1924.07.08
2.994 στίχοι · 23.176 λέξεις · 232 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76Η
Τρίτη 8 Ἰουλίου 1924.
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 6.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Πρὸ τῆς συνεδριάσεως ἠρώτησα τὸ Προεδρεῖον ἂν μετὰ τὸ δεῖπνον θὰ ἐψηφίζοντο νομοσχέδια καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ὅτι δὲν θὰ ἐψηφίζοντο, ἀλλὰ μόνον θὰ ἐξηντλεῖτο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ εἶχον ἐνδιαφέρον νὰ παρίσταμαι κατὰ τὴν συζήτησιν ὡρισμένων νομοσχεδίων, ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἐκ μέρους ὑμῶν βεβαίωσις προήρχετο κατόπιν συνεννοήσεως καὶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Φαντάζεσθε τὴν ἔκπληξίν μου ὅταν εἶδον ὅτι ἐψηφίσθησαν τὸ πρωῒ ἑκατοντάδες νομοσχεδίων ἀμελετήτως. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη εἶναι ἐναντίον τοῦ τρόπου τοῦ ψηφίζειν καὶ ἐπειδὴ ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ἐκαυχήθη ὅτι θὰ φέρῃ νέα πράγματα εἰς τὸν Τόπον καὶ ἐξακολουθεῖ τὴν αὐτὴν ρουτίναν, δηλῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ψηφίζει καὶ ὄχι ἡ Συνέλευσις καὶ ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ εἶναι νόθα, καὶ ὅτι ὑφαρπάζεται ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως, πρόκειται δὲ περὶ πλαστογραφίας εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολὺ σοβαρὰ ἡ φράσις.
§5Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς λέγουσιν ὅτι τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ ψηφίζωνται ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἡ ἔνστασις εἶναι δικαίωμα τοῦ πληρεξουσίου. Τὸ Προεδρεῖον ὀφείλει νὰ προσέχῃ ὅπως, ὅταν ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια, ὑπάρχῃ πραγματικὴ ἀπαρτία καὶ ὄχι ἐνώπιον 30 πληρεξουσίων νὰ ψηφίζωνται καὶ νὰ ἐξακολουθῇ τὸ καβουρδιστῆρι τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων αὐξάνονται αἱ δαπάναι. Τὴν δύναμίν της ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ χειρισθῇ μετὰ φειδοῦς ἐφόσον ψηφίζονται νόμοι, δημιουργοῦνται θέσεις καὶ δημιουργεῖται μία κατάστασις ἡ ὁποία θέτει εἰς κίνδυνον τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Θὰ ἤθελον μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κάμητε ἐπερώτησιν.
§7Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τί νὰ σᾶς εἴπω, κ. πληρεξούσιε· ἔχετε τὴν γνώμην σας καὶ ἡμεῖς διαφωνοῦμεν.
§8Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ γίνωνται περιττοὶ νόμοι.
§9Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ μᾶς εἴπητε ποῖοι εἶναι οἱ περιττοὶ νόμοι. Βεβαίως καθήμεθα ἕως εἰς τὰς πρωινὰς ὥρας καὶ ψηφίζομεν.
§10Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἰς ποίαν Βουλὴν ψηφίζουν τὰς πρωινὰς ὥρας σωρηδόν;
§11Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἰς ὅλας τὰς Βουλάς.
§12Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐψηφίσθη νομοσχέδιον περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων.
§13Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ποῖον;
§14Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Τὸ περὶ Συνεταιρισμῶν τῶν ὑπαλλήλων.
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐψηφίσθη. Ἐὰν ἔχετε ἀντίρρησιν, νὰ καθίσητε, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι· δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μαντεύωμεν ποῖα νομοσχέδια θέλετε.
§16Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ξενυκτῶ. Ἐξαντλοῦνται οἱ πληρεξούσιοι καὶ δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ἕως τὸ πρωί.
§17Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Εἴπομεν χθὲς νὰ μὴ ψηφίζωμεν ψηφίσματα πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως. Ἤθελον νὰ ἠξεύρω ἂν ἡ διατύπωσις ἡ περιεχομένη εἰς τὰ πρακτικὰ ἐνέχει τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ γίνῃ τοῦτο καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ συζήτησις περὶ ἑνὸς ψηφίσματος ἀρχίσῃ ἀπὸ ἐνωρὶς δὲν δύναται νὰ ἀποπερατωθῇ αὕτη μετὰ τὸ φαγητόν;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω καὶ ἐγὼ ναί. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Δ. Πολυκράτης, Δ. Πετρίτης, Α. Ὀρφανίδης, Δ. Μαρσέλος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1923 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ συστάσεως Συνεταιρισμῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς ἀνέγερσιν εὐθηνῶν οἰκιῶν». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Μισυρλόγλου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἀποδοχῶν τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ν. Καλέλλης καὶ Θ. Χαβίνης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Δ. Κατσίνας καὶ Ν. Σπηλιώτης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου ἐν Θήβαις». Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Π. Ἀραβαντινὸς καὶ Κ. Ρέντης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Ὀρφανοτροφείου Κορίνθου». — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Π. Καλαντζόπουλος καὶ Α. Δαργέντας ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ἀσυμβιβάστου τῆς ἰδιότητος διοικητικοῦ συμβούλου Ἀνωνύμου Ἑταιρείας κλπ. πρὸς τὴν τοῦ πληρεξουσίου». — Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Ἐπιμελητηρίου Κρατικῶν προμηθειῶν». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Γ. Δουζίνας ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΤΙΕʹ (3315) περὶ καταμετρήσεως τῆς χωρητικότητος τῶν ἐμπορικῶν πλοίων». 2) «Περὶ τοῦ τρόπου πληρωμῆς χρηματικῶν ποινῶν διὰ παρανόμους πωλήσεις πλοίων». 3) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 1023 περὶ Ἰδιωτικῆς Ἐπιχειρήσεως ἀσφαλίσεως καὶ 2190 περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν» καὶ 4) «Περὶ συστάσεως Ταμείου Προνοίας ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τῆς βιομηχανίας καπνοῦ». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει σχέδια νόμων 1) «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν αἰγοπροβάτων νόμων» καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 390 τοῦ 1914 περὶ ἐλευθέρας ζώνης Θεσσαλονίκης», τὰ ὁποῖα παρακαλεῖ νὰ κηρυχθοῦν κατεπείγοντα καὶ ψηφισθοῦν κατ’ ἀρχήν. (Κηρύσσονται κατεπείγοντα καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν). — Οἱ κάτοικοι Καρυταίνης αἰτοῦνται τὴν ἐπέκτασιν τοῦ σιδηροδρόμου Μεγαλοπόλεως–Καρυταίνης. — Ὁ προσφυγικὸς κόσμος Βόλου αἰτεῖται τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τῶν προσφυγικῶν νομοσχεδίων. — Ὁ ἐμπορικὸς χριστιανικὸς κόσμος Θεσσαλονίκης ἀναμένει ἐναγωνίως τὴν πραγμάτωσιν τῆς κυριακῆς ἀναπαύσεως. — Γεωργικοὶ Συνεταιρισμοὶ Θηβῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἵδρυσιν Εἰρηνοδικείου ἐν Θεσπιαῖς. — Ὁ κ. Ἀργυρός, κάτοικος Θεσσαλονίκης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ πρώην πληρεξουσίου Ἀλεξίδου. — Ἡ Σιωνιστικὴ Λέσχη Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως ἐξαιρεθῶσιν οἱ Ἰσραηλῖται τῆς κυριακῆς ἀναπαύσεως. — Οἱ προσφυγικοὶ συνοικισμοὶ Βύρωνος καὶ Ποδαράδων ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ τοῦ ἐνοικίου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Σκ. Ζερβὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν διαφόρων προσφύγων πωλητῶν σπόγγων.
§20ΣΚΕΥΟΣ ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν πρόσφυγες μικροπωληταὶ ἔκαμαν παράπονα ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐννόμου Τάξεως δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐργάζωνται εἰς τὰς ὁδοὺς Ἁγίου Μάρκου, Αἰόλου, Ἀθηνᾶς, Καλαμιώτου καὶ ἄλλας ὁδοὺς καὶ ἕνεκα τούτου οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, στερούμενοι οὕτω τῶν μέσων νὰ ἐργασθῶσι, δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Μεταξὺ τῶν πωλητῶν αὐτῶν συγκαταριθμοῦνται καὶ οἱ πωληταὶ σπόγγων εἰς τὰς ὁδούς, οἱ πρόσφυγες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐξόριστοι ἀπὸ τὰ Δωδεκάνησα καὶ ἀπὸ τὴν Ρωσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ ζήσωσιν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ περιέρχωνται τὰς διαφόρους ὁδοὺς φέροντες ἀνὰ χεῖρας τὸ ἐμπόρευμά των καὶ οὕτω νὰ πωλῶσι τοὺς σπόγγους των. Τοῦτο κατέστησα γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ὅστις εἶπε μὲν ὅτι θὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ ἀτόπου καὶ μοὶ ὑπεσχέθη μάλιστα ὅτι θὰ ἀποστείλῃ διαταγὴν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν διὰ νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν ἐμπορίαν εἰς τοὺς πρόσφυγας, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς οὐδὲν ἀπολύτως ἐσημειώθη θετικὸν ἀποτέλεσμα. Ἡ Ἀστυνομία δὲν τοῖς ἐπιτρέπει δυστυχῶς καὶ πάλιν τὴν ἐλευθέραν κίνησιν, τοὺς ἐμποδίζει νὰ ἐργάζωνται καὶ τοὺς συλλαμβάνει. Θὰ σᾶς παρακαλέσω πολύ, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ συστήσητε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως νὰ λάβῃ σοβαρὰν μέριμναν περὶ τῶν προσφύγων τούτων, διότι πρόκειται περὶ πτωχῶν οἰκογενειαρχῶν, οἵτινες θέλουσι νὰ ἐργασθῶσι διὰ νὰ ζήσωσι τιμίως.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ διὰ νὰ ψηφισθῶσι μερικὰ νομοσχέδια.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἡμίσειαν ὥραν μόνον.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἄς περιορισθῶμεν εἰς ἡμίσειαν ὥραν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ι. Γιαμούζης, Μ. Καβαλιεράτος, Ο. Κυπριανός, Δ. Σάββας, Ι. Λαδᾶς καὶ Μ. Λαίλιος ἐπὶ ἀναφορᾶς διαφόρων δημοδιδασκαλικῶν συλλόγων.
§25Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ τῶν δημοδιδασκαλικῶν συλλόγων ἀποβλέπει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Εἶναι δὲ γνωστὸν τόσον εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅσον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀσθενεῖ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεώς των ὄχι μόνον τοὺς νῦν ὑπάρχοντας θὰ διατηρήσωμεν, ἀλλὰ καὶ νέους θὰ προσελκύσωμεν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ι. Καρμανίδης, Ι. Κανναβός, Λ. Ἀκρίδας, Β. Βλαχόπουλος καὶ Ι. Χριστοδουλιάς ὅπως καταθέσουν καὶ ἀναπτύξουν τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀγρινίου, ὡς ἐπίσης καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ναυπάκτου.
§27Ι. ΚΑΡΜΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω λάβει τρία τηλεγραφήματα ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου τῶν Ἐμπορικῶν Συλλόγων Ἀγρινίου καὶ Ναυπάκτου. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον προστατευτικόν. Τοῦτο μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔχει εἰσαχθῆ. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ὑπάρχει ἕτερον τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου διαμαρτύρεται ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος λόγῳ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον φέρει εἰς μεγίστην κρίσιν καὶ δυσχέρειαν τοὺς ἐμπόρους καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος νὰ ἐπιτρέπῃ καὶ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν πολὺ περισσότερον προκειμένου περὶ Ἀγρινίου, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ προστατευθῇ, διότι εἶναι μία καπνοπαραγωγικὴ ἐπαρχία, τὸ δὲ ἐμπόριον διεξάγεται ἐν Ἀγρινίῳ εἰς μεγίστην κλίμακα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνισχύσῃ. Ὑπάρχει τρίτον τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος αὐταῦ παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ψηφισθῇ ὁ συμπληρωματικὸς νόμος περὶ αἰσχροκερδείας. Ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐντείνῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς ἐνεργείας του, διότι μεθ’ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ αἰσχροκέρδεια ὀργιάζει καὶ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ Λαὸς ὑποφέρει. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον Ἀγρινίου. Πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ναυπάκτου. Παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ κυριακῆς ἀναπαύσεως. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστοδουλιάς.
§29Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Ἀγρινίου διαμαρτύρονται διὰ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν. Τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ διέρχεται μεγίστην κρίσιν καὶ εἶναι δίκαιον νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐντείνῃ εὐήκοον οὖς εἰς τὰ αἰτήματα τῶν συμπολιτῶν μου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος.
§31Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν ἀνεπεξεργάστων καπνῶν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ καπνὰ Τριχωνίας νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τὰ ἄλλα, ἀφοῦ αὐτὰ ἐξάγονται ἀνεπεξέργαστα, διότι ἐξάγονται εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπεξεργασία των. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὸ βάρος τῆς συσκευῆς, ὁπότε ἡ καταστροφὴ τῶν ἐμπόρων θὰ εἶναι προφανής, διότι τὰ ἔξοδα τῆς συσκευῆς θὰ εἶναι μεγαλύτερα τοῦ κόστου τῶν καπνῶν.
§32Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ ἄλλη τῶν καπνοπαραγωγῶν Κερκύρας, ἡ ὁποία εἶναι σχετική. Νὰ διαταχθῇ τέλος πάντων ὁ τελώνης Κερκύρας νὰ μὴ φέρῃ αὐτὰ τὰ ἐμπόδια καὶ εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας. Οἱ κ.κ. Ι. Καρμανίδης, Ι. Κανναβὸς καὶ Ι. Χριστοδουλιάς ὅπως καταθέσουν καὶ ἀναπτύξουν ἀναφορὰν τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος Ναυπάκτου.
§34Ι. ΚΑΡΜΑΝΙΔΗΣ. Ὅλοι οἱ πρόεδροι τῶν διαφόρων Κοινοτήτων τῆς ἐπαρχίας μου παρακαλοῦν νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐφημερίων. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν τοιαῦτα μέτρα, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῶν ἐφημερίων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι καλόν.
§35Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δέχομαι καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τῶν συναδέλφων μου καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον.
§36Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μαυρουδῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς κοινοτήτων Χαλκιδικῆς.
§38Ι. ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπὸ ἐξαιρετικὴν σημασίαν τὴν ἀναφορὰν τῶν Κοινοτήτων Χαλκιδικῆς περὶ ἐπεκτάσεως τῆς στενῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Παζαρούδας εἰς Λαρύγγοβον, καὶ διότι ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ διότι λόγοι στρατιωτικοὶ τὸ ἐπιβάλλουσι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκ. Ζερβὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς Φιλελευθέρων Δημοκρατικῶν Ὀργανώσεων Ἀθηνῶν.
§40ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ Φιλελεύθεραι Δημοκρατικαὶ Ὀργανώσεις Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει): «Ἀθῆναι 13 Ἰουνίου 1924. Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, Ἐνταῦθα. Κύριε Πρόεδρε, Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑμῖν τὸ κάτωθι ψήφισμα τῶν Φιλελευθέρων Δημοκρατικῶν Ὀργανώσεων. Ψήφισμα Αἱ Φιλελεύθεροι Δημοκρατικαὶ Ὀργανώσεις Ἀθηνῶν, συνελθοῦσαι εἰς ἔκτακτον Γενικὴν Συνέλευσιν σήμερον Τρίτην 10ην τρέχοντος καὶ ὥραν 8ην μ.μ. εἰς τὰ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Βουκουρεστίου 20α Γραφεῖα αὐτῶν καὶ λαβοῦσαι ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατηρουμένην δυσφορίαν τοῦ Λαοῦ διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον ὕψωσιν τοῦ συναλλάγματος καὶ τὸν ἐκ τούτου ὑψωμὸν ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἐμόρφωσαν ὅτι: Ἡ ἀσυστόλως ὑπό τινων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων ἐνεργουμένη κυβεία ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος εἶναι ἡ κυριωτέρα κακοδαιμονία τοῦ Λαοῦ. Τὰ ὀλίγα αὐτὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, ἔχοντα συνεπικούρους καί τινας ἀσυνειδήτους κερδοσκόπους, προκαλοῦν τεχνητῶς τὰς ἑκάστοτε παρατηρουμένας ἐξωφρενικὰς διακυμάνσεις τοῦ συναλλάγματος καὶ λῃστεύουν οὕτω κατὰ τὸν μᾶλλον ἀσυνείδητον τρόπον τὸν πολὺν Λαόν, ὁ ὁποῖος μακρὰν τοῦ Χρηματιστηρίου ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῶν πανούργων καὶ πανισχύρων λῃστῶν του διατελεῖ ἐν ἀπογοητεύσει βλέπων τὴν ζωὴν του νὰ καθίσταται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀληθὲς πρόβλημα. Πρὸ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως ἐγκυμονούσης μυρίους κινδύνους (διότι ἡ πεῖνα εἶναι κακὸς σύμβουλος) αἱ Φιλελεύθεραι Δημοκρατικαὶ Ὀργανώσεις αἰσθάνονται ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ μέτρα ἀποτελεσματικὰ πρὸς καταπολέμησιν τῆς κυβείας. Μόνον οὕτω θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ καταπολέμησις τῆς μαστιζούσης τὴν κοινωνίαν αἰσχροκερδείας πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ πάσχοντος Λαοῦ. Τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κατατεθὲν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν νομοσχέδιον, καθιστάμενον νόμος τοῦ Κράτους, θὰ ἐπιτύχῃ κατὰ γενικὴν ἀντίληψιν τὴν καταπολέμησιν τῆς κυβείας. Ὅθεν διατυποῦμεν τὴν εὐχὴν ὅπως ἡ Κυβέρνησις καταβάλῃ πᾶσαν αὑτῆς προσπάθειαν ὅπως ἐξουδετερώσῃ τὰς ἐμφανιζομένας κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἀντιδράσεις, συνταυτίζουσα ἐν ἀνάγκῃ τὴν τύχην της μετὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Παρακαλοῦμεν ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον «περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ ἐλέγχου συναλλάγματος», ἐφαρμοσθέντος κατὰ τὸ 1919 καὶ 1920. Ὁ Λαὸς θὰ ἐκτιμήσῃ δεόντως τὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων στάσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ὁ Πρόεδρος Τὰ μέλη Ὁ Γραμματεύς». Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν, τόσον τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον αὐτῆς, ὅστις τόσον εἰδικῶς ἐνέκυψεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Τόπου μας ζητήματα καὶ τόσον καλὸς οἰκονομολόγος κατηρτίσθη, ὅσον καὶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μετὰ προσοχῆς ἰδιαιτέρας ἀσχοληθῶσι μὲ τὴν συναλλαγματικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ συναλλάγματος, διότι τὸ ἐμπόριόν μας, κύριοι, ὑποφέρει πολὺ ἐκ τῆς τόσης ρευστότητος καὶ ἀσταθείας τοῦ συναλλάγματος, ὁ δὲ βίος καθίσταται ἐκ τούτου ἀβίωτος, καὶ ἰδίᾳ τῶν κατωτέρων τοῦ λαοῦ τάξεων, αἵτινες ἀδυνατοῦσι ν’ ἀντικρύσωσι καὶ τὰ στοιχειώδη καὶ πρώτης ἀνάγκης πράγματα, ἅτινα εὑρίσκονται εἰς δυσθεώρητα ὕψη, ἕνεκα τῆς ὑψώσεως καὶ ἀσταθείας τοῦ συναλλάγματος.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Γαρουφαλιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς δημοδιδασκάλων Νομοῦ Ἄρτης.
§42Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ παραπόνων ἐναντίον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἔλαβε μέτρα ὁ κ. Ὑπουργός;
§43Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ ἐξετάσω.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Γαρουφαλιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Χοσέψεως.
§45Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Οἱ κάτοικοι αὐτοὶ ζητοῦν τὴν κατασκευὴν μιᾶς γεφύρας ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαιοτάτη. Φαντάζομαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίρρησιν δεδομένου ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι σχεδὸν ἀσήμαντος.
§46Γ. ΗΣΑΪΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ γίνῃ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Δ. Ἀνδρεάδης, Κ. Κωνσταντινίδης καὶ Γ. Βοραζάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς Κοινότητος Ζυρνόβου.
§48Δ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς Προνοίας καὶ Παιδείας ὅπως λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας νὰ εἰσηγηθῇ τὴν παροχὴν ποσοῦ τινὸς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ἐπίσης ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνάρξεως τοῦ Οἰκοτροφείου αὐτῆς ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντινίδης.
§50Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Τὴν ἵδρυσιν οἰκοτροφείου εἰς τὴν κοινότητα Ζυρνόβου τὴν θεωρῶ ἐθνικὴν ἀνάγκην, καθότι τὸ οἰκοτροφεῖον τοῦτο πρόκειται νὰ ἐκπληρώσῃ διπλοῦν σκοπόν: Νὰ ἐξελληνίσῃ καὶ διαπαιδαγωγήσῃ τοὺς πρόσφυγας, ἐκπαιδεύσῃ δὲ καὶ περιθάλψῃ τοὺς πρόσφυγας οἱ ὁποῖοι κατέφυγον ἐκεῖ. Τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ ὑψίστης ἐθνικῆς ἀνάγκης καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ ζήτημα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως καὶ ἡ λειτουργία του.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοραζάνης ἔχει τὸν λόγον.
§52Γ. ΒΟΡΑΖΑΝΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἱδρύματος τούτου, διότι ἐπιβάλλεται καὶ ἡ τόνωσις τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος εἰς τὴν παραμεθόριον καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ καὶ τὸ ζήτημα αὐτό, ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα τῶν ἀναφορῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως θὰ ἐνδιαφερθῇ κάπως ἀμεσώτερον διὰ τὰ ζητήματα αὐτά.
§53Δ. ΠΑΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας). Ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ καὶ θὰ πράξῃ πᾶν τὸ δυνατόν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκ. Ζερβὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς Νικολάου Διαμαντοπούλου κλπ. κατοίκων Πειραιῶς.
§55ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὰς μικρὰς ἢ μεγάλας καταθέσεις των εἰς χρυσὸν εἶχον ἀφήσει εἰς τὰς Τραπέζας. Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος, διότι εἰς χρυσὸν κατέθεσαν οὐχὶ μόνον οἱ ἰδιῶται, ἀλλὰ καὶ ἰδίᾳ αἱ κοινότητες τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἑαυτῶν ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων ἢ δι’ ἄλλα φιλανθρωπικὰ καὶ κοινῆς ὠφελείας ἱδρύματα. Ἕνεκα δὲ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὁ χρυσὸς ὁ κατατεθεὶς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ δύναται νὰ μετατραπῇ εἰς δραχμὰς καὶ ν’ ἀποδίδωνται εἰς δραχμάς, τὰ ἐκπαιδευτικὰ καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα τοῦ ἐξωτερικοῦ δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν, αἱ κοινότητές μας τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ αὐταὶ καὶ τὰ διάφορα πολυποίκιλα ἀγαθοεργὰ ἱδρύματα αὐτῶν δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ διατηρηθοῦν καὶ θὰ ἀναγκασθῶσιν οὕτω νὰ κλείσωσι καὶ νὰ ἐκλείψωσιν ἐπὶ μεγίστῃ ἐθνικῇ ζημίᾳ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ὅμως δυστυχῶς δὲν εἶναι παρόντες... παρακαλῶ τότε σᾶς, κ. Πρόεδρε τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, νὰ ἀναβληθῇ ἡ παροῦσα συζήτησις μέχρις ὅτου προσέλθωσι καὶ εἶναι παρόντες οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι εἰδικοὶ Ὑπουργοί, διότι εἶναι σπουδαιότατον καὶ ἐθνικὸν τὸ ζήτημα τοῦτο.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σολδᾶτος ἐπὶ ἀναφορῶν Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Λευκάδος.
§57Γ. ΣΟΛΔΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω τρεῖς ἀναφοράς: Ἡ πρώτη ἀφορᾷ τὴν κρίσιν τὴν ὁποίαν διέρχεται ὁ τόπος μας. Ὁ κόσμος διέρχεται οἰνολογικὴν κρίσιν παμμεγίστην ἐν Λευκάδι. Ἔχομεν τὸ Ταμεῖον Ἀμύνης, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν λειτουργεῖ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, νὰ γίνῃ μία Γεωργικὴ Τράπεζα. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ δώσῃ δάνεια ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους, διότι οἱ ἄνθρωποι εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν. Ἡ ἄλλη ἀναφορὰ ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σοβαρῶς τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης Κουλουκουνδῆ καὶ θελήσῃ νὰ ἐπεμβῇ πρὸς διακανονισμὸν αὐτῆς, ἄλλως νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσίν της. Ἡ τρίτη ἀναφορὰ ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπών.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Τζώρτζης καὶ Π. Καλλιδόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς Ὁμοσπονδίας Δημ. Ὑπαλλήλων Μακεδονίας καὶ Θράκης.
§59Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ὁμοσπονδία Δημοσίων Ὑπαλλήλων Μακεδονίας καὶ Θράκης ὑπέβαλε μίαν αἴτησιν περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς των θέσεως. Ἐγὼ συνιστῶ τὴν αἴτησιν ταύτην ὄχι τόσον ἐξ ἐνδιαφέροντος, παρ’ ὅσον διότι ἔχει μεγίστην σχέσιν μὲ τὴν βελτίωσιν τὴν ἐθνικήν μας εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας. Αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἐκακοδιοικήθησαν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἐξακολουθοῦσι. Τοῦτο ὀφείλεται βεβαίως εἰς τὸ ὅτι τὸ Κράτος εὑρῆκε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ ὑπαλληλικοῦ ὑλικοῦ, ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν, ἐπίσης δὲ καὶ εἰς ἀνώμαλον πολεμικὴν περίοδον καὶ εἰς τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, προερχόμενοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Π. Ἑλλάδος, οὐδέποτε ἐπέδειξαν μέριμναν, οὐδέποτε ἔσπευσαν νὰ πληροφορηθοῦν τὰς ἀνάγκας τῶν ὑπηρεσιῶν των. Συνέβη πολλάκις δικασταὶ εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐπαρχιῶν τούτων καὶ ἄλλοι δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ μὴ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς θέσεις των καὶ νὰ διαθέτωσι μέσα, ὥστε νὰ μὴ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Συνέβη, ὥστε ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον νὰ μὴ καταστῇ δυνατὴ ἡ συγκρότησις δικαστηρίου. Πρέπει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἰδιαιτέρως τὴν αἴτησιν αὐτήν, ἀσχέτως πρὸς τὸ γενικὸν ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων ὅλου τοῦ Κράτους, ἰδίως διὰ τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τοὺς προμαχῶνας τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ὅπως ἕκαστος ἰδιαιτέρως ἐν τῇ εἰσηγήσει τῶν μέτρων τῶν ὀργανικῶν λάβωσιν ἰδιαιτέραν πρόνοιαν πρὸς ἀπονομὴν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ἀμοιβῶν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον προσφέρει τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὰς θέσεις ταύτας.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζώρτζης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Συνδέσμου Μοναστηριωτῶν.
§61Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Συνηγορῶ ἐκθύμως ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον πρὸς λῆψιν τῶν καταλλήλων μέτρων.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Λ. Μάρκου καὶ Β. Δαλιάνης ὅπως καταθέσωσι καὶ ἀναπτύξωσιν ἀναφοράν.
§63Α. ΜΑΡΚΟΥ. Ὑποβάλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Γαστούνης σχετικῶς μὲ τὴν ἐγκατάστασιν προσφύγων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν δοθεῖσάν μοι προφορικῶς ὑπόσχεσιν.
§64Β. ΔΑΛΙΑΝΗΣ. Νὰ σταλῇ, κ. Πρόεδρε ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Χατζηκυριακοῦ ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Θεσσαλονίκης.
§66Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Καὶ αὐτὴ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἔχω συνεννοηθῆ μετὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τῶν αἰτημάτων τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἔλαβα τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι θὰ ληφθοῦν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§68Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ πρὸ τοῦ 1912 εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ἡ ἀνάγκη τῆς λειτουργίας ἐν Ἑλλάδι καὶ δευτέρου Πανεπιστημίου, ὄχι μόνον διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἓν δεύτερον πνευματικὸν κέντρον ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ κυρίως, ἵνα ὑπάρξῃ ἐπιστημονικὴ καὶ διδακτικὴ ἅμιλλα καὶ παρ’ ἡμῖν, μέλλουσα νὰ ἔχῃ τὰ πλέον εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα καὶ διὰ τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Θεσσαλονίκης ἡ ἀνάγκη αὕτη κατέστη διὰ πολλαπλοῦς λόγους ἐπιτακτικωτέρα. Διότι πρῶτον μὲν προσετέθησαν εἰς τὸ Κράτος τμήματα μεγάλα, ἔχοντα ἀνάγκην πνευματικῆς καθοδηγήσεως, δι’ ἣν ἀνεπαρκὲς καθίσταται τὸ μοναδικὸν Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν. Ἔπειτα δὲ αἱ νέαι αὗται Χῶραι, ἀνεκμετάλλευτοι καὶ καθυστερημέναι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πλουτοπαραγωγικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ποικίλων καὶ πλουσίων πόρων των, ἔχουσιν ἀνάγκην ἀνωτέρων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων νεωτέρου μάλιστα πρακτικοῦ καὶ τεχνικοῦ τύπου, τὰ ὁποῖα καὶ τὴν Χώραν νὰ μελετήσωσιν ἀπὸ τῶν ἀπόψεων τούτων καὶ τὰ κατάλληλα πρόσωπα νὰ μορφώσωσι. Προσέτι δὲ αἱ ἱστορικαὶ συνθῆκαι τῶν Νέων Χωρῶν ἐπιβάλλουσι τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς κέντρου ἀκτινοβολίας τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πολιτισμοῦ, μέλλοντος νὰ διαθερμάνῃ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας ὅλα τὰ τέκνα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Αἱ ποικίλαι αὗται ἀπόψεις τοῦ θέματος ἤγαγον τὴν Δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ τάχιστα εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ δευτέρου Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου ἐν Θεσσαλονίκῃ. Τὸ Πανεπιστήμιον τοῦτο, χωρὶς νὰ ὑστερῇ κατ’ οὐδὲν τοῦ παραδεδεγμένου κλασσικοῦ τύπου τῶν Πανεπιστημίων, μέλλει νὰ περιλάβῃ εἰς τοὺς κόλπους αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς κλάδους τῶν τεχνικῶν καὶ ἐφηρμοσμένων ἐπιστημῶν, οἵτινες θεωροῦνται σήμερον ἀπαραίτητοι διὰ μίαν Χώραν προσαρμοζομένην εἰς τὰς συνθήκας τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ φέροντος κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικὸν καὶ τεχνικὸν χαρακτῆρα. Διὰ τοῦτο προστίθενται μὲν νέαι Σχολαί, κυρίως δὲ διαιροῦνται αἱ κατὰ παράδοσιν Σχολαὶ εἰς πολλαπλᾶ τμήματα. Οὕτω προστίθεται νέα Σχολή, ἡ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιστημῶν, διαιρουμένη εἰς τμήματα Πολιτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ἐπιστημῶν καὶ Ἐμπορικῶν Ἐπιστημῶν. Ἡ δὲ Σχολὴ τῶν Μαθηματικῶν καὶ Φυσικῶν Ἐπιστημῶν μέλλει νὰ περιλάβῃ πλὴν τῶν θεωρητικῶν τμημάτων Μαθηματικοῦ καὶ Φυσικοῦ τμῆμα Χημικόν, Γεωργικόν, Μεταλλειολογικὸν καὶ Γεωλογικόν, Δασολογικόν, Κτηνιατρικόν, Ἠλεκτρολογικόν, Φαρμακευτικόν. Βεβαίως δὲν θὰ καταστῇ δυνατόν, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ὑλικῶν μέσων καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν προσωπικοῦ, νὰ λειτουργήσουν ἀμέσως πλήρως πᾶσαι αἱ Σχολαὶ καὶ πάντα τὰ τμήματα τοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἱδρύσεώς του. Ἀλλὰ λαμβάνεται πρόνοια ἀπὸ τοῦδε, καὶ διὰ τῶν πλουσίων πόρων τοὺς ὁποίους διαθέτομεν ὑπὲρ τοῦ νέου Πανεπιστημίου καὶ διὰ τῆς εὐρύτητος τῶν προσόντων ὡς πρὸς τοὺς μέλλοντας καθηγητάς, νὰ ἀντιμετωπισθῶσιν αἱ σημεριναὶ δυσχέρειαι τὸ ταχύτερον καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν πλῆρες τὸ Πανεπιστήμιον τοῦτο. Αἱ πλεῖσται τῶν λεπτομερειῶν θὰ κανονισθῶσι διὰ Διαταγμάτων καὶ δὴ κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἐνδείξεις τῆς πείρας. Ὁ νῦν ὑποβαλλόμενος ὀργανισμὸς ἀποτελεῖ τὸν σκελετὸν τοῦ ἱδρύματος. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν διατάξεων τούτων ἐμφαίνεται πρῶτον ὁ ἰδιαίτερος χαρακτὴρ τοῦ Πανεπιστημίου, δεύτερον ὁ πλοῦτος τῶν διδασκομένων νέων κλάδων, τρίτον ἡ εὐρύτης τῶν ἀντιλήψεων ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ καὶ ἡ δημιουργία φυτωρίου καθηγητῶν διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐμμίσθων ὑφηγητῶν, τέταρτον αἱ περὶ τὴν διοίκησιν τοῦ Πανεπιστημίου καινοτομίαι καὶ πέμπτον τέλος ἡ σοβαρότης τῶν πόρων, οἵτινες διατίθενται ὑπὲρ τοῦ ἱδρύματος. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην νὰ ἐκπηδήσῃ εἷς ἄρτιος ὀργανισμός, ἓν ἄρτιον ἀνώτερον πνευματικὸν ἵδρυμα. Εἶναι ἀνάγκη συνεχῶν καὶ ἐπιμόνων προσπαθειῶν καὶ ἰδιαιτέρας στοργῆς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ἰδιαιτέρως ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν βορείων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἀντιλαμβανόμενοι τὴν ἐξαιρετικὴν σημασίαν τοῦ ἱδρύματος τούτου διὰ τὴν πρόοδον τῶν Χωρῶν ἐκείνων, θὰ περιβάλωσιν αὐτὸ διὰ τῆς στοργῆς των καὶ παντοιοτρόπως θὰ τὸ ἐνισχύσωσιν, ὑφιστάμενοι καὶ τὰς ἀναγκαίας θυσίας πρὸς πλουτισμόν, ὀργάνωσιν καὶ πρόοδον αὐτοῦ. Ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου τίθεται εἷς σοβαρώτατος λίθος εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ ἐθνικοῦ πολιτισμοῦ ἀπεκδέχομαι τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§69Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου καὶ νὰ διερμηνεύσω τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Μακεδονικοῦ λαοῦ διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας ἀποκτᾷ ἓν τόσον σοβαρὸν πνευματικὸν κέντρον. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου κ. Πρόεδρε, θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις μας καὶ ἐλπίζομεν ὅτι θὰ γίνουν αὗται ἀποδεκταὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, οὕτως ὥστε τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης νὰ καταστῇ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ὠφελιμώτερον.
§70Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Πρέπει νὰ ἱδρυθοῦν Σχολαὶ βιομηχανικαί. Γίνεται πάλιν μία Σχολὴ διὰ νὰ βγάζῃ σοφούς.
§71Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν ἐπροσέξατε, κ. συνάδελφε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 2853 περὶ συστάσεως εἰδικῶν ταμείων δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἐκδίκασιν ἀπαιτήσεων γεννηθεισῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ, Κωνσταντινουπόλει καὶ Α. Θράκῃ». Ἐδῶ ὑπάρχουν μερικαὶ τροπολογίαι τοῦ κ. Ζερβοῦ.
§73ΣΚ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι αἱ τροπολογίαι αἱ γενόμεναι ἀπὸ τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους πρόσφυγας, οἱ ὁποῖοι, μελετῶντες τὸ ζήτημα, κατέληξαν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα.
§74Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Τὰς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ γίνονται δεκταί. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§76Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι εὐχάριστον ὅτι ἡ Συνέλευσις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος εἰσέρχεται εἰς τὰ κύρια αὑτῆς ἔργα. Πρώτιστον καθῆκον καὶ πρωτίστη ἀνάγκη ἡ ὁποία ὑπῆρχε διὰ τὴν Συνέλευσιν αὐτήν, ἐκλεγεῖσαν κατόπιν μιᾶς Ἐπαναστάσεως καὶ κατόπιν ἑνὸς σάλου πολιτικοῦ τόσον μεγάλου, ἦτο ἡ ὅσον ἔνεστι ταχίστη μεταρρύθμισις τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ ἡ προσαρμογὴ αὐτῶν πρὸς τὸ νέον πολίτευμα. Ἀτυχῶς μέχρι τῆς ἑσπέρας ταύτης εἰς πᾶν ἄλλο ἔργον ἠσχολήθη ἡ Συνέλευσις πλὴν εἰς τὸ κύριον αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐξακολουθῶ νὰ τονίζω, ἦτο ἀπολύτως κεκλημένη. Τὰ ἔργα εἰς τὰ ὁποῖα ἠσχολήθημεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐκλήθημεν καὶ ἐργαζόμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι ἔργα κοινῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἔργα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀναβληθοῦν εἴτε εἰς χρόνον μεταγενέστερον, ἀφοῦ τακτοποιηθῶσιν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις καὶ ἴδωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα καὶ ὑπὸ ποίων διατάξεων τοῦ Συντάγματος διεπόμεθα σήμερον, εἴτε ἠδύναντο νὰ ἀναβληθοῦν διὰ νὰ ψηφισθῶσι παρὰ τῆς πραγματικῆς Βουλῆς, παρὰ Βουλῆς ἡ ὁποία ἀποκλειστικὸν καὶ μόνον σκοπὸν θὰ ἔχῃ τὸν νομοθετικόν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι τὸ ἔργον τῶν Συνελεύσεων εἶναι διπλοῦν, δηλ. τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ νομοθετικὸν ἀφ’ ἑτέρου. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅμως ὅτι τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν εἶναι τὸ ἔργον τὸ δευτερεῦον μιᾶς Συνελεύσεως Συντακτικῆς, εἶναι ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἀσχολεῖται δι’ ἀπολύτως ἐπειγούσας ἀνάγκας, διὰ περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιδέχονται ἀναβολήν, ἐνῷ τὸ κύριον, τὸ κυριώτερον ἔργον της εἶναι ἡ τροποποίησις, ἡ μεταρρύθμισις, ἡ ψήφισις τοῦ νῦν ὑπάρχοντος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, Συντάγματος. Δὲν λανθάνει οὐδένα μία ἀνώμαλος κατάστασις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα. Εὑρισκόμεθα ὑπὸ πολίτευμα δημοκρατικόν, εὑρισκόμεθα ὑπὸ Πρόεδρον Δημοκρατίας καὶ ὅμως τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας δὲν ἐτακτοποιήθησαν εἰσέτι συντακτικῶς, δὲν προσηρμόσθησαν, ὅπως ἔπρεπε, δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι προέβλεπον περὶ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἀνευθύνου ἄλλου πολιτεύματος καὶ οὐχὶ τοῦ σήμερον ὑπάρχοντος. Τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ βασιλέων καὶ δίδει δικαιώματα βασιλικά. Εἶναι ζήτημα τί θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Συνελεύσει, μέχρι ποίου σημείου θὰ ἐκτείνεται ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Καὶ δὲν σᾶς εἶναι ἄγνωστον ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην ἀναγράφονται εἰδήσεις πότε διὰ τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ πότε διὰ τὴν ἄλλην, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν αὐτὸ τοῦτο τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ὅμως τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας δὲν ἔχει κανονισθῆ, δὲν ἔχει κανονισθῆ δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ἡ θέσις του ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἐν τῷ πολιτεύματι. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος κατὰ νόμον μὲ τὴν γενικὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως εἰδικὴ διὰ νὰ καθορίσωμεν τελείως τὰ πράγματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι διὰ τὴν εὔρυθμον πορείαν, διὰ τὴν ὁμαλότητα τῶν πραγμάτων ὅτι προεῖχε κυρίως τὸ ἔργον τὸ συνταγματικόν, ἀλλὰ καὶ κυριώτερον τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν κατάστασιν τὴν μεταβληθεῖσαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῶσι καὶ προσαρμοσθῶσι δι’ ἰδιαιτέρας ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως. Διὰ τοῦτο ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀφ’ ἑνὸς εὐχάριστον, διότι εἰσερχόμεθα εἰς τὸ κύριόν μας ἔργον, ἵνα συζητήσωμεν περὶ συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλ’ ὅλην τὴν εὐχαρίστησιν αὐτὴν τὴν μειώνει μία ἄλλη ἐντύπωσις, ὅτι ἀρχόμεθα ἀπὸ τὰ 88 καὶ 90 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχον ἄλλα προηγούμενα καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ Συνέλευσιν καὶ Κυβέρνησιν, ποία ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90; Μήπως δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι τὰ πρὸ τῶν 88 καὶ 90 δὲν χρήζουν οὐδὲ κἂν συζητήσεως, οὐδὲ κἂν ἐξετάσεως, διότι τὸ ἂν χρήζουν ρυθμίσεως ἢ ὄχι θὰ καταδειχθῇ ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως; Μήπως δὲν χρήζουν καὶ κἂν συζητήσεως; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προσαγάγετε μίαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος μέχρι τοῦ 88 παραμένουν ὡς ἔχουν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁμαλῶς, ὁμαλώτατα θὰ προεβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 88.
§77Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἔχει καταρτίσει μελέτην μέχρι τοῦ 18 ἄρθρου ἢ τοῦ 19. Τὴν μελέτην δὲ αὐτὴν τὴν ἔχει ὑποβάλει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, ὅπως ἀσχοληθῇ ἡ Συνέλευσις ἐν καιρῷ. Αὐτὰ ἐπειδὴ ὑπηνίχθητε ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἄρθρον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ὑποβληθῆ οὐδεμία ἔκθεσις.
§79Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ.
§80Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁμιλῶ σαφῶς καὶ ἄνευ ὑπαινιγμῶν. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἴδω ποῖος εἶναι ὁ ὑπαινιγμός.
§81Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν ἐπελήφθη τῶν ἄλλων ἄρθρων, αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§82Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν αἰτιᾶται τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ κ. συνάδελφος.
§83Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ λέξις «Ἐπιτροπὴ» δὲν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ στόμα μου καθόλου. Βεβαίως τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ρυθμισθῶσιν. Ὁ τρόπος ὅμως τῆς εἰσαγωγῆς εἶναι ἄλλος. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ εἰσηγουμένου τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικὴν ἢ συντακτικήν, τουτέστι τῆς Κυβερνήσεως, ἔργον δὲ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως. Καὶ ἂν μὲν ὁ κ. συνάδελφος διακόπτῃ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὡς μέλους τῆς Συνελεύσεως, διότι φέρει τὴν εὐθύνην καὶ ὁ ἴδιος, ὅπως τὴν φέρομεν καὶ πάντες τῆς ἀνωμαλίας ταύτης, τότε ἡ διακοπή του ἔχει ὀρθῶς καὶ ὁμαλῶς. Ἡ εὐθύνη δὲν ἀνήκει μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀνήκει εἰς ὅλην τὴν Συνέλευσιν. Ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ρυθμίσῃ πῶς πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία καὶ ἀπὸ ποῦ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ, ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δύναται δι’ ἀποφάσεώς της νὰ κανονίσῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔργον τὸ συντακτικόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῇ εἰς κομματικὰς ἀποχρώσεις, εἰς κομματικὰς μερίδας. Αὐτὸ τὸ συντακτικὸν ἔργον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Συνέλευσιν, πάσης κομματικῆς ἀποχρώσεως, πάσης κομματικῆς μερίδος. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε πρέπει, οὐδὲ φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν οὐδὲ τὴν Κυβέρνησιν φαντάζομαι ἱκανὴν νὰ ἀξιώσῃ ποτὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν συντακτικῶν διατάξεων ζητήματα κομματικά, ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Βεβαίως εἰς τὴν Συνέλευσιν θὰ ἀφεθῇ, καὶ ὅπως πρέπει νὰ ἀφεθῇ καὶ ὅπως ἀφέθη εἰς ὅλας τὰς Συνελεύσεις, ἀπόλυτος καὶ πλήρης ἐλευθερία. Δι’ αὐτὸ ἡ Συνέλευσις ἡ ἰδία, ἐν τῷ κυριαρχικῷ της δικαιώματι, ἠδύνατο καὶ δύναται νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας της. Δὲν εἶναι ἁπλῶς Βουλή, τὴν ἐργασίαν τῆς ὁποίας θὰ κανονίσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Εἶναι ἔργον, κύριοι, ἀνῆκον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Συνελεύσεως. Καὶ ἡ Συνέλευσις ἐν ὁλότητι, ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ κυριαρχικῷ της δικαιώματι ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας της. Ἂν δὲ δὲν τὰς κανονίσῃ, νομίζω ὅτι ὅλοι μας, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ὑπέχομεν εὐθύνην τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς, τουτέστι τοῦ νὰ ἀρχώμεθα νὰ συζητῶμεν ἀπὸ τοῦ 88 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ἀσφαλῶς θὰ ξαναγυρίσωμεν καὶ θὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων μέχρι τοῦ 88. Ἔτυχε, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, νὰ παρευρεθῶ εἰς δύο Συνελεύσεις ἀσχοληθείσας διὰ μεταρρυθμίσεις συνταγματικάς. Ἐνόμιζον ὅτι δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εἰς δευτέραν, ὅταν ἠσχολούμην εἰς τὴν πρώτην. Ἡ μοῖρα τὸ ἔφερε νὰ ἀσχοληθῶ καὶ διὰ δευτέραν φοράν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως, προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων, εἶναι αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι διαφωτιστικαὶ διὰ τὸν μέλλοντα νὰ ἑρμηνεύσῃ, διὰ τὸν μέλλοντα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Σύνταγμα, διὰ τὸν μέλλοντα νὰ νομοθετήσῃ, διὰ τὸν μέλλοντα νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῶν διατάξεων καὶ σύμφωνα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Αἱ συζητήσεις λοιπὸν πρέπει νὰ εἶναι διαφωτιστικαί, πρέπει νὰ εἶναι λεπτομερεῖς, πρέπει νὰ εἶναι πλήρεις. Αἱ συζητήσεις, λέγω, προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων, πρέπει νὰ γίνωνται ἐν λεπτομερείᾳ, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀποφάσεις νὰ ἀποτελοῦν τὸ κοινὸν ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ καὶ ἐνδιαφέρον ἑνὸς ἑκάστου πληρεξουσίου, ὥστε νὰ φαίνεται καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ ἐστενογραφημένων τοιούτων, νὰ φαίνωνται αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι, νὰ φαίνωνται αἱ ψῆφοι κλπ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον ἑκάστου, ὅπως δι’ ἑκάστην συνταγματικὴν διάταξιν, τροποποιουμένην δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, λαμβάνεται ἀπόφασις δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη θεσμῶν καὶ κανόνων, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσω ἐγὼ τοῦτο ἢ ὁ Α ἀρχηγὸς κόμματος ἢ δέκα βουλευταί· εἶναι ὑποχρέωσις κοινή, εἶναι ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ἡ Συνέλευσις θὰ τὴν αἰσθάνεται, καὶ καθένας ἔχων τὸ ἐνδιαφέρον νὰ κρίνῃ, καὶ νὰ γνωρίζῃ ἡ γενεὰ τοῦ μέλλοντος ποίαν γνώμην εἶχεν ὁ Α ἢ ὁ Β. Διότι ἂς ἀναγνωρίσωμεν ὅλοι ὅτι καθῆκον καὶ φιλοδοξία, δύναταί τις εἰπεῖν, ἑκάστου πληρεξουσίου καὶ πολιτικοῦ εἶναι νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν πολιτικήν, νὰ λέγῃ τὰς γνώμας του, αἱ ὁποῖαι σήμερον πιθανὸν νὰ θεωρῶνται ἔωλοι, πιθανὸν νὰ θεωρῶνται ἀβάσιμοι, νὰ μὴ θεωρῶνται σωσταί, πιθανὸν νὰ εἶναι πρόωροι, ἀλλὰ παραμένουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν, παραμένουσιν εἰς τὸ μέλλον καὶ ἔρχονται αἱ γενεαὶ νὰ κρίνουν τί ἔλεγον οἱ ἄνδρες τοῦ 1864, τοῦ 1911. Διὰ τοῦτο αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, ἐγὼ τοὐλάχιστον, προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων, περὶ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, ὅτι αἱ ἀποφάσεις πρέπει νὰ λαμβάνωνται δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἀκόμη σπουδαιότερον: Πρέπει νὰ φαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον ποῖοι ἐκ τῶν πληρεξουσίων ἠθέλησαν νὰ μεταρρυθμίσουν ἢ νὰ προσαρμόσουν συνταγματικὴν διάταξιν καὶ πόσοι ἐπεψήφισαν καὶ πῶς ἐγένετο δεκτὴ καὶ διὰ πόσων ψήφων, διότι τοῦτο θὰ εἶναι κριτήριον διὰ τὴν νεωτέραν γενεάν, ἡ ὁποία θὰ ἀσχοληθῇ μὲ συνταγματικὰς διατάξεις, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταβάλλεται ἀπὸ ὡρισμένα μόνον πρόσωπα. Βεβαίως θὰ εἶναι εὐτυχὴς ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ποδηγετηθῶμεν καὶ ἡμεῖς ὅλοι καὶ τὰ Ἔθνη, τὰ Συνταγματικὰ ἢ τὰ Κοινοβουλευτικά. Αὐτὰ καὶ μόνα θὰ ἀποτελέσωσι τὸ σύνολον, ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ χρειάζονται πολλοὶ κόποι καὶ μόχθοι καὶ ἀσφαλῶς οὔτε ἐγὼ οὔτε σεῖς θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ζωὴν ἐκείνην.
§84Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὅταν λέγετε ὅτι θέλετε νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ Σύνταγμα, νομίζω ὅτι μόνον τὸ κεφάλι μας πρέπει νὰ μεταρρυθμίσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν πῶς νὰ φτιάσωμεν τὴν Πατρίδα.
§85Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν ὅμως ἡμεῖς δὲν κατορθώσωμεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ κεφάλι μας, δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο ἀπὸ τὰ παιδιά μας. Διότι αἱ σύγχρονοι γενεαὶ ἔχουσι καὶ πολλὰς κακίας, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς παρελεύσεως χρόνων θὰ παρέλθουν, ἃς εὐχηθῶμεν ὅμως αἱ νεώτεραι γενεαὶ νὰ εἶναι ἀπηλλαγμέναι τῶν παθῶν καὶ μισῶν τῶν ἰδικῶν μας. Οὐδεὶς ἀρνεῖται οὔτε τὴν ἱκανότητα οὔτε τὴν ἀνάγκην τῶν μαστόρων. Οἱ μαστόροι ὅμως γίνονται καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ εἰς τὰ Δημοτικὰ Σχολεῖα καὶ εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ ἐκ πλείστων ἄλλων τεχνιτῶν. Ἂν ἐννοῶ καλῶς τὴν λέξιν «μαστόροι», ἐξ αὐτῶν νομίζω ὅτι δύνανται νὰ προέλθωσιν οἱ ἄνθρωποι τοῦ μέλλοντος ἐν τῇ Κοινωνίᾳ καὶ Πολιτείᾳ. Ἂς προσπαθήσωμεν ὅλοι ἡμεῖς νὰ εἴμεθα τὸ ὑπόδειγμα ἠθικῆς καὶ ἀρετῆς ἐντὸς τοῦ περιβάλλοντος ἐν ᾧ ζῶμεν, ἀλλ’ ἂς ἀνοίξωμεν καὶ τὸν δρόμον εἰς τὴν νεολαίαν διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν δρόμον αὐτόν. Τὸ κόμμα δὲ εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ἀπὸ τοῦ 1910 αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν ἔχει, ὥστε ὁ λαὸς ὄχι μόνον νὰ μετέχῃ, ὄχι μόνον νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τῶν ἀξιωμάτων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ τελευταία ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ κόμμα ὁλόκληρον, ἡ μεταρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτει. Καὶ εἶναι δυνατὸν βέβαια ὁ μάστορης καὶ ὁ ἐργάτης νὰ γίνῃ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ Πρωθυπουργός, ἂν τὸν ὑποβοηθήσωμεν ὅλοι μὲ τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα.
§86Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὅταν ἐγὼ καὶ σεῖς γίνωμεν Ὑπουργοὶ τῆς Ἐργασίας, θὰ ἰδῆτε ποῖος θὰ εἶναι ἱκανώτερος.
§87Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐκφράσω μίαν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ψηφίσῃ καὶ ἄλλο ἕνα Ὑπουργεῖον Ἐργασίας καὶ νὰ πάῃ ὁ κ. συνάδελφος. Λοιπὸν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἢ μᾶλλον διὰ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἀπὸ τοῦ 88ου ἄρθρου προκύπτει καὶ μία ἄλλη δυσαρμονία, τὴν ὁποίαν ἔχω καθῆκον νὰ τονίσω ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ ὡς γνώμην μᾶλλον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν συντακτικαὶ διατάξεις νὰ ψηφίζωνται ἄνω κάτω· ἢ τὸ Σύνταγμα ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ θ’ ἀποτελέσῃ ἓν πρᾶγμα ἁρμονικόν, ἓν ἁρμονικὸν σύνολον, ἢ μία διάταξις δὲν θὰ συγκρούηται πρὸς τὴν ἄλλην οὔτε γραμματικῶς οὔτε πνευματικῶς. Ἐρχόμεθα σήμερον καὶ συζητοῦμεν διὰ τὸ ἄρθρον 90· δύναταί τις νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν θὰ εὑρίσκηται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς διατάξεις τῶν προηγουμένων ἄρθρων τὰ ὁποῖα θὰ καθορίσῃ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ Συνέλευσις καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἂν θὰ ἐφθάνομεν διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 88 νὰ ἀρχίσωμεν νὰ συζητῶμεν τὸ ἄρθρον 88 πρὸς τροποποίησιν τῆς ἤδη τροποποιήσεως; Τοῦτο νομίζω εἶναι τὸ ἀνώμαλον καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἄτοπον, ὅτι ἀρχίζομεν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις ἀπὸ τὴν μέσην ἢ τὴν ἄκραν τοῦ Συντάγματος, διότι αἱ διατάξεις περὶ τῶν ὁποίων προβλέπουν τὰ ἄρθρα 88 καὶ 90 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρρυθμισθῶσι κατὰ τὸν Α καὶ Β τρόπον ἀπὸ συμφώνου πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ συζήτησις ἡ συνταγματικὴ πρέπει ν’ ἀρχίσῃ, εἰ δυνατόν, ἀμέσως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ἐσπαταλήθη, κύριοι, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις χωρὶς νὰ θέλω κανένα ν’ ἀδικήσω, ἀρκετὸς χρόνος ἐπὶ ματαίῳ ἀπὸ τὰς ἀρχάς, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοῦ Δημοψηφίσματος. Ὁ χρόνος ὁ ὁποῖος ἐσπαταλήθη εἰς αὐτὰς τὰς διαφόρους συζητήσεις ἐν τῇ Συνελεύσει, εἰς ψήφισιν διαφόρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναβληθῶσιν, ὁ χρόνος αὐτὸς ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ σήμερον θὰ εὑρισκόμεθα διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 88. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πείσω ἐμαυτὸν ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἦτο τόσον σπουδαία, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ἦσαν ἀπαραίτητα καὶ ἄνευ αὐτῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζήσῃ τὸ Κράτος. Πολλάκις ἠκούσαμεν καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις συζητήσεσι καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ πολυνομία εἶναι μία μεγίστη πληγὴ τῆς Ἑλλάδος. Διότι, ἂς μὴ τὸ κρύπτωμεν, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ συνταγματικῶν καὶ συντακτικῶν διατάξεων δὲν ἀνήκομεν εἰς κόμματα, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀνήκω· προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων, λέγω, ἀντιπροσωπεύομεν μίαν γνώμην καὶ μόνον· ἂς ὁμολογήσωμεν ὅλοι ὅτι ἐπταίσαμεν. Κάθε ἐμπόδιον τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζετο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, κάθε ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν τοῦ Α ἢ Β καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ἐκ τῶν κειμένων νόμων, δὲν εἴχομεν παρὰ πρόχειρον τὸ μέσον τῆς δημιουργίας ἑνὸς νόμου καὶ ὅταν ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔκαμνε διὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἡ ὁποία θὰ παρουσιάζετο ἐδημιουργοῦμεν ἄλλον ἕνα νόμον πρόσθετον ἐκείνου τὸν ὁποῖον πρὸ δέκα ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν. Ἐντεῦθεν ἡ πολυνομία καὶ διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἕνα τόσον σύντομον χρονικὸν διάστημα καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν τοῦ ἔτους τοιαύτην νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν Ἡμερησίαν αὐτὴν Διάταξιν τῶν 364 νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν καὶ τὰς ἡμέρας τοῦ ἔτους, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο δι’ αὐτῶν καὶ μόνον νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς. Ἂν εἶναι ἀπαραίτητα 3–4 νομοσχέδια, δύνανται νὰ συζητηθῶσι καὶ νὰ ψηφισθῶσιν, ἀλλ’ ὁ τρόπος, κύριοι, κατὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ κυριωτέρα τοῦ βουλευτικοῦ Σώματος, διότι ἡ ἐργασία τοῦ Σώματος δὲν εἶναι ἐκτελεστικὴ ἀλλὰ βουλευτική, δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο παρὰ χρεοκοπίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἀπέδωσα εὐθύνην εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, δὲν ἀπέδωσα εὐθύνην οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε εἰς κανένα ἄλλον· τὴν εὐθύνην τὴν ἀποδίδω εἰς τὸ σύνολον καὶ λέγω ὅτι μετέχομεν ὅλοι τῆς εὐθύνης αὐτῆς.
§88Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρίν, κύριε Πρόεδρε, κἄποιος εἶπεν ὅτι τὸ Ἔθνος θὰ καταστραφῇ, ἄλλος τις εἶπεν ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐχρεοκόπησεν. Οἱ τοιαῦτα φρονοῦντες δύνανται νὰ παραιτηθῶσι καὶ νὰ μὴ παραμένωσιν ἐνταῦθα (διαμαρτυρίαι).
§89Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκφράζεσθε οὕτω περὶ τῶν συναδέλφων (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§90Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι πληρεξούσιοι, ἄλλην μίαν φορὰν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου διακόψαντος καὶ ὑποστηρίζω ὅτι αἱ μέθοδοι, ὁ τρόπος τῆς ἐργασίας καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ψηφίζονται τὰ διάφορα νομοσχέδια δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ χρεοκοπία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἂν δὲ εἰς τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔφερα μοὶ ἀντετάχθη ὅτι, ἀφοῦ βλέπω ὅτι χρεοκοπεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διατί δὲν παραιτοῦμαι, ἀπαντῶ εἰς αὐτὸ ὅτι νομίζω ὅτι μοὶ ἀπομένει δύναμίς τις ἐλαχίστη, τὸ ἓν τετρακοσιοστὸν τῆς συνολικῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Συνέλευσις. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἓν τετρακοσιοστὸν θὰ τὸ καταναλώσω ἅπαξ, δίς, τρίς, τετράκις ὑπεραμυνόμενος καὶ διαμαρτυρόμενος, ἐὰν δὲ εἰς τὸ τέλος πεισθῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ ἡ κατάστασις, νὰ εἶναι βέβαιος ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ὅτι θὰ ἀκολουθήσω τὴν συμβουλήν του (χειροκροτήματα).
§91Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε; Ἐνῷ ὑπάρχουσιν ἐδῶ τόσοι πολλοὶ διαμαρτυρόμενοι δι’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἶναι περίεργον πῶς αἱ τόσαι διαμαρτυρίαι δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς νέας καταστάσεως; Ὅλοι διαμαρτυρόμεθα, ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθοῦμεν ἐμμένοντες εἰς τὸ ἴδιον σύστημα, διότι μᾶς λείπει ἡ πραγματικὴ ἔφεσις πρὸς δημιουργίαν νέας καταστάσεως.
§92Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ τὴν φυσικὴν ἀδυναμίαν τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ μελετήσω καὶ παρακολουθήσω τὰ νομοσχέδια αὐτά, ὡς ἔχω ὑποχρέωσιν, ὁμολογῶ ὅμως ὅτι αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ τὰ μελετήσω καὶ τὰ παρακολουθήσω. Ὅταν ὅμως μεταμεσονυκτίως ψηφίζωνται 100 νομοσχέδια περιέχοντα διατάξεις σοβαρωτάτας, διατάξεις αἱ ὁποῖαι θίγουν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν, τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν καὶ ψηφίζωνται καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζονται, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐννοεῖτε ὅτι ἀσφαλῶς ἡ Συνέλευσις δὲν ἀσκεῖ τὸ βουλευτικόν της ἔργον ὡς εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτήν; Πολλάκις, κύριοι, ἐγένετο ἡ εὔλογος καὶ δικαία παρατήρησις ἐκ μέρους πολλῶν ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἤλεγξαν τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν διότι, ἐκτὸς τοῦ ἔργου της τοῦ κυρίου τὸ ὁποῖον εἶχε, κατέληξε καὶ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ νόμους, Διατάγματα ἴσως, ἀλλὰ πράγματι ἦσαν νόμοι, καὶ κατεκρίθη δικαίως ἐν πολλοῖς ὅτι ὀργανωτικῶς κυρίως ἦσαν περιττοὶ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῶσιν ἵνα ψηφισθῶσι καὶ ἀποφασισθῶσιν ἀπὸ τὴν μέλλουσαν Συνέλευσιν. Καὶ μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ ὅτι τὰ σχέδια τῶν νόμων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον γίνονται νόμοι δι’ ἀποφάσεως τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Λαοῦ, διαφέρουσι κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν κατάταξιν ἀπὸ τὰ Διατάγματα τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως; Ὁ τρόπος δηλαδὴ κατὰ τὸν ὁποῖον γίνονται σήμερον εἶναι διαφορετικώτερος ἀπὸ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐγίνοντο ἀπὸ τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπαντῶ ὅτι ἀσφαλῶς διαφέρουσι, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, δυνάμει ἀποφάσεως ἐπαναστατικῆς, εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ψηφίζῃ νόμους ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε παρουσιάζοντο εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, πλὴν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, ἐπειδὴ ἦτο γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ μελετηθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἰσήγοντο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἠσχολεῖτο ἐπὶ ὥρας μακρὰς καὶ ἡμέρας περὶ αὐτῶν, ἐγίνοντο διαρρυθμίσεις αὐτῶν, τροπολογίαι, συζητήσεις τῶν νόμων, δύναμαι δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι πλεῖστα σχέδια νόμων εἰσαχθέντα εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργικὰ Συμβούλια τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως ἀπερρίφθησαν. Εἶχον λοιπὸν ὑπὲρ αὐτῶν τοῦτο, ὅτι τοὐλάχιστον 10 ἢ 8 ἄνδρες τὰ ἐμελέτων, ἐνῷ τὰ σχέδια νόμων μὲ τὴν πρόβλεψιν ὅτι θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἐξονυχισθῶσιν, ὅτι θὰ κριθῶσιν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀντιπροσωπεύουν μόνον τὰς γνώμας τῶν ὑπηρεσιῶν. Λείπει ἡ βάσανος ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀπὸ ὅλα τὰ εἰσαγόμενα ἐνταῦθα νομοσχέδια.
§93ΙΩΣ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ὑπάρχει ἓν τεκμήριον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι γίνεται γενικὸς ὁ ἔλεγχος.
§94Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι ὅτε λέγει ὁ ἀγορεύων ὅτι δὲν θέλει εἰς οὐδένα νὰ ἀποδώσῃ τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ λαμβάνει τὴν μεγαλυτέραν διὰ τὸν ἑαυτόν του, δὲν ὑπάρχει λόγος διαμαρτυρίας. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μὲ βεβαιώσητε ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας εἶσθε Ὑπουργὸς ἠσχολήθητε εἰς τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια διὰ τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν;
§95Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Διὰ τὰ ἰδικά μου ναί.
§96Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅλων τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ σας Συμβουλίου;
§97Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Διὰ τὰ προγενέστερα δὲν ἠξεύρω.
§98Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδική σας ὄχι ἑνὸς θαυμασμοῦ ἀξία, ἀλλὰ πολλῶν.
§99Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Δηλαδὴ ἐγὼ βεβαιῶ ὅτι ὁ ἔλεγχος αὐτὸς δὲν ἐλλείπει.
§100Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις περιλαμβάνει καὶ προτάσεις νόμων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιπροσωπεύουν φυσικὰ παρὰ μόνον τὴν γνώμην τοῦ συντάκτου αὐτῶν.
§101Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Ἐπαναλαμβάνω, κύριε συνάδελφε, ἂν ἐπιτρέπετε, ὅτι ὁ ἔλεγχος ὁ ἀσκούμενος ἐπὶ πάσης Κυβερνήσεως συνεχίζεται καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω ὅτι εἰσάγεται ἀπὸ κανένα συνάδελφον νομοθέτημά τι χωρὶς νὰ λάβουν γνῶσιν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι.
§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι οἱ λόγοι μου παρηρμηνεύθησαν. Μήπως σᾶς ἔμεινεν αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις; Ὂχι. Εἰς καμμίαν Κυβέρνησιν ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό, ἀλλ’ οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Εἰς τὴν Ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν ἔγινεν ἐξαιρετικῶς, ἔγινεν ὑποχρεωτικῶς· διότι ἐκεῖ ἡ Κυβέρνησις ἦτο καὶ Βουλή, ἡ Κυβέρνησις ἐψήφιζε μὲ τὰ ὀνόματα τῶν Ὑπουργῶν. Ἦτο ὑποχρεωτικόν. Λέγω ὅλα αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ἀποδείξω κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τὸ ἀντικείμενον τῆς εἰσαγωγῆς καὶ συζητήσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ ὡρισμένου τοῦ Συντάγματος. Εἷς ἄλλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε τυχὸν νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι κανεὶς ἄλλος σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος τούτου δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι διὰ κανένα ἄλλον σκοπὸν δὲν εἰσάγεται ἡ πρότασις συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος, εἰμὴ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ ἑπομένου σχεδίου νόμου τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7 καὶ ὅτι τὸ ψήφισμα 6 ἔγινε διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου 7.
§103Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ τροπολογία.
§104Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ ἔλεγέ τις τοῦτο· ὅτι ἡ μόνη προσπάθεια τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ ψηφίσματος εἶναι αὕτη, τουτέστι νὰ διευκολυνθῇ τὸ ἔργον τῆς μεταθέσεως ἐντὸς τριμήνου τῶν δικαστῶν εἰς διάφορα σημεῖα, διότι κανεὶς ἄλλος σκοπὸς δὲν ὑπάρχει, οὐδεμία ἄλλη διάνοια ὑπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος.
§105Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ἡμεῖς τὸ θέλομεν νὰ τοποθετηθοῦν οἱ δικασταί.
§106Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τὸ θέλετε σεῖς, ἀλλὰ ἡ Συνέλευσις δὲν ἐκπροσωπεῖται οὔτε ἀπὸ ἐμένα οὔτε ἀπὸ σᾶς. Ἂν ὅμως τοῦτο ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως τὸ θέλῃ, ὅπως λέγουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μὴ θίγετε τὰ ἄρθρα 88 καὶ 90. Ἂν τὸ θεωρῆτε σήμερον ἀπαραίτητον αὐτό, εἰσαγάγετε ψήφισμα ἁπλοῦν, ἁπλούστατον, ὅτι ἀναστέλλονται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν δι’ ἓν χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον σεῖς νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ. Θέλετε τρίμηνον, θέλετε τετράμηνον, ὅπως θέλετε. Μὴ θίγετε ὅμως τὸ Σύνταγμα, ὡς ὑπάρχει, μὴ θίγετε τὰς κειμένας διατάξεις καὶ μὴ θέλετε ὡς πάγιον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος μίαν προσθήκην, ἡ ὁποία τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει παρὰ νὰ διευκολύνῃ μεταθέσεις κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐλέχθη ἐνταῦθα, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὑπεστηρίχθη παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ κακοδαιμονία ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ ὀφείλεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ὀφείλεται εἰς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἐλέχθη πολλάκις, ἐλέχθη ὅμως καὶ κάτι ἄλλο, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἡ ὁποία μέχρι τοῦ 1915 ἢ 1916, δὲν ἠξεύρω ποῖον χρονικὸν διάστημα ὥρισαν ἐπίσημοι καὶ ἀνεπίσημοι, ἐνῷ ἐλειτούργει καλῶς καὶ ἄριστα, ὅτι διεφθάρη, ὅτι παρεξέκλινε τοῦ ἔργου της ἕνεκα τῶν πολιτικῶν μεταβολῶν, ἕνεκα τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ λόγου.
§107Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλειτούργει ἡ Δικαιοσύνη τότε καλῶς, ἐλειτούργουν καλῶς ἐπίσης καὶ οἱ ἄλλοι κλάδοι τῶν ὑπηρεσιῶν.
§108Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τώρα θὰ ἴδωμεν ἂν ἐλειτούργει καλῶς, διότι τὸ δέχεσθε ὡς ἀξίωμα ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐλειτούργει καλῶς μέχρι τοῦ 1916.
§109Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ λέγετε σεῖς.
§110Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ λέγω· πιθανὸν νὰ φαίνεται κατ’ ἐπιφάνειαν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἐλειτούργει καλῶς μέχρι τοῦ 1916, ἀρά γε ἦτο καὶ πράγματι καλὴ ἡ λειτουργία της; Ἦσαν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, οἱ Ἕλληνες αὐτοί, οἱ δικασταὶ αὐτοί, εἶχον πλήρη τὴν συναίσθησιν ἐν τῇ ὁλότητι τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως καὶ τῶν καθηκόντων των τοῦ δικαστοῦ ἢ μήπως ὑπὸ τὸ κράτος φόβου, ὑπὸ ρύθμισιν καὶ διοίκησιν πολιτικήν, πολιτειακήν, κυβερνητικήν, ἰσχυρὰν καὶ ἔντονον, ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτελοῦν κατ’ ἐπιφάνειαν τὸ καθῆκόν των;
§111Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ κατὰ τοῦτο πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν ἦτο ἡ διοίκησις, ἀλλὰ ἡ λαϊκὴ ψυχὴ ἡ ὁποία ἐπεθύμει τοιαύτην Δικαιοσύνην.
§112Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ· ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε, ἀλλὰ λέγω μόνον ὅτι ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 ἐδημιουργήθη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε, ἐδημιουργήθη ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ νὰ διοικηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὅπως διῳκεῖτο μέχρι τοῦ 1909. Τὴν θέλησιν αὐτὴν τὴν ἐνεσάρκωσεν ὁ λαὸς καὶ εἰς Βουλὴν καὶ εἰς Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν προσδιορίζουν οἱ ἀγορεύοντες εἶχεν ἰσχυρὰν τὴν πυγμήν, ὡρισμένην τὴν κατεύθυνσιν ὄχι μόνον διὰ τὸν Α ὑπαλληλικὸν κλάδον ἢ τὸν Β, ἀλλὰ διὰ τὸ σύνολον τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ διὰ τοῦτο, ἐφόσον ὑπῆρχεν ἡ κατάστασις αὐτή, τοὐλάχιστον δὲν ἐφαίνετο ἂν ἡ Δικαιοσύνη ἦτο καλὴ ἢ κακή, ἐφαίνετο ὅτι ἦτο καλή, διότι ἦτο καλή, ὅπως ἦσαν ὅλαι αἱ ἑλληνικαὶ ὑπηρεσίαι. Ἂν ὅμως ἦτο πράγματι καλή, ἂν ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος τοῦ δικαστοῦ ἦτο καλός, ἂς ἐξετάσωμεν σήμερον διὰ νὰ εὕρωμεν πότε, ἀπὸ ποῦ καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν μετεβλήθη, μήπως μετέτρεψέ τις τὴν συνείδησιν αὐτῶν τῶν δικαστῶν, μήπως μετέβαλέ τις τὸν χαρακτῆρα τῶν δικαστῶν, μήπως ἔγινεν ἐργασία μεγάλη παρὰ τῷ λαῷ, παρὰ τῇ κοινῇ συνειδήσει ἢ διὰ τῆς Πολιτείας ἀπεφασίσθη τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ὥστε νὰ μετατραπῇ ὁ εὐθὺς χαρακτήρ, ἡ συνείδησις ἡ δικαστική; Ὄχι. Ἀπὸ τὸ 1916, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν δηλ. κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρξατο ἡ πρώτη παραβίασις τοῦ πολιτεύματος, ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων παρέβη τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἀπὸ τὴν στιγμὴν αὐτὴν οἱ φρουροὶ τῶν νόμων, οἱ φρουροὶ τοῦ πνεύματος τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐνομίζοντο ὅτι ἦσαν ὑπεράνω τῶν ἄλλων, δὲν λέγω ἐν τῇ ὁλότητι, ὑπῆρξαν ἐξαιρέσεις ἐντίμων, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς διαφθορᾶς τοῦ πολιτεύματος καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ηὐτοκτόνησαν καὶ τὴν θηλειὰν τοῦ βρόχου τὴν ἔσχισαν ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸ τότε Ἀνώτατον Συμβούλιον. Εἶναι δυνατὸν νὰ αἰτιᾶται ἡ Δικαιοσύνη τὴν Πολιτείαν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ αἰτιᾶται ὅτι τῆς ἔπταισε τὸ Α ἢ Β κόμμα; Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παλαιοτέρους γνωρίζω ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς μεταβάσεώς μας εἰς Μακεδονίαν, κατὰ τὰ 1913, 1914, ἡ Δικαιοσύνη καὶ εἰς περιστάσεις ἐθνικὰς καὶ εἰς περιστάσεις αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον μίαν ἐνέργειαν δικαστικήν, νόμιμον καὶ εὐθεῖαν, ἀλλ’ ἴσως μὴ ἀπολύτως τυπικήν, προκειμένου, λέγω, περὶ ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ συμφέροντος κοινοῦ τοῦ Ἔθνους, οἱ ἐν Μακεδονίᾳ δικασταί, κατὰ τὸ πλεῖστον, δὲν ἀπήντησαν εἰς τὰς ἐπισήμους Ἀρχὰς καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὄχι ὅταν ἐπρόκειτο περὶ προσώπων καὶ ρουσφετίων, ἀλλ’ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ὡρισμένων πράξεων καὶ παραδειγμάτων, περὶ πραγμάτων ἀφορώντων αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἔθνους, ἀπήντησαν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἔχει πατρίδα, καὶ δικαίως, ἦτο τὸ ἄκρον ἄωτον τοῦ δικαστοῦ, ἦτο ἡ πραγματικὴ δικαστικὴ συνείδησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν πεπολιτισμένον λαόν. Ἀλλ’ ἦτο ἆρά γε πραγματικὴ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου, διότι ὁ αὐτὸς δικαστὴς μετ’ ὀλίγα ἔτη, δυστυχῶς 2–3, κατὰ τὸ 1915, ὅταν ἤρχισεν ἡ παράβασις τοῦ πολιτεύματος καὶ ὅταν διετάχθησαν αἱ παράνομοι συλλήψεις καὶ τιμωρίαι, ὁ ἴδιος δικαστὴς εὗρεν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἔχει ὄχι μόνον πατρίδα, ἀλλὰ καὶ κόμματα. Βουλεύματα δικαστικὰ καὶ ἀποφάσεις ὑπάρχουσι δικαστῶν κατεχόντων καὶ σήμερον ἀκόμη ἐξαιρετικὴν θέσιν ἐπὶ ἱκανότητι, ἀλλὰ νοσηρῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι πᾶς ἀνήκων εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα δὲν εἶναι κἂν ἄνθρωπος, δὲν δύναται νὰ κρίνεται κατὰ τοὺς νόμους κατὰ τοὺς ὁποίους κρίνεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι ἐπίσημοι ἀποφάσεις. Οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι εἶναι δυνατὸν νὰ αἰτιῶνται τὴν πολιτειακὴν κατάστασιν καὶ τὰς πολιτειακὰς μεταβολάς, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶσιν, ἂν εἶναι ἔντιμοι καὶ εὐσυνείδητοι ἄνθρωποι, καὶ ὅτι ηὐτοκτόνησαν καὶ οὐδεὶς τοὺς μετέβαλε καὶ οὐδεὶς τοὺς ἐπίεσε; Βεβαίως ὑπῆρξαν πιέσεις καὶ τὰς ὑπέστησαν ἔντιμοι δικασταί. Ὑπῆρξε πλειὰς ἐντίμων δικαστῶν, αὐτοὶ ἀπετέλεσαν τὸν πυρῆνα, ὑπῆρξαν ἔντιμοι δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου εἰς τὸ νὰ συλλάβωσι τούτους ἢ νὰ φυλακίσωσιν ἐκείνους διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα.
§113Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐκτὸς ὑπηρεσίας.
§114Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑπάρχουν δικασταὶ ἀπὸ τοὺς συντάκτας τοῦ νομοσχεδίου, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν αὐτοὺς τοὺς διωγμούς. Σήμερον συντάσσουσι τὸ νομοσχέδιον οἱ φρονοῦντες ὅτι δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν ψυχὴν μόνον διὰ τοῦ ἀμεταθέτου. Ἐγὼ δὲν θὰ τὸ κατακρίνω. Ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι μὲ αὐτὸ θὰ ἀποκτήσωμεν καλοὺς δικαστὰς καὶ ὅτι πρέπει ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἀμετάθετον. Ἂν ὑπάρχῃ νόσος γενική, πρέπει καὶ τοῦτο νὰ πράττωμεν καὶ τὸ ἄλλο νὰ πράττωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ὅλοι εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ πῶς θὰ δώσωμεν ἄλλην κατεύθυνσιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ νόμων καὶ διὰ διατάξεων νὰ μεταβάλωμεν χαρακτῆρα. Εἶπον τὸ παράδειγμα ὅτι δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν πρώτης τάξεως, τοὐλάχιστον φαινομενικῶς, εἰς τὴν πρώτην πολιτικὴν μεταβολήν, ἅμα ἔπεσεν ἡ κατεύθυνσις τὴν ὁποίαν εἶχε τότε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐπιθυμία τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης ἐτράπησαν ἀμέσως εἰς τὴν ἀντίθετον ὁδὸν καὶ διέπραξαν πλείστας ὅσας ἀκολασίας, ἀκολασταίνοντες ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ. Ἐννοεῖται ὅτι μέχρι τῆς 31 Μαΐου 1915 ἐφαίνετο ὅτι ὑπῆρχε Δικαιοσύνη, καὶ ὑπῆρχε Δικαιοσύνη, οὐδεὶς δὲ ἀγνοεῖ τοῦτο ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρευρισκομένων.
§115ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἦτο ὁ Δημητρακόπουλος.
§116Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔχομεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, ἀλλὰ ὅλη ἡ κατάστασις ἀπὸ τοῦ 1912 μέχρι τοῦ 1915 δὲν εἶναι ἔργον ἑνὸς καὶ μόνου ἀνθρώπου, ἀλλ’ εἶναι ἔργον συνολικὸν μιᾶς καταστάσεως ἀπὸ τοῦ 1912 μέχρι τοῦ 1915, ὁπότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ὁ ἤδη Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως. Τὴν 31 Μαΐου 1915, θὰ τὸ ἐνθυμῆσθε ὅλοι, διότι δὲν εἶναι πολὺ μεμακρυσμένη ἐποχή, τὰ ὄργια τὰ ἐκλογικὰ τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὸν νομὸν Θεσσαλονίκης, θὰ ἐνθυμῆσθε τὰς ἐπεμβάσεις τὰς ὁποίας διέπραξεν ὁ πολὺς τότε Νομάρχης, ὁ ἐκπρόσωπος καὶ ἀντιπρόσωπος ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ὅλης καταστάσεως καὶ ἡ Δικαιοσύνη τῆς τότε ἐποχῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ ἡ ἀνωτέρα ἦτο καλὴ καὶ εὑρίσκετο ὑπὸ πίεσιν ἰσχυροτάτων ἀνθρώπων, ὑπὸ πίεσιν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι τὰ πάντα ἠδύναντο νὰ κάμουν. Τὸν Νομάρχην ἐκεῖνον τὸν ἰσχυρόν, τὸν ἐκπρόσωπον, τὸν παρέπεμψεν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον διὰ τὰς παραβάσεις αὐτοῦ τὰς ἐκλογικάς, διὰ τὰς παραβάσεις τῶν διοικητικῶν του ἔργων, καὶ δὲν ἐπέρασεν ὀλίγος καιρός, δὲν ἐπέρασαν μῆνες τινές, ποὺ ἡ ἰδία ἡ Δικαιοσύνη ἐγένετο ταπεινὴ θεραπαινὶς εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ἰδίαν πολιτικὴν καὶ συνελάμβανεν ἀνθρώπους καὶ ἐφυλάκιζεν ἀνθρώπους κατὰ διαταγὴν καὶ κατ’ ἐντολὴν μὲ σημειώματα. Καὶ ὠρχοῦντο εἰς τὸν χορὸν αὐτὸν καὶ ἡγοῦντο τοῦ χοροῦ δυστυχῶς τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης. Λοιπὸν δὲν ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἡ βάσις καλὴ καὶ διὰ τοῦτο ηὐτοκτόνησεν ἡ Δικαιοσύνη μὲ τὴν πρώτην μεταβολὴν καὶ μὲ τὴν πρώτην πνοήν. Ζητοῦμεν σήμερον νὰ κατοχυρώσωμεν ἔτι περισσότερον τὸ πρόσωπον τοῦ δικαστοῦ. Τὸ πρόσωπον τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ τοῦ οἱουδήποτε, διότι δὲν πρόκειται περὶ καλῶν δικαστῶν μόνον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπῆρξαν δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἔκαναν αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ὑπῆρξαν καὶ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν νὰ ἐκτελέσωσι διαταγὰς αἱ ὁποῖαι ἐξεπέμφθησαν ἀπὸ τὸν τότε Ἐπιτελάρχην καὶ ἐστρατιωτικοποιήθησαν, διότι δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὰς ὀρέξεις του καὶ τόσοι ἄλλοι. Εἶναι ἀρκετοὶ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὴν Δικαιοσύνην τὴν τότε ἐποχήν, ἀλλὰ ὑπῆρξε καὶ ἡ μεγαλυτέρα μερὶς ἡ ὁποία ἐγένετο ἀτυχῶς θεραπαινίς. Ἂς λάβωμεν, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι κατὰ τὴν εἰσαγωγήν των τὰ τελευταῖα ἔτη διὰ διαφόρους λόγους εἰς τὸ Σῶμα τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐτηροῦντο ἄλλοτε, τουτέστιν ἡ εἰσαγωγὴ δὲν ἐγίνετο διὰ διαγωνισμοῦ καὶ κατ’ ἐπιλογήν, ἀλλ’ ἐγίνετο ἀναλόγως τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς κρίσεως τῆς Δικαιοσύνης, καὶ εἰσῆλθον μὲν ἄριστα στοιχεῖα, ἀλλὰ καὶ μὴ ἱκανὰ νὰ κατέχουν τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος ἐκλονίσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πλέον ἢ πολλάκις εἴτε ἀπὸ διοικητικὰς ἀνάγκας εἴτε ἀπὸ κακὰς σκέψεις διοικήσεως εἴτε, ὅπως καὶ πράγματι, ἀπὸ τὴν διαγωγὴν ὡρισμένων δικαστικῶν προσώπων. Ἂν λοιπὸν αὐτὸς ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος ἐκλονίσθη πλέον ἢ πολλάκις ἐντὸς δεκαετίας, τί θὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ θεσμὸς τοῦ ἀμεταθέτου, τὸν ὁποῖον εἰσάγετε; Καὶ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν Ἕλληνα ὑπάλληλον, εἰς τὸν Ἕλληνα δικαστὴν νὰ ἐμβάλετε τὴν ἰδέαν ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ διορισμοῦ του ὁ τόπος εἰς τὸν ὁποῖον ἀκουσίως, καὶ τονίζω τὴν λέξιν, τοποθετεῖται, ὁ τόπος ἐκεῖνος εἶναι ὁ τόπος ὁ ὁρισθεὶς ὡς μόνιμος αὐτοῦ διαμονή, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ πνεῦμα ἔχει μέσα του τὴν νόσον τῆς κινήσεως ἀπὸ τοῦ χωρίου εἰς τὴν πόλιν καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν εἰς τὴν ἀνωτέραν πόλιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς ἐξελίξεως, εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε εἰς ἕνα ἄνθρωπον ὅτι καταδικάζεσαι ἰσοβίως νὰ μένῃς εἰς ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ μέρος; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶναι ὁ κυριώτερος τραυματισμὸς τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρητε κατὰ τῶν δικαστῶν. Ἕνα δημοδιδάσκαλον τὸν τοποθετεῖτε δυνάμει νόμου εἰς ἓν μέρος, εἰς τὸ χωριό του τὸ ἴδιον ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὰ συμφέροντά του, ποὺ εἶναι ὁ πατέρας του καὶ ἡ περιουσία του. Μετὰ 4–5 ἔτη ἅμα ὑπανδρευθῇ κάνει οἰκογένειαν. Ἡ πρώτη αἴτησις εἶναι νὰ πάῃ πάρα πάνω διὰ τὰ παιδιά του καὶ κατόπιν ἅμα βγάλουν τὸ Γυμνάσιον θέλει τὸ Πανεπιστήμιον. Ὅταν ἐδῶ δημιουργεῖτε καὶ ὑποστηρίζετε τὴν ἰσοβιότητα, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν εἰς τὴν συνείδησιν ἐκείνων ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν δικασταὶ προνομιοῦχοι οἱ ὁποῖοι θὰ καταλάβουν τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ ἐν Ἀθήναις, ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἄλλοι τοὐναντίον θέσιν δικαστῶν ἡ ὁποία εἶναι εἰς ἀπόκεντρα μέρη; Καὶ τί θὰ γίνουν τὰ παιδιὰ ἐκείνων ποὺ θὰ θέλουν νὰ πᾶνε εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ δὲν θὰ ἔχωσι τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ εἶναι τοῦτο δυνατόν; Αὐτὸ ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν κρίσιν ἀκόμη. Δὲν γνωρίζω ἄν, ὡς ὑπεστήριξαν, εἰσάγεται καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα τὸ ἀμετάθετον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει.
§117Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ Γερμανικόν, εἰς τὸ Τσεχοσλοβακικόν, εἰς ὅλα τὰ ἀνώτερα Συντάγματα.
§118Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν τὸ ἀμετάθετον θὰ εἶχε θέσιν· ἂν οἱ δικασταὶ δὲν διωρίζοντο ὑπὸ τοῦ Κράτους ὡς ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἦσαν αἱρετοί, δηλαδὴ τοὺς ἐξέλεγεν ὁ λαός, καὶ ἂν οἱ δικασταὶ οἰκείᾳ βουλήσει, οἰκείᾳ προαιρέσει ἀπεφάσιζον νὰ ἐκλέξωσι τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ ἀσκήσωσι τὰ δικαστικά των καθήκοντα ἢ τὴν περιφέρειαν ἐντὸς τῆς ὁποίας ἤθελον νὰ ἀσκήσωσι τὰ δικαστικά των καθήκοντα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναταί τις εἰπεῖν ὅτι ἐσκέφθημεν νὰ προσαρμόσωμεν τὴν ζωὴν αὐτῶν εἰς ὡρισμένον μέρος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀσκοῦν τὰ δικαστικά των καθήκοντα. Ἀλλὰ Τόπος εἰς τὸν ὁποῖον ἰσχύει καὶ λειτουργεῖ ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διὰ τὸν τηλεγραφητήν, εἰς αὐτὸν τὸν Τόπον θὰ δημιουργήσετε ἀμετάθετον δικαστικόν; Καὶ τί διαφέρει ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος λέγει: «Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην ἐκ τῆς ὁποίας κατάγεται»; Κατάγεται δηλαδὴ ὁ πατέρας του, ὁ πευθερός του. Αὐτὸς δὲν ἐγεννήθη ἐκεῖ καὶ δὲν γνωρίζει καθόλου αὐτὸς καὶ τὸν τόπον καὶ ὅμως δὲν δύναται νὰ ὑπάγῃ, καὶ λέγετε ὅμως ὅτι δύναται νὰ ὑπάγῃ εἷς δικαστὴς ἀσκῶν λεπτεπίλεπτα καθήκοντα ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ σχέσεις καὶ γνωριμίας ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας, μένων εἰς ὡρισμένον μέρος, ὅπου κατ’ ἀνάγκην ἀναπόδραστον καὶ φυσικὴν θὰ συνάψῃ γνωριμίας καὶ θὰ συνδεθῇ μὲ ὡρισμένα πρόσωπα. Σήμερον εἷς ὑπάλληλος ἰδιωτικῆς ἑταιρείας, ὅταν μείνῃ εἰς ἓν ὡρισμένον μέρος, ἀρχίζῃ νὰ γίνεται παρεξηγήσιμος ἐκ τῶν σχέσεών του· ναὶ μὲν δύναται νὰ εἶναι ὁ ἠθικώτερος, ἀλλὰ εἰς μερικὰς περιπτώσεις παρεξηγεῖται. Δι’ αὐτοὺς ὅλους τοὺς λόγους νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ ἐντελῶς τὸ ἀμετάθετον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει. Πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 88. Καὶ ἄν ποτε ἡ Βουλὴ νομίσῃ ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν πρέπει νὰ μετατίθεται ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ, παρὰ νὰ ψηφίσῃ ἐκείνη ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν μετάθεσιν τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ νόμον μεταβλητὸν ὁ ὁποῖος νὰ προσαρμόζεται πρὸς τὰς ἑκάστοτε κοινωνικὰς ἀνάγκας. Δὲν δύναταί τις νὰ τὸ συνταγματοποιήσῃ ἐκ τῶν προτέρων οὔτε εἰς ἕνα χρόνον οὔτε εἰς διάστημα 10–15 ἡμερῶν· εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ τὸ συνταγματοποιήσῃ· καὶ ἂν ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 88 ἀπαλειφθῇ, δὲν ἔχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν καθόλου πολὺ περὶ τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ Συντάγματος. Μόνον ἐλαχίστας λέξεις διὰ τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 90 δημιουργεῖ δύο περιπτώσεις: Προβλέπει τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τρίμηνον θὰ ἀνασταλῇ ἡ συνταγματικὴ διάταξις καὶ θὰ κινηθῶσιν οἱ δικασταὶ κατὰ βούλησιν εἴτε τῆς διοικήσεως εἴτε κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τοῦ μέλλοντος νὰ διοικήσῃ τὴν Δικαιοσύνην.
§119Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ προβῶ εἰς δηλώσεις ὅτι ἀποδέχομαι τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, περὶ παραδοχῆς ἐπὶ τριετίαν τοῦ ἀμεταθέτου μέ τινας τροποποιήσεις.
§120Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε δὲν συζητοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου.
§121Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγώ, κύριοι, δι’ ὅσων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λέγω ἐνώπιον ὑμῶν αὐτὴν τὴν στιγμήν, βλέπω τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τούτου, ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω ὅτι τὸ ἀμετάθετον εἴτε ὑπὸ μορφὴν διαρκείας εἴτε ὑπὸ μορφὴν προσωρινότητος ἑνός, δύο, τριῶν ἐτῶν δὲν πρέπει νὰ μπῇ καθόλου εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν τὸ Σύνταγμα ὅπως ἔχει. Εἰς τὸν πάρα κάτω νόμον, εἰς τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ βάλῃ καὶ 5 ἔτη τὸ διάστημα τοῦ ἀμεταθέτου, θὰ τὸ ψηφίσω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρῶ σκόπιμον εἶναι νὰ μὴ τεθῇ εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τὸ ἓν ἔτος, τὸ 2, τὸ 3, διότι δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη τοιαύτη ἢ τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ τὸν μεταθέτῃ καὶ μετὰ ἓν ἔτος καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν καὶ μετὰ μίαν ὥραν. Ἂν ἡ Βουλὴ τῆς τότε ἐποχῆς νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὴν Α ἢ τὴν Β διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τὸ ἀμετάθετον, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ πράξῃ. Ἀγωνίζομαι κατὰ τῆς μὴ συνταγματοποιήσεως πραγμάτων περιττῶν. Πολλάκις ἐλέχθη καὶ πολλάκις ὑπεστηρίχθη ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὰς πολυλογίας, μήπως λαμβάνουν ἐνίοτε καὶ ἑρμηνείας νόμων. Τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ εἶναι σύντομα, περιεκτικά, ἀφορῶντα μόνον εἰς γενικωτάτας διατάξεις. Τὸ ἔργον τὸ ἄλλο εἶναι τῶν Βουλῶν, πρέπει δὲ νὰ ἔχωσιν αἱ Βουλαὶ ἀπόλυτον τὴν εὐχέρειαν νὰ ψηφίζουν κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον. Σᾶς εἶπον ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ δὲν ὑπάρχει γραπτὸν Σύνταγμα, ἀλλ’ ὑπάρχουν ἔθιμα τὰ ὁποῖα εἶναι σεβαστά. Αἱ Συνταγματικαὶ διατάξεις μεταβάλλονται δι’ ἀποφάσεων τῶν Βουλῶν, αἵτινες πάντοτε ἀσκοῦσιν ἐξουσίαν συντακτικήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξε παλαιότερον τὴν γνώμην αὐτὴν καὶ ἦτο δριμὺς κατήγορος, ὅταν εἰς ἄρθρα Συντάγματος περιείχοντο πολυλογίαι καὶ ἐλάμβανον τὴν μορφὴν τοῦ κοινοῦ νόμου, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν ἐπέμβασιν αὐτοῦ, ὅπως ἀξιώσῃ καὶ λείψουν αὐτοὶ οἱ συνταγματικοὶ περιορισμοί. Εἰς τὸν νόμον ἂς γίνῃ ὅ,τι θέλει. Μὴ φρονεῖτε ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ περιορίσητε τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικὰς τοῦ μέλλοντος, αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργηθῶσι, διότι εἰς τὸ πρῶτον ἐμπόδιον τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιασθῇ εἰς ἐξέλιξιν κοινωνικὴν καὶ εἰς πραγματικὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ εἰς πραγματικὴν συνείδησιν τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι τίποτε, οἱ φραγμοὶ αὐτοὶ εἶναι χάρτινοι καὶ ξεσχίζονται ἀμέσως. Θέσατε γενικὰς διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἀφήσατε εὐχέρειαν εἰς τοὺς νόμους. Οἱ λαοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διοικῶνται μὲ τὰς ἀντιλήψεις των· ἐκεῖνοι θὰ ἐκλέξωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ μέλλοντος· δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ προείπωμεν πῶς θὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλὰς μετὰ πενταετίαν.
§122Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ξένα Συντάγματα διατί περιέλαβον τὸ ἀμετάθετον;
§123Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὸ Ἑλληνικόν. Ἐκεῖνο ἐπίσης τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι τοῦτο: Ἐν τῷ ἄρθρῳ 90 λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ Συμβουλίου τοῦ μέλλοντος. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο λέγεται ὅτι θὰ ἀποτελῆται κατὰ τὰ ⅘ ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀπὸ Ἐφέτας ἔχοντας συμπεπληρωμένην τριετίαν τοὐλάχιστον. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀποκρούσω τὴν σύνθεσιν τοῦ Συμβουλίου, εἶμαι ὅμως διατεθειμένος νὰ ἀποκρούσω πάσῃ δυνάμει τὴν συνταγματοποίησιν τῆς διατάξεως. Ἀφήσατέ το καὶ αὐτὸ εἰς τὸν νόμον. Εἶναι δυνατὸν ἔπειτα ἀπὸ ἕνα ἢ δύο χρόνια νὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι καὶ Ἐφέται καὶ σᾶς λέγω διατί: Ἔρχεται ἡ τελευταία παράγραφος καὶ λέγει ὅτι ἡ προαγωγὴ εἰς τὰς θέσεις Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, Ἀρεοπαγιτῶν, Ἀντεισαγγελέως καὶ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον. Διατί εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ κάμετε αὐτό; Μόνον καὶ μόνον διότι εἰς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου προσθέτετε καὶ Ἐφέτας καὶ βέβαια εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτὸ δὲν ἠμπορούσατε νὰ ἀναθέσετε καὶ αὐτὰς τὰς προαγωγάς.
§124Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ διάταξις τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος.
§125Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καθόλου· ἐκεῖ ἐξαιρεῖ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐνῷ σεῖς ἐξαιρεῖτε τὸν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ διοίκησις ἔχει εἰς χεῖράς της ὁλόκληρον τὴν Δικαιοσύνην.
§126Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἄν δὲν γίνῃ ἡ συνταγματοποίησις, ἠμπορεῖ ὁ νόμος νὰ καταρτίσῃ τὸ Συμβούλιον κατὰ τρόπον χειρότερον, νὰ κάμῃ Συμβούλιον διοικητικόν.
§127Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ εἰπῇ τὸ Σύνταγμα ὅτι θὰ γίνῃ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος θὰ ὁρίσῃ, καὶ ἀποτελούμενον ὄχι ἀπὸ τὰ ⅘, αὐτὸ ἀφήσατέ το εἰς τὸν νόμον, βάλετε καὶ τοὺς Ἐφέτας, ἀλλὰ μὴ τὸ συνταγματοποιήσετε. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἐμπιστεύομαι εἰς τὴν διοίκησιν νὰ προάγῃ ἀπ’ εὐθείας τοὺς Προέδρους καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ τοὺς Ἀρεοπαγίτας καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως, διότι, ὅταν μία διοίκησις ἔχῃ εἰς χεῖράς της τὰς προαγωγὰς αὐτάς, ἔχει εἰς χεῖράς της ὁλόκληρον τὴν Δικαιοσύνην.
§128Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Σεῖς ἀμφισβητεῖτε εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ τὰς προαγωγὰς τῶν ὑπαλλήλων περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε καὶ ἐν τούτοις θέλετε νὰ τῆς δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίζῃ τὸ Συμβούλιον.
§129Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καθόλου· δὲν θέλω νὰ δώσω εἰς τὴν διοίκησιν τὸ δικαίωμα αὐτό, ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ μέλλοντος.
§130Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς θὰ ἡγῆται ἡ Κυβέρνησις.
§131Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔχομεν πάθει ὅλοι μίαν νόσον νὰ νομίζωμεν ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ μέλλοντος θὰ εἶναι ὁμοία πρὸς ὅ,τι ὑπῆρξεν ἐδῶ καὶ 5–6 χρόνια μέχρι σήμερον. Μά, ἂν δὲν κατορθωθῇ εἰς τὸν Τόπον νὰ καταρτισθῇ κοινὴ συνείδησις παρακολουθοῦσα τὰς Βουλὰς καὶ τὰς Κυβερνήσεις καὶ δὲν κατορθωθῇ, ὥστε αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ Βουλαὶ νὰ ὑποχρεοῦνται νὰ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ γνώμην, ὁσαδήποτε Συντάγματα καὶ ἂν κάμετε, ὁτιδήποτε καὶ ἂν κάμετε δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ ὀρθοποδήσωμεν.
§132Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις διὰ νὰ προφυλαχθῶμεν εἰς τὸ μέλλον.
§133Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι λάθος τὸ νὰ νομίζετε ὅτι ἡ Συνέλευσις ἡ σημερινὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἅπαντον τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος καὶ ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὅλας τὰς προφυλάξεις, τόσον διὰ τὸ παρελθόν, ὅσον καὶ διὰ τὸ μέλλον. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ περιορίσετε τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, πῶς θὰ σκέπτεται τοῦ χρόνου ἡ Βουλή. Τοῦ χρόνου ἠμπορεῖ νὰ σκεφθοῦν ὅτι πρέπει νὰ μετατίθεται κατ’ ἔτος ἢ πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Γενικὰς γραμμὰς λοιπὸν θὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἄν δὲ ἀφήσωμεν μόνον εἰς τὸν νόμον τὸν καταρτισμὸν τῶν σημείων τούτων, καὶ τὸ νομοσχέδιον θὰ διαρρυθμισθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς θὰ διαρρυθμισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκωμεν διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποκεφαλίζονται δώδεκα Πρωτοδικεῖα μὲ 24 κεφαλάς. Δηλ. δημιουργοῦμεν 12 δικαστήρια διὰ τοῦ πάρα κάτω νόμου, τὰ ὁποῖα εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα καὶ διαρκῶς θὰ τὰ καταδικάσωμεν τὰ κακόμοιρα νὰ μὴ ἔχουν οὔτε Πρόεδρον οὔτε Εἰσαγγελέα.
§134Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι νόμος αὐτός, ἀλλάζει.
§135Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ἀναλλοίωτος.
§136Γ. ΚΙΑΓΙΑΣ. Εἰς τοῦτο ἔχετε δίκαιον, ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν αἱ προηγούμεναι συνταγματικαὶ διατάξεις, διότι ἂν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν καὶ τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας θὰ εἴχετε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι δυνάμεθα τὴν Συνταγματικὴν διάταξιν νὰ μεταβάλωμεν ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις τῶν δύο Βουλῶν καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχετε τὸν δισταγμὸν τὸν ὁποῖον ἔχετε.
§137Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Χαίρω διότι σεῖς μὲ παρηκολουθήσατε καὶ βλέπετε ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς μου, ὅτι ἀρχίζομεν πρωθυστέρως. Ἐὰν εἴχομεν ψηφίσει τὴν Γερουσίαν ἴσως ἡ συζήτησις αὐτὴ κατὰ τὰ τρία τέταρτα θὰ ἐπερίττευεν.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὴν ψηφίσωμεν καὶ αὐτήν.
§139Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ἀρχίζομεν ἀπὸ τὸ 88ον ἄρθρον καὶ φθάνομεν εἰς τὸ 1ον. Καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφίσητε τὴν Γερουσίαν, σᾶς ἐρωτῶ· αὐτὴ ἡ πολυνομία μήπως γίνεται καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ τόσων ἄλλων ἀκόμη δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, διὰ νὰ προλάβωμεν νὰ τὸν ψηφίσωμεν ἡμεῖς διὰ νὰ μὴ τὸν ψηφίσῃ ἡ Γερουσία;
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὄχι δά, αὐτὰ τὰ γράφουν αἱ ἐφημερίδες.
§141Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀφοῦ θὰ κάμωμεν Γερουσίαν, ἂς τὴν ἀφήσωμεν νὰ ψηφίσῃ καὶ αὐτὴ κἄτι. Λοιπὸν νόμος σπουδαῖος, ὅπως εἶναι ὁ περὶ καταρτισμοῦ τῶν Συμβουλίων τῶν προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων καὶ ἐν γένει ὁ ὀργανισμὸς τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω, κύριοι, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τύχῃ τῆς τιμῆς, ἀφοῦ τόσον ἐγγύς, ὅσον προβλέπετε, θὰ εἶναι ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λειτουργήσῃ ἡ Γερουσία, νὰ τύχῃ καὶ οὗτος ἐκ μέρους τῆς Γερουσίας τῆς ψήφου της. Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως ἂν διευκολυνθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναστείλῃ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, νὰ εἰσηγηθῇ μόνον αὐτὸ καὶ τίποτε ἄλλο, νὰ ἀφήσωμεν δὲ τὰ ἄρθρα 88 καὶ 90 καὶ μὲ τὴν συζήτησιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ βεβαίως ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα καὶ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἕτοιμοι καὶ παρόντες ὅλοι νὰ συζητήσωμεν, διότι τώρα ἐξεχάσαμεν τὴν συνταγματικὴν συζήτησιν μὲ τὴν νομοθετικήν. Νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει δύναται νὰ τὸ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ ἄρθρον νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν κανονικὴν ὁδόν. (Χειροκροτήματα).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαργέντας ἔχει τὸν λόγον.
§143Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε· θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἐλπίζω, ὁ κ. συνάδελφος νὰ καταθέσω προηγουμένως τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀποκεντρώσεως» καὶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ.
§144Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Παρακαλῶ.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§146Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριοι πληρεξούσιοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Συνέλευσιν σχέδιον νόμου «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως». Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον καταθέτω δὲν ἀνταποκρίνεται καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ὅπως θὰ ἐπεθύμουν, εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ αἰτία τούτου δὲν πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ εἰς ἀμέλειαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνέλαβον τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατέβαλα πᾶσαν προσπάθειαν προκαλέσας καὶ τὴν ἀποστολὴν συνδέσμων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταρτισθῇ ἓν σχέδιον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀποκεντρωτικῆς πολιτικῆς. Δυστυχῶς, ἐξαιρέσει ἐλαχίστων κεντρικῶν Ὑπηρεσιῶν, ἡ Κυβέρνησις συνήντησε κατὰ τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα ἐκ μέρους τῶν κεντρικῶν Ὑπηρεσιῶν διαφόρων Ὑπουργείων τὴν αὐτὴν ἀμέλειαν πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐξ ἄλλου αἱ ἀντιλήψεις τῶν κεντρικῶν Ὑπηρεσιῶν ἀφίστανται τῶν ἀντιλήψεων τῶν Ὑπηρεσιῶν τῶν περιφερειῶν. Ὁμολογῶ ὅτι περιέστην σχεδὸν εἰς ἀδυναμίαν νὰ καταρτίσω ἓν σχέδιον εὐπρόσωπον· καταθέτω τμῆμα σχεδὸν περὶ ἀποκεντρώσεως ὡρισμένων Ὑπηρεσιῶν, ὅπως εἶναι τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, δηλαδὴ ἀποκέντρωσιν τῶν Ὑπηρεσιῶν τῶν Τ.Τ.Τ. καὶ τῶν Ὑπηρεσιῶν τῶν Δημοσίων Ἔργων. Θεωρῶ ἐπάναγκες ὅπως πρὶν ἢ ἀχθῇ εἰς διατάξεις δεσμευτικὰς ἡ πολιτικὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, αὐτοπροσώπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἐπιτοπίου μεταβάσεως καὶ ἐπιτοπίου μελέτης καταλήξῃ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν δέουσαν ἁρμονίαν τῶν ἀντιλήψεων τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων πρὸς τὰς κεντρικὰς Ὑπηρεσίας καὶ τῶν δευτέρων τούτων πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ἀπόψει δὲ τούτου τοῦ συμπεράσματος τῆς ἐπιτοπίου ταύτης προσωπικῆς μεταβάσεως καὶ μελέτης, ἐξαιτοῦμαι ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Συνέλευσις τὴν Κυβέρνησιν, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα διὰ Διαταγμάτων πλέον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ἀρχῶν ἐφαρμόσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ ἡ μελέτη τῶν ἐπιτοπίων ἀναγκῶν θέλει ὑποδείξει. Ἐπίσης ὡς γενικὴν διάταξιν εἰσηγοῦμαι τὸν καταρτισμὸν ἑνὸς Συμβουλίου ἀνωτέρου ἀποκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων διὰ τὴν ἐναρμόνισιν καὶ συνταύτισιν τῆς ἀποκεντρωτικῆς πολιτικῆς ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς.
§147Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑποβάλλετε, κ. Ὑπουργέ, περὶ ἀποκεντρώσεως, πρόκειται καὶ περὶ αὐτοδιοικήσεως;
§148Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι· ἄλλο ἀποκέντρωσις, ἄλλο αὐτοδιοίκησις. Ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐναρμονισθῇ ἡ ἀποκέντρωσις πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν εἰσηγοῦμαι τὴν διὰ Διατάγματος ἐφαρμογὴν τῶν ἀποκεντρωτικῶν ἀρχῶν. Ἔχω ἐπίσης τὴν τιμήν, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ ὑποβάλω δύο σχέδια νόμων ἀφορῶντα εἰδικῶς τὴν Μακεδονίαν. Αἱ πολλαπλαῖ ἀνάγκαι τῆς Μακεδονίας καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς Χαλκιδικῆς μετὰ τὴν ἐκπολιτιστικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως παριστῶσιν ὡς ἐνδεδειγμένην τὴν ἵδρυσιν δύο νέων Νομῶν ἐν Μακεδονίᾳ, τοῦ Νομοῦ Καβάλλας καὶ τοῦ Νομοῦ Χαλκιδικῆς, διὰ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ διοίκησις ἐν ταῖς περιφερείαις ταύταις καὶ νὰ γίνηται ἀρτιωτέρα, κατὰ τρόπον μᾶλλον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις μιᾶς καλῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ κόμματα ἐπιθυμοῦν διὰ τὴν Μακεδονίαν. Ἔτι δὲ καταθέτω σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ ὅπως χορηγηθῇ μικρὰ πίστωσις διὰ τὴν ἐκτύπωσιν μελέτης περὶ τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὸν διαφωτισμὸν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς μεγάλης, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§149Ρ. ΛΙΒΑΘΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι αἱ ἀποκεντρωτικαὶ Ὑπηρεσίαι δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκέντρωσιν. Δὲν μοὶ λέγετε ποῖος διευθύνει, ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Συνέλευσις;
§150Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Συνέλευσις διευθύνει καὶ ἡ Κυβέρνησις. Καταλήγων, κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω πλὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποκεντρώσεως τῆς διοικήσεως» καὶ τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἐκτύπωσιν μελέτης περὶ ἀναλογικῆς ἐκλογῆς». 2) «Περὶ συστάσεως Νομοῦ Καβάλλας» καὶ 3) «Περὶ συστάσεως Νομοῦ Χαλκιδικῆς».
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συνεχίσωμεν ἢ θὰ διακόψωμεν διὰ τὰς 11;
§152ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ὅμως νὰ ψηφίσωμεν δύο σύνολα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον: — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνοπτικῶν μέτρων στεγάσεως καὶ ἐλέγχου ἀστικῶν κτημάτων ἀνταλλαξίμων Μουσουλμάνων πόλεως Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου ὑδραυλικῶν ἔργων Δήμου Βερροίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§154Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς μεταβολάς, κύριε Πρόεδρε.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κ. Γκότσης ὑποβάλλει κατάστασιν μεταβολῶν τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1924–25, ἀφορωσῶν κυρίως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὁποίου ἐγγράφονται αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Ἀνταλλαγῆς τῶν ἑλληνοτουρκικῶν πληθυσμῶν. Διὰ τῶν μεταβολῶν τούτων τὸ πρὶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ φαινόμενον ἔλλειμμα ἐκ δρ. 479.666.095 ἀναβιβάζεται εἰς δρ. 492.993.915. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπήν). Διακόπτομεν τώρα διὰ τὰς 11 μ.μ. (Ὥρᾳ 9.30′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 11.15′ μ.μ.).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δαργέντας.
§157Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε διεξαχθείσης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων συνήγαγον τὴν παρατήρησιν ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἔλεγχος περιεστράφη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δι’ αὐτῶν προτεινομένων θεραπευτικῶν μέτρων τῆς παρ’ ἡμῖν νοσούσης Δικαιοσύνης, χωρὶς παντάπασι νὰ ἐξετασθῶσι τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ νόσοι, αἵτινες κατατρύχουσιν αὐτήν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Συνέλευσιν ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι, ἵνα κριθῇ τὸ εὔστοχον καὶ τελεσφόρον τῶν προτεινομένων θεραπευτικῶν μέτρων, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ διάγνωσις τῶν νόσων καὶ νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ αἴτια τὰ προκαλοῦντα ταύτας. Τὰ κεφαλαιώδη αἴτια ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνη περιῆλθεν εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται σήμερον εἶναι, κατ’ ἐμὲ κριτήν, τὰ ἑξῆς: Πρῶτον ἡ ἐκ τῆς μειώσεως τῆς Δικαιοσύνης διαμορφωθεῖσα κοινὴ συνείδησις, ὅτι ἐλευθέρα καὶ ἀμερόληπτος ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν. Δεύτερον αἴτιον εἶναι ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τρίτον αἴτιον εἶναι ἡ καταδυνάστευσις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἕνεκα τῶν καταθλιπτικῶν οἰκονομικῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἡ Πολιτεία ἀξιοῖ παρὰ τοῦ δικαστοῦ ἀκριβῆ τῶν καθηκόντων του ἐκπλήρωσιν καὶ εὐλαβῆ πρὸς ταῦτα προσήλωσιν. Τελευταῖον αἴτιον εἶναι ἡ παντελὴς ἔλλειψις διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἀσκεῖται ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος καὶ ἡ ἀπαιτουμένη ἐποπτεία ἐπὶ τοῦ δικαστοῦ, ἡ δὲ Δικαιοσύνη ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὐτῆς παραστάσει, ἥτις πρέπει νὰ ἐμφανίζηται διὰ τῆς εὐπρεποῦς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς ἐν αὐτοῖς τάξεως, οὐδένα ἐμπνέει σεβασμὸν πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ οὐδεμίαν κέκτηται ἐπιβλητικότητα. Ἕκαστον τῶν αἰτίων τούτων ἔσχε προφανῶς τὰς συνεπείας του, αἵτινες περιήγαγον τὴν παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνην εἰς τὴν νοσηρὰν καὶ ἐπώδυνον κατάστασιν ἐν ᾗ διατελεῖ. Ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον πρωτίστως εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν πληρεξουσίων οἵτινες ὁπωσδήποτε ἀνήκουσιν εἰς τὴν διακονίαν τῆς Δικαιοσύνης καὶ συνεπῶς ὑπὲρ πάντα ἄλλον γνωρίζουσι τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα, ὅπως ἐκθέσωσι τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς κρίσεις αὐτῶν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα δυνηθῇ αὕτη, ἐν ἐπιγνώσει τῆς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῶν αἰτίων τῆς κακοδαιμονίας αὐτῆς, νὰ κρίνῃ περὶ τῆς σκοπιμότητος τῶν προτεινομένων μέτρων. Ὀγκώδης, κύριοι πληρεξούσιοι, κεῖται ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἣν ὑπέβαλον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κρίσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ὅλη αὕτη ἐργασία δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς σημασίας καὶ σπουδαιότητος. Μέρος τῆς ἐργασίας ταύτης προώρισται ν’ ἀνασκευάσῃ καὶ στερεώσῃ τὰς κλονισθείσας κρηπῖδας τοῦ Κράτους, ἕτερον δὲ μέρος αὐτῆς προώρισται νὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ τῶν κρηπίδων τούτων. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὰς κρηπῖδας ταύτας ἀποτελεῖ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Παιδείας. Ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ Παιδεία εἶναι τὰ δύο σκέλη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀρθοῦται τὸ Κράτος καὶ μὲ τὰ ὁποῖα θὰ πορευθῇ τοῦτο μὲ βῆμα σταθερὸν πρὸς τὴν ἰσχύν, τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν Παιδείαν δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ γίνῃ λόγος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Δικαιοσύνην δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ἠθικῆς καὶ πραγματικῆς ὑποστάσεως τοῦ Κράτους. Κράτος μὴ ἔχον βάσιν καὶ θεμέλιον τὴν δικαιοσύνην δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, μάλιστα δὲ Κράτος, οἷον τὸ Ἑλληνικόν, ἔχον ἐθνικὴν ἀποστολήν, παραδόσεις ἱστορικάς, φυλετικὰ ἰδεώδη. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἡ πηγὴ ἐκ τῆς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἀντλεῖ ὅλας τὰς δυνάμεις, ἠθικὰς καὶ ὑλικάς, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀναδημιουργίας καὶ ἀνυψώσεως τῶν διαφόρων κρατικῶν ὀργανισμῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ προσατενίσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης ἡμῶν μετὰ θάρρους καὶ εἰλικρινείας, μὲ ἀκατάβλητον θεληματικότητα, μὲ κρίσιν ἀντικειμενικὴν περὶ τῶν αἰτίων τῆς κακοδαιμονίας αὐτῆς, μὲ τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀποκτήσωμεν Δικαιοσύνην ἀξίαν τῶν Ἑλληνικῶν παραδόσεων, ἀξίαν τοῦ προορισμοῦ της, διότι πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν εὐθαρσῶς, ὅτι ἡ πρόσφατος ταραχώδης δεκαετὴς περίοδος, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξήλθομεν διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ νέου λαϊκοῦ καθεστῶτος, ἐκληροδότησεν εἰς ἡμᾶς Δικαιοσύνην μὴ ἱσταμένην εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Καὶ χαρακτηρίζομεν ἡμεῖς οὕτω τὴν παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνην. Ἀπηχοῦντες ὅμως τὴν κοινὴν συνείδησιν ὀφείλομεν νὰ διακηρύξωμεν ἀπροκαλύπτως ὅτι δὲν ἔχομεν Δικαιοσύνην. Ἀλλὰ λέγοντες δὲν ἔχομεν Δικαιοσύνην δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι δὲν ἔχομεν δικαστὰς ἢ ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ δικαστικὸν Σῶμα εἶναι ἀνάξιοι τῆς ἀποστολῆς των ἢ ἀνίκανοι διὰ τὸ ἔργον των. Ὄχι’ τοιαύτην γενικὴν κατηγορίαν δὲν ἐκφέρομεν εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Δὲν ἔχομεν Δικαιοσύνην, διότι ἡ λαϊκὴ ψυχὴ δὲν ἔχει τὴν πίστιν τῆς ὑπάρξεως Δικαιοσύνης πραγματικῆς, Δικαιοσύνης ἀμερολήπτου. Δὲν ἔχομεν Δικαιοσύνην, διότι ἡ ὕπαρξις Δικαιοσύνης δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὴν ἔκδοσιν νομίμων πολιτικῶν ἀποφάσεων καὶ αὐστηρῶν ποινικῶν τοιούτων, ἀλλ’ εἰς τὸ αἴσθημα παρὰ τῷ Λαῷ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἐλευθέρως, δικαίως καὶ ἀμερολήπτως. Τὸ αἴσθημα δὲ τοῦτο καὶ ἡ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην ἐμπιστοσύνη ἐξέλιπον παρὰ τῷ Λαῷ κατὰ τὴν πρόσφατον περίοδον τῶν ἐθνικῶν καὶ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, καθ’ ἣν λειτουργοὶ δικαστικοὶ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἔθετον τὴν δικαστικὴν αὐτῶν τήβεννον σύμβολον καὶ σημαίαν τῶν πολιτικῶν καὶ πολιτειακῶν αὐτῶν φρονημάτων, τῶν κομματικῶν αὐτῶν παθῶν. Δὲν ἔχομεν Δικαιοσύνην, διότι ἡ λαϊκὴ ψυχὴ ἔχει ἐμποτισθῇ μὲ τὸ δηλητήριον, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται μὲ τὸ μέτρον τῆς ἰσχύος τῶν ἐπιτηδείων καὶ ἀσυνειδήτων ἐκείνων ἐκμεταλλευτῶν, οἵτινες κατέστησαν ὑποχείρια τῶν ἑαυτῶν συμφερόντων τὰ ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ συνεπείᾳ τῶν ἀντιλήψεων τούτων, τὰς ὁποίας ἐμόρφωσεν ὁ ἑλληνικὸς Λαὸς περὶ τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης, ἐξέλιπεν ἐκ τῆς συνειδήσεως αὐτοῦ ἡ πεποίθησις περὶ τῆς χειραφετήσεως τοῦ δικαστοῦ ἐξ οἱασδήποτε ἐπιδράσεως, περὶ τῆς νομιμοφροσύνης, τῆς εὐσυνειδησίας, τῆς λευκότητος τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, καινόν τι, ἐὰν ἐκθέσω πρὸς ἡμᾶς πῶς ἔχουσι τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα καὶ πῶς λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ Δικαιοσύνη ἐν τοῖς καθ’ ὅλου καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα. Πᾶς ὅστις κρίνει ἀμερολήπτως ἔχει μορφώσει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἥ τε ἀστικὴ ἡμῶν Δικαιοσύνη καὶ ἡ ποινικὴ ὑστεροῦσι καταπληκτικῶς τῆς Δικαιοσύνης ἣν εἴχομεν εἰς χρονικὴν περίοδον μικρὸν ἀφ’ ἡμῶν ἀφισταμένην, εἰς τὴν χρονικὴν περίοδον τῆς ρηξικελεύθου ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, εἰς τὴν χρονικὴν περίοδον τοῦ Μανδραπήλια, τοῦ Καψάλη καὶ τῶν ἄλλων ὁμοίων κατὰ τὸν ἀδαμάντινον χαρακτῆρα καὶ τὴν ἱκανότητα ἱεροφαντῶν τῆς Θέμιδος. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἦτο ἀπηλλαγμένη πάσης νόσου καὶ πάσης μαλακίας. Ἀλλ’ ἡ νόσος ἐξ ἧς ἔπασχεν ἡ τότε Δικαιοσύνη προήρχετο ἐκ τῶν ἀτελειῶν τῆς δικαστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καὶ ἰδίως ἐκ τοῦ διαδικαστικοῦ συστήματος. Δὲν ἦτο ἀπόρροια τῆς ῥευστότητος τοῦ χαρακτῆρος ἐνίων δικαστικῶν λειτουργῶν, οἵτινες κατέρριψαν τὴν Δικαιοσύνην ἐκ τοῦ ὕψους εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀρθῆ. Δὲν ἦτο ἀπόρροια τῆς ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης τῆς Κοινωνίας πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Τὸ νόσημα ἦτο καθολικὸν καὶ τὸ καθολικὸν τοῦτο νόσημα τῆς τότε Δικαιοσύνης ἦτο ἡ βραδεῖα ἀπονομὴ αὐτῆς. Τὸ νόσημα τοῦτο ἦτο ἀνέκαθεν σοβαρόν, ἀλλ’ ἐπεδεινώθη ἐσχάτως εἰς βαθμὸν κλονίσαντα ἐκ βάθρων τὴν ὑπόστασιν τῆς Δικαιοσύνης, διότι βραδεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἰσοδυναμεῖ πολλάκις πρὸς ἄρνησιν δικαιοσύνης. Ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἀνυπολόγιστον συνεπάγεται ζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας, πολυειδῶς δ’ ἔβλαψε τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως εἰς τὰς μετ’ ἀλλοδαπῶν συναλλαγάς.
§158Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς τὴν Μασσαλίαν μία ἀγωγὴ ἔκαμε τέσσαρα χρόνια νὰ δικασθῇ.
§159Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε, κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν ἐν Γαλλίᾳ Δικαιοσύνην, δὲν ἀνατρέπει τὴν ἀλήθειαν, ἣν ὑποστηρίζω διὰ τὴν Δικαιοσύνην πάσης Χώρας. Πολυειδῶς, λέγω, ἔβλαψε τὴν Ἑλλάδα ἡ βραδεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἐκλόνισεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν πίστιν τοῦ ἐμπορίου αὐτῆς καὶ παρεκώλυσε τὴν εἰσαγωγὴν ξένων κεφαλαίων. Πολλάκις δὲ ἐγένετο αἰτία ματαιώσεως συμβάσεων μετ’ ἀλλοδαπῶν ἢ συνομολογήσεως ἐν συμβάσεσιν ὅρων θιγόντων τὸ γόητρον τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐπιφέρει προσέτι δυσαναλόγους δαπάνας εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας, παρελκύσεις καὶ παράτασιν τοῦ ἀγῶνος μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἐκλίπῃ ὁ σκοπὸς τῆς προσφυγῆς τῶν πολιτῶν εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Συνέπεια τοῦ κακοῦ τούτου εἶναι καὶ ἡ συσσώρευσις τόσων ἐκκρεμῶν δικῶν, πολιτικῶν καὶ ποινικῶν, εἰς τὰ δικαστήρια τῶν μεγαλυτέρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως δὲ εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, ὥστε ἀποβαίνει προβληματικὴ ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις. Ἀλλὰ τὸ κακὸν τοῦτο τῆς βραδείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, συμφυὲς πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης, ὡς ἐνυπάρχον ἐν τῇ δικαστικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ καὶ ἐξ αὐτῆς προερχόμενον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ εἰμὴ διὰ ῥιζικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἄνευ ῥιζικῶν μέτρων ἀδύνατος ἡ ἀνάπλασις τῆς Δικαιοσύνης τῆς Χώρας. Τοιούτων ῥιζικῶν μέτρων ἀπαρχὴ ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου καὶ τοῦ διαδεχθέντος τοῦτον ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Συνελεύσεως κ. Ρακτιβὰν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον καὶ εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν καὶ εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον καὶ εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν. Ἀλλὰ καὶ τούτων τὸ ἔργον ἀνεκόπη ἐν τῇ ἀρχῇ του λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεώς των ἐκ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἐπακολουθησάντων πολέμων. Καίτοι ὁμολογοῦμεν ὅτι ἡ μεταρρύθμισις ἑνὸς ὁλοκλήρου ὀργανισμοῦ, οἷος εἶναι ἡ Δικαιοσύνη, δὲν εἶναι ἔργον δυνάμενον νὰ συντελεσθῇ ἐν βραχεῖ χρόνῳ καὶ δι’ ἁθρόων νομοθετικῶν μέτρων, οὐχ ἧττον καὶ ἡ ἐνδεικνυομένη βαθμιαία μεταρρύθμισις, ἵνα τελεσφορήσῃ, πρέπει νὰ εἶναι ἑνιαία. Τοιαύτη ὅμως ἑνιαία ἐργασία εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτευχθῇ ἐφόσον δὲν προΐσταται τῆς Δικαιοσύνης πρόσωπον μὴ ἀντικαθιστάμενον κατὰ τὰς ἑκάστοτε ὑπουργικὰς μεταβολάς. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου τῆς μὴ ἑνιαίας ἐργασίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης παριστάμεθα μοναδικοὶ ἴσως ἐν τῷ κόσμῳ μάρτυρες τοῦ φαινομένου τῆς ἐπὶ δεκαετηρίδας ἐπεξεργασίας τῶν νέων κωδίκων, χωρὶς οὐδὲ κἂν μέρος αὐτῶν νὰ ἴδῃ μέχρι σήμερον τὸ φῶς. Ἐκ τοῦ ἰδίου λόγου, παρὰ τὴν γενομένην μεταρρυθμιστικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἀπὸ τοῦ 1910 εἰς τοὺς τέσσαρας θεμελιώδεις κλάδους τῆς δικαστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἡ βελτίωσις τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης ὑπῆρξεν ἀσήμαντος, ἐκμηδενισθεῖσα καὶ αὕτη ὑπὸ τῶν ἐπελθουσῶν ἀνωμαλιῶν. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ῥιζικῶν μεταρρυθμίσεων, ἵνα ἐκλείψῃ τὸ κακὸν τῆς βραδείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Πρὸς θεραπείαν τούτου ἀνάγκη ν’ ἀρθῶσι τὰ προκαλοῦντα αὐτὸ αἴτια, ἅτινα ἀναντιρρήτως εἶναι πολλαπλᾶ. Τὸ σοβαρώτερον ἐξ αὐτῶν ἔγκειται ἐν τῇ δεσμεύσει τοῦ δικαστοῦ ὑπὸ τῶν ἀπεράντων τύπων, οἵτινες ὑποχρεοῦσιν αὐτὸν εἰς τὴν λύσιν μᾶλλον νομικῶν προβλημάτων ἢ εἰς τὴν ἀπονομὴν τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου ἐν τῇ ἀστικῇ Δικαιοσύνῃ. Ἀλλ’ ὅ,τι προέχει σήμερον καὶ δέον ἄνευ ἀναβολῆς νὰ ἐπιτευχθῇ εἶναι ἡ ἐνημερότης τῶν δικαστηρίων, ἥτις εἶναι πρωτίστη ἀνάγκη καὶ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης, διότι μεγάλως θέλει συμβάλει εἰς τὸ νὰ ἐπανακτήσῃ ἡ Κοινωνία τὴν δέουσαν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ ἡ μὲν ἐνημερότης τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων εἶναι ζήτημα ἐξαρτώμενον σήμερον ἐκ τῆς ἀρτιωτέρας συγκροτήσεως αὐτῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς τῶν δικαστῶν ἱκανότητος, ἥτις ἐκ τῶν ἐνόντων θέλει ἐπέλθει διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμητικῆς ἐπαρκείας τῶν δικαστῶν λόγῳ τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῷ δικαστικῷ Σώματι κενῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἐνημερότητα ὅμως τῶν ποινικῶν δικαστηρίων καὶ ἰδίᾳ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ τοιούτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ἀμέσως ῥιζικὰ καὶ σύντονα μέτρα. Εἶναι τοιοῦτος ὁ ὄγκος τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ καὶ ἀνακριτικὰ γραφεῖα, ὥστε ἀμφιβάλλω ἂν θὰ εὑρεθῇ ἡ ἡράκλειος δύναμις ἥτις θὰ καθαρίσῃ ποτὲ αὐτόν. Διὰ τοῦτο, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως ταύτης προσγενησομένην ὠφέλειαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, δὲν διστάζω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμώτατον νὰ κηρυχθῶσι παραγεγραμμένα, δυνάμει προσωρινοῦ νόμου, ἀδικήματά τινα διαπραχθέντα ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου, εἰς οἱανδήποτε στάσιν καὶ ἂν εὑρίσκηται ἡ δίωξις αὐτῶν, οὕτως ὥστε ὁ μέγας ὄγκος τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων νὰ περιορισθῇ εἰς ἀριθμὸν ὅστις νὰ διεκπεραιωθῇ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου. Ἰσχυρίζομαι τουτέστιν ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον τὸ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας νέον Διάταγμα «περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν καὶ παραγραφῆς ἀδικημάτων», νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ἐπεκταθῇ εἰς εὐρυτέραν κλίμακα πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀνωτέρω σκοποῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως νὰ διαταχθῇ καὶ ἡ ταχεῖα ἐφαρμογὴ τοῦ ἀνωτέρω Ν. Δ., καθόσον μέχρι σήμερον ἐπὶ μέρους τῶν ὑπαγομένων εἰς αὐτὸ ὑποθέσεων ἐφηρμόσθη καὶ μάλιστα ἐν πνεύματι ἀντιθέτῳ πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον εὐεργετικὸν σκοπόν. Τὴν αἰτίαν ταύτην τῆς κακοδαιμονίας τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς βραδείας ἀπονομῆς τοῦ δικαίου, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ἄρωσιν ἐκ τοῦ μέσου τελείως τὰ συζητούμενα δικαστικὰ νομοσχέδια. Ἀποτελοῦσιν ὅμως σοβαρὸν καὶ γενναῖον βῆμα πρὸς τὰ πρόσω, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν θέλει ἐπιτευχθῇ ἡ καλυτέρα διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἀρτιωτέρα διαμόρφωσις τοῦ δικαστοῦ, ἡ ἠθικὴ τούτου ἀνύψωσις καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις. Τὰ νομοθετικὰ ταῦτα μέτρα θὰ τονώσωσι τὸν ζῆλον καὶ τὴν φιλοπονίαν τοῦ δικαστοῦ καὶ τὴν πρὸς τὸ ἐπάγγελμα ἀγάπην του καὶ οὕτω οὐκ ὀλίγον θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ταχυτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὴν τελικὴν καὶ ὁριστικὴν ἄρσιν τοῦ κακοῦ τῆς βραδείας ἀπονομῆς τοῦ δικαίου θέλει ἐπιφέρει τῆς δικαστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας ἡ ῥιζικὴ μεταρρύθμισις. Ἑτέρα αἰτία τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης εἶναι ἡ προερχομένη ἐκ τῶν καταθλιπτικῶν οἰκονομικῶν ὅρων ὑφ’ οὓς διατελεῖ ὁ δικαστὴς καὶ τὸ προσωπικὸν ἐν γένει τῶν δικαστηρίων. Καὶ ἡ αἰτία αὕτη γενικῶς ἀναγνωρίζεται ὅτι πρέπει νὰ ἀρθῇ κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἱκανοποιητικόν, οὕτως ὥστε ὄχι μόνον νὰ ἐνισχυθῶσιν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι παντὸς βαθμοῦ καὶ πάσης τάξεως, ἀλλὰ καὶ νὰ προσέλθωσι νέα ἱκανὰ καὶ ἠθικὰ στοιχεῖα, ἵνα τὸ δικαστικὸν Σῶμα ποιοτικῶς καὶ ποσοτικῶς ἐξυψωθῇ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν εὔκλειαν καὶ ἀκμήν. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐνδιατρίψωμεν, ἀφοῦ ὁμοθύμως πανταχόθεν ἐπικροτεῖται τὸ προτεινόμενον κυβερνητικὸν μέτρον. Ἀπομένει πρὸς ἐξέτασιν ἡ αἰτία τῆς κρισίμου καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως διοικήσεως αὐτῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ ὄργανα δι’ ὧν ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη εἶναι τὰ δικαστήρια, οἱ δικασταὶ καὶ οἱ δικηγόροι. Ἔργον τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης εἶναι νὰ μεριμνᾷ ἐνδελεχῶς περὶ τῶν ὀργάνων τούτων. Τόσον περὶ τῆς εὐόρκου καὶ ἐπιμελοῦς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ὅσον καὶ περὶ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, τῶν τε ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν ἐν γένει θέσιν αὐτῶν. Τόσον περὶ τῆς εὐπρεποῦς καὶ ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως τῶν δικηγόρων ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των, ὅσον καὶ περὶ τῆς ἀνηκούσης εἰς αὐτοὺς ἐξαιρετικῆς θέσεως ἐν τῇ δικαστικῇ σφαίρᾳ. Τόσον περὶ τῆς κανονικῆς καὶ ἀπροσκόπτου λειτουργίας τῶν δικαστηρίων, ὅσον καὶ περὶ τῆς δι’ αὐτῶν εὐπρεποῦς καὶ ἐπιβλητικῆς ἐξωτερικῆς ἐμφανίσεως καὶ παραστάσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκ τῶν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως ὑποβληθέντων νομοσχεδίων τὸ «περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων δικαστικῶν ὑπαλλήλων», συναφῶς πρὸς τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος», προβλέπει καὶ μεριμνᾷ περὶ τῶν δικαστῶν. Διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος καὶ τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῦται τὸ ἀμετάθετον τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ νέον σύστημα προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων αὐτῶν, διὰ συνθέσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀλλοίας τῆς κρατούσης νῦν. Καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐγεννήθησαν ἀντιρρήσεις ἐπὶ οὐσιωδῶν λεπτομερειῶν τῶν κυβερνητικῶν σχεδίων ψηφίσματος καὶ νόμου. Δὲν ἀποδέχομαι κατὰ βάσιν τὴν ὀρθότητα τῶν ἀντιρρήσεων τούτων ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάγκην, ἣν ἄλλως καὶ οἱ φέροντες τὰς ἀντιρρήσεις ἀναγνωρίζουσι, τῆς ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἰσχύοντος συστήματος. Ἐφόσον διὰ τῶν εἰσαγομένων ὑπὸ τῶν κυβερνητικῶν μέτρων μεταρρυθμίσεων ἐπιδιώκεται ἡ ὅσον οἷόν τε πληρεστέρα αὐτοδιοίκησις τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐφόσον τὸ καθιερούμενον ἀμετάθετον, ὅπερ ἰσχύει καὶ εἰς ἄλλα μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα Κράτη, ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων, εἶναι ἀνακόλουθον νὰ ἀποκρούηται τὸ προτεινόμενον σύστημα, ἀφοῦ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ὑποχρεοῖ ἡμᾶς νὰ καταδικάσωμεν καὶ νὰ μεταβάλωμεν τὸ κρατοῦν τοιοῦτον καὶ ἀφοῦ καὶ οἱ προβάλλοντες ἀντιρρήσεις ἀναγνωρίζουσι τὴν χρεοκοπίαν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος. Ἄν, κύριοι, ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψῃ ἡ ἀνάγκη τῆς τροποποιήσεως τῶν κυβερνητικῶν σχεδίων ψηφίσματος καὶ νόμου — καὶ ὡς ἐδήλωσεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἀποδέχεται τροποποίησιν περιορίζουσαν τὴν ἔκτασιν τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τοῦ ἀμεταθέτου — ἄν, λέγω, προκύψῃ τοιαύτη ἀνάγκη καὶ ἂν ἐπενεχθῶσι τροποποιήσεις καὶ ἂν ἐξευρεθῇ τρόπος συμβιβασμοῦ ὅλων τῶν γνωμῶν καὶ ὅλων τῶν ἀντιλήψεων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ βελτίωσις καὶ ἡ ἀνύψωσις τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης τὸ ὁποῖον θὰ ἀνορθώσῃ καὶ θὰ ἀναπλάσῃ τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα. Τὴν ἀνόρθωσιν καὶ ἀνάπλασιν αὐτῶν θὰ φέρῃ μόνον ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ οἱουδήποτε συστήματος. Ἐγκαθιδρύσατε διοίκησιν Δικαιοσύνης δι’ οἱουδήποτε συστήματος, ἀλλὰ διοίκησιν αὐστηράν, πραγματικήν, ἀπροσωπόληπτον, ἴσην καὶ δικαίαν, καὶ ἡ Δικαιοσύνη θ’ ἀνυψωθῇ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν ἀκμὴν καὶ περιωπήν. Δὲν προκύπτει κίνδυνος ἐκ τοῦ ἀμεταθέτου λόγῳ τῶν κοινωνικῶν δεσμῶν τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ συνάψῃ ὁ δικαστὴς συνεπείᾳ τῆς ἐπὶ μακρὸν διαμονῆς αὐτοῦ ἔν τινι τόπῳ, ὅταν, ἐνισχυόμενος ὑλικῶς καὶ αἰρόμενος ἠθικῶς εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπήν, ἐμπνευσθῇ τὴν ἰδέαν τοῦ καθήκοντος. Ὑποβιβάζομεν τὴν ἀξίαν τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ φανταζόμενοι ὅτι αἱ κοινωνικαὶ σχέσεις αὐτοῦ θὰ τὸν ἐπηρεάσωσιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἱερῶν καθηκόντων του. Ὁ κίνδυνος οὗτος ἀποτρέπεται μόνον ἐκ τῆς διαπλάσεως αὐτοῦ κατὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὸ ἦθος. Αἱ δὲ ἀρεταὶ αὗται δὲν ἀποκτῶνται ἐν κοινωνικῇ ἀπομονώσει. Ἡ ἐκλαΐκευσις τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῆς δικαιολογεῖ τὴν προτεινομένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διότι σπουδαίως θέλει συντείνει ἡ τοιαύτη σύνθεσις εἰς τὴν ὀργανικὴν ἑνότητα τῆς διοικήσεως καὶ εἰς τὸν πληρέστερον ἔλεγχον, ὅστις θὰ ἐξασφαλίζῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου ἀπὸ πάσης ἀδικίας, ἐνσυνειδήτως ἢ ἀσυνειδήτως γινομένης. Διὰ τοῦτο καὶ τὴν συμμετοχὴν μὲ δικαίωμα ψήφου τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ Α.Δ.Σ. κρίνω ὄχι μόνον ὠφέλιμον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημένην, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Συμπαρεδρεύων ἐνεργῶς διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ ἐν τῷ Α.Δ.Σ. θὰ ἐκπροσωπῇ τὸν Ἀνώτατον Ἐπόπτην τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου αἱ ἀντιλήψεις δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν καλυτέραν διαχείρισιν καὶ ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἔργον τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης εἶναι νὰ μεριμνᾷ καὶ περὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς δι’ αὐτῶν ἐξωτερικῆς ἐμφανίσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, μόνον εἴς τινα ἐπαρχιακὰ κέντρα τῆς Ἑλλάδος ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων εἶναι ὁπωσδήποτε εὐπρόσωπος καὶ λειτουργοῦσι ταῦτα ὁπωσδήποτε κανονικῶς. Εἰς τὰ λοιπὰ ὅμως μέρη τὰ καταστήματα ὑπὸ τὰ ὁποῖα στεγάζεται ἡ Δικαιοσύνη παρουσιάζουσι τὴν ἀθλιωτέραν εἰκόνα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ ἐμφάνισις τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἶναι αὐτόχρημα ἀγρία, παριστῶσα κατάστασιν ἀποπνέουσαν τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ τὸν ἀποτροπιασμόν, κατάστασιν ἀποδεικνύουσαν ὅτι οὔτε ἡ Πολιτεία οὔτε ἡ Κοινωνία ἔχουσι συναίσθησιν τῆς ἀποστολῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Δικαιοσύνη ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἑλλάδος εἶναι κυριολεκτικῶς ἄστεγος, τὰ δὲ καταστήματα τῶν κατωτέρων ἰδίως δικαστηρίων μόνον πρὸς σταύλους δύνανται νὰ παραβληθῶσι. Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη προῆλθε μέχρι σήμερον ἐκ τῆς ὀλιγωρίας τῆς Πολιτείας, ἐκ τῆς ἐλλείψεως καλῆς θελήσεως πρὸς ἀπόκτησιν δικαστικοῦ Μεγάρου, διὰ τὴν μὴ ἀπόκτησιν τοῦ ὁποίου φέρεται ἀνέκαθεν ὡς πρόφασις ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη καὶ ἡ ἀπορία τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο ἀληθές, διότι τὰ ἤδη πληρωνόμενα μισθώματα διὰ τὰ διάφορα κτίρια εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκατεσπαρμένα τὰ ἐν Ἀθήναις δικαστήρια εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικοῦ Μεγάρου. Ἐὰν οἱ ξένοι, οἱ ἐξ ἐπιδεικτικῶν τελετῶν ἢ ἄλλων ἐπιπλάστων ἐμφανίσεων θαυμάζοντες τὸν πολιτισμὸν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, παραστῶσιν εἰς μίαν συνεδρίασιν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἢ παρακολουθήσωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δικαστηρίου τούτου, ὡς διεξάγεται, ἀσφαλῶς θὰ κατατάξωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν τελευταίαν βαθμίδα τῆς κλίμακος τῶν πολιτισμένων Ἐθνῶν. Δὲν εἶναι τέμενος τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαστικὸν τοῦτο κατάστημα. Εἶναι, ἂν θέλετε, ἄκοσμον καὶ ἀτάσθαλον κτίριον, εἰς τὸ ὁποῖον διεξάγεται μία κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις, διὰ τῆς ὁποίας ἀποθησαυρίζει τὸ Δημόσιον καὶ ὁ προϊστάμενος τῶν Ὑπηρεσιῶν Γραμματεύς. Καὶ ὅμως, παρ’ ὅλα ταῦτα, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται λόγος περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν, ταχυδρομικοῦ Μεγάρου καὶ δὲν γνωρίζω τίνων ἄλλων κοινωφελῶν κτιρίων, μόνον διὰ τὴν Δικαιοσύνην δὲν ἐγένετο ἀκόμη οὐδὲ κἂν σκέψις. Διὰ τοῦτο χαρακτηρίζομεν ὡς αὐτόχρημα ἐγκληματικὴν τὴν ὀλιγωρίαν τῶν μέχρι σήμερον κυβερνησάντων τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν οἰκτρὰν καὶ ἀθλίαν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἐμφανίζουν τὰ δικαστήρια τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἐλπίζομεν ὅτι ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει καὶ περὶ τῆς πρωτίστης ταύτης ἀνάγκης τῆς ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ Μεγάρου ἐν Ἀθήναις, ἀνάγκης, ἡ πλήρωσις τῆς ὁποίας σπουδαίως θέλει συμβάλει εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν καλυτέραν ἀπονομὴν αὐτῆς. Ἡ ἀξιοπρεπὴς ἐξωτερικὴ ἐμφάνισις τῆς Δικαιοσύνης παρέχει εἰς τὴν λαϊκὴν ψυχολογίαν τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὸ συναίσθημα ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀνύψωσιν αὐτῆς ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Ἡ ἀτάσθαλος κατάστασις ἥτις παρουσιάζεται εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἐν Ἀθήναις κατωτέρων ἰδίως δικαστηρίων καταδυναστεύει κυριολεκτικῶς καὶ τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς δικαζομένους καὶ γεννᾷ τὴν δυσφορίαν πάντων κατὰ τῆς Πολιτείας. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας, ὑφ’ ἃς λειτουργοῦσι τὰ ἐν Ἀθήναις δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἀποδίδουσι τὸ ἥμισυ τῆς ἐν Ἑλλάδι δικαστηριακῆς κινήσεως καὶ ζωῆς, εὐλόγως γεννᾶται ἐν τῇ λαϊκῇ ψυχῇ τὸ αἴσθημα τῆς ἐλλείψεως δικαιοσύνης. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἔχομεν δι’ ἐλπίδος ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνεγέρσεως ἐν Ἀθήναις δικαστικοῦ Μεγάρου χάριν τῆς βελτιώσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀρτιωτέρας ἀπονομῆς αὐτῆς. Καταλήγων δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου ὅτι ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἀρξαμένη τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης διὰ τῶν νομοθετικῶν μέτρων ἅτινα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, θέλει ἐργασθῆ ἀνενδότως πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτοῦ. Ἡ δικαστικὴ ἀνόρθωσις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως. Διὰ τῆς ταχείας καὶ πλήρους ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης προάγονται αἱ συναλλαγαὶ καὶ ἡ καθ’ ὅλου ἐθνικὴ οἰκονομία προστατεύεται. Ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα τὸ θεμέλιον τοῦτο θέλει τεθῆ καὶ παρ’ ἡμῖν στερεὸν καὶ ἀκλόνητον. (Χειροκροτήματα).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§161Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ πρότασις τῆς συζητήσεως τῶν μονίμων καὶ σταθερῶν συνταγματικῶν διατάξεων περὶ τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀξιοῦντος τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν δικαστικὸν λειτουργὸν ἐμπνέοντα τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀγάπην καὶ ἐκτίμησιν. Πάντοτε καὶ συνεχῶς κατεβλήθη ἡ κρατικὴ προσπάθεια πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐδράσθη αὕτη ἐπὶ τῆς ὑγιοῦς ἀνεγνωρισμένης ἀρχῆς τῆς ἐν γένει ἀνεξαρτησίας αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ἐπηρείας τῆς τε Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ὁποίας ἐθεσπίσθησαν ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἡ διοίκησις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἐκτὸς τῆς λοιπῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἐν τοσούτῳ παρετηρήθησαν πλημμέλειαι καὶ ἐλαττώματα, σημαντικαὶ παρεκτροπαὶ τῶν πλείστων δικαστικῶν λειτουργῶν μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ πιστεύεται ὅτι ἡ χάριν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος θεσπισθεῖσα ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπέβη ὁ κύριος συντελεστὴς τῆς ἀδιαφορίας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην καὶ πρὸς τὸ δίκαιον τῶν πολιτῶν. Εἶναι εὐχάριστον ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέγνω ἐπακριβῶς τὰ ἀληθῆ αἴτια τῶν τῆς Δικαιοσύνης πλημμελειῶν καὶ διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ τῶν σχετικῶν νομοθετικῶν τοιούτων τὴν μὲν ὑγιᾶ ἀρχὴν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης προσπαθεῖ νὰ ἐπιρρώσῃ, νὰ ἄρῃ δὲ τὰ αἴτια τῶν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος πλημμελειῶν. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐπιζητεῖται ἡ οἰκονομικὴ ἀνεξαρτησία τούτων, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἡ ἠθικὴ ἐπίρρωσις διὰ τῆς διαθρύψεως τοῦ συναισθήματος τῆς ὑπεροχῆς καὶ λυποῦμαι ὄντως, διότι τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν πληροφοροῦμαι ὅτι ἐν τῷ σχετικῷ περὶ ἀποδοχῶν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν νομοσχεδίῳ περιελήφθησαν καὶ πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς καθαρᾶς δικαστικῆς λειτουργίας διατελοῦντα. Διὰ τοῦ ἀμεταθέτου, ἂν καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἀμεταθέτου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον καὶ ὠφελιμώτερον ρυθμίσεως τοῦ μεταθετοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, παύει νὰ ᾖ γνώμων τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἡ πάροδος ὡρισμένου χρόνου διαμονῆς ἔν τινι τόπῳ καὶ καθίσταται τοιοῦτος ἡ ἠθικὴ τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἀντίστασις, ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ ἀντοχή, παραμένων δὲ οὕτω μέλος τῆς αὐτῆς κοινωνίας γνωρίζει καλῶς τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα τῆς δικαζομένης κοινωνίας καὶ ἀπονέμει δικαιοσύνην κοινωνικήν, παύων κατ’ ἀνάγκην τὴν ἀντικοινωνικότητα καὶ διαμορφούμενος εἰς κύριον συντελεστὴν τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, ἐμπνέων μικρὸν κατὰ μικρὸν ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς δικαζομένης κοινωνίας. Καὶ ἐνῷ διὰ τῶν ἀνωτέρω διατάξεων καταβάλλεται ἡ προσπάθεια τῆς ἐνισχύσεως καὶ ἠθικῆς ἐπιρρώσεως τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, διὰ τῶν λοιπῶν, τῶν ὑπὸ συζήτησιν, ἐπιζητεῖται ἡ ἄρσις τῶν αἰτίων τῶν ἐμφανιζομένων πλημμελειῶν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, αἱ ὁποῖαι κυρίως ἐκδηλοῦνται εἰς ἀδιαφορίαν περὶ τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς ἀδιαφορίαν περὶ τὸ δίκαιον τῶν πολιτῶν. Ἄριστον τὸ νομοθετικὸν μέτρον τοῦ νὰ μὴ κρίνεται ἡ προαγωγὴ τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἐκ τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ ἐκ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ, καὶ ἐνθυμοῦμαι Ἀντεισαγγελέα Πρωτοδικῶν διαρκῶς καθεύδοντα ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ πάροδος τοῦ χρόνου καὶ ἡ τύχη τῶν περιστάσεων θέλει κρίνει αὐτὸν καὶ οὐχὶ ἡ ἐργασία του· καὶ δὲν εἶχεν ἄδικον καὶ ὀρθῶς ἐσκέπτετο, ἀφοῦ οὐδεμία ἔκθεσις Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ὑπάρχει περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν τῆς περιφερείας του· ἐντεῦθεν ἐξέλιπον καὶ αἱ δικαστικαὶ προσωπικότητες, αἱ δικαστικαὶ φυσιογνωμίαι, ἀφοῦ ἔπαυσαν νὰ καταγίνωνται περὶ τὴν ἐπιστήμην. Σοφὴ ἡ κατάργησις τοῦ ἀπολυταρχικοῦ καὶ δεσποτικοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ διῄρεσε τὸ δικαστικὸν Σῶμα, οὐ μόνον εἰς πολιτικὰ κόμματα, ἀλλὰ καὶ εἰς δικαστικὰ κόμματα, εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους καὶ παρέσυρε τοὺς πλείστους τῶν δικαστικῶν εἰς τὴν κολακείαν καὶ τὴν δουλικότητα, γνώμονας κατὰ τὸ πλεῖστον τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ Ἀν. Δικ. Συμβουλίου, ἐνῷ τοὐναντίον διὰ τῆς θεσπιζομένης συνθέσεως αὐτοῦ, διὰ κληρώσεως ἐκ περιτροπῆς ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων, καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ περιελαμβάνοντο καὶ μέλη τῶν Πρωτοδικείων ἐν τῇ κληρωτίδι, παρὰ τὴν διατυπωθεῖσαν γνώμην ὅτι οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν, ὡς μὴ ἔχοντες γνώμην ἀπέναντι τῶν ἀνωτέρων των, θὰ ἀκονίζηται ἡ δικαστικὴ ψυχὴ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ὀρθότητος καὶ τοῦ δικαίου, ἄντικρυς οἱασδήποτε ἀντιστάσεως. Ἡ συμμετοχὴ δὲ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ οὕτω νέον Δικαστικὸν Συμβούλιον τῆς αὐτοδιοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης φέρει εἰς ἐπαφὴν τὸ Κράτος πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἀποτελεῖ τὸν ὀφθαλμὸν καὶ τὰ ὦτα αὐτοῦ, ἵνα βλέπῃ καὶ ἀκούῃ τὰ ἔκτροπα. Θὰ εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος, ἂν δὲν ἐθέσπιζε τὸ μεταβατικὸν τρίμηνον χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ὑφισταμένης δικαστηριακῆς καταστάσεως πρὸς τὴν θεσπιζομένην. Δὲν ἀναστέλλεται ἡ ἀνεξαρτησία δι’ αὐτοῦ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, τοὐναντίον πρὸς ὠφέλειαν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τῆς δικαζομένης κοινωνίας ἀποκαθίσταται ἠθικῶς τοῦτο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξε μέχρι τοῦδε τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, διαλῦον τὰς καχυποψίας τῶν πολιτῶν. Ἀρκεῖ νὰ σημειώσω ὅτι εὑρέθη πολίτης νὰ ἀπαντήσῃ εἰς Εἰσαγγελέα καλέσαντα αὐτὸν ὑπηρεσιακῶς, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει αὐτὸν ὡς Εἰσαγγελέα. Ὤφειλεν, εἶχεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ τὸ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ τακτοποιήσῃ τὴν πρώτην τοποθέτησιν κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τὴν ἀξίωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν. Ἐνῷ παρὰ πάντων ὁμολογεῖται ὅτι τὸ δικαστικὸν Σῶμα λειτουργεῖ πλημμελῶς, δὲν δύναται, νομίζω, σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι οὐδεμία νομοθετικὴ ἀνακαίνισις πρέπει νὰ γίνῃ. Διὰ τῶν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων εὐελπιστῶ, ἂν διαρκῶς κινηθῇ εἰς ἐποπτείαν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὴν βελτίωσιν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Πέποιθα ὅτι αὕτη ἀσφαλῶς καὶ ἀπολύτως ἤθελεν ἐπιτευχθῇ, ἂν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα προσετίθετο τροπολογία ὑποχρεωτικοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἀρχομένης ἑκάστης κοινοβουλευτικῆς συνόδου κατόπιν ἐγγράφου καὶ προφορικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἀσφαλεστέρα θὰ ἦτο ἡ ἀνάπλασις, ἂν ὁ τοιοῦτος ὑποχρεωτικὸς ἔλεγχος ἐθεσπίζετο μετ’ ἐγκυρότητος, οὕτως ὥστε, ἐφόσον ἀνέκυπτον πλημμέλειαι ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, τὰ μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐτίθεντο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ⅘ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις, ἂν τὸ τελευταῖον παραλειφθῇ, τὸ πρῶτον, κρίνω ἐπάναγκες, νὰ θεσπισθῇ, διότι οὕτω μόνον εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ κινηθῇ ὁλόκληρος ἡ νομοθετουμένη μηχανὴ πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν οὐδὲν νέον νομοθετήσωμεν, ἂν οὐδεμίαν καινοτομίαν νομοθετικὴν ἐνεργήσωμεν, ἀσφαλῶς θὰ ἔχωμεν τὸν αὐτὸν τελματισμὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν θέλωμεν μόνον ἐλπίδας χωρὶς πεποίθησιν, θὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων καὶ ἂν θέλωμεν καὶ ποθῶμεν νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀναπλάσεως τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ὀφείλομεν νὰ θεσπίσωμεν τὸν ὑποχρεωτικὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§163Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ καταφανὴς κάματος τῆς Συνελεύσεως ἐν τῇ συζητήσει τῶν θεμάτων τῶν ἀπασχολούντων αὐτὴν μὲ ὑποχρεώνει, κύριοι, νὰ περιορίσω εἰς τὸ ἐλάχιστον τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν σκέψεών μου ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν δύο θεμάτων, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν μεταρρύθμισιν τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν. Διότι, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βονίτσης διότι συνανεμίχθησαν τὰ δύο ταῦτα θέματα ἐν τῇ συζητήσει, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις ταύτας, εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ διεξαγάγωμεν ἄλλως τὴν συζήτησιν εἰμὴ ἐν συνδυασμῷ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος πρὸς τὸ σχέδιον νόμου περὶ τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν, διότι τοῦτο προϋποθέτει τὴν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως τῶν μεταρρυθμίσεων τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 καθ’ ὃν τρόπον προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Ὀφείλω νὰ εἴπω ἐν πρώτοις, κύριοι, ὅτι δὲν συμμερίζομαι ἐξ ὁλοκλήρου τουλάχιστον τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, κατακρίνας τὸν πρωθύστερον τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιλαμβάνεται τὸ Σῶμα τὴν ψήφισιν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ ἐπικρίνας τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰσάγει εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ὄψιν τῆς Συνελεύσεως τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, προτοῦ ἀκόμη ψηφισθοῦν τὰ πρὸ αὐτῶν. Αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις δὲν εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς νόμος, ὥστε δὲν δύνανται νὰ νοηθῶσιν ὡς ἓν σύνολον ἁρμονικῶς καὶ στερρῶς συνδεόμενον πρὸς ὅλας τὰς διατάξεις; αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις εἶναι ἄλλης φύσεως καὶ εἰς ἄλλον ἀποβλέπουσι σκοπόν, εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε ἑκάστη ἐξ αὐτῶν ἢ καὶ τμῆμα αὐτῆς νὰ ἀποτελῇ ἓν ὀργανικὸν σύνολον ἀπὸ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἀπορρεύσῃ καὶ νομοθεσία ὁλόκληρος. Διὰ τοῦτο τὰ ἀφορῶντα τὴν Δικαιοσύνην ἢ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι θέμα συζητήσεων καὶ θέμα ἀποφάσεων ἀπαιτοῦν ἓν Κοινοβουλευτικὸν Σῶμα, ὡς ἐπίσης αἱ ἄλλαι διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν κατάρτισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δύνανται, ἄσχετοι ἄλλως τε, νὰ ἀποτελέσωσι βάσιν ἄλλης συζητήσεως καὶ οὕτω καθεξῆς. Αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἄσχετοι καὶ μὴ συνδεόμεναι πρὸς ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Αὗται εἶναι αἱ ἀφορῶσαι τὴν Δικαιοσύνην. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον λέγω ὅτι δὲν συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἠλείας συναδέλφου καὶ θὰ ἔστεργον νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι καὶ ἐπιτετραμμένον καὶ ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι νὰ ἐπιδιώξῃ προκαταβολικῶς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην μεταρρύθμισιν τῶν σχετικῶν συνταγματικῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστῶν, εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας αὐτῶν καὶ πᾶν ἄλλο σχετικὸν θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦσι τὰ ἄρθρα ταῦτα. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἤθελον καὶ θὰ τὸ ἐδικαιολόγουν μόνον, ἂν ὑπῆρχε λόγος ἀποχρῶν, ἵνα ἐκτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τὴν τάξιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἂν ὑπῆρχε λόγος δικαιολογῶν ἀποχρώντως τὴν ἀξίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐπιληφθῇ προκαταβολικῶς τῆς ρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ ἤμην δ’ ἐγὼ ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἀντετασσόμην κατὰ τῆς τοιαύτης μεθόδου ἐργασίας. Ἐξεταστέον λοιπὸν εἶναι· ὑπάρχει ἆρά γε λόγος τῆς τοιαύτης ἐπιβολῆς τῆς κατὰ τοιαύτην μέθοδον ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως; Τίς εἶναι ἡ ἐπείγουσα ἐκείνη καὶ μεγάλη ἀνάγκη, ἥτις ὑποχρεώνει ἡμᾶς νὰ παρίδωμεν τὰς πρὸ τῶν ἄρθρων τούτων διατάξεις τοῦ Συντάγματος, περὶ τῶν ὁποίων ἐκλήθη νὰ κρίνῃ ἡ Συνέλευσις; Τίς εἶναι ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑποχρεώνει, ἂν ὄχι ὅλας τὰς διατάξεις ἐκείνας μέχρι τοῦ ἄρθρου 88, ἀλλὰ τουλάχιστον ὅσας ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἐπεξεργασθῆ — ἡ ἀναφερομένη πρὸς τὰς διατάξεις τὰς σχετιζομένας πρὸς τὸ δημόσιον δίκαιον κεῖται ἤδη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως — τίς εἶναι, λέγω, ὁ λόγος ἐκεῖνος καὶ ἡ ἀνάγκη ἥτις ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς, παρουσιάζοντες τὴν ἑτοίμην καὶ ὥριμον ἐργασίαν, νὰ προέλθωμεν εἰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ οὐδένα βλέπω λόγον δικαιολογοῦντα τὴν κατὰ τρόπον ἐπείγοντα ἐπεξεργασίαν τῶν διατάξεων τούτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν πρό τινων ἡμερῶν καὶ παρέχων τὰς ἐξηγήσεις τῶν οὐσιαστικῶν πλέον διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως νομοσχεδίου ἐδήλου πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον ποὺ ποθοῦμεν πάντες, ὅτι παρατηρεῖται πανταχοῦ σχεδὸν ἐξέγερσις κατὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν κατάστασιν ταύτην τὴν ἔκρυθμον τῆς Δικαιοσύνης σκοπεῖ νὰ προλάβῃ, σκοπεῖ νὰ θεραπεύσῃ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις διὰ δύο ἐκ παραλλήλου βαινόντων μέτρων αὐτῆς, τοῦ μέτρου τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ μέτρου τῆς ψηφίσεως ἑνὸς νόμου. Καὶ ταῦτα λέγων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠτιολόγει πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἐπὶ τρίμηνον μεταθετὸν τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ τὸ ὁποῖον θέλει ἰσχύσει τὸ ἀμετάθετον, τὸ καθιερούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ παρετηρήθη καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι διὰ Συμβουλίου ἄλλως καταρτιζομένου, καὶ ὄχι ὡς ἦτο μέχρι τοῦδε κατηρτισμένον διὰ συνταγματικῶν διατάξεων τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, θέλουσιν ἐνεργηθῆ αἱ μεταθέσεις κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τὸ τρίμηνον καὶ γεννᾶται ἐντεῦθεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν διάνοιαν παντὸς μελετῶντος τὸ πρᾶγμα ἡ σκέψις ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εὑρίσκεται ἐν κακῇ καταστάσει, καὶ ἐξέγερσις ἐμφανίζεται εἴτε εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον εἴτε εἰς τὴν λοιπὴν κοινωνίαν κατὰ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν κατάστασιν αὐτὴν θέλει νὰ θεραπεύσῃ τὸ μέτρον τὸ κυβερνητικὸν καὶ τὴν ἐξέγερσιν ἥτις παρουσιάζεται ἐπιθυμεῖ νὰ καταστείλῃ. Εἶναι λοιπὸν εὐνόητον ἐντεῦθεν ὅτι ἔχει κατὰ νοῦν ἡ Κυβέρνησις μέτρα διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφέρουν τὴν θεραπείαν τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὰ μέτρα αὐτὰ προσδιορίζει ὄχι εἰς ἐκκαθάρισιν τῶν ὀργάνων τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ προσδιορίζει καὶ εἰδικεύει εἰς μέτρα τοιαύτης ἢ τοιαύτης τοποθετήσεως τῶν δικαστῶν. Διότι δὲν βλέπω διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν μέτρων νὰ λαμβάνεται ἄλλη τις πρόνοια καὶ νὰ ὁπλίζεται ἡ Κυβέρνησις δι’ ἄλλου μέτρου εἰμὴ διὰ μέτρου τοιούτου τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης τοποθετήσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν δύναταί τις νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν οὕτω σκεπτομένην καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει ἀνακολουθία τις εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἀλλὰ ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Κυβέρνησιν: Πῶς ἐλπίζει ὅτι εἶναι δυνατή, τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοῦ περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ψηφιζομένου, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὴ ἡ ἐνέργεια τοιαύτης κατανομῆς τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοιαύτης τοποθετήσεως αὐτῶν, ὥστε νὰ καταστείλῃ τὴν ὑπάρχουσαν ἤδη ἐξέγερσιν καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης; Τὸ ὑλικὸν τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν, τὸ ὑλικὸν τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ ὁποῖον βλέπομεν σήμερον καὶ τὸ ὁποῖον, μὴ ἐπερχομένης ἐκκαθαρίσεώς τινος, θὰ παρέμενε τὸ αὐτό. Ἀλλὰ δέχομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν δι’ ἄλλης τινὸς κατανομῆς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπέλθῃ μία βελτίωσις οὐσιώδης καὶ νὰ ἐκλείψῃ ἡ κακὴ κατάστασις καὶ νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἐξέγερσις ἡ παρατηρουμένη κατ’ αὐτάς. Ἀλλὰ τοῦτο μόνη ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ πραγματοποιήσῃ, νὰ πραγματοποιήσῃ δηλαδὴ τὴν κατανομὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐπέλθουν τὰ ἀγαθὰ τὰ προσδοκώμενα ἐκ τοῦ μέτρου τοῦ νομοθετικοῦ. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν τολμᾷ ἴσως νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας τῆς ἀπ’ εὐθείας ἐνεργείας αὐτῆς τῆς διοικητικῆς, ἀλλὰ παραπέμπει ταύτην εἰς ἰδιαίτερον Συμβούλιον ἐξ ἀνωτάτων δικαστικῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 22, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ὁποῖον, χωρὶς νὰ εἶναι τὸ μόνιμον πλέον Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὡς τοῦτο ὀργανοῦται διὰ τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ Συντάγματος, θὰ ἐνεργήσῃ τὰς μεταβολὰς ταύτας. Ἀλλὰ τότε θὰ ἠρώτων: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πραγμάτωσις τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, σκέψεων ὡρισμένων καὶ σαφῶν καὶ σκέψεων ἀφορωσῶν ὡρισμένον πρόσωπον, ὡρισμένον λειτουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε τὰς σκέψεις ταύτας δὲν ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν νὰ θέσῃ ἐν ἐφαρμογῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἐναποθέτει εἰς τρίτον πρόσωπον, ὡς εἶναι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἰσοβίους δικαστάς, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ ἐντεῦθεν ὅτι θὰ πραγματοποιήσῃ τὰς σκέψεις περὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης κατανομῆς τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ καταστείλῃ τὸ ὑπάρχον κακὸν καὶ τὰ πράγματα νὰ βαδίσουν εἰς τὸ μέλλον ὡς πάντες ποθοῦμεν; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην, νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ζητήσῃ δι’ ἓν τρίμηνον διάστημα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ καὶ μόνη τὴν τοποθέτησιν τῶν δικαστῶν ἢ καὶ ἐκκαθάρισιν αὐτῶν σύμφωνα πρὸς τὰς ἰδίας αὐτῆς ἀντιλήψεις, σύμφωνα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τότε θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι «ἰδοὺ εἰς διάστημα τριῶν μηνῶν παρεσκεύασα τὴν Δικαιοσύνην, συνεκρότησα τὰ δικαστήρια κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ἐμφανίσῃ ἡ Δικαιοσύνη τὸ θέαμα τὸ ὁποῖον παρουσιάζει σήμερον». Ἐφόσον ὅμως δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦτο εἴτε τῆς ἐκκαθαρίσεως εἴτε ἁπλῶς καὶ μόνον τῆς τοποθετήσεως τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ θὰ ἀναμένῃ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου...
§164Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Σεῖς νομίζετε ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην;
§165Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον εἶμαι φειδωλὸς νὰ δώσω τοιαύτην ἐξουσίαν ὄχι εἰς τὴν ἰδικήν σας, ἀλλὰ εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, νὰ δώσω ἐξουσίαν νὰ ἀναλάβῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκκαθαρίσεως ἢ τοποθετήσεως τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ὑμεῖς αὐτοὶ διὰ νὰ εἶσθε συνεπεῖς πρὸς ὅσα λέγετε θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχετε τὴν τόλμην νὰ ἀναλάβητε τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς τοποθετήσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης. Ὅταν ἀφίνετε εἰς ἕνα Συμβούλιον τοῦτο, σημαίνει ἢ ὅτι δὲν θὰ πραγματοποιήσετε τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας ἔχετε ὅσον ἀφορᾷ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην τῶν Δικαστῶν, ἵνα δημιουργήσετε δικαστήρια ἄξια τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, ἢ σημαίνει ὅτι τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσετε διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ ἓν τρίμηνον θὰ εἶναι ὑποχείριον τῶν θελήσεων ὑμῶν καὶ δὲν θὰ κάμνῃ τι ἄλλο εἰμὴ νὰ διεκπεραιώνῃ τὰ ὅσα θὰ παραγγέλλωνται εἰς αὐτὸ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἔξω ἀπὸ τὸ δίλημμα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν. Εἶναι ἓν δίλημμα τὸ ὁποῖον τίθεται τόσον σαφῶς, τόσον ὠμῶς ἐνώπιον ὑμῶν, ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς ὑμᾶς ἢ νὰ ἐγκαταλείψετε τὸ σχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον φέρετε πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ τολμήσετε νὰ ἀναλάβετε τὸ θάρρος τῶν μεταβολῶν τὰς ὁποίας ἐπιδιώκετε ἢ νὰ ἐγκαταλείψετε τελείως τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Τὴν βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης ποθοῦμεν πάντες καὶ πάντες ἀναγνωρίζομεν ὅτι δὲν ἔχουν ὡς ἄριστα τὰ τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Θὰ ἦτο δὲ παράδοξον πρᾶγμα, κύριοι, ἂν εἶχον ὡς ἄριστα τὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ μάλιστα ὕστερα ἀπὸ τόσον σκληρὸν κλυδωνισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέστησαν τὰ δημόσια ἡμῶν πράγματα ἐπὶ μίαν δεκαετίαν. Καὶ πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνεπίληπτος ἡ Δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ πάντες οἱ κλάδοι πασῶν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν δὲν εὑρίσκονται—πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν μετὰ θλίψεως— δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, ἀφοῦ καὶ ἡ κοινωνία αὐτὴ ἀκόμη ἡ Ἑλληνικὴ νοσεῖ ψυχικῶς; Πῶς θέλομεν τὴν Δικαιοσύνην νὰ ἵσταται ἐκεῖ ὑψηλά, εἰς τὴν περιωπὴν τὴν ἀνέφικτον, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠθέλομεν ἡμεῖς πάντες νὰ τὴν ἴδωμεν μίαν ἡμέραν; Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι εἶναι καὶ ἡ Δικαιοσύνη μία ἐμφάνισις λειτουργίας κρατικῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱαιδήποτε ἐγγυήσεις καὶ ἂν ληφθοῦν καὶ ἂν λαμβάνωνται νὰ καταρτίσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ὡς τὴν θέλομεν πραγματικῶς, ὑπερτέραν ἐν τῇ χρήσει τῶν νόμων καὶ αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἴδωμεν μὴ συμβαδίζουσαν μετὰ τῶν λοιπῶν κρατικῶν ἐκδηλώσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Δικαιοσύνη νὰ παρουσιάζῃ ἄλλην τινὰ εἰκόνα, εἰμὴ εἰκόνα ἀνάλογον πρὸς τὴν εἰκόνα τὴν ὁποίαν παρουσιάζουν αἱ λοιπαὶ κρατικαὶ λειτουργίαι. Ἔχομεν λοιπὸν Δικαιοσύνην μὴ εὑρισκομένην εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της, μὴ ἔχουσαν ὡς ἄριστα καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι εὕρομεν τὴν αἰτίαν τῆς καταστάσεως ταύτης τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ φάρμακα τὰ ὁποῖα ἐχρειάζοντο ἵνα τὴν κατάστασιν ταύτην θεραπεύσωσι. Δὲν ἐμεσολάβησαν, κύριοι, εἰμὴ 13 χρόνια μόνον ἀφ’ ὅτου εἴχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Καὶ ἤθελα νὰ ἠξεύρω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἰσηγεῖται τὰ μέτρα ταῦτα τὰ δικαστικά, ἤθελα νὰ ἠξεύρω ποῦ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἀνεῦρε τὴν αἰτίαν τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ ταύτην τὴν αἰτίαν προσπαθεῖ νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου, ἵνα ἴδῃ τὴν Δικαιοσύνην περαιτέρω βαίνουσαν μὲ στερρὸν τὸ βῆμα πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτῆς τὸν ὑψηλόν. Χειραφέτησις τῆς Δικαιοσύνης καθιερώθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, χειραφέτησις πληρεστέρα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχε καθιερώσει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Καὶ χειραφέτησιν πληρεστέραν θέλει νὰ καθιερώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσθέτων εἰς τὸ ἰσόβιον καὶ τὸ ἀμετάθετον τῶν λειτουργῶν τῶν δικαστικῶν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς· κατὰ τί ἔπταισεν ἆρά γε ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὥστε νὰ τὴν μεταρρυθμίσετε; Ἔπταισεν ἆρά γε ἐν τούτῳ, ὅτι τὴν ἰδέαν τῆς ἰσοβιότητος δὲν τὴν ἐννόησε πλήρως ὡς συμπεριλαμβάνουσαν καὶ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν καὶ τὸ κενὸν τοῦτο τοῦ Συντάγματος ἐκείνου προσπαθεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ συμπληρώσῃ διὰ τοῦ ἀμεταθέτου; Κατ’ ἀπομίμησιν ἄλλων πολιτευμάτων καθιεροῦται παρ’ ἡμῖν τὸ ἀμετάθετον. Ταῦτα λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ εἶναι πλάνη τὸ νομιζόμενον, κύριοι, ὅτι εἰς πάντα τὰ Συντάγματα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, πλὴν ἑνὸς ἢ δύο, ὑπάρχουν διατάξεις καθιεροῦσαι τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν. Ἂν ἡ πρακτική, ἂν τὰ ἤθη τὰ δικαστικὰ ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ἐν Ἰταλίᾳ, καθιέρωσαν τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι τοῦτο προέκυψεν ἐκ διατάξεων συνταγματικῶν, δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι εἶναι κατωχυρωμένον τὸ ἀμετάθετον διὰ τῶν Συνταγμάτων τῶν λαῶν ἐκείνων. Ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖ Ἀνώτατα Δικαστικὰ Συμβούλια, ἀλλὰ τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια ἐκεῖνα δὲν ἐκτελοῦσι συνταγματικὰς διατάξεις, ἐξασφαλιζούσας τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν. Τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια, προκειμένου περὶ μεταθέσεως, γνωμοδοτοῦσιν ἁπλῶς. Καὶ ἐν τούτοις, μολονότι τόσον εὐχερὴς εἶναι ἡ μετάθεσις ἑνὸς λειτουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰς Χώρας ἐκείνας, ἐν τούτοις τὰ ἤθη τὰ πολιτικὰ τῶν Χωρῶν ἐκείνων εἶναι τόσον προηγμένα, ὥστε σπανίως, σπανιώτατα συντελεῖται μετάθεσις δικαστικοῦ λειτουργοῦ, καὶ παράγεται ἐντεῦθεν ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ ἀμετάθετον εἶναι καθιερωμένον διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Δὲν πρόκειται λοιπόν, κύριοι, νὰ μιμηθῶμεν διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐφηρμόσθησαν, ὡς ὑμεῖς νομίζετε κατὰ πλάνην, ἀλλαχοῦ, πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν νέον τι εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν καὶ εἰς τὰς συνταγματικὰς ἡμῶν διατάξεις. Ἀλλ’ ἂν ἀλλαχοῦ, κύριοι, καθιερώθη εἴς τινα Συντάγματα τὸ ἀμετάθετον καὶ ἂν ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, τὸ ἀμετάθετον ἐφαρμόζεται ἐκ συνηθείας καὶ ἐκ προσηλώσεως καὶ τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἐκείνων οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἄν, λέγω, καθιερώθη, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ τὸν θεσμόν, ὥστε ἡ μετάθεσις ἑνὸς δικαστοῦ νὰ εἶναι σπάνιον, σπανιώτατον φαινόμενον, ἂν τοῦτο ἠθέλομεν νὰ μιμηθῶμεν καὶ ἡμεῖς, θὰ ἔπρεπε κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ διαρρυθμισθῶσι τὰ τῆς νομοθεσίας καὶ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ἀλλ’ ἂν ἐκεῖ, λόγῳ τῆς συνηθείας, ὑπάρχει τὸ ἀμετάθετον, παρ’ ἡμῖν δὲν συντρέχει κανεὶς λόγος ἐξ ἐκείνων οἵτινες καθιέρωσαν τὸ ἀμετάθετον εἰς τὰς Χώρας ἐκείνας. Ἐκεῖ τὸ ἀμετάθετον ἐλογίσθη πραγματικῶς ὡς συμπλήρωσις τῆς ἰδέας τῆς ἰσοβιότητος. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἰσοβιότης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἡ λειτουργία τοῦ δικαστοῦ, ὡς λειτουργοῦ, περιλαμβάνουσα ὅλον τὸν βίον αὐτοῦ, μὴ συμπληρουμένη διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ ἀμεταθέτου. Ἀλλ’ ἐκεῖ τὸ ἀμετάθετον ὑπῆρχεν ὄντως ἓν πραγματικὸν εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον ἀπενεμήθη εἰς τὸν κόσμον τὸν δικαστικόν. Ἐκεῖ τὸ ἀμετάθετον ἦτο πρόθεσις ἀληθής, πρόθεσις πραγματικὴ τοῦ κόσμου τοῦ δικαστικοῦ καὶ ἦλθε κατόπιν οὐχὶ ἡ νομοθεσία, ἀλλ’ ἡ πρᾶξις, ἡ συνήθεια καὶ ἡ πρακτικὴ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων νὰ τὸ καθιερώσῃ καὶ νὰ τὸ καθιερώσῃ πολὺ περισσότερον παρ’ ὅσον μία συνταγματικὴ διάταξις θὰ τὸ καθιέρου. Καὶ ἐρωτῶ ἐντεῦθεν ὁρμώμενος· ἐξεδηλώθη παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ δικαστικῷ κόσμῳ ἡ τοιαύτη ἐπιθυμία τῆς καθιερώσεως καὶ μὴ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τοῦ ἀμεταθέτου τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης; Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε ἀποδείξεις περὶ τοῦ ὅτι καταδικάζεται ἀμέσως ἄνευ συζητήσεως, εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς του ὁ θεσμὸς περὶ τοῦ ἀμεταθέτου, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἐρωτήσητε τὸν δικαστικὸν κόσμον, εἴτε τὸν ἐδῶ εἴτε ἐν συνόλῳ καὶ θὰ ἀκούσητε ὅτι καταδικάζει ἀνεπιφυλάκτως τὸ μέτρον τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν. Ἐὰν ἀλλαχοῦ συντρέχουν λόγοι καὶ κοινωνικαὶ συνθῆκαι καὶ βιωτικαὶ περιστάσεις αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον δὲν ἀνατρέπουν τὸ γόητρον τῶν δικαστῶν ἀλλὰ καὶ καθιστῶσιν εὐεργετικὴν διὰ τὸν δικαστὴν τὴν μὴ μετακίνησιν, παρ’ ἡμῖν ἔχουσι τὰ πράγματα ὅλως ἀντιθέτως. Ἐκεῖ ὅπου ἀλλοῦ εἶναι εὐεργέτημα, παρ’ ἡμῖν γίνεται κατατυράννησις διὰ τὸν δικαστὴν καὶ θέλει ἀποβῆ σκληροτέρα ἡ παραμονή του εἰς ἕνα τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον τὸν ὑποχρεώνετε νὰ διάγῃ τὸν βίον αὐτοῦ. Προσδοκᾷ ὠφελήματα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῆς ἐντοπίσεως τοῦ δικαστοῦ ἐν τῷ κύκλῳ ἑνὸς λαοῦ εἰς ἕνα τόπον ὡρισμένον, τὰ ὁποῖα ὠφελήματα δὲν εἶναι ὠφελήματα ἀτομικὰ τοῦ δικαστοῦ, ἀλλὰ θ’ ἀποβῶσιν ὠφελήματα αὐτῆς ταύτης τῆς Δικαιοσύνης; Ἐλπίζει ἐντεῦθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ προσελκύσῃ ὁ δικαστικὸς κλάδος νέους ἀπὸ τὰς εὐπορωτέρας καὶ κοινωνικῶς ἀνωτέρας τάξεις; Ἀλλά, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φοβοῦμαι, ἀντιθέτως ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἀντὶ νὰ ἑλκύσῃ ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία νέους ἐκ τῶν καλῶν κοινωνικῶν τάξεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἀντίθετον πρὸς τὴν ἰσότητα τὴν δημοκρατικήν, γεννᾶται μᾶλλον ὁ φόβος ὅτι διὰ τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν ὄχι μόνον δὲν θὰ ἑλκύσωμεν στοιχεῖα νέα καὶ καλὰ εἰς τὸν κλάδον τὸν δικαστικόν, ἀλλ’ ἀπεναντίας καὶ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχει φόβος μήπως τοὺς τρέψωμεν εἰς φυγήν. Ἀλλὰ καὶ πῶς, ἐρωτῶ, ὁ δικαστής, διότι θὰ ζῇ ἐν τῷ μέσῳ ἑνὸς κόσμου πάντοτε τοῦ αὐτοῦ, θὰ μεταβάλληται εἰς ζωντανὸν ὄργανον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν συναλλαγῶν; Ἐγὼ φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι ζῶν εἰς ἕνα τόπον ὁ δικαστὴς θὰ ἐκπέσῃ κατ’ ἀνάγκην ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἔταξεν ὁ προορισμός του. Θὰ ἐκπέσῃ εἰς πολὺ χθαμαλὸν ἐπίπεδον, ὥστε νὰ παύσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι δικαστής. Δὲν εἶναι ἄγνωστος εἰς ἡμᾶς, κύριοι, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς ὁρμωμένους ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἡ ἐπίδρασις τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὁπωσδήποτε ἐπὶ μακρὸν παραμενόντων εἰς ἕνα τόπον, δὲν εἶναι ἄγνωστος, λέγω, ἡ ἐπίδρασις τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Κοινωνία ἐπὶ τῆς ψυχῆς. Ὁ δικαστὴς παραμένει ἐπὶ μίαν δεκαετίαν εἰς ἓν ἀπόκεντρον μέρος...
§166Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ δεκαετίαν δὲν δύναται νὰ μείνῃ ποτέ.
§167Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τριετίας ὁμιλεῖ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, τὸ δὲ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διαιρεῖ τὰ πρωτοδικεῖα εἰς κεντρικὰ καὶ ἀπόκεντρα, καὶ λέγω πῶς δικαστὴς παραμένων εἰς ἕνα ἀπόκεντρον Πρωτοδικεῖον, ὅπως τῶν Γρεβενῶν, Καρπενισίου, Τυρνάβου καὶ εἰς ἄλλα ἀκόμη πολὺ παλαιά, τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λαρίσης, πῶς εἶναι δυνατὸν δικαστὴς παραμένων ἐπὶ μακρὸν νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν ἐπήρειαν τοῦ καθεστῶτος τοῦ κοινωνικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ζήσῃ;
§168ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐπὶ δύο ἔτη θ’ ἀποσπῶνται.
§169Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐντὸς δεκαετίας ὑπολογίζεται ὅτι κάθε δικαστής, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι τοποθετημένος εἰς ἕνα κέντρον Πρωτοδικείου, θὰ ὑπηρετῇ...
§170Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περαιτέρω ἐξήγησις εἶναι περιττή, ἀλλὰ τὴν διάκρισιν τὴν ὁποίαν κάμνετε μεταξὺ κέντρων καὶ ἀποκέντρων καὶ διαιρεῖτε εἰς 12...
§171Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ πολὺ 12.
§172Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται νὰ εἶναι καὶ ὀλιγώτερα τῶν 12. Εἶναι τὰ ἄλλα ἐπαρχιακὰ δικαστήρια εἰς τὰ ὁποῖα θὰ παραμένῃ ὁ δικαστὴς μονίμως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Λαὸς νὰ μὴ ἀσκήσῃ τοιαύτην φθοροποιὸν ἐπίδρασιν ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ὄργανον ἀνεπιτήδειον πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν δικαστὴς ὁ ὁποῖος μένει πολὺν καιρὸν εἰς ἕνα τόπον νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ κατὰ τὴν συνείδησίν του. Πρέπει διὰ νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ νὰ εἶναι προικισμένος μὲ ἰσχυρὰν θέλησιν διὰ νὰ κατισχύσῃ καὶ πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ οὐδένα δεσμὸν πρὸς τὸ κοινωνικὸν περιβάλλον διὰ νὰ καυχᾶται ὅτι ἀσκεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ δικαστοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ πάθῃ κάθε ὑπάλληλος, παρὰ νὰ ἀποβῇ ὄργανον τῶν συναλλαγῶν, θὰ ἀπέβαινε τοὐναντίον εἰς τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς διανοητικότητος τοῦ Λαοῦ, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὁποίου ζῇ, ἀνίκανος διὰ τὴν περαιτέρω ἐκπλήρωσιν τῶν πραγματικῶν δικαστικῶν καθηκόντων. Διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ἐπροτάθη ἐκτὸς τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν καὶ ἡ κατ’ ἄλλον τρόπον συγκρότησις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐκεῖνο, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν οὐσιωδεστέραν καινοτομίαν ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος εἶναι ἡ συμμετοχὴ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ διὰ τούτου ἐπαφὴ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὴν διοίκησιν. Κύριοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἄκραν ἐκτίμησιν τρέφω πρὸς τὸν ἐκπληροῦντα ἤδη τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει παντάπασι νὰ δηλώσω ὅτι ῥιζικῶς ἀντίθετον γνώμην ἔχω πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ μέτρον τοῦτο. Ἂν λόγος μοναδικός, ὡς λέγει ἐν τῷ σχεδίῳ της ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ διατήρησις ἐπαφῆς τοῦ Ὑπουργείου μετὰ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ἡ ἐπαφὴ αὕτη οὐδέποτε, ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, οὐδέποτε ἔπαυσε ὑφισταμένη. Διότι οὐδέποτε ἔπαυσε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἶναι εἰς ἐπικοινωνίαν ἄμεσον, ἀμεσωτάτην μετὰ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου διὰ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα διαβιβάζει εἰς αὐτό, διὰ τῶν ἐρωτημάτων τὰ ὁποῖα ἀπευθύνει πρὸς αὐτό, ὁσάκις ἀναφανοῦν περιστάσεις καὶ ἀνάγκαι ῥυθμίσεως δικαστικῶν ζητημάτων, ἀναγόμεναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου. Ἰδοὺ ἡ ἐπαφὴ τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἰδοὺ αὕτη ὁλόκληρος, ἀκεραία καὶ χωρὶς αὕτη νὰ θίγῃ τὴν αὐθυπαρξίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς προσκλήσεως ὅπως προβῇ εἰς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ποίαν ἄλλην περισσοτέραν ἐπαφὴν θέλει νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ διατί αὕτη ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου ἐν μέσῳ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ μάλιστα μετὰ δικαιώματος ψήφου καὶ ἐπὶ πλέον τοῦ Συμβουλίου συνεδριάζοντος ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης; Ὁσονδήποτε καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα φαίνεται ἀσήμαντον, ἐν τούτοις δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἐπίδρασίν τινα, ἂν ὄχι ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὁ τόπος ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ γίνεται ἡ συνεδρίασις αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐν τῇ ἀντιλήψει τῆς κοινωνίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ ἡ ὑπόνοια ὅτι ἐπηρεασμὸς ἐπὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου καὶ μόνου, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ συνέρχεται ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Δικαστηρίῳ, ἀλλὰ θὰ συνέρχεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν ὄψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μετέχοντος δὲ εἰς αὐτὸ καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου, ἰσοδυνάμου πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη καὶ ἔχοντος δικαίωμα ψήφου. Τοῦτο τὸ σύστημα εἶναι προωρισμένον, κατ’ ἐμέ, νὰ φθείρῃ τὴν αὐθυπαρξίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καί, ἂν ὄχι νὰ τὴν φθείρῃ ἐξ ὁλοκλήρου, εἶναι προωρισμένον νὰ τὴν μειώσῃ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀνακύψῃ ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον χρόνον ἡ ἀνάγκη τῆς νέας μεταβολῆς τῶν οὕτω πως νομοθετουμένων. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον ποὺ θέλομεν ὅλοι καὶ εἰς τὸ σημεῖον ποὺ πρέπει νὰ εἶναι διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της ἀκέραιον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς ζωῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως περιφρουρήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Μᾶς προβάλλεται ἡ ἐρώτησις: Τί φρονεῖτε σεῖς, ποῖα μέτρα προβάλλετε, ἵνα ἀποκρούσετε τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προβαλλόμενα; Εὑρίσκομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐγὼ οὐδὲν ἔχω νὰ ὑποδείξω ἀπέναντι τῶν ὅσα ὑποδεικνύει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸ Σῶμα τῆς Συνελεύσεως. Διότι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἐν τῇ λύσει τοῦ πράγματος ἔγκειται νὰ μὴ ὑπάρχῃ μέσον τι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ εἴχομεν ἵνα διορθώσωμεν ταύτην. Ὁτιδήποτε καὶ ἂν κάμωμεν, μὲ τὴν ἀγαθωτέραν πάντοτε πρόθεσιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν ἵνα διορθώσωμεν, δὲν θὰ κάμωμέν τι ἄλλο παρὰ ἓν ἁπλοῦν πείραμα, μίαν ἁπλῆν δοκιμὴν τὴν ὁποίαν, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον χρόνον θὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ καταδικάσωμεν ὡς ἀστοχήσασαν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν λῆψιν ἄλλων μέτρων, τουτέστι θὰ ζητήσωμεν τότε τὴν ἄδειαν νὰ μετέλθωμεν μίαν νέαν δοκιμήν, ἡ ὁποία κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὰ αὐτὰ ἀτυχῆ ἀποτελέσματα. Καὶ κρίνω ἐντεῦθεν ὅτι τὰ ἀλλεπάλληλα ταῦτα πειράματα τὰ ὁποῖα διασαλεύουν διαρκῶς, ἀκαταπαύστως τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵσταται ἡ Δικαιοσύνη, τὰ πειράματα ταῦτα μὲ ὅσας ἀγαθὰς προθέσεις καὶ ἂν ἐκτελοῦνται παρ’ ἡμῶν καὶ παρὰ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ὄχι μόνον δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὸ τέλειον, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἐπιφέρουν μίαν ζημίαν, ὅτι διαρκῶς διασαλεύουν καὶ κλονίζουν τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵσταται μία λειτουργία κρατικὴ τοιαύτης φύσεως, οἵα εἶναι ἡ τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις δὲν δύναται νὰ σωθῇ ἄλλως παρὰ ὡς παγία καὶ ἀσφαλὴς δύναμις, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγε, νομίζω, ὁ Κογγάρ, πολὺ μᾶλλον ἀσφαλίζει τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συντάγματος, παρ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ἀσφαλίζει τὴν λειτουργίαν ταύτην τὴν δικαστικήν. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς σαλευομένην ἄμμον ἀπὸ τὸν ἄνεμον τῶν πολιτικῶν παθῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνατροπῶν καὶ τῶν ἑκάστοτε διαφόρων ἀντιλήψεων τῶν πολιτικῶν κομμάτων ὅσον ἀφορᾷ τὴν Δικαιοσύνην. Ἦτο προτιμότερον, κύριοι, νὰ ἀνεχθῶμεν ἐπί τινα χρόνον, δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ἦτο πολὺς ἢ βραχύς, νὰ ἀνεχθῶμεν ἐπί τινα χρόνον λειτουργοῦσαν τὴν Δικαιοσύνην ἀτελῶς, ὡς λειτουργεῖ σήμερον, μὲ τὴν ἐλπίδα τὴν βάσιμον ὅτι θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Δικαιοσύνη, αὐτοδιοικουμένη ὡς αὐτοδιῳκήθη κατὰ τὸ 1911 καὶ ἐντεῦθεν, θὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία ποῦ ἔγκειται τὸ κακὸν καὶ ἡ αἰτία τῆς κακῆς καταστάσεως αὐτῆς, καὶ διαθέτουσα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐχορήγησεν εἰς αὐτὴν δὲν θὰ διστάσῃ νὰ καταβάλῃ κάθε μέσον ἀναγκαῖον πρὸς θεραπείαν τῶν κακῶς ἐχόντων. Ἀλλὰ ἀντιτίθεμαι ὄχι μόνον πρὸς τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ σχέδιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον δέχεται τὴν παράστασιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Συμβουλίῳ, ἀλλ’ ἄνευ δικαιώματος ψήφου, τὸ ὁποῖον δέχεται μόνον τὸ ἀμετάθετον, ἀλλὰ περιορίζει αὐτὸ εἰς μίαν τριετίαν καὶ εἰς μίαν διετίαν διὰ τοὺς κατωτέρους δικαστικούς. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τεθῇ οὐδεὶς φραγμὸς συνταγματικός. Ἓν καὶ μόνον ἐπιβάλλεται, νὰ ἀφήσωμεν αὐτοτέλειαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἵνα εἶναι σεβαστὴ εἰς τὸ μέλλον ἡ Δικαιοσύνη ἀπὸ τὴν πολιτικὴν Ἐξουσίαν τῆς Χώρας, ἵνα αὐτό, χειριζόμενον τὴν μίαν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἀπονέμει εἰς τὸ Συμβούλιον, μεταθέτῃ ὅσους κρίνει ἀναγκαῖον δικαστάς. Ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου καὶ ἑτέρας παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Σῶμα. Δὲν θεωρῶ σκόπιμον τὴν συμμετοχὴν τῶν Ἐφετῶν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὄχι διότι οἱ Ἐφέται δὲν ἔχουσιν ἴσως ἀρκετὴν εὐθυκρισίαν καὶ ἀρκετὴν εὐσυνειδησίαν, ἵνα εἰς δεδομένας περιστάσεις κρίνωσι περὶ μεταθέσεως δικαστῶν, ἴσην τοὐλάχιστον πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἢ νομίζομεν ὅτι ἔχουσιν οἱ Ἀρεοπαγῖται, ἀλλὰ δι’ ἄλλον λόγον, διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἂν δεχθῶμεν συμμετοχὴν τῶν Ἐφετῶν εἰς τὸ Συμβούλιον, κατ’ ἀνάγκην τότε θὰ δεχθῶμεν ἑτέραν τινὰ διάκρισιν, ἀντικειμένην, κατὰ τὴν κρίσιν μου τὴν ἀτομικήν, εἰς θεμελιώδεις ἀρχὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης, θὰ δεχθῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ὅτι «ἡ προαγωγὴ εἰς τὴν θέσιν Προέδρου κλπ.». Τοῦτο πράγματι θὰ ἀπέβαινεν εἰς πλήρη ἀνατροπὴν νομοθετουμένων τῶν περὶ αὐτοδιοικήσεως ἀντιλήψεων τοῦ Κράτους τοῦ 1911, ἀλλὰ καὶ ἡμῶν αὐτῶν, διότι, ἂν μὲν ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τὴν ἀπόφασιν περὶ προβιβασμοῦ εἰς θέσιν Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ Ἀρείου Πάγου καὶ Ἀντεισαγγελέως Ἀρείου Πάγου καὶ Ἀντιπροέδρου Ἀρείου Πάγου, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ δημιουργήσωμεν Δικαιοσύνην, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ κορυφὴ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίκαιον εἶναι νὰ ἐξαιρεθῇ, ὡς μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, βεβαίως εἶναι ἡ προαγωγὴ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν ἐξαίρεσιν ἀνεγνώρισε καὶ ἐδέχθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ δεχθῶμεν, ἀλλὰ πέρα τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ οἰκειοποιηθῶμεν, νὰ σφετερισθῶμεν δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Δικαιοσύνη αὐτοδιοικεῖται. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν ἀναποδράστως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶμεν καὶ τὰς διατάξεις περὶ τοῦ ψηφίσματος, διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς συμμετοχῆς τῶν Ἐφετῶν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ συνελόντι εἰπεῖν ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι τὰ τοῦ Συμβουλίου πρέπει νὰ παραμείνωσιν ὡς ἔχουσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ μέχρι τοῦδε διέποντος ἡμᾶς. Ταῦτα διὰ βραχέων εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἄλλοι σοφώτεροι καὶ ἐμπειρότεροι ἔχουσι νὰ ἀναπτύξωσι τὰ τοῦ θέματος τούτου πληρέστερον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰακωβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§174Β. ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ διττῆς ἀπόψεως εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, ὅπως πραγματευθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Τὸ μὲν ἀπὸ ἐπικουρικῆς καὶ δευτερευούσης βάσεως, τὸ δὲ ἀπὸ τῆς κυρίας αὐτοῦ βάσεως. Ἐπειδὴ δὲ παρ’ ἁπάντων τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐξηντλήθη ἐν λεπτομερείαις ἡ ἐπικουρικὴ βάσις καὶ ἵνα μὴ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Συνέλευσιν διὰ ταυτολογιῶν ἐπαναλαμβάνων ὅσα καὶ οἱ προλαλήσαντες, θὰ στρέψω τὸν λόγον μου ἐπὶ τῆς κυρίας, τῆς ριζικῆς, ριζοσπαστικῆς βάσεώς μου. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, διὰ τῶν ὑπὸ ψήφισιν δικαστικῶν νομοσχεδίων καὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ μετατροπῆς τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος φρονεῖ ὅτι διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων θὰ ἀναστηλώσῃ τὸ ἐκπεσὸν γόητρον τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τοὺς κόλπους τῆς ὁποίας αἱ τελευταῖαι ἐθνικαὶ περιπέτειαι ἐνέτειναν τὴν ὀξύτητα τῶν πολιτικῶν ἀντιθέσεων, ἧς ἕνεκα ἡ Δικαιοσύνη ἀπώλεσε τὸ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ἀπαιτούμενον κῦρος αὐτῆς. Ἐλέχθη, κύριοι, πληρεξούσιοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι τὴν αὔξησιν τῶν δικαστικῶν ἀποδοχῶν δὲν εὑρίσκει συντελεστικὴν τῆς ἐξυψώσεως τοῦ δικαστικοῦ γοήτρου καὶ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λαμβανόμενα μέτρα, ἥτις δι’ ἡμιμέτρων ἀντεμετώπισεν ἅπαντα τὰ μέχρι σήμερον κοινωνικὰ προβλήματα, ἀνίσχυρος καὶ ἀνίκανος νὰ ἐξυψωθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ νὰ καταλίπῃ ἴχνη διαβάσεως τῆς πρώτης Δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δικαστῶν συνδυάσωμεν διὰ ριζοσπαστικῆς ἐκκαθαρίσεως, ἐκκαθαρίσεως περιωπῆς, ἐκκαθαρίσεως δικαίας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως διακρίσεως πολιτικῶν φρονημάτων, ἐν τοιαύτῃ καὶ μόνον περιπτώσει θέλομεν ἐπιτύχει τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, ἄλλως δέ, ψηφίζοντες, ὡς εἰσάγονται, τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελοῦμεν εἰμὴ εἰς τὴν ἐντὸς διετίας ἢ τριετίας διαρροὴν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος καὶ τὴν τελείαν διάλυσιν αὐτοῦ· διότι διὰ τῆς προτεινομένης αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν ἀποδοχῶν, ἐπιτυγχάνοντες ἀπόληψιν συντάξεως μεγαλυτέραν οἱ ἐκ τούτων ἱκανοὶ θέλουσι τραπῆ εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, αἱ ἐκ τοῦ ὁποίου πρόσοδοι, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν σύνταξίν των, θὰ εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπέρτεραι, ὡς πολλοὶ μέχρι τοῦδε ἔπραξαν. Ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τῶν Πρωτοδικῶν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὡς καὶ τὸ τρίτον τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ Εἰρηνοδίκας καὶ δικηγόρους, εἰσαχθέντας καθ’ ὃν πάντες γνωρίζομεν τρόπον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι καὶ μεταξὺ τῶν δικαστῶν τούτων δὲν ὑπάρχουν οἱ ἱκανοὶ καὶ οἱ ἐπαξίως κατέχοντες τὴν θέσιν, οὐδεὶς ὅμως ἐξ ὑμῶν θὰ ἀρνηθῇ ὅτι πλεῖστοι τούτων δὲν ἵστανται εἰς τὸ ὕψος αὐτῶν, τόσον ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως καταρτίσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι πληρεξούσιοι, τί γενήσεται μετὰ πάροδον 5, 10, 15 ἐτῶν, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ ἀποχωρήσωσιν οἱ ὑπάρχοντες Ἐφέται καὶ Ἀρεοπαγῖται; Δὲν θὰ ὑπεισέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν οἱ ἤδη Πρωτοδίκαι Εἰρηνοδίκαι, καὶ τίνα ἀξίαν λοιπὸν θὰ ἔχῃ ἡ βυζαντινολογία ἡμῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς καταρτίσεως τοῦ Συμβουλίου, ὡς καὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ, ἐφόσον τοῦτο θέλει ἀποτελεῖσθαι ἐκ δικαστῶν οἷοι οἱ σήμερον Πρωτοδίκαι; ὁπότε καὶ αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει εἶσθαι ἓν πολυμελὲς Εἰρηνοδικεῖον; Καὶ φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι διὰ τοιούτων δικαστηρίων θὰ ἀναστηλώσῃ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ ἐπιτύχῃ οὕτω τὴν παγίωσιν τῆς κυμαινομένης νομολογίας; Ἐκκαθάρισιν λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, κύριοι πληρεξούσιοι, καὶ ἐκκαθάρισιν συνδυαζομένην μὲ ἀναστολὴν τῶν διατάξεων τῆς Πολ. καὶ Ποιν. Δικονομίας καὶ ἄρσιν παντὸς δικονομικοῦ περιορισμοῦ καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν μὲν Πρωτοδικείων εἰς μονομελῆ, τῶν Ἐφετείων εἰς τριμελῆ, τοῦ δὲ Ἀρείου Πάγου εἰς πενταμελές, ἵνα οὕτω τὸ ἀπομένον ἄριστον δικαστικὸν προσωπικόν, τελείως ἀπροσωπόληπτον, ἀμέτοχον ταπεινῶν μικροπολιτικῶν διαμαχῶν, αὐτοαναστηλώσῃ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑποκαταστήσῃ ἐν μέτρῳ τὸν ἱστορικὸν πραίτωρα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως τούτῳ καὶ ἵνα μὴ χρονίσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ τῶν πρώτων αὐτῆς μελημάτων πρέπει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν νεκρὸν πλέον θεσμὸν τῶν παρέδρων, προκειμένου δι’ αὐτῶν νὰ ὑποκαταστήσῃ τὸ διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου ἀποχωροῦν δικαστικὸν προσωπικόν. Μὴ σᾶς ξενίζει, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ μονομελὲς τῶν Πρωτοδικείων· οἱ ἐξ ὑμῶν δικηγόροι γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι τῶν μὲν πολιτικῶν ὑποθέσεων ὁ κυρίως ἐκδίδων τὴν ἀπόφασιν εἶναι ὁ εἰσηγητής, ἐν δὲ ταῖς ποινικαῖς ὁ Πρόεδρος ἢ προεδρεύων τοῦ ἑκάστοτε Πλημμελειοδικείου. Καὶ ἐνῷ ἐν προκειμένῳ ἔχετε ὡς ἐγγύησιν τὴν ἀρίστην κατάρτισιν τοῦ μονομελοῦς δικαστηρίου, δὲν δύνασθε ὅμως νὰ εἴπητε τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸ κρατοῦν σύστημα τῶν τριμελῶν δικαστηρίων. Οὕτω λοιπὸν καταρτιζομένων τῶν δικαστηρίων, εἶναι ἐπάναγκες, καὶ δὴ ὡς στοιχεῖον ἐπιτυχίας τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἡ γενναία αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν τῶν δικαστῶν, ἵνα καταστήσωμεν τούτους τελείως οἰκονομικῶς ἀνεξαρτήτους, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν αὐτοῖς πραγματικὴν εὐζωίαν, ἵνα ἀπρόσκοπτοι χωρήσωσι πρὸς τὸ ἔργον αὐτῶν· δὲν θὰ ἐδίσταζον δὲ παντάπασι, κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν διὰ μὲν τοὺς Πρωτοδίκας ἐκανονίζετο μηνιαῖος μισθὸς δραχ. 6.000, διὰ τοὺς Ἐφέτας 8.000 καὶ διὰ τοὺς Ἀρεοπαγίτας δραχ. 10.000, οὐδεμίαν δὲ ἀπολύτως ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως θὰ ἔχωμεν, τοὐναντίον μάλιστα ἐλάττωσιν δαπανῶν, ὡς ἐκ τῆς ἐν εὐρυτάτῳ κύκλῳ ἐκκαθαρίσεως τῶν δικαστῶν. Ὑπὸ τοιούτους λοιπὸν ὅρους ρυθμίζοντες τὰ τῆς Δικαιοσύνης, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θέλομεν ἀποκτήσει Δικαιοσύνην καὶ Δικαιοσύνην ἣν πράγματι ἐπίζηλον εἴχομεν πρὸ τοῦ 1912, οὕτω πως δὲ μόνον θέλει ἀναστηλωθῆ καὶ τὸ γόητρον αὐτῆς τὸ ἐκπεσὸν παρὰ τῇ κοινῇ συνειδήσει, ἄλλως οἱαδήποτε λύσις, ὡς καὶ ἡ ἐπιζητουμένη διὰ τῶν ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίων, δὲν θέλει συντελέσει εἰμὴ εἰς τὴν ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου διαρροὴν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος.
§175Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος διὰ νὰ ψηφίσωμεν μερικὰ νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§176Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν.
§177Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μουσουλμανικῶν κτημάτων ὑπάρχει κάποιο λάθος, διότι, ἐνῷ ἔγινε δεκτὴ ἡ ἰδική μου τροπολογία, δὲν ἀναγράφεται αὕτη.
§178Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλδῆ ἔγινε δεκτή.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ὑπάρχῃ λάθος, θὰ διορθωθῇ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ὀκτωβρίου 1923 Ν. Δ. ἀφορῶντος τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις Πολιτικοῦ Νοσοκομείου ἡ «Ἐλπὶς» κειμένων διατάξεων, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τοῦ ἀπὸ 23 Ὀκτωβρίου 1923 ὁμοίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§180Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀγροδικαστῶν, ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 49.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς τροπολογίας τῆς Ἐπιτροπῆς τὰς λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν;
§182Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν τὰς εἶδον καθόλου. Δὲν τὰς ἠξεύρω.
§183Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς βʹ συζήτησιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθοῦν καὶ νὰ πᾶμε εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ προχωρήσωμεν.
§184Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶναι μερικὰ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, κ. συνάδελφε, ἐντελῶς τυπικά.
§185Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅσα εἶναι τυπικά, ἂς ψηφισθοῦν.
§186Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 51 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§187Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι· αὐτὸ εἶναι ὀργάνωσις οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας.
§188Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων ἐνισχύσεως τοῦ εἰς τὸν ἀγροτικὸν ἐποικισμὸν ἀσχολουμένου προσωπικοῦ δικαστῶν καὶ γεωπόνων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Γαλλίας ἐν Παρισίοις ὑπογραφείσης τῇ 21 Φεβρουαρίου 1924 προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως ἑνωτικῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μεταξὺ τῶν ἐν Πύργῳ Σταθμῶν ΣΠΑΠ καὶ ΣΠΚ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ τῆς τροφῆς τῶν καταδίκων, ὑποδίκων καὶ τῶν διὰ φυλακίσεως τιμωρουμένων ἀνδρῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν τριῶν νέων ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συμφώνου τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ σχεδίων τῶν πόλεων κλπ. σχετικῶν νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δαπανῶν ἀνελκύσεως τοῦ ρυμουλκοῦ «Ἀλέξανδρος Ζ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ Μικτὸν Διαιτητικὸν Δικαστήριον διατάξεων τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν διὰ τῶν νόμων 2000 καὶ 2039 χορηγηθεισῶν πιστώσεων δι’ οἰκοδομικὰ ἔργα κλπ. τοῦ Ἐθνικοῦ Μετσοβίου Πολυτεχνείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀκυρώσεως ἀποφάσεων καθορισμοῦ ἡλικίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ἐκ μέρους τῶν πληρεξουσίων κ.κ. Κ. Τσιμινάκη, Γ. Μπούμπουλη, Σ. Ἀντωνιάδη, Ι. Πασαλίδη, Ι. Κανναβοῦ, Λ. Ἰασονίδη, Δ. Εὐθυμιάδη, Γ. Βοραζάνη καὶ Γ. Χατζηκυριακοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ πρόταξις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1308 περὶ χρηματιστηρίων», ἀναγεγραμμένης ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 286.
§191ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι· νὰ προχωρήσωμεν κατὰ σειράν.
§192Κ. ΤΣΙΜΙΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιμινάκης.
§194Κ. ΤΣΙΜΙΝΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι πολὺ διότι ἀναγκάζομαι νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα ἀκριβῶς διὰ νὰ προστατεύσω ἓν καὶ μόνον ἄτομον καὶ δὴ τὸν ἀδελφόν μου. Ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ τις τὸ δίκαιον, δὲν φοβεῖται κανένα. Ὁ ἀδελφός μου διετέλεσε χρηματιστὴς καὶ παρῃτήθη τοῦ Χρηματιστηρίου πρὸ 10 ἐτῶν ἐκπληρώσας ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἡ Ἐπανάστασις ἐπανέφερε διὰ Διατάγματος ὅλους τοὺς διατελέσαντας χρηματιστάς, τάξασα πρὸς τοῦτο προθεσμίαν. Τότε ὁ ἀδελφός μου ἀπουσίαζε καὶ ἡ ταχθεῖσα προθεσμία παρῆλθε χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτῆς. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν τίποτε ἄλλο διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, εἰμὴ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἄνθρωπος εἰς τὴν θέσιν του, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρωσεν ὅσον οὐδεὶς ἄλλος τὰς ὑποχρεώσεις του.
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1308 περὶ Χρηματιστηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§197ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 181 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1923 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς ὑπαγωγῆς ἀδικημάτων τινῶν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Στρατιωτικῶν Δικαστηρίων».
§199Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀποσύρεται, κ. Πρόεδρε.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Ν. Δ. τῆς 23 Ἀπριλίου 1924 περὶ ἀμνηστίας, ἀναστολῆς ποινῶν, παραγραφῆς ἀδικημάτων κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐπὶ τῆς πυρκαϊᾶς καταστραφέντων ἀρχείων τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς Εἰσαγγελίας Τρικκάλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κληροδοτήματος Ἀνδρέου Συγγροῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν νομῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. περὶ διοικήσεως τῶν νομῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων νομοθεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσαρμογῆς καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐπιδόματα τῶν λειτουργῶν τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως πρὸς τοὺς λοιποὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως καὶ προαγωγῆς οἰκονομικῶν ἐφοριῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς πολεμικῶν συντάξεων εἰς ὁπλίτας καὶ τὰς ἀπορφανισθείσας οἰκογενείας αὐτῶν, ὡς καὶ εἰς μὴ ἐστρατευμένους πολίτας παθόντας ἐν τῇ ζώνῃ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1923 περὶ ἀναγκαστικῶν συνεταιρισμῶν διαχειρίσεως ἀκινήτου συνιδιοκτησίας καὶ κοινῆς χορτονομῆς Ν. Διατάγματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§201Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, νὰ γίνηται ἡ συζήτησις κατὰ τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ παρεμβάλωμεν δυσχερείας εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν.
§202Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν κάμνομεν καθόλου προτιμήσεις.
§203Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔγινε τώρα.
§204Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔγινεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§205Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς δέχεσθε τὰς προτιμήσεις.
§206Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πῶς;
§207Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι σεῖς ἡγεῖσθε τῆς πλειοψηφίας. Ἐὰν δέχεσθε τὴν προτίμησιν, γίνεται· ἄλλως ἀπορρίπτεται.
§208Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἐρωτῶ, κ. συνάδελφε, ἂν ὑπάρχει ἀντίρρησις διὰ τὴν προτίμησιν.
§209Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς κανονίζετε τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἂς ἀκολουθῶμεν τὴν σειρὰν αὐτήν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 38 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι πρότασις ψηφίσματος. Ἀναβάλλεται. Ἐπίσης ἀναβάλλονται τὰ ὑπ’ ἀριθ. 40 καὶ 41.
§211Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτόν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία παραλλάσσει. Ὑπάρχει καὶ μία τροπολογία.
§213Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἀναβάλλεται.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§215Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἀναβάλλεται.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί ἀναβάλλεται;
§217Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Διότι θέλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἐμελετήσατε ἀπὸ προχθές;
§219Σ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐγὼ τὸ ἐμελέτησα, ἀλλ’ ἔχω ἀντιρρήσεις.
§220Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔχει γίνει συνεννόησις.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία συνεννόησις;
§222Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐφόσον ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, νὰ ἀναβάλλωνται.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 44 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§224Ν. ΞΗΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς, κ. Πρόεδρε. Μετατίθενται ἀξιωματικοὶ τοῦ Πυροβολικοῦ εἰς τὸ Μεταγωγικόν. Εἶναί τινες ἐξ αὐτῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀρχαιότεροι.
§225Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναβληθῇ αὐτό.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 45, 46 καὶ 47 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναβάλλονται.
§227Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν ἀπὸ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 48 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ κάτω, ἐφόσον ἐπικρατεῖ τοιαύτη ἀρχὴ καὶ ἀνεβλήθη νομοσχέδιον ὑψίστης σημασίας, τὸ 47, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἀντίρρησις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§228Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. συνάδελφον διὰ κάθε νομοσχέδιον.
§229Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουδούρη, ἐφόσον ἐθέσαμεν μίαν ἀρχήν, δὲν ἠμποροῦμε νὰ τὴν παραβῶμεν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα νομοσχέδια σοβαρώτατα, ὅπως ὁ Ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου Ἐννόμου Τάξεως, καὶ ὅμως ἀνεβλήθησαν.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 49 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῶν καὶ μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§231ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἀρκεῖ, κ. Πρόεδρε. Νὰ διακόψωμεν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς 6. (Ὥρᾳ 2.30′ μ.μ.).