Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Δ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ› Συνεδρίαση 48

1924.05.30

2.028 στίχοι · 14.090 λέξεις · 1 πίνακας · 89 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1924.05.30
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Δ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ
Περίοδος
Δ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1924)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48Η

Τῆς 30 Μαΐου 1924

Προεδρία Κ. Ρακτιβάν

(Ὥρα 6 μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;

§3Γ. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διορθωθῇ τὸ ὄνομά μου εἰς τὸ ἀκριβές· ἅπαξ διὰ παντὸς δηλῶ ὅτι λέγομαι Γεώργιος Κοντολέων.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.

§5Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.

§7Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι κακῶς ἀνεγράφη ὅτι ἐξ ἀφορμῆς δῆθεν τῆς ἀγορεύσεώς μου ὡς καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κακουλίδου προεκλήθη τὸ πολιτικὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ περιώρισα τὸν ἔλεγχόν μου ἐπὶ τοῦ κατοχυρωτικοῦ νομοθετήματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως δὲν ἠμφισβήτησα εἰμὴ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν σπουδὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀνάγκης ταύτης εὑρέθην καὶ ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τοὺς ὁμιλήσαντας ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἠμφισβήτησα τὰς λεπτομερείας τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὴν ἔλλειψιν καὶ τὴν ἀνυπαρξίαν τῶν ὁποίων εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησε σπεύσασα νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν πρὸς ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅπως ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι διετυπώθη τοῦτο, ὅτι ἐγὼ δῆθεν ὡμίλησα καὶ περὶ τῆς συνθέσεως τῆς προσωπικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ τὸ παράπαν δὲν ἔκαμα λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται ὡς διωρθώθησαν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: — Τὸ ἐν Πειραιεῖ σωματεῖον «Πειραϊκὸς Σύνδεσμος» παρακαλεῖ ὅπως τὸ Πειραϊκὸν Ὠδεῖον συμπεριληφθῇ μεταξὺ τῶν ἐπισήμων μουσικῶν ἱδρυμάτων. — Ὁ ἐν Δράμᾳ πρόσφυξ Ἰωάν. Καραγεώργης παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῶσι τὰ ἐπιβληθέντα αὐτῷ προσωρινὰ μέτρα. — Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Βόλου ζητεῖ ὅπως λόγῳ τῆς ὑπὸ τῶν κομμουνιστῶν δημιουργηθείσης καταστάσεως ληφθῶσι προστατευτικὰ μέτρα. — Ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης Ἰωάν. Γιαννόπουλος τελευταῖος πλειοδότης τῆς δημοπρασίας περὶ πωλήσεως τοῦ ἐγκαταλελειμμένου Συμμαχικοῦ καὶ Γερμανικοῦ ὑλικοῦ παρακαλεῖ ὅπως προστατευθῇ. — Ὁ κτηνοτροφικὸς Σύνδεσμος Ἠπείρου ζητεῖ ὅπως ἀκυρωθῶσιν αἱ διαταγαὶ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν Ἠπείρου ἐμποδίζουσαι τὴν ἐπάνοδον τῶν ποιμνίων εἰς τὰς κοινοτικὰς βοσκάς. — Ἐπιτροπὴ γονέων καὶ κηδεμόνων ἐχόντων υἱοὺς ἐθελοντὰς στρατιώτας ζητοῦσιν ὅπως ἐλαττωθῇ ἡ ἐθελοντικὴ ὑποχρέωσις. — Οἱ κατάδικοι φυλακῶν Πύλου παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀμνηστεύσεως. — Ὁ Σύλλογος πρωτοδικῶν Χίου ὑποβάλλει τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν των. — Οἱ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὶ καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ἐν Παρισίοις ὑπογραφείσης τῇ 21 Φεβρουαρίου 1924 προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας». — Οἱ Ὑπουργοὶ Οἰκονομικῶν καὶ Ἐθν. Οἰκονομίας καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ Ἐθν. Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος συμβάσεως ἀπὸ 20 Μαΐου 1924 περὶ παροχῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως εἰς ὁμογενεῖς πρόσφυγας μικροεπαγγελματίας ὠργανωμένους εἰς ὁμάδας ὡς καὶ εἰς ἀστικοὺς συνεταιρισμοὺς μικροβιομηχανιῶν καὶ χειροτεχνιῶν». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ ἐπιμισθίων εἰς ἄνδρας τοῦ Π. Ναυτικοῦ». — Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει σχέδιον νόμου: «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἰουλίου 1924 Ν. Διατάγματος περὶ ἐλέγχου τῶν τελωνειακῶν παραστατικῶν καὶ προσθήκης διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Οἰκονομικὴν Ἐπιθεώρησιν». — Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἑξῆς σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ Π. Ναυτικοῦ» καὶ 2) «Περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἀπὸ 16 Ἰουνίου 1911 Διάταγμα κυρωθὲν διὰ τοῦ 480 νόμου». — Ὁ Σύλλογος Στρωμνιτσιωτῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως καθιερωθῇ ἡ κυριακὴ ἀνάπαυσις. Ἐπίσης καὶ οἱ ὑφασματέμποροι Καβάλλας. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν Ἡρακλείου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ σκανδάλου τοῦ συναλλάγματος τῆς σταφίδος Κρήτης. — Αἱ Ἰσραηλιτικαὶ Κοινότητες Φλωρίνης–Καβάλλας ζητοῦσιν ὅπως μὴ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον τῆς κυριακῆς ἀναπαύσεως. — Ὁ Σύλλογος τῶν Ἐφέδρων Φουρνῆς Κρήτης παρακαλεῖ ὅπως γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. — Ὁ Ἐμπορικὸς καὶ Ἐπαγγελματικὸς κόσμος Ξάνθης ζητεῖ ὅπως καθιερωθῇ ἡ κυριακὴ ἀνάπαυσις. — Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἀργοστολίου ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἀνάκλησιν τῶν παρανομησάντων ὑπαλλήλων τῆς Ἐφορίας. — Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Ἠλείας παρακαλεῖ ὅπως ἀγορασθῶσι παρὰ τοῦ Κράτους δέκα ἑκατομμύρια σταφιδοκάρπου καὶ παρεμποδισθῇ οὕτως ἡ ὑποτιμητικὴ προσφορὰ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγοράς. — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Χασιᾶς παρακαλοῦσιν ὅπως ἀρθῇ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας περὶ κατασχέσεως καὶ τῶν μέσων μεταφορᾶς λαθραίων δασικῶν προϊόντων. — Οἱ Ὑπουργοὶ Στρατιωτικῶν, Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ κανονισμοῦ τοῦ ὑπὲρ ἀποστράτων καὶ ἀπομάχων κληροδοτήματος Ἀνδρέου Συγγροῦ ἐξ 25.000 Ἀγγλικῶν λιρῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει ψήφισμα «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 23 Ἀπριλίου 1924 καὶ 6 Μαΐου 1924 Διαταγμάτων περὶ κατοχυρώσεως τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος». — Ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν»· καὶ 2) «Περὶ διακανονισμοῦ σειρᾶς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν». — Ὁ πληρεξούσιος Κρανάϊας κ. Π. Καπάτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τελωνειακῶν καὶ οἰκονομικῶν νόμων».

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν προηγεῖται σήμερον ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων ἐπὶ μίαν ὥραν. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἀπεφασίσθη νὰ προτιμηθῇ ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω ὅτι τὸ ὀρθότερον θὰ εἶναι νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὕτη καὶ κατόπιν, ἐὰν ὑπάρχῃ καιρός, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν Ἀναφορῶν.

§10ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§11Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρόεδρος τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Γεωργίας παρεκάλεσα τὸν κ. Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας νὰ διαβιβασθῇ παράκλησίς μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ ἀποστολῆς, συμφώνως πρὸς ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἑνὸς ὑπαλλήλου εἰδικοῦ διὰ τὸ ζήτημα τῶν τιμῶν ἐλαίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον πολὺ ἐνδιαφέρον. Ἡ ἀπάντησις ἥτις ἐδόθη ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἐὰν θέλῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ οἱ κ. κ. πληρεξούσιοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι, νὰ ζητήσωσιν ἐγγράφως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας». Θὰ παρεκαλέσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ἀλλὰ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ὑποδείξωσι κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Γεωργίας νὰ ἐργάζηται δι’ ἀνταλλαγῆς ἐγγράφων.

§12Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως, ὑποθέτω δὲ ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἀπὸ τῆς ὀγδόης πρωϊνῆς. Ἐνόμισα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φιλικῆς συστάσεως πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα. Ἐὰν ἤθελε νὰ ζητήσῃ κάτι, ἔπρεπε νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Ὑπουργόν.

§13Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἀπηυθυνόμην εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ.

§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Ἐγώ, ἂν θέλητε, ἐπικροτῶ τὴν ἐργασίαν σας διὰ τῆς ἀμεσωτέρας ἐπαφῆς πρὸς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως.

§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς συζητήσεις, κ. συνάδελφοι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἀντικαθιστῶντος καὶ προσθέτοντος εἰς τὰ κείμενα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διαφόρους διατάξεις καὶ τὸ ὁποῖον, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, οὐκ οἶδα διατί ὠνομάσθη «κατοχυρωτικόν» καὶ διὰ τοῦ ὀνόματος τούτου ἤγειρε θόρυβον, εὑρέθημεν χθὲς ἐνώπιον προτάσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔλαβον τὴν τιμὴν διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς νὰ δηλώσω ὅτι ἡ εὐθιξία ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡ ὁποία ἐπεδείχθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εὐαρεστῇ εἰς τὸ Σῶμα καὶ εἶναι ἀναμφισβητήτως πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διεφώνησα μόνον ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν, διότι εἶπον ὅτι δύναται μὲν νὰ εἰσαχθῇ κεχωρισμένη πρότασις ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ πάντως θὰ ἐπακολουθήσῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ ἐγκρίσεως τῆς πράξεως δι’ ἣν ἐξεφράσθη μομφὴ εἴτε ἐκ μέρους ἀποχρώσεως ἐν τῇ Συνελεύσει εἴτε ἐκ μέρους ἀτόμων πληρεξουσίων ἐξεφράσθη μομφὴ καὶ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης χαρακτηρίζουσα ῥητῶς τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην ὡς πλήρη ἔγκρισιν τῶν πεπραγμένων. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἔχῃ κεχωρισμένην τὴν πρότασιν τῆς ἐμπιστοσύνης θὰ εἴχομεν μίαν διπλῆν ψηφοφορίαν. Δὲν εἶναι ζήτημα θεμελιώδους διαφωνίας. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἐξεδήλωσα, ὅτι ἡ διαφωνία ἡ ἐγερθεῖσα δικαιολογεῖ τελείως τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ὄχι ἁπλῶς πολιτικοῦ, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκεν ἓν Διάταγμα ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο τὸ ἐξέδωκε κατ’ ἐντολὴν καὶ ἐξουσιοδότησιν τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις παρέσχεν εἰς αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις προσέθηκεν ὅτι ἐθεώρει τοσούτῳ σπουδαίαν τὴν πρᾶξιν εἰς ἣν προέβη ὥστε, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχε λάβει πληρεξουσιοδότησιν, θὰ προέβαινεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τούτου. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὕτως ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ὁ νῦν ἀπών, λαβὼν τὸν λόγον ἐπετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τούτου καὶ εἶπεν ὅτι ἐν τῇ ἐξουσιοδοτήσει τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἡ Συνέλευσις ἐδώκαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους δὲν ἐνέκειτο καὶ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ἀσφαλείας τοῦ νέου πολιτεύματος τοῦ Κράτους. Ἦτο ἡ γνώμη του. Ἀλλ’ ἡ γνώμη του ἔφθανεν εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσφετερίσθη τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑπερβᾶσα τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν εἰς αὐτήν, ἐσφετερίσθη τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον ζήτημα πολιτικῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐλάμβανε τὴν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως θὰ ἦτο καὶ ζήτημα ποινικῆς εὐθύνης ἀκόμη τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι λοιπὸν ὄχι πολιτικὸν ἁπλῶς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικόν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο μόνον νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ φωνὴ ἡ ὁποία ἠγέρθη ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἶναι ἄξιον πάσης τιμῆς καὶ παντὸς σεβασμοῦ, δὲν εἶναι ἐνδεικτικὸν σοβαρᾶς τινος μομφῆς ἐκ μέρους μιᾶς μερίδος τῆς Συνελεύσεως καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ προκαλέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κοινὴν ἐντύπωσιν δὲν διαμφισβητεῖται. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη καὶ ἂν καλῶς ἀνέγνωσα καὶ τὰ πρακτικά, εὐθὺς κατόπιν ἔλαβον τὸν λόγον ἐγὼ καὶ μετ’ ἐμὲ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής. Ἐγὼ μὲν εἶπον ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐδώκαμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ λάβῃ μέτρα ἀφορῶντα τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι, ἂν ἀνοίξῃ κανεὶς τὸν Ποινικὸν Νόμον, θὰ ἴδῃ ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται καὶ τὰ ὁποῖα διασφαλίζουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου εἶναι αἱ προσβολαὶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος; Ὅτι συνεπῶς, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω εἰς τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτῆς νομικήν τε καὶ πραγματικήν, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἣν ἐδώκαμεν. Ἐπρόσθεσα ὅτι ἀπομένουσι ζητήματα τεχνικὰ καθαρῶς νομικῶν λεπτομερειῶν, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπεθύμουν τὴν παραπομπὴν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ Διατάγματος εἰς μίαν Ἐπιτροπήν. Ἡ Κυβέρνησις προθύμως ἀπεδέχθη τὴν παραπομπὴν εἰς Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν λεπτομερειῶν καὶ τὴν περαιτέρω συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐστηρίχθημεν, ὅπως εἶπον, ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ γράμματος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς νομικῆς ἑρμηνείας, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ ἐπὶ τῆς πραγματικῆς ἑρμηνείας τῆς θελήσεως τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ὅταν ἐδίδομεν τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐρωτῶ, Κύριοι: Ὅσοι ἐξ ἡμῶν τότε εἶπον ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα ἀσφαλείας τείνοντα εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας ἠννοοῦμεν ἆρά γε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἂν ἴδῃ νὰ κινδυνεύῃ ἓν μέρος μικρὸν τῆς Χώρας ἐξ ἐσωτερικῶν ταραχῶν καὶ ἀνωμαλιῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέτρα διασφαλίσεως τοῦ μέρους ἐκείνου καὶ ἂν ἴδῃ προσβαλλόμενον ἢ ὑπονομευόμενον τὸ νεωστὶ ἐγκαθιδρυόμενον πολίτευμα θὰ ἔπρεπε νὰ σιγήσῃ; Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, ὅτι θὰ ἐπετρέπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ μικρότερα πράγματα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπετρέπομεν εἰς αὐτὴν νὰ ἀσφαλίσῃ ὅ,τι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐθεωροῦμεν οὐσιωδέστατον, δηλαδὴ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ νέου πολιτεύματος. Μετ’ ἐμὲ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς ἀντιπροσωπεύων ἀναμφισβητήτως μίαν ἰδέαν, μίαν μερίδα, μίαν ἀπόχρωσιν μὴ συμπολιτευομένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ προσεχώρησεν εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποστηρίξει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, εἶπε δηλ. ὅτι δὲν ἀπηντήσατε, Κύριοι, εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ σοβαρὰ τὰ ὁποῖα παρέταξεν ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτής. Ἐθεώρησεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς δοθείσης αὐτῇ. Εἶπεν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ γίνηται τοιοῦτος σφετερισμὸς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ὅτι βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἦτο σαφὲς λοιπὸν ὅτι καὶ ἐκεῖθεν ἐξεφράσθη ἡ ἐκδοχὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἐξουσιοδοτήσεως αὐτῆς. Ἐπηκολούθησαν ἄλλαι ἀγορεύσεις δριμύτεραι, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λοκρίδος κ. Ἀβραὰμ καὶ κατόπιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κοζάνης πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ζήτημα πλέον τιμῆς καὶ οὐχὶ πολιτικῆς εὐαισθησίας διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Κατ’ ἐμὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ ὅτι εὑρίσκετο ἐνώπιον μεμονωμένης τινὸς ἐνδείξεως δυσπιστίας, ἡ ὁποία ἠδύνατο καὶ νὰ παροραθῇ. Ἄρα τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν ἔπρεπε νὰ καταντήσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Οὕτως εἴθισται ἄλλως τε καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ Σώματα, ὅταν μία Κυβέρνησις προβαίνῃ εἰς μίαν πρᾶξιν ἢ μία Κυβέρνησις διαπράττῃ μίαν παράλειψιν, γίνηται δὲ συζήτησις περὶ τοῦ λάθους τῆς πράξεως ἢ τῆς παραλείψεως, ἐφόσον ἡ συζήτησις ἤθελε παρουσιάσει μίαν μερίδα ἀξίαν λόγου ἐπικρίνουσαν τὸ ὀλέθριον τῆς συμπεριφορᾶς, τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀξίωσις καθιερωθεῖσα διὰ μακρῶν ἐτῶν καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς Ἑλλάδος ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτήν. Κατὰ συνέπειαν ὀρθῶς νομίζω ὅτι ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ αὑτὸν σύμφωνος πρὸς τὴν ἐκδοχὴν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπερέβη τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 25 Μαρτίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τοῦτο δὲ τὸ σημεῖον ἔχω συμφώνους καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι μοὶ δίδουν τὴν τιμὴν νὰ δίδουν κάποιαν προσοχὴν εἰς τὰς γνώμας μου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ κατάντημα τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης, ἡ ὁποία μᾶς ἀπησχόλησεν ἀπὸ 2 ἢ 3 ἡμερῶν, εἶναι σαφές. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε καλῶς καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν τῆς ἐδώκαμεν ἢ ὄχι, ἐγὼ θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὄχι μόνον εὑρίσκω ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐγένετο ὀρθῶς, ἀλλά, ὅπως καὶ ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις ἀπεχώρησε τῆς ἐξουσίας, ἐδήλωσα, φρονῶ, ὅτι εἰς τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς Χώρας εἶναι χρησιμώτερον ν’ ἀποφεύγωμεν τὰς συχνὰς κυβερνητικὰς μεταβολάς. (Χειροκροτήματα) Δὲν θέλω νὰ εἴπω βεβαίως μὲ τοῦτο ὅ,τι μοὶ ἀπεδόθη κάποτε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ἡ Συνέλευσις ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς κυριαρχίαν καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῆς αὐτονομίαν καὶ νὰ μεταμορφωθῇ εἰς τὸ γνωστὸν ἐν Κερκύρᾳ Κοινοβούλιον τῶν Τελεστάδων, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκαλοῦντο οἱ λεγόμενοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ γενόμενα ἀπὸ τὸν Ὕπατον Ἁρμοστὴν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀπαντήσουν «καλῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα». Δὲν ἐννοῶ βεβαίως αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν τῇ ἐδώσαμεν. Ἐξ ἄλλου τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα δὲν εἶναι ἐφεύρημα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα εἶναι ἓν ὑπόλειμμα μιᾶς ἀνωμάλου καταστάσεως, διαρκούσης σχεδὸν διηνεκῶς ἀπὸ τοῦ 1912, ἓν ὑπόλειμμα τὸ ὁποῖον πρέπει πάντως καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκριζώσωμεν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Χώρας. Ἐὰν κατὰ συνέπειαν ἐξεδόθη ἓν Διάταγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεδόθη κἂν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐντολῆς, ἀλλὰ κατόπιν ῥητῆς ἐντολῆς δοθείσης, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἁμάρτημα. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνέβη καί τι, παρὰ τὴν πεποίθησιν ἐκείνων οἵτινες εὑρίσκουσιν ὅτι τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς ἦσαν περισσότερον περιωρισμένα παρ’ ὅ,τι τὸ Διάταγμα διέγραψε, δὲν νομίζω ὅτι ἦτο τοιοῦτο ὥστε νὰ παραβλέψωμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν ὅτι συχναὶ μεταβολαὶ οὔτε εἰς τὰ τοπικὰ συμφέροντα, οὔτε εἰς τὰ γενικώτερα, οὔτε εἰς τὰ μερικώτερα εἶναι χρήσιμοι. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἐὰν εἰς ὡρισμένας πράξεις ἢ παραλείψεις ἓν οἱονδήποτε τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνήργησε καλῶς πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ γενικά, ἔχομεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τότε νὰ ἐξασκήσωμεν πλήρως τὴν ἀντιπολίτευσιν ἡμῶν καὶ τότε ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔξω τῆς Συνελεύσεως κοινὴ γνώμη, θὰ μᾶς δικαιώσῃ. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ σημεῖον τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τούτου, κατόπιν μάλιστα τῆς δηλώσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐπεξεργασθῇ τοῦτο καὶ θὰ συζητηθῇ ἐκ νέου ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο τὸ σημεῖον παρέχει οὐδὲ πόρρωθεν ἀφορμὴν διὰ νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν. Ἑπόμενος πρὸς ὅσα ἐξέθηκα, κύριοι συνάδελφοι, θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης.

§17Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα· εὑρίσκω ἀδικαιολόγητον τὴν εὐθιξίαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Μετὰ τὴν εἰσαχθεῖσαν ὅμως πρότασιν βεβαίως τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ θὰ ἀπετέλει πολιτικὸν ζήτημα δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπεδέχετο τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. πληρεξουσίου ἐκ Κερκύρας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ κατοχυρώσεως τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἡμεῖς, ἂν καὶ δυνάμεθα λόγῳ τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, νὰ μὴ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως τὸ Ν. Διάταγμα πρὸς ἔγκρισιν, ἐν τούτοις ἀποδεχόμεθα νὰ τὸ θέσωμεν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχθη τὰς ἀπόψεις νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως τὸ Ν. Διάταγμα νομίζω ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον πολιτικὸν ζήτημα. Βεβαίως ἡ παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως πέρα τῆς δοθείσης ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐντολῆς διὰ νὰ διαχειρισθῇ τὰ τῆς Χώρας ἀποτελεῖ πολιτικὸν ζήτημα, ἀποτελεῖ ἀνευλάβειαν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ὅταν μία Κυβέρνησις σφετερίζηται δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως βεβαίως πρέπει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐμπιστεύεται εἰς τὸ μέλλον νὰ διαχειρίζηται τὰ κοινά. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ συγκατετέθη ὁπωσδήποτε ἦτο ἢ ὄχι ὑποχρεωμένος νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τῆς Συνελεύσεως τὴν ἔγκρισιν τοῦ Διατάγματος; Νομίζω ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως τοῦ ἐκ Κερκύρας συναδέλφου δὲν ἀποτελεῖ πολιτικὸν ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Τὸ Ν. Διάταγμα καὶ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ περὶ τὴν ὁποίαν περιεστράφησαν οἱ διάφοροι ἀγορεύσαντες σχετικῶς νομίζω ἐπίσης ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ πολιτικὸν ζήτημα, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι ἄλλως τε εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ὅτι εἶναι σύμφωνος ἡ Συνέλευσις πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Ἄλλως ἐκ τῶν προτέρων ἔχει βεβαιωμένην τὴν γνώμην ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Πολιτικὸν ζήτημα, ζήτημα ἐμπιστοσύνης τίθεται, ὅταν προκύπτουν πολιτικὰ ζητήματα καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν τοιαύτην διεξαχθησομένην συζήτησιν ἀρχίζῃ νὰ ἀμφιβάλλῃ ἂν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος διὰ νὰ καθορίσῃ τὴν θέσιν της, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακάθηται εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Συνελεύσεως ἢ νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶναι βεβαία ὅτι ἡ Συνέλευσις κατὰ μεγίστην πλειονοψηφίαν εἶναι ὑπὲρ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος δὲν ὑφίσταται πολιτικὸν ζήτημα καὶ παρέλκει ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπομένει, κύριοι, τὸ δεύτερον ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης πληρεξούσιος ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἐποιήσατο παρέκβασίν τινα, ἡ ὁποία ἔθιξε τὴν σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κοζάνης συναδέλφου, διότι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο ζήτημα σήμερον. Τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως τῆς Κυβερνήσεως θ’ ἀπετέλει βεβαίως πολιτικὸν ζήτημα καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὁ ἐκ Κοζάνης συνάδελφος ἦτο ἀρχηγὸς κόμματος ἢ ὁμάδος ὁπωσδήποτε σοβαρᾶς, ὥστε ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία θὰ προέκυπτε νὰ ἐκλονίζετο ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ προέκυπτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πολιτικὸν ζήτημα, διότι εἷς πληρεξούσιος ἔθιξε μίαν χορδὴν εὐαίσθητον τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὴν τὴν ἔθιξεν, ἀφοῦ περαιτέρω δὲν ἐγένετο ζήτημα. Νομίζω ὅτι καὶ τὸ δεύτερον παρεκβατικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ περιεχόμενον σοβαρᾶς συζητήσεως, νὰ ἐξαναγκάσῃ τουτέστι τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις, ὅτε τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐζήτησε, καθ’ ἣν εἶχεν ὑποχρέωσιν, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία καὶ τὴν παρέσχεν. Ἔκτοτε δὲν ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ἄλλην τινὰ μορφὴν ὥστε νὰ ἐπιζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν μετὰ τὴν διακοπὴν καὶ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως ἠδύνατο νὰ ποιήσηται προγραμματικὰς δηλώσεις διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ διαρρεῦσαν ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐπαναλήψεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξεν οὐδὲ τοῦτο, διότι, ἂν ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν νέας προγραμματικὰς δηλώσεις καὶ ἐκ τούτου προέκυπτε μακρὰ συζήτησις πολιτική, βεβαίως εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἀποδειχθῇ ἂν ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη καλῶς τὰ κοινά, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ κυβερνῶσα τὴν Χώραν. Ἀλλὰ τοιοῦτο ζήτημα δὲν ἐτέθη. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων νομίζω ὅτι παρέλκει πλήρως ἡ θέσις πολιτικοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, συνιστῶ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσύρῃ τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι ἴσως θὰ παρεξηγηθῇ ὅτι ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας νὰ θέσῃ τοιοῦτο ζήτημα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν δύναμαι νὰ δώσω οὔτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης οὔτε ψῆφον δυσπιστίας, διότι δὲν νομίζω ὅτι προέκυψε ζήτημά τι διὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὔτε ἔλαβε χώραν μακρὰ συζήτησις περὶ τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ διαφωτισθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ δώσω ψῆφον δυσπιστίας.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.

§19Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐάν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου, τοῦ ἐπερωτήσαντος, περιωρίζετο νὰ ὁμιλήσῃ μόνον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, θὰ ἐθεώρουν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ὡς ἀρκετὰ καὶ ὑπεραρκετά, ὅπως καὶ πράγματι εἶναι. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐνῷ ἦσαν ταῦτα ἀρκετὰ καὶ ὑπεραρκετά, ἔλαβον τὸν λόγον πλεῖστοι ὅσοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, καὶ ἔρριψε βέλη ἀντὶ προσθέτου ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἐπίθεσιν, ἔρριψε βέλη, λέγω, οὗτος κατὰ τοῦ Διατάγματος. Ἔχω τὴν ἰδιότητα, τὸ προτέρημα ἢ ἐλάττωμα, ὅπως θέλετε, νὰ φοβοῦμαι πολὺ περισσότερον τὰ ἐξ οἰκείων βέλη, εἰς τὴν πολιτικὴν μάλιστα καὶ πρὸ πάντων μετὰ τὴν νίκην, παρὰ τὰ τῶν ἀντιπάλων τοιαῦτα. Διότι τὰ βέλη τῶν ἀντιπάλων ἐνισχύουν τὴν νίκην. Ἐκ τούτων λαμβάνει ἀφορμὴν ὁ νικητὴς καὶ συντρίβει τελειωτικῶς τὸν ἡττημένον καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο γνωρίζων ὁ ἡττημένος ἐπερωτήσας καὶ ἀποφεύγων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἤτοι ἅμα τῇ ἐπερωτήσει, ἐτράπη εἰς φυγήν, ἐφυγομάχησε. Τὰ βέλη τὰ ἐκ τῶν οἰκείων ἀντιθέτως εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξουδετερώνουν τὴν νίκην, καί, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ φράσιν πολιτικὴν καὶ ἔλθω εἰς ἔδαφος πολιτικόν, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φέρουν εἰς κυβερνητικὴν ἀτονίαν, εἰς ἀδιέξοδον καὶ ἀκυβέρνητον καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἐθίχθησαν. Ταῦτα, κύριοι, εἶναι τέσσαρα· πρῶτον ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδώσῃ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἰδίως τὸ τῆς κατοχυρώσεως ὡς καὶ τὰ ἄλλα τῆς αἰσχροκερδείας καὶ τῶν χαρτοπαιγνίων· ἢ τοὐλάχιστον, ἂν δὲν εἶχεν ἐξουσιοδότησιν, ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ νὰ ἐκδοθῶσι· δεύτερον ἂν ἡ ἐξουσιοδότησις περιελάμβανε καὶ τὴν σύστασιν δικαστηρίων στρατιωτικῶν καὶ ὑπαγωγὴν τῶν σχετικῶν ἀδικημάτων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τούτων· τρίτον ἂν τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια εἶναι τὰ μᾶλλον ἁρμόδια διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων· καὶ τέταρτον ἂν ἐνδεικνύεται ἡ λῆψις μέτρων ἐξαιρετικῶν πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ πολιτεύματος ἢ τῆς δημοσίας τάξεως, ἡ ὁποία θὰ ἐκινδύνευε νὰ διαταραχθῇ, ἐὰν ἐλάμβανε χώραν ἀπόπειρά τις κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ πολιτεύματος. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν τοὐλάχιστον τὴν ἑπομένην τῆς ἐθνικῆς μας πρωτοφανοῦς καταστροφῆς καὶ ὅτι ἀποτελεῖ αἶσχος ἀνεξάλειπτον, ὅτι δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο ἀμέσως ἢ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν ταύτην τὴν ἑπομένην τῆς ἀποτυχίας τῆς ἀντεπαναστάσεως, καὶ ὅτι εἶναι πολὺ βαρὺ σφάλμα ὅτι δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο τότε. Ἐὰν ἐγκαθιδρύομεν τότε τὴν Δημοκρατίαν καὶ προεκηρύττομεν γενικὰς ἐκλογὰς πρὸς ἐκλογὴν προσώπων ἐν ταὐτῷ καὶ ἰδεῶν, ἤτοι πρὸς ἐκλογὴν πληρεξουσίων, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπικυρώσωσι τὴν Δημοκρατίαν, ἀσφαλῶς θὰ εἴχομεν ἀποτελέσματα ἀνώτερα τῶν τοῦ δημοψηφίσματος, ὄχι μὲ 70%, ὡς ἀπέδωσε τὸ δημοψήφισμα, ἀλλὰ μὲ 90% πλειονοψηφίαν θὰ ἐπεκυρώνετο ἡ Δημοκρατία. Δὲν ἐγένετο ὅμως τοῦτο χάρις εἰς τὰς ἀναβολάς, εἰς τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ἐφευρέσεις τῶν δημοψηφισμάτων, εἰς τὰς διχογνωμίας, τὰς ὁποίας ἐγέννησαν ἐκ τῆς ὑμετέρας πλευρᾶς ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους οὔτε ψευδεῖς δημοκράτας θὰ ἀποκαλέσω, οὔτε ψοφοδεεῖς τοιούτους ἀλλ’ ἁπλῶς συνετοὺς δημοκράτας, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ σύνεσις ἀπέβη ἐπιβλαβής, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, καὶ ἐκ τούτου ἡ πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία ὑπέστη ζημίας μεγίστας. Καὶ πρῶτον ἕνεκα τῶν ἀναβολῶν καὶ τῶν δυσχερειῶν ἕνεκα τῆς ἐπικλήσεως ξενικῶν κινδύνων καὶ ὑπερασπίσεως τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔβραζεν ὁ κόσμος κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, οἱ βασιλικοὶ ὀλετῆρες ἀνεπετάννυον πάλιν τὴν σημαίαν τοῦ Βασιλισμοῦ καὶ Κωνσταντινισμοῦ, ἤτοι τοῦ ἀντεθνισμοῦ, διότι ἀντεθνισμὸς εἶναι ὁ Κωνσταντινισμὸς μετὰ τὴν ἐθνικήν μας καταστροφὴν, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς μεθόδους των τὰς τυραννομαχικάς. Ἐπὶ πλέον δὲ ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς, ἕνεκα τῆς μὴ ταχείας καὶ ἐγκαίρου ἐκκαθαρίσεως τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν τοῦ δημοκρατικοῦ, τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν μετὰ τὸ 1915, τὰ ὁποῖα ἀνετράφησαν μὲ τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν συμφορὰς καὶ περιπετείας, τὰ κακὰ αὐτὰ ἕνεκα τῆς παρατάσεως τῆς ἐκκρεμότητος τῆς πολιτικῆς ἔλαβον ἐπίτασιν πρωτοφανῆ καὶ κατέστησαν λίαν ἐπικίνδυνα. Τὰ κακὰ αὐτὰ εἶναι πολλά, τὰ κυριώτερα ὅμως εἶναι ἡ αἰσχροκέρδεια, ἡ ληστεία καὶ τῶν ἀντιπάλων ἡ τυραννολογία εἰδικῶς ἐδῶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Τὰ καλὰ αὐτὰ ἀναμφισβητήτως ἐλυμαίνοντο τὴν Χώραν εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ δημοψηφίσματος, καὶ ὑπῆρχε φόβος ὡς ἦτο ἐνδεχόμενον, νὰ ἐπιτεθῶσι καὶ νὰ λάβωσι τὸν μᾶλλον ἐπικίνδυνον χαρακτῆρα κατὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐὰν δὲ ἐλαμβάνοντο τάχιστα μέτρα κατὰ τῆς αἰσχροκερδείας, ἀσφαλῶς οἱ αἰσχροκερδιζόμενοι θὰ ἐξήρχοντο καὶ θὰ συνέτριβον τὰς κεφαλὰς καὶ τὰ καταστήματα τῶν αἰσχροκερδῶν, δὲν θὰ ἐγίνετο δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῦτο διὰ πρώτην φοράν. Καὶ εἰς ἄλλα Κράτη μᾶλλον πεπολιτισμένα, καὶ εἰς ἄλλας μεγαλοπόλεις πλέον προηγμένας ἐγένετο τοῦτο, εἰς τὸ ἐγγὺς μάλιστα παρελθόν. Θὰ ἐνθυμῆται ὁ ἀξιότιμος κ. Μιχαλακόπουλος, ὁ ὁποῖος τότε ἦτο εἰς ἀποστολήν, ὅτι εἰς τοὺς Παρισίους διεταράχθη ἡ τάξις ἕνεκα τῆς αἰσχροκερδείας κατὰ τὸ 1919. Οἱ Παρισινοὶ ἠγέρθησαν καὶ ἐστραπατσάρισαν τὰ μπακάλικα καὶ μανάβικα τῶν αἰσχροκερδῶν ἐξ αἰτίας τῆς αἰσχροκερδείας. Ἠδύνατο λοιπὸν καὶ ἐδῶ νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις καὶ θὰ διεταράσσετο, ἂν δὲν ἐλαμβάνοντο μέτρα κατὰ τῆς αἰσχροκερδείας. Ὡς ἐπίσης ἐὰν δὲν ἐλαμβάνοντο μέτρα ταχέως κατὰ τῆς λῃστείας, τότε οἱ λῃσταὶ θὰ ἤρχοντο ἐδῶ μέσα νὰ πλήξουν καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν συνήθειαν νὰ περιοδεύωσιν εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας κ. συνάδελφος. Ἐὰν πάλιν ἀφίνοντο ἐλεύθεροι οἱ τυραννολόγοι μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ πολιτεύματος νὰ ἐπικρίνωσι τὸ πολίτευμα καὶ νὰ διασύρωσιν αὐτό, ἀσφαλῶς ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὅστις εἶναι εὐέξαπτος, ὄχι τόσον φιλήσυχος, ὡς ὁ ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, θὰ ἐξηγείροντο βεβαίως διὰ νὰ σπάσουν τὸ κεφάλι τῶν θρασυδείλων τούτων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ δημοσία ἀσφάλεια θὰ διεταράσσετο πάλιν περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην αἰτίαν. Ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις τὰ κακὰ ταῦτα καὶ ἡ Συνέλευσις τὴν ἐνδεχομένην ἐπίτασιν αὐτῶν καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιμετωπίσεως αὐτῶν διὰ μέτρων ἐπειγόντων καὶ νομοθετημάτων, ἡ μὲν Κυβέρνησις ἐζήτησεν, ἡ δὲ Συνέλευσις ἐχορήγησε τὴν ἄδειαν ὅπως ληφθῶσι καὶ μέτρα νομοθετικὰ ἀκόμη κατὰ τῶν κακῶν αὐτῶν. Βεβαίως ἡ ἄδεια ἡ δοθεῖσα δὲν ἔλεγεν εἰδικῶς ὅτι ἐλαμβάνοντο μέτρα καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ληφθῶσι μέτρα δι’ ἓν ἕκαστον τῶν κακῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδίδετο ἄδεια διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀσφαλῶς ἐδίδετο ἄδεια καὶ δι’ ἓν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, ἐφόσον ἐξ ὅλων τῶν κακῶν τῶν σημερινῶν τὰ τρία ταῦτα κακὰ εἶναι τὰ κυριώτερα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Τί ἐπηρέαζε, ἑκάστοτε, Κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν; Δὲν ὑπάρχει κανεὶς κανὼν ὁ ὁποῖος νὰ ἐφαρμόζηται εἰς ὅλους τοὺς τόπους καὶ ὅλους τοὺς χρόνους. Ἄλλοτε καὶ ἀλλοῦ τοῦτο τὸ ζήτημα ἐπηρεάζει ταύτην καὶ ἄλλοτε καὶ ἀλλοῦ ἐκεῖνο. Ἄλλοτε δηλαδὴ ἓν ζήτημα οἰκονομικόν, ἄλλοτε ἓν ὑγειονομικόν, ἄλλοτε ἓν θρησκευτικὸν καὶ τὰ παρόμοια. Ἐδῶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τὰ ἄνω ζητήματα, τὰ ἄνω κακὰ, εἶναι τὰ περισσότερον συνδεόμενα μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἄρα περισσότερον ἐπηρεάζοντα αὐτήν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐδόθη ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἐὰν ἐδόθη ἐξουσιοδότησις διὰ τὰ ζητήματα τῆς κατοχυρώσεως, ὅπως καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς αἰσχροκερδείας καὶ λῃστείας, συνδεόμενα τοσοῦτον, ὡς εἶπον, μετὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτής, ὁ ὁποῖος ἐφυγομάχησε σήμερον, μολονότι ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἠμφισβήτησε πάντα ταῦτα, ἠμφισβήτησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα κατοχυρώσεως, ἠμφισβήτησεν ἀκόμη ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπείγουσα ἐκδόσεως Διατάγματος, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχεν ἡ τοιαύτη ἄδεια. Ἐπὶ πλέον ἐπετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ποιουμένης κατάχρησιν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ ἐζήτησε μάλιστα τροποποιήσεις συνταγματικὰς καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο καὶ Ἐπιτροπὰς πρὸς ἐξασφάλισιν ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ τῆς διαπράξεως τοιούτων παραβάσεων κατὰ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Ἀλλ’ ἕνεκα τούτων ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς νὰ μὴ φύγῃ, ἀλλὰ νὰ μείνῃ ἐδῶ ἵνα δοκιμάσῃ τὴν τύχην του καὶ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῶν ἀμφισβητήσεών του. Δεύτερον ζήτημα, κύριοι, εἶναι ἂν ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς Συνελεύσεως περιελάμβανε καὶ τὴν σύστασιν δικαστηρίων στρατιωτικῶν.

§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι.

§21Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν εἶναι λεπτομέρειαι, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, ἂν λείψουν τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ἐκ τοῦ Διατάγματος, δὲν θὰ ὑπάρχῃ τι τὸ ἐξαιρετικόν, διότι διὰ τὰ λοιπὰ προνοεῖ ἡ νομοθεσία μας. Ἐὰν λοιπὸν ἐννοοῦμεν πάντες ὅτι πρέπει ληφθῶσιν ἐξαιρετικὰ μέτρα, καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἀρνεῖται ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. συνάδελφος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια καὶ νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς αὐτὰ τὰ ἀδικήματα κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Λοιπόν, διὰ νὰ τελειώσω, θεωρῶ ὅτι τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια εἶναι ὑπέρτερα παντὸς ἄλλου δικαστηρίου διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν. (Θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἐγὼ δὲν λαμβάνω τὸν λόγον οὔτε εἰς ἐρωτήσεις, οὐδὲ εἰς συστάσεις, ἀλλὰ μόνον εἰς πολιτικὰ ζητήματα καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω κάτι παραπάνω, διότι εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα δὲν ὁμιλῶ. Τί ἄλλως τε προετάθη ἀντὶ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων; Προετάθησαν τὰ πολιτικὰ δικαστήρια ἐκ μέρους τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, δηλαδὴ πολιτικὰ Σώματα ἐνασκοῦντα δικαιοδοσίαν δικαστικήν, ἢ τὰ κοινὰ πολιτικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ πολιτικὰ Σώματα ὡς δικαστήρια δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἴχομεν ποτὲ πολιτικὰ Σώματα μὲ δικαστικὴν δικαιοδοσίαν. Μίαν μόνην φοράν, εἰς μίαν περίοδον, εἴχομεν τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐξεδίκαζε τὰς ἐκλογὰς τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀλλὰ τοσαῦται ἐγίνοντο παραβάσεις εἴτε ἐξ ὑπερβολικῆς ἐπιεικείας εἴτε ἐξ ὑπερβολικῆς ἐμπαθείας, ὥστε αὐτὸ τὸ Σῶμα, ἡ Βουλὴ ἢ Ἀναθεωρητική, ἂν ἐνθυμοῦμαι, τὴν δικαιοδοσίαν αὑτῆς τὴν μετεβίβασεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἑπομένως ἀποκλείεται τὸ νὰ ὑπαγάγωμέν τι ἀδικήματα αὐτὰ εἰς Σώματα πολιτικὰ ἐνασκοῦντα δικαιοδοσίαν δικαστικήν. Ἀποκλείονται ὅμως ἐπίσης, τὸ κυριώτερον, τὰ κοινὰ πολιτικὰ δικαστήρια διὰ τὰ ἀδικήματα αὐτά, διότι τὰ κοινὰ δικαστήρια εἶναι γενικῶς γνωστόν, παρὰ πάντων ὁμολογεῖται, ὅτι ἐξέπεσαν τῆς περιωπῆς των, διότι ἀνεμίχθησαν εἰς ἀγῶνας καθεστωτικούς. Ἑπομένως, διὰ νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν περιωπήν των, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ ἀναμιχθῶσι πλέον εἰς δίκας καθεστωτικάς. Ὁπωσδήποτε τὰ μέλη τῶν δικαστηρίων εἶναι γνωστόν ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν ὑπῆρξαν δημοκρατικά. Ἠμπορεῖ τυπικῶς νὰ ἀπεδέχθησαν τὴν Δημοκρατίαν, ἠμπορεῖ ἔστω καὶ ἐσωτερικῶς κατὰ διάθεσιν νὰ πράττωσι τοῦτο, ἀλλὰ ἀκόμη δὲν ἐνεποτίσθησαν τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν. Δύο λοιπὸν κακὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν, ἢ οἱ πολιτικοὶ αὐτοὶ δικασταὶ οἱ μὴ δημοκρατικοὶ ἢ μὴ πλήρως τοιοῦτοι φοβούμενοι μὴ παρεξηγηθῶσιν ὡς μὴ δημοκρατικοὶ νὰ δικάζωσιν αὐστηρῶς, ἢ ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὰς ἀντιδημοκρατικὰς ἰδέας των νὰ ἀφίνουν τὶς πόρτες ἀνοικτὲς διὰ νὰ ξεφεύγουν οἱ ἐπικίνδυνοι κατηγορούμενοι. Ἀποκλείονται λοιπὸν ἀμφότερα τὰ δικαστήρια, κατ’ ἀνάγκην δὲ ἐνδεικνύονται τὰ ὑπολειπόμενα, ἤτοι τὰ στρατιωτικά, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἶναι προτιμητέα καὶ διὰ τὰς ἰδίας ἀρετὰς εἰς τὰ ἀδικήματα ταῦτα. Πρῶτον διότι οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι τὰ δημοκρατικώτερα ὄργανα τοῦ Κράτους, ἑπομένως δὲν θὰ φοβῶνται μὴ παρεξηγηθῶσιν ὡς ἀντιδημοκρατικοὶ ὥστε νὰ δικάζωσι καὶ ἀθῴους. Ὁπωσδήποτε οἱ στρατιωτικοὶ ἔχουν μίαν ἄλλην ἀρετὴν τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ ἔχουν. Ἔχουν τὸ προσωπικὸν θάρρος. Ἔχοντες τὸ προσωπικὸν θάρρος δὲν θὰ φοβῶνται μὴ ἀλλάξῃ ποτὲ τὸ καθεστώς, μολονότι δὲν ὑπάρχει φόβος ἀλλαγῆς, ἀλλὰ διά τινας πολιτικοὺς ἄνδρας εἶναι δυνατὸν ὁ φόβος αὐτὸς νὰ γεννηθῇ εἰς τὸ πνεῦμά των. Δὲν θὰ φοβῶνται καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ξεφεύγουν οἱ ἐπικίνδυνοι. (Χειροκροτήματα) Ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν οὐδεὶς κατεδιώχθη ἀδίκως, πάντες ἀντέδρων, ποῖοι πολύ, ποῖοι ὀλίγον, ἀλλὰ διότι ἡ σύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως τότε ἦτο μόνον ἐκ πολιτικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὑποχρεωμένα νὰ ἔχωσι πλῆρες τὸ θάρρος, ὅπως οἱ στρατιωτικοί, καὶ διότι οἱ τότε Ὑπουργοὶ διὰ τοῦτο ἐφοβοῦντο μὴ τυχὸν ἀνατραπῇ τὸ καθεστὼς κατεδιώχθησαν πολλοὶ δικαίως μὲν ὡς ἀντιδρῶντες, ἀλλὰ χωρὶς νὰ εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ἐν γένει ὁ Στρατὸς εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ὄχι μόνον ὡς μέλη δικαστηρίου ἀλλ’ ἐν γένει διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ πολιτεύματος εἶναι ὁ μᾶλλον ἐνδεδειγμένος. Ἠμπορεῖ νὰ λέγηται συχνὰ ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὸν Λαόν, ἀλλὰ συνήθως οἱ Λαοὶ δὲν ἀγρυπνοῦν εἰς τοῦτο. Θὰ ἐπήρχετο ἄλλως τε διατάραξις τῆς τάξεως, ἐὰν ὁ Λαὸς ἐπενέβαινεν ὁσάκις διεταράσσετο τὸ πολίτευμα. Ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀνατεθειμένη κυρίως εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, ὄργανα δὲ τοιαῦτα ἰδίως εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, εἶναι ὁ Στρατὸς καὶ δὴ ὁ δημοκρατικὸς Στρατός. Κατερχόμενος τοῦ βήματος ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν μομφὴν τὴν ἀποδοθεῖσαν ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πλευρὰν τῆς «Δημοκρ. Ἑνώσεως» καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Συνέλευσιν ὅτι στρατοκρατεῖται. Καὶ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω ὅτι ἡ πλευρὰ αὕτη οὐδέποτε ὑπῆρξε στρατοκρατική. Ἡ πλευρὰ αὕτη τὸν Στρατὸν μετεχειρίσθη συμφώνως μὲ τὸ σύνταγμα, μὲ τοὺς νόμους, συμφώνως μὲ τὸν προορισμόν του, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ εἰς τὴν διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων (Χειροκροτήματα). Ἀντιθέτως ἡ πλευρὰ ἡ ἀντίθετος, ἡ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, ὑπῆρξεν ἡ στρατοκράτις μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν ἐκπεσοῦσαν Δυναστείαν. Αὐτὴ μετεχειρίσθη τὸν Στρατὸν διὰ πολιτικὴν ἀντεθνικὴν ἐπιδιωχθεῖσαν δι’ ἀντισυνταγματικῶν μέσων, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐθνικήν μας καταστροφήν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Λαὸς ἐπὶ τέλους, ὅταν εἶδον ὅτι κινδυνεύει ἡ ὁλοκληρωτικὴ ὑπόστασις τῆς Πολιτείας, ἀφοῦ ἀνετράπησαν τὰ κυριώτερα ἐρείσματά της τότε ἐπανεστάτησαν καὶ ἐξεδίωξαν τὴν Δυναστείαν, κατέλυσαν τὸν βασιλικὸν θεσμόν, τὰ κυριώτερα μέσα τῆς στρατοκρατίας ἐν Ἑλλάδι. Ἡ πλευρὰ λοιπὸν ἡμῶν δὲν ἦτο ποτὲ στρατοκρατική, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἦτο τοιαύτη, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ στρατιωτικοὺς ἀρχηγούς. Στρατιωτικοὺς ἀρχηγοὺς ἔχει ἡ ἀντίπαλος μερίς. Ἡ ἰδική μας δὲν εἶχεν οὔτε θὰ ἔχῃ, διότι οἱ στρατιωτικοὶ ἀρχηγοὶ εἰς πολιτικὰ κόμματα δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ ἐν Ἑλλάδι, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσουν, οὔτε ηὐδοκίμησαν ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ Βαλκανικά, οὔτε εἰς τὰ Εὐρωπαϊκά, οὔτε εἰς τὰ Ἀμερικανικὰ Κράτη. Μόνον εἴς τινα Νοτιοαμερικανικὰ Κράτη, ὅταν διεξήγοντο ἀγῶνες κατὰ τῶν Μητροπόλεων, εἶχον ἀρχηγοὺς στρατιωτικούς. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἐνεφανίσθησαν οὔτε ηὐδοκίμησαν ἀρχηγοὶ στρατιωτικοὶ πολιτικῶν κομμάτων. Κατ’ ἐξαίρεσιν ἀκόμη εἰς τὴν Ρουμανίαν ἐνεφανίσθη ὁ Ἀβερέσκο μετὰ τὸν μέγαν πόλεμον ὄχι τόσον διὰ τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας τὰς πολεμικὰς καὶ ὀργανωτικὰς τὰς ὁποίας εἶχε παράσχει εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, ἀλλὰ κατ’ ἀντίδρασιν πρὸς τὸ τεῖνον νὰ ἐπικρατήσῃ ἀγροτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τάσεις κομμουνιστικὰς καὶ ἀπετέλει κίνδυνον διὰ τὸ καθεστὼς καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ συγκρατηθῇ τὸ καθεστὼς αὐτὸ διὰ τῆς ἰσχύος, ὁ δὲ Ἀβερέσκο ὡς τοιοῦτος στρατιωτικὸς ἦτο ὁ καταλληλότερος ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἰσχὺν αὐτὴν καλύτερον. Ἀλλὰ μόλις ἐκλήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ μεγάλης πλειοψηφίας κατέρρευσεν ἐπιβεβαιῶν οὕτω τὸν κανόνα ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ δὲν εἶναι κατάλληλοι ἀρχηγοὶ κομμάτων. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν στρατοκρατίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν οὔτε στρατιωτικοὺς ἀρχηγοὺς ἐπίσης οὔτε θὰ ἀποκτήσωμεν ποτὲ τοιούτους. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐν τῇ Συνελεύσει μόνον πληρεξουσίους τινὰς τοῦ ἐνεργοῦ Στρατοῦ προσωρινῶς μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, διότι μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος θὰ ἀποκλεισθῶσιν ὅπως ἀπεκλείσθησαν μὲ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα. Ἔχομεν ἐπίσης πρώην στρατιωτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ μέλη τῆς Συνελεύσεως, πολῖται καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι οὔτε καὶ ἐδῶ ποτὲ ἀπεκλείσθησαν οὔτε εἰς τὰ ξένα Κράτη, διότι πάντοτε πρώην ἀξιωματικοὶ μετεῖχον καὶ εἰς τὰς Βουλὰς καὶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς ἰδικάς μας καὶ τὰς ξένας, διότι ἅπαξ ἀπομακρυνθέντες τοῦ Στρατοῦ εἶναι ἁπλοῖ πολῖται. Εἰς ἡμᾶς δὲ εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ χρήσιμοι οἱ τέως στρατιωτικοὶ σήμερον, διότι οἱ στρατιωτικοὶ ἔχουσι τὸ αἴσθημα τὸ πατριωτικὸν ὑπερανεπτυγμένον Ὅλοι ὁσάκις οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ αἴσθημα αὐτὸ καὶ οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ἐπίσης, ἀλλὰ δυστυχῶς παρεσύρθησαν ἐπί τι διάστημα οἱ πολλοὶ ὑπὸ τῆς γνωστῆς Δυναστείας καὶ ἔπαυσαν νὰ εἶναι Ἕλληνες ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐνεργῶσιν ὡς τοιοῦτοι, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔπεσε τὸ βάρος τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς διασώσεως τῆς Πατρίδος, κατὰ τὰς δεινὰς περιστάσεις εἰς τοὺς ὤμους ὀλίγων στρατιωτῶν καὶ τῆς στρατευθείσης μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, οἵτινες ἐκ τούτου ἀνέπτυξαν πολὺν πατριωτισμὸν καὶ πολλὰς ἔκαμον θυσίας ἵνα ἀνταποκριθῶσιν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητοι καὶ χρήσιμοι, διότι εἰς κάθε περίοδον, ἑπομένως καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας δεκαετίας ἢ δεκαπενταετίας, ὅπως θέλετε, τὸ Κράτος τὸ ἰδικόν μας, ὅπως καὶ κάθε Βαλκανικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγάγῃ ὅπως καὶ δὲν παρήγαγε περισσοτέρους πολιτικοὺς ἄνδρας ἀπὸ 4 ἢ 5. Αὐτοὶ διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον ἐξέλιπον. Μετ’ αὐτοὺς ποῖοι ἐνεφανίσθησαν; Εἰς τὴν πλευρὰν τὴν ἰδικήν μας ἴσως, — διότι εἰς τὴν ἄλλην δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχουν ἀρχηγοί, καὶ δι’ αὐτὸ κατέληξαν εἰς ἕνα στρατιωτικόν. — Ἔχομεν δύο τρεῖς, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζω τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν πεῖραν καὶ τὰς τόσας ἀρετάς, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἀπέκτησαν τὸ σθένος καὶ τὴν ἐπιβολήν, τὰ ὁποῖα ἀποκτᾷ εἷς ἀρχηγὸς διὰ μακρῶν ἀγώνων. Εἶναι ἀνάγκη μέσα εἰς τὰς ὁμάδας τῆς πολιτικῆς καὶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ ὑπάρχωσι στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ σθένος καὶ ἐπιβολὴν καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι πολὺ χρήσιμοι, ἀρκεῖ νὰ περιορίζωνται εἰς τὸν ρόλον των, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ τοὺς ὑποσκάπτωμεν, καὶ ὄχι ἐδῶ ἐπισήμως, ὅπως ἔπραξεν εἷς συνάδελφος, καίτοι νομίζω ὅτι καὶ καθ’ ὑπερβολὴν διατυπώσεως εἶπεν ὅσα εἶπε περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας μας συνομιλίας, ὅτι εἶναι στρατοκράται δῆθεν, ἐνῷ εἶναι ἀντιστρατοκράται. Καὶ πρέπει νὰ μὴ μεταχειριζώμεθα κατὰ μίμησιν φράσεις κενὰς περὶ στρατοκρατίας μας δῆθεν, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται οἱ ἀντίπαλοί μας, ἐνῷ δικαιούμεθα ἡμεῖς τὰς φράσεις αὐτὰς ὄχι κενὰς ἀλλὰ οὐσιαστικὰς καὶ μετὰ κατηγοριῶν πραγματικῶν νὰ τὰς ἀπευθύνωμεν εἰς αὐτούς. (Χειροκροτήματα).

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.

§23Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις μόνον ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἐτέθη ἐπὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου κατοχυροῦται ἡ ἀσφάλεια τοῦ νέου πολιτεύματος. Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχεν ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὴν εἶχε πλήρη τὴν ἐντολήν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπραττεν ἄριστα, καὶ ἔπραξεν ἄριστα νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατοχυροῦται τὸ νέον πολίτευμα. Ἰδίως εἰς τὴν συζήτησιν προήλθομεν ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Ζαβιτσιάνου. Ὁ κ. Ζαβιτσιάνος ἐδήλωσεν ἀπεριφράστως ὅτι ὑπῆρξε πάντοτε ὑπὲρ τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ. Ἕκαστος βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας σκέψεις καὶ νὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας γνώμας προκειμένου περὶ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὅταν ἠθέλησεν ὁ κ. Ζαβιτσιάνος νὰ παραφθείρῃ τὴν ἱστορίαν καὶ νὰ παραχαράξῃ τὸ φρόνημα τοῦ Λαοῦ, λέγων ὅτι ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικὸς ὑπῆρξε πάντοτε θεσμὸς τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα εἶπον εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ εἶναι μία παραχάραξις τῆς ἱστορίας, ὅταν λέγῃ τις ὅτι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ἀπ’ αἰώνων ἦτο ὁ θεσμὸς τὸν ὁποῖον ἐλάτρευσεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς περιφρουρήσεως τοῦ πολιτεύματος δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι καὶ ἄριστα ἐτέθησαν αἱ διατάξεις αὐτοῦ καὶ ἴσως αὐστηρότεραι ἔπρεπε νὰ ὦσιν αὗται, ὅταν ἔρχωνται ἐνταῦθα καὶ ὁμιλοῦν ὅτι ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀγώνων προῆλθον τὰ ὡραῖα πολιτεύματα. Κύριοι, αὐτὰ δὲν μὲ συγκινοῦν διόλου, διότι παρέστημεν εἰς τοιαῦτα γεγονότα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἐκκλησία κατεκυλίσθη εἰς τὸν βόρβορον. Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ εἰς τὴν ζωήν μου ὅτι εἶδον ὁλόκληρον τὴν Ἱερὰν Σύνολον, ὅτι εἶδον τοὺς προγάστορας πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μεταβαίνοντας ὅπως ρίψουν λίθον ἀναθέματος ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος μεγάλυνε καὶ ἐδόξασε τὴν Ἑλλάδα (Χειροκροτήματα). Τὰ τοιαῦτα θεάματα, κύριοι, νομίζω ὅτι κλονίζουν πλέον τὴν πεποίθησιν τοῦ Λαοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἐνισχύουν τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα. Οὔτε δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὅτι κατεστράφη ἡ ἱστορικὴ φιλολογία τοῦ Τόπου, ἂν ἐπὶ ὀλίγα ἔτη δὲν ἀναγράφουν οἱ ἱστορικοὶ τὰς περιφήμους πράξεις τοῦ βασιλέως Γεωργίου ἢ τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς αὐτῆς οἰκογενείας, ἡ ὁποία κατέρριψεν εἰς τὸν ὄλεθρον τὸ Ἑλληνικὸν γένος καὶ ἡ ὁποία ἐγένετο ἡ ἀφορμὴ ὅπως εἰσρεύσωσιν ἐνταῦθα 1,500,000 Ἑλλήνων, οἵτινες ἐπὶ τρισχίλια ἔτη ἔζησαν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ ὑπῆρξαν μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας ἑστίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱονδήποτε μέσον, κύριοι, καὶ ἂν ληφθῇ πρὸς κατοχύρωσιν τοῦ πολιτεύματος θὰ τὸ ψηφίσω ἀνενδοιάστως. Καὶ διὰ τοῦτο δηλῶ ὅτι θέλω δώσει καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι, μεθ’ ὧν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συμπράττω, θέλομεν δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην διαμαρτυρίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κακουλίδης χθὲς περὶ τῶν στρατιωτικῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Θεωρῶ ὅτι πᾶς εἰσερχόμενος εἰς τὴν Συνέλευσιν, οἱονδήποτε βαθμὸν καὶ ἂν ἔχῃ στρατιωτικόν, εἶναι μέλος τῆς Συνελεύσεως καὶ δύναται ἄριστα νὰ καθέξῃ οἱονδήποτε Ὑπουργεῖον, ὅταν δύναται νὰ τὸ καθέξῃ καὶ πρέπει νὰ καθέξῃ αὐτό. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρῶμεν ἐδῶ τοὺς πληρεξουσίους εἰς στρατοκράτας καὶ μὴ στρατοκράτας. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς αἰσθάνεται πίεσιν εἰς τὴν ψυχήν αὐτοῦ, διότι ὡς μέλη τῆς Κυβερνήσεως παρακάθηνται δύο ἢ τρεῖς ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι τοσαύτας προσέφεραν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἐγὼ τὸ αἴσθημα αὐτὸ τοῦ Λαοῦ δὲν τὸ ἀντελήφθην καθόλου, δὲν τὸ ἀντελήφθην ἐγώ, διότι γνωρίζουν πάντες ὅτι τὸ νέον πολίτευμα προῆλθεν ἐκ μιᾶς ἐπαναστάσεως, αἱ δὲ ἐπαναστάσεις δὲν εἶναι τυχαῖα γεγονότα, δὲν εἶναι προσωριναὶ λαϊκαὶ ἐξάψεις. Αἱ ἐπαναστάσεις ἔχουν βαθύτερα τὰ αἴτια· ἢ προέρχονται ἐκ τῆς ἐξάψεως τῶν πνευματικῶν προόδων ἑνὸς Τόπου ἢ ἐκ συμφορῶν αἱ ὁποῖαι ὠθοῦν τοὺς Λαοὺς πρὸς τὴν ἐπανάστασιν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι μεγαλύτεραι συμφοραὶ ἐγένοντο ποτὲ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἀπὸ τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας παρεσκεύασεν ἡ Δυναστεία τῶν Γλύξμπουργ. Κατ’ ἀκολουθίαν, διὰ νὰ εἶμαι σύντομος, δηλῶ ἐντεῦθεν ὅτι θέλω δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τὸ κατοχυρωτικὸν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐὰν τοῦτο συνδυάζεται μὲ τὴν ἀπόκρουσιν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ ναύαρχος κ. Κακουλίδης, ὅτι πρέπει ν’ ἀποσυρθοῦν τὰ στρατιωτικὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐμμείνῃ ὅπως κυρίως τὰ στρατιωτικὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως παραμείνουν ἐν αὐτῇ.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον.

§25Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αἱ ἐπικρίσεις ἡμῶν διά τινας πράξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον βεβαίως τὴν σημασίαν ὅτι ἐπεθυμοῦμεν νὰ προκαλέσωμεν κρίσιν ὑπουργικὴν οὔτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἦτο ἐπιθυμία ὅλων ἡμῶν ὅπως ἡ πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, αἰρομένη εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἀνοίξῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μίαν περίοδον ὑψηλοτέραν καὶ ἠθικωτέρων ἀντιλήψεων. Ἰδοὺ διατί ἐπεκρίναμεν μέτρα τινὰ τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν ὀσμὴν τῶν παλαιῶν μεθόδων, μὲ τὰς ὁποίας διωκήθη μέχρι τοῦδε ἡ Ἑλλὰς. Ἐνομίζομεν ὅμως ὅτι ἡ σημερινὴ Συνέλευσις θὰ ἦτο ἀφετηρία νέου ἐθνικοῦ βίου καὶ θὰ ἤθελε τὴν Κυβέρνησιν καινοτομοῦσαν, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸ ζήτημα οἰκονομιῶν, καὶ τὴν βλέπομεν ὅτι δαπανᾷ ἐπὶ ματαίῳ τὸ Ἑλληνικὸν χρῆμα, τὴν βλέπομεν νὰ ἐξακολουθῇ τὴν ἰδίαν μέθοδον, ἡ ὁποία κατέρριψεν ἄνδρας μεγάλους, καὶ ὅτε βλέπομεν ὅτι ἄνδρες μεγάλοι οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ Κοινοβούλιον, ὅπως ὁ Τρικούπης καὶ ὁ Βενιζέλος, κατεστράφησαν καὶ ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναχωρήσουν καὶ ἐξορίσουν ἑαυτούς, καὶ βλέπομεν ὅτι αἱ ἴδιαι μέθοδοι θέλουν καταρρίψει καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ δυστυχῶς καὶ τὸ νέον μας πολίτευμα, ἰδοὺ διατί αἱ ἐπικρίσεις ἡμῶν δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ δημιουργήσουν πολιτικὴν κρίσιν, ἀλλ’ ἀτμόσφαιραν νέαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ὅπως ἀντιληφθῇ διαφορετικὰ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς ἐπικρίσεις τοῦ κ. Κακουλίδη διὰ τὰ στρατιωτικὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν θιγεῖσαν, διότι γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἦτο ἀπόρροια τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἐξετυλίχθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθουν εἰς τοὺς στρατῶνάς των, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Στρατὸς δὶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔσωσε τὴν Πατρίδα ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅπως μέχρις ὅτου διευκρινισθῇ ἡ κατάστασις καὶ σταθεροποιηθῇ τὸ καθεστὼς λάβουν μέρος εἰς την πρώτην Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Ἔχομεν την πεποίθησιν ὅτι οὔτε ἔγινε κατάχρησις οὔτε εἰς τὸ μέλλον θὰ γίνῃ καὶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, μόλις σταθεροποιηθῇ ἡ νέα κατάστασις, θὰ ἔχουν νὰ ἐκλέξουν μεταξὺ τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ στρατῶνος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ μετέχοντας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ὅπως δι’ εἰδικοῦ νόμου προστατεύσῃ τὸ νέον πολίτευμα. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν δέχομαι εἶναι ὅτι εἶχε τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ σχετικὸν Διάταγμα. Πάντες ἐνθυμοῦνται ὅτι ἡ ἄδεια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐκδώσῃ Νομοθετικὰ Διατάγματα ἀφεώρα τὴν δημοσίαν τάξιν, διότι ἡ Χώρα κατετρύχετο ἀπὸ λῃστὰς καὶ διαφόρους κακοποιούς, καὶ ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ ἐδόθη ἡ ἄδεια. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ ἐκδώσῃ, ὤφειλεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ δηλώσῃ ὅτι θὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Οὔτε ὑπῆρχε λόγος, ἐφόσον μετὰ δέκα ἡμέρας ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ ἡ Συνέλευσις, νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Δημοκρατία νὰ καταρρεύσῃ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν. Ἀλλὰ μὲ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ ἐσέβετο τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα διωρθώθη.

§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, αὐτὸ τὸ ἐσαφηνίσαμεν χθές. Ἐδέχθημεν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ Διάταγμα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ περιβληθῇ τοῦτο μεγαλύτερον κῦρος, οὐδέποτε ὅμως ἐδέχθημεν ὅτι δὲν εἴχομεν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδώσωμεν τὸ Διάταγμα. Εἶπον μόνον ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκδοσιν τοιούτου Διατάγματος, θὰ ἐξεδίδομεν αὐτὸ ὑπὸ ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην. Τὰ πράγματα εἶναι σαφῆ.

§27Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν εἴχετε αὐτὴν τὴν γνώμην. Τὸ ζήτημα τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων εἶναι μεγάλης σημασίας. Μόνον μία ἐπανάστασις δύναται νὰ νομοθετῇ διὰ Διαταγμάτων, οὐδέποτε δὲ ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα τοιοῦτον. (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πληρεξουσίων).

§28Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. .. Αὐτὰ τὰ λέγω διὰ σᾶς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε ὀπαδοὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀπατᾶτε τὸν Λαὸν λέγοντες ὅτι διὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ θὰ σωθῇ οὗτος, ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη χρεωκοπίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Θὰ ἤθελον νὰ ἔχω τὸ θάρρος τῶν ἰδεῶν μου διὰ νὰ εἴπω εἰς τὸν Λαὸν τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Κάμετε δικτατωρίαν καὶ κρύπτεσθε ὄπισθεν τῶν δακτύλων σας. (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πληρεξουσίων)

§29Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐπίσης τὸ ζήτημα τοῦ χαρτοπαιγνίου...

§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, μὴ παρεκτρέπετε τὴν συζήτησιν.

§31Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔφερε Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦ ἐρχομένου ἔτους κλείονται τὰ χαρτοπαίγνια. Θὰ ἠθέλομεν ὅμως τὴν Κυβέρνησιν καταργοῦσαν αὐτὰ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν. Αἱ ἐπικρίσεις λοιπὸν ἡμῶν δὲν εἶχον κανένα σκοπὸν νὰ καταρρίψουν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας νὰ τὴν ἐνισχύσουν εἰς τὴν προσπάθειάν της νὰ κάμῃ τὸ καλόν. Καὶ δι’ αὐτὸ δηλῶ ὅτι θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιμινάκης.

§33Κ. ΤΣΙΜΙΝΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος.

§35Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω οὔτε ἐπὶ πέντε λεπτά. Δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου, οὐδὲ πρόθεσιν εἶχον νὰ συμμετάσχω αὐτῆς, ἐὰν δὲν ἔληγεν ἡ συζήτησις διὰ προτάσεως περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης. Νομίζω καθῆκον παντὸς ὅστις δὲν συνδέεται κομματικῶς μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ παρέχει τὴν ψῆφον αὐτοῦ ἐμπιστοσύνης εἰς ἐνίσχυσιν αὐτῆς νὰ δικαιολογῇ τὴν ψῆφόν του, ὁσάκις ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἤθελε προκύψει. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἐπερωτήσεις τοιαύτης σπουδαιότητος λήγουν συνήθως, καὶ ὀφείλουν νὰ λήγουν, εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὄχι μόνον ἡ εὐθιξία ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀξιοῖ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ ἀντίληψις περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως ἀμφισβητουμένην ἢ ὅταν καταλογίζηται εἰς αὐτὴν πρᾶξις ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας ἢ μὲ τὸν Νόμον. Ἐπίστευον ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ὅτι κακῶς ἀπεδόθη μομφὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τοῦ κατοχυρωτικοῦ· ἐπίστευον ὅτι εἶχεν ἐξουσιοδότησιν ἀπὸ μέρους τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐκδώσῃ τοιούτου εἴδους Διατάγματα· ἐπίστευον ἀκόμη ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν εἶχε καμμίαν ἐξουσιοδότησιν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι τὸ κοινὸν συμφέρον ὑπηγόρευε τοῦτο, νὰ ἐκδώσῃ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα καὶ νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως συνερχομένης καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι διέπραξα κάτι ἔκτροπον, ἐσφετερίσθην δικαιώματα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἔρχομαι νὰ ζητήσω τὴν συγγνώμην τῆς Συνελεύσεως. Τοῦτο ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐγένετο ὄχι διότι οἱ κυβερνῶντες εἶχον καμμίαν διάθεσιν νὰ σφετερίζωνται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ βαρύνωνται διὰ τοιαύτης μεγάλης εὐθύνης, ἀλλὰ διότι εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν λῆψιν τοιούτων ἐκτάκτων μέτρων. Καὶ ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐξέδιδε τοιοῦτον Διάταγμα καὶ προσήρχετο ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, πάλιν ἤθελε τύχει τῆς ἐμῆς ἐπιδοκιμασίας. Κρίσις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Διατάγματος δὲν εἶναι ἔργον τῆς παρούσης συζητήσεως. Εὐθὺς ὡς τεθῇ τοῦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ προσλάβῃ μεῖζον κῦρος, θὰ ἐξετασθῇ ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ ταῖς λεπτομερειακαῖς καὶ τότε ὅλοι δύνασθε νὰ συντελέσητε ὅπως τὸ νομοθέτημα καταστῇ πληρέστερον, ἐὰν ἔχῃ ἀτελείας. Ἐφόσον ἄρα νομίζω ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος καλῶς ἐγένετο καὶ ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἀδικεῖ τὴν Κυβέρνησιν, εὔλογον νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ παράσχω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτήν. Ἡ παροχὴ ψήφου ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν συνδέονται μετ’ αὐτῆς κομματικῶς ἐνισχύει τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, πρέπει νὰ τὴν ἐνθαρρύνῃ ὅπως ἐξακολουθήσῃ διαχειριζομένη τὰ κοινὰ μετὰ περισκέψεως καὶ προσοχῆς, διότι ἡ ψῆφος ἡ παρεχομένη ἀπὸ μέρους τῶν συμμαχησάντων κομμάτων ἢ τῶν συμμαχούντων ἀτόμων εἶναι ψῆφος ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε δώσει ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο. Εὔχομαι νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἀφορμὴ τοιαύτη.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§37Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον, πράττω τοῦτο ἵνα ἐκφράσω μίαν ἔκπληξιν βαθυτάτην, ἔκπληξιν τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασα ἐκ τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. Ἐὰν πάντες καλῶς ἐνθυμῆσθε, κ. συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα οὐσιαστικῶς εἶχε λήξει τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν. Καὶ ἂν παρετάθη, παρετάθη μόνον διότι τινὲς τῶν συναδέλφων ἤθελον νὰ ὁμιλήσωσι καὶ περαιτέρω οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ αἰτιάσει ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ κατοχυρωτικὸν Διάταγμα λίαν εὐθαρσῶς ἐδήλωσεν ὅτι φρονεῖ ὅτι εἶχεν, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχε θὰ ἐξέδιδε τὸ Διάταγμα τοῦτο. Τὸ φέρε δὲ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως πρὸς τελειοποίησιν καὶ ἵνα προσλάβῃ μεγαλύτερον κῦρος. Τοῦτο ἐγένετο παρὰ πάντων δεκτόν. Χθὲς ἑσπέρας, ὡς πάντες καλῶς ἐνθυμεῖσθε, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ναυάρχου κ. Κακουλίδου ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἶπε τάδε, γεγραμμένα ἄλλως τε εἰς τὰ πρακτικά: Ἐκτιμῶ τὴν εὐθιξίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ὑφίσταται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι θὰ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκεῖ θὰ ἐκφράσῃ τὴν κρίσιν της ἡ Συνέλευσις. Τὸ πολὺ πολύ...

§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπα ἔτσι, κ. συνάδελφε. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ μὴ γίνῃ διπλῆ ψηφοφορία. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλεῖτε διὰ τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ταῦτα δὲν ἔχουν πιστῶς καὶ εἶπα νὰ διορθωθοῦν.

§39Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ αὐτὸ δηλῶ ὅτι προσέθεσε, τὸ πολὺ πολὺ δύναται ἡ Κυβέρνησις....

§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ πολὺ πολύ· δὲν εἶναι ἰδικόν μου αὐτό.

§41Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. .. δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἂν ἡ Συνέλευσις τὸ δεχθῇ ἔχει καλῶς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ δευτερολογίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ναυάρχου προσέθεσεν ὅτι εἶναι καὶ κάτι πάρα πάνω. Ἐτέθη καὶ ζήτημα συνθέσεως τῆς Κυβερνήσεως.

§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶπον εἰς τὸν κ. Μιχαλακόπουλον ὅτι ὑπάρχει διαφορά. Δηλαδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Συνέλευσις νὰ θέλῃ νὰ ὑπάρχῃ νομοθέτημα κατοχυρωτικὸν τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ψηφίζουν καὶ ἐγκρίνουν τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος εἶναι φυσικὸν ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐγκρίνουν καὶ ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ κατοχυρωτικοῦ. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ψηφίζουν ὑπὲρ νομοσχεδίου κατοχυρωτικοῦ δὲν εἶναι βέβαιοι ἅπαντες οὗτοι ὅτι ἐγκρίνουν καὶ τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἑπομένως πρωτίστως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι ἠλέγχθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, ζητοῦμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης.

§43Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἀλλ’ ἄν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐνετοπίζετο τὸ ζήτημα τότε, ὅταν ἐξετοξεύθη ἡ μομφὴ καὶ ἡ αἰτίασις αὐτή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσφετερίσθη τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις ἔδωκεν εἰς αὐτήν, οὔτε ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον οὔτε καὶ ἐγὼ θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐθεωρήθη οὐσιαστικῶς λῆξαν τὸ ζήτημα. Καὶ χθὲς ἑσπέρας μόνον ἐδημιουργήθη ζήτημα ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ναυάρχου. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ δήλωσις αὕτη προήρχετο ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον πληρεξούσιον, ὄχι βεβαίως διότι θέλω νὰ ὑποτιμήσω συνάδελφόν τινα, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχεν ἐξαιρετικὴν σημασίαν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀλλάσσουν ὄψιν, διότι γίνονται ἀπόψε ἐν ἀπουσίᾳ μάλιστα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν προοδευτικῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ὅταν αἱ δηλώσεις αὗται προέρχονται δυστυχῶς παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσι νὰ διοικήσωσι καὶ νὰ κυβερνήσωσι τὴν Χώραν καὶ νὰ ἐπιβάλωσι κοινοβουλευτικὰς μεθόδους καὶ ἤθη εἰς ἡμᾶς, βεβαίως δὲν θὰ μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ζητήσω νὰ ἀποκαταστήσω τὰ πράγματα, Παρουσιάσθη σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος καὶ ἐδήλωσεν, ὡς εἶχε δικαίωμα ἄλλως τε, ὅτι θὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τῶν ἀκολουθούντων τὰς γνώμας φίλων του, διότι φρονεῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν της ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν ἀνωμαλίαι περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Ἐνῷ λοιπὸν χθὲς ἑσπέρας ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε ζήτημα πολιτικόν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἠδύνατο νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀποφυγὴν δύο ψηφοφοριῶν, τοὐναντίον σήμερον ἐδήλωσεν ὅτι καλῶς ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν προῆλθε μόνον ἐξ ἀτόμων ἡ μομφὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσφετερίσθη τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον τῆς ἔδωκεν ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ προῆλθε καὶ ἐξ ἀρχηγοῦ ὁμάδος, τοῦ κ. Καφαντάρη, ἀπόντος ἤδη, ἐνῷ, ὡς ἐτόνισα ἤδη, τότε ὅτε ὁ κ. Καφαντάρης ἤλεγξε γενικῶς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων δὲν ἐγένετο οὐδὲ ἐτέθη ζήτημα, ἀλλὰ τοὐναντίον οὐσιαστικῶς ἐθεωρήθη λῆξαν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ νὰ καθορίσω τὴν στάσιν μου ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν ζητήματος, διότι ἀναμφισβητήτως ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τοῦτο δὲν εἶναι πρακτικὸν νὰ δοθῇ ψῆφος ἐμπιστοσύνης ἂν καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἢ ὄχι. Ὅ,τι ἐνήργησε τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ἐμπιστοσύνης. Ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον ὄχι βεβαίως διότι αἱ μέχρι τοῦδε κοινοβουλευτικαί μου γνῶμαι καὶ πεῖρα μοὶ τὸ ἐπιτρέπουν, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι πρέπει πᾶσαν ἐνέργειαν νὰ διέπῃ ἡ καλὴ πίστις ἐκ μέρους πάντων καὶ δὴ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνήσωσι τὴν Χώραν καὶ νὰ δηλώσω ὅτι πρέπει νὰ πρυτανεύῃ εἷς εὐγενέστερος ἀγὼν καὶ μία εὐγενεστέρα ἅμιλλα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦν νὰ κυβερνήσουν τὴν Χώραν.

§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ πάροδον δεκαπενταετοῦς περίπου πολιτικοῦ βίου, κύριοι συνάδελφοι, διὰ πρώτην φορὰν λαμβάνω μαθήματα συμπεριφορᾶς καὶ καλῆς πίστεως ἀπὸ τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον πληρεξούσιον Ἀττικῆς. Τὸν εὐχαριστῶ. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ κρατήσῃ δι’ ἑαυτὸν τὰ μαθήματά του καὶ δι’ ὅντινα ἄλλον θέλει, ὄχι δι’ ἐμέ. Δὲν θέλω νὰ τῷ ἀποδώσω ἔλλειψιν καλῆς πίστεως, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει μία ἰδιαιτέρα πάθησις, τὸ νὰ νομίζουν τινὲς ὅτι κάθε λέξις καὶ κάθε φράσις ἡ ὁποία ἐκφέρεται ἀπὸ ἐμὲ δὲν τείνει παρὰ εἰς τὸ νὰ μειώσῃ ὡρισμένα πρόσωπα. Ἀλλὰ δὲν εἶχον ποτὲ τοιαύτην μανίαν εἰς τὸν πολιτικόν μου βίον, οὐδὲ καὶ εἰς τὸν ἐπαγγελματικόν. (Χειροκροτήματα). Προσεπάθησα τοὐναντίον νὰ ἐξυψώσω καὶ ὑποστηρίξω καὶ ἐνισχύσω ἐκθύμως ὡς πρόσωπα, οὐδέποτε ἀποβλέψας εἰς ἀτομικὰ συμφέροντα πολιτικά, ὑπὲρ τὰ ὁποῖα ἔθεσα πάντοτε τὰ γενικώτερα συμφέροντα. Καὶ ἐκεῖνος ἀκόμη, τὸν ὁποῖον ὑπαινίσσεται ὁ κ. πληρεξούσιος ὅτι ἤθελον τάχα νὰ θίξω, μὲ εἶδεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὑποστηρικτὴν αὐτοῦ ἀνεπιφύλακτον, διότι ὀφείλει πᾶς τις νὰ ὑποστηρίζῃ τὸν πράττοντα τὰ κοινά, ἐφόσον βλέπει ὅτι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἡ δρᾶσις αὐτοῦ καρποφόρος, εἶμαι δὲ ἀπολύτως βέβαιος ὅτι, ἄν τις δύναται νὰ κρατηθῇ εἰς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα μόνος του, θὰ κρατηθῇ, ἂν δὲ δὲν δύναται, θὰ καταρρεύσῃ, καὶ ἂν 300 ἀκόμη βουλευταὶ τὸν ὑποστηρίζουν. Δὲν μετέρχομαι ἐγὼ μικρὰν πολιτικήν, οὐδὲ ἔθιξα διὰ τῶν λόγων μου κανένα. Ἀνέφερα ἁπλούστατα ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ χθὲς τὸ εἶπον, ἔδειξεν εὐθιξίαν κοινοβουλευτικήν. Ἀπορῶ διότι μὲ παρανοεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ὦτα ἔχει καὶ οὐκ ἀκούει καὶ ὀφθαλμοὺς ἔχει καὶ οὐκ εἶδε. Πῶς, κύριε, φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδίδω μὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν εὐθιξίαν, νὰ λέγω ὅμως ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’ εἶναι μοιραῖον ἡ ἀπειρία ὑμῶν νὰ παράγῃ παρεξηγήσεις ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑμῶν διανοήσει καὶ τὰς παρεξηγήσεις αὐτὰς νὰ θέλητε νὰ τὰς ἐπιρρίπτητε ἐπὶ ἄλλων, ἀποδίδοντες κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος καὶ ἔλλειψιν καλῆς πίστεως. Εἶπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι καλῶς πράττει νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ διατί θέτετε δύο ζητήματα ἐμπιστοσύνης; Ζήτημα ἐμπιστοσύνης θὰ θέσητε αὔριον μοιραίως, ἀφοῦ ζητεῖτε τὴν ἔγκρισιν τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος. Διαδικασία, εἶπον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν, διαδικασία κοινοβουλευτικὴ εἶναι ὀρθοτέρα, καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ ὑποδεικνύω· δύνασθε βεβαίως ἀπὸ τοῦδε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ δύνασθε καὶ αὔριον νὰ εἴπητε, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος εἴπῃ «οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν» — Ἄν δὲν ἀπατῶμαι εἶπον τὰς λέξεις αὐτάς.

§45ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε, σεῖς ἡ Κυβέρνησις, νὰ εἴπητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Ψηφίσματος τούτου τὴν ἔννοιαν τῆς ἐμπιστοσύνης, ὑπὸ τὸν ἀκριβέστερον προσδιορισμὸν ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη δὲν εἶναι ἁπλῆ συγγνώμη. Ἔχει οὕτως ἢ ὄχι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως;

§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἁπλῆ συγγνώμη, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἔγκρισις τῶν πεπραγμένων. Αὐτὰ εἶπον, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐδώσατε μεγάλην προσοχὴν εἰς τὰ πρακτικά, χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε προηγουμένως κατὰ τίνα τρόπον συντάσσονται τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ λάβητε τὸν κόπον νὰ μεταβῆτε μέχρι τοῦ γραμματέως διὰ νὰ πληροφορηθῆτε ὅτι εἶχα στείλει ἤδη διόρθωσιν. Προτοῦ νὰ ἀναλάβητε τὸ βαρύτατον ἔργον νὰ ἀποδώσητε εἰς πρεσβύτερον ὑμῶν πολιτικῶς συνάδελφον τὴν ἔλλειψιν καλῆς πίστεως, τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον εἴχετε νὰ κάμητε ἦτο νὰ ζητήσητε ἀκριβεῖς πληροφορίας. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ νέων ἰδεῶν καὶ περὶ κοσμιότητος πολιτικῆς, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποδίδωμεν μὲ ἐλαφρὰν καρδίαν εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔντιμον πολιτικὸν βίον ἔλλειψιν καλῆς πίστεως. Δὲν ἐξυπηρετοῦμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἐξυγίανσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὰ καταβιβάζομεν εἰς ἔδαφος τὸ ὁποῖον ὑπενθυμίζει παρελθούσας ἐποχὰς καταπτώσεως. Ἤλθετε καὶ σήμερον — κύριε συνάδελφε, δὲν σᾶς ἀποδίδω κακὴν πίστιν, σᾶς ἀποδίδω κακὴν παρανόησιν τῆς ἀκοῆς —, ἤλθετε καὶ σήμερον καὶ εἴπετε—καὶ ἐσημείωσα τὰς λέξεις—ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι ἀκολουθῶ τὰς γνώμας τῶν φίλων μου. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι;

§49ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ καθαρᾶς παρανοήσεως, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ παραχαράξεως τῆς ἀληθείας. Εἶπον ἁπλούστατα ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν—καὶ σήμερον τὴν εἶπον καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας–Ἔχω ἀρκετὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν διὰ νὰ γνωρίζω τί εἶναι πολιτικὸν ζήτημα καὶ τί δὲν εἶναι πολιτικὸν ζήτημα. Οὐδὲ ἡ θεωρία ὅτι ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν τροποποίησιν τοῦ Διατάγματος καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως, ἐφόσον τοῦτο ἔπραξε δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα πολιτικόν, ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὐδὲ καὶ ἡ θεωρία αὐτὴ ἵσταται εἰς τὰ στοιχειώδη διδάγματα τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, διότι, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη καὶ σήμερον προσήρχετο καὶ ἔλεγεν ἐνώπιον ἡμῶν ὅτι ἠκύρωσε τὸ Διάταγμα τοῦτο, θὰ ἀπέμενε πάντοτε ἡ κατηγορία ἐπὶ γενομένῳ σφετερισμῷ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως σεῖς ἰσχυρίζεσθε, καὶ διὰ τὸν σφετερισμόν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας θὰ περιεμένομεν νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ θέση ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Εἴπετε λοιπὸν σήμερον μίαν δευτέραν ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδίδω εἰς παρανόησιν τῆς ἀκοῆς. Ἀλλὰ δὲν εἴπετε τοῦτο μόνον· εἴπετε ὅτι κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη λῆξαν. Κατὰ τίνα, κύριε συνάδελφε, ὁμολογίαν τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη λῆξαν; Ποῦ εἴδετε αὐτὴν τὴν κοινὴν ὁμολογίαν; Εἶχον ὁμιλήσει ὅλοι οἱ ἐγγραφέντες; Ἠρώτησα σήμερον,—διότι προτοῦ ἀποδώσω ἔλλειψιν καλῆς πίστεως εἰς οἱονδήποτε τῶν συναδέλφων φροντίζω νὰ πληροφοροῦμαι πῶς ἔχουν τὰ πράγματα, ὅσην καὶ ἂν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν στεγανότητα τῆς μνήμης μου,—ἠρώτησα σήμερον καὶ μοὶ εἶπον ὅτι διεκόπη ἡ συζήτησις ἡ χθεσινή. Ὅταν διακόπτηται ἡ συζήτησις, τὸ ζήτημα δὲν θεωρεῖται λῆξαν. Τοῦτο εἶναι τόσον στοιχειῶδες, ὅσον στοιχειῶδες εἶναι τὸ θεώρημα ὅτι δύο καὶ δύο κάμνουν τέσσαρα εἰς τὴν ἀριθμητικήν. Λυποῦμαι παρὰ πολὺ διότι ἠθελήσατε νὰ δώσητε διδάγματα ἐξυγιάσεως τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ ἐζητήσατε νὰ ἀποδώσητε εἰς συνάδελφόν σας ἔλλειψιν καλῆς πίστεως, εἰς συνάδελφόν σας ὁ ὁποῖος οὐδέποτε εἰς τὸν πολιτικόν του βίον ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ τοῦ ἀμφισβητηθῇ ἡ καλὴ πίστις. (Χειροκροτήματα).

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλαβᾶνος.

§52Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν ἐφοβούμην ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει κουρασθῇ, θὰ ἔλεγον καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις· ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἡ ψυχολογία τῆς Συνελεύσεως δὲν εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀκούσῃ πλέον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ τοῦτο θὰ δικαιολογήσω ἁπλῶς ξηρὰ ξηρά, μὲ δύο λέξεις, τὴν ψῆφόν μου. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἀνήκομεν εἰς καμμίαν τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει μερίδων, ὅτι ἀκολουθοῦμεν ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν Ἐλευθερίου Βενιζέλου τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐχαράχθη ἔκτοτε καὶ ὅτι μένομεν πιστοὶ εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο. Τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἐλπίζω ὅτι τὸ ἀκολουθοῦν ἀκόμη καὶ πολλοὶ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ κυρίων συναδέλφων.

§53ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§54Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Πιστοὶ λοιπὸν εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο θὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διότι δὲν βλέπομεν ὅτι φέρει ἐπὶ τῶν ὤμων της τόσας ἁμαρτίας ὥστε νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὸ καθαρτήριον πρὸς ἐξιλασμόν. Καὶ ἀκόμη δὲν βλέπομεν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦταν διατεθειμένοι νὰ τὴν διαδεχθοῦν καὶ νὰ ἀναλάβωσι τὰ βάρη ἐν περιπτώσει παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ βιαζόμενοι νὰ διαδεχθῶσι τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι διατεθειμένοι ν’ ἀναλάβωσι τὰ βάρη, τοιαῦται δὲ δηλώσεις ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ βήματος. Φρονῶ ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ μεταβολαὶ αἱ ὑπουργικαὶ αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐπιζημίως δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Ἐξ ἄλλου βλέπομεν τοὺς βιαζομένους ν’ ἀναλάβωσι τὴν Ἀρχήν, ὅταν ὁραματισθῶσι τὸ φάσμα τῆς πραγματικότητος, τοὺς βλέπομεν διστακτικούς, διὰ νὰ μὴ εἴπω λιποψυχοῦντας. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι φοβοῦμαι μήπως ἡ καταψήφισις αὐτῆς δώσῃ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Πατρίδος μας ἐχθροὺς εὐρυτέραν ἔννοιαν, ὅτι τὸ νέον πολίτευμα δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα)

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούτρας.

§56Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐγὼ τουλάχιστον θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐτίθεντο, ὅπως ἐτέθησαν, τὰ ζητήματα εἰς τὰς δύο ἀμέσως προηγουμένας συνεδριάσεις, οὕτως ὥστε νὰ προκληθῇ τὸ ἀναπόδραστον πλέον καταστὰν πολιτικὸν ζήτημα. Καὶ δὲν ἐφρόνουν ὀρθὸν τοῦτο, διότι ὄχι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἡ αὐτὴ Συνέλευσις ἐξουσιοδότησε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας Διάταγμα Νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον ὠνόμασεν ἡ Κυβέρνησις κατοχυρωτικόν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ οὐσιώδη τουλάχιστον μέρη αὐτοῦ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἁπλῆ ἐπανάληψις τῶν κοινῶν διατάξεων τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ Κυβέρνησις ἄλλως τε δὲν ἠρνήθη συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα καὶ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου καὶ τὴν δικαιολογῶ ὡς ἑξῆς. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι ὑπὸ τὰς παρούσας ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς περιστάσεις δὲν συμφέρει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ διὰ τοιοῦτον μάλιστα ζήτημα νὰ προκληθῇ ἡ πτῶσις τῆς πρώτης δημοκρατικῆς Κυβερνήσεως.

§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρόκειται περὶ δικαιολογίας ψήφου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑπομένωμεν διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὰς δικαιολογίας τῆς ψήφου τῶν κ. συναδέλφων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω εἰς τὸ τέλος νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δικαιολογία τῆς ψήφου δύναται νὰ γίνῃ καὶ δι’ ἐγγράφου σημειώματος.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαργέτης.

§60Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἡ Ἀγροτικὴ ὁμάς, εἰς τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον θέτει ἡ Κυβέρνησις, ἀνεξαρτήτως τοῦ θέματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου τίθεται τοῦτο, θὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον διότι θεωρεῖ ἀσύμφορον διὰ τὴν Χώραν πᾶσαν κυβερνητικὴν μεταβολὴν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ πρόγραμμα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὑποσχόμενον τουλάχιστον, εἶναι τὸ πλησιέστερον πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος ἀπὸ κάθε ἄλλο γνωστὸν πρόγραμμα οἱασδήποτε ἄλλης πολιτικῆς μερίδος.

§61Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν πολιτικὴν μεταβολὴν οὔσης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν τοῖς πράγμασιν, ἐὰν ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἐμπιστοσύνης κατεψηφίζετο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, θὰ ἐσημείου ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν στέκεται ἐπὶ στερεῶν βάσεων. Διὰ τοῦτο δηλῶ ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει τῆς Κυβερνήσεως.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πραντούνας.

§63Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ὁ ἀγαπητὸς καὶ ἔνδοξος συνάδελφος ἐκ Κοζάνης, πολυπαθὴς καὶ δημοκρατικώτατος συνάδελφος εὐρυτάτης μορφώσεως ἀνήρ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετεχειρίσθη τὴν λέξιν στρατοκρατία, εἶναι δὲ καιρὸς ἡ λέξις αὕτη νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ λεξικὰ ὡς ἐξέλιπε καὶ ἀπὸ ἄλλα λεξικὰ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Δὲν ὑπάρχουν Κοινοβούλια εἰς τὰ ὁποῖα νὰ μὴ παρίστανται οἱ στρατιωτικοὶ εἴτε ἐν ἐνεργείᾳ, εἴτε ἐν διαθεσιμότητι, εἴτε ἐν ἀποστρατεία. Μάλιστα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ παρίστανται οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν μεγαλυτέραν καὶ ἰσχυροτέραν μερίδα ἑκάστου Ἔθνους καὶ συνεπῶς τοῦ Κράτους, παρ’ ἡμῖν δὲ μάλιστα μετὰ τὸν πόλεμον πρέπει νὰ παρίστανται, διότι συνεπόνεσαν καὶ συνεμόχθησαν βαπτισθέντες εἰς τὴν αὐτὴν κολυμβήθραν μετὰ τοῦ Λαοῦ. Ἡμεῖς δὲν εἰσήλθομεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ τῶν παραθύρων, ἀλλ’ εἰσήλθομεν ἐκλεγέντες ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Ἂν ἐν τῇ Κυβερνήσει δὲν ὑπάρχουν εἰδικότητες, τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἀποτυχίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνέβαινε μέχρι τῆς προτελευταίας Κυβερνήσεως· ὑφίστανται αἱ ἀναρμοδιότητες τῶν Ὑπουργείων πρὸς ζημίαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐπιστημονικῶς, Κύριοι, διοικεῖν σημαίνει ἐκμεταλλεύεσθαι τὰς εἰδικότητας· συνεπῶς εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχουν ὅπως μέχρι τῆς προτελευταίας Κυβερνήσεως ἀναρμοδιότητες, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχουν οἱ εἰδικοὶ εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον. Εὑρίσκω πολὺ καλὰ εἰς τὴν θέσιν των τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ τῆς Ἐννόμου Τάξεως. Βεβαίως στρατηγοὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι. Τί, θέλετε νὰ βάλουν Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου Τάξεως κανένα παπᾶν; (χειροκροτήματα). Ποίους καλυτέρους νὰ εὕρισκε κανεὶς δι’ Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν; Ὁ κ. Γόντικας εἶναι θαυμάσιος ὡς ἐπιστήμων, ὡς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὁ κ. Κανναδός, ἀλλ’ ὄχι ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Πρέπει νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι εἶχε μίαν πρώτης τάξεως ἐπιτυχίαν καθαρῶς δημοκρατικὴν καὶ ἐπιστημονικήν, διότι οἱ ἀναρμόδιοι Ὑπουργοὶ ρυμουλκοῦνται καμμίαν φορὰν ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους τμηματάρχας. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιστημονικὴν σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατοχυρωτικὸν Διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις, θὰ κατέκρινον αὐστηρῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν προέβαινον εἰς τοῦτο. (Χειροκροτήματα).

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἐμμανουηλίδης.

§65Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν ἐντολὴν ἐκ μέρους συναδέλφων μας ὄχι ἀποκλειστικῶς ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον προσφύγων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ὀφείλουν νὰ συσπειρωθοῦν πέριξ ἑνὸς προγράμματος ὑπὸ τὸν διακριτικὸν τίτλον τῶν ἐθνικῶν δημοκρατικῶν, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι συντάσσονται μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐκείνων συναδέλφων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιδοκιμάζουν τὰς συχνὰς ὑπουργικὰς κρίσεις, προπαντὸς δὲ τὰς ἀδικαιολογήτους. Προκειμένου περὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν ἐλησμόνησαν οἱ συνάδελφοί σας οὗτοι ὅτι ἐν τῇ βραχείᾳ αὐτῆς ἱστορίᾳ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχει τὸ ἑξῆς φωτεινὸν σημεῖον, ὅτι μετὰ θάρρους, τὸ ὁποῖον τότε ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις ριψοκίνδυνος, ἀναλαβοῦσα τὸν δημοκρατικὸν ἀγῶνα τὸν ἤγαγεν εἰς ταχὺ καὶ αἴσιον πέρας. Κύριοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεσπειρώθησαν πέριξ τῆς Δημοκρατίας δὲν δύνανται βεβαίως ν’ ἀποδοκιμάσουν πᾶν μέτρον τὸ ὁποῖον θὰ περιλαμβάνῃ εἰς τὸ ἑξῆς τοὺς καθεστωτικοὺς ἀγῶνας. Αἱ ἐπιζήμιοι καὶ ὀλέθριαι συνέπειαι τῶν καθεστωτικῶν ἀγώνων εἶναι πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, ὡς εἶναι καὶ ἡ παρουσία μας ἐδῶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου πρᾶγμα τιμητικὸν μὲν διὰ τὸ ἄτομόν μας ἀλλὰ συμφορὰ δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐκπροσωποῦμεν. Ἐπιδοκιμάζομεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ καθεστωτικὸν Διάταγμα. Φρονοῦμεν ὅτι βεβαίως ἡ ἄδεια ἡ ὁποία ἐδόθη ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐκδώσῃ Νομοθετικὰ Διατάγματα περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Τόπου περιλαμβάνει καὶ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ τὴν περιλαμβάνει περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην περίπτωσιν. Κύριοι, μεταξὺ τόσων Ὑπουργῶν ὑπάρχουν καὶ τρεῖς οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καθ’ ἑκάστην καὶ περιμένουν τὰς γνώμας μας, διὰ νὰ εἰποῦν ὅτι ἡ γνώμη των καὶ ἡ πρότασίς των ἔγινε νόμος τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουν καὶ Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς σπάθης καὶ τῶν τηλεβόλων, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων τὰς ὁποίας λαμβάνουν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἂν λοιπὸν καὶ ἐναντίον αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν ἐξεσφενδονίσθη ἡ λέξις στρατοκρατία, σημαίνει ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ λέξις εἶναι μία ἐκ τῶν λέξεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι συνήθως παρ’ ἡμῖν ἐφηρμόσθησαν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξοβελισθοῦν εἴτε πρόσωπα, εἴτε πράγματα, εἴτε πολιτικοὶ καὶ ἔχασε νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ οἱανδήποτε ἔννοιαν. Οἱ κύριοι συνάδελφοι τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ εἶναι λίαν εὔθικτοι εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν Στρατόν, καθόσον ἔχουν τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ ρόλος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς σπουδαιοτάτου ἐκπολιτιστικοῦ παράγοντος ἐν Ἀνατολῇ οὔτε ἔληξεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τερματισθῇ, καὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐλπίδων τούτων οἱ συνάδελφοι οὗτοι ἄλλην τινὰ ἐλπίδα δὲν ἔχουν εἰμὴ τὸν Ἐθνικὸν Στρατὸν καὶ τὸν Ἐθνικὸν Στόλον. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θὰ ὑπερψηφίσωμεν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ θὰ ἤμην ἔνοχος μιᾶς παραλείψεως ἐνταῦθα καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἐκλογέων μας, ἂν δὲν ἐφίστων ἐν τέλει τῆς βραχείας μου ἀγορεύσεως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας ἔδωσε διὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα. Δὲν τὸ συζητῶ σήμερον. Τοὐναντίον ἡ Κυβέρνησις θὰ ὁρίσῃ ἡμέραν τινὰ πρὸς συζήτησιν, ἀλλ’ ἐκφράζω ἐπιτακτικὴν γνώμην τῶν ἐκλογέων μας, οἱ ὁποῖοι δυσφοροῦν καὶ κατὰ τῶν πληρεξουσίων ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, καὶ ἴσως καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ προσφυγικὸς κόσμος πάσχει ὅσον καὶ ἂν εὑρίσκεται εἴτε εἰς οἰκίας εἴτε εἰς καταυλισμούς, πάσχει καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ταχυτέραν τινὰ κατεύθυνσιν ἐν τῇ πολιτικῇ της ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι μὲ τὰς ἐλπίδας αὐτὰς θὰ ὑπερψηφίσωμεν τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).

§66Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω τὰς σκέψεις μου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψῆφόν μου, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκω λόγους νὰ θέσω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν συντρέχουν τοιαῦτα ζητήματα οἷα εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς πληρεξουσίους νὰ τὰ ἐξετάζουν. Ὑπάρχει μία συζήτησις ἑνὸς νομοσχεδίου, δηλαδὴ ἡ ἀγορὰ ἑνὸς ὅπλου δι’ ἐνδεχομένην περίπτωσιν. Ὁ ἀγοράσας τὸ ὅπλον δὲν τὸ ἐχρησιμοποίησε καὶ τὸ ὅπλον μένει διὰ τὴν φρούρησιν τῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι ὅλοι καλοί, ὑπάρχουν καὶ κακοί, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κτυπηθοῦν κατὰ τρόπον ἁρμόζοντα. Ἐγὼ δὲν ἐμμένω εἰς τὴν πεποίθησιν τῶν ἰδεῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν ὄχι μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὰς διαφόρους περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐνεργῇ καὶ νὰ ἀντενεργῇ, νὰ ὀχυρώνῃ καὶ νὰ κατοχυρώνῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωσιν ἐμπόδια. Πρέπει ὅμως νὰ φύγῃ καὶ ἡ σαπίλα τῶν φίλων, διότι οἱ φίλοι εἶναι πειὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Φροντίσατε διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, διότι κατόπιν ἀπὸ σᾶς θὰ ἔλθω ἐγώ. Δὲν ἔρχεται κανένας ἀπὸ σᾶς ἐδῶ. Προσέξατε λοιπὸν καλά. Ἐγὼ θὰ ὑπερψηφίσω τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ παρακολουθῶ μὲ ἐλευθέρας γνώμας καὶ θὰ καταγγέλλω πάντοτε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια καταγγελίας.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.

§68Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ κατὰ τὰς δύο συνεδριάσεις καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν ἀπεδείχθη ὅτι ἡ μεγίστη πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἐπικροτεῖ τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, τὸ ὀνομασθὲν κατοχυρωτικόν. Τὸ Διάταγμα τοῦτο, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἐγένετο ὅπως κατοχυρώσῃ τὸ πολίτευμα, διότι ἡ Δημοκρατία ἔχει κατοχυρωθῇ διὰ τῆς μεγίστης, διὰ τῆς κολοσσιαίας πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐκδηλωθείσης κατὰ τὸ δημοψήφισμα, ἀλλ’ ἐγένετο, καὶ πιστεύω τοῦτο, ὅπως προφυλάξῃ μᾶλλον τοὺς λυσσασμένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν πᾶσαν εὐκαιρίαν διὰ νὰ ἐπιτεθῶσιν ὄχι κατὰ τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ κατὰ προσώπων, καὶ νὰ ἀναμοχλεύσωσι τάφους καὶ παλαιὰ πάθη καὶ μίση, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ μόνον εὑρίσκουν τὴν διατήρησίν των ἐν τῇ πολιτικῇ. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἀφοῦ ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψε — κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου καὶ ἡ ἀντίληψίς μου αὕτη πιστεύω ὅτι εἶναι γενική, — ὅτι ἡ μεγίστη πλειονοψηφία εἶναι ὑπὲρ τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος, ἀνέμενον ὅπως παύσῃ πλέον ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον δύνανται οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις κατ’ αὐτοῦ νὰ εἴπωσι τὰς ἀντιρρήσεις των ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἀτυχῶς ἄλλη ὁδὸς ἐδόθη εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεπείᾳ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ἐκ Κοζάνης συναδέλφου καὶ παραδόξως εἴδομεν τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅλως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀντικανονικῶς. Δὲν πρόκειται, κύριοι, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ νὰ ἐκφράσωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετεμελήθη διὰ τὴν ἐν στιγμῇ ἐξάψεως ὑποβολὴν τοιαύτης προτάσεως ἐμπιστοσύνης. Τὸ ὅτι μετεμελήθη καταφαίνεται ἐκ τῶν λόγων του τῶν τελευταίων. Ἐκ τῶν πρακτικῶν φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ζητεῖ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ζητεῖ καθαρὰν ἔγκρισιν τῆς ἐνεργείας της. Τὴν ἔγκρισιν αὐτὴν θὰ τὴν λάβῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος. Προχωρῶν δ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει· ἄλλως τε καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσυρθῇ πρότασις ἐμπιστοσύνης ὑποβληθεῖσα ἤδη. Αὐτὸ μὲ πείθει ὅτι σήμερον μετεμελήθη διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς τοιαύτης προτάσεως καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι κακῶς εἰσήγαγεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ εἴπω ὅτι δὲν πρόκειται πλέον ἐν τῇ Συνελεύσει αὐτῇ περὶ τῆς τηρήσεως τῶν ἐθίμων καὶ περὶ τῶν φιλοτιμιῶν. Τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι ἐμμένομεν εἰς μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν κακῶς ὑπεβάλομεν εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν ὅτι πειράζεται ἡ φιλοτιμία μας, ἐὰν ἀνακαλέσωμεν αὐτήν. Ἀλλὰ αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι καιρὸς εἶναι προκειμένου περὶ τῶν ὑψίστων ζητημάτων τῆς Πατρίδος νὰ παύσωμεν νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὰ πείσματά μας καὶ εἰς τὰς φιλοτιμίας μας καὶ νὰ ἐξετάζωμεν μόνον ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος καὶ σύμφωνα πρὸς τοῦτο νὰ πράττωμεν. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει — διότι ἔχω ἀκόμη τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ, — εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι θεωρῶν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς Πατρίδος τὴν ἐπὶ μακρότερον χρόνον διατήρησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης χωρὶς τοῦτο νὰ χαρακτηρίζῃ ἐμὲ ὡς φίλον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἔχῃ τόσην μεγάλην πεποίθησιν, ὑποβαλὼν τοιαύτην πρότασιν ἐμπιστοσύνης, εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φίλων του, θ’ ἀποκτήσῃ ἀριθμὸν τοιούτων ὥστε νὰ ἔχῃ πλειοψηφίαν καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει. Τοῦτο ὅμως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πολιτικῆς πορείας καὶ αὐτοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κάμω συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω εὐχὴν ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἀποφεύγῃ εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ ὑποβάλλῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἄνευ οὐδεμιᾶς πολιτικῆς ἀνάγκης, προτάσεις αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς ἐκβιάζουσαι τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ πληρεξούσιος Κοζάνης κ. Κακουλίδης, ὁ ὁποῖος ἠγόρευσεν ἤδη δὶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον πλὴν ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐρωτωμένη ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου.

§70ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαζαράκης ἔχει τὸν λόγον.

§72Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἔχων τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι πάντες σχεδὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ, δηλῶ ὅτι ἡ ψῆφος τὴν ὁποίαν θὰ δώσω μετ’ ὀλίγον εἶναι μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ ψηφίσματος τούτου. (Χειροκροτήματα).

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.

§74Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Θεωρῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε σύμφωνα μὲ τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος καὶ συνεπῶς θὰ ὑπερψηφίσω αὐτῆς. (Χειροκροτήματα)

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§76ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ ὁμὰς τῶν πληρεξουσίων μεθ’ ὧν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι, συνεργασθεῖσα στενώτερον μετὰ τῆς μερίδος ἐκείνης ἐξ ἧς προέρχεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας, λόγῳ τῆς ἐγγύτητος τῶν τρόπων τῆς ἐγκαθιδρύσεως, ἐξακολουθεῖ διατηροῦσα τὴν αὐτοτέλειαν αὐτῆς ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθεῖ περιβάλλουσα τὴν Κυβέρνησιν μὲ ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνη της. (Χειροκροτήματα)

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πασαλίδης.

§78Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἴσως ἡ θέσις τῆς σοσιαλιστικῆς ὁμάδος εἶναι ἡ δυσκολωτέρα ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Συνέλευσιν ἐσχηματίζοντο μέχρι σήμερον κόμματα ἀρχῶν, ἡ σοσιαλιστικὴ ὁμὰς θὰ καθώριζε τὴν στάσιν της ὡς καθαρῶς σοσιαλιστικὴ ὁμάς. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ μέχρι σήμερον βλέπω ὅτι μέσα εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τὰ κόμματα εἶναι τόσον ρευστά, ὥστε ἡ σοσιαλιστικὴ ὁμὰς ἀναλόγως καθορίζει καὶ τὴν στάσιν της καὶ ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἐὰν πραγματικῶς ὑπῆρχον κόμματα, δὲν θὰ ἐτίθετο σήμερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἔλεγον: Ἐξ ὀνόματος ποίας ὁμάδος ὁμιλεῖτε, κύριοι; Εἴς τινα πληρεξούσιον ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἀρέσῃ ἕνας Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀμέσως τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ σημερινὸς κοινοβουλευτισμὸς ἐχρεοκόπησεν. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἐδήλωσαν ὅτι τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως τοῦ πολιτεύματος στρέφεται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν νὰ τὴν φέρωσι πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ οὐχὶ πρὸς τὰ ἐμπρός, δι’ αὐτὸ ἡ σοσιαλιστικὴ ὁμὰς θὰ συνδράμῃ τὴν Κυβέρνησιν τὴν δημοκρατικὴν κτυπῶσα τοὺς παλαιοντολογικοὺς βρυκόλακας, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ φέρουν τὸ ζωντανὸν πτῶμα τοῦ Γλύξμπουργ, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ φέρουν ἐμπόδια εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς νέας ζωῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁρμωμένη, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ σημερινὴ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσήγαγε μίαν ἀρχήν, τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποταγῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως, πραγματικῶς ἔχει μέσα της δημοκρατικὸν πνεῦμα καὶ ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα κινουμένη ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις πρέπει πάντοτε νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἡ δὲ Ἐθνοσυνέλευσις πρέπει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορρίψῃ νόμον διὰ δημοψηφίσματος, ἂν πραγματικῶς αὐτὰς τὰς δύο ἀρχάς, τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποταγῆς εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ δημοψηφίσματος, παραδέχηται ἡ σημερινὴ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἡ σοσιαλιστικὴ ὁμὰς θὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκανδῆς ἔχει τὸν λόγον.

§80Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἀνήκομεν, ὡς πάντες, εἰς τὴν παράταξιν τῶν φιλελευθέρων, ἐν τούτοις κατ’ ἰδίαν ἀνήκομεν εἰς τὴν ὁμάδα τὴν Λακωνικήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ κυρίους πληρεξουσίους, ἰδιαιτέρως δὲ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βαρδουλάκη, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, βλέπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν σφάλλει, ἀλλὰ καὶ πατριωτικῶς ἐργάζεται καὶ διὰ τοῦτο θὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὄχι πλέον ὡς ὀπαδοὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀλλ’ ὡς σύμμαχοι αὐτῆς.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.

§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριοι πληρεξούσιοι, πρώτην φορὰν βλέπω νὰ παρουσιάζηται εἰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας τὸ φαινόμενον εἰς τὸ ὁποῖον παρέστημεν σήμερον. Πρώτην φορὰν βλέπω μετὰ μίαν δριμυτάτην ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ προεκλήθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νὰ γίνεται μακρὰ συζήτησις ἂν πρέπει ἢ ὄχι νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ζητῆται τοῦτο ἀπὸ ἐκείνους ἀκριβῶς οἱ ὁποῖοι ἤλεγξαν δριμύτατα τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι συνήθεια, κύριοι συνάδελφοι, συνήθεια αἴρουσα εἰς τὸ ὕψος των τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, ὁσάκις διαμφισβητεῖται ἡ πλειοψηφία τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐλέγχεται ἡ συμπεριφορά της εἰς σοβαρὰ ζητήματα, νὰ ζητῆται ἡ ἐξακρίβωσις κατὰ πόσον ἔχει ἢ δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν πλειοψηφίαν ὑπὲρ αὐτῆς καὶ κατὰ πόσον ἡ πλειοψηφία τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος ἐγκρίνει τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε χάνεται πολύτιμος καιρὸς διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἂν ἀκόμη ὡς ἐκ περισσοῦ ζητῆται νὰ ἐκφράσῃ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν γεννᾶται κανὲν ζήτημα, διότι εἶναι μεγαλυτέρα ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου ἐκ τῆς συζητήσεως παρὰ ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸν εὐχερέστερον τρόπον ἠμπορεῖ νὰ δείξῃ ἂν νομίμως ἢ ὄχι κάθεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν θέσιν της. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, παρὰ τὴν μακρὰν συνήθειαν, ἡ ὁποία ἐπεκράτει εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠθέλησε ποτὲ ἀπὸ τῆς συστάσεώς της νὰ βασίσῃ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ τῇ βάσει κομματικῆς συγκροτήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει κομματικῆς ἀποκλειστικῶς πλειονοψηφίας. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως ἕως τώρα ἐπεδίωξεν ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συγκροτηθῇ ἓν ἑνιαῖον κόμμα. Νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ ὕπαρξις περισσοτέρων κομμάτων προάγει τὰς ἐργασίας τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος. Ἰδίως δὲ εἰς την σημερινὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν τίθενται τὰ θεμέλια νέου βίου, κατὰ ἣν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀναπλασθῇ ἡ Ἑλλάς, ὁ πολιτικὸς καὶ κοινωνικός της βίος, ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κάποια μεγαλυτέρα ἐλευθερία κοινοβουλευτικῆς δράσεως. (Χειροκροτήματα). Πρέπει αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως νὰ διεξάγωνται οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει κομματικῶν δεσμῶν, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει ἐλευθέρας κρίσεως καὶ συνειδήσεως τῶν πληρεξουσίων. (Χειροκροτήματα). Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδειξεν ἕως τώρα σπουδὴν εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐκφράσῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισίν της ἐνώπιον αὐτῆς τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἀλλ’ ὅταν διεξήχθη σφοδροτάτη ἐπίθεσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ζήτημα οὐχὶ ἐπουσιῶδες, ἀλλὰ σπουδαιότατον, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος, καὶ κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, ὅτι ὑπενόμευσε τὴν Δημοκρατίαν, ὅτι ἐπρόδωσε τὸν δημοκρατικὸν ἀγῶνα, ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ καθαρίσῃ τὴν θέσιν της. Διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν της, ἐὰν ἐνέργεια τόσον σοβαρά, ἐνέργεια περιορίζουσα εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἀτομικῆς ἐλευθερίας, ἐνέργεια ἡ ὁποία φθάνει μέχρι τοῦ σημείου ἀκόμη νὰ περιλάβῃ συνταγματικὰς διατάξεις εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, δὲν ἦτο δυνατόν, λέγω, νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν της, ἐὰν ἡ τοιαύτη της ἐνέργεια δὲν ἐγκριθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ τὴν μέχρι τοῦδε πορείαν της. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Διάταγμα ἐθεωρήθη ὡς ἓν ἀπὸ τὰ τεκμήρια τὰ δῆθεν προδίδοντα τὰς στρατοκρατικὰς τάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ τοιαύτη κατηγορία θίγει περισσότερον ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην τὴν σημερινὴν δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν θίγει διότι δὲν πιστεύει νὰ ἐμφωλεύῃ εἰς τὰ στήθη κανενὸς μεγαλυτέρα διάθεσις καὶ ἀποφασιστικωτέρα θέλησις, ὅπως ἡ Δημοκρατία εἶναι οὐσιαστικὴ καὶ ἀληθὴς εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ Δημοκρατία μὲ Στρατοκρατίαν. Καὶ εἶπον χθὲς ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τῶν στρατιωτικῶν μελῶν αὐτῆς, καὶ ἀκόμη ἰδιαιτέρως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐκδηλώνουν σαφῶς τὴν τοιαύτην θέλησιν, τὴν τοιαύτην πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον διὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὄχι μόνον διὰ τῶν δηλώσεων τῶν ἐπισήμων κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συγκεντρώσεως τῶν στρατευμάτων εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσης πράξεως καὶ πάσης ἐνεργείας καθιστῶμεν πασιδήλους τὰς διαθέσεις ἡμῶν ὅτι τὴν θέσιν ἡμῶν τὴν ἐξαρτῶμεν ἀπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Ὅπως εἶπον καὶ χθές, ἡ μικροτέρα ὑπηρεσία τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἀνύψωσεν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῆς περιωπὴν τὴν Συνέλευσιν καὶ κατέπνιξε τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς Στρατιωτικῆς Ἐπαναστάσεως. Τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅλως ἐπεισοδιακόν. Ἡ κατηγορία ἐστρέφετο περὶ τὸ κατοχυρωτικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς τεκμήριον τῶν στρατιωτικῶν τάσεων τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ κατηγορίαι αὗται, αἱ προβληθεῖσαι πρῶτον ἀπὸ τὸν κ. ἐκ Κοζάνης συνάδελφον, εἶναι κατηγορίαι καθ’ ἡμέραν ἐπαναλαμβανόμεναι καὶ καθ’ ἡμέραν δηλητηριάζουσαι τὴν κοινὴν γνώμην καὶ κατ’ ἡμέραν ὑπονομεύουσαι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀντιμετωπίσωμεν κατὰ μέτωπον τὰς κατηγορίας αὐτὰς καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία εἴμεθα ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι θέλει αὕτη νὰ εἶναι ὁ θεματοφύλαξ τῶν ὑψηλῶν τῆς Δημοκρατίας ἰδεωδῶν, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχῃ στρατοκρατικὰς διαθέσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Βεβαίως ψῆφος ἐμπιστοσύνης εἰς μίαν Κυβέρνησιν δὲν σημαίνει ἔγκρισιν ὅλων τῶν πράξεων αὐτῆς καὶ ὅλων τῶν προσώπων. Σημαίνει ὅμως εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ὅτι ἐγκρίνεται ἡ δρᾶσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ πλέον σημαίνει ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνεται καὶ ὡς συγκρότημα καὶ ὡς πορεία κυβερνητικὴ ἀπὸ τὸ δημοκρατικὸν Σῶμα. Διότι συμβαίνει ἀκόμη — καὶ τονίζω τοῦτο — ἡ Συνέλευσις νὰ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν κατοχύρωσιν τῆς Δημοκρατίας, ἐξ ἄλλου ὅμως νὰ νομίζῃ ὅτι κατὰ τὰ ἄλλα ἡ Κυβέρνησις ἀστοχεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προάγει τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ νὰ καταψηφίσῃ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον περὶ κατοχυρώσεως τῆς Δημοκρατίας. Εἰς ἑκάστην περίπτωσιν εἰς τὰ Κοινοβούλια σταθμίζεται τὸ γενικώτερον συμφέρον μαζὶ μὲ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, καὶ ὅταν τὸ γενικώτερον συμφέρον ἐπιβάλλῃ τὴν παραμονὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα ἐκφράζουν τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶχε τὴν θέσιν του καὶ διὰ τοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν καταβάλλεται ἔντεχνος προσπάθεια ὅπως παρασταθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραμένει κατ’ ἀνοχὴν καὶ λόγῳ ἐλέους ἐνίων πληρεξουσίων ἢ ἐνίων πολιτευομένων. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ἡ δημοκρατική, ἡ ὁποία ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τόσον μέγαν προορισμόν, ὅπως καὶ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ἀποδεικνύει καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα τὸ ἀποδεικνύουν θὰ ἦτο ἀναξία ἑαυτῆς ἐὰν ἐδέχετο νὰ παραμείνῃ αἰωρουμένη εἰς τὴν θέσιν της, μὴ ἔχουσα οὐδεμίαν βάσιν ὅπως βαδίσῃ πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἐφαρμόσῃ τὸ δημοκρατικὸν πρόγραμμα. Δὲν θέλομεν κομματικοὺς δεσμούς, θέλομεν συνεργασίαν μετὰ τῆς Συνελεύσεως, θέλομεν ἡ Συνέλευσις ν’ ἀναλογισθῇ ὅσα ἕως τώρα ἐπετελέσθησαν καὶ ὅσα πρόκειται μεγάλα νὰ ἐκτελεσθοῦν. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ ὅτι ὑπάρχουν ἰσχυρότεροι βραχίονες, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐμπιστευθῇ τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, ἡμεῖς θὰ τὸ ἀφήσωμεν. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις κρίνῃ ὅτι καλῶς βαδίζομεν καὶ εἰλικρινῶς φερόμεθα ἐν τῷ συνόλῳ ἡμῶν, βεβαίως θέλει ἐκφέρει ψῆφον σχετικὴν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ψῆφος λευκὴ δὲν θὰ σημαίνῃ βεβαίως ὅτι ἐγκρίνει ὅ,τι εἰς τὸ μέλλον πραχθῇ, ἢ ὅτι ἐγκρίνει πᾶσαν πρᾶξιν καὶ πᾶν μέτρον τῆς Κυβερνήσεως· σημαίνει ὅμως ὅτι ἡ Συνέλευσις συσσωματουμένη μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐννοεῖ νὰ βαδίσῃ πρὸ τὰ ἐμπρός, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ μεγάλου αὐτῆς προγράμματος. (Χειροκροτήματα). Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δεχόμεθα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως. Θέλομεν αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως νὰ μὴ προέρχωνται ἐκ κομματικῶν ὑπολογισμῶν, ἀλλ’ ἐκ καθαρᾶς συνειδήσεως. (Χειροκροτήματα). Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως θὰ ἐξυψώσῃ καὶ αὐτήν, θὰ ἐξυψώσῃ καὶ ἐπὶ πλέον κῦρος θὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ δώσῃ δὲ καὶ τὸ δίδαγμα τὸ ἀπαιτούμενον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς μάχης τρέπονται εἰς ἄτακτον φυγήν. (Χειροκροτήματα).

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Εἰς τὸ Προεδρεῖον κατετέθησαν καὶ αἱ ἑξῆς δηλώσεις πληρεξουσίων λεγόντων (ἀναγινώσκει): «Φρονοῦντες ὅτι ἐπὶ τοῦ τεθέντος ζητήματος ἐμπιστοσύνης δὲν ὑπάρχει περίπτωσις διαφωνίας ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δηλοῦμεν ὅτι θὰ ὑπερψηφίσωμεν αὐτῆς. Τ. Γεωργιάδης, Γ. Μαρῆς, Γ. Κατεχάκης, Σ. Γρηγορίου, Μ. Καταπότης, Μ. Κοθρῆς, Ν. Ἀσκούτσης, Γ. Σφακιανάκης, Ν. Ζουδιανός, Γ. Δουκουμετζίδης».

§84Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ θ’ ἀρνηθῶ ψῆφον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Ἡ πρότασις ἡ ὁποία τίθεται εἰς ψηφοφορίαν εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἡ Συνέλευσις ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι λέγουν «Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν «Ὄχι». Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Κοντολέων καὶ Γ. Μπούμπουλης. (Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας:)

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δημ. Ἡρακλείδης ΝΠ. Παναγιωτόπουλος Ν
Ἐλευθ. Βενιζέλος Α. Κωνσταντιλιέρης Ν
Κωνστ. Ρακτιβὰν ΝΓεώργ. Ἡσαΐας Π
Σ. Παπαγρηγοριάδης ΝἈναστ. Πρωτοπαπᾶς
Γεώργ. Ροῦσος ΠΓεώργ. Βραχνὸς Ν
Ἀπ. Δοξιάδης Ἀλ. Χατζηκυριάκος Π
Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝΣτυλ. Γονατᾶς Ν
Γεώργ. Πολίτης ΝΣπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν
Ἀπόστ. Ὀρφανίδης ΝἈλέξ. Μυλωνᾶς
Ἐμμ. Ζυμπρακάκης Ἀρτ. Δεναξᾶς Ν
Περ. Καραπάνος ΝΛουκᾶς ΣακελλαρόπουλοςΝ
Ἐμμ. Ἐμμανουηλίδης ΝἸωάν. Σολιώτης
Γεώρ. Φραγκούδης ΝΓεώργ. Κατσιμπίρης Ν
Β. Ἀρτεμιάδης ΝΔημ. Πετρίτης Ν
Σκεῦος Ζερβὸς ΝἸωάν. Τσίρος Ν
Δημ. Θεολογίτης ΝἈπόστολ. ΠαπαοικονόμουΝ
Δημ. Μαρσέλος ΝΔ. Καμπάνης
Γεώργ. Μαυρολέων Ἰω. Μαμάης Ν
Δημ. Πολυκράτης ΝΑ. Κολιαλέξης Ν
Θαλῆς Θεοδωρίδης ΝΠάτρος Καλμοῦχος
Ἐλευθ. Παυλίδης ΝἈθαν. Τζώνης
Νικ. Καλέλλης ΝΓεώργ. Κατεχάκης Ν
Ἀντ. Γαρουφαλιᾶς ΝΤίτ. Γεωργιάδης Ν
Δημ. Μ/ρ έτης ΝΓεώργ. Μαρῆς Ν
Πέτρος Παναγιώτου ΝΣτυλ. Γρηγορίου Ν
Δημήτ. Βαρελᾶς ΝΝικ. Ζουδιανὸς Ν
Βασ. Καρᾶπανος Ἰωάν. Περδικογιάννης
Χρ. Σαμαρᾶς ΝΓεώργ. Δουκουμετζίδης Ν
Ι. Στάϊκος ἢ Παπαδάκης Σταμ. Κιουζὲς Πεζᾶς Ν
Θωμᾶς Μάγγος ΝΓεώργ. Χατζηκυριακοῦ Ν
Ἀβραὰμ Γρηγοριάδης ΝΘεόδ. Ἀνδρεάδης Ν
Γ. Παπαγεωργίου Θεόδ. Πάγκαλος Π
Κ. Σπυρίδης Κωνστ. Ἀγγελάκης Ν
Ἀδὰμ Εὐφραϊμίδης ΝἈνδρ. Μπιράκης Ν
Φιλ. Γιαννικόπουλος ΝἸωάν. Βαρβαγιάννης
Δημ. Σαράτσης ΝΚωνστ. Φίλανδρος Ν
Δημ. Ψάρης Σερ. Τσακμάκης Ν
Ἀλέξ. Γρίβας Μιχ. Κύρκος
Παντ. Καρασεβδᾶς ΝἸωάν. Πετσάλης Ν
Φίλ. Στασινόπουλος ΝΛ. Ἰασονίδης Ν
Ἀθ. Παπαχριστόπουλος ΝΔημ. Εὐθυμιάδης Ν
Ἠλίας Ἀποσκίτης ΝΣτέφ. Βαρδάκος Ν
Δημ. Δημητρακόπουλος ΝΠαντ. Γεωργιάδης Ν
Πέτρος Ζωγράφος ΝΞενοφῶν Ἀναστασιάδης Ν
Νικ. Ζαμάνος ΝΔημ. Δημάδης Ν
Δημ. Χατζόπουλος ΝΝικόλ. Τερζόγλου Ν
Κωνστ. Ταλιαδοῦρος ΝΓεώργ. Κοσμίδης Ν
Παναγ. Πετροπουλάκης ΝΧρ. Πῖψος Ν
Εὐστάθ. Μαλαμίδας Ἰωάν. Πλατσούκας
Γεώργ. Βοραζάνης ΝΠερ. Καλλιδόπουλος Ν
Λάμπρ. Λαμπριανίδης Γεώργ. Κωνσταντινίδης
Δημ. Ἀνδρεάδης ΝΓεώργ. Ἀλεκτορίδης
Δημ. Βάντσης Ἰορδ. Ἀνανιάδης
Ἀντ. Βεζιρζόγλου ΝἸω. Πασαλίδης Ν
Κ. Κωνσταντινίδης Μιχ. Σκιαρᾶς
Θεμιστ. Παπαϊωάννου ΝΕὐστρ. Γονατᾶς Ν
Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΚωνστ. Βαγιανὸς Ν
Κων. Κουρτίδης Π. Διαμαντόπουλος Ν
Ἀνδρ. Κωνσταντινίδης ΝἸσαὰκ Ἀλχανάτης Ν
Χριστόφ. Πανταζίδης ΝἸάκωβος Λευΐ Ν
Φίλ. Μανουηλίδης Ἰωσὴφ Ἠλία Σάϊας Ν
Περ. Κουρτίδης Ἰησοῦς Σαμουηλίδης Ν
Γεώργ. Μπρίκας Νικόλ. Σπηλιώτης
Ἀλέξ. Παπαθανάσης Παν. Στενὸς Ν
Βασ. Χατζηλίας ΝΔημ. Κατσίνας
Ἐμὶν Μπέη Ζαδὲ ΝἈντ. Πρέκας
Γρηγ. Τηλικίδης ΝἈντ. Δαργέντας Ν
Νεόκ. Γρηγοριάδης ΝΓεώργ. Δρακοῦλης Ν
Γεωργ. Κοντολέων ΝΔημ. Μπότσαρης
Μιχ. Δῶδος ΝΓεώργ. Καλούδης
Γεώργ. Πέτσος ΝΜιχ. Μίσιος
Ἰωάν. Γιαμούζης ΝΓεώργιος Καγιᾶς Ν
Ἀνδρ. Κόρακας ΝΣπυρ. Σῖμος
Κυρ. Βαρδουλάκης ΝΠαν. Γιωτόπουλος Ν
Δ. Καλκανδῆς ΝΠέτρος Μπέμπης Ν
Γεώργ. Καφαντάρης Ἀθαν. Τραχήλης
Ἰωάν. Τσιγκόλης Περ. Γεωργίτσης Ν
Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Γεώργ. Γκάλλος
Ἀναστ. Ταβουλάρης Ἀχ. Παπαδᾶτος Ν
Θεόδ. Γοῦσκος ΝΑὔγουστος Θεολογίτης Ν
Καῖσαρ Ζέζας ΝἈναστ. Μισιρλόγλου
Κωνστ. Γόντικας Μιλτ. Σταμούλης
Νικ. Συριόπουλος ΝΠαρ. Γκελγκενδζόγλου Ν
Βασ. Δαλιάνης Ἀ. Κωνσταντινίδης
Τάσης Ἀναστασίου ΝΣωκρ. Ζερβουδάκης
Χαράλ. Λυκοτόμαρος ΝΣτέφ. Παπαναστασίου Ν
Νεοκ. Παπαγιαννόπουλος Κωνστ. Νταῆς
Νικόλ. Καλλιοντζῆς ΝΓεώργ. Θούας
Ἠλίας Μεϊτάνης ΝΔημ. Σάλτας
Ἀνδρ. Ζαΐμης Ἰωάν. Σιφναῖος
Σωτ. Γιαννούσης Ὀρέστ. Κυπριανὸς Ν
Χρ. Σακελλαρίδης ΝΔημ. Γεωργαλᾶς Ν
Ἰωάν. Κουρτάκης ΝΓεώργ. Καλδῆς Ν
Παν. Φλέσσας ΝΜ. Λάλιος Ν
Νικ. Δαγρὲς ΝΔημ. Ἀκάκιος Ν
Γεώργ. Σίδερις ΝΧαρ. Γρηγορίου Ν
Χρ. Ἀλαμανῆς Ἀντ. Παπαγεωργίου Ν
Κωνστ. Σταμούλης ΠΔημ. Σάββας Ν
Λάμπρ. Κατσάρος Μάρκ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Περ. Ἀλεξανδρῆς Γερασ. Σολδᾶτος Ν
Λάμπρ. Καταφυγιώτης ΝΝικόλ. Ἀβραὰμ
Εὐστ. Γουλιανὸς ΝἸωάν. Παπαλουκᾶς Ν
Ἰωάν. Παπαθεοδώρου ΝΠέτρος Λαπατσάνης Ν
Παν. Κόλιας Ἀλέξ. Παπαναστασίου Π
Νικ. Σταματιάδης ΝΓεώργ. Σεχιώτης
Ζαφείριος Ἀδὰμ Νικόλ. Μπακόπουλος Ν
Ἰωάν. Βάλαλας ΠἸωάν. Μανέττας Ν
Ἀλέξ. Ὡρολογόπουλος ΝΧρ. Κατριβάνος Ν
Ἰωάν. Ζάχος ΝΔημ. Φλέσσας
Δημ. Κύρου ΝΠλούτ. Χαλόφτης Ν
Περ. Μαζαράκης ΝΧρ. Ζουμῆς Ν
Ἀνδρ. Δενδρινὸς ΝἸωάν. Πετάλας Ν
Κωνστ. Ζαδίτσιάνος Νικόλ. Χρυσόγελος
Εὐθ. Βελλιανίτης ΝΔιον. Λεονάρδος Ν
Κωνστ. Βούλγαρης ΝΠαν. Μερλόπουλος
Δημ. Σπίγγος ΝἸωάν. Φωτόπουλος Ν
Σπυρ. Ζερβὸς ΝὌθων Πέτροδας
Θεόδ. Κωτούλας ΝΓεώργ. Πρεζάνης
Κωνστ. Τσιμινάκης ΝΔημ. Πριμπονᾶς Ν
Ἴων. Κοντοδίνας Ἀντ. Πραντούνας Ν
Παν. Καλαντζόπουλος ΝΓεώργ. Βενιέρης Ν
Λάζ. Ἀνδρεάδης ΝἸωάν. Κανναβὸς
Στυλ. Θεολογίδης Ἰωάν. Καραμανίδης
Γεώργ. Κακουλίδης ΟΚωνστ. Πετρίδης Ν
Παναγ. Ἀραβαντινὸς ΠΧρῖστος Δάνκινας Ν
Ἀν. Ἀναγνωστόπουλος Κωνστ. Βλαχοιανάσης Ν
Νικόλ. Φραντζῆς ΝΠ. Μαυρομιχάλης
Παναγ. Πετρίδης Βασ. Κυβέλος Ν
Σπυρ. Ἠλιόπουλος ΝΚωνστ. Βουδούρης Ν
Κωνστ. Ρέντης ΝΠ. Κανελλόπουλος Ν
Λουκᾶς Νιφοράτος ΝἸωάν. Σεφερλῆς
Ριχ. Λιβαθηνόπουλος ΝΓερ. Τυπ. Ἰακωβᾶτος
Παν. Καπάτος ΝΒασ. Ἀλεβιζάτος Ν
Παναγ. Τσιτσίλιας Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
Θεόδ. Γρηγορίου ΝΣπυρ. Κρεμεζῆς
Νικ. Καραμάνος ΝΝικόλ. Γουργουρῆς
Ἰωάν. Λιμπερόπουλος ΠΚωνστ. Σταματόπουλος Ν
Θαλῆς Κουτούπης ΝἈνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
Γεώργ. Φικιώρης ΝΚωνστ. Δρούλιας
Σπυρ. Ξύδης ΝΚωνστ. Γκότσης Ν
Ἀχ. Πρωτοσύγκελλος ΝΓεώργ. Ἀργυρόπουλος Ν
Στέφ. Ἀναστασιάδης Ἀνδρ. Μάρκου
Ἰωάν. Ἰσχόμαχος ΝΧρῖστος Φωκᾶς Ν
Γεώργ. Βλάχος ΝΘεόδ. Χαβίνης Ν
Ἰωσ. Κούνδουρος ΝἈνδρ. Σκέφερης
Μιχ. Κεθρῆς ΝΔημ. Δαγκλῆς Ν
Παν. Σφακιανάκης ΝΓεώργ. Γερογιάννης
Μιχ. Καταπότης ΝΠαν. Κοκκινάτος Ν
Λουκᾶς Κουτσοπέταλος ΝΜιχ. Βυζᾶς
Νικόλ. Ἀνδρεαδάκης ΝἸω. Ταρσούλης Ν
Βύρ. Καραπαναγιώτης ΝΔημ. Τσιπόγας
Γεώργ. Παπανδρέου Νικ. Ἀσκούτσης Ν
Στυλ. Κρητικᾶς ΝΓεώργ. Τσαγρῆς
Ἐμμ. Μάρκογλου ΝἘμμ. Τσουδερὸς Π
Ἰωάν. Λαδᾶς ΝΜαν. Βολουδάκης Ν
Ἰω. Γοβατζιδάκης ΝΝικ. Μανωλόπουλος Ν
Γεώργ. Κονδύλης ΠΓεώργ. Λουπινᾶς Ν
Ἀναστ. Μπακάλμπασης ΠἈναστ. Ἀκρίδας
Γεώργ. Λαλαζήσης ΝΒασ. Βλαχόπουλος
Δημοσθ. Ἐλευθεριάδης ΝΓεώργ. Τσακανίκας
Σπυρ. Ἀντωνιάδης ΝΓεώργ. Δουζίνας Ν
Ἰωάν. Κεραμεὺς ΝΛάμπρος Λάμπρου
Κωνστ. Καλούδης ΝΓεώργ. Ροδόπουλος
Λεων. Θεοχάρης ΝΘεόδ. Κριεζῆς Ν
Ζήσης Μπογιῶτας Ἀθ. Μιαούλης Ν
Χασὰν Ὀγλοῦ Μουσταφᾶ ΝἈντών. Δαμιανὸς Ν
Χατζῆ Ἀχμέτογλοῦ ΜεστάνΝΜιλτ. Δεληγιάννης Ν
Ἀλέξ. Γιαννουλάτος ΝἸωάν. Τσιριμῶκος Ν
Μιλτ. Καδαλιερατος Νικόλ. Ξηρὸς Ν
Θεμ. Σοφούλης Σπυρ. Τράκας Ν
Κωνστ. Παπαϊωάννου Ἀναστ. Κούτρας Ν
Ἐμμ. Σοφούλης Γεώργ. Μόδης ἀρν.
Ἀλ. Κεντούρης Ἰωάν. Σαπουντζῆς Ν
Ἰωάνν. Μαλαχίας ΝΓεώργ. Τζωρτζῆς
Δημ. Πάζης ΠΜιχαὴλ Χατζητάσης Ν
Δημοσθ. Φλωριᾶς Ρηγόρδης Χατζόπουλος
Κωάν. Σχοινᾶς ΝἌγγ. Ἀγαπητὸς Ν
Δημοσθ. Μέλφος ΝἸωάν. Μαυρουδῆς Ν
Ὀρέστ. Ζαφειρίου Κωνστ. Ματσιώρης
Νικ. Μανούσης ΝΝικ. Παπαγεωργίου Ν
Νικ. Κωνσταντόπουλος ΝΔημ. Χατζῆς
Ἀναστ. Λαζαρίδης ΝΚωνστ. Κυραναστάσης Ν
Β. Ἐμμανουηλίδης Βασίλ. Μάλλιος Ν
Ἰάκ. Τριανταφύλλου Γεώργ. Κουτρουμπάκης Ν
Σταμ. Βακράτσας Στρατῆς Γεωργιλαδάκης Ν
Γεώργ. Μπούμπουλης ΝΚωσ. Παπαδογιάννης Ν
Δημ. Δασκαλάκης ΝΠολ. Πολυχρονίδης
Ἰωάν. Μαραγκός ΝἈριστομ. Μητσοτάκης Π
Ἰωάν. Βενιέρης ΝΓρηγ. Μάρακας
Ἀλέξ. Παπαδάμ ΝἸωάν. Μαρματάκης Ν
Κωνστ. Καλομενόπουλος Ὅμ. Πανταζίδης Ν
Κωνστ. Ἀλαβάνος ΝΧριστ. Ροδοκανάκης Ν
Ἐμ. Βαλαρῆς ΝΒίκ. Κουκουρίδης Ν
Σωτ. Χατζηγάκης Γεώργ. Φ. Ἀνδρεάδης Ν
Παναγ. Καραλῆς ΝἨλ. Ἀσπιώτης Ν
Χρ. Χατζηπέτρος Μάριος Βολίκας Ν
Βασίλ. Ἰακωβάδης Ἀλέξ. Κανάρης Ν
Ἀνδρ. Κοκκέβης ΝΝικ. Μαμούνης Ν

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 276. Εἶπον ΝΑΙ 260. Εἶπον ΟΧΙ 1. Καὶ ἠρνήθησαν ψῆφον 15. Ἑπομένως ἡ Συνέλευσις ἐξέφρασε τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι ἐνίσχυσα τὴν μὲν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τῶν κ. κ. Ἀντ. Δαμιανοῦ, Χρ. Φακῆ, Ν. Ἀβραάμ, Γ. Δουζίνα, Φ. Γιαννακοπούλου, Λ. Ἰασονίδη καὶ Ν. Μπακοπούλου, τὴν δὲ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τῶν κ. κ. Θ. Βελλιανίτη Δ. Στράτση, Β. Χατζηλία, Δ. Μαργέτη, Σπ. Θεοδωροπούλου Δ. Ἐλευθεριάδη καὶ Γερ. Σολδάτου. Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν ἣν ἔλαβον κατήρτισα τὴν ἐπὶ τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ἑξῆς: Α. Μιχαλακοπούλου, Κ. Ζαβιτσιάνου, Ι. Κουνδούρου, Π. Γιωτοπούλου, Ν. Ἀβραάμ, Κ. Γόντικα, Φ. Μανουηλίδη, Ν. Καλέλλη, Γ. Δουζίνα, Ν. Μπακοπούλου, Θ. Χαβίνη, Γ. Μπούμπουλη, Σ. Ἠλιοπούλου, Σ. Θεοδωροπούλου καὶ Γ. Κατσιμπίρη. Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν προγενεστέραν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπή, εἰς ἣν παρεπέμφθησαν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, ἐνισχύεται διὰ τῶν κ. κ. Γ. Καφαντάρη, Α. Μιχαλακοπούλου, Θ. Σοφούλη, Στυλ. Γονατᾶ, Ἀριστ. Ἀναγνωστοπούλου, Γ. Κατεχάκη, Π. Πιερ. Μαυρομιχάλη, Ἐμμ. Ζυμπρακάκη, Ἀντ. Πρεντούνη, Κυρ. Βαρδουλάκη, Λ. Σακελλαροπούλου, Κ. Σταματοπούλου, Π. Καλλιδοπούλου, Δ. Πετρίτη, Ἀχ. Πρωτοσυγκέλλου, Β. Βλαχοπούλου, Θ. Χαβίνη, Θ. Κουτούπη, Ι. Κουνδούρου καὶ Ἀπ. Ὀρφανίδου.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον ὥρᾳ 5,30 μ. μ. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48Η
2Τῆς 30 Μαΐου 1924
3Προεδρία Κ. Ρακτιβάν
4(Ὥρα 6 μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα.
7(Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συ-
8νεδριάσεως).
9§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν πρακτι-
10κῶν;
11§3Γ. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διορθωθῇ
12τὸ ὄνομά μου εἰς τὸ ἀκριβές· ἅπαξ διὰ παντὸς δηλῶ ὅτι λέ-
13γομαι Γεώργιος Κοντολέων.
14§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
15§5Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
16§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
17§7Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι
18κακῶς ἀνεγράφη ὅτι ἐξ ἀφορμῆς δῆθεν τῆς ἀγορεύσεώς
19μου ὡς καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κακουλίδου προ-
20εκλήθη τὸ πολιτικὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ἡ Κυ-
21βέρνησις. Ἐγὼ περιώρισα τὸν ἔλεγχόν μου ἐπὶ τοῦ
22κατοχυρωτικοῦ νομοθετήματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγκην
23τῆς λήψεως δὲν ἠμφισβήτησα εἰμὴ μόνον ὅσον ἀφορᾷ
24τὴν σπουδὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Νομο-
25θετικοῦ Διατάγματος. Εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀνάγκης
26ταύτης εὑρέθην καὶ ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν ἀπολύτως σύμφωνος
27πρὸς τοὺς ὁμιλήσαντας ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἠμφισβήτησα τὰς
28λεπτομερείας τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὴν ἔλλειψιν
29καὶ τὴν ἀνυπαρξίαν τῶν ὁποίων εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις
30ὡμολόγησε σπεύσασα νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τὴν ἐκφρα-
31σθεῖσαν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν πρὸς ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν
32Συνέλευσιν ὅπως ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον.
33Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι διετυπώθη τοῦτο, ὅτι ἐγὼ δῆθεν
34ὡμίλησα καὶ περὶ τῆς συνθέσεως τῆς προσωπικῆς τῆς Κυ-
35βερνήσεως, ἐνῷ τὸ παράπαν δὲν ἔκαμα λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
36§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται ὡς
37διωρθώθησαν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς:
38— Τὸ ἐν Πειραιεῖ σωματεῖον «Πειραϊκὸς Σύνδεσμος»
39παρακαλεῖ ὅπως τὸ Πειραϊκὸν Ὠδεῖον συμπεριληφθῇ με-
40ταξὺ τῶν ἐπισήμων μουσικῶν ἱδρυμάτων.
41— Ὁ ἐν Δράμᾳ πρόσφυξ Ἰωάν. Καραγεώργης παρακα-
42λεῖ ὅπως ἀνασταλῶσι τὰ ἐπιβληθέντα αὐτῷ προσωρινὰ
43μέτρα.
44— Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Βόλου ζητεῖ ὅπως
45λόγῳ τῆς ὑπὸ τῶν κομμουνιστῶν δημιουργηθείσης καταστά-
46σεως ληφθῶσι προστατευτικὰ μέτρα.
47— Ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης Ἰωάν. Γιαννόπουλος τελευταῖος
48πλειοδότης τῆς δημοπρασίας περὶ πωλήσεως τοῦ ἐγκαταλε-
49λειμμένου Συμμαχικοῦ καὶ Γερμανικοῦ ὑλικοῦ παρακαλεῖ
50ὅπως προστατευθῇ.
51— Ὁ κτηνοτροφικὸς Σύνδεσμος Ἠπείρου ζητεῖ ὅπως
52ἀκυρωθῶσιν αἱ διαταγαὶ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν Ἠπείρου
53ἐμποδίζουσαι τὴν ἐπάνοδον τῶν ποιμνίων εἰς τὰς κοινοτικὰς
54βοσκάς.
55— Ἐπιτροπὴ γονέων καὶ κηδεμόνων ἐχόντων υἱοὺς ἐθε-
56λοντὰς στρατιώτας ζητοῦσιν ὅπως ἐλαττωθῇ ἡ ἐθελοντικὴ
57ὑποχρέωσις.
58— Οἱ κατάδικοι φυλακῶν Πύλου παρακαλοῦσιν ὅπως
59ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀμνηστεύσεως.
60— Ὁ Σύλλογος πρωτοδικῶν Χίου ὑποβάλλει τροποποι-
61ήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν
62των.
63— Οἱ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουρ-
64γοὶ καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ
65τῆς Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ἐν Παρισίοις ὑπογραφείσης τῇ
6621 Φεβρουαρίου 1924 προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμφωνίας».
67— Οἱ Ὑπουργοὶ Οἰκονομικῶν καὶ Ἐθν. Οἰκονομίας
68καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ
69τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ Ἐθν. Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος
70συμβάσεως ἀπὸ 20 Μαΐου 1924 περὶ παροχῆς οἰκονομικῆς
71ἐνισχύσεως εἰς ὁμογενεῖς πρόσφυγας μικροεπαγγελματίας
72ὠργανωμένους εἰς ὁμάδας ὡς καὶ εἰς ἀστικοὺς συνεταιρισμοὺς
73μικροβιομηχανιῶν καὶ χειροτεχνιῶν».
74— Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ
75ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κα-
76νονισμοῦ ἐπιμισθίων εἰς ἄνδρας τοῦ Π. Ναυτικοῦ».
77— Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει σχέ-
78διον νόμου: «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἰουλίου 1924
79Ν. Διατάγματος περὶ ἐλέγχου τῶν τελωνειακῶν παραστατι-
80κῶν καὶ προσθήκης διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Οἰκονομικὴν
81Ἐπιθεώρησιν».
82— Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ
83ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἑξῆς σχεδίων νόμων:
841) «Περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ
85Π. Ναυτικοῦ» καὶ
862) «Περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἀπὸ 16 Ἰουνίου
871911 Διάταγμα κυρωθὲν διὰ τοῦ 480 νόμου».
88— Ὁ Σύλλογος Στρωμνιτσιωτῶν Θεσσαλονίκης παρακα-
89λεῖ ὅπως καθιερωθῇ ἡ κυριακὴ ἀνάπαυσις. Ἐπίσης καὶ οἱ
90ὑφασματέμποροι Καβάλλας.
91— Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν Ἡρακλείου
92ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ σκανδάλου τοῦ συναλλάγμα-
93τος τῆς σταφίδος Κρήτης.
94— Αἱ Ἰσραηλιτικαὶ Κοινότητες Φλωρίνης–Καβάλλας
95ζητοῦσιν ὅπως μὴ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον τῆς κυ-
96ριακῆς ἀναπαύσεως.
97— Ὁ Σύλλογος τῶν Ἐφέδρων Φουρνῆς Κρήτης παρα-
98καλεῖ ὅπως γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν Μοναστηριακῶν κτη-
99μάτων ὑπὲρ τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν.
100— Ὁ Ἐμπορικὸς καὶ Ἐπαγγελματικὸς κόσμος Ξάνθης
101ζητεῖ ὅπως καθιερωθῇ ἡ κυριακὴ ἀνάπαυσις.
102— Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἀργοστολίου ζητεῖ τὴν ἄμεσον
103ἀνάκλησιν τῶν παρανομησάντων ὑπαλλήλων τῆς Ἐφορίας.
104— Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Ἠλείας παρακαλεῖ ὅπως
105ἀγορασθῶσι παρὰ τοῦ Κράτους δέκα ἑκατομμύρια σταφιδο-
106κάρπου καὶ παρεμποδισθῇ οὕτως ἡ ὑποτιμητικὴ προσφορὰ εἰς
107τὰς ἐξωτερικὰς ἀγοράς.
108— Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Χασιᾶς παρακαλοῦσιν ὅπως
109ἀρθῇ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας περὶ κατασχέσεως
110καὶ τῶν μέσων μεταφορᾶς λαθραίων δασικῶν προϊόντων.
111— Οἱ Ὑπουργοὶ Στρατιωτικῶν, Ἐθνικῆς Οἰκονομίας,
112Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου
113«περὶ κανονισμοῦ τοῦ ὑπὲρ ἀποστράτων καὶ ἀπομάχων κλη-
114ροδοτήματος Ἀνδρέου Συγγροῦ ἐξ 25.000 Ἀγγλικῶν λιρῶν».
115Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει ψήφισμα
116«περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 23 Ἀπριλίου 1924 καὶ 6 Μαΐου
1171924 Διαταγμάτων περὶ κατοχυρώσεως τοῦ δημοκρατικοῦ
118πολιτεύματος».
119— Ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ
120ἑξῆς σχέδια νόμων:
1211) «Περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν»· καὶ
1222) «Περὶ διακανονισμοῦ σειρᾶς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιω-
123ματικῶν».
124— Ὁ πληρεξούσιος Κρανάϊας κ. Π. Καπάτος ὑποβάλλει
125τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως
126διατάξεων τελωνειακῶν καὶ οἰκονομικῶν νόμων».
127§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν προηγεῖται σήμερον
128ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων ἐπὶ
129μίαν ὥραν. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἀπε-
130φασίσθη νὰ προτιμηθῇ ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως τῆς
131προτάσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω
132ὅτι τὸ ὀρθότερον θὰ εἶναι νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὕτη
133καὶ κατόπιν, ἐὰν ὑπάρχῃ καιρός, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς Ἡ-
134μερησίας Διατάξεως τῶν Ἀναφορῶν.
135§10ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
136§11Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρόεδρος τῆς κοινο-
137βουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Γεωργίας παρεκάλεσα τὸν
138κ. Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας νὰ
139διαβιβασθῇ παράκλησίς μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ ἀπο-
140στολῆς, συμφώνως πρὸς ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκ
141τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἑνὸς ὑπαλλήλου εἰδικοῦ διὰ τὸ
142ζήτημα τῶν τιμῶν ἐλαίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον πολὺ ἐνδια-
143φέρον. Ἡ ἀπάντησις ἥτις ἐδόθη ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα
144εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἐὰν θέλῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ οἱ κ. κ. πλη-
145ρεξούσιοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι, νὰ ζητήσωσιν ἐγγράφως ἀπὸ τὸ
146Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας». Θὰ παρεκαλέσω καὶ τὸν κ.
147Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ἀλλὰ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
148Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ὑποδείξωσι κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἦτο
149δυνατὸν ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Γεωργίας νὰ ἐργάζηται δι’ ἀνταλ-
150λαγῆς ἐγγράφων.
151§12Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὑ-
152ποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως, ὑποθέτω δὲ ὅτι
153ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὸ γραφεῖόν μου ἀπὸ τῆς ὀγδόης πρωϊ-
154νῆς. Ἐνόμισα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ φιλικῆς συστάσεως πρὸς
155τὸν Γενικὸν Γραμματέα. Ἐὰν ἤθελε νὰ ζητήσῃ κάτι, ἔπρεπε
156νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Ὑπουργόν.
157§13Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἀπηυθυνόμην εἰς τὸν ἀντι-
158πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ.
159§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνά-
160δελφε, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας
161νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Ἐγώ, ἂν θέλητε, ἐπικροτῶ
162τὴν ἐργασίαν σας διὰ τῆς ἀμεσωτέρας ἐπαφῆς πρὸς τὰς
163ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ παρεξη-
164γήσεως.
165§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς συζητήσεις, κ.
166συνάδελφοι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ
167ἀντικαθιστῶντος καὶ προσθέτοντος εἰς τὰ κείμενα τοῦ Ποι-
168νικοῦ Νόμου διαφόρους διατάξεις καὶ τὸ ὁποῖον, ὅπως ἔλαβον
169τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, οὐκ οἶδα
170διατί ὠνομάσθη «κατοχυρωτικόν» καὶ διὰ τοῦ ὀνόματος
171τούτου ἤγειρε θόρυβον, εὑρέθημεν χθὲς ἐνώπιον προτάσεως
172ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔλαβον τὴν τιμὴν διὰ
173τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς νὰ δηλώσω ὅτι ἡ
174εὐθιξία ἡ κοινοβουλευτικὴ ἡ ὁποία ἐπεδείχθη ἐκ μέρους τῆς
175Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εὐαρεστῇ εἰς τὸ Σῶμα καὶ εἶναι ἀναμ-
176φισβητήτως πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διεφώνησα μό-
177νον ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν, διότι εἶπον ὅτι δύναται μὲν νὰ
178εἰσαχθῇ κεχωρισμένη πρότασις ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ πάντως
179θὰ ἐπακολουθήσῃ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος
180περὶ ἐγκρίσεως τῆς πράξεως δι’ ἣν ἐξεφράσθη μομφὴ εἴτε
181ἐκ μέρους ἀποχρώσεως ἐν τῇ Συνελεύσει εἴτε ἐκ μέρους ἀτό-
182μων πληρεξουσίων ἐξεφράσθη μομφὴ καὶ δύναται ἡ Κυβέρ-
183νησις νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης χαρακτηρίζουσα ῥη-
184τῶς τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην ὡς πλήρη ἔγκρισιν τῶν πε-
185πραγμένων. Ἀλλ’ ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ
186ἔχῃ κεχωρισμένην τὴν πρότασιν τῆς ἐμπιστοσύνης θὰ εἴ-
187χομεν μίαν διπλῆν ψηφοφορίαν. Δὲν εἶναι ζήτημα θεμελιώ-
188δους διαφωνίας.
189Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἐξεδή-
190λωσα, ὅτι ἡ διαφωνία ἡ ἐγερθεῖσα δικαιολογεῖ τελείως τὴν
191Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐπρόκειτο περὶ
192ζητήματος ὄχι ἁπλῶς πολιτικοῦ, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν πολι-
193τικοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκεν ἓν Διάταγμα ἡ Κυβέρνησις
194ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο τὸ ἐξέδωκε κατ’ ἐντολὴν
195καὶ ἐξουσιοδότησιν τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας καὶ ἐντὸς τῶν
196ὁρίων τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις παρέσχεν εἰς αὐτήν. Ἡ Κυ-
197βέρνησις προσέθηκεν ὅτι ἐθεώρει τοσούτῳ σπουδαίαν τὴν
198πρᾶξιν εἰς ἣν προέβη ὥστε, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχε λάβει πλη-
199ρεξουσιοδότησιν, θὰ προέβαινεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατά-
200γματος τούτου. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, οὕτως ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόε-
201δρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος,
202ὁ νῦν ἀπών, λαβὼν τὸν λόγον ἐπετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως
203διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τούτου καὶ εἶπεν ὅτι ἐν τῇ
204ἐξουσιοδοτήσει τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἡ Συνέλευσις ἐδώκαμεν
205εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τοῦ
206Κράτους δὲν ἐνέκειτο καὶ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μέτρα περὶ
207ἀσφαλείας τοῦ νέου πολιτεύματος τοῦ Κράτους. Ἦτο ἡ
208γνώμη του. Ἀλλ’ ἡ γνώμη του ἔφθανεν εἰς τοῦτο τὸ συμ-
209πέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσφετερίσθη τὴν νομο-
210θετικὴν ἐξουσίαν ὑπερβᾶσα τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας τὴν
211ὁποίαν ἐδώκαμεν εἰς αὐτήν, ἐσφετερίσθη τὴν νομοθετικὴν
212ἐξουσίαν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μόνον ζήτημα πολιτικῆς εὐ-
213θύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐλάμ-
214βανε τὴν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως θὰ ἦτο καὶ ζήτημα
215ποινικῆς εὐθύνης ἀκόμη τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως.
216Εἶναι λοιπὸν ὄχι πολιτικὸν ἁπλῶς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ κατ’
217ἐξοχὴν πολιτικόν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο μόνον νὰ
218εἴπῃ ὅτι ἡ φωνὴ ἡ ὁποία ἠγέρθη ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
219Κερκύρας πολιτευτοῦ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν τὸ πρόσωπον αὐ-
220τοῦ εἶναι ἄξιον πάσης τιμῆς καὶ παντὸς σεβασμοῦ, δὲν
221εἶναι ἐνδεικτικὸν σοβαρᾶς τινος μομφῆς ἐκ μέρους μιᾶς με-
222ρίδος τῆς Συνελεύσεως καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει
223λόγος νὰ προκαλέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία κατὰ
224τὴν κοινὴν ἐντύπωσιν δὲν διαμφισβητεῖται. Τοῦτο εἶναι
225ἀκριβές. Ἀλλὰ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη καὶ ἂν καλῶς
226ἀνέγνωσα καὶ τὰ πρακτικά, εὐθὺς κατόπιν ἔλαβον τὸν λόγον
227ἐγὼ καὶ μετ’ ἐμὲ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας
228πολιτευτής. Ἐγὼ μὲν εἶπον ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐδώκα-
229μεν τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ λάβῃ μέτρα ἀφορῶντα τὴν
230ἀσφάλειαν, ὅτι, ἂν ἀνοίξῃ κανεὶς τὸν Ποινικὸν Νόμον, θὰ
231ἴδῃ ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα ἀναγρά-
232φονται καὶ τὰ ὁποῖα διασφαλίζουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ
233Νόμου εἶναι αἱ προσβολαὶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος; Ὅτι συ-
234νεπῶς, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω εἰς τοὺς
235κειμένους νόμους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν τὴν ὁ-
236ποίαν ἐδώκαμεν καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτῆς νομικήν τε καὶ
237πραγματικήν, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς
238ἐξουσιοδοτήσεως ἣν ἐδώκαμεν. Ἐπρόσθεσα ὅτι ἀπομένουσι
239ζητήματα τεχνικὰ καθαρῶς νομικῶν λεπτομερειῶν, διὰ τὰ
240ὁποῖα θὰ ἐπεθύμουν τὴν παραπομπὴν τοῦ σχεδίου ψηφί-
241σματος τοῦ Διατάγματος εἰς μίαν Ἐπιτροπήν. Ἡ Κυβέρνησις
242προθύμως ἀπεδέχθη τὴν παραπομπὴν εἰς Ἐπιτροπὴν διὰ
243τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν λεπτομερειῶν καὶ τὴν περαιτέρω
244συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐστηρίχθημεν, ὅπως εἶπον, ὄχι μόνον ἐπὶ
245τοῦ γράμματος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς νο-
246μικῆς ἑρμηνείας, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ ἐπὶ τῆς πραγματικῆς
247ἑρμηνείας τῆς θελήσεως τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ὅταν ἐδίδο-
248μεν τὴν ἐξουσιοδότησιν.
249Ἐρωτῶ, Κύριοι: Ὅσοι ἐξ ἡμῶν τότε εἶπον ὅτι δύναται ἡ
250Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα ἀσφαλείας τείνοντα εἰς τὴν ἀ-
251σφάλειαν τῆς Χώρας ἠννοοῦμεν ἆρά γε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἂν
252ἴδῃ νὰ κινδυνεύῃ ἓν μέρος μικρὸν τῆς Χώρας ἐξ ἐσωτερικῶν
253ταραχῶν καὶ ἀνωμαλιῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέτρα διασφα-
254λίσεως τοῦ μέρους ἐκείνου καὶ ἂν ἴδῃ προσβαλλόμενον ἢ
255ὑπονομευόμενον τὸ νεωστὶ ἐγκαθιδρυόμενον πολίτευμα θὰ
256ἔπρεπε νὰ σιγήσῃ; Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ
257δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν
258ἐδώκαμεν, ὅτι θὰ ἐπετρέπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀ-
259σφαλίσῃ τὰ μικρότερα πράγματα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπετρέπο-
260μεν εἰς αὐτὴν νὰ ἀσφαλίσῃ ὅ,τι κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν
261ἐθεωροῦμεν οὐσιωδέστατον, δηλαδὴ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ
262νέου πολιτεύματος.
263Μετ’ ἐμὲ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας
264πολιτευτὴς ἀντιπροσωπεύων ἀναμφισβητήτως μίαν ἰδέαν,
265μίαν μερίδα, μίαν ἀπόχρωσιν μὴ συμπολιτευομένων πρὸς
266τὴν Κυβέρνησιν καὶ προσεχώρησεν εἰς τὴν ἄποψιν τὴν
267ὁποίαν εἶχεν ὑποστηρίξει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελ-
268φος, εἶπε δηλ. ὅτι δὲν ἀπηντήσατε, Κύριοι, εἰς τὰ ἐπιχει-
269ρήματα τὰ σοβαρὰ τὰ ὁποῖα παρέταξεν ὁ ἐκ Κερκύρας πο-
270λιτευτής. Ἐθεώρησεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβη τὰ ὅρια
271τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς δοθείσης αὐτῇ. Εἶπεν ὅτι καλὸν
272εἶναι νὰ μὴ γίνηται τοιοῦτος σφετερισμὸς τῆς νομοθετικῆς
273ἐξουσίας καὶ ὅτι βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν εὐ-
274θύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἦτο σαφὲς λοιπὸν ὅτι καὶ
275ἐκεῖθεν ἐξεφράσθη ἡ ἐκδοχὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερέβη
276τὰ ὅρια τῆς ἐξουσιοδοτήσεως αὐτῆς. Ἐπηκολούθησαν ἄλλαι
277ἀγορεύσεις δριμύτεραι, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου
278ἐκ Λοκρίδος κ. Ἀβραὰμ καὶ κατόπιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κοζά-
279νης πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ζήτημα πλέον
280τιμῆς καὶ οὐχὶ πολιτικῆς εὐαισθησίας διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
281Κατ’ ἐμὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ ὅτι εὑρί-
282σκετο ἐνώπιον μεμονωμένης τινὸς ἐνδείξεως δυσπιστίας, ἡ
283ὁποία ἠδύνατο καὶ νὰ παροραθῇ.
284Ἄρα τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν ἔπρεπε νὰ καταντήσῃ
285ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Οὕτως εἴθισται ἄλλως τε καὶ εἰς τὰ
286πολιτικὰ Σώματα, ὅταν μία Κυβέρνησις προβαίνῃ εἰς
287μίαν πρᾶξιν ἢ μία Κυβέρνησις διαπράττῃ μίαν παράλειψιν,
288γίνηται δὲ συζήτησις περὶ τοῦ λάθους τῆς πράξεως ἢ τῆς
289παραλείψεως, ἐφόσον ἡ συζήτησις ἤθελε παρουσιάσει μίαν
290μερίδα ἀξίαν λόγου ἐπικρίνουσαν τὸ ὀλέθριον τῆς συμ-
291περιφορᾶς, τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀξίωσις
292καθιερωθεῖσα διὰ μακρῶν ἐτῶν καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς
293Ἑλλάδος ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπι-
294στοσύνης πρὸς αὐτήν. Κατὰ συνέπειαν ὀρθῶς νομίζω ὅτι
295ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ αὑ-
296τὸν σύμφωνος πρὸς τὴν ἐκδοχὴν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἀπὸ
297τῆς πρώτης στιγμῆς ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπερέβη τὴν
298ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 25
299Μαρτίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἐμπιστοσύνην
300πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τοῦτο δὲ τὸ σημεῖον ἔχω συμφώ-
301νους καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι μοὶ δίδουν
302τὴν τιμὴν νὰ δίδουν κάποιαν προσοχὴν εἰς τὰς γνώμας μου.
303Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ κατάντημα τῆς συζητήσεως τῆς γενο-
304μένης, ἡ ὁποία μᾶς ἀπησχόλησεν ἀπὸ 2 ἢ 3 ἡμερῶν, εἶναι
305σαφές. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε καλῶς καὶ ἐντὸς
306τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν τῆς ἐδώκαμεν ἢ ὄχι,
307ἐγὼ θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
308διότι ὄχι μόνον εὑρίσκω ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐγένετο ὀρθῶς, ἀλλά,
309ὅπως καὶ ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις ἀπεχώρησε
310τῆς ἐξουσίας, ἐδήλωσα, φρονῶ, ὅτι εἰς τὰ γενικώτερα συμ-
311φέροντα τῆς Χώρας εἶναι χρησιμώτερον ν’ ἀποφεύγωμεν τὰς
312συχνὰς κυβερνητικὰς μεταβολάς. (Χειροκροτήματα)
313Δὲν θέλω νὰ εἴπω βεβαίως μὲ τοῦτο ὅ,τι μοὶ ἀπεδόθη κά-
314ποτε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ἡ Συνέλευσις ν’
315ἀπαλλοτριώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς κυριαρχίαν καὶ τὴν ἰδίαν
316αὐτῆς αὐτονομίαν καὶ νὰ μεταμορφωθῇ εἰς τὸ γνωστὸν ἐν
317Κερκύρᾳ Κοινοβούλιον τῶν Τελεστάδων, κατὰ τὸ ὁποῖον
318ἐκαλοῦντο οἱ λεγόμενοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους μόνον
319καὶ μόνον διὰ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ γενόμενα ἀπὸ
320τὸν Ὕπατον Ἁρμοστὴν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀπαντήσουν «καλῶς
321ἔχει τὸ πρᾶγμα». Δὲν ἐννοῶ βεβαίως αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις
322ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ἐνήργησεν
323ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν τῇ ἐδώσαμεν. Ἐξ
324ἄλλου τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα δὲν εἶναι ἐφεύρημα τῆς
325παρούσης Κυβερνήσεως· τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα εἶναι ἓν
326ὑπόλειμμα μιᾶς ἀνωμάλου καταστάσεως, διαρκούσης σχεδὸν
327διηνεκῶς ἀπὸ τοῦ 1912, ἓν ὑπόλειμμα τὸ ὁποῖον πρέπει
328πάντως καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς νὰ προσπαθήσωμεν νὰ
329ἐκριζώσωμεν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Χώρας. Ἐὰν κατὰ
330συνέπειαν ἐξεδόθη ἓν Διάταγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεδόθη κἂν
331ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐντολῆς, ἀλλὰ κατόπιν ῥητῆς ἐντολῆς δοθείσης,
332δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἁμάρτημα. Ἀλλὰ καὶ ἂν συνέβη
333καί τι, παρὰ τὴν πεποίθησιν ἐκείνων οἵτινες εὑρίσκουσιν ὅτι
334τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς ἦσαν περισσότερον περιωρισμένα παρ’
335ὅ,τι τὸ Διάταγμα διέγραψε, δὲν νομίζω ὅτι ἦτο τοιοῦτο
336ὥστε νὰ παραβλέψωμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν ὅτι συχναὶ με-
337ταβολαὶ οὔτε εἰς τὰ τοπικὰ συμφέροντα, οὔτε εἰς τὰ γενικώ-
338τερα, οὔτε εἰς τὰ μερικώτερα εἶναι χρήσιμοι. Ἀλλά, ἐπανα-
339λαμβάνω, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἐὰν εἰς ὡρι-
340σμένας πράξεις ἢ παραλείψεις ἓν οἱονδήποτε τῶν με-
341λῶν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνήργησε καλῶς πρὸς τὰ συμ-
342φέροντα τὰ γενικά, ἔχομεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τότε νὰ
343ἐξασκήσωμεν πλήρως τὴν ἀντιπολίτευσιν ἡμῶν καὶ τότε
344ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Συνελεύσεως,
345ἀλλὰ καὶ ἡ ἔξω τῆς Συνελεύσεως κοινὴ γνώμη, θὰ μᾶς δι-
346καιώσῃ. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ σημεῖον τῆς ἐκδόσεως τοῦ Δια-
347τάγματος τούτου, κατόπιν μάλιστα τῆς δηλώσεως τὴν ὁποίαν
348ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ παραπεμφθῇ
349εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐπεξεργασθῇ τοῦτο καὶ
350θὰ συζητηθῇ ἐκ νέου ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, δὲν νομίζω ὅτι
351τοῦτο τὸ σημεῖον παρέχει οὐδὲ πόρρωθεν ἀφορμὴν διὰ νὰ
352μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρη-
353σεν. Ἑπόμενος πρὸς ὅσα ἐξέθηκα, κύριοι συνάδελφοι, θὰ
354δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Χειρο-
355κροτήματα).
356§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σεχιώτης.
357§17Γ. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, διαφωνῶ πρὸς τὸν
358ἀξιότιμον προλαλήσαντα· εὑρίσκω ἀδικαιολόγητον τὴν εὐ-
359θιξίαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
360Μετὰ τὴν εἰσαχθεῖσαν ὅμως πρότασιν βεβαίως τὸ περιεχό-
361μενον τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολι-
362τευτοῦ θὰ ἀπετέλει πολιτικὸν ζήτημα δυνάμενον νὰ δικαιο-
363λογήσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως,
364ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπεδέ-
365χετο τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. πληρεξουσίου ἐκ Κερκύρας ὅσον ἀ-
366φορᾷ τὴν ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ Ν. Διατάγματος
367περὶ κατοχυρώσεως τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν
368ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὴν
369ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
370Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἡμεῖς, ἂν καὶ δυνάμεθα λόγῳ
371τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, νὰ μὴ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν
372τῆς Συνελεύσεως τὸ Ν. Διάταγμα πρὸς ἔγκρισιν, ἐν τούτοις
373ἀποδεχόμεθα νὰ τὸ θέσωμεν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης καθ’
374ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχθη τὰς ἀπόψεις νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν
375τῆς Συνελεύσεως τὸ Ν. Διάταγμα νομίζω ὅτι δὲν ὑφίσταται
376πλέον πολιτικὸν ζήτημα. Βεβαίως ἡ παρέμβασις τῆς Κυβερ-
377νήσεως πέρα τῆς δοθείσης ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐντολῆς διὰ
378νὰ διαχειρισθῇ τὰ τῆς Χώρας ἀποτελεῖ πολιτικὸν ζήτημα,
379ἀποτελεῖ ἀνευλάβειαν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ὅταν μία Κυ-
380βέρνησις σφετερίζηται δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως βεβαίως
381πρέπει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν
382Συνέλευσιν ἂν ἐμπιστεύεται εἰς τὸ μέλλον νὰ διαχειρίζηται
383τὰ κοινά. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
384Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ συγκατετέθη
385ὁπωσδήποτε ἦτο ἢ ὄχι ὑποχρεωμένος νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τῆς
386Συνελεύσεως τὴν ἔγκρισιν τοῦ Διατάγματος; Νομίζω ὅτι τὸ
387περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως τοῦ ἐκ Κερκύρας συναδέλφου
388δὲν ἀποτελεῖ πολιτικὸν ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Τὸ Ν.
389Διάταγμα καὶ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ περὶ τὴν ὁποίαν
390περιεστράφησαν οἱ διάφοροι ἀγορεύσαντες σχετικῶς νομί-
391ζω ἐπίσης ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ πολιτικὸν ζήτημα,
392ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι
393ἄλλως τε εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ
394Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ὅτι εἶναι σύμφωνος ἡ Συνέλευσις
395πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Ἄλλως ἐκ τῶν προτέρων ἔχει
396βεβαιωμένην τὴν γνώμην ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
397οὐσίαν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Πολιτικὸν ζήτημα,
398ζήτημα ἐμπιστοσύνης τίθεται, ὅταν προκύπτουν πολιτικὰ
399ζητήματα καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν τοιαύτην διεξαχθη-
400σομένην συζήτησιν ἀρχίζῃ νὰ ἀμφιβάλλῃ ἂν ἔχει τὴν ἐμ-
401πιστοσύνην καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὑποχρεωμένη
402νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος διὰ νὰ καθο-
403ρίσῃ τὴν θέσιν της, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ
404παρακάθηται εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Συνελεύσεως ἢ νὰ παραχω-
405ρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς
406εἶναι βεβαία ὅτι ἡ Συνέλευσις κατὰ μεγίστην πλειονοψηφί-
407αν εἶναι ὑπὲρ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος δὲν ὑφίσταται
408πολιτικὸν ζήτημα καὶ παρέλκει ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς
409ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπομένει, κύριοι, τὸ
410δεύτερον ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης πληρεξούσιος
411ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος ἐποιήσατο παρέκ-
412βασίν τινα, ἡ ὁποία ἔθιξε τὴν σύνθεσιν τῆς Κυβερνήσεως.
413Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
414Κοζάνης συναδέλφου, διότι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο ζήτημα
415σήμερον. Τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως τῆς Κυβερνήσεως θ’
416ἀπετέλει βεβαίως πολιτικὸν ζήτημα καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχεν
417ἀνάγκη νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυ-
418βερνήσεως. Ἐὰν ὁ ἐκ Κοζάνης συνάδελφος ἦτο ἀρχηγὸς
419κόμματος ἢ ὁμάδος ὁπωσδήποτε σοβαρᾶς, ὥστε ἐκ τῆς συ-
420ζητήσεως ἡ ὁποία θὰ προέκυπτε νὰ ἐκλονίζετο ἡ Κυβέρ-
421νησις, τότε θὰ προέκυπτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλ-
422λὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πολιτικὸν ζήτημα, διότι εἷς
423πληρεξούσιος ἔθιξε μίαν χορδὴν εὐαίσθητον τῆς Κυβερνή-
424σεως, διότι αὐτὴν τὴν ἔθιξεν, ἀφοῦ περαιτέρω δὲν ἐγένετο
425ζήτημα. Νομίζω ὅτι καὶ τὸ δεύτερον παρεκβατικὸν ζήτημα
426δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ περιεχόμενον σοβαρᾶς συζητή-
427σεως, νὰ ἐξαναγκάσῃ τουτέστι τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ ζή-
428τημα ἐμπιστοσύνης.
429Ἡ Κυβέρνησις, ὅτε τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη ἐν τῇ αἰ-
430θούσῃ ταύτῃ, ἐζήτησε, καθ’ ἣν εἶχεν ὑποχρέωσιν, μετὰ τὴν
431ἀνάπτυξιν τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, τὴν ἐμπι-
432στοσύνην τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία καὶ τὴν παρέσχεν.
433Ἔκτοτε δὲν ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ἄλλην τινὰ μορ-
434φὴν ὥστε νὰ ἐπιζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς
435Συνελεύσεως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν μετὰ τὴν διακοπὴν καὶ κατὰ
436τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως ἠδύνατο νὰ
437ποιήσηται προγραμματικὰς δηλώσεις διὰ τὸ χρονικὸν διά-
438στημα τὸ διαρρεῦσαν ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν μέ-
439χρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐπαναλήψεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν
440ἔπραξεν οὐδὲ τοῦτο, διότι, ἂν ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν
441νέας προγραμματικὰς δηλώσεις καὶ ἐκ τούτου προέκυπτε
442μακρὰ συζήτησις πολιτική, βεβαίως εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν
443νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἀποδειχθῇ ἂν ἡ Κυβέρ-
444νησις διεχειρίσθη καλῶς τὰ κοινά, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύ-
445νην τῆς Συνελεύσεως, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ κυβερ-
446νῶσα τὴν Χώραν. Ἀλλὰ τοιοῦτο ζήτημα δὲν ἐτέθη.
447Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων νομίζω ὅτι παρέλκει πλήρως
448ἡ θέσις πολιτικοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, συνιστῶ δὲ εἰς
449τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσύρῃ τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι
450ἴσως θὰ παρεξηγηθῇ ὅτι ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας νὰ θέσῃ
451τοιοῦτο ζήτημα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν δύναμαι νὰ δώσω οὔτε ψῆ-
452φον ἐμπιστοσύνης οὔτε ψῆφον δυσπιστίας, διότι δὲν νομίζω
453ὅτι προέκυψε ζήτημά τι διὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἐκφράσω τὴν
454ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὔτε ἔλαβε
455χώραν μακρὰ συζήτησις περὶ τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς
456Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ διαφωτισθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ
457δώσω ψῆφον δυσπιστίας.
458§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
459§19Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐάν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ
460τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου,
461τοῦ ἐπερωτήσαντος, περιωρίζετο νὰ ὁμιλήσῃ μόνον ὁ ἀξιό-
462τιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐλάμ-
463βανον τὸν λόγον, θὰ ἐθεώρουν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ὡς
464ἀρκετὰ καὶ ὑπεραρκετά, ὅπως καὶ πράγματι εἶναι. Ἀλλὰ
465δυστυχῶς, ἐνῷ ἦσαν ταῦτα ἀρκετὰ καὶ ὑπεραρκετά, ἔλαβον
466τὸν λόγον πλεῖστοι ὅσοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀξιότιμος
467ἐξ Εὐρυτανίας ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, καὶ ἔρριψε βέλη
468ἀντὶ προσθέτου ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἐπίθεσιν, ἔρριψε βέλη,
469λέγω, οὗτος κατὰ τοῦ Διατάγματος. Ἔχω τὴν ἰδιότητα, τὸ
470προτέρημα ἢ ἐλάττωμα, ὅπως θέλετε, νὰ φοβοῦμαι πολὺ
471περισσότερον τὰ ἐξ οἰκείων βέλη, εἰς τὴν πολιτικὴν μάλιστα
472καὶ πρὸ πάντων μετὰ τὴν νίκην, παρὰ τὰ τῶν ἀντιπά-
473λων τοιαῦτα. Διότι τὰ βέλη τῶν ἀντιπάλων ἐνι-
474σχύουν τὴν νίκην. Ἐκ τούτων λαμβάνει ἀφορμὴν ὁ
475νικητὴς καὶ συντρίβει τελειωτικῶς τὸν ἡττημένον καὶ
476δι’ αὐτὸ τοῦτο γνωρίζων ὁ ἡττημένος ἐπερωτήσας καὶ
477ἀποφεύγων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἤτοι ἅμα τῇ ἐπερωτή-
478σει, ἐτράπη εἰς φυγήν, ἐφυγομάχησε. Τὰ βέλη τὰ ἐκ τῶν
479οἰκείων ἀντιθέτως εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξουδετερώνουν τὴν
480νίκην, καί, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ φράσιν πολιτικὴν καὶ ἔλθω
481εἰς ἔδαφος πολιτικόν, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φέρουν εἰς
482κυβερνητικὴν ἀτονίαν, εἰς ἀδιέξοδον καὶ ἀκυβέρνητον καὶ
483δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ
484τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἐθίχθησαν.
485Ταῦτα, κύριοι, εἶναι τέσσαρα· πρῶτον ἂν ἡ Κυβέρ-
486νησις εἶχεν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδώσῃ τὰ Νομοθετικὰ Δια-
487τάγματα, ἰδίως τὸ τῆς κατοχυρώσεως ὡς καὶ τὰ ἄλλα τῆς
488αἰσχροκερδείας καὶ τῶν χαρτοπαιγνίων· ἢ τοὐλάχιστον, ἂν
489δὲν εἶχεν ἐξουσιοδότησιν, ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ
490νὰ ἐκδοθῶσι· δεύτερον ἂν ἡ ἐξουσιοδότησις περιελάμβανε
491καὶ τὴν σύστασιν δικαστηρίων στρατιωτικῶν καὶ ὑπαγωγὴν
492τῶν σχετικῶν ἀδικημάτων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τούτων· τρί-
493τον ἂν τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια εἶναι τὰ μᾶλλον ἁρμόδια
494διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων· καὶ τέταρτον
495ἂν ἐνδεικνύεται ἡ λῆψις μέτρων ἐξαιρετικῶν πρὸς ἐξασφά-
496λισιν τοῦ πολιτεύματος ἢ τῆς δημοσίας τάξεως, ἡ ὁποία θὰ
497ἐκινδύνευε νὰ διαταραχθῇ, ἐὰν ἐλάμβανε χώραν ἀπόπειρά
498τις κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ πολιτεύματος. Ὡς πρὸς τὸ
499πρῶτον ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ
500ἐγκαθιδρύσωμεν τὴν Δημοκρατίαν τοὐλάχιστον τὴν ἑπομένην
501τῆς ἐθνικῆς μας πρωτοφανοῦς καταστροφῆς καὶ ὅτι ἀπο-
502τελεῖ αἶσχος ἀνεξάλειπτον, ὅτι δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο ἀμέσως
503ἢ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν ταύτην τὴν ἑπο-
504μένην τῆς ἀποτυχίας τῆς ἀντεπαναστάσεως, καὶ ὅτι εἶναι
505πολὺ βαρὺ σφάλμα ὅτι δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο τότε. Ἐὰν
506ἐγκαθιδρύομεν τότε τὴν Δημοκρατίαν καὶ προεκηρύττομεν
507γενικὰς ἐκλογὰς πρὸς ἐκλογὴν προσώπων ἐν ταὐτῷ καὶ
508ἰδεῶν, ἤτοι πρὸς ἐκλογὴν πληρεξουσίων, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ
509ἐπικυρώσωσι τὴν Δημοκρατίαν, ἀσφαλῶς θὰ εἴχομεν ἀποτε-
510λέσματα ἀνώτερα τῶν τοῦ δημοψηφίσματος, ὄχι μὲ 70%,
511ὡς ἀπέδωσε τὸ δημοψήφισμα, ἀλλὰ μὲ 90% πλειονοψη-
512φίαν θὰ ἐπεκυρώνετο ἡ Δημοκρατία. Δὲν ἐγένετο ὅμως
513τοῦτο χάρις εἰς τὰς ἀναβολάς, εἰς τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς
514ἐφευρέσεις τῶν δημοψηφισμάτων, εἰς τὰς διχογνωμίας, τὰς
515ὁποίας ἐγέννησαν ἐκ τῆς ὑμετέρας πλευρᾶς ἐκεῖνοι, τοὺς
516ὁποίους οὔτε ψευδεῖς δημοκράτας θὰ ἀποκαλέσω, οὔτε ψο-
517φοδεεῖς τοιούτους ἀλλ’ ἁπλῶς συνετοὺς δημοκράτας, τῶν
518ὁποίων ὅμως ἡ σύνεσις ἀπέβη ἐπιβλαβής, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ
519τῶν ὑστέρων, καὶ ἐκ τούτου ἡ πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία
520ὑπέστη ζημίας μεγίστας. Καὶ πρῶτον ἕνεκα τῶν ἀναβολῶν
521καὶ τῶν δυσχερειῶν ἕνεκα τῆς ἐπικλήσεως ξενικῶν κινδύ-
522νων καὶ ὑπερασπίσεως τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, καθ’ ἣν
523στιγμὴν ἔβραζεν ὁ κόσμος κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, οἱ βασι-
524λικοὶ ὀλετῆρες ἀνεπετάννυον πάλιν τὴν σημαίαν τοῦ Βασιλι-
525σμοῦ καὶ Κωνσταντινισμοῦ, ἤτοι τοῦ ἀντεθνισμοῦ, διότι ἀν-
526τεθνισμὸς εἶναι ὁ Κωνσταντινισμὸς μετὰ τὴν ἐθνικήν μας
527καταστροφὴν, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς μεθόδους των τὰς
528τυραννομαχικάς.
529Ἐπὶ πλέον δὲ ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς, ἕνεκα τῆς μὴ τα-
530χείας καὶ ἐγκαίρου ἐκκαθαρίσεως τῆς πολιτικῆς καταστά-
531σεως, ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ πολιτεύμα-
532τος ἡμῶν τοῦ δημοκρατικοῦ, τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα ἐγεννή-
533θησαν μετὰ τὸ 1915, τὰ ὁποῖα ἀνετράφησαν μὲ τὰς ἐθνικὰς
534ἡμῶν συμφορὰς καὶ περιπετείας, τὰ κακὰ αὐτὰ ἕνεκα τῆς
535παρατάσεως τῆς ἐκκρεμότητος τῆς πολιτικῆς ἔλαβον ἐπί-
536τασιν πρωτοφανῆ καὶ κατέστησαν λίαν ἐπικίνδυνα. Τὰ
537κακὰ αὐτὰ εἶναι πολλά, τὰ κυριώτερα ὅμως εἶναι ἡ αἰσχρο-
538κέρδεια, ἡ ληστεία καὶ τῶν ἀντιπάλων ἡ τυραν-
539νολογία εἰδικῶς ἐδῶ κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Τὰ καλὰ
540αὐτὰ ἀναμφισβητήτως ἐλυμαίνοντο τὴν Χώραν εἰς τὰς παρα-
541μονὰς τοῦ δημοψηφίσματος, καὶ ὑπῆρχε φόβος ὡς ἦτο ἐν-
542δεχόμενον, νὰ ἐπιτεθῶσι καὶ νὰ λάβωσι τὸν μᾶλλον ἐπι-
543κίνδυνον χαρακτῆρα κατὰ τῆς δημοσίας ἀσφα-
544λείας. Ἐὰν δὲ ἐλαμβάνοντο τάχιστα μέτρα κατὰ τῆς
545αἰσχροκερδείας, ἀσφαλῶς οἱ αἰσχροκερδιζόμενοι θὰ ἐξήρ-
546χοντο καὶ θὰ συνέτριβον τὰς κεφαλὰς καὶ τὰ κατα-
547στήματα τῶν αἰσχροκερδῶν, δὲν θὰ ἐγίνετο δὲ εἰς τὴν Ἑλλά-
548δα τοῦτο διὰ πρώτην φοράν. Καὶ εἰς ἄλλα Κράτη μᾶλλον
549πεπολιτισμένα, καὶ εἰς ἄλλας μεγαλοπόλεις πλέον προη-
550γμένας ἐγένετο τοῦτο, εἰς τὸ ἐγγὺς μάλιστα παρελθόν. Θὰ
551ἐνθυμῆται ὁ ἀξιότιμος κ. Μιχαλακόπουλος, ὁ ὁποῖος τότε ἦτο
552εἰς ἀποστολήν, ὅτι εἰς τοὺς Παρισίους διεταράχθη ἡ τάξις
553ἕνεκα τῆς αἰσχροκερδείας κατὰ τὸ 1919. Οἱ Παρισινοὶ ἠγέρ-
554θησαν καὶ ἐστραπατσάρισαν τὰ μπακάλικα καὶ μανάβικα τῶν
555αἰσχροκερδῶν ἐξ αἰτίας τῆς αἰσχροκερδείας. Ἠδύνατο
556λοιπὸν καὶ ἐδῶ νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις καὶ θὰ διεταράσσετο,
557ἂν δὲν ἐλαμβάνοντο μέτρα κατὰ τῆς αἰσχροκερδείας. Ὡς
558ἐπίσης ἐὰν δὲν ἐλαμβάνοντο μέτρα ταχέως κατὰ τῆς λῃ-
559στείας, τότε οἱ λῃσταὶ θὰ ἤρχοντο ἐδῶ μέσα νὰ πλήξουν
560καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν συνήθειαν νὰ περιο-
561δεύωσιν εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐ-
562ρυτανίας κ. συνάδελφος.
563Ἐὰν πάλιν ἀφίνοντο ἐλεύθεροι οἱ τυραννολόγοι μετὰ
564τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ πολιτεύματος νὰ ἐπικρίνωσι τὸ πολί-
565τευμα καὶ νὰ διασύρωσιν αὐτό, ἀσφαλῶς ὁ Ἑλληνικὸς Λαός,
566ὅστις εἶναι εὐέξαπτος, ὄχι τόσον φιλήσυχος, ὡς ὁ ἐξ Εὐρυ-
567τανίας πολιτευτής, θὰ ἐξηγείροντο βεβαίως διὰ νὰ σπάσουν
568τὸ κεφάλι τῶν θρασυδείλων τούτων καὶ ἐν τοιαύτῃ περι-
569πτώσει ἡ δημοσία ἀσφάλεια θὰ διεταράσσετο πάλιν περισ-
570σότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην αἰτίαν. Ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ Κυ-
571βέρνησις τὰ κακὰ ταῦτα καὶ ἡ Συνέλευσις τὴν ἐνδεχομένην
572ἐπίτασιν αὐτῶν καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιμετωπίσεως αὐ-
573τῶν διὰ μέτρων ἐπειγόντων καὶ νομοθετημάτων, ἡ μὲν Κυ-
574βέρνησις ἐζήτησεν, ἡ δὲ Συνέλευσις ἐχορήγησε τὴν ἄδειαν
575ὅπως ληφθῶσι καὶ μέτρα νομοθετικὰ ἀκόμη κατὰ τῶν κα-
576κῶν αὐτῶν. Βεβαίως ἡ ἄδεια ἡ δοθεῖσα δὲν ἔλεγεν εἰδικῶς
577ὅτι ἐλαμβάνοντο μέτρα καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ληφθῶσι μέτρα
578δι’ ἓν ἕκαστον τῶν κακῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδίδετο ἄδεια
579διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀσφαλῶς ἐδίδετο ἄδεια καὶ δι’
580ἓν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, ἐφόσον ἐξ ὅλων τῶν κακῶν
581τῶν σημερινῶν τὰ τρία ταῦτα κακὰ εἶναι τὰ κυριώτερα,
582τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.
583Τί ἐπηρέαζε, ἑκάστοτε, Κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν δημοσίαν ἀ-
584σφάλειαν; Δὲν ὑπάρχει κανεὶς κανὼν ὁ ὁποῖος νὰ ἐφαρμόζηται
585εἰς ὅλους τοὺς τόπους καὶ ὅλους τοὺς χρόνους. Ἄλλοτε καὶ
586ἀλλοῦ τοῦτο τὸ ζήτημα ἐπηρεάζει ταύτην καὶ ἄλλοτε καὶ
587ἀλλοῦ ἐκεῖνο. Ἄλλοτε δηλαδὴ ἓν ζήτημα οἰκονομικόν,
588ἄλλοτε ἓν ὑγειονομικόν, ἄλλοτε ἓν θρησκευτικὸν καὶ τὰ
589παρόμοια. Ἐδῶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τὰ ἄνω ζητήματα,
590τὰ ἄνω κακὰ, εἶναι τὰ περισσότερον συνδεόμενα μὲ τὴν δη-
591μοσίαν ἀσφάλειαν, ἄρα περισσότερον ἐπηρεάζοντα αὐτήν.
592Ἀφοῦ λοιπὸν ἐδόθη ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφά-
593λειαν, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἐὰν ἐδόθη ἐξουσιοδότησις διὰ τὰ
594ζητήματα τῆς κατοχυρώσεως, ὅπως καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς
595αἰσχροκερδείας καὶ λῃστείας, συνδεόμενα τοσοῦτον, ὡς εἶ-
596πον, μετὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτα-
597νίας πολιτευτής, ὁ ὁποῖος ἐφυγομάχησε σήμερον, μολονότι
598ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις θέσεως ζητήματος
599ἐμπιστοσύνης, ἠμφισβήτησε πάντα ταῦτα, ἠμφισβήτησεν εἰς
600τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα
601κατοχυρώσεως, ἠμφισβήτησεν ἀκόμη ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη
602ἐπείγουσα ἐκδόσεως Διατάγματος, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπῆρχεν ἡ
603τοιαύτη ἄδεια. Ἐπὶ πλέον ἐπετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς
604ποιουμένης κατάχρησιν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ ἐζή-
605τησε μάλιστα τροποποιήσεις συνταγματικὰς καὶ δὲν ἠξεύρω
606τί ἄλλο καὶ Ἐπιτροπὰς πρὸς ἐξασφάλισιν ἐν τῷ μέλλοντι
607κατὰ τῆς διαπράξεως τοιούτων παραβάσεων κατὰ τῆς ἐθνι-
608κῆς κυριαρχίας. Ἀλλ’ ἕνεκα τούτων ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ
609θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἦτο ὑποχρεω-
610μένος ὁ ἐξ Εὐρυτανίας πολιτευτὴς νὰ μὴ φύγῃ, ἀλλὰ νὰ
611μείνῃ ἐδῶ ἵνα δοκιμάσῃ τὴν τύχην του καὶ ὑποστῇ τὰς συ-
612νεπείας τῶν ἀμφισβητήσεών του.
613Δεύτερον ζήτημα, κύριοι, εἶναι ἂν ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς
614Συνελεύσεως περιελάμβανε καὶ τὴν σύστασιν δικαστηρίων
615στρατιωτικῶν.
616§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Αὐταὶ εἶναι
617λεπτομέρειαι.
618§21Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν εἶναι λεπτομέρειαι, διότι ἔχω
619τὴν ἰδέαν ὅτι, ἂν λείψουν τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ἐκ τοῦ
620Διατάγματος, δὲν θὰ ὑπάρχῃ τι τὸ ἐξαιρετικόν, διότι διὰ τὰ
621λοιπὰ προνοεῖ ἡ νομοθεσία μας. Ἐὰν λοιπὸν ἐννοοῦμεν
622πάντες ὅτι πρέπει ληφθῶσιν ἐξαιρετικὰ μέτρα, καὶ τοῦτο
623δὲν τὸ ἀρνεῖται ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κ. συνάδελφος, εἴμεθα ὑπο-
624χρεωμένοι νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια
625καὶ νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς αὐτὰ τὰ ἀδικήματα κατὰ τοῦ πολι-
626τεύματος. Λοιπόν, διὰ νὰ τελειώσω, θεωρῶ ὅτι τὰ στρατιω-
627τικὰ δικαστήρια εἶναι ὑπέρτερα παντὸς ἄλλου δικαστηρίου διὰ
628τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν. (Θόρυβος).
629Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἐγὼ δὲν λαμβάνω τὸν λόγον οὔτε εἰς
630ἐρωτήσεις, οὐδὲ εἰς συστάσεις, ἀλλὰ μόνον εἰς πολιτικὰ ζητή-
631ματα καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω κάτι παραπάνω, διότι
632εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα δὲν ὁμιλῶ. Τί ἄλλως τε προετάθη ἀντὶ
633τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων; Προετάθησαν τὰ πολιτικὰ δι-
634καστήρια ἐκ μέρους τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, δηλαδὴ πολι-
635τικὰ Σώματα ἐνασκοῦντα δικαιοδοσίαν δικαστικήν, ἢ τὰ
636κοινὰ πολιτικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ πολιτικὰ Σώματα ὡς
637δικαστήρια δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἴχομεν
638ποτὲ πολιτικὰ Σώματα μὲ δικαστικὴν δικαιοδοσίαν. Μίαν
639μόνην φοράν, εἰς μίαν περίοδον, εἴχομεν τὴν Βουλήν, ἡ
640ὁποία ἐξεδίκαζε τὰς ἐκλογὰς τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀλλὰ το-
641σαῦται ἐγίνοντο παραβάσεις εἴτε ἐξ ὑπερβολικῆς ἐπιεικείας
642εἴτε ἐξ ὑπερβολικῆς ἐμπαθείας, ὥστε αὐτὸ τὸ Σῶμα, ἡ Βου-
643λὴ ἢ Ἀναθεωρητική, ἂν ἐνθυμοῦμαι, τὴν δικαιοδοσίαν αὑ-
644τῆς τὴν μετεβίβασεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἑπομένως
645ἀποκλείεται τὸ νὰ ὑπαγάγωμέν τι ἀδικήματα αὐτὰ εἰς Σώ-
646ματα πολιτικὰ ἐνασκοῦντα δικαιοδοσίαν δικαστικήν. Ἀπο-
647κλείονται ὅμως ἐπίσης, τὸ κυριώτερον, τὰ κοινὰ πολιτικὰ
648δικαστήρια διὰ τὰ ἀδικήματα αὐτά, διότι τὰ κοινὰ δικα-
649στήρια εἶναι γενικῶς γνωστόν, παρὰ πάντων ὁμολογεῖται,
650ὅτι ἐξέπεσαν τῆς περιωπῆς των, διότι ἀνεμίχθησαν εἰς
651ἀγῶνας καθεστωτικούς. Ἑπομένως, διὰ νὰ ἐπανέλθουν εἰς
652τὴν περιωπήν των, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ ἀναμιχθῶσι
653πλέον εἰς δίκας καθεστωτικάς. Ὁπωσδήποτε τὰ μέλη τῶν
654δικαστηρίων εἶναι γνωστόν ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν ὑπῆρ-
655ξαν δημοκρατικά. Ἠμπορεῖ τυπικῶς νὰ ἀπεδέχθησαν τὴν
656Δημοκρατίαν, ἠμπορεῖ ἔστω καὶ ἐσωτερικῶς κατὰ διάθεσιν
657νὰ πράττωσι τοῦτο, ἀλλὰ ἀκόμη δὲν ἐνεποτίσθησαν τὴν δη-
658μοκρατικὴν ἰδέαν. Δύο λοιπὸν κακὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλ-
659θωσιν, ἢ οἱ πολιτικοὶ αὐτοὶ δικασταὶ οἱ μὴ δημοκρατικοὶ ἢ
660μὴ πλήρως τοιοῦτοι φοβούμενοι μὴ παρεξηγηθῶσιν ὡς μὴ
661δημοκρατικοὶ νὰ δικάζωσιν αὐστηρῶς, ἢ ἐπηρεαζόμενοι
662ἀπὸ τὰς ἀντιδημοκρατικὰς ἰδέας των νὰ ἀφίνουν τὶς πόρτες
663ἀνοικτὲς διὰ νὰ ξεφεύγουν οἱ ἐπικίνδυνοι κατηγορούμενοι.
664Ἀποκλείονται λοιπὸν ἀμφότερα τὰ δικαστήρια, κατ’
665ἀνάγκην δὲ ἐνδεικνύονται τὰ ὑπολειπόμενα, ἤτοι τὰ στρα-
666τιωτικά, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἶναι προτιμητέα καὶ διὰ τὰς
667ἰδίας ἀρετὰς εἰς τὰ ἀδικήματα ταῦτα. Πρῶτον διότι
668οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι τὰ δημοκρατικώτερα ὄργανα τοῦ
669Κράτους, ἑπομένως δὲν θὰ φοβῶνται μὴ παρεξηγηθῶσιν ὡς
670ἀντιδημοκρατικοὶ ὥστε νὰ δικάζωσι καὶ ἀθῴους.
671Ὁπωσδήποτε οἱ στρατιωτικοὶ ἔχουν μίαν ἄλλην ἀρετὴν
672τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ ἔχουν. Ἔχουν τὸ προσωπικὸν θάρ-
673ρος. Ἔχοντες τὸ προσωπικὸν θάρρος δὲν θὰ φοβῶνται μὴ
674ἀλλάξῃ ποτὲ τὸ καθεστώς, μολονότι δὲν ὑπάρχει φόβος ἀλ-
675λαγῆς, ἀλλὰ διά τινας πολιτικοὺς ἄνδρας εἶναι δυνατὸν ὁ
676φόβος αὐτὸς νὰ γεννηθῇ εἰς τὸ πνεῦμά των. Δὲν
677θὰ φοβῶνται καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ξεφεύγουν οἱ ἐπικίν-
678δυνοι. (Χειροκροτήματα) Ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν οὐδεὶς
679κατεδιώχθη ἀδίκως, πάντες ἀντέδρων, ποῖοι πολύ, ποῖοι ὀ-
680λίγον, ἀλλὰ διότι ἡ σύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως τότε ἦτο μό-
681νον ἐκ πολιτικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὑποχρεω-
682μένα νὰ ἔχωσι πλῆρες τὸ θάρρος, ὅπως οἱ στρατιωτικοί, καὶ
683διότι οἱ τότε Ὑπουργοὶ διὰ τοῦτο ἐφοβοῦντο μὴ τυχὸν ἀνα-
684τραπῇ τὸ καθεστὼς κατεδιώχθησαν πολλοὶ δικαίως μὲν
685ὡς ἀντιδρῶντες, ἀλλὰ χωρὶς νὰ εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ἐν γένει
686ὁ Στρατὸς εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ὄχι μόνον ὡς μέλη δι-
687καστηρίου ἀλλ’ ἐν γένει διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ πολιτεύ-
688ματος εἶναι ὁ μᾶλλον ἐνδεδειγμένος. Ἠμπορεῖ νὰ λέγηται
689συχνὰ ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀνατεθειμένη
690εἰς τὸν Λαόν, ἀλλὰ συνήθως οἱ Λαοὶ δὲν ἀγρυπνοῦν εἰς τοῦτο.
691Θὰ ἐπήρχετο ἄλλως τε διατάραξις τῆς τάξεως, ἐὰν ὁ Λαὸς
692ἐπενέβαινεν ὁσάκις διεταράσσετο τὸ πολίτευμα. Ἡ ἀσφά-
693λεια τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἀνατεθειμένη κυρίως εἰς τὰ
694ὄργανα τοῦ Κράτους, ὄργανα δὲ τοιαῦτα ἰδίως εἶναι ὁ Πρόε-
695δρος τῆς Δημοκρατίας, εἶναι ὁ Στρατὸς καὶ δὴ ὁ δημοκρα-
696τικὸς Στρατός.
697Κατερχόμενος τοῦ βήματος ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ
698τὴν μομφὴν τὴν ἀποδοθεῖσαν ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
699ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πλευρὰν τῆς «Δημοκρ. Ἑνώσεως» καὶ εἰς ὁλό-
700κληρον τὴν Συνέλευσιν ὅτι στρατοκρατεῖται. Καὶ ὀφείλω νὰ
701ἀπαντήσω ὅτι ἡ πλευρὰ αὕτη οὐδέποτε ὑπῆρξε στρατοκρατική.
702Ἡ πλευρὰ αὕτη τὸν Στρατὸν μετεχειρίσθη συμφώνως μὲ τὸ
703σύνταγμα, μὲ τοὺς νόμους, συμφώνως μὲ τὸν προορισμόν
704του, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ εἰς τὴν
705διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων (Χειροκροτήματα). Ἀν-
706τιθέτως ἡ πλευρὰ ἡ ἀντίθετος, ἡ ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως,
707ὑπῆρξεν ἡ στρατοκράτις μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν ἐκπεσοῦσαν
708Δυναστείαν. Αὐτὴ μετεχειρίσθη τὸν Στρατὸν διὰ πολιτικὴν
709ἀντεθνικὴν ἐπιδιωχθεῖσαν δι’ ἀντισυνταγματικῶν μέσων,
710ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐθνικήν μας καταστροφήν, ἕνεκα τῆς
711ὁποίας ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Λαὸς ἐπὶ τέλους, ὅταν εἶδον ὅτι κιν-
712δυνεύει ἡ ὁλοκληρωτικὴ ὑπόστασις τῆς Πολιτείας, ἀφοῦ ἀνετρά-
713πησαν τὰ κυριώτερα ἐρείσματά της τότε ἐπανεστάτησαν καὶ
714ἐξεδίωξαν τὴν Δυναστείαν, κατέλυσαν τὸν βασιλικὸν θεσ-
715μόν, τὰ κυριώτερα μέσα τῆς στρατοκρατίας ἐν Ἑλλάδι.
716Ἡ πλευρὰ λοιπὸν ἡμῶν δὲν ἦτο ποτὲ στρατοκρατική, καὶ
717ὄχι μόνον δὲν ἦτο τοιαύτη, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ στρατιωτι-
718κοὺς ἀρχηγούς. Στρατιωτικοὺς ἀρχηγοὺς ἔχει ἡ ἀντίπαλος
719μερίς. Ἡ ἰδική μας δὲν εἶχεν οὔτε θὰ ἔχῃ, διότι οἱ στρατιω-
720τικοὶ ἀρχηγοὶ εἰς πολιτικὰ κόμματα δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ ἐν
721Ἑλλάδι, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσουν, οὔτε ηὐδοκί-
722μησαν ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ Βαλκανικά,
723οὔτε εἰς τὰ Εὐρωπαϊκά, οὔτε εἰς τὰ Ἀμερικανικὰ Κράτη.
724Μόνον εἴς τινα Νοτιοαμερικανικὰ Κράτη, ὅταν διεξήγοντο
725ἀγῶνες κατὰ τῶν Μητροπόλεων, εἶχον ἀρχηγοὺς στρατιωτι-
726κούς. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἐνεφανίσθησαν οὔτε ηὐδοκίμησαν
727ἀρχηγοὶ στρατιωτικοὶ πολιτικῶν κομμάτων. Κατ’ ἐξαίρεσιν ἀ-
728κόμη εἰς τὴν Ρουμανίαν ἐνεφανίσθη ὁ Ἀβερέσκο μετὰ τὸν μέ-
729γαν πόλεμον ὄχι τόσον διὰ τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας τὰς
730πολεμικὰς καὶ ὀργανωτικὰς τὰς ὁποίας εἶχε παράσχει εἰς τὸν
731πόλεμον αὐτόν, ἀλλὰ κατ’ ἀντίδρασιν πρὸς τὸ τεῖνον νὰ ἐπι-
732κρατήσῃ ἀγροτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τάσεις κομμουνιστι-
733κὰς καὶ ἀπετέλει κίνδυνον διὰ τὸ καθεστὼς καὶ ἦτο ἀνάγκη
734νὰ συγκρατηθῇ τὸ καθεστὼς αὐτὸ διὰ τῆς ἰσχύος, ὁ δὲ Ἀ-
735βερέσκο ὡς τοιοῦτος στρατιωτικὸς ἦτο ὁ καταλληλότερος ν’
736ἀσκήσῃ τὴν ἰσχὺν αὐτὴν καλύτερον.
737Ἀλλὰ μόλις ἐκλήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ μεγάλης
738πλειοψηφίας κατέρρευσεν ἐπιβεβαιῶν οὕτω τὸν κανόνα ὅτι
739οἱ στρατιωτικοὶ δὲν εἶναι κατάλληλοι ἀρχηγοὶ κομμά-
740των. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν στρατοκρατίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν
741οὔτε στρατιωτικοὺς ἀρχηγοὺς ἐπίσης οὔτε θὰ ἀποκτήσωμεν
742ποτὲ τοιούτους. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐν τῇ Συνελεύσει μόνον πλη-
743ρεξουσίους τινὰς τοῦ ἐνεργοῦ Στρατοῦ προσωρινῶς μέχρι
744τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, διότι μὲ τὴν
745ψήφισιν τοῦ Συντάγματος θὰ ἀποκλεισθῶσιν ὅπως ἀπεκλεί-
746σθησαν μὲ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα. Ἔχομεν ἐπίσης πρώην στρα-
747τιωτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ
748οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ μέλη τῆς Συνελεύσεως, πολῖται καὶ
749αὐτοί, οἱ ὁποῖοι οὔτε καὶ ἐδῶ ποτὲ ἀπεκλείσθησαν οὔτε εἰς
750τὰ ξένα Κράτη, διότι πάντοτε πρώην ἀξιωματικοὶ μετεῖχον
751καὶ εἰς τὰς Βουλὰς καὶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς ἰδικάς
752μας καὶ τὰς ξένας, διότι ἅπαξ ἀπομακρυνθέντες τοῦ Στρα-
753τοῦ εἶναι ἁπλοῖ πολῖται. Εἰς ἡμᾶς δὲ εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ
754χρήσιμοι οἱ τέως στρατιωτικοὶ σήμερον, διότι οἱ στρατιω-
755τικοὶ ἔχουσι τὸ αἴσθημα τὸ πατριωτικὸν ὑπερανεπτυγμένον
756Ὅλοι ὁσάκις οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ αἴσθημα αὐτὸ καὶ οἱ
757ἀντίπαλοι ἡμῶν ἐπίσης, ἀλλὰ δυστυχῶς παρεσύρθησαν ἐπί
758τι διάστημα οἱ πολλοὶ ὑπὸ τῆς γνωστῆς Δυναστείας καὶ ἔπαυ-
759σαν νὰ εἶναι Ἕλληνες ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐνεργῶσιν ὡς τοι-
760οῦτοι, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔπεσε τὸ βάρος τοῦ πατριωτισμοῦ
761καὶ τῆς διασώσεως τῆς Πατρίδος, κατὰ τὰς δεινὰς περιστάσεις
762εἰς τοὺς ὤμους ὀλίγων στρατιωτῶν καὶ τῆς στρατευθείσης
763μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, οἵτινες ἐκ τούτου ἀνέπτυξαν
764πολὺν πατριωτισμὸν καὶ πολλὰς ἔκαμον θυσίας ἵνα ἀνταπο-
765κριθῶσιν. (Χειροκροτήματα).
766Εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητοι καὶ χρήσιμοι, διότι εἰς κάθε
767περίοδον, ἑπομένως καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας
768δεκαετίας ἢ δεκαπενταετίας, ὅπως θέλετε, τὸ Κράτος τὸ
769ἰδικόν μας, ὅπως καὶ κάθε Βαλκανικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
770παραγάγῃ ὅπως καὶ δὲν παρήγαγε περισσοτέρους πολιτικοὺς
771ἄνδρας ἀπὸ 4 ἢ 5. Αὐτοὶ διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον
772ἐξέλιπον. Μετ’ αὐτοὺς ποῖοι ἐνεφανίσθησαν; Εἰς τὴν πλευρὰν
773τὴν ἰδικήν μας ἴσως, — διότι εἰς τὴν ἄλλην δὲν βλέπω νὰ
774ὑπάρχουν ἀρχηγοί, καὶ δι’ αὐτὸ κατέληξαν εἰς ἕνα στρατιω-
775τικόν. — Ἔχομεν δύο τρεῖς, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζω τὴν μόρ-
776φωσιν καὶ τὴν πεῖραν καὶ τὰς τόσας ἀρετάς, ἀλλ’ ἀκόμη
777δὲν ἀπέκτησαν τὸ σθένος καὶ τὴν ἐπιβολήν, τὰ ὁποῖα ἀπο-
778κτᾷ εἷς ἀρχηγὸς διὰ μακρῶν ἀγώνων. Εἶναι ἀνάγκη μέσα
779εἰς τὰς ὁμάδας τῆς πολιτικῆς καὶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ
780ὑπάρχωσι στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ σθένος καὶ
781ἐπιβολὴν καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι πολὺ χρήσιμοι, ἀρκεῖ νὰ
782περιορίζωνται εἰς τὸν ρόλον των, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ
783τοὺς ὑποσκάπτωμεν, καὶ ὄχι ἐδῶ ἐπισήμως, ὅπως ἔπραξεν
784εἷς συνάδελφος, καίτοι νομίζω ὅτι καὶ καθ’ ὑπερβολὴν διατυπώ-
785σεως εἶπεν ὅσα εἶπε περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας
786μας συνομιλίας, ὅτι εἶναι στρατοκράται δῆθεν, ἐνῷ εἶναι ἀντι-
787στρατοκράται. Καὶ πρέπει νὰ μὴ μεταχειριζώμεθα κατὰ μί-
788μησιν φράσεις κενὰς περὶ στρατοκρατίας μας δῆθεν, τὰς
789ὁποίας μεταχειρίζονται οἱ ἀντίπαλοί μας, ἐνῷ δικαιούμεθα
790ἡμεῖς τὰς φράσεις αὐτὰς ὄχι κενὰς ἀλλὰ οὐσιαστικὰς καὶ
791μετὰ κατηγοριῶν πραγματικῶν νὰ τὰς ἀπευθύνωμεν εἰς
792αὐτούς. (Χειροκροτήματα).
793§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
794§23Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις μόνον
795ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς
796ἐμπιστοσύνης. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὡς γνωρίζετε
797πάντες, ἐτέθη ἐπὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ
798ὁποίου κατοχυροῦται ἡ ἀσφάλεια τοῦ νέου πολιτεύματος.
799Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχεν ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’
800ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὴν εἶχε πλήρη τὴν ἐντολήν, ἡ Κυβέρνησις
801θὰ ἔπραττεν ἄριστα, καὶ ἔπραξεν ἄριστα νὰ δημοσιεύσῃ τὸ
802Νομοθετικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατοχυροῦται τὸ νέον
803πολίτευμα. Ἰδίως εἰς τὴν συζήτησιν προήλθομεν ἐκ τῆς
804ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Ζαβιτσιάνου.
805Ὁ κ. Ζαβιτσιάνος ἐδήλωσεν ἀπεριφράστως ὅτι ὑπῆρξε πάν-
806τοτε ὑπὲρ τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ. Ἕκαστος βεβαίως εἶναι
807ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας σκέψεις καὶ νὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας
808γνώμας προκειμένου περὶ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὅταν ἠθέλη-
809σεν ὁ κ. Ζαβιτσιάνος νὰ παραφθείρῃ τὴν ἱστορίαν καὶ νὰ
810παραχαράξῃ τὸ φρόνημα τοῦ Λαοῦ, λέγων ὅτι ὁ θεσμὸς ὁ
811βασιλικὸς ὑπῆρξε πάντοτε θεσμὸς τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ὁ
812Ἑλληνικὸς Λαός, δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα εἶ-
813πον εἰς ἄλλην ἀγόρευσίν μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολι-
814τικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ εἶναι μία παραχάραξις τῆς ἱστορίας,
815ὅταν λέγῃ τις ὅτι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς ἀπ’ αἰώνων ἦτο ὁ θε-
816σμὸς τὸν ὁποῖον ἐλάτρευσεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Προκειμέ-
817νου ὅμως περὶ τῆς περιφρουρήσεως τοῦ πολιτεύματος δὲν
818ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι καὶ ἄριστα ἐτέθησαν αἱ δια-
819τάξεις αὐτοῦ καὶ ἴσως αὐστηρότεραι ἔπρεπε νὰ ὦσιν αὗται,
820ὅταν ἔρχωνται ἐνταῦθα καὶ ὁμιλοῦν ὅτι ἐκ τῶν ἐκκλησια-
821στικῶν ἀγώνων προῆλθον τὰ ὡραῖα πολιτεύματα.
822Κύριοι, αὐτὰ δὲν μὲ συγκινοῦν διόλου, διότι παρέστημεν
823εἰς τοιαῦτα γεγονότα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ
824ἐκκλησία κατεκυλίσθη εἰς τὸν βόρβορον. Δὲν θὰ λησμονήσω
825ποτὲ εἰς τὴν ζωήν μου ὅτι εἶδον ὁλόκληρον τὴν Ἱερὰν
826Σύνολον, ὅτι εἶδον τοὺς προγάστορας πατέρας τῆς Ἐκκλη-
827σίας μεταβαίνοντας ὅπως ρίψουν λίθον ἀναθέματος ἐναντίον
828τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος μεγάλυνε καὶ ἐδόξασε τὴν
829Ἑλλάδα (Χειροκροτήματα). Τὰ τοιαῦτα θεάματα, κύριοι,
830νομίζω ὅτι κλονίζουν πλέον τὴν πεποίθησιν τοῦ Λαοῦ ἐπὶ
831τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἐνισχύουν τὸ θρησκευ-
832τικὸν αἴσθημα. Οὔτε δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὅτι κατεστράφη ἡ
833ἱστορικὴ φιλολογία τοῦ Τόπου, ἂν ἐπὶ ὀλίγα ἔτη δὲν ἀνα-
834γράφουν οἱ ἱστορικοὶ τὰς περιφήμους πράξεις τοῦ βασιλέως
835Γεωργίου ἢ τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς αὐτῆς οἰκογενείας, ἡ
836ὁποία κατέρριψεν εἰς τὸν ὄλεθρον τὸ Ἑλληνικὸν γένος καὶ ἡ
837ὁποία ἐγένετο ἡ ἀφορμὴ ὅπως εἰσρεύσωσιν ἐνταῦθα 1,500,000
838Ἑλλήνων, οἵτινες ἐπὶ τρισχίλια ἔτη ἔζησαν εἰς τὴν Μικρὰν
839Ἀσίαν καὶ ὑπῆρξαν μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας ἑστίας τοῦ
840Ἑλληνισμοῦ. Οἱονδήποτε μέσον, κύριοι, καὶ ἂν ληφθῇ πρὸς
841κατοχύρωσιν τοῦ πολιτεύματος θὰ τὸ ψηφίσω ἀνενδοιάστως.
842Καὶ διὰ τοῦτο δηλῶ ὅτι θέλω δώσει καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι,
843μεθ’ ὧν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συμπράττω, θέλομεν δώσει ψῆφον
844ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ κάμω
845καὶ μίαν ἄλλην διαμαρτυρίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναν-
846τίον τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κακουλίδης
847χθὲς περὶ τῶν στρατιωτικῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Θε-
848ωρῶ ὅτι πᾶς εἰσερχόμενος εἰς τὴν Συνέλευσιν, οἱονδήποτε
849βαθμὸν καὶ ἂν ἔχῃ στρατιωτικόν, εἶναι μέλος τῆς Συνελεύ-
850σεως καὶ δύναται ἄριστα νὰ καθέξῃ οἱονδήποτε Ὑπουρ-
851γεῖον, ὅταν δύναται νὰ τὸ καθέξῃ καὶ πρέπει νὰ καθέξῃ
852αὐτό. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρῶμεν ἐδῶ
853τοὺς πληρεξουσίους εἰς στρατοκράτας καὶ μὴ στρατοκρά-
854τας. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ
855θεωρηθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς αἰσθάνεται πίεσιν εἰς τὴν
856ψυχήν αὐτοῦ, διότι ὡς μέλη τῆς Κυβερνήσεως παρακάθην-
857ται δύο ἢ τρεῖς ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι τοσαύτας
858προσέφεραν ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. (Ἐπιδοκιμασίαι).
859Ἐγὼ τὸ αἴσθημα αὐτὸ τοῦ Λαοῦ δὲν τὸ ἀντελήφθην καθό-
860λου, δὲν τὸ ἀντελήφθην ἐγώ, διότι γνωρίζουν πάντες ὅτι τὸ νέον
861πολίτευμα προῆλθεν ἐκ μιᾶς ἐπαναστάσεως, αἱ δὲ ἐπανα-
862στάσεις δὲν εἶναι τυχαῖα γεγονότα, δὲν εἶναι προσωριναὶ
863λαϊκαὶ ἐξάψεις. Αἱ ἐπαναστάσεις ἔχουν βαθύτερα τὰ αἴτια·
864ἢ προέρχονται ἐκ τῆς ἐξάψεως τῶν πνευματικῶν προόδων
865ἑνὸς Τόπου ἢ ἐκ συμφορῶν αἱ ὁποῖαι ὠθοῦν τοὺς Λαοὺς πρὸς
866τὴν ἐπανάστασιν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι μεγαλύτεραι συμφοραὶ
867ἐγένοντο ποτὲ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἀπὸ τὰς συμφορὰς
868τὰς ὁποίας παρεσκεύασεν ἡ Δυναστεία τῶν Γλύξμπουργ.
869Κατ’ ἀκολουθίαν, διὰ νὰ εἶμαι σύντομος, δηλῶ ἐντεῦθεν ὅτι
870θέλω δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ
871Νομοθετικὸν Διάταγμα τὸ κατοχυρωτικὸν τοῦ πολιτεύματος
872καὶ ἐὰν τοῦτο συνδυάζεται μὲ τὴν ἀπόκρουσιν τὴν ὁποίαν
873ἔδωσεν ὁ ναύαρχος κ. Κακουλίδης, ὅτι πρέπει ν’ ἀποσυρ-
874θοῦν τὰ στρατιωτικὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ παρα-
875καλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐμμείνῃ ὅπως κυρίως τὰ στρα-
876τιωτικὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως παραμείνουν ἐν αὐτῇ.
877§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φραγκούδης ἔχει τὸν λόγον.
878§25Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Αἱ ἐπικρίσεις ἡμῶν διά τινας πρά-
879ξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον βεβαίως τὴν σημασίαν ὅτι
880ἐπεθυμοῦμεν νὰ προκαλέσωμεν κρίσιν ὑπουργικὴν οὔτε ζή-
881τημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἦτο ἐπιθυμία ὅλων ἡμῶν ὅπως ἡ
882πρώτη δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, αἰρομένη εἰς τὸ ὕψος τῶν
883περιστάσεων, ἀνοίξῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μίαν περίο-
884δον ὑψηλοτέραν καὶ ἠθικωτέρων ἀντιλήψεων. Ἰδοὺ διατί
885ἐπεκρίναμεν μέτρα τινὰ τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν ὀσμὴν τῶν πα-
886λαιῶν μεθόδων, μὲ τὰς ὁποίας διωκήθη μέχρι τοῦδε ἡ Ἑλ-
887λὰς. Ἐνομίζομεν ὅμως ὅτι ἡ σημερινὴ Συνέλευσις θὰ ἦτο
888ἀφετηρία νέου ἐθνικοῦ βίου καὶ θὰ ἤθελε τὴν Κυβέρνησιν
889καινοτομοῦσαν, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸ ζήτημα οἰκονομιῶν,
890καὶ τὴν βλέπομεν ὅτι δαπανᾷ ἐπὶ ματαίῳ τὸ Ἑλληνικὸν χρῆμα,
891τὴν βλέπομεν νὰ ἐξακολουθῇ τὴν ἰδίαν μέθοδον, ἡ ὁποία κα-
892τέρριψεν ἄνδρας μεγάλους, καὶ ὅτε βλέπομεν ὅτι ἄνδρες με-
893γάλοι οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ Κοινοβούλιον, ὅπως ὁ Τρικούπης
894καὶ ὁ Βενιζέλος, κατεστράφησαν καὶ ἠναγκάσθησαν ν’ ἀνα-
895χωρήσουν καὶ ἐξορίσουν ἑαυτούς, καὶ βλέπομεν ὅτι αἱ ἴδιαι
896μέθοδοι θέλουν καταρρίψει καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν
897καὶ δυστυχῶς καὶ τὸ νέον μας πολίτευμα, ἰδοὺ διατί αἱ
898ἐπικρίσεις ἡμῶν δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ δημιουργήσουν πολι-
899τικὴν κρίσιν, ἀλλ’ ἀτμόσφαιραν νέαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον
900τοῦτο, ὅπως ἀντιληφθῇ διαφορετικὰ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα.
901Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς ἐπικρίσεις τοῦ κ. Κακουλίδη διὰ τὰ
902στρατιωτικὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, συμμερίζομαι πληρέ-
903στατα τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι ἡ Κυβέρ-
904νησις εἶχε δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν θιγεῖσαν, διότι
905γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὴν
906Κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἦτο ἀπόρροια τῶν γεγονότων τὰ
907ὁποῖα ἐξετυλίχθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ὅλοι οἱ Ἕλ-
908ληνες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἔπρεπε νὰ ἐπα-
909νέλθουν εἰς τοὺς στρατῶνάς των, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ
910Στρατὸς δὶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔσωσε τὴν Πατρίδα
911ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅπως μέχρις ὅτου
912διευκρινισθῇ ἡ κατάστασις καὶ σταθεροποιηθῇ τὸ καθεστὼς
913λάβουν μέρος εἰς την πρώτην Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας.
914Ἔχομεν την πεποίθησιν ὅτι οὔτε ἔγινε κατάχρησις οὔτε
915εἰς τὸ μέλλον θὰ γίνῃ καὶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, μόλις σταθε-
916ροποιηθῇ ἡ νέα κατάστασις, θὰ ἔχουν νὰ ἐκλέξουν μεταξὺ
917τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ στρατῶνος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν
918νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ
919μετέχοντας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος.
920Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ δικαίωμα
921καὶ καθῆκον ὅπως δι’ εἰδικοῦ νόμου προστατεύσῃ τὸ νέον
922πολίτευμα. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν δέχομαι εἶναι ὅτι
923εἶχε τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ
924σχετικὸν Διάταγμα. Πάντες ἐνθυμοῦνται ὅτι ἡ ἄδεια πρὸς
925τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐκδώσῃ Νομοθετικὰ Διατάγματα
926ἀφεώρα τὴν δημοσίαν τάξιν, διότι ἡ Χώρα κατετρύχετο
927ἀπὸ λῃστὰς καὶ διαφόρους κακοποιούς, καὶ ἐν τῷ πνεύματι
928τούτῳ ἐδόθη ἡ ἄδεια. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶχε δικαί-
929ωμα νὰ τὸ ἐκδώσῃ, ὤφειλεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ δηλώσῃ ὅτι
930θὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως. Οὔτε
931ὑπῆρχε λόγος, ἐφόσον μετὰ δέκα ἡμέρας ἐπρόκειτο νὰ συν-
932έλθῃ ἡ Συνέλευσις, νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐὰν ἐπρό-
933κειτο ἡ Δημοκρατία νὰ καταρρεύσῃ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν.
934Ἀλλὰ μὲ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
935ὅτι θὰ ἐσέβετο τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα
936διωρθώθη.
937§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνά-
938δελφε, αὐτὸ τὸ ἐσαφηνίσαμεν χθές. Ἐδέχθημεν νὰ ὑποβά-
939λωμεν τὸ Διάταγμα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, μόνον
940καὶ μόνον διὰ νὰ περιβληθῇ τοῦτο μεγαλύτερον κῦρος, οὐδέ-
941ποτε ὅμως ἐδέχθημεν ὅτι δὲν εἴχομεν ἐξουσιοδότησιν νὰ
942ἐκδώσωμεν τὸ Διάταγμα. Εἶπον μόνον ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν
943ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἔκδοσιν τοιούτου Διατάγματος, θὰ ἐξεδί-
944δομεν αὐτὸ ὑπὸ ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην. Τὰ πράγματα εἶναι σαφῆ.
945§27Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν εἴχετε αὐτὴν
946τὴν γνώμην. Τὸ ζήτημα τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων
947εἶναι μεγάλης σημασίας. Μόνον μία ἐπανάστασις δύναται νὰ
948νομοθετῇ διὰ Διαταγμάτων, οὐδέποτε δὲ ἄλλοτε ἡ Κυβέρνη-
949σις ἔχει δικαίωμα τοιοῦτον.
950(Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους πληρεξουσίων).
951§28Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ... Αὐτὰ τὰ λέγω διὰ σᾶς, οἱ ὁποῖοι εἶ-
952σθε ὀπαδοὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀπατᾶτε τὸν Λαὸν
953λέγοντες ὅτι διὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ θὰ σωθῇ οὗτος, ἐνῷ
954γνωρίζετε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη χρεωκοπίαν τοῦ κοινο-
955βουλευτισμοῦ. Θὰ ἤθελον νὰ ἔχω τὸ θάρρος τῶν ἰδεῶν μου
956διὰ νὰ εἴπω εἰς τὸν Λαὸν τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Κάμετε δικτατω-
957ρίαν καὶ κρύπτεσθε ὄπισθεν τῶν δακτύλων σας. (Διαμαρτυρίαι
958ἐκ μέρους πληρεξουσίων)
959§29Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ἐπίσης τὸ ζήτημα τοῦ χαρτοπαι-
960γνίου...
961§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνά-
962δελφε, μὴ παρεκτρέπετε τὴν συζήτησιν.
963§31Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν, διότι
964ἔφερε Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦ ἐρχομένου ἔτους
965κλείονται τὰ χαρτοπαίγνια. Θὰ ἠθέλομεν ὅμως τὴν Κυβέρ-
966νησιν καταργοῦσαν αὐτὰ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν. Αἱ ἐπι-
967κρίσεις λοιπὸν ἡμῶν δὲν εἶχον κανένα σκοπὸν νὰ καταρρί-
968ψουν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας νὰ τὴν ἐνισχύσουν
969εἰς τὴν προσπάθειάν της νὰ κάμῃ τὸ καλόν. Καὶ δι’ αὐτὸ
970δηλῶ ὅτι θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
971§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιμινάκης.
972§33Κ. ΤΣΙΜΙΝΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
973§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος.
974§35Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀπασχο-
975λήσω οὔτε ἐπὶ πέντε λεπτά. Δὲν μετέσχον τῆς συζητήσε-
976ως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συ-
977ναδέλφου, οὐδὲ πρόθεσιν εἶχον νὰ συμμετάσχω αὐτῆς, ἐὰν
978δὲν ἔληγεν ἡ συζήτησις διὰ προτάσεως περὶ ψήφου ἐμπι-
979στοσύνης. Νομίζω καθῆκον παντὸς ὅστις δὲν συνδέεται
980κομματικῶς μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ πα-
981ρέχει τὴν ψῆφον αὐτοῦ ἐμπιστοσύνης εἰς ἐνίσχυσιν αὐτῆς
982νὰ δικαιολογῇ τὴν ψῆφόν του, ὁσάκις ζήτημα ἐμπιστοσύ-
983νης ἤθελε προκύψει. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἐπερωτήσεις
984τοιαύτης σπουδαιότητος λήγουν συνήθως, καὶ ὀφείλουν νὰ
985λήγουν, εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὄχι μόνον ἡ εὐθιξία ἡ
986κοινοβουλευτικὴ ἀξιοῖ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ ἀντίληψις
987περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ
988ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως ἀμφισβητουμέ-
989νην ἢ ὅταν καταλογίζηται εἰς αὐτὴν πρᾶξις ἡ ὁποία δὲν
990εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας ἢ μὲ
991τὸν Νόμον.
992Ἐπίστευον ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ὅτι κακῶς ἀπε-
993δόθη μομφὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Δια-
994τάγματος τοῦ κατοχυρωτικοῦ· ἐπίστευον ὅτι εἶχεν ἐξουσιο-
995δότησιν ἀπὸ μέρους τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐκδώσῃ τοιούτου
996εἴδους Διατάγματα· ἐπίστευον ἀκόμη ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν εἶχε
997καμμίαν ἐξουσιοδότησιν ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, εἶχε
998τὴν ὑποχρέωσιν, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι τὸ κοινὸν συμφέρον ὑπηγό-
999ρευε τοῦτο, νὰ ἐκδώσῃ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην τὸ Νομοθε-
1000τικὸν Διάταγμα καὶ νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως
1001συνερχομένης καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι διέπραξα κάτι ἔκτροπον,
1002ἐσφετερίσθην δικαιώματα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἔρ-
1003χομαι νὰ ζητήσω τὴν συγγνώμην τῆς Συνελεύσεως. Τοῦτο
1004ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐγένετο
1005ὄχι διότι οἱ κυβερνῶντες εἶχον καμμίαν διάθεσιν νὰ σφε-
1006τερίζωνται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ βαρύνωνται
1007διὰ τοιαύτης μεγάλης εὐθύνης, ἀλλὰ διότι εὑρίσκοντο εἰς
1008τὴν ἀνάγκην νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν λῆψιν τοιούτων ἐκτά-
1009κτων μέτρων. Καὶ ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐξέδιδε τοιοῦ-
1010τον Διάταγμα καὶ προσήρχετο ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως διὰ
1011νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, πάλιν ἤθελε τύχει τῆς ἐμῆς ἐ-
1012πιδοκιμασίας. Κρίσις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Διατάγματος
1013δὲν εἶναι ἔργον τῆς παρούσης συζητήσεως. Εὐθὺς ὡς τεθῇ
1014τοῦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ προσλάβῃ
1015μεῖζον κῦρος, θὰ ἐξετασθῇ ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ ταῖς
1016λεπτομερειακαῖς καὶ τότε ὅλοι δύνασθε νὰ συντελέσητε ὅπως
1017τὸ νομοθέτημα καταστῇ πληρέστερον, ἐὰν ἔχῃ ἀτελείας.
1018Ἐφόσον ἄρα νομίζω ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος
1019καλῶς ἐγένετο καὶ ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἀδικεῖ τὴν Κυβέρνη-
1020σιν, εὔλογον νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ
1021παράσχω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτήν. Ἡ παροχὴ ψή-
1022φου ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ μέρους ἐκείνων οἱ
1023ὁποῖοι δὲν συνδέονται μετ’ αὐτῆς κομματικῶς ἐνισχύει τὴν
1024Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, πρέπει νὰ τὴν ἐνθαρρύνῃ
1025ὅπως ἐξακολουθήσῃ διαχειριζομένη τὰ κοινὰ μετὰ περισκέ-
1026ψεως καὶ προσοχῆς, διότι ἡ ψῆφος ἡ παρεχομένη ἀπὸ μέ-
1027ρους τῶν συμμαχησάντων κομμάτων ἢ τῶν συμμαχούντων
1028ἀτόμων εἶναι ψῆφος ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τῆς
1029στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε δώσει ἀφορ-
1030μὴν πρὸς τοῦτο. Εὔχομαι νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἀφορμὴ τοιαύτη.
1031§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλογερᾶς ἔχει τὸν λόγον.
1032§37Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν ἐζήτησα νὰ
1033λάβω τὸν λόγον, πράττω τοῦτο ἵνα ἐκφράσω μίαν ἔκπληξιν
1034βαθυτάτην, ἔκπληξιν τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασα ἐκ τοῦ λόγου τοῦ
1035ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. Ἐὰν πάντες καλῶς ἐν-
1036θυμῆσθε, κ. συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα οὐσιαστι-
1037κῶς εἶχε λήξει τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν. Καὶ ἂν παρε-
1038τάθη, παρετάθη μόνον διότι τινὲς τῶν συναδέλφων ἤθελον
1039νὰ ὁμιλήσωσι καὶ περαιτέρω οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὁ ἀξιό-
1040τιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ αἰτιάσει ὅτι
1041δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ κατοχυρωτικὸν Διάταγμα
1042λίαν εὐθαρσῶς ἐδήλωσεν ὅτι φρονεῖ ὅτι εἶχεν, ἀλλὰ καὶ ἂν
1043δὲν εἶχε θὰ ἐξέδιδε τὸ Διάταγμα τοῦτο. Τὸ φέρε δὲ ὑπὸ
1044τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως πρὸς τελειοποίησιν καὶ ἵνα
1045προσλάβῃ μεγαλύτερον κῦρος. Τοῦτο ἐγένετο παρὰ πάντων
1046δεκτόν. Χθὲς ἑσπέρας, ὡς πάντες καλῶς ἐνθυμεῖσθε, ἐξ ἀφορ-
1047μῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Ναυάρχου κ. Κακουλίδου
1048ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης
1049παρὰ τῆς Συνελεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελ-
1050φος ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἶπε τάδε, γεγραμμένα ἄλλως
1051τε εἰς τὰ πρακτικά: Ἐκτιμῶ τὴν εὐθιξίαν τῆς Κυβερνήσεως,
1052ἀλλὰ δὲν ὑφίσταται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι θὰ ἔλθῃ
1053ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκεῖ θὰ ἐκφράσῃ τὴν
1054κρίσιν της ἡ Συνέλευσις. Τὸ πολὺ πολύ...
1055§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπα ἔτσι, κ. συνά-
1056δελφε. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπι-
1057στοσύνης, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ μὴ γίνῃ
1058διπλῆ ψηφοφορία. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλεῖτε διὰ τὰ πρακτικὰ πρέ-
1059πει νὰ γνωρίζητε ὅτι ταῦτα δὲν ἔχουν πιστῶς καὶ εἶπα νὰ
1060διορθωθοῦν.
1061§39Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἐγὼ αὐτὸ δηλῶ ὅτι προσέθεσε, τὸ
1062πολὺ πολὺ δύναται ἡ Κυβέρνησις....
1063§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὸ πολὺ πολύ· δὲν
1064εἶναι ἰδικόν μου αὐτό.
1065§41Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ... δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ κατὰ
1066τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἂν ἡ Συνέ-
1067λευσις τὸ δεχθῇ ἔχει καλῶς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς
1068Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ δευτερολογίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ναυάρ-
1069χου προσέθεσεν ὅτι εἶναι καὶ κάτι πάρα πάνω. Ἐτέθη καὶ
1070ζήτημα συνθέσεως τῆς Κυβερνήσεως.
1071§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Εἶπον εἰς τὸν
1072κ. Μιχαλακόπουλον ὅτι ὑπάρχει διαφορά. Δηλαδὴ εἶναι ἐν-
1073δεχόμενον ἡ Συνέλευσις νὰ θέλῃ νὰ ὑπάρχῃ νομοθέτημα κα-
1074τοχυρωτικὸν τῆς Δημοκρατίας, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου νὰ μὴ ἐγκρί-
1075νῃ τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἐκεῖνοι οἱ ὁ-
1076ποῖοι ψηφίζουν καὶ ἐγκρίνουν τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Δια-
1077τάγματος εἶναι φυσικὸν ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐγκρίνουν καὶ ὑπὲρ
1078τοῦ νόμου τοῦ κατοχυρωτικοῦ. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ψη-
1079φίζουν ὑπὲρ νομοσχεδίου κατοχυρωτικοῦ δὲν εἶναι βέβαιοι
1080ἅπαντες οὗτοι ὅτι ἐγκρίνουν καὶ τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Δια-
1081τάγματος. Ἑπομένως πρωτίστως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι
1082ἠλέγχθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας,
1083ζητοῦμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
1084§43Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Ἀλλ’ ἄν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνή-
1085σεως, ἐνετοπίζετο τὸ ζήτημα τότε, ὅταν ἐξετοξεύθη ἡ μομφὴ
1086καὶ ἡ αἰτίασις αὐτή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσφετερίσθη τῶν δι-
1087καιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις ἔδωκεν εἰς αὐτήν, οὔτε
1088ὁ κ. ἐκ Πατρῶν συνάδελφος θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον οὔτε
1089καὶ ἐγὼ θὰ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ
1090βήματος τούτου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐθεω-
1091ρήθη οὐσιαστικῶς λῆξαν τὸ ζήτημα. Καὶ χθὲς ἑσπέρας μό-
1092νον ἐδημιουργήθη ζήτημα ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιο-
1093τίμου συναδέλφου κ. Ναυάρχου. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ
1094δήλωσις αὕτη προήρχετο ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον πληρεξού-
1095σιον, ὄχι βεβαίως διότι θέλω νὰ ὑποτιμήσω συνάδελφόν τινα,
1096τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ εἶχεν ἐξαιρετικὴν σημασίαν. Ἀλλὰ τὰ
1097πράγματα ἀλλάσσουν ὄψιν, διότι γίνονται ἀπόψε ἐν ἀπου-
1098σίᾳ μάλιστα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν προοδευτικῶν Φιλελευθέρων.
1099Ἀλλ’ ὅταν αἱ δηλώσεις αὗται προέρχονται δυστυχῶς
1100παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσι νὰ διοικήσωσι καὶ νὰ
1101κυβερνήσωσι τὴν Χώραν καὶ νὰ ἐπιβάλωσι κοινοβουλευτικὰς
1102μεθόδους καὶ ἤθη εἰς ἡμᾶς, βεβαίως δὲν θὰ μοὶ εἶναι ἐπι-
1103τετραμμένον νὰ μὴ ζητήσω νὰ ἀποκαταστήσω τὰ πράγματα,
1104Παρουσιάσθη σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος
1105καὶ ἐδήλωσεν, ὡς εἶχε δικαίωμα ἄλλως τε, ὅτι θὰ ὑπερψηφίσῃ
1106τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τῶν ἀκολουθούντων τὰς γνώμας
1107φίλων του, διότι φρονεῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μείνῃ
1108εἰς τὴν θέσιν της ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν ἀνωμαλίαι περὶ τὴν δια-
1109χείρισιν τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας.
1110Ἐνῷ λοιπὸν χθὲς ἑσπέρας ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε ζή-
1111τημα πολιτικόν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ
1112μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἠδύνατο
1113νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀποφυγὴν
1114δύο ψηφοφοριῶν, τοὐναντίον σήμερον ἐδήλωσεν ὅτι καλῶς
1115ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι
1116δὲν προῆλθε μόνον ἐξ ἀτόμων ἡ μομφὴ ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1117ἐσφετερίσθη τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον τῆς ἔδωκεν ἡ Συνέ-
1118λευσις, ἀλλὰ προῆλθε καὶ ἐξ ἀρχηγοῦ ὁμάδος, τοῦ κ. Κα-
1119φαντάρη, ἀπόντος ἤδη, ἐνῷ, ὡς ἐτόνισα ἤδη, τότε ὅτε ὁ κ.
1120Καφαντάρης ἤλεγξε γενικῶς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἔκδο-
1121σιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων δὲν ἐγένετο οὐδὲ ἐτέθη ζή-
1122τημα, ἀλλὰ τοὐναντίον οὐσιαστικῶς ἐθεωρήθη λῆξαν.
1123Κύριοι συνάδελφοι, ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα
1124διὰ νὰ καθορίσω τὴν στάσιν μου ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν ζητήμα-
1125τος, διότι ἀναμφισβητήτως ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν
1126ἔλαβε τοῦτο δὲν εἶναι πρακτικὸν νὰ δοθῇ ψῆφος ἐμπιστο-
1127σύνης ἂν καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἢ ὄχι. Ὅ,τι ἐνήρ-
1128γησε τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ἐμπιστο-
1129σύνης. Ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον ὄχι βεβαίως διότι αἱ μέχρι
1130τοῦδε κοινοβουλευτικαί μου γνῶμαι καὶ πεῖρα μοὶ τὸ ἐπιτρέ-
1131πουν, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι πρέπει πᾶσαν ἐνέργειαν νὰ διέπῃ
1132ἡ καλὴ πίστις ἐκ μέρους πάντων καὶ δὴ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι
1133ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνήσωσι τὴν Χώραν καὶ νὰ δηλώ-
1134σω ὅτι πρέπει νὰ πρυτανεύῃ εἷς εὐγενέστερος ἀγὼν καὶ μία
1135εὐγενεστέρα ἅμιλλα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦν νὰ κυβερ-
1136νήσουν τὴν Χώραν.
1137§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ πάροδον δεκαπεντα-
1138ετοῦς περίπου πολιτικοῦ βίου, κύριοι συνάδελφοι, διὰ πρώ-
1139την φορὰν λαμβάνω μαθήματα συμπεριφορᾶς καὶ καλῆς
1140πίστεως ἀπὸ τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον
1141πληρεξούσιον Ἀττικῆς. Τὸν εὐχαριστῶ. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ
1142τὸν παρακαλέσω νὰ κρατήσῃ δι’ ἑαυτὸν τὰ μαθήματά του
1143καὶ δι’ ὅντινα ἄλλον θέλει, ὄχι δι’ ἐμέ. Δὲν θέλω νὰ τῷ
1144ἀποδώσω ἔλλειψιν καλῆς πίστεως, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει
1145μία ἰδιαιτέρα πάθησις, τὸ νὰ νομίζουν τινὲς ὅτι κάθε λέξις
1146καὶ κάθε φράσις ἡ ὁποία ἐκφέρεται ἀπὸ ἐμὲ δὲν τείνει παρὰ
1147εἰς τὸ νὰ μειώσῃ ὡρισμένα πρόσωπα. Ἀλλὰ δὲν εἶχον ποτὲ
1148τοιαύτην μανίαν εἰς τὸν πολιτικόν μου βίον, οὐδὲ καὶ εἰς τὸν
1149ἐπαγγελματικόν. (Χειροκροτήματα). Προσεπάθησα τοὐναν-
1150τίον νὰ ἐξυψώσω καὶ ὑποστηρίξω καὶ ἐνισχύσω ἐκθύμως ὡς
1151πρόσωπα, οὐδέποτε ἀποβλέψας εἰς ἀτομικὰ συμφέροντα
1152πολιτικά, ὑπὲρ τὰ ὁποῖα ἔθεσα πάντοτε τὰ γενικώτερα συμ-
1153φέροντα. Καὶ ἐκεῖνος ἀκόμη, τὸν ὁποῖον ὑπαινίσσεται ὁ κ.
1154πληρεξούσιος ὅτι ἤθελον τάχα νὰ θίξω, μὲ εἶδεν ἀπὸ τῆς
1155πρώτης στιγμῆς ὑποστηρικτὴν αὐτοῦ ἀνεπιφύλακτον, διότι
1156ὀφείλει πᾶς τις νὰ ὑποστηρίζῃ τὸν πράττοντα τὰ κοινά, ἐφό-
1157σον βλέπει ὅτι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἡ δρᾶσις αὐτοῦ καρπο-
1158φόρος, εἶμαι δὲ ἀπολύτως βέβαιος ὅτι, ἄν τις δύναται νὰ
1159κρατηθῇ εἰς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα μόνος του, θὰ κρατηθῇ,
1160ἂν δὲ δὲν δύναται, θὰ καταρρεύσῃ, καὶ ἂν 300 ἀκόμη βου-
1161λευταὶ τὸν ὑποστηρίζουν.
1162Δὲν μετέρχομαι ἐγὼ μικρὰν πολιτικήν, οὐδὲ ἔθιξα διὰ
1163τῶν λόγων μου κανένα. Ἀνέφερα ἁπλούστατα ὅτι ἡ Κυ-
1164βέρνησις, καὶ χθὲς τὸ εἶπον, ἔδειξεν εὐθιξίαν κοινοβουλευ-
1165τικήν. Ἀπορῶ διότι μὲ παρανοεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
1166Ὦτα ἔχει καὶ οὐκ ἀκούει καὶ ὀφθαλμοὺς ἔχει καὶ οὐκ εἶ-
1167δε. Πῶς, κύριε, φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδίδω
1168μὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν εὐθιξίαν, νὰ λέγω
1169ὅμως ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’
1170εἶναι μοιραῖον ἡ ἀπειρία ὑμῶν νὰ παράγῃ παρεξηγήσεις ἐν
1171τῇ ἰδίᾳ ὑμῶν διανοήσει καὶ τὰς παρεξηγήσεις αὐτὰς νὰ θέ-
1172λητε νὰ τὰς ἐπιρρίπτητε ἐπὶ ἄλλων, ἀποδίδοντες κατὰ τρό-
1173πον ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος καὶ ἔλλειψιν καλῆς
1174πίστεως. Εἶπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι καλῶς πράττει νὰ
1175θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ διατί θέτετε δύο ζητήμα-
1176τα ἐμπιστοσύνης; Ζήτημα ἐμπιστοσύνης θὰ θέσητε αὔριον
1177μοιραίως, ἀφοῦ ζητεῖτε τὴν ἔγκρισιν τοῦ Διατάγματος τοῦ
1178ἐκδοθέντος. Διαδικασία, εἶπον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυ-
1179ρίαν ὑμῶν, διαδικασία κοινοβουλευτικὴ εἶναι ὀρθοτέρα, καθ’
1180ὃν τρόπον ἐγὼ ὑποδεικνύω· δύνασθε βεβαίως ἀπὸ τοῦδε νὰ
1181θέσητε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ δύνασθε καὶ
1182αὔριον νὰ εἴπητε, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος εἴπῃ «οἱ παραδεχό-
1183μενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν» — Ἄν δὲν
1184ἀπατῶμαι εἶπον τὰς λέξεις αὐτάς.
1185§45ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1186§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε, σεῖς ἡ Κυβέρνη-
1187σις, νὰ εἴπητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει εἰς τὴν ψήφισιν
1188τοῦ Ψηφίσματος τούτου τὴν ἔννοιαν τῆς ἐμπιστοσύνης, ὑπὸ
1189τὸν ἀκριβέστερον προσδιορισμὸν ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη δὲν εἶ-
1190ναι ἁπλῆ συγγνώμη. Ἔχει οὕτως ἢ ὄχι, κ. Πρόεδρε τῆς
1191Κυβερνήσεως;
1192§47Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
1193§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἁπλῆ συγγνώμη,
1194ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἔγκρισις τῶν πεπραγμένων. Αὐτὰ εἶπον, κύ-
1195ριε συνάδελφε, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἐδώσατε μεγάλην προσο-
1196χὴν εἰς τὰ πρακτικά, χωρὶς νὰ ἐρωτήσητε προηγουμένως
1197κατὰ τίνα τρόπον συντάσσονται τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ λάβητε
1198τὸν κόπον νὰ μεταβῆτε μέχρι τοῦ γραμματέως διὰ νὰ πλη-
1199ροφορηθῆτε ὅτι εἶχα στείλει ἤδη διόρθωσιν. Προτοῦ νὰ ἀνα-
1200λάβητε τὸ βαρύτατον ἔργον νὰ ἀποδώσητε εἰς πρεσβύτερον
1201ὑμῶν πολιτικῶς συνάδελφον τὴν ἔλλειψιν καλῆς πίστεως,
1202τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον εἴχετε νὰ κάμητε ἦτο νὰ ζητήσητε
1203ἀκριβεῖς πληροφορίας.
1204Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ νέων ἰδεῶν καὶ περὶ κοσμιότητος
1205πολιτικῆς, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποδίδωμεν μὲ ἐλαφρὰν καρ-
1206δίαν εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔντιμον πολιτικὸν
1207βίον ἔλλειψιν καλῆς πίστεως. Δὲν ἐξυπηρετοῦμεν κατὰ τοι-
1208οῦτον τρόπον τὴν ἐξυγίανσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἀλλὰ
1209τοὐναντίον τὰ καταβιβάζομεν εἰς ἔδαφος τὸ ὁποῖον ὑπεν-
1210θυμίζει παρελθούσας ἐποχὰς καταπτώσεως. Ἤλθετε καὶ
1211σήμερον — κύριε συνάδελφε, δὲν σᾶς ἀποδίδω κακὴν πί-
1212στιν, σᾶς ἀποδίδω κακὴν παρανόησιν τῆς ἀκοῆς —, ἤλθετε
1213καὶ σήμερον καὶ εἴπετε—καὶ ἐσημείωσα τὰς λέξεις—ὅτι
1214ἐγὼ εἶπον ὅτι ἀκολουθῶ τὰς γνώμας τῶν φίλων μου. Κύ-
1215ριοι συνάδελφοι, ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι;
1216§49ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
1217§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ κα-
1218θαρᾶς παρανοήσεως, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ παραχαρά-
1219ξεως τῆς ἀληθείας. Εἶπον ἁπλούστατα ὅτι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώ-
1220μην ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν—καὶ σήμερον τὴν εἶπον καὶ
1221εἰς τὰς ἐφημερίδας–Ἔχω ἀρκετὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν
1222διὰ νὰ γνωρίζω τί εἶναι πολιτικὸν ζήτημα καὶ τί δὲν εἶναι πολι-
1223τικὸν ζήτημα. Οὐδὲ ἡ θεωρία ὅτι ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέ-
1224χθη ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν τροποποίησιν τοῦ Διατάγματος καὶ
1225τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως, ἐφόσον
1226τοῦτο ἔπραξε δὲν ὑπάρχει πλέον ζήτημα πολιτικόν, ζήτημα
1227ἐμπιστοσύνης, οὐδὲ καὶ ἡ θεωρία αὐτὴ ἵσταται εἰς τὰ στοι-
1228χειώδη διδάγματα τοῦ πολιτικοῦ καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
1229βίου, διότι, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη καὶ σήμερον προ-
1230σήρχετο καὶ ἔλεγεν ἐνώπιον ἡμῶν ὅτι ἠκύρωσε τὸ Διάταγμα
1231τοῦτο, θὰ ἀπέμενε πάντοτε ἡ κατηγορία ἐπὶ γενομένῳ σφε-
1232τερισμῷ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως σεῖς ἰσχυρίζεσθε,
1233καὶ διὰ τὸν σφετερισμόν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας θὰ περιε-
1234μένομεν νὰ ἴδωμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ θέση ζήτημα ἐμπι-
1235στοσύνης. Εἴπετε λοιπὸν σήμερον μίαν δευτέραν ἀνακρί-
1236βειαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδίδω εἰς παρανόησιν τῆς ἀκοῆς.
1237Ἀλλὰ δὲν εἴπετε τοῦτο μόνον· εἴπετε ὅτι κατὰ κοινὴν
1238ὁμολογίαν τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη λῆξαν. Κατὰ τίνα, κύριε
1239συνάδελφε, ὁμολογίαν τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη λῆξαν; Ποῦ
1240εἴδετε αὐτὴν τὴν κοινὴν ὁμολογίαν; Εἶχον ὁμιλήσει ὅλοι οἱ
1241ἐγγραφέντες; Ἠρώτησα σήμερον,—διότι προτοῦ ἀποδώσω
1242ἔλλειψιν καλῆς πίστεως εἰς οἱονδήποτε τῶν συναδέλφων
1243φροντίζω νὰ πληροφοροῦμαι πῶς ἔχουν τὰ πράγματα, ὅσην
1244καὶ ἂν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν στεγανότητα τῆς μνήμης
1245μου,—ἠρώτησα σήμερον καὶ μοὶ εἶπον ὅτι διεκόπη ἡ συζή-
1246τησις ἡ χθεσινή. Ὅταν διακόπτηται ἡ συζήτησις, τὸ ζή-
1247τημα δὲν θεωρεῖται λῆξαν. Τοῦτο εἶναι τόσον στοιχειῶδες,
1248ὅσον στοιχειῶδες εἶναι τὸ θεώρημα ὅτι δύο καὶ δύο κάμνουν
1249τέσσαρα εἰς τὴν ἀριθμητικήν. Λυποῦμαι παρὰ πολὺ διότι
1250ἠθελήσατε νὰ δώσητε διδάγματα ἐξυγιάσεως τῶν πολιτι-
1251κῶν ἠθῶν καὶ ἐζητήσατε νὰ ἀποδώσητε εἰς συνάδελφόν
1252σας ἔλλειψιν καλῆς πίστεως, εἰς συνάδελφόν σας ὁ ὁποῖος
1253οὐδέποτε εἰς τὸν πολιτικόν του βίον ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ
1254τοῦ ἀμφισβητηθῇ ἡ καλὴ πίστις. (Χειροκροτήματα).
1255§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλαβᾶνος.
1256§52Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν ἐφοβούμην ὅτι
1257ἡ Συνέλευσις ἔχει κουρασθῇ, θὰ ἔλεγον καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέ-
1258ξεις· ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἡ ψυχολογία τῆς Συνελεύσεως
1259δὲν εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀκούσῃ πλέον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ
1260ζητήματος τούτου, διὰ τοῦτο θὰ δικαιολογήσω ἁπλῶς ξηρὰ
1261ξηρά, μὲ δύο λέξεις, τὴν ψῆφόν μου.
1262Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἀνήκομεν εἰς
1263καμμίαν τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει μερίδων, ὅτι ἀκολουθοῦμεν ἀπὸ
1264τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν Ἐλευθερίου Βενιζέ-
1265λου τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐχαράχθη ἔκτοτε καὶ
1266ὅτι μένομεν πιστοὶ εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο. Τὸ πρόγραμμα
1267ἐκεῖνο ἐλπίζω ὅτι τὸ ἀκολουθοῦν ἀκόμη καὶ πολλοὶ τῶν
1268παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ κυρίων συναδέλφων.
1269§53ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1270§54Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Πιστοὶ λοιπὸν εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο
1271θὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ
1272διότι δὲν βλέπομεν ὅτι φέρει ἐπὶ τῶν ὤμων της τόσας ἁμαρ-
1273τίας ὥστε νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὸ καθαρτήριον πρὸς ἐξι-
1274λασμόν.
1275Καὶ ἀκόμη δὲν βλέπομεν ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
1276θὰ ἦταν διατεθειμένοι νὰ τὴν διαδεχθοῦν καὶ νὰ ἀναλάβωσι
1277τὰ βάρη ἐν περιπτώσει παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ
1278βιαζόμενοι νὰ διαδεχθῶσι τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι διατε-
1279θειμένοι ν’ ἀναλάβωσι τὰ βάρη, τοιαῦται δὲ δηλώσεις ἐγέ-
1280νοντο ἀπὸ τοῦ βήματος. Φρονῶ ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ
1281μεταβολαὶ αἱ ὑπουργικαὶ αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐπιζημίως δύ-
1282νανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Ἐξ
1283ἄλλου βλέπομεν τοὺς βιαζομένους ν’ ἀναλάβωσι τὴν Ἀρχήν,
1284ὅταν ὁραματισθῶσι τὸ φάσμα τῆς πραγματικότητος, τοὺς
1285βλέπομεν διστακτικούς, διὰ νὰ μὴ εἴπω λιποψυχοῦντας.
1286(Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν καθῆκον καὶ
1287ὑποχρέωσιν νὰ ψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι φοβοῦμαι
1288μήπως ἡ καταψήφισις αὐτῆς δώσῃ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῶν ὁρίων
1289τῆς Πατρίδος μας ἐχθροὺς εὐρυτέραν ἔννοιαν, ὅτι τὸ νέον
1290πολίτευμα δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Λαοῦ.
1291(Χειροκροτήματα)
1292§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούτρας.
1293§56Α. ΚΟΥΤΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ ὁμολο-
1294γήσω ὅτι ἐγὼ τουλάχιστον θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐτίθεντο,
1295ὅπως ἐτέθησαν, τὰ ζητήματα εἰς τὰς δύο ἀμέσως προηγου-
1296μένας συνεδριάσεις, οὕτως ὥστε νὰ προκληθῇ τὸ ἀναπόδρα-
1297στον πλέον καταστὰν πολιτικὸν ζήτημα. Καὶ δὲν ἐφρόνουν
1298ὀρθὸν τοῦτο, διότι ὄχι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἡ αὐτὴ Συνέ-
1299λευσις ἐξουσιοδότησε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ διὰ τὴν
1300ἀσφάλειαν τῆς Χώρας Διάταγμα Νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον
1301ὠνόμασεν ἡ Κυβέρνησις κατοχυρωτικόν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον
1302κατὰ τὰ οὐσιώδη τουλάχιστον μέρη αὐτοῦ δὲν εἶναι τίποτε
1303ἄλλο παρὰ ἁπλῆ ἐπανάληψις τῶν κοινῶν διατάξεων τοῦ
1304κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ Κυβέρνησις ἄλλως τε δὲν ἠρνήθη
1305συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος
1306ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα καὶ δὲν ἔχω τὴν
1307τιμὴν νὰ εἶμαι ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων φίλων τῆς Κυβερνήσεως,
1308ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου καὶ τὴν δικαιολο-
1309γῶ ὡς ἑξῆς. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι νο-
1310μίζω ὅτι ὑπὸ τὰς παρούσας ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς
1311περιστάσεις δὲν συμφέρει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ διὰ τοιοῦτον
1312μάλιστα ζήτημα νὰ προκληθῇ ἡ πτῶσις τῆς πρώτης δημο-
1313κρατικῆς Κυβερνήσεως.
1314§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, κ.
1315Πρόεδρε, ὅτι πρόκειται περὶ δικαιολογίας ψήφου. Σᾶς παρα-
1316καλῶ νὰ ὑπομένωμεν διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὰς δικαιολογίας τῆς
1317ψήφου τῶν κ. συναδέλφων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω εἰς τὸ τέλος
1318νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων.
1319§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δικαιολογία τῆς ψήφου δύναται νὰ
1320γίνῃ καὶ δι’ ἐγγράφου σημειώματος.
1321§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαργέτης.
1322§60Δ. ΜΑΡΓΕΤΗΣ. Ἡ Ἀγροτικὴ ὁμάς, εἰς τὸ ζήτημα
1323ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον θέτει ἡ Κυβέρνησις, ἀνεξαρτήτως
1324τοῦ θέματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου τίθεται τοῦτο, θὰ δώσῃ ψῆφον
1325ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον διότι θεωρεῖ ἀσύμ-
1326φορον διὰ τὴν Χώραν πᾶσαν κυβερνητικὴν μεταβολὴν ὑπὸ
1327τὰς παρούσας συνθήκας, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ πρόγραμμα τῆς
1328σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὑποσχόμενον τουλάχιστον, εἶναι
1329τὸ πλησιέστερον πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμ-
1330ματος ἀπὸ κάθε ἄλλο γνωστὸν πρόγραμμα οἱασδήποτε ἄλ-
1331λης πολιτικῆς μερίδος.
1332§61Δ. ΒΑΡΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν
1333πολιτικὴν μεταβολὴν οὔσης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν
1334τοῖς πράγμασιν, ἐὰν ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἐμπιστοσύνης κατε-
1335ψηφίζετο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, θὰ ἐσημείου ὅτι ἡ Δημο-
1336κρατία δὲν στέκεται ἐπὶ στερεῶν βάσεων. Διὰ τοῦτο δηλῶ
1337ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει τῆς Κυβερνήσεως.
1338§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πραντούνας.
1339§63Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Ὁ ἀγαπητὸς καὶ ἔνδοξος συνάδελ-
1340φος ἐκ Κοζάνης, πολυπαθὴς καὶ δημοκρατικώτατος συνά-
1341δελφος εὐρυτάτης μορφώσεως ἀνήρ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1342μετεχειρίσθη τὴν λέξιν στρατοκρατία, εἶναι δὲ καιρὸς ἡ λέξις
1343αὕτη νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ λεξικὰ ὡς ἐξέλιπε καὶ
1344ἀπὸ ἄλλα λεξικὰ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Δὲν ὑπάρχουν
1345Κοινοβούλια εἰς τὰ ὁποῖα νὰ μὴ παρίστανται οἱ στρατιωτι-
1346κοὶ εἴτε ἐν ἐνεργείᾳ, εἴτε ἐν διαθεσιμότητι, εἴτε ἐν ἀπο-
1347στρατεία. Μάλιστα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ παρίστανται οἱ
1348ἀντιπροσωπεύοντες τὴν μεγαλυτέραν καὶ ἰσχυροτέραν μερίδα
1349ἑκάστου Ἔθνους καὶ συνεπῶς τοῦ Κράτους, παρ’ ἡμῖν δὲ μά-
1350λιστα μετὰ τὸν πόλεμον πρέπει νὰ παρίστανται, διότι συνε-
1351πόνεσαν καὶ συνεμόχθησαν βαπτισθέντες εἰς τὴν αὐτὴν κο-
1352λυμβήθραν μετὰ τοῦ Λαοῦ. Ἡμεῖς δὲν εἰσήλθομεν ἐντὸς τοῦ
1353Κοινοβουλίου ἐκ τῶν παραθύρων, ἀλλ’ εἰσήλθομεν ἐκλε-
1354γέντες ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Ἂν ἐν τῇ Κυβερνήσει δὲν ὑπάρχουν
1355εἰδικότητες, τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ἀποτυχίαν, πρᾶγμα τὸ
1356ὁποῖον συνέβαινε μέχρι τῆς προτελευταίας Κυβερνήσεως·
1357ὑφίστανται αἱ ἀναρμοδιότητες τῶν Ὑπουργείων πρὸς ζημίαν
1358τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐπιστημονικῶς, Κύριοι, διοικεῖν
1359σημαίνει ἐκμεταλλεύεσθαι τὰς εἰδικότητας· συνεπῶς εἰς τὰ
1360Ὑπουργεῖα ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχουν ὅπως μέχρι τῆς προτε-
1361λευταίας Κυβερνήσεως ἀναρμοδιότητες, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχουν
1362οἱ εἰδικοὶ εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον. Εὑρίσκω πολὺ καλὰ
1363εἰς τὴν θέσιν των τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν,
1364Ναυτικῶν καὶ τῆς Ἐννόμου Τάξεως. Βεβαίως στρατηγοὶ
1365ἔπρεπε νὰ εἶναι. Τί, θέλετε νὰ βάλουν Ὑπουργὸν τῆς Ἐννόμου
1366Τάξεως κανένα παπᾶν; (χειροκροτήματα). Ποίους καλυτέ-
1367ρους νὰ εὕρισκε κανεὶς δι’ Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν
1368καὶ Ναυτικῶν; Ὁ κ. Γόντικας εἶναι θαυμάσιος ὡς ἐπιστή-
1369μων, ὡς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὁ κ. Κανναδός,
1370ἀλλ’ ὄχι ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτι-
1371κῶν. Πρέπει νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι εἶχε μίαν
1372πρώτης τάξεως ἐπιτυχίαν καθαρῶς δημοκρατικὴν καὶ ἐπι-
1373στημονικήν, διότι οἱ ἀναρμόδιοι Ὑπουργοὶ ρυμουλκοῦνται
1374καμμίαν φορὰν ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους τμηματάρχας. Αὐτὰ
1375εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιστημονικὴν σύνθεσιν τῆς
1376Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατοχυρωτικὸν Διάταγμα,
1377περὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις, θὰ κατέκρινον αὐστηρῶς τὴν
1378Κυβέρνησιν, ἂν δὲν προέβαινον εἰς τοῦτο. (Χειροκροτήματα).
1379§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἐμμανουηλίδης.
1380§65Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν ἐντολὴν ἐκ
1381μέρους συναδέλφων μας ὄχι ἀποκλειστικῶς ἀλλὰ κατὰ τὸ
1382πλεῖστον προσφύγων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ὀφείλουν νὰ
1383συσπειρωθοῦν πέριξ ἑνὸς προγράμματος ὑπὸ τὸν διακριτικὸν
1384τίτλον τῶν ἐθνικῶν δημοκρατικῶν, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι συντάσ-
1385σονται μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐκείνων συναδέλφων οἱ ὁποῖοι
1386δὲν ἐπιδοκιμάζουν τὰς συχνὰς ὑπουργικὰς κρίσεις, προπαντὸς
1387δὲ τὰς ἀδικαιολογήτους. Προκειμένου περὶ τῆς παρούσης
1388Κυβερνήσεως δὲν ἐλησμόνησαν οἱ συνάδελφοί σας οὗτοι ὅτι
1389ἐν τῇ βραχείᾳ αὐτῆς ἱστορίᾳ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχει τὸ
1390ἑξῆς φωτεινὸν σημεῖον, ὅτι μετὰ θάρρους, τὸ ὁποῖον τότε
1391ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις ριψοκίνδυνος, ἀναλαβοῦσα
1392τὸν δημοκρατικὸν ἀγῶνα τὸν ἤγαγεν εἰς ταχὺ καὶ αἴσιον
1393πέρας.
1394Κύριοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεσπειρώθησαν πέριξ τῆς
1395Δημοκρατίας δὲν δύνανται βεβαίως ν’ ἀποδοκιμάσουν πᾶν
1396μέτρον τὸ ὁποῖον θὰ περιλαμβάνῃ εἰς τὸ ἑξῆς τοὺς καθε-
1397στωτικοὺς ἀγῶνας. Αἱ ἐπιζήμιοι καὶ ὀλέθριαι συνέπειαι τῶν
1398καθεστωτικῶν ἀγώνων εἶναι πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, ὡς εἶναι
1399καὶ ἡ παρουσία μας ἐδῶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου πρᾶγμα
1400τιμητικὸν μὲν διὰ τὸ ἄτομόν μας ἀλλὰ συμφορὰ δι’ ἐκεί-
1401νους τοὺς ὁποίους ἐκπροσωποῦμεν.
1402Ἐπιδοκιμάζομεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ καθεστωτικὸν
1403Διάταγμα. Φρονοῦμεν ὅτι βεβαίως ἡ ἄδεια ἡ ὁποία ἐδόθη
1404ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐκδώ-
1405σῃ Νομοθετικὰ Διατάγματα περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Τόπου
1406περιλαμβάνει καὶ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ τὴν περιλαμ-
1407βάνει περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην περίπτωσιν.
1408Κύριοι, μεταξὺ τόσων Ὑπουργῶν ὑπάρχουν καὶ
1409τρεῖς οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καθ’ ἑκάστην καὶ περιμένουν τὰς
1410γνώμας μας, διὰ νὰ εἰποῦν ὅτι ἡ γνώμη των καὶ ἡ πρότασίς
1411των ἔγινε νόμος τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουν καὶ Ὑπουργοὶ
1412οἱ ὁποῖοι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς σπάθης καὶ τῶν τηλεβόλων,
1413ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων τὰς ὁποίας λαμ-
1414βάνουν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἂν λοιπὸν καὶ
1415ἐναντίον αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν ἐξεσφενδονίσθη ἡ λέξις στρα-
1416τοκρατία, σημαίνει ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ λέξις εἶναι μία ἐκ τῶν
1417λέξεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι συνήθως παρ’ ἡμῖν ἐφηρμόσθη-
1418σαν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξοβελισθοῦν εἴτε πρόσωπα,
1419εἴτε πράγματα, εἴτε πολιτικοὶ καὶ ἔχασε νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ
1420οἱανδήποτε ἔννοιαν. Οἱ κύριοι συνάδελφοι τοὺς ὁποίους ἔχω
1421τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ εἶναι λίαν εὔθικτοι εἰς ὅ,τι
1422ἀφορᾶ τὸν Στρατόν, καθόσον ἔχουν τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ
1423ρόλος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς σπουδαιοτάτου ἐκπολιτιστικοῦ
1424παράγοντος ἐν Ἀνατολῇ οὔτε ἔληξεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ
1425τερματισθῇ, καὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐλπίδων τού-
1426των οἱ συνάδελφοι οὗτοι ἄλλην τινὰ ἐλπίδα δὲν ἔχουν εἰμὴ
1427τὸν Ἐθνικὸν Στρατὸν καὶ τὸν Ἐθνικὸν Στόλον. (Χειρο-
1428κροτήματα).
1429Κύριοι, ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θὰ ὑπερ-
1430ψηφίσωμεν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ θὰ ἤμην ἔνοχος μιᾶς
1431παραλείψεως ἐνταῦθα καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς τὴν
1432γνώμην τῶν ἐκλογέων μας, ἂν δὲν ἐφίστων ἐν τέλει τῆς
1433βραχείας μου ἀγορεύσεως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως
1434ἐπὶ τῶν ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας ἔδωσε διὰ τὸ προσφυγικὸν
1435ζήτημα. Δὲν τὸ συζητῶ σήμερον. Τοὐναντίον ἡ Κυβέρνησις
1436θὰ ὁρίσῃ ἡμέραν τινὰ πρὸς συζήτησιν, ἀλλ’ ἐκφράζω ἐπι-
1437τακτικὴν γνώμην τῶν ἐκλογέων μας, οἱ ὁποῖοι δυσφοροῦν
1438καὶ κατὰ τῶν πληρεξουσίων ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, καὶ
1439ἴσως καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ
1440προσφυγικὸς κόσμος πάσχει ὅσον καὶ ἂν εὑρίσκεται εἴτε εἰς
1441οἰκίας εἴτε εἰς καταυλισμούς, πάσχει καὶ παρακαλῶ
1442τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ταχυτέραν τινὰ κατεύθυνσιν ἐν τῇ
1443πολιτικῇ της ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος. Ἐπαναλαμ-
1444βάνω ὅτι μὲ τὰς ἐλπίδας αὐτὰς θὰ ὑπερψηφίσωμεν τῆς Κυ-
1445βερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
1446§66Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω τὰς σκέψεις μου
1447καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψῆφόν μου, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκω λόγους
1448νὰ θέσω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως,
1449διότι δὲν συντρέχουν τοιαῦτα ζητήματα οἷα εἶναι ὑποχρεω-
1450τικὸν διὰ τοὺς πληρεξουσίους νὰ τὰ ἐξετάζουν. Ὑπάρχει μία
1451συζήτησις ἑνὸς νομοσχεδίου, δηλαδὴ ἡ ἀγορὰ ἑνὸς ὅπλου δι’
1452ἐνδεχομένην περίπτωσιν.
1453Ὁ ἀγοράσας τὸ ὅπλον δὲν τὸ ἐχρησιμοποίησε καὶ τὸ ὅ-
1454πλον μένει διὰ τὴν φρούρησιν τῶν πραγμάτων.
1455Δὲν εἶναι ὅλοι καλοί, ὑπάρχουν καὶ κακοί, οἱ ὁποῖοι
1456πρέπει νὰ κτυπηθοῦν κατὰ τρόπον ἁρμόζοντα. Ἐγὼ δὲν ἐμ-
1457μένω εἰς τὴν πεποίθησιν τῶν ἰδεῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν πεποίθησιν
1458ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν ὄχι μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὰς
1459διαφόρους περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐνεργῇ
1460καὶ νὰ ἀντενεργῇ, νὰ ὀχυρώνῃ καὶ νὰ κατοχυρώνῃ ἐκεί-
1461νους οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωσιν ἐμπόδια.
1462Πρέπει ὅμως νὰ φύγῃ καὶ ἡ σαπίλα τῶν φίλων, διότι
1463οἱ φίλοι εἶναι πειὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Φροντί-
1464σατε διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, διότι κατόπιν ἀπὸ σᾶς θὰ ἔλθω
1465ἐγώ. Δὲν ἔρχεται κανένας ἀπὸ σᾶς ἐδῶ. Προσέξατε λοιπὸν
1466καλά. Ἐγὼ θὰ ὑπερψηφίσω τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ
1467παρακολουθῶ μὲ ἐλευθέρας γνώμας καὶ θὰ καταγγέλλω
1468πάντοτε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια καταγγελίας.
1469§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
1470§68Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καὶ κατὰ τὰς δύο συνεδριάσεις καὶ
1471κατὰ τὴν σημερινὴν ἀπεδείχθη ὅτι ἡ μεγίστη πλειονοψηφία
1472τῆς Συνελεύσεως ἐπικροτεῖ τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ
1473τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, τὸ ὀνομασθὲν κατοχυρωτικόν.
1474Τὸ Διάταγμα τοῦτο, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος
1475τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἐγένετο ὅπως κατοχυρώσῃ
1476τὸ πολίτευμα, διότι ἡ Δημοκρατία ἔχει κατοχυρωθῇ διὰ
1477τῆς μεγίστης, διὰ τῆς κολοσσιαίας πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλ-
1478ληνικοῦ Λαοῦ, ἐκδηλωθείσης κατὰ τὸ δημοψήφισμα, ἀλλ’
1479ἐγένετο, καὶ πιστεύω τοῦτο, ὅπως προφυλάξῃ μᾶλλον τοὺς
1480λυσσασμένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν πᾶσαν εὐκαι-
1481ρίαν διὰ νὰ ἐπιτεθῶσιν ὄχι κατὰ τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ
1482κατὰ προσώπων, καὶ νὰ ἀναμοχλεύσωσι τάφους καὶ παλαιὰ
1483πάθη καὶ μίση, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ μόνον εὑρίσκουν τὴν διατή-
1484ρησίν των ἐν τῇ πολιτικῇ.
1485Κατ’ ἀκολουθίαν, ἀφοῦ ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψε —
1486κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου καὶ ἡ ἀντίληψίς μου αὕτη πιστεύω
1487ὅτι εἶναι γενική, — ὅτι ἡ μεγίστη πλειονοψηφία εἶναι ὑπὲρ
1488τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος, ἀνέμενον ὅπως παύσῃ
1489πλέον ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ
1490νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος,
1491κατὰ τὸ ὁποῖον δύνανται οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις κατ’ αὐτοῦ
1492νὰ εἴπωσι τὰς ἀντιρρήσεις των ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἀ-
1493τυχῶς ἄλλη ὁδὸς ἐδόθη εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεπείᾳ τῆς
1494ὁμιλίας τοῦ κ. ἐκ Κοζάνης συναδέλφου καὶ παραδόξως εἴ-
1495δομεν τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
1496λίου νὰ φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
1497ὅλως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀντικανονικῶς. Δὲν πρόκειται,
1498κύριοι, συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύ-
1499ρας πολιτευτοῦ νὰ ἐκφράσωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυ-
1500βέρνησιν, καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τῆς
1501Κυβερνήσεως μετεμελήθη διὰ τὴν ἐν στιγμῇ ἐξάψεως ὑποβο-
1502λὴν τοιαύτης προτάσεως ἐμπιστοσύνης. Τὸ ὅτι μετεμελήθη
1503καταφαίνεται ἐκ τῶν λόγων του τῶν τελευταίων. Ἐκ τῶν
1504πρακτικῶν φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1505λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ζητεῖ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ζητεῖ
1506καθαρὰν ἔγκρισιν τῆς ἐνεργείας της. Τὴν ἔγκρισιν αὐτὴν θὰ
1507τὴν λάβῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυ-
1508ρώσεως τοῦ Διατάγματος.
1509Προχωρῶν δ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει·
1510ἄλλως τε καὶ κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα δὲν εἶναι δυ-
1511νατὸν νὰ ἀποσυρθῇ πρότασις ἐμπιστοσύνης ὑποβληθεῖσα ἤδη.
1512Αὐτὸ μὲ πείθει ὅτι σήμερον μετεμελήθη διὰ τὴν ὑποβολὴν
1513τῆς τοιαύτης προτάσεως καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι κακῶς εἰσήγα-
1514γεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1515βερνήσεως νὰ τῷ εἴπω ὅτι δὲν πρόκειται πλέον ἐν τῇ Συν-
1516ελεύσει αὐτῇ περὶ τῆς τηρήσεως τῶν ἐθίμων καὶ περὶ τῶν
1517φιλοτιμιῶν. Τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι ἐμμένομεν εἰς μίαν πρότασιν
1518τὴν ὁποίαν κακῶς ὑπεβάλομεν εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν ὅτι πει-
1519ράζεται ἡ φιλοτιμία μας, ἐὰν ἀνακαλέσωμεν αὐτήν. Ἀλλὰ
1520αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ
1521εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι καιρὸς εἶναι προκειμένου περὶ τῶν
1522ὑψίστων ζητημάτων τῆς Πατρίδος νὰ παύσωμεν νὰ ἐπιμέ-
1523νωμεν εἰς τὰ πείσματά μας καὶ εἰς τὰς φιλοτιμίας μας καὶ
1524νὰ ἐξετάζωμεν μόνον ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Πατρί-
1525δος καὶ σύμφωνα πρὸς τοῦτο νὰ πράττωμεν. Ἐν τούτοις,
1526ἀφοῦ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει — διότι
1527ἔχω ἀκόμη τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ, —
1528εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι θεωρῶν ἐπιτακτικὴν
1529ἀνάγκην τῆς Πατρίδος τὴν ἐπὶ μακρότερον χρόνον διατή-
1530ρησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστο-
1531σύνης χωρὶς τοῦτο νὰ χαρακτηρίζῃ ἐμὲ ὡς φίλον τῆς Κυ-
1532βερνήσεως. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἔχῃ
1533τόσην μεγάλην πεποίθησιν, ὑποβαλὼν τοιαύτην πρότασιν
1534ἐμπιστοσύνης, εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν φίλων του, θ’ ἀποκτήσῃ
1535ἀριθμὸν τοιούτων ὥστε νὰ ἔχῃ πλειοψηφίαν καὶ ἐν τῇ Συν-
1536ελεύσει. Τοῦτο ὅμως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πολιτικῆς πορείας
1537καὶ αὐτοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχω τὸ
1538δικαίωμα νὰ κάμω συστάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχω
1539ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω εὐχὴν ὅπως εἰς τὸ μέλλον
1540ἀποφεύγῃ εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ ὑποβάλλῃ ζητήματα
1541ἐμπιστοσύνης ἄνευ οὐδεμιᾶς πολιτικῆς ἀνάγκης, προτάσεις
1542αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς ἐκβιάζουσαι τὴν θέλησιν τῆς
1543Συνελεύσεως.
1544§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ πληρεξούσιος
1545Κοζάνης κ. Κακουλίδης, ὁ ὁποῖος ἠγόρευσεν ἤδη δὶς ἐπὶ τοῦ
1546αὐτοῦ θέματος. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν δύναται νὰ λάβῃ
1547τὸν λόγον πλὴν ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐρωτωμένη ἐπιτρέψῃ εἰς
1548αὐτὸν νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου.
1549§70ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
1550§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαζαράκης ἔχει τὸν λόγον.
1551§72Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἔχων τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἔπρεπε
1552νὰ τεθῇ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι
1553πάντες σχεδὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀνεγνωρίσαμεν τὴν
1554ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ, δηλῶ ὅτι ἡ ψῆφος τὴν ὁποίαν
1555θὰ δώσω μετ’ ὀλίγον εἶναι μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς
1556ἐπικυρώσεως τοῦ ψηφίσματος τούτου. (Χειροκροτήματα).
1557§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
1558§74Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Θεωρῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε σύμ-
1559φωνα μὲ τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐξουσιοδότησιν
1560πρὸς ἔκδοσιν τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος καὶ συνεπῶς
1561θὰ ὑπερψηφίσω αὐτῆς. (Χειροκροτήματα)
1562§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
1563§76ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ ὁμὰς τῶν πληρεξουσίων μεθ’ ὧν
1564ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συνεργάζωμαι, συνεργασθεῖσα στενώτε-
1565ρον μετὰ τῆς μερίδος ἐκείνης ἐξ ἧς προέρχεται ἡ σημε-
1566ρινὴ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας,
1567λόγῳ τῆς ἐγγύτητος τῶν τρόπων τῆς ἐγκαθιδρύσεως, ἐξα-
1568κολουθεῖ διατηροῦσα τὴν αὐτοτέλειαν αὐτῆς ἀλλὰ καὶ ἐξα-
1569κολουθεῖ περιβάλλουσα τὴν Κυβέρνησιν μὲ ἀμέριστον τὴν
1570ἐμπιστοσύνη της. (Χειροκροτήματα)
1571§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πασαλίδης.
1572§78Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἴσως ἡ θέσις τῆς σοσιαλιστικῆς ὁ-
1573μάδος εἶναι ἡ δυσκολωτέρα ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις.
1574Ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Συνέλευσιν ἐσχηματίζοντο μέχρι
1575σήμερον κόμματα ἀρχῶν, ἡ σοσιαλιστικὴ ὁμὰς θὰ καθώρι-
1576ζε τὴν στάσιν της ὡς καθαρῶς σοσιαλιστικὴ ὁμάς. Ἀλλὰ
1577δυστυχῶς καὶ μέχρι σήμερον βλέπω ὅτι μέσα εἰς τὴν Ἐθνο-
1578συνέλευσιν τὰ κόμματα εἶναι τόσον ρευστά, ὥστε ἡ σοσιαλιστι-
1579κὴ ὁμὰς ἀναλόγως καθορίζει καὶ τὴν στάσιν της καὶ ἔναν-
1580τι τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἐὰν πραγματικῶς ὑπῆρχον κόμ-
1581ματα, δὲν θὰ ἐτίθετο σήμερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης τῆς
1582Κυβερνήσεως. Θὰ ἔλεγον: Ἐξ ὀνόματος ποίας ὁμάδος ὁμιλεῖ-
1583τε, κύριοι; Εἴς τινα πληρεξούσιον ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἀρέσῃ ἕνας
1584Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀμέσως
1585τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ ση-
1586μερινὸς κοινοβουλευτισμὸς ἐχρεοκόπησεν. Ἀλλ’ ἐφόσον
1587ἡ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἐδήλω-
1588σαν ὅτι τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα περὶ κατοχυρώσεως τοῦ
1589πολιτεύματος στρέφεται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέ-
1590λουσι τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν νὰ τὴν φέρωσι πρὸς τὰ ὀ-
1591πίσω καὶ οὐχὶ πρὸς τὰ ἐμπρός, δι’ αὐτὸ ἡ σοσιαλιστικὴ ὁ-
1592μὰς θὰ συνδράμῃ τὴν Κυβέρνησιν τὴν δημοκρατικὴν κτυ-
1593πῶσα τοὺς παλαιοντολογικοὺς βρυκόλακας, οἱ ὁποῖοι θέ-
1594λουν νὰ φέρουν τὸ ζωντανὸν πτῶμα τοῦ Γλύξμπουργ, οἱ
1595ὁποῖοι θέλουν νὰ φέρουν ἐμπόδια εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς
1596νέας ζωῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁρμωμένη, ἐὰν ἀπο-
1597δειχθῇ ὅτι ἡ σημερινὴ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰ-
1598σήγαγε μίαν ἀρχήν, τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποταγῆς τῆς
1599Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως, πραγ-
1600ματικῶς ἔχει μέσα της δημοκρατικὸν πνεῦμα καὶ ὑπ’
1601αὐτὸ τὸ πνεῦμα κινουμένη ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις πρέπει
1602πάντοτε νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐθνοσυνελεύ-
1603σεως, ἡ δὲ Ἐθνοσυνέλευσις πρέπει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν
1604θέλησιν τοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορρίψῃ
1605νόμον διὰ δημοψηφίσματος, ἂν πραγματικῶς αὐτὰς τὰς
1606δύο ἀρχάς, τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποταγῆς εἰς τὴν Συνέλευσιν
1607καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ δημοψηφίσματος, παραδέχηται ἡ σημε-
1608ρινὴ δημοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἡ σοσιαλιστικὴ ὁμὰς θὰ δώ-
1609σῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν.
1610§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκανδῆς ἔχει τὸν λόγον.
1611§80Δ. ΚΑΛΚΑΝΔΗΣ. Ἀνήκομεν, ὡς πάντες, εἰς τὴν παρά-
1612ταξιν τῶν φιλελευθέρων, ἐν τούτοις κατ’ ἰδίαν ἀνήκομεν
1613εἰς τὴν ὁμάδα τὴν Λακωνικήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ
1614ἑπτὰ κυρίους πληρεξουσίους, ἰδιαιτέρως δὲ ἐγὼ καὶ ὁ κ.
1615Βαρδουλάκη, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἐπι-
1616δαύρου Λιμηρᾶς, βλέπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν
1617σφάλλει, ἀλλὰ καὶ πατριωτικῶς ἐργάζεται καὶ διὰ τοῦτο θὰ
1618ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὄχι πλέον ὡς ὀπαδοὶ τῆς
1619Κυβερνήσεως ἀλλ’ ὡς σύμμαχοι αὐτῆς.
1620§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν
1621λόγον.
1622§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Πρωθυπουργός). Κύριοι
1623πληρεξούσιοι, πρώτην φορὰν βλέπω νὰ παρουσιάζηται εἰς
1624κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας τὸ φαινόμενον εἰς τὸ ὁποῖον
1625παρέστημεν σήμερον. Πρώτην φορὰν βλέπω μετὰ μίαν δρι-
1626μυτάτην ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ προεκλήθη
1627ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νὰ γίνεται μακρὰ συζήτησις ἂν πρέπει
1628ἢ ὄχι νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ ζητῆται τοῦτο
1629ἀπὸ ἐκείνους ἀκριβῶς οἱ ὁποῖοι ἤλεγξαν δριμύτατα τὴν
1630Κυβέρνησιν. Εἶναι συνήθεια, κύριοι συνάδελφοι, συνήθεια
1631αἴρουσα εἰς τὸ ὕψος των τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα,
1632ὁσάκις διαμφισβητεῖται ἡ πλειοψηφία τῆς Κυβερνήσεως ἢ
1633ἐλέγχεται ἡ συμπεριφορά της εἰς σοβαρὰ ζητήματα, νὰ
1634ζητῆται ἡ ἐξακρίβωσις κατὰ πόσον ἔχει ἢ δὲν ἔχει
1635ἡ Κυβέρνησις τὴν πλειοψηφίαν ὑπὲρ αὐτῆς καὶ κατὰ πόσον
1636ἡ πλειοψηφία τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος ἐγκρίνει τὴν
1637πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε χάνεται πολύτιμος
1638καιρὸς διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ
1639ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἂν ἀκόμη ὡς ἐκ περισσοῦ ζη-
1640τῆται νὰ ἐκφράσῃ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα τὴν ἐμπι-
1641στοσύνην του εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν γεννᾶται κανὲν ζή-
1642τημα, διότι εἶναι μεγαλυτέρα ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου ἐκ τῆς
1643συζητήσεως παρὰ ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας, ἡ
1644ὁποία κατὰ τὸν εὐχερέστερον τρόπον ἠμπορεῖ νὰ δείξῃ ἂν
1645νομίμως ἢ ὄχι κάθεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν θέσιν της.
1646Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, παρὰ τὴν μακρὰν
1647συνήθειαν, ἡ ὁποία ἐπεκράτει εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠθέλη-
1648σε ποτὲ ἀπὸ τῆς συστάσεώς της νὰ βασίσῃ τὰς ἐργασίας
1649της ἐπὶ τῇ βάσει κομματικῆς συγκροτήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει
1650κομματικῆς ἀποκλειστικῶς πλειονοψηφίας. Καὶ διὰ τοῦτο
1651οὐδόλως ἕως τώρα ἐπεδίωξεν ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁ-
1652ποία ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συγκροτηθῇ ἓν ἑνιαῖ-
1653ον κόμμα. Νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ ὕπαρξις περισσοτέ-
1654ρων κομμάτων προάγει τὰς ἐργασίας τοῦ ἀντιπροσωπευτι-
1655κοῦ Σώματος. Ἰδίως δὲ εἰς την σημερινὴν περίοδον, κατὰ
1656τὴν ὁποίαν τίθενται τὰ θεμέλια νέου βίου, κατὰ ἣν ὁποίαν
1657πρόκειται ν’ ἀναπλασθῇ ἡ Ἑλλάς, ὁ πολιτικὸς καὶ κοινωνι-
1658κός της βίος, ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρ-
1659χῃ κάποια μεγαλυτέρα ἐλευθερία κοινοβουλευτικῆς δρά-
1660σεως. (Χειροκροτήματα). Πρέπει αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσε-
1661ως νὰ διεξάγωνται οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει κομματικῶν δεσμῶν,
1662ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει ἐλευθέρας κρίσεως καὶ συνειδήσεως τῶν
1663πληρεξουσίων. (Χειροκροτήματα). Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις
1664δὲν ἔδειξεν ἕως τώρα σπουδὴν εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐκφρά-
1665σῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν πρώτην ἐμφάνισίν της ἐνώπιον αὐ-
1666τῆς τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἀλλ’ ὅταν διεξήχθη σφοδροτά-
1667τη ἐπίθεσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ζήτημα οὐχὶ ἐπου-
1668σιῶδες, ἀλλὰ σπουδαιότατον, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκδόσεως
1669τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος, καὶ κατηγορήθη ἡ Κυ-
1670βέρνησις, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, ὅτι ὑπενόμευσε τὴν Δη-
1671μοκρατίαν, ὅτι ἐπρόδωσε τὸν δημοκρατικὸν ἀγῶνα, ἐνόμι-
1672σεν ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ καθαρίσῃ τὴν θέσιν της. Διότι
1673ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν της,
1674ἐὰν ἐνέργεια τόσον σοβαρά, ἐνέργεια περιορίζουσα εἰς ὡρι-
1675σμένας περιπτώσεις ἀτομικῆς ἐλευθερίας, ἐνέργεια ἡ ὁποία
1676φθάνει μέχρι τοῦ σημείου ἀκόμη νὰ περιλάβῃ συνταγματι-
1677κὰς διατάξεις εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, δὲν ἦτο δυνα-
1678τόν, λέγω, νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν της, ἐὰν ἡ τοιαύτη
1679της ἐνέργεια δὲν ἐγκριθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ καὶ
1680ἄλλος λόγος ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἡ Συ-
1681νέλευσις ἐγκρίνῃ τὴν μέχρι τοῦδε πορείαν της. Τὸ περὶ οὗ
1682ὁ λόγος Διάταγμα ἐθεωρήθη ὡς ἓν ἀπὸ τὰ τεκμήρια τὰ δῆ-
1683θεν προδίδοντα τὰς στρατοκρατικὰς τάσεις τῆς Κυβερνήσε-
1684ως. Ἡ τοιαύτη κατηγορία θίγει περισσότερον ἀπὸ οἱανδή-
1685ποτε ἄλλην τὴν σημερινὴν δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν, καὶ
1686τὴν θίγει διότι δὲν πιστεύει νὰ ἐμφωλεύῃ εἰς τὰ στήθη κα-
1687νενὸς μεγαλυτέρα διάθεσις καὶ ἀποφασιστικωτέρα θέλησις,
1688ὅπως ἡ Δημοκρατία εἶναι οὐσιαστικὴ καὶ ἀληθὴς εἰς τὴν
1689Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοηθῇ Δημοκρατία μὲ Στρα-
1690τοκρατίαν.
1691Καὶ εἶπον χθὲς ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως
1692καὶ ἰδιαιτέρως τῶν στρατιωτικῶν μελῶν αὐτῆς, καὶ ἀκόμη
1693ἰδιαιτέρως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι τοιαῦται,
1694ὥστε νὰ ἐκδηλώνουν σαφῶς τὴν τοιαύτην θέλησιν, τὴν
1695τοιαύτην πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον διὰ τῶν νο-
1696μοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
1697τιωτικῶν, ὄχι μόνον διὰ τῶν δηλώσεων τῶν ἐπισήμων κατὰ
1698τὴν ἡμέραν τῆς συγκεντρώσεως τῶν στρατευμάτων εἰς τὰς
1699Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσης πράξεως καὶ πάσης ἐνεργείας
1700καθιστῶμεν πασιδήλους τὰς διαθέσεις ἡμῶν ὅτι τὴν θέσιν
1701ἡμῶν τὴν ἐξαρτῶμεν ἀπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
1702(Χειροκροτήματα).
1703Ὅπως εἶπον καὶ χθές, ἡ μικροτέρα ὑπηρεσία τῆς παρούσης
1704Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἀνύψωσεν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῆς
1705περιωπὴν τὴν Συνέλευσιν καὶ κατέπνιξε τὸ τελευταῖον ἴχνος
1706τῆς Στρατιωτικῆς Ἐπαναστάσεως. Τὸ ζήτημα τῆς συγκρο-
1707τήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅλως ἐπεισοδιακόν. Ἡ κατη-
1708γορία ἐστρέφετο περὶ τὸ κατοχυρωτικὸν Διάταγμα, τὸ
1709ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς τεκμήριον τῶν στρατιωτικῶν τάσεων
1710τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ κατηγορίαι αὗται, αἱ προβληθεῖσαι
1711πρῶτον ἀπὸ τὸν κ. ἐκ Κοζάνης συνάδελφον, εἶναι κατηγο-
1712ρίαι καθ’ ἡμέραν ἐπαναλαμβανόμεναι καὶ καθ’ ἡμέραν δη-
1713λητηριάζουσαι τὴν κοινὴν γνώμην καὶ κατ’ ἡμέραν ὑπονο-
1714μεύουσαι τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα
1715ὑποχρεωμένοι ν’ ἀντιμετωπίσωμεν κατὰ μέτωπον τὰς κατη-
1716γορίας αὐτὰς καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία
1717εἴμεθα ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι θέλει αὕτη νὰ εἶναι ὁ θεματο-
1718φύλαξ τῶν ὑψηλῶν τῆς Δημοκρατίας ἰδεωδῶν, ἂν πράγματι
1719ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχῃ στρατοκρατικὰς διαθέσεις. Ἀλλὰ
1720δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Βεβαίως ψῆφος
1721ἐμπιστοσύνης εἰς μίαν Κυβέρνησιν δὲν σημαίνει ἔγκρισιν
1722ὅλων τῶν πράξεων αὐτῆς καὶ ὅλων τῶν προσώπων. Ση-
1723μαίνει ὅμως εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ὅτι ἐγκρί-
1724νεται ἡ δρᾶσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ πλέον σημαίνει ὅτι
1725ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνεται καὶ ὡς συγκρό-
1726τημα καὶ ὡς πορεία κυβερνητικὴ ἀπὸ τὸ δημοκρατικὸν
1727Σῶμα. Διότι συμβαίνει ἀκόμη — καὶ τονίζω τοῦτο — ἡ Συ-
1728νέλευσις νὰ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν κατοχύρωσιν
1729τῆς Δημοκρατίας, ἐξ ἄλλου ὅμως νὰ νομίζῃ ὅτι κατὰ τὰ
1730ἄλλα ἡ Κυβέρνησις ἀστοχεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προάγει
1731τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ νὰ καταψηφίσῃ τὴν ψῆφον
1732ἐμπιστοσύνης καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέ-
1733διον περὶ κατοχυρώσεως τῆς Δημοκρατίας. Εἰς ἑκάστην
1734περίπτωσιν εἰς τὰ Κοινοβούλια σταθμίζεται τὸ γενικώτερον
1735συμφέρον μαζὶ μὲ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, καὶ
1736ὅταν τὸ γενικώτερον συμφέρον ἐπιβάλλῃ τὴν παραμονὴν
1737τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα ἐκφράζουν
1738τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπὸ τοιαύτην
1739ἔννοιαν ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
1740καὶ εἶχε τὴν θέσιν του καὶ διὰ τοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλὰ
1741καὶ διότι κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν καταβάλλεται ἔντε-
1742χνος προσπάθεια ὅπως παρασταθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρα-
1743μένει κατ’ ἀνοχὴν καὶ λόγῳ ἐλέους ἐνίων πληρεξουσίων ἢ
1744ἐνίων πολιτευομένων. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρ-
1745νησις ἡ δημοκρατική, ἡ ὁποία ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τόσον
1746μέγαν προορισμόν, ὅπως καὶ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ἀποδει-
1747κνύει καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα τὸ ἀποδεικνύουν
1748θὰ ἦτο ἀναξία ἑαυτῆς ἐὰν ἐδέχετο νὰ παραμείνῃ αἰωρουμένη
1749εἰς τὴν θέσιν της, μὴ ἔχουσα οὐδεμίαν βάσιν ὅπως βαδίσῃ
1750πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἐφαρμόσῃ τὸ δημοκρατικὸν πρόγραμμα.
1751Δὲν θέλομεν κομματικοὺς δεσμούς, θέλομεν συνεργασίαν
1752μετὰ τῆς Συνελεύσεως, θέλομεν ἡ Συνέλευσις ν’ ἀναλογισθῇ
1753ὅσα ἕως τώρα ἐπετελέσθησαν καὶ ὅσα πρόκειται μεγάλα νὰ
1754ἐκτελεσθοῦν. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ ὅτι ὑπάρχουν ἰσχυ-
1755ρότεροι βραχίονες, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐμπιστευθῇ
1756τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, ἡμεῖς θὰ τὸ ἀφήσωμεν. Ἐὰν ἡ Συνέ-
1757λευσις κρίνῃ ὅτι καλῶς βαδίζομεν καὶ εἰλικρινῶς φερόμεθα
1758ἐν τῷ συνόλῳ ἡμῶν, βεβαίως θέλει ἐκφέρει ψῆφον σχετικὴν
1759ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ψῆφος λευκὴ δὲν θὰ σημαίνῃ βε-
1760βαίως ὅτι ἐγκρίνει ὅ,τι εἰς τὸ μέλλον πραχθῇ, ἢ ὅτι ἐγκρίνει
1761πᾶσαν πρᾶξιν καὶ πᾶν μέτρον τῆς Κυβερνήσεως· σημαίνει
1762ὅμως ὅτι ἡ Συνέλευσις συσσωματουμένη μὲ τὴν Κυβέρνη-
1763σιν ἐννοεῖ νὰ βαδίσῃ πρὸ τὰ ἐμπρός, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ
1764μεγάλου αὐτῆς προγράμματος. (Χειροκροτήματα). Ὑπ’ αὐ-
1765τὴν τὴν ἔννοιαν δεχόμεθα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκ μέρους
1766τῆς Συνελεύσεως. Θέλομεν αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως
1767νὰ μὴ προέρχωνται ἐκ κομματικῶν ὑπολογισμῶν, ἀλλ’ ἐκ
1768καθαρᾶς συνειδήσεως. (Χειροκροτήματα).
1769Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως θὰ
1770ἐξυψώσῃ καὶ αὐτήν, θὰ ἐξυψώσῃ καὶ ἐπὶ πλέον κῦρος θὰ
1771δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ δώσῃ δὲ καὶ τὸ δίδαγμα τὸ
1772ἀπαιτούμενον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουν τὴν Κυ-
1773βέρνησιν καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς μάχης τρέπονται εἰς ἄτα-
1774κτον φυγήν. (Χειροκροτήματα).
1775§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Εἰς τὸ Προε-
1776δρεῖον κατετέθησαν καὶ αἱ ἑξῆς δηλώσεις πληρεξουσίων λε-
1777γόντων (ἀναγινώσκει): «Φρονοῦντες ὅτι ἐπὶ τοῦ τεθέντος ζη-
1778τήματος ἐμπιστοσύνης δὲν ὑπάρχει περίπτωσις διαφωνίας
1779ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δηλοῦμεν ὅτι θὰ ὑπερψηφίσω-
1780μεν αὐτῆς. Τ. Γεωργιάδης, Γ. Μαρῆς, Γ. Κατεχάκης, Σ.
1781Γρηγορίου, Μ. Καταπότης, Μ. Κοθρῆς, Ν. Ἀσκούτσης,
1782Γ. Σφακιανάκης, Ν. Ζουδιανός, Γ. Δουκουμετζίδης».
1783§84Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ θ’ ἀρνηθῶ ψῆφον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι
1784δὲν ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις.
1785§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Ἡ πρότασις ἡ
1786ὁποία τίθεται εἰς ψηφοφορίαν εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἡ Συνέλευ-
1787σις ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρνησιν
1788εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι
1789λέγουν «Ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν «Ὄχι». Κα-
1790λοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ν. Κοντο-
1791λέων καὶ Γ. Μπούμπουλης.
1792(Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον
1793ψηφοφορίας:)
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1794Δημ. Ἡρακλείδης ΝΠ. Παναγιωτόπουλος Ν
1795Ἐλευθ. Βενιζέλος Α. Κωνσταντιλιέρης Ν
1796Κωνστ. Ρακτιβὰν ΝΓεώργ. Ἡσαΐας Π
1797Σ. Παπαγρηγοριάδης ΝἈναστ. Πρωτοπαπᾶς
1798Γεώργ. Ροῦσος ΠΓεώργ. Βραχνὸς Ν
1799Ἀπ. Δοξιάδης Ἀλ. Χατζηκυριάκος Π
1800Ἰωάν. Καλογερᾶς ΝΣτυλ. Γονατᾶς Ν
1801Γεώργ. Πολίτης ΝΣπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν
1802Ἀπόστ. Ὀρφανίδης ΝἈλέξ. Μυλωνᾶς
1803Ἐμμ. Ζυμπρακάκης Ἀρτ. Δεναξᾶς Ν
1804Περ. Καραπάνος ΝΛουκᾶς ΣακελλαρόπουλοςΝ
1805Ἐμμ. Ἐμμανουηλίδης ΝἸωάν. Σολιώτης
1806Γεώρ. Φραγκούδης ΝΓεώργ. Κατσιμπίρης Ν
1807Β. Ἀρτεμιάδης ΝΔημ. Πετρίτης Ν
1808Σκεῦος Ζερβὸς ΝἸωάν. Τσίρος Ν
1809Δημ. Θεολογίτης ΝἈπόστολ. ΠαπαοικονόμουΝ
1810Δημ. Μαρσέλος ΝΔ. Καμπάνης
1811Γεώργ. Μαυρολέων Ἰω. Μαμάης Ν
1812Δημ. Πολυκράτης ΝΑ. Κολιαλέξης Ν
1813Θαλῆς Θεοδωρίδης ΝΠάτρος Καλμοῦχος
1814Ἐλευθ. Παυλίδης ΝἈθαν. Τζώνης
1815Νικ. Καλέλλης ΝΓεώργ. Κατεχάκης Ν
1816Ἀντ. Γαρουφαλιᾶς ΝΤίτ. Γεωργιάδης Ν
1817Δημ. Μ/ρ έτης ΝΓεώργ. Μαρῆς Ν
1818Πέτρος Παναγιώτου ΝΣτυλ. Γρηγορίου Ν
1819Δημήτ. Βαρελᾶς ΝΝικ. Ζουδιανὸς Ν
1820Βασ. Καρᾶπανος Ἰωάν. Περδικογιάννης
1821Χρ. Σαμαρᾶς ΝΓεώργ. Δουκουμετζίδης Ν
1822Ι. Στάϊκος ἢ Παπαδάκης Σταμ. Κιουζὲς Πεζᾶς Ν
1823Θωμᾶς Μάγγος ΝΓεώργ. Χατζηκυριακοῦ Ν
1824Ἀβραὰμ Γρηγοριάδης ΝΘεόδ. Ἀνδρεάδης Ν
1825Γ. Παπαγεωργίου Θεόδ. Πάγκαλος Π
1826Κ. Σπυρίδης Κωνστ. Ἀγγελάκης Ν
1827Ἀδὰμ Εὐφραϊμίδης ΝἈνδρ. Μπιράκης Ν
1828Φιλ. Γιαννικόπουλος ΝἸωάν. Βαρβαγιάννης
1829Δημ. Σαράτσης ΝΚωνστ. Φίλανδρος Ν
1830Δημ. Ψάρης Σερ. Τσακμάκης Ν
1831Ἀλέξ. Γρίβας Μιχ. Κύρκος
1832Παντ. Καρασεβδᾶς ΝἸωάν. Πετσάλης Ν
1833Φίλ. Στασινόπουλος ΝΛ. Ἰασονίδης Ν
1834Ἀθ. Παπαχριστόπουλος ΝΔημ. Εὐθυμιάδης Ν
1835Ἠλίας Ἀποσκίτης ΝΣτέφ. Βαρδάκος Ν
1836Δημ. Δημητρακόπουλος ΝΠαντ. Γεωργιάδης Ν
1837Πέτρος Ζωγράφος ΝΞενοφῶν Ἀναστασιάδης Ν
1838Νικ. Ζαμάνος ΝΔημ. Δημάδης Ν
1839Δημ. Χατζόπουλος ΝΝικόλ. Τερζόγλου Ν
1840Κωνστ. Ταλιαδοῦρος ΝΓεώργ. Κοσμίδης Ν
1841Παναγ. Πετροπουλάκης ΝΧρ. Πῖψος Ν
1842Εὐστάθ. Μαλαμίδας Ἰωάν. Πλατσούκας
1843Γεώργ. Βοραζάνης ΝΠερ. Καλλιδόπουλος Ν
1844Λάμπρ. Λαμπριανίδης Γεώργ. Κωνσταντινίδης
1845Δημ. Ἀνδρεάδης ΝΓεώργ. Ἀλεκτορίδης
1846Δημ. Βάντσης Ἰορδ. Ἀνανιάδης
1847Ἀντ. Βεζιρζόγλου ΝἸω. Πασαλίδης Ν
1848Κ. Κωνσταντινίδης Μιχ. Σκιαρᾶς
1849Θεμιστ. Παπαϊωάννου ΝΕὐστρ. Γονατᾶς Ν
1850Ἀρ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΚωνστ. Βαγιανὸς Ν
1851Κων. Κουρτίδης Π. Διαμαντόπουλος Ν
1852Ἀνδρ. Κωνσταντινίδης ΝἸσαὰκ Ἀλχανάτης Ν
1853Χριστόφ. Πανταζίδης ΝἸάκωβος Λευΐ Ν
1854Φίλ. Μανουηλίδης Ἰωσὴφ Ἠλία Σάϊας Ν
1855Περ. Κουρτίδης Ἰησοῦς Σαμουηλίδης Ν
1856Γεώργ. Μπρίκας Νικόλ. Σπηλιώτης
1857Ἀλέξ. Παπαθανάσης Παν. Στενὸς Ν
1858Βασ. Χατζηλίας ΝΔημ. Κατσίνας
1859Ἐμὶν Μπέη Ζαδὲ ΝἈντ. Πρέκας
1860Γρηγ. Τηλικίδης ΝἈντ. Δαργέντας Ν
1861Νεόκ. Γρηγοριάδης ΝΓεώργ. Δρακοῦλης Ν
1862Γεωργ. Κοντολέων ΝΔημ. Μπότσαρης
1863Μιχ. Δῶδος ΝΓεώργ. Καλούδης
1864Γεώργ. Πέτσος ΝΜιχ. Μίσιος
1865Ἰωάν. Γιαμούζης ΝΓεώργιος Καγιᾶς Ν
1866Ἀνδρ. Κόρακας ΝΣπυρ. Σῖμος
1867Κυρ. Βαρδουλάκης ΝΠαν. Γιωτόπουλος Ν
1868Δ. Καλκανδῆς ΝΠέτρος Μπέμπης Ν
1869Γεώργ. Καφαντάρης Ἀθαν. Τραχήλης
1870Ἰωάν. Τσιγκόλης Περ. Γεωργίτσης Ν
1871Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Γεώργ. Γκάλλος
1872Ἀναστ. Ταβουλάρης Ἀχ. Παπαδᾶτος Ν
1873Θεόδ. Γοῦσκος ΝΑὔγουστος Θεολογίτης Ν
1874Καῖσαρ Ζέζας ΝἈναστ. Μισιρλόγλου
1875Κωνστ. Γόντικας Μιλτ. Σταμούλης
1876Νικ. Συριόπουλος ΝΠαρ. Γκελγκενδζόγλου Ν
1877Βασ. Δαλιάνης Ἀ. Κωνσταντινίδης
1878Τάσης Ἀναστασίου ΝΣωκρ. Ζερβουδάκης
1879Χαράλ. Λυκοτόμαρος ΝΣτέφ. Παπαναστασίου Ν
1880Νεοκ. Παπαγιαννόπουλος Κωνστ. Νταῆς
1881Νικόλ. Καλλιοντζῆς ΝΓεώργ. Θούας
1882Ἠλίας Μεϊτάνης ΝΔημ. Σάλτας
1883Ἀνδρ. Ζαΐμης Ἰωάν. Σιφναῖος
1884Σωτ. Γιαννούσης Ὀρέστ. Κυπριανὸς Ν
1885Χρ. Σακελλαρίδης ΝΔημ. Γεωργαλᾶς Ν
1886Ἰωάν. Κουρτάκης ΝΓεώργ. Καλδῆς Ν
1887Παν. Φλέσσας ΝΜ. Λάλιος Ν
1888Νικ. Δαγρὲς ΝΔημ. Ἀκάκιος Ν
1889Γεώργ. Σίδερις ΝΧαρ. Γρηγορίου Ν
1890Χρ. Ἀλαμανῆς Ἀντ. Παπαγεωργίου Ν
1891Κωνστ. Σταμούλης ΠΔημ. Σάββας Ν
1892Λάμπρ. Κατσάρος Μάρκ. Τσαρλαμπᾶς Ν
1893Περ. Ἀλεξανδρῆς Γερασ. Σολδᾶτος Ν
1894Λάμπρ. Καταφυγιώτης ΝΝικόλ. Ἀβραὰμ
1895Εὐστ. Γουλιανὸς ΝἸωάν. Παπαλουκᾶς Ν
1896Ἰωάν. Παπαθεοδώρου ΝΠέτρος Λαπατσάνης Ν
1897Παν. Κόλιας Ἀλέξ. Παπαναστασίου Π
1898Νικ. Σταματιάδης ΝΓεώργ. Σεχιώτης
1899Ζαφείριος Ἀδὰμ Νικόλ. Μπακόπουλος Ν
1900Ἰωάν. Βάλαλας ΠἸωάν. Μανέττας Ν
1901Ἀλέξ. Ὡρολογόπουλος ΝΧρ. Κατριβάνος Ν
1902Ἰωάν. Ζάχος ΝΔημ. Φλέσσας
1903Δημ. Κύρου ΝΠλούτ. Χαλόφτης Ν
1904Περ. Μαζαράκης ΝΧρ. Ζουμῆς Ν
1905Ἀνδρ. Δενδρινὸς ΝἸωάν. Πετάλας Ν
1906Κωνστ. Ζαδίτσιάνος Νικόλ. Χρυσόγελος
1907Εὐθ. Βελλιανίτης ΝΔιον. Λεονάρδος Ν
1908Κωνστ. Βούλγαρης ΝΠαν. Μερλόπουλος
1909Δημ. Σπίγγος ΝἸωάν. Φωτόπουλος Ν
1910Σπυρ. Ζερβὸς ΝὌθων Πέτροδας
1911Θεόδ. Κωτούλας ΝΓεώργ. Πρεζάνης
1912Κωνστ. Τσιμινάκης ΝΔημ. Πριμπονᾶς Ν
1913Ἴων. Κοντοδίνας Ἀντ. Πραντούνας Ν
1914Παν. Καλαντζόπουλος ΝΓεώργ. Βενιέρης Ν
1915Λάζ. Ἀνδρεάδης ΝἸωάν. Κανναβὸς
1916Στυλ. Θεολογίδης Ἰωάν. Καραμανίδης
1917Γεώργ. Κακουλίδης ΟΚωνστ. Πετρίδης Ν
1918Παναγ. Ἀραβαντινὸς ΠΧρῖστος Δάνκινας Ν
1919Ἀν. Ἀναγνωστόπουλος Κωνστ. Βλαχοιανάσης Ν
1920Νικόλ. Φραντζῆς ΝΠ. Μαυρομιχάλης
1921Παναγ. Πετρίδης Βασ. Κυβέλος Ν
1922Σπυρ. Ἠλιόπουλος ΝΚωνστ. Βουδούρης Ν
1923Κωνστ. Ρέντης ΝΠ. Κανελλόπουλος Ν
1924Λουκᾶς Νιφοράτος ΝἸωάν. Σεφερλῆς
1925Ριχ. Λιβαθηνόπουλος ΝΓερ. Τυπ. Ἰακωβᾶτος
1926Παν. Καπάτος ΝΒασ. Ἀλεβιζάτος Ν
1927Παναγ. Τσιτσίλιας Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
1928Θεόδ. Γρηγορίου ΝΣπυρ. Κρεμεζῆς
1929Νικ. Καραμάνος ΝΝικόλ. Γουργουρῆς
1930Ἰωάν. Λιμπερόπουλος ΠΚωνστ. Σταματόπουλος Ν
1931Θαλῆς Κουτούπης ΝἈνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
1932Γεώργ. Φικιώρης ΝΚωνστ. Δρούλιας
1933Σπυρ. Ξύδης ΝΚωνστ. Γκότσης Ν
1934Ἀχ. Πρωτοσύγκελλος ΝΓεώργ. Ἀργυρόπουλος Ν
1935Στέφ. Ἀναστασιάδης Ἀνδρ. Μάρκου
1936Ἰωάν. Ἰσχόμαχος ΝΧρῖστος Φωκᾶς Ν
1937Γεώργ. Βλάχος ΝΘεόδ. Χαβίνης Ν
1938Ἰωσ. Κούνδουρος ΝἈνδρ. Σκέφερης
1939Μιχ. Κεθρῆς ΝΔημ. Δαγκλῆς Ν
1940Παν. Σφακιανάκης ΝΓεώργ. Γερογιάννης
1941Μιχ. Καταπότης ΝΠαν. Κοκκινάτος Ν
1942Λουκᾶς Κουτσοπέταλος ΝΜιχ. Βυζᾶς
1943Νικόλ. Ἀνδρεαδάκης ΝἸω. Ταρσούλης Ν
1944Βύρ. Καραπαναγιώτης ΝΔημ. Τσιπόγας
1945Γεώργ. Παπανδρέου Νικ. Ἀσκούτσης Ν
1946Στυλ. Κρητικᾶς ΝΓεώργ. Τσαγρῆς
1947Ἐμμ. Μάρκογλου ΝἘμμ. Τσουδερὸς Π
1948Ἰωάν. Λαδᾶς ΝΜαν. Βολουδάκης Ν
1949Ἰω. Γοβατζιδάκης ΝΝικ. Μανωλόπουλος Ν
1950Γεώργ. Κονδύλης ΠΓεώργ. Λουπινᾶς Ν
1951Ἀναστ. Μπακάλμπασης ΠἈναστ. Ἀκρίδας
1952Γεώργ. Λαλαζήσης ΝΒασ. Βλαχόπουλος
1953Δημοσθ. Ἐλευθεριάδης ΝΓεώργ. Τσακανίκας
1954Σπυρ. Ἀντωνιάδης ΝΓεώργ. Δουζίνας Ν
1955Ἰωάν. Κεραμεὺς ΝΛάμπρος Λάμπρου
1956Κωνστ. Καλούδης ΝΓεώργ. Ροδόπουλος
1957Λεων. Θεοχάρης ΝΘεόδ. Κριεζῆς Ν
1958Ζήσης Μπογιῶτας Ἀθ. Μιαούλης Ν
1959Χασὰν Ὀγλοῦ Μουσταφᾶ ΝἈντών. Δαμιανὸς Ν
1960Χατζῆ Ἀχμέτογλοῦ ΜεστάνΝΜιλτ. Δεληγιάννης Ν
1961Ἀλέξ. Γιαννουλάτος ΝἸωάν. Τσιριμῶκος Ν
1962Μιλτ. Καδαλιερατος Νικόλ. Ξηρὸς Ν
1963Θεμ. Σοφούλης Σπυρ. Τράκας Ν
1964Κωνστ. Παπαϊωάννου Ἀναστ. Κούτρας Ν
1965Ἐμμ. Σοφούλης Γεώργ. Μόδης ἀρν.
1966Ἀλ. Κεντούρης Ἰωάν. Σαπουντζῆς Ν
1967Ἰωάνν. Μαλαχίας ΝΓεώργ. Τζωρτζῆς
1968Δημ. Πάζης ΠΜιχαὴλ Χατζητάσης Ν
1969Δημοσθ. Φλωριᾶς Ρηγόρδης Χατζόπουλος
1970Κωάν. Σχοινᾶς ΝἌγγ. Ἀγαπητὸς Ν
1971Δημοσθ. Μέλφος ΝἸωάν. Μαυρουδῆς Ν
1972Ὀρέστ. Ζαφειρίου Κωνστ. Ματσιώρης
1973Νικ. Μανούσης ΝΝικ. Παπαγεωργίου Ν
1974Νικ. Κωνσταντόπουλος ΝΔημ. Χατζῆς
1975Ἀναστ. Λαζαρίδης ΝΚωνστ. Κυραναστάσης Ν
1976Β. Ἐμμανουηλίδης Βασίλ. Μάλλιος Ν
1977Ἰάκ. Τριανταφύλλου Γεώργ. Κουτρουμπάκης Ν
1978Σταμ. Βακράτσας Στρατῆς Γεωργιλαδάκης Ν
1979Γεώργ. Μπούμπουλης ΝΚωσ. Παπαδογιάννης Ν
1980Δημ. Δασκαλάκης ΝΠολ. Πολυχρονίδης
1981Ἰωάν. Μαραγκός ΝἈριστομ. Μητσοτάκης Π
1982Ἰωάν. Βενιέρης ΝΓρηγ. Μάρακας
1983Ἀλέξ. Παπαδάμ ΝἸωάν. Μαρματάκης Ν
1984Κωνστ. Καλομενόπουλος Ὅμ. Πανταζίδης Ν
1985Κωνστ. Ἀλαβάνος ΝΧριστ. Ροδοκανάκης Ν
1986Ἐμ. Βαλαρῆς ΝΒίκ. Κουκουρίδης Ν
1987Σωτ. Χατζηγάκης Γεώργ. Φ. Ἀνδρεάδης Ν
1988Παναγ. Καραλῆς ΝἨλ. Ἀσπιώτης Ν
1989Χρ. Χατζηπέτρος Μάριος Βολίκας Ν
1990Βασίλ. Ἰακωβάδης Ἀλέξ. Κανάρης Ν
1991Ἀνδρ. Κοκκέβης ΝΝικ. Μαμούνης Ν
1992§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς
1993ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή.
1994(Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
1995§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 276.
1996Εἶπον ΝΑΙ 260.
1997Εἶπον ΟΧΙ 1.
1998Καὶ ἠρνήθησαν ψῆφον 15.
1999Ἑπομένως ἡ Συνέλευσις ἐξέφρασε τὴν ἐμπιστοσύνην της
2000πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
2001§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι ἐνίσχυσα τὴν μὲν ἐπὶ τῆς
2002Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τῶν κ. κ.
2003Ἀντ. Δαμιανοῦ, Χρ. Φακῆ, Ν. Ἀβραάμ, Γ. Δουζίνα, Φ.
2004Γιαννακοπούλου, Λ. Ἰασονίδη καὶ Ν. Μπακοπούλου, τὴν
2005δὲ ἐπὶ τῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τῶν
2006κ. κ. Θ. Βελλιανίτη Δ. Στράτση, Β. Χατζηλία, Δ. Μαργέ-
2007τη, Σπ. Θεοδωροπούλου Δ. Ἐλευθεριάδη καὶ Γερ. Σολδάτου.
2008Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν ἣν
2009ἔλαβον κατήρτισα τὴν ἐπὶ τοῦ κατοχυρωτικοῦ Διατάγματος
2010Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ἑξῆς: Α. Μιχαλακοπούλου, Κ. Ζαβι-
2011τσιάνου, Ι. Κουνδούρου, Π. Γιωτοπούλου, Ν. Ἀβραάμ, Κ.
2012Γόντικα, Φ. Μανουηλίδη, Ν. Καλέλλη, Γ. Δουζίνα, Ν.
2013Μπακοπούλου, Θ. Χαβίνη, Γ. Μπούμπουλη, Σ. Ἠλιοπού-
2014λου, Σ. Θεοδωροπούλου καὶ Γ. Κατσιμπίρη.
2015Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν προγενεστέ-
2016ραν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
2017Ἐπιτροπή, εἰς ἣν παρεπέμφθησαν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν
2018Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, ἐνισχύε-
2019ται διὰ τῶν κ. κ. Γ. Καφαντάρη, Α. Μιχαλακοπούλου, Θ.
2020Σοφούλη, Στυλ. Γονατᾶ, Ἀριστ. Ἀναγνωστοπούλου, Γ. Κα-
2021τεχάκη, Π. Πιερ. Μαυρομιχάλη, Ἐμμ. Ζυμπρακάκη, Ἀντ.
2022Πρεντούνη, Κυρ. Βαρδουλάκη, Λ. Σακελλαροπούλου, Κ.
2023Σταματοπούλου, Π. Καλλιδοπούλου, Δ. Πετρίτη, Ἀχ. Πρω-
2024τοσυγκέλλου, Β. Βλαχοπούλου, Θ. Χαβίνη, Θ. Κουτούπη, Ι.
2025Κουνδούρου καὶ Ἀπ. Ὀρφανίδου.
2026§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ
2027αὔριον ὥρᾳ 5,30 μ. μ.
2028(Ὥρᾳ 9 μ. μ.)