλκανικὸν πόλεμον, προεχώρησεν εἰς τὸ ἔργον τῆς διαχαράξεως τῶν συνόρων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Ἔφθασεν εἰς Πρέσπαν, ὑπερέβη ταύτη πρὸς δυσμάς, ὤθησε τὰς ἐργασίας της μέχρι δυτικῶς τῆς περιπύστου μονῆς τοῦ Ὁσίου Ναούμ, μονῆς τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἑκάστοτε ἐπανέρχεται ὑπὸ τύπον φλεγούσης ἐπικαιρότητος, ἐφόσον ἡ μὲν Ἀλβανία διεκδικεῖ ταύτην, στηριζομένη ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας τῶν Δυνάμεων, ἡ δὲ Σερβία ἀπολύτως ἀρνεῖται νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὰς ἀπόψεις τῶν Ἰσχυρῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ προεχώρησεν ἐκεῖθεν πρὸς δυσμὰς τῆς λίμνης Ἀχρίδος. Τότε, ὑπὸ τὴν προώθησιν τῆς Αὐστρίας, αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις ἀπέστειλαν διακοίνωσιν, ἐλάχιστα ἀπέχουσαν τῆς ἀπειλητικῆς, πρὸς ἀμφότερα τὰ Κράτη, ἀξιοῦσαι ἀπὸ ταῦτα, ὅπως ἀναστείλωσι τὰς ἐργασίας τῶν Ἐπιτροπῶν των πρὸς δυσμὰς τῆς λίμνης Ἀχρίδος, θεωρήσωσι δὲ τὰ πέρα ταύτης γενόμενα ὡς μηδεμίαν ἔχοντα ἀξίαν. Καὶ εἰς τοῦτο προσεχώρησαν οἱ μικροὶ λαοὶ ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνάγκην τῆς δημιουργίας αὐτονόμου καὶ εὐημερούσης Ἀλβανίας. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὁπότε ἑτέρα Ἐπιτροπὴ Μικτὴ ὁρισθεῖσα ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἀνάμνησιν θέλουσι προφανῶς τηρεῖ οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἠπείρου ἐνταῦθα συνάδελφοί μου, εἰργάσθη ἐπὶ τρεῖς μῆνας εἰς τὴν Ἤπειρον. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας ἐκείνης ἦτο ἡ διατύπωσις τοῦ περιφήμου Πρωτοκόλλου τῆς Φλωρεντίας τῇ 17 Δεκεμβρίου τοῦ 1913. Συνοδὰ τῇ ἀποφάσει ταύτῃ συνοπτικῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα, ὑποχρεοῦται αὕτη νὰ δεχθῇ μίαν μεθόριον, ἡ ὁποία ἄρχεται ἐπὶ τοῦ Ἰονίου Πελάγους ἐπὶ τοῦ ἀκρωτηρίου Στήλη, παρὰ τὴν Φτέλιαν, ἔναντι τῆς Κερκύρας, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ κατέχῃ πλήρως τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας, στενὸν τὸ ὁποῖον εἶχε προκαλέσει τὸν περιώνυμον ἀφορισμὸν τοῦ Ναπολέοντος, ὅτι ἡ κατοχὴ τούτου ἀξίζει διὰ τὴν Γαλλίαν ἀσυγκρίτως περισσότερον ἢ ὅσον ἡ κατοχὴ τῆς Ἰταλίας ὁλοκλήρου. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦσαν ἀνώτεροι λόγοι οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οὐχὶ οἱ οἰκονομικοί. Ἐκ τοῦ ἀκρωτηρίου Στήλη ὠθεῖτο ἡ μεθόριος, μέσῳ πολλῶν καμπυλῶν μὴ ἀκολουθουσῶν οὐδεμίαν φυσικὴν γραμμήν, πρὸς τὸ ὄρος Γράμμον, ἐπὶ ὕψους 2550 μέτρων, ἔνθα συμπίπτει πρὸς τὴν γραμμὴν τοῦ ἀνατολικοῦ ὁρίου τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς. Οὐδεὶς ὅμως ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ, κύριοι συνάδελφοι, ποῖον πραγματικῶς ἦτο τὸ ὅριον τοῦτο. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἔλθωμεν βραδύτερον. Ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ τῇ ἀπὸ 26 Ἰανουαρίου 1921, ἐκδοθείσῃ ἐν Γενεύῃ, ὁ διακεκριμένος Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν Φιλλανδὸς κ. Σέντερχολμ ἐπισυνάπτει χάρτην, ὁ ὁποῖος χαράσσει, συμφώνως πρὸς τοὺς πλείστους τῶν χαρτῶν, ὡς λέγει, ὅρια ἀνατολικὰ τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς, τὰ ὁποῖα συμπίπτουσιν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς πρὸς τὰ ὑφ’ ἡμῶν κατεχόμενα σύνορα. Ἀφίσταται δηλαδὴ πάσης ἐνδεχομένης ἀπευκταίας μετακινήσεως τῶν συνόρων πρὸς ἀνατολάς, ἔν τισι μάλιστα σημείοις εὑρίσκεται—ὅπως περὶ τὴν λίμνην Πρέσπαν—δυτικώτερον τῆς γραμμῆς αὐτῆς. Ἡ Ἑλλὰς βλέπουσα συναπτόμενον διὰ τῆς ἀπὸ 13 Φεβρουαρίου 1914—ὁμιλῶ μὲ τὸ νέον ἡμερολόγιον—νότας τῶν πρεσβευτῶν ἐν Ἀθήναις τὸ ζήτημα τῆς Βορείου Ἠπείρου πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὁριστικῆς κατοχῆς τῶν νήσων, βλέπουσα ὅτι ἐκαλεῖτο νὰ ἐκκενώσῃ τὴν Βόρειον Ἤπειρον ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, ἀπήντησεν, ὑποβάλλουσα συντομωτάτας ἀντιπροτάσεις τὴν 21 Φεβρουαρίου 1914. Αἱ γενικαὶ αὐταὶ ἀντιπροτάσεις τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐπὶ ὑπουργίας τοῦ κ. Στρέϊτ, ἔθιγον ἅπαντα τὰ ἐπιδιωκόμενα τότε ἐθνικὰ ζητήματα. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ἀλβανικόν, ἐκφράζουσα τὰς θερμοτάτας εὐχὰς ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ φίλου λαοῦ κατέληγεν εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς Βορείου Ἠπείρου ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ παρὰ τὰς εὐχὰς τὰς ὀλίγον κατόπιν μεταβληθείσας εἰς ἡρωικὴν προσπάθειαν τῶν Βορειοηπειρωτῶν. Διὰ τῆς αὐτῆς ἀπαντήσεως προέτεινεν, ἔναντι χρηματικῆς ἀποζημιώσεως, διαρρύθμισιν ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Δρίνου καὶ ἐζήτει ὅπως, ἀντὶ τῶν ρευστῶν, ἀσταθῶν καὶ ἀστόχων ἀνατολικῶν διοικητικῶν ὁρίων τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς, ὁρισθῶσιν ὡς σύνορα μετὰ τῆς Ἀλβανίας τὰ φυσικὰ ὅρια τοῦ καζᾶ. Οὕτως ἐννοοῦμεν τὴν πλησιεστέραν φυσικὴν γραμμὴν ἱκανὴν ὅπως ἀποτελέσῃ, ἂν μὴ πλῆρες στρατηγικὸν ὅριον, τοὐλάχιστον ἐπαρκὲς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀσφαλείας ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν. Αἱ Δυνάμεις δι’ ἀπαντήσεώς των ἀπὸ 24 Ἀπριλίου 1914 —ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀρχίσει ὁ Βορειοηπειρωτικὸς ἀγὼν —ἀπήντησαν ὅτι τηροῦσιν εὐμενῆ σημείωσιν τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ ὅτι ἤθελον ἐξετάσει κατὰ τὴν ἐπιτόπιον ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ πόσον αἱ διεκδικήσεις αἱ Ἑλληνικαὶ ἠδύναντο νὰ ἱκανοποιηθῶσι, μὴ προβλεπουσῶν τῶν γενικῶν τεθειμένων βάσεων. Λέγω ταῦτα, κύριοι, ἵνα ἐξάρω τὴν εὐμένειαν τὴν ἐξ ἀρχῆς ἐπιδειχθεῖσαν καὶ ἵνα ἀποδείξω ὑμῖν ὅτι ἔκτοτε ἐν τῇ κρίσει τῶν Ἰσχυρῶν ἐθεωρεῖτο θνησιγενὲς σχεδὸν τὸ διπλωματικὸν αὐτὸ τέκνον. Ὄντως, τῆς Ἀλβανίας παραμεινάσης ἀδιαμαρτυρήτου, ἀναγνωρισάσης ἐπὶ δεκαετίαν τὸ τετελεσμένον γεγονός, ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς ἀπεσύρθη οὐχὶ εἰς τὰ ἀνατολικὰ ὅρια τὰ διοικητικά, ἀλλὰ εἰς τὰ ὅρια τὰ φυσικὰ παραμένει, ἐκεῖ ὅπου βραδύτερον ἐπανῆλθε μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Βορείου Ἠπείρου παρὰ τῶν συμμάχων Γαλλίας καὶ Ἰταλίας, ἐκεῖ ὅπου καὶ σήμερον παραμένει. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα ἐν τοῖς διπλωματικοῖς παρασκηνίοις, ὁπότε τὸ ὅπλον ἔλαβε τὸν λόγον ἐν τῷ Βορειοηπειρωτικῷ θεάτρῳ. Εἶναι προσῆκον νὰ ἀποδοθῇ τιμὴ καὶ φόρος εὐγνωμοσύνης εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἀειμνήστου Ζωγράφου, ἡγέτου τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου ἀγῶνος, ἐπίσης φόρος εὐγνωμοσύνης εἰς τὴν ἡρωϊκὴν προσφορὰν τῶν πεσόντων καὶ τῶν ἐπιζώντων ἀγωνιστῶν τοῦ καλάμου καὶ τοῦ ξίφους. Εἶναι γνωστὸν ὅτι νικηφόρα τὰ Βορειοηπειρωτικὰ στρατεύματα ἀπεδέχθησαν τὴν ἐπέμβασιν τῶν Μ. Δυνάμεων καὶ τότε συνετάχθη ἐν Κερκύρᾳ, ὡς πάντες γνωρίζετε, τὸ φερώνυμον Πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ Μάϊον τοῦ 1914 ἐξησφαλίζετο ἡ αὐτοδιοίκησις καὶ ἡ ἐντελῶς προνομιοῦχος θέσις τῶν Βορειοηπειρωτῶν Ἑλλήνων. Θεωρῶ ἤδη προσῆκον νὰ τονίσω ὅτι τὸ Πρωτόκολλον τοῦτο, λόγῳ τοῦ μεγάλου πολέμου, δὲν ἔτυχε τυπικῆς ἐπικυρώσεως ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν ἀχάριστον ἡμῶν ἐποχὴν ἡ οὐσία κατατρώγεται ὑπὸ τοῦ τύπου, ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ παραγραφὴ τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου ἀπὸ τῶν ἐπισήμων συμφώνων. Ἔμεινεν ὅμως ἡ ἀνάμνησις τοῦ ἔργου καὶ ἡ ἀναγνώρισις, ἔστω καὶ ἡ ἑκάστοτε κατὰ διαστήματα, τῶν δικαίων τῆς Ἑλλάδος. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὁπότε ἐξερράγη ὁ παγκόσμιος κατακλυσμός. Ὑπὸ τὸν φόβον τῆς ἐπεκτάσεως τούτου καὶ εἰς τὰς μὴ προσβληθείσας Χώρας, ἡ Ἑλλὰς ἔλαβε τὴν πρόσκλησιν καὶ συγκατάθεσιν ἀμφοτέρων τῶν ἐμπολέμων συνδυασμῶν καὶ ἀνακατέλαβε τὴν Βόρειαν Ἤπειρον. Τονισθήτω ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπανήρχοντο τὰ στρατεύματα τὰ Ἑλληνικὰ εἰς Β. Ἤπειρον εὗρον ἐγκατεστημένην καὶ λειτουργοῦσαν τὴν τοπικὴν Ἐξουσίαν τὴν προκύψασαν ἐκ τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ ἀγῶνος. Ἐπισήμως Ἀλβανικὸς ποὺς δὲν εἶχε τεθῆ ἐπὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ὁ χρόνος παρήρχετο. Αἱ περιπέτειαι τοῦ πολέμου διεδέχοντο ἀλλήλας καὶ αἰτίαι, αἵτινες δὲν εἶναι ἐρευνητέαι σήμερον, ἐπέφεραν τὴν κατάληψιν τῆς Κορυτσᾶς καὶ τῆς περιοχῆς της ἐκ μέρους τῆς φίλης συμμάχου Γαλλίας. Μετὰ τὸ πέρας τοῦ παγκοσμίου τούτου κλυδωνισμοῦ ἐγένετο παραδεκτόν, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός, προελαύνων, ἀνακαταλάβῃ τὴν περιοχὴν τῆς Κορυτσᾶς. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Ἑλληνικῆς προελάσεως, ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι τοῦτο ἀπετέλει μικρὰν μόνον μερίδα τῆς ὑπεσχημένης ὁλοκληρωτικῆς ἀνακαταλήψεως τῆς Β. Ἠπείρου, ἀποφασισθείσης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῇ 13 Ἰανουαρίου 1920, ματαιωθείσης δὲ κατόπιν διὰ λόγους εἰς πάντας μὴ γνωστούς, παροδικοὺς μὲν τότε, καταστάντας δὲ ὁριστικοὺς καὶ τελεσιδίκους ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Ἑλλὰς περιέστη, μετὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, εἰς τὴν διεθνῆ δυσμένειαν. Ἐπῆλθεν ἡ δυσμένεια αὐτή, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα μάτην εἰσέτι ἀποπειρώμεθα νὰ ἀποσείσωμεν. Πρὸ ταύτης ὑπάρχει ἕτερος δεσμὸς ἡμῶν δι’ ἐπισήμου ὑποχρεώσεως τῶν Ἀλβανῶν, ὑπάρχει τὸ Πρωτόκολλον τῆς Καπιστίτσης, τὸ ὑπογραφὲν τῇ 15)28 Μαΐου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ 1920 ἐν Καπιστίτσῃ, εἰς τὸ ἄκρον τῆς μεθορίου ἡμῶν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Τρικούπην φάλαγξ προήλαυνεν εἰς Κορυτσάν. Οἱ γείτονες ἡμῶν προσεφέρθησαν εἰς τοὺς δύο πρώτους ὅρους τοῦ Πρωτοκόλλου τούτου νὰ διαβεβαιώσουν ὅτι δὲν θέλει πειραχθῆ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ οὐδεὶς Ἑλληνικῆς συνειδήσεως. Τονίζω τοῦτο, διότι ἀμφισβητοῦν τὸν Ἑλληνισμόν, προσπαθοῦντες ἴσως ἐν Εὐρώπῃ νὰ προσδώσωσιν εἰς τὴν ἐθνικότητα τὴν ἔννοιαν ἐξωτερικῶν γνωρισμάτων καὶ οὐχὶ τὴν ἀρίδηλον ἔννοιαν τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ἐπαναλέγω ὅτι ὑπεσχέθησαν οἱ Ἀλβανοὶ ὅτι οὐδεὶς Ἑλληνικῆς συνειδήσεως κάτοικος ἤθελεν ὑποστῆ τὴν ἐλαχίστην ἐνόχλησιν κατὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ αἰσθημάτων, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ ἐκκλησίαι καὶ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀνυπερθέτως ἤθελον λειτουργήσει εἰς τὸν καζὰν Κορυτσᾶς. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ προελάσῃ εἰς τὴν Κορυτσάν. Δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῶν δύο συμβαλλομένων μόνον ὁ δεύτερος ἐτήρησε τὰ ὑπεσχημένα. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπῆρξεν ἔλλειψις κρατικῆς ἐπιβολῆς ἐπὶ τοῦ πρώτου, δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπῆρξαν ἔξωθεν εἰσηγήσεις ἢ ὄχι ἢ ἂν ὑπῆρξαν ἀμφότερα. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι οὐδεμία μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης ἐκκλησία, οὐδὲν μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης σχολεῖον ἐλειτούργησεν ἢ λειτουργεῖ ἐν τῷ καζᾷ Κορυτσᾶς. Εἶναι βέβαιον ὅτι οὐδείς ποτε Ἕλλην ἐτόλμησε νὰ διατρανώσῃ τὴν ἐθνικήν του συνείδησιν, εἶναι βέβαιον ὅτι, ὅταν ἐν Κορυτσᾷ εἷς Ἕλλην ἐτόλμησε νὰ χαιρετίσῃ τὸν μετ’ ἐμοῦ συνεργαζόμενον ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Κοζάνης, δὲν ἐπρόλαβε νὰ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ τὸν ἀντιχαιρετισμὸν καὶ ὡδηγήθη εἰς τὰς φυλακάς. Θὰ εἴπῃ τις ὅτι τοιαῦτα γεγονότα δὲν ἔχουν ἐσωτερικὴν ἀξίαν μόνιμον, διότι ἀτυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ προβάλωμεν ἡμεῖς ἑαυτοὺς ὡς πρότυπα συμπεριφορᾶς, ὅσον ἀφορᾷ ὡρισμένα ζητήματα. Ἀτυχῶς καὶ εἰς τὰ κατώτερα ἡμῶν ὄργανα παρατηροῦνται ἐνίοτε παρεκτροπαί. Δὲν ἄγομαι λοιπὸν ἐκ τοῦ μικροῦ εἰς τὸ μέγα ἢ ἐκ τοῦ μερικοῦ εἰς τὸ γενικόν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ εἴπω ὅτι τὸ ἐκκλησιαστικὸν καὶ σχολικὸν ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ὁμαδικῆς ἐξασφαλίσεως καὶ τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως τῶν ὁμοψύχων ἡμῶν ἀδελφῶν πέραν τῶν συνόρων τῶν Βορειοηπειρωτικῶν οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως οὐδέποτε ἔτυχεν οὐδὲ ἴσως μελετᾶται παρ’ ἡμῖν τὸ ζήτημα ἐπαρκῶς. Τοῦτο εἶναι ἀκριβέστατον ἐντὸς τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῶν χωρίων. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν γεγονότων ἐκλήθη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1922 ἡ Ἑλλὰς νὰ στείλῃ ἐπειγόντως ἀντιπροσωπείαν, ἐκλήθη ἔτι πλέον δι’ ὑπογραφῆς τοῦ κ. Πουανκαρέ, ὡς προέδρου τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως, νὰ ἐκκενώσῃ τὴν οὐδετέραν ζώνην. Πελώριοι κίνδυνοι ἠπείλουν τὴν πατριωτικὴν ἡμῶν ὑπόστασιν, ἂν ἡ ζώνη ἡ οὐδετέρα εἶχε τότε δημιουργηθῆ. Τότε μὲν δὲν ἐπέμειναν, ὅταν δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπανῆλθεν, ἐπετεύχθη, θείᾳ συνάρσει, ἡ ἀποφυγή του. Οἱ κίνδυνοι δὲν ἀφεώρων ποσῶς τοὺς γείτονας Βορειοηπειρώτας, ἀφεώρων τὴν ἐν τῇ Βαλκανικῇ ὑπόστασιν τῆς Ἑλλάδος. Προηγήθη τοῦ γεγονότος τούτου ἕτερον διάβημα δυσμενέστατον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ζ. Καμπὼν ὑπογραφεῖσα διακοίνωσις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἐν Παρισίοις κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1921, δι’ ἧς ἐκαλεῖτο ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποδεχθῇ τὸ Πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας, χωρὶς καμμίαν περαιτέρω ἐπιφύλαξιν. Ἐτίθετο δηλαδὴ πιθανώτατα εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων ἡ ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1914 σπουδαιοτάτη νότα, τὴν ὁποίαν προανέφερα καὶ ἥτις ἔδιδεν ἐλπίδας εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὰ φυσικὰ ὅρια τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς, ἑπομένως ἐν ἱκανῷ μέτρῳ τὴν στρατηγικήν της ἀσφάλειαν. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν γεγονότων ἡ Ἑλλάς, ἡ ἐν καιρῷ παραμελήσασα τὸ κυριώτατον καθῆκον τῆς ἀνακαταλήψεως τῆ Β. Ἠπείρου, ἐναντίον τῶν ἐξ ἀποστάσεως εἰσηγήσεων καὶ ὁδηγιῶν τοῦ κ. Βενιζέλου ἢ ἀκριβῶς πρὸς σαφῆ παράβασιν τούτων, ἀπολέσασα τὴν ἀνακατάληψιν, εἶδεν ἑαυτὴν πιεζομένην νὰ μὴ συζητῇ πλέον περὶ τῶν βορείων συνόρων τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἀλλὰ καθαρῶς περὶ τῶν ἀνατολικῶν καὶ μεσημβρινῶν ταύτης ὁρίων. Ἑκοῦσα ἄκουσα ὥρισε μίαν ἀντιπροσωπείαν. Αὕτη μετὰ βραχυτάτην παραμονὴν διέκοψε τὸ ἔργον της κατόπιν διαφωνίας τινός. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τοῦ Μικρασιατικοῦ Μετώπου καὶ συνάμα ἐκλήθημεν ἐπειγόντως νὰ ἀποστείλωμεν ἀντιπροσωπείαν νέαν, ἄνευ τῆς ὁποίας θὰ συνετελεῖτο ἐν ἀπουσίᾳ ἡμῶν ἡ χάραξις. Οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν γεγονότα παρελθόντα, τοσοῦτον μᾶλλον, διότι, ἄν ποτε παραστῇ ἀνάγκη, θὰ εἶμαι εἰς θέσιν, ἐφόσον παρίσταμαι μεταξὺ ὑμῶν, νὰ παράσχω τὰς προσηκούσας πληροφορίας, καθόσον ἤμην πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς ταύτης ἀντιπροσωπείας. Οὕτω περιέστη τὸ ζήτημα, κατὰ βάσιν στρεβλόν. Ἀλλ’ εὐθὺς μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν, περὶ τὰ τέλη Νοεμβρίου τοῦ 1922, ἦλθε τρίτη καὶ πάλιν διακοίνωσις τῶν Πρεσβευτῶν, συντεταγμένη εἰς φιλικώτερον τόνον ἢ αἱ μέχρι τοῦδε συνταχθεῖσαι, ἀλλὰ μὴ παρέχουσα ὁριστικάς τινας ἐλπίδας. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου, ὁ κ. Ρωμάνος, Πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, μετέδωκε τὰς Ἑλληνικὰς ἀντιπροτάσεις. Διὰ τούτων, ἀφοῦ ἐγίνετο μνεία τῆς δυνατῆς συντομεύσεως τῶν ἐργασιῶν, ἐτίθετο, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πάλιν ἐπὶ τάπητος ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τῆς παραμονῆς ἡμῶν ἐπὶ τῶν φυσικῶν καὶ οὐχὶ τῶν διοικητικῶν ὁρίων τοῦ καζᾶ Κορυτσᾶς. Εὐτυχῶς τῇ 13 Ἰανουαρίου 1923 ἦλθεν ἡ πρώτη εὐμενὴς ἐκ μέρους τῶν Πρεσβευτῶν διακοίνωσις, ὑπογραφεῖσα ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Προέδρου ὑπὸ τοῦ κ. Περετὶν ντὲ λὰ Ροκκά, τοῦ προχθὲς ἀπαλλαγέντος τῶν καθηκόντων διευθυντοῦ τοῦ. Καὶ Ὀρσαί. Διὰ ταύτης ἐβεβαιοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, ἡ αἴτησις τῆς παραμονῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ φυσικὰ ὅρια τοῦ καζᾶ Κοριτσᾶς ὑπὸ τὸ εὐμενέστερον. Ὑπὸ τὸ εὐμενέστερον τοῦτο πρίσμα λειτουργοῦντες ἐπροχωρήσαμεν, ἐφθάσαμεν δὲ εἰς τὰ πορίσματα τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀειμνήστου Ἰταλοῦ στρατηγοῦ Τελλίνι Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς καθορισμοῦ Ἀλβανικῶν συνόρων. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐγκαίρως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐγνωστοποιήσαμεν ὁποία ἔμελλε νὰ εἶναι, ἀπὸ 29 παρελθόντος Ἰουνίου. Αὕτη δὲν νομίζω ὅτι ὑπέστη μετατροπήν τινα. Φρονοῦμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ ἀπόφασις, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν προϋποθέσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη, δὲν ἦτο δι’ ἡμᾶς δυσμενής. Ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὴν προθυμίαν καὶ τὴν δικαίαν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔσχομεν παρὰ τῆς φίλης Γαλλίας. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ν’ ἀπομακρυνθῇ τοῦ βασικοῦ ὅρου τῆς ἐρεύνης τῶν ὁρίων τοῦ Καζᾶ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν προσθέτως ὅτι ὁ κανονισμὸς αὐτῆς τῇ ἀπηγόρευε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐθνικὰς διακρίσεις ἢ τὸν στρατηγικὸν συντελεστήν. Ὀφείλω συνεπῶς νὰ τονίσω ὅτι δὲν ἠδύνατο πολὺ καλυτέραν ταύτης νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἡ Ἐπιτροπή. Μόνον δι’ ἀπ’ εὐθείας ἐνεργείας πρὸς τὰς Μ. Δυνάμεις θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀλλάξωμεν τὴν βάσιν τῆς ἐντολῆς τῆς Ἐπιτροπῆς. Τοιουτοτρόπως ἐξειλίχθη τὸ ζήτημα, ὑποστὰν τὰς μεγαλυτέρας διακυμάνσεις, ἀπὸ τῆς ἀπολύτου ἀπογοητεύσεως μέχρι τῆς εἰς ἡμᾶς πλήρους παροχῆς τῆς Κορυτσᾶς. Ἀλλὰ τὰ σύνορα τοῦ Καζᾶ εἶναι μεταβλητά. Ἐν Τουρκίᾳ ἡ ἔννοια τοῦ Καζᾶ εἶναι συχνάκις μεταβλητή. Συμφέροντα μπέηδων ἠνάγκασαν πολλάκις νὰ περιληφθῶσι τσιφλίκια ὁλόκληρα εἰς ἕνα Καζᾶν καὶ ὤθησαν εἰς τὸ νὰ μετακινήσωσι τὰ ὅρια τοῦ Καζᾶ, ἐπίσης δὲ οἱ Ναχιέδες πολλάκις ἐξειλίχθησαν εἰς βαθμὸν Καζᾶ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τις τὴν ἀλήθειαν. Τοιουτοτρόπως ἡ Βιγκλίτσα ὑπάγεται εἰς τὴν Κορυτσάν, ἄλλοτε δὲ ὑπήγετο εἰς τὴν Καστορίαν, ἡ Ρέσνα, τόπος ἑνὸς πρωταγωνιστοῦ τοῦ Νεοτουρκικοῦ Κομιτάτου, προήχθη εἰς Καζᾶν κλπ. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα. Εἰς διάστημα 50ετίας ὑπέστησαν τόσας ἀλλαγάς, ὥστε δύναταί τις νὰ προσομοιάσῃ αὐτὰ εἰς σχῆμα ὀργάνου ἁρμονίου. Ἐὰν δεχθῶμεν ὡς βάσιν τὴν πρὸ 30ετίας κατάστασιν, θὰ φθάσωμεν εἰς σύνορα πολὺ δυτικώτερον αὐτῶν. Ὁ Γαλλικὸς Ἐπιτελικὸς Χάρτης ὥρισε τὰ σύνορα δυτικώτερον... Διὰ ποῖον λόγον ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν οἱ Ἕλληνες νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς φυσικὰς θέσεις ὑπὲρ ἑνὸς Κράτους φίλου μέν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης ἐπρόκειτο νὰ προσκτήσηται ξένους πληθυσμούς; Ὡμίλησα εἰς ἡμᾶς περὶ τῆς στρατηγικῆς σημασίας τῆς περιοχῆς ταύτης. Ἡ περιοχὴ αὕτη εἰς τὸ βόρειον αὐτῆς τμῆμα καλύπτει τὸν στρατιωτικὸν αὐχένα τοῦ Πισσοδερίου, τὸν καὶ κύριον προμαχῶνα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Εἶναι ἡ δυναμένη νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κοινοπραξίαν ἡμῶν μετὰ τῶν Σέρβων. Τὸ δὲ μεσημβρινώτερον τμῆμα τῆς περιοχῆς στενούμενον καλύπτει ἐγγύτατα τὴν Καστορίαν καὶ ἐκεῖθεν τὸν ἄνω ροῦν τοῦ Ἁλιάκμονος, συνεπῶς τὴν ἀφετηρίαν πρὸς τὰ Θεσσαλομακεδονικὰ ὅρια.
§3Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ νέα αὐτὴ γραμμὴ διέρχεται δυτικῶς τοῦ Πισσοδερίου;
§4Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§5Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἀξία τοῦ Πισσοδερίου ὑπάρχει;
§6Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κεῖται ἐκτὸς τῆς ζώνης, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἀποκοπή. Ἡ ἐνδεχομένη θυσία τῶν 14 χωρίων εἶναι μικρά, ἐφόσον θὰ ἐκαλεῖτο καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς νὰ δεχθῇ ἑτέραν ὀδυνηρὰν ἐγχείρησιν κατὰ παράβασιν ἀνεγνωρισμένης ἐγγυήσεως; Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω ὅτι ὄχι μόνον κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τύπους καὶ κατὰ γράμμα ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς χαράξεως, ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἐδέχθη, ἵστατο ἔξω τῶν συμπεφωνημένων κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς εἰρήνης, καὶ ὅτι σαφῶς διελαμβάνετο εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῶν Διεθνῶν τούτων Ἐπιτροπῶν ὅτι δὲν δύνανται νὰ θίξωσι τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1914 ἀνεγνωρισμένα διεθνῆ σύνορα. Θὰ ἀντείπωσιν οἱ διπλωμάται ἴσως ὅτι δὲν εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ἡ Ἑλληνοαλβανικὴ συνοριακὴ γραμμὴ διεθνῶς κατὰ τὸ 1914. Ἀντιλέγω εἰς τοῦτο ὅτι εἶχεν ἀναγνωρισθῆ τὸ βορειότερον τμῆμα, τὸ δυτικῶς τῆς λίμνης τῆς Πρέσπας ὡς Ἑλληνοσερβικὴ μεθόριος, εἶχε δὲ τύχει τῆς κοινῆς ἀναγνωρίσεως παρ’ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, εἶχεν ἐπιψηφισθῆ παρὰ τῶν Βουλῶν καὶ προσηκόντως ἐπικυρωθῆ. Τὸ τμῆμα τοῦτο περικλείει μέγα μέρος τῆς ἀμφισβητουμένης σήμερον ζώνης. Ἄρα τὸ μέρος τοῦτο δὲν δύναται νὰ τύχῃ ἐπανεξετάσεως. Εἶναι καὶ τύποις τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἂν ἀποδίδω ἀξίαν εἰς τὰ βορειοδυτικὰ ἐκεῖνα σύνορα, ἀποδίδω ὄχι μόνον ἀπολύτως, ἀλλὰ καὶ σχετικῶς, διότι φρονῶ ὅτι διὰ τῶν βορειοδυτικῶν ἡμῶν ὁρίων προώρισται ἡ Ἑλλὰς νὰ συνδεθῇ στενῶς μετὰ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ, κυριώτατα διὰ τούτων. Διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ μέλλον νὰ μεσολαβήσῃ θαλάσσιον διάστημα δὲν εἶναι ὁριστικόν... Ἐπὶ τῶν κυμάτων ἐλικνίσθησαν αἱ ἐλπίδες τῆς φυλῆς καὶ ἐπ’ αὐτῶν πάντοτε φέρεται ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς καὶ εἰς αὐτὴν κατέφυγεν ὁσάκις εἰς τὴν ξηρὰν διέτρεξε κίνδυνον. Τόσον τὸ καλύτερον ἂν διὰ νὰ συναντήσῃ τὴν θάλασσαν πρόκειται νὰ διέλθῃ ὑπεράνω τῆς φίλης Χώρας τὴν ὁποίαν θὰ δεχθῇ τὸ αὐτοτελὲς τῶν ἀρίστων ὅρων τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς φιλίας, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς ἄρθρον πίστεως, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, διὰ τὴν Ἑλληνικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ μόνον οἱ καλοὶ λογαριασμοὶ εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐξασφαλίσουν τοὺς καλοὺς φίλους. Τὸν πικρὸν τοῦτον λόγον, οὐχὶ ἅπαξ παρεξηγηθέντα, οὐδέποτε ἀπέκρυψα ἀπὸ τοὺς ἐν Ἀλβανίᾳ ἵνα μὴ ἐπὶ ψευδοῦς βάσεως ψευδὲς ἱδρύσωμεν οἰκοδόμημα. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω τώρα ὅτι, ὅταν ποτὲ ἀπεκάλυψαν οἱ Μπολσεβίκοι τὰς μυστικὰς συνθήκας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡδραιώθη ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία, συναπεκάλυψαν ὅτι αὐτὴ ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία μετὰ τὸν θάνατον τῆς Αὐστρίας παρέστησε τὸν ζωτικώτερον ἀπὸ δυσμενοῦς ἀπόψεως παράγοντα, ἡ Ἰταλία αὐτὴ εἶχεν ἀποδεχθῆ ἐν τῇ συμφωνίᾳ της μετὰ τῶν Γάλλων καὶ Ἄγγλων τὴν ἐπέκτασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς δυσμὰς τῆς λίμνης Ἀχρίδος, ὄχι μόνον τῆς λίμνης Πρέσπας. Ἀναγνωρίζει λοιπὸν δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου ἀλλὰ καὶ πολὺ βορειότερον ταύτης. Δὲν γνωρίζω ποῖον ἦτο τὸ πρίσμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔβλεπε τότε τὰ πράγματα, γνωρίζω μόνον ὅτι οὐχὶ δύο μέτρα καὶ σταθμὰ ὑπάρχουν, ἀλλ’ ὑπάρχουν ἄπειρα. Δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ τὸ ἀκριβὲς τῆς ἀποκαλύψεως ταύτης. Οἱ Μπολσεβίκοι ἐπιμένουν ἐπ’ αὐτῆς. Ἄλλως τε διὰ λόγους καθαρᾶς ἀσφαλείας συνόρων θὰ ἴδωμεν κατὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν διεθνῶν ζητημάτων κατὰ τὰς μεγάλας συνθήκας τὴν Τσεχοσλοβακίαν ὠθουμένην μέχρι τοῦ Ρίζεν Γκεμπίργκε, περικλείουσαν 3½ ἑκατομμύρια Γερμανῶν, οὐχὶ κατωτέρων τοῦ ἰδικοῦ της πολιτισμοῦ. Μήπως δὲν εἴδομεν τὴν Ἰταλίαν ὠθουμένην ἐπὶ Αὐστριακῶν καθαρῶς ἐδαφῶν εἰς τὸ Τυρόλον; Ἐκ τῶν ὑπομνημάτων, τὰ ὁποῖα, συμπράττων μετὰ τῶν Συμμάχων τότε, καθ’ ὃ διευθύνων τὴν Ὑπηρεσίαν Πληροφοριῶν, ἐμάνθανα ὅτι μοναδικὸν ἐπιχείρημα ἦτο ἡ ἀνάγκη στρατιωτικῆς ἀσφαλείας, ἵνα ἔχῃ δύο μόνον διαβάσεων τὴν ἀσφάλειαν νὰ ἀσκῇ ἀντὶ τῶν 11 τὰς ὁποίας μέχρι τότε ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ φυλάξῃ πρὸς βορρᾶν. Μήπως δὲν εἴδομεν ὅτι οἱ ἀγαπητοὶ φίλοι καὶ σύμμαχοι Σέρβοι κατέλαβον Βουλγαρικὰ ἐδάφη ἀνατολικώτερον τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Γευγελῆς–Βελιγραδίου διὰ μόνον τὸν λόγον τῆς ἐξασφαλίσεως ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας, τῆς μελλούσης ἐν τούτοις ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν καὶ ἐποπτείαν τῶν Συμμάχων νὰ ἀφοπλισθῇ; Ἂν ὁ ἀφοπλιζόμενος ἐθεωρεῖτο ἐπικίνδυνος, ποῖον λογικὸν εἱρμὸν θὰ παραδεχθῶμεν ἡμεῖς ἐπιτρέποντες νὰ πλησιάσουν πρὸς τὰς προσβάσεις τῶν στρατηγικῶν ἡμῶν θέσεων ἀπὸ δυσμῶν οὐχὶ μόνον οἱ ἀγαπητοὶ γείτονες, ἀλλὰ καὶ ἐνδεχομένως ἄλλοι; Ἀγνοῶ ποίους συνδυασμοὺς δύναται νὰ παρουσιάσῃ εἷς μέγας πόλεμος. Ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ ἀδιαφορία ἐπὶ τοῦ προκειμένου τῆς Συνελεύσεως, ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἦτο πλέον τῆς ἀμελείας ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔφερεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, παρὰ εἰς τὴν ἐσχάτην στιγμήν, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν μέσων τῶν εἰρηνικῶν, ἁπάσας τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέτρεπον εἰς τὸ κυρίαρχον Σῶμα ἵνα ἀναμετρήσῃ τὰς εὐθύνας καὶ λάβῃ τὰς κυριάρχους ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ἤδη δὲν φρονῶ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, οὐδὲ νομίζω ὅτι παρέλυσεν ἐντελῶς ἡ δικαιοδοσία τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐκ τῶν παρισταμένων καὶ ἀκροωμένων ἴσως διπλωματῶν ἤθελε καταλογισθῇ ὡς στρατιωτικὴ σπουδή, ὡς ἀθυροστομία τις τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνω τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐπεκαλέσθημεν ἐγκαίρως τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Θὰ ἀντείπω εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν παρίσταται ὁ λόγος οὗτος. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δὲν κέκληται νὰ κανονίζῃ τὰ ἐκ τῶν συνθηκῶν προκύπτοντα συνοριακὰ ζητήματα. Τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ἀναμφισβητήτως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τὴν ὁποίαν δὲν δύναταί τις ἠθικῶς φερόμενος νὰ ἀγνοήσῃ, ὅτι αἱ προκύπτουσαι διαφοραὶ μεταξὺ μελῶν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀποτελοῦσιν ἀναμφισβήτητον στάδιον εἰρήνης τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Καὶ εὐτυχῶς καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ φίλοι ἡμῶν γείτονες ἀποτελοῦσιν ἤδη μέλη τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἀλλὰ θὰ ἀντείπουν ἴσως ὅτι κυρίως εἰς ἰδιωτικὰς συμβάσεις περὶ ἰδιωτικῶν διαφορῶν παρουσιάζεται διαιτητὴς ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν. Τοῦτο οὐδαμοῦ γέγραπται· ἀπεναντίας εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις τὰ ἑαυτῆς δικαιώματα νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ ἀντιστρόφως ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, ὅταν ἀντιληφθῇ ὅτι στρατιωτικὰ συμφέροντα τοῦ ἑνὸς ἐκ παρερμηνείας καὶ στρεβλῆς βάσεως παραβλέπονται, πᾶν δικαίωμα καὶ πᾶσαν ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ στρέψῃ. Καὶ μὴ λησμονεῖτε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι, ὅταν πρὸ δέκα μηνῶν οἰκτρῶς παρεβιάσθη ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς ἡ ἀσυλία τῆς Ἑλληνικῆς συνειδήσεως, ὅταν ἀποτέλεσμα τῆς παραβιάσεως τῆς ἀσυλίας ταύτης ὑπῆρξεν ἡ κατακράτησις ἡ προσωρινὴ τμήματος Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν θὰ ἔλεγέ τις εἰς τὸν καταπατοῦντα ὅτι ἴσως καλῶς ἔπραξεν. Ἂν καθαγιάζουν οἱ σκοποὶ τὰ μέσα, ἴσως καλῶς ἔπραξε στηρίζων διὰ τῆς βίας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθεώρει, ἂν μὴ δίκαιον, δικαίωμα αὑτοῦ. Καὶ ἐνθυμούμεθα τὸ ἐπεισόδιον τῆς Κερκύρας. Δὲν δύναταί τις νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τὴν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν ἡ χρῆσις βίας ἐκ μέρους τοῦ ἰσχυροῦ. Ἂν αὐτὴ πλήρως δὲν ἐξεδηλώθη, δὲν ἐξεδηλώθη διότι παρίστατο ἐγγύτατα ἡμῶν οὐχὶ ἡ ἱκανότης ἢ ἡ δύναμις ἡμῶν, ἀλλ’ ἀντίρροπα συμφέροντα ἄλλων. Καὶ ἦτο αἰσθητὸν ὅτι αὕτη παροδικὸν θὰ εἶχε χαρακτῆρα, ἐφόσον εἶχε σκοπὸν νὰ πληρώσῃ οὐχὶ ὁ πταίσας, ἀλλ’ ὁ μᾶλλον λόγῳ ἀδυναμίας ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ. Καὶ εἴδομεν κατάφωρον τὴν στάσιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ὅτι θὰ ἦτο πρὸς ἡμᾶς ἀντίθετος, ἐὰν δὲν ἐπεδιώκομεν τὴν λύσιν ταύτην. Δὲν γνωρίζω τί ἡ διπλωματία θὰ ἀπαντήσῃ. Δὲν πιστεύω ὅτι ἐκ τῆς δημοσίας συζητήσεως ἐπὶ τῶν 14 χωρίων, καταλλήλως διεξαγομένης, δύναται νὰ προκύψῃ βλάβη τις. Μία καὶ μόνη βλάβη ἔσται ἡ ἀνεπανόρθωτος: Νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἥτις, εἰς στιγμὴν ἀδυναμίας, παρανοοῦσα ἢ μὴ ἐννοοῦσα τὴν σημασίαν τῆς πράξεως ταύτης, νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀνεπανορθώτου διαταγῆς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνώσω τρεῖς σειρὰς ἐκ τῶν πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς παλαιῶν προτάσεών μου, τοῦ Νοεμβρίου 1922. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ἀνασυγκροτήσεως εὑρίσκετο εἰς δυσχερῆ θέσιν ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐν μέσῳ περιβάλλοντος δυσμενοῦς, ἀποκαρδιωτικοῦ, περιφρονητικοῦ, τῆς Ἑλλάδος μὴ ἀναγνωριζομένης ὡς συμμάχου, προκαλούσης τὸν οἶκτον τῶν φίλων καὶ τὸν σαρκασμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ τονίσωσιν ὅτι ἦσαν ἐχθροί. Ὑπομιμνήσκω ὅτι μῆνάς τινας βραδύτερον ἠδυνήθημεν νὰ ἀντιτάξωμεν τὸ ἀπόλυτον ὄχι, ὅτε ἡ θέσις τοῦ Κράτους ἐβελτιώθη, ἐθεωροῦμεν δὲ ὅτι δὲν δύναται νὰ παραχωρήσῃ οὔτε σπιθαμὴν γῆς ἡ Ἑλλάς. Χαρακτηριστικὴ ὑπῆρξεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς θέσεως ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Στρατοῦ τοῦ Ἔβρου, εἰς τὴν ὁποίαν ὡς κύριον πρόσωπον ἔδρασεν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀξιότιμος Ὑπουργός. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ὑπέβαλον τὰς τελικάς μου προτάσεις, ἠναγκασμένος νὰ κρατῶ τὴν κατάστασιν ἔνθεν καὶ ἔνθεν, πιεζόμενος ἀλλαχόθεν. Διετύπουν οὕτω τὰς πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς προτάσεις μου (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλλὰς ἥτις εἶδε καταστρεφόμενον ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἐκπολιτιστικὸν ἔργον χιλιετηρίδων καὶ ἐκριζουμένην τὴν φυλήν της καὶ συνεχιζόμενον τὸ μαρτύριόν της ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Θράκῃ δὲν δύναται νὰ ἀντιληφθῇ πῶς ἤθελέ τις ἀφήσει εἰς τὴν τύχην τῶν ὁρίων ἑνὸς Καζᾶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν δυτικῶν της συνόρων. Ἐπιθυμοῦσα νὰ ζήσῃ ἐν εἰρήνῃ μετὰ τῆς νεαρᾶς της γείτονος ἔχει ἀνάγκην νὰ εἶναι κυρία ἐν τῷ οἴκῳ της. Καίτοι θεωρεῖ ὡς δίκαια σύνορα τὴν γραμμὴν Μοράβας, θὰ ἐδέχετο ἐν τούτοις τὴν σημερινὴν γραμμήν, ἡ ὁποία δύναται εἰσέτι νὰ τῆς ἐγγυηθῇ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἐδάφους της. Ἀλλὰ θεωρεῖ τοῦτο ὡς ὑπερβολὴν συμβιβαστικότητος...» Ἀπευθύνομαι εἰς τὴν καρδίαν καὶ τὸν ἐγκέφαλον ὑμῶν σήμερον ὅταν οἱ λόγοι τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται νὰ ἐμφανισθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία Βουλὴ ποτὲ θὰ ἐψήφιζε τὴν ἀδικαιολόγητον ἀπότμησιν τοῦ ἐδάφους τῆς Πατρίδος. Ἡ δημοσία γνώμη, λίαν ἠρεθισμένη, δὲν θὰ ὑπέφερε νέας ἀπωλείας. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔσφιγξε τὴν καρδίαν της καὶ εἰργάσθη ἐντατικῶς μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφὴν σχηματίζουσα ἕνα νέον Στρατὸν διὰ νὰ ἴδῃ καὶ πάλιν τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος κολοβούμενον. Συμφώνως πρὸς τὰς συμβουλὰς τῶν Συμμάχων ἐπέβαλεν εἰς ἑαυτὴν τελευταίως ἔτι μίαν θυσίαν ὑπὲρ τῆς γενικῆς εἰρήνης καὶ δὲν ἐβάδισε πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης». Κύριοι, ἀντιπαρέρχομαι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ζητήματος τούτου τῆς ἐπερωτήσεως. Ἤθελα νὰ μὴ ἐξέλθῃ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων ὑμῶν ῥητὴ ἀπόφασις προδικάζουσα ἐνδεχομένως καὶ ἀώρως τὴν τύχην ἑλληνικῶν περιοχῶν, περιοχῶν, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἐστρατεύθησαν, συνέπαθον μεθ’ ἡμῶν καὶ δὲν ἐζήτησαν τὴν ἀπόσπασιν ἀπὸ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος. Συναισθάνομαι τὴν τιμὴν τῆς εὐμενοῦς ἐνταῦθα προσοχῆς ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν κόπωσιν, τῆς ὁποίας εἶμαι αἴτιος. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως, ὀλιγώτερον κουραστικὸν τοῦ πρώτου, θέλω ἀναπτύξει πολὺ συντομώτερον. Καθ’ ἣν στιγμὴν διατυποῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπερώτησιν, δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ἡ θέσις τῶν Βορειοηπειρωτῶν. Αἱ ἐφημερίδες βρίθουσιν ἀγγελιῶν συλλήψεων, ταραχῶν. Αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, κύριοι, πρὸ καιροῦ ἐξέδιδον τὴν ἐναντίον ἡμῶν ἀπόφασιν καὶ ἐπέβαλλον εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα προβῇ εἰς θυσίας χάριν τῆς παγκοσμίου εἰρήνης, ἢ μᾶλλον χάριν τῆς ἰδίας ἑαυτῶν, καθότι ὅταν πρόκειται νὰ ἐκραγῇ μία ῥῆξις μεταξὺ ἀσθενῶν, ἀρκοῦνται νὰ ἀποκλείσωσιν ἐν τῇ ἐπικινδύνῳ χώρᾳ τοὺς ἀντιπάλους καὶ νὰ ἀντλῶσι διδάγματα. Διὰ τοὺς ἰσχυροὺς οἱ μεταξὺ τῶν μικρῶν ἀγῶνες δὲν νομίζω ὅτι εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα τῆς ἐγωπαθείας, ὅπου τὰ συμφέροντα τῶν οἰκονομολόγων ἔχουν τὴν κρίνουσαν βαρύτητα, ἐμποιοῦν μείζονα ὀδύνην ἢ ἡ περιέργεια τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τοὺς θεατὰς τῶν ταυρομαχιῶν ἢ ἀλεκτρομαχιῶν τὸ θέαμα τῶν ἀλληλοσπαρασσομένων ζώων. Ὑπάρχει ἡ ἀντίληψις ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὅτι διπλωματία εἶναι τὸ κρύπτειν τὰς σκέψεις καὶ ἐξαπατᾶν τὸν μεθ’ οὗ συζητεῖ τις. Οὐδὲν τούτου μᾶλλον σφαλερόν. Διπλωματία εἶναι τὸ ὁρᾶν μακρὰν καὶ μὴ ὑπερβαίνειν τὰ ὅρια τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐκτιμᾶν ἐγκαίρως ἕως ποῦ δύναταί τις νὰ ὠθήσῃ τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μυστικὸν τῶν ἐπιτυχιῶν τοῦ κ. Βενιζέλου. Παρέσχομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἀφορμὰς δυσαρεσκείας καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἵνα φθάσω εἰς τὰ δυσάρεστα διὰ τοὺς γείτονας ἡμῶν, νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τῶν δυσαρέστων τοῦ οἴκου ἡμῶν. Ἄστοχον μέτρον ὑπῆρξε, καθ’ ὃν χρόνον ἤμεθα ἀπησχολημένοι ἐν τῷ Μικρασιατικῷ πολέμῳ, ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐμπορικῆς ἐπικοινωνίας τῆς Β. Ἠπείρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη κυρίως ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ἐμπορικοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς περιοχῆς τῆς Κορυτσᾶς ἀπὸ τῆς περιοχῆς Φλωρίνης. Γνωρίζετε πάντες ὅτι ὁ κυριώτερος πνεύμων τῆς Φλωρίνης καὶ ἐκ τῶν κυριωτάτων πελατῶν τοῦ λιμένος τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς Κορυτσᾶς. Ποῖον ἐβλάψαμεν ἀποκλείσαντες ταύτην; Ἐστενοχωρήσαμεν τοὺς Ἀλβανούς, ὡμοιάσαμεν πρὸς τὸν νευρικὸν τὸν τύπτοντα τὴν κεφαλήν του ἐπὶ τοῦ τοίχου. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐξεθέσαμεν τοὺς Βορειοηπειρώτας, εἰς τοὺς ὁποίους εἶπον οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν: «Οἱ φίλοι σας σᾶς ἀπέκλεισαν». Καὶ ὑπέφερε κυρίως τὸ φιλόνομον στοιχεῖον καὶ τὸ ἑλληνίζον στοιχεῖον. Ἀλλὰ μήπως ἦτο ἑνιαῖόν τι μέτρον; Ἀπεκόπη τὸ ἐμπόριον εἰς δύο ἄξονας, εἰς τὸν πρὸς Φλώριναν καὶ τὸν πρὸς Ἰωάννινα. Εἰς τὸν πρὸς Ἰωάννινα ἐπῆλθε μεγάλη ἡ διείσδυσις τοῦ Ἰταλικοῦ ἐμπορίου. Καὶ ὅταν μετέβην εἰς τὴν περιοχὴν αὐτὴν καὶ ἐζήτησα νὰ ἀνταλλάξω ἀλβανικόν τι νόμισμα, ἐζήτησα τὴν δραχμήν, διὰ τῆς ὁποίας συνηλλασσόμην εἰς τὴν Κορυτσάν, ἀλλ’ ἡ δραχμὴ ἦτο ἄγνωστος. Μοῦ προσέφεραν λιρέττας. Ὑπῆρξεν οἰκτρὰ λοιπὸν ἡ ἔμπνευσις τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς καὶ ὅταν ἤρθη ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη, εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ὁποίας καὶ ἡμεῖς πᾶσαν προσπάθειαν κατεβάλομεν ἐκεῖθεν, ὅταν τοῦτο συνέβη, ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν λῆψιν δευτέρου μέτρου. Ἡ περιοχὴ Φλωρίνης ὑπήγετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου, ὁ δὲ ἤδη Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τότε Ἀρχιστράτηγος ἀπηγόρευσε τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου ἐκ Φλωρίνης. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπέτρεψε τὴν εἰς Ἰωάννινα. Τοῦτο ἐπέφερε νέαν δυσφορίαν καὶ μείωσιν τῶν αἰσθημάτων τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλὰ καὶ γενικώτερον ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀρχίζει νὰ ἀδιαφορῇ πρὸς τοὺς Βορειοηπειρώτας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν διαβατηρίων ἤρθη καὶ προέκυψε ζήτημα ἐλευθέρου ἐμπορίου. Δὲν θὰ εὕρισκον ἀρκετοὺς λόγους διὰ νὰ συστήσω εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ υἱοθετήσωσι καὶ νὰ παρακινηθῶσιν εἰς τὴν ἵδρυσιν εἰδικῶν κρατικῶν ἀποθηκῶν διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου ἔν τε Ἰωαννίνοις καὶ ἐν Φλωρίνῃ, παρεχουσῶν πᾶσαν ἀσφάλειαν. Τοῦτο δὲ προκειμένου — ὡς καὶ ἐν ὑπομνήματι αὐτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ἰωάννινα ἐκεῖθεν διετύπωσεν ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων τῆς Ἠπείρου καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἰωαννίνων — προκειμένου νὰ ἐξυπηρετήσῃ κυρίως τὸ ἐμπόριον τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον καὶ μέλλον νὰ διοχετευθῇ εἰς Ἀλβανίαν. Θὰ ἐπέφερε τοῦτο βελτίωσίν τινα νομισματικὴν εἰς ἡμᾶς λόγῳ τῆς κινήσεως τὴν ὁποίαν ἤθελε δημιουργήσει, ἤθελε συγχρόνως, λόγῳ τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως, ἀφήσει κέρδος εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν. Δὲν ἤθελε δὲ μειώσει τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν, προωρισμένην νὰ στηρίξῃ ἐμπόριον διενεργούμενον ἐκ τῆς ξένης διὰ τὴν ξένην. Τοῦτο γενόμενον θὰ συνέτρεχε τὴν ἐπαναφορὰν εἰς ἡμᾶς τοῦ ἐμπορίου τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, διὰ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, νομίζω δὲ κατὰ ἰσχυρότερον λόγον καὶ τῆς τόσον ἀδικουμένης Ἠπείρου, τῆς ὁποίας ἡ δραστηριότης ἀκτινοβολεῖ ἕως τὰ βόρεια τῆς Ἀλβανίας. Τοῦτο θὰ προσέφερε καὶ ψυχικὴν προσέγγισιν τῶν σπουδαστῶν τῶν δύο Κρατῶν, οἵτινες μοιραίως ἤθελον ἀναγκασθῆ λόγῳ τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων νὰ γίνωνται ἀμοιβαίως κάτοχοι τῶν γλωσσῶν τῶν δύο λαῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τοῦ ὅλου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι παρὰ νὰ τονίσω, ἵνα θέσωμεν σήμερον στερεὰς βάσεις. Θὰ συγκομίσωμεν ταχέως τοὺς καρπούς. Καὶ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι, πυκνουμένων τῶν ἐμπορικῶν καὶ ἄλλων δεσμῶν, δὲν θὰ δύναται ἡ Ἀλβανία νὰ ἀγνοῇ τὸν Βορειοηπειρώτην Ἕλληνα, ἀλλὰ θὰ γνωρίσῃ ὅτι ἔχει ἐν ἑαυτῇ στοιχεῖον φιλόνομον, στοιχεῖον φιλοπρόοδον, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτὴν τὸ πλεῖστον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ Βορείου Ἠπείρου. Ἐκ τῶν 16,000,000 χρυσῶν κορωνῶν ἃς εἰσπράττει τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος τὰ 12,000,000 προέρχονται ἐκ τῆς Β. Ἠπείρου. Τὰ τρία τέταρτα αὐτὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσπράττονται ἐκ τῆς Β. Ἠπείρου, ἀλλὰ καταναλίσκονται εἰς τὴν Β. Ἀλβανίαν. Καὶ ἀτυχῶς μέγα μέρος τούτων διατίθεται εἰς διατήρησιν διαφόρων ἀργομίσθων, παλαιῶν ὑπολειμμάτων τῆς Μουσουλμανικῆς κυριαρχίας ἢ ἀτυχῆ θύματα τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως, μὴ εὑρίσκοντα πλέον θέσεις εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀλλ’ εἰς τὰ θύματα ταῦτα βεβαίως θὰ δύναταί τις νὰ βλέπῃ εὐχαρίστως τὴν ἀπορρόφησιν τοῦ ποσοῦ. Καὶ θὰ διηρωτᾶτό τις, τοιαύτη συζήτησις εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ξένου Κράτους; Οὐχί! Ἀλλ’ εἶναι ἐκτίμησις τῶν ἐσωτερικῶν συνθηκῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων μόνον δύναταί τις νὰ ἑδράσῃ τὴν κρίσιν καὶ ἐπὶ ταύτης τὸ μέτρον τῆς κοινοπραξίας εἰς τὸ μέλλον. Ἦλθεν ἔπειτα ἑτέρα ἀφορμή, τὴν ὁποίαν παρέσχεν ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἐμέ. Ἦλθε τὸ μέτρον τῆς Ἐπαναστάσεως, τὸ ὁποῖον καὶ ἐψέξαμεν καὶ τότε καὶ τώρα, τὸ ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου Ἡγέτου τῆς Ἐπαναστατικῆς Ὁμάδος, ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως στρατηγοῦ Πλαστήρα, τὸ μέτρον τῆς προσκλήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ στοιχείου. Καὶ εἴδομεν ἐνταῦθα καλουμένους ἐμπόρους ἐλθόντας προσωρινῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ ἄτομα συνοδεύοντα τοὺς νοσοῦντας συγγενεῖς των, σπουδαστὰς ἐλθόντας ἵνα κομίσωσιν εἰς Ἀλβανίαν τὸν σπόρον τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Εἴδομεν τούτους στρατευομένους ἄνευ ἐξαιρέσεως. Καὶ ἦσαν οὗτοι ἑκατοντάδες τινές, τρεῖς ἑκατοντάδες ἐν ὅλῳ. Καὶ ἔκαμα τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν ἀγαπητόν μου Ἀρχηγὸν τῆς Ἐπαναστάσεως διὰ τὰς τρεῖς ταύτας ἑκατοντάδες: «Θὰ ἐκτεθῆτε εἰς ἀναμφισβήτητον παράβασιν νομικῶν καὶ διεθνῶν διατυπώσεων καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν ζητήματος ἐπιβλαβοῦς δι’ ἡμᾶς;» Καὶ ἐπενέβη ὁ ὀξὺς νοῦς τοῦ κ. Βενιζέλου δρακοντείως ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὑπὸ τὴν πίεσιν ταύτην ἀνεγνωρίσθη ἐνταῦθα τελικῶς ὅτι τὸ κάπως αὐθαίρετον μέτρον ἐκεῖνο ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἐκτιμήσεως ἐπὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν Βορειοηπειρωτῶν καὶ ἐκ τῆς πίστεως ὅτι σύμπαν τὸ Ἑλληνικόν, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκετο, ἔπρεπε νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Στρατοῦ. Ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς προσκλήσεως τῶν Ἀρχηγῶν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Στρατοῦ ὅτι πρὸ παντὸς εἴχομεν ἀνάγκην ἀνδρῶν. Ἀλλὰ περιωρίσθη μοιραίως εἰς τοὺς νέους Βορειοηπειρώτας τοὺς μὴ δυναμένους νὰ ἀποδείξωσι τὴν Ἀλβανικὴν αὑτῶν ὑπηκοότητα. Καὶ παρέστημεν εἰς τὸ θέαμα ὅτι Ἕλληνες Βορειοηπειρῶται, καίτοι τηροῦντες ἄσβεστον τὸ πῦρ τοῦ ἐθνικοῦ αὑτῶν αἰσθήματος, πρὸ τοῦ ἀνίσου τούτου μέτρου εὑρεθέντες, ἀπετάθησαν εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἵνα εἴπωσιν εἰς αὐτὴν ὅτι πιέζονται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Δὲν ἔδωσε σημασίαν ὁ Γραμματεὺς δηλώσας ὅτι τοῦτο ἐκκλίνει τῆς ἀποστολῆς του, διεβίβασεν ὅμως τὸ παράπονον τοῦτο πρὸς τὴν Διάσκεψιν τῶν Πρεσβευτῶν. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα ταῦτα ἐδημιούργησαν χαλάρωσίν τινα καὶ ἐπέφεραν εἰς τοὺς δυσμενῶς πρὸς ἡμᾶς διακειμένους ἐνίσχυσιν, λέγοντες πρὸς τοὺς Βορειοηπειρώτας: Ἰδοὺ ποίαν ἀφορμὴν πιέσεων θὰ εὕρητε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν ἔλειψαν αἱ μικραὶ αὗται διαφοραί, προέκυψεν ἄλλη δυσθεράπευτος. Προπαγανδίζουν εἰς τοὺς Ἀλβανοὺς τοὺς ἔχοντας ἀκίνητα παρ’ ἡμῖν, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος γίνεται κατάσχεσις τῶν οἰκιῶν αὐτῶν καὶ ἐπίκειται βιαία ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων, ὑποχρεοῦνται δὲ διὰ παντοίων μέσων εἰς τὴν πώλησιν τούτων ἀντὶ πινακίου φακῆς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἔλαβεν ἐναντίον τῶν κτημάτων τούτων μέτρα αὐστηρότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ τοὺς Ἕλληνας ἰδιοκτήτας. Ἐάν ποτε ὑπῆρξε μεροληψία, αὕτη ἔκλινεν ὑπὲρ τῶν ἀλλοφύλων. Ἀλλ’ ἡ πρὸς ἡμᾶς Ἀλβανικὴ πολιτεία ὑπῆρξεν ἄδικος. Ἐπὶ τῇ προφάσει καὶ τῶν παραπόνων τούτων ἐξώθησαν τὰς σχέσεις εἰς μίαν πολεμικὴν ἀναμφισβήτητον. Τὸ πρωτόκολλον Καπιστίτσης δὲν ἴσχυσεν οὔτε τότε, οὔτε ἰσχύει τώρα. Δὲν ἔχομεν ἐκκλησίας, οὔτε σχολεῖα καὶ ἐτέθη τὸ ζήτημα τῶν μειονοτήτων ποῖος εἶναι Ἕλλην, ἀπήντησαν δ’ ὅτι ὁ ἐκ καταγωγῆς δύναται νὰ ἀναγνωρισθῇ μόνον.
§7Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ πληροφορήσητε τὴν Συνέλευσιν διατί ἀνεκόπη τότε ἡ κατάληψις τῆς Β. Ἠπείρου;
§8Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, προτοῦ ἀπαντήσω, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. πληρεξούσιος ἂν δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Συνέλευσιν διατί ἀνεκόπη ἡ κατάληψις. Νομίζω ὅτι ὄχι ἐγώ. Ὁμιλοῦμεν ἀνοικτῶν τῶν θυρῶν καὶ δὲν εἶναι βέβαιον ἂν ἅπαντες οἱ ἀκούοντες κατέχουν τὰς ἀναγκαίας προϋποθέσεις. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ ἀπαντᾶν ἀποτελεῖ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν εἰς πάντας ἡμᾶς καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς Ὑπουργούς· ὁ στρατηγὸς Λυωταὶ — Θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὰ φῶτα τοῦ ἐκ Πατρῶν Ἡγέτου, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ συλλογὴν ἀνεκδότων πρὸς χρῆσιν τῆς Βουλῆς — ὅτι ὁ στρατηγὸς Λυωταί, ὁ πραγματικῶς παρασχὼν ὑπηρεσίας ἐν Μαρόκκῳ καὶ Ἀλγερίῳ, ἐξηναγκάσθη κατὰ τὸ 1917 εἰς παραίτησιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἠρνήθη νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινάς. Εἶχε, φαίνεται, τὴν σπουδὴν νὰ ὁμιλῇ κακῶς καὶ νὰ ἐνεργῇ καλῶς. Ἐνήργησε καλῶς· οὐδεὶς τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Ὡμίλησε κακῶς· ἔπεσεν ἐν μιᾷ στιγμῇ καὶ μόνον διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο ἐξαιρετικῶς εὔθικτος.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Διατί ἀποτείνεσθε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν;
§10Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Διότι παρακολουθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν ραγδαίαν αὐτοῦ πρὸς τὰ ἄνω ἐξέλιξιν καὶ τηρῶ τὴν ἀνάμνησιν μακρᾶς συνυπηρεσίας καὶ διότι, ὅταν ὁμιλῇ κανείς, πρέπει νὰ βλέπῃ πρὸς τὰ ἐμπρός, ἀλλὰ προληπτικῶς νὰ βλέπῃ καὶ πρὸς τὰ ὀπίσω. Πρόσφατοι λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοῦ ὑπέμνησαν τὰ ἀνωτέρω, ἄνευ σκοποῦ, προφανῶς, νὰ τὸν θίξω.
§11Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς παρακαλῶ.
§12Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ὁ στρατηγὸς Λυωταὶ ἀπεμακρύνθη ἐν μιᾷ στιγμῇ καὶ μόνῃ — ἐν πληθούσῃ συνεδριάσει — ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν — διότι ἀπήντησεν εἰς κάποιον βουλευτὴν ὅτι δὲν δύναται νὰ τοῦ ἀπαντήσῃ ἐπὶ ζητημάτων στρατιωτικῶν προμηθειῶν καὶ ἀνεφοδιασμοῦ. Ἦτο ἡ ἐποχὴ τῶν ὑποθέσεων Μαλβὺ καὶ συντροφίας καὶ Μπολὼ πασᾶ καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἀπομακρυνθῇ τοῦ Ὑπουργείου δι’ αὐτὰς τὰς λέξεις. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν ἀρνοῦμαι νὰ δώσω πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, ἐν πληθούσῃ Συνελεύσει καὶ ἀνοικτῶν τῶν θυρῶν, νὰ ἐξηγήσω διατί ἀνεστάλη ἡ πρὸς Κορυτσᾶν προέλασις διὰ τῆς Καπιτσίστης. Ἄν δίδῃ τὴν ἄδειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶμαι πρόθυμος.
§13Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ γενικωτέρα ἐξέτασις τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι διὰ τὴν παροῦσαν ὥραν.
§14Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμένῃ, ἐφόσον ἄλλως τε τὰ τοιούτου εἴδους ζητήματα τίθενται ἀναποδράστως ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλεγον λοιπόν, θὰ εἶναι Ἕλληνες οἱ Τοῦρκοι συμπολῖταί μου τῶν Ἰωαννίνων, οἱ Τουρκοκρῆτες, οἱ φανατικώτεροι τῶν Μουσουλμάνων, ἐπειδὴ εὑρέθησαν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐπειδὴ ἡ καταγωγή των ἡ Ἑλληνικὴ δὲν τοὺς δίδει δικαιώματα γλωσσικά; Οὐχί, δὲν εἶναι τεκμήριον, κύριοι, ἡ γλῶσσα. Ἄν τοῦτο συνέβαινε, δὲν θ’ ἀπετέλει μίαν ἐθνικότητα ἡ Ἑλβετία, θ’ ἀπετέλει τρεῖς, θὰ ἦσαν Γερμανοί, Γάλλοι καὶ Ἰταλοί. Δὲν θ’ ἀπετέλει ἐθνικότητα τὸ ⅓ τοῦ Βελγίου· θὰ ἦσαν Γάλλοι οἱ μέν, Φλαμανδοὶ οἱ δέ. Δὲν θ’ ἀπετέλει ἐθνικότητα ὁ Ἀμερικανικὸς λαός. Κατὰ τὴν γενομένην δεκτὴν θεωρίαν, ἐπειδὴ ὁμιλεῖ ἡ μάμμη σου Ἑλληνικά, δι’ αὐτὸ εἶναι Ἑλληνίς. Μᾶς ζητεῖ ἡ πλειονότης Ἑλληνικὰ σχολεῖα· ἡ Ἀλβανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη καὶ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν σιγᾷ καὶ δὲν δημιουργοῦνται σχολεῖα καὶ ἔκλεισαν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα.
§15ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τί γίνεται τὸ Μπάγκειον κληροδότημα;
§16Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τοῦτο, κ. συνάδελφε, ἀποτελεῖ μίαν φάσιν ἑνὸς γενικοῦ ζητήματος, τοῦ ζητήματος τῶν Βορειοηπειρωτικῶν καὶ δὴ Κορυτσαίων κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ἵδρυσιν σχολείων Ἑλληνικῶν καὶ μόνον ἐν τῇ πατρίδι, ἀλλὰ σήμερον εὐμενῶς ἔχει καὶ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, μὴ διαφωτισθεῖσα μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῶν εἰς τοῦτο —δὲν ἐνετείναμεν τὰ νεῦρα ἡμῶν ἐπαρκῶς—εὐμενῶς πρόσκειται εἰς εἰσήγησιν ὅτι θὰ ἔπρεπε τὰ κληροδοτήματα ταῦτα ὑπὸ ἐγγυήσεις τινὰς νὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν Ἀλβανικὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἵδρυσιν σχολείων Ἀλβανικῶν καὶ θὰ ἐβλέπομεν ἑπομένως, κύριοι, Ἑλληνικὰ κεφάλαια νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ἐκρίζωσιν μακραίωνος Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Δὲν λησμονοῦμεν ὅτι ἡ Κορυτσὰ δὲν ὑπῆρξε μόνον ἡ ἑστία πολιτισμοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἡ ἑστία τοῦ νασιοναλισμοῦ τοῦ Ἀλβανικοῦ τοῦ ἐκπηγάσαντος ἐξ Ἀμερικῆς, τοῦ στηριχθέντος ἐπὶ τοῦ δραστηριωτάτου νασιοναλιστικοῦ συνδέσμου Βάτρα ἐξ Ἀμερικῆς καὶ ἀποστείλαντος τοὺς πρώτους ἀποστόλους εἰς Εὐρώπην, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν ἐν Βοστώνῃ κατὰ τὸ 1919 χειροτονηθέντα Φὰν Νόλι, τὸν ἤδη ἡγούμενον τῶν τυχῶν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, Ἀρχιεπίσκοπον, τὸν ὁποῖον, μὴ χρισθέντα ὑπὸ Μητροπολίτου κανονικῶς, οὐδὲ ὑπὸ Ἕλληνος, διότι δὲν ἀναγνωρίζει τὰ κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, μὴ χρισθέντα οὐδὲ ὑπὸ τοῦ Ρώσου Μητροπολίτου, ὅστις δὲν ἐτόλμα εἰς τοιαύτην παράδοσιν τῶν ἱερῶν κειμένων νὰ προβῇ, τὸν Μητροπολίτην τοῦτον εἶδον χρισθέντα ὑπό τινων φανατικῶν Ἀλβανῶν πολιτῶν ἁπλῶς. Ἔχει λοιπὸν τὸ χρῖσμα οὐχὶ ἐκ τοῦ κλήρου, ἀλλ’ ἐξ ἁπλῶν πολιτῶν. Οὐχ ἧττον φορεὺς ἰδεῶν τολμηρῶν, ἄνθρωπος ἱκανὸς νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν τῆς Ἑλληνικῆς φιλίας, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Φὰν Νόλι νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἀξίαν τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος κοινοπραξίας. Καὶ εἶναι γενικὸν τὸ φαινόμενον ὅτι ἀναγκάζεταί τις ριζικῶς νὰ ἀναθεωρήσῃ ἅμα ἔλθῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν ὅσα ἔξω τῆς Ἀρχῆς ἐθεώρει ὡς μὴ ποιητέα. Ταῦτα συνοπτικῶς διὰ τὰ κληροδοτήματα τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Καὶ ἐρωτᾶται: Τὰ Ἑλληνικὰ ταῦτα σχολεῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοίξωσι; Μέχρι τοῦ 1921 ἅπαντα ἦσαν κλειστά. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰ σχολεῖα τῶν Ἑλληνογλώσσων. Ἀλλὰ διὰ τοὺς μὴ Ἑλληνογλώσσους ἐκ μητρότητος ἐρωτᾶται· διατί δὲν εἶναι Ἕλληνες; Τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον προστίθεται εἶναι τὸ τεκμήριον τῆς καταγωγῆς. Λέγεται ὅτι εἶναι Ἀλβανικῆς καταγωγῆς. Καὶ ἐρωτῶ: Τίς ἐξ ὑμῶν δύναται οὐχὶ τὴν οἰκογενειακήν, ἀλλὰ τὴν φυλετικὴν ὑπόστασιν νὰ διαπιστώσῃ κατὰ τὸν ροῦν τῶν αἰώνων, κατὰ τὸν ροῦν τῶν συμμίξεων τούτων; Μήπως ἡ Ἀλβανικὴ φυλή, τοὐλάχιστον ἡ μεσημβρινή, δὲν ἀπετέλει κρᾶμα μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ φύλου; Εἷς χαρακτήρ, σχεδὸν μία φυλή. Χωρισμὸς πολιτισμοῦ καὶ θρησκείας ὑπῆρξεν ἡ διάκρισις. Πρὸ πέντε αἰώνων τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων ἀκόμη τὴν τιμητικὴν φρουρὰν τῶν χωριστῶν χρωμάτων ἱππικῶν συνταγμάτων ἀπετέλουν ἐπίλεκτον φάλαγγα οἱ Ἀλβανοί, συμμιγέντες μετὰ τῶν Ἑλλήνων. Οὐδεὶς διημφισβήτησε τὴν ἀνάμιξιν, οὐδεὶς θὰ διαμφισβητήσῃ τὴν σύμπραξιν μεθ’ ἡμῶν. Ἀλλ’ εἶναι λόγος αὐτὸς νὰ σβύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ὁ ἐπὶ 40 αἰῶνας διαχύσας τὸ φῶς αὑτοῦ; Καὶ ἂν τοῦτο συνέβαινε, μὲ τί θὰ ἀντικαθίστατο; Ἐν τίνι ἁλισθήσεται ἡ πνευματικὴ ὕπαρξις τοῦ Ἀλβανικοῦ λαοῦ, ὅταν κλεισθοῦν τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ ἐξοβελισθοῦν τὰ Ἑλληνικὰ κείμενα; Ἡ Ἀλβανικὴ γλῶσσα ἔχει βεβαίως ἀνάγκην αἰώνων διὰ τὴν ἀνάπλασιν αὐτῆς. Σήμερον ἐκτελεῖ θαυμαστὰς προόδους, ἀλλὰ μακρὰν κεῖται τὸ τέρμα τῆς ἐξελίξεως αὐτῆς. Καὶ λέγει ὁ σοφὸς γραμματεὺς κ. Σέντερσον ὅτι ὑπάρχει ἀναλογία τις μεταξὺ τῆς πατρίδος του Φινλανδίας καὶ τῆς Ἀλβανίας. Καὶ ἐκεῖ, ὡς ἐν Ἀλβανίᾳ, ὁμιλεῖται ὡς γλῶσσα ἐπίσημος ἡ Ἑλληνική, ὡμιλεῖτο πρὸ ἑνὸς αἰῶνος ἡ Γερμανική. Ἀλλὰ ἤρκεσε προσπάθεια 50 ἐτῶν, ἵνα παραχθῇ ἐντατικὴ Φινλανδικὴ φιλολογία καὶ νὰ ἐξοβελισθῇ ἡ Γερμανική. Ἀλλὰ περαιτέρω παρατηρεῖ ὁ ἐμβριθὴς συγγραφεύς: «Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν ἄσβεστον πατριωτικὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον ὑπὲρ τῆς γλώσσης διεξήγαγον οἱ Φινλανδοί, ὄντες Φινλανδοί, ἐνῷ οἱ φορεῖς τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας εἶναι ἑλληνίζοντες τὴν ψυχὴν καὶ ὄχι ἑλληνίζοντες τῷ γράφειν». Τούτου τεθέντος εἶναι ἐφικτὴ ἡ στήριξις τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας; Ὀφείλομεν ριζικῶς, ὡς ὀργανισμὸς κρατικός, νὰ φέρωμεν μετὰ μεγάλην μελέτην τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ σείσωμεν τὸ σαθρὸν οἰκοδόμημα τῶν τεχνικῶν τεκμηρίων ἐκ βάθρων, μέχρις ὅτου καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ τεκμήριον ἡ ἐθνικὴ συνείδησις. Θὰ παλαίσωμεν πολὺ ἵνα πείσωμεν ὅτι οὔτε ἡ γλῶσσα οὔτε ἡ φυλὴ οὔτε ἡ θρησκεία ἀποτελοῦν ἐν προκειμένῳ τὰ κύρια κριτήριο ἐθνισμοῦ, ἀλλὰ μόνον ἡ ἐλευθέρα ἐθνικὴ συνείδησις.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκεῦος Ζερβὸς ἔχει τὸν λόγον.
§18ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν λαμβάνετε τὴν καλωσύνην, κ. Μπότσαρη, νὰ πληροφορήσετε τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἂν μετὰ τὴν 1 Νοεμβρίου ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία διεφώτισε δεόντως τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ τὴν Πρεσβευτικὴν Συνδιάσκεψιν; Σεῖς, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, γνωρίζετε ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις των εἰς τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα. Θὰ προσφέρετε πολλὰς ὑπηρεσίας, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἀντιπροσωπεύσαντες τότε τὴν Ἑλλάδα ὄχι μόνον δὲν προήγαγον τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα, ἀλλὰ γνωρίζετε καλῶς ὅτι διὰ τῶν ἐπεισοδίων τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ εἰς τὰ ἐπίλεκτα μέλη αὐτῆς καὶ μὲ τὴν ἄκοσμον αὐτῶν συμπεριφορὰν ὄχι μόνον δὲν τὸ προήγαγον, ἀλλὰ σπουδαιότατα ἔβλαψαν τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα.
§19Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Τίθεμαι εὐχαρίστως ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§20Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικότητα τῆς Β. Ἠπείρου δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ πλέον σοβαρὰ ἀμφισβήτησις. Αἱ Ἐπιτροπαὶ τῆς Συνδιασκέψεως ἐπὶ τῆς εἰρήνης τῶν Παρισίων ὑπέβαλον ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ἐπιστοποιοῦν τὴν Ἑλληνικότητα τῆς Χώρας. Ὑπάρχει ὑπόμνημα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Γαλλικῆς, τῆς Ἀγγλικῆς, τῆς Ἀμερικανικῆς, ὅπερ ἐν μέρει ἀνεγνώριζε μὲν τὴν Ἑλληνικότητα τῆς περιφερείας Ἀργυροκάστρου, ἀλλ’ εἶχεν ἐπιφυλάξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικότητα τῆς Κορυτσᾶς. Ἡ Ἰταλικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, διατυπώσασα ἐπιφυλάξεις. Μεταγενεστέρως ἔχομεν ἀπόφασιν τῆς Γερουσίας τῆς Ἀμερικῆς, δυνάμει τῆς ὁποίας ὑποστηρίζεται παραχώρησις ὁλοκλήρου τῆς Β. Ἠπείρου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχομεν τὴν Ἑλληνοϊταλικὴν συμφωνίαν διὰ τὴν παραχώρησιν. Ἔχομεν δηλαδὴ σύμπτωσιν γνώμης, ἡ ὁποία ἐπιστοποιήθη ὑπὸ ἐπισήμου συμβουλίου, τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῶν Συμμάχων, ὥστε τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἀντελήφθησαν ὄχι μόνον ὅτι ἡ Χώρα κατοικεῖται ὑπὸ Ἑλληνογλώσσων, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὅσοι δὲν ὁμιλοῦν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν εἶναι στοιχεῖον τὸ ὁποῖον ἔχει διάφορον πολιτισμὸν ἀπὸ τὸν πολιτισμὸν τοῦ Ἀλβανικοῦ στοιχείου. Ταῦτα δὲ ἐγνώσθησαν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν. Διπλωματικῶς ὑπάρχουσι τὰ γεγονότα. Τώρα πῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀπώλειαν; Ὑπάρχουν Συνθῆκαι ἐπίσημοι, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν ἐδαφῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ αἱ ὁποῖαι Συνθῆκαι ἐκρίθησαν ἄκυροι βραδύτερον. Πολὺ εὐκολώτερον μετεβλήθησαν ἀποφάσεις μὴ κατοχυρωθεῖσαι εἰς ἐπισήμους ἐκθέσεις. Ἡ δυσμενὴς ἀπόφασις τῆς παραχωρήσεως τῆς Β. Ἠπείρου ἐλήφθη τῷ 1921. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο· ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀπόφασις, ἡ ὁποία κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἀλβανίας. Ἀνεγνωρίσθη ὅτι, ἂν ὑπῆρχε κίνδυνος διὰ τὴν Ἀλβανίαν, καὶ ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἐπιστοποίει τὸν κίνδυνον τοῦτον, θὰ ἐκάλει τὴν Ἰταλίαν νὰ ἐπεμβῇ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν συνόρων. Εἶναι ἀπόφασις τῆς 5 Νοεμβρίου 1921. Ἐγεννήθη συνεπῶς σύνολον περιστάσεων, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς σήμερον. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Ἡ ἀπόφασις ἡ πρεσβευτικὴ ἔχει τὸ δυσμενὲς ὅτι τὰ 14 χωρία παραχωροῦνται εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὰς καταλλήλους ἐνεργείας καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα πρόσφυγας εἰς τὸ ἔδαφος αὐτῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν εὐκαιρίαν νὰ θίξῃ τὸ ὅλον ζήτημα, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς τὸ ζήτημα εὑρίσκεται εἰς τὴν Πρεσβευτικὴν Συνδιάσκεψιν καὶ δὲν ἔχω τι τὸ ὁριστικὸν καὶ δεδομένον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. συνάδελφον, ἂν θὰ ἐπεθύμει, νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, ὁπότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἀνασκοπήσωμεν τὸ ζήτημα εὐρύτερον.
§21Ν. ΞΗΡΟΣ. Μήπως δὲν ὑπάρχει καιρὸς ὅμως τότε.
§22Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐσταμάτησαν αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως.
§23Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Ὀφείλει νὰ τονισθῇ ἐντεῦθεν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι τόσον ζωτικὸν ὄχι μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Ἀλβανίαν ἀκόμη, ὥστε ὀφείλομεν νὰ τὸ συζητήσωμεν ἐν πλάτει ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ πεισθοῦν καὶ οἱ ξένοι πόσον τὸ ζήτημα εἶναι ζωτικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διότι ἴσως ἡ συζήτησις κατόπιν θὰ γίνῃ πολὺ ἀργά.
§24Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι θὰ ὠφέλει μία ἐνίσχυσις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως;
§25Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐκδήλωσις ἐγένετο καὶ τὰ συναισθήματα τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συμπίπτουν μὲ τὰ γενικὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§26Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Θὰ ἐδεχόμεθα νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἂν εἴχομεν τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ταχέως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπανέφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως.
§27Δ. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ γίνῃ μία διαμαρτυρία εἰς τὴν Εὐρώπην;
§28ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Νὰ ἐνισχυθῇ τὸ διπλωματικὸν μέτωπον. Ἡ Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑλλάδος νὰ γίνῃ περισσότερον εὐπαρουσίαστος.
§29Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν ἐζητήθη τοῦτο, πόσος θόρυβος καὶ πόσαι ἀντιρρήσεις προεκλήθησαν. Ὁπωσδήποτε ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἑλλάδος.
§30Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἰσχυρὰ εἶναι ἡ ἀντιπροσωπεία, ὅταν τὰ Κράτη εἶναι ἰσχυρά.
§31Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ καλά, ὅσα ἐμνημονεύσατε, κ. συνάδελφε ἐξ Ἰωαννίνων, καὶ τὰ ὁποῖα προέκυψαν διὰ τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1915–1916, ὀφείλονται εἰς τὴν μεγαλοπράγμονα πολιτικὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ οὐδαμοῦ ἀλλοῦ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως καθ’ ἣν ἐπεκράτησαν οἱ δημαγωγοὶ χάρις εἰς μικροὺς ὑπερπατριώτας καὶ ἐξεδηλώθη κάπως ἐμφανέστερον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Εὐρώπης, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπηκολούθησεν ἕνας χωρισμὸς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Ἀλβανῶν, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὸ διάκενον εἰς τὴν ξένην προπαγάνδαν διὰ νὰ δημιουργήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα.
§32Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ παντὸς ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ δὲν ὑπάρχει καιρὸς εὐρυτέρας συζητήσεως. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πρόκειται περὶ προληπτικοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ περὶ ἐμπεριστατωμένης στηρίξεως τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Φρονοῦμεν ὅτι δικαιοῦται ἀπροκαλύπτως ν’ ἀκούηται ἡ φωνὴ τῆς Συνελεύσεως ἐγκαίρως καὶ προληπτικῶς ἐπὶ τῶν φλεγόντων ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἀτυχῶς περιωρίσθησαν ταῦτα εἰς πολὺ ὀλίγα, ἓν τῶν ὁποίων, σπουδαῖον, εἶναι τοῦτο. Λυποῦμαι, διότι τὸ τερμάτισμα τῆς συζητήσεως δὲν δίδει τὴν εὐκαιρίαν—θὰ ἠξίουν δὲ νὰ ἤθελον τύχει τῆς ἐγκρίσεως τῆς Συνελεύσεως—νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις τὰς ζητουμένας ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ καταλήξωμεν εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα: Ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, λαμβάνουσα γνῶσιν τῆς ἀξίας τοῦ ἐπιδίκου τούτου ζητήματος, ἐνθαρρύνει τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ κατὰ τὸν δυνατὸν ζωτικώτερον τρόπον, διατυπώνει δὲ ἀπὸ τοῦδε τὴν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐγκαίρως ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην, πρὶν ἢ λάβῃ ἀποφάσεις, αἵτινες ἤθελον εἶσθαι ἐνδεχομένως ἀνεπανόρθωτοι. Ἡ μόνη βλάβη ἥτις δύναται νὰ προκύψῃ, βλάβη μείζων πάσης ἀκριτομυθίας, εἶναι ἡ ἔκδοσις τυχὸν διαταγῆς ἐκκενώσεως ἐδαφῶν Ἑλληνικῶν. Δὲν λέγω ὅτι θὰ πράξῃ τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων οὐδεμία εὐθύνη καλύπτει τὴν ζημίαν, ἥτις ἤθελε προσγίνει, εἶναι δὲ ἱστορικῶς βεβαιωμένον ὅτι ἡ ἐνθάρρυνσις τῶν πολλῶν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς δράσεως τῶν ὀλίγων, ὁσονδήποτε ἐπίλεκτοι καὶ ἂν εἶναι οἱ κυβερνῶντες ὀλίγοι οὗτοι. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην φάσιν τοῦ ζητήματος, οὐδεμία ὑποχώρησις. Ἡ Συνέλευσις, κυρίαρχος, ἐν καιρῷ θέλει ἐκφέρει, ἂν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, τὴν γνώμην της. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, τῆς ἐθνικῆς ἐξελίξεως τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ, μὴ συγχέωμεν τὴν σημερινὴν συζήτησιν μὲ ἐνδεχομένην ἐξέτασιν τοῦ ὅλου Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος. Πολιτικῶς οὔτε ἐγὼ ἔθεσα τὸ ζήτημα οὔτε καὶ οἱ μετ’ ἐμοῦ ἐπερωτῶντες νομίζω ὅτι θέτουσι τὸ ζήτημα. Ἁπλῶς καὶ μόνον θὰ ἔπρεπε, καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, νὰ διατυπωθῇ μία θερμὴ εὐχὴ καὶ σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τηρήσωμεν στάσιν μᾶλλον δραστικήν, διότι ἕως τώρα ἡ στάσις ὑπῆρξεν ἐμπειρική, ὡς καὶ ἡ διαχείρισις τῶν περισσοτέρων ἐθνικῶν ζητημάτων ὑπῆρξεν ἔν τινι μέτρῳ ἐμπειρική. Καὶ δὲν ζητῶ πρὸς τὴν μίαν πλευρὰν εὐθύνας. Πρὸς τὴν μίαν πλευρὰν θὰ κατεγίγνωσκον, ἂν ἤρχετο τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὰς μείζονας εὐθύνας, ἀλλὰ τὸ ὅλον τῶν εὐθυνῶν τὰς καταλογίζω πρὸς ὅλους. Μὴ ἐξαιρῶν δὲ ἐμαυτὸν δικαιοῦμαι νὰ εἶμαι αὐστηρὸς καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἤθελον νὰ συστήσω ἐγκαίρως νὰ ἀνακύψωμεν εἰς τὸ ἐθνικὸν διπλωματικὸν ἐπίπεδον. Ἔχομεν ἐν προκειμένῳ ἠθικὸν στήριγμα ἐκείνους οἵτινες εἶναι Ἕλληνες καὶ ἔζησαν ὡς Ἕλληνες ἐλεύθεροι καὶ ἐδήλωσαν ὅτι, ἂν ἡ ἀνάγκη παραστῇ, θὰ προτιμήσουν Ἕλληνες νὰ ἀποθάνωσιν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀλλάξωσι τὴν ἐθνικὴν αὐτῶν ψυχήν. (Χειροκροτήματα).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κιαγιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§34Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρός, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀφ’ ὅτου ἡ Συνέλευσις ἐλάμβανεν ἐπισήμως γνῶσιν ὅτι ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις τῶν Παρισίων ἐξέδιδεν ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας 14 Ἑλληνικὰ χωρία, ἀποτελοῦντα ἀναπόσπαστον μέρος τῆς ἐδαφικῆς ἡμῶν κυριαρχίας, ἀπεσπῶντο ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους διὰ νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὴν Ἀλβανικὴν κυριαρχίαν. Ἐπληροφορεῖτο οὕτως ὁ Ἠπειρωτικὸς λαός, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος ὅτι τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν μόνην δυνατὴν καὶ δικαίαν αὐτοῦ λύσιν, ἐλάμβανε δυσμενεστέραν τροπὴν καὶ εἰσήρχετο εἰς περίοδον νέας δοκιμασίας. Ἠγέρθη, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐντεῦθεν ἡ διαμαρτυρία ἐναντίον τῆς ἀδίκου αὐτῆς ἀποφάσεως καὶ ἐτονίσθη ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἦτο διατεθειμένος νὰ ἀνεχθῇ περαιτέρω τὴν κολόβωσιν τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ δικαίων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τὴν περικοπὴν τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ κυριαρχίας. Καὶ σήμερον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπανερχόμεθα πάλιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ πρόκειται νὰ φέρωμεν εὐκολώτερον τὸν λόγον πλέον περὶ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος, διότι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἐν λεπτολογίᾳ καὶ ἐν πάσῃ σαφηνείᾳ ἐξέθηκε πρὸς ὑμᾶς ταύτην. Ἄλλως τε, κύριοι πληρεξούσιοι, εἶναι τόσον πρόσφατος ἡ ἱστορία τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος, εἶναι τόσον νωπὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὥστε πᾶσα ἐπὶ τούτου ἀπασχόλησις νὰ ἀποβαίνῃ καὶ ἄσκοπος καὶ περιττὴ ἐντελῶς. Δὲν πρόκειται, κύριοι πληρεξούσιοι, σήμερον οὔτε νὰ ἐπικρίνωμεν οὔτε νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἐν τῷ Βορειοηπειρωτικῷ ζητήματι. Δὲν πρόκειται κἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἐξωθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς διπλωματικὰς προστριβάς, αἵτινες θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ρίψουν τὴν Χώραν εἰς νέας περιπετείας. Γνωρίζομεν καλῶς ὅτι εἰς τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα, ὅπως καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν Δωδεκανήσων, ὅπως καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὸν Ἑλληνισμόν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ πληρώνῃ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὰ σφάλματα τῆς ἐγκληματικῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος. Γνωρίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ Βορειοηπειρωτικῷ ζητήματι δὲν ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ μόνον τὴν Ἀλβανικὴν ἄποψιν, ἀλλ’ ἔχει πρὸ παντὸς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν βαθεῖαν μορφὴν τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ σιωπήσωμεν πρὸ τῆς συνεχιζομένης ἀδικίας τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦσι φίλαι καὶ σύμμαχοι Κυβερνήσεις ἐναντίον ἑνὸς ὁλοκλήρου Ἔθνους τὸ ὁποῖον εἰς τὰς κρισίμους διὰ τὸν ἀγῶνα αὐτῶν στιγμὰς δὲν ἐδίστασε νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὰς σκληροτέρας δοκιμασίας διὰ νὰ ρίψῃ τὸ βάρος αὐτοῦ πρὸς τὸ μέρος αὐτῶν καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ νίκη τὴν ὁποίαν ἐπεδίωκον. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον διαπράττεται ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐκ μέρους φίλων καὶ συμμάχων Δυνάμεων, διὰ τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος ὑπεβλήθη εἰς τὰς σκληροτέρας δοκιμασίας. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἀδιαφορήσωμεν πρὸς τὴν τύχην χιλιάδων ἡμῶν ἀδελφῶν, οἵτινες ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπομένουσι καρτερικῶς βαστάζοντες ἐπὶ τῶν ὤμων των τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου. Δὲν δυνάμεθα, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ μείνωμεν ἀδιαμαρτύρητοι ἐναντίον τῆς σκληρᾶς ταύτης ἀποφάσεως, ἡ ὁποία τείνει ὄχι μόνον νὰ κολοβώσῃ τὴν ἐδαφικὴν ἡμῶν κυριαρχίαν, ἀλλὰ τείνει ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως νὰ ἀποξενώσῃ ἡμᾶς τμημάτων τὰ ὁποῖα διὰ σειρᾶς διεθνῶν πράξεων ἀνεκηρύχθησαν ὡς ἀποτελοῦντα ἀναπόσπαστα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τμήματα. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, εἰς τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων καὶ τῶν ἀφορμῶν αἵτινες ὡδήγησαν εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ὀφείλονται καὶ αὐτά, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, εἰς τὴν τραγικὴν νίκην τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ἡ Συνδιάσκεψις τῆς Εἰρήνης, ἐπιλαμβανομένη καὶ τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων ἐκκρεμῶν ζητημάτων, εἶχε δώσει εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο λύσιν σύμφωνα πρὸς τοὺς Ἑλληνικοὺς πόθους. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ 1 Νοεμβρίου διὰ νὰ ἀνατρέψῃ ὄχι μόνον τὰς ὑποσχέσεις, ὄχι μόνον τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς εἶχε συνάψει κατὰ τὴν Διάσκεψιν τῆς Εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Χώραν εἰς τὰς μεγαλυτέρας τῶν καταστροφῶν. Μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Κωνσταντίνου ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις τῶν Παρισίων ἐλάμβανε τὴν ἀπόφασιν, ἐρήμην τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀδυναμίᾳ ἀκόμη τῆς Ἀλβανίας, τῇ εἰσηγήσει Δυνάμεως, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν καὶ τὴν φρούρησιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, ἐξέδιδεν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ δύο οὗτοι καζάδες, τῆς Κορυτσᾶς καὶ τοῦ Ἀργυροκάστρου, θὰ ἀπετέλουν τμῆμα τοῦ Ἀλβανικοῦ βασιλείου. Ἔκτοτε ἡ Ἀλβανικὴ Κυβέρνησις δὲν παρέλειψέ τι τὸ ὁποῖον νὰ μὴ πράξῃ, δὲν παρέλειψέ τι τὸ ὁποῖον νὰ μὴ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν διὰ νὰ ἀλβανοποιήσῃ καὶ τὴν Χώραν αὐτήν. Οἱ Ἑλληνόπαιδες ὑπεχρεώθησαν νὰ ἐκμανθάνωσι τὴν Ἀλβανικὴν γλῶσσαν. Αἱ ἐκκλησίαι ἐκλείσθησαν, εἰς ἄλλας δὲ ἀπηγορεύθη νὰ ἱερουργῆται ἐντὸς αὐτῶν ἡ λειτουργία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐτέθη εἰς παντὸς εἴδους πιέσεις καὶ διωγμούς, ἄλλοτε μὲν ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς στρατολογίας, ἄλλοτε δὲ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δῆθεν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας. Διότι ὀφείλομεν νὰ τονίσωμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν, δύναται νὰ λεχθῇ, συνέστη πράγματι τὸ Ἀλβανικὸν βασίλειον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς εἰκόνος ἀναρχίας. Δὲν παρῆλθε τρίμηνον χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ 1914, ὅτε ἰδίως ἔλαβε χώραν ἡ σύστασις τοῦ βασιλείου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ στάσεων, πρὸ ἐπαναστάσεων, νὰ μὴ εὑρεθῶμεν καὶ πρὸ δύο ἀκόμη Κυβερνήσεων τοῦ αὐτοῦ φίλου Κράτους. Ὅπως εὑρισκόμεθα σήμερον πρὸ τοῦ αὐτοῦ φαινομένου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπέναντι στοιχείου πολυπληθοῦς Ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν δυστυχίαν νὰ ὑποστῇ τὰ σκληρὰ πλήγματα μιᾶς ἀνεξελέγκτου πολιτικῆς, αἱ συνθῆκαι αὐταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταστήσουν τὸν βίον τῶν Βορειοηπειρωτῶν ἔτι μᾶλλον δυσχερῆ. Δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ὁδηγήσωσι τοῦτον εἰς βίον ἀβίωτον. Καὶ οὕτω, κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἀδελφοὶ ἡμῶν ὑπὸ παντοίας καὶ παντοδαπὰς πιέσεις ἀναγκάζονται ἄλλοτε μὲν νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλληνικὴν ζώνην, ἄλλοτε δὲ νὰ ἀποκρύπτωσι καὶ νὰ ὑπομένωσι καρτερικῶς τὰ βάσανα ταῦτα, ὡς συμπληρωματικὴν θυσίαν τῶν θυσιῶν εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν μέχρι σήμερον. Καὶ ἐδῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐρωτᾶται: Τί ἔπραξεν ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ταύτης ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; Ἡ μὲν Ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις, ἀπῃσχολημένη εἰς τὸ νὰ περισυλλέξῃ τὰ συντρίμματα τὰ ὁποῖα ἐξαπέστειλεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα ἡ Μικρασιατικὴ θύελλα, δὲν ἔσχε τὸν καιρόν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἠδύνατο εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τῶν δεινοπαθούντων ἡμῶν ἀδελφῶν. Αἱ μετέπειτα Κυβερνήσεις ἠσχολήθησαν εἰς τὸ νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν καλλιέργειαν σχέσεων φιλίας καὶ καλῆς γειτονίας μεταξὺ τοῦ ὁμόρου Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι πληρεξούσιοι, αἱ ἐντεῦθεν προσπάθειαι τείνουν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν σχέσεων τούτων, ἐκεῖ μέσα τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον καταστρέφεται καὶ ἐξοντώνεται. Δὲν θέλομεν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως προκαταβολικῶς εἶπον, νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς πολιτικὴν ὑπερελληνιστικήν, εἰς πολιτικὴν πολεμικήν, διότι ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην ὅτι ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία εἶναι σταθερά, ἀποφασισμένη νὰ ἀποβῇ παράγων τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἀκολουθήσῃ ἀπέναντι τῆς Ἀλβανίας τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουν τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας καὶ αἱ περιστάσεις δεικνύουν. Δὲν εἶναι οἱ Βορειοηπειρῶται ἀπόκληροι, κύριοι πληρεξούσιοι, ὥστε ἐξ ὅλων τῶν Βαλκανικῶν λαῶν αὐτοὶ καὶ μόνον νὰ ὑφίστανται τὰ βάσανα τὰ ὁποῖα ὑφίστανται. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ νὰ στρέψῃ τὰς προσπαθείας της, ἵνα οἱ Βορειοηπειρῶται ἀπολαύσουν τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουν αἱ μειονοψηφίαι τῆς Βαλκανικῆς. Δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀναποφάσιστος. Πρὸ παντὸς τοῦτο ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι οἱ Βορειοηπειρωτικοὶ πληθυσμοί, αἱ χιλιάδες ἐκεῖναι τῶν δεινοπαθούντων Ἑλλήνων δὲν δύνανται νὰ ἀφίνωνται εἰς τὴν τύχην αὐτῶν, ὁτὲ μὲν εἰς τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἀλβανικῆς ἰδέας, ὁτὲ δὲ εἰς τὴν ἀγωνίαν τῶν ἐκεῖ ἐπαναστάσεων. Ἂν ἡ Εὐρώπη θέλῃ νὰ διατηρήσῃ τὸ Ἀλβανικὸν βασίλειον, ἂν αἱ Σύμμαχοι Δυνάμεις θέλουν νὰ περιφρουρήσουν τὸ βασίλειον τοῦτο, δὲν δύνανται νὰ πράξουν τοῦτο δαπάναις καὶ ἀναλώμασι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει τὸν διακαῆ πόθον νὰ ζήσῃ μακρὰν περίοδον εἰρήνης, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ περισυλλέξῃ τὰ οἰκονομικὰ αὑτοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ εἷς λαὸς ὁ ὁποῖος δὲν ἐφείσθη οὐδεμιᾶς θυσίας χάριν τῶν ἐθνικῶν δικαίων, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ ἀνεχθῇ ἐν τῷ παρόντι καὶ νὰ διστάσῃ πρὸ μιᾶς νέας θυσίας, προκειμένου νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν αὑτοῦ δικαίων. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Ἑλλὰς νὰ δέχεται καθ’ ἑκάστην πρόσφυγας ἐξ αἰτίας ἐκείνων, οἵτινες, ἐνῷ ὀφείλουν νὰ τηροῦν πρὸς τὴν Ἑλλάδα εὐμενῆ τὴν στάσιν αὑτῶν, τοὐναντίον λαμβάνουν ὅλα τὰ μέτρα διὰ νὰ καταστήσωσι μεταξὺ αὐτῶν ἀδύνατον τὴν συνεννόησιν, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι μεταξὺ ἐκείνων οἵτινες φρονοῦν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ εἶναι φιλικωτέρα συνεννόησις καὶ σύμπραξις ἀπέναντι τῆς Ἀλβανίας, ὑποστηρίζω δὲ ὅτι ἡ συγγένεια τῶν δύο φυλῶν, ἡ στενὴ ἐπικοινωνία ἐπὶ τόσους αἰῶνας, αἱ ἐμπορικαὶ καὶ κοινωνικαὶ σχέσεις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν Ἀλβανικὴν κυριαρχίαν ἐθεωρήθησαν ὡς ἀρκετὰ στοιχεῖα διὰ νὰ στερεώσουν μίαν πολιτικὴν πλήρους ὁμοσπονδιακῆς συνεργασίας. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, ὁμολογεῖται ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη, ριφθεῖσα ἀπό τινος χρόνου, δὲν εὗρεν ἀρκετὸν ἔδαφος πρὸς καλλιέργειαν, τὰ ἐπακολουθήσαντα δὲ γεγονότα μὲ ἔπεισαν ἀδιστάκτως ὅτι τὸ Ἀλβανικὸν βασίλειον δὲν εἶναι βιώσιμον, ἥτις ἰδέα ἤρξατο καλιεργουμένη, διότι, ὅπως ἀνέγνωσα εἰς τὸν Παρισινὸν «Χρόνον» δημοσιευθέντα ἄρθρα, ὑποδεικνύεται ὅτι τὸ Ἀλβανικὸν βασίλειον δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ὅτι δύναται νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἐφόσον συμβαίνει τοῦτο, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικὴν ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶχεν ὡς ἄμεσον συνέπειαν τὴν ἐκπλήρωσιν παλαιῶν ἐθνικῶν πόθων, ἀλλὰ θὰ ἔφερεν εἰς συνάφειαν τοὺς δύο λαούς. Οὕτω σήμερον, κύριοι πληρεξούσιοι, παριστάμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐνδεικνύει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐνδεικνύουν αἱ ἐθνικαὶ διεκδικήσεις· δὲν φρονῶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν βιαίων μέτρων, τὰ ὁποῖα, ὡς προλαβόντως εἶπον εἰς τὴν Συνέλευσιν, θὰ ἔρριπτον τὴν Χώραν εἰς νέας περιπετείας, πρὸς τὰς ὁποίας, πρὸς τὸ παρόν, δὲν εἴμεθα κατάλληλοι, ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τὴν σθεναράν, ἡ ὁποία εἰς μὲν τοὺς φίλους ἡμῶν Ἀλβανοὺς θὰ ἔλεγεν ὅτι διαπνεόμεθα ἀπὸ ὅλα τὰ αἰσθήματα τῆς φιλίας καὶ τῆς καλῆς γειτονίας, ἀλλ’ ὅτι διὰ νὰ καλλιεργήσωμεν τὰ αἰσθήματα ταῦτα μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν πρὸ παντὸς νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν ταύτην καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὀφείλουν νὰ ἀποδείξουν ὅτι οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ οἵτινες διαβιοῦσιν ὑπὸ τὸ Κράτος αὐτῶν, ὅτι, λέγω, οἱ Ἑλληνικοὶ οὗτοι πληθυσμοὶ θὰ τύχωσιν ὅλων τῶν πλεονεκτημάτων, ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπολαύειν πολῖται εὐνομουμένης Πολιτείας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν θὰ παράσχῃ τὰ ἐχέγγυα ταῦτα ἡ Ἀλβανικὴ Κυβέρνησις, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πατροπαράδοτον ἡμῶν πολιτικήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ οἱ Μεγάλοι νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος εἰς πολιτικὴν ἡ ὁποία, ἐνῷ δὲν θὰ ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα αὐτῶν, θὰ ὡδήγει εἰς ἀνεπανόρθωτον ζημίαν τὴν Χώραν, ἡ ὁποία εἰς κρισίμους περιστάσεις συνεισέφερε καὶ αὐτὴ τὸν φόρον ὑπὲρ τῆς συμμαχικῆς νίκης. Καὶ ἤδη, κύριοι πληρεξούσιοι, φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συνεχίσω, κατόπιν τῆς λεπτομεροῦς ἱστορίας τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, ἀλλ’ ὀφείλομεν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως νὰ διακηρύξωμεν πρὸς τοὺς δεινοπαθοῦντας ἡμῶν ἀδελφοὺς τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι δὲν θὰ λησμονηθῶσι ποτέ, ὅτι καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συμπάθεια ἡμῶν φέρονται πρὸς αὐτούς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ παρακολουθεῖ ἀγρύπνως τὴν τύχην αὐτῶν, ὅτι, ἂν προσωρινῶς ὑπῆρξαν θύματα, ἀπέβησαν συγχρόνως καὶ τὰ θεμέλια μιᾶς νέας ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§36Π. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ. Ἕνεκα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς καὶ τῆς ἀπασχολήσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν ἀπεδόθη ἡ προσήκουσα σημασία εἰς τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα. Καὶ ὅμως εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοηθῇ ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς γείτονος Ἐπικρατείας, ὄχι μόνον θίγει τὰς ἱερωτέρας ἐθνικάς μας χορδάς, ἀλλὰ κυρίως ἔχει κεφαλαιώδη σημασίαν, διότι συνδέεται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἑλλάδος καὶ αὐτῆς τῆς Βαλκανικῆς χερσονήσου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοηθῇ ἀπὸ ὅλους τοῦτο βαθέως. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι ἐκεῖθεν πλέον ἢ ἅπαξ ἠνοίχθη ἀπὸ τῶν ἀρχαίων χρόνων ἡ Θύρα διὰ τῆς ὁποίας εἰσέβαλεν εἰς τὴν Βαλκανικὴν χερσόνησον ὁ κατακτητικὸς ποὺς τοῦ ξένου· ἐκεῖ ἐπίσης καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐκαλλιεργήθησαν πᾶσαι αἱ διπλωματικαὶ ραδιουργίαι αἱ τείνουσαι πρὸς ἀπόσπασιν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τῶν ἀκραιφνεστέρων Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Δὲν εἶναι βεβαίως ὁ κατάλληλος χρόνος διὰ μακρηγορίας καὶ πρὸς ἀνακίνησιν τοῦ ὅλου Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λεχθῇ εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Βόρειος Ἤπειρος θὰ ἀποτελέσῃ τὸ μῆλον τῆς ἔριδος μεταξὺ τῶν δύο ὁμόρων Κρατῶν καὶ τὴν ἑστίαν ἐκ τῆς ὁποίας, δυστυχῶς, προβλέπω ὅτι θὰ προκύψῃ νέα ἀνάφλεξις εἰς τὴν Βαλκανικήν. Ὁσονδήποτε ζωηρὰ καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντων ἡμῶν, ὅπως καλλιεργήσωμεν φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς γείτονος Ἐπικρατείας, φοβοῦμαι ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ καταπνίξῃ μέχρι τέλους τὴν βαθεῖαν ὀδύνην διὰ τὴν ἄδικον τύχην τῆς Ἑλληνικωτάτης ἐκείνης Χώρας. Καὶ τὴν ὀδύνην ταύτην ἐπαυξάνουν αἱ ἀλλεπάλληλοι εἰδήσεις περὶ τῶν καθημερινῶν πιέσεων τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ ἐκεῖ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ καὶ ὁ μελετώμενος νέος ἀκρωτηριασμὸς τοῦ ἐθνικοῦ ἐδάφους. Μία μόνη λύσις θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ θέσῃ τέρμα εἰς μίαν κατάστασιν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως δυσάρεστον καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν: Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῶν καντονίων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐθνολογικῆς συστάσεως τῶν πληθυσμῶν τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως αὐτῶν, διὰ τῆς ἐλευθέρας ἐνασκήσεως τῶν τε θρησκευτικῶν καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων. Οὕτω καὶ μόνον φρονῶ ὅτι θὰ ἐξέλειπε πᾶν νέφος δυσπιστίας μεταξὺ τῶν δύο ἀδελφῶν λαῶν πρὸς τὸ συμφέρον ἀμφοτέρων. Θέτων τὰς γενικὰς ταύτας σκέψεις μου ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ προσθέσω ὅτι τὸ ζήτημα τῶν 14 χωρίων δὲν ἔχει τοπικὴν οὔτε συνοριακὴν μόνον σημασίαν. Εἶναι ζήτημα γενικώτατον καὶ ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Ὁσονδήποτε μεγάλη καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν νὰ καλλιεργήσωμεν φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ἀλβανίας, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν θυσίαν ἔστω καὶ μιᾶς σπιθαμῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Τοῦτο πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεών μας καὶ ἐπὶ πλέον ἡ δικαία ἀξίωσίς μας ὅπως γίνωνται σεβαστὰ τὰ δίκαια τῶν μειονοτήτων παρὰ τῶν φίλων Κρατῶν, καθ’ ὃν τρόπον σεβόμεθα καὶ ἡμεῖς ταῦτα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζώρτζης ἔχει τὸν λόγον.
§38Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Ὡς λαὸς τῶν 14 χωρίων εἴμεθα ἐντεταλμένοι νὰ διαμαρτυρηθῶμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν διὰ τὴν ἄδικον ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἐλήφθη εἰς βάρος τῶν χωρίων τούτων. Ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων ἐκείνων ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων συνάδελφος, διὰ τὰς ὁποίας ὀφείλομεν χάριτας, τόσον διὰ τὴν ἔξοχον ὁμιλίαν, ὅσον καὶ διὰ τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερεν οὗτος ὡς στρατιωτικὸς ἀκόλουθος τῆς Ἐπιτροπῆς, αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶμεν μετὰ τῶν κατοίκων τῶν 14 χωρίων, διότι τὰ χωρία ταῦτα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὴν πτέρναν τῶν μπέηδων, τῶν ὁποίων σκληρὰν ἔχουσι τὴν πεῖραν. Εἴμεθα ἡμεῖς ἐντεταλμένοι ὅπως ποιήσωμεν ἔκκλησιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως παρακολουθήσῃ τὸ ζήτημα μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ ὅπως ἀξιώσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, προτοῦ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἀποδοχῆς τῶν διεθνῶν ἀποφάσεων, καταστήσῃ ταύτην ἐνήμερον ἐν καιρῷ, ὅπως τὸ Σῶμα τοῦτο, ὡς κυρίαρχον, λάβῃ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§40Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ πέντε λεπτὰ μόνον θὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Θὰ περιορισθῶ μόνον ἐπὶ τῶν 14 χωρίων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ὅλου Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος. Ἡ ἀπόσπασις τῶν 14 χωρίων ἀποτελεῖ νέον πλῆγμα κατὰ τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου Ἠπείρου, νέον πλῆγμα κατὰ τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ διαρκῶς ἀπό τινος χρόνου θυσιαζομένου. Ἀλλὰ δὲν θὰ θίξω τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς πατριωτικῆς, τῆς ἱστορικῆς ἢ τῆς αἰσθηματικῆς ἀπόψεως, διότι καὶ αἱ τρεῖς αὐταὶ ἀπόψεις ἐτονίσθησαν ἐπαρκῶς ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν προκαταλαβόντων τὸ βῆμα. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα συντόμως, κατὰ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τὸν ἰδικόν μου, ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δημοσίου δικαίου, διότι φρονῶ ὅτι μόνον αὐταὶ αἱ δύο βάσεις εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ παράσχωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ στοιχεῖα, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα διπλωματικῶς. Ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀπὸ ἀπόψεως τῶν ψυχρῶν κανόνων τοῦ δικαίου φρονῶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως ἀποτελεῖ ἀδικίαν κατάφωρον. Καὶ τοῦτο διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον καὶ δὲν στηρίζεται ἕνεκα τῶν ἑξῆς: Καθωρίσθη ἡ γραμμὴ τῶν Ἑλληνοσερβικῶν ὁρίων τῷ 1913. Ὁ καθορισμὸς αὐτός, ἐγκριθεὶς καὶ ἀναγνωρισθεὶς διεθνῶς, ἀποτελεῖ πρᾶξιν διεθνοῦς δικαίου, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ παρὰ μόνον διὰ τῆς ὑπογραφῆς ὅλων ἐκείνων — ἑπομένως καὶ τῆς Ἑλλάδος — οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρᾶξιν ταύτην. Παρ’ ὅλα ταῦτα ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις κατεπάτησε τὰ θεσπισθέντα, οἷον τὸν καθορισμὸν τῶν Ἑλληνοσερβικῶν συνόρων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν διεθνῶς καὶ τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθησαν οἱ ἐμπόλεμοι, διαρκοῦντος τοῦ μεγάλου πολέμου. Ἡ τοιαύτη πρᾶξις, ἀναγνωρισθεῖσα μονομερῶς καὶ οὐχὶ ἐκ μέρους ὅλων τῶν ὑπογραψάντων τὴν διεθνῆ αὐτὴν πρᾶξιν, ἀποτελεῖ κατάφωρον παρανομίαν. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα καὶ εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ ἐσωτερικοῦ δημοσίου δικαίου. Ἐφόσον τὰ 14 αὐτὰ χωρία ἀποτελοῦσιν, ὡς εἴπομεν, διὰ πράξεως διεθνοῦς ἀνεγνωρισμένον Ἑλληνικὸν ἔδαφος, μόνον ἀποφάσει τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκχώρησις τῶν χωρίων τούτων πρὸς οἱανδήποτε ἄλλην Δύναμιν μεγάλην ἢ μικράν. Συνεπῶς, διὰ νὰ καταλήξω εἰς πρακτικὸν συμπέρασμα, κατόπιν τῶν δύο τούτων δεδομένων τοῦ διεθνοῦς καὶ τοῦ δημοσίου δικαίου, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει παρὰ τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ, τουτέστι τὴν ἀναγνώρισιν τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων, τότε, προβάλλουσα ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκκενώσῃ τὰ 14 χωρία ἄνευ πράξεως τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ρητόρων καὶ τῆς ὁμοθύμου ἐκδηλώσεως τῶν αἰσθημάτων της ὑπέδειξε ποῖα εἶναι τὰ αἰσθήματα τὰ κατέχοντα αὐτήν, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος παρὰ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Διότι ἀτόπως, κύριοι συνάδελφοι, νομίζεται παρά τινων ὅτι ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως οἱουδήποτε ζητήματος. Ἡ Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν ἔχει δικαιοδοσίαν περιωρισμένην καὶ ἐπὶ τοσοῦτον δύναται νὰ ἐπιλαμβάνεται τῆς λύσεως ὡρισμένου ζητήματος, ἐφόσον τοῦτο ὑπόκειται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, τὴν καθωρισμένην ἐκ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς. Ὑπάρχει λοιπὸν ἄρθρον ἐν τῷ καταστατικῷ τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ἐν τῷ ὁποίῳ καθορίζεται ὅτι, πᾶσα διένεξις δυναμένη νὰ ἐπιφέρῃ σύρραξιν μεταξὺ δύο Ἐθνῶν ἀποτελεῖ περίπτωσι ὑπαγομένην εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὰ ὁμοθύμως ἐκδηλωθέντα αἰσθήματα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, ἀρνηθῇ, ἐν τῇ ἀπιθάνῳ περιπτώσει ὅτι τὰ δίκαια ἡμῶν δὲν ἤθελον τυχὸν ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως· ἐφόσον ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν ἐκκένωσιν τῶν 14 χωρίων, εὐθὺς ἀμέσως ἀναφύεται οὐσιαστικῶς ζήτημα διενέξεως τοιαύτης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας, ἡ ὁποία, παρὰ τὴν ἑκατέρωθεν ἐπιθυμίαν ὅπως τηρηθῶσιν ἀγαθαὶ πάντοτε σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο λαῶν, οὐχ ἧττον εἶναι τοιαύτης φύσεως ἡ τοιαύτη διένεξις, ὥστε νὰ δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Διότι, κατὰ τὸ καταστατικὸν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀρκεῖ μία διένεξις νὰ δύναται νὰ προκαλέσῃ σύρραξιν πολεμικὴν μεταξὺ δύο Κρατῶν. Ἐφόσον δὲ τοιαύτη ἀναφύεται περίπτωσις, τὸ ζήτημα θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν. Καὶ τότε, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Πρεσβευτικὴ Διάσκεψις δὲν ἤθελε δικαιώσει ἡμᾶς, μένει ἀνοικτὴ ἡ θύρα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν δίκαια, τὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως βεβαίως ἐντονώτερον, βεβαίως περιφανέστερον ἐκδηλωθέντα καὶ ἀναγνωρισθέντα κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, τῇ ὀλιγώτερον ἐπισήμῳ, ἀλλὰ πάντως ἐξ ἴσου σημαντικῇ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀνθρωπιστικοῦ καὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, θὰ τύχωσι τῆς δικαιοσύνης ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἱστορία καὶ τὸ δίκαιον καὶ ὁ πολιτισμὸς ἐνδεικνύουν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τραχήλης ἔχει τὸν λόγον.
§42Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχλήσω ἢ ἐπ’ ὀλίγον μόνον σημεῖον τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητημάτων τινῶν. Ἡ πρώτη Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ δείξῃ ἀγάπην καὶ ἰσότητα διὰ τὸν λαόν. Βεβαίως αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις ὁποίαν ἠθικὴν ἐντύπωσιν θὰ προξενήσῃ ἡ παραχώρησις τῶν χωρίων τούτων εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις ὁποίαν ὑλικὴν ζημίαν θὰ ἔχῃ ἐκ τῆς ἐντυπώσεως παρὰ τῷ λαῷ. Ποία Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ σταθῇ, ὅταν σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐγερθῇ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως; Καὶ βεβαίως σήμερον, ὁπότε οἱ πόλεμοι κατέπαυσαν, ὁπότε ἡ Ἑλλὰς ἐπλήρωσε διὰ τοῦ αἵματος τόσων τέκνων της καὶ διὰ τόσων θυσιῶν μίαν ἀτυχίαν της, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ οὐδεμία Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ ἐθνικὸν ἔδαφος εἰς ξένην Χώραν. Εἶμαι δὲ τῆς γνώμης ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Ἀλβανία οὐχὶ εὐχαρίστως θὰ ἐδέχετο τοιαύτην λύσιν τοῦ ζητήματος, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πόσον διακαῶς καὶ ἡ Ἀλβανία ἐπεζήτησε τὴν μεθ’ ἡμῶν φιλίαν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως εἶναι γνωστόν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὁποίας σημασίας εἶναι τὰ χωρία ταῦτα. Διὰ τῶν χωρίων τούτων διέρχεται ἡ μόνη ὁδὸς ἡ συνδέουσα τὴν Ἀνατολικὴν μετὰ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ μεταφέρωμεν στρατεύματα ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν πρὸς τὴν Ἤπειρον. Γνωρίζετε δέ, κύριοι πληρεξούσιοι, πόσον ἀπογυμνωμένη στρατιωτικῶς εἶναι ἡ Ἤπειρος. Ἀτυχῶς αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ὄχι μόνον δὲν ἐφρόντισαν μέχρι σήμερον οὐδεμίαν στρατιωτικὴν ὁδὸν νὰ κάμουν εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀλλ’ οὐδὲ τὰς πόλεις τὰς ὁποίας παρελάβομεν ἀπὸ τὴν τουρκοκρατίαν δὲν ἐφρόντισαν νὰ διατηρήσωσι, καὶ ἐνῷ ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ, ἐν περιπτώσει πολεμικῆς δράσεως, οἱ Ἀλβανοί, σᾶς βεβαιῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, δύνανται εὐκόλως νὰ κατέλθωσιν εἰς τὰ Ἰωάννινα, ἡμεῖς ἕως ὅτου μεταφέρωμεν στρατεύματα εἰς τὰ Ἰωάννινα θὰ παρέλθουν τοὐλάχιστον 8 ἡμέραι.
§43ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔχομεν στρατιώτας εἰς τὰ Ἰωάννινα.
§44Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Βεβαίως ἔχομεν στρατιώτας εἰς τὰ Ἰωάννινα, ἀλλὰ πόσους ἔχομεν; Ἔχομεν μίαν μόνον ἁμαξιτὴν ὁδόν. Ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς τὴν ὁποίαν παρελάβομεν ἀπὸ τῆς τουρκοκρατίας ἔχει ἐντελῶς καταστραφῆ. Βεβαιωθῆτε δὲ ὅτι πέρα τῶν Ἰωαννίνων, ἂν θελήσωμεν νὰ μεταφέρωμεν στρατὸν πρὸς τὴν Παραμυθιὰν ἢ ἄλλο μέρος τῆς Ἠπείρου, θέλομεν 3 καὶ 4 ἡμέρας. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ μόνον τὰ Ἰωάννινα· ὁλόκληρος ἡ Ἤπειρος εἶναι στρατιωτικῶς ἀποκεκλεισμένη. Εἶναι βεβαίως πολὺ λαμπρὸν ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις νὰ ἱδρύῃ Πανεπιστήμια καὶ νὰ σκέπτεται νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους εἰς τὰ ἄκρα τῆς Πελοποννήσου. Διότι οἱ σιδηρόδρομοι καὶ τὰ Πανεπιστήμια εἶναι τὰ μέσα τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦτο νὰ σκεφθῇ ὀλίγον καὶ διὰ τὴν Ἤπειρον, ἡ ὁποία περιεφρονήθη ἀπὸ ὅλας τὰς μέχρι σήμερον Κυβερνήσεις.
§45Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ δρόμους εἶναι τὸ ζήτημα τώρα;
§46Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Εἶναι σχετικόν. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος δι’ ὅλην τὴν Ἤπειρον τὰ 14 αὐτὰ χωρία, νὰ εἶναι ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀπόψεως ἔχομεν καὶ τὴν ἐμπορικὴν ἄποψιν. Καὶ ἀπὸ ἐμπορικῆς ἀπόψεως ἡ Ἤπειρος καταστρέφεται, διότι ὅλον τὸ ἐμπόριον τὸ ὁποῖον διεξάγει σήμερον πρὸς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν παραλύει ἐντελῶς. Γνωρίζετε, κύριοι, τί ἦσαν τὰ Ἰωάννινα πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Ἂν ἀνατρέξωμεν ἀπωτέρω, τὰ Ἰωάννινα πρὸ 100 ἐτῶν ἦσαν τὸ κέντρον ὄχι μόνον τῆς Ἠπείρου, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀλβανίας καὶ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. Καὶ ἀπὸ ἐμπορικῆς ἀπόψεως λοιπὸν ἡ Ἤπειρος εἶναι κατεστραμμένη. Ὡς Ἠπειρώτης πληρεξούσιος δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Ἠπείρου παρὰ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, πρὸ παντὸς δὲ παρὰ τῆς σημερινῆς πρώτης Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον οὐδὲν ἔπραξεν....
§47ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, καταστρέφετε τὴν ὡραίαν ἐντύπωσιν ἐκ τῆς συζητήσεως.
§48Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα καὶ ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω τὴν ζημίαν ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὴν Ἤπειρον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως.
§49Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα σας περὶ τῶν 14 χωρίων.
§50Α. ΤΡΑΧΗΛΗΣ. Δὲν θὰ εἴπω περισσότερα, κ. Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ ὅμως, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ Ἤπειρος ἐγκαταλειφθεῖσα ὑπὸ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων μέχρι καὶ σήμερον δὲν δύναται νὰ δεχθῇ περισσοτέρους ἀκρωτηριασμούς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρματάκης ἔχει τὸν λόγον.
§52ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ κ. Μαρματάκης μὲ τὴν Ἤπειρον;
§53Ι. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Σχέσιν ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὴν Ἤπειρον, διότι ἐπὶ ἓν ἔτος ἐκάθισα ἐκεῖ διὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν της. Λυποῦμαι πολύ, διότι προεκλήθην νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν ἤθελον νὰ βγῇ ἀπὸ τὸ στόμα μου, δηλαδὴ ὅτι ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὴν Πατρίδα ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης, ὡς Ἕλλην. (Χειροκροτήματα). Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ταύτην τὴν ἑσπέραν τὴν Συνέλευσιν εἶναι σοβαρώτατον, ἡ ἄποψις δὲ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξετάζεται τὸ ζήτημα εἶναι ἐπίσης σοβαρά, διότι θέλομεν νὰ τονώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τῆς δώσωμεν δύναμιν νὰ χειρισθῇ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ἀπολέσωμεν ἕνα τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, ὅπως τὰ 14 χωρία, τὰ ὁποῖα ἀνηγγέλθη ὅτι ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Τὰ ὅρια τὰ φυσικὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὰ Ἀκροκεραύνια καὶ ἡ Ὄχρις· ἐκεῖ εἶχον τεθῆ ἄλλοτε. Ὁ Βορειοηπειρωτικὸς λαός, τὸν ὁποῖον ἐγνώρισα καλῶς, εἶναι λαὸς ἀνατεθραμμένος μὲ ἤθη καὶ ἔθιμα Ἑλληνικά, παρακολουθεῖ σήμερον τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Συνέλευσιν μετὰ ποίου ἐνδιαφέροντος διαχειρίζονται τὸ ζήτημά των, ἀναμένει ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του, ἀπὸ τοὺς ὁμαίμονάς του φωνὴν διαμαρτυρίας, ἀναμένει κάποιαν ζωτικότητα, κάποιαν δρᾶσιν ἐνεργητικωτέραν, ἵνα πεισθῇ ἡ Εὐρώπη καὶ ἀνακαλέσῃ τὴν ἄδικον ἀπόφασίν της, ὥστε νὰ ἐνθαρρυνθῇ, καὶ ἀναμένει ὅτι θὰ ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος τῆς ἐλευθερίας, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς φωτίσῃ. Ἡ Χειμάρρα μὲ τὰ 17 καθαρῶς Ἑλληνικὰ χωρία της, ἡ ὁποία εἰς τὸ 1912, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς τὴν Φιλιππιάδα, εἶχεν ἀναπετάσει τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, εἶχε κηρύξει τὴν ἐλευθερίαν της καὶ τὴν ἕνωσίν της μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, χωρὶς νὰ φοβηθῇ οὔτε τὴν Ἀλβανίαν οὔτε τὴν τρομερὰν Τουρκίαν καὶ πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλλάδος ἔμεινεν ἀκλόνητος, ὡς βράχος, ἐπὶ πέντε μῆνας ὑπερασπίζουσα τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, ἕως ὅτου ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς προχωρῶν ἔφθασεν ἐκεῖ. Αὐτὴ ἡ ἡρωϊκὴ καὶ ἀθάνατος Χειμάρρα, τὸ Δέλβινον, τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ ἡ Κορυτσά, τὰ ὁποῖα εἶναι Ἑλληνικώτατα μέρη, ἀγωνιοῦν σήμερον, διότι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν πτέρναν τῆς φίλης καὶ γείτονός μας Ἀλβανίας, ἄνευ ἡσυχίας καὶ ἀσφαλείας, μὲ τὸν τρόμον καὶ φόβον τῆς καταστροφῆς. Αἱ διακυμάνσεις αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὸν λαὸν αὐτόν, πότε νὰ καταλαμβάνεται ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν του, καὶ πότε ἀπὸ τὴν Ἀλβανίαν, παρὰ τὴν θέλησίν του, ἐνῷ εἶναι Ἕλλην καὶ ἐλεύθερος, νομίζω ὅτι τοῦ δίδει τὸ θάρρος νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν διὰ τὴν ἐλευθερίαν του καὶ διὰ νὰ παραμείνῃ αἰωνίως Ἕλλην. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν πράξωμεν ἡμεῖς ἐδῶ τὸ καθῆκόν μας, ὥστε νὰ πείσωμεν τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἄδικον ἀπόφασίν της, ἔστε βέβαιοι ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς αὐτὸς λαός, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὴν διάνοιαν καὶ τὰ πάντα ἔχει Ἑλληνικά, θὰ τὸ πράξῃ μόνος του καὶ θὰ δείξῃ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὸν πεπολιτισμένον κόσμον ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ χορεύσῃ καὶ πάλιν τὸν χορὸν τοῦ Ζαλόγγου πρὸς δόξαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. (Χειροκροτήματα).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§55Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐν πρώτοις ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις τινάς. Τὰ 14 χωρία, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δὲν εἶναι Ἠπειρωτικά, δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν Ἤπειρον. Ἐκτὸς τῆς γειτνιάσεως, εἶναι Μακεδονικά, καὶ οἰκονομικῶς καὶ γεωργικῶς ἀνήκουσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Κατόπιν τόσων ἀπωλειῶν καὶ θυσιῶν καὶ ἡ ἐλαχίστη σπιθαμὴ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους πρέπει νὰ παραμείνῃ ἀναπαλλοτρίωτος. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο διὰ νὰ ἀποδείξω καὶ διὰ νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἤπειρος ἐκείνη ἡ ὁποία πληρώνει τὰ ἔξοδα τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον ἀκόμη λόγον, διότι δὲν βλέπω οὐδεμίαν ἐγγύησιν, οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ὅτι εἰς τὸ μέλλον τὸ προσεχὲς ἢ τὸ ἀπώτερον δὲν θὰ εὑρεθῇ οἱαδήποτε ἄλλη Διάσκεψις Πρεσβευτικὴ ἡ ὁποία, ἐπὶ τῇ βάσει Πρωτοκόλλου συνταχθέντος πρὸ δέκα αἰώνων, δὲν θὰ ἀποφασίσῃ ὅτι καὶ ἡ Θεσσαλονίκη πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐλβασάν. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὅτι γεωγραφικῶς ἀνήκουσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς Βορείου Ἠπείρου ἀνήκουσιν εἰς τὴν Β. Ἤπειρον, ὡς ἀντιπρόσωπος δὲ τῶν χωρίων αὐτῶν, ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν τῶν ὁποίων ἀπὸ τοσούτου χρόνου κρέμαται ἡ Δαμόκλειος σπάθη, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν βαθεῖαν λύπην μας καὶ τὴν ζωηρὰν διαμαρτυρίαν μας. Μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ μὴ ὑπάρχοντος τοιοῦτον ζήτημα καὶ ὅτι ἀπεφασίσθη, ἔστω καὶ προκαταρκτικῶς, ἡ ἀπόσπασις τῶν χωρίων αὐτῶν εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἀδικίαν αὐτήν. Τὰ χωρία ταῦτα κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν εἶναι χριστιανικά, ἐνῷ ἡ Ἀλβανία εἶναι Κράτος Τουρκικόν. Ἐκ τῶν 14 χωρίων τὰ 10 εἶναι Ἑλληνικὰ καὶ τὰ 4 εἶναι Μουσουλμανικά. Ἅπαντα δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν φυλετικὴν ἢ ἄλλην ἐθνολογικὴν συγγένειαν μὲ τὴν Ἀλβανίαν. Εἶναι ὅλα τσιφλίκια ἀνήκοντα εἰς μπέηδες διαμένοντας εἰς Ἀλβανίαν, ἐναντίον τῶν ὁποίων πνέουσι μένεα, διότι τὰ κατεπάτησαν, διότι πρὸ δεκαετίας δὲν ἐπλήρωσαν τὸ ἐνοίκιόν των. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς οὐδεμία ἀμφιβολία χωρεῖ ὅτι, καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπόσπασις, θὰ ἔχωμεν δημιουργίαν ρεύματος προσφυγικοῦ. Σήμερον ἐπληροφορήθην ἓν γεγονός, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν: Ἐκ τῶν χωρίων τούτων τὸ μεγαλύτερον, Ρανίτσικα, τελευταίως ἐξεκενώθη ὑπὸ τῶν κατοίκων, ἀποδημησάντων καὶ ἀναχωρησάντων ἑκουσίως εἰς τὴν Τουρκίαν, ἐνῷ γνωρίζουσιν ὅτι τὸ χωρίον ἐπεδικάσθη εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Καὶ ἐνῷ βλέπουν τοὺς Ἀλβανοὺς στρατιώτας νὰ θέτουν τὰ ὅρια ἐντεῦθεν τοῦ χωρίου τούτου, τελευταίως θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ γεγονότος νὰ ὑπάγωνται τὰ χωρία εἰς τὴν Ἀλβανίαν μετὰ δεκαετῆ συμβίωσιν διὰ λόγους ἐθνολογικοὺς καὶ φυλετικούς, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως οἱ Τουρκαλβανοὶ εἶναι ἀκριβῶς οἱ κάτοικοι οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις ἀποδημίας εἰς τὴν Τουρκίαν παρὰ εἰς τὴν μητέρα των.
§56Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Προκειμένοι περὶ ἐξευρέσεως τοῦ χαρακτῆρος τῶν χριστιανῶν τῆς Β. Ἠπείρου ἔχει ληφθῆ ὡς βάσις κυρίως ἡ γλῶσσα. Σήμερον ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπή, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ἐξετάσεως καὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν Ἀλβανικῶν καὶ Μουσουλμανικῶν πληθυσμῶν, δέχεται ὡς βάσιν τὴν καταγωγήν, τὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὴν συνείδησιν, ἐνῷ προκειμένου περὶ χριστιανῶν τῆς Ἠπείρου ἡ ἄλλη Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε λάβει κἂν ὑπ’ ὄψιν της τοῦτο. Αὐτὸ εἶναι χαρακτηριστικόν.
§57Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐτέθη ὡς βάσις κυρίως ἡ γλῶσσα. Σήμερον ἡ Μικτὴ Ἐπιτροπή, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἤχθη τὸ ζήτημα, ἔθεσεν ὡς βάσιν τὴν γλῶσσαν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὴν συνείδησιν, ἐνῷ περὶ τῶν χριστιανῶν τῆς Β. Ἠπείρου δὲν ἐλήφθη τοῦτο ὑπ’ ὄψιν.
§58Δ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Ζήτημα γλώσσης εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ὁροθετικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐτέθη ποσῶς, ἀπηγορεύετο δὲ ῥητῶς κατὰ τὸν κανονισμὸν ἡ ἐξέτασις οἱουδήποτε παράγοντος, ἐλαμβάνετο μόνον ὑπ’ ὄψιν κυρίως τὸ ζήτημα τῶν συγκοινωνιῶν. Ἀτυχῶς τὸ ζήτημα τῶν ἐθνικοτήτων δὲν ἐξητάσθη, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ Ἀλβανοὶ εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν ἀποτελοῦν τὰ 17%· τὰ 83% εἶναι ὀρθόδοξοι πληθυσμοί, ἀκραιφνεῖς Ἕλληνες καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξητάσθη οὔτε τὸ ἰδεολογικὸν οὔτε τὸ γλωσσικὸν οὔτε τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα. Τὸ τοιοῦτον συνέβαινεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1914.
§59Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι, καταλήγω καὶ ἐγὼ μὲ τὴν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ἁπλῆν παρωνυχίδα, δεδομένου ὅτι εἶναι κολοσσιαία ἡ σημασία τόσον ἡ πολεμική, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἡ ἠθικὴ δι’ ὁλόκληρον τὴν Μακεδονίαν. Σᾶς ὑπενθυμίζω ἐπίσης, κύριοι, τὸ παράδειγμα καὶ πάλιν τῆς Σερβίας, δεδομένου ὅτι ἡ μονὴ τοῦ Ὁσίου Ναούμ, ἡ ὁποία ἐπεδικάσθη εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον νὰ κατέχηται ὑπὸ τῆς Σερβίας, ἡ δὲ Διάσκεψις τῶν Πρεσβευτῶν παρέπεμψε τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν, ἡ ὁποία ἐπίσης τὸ παρέπεμψεν εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς Χάγης καὶ οὕτω δὲν χωρεῖ καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ ὅλον ζήτημα παρεπέμφθη εἰς τὰς Σερβικὰς καλένδας.
§60Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριοι συνάδελφοι νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἐξεδήλωσεν ἡ Συνέλευσις τὰ αἰσθήματα αὐτῆς.
§61Μ. ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπρότεινον, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ διαβιβάσῃ ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως ἔγγραφον πρὸς τὰ Κοινοβούλια τῶν ξένων Κρατῶν (διάλογοι).
§62Π. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ· δύο λέξεις.
§63Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Κουρτίδης θέλει κάτι νὰ ἀναγνώσῃ.
§64Π. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ. Εἶναι σχέδιον ψηφίσματος ὡς συμπέρασμα τῆς ὅλης συζητήσεως.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Κουρτίδη. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ καθίσουν.
§66Π. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Δʹ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἀκούσασα τοὺς ῥήτορας ἐπὶ τοῦ κρατοῦντος ἐν συγκινήσει τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν κινδύνου ἀπωλείας τῆς παρὰ τὴν Πρέσπαν παραμεθορίου ζώνης, περιλαμβανούσης 14 χωρία, ὡς καὶ ἐπὶ τῆς μειονεκτικῆς διαβιώσεως τῶν ἐν τῇ Β. Ἠπείρῳ Ἑλληνικῆς συνειδήσεως κατοίκων, διατρανοῦσα τὴν μετὰ τῆς Μητρὸς Πατρίδος ἀλληλεγγύην τῆς ἀπειλουμένης ζώνης, ἧς τὴν ἀπώλειαν δὲν δύναται νὰ ἀναλογισθῇ, καὶ διατυποῦσα τὸν διακαῆ πόθον, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλληνικῆς συνειδήσεως ἐν Ἀλβανίᾳ, εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτόν;
§68Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§70Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἠξεύρω κανένα ἄλλο λαὸν ὁ ὁποῖος νὰ ἠδικήθη τόσον ἀσπλάγχνως ὅσον ὁ Βορειοηπειρωτικὸς λαός. Πολλοὶ λαοὶ ἐπανεστάτησαν καὶ ἐπέτυχον τὴν ἐλευθερίαν των, πάντες ὅμως ἀνεξαιρέτως ἔτυχον καὶ βοηθείας ἐξωτερικῆς καὶ παρακινήσεως ἐξωτερικῆς. Ὁ λαὸς ὅμως ὁ Βορειοηπειρωτικὸς ἐπανεστάτησε μόνος καὶ ὁμόθυμος, ἐνίκησε μόνος καὶ κατὰ κράτος, ἐν τούτοις εἶναι ὁ μόνος λαὸς ὁ ὁποῖος ὁλόκληρος ἐσφαγιάσθη πολιτικῶς καὶ ὑπὸ τῆς διπλωματίας Δὲν ὑπελείποντο παρὰ 14 μόνον χωρία ἀπολαύοντα τοῦ θείου δώρου τῆς ἐλευθερίας. Προκειμένου μετ’ οὐ πολὺ νὰ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη αὐτῶν, ἂν θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἐλεύθεροι ἢ θὰ τεθοῦν καὶ πάλιν ὑπὸ τὸν ζυγόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀναγνωρίζει δικαιώματα εἰς τοὺς ὑποτεταγμένους λαούς, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς οἱ ἀγωνισθέντες ὑπὲρ τῆς Β. Ἠπείρου, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τοῦ σφαγιασμοῦ τοῦ πρωτοφανοῦς ὁ ὁποῖος γίνεται κατὰ τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὡρολογόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§72Α. ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις μόνον καὶ μόνον διότι προέρχομαι ἀπὸ ἐπαρχίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀποσπῶνται ἐλεύθερα χωρία, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν πάντοτε ἀδιάσπαστον μέρος τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος. Δύο λέξεις μόνον διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἄπειρον ὀδύνην τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ Μακεδονία, τῆς ὁποίας ἀπετέλεσαν πάντοτε ἀναπόσπαστον μέρος. Προέρχομαι ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκφεύγουν τὰ χωρία. Νομίζω ὅτι ἔχω ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ ἐγὼ ἐξ ὀνόματος τοῦ Μακεδονικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἱερὰν εὐγνωμοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία παρέστη κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ἐξ Ἰωαννίνων πολιτευτὴν κ. Μπότσαρην, ὁ ὁποῖος, χάρις εἰς τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ χάρις εἰς τὴν διπλωματικὴν εὐστροφίαν του, κατώρθωσε νὰ περισώσῃ καὶ μεγαλύτερα ἀκόμη τμήματα τῆς Μακεδονικῆς γῆς. Τὸ θεωρῶ τοῦτο ἐπιβεβλημένην ὑποχρέωσιν ἐξ ὅλων τῶν ἐκλογέων τῆς Μακεδονίας.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλανδρος ἔχει τὸν λόγον.
§74Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν δύναταί τις δεόντως νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν ἑνὸς ἀγαθοῦ, ἂν δὲν στερηθῇ, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, αὐτοῦ. Οὕτω, προκειμένου καὶ περὶ τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὴν δεόντως, ἂν δὲν στερηθῇ προηγουμένως αὐτῆς. Καὶ ἡμεῖς, ἐλεύθεροι ἐπὶ δύο ἔτη καὶ ἤδη πρόσφυγες, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν δεόντως τὸν πόνον καὶ τὴν ἀγωνίαν τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει νὰ σφαγιασθῇ, καὶ ὡς πρόσφυγες ἀπευθύνομεν πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον ἐγκάρδιον συμπαθείας πόνον, εὐχὰς δὲ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς ἐλευθερίας του.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπέμπης ἔχει τὸν λόγον.
§76Π. ΜΠΕΜΠΗΣ. Ὡσὰν νὰ μὴ ἔφθανε, κύριοι πληρεξούσιοι ἡ ὑπὸ τῆς Φλωρεντιανῆς γραμμῆς διχοτόμησις τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, τὴν ὁποίαν ἡ ἐθνική μας ἱστορία ἀποκαλεῖ εὔανδρον καὶ λίκνον τῶν Ἑλλήνων, ἔρχονται καὶ πάλιν σήμερον οἱ Ἰσχυροὶ τῆς Γῆς καὶ διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἀποσποῦν ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν σώματος τόσας ἀκραιφνῶς Ἑλληνικὰς κοινότητας ὅσα ἦσαν καὶ τὰ περίφημα 14 ἄρθρα τοῦ Οὐίλσωνος! Οὐδένα λανθάνει, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι καὶ ὁ ἐπαπειλούμενος νέος αὐτὸς ἀκρωτηριασμὸς ὀφείλεται ἀπολύτως εἰς τὸν ἀπαίσιον ἄταφον τῆς Νεαπόλεως καὶ τοὺς ἀναξίους συμβούλους του, οἵτινες διὰ νὰ διευκολύνουν τὴν εἰς Ἑλλάδα ὀλεθρίαν ἐπάνοδόν των ἐπώλησαν προκαταβολικῶς τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς ἐστεμμένους αὐτοὺς κηφῆνας ἀπελύμανε τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος τὴν 13ην Ἀπριλίου ὁ πατριωτισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Σήμερον ἀναπνέομεν ὑπὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, τὰς δὲ τύχας τῆς Πατρίδος διευθύνει Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἔδειξε, δεικνύει καὶ θὰ δείξῃ ἰδιάζουσαν στοργὴν διὰ τὴν Ἤπειρον καὶ θὰ πράξῃ πᾶν τὸ δυνατόν, ὅπως ἀποτρέψῃ καὶ τὸν νέον τοῦτον ἀκρωτηριασμόν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅπως, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἠπειρωτικοῦ λαοῦ, ἐξαγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἠπειρωτικὴ ψυχή, ἥ τε ἀλύτρωτος καὶ ἡ ἐλευθέρα, ἀλληλέγγυος, τότε μόνον θὰ ἡσυχάσῃ, ὅταν ἴδῃ ὁλόκληρον τὴν Ἤπειρον ἡνωμένην, ἑνιαίαν καὶ ἀδιαίρετον ὑπὸ τὴν ἀμφιλαφῆ σκιὰν τῆς προσφιλοῦς μας καὶ ἐνδόξου κυανολεύκου. (Χειροκροτήματα).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος ἔληξε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ψήφισμα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἐκδίκασιν ἀπαιτήσεων γεννηθεισῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, Κωνσταντινουπόλει καὶ Ἀνατολικῇ Θράκῃ». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀκυρώσεως ἀποφάσεων καθορισμοῦ ἡλικίας». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν διὰ τῶν νόμων 2000 καὶ 2039 χορηγηθεισῶν πιστώσεων δι’ οἰκοδομικὰ ἔργα κλπ. τοῦ Ἐθνικοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ ἓξ μῆνας τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ νόμου 147 τῆς 5 Ἰανουαρίου 1914 περὶ τῆς ἐν ταῖς Ν. Χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Αὐγούστου Ν. Διατάγματος περὶ διατιμήσεων καὶ διώξεως τῆς αἰσχροκερδείας». (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§80Λ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 χορηγεῖται δικαίωμα εἰς τὴν κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν τροφίμων νὰ ὑποβάλῃ δι’ ὡρισμένα εἴδη τροφίμων καὶ κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς διατίμησιν ἰσχύουσαν καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ὑπάρχουσι διαφορετικαὶ συνθῆκαι. Π. χ. τὰ λαχανικὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἔχουν διπλασίαν τιμὴν ἀπὸ τὰ ἄλλα εἴδη, διότι ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ κατὰ στρέμμα παραγωγὴ εἶναι τὸ πέμπτον τῆς ἐν Ἀθήναις. Τὰ ὄσπρια ἐπίσης.
§81Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν διατιμήσεων ἔχει κολοσσιαίαν σημασίαν. Πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐν ἡσυχία.
§82Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Δὲν ὑπάρχει τίποτε διὰ τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ καυχᾶται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δημιούργημα ἰδικόν μου, ἀλλὰ τῶν περιστατικῶν τὰ ὁποῖα μία ὑπηρεσία ἐπὶ μακρὸν χρόνον συνεκέντρωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὰ ὁποῖα κανεὶς ἄλλος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, εἶναι δημιούργημα συνεννοήσεως μετὰ 10 συναδέλφων, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσα, δὲν ὑπάρχει τι διὰ τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ καυχᾶται παρὰ ἡ διάταξις κατὰ τῆς ὁποίας ἐπιτίθεσθε. Φαίνεται ὅτι δὲν κατηργήθη ἡ διάταξις. Ἐφέρατε παραδείγματά τινα, ἀλλ’ ἀγνοεῖτε τὴν σωρείαν τῶν ἀνηθίκων παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ἡ ὑπηρεσία. Μεταξὺ δύο περιφερειῶν ἀπεχουσῶν ἀπ’ ἀλλήλων τρεῖς ὥρας ὑπάρχει διατίμησις τυροῦ 23 δραχ. εἰς τὴν μίαν καὶ 35 εἰς τὴν ἄλλην· μεταξὺ ἄλλων περιφερειῶν αἱ ὁποῖαι ἀπέχουσιν ἓξ ὥρας ὑπάρχει διαφορὰ διατιμήσεως τυροῦ 20 δραχ. καὶ 31 δραχ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ὅταν τοιαύτη ἀνομοιομορφία διατιμήσεων ὑπῆρχεν ἀπὸ περιφερείας εἰς περιφέρειαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις διὰ νὰ κυκλοφορῇ ἐλευθέρως τὸ ἐμπόρευμα; Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μελετήσητε τὸ νομοθέτημα καὶ θὰ ἴδητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐθαιρέτου διατιμήσεως. Ἁπλῶς καὶ μόνον θέλομεν νὰ στερήσωμεν τὰς ἐπαρχιακὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ δικαιώματος νὰ ἀποτιμοῦν αὐθαιρέτως, διότι δημιουργοῦν ἀνισότητα χαλαροῦσαν τὸ ἑνιαῖον σύστημα. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι ἀνεξαιρέτως αἱ περιπτώσεις καὶ δύναμαι νὰ καυχῶμαι ὅτι, οἱανδήποτε βάσανον καὶ ἂν μετέλθητε, δὲν θὰ εὕρητε περίπτωσιν ἡ ὁποία νὰ μὴ προλαμβάνεται. Ἂν δὲ συνηγορῶ τόσον ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ πράττω, διότι δὲν εἶναι ἰδικόν μου, ἀλλὰ δημιούργημα τῆς ὑπηρεσίας. Ὑπεβλήθη μία τροπολογία, ἡ ὁποία θέλει νὰ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις. Δὲν δύναμαι νὰ υἱοθετήσω τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι ὀφείλω νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ κύρους τῶν ἀποφάσεων. Ἐπίσης μοῦ παρουσιάσθη μία Ἐπιτροπὴ καὶ ἠξίωσε νὰ παραμείνῃ τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῶν 10.000 δρ. τὸ ὁποῖον δίδει δικαίωμα ἐφέσεως. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν θὰ ἐδεχόμην ὡς ἑξῆς: Διὰ τὰ κέντρα Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Θεσσαλονίκης, Πατρῶν ἰσχύει κατώτερον ὅριον 5.000 δραχ. Θὰ ἤθελα δὲ νὰ δώσω τὴν ἑξῆς διασάφησιν ὑπὸ τύπον ἑρμηνείας: Ὑπάρχουν ὡρισμέναι συμβάσεις μετὰ τοῦ Κράτους αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ὡρισμένα εἴδη διατιμήσεων. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 3–8, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ συζήτησιν).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παραχωρήσεως γηπέδων τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς Πειραϊκῆς Χερσονήσου πρὸς ἐγκατάστασιν συνοικισμοῦ προσφύγων. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι διομολογηθείσης συμβάσεως περὶ ἐγκαταστάσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως σταθμῶν ἀσυρμάτου τηλεγράφου καὶ τηλεφώνου».
§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν ὠφελιμότητα τῆς συμβάσεως, ἥτις σημειωτέον εἶναι σύμβασις τὴν ὁποίαν δὲν συνῆψεν αὕτη.
§85Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μακρόν.
§86Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τότε ἀναβάλλεται.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1924 συμβάσεως περὶ ἀγορᾶς σταφιδοκάρπου διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου».
§88Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀντιρρήσεις.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ αἰσχροκερδείας κλπ. διατάξεων τοῦ ἀπὸ 17 Μαΐου ἐ. ἔ. Ν. Διατάγματος». Ἐπ’ αὐτοῦ ἐπῆλθον μερικαὶ τροπολογίαι· ἑπομένως ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου θ’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ ἀπὸ 17 Δεκεμβρίου 1923 Ν. Δ. περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Τμήματος Λογιστικῆς καὶ Στατιστικῆς παρὰ τῇ Διευθύνσει Ἐποικισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως νομοῦ Καβάλλας».
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὡς καὶ τὸ ἑπόμενον «περὶ συστάσεως νομοῦ Χαλκιδικῆς», νὰ κηρυχθοῦν κατεπείγοντα. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως νομοῦ Χαλκιδικῆς». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Πανεπιστημίου ἐν Θεσσαλονίκῃ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν αἰγοπροβάτων νόμων».
§91Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ, καὶ νὰ ψηφισθῇ ὡς ἐτροπολογήθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ἐπιμελητηρίων κρατικῶν προμηθειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. περὶ ναυτικῆς σημάνσεως τοῦ στενοῦ Πρεβέζης καὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπομακρυνθέντων ἐκ τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Κτηματικῶν Τραπεζῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διοικήσεως Σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν– Πελοποννήσου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῶν νόμων περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐχθρικῶν περιουσιῶν καὶ συμψηφισμοῦ ἐχθρικῶν χρεῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως ἐν Κρήτῃ καὶ Δυτικῇ Θράκῃ τῆς ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει ἰσχυούσης δημοτικῆς καὶ κοινοτικῆς νομοθεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δαπανῶν πρὸς τέλεσιν ἀναμνηστικῶν τελετῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 964 τοῦ 1917 περὶ συστάσεως Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ συντάξεως Διοικητικῶν κωδίκων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Α συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τῶν ἐκ Τουρκίας εἰς Ἑλλάδα καταφυγόντων ὁμογενῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβατηρίων κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ περιελεύσεως εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τοῦ ἐν Ἀθήναις γηπέδου τοῦ Πανελληνίου Γυμναστηρίου».
§93Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὸ ψήφισμα αὐτὸ γίνεται δεκτὸν μὲ τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Ἠσαΐα καὶ τοῦ κ. Καρασεβδᾶ.
§94Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ ἀκούσωμεν αὐτὰς τὰς τροπολογίας.
§95Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αἱ τροπολογίαι αὗται λέγουσιν ὅτι οἱ παρόδιοι ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων καὶ ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ παράσχῃ δραχ. 300.000 εἰς ἀντάλλαγμα τῆς ἀξίας τῶν κτιρίων τοῦ Πανελληνίου Γυμναστικοῦ Συλλόγου.
§96Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐταὶ δὲν εἶναι αἱ προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ αἱ προτάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, δὲν εἶναι ἀνάγκη τότε νὰ παραπέμπωνται τὰ νομοσχέδια εἰς Ἐπιτροπάς. (Θόρυβος).
§97Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη καὶ διὰ τὸν Παναθηναϊκὸν Σύλλογον πῶς ἀπηλείφθη ἐκ τῆς τροπολογίας τὸ μέρος τοῦτο; (Θόρυβος).
§98ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἀντίρρησις, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ.
§99Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, κ. Πρόεδρε· δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις ἐπὶ τῆς ψηφίσεως, ὥστε διατί νὰ ἀναβληθῇ;
§100ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ, νὰ ἀναβληθῇ.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον εἰς τὰς 6 μ. μ. (Ὥρᾳ 11 μ.μ.).