1924.07.09
4.132 στίχοι · 32.972 λέξεις · 239 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77Η
Τετάρτη 9 Ἰουλίου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 6.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Μουσουλμανικῶν κτημάτων ὑπάρχει ἓν λάθος. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 11, ἀντὶ νὰ ἀναφέρεται ὅτι εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑφίσταται Ἐνοικιοστάσιον ἐφαρμόζονται τὰ μέτρα τῶν ἐδαφίων 2 καὶ 3 τοῦ 1ου ἄρθρου, ἀναφέρεται τῶν 1 καὶ 2 ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου 1.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐλύθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, παρόντος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
§5Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη νὰ περιληφθῇ τὸ 2 καὶ 3 ἐδάφιον, ὅπως ἦτο ἄλλως τε καὶ ἡ τροπολογία μου καὶ ὅπως ἐψήφισε καὶ ἡ Συνέλευσις.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν τὸ ἀνεκινήσατε σεῖς. Δὲν ἤμην ἐγὼ ἐπὶ τῆς ἕδρας, ἀλλ’ ὁ κ. Μανέτας, καὶ σᾶς εἶπον νὰ ἔλθῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Κατόπιν ἀνεκινήθη παρόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§7Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐλύθη ὁριστικῶς τὸ ζήτημα παρεμβάσει τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ὅτι γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. ἐκ Μυτιλήνης πληρεξουσίου.
§8Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἄλλως τε νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἔχει δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος· ἡ τροπολογία του ἐγένετο δεκτή.
§10Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγείρεται δὲν εἶναι ἂν τὸ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ τί ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις. Τὸ ζήτημα ἐλύθη διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§11Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, τὴν τροπολογίαν τὴν ἐδέχθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Συνέλευσις· ἑπομένως πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον συμφώνως πρὸς αὐτήν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ εἶμαι σύμφωνος κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλδῆ δὲν ἦτο τυπωμένη, ἀλλὰ ὑπεβλήθη προφορικῶς ἐκείνην τὴν στιγμήν.
§13Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἡ τροπολογία μου ἦτο τυπωμένη· δὲν ἦτο προφορικὴ καὶ ἀνεγνώσθη τρὶς καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἔγινε δεκτὴ καὶ ἐψηφίσθη. Τὸ βεβαιοῖ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἦτο γραπτή, θὰ γίνῃ παραβολὴ καὶ θὰ περιληφθῇ ὅπως ἔχει ἡ τροπολογία.
§15Α. ΜΑΡΚΟΥ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἔχω μίαν παρατήρησιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§17Α. ΜΑΡΚΟΥ. Παρατηρῶ ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μὲ τὸν ἐλαφρότερον χαρακτηρισμὸν θεωρῶ ὡς παραδρομήν. Δὲν τὸ ἔφερα εἰς συζήτησιν χθές, διότι δὲν μοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ μελετήσω τὰ πρακτικά. Παρατηρῶ ὅτι εἰς τὰ προχθεσινὰ πρακτικὰ φέρεται ὡς ψηφισθὲν τὸ σχέδιον νόμου περὶ διαθέσεως τῶν κληροδοτημάτων, δηλαδὴ σχέδιον νόμου διὰ τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ζωηρὰ συζήτησις μεταξὺ τοῦ ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε, καὶ ἄλλων, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠρνήθη νὰ ψηφισθῇ. Ἐν τούτοις εἰς τὰ πρακτικὰ σημειοῦται ὡς ψηφισθέν.
§18Φ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. πληρεξούσιος ἀπέσυρε τὰς ἀντιρρήσεις του.
§19Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα μεταξὺ τοῦ ἐκ Τριχωνίας συναδέλφου καὶ ὑμῶν. Γενικὴ ἀντίληψις εἶναι ὅτι δὲν ἐψηφίσθη, τὸ δὲ ζήτημα εἶναι ἂν ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἢ ὄχι.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ διορθωθῇ.
§21Α. ΜΑΡΚΟΥ. Νὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν, διότι φαίνεται ψηφισθὲν κατ’ ἀρχήν, ἐνῷ δὲν ἐψηφίσθη.
§22Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν ψηφίζονται διὰ τῶν πρακτικῶν, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν θὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς συμπέρασμα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ὑπ’ ὄψιν πρακτικῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως.
§24Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὁπωσδήποτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐκ παραδρομῆς φαίνεται ὡς ψηφισθὲν καὶ ὅτι θὰ διορθωθῇ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διόρθωσις δύναται νὰ γίνῃ καλύτερον· ἀφοῦ εἶναι κατ’ ἀρχήν, νὰ ἀναγραφῇ ἐκ νέου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι πάλιν κατ’ ἀρχήν.
§26Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται διὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρόκειται διὰ τὴν τάξιν ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατήσῃ εἰς τὰς συζητήσεις. Παρακαλῶ δὲ νὰ ἐπιστήσητε ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν πρακτικῶν διὰ νὰ μὴ παριστώμεθα πρὸ αὐτοῦ τοῦ φαινομένου καὶ νὰ προκαλοῦνται συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι προωρισμέναι νὰ τονώσουν τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: —Αἱ Λέσχαι τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων Ἠπείρου καὶ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας αἰτοῦνται τὴν οἰκονομικήν των βελτίωσιν. —Τὸ Ἐφετεῖον Θράκης ὑποβάλλει πρακτικὸν σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταθέσεως δικαστικῶν ὑπαλλήλων». —Ὁ Σύνδεσμος κτηματιῶν ἀνταλλακτέων μεταναστῶν διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀπὸ 21 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἀποφάσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀνταλλαγῆς. —Οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Ἀνδριτσαίνης ζητοῦσι τὴν βελτίωσιν τοῦ κλάδου των. —Τὸ Χρηματιστήριον Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ χρηματιστηριακοῦ νόμου». —Οἱ γεωργοὶ τῆς κοινοτικῆς περιφερείας Ἁγίων Θεοδώρων Θηβῶν αἰτοῦνται τὴν ἀπαλλαγήν των ἐκ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας. —Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Μεσδανίου Τρικκάλων αἰτοῦνται τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ ἀγροκτήματος Λαζαρίνης. —Οἱ κάτοικοι Ἁγυιᾶς διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἔξωσίν των ἐκ τῶν ὀθωμανικῶν κτημάτων. —Οἱ κάτοικοι Γυθείου παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ κατασκευὴ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου. —Τὸ διοικ. συμβούλιον Ζαγορίου παρακαλεῖ ὅπως μὴ ἀπαλλοτριωθῶσιν αἱ γαῖαι ὑπὲρ τῶν κτηνοτρόφων. —Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἰσραηλιτικῶν Συντεχνιῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως οἱ Ἰσραηλῖται ἐξαιρεθῶσι τῆς κυριακῆς ἀναπαύσεως. —Ὁ γεωργικὸς πιστωτικὸς συνεταιρισμὸς «Ζωὴ» παρακαλεῖ ὅπως ἡ ἐν τῷ χωρίῳ εὑρισκομένη ἀποθήκη γεωργικῶν προϊόντων παραχωρηθῇ εἰς τὸν συνεταιρισμόν. —Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ λοχαγὸς Κωνσταντῖνος Κασταμονίτης αἰτεῖται τὴν ἐγγραφήν του εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον καὶ τὴν ἀποστολὴν τῶν μερισμάτων. —Ὁ ἐν Ἀμερικῇ Φιλεκπαιδευτικὸς Σύνδεσμος Γεωργιτσάνων παρακαλεῖ ὅπως προτιμηθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Λεονταρίου. —Ὁ Πολυχρόνης Ἀγγελίδης παραπονεῖται ἐναντίον τῶν στρατιωτικῶν καὶ δικαστικῶν Ἀρχῶν διὰ τὸν μὴ διακανονισμὸν ἰδιωτικῆς του ὑποθέσεως. —Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Μακροταντάλου Ἄνδρου παρακαλοῦσιν ὅπως εὑρεθῇ καταλληλότερον οἴκημα διὰ τὸ ἐκεῖ σχολεῖον. —Ὁ Γεώργιος Ἀγγελόπουλος, κάτοικος Κερτέζης, καταγγέλλει τὰς πράξεις τοῦ Εἰρηνοδίκου Καλαβρύτων Ἰωαννίδου. —Ὁ Σύλλογος τῶν Μεσσηνίων Ἀμερικῆς παρακαλεῖ ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Σπάρτης–Λεονταρίου. —Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Σελίνου Κρήτης αἰτοῦνται τὴν κατασκευὴν δημοσίας ὁδοῦ. —Μικροϊδιοκτῆται Βόλου αἰτοῦνται τὴν ἄρσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου. —Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Κερκύρας αἰτοῦνται τὴν ἀναστολὴν τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς των. —Οἱ κάτοικοι τοῦ τέως δήμου Μακρινείας αἰτοῦνται τὴν ἐπέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ἀγγελοκάστρου μέχρι Μακρινοῦς. —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Κοντολέων καὶ Δ. Πολυκράτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1308 περὶ Χρηματιστηρίων». —Ὁ πληρεξούσιος κ. Σκ. Ζερβὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων νομοθεσίας». Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ σχεδίου νόμου ὑποβάλλουσι τροπολογίαν καὶ οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Κ. Γόντικας καὶ Β. Δαλιάνης. —Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Σολδάτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπομακρυνθέντων ἐκ τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». —Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Σ. Γεωργιλαδάκης καὶ Π. Πολυχρονίδης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 1081 περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2916 περὶ λεσχῶν κλπ.». —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γ. Φραγκούδης, Θ. Βελλιανίτης, Π. Μαυρομιχάλης, Α. Μιχαλακόπουλος, Θ. Σοφούλης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ἀναστολῆς τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων περὶ ἀπαλλοτριώσεως γηπέδων καὶ κτημάτων». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Γ. Ἠσαΐας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κατασκευῆς διακλαδώσεως σιδηροδρόμου μέχρι τῆς πόλεως Λεβαδείας», τὸ ὁποῖον παρακαλεῖ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Δουζίνας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ προστασίας καὶ ἐποπτείας τῆς σπογγαλιείας». —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Π. Ἀραβαντινὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ μονιμοποιήσεως ἐκτάκτων διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ μετατάξεως ἀρχειοφυλάκων εἰς τὸν καθαρῶς διοικητικὸν κλάδον».
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν...
§30Α. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάρκου ἔχει τὸν λόγον.
§32Α. ΜΑΡΚΟΥ. Εἰς τὰς Πάτρας ἐνέσκηψεν ἡ νόσος πανώλης καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ὑγιεινῆς, ἐπειδὴ τὰ κρούσματα ὑπερβαίνουν τὰ 50, ἀνεφάνησαν δὲ εἰς τρεῖς ἑστίας, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχήν του. Τὸ ζήτημα δὲν ἔχει σημασίαν μόνον διὰ τοὺς κατοίκους, ἀλλ’ αἱ Πάτραι, ὡς γνωστόν, εἶναι ὁ μοναδικὸς λιμὴν τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος καὶ δύναται νὰ ἀποκλεισθῇ οὗτος ἀπὸ τὴν ἐν Πάτραις ἑδρεύουσαν Ἀμερικανικὴν Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργόν, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ ἀειμνήστου Ρέπουλη, νὰ σπεύσῃ εἰς Πάτρας ἵνα αὐτοπροσώπως ἐπιβλέψῃ τὴν πάταξιν τῆς ἀσθενείας.
§33Δ. ΠΑΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Τὰ κρούσματα ἔχουν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν βάσιν. Ἐξεδηλώθη ἡ νόσος εἰς ἄτομα τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο πρότερον συγκεντρωμένα εἰς τὸ αὐτὸ μέρος. Ἦτο δηλαδὴ τὸ μικρόβιον ἐν ἐπωάσει. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑγειονομικὰ μέτρα, ἐλήφθησαν ἅπαντα τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ἀπὸ τὴν περασμένην ἑβδομάδα, ἐκτὸς τοῦ ἐκεῖ ὑπάρχοντος νομιάτρου, ἐστάλησαν ἐντεῦθεν καὶ δύο ἕτεροι ἰατροὶ εἰδικοὶ πρὸς καταπολέμησιν τῶν λοιμωδῶν νόσων· οἱ κύριοι Παγώνης καὶ Κατσιγιάννης. Δὲν παύομεν καθημέραν νὰ στέλλωμεν ἐμβόλια καὶ ὀρούς.
§34Α. ΜΑΡΚΟΥ. Τὰ κρούσματα ὑπερέβησαν τὰ 45.
§35Δ. ΠΑΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας). Τὰ θύματα δὲν ὑπερβαίνουν τὰ 15, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐλάβομεν ὅλα τὰ μέτρα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 22)28 Νοεμβρίου 1923 περὶ ἀμέσου ἐκδικάσεως αὐτοφώρων τινῶν πλημμελημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Κτηματικῶν Τραπεζῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§37Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ κηρυχθῇ, παρακαλῶ, κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§39Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Θὰ ἦτο ἴσως περιττόν, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἐξάρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὑψηλὸν προορισμὸν τὸν ὁποῖον αὕτη ἐξυπηρετεῖ καὶ κατὰ συνέπειαν τὰς μεγίστας συνεπείας τὰς ὁποίας ἔχει ἡ εὔρυθμος ἢ μὴ εὔρυθμος λειτουργία ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Πλεῖστα ἐλέχθησαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἄμβωνος καὶ ἀπὸ τῶν ἐφημερίδων περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὥστε πᾶσα περὶ τούτου συζήτησις παρέλκει. Διὰ νὰ εὑρίσκεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῆς περιωπὴν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῆς προορισμοῦ ἀπαιτεῖται πρὸ παντός, ἵνα οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκωνται εἰς τὴν περιωπὴν αὐτῶν. Διὰ νὰ εὑρίσκωνται οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν περιωπὴν αὐτῶν δέον πρὸ παντὸς νὰ ἔχωσι δικαστικὴν συνείδησιν. Τὸ ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως διὰ τοὺς δικαστικὸς λειτουργοὺς εἶναι δυνατόν τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι τὰ 9)10 τῆς ἐπιτυχοῦς διεξαγωγῆς τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἠλείας ἀγορεύων χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος διεδήλωσεν ὅτι οἱ δικασταὶ ἐν Ἑλλάδι οὔτε εἶχον οὔτε ἔχουσι δικαστικὴν συνείδησιν. Καὶ ἄν ποτε κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς περιόδου τῆς εὐτυχοῦς διὰ τὴν Δικαιοσύνην, ἀπὸ τοῦ 1910–1915, οἱ δικασταὶ ἐπετέλεσαν τὸ ἱερὸν καθῆκόν των, δὲν ἦτο λόγος ὑπάρξεως ἐσωτερικῆς δικαστικῆς συνειδήσεως, ἀλλὰ ἦτο λόγος ἐπιβολῆς βαρείας, βαρυτάτης τοῦ εὑρισκομένου εἰς τὴν κορυφὴν τῆς δικαστικῆς πυραμίδος καὶ ἐποπτεύοντος καὶ ἐλέγχοντος ταύτην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐνῷ ταῦτα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν μᾶς εἶπε καὶ τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατορθώσωμεν, ὥστε οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ νὰ ἀποκτήσωσι τὴν ἀπαραίτητον δικαστικὴν συνείδησιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος ὡμίλησε μετὰ ταῦτα, συμφωνήσας μὲ τὸν προλαλήσαντα, διὰ δηλώσεως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσι δικασταὶ μὲ πλήρη δικαστικὴν συνείδησιν, ἂν δὲν προαχθῇ ἡ κοινωνία καὶ τὸ ἄτομον, ὥστε νὰ κατορθώσωμεν εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀναζητήσωμεν τοὺς δικαστάς. Οὐδεμία ἀμφισβήτησις, κύριοι, ὅτι καὶ ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς προέρχεται ἐκ τοῦ αὐτοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅταν μία κοινωνία εἶναι ἀπείρως προηγμένη, βεβαίως θὰ εἶναι τέλειος καὶ ὁ δικαστικὸς λειτουργός, ὅταν μία κοινωνία μειονεκτῇ ὁπωσδήποτε καὶ ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς θὰ μειονεκτῇ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαναπαυτικὸν διὰ νὰ μὴ ἐπιληφθῶμεν ἡμεῖς τοῦ ζητήματος τούτου, τῆς ἀναστηλώσεως τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς δημιουργίας δικαστικῶν λειτουργῶν μὲ πλήρη δικαστικὴν συνείδησιν. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐρευνῶντες τὸ παρὸν καὶ συγκρίνοντες τοῦτο πρὸς τὸ παρελθόν, νὰ δώσωμεν τὴν ἐμπρέπουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ ἀποκτήσωμεν ὅ,τι ζητοῦμεν. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρὸς ὕπαρξιν δικαστικῆς συνειδήσεως ἀπαιτοῦνται τρία τινά: Πρῶτον, ἐπιλογὴ προσώπων ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους καὶ μορφώσεως σχετικῆς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν θὰ διαχειρισθοῦν. Δεύτερον, ἐξύψωσις ἠθικὴ τῶν προσώπων τούτων, τοῦτο δὲ θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν ἐπαρκείας, διότι εἶναι πλέον ἀπόλυτον δόγμα ἠθικόν, ὅτι ὁ οἰκονομικῶς ἀποκατεστημένος κατὰ τὸ πλεῖστον, πλὴν ἐξαιρέσεών τινων, καὶ ὁμιλοῦντες δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ περὶ κανόνων, ὁ μὴ οἰκονομικῶς ἀποκατεστημένος, λέγω, εἶναι ἀμφίβολον, ἂν δύναται νὰ εὑρίσκεται εἰς ἐπίπεδον ἀνώτερον ἠθικόν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἢ ἄλλους δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ εἶναι ἥρωες τῆς ζωῆς, νὰ εὑρίσκωνται εἰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ ἐν τούτοις νὰ ἀνθίστανται εἰς τὴν ἀδυναμίαν ταύτην καὶ νὰ τίθενται εἰς ἀνώτερον ἐπίπεδον. Πρῶτον ζήτημα λοιπὸν πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ δικαστοῦ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἐπάρκεια. Δεύτερον, μέσον ἠθικὸν ἐξυψώσεως τοῦ δικαστοῦ πρὸς ἀπόκτησιν δικαστικῆς συνειδήσεως εἶναι ἡ κρατοῦσα λαϊκὴ γνώμη περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὑφίσταται μεγάλη ψυχολογικὴ ἐπίδρασις μεταξὺ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τοῦ λαοῦ. Ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῷ λαῷ ὅτι ὑπάρχει Δικαιοσύνη λειτουργοῦσα ὡς πρέπει νὰ λειτουργῇ, Δικαιοσύνη ἐξυπηρετοῦσα τὴν ὑψηλήν της ἀποστολήν, ἔχει μεγίστην ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ δικαστοῦ διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον. Καὶ τρίτος λόγος εἶναι ἡ ἠθικὴ παράδοσις τοῦ Σώματος τοῦ δικαστικοῦ, ἡ ὁποία ἐπιδρᾷ σπουδαίως ἐπὶ τῆς διαπλάσεως τοῦ δικαστικοῦ χαρακτῆρος καὶ ἐπὶ τῆς δημιουργίας δικαστικῆς συνειδήσεως. Τέταρτος λόγος, σπουδαιότατος ἐπίσης, εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐπὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ μέσου τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, τῶν Εἰσαγγελέων παρὰ τοῖς δικαστηρίοις, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐνασκοῦντος τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον, διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐνασκούσης διὰ τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ ταύτης, ἐμμέσως, διὰ τῆς δημοσιογραφίας. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ κατορθώσωμεν καὶ ἠθικῶς καὶ ψυχολογικῶς νὰ ἐξυψώσωμεν τὸν δικαστὴν εἰς τὸ ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον ἐμπρέπει νὰ εὑρίσκεται διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ δημιουργήσωμεν δικαστικὴν συνείδησιν, ἀπαραίτητον διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἱστορία εἶναι γνώμων ἀπαράβατος διὰ τὴν ἐξέλιξιν διαφόρων ἐκδηλώσεων τῶν Κοινωνιῶν καὶ τῶν Κρατῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνασκοπήσωμεν ἐν ὀλίγοις τὸ παρελθὸν ἐν Ἑλλάδι καὶ συγκρίνοντες τοῦτο πρὸς τὸ παρὸν νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξαγάγωμεν πορίσματα περὶ τῆς κατευθύνσεως ἣν πρέπει νὰ λάβῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ Δικαιοσύνη. Ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1864 οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, καίτοι δὲν ἀπήλαυον τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, ἐν τούτοις ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους εὑρίσκοντο, δύναταί τις εἰπεῖν, εἰς ἀνώτερον ἐπίπεδον, ὑστεροῦντες μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς μορφώσεως. Οἱ δικαστικοὶ ἐκεῖνοι εἶχον χαρακτῆρα δικαστικόν. Διατί; Πρῶτον διότι διετέλουν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ἠθικῆς παραδόσεως, ἀπορρεούσης ἐκ τῶν προσφάτων γεγονότων τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐκ τῶν γεγονότων ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις ἐπέδρα ἠθικῶς, ὥστε νὰ ἐξάρῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐπὶ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Δεύτερον, διότι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι ἦσαν σεβαστοὶ ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, καίτοι διωρίζοντο ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Σπανιώτατα παραδείγματα ὑπάρχουσιν ἀπολύσεως τούτων ἢ ὀπωσδήποτε διώξεως ἕνεκεν ἀπαιτήσεων πολιτικῶν. Οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐπαύοντο εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ὅταν ἐναντίον των ἐστρέφοντο ἀποδεδειγμέναι κατηγορίαι βαρεῖαι, βαρύταται. Κατὰ συνέπειαν οἱ δικαστικοὶ ἐκεῖνοι τοῦ 1864 ἀφ’ ἑνὸς εἶχον τὴν ἠθικὴν παράδοσιν, ἀφ’ ἑτέρου εἶχον τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐπὶ τὴν ἠθικὴν ἐξύψωσιν. Κατὰ τὸ 1864 τὸ Σύνταγμα ἐθέσπισε τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα, τουτέστι ἔκαμεν ἓν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δικαστικῆς λειτουργίας, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπὶ τὴν ἠθικὴν αὐτῶν ἐνίσχυσιν καὶ ἐπὶ τὴν δημιουργίαν δικαστικῆς συνειδήσεως. Ἀτυχῶς ὅμως, ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐντεῦθεν ἀρχίζουν νὰ ἐξατμίζωνται αἱ ἠθικαὶ καὶ ὑψηλαὶ παραδόσεις τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, αἱ ὁποῖαι ὤθουν πάντοτε τοὺς λειτουργοὺς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπὶ τὴν εὔορκον καὶ εὐσυνείδητον ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, ἀρχίζουν νὰ δημιουργῶνται τὰ προσωπικὰ πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα πολλάκις εἰς περίπτωσιν ὀξείας ἀντιθέσεως πολιτικῆς περιέπιπτον εἰς φατρίας, οὕτω δὲ ὁ δικαστικὸς λειτουργὸς ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διωρίζετο κατόπιν ὑποδείξεως τοπικῶν πολιτικῶν παραγόντων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐνῃσκεῖτο ἐπ’ αὐτοῦ πίεσις ἕνεκα λόγων κομματικῶν. Διὰ τοῦτο ἡ περίοδος ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1892 δὲν προάγει εἰς δημιουργίαν δικαστικῆς συνειδήσεως. Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλά, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1864 ἢ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1892 συνεχῶς ἐψηφίζοντο νόμοι περὶ ἄρσεως τῆς μονιμότητος διὰ νὰ διορίσουν αἱ Κυβερνήσεις τοὺς φίλους αὐτῶν Εἰσαγγελεῖς καὶ Ἀντεισαγγελεῖς, μετὰ τὸν διορισμὸν τῶν ὁποίων ἐψηφίζοντο νέοι νόμοι ἐξασφαλίζοντες εἰς αὐτοὺς τὴν μονιμότητα. Οὕτω διαρκῶς οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς ἦσαν ὄργανα τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Τῷ 1892 ἐπὶ Κυβερνήσεως Τρικούπη ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ δικαστικῶν παρέδρων, διοριζομένων κατόπιν αὐστηροῦ διαγωνισμοῦ. Καὶ τοιουτοτρόπως οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐξησφάλιζον τὸν διορισμόν τῶν ἐξ ἑαυτῶν τῶν ἰδίων. Ὁ διορισμός των προήρχετο ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἱκανότητος. Ἐχειραφετήθησαν οὕτω σχεδὸν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διώριζε τοὺς δικαστικοὺς καὶ ἐνήσκει ἐπιβλαβῆ ἐπ’ αὐτῶν ἐπίδρασιν. Διὰ τοῦτο δύναταί τις εἰπεῖν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1892 μέχρι τοῦ 1910 ἡ Δικαιοσύνη ἐπαισθητῶς ἐβελτιώθη. Παρουσιάζονται βεβαίως καὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην σημεῖά τινα κακῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης, πάντως ὅμως εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ἡ ἐξέλιξις ἐπὶ τὰ βελτίω ταύτης ἐσημείωσε σταθερὰν καὶ σημαντικὴν πρόοδον. Κατὰ τὸ 1910 ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως ἡ Κυβέρνησις Μαυρομιχάλη ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸν ἤδη ἰσχύοντα. Τὸν νόμον τοῦτον παρεσκεύασεν ὁ ἀοίδιμος Νικόλαος Δημητρακόπουλος, μὴ ἀναμεμιγμένος εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος κατεχώρισεν ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911 διὰ τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν τροποποίησιν τῶν ὁποίων ἔχει ὑποβληθῆ ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ Δικαιοσύνη ἀποκαθίστατο πλήρως. Ὁ διορισμὸς τῶν δικαστῶν ἐξηρτᾶτο ἐκ διαγωνισμοῦ ἀφ’ ἑνός, συμφώνως πρὸς τὸν παλαιότερον νόμον, ἀλλὰ καὶ αἱ μεταθέσεις αὐτῶν ἐξηρτῶντο ἀπὸ τοῦ ἰδίου Σώματος διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Αἱ προαγωγαὶ καὶ ἀπολύσεις ὡς καὶ αἱ πειθαρχικαὶ τιμωρίαι τῶν δικαστῶν ἐπεβάλλοντο μὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ κατόπιν ὑποχρεωτικῆς διὰ τὸν Ὑπουργὸν προτάσεως τοῦ ἁρμοδίου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ συνέπειαν ἐπετελέσθη ἡ πλήρης αὐτονόμησις τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ἡ πλήρης ἀποκέντρωσις τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦ ἐνασκουμένου δὲ ἐλέγχου, τοῦ αὐστηροῦ ἀλλὰ δικαίου καὶ ἀπροσωπολήπτου, παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου καὶ τοῦ μετὰ ταῦτα διαδόχου του, τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, κατωρθώθη ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἀρθῇ εἰς περιωπὴν ἐξαιρετικῶς περίλαμπρον, εἰς περιωπὴν τοιαύτην τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦν ὄχι μόνον Κράτη μικρὰ καὶ ὀλίγων δεκάδων ἐτῶν ἀριθμοῦντα βίον ἐλεύθερον, ἀλλὰ Κράτη Εὐρωπαϊκά. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναμφισβήτητον. Βλέπομεν λοιπόν, κύριοι, μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1915 ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἄνευ τῆς πολιτικῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της ἐξεπλήρωσε καλῶς τὰ ἑαυτῆς καθήκοντα, ἱκανοποίησε πλήρως τὸν προορισμὸν διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ὁποίου ἐτάχθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐλειτούργει καλῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διότι διετέλει ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου τοῦ Ὑπουργοῦ. Βεβαίως ἔσχε μεγάλην ἐπίδρασιν ὄχι μόνον ἡ γνῶσις τῶν δικαστικῶν πραγμάτων παρὰ τῶν τότε Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ συστηματικὸς ἔλεγχος τὸν ὁποῖον ἐνήσκει ἐπὶ τῶν πραγμάτων αὐτῆς πρὸ παντὸς ἡ ἐπιστημονικὴ περιωπὴ καὶ τὸ ἠθικὸν κῦρος τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβάλλοντο ἠθικῶς εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο νὰ παρεκτραπῇ τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων τὰς ὁποίας εἶχεν, ὅταν ἐγνώριζεν ὅτι εἰς τὴν κορυφὴν τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκοντο ἄνδρες τῆς περιωπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου. Κατὰ τὸ 1916 ἐπῆλθον αἱ ἐξαιρετικαὶ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ὁ διχασμὸς τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Δικαιοσύνη ὑφίσταται κλονισμὸν δεινόν· οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ δὲν ἀπέμειναν ἀπολύτως ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ὀξύτητα καὶ ἀνωμαλίαν. Ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτελῶσιν ἐξαιρετικὰ ἠθικὰ φαινόμενα, μετέωρα ἠθικά, ὥστε νὰ μὴ ὑποστῶσιν οὐδεμίαν ἐπίδρασιν ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς πολιτικῆς ὀξύτητος καὶ ἀντιθέσεως, ἡ ὁποία καὶ αὐτὰς τὰς κοινωνικὰς σχέσεις ἐπηρέασε καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ὁμόνοιαν μεταξὺ τῶν τὴν αὐτὴν οἰκογένειαν συγκροτούντων ἀτόμων; Πῶς ἠθέλετε οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ νὰ εἶναι ἀπολύτως ἄψογοι τῆς ἐπιδράσεως τῆς κατ’ ἐξοχὴν ἀνωμάλου πολιτικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία διεσάλευσεν ἐκ βάθρων τὰ πάντα ἐν Ἑλλάδι; Καὶ πάλιν ἡ μεγάλη πλειονότης τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἀπέμεινεν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Ἂν δὲ ὀλίγοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ παρεξετράπησαν τῶν καθηκόντων αὐτῶν· τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ πλειονότης τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἀπώλεσε τὴν δικαστικὴν συνείδησιν. Καὶ παρὰ ταῦτα λοιπόν, κύριοι, οἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐκτραπέντες τῶν καθηκόντων των ἦσαν εὐάριθμοι δικαστικοὶ λειτουργοί. Δὲν δυνάμεθα ὅθεν νὰ προέλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἀπώλεσε τὴν δικαστικὴν συνείδησιν διότι μέλη τινὰ αὐτοῦ παρεξετράπησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Ἂν καὶ ἡμεῖς ἐχώμεθα στερρῶς τῆς ἐντυπώσεως ὅτι τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἀπώλεσε τὴν δικαστικὴν συνείδησιν, ἀσφαλῶς διατελοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸν κομματικὸν φανατισμόν. Ἐπηκολούθησαν, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1916 μέχρι τοῦ 1923 ἐπανειλημμέναι ἀναστολαὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἐκκαθαρίσεις τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἀλλεπάλληλοι. Αἱ ἐκκαθαρίσεις αὗται ἐπέφεραν ἐντελῶς διάφορα τῶν ἀναμενομένων ἀποτελέσματα. Αἱ ἐκκαθαρίσεις ἐκεῖναι δὲν ἐγένοντο ἀνεπηρέαστοι κομματικῆς ἐπιδράσεως καὶ ἕνεκεν τούτου ἐπέφεραν ἐντελῶς ἀντίθετον τοῦ ἐπιδιωκομένου ἀποτελέσματος. Κατέστησαν τὴν Δικαιοσύνην ὁπωσδήποτε ὑποχείριον τῆς πολιτικῆς, ἀπεγοήτευσαν τοὺς καλοὺς δικαστικούς, ἀπεμάκρυναν πλείστους ἐκ τῶν ἀρίστων δικαστικῶν, ὤθησαν εἰς παραίτησιν πολλοὺς ἀρίστους τούτων, φοβουμένους τὴν συνέχισιν τούτων καὶ τέλος ἐκλόνισαν τὴν πίστιν τοῦ Λαοῦ ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω σαφῶς καταδείκνυται ὅτι ἀπαραίτητον προσὸν εὐρύθμου λειτουργίας ἱσταμένης εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της εἶναι ἡ δημιουργία δικαστικῆς συνειδήσεως. Ἐπίσης εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἡ Πολιτεία ὄχι μόνον δὲν συνέτρεξεν εἰς τὴν δημιουργίαν τοιαύτης, ἀλλὰ καὶ πλειστάκις διὰ τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἠμποδίσθη ἡ ἐπὶ τὰ πρόσω ἐξέλιξις τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ δημιουργία δικαστικῆς συνειδήσεως. Ἰδία ἡ περίοδος 1915–1923 ὑπῆρξε λίαν ἐπιβλαβὴς διὰ τὴν Δικαιοσύνην. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀπέδωκεν ἐξαιρετικοὺς καρποὺς ἀπὸ τοῦ 1910 ἕως τὸ 1915, ἐνῷ ἡ ἀνάμιξις εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐπέφερε ζημίαν μεγάλην. Ὡς μορφὴ κατὰ τοῦ Συμβουλίου φέρεται ἡ ἐπίδρασις τῶν συγγενικῶν δεσμῶν τῶν μελῶν πρὸς δικαστικοὺς λειτουργούς. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ καὶ ἀτελείας τινὰς τοῦ θεσμοῦ τούτου. Οὐδεὶς θεσμὸς δύναται νὰ εἶναι τέλειος. Ἀλλὰ διότι δὲν κατωρθώθη ἡ τελειότης τοῦ θεσμοῦ δὲν ἕπεται καὶ ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν παλαιὰν ἐποχήν, καθ’ ἣν κατεδυνάστευε καὶ διέφθειρε τὴν Δικαιοσύνην ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Διὰ νὰ ἐννοήσητε, κύριοι, ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἐξύψωσις καὶ ἡ ἐξασφάλισις τοῦ δικαστοῦ καὶ ἡ πίστις πρὸς αὐτὸν τῆς λαϊκῆς συνειδήσεως, σᾶς ἀναφέρω ὅτι τὸ Κράτος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καυχᾶται διὰ τὴν Δικαιοσύνην του, τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος, ποίαν σοβαρὰν σημασίαν ἀποδίδει εἰς τοὺς διορισμοὺς καὶ προαγωγὰς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Τοὺς δικαστὰς ἐν Ἀγγλίᾳ τοὺς διορίζουν καὶ τοὺς παύουν αἱ δύο Βουλαί. Τοιαύτην σημασίαν ἀποδίδει εἰς τὸν δικαστὴν ἡ Ἀγγλία. Εἰς τὴν ἐξύψωσιν τὴν ἠθικὴν τοῦ δικαστοῦ ὀφείλεται κατὰ πολὺ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἔθνους. Δὲν ἐσημειώθη δὲ ἀπὸ τοῦ 1842 οὐδεμία παῦσις δικαστοῦ, πλὴν τοῦ ἀρχιδικαστοῦ τῆς Ἰρλανδίας, ὅστις ἀπελύθη ὡς δωροδοκηθείς. Οὐδεμία ἐπέμβασις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἔλαβε χώραν εἰς τὰ ἔργα τὰ δικαστικά, τοὺς μισθοδοτεῖ δὲ ἐξαιρετικῶς. Ἐνῷ λοιπὸν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναστηλώσεως τῆς ὁπωσδήποτε ἐκπεπτωκυίας Δικαιοσύνης μαζὶ μὲ τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς διοικήσεως ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξάρῃ τὸν δικαστήν, νὰ τονώσῃ τὸ ἠθικὸν τοῦ δικαστοῦ πρῶτον διὰ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ ἀποκαταστάσεως μὲ μέτρον κάπως γενναιότερον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ βεβαιώσῃ τὸν δικαστὴν ὅτι ὁ διορισμός του, ἡ προαγωγή του, ἡ τοποθέτησίς του θὰ ἐξαρτηθοῦν μόνον ἐκ τῆς εὐόρκου καὶ ἐπιμελοῦς ὑπηρεσίας του, δὲν πράττει τοῦτο, ἀλλὰ λέγει ὅτι θὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία τὰ ἀφορῶντα τὸ δικαστικὸν προσωπικὸν καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι αἱ σχετικαὶ περὶ Δικαιοσύνης διατάξεις τοῦ πολιτεύματος θὰ ἀνασταλῶσιν ἐπὶ τρίμηνον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία θὰ κάμῃ τὰς τοποθετήσεις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν.
§40Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡμεῖς ζητοῦμεν μίαν τρίμηνον ἀναστολὴν δημιουργοῦντες τὸ ἀμετάθετον. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν κἄτι τι δὲν θέλομεν αὐτὸ νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ σήμερον, ἀλλὰ μετὰ πάροδον τριῶν μηνῶν.
§41Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ποῖος θὰ τὸ διορίσῃ;
§42Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ζητοῦμεν νὰ τὸ διορίσωμεν ἡμεῖς, διότι δὲν γνωρίζομεν ποίους ὁ κλῆρος δύναται νὰ παρουσιάσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θέλησίν μας ἐπὶ τοῦ Συμβουλίου.
§43Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τὸ πρῶτον Συμβούλιον θὰ τὸ διορίσητε σεῖς, δὲν ἔχει οὕτω;
§44Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ πρῶτον Συμβούλιον θὰ γίνῃ διὰ προτάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι κλονίζεται ἡ Δικαιοσύνη, διότι ἡ Δικαιοσύνη αὐτοδιοικεῖται δι’ αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου.
§45Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν εἰλικρίνειαν εἶπεν ὅτι «μὰ τί τὰ θέλετε· ἓν νέον καθεστὼς νὰ μὴ κάμῃ προαγωγὰς καὶ τοποθετήσεις δικαστικῶν ὑπαλλήλων;».
§46ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶπεν ὅτι κάμνει προαγωγὰς ἡ Κυβέρνησις.
§47Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἠξεύρω τί λέγω, κ. συνάδελφε, διότι δὲν ἔπεσα καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν Σελήνην. Ἐδῶ ἐγεννήθην, ἀνετράφην καὶ ἔζησα. Εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς προτάσεως τῆς τροπολογίας, ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν θὰ συνοψίσω δι’ ὀλίγων. Ἐνῷ ἔπρεπεν ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ ἀναστηλώσῃ τὸ πεπτωκὸς γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἐπετύγχανε διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ δικαστοῦ κατὰ τὰς προαγωγάς, μεταθέσεις κτλ., ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἰσηγεῖται τὴν τροποποίησιν τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ ἐπιτύχῃ μίαν ἔμμεσον ἐκκαθάρισιν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα φέρουν αἱ ἐκκαθαρίσεις, διότι θὰ ἐξαρτηθῇ ἀποκλειστικῶς ἡ προαγωγὴ καὶ ἡ τοποθέτησις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐκ Συμβουλίου τὸ ὁποῖον θὰ διορίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον Συμβούλιον κατὰ συνέπειαν θὰ ὑπόκειται εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς μείωσιν τῆς λαϊκῆς ἐντυπώσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην πίστιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατάπτωσιν τοῦ φρονήματος τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ μεγάλην διαρροὴν τῶν ἀγαθῶν ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ στοιχείων πρὸς τὴν δικηγορίαν. Θὰ σημειώσωμεν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐκκαθάρισιν, ἔμμεσον ταύτην, ἀλλὰ μὲ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐμμένῃ εἰς τὰς ἀπόψεις της, θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον νὰ γίνῃ ἄμεσος ἡ ἐκκαθάρισις διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μὴ κρύπτηται ὄπισθεν προτάσεων Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ διορίσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ὁποῖον θὰ διατελῇ ἀσφαλῶς ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιρροήν του. Ἀντὶ λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν εἰς τὴν δικαστικὴν Ἐξουσίαν ἀναφερομένων ἄρθρων τοῦ πολιτεύματος μὲ τὸν σκοπὸν περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ πλήρη κατάργησιν τούτων ἐπί τι χρονικὸν διάστημα, θὰ ἔπρεπεν εἰς τὰς μεταρρυθμιστικάς της προθέσεις νὰ στραφῇ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν μέσου διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνασκῆται πληρέστερος ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων τούτου, ὅπερ βεβαίως δὲν ὑπῆρξεν ἀλάθητον, ἴσως δὲ καὶ εἴς τινας περιπτώσεις ἀνεπηρέαστον ἀπὸ φιλικοὺς καὶ συγγενικοὺς δεσμούς. Τὰς προαγωγὰς π.χ. νὰ προτείνῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας καὶ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως. Νὰ δύναται ὁ θεωρῶν ἑαυτὸν ἠδικημένον νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία τελειωτικῶς νὰ ἀποφαίνηται. Περὶ τὴν μέριμναν ταύτην ἔδει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι εἰς τὴν προσπάθειαν νὰ ἐπαναφέρῃ ὑποχείριον τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, λησμονοῦσα τὸ πρόσφατον καὶ ἀπώτερον παρελθόν, καὶ τὴν φθοροποιὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπίδρασιν τῆς πολιτικῆς διὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Μήπως ἔχομεν τὸ ἐνδόσιμον ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἡ ὁποία ἀπορρέει ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου ἐξίχθη εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην ὥστε νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτὴν ἀπολύτως τὴν διαχείρισιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Ἀτυχῶς δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὸ συμπέρασμα ταῦτο. Τοὐναντίον αἱ τελευταῖαι ἐσωτερικαὶ διαμάχαι κατέστησαν μᾶλλον ὕποπτον τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν.
§48Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακολουθῶ πάντοτε μετὰ προσοχῆς τὰ λεγόμενα παρ’ ὑμῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§49Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. συνάδελφε.
§50Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἤθελον ὅμως νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἂν πραγματικῶς φρονεῖτε ὅτι ἡ κατάπτωσις τῆς Δικαιοσύνης προῆλθεν ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἡ ἐκκαθάρισις ἦτο συνέπεια τῆς καταπτώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Διότι θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι μέχρι τοῦ 1916 ἡ Δικαιοσύνη καὶ παρ’ ὑμῶν καὶ παρὰ πάντων ὅσοι ἠγόρευσαν ἀνεγνωρίσθη ὅτι ὑπῆρξεν ἄμεμπτος.
§51Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τὸ 1910–1915 ὑπῆρξεν ἄμεμπτος, ἀλλ’ ὑπέστη τὸν γενικὸν ψυχικὸν κλονισμὸν ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς διαιρέσεως. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοὺς δικαστὰς νὰ εἶναι τέλειοι, ἀπολύτως ἀπερίσπαστοι ἐξ οἱασδήποτε ψυχικῆς ἐπιδράσεως.
§52Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ λέγω, κ. συνάδελφε, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑφίστατο πιέσεις ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ὑπῆρξεν ἀσυγκρίτως καλυτέρα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἀπὸ τοῦ 1916. Τὰ πράγματα, κ. συνάδελφε, δὲν τὰ καθιστοῦν οἱ νόμοι οὔτε τὰ μεταβάλλουν τὰ πρόσωπα· εἶναι οἱ χαρακτῆρες τῶν προσώπων οἱ ὁποῖοι καταρρίπτουν τὰς ἀρχάς.
§53Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Νὰ ἐνισχύσωμεν τοὺς χαρακτῆρας.
§54Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ εἶχον ψηφισθῆ νόμοι, οἱ ὁποῖοι κατωχύρωναν τὴν ἀσφάλειαν τῶν δικαστῶν. Ἐν τούτοις ἡ Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία εἶχε κατοχυρωθῆ, εἴδετε ποῦ ἔφθασε. Τὴν εἴδετε νὰ καταπέσῃ εἰς τὰ καπηλεῖα κατὰ τὸ 1916. Ἀλλ’ ὑπῆρξε μία ἐποχὴ ἄλλη, πολὺ ἀρχαιοτέρα ἀκόμη ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δύο δικασταὶ ἐξεβιάζοντο διὰ τῆς λόγχης νὰ ὑπογράψουν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν κατὰ τοῦ Κολοκοτρώνη· ἡ δικαιοσύνη τότε ἦτο ἀσυγκρίτως ὑπερτέρα. Δὲν ἀγνοεῖτε, κ. συνάδελφε, ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, ἀπήντησαν ὅτι προτιμοῦν νὰ καθειρχθοῦν αὐτοὶ παρὰ νὰ ὑπογράψουν ἀπόφασιν ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς των. Οἱ χαρακτῆρες λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξυψώνουν ἢ καταρρίπτουν τοὺς θεσμούς.
§55Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα ἔχομεν.
§56Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ ἠξεύρω· μοῦ ἀπαντᾶτε ὅπως ἀπήντησεν ὁ Καποδίστριας: «Μὲ αὐτὸν τὸν πηλὸν ποὺ ἔχομεν θὰ κατασκευάσωμεν τὰ τσανάκια μας». Ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἶχεν ἐξευγενισθῆ κατά τι ὁ πηλός, ὅπως παρασκευάσωμεν καλύτερα δικαστικὰ τσανάκια.
§57Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως ψηφίσματος περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος ἐπιδιώκεται τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν. Δὲν εἶμαι σύμφωνος εἰς τὸ ἀπολύτως ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν οὔτε εὑρίσκω ἐπαρκῶς ἠτιολογημένην τὴν περὶ τούτου ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Λέγει ὅτι τὸ ἀμετάθετον εἶναι συναφὲς πρὸς τὴν ἰσοβιότητα. Δὲν συμφωνῶ μὲ τοῦτο. Ἐπικαλεῖται τὰ νεώτερα Συντάγματα, τὸ Γερμανικόν, τὸ Τσεχοσλοβακικὸν καὶ τὸ Πολωνικόν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸ Γερμανικὸν πολίτευμα ἀναγράφεται τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ δύναται νὰ γίνῃ μετάθεσις κατόπιν ἀποφάσεως δικαστικῆς. Δικαστικὴν ἀπόφασιν τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, ὡς ἐπληροφορήθην παρ’ ἀνωτάτου δικαστικοῦ ἐπανακάμψαντος ἐσχάτως ἐκ Γερμανίας, ἐννοεῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὡς συμβαίνει καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἕτερος λόγος, ἀναγραφόμενος ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ ἀμεταθέτου, εἶναι ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ πρέπει νὰ παραμένωσιν ἐπ’ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα εἰς τινα πόλιν διὰ νὰ μανθάνωσι τὰς κοινωνικὰς συνθήκας τοῦ τόπου, ὅπερ πολὺ θὰ τοὺς βοηθῇ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων των. Ἀλλὰ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἂν δεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν ὀρθὸν τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐφαρμογήν. Διότι ἡ κοινωνικὴ σύστασις ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ αὐτὴ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Δὲν εἶναι ὅπως εἰς τὰ μεγάλα Κράτη τῆς Εὐρώπης, ὅπου ὑπάρχει κολοσσιαία παραλλαγὴ μεταξὺ τῆς κοινωνικῆς συστάσεως μιᾶς μεγαλοπόλεως πρὸς ἄλλην τοιαύτην. Τουναντίον τὸ ἀμετάθετον θὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας. Ὁ δικαστὴς διὰ τῆς μακροχρονίου παραμονῆς θὰ ἀναπτύξῃ στενὰς κοινωνικὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ τὸν ἐπηρεάσουν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος θὰ παραμείνῃ 10 ἔτη εἰς μίαν ἐπαρχίαν νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὰς κοινωνικὰς σχέσεις του. Διατί ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸν δικαστὴν νὰ εἶναι ὑπεράνθρωπος; Νὰ μὴ ἐπηρεάζεται καὶ αὐτός, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι;
§58ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐπὶ τρία ἔτη μόνον.
§59Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἕτερος λόγος συντρέχων κατὰ τοῦ ἀμεταθέτου εἶναι ὅτι εἴς τινας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν θὰ ἐξασφαλίσῃ εὐάρεστον διαμονὴν εἰς μεγάλας πόλεις, ἐνῷ εἰς ἄλλους δυσάρεστον εἰς μικρὰς πόλεις. Τοῦτο θὰ εἶναι ἄνισον καὶ ἄδικον. Κατὰ συνέπειαν τῶν ἀνωτέρω, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἀμετάθετον ὄχι μόνον δὲν θὰ συμβάλῃ εἰς τὸ νὰ ἐξάρῃ ἠθικῶς τὸν δικαστικὸν λειτουργόν, συντρέχων εἰς τὴν δημιουργίαν δικαστικῆς συνειδήσεως, ὄχι μόνον δὲν θὰ συμβάλῃ εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ φέρῃ τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Καταλήγων ἐκφράζω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ θεσπισθῇ τὸ τριετὲς ἀμετάθετον. Τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος ἐπίσης τροποποιεῖται. Ἡ ἔκθεσις ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λέγει τὰ ἑξῆς: Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ σύγκειται ἐξ 8 μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων συμφώνως μὲ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ συγκροτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ, ὅταν ἀνοίξωμεν τὴν πόρταν τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως ψηφίσματος, καὶ τὸ πέμπτον μέλος θὰ εἶναι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ πρῶτον Συμβούλιον θὰ συγκροτηθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ διὰ τοῦ Συμβουλίου τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν ἐπιλογὴν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ θὰ παρέχῃ τὸ τεκμήριον ὅτι θὰ ὑπείκῃ εἰς τὰ κελεύσματά του, θὰ γίνουν αἱ πρῶται τοποθετήσεις διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ ἀμετάθετον καὶ μετὰ τοῦτο αἱ προαγωγαί. Τοῦτο σημαίνει ὅτι θὰ παραδώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ὑποχείριον εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ἀλλὰ εἶναι ἐγκληματικόν, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ἀνοίξωμεν τὴν πόρταν τοῦ Συντάγματος, ἵνα διευκολύνωμεν τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης, καθιστῶντες τὴν δευτέραν ὑποχείριον τῆς πρώτης. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος, δὲν θὰ ἐγίνετο τόσον ἐμπεριστατωμένη καὶ ἔμμονος συζήτησις. Πρόκειται περὶ ὑψίστου καὶ λίαν εὐαισθήτου ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν, ἐφ’ ἧς καὶ μόνης δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ἀνύψωσις αὐτῆς καὶ ἡ ἀναγωγὴ αὐτῆς εἰς τὴν περιωπὴν εἰς τὴν ὁποίαν πάντες ποθοῦμεν, ὅταν ἐμπνεύσῃ τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην τῆς κοινωνίας. Ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ μείνῃ ἀπροσπέλαστος εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Τὰ ἄρθρα 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος, διατυπωθέντα παρὰ τοῦ μεγαλυτέρου νομικοῦ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, ἀποδώσαντα ἐξαιρετικοὺς καρποὺς εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, πρέπει νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσι. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀνάγκη τροποποιήσεως αὐτῶν. Ἡ κατάπτωσις τῆς Δικαιοσύνης, ὡς προηγουμένως εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, δὲν εὐθύνει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἀλλὰ τὴν ἀνάμιξιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ἰδιαιτέρως ἡ ἀνάμιξις αὕτη ἀπέβη καταστρεπτικὴ διὰ τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφ’ ὅτου δηλαδὴ τὰ πολιτικὰ κόμματα, λόγῳ τῆς ὀξυτάτης πολιτικῆς ἀντιθέσεως, μετέπεσαν εἰς φατρίας, ἐτρομοκράτησαν τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς διὰ τῶν ἐκκαθαρίσεων καὶ μετέβαλον τὴν Δικαιοσύνην εἰς ὄργανον ἐξυπηρετικὸν τῆς ἐπικρατήσεως αὐτῶν, ἐξαρθρώσαντα ταύτην. Ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἐκκαθαρίσεων ἐτράπησαν εἰς φυγὴν πλεῖστα ἀγαθὰ στοιχεῖα τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα διέρρευσαν εἰς τὴν δικηγορίαν, μὴ ἔχοντα οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Πολιτείαν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς θέσεώς των. Καὶ τέλος ἐκλονίσθη ἐκ βάθρων ἡ ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα στοιχείων ἀκαταλλήλων ἀπό τε μορφώσεως καὶ χαρακτῆρος. Πάντες γνωρίζομεν ποίαν σημασίαν ἔχει διὰ τὴν πρόοδον καὶ ἠθικὴν διάπλασιν τοῦ λαοῦ ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Δὲν δύναμαι νὰ διαφωνήσω εἰς τὸ ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ὁπωσδήποτε ἐξετράπη τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ του, καμφθὲν ἴσως σπανίως, ὅμως πάντοτε ἕνεκα συγγενικῶν ἢ φιλικῶν δεσμῶν πρὸς δικαστικοὺς λειτουργούς, εὐνοῆσαν τούτους κατὰ τὰς προαγωγὰς καὶ τοποθετήσεις. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα ἐλέγχου ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Τοῦτo δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾶ τὰς προαγωγὰς καὶ τὰς τοποθετήσεις, νὰ εἶναι ἠτιολογημέναι. Νὰ δύναται ὁ δικαστικὸς λειτουργός, ὁ ὁποῖος θὰ νομίζῃ ὅτι ἠδικήθη ἐκ τῶν ἀποφάσεων τούτων, νὰ προσφεύγῃ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία, ὡς δευτεροβάθμιον δικαστήριον, θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς καὶ τελειωτικῶς. Ἐπίσης νὰ παρίσταται κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ὁ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ νὰ χρησιμεύῃ ὡς εἰσηγητὴς ἄνευ ψήφου, ἀποχωρῶν μετὰ τὴν εἰσήγησιν. Οὕτω θὰ ἐνασκῆται διαρκὴς ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ θὰ παύσουν αἱ κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπερβασίαι αὐτοῦ. Διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐξαίροντες καὶ βελτιοῦντες τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν καὶ ἀνύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ἀκρογωνιαίου λίθου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ κρατικὴ καὶ κοινωνικὴ πρόοδος. (Χειροκροτήματα).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§61Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἰδιαιτέρως ἀξιέπαινος ἡ κυβερνητικὴ προσπάθεια πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας ἡ κοινωνικὴ καὶ κρατικὴ ἀποστολὴ δικαίως ἐξαίρεται παρ’ ὅλων τῶν περὶ αὐτῆς δημοσίᾳ ἀσχολουμένων. Οὐδ’ εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ τονίσῃ τις ἔτι ζωηρότερον τὴν κεφαλαιώδη ἐπίδρασιν ἣν ἡ ὑψίστη αὕτη δημοσία λειτουργία ἀσκεῖ ἐπὶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ὅλου ἡμῶν δημοσίου βίου. Ἀλλ’ ἂν πράγματι οἱ σκοποὶ πρὸς οὓς ἀποβλέπει ἡ διὰ τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως νομοθετικῶν μέτρων καταβαλλομένη προσπάθεια τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ εἶναι ὑψηλοί, δὲν δύναταί τις συγχρόνως, ἀντικειμενικῶς καὶ βαθέως ἐρευνῶν τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα καὶ κρίνων τὰ πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν προτεινόμενα μέτρα, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη ἀνάπλασις. Δὲν ἐπιθυμῶ, μιμούμενος τὸ παράδειγμα προλαλησάντων συναδέλφων, παραδόξως ὑπὸ τὸ αὐτὸ μεμψίμοιρον πνεῦμα διατραγῳδησάντων, ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἐτῶν τούτων θλιβερῶν ἐκτροπῶν ὀργάνων τινῶν τῆς Δικαιοσύνης, τὴν κατάστασιν αὐτῆς, νὰ προβῶ εἰς ἀνασκόπησιν τοῦ βίου τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, κατὰ τὰς διαφόρους ἱστορικὰς περιόδους φρονῶν ὅτι ὡς κρηπῖδα καὶ ἀφετηρίαν, ἀφ’ ἧς δέον νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς, πρέπει νὰ μὴ θέτωμεν τὴν ἐκδοχὴν ὅτι δὲν ἔχομεν δῆθεν Δικαιοσύνην, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὅτι ἔχομεν τοιαύτην, ὅτι ἔχομεν ἣν εἶναι δυνατὸν ὡς ἐκ τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν παρ’ ἡμῖν ὅρων νὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ὅταν μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεξετραγῳδεῖτο ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1909 πολιτικὴν περίοδον ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκθέτων καὶ αὐτὸς εἰς ὑπερόχους καὶ φωτεινὰς ἀγορεύσεις τὰ κατὰ τὴν Δικαιοσύνην, δὲν ἐδίστασεν ἐν τούτοις νὰ διακηρύξῃ, ἐμπνεόμενος ἐκ τῶν μυρίων παραδειγμάτων ἡρωικῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῶν πολιτικῶν πιέσεων πλείστων λειτουργῶν αὐτῆς, «ὅτι δυνάμεθα ἐν τούτοις νὰ ὑπερηφανευώμεθα διὰ τὴν Δικαιοσύνην μας». Ὅταν ἐξ ἄλλου, κατὰ τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1917 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν βελτίωσιν τῆς δικαστικῆς μισθοδοσίας καὶ ἤκουε τὴν ἀφήγησιν τῶν κατὰ τὸν δεινὸν ἐκεῖνον πολιτικὸν σάλον τῆς περιόδου τοῦ 1915–1917 δικαστικῶν ἐκτραχηλισμῶν, δὲν ἐδίσταζε νὰ διακηρύξῃ καὶ αὐτὸς τὴν ὑπερηφάνειάν του διὰ τὴν ἐν συνόλῳ κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀκόμη δὲ χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγήσει τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἐτόνισε, κατὰ τρόπον μάλιστα δημιουργοῦντα τὴν ἐντύπωσιν ὀξυμώρου, ἀλλ’ ἱκανῶς ἐνδεικτικὸν τῆς ἐνδομύχου πίστεώς του, ὅτι ἐκλυδωνίσθη μὲν ἡ Δικαιοσύνη ἐν τῷ μέσῳ τῶν τελευταίων περιπετειῶν καὶ κλονισμῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐσαλεύθη ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κοινοῦ πρὸς αὐτήν, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐν τῷ συνόλῳ παρέμεινεν αὕτη ἀλώβητος. Ἔχουσι ταῦτα προφανῶς βαθυτάτην ψυχολογικὴν καὶ φιλοσοφικὴν ἔννοιαν, ἀνταποκρίνονται δ’ ἀναντιρρήτως πρὸς τὴν ἐξ εὐρυτέρας ἐρεύνης τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἀπορρέουσαν ἀλήθειαν, καθ’ ἣν ὁ σχετικῶς ὑγιέστερος κλάδος τοῦ ὅλου κρατικοῦ ὀργανισμοῦ παραμένει εἰσέτι ὁ δικαστικὸς καὶ λόγῳ τῆς ἱερᾶς παραδόσεως ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμπνέῃ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ λόγῳ τῆς κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπιλογῆς ἐκ τῶν στοιχείων τῶν ἀποτελούντων τὸ πνευματικὸν καὶ ἠθικὸν ἄνθος τῆς κοινωνίας μας. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν οὔτε δίκαιον, ὅπως ἐξ ἀφορμῆς παραδειγμάτων δικαστικῶν παρεκτροπῶν προάγηταί τις εἰς γενικὰ συμπεράσματα ἀποκαρδιωτικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδικαιολόγουν ἐκδηλώσεις τυχὸν πραγματικαὶ μιᾶς νοσηρότητος ἐξαιρετικῆς τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Τόσῳ δὲ μᾶλλον δὲν δύνανται τὰ κατὰ προτίμησιν μνημονευόμενα παραδείγματα ταῦτα νὰ δικαιολογῶσι τὴν γενίκευσιν τῶν κατὰ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος κατηγοριῶν, καθόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἀξία αὐτῶν μειοῦται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἔλαβον χώραν εἰς περίοδον κοινωνικῶς καὶ πολιτικῶς ἀνώμαλον καὶ ταραχώδη. Ἡ ἔξαρσις δὲ καὶ ὁ χρωματισμὸς τῶν δικαστικῶν ἐκτροχιασμῶν, ὑπὸ πνεῦμα πολιτικῆς μάλιστα προκαταλήψεως, χωρὶς κἂν νὰ συνοδεύεται ἔστω καὶ ἀπὸ ἁπλῆν μνημόνευσιν τῶν φωτεινῶν παραδειγμάτων δικαστικῶν ἀντιστάσεων, ἐλεγχουσῶν ὑπέροχον εὐσυνειδησίαν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸ καθῆκον, κατὰ τῶν καθεστωτικῶν πιέσεων, οὐδαμῶς δύναται, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου, πρὸς ὃ ἀποβλέπομεν εἰλικρινῶς πάντες, τῆς ἀνυψώσεως τῆς Δικαιοσύνης, διότι αὕτη κυρίως δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς παρὰ τῇ λαϊκῇ ψυχῇ τονώσεως τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Δικαιοσύνην καὶ τοὺς δικαστάς. Περιορίζομαι, εἰς ἀντίθεσιν τῶν γνωστῶν δικαστικῶν ἀποχαλινώσεων τῶν ὁποίων τὸ φρικτὸν κορύφωμα εἶναι ὁ ἐπίσημος ἐν εἰσαγγελικῇ προτάσει δογματισμὸς ὅτι ὁ φονεύων βενιζελικὸν δὲν φονεύει ἄνθρωπον, νὰ ἀναφέρω ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς ἐντάσεως τῆς καθεστωτικῆς πιέσεως ἀπὸ τοῦ 1920–1922, ὅτε ἐδικάζετο εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ὁ συνάδελφος κ. Παπανδρέου ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ τότε Βασιλέως καὶ μετὰ τὴν διαδικασίαν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δωμάτιον τῆς διασκέψεως τοῦ δικαστηρίου ἀπεσταλμένος τοῦ τότε στρατιωτικοῦ διοικητοῦ Ἀθηνῶν, ἵνα παραγγείλῃ τὴν καταδίκην τοῦ κατηγορουμένου, μέλος τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου, δικαστὴς τῆς κοινῆς Δικαιοσύνης, ἠγέρθη καὶ κατὰ τρόπον ἐπαναφέροντα εἰς τὴν μνήμην γνωστὰ ἱστορικὰ παραδείγματα ἐδήλωσεν ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ἐκτελέσῃ διαταγὰς ὡς δικαστὴς καὶ ἐξῆλθεν ἀμέσως τοῦ δωματίου, ματαιώσας τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεως καταδικαστικῆς.
§62ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος ἦτο;
§63Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὁ Κυβέλος. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὅταν ἐδιώκοντο τότε ἀξιότιμα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ὑπῆρξαν δικασταὶ οἵτινες μετὰ δικαστικῆς παρρησίας καὶ εὐψυχίας διετύπωσαν τὴν νομικήν των πεποίθησιν περὶ τοῦ ἀβασίμου τῆς κατηγορίας; Λέγω ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, διότι φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται, ἵνα μετὰ μείζονος δικαιοσύνης καὶ ἀμεροληψίας κρίνωμεν τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μας καὶ νὰ καταδείξω πόσον εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἐρευνῶνται τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα ὑπὸ τὸ πρίσμα κομματικῶν προκαταλήψεων. Ἂς ἐνθυμώμεθα πάντοτε ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, εἶναι κτῆμα ὅλου τοῦ λαοῦ καὶ τὰ ἔργα αὐτῆς δέον νὰ κρίνωνται ὑπὸ τὸ πνεῦμα ἀπολύτου ἀντικειμενικότητος. Ἡ ἀξίωσις, ὅπως ἡ Δικαιοσύνη, ὡς ζῶν ὀργανισμός, κατὰ τὴν τελευταίαν πολυτάραχον πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν περίοδον, παραμείνῃ ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος καὶ μὴ παρεκκλίνῃ τῆς γραμμῆς τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἀποστολῆς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θεωρητικῶς καὶ ἀπολύτως θὰ ἦτο ὀρθή, εἶναι προφανῶς ὑπερβολική. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἴσως ἡ μὴ ἀνάμιξις εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Δικαιοσύνης ἀνωτάτων λειτουργῶν αὐτῆς νὰ ἐπρολάμβανε τοὺς ἐπακολουθήσαντας ἐκτροχιασμοὺς καὶ ἡ πλέον ἀμερόληπτος στάσις τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὀξείας πολιτικῆς διαμάχης θὰ ἐπηρέαζεν οὐσιωδῶς τὴν ὅλην ἐξέλιξιν τῶν δημοσίων ἡμῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἦτο τοσοῦτον θυελλώδης ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ διαταραχὴ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην καὶ ἡ χάρις καὶ εἰς τὸν μεσημβρινὸν ἡμῶν χαρακτῆρα ἀνάπτυξις τῶν παθῶν, ὥστε θὰ ἀπετέλει ὁμολογουμένως ἰδεώδη ἡρωισμὸν ἡ τοιαύτη στάσις τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ἡ ἔλλειψις τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς θανάσιμον καὶ ἀσύγγνωστον αὐτοῦ ἔγκλημα, ἐφόσον ἀνθρωπίνως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ξένον πρὸς τὸν γύρω συνταρασσόμενον πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν ὀργανισμόν, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέλος. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς μεταρρύθμισιν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων, ἤτοι τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ἐπιδιωκομένη μεταρρύθμισις ἀφορᾷ ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν καθόλου λειτουργίαν τοῦ δικαστικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ. Ἡ καθιέρωσις τοῦ ἀμεταθέτου ὑπὸ τὴν ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ νόμου καθοριζομένην ἔννοιαν σκοπεῖ τὴν μείζονα κατοχύρωσιν καὶ προάσπισιν τῆς ὑποκειμενικῆς καταστάσεως τοῦ δικαστοῦ διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐπὶ μακρὸν παραμονῆς αὐτοῦ ἐν ὡρισμένῳ τόπῳ πρὸς ἀνετωτέραν καὶ ἠρεμωτέραν ἄσκησιν τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ λειτουργίας. Ὅτι τὸ ἀμετάθετον ἀποτελεῖ ἰσχυρὰν ἐγγύησιν προστατεύουσαν τὸν δικαστὴν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του καὶ εὐλόγως θεωρεῖται ὡς συμπληροῦν τὴν ἐγγύησιν τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλ’ ἡ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπὶ διετίαν διαρκείας καθιέρωσις αὐτοῦ καὶ πρακτικῶς ἀνέφικτος ἀποβαίνει καὶ τοῦ σκοποῦ ὃν ἐπιδιώκει δὲν ἐπιτυγχάνει. Οἱ ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ συντρέχοντες, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου λόγοι εἶναι πολλαπλοῖ. Πρῶτον, θέλει τονωθῆ τὸ αἴσθημα τῆς γαλήνης τοῦ δικαστοῦ, ἀποτελοῦν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν τῆς ὀρθῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός του, διότι ὑπὸ τὸ ἰσχῦον σύστημα δύναται ὁ δικαστὴς νὰ αἰφνιδιάζεται συχνότατα διὰ μεταθέσεων ἐξ ὑπηρεσιακῶν λόγων. Ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει ἡ ἐπὶ ὀκταετίαν τοὐλάχιστον, ὡς ἐπιδιώκεται διὰ τῆς εἰσαγομένης μεταρρυθμίσεως, παραμονὴ ἑνὸς Πρωτοδίκου εἰς τὸ αὐτὸ Πρωτοδικεῖον ἀποβαίνει ἀνέφικτος.
§64Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔγινε τριετία.
§65Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδήλωσα ὅτι ἀπεδέχθην τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρακτιβάν.
§66Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ νόμος μένει;
§67Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§68Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τότε περιττεύει ἡ περαιτέρω ἐξέτασις τῶν λόγων τῶν κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν συνηγορούντων ὑπὲρ τοῦ πολυετοῦς ἀμεταθέτου. Ἐφόσον ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δηλοῖ ὅτι ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ ψηφίσματος, ἥτις ἐν τούτοις μεταβάλλει ῥιζικῶς καὶ τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον παραμένει δὲν νομίζω παρέλκον νὰ τονίσω ὅτι ὡς πρὸς τὸν ἕτερον λόγον, τὸν ὡς οὐσιωδέστατον χαρακτηριζόμενον, καθ’ ὃν διὰ τοῦ τοιούτου ἀμεταθέτου θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ βελτίωσις τοῦ τρόπου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, διότι θέλει καταστῆ οὕτως ὁ δικαστὴς ζῶν ὄργανον αὐτῆς, οὐδαμῶς πρόκειται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ ἄλλως ὑψηλὸς οὗτος σκοπός, καθόσον, ἂν σήμερον ὁ Ἕλλην δικαστὴς δὲν εἶναι ζωντανὸν ὄργανον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦτο δὲν πταίει τὸ μεταθετὸν ἢ τὸ περιωρισμένον ἀμετάθετον, ἀλλ’ ἁπλούστατα τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον ἐν γένει δικαιοδοτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸν δικαστὴν νεκρὸν ἑρμηνευτὴν καὶ ἐφαρμοστὴν νεκροῦ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον δικαίου. Ἀνεξαρτήτως δηλαδὴ τῶν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου λεχθέντων περὶ τῆς ἀλλοίας συνθέσεως τῶν πόλεων τῶν ξένων Κρατῶν, ἐν οἷς ἰσχύει τὸ ἀμετάθετον ὑπὸ τοιαύτην χρονικὴν ἔκτασιν, εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἀπονέμεται εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἐξαναγκάζει τὸν δικαστὴν νὰ μένῃ σχεδὸν ξένος πρὸς τὸν ζῶντα γύρω του κοινωνικὸν ὀργανισμόν. Ἡ δικαστική του σκέψις ἐξαντλεῖται εἰς τὴν προσπάθειαν, ὅπως τὴν τιθεμένην ὑπ’ ὄψιν του κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ οἰκονομικὴν σχέσιν προσαρμόσῃ πρὸς ἀφῃρημένους κανόνας δικαίου καὶ συμβάλῃ εἰς τὴν συστηματοποίησιν τῶν νεκρῶν τούτων κανόνων, χάριν τῆς ἐπιστήμης, ἄνευ πραγματικῆς ἱκανοποιήσεως τῆς ῥηθείσης σχέσεως καὶ ἀνάγκης. Εἶναι λοιπὸν προφανὲς ὅτι πταίει τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου ἡ ῥιζικὴ μεταρρύθμισις θέλει ἐπιφέρει τὴν ματαίως διὰ μόνου τοῦ ἀμεταθέτου ἐπιδιωκομένην βελτίωσιν. Διότι, ἂν ἀλλαχοῦ ἰσχύει ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὸ ἀμετάθετον, τοῦτο συμβαίνει, διότι ὁ δικαστής, λόγῳ τῆς ἰσχυούσης ἐκεῖ νομοθεσίας, ἔχει μείζονα ἐλευθερίαν προσαρμογῆς πρὸς τὰς ἑκασταχοῦ κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς συνθήκας, ἡ πλήρης γνῶσις τῶν ὁποίων, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, τῷ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Χωρὶς συνεπῶς νὰ παραγνωρίζεται παρ’ ἡμῖν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ ἀνάγκη τῆς ζωντανοποιήσεως τοῦ κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν ἀπηρχαιωμένου δικαιοδοτικοῦ ἡμῶν συστήματος, ἀμφισβητεῖται τὸ βάσιμον τῶν ὡς πρὸς τοῦτο προσδοκιῶν, αἵτινες ἐστηρίχθησαν εἰς τὸ πολυετὲς ἀμετάθετον. Πρὸς τὴν τοιαύτην ὀργανικὴν τῆς νομοθεσίας μας μεταρρύθμισιν ἐλπίζομεν ὅτι θέλει μετὰ σπουδῆς καὶ ἀναλόγου ἐπιμελείας ἀποβλέψει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἁρμονίζων τὴν τοιαύτην του ἐνέργειαν πρὸς τὰς βασικὰς ἀντιλήψεις τοῦ δημοκρατικοῦ προγράμματος καὶ ἱκανοποιῶν γενικῶς ἀνεγνωρισμένην κοινωνικὴν ἀνάγκην. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ἀμεταθέτου ἐπιζητουμένης μεταρρυθμίσεως, ἐφόσον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ἤδη ὅτι ἀπεδέχθη τὴν περιορίζουσαν τοῦτο εἰς τριετίαν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Τὸ ἐπὶ τριετίαν ἀμετάθετον, ὅπερ ἰσχύει ἄλλως τε παρ’ ἡμῖν, κατὰ τὸ κρατοῦν σύστημα, συμβάλλει ἀσφαλῶς εἰς συμπλήρωσιν τῆς ἐννοίας τῆς ἰσοβιότητος καὶ τονώνει τὸ αἴσθημα τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστοῦ. Εἶναι διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὴν σχετικὴν τοῦ καταστατικοῦ ἡμῶν Χάρτου διάταξιν—καὶ ὡς πρὸς τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἠλείας πολιτευτήν—καὶ νὰ μὴ ἐπαφεθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὁ καθορισμὸς αὐτοῦ, φρονῶν ὅτι ἡ συναίσθησις τοῦ δικαστοῦ ὅτι, τόσον ἡ ἰσοβιότης, ὅσον καὶ τὸ ἀμετάθετον ἔχει ἐξασφαλισθῆ διὰ τοῦ Συντάγματος, ἀνυψοῖ ἐν τῇ συνειδήσει του τὴν ἀποστολήν του καὶ θερμαίνει αὐτὸν ἐν τῇ ἀρτιωτέρᾳ ταύτης ἐκπληρώσει. Ὡς πρὸς τὴν διά τε τοῦ ψηφίσματος καὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένην μεταρρύθμισιν ἐν τῇ Διοικήσει τῆς Δικαιοσύνης, ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπιφέρω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις μου. Κατ’ ἀρχὴν φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτος σπουδαίας ἀμφισβητήσεως ἡ ἀνάγκη ὅπως χάριν τοῦ Κράτους, χάριν τοῦ Λαοῦ, ποθοῦντος εἰλικρινῶς τὴν ἀπόκτησιν πραγματικῆς Δικαιοσύνης, μὴ διαταραχθῇ τὸ παράπαν τὸ καθεστὼς τῆς αὐτοτελείας τῆς διοικήσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον γνώρισμα τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς Ἐξουσίας τὸ ἀποχωρίζον αὐτὴν τῶν λοιπῶν τοῦ Κράτους ἐξουσιῶν. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ παρασυρώμεθα ἐκ τῶν μνημονευομένων ἑκάστοτε παραδειγμάτων ὡρισμένων καταχρήσεων καὶ ὑπερβασιῶν λαβουσῶν χώραν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἀποτελεῖ τοῦτο ἀγλαὸν καρπὸν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, ἡ ἀνατροπὴ δ’ αὐτοῦ θ’ ἀπετέλει ἀδικαιολόγητον καὶ ἀσύγγνωστον ἀναχρονισμόν. Ὑπεστηρίχθη καὶ ἄλλοτε — καὶ ὀλίγον χρόνον μετὰ τὴν ἐφαρμογήν του — ὅτι ἐδημιούργησεν ἰδιώνυμόν τινα ἀπολυταρχισμόν, συμβάλλοντα εἰς τὸν ἐπιζήμιον χειρισμὸν τῶν προσωπικῶν ἰδίᾳ ζητημάτων. Ἐγένετο δὲ καὶ ἀπόπειρα ὅπως τεθῇ χαλινὸς λόγῳ τοῦ ἐκδηλωθέντος, ὡς ἐλέχθη, ὀλιγαρχικοῦ χαρακτῆρος τοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀξιοτίμου κ. νῦν Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ἰδίᾳ τῆς εἰς τὸν Ὑπουργὸν παροχῆς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας, ἤτοι τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνήσεως ἐκτελέσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἀποφασιζομένων μεταθέσεων. Ἠγέρθη ὅμως τότε ζωηρὰ κατ’ αὐτοῦ καὶ εὔγλωττος ἀντίρρησις ἐκ μέρους τοῦ ἀειμνήστου πολιτευτοῦ Δημητρακοπούλου καὶ ἄλλων πολιτευτῶν, μελῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηριξάντων ὅτι διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ ὑπῆρχε κίνδυνος νοθεύσεως τῆς αὐτοτελείας τῆς Δικαιοσύνης καὶ κλονισμοῦ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀντιρρήσεων τούτων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου εὗρε σύμφωνον καὶ τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Ἐλευθέριον Βενιζέλον, τῇ συστάσει τοῦ ὁποίου καὶ ἀπεσύρθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἤθελέ τις δεχθῆ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐνεφάνισεν ἀτελείας αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὀφείλομεν διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ μόνον νὰ ἐξωθήσωμεν τὰς τοιαύτας περὶ αὐτοῦ ἀντιλήψεις μέχρι τῆς τερατώδους ἀκρότητος τῆς ἀνατροπῆς του, δι’ ἧς θέλει σαλευθῆ ἐκ βάθρων ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης. Ὀρθότατα δὲ κατ’ ἐμὲ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐπιδιώκει τὴν τροποποίησιν τῆς συνθέσεως τοῦ Συμβουλίου, ἀποβλέπων βεβαίως εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ συστήματος αὐτοῦ καὶ τὴν ἀνύψωσιν, τὴν ὁποίαν ὅμως τείνει ἀντιθέτως νὰ ματαιώσῃ διὰ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν πλήρει καὶ ἀπολύτῳ διαφωνίᾳ πρὸς τὰς γενικὰς καὶ βασικὰς ἀντιλήψεις, τῶν ὁποίων τὸ πνεῦμα διέπει τὸ νομοσχέδιον. Διότι ἡ τυχὸν ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὡς θέλω ἀναπτύξει κατωτέρω, θέλει ἐπιφέρει ὀλεθρίαν ἀναστάτωσιν ἐν τῷ δικαστικῷ Σώματι, μέλλουσαν νὰ σωρεύσῃ νέα ἐρείπια κατὰ τρόπον καθιστῶντα ἀνέφικτον τὴν ποθητὴν ἀναστήλωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τῇ προσπαθείᾳ του ὅμως πρὸς βελτίωσιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀστόχως κατ’ ἐμὲ δημιουργεῖ πολύπλοκον μηχανισμὸν διὰ τῆς ἱδρύσεως, ἀντὶ ἑνός, τριῶν ὅλων Συμβουλίων, ἤτοι τῶν μεταθέσεων, τῶν προαγωγῶν καὶ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ τοιαύτη πολυκέφαλος Διοίκησις δὲν φρονῶ ὅτι θὰ τονώσῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, ἀλληλαναιρουμένων πολλάκις, καὶ ὅτι θὰ τονώσῃ τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν πρὸς αὐτάς. Θεωρῶ πρὸς τούτοις λίαν ἐπικίνδυνον τὴν εἰς τὸ Συμβούλιον συμμετοχὴν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου μὲ τὰ παρεχόμενα αὐτῷ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου δικαιώματα. Ἐλέχθη ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης συμμετοχῆς τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἐπιτυγχάνεται ἡ ὀργανικὴ ἐπαφὴ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας μετὰ τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα — καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἐπὶ μακρόν, λόγῳ τῶν πολλῶν πολιτικῶν μας περιπετειῶν, θέλουσιν ἔχει οὕτω — δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπεδωθῇ γενικῶς ἡ πεποίθησις ὅτι πράγματι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς θέλει διερμηνεύει ἀντιλήψεις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἀπηλλαγμένας πάσης πολιτικῆς ἐπηρείας καὶ προκαταλήψεως καὶ ἀναποτρέπτως θέλουσιν ἐμφιλοχωρεῖ μέγιστοι κίνδυνοι παρεξηγήσεων, τοὺς ὁποίους δέον νὰ ἀποφύγωμεν. Διότι ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν διδάσκει ὅτι δέον νὰ προσέχωμεν ἰδιαιτέρως εἰς τὴν γενικῶς κρατοῦσαν πεποίθησιν περὶ τῆς τοιαύτης συμμετοχῆς τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ εἰς τὰς ἐκ ταύτης παραγομένας ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπηρεάζουν τὸ κοινὸν αἴσθημα τῆς πρὸς τὴν Δικαιοσύνην ἐμπιστοσύνης, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ τηρῶμεν ὅσον οἷόν τε ἀκμαῖον. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν ἀποδοχῶν νομοσχεδίου συνάδελφοί τινες δι’ ὑπαινιγμῶν ὑπεδήλωσαν τὴν ἀνάγκην τῆς δημιουργίας δικαστικῶν μετὰ δημοκρατικῆς πίστεως καὶ τῆς πρὸς πλήρωσιν ταύτης ἐνδεικνυομένης δικαστικῆς ἐκκαθαρίσεως, ἐξανέστη καὶ ὀρθότατα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρετήρησεν ὅτι τοιαύτη ἐκκαθάρισις θὰ κατέφερε τὸ τελειωτικὸν θανάσιμον κατὰ τῆς Δικαιοσύνης μας πλῆγμα. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ χαρακτηρισθεῖσα ἀφελῶς φυσιολογικὴ καὶ ἔμμεσος τῆς Δικαιοσύνης ἐκκαθάρισις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν καὶ οὐδεμία καλῶς ἐννοουμένη πολιτικὴ ἀνάγκη νὰ ἐξυπηρετηθῇ διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Εἶναι δὲ θλιβερὸν ὅτι ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐπεδίωξε καὶ τὴν ἠθικὴν ἀνύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δικαστῶν, δὲν αἰσθάνεται ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου θέλει μειώσει ἠθικῶς αὐτοὺς καὶ γενικώτερον θέλει παρακωλύσει τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθόν, θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1917 συνέτρεξε μία πολιτικὴ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν χρῆσιν τοῦ ριζικοῦ μέτρου τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἡ ὁποία ἐπήνεγκε, κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, δεινότατον κλονισμὸν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀποδώσω εἰδικὰς εὐθύνας εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃν ἔλαχεν ὁ βαρύτατος κλῆρος τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου τούτου. Δυστυχῶς αἱ τότε δημιουργηθεῖσαι πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ συνθῆκαι ἐπέβαλον τὴν γενναίαν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τὴν παράτασιν τῆς χρονικῆς διαρκείας τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Δικαιοσύνη διετέλεσεν ἐπὶ μακρὸν ὑπὸ μίαν ἐξαιρετικὴν δοκιμασίαν. Ἡ μετά τινα χρόνον ἐπαναφορὰ πολλῶν ἐκ τῶν ὑπὸ τὰς πρώτας ἐντυπώσεις ἐκκαθαρισθέντων κατέδειξε τὸ παρακεκινδυνευμένον τοιούτων ἐγχειρήσεων, καθ’ ὅλου δ’ ἡ πεῖρα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων τούτων ἐδίδαξεν ὅτι, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἐμφανίζηται ἐνδεδειγμένη ἡ ἀνάγκη εἴτε τῆς μετακινήσεως εἴτε καὶ τῆς τιμωρίας τυχὸν ἐνίων δικαστικῶν λειτουργῶν, δέον νὰ προσέχωμεν εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ ὤφειλε νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ γενικωτέρας ἐπιζημίας ἐπιδράσεως. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ νέου πολιτεύματος ἐθεωρήθη ὡς εὐκαιρία ἐκδηλώσεως τῆς μείζονος δυνατῆς ἐπιεικείας τοῦ Κράτους ἔναντι τῶν παραβατῶν τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ γενικῶς ἀμνηστεύσεως τῶν συνδεομένων πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν ποινικῶν παραβάσεων, θὰ ἦτο ἀκατανόητον ἂν πειθαρχικαὶ τυχὸν παραβάσεις, συνδεδεμέναι ἀναμφισβητήτως πρὸς τοῦτον, θὰ ἐχρησίμευον ὡς βάσις πρὸς ρύθμισιν τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀνάγκη ὅπως καὶ οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, ὡς πάντες οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, κρατηθῶσιν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ἐτερματίσθη οἱοσδήποτε καθεστωτικὸς ἀνταγωνισμός, ἐξ οὗ τοσαῦτα ὑπέστη καὶ ἡ Δικαιοσύνη τραύματα. Ἐλέχθη ὅτι τὸ δικαστικὸν Σῶμα διαπνέεται ἀπὸ πνεῦμα ἀοράτου καὶ βαθείας συντηρητικότητος, λόγῳ τῆς ὁποίας καὶ ἀντετάχθη κατὰ πάσης τάσεως, εἴτε ἐκληφθείσης εἴτε πράγματι ἐπαναστατικῆς. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι, ἂν τὸ βαθύτερον ψυχολογικὸν αἴτιον τῆς στάσεως τῆς πλειονότητος τοῦ δικαστικοῦ κόσμου κατὰ τὴν περίοδον τῆς μεγάλης ἐθνικῆς πολιτικῆς κρίσεως ὑπῆρχε τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς συντηρητικότητος, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὑπερενεπνεύσθησαν καὶ ὑπερεποτίσθησαν τινὲς ἐξ αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἐξωθήσουν μέχρι παρεκτροπῶν καὶ ὑπερβασιῶν τὰς ὑπὲρ συντηρήσεως τοῦ καθεστῶτος, ὑπὲρ οὗ ἠγωνίζοντο, προσπαθείας των ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων. Ἐκ τῆς συντηρητικῆς ταύτης παραδόσεως ἐμπνευσμένοι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, θαλπόμενοι διὰ τῆς προστασίας τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν καὶ τῆς ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς των παρὰ τῆς Πολιτείας ἀνυψώσεως, θέλουσιν ἀσφαλῶς συμβάλει εἰς τὴν στερέωσιν τοῦ νέου πολιτειακοῦ καθεστῶτος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅ,τι ὑπεστηρίχθη ἀλλαχοῦ, ὅτι ὁ δικαστὴς ἱστάμενος εἰς ἀνώτερον ἠθικὸν ἐπίπεδον δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ἀνώτερος τῆς ἐκ τοῦ ὅρκου δεσμεύσεως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τοῦτον. Πάντως εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοηθῇ ὅτι, ἂν πράγματι ἐπιδιώκωμεν τὴν ἀνάπλασιν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, πρέπει ἀπαραιτήτως, ὡς μέτρον τῆς ἀξίας αὐτῶν καὶ ὡς βάσιν ἐφ’ ἧς θέλει στηριχθῆ ἡ προσπάθεια τῆς ἀναπλάσεως νὰ θέσωμεν οὐχὶ τὸν βαθμὸν τῆς πίστεως τῶν ὀργάνων αὐτῶν πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πολιτικὴν ἰδεολογίαν, ἀλλὰ τὸν βαθμὸν τῆς ἠθικῆς καὶ ἐπαγγελματικῆς ἱκανότητος καὶ ἐπαρκείας αὐτῶν. Ὑπὸ τὸν γνώμονα δὲ τοῦτον δύναται βαθμιαίως — διὰ προσπαθείας ἐκ τῶν ἔνδον καὶ οὐχὶ διὰ βιαίων ἔξωθεν ἐπεμβάσεων νὰ ἐπέλθῃ ἡ ποθητὴ ἀναδιοργάνωσις καὶ ἐξυγίανσις, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσι φιλοτιμηθῆ νὰ συμβάλωσι καὶ αὐτὰ τὰ μέλη τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον νὰ στερεωθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι δὲν διατελοῦσιν ὑπὸ οὐδεμίαν ἀπειλὴν οἱασδήποτε, καὶ τῆς πλέον ἐλαφρᾶς, ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ ἔργον αὐτῶν. Ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης πεποιθήσεως δύνανται ἤρεμοι νὰ ἀποδοθῶσιν ὁλόκληροι εἰς τὰ ἔργα των καὶ νὰ προσηλωθῶσιν εἰς αὐτὰ μετὰ φανατισμοῦ. Καὶ εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη πρὸς εὐρυθμοτέραν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων καὶ μείζονα ἀπόδοσιν, ὅπως οἱ δικασταὶ περιορισθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ δικαστικὰ ἔργα. Διότι αἱ κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον ἀποσπάσεις εἰς τὴν Ἀγορανομίαν, εἰς τὴν στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας διοικητικὰς ἐπιτροπὰς συνέβαλον εἰς τὴν ἀλλοίωσιν τοῦ πνεύματος τῆς ἀπολύτου νομιμότητος, ὅπερ πρέπει νὰ ἐμπνέῃ πάντοτε τὸν δικαστήν, διὰ τῶν μεταβατικῶν ἀντιλήψεων τῆς σκοπιμότητος, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐλειτούργουν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται, ἀνεξαρτήτως τῆς ὀλεθρίας ἐπηρείας ἐπὶ τῶν δικαστικῶν χαρακτήρων, ἣν ἤσκει ἡ ἐκ λόγων οἰκονομικῶν προσπάθεια καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν τοιούτων ἐννοιῶν. Ἡ πλήρης λοιπὸν ἀπόδοσις αὐτῶν εἰς τὰ δικαστικά των καθήκοντα, ἡ αὐστηρὰ καὶ ἀκριβὴς ἐκπλήρωσις τῶν ὁποίων ἐμφανίζει πράγματι τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὸ ὕψος τῆς ὡραίας κοινωνικῆς της ἀποστολῆς, τῆς συντηρήσεως, τοῦ μετριασμοῦ καὶ τῆς γαληνεύσεως τῶν παθῶν, εἰς στιγμὰς κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, θὰ συντελεσθῇ ὅταν ἡ ὅλη διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίᾳ ἡ ἐκπροσωποῦσα τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι μιμεῖται τὸ ἀξιομίμητον παράδειγμα τῶν Ὑπουργῶν τῆς φωτεινῆς περιόδου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου καὶ τοῦ κ. νῦν Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν ἡ Δικαιοσύνη ἐχειμάσθη. Θέλει δ’ ἐμπνευσθῇ ἡ πεποίθησις αὕτη ὅταν ἀσκήσῃ ἡ Διοίκησις αὐστηροτέραν τὴν νόμιμον ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον, δι’ ὃν καὶ ἐκ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων εἶναι ἐπιτετραμμένοι οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ διὰ τῆς παγιώσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν δικαστικῶν ἐπιθεωρητῶν θὰ ἠδύνατο νὰ εὐρυνθῇ καὶ νὰ τονωθῇ. Ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε δυστυχῶς νὰ δείξῃ ὅτι συναισθάνεται πλήρως τὴν σπουδαιότητα τῆς τοιαύτης αὐστηρᾶς καὶ ἐμπνευσμένης ἐποπτείας τοῦ Κέντρου, διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐξεδήλωσε πνεῦμα ἀσυγγνώστου ἐπιεικείας κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν πειθαρχικῶν ἀγωγῶν, μὴ διστάσας μάλιστα εἰς ὡρισμένην περίπτωσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Σύρου ἄνευ αἰτιολογικοῦ νὰ ἀκυρώσῃ σχετικὴν ἀπόφασιν τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου. Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἡ χαλαρότης καὶ ἡ ἐπιείκεια ἐν τῷ χειρισμῷ τῶν τοιούτων ζητημάτων ἀποβαίνει ἐγκληματική, ὅτι εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία ἡ προσδοκία τῆς ἀνορθώσεως τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῶν νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, εἶναι πολὺ βραδεῖα. Διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνέφικτος ἡ δημιουργία μιᾶς πράγματι νέας καταστάσεως ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς καλυτέρας διοικήσεως αὐτῆς. Ἐμπνέοντες τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ δικασταὶ ἀνενόχλητοι ἀπεδόθησαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ὠθοῦντες εἰς αὐστηροτέραν ἄσκησιν τῆς ἐποπτείας καὶ τοῦ ἐλέγχου δυνάμεθα τὸ ὑπάρχον ὑλικὸν νὰ κινήσωμεν πρὸς δρᾶσιν νέαν καὶ διὰ τῆς ἐπιμεμελημένης καὶ ἠγγυημένης προσθήκης νέου νὰ ἀναπλάσωμεν τὴν Δικαιοσύνην. Οὕτως, ἄνευ προσφυγῆς εἰς νέους κλονισμούς, δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ἂν πράγματι ποθῶμεν τὴν δημιουργίαν ἀληθοῦς Δικαιοσύνης, ὑγιοῦς καὶ ζωντανῆς, ἀνταποκρινομένης εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Λαοῦ, ὅτι λίαν ἐνωρίς, ἀντὶ νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην νὰ περιγράφωμεν τὰς ἀτελείας καὶ τὰ τρωτὰ αὐτῆς καὶ τὰς παρεκτροπὰς τῶν ὀργάνων της, θὰ ζητῶμεν λέξεις, ἵνα τονίζωμεν ὕμνους πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην καὶ τοὺς Ἕλληνας δικαστάς. (Χειροκροτήματα).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§70Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἤκουσα, κύριοι πληρεξούσιοι, μετὰ πάσης προσοχῆς τὰς ἀγορεύσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀξιοτίμων ἀγορητῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν σχεδίου νόμου καὶ προτάσεως ψηφίσματος καὶ ὁμολογῶ ὅτι ὀφείλω χάριτας πρὸς πάντας, διότι ἐν τῇ προσπαθείᾳ των, ἵνα ἀνυψώσωσι τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, πάντες ἀνεγνώρισαν ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ φωνῇ ὅτι ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη ὑπάρχει ἡ ἀνύψωσις τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐν τούτῳ ἔγκεινται τὰ μέτρα ἅτινα εἶχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ καὶ τῶν ὁποίων τὴν ὑπερψήφισιν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην αἰτοῦμαι. Τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἀποσκοποῦσιν εἰμὴ μόνον νὰ ἀποδώσωσι τὴν Δικαιοσύνην ἐλευθέραν, ἀνεξάρτητον καὶ ἀνεπηρέαστον εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ τὸ καθῆκον. Τὰ μέτρα μου ταῦτα δὲν ἀποσκοποῦσιν εἰμὴ μόνον πῶς νὰ ἀποδώσωσι παρὰ τῷ λαῷ τὴν κοινὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ ἀνεπηρέαστον καὶ ἀνεξάρτητον τοῦ δικαστοῦ καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν, κύριοι, ἄλλοτε ἐν τῇ διπλῇ Βουλῇ τοῦ 1911 συνεζητοῦντο τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς ἐθεσπίζετο ἡ ἰσοβιότης καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ πάντες κατεχειροκρότουν, ἐνόμισα καὶ ἐγώ, τότε παρών, ὅτι διὰ τοῦ Συμβουλίου τούτου ἡ Δικαιοσύνη καθίστατο ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος καὶ ὅτι ἔπαυεν ἡ ἐν αὐτῇ κομματικὴ ἐπίδρασις ἢ κομματικὴ τυραννία. Καὶ εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ἀπηλλάξαμεν τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν κομματικὴν τυραννίαν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀπηλλάξαμεν ταύτην ἀπὸ τῆς τυραννίας τῆς ὀλιγαρχίας τῆς δικαστικῆς. Ἐπετύχομεν μόνον ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὄχι ἀνεξάρτητον δικαστήν. Τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, τὰ αὐτὰ ἐρευνῶντα, τὰ αὐτὰ ἐξετάζοντα, τὰ αὐτὰ ἀποφαινόμενα, τὰ αὐτὰ δικάζοντα περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, περὶ προαγωγῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν ἀπέδωκαν ἐκείνους τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους ἠξίωσεν ἡ τότε Συνέλευσις καὶ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον. Δὲν μοῦ ἐπιτρέπει ἡ ἐμὴ θέσις νὰ εἴπω περὶ τῶν ὀλισθημάτων καὶ τῆς σφαλερᾶς κατευθύνσεως τοῦ Συμβουλίου τούτου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πάντες ὑμεῖς ἔχετε, εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ἀντίληψιν πλήρη περὶ τῆς παλαιᾶς κατευθύνσεως τοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἀλλ’ ἠθελήσαμεν νὰ τονώσωμεν τὸ Συμβούλιον τοῦτο καὶ διὰ νέων προσώπων, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται μεταξὺ κύκλου εὐρυτέρου δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐρχομένων εἰς ἐπαφὴν μὲ ὅλα τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συνεισφέρωσι περισσότερα ἀφ’ ὅ,τι ἠδύναντο νὰ συνεισφέρωσι τὰ πέντε μόνιμα μέλη τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Συμπληροῦντες τὸ Συμβούλιον διὰ τῶν νέων τούτων μελῶν δὲν παρέχομεν ἢ μίαν ἕνεσιν τονωτικὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο. Διὰ τοῦ Συμβουλίου τούτου παρέχομεν εἰς τοὺς δικαστὰς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πλέον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόντων αὐτῶν θέλουσι κριθῆ ἐν τῇ προαγωγῇ των, διότι μέχρις ἐδῶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὑπῆρχεν ἐν μεγάλῃ κλίμακι ἡ ἐντύπωσις ὅτι οἱ δικασταί, ὁσαδήποτε προσόντα καὶ ἂν εἶχον, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωσι πάντοτε τὴν προαγωγήν των, ἂν δὲν εἶχον τὴν εὔνοιαν καὶ τὰς συμπαθείας τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἐδημιουργήθη μία τοιαύτη κατάστασις, ὥστε ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν ἀπέδωκε τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους ἠλπίσαμεν ἐξ αὐτοῦ. Ἐπιζητοῦμεν ἤδη τὴν προσθήκην νέων προσώπων ἐξ αὐτῆς τῆς δικαστικῆς οἰκογενείας, ἐξ εὐρυτέρου κύκλου, ἵνα δώσωμεν τὴν τονωτικὴν κίνησιν, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὸ μᾶλλον ἀνεξάρτητον ἐν τῇ διοικήσει τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν ἠθελήσαμεν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τούτῳ νὰ μετάσχῃ καὶ ὁ Γεν. Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπεκρίθη παρά τινων ἐκ τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο ἐπράξαμεν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δύναται νὰ ἐκπροσωπηθῇ ἐν τῷ Συμβουλίῳ αὐτῷ καὶ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἐπαφὴ τῆς διοικήσεως μετὰ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ μέτρου τούτου. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν παρέχομεν πλήρη ἀνεξαρτησίαν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ τοῦ Σώματος ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο περιττὸς ὁ Γεν. Γραμματεύς, ἵνα παράσχῃ τὴν συνδρομήν του διὰ τὴν καλυτέραν ταξινόμησιν τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Δὲν φρονῶ ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Γεν. Γραμματέως θὰ μειώσῃ, ὡς ἐλέχθη, τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, Συμβουλίου συγκροτουμένου καθ’ ὃν τρόπον προτείνομεν, διὰ πληρώσεως μεταξὺ ἀνωτέρου ἀριθμοῦ δικαστικῶν προσώπων. Ἂν τοῦτο δὲν ἀποδώσῃ τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους προσδοκῶμεν, μὴ πιστεύετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλος τρόπος καλύτερος πρὸς ἐξύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Διότι ἀλλοίμονον ἂν ἐκ τοῦ Συμβουλίου τούτου δὲν ἐπέλθῃ ἡ καλυτέρα διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλοίμονον δὲ ἂν ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἐν τῷ Συμβουλίῳ τούτῳ εἶναι ἱκανὴ νὰ κλονίσῃ τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρων τούτων δικαστικῶν λειτουργῶν. Διὰ τοῦ ἑτέρου μέτρου, ὅπερ ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν ἐνώπιον ὑμῶν, τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἐπεδιώξαμεν, ὥστε ὁ δικαστής, γαλήνιος, ἐλεύθερος, νὰ παραμείνῃ ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ τόπῳ, ἔνθα θὰ δωσιδικῇ καὶ ἔνθα θὰ ἀναπτύξῃ ὅλας τὰς ἀνθρωπίνους ὑποχρεώσεις καὶ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φοβηθῶμεν, κύριοι, τοὺς κοινωνικοὺς δεσμοὺς τοὺς ὁποίους ἦτο δυνατὸν νὰ συνάψῃ ὁ δικαστὴς παραμένων ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ τόπῳ. Δὲν τοὺς φοβούμεθα τοὺς κοινωνικοὺς δεσμοὺς, διότι πρὸ παντὸς ὁ δικαστὴς εἶναι ἱκανὸς νὰ τηρῇ τὰς ἀποστάσεις καὶ νὰ κατορθώνῃ νὰ ἐπιτυγχάνῃ, ὥστε νὰ διακρίνῃ τὰς ἰδιαιτέρας ὑποχρεώσεις ἐκ τῶν κοινωνικῶν αὐτοῦ δεσμῶν ἀπὸ τὰ καθήκοντά του τὰ ἐκ τῆς δικαστικῆς λειτουργίας ἀπορρέοντα. Ἐπὶ πλέον δὲ ὁ δικαστὴς διὰ τῆς παραμονῆς του ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἔνθα θὰ ἐδωσιδίκει διαρκῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ καὶ αὐτὸς ἕνα μόνον ὀργανισμόν, ὥστε ἡ δωσιδικία νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεπηρέαστος. Ἐπειδὴ ἐξεφράσθησαν πολλαὶ ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ ὅτι τὸ μέτρον τοῦ ἀμεταθέτου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα γενικῶς προσδοκῶμεν, ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Συνελεύσεως πρότασις καὶ ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ πλειονοψηφίαν κατὰ τὴν ἔκθεσιν περὶ ἀμεταθέτου ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον ἱκανοποιεῖ πλήρως τὰ πράγματα ἢ ἡ πρότασις ἡμῶν καὶ ἀποδεχόμεθα τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐπιφυλασσόμεθα μόνον εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον φρονοῦμεν ὡς ἐπιτακτικὸν καὶ ἀναγκαῖον καὶ τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ἵνα τὸ τρίμηνον, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ μὴ ἰσχύσῃ τὸ ἀμετάθετον, δηλ. νὰ μὴ ἰσχύσῃ μέτρον τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, παρασχεθῇ εἰς ἡμᾶς. Διότι κατὰ τὸ τρίμηνον τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοποθέτησις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόντων τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἷς ἕκαστος τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ σύνθεσις ἑκάστου δικαστηρίου νὰ περιλαμβάνῃ τὰ δικαστικὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ ἄριστον ὑλικόν, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ κατορθώσωσιν, ὥστε νὰ παρουσιάσωσι τὸ παλαιὸν καλὸν ὑλικόν. Καὶ ἔχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι καὶ οἱ μὴ προσκτησάμενοι ἀκόμη τὴν ἀπαραίτητον ἐμπειρίαν, τὴν ἀπαραίτητον δικονομικὴν ἱκανότητα ἢ νομικὴν ἱκανότητα θὰ καταστοῦν ἀπὸ τοὺς πλέον ἀρίστους εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν, ἵνα, ἂν τὸ τρίμηνον τοῦτο δοθῇ, ἀνασταλῇ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προτείνομεν ἡμεῖς, ὥστε κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἡ σύνθεσις τῶν δικαστηρίων νὰ γίνῃ πάντως οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς κακῶς ὑπεστηρίχθη ἐνταῦθα, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τὸ ὁποῖον προτείνομεν. Ἄν, κύριοι, ἐξεφράσθησαν ἀμφιβολίαι ὅτι ὁ διορισμὸς αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου, οὐχὶ διὰ κλήρου, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ διασαλεύσῃ τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ἀντίληψις αὐτὴ δὲν φρονῶ ὅτι ἔχει βασιμότητά τινα.
§71Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατί μεταβάλλετε τὴν σύνθεσιν τοῦ Συμβουλίου, ἐφόσον νομίζετε ὅτι ἦτο καλὸς ὁ θεσμός; Διατί τότε τὸ μεταβάλλετε καὶ κάμνετε ἄλλο Συμβούλιον; Αὐτὸ γεννᾷ ὑπονοίας καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἀντίδρασις.
§72Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἴδιον Συμβούλιον θὰ ὑφίσταται. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν, ἵνα τὸ πρῶτον Συμβούλιον διορισθῇ ὑφ’ ἡμῶν, εἶναι οὗτος: Μὴ λησμονεῖτε ὅτι μεταξὺ τῶν δικαστῶν ὑπάρχουν καλοί, ὑπάρχουν καλύτεροι, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄριστοι. Ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως κεῖται, ἵνα τὸ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον θὰ θεσπίσῃ τὴν πρώτην σύνθεσιν τῶν δικαστηρίων ἐκλεχθῇ ἀπὸ τοὺς ἀρίστους.
§73Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τότε καταργεῖτε τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ συγκεντρώνετε ὅλην τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Ὑπουργόν.
§74Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν καταργοῦμεν τὴν ἀποκέντρωσιν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν ἕνα Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνεργήσῃ τὰς πρώτας τοποθετήσεις. Δὲν φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ ἐπίκρισις αὕτη ἔχει σπουδαίαν τὴν αἰτιολογίαν. Διότι ὁ αἰτιολογικὸς λόγος τῆς ἐπικρίσεως εἶναι ἀβάσιμος. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολὴν ἵνα, ἐν τῇ ἀναστολῇ τοῦ μέτρου ὅπερ ἡμεῖς προτείνομεν, μᾶς παράσχῃ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐθύνην, ἵνα καλύτερον διοικῶνται τὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι καὶ περαιτέρω, καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς προτείνομεν, ἵνα γίνεται ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων δι’ ὅλων τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ὁποῖον κατεθέσαμεν προβλέπονται, καὶ περαιτέρω ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων θὰ παρέχῃ ἀπόλυτον τὴν ἐγγύησιν περὶ τοῦ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη, οὐχὶ ἁπλῶς παραμένουσα ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεπηρέαστος, ἀλλὰ παρακολουθουμένη καὶ ἐλεγχομένη οὐχὶ ἁπλῶς διὰ τῶν Εἰσαγγελέων μόνον, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὰ ὄργανα τῆς ἐπιβλέψεως καὶ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, ὄργανα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν μέτρῳ, ἀλλὰ καὶ δι’ εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν Ἀρεοπαγιτῶν, τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν, ἵνα ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ἐν ἑκάστῃ περιπτώσει καὶ καθ’ ὡρισμένας περιφερείας νὰ ὁρίζωμεν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη διὰ τοιούτου ἐλέγχου θὰ φθάσῃ εἰς τὴν περιωπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν. Ἐλπίζω ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἰσηγούμεθα, ἂν καλῶς ἐξετασθῶσιν ἐνταῦθα, θὰ ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καὶ νομίζω ὅτι ἡ πρώτη Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὑπερήφανος ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων ὄχι μόνον ἀναστηλώνει τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δημιουργεῖ καὶ τὴν πεποίθησιν παρὰ τῷ λαῷ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη, ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεπηρέαστος, θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ ἐμπεδώσῃ τὴν πίστιν τῆς κοινωνίας ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§75ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν: Ἐδέχθητε τὸ τριετές;
§76Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα· τὸ ἐδήλωσα.
§77Ο ΑΥΤΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ περὶ κεντρικῶν καὶ ἀποκέντρων Πρωτοδικείων τί θὰ γίνῃ;
§78Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐντὸς τῆς δεκαετίας ποὺ θὰ μένῃ εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα ὁ δικαστής, δύο χρόνια θὰ μένῃ εἰς ἕκαστον.
§79ΕΤΕΡΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πῶς;
§80Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τρία χρόνια λόγου χάριν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, τρία χρόνια εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν.
§81Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ ἠξεύρωμεν πόσοι δικασταὶ εἶναι διωρισμένοι εἰς ὑπηρεσίας μὴ δικαστικάς;
§82Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν σημείωσιν, ἀλλ’ ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὴν φέρω αὔριον.
§83Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἢ διακόψωμεν, θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ψήφισιν δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχουν συζήτησιν.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§85Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν κλπ.».
§87Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν;
§88Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Τὸ δεύτερον γίνεται δεκτόν, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§89Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ὑπαλλήλων, περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν συνταξιούχων καὶ ἄλλων ἀκόμη τοιούτων νομοσχεδίων, φρονῶ, λέγω, ὅτι δημιουργεῖται μία δαπάνη ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιβαρυντικὴ διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ παρίσταται ἤδη ἀνάγκη, ὅπως καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπή, ἵνα ὅλα τὰ νομοσχέδια ἐν τῷ συνόλῳ ἐξετάσῃ λεπτομερέστερον, διότι φοβοῦμαι ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ δαπάνην 300 τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν καὶ μισθῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰ παραπλήσια τούτοις καὶ αὐξηθῶσι συγχρόνως οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐξομοιωθῆ μὲ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, ὅπως π. χ. εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ψηφισθῇ τὸ περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων θὰ ἔχωμεν αὔξησιν....
§90Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι τροπολογία κατατεθειμένη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§91Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρίσταται ἀνάγκη, ὅπως ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ἐπεξεργασθῶσιν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τώρα τὰ λέγετε αὐτά;
§93Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὁ μισθὸς αὐτῶν αὐξάνεται κατὰ 110% καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ οὔτε τὸ ⅓ τὸ Κράτος εἰς τὸ παρελθόν.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό.
§95Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ εἶναι ὁ μὴ συμμεριζόμενος τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ὅλοι ἐκθέτουσι περὶ τῆς μεγάλης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐπισωρεύομεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐγὼ ἐκεῖνος ὅστις ἤθελεν εἴπει ὅτι διὰ τοὺς μικροὺς βαθμοφόρους δὲν δικαιολογεῖται μία αὔξησις. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἤθελε νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς πόθον ὄχι μόνον τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νὰ περιορισθῇ ἡ αὔξησις τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ τμηματάρχου. Οἱ ἔχοντες τοὺς μεγάλους βαθμοὺς ἔχουσι καὶ τοὺς μεγάλους μισθοὺς καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχω τὸ θάρρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντες λέγουσι, καὶ οἱ φίλοι ἀκόμη τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τοὺς διαδρόμους νὰ τὸ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης: Νὰ παύσουν αἱ προαγωγαὶ καὶ νὰ γίνῃ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως νὰ μὴ γίνῃ κανεὶς προβιβασμὸς ἐπὶ μίαν πενταετίαν, διότι ὁ λαὸς βοᾷ διὰ τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν· λέγει διαρκῶς ὅτι κάμνομεν στρατηγοποιήσεις καὶ αὐξάνομεν τοὺς μισθούς.
§96Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς καταθέσῃ πίνακα τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸ σημείωμα τῶν δαπανῶν διὰ νὰ συζητήσωμεν.
§97Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἔχομεν δώσει.
§98Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω. Διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ Συνέλευσις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν δαπανῶν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ σημειώματα.
§99Ν. ΞΗΡΟΣ. Διενεμήθησαν.
§100Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ σημειώματα.
§101Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατετέθησαν, κύριοι, καὶ θὰ συζητηθῶσι μὲ τὰ μέτρα τὰ φορολογικά.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν παραπομπὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων εἰς Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους αὐτῶν. Ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἁπλῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἡμεῖς ἄλλως τε δὲν ἀρκούμεθα εἰς τὴν παραπομπήν των εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ θεωροῦμεν ἀτελεσφόρητον. Διαφωνοῦμεν ριζικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι διότι ἀποκρούομεν τὰς δαπάνας, ὧν πολλαὶ εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητοι, ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐφόσον προσάγει μέτρα νομοθετικὰ διὰ τῶν ὁποίων προτείνει αὔξησιν τῶν δημοσίων δαπανῶν, χωρὶς ἀντιστοίχως νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως καὶ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θέλει συμπληρώσει τὰ κενὰ τὰ δημιουργούμενα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὁδηγεῖ τὴν Χώραν ραγδαίως καὶ ὁλοταχῶς εἰς κρίσεις νέας, τῶν ὁποίων θὰ φέρῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐν καιρῷ θὰ συζητήσωμεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς παρατηροῦμεν εἶναι τοῦτο: Φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ καθ’ ἑκάστην καὶ νὰ ἐπιζητῇ τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων διὰ τῶν ὁποίων αὐξάνονται κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων αἱ δημόσιαι δαπάναι, χωρὶς ἡ Συνέλευσις νὰ ἔχῃ κἂν γνῶσιν τοῦ ποσοῦ εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται αἱ δαπάναι αὗται; Ἐζητήθησαν ἐπανειλημμένως παρὰ τῶν ἀξιοτίμων πληρεξουσίων σημειώματα διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Συνέλευσις εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται καὶ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρόσθετον ταύτην ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§103Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατετέθησαν.
§104Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κατετέθησαν ἀπόψε, αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δὲν κατετέθη κανὲν σημείωμα διὰ τὴν αὔξησιν τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Δὲν κατετέθη κανὲν σημείωμα...
§105Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τὰ δικαστικὰ κατετέθησαν πίνακες ὁλόκληροι.
§106Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν διενεμήθησαν. Κατετέθησαν εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν σας. Δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀπολύτως γνῶσιν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ τάξει, ἐπιδεικνύουσα ὅλον τὸν σεβασμὸν ὁ ὁποῖος ὀφείλεται εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν κατ’ ἐξοχὴν Σῶμα, θὰ εἶχε τὸ καθῆκον διὰ πᾶν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει αὐξήσεις δαπανῶν νὰ παραθέτῃ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει πίνακα λεπτομερῆ τῶν δαπανῶν, τοῦ ποσοῦ εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν. Μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν εὑρίσκεσθαι εἰς θέσιν ἡ Συνέλευσις νὰ σταθμίσῃ ἀκριβῶς ἀφ’ ἑνὸς τὰς ἀνάγκας τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἐκπλήρωσις καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ βάρη τὰ οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέβαλλε μετὰ κρίσιν μεταξὺ τῶν δύο, νὰ προκρίνῃ ἢ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν ἢ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀναγκῶν τούτων ἐπί τινα χρόνον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Συνέλευσις, νὰ ψηφίζῃ ἐν ἀγνοίᾳ, ἀναγνωρίζουσα μόνον ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκπληρώσεως ἀναγκῶν, ἀλλὰ μὴ γνωρίζουσα ἀφ’ ἑτέρου ἂν ὑπάρχουσι καὶ τὰ μέσα τῆς καλύψεως τῶν δαπανῶν. Ἡ ὁδὸς εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν φρονοῦμεν ὅτι εἶναι εἰς ἄκρον ὀλισθηρά. Θὰ τὰ εἴπωμεν ἐν καιρῷ. Ἔχει σήμερον ὑποχρέωσιν μόνον ἡ Κυβέρνησις νὰ διαφωτίσῃ τὴν Συνέλευσιν περὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα φέρει ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἀκόμη δὲν τὸ ἐξετέλεσεν.
§107Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, διότι καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας κατετέθησαν αἱ αἰτιολογίαι αὐτῶν τῶν δαπανῶν. Ἑπομένως ὅλη ἡ κατάκρισις ὅτι δὲν διεφωτίσθη ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μοῦ ἔκαμε μεγάλην κατάπληξιν τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ ὅλα τὰ νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμός, δηλ. ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπεδοκιμάσθησαν κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν ὁμοθύμως ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, τώρα εἰς τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν ὑπεβλήθη ἡ ἔνστασις τῶν δαπανῶν, τὴν τελευταίαν στιγμήν· ἀφοῦ κατετέθησαν οἱ πίνακες τῶν δαπανῶν, φέρει ὁ κ. συνάδελφος ἀντιρρήσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν πληρεστέραν εὐθύνην τῶν δαπανῶν αὐτῶν, ὅταν δὲ θὰ συζητήσωμεν διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τότε θὰ εἴπωμεν πῶς σκεπτόμεθα νὰ καλύψωμεν αὐτὰς τὰς δαπάνας.
§108Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει εὐκόλους τὰς ἐκπλήξεις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον γίνεται παρέχει συχνάκις ἀφορμὰς ἐκπλήξεων. Οὐδεμία ἔνστασις ὑπεβλήθη ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, διότι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὑπάρχει ἀπαραίτητος καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη πρὸς αὔξησιν τῶν μισθῶν ὅλων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, τῶν ἀξιωματικῶν, εἰδικώτερον ἀκόμη τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἡ Συνέλευσις παρέχουσα τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς διὰ τὰ προτεινόμενα ταῦτα μέτρα ἀναγνωρίζει ἁπλῶς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀλλὰ ἡ ἐκτίμησις καὶ ἡ ἐπιμέτρησις τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Χώρα, αὐτὸ ἀποτελεῖ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τοῦτο ἡμεῖς ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ποῦ ὁδηγεῖ τὴν Χώραν, προβαίνουσα εἰς συνεχεῖς δαπάνας, χωρὶς μέχρις ὥρας νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως οὐδὲν μέτρον συνεπαγόμενον αὔξησιν τῶν ἐσόδων τῆς Χώρας ἢ καὶ περιορισμὸν τῶν δαπανῶν; Ἀναμφισβητήτως, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἡ οἰκονομική, ἡμεῖς θὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἀντιλήψεις μας. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ λέγῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐζητήσαμεν τὴν ματαίωσιν· αὐτὸ δὲν ζητοῦμεν. Ἐφιστῶμεν ἁπλῶς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν συνεργαζομένη, ἀναμετρήσῃ ἀκριβῶς τὰς δυνάμεις τὰς οἰκονομικὰς τῆς Χώρας καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ ἐπιφέρῃ τὴν μᾶλλον δυνατὴν προσαρμογὴν μεταξὺ τῶν δύο, δηλ. ἰσοστάθμισιν δαπανῶν πρὸς τὰς προσόδους τῆς Χώρας. Πᾶσα διακοπὴ τῆς ἰσορροπίας ταύτης, πᾶσα ἀνατροπὴ τῆς ἰσορροπίας θὰ ἐγκυμονῇ μεγάλους κινδύνους διὰ τὴν Χώραν. Ἡ πλήρωσις τῶν ἀναγκῶν θὰ γίνῃ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἐφήμερος, ἡ καταστροφὴ ὅμως θὰ εἶναι διαρκής.
§109Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει κανεὶς κίνδυνος καταστροφῆς καὶ ἂν ἀκόμη ἠλήθευεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης συνάδελφος, ὅτι κατὰ 200.000.000 αὐξάνει ὁ Προϋπολογισμός. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἴδητε πόσον αἱ δαπάναι εἶναι ἐλάχισται. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθόν, προκειμένου νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδια, νὰ μετατοπίζεται ἡ συζήτησις ἀπὸ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ νὰ μεταβάλλεται εἰς πολιτικὴν συζήτησιν.
§110Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν δυστυχῶς ἀπουσίαζον. Εἶπον εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐξάνονται μόνον κατὰ 40.000.000 περίπου τὰ ἔξοδα. Μάλιστα, μὲ τὴν λογικωτάτην βάσιν τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς, κατὰ τὸ ἥμισυ. Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτῶν τῶν δαπανῶν ἐλήφθη πρῶτον τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τῶν τροφίμων, τὰ ὁποῖα ἐχορηγοῦντο εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Δι’ αὐτοῦ καὶ μόνον ἐπέρχεται μία οἰκονομία 40 ἑκατομμυρίων καὶ περιορίζονται καὶ αἱ καταχρήσεις, διότι δὲν ἔπαιρναν μόνον οἱ ἀξιωματικοί, ἀλλὰ ὅλος ὁ κόσμος. Δεύτερον καταργοῦνται οἱ ὑπηρέται τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐξοικονομοῦνται 7.000 μάχιμοι στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι στοιχίζουν 30.000.000. Ἐκτὸς τοῦ ἠθικοῦ κέρδους τῶν 7.000 μαχίμων ἀνδρῶν, μειοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν μαχίμων μονάδων, διότι ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα Στρατὸν ἀνάλογον τῶν δυνάμεών της καὶ ὄχι μίαν μᾶζαν. Οἱ καλοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ στράτευμα καὶ τρέπονται πρὸς ἄλλα ἔργα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῶσιν αὐτά. Δὲν γίνεται σχεδὸν καμμία δαπάνη. Διὰ τῆς μειώσεως τῆς θητείας καὶ μόνον ἐπέρχεται μία κολοσσιαία οἰκονομία, σχεδὸν 80 ἕως 90 ἑκατομμυρίων. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀνέπτυξα προχθές. Οἱ πίνακες κατετέθησαν ἐγγράφως, ὡς πρὸς τὴν δαπάνην, ἀλλὰ δὲν διενεμήθησαν ἐγκαίρως. Εἰς αὐτὸ δὲν πταίω ἐγώ. Τὰ πράγματα ἐτέθησαν καθαρά. Ἡ δαπάνη εἶναι ὡρισμένη. Ἂν θέλετε νὰ ἔχετε Στρατόν, ἂς τὸ ψηφίσετε, ἂν δὲν θέλετε, μὴ τὸ ψηφίζετε.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω σημείωμα διὰ τὰς δαπάνας καὶ δι’ αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον δὲν εἶναι ἡ ἀξία τῆς ἀνάγκης ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖται διὰ τῶν νομοσχεδίων. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ ἐδέχθην τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἕτερον ζήτημα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν εἶναι πρῶτον τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας ἐπιφέρουσι τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως· δεύτερον ἁπλῆν σύστασιν ὑπεβάλαμεν ὅτι πᾶσα δαπάνη ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἀντίστοιγον ἀντίκρυσμα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Χώρας εἴτε δι’ οἰκονομιῶν εἴτε δι’ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ....
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἠμποροῦν νὰ βαστάσουν τὰς δαπάνας.
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡμεῖς σύστασιν ὑπεβάλαμεν, ὅτι πᾶσα δαπάνη τακτικὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχῃ ἀντίκρυσμα ἀντίστοιχον τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§114Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἴτε ἀρνητικῶς εἴτε θετικῶς. Τὸ ἔχομεν ἀρνητικῶς.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§116Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἶναι πράγματι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων. Δὲν εἶναι μόνον ἡ Κυβέρνησις ὑπεύθυνος διὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας· εἴμεθα ἡμεῖς. Ἡ εὐθύνη εἶναι ὅλων ἡμῶν ἀκεραία, ἐφόσον ψηφίζομεν νομοσχέδια τὰ ὁποῖα συνεπάγονται δαπάνας, ἔχομεν πάντες εὐθύνας, οὔτε θὰ εἴμεθα δικαιολογημένοι διὰ τὰς εὐθύνας αὐτὰς ἀπέναντι τοῦ λαοῦ.
§117Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ἂν φέρῃ κανεὶς ἀντίρρησιν, θεωρεῖται κωλυσιεργῶν.
§118Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτείνεσθε πρὸς ἐμέ; Σᾶς παρετήρησά ποτε, διότι ἠθελήσατε νὰ ὁμιλήσητε; Ἐπιφυλαχθῆτε νὰ κάμετε τὴν διακοπὴν εἰς ὅποιον σᾶς ἐθεώρησε κωλυσιεργοῦντα. Πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν λοιπὸν τὸ πρᾶγμα σαφῶς καὶ καθαρῶς· ἔχομεν ὅλοι τὴν εὐθύνην τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δυνηθῇ νὰ παρουσιάσῃ Προϋπολογισμὸν ὁ ὁποῖος θὰ καλύψῃ τὰς νέας ταύτας δαπάνας, ἡ εὐθύνη δὲν θὰ εἶναι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀποτυχία θὰ εἶναι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἡ εὐθύνη θὰ εἶναι εὐθύνη ὅλων ἡμῶν. Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι, ὅταν ἐπὶ βραχὺ διάστημα ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπαρουσιάσθησαν αἰτήματα αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, ποσοῦ πολὺ μικροτέρου ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον ἐμφανίζει ἡ ψήφισις τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, ἠρνήθην κατηγορηματικῶς, διεκινδύνευσα νὰ γίνω ἀντιπαθὴς εἰς πολυπληθῆ μερίδα, μικροτάτας αὐξήσεις, ἠρνήθην τὸν δέκατον τρίτον μισθόν, τὸν ὀργανικὸν μόνον μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων, ἠρνήθην ἐλαττώσεις εἰσπράξεων. Ὁ λόγος ἦτο ἁπλοῦς, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνδυασθῶσιν αἱ δαπάναι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε καὶ ὡς εἶναι παγκοίνως γνωστὸν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος, μετὰ τῶν αὐξήσεων τῶν εἰσπράξεων. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς Κράτους, πρᾶγμα χειρότερον ἀπὸ τὸ νὰ προβαίνῃ αὐτὸ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Σῶμα εἰς δαπάνας ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι αἱ δαπάναι αὐταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῶσι κατόπιν ἀπὸ τὰς προσόδους τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρέπει νὰ προσέξωμεν πολύ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ μὴ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς ὅ,τι ἔπαθαν ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη. Εἶναι μία φυσικὴ τάσις πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν, εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη μετὰ τὴν ἐπέλευσιν τῆς εἰρήνης. Ὅλα κατεσχέθησαν ἀπὸ μίαν δίψαν πληρώσεως ἀναγκῶν πραγματικῶν, χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν, ἂν παραλλήλως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσι τὰ ἐντεῦθεν γενόμενα κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σὺν τῇ πληρώσει τῶν ἀναγκῶν, νὰ ὑπάρξουν καὶ τὰ ἀντικρύσματα. Καὶ μετὰ πάροδον ὀλιγίστου χρόνου, ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀδυσώπητον ἀνάγκην νὰ σκέπτωνται περὶ οἰκονομιῶν πολὺ μεγαλυτέρου ποσοῦ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ηὔξησαν ἢ νὰ σκέπτωνται περὶ ἀγρίας αὐξήσεως τῶν φορολογιῶν. Ἔχετε παραδείγματα πρόσκαιρα εἰς κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ὅπως εἶναι ἡ Ἰταλία, ἡ Γαλλία. Ηὔξησαν τὰς δαπάνας καὶ κατόπιν ἐσκέφθησαν νὰ κάμουν οἰκονομίας. Βεβαίως τὸ κανονικώτερον θὰ ἦτο, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐγίνετο οὕτω, πᾶν οἰκονομικὸν μέτρον ἐμφαῖνον τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως δαπανῶν ἢ προσόδων νὰ κατατίθεται μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰ μέτρα τὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δεικνυόμενα ἀποτελοῦσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα σκοπεύει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ διὰ τὴν ἀνύψωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ συγχρόνως τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων αἱ ἐντεῦθεν γινόμεναι δαπάναι θὰ καλύπτωνται, ἡ φορολογικὴ δηλονότι πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ διοικητικὴ εἰς τοὺς καθ’ ἕκαστον κλάδους. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ὅτι οὔτε εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸ ἰδικόν μας, δυστυχῶς ποτὲ σχεδόν, οὔτε εἰς ἄλλα Κοινοβούλια ἐτηρήθη ἀπαρεγκλίτως ὁ τόσον σώφρων οἰκονομικὸς αὐτὸς κανών. Διὰ τὴν μὴ τήρησιν τοῦ κανόνος τούτου δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ καταγγείλω ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δυστυχῶς ὑπῆρξε γενικὸς κανὼν πολλῶν δεκαετηρίδων. Ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἶναι σχεδὸν τακτικὸν ἔθιμον. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου, τοῦ νὰ μὴ τηρήσωμεν ἀπαρεγκλίτως τὸν κανόνα τὸν τόσον σώφρονα, ὅστις μόνον θὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι προσέχομεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας μας, μέχρι τοῦ ἄλλου σημείου, τοῦ νὰ ψηφίζωμεν δαπάνας χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποία θὰ εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχει ἓν περιθώριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων δύναται νὰ μᾶς δώσῃ μίαν λύσιν μέσην, μίαν λύσιν συμβιβαστικήν. Θὰ εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἐπιβάρυνσιν τὴν ὁποίαν, ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, φέρει κάθε δαπάνη. Ἐπὶ παραδείγματι νομίζω ὅτι διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπεβλήθη πίναξ τις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, ἐν τῷ πίνακι τούτῳ δὲν ὑπάρχει τὸ ποσὸν τῆς ὁλικῆς δαπάνης.
§119Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Εἶναι καὶ ἐλλιπὴς ὁ πίναξ αὐτός.
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἀρέσει ἡ τάξις εἰς τὴν συζήτησιν. Ἂν εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ἂν ὁ πίναξ εἶναι ἀκριβής, τότε εἰσέρχομαι καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§121Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπέβαλα εἰς τὴν Συνέλευσιν λεπτομερῆ πίνακα περὶ τῆς δικαστικῆς δαπάνης.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως, ὅπως τυπώσῃ τὸν πίνακα αὐτόν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ ἐν τῷ συνόλῳ ἐπιβάρυνσις. Ἂν ὁ πίναξ αὐτὸς δὲν εἶναι ἀκριβής, αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν. Ἡμεῖς πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕνα πίνακα, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποβάλουν αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι, καὶ ἂν νομίζωμεν ὅτι ὁ πίναξ αὐτὸς εἶναι ἐσφαλμένος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ποσὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ὅσον ἀναφέρεται εἰς τὸν πίνακα, ἀλλὰ μεῖζον. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχομεν τοὺς πίνακας, δὲν θὰ ἠγείρετο συζήτησις. Ἐπίσης ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὸν πίνακα τῶν αὐξήσεων τῶν δαπανῶν τῶν προερχομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὁ πίναξ αὐτὸς διενεμήθη ἀπόψε μόλις.
§123Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι σφάλμα μηχανισμοῦ περὶ τὴν διανομήν.
§124Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβάλητε διὰ τὴν αὔριον τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἂς χαίρῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ὑπάρχει εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως μία ἀνησυχία διὰ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Συνήθως αἱ Κυβερνήσεις εὑρίσκονται ἀπέναντι τῶν Βουλῶν εἰς τὴν ἀντίστροφον μοῖραν, δηλαδὴ αἱ Βουλαὶ ζητοῦσι τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἀνθίστανται εἰς τοῦτο. Ὅταν βλέπετε λοιπὸν μέλη τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τὰ ὁποῖα ἐπὶ κινδύνῳ τῆς δημοτικότητος αὐτῶν προσπαθοῦν νὰ μὴ γίνωνται αὐξήσεις δαπανῶν, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εἶναι ὑπερευχαριστημένη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ δοθῇ διαταγὴ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ περιέλθῃ ἐγκαίρως εἰς γνῶσιν τῶν κυρίων πληρεξουσίων ὁ πίναξ οὗτος. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης, ὅπως καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε πρὸ ὀλίγου περὶ τῶν ἐπερχομένων οἰκονομιῶν νὰ τὸ ἀναλύσῃ εἰς ἀριθμούς. Εἴπετε ὅτι ἐπέρχονται οἰκονομίαι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τροφίμων, τὴν ὁποίαν διοικητικῶς διετάξατε. Εἶσθε ἀξιέπαινος διὰ τοῦτο. Ἀλλὰ διατί εἶσθε τόσον ζηλότυπος, ὥστε δὲν θέλετε νὰ δώσητε τὴν χαρὰν εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ ποσοῦ τῆς οἰκονομίας;
§125Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω εὐαρέσκειαν διὰ πρᾶξιν ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἰδική μου, ἀλλ’ εἶναι τοῦ τέως Ὑπουργοῦ.
§126Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον τὸ καλύτερον· ἀξιέπαινος ὁ κ. τέως Ὑπουργός, διότι ἐθέσπισε τὸ μέτρον, ἀξιέπαινος καὶ ὑμεῖς, διότι τὸ υἱοθετήσατε καὶ τὸ διατηρεῖτε. Διατί ὅμως νὰ μὴ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν οἰκονομίαν τὴν ἐντεῦθεν ἐπελθοῦσαν, ἡ ὁποία, κατὰ τοὺς λόγους σας, εἶναι σοβαρά; Τότε, ὄχι ὡς ἐκπληροῦντες μίαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζομεν, τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ μετὰ χαρᾶς θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ἴδωμεν ὅτι ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἡ διοίκησις λαμβάνει μέτρα πρὸς οἰκονομίας καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὰς διαθέτει πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων. Τοιαῦτα δὲ μέτρα, νὰ γίνωνται οἰκονομίαι ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἕνα κλάδον καὶ συγχρόνως νὰ διατίθενται διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ κλάδου ἐκείνου, εἶναι ἀρίστη πολιτικὴ καὶ ἀρίστη μέθοδος. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω νὰ πληροφορήσητε τὴν Συνέλευσιν ποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐπελθοῦσαι ἐκ τῶν μέτρων σας. Ἀντιστοίχως θὰ ἴδωμεν ἀπὸ τὸν πίνακα ὁ ὁποῖος θὰ διανεμηθῇ ἀπόψε ποῖαι θὰ εἶναι αἱ αὐξήσεις καὶ τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἡ Συνέλευσις χωρὶς συζητήσεις εὐχαρίστως θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀναβολὴ θὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ κοινὸν αἴσθημα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἤρχισε δηλῶν ὅτι ὅλοι εἴμεθα συνυπεύθυνοι διὰ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἐφόσον δὲν δημιουργοῦνται πόροι ἀντίστοιχοι πρὸς κάλυψιν αὐτῶν καὶ κατέληξε λέγων ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εὐτυχὴς ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀδημονίαν τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει ἡ Συνέλευσις πρὸς περιστολὴν τῶν περιττῶν δαπανῶν, διότι εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου ἡ ἐντελῶς ἀντίστροφος τάσις ἐπικρατεῖ, δηλαδὴ αἱ μὲν Συνελεύσεις ἐπιζητοῦν τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, αἱ δὲ Κυβερνήσεις εἶναι οἱ φρουροὶ τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δὲν εἶναι αἱ Συνελεύσεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀνὰ πᾶσαν ὥραν καὶ στιγμὴν ἐπίγνωσιν τῆς θέσεως καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· δὲν εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀρνηθοῦν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν, ὅταν παρουσιάζεται ἐνώπιον αὐτῶν Κυβέρνησις ὑποσχομένη ὅτι ἔχει εἰς χεῖρας αὐτῆς τὰ μέσα πρὸς ἱκανοποίησιν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας. Τὸ καθῆκον τῆς περιφρουρήσεως τοῦ δημοσίου χρήματος ἀνήκει ἀκεραίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀκόμη δὲ περισσότερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιρριφθῇ εὐθύνη διὰ τὴν ἀλόγιστον τῶν δαπανῶν αὔξησιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνὰ πᾶσαν ὥραν καὶ στιγμὴν δὲν ἔπαυσαν κρούοντες τὸν κώδωνα διὰ τὸν κατήφορον εἰς τὸν ὁποῖον, εἰσελθοῦσα ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἑτοίμη νὰ παρασύρῃ καὶ ὁλόκληρον τὴν Χώραν. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωμεν τὴν εὐθύνην ἐνδεχομένων καταστροφῶν ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ προσθέτω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ Κυβέρνησις ἐπαγομένη τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, τὴν ὁποίαν προτείνει καθ’ ἑκάστην, ἐφόσον ἀκόμη διαθέτει πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν οἰκονομίας ἐξ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, καταργουμένων παρ’ αὐτῆς, διότι τότε καὶ μόνον θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ διάθεσις αὕτη, ἐφόσον δὲν ὑπῆρχον κενὰ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, μόνον δὲ μετὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τῆς δημιουργίας πόρων, τότε καὶ μόνον θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀνευθύνως νὰ προτείνῃ αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Ἐφόσον ὅμως χαίνει εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἔλλειμμα ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατορθώσασα νὰ ἐπιτύχῃ ἐκ τῆς καταργήσεως μιᾶς ὑπηρεσίας 50 ἑκατομμύρια δραχμῶν, δικαιοῦται εὐθὺς ἀμέσως νὰ προτείνῃ σύστασιν νέων ὑπηρεσιῶν, προσθέτουσα δαπάνας πολὺ περισσοτέρας τῶν 50 ἑκατομμυρίων ἢ καὶ 30 μόνον ἑκατομμυρίων. Οὐδαμῶς ἐλαττοῦται ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως· ὅταν καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναντιρρήτως θὰ δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, καὶ τότε καὶ μόνον θὰ καλυφθῇ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἄλλως ὑπέχει ἀκεραίαν αὐτὴ καὶ μόνη ἡ Κυβέρνησις.
§129Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις δὲν διστάζει νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας.
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει καλῶς.
§131Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος μετ’ ὀλίγων ἡμερῶν διακοπὴν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν παλαιὰν τακτικήν του καὶ ὑπεστήριξε καὶ σήμερον ὅτι βαίνομεν κατὰ κρημνῶν, ὅτι ἀποσυντίθεται τὸ Κράτος, ὅτι καταστρέφεται ἡ Ἑλλάς. Εἶναι ἴσως ζήτημα ἰδιοσυγκρασίας ἡ ἀπαισιοδοξία του.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀπήντησα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς μίαν κατηγορίαν ἡ ὁποία ἐπερρίφθη, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι συνυπεύθυνος διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Ἠθέλατε μήπως νὰ σιωπήσω;
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μὴ τὰ ψηφίζετε, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον, ἂν νομίζετε ὅτι διὰ τῶν δαπανῶν αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ἐπέρχονται καταστροφαί. Ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος περὶ ἀλογίστου αὐξήσεως δαπανῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι αἱ δαπάναι αἱ ὁποῖαι προκαλοῦνται διὰ τῶν νομοσχεδίων εἶναι δαπάναι ἀναγκαιόταται.
§134Α. ΜΥΛΩΝΑΣ. Ὄχι ὅλαι.
§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά· ὅταν ἔλθουν τὰ ἀγροτικά, τὸ συζητοῦμεν.
§136Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐννόμου Τάξεως.
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐξαιροῦμεν καὶ αὐτό. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα προκαλοῦν μεγάλας δαπάνας γνωρίζετε ὅτι εἶναι τὰ στρατιωτικά, τὰ ἐκπαιδευτικὰ καὶ τὰ δικαστικά, ἀλλὰ διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν νομίζω ὅτι ἐκπληροῦνται ἀνάγκαι ἀνυπέρβλητοι. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ δεχθῶμεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ καλύψωμεν διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Μόνον ἂν ἐμπνεύσωμεν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, τότε θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς μίαν οἰκονομικὴν βελτίωσιν καὶ ὄχι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δαπανῶν, διότι πολλάκις αἱ δαπάναι προκαλοῦν τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Δὲν εἶμαι καθόλου ἀπαισιόδοξος, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι μὲ αὔξησιν 10% τῶν δαπανῶν θὰ κατεστρέφετο ἡ Ἑλλάς. Ἄλλως τε ἐλάβομεν ἤδη μέριμναν περὶ περικοπῆς αὐστηρᾶς τῶν περιττῶν δαπανῶν.
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προσπαθήσω, κύριοι, νὰ εἴπω κοινοτυπίας τινὰς καὶ κατὰ τὸ σύστημά μου ἄνευ ἰδιαιτέρου ὕφους. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ὅτι οἱ ψηφίζοντες τὰ νομοσχέδια εἶναι ἐξ ἴσου ὑπεύθυνοι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐκτὸς τῆς εὐθύνης ἔχει καὶ τὸ βάρος τῆς ἀποτυχίας.
§139ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐκτὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω εἶναι τὸ νὰ λέγῃ τις ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν διὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προκαλεῖ δαπάνας καὶ νὰ ρίπτῃ τὰς εὐθύνας ἀπὸ τῶν ὤμων τῶν ἰδικῶν του εἰς ὤμους ἄλλων. Ἀλλ’ ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Εὐρυτανίας, ὁ ὁποῖος ὑπέλαβεν ὅτι τὸν κατηγόρησα. Μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ τοιαύτη ὑπόνοια. Οὔτε ἐσκέφθην νὰ τὸν κατηγορήσω. Εἶπα ἁπλῶς ὅτι ὁ μὴ ἔχων ἀντίρρησιν εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων συνεπαγομένων δαπάνας μοιραίως ἀναλαμβάνει καὶ τὰς εὐθύνας τῆς πράξεως αὐτῆς. Εἰς τοῦτο ὑποθέτω ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Περαιτέρω εἶπον τοῦτο, ὅτι εἶναι ὀρθῆς πολιτικῆς ἔργον ἐὰν κατορθώνωμεν εἰς κλάδον τινά, ἐὰν συνεπάγεται μέτρον τι οἰκονομίας, νὰ πληρῶμεν ἀνάγκας τοῦ κλάδου ἐκείνου. Μοὶ ἀντετάχθη ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἔπειτα νὰ κυττάξωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰς Ὑπηρεσίας. Εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανεὶς νὰ πληρώσῃ πρῶτον τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατόπιν νὰ σκεφθῇ περὶ βελτιώσεως τῶν Ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντιθέτως, πολιτικὴ ἀποσκοποῦσα τὴν βελτίωσιν τῶν Ὑπηρεσιῶν δύναται νὰ ἀποδώσῃ μείζονα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν τὸ ἀντίκρυσμα διὰ τὴν συμπλήρωσιν ἑνὸς ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐλλείμματος οὐχὶ τυχαίου καὶ κανονικοῦ, ἀλλὰ μεγαλυτέρου τοῦ δέοντος, προκύψαντος ἐκ μιᾶς θυέλλης, ἐκ μιᾶς καταστροφῆς. Ἐὰν τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ εἶναι, ὅπως εἶναι, 2,000,000,000, πότε θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν νὰ τὸ καλύψωμεν διὰ νὰ κατορθώσωμεν ἔπειτα νὰ βελτιώσωμεν τὰς Ὑπηρεσίας; Ἐὰν κατορθώνωμεν, σκεπτόμενοι πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο διὰ προσόδων νέων, ἐξοικονομοῦντες ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ, ὅπως ἐξηγήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἔπραξε, καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ διαθέτωμεν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν Ὑπηρεσιῶν, ἐγὼ νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πολιτικὴ σώφρων. Οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα. Εἶπον ἐγὼ ὅτι ἔχομεν πάντες ἡμεῖς εὐθύνην καὶ ἤκουσα ἀντιτασσόμενον ὅτι ἡ εὐθύνη ἀνήκει ἀκεραία εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁ φρουρὸς τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅλοι ἐδῶ εἴμεθα τεταγμένοι φρουροὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἡ δὲ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι ἁπλῶς πρακτική, ἀλλὰ καθιεροῦται ἀπὸ τὸ Σύνταγμά μας. Τὸ Σύνταγμά μας ἔχει ἀπὸ καιροῦ ἀναγράψει ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ αὔξησιν δαπανῶν. Ἐπροστατεύετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ εὐθύνη τῆς Συνελεύσεως καθίσταται πολὺ μεγαλυτέρα, ἐάν, χωρὶς ἡ ἰδία νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ζητήσῃ αὔξησιν δαπανῶν, δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Ἡ εὐθύνη εἶναι βαρεῖα. Ἐὰν καὶ ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ προτείνῃ αὔξησιν δαπανῶν, θὰ ἐγίνετο μία ἅμιλλα τῶν δαπανῶν, ἥτις θὰ ἐμοίραζε τὰς εὐθύνας μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἔχει ἀναμφισβητήτως ἡ Κυβέρνησις τὰς εὐθύνας, ἡ ὁποία προσάγει τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη εἶναι ἀκεραία δι’ ὅλους τοὺς ψηφίζοντας τὰ νομοσχέδια. Ἐάν τις ἀντιλέγῃ, δύναται νὰ μὴ ψηφίσῃ αὐτά. Κύριοι, ἐζήτησα νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ λάβωμεν πληροφορίας τόσον περὶ τοῦ ποσοῦ κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ αὐξήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ὅσον καὶ περὶ τῶν οἰκονομιῶν τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἐπέφερεν ὁ προκάτοχός του διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἔλαβε. Νομίζω δὲ ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ διστάσῃ νὰ συνταγματοποιήσῃ διατάξεις καὶ νὰ υἱοθετήσῃ τὴν ἀρχὴν καθ’ ἣν κανὲν σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται δαπάνην, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Σῶμα διὰ νὰ συζητηθῇ, ἐὰν συγχρόνως δὲν προσάγωνται πίνακες τῶν ὑπευθύνων λογιστικῶν Ἀρχῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ δεικνύουν τὴν ἐπερχομένην ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ. Προτοῦ ὅμως γίνῃ διάταξις συνταγματικὴ τὸ μέτρον εἶναι καλὸν νὰ τὸ υἱοθετήσωμεν διὰ νὰ δείξωμεν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ σεβασθῶμεν μόνον ὅ,τι εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι γενικῶς ἀνεγνωρισμένα ὡς ἀρχαὶ τείνουσαι πρὸς παγίωσιν ἑνὸς οἰκονομικοῦ βίου νοικοκυρευμένου, ἁπλοῦ καὶ φρονίμου.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§142Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι δύσκολος, κύριοι, ἡ συνεννόησις μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν μοῦ φαίνεται νὰ εἶναι εὐκολωτέρα μὲ τὸν κ. ἐκ Πατρῶν πολιτευτήν, διότι, ἐὰν δὲν συνέβαινε τοῦτο, δὲν θὰ συνέπιπτον τόσον συχνὰ καὶ αἱ ἀντιλήψεις των. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἁπλῆ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀλλοιώσῃ κανείς. Ὅταν ζητῶ ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως προτάσεις νόμων ἢ τὴν λῆψιν μέτρων συνεπαγομένων δαπάνας, πρὶν ἢ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δὲν ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει τις ἐν τῇ Συνελεύσει δυνάμενος νὰ φαντασθῇ ὅτι προτείνω ὅπως διὰ τῶν τακτικῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πόρων καλύψωμεν τὰς ἐκτάκτους δαπάνας καὶ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν αἱ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ταμειακὸν ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν κατὰ τὴν μακρὰν περίοδον τῶν ἐτῶν τῆς δοκιμασίας τὴν ὁποίαν διέτρεξαμεν συνεσωρεύθησαν τοιαῦτα ἐλλείμματα ἀνερχόμενα εἰς δισεκατομμύρια, θὰ ἦτο εἰς ἄκρον ἀφελὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐπεζήτει ἵνα διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης χρήσεως καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα. Αὐτὰ ἀνήκουν εἰς τὴν σφαῖραν τῆς φαντασίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ἐκτάκτου ἐλλείμματος, ὁ Προϋπολογισμὸς παρουσιάζει καὶ ἔλλειμμα τακτικόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔλλειμμα 300,000,000 καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ηὐξήθη εἰς 600,000,000. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τοῦ τακτικοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν γνωρίζω ποῖος θὰ συστήσῃ νὰ καλύπτηται διὰ τῶν τακτικῶν πόρων καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ τοῦτο εἰμὴ διὰ τῶν οἰκονομιῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ ὅταν αἱ γενόμεναι οἰκονομίαι εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας χρησιμοποιοῦνται πρὸς πλήρωσιν νέων δαπανῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα. Λοιπὸν ἡ διαστολὴ εἶναι πλήρης· ἐγὼ ἐζήτησα ὅπως ἐνισχυθῶσιν οἱ τακτικοὶ πόροι τῆς δημοσίας οἰκονομίας ὅπως δυνηθῇ τὸ Κράτος ἐν ἀνέσει νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα. Κύριοι, οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ πένονται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσουν μισθοδοτούμενοι μὲ τὰς γλίσχρας ἀποδοχὰς τὰς ὁποίας λαμβάνουν μέχρι τοῦδε, πρέπει ν’ αὐξηθοῦν καὶ αὐξάνονται. Θέλετε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ν’ ἀντισταθοῦν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τούτων; Θὰ εἶναι συνυπεύθυνοι. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτό, ὅπως ἔχει καθῆκον νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ κενὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν τὸ καθῆκον τοῦτο παραλείψῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς αὐτήν, δὲν ἀνήκει εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ψηφίζουν τὰ νομοσχέδια· ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγχυσις τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἀνεφέρθη καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς αὔξησιν δαπανῶν ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Συνελεύσεως. Καὶ τί εἶναι τοῦτο παρὰ ἡ κύρωσις τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἀνέφερα καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει ἐπίγνωσιν τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν καὶ αὕτη εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ τὰ προκύπτοντα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν κενὰ ἐκ τῆς πληρώσεως τῶν ἀναγκῶν; Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν ἀναγκῶν καὶ ἰδοὺ ἡ διατύπωσις τῆς ἀρχῆς. Ἐνῷ εὑρισκόμεθα πρὸ ἁπλῶν πραγμάτων, ἡ συνεννόησις καταντᾷ ἀδύνατος μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι δὲ εὔκολος μὲ τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν Πατρῶν.
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι τὸ ἔλλειμμα προέρχεται ἐξ ἐκτάκτων δαπανῶν αἱ ὁποῖαι εἶναι μεγάλαι, διότι εἶναι μεγάλαι καὶ αἱ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ πληρωθῶσι· δὲν εἶναι τακτικόν, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς ἐκτάκτους δαπάνας. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω.
§144Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ἔχω νὰ δηλώσω τοῦτο, ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῶν δαπανῶν αἱ ὁποῖαι ἤθελον βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθοδοσιῶν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ὅτι ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 19,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα καλύπτονται διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ποινικῶν τελῶν καὶ δὴ τῆς εἰσπράξεως εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου τῶν ἀντιγραφικῶν δικαιωμάτων. Ἔχομεν δὲ καὶ περίσσευμα ἑνὸς ἑκατομμυρίου.
§145Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, μολονότι τόσον ἀργὰ ἐζητήθη ἡ διαφώτισις τῆς Συνελεύσεως, ἐν τούτοις πολὺ εὐχαρίστως δεχόμεθα τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον, ἵνα μελετήσωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀναβάλλεται ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ ἤδη θὰ διακόψωμεν διὰ τὴν 11ην.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δι’ αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§148ΑΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἰς τὰς 11 διὰ νὰ τελειώνωμεν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 11ην. (Ὥρᾳ 10 μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 11.30′ μ.μ.).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Ὁ κ. Ὡρολογόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§151Α. ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι πληρεξούσιοι, τί συμβαίνει εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἰς τὰς ἀπομεμακρυσμένας βορείας ἐπαρχίας τῆς Μακεδονίας, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας ἔρχεται καθ’ ἑκάστην ἡ φωνὴ «θέλομεν Δικαιοσύνην». Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, κύριοι, ὅτι αἱ Νέαι Χῶραι δὲν ἔχουν, δὲν εἶδον Δικαιοσύνην, δὲν ἀπενεμήθη ἡ δέουσα δικαιοσύνη, ἡ δικαιοσύνη ἐκείνη τὴν ὁποίαν εὐλόγως ἀνέμενεν ὁ ἐλευθερωθεὶς Ἑλληνικὸς πληθυσμός. Εὑρισκόμεθα δυστυχῶς εἰς ἀπομεμακρυσμένα καὶ ἀπόκεντρα σημεῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ οἱ ἀποστελλόμενοι δικασταὶ δὲν νομίζουν ὅτι ἔχουν ὑποχρέωσιν ἠθικὴν νὰ φθάσουν μέχρις ἐκεῖ διὰ νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρωτίστως ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ὡς ὁδηγὸν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἔργου των. Ἐξαίρεσίς τις ὑπάρχει καθ’ ἣν ἐλειτούργησαν τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια εἰς μικράν τινα περίοδον. Καθ’ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον, καθ’ ὅλα τὰ διαρρεύσαντα ἔτη ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη καθ’ ὅλην τὴν Μακεδονίαν ὑπῆρξεν ἄφαντος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, μετὰ πολλῆς μου εὐχαριστήσεως εἶδον ὅτι ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐγκαινιάσῃ μίαν πολιτικήν, νὰ διοργανώσῃ τὴν Δικαιοσύνην κατὰ τρόπον ὥστε καὶ τὰ ἀπόκεντρα μέρη νὰ ἴδωσιν ἐπὶ τέλους ἀπονεμομένην τὴν δικαιοσύνην. Ὑπάρχουν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς, ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι δὲν κατώρθωσαν ἀκόμη νὰ ἴδουν ἀπόφασίν τινα ὁριστικήν, ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι περιμένουν νὰ εὕρουν τὸ δίκαιόν των καὶ τὸ δίκαιόν των αὐτὸ δυστυχῶς παραπέμπεται ἀενάως εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας. Στέλλονται δικασταί, στέλλονται Εἰσαγγελεῖς, στέλλονται κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ νομίζουν ὅτι στέλλονται εἰς ἐξορίαν. Ποῖος ὁ λόγος, αὐτὸ βεβαίως πᾶς τις δύναται νὰ ἐννοήσῃ. Ἡ μισθοδοσία τῶν ὑπαλλήλων πρὸ παντὸς εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ ὁποία θὰ συμβάλῃ εἰς τὸ νὰ τονωθοῦν καὶ νὰ ἐνισχυθοῦν αἱ τάξεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι τὰ ἀπόκεντρα σημεῖα προϋποθέτουν κατ’ ἀνάγκην δαπάνας ἐκτάκτους, προϋποθέτουν ὅτι εὑρίσκονται ὑπὸ συνθήκας αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν ὥστε οἰκονομικῶς τοὐλάχιστον νὰ εἶναι ἐνισχυμένοι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν δύναμαι παρὰ νὰ κηρυχθῶ τελείως ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου, ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἠδύνατό τις νὰ κάμῃ μερικὰς παρατηρήσεις. Κηρύσσομαι, λέγω, ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τὰ ὁποῖα διευκολύνουν καὶ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ περὶ τῶν ἐν γένει νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἴδωμεν ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὰ ἀπόκεντρα ἐκεῖνα σημεῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ ὁρίζοντος νὰ ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὑπάρχουν χιλιάδες κυριολεκτικῶς ἀνθρώπων, γυναῖκες καὶ ὀρφανά, οἱ ὁποῖοι περιμένουν συντάξεις αἵτινες μένουν ἐκκρεμεῖς, ἔχομεν ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ βάρος κατηγοριῶν βαρυτάτων. Ἔχω πεποίθησιν ὅτι μὲ τὴν ψήφισιν τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων θὰ κατορθώσωμεν ὥστε νὰ συμπληρωθοῦν αἱ δικαστικαὶ θέσεις, ἰδίως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, οὕτως ὥστε ἡ δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ἐπόθησεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, νὰ ἀπονεμηθῇ κατὰ τρόπον δικαιοῦντα τὰς ἐλπίδας καὶ τὰς προσδοκίας ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου. Ἔχω νὰ παρατηρήσω πάλιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὅτι εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου εἶναι ἀπαραίτητος, διότι νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται ἡ παράστασις τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἶναι μεγαλοπρεπεστέρα. Ἐνδείκνυται νὰ ὑπάρχῃ κάποιος ἀνώτερος ἐπόπτης ἐπὶ τῶν δικαστῶν καὶ ἐπὶ τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θὰ διοικηθῇ καλύτερον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν περὶ καταργήσεως τῶν ἑδρῶν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἀπὸ τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Συνέλευσιν διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐλπίζω ὅτι ὅλοι θὰ συμβάλωμεν ἵνα ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη ἐξυψωθῇ εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο καὶ εἰς τὸ γόητρον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιθυμοῦμεν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§153Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πάντοτε μετὰ μίαν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν γεννῶνται καὶ ἐπιθυμίαι καὶ ἀνάγκαι τῆς ἀνορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων καὶ οἱ καλούμενοι νὰ κυβερνήσωσι τὴν Χώραν φιλοτιμοῦνται ἄλλοι μὲν διὰ περισσοτέρων, ἄλλοι δὲ δι’ ὀλιγωτέρων νομοθετημάτων, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν αὐτὴν τῶν κακῶς κειμένων. Ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ἀνάγκην καὶ αὐτὴ τῆς ἀνορθώσεως. Ἡ Δικαιοσύνη ἐλειτούργησεν ἐπὶ ἔτη μακρὰ χωρὶς νὰ γεννηθῇ ἴσως ἡ ἀνάγκη ὅπως διοικηθῇ ἐκ τοῦ ἰδίου Σώματος. Καὶ ὅταν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἀνετέθη ἡ μετάθεσις καὶ ἡ προαγωγὴ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, καὶ τότε ὑπῆρξαν παραδείγματα δικαστῶν ἀναχθέντων εἰς ὕψος ἠθικόν, καὶ τότε ὑπῆρξαν Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι οὔτε ἠπείλουν τοὺς δικαστὰς κατὰ τὰς συστάσεις τῶν πολιτικῶν φίλων των καὶ τῶν κομματικῶν των συμφερόντων, οὔτε προήγαγον ἀνικάνους δικαστὰς εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Ἐν τούτοις ἐπέστη στιγμὴ καθ’ ἣν ἀνωμολογήθη ὅτι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός, οὐ μόνον εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διοίκησιν ὅλων τῶν κλάδων. Ἡ στιγμὴ δὲν εἶναι τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909· ἦτο προτέρα, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος, αἱ πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως, ἤρχισαν δημιουργοῦσαι Συμβούλια ἐκ τοῦ ἰδίου κλάδου, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευον ὡς γνωμοδοτικὰ Συμβούλια τῶν Ὑπουργῶν, ἄνευ τῆς γνώμης τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ κινηθῇ. Προϋπῆρξε τῆς Ἐπαναστάσεως τὸ Συμβούλιον τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἡ αὐτοδιοίκησις αὐτῆς. Προϋπῆρξαν τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἄλλαι τοιαῦται ἐνέργειαι. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 ὑπῆρξεν ἀπαιτητικωτέρα, ἐφύσησεν ἕνας ἄνεμος σωτήριος τότε καὶ ἠξίωσεν ἡ λαϊκὴ γνώμη ὅπως ἀπομακρύνῃ ὅσον ἔνεστι τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκ τῆς ἀμέσου διοικήσεως, θέτουσα φραγμὸν εἰς τὴν συναλλαγήν, ἡ ὁποία εἶχε λάβει μορφὴν ἐπιδημίας. Μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν ὁ μετακληθεὶς τότε ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Προερχόμεθα ὅλοι, κύριοι, ἐκ τῆς αὐτῆς παρατάξεως τοῦ φιλελευθέρου Ἀρχηγοῦ, ὅστις ἐνεσάρκωσε τὰς γνώμας αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτουν τότε, τοὺς πόθους τοὺς λαϊκοὺς καὶ ὥρμησε πρὸς τὸ ἔργον τὸ ἀνορθωτικόν. Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ παρεδρεύοντες μετ’ αὐτοῦ, οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ συνεργασθῶσι μὲ τὸν αὐτὸν ζῆλον, μὲ τὸν αὐτὸν ἐνθουσιασμὸν τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν ἡ λαϊκὴ ἀξίωσις, ἐπελήφθησαν τοῦ ἔργου, καὶ δὲν ὑπῆρξε κλάδος διοικήσεως ὁ ὁποῖος δὲν διωκήθη καλῶς. Καὶ ἠκούετο τότε ὅτι ἡ διοίκησις, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ μακαρίτης Ρέπουλης, ἦτο χαρακτηριστική, ἡ δημοσία ἀσφάλεια πλήρης, ἕκαστος ὑπάλληλος ἐνήργει τὸ καθῆκόν του, ὅτι οἱ πολῖται εὕρισκον τὰς θύρας ἀνοικτὰς τῶν κατὰ τόπους διοικήσεων, τῶν Νομαρχιῶν, ὅτι πλήρης ἰσοπολιτεία καὶ ἰσονομία ἐπεκράτει, ὅτι ἡ Χωροφυλακὴ ἔπαυσε νὰ εἶναι χρήσιμος, διότι δὲν ὑπῆρχον οἱ κακοποιοὶ καὶ τὰ ποίμνια ἐλεύθερα περιήρχοντο τὴν ὕπαιθρον χώραν ἄνευ φύλακος, ὄχι διότι τὰ ἐφύλασσεν ἡ θέλησις τοῦ Βενιζέλου, ἀλλὰ διότι τὰ ἐφύλασσεν ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ. Ἕκαστος πολίτης συνήργει εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν, ἕκαστος πολίτης μετεβλήθη εἰς φύλακα τάξεως καὶ Νόμου, ὅλοι συνήργουν εἰς τὸ νὰ ὑπάρξῃ καλὴ διοίκησις. Καὶ ἠκούετο τότε ὅτι ὁ στρατὸς ἦτο ἐπὶ τὰ ἔργα του, ὅτι ἐξετέλει γυμνάσια, ἀνεγνώριζε τὸν προορισμόν του, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἀνεμιγνύοντο εἰς τὰ πολιτικά, καὶ τοῦτο ἦτο ἀληθές, διότι ἕκαστος ἀξιωματικὸς εἶχε τοιαύτην συναίσθησιν, διότι ἤθελον νὰ συμβάλωσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, τοῦ ὁποίου προΐστατο ὁ μέγας πολιτευτής. Καὶ ἠκούετο ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἤρχισεν ἀναπτυσσομένη καὶ ἕκαστος διδάσκαλος ἠσθάνετο ὅτι ἦτο ἀπόστολος τῆς ἰδέας καὶ δὲν ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὸ σχολεῖον καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τῶν τέκνων. Καὶ δὲν ὠφείλετο τοῦτο εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὠφείλετο εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ λαϊκὴ θέλησις, εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ὅλων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρουν τὰ καθήκοντά των μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ φιλοτιμίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἡ Δικαιοσύνη τότε ἀνέλαβε, διότι ἠσθάνθησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρουν τὰ καθήκοντα τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ ὅτι ἔπαυσε πλέον ἡ ὥρα τῆς νωχελείας καὶ τῆς νωθρότητος καὶ ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ εἰσφέρῃ ἐὰν θέλῃ νὰ ἀμειφθῇ. Τιμῶ τὴν μνήμην τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, διότι ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἔγκριτος νομομαθὴς καὶ προσφιλὴς φίλος μου, καὶ διὰ τῆς αὐστηρότητος τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἀνέδειξε τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὶν ἢ προβῇ εἰς οὐδὲν νομοθέτημα κατέλαβε δέος τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ οὐδεὶς ἀπεμακρύνθη τῆς θέσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Ὁ ἀνὴρ ὅμως αὐτὸς διαφωνήσας μετ’ ὀλίγον μετὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀπεμακρύνθη καὶ τὸν διεδέχθη ὁ ἐντιμότατος Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως κ. Κωνσταντῖνος Ρακτιβάν. Κατ’ οὐδὲν ὑστέρησεν ἡ Δικαιοσύνη ἐπὶ 3 ἔτη διοικουμένη ὑπ’ αὐτοῦ. Ἀπὸ νομοθετικῆς ὅμως ἀπόψεως ἐπλουτίσθη ἡ νομοθεσία ἡ δικαστικὴ διὰ περισσοτέρων νομοθετημάτων τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. νῦν Προέδρου τῆς Συνελεύσεως. Τὰ πρόσωπα δὲν ἔπαιξαν πολὺ μέρος. Ἐχάραξεν ἡ πολιτικὴ αὐτὴν τὴν ὁδὸν καὶ ἡ διοίκησις καθίστατο ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν πληρεστέρα εἰς ὅλους τοὺς κλάδους καὶ ὑπὸ τὴν πνοὴν αὐτὴν ἐξηκολούθει διοικουμένη ἡ Χώρα μέχρι τοῦ 1915. Δὲν θὰ ἐξιστορήσω τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς ὅλους τόσον γνωστά. Διεφώνησε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τὸν τότε Μονάρχην καὶ κατέλιπε τὴν Ἀρχήν. Ἀνέλαβεν ἡ ἀντίπαλος παράταξις τὴν Ἐξουσίαν καὶ ἐπέστη ἡ στιγμὴ τῆς ριζικῆς διαφωνίας καὶ ἐπῆλθεν ὁ διχασμὸς τοῦ Κράτους. Ὅταν, κύριοι, ἀπήλθομεν τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἠγνοοῦμεν τὰς συνεπείας τοῦ διχασμοῦ τοῦ Κράτους καὶ ὅταν μεταξὺ μας οἱ τέως συνεργάται ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐβαίνομεν νὰ δημιουργήσωμεν τὸ νέον Κράτος, ἐτρέμομεν πρὸ τῶν συνεπειῶν, διότι ἐγνωρίζομεν ὅλοι τί ἔμελλε νὰ ἐπακολουθήσῃ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν. Ἱδρύθη ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἐν Θεσσαλονίκῃ, εἰς ἐμὲ δὲ ἀνετέθη ἡ διοίκησις τῆς μεγαλονήσου Κρήτης. Τὸ πρῶτον μέλημα τὸ ὁποῖον εἶχον ἦτο νὰ καλέσω τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς ὅλους ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Διοικητοῦ καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσω, νὰ τοὺς ἐξορκίσω ἐν ὀνόματι τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος, νὰ μὴ ἐγκαταλείψουν τὰς θέσεις αὑτῶν ἀλλὰ νὰ παραμείνωσιν ἐκεῖ ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκόν των μὲ τὴν ρητὴν ὑπόσχεσιν ὅτι οὐδεὶς ἤθελε διαταράξει αὐτοὺς ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των. Ἐπετρέψαμεν εἰς αὐτοὺς καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ τότε Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως εἶπον εἰς αὐτοὺς ὅτι «ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδίδητε τὰς ἀποφάσεις σας ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου, ἐξακολουθεῖτε μόνον νὰ ἐκπληρώνητε τὸ καθῆκόν σας πιστῶς. Δὲν θὰ σᾶς ἐνοχλῇ τὸ παράπαν κανείς, ἂν δὲ ὑπάρξουν ἀδικήματα κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῆς Χώρας, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἠθέλαμεν νὰ κολάσωμεν αὐστηρότερον, τὰ ἀδικήματα ταῦτα θὰ τὰ δικάζῃ ἡ στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη. Ἑπομένως σεῖς ἐξακολουθεῖτε ἀπονέμοντες τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ποινικὴν εἰς τὰ συνήθη πλημμελήματα, χωρὶς οὐδεὶς νὰ σᾶς ἐνοχλήσῃ». Ἔλεγον δὲ τότε πρὸς τὸ Σῶμα τῶν Ἐφετῶν, παρισταμένου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως· «ἀναλογίζεσθε ποίας εὐθύνας θὰ φέρετε εἰς τὸ μέλλον ἀναγκάζοντες τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ διὰ νέων δικαστῶν, τοὺς ὁποίους θέλει ἁλιεύσει μεταξὺ τῶν δικηγόρων τῆς χώρας ἐκείνης; Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ εὑρεθῶσι τὰ πρόσωπα τὰ παρεσκευασμένα διὰ νὰ σᾶς διαδεχθοῦν· μὴ θελήσητε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο παρεσκευασμένα. Διότι αὔριον, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ ἕνωσις τῆς Χώρας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβωσι νὰ ὑπηρετήσωσι σήμερον τὸ καθεστὼς τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποβληθῶσι. Θὰ παρεισαχθῶσι λοιπὸν εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι ἐν τῇ ὁλότητι αὐτῶν οὐδὲ ἱκανὰ οὐδὲ ἐπιτήδεια διὰ νὰ συμπληρώσουν τὰς ἐλλείψεις τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Τότε θὰ μετανοήσητε, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά». Τὰς αὐτὰς συστάσεις ἔκαμεν ὁ Πρόεδρος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔφθασεν εἰς Θεσσαλονίκην. Μάτην ὅμως οἱ δικασταὶ ἐν σώματι κατέλιπον τὰς θέσεις αὐτῶν. Μάτην ἐλέγομεν πρὸς αὐτοὺς ὅτι «καὶ ἐν ἐπαναστάσει σεῖς οἱ δικασταὶ ὀφείλετε νὰ τηρήσητε τὰς θέσεις σας ἐπιβάλλοντες τὸν νόμον καὶ ἀπονέμοντες τὸ δίκαιον». Αὐτοὶ κατέλιπον τὰς θέσεις των καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις τότε νὰ δημιουργήσῃ δικαστάς. Καὶ παρελάμβανε τοὺς δικηγόρους, τοὺς ὁποίους ἀποκαθίστα Πρωτοδίκας, τοὺς ὁποίους ἀποκαθίστα Εἰσαγγελεῖς. Καὶ ἔπρεπε νὰ δημιουργηθοῦν 4 Πρωτοδικεῖα ἐν Κρήτῃ καὶ ἔπρεπε νὰ δημιουργηθοῦν δὲν γνωρίζω πόσα εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς τὰς νήσους καὶ Πρωτοδικεῖα ἐκ νέων δικαστῶν πλὴν ἐλαχίστων οἱ ὁποῖοι ἀπέμειναν μετρούμενοι εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός. Δὲν λέγω, κύριοι, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν δὲν ἦσαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐδείχθησαν ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς των. Μαρτύριον τούτου εἶναι ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας συμπολίτης μου κ. Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἀληθῶς τὴν ἐτίμησεν. Ἀλλὰ ἡ πρώτη ἀφορμὴ τῆς παρεισαγωγῆς εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα στοιχείων τὰ ὁποῖα οὐδὲ χαρακτῆρα δικαστικὸν εἶχον διαπλάσει οὐδὲ προπαρασκευὴν εἶχον τὴν στοιχειώδη διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις εἰς ὅλας τὰς χώρας τὰς ὁποίας κατέλαβε, νὰ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἐγκαταλείψαντας τὰς θέσεις των δικαστικούς. Ἐπανήλθομεν ἐν τῷ μεταξὺ πρὶν ἐπανέλθωμεν συνεκεντρώθησαν ἐνταῦθα καὶ ὡς ὑπεράμωμοι συνετέλουν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν τότε κυβερνώντων καὶ οἱ κατέχοντες ὀργανικὰς θέσεις, καὶ οἱ ἔφεδροι, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον ἀπὸ τὰς νέας χώρας. Τὸ πῶς ἀπενέμετο ἡ δικαιοσύνη κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἐν ἔτει 1916 δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Ὅλη μὲν ἡ διοίκησις εἶχε χαλαρωθῆ καὶ ἐξαχρειωθῆ, ἀλλ’ ἐπρωτοστάτησαν κατὰ τὰς Νοεμβριανὰς σκηνὰς καὶ μετὰ ταῦτα οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, ἓν μέρος τουλάχιστον αὐτῶν. Ἰδιαίτατα δὲ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Οὕτω πως ἐπῆλθεν ἡ κατάπτωσις τοῦ δικαστικοῦ γοήτρου ραγδαίως ἐντὸς ἐλαχίστων μηνῶν, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους καὶ ὅταν ἐπανήλθομεν ἐκαλούμεθα νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ ἐρείπια τὰ ἠθικὰ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εὕρομεν Δικαιοσύνην. Δὲν εὕρομεν Δικαιοσύνην τὴν ὁποίαν νὰ καθοδηγήσωμεν εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Τὴν εὕρομεν συρομένην εἰς ἐρείπια ἠθικὰ κατὰ γῆς. Εὕρομεν δὲ μίαν λαϊκὴν ὀργὴν καὶ ἀξίωσιν γενικήν, «πρὸ παντὸς ἀναστηλώσατε τὸ δικαστικὸν γόητρον, τὸ ὁποῖον ἐρρυπάνθη ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς λειτουργούς». Δὲν ἦτο πλέον ἡ Δικαιοσύνη τοῦ 1909, τὴν ὁποίαν ἐκαλεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καθοδηγήσῃ εἰς τὸν φωτεινὸν δρόμον τὸν ἀνορθωτικόν, τὸν ὁποῖον ἐχάραξεν ἡ μεγάλη διάνοια τοῦ Βενιζέλου, ἐνσαρκώσασα τὸν λαϊκὸν πόθον καὶ τὴν λαϊκὴν ὁρμήν. Ἦτο ἡ διεφθαρμένη Δικαιοσύνη ἡ ὁποία κατεσπίλωσε τὸν ναὸν τῆς Θέμιδος. Ἦτο ἡ διεφθαρμένη Δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ περισυλλέξωμεν καὶ νὰ ἀνορθώσωμεν διὰ νὰ κατορθώσωμεν ἔπειτα νὰ τὴν ὁδηγήσωμεν εἰς ἕνα δρόμον νέον ἀπὸ τὸν ὁποῖον τόσον ἐξετράπη καὶ ἐξετροχιάσθη. Καὶ τὸ ἔργον τοῦτο ἀνετέθη εἰς τὸν ὁμιλοῦντα τὴν στιγμὴν ταύτην· εἰς ἐμὲ ἔλαχε βαρὺς κλῆρος νὰ ἐκκαθαρίσω τὴν Δικαιοσύνην καὶ ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε ἐν Πειραιεῖ μοὶ ἀνέθηκε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ μοῦ εἶπε «σοῦ ἀναθέτω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον, κ. Τσιριμῶκο, νὰ ἐνεργήσητε ἐκκαθάρισιν ἐν εὐρείᾳ κλίμακι καὶ ἄνευ δισταγμῶν», τοῦ ἀπήντησα «μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ σταματήσητε ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ἐκκαθαρίσεως, διότι γνωρίζω ὅτι ἔχετε κάποτε ἀδυναμίαν» καὶ μοῦ εἶπεν «ὄχι· θὰ προχωρήσητε». Ὅταν δὲ ἔφθασα ἐκ Κρήτης, κληθεὶς ἀπὸ τὸν τότε Ἀρχηγόν, εὗρον τὸ Διάταγμα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, διότι τὸ εἶχον ἀποφασίσει ὁ Ἀρχηγὸς τότε τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων μετὰ δύο συναδέλφων οἱ ὁποῖοι εἶχον προπορευθῆ, τοῦ ἀειμνήστου Ρέπουλη καὶ τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ. Ὅταν μάλιστα ἔφθασα, μοὶ εἶχον ἀνακοινώσει ὅτι ἄλλου Ὑπουργείου τὴν διεύθυνσιν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβω, ἀλλὰ τὸ ἑσπέρας ἐπῆλθε κάποια μεταβολή· ὁ δὲ κ. Βενιζέλος μοὶ εἶπε «θὰ ἀναλάβῃς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ τὸ ἀναλάβω ἐγώ». Κύριοι, κατὰ συνήθειαν τὴν ὁποίαν ἔχω, δὲν διστάζω νὰ ἀναλάβω τὰ βάρη τῶν εὐθυνῶν ὅταν πρόκειται νὰ ὑπηρετήσω τὸν Τόπον μου. Δὲν ἤμην βεβαίως ἄπειρος ὥστε νὰ μὴ γνωρίζω τί ἔπρεπε νὰ ὑποστῶ ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως, δὲν ἤμην τόσον ἄπειρος νὰ μὴ γνωρίζω ἓν Σῶμα συγκεκροτημένον, τὸ δικαστικόν, πόσον θὰ διατεθῇ δυσμενῶς κατ’ ἐμοῦ, δὲν ἤμην τόσον ἄπειρος ὥστε νὰ μὴ γνωρίζω τί ἔμελλε νὰ διασύρῃ κατ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος θὰ ἐνήργει τὴν ἐκκαθάρισιν, ἀλλὰ δὲν ἠσθανόμην καὶ τόσην ἀδυναμίαν νὰ τὸ πράξω καὶ ἀναλάβω τὴν ἐκκαθάρισιν. Καὶ πρῶτον ἀπέλυσα 8 Ἀρεοπαγίτας καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐνόμισα ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ πλήξω, ἔπρεπε νὰ πλήξω τὴν κεφαλήν, διότι αὐτὴ ἦτο ὁδηγὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ὅλαι αἱ ἀπολύσεις ἐγένοντο δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Λέγω τοῦτο ὄχι διὰ νὰ μειώσω τὴν εὐθύνην τὴν προσωπικήν, διότι δὲν αἰσθάνομαι οὐδεμίαν τύψιν συνειδήσεως οὐδὲ μετάνοιαν διὰ τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἂν θέλετε μάλιστα ὑπερηφάνως φέρω τὸ βάρος τοῦτο τῆς εὐθύνης, διότι νομίζω ὅτι συνετέλεσα ὥστε νὰ διδαχθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διὰ τόσης ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης περιβάλλονται καὶ διὰ τῆς πλήρους ἰσοβιότητος καθίστανται ἀπροσμάχητοι, νὰ διδαχθῶσιν εἰς τὸ μέλλον ὅτι ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ δὲν εἶναι ποτὲ ἀνεύθυνος κανεὶς ὅταν δὲν γνωρίζῃ νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του καὶ ὅταν συντελῇ εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ πολιτεύματος. Ἀπέλυσα 4 Προέδρους Ἐφετῶν, 2 Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, 3 Ἀντεισαγγελεῖς, 12 Ἐφέτας, 13 Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν, 5 Ἀντεισαγγελεῖς, 9 Προέδρους Πρωτοδικῶν καὶ 18 Πρωτοδίκας. Ἐκ τούτων ἐπανέφερα τοὺς 14 Πρωτοδίκας, τοὺς 4 Προέδρους Πρωτοδικῶν, τοὺς 3 Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν, 3 Ἐφέτας καὶ 1 Πρόεδρον Ἐφετῶν. Τοὺς ἐπανέφερα μετὰ πάροδον ἔτους ὁλοκλήρου καὶ ἐπανέφερα αὐτούς, ἰδίᾳ δὲ τοὺς κατωτέρους. Ἐπῆλθε λοιπὸν ἐκκαθάρισις καὶ τοῦ Σώματος τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν μονίμων Εἰσαγγελέων καὶ Ἀντεισαγγελέων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπανῆλθον οἱ 25 καὶ ἔμειναν ἐκτὸς ὑπηρεσίας 50 πρόσωπα. Ἀπεμακρύνθησαν λοιπὸν 50 πρόσωπα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας λόγῳ τῆς ἐκκαθαρίσεως. Λέγουσι λοιπὸν ὅτι «νά, ἡ ἐκκαθάρισις συνετέλεσεν εἰς τὸν κλονισμὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἑπομένως ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἡ κατάπτωσις αὐτῆς». Πλανῶνται πλάνην οἰκτράν. Καὶ ἐρωτῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λέγουν τοῦτο: Ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἐκκαθάρισις, ποῖον θὰ ἦτο τὸ δικαστικὸν γόητρον καὶ ποία ἡ Δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος των; Εἶναι εὔκολον νὰ ψέγῃ κανεὶς καὶ νὰ κρίνῃ μετὰ πάροδον 7ετίας ὁλοκλήρου, νὰ κρίνῃ πράξεις τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεταφέρεται κανεὶς εἰς τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐνηργοῦντο αἱ πράξεις αὗται, πρέπει νὰ μεταφέρεται πρὸς τὴν ὥραν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε πρὸ αὐτοῦ εἰμὴ Σῶμα ὀδωδὸς Δικαιοσύνης καὶ ἔπρεπε νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ νὰ τὴν ἀναστήσῃ καὶ τότε νὰ μοὶ εἴπουν ἂν ἦτο καλὸς χειρουργὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔβλεπε τὸ πτῶμα ἐνώπιόν του τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ νεκρωθῇ τελείως, ἂν δὲν ἐλάμβανε τὴν μάχαιραν, τὴν μάχαιραν τὴν χειρουργικήν, διὰ νὰ ἀποκόψῃ τὰ σεσηπότα μέλη, ἵνα ἀναστηλώσῃ τὸ λοιπὸν Σῶμα καὶ δι’ ἐνέσεων τὰς ὁποίας ἤθελεν ἐνεργήσει καὶ διὰ νέων προσώπων νὰ ἐνισχύσῃ καὶ δώσῃ νέαν μορφὴν καὶ νέαν ζωὴν εἰς τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος του. Προστίμησα τὸ δεύτερον. Ἡ Ἱστορία θὰ κρίνῃ μίαν ἡμέραν κατὰ πόσον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐνηργήθη ἦτο χρήσιμον ἢ οὔ. Ἀκόμη ἴσως δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ἀλλ’ ἀναντιρρήτως θὰ κρίνωσιν οἱ παρακολουθήσαντες τὰ πράγματα ἀμερολήπτως, χωρὶς νὰ θέλωσι νὰ ὑπερτιμῶσι τὴν Δικαιοσύνην χωρὶς νὰ θέλωσι νὰ κρίνωσι περὶ τῶν προσώπων τῆς Δικαιοσύνης ὥσπερ περὶ ἀΰλων προσώπων, περὶ προσώπων τὰ ὁποῖα κατορθώνουν νὰ δημιουργοῦν διὰ τῆς φαντασίας αὐτῶν ἐγκλήματα πτήσσοντες πρὸ τοῦ Μονάρχου ὁ ὁποῖος εἶχε πάθει τὴν παραφρόνησιν τοῦ Τυράννου, νὰ ἐκδίδωσι βουλεύματα παραπέμποντες εἰς δίκην ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ ἀνθρώπους ἐντελῶς ἀκάκους καὶ τιμίους καὶ νὰ τοὺς σύρουν εἰς τὰς φυλακὰς ἵνα εἶναι εὐάρεστοι εἰς τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς ὑπηρετοῦντας τούτους Ὑπουργούς. Εἶπον προχθὲς εἰς μίαν διακοπὴν ὅτι ἱκανοί τινες δικασταὶ παρελείφθησαν. Ἐγὼ τὸ ἐγνώριζον καλύτερον· ὄχι μόνον ἦσαν ἱκανοί, ἀλλὰ ἐγὼ ἐλησμόνησα δεσμοὺς φιλικοὺς τοὺς ὁποίους εἶχον μετ’ αὐτῶν, ἐλησμόνησα τοπικὰ πολιτικὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα εἶχον μετ’ αὐτῶν καὶ ἔπληξα καὶ τοὺς ἱκανούς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἦσαν ἱκανοὶ τοὺς ἔπληξα, διότι αὐτοὶ οἱ ἱκανοὶ ἦσαν οἱ περισσότερον ἐπικίνδυνοι. Καὶ ἀναφέρω τὸ παράδειγμα ὅτι τὰ βουλεύματα ὅλα τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ τῶν βενιζελικῶν ἀνδρῶν συνετάσσοντο ἀπὸ τὸν ἱκανώτερον Ἐφέτην, ἀπὸ τὸν διαπρεπέστερον ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τὸ κάλυμμα, διότι ἔπρεπε νὰ ἐνδύωνται τὴν νομιμότητα. Ἀλλὰ ἂν ἦτο ἱκανὸς ἦτο ἀδύνατον νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἰδικῶς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπώλεσε τὸν χαρακτῆρα αὑτοῦ καὶ ἔγινεν ὄργανον μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, τῆς ὁποίας προΐστατο Μονάρχης. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔπαυσε νὰ εἶναι δικαστὴς καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι χρήσιμος, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἐβράδυνεν ὅμως ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἐπανακτήσῃ τὴν θέσιν της. Ὑπηνίχθη κάποιος ἐκ τῶν ἀγορευτάντων ὅτι διετηρήθη ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀνοικτὴ ἡ θύρα. Δὲν παρηκολούθησε τὰ πράγματα. Προκειμένου περὶ τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν ἔκλεισεν ἡ θύρα ἐνωρίς. Ἀφέθη ἀνοικτὴ ἡ θύρα τῆς ἐκκαθαρίσεως μόνον διὰ τὸ κατώτερον προσωπικόν, Εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων Εἰρηνοδικείων, τοὺς ὁποίους δὲν ἠδύνασο συλλήβδην νὰ ἐκκαθαρίσῃς ἄνευ ὑποβολῆς ἐκθέσεων καὶ μελέτης τῶν πραγμάτων διὰ νὰ μὴ ἀδικήσῃς πτωχοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦτο εὔκολον νὰ παρασυρθοῦν. Μετὰ ἓν ἔτος εἶχον ἀποκατασταθῇ πλήρως αἱ ἐγγυήσεις ὅλαι αἱ συνταγματικαὶ καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἀπὸ τοῦ 1918 ἤρξατο λειτουργοῦσα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐγγυήσεων αὐτῶν. Δὲν ἐσκέφθην ποτὲ τὴν αὐτοτέλειαν τὴν δικαστικὴν νὰ τὴν θίξω καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἐξηκολούθησε λειτουργοῦν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτὴ ἀκόμη καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νέων στοιχείων ἐγένετο κατόπιν γνωμοδοτήσεως Ἀνωτέρου Συμβουλίου. Μόλις ἐπανῆλθον αἱ δικαστικαὶ ἐγγυήσεις, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπλουτίσθη διὰ νέων δικαστῶν, διὰ νέων Ἀρεοπαγιτῶν, ἐκ τοῦ διορισμοῦ τῶν ὁποίων δὲν ἠγέρθη φωνή, διότι ἦσαν ἐπιμελῶς ἐκλελεγμένοι οἱ ἄριστοι τῶν δικαστῶν. Πολλοὶ εἶναι καὶ σήμερον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἄλλοι ἀπεμακρύνθησαν τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπῆρξε φωτεινὴ ἡ περίοδος τῆς Δικαιοσύνης αὐτή· φωτεινὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, διότι τὴν εὗρον ἐν τῷ σκότει, τὴν εὗρον τόσον χθαμαλὰ ἱσταμένην, τὴν εὗρον εἰς τὸ σκότος ἐρριμμένην, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαλάμψῃ ἀμέσως. Δέχομαι εὐχαρίστως πάντα ψόγον τῆς διοικήσεως, ὄχι ὅμως διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, διότι ἡ ἐκκαθάρισις ἦτο ἓν ἔργον τὸ ὁποῖον ἀπῃτήθη ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν κόσμον τῶν φιλελευθέρων, ἦτο μία ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ καὶ ὅτι ἐγὼ δὲν ἤμην παρὰ ὁ ἐργάτης αὐτῆς τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἤμην ὁ ἐκτελεστής. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ περιαυτολογῶ, διὰ τοῦτο νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἀναφέρω οὐδὲ ἂν εἰσήχθη νομοθεσία τις οὐδὲ ἂν ἐψηφίσθησαν νόμοι, διότι ὅλα λησμονοῦνται εἰς τὴν μακαρίαν αὐτὴν Χώραν, ὅταν ὑπάρχῃ προδιάθεσις. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται ἀκόμη περὶ τὰ δικαστικὰ λησμονοῦν καὶ δὲν ἐρωτοῦν μή ποτε ἐψηφίσθη ὁ δεῖνα νόμος κοινωνικῆς ὠφελείας καὶ τίς ἦτο ὁ εἰσηγητής. Ἐπειδὴ εἶναι ἔργα τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς ἐμέ, δὲν τὰ ἀναφέρω ἐν τῇ Συνελεύσει· εἶναι ἡ συλλογὴ τῶν νόμων καὶ ἕκαστος δύναται νὰ ἀνεύρῃ τὴν περίοδον μεταξὺ 1917–1920 εἰς τοὺς δικαστικοὺς νόμους διὰ νὰ ἴδῃ ποῖοι νόμοι ἐψηφίσθησαν καὶ πόσον ἐξυπηρετικοὶ ὑπῆρξαν καὶ ἂν εἶναι νόμοι οἱ ὁποῖοι σήμερον λειτουργοῦσι καὶ δὲν ἐσκέφθη κανείς, οὐδὲ ἐκ τοῦ ἀντιθέτου στρατοπέδου, νὰ θίξῃ τοὺς νόμους αὐτούς, διότι τοσαύτης κοινωνικῆς ὠφελείας ὑπῆρξαν. Οὐδὲ ἂν ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς οὐδὲ ἂν ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκποιήσεως προικώων οὐδὲ ἂν ἐλύθη τὸ ζήτημα τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων, οὐδὲ ἂν ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦ διαζυγίου, οὐδὲ ἂν ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς μονομαχίας, οὐδὲ ἂν ἐλύθησαν τόσα ἄλλα κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος ζητήματα, οὐδὲ ἂν οἱ φυλακισμένοι ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν καὶ εἰργάζοντο εἰς τὸ ὕπαιθρον ἄνευ θορύβου καὶ πατάγου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διετυμπανίζετο ἀνέκαθεν, δὲν τὸ διετυμπάνισα ποτέ μου, τὸ ἔκαμα καὶ τὸ ἐφήρμοσα πρῶτος καὶ αἱ φυλακαὶ εὑρίσκονται εἰς τὸν Βοτανικὸν Κῆπον καὶ εἰς τὰ δασύλλια τῆς Ἀττικῆς καὶ εἰργάζοντο ἐλευθέρως οἱ ἐργάται ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν, χωρὶς ποτε νὰ σκεφθῇ κανεὶς νὰ ἀποδράσῃ· ἄλλοι φυλακισμένοι εἰς τὴν Κέρκυραν εἰργάζοντο ἔξω, ἄλλοι εἰς τὸ Ἀλιβέριον εἰς τὰ μεταλλεῖα. Καὶ ταῦτα πάντα συνετελέσθησαν εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο φωτεινὴ ἡ περίοδος τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ θαμβώσῃ τοὺς ρήτορας, οἱ ὁποῖοι ὡμίλουν ἐντεῦθεν. Βεβαίως αἱ ἐκκαθαρίσεις εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συντελεῖ εἰς ἐμπέδωσιν τῆς πεποιθήσεως περὶ τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Βεβαίως αἱ ἐκκαθαρίσεις κλονίζουσιν, ἀλλὰ δὲν θὰ συνετέλει εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς πεποιθήσεως ἡ μὴ τιμωρία ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἀφορμὴ καὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δικαιοσύνης εἰς τοιοῦτον σημεῖον. Ἐγώ, κύριοι, νομίζω ὅτι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐξεκαθαρίσθησαν, τινὲς τῶν ὁποίων ἐπανῆλθον καὶ τινὲς τῶν ὁποίων ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ πάλιν ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως, διότι δὲν ἦτο ἄλλως δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀλλὰ τινὲς τῶν ὁποίων ὑπηρετοῦσιν, ἐν τῇ ψυχῇ των σήμερον πιστεύουν ὅτι καλῶς ἐξεκαθαρίσθησαν τότε. Εἶμαι βέβαιος ὅτι εἶναι μετανοημένοι, διότι συνετέλεσαν τότε νὰ ἐκπέσῃ τὸ δικαστικὸν γόητρον, εἶμαι βέβαιος ὅτι αὐτοὶ σήμερον, παραμένοντες, θὰ ἐργάζωνται καὶ θὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ θὰ ἐργασθῶσι πλέον ὑπὸ ἄλλας ἐντυπώσεις, χωρὶς εἰς τὸ μέλλον νὰ παρασυρθῶσιν ἀπὸ τῶν πολιτικῶν μερίδων καὶ νὰ συντελῶσιν εἰς διαφθορὰν τοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς ἐξαχρείωσιν τοῦ λαοῦ. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι πρώτιστον αἴτιον τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Δικαιοσύνην στοιχείων τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν παρεσκευασμένα ὑπῆρξεν ὁ διχασμὸς τῆς Χώρας καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις ἐκ τῆς θέσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐκ τῶν μερῶν εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκετο ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις. Ὅταν, κύριοι, ἤλθομεν ἐνταῦθα καὶ μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ἡ ὁποία ἐστοίχισε 50 πρόσωπα ἐκ τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, εὑρέθημεν μετὰ τὸν πόλεμον τὸν παγκόσμιον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἱδρύωμεν δικαστήρια εἰς τὰς ἀπεράντους Χώρας τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτα διὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ πλουτίσωμεν τὴν Θράκην καὶ τὴν Μ. Ἀσίαν διὰ δικαστηρίων. Καὶ ἐρωτῶ: Τίς γίγας θὰ ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κατώρθωνεν ἀπὸ τὰ σώματα τῶν δικαστῶν νὰ πλάσῃ νέους δικαστὰς καὶ ὅλοι νὰ εἶναι τῆς αὐτῆς ἀξίας καὶ τῆς αὐτῆς ὑποστάσεως, καὶ νὰ τοὺς σκορπίσῃ εἰς τὰ πέρατα τῶν Ἑλληνικῶν Χωρῶν; Καὶ δὲν εἶναι ἄπορον πῶς δὲν εἶναι φωτεινὴ ἡ Δικαιοσύνη, ὅταν ἔπρεπε νὰ ἑξαπλασιασθῇ ἢ νὰ δεκαπλασιασθῇ τὸ δικαστικὸν Σῶμα διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας καὶ ὅταν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ὅλους ἄνδρας τῆς περιωπῆς τοῦ κ. ἐκ Λοκρίδος πληρεξουσίου διὰ νὰ μᾶς ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ ἀγρεύσωμεν δικαστὰς ἐξ ὅλων τῶν μερῶν καὶ Εἰρηνοδίκαι νὰ γίνωσι Πρωτοδίκαι καὶ δικηγόροι νὰ διορισθῶσιν Εἰσαγγελεῖς διὰ νὰ πλουτίσωμεν τὸ δικαστικὸν Σῶμα, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας. Καὶ ἐξαπεστέλλοντο οἱ καλοὶ δικασταὶ εἰς Μικρὰν Ἀσίαν καὶ εἰς Θράκην καὶ ἔμενον ἐνταῦθα τὰ ὑπολείμματα καὶ μὲ τὰ νέα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἰσήγοντο ἔπρεπε νὰ λειτουργήσωσι τὰ δικαστήρια. Καὶ ἔπρεπε νὰ λειτουργήσωσι τὰ δικαστήρια καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη ἠξίου καθημερινῶς ἀποσπάσεις Πρωτοδικῶν καὶ Εἰσαγγελέων, ἱκανῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἔπρεπε νὰ λειτουργήσῃ ἡ Δικαιοσύνη πλήρης καὶ ἀκεραία καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ ἐπισιτισμὸς τῆς Χώρας ἠξίου ἀπὸ τὸ δικαστικὸν Σῶμα νὰ λάβῃ τοὺς ἐπόπτας τοῦ ἐπισιτισμοῦ καὶ ἡ περίθαλψις τῶν τραυματιῶν καὶ τῶν ἐφέδρων ἠξίου καὶ αὐτὴ νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τὸ δικαστικὸν Σῶμα τοὺς ὑπαλλήλους της. Καὶ ἐν τούτοις ἡ Δικαιοσύνη ἐλειτούργησε. Βεβαίως εἰς τὰ ἀπομεμακρυσμένα μέρη δὲν ἐλειτούργησε καλῶς. Βέβαια τὰ Πρωτοδικεῖα δὲν ἦσαν πλήρη, ἀλλὰ κατώρθωναν νὰ λειτουργῶσιν, ἐφόσον ἦτο δυνατόν. Ἐλειτούργουν ὅμως εἰς τὸ κέντρον καθ’ ὃν τρόπον δὲν ἐλειτούργησαν ποτὲ καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐπίλεκτος δικηγόρος τῆς ἀντιπάλου παρατάξεως ἔλεγε: «Δὲν δύναμαι νὰ παραβάλω τὴν Δικαιοσύνην τοῦ 1917–1920 μὲ τὴν Δικαιοσύνην τοῦ 1920–1922». Τῷ 1917–1920 ἦτο συνηθροισμένον ἐνταῦθα ὅ,τι ἐπίλεκτον εἶχεν ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἀπετελεῖτο πλήρης καὶ ἀκεραία, ἐνῷ τῷ 1920–1922 κατήσχυναν τὴν Δικαιοσύνην ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ τὴν ὑπηρετήσωσιν. Ἂν δὲν τὸ ἐγνώριζον οἱ ἀγορεύσαντες, ἂς ἐζήτουν πληροφορίας ἀπὸ τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον ἐνταῦθα ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὑπηρετοῦντες ὡς ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους δικαστικοί, νὰ δυσκολεύωνται νὰ ὁμολογήσουν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τοῦ 1917–1920 κατέβαλε πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν ὅπως ὑπάρξῃ πλήρης καὶ φωτεινή, ὅταν μάλιστα μεταξὺ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἐξελέγησαν διὰ νὰ ἀνορθώσωσι τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης ἦσαν καὶ αὐτοὶ οἱ κατηγορήσαντες.
§154Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγὼ δὲν ἔψεξα διόλου τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου διωκήθη ἡ Δικαιοσύνη κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1917– 1920, ἔψεξα κατ’ ἀρχὴν τὸ γόητρον τῆς ἐκκαθαρίσεως, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπάρκειαν τῶν δικαστικῶν προσώπων καὶ τὴν σύνθεσιν τῶν Ἀνωτέρων Δικαστικῶν Συμβουλίων ἐκ μέρους ὑμῶν ὡς προϊσταμένου τῆς Δικαιοσύνης κατεβλήθη ἐντελῶς ἐξαιρετικὴ ἐπιμέλεια, ἡ ὁποία, ὁμολογουμένως, παρ’ οὐδενὸς ἐκ τῶν μετέπειτα διοικησάντων τὴν Δικαιοσύνην κατεβλήθη. Τοῦτο ὁμολογεῖται γενικῶς παρ’ ὅλου τοῦ νομικοῦ κόσμου, ἀναμφισβητήτως δὲ ἐν τῷ χειρισμῷ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων τῆς Δικαιοσύνης ἐκ μέρους ὑμῶν ἐφηρμόσθη ἡ ἐπιλογὴ τῶν ἱκανωτέρων δικαστικῶν στοιχείων, ἀνεξαρτήτως τούτων ἢ ἐκείνων τῶν πολιτικῶν φρονημάτων.
§155Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ διακοπή σας συνετέλεσε πολὺ εἰς τὸ νὰ ἐπανορθώσητε τὸ ἄδικον εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεπέσατε, διότι εἴχετε καθῆκον νὰ προσθέσητε αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπετε, διότι διὰ τὸν διοικοῦντα τὴν Δικαιοσύνην τοῦτο εἶναι τὸ πρώτιστον, ὅτι ἀσχέτως πολιτικῶν φρονημάτων πρέπει ν’ ἀποβλέψῃ ὅπου ὑπάρχουν οἱ ἱκανοὶ καὶ καλοὶ χαρακτῆρες νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ μέλη τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Ἂν τοῦτο ἔπραξε, τότε ἡ Δικαιοσύνη ὑπῆρξε φωτεινοτάτη, φωτεινοτέρα ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην, διότι οἱ ἄλλοι δὲν εὑρέθησαν εἰς θέσιν δυσχερῆ.
§156Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν ἀπέδωκα εἰς ὑμᾶς καμμίαν εὐθύνην· εἶπα ὅτι ἡ περίοδος τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας αὐτὴν κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1917–1920, συνεπείᾳ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν αἵτινες ἐπέφεραν τοιοῦτον κλονισμὸν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, δὲν κατέστη δυνατὸν ν’ ἀποκατασταθῇ αὕτη εἰς τὴν περιφάνειαν εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀνέλθει κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1910–1915. Τοῦτο δὲ εἶπον ὅτι δὲν κατέστη δυνατὸν ἐκ τῆς διοικήσεως ἐκ τούτου ἢ τούτου τοῦ λόγου, εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ πολιτικοῦ σάλου ἐκλονίσθη, οὕτως ὥστε οἱ διοικοῦντες τὴν Δικαιοσύνην εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπῆλθον τὰ κακά.
§157Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἁλιεύσωμεν νέα στοιχεῖα καὶ εἰσήχθησαν ἀναγκαίως εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τιμήσωσι τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἡ ἐκκαθάρισις ἡ φυσιολογικὴ ἦτο ἔργον τῆς διοικήσεως τῆς μετὰ ταῦτα Δικαιοσύνης· δὲν ἦτο δύσκολον πρᾶγμα τὰ παρεισδύσαντα εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, ν’ ἀποβληθῶσιν ἀπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος διὰ μιᾶς ἀπολύσεως. Ἡ προσπάθεια ἡ ὁποία κατεβλήθη ὑπῆρξεν ὑπεράνθρωπος ἐνταθεισῶν τῶν δυνάμεών μας ὅσον ἦτο δυνατὸν περισσότερον διὰ νὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Νέων Χωρῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν, ἀλλὰ καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος στοιχεῖα ἱκανά, εἶναι ἡ παράλειψις τῆς Ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ νὰ ἀποδέχεται τὰς παραιτήσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ δικηγορήσωσι. Τὸ εἶπον εἰς μίαν ἐφημερίδα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐστερήθη τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἱκανωτάτων ὑπαλλήλων, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἀπαγόρευσις καθ’ ἣν παραιτούμενοι δικαστικοὶ δὲν δύνανται νὰ δικηγορήσωσιν ἐπὶ μίαν τριετίαν. Ἂν τοῦτο συνέβαινε, θὰ εἴχομεν εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἄνδρας ἱκανωτάτους.
§158Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἀπονομὴ συντάξεως ὀλίγων ἐτῶν.
§159Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τοὺς εἴπετε «ἐξέλθετε διὰ νὰ ἔχητε ἀμοιβὰς», ἀντὶ νὰ τοὺς εἴπητε «ὅτι δὲν θὰ λάβητε οὐδεμίαν σύνταξιν, δὲν θὰ δύνασθε νὰ δικηγορήσητε». Τοῦτο ἐπιβάλλει τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης.
§160Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη σήμερον.
§161Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, διότι, ὅταν αἰσθανθῇ ὁ δικαστὴς ὅτι δικηγορῶν ἐν ᾧ τόπῳ ὑπηρέτει θὰ ἔχῃ μεγαλυτέρας ἀμοιβὰς, θ’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ὑπηρεσίας· θὰ χάσητε τοὺς καλυτέρους καὶ πρέπει νὰ θέσητε φραγμὸν εἰς τοῦτο. Μὴ διστάζητε. Γνωρίζω ἐγὼ διατί διστάζετε, ἤμην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν σας καὶ γνωρίζω ποίαν ἀντίδρασιν εἶχον, ὁσάκις ἠθέλησα ν’ ἀναπτύξω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ περιορισμός. Ἔθεσα τὸν περιορισμὸν αὐτὸν εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ θέλω νὰ τὸν ἐπεκτείνητε εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑφίσταται καὶ πρέπει νὰ τὸν ἴδητε. Λοιπὸν πρέπει νὰ τὸν ἐπεκτείνητε εἰς ὅλην τὴν Χώραν, διότι οὕτω θὰ περιορισθῇ τὸ κακὸν διὰ τὸ μέλλον, διότι δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι οἱ παραιτηθέντες πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀπαγορεύεται νὰ δικηγορῶσι. Θὰ ἦτο σκληρόν. Εἰς τὸ μέλλον δύνασθε νὰ συγκρατήσητε τοὺς ἄλλους. Εἶναι καὶ τοῦτο μία αἰτία τῆς παρατηρουμένης ἐλλείψεως ἱκανῶν στοιχείων. Τώρα ζητοῦν νὰ ἀνορθώσω διὰ τοῦ ψηφίσματος καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διὰ τοῦτο δικαίως πταίομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι προέβημεν εἰς τὴν γενικὴν ἐκκαθάρισιν, διότι ἀνεστείλαμεν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι ἔπρεπε νὰ φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν εὐθύνην πλήρη τῶν κενῶν καὶ τῶν προαγωγῶν. Ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἴδιος ἔχει ἀνάγκην τοῦ φραγμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Δὲν συμφωνῶ ὅμως τὸ παράπαν οὔτε μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης οὔτε μὲ ὅλους τοὺς ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ αὐτοτέλεια τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ καθιστᾷ ἀνεύθυνον τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἁπλοῦν διεκπεραιωτὴν τῶν ἀποφάσεων ἑνὸς Συμβουλίου Ἀνωτάτου. Πῶς θὰ δεχθῆτε αὔριον, ὅταν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον προαγάγῃ ὅλους τοὺς ἀνικάνους, τοὺς κεκμηκότας, τοὺς πνευματικῶς ἀναπήρους, σεῖς νὰ ὑπογράψητε τὰς προαγωγάς, διότι τί ἠθέλατε νὰ κάμητε; Ὁ προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνο πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πρωτοφανές· ὅλοι οἱ λαοὶ οἱ προσιδιάζοντες πρὸς ἡμᾶς τὸ ἔχουσιν ἀναγεγραμμένον. Πῶς θέλετε νὰ γίνεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγίνετο ἄλλοτε, Πρωτοδίκαι οἱ ὁποῖοι δὲν προήχθησαν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀπὸ Ὑπουργοὺς σεβομένους ἑαυτοὺς προήχθησαν κατὰ ἀγέλας ὑπὸ τῶν Συμβουλίων; Καὶ εἶπον διὰ Πρωτοδίκην παραλειφθέντα κατὰ τοὺς προβιβασμούς, ὅταν οὗτοι ἐγίνοντο ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι δύναται νὰ καταλάβῃ ἐπαξίως τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν καὶ ὁ ἔρημος Ὑπουργὸς ἔθηκε τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὴν προαγωγὴν ἑνὸς ἠλιθίου. Αὐτὰ ὑπεχρέωσαν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἐμὲ νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ὑπερθεματίσω εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ εἴπω· πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας; Καὶ μὴ πλανᾶσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτό. Ὑπῆρξε τὸ Συμβούλιον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τὸ ὁποῖον ἥδρευεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἀπετελεῖτο ἀπὸ καθηγητὰς καὶ ὅταν εἰσηγήθην τὴν κατάργησιν αὐτοῦ καὶ ἐζήτησα νὰ μὴ ἔχῃ κῦρος οὐδεμία αὐτοῦ ἀπόφασις, ἂν δὲν ἔχῃ ὑπὲρ αὐτῆς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, τί συνέβη; Ἐδημιουργήθη κλίκα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἐσύροντο οἱ διδάσκαλοι εἰς τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου, ἀνεβοκατεβαίνοντες ὄχι διὰ νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὰς κλίμακας τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου τοῦ τότε καὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου τῶν τότε, ζητοῦντες τὴν προστασίαν αὐτῶν καὶ τὸ ἔλεος. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε γνώμην περὶ αὐτῶν. Τότε λοιπὸν ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς ἐκείνης κατέπεσε τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο καὶ ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Εἶμαι λοιπὸν ἐναντίον τῆς γνώμης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν αὐτοτέλειαν τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀπορροφήσεως πάσης ἐξουσίας ἐκείνου ὁ ὁποῖος κέκληται νὰ διοικήσῃ τὴν Δικαιοσύνην, νὰ ἐλέγχῃ, νὰ ἐποπτεύῃ, νὰ ὠθῇ. Καὶ ποῖος θὰ καταλογίσῃ ἀδυναμίαν εἰς τὸν ἄθλιον Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος καὶ ἂν θελήσῃ νὰ κάμῃ καμμίαν παρατήρησιν, θὰ ἀκούσῃ «τῶν παθῶν του τὸν τάραχον» ὅτι ἐπεμβαίνει εἰς τὰ ἱερὰ τεμένη τοῦ Συμβουλίου καὶ θίγει τὰς εὐαισθήτους χορδὰς αὐτοῦ; Ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν πρὸ παντὸς νὰ ἀναστηλώσητε τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης· εἶσθε ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πρέπει νὰ φέρητε τὰς εὐθύνας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχητε τὰς εὐθύνας πρέπει νὰ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ πατάξητε τὸ κακόν, νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆσθε, νὰ ἀρνῆσθε τὴν συντέλεσιν τοῦ κακοῦ. (Χειροκροτήματα). Τὸ ἠθικὸν ἀνάστημα τοῦ μακαρίτου Δημητρακοπούλου καὶ τοῦ κ. Ρακτιβὰν τὸ γνωρίζω καλύτερον ὑμῶν, διότι, συμπαρεδρεύσας μετ’ αὐτῶν, ὑπῆρξα συνεργάτης καὶ μετ’ αὐτῶν καὶ ἐγὼ ἐπολιτεύθην καὶ ἐνήργησα τὰς κακὰς αὐτὰς πράξεις εἰς τὸ παρελθόν. Ἂν εἶχεν ἠθικὸν ἀνάστημα ὁ Δημητρακόπουλος, εἶχε καὶ μίαν ἐπιβολὴν χαρακτῆρος καὶ μίαν ἰσχὺν τὴν ὁποίαν ἤσκησε μετ’ ἀγριότητος. Δὲν ἐξετάζω ἐγὼ ποῖος ἀσκεῖ ἐπιβολὴν προσωπικήν, ἐγὼ θέλω οἱ νόμοι νὰ ἀσκῶσι τὴν ἐπιβολὴν δι’ ὅλους τοὺς Ὑπουργούς, ἀδιαφορῶ, ἂν τὸ ἀνάστημα εἶναι ὑψηλὸν ἢ χαμηλόν, ἐγὼ θέλω ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὸν νόμον ἐν χειρί. Δὲν ἔθιξα οὐδενὸς τὴν γνώμην, διότι ἔχω μετ’ αὐτῶν συναγωνισθῆ, δὲν ἐζήτησα νὰ ἀντενεργήσω, ἐζήτησα νὰ ἐργασθῶ παραπλεύρως μετ’ αὐτῶν. Διαφωνῶ πρὸς ὅλους τοὺς προλαλήσαντας καὶ ὑποστηρίξαντας ὅτι ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ὑπογράφῃ καὶ διεκπεραιοῖ ὡς τυφλὸς διεκπεραιωτὴς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἂν τοῦτο συμβῇ, θὰ εὑρεθῆτε πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην, εἴτε ὑμεῖς εἴτε ἄλλος τις, τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα οἱασδήποτε Βουλῆς. Μὴ θέλετε τὴν εὐθύνην νὰ τὴν ρίψετε εἰς τοὺς ὤμους τῶν ἄλλων, διότι θὰ σπεύσητε νὰ τὰς ἀναλάβητε διὰ νὰ πατάξητε τὸ κακόν, πρὸ παντὸς δὲ διὰ νὰ σώσητε τὸ γόητρον αὐτοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου.
§162Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι ἀναντίρρητον γεγονὸς ὅτι ἡ περίοδος ἡ ὁποία ἐσημείωσε τὴν φωτεινοτέραν ἐποχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1910–1915, συμπίπτει μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ συστήματος τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον κοινῶς λέγεται τὸ σύστημα τῆς συναλλαγῆς. Ὅταν αἱ ὑπηρεσίαι ἀπέκτησαν αὐτοτέλειαν διὰ τῶν Συμβουλίων, ἀμέσως εἴδομεν ἀποκαθισταμένην ἐν Ἑλλάδι καὶ διοίκησιν καὶ ὄργανα Δικαιοσύνης. Εἶναι δυνατὸν τὰ Συμβούλια ταῦτα νὰ ἐσημείωσαν παρεκτροπάς τινας, ἀλλ’ εἶναι ἁπλουστάτη ἡ λογικὴ ἡ ὁποία μᾶς πείθει ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τούτων, διότι αἱ ἔννοιαι τῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ περιορίζωνται εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν προσώπων, ἐνῷ τὸ Κράτος τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλων τῶν προσώπων. Καὶ διὰ τοῦτο μέχρι τοῦ 1909 ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῆς συναλλαγῆς καὶ μᾶς ἤγαγεν εἰς μίαν Ἐπανάστασιν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γίνεται μία ἀνόρθωσις διὰ τοῦ ἀντιθέτου συστήματος. Ἐπανέρχεται τὸ σύστημα, μικτὸν ἢ ἄμικτον, καὶ βλέπομεν ἀμέσως ῥαγδαίαν τὴν κατάπτωσιν τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν πάντα ταῦτα καὶ νὰ ἐρχώμεθα συνήγοροι ἑνὸς συστήματος τὸ ὁποῖον, διαρκέσαν ἐπὶ δεκαετηρίδας, δὲν κατεδικάσθη μόνον, ἀλλ’ ἀπεδείχθη καὶ ἠθικῶς ὀλέθριον; (Χειροκροτήματα).
§163Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι εὔκολον νὰ προκαλῆτε ἐντυπώσεις εὐαρέστους, ἀλλ’ εἶναι εὐκολώτερον νὰ στηρίζεσθε ἐπὶ τῆς ἀληθείας.
§164Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς εἶσθε ὁ δημιουργὸς ἐντυπώσεων, ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀντιτίθεμαι ἐναντίον τῶν εὐαρέστων ἐντυπώσεων. Ἐγὼ ὁμιλῶ δυσαρέστως διὰ τοὺς πληρεξουσίους, τῶν ὁποίων ζητῶ τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων, σεῖς εἶσθε ὁ θέλων νὰ ἐπεκτείνετε ταῦτα ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων.
§165Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί εἶσθε σεῖς καὶ τί ζητεῖτε. Γνωρίζω μόνον ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι δὲν ὡμίλησα ποτὲ ἐγὼ περὶ συναλλαγῶν, διότι δὲν ὡμίλησα ποτὲ περὶ ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δὲν εἶπον ὅτι πρέπει νὰ περιορισθοῦν τὰ Συμβούλια. Ἂν παρηκολουθεῖτε ἢ ἂν δὲν ἠθέλετε νὰ διαστρέφητε τὰ πράγματα, θὰ ἐλέγετε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι τῷ 1912–1915 τὰ Συμβούλια εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως εἶχον τελικὴν γνώμην. Εἰς τὰ Συμβούλια ἐδίδετο ἡ πρότασις, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἦτο ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ ἢ νὰ μὴ κρίνῃ, πλὴν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βασίζωμαι ἐπὶ ἀνακριβειῶν, διότι τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδιδεν ἀποφάσεις ὑποχρεωτικὰς διὰ τὸν Ὑπουργόν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐξέδιδεν ἀποφάσεις ὑποχρεωτικάς. Μὴ θέλετε νὰ ἀναφέρωμεν μίαν τάξιν ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἀνακριβειῶν.
§167Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὐδὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἐξέδιδεν ἀποφάσεις ὑποχρεωτικάς.
§168Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπίσης καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπίσης.
§169Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας δὲν εἶχε τὸ Συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις ὁριστικάς· ἦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον τὸ συνέστησα ἐγὼ διὰ νόμου καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας ἦτο πλῆρες.
§170Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ τότε ἐπροκόψαμεν.
§171Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπροκόψαμεν διότι ἡ διοίκησις τοῦ 1912–1915 εἶναι ἡ διοίκησις τὴν ὁποίαν ἐκάματε σεῖς.
§172Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν κατηργήθη αὐτὸ καὶ ἐπανεφέρθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κανονίζῃ τὰς μεταβολὰς τῶν προσώπων, τότε εἶπον ἐγὼ ὅτι ἐπροκόψαμεν.
§173Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τότε δὲν ἤμην ἐγώ. Τότε εἶναι ἐποχὴ ἄλλη, διάφορος, δὲν ἀφορᾷ ἐμέ. Ὅταν δὲ ὡμίλουν, ἠκούσατε τί εἶπον. Δὲν γνωρίζω ἂν μετείχετε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἂν μετείχετε θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι, ὅταν εἰσηγήθην ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀρνησικυρίας ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ὁ πρωτοστατήσας ἐν τούτῳ ἦτο ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως. Δὲν ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ οἱ τότε ἤθελον νὰ ἐξαπολύσουν τὴν συναλλαγὴν εἰς τὴν Χώραν.
§174Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀφήσατε αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα.
§175Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα τὰς γνώμας τὰς ὁποίας εἶχα καὶ μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἂν αἱ γνῶμαι αὐταὶ εἶναι ἀρεσταὶ εἰς ὅλους. Ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ εἶναι ἀκεραία. Ἀλλὰ θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσητε τὰ Συμβούλια, καὶ ὅσοι σήμερον κόπτονται ὑπὲρ τῆς αὐτοτελείας τῶν Συμβουλίων θὰ εἶναι αὔριον οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι θὰ διακηρύξουν τὸ ἀντίθετον.
§176Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν θὰ περιέλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἡμεῖς.
§177Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τοιαύτην τὴν πεποίθησιν ἔχω· δὲν ἐπιθυμῶ δὲ τὸ παράπαν νὰ μείνῃ ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐνεργείᾳ του. Ἀπ’ ἐναντίας ὑπεστήριξα ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ ὅσοι εἶναι καλῆς πίστεως δύνανται νὰ τὸ ὁμολογήσουν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀνάγκην τοῦ φραγμοῦ τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ τὸ Συμβούλιον ἔχει τὴν ἀνάγκην τοῦ φραγμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ (χειροκροτήματα). Ὁ εἷς χρησιμεύει πρὸς περιορισμὸν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ ἑτέρου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ διαπράξῃ τὸ κακόν. Καὶ ὅταν δὲν δύναται κανεὶς νὰ διαπράξῃ τὸ κακόν, τότε θὰ συντελῆται τὸ ἀγαθόν, τότε ἡ διοίκησις θὰ εἶναι ἀγαθή. Δὲν ἔχω δὲ ἐγὼ ἐκ τοῦ παρελθόντος τὴν γνώμην ὅτι ὅπου τὰ Συμβούλια δὲν εἶχον τὴν τελειωτικὴν ἀπόφασιν ἡ Διοίκησις ἦτο χειροτέρα. Ὑποστηρίζω λοιπὸν ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἦτο ἀπαραίτητον διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης· μάλιστα ὑποστηρίζω ἀκόμη, ὅτι καὶ ἡ σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου πρέπει νὰ εἶναι ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐκ Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι σοβαρωτέρα ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου τοιουτοτρόπως.
§178ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι θὰ παραλύσουν τὰ Ἐφετεῖα ὅταν λάβητε ἀπὸ αὐτὰ μέλη;
§179Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μόνον 2; Δύναται νὰ εἶναι περιωρισμένος ὁ ἀριθμός. Λέγω μόνον ὅτι, ἐὰν θέλωμεν ἐκτὸς τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ λάβωμεν καὶ ἄλλα πρόσωπα, πρέπει νὰ σταματήσωμεν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ Προέδρους τῶν Ἐφετῶν. Προκειμένου περὶ τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν, τοῦτο εἶναι ἤδη νομοθετημένον. Καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑφίσταται καὶ νῦν διὰ 2 καὶ 3 ἔτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησεν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον διὰ νόμου κεῖται, νὰ τὸ θέσῃ ἐν τῷ Συντάγματι. «οὐκ ἔστι, πρὸς θάνατον». Ἂς τεθῇ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι. Αἱ μεταθέσεις τῶν δικαστῶν δὲν εἶναι ἀντικείμενον συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι τίποτε τὸ κακὸν δὲν δύναται νὰ προκύψῃ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν δέχεσθε ὅτι τὸ ἀμετάθετον πρέπει νὰ ὁρισθῇ διὰ τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον καὶ ὁ νόμος σήμερον ὁρίζει, διὰ 2 καὶ 3 ἔτη, δὲν νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνυποβάλλεται μὲ τὸ ψήφισμα, ἔχει λογικὴν ὕπαρξιν.
§180Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡμεῖς δὲν τὸ ἀλλάσσομεν.
§181Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λέγω ὅτι εἶναι νομοθετημένον τὸ ἀμετάθετον καὶ σήμερον θέλετε νὰ τὸ θέσητε ἐν τῷ Συντάγματι· ἂς τεθῇ καὶ ἐν τῷ Συντάγματι.
§182Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Καθίσταται πλέον πάγιον.
§183Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς δέχεσθε ὅτι τὸ ἀμετάθετον ἰσχύει διὰ 2 ἢ 3 ἔτη, ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ὑποβάλλετε περὶ διακρίσεως τῶν δικαστηρίων εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα δὲν ἔχει κανένα λόγον.
§184Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸν νόμον μένει τὸ ἀμετάθετον ἄνευ περιορισμοῦ.
§185Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ νόμος σας πρέπει νὰ περιορίσῃ αὐτὰς τὰς περιπτώσεις τῶν μεταθέσεων δι’ ὑπηρεσιακοὺς λόγους. Ἡ διάκρισις εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα τότε εἶχε λόγον ὅταν τὸ ἀμετάθετον ἐσχεδιάζετο δι’ 8 καὶ 10 ἔτη καὶ ἑπομένως ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀποκαταστάσεως ἀπὸ τῶν κεντρικῶν εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δέχεσθε ὅτι μόνον 2 ἔτη θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μένῃ εἰς ἓν Πρωτοδικεῖον δευτέρας τάξεως ὁ δικαστής, τότε δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου σας, καθόσον μετὰ 2 ἔτη θὰ μετατίθεται αὐτοδικαίως, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ, εἰς δικαστήριον ἀνώτερον. Ἀποφεύγετε δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὅλας αὐτὰς τὰς κληρώσεις, ὅλας αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις. Ἀποφεύγετε δὲ καὶ τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἀπόκεντρον. Διότι ἕκαστον δικαστήριον αὐτοτελὲς θὰ ἔχῃ τὸν Πρόεδρόν του καὶ τὸν Εἰσαγγελέα του καὶ θὰ γίνωνται μηχανικῶς αἱ μεταθέσεις ἐκ τοῦ ἀποκέντρου εἰς τὸ ἀνώτερον δικαστήριον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς διετίας καὶ τριετίας, ἐφόσον τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἤθελε νομίσει ἀναγκαίαν τὴν μετακίνησιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δύνασθε ν’ ἁπλοποιήσητε τὸ σύστημά σας καθιεροῦντες τὸ ἀμετάθετον διὰ 2 ἢ 3 ἔτη, συγκροτοῦντες τὸ Συμβούλιόν σας ὅπως ὑπάρχει ἢ ὅπως θέλετε νὰ τὸ συγκροτήσητε, ἀδιάφορον. Μεταποιοῦντες τὸν νόμον συμφώνως μὲ τὴν ἀνωτέρω μορφὴν τοῦ ψηφίσματος, κανονίζοντες μόνον τὴν μηχανικὴν ἐργασίαν τῆς μεταθέσεως, θὰ φθάσητε εἰς ἀποτελέσματα τελεσφορώτερα καὶ ταχύτερα. Καὶ δὲν θὰ καθιερώσητε ὅλας ἐκείνας τὰς δυσκολίας τὰς ὁποίας θὰ ἔχητε διὰ τὴν συντήρησιν δικαστηρίων ἀποκέντρων καὶ κεντρικῶν καὶ διὰ τὴν συντήρησιν δικαστηρίων ἄνευ Προέδρου καὶ ἄνευ Εἰσαγγελέως, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ ἐπικίνδυνον καὶ τὸ τρωτὸν σημεῖον. Διότι ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀρχαιότερος εἷς Πρωτοδίκης—ἀρχαιότερος ἴσως κατά τινας ἡμέρας—δὲν θ’ ἀσκῇ τὴν ἐπιβολὴν τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ κατὰ βαθμὸν ἀνώτερος. Ἐγώ, κύριοι, ἐν τῷ συνόλῳ περὶ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἔχω ἀγαθὴν γνώμην. Διότι εἰς ὅλας τὰς πονηρὰς ἡμέρας, καὶ εἰς τὰς ἡμέρας ἀκόμη τῆς καταδιώξεως, ἐτήρησαν μίαν ὡραίαν δικαστικὴν παράδοσιν. Οἱ δικασταὶ ὑπῆρξαν ἀδέκαστοι. Δὲν ὑπάρχουν παραδείγματα, ἢ ἂν ὑπάρχουν θὰ εἶναι ἀσήμαντα, δικαστῶν οἱ ὁποῖοι ἐδεκάσθησαν μὲ ὅλην τὴν γλισχρότητα τῶν μισθῶν αὐτῶν, μὲ ὅλας τὰς οἰκονομικὰς πιέσεις.
§186Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ἔχω παραδείγματα.
§187Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐλάχιστα.
§188Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Πολλά.
§189Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ Ἕλλην δικαστὴς ἐν τῷ συνόλῳ εἶναι ὑπερήφανος καὶ ἐξεπλήρωσε πάντοτε τὸ καθῆκόν του, μὴ δελεασθεὶς ἀπὸ τὸ χρῆμα. Ὅσον καὶ ἂν ἀντιτάσσωνται μεμονωμένα παραδείγματα, ἔχομεν ἡμεῖς παραδείγματα δικαστῶν διαχειρισθέντων ὑποθέσεις κολοσσιαίων συμφερόντων, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ γνωρίζαμεν πόσον ἐπιέζοντο ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, ἐστάθησαν ἐν τῷ μέσῳ τῆς πάλης τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων ἐντελῶς ἄξιοι τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ ἀπένειμαν τὴν δικαιοσύνην ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκετο, ἀδιαφοροῦντες ἂν τὸ δίκαιον ἦτο πρὸς τὸ μέρος τοῦ πτωχοῦ ἢ πρὸς τὸ μέρος τοῦ πλουσίου.
§190Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Εἷς μάλιστα, τὸν ὁποῖον γνωρίζω, παρεδέχθη νὰ τὸν πᾶνε οἱ χωροφύλακες, καὶ ἂς ἐπείναγεν ἡ οἰκογένειά του.
§191Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον. Μὲ ὅλας τὰς διακυμάνσεις, μὲ ὅλην τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀνομοίων καὶ κακῶν στοιχείων, ἔχω τὴν γνώμην καὶ πάλιν, ὡς καὶ τότε εἶπον, ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ εἰκὼν τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν ἔχωμεν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον, πρέπει νὰ τὸ προστατεύσωμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων, διότι εἶναι τὸ πολυτιμότερον ἠθικὸν κεφάλαιον τῆς Χώρας. Εὔχομαι, κύριοι, ὅπως τὸ ψήφισμά σας, τὸ ὁποῖον δὲν παραλλάσσει πολὺ εἰς τὰ πράγματα, νὰ συντελέσῃ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης. Εὔχομαι νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Δικαιοσύνη εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκετο πρὶν ἢ ἐπέλθωσιν αἱ διάφοροι πολιτειακαὶ μεταβολαί, πρὶν ἢ ἐπέλθωσι τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα μοιραίως τὴν ἔφθειραν. Πρὸς τοῦτο ὑπεστήριξα τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα, καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν σκέψιν ὅπως τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τὴν περιορίσῃ μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον τὴν περιώρισαν ὅλαι αἱ πεπολιτισμέναι χῶραι, αἱ γειτνιάζουσαι καὶ προσομοιάζουσαι κατὰ τὸν χαρακτῆρα, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μετανοήσητε.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§193Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν συντομίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάλογον σπουδαιότητα τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος προτείνεται — καὶ πρόκειται νὰ τεθῶσι τὰ θεμέλια τῆς Δικαιοσύνης — νὰ περιβληθῇ διὰ συνταγματικῆς κυρώσεως ἡ ἰσοβιότης καὶ τὸ ἀμετάθετον τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται νὰ θεσπισθῶσι θεσμοί, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσιν ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὰς ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐξασφάλισιν καὶ περιφρούρησιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ πάσης ἐπιρροῆς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τῶν ὑπαλλήλων τῶν δικαστικῶν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, νόμων, λέγω, οἵτινες ὅσον πλημμελεῖς καὶ ἂν εἶναι φέρουσιν ὀλιγώτερον κακὸν παρὰ οἱ καλοὶ νόμοι ὅταν παρερμηνεύωνται καὶ ἐφαρμόζωνται κακῶς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ παράσχητε τὴν προσοχήν σας προκειμένου περὶ τοιούτων σοβαρῶν θεμάτων, προκειμένου περὶ καινοτομιῶν, εἰς τὰς ὁποίας, ὡς πρὸς πᾶσαν καινοτομίαν, μετὰ δυσπιστίας ἀποβλέπομεν. Δὲν θὰ ἀπασχοληθῶ, κύριοι, εἰς θεωρίας περὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀπονομῆς αὐτῆς. Θὰ ἔλθω ἀμέσως εἰς τὰ θέματα καὶ εἰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας τὰ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδια ἀφορῶσι. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἰσοβιότητος οὐδένα λόγον ἔχω νὰ κάμω, διότι αὕτη καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ εἰς τὸ ἀναθεωρηθὲν τοιοῦτον τοῦ 1911 εἶναι ἀναγεγραμμένη, ὡς καὶ εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει κατὰ τῆς ἰσοβιότητος, ἥτις ἔδωσε λαμπροὺς καρπούς. Ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὰς καινοτομίας τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, ἰδίως εἰς τὴν καινοτομίαν τοῦ ἀμεταθέτου. Ἡ ἰσοβιότης δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἄνευ τοῦ ἀμεταθέτου. Οἱ δεσμοὶ τῆς ἰσοβιότητος μετὰ τοῦ ἀμεταθέτου πρέπει νὰ εἶναι ἄρρηκτοι, διότι ἄλλως ἡ ἰσοβιότης δὲν δύναται ν’ ἀποβῇ ἐξυπηρετικὴ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ δικαστοῦ. Τὸ μεταθετὸν τοῦ δικαστοῦ παραλύει τὴν ἰσοβιότητα, παραλύει τὴν Δικαιοσύνην καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ ἀμεταθέτου μὲ τὴν γνώμην ὅτι τοῦτο δύναται νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ πρέπει νὰ τεθῇ, διότι ἡ Συνέλευσις ὕστερα ἀπὸ τόσην πολιτειακὴν ἀκαταστασίαν συνεπείᾳ τῶν ἐπαναστάσεων πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ μετὰ δυσπιστίας πρὸς τὴν Νομοθ. Ἐξουσίαν, ἐφόσον ἡ κατάστασις δὲν ἔχει παγιωθῇ ἀκόμη. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι πρέπει ὁ φραγμὸς τοῦ ἀμεταθέτου νὰ τύχῃ κυρώσεως συνταγματικῆς. Καὶ ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δηλώσαντος ὅτι θὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ διὰ μίαν τριετίαν, ἐπιφυλαχθέντος ὅμως νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ σχέδιον νόμου περὶ προαγωγῆς καὶ μεταθέσεως ὡς ἔχει. Συμμερίζομαι, κύριοι, τὴν γνώμην περὶ τοῦ διηνεκοῦς ἀμεταθέτου καὶ συμμερίζομαι τὴν γνώμην διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Διὰ τοῦ ἀμεταθέτου ὁ δικαστὴς θὰ παύσῃ νὰ εἶναι ράκος, θὰ ἀποκτήσῃ μόνιμον κατοικίαν, θὰ κατορθώσῃ, ὡς πᾶς θνητός, νὰ σέβηται τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν οἶκόν του, θὰ ἀποκτήσῃ τὴν γαλήνην καὶ ἡσυχίαν, θὰ παύσῃ νὰ συνταράσσεται καθ’ ὕπνον ἀπὸ τὸ φάσμα τῆς μεταθέσεως καὶ θὰ παύσῃ νὰ μελετᾷ τὰ μέσα δι’ ὧν θὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν του καὶ θὰ ἀποκρούσῃ τὴν μετάθεσίν του. Θὰ ἀποκτήσῃ κοινωνικὰς σχέσεις ἐν τῷ τόπῳ τῆς ὑπηρεσίας του, ἀλλ’ αἱ σχέσεις αὗται θὰ ἀποβοῦν πρὸς ὄφελος, διότι ἐκ τῶν σχέσεων αὐτῶν θὰ κατορθώσῃ νὰ γνωρίζῃ πράγματα καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσωσι πολὺ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§194ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καμμιὰ φορὰ ὅμως καὶ παραγνωρίζει.
§195Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐκεῖνος ὅστις παραγνωρίζει τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, ὅστις ἀπομακρύνεται τῶν καθηκόντων του, ἀπομακρύνεται ὄχι διότι εἶναι ἔν τινι τόπῳ ἐγκατεστημένος, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχει τὸν προσήκοντα χαρακτῆρα, δὲν ἔχει τὴν προσήκουσαν ἀντοχὴν εἰς τὰς ἐπιθέσεις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐπηρεάζει ὁ χρόνος. Ὁ δικαστής, λέγω, αὐτὸς θὰ ἀγαπήσῃ τὸν τόπον ὡς θετὴν πατρίδα του, διότι γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ μείνῃ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν μέχρι τῆς προαγωγῆς του καὶ συνεπῶς ἡ γνῶσις τούτου θὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἐκτελεστὴν πιστὸν τῶν καθηκόντων του ἐκ τοῦ φόβου μήπως χάσῃ τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἀμεταθέτου. Προεβλήθησαν κατὰ τῆς γνώμης αὐτῆς ἀντιρρήσεις σεβασταί, ἀντιρρήσεις ἄξιαι προσοχῆς. Αἱ ἀντιρρήσεις αὗται συνοψίζονται εἰς τὸ ὅτι ὁ δικαστὴς διὰ τῆς πολυετοῦς διαμονῆς ἐν τινι τόπῳ θὰ ὑποστῇ, ὅπως εἶπαν, τὴν ἐπήρειαν τῶν σχέσεων· καὶ ὅταν ἀντετάχθη ὅτι εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη τὸ ἀμετάθετον εἶναι διαρκές, ἐλάβομεν τὴν ἀπάντησιν ὅτι ὑπὸ ἄλλας συνθήκας τὰ Κράτη ταῦτα διαβιοῦσιν. Ἄλλας συνθήκας οἱ λέγοντες καὶ οἱ γράψαντες ἐν τῇ ἐκθέσει δὲν μᾶς παρουσίασαν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Μερλόπουλος μᾶς εἶπεν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἡ Πολιτεία εὗρε μίαν κατάστασιν δημιουργηθεῖσαν ἐκ συνηθείας, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισε διὰ νόμου, εὗρε κατάστασιν μορφωθεῖσαν διὰ τῆς συνηθείας ἡ ὁποία ἔσχε τὴν ἀρχήν της εἰς τὸν πόθον τῶν δικαστῶν νὰ μένουν εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν των. Καὶ ὅταν, κύριοι, ἔχομεν ἓν τοιοῦτον δεδομένον καὶ δεδομένου ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἰσχύει τὸ ἀμετάθετον, διατί θὰ διστάσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ ἀμετάθετον; Ἐλέχθη ὅτι ἄλλα τὰ κλίματα, ἄλλα τὰ ἤθη. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται, κύριοι, ὁ χρόνος νὰ ἐπιδράσῃ φθοροποιῶς ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν δικαστῶν, τότε δὲν εἶναι ἀνάγκη ὁ χρόνος αὐτὸς νὰ εἶναι 10 ἔτη ἢ νὰ εἶναι δύο ἔτη ἢ τρία ἔτη. Ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος ἔχει ἀδυναμίαν χαρακτῆρος καὶ δύναται ἐκ τοιούτων σχέσεων ν’ ἀπομακρυνθῇ τῶν καθηκόντων του, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔν τινι τόπῳ. Καὶ ἕνα μῆνα καὶ δύο μῆνας νὰ μείνῃ ὁ δικαστὴς θὰ ὑποστῇ αὐτὴν τὴν ἀδυναμίαν, αὐτὴν τὴν μείωσιν. Διότι, κύριοι, μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἴμεθα ὀλίγοι, ὅτι γνωριζόμεθα καλὰ καὶ ὅτι ὅλοι συνδεόμεθα διὰ συγγενείας καὶ φιλίας καὶ ὅτι εὔκολον εἶναι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ τις εἰς τὰ μέσα αὐτὰ διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν δικαστήν. Ὥστε δὲν εἶναι ὁ χρόνος καὶ ἡ ἀδυναμία ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὸ ν’ ἀπομακρυνθῇ τῶν καθηκόντων του. Ἀλλά, κύριοι, τὸ ἀμετάθετον πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ἐδέχθησαν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τινὲς εἶχον τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν τολμῶ καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω, ἀλλὰ πάντες ἐτάχθησαν ὑπὲρ τοῦ ἀμεταθέτου. Διὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, διὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀμεταθέτου τούτου καὶ τοῦ ἀμεταθέτου τοῦ ἰσχύοντος εἶναι φαινομενική, διότι δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ἀμεταθέτου ὁ δικαστὴς εἶναι δυνατὸν μετὰ 5 καὶ 6 ἔτη νὰ μένῃ ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου τί γίνεται; Ὅτι θὰ μείνῃ 8 ἔτη, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον οἱ δικασταὶ ἔχουν ὑπηρεσίαν ἤδη τεσσάρων ἐτῶν τὸ ὀλιγώτερον. Αὐτοὶ λοιπὸν δὲν θὰ μείνουν εἰς τὰ μέρη αὐτὰ παρὰ 5 ἢ 6 ἔτη, διότι θὰ ἐπέλθῃ ἡ προαγωγὴ ἡ ὁποία θ’ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς τόπους εἰς τοὺς ὁποίους ὑπηρετοῦν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὅριον τῆς ὑπηρεσίας τῶν δικαστῶν διὰ τὴν προαγωγήν. Ὥστε τούτων δεδομένων δὲν ἔχομεν νὰ χάσωμεν τίποτε, ἂν δοκιμάσωμεν καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνει τὸ νομοσχέδιον τὸ κυβερνητικόν. Καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις περιβάλῃ τὸ ψήφισμα τοῦτο διὰ τῆς ἐγκρίσεώς της γεννᾶται εἰς ἐμὲ ἡ ἀπορία· τί θὰ γίνουν οἱ 12 Εἰσαγγελεῖς οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν ὡς ὑπεράριθμοι; Τὸ νομοσχέδιον δὲν προβλέπει καθόλου περὶ τούτου. Τοὺς μὲν 12 Προέδρους τοὺς ἐξοικονόμησεν, ὅπως διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοὺς προσεκόλλησεν εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, εἰς τὰ διάφορα δικαστήρια, Πρωτοδικεῖα καὶ τρεῖς εἰς τὰ μεγάλα Κακουργιοδικεῖα, ἀλλὰ διὰ τοὺς Εἰσαγγελεῖς οὐδὲν προέβλεψε τὸ νομοσχέδιον, δεδομένου δὲ ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς δὲν εἶναι καὶ ἰσόβιοι, ὑποχρεωτικῶς αὐτοὶ θ’ ἀπολυθοῦν. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τούτου, κύριοι συνάδελφοι, φρονῶ ὅτι τὸ ἀμετάθετον διὰ τὸν Εἰσαγγελέα δὲν πρέπει νὰ εἶναι μεγαλύτερον τῶν τριῶν ἐτῶν καὶ ἑπομένως οἰκονομεῖται τὸ πρᾶγμα καὶ συμφώνως μὲ τὸ νομοσχέδιον. Λέγω δὲ ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἀμετάθετον ἀνώτερον τῶν τριῶν ἐτῶν. Τὸ γαλλικὸν ἀξίωμα ὅτι «ὁ λόγος ὁμιλεῖ καὶ ἡ γραφὶς ὑπηρετεῖ» δίδει τὴν φωτογραφίαν τοῦ δικαστοῦ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει ἰδιοφυΐαν δικαστικοῦ καὶ διοικητικοῦ. Ὡς ἐκ τοῦ διοικητικοῦ δὲ χαρακτῆρος μαχόμενοι καὶ ἀντιμετωπίζοντες πάντοτε τὴν Κοινωνίαν ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς εἶναι πρόσωπα ἀνεπιθύμητα εἰς τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ὑπηρετοῦν καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μένῃ ἀμετάθετος, ἀλλὰ μία τριετία νὰ ταχθῇ δι’ αὐτοὺς ὡς ὅριον μεταθέσεως. Αὐτὸ λέγω, κύριοι, εἶναι ἀναγκαῖον καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν εἰς τὸ διαρκὲς ἔθεσαν διάταξιν περιωρισμένης διαρκείας τοῦ μεταθετοῦ τῶν Εἰσαγγελέων. Αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν ψυχολογικὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμα, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ διοικητικοῦ χαρακτῆρος ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι πρόσωπον πάντοτε ἀνεπιθύμητον. Τοιουτοτρόπως διὰ τὸν Εἰσαγγελέα δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ὁρίσωμεν 3ετίαν ὡς ὅριον μεταθέσεως. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἀμετάθετον θεσπισθῇ εἰς τὸ διαρκές, τότε ἡ μετάθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως μετὰ τριετίαν ἐπιβάλλεται καὶ ἐξ ἄλλων λόγων. Δυστυχῶς ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὅσον καὶ ἂν ἠθικοποιηθῇ διὰ τὴν παροῦσαν τοὐλάχιστον περίοδον, ὅσον καὶ ἂν ἠθικοποιηθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ κυβερνητικὴν μεταβολὴν χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ καὶ μία μεταβολὴ εἰς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κλπ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς πρέπει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς ἵνα ἐξατμισθῇ ἡ δυσφορία τοῦ κόσμου, ζητοῦντος μετάθεσιν. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι αἱ μεταθέσεις δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἁλματικῶς, ἀλλὰ προοδευτικῶς. Καὶ ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὸ ἀμετάθετον, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαίως θὰ λάβῃ πρόνοιαν. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐμμείνῃ εἰς τὸ νομοσχέδιόν του καὶ περιβληθῇ τοῦτο δι’ ἐγκρίσεως, θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν Εἰσαγγελέων οἱ ὁποῖοι μένουν ἔκθετοι. Δευτέρα μεταρρύθμισις οὐσιωδεστάτη εἶναι ὁ διάφορος τρόπος τῆς συγκροτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τὸ σχέδιον νόμου δέχεται ὅτι τοῦτο συγκροτεῖται ἐκ τῶν ⅘ τουλάχιστον τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ Ἐφετῶν ἐχόντων τριετίαν τουλάχιστον ὡς μελῶν τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ ψήφισμα παρουσιάζει καὶ τὸν Γενικὸν Γραμματέα. Τὸ νομοσχέδιον δὲ ἐπίσης δέχεται ὅτι ἡ συγκρότησις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου θὰ ὁρίζεται ἐκ τῶν προσώπων αὐτῶν, ὁριζομένων διὰ κλήρου. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πολὺ σκόπιμος καὶ σοβαρωτάτη. Καὶ τόσον σπουδαία κατ’ ἐμέ, ὥστε θὰ ὑποβάλω καὶ τροπολογίαν ὅπως αὕτη τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Τοσαύτην ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ὥστε φρονῶ ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις πρέπει νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τῶν μέτρων τούτων, κύριοι συνάδελφοι, θὰ λείψῃ ἡ ὀλιγαρχία τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Καὶ καιρὸς εἶναι νὰ λείψῃ, ἀφοῦ κατελύσαμεν τὴν ὀλιγαρχίαν τὴν ἐθνικήν. Διότι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ κατ’ οὐσίαν ἀποφάσεις τῶν μονίμων μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντύπωσις εἰς ὅλον τὸν δικαστικὸν κόσμον καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται αἱ λεγόμεναι τοῦ Συμβουλίου εἶναι ἀποφάσεις τῶν μονίμων μελῶν. Καὶ εἶναι τοῦτο ἀκριβές, διότι ὅταν τὰ μόνιμα ταῦτα μέλη συμφωνοῦσι—καὶ σπανίως διαιροῦνται —ἀπαρτίζουσι τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, διότι εἶναι εὔκολον ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῶν ἄλλων, τῶν διὰ κλήρου ὁριζομένων, νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν γνώμην αὐτήν. Καὶ εἶναι εὔκολον, διότι ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν γνώμην τῶν προϊσταμένων, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν πεῖραν αὐτῶν, προσχωροῦσι περισσότερον εἰς τὴν γνώμην τῶν μονίμων μελῶν καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ἀπόφασις καταρτίζεται ἀπὸ τὰ μέλη τὰ μόνιμα. Καὶ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἀποφάσεως Συμβουλίου, καθ’ ὃ νὰ ἀπηρτίσθη ἡ πλειονοψηφία ἐκ μελῶν μὴ μονίμων καὶ αὐτὰ τὰ μὴ μόνιμα εἶναι τέσσαρα. Καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα δὲν ἔβλαπτε, δὲν ἔχρῃζε καὶ τόσης ἐπιμονῆς, ὅπως ἐκλείψουν τὰ μόνιμα μέλη, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπίδρασις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, τοῦ ἐκ μονίμων μελῶν ἀπαρτιζομένου, διότι ταῦτα κατήρτιζον τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου, ὑπῆρξεν ἐπιβλαβής, διότι τὰ μόνιμα αὐτὰ μέλη δὲν ἐξήρθησαν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἐσπαράσσετο ἀπὸ τὰς διαιρέσεις, ἀλλ’ ἐθαμβώθησαν ἀπὸ τὴν εὔνοιαν τῆς βασιλικῆς πορφύρας καὶ ἐκάμφθησαν καὶ παρέσυραν ἐν ταὐτῷ καὶ τοὺς κατωτέρους δικαστικούς, ἄλλους μὲν ἐξ ἀδυναμίας, ἄλλους δὲ διότι ἦσαν εὐνοούμενοι αὐτῶν. Δὲν ὑπάρχει ἐκ μέρους αὐτῶν τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Βελλιανίτης ἀνέφερε, δὲν ὑπάρχει τὸ παράδειγμα τῶν ἡρώων τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Πολυζωίδου καὶ τοῦ Τερτσέτη, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς χαλεπὰς περιστάσεις ἐσύρθησαν ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων εἰς τὰς ἕδρας των διὰ νὰ ἀπαγγείλωσι τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν κατὰ τοῦ ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ κατηγορομένου Κολοκοτρώνη, ἀπόφασιν ἐναντίαν πρὸς τὰς πεποιθήσεις των. Ὁ ἐξ αὐτῶν Πολυζωίδης ἀντὶ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἀπήγγειλε τὸν ὕμνον ὄντως ἐκεῖνον πρὸς τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὸ ἀπτόητον τῆς συνειδήσεως τῆς δικαστικῆς, εἰπὼν ὅτι «τὸ σῶμά μου δύνασθε νὰ τὸ διαθέσητε, ὅπως θέλετε, τὴν συνείδησίν μου ὅμως καὶ τὸν στοχασμόν μου οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ βιάσῃ». Αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν ἐξέδωκαν ἀντὶ ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐζήτει ἡ ἀπόλυτος μοναρχία μὲ τὰς λόγχας τῶν χωροφυλάκων. Αὐτά, κύριοι, ἐγένοντο εἰς πολὺ μεμακρυσμένην ἐντεῦθεν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἠσκεῖτο ἀπολυταρχικῶς ἡ ἐξουσία τοῦ μονάρχου καὶ ἐν τούτοις οἱ δικασταί, χωρὶς νὰ εἶναι περιφρουρημένοι οὔτε μὲ τὸ ἀμετάθετον οὔτε μὲ τὴν ἰσοβιότητα, ἔδειξαν αὐτὸν τὸν ἡρωισμόν. Ἀλλὰ διατί νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς αὐτὰ τὰ ἀπομεμακρυσμένα ἔτη; Δὲν ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῶν Γάλλων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1870, ὅταν συνελήφθη ὁ Αὐτοκράτωρ καὶ ἀνεκηρύχθη ἡ Δημοκρατία, ἐπιταχθέντες παρὰ τῶν Γερμανῶν νὰ ἐκδώσωσι τὰς ἀποφάσεις αὑτῶν ἐν ὀνόματι τοῦ ὑψηλοῦ των κυριάρχου, ἠρνήθησαν νὰ πράξωσι τοῦτο καὶ δι’ ἀποφάσεως, χωρὶς νὰ παραιτηθῶσι τοῦ ἀξιώματος αὐτῶν, ἀπεμακρύνθησαν τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων των; Ἔπραξαν δὲ τοῦτο ἐντὸς τῶν διεθνῶν συνθηκῶν, διότι, ὅπως γνωρίζετε, ὁ προσωρινὸς κατακτητὴς δὲν δύναται, κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον, νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν κατακτώμενον τὴν ἐνάσκησιν τῆς Δικαιοσύνης εἰμή, ἐφόσον ἔχει ἀνάγκην, χάριν ἀσφαλείας, ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ διὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων. Ὁ πολὺς Βίσμαρκ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τότε τὴν βάρβαρον διαγωγὴν τῶν ὁμοφύλων του, ἐδέχθη ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις δύναται, ἢ καλὸν εἶναι, νὰ τίθεται εἰς τὰς ἀποφάσεις ὁ τίτλος «ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου». Δὲν ἐμιμήθησαν λοιπὸν οὔτε τοὺς Γάλλους δικαστάς, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν πρὸ λογχῶν ἐχθρικῶν, οὔτε κἂν ἐμιμήθησαν τὸ πρόσφατον παράδειγμα τῶν Βέλγων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν ἔδωσαν εἰς τοὺς Γερμανούς, ἀξιοῦντας νὰ ἐκδίδωνται αἱ ἀποφάσεις ἐν ὀνόματι τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου συνετέλεσαν κατὰ πολὺ εἰς τὴν κατάπτωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ εἰς τοῦτο συνετέλεσε καὶ μία ἄλλη περίπτωσις θλιβερὰ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διαγωγὴ τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν Μακεδονίαν καθ’ ὃν χρόνον ὁ πολιτικὸς ἐπαναστάτης μετέβη ἐκεῖ διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς ἐδῶ καταστάσεως· διότι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι ἠρνήθησαν νὰ ἐνασκήσωσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ εἶχον ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο, ὅταν μάλιστα τοῖς ἐπροτάθη καὶ ἡ χρυσῆ γέφυρα, νὰ ἐκδίδωσι τὰς ἀποφάσεις ἐν ὀνόματι τοῦ Κωνσταντίνου. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ δικασταί, ἐνῷ δὲν ἦτο ἐχθρὸς ὁ κατακτητής, ἀλλ’ ἦτο ἐλευθερωτὴς καὶ ἐνῷ πάντα τὰ μέσα τοῖς παρεσχέθησαν διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ θέσις των ἀπέναντι τοῦ ἐδῶ καθεστῶτος, ἐν τούτοις αὐτοὶ ἐγκατέλιπον τὴν ἐδῶ Δικαιοσύνην καὶ ἐπέφεραν μέγα τραῦμα εἰς αὐτήν, διότι ὁ Βενιζέλος τότε ἠθέλησε νὰ δώσῃ διοίκησιν καὶ Δικαιοσύνην εἰς τὸν Τόπον εἰς τὸν ὁποῖον μετέβη. Ἠναγκάσθη ἐπίσης νὰ προσλάβῃ καὶ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἦταν κατάλληλα οὔτε κατηρτισμένα διὰ τὰς ὑπηρεσίας εἰς τὰς ὁποίας ἐκαλοῦντο. Οὕτω λοιπὸν ἐπῆλθε μία κατάστασις καταπτώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ παρατηρήσεις μου αὐταὶ διὰ τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἀφορῶσι βεβαίως εἰς τὰ ἀποτελοῦντα ἤδη τὸν Ἄρειον Πάγον μέλη. Διότι δὲν παρουσιάσθησαν ἀνάλογοι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπεδεικνύετο ἡ ἀντοχὴ τῶν δικαστῶν διὰ νὰ δοκιμασθῶσι καὶ νὰ ἔχωμεν λόγον νὰ ἐπαινέσωμεν ἢ νὰ δυσφημήσωμεν αὐτούς. Τώρα βεβαίως ὑπάρχουν παράπονα κατ’ αὐτῶν διὰ τὰς προαγωγὰς καὶ διὰ τὰς μεταθέσεις αὐτάς. Δίκαια ἢ ἄδικα δὲν γνωρίζω οὔτε εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν. Ἓν ὅμως ὀλέθριον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦν, εἶναι ἄξιον κατακραυγῆς, εἶναι ἄξιον μομφῆς, τὸ σύστημα τοῦ νὰ παραγκωνίζουν ἕνα δικαστὴν σήμερον καὶ αὔριον, μετὰ μίαν ἑβδομάδα, αὐτὸν τὸν δικαστὴν νὰ τὸν προβιβάζουν. Τί συμβαίνει; Ἐβελτιώθη ἐντὸς τοῦ ὀλίγου αὐτοῦ διαστήματος ἢ τίς ἄλλος λόγος ὑπῆρχε; Διὰ τοῦ τρόπου δὲ αὐτοῦ καταβαραθρώνουν τὸν δικαστὴν αὐτὸν καὶ τὸν παραδίδουν μειωμένον εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Πρωτοδικείου εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του, διότι ἡ ταχύπτερος φήμη προαναγγέλλει τὴν μείωσιν τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του. Καὶ πάλιν ἔρχομαι εἰς τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰ ὁποῖα περιστοιχοῦνται ἀπὸ διαφόρους κλίκας, καθ’ ὅλα ἀξιότιμα, καθ’ ὅλα ἔντιμα, ἐν τούτοις ὑποσυνειδήτως προβαίνουν καὶ προέρχονται εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν χαρακτηρίζουν καὶ δὲν συνιστοῦν ἓν Συμβούλιον Ἀνώτατον. Ὁ συγκλονισμός, κύριοι, τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀποθαρρύνῃ, διότι ὁ συγκλονισμὸς αὐτὸς ἐγένετο κατ’ ἀνάγκην σκληρὰν τῶν πραγμάτων, δὲν ἦτο δυνατόν, ἀφοῦ ὅλος ὁ κρατικὸς ὀργανισμὸς εἰς τὴν νοσηρὰν κατάστασιν ἐκείνην παρεξετράπη, νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ δικαστικὸς κλάδος. Τὸ νόσημα ἦτο γενικόν, δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν ἓν μέρος ἐκ τοῦ ὅλου σώματος νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστον. Εὐτυχῶς ὅμως τὸ τραῦμα δὲν ἦτο δεινὸν καὶ πέπεισμαι ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐξυγιανθῇ καὶ θὰ ἐξυγιανθῇ διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καταρτιζομένου ἐπὶ τὸ ἀρτιώτερον, ἐκ μελῶν Ἐφετῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς ἀμεσωτέραν σχέσιν πρὸς τοὺς δικαστὰς τοὺς κατωτέρους καὶ ἑπομένως δύνανται πολὺ νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν προσώπων αὐτῶν, δύνανται νὰ γνωρίζωσι καλύτερον ἀπὸ τοὺς Ἀρεοπαγίτας κατὰ πόσον τὰ πρόσωπα τὰ κρινόμενα ἔχουσι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα προσόντα ἢ δὲν ἔχουσι ταῦτα. Ἄλλως τε θὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν δικαστῶν διὰ νὰ λαμβάνωνται ἐξ αὐτῶν τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ θὰ καταργηθῇ ἡ κλίκα ἡ ὁποία περιστοιχίζει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ἡ κλίκα δὲ εἶναι εὔκολον νὰ ὑπάρχῃ, ἐφόσον ὑπάρχουν μόνιμα μέλη, ἐφόσον ὅμως δὲν εἶναι μόνιμα μέλη, ἀλλὰ ὅλα τὰ μέλη θὰ καθορίζωνται διὰ κλήρου, ὅλα τὰ μέλη θὰ εἶναι ἄγνωστα, βεβαίως δὲν ἔχει οὔτε τόπον οὔτε χρόνον ἡ κλίκα διὰ νὰ διενεργήσῃ τὴν διαφθορὰν αὐτήν, τὴν ὁποίαν πολὺ ἐπιτηδείως ἐπιτυγχάνει παρὰ τοῖς δικασταῖς, διότι δὲν εἶναι προσωρινὴ ἡ ὑπηρεσία αὐτή. Ἀλλὰ καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ προσώπου τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη, δὲν κανονίζεται μόνον ἂν μετὰ δικαιώματος ψήφου ἢ ἄνευ ψήφου θὰ συμμετέχῃ. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, λέγω, τούτου εἶναι ἀναγκαιοτάτη διὰ νὰ ἐπικοινωνήσῃ μὲ τὸ Συμβούλιον καὶ νὰ μετοχετεύσῃ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μετοχετεύσῃ ἀκόμη καὶ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰς ὁποίας τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον δὲν δύναται νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς πηγῆς αὐτῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἤντλησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶναι δὲ ἀπαραίτητον τοῦτο διὰ νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὴν πηγὴν αὐτῶν. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπικοινωνήσωμεν μὲ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον οὔτε νὰ λαμβάνωμεν τὰς πληροφορίας αὐτὰς τὰς ὁποίας ἔχομεν ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ δικαστοῦ μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως δυνάμεθα νὰ ἐπικοινωνήσωμεν, καὶ θὰ τὰς διοχετεύσωμεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ βασανίσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχει περὶ ἑνὸς δικαστοῦ ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν. Ἄλλως τε θὰ εἶναι ἄτοπον νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν αἰσθάνεται καὶ αὐτὸς πόνον διὰ τὴν Δικαιοσύνην, τῆς ὁποίας εἶναι ὄργανον. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι, ὅπως καταρτίζεται τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ διὰ τοῦ σχεδίου νόμου, καταρτίζεται καλῶς, καταρτίζεται πλήρως καὶ ἰδίως διὰ τοῦ κλήρου ὁρίζεται τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν ἔκλειψιν τῶν κλικῶν, αἱ ὁποῖαι περιστοιχίζουν τὰ μόνιμα μέλη. Καὶ ταῦτα, κύριοι, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ, κ. Ὑπουργέ, τὸν διὰ κλήρου ὁρισμὸν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, προτείνω καὶ ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἵνα ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφῇ. Εἰς τὰ Συντάγματα, κύριοι, τῶν νεωτέρων Κρατῶν ἔχουν συνταγματοποιηθῆ διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου· εἰς τὸ Γερμανικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀνώτερον ὅλων, ἔχουν συνταγματοποιηθῆ διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, διατάξεις περὶ κληρονομίας, περὶ ἐμπραγμάτου δικαίου, καὶ τοιαύτας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης, διατί νὰ μὴ περιφρουρήσωμεν; Ὅταν πρέπῃ, πᾶσαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν, νὰ τὴν συνταγματοποιήσωμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι ὁ ἔξω κόσμος, ὁ ἀντιδημοκρατικός, ἐλλοχεύει καὶ ὅτι θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τότε, ὅταν αἱ θύραι μείνωσιν ἀνοικταί, τότε ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἀποξεχαρβαλωθῇ διὰ τῶν μετακινήσεων καὶ τῶν διαφόρων μεταφορῶν, ὥστε πρέπει δυσπίστως ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, τοὐλάχιστον διὰ μίαν ἐποχὴν ἐγγυτέραν. Μία πληγή, κύριοι, τῆς Δικαιοσύνης εἶναι αἱ ἀποσπάσεις, αἱ ἀποσπάσεις εἰς πάντα κλάδον, αἱ ὁποῖαι δὲν παραβλάπτουν μόνον τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀποσπῶνται δικασταὶ ἀπὸ τὸ κύριον καθῆκόν των, ἀλλὰ διεγείρουν καὶ τὰ παράπονα τῶν ἄλλων, τῶν μενόντων, διότι ἐπιβαρύνεται ἡ ὑπηρεσία καὶ ἀναγκάζονται οἱ ἄλλοι δικασταὶ νὰ ἐκτελῶσι μεγαλυτέραν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ διαφθείρουν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν καλῶν, διότι ἀπόσπασις σημαίνει μίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία προσφέρεται εἰς τὸν δικαστὴν ἀπὸ ἕνα ἰσχυρὸν καὶ ἑπομένως ὁ δικαστὴς παρεκκλίνει ἀσυνειδήτως ἀπὸ τὸ καθῆκόν του· ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λείψουν, ὄχι διότι, εὐτυχῶς διὰ τὴν Δικαιοσύνην, ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις τῆς ἀμεροληψίας εἰς πάντα κλάδον καὶ εἰς πᾶσαν ἐποχήν, ἀλλὰ διότι ὁ δικαστὴς θεωρεῖται ἀναγκαῖος εἰς τὰς ὑπηρεσίας αὐτάς. Ἀλλὰ ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον δι’ ὅλας τὰς ἀποσπάσεις, καὶ εἶναι εὐκταῖον, ἐν τούτοις θεωρῶ τοὐλάχιστον ἀναγκαῖον νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ δικασταὶ ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Πρὸς τούτοις ὑποβάλλω, κ. Πρόεδρε, σχετικὴν τροπολογίαν. Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, θεωρῶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν δικαστῶν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τὸ αὐτὸ δι’ ὅλους τοὺς δικαστάς· νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ εἶναι τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας τῶν ὑποχρεωτικῶς ἀποχωρούντων δικαστῶν. Νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ὁ κάματος ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται διὰ τοὺς ἐργαζομένους ἰδίᾳ διανοητικῶς καὶ διὰ τοὺς ἀπονέμοντας τὴν δικαιοσύνην ἐπέρχεται κατὰ τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας· ἂν ὑπάρχουν ἐξαιρετικαὶ φυσιογνωμίαι, αὐταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνουν ἀχρησιμοποίητοι, δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἄλλως δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἐπιστημονικῶς ἔχοντες τὰ ἐφόδια τῆς μακρᾶς πείρας, ἀλλὰ καὶ τῆς μορφώσεως τῆς πρακτικῆς· δύνανται ν’ ἀποδῶσι χρήσιμοι καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην. Δι’ αὐτὸ δὲ ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν τροπολογίαν. Ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος προαγωγὴ τῶν δικαστῶν, ἀπὸ τοῦ Ἐφέτου καὶ ἄνω, δὲν φαίνεται παρὰ τίνος θὰ γίνεται, καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος διὰ τοῦ σχετικοῦ καὶ συναφοῦς σχεδίου νόμου ὥρισεν ὡς ἁρμοδίαν τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Βεβαίως εἶναι μία λύσις αὐτή, ἵνα δικαστικῶς κρίνεται ἡ προαγωγὴ αὐτὴ ἀπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ εἶναι ἁρμοδία, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ, διότι ὁ νόμος εἶναι σημερινὸς καὶ αὔριον καταργεῖται· πρέπει τοῦτο νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι διὰ τῆς ὁλομελείας γίνονται αἱ προαγωγαί, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν αὔριον ἡ θύρα αὐτὴ εἶναι ἀνοικτή, θὰ καταστρέψωσι τὴν Δικαιοσύνην, διότι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ σχέδιον νόμου, θὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ τὰς μεταβολὰς καὶ τὰς προαγωγάς, μὴ δεσμευόμενος ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἵνα προστεθοῦν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 90 αἱ λέξεις «εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου». Ἐπίσης εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ὑπάρχει ἡ μετάθεσις λόγῳ ποινῆς, ἡ ὁποία λέγει ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον· αὕτη εἶναι μία πειθαρχικὴ διάταξις, ἡ ὁποία τὸ πρῶτον διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος καθορίζεται ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι λέγει ὅτι δὲν ὑπάγεται ὑποχρεωτικῶς εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου ἡ διάταξις αὐτὴ καθορίζεται ὅτι ἢ διὰ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἢ διὰ τοῦ κ. Προέδρου ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς δύναται, ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόφασις ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς ἕνα δικαστὴν τὴν λόγῳ ποινῆς μετάθεσιν, νὰ μεταθέσῃ τοῦτον, ἀλλὰ τοῦτο ὄχι μόνον ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Δικαστ. Συμβουλίου, ἀλλὰ πλήττει καὶ τὸ ἀμετάθετον καὶ πλήττει καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον· ἑπομένως ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐπὶ πλέον καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὴν τελευταίαν λέξιν ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν· εὔκολον εἶναι εἰς τὸν Ὑπουργὸν οἱανδήποτε ποινήν, ἔστω καὶ μίαν προσωρινὴν ἀπομάκρυνσιν, νὰ μετατρέψῃ εἰς ποινὴν μεταθέσεως διὰ νὰ κάμῃ μίαν μετάθεσιν. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ νὰ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα δι’ ὅλας τὰς μεταθέσεις εἰς τὸ Συμβούλιον. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ἔχω τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ 4ον ἐδάφιον τοῦ 1ου ἄρθρου. Εἰς τὸ τέλος, κύριοι, εὑρίσκω ἀπαλειπτέαν τὴν διάταξιν ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 μετὰ τὰς λέξεις «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος....κλπ.». Δηλαδὴ ζητῶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ τῆς τριμήνου ἀναστολῆς, διότι ἡ διάταξις αὐτή, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, δὲν ἔχει θέσιν, ὡς μεταβατικὴ διάταξις, εἰς τὸ Σύνταγμα. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἰδιαιτέρου ψηφίσματος τὴν προσωρινὴν καὶ μεταβλητὴν αὐτὴν διάταξιν νὰ τὴν διατυπώσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ εὑρίσκω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν πρέπει μόνον νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς καὶ νὰ μεταβληθοῦν αἱ σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην. Διότι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θὰ ἐπέλθῃ μία ἀνωμαλία φοβερὰ καὶ μία ἀναστάτωσις εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν τὸ ἀμετάθετον, θὰ ἔχωμεν χορὸν μεταθέσεων διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τὸ ἤδη ὑπάρχον ἢ τὸ συγκροτηθησόμενον διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, διὰ τῆς ἀναθέσεως, λέγω, αὐτῆς ἀποφεύγετε πρῶτον τὰ παράπονα καὶ τὰς τυχὸν ἀδικίας, διότι, ὁσονδήποτε ἐπιμελῶς καὶ ἂν κάμητε τὴν στάθμισιν τῶν περιστάσεων, πάντοτε θὰ ἔχητε καθ’ ἑαυτῶν παράπονα καὶ παρεξηγήσεις καὶ τρόπον τινά, ἀντὶ νὰ κάμωμεν ὅλα αὐτά, νὰ ἀφήσωμεν τοὺς δικαστάς, ὅπως κατὰ κλῆρον εὑρίσκονται τοποθετημένοι ἐκεῖ. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλος λόγος νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν τοῦτο, διότι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις παρὰ τίνος παρέλαβε; Παρέλαβε τὴν Ἐξουσίαν παρὰ Κυβερνήσεως τῆς αὐτῆς ἰδεολογίας καὶ ἂν θέλετε νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω, παρέλαβε τὴν Ἐξουσίαν παρὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία εἶχε τὴν αὐτὴν ἰδεολογίαν.
§196ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔκαμεν οὐδεμίαν μετάθεσιν τότε.
§197Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δυσπιστῶμεν ὅτι αἱ μεταθέσεις ἐγένοντο ὡς ἔδει καὶ ὡς αἱ ἀνάγκαι ἐπέβαλλον. Καὶ τίς μᾶς ἐγγυᾶται, κύριοι, ὅτι αἱ μεταθέσεις, ὡς ὑποδεικνύεται διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, θὰ εἶναι μᾶλλον ἐπιτυχεῖς, λόγῳ τῶν προτρεχουσῶν φημῶν ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θὰ ἐκλεγῇ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν;
§198ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θὰ εἶναι Ἀρεοπαγῖται.
§199Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ ἑπομένως θὰ θεωρῆται ὡς ὄργανον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, λόγῳ τῶν προτρεχουσῶν φημῶν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τὸ ἐκλέγει· ὄχι ὅτι ἔχεται τὸ πρᾶγμα ἀληθείας. Λόγῳ τούτου, λέγω, θὰ θελήσουν νὰ δείξουν μείζονα ἀνεξαρτησίαν οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσουν τὸ Συμβούλιον αὐτὸ καὶ ἑπομένως θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποτελέσματα ἴσως ἀντίθετα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν. Τί δὲ ἄλλο μένει; Ἄν δὲν ἔχωμεν νὰ κερδίσωμεν τίποτε ἐκ τῆς περιστάσεως αὐτῆς, ἔχομεν νὰ χάσωμεν πολλά, διότι ἤδη ὁ δικαστικὸς κόσμος ἐννόησεν ὅτι ἡ ἀναστολὴ αὐτὴ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καλύπτει μίαν κεκαλυμμένην ἐκκαθάρισιν, ἡ ὁποία νομιμοποιεῖται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε νὰ ψηφίσωμεν. Τοῦτο δὲ βλάπτει πολύ, διότι οἱ δικασταὶ ἀπεσύρθησαν εἰς τὰ ἔργα των καὶ ἐνόμισαν ὅτι ἔπαυσε πλέον ἡ κατ’ αὐτῶν καταδίωξις. Ἑπομένως δίδομεν νέας ἀφορμάς, γεννῶμεν πάλιν νέας σκέψεις καὶ νέας ἀπογοητεύσεις καὶ νέας παρεκκλίσεις ἐκ τῶν καθηκόντων· ἑπομένως καὶ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ὑπολαμβάνεται ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν ἐπιδιώκει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ζητεῖται νὰ ψηφίσωμεν. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι, καὶ ἀπὸ κομματικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ δημοκρατικῆς ἀπόψεως ἂν τὸ ἐξετάσωμεν, αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ φέρῃ βλάβην καὶ εἰς τὴν Δημοκρατίαν καθ’ ὅλου. Ὑποβάλλω δὲ καὶ τροπολογίαν μὲ τὴν παράκλησιν νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Συναφῶς δὲ πρὸς τὴν τελευταίαν αὐτὴν τροπολογίαν ἔχω καὶ ἑτέραν τροπολογίαν νὰ ὑποβάλω, διότι, καὶ ἂν ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, τότε πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 22. Κύριοι, καταστρέφων τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ἔλεγον ὑμῖν, ὅτι πρόκειται περὶ θέματος μεγίστης σπουδαιότητος καὶ πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ προέλθωμεν εἰς ἀποτελέσματα χωρὶς νὰ βασανίσωμεν τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἑκατέρωθεν, διότι, ὡς γνωρίζετε, συζητήσεις ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ τῶν Ἐθνῶν σπανίως γίνονται καὶ μὴ τυχὸν φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα ἀτυχοῦς διατυπώσεως τῶν ἄρθρων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ διορθώσωμεν διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς συνταγματικῆς.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§201Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀξία παντὸς ἐπαίνου τυγχάνει, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνόρθωσιν καὶ ἀνάπλασιν τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις, ἀκμάσασα κατὰ τὸν χρόνον τῆς διακυβερνήσεως τῆς Χώρας ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τελείας παρακμῆς μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τούτου ἐκ τῆς Ἀρχῆς. Πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ κρίσιν τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένων νομοθετικῶν μέτρων, ὀφείλομεν νὰ ἀποκαθάρωμεν τὸ ἔδαφος τῆς εὐθύνης τῆς τοιαύτης παρακμῆς καὶ νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον συμβάλλουν εἰς ταύτην καὶ πολιτικαὶ εὐθῦναι. Οἱ λόγοι οἵτινες ἐπέφεραν τὴν πτῶσιν τοῦ δικαστικοῦ γοήτρου, κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν πρέπει νὰ ἀναζητηθῶσιν ἐκτὸς τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Φέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὰ Νοεμβριανὰ γεγονότα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀνώτεροι δικαστικοὶ λειτουργοί, μετέχοντες μάλιστα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, συνήργουν εἰς τὴν φυλάκισιν καὶ τὸν διασυρμὸν ἀθώων προσώπων καὶ φιλονόμων πολιτῶν, οἵτινες κατὰ δεκάδας ἐπροφυλακίζοντο κατόπιν ἁπλοῦ σημειώματος τοῦ ἀπαισίου Φρουραρχείου ἔχοντος ἐπὶ λέξει «ἀποστέλλομεν ὑπὸ συνοδείαν τὸν Α κατηγορούμενον ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ». Ἑπομένως πολιτικαὶ εὐθῦναι δὲν πρέπει νὰ ἀναζητηθῶσι διὰ τὴν κατάπτωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ γενομένη ἐκκαθάρισις οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις εἶχε προκαλέσει τὴν λαϊκὴν ἀγανάκτησιν καὶ δυσφορίαν. Μέσα διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τείνουν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ νὰ ἐκλείψουν αἱ μέχρι τοῦδε σημειωθεῖσαι παρεκτροπαὶ καὶ παλινῳδίαι αὐτοῦ. Εἶναι γνωσταὶ εἰς τοὺς νομικοὺς ἐξ ἡμῶν αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ κατὰ τὰς μυστικὰς προαγωγάς. Δικασταὶ κρινόμενοι ἀκατάλληλοι ἢ ἀνεπαρκεῖς ἅπαξ καὶ δὶς προήγοντο ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συνεδρίαν αὐτοῦ. Δικασταὶ μὴ προσκείμενοι πρὸς τὴν πολιτικὴν ἰδεολογίαν τῶν ἰσχυροτέρων ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ μετετίθεντο ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ εἰς ἀπόκεντρα δικαστήρια. Ἡ μέχρι σήμερον ἀπόλυτος ἀποκέντρωσις αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Συνελεύσεως. Ἔχω συνεπῶς τὴν γνώμην ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἀσκῇ ἐπ’ αὐτοῦ ὄχι μόνον τὸν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος προβλεπόμενον προληπτικὸν ἔλεγχον διὰ τῆς συμμετοχῆς τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ κατασταλτικὸν τοιοῦτον ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, αἵτινες δέον, εἴτε ἐν μέρει εἴτε ἐν ὅλῳ, νὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ, τροποποιουμένου κατὰ τοῦτο τοῦ ψηφίσματος. Ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος, οὐδαμῶς προσκρούων εἰς τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἀναγνωριζόμενος ἐν Γαλλίᾳ ἀφ’ ὅτου ἐθεσπίσθη τὸ Conseil Superieur, διατηρεῖ τὴν ὀφειλομένην συνάφειαν καὶ συνοχὴν μεταξὺ Δικαστικῆς καὶ Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἥτις ἄλλως μεταβάλλεται εἰς ἁπλοῦν διεκπεραιωτὴν τῶν πράξεων καὶ ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τοῦ ἀμεταθέτου νομίζω ὅτι οὗτος εἶναι λίαν ἀτυχὴς καὶ καλῶς ἐγκατελείφθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν παρέλκει καὶ ἡ μετ’ αὐτοῦ συνδεομένη ἀρρήκτως ὡς ἀναγκαῖον ἐπακόλουθον, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διάκρισις μεταξὺ κεντρικῶν καὶ ἀποκέντρων δικαστηρίων, ἥτις κατ’ οὐδὲν συμβάλλει εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον προσηλυτισμὸν μορφωμένων δικαστῶν, εἰσάγουσα ἀνισότητα δικαστικήν, τόσον μεταξὺ τῶν δικαστῶν, ὅσον καὶ παρὰ τῷ λαῷ, ὅστις ἀξιοῖ νὰ δικαιοδοτῇ ἀπέναντι δικαστηρίων συντεθειμένων ὑπὸ τακτικῶν δικαστικῶν βαθμούχων (Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων) καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν, ὡς συμβαίνει εἰς τοὺς δικαιοδοτοῦντας εἰς πόλεις ἔνθα ἑδρεύουν ἀπόκεντρα δικαστήρια. Τὸ ζήτημα τῶν δικαστικῶν ἐποπτῶν ὤφειλε νὰ τύχῃ τῆς ἐξαιρετικῆς προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀντὶ νὰ προστατεύσῃ τοὺς δικαστικοὺς ἐπόπτας, τοὐναντίον καταργεῖ τὸν θεσμὸν διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων.
§202Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατηρεῖται ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες θὰ χρησιμοποιοῦνται εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις ἄνευ προστριβῶν καὶ ἄνευ δαπανῶν.
§203Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ θεσμὸς τῶν περιοδευόντων δικαστικῶν ἐποπτῶν, κ. Ὑπουργέ, εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένος μὲ τὴν λαϊκὴν ψυχολογίαν καὶ πρέπει νὰ κυρωθῇ συνταγματικῶς. Εἶναι ὁ μοναδικὸς συνδετικὸς κρίκος μεταξὺ δικαστοῦ καὶ πολίτου, ὅστις καθιστᾷ κοινωνὸν τὸν ἀνώτερον τοῦτον δικαστικὸν λειτουργὸν τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ καὶ ταμεῖον τῶν δικαίων καὶ εὐλόγων παραπόνων του. Ὡς πρὸς τὸ ἐπὶ τρίμηνον μεταθετόν, εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δέον νὰ παραμείνῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρόδηλος· ἀποβλέπει εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν πρώτων δημοκρατικῶν δικαστηρίων. Ἡ ἀνάθεσις τοῦ τοιούτου δικαιώματος εἰς Δικαστικὸν Συμβούλιον, λόγῳ τῆς δικαστικῆς ἀλληλεγγύης, οὐδόλως θὰ προαγάγῃ τὸ ζήτημα καὶ κινδυνεύομεν νὰ παραστῶμεν μάρτυρες δικαστῶν δικαιοδοτούντων εἰς περιφερείας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οὗτοι δικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως κλονισμὸν καὶ ἔλλειψιν λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης. Τὰ μέτρα ταῦτα εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διὰ τούτων θέλομεν ἐπιτύχει τὴν ποθουμένην ἀνύψωσιν τοῦ δικαστικοῦ γοήτρου καὶ τὴν ἐμπέδωσιν τοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην ὀφειλομένου λαϊκοῦ σεβασμοῦ καὶ ἐμπιστοσύνης.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζώρτζης ἔχει τὸν λόγον.
§205Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου κατόπιν τῶν λεχθέντων, διότι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ ἀμεταθέτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, ἔχω μόνον δύο παρατηρήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον περὶ προαγωγῆς καὶ κατόπιν τῆς ἀποδοχῆς τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου εἰς τριετίαν, νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ διάκρισις τῶν Πρωτοδικείων εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα παρέλκει. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν παραμείνῃ, θὰ ἤθελον νὰ διακριθοῦν, νὰ ὁρισθοῦν τὰ Πρωτοδικεῖα ποῖα εἶναι, διὰ νόμου καὶ ὄχι διὰ Διατάγματος. Διότι, ὅπως παρετήρησεν ἡ Συνέλευσις, δὲν ὁρίζονται κἂν τὰ στοιχεῖα. Ἡ βάσις ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Διατάγματος διὰ νὰ καθορίσῃ ποῖα εἶναι τὰ ἀπόκεντρα καὶ ποῖα εἶναι τὰ κεντρικά, οὔτε κἂν ὁρίζεται, οὔτε ὁ πληθυσμὸς τοῦ Πρωτοδικείου τῆς πόλεως, οὔτε ἡ συγκοινωνία, οὔτε αἱ ἄλλαι τοπικαὶ συνθῆκαι· ἑπομένως, ἐφόσον δὲν καθορίζονται τὰ στοιχεῖα αὐτά, ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἤθελα νὰ μὴ ὁρισθοῦν διὰ Διατάγματος. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπῃ ὁ νόμος ὅτι αὐτὰ εἶναι κεντρικὰ καὶ αὐτὰ ἀπόκεντρα. Ἐπίσης συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε προηγουμένως συνάδελφος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα, ὄχι ὑπὸ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου Πρωτοδίκου καὶ Ἀντεισαγγελέως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐξασκήσῃ ἐπίδρασιν σοβαρὰν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἠμπορεῖ δικαστὴς ἁπλοῦς, ὅσην ἱκανότητα καὶ πεῖραν καὶ ὅσην ἀξίαν καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀσκήσῃ τὸ κῦρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος ὄχι μόνον εἰς τὴν Κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν συναδέλφων του. Διότι ἐκ πείρας γνωρίζομεν ὅτι εἰς παρομοίας περιπτώσεις ἐγεννήθησαν πολλαὶ παρεξηγήσεις μεταξὺ τῶν συνυπηρετούντων δικαστῶν. Τὸ ἀξίωμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδει τὸ κῦρος τὸ προσῆκον εἰς τὸν Πρόεδρον, ὥστε καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τὴν πεῖραν νὰ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ δικαστοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος ἀντιπρόσωπος τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς εἰς τὸν Νομόν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ νόμου κῦρος ἀνώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὁ Ἀντεισαγγελεύς. Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως ὀρθὸν εἰς τὰ ἀπόκεντρα ἐκεῖνα Πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα κυρίως πρέπει ἡ Ἀρχὴ νὰ ἀσκῇ περισσότερον κῦρος, νὰ ἐκπροσωπῆται δι’ ὀργάνων κατωτέρου βαθμοῦ καὶ διότι δὲν ἔχει ἐπόπτας καὶ διότι λόγῳ τῆς συγκοινωνίας ἀργότερον ἔρχονται οἱ ἐπόπται, ἐνῷ εἰς τὰ κεντρικὰ μέρη ὑπάρχει ἀνωτέρα διοικητικὴ Ἀρχή, Νομάρχης κλπ.
§206Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον συζητήσει συζητοῦμεν τὰς περιπτώσεις αὐτάς. Σήμερον συζητοῦμεν κατ’ ἀρχήν.
§207Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι συζητοῦμεν συγχρόνως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, κατόπιν τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως ἐκείνης περὶ καθορισμοῦ εἰς μίαν τριετίαν....
§208Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μένῃ ὡς ἔχει· διότι ἀποτελεῖ ἕνα θεσμὸν νέον, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ δοκιμασθῇ. Ἄλλως τε εἰς τὸν νόμον ὁμιλοῦμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβοῦν τὰ 12. Αὐτὸ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπαρκές; Διότι ἠμπορεῖ διὰ τοῦ Διατάγματος νὰ ἀφήσωμεν ἕνα ἢ δύο. Δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν μετὰ ἔρευναν μεγαλυτέραν τῶν πραγμάτων καὶ μελέτην νὰ ὁρίσωμεν τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὸν περιορισμὸν τοῦ νόμου νὰ ὑπερβοῦν τὰ 12. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης βάσεως θὰ ἐξυπηρετηθῇ περισσότερον ἡ Δικαιοσύνη καὶ εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερον οὔτε κἂν λειτουργοῦν, καὶ εἶναι συνάδελφοι ἐδῶ ἀποκέντρων Πρωτοδικείων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ὅτι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποδεχθῶ παραιτήσεις καὶ καλῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους ἔστειλα εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα καὶ δὲν ἤθελον νὰ μεταβοῦν καὶ τοὺς ἠνάγκασα νὰ παραιτηθοῦν μετὰ λύπης μου, δικασταὶ οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ἐκόσμουν τὸ δικαστικὸν Σῶμα, ἐνῷ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοθετήματος ἐξυπηρετοῦμεν καὶ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, διότι θὰ λάβωσιν ὡς ἀπόφασιν ἀναγκαστικὴν τὸ ὅτι ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος θὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα ἐντὸς μιᾶς δωδεκαετίας.
§209Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Τὸ ἐκάματε δεκαετίαν.
§210Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ὡρίσαμεν κατ’ ἐλάχιστον εἰς τριετίαν τὸ ἀμετάθετον, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ μείνουν καὶ 4 καὶ 5 ἔτη. Δὲν συντρέχει περίπτωσις νὰ μεταβάλωμεν τὴν βάσιν τοῦ νόμου, διότι εἶναι ἕνας θεσμὸς ὁ ὁποῖος ἐξυπηρετεῖ σπουδαιότατα τὴν ἄποψιν νὰ ἔχωμεν Δικαιοσύνην καὶ πλήρη σύνθεσιν δικαστηρίου καὶ εἰς τὰ ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα.
§211Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εὑρίσκω λίαν ἐξυπηρετικὴν τὴν προσπάθειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖται.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καταφυγιώτης.
§213Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Εἰς τοιαύτην ὥραν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπὸ τοιαύτην ψυχολογίαν τῶν ὀλίγων παρισταμένων πληρεξουσίων δὲν θὰ μοῦ ἐπετρέπετο νὰ ἀναμασσήσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πολλοὶ σοβαροὶ ἀγορηταὶ ἐξέθηκαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Γενικῶς εὑρίσκω ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα θὰ συντελέσουν μεγάλως εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, μάλιστα δὲ δὲν ἔχω νὰ κάμω καμμίαν παρατήρησιν ἐπ’ αὐτῶν, ἐφόσον ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἐκδοχὴ ὅτι περιορίζεται διὰ τοῦ Συντάγματος τὸ ἀμετάθετον εἰς τρία ἔτη καὶ χαίρω πολὺ διότι τοιαῦτα ἀνορθωτικὰ νομοσχέδια προέρχονται ὑπὸ φίλου καὶ συμπολίτου, τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅλοι ἀνομολογοῦμεν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τοῦ 1922 ἡ Δικαιοσύνη ἐξέπεσε τοῦ γοήτρου της καὶ ὅλοι διετυμπάνισαν ὅτι πταῖσται τῆς καταπτώσεως τῆς Δικαιοσύνης ταύτης ἦσαν οἱ δικασταί. Ἐγὼ ἤθελον νὰ διαφωνήσω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἤθελον νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ κατάπτωσις ἐπῆλθε λόγῳ τῶν περιστάσεων καὶ ἤθελον νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι συνεργοὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ὑπήρξαμεν καὶ ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι καὶ ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, διότι οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὸ πλεῖστον τῶν πληρεξουσίων καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τοὺς Δικηγορικοὺς Συλλόγους, πότε, κύριοι, εἴχομεν ἡμεῖς τὸ θάρρος ὡς Δικηγορικοὶ Σύλλογοι νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ πλήξωμεν δικαστὰς ὀργιάζοντας εἰς τὰς ἐπαρχίας μας; Τουναντίον μάλιστα, κύριοι, ἔχομεν παραδείγματα ὅτι οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι, καλούμενοι νὰ ἐπιδείξουν πρόσωπα πρὸς διορισμὸν δικαστῶν ἢ Εἰσαγγελέων, ὑπεδείκνυον ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἦσαν τῆς φατρίας καὶ δυστυχῶς μεταξὺ τῶν δικηγόρων ἡ πλειονότης ἦτο ἐκ τοῦ ἀντιθέτου στρατοπέδου.
§214Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Σᾶς ὑπομιμνήσκω τί ἔπαθεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν του.
§215Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰ εἴπω, ὅταν ὁμιλήσω. Κάποτε κατήγγειλα μίαν πρᾶξιν καὶ εἰσήχθην κατηγορούμενος εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον.
§216Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι ὅτι καὶ οἱ δικηγόροι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ὑποθάλψωσι τὴν κατάπτωσιν αὐτήν, ὑποβοηθοῦντες τοὺς δικαστάς, ἐφόσον τὰ συμφέροντά των συνεταυτίζοντο μὲ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν δικαστῶν. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, ὅπως ὑπῆρξαν δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἐξετροχιάσθησαν, τοιουτοτρόπως εὑρέθησαν καὶ πολιτευταὶ οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἀπὸ συνειδήσεως φωνάζουσιν ὅτι θέλουσιν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἐξεμεταλλεύθησαν τοὺς δικαστὰς καὶ ἤθελον νὰ ἔχωσι τὸν Λαὸν νὰ σύρεται ὄπισθέν των, διότι ἤθελον νὰ πιστεύῃ ὁ Λαὸς ὅτι αὐτοὶ ἔχουσιν ὄργανον τὴν Δικαιοσύνην. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτων ἤθελον νὰ παραδεχθῶ ὅτι καὶ ὁ νόμος καὶ τὰ νομοσχέδια δὲν θὰ συνετέλουν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἡμεῖς, καὶ μάλιστα οἱ τῆς φιλελευθέρας παρατάξεως, δὲν δώσωμεν τὸ σύνθημα τῆς ἀνορθώσεως αὐτῆς.
§217Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἡμεῖς τοὺς ἠμποδίσαμεν νὰ κάμουν τὸ καθῆκόν των, κύριε συνάδελφε;
§218Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Βεβαίως ἔπταισαν οἱ δικασταί, ἀλλὰ τὰ πταίσματα αὐτῶν ἦσαν ἀπόρροια τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὅλους μᾶς παρέσυρεν εἰς τὸν κλύδωνα. Ὀφείλομεν ὅλοι μας νὰ ἐξυγιανθῶμεν καὶ τότε ἀσφαλῶς θὰ ἐξυγιανθῶσι καὶ οἱ δικασταὶ μετὰ τοιαῦτα νομοσχέδια καὶ τοιαύτας ἀσφαλείας.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§220Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν λύπην μου διότι ἀποχωρίζομαι ἀπὸ τῶν αὐστηρῶν ἀρχῶν περὶ Δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἐξήγγειλεν ὁ μακαρίτης Δημητρακόπουλος, τοῦ ὁποίου ἤμην θαυμαστής. Ἐθέσπισεν ἐκεῖνος τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα καὶ διεκήρυξε τόσον ἐπισήμως ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1911, ὅτι, μολονότι ἀπέμεινε σκιώδης ἐξουσία εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ ὁποῖος κατέστη ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς τότε τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἡ σκιώδης ἐκείνη ἐξουσία ἦτο ἱκανὴ ἵνα πειθαρχήσῃ τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Καὶ ὄντως ἀπεδείχθη ὑπερικανὴ εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου τοῦ ἐμπνευσμένου, τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ ἀνεφίκτου, τοῦ χαλυβδίνου ἐκείνου ἀνδρός, ἀπεδείχθη ὑπερικανὴ νὰ ἀνορθώσῃ τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Ἀλλὰ τὸ δικαστικὸν Σῶμα σήμερον δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου Ὑπουργοῦ. Εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα σήμερον παρεισέφρησαν στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἔκαμαν ὥστε νὰ εἰσπηδήσωσι καὶ νὰ μεταβληθῇ τὸ δικαστικὸν Σῶμα εἰς ἄμορφον μᾶζαν, τόσον ἀπὸ ἠθικῆς ὅσον καὶ ἀπὸ καθαρᾶς μορφωτικῆς ἀπόψεως. Τὸ δικαστικὸν Σῶμα σήμερον δὲν δύναται νὰ πειθαρχηθῇ διὰ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ ἐκείνου συστήματος τοῦ ἐφαρμοσθέντος τότε. Ἔχομεν ἀνάγκην μᾶλλον ἐνεργοῦ καὶ ὑπευθύνου ἐπεμβάσεως τοῦ διοικητοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος πρὸς τὰ εἰσαχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ μέτρα. Ἡ ὥρα δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἴπω ἐκ ποίων εἶναι συγκεκροτημένον τὸ σημερινὸν δικαστικὸν Σῶμα, εἶναι ὅμως τοῦτο γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς. Θὰ ὑποβάλω μόνον παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν μέτρων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἰς συντακτικὰς πράξεις δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ περιλάβωμεν διατάξεις, τὰς ὁποίας δυνάμεθα δι’ ὀργανικῶν νόμων νὰ μεταβάλλωμεν ἑκάστοτε. Πέρα τῆς ἰσοβιότητος καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δικαστῶν νομίζω ὅτι τὸ ψήφισμα δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ καὶ διατάξεις ἀφορώσας τὴν μετάθεσιν αὐτῶν, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα ὀργανικῶν νόμων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα δεσμευμένοι διὰ πράξεως συντακτικῆς. Δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Νομίζω ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων πρέπει νὰ ἀποτελεσθῇ μόνον ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ πέρα τούτων ἐκ τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ Ἐφέται, εἰσερχόμενοι εἰς τὸν Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσωσιν ἔργα κρείττονα τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Τοὐναντίον θὰ δημιουργηθῇ μεταξὺ αὐτῶν μία συναλλαγή, μία ἀλληλεγγύη, θὰ θελήσουν νὰ εἶναι εὐχάριστοι καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς Ἀρεοπαγίτας, ὥστε νὰ ἐπιτύχουν ὑπὲρ αὐτῶν ὠφελήματα, ἐνῷ ἀποτελούμενον τὸ Συμβούλιον ἐξ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἐκ τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν δύναται νὰ μᾶς παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν ὅτι ἡ τοιούτου εἴδους προσωπικὴ συναλλαγὴ θὰ εἶναι μακρὰν αὐτοῦ. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, κατ’ ἐμέ, κρίνεται ἀπαραίτητος διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ὀργανικὴ ἐπαφὴ τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν δικαίωμα ψήφου. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα συνάδελφον κ. Τσιριμῶκον, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ὅπως ποιῆται χρῆσιν τῆς ἀρνησικυρίας ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, τῶν μὴ λαμβανομένων ὅμως κατὰ παμψηφίαν. Εἰς τὰς ἀποφάσεις τὰς λαμβανομένας κατὰ πλειοψηφίαν θέλω νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τὴν κοινοβουλευτικὴν καὶ τὴν πολιτικήν, νὰ ἀρνῆται τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ὅταν δὲν τὰς εὑρίσκῃ συμφερούσας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω ἐπιπροσθέτως νὰ συστήσω εἶναι τοῦτο: Νὰ ληφθῇ μέτρον νομοθετικὸν διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀναστέλλεται ἡ ραγδαία παραίτησις τῶν δικαστῶν. Κύριοι, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας ὅτι τὰ ὑπάρχοντα, ἐλάχιστα δυστυχῶς, στοιχεῖα τῶν μορφωμένων δικαστῶν δὲν ἐπιζητοῦν εἰμὴ τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν διὰ νὰ ὑποβάλουν τὰς παραιτήσεις των καὶ δικηγορήσουν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου δικαστικοὺς οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ἐσχάτως, οἵτινες ἔχουν πρὸ ὀφθαλμῶν νὰ καταλάβωσι μίαν θέσιν ἐν Ἀθήναις, ἐν Πειραιεῖ ἢ ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐκεῖ μετὰ διετίαν νὰ παραιτηθοῦν καὶ νὰ ἀσκήσουν τὴν δικηγορίαν. Ἡ τοιαύτη πρόθεσις πρέπει νὰ ἀνακοπῇ καὶ δύναται νὰ ἀνακοπῇ διὰ νομοθετικῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἄσκησις τῆς δικηγορίας ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη, ὥστε νὰ συγκρατήσωμεν τὰ ἤδη ὑπάρχοντα στοιχεῖα. Καὶ δὲν θὰ εἶναι ἡ ἀξίωσις αὐτὴ τοῦ Κράτους παράλογος, ὅταν τοῦτο, παρ’ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, δίδει, ἀναλόγως τῶν πόρων του καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, γενναίας χορηγίας εἰς τὸν δικαστικὸν Σῶμα, ἡ ἀξίωσις, ἵνα τὸ ὑπάρχον δικαστικὸν προσωπικὸν παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του καὶ οὔτε θὰ ἀδικήσῃ οὔτε θὰ φανῇ καταπιεστικόν, ἂν λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα, ὅπως ἀνακόψῃ τὸν ροῦν τῶν παραιτήσεων. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Γίνεται ἐν αὐτῷ ἡ διάκρισις τῶν Πρωτοδικείων εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἀμεταθέτου ἐπὶ τριετίαν μόνον ἡ τοιαύτη διάκρισις παρέλκει ὁλοσχερῶς, διότι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ λέξει λέγει: «Ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀμεταθέτου ὁρμώμενοι διαιροῦμεν τὰ δικαστήρια εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα....κλπ.». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀμεταθέτου ἤρθη ἢ ἐτροποποιήθη οὐσιωδῶς, νομίζω ὅτι καὶ τὸ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐρειδόμενον περὶ διαιρέσεως τῶν Πρωτοδικείων εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα πρέπει νὰ καταπέσῃ. Οὐδ’ ἔχει πρακτικήν τινα σημασίαν ἡ διαίρεσις, κ. Ὑπουργέ, διότι, ἂν διαιρέσητε τὰ Πρωτοδικεῖα εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα καὶ δὲν στείλετε εἰς τὰ ἀπόκεντρα Εἰσαγγελεῖς καὶ Προέδρους Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ μόνον Ἀντεισαγγελεῖς καὶ προεδρεύοντας Προέδρους, τί ἔχει τὸ Δημόσιον ἢ ἡ Δικαιοσύνη νὰ ὠφεληθῇ; Οἰκονομικῶς οὐδέν, διότι ὁ προεδρεύων καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς λαμβάνει μισθὸν Προέδρου καὶ ἀποδοχάς.
§221Σ. ΞΥΔΗΣ. Καὶ κάτι παραπάνω.
§222Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ τότε διατί νὰ μὴ ὑπάρχῃ Πρόεδρος; Διὰ νὰ παρίσταται ἐν μειονεκτικῇ θέσει τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ ἡ Δικαιοσύνη ὡς μὴ ἐπισήμως ἐκπροσωπουμένη; Ποῖος εἶναι πλέον ὁ πρακτικὸς λόγος τῆς τοιαύτης διαιρέσεως;
§223Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπεισέρχεσθε εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§224Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι οὔτε οἱ νόμοι οὔτε τὸ Σύνταγμα δύνανται νὰ ἀνορθώσουν τὴν Δικαιοσύνην. Ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ἀνάγκην ἐξυγιάνσεως, διότι τὸ δικαστικὸν Σῶμα στερεῖται μορφωμένων δικαστῶν. Ἐπίσης ἄνευ διοικήσεως, ἄνευ Ὑπουργῶν ἐμπνευσμένων, Ὑπουργῶν οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι σεβαστοὶ ὄχι μόνον εἰς τὸ δικαστικὸν Σῶμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ὅλοι οἱ νόμοι καὶ αἱ μισθοδοσίαι, τὰς ὁποίας θὰ δώσωμεν, θὰ πᾶνε χαμένοι, ἐνῷ ἐξ ἄλλου, ἂν ἡ κεφαλὴ τῆς διοικήσεως ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ εἶναι ἀξία τῆς ἀποστολῆς της, τότε εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ Δικαιοσύνη θὰ ἐπανιδρυθῇ καὶ θὰ καταστῇ ἀξία τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ἐλπίδων τοῦ Ἔθνους.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§226Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον, ἂν μὴ ἠκούετο ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ὡς μὴ ὤφελε, μία μομφὴ κατὰ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου Καρδίτσης, ὅτι πταίει καὶ ἡ τάξις τῶν δικηγόρων διὰ τὰς δικαστικὰς ὑπερβασίας, διότι δὲν παρηκολούθησε τὰς δικαστικὰς ἐργασίας, διότι δὲν τὰς ἤλεγχε. Σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς ἐμὲ προσωπικῶς. Κατὰ τὸ 1914 ἤμην πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν. Ἐξεδόθη εἷς νόμος ὁ ὁποῖος ὥριζεν ὅτι τὰ προσόντα διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ δικαστοῦ πρέπει νὰ τὰ συνοδεύῃ καὶ μία γνωμοδότησις τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Τότε κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν νὰ ἀνεύρω τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ τὴν μόρφωσιν ἐπαρκῆ καὶ τὸ ἦθος τὸ δικαστικὸν καὶ ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ὑπεδείξαμεν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνεκέντρουν ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα. Ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας μου ταύτης; Μίαν ὡραίαν πρωίαν εἴδομεν εἰς τὴν ἐφημερίδα ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἀπερρίφθησαν καὶ διωρίσθη ἀνεψιὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑπογραμματεὺς Πρωτοδικείου καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε προφυλακισθῆ, διότι ὑπεξήρεσεν ὁλόκληρον δικογραφίαν μετὰ γραμματίων καὶ ἀπελύθη ἐπὶ τέλους, διότι ἀπεδόθη τεχνηέντως αὐτῇ ἡ δικογραφία. Τοῦτο βεβαίως ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν καὶ ἀμέσως ἐκάλεσα τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον καὶ παρεκάλεσα τὸν συντάκτην τοῦ «Νεολόγου» νὰ παρίσταται κατὰ τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ κατίδῃ ἡ κοινωνία ἀπὸ τίνας διοικεῖται τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Διὰ τηλεγραφήματος δὲ τότε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἐκαυτηρίασα τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἀλλὰ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας μου; Μία ἀπηνεστάτη καταδίωξις ἐπὶ ἐξυβρίσει, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω ὅτι τὸ τηλεγράφημα καὶ ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησα εἰς τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον ὑπερέβη βεβαίως τὰ ὅρια τῆς θεμιτῆς ἐπικρίσεως. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ καταδιωχθῶ, νὰ διατρέξω τὸν κίνδυνον νὰ δικασθῶ ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον καὶ ἀσφαλῶς θὰ κατεδικαζόμην, ἂν δὲν παρενέβαινεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων καὶ δὲν ἐθέσπιζεν ἴδιον ἐξαιρετικὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ἐπικρίσεις τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων αἱ γινόμεναι κατὰ τῶν δικαστῶν νὰ θεωρῶνται ἀδικήματα συναφῆ πρὸς τὴν ἐξύβρισιν διὰ τοῦ Τύπου καὶ νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν Κακουργιοδικείων. Καὶ ἐδέησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ἴδιος ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τὴν κατηγορίαν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Λευκάδος, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ φύγῃ κατῃσχυμμένος ὑπὸ τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων. Μὲ ταῦτα ἤθελα νὰ τονίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἂν λάβωμεν, κύριοι, ἀπ’ ἀρχῆς τὴν ἐπισκόπησιν τοῦ ζητήματος, ποῦ θὰ φθάσωμεν; Πρὸ τοῦ 1909 βεβαίως ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἦτο ὑποχείριος τῆς Ἐκτελεστικῆς. Μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909 ἐπεκράτησαν ἐκεῖναι αἱ ρωμαντικαὶ ἰδέαι περὶ ἀκράτου ἀποκεντρώσεως τῆς Δικαιοσύνης, περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἐθεσμοθετήθη ὁ νόμος τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἔθεσεν ἀνυπέρβλητον φραγμὸν μεταξὺ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Διοικήσεως. Ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα, κύριοι, εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἦσαν ἀντιληπτά. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν εἰς τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911 ἐπρόκειτο νὰ συνταγματοποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ Ἀνωτάτου Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου, εἴδομεν τὴν Συνέλευσιν διστακτικήν, δι’ αὐτὸ εἴδομεν νὰ μὴ ἐπιβάλῃ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῶν ἀποφάσεων εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ δι’ αὐτὸ βλέπομεν μίαν ἐπίσημον ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ δημιουργὸς τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, καὶ νὰ λέγῃ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικαί, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ρυθμίζεται ἑκάστοτε. Ἀποδέχομαι, κύριοι, ὅτι ἀπέτυχε τὸ ὑποχρεωτικὸν εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἐφαρμογῆς του, ἐν τοσούτῳ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 1916. Ποίαν διαγωγὴν ἔδειξεν ὁ Ἄρειος Πάγος; Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων, τὰ ὁποῖα ἀπεκάλυψαν ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐγένετο ὄργανον τῶν ἐπιστρατικῶν κομμάτων, ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπεκαλοῦντο ἐπιστρατικοὶ σύνδεσμοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦγον καὶ ἔφερον τὸν Ἄρειον Πάγον. Καὶ βλέπομεν μεταθέσεις ἐπὶ μεταθέσεων γινομένας κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις τῶν ἐπιστρατικῶν συλλόγων, εἴδομεν Ἀρεοπαγίτας νὰ κατέρχωνται εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καὶ νὰ ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς ἀνακριτὰς νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα φυλακίσεως κατὰ ἀθώων πολιτῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὄχι τὰ μεμακρυσμένα μέρη, ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν αἴθουσαν, ἡ ὁποία ὑπῆρξε τὸ παράδειγμα τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου, νὰ μεταβληθῇ εἰς Βαστίλλην καὶ νὰ εὑρίσκωνται φυλακισμένοι ἄνθρωποι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν καὶ πληρεξούσιοι σήμερον, ὁ κ. Ζερβός, ὁ κ. Μαζαράκης κλπ. Ὅλα αὐτὰ προήρχοντο ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ βλέπομεν ἀκολουθουμένην τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἐκ μέρους τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: Ποίαν ἐμπιστοσύνην θὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἐκτελεστικὸν ἔργον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου; Ἐπηκολούθησεν ἡ δικαία ἐκκαθάρισις τοῦ 1917· ἀκολούθως βλέπομεν τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν παρακολουθοῦσαν τὸ ἔργον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ τῷ 1918 βλέπομεν νὰ εἰσάγεται ὁ νόμος ὁ ὁποῖος κατήργει τὸ ὑποχρεωτικὸν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Τὸ ἔργον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβολίου, κ. Ὑπουργέ, συνδέεται μὲ τὸ ἔργον ὑμῶν. Τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τί ἔκαμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν προαγωγῶν; Ἀπολύτως ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀρχαιότητα, τὴν ἀρχαιότητα ἐθεώρησεν ἀποκλειστικὸν ρυθμιστὴν τῆς προαγωγῆς τῶν δικαστικῶν. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, κύριοι, ἰδίως ὑμᾶς κ. Ὑπουργέ: Μὲ ποῖον Συμβούλιον θὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον; Λέγετε ὅτι, ἂν δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἡ πλειονοψηφία, νὰ ἐκκαλῆτε τὴν ἀπόφασιν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας, δηλαδή, ἂν εἶναι 7 οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ὅταν προστεθοῦν 3 ψῆφοι νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ὑμᾶς. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε ὅτι οἱ τρεῖς θὰ προσαρμοσθοῦν μὲ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων των καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ ἐλέγχητε διὰ νὰ ἐπιβάλητε τὴν ἀρχαιότητα καὶ νὰ καταπατήσητε τὴν ἱκανότητα; Κύριοι, ὑπῆρξε μία πληγὴ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ὄχι μόνον διότι προάγοντες κατ’ ἀρχαιότητα μετατρέπομεν τὰς τάξεις τῶν δικαστικῶν εἰς φιλανθρωπικὸν ἵδρυμα, ἀλλὰ διότι μαραίνομεν τὸν ζῆλον τῶν θελόντων νὰ εἶναι ὑψηλὰ ἡ Δικαιοσύνη. Δὲν ἔχετε τὴν τόλμην νὰ κρατήσητε ὑμεῖς τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπήρχετο ἐκ τῶν παλαιῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι καθιστῶν τὸν Ὑπουργὸν ὑποχρεωμένον νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι, ἔχομεν βάσιν ἀπὸ τὰ προηγούμενα διὰ νὰ σκεφθῶμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ὑποχρεωτικὸν τῶν ἀποφάσεων; Κύριε Ὑπουργέ, ὑπῆρχον Πρωτοδίκαι, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ἀνίκανοι διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἐφέτου καὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκρίθησαν νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ Ἐφέτου ὡς ἱκανοί. Ὑπῆρξαν 6 Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνάγκην ἀντιπροέδρου. Ὁ ἀντιπρόεδρος εἶναι Πρόεδρος, διότι τὸ τμῆμα διαιρεῖται εἰς δύο καὶ τὸ ἓν λαμβάνει ὁ Πρόεδρος καὶ τὸ ἄλλο ὁ ἀντιπρόεδρος. Λοιπὸν 6 Πρωτοδίκαι, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ἀνίκανοι ἀπὸ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἀκολούθως, διότι ἐνόμισαν πρυτανεῖον τὴν Δικαιοσύνην ἐκρίθησαν ἱκανοὶ διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπροέδρου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ: Σεῖς, ἂν εἴχετε τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικυρώσητε τοιαύτην ἀπόφασιν; Θὰ μοῦ εἴπετε ὅτι θὰ τὴν ἐκκαλέσητε εἰς τὴν ὁλομέλειαν, ὅτι οἱ 7 θὰ ἐγίνοντο 10 καὶ θὰ σᾶς ὑποχρεώσουν νὰ τὴν ἐκτελέσητε. Δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προστατεύει μὲν ὅλα αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα, ἀλλὰ ὄζει μιᾶς ἀτολμίας. Δι’ αὐτό, ἂν θέλετε νὰ ἐγκαταστήσητε μίαν Ἀρχὴν ἀνεξέλεγκτον, διότι δὲν ὑπάγεται εἰς κανένα ἔλεγχον τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, διότι ὅποιον θέλει διορίζει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἂν θέλετε μίαν Ἀρχὴν ἀνεξέλεγκτον ἐναντίον καὶ αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγνωρίζει καμμίαν τοιαύτην Ἀρχὴν εἰς κανένα, ἀφήσατε νὰ ἰσχύῃ μία τοιαύτη διάταξις. Ἀλλὰ μήπως πρέπει νὰ περιορισθῶ εἰς αὐτὰ μόνον τὰ ἀσήμαντα τὰ ὁποῖα ἠκούσατε; Εἰς τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχαιότητος ποίαν διαγωγὴν ἔδειξε, κ. Ὑπουργέ, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον; Ἦλθεν ἀκολούθως ἡ Ἐπανάστασις, ἐδημιούργησεν ἓν Ἐπαναστατικὸν Συμβούλιον καὶ ἔδωσεν εἰς αὐτὸ τὰ δικαιώματα τῆς ἐκκαθαρίσεως. Παρηκολουθήσατε, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ; Ποίους ἐξεκαθάρισεν; Ἐξεκαθάρισε — καὶ ἔχω μίαν ἐφημερίδα τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω — ἐξεκαθάρισε μεταξὺ 100 βενιζελικῶν τοὺς 43 καὶ μεταξὺ 95 βασιλικῶν τοὺς 8. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν μεταξὺ βενιζελικῶν καὶ βασιλικῶν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν ἐκδοχήν. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἔργον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν; Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης: Ἄν σεῖς ἐβλέπατε αὐτὸν τὸν μαῦρον νὰ προάγηται, τί θὰ ἐλέγετε; Σεῖς, κ. Ὑπουργέ, πρῶτος θὰ ἠθέλατε βλασφημήσει τὸν δημιουργὸν ἐκείνου τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος σᾶς δένει τὰ χέρια καὶ δὲν δύνασθε νὰ κάμητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς λέγει ἡ συνείδησίς σας. Ὅταν λάβωμεν ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ καταλήξωμεν ἀσφαλῶς εἰς τὸ συμπέρασμα: Βεβαίως ἡ Ἐκτελ. Ἐξουσία πρέπει νὰ μὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα οὔτε προαγωγῶν οὔτε διορισμῶν οὔτε τοποθετήσεων, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ μία ἀνωτέρα δύναμις, ἡ ὁποία νὰ ἐκμηδενίζῃ τὰς ὑπερβασίας ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ. Εἰς ποίαν Χώραν ἰσχύει αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς νὰ μένῃ ἀπαθὴς θεατὴς ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπερβασιῶν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανεὶς ἔλεγχος καὶ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ διοίκησις, παρεμβαίνουσα, νὰ περιβάλῃ αὐτὸ τὸ Σῶμα δι’ ἐμπιστοσύνης; Βεβαίως τὰ νομοθετικὰ Σώματα ὑποπίπτουσιν εἰς λάθη καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐνδέχεται καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ λάβωσι χώραν λάθη, ἀλλ’ ὅταν ἔχομεν τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον βοᾷ κατὰ τῆς τοιαύτης διαχειρίσεως τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἶναι μέγα σφάλμα διὰ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα νὰ στεφανώνῃ αὐτὸ τὸ ἔργον, ἐξακολουθοῦν νὰ περιβάλῃ αὐτὴν δι’ ἐμπιστοσύνης. Οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ προσθέσω, εἰμὴ νὰ τονίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον θὰ ἐξακολουθῇ νὰ διατρέχῃ ἡ Δικαιοσύνη, ἂν ἐξακολουθήσωμεν νὰ περιβάλωμεν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν τὸ δόγμα αὐτό.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§228Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Συνομολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰ χαράγματα, ὅτι ὅλοι εἴμεθα κουρασμένοι καὶ ὅτι κάθε μακρηγορία ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐξηντλήθη ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη· θὰ εἶμαι λοιπὸν συντομώτατος. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος εἰσάγονται δύο κυρίως καινοτομίαι, ἡ καινοτομία τοῦ ἀμεταθέτου καὶ ἡ καινοτομία τῆς δημιουργίας ἑνὸς ἰδιορρύθμου Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάγωνται αἱ προαγωγαί, αἱ ἀποσπάσεις, ἂν καὶ ἐφόσον ἰσχύσῃ ἡ διάταξις περὶ διαφόρων Πρωτοδικείων, καὶ αἱ μεταθέσεις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Διὰ τὸ ἀμετάθετον, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι δὲν ἐμμένει πλέον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀπολύτως ἀμετάθετον, ὅπως ἐφαντάσθη αὐτὸ ὁ συντάκτης τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ἐκ παραλλήλου συζητεῖται ἀπόψε, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι. Ὑπῆρξαν τόσον ἀσθενῆ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὑποστηρικτοῦ τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐξ ἑτέρου τόσον ἰσχυρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν οἱ διάφοροι συνάδελφοι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω τι ἐγώ, ἰδίως μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι συναινεῖ εἰς τὴν διὰ νόμου εἰσαγωγὴν αὐτοῦ.
§229Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι διὰ νόμου, ἀλλὰ διὰ τοῦ Συντάγματος.
§230Γ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἀπετέλει μίαν λεπτομέρειαν οὐσιωδεστέραν, δηλαδή, ἐφόσον ὑπῆρξαν συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν βασίμως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ διάταξις περὶ ἀμεταθέτου νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην, νὰ δεχθῶμεν, ὅπως διὰ νόμου προσληφθῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἓν ἔχω νὰ προσθέσω, ὅτι, ὅπως τὸ ἐφαντάσθη ὁ νομοθέτης, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἀμετάθετον, ὅπως ὁ νομοθέτης τὸ ἐφαντάσθη, νὰ μένῃ ὁ δικαστὴς μονίμως εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τόπον, διότι αἱ προαγωγαί, αἱ ἀποσπάσεις, αἱ παραιτήσεις καὶ οἱ θάνατοι θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ μᾶς ἐμφανίσουν τὸ ἀμετάθετον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ συντάκτης τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐφαντάσθη. Ἀλλὰ καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἀμεταθέτου εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον, ἀλλὰ περὶ ἀμεταθέτου εἰς τὰ κεντρικά, διότι εἰς τὰ ἀπόκεντρα δὲν θὰ ἠδύναντο οἱ δικασταὶ νὰ ὑπηρετήσωσι πλέον τῆς τριετίας. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐμφανίζει τοὺς Προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν ἄνευ καθηκόντων, διότι εἰς μὲν τὰ ἀπόκεντρα καθήκοντα Προέδρου θὰ ἐκτελῶσιν οἱ ἀρχαιότεροι δικασταί, εἰς δὲ τὰ κεντρικὰ τὰ ἔχοντα δύναμιν πλέον τῶν 7 δικαστῶν θὰ προεδρεύουν οἱ Ἐφέται, οἱ ἐκλεγόμενοι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τότε δὲν γνωρίζω τί θὰ κάμνουν οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν. Εἰς τοῦτο μᾶς ἀπαντᾷ ὁ συντάκτης τοῦ νόμου, ὅτι οἱ Πρόεδροι θὰ ἐκτελοῦν καθήκοντα Πρωτοδικῶν. Ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖον ἦλθον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγον, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ σχεδίου τούτου νόμου. Καὶ θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὸ μέρος αὐτό, διότι ὁ κ. Ὑπουργός, παρὰ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὅτι παραιτεῖται τῆς ἀρχικῆς του ἀξιώσεως περὶ τοῦ ἀμεταθέτου, ἐξακολουθεῖ ἐμμένων εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἀβαρίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο, νὰ καθιερωθῇ ἡ διάκρισις αὐτὴ μεταξὺ κεντρικῶν καὶ ἀποκέντρων Πρωτοδικείων. Εἶναι δὲ ἡ οἰκονομικὴ ἄποψις, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἑξῆς: Εἰς τὰ 12 ἀπόκεντρα Πρωτοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα κατ’ ἀπόσπασιν θὰ ὑπηρετῶσι περὶ τοὺς 60 Πρωτοδίκαι, θὰ λαμβάνωσιν οἱ Πρωτοδίκαι αὐτοὶ ἀνὰ δεκαετίαν δι’ ἀποζημίωσιν ἐν συνόλῳ δρ. 600.000.
§231Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἐτησίως· ἀνὰ διετίαν θὰ μετατίθενται.
§232Π. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, 300.000. Εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ ἀπόκεντρα, κύριοι πληρεξούσιοι, χρέη Προέδρου θὰ ἐκτελῶσιν οἱ ἀρχαιότεροι Πρωτοδίκαι· ἀλλ’ οἱ Πρωτοδίκαι αὐτοὶ θὰ λαμβάνουν μισθὸν καὶ ἀποδοχὰς Προέδρου Πρωτοδικῶν. Κἄτι τι δὲ παρόμοιον θὰ συμβαίνῃ καὶ διὰ τοὺς Εἰσαγγελεῖς παρὰ τοῖς ἀποκέντροις Πρωτοδικείοις, διότι χρέη Εἰσαγγελέως δὲν θὰ ἐκτελῶσιν Εἰσαγγελεῖς, ἀλλ’ Ἀνεισαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι ὅμως θὰ λαμβάνωσι μισθὸν καὶ ἀποδοχὰς Εἰσαγγελέως.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καλαντζόπουλε, ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας ἀπὸ 5 πληρεξουσίους.
§234ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὰ ὀνόματα, κ. Πρόεδρε.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τοὺς κ. κ. Μ. Κύρκον, Ε. Μαλαμίδαν, Γ. Ἀλεκτορίδην, Α. Μάρκου καὶ Η. Κουρτίδην.
§236Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι παρόντες;
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παρόντες.
§238ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἄς τελειώσῃ ὁ ρήτωρ.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 6ην μ. μ. (Ὥρᾳ 3.30′ π. μ.).