1924.05.29
2,351 rows · 18,018 words · 88 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47Η
Τῆς 29 Μαΐου 1924
Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐννόμου Τάξεως). Κύριοι πληρεξούσιοι. Μετὰ τὸ πέρας τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἔλαβον χώραν θορυβώδη καὶ λυπηρὰ ἐπεισόδια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀκουσίως περιεπλάκην καὶ ἐγώ. Ἐνῷ δηλαδὴ εἶχε παρέλθη ἡ 10 μ. μ. καὶ φυσικὰ ἡ Συνέλευσις ἦτο κουρασμένη καὶ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ τὸ γνωστὸν νομοσχέδιον, ἕνεκεν τροπολογιῶν ὑποβληθεισῶν παρ’ εὐαρίθμων πληρεξουσίων, ἠγέρθη θόρυβος ἀμφισβητήσεως καὶ ἐν τῷ θορύβῳ ἐκείνῳ ἐνόμισα—φαίνεται δὲ ἀτυχῶς ὅτι καλῶς ἐνόμισα—διότι εἰς δύο ἐφημερίδας ἀνεγράφη, φράσιν ἐκτοξευθεῖσαν ἐναντίον μου «χαρτοπαίκτης ναὶ κακοποιός», ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας συναδέλφου κ. Σεχιώτη. Εἰς τὴν φράσιν αὐτὴν ἀπήντησα κἄπως ἐντόνως καὶ ὄχι ὑβριστικῶς διὰ τῶν φράσεων «ἀπεθρασύνθητε σεῖς οἱ παλαιοκομματικοί, σεῖς οἱ παλαιοκομματικοὶ ὑπεστηρίξατε τὰς Κωνσταντινικὰς φάλαγγας» καὶ ἐπέρριψα περίπου τὴν εὐθύνην τῆς αὐξήσεως τοῦ χαρτοπαιγνίου ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὸν κ. Σεχιώτην ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς Συνταγματικῆς παρατάξεως καὶ τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν ἀπάντησίν μου μετεχειρίσθην κἄπως ὕφος ἔντονον περισσότερον τοῦ δέοντος, τὸ ὁποῖον ἐδικαιολογεῖτο ἐκ τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐνόμιζα ὅτι ἀπηύθυνεν ὁ κ. Σεχιώτης. Δὲν ἐνόουν νὰ προσβάλω τὸν κ. Σεχιώτην, πολλῷ μᾶλλον ὡρισμένην ὁμάδα ἢ τὴν Συνέλευσιν, διότι ἡ ὅλη στάσις μου μέχρι τοῦδε, καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐπέμενον νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ ὑποβάλω, ἦσαν ἀπαύγασμα τῆς σκέψεώς μου, τοῦ νὰ τηρήσω εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σῶμα. Πρὸς τὸ Σῶμα τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος νομίζω ὅτι συνδέεται πρὸς αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ πολιτεύματος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ φράσεις ἐκεῖναι ἠλλοιώθησαν σκοπίμως ὑπὸ μερίδος τοῦ τύπου, καὶ ἐθεώρησα καλὸν νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐὰν αἱ φράσεις μου πρὸς τὸν κ. Σεχιώτην, χωρὶς νὰ εἶναι ὑβριστικαὶ εἶχον τόνον προσβλητικόν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ κ. Σεχιώτης ἀντιπροσωπεύει ἐλαχίστην μειονοψηφίαν, εἶμαι ἕτοιμος καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι νομίζω ὅτι καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς ἀνήκων καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ πράξω τοῦτο.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ ἐπεισοδίου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐννόμου Τάξεως, θεωρῶ τὸ ἐπεισόδιον λῆξαν. Τοῦτο λέγω μόνον, ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε ἀνεμίχθην εἰς ἐνεργείας τοῦ καθεστῶτος τοῦ Κωνσταντινισμοῦ τότε, ἢ χρησιμοποιήσας μετὰ τῶν ἄλλων χαρτοπαικτικὴν φάλαγγα ἢ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ πολιτική μου ἦτο ἐντελῶς ἀμέτοχος, ὅτι ἀπέσχον πάσης ἀδιαλλάκτου πολιτικῆς ἐνεργείας, ὑπῆρξα ὀπαδὸς τοῦ ἀοιδήμου Δημητρακοπούλου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ 1915 ἀπέσχε τῆς πολιτικῆς. Μὴ δεχθεὶς νὰ συμπράξω καὶ ἐγὼ μὲ ἄλλα κόμματα, κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ ἴδιον πρόγραμμα. Ἐπίσης κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς κατῆλθον ὑπὸ ἴδιον συνδυασμόν, μὴ δεχθεὶς νὰ συμπράξω μετὰ τῶν παλαιοκομματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τὸ παλαιὸν καθεστώς. (Χειροκροτήματα). Ὑπῆρξα συντηρητικώτατος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἰδέας μου καὶ ἀντιλήψεις περὶ τῆς Συνταγματικῆς Βασιλείας, καὶ μετὰ τὸ Δημοψήφισμα ἐξακολουθῶ νὰ πολιτεύωμαι ὑπὸ τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον θέλω νὰ μονιμοποιηθῇ, (Χειροκροτήματα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Οἱ κατάδικοι φυλακῶν Κερκύρας παρακαλοῦσιν ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναστολῆς τοῦ ἡμίσεως τῆς ποινῆς. Οἱ κάτοικοι Σταυρουπόλεως περιφερείας Δράμας παρακαλοῦσιν ὅπως οἱ πλεονάζοντες πρόσφυγες ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰ πέριξ χωρία. Οἱ ἀγροτικοὶ συνεταιρισμοὶ Ἄρτης διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἄδικον φυλάκισιν τοῦ Προέδρου τῆς Ἀγροτικῆς Ἑνώσεως Παναγιώτου Τούλη καὶ παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀποφυλάκισίς του. Ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ στρατοῦ ξηρᾶς, παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μὴ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μετατροπῆς τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ εἰς Τράπεζαν. Ὁ Συνταγματάρχης χωροφυλακῆς Ἐμ. Καισιγιαννάκης προτείνει τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ἐπὶ μαρμαρίνης ἀναμνηστικῆς στήλης ἀφιερώσεως τῆς Γʹ. Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἡ Ἀδελφότης Κολλινιατῶν παρακαλεῖ ὅπως ἀποπερατωθῇ ἡ ἡμιτελὴς δημοσία ὁδὸς Βλαχοκερασιᾶς–Κελλινῶν. Ὁ Χρῆστος Μπέλλος παρακαλεῖ ὅπως τοῦ ἀποδοθῇ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑπομισθωθὲν ἄνω πάτωμα τῆς οἰκίας Λεωνίδου Βογιατζίδου καὶ ἐπιταχθὲν διὰ τὴν Διεύθυνσιν Ἐπισιτισμοῦ. Ὁ Βασίλειος Ἄνθιμος τέως τελωνοφύλαξ Καλλιπόλεως αἰτεῖται τὸν ἐπαναδιορισμόν του. Ὁ Ἱερατικὸς Σύνδεσμος Χίου ὑποβάλλει θερμὴν παράκλησιν ὅπως ληφθῇ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ φροντίς. Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Κωνσταντῖνος Κουρτίδης, Δημήτριος Κύρου, Στέφανος Παπαναστασίου κ.λ.π. ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ καθιερώσεως τῆς Κυριακῆς ἀργίας ἐν Θεσσαλονίκῃ». Οἱ ὑπουργοὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλουν σχέδιον νόμου περὶ «ἀρδεύσεως κτηματικῶν περιφερειῶν κοινοτήτων Βασιλικοῦ, Μουλκίου καὶ Κιάτου (Σικιῶνος) τοῦ πρώην Δήμου Σικιῶνος. Ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια Νόμου: 1) Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 3 καὶ 19 τοῦ Νόμου 1831 «περὶ ὀργανώσεως τῆς Ραδιοτηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. 2) Περὶ ἐκπαιδεύσεως μονίμων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. 3) Περὶ διαβαθμίσεως τοῦ πολιτικοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁ Πληρεξούσιος κ. Μ. Βολουδάκης καταθέτει προσθήκην νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τελωνειακῶν καὶ οἰκονομικῶν νόμων. Ὁ Πληρεξούσιος κ. Ν. Ξηρὸς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς οἰκογενείας ἐξαφανισθέντων ἐν Μ. Ἀσίᾳ Πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ὡσαύτως ὁ αὐτὸς πληρεξούσιος ὑποβάλλει ἑτέραν τροπολογίαν «Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 88 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος. Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Δ. Κύρου, Κ. Κουρτίδης, Μ. Καταπότης, Π. Καλούδης, Μ. Βυζᾶς κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ καθιερώσεως τῆς Κυριακῆς ἀργίας ἐν Θεσσαλονίκῃ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Προηγεῖται συμφώνως πρὸς τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν ἡ ἐπερώτησις, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν προσάγει τὸ νομοθετικὸν διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως. Ὁ κ. Κούνδουρος ἔχει τὸν λόγον.
§8Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄν ὑπάρχῃ τί, κ. πληρεξούσιοι, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ δύναται ἐξαιρετικῶς νὰ καυχᾶται, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ δύναται ἐξαιρετικῶς νὰ ὑπερηφανεύεται ὁ στρατιωτικὸς καὶ πολιτικὸς κόσμος ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνησεν τὴν χώραν μετὰ τὸν Μικρασιατικὸν ὄλεθρον, τοῦτο εἶναι ἀναντιρρήτως ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ τόπου ἀπὸ τὸ ὀπισθοδρομικὸν καὶ διεφθαρμένον πολίτευμα, ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ τόπου ἀπὸ τῆς χρεωκοπημένης καὶ κακῆς βασιλείας. Ἄν ἀναδιφήσῃ τις τὸ πρωτόκολλον τῆς δημοσίας μας ζωῆς κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς, δὲν θὰ συναντήσῃ ἄλλην τινὰ πρᾶξιν ἡ ὁποία νὰ ἐξιλεώνῃ τὸ ἀτυχὲς παρελθόν, ἡ ὁποία νὰ ἀσφαλίζῃ τὸ ἀμφίβολον μέλλον, πλὴν τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ τόπου εἰς τὸ πατροπαράδοτον πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας. Χαλεποὶ καὶ τραχεῖς ἀγῶνες ἐναντίον φίλων καὶ ἐναντίον ἐχθρῶν ἐχρειάσθησαν διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν διὰ νὰ φθάσωμεν πολιτειακῶς ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν σήμερον. Οἱ κατέχοντες σήμερον τὴν ἀρχὴν προηγήθησαν καὶ πρωτηγωνίστησαν εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν καὶ συνεδέθησαν μετ’ αὐτοῦ μὲ τὸν δεσμὸν τὸν ἱερὸν καὶ φυσικὸν ὁ ὁποῖος συνδέει τοὺς δημιουργοὺς μὲ τὸ δημιούργημα. Ἐπιβεβλημένον ἑπομένως ἦτο εἰς αὐτούς, ἀποτελοῦντας τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ λάβωσιν ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπροστάτευον τὸν δημοκρατικὸν νεογνόν. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν δὲν ἐλάμβανεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξησφάλιζον τὸ ἄριστον προϊὸν τόσων μεγάλων ἀγώνων. Ἡμεῖς οἱ συμμαχηταὶ καὶ φίλοι της θὰ τὴν ἐκακίζαμεν καὶ θὰ τῆς ἐλέγαμεν: «Ἐπολιτεύθης τόσον ἀστόργως καὶ ἀφῆκες τὸ δημιούργημά σου ἔκθετον, ὥσπερ νόθον, καθ’ ὃν τρόπον μόνον τὰ νόθα ἐκτίθενται. Ἐπολιτεύθης ἐπιπολαίως ἀφίσασα ἀσπαργάνωτον καὶ ἀπροστάτευτον τὸ δημιούργημα τοῦ λαοῦ καὶ τὸ τῶν ἰδικῶν σου χειρῶν, μολονότι ἓν πρόσφατον παρελθὸν σὲ διδάσκει ὅτι τὸ νὰ δημιουργῇ τις ἐν Ἑλλάδι εἶναι εὐχερές, ἀλλὰ τὸ νὰ διατηρῇ τὸ δημιουργηθὲν εἶναι δύσκολον. Ἐδημιούργησεν καὶ ἄλλος τις μέγας ἀληθῶς καὶ ἀμίμητος, ἐδημιούργησε κἄτι μέγα, μέγιστον διὰ τὴν Ἑλλάδα, προσεκόμισεν διὰ τῆς πολιτικῆς του ἀποκτήματα καὶ κέρδη, ὅμοια τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐγγυηθῇ, —πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον—κανεὶς ἄλλος πολιτικός, ἀλλὰ μετὰ πάροδον μικροῦ χρόνου ἀναζητοῦμεν τὰ ἀποκτήματα καὶ δὲν εὑρίσκομεν εἰς τὴν θέσιν των παρὰ καπνοὺς καὶ ἐρείπια. Τὰ ἀποκτηθέντα δὲν διησφαλίσθησαν ἐπαρκῶς». Τοιοῦτον τινὰ ἔλεγχον σοβαρόν, σοβαρώτατον, ἐνισχυόμενον ἀπὸ τὰ σκληρὰ, ἀλλὰ καὶ εὔγλωττα δεδομένα τοῦ παρελθόντος, θὰ ἠσκοῦμεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς οἱ φίλοι της ἂν ἄφινεν ἀπροστάτευτον τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ δὲν ἐθέσπιζεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὰ κατοχυροῦντα αὐτὸ νομοθετικὰ μέτρα. Καὶ ὅμως ἄλλοι ἔκριναν καὶ κατέκριναν τὴν Κυβέρνησιν ἀκριβῶς διότι ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ πράξῃ, ἀκριβῶς διότι ἔλαβεν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ νεοπαγοῦς πολιτεύματος. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν αἱ λεπτομέρειαι καὶ κρίσεις καὶ κατακρίσεις τοῦ νομοθετήματος, διότι ἴσως ἔχει ὑπερβολὰς καὶ ἐλλείψεις ὡς κάθε νομοθέτημα νέον. Μὲ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία, μὲ ἐνδιαφέρει ἡ βάσις. Διπλῆ ἐπίθεσις ἀσκεῖται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἐπίθεσις μὲ ἀντικυβερνητικὸν πνεῦμα καὶ ἐπίθεσις μὲ ἀντικαθεστωτικὸν πνεῦμα· οἱ μὲν θέλουν νὰ κατακρίνουν ἁπλῶς, οἱ δὲ θέλουν νὰ ἄρουν ἐκ τοῦ μέσου ἕνα ἐμπόδιον τῶν ἀνατρεπτικῶν τῆς Δημοκρατίας σκοπῶν των. Εἰς τοὺς πρώτους δὲν ἔχω νὰ εἴπω, παρὰ μόνον ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἦσαν τόσον ἀκράτητοι εἰς τὸν ἀντικυβερνητικόν των ἀγῶνα, ὥστε νὰ ἐμφανίζωνται ἀθελήτως ἔστω συνεπίκουροι τῶν ἐπιβουλευομένων τὴν νέαν πολιτειακήν μας κατάστασιν. Θὰ ἤθελον εἰδικῶς νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστὸν πολιτευτὴν κ. Καφαντάρην ὅτι δὲν δὲν εἶναι εὔστοχος ὁ παραλληλισμὸς τῆς παρ’ ἡμῖν καταστάσεως μὲ τὴν ἐν Γερμανίᾳ, διότι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ἕν στοιχεῖον τὸ ὁποῖον ἔλειπεν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, τὸ στοιχεῖον τῆς ὠργανωμένης καὶ λυσσώδους ἀντιδράσεως, καὶ ὑπάρχει ἐν Γερμανίᾳ ἓν στοιχεῖον τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρχῃ παρ’ ἡμῖν, τὸ ἀλληλοδιάδοχον τῶν Κυβερνήσεων. Ἐπίσης θὰ εἶχον νὰ διατυπώσω πρὸς τὸν κ. Καφαντάρην τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς κατὰ τὸν ὁποῖον ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ εἰδικῶς ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, καθ’ ὃν τρόπον ἐζήτησεν ἐξουσιοδότησιν διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν κήρυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου. Διότι διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ νόμου, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ἐξουσιοδότησις ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, ἐνῷ διὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, ἤρκει ἡ γενικωτέρα τοιαύτη· μήτε θὰ ἐλογιεύετο ἡ Κυβέρνησις ἂν πρὶν ἴδῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δημοψηφίσματος, πρὶν ἴδῃ ἂν θὰ ἐκηρύσσετο ἢ ὄχι ἡ Δημοκρατία, ὑπέβαλεν αἴτησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐζήτει νὰ τῆς ἐπιτρέψῃ νὰ κατοχυρώσῃ τὴν Δημοκρατίαν. Ἡ ἀβεβαιότης τῆς ἐκβάσεως τοῦ δημοψηφίσματος καὶ συνεπείᾳ ταύτης ἡ στοιχειώδης λογική, δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸ τοῦ δημοψηφίσματος νὰ ζητήσῃ ἐξουσιοδότησιν νὰ κατοχυρώσῃ πολίτευμα μήπω ἀποφασισθέν, μήπω ἐγκριθὲν ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν αἱ κρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καθαρῶς ἀντικυβερνητικὸν χαρακτῆρα αἱ ἔχουσαι μοναδικὸν σκοπὸν τὴν ἄσκησιν ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε πρὸς ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε πρὸς μείωσιν τῆς εὐσταθείας αὐτῆς. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ κρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τούτου, εἰδ’ ἄλλως θὰ ἐλέγομεν καὶ ἡμεῖς ὅσα ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν. Σήμερον πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἓν γεγονὸς οὐσιαστικὸν, τὸ γεγονὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη σύμφωνα μὲ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ καθήκοντός της, σύμφωνα μὲ τὰς θελήσεις τῆς Συνελεύσεως, κινήσασα πρὸς τὰ θεμέλια ἑνὸς νεοπαγοῦς καθεστῶτος τὸν ὀγκόλιθον τὸν ὁποῖον ἐκίνησεν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος. Καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸν σκοπὸν τῶν ἀντιλεγόντων κατὰ τοῦ νομοθετήματος ἐξ ἀντικαθεστωτικοῦ πνεύματος. Ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα Συνάδελφος ἀγαπητὸς μὲν ἀντίθετος δέ, ὁ ἐκ Κερκύρας κ. Ζαβιτσιάνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, διαμαρτυρόμενος ἐναντίον μιᾶς φράσεως τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύει παρὰ μόνον τὸν ἑαυτόν του ὡς ἄτομον καὶ οὐδένα ἄλλον ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς διότι ἐν τῇ συνειδήσει ὅλων ἡμῶν τῶν εἰς Ἰερουσαλὴμ παροικούντων, ὁ ἀνελθὼν τὸ βῆμα διατηρεῖ σιωπηρῶς τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἀντιθέτου πολιτικοῦ κόσμου ὅστις καίτοι συντετριμμένος ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ δημοψηφίσματος, σοβεῖ καὶ μηνύει ἐν τούτοις ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ διοίκησις τῶν κομματικῶν ὑποθέσεων τῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου κομμάτων εὑρίσκεται οὐσιαστικῶς εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἑνός, ἢ τῶν δύο, ἢ τῶν τριῶν ἔστω ἀντιπροσώπων τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ὑπὸ τὴν νομικὴν μορφὴν ὁμαλῆς ἢ ἀνωμάλου παρακαταθήκης, καὶ ὡς τοιούτους ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς τοὐλάχιστον τοὺς συναδέλφους αὐτοὺς ἐν οἷς καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας ἀγορητὴς καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἑρμηνεύομεν τοὺς λόγους των καὶ τὰς πράξεις των. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρών, λόγῳ ἀσθενείας, ὡς ἐδήλωσεν ὁ Συνάδελφος οὗτος, διότι τότε ἀσφαλῶς ἐκ διαλογικῆς συζητήσεως θὰ διεπιστοῦτο ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀκρίβεια τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ γνῶμαι ἃς ἐξέφρασεν δὲν εἶναι ἀτομικαί του ἀλλ’ εἶναι γνῶμαι τοῦ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως πολιτικοῦ κόσμου, ὃν νομίμως καὶ δικαιωματικῶς ἐν προκειμένῳ ἀντιπροσωπεύουσιν. Μᾶς εἶπεν ἐν ἀρχῇ ὅτι εἶναι ἀνάγκη Ἐθνική, Κρατικὴ καὶ κοινωνικὴ νὰ παύσουν οἱ καθεστωτικοὶ ἀγῶνες, διὰ νὰ καταλήξῃ μετ’ ὀλίγον εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀνακήρυξις τῆς Δημοκρατίας ὑπῆρξεν σφάλμα. Ἀλλὰ πῶς συμβιβάζεται ἡ ἀντίληψις τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ τερματισμοῦ τοῦ καθεστωτικοῦ ἀγῶνος μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ κήρυξις τῆς Δημοκρατίας ἀποτελεῖ σφάλμα; Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι σφάλμα ἡ κήρυξις τῆς Δημοκρατίας δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ τοῦτο παραδεχόμενοι, ἐὰν εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι νὰ ἐργασθοῦν πρὸς διόρθωσιν τοῦ σφάλματος; Βεβαίως ναί. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐργασθοῦν πρὸς διόρθωσιν τοῦ τοιούτου δῆθεν σφάλματος συνεχίζουν ἢ δὲν συνεχίζουν οὕτω τὸν καθεστωτικὸν ἀγῶνα, ὃν θεωροῦν ἐπιβλαβῆ ἐθνικῶς, κρατικῶς καὶ κοινωνικῶς; Βεβαίως ναί; Πολὺ ἀφελεῖς μᾶς ἐξέλαβεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ πολὺ ἁπλοϊκὸν ρόλον ἀνέλαβεν νὰ παίξῃ πρὸ τῆς τῆς Συνελεύσεως καίτοι ἀρκετὰ νοήμων καὶ ἀρκετὰ γνώριμος τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βήματος. Ἡμεῖς ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐξάγομεν ἄνευ ἀμφιβολιῶν μετὰ πλήρους πίστεως ὅτι εἰς τὰ στήθη τῶν ἀντιπάλων παραμένει πάντοτε ζωντανὸς ὁ σκοπὸς τῆς ἀνατροπῆς τῆς Δημοκρατίας, ἀδιάφορον ὅτι ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ἐμφανίζεται οὗτος ἐν καταστάσει ληθάργου καὶ ἡμιεγρηγόρσεως ἢ ἐγρηγόρσεως. Ὁ σκοπὸς οὗτος καταφανὴς καὶ ἐξ ἄλλων περιστατικῶν, ἐνεφανίσθη σήμερον καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ Κερκύρας, πλέον ἢ ἐκδήλως. Ναί, κύριοι συνάδελφοι, τοιούτους ἔχουν σκοποὺς οἱ ἀντίθετοι καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καταφέρονται κατὰ τοῦ κατοχυρωτικοῦ νομοθετήματος, θέλοντες τὴν Δημοκρατίαν ἀπερίφρακτον μάνδραν εἰς ἣν θὰ δύνανται ἐλευθέρως νὰ εἰσπηδοῦν καὶ εὐχερῶς νὰ δροῦν. Ἡ τοιαύτη πρόθεσις κατεδείχθη οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ συμπεράσματος περὶ τοῦ ὅτι ἡ κήρυξις τῆς Δημοκρατίας ἀποτελεῖ σφάλμα ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων λεπτομερειῶν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ζαβιτσιάνου. Ἐνθυμεῖσθε τί εἶπεν περὶ τῶν ἀδελφῶν μας προσφύγων—ἀλλ’ ἂς ἀπαντήσωσιν οἱ ἐκ προσφύγων συνάδελφοι.—Ἐνθυμεῖσθε ἀκόμη τὸ παράπονον τὸ ὁποῖον διετύπωσεν, διότι δὲν ἐπιτρέπει τὸ κατοχυρωτικὸν νομοθέτημα εἰς τοὺς ἐκ τῶν ἑπτὰ ἀδόξων τάφων ἐμπνεομένους πολίτας νὰ συνεχίζουν τῆς πολιτικῆς τυμβωρυχίας τὸ ἔργον, νὰ ἐξάγουν ὀστᾶ νεκρῶν διὰ νὰ συνταράσσουν ψυχὰς ζώντων, μολονότι δὲν ἀπητεῖτο πολὺς νοῦς διὰ νὰ σκεφθοῦν ὅτι ἡ ἀναμόχλευσις τοῦ παρελθόντος πρωτίστως εἰς τὰς τάξεις των εἶναι ἀσύμφορος, καὶ ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς γαληνεύσεως εἶναι πλέον ἀνάγκη οὐχὶ τῶν κομμάτων, ἀλλὰ τοῦ Ἔθνους. Ἀντιφιλελεύθερον ἀπεκλήθη τὸ νομοθέτημα, διότι θέτει φραγμοὺς λογικοὺς καὶ ἐμπόδια σκόπιμα. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἀντιλαμβανόμεθα τὸν φιλελευθερισμὸν ὡς ἀποχαλίνωσιν, ὡς κατάργησιν τῶν ὑποχρεώσεων παρὰ τοῖς φίλοις καὶ κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων παρὰ τοῖς ἐχθροῖς. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ φιλελευθερισμοὶ εἶναι μόνον πολιτικὸν προνόμιον ἐκείνων καὶ ὄχι ἡμῶν. Εἶναι κατ’ ἐκείνους ἀντιφιλελεύθερον τὸ νομοθέτημα τὸ προστατεῦον τὴν Δημοκρατίαν καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ εἰσαγάγῃ ἀφοῦ δὲν εἰσάγει παρόμοιον νομοθέτημα ἐναντίον τῶν κομμουνιστῶν, σκοπὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο ἡ περιφρούρησις τῶν τσιφλικίων. Ἠρώτησα ἕνα παρακαθήμενον συνάδελφον «εἶναι τσιφλικιοῦχος ὁ κύριος;» καὶ μοῦ ἀπήντησεν ναί. Καθεὶς δύναται εὐκόλως νὰ κρίνῃ ποῖον ἠθικὸν βάθος ἐναπομένει εἰς ἕνα τσιφλικιοῦχον πολιτευόμενον ὅταν συγκρίνει τὴν Δημοκρατίαν μὲ τὰ τσιφλίκια καὶ λέγει ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προστατευθῇ ἡ Δημοκρατία ἀφοῦ δὲν ἐπροστατεύθησαν τὰ τσιφλίκια. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἡ Δημοκρατία δὲν εἶναι τσιφλίκι κανενὸς ἀτόμου ἢ κόμματος τὴν θέλομεν προστατευμένην διὰ νόμων, τὴν θέλομεν κατοχυρωμένην ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς. Ἐκακίσθη ἀκόμη τὸ νομοθέτημα ὡς ἀντικείμενον πρὸς τὴν γεφυρωτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀληθές· διότι τὸ κατοχυρωτικὸν νομοθέτημα ἀποσκοπεῖ τὴν λήθην τοῦ παρελθόντος καὶ τὸν σεβασμὸν τοῦ πολιτεύματος, ἀποσκοπεῖ δηλονότι νὰ ἀποτρέψῃ τοὺς ὁπωσδήποτε δυσηρεστημένους κατὰ τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς νὰ συνεχίσουν τὴν παλαιὰν πολιτικὴν τῆς ἀντιδράσεως, δίδοντες ἀφορμὴν εἰς νέους διχασμοὺς, νέας τιμωρίας, νέα χάσματα, νέας ἐχθρότητας. Εἶναι γεφυρωτικώτατον τὸ νομοθέτημα μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ἄν ἦτο καιρὸς λεπτολογιῶν νὰ ἔχω τὰς ἀντιρρήσεις μου ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ταύτης. Εἶναι γεφυρωτικὸν διότι χαράσσει τὴν κοίτην τοῦ ποταμοῦ, τὴν κοίτην ἐντὸς τῆς ὁποίας δύνανται νὰ κινοῦνται τὰ πολιτικὰ ρεύματα, χωρὶς ἐξαπλούμενα νὰ καταπνίξουν τὰ πάντα καὶ ἄνευ τῆς κοίτης αὐτῆς ἀναποφεύκτως ὁ ποταμὸς θὰ ὑπερεξεχείλιζεν καὶ θὰ παρέσυρε καὶ τὴν γέφυραν καὶ τοὺς πέριξ τοῦ ποταμοῦ ἐνοικοῦντας. Ἀλλ’ ὅτι θὰ ἤθελον κύριοι, νὰ εἴπω καὶ θὰ ἤθελον νὰ τονίσω εἶναι ἡ ἀναδρομὴ τὴν ὁποίαν ἀπετόλμησεν πρὸς τὸ παρελθὸν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ὃν συγχαίρω εἰλικρινῶς διὰ τὴν τόλμην του ταύτην. Ὑπάρχουσιν ὡρισμένοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀνασκαλεύουν τὸ παρελθόν. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους μόνον ἡ λήθη τοῦ παρελθόντος συμφέρει. Ὁ κ. συνάδελφος καίτοι ἐξ αὐτῶν, ἠθέλησεν νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι μέτοχος τῶν εὐθυνῶν τοῦ παρελθόντος ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ὡς εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν ὑπῆρξεν καὶ ἐκεῖνος μεθ’ ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις ἐκ τῆς συντηρητικότητός του, εἷς συνεταῖρος—ἔστω καὶ ἑτερόρρυθμος τῆς καταστρεπτικῆς πολιτικῆς Ἑταιρίας. Εἶχεν καὶ ἐκεῖνος καταθέσει τὴν εἰσφοράν του, τὸ κεφάλαιόν του, καὶ δὲν εἶχεν συνεπῶς δικαίωμα ἀναδρομῆς εἰς τὸ παρελθὸν καὶ μάλιστα μὲ τὸ μεροληπτικὸν πνεῦμα, ὥστε νὰ τολμᾷ νὰ κακίζῃ τὸ ἀπὸ τοῦ 1916 μέχρι τοῦ 1920 παρελθὸν τὸ πλῆρες ἐθνικῶν ἐπιτυχιῶν καὶ νὰ λησμονῇ καὶ νὰ παρορᾷ τὸ ἔκτοτε, τὸ μετὰ τὸ 1920 παρελθόν, τὸ πλούσιον εἰς καταστρεπτικὰ γεγονότα καὶ πλῆρες ἀπὸ παντὸς εἴδους ἀθλιότητας. Ἐκ τοῦ παρελθόντος οὗτινος ἐμνηστεύθη ὁ κ. συνάδελφος, τὸν ἀπησχόλησεν ἰδιαιτέρως τὸ γεγονὸς τῶν γενομένων τότε ἀπελάσεων, τοῦ μέτρου τουτέστιν ὅπερ ἐλαμβάνετο προληπτικῶς μὲ διπλοῦν ἐνεργητικὸν σκοπόν, ἐλαμβάνετο διὰ νὰ ἀναστυλωθῇ ἡ τάξις ἧς εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ ἀγωνιζομένη Πατρὶς ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ προληφθῇ ἡ τῶν ἀπελαυνομένων ἀνάμιξις εἰς στασιαστικὰς καὶ συνομωτικὰς πράξεις, αἵτινες θὰ τοὺς ἐξέθετον εἰς σκληροτέρας ποινάς, ἐνῷ αἱ ἀπελάσεις προλαμβάνουσαι τὸ κακὸν δὲν ἦσαν σκληραὶ διὰ τοὺς ἀπολκυνομένους διότι τοὺς παρείχοντο τὰ μέσα ἀξιοπρεποῦς καὶ καλῆς ζωῆς. Ἂς μὴν ὑποθέσει κανεὶς ὅτι συνηγορῶ τοῦ μέτρου τῶν ἀπελάσεων πράττων τοῦτο πρὸς ἰδίαν ἄμυναν, ἀφοῦ θεωροῦμαι καὶ ἐγὼ εἷς τῶν μετεχόντων τῆς εὐθύνης τῶν μέτρων, ἅτινα κατὰ τῆς ἀντιδράσεως ἠναγκάσθη τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο νὰ λάβῃ, διότι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τῶν προληπτικῶν μέτρων· ἐθεώρουν νομιμώτερα καὶ σκοπιμώτερα τὰ κατασταλτικὰ μέτρα· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Παπαοικονόμου περὶ τοῦ ὅτι ἐνῷ ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀπελάσεων, ὡς Βασ. Ἐπίτροπος, διεφώνησα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ ἀπεσύρθην ἀντικατασταθεὶς ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ εἰς οὐδεμίαν συνεδρίασιν ἀπελάσεων ἔλαβον μέρος καὶ οὐδεμιᾶς ἀπελάσεως ἡ τυχὸν εὐθύνη δύναται νὰ μὲ βαρύνῃ. Ὑπεραμύνομαι τοῦ μέτρου ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἦτο μᾶλλον μέτρον ἐπιεικείας καὶ οὐχὶ αὐστηρότητος καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ κατακρίνεται παρ’ ἐκείνων ὑπὲρ ὧν ἐξησφάλιζεν τὴν ἐπιείκειαν καὶ τοὺς ὁποίους πολλάκις ἔσωσεν ἀπὸ αὐστηροτέρας ποινάς. Ἀμύνομαι ἀκόμη ὑπὲρ τοῦ μέτρου τούτου, διότι ἐν τῇ κατακρίσει του ὁ ἐκ Κερκύρας Συνάδελφος, ἤλεγξεν τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως κ. Ρακτιβάν, τοῦ ὁποίου ἡ μόρφωσις καὶ τὸ ἦθος μόνον ἀφορμὴν καυχήματος παντὸς Ἕλληνος δύναται νὰ δώσῃ. Ἀλλ’ ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθόν, ἐν συνδυασμῷ μάλιστα πρὸς τὴν κρίσιν ἑνὸς ἐκτάκτου νομοθετικοῦ μέτρου, ὡς τὸ κρινόμενον κατοχυρωτικὸν διάταγμα, δημιουργοῦσιν νομίζω μίαν εὐκαιρίαν ἐρεύνης τοῦ παρελθόντος καὶ ὑπὸ τῆς πλευρᾶς ταύτης ἀναφορικῶς πρὸς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλαμβάνοντο τότε, διότι πολλὰ κατὰ τῶν μέτρων ἐκείνων ἐλέχθησαν ἐκ μέρους ἐχθρῶν καὶ ἐκ μέρους φίλων, μολονότι δι’ αὐτῶν καὶ μόνον δι’ αὐτῶν ἐπῆλθεν τὸ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς τοῦ μεγάλου ἀνδρός, τὸ ἀνατραπὲν ἀκριβῶς ὅταν παρέλυσαν ἐπὶ Κωνσταντινικοῦ καθεστῶτος τὰ αὐστηρὰ μέτρα καὶ κατερρακώθη ὁ νόμος καὶ μετετράπη ὁ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ στρατὸς εἰς ὁμίλους παρανόμως ὀπλοφορούντων, ὡς εἶχε, εἴπει ὁ Στρατηγὸς Χατζηανέστης καὶ ἔφθασαν οἱ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ λιποτάκται εἰς 70 χιλιάδας ὡς ὡμολόγησεν ὁ τότε Ὑπουργὸς Στάης. Μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ ἡ ἰδέα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, ἵνα οἱονεὶ ἀπολογηθῶ ὡς πολλάκις κατηγορηθεὶς δι’ αὐστηρότητα πράξεων καὶ δριμύτητα γλώσσης. Δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀπολογίας διότι εἰς θέσιν κατηγορουμένου δὲν ἐπέτρεψα ποτὲ νὰ μὲ ὁδηγήσουν αἱ πράξεις μου, αὐστηρῶς νόμιμοι, αὐστηρῶς ἠθικαί, ἱκαναὶ νὰ μοῦ ἀσφαλίζουσιν δικαιωματικῶς ἐν παντὶ καὶ πάντοτε μᾶλλον τοῦ κατηγόρου τὴν θέσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχον ἀπολογίας ἀνάγκην, τὴν ἰδικήν μου ἀπολογίαν ὡς καὶ τὴν ἀπολογίαν ὅλων τῶν μετασχόντων εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι τοῦ 1920 διεξαχθέντος ἀγῶνος, τὴν συνέταξαν ζωντανὴν καὶ τὴν διεφύλαξαν εὐγλώττως τὰ μετὰ τὴν ἀνατροπὴν ἡμῶν θλιβερὰ γεγονότα τὰ ἀνατρέψαντα τὰ ἀποκτήματα τῶν αἱματηρῶν καὶ πολυμόχθων ἀγώνων τοῦ ἔθνους καὶ τὰ ἀποκτήματα τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου ἐφύλαττεν ὁ νόμος οὗτινος, πιστοὶ ἐφαρμοσταὶ εὑρέθημεν καὶ ἡμεῖς δράσαντες κατὰ τρόπον ὅστις μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ καυχώμεθα. Ναί. Τὴν ἀπολογίαν ἡμῶν, κατηγορηθέντων παρ’ ἐκείνων εἰς οὓς πᾶσα ἀρετὴ ἀπαρέσκει καὶ πᾶσα κακία γεννᾶ εὐχαρίστησιν, τὴν ἀπολογίαν ἡμῶν τὴν συνέταξαν ἀτυχῆ γεγονότα θλιβερὰ διὰ τὸ ἔθνος, καταστρεπτικὰ διὰ τὸ Κράτος, δικαιώσαντα πλήρως καὶ τὴν δριμύτητα τῆς γλώσσης ἡμῶν καὶ τὴν αὐστηρότητά μας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν νόμων. Οὐχὶ λοιπὸν ἵνα ἀπολογηθῶ διὰ πράξεις, αἵτινες μόνον συναίσθημα ὑπερηφανείας μοῦ ἐγέννησαν, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσω τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς πλευρᾶς τοῦ παρελθόντος τῆς ἀφορώσης τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐκτάκτων νόμων ὡς κρινόμενος καὶ χρησιμεύσῃ αὕτη ὡς ὁδηγὸς πεῖρας εἰς τὸ παρὸν, ἤθελα νὰ ἔλεγα εἰς τὴν Συνέλευσιν ὀλίγα τινά. Ὑπῆρξεν τότε μία ὀξεῖα, ὀξυτάτη ἀντίδρασις κατὰ τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης μεταφερθέντος ἐνταῦθα καθεστῶτος, ἀντίδρασις πείσμων καὶ τυφλὴ ὀργιάζουσα καὶ ὅταν ἐπετυγχάνομεν καὶ ἐνικούσαμεν προωθοῦντες τὰ σύνορα, καὶ ὅταν ἀδρανούσαμεν ἢ ἀνεπαυόμεθα, ἀντίδρασις ἥτις ἔδει ἢ νὰ μᾶς νικήσῃ, ἔστω καὶ εἰς βάρος τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἢ νὰ τὴν νικήσωμεν ἔστω καὶ εἰς βάρος τῆς προσωπικῆς μας δημοτικότητος. Εὐτυχῶς συνέβη τὸ δεύτερον. Κατὰ τῆς ἀντιδράσεως αὐτῆς τὸ καθεστὼς ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου ἀντέταξεν, προκειμένου περὶ παρεκτροπῶν τοῦ στρατεύματος, πάντοτε αὐστηρότητα ἀπενεγκοῦσαν ἀληθῶς θαυμάσια ἀποτελέσματα ἀπὸ ἀπόψεως φρονιματισμοῦ, πειθαρχίας καὶ τάξεως. Προκειμένου ὅμως περὶ παρεκτροπῶν τῶν μετόπισθεν, παρεκτροπῶν ἐξ ἴσου σοβαρῶν, διότι ἠδύναντο καὶ τὸ μαχόμενον στράτευμα νὰ ἐπηρεάσουν, ἡ γνώμη τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο ἐδιχάσθη καὶ οἱ μὲν ἦσαν ὀπαδοὶ τῆς αὐστηρότητος, οἱ δὲ τῆς ἐπιεικείας. Ἐγὼ δὲν ἀνῆκον εἰς τοὺς δευτέρους· ἐπίστευα καὶ πιστεύω εἰς τὸν ἀστερισμὸν τῆς αὐστηρᾶς τῶν νόμων ἐφαρμογῆς καὶ ἐφάνην συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου καὶ τὰς ἀρχάς μου καὶ ὅταν, εἰς τὰς ἐλαχίστας δίκας εἰς ἃς μετέσχον, διέκρινα τελείως ἀποδεδειγμένην τὴν ἐνοχὴν, ἐξήνεγκον αὐστηρὰν τὴν γνώμην μου ἀδιαφορῶν ὅτι μόνον γνώμην καὶ ὄχι ψῆφον διέθετα. Οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν σημαίαν τῆς ἐπιεικείας—καὶ ἵσταντο οὗτοι πολὺ ὑψηλότερον ἐμοῦ—ἐνῷ δὲν μὲ ἀπήλλασσαν τῶν καθηκόντων μου, ὡς ἠξίουν, διεφώνουν πρὸς τὴν ἰδικήν μου δικαίαν αὐστηρότητα καὶ πάλιν ὄχι πάντοτε, ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀντικειμενικὴ κατάστασις αἰθριάζουσα πρὸς στιγμὴν τοὺς ἀπεπλάνα καὶ τοὺς παρέσυρεν, διότι ὅταν ἐνεφανίζοντο νέφη κατέφευγον πάλιν εἰς τὴν αὐστηρότητα. Καὶ ἐνεφάνιζον οἱ οὕτω πράττοντες τὸ καθεστὼς ξιφουλκοῦ, τὴν πρώτην διὰ τῆς χειρὸς τοῦ ἑνός, θέτον τὸ ξίφος εἰς τὴν θήκην τὴν μεσημβρίαν διὰ τῆς χειρὸς τοῦ ἄλλου καὶ ἀναγινῶσκον τὸ εὐαγγέλιον τὸ ἑσπέρας διὰ τῶν χειλέων τοῦ τρίτου. Ἡ εἰκὼν αὕτη μήτε σοβαρὰ ἦτο μήτε ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ διότι ἀνετρέπετο σήμερον ἀπὸ τὴν ἐπιείκειαν ὅ,τι χθὲς εἶχε δημιουργήσῃ ἡ αὐστηρότης καὶ διότι ἐμειοῦτο τὸ κῦρος τῶν νόμων καὶ ἀπεχρωματίζετο τῆς ποινῆς ἡ ἔννοια καὶ ἐνεθαρρύνετο ἡ ἀντίδρασις καὶ ἐξηνάγκαζεν τὴν δρᾶσιν εἰς νέας αὐστηρότητας καὶ εἰς νέα μέτρα. Ἕν παράδειγμα καὶ μόνον ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς φέρω. Ὅταν ἐγένετο ἡ πρώτη στάσις καὶ ἐλήφθησαν τὰ πρῶτα αὐστηρὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ πολιτευταὶ καὶ οἱ δημοσιογράφοι καὶ οἱ συζητηταὶ ἀκόμη τῶν δρόμων, ἀπεδοκίμαζον τὴν στάσιν καὶ ἀπεκήρυττον τοὺς ἐγκληματίας, συγχαίροντες διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, προϊόντος τοῦ χρόνου ὅταν ἤρχισαν αἱ ἐπιείκειαι καὶ ἐγένοντο ἄλλαι στάσεις χειρότεραι τῆς πρώτης, οὐδεὶς ἐκ τῆς ἀντιδράσεως, ἐνθαρρυνθείσης ἤδη ἐκ τῶν μέτρων τῆς ἐπιεικείας, ἀπεδοκίμασεν τοὺς στασιαστὰς ἢ ἐπεκρότησεν τὰ κατ’ αὐτῶν μέτρα. Προϊόντος ἔτι πλέον τοῦ χρόνου καὶ σὺν αὐτῷ τῆς ἐπιεικείας ἡ ἀντίδρασις ἔφθασεν μέχρι τυραννολογίας θρηνοῦσα τὰ ἀθῶα της θύματα. Ἐπῆλθεν ἡ πρώτη τοῦ Νοεμβρίου καὶ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο ἀνετράπη ὡς ἀνετράπη. Βεβαίως πολλοὶ εἶναι οἱ ῥύακες οἵτινες ἀπετέλεσαν τὸν συλλογικὸν ποταμὸν ὅστις μᾶς παρέσυρεν τότε, καὶ εἷς ἐκ τῶν ῥυάκων αὐτῶν κατά τινας ἐσχηματίσθη ἐκ τῶν ἐκτάκτων μέτρων ἅτινα ἠναγκάζετο τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο νὰ λαμβάνῃ ἑκάστοτε. Ἀλλὰ διατὶ τὰ μέτρα ἐκεῖνα ἐκίνησαν δυσφορίαν καὶ ψόγον; Διότι ἦσαν αὐστηρὰ ἢ διότι ἦσαν ἐπιεικῆ; Κατά τινας διότι ἦσαν αὐστηρά. Κατ’ ἄλλους, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ, διότι ἦσαν ἐπιεικῆ καὶ δὲν ἐξησθένησαν, ὡς ὤφειλον τὴν ἀντίδρασιν τὴν καταπατοῦσαν πᾶσαν ἠθικὴν ἀρχὴν καὶ ὑποσκελίζουσαν πάντα νόμον τῆς Πολιτείας. Ἢ μήπως, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, δύναταί τις νὰ ἀντείπῃ εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἂν ὁ νόμος ἐφηρμόζετο ὡς ὤφειλεν κατὰ τῶν πολλάκις ἀποδειχθέντων ἐνόχων βαρυτάτων ἀδικημάτων ἐσχάτης προδοσίας ὡς ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ, ἡ παραχώρησις τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἡ κατασκοπεία ὑπὲρ τῶν Γερμανο–Βουλγάρων, ἡ πρόκλησις ἐμφυλίου πολέμου, αἱ στάσεις, αἱ συνωμοσίαι ἡ ἀπόπειρα δολοφονίας τοῦ Βενιζέλου καὶ τόσαι ἄλλαι, ἐάν, λέγω, ὁ νόμος ἐφηρμόζετο ὡς ὤφειλεν, τὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐσώζετο ἡ Ἑλλὰς ἢ δὲν θὰ παρέμενεν ὄρθιον τὸ ἔργον ἡμῶν; Ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη λοιπὸν ὁ νόμος; Βεβαίως ὄχι. Δὲν ἐφηρμόσθη παρὰ ὑπὸ ὡρισμένων μόνον δικαστηρίων καὶ δὴ ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου Ἀθηνῶν, οὗτινος ἀγαθὴ διὰ τὸ Ἔθνος ἀλλὰ κακὴ δι’ αὐτὸν τύχη προήδρευσεν ὁ ἀείμνηστος Στέφανος Φατσέας. Ἐπιτρέψατέ μου φόρον σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης ἀποτίων νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὸ μαρτυρικὸν αὐτὸ θῦμα τῆς Κωνσταντινικῆς θηριωδίας καὶ ἀθλιότητος. Ὁ ἀείμνηστος Φατσέας ἦτο ὁ τελειότερος τύπος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ πιστότερον ὑπόδειγμα δικαστοῦ. Δὲν εἶχεν κἂν φρονήματα κομματικά. Εἰς οὐδένα πλὴν τῆς Δικαιοσύνης ἀνῆκεν καὶ οὐδεὶς πλὴν τοῦ νόμου τὸν ἐπηρέαζεν. Ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ καθῆκον εἶχεν αὐτὸν ἐμπεποτισμένον μέχρι τοῦ σημείου νὰ μὴ διατηρῇ καμμίαν ὑπὸ τὰς συνήθεις ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας. Ἀπετέλει ἐξαίρεσιν μεταξὺ χιλιάδων ἄλλων κρατικῶν λειτουργῶν, δι’ αὐτὸ φαίνεται ἀπετέλεσεν ἐξαίρεσιν καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐτερματίσθη ὁ λευκὸς βίος του, ἄδικος, δολοφονικός, ἄνανδρος καταισχύνων τὴν ἐποχήν του. Ναί, δὲν ἐφηρμόζετο πάντοτε ὁ νόμος ὡς ὤφειλεν. Δὲν ἐφηρμόσθη π. χ. ἵνα μίαν ἀπὸ τὰ πολλὰς περιπτώσεις ἐνθυμηθῶ εἰς τὴν δίκην τῶν Πρωθυπουργῶν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος καὶ ἐφηρμόσθη εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, κατὰ τρόπον τιμῶντα τοὺς δικαστὰς οἵτινες τὸν ἐφήρμοσαν—δὲν ὁμιλῶ ἐπαναλαμβάνω περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, διότι ἐγὼ μόνον γνώμην καὶ οὐχὶ ψῆφον εἶχον—κατὰ τρόπον ὅστις ἐὰν ἐξηκολούθη καὶ ἐὰν ἐπεκτείνετο θὰ ἔσωζε τὰ σύνορα ἀπὸ τὴν μείωσιν, τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν ἧτταν, τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ἐξάρθρωσιν, τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τήν ἔκλυσιν. Ναὶ ἐφηρμόζετο ὑπὸ ὡρισμένων δικαστῶν ὁ νόμος τότε εἰς βαθμὸν ἄφθαστον ἀμεροληψίας καὶ τελειότητος. Τὸ Στρατοδικεῖον Ἀθηνῶν κυρίως, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργον ἔστω καὶ εἰς ὀλίγας δίκας παρηκολούθησα, ἐστάθη πάντοτε εἰς ὑπέροχον ὕψος, εὐθύτητος καὶ ἀμεροληψίας. Δὲν ἐγνώριζεν φίλους καὶ ἐχθρούς· ἐδίκαζεν καὶ τοὺς μὲν ὅταν ἦσαν ἔνοχοι καὶ τοὺς δὲ ὅταν ἦσαν ἀθῶοι ἐν ἴσῃ μοίρᾳ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μεταξὺ 7 δημοσιογράφων οὓς κατεδίκασεν οἱ 4 ἦσαν φιλελεύθεροι. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ὅτι ὁ ἀείμνηστος Λαγοπάτης ἐτιμωρήθη δι’ ἐπιπλήξεως ὡς συνήγορος, διότι ἐζήτησεν τὴν ἀθώωσιν ἐνόχου στηριζόμενος εἰς τὰ φρονήματα τοῦ πελάτου του. Βεβαιῶ καὶ προκαλῶ πάντα ὅτι ἐξ ὅσων ἀποφάσεων ἐξέδωκε τὸ Δικαστήριον αὐτὸ οὔτε μία ὑπῆρξεν ἄδικος καὶ οὐδεὶς ἀθῶος κατεδικάσθη καὶ οὐδέποτε τὸ Δικαστήριον αὐτὸ ἐπηρεάσθη ἀπὸ ἄλλους λόγους πλὴν τῶν ἐκ τῶν νόμων ὁριζομένων. Ναί, ἐφηρμόσθη πολλάκις ὁ νόμος, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐφηρμόζετο, τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ πάντοτε ἀνετρέπετο ὑπὸ τῶν κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων, ἐπεμβάσεων τὰς ὁποίας διεῖπεν ἓν πνεῦμα ἐλαφρὸν καὶ ἀνόητον, ἐπεμβάσεων αἵτινες θὰ ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθοῦν μὲ τὰ μεγαλείτερα χρώματα, ἐὰν δὲν ἦσαν προϊόντα ἀφελείας καὶ οὐχὶ ὑστεροβουλίας, ἀδυναμίας καὶ οὐχὶ δόλου. Ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις διετήρησεν ἀμείωτον τὸ αὐστηρὸν πνεῦμα καὶ τὸ ἐφήρμοσεν ἀληθῶς, ὡς ἁρμοδία ἄλλωστε κατὰ τὴν Στρατιωτικὴν Νομοθεσίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν θανατικῶν ἀποφάσεων, εἰς ὅλας τὰς ἄλλας περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις ἔθετεν ἐξ ἐπιεικείας ἀνατρεπτικὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν ἐφαρμοζουσῶν τοὺς νόμους ἀποφάσεων καὶ ἐγελοιοποίει οὕτω τῆς δικαιοσύνης τὸ ἔργον καὶ ἀπεχρωμάτιζεν οὕτω τῆς ποινῆς τὴν ἔννοιαν καὶ ἐνεθάρρυνεν οὕτω τὴν ἀντίδρασιν καὶ παρίστα οὕτω τὸ Κράτος μεροληπτοῦν διότι κατεδίκαζεν σήμερον εἰς ἰσόβια δεσμὰ καὶ κύριον ἀπέλυεν τοὺς καταδίκους. Ἰδοὺ παραδείγματα τινὰ χαρακτηριστικὰ τῆς καταστάσεως ἣν ἐδημιούργει ἡ ὡς ἄνω ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως ἢ μελῶν αὐτῆς εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης ἐκ πνεύματος ἐπιεικείας. Ὅταν ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα κατὰ τοῦ κ. Βενιζέλου, ὁ τότε ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησεν περὶ συνομωσίας εἰς Ἀθήνας καὶ περὶ ἀνατροπῆς τῶν κεφαλῶν τῶν ἐνόχων, μεταξὺ αὐτῶν κατετάσσετο καὶ εἷς δικηγόρος καθ’ οὗ ἐξεδόθη ἔνταλμα ὑποδείξει τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατεζητεῖτο, ἀλλ’ ὁ δικηγόρος ἐκεῖνος ἐφιλοξενεῖτο καὶ ἐκρύπτετο εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Ἕτερος στύλος τοῦ καθεστῶτος, Γενικὸς Διοικητὴς ἐκεῖνος, περιέθαλπεν καθ’ ἃ μὲ ἐπληροφόρησαν, καταδιωκόμενον ἀπότακτον ἀξιωματικὸν ἐπικεκηρυγμένον ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπὶ ἀρκετοὺς μῆνας. Τοιαῦτα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιεικείας ἣν ἡ εὐπιστία ἢ ἀδυναμία ἐνίων παραγόντων τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου ἐνεφάνιζεν. Ἀλλ’ ἴσως ἔπρεπεν πρὸς μείζονα κατανόησιν τῶν ὅσων συνέβαινον τότε ἀπὸ τῆς κρινομένης ἀπόψεως νὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη περιστατικὰ τινὰ ἀρκετὰ χαρακτηριστικά. Ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅτι τὴν ἐπαύριον μιᾶς καταδίκης εἰς εἱρκτήν, ἑνὸς μεγαλοσχήμου χρηματιστοῦ, κατηγορουμένου ἐπὶ κατασκοπίᾳ ὑπὲρ τῶν Γερμανῶν μέσῳ τῆς ἐν Ἑλβετίᾳ Κωνσταντινικῆς Αὐλῆς, εἶδα τὸν κατάδικον καθήμενον παραπλεύρως μου εἰς τὸ Καφενεῖον τοῦ Ζαχαράτου. Ἐνόμισα ὅτι μὲ ἠπάτα ἡ ἀντίληψις· ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἐβεβαιώθην ὅτι ἦτο αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ὅταν δὲ ἠθέλησα νὰ μάθω πῶς ἔμενεν ἐλεύθερος, μοῦ εἶπον ὅτι εἶχεν ἄδειαν νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸν ὀδοντοϊατρόν του. Ἀλλὰ μήπως ἕτερός τις κατάδικος, μεγαλόσχημος ἐπίσης, δὲν ἔμενεν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀπολύτως ἐλεύθερος μὲ τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ ὀδοντοϊατροῦ; Μήπως ὅλοι οἱ ἄλλοι κατάδικοι οἱ διαθέτοντες μίαν ὑψηλὴν γνωριμίαν δὲν διήρχοντο τὰς ἡμέρας των καὶ τὰς νύκτας των ἐπὶ διαφόροις προφάσεσιν εἰς τὰ καφενεῖα καὶ τὰ κέντρα τοῦ Φαλήρου; Μήπως ἀκόμη εἷς ἐξ αὐτῶν δὲν ἀπέκτησεν γνήσιον τέκνον δώδεκα μῆνας μετὰ τὴν καταδίκην του;
§9ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος ἦτο;
§10Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦτο ἐκ Πατρῶν, μεγαλόσχημος πολιτευτὴς καὶ εἶχε τοσαύτην ἐλευθερίαν εἰς τὰς φυλακάς, ὥστε καὶ γνήσιον τέκνον ἀπέκτησεν. Ὁ κύριος αὐτὸς μάλιστα κατόπιν πολλῶν δηλώσεων περὶ μεταμελείας του καὶ πολλῶν ὑποσχέσεων — τὰς ἐνθυμεῖσθε ἀγαπητὲ συνάδελφε κ. Ἰσχόμαχε — ἔλαβεν χάριν ἐμοῦ ἀρνουμένου καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐξόδου του ἐκ τῆς φυλακῆς, ἔδιδεν συνεντεύξεις εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἔλεγεν ὅτι δὲν σώζεται ἡ Ἑλλὰς ἂν δὲν αὐτοκτονήσῃ ὁ Βενιζέλος. Τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἐγένοντο τότε εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους καὶ εἰς βάρος τοῦ κύρους τῶν νόμων καὶ αἱ συνέπειαι δὲν ὑπῆρξαν μικραί, ἰδίᾳ λόγῳ τῶν ἀφορμῶν δυσφημίσεως τῆς δικαιοσύνης, ἃς ἔδωκαν τὰ ὡς ἄνω ἐπενεχθέντα κατ’ αὐτῆς πλήγματα. Βλέπων ὁ λαὸς καταδίκους βαρέως καὶ διὰ σοβαρὰς πράξεις καὶ μετά τινας ἡμέρας βλέπων ἐλευθέρους τοὺς καταδικαζομένους ἐσχημάτιζεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐνοχή των ἦτο ἀβάσιμος ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀδικοῦσα τοὺς κατεδίκαζε καὶ ἡ Κυβέρνησις φοβουμένη τὰς εὐθύνας καὶ θέλουσα νὰ ἀνορθώσῃ τὰς ἀδικίας τῆς δικαιοσύνης τοὺς ἐλευθέρωνε. Οὕτω ἐκ τῶν φαινομένων ἐσκέπτετο ὁ λαὸς περιφρονῶν τὴν δικαιοσύνην, ἐνῷ αὕτη ἀξιεπαίνως ἐξετέλη τὸ καθῆκον της, καὶ ἡ κατάκρισις καὶ ἡ περιφρόνησις κατὰ τῶν παραγόντων τῆς πολιτικῆς καὶ κρατικῆς μηχανῆς ἔδει νὰ στρέφεται. Ἡ τοιαύτη ἀνατροπὴ τοῦ ἔργου τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τῆς διοικήσεως, ἔδωσε τῆς περιφήμου τυραννίας τὴν βάσιν ἧς ἡ ὑλικὴ βιομηχάνευσις τόσα ἑκατομμύρια ἐστοίχισεν εἰς τὸ Κράτος. Ναὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες, λόγος περὶ τυραννίας δὲν ἐγένετο ὅταν ἐν ἀρχῇ τῆς ἐκ Θεσσαλονίκης ἀφίξεώς μας ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι ὡς ὤφειλον καὶ οὐδεὶς παρέλυε τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἢ κατέτριβε τὸ κῦρος αὐτῶν. Περὶ τυραννίας ἤρχισεν νὰ γίνεται λόγος ὅταν ἡ αὐστηρότης ὑπεχώρησε πρὸ τῆς ἀνοήτου ἐπιεικείας καὶ ἐνεφανίσθησαν πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ κόσμου οἱ δικαίως κατάδικοι καὶ ἀδίκως ἐλεύθεροι, ὡς θύματα, ἐνῷ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ὑπῆρξεν θῦμα, καὶ μοναδικὸν θῦμα τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου ὑπῆρξεν ὁ νόμος καθημερινῶς ραπιζόμενος ἀπὸ Κυβερνητικὰς πράξεις ὑπὸ ἀνοήτου ἐπιεικείας, καὶ οἱ ἐφαρμόσαντες τοὺς νόμους οἵτινες ἀντὶ ἐπαίνους ἤκουσαν ψόγους καὶ ἀντὶ εὐγνωμοσύνης ἀχαριστίαν συνήντησαν. Εἶνε βαρυτάτη ἡ εὐθύνη τοῦ καθεστῶτος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τὰς παρεκκλίσεις ἃς ἔκαμεν, ὄχι ἐκεῖθεν ἀλλ’ ἐντεῦθεν τοῦ νόμου διότι ἄνευ τῶν παρεκκλίσεων αὐτῶν διάφορος θὰ ἦτο τῆς Ἑλλάδος ἡ τύχη. Αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὰ ἀλήθεια ἡ ἐκ τῶν πραγματικῶν γεγονότων ἐξηγμένη τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν δικαιοσύνης ἢ κυβερνήσεως ἐν τῷ κέντρῳ, διότι βεβαίως δὲν γνωρίζω ἐγὼ λεπτομερῶς τὶ συνέβαινεν εἰς τὰ ἄκρα καὶ μόνον συμπέρασμα δύναμαι νὰ ἐξαγάγω δι’ αὐτὰ, στηριζόμενον εἰς τὸ δόγμα ὅτι τὰ ἄκρα ἐκ τοῦ κέντρου ἐπηρεάζονται. Ἡ σημερινὴ ἐποχὴ δὲν εἶναι παρ’ ἀντιγραφὴ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προκειμένου περὶ τῆς ἀντικειμενικῆς καταστάσεως. Ὑπῆρχε τότε ἀντίδρασις κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ὑπάρχει καὶ σήμερον ἐκτὸς ἐὰν μᾶς καταλάβει ἡ ἀφελὴς σκέψις ὅτι πάντες ἀνεγνώρισαν καὶ πάντες σέβονται καὶ εὐλαβοῦνται τὸ ἐγκαθιδρυθὲν πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας. Ναί, ὑπάρχει καὶ σήμερον ἀντίδρασις ἀδιάφορον ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων κρατεῖ αὐτὴν ἐν καταστάσει ληθάργου καὶ δὲν κινεῖται καὶ δὲν ἐμφανίζεται, ὑπάρχει ἐν τούτοις καὶ ὅταν ἐπιστῇ ἡ εὔθετος στιγμὴ θὰ ἐμφανισθῇ λυσσῶσα καὶ μαινομένη. Ἔργον στοιχειώδους φρονήσεως ἀποτελεῖ συνεπῶς ἡ κατοχύρωσις τοῦ πολιτεύματος δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ αἱ κατὰ τοῦ κρινομένου νομοθετήματος ἀντιστάσεις τοῦ ἐκ Κερκύρας συναδέλφου ἔχουν πονηροὺς τοὺς σκοπούς. Ἀλλ’ οὔτε ἡ δυσπιστία ἣν ἐξεδήλωσαν πρὸς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια τὰ καθιστάμενα ἁρμόδια διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ κατοχυρωτικοῦ δικαιολογεῖται, διότι ἐὰν τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν πολλὰς ἀποφάσεις αὐστηρὰς δι’ ἐκείνους καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν, δὲν βαρύνονται ἐν τούτοις οὔτε μὲ μίαν ἀπόφασιν ἄδικον ἢ μεροληπτικὴν ἐκ προθέσεως, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν βαρύνονται δι’ ἀποφάσεων μεροληπτικῶν ἐκ κομματικῶν λόγων. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτε κατηγγέλθη ποτε διὰ τὰς ἐναντίον τοῦ κ. Μπενάκη καὶ τῆς οἰκείας του βιαιότητας, ὁ στυλάρχης Ὑψηλάντης ὅτι ὁ κ. Μπενάκης σπουδαιότατος—καὶ λίαν εὐλόγως—ἠθικὸς παράγων τῆς τότε καταστάσεως ἐν τῇ ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως πεποιθήσει ὅτι ὁ κ. Ὑψηλάντης ἦτο ἔνοχος ἐζήτει τὴν καταδίκην του ἀπειλῶν ὅτι θὰ ἐγκατέλειπε ὁριστικῶς τὴν Ἑλλάδα κτλ. Καὶ ὅμως ἀφοῦ ἐκ τῆς δικογραφίας ὁ Ὑψηλάντης ἐκρίνετο ἀθῶος ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη τὸν ἀπήλλαξεν, κωφεύσασα πρὸ τῶν ἀντιθέτων ἀξιώσεων καὶ οὐδόλως ὑπολογίσασα τὰ φρονήματα τοῦ δικαζομένου ἢ τοῦ μηνύσαντος. Κατηγορούμενος ἐπίσης ἦλθεν εἰς τὸ στρατοδικεῖον καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ «Ἐλευθέρου Βήματος» καὶ τότε τῆς «Πατρίδος» Λαμπράκης, φίλος κομματικὸς καὶ φίλτατος προσωπικῶς ἀποδειχθείσης δὲ τῆς ἐνοχῆς του ἤτοι τῆς δημοσιεύσεως παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς λογοκρισίας ἐζητήθη ἡ καταδίκη του καὶ ἐπειδὴ τὸ δικαστήριον τὸν ἠθώωσεν ἐπιδεῖξαν ἐπηρεασμόν τινα ἐζητήθη καὶ ἐπετεύχθη ἡ ἀντικατάστασις τῶν στρατοδικῶν. Μύρια τοιαῦτα παραδείγματα ἀποδεικνύοντα τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην ὡς ἀρθεῖσαν εἰς τιμητικὸν ὕψος ἀμεροληψίας, δύνανται νὰ δώσωσι τὰ ἀρχεῖα τοῦ ἐνταῦθα στρατοδικείου, τοῦ ὁποίου κυρίως τὰς ἀποφάσεις ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Καὶ ὅμως ἡ τοιαύτη δικαιοσύνη ἡ τιμήσασα ἀληθῶς τὴν χώραν, κατεσυκοφαντήθη καὶ καθυβρίσθη οὐχὶ ἐξ οἰκείων σφαλμάτων ἀλλ’ ἐκ σφαλμάτων τῆς πολιτικῆς ἢ μᾶλλον τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ εἰς ἀγαθὴν πρόθεσιν ἀναγομένην· ὑπῆρξε δὲ εὐρεῖα ἡ συκοφάντευσις ὥστε καὶ νῦν, ἔτι ἐκφράζονται δισταγμοὶ καὶ δυσπιστίαι πρὸς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην καὶ δὴ ἐκ μέρους προσώπων ἀναμιγνυομένων εἰς τὰ κοινὰ δηλαδὴ ἐχόντων ὑποχρέωσιν νὰ ἐρευνοῦν πρὶν κρίνουν καὶ νὰ κρίνουν πρὶν ἀποφαίνονται. Λυποῦμαι κύριοι συνάδελφοι διότι τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπηρέτησα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην, ἔστω καὶ ὡς προσωρινὸς ἔστω καὶ ὡς «ἐπιτεταγμένος» ἵνα τὴν πολλάκις λεχθεῖσαν λέξιν ὑπὸ τοῦ κ. Βενιζέλου μεταχειρισθῶ, μὲ στερεῖ τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἀπαριθμῶν πράξεις καὶ ἀναφέρων γεγονότα πρὸς κατάδειξιν τῆς αὐστηρᾶς ἀληθείας, ὅτι ἡ στρατιωτική μας δικαιοσύνη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως παραδόσεων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως προσώπων παρέχει πλήρως τὰς ἐγγυήσεις τῆς καλῆς καὶ τιμίας ἐφαρμογῆς τοῦ ἐξαιρετικοῦ τούτου νόμου, τοῦ κατοχυροῦντος τὸ πολίτευμα κατὰ τὸν πλέον Συνταγματικὸν καὶ πλέον ἠθικὸν τρόπον. Ἀλλὰ κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρόσφατος πεῖρα τοῦ παρελθόντος, πεῖρα ἥτις ἐστοίχισεν πολλὰ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸ Κράτος, μᾶς ἐδίδαξεν ἀληθείας τινὰς ἅς δέον ὡς ἐφόδιον τοῦ μέλλοντος νὰ μὴ λησμονοῦμεν ποτέ. Μᾶς ἐδίδαξεν ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουσιν νόμοι καλοὶ καὶ συγχρονισμένοι· μήτε δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουσι δικασταί, ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς των ἐφαρμόζοντες τοὺς νόμους αὐτούς. Ἀπαιτεῖται προσέτι καὶ ἄλλο τι, ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ βαθυτέρα ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν· ἀπαιτεῖται νὰ παύσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπεμβαίνουσα αὕτη ἐκ τῶν προτέρων εἴτε ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐπηρεάζῃ αὐτά, εἴτε ματαιώνουσα εἴτε ἀνατρέπουσα τὰς δικαστικὰς ἐνεργείας ἢ ἀποφάσεις, ἀπαιτεῖται νὰ μὴ κινεῖ ἢ νὰ δεσμεύει τὰς χεῖρας τῶν δικαστῶν ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μὴ ἀφαιρεῖ τὰς κλεῖδας τῶν δεσμοφυλάκων οἱαδήποτε σκοπιμότης. Ἀπαιτεῖται ἐν ἄλλοις λόγοις ἐκτὸς τῶν καλῶν νόμων καὶ τῶν καλῶν δικαστῶν ἡ Κυβέρνησις νὰ σέβεται τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ζήτημα τοῦτο, ὤφειλε μᾶλλον νὰ ἀπασχολῇ σήμερον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ κρινομένου νομοθετήματος πάντας ἡμᾶς καὶ οὐχὶ τὸ ἂν ἀργὰ ἢ γρήγορα κατ’ ἐξουσιοδότησιν μερικὴν ἢ πλήρη ἐξεδόθη ἢ ὄχι τὸ νομοθέτημα. Ταῦτα, εἶναι ἐπουσιώδη καὶ οἱ ὑπάρχοντες νόμοι ὅπως ἀνέπτυξεν καὶ ὁ κ. Μιχαλακόπουλος, θὰ ἠδύναντο ἐφαρμοζόμενοι νὰ ἐπιφέρουν τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐξουσιοδότησις ἐπακολουθεῖ ἔγκρισις καλύπτουσα τὸ κενὸν καὶ ἂν ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐξέδωσε τὸ νομοθέτημα μετὰ ταχύτητος, οὐδεμία ἐπῆλθε βλάβη, καὶ ἂν διατάξεις τινὲς χρήζουν μεταρρυθμίσεως ἂς γίνωσιν αὗται. Ἡ οὐσία ἔγγειται, ἀλλαχοῦ εἰς τὴν μὴ ματαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς δικαιοσύνης κατὰ τοὺς μέχρι σήμερον γνωστοὺς τρόπους. Ἐγὼ κύριοι συνάδελφοι, θὰ προέτεινα τὴν προσθήκην μιᾶς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ παραβάται τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ δὲν δύνανται νὰ τύχωσιν οὐδενὸς τῶν γνωστῶν εὐεργετημάτων ἅτινα ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογὴν μέχρι σήμερον, μήτε τῆς χάριτος, μήτε τῆς ἀμνηστείας μήτε ἀναστολῆς. Τότε μόνον δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν ὅτι ἐνθωρακίσαμεν τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὅτι ἐσωφρονίσθημεν ἀπὸ τὰ παθήματα τοῦ παρελθόντος, ὅτι εἴμεθα σοβαρῶς ἀποφασισμένοι νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς πολιτικοὺς λύκους νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν στάνην, νὰ διαπράξωσιν ἐκ νέου ὅ,τι ἄλλοτε εἰσελθόντες διέπραξαν. Προστιθεμένης μιᾶς τοιαύτης διατάξεως, ἡ ἐξάσκησις μὲ τὶ ἀμετάβλητον τοῦ πολιτεύματος θὰ ἐπήρχετο τακτικωτέρα, ἡ ἀντίδρασις κατὰ τοῦ πολιτεύματος θὰ ἀπενεκροῦτο, διότι δὲν θὰ ἐνεθάρρυνε τοὺς τιμωρουμένους ἡ ἰδέα ταχείας ἐκ τῶν φυλακῶν ἐξόδου ὡς ἄλλοτε καὶ τὰ ἐπιδιωκόμενα διὰ τοῦ νομοθετήματος ἀποτελέσματα θὰ ἐπήρχοντο πλήρη ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη δὲν προστεθῇ καὶ θὰ ἤθελον νὰ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ παντὸς νὰ μὲ ἀκούσῃ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν ἐπὶ πλέον πολυτέλειαν. Ὑπάρχει ἄλλως τε τὸ δεδομένον τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἑρμηνεύω, ὡς δεδομένον κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρξαν ἤδη παραβάται τοῦ καλοῦ Νομοθετήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ οὐδεμία δίωξις ἐναντίον αὐτῶν διενεργήθη ἐκτὸς ἐὰν ἡ παράβασις δὲν εἶναι πλήρης ἢ ἐγένετο μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ Νομοθετήματος ἢ ἐὰν ὑπῆρχε παράβασις νομίμως ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοθέτημα καὶ δὲν ἐφηρμόσθη, ἐγὼ θλίβομαι· εὔχομαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἶνε ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία φορὰ ποὺ λαμβάνει χώραν τοιοῦτόν τι. Φρονῶ ὅτι σφάλει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ οὗ μάλιστα καὶ εἰς τὸν τύπον ἐγράφησαν σχετικὰ ὅτι δηλαδὴ ἀξιωματικοὶ παραβίασαν τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἀποστείλαντες τηλεγράφημα πρὸς τὸν τέως βασιλέα.
§11Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§12Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ περιεχόμενον δὲν εἶναι ἀκριβές.
§13Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι εὐχάριστον εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε νὰ δικαιούμεθα μὲ περισσοτέραν θέρμην νὰ συγχαρῶμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πρόνοιαν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν νὰ κατοχυρώσῃ τὸ πολίτευμα· ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ ἀναγκαία τις συμπλήρωσις τοῦ νομοθετήματος ἡ ἀνάγκη αὕτη δύναται εὐχερῶς νὰ ἱκανοποιηθῇ τότε· ἐὰν ἤδη γίνουν συμπληρώσεις θὰ εἰσηγηθῶ μίαν τροπολογίαν ἀπαγορεύουσαν τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἔξοδον τῶν διὰ παραβάσεις τοῦ κατοχυρωτικοῦ τιμωρουμένων εἴτε δι’ ἀμνηστείας εἴτε διὰ χάριτος εἴτε δι’ ἀναστολῆς εἴτε ὅπως δήποτε Ὅτι συνέβη εἰς τὸ παρελθὸν δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ· ἐδίκαζον τότε τὰ δικαστήρια καὶ ἠμνήστευεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἔδιδεν χάριτας τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐξουδετερώνετο ἀπολύτως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ ἀπεχρωματίζετο τῆς ποινῆς ἡ ἔννοια καὶ ἀπεθρασύνοντο οἱ ἀντιδρῶντες ἀπὸ τὴν ἀτιμωρησίαν καὶ ἐδημιουργήθη οὕτω ἡ γνωστὴ ἀτμόσφαιρα ἐφ’ ἧς ἐβλάστησε ἡ νίκη — ὁποία νίκη — τῶν ἀντιπάλων, ἥτις τόσον ἀκριβὰ ἐστοίχισεν εἰς τὸν ἀτυχῆ τόπον. Ὠργανώθη τότε εἰδικὸν δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου παρεπέμφθησαν οἱ πολιτικοὶ οἱ κυβερνῆται, οἱ παραδώσαντες τὴν Μακεδονίαν καὶ τὸ Ροῦπελ εἰς τοὺς Βουλγάρους καὶ ἓν Σῶμα Στρατοῦ εἰς τοὺς Γερμανούς, πρὸς δὲ ἐγείραντες τὸν γνωστὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 16. Καὶ ἐνῷ ἡ μικροτέρα δικαιοσύνη ἐξετέλει τὸ καθῆκον αὐτῆς τιμωροῦσα τὰ δευτερεύοντα πρόσωπα, τὰ συντελέσαντα εἰς τὴν διάπραξιν τῶν πολλαπλῶν αὐτῶν ἐγκλημάτων, ἡ μεγάλη Δικαιοσύνη, τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Δικαστήριον τὸ Ὑπουργοδικεῖον ὡς ἀπεκλήθη, ἐταλαντεύετο διακόπτων τὴν δίκην καὶ καθυστέρει ἀναβάλλων αὐτὴν μέχρις ὅτου διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου ἐξεφυλλίσθη καθ’ ὃν τρόπον ἐξεφυλλίσθη καὶ ἔμειναν ἀτιμώρητοι οἱ Πρωθυπουργοὶ καὶ οἱ Κυβερνῆται ἵνα πρωθυπουργήσουν καὶ κυβερνήσουν καὶ πάλιν ὁδηγοῦντες τὴν χώραν εἰς τὸν ὄλεθρον, τοῦ ὁποίου τὰς τραγικὰς συνεπείας ἀγωνιζόμεθα σήμερον νὰ ἐλαττώσωμεν. Τοιαῦται παρεκλήψεις καὶ παρεκτροπαὶ ἀπέναντι τῶν ἀσεβούντων πρὸς τοὺς ἠθικοὺς Νόμους καὶ πρὸς τοὺς Νόμους τῆς Πολιτείας δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἐπαναληφθοῦν. Ὅ,τι ἐναπέμεινεν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν πρέπει νὰ περισωθῇ καὶ διὰ νὰ περισωθῇ πρέπει νὰ προστατευθῇ ὑπὸ τοῦ Νόμου καὶ περαιτέρω πρέπει νὰ μὴ παραλύσῃ καὶ νὰ μὴν ἀχρηστεύσῃ ὁ Νόμος καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν. Ἀπὸ τὴν βαθεῖαν ἔρευναν τοῦ παρελθόντος ἐμπνεόμενος, καὶ ἀπὸ τὰ ζωντανὰ καὶ πρόσφατα παραδείγματα τοῦ παρελθόντος παρακινούμενος, προτείνω ὅπως εἰς τὸ νομοθέτημα τὸ προωρισμένον νὰ κατοχυρώσῃ τὴν Δημοκρατίαν προστεθῇ εἰδικὴ διάταξις τιμωροῦσα καὶ τοὺς ὁπωσδήποτε καὶ Κυβερνήτας ἀκόμη ἂν εἶναι ἐπεμβαίνοντες διὰ νὰ παρακωλύσουν τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἐφαρμογήν του. (Χειροκροτήματα)
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιωτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§15Π. ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίωμα ἑκάστης Πολιτείας εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ προστασία τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς συγκροτήσεως. Ὁ κύκλος τῶν ἀδικημάτων τῶν ἀπευθυνομένων κατὰ τῆς πολιτικῆς ὑποστάσεως τῆς ἐπικρατείας κατὰ τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις, ἔχει εὐρυνθῆ, διότι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν ἀδικημάτων τούτων περιλαμβάνονται αἱ πράξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπονομεύουσι σήμερον τοὺς θεμελιώδεις καὶ οὐσιώδεις ὅρους τῆς ὑπάρξεως καὶ κανονικῆς λειτουργίας ἑνὸς πολιτεύματος ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς δευτερεύοντας καὶ ἁπλοῦς εὐνοϊκοὺς ὅρους. Αἱ ἀρχαὶ αὗται καθωρίσθησαν ὑπὸ τῶν διαφόρων νομοθεσιῶν καὶ εἰς ἐποχὰς προπολεμικὰς ἀκόμη. Διὰ τοῦτο ἡ κατοχύρωσις οἱουδήποτε πολιτεύματος, οὖσα πρᾶξις ἀπαραίτητος πρὸς συντήρησιν καὶ προαγωγὴν τοῦ πολιτικοῦ συγκροτήματος οἱασδήποτε Ἐπικρατείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ σοβαρῶς. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀκουσθεῖσα μοναδικὴ διαφωνία, ἀπηχοῦσα πολὺ πιθανὸν τὴν γνώμην τῶν πολλῶν ἔξωθε τοῦ Κοινοβουλίου διαφωνιῶν, δὲν ἀφεώρα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κατοχυρωτικοῦ τοῦ πολιτεύματος διατάγματος ἀλλ’ εἰς τὰ μέσα καὶ τὰς λεπτομερείας. Ἐν τούτοις ἡ ἔρευνα ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ μέσα καὶ τὰς λεπτομερείας εἶναι καὶ αὕτη ὑψίστης πολιτικῆς σημασίας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ κατοχυρωτικὸν διάταγμα ἀποτελεῖ πρᾶξιν μεγίστης πολιτικῆς σημασίας καὶ δὴ τοιαύτης ὥστε νὰ ὀφείλῃ νὰ ἐπισπάσῃ ἀμέριστον τὴν ἡμετέραν προσοχήν. Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὑπέρβασιν τῆς δοθείσης αὐτῇ ἐξουσίας ἐδημοσίευσε τὸ Διάταγμα. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἐν τῇ εὐρυτέρᾳ ἐκδοχῇ τοῦ ὅρου «ἀσφάλεια καὶ ἄμυνα τῆς Χώρας» περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἀσφαλείας ἀπὸ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπονομεύσεων τοῦ πολιτεύματος. Δέον νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ νέον θὰ ἔμενε κατ’ οὐσίαν ἀφρούρητον ἄνευ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου. Διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 150 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν πολιτευτής, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἐφαίνετο λησμονημένη καὶ οἱονεὶ μὴ ἔχουσα θέσιν, διότι ἐθεσπίσθη χάριν προστασίας τοῦ μοναρχικοῦ πολιτεύματος. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι θεωρητικῶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ πρὸς προστασίαν τοῦ δημοκρατικοῦ, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐπέκτασις, καίτοι θεωρητικῶς ὀρθή, πρακτικῶς εἶναι βεβιασμένη. Θὰ ἔμενε λοιπὸν ἀφρούρητον κατ’ οὐσίαν τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἄνευ τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον, ἐλέγξαντα ὡς πρὸς τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐξεδόθη τῇ 20 Ἀπριλίου, ἡ δὲ Συνέλευσις συνεκαλεῖτο ὀλίγας ἡμέρας βραδύτερον, ὥστε θὰ ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐξελέγξῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως, καὶ εἰς διάστημα ἔστω μόνον ὀλίγων ἡμερῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν ἂν δὲν εἶχεν ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο νὰ ἐπέλθῃ ἡ διατάραξις τῆς δημοσίας τάξεως, ἐφ’ ὅσον τὸ πολίτευμα θὰ ἔμενεν ἀφρούρητον καὶ συνεπῶς ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις δημοσιεύσασα τὸ Διάταγμα. Ἐλέχθη, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Διάταγμα δὲν ἀποτελεῖ μέσον συμφιλιωτικόν, ἀλλ’ ὅτι συντελεῖ εἰς τὸ νὰ διαιωνίσῃ τὸ χάσμα καὶ διακόψῃ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι λίαν γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι ἡ συμφιλίωσις κατ’ οὐσίαν ἔχει ἐπέλθει καὶ ὅτι αὕτη εἶναι ἔργον πρὸ παντὸς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἴσου ἀφ’ ἑτέρου γνωστὸν ὅτι ἐν ἑκάστῃ πόλει ὑπάρχει ὀλιγάριθμος ὁμὰς κακοποιῶν, ἡ ὁποία κύριον αὐτῆς ἔργον τίθησι τὴν ὑπόθαλψιν τοῦ μίσους, τὴν διαιώνισιν τῶν παθῶν καὶ τῆς πολιτικῆς διαμάχης. Τὸ νομοθέτημα λοιπὸν αὐτὸ δὲν ἀπευθύνεται κατὰ τῆς μεγάλης μάζης τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ξένοι πρὸς τὰς διαταράξεις αὐτὰς, ἀλλὰ στρέφεται κατὰ τῆς εὐαρίθμου ἐκείνης ὁμάδος, ἡ ὁποία ὑπονομεύει ἀληθῶς τὴν εἰρήνευσιν καὶ τὴν γαλήνην τῆς Χώρας καὶ αἱ διατάξεις συνεπῶς αὗται δὲν διακόπτουν, ὡς ἐλέχθη ἐσφαλμένως, τὸν πολιτικὸν ἡμῶν βίον, ἀλλὰ τὰς ἀτασθαλίας τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου, διακόπτουν τὸν χλενασμὸν καὶ τὴν ὑπονόμευσιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. Ἐλέχθη ὅτι παραβιάζει τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας. Ἐλευθερία, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχουν ἐλευθερίαι, ἀλλὰ ἐλευθερίαι, αἵτινες, ἐφ’ ὅσον κακὴ χρῆσις αὐτῶν γίνεται, ἀποτελοῦν ὄχι ἀληθεῖς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καταδυνάστευσιν καὶ ὑπονόμευσιν τῶν ἐλευθεριῶν. Πᾶσα ἐνέργεια τείνουσα εἰς τὸ νὰ ὑποθάλψῃ τὰ μίση, εἰς τὸ νὰ διεγείρῃ τὰ πάθη, ἀποτελεῖ κατάχρησιν, ἀκριβῶς πλήττει τὸ Διάταγμα τῆς κατοχυρώσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος εἰσῆλθεν εἰς λεπτομερείας καὶ ἀνέφερε συγκεκριμένως τὰ ἑξῆς: «ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ Δημοκρατία πρὸς τοὺς καταδικασθέντας πολιτικοὺς καὶ διὰ ποῖον λόγον κατεγνώσθη ποινὴ κατὰ τῶν λοιδορούντων τὴν ἀπόφασιν τῶν στρατοδικῶν τὴν καταγνώσασαν τὰς κατ’ αὐτῶν ποινάς;» Ἀλλά, κύριοι, νομίζω ὅτι οὐδένα ἐξ ὑμῶν διαφεύγει ὅτι ἡ τοιαύτη ἀκριβῶς συζήτησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν ἀφετηρίαν καὶ τὸ ἔναυσμα τῆς ὑποθάλψεως τῶν πολιτικῶν παθῶν κατὰ τὸ κίνημα τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, καὶ ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἀφετηρία ἐκείνη ἔδει πρὸ παντὸς νὰ κτυπηθῇ ὑπὸ τοῦ Διατάγματος. Ἐπίσης κατεκρίθη καὶ ἐγένετο ὑπὲρ τὸ δέον λόγος ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἀπόψεως ἡ διάταξις τοῦ Διατάγματος ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται ποινὴ κατὰ τοῦ περιφρονητικῶς διαιροῦντος τοὺς κατοίκους τῆς Χώρας εἰς αὐτόχθονας καὶ ἐπήλυδας ἢ ἀποδίδοντος εἰς αὐτοὺς ἰδιότητας περιφρονητικάς. Ἀλλά, κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἂν ἔλειπε θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναπληρωθῇ καὶ δι’ ἄλλης διατάξεως τῶν κειμένων νόμων. Τόσον εἶναι βάσιμος, ὥστε ὑπάρχει ἤδη, ἐκτὸς τοῦ κειμένου τοῦ Διατάγματος τούτου, τὸ ἄρθρον 204 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου θεσπίζον τὰ ἀκόλουθα: «ὅστις διὰ γλώσσης ἢ ἐγγράφως προκαλεῖ τοὺς πολίτας εἰς ἀμοιβαίαν καταφρόνησιν καὶ ἐχθροπάθειαν τιμωρεῖται κλπ.» Τί ἄλλο, κύριοι, εἶναι ἡ τοιαύτη διάκρισις ἡ γενομένη κατὰ τὸ Διάταγμα πρὸς τὸν σκοπὸν περιφρονήσεως τῶν ἔξωθεν ἐλθόντων Ἑλλήνων, τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἐξώθησις τῶν πολιτῶν εἰς καταφρόνησιν τῶν μὲν πρὸς τοὺς δέ; Καὶ ἡ διάταξις συνεπῶς τοῦ ἄρθρου 224 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ αἱ διατάξεις ὅλων τῶν νομοθεσικῶν περιέχουσι τοιούτους περιορισμοὺς τείνοντος εἰς τὸ νὰ μὴ δημιουργῶνται μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων τῶν πολιτῶν μίση, περιφρόνησις, διαμάχαι, διαιρέσεις. Συνεπῶς καὶ ἡ τοιαύτη διάταξις εἶναι ὀρθοτάτη καὶ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως. Ἐπίσης ἐξενίσθη ὁ ἐκ Κερκύρας πληρεξούσιος διὰ τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅστις χρησιμοποιεῖ τὴν θρησκείαν πρὸς δυσφήμησιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ὑπόκειται εἰς ποινάς. Ἡ τοιαύτη ἐπίκρισις μὲ ἔκαμε νὰ ἐνθυμηθῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιον. Τῇ 7 Ἀπριλίου εὑρισκόμην ἐν τῇ ἀπέναντι ἀκριβῶς τῆς Κερκύρας Ἠπειρωτικῇ παραλίᾳ. Αἴφνης ἀντήχησαν μακρόθεν προερχόμενοι καὶ δὴ ἐκ Κερκύρας βαρεῖς κρότοι ὅπλων ἢ πυροβόλων. Οἱ Ἠπειρῶται διηρωτῶντο ἀνήσυχοι τί ἀρά γε νὰ συνέβαινεν ἐν Κερκύρᾳ. Συγχρόνως ἐλήφθη φροντὶς νὰ λεχθῇ ὑπό τινων ἐπιτηδείων ἐχθρῶν τῆς Δημοκρατίας, ὅτι ἐγένετο κατάληψις τῆς Κερκύρας ἐκ μέρους ξένων ἐπὶ τῇ ἐγκαθιδρύσει τῆς Δημοκρατίας. Ἤρχισε νὰ δημιουργῆται μεγάλη ἀνησυχία. Ἀλλὰ τί νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἦτο; Ἦσαν οἱ ἀπηρχαιωμένοι ὅλμοι χωρίων τινῶν τῆς Κερκύρας, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπανηγυρίζετο τὴν 7ην Ἀπριλίου— 25 Μαρτίου κατὰ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον— ἡ Ἐθνικὴ Ἑορτὴ καὶ ὁ Εὐαγγελισμός, τῶν ὁποίων τὴν μετατόπισιν διέταξεν ἡ τὸ θρήσκευμα ὑπονομεύουσα ἀναρχικὴ Δημοκρατία.! Κατόπιν αὐτῶν τῶν μεθόδων ἐπιτρέπεται ἡ ὑποβολὴ ἀπορίας διὰ τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ Διατάγματος; Ἐλέχθη ἐπὶ πλέον ὅτι σταματᾷ τὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας ἡ διάταξις ὅτι ὑπόκειται εἰς ποινὰς ὅστις ἐκθέτει γεγονότα ἀναφερόμενα εἰς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τῶν Γλύξμπουργ κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ ἐπισύρῃ τὴν συμπάθειαν ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλὰ μία τοιαύτη τακτικὴ τί ἄλλο θὰ ἀπετέλει, κύριοι συνάδελφοι, παρὰ ὑπονόμευσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος; Σταματᾷ, λέγουσιν, ἡ ἱστορία. Ποία ἱστορία; Τὸ Διάταγμα ἔχει ἰσχὺν προσωρινήν, δεκαετῆ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἱστορία 10 ἔτη βραδύτερον θὰ γραφῇ πολὺ ὀρθότερον παρὰ σήμερον. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι θὰ εἶναι ὁ ἐκ Κερκύρας πληρεξούσιος ὅστις δὲν θὰ παραδέχεται τὴν ἀρχὴν ὅτι αἱ δεύτεραι σκέψεις εἶναι σοφώτεραι, διότι αὐτός, ὅστις πολὺ ὀρθῶς ἐχαρακτήρισε προχθὲς τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου ὡς πολιτικὴν αὐτοκτονίαν, αὐτὸς ὁ ἴδιος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἐντελῶς ἀντίθετον γνώμην, διότι φανατικώτατα ἐπολέμησε τὸν ἀντικωνσταντινικὸν συνδυασμὸν τῆς νήσου Κερκύρας ἐκτεθεὶς ὡς Κωνσταντινικὸς ἐντὸς συνδυασμοῦ ὑποψήφιος. Δύναται λοιπὸν καλύτερον ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ συμφωνήσῃ ἐπὶ τοῦ ὅτι αἱ δεύτεραι σκέψεις εἶναι σοφώτεραι καὶ ὅτι ἡ ἱστορία ἀναμφιβόλως δέκα ἔτη βραδύτερον θὰ γραφῇ ὀρθότερον διὰ τοὺς Γλύξμπουργ παρ’ ὅσον θὰ ἐγράφετο σήμερον ἐκ μέρους τῶν ἀλαλαζόντων ἐκείνων κυμβάλων τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν γελοιοποίησιν τῆς ἰδέας τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους, τοὺς ταυτίσαντας καὶ συνυφάναντας αὐτὴν μὲ μίαν ξένην Δυναστείαν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ κουράσω ὑμᾶς, εἶμαι εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου. Πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα ἐπιθυμῶ νὰ ἐκθέσω λίαν συνοπτικῶς πρὸς ὑμᾶς ἀντιλήψεις μου τινὰς ἐν σχέσει πρὸς διατάξεις τινὰς τοῦ Διατάγματος, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν περαιτέρω ἔρευναν τοῦ Διατάγματος τούτου. Φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἐγκαθίδρυσις στρατιωτικοῦ δικαστηρίου πρὸς ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων δὲν εἶναι λυσιτελής. Τὸ ἐκδικάζειν καὶ δὴ πολιτικὰ ἀδικήματα, εἰς ὁμαλὰς τουλάχιστον περιόδους, δὲν εἶναι ἔργον στρατιωτικόν. Φοβοῦμαι δὲ μάλιστα μήπως ἡ τοιαύτη διάταξις ἔχῃ δυσμενῆ τὴν ἀπήχησιν ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι λόγοι ψυχολογικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐνέπνευσαν τὴν τοιαύτην διάταξιν. Τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἵστανται καλύτερον ὑπεράνω τῶν ἱκεσιῶν καὶ ἄλλων τοιούτου εἴδους ἐπεμβάσεων. Ἀλλὰ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια δὲν εἶναι ἁρμόδια διὰ τὴν ἐκδίκασιν πολιτικῶν ἀδικημάτων εἰς ὁμαλὰς τουλάχιστον περιόδους. Φρονῶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ὅπως ἀποφύγωμεν τὸ μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς ἀπασχολεῖ κατ’ ἀρχὴν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων καὶ νὰ θεσπίσωμεν ὡς ἁρμόδια πρὸς ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων τὰ Ἐφετεῖα, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀδίκημα τελεῖται ἐν πόλει, ἥτις τυγχάνει ἕδρα Ἐφετείου, ἢ τὰ Πρωτοδικεῖα, ἐφ’ ὅσον ἀλλαχοῦ τῆς Χώρας τελεῖται τὸ ἀδίκημα. Ἐπὶ πλέον θὰ ἐπεθύμουν τὸ Διάταγμα νὰ μὴ ὀνομασθῇ κατοχυρωτικόν, ἀλλὰ προστατευτικὸν τῆς Δημοκρατίας, ἀκριβῶς ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν στρατιωτικὴν ἐκείνην χροιάν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ προσωνυμία τοῦ Διατάγματος φαίνεται ὅτι προσδίδει εἰς αὐτό. Ἐπὶ πλέον ὅπως ἀποφύγωμεν μάλιστα καί τινα τῶν μειονεκτημάτων τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμισε προλαλήσας ἐκ Κρήτης ἀξιότιμος συνάδελφος, φρονῶ ὅτι τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ἀπειλουμένης ποινῆς ἀπὸ 6 μηνῶν δέον νὰ τὸ περιορίσωμεν εἰς 3 μῆνας, διότι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι λοιδορίαι κατὰ τοῦ πολιτεύματος προερχόμεναι ἐξ οἱωνδήποτε προκλήσεων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν δικαστικὸν τὰ μέσα ὅπως προσμετρήσῃ τὴν ποινὴν ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἀνώτατον ὅριον ἐν οὐδεμιᾷ περιστάσει δέον νὰ ὑπερβῇ τὴν διετῆ φυλάκισιν, οὐδέποτε δὲ νὰ φθάσῃ τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 150 τοῦ ἰσχύοντος Ποινικοῦ Νόμου ὅπως ἐτροποποιήθη τῷ 1837, θέλομεν εὕρει τοῦτο σημαντικῶς ἐπιεικέστερον τῶν ἀντιστοίχων διατάξεων τοῦ κατοχυρωτικοῦ. Τούτου ἕνεκα δέον νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν προσήκει εἰς τὸ δημοκρατικὸν καθεστὼς νὰ προστατεύσῃ τὰς βάσεις τοῦ νέου πολιτεύματος διὰ ποινικῶν διατάξεων τόσον ἀπεχουσῶν κατὰ τὴν αὐστηρότητα πρὸς διατάξεις μοναρχικοῦ πολιτεύματος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τότε δὲν ἐνεφανίζοντο αἱ ὁμάδες κακοποιῶν περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε καὶ ὅτι μεγαλυτέρα αὐστηρότης φαίνεται σήμερον δεδικαιολογημένη. Ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου ἑνὸς ἔτους οἷον θεσπίζεται ἐν ἄρθρῳ 150 τοῦ ἰσχύοντος Ποινικοῦ Νόμου μέχρι τῶν 10 ἐτῶν εἱρκτῆς οἷα θεσπίζεται παρὰ τοῦ κατοχυρωτικοῦ εἶναι τοιαύτη ὥστε ἢ θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀδικίας ἢ θὰ προβαίνωσι τὰ δικαστήρια εἴτε εἰς ἀθῳώσεις λόγῳ τῆς ὑπερμέτρου αὐστηρότητος τοῦ νόμου εἴτε εἰς καταδίκας τόσον αὐστηρὰς ὥστε νὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν πρόκλησιν Διαταγμάτων περὶ ἀπονομῆς χαρίτων. Ἐπὶ πλέον φρονῶ ὅτι πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ μειονεκτήματος, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται εἰς νομοθέτημα τοιαύτης φύσεως νὰ ἀναφανῇ, δέον νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ὑποχρεοῦσα τὰ δικαστήρια ὅπως αὐτεπαγγέλτως ἐπιβάλλωσι χρηματικὴν ἀποζημίωσιν εἰς βάρος τοῦ ἐκ δόλου ἢ βαρείας ἀμελείας ὑποβαλόντος σχετικὴν μήνυσιν ὑπὲρ τοῦ ἀδίκως μηνυθέντος. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον θὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἀθῴων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ γίνωσι θύματα κακοβούλου τινὸς ἐπιδιώκοντος προσωπικοὺς σκοπούς. Περαίνων, κύριοι, τὴν ἀγόρευσίν μου θὰ ἀναφέρω ἐμφαντικὸν παράδειγμα διὰ νὰ καταδειχθῇ ποία τεραστία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀντιλήψεων ἡμῶν καὶ ἄλλων Χωρῶν, τῶν ὁποίων τὸ συνταγματικὸν μοναρχικὸν πολίτευμα δὲν ἐνοθεύθη ὑπὸ πνεύματος δουλοφροσύνης. Ὁ κορυφαῖος ποινικολόγος Μαντζίνι τῆς Ἰταλίας γράφει εἰς τὸν 4ον τόμον τῆς ἑρμηνείας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ Ἰταλικοῦ Ποινικοῦ Νόμου τὰ ἑξῆς: Οἱ βασιλεῖς οὐδὲν ἔχουν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ θρόνου. Ἡ βασιλοκτονία ὁσάκις προέρχεται ἐξ εὐλόγου ἀφορμῆς εἶναι πρᾶξις δεδικαιολογημένη. Ταῦτα ἐδίδασκεν ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους καθ’ ὃν χρόνον παρ’ ἡμῖν ἐδιδάσκοντο τὰ πλέον ἀνελεύθερα τῶν ἀρχῶν, τὸ δὲ πνεῦμα τῆς δουλοφροσύνης ἐπεκράτει κατὰ τρόπον θλιβερόν, ἰδίᾳ μεταξὺ τῶν ἀνεπτυγμένων κύκλων. Ἐὰν ὑπάρχῃ αὐστηρότης ἐν τῷ Διατάγματι, αὕτη ὀφείλεται κυρίως εἰς τὰς ὁμάδας ἐκείνας τῶν ὀπισθοδρομικῶν καὶ δουλοφρόνων ἀνθρώπων οἵτινες ἀφοῦ τοσαῦτα κακὰ ἐπεσώρευσαν κατὰ τῆς ἀτυχοῦς Πατρίδος καιρὸς εἶναι νὰ τεθῶσιν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται πλέον νὰ βλάψωσιν, εἰς δὲ τὸ κακοποιὸν αὐτῶν ἔργον νὰ τεθῇ πλέον τέρμα ὁριστικόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαβίνης ἔχει τὸν λόγον.
§17Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκουράσθη καὶ ἡ κοινὴ γνώμη δυσανασχετεῖ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρτεμιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§19Β. ΑΡΤΕΜΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀντικρούσω ὡρισμένας κατηγορίας, τὰς ὁποίας ὁ πεπειραμένος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ἐξετόξευσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου. Ἀνέμενέ τις μόνον λόγους συμπαθείας ἀπὸ ἕνα πολιτευόμενον, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ συνετέλεσεν εἰς τὴν μεγάλην συμφοράν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου δὲν ἠδυνήθησαν μέχρι σήμερον νὰ ἀναπτύξωσι τὴν μεγάλην δυστυχίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὡδήγησε τὸν ἀλύτρωτον Ἑλληνισμὸν ἡ τακτικὴ αὐτῶν. Ἐπὶ δύο καὶ πλέον μῆνας διεξήχθη εὐρυτάτη συζήτησις περὶ τῆς τύχης τῆς Δυναστείας καὶ ἡμεῖς τὰ θύματα τῆς Δυναστείας εὐλαβούμενοι τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὅπως τεθῇ τέρμα ὁριστικὸν εἰς τὰς συζητήσεις καὶ ἀνοίξῃ περίοδος γαλήνης, ἀπεφύγομεν νὰ καυτηριάσωμεν τοὐλάχιστον διὰ φρασεολογίας, τὴν ὁποίαν ὠφείλομεν νὰ ἐκτοξεύσωμεν κατὰ τῆς Δυναστείας ἐκείνης, καὶ ἀπεφύγομεν καὶ ἡμεῖς νὰ δώσωμεν περισσότερον τόνον εἰς τὰς συζητήσεις ἐκείνας. Καὶ σήμερον ἔρχεται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς εἰς τὰ θύματα αὐτὰ νὰ προσάψῃ μορφήν, ὅτι ἡμεῖς ὑπονομεύομεν τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Διεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι οἱ ἐργάται καὶ οἱ πρόσφυγες μπολσεβικίζουν καὶ ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ λάβῃ μέριμναν νὰ κατοχυρώσῃ τὸ πολίτευμα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ θέσις τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου εἶναι δεινοτάτη, οὐδέποτε ὅμως ἐφαντάσθησαν οἱ πρόσφυγες νὰ διασείσωσι τὰ θεμέλια τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, διότι ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν ὅτι μόνον ὑπὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα δύνανται νὰ ἴδωσιν ἡμέρας εὐημερίας. Ἐπίσης ὁ ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ Κράτος μετέρχεται πολιτικὴν μειονεκτικὴν κατὰ τῶν ἐντοπίων καὶ ἀκολουθεῖ πολιτικὴν φιλοπροσφυγικήν· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὁ ἐκ Κερκύρας συνάδελφος διεκήρυξεν ὅτι τὸ Κράτος ἀκολουθεῖ μίαν πολιτικὴν ἡ ὁποία καθιστᾷ τὴν θέσιν τῶν προσφύγων πλεονεκτικήν. Ἂν ἐλάμβανε τὸν κόπον ν’ ἀσχοληθῇ ὀλίγον μὲ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου τούτου, θὰ ἐμάνθανεν ὅτι τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ ἐφεξῆς εἰς πλείστας ἐποχὰς διένειμε γαίας εἰς τοὺς πρόσφυγας ἐκ Κρήτης καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀγωνιστῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Κράτος ἐγκατέστησε καὶ ἐγκαθιστᾷ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Κράτος διὰ μιᾶς συνθήκης ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκαταστήσῃ τὸν προσφυγικὸν κόσμον ἐντὸς κτημάτων τὰ ὁποῖα ἐγκατέλειψαν οἱ ἀνταλλακτέοι Μουσουλμάνοι. Ἐπίσης, ἂν ἐλάμβανε τὸν κόπον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ν’ ἀναγνώσῃ καὶ τὰς τελευταίας συνθήκας, θὰ ἐμάνθανεν ὅτι ὁ προσφυγικὸς κόσμος διαμένει ἐν Ἑλλάδι δυνάμει διεθνοῦς πράξεως τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ Ἑλλάς. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ πολιτικὴ ἡμῶν τῶν προσφύγων πληρεξουσίων συμπίπτει μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς ὁλότητος τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως. Ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν πολιτικὴν ἐναντίον τῶν γηγενῶν. Θέλομεν ἁπλῶς νὰ λυθῇ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα σύμφωνα μὲ τὰ συμφέροντα καὶ τοὺς πόθους ὅλου τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ. Ἂν ὑποφέρομεν σήμερον, ἐλπίζομεν ὅτι αὐτὸ εἶναι παροδικόν. Συντόμως θὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Τόπου καὶ ὅποιος ρίψῃ ἓν βλέμμα ἀμερόληπτον βλέπει τὴν ἰδικήν μας ἐνεργητικότητα νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Τόπου. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποκρούσω ὅλας τὰς κατηγορίας αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετικὸν Διάταγμα περιέχει μίαν διάταξιν ὄντως πολὺ σοφήν, διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπει συζήτησιν περὶ γηγενῶν καὶ προσφύγων. Εἶναι καιρὸς νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀνιαρὰν αὐτὴν συζήτησιν. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀρχίσουν ἡμέραι ἐθνικῆς εὐημερίας δι’ ἐντατικῆς ἐργασίας, διότι αὐτὴ ἡ συζήτησις εἰς τίποτε ἄλλο δὲν συντελεῖ παρὰ εἰς τὴν καταστροφήν. (Χειροκροτήματα).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§21Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν, κ. Πρόεδρε, θεωρῶ περιττὸν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε προχθὲς ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ Διατάγματος τούτου ἀφορᾷ κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν, συσταθησομένην ἐντὸς ὀλίγου. Ἂν ὁ ἐκ Κερκύρας πληρεξούσιος ἦτο παρών, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τῷ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς ἕνα ὡρισμένον ὑπαινιγμόν, τὸν ὁποῖον ἐποιήσατο περὶ ἀνθρώπων, περὶ πληρεξουσίων παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ φερόντων εὐθύνας δι’ ὡρισμένας καταδικαστικὰς ἀποφάσεις λαβούσας χώραν ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι σήμερον. Λόγῳ τῆς ἀπουσίας του θεωρῶ περιττὸν καὶ εἰς τοῦτο ν’ ἀπαντήσω.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§23Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθησαν ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ κατοχυρωτικοῦ δὲν ἐδίστασε νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ παραπέμψῃ αὐτὸ εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετασθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι προδίδει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν εἰς τὴν θέσπισιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τὸ ὁποῖον ἐτέθη—ἢ μᾶλλον δὲν ἐτέθη—ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Δὲν θὰ ἰσχυρισθῶ ἐγὼ ὅτι ἡ Συνέλευσις, ὅταν ἔδιδεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐντολὴν ὅπως κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, ἐνόει ὅτι εἰς τὴν ἐντολὴν ταύτην δὲν περιελαμβάνετο καὶ ἡ ἄδεια ὅπως προβῇ αὕτη εἰς τὴν λῆψιν το μέτρου αὐτοῦ. Θὰ ὑπενθυμίσω ἁπλῶς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἄλλοτε ὑπῆρξαν ἀμείλικτοι πολέμιοι τῆς ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήριζον ὡς ἀντισυνταγματικὰ καὶ κοινοβουλευτικῶς ἀντικανονικά.
§24ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Πότε;
§25Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κατὰ τὸ 1911, ὅτε ἐγεννήθη ἡ συζήτησις ἐπὶ ζητήματος τοιούτου ἁθρόας ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τόσον ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεστηρίξατε τὴν νομικὴν ταύτην θεωρίαν.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὴν ὑποστηρίζομεν ἀκόμη, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐδήλωσα ὅτι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐξουσιοδότησις τῆς Συνελεύσεως, ἡμεῖς θὰ ἐπροβαίναμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, διότι ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι ὑπὲρ τούτου ἀνάγκη, καὶ ἀναλαμβάνομεν πλήρη τὴν εὐθύνην, ἕως τώρα δὲ ὅλαι αἱ ἐπικρίσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δὲν ἐγένοντο διὰ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἂν ἠθέλετε νὰ ἐπικρίνετε τὴν Κυβέρνησιν ἠμπορεῖτε νὰ ὑποστηρίξετε ἂν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, ἂν ἦτο παράτυπον νὰ τὸ παραλείψετε, διότι ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε ἐξουσιοδότησις—ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ὑπάρχει — πάντως θὰ ἐξεδίδομεν τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα.
§27Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀπολύτως καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἡ ὁποία ἐπέβαλλε τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ, τὴν ἀνυπαρξίαν δὲ ταύτης ἀκριβῶς ἐγὼ ὑποστηρίζω, καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἀνυπαρξίαν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν ἐφηρμόσθη, διότι ἀσφαλῶς δὲν συνέτρεχε καὶ περίπτωσις ἐκδόσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελον σημειωθῆ ἐκδηλώσεις κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ὑπῆρχον οἱ κείμενοι νόμοι τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ τῶν ὑπαιτίων, οἱ κείμενοι νόμοι οἱ ὁποῖοι προβλέπουν καὶ τὸ ἀδίκημα τῆς προσβολῆς τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος καὶ τὸ ἀδίκημα τῆς συνωμοσίας διὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ κατοχυρωτικοῦ. Ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη ἀφορμή, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ κινήσῃ κατὰ τῶν τυχὸν ὑπαιτίων τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην διάταξιν τοῦ κειμένου Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ ἀναπτύσσων τὰς ἀντιλήψεις ταύτας, κ. συνάδελφοι, δὲν παρασύρομαι, ἀπὸ τυπικὰς καὶ θεωρητικὰς ἀπόψεις. Ἐμμένω ἀκραδάντως εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι εἶναι λίαν κινδυνώδης ἡ ἔκδοσις Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Εἶναι κινδυνώδης καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς, ὁ κοινοβουλευτικὸς δὲ ἔλεγχος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Διατάγματος ἀποδεικνύει ὅτι κατηρτίσθη τοῦτο λίαν ἀμελετήτως καὶ λίαν ἐπιπολαίως. Διότι ὑπάρχουσι διατάξεις αἱ ὁποῖαι καθιερώνουσι ποινὰς αὐστηροτάτας διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐδεμίαν λογικὴν δύνανται νὰ ἀποτελέσουν ἀδικήματα, δι’ ἔλεγχον λ. χ. ἀποφάσεων δικαστηρίων μὴ ὑφισταμένων. Διότι αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν, δὲν ὑφίστανται, ἔχουσι καταργηθῆ. Καὶ δὲν δύναμαι ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ ἐννοήσω τίνι ποτὲ τρόπῳ δύναται νὰ τιμωρηθῇ μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον δύο μηνῶν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὄχι θὰ προσβάλλῃ, ὄχι θὰ χλευάζῃ, ὄχι θὰ λοιδορῇ, ἀλλ’ ἐὰν θὰ ἀποδοκιμάζῃ ἁπλῶς ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἀπεδοκιμάσθησαν ἤδη ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας καταργησάσης αὐτάς. Διότι ἡ Πολιτεία, κ. συνάδελφοι, εἶναι ἑνιαῖον πρόσωπον καὶ δὲν δύναταί τις σοβαρῶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, ἐπειδὴ κατηργήθησαν ἀπὸ τοῦτο καὶ ὄχι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ καθεστώς, ὑφίστανται πράγματι. Ἂν δὲ ὑπάρχωσιν ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι δύνανται συζητούμεναι καὶ σχολιαζόμεναι νὰ ἐξάπτωσι καὶ νὰ διαιρῶσι τὸν Λαόν, εἶναι αἱ ἀποφάσεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰς μεγάλας καταδίκας τῶν πολιτικῶν. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κ. συνάδελφοι, ὅτι οὔτε αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ ὑφίστανται, διότι καὶ αὐταὶ κατηργήθησαν διὰ τοῦ Διατάγματος περὶ ἀμνηστίας καὶ περὶ ἀναστολῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον πάντα τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα καὶ τὰ κοινὰ ἀκόμη τὰ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν ἠμνηστεύθησαν, καὶ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ 2ου ἄρθρου αὐτοῦ πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις αἱ ἐκδοθεῖσαι ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν κατηργήθησαν. Καὶ ἐρωτῶ ἐγώ: Εἶναι λογικόν, ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς στοιχειώδεις περὶ δικαίου ἀντιλήψεις, ἡ καθιέρωσις ποινικῆς κυρώσεως, διὰ πρᾶξιν ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ ἀδίκημα, ἡ ὁποία δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως τοιαύτης ὥστε νὰ παραβλάψῃ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἰδία Πολιτεία ἀμνηστεύουσα τὰς ἀποφάσεις καὶ καταργοῦσα αὐτὰς τὰς ἀποδοκιμάζει ἐκ τῶν ὑστέρων; Δὲν δύναται δὲ διὰ τοῦτο λογικῶς καὶ νομικῶς πρωτότυπον ἀδίκημα ἡ ἰδία Πολιτεία νὰ τιμωρῇ ἰδίᾳ ἐκείνους τοὺς μικρούς, τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται νὰ ὑποπέσωσιν εἰς αὐτό. Διότι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. συνάδελφοι, νὰ διεκδικήσω μίαν μικρὰν πεῖραν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν τῶν ἐξαιρετικῶν τῶν θεσπιζόντων ἰδιώνυμα ἀδικήματα, καὶ ἐξ αὐτῆς ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως ἕνα πικρὸν δίδαγμα τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, διὰ νὰ μὴ τονίζωμεν μετὰ περισσῆς εὐκολίας ὅτι καὶ τότε ἐτιμωρήσαμεν μόνον τοὺς ἀντιδρῶντας κατὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, καὶ κατεδικάσαμεν πάντας δικαίως, καὶ κατεδιώξαμεν μόνον τοὺς ἀντιστρατευομένους εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν προσπάθειαν. Ὄχι. Κατὰ τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσθη ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος, διεπράχθησαν πλεῖσται ὑπερβολαί, ἀσύγγνωστοι ὑπερβασίαι, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσιν ὅτι τὰ μέτρα τὰ ἀνελεύθερα δὲν δύνανται νὰ τὰ εὐνοῶσιν οὔτε αὐτοὶ οἱ ἐφαρμόζοντες αὐτά. Καὶ εἶναι τόσον κινδυνώδης ἡ ἐφαρμογή των διότι τὴν ἔννοιαν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου καὶ τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους ἀκόμη ἐν Ἑλλάδι θεωροῦσι περιέχουσαν τὴν κατάργησιν πάσης ἐλευθερίας. Συνέπεσεν εἰδικῶς ν’ ἀκούσω ἀνώτερον ἀστυνομικὸν διατάσσοντα καὶ ἐνεργοῦντα πυρπολήσεις οἰκιῶν ἰσχυριζόμενον ὅτι τὰς προβλέπει ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος. Τὰς τοιαύτας δὲ παρεκτροπὰς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀπὸ γενικωτέρας τόσον ἠθικῆς ὅσον καὶ πολιτικῆς ἀπόψεως, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ ἀποδοκιμάσωμεν. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει ἐξακολουθητικῶς νὰ βαδίζωμεν εἰς τὴν ἰδίαν γραμμὴν καί τι πλέον, ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅπως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κούνδουρος, νὰ θλιβώμεθα καὶ μετανοῶμεν, διότι δὲν ἠκολουθήσαμεν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ἀπολύτως ἀδιάλλακτον τακτικήν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὕτη, ἀλλά, καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἐπέτρεπε τὸ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὀρθῶς λοιπὸν προυτιμήθη τότε τὸ σύστημα τὸ ἀνάμικτον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ τότε Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ. Ἦτο ἐπιβεβλημένον τοῦτο ἐκ τῶν περιστάσεων αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον τὸν συγκερασμὸν τῶν ἄκρως αὐστηρῶν ἀντιλήψεων πρὸς τὰς ἐπιεικεῖς καὶ μετριοπαθεῖς τοιαύτας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν εἰδικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν καθαρῶς δικαστικὰ μέτρα, ἀλλὰ μετεῖχον καὶ πολιτικῆς χροιᾶς, διότι τὰ σχετικὰ ἀδικήματα ἦσαν τοιαύτης φύσεως ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἐπιεικεστέρα κρίσις καθ’ ἧς ἐξανίσταται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ κατὰ τῆς ὁποίας ἀσφαλῶς θὰ ἤμην καὶ ἐγώ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κοινῶν ποινικῶν ἀδικημάτων. Ἐπερωτῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς σχετικῆς συζητήσεως, ἐπὶ τοῦ παρ’ αὐτῆς ἐκδοθέντος Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἀναστολῶν, παραγραφῶν καὶ ἀμνηστίας τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων θέλω ὑποβάλει ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ καταδείξω ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἐγκληματιῶν οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ διασείομεν τὸ Κράτος ἐκ βάθρων, διότι ἐνισχύομεν τὴν ἰδέαν τῆς ἀτιμωρησίας. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε καταρτίσασα τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, καταρτίσασα συγχρόνως αὐτὸ κατὰ τρόπον λίαν ἀβασάνιστον καὶ ἀμελέτητον, θὰ παρετήρουν δ’ ἐπ’ αὐτοῦ, κυρίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν πιθανῶς μετασχόντα εἰς τὴν κατάρτισίν του, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι ἀβασάνιστον ὥστε νὰ δημιουργῇ ἀδίκημα, διατί, νομίζετε; Διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἀποδοκιμασίαν δικαστικῶν ἀποφάσεων τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰ πολιτικὰ γεγονότα τῶν τελευταίων ἐτῶν, καθ’ ὅσον τιμωρεῖταί τις καὶ ὅταν ἐλέγξῃ δικαστικὴν ἀπόφασιν, δι’ ἧς κατεδικάσθη τις διὰ πᾶσαν παράβασιν τοῦ στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1917 καὶ ἐντεῦθεν. Δηλαδή, κατὰ τὸ σοφὸν αὐτὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται ὡς κατοχυρωτικὸν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, δὲν δύναταί τις λόγου χάριν νὰ ἐπιδοκιμάσῃ ἢ νὰ ἀποδοκιμάσῃ δικαστικὴν ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας εἴτε κατεδικάσθη εἴτε ἀπηλλάγη τις κατηγορούμενος ἐπὶ πλαστογραφίᾳ περὶ τὴν στρατιωτικὴν διαχείρισιν ἢ ἐπὶ κλοπῇ. Ἡ σχετικὴ διάταξις ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ τερατῶδες ἀβλέπτημα τοῦ νομοθετήματος μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσω τὸ λεχθὲν ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ ἔλαβον μέρος νεαροὶ σπουδασταὶ Γερμανομαθεῖς, εἰς τὰ φῶτα τῶν ὁποίων ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὤφειλε, διὰ τὸ κατεπεῖγον, νὰ προσφύγῃ, ὡσεὶ ἓν ὁλόκληρον νομοθετικὸν Σῶμα δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοὺς ἁρμοδίους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐχρειάζετο νὰ τὴν βοηθήσωσιν εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ. Ἡ κατεσπευσμένη λοιπὸν κατάρτισις αὐτοῦ δὲν προσεπόρισεν εἰμὴ πολιτικὴν ζημίαν εἰς τὴν ὅλην κατάστασιν, ἣν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν. Ἡ παραχθεῖσα ἐντύπωσις ἐκ τῆς ἱδρύσεως εἰδικοῦ στρατοδικείου πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ δημοσιογραφικὸς θόρυβος καὶ ἡ σχετικὴ ἐκμετάλλευσις δὲν ἀπέβη εἰμὴ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ καθεστῶτος. Ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος, ὡς ἐλέχθη καὶ πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διδάσκει ὅτι περὶ τῆς στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης εἶχε γενικῶς δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ Δικαιοσύνης, ἀλλὰ περὶ συστήματος μὴ λειτουργοῦντος κατὰ τοὺς νόμους. Εἶχεν αὕτη παρασταθῇ ὡς ἀγρία ἐκδικήτρια, κινουμένη ἐξ αὐθαιρέτων πολιτικῶν ἐμπνεύσεων, μὴ δικάζουσα κατὰ τὴν Δικονομίαν καὶ τυφλῶς τιμωροῦσα πάντα ἀντίπαλον. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ συκοφαντία αὕτη ἀπετέλεσε σπουδαῖον ὅπλον τῆς ἀντιπάλου πολιτικῆς ἀντιδράσεως, κατέστη δὲ δυσχερής, ἂν μὴ ἀδύνατος, ἡ ἐξουδετέρωσις τῆς παρὰ τῷ Λαῷ ἐκ τῆς συκοφαντίας ταύτης παραχθείσης ἐντυπώσεως, καθόσον ἐπιμελῶς ἐκαλλιεργήθη αὕτη ἀπὸ τοὺς ἀδιορθώτους ἱεροφάντας τῆς δημαγωγίας, πρὸς οὓς μολαταῦτα ἐρωτοτροπεῖ ἡ Κυβέρνησις ζητοῦσα ν’ ἀνυψώσῃ εἰς τὰ ἀξιώματα τῶν γερουσιαστῶν, ἵνα, ὡς φαίνεται, δι’ αὐτῶν, δι’ ὧν τὰ φαῦλα γεγονόσι, ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐξυγίασις τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου. Συνιστᾶται λοιπὸν καὶ πάλιν στρατοδικεῖον καὶ περιφρονεῖται ἡ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ψυχολογίας σπουδαιοτάτη αὕτη ἀντικειμενικὴ ἀντίληψις ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη τὸ κυριώτερον κεφάλαιον τῆς ἐπὶ τυραννίᾳ κατὰ τοῦ Βενιζελισμοῦ διατυπουμένης κατηγορίας. Θὰ παρασχεθῇ οὕτως ἡ εὐκαιρία εἰς τοὺς ἀντιπάλους νὰ ἀλαλάζουν καὶ νὰ διαμαρτύρωνται ὅτι διατελεῖ ἐν διωγμῷ ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως, τῆς ὁποίας τὴν ἔννοιαν ἔχουσιν ἀληθῶς κατὰ τρόπον οἰκτρὸν παραχαράξει. Ἡ ἵδρυσις ἐξ ἄλλου ἑνὸς μόνον στρατοδικείου ἐν Ἀθήναις θέλει δημιουργήσει ἐξαιρετικὰς δυσχερείας διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν σχετικῶν ὑποθέσεων. Διότι, ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν ἡ πρᾶξις τελεσθῇ εἰς ἀπομεμακρυσμένον μέρος, εἰς τὴν Κοζάνην ἢ τὰ Ἰωάννινα, θ’ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος ἡ προσέλευσις μαρτύρων ὑπερασπίσεως καὶ ἡ δίκη θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει καταθέσεων μαρτύρων ἐξ ἐκείνων τῶν ὁποίων τὴν συνήθη καὶ ἀθρόαν ἐμφάνισιν δυστυχῶς οἱ μεταβατικοὶ οἱ ἀνελεύθεροι καθεστωτικοὶ νόμοι ὑποθάλπουν καὶ καλλιεργοῦν καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ πεῖρα διδάσκει ὅτι ἡ Δικαιοσύνη ἔχει πᾶσαν ὑποχρέωσιν νὰ προδιατίθεται μετ’ ἀπολύτου ἐπιφυλακτικότητος. Εἶναι οἱ λεγόμενοι φρουροὶ τῶν καθεστώτων, οἱ ὁποῖοι θὰ σπεύσουν πάλιν αὔριον νὰ καταγγείλουν τὸν ἐξ ἄλλων λόγων προσωπικόν των ἐχθρὸν ἐπὶ παραβάσει τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος καὶ νὰ μαρτυρήσουν.
§28Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς κίνδυνος.
§29Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτὸς καὶ τὸν κίνδυνον αὐτὸν ἀποδεικνύω εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§30Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ τεχνικὴ διασκευὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐμφανίζεται κίνδυνος.
§31Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀκριβῶς ἡ τεχνικὴ διασκευὴ δημιουργεῖ μυρίους κινδύνους παρεξηγήσεων καὶ καταστρατηγήσεων τοῦ νόμου.
§32ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ὁ Λαὸς θέλει τὸ πολίτευμά του.
§33Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀσφαλῶς ὁ Λαὸς θέλει τὸ πολίτευμά του καὶ θὰ τὸ προστατεύσῃ, διότι τὸ ἐκύρωσε διὰ καταπληκτικῆς πλειοψηφίας, καὶ τὸ ἐπιχείρημά σας ἀποβαίνει κατὰ τῆς ἀπόψεώς σας, διότι τὴν ἑπομένην τῆς κατοχυρώσεως τοῦ πολιτεύματος παρὰ τοῦ Λαοῦ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη εἰδικῆς κατοχυρώσεως μετὰ τόσου θορύβου καὶ δημιουργίας διατάξεων ποινικῶν πρωτοτύπων, διότι ὁ ἔλεγχος λ. χ. ἀποφάσεων δικαστικῶν οὐδέποτε δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀδίκημα. Ἄν δὲ ἠθέλετε νὰ τιμωρήσητε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουν τὰ δικαστήρια τὰ ἐκδώσαντα τὰς γνωστὰς ἀποφάσεις, εἴχετε τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, αἱ ὁποῖαι προβλέπουσι περὶ τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα περιέχει καὶ ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ διερμηνεύουν τὰς ὀρθὰς καὶ ἐμπνευσμένας ἀπόψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐζήτησε τὴν αὔξησιν τῶν ποινῶν τῆς λιποταξίας καὶ τῶν συναφῶν ἀδικημάτων. Πλήττουσιν αἱ διατάξεις αὗται τὴν παρότρυνσιν πρὸς λιποταξίαν. Ἀλλ’ τίς ἡ ἀνάγκη τῆς θεσπίσεως νέων εἰδικῶν διατάξεων, ὅτε ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον 775 περὶ τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας καὶ ἡσυχίας τῆς Χώρας, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ σοφὸς νομοθέτης ἀντέγραψε καὶ μετέφερεν αὐτάς; Καὶ ἐν σχέσει πρὸς μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ νομοθετήματος, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἀξιοτίμων προσφύγων πληρεξουσίων, χωρὶς νὰ συμφωνῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ζαβιτσιάνον εἰς τὰς γενικωτέρας σχετικὰς ἀντιλήψεις, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἀντὶ νὰ περιορίσῃ τὸ κακὸν τῆς διαιρέσεως μεταξὺ τῶν γηγενῶν καὶ τῶν προσφύγων, φοβοῦμαι μήπως δημιουργεῖ κίνδυνον αὐξήσεως τῆς διχοστασίας αὐτῆς, τῆς ὁποίας εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ὀξύτης ὀφείλεται εἰς τὴν σατανικὴν καὶ καταχθόνιον προπαγάνδαν τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν πολιτικῶν αὐτῆς σκοπῶν δὲν ἐδίστασε νὰ προσβάλῃ καὶ διαρρήξῃ καὶ τοὺς δεσμοὺς τῆς ἐθνικῆς μας ἀλληλεγγύης καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ ἀδελφοὺς πρόσφυγας ὡς ξένους, διὰ νὰ κηρύξῃ κατ’ αὐτῶν ἀληθῆ διωγμὸν ὡσεὶ νὰ μὴ ἤρκει ὁ διωγμὸς τὸν ὁποῖον ὑπέστησαν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Ἔθνους· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τοῦτο ἔχει βαθύτερα καὶ ψυχολογικὰ καὶ οἰκονομικὰ αἴτια, ἐξεδηλώθη δὲ καὶ ἄλλοτε εἰς λίαν παρῳχημένην ἐποχήν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ φιλοσοφῶμεν ὅταν νομοθετῶμεν, διὰ νὰ μὴ ἀναθέτωμεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην τὴν λύσιν τοιούτων ζητημάτων, ἥτις, σὺν τῷ χρόνῳ, αὐτομάτως θὰ ἐπέλθῃ. Εἶναι καιρός, κύριοι, νὰ ἀφήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην ἄτρωτον καὶ ἄθικτον, μὴ καθιεροῦντες διατάξεις ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων εἶναι ἀναπόφευκτος ὁ κίνδυνος παρεξηγήσεων καὶ παρερμηνειῶν. Πρέπει νὰ μὴ λησμονῆται ὅτι οἱαδήποτε ἀπόφασις δικαστηρίου ἵνα ᾖ σεβαστὴ πρέπει νὰ πείθῃ, διότι ἡ Δικαιοσύνη δικάζουσα καὶ καταδικάζουσα ὀφείλει νὰ πείθῃ, νὰ ἱκανοποιῇ δηλαδή, κατὰ τὸ δυνατόν, τὸ κοινὸν αἴσθημα τοῦ δικαίου.
§34Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§35Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἔχουν σημασίαν. Ἡ στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη φέρει τὸ βάρος τῆς κατηγορίας ἔστω καὶ ἀδίκου ὅτι δὲν ἦτο Δικαιοσύνη. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ σπουδαίως τοὺς καλουμένους ὅπως ἐφαρμόσωσι τὸ κατοχυρωτικὸν στρατιωτικοὺς δικαστάς, καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτοὺς ἀντὶ τῆς προσδοκωμένης ἐξαιρετικῆς αὐστηρότητος, δι’ ἣν καὶ ἡ εἰς αὐτοὺς ἀνάθεσις τῆς ἐφαρμογῆς, ἐπιείκειαν πρὸς ἀπόσεισιν τῆς κρατούσης κατ’ αὐτῶν προκαταλήψεως. Καὶ ἐνῷ θὰ ὑπάρχῃ γενικῶς ἡ ἐντύπωσις τῆς αὐστηρᾶς διώξεως, ἐν τῇ πραγματικότητι, διὰ λόγους ἀφορῶντας εἰς τὴν ψυχολογίαν τῶν δικαστῶν τῆς στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, ἡ δίωξις δὲν θὰ ἱκανοποιῇ τὰς προσδοκίας τῶν ἐμπνευσθέντων τὴν θέσπισιν τῶν κατοχυρωτικῶν αὐτῶν μέτρων.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Πιστεύομεν ὅτι μόνη ἡ ὕπαρξις τοῦ κατοχυρωτικοῦ νόμου καὶ ἡ ἵδρυσις τοῦ εἰδικοῦ στρατιωτικοῦ δικαστηρίου θὰ συντελέσουν νὰ μὴ ἐμφανισθῇ περίπτωσις ἐφαρμογῆς του.
§37Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἄν πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἀπειλήν, δὲν θὰ εἶχον ἴσως σπουδαίας ἀντιρρήσεις. Ἀλλὰ καὶ πάλιν φοβοῦμαι ὅτι ἡ ὕπαρξις θὰ παρέχῃ λαβὴν εἰς διατύπωσιν κατηγορίας ἐπὶ τυραννίᾳ διὰ τῆς συστάσεως στρατοδικείων. Διότι εἶναι πράγματι περίεργος ἡ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ἀντίληψις τοῦ κοινοῦ. Συνέπεσεν εἰς τὸ παρελθὸν κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια, δικάσαντα ἀδικήματα δικασθέντα ἐπίσης παρὰ στρατοδικείων, νὰ ἐπιβάλωσιν αὐστηροτέρας ποινὰς καὶ ἐν τούτοις ἡ κατακραυγὴ ἐστράφη ἀποκλειστικῶς κατὰ τῶν στρατοδικείων. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς θὰ ἐφρόνουν ὅτι δύνασθε νὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ — ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς ταύτην —εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ὅταν ὑποστῇ τοῦτο τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις οὕτως ὥστε νὰ καθίσταται δικαστικῶς δυνατὴ ἡ ἐφαρμογή του, φρονῶ ὅτι δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτήν, τῆς προβαλλομένης δικαιολογίας τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς κοινῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοιούτων καθηκόντων φρουρήσεως τοῦ καθεστῶτος, καθ’ ἣν δῆθεν ἐκ τῆς ἀσκήσεως αὐτῶν κινδυνεύει νὰ φθαρῇ, μὴ οὔσης σοβαρᾶς, καθόσον ἀνατίθεται εἰς αὐτὴν ἡ ἐκδίκασις καὶ ἄλλων ἀδικημάτων συνδεομένων μὲ τὸ καθεστώς, ὡς τῆς ἐξυβρίσεως Ἀρχῆς κλπ. Καὶ ὅταν προβάλλεται τοιοῦτος κίνδυνος φθορᾶς τῆς τακτικῆς Δικαιοσύνης ἐκ τοιούτου ἔργου ὁμολογεῖται ὅτι καὶ ἡ στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη φθείρεται, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ἐγὼ ὅτι ἡ συναίσθησις τῆς τοιαύτης φθορᾶς ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν δικαστῶν δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἐγγύησιν ὀρθῆς ἐκπληρώσεως τῶν τοιούτων καθηκόντων των.
§38Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ βγάλωμεν ἕνα Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀμνηστεύσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀδικήματα αὐτὸ θὰ σᾶς ἱκανοποιεῖ καλύτερον.
§39Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σᾶς πληροφορῶ, κ. συνάδελφε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν ἤδη νὰ ἐκδώσῃ ἕνα θαυμάσιον Διάταγμα ἀμνηστίας καὶ ἀναστολῶν καὶ διὰ τὰ κοινὰ ἀδικήματα. Δὲν ἰσχυρίζομαι ἐγὼ ὅτι δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο κατ’ ἀρχὴν ἡ θέσπισις εἰδικῶν διατάξεων προστατευτικῶν τοῦ νέου πολιτεύματος.
§40Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἄλλο λέτε;
§41Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Λέγω ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐλήφθησαν τὰ μέτρα ταῦτα καὶ καθ’ ὅσον διετυπώθη τὸ σχετικὸν νομοθέτημα παρέχει λαβὴν εἰς ἐκμετάλλευσιν, ἀλλὰ καὶ δημιουργεῖ σπουδαίους κινδύνους ἀδικιῶν καὶ παρερμηνειῶν.
§42Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους τίνων;
§43Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ κληθῶσι νὰ τὸ ἐφαρμόσωσι καὶ θὰ συναντήσωσιν ἐξαιρετικὰς δυσχερείας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις τιμωρεῖ καὶ τὸν ἀποδοκιμάζοντα ὁπωσδήποτε ἐκεῖνον ὅστις ἐξεδήλωσε διάθεσιν νὰ προσβάλῃ τὸ καθεστώς.
§44Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξεχάσατε τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς θρησκείας πρὸ τοῦ δημοψηφίσματος;
§45Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν τὴν ἐξέχασα ἐγώ. Ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐξέχασεν, ἡ ὁποία ἔσπευσε τὴν ἑπομένην τοῦ δημοψηφίσματος νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑπονοεῖτε καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε θὰ τιμωρηθῶσιν ἐπὶ παραβάσει τοῦ κατοχυρωτικοῦ, διὰ νὰ συμβῇ δυστυχῶς καὶ πάλιν ὅ,τι συνέβη καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἤτοι νὰ τιμωρῶνται οἱ μικροί, οἱ παραπλανώμενοι, καὶ νὰ μένωσιν ἀσύδοτοι οἱ παραπλανῶντες. Ἐμμένω λοιπὸν εἰς τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ὡς εἶναι κατηρτισμένον, καὶ εἶναι ἀπολύτως ἐνδεδειγμένη ἡ ἀνάγκη τῆς ριζικῆς τροποποιήσεως αὐτοῦ. Ἰδιαιτέρως φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀπάλειψις τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικῆς προστασίας τῶν ἐκπληρωσάντων τὸ καθῆκον αὐτῶν δικαστῶν, ὧν ἡ πρᾶξις ὑπόκειται πάντοτε εἰς ἔλεγχον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἀπεδεχόμην ὁποιονδήποτε ἔλεγχον τοῦ δικαστικοῦ μου ἔργου.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τοὺς δικαστάς, κύριε συνάδελφε. Ἐσκέφθημεν νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς μεγάλης κυρίως πολιτικῆς δίκης, διότι ἐνομίσαμεν καὶ νομίζομεν ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς δίκης ταύτης μόνον τὰ πάθη δύναται νὰ ἐξάπτῃ καὶ τίποτε ἄλλο.
§47Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καταφέρεσθε κατὰ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ὑπομνήσω, διότι ἴσως κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε τὸν νόμον, ὅτι ἤδη ὑπάρχουν τεθειμέναι διατάξεις ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπουν τὸν σχολιασμὸν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων.
§48Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὄχι τὸν σχολιασμόν, κ. συνάδελφε, τὸν χλευασμὸν μόνον ἀπαγορεύουν. Δὲν ἀμφισβητῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τοῦτο ἀπεβλέψατε ὑμεῖς νὰ κλείσητε δηλαδὴ πᾶσαν πηγὴν διαιρέσεως καὶ ἐξάψεως τῶν παθῶν. Ἐκφράζω μόνον ἐνδοιασμοὺς ὡς πρὸς τὸν τρόπον ὃν ἐξελέξατε, διότι δὲν λησμονῶ ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν αἱ διώξεις καὶ αἱ καταδίκαι ἐπὶ δυσμενείᾳ κατὰ τοῦ καθεστῶτος παρεῖχον τὴν εὐκαιρίαν πανηγυρικῶν ἀντικαθεστωτικῶν ἐκδηλώσεων διὰ συγκεντρώσεων εἰς τὰ ἀκροατήρια τῶν στρατοδικείων καὶ ἐναγκαλισμῶν τῶν καταδικαζομένων ὡς μαρτύρων καὶ ἡρώων, θὰ ἀπεδεχόμην δι’ αὐτὸ μόνον εἰδικὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν πρὸς προστασίαν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἐκδικαζομένου τοῦ σχετικοῦ ἀδικήματος παρὰ τῶν κοινῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ἄνευ τῶν ἄλλων διατάξεων καὶ ἰδίᾳ τῶν ἀφορωσῶν τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις.
§49Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Φαίνεσθε ὡς νὰ ἀγνοῆτε τί συμβαίνει ἐδῶ πέρα κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον. Θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόρροια μιᾶς ἱστορικῆς περιόδου, ἡ ὁποία ἔχει ὡρισμένας ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ὅλαι κατέληξαν εἰς μίαν καταστροφήν. Διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ μία τοιαύτη καταστροφὴ πλέον εἰς τὸν Λαόν μας καὶ εἰς τὸ Ἔθνος μας εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐπανάληψιν ἐκείνων τῶν ἐκδηλώσεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐπικίνδυνοι. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατεδικάσθησαν ὑπὸ Στρατοδικείων ἄνθρωποι ἐπὶ παραδόσει στρατιωτικοῦ καθήκοντος καὶ ὅτι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐγένοντο ἐκθειασμοὶ ὡς ἡρώων, ἀνηγέρθησαν στῆλαι ἀναθηματικαὶ εἰς αὐτούς, ἔδωσαν τὸ ὄνομά των εἰς ὁδούς, καὶ εἴπομεν τότε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ἐξηχρείωσαν πλέον τὸν στρατευόμενον Λαὸν καὶ ὑπῆρξαν οἱ συντελεσταὶ τῆς προδοσίας καὶ τῆς καταστροφῆς. Εἴπομεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἑνώνει τὴν προσπάθειαν τοῦ Ἔθνους ἵνα ὁρμήσῃ πρὸς τὴν πρόοδον, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ αἴσχη αὐτά. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτιολογία.
§50Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀλλὰ δὲν ἀπηντήσατε εἰς ὅ,τι σᾶς εἶπον περὶ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι κατηργήθησαν. Αὐτὰς εἶχον ἐγὼ νὰ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις. Αἱ λαϊκαὶ μᾶζαι ἔχουν ἡσυχάσει καὶ ἔχουν ἑνωθῆ ψυχικῶς. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεχίζουν ἀκόμη τὴν διαίρεσιν εἶναι οἱ ἔχοντες πολιτικὸν συμφέρον ἐκ τῆς παρατάσεως αὐτῆς. Εἶναι οἱ ὑποκρινόμενοι ὅτι ἀναγνωρίζουσι τὸ πολίτευμα καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπονομεύουσι τεχνηέντως αὐτό. Πρὸς αὐτοὺς ἀστόχως ἐρωτοτροπεῖτε νομίζοντες ὅτι ἐπιτυγχάνετε τὴν συμφιλίωσιν. Ἀλλὰ προσέξατε μήπως καὶ πάλιν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κατοχυρωτικοῦ δημιουργήσωμεν νέα θύματα ἐκ τοῦ Λαοῦ. Δι’ αὐτὸ ζητῶ ὅπως ἀναστείλητε τὴν ἐφαρμογήν του καὶ τροποποιήσητε αὐτὸ κατὰ τρόπον παρέχοντα τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πράγματι θ’ ἀσφαλίζουν τὸ πολίτευμα καὶ τὴν γαλήνην τοῦ Λαοῦ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαργέντας ἔχει τὸν λόγον.
§52Α. ΔΑΡΓΕΝΤΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πληρεξούσιος, ἀποβαλὼν τὸν παλαιὸν συντηρητικὸν ἄνθρωπον καὶ πολιτικὸν ἄνδρα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Συνέλευσιν, δὲν παρέλιπεν, ἐν διαστήματι ἐλαχίστων ἡμερῶν, περίστασιν χωρὶς νὰ ἐκδηλώσῃ μετ’ ἀπροσδοκήτου ὁρμῆς καὶ ἐπιθετικότητος τὰς πολιτικὰς καὶ πολιτειακὰς αὐτοῦ δοξασίας καὶ ἀντιλήψεις. Ἡ Συνέλευσις μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ ἤκουσε τῶν ἀντιλήψεών του τούτων, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἀναλόγου ἐκπλήξεως καὶ ἀπορίας παρηκολούθησεν αὐτὸν εἰς τὰς σκέψεις του καὶ τὰς κρίσεις του ἐπὶ τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπέκρινε καὶ ὡς πρὸς τὸ τυπικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν αὐτοῦ μέρος. Καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ ἐπικρίσεις καὶ αἱ ἀντιρρήσεις ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως διατάξεων αὐτοῦ, οὕτως ὥστε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ ἐπιτευχθῇ τελειότερον ὁ σκοπός του, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ὠφέλιμον τὸν ἀσκηθέντα ἔλεγχον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως οἱ ἐπικριταὶ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ βάσιν ἀμφισβητοῦσι τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν σκοπιμότητα τοῦ Διατάγματος, ἐφ’ ὅσον ζητοῦσι νὰ κλονίσωσι τὴν νομιμότητα καὶ τὸ ἔγκυρον αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν παραλείπουν νὰ παραστήσωσιν ὡς αὐτόχρημα ὑπονομευτικὸν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Λαοῦ τὸ Διάταγμα, φρονῶ ὅτι ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος καὶ ἐκ πνεύματος ἀμερολήπτου ἀντιπολιτεύσεως ἀσκεῖται ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ μάλιστα ἐπὶ ζητήματος οἷον τὸ συζητούμενον. Εἶναι καθῆκον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ πρὸς ἑαυτούς, προκειμένου περὶ μέτρων κυβερνητικῶν τὰ ὁποῖα λαμβάνονται πρὸς πρόληψιν κακῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑπονομεύσωσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ πολιτεύματος, νὰ κρίνωσι καὶ νὰ ἐπικρίνωσι τὰ μέτρα ταῦτα ἀπὸ πατριωτικῆς περιωπῆς καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς ἀντιπολιτευτικῆς σκοπιᾶς, μετ’ ἀπολύτου ἀμεροληψίας, μετ’ εὐρύτητος πνεύματος καὶ συνειδήσεως, ἵνα καθιστῶσι τὰς κρίσεις αὐτῶν σεβαστὰς καὶ ἐπιβλητικὰς παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ. Δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ ἐπικριταὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πληρεξούσιος, εἰς τὰ λεχθέντα τοῦ ὁποίου ὑπερθεμάτισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἀβραάμ, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐξυψώθησαν εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦτο. Ἐλησμόνησαν οἱ ἐπικριταὶ ὅτι οἱ νόμοι θεσπίζονται διὰ πάντας τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ οἱ μὲν ἀγαθοὶ πολῖται ἀπαρεγκλίτως τηροῦσι τοὺς νόμους, οἱ δὲ μὴ ἀγαθοὶ πολῖται προστατεύονται διὰ τῶν ἀπειλουμένων ὑπὸ τῶν ἰδίων νόμων ποινῶν. Τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα εἶναι φραγμός, τὸν ὁποῖον μετὰ σοφῆς καὶ πατριωτικῆς προνοίας ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε πρὸ τοῦ ἐκτεταμένου βαράθρου, τὸ ὁποῖον ἔχαινε καὶ χαίνει πρὸ τῶν ποδῶν τῶν πολιτῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν διάνοιαν ἔχει συσκοτίσει τὸ πολιτικὸν πάθος, καὶ τῶν ὁποίων ἡ κατεύθυνσις πρὸς ἕνα τέρμα τείνει, τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος. Τὸ βάραθρον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον—εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας—θὰ ἔπιπτον πολλοὶ ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τῶν πολιτῶν, ἀπέφραξε τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα. Καὶ ὅμως ἐκ τῶν τάξεων τῆς πολιτικῆς αὐτῆς μερίδος ἐγείρονται κραυγαὶ διαμαρτυρίας καὶ ἐπικλήσεως ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ὡς δῆθεν καταβαραθρομένων διὰ τοῦ Διατάγματος, ἐνῷ βλέπουν τὴν γαλήνην ἀποκατασταθεῖσαν εἰς τὴν Χώραν καὶ τὴν φρούρησιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν ἐξασφαλιζομένην ἀπολύτως. Προβλέπουσιν οἱ ἐπικριταὶ τοῦ Διατάγματος ὀλεθρίαν τὴν ἐπίδρασιν, ἣν θὰ ἀσκήσῃ τοῦτο ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων τῆς Χώρας, καὶ φθάνουσι μέχρι τοῦ ν’ ἀποδίδουν τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ εἰς στρατοκρατικὰς ἀντιλήψεις. Ὁμολογοῦσιν οὗτοι ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῶν κομματικῶν ἀγώνων, ἐφ’ ὅσον στρέφονται περὶ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἄγουσι τὴν Χώραν εἰς ὁλοσχερῆ ὄλεθρον, καὶ παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἴπουν τὴν ἀλήθειαν, καὶ χαρακτηρίζουν τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος ὡς πολιτικὸν σφάλμα, διότι ἰσχυρίζονται ὅτι καταπνίγει τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν, ὅτι καταπνίγει τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ τοῦ φρονήματος. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς ἀξιοτίμους αὐτοὺς συναδέλφους: Ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἄνευ τοῦ Διατάγματος δὲν θὰ εἴχομεν ἤδη δημιουργήσει ἡρωϊκὰ θύματα τῶν πολιτειακῶν αὐτῶν ἀγώνων ὑπὲρ τῶν ὁποίων κόπτονται; Ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν σκόπιμον τὴν δημιουργίαν τοιούτων θυμάτων διὰ νὰ ἐντείνωσι τὴν διαιώνισιν τῶν παθῶν καὶ τῆς διαιρέσεως καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ διχασμοῦ; Λέγουσιν ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν κινδυνεύει ἀπὸ τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ δὲν βλέπουσι τὸ πασίδηλον, δὲν βλέπουσιν ὅ,τι καὶ εἰς τὸν τυφλὸν εἶναι ὁρατόν, δὲν βλέπουσι τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους ἤθελε διατρέξει ἡ Χώρα ἐκ τῆς ἀδιαλλαξίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται ὡς ἀπηχοῦντες τὴν συνείδησιν μιᾶς μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, οἱ πλεῖστοι τῶν παραγόντων τῆς συνταγματικῆς παρατάξεως κατῆλθον εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς μὲ ὅπλα ἀνὰ χεῖρας, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμία ἀνθρωπίνη ἠθικὴ καὶ ὁ στοιχειωδέστερος σεβασμὸς πρὸς τὴν κοινωνίαν, τὸ ὅπλον τῆς θρησκευτικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐξ ἀφορμῆς τῆς μεταβολῆς τοῦ ἡμερολογίου, καὶ δὲν εἶχον τὸ ἠθικὸν ὕψος νὰ διαφωτίσουν εἰλικρινῶς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἀλλ’ εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἐξαπατήσωσι τοῦτον, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ Δημοκρατία θὰ καταστρέψῃ τὴν θρησκείαν καὶ θὰ μεταβάλλῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς Χώραν τοῦ ἀγριωτέρου καὶ ἀτιμοτέρου μπολσεβικισμοῦ, ὅταν, λέγω, τοιαῦται ἦσαν αἱ ἀντιλήψεις καὶ αἱ ψυχικαὶ διαθέσεις τοῦ ἀντιπάλου πολιτικοῦ κόσμου, ποῖος καλῆς πίστεως ἄνθρωπος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἄνευ τοῦ Διατάγματος ἡ συνέχισις τῆς παρελθοντολογίας δὲν θὰ ἦτο ἀτελεύτητος καὶ δὲν θὰ ἠναγκάζετο ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν μέτρα καταδιωκτικὰ δυνάμει τῶν ἰσχυόντων ποινικῶν νόμων, οἵτινες τιμωροῦσι μὲν τοὺς ὑπονομεύοντας τὸ πολίτευμα, δὲν προλαμβάνουσιν ὅμως τὸ διὰ τοῦ Διατάγματος ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα; Ὅταν ἀπὸ τοιούτους ἀντιπάλους ἔχετε τὸ παρελθὸν τοῦτο, ἔχετε τὴν πεῖραν αὐτήν, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι δὲν θὰ ἐπεχείρουν τὰ πάντα διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν τὸν ἀγῶνα τὸν πολιτειακόν; Αὐτοὺς τοὺς ὑπονομευτὰς τοῦ πολιτεύματος προστατεύει καὶ σώζει τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα. Καταλήγων λέγω ὅτι εἶναι καθῆκον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τῶν ἐκτὸς αὐτῆς νὰ δώσουν τὸ παράδειγμα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τῆς καλῆς πίστεως καὶ τοῦ ἀληθοῦς πατριωτισμοῦ διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος, διότι διαπράττει ἔργον ἐχθροῦ τῆς Πατρίδος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ συνομολογήσῃ ὅτι τὸ Διάταγμα ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ σώσῃ τὴν γαλήνην τῆς Χώρας, νὰ σώσῃ τὴν Πατρίδα ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπέφεραν τὴν συντελεσθεῖσαν καταστροφήν. Ὡς πρὸς τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ Διατάγματος εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐντολῆς ἣν ἔλαβε παρὰ τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα ἀφορῶντα τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δοθείσης αὐτῇ ἐντολῆς ἐκδοῦσα τὸ Διάταγμα. Ἐφ’ ὅσον διὰ τούτου κατοχυροῦται τὸ πολίτευμα ἀπὸ τοὺς κινδύνους τῆς ὑπονομεύσεως αὐτοῦ, εἶναι κατάδηλον ὅτι προβλέπει περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Διάταγμα θὰ περιβληθῇ καὶ τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως, παρέλκει πᾶσα περαιτέρω συζήτησις ὡς πρὸς τὴν ἐντολὴν ἣν εἶχε πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δύνανται νὰ καθησυχάσωσιν οἱ ἀνησυχοῦντες διὰ τὴν δῆθεν παράδοσιν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. (Χειροκροτήματα).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κακουλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§54Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Δὲν νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου, καθόσον ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, καθ’ ὃν δρόμον ἀκολουθεῖ, κάθε ἄλλο ἐξυπηρετεῖ παρὰ τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν ἀπεδόθη χαρακτὴρ δικτατορικός, αὐταρχικός, καὶ πᾶν ἄλλο ἐπέφερεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἢ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐμπνέῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ἡ μορφὴ τῆς Δημοκρατίας τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐμπνέῃ. Ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ ἀπολυταρχικῆς ἐπιβολῆς τοῦ κύρους αὐτῆς. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, διότι μᾶς συνέδεσαν κοινοὶ πολιτικοὶ ἀγῶνες, ὅτι κάποτε κατὰ τὸ 1916 ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν εἶχον ὡρισμένους λόγους τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα καὶ ὑπεστήριζα πολὺ δριμύτερον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ἓν ἔγγραφον τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι γνωστὸν καὶ τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἐκφράζει τὰς γνώμας μου περὶ τῆς Δημοκρατίας, ἅμα δὲ καὶ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Δημοκρατία πρέπει νὰ γίνῃ σεβαστή. Ὁ τρόπος αὐτὸς περιλαμβάνεται εἰς τὰ ἑξῆς: Εὑρισκόμενος εἰς τὰς φυλακὰς τῶν παραπηγμάτων ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1916 ἀπηύθυνα ἀπὸ τῶν φυλακῶν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν (ἀναγινώσκει): Φυλακαὶ παραπηγμάτων 12.9.16 Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργεῖον Ἔλαβον τὸ ἔγγραφον τοῦ Σεβ. Ὑπουργείου δι’ οὗ τιμωροῦμαι διὰ διμήνου φυλακίσεως ἐπὶ ἀντιπειθαρχικῇ ἐπιστολῇ ἣν ἔγραψα ἐλέγχων τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος κλπ. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν μετὰ τοιοῦτον βαρὺ πειθαρχικὸν παράπτωμα δὲν δύναμαι νὰ παραμείνω εἰς τὰς τάξεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐμμένω εἰς τὰς ἐν τῇ ἐπιστολῇ γνώμας μου, παρακαλῶ ὅπως τεθῶ εἰς ἀποστρατείαν, τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον ἐπιθυμῶ νὰ ἀγωνισθῶ ὡς ἁπλοῦς πολίτης ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου ἡ τήρησις, κατὰ τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον αὐτοῦ, «ἐπαφίεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων». Αὐτὰς τὰς ἰδέας εἶχον καὶ ἔχω καὶ σήμερον. Ἡ μεγαλυτέρα κατοχύρωσις τῆς Δημοκρατίας δὲν γίνεται ἀπὸ τὰ λαμβανόμενα διὰ τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος μέτρα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ κατοχυρώσῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν Δημοκρατίαν εἶναι ὁ πατριωτισμὸς τῶν Ἑλλήνων, καὶ ὀφείλω σήμερον νὰ εἴπω ὅτι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὸν ὁποῖον κάποτε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤλεγξα δριμύτατα —ὡς τὸν Βασιλέα του— ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὴν Δημοκρατίαν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν τὴν ἐψήφισαν, ἅπαντες ἐμπνέονται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ αἰσθήματος, νὰ ἐνισχυθῇ ἡ Δημοκρατία. Ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω καχυπόπτως νὰ φερθῶ πρὸς πᾶν μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἤθελε μοὶ ὑπενθυμίσει ἢ τὴν συνέχειαν τοῦ δικτατορικοῦ Βενιζελικοῦ καθεστῶτος ἢ τὴν συνέχειαν τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος τῆς Ἐπαναστάσεως. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εὕρω πλέον μελανὴν οὐσίαν ἀπὸ τὴν πίσσαν τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἀπὸ τὴν ἀσβόλην τοῦ ναυτικοῦ γαιάνθρακος ἕνα ἐμβαπτίσω τὴν ψῆφόν μου διὰ νὰ τὴν δώσω κατὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι κίνδυνος νὰ φέρῃ τὴν ἀνατροπὴν τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἓν ἀκόμη μέτρον τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἡ παραίτησις τῶν τριῶν στρατιωτικῶν ὑπουργῶν.
§55ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι δά! (Θόρυβος).
§56Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, κύριε Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίσατε, παρακαλῶ, κ. πληρεξούσιε.
§58Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς μετὰ τρεῖς πολέμους καὶ μετὰ ἕξ ἢ ἑπτὰ ἐπαναστάσεις κ. Πρόεδρε, εἶναι νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ἀσφαλῆ λιμένα τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης τῆς Χώρας. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πληρεξούσιος, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει ὄρεξιν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ν’ ἀκούῃ νὰ συζητῇ ἡ Συνέλευσις περὶ δημοκρατικῆς ἀερολογίας καὶ περὶ νομοθετημάτων περὶ κατοχυρώσεως τοῦ πολιτεύματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ποθεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ γαλήνη τῆς Χώρας, εἶναι ἡ θεραπεία τῶν πληγῶν τῆς Χώρας. Καὶ ἀπέβλεψα μετ’ ἐλπίδων πρὸς τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν, ἀπέβλεψα δὲ μετ’ ἐλπίδων διότι μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Βενιζέλου εἶναι ἑπόμενον ὅτι θὰ γίνῃ ἐδῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν μία ζύμωσις παρομοία τῆς ζυμώσεως ἡ ὁποία γίνεται παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Λαῷ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Θὰ γίνῃ ἐδῶ πέρα μία ζύμωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ φανοῦν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἄξιοι ὑπὸ τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις ν’ ἀναλάβωσι τὰ βάρη τῆς ἀναθεμελιώσεως τοῦ ξεχαρβαλωμένου Κράτους. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην καὶ ἐγώ, παρ’ ὅλας της τὰς ἁμαρτίας, καὶ διὰ νὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κύριον σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔχω καὶ τὸν ὁποῖον ἐκφράζει ἡ ψυχολογία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης τῆς Χώρας, πρὸ παντός, ἐψήφισα τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ τὴν ψηφίζω, ἀλλὰ θὰ τὴν ψηφίζω ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ φύγουν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως τὰ μέλη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δίδουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι «ἄλλαξεν ὁ Μανωλιὸς καὶ ἔβαλε τὰ ροῦχα ἀλλοιῶς»....
§59ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι. (Θόρυβος).
§60Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. ... καὶ ὅτι «οἱ βιολιτζῆδες ἄλλαξαν, ἀλλὰ ὄχι ὁ χαβᾶς». Πρέπει νὰ γίνῃ ἡ Κυβέρνησις καθαρῶς πολιτική, πρέπει νὰ γίνῃ ἡ Κυβέρνησις μὲ τοὺς κυρίους ὑπουργούς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐξακολουθῶ νὰ τρέφω πλήρη ἐμπιστοσύνην διὰ νὰ ἐργασθοῦν ὡς φιλότιμοι πολιτικοὶ καθὼς καλοὶ πατριῶται.
§61Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Διατί νὰ μὴ φύγουν καὶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν οἱ στρατιωτικοὶ πληρεξούσιοι;
§62Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἔχομεν τὸ καθῆκον συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀρχαίου Ξενοφῶντος ὅτι «ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσι» νὰ δοκιμάσωμεν ἐκ περιτροπῆς ὅλους τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἔχομεν καθῆκον νὰ δοκιμάσωμεν τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν πολιτικοὺς καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν καὶ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ζύμωσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐφόσον ὑπάρχουν ἐν τῇ Κυβερνήσει στρατιωτικὰ μέλη τῶν ὁποίων τὸ παρελθὸν διαπνέει ἀπολυταρχισμός, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐφαίνετο εἰς τὴν κοινὴν γνώμην — δυστυχῶς δι’ αὐτὴν καὶ δυστυχῶς δι’ ἐμὲ ὁ ὁποῖος θέλω νὰ τὴν ὑποστηρίξω — θὰ ἐφαίνετο ὡς ἐκτροχιασμένη, ὡς εἶναι πράγματι ἐκτροχιασμένη κοινοβουλευτικῶς, ἐκτροχιασμένη συνταγματικῶς, ἐκτροχιασμένη πολιτικῶς. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, κ. Πρόεδρε, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ φρονῶ — καὶ νομίζω ὅτι καὶ πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος θὰ εἶναι πεπεισμένοι — ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀπηχοῦσιν οἱ λόγοι μου παρὰ τὴν κοινὴν γνώμην τῆς μεγάλης πλειονότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§64Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κοζάνης πληρεξουσίου μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπω μόνον ὀλίγα τινά. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης πληρεξούσιος θέλει οἱ πολῖται νὰ διαιρεθοῦν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς πολίτας προνομιούχους δικαιουμένους νὰ ἔχουν ὅλα τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, καὶ εἰς πολίτας ὑποχρεουμένους μὲν νὰ προσφέρουν τὰς μεγίστας τῶν θυσιῶν, ἀλλὰ μὴ δικαιουμένους νὰ ἀπολαμβάνουν ὅλα τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Ὡμίλησε περὶ στρατοκρατικῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσῃ τί ἐννοεῖ μὲ τὴν λέξιν στρατοκρατία. Ἡ κοινὴ ἔννοια τῆς στρατοκρατίας εἶναι ὅτι διὰ μέσων βιαίων ἐπιβάλλεται μία Ἀρχή. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι γνωστὸν ὅτι προῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν ψῆφον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ ἀπαρτίζοντα αὐτὴν μέλη προῆλθεν ἐξ ἐλευθέρων ἐκλογῶν καὶ ἔχουν ἴσα δικαιώματα μὲ οἱονδήποτε ἄλλο μέλος τῆς Συνελεύσεως. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κατέβαλε κάθε προσπάθειαν, ὅπως ἐξατμισθῇ καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς ἐπαναστατικῆς δράσεως ἡ ὁποία ἀπετέλει πραγματικῶς στρατοκρατίαν, στρατοκρατίαν ὅμως ἐγκρινομένην ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὰ τελευταῖα νομοσχέδια τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τὰ ὁποῖα διαδηλοῦν τὴν σταθερὰν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ περιορίσῃ τὸν Στρατὸν εἰς τὰ στρατιωτικά του ἔργα, ἀλλ’ εἶναι ὁλόκληρος ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἡ μικροτέρα ὑπηρεσία ποὺ παρέσχομεν εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὸν Τόπον, τὸ ὅτι δηλαδὴ ἡμεῖς συνετελέσαμεν νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ὁλόκληρον τὸ ἐμπρέπον εἰς αὐτὴν κῦρος, ὅτι ἡμεῖς συνετελέσαμεν πραγματικῶς νὰ περιορισθῇ ὁριστικῶς ὁ Στρατὸς εἰς τὰ ἴδιά του ἔργα. Ποῦ εἶναι λοιπὸν αἱ στρατοκρατικαὶ τάσεις τῆς Κυβερνήσεως; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης συνάδελφος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθοῦν τὰ στρατιωτικὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’, ἀξιότιμε ἐκ Κοζάνης συνάδελφε, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι στρατιωτικοὶ προσενεγκόντες μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα ἀπεδύθησαν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα καὶ περιεβλήθησαν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Λαοῦ καὶ παρακάθηνται μεταξὺ ἡμῶν καὶ εἶναι ἱκανοὶ νὰ προσφέρουν καὶ ἄλλας μεγάλας ὑπηρεσίας, ἕπεται ὅτι πρέπει οὗτοι νὰ ἀποκλεισθοῦν ἀπὸ τοῦ νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας ταύτας; Θὰ εἶχε βάσιν ἡ κατηγορία ὑμῶν, ἂν ἐκ τῆς δράσεως τῶν στρατιωτικῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδεικνύετο καὶ ἡ ἐλαχίστη πρόθεσις ὅπως διὰ μέσων ἀντικοινοβουλευτικῶν, διὰ μέσων ἀντιλαϊκῶν ἐπιβληθῇ ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τῶν στρατιωτικῶν μελῶν αὐτῆς ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτῆς εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Λαοῦ, νὰ ἀσφαλίσῃ τὸν κοινοβουλευτισμόν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ποῦ ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ ἡ κατηγορία αὕτη; καὶ πῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι διερμηνεύετε γενικὴν ἐπιθυμίαν προτείνοντες ὅπως ἡ δῆθεν στρατιωτικὴ Κυβέρνησις ἀνασυγκροτηθῇ καὶ ὅπως μεταβληθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τόπου εἰς ἕνα στάδιον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ παρελάσουν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, ὅπως κατόπιν δοκιμασίας ἀλλεπαλλήλου ἐκλέξῃ τοὺς ὁριστικοὺς αὐτοῦ Κυβερνήτας ὁ Λαός. Αὐτά, Κύριοι, δὲν εἶναι σοβαρά. Δὲν νομίζω ὅτι κανεὶς διαπνέεται περισσότερον ἀπὸ φιλελεύθερα, ἀπὸ δημοκρατικὰ αἰσθήματα ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ ἡ ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης συνάδελφος, δὲν ἀποδεικνύει τίποτε. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸν φιλελευθερισμόν του καὶ τὸν δημοκρατισμόν του, ἀλλὰ δὲν δέχομαι ὅτι ὑπερβάλλει εἰς τοῦτο ἡμᾶς. Ἠγωνίσθημεν, κύριοι, εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν ὅπως ἐγκαθιδρύσωμεν πραγματικὴν, οὐσιαστικὴν Δημοκρατίαν. Μὲ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, τὰ αὐστηρότερα, ἕνα εἶχον σκοπόν, νὰ ἀσφαλίσουν τὴν πραγματικὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἡσυχίαν εἰς τὸν Τόπον, νὰ κάμουν τὴν Δημοκρατίαν κτῆμα ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Παρεξενεύθητε μὲ τὸ Διάταγμα τὸ κατοχυρωτικόν, καὶ ἐδώσαμεν τὴν ἐξήγησιν ὅτι δὲν ἐδημοσιεύσαμεν τὸ Διάταγμα τοῦτο διὰ νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐξέγερσιν τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἕτοιμα νὰ ὑποδαυλίσουν ἐλάχιστοι ἀσυνείδητοι ἄνθρωποι. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος συνάδελφος ἐξηγέρθη καὶ αὐτὸς διὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἀλλὰ ἐκ τῶν πραγμάτων γνωρίζει ὅτι ἡ ἀπειλὴ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος καὶ ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ ὑπῆρξεν εἰς ἐξαιρετικὸν βαθμὸν εὐεργετικὴ εἰς τὸν κατευνασμὸν τῶν παθῶν. Καὶ ἂν σήμερον βλέπομεν ὅτι διεξάγεται συζήτησις περὶ πολιτικῶν πραγμάτων, ἐπὶ οὐσιαστικῶν ζητημάτων, ὄχι ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, τοῦτο ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ἐκ τῆς εἰδικῆς μας πολιτικῆς ἐνισχυθεῖσαν ἀντίληψιν ὅτι τοιαύτη συζήτησις, ἐξάπτουσα τὰ πάθη τοῦ παρελθόντος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτή. Δὲν πρόκειται περὶ περιορισμῶν ἐλευθεριῶν. Δὲν πρόκειται περὶ παρακωλύσεως τῆς ἐξελίξεως τῆς πολιτικῆς τοῦ Τόπου· διότι δὲν εἶναι καμμία ἀπαγόρευσις τῆς ἐξελίξεως τῆς πολιτικῆς, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς — ὁ ὁποῖος σχεδὸν μὲ παμψηφίαν ἐκύρωσε τὴν Δημοκρατίαν — ἀπαλλαγῇ ἐπί τινα χρόνον ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἂν ἦτο ὀρθὸν ἢ ὄχι νὰ καταργηθῇ ἡ ἁμαρτωλὴ Δυναστεία. Τοιαύτη συζήτησις θὰ ἦτο ἀνωφελής, ἀπολύτως ἄγονος καὶ ἄκαρπος. Δὲν πρόκειται νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐπὶ τὰ πρόσω. Ὁ μοναδικός μας σκοπὸς ἦτο νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ δεσμεύηται ἡ Ἑλλὰς εἰς ἕνα παρελθὸν μαῦρον. Αὐτὴν τὴν προσκόλλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἰς τὰ πάθη καὶ εἰς τὰ μίση καὶ τὴν πολιτικὴν αὐθαιρεσίαν ἠθελήσαμεν νὰ ἐμποδίσωμεν διὰ τοῦ Διατάγματος. Ἠθελήσαμεν ν’ ἀνοίξωμεν τὸν δρόμον εὐρὺν διὰ τὴν ἐργασίαν τὴν ἀναδημιουργικήν, διὰ τὴν προσήλωσιν εἰς τὸ μέλλον καὶ νομίζομεν ὅτι τὸ ἐπετύχομεν. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ Διάταγμα τοῦτο, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος καὶ ἔχω ἁπτὰς τὰς ἀποδείξεις, ὅτι σήμερον θὰ συνεζητοῦμεν ἀκόμη ἂν ὀρθῶς ἔγινε τὸ δημοψήφισμα ἢ ὄχι, ἂν πάντες οἱ πρίγκιπες ἢ ὀλίγοι ἢ καὶ ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν καταστροφὴν καὶ αἱ στῆλαι τῶν ἐφημερίδων θὰ ἐκαλύπτοντο εἴτε μὲ τὰς εἰκόνας τῶν νεκρῶν, εἴτε μὲ τὰς εἰκόνας τῶν πριγκίπων καὶ πριγκιπισσῶν, διὰ τὰς ὁποίας κόπτεται τόσον πολὺ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος καὶ διαμαρτύρεται διότι ἐμποδίζομεν νὰ γίνεται λόγος καὶ περὶ αὐτῶν. Διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσε τὸν σεβασμὸν αὐτῆς πρὸς τὰ ζωτικὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Λαοῦ. Ἐκτὸς τούτου, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, προστατεύει τὸ Διάταγμα τοῦτο τοὺς ἀντιπολιτευομένους, τοὺς ἀντιπολιτευομένους τοὺς ὀρθοφρονοῦντας, οἱ ὁποῖοι συμφέρον ἔχουν νὰ μὴ παρασυρθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀσυνειδήτους δημαγωγοὺς τοὺς στηρίζοντας ὅλας τὰς περὶ ἐπικρατήσεώς των ἐλπίδας μόνον εἰς τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν, εἰς τὴν διαιώνισιν τοῦ χάσματος τοῦ ἐσωτερικοῦ. Αὐτοὺς κυρίως ἐπροστάτευσε τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα καὶ ὄχι τὴν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν ἀνάγκην προστασίας, διότι στηρίζεται ὁμολογουμένως εἰς τὴν θέλησιν τῆς μεγάλης λαϊκῆς πλειοψηφίας. Ὁ Λαὸς ὁ ἀντιπολιτευόμενος ἀνεγνώρισεν ἐπίσης καὶ ἠσπάσθη τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἀκόμη ἄνθρωποι, ἐλάχιστοι εὐτυχῶς, οἱ ὁποῖοι φαντάζονται ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἐξακολουθοῦν τὰς μηχανορραφίας τοῦ παρελθόντος, ὅτι δύνανται νὰ ὠθοῦν πάλιν εἰς σύγκρουσιν τὸν Λαόν. Ἔ! Λοιπὸν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τὴν δρᾶσιν προωρισμένον εἶναι νὰ ἀνακόψῃ, καὶ ἀνέκοψεν ἤδη, τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Στρατοδικείου τοῦ ἐκτάκτου. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι μικρόν. Δι’ αὐτοῦ ἀφίνεται ἐλεύθερος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ὑπάρξεώς του, νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας, νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ μέλλοντός της. Ἐπὶ τέλους ἡ Βασιλεία ἐδοκιμάσθη ἐπὶ ἕνα αἰῶνα καὶ εἴδομεν τοὺς καρπούς της. Διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος παύει ἡ συζήτησις περὶ τοῦ πολιτεύματος ἐπὶ μίαν πενταετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀφήσωμεν ἥσυχον τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ τὰς πολιτικὰς μερίδας ν’ ἀγωνισθοῦν πρὸς λύσιν τῶν μεγάλων ζητημάτων τοῦ Τόπου ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ πολιτεύματος τοῦ δημοκρατικοῦ, καὶ ἐὰν κατόπιν ἴδωμεν ὅτι δὲν ἀποδίδει καρποὺς τὸ πολίτευμα τοῦτο, ὅτι ἐμποδίζει τὴν πρόοδον, ὅτι ἐκθέτει εἰς κίνδυνον μεγάλα συμφέροντα, ἡ συζήτησις θὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα περὶ μεταρρυθμίσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ εἶναι στοιχειῶδες νὰ ἐξασφαλισθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ ἡσυχία, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνας καρποὺς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα θὰ ἀποδώσῃ, ἂν δηλαδὴ ὁ Λαὸς εἶναι, ὅπως ἡμεῖς πιστεύομεν, ὥριμος νὰ διευθύνῃ αὐτὸς τὰς τύχας του. Ἡ συζήτησις σήμερον, ὕστερον ἀπὸ τὸ πάνδημον δημοψήφισμα, περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τοῦ πολιτεύματος θὰ ἦτο ἀπολύτως κακόπιστος, δὲν θὰ εἶχεν ἄλλον προορισμὸν παρὰ νὰ διαταράττῃ συνεχῶς τὴν ἡσυχίαν τοῦ Λαοῦ, νὰ τὸν ἐμποδίζῃ ὅπως ἐργασθῇ διὰ νὰ καλυτερεύσῃ τὴν τύχην του. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ Διάταγμα καμμία στέρησις ἐλευθερίας, δὲν εἶναι καμμία τεχνητὴ διατήρησις τῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ εἶναι ἐξασφάλισις τῆς ἡσυχίας τοῦ Τόπου, ἐνίσχυσις κάθε ἀναπλαστικῆς πολιτικῆς ἐργασίας καὶ ἔμμεσος ἐξασφάλισις τῶν καλῶν καρπῶν τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§66ΣΤΥΛ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κατηναλώσαμεν ἀρκετὸν χρόνον καὶ δικαίως διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαιοτάτου ὄντως τούτου θέματος, περὶ τῶν μέτρων τῶν κατοχυρωτικῶν τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἀφοῦ ἠκούσαμεν ἐπ’ αὐτοῦ τὰς γνώμας τῶν διαφόρων ῥητόρων φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἔδει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις πρὶν ἢ καταλήξωμεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα καὶ ἀποφάσεις. Ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψαν δύο τινά, πρῶτον ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως κατ’ ἀρχὴν ἐθεώρησεν ὡς ἐπιβεβλημένην τὴν λῆψιν μέτρων περιφρουρητικῶν τοῦ νέου πολιτεύματος, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀπαραίτητον πρόνοιαν ἐπιδειχθεῖσαν ἄλλως τε καὶ παρ’ ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἤλλαξαν τὸ πολίτευμά των, καὶ δεύτερον ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἐνέκρινε τὰ μέτρα τὰ τεθέντα εἰς ἐφαρμογὴν διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησε ταῦτα ὡς προσωρινὰ καὶ θὰ ἤθελεν ὅπως τὰ ὁριστικὰ μέτρα ληφθῶσι παρ’ αὐτῆς ἀπ’ εὐθείας καὶ οὐχὶ ἐμμέσως. Ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν θὰ καταστήσῃ τὰ μέτρα ταῦτα ἀρτιώτερα, ἐφόσον ὅλοι ἡμεῖς, συντελέσαντες εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας, ἔχομεν ἴσον ἐνδιαφέρον νὰ περιφρουρήσωμεν αὐτὴν καὶ διότι καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἔθνους θὰ ἔχωσι μεγαλύτερον κῦρος καὶ βαρύτητα τὰ οὕτω ληφθησόμενα μέτρα. Ἐφόσον ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη τοῦτο, φρονῶ ὅτι δέον νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ καταρτίσῃ δεκαμελῆ Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Νομοθετικὸν Διάταγμα καὶ τὸ ὑποβληθησόμενον πόρισμα αὐτῆς ἐν τῇ Συνελεύσει ν’ ἀποτελέσῃ ψήφισμα αὐτῆς, ὅπως ἔχῃ τοῦτο συντακτικὴν ἰσχύν, κατὰ τὴν διάρκειαν καθ’ ἣν θέλει καθορισθῆ ὅτι θὰ ἔδει νὰ ἰσχύσῃ καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τροποποιηθῇ ὑπὸ τῆς πρώτης ἁπλῆς Βουλῆς.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ὑποβάλλομεν τὸ Διάταγμα πρὸς κύρωσιν καὶ ζητοῦμεν νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν.
§68ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὡς προσωρινήν, ἀλλ’ ἤδη θέλει νὰ λάβῃ ἰδίαν ἀπόφασιν περὶ τῶν μέτρων.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικώτερον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεβλήθη σχέδιον Ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «κυροῦται κτλ.» Ἡ πρότασις αὐτὴ θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τότε δὲ δύναται νὰ γίνῃ οἱαδήποτε συζήτησις. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ, δύναται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν.
§71Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις.
§72Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ὑποβάλλομεν τὸ Διάταγμα πρὸς κύρωσιν καὶ ζητοῦμεν νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ὅπως τὰ νομοσχέδια παραπέμπονται εἰς Ἐπιτροπήν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς τροποποιήσεως, ἡ ὁποία θὰ κυρωθῇ ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ. Ὁ κ. Σ. Ζερβὸς ἔχει τὸν λόγον.
§74ΣΚΕΥΟΣ ΖΕΡΒΟΣ. Τὰς γνώμας τῆς Ἐπαναστατικῆς Ὁμάδος ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τῆς κατοχυρώσεως τὰς ἐξέθηκεν ὁ κ. Σ. Γονατᾶς, ὁ καὶ ἀρχηγὸς τῆς ἡμετέρας Ὁμάδος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον κ. Κωνσταντῖνον Ζαβιτσιᾶνον, ὁ ὁποῖος φυγοδικεῖ δυστυχῶς, ὅστις, ἀφοῦ κατηγόρησε τοὺς πρόσφυγας, μετεχειρίσθη κατόπιν λέξεις καὶ φράσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι καὶ ἀκουσθῶσιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις ὅτι ἡ ἀντιδημοκρατικὴ παράταξις εἶναι πάντοτε ἐναντίον τῶν προσφύγων. Δυστυχία! Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀφ’ ἧς ὁ κ. Βενιζέλος μετέφερε τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος ὅπου τὰ μετέφερεν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ ἀντιδημοκρατικὸς κόσμος εἶναι πάντοτε ἐναντίον ἡμῶν, ἐναντίον τῶν Ἀλυτρώτων, ἐναντίον τῶν προσφύγων. Καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Κωνσταντῖνος, ὅταν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τῷ 1920, δὲν ἠσθάνθη ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐξεδήλωσε ποτὲ οὐδεμίαν ἀγάπην πρὸς τὸν Ἀλύτρωτον Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ τοὺς πρόσφυγας. Ὅταν μετέβη πρώτην φορὰν εἰς Σμύρνην καὶ ἐδέχθη ἐκεῖ τοὺς ξένους ἀντιπροσώπους τοῦ Τύπου ὁ Κωνσταντῖνος, δὲν ᾐσθάνθη οὐδὲν αἴσθημα ἀγάπης καὶ ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν ἐλευθερωθεῖσαν χώραν, δὲν εὕρισκεν οὐδεμίαν εὐγενῆ λέξιν νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτοὺς διὰ τὴν ὡραίαν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας νύμφην καὶ πρωτεύουσαν. Οἱ πρόσφυγες προσελθόντες ἐδῶ ῥακένδυτοι μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν συμφοράν, ἥτις ὀφείλεται εἰς τοὺς βασιλικοὺς καὶ μόνον εἰς αὐτούς, θὰ καταστήσωσι προσεχῶς τὴν Ἑλλάδα ἰσχυράν, εὐτυχῆ καὶ ἔνδοξον. Αὐτὰ λέγομεν ἅπαξ καὶ διὰ παντὸς εἰς τὴν ἀντιδημοκρατικὴν παράταξιν καὶ δηλοῦμεν εἰς τοὺς πολιτικούς μας ἀντιπάλους, ὅτι ὁ προσφυγικός μας κόσμος εἶναι τὰ ἱερὰ θύματα τῆς μεγάλης Πατρίδος, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ παλαιὸς Ἑλληνικὸς κόσμος νὰ σεβασθῇ τελείως καὶ νὰ ἐκτιμᾷ ἀπολύτως. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἡ Συνέλευσις αἰρομένη εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων νὰ λάβῃ μέτρα σύντονα ὑπὲρ τοῦ δυστυχοῦς καὶ δεινοπαθοῦντος προσφυγικοῦ μας κόσμου μὲ πλήρη τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁ προσφυγικὸς κόσμος συνερχόμενος προσεχῶς καὶ ἀναλαμβάνων πλήρως θὰ μεγαλώσῃ καὶ θὰ δοξάσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἔχων ἐντός του σφρῖγος καὶ ἱκανότητα καὶ διατηρῶν πλήρη τὴν φιλεργίαν καὶ ἐργατικότητά του.
§75Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραιτοῦμαι.
§76Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παραιτοῦμαι.
§77Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Εἶναι καθῆκον τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως κηδομένης τοῦ ἰδίου μέτρου νὰ ὑποβάλῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§78Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Συνέλευσις ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρόν, παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία αὔριον διὰ νὰ προσέλθουν πλειότεροι πληρεξούσιοι.
§79Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οὐδεὶς συντρέχει λόγος πρὸς ὑποβολὴν προτάσεως πρὸς ἔκφρασιν ψήφου ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλοι οἱ ὁμιλήσαντες δὲν ἀπέκρουσαν κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀνάγκην προσφυγῆς εἰς μέτρα προστασίας κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Διεφώνησαν, καὶ διεφώνησα καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον ἐξέλεξεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος. Διεφώνησαν καὶ διεφώνησα καὶ ἐγὼ ὡσαύτως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἐξέλεξεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐπιβολὴν τῶν μέτρων τούτων. Ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις ψήφισμα ἐγκριτικὸν τοῦ Διατάγματος. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐκδηλωθῇ ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως ἂν ἐγκρίνει καὶ κατ’ οὐσίαν τὸ Διάταγμα ἢ δὲν τὸ ἐγκρίνει. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι παρέλκει ἡ πρότασις καὶ ὅτι κατόπιν καὶ τῆς δηλώσεως ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς μίαν ἄσκοπον ψηφοφορίαν.
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἦτο βεβαίως λόγος νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ αἱ τελευταῖαι ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ἀβραὰμ καὶ λοιπῶν ἦσαν τοιαῦται ὥστε ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἐπίκρισις ἦτο βαρυτάτη, διότι καὶ ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὑπερτάτη ἡ ἔκδοσις τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν εἰς τὰς λεπτομερείας ἐπέλθωσι τροποποιήσεις. Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν ὅτι θὰ ἀποδεχθῶμεν οἱανδήποτε γνώμην, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν πρώτην δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα αὐτὸ τὸ λεγόμενον τῆς κατοχυρώσεως. Ἑπομένως ἐφόσον ὑπάρχει ἀντίρρησις καὶ ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν της. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐζήτησα, ἐπειδὴ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀποχωρήσω ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, εἶναι νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία αὔριον, διότι πολλοὶ ἀπουσιάζουν καὶ ὀρθὸν εἶναι ἐν πληθούσῃ συνεδριάσει νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§81Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τιμᾷ ἀναμφισβητήτως τὴν εὐθιξίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ προσοχὴ τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς ἀγορεύσεις τινὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Εἶναι ἐνδεικτικὸν ἑνὸς ἰδιαιτέρου σεβασμοῦ πρὸς γνώμας ἔστω καὶ μεμονωμένας μελῶν τινῶν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν του σκέψεις τινάς, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης καθ’ ὃν τρόπον τοὐλάχιστον εἶναι παραδεδεγμένον εἰς τὰ Κοινοβούλια ὅτι πρέπει νὰ προκαλῆται αὕτη. Ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς μίαν πρᾶξιν. Ἐὰν ἡ πρώτη αὕτη ἤθελε κριθῆ πέρα τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἐὰν ἤθελεν ἐκφρασθῆ μομφὴ κατ’ αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη ἀντιθέτως πρὸς τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προκαλέσῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς πράξεως τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀλλ’ ὀρθότατα ἐν τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ταῦτα καὶ ὅτι θὰ ἦτο μεμπτέα, ἐὰν παρέλειπε νὰ τὰ λάβῃ, σεβομένη δὲ τὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου ἐδήλωσεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅτι δέχεται οἱασδήποτε τροποποιήσεις λογικάς, ἃς ἤθελεν ἐπιφέρει μία Ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς Συνελεύσεως. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κοζάνης, τοῦ ὁποίου τὴν ἐθνικὴν δρᾶσιν πάντες ἐκτιμῶμεν, ἀδαής, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, περὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ πράγματα εἶπεν ὅτι εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν, ἀλλ’ ἡ ψηφοφορία θὰ προκληθῇ αὔριον ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως δὲ δυνάμεθα ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου—διότι σήμερον νομοσχέδιον εἶναι τὸ ψήφισμά σας—πρὸ τοῦ ἀκόμη συζητηθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τοιουτοτρόπως διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν διαδικασίαν τὴν παραδεδεγμένην θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος καὶ ἐὰν νομίζητε ὅτι εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν πρέπει νὰ προκαλέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὅτι ἐκφράζεται κάποια δυσπιστία ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, τότε δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν ψηφοφορίας.
§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κατ’ οὐσίαν εἶναι τὸ ἴδιον, ἀλλ’ ὑπάρχει μία μικρὰ ἀντίθεσις, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὰ σοβαρά· ἡ Συνέλευσις ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ ἓν προστατευτικὸν μέτρον ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ δημιουργήσωσιν ἀνωμαλίας ἐσωτερικάς. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται ἡ λῆψις τῶν μέτρων αὐτῶν εἶναι ὁ διὰ τῆς ἀποδοχῆς κυρώσεως τοῦ Διατάγματος. Ἐφόσον ἡ Συνέλευσις νομίζει ὅτι εἰς τὸ μέλλον πρέπει νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα, βεβαίως κατ’ ἀρχὴν θὰ ἐγκρίνῃ τὸ ψήφισμα, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἔγκρισις κατ’ ἀρχὴν δὲν σημαίνει τρόπον τινὰ ἔγκρισιν τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ἐπιείκειαν. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ἐπιείκειαν. Νομίζομεν ὅτι ἐξεπληρώσαμεν ὑπερτάτην ὑποχρέωσιν ἐκδίδοντες τὸ Διάταγμα καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν ἔγκρισιν τῆς πράξεώς μας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ζητεῖ νὰ ἐπωφεληθῇ εὐκαιρίας τινός, ἀλλ’ ἐξηναγκάσθημεν μετὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. ἐκ Κοζάνης συναδέλφου νὰ θέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ, ἐπειδὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπέλθω ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία δι’ αὔριον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔγινε πολλάκις.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ὑποβάλῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν πρότασιν καὶ νὰ ζητῇ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ εἶπον ὅτι ἐξ ὑπερβολικῆς εὐθιξίας κατ’ ἐμὲ πράττει τοῦτο. Δὲν τὴν ἀδικῶ, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐξ ὅσων γνωρίζω, εἶναι ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν παραδεδεγμένην εἰς τὰ Κοινοβούλια δὲν ἀπαντᾷ συνήθως, ὅταν ἔχητε νὰ ὑποβάλητε ἓν ψήφισμα, πρὶν κατ’ ἀρχὴν συζητηθῇ τοῦτο, νὰ ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Νομίζω ὅτι εἶναι μία προεξόφλησις τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία θὰ σᾶς δοθῇ διὰ τῆς ψήφου της. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἡ ψῆφος ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος δὲν σημαίνει ἀνοχὴν ἢ συγγνώμην, ἀλλὰ πλήρη ἔγκρισιν, καὶ ἔχετε τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καφαντάρης.
§86Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀρχὴν ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποβολῆς τοῦ ψηφίσματος ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Δὲν ἐνέμεινε δηλαδὴ ἀνενδότως εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζεν, ὅτι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς τῆς δοθείσης εἰς αὐτὴν ἐνήργησεν ἐκδοῦσα τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει οὐδεμίαν ἀνάγκην θὰ εἶχεν ἐγκρίσεως ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως. Ὑποβαλοῦσα τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως δὲν ζητεῖ εἴτε διὰ τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης εἴτε διὰ ψήφου ἐπικυρωτικῆς τοῦ Διατάγματος, διὰ νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν γνωστὴν ἔκφρασιν τὴν κοινοβουλευτικήν, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἴτε ὑπὸ ὑπὸ τὸν ἕνα τύπον εἴτε ὑπὸ τὸν ἄλλον ζητεῖ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως. Ποῖος εἶναι ὁ κανονικώτερος τρόπος καθ’ δὲν ὤφειλε νὰ τὴν ζητήσῃ; Ψῆφος ἐμπιστοσύνης ζητεῖται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει πολιτικὸν ζήτημα, καὶ δὲν ζητεῖται ἐκεῖ ὅπου τοιοῦτον ζήτημα δὲν ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ ὅπου πρόκειται περὶ διχογνωμίας ἐπὶ ζητημάτων ἐχόντων μεγίστην σπουδαιότητα, ἀλλ’ ὄχι καὶ πολιτικὴν σημασίαν. Τί λέγουν ὅλαι σχεδὸν αἱ ἀποχρώσεις τῆς Συνελεύσεως; Ζήτημα πολιτικὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Διατάγματος περὶ κατοχυρώσεως δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ, διότι πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τῆς κατοχυρώσεως ταύτης. Ἂν ἐπικρίνομεν τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, τοῦτο δὲν φθάνει μέχρι τῆς καταδίκης αὐτῆς διὰ τὴν ἔκδοσιν. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ προβάλῃ ἡ Κυβέρνησις ζήτημα πολιτικόν; Ἵνα ἐκδηλωθῇ τί; Ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως; Ἀλλ’ ὅλαι αἱ ἀποχρώσεις ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην, ἂν δὲ ὑπῆρξαν μεμονωμέναι ἀντιρρήσεις, ὅτι τὸ Διάταγμα ἔχει ἀνάγκην διασκευῆς, θὰ δοθῇ εὐκαιρία καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ εἰς τοὺς πληρεξουσίους νὰ ἐκφέρωσι τὰς κρίσεις των. Τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον· ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποβολῆς τοῦ Διατάγματος ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Τούτου δοθέντος ζήτημα πολιτικὸν δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται καὶ δὲν εἶναι κἂν ἐπιτετραμμένον, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιζητήσῃ ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης, δηλαδὴ τὴν γνώμην τὴν πολιτικὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διχογνωμία, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ψῆφος ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν στερεῖται πάσης πολιτικῆς ἐννοίας.
§87Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος λησμονεῖ ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπεστήριξεν ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο ἀναμφισβήτητον ὅτι εἴχομεν τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐκδώσωμεν Ν. Διάταγμα, πάλιν, ἐπειδὴ τὸ ἀντικείμενον εἶναι μεγάλης σπουδαιότητος, ἔπρεπε τὸ νομοθέτημα τοῦτο νὰ περιβληθῇ διὰ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως ὅπως ἔχῃ μεγαλύτερον κῦρος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ Διάταγμα εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Συνελεύσεως. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἐν τούτῳ καμμία ἀντίθεσις. Μολονότι ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι εἶχεν ἐξουσιοδότησιν, ἐν τούτοις ὑπέβαλε τὸ Διάταγμα εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅπως περιβληθῇ μὲ μεγαλύτερον κῦρος. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ περαιτέρω ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πληρεξούσιος· ποῦ εἶναι τὸ πολιτικὸν ζήτημα; Ὑπάρχει πολιτικὸν ζήτημα; Ὑπάρχει εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κυβερνητικῶν ἐξουσιῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν μομφὴν τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης συνάδελφος ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος νομίζει ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν. Αὐτὸ εἶναι κρίσις ἰδική του. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἔχει σημασίαν ἡ ψηφοφορία καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποσύρωμεν τὴν πρότασιν μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν. Θὰ παρακαλέσω, ἂν θέλητε, χάριν οἰκονομίας χρόνου νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ αὔριον προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 5. 30′ μ. μ. (Ὥρα 9 15′ μ. μ.)