1924.02.13
2,536 rows · 19,971 words · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17Η
Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 1924
Προεδρία κ. Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρα 5.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). — Ὁ Ἀλληλοβοηθητικὸς Σύλλογος «Ἡ Ἀλληλεγγύη» περιπτερούχων καπνοπωλῶν τραυματιῶν πολέμου αἰτεῖται τὴν ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου 2942 «περὶ περιπτέρων καὶ ταμείων προικοδοτήσεως». — Οἱ αὐτεπαγγέλτως ἀποστρατευθέντες Φιλελεύθεροι ἀξιωματικοὶ αἰτοῦσι τὴν ἐπαναφοράν των. — Ἡ Ζωὴ χήρα Γεωργίου Μπάμπουρα αἰτεῖται τὴν χορήγησιν οἰκοπέδου μετὰ τῶν ἀναγκαιούντων ὑλικῶν πρὸς ἀνέγερσιν οἰκίας ἐν Δράμᾳ. — Ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοκρατικοῦ Συνδέσμου Κομοτηνῆς παρακαλεῖ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Στρατοῦ περὶ ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας καὶ ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας. — Ὁ Χρῖστος Παπαδόπουλος ὑπάλληλος Στάνταρ ἐν Καβάλλᾳ παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ λόγῳ τῆς ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ κατεδαφίσεως τῆς ἐκεῖ οἰκίας του. —Οἱ ἔμποροι Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ Γʹ τομέως ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον ἔτη. —Ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Ἐμπρίου τῆς ἐπαρχίας Καϊλαρίων Νταζὶπ Μερσὶν παρακαλεῖ ὅπως μὴ συμπεριληφθῇ μεταξὺ τῶν ἀνταλλακτέων πληθυσμῶν. —Ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις τῶν πενομένων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ πατάξεως τῆς αἰσχροκερδείας. —Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ὑγείας Ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως χώρου παρὰ τὴν Θεσσαλονίκην πρὸς ἵδρυσιν Νεκροταφείου τῶν κατὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον πεσόντον Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων στρατιωτῶν». —Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἀθηνῶν περὶ χορηγήσεως ἀδείας πρὸς δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Ἄρτης κ. Τζώνη. —Ἡ ἐπὶ τῶν Τ.Τ.Τ. Ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Μαδρίτῃ διομολογηθείσης συμφωνίας ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν κτλ.» —Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Γεώργ. Δουζίνας, Σπ. Θεοδωρόπουλος, Θ. Γοῦσκος καὶ Π. Καρασεβδᾶς ὑποβάλλουσι τὰς ἑξῆς προτάσεις νόμων: 1) «Περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου ΧΜΗʹ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν» καὶ 2) «Περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1923 Ν. Διατάγματος «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἕνεκα πολιτικῆς ὑπηρεσίας». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ἰω. Κανναβὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ προσωρινοῦ διακανονισμοῦ τῆς ὑδρονομῆς διὰ τῶν ἀρδευτικῶν ὑδάτων τοῦ χειμάρρου Γλαύκου Λεύκας τῆς μεσημβρινῆς πεδιάδος Πατρῶν». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεως κ. Α. Δοξιάδης ὑποβάλλει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς, Προνοίας καὶ Ἀντιλήψεων». —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ἐμμ. Τσουδερὸς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια ψηφισμάτων: 1) «Περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1924 1925» καὶ 2) «Περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποθεματικῶν κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1923–1924 καὶ μειώσεως αὐξήσεών τινων αὐτοῦ».
§2Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε θὰ παρακαλέσω νὰ εἰσέλθωμεν ἐπί τινα λεπτὰ τῆς ὥρας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10 νομοσχεδίου καὶ ἀκολούθως εἰσερχόμεθα εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§4Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸ Προεδρεῖον νὰ εἰσηγηθῇ μία τροποποίησιν εἰς τὸν Κανονισμὸν εἰς τρόπον ὥστε αἱ ἀναφοραὶ καὶ αἱ καθημεριναὶ ἀνακοινώσεις νὰ καταχωρίζωνται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὥστε νὰ μὴ κατατρίβηται χρόνος πολύτιμος διὰ τὰς ἀναγνώσεις, νὰ λαμβάνῃ δὲ γνῶσιν ἡ Συνέλευσις διὰ τῆς ἀναγραφῆς των εἰς τὰ πρακτικά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅπως καταρτίσω τὴν ἐκ πληρεξουσίων ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων. Οἱ παραδεχόμενοι παρκαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ὑπὸ ἀνταλλαγὴν ὁμογενῶν εἰς δημοτολόγια καὶ μητρῷα ἀρρένων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης γʹ παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 75 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§8Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν λόγον. Πρώτην φορὰν συνέβη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τοῦ Λαοῦ καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος νὰ καταργηθοῦν ὁλοτελῶς.
§9Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ὑπέβαλον μίαν γνώμην· ἐὰν πρόκειται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ ἐφαρμοσθῇ θὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως διὰ μιᾶς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§10Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Πρότασιν θέλω νὰ κάμω καὶ ἐγώ. Ὑπάρχουσι, κ. Πρόεδρε, ζητήματα σπουδαιότατα, τὰ ὁποῖα μεγάλως ἐνδιαφέρουσι καὶ τὸ Κοινὸν καὶ ἡμᾶς, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἄλλα, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβωμεν πληροφορίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐλέγξωμεν αὐτήν. Παρακολουθῶν βεβαιῶ ὅτι αἱ κατ’ ἐξακολούθησιν συζητήσεις διὰ τὸ πολιτειακὸν καὶ δυναστικὸν ζήτημα εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ μέγας ἀριθμὸς συναδέλφων καὶ οὕτως αἱ συζητήσεις τείνουσι νὰ καταστῶσιν ἀτέρμονες. Εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἵνα μὴ ἀπόλλυται χρόνος πολύτιμος· καὶ δι’ αὐτὸ καλὸν εἶναι νὰ παρακληθοῦν μᾶλλον οἱ κ.κ. συνάδελφοι καὶ ἰδίως οἱ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενοι ἐνταῦθα καὶ οἵτινες ἔχουσι μεγάλην ἱκανότητα τοῦ ἀγορεύειν, νὰ συντομεύωσι τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν, ἄλλως τε τὰ ζητήματα ἀνεπτύχθησαν ἀρκετὰ καὶ ἐξωνυχίσθησαν πολὺ ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων. Ἐν ἀνάγκῃ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωμεν καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας ἡμῶν, προσερχόμενοι καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον. Οὕτω νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ διευκολύνωμεν περισσότερον τὰς ἐργασίας ἡμῶν.
§11Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος ὑπ’ ἀμφοτέρας τὰς μορφὰς ἔχει τελείως σχεδὸν ἐξαντληθῆ, διότι τὰ θέματα ἠρευνήθησαν ὑφ’ ὅλας τὰς ἀπόψεις. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν συγχρόνως οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς κ.κ. πληρεξουσίους νὰ ὁμιλήσωσι. Αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ τὸ κανονίσῃ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸν τερματισμὸν τῆς συζητήσεως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§12Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν ἀκριβολογίᾳ λέγων ὅτι εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἀλληλεγγύως ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ διὰ τὴν βραδύτητα ταύτην. Νομίζω ὅμως ὅτι μέγα μέρος τῆς εὐθύνης φέρει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ περιορίζομαι νὰ ἐφαρμόζω πιστῶς τὸν Κανονισμόν.
§14Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἑπομένως παρακαλῶ ὅπως παρατείνωνται αἱ συνεδριάσεις καὶ μέχρι τῆς 6ης πρωϊνῆς, ἵνα λυθῶσι τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα, πρωτίστως δὲ τὰ προσφυγικὰ ζητήματα καὶ τὸ ὑψίστης σημασίας ζήτημα τῶν Ἑλληνορωσσικῶν σχέσεων, ζήτημα ἀφορῶν τὴν τύχην 400.000 Ἑλλήνων.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς.
§16Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρὶν εἰσέλθω, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ κύριον θέμα ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολλὰ καὶ μεγίστης σπουδαιότητος, ὅλα δηλαδὴ ἀπασχολοῦσι τὸ Κράτος καὶ ἀφορῶσι τὸ Σύνταγμα. Δι’ ὅλων αὐτῶν ἐξαντλεῖται ἡ δικαιοδοσία τῆς Συνελεύσεως καὶ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ περιλάβῃ ὅλα εἰς τὰς δηλώσεις της, ὅπως κακῶς ζητεῖ νὰ ἐξαντληθοῦν ὅλα εἰς μίαν συζήτησιν κατά τινας μόνον συνεδριάσεις. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ χωρίσῃ τὰ ζητήματα αὐτά: αʹ) εἰς δυναστικὸν ζήτημα, βʹ) εἰς πολιτειακόν, καὶ γʹ) εἰς κυβερνητικὰς δηλώσεις. Δὲν ἠμποροῦν νὰ συζητηθοῦν καὶ ψηφισθοῦν ὅλα μαζὶ τὰ ζητήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλὰ καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀσκήσουν μεγίστην ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ Ἔθνους. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἡ Ἀναθεωρητικὴ ἐχρειάσθη ἔτος ὁλόκληρον διὰ μεταρρύθμισιν συνταγματικῶν διατάξεων ἐπουσιωδῶν, δὲν πρέπει ἡ σημερινὴ Συντακτικὴ Συνέλευσις νὰ τελειώσῃ σπουδαιότερα ζητήματα εἰς ὀλιγίστας ἡμέρας μόνον. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐκ μέρους τῶν ἀνεξαρτήτων φιλελευθέρων–δημοκρατικῶν θεωρῶ πρωτοφανὲς εἰς τὰ χρονικὰ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν κομμάτων καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παντοῦ ὅ,τι συνέβη καὶ συμβαίνει μὲ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅτι δηλαδὴ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐσχηματίσθη, καὶ εὐθὺς ὡς ἐσχηματίσθη μετέβαλε πλήρως ἰδέας περὶ ζητημάτων θεμελιωδῶν καὶ δὴ πολιτειακῶν. Θεωρῶ πρωτοφανὲς ὅτι τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ πρὶν νὰ σχηματίσουν Κυβέρνησιν δὲν εἶχον ἐκδηλώσει ἰδέας δημοκρατικὰς οὐδ’ ἀγωνισθῆ ὑπὲρ αὐτῶν, ἤδη μετὰ τὸν σχηματισμὸν ἐκδηλώνουν τοιαύτας καὶ ἀναλαμβάνουν, ὡς ἰσχυρίζονται, τὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἀγῶνα. Καὶ ὁμολογῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι εἶναι μὲν εὐχάριστον τὸ τοιοῦτον, διότι τοιουτοτρόπως εἰς τὴν προϋπάρξασαν καὶ προεπικρατήσασαν δημοκρατικὴν ἰδέαν, εἰς τοὺς προϋπάρξαντας ὀπαδοὺς τῆς ἰδέας αὐτῆς, ὅσον καὶ ἂν εἶναι πολυάριθμοι, προστίθενται καὶ νέοι τοιοῦτοι οἷοι εἶναι οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναμαι—καὶ λυποῦμαι διὰ τοῦτο—νὰ εἴπω ἐπίσης ὅτι καὶ ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῶν μελῶν αὐτῆς, τῶν καθυστερησάντων καὶ βραδυπορησάντων αὐτῶν δημοκρατικῶν, τῶν κηρυχθέντων δημοκρατικῶν μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐξουσίας, εἶναι συντελεστικὸς εἰς τὴν ὁριστικὴν ἐπικράτησιν τοῦ δημοκρατικοῦ ἀγῶνος. Καὶ δὲν εἶναι ὁ σχηματισμὸς αὐτὸς συντελεστικὸς εἰς τὴν ἐπικράτησιν τοῦ ἀγῶνος, πρῶτον μὲν διότι θὰ ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι πολλοὶ καχύποπτοι—καὶ τοιοῦτοι δυστυχῶς ἀφθονοῦσι παρ’ ἡμῖν ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βενιζέλου,—θὰ ἠδύναντο, λέγω, νὰ εὑρεθῶσι τοιοῦτοι καχύποπτοι,—εἰς τοὺς ὁποίους τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν νομίζω ὅτι κατατάσσομαι,—οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλεγον ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὴν δημοκρατικοποίησιν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἀνάληψις τῆς ἐξουσίας. Δεύτερον δὲ διότι ἡ δημοκρατικοποίησις τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ τόσον εὐκόλως ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις γενομένη, ἀσφαλῶς δὲν εἶναι ἰσχυρὸν στοιχεῖον οὐδὲ κεφάλαιον ἀρκετὸν τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι ἡ τοιαύτη συγκρότησις τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι ὠφέλιμος καὶ ὄχι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας. Ἡ ἰδέα, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ δημοκρατική, ὅπως καὶ πᾶσα εὐγενὴς καὶ ὀρθὴ ἰδέα, βεβαίως εὐκόλως διαδίδεται εἰς τὸν κόσμον τοῦτον. Διὰ νὰ ἐπικρατήσῃ ὅμως ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πλήρης, νὰ καταστῇ ἐνεργός, παλαιστική. Ὅταν ἡ ἰδέα ὑφίσταται ἁπλῶς κατὰ ἐσωτερικὴν διάθεσιν μόνον, ὀλίγον ἀπέχει τῶν ὀνείρων μιᾶς θερινῆς νυκτός. Ἡ ἰδέα διὰ νὰ καταστῇ πλήρης ἀπαιτεῖται ὄχι μόνον νὰ γίνεται βαθύτατα αἰσθητὴ καὶ νὰ ἐκδηλοῦται ἰσχυρῶς, ἄνευ ἐπιφυλάξεων, ἄνευ ἀναβολῶν, ἄνευ ὑπολογισμῶν, ἄνευ τοιούτων παρομοίων μικροβίων ἀντιδημοκρατικῶν ἢ ἀντιιδεολογικῶν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον εἶναι ἀνάγκη ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται οὕτω καὶ ἐκδηλοῖ οὕτω τὴν ἰδέαν του νὰ ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ καὶ ἀγῶνας καὶ θυσίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας αὐτῆς, ἢ — καὶ καλύτερον ἀκόμη, ἐφόσον βεβαίως εἶναι δυνατὸν—νὰ ἔχῃ διέλθει ἀπὸ κινδύνους καὶ δοκιμασίας πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐρωτῶ: Τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς κατέχονται ὑπὸ τοιαύτης ἰδέας δημοκρατικῆς πλήρους καὶ ἐνεργοῦ; Ἔχουν φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀγωνιστικὸν ἐξελίξεως τῆς ἰδέας αὐτῆς; Ἀναμφισβητήτως ὄχι, κύριοι πληρεξούσιοι. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι εἶναι οἱ ἐνδεδειγμένοι ὅπως ἡγηθῶσιν ἐπιτυχῶς τοῦ δημοκρατικοῦ μας ἀγῶνος. Οἱ ὑπολειπόμενοι, ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι τῶν ὁποίων θέλομεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὸ πολίτευμα, οὐ στεφανοῦνται, κατὰ συνέπειαν οὐδὲ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ οἱ ὑπολειφθέντες, οἱ καθυστερήσαντες, οἱ βραδυπορήσαντες, οἱ κηρυχθέντες δημοκρατικοὶ ἅμα τῇ ἀναλήψει τῆς ἐξουσίας, εἶναι οἱ ἐνδεδειγμένοι ὅπως ἐπιστέψωσιν οὐδὲ ἑαυτούς οὐδὲ δυστυχῶς τὸν δημοκρατικὸν ἡμῶν ἀγῶνα νικηφόρως.
§17Α. ΠΡΑΝΤΟΥΝΑΣ. Οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἔλεγον «σπεῦδε βραδέως».
§18Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ὅπως θέλετε. Ἐγὼ ἄλλως τε ὁμιλῶ οὕτως, ἵνα δείξω ἀκόμη ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὡς ὑπολειφθέντες, πρέπει νὰ ἀναλάβουν διὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας καὶ ὑποχρεώσεις περισσοτέρας. Ἐγώ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶχον τὴν ἰδέαν, — τὴν ὁποίαν μάλιστα διεκήρυξα εἰς πολλοὺς καὶ εἰς μέλη ἀκόμη τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὸν κ. Σοφούλην καὶ ἄλλους,—εἶχον, λέγω, τὴν ἰδέαν ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ μία καθαρῶς δημοκρατικὴ Κυβέρνησις ἀποτελουμένη ἀπὸ τὰ μέλη τῆς «Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως», ἀπὸ φιλελευθέρους–δημοκρατικοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκ τῶν συντηρητικῶν–φιλελευθέρων κεκρυμμένους ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας, καὶ ἐν γένει ἀπὸ ὅλους τοὺς δημοκρατικοὺς πλὴν τῶν ἀνεξαρτήτων φιλελευθέρων δημοκρατικῶν, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀρχὴν δὲν δεχόμεθα ὑπουργικὰ ἀξιώματα. Εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη Κυβέρνησις πρῶτον μὲν διότι κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἶχεν ἐπικρατήσει ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα κατὰ τὸ πλεῖστον, δεύτερον δὲ διότι εἶχον ἐκλεγῆ κατὰ τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς δημοκρατικοὶ πάσης φύσεως κατὰ πλειονοψηφίαν. Τοὺς ἐμέτρησα καλύτερον ἀπὸ τὸν καθένα, σᾶς βεβαιῶ. Εἶχον μάλιστα τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις λόγῳ τῆς ἐπικρατήσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς κατὰ τὸ πλεῖστον τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶχον ἐκλεγῆ κατὰ πλειονοψηφίαν οἱ δημοκρατικοὶ πάσης φύσεως. Καὶ τοῦτο, διότι τοιοῦτόν τι συμβαίνει πάντοτε εἰς ὅλα τὰ Κράτη τὰ προοδευτικά, καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας ἀκόμη ὅταν διήρχετο καὶ αὐτὸ κάποτε περιόδους προοδευτικάς. Εἰς τὰ Κράτη δηλ. τὰ προοδευτικά, ὅταν βλέπουν ὅτι σχηματίζεται ἓν ἰσχυρὸν ῥεῦμα ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν ἢ καὶ ἁπλῶς τείνουν νὰ ἐπικρατήσουν ἢ παρέχουν τὴν ἐλπίδα ἐπικρατήσεως, τότε εἰς τὰ Κράτη αὐτὰ σχηματίζεται Κυβέρνησις ἐκ τῶν ὀπαδῶν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, ὅπως προαχθῇ ἡ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπικράτησις τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. Ἀποτείνονται μάλιστα καὶ εἰς μειοψηφίας προσώπων, μὲ τὴν ἐλπίδα πάντοτε ὅτι τὸ ἰσχυρὸν ῥεῦμα τῶν ἰδεῶν θὰ ἑλκύσῃ καὶ ἕτερον ἀριθμὸν προσώπων, ὥστε νὰ ἀποτελεσθῇ πλειονοψηφία, καὶ ἕτερον, λέγω, ἀριθμὸν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰς αὐτὰς τάσεις ἰδεῶν, κεκαλυμμένας ὅμως ἢ καὶ μὴ διαγραφείσας ἀκόμη. Τοιοῦτόν τι, κύριοι, καὶ παρ’ ἡμῖν συνέβη μὲ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1910. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας ὁ Λαὸς εἶχεν ἐκδηλώσει τὴν ἐκτίμησίν του καὶ πρὸς τὰς νέας ἰδέας καὶ τὰς νέας μεθόδους καὶ πρὸς τοὺς νέους ἄνδρας. Δὲν εἶχον ὅμως ἐκλεγῆ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας νέοι ἄνδρες κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅπως θὰ ἐνθυμεῖσθε πολλοί, καὶ τοῦτο διότι ἦσαν ἀνοργάνωτοι τότε καὶ οἱ νέοι ἄνδρες καὶ ὁ ἀγὼν αὐτῶν, δὲν ὑπῆρχε δὲ ἀρχηγός. Ἐν τούτοις ἀνετέθη ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, ὡς ἐκπροσωποῦντα τὰς ἰδέας καὶ τοὺς ἄνδρας αὐτούς—μολονότι 10–12 ἤμεθα οἱ πρῶτοι ὀπαδοὶ καὶ ὕστερον, νομίζω, καμμιὰ πενηνταριά,—καὶ ἐδόθη μάλιστα εἰς αὐτὸν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, ἡ ὁποία πραγματοποιηθεῖσα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐπέφερε τότε τὴν ἐκλογὴν τῆς δευτέρας Βουλῆς, τῆς Διπλῆς, ἡ ὁποία τόσον πολὺ συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀναγέννησιν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους. Τὸ ἴδιον ἀκόμη, κύριοι, συνέβη καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν μὲ τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ τελευταίου Ναπολέοντος. Καὶ ἐκεῖ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπεκράτησεν ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα. Δὲν εἶχον ὅμως ἐκλεγῆ κατὰ πλειονοψηφίαν δημοκρατικοὶ πληρεξούσιοι· οἱ περισσότεροι ἦσαν μοναρχικοί, καὶ τοῦτο διότι εἰς τὸν Γαμβέτταν καὶ τοὺς λοιποὺς δημοκρατικοὺς ἀπεδόθη ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ φιλοπολέμου. Ἐν τούτοις ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις δημοκρατική, ἡ ὁποία βαθμηδὸν ἐγκαθίδρυσε τὴν Δημοκρατίαν ἐκείνην ἡ ὁποία βραδύτερον, ὡς γνωστόν, ἔτριψε τὴν μούρην τοῦ πλέον ἰσχυροτέρου μοναρχισμοῦ. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν σύγχρονον ἐποχήν. Εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος τελευταίως, πρὸ μικροῦ, ἀνετέθη ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐργατικὴν ὁμάδα ἂν καὶ μειοψηφοῦσαν. Ἂν καὶ ἡ ἐργατικὴ κίνησις δὲν ἐπεκράτησεν ἀκόμη, ἐκδηλώνει ὅμως τὴν ὁρμὴν ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ. Τὰ Κράτη λοιπὸν τὰ προοδευτικά, ὅταν εὑρίσκωνται πρὸ προγραμματικῶν ἰδεῶν, τοιουτοτρόπως ἐργάζονται, ἵνα προοδεύουν, ἀντὶ νὰ μένουν στάσιμα. Δὲν ἐσχηματίσθη λοιπόν, ὅπως ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ, δημοκρατικὴ Κυβέρνησις. Οἱ δὲ κύριοι Ὑπουργοί, τῶν ὁποίων δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀξίαν,—ἴσα–ἴσα ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι παρέχουσι τὴν ἐλπίδα νὰ προσφέρωσιν εἰς τὸ μέλλον ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος,—οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν εἶχον κηρυχθῆ δημοκρατικοὶ ἀπὸ πρίν, νομίζω ὅτι ἔπρεπε, πρὶν σχηματίσουν Κυβέρνησιν, νὰ σπεύσωσιν εἰς τὰ ἐκλογικὰ μέτωπα, νὰ ἀγωνισθῶσι, νὰ διευκρινίσωσι τὰς ἰδέας των, νὰ ἐμποτισθῶσι τὸ πνεῦμα, τὸ αἴσθημα καὶ τὸν χαρακτῆρα ἀπὸ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας καὶ ἔπειτα, ἐπιστρέφοντες ἐδῶ μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλά, νὰ ζητήσωσιν ὅπως παράσχωσι τὰς κυβερνητικὰς ὑπηρεσίας των εἴτε πρὸς ὀργάνωσιν εἴτε πρὸς ἑδραίωσιν τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῶσι τώρα νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἀκόμη δὲ περισσότερον δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῇ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, διότι αὐτὸς εἶχε διαπράξει εἰς τὸ παρελθὸν ὀγκώδη σφάλματα εἰς βάρος τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας καὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας. Καὶ σᾶς τὸ ὑπενθυμίζω: Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Κωνσταντινικοῦ καθεστῶτος εἶχεν ἀναπτυχθῆ παρ’ ἡμῖν μία τεραστία δημοκρατικὴ κίνησις, ἥτις διηυθύνετο ἀπὸ ὀλίγους ἀνθρώπους. Μετὰ τὴν ἐκδίωξιν τοῦ Κωνσταντίνου ἡ δημοκρατικὴ κίνησις ἐξηκολούθησεν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξύ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐγένετο μία Συνέλευσις τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκυριάρχει ἡ δημοκρατικὴ ἰδέα. Ἐξελέγη Ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ δημοκρατικῶν. Ὡς μέλος αὐτῆς ἐξελέγη καὶ ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι συνέτρεξεν εἰς τοῦτο πολὺ ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» καὶ ὁ ὑποφαινόμενος. Ἀλλ’ ὅταν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἤμην καὶ ἐγώ, ἤρχισαν τὰς ἐργασίας, κατέστη φανερὸν ὅτι ἐπὶ ἕνα μῆνα δὲν ἐκάμαμεν τίποτε. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν οὔτε βῆμα ἐξ αἰτίας τοῦ κ. Καφαντάρη, ἐνῷ, ὅταν προΐστατο τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ κ. Σοφούλης,—ἂν καὶ δὲν εἶχεν οὗτος ἀνοίξει τὸ στόμα του ποτὲ νὰ ὁμιλήσῃ δημοκρατικῶς—ἢ ὁ κ. Δαγκλῆς, ὅστις ἦτο ὑπὲρ τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας, κάτι εἰργαζόμεθα. Ὅταν ὅμως, λέγω, παρίστατο ὁ κ. Καφαντάρης, τότε ἦτο ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν. Διότι μόλις ἤρχετο ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ ἐμάνθανεν ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὁ ἡγέτης τῶν δημοκρατικῶν εἶχε κάμει διαλέξεις δημοκρατικάς, ἔστω καὶ ἀκαδημαϊκάς, ἀμέσως ἐφώναζε: «Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὴ μιλᾶτε γιὰ Δημοκρατία!!!» Καὶ μὲ τὰς διαμαρτυρίας αὐτὰς ἐσταμάτα πᾶσα ἐργασία. Ἐγένοντο συνεδριάσεις ἐπὶ ἕνα μῆνα ἢ δύο καὶ κατόπιν οὐσιαστικῶς διελύθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη καὶ ἐκλήθη ἄλλη Συνέλευσις παρασυναγωγικὴ ἐκ τῶν πολιτευομένων τῶν ἐνταῦθα παραμενόντων. Ἕως ὅτου δὲ γίνῃ ἡ Συνέλευσις αὕτη, οὐσιαστικῶς διηυθύνετο τὸ κόμμα ἀπό τινα μέλη, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ὅστις κυρίως διεχειρίζετο τὰ πράγματα. Ὅταν ἐγένετο ἡ δευτέρα Συνέλευσις ἐκ τῶν ἐνεργειῶν ἃς ἔκαμαν οἱ ὡς ἄνω οὐσιαστικῶς διοικοῦντες τὸ κόμμα, προεβλήθη ἡ πρότασις τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν δημοκρατικῶν ἐκ τῆς Συνελεύσεως.
§19ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατί;
§20Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν γνωρίζω. Ὅταν ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ διεχειρίσθη καὶ παρεσκεύασε τὰ πράγματα, ἐζήτησεν εἰς τὴν συνεδρίασιν νὰ ἀποκλεισθῶσιν οἱ δημοκρατικοί. Ἐγώ ἐπενέβην καὶ ἠναγκάσθη οὗτος καὶ οἱ συνεργάται του ν’ ἀποσύρωσι τὴν πρότασιν. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰς τὴν τρίτην Συνέλευσιν. Ἕως ὅτου ὅμως συνέλθῃ αὕτη εἶχον σχηματισθῆ ἀπὸ τὴν δευτέραν συνέλευσιν δύο ἐπιτροπαί, χωριστὰ ἡ τῶν Φιλελευθέρων καὶ χωριστὰ ἡ τῶν Δημοκρατικῶν, τῆς πρώτης τῶν ὁποίων τὴν διεύθυνσιν εἶχεν οὐσιαστικῶς ὁ κ. νῦν Πρωθυπουργός. Οὗτος διεχειρίζετο πάντα τὰ μέσα καὶ τὰς ἐφημερίδας τοῦ κόμματος καὶ κατώρθωσε δι’ αὐτῶν νὰ παρασκευάσῃ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν δημοκρατικῶν, τὸν ὁποῖον καὶ ἐπέτυχεν ὁριστικῶς, εὐθὺς ὡς συνῆλθεν ἡ τρίτη Συνέλευσις. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, κύριοι, ἦτο ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀντεπαναστάσεως καὶ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἡ ἰδέα ἡ δημοκρατικὴ εἶχε σβεσθῆ. Τοιαύτη ἦτο ἡ διαχείρησις τοῦ κ. νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς νὰ ἀγωνισθῇ ἤδη ὑπὲρ τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰς τὴν ἀντεπανάστασιν. (Θόρυβος). Μὴ θορυβεῖτε, κύριοι. Ἐὰν ἐπιδιώκητε νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Δημοκρατίας δι’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν σφάλματα δημοκρατικὰ καὶ δὲν εἶναι βεβαιωμένη ἡ πίστις αὐτῶν ἡ δημοκρατική, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχητε ποσῶς καὶ θὰ κάμητε μόνον μίαν τρύπαν εἰς τὸ νερό. Μετὰ τὴν ἀντεπανάστασιν λοιπὸν ἐξηγέρθη ὁ Λαὸς καὶ ὁ Στρατὸς καὶ ἐμαίνετο κατὰ τῆς Δυναστείας καὶ τοῦ Γεωργίου Αʹ. Παρεμβάσει ὅμως πολιτευτῶν τινων, ἐν οἷς ὁ κ. Πρωθυπουργός, παρημποδίσθη καὶ ἡ δίωξις αὐτῶν. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Τότε τὸ πνεῦμα τοῦ Λαοῦ προφανῶς ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἦτο φυσικὸν ὅλα τὰ ζητήματα, δυναστικὰ καὶ πολιτειακὰ νὰ τεθοῦν εἰς τὰς ἐκλογάς, ὥστε νὰ μὴ ἀσχολούμεθα τώρα μὲ τοιαῦτα ζητήματα. Δὲν ἐτέθησαν ὅμως καὶ ὑπαίτιος τῆς μὴ θέσεως ὅλων τῶν ζητημάτων αὐτῶν εἶναι ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μᾶς ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν καὶ πολιτειακὸν ἀπὸ τὸ ἄλλο ζήτημα, τῆς εὐθύνης τῶν ἀντιπάλων διὰ τὴν καταστροφήν. Τὰ ζητήματα ὅμως ταῦτα ἦσαν ἀδιαχώριστα, διότι τὸ ἔγκλημα τῆς καταστροφῆς αὐτῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὸ διέπραξαν ἑνιαίως ἡ Δυναστεία μετὰ τῶν ἀντιπάλων. Ἡ διαχώρισις ἄλλως τε ἑνὸς ζητήματος ἑνιαίου εἰς δύο θὰ περιέπλεκε καὶ θὰ συνεσκότιζεν ἀντὶ νὰ ἁπλοποιήσῃ τὰ πράγματα. Ὁπωσδήποτε, ἐὰν παρίστατο ἀνάγκη νὰ διαχωρισθοῦν, ἔπρεπε τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ζητήματος, ἤτοι τὸ δυναστικόν, νὰ λυθῇ προηγουμένως δι’ ἐκδιώξεως τῆς Δυναστείας, ἵνα καταστῶμεν ἐλεύθεροι καὶ λύσωμεν τὸ δεύτερον, ἤτοι τὰ τῆς εὐθύνης τῶν ἀντιπάλων μας, οἱ ὁποῖοι συνήργησαν εἰς τὴν καταστροφὴν ἣν ἐπέφερεν ὡς πρωτουργὸς ἡ Δυναστεία. Μᾶς ἔλεγεν ἀκόμη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε, πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῶσι τὰ ἄνω ζητήματα, δυναστικὸν καὶ πολιτειακόν, εἰς ἐκλογὰς αἱ ὁποῖαι θὰ ἐνεργοῦντο ὑπὸ ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἐνεργήθησαν αὗται ἐλευθέρως. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐνθυμοῦμαι ποτὲ νὰ ἐγένοντο ἐκλογαὶ πλέον ἐλευθέρως, καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις, οὔτε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀκόμη τὸ ὁποῖον τόσον σέβομαι, ἔκαμε τοσοῦτον ἐλευθέρας ἐκλογάς. Οὕτω λοιπὸν τρεῖς φορὰς πολλὰ κτυπήματα ἐδέχθη ἡ Δημοκρατία ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τώρα πῶς θὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἔγιναν αὐτά; Ἐξ ὑπαιτιότητός του; Καὶ τότε θὰ διακρίνωμεν ἂν ἐγένοντο ἐκ δόλου ἢ ἐξ ἀμελείας. Τὸν δόλον βέβαια ἐγὼ δὲν θὰ ἤθελον νὰ τὸν παραδεχθῶ. Ἂς παραδεχθῶμεν ὅμως πρὸς στιγμὴν ὅτι οὔτε ἀμέλεια ὑπάρχει. Ἀλλὰ τὰ κτυπήματα αὐτὰ ἅτινα κατέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος κατὰ τῆς Δημοκρατίας, ἔστω καὶ ἄνευ δόλου ἢ ἀμελείας, δὲν ἦσαν ἀρκετὰ ἆρά γε νὰ πείσουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ ἀναμιχθῇ περισσότερον εἰς τὰ δημοκρατικὰ ζητήματα, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἡγηθῇ τοῦ δημοκρατικοῦ ἀγῶνος; Ἔπρεπε βέβαια τοιαύτην ἐπιρροὴν ταῦτα νὰ ἐξασκήσουν ἐπὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔπρεπεν οὗτος νὰ μὴ ἀναλάβῃ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Οὕτως ἔπρεπε νὰ πράξῃ καὶ οὕτω πράττουν εἰς ὅλα τὰ ξένα, τὰ πολιτισμένα Κράτη. Εἰς ἐκεῖνα δηλαδὴ ὅταν τις διαπράττῃ ἔστω καὶ ἄνευ ὑπαιτιότητος πράξεις ἢ παραλείψεις, κατ’ ἐπανάληψιν ὅμως καὶ ἐπιζημίους, δημιουργεῖ συνεπείας πολλάκις βαρείας δι’ αὑτὸν καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις του ἢ παραλείψεις. Καὶ θὰ σᾶς διηγηθῶ κάτι τι τὸ ὁποῖον ἀπὸ ξένους ἔγινεν ἢ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γίνῃ εἰς τὸ χωριό μου. Ἐνθυμοῦμαι λοιπὸν ὅτι ἓν θωρηκτὸν πρὸ 20 ἢ 30 ἐτῶν ἔπεσεν ἔξω, εἰς μίαν ὕφαλον, ἡ ὁποία δὲν ἦτο γραμμένη εἰς τὸν χάρτην, κοντὰ εἰς τὸν Ἀστακό, τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα. Κατέπιν τὸ πλοῖον αὐτὸ ρυμουλκηθὲν ἐξηκολούθησε τὸν πλοῦν του, ἀλλὰ προσέκρουσε βραδύτερον πρὸς ἕτερον πλοῖον, ἐνῷ ἐπεκράτει πυκνοτάτη ὁμίχλη, εἰς μίαν—δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίαν—θάλασσαν, καὶ ἐβυθίσθη. Ἦτο πολὺ δικαιολογημένος ὁ πλοίαρχος, διότι τὸ πλοῖον ἐβυθίσθη ἀπὸ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς του, διότι ἦτο ὁμίχλη. Ἐν τούτοις ὅμως ὁ πλοίαρχος πρὶν βυθισθῇ τὸ πλοῖον ἐπεβίβασε τοὺς ἄνδρας εἰς τὰς λέμβους, αὐτὸς δὲ ἐστάθη ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, καὶ ἐπῆγε φούντο μαζὶ μὲ τὸ θωρηκτὸν αὐτό. Τοιαύτην συνέπειαν ἔδωσεν ὁ πλοίαρχος αὐτὸς εἰς λάθος δι’ ὃ δὲν ηὐθύνετο. Δημιουργοῦν συνεπείας λοιπὸν τὰ λάθη εἰς τοὺς ξένους καὶ ὅταν δὲν γίνωνται εἰς ὑπαιτιότητας καὶ μάλιστα ὅταν ἐπαναλαμβάνωνται, ὅπως ἐδῶ, τρίς. Μόνον ἐδῶ δὲν ἔσχον τοιαύτας ἐπιζημίους συνεπείας. Τοὐναντίον ἔτυχον ἀμοιβῆς. Ἐκ τῶν σφαλμάτων ὅμως αὐτῶν, κύριοι, ὑπέστη μείωσιν ὁ δημοκρατικὸς ἀγών, ὑπέστη ἀκόμη οὗτος τοιαύτην, διότι δὲν ἐσχηματίσθη ἀμέσως δημοκρατικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ὑπέστησαν μείωσιν ἀκόμη αἱ ἰδέαι καὶ οἱ χαρακτῆρες ἐδῶ μέσα ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ καὶ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας Κυβερνήσεως. Τὰ περιστατικὰ καὶ τὰ προηγηθέντα τοῦ σχηματισμοῦ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως ἔλαβον χώραν ὡς ἑξῆς: Εἰδοποιήθη ὁ κ. Ροῦσσος ὅτι θὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἡ ὁμὰς τῶν φιλελευθέρων–δημοκρατικῶν. Προσετέθη ὅμως ὁ ὅρος ὅτι ὀφείλει ἡ ὁμὰς νὰ κάμῃ ἀβαρίαν τῶν ἰδεῶν της. Νὰ παραιτηθῇ δηλ. τῆς ἀξιώσεως, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπογράψει καὶ πρωτόκολλον περὶ ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας διὰ τῆς Συνελεύσεως. Ὁ κ. Ροῦσσος κακῶς ποιῶν τότε ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε περὶ τούτου ψῆφον ἐμπιστοσύνης κατὰ πλειονοψηφίαν παρὰ τῶν φιλελευθέρων– δημοκρατικῶν. Κακῶς ποιῶν ἐπίσης καὶ παρὰ τὰς διαμαρτυρίας μου ἠθέλησε νὰ στηριχθῇ μόνον ἐπὶ τῆς ὁμάδος τῶν φιλελευθέρων δημοκρατικῶν. Ἐγὼ τοῦ εἶπα «νὰ πάῃ καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὁμάδα, ἡ ὁποία ἦτο ἀνομοιογενής, διότι ναὶ μὲν τινὲς ἐξ αὐτῶν ἦσαν συντηρητικοί, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ εἶχον τὰς αὐτὰς μὲ τοὺς φιλελευθέρους–δημοκρατικοὺς ἰδέας διὰ τὸ δυναστικὸν καὶ πολιτειακὸν ζήτημα». Ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ ὅλους ἐν γένει τοὺς δημοκρατικούς, συντηρητικοὺς καὶ μή, διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν ὅλοι καὶ συμπήξωμεν μίαν Κυβέρνησιν δημοκρατικήν. Δὲν τὸ ἔκαμε αὐτό, παρὰ τὴν γνώμην μου. Καὶ δι’ αὐτὸ προεκλήθη ἡ ἀντίδρασις τῆς ἄλλης ὁμάδος τῆς συντηρητικῆς κατὰ τῶν δημοκρατικῶν στοιχείων αὐτῆς, ἀκόμη ὀξυνθεῖσα διὰ τῶν ἡγουμένων τῆς ὁμάδος. Καὶ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅτι ἀντὶ νὰ δοθῇ ἐντολὴ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Ροῦσσον ἐδόθη εἰς τὸν κ. Δαγκλῆν. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν ἔγινεν κατ’ ἀνταπόδοσιν ἄλλη ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῆς ὁμάδος τῶν φιλελευθέρων δημοκρατικῶν καὶ ἔτσι ὁ κ. Βενιζέλος μετὰ τὰς καραμπόλας αὐτὰς τὰς σχεδιασμένας ἀνέλαβε τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἀποκαλύψῃ ὕστερον τὸν κ. Καφαντάρην. Ἄς ἔλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον σχηματισμόν. Πῶς ἐσχηματίσθη ἡ δευτέρα Κυβέρνησις; Παρέλαβε καθένας Ὑπουργὸς 2 ἕως 3 Ὑπουργεῖα καὶ ἔτσι ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι λοιπὸν τόσον ἐργατικοὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὥστε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν δύο καὶ τριῶν Ὑπουργείων; Διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Κάθε ἄλλο. Οὐδείς, ἔστω καὶ ὑπεράνθρωπος, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πλείονα τοῦ ἑνὸς ἑλληνικὰ ὑπουργεῖα. Τότε διατί λοιπὸν αὐτὰ τὰ ὑπουργεῖα ἔμειναν ἡμίκενα ἢ ἡμικατειλημμένα; Ἁπλούστατα, διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ βουλιμία, ἡ φιλοδοξία τῶν φιλοδόξων φιλελευθέρων καὶ ἔτσι ἑλκυσθοῦν περισσότεροι ψῆφοι ἐμπιστοσύνης. Ἀλλά, κύριοι, αὐταὶ εἶναι καθαρῶς παλαιοκομματικαὶ μέθοδοι, αἱ ὁποῖαι τείνουν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ μεγαλυτέρου ἐλαττώματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πάσχει ἡ Ἑλληνικὴ φυλή, δηλ. τῆς φιλοδοξίας. Διότι ἡ Ἑλλὰς κατεστράφη ἀπὸ μίαν ξένην Δυναστείαν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς φιλοδοξίας τῶν ἐντοπίων. Οὕτω λοιπὸν ὑπέστη μείωσιν ὄχι μόνον ἡ ἰδέα ἡ δημοκρατικὴ καὶ ὁ ἀγὼν ὁ δημοκρατικὸς ἀλλὰ καὶ αἱ ἰδέαι καὶ οἱ χαρακτῆρες ἐδῶ–μέσα. Καὶ οἱ μὲν συντηρητικοὶ φιλελεύθεροι ἀπὸ ὁμὰς ἰδεῶν ἔγιναν ἕνωσις προσώπων, οἱ δὲ φιλελεύθεροι–δημοκρατικοὶ ἔπαθον μείωσιν ἰδεῶν καὶ δὲν ξέρω τὶ ἔγινε. Καὶ τὰ λέγω αὐτά, κύριοι, ὄχι διὰ νὰ μειώσω τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως ἤ τινων ὁμάδων ἢ στοιχείων αὐτῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον διὰ νὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ διαμαρτυρηθῶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου, δι’ ὅλας τὰς ἀποπείρας αἱ ὁποῖαι ἀπό τινος ἢ μᾶλλον ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἀπὸ συστήματος ἢ ἔστω καὶ τυχαίως γίνονται ὑπό τινων ὅπως μειωθῇ τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως, ὡς εἶπον ὁμιλῶν καὶ ἐπὶ τοῦ Δυναστικοῦ. Ἡ Συνέλευσίς μας, κύριοι, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐκλεκτὰ στοιχεῖα ὡς οὐδεμία μέχρι τοῦδε. Ὅταν ἡ Συνέλευσίς μας ἵσταται ὑψηλά, ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται πράγματι, δύναται ἡ Πατρὶς ἡμῶν, ἡ τόσον δοκιμασθεῖσα καὶ δοκιμαζομένη νὰ τρέφῃ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ στηριχθῇ καὶ ἐπανορθωθῇ. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ὑποχρεωμένος κάθε ἕνας ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἡγῆται τῶν ἄλλων ἐδῶ–μέσα νὰ προσπαθήσῃ πῶς νὰ διατηρήσῃ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὑψηλὰ καὶ μάλιστα ἀκόμη περισσότερον πρέπει νὰ προσέξωσι τοῦτο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι παλαιότεροι καὶ ἐμπειρότεροι. Δυστυχῶς ὅμως πολλοὶ ἐξ αὐτῶν πράττουν ἀντιθέτως καὶ δι’ αὐτὸ διαμαρτύρομαι καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ διαμαρτύρομαι. Ἕνεκεν ὅλων τούτων δὲν θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθὼς ἐπίσης δὲν θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ διὰ τὰ δημοψηφίσματα διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ δῆθεν νὰ ἐγκαθιδρύσῃ τὴν Δημοκρατίαν. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη δημοψηφίσματος ὅπως ἐγκαθιδρυθῇ ἡ Δημοκρατία, ἐφόσον ἡμεῖς εἴμεθα ἐδῶ ἔχοντες ἀπεριόριστον ἐξουσίαν. Δὲν ὑπάρχει ἐπίσης ἀνάγκη δημοψηφίσματος διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας, διότι ὁ Στρατὸς ἐκήρυξεν ἔκπτωτον αὐτὴν ἐντολῇ τοῦ Λαοῦ καὶ τῶν πληρεξουσίων, εἴτε σιωπηρᾷ εἴτε ῥητῇ, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι οὐδεὶς διεμαρτυρήθη. Ἔπειτα ἡμεῖς ὡρκίσθημεν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ ὄχι εἰς τὸν συνταγματικὸν βασιλέα, ἄρα παραδεχόμεθα μὴ ὑπάρχοντα αὐτὸν καὶ τὴν Δυναστείαν. Μὲ ἄλλα λόγια ἐνεκρίναμεν τὴν ἄνω πρᾶξιν τοῦ Στρατοῦ. Οὕτω λοιπὸν ἐξέπεσεν ἡ Δυναστεία καὶ δὲν ἔχομεν ἡμεῖς παρὰ ἁπλῶς νὰ ἐπιβεβαιώσωμεν τὴν ἔκπτωσιν, ὅπως ἔκαμεν ἡ Γαλλικὴ Συνέλευσις μετὰ τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ Ναπολέοντος τοῦ τελευταίου. Δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς οὐδὲν δημοψήφισμα. Ἀρκετὰ πλέον ὑπέστη ὁ Λαὸς μὲ τὰς ἐκλογάς, μὲ τὰς ἐπαναστάσεις ἀπὸ τοῦ 1909 καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἀπορίας ἄξιον εἶναι πῶς βαστιέται ὀρθός. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μὲ τὰς νέας ἐκλογὰς καὶ τὰ δημοψηφίσματα, ἐξ ὧν ἔχομεν κάμει μίαν καὶ πρόκειται νὰ κάμωμεν ἄλλας 3 ἕως 4, θὰ ξεχαρβαλωθῇ τὸ Κράτος, θὰ σταματήσῃ ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ καὶ ἐνῷ θὰ ζητοῦμεν ἡμεῖς ψήφους ἀπὸ τοὺς πολίτας αὐτοὶ θὰ μᾶς ζητᾶνε ρουσφέτια, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ θὰ πεινᾷ ὁ Λαός, θὰ ἀποθνήσκωσιν οἱ πρόσφυγες καὶ δὲν θὰ εἶναι ἀπίθανον νὰ ἐξεγερθῇ ὁ Λαὸς καὶ νὰ καταλήξῃ τὸ ζήτημα εἰς κανένα κομμουνισμὸν ἢ τίποτε χειρότερον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένα τὰ δημοψηφίσματα. Ἐξ ἄλλου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας, ἔχετε ἀναλάβει ὑποχρεώσεις οἱ ἐξ ὑμῶν ἐξαρτήσαντες τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Δημοκρατίας ἐκ τοῦ δημοψηφίσματος διότι ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἕπεται ὅτι τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας δὲν τὴν ἐξηρτήσατε ἐκ τοιούτου δημοψηφίσματος. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι διὰ τῶν δημοψηφισμάτων τῶν συχνῶν θὰ βαρεθῇ ὁ Λαὸς νὰ μᾶς δίδῃ ψήφους καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταβάλῃ θέλησιν. Καὶ τότε βεβαίως, ἂν οὕτω ἐκδηλωθῇ νέα θέλησις αὐτοῦ μὴ γνησία, θὰ εἶναι πολὺ δικαιολογημένοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, σκεπτόμενοι ὡς πατριῶται καὶ θέλοντες νὰ σώσωσι τὸ Κράτος, νὰ ἐπαναστατήσουν ὄχι βέβαια διὰ νὰ ἀσεβήσουν πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ τὴν γνησίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ στραφῶσιν ἐναντίον ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι μετεχειρίσθητε τὰ μέσα αὐτὰ ἵνα καταστήσητε τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ τὴν γνησίαν μὴ γνησίαν. Καὶ τόσον περισσότερον θὰ εἶναι δικαιολογημένοι νὰ τὸ κάμουν, διὰ νὰ προκαλέσουν νέαν ἐκδήλωσιν, γνησίαν ὅμως, τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ὅσον γνωρίζουσιν ὅτι ἔχομεν ἀντιπάλους, ἐκ τῶν ὁποίων μέγα μέρος δὲν εἶναι Ἕλληνες καὶ ἔχουσι σαφὲς πρόγραμμα νὰ διαλύσουν τὸ Κράτος. Ἐνθυμηθῆτε τί ἔλεγον: «Ὁ Κωνσταντῖνος νὰ εἶναι καλὰ καὶ ἂς χαθῇ τὸ Κράτος». Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, οἱ πατριῶται οὗτοι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν σήμερον τοὺς ἀντιπάλους αὐτοὺς ἐξ ὅλων τῶν λοιπῶν, εἴτε ἀποτελοῦν πλειονοψηφίαν εἴτε ἀποτελοῦν μειονοψηφίαν. Καὶ ἤδη ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω διὰ τὰς ἐσφαλμένας ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις περὶ γαληνεύσεως τῆς Χώρας. Φρονεῖ δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ τὴν γαλήνευσιν ἐπιδιώκουσα τὴν συμφιλίωσιν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ ἐπιδίωξις συμφιλιώσεως εἶναι ἐπιδίωξις μιᾶς καθαρᾶς οὐτοπίας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ συμφιλίωσις παρὰ τῷ Λαῷ δὲν λείπει οὔτε ἔλειψε ποτέ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀντίθεσις ἔχθρας. Ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀντίθεσις τῶν ἰδεῶν εἶναι τὸ κακὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖον πάσχει ἡ Ἑλλάς, διότι ἡ ἀντίθεσις τῶν ἰδεῶν δὲν εἶναι πρᾶγμα κακόν. Εἶναι καλὸν, καὶ μάλιστα εὐκταῖον καὶ ἐπικρατεῖ παντοῦ καὶ εἶναι χρήσιμον, διότι ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἀντιθέτων γνωμῶν ἐξευρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Δὲν εἶναι λοιπὸν αὐτὰ τὰ κακά. Τὸ κακὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖον πάσχει ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ πτῶσις ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ διαστρέβλωσις ἡ πνευματικὴ μερίδος τινὸς τοῦ Λαοῦ ἢ μᾶλλον κύκλων τινῶν ἐξ αὐτῆς, διὰ νὰ πάρω τοὺς χειροτέρους, ἐν συνδυασμῷ μὲ ἐλαφροτέραν τοιαύτην πτῶσιν τινῶν ὀλιγωτέρων ἐκ τῆς ἄλλης μερίδος τῆς ἰδικῆς μας. Τὰ πάθη, δηλαδὴ τὰ ἐλαττώματα, αἱ ἀδυναμίαι, τὰ παράνομα συμφέροντα τὰ ὁποῖα ὑπερανεπτύχθησαν τελευταίως, αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν νοσηρὰν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐννοῶ τὴν μερικήν, ἥτις ὅμως ἐπηρεάζει καὶ ἔχει ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς ὅλης καταστάσεως. Ἀντιθέτως ἡ ὑγιὴς κατάστασις εἶναι ἡ ἀνύψωσις τῶν πεπτωκότων καὶ διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα ὅπερ τίθεται εἶναι πῶς θὰ ἀνυψώσωμεν τοὺς πεπτωκότας. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἔρχεται τὸ ἐρώτημα ποῖα εἶναι τὰ μέσα πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, ποῖα τὰ φάρμακα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἀλλά, κύριοι, πρὶν προσπαθήσω νὰ ὑποδείξω τὰ μέσα ταῦτα ἢ φάρμακα ὀφείλω νὰ διαγράψω ἀκριβέστερον τὸ κακόν, ἤτοι τὰ πάθη. Ταῦτα λοιπὸν εἶναι τριῶν κατηγοριῶν, ὑπαγόμενα εἰς τρεῖς περιόδους. Καὶ πρῶτον ἔχομεν τὰ φαυλοκρατικὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐκ τοῦ ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 παρεδόθη εἰς τὸ κόμμα, καὶ δὴ εἰς τὰ χειρότερα ὄργανά του. Τοὺς ὑπαλλήλους τυπικῶς μόνον τοὺς μετέθετεν ὁ Ὑπουργός, οὐσιαστικῶς τοὺς μετέθετεν ὁ βουλευτής, ὁ κομματάρχης, ὁ κομματάρχισκος, ὁ τελευταῖος κατσικοκλέφτης καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖος ἄλλος. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὰ χέρια τοῦ Λαοῦ ὁ ἀστυνόμος, ὁ εἰρηνοδίκης ἦσαν ὡσὰν πραγματικὰ μαχαίρια καὶ κουμπούρια, δι’ ὧν ἀλληλοεσκοτώνετο οὗτος ἀναπτύσσων τὰ πάθη. Οὕτως ἀνεπτύχθησαν τὰ φαυλοκρατικὰ πάθη· ταῦτα ὅμως κατεστάλησαν ἢ περιωρίσθησαν ἐπὶ τέλους χάρις εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 διὰ τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων, ὡς καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως αὐτῆς διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Ἀνεπτύχθη ὅμως ἓν ἄλλο πάθος τότε: Τὸ μῖσος κατὰ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 καὶ τοῦ ἐκ ταύτης προελθόντος Φιλελευθέρου κόμματος. Τὸ τοιοῦτον δὲ πάθος ἀνεπτύχθη παρὰ τοῖς παλαιοκομματικοῖς, διότι ἐθίχθησαν οὗτοι ὑπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως πρὸς στιγμὴν τότε ὡς κρατοῦντες. Ἕνεκα τούτου κατεπολέμησαν καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας τῆς Ἐπαναστάσεως, ἃς ἀπεδέχθη ἀντιθέτως τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐνῷ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν καὶ ἀρχῶν εἶχε συντελέσει ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος δι’ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου ἑνὸς αἰῶνος, ἑπομένως δὲ καὶ οἱ παλαιοκομματικοί. Τὸ κακὸν αὐτό, τὸ μῖσος αὐτὸ τὸ ἐθεραπεύσαμεν τότε ἐπαρκῶς διὰ πολιτικῶν μέτρων. Δηλαδὴ εἰς κάθε ἐκλογὴν ποὺ ἐγίνετο προσεπαθοῦμεν νὰ νικήσωμεν περισσότερον καὶ ὅταν εἶδον ἐπὶ τέλους οἱ παλαιοκομματικοὶ ὅτι ἔχανον ἔδαφος, ἐξακολουθοῦντες νὰ μισῶσι καὶ ἀποκρούωσι τὰς ἄνω ἰδέας, ἠναγκάσθησαν νὰ συγκεντρωθοῦν περὶ τὸν Γούναρην, ὁ ὁποῖος ἀδιάφορον πῶς ἐξειλίχθη. Κατὰ μίμησίν μας ἤρχισε τότε νὰ ἐξαγγέλλῃ νέας μεθόδους καὶ νὰ στρατολογῇ νέους ἄνδρας, μόνον δὲ ἐν τέλει ἐλάχιστον μέρος εἶχε μείνει ἐκ τῶν παλαιοκομματικῶν πιστὸν εἰς τὸ μῖσος καὶ τὰς παλαιὰς μεθόδους, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἕνεκα τούτου ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐξηλείφετο καὶ ἐνθυμεῖσθε πῶς ἔπαυαν παλαιοκομματικαὶ ἐφημερίδες νὰ ἐκδίδωνται καὶ πῶς πολιτευόμενοι παλαιοκομματικοὶ ἐλησμονοῦντο. Ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην περίοδον τῶν παθῶν. Ἔρχεται τὸ 1915, ἀρχίζει ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ ἐμφανίζεται ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεταξᾶς. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος καὶ τὸ ἐπιτελεῖον του προδοτικῶς ἐνήργησαν τότε καὶ ἔγιναν ὄργανον τῆς Γερμανίας, διὰ νὰ μὴ ταχθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον. Ἀλλ’ ἂς πάρω τὴν καλὴν ἐκδοχήν, ὅτι ἤθελον δηλαδὴ νὰ μὴ λάβωμεν μέρος εἰς τὸν πόλεμον διὰ νὰ μὴ καταστραφῶμεν, ἐάν, ὡς ἦτο ἀπολύτως βέβαιον δι’ αὐτούς, ἐνίκα ἡ Γερμανία. Ὅπως ὅμως παρεμποδίσουν μετ’ ἀσφαλείας καὶ ὁριστικότητος τὴν συμμετοχὴν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος ἓν μέσον ἐνεδεικνύετο· νὰ καταστῇ ἄμαχον τὸ Κράτος, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον ὁ Λαὸς, αἰσθανόμενος αὐτὸ ἐπαρκές, νὰ ἐξεγερθῇ καὶ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον τασσόμενος εἰς τὴν Ἀνταντικήν, ἤτοι εἰς τὴν ἀντίθετον πλευρὰν τῶν προαιωνίων ἐχθρῶν του, ἵνα ἐν καιρῷ καὶ ἐν ἐπιτυχίᾳ τὰ ἐθνικά του δίκαια διεκδικήσῃ. Διὰ νὰ καταστῇ δὲ τὸ Κράτος ἄμαχον, ὁ Κωνσταντῖνος καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον προσεπάθησαν καὶ ἐπέτυχον νὰ παραδοθοῦν τὰ κανόνια, τὰ τουφέκια καὶ ἓν μέρος τῆς Χώρας καὶ τοῦ Στρατοῦ εἰς τοὺς ἐχθρούς μας, νὰ ἐξαντληθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τὰ παρόμοια. Ἀλλὰ πρὸ πάντων, ὅπερ κυρίως μᾶς ἐνδιαφέρει, ἐκτύπησαν καὶ ὑπονόμευσαν τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀνέπτυξαν οὕτω τὰ πρωτοφανῆ πάθη τὰ δυνάμενα νὰ ὀνομασθῶσιν ἀντεθνικά. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλ’ ἐπανέφεραν ἐπὶ τῆς σκηνῆς ὅλα τὰ προηγούμενα πάθη ποὺ ἐξιστόρησα, ἤτοι ἀφ’ ἑνὸς τὰ φαυλοκρατικὰ τῆς πρώτης περιόδου διὰ τῆς παραδόσεως τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους πάλιν εἰς τὸ κόμμα καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ μίση κατὰ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 καὶ τῶν Φιλελευθέρων, τὰ ὁποῖα ἐπήγαινον τότε νὰ σβύσουν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν γερόντων παλαιοκομματικῶν ἀρχηγῶν, ἀλλ’ ὑπεδαυλίσθησαν ἐπιτηδείως ὑπὸ τοῦ Κωνσταντίνου, Μεταξᾶ καὶ Σας. Κατωρθώθη οὕτως ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ αὐτὸ τὸ ἀπίστευτον, οἱ Ράλληδες Δραγούμηδες καὶ παρόμοιοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν δημοκρατικοὶ ἢ ὀπαδοὶ τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας, νὰ καταστῶσι μοναρχικοὶ τοῦ χειροτέρου τύπου. Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι τὰ πάθη. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη· ποῖα εἶναι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν ἐναντίον αὐτῶν τῶν παθῶν πρὸς θεραπείαν καὶ ἐξάλειψίν των; Ἀσφαλῶς τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ συμφιλίωσις. Συμφιλίωσις μὲ πάθη θὰ εἰπῇ νὰ ἀφομοιωθῶμεν μὲ τὰ πάθη ἢ νὰ γίνωμεν θύματα αὐτῶν. Ἂν συμφιλιωθῶμεν μὲ ἕνα κακοῦργον καὶ κλέπτην ἢ θὰ μᾶς κλέψῃ οὗτος καὶ ἡμᾶς σκοτώσῃ ἢ θὰ γίνωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἴδιον μὲ αὐτούς. Ὥστε συμφιλίωσις καὶ διαλλακτικότης καὶ ἀδιαλλαξία εἶναι λέξεις κεναὶ ἢ ἐπιζήμιοι, τὰς ὁποίας ἐφεῦρον οἱ πεπτωκότες ἠθικῶς καὶ τὰς ἐπαναλαμβάνουν οἱ ρουτινιέρηδες διὰ νὰ θολώνουν τὰ νερὰ καὶ ψαρεύουν εἰς αὐτά. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχουν διαλλακτικοὶ καὶ ἀδιάλλακτοι. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἶναι οἱ ἰδεολόγοι καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ ἐμπαθεῖς. Οἱ ἰδεολόγοι πρέπει νὰ εἶναι ἐπίμονοι εἰς τὰς ἰδέας των, διότι ἂν δὲν εἶναι ἐπίμονοι δὲν λέγονται ἰδεολόγοι ἀλλὰ γυρολόγοι. Ὅποιοι κρατοῦν κάλαθον εἰς χεῖρας καὶ εἶναι ἕτοιμοι περιδιαβάζοντες νὰ κάνουν ἀβαρίαν εἰς τὰς ἰδέας των λέγονται γυρολόγοι. Ὡς ἰδεολόγους δὲ παραδέχομαι ἐκείνους μόνον οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται καὶ νικοῦν ἢ πίπτουν διὰ τὰς ἰδέας των καὶ ὄχι ἐκείνους οἵτινες κατ’ ἰδίαν ἢ κατ’ οἶκον ἀσχολοῦνται περὶ αὐτῶν. Οἱ τοιοῦτοι εἶναι μᾶλλον ἀερολόγοι. Ἀπὸ τὸ ἓν μέρος λοιπὸν ἔχομεν τὰς ἰδέας, τοὺς ἰδεολόγους οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται καὶ νικοῦν ἢ πίπτουν διὰ τὰς ἰδέας των, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἔχομεν τὰ πάθη, τοὺς πρεσβεύοντας τὰ πάθη, τοὺς ἐμπαθεῖς. Τί θὰ κάμωμεν διὰ νὰ κτυπήσωμεν τὰ πάθη καὶ θεραπεύσωμεν τοὺς ἐμπαθεῖς; Ἁπλούστατα θὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πρόσφατον ἱστορίαν τὴν Ἑλληνικὴν διὰ νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα. Καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν μονιμοποίησιν τὴν ὑπαλληλικὴν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, διὰ νὰ κτυπήσωμεν τὰ πάθη τὰ φαυλοκρατικά, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κάθε τόσο ποὺ θὰ ἔχωμεν ἐκλογὰς θὰ προσπαθοῦμεν, ὅπως ἄλλοτε, νὰ νικῶμεν τοὺς ἀντιπάλους ποὺ μᾶς μισοῦν. Οὕτω δὲ αὐτοὶ ἀπελπιζόμενοι καὶ ἀπομονούμενοι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συνέλθουν καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ μῖσος των. Αὐτὰ τὰ δύο μέσα εἶναι τὰ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς προσφάτου μας ἱστορίας καὶ τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἄλλοτε, πρὸ μικροῦ καὶ ἐπέτυχε προφανῶς. Ἀλλά, κύριοι, σήμερον δὲν ὑπάρχουν μόνον τὰ πάθη τὰ παλιά, τὰ μίση τὰ φαυλοκρατικά. Ἔχομεν ἀκόμη τὰ ἀντιανθρώπινα καὶ ἀντεθνικὰ ἐν γένει πάθη, τὰ πληθωρικά, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ἐδῶ τεχνικῶς διὰ πάσης προπαγάνδας ἐγχωρίας τε καὶ ξενικῆς. Δι’ αὐτὰ ὅμως προφανὲς εἶναι ὅτι χρειάζονται μέσα νέα, πλέον ἰσχυρά, καὶ νομίζω ὅτι περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ συζητήσωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν. Ὁπωσδήποτε ἀπὸ σήμερον ἐνδεικνύομεν ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν ἕνα θεσμὸν Ρωμαϊκὸν—δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι καὶ Ἑλληνικός,—τὸν θεσμὸν τῶν τιμητῶν, διότι μὲ αὐτὸν θὰ κτυπήσωμεν ὄχι τοὺς παραδικαστὰς τῶν νόμων μόνον ἀλλὰ καὶ τοὺς παραβιαστὰς τῶν ἠθῶν οἱ ὁποῖοι ἐξαχρειώνουν τὴν ἠθικὴν ἰδέαν τοῦ Κράτους, τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Διὰ νὰ κτυπήσωμεν αὐτοὺς, πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν ἔκτακτα μέσα. Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ἄλλο μέσον παρὰ τὸν θεσμὸν τῶν τιμητῶν. Εἰς οὐδὲν Κράτος ποτέ, οὔτε σήμερον οὔτε ἄλλοτε, παρουσιάσθη θέαμα ὅμοιον μὲ τοῦ ἰδικοῦ μας Κράτους τὸ ὁποῖον ἐπὶ Κωνσταντίνου δι’ ὅλων τῶν μέσων προσεπάθησε νὰ ἀναπτύξῃ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ πάθη ὡς καὶ τὰ προσβάλλοντα τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Πρέπει λοιπὸν νὰ μεταχειρισθῶμεν ἐξαιρετικὰ μέσα κατὰ τῶν ἐξαιρετικῶν αὐτῶν παθῶν. Καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα μεταχειριζόμενοι αὐτὰ νὰ εὑρεθῶμεν ἀκόμη καὶ εἰς ἀντίθεσιν ἐσωτερικῆς πολιτικῆς κατὰ ταῦτα μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς τοῦ κόσμου. Καὶ δὲν νομίζομεν ὅτι θὰ εὑρεθῇ κανεὶς ὅστις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἐπικρίνῃ, διότι οἱ μὲν Γερμανοὶ καὶ οἱ συνεργάται των διὰ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Ἐπιτελείου του παρήγαγον τὰ πάθη αὐτά, οἱ δὲ ἄλλοι διότι ἡμεῖς ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ αὐτῶν ὅπως καὶ ἡμῶν καὶ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ὑπέστημεν τὴν ἐπίθεσιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παθῶν αὐτῶν ἐκ μέρους τῶν ἐχθρῶν μας καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἐν ὀνόματι ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος νὰ μεταχειρισθῶμεν τὰ ἔκτακτα αὐτὰ μέσα διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ αὐτὸ τὸ πρωτοφανὲς κακὸν τῶν τόσων καὶ τοιούτων παθῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. (Χειροκροτήματα).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς.
§22Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως διότι ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων οὐδὲν ἀπολύτως εὑρίσκω σημεῖον ἄξιον ἐλέγχου, πλὴν τοῦ ἐλαχίστου ἐκείνου σημείου τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ψηφοφορίας καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως ἔχω καὶ ἐγὼ εὐλόγους ἀντιρρήσεις. Φρονῶ ὅμως ὅτι πρὸ πάσης περαιτέρω συζητήσεως ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων ἐπιβάλλεται νὰ ἐκφρασθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Σώματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι παρὰ τὰς προσδοκίας καὶ τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως δὲν προβλέπεται ταχὺς ὁ τερματισμὸς τῶν συζητήσεων καὶ νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ διαχειρίζηται τὰ κοινὰ μετὰ τοῦ ἀπαιτουμένου κύρους χωρὶς νὰ ἔχῃ σύμφωνον καὶ δεδηλωμένην τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι, παρεχομένης ἀπὸ τοῦδε τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θέλει ἐπακολουθήσει κατ’ ἀνάγκην καὶ τὸ τέρμα τῶν τόσων ἀτερμόνων ἀλλὰ καὶ ἀσκόπων συζητήσεων. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζων τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης ταύτης θέλει συμμερισθῆ τὴν ἄποψίν μου καὶ θέλει σπεύσει νὰ προκαλέσῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς σχετικῆς προτάσεως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§24Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ ἐγώ, ἂν καὶ τὸ θέμα εἶναι ἀρκετὰ ἐξηντλημένον παρὰ τῶν διαφόρων προσαγορευσάντων καὶ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα μᾶς χωρίζουν δὲν εἶναι οὐσιαστικὰ ἀλλὰ μᾶλλον τυπικά. Φρονῶ μάλιστα ὅτι ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως δὲν συντελεῖ εἰς εὐόδωσιν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν ἀποσταλέντες ἐνταῦθα παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐν ἰδεολογίᾳ κοινῇ, καὶ πρὸς ἐπικράτησιν δημοκρατικῶν ἀρχῶν. Θὰ ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν χάριν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ καὶ χάριν τῆς δυσφορίας ἡ ὁποία κρατεῖ παρὰ τῷ Λαῷ νὰ συντομεύσῃ τὸ ταχύτερον τὰς συζητήσεις ἵνα φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου πάντες ποθοῦμεν, εἰς τὸ δημοψήφισμα, καὶ νὰ ἐπιταχύνωμεν αὐτὸ ἐργαζόμενοι ὅπως πείσωμεν τοὺς συμπολίτας ὅτι ἐθνικὴ ἀνάγκη ὑπαγορεύει τὴν ἐπικράτησιν τῶν φιλελευθέρων ἰδεῶν, ἀρχομένης νέας μεταπολεμικῆς περιόδου διὰ τὴν Πατρίδα. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ἡ διαφωνία, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων δὲν εἶναι οὐσιαστική, διότι πάντες οἱ Φιλελεύθεροι οἱ κατελθόντες εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ τὴν σημαίαν καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἔχομεν ἐν ἡμῖν τὴν πεποίθησιν ἐσχηματισμένην ὅτι ἡ παροῦσα Δυναστεία ἔβλαψε καὶ ἐγκληματικῶς εἰργάσθη διὰ τὴν Χώραν εἰς τὰς διαφόρους ἐθνικὰς ἡμῶν περιπετείας. Πᾶσα ῥιπτομένη μομφὴ ἐκεῖθεν πρὸς τοὺς ἐντεῦθεν, ὅτι ἐπιζητεῖται δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ παραπεισθῇ ὁ Λαὸς εἰς τὸ νὰ κρατήσῃ Δυναστείαν ἐγκληματήσασαν, εἶναι αἰτιάσεις ἄνευ βάσεως καὶ ἐπιχειρημάτων σοβαρῶν. Ἡ διαφωνία μας προέκυψε κυρίως ῥιζικὴ πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἴσως ἡ σύνθεσις τῆς Συνελεύσεως διὰ τῆς διαφωνίας ταύτης τῆς προεκλογικῆς ἔφερε Συνέλευσιν ἡ ὁποία δὲν ἔχει καθαρίσει σαφῶς ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ τὰς ἰδέας της, ἔχει κάτι τι τὸ νόθον ἀπέναντι τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τῆς ἐντολῆς ἣν περιεβλήθημεν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκλογέων μας. Μετὰ τὸ κίνημα τὸ ἐθνοκτόνον, τὸ ὁποῖον παρ’ ὀλίγον νὰ ῥίψῃ τὸν Τόπον εἰς αἱματοκύλισμα, ἀνεκινήθησαν διάφορα ζητήματα σκοποῦντα κυρίως τότε τὴν βιαίαν ἀνατροπὴν τῆς Δυναστείας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ὁμὰς ἀξιωματικῶν ἐντίμων καὶ ἐργασθέντων διὰ τὸν Τόπον—ἐφ’ ᾧ τοῖς ὀφείλεται τιμή,—ἐπεζήτησε βίᾳ νὰ καθαιρέσῃ τὸν Βασιλέα. Κατὰ τῆς πράξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη τότε ὡς μὴ συμβάλλουσα εἰς τὴν τακτοποίησιν καὶ ὁμόνοιαν τοῦ Τόπου, ἀντετάχθημεν ὅπως μὴ γίνῃ διὰ πραξικοπήματος, ἀλλ’ ἀναμείνωμεν τὰς ἐκλογὰς καὶ τότε ἐκκαθαρισθῇ ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ κληθῇ. Ἐνώπιον τοῦ συγκλονισμοῦ ὁ ὁποῖος ἐπεκράτει τότε ἐν τῇ Χώρᾳ ἀπεφασίσθη νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ σεβαστοῦ Ἀρχηγοῦ ἡμῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπουσία πάντας θλίβει καὶ πάντες εὐχόμεθα ὅπως ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἀρχήν. Καὶ ὁ Ἀρχηγὸς ἡμῶν ἀπήντησε διὰ τῶν γνωστῶν ἐπιστολῶν ὅτι πᾶσα ἀνακίνησις ζητήματος σχετιζομένου μὲ τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν ὄχι μόνον ἤθελε κλονίσει τὸ κῦρος τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἤθελε διασαλεύσει καὶ τὴν ἐξωτερικὴν θέσιν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν μετὰ τοὺς τελευταίους κλονισμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπέστη ἡ Πατρὶς ἡμῶν. Οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ φίλοι ἡμῶν ἀλλὰ καὶ ὁ Λαὸς ἀξίουν ἠρεμίαν καὶ γαλήνην ἐσωτερικήν.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ποίους κλονισμούς;
§26Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν εἶχεν ἀναγνωρισθῆ κατόπιν τῶν γεγονότων τῆς Κωνσταντινικῆς πολιτικῆς. Ὁ Ἀρχηγὸς ἐκλήθη διὰ δημοψηφίσματος σχεδόν. Ἐγένοντο τότε συλλαλητήρια καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἐγένοντο ὀγκώδεις συγκεντρώσεις ἐν Ἀθήναις ὑπὲρ τοῦ Βενιζέλου, ἀξιοῦσαι ὅπως ὁ μέγας πολιτικὸς ἐπιστρέψῃ εἰς Ἑλλάδα καὶ ῥυθμίσῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὡδήγει εἰς κρημνοὺς ἡ πολιτικὴ τοῦ παρελθόντος. Τὴν χαραχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ ἡμῶν πολιτικὴν ὠφείλαμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν ἀπαρεγκλίτως. Καὶ κατωρθώθη νὰ ἀποσοβηθῇ προεκλογικῶς ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Δυναστείας ἡ ἔκπτωσις καὶ νὰ φθάσῃ ἐδῶ ὁ Ἀρχηγός μας. Δὲν γνωρίζω ἂν ἔπραξε καλῶς ἢ κακῶς ἡ Ἐπανάστασις μὴ προβᾶσα εἰς τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τούτων προεκλογικῶς. Ἦτο σφάλμα τοῦτο ἐφόσον ἐκ τῶν συμβάντων εἶχε πεισθῆ ὅτι ἐπιζημίως ἡ Δυναστεία εἰργάσθη διὰ τὴν Χώραν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ. Δὲν τὸ ἔπραξεν, ὡς ὤφειλε, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μὴ θέλουσα νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνας βαρυτάτας καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ τὴν ἐξωτερικήν. Ἡ Ἐπανάστασις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κρημνίσῃ μίαν Δυναστείαν χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Λαόν· τότε ἡ ἔκπτωσις θὰ ἦτο φυσική. Ὁ Λαὸς μᾶς ἔστειλε σήμερον ἐνταῦθα ὡς φιλελευθέρους μὲ τὰς γνωστὰς συμφιλιωτικὰς ἀρχὰς τοῦ Βενιζέλου καθορίσαντος τὸ πρόγραμμά του. (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐπειδὴ μὲ διακόπτετε ἀτόπως ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὑπενθυμίζω, σεβόμενος τὴν δημοκρατικήν σας ἰδεολογίαν, ὅτι ἐσυνθηκολογήσατε διὰ πρωτοκόλλου τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐστεγάσθητε ὑπὸ τὴν σημαίαν τὴν βενιζελικὴν ὑποσχεθέντες εἰς τὸν Λαὸν νὰ τὸν ἐρωτήσητε διὰ τὴν πολιτειακὴν μεταβολήν. (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἀντεγκλήσεις). Θὰ ἐπεθύμουν τὰς οἰκογενειακάς μας ἔριδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ μὴ τὰς ἐξεθέταμεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰσήλθομεν ἐδῶ πάντες σχεδὸν ὑπὸ τὸ σῆμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐζητήσατε ὅλοι νὰ καλυφθῆτε, πλὴν ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, πλὴν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνέπηξαν καθαρῶς δημοκρατικοὺς συνδυασμούς. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§27ΙΩ. ΜΑΡΜΑΤΑΚΗΣ. Ἀπατᾶσθε, κύριε συνάδελφε. Εἰς τὴν περιφέρειάν μου τουλάχιστον, εἰς τὸν νομὸν Χανίων, πάντες οἱ ὑποψήφιοι ἐξελέγημεν ὑπὸ τὸ δημοκρατικὸν σῆμα «Δ» καὶ οὐχὶ τὴν «ἄγκυραν». Τὸν κ. Βενιζέλον ἀγαπῶμεν, ἐκτιμῶμεν καὶ σεβόμεθα περισσότερον παντὸς ἄλλου, τὸν ὑπεστηρίξαμεν δὲ καὶ τὸν ὑποστηρίζομεν ἐκ πατριωτικοῦ καθήκοντος. Εἴμεθα εἰλικρινεῖς του φίλοι οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθημεν καὶ θὰ θυσιασθῶμεν δι’ αὐτὸν, καὶ δὲν εἴμεθα ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸν ἐκμεταλλεύονται.
§28ΙΩ. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐὰν πράγματι κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ τὴν «ἄγκυραν», θὰ προτείνω ἐξ ὀνόματος τῆς δημοκρατικῆς ὁμάδος νὰ διαλυθῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις καὶ νὰ γίνουν νέαι ἐκλογαὶ καὶ τότε θὰ ἰδῆτε σεῖς. (Θόρυβος).
§29Α. ΤΡΑΧΙΛΗΣ. Ἄνευ τῆς «ἀγκύρας», τοὐλάχιστον εἰς Ἰωάννινα, οὐδεὶς μὴ Φιλελεύθερος θὰ ἐξελέγετο.
§30Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω διατί ταράττονται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς ἀπὸ τὰς ἐκλογάς. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ διαφωνία μας εἶναι ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα μὲ δημοκρατικὴν ἰδέαν. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι μία μερὶς ἐσῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον μὲ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν διεκήρυξε πρὸ τῶν ἐκλογῶν περὶ δημοκρατίας, ἀλλ’ εἶναι μειονοψηφία.
§31ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ποῦ τὸ ἠξεύρετε ὅτι εἴμεθα μειονοψηφία;
§32Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ταράττησθε· ἐλάβετε μίαν βάσιν σφαλερὰν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἐδῶ εἰσήλθομεν διὰ νὰ δημιουργήσωμεν ἀμέσως Δημοκρατίαν καὶ ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι διότι δὲν ἀνταποκρίνεται τοῦτο εἰς τὴν ἐντολὴν ἣν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν κυρίαρχον Λαόν. Συνεπῶς νομίζω ὅτι εἴμεθα ἐν ἀταξίᾳ ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων, ἀπέναντι τῆς Λαϊκῆς κυριαρχίας, τὴν ὁποίαν πάντοτε συνηθίζομεν νὰ ἀναφέρωμεν χωρὶς νὰ θέλωμεν καὶ νὰ τὴν σεβασθῶμεν, θὰ εἴμεθα, λέγω, ἀσυνεπεῖς ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων, ἐὰν δὲν ἐκτελέσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθημεν. Διότι ἐλέχθη τότε ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, θὰ συζητήσῃ τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν καὶ ἐφόσον πεισθῶμεν ὅτι οὔτε κίνδυνοι ἐσωτερικοὶ οὔτε κίνδυνοι ἐξωτερικοὶ προβάλλουν σοβαροὶ διὰ τὴν ὑπόστασιν τῆς Χώρας, θέλομεν προκαλέσει δημοψήφισμα, ἵνα ὁ Λαὸς ἀνεπηρεάστως ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης τῆς λαϊκῆς θὰ δημιουργήσωμεν καθεστὼς μόνιμον καὶ ἀσφαλές, θὰ γίνῃ δὲ πρὸ παντὸς σεβαστὸν τοῦτο καὶ παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῆς τάξεως Κρατῶν, καὶ θὰ ἀφαιρέσωμεν πᾶσαν αἰτίασιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου κόσμου, ὅτι δηλ. ζητοῦμεν παρὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Λαοῦ νὰ δημιουργήσωμεν βιαίως πολίτευμα. Τοῦτο δὲ εἶναι ἀνυπολόγιστον κέρδος διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν καὶ πρόοδον τῆς Χώρας. Αὐτὸ ἦτο τὸ προεκλογικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον καὶ ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὐτὴ ἡ δεξιὰ ἀλλὰ καὶ μέγα μέρος τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος ἐδέχθη καὶ μὲ τὸ ὁποῖον κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἐρωτῶ λοιπὸν ἐπιμένων· κατὰ τίνα ἀντίληψιν εἰμὴ δι’ αὐθαιρέτου ἐνεργείας θέλομεν παραβῆ τὴν ἐντολήν μας ἐκ μέρους τοῦ Λαοῦ, ἀφοῦ ὑπεσχέθημεν νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν διὰ δημοψηφίσματος ποῖον πολίτευμα θέλει ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ; Κατὰ ποίαν πολιτικὴν ἀντίληψιν θέλομεν ἀθετήσει μίαν σύμβασιν οὕτως εἰπεῖν ἡ ὁποία συνωμολογήθη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Τοῦτο θὰ ἐσήμαινε πρᾶξιν ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο ἔντιμος ἀπέναντι ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐὰν ἐκφύγωμεν, κύριοι συνάδελφοι, τῆς γραμμῆς τὴν ὁποίαν μᾶς καθώρισεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δι’ ἀμφότερα τὰ ἐπίμαχα ζητήματα θὰ πράξωμεν πρᾶξιν ἡ ὁποία θέλει συνεπιφέρει πολλὰ κακὰ εἰς τὸν Τόπον, καὶ ἡ θέσις ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ θέλει διασαλευθῆ σοβαρῶς, διότι ὁλόκληρος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος καὶ ἡ Εὐρώπη μεθ’ ἧς ἔχομεν δεσμοὺς καὶ ἀναμένομεν οἰκονομικὰς ἐνισχύσεις θὰ ὑποστῇ ἐντυπώσεις δυσαρέστους διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Χώρας. Θὰ δημιουργηθῇ δὲ νέα ἀναρχία καὶ ἡ ἀπολυταρχικὴ ἐπιβολὴ καὶ συντήρησις μὴ ἀναγνωριζομένου πολιτεύματος, θὰ ἐντείνῃ τὴν ἐσωτερικὴν διαίρεσιν εἰς ὀξυτάτην ἔντασιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ συμβάλῃ οὔτε εἰς τὴν ὁμόνοιαν οὔτε εἰς τὴν σύμπνοιαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τῆς ὁποίας εἴπερ ποτε ἔχομεν ἀνάγκην ἤδη μετὰ τόσους μακροὺς καὶ κοπιώδεις ἀγῶνας ἐσωτερικοὺς καὶ πολεμικοὺς τοὺς ὁποίους ὁ Τόπος ἐδοκίμασε τόσον πικρῶς. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς θὰ θέσωμεν νέον πολίτευμα θνησιγενές, μὴ σταθερὸν ποτέ, μὴ βιώσιμον, τὸ ὁποῖον θέλει εἰς πρώτην πνοὴν ἀντιθέτου πολιτικοῦ ἀνέμου κατακρημνισθῆ, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Τόπου. Ὀφείλομεν ἰδιαιτέρως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν ψυχολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι πιστεύω ὅτι ἡ πτέρυξ ἐκείνη ἡ ὑποστηρίζουσα μετὰ τόσης ὀξύτητος καὶ θέρμης τὴν ἰδεολογίαν τῆς Δημοκρατίας δὲν ἐψυχολόγησε ποτὲ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν οὐδὲ ἐσφυγομέτρησε τὴν ψυχήν του, τὸν χαρακτῆρά του τὸν ἑλληνικόν. Λυποῦμαι δὲ ὅτι τὸ παρελθὸν δὲν μᾶς ἐδίδαξεν......
§33ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἐδίδαξεν ἡμᾶς· ὑμᾶς ὅμως ὄχι.
§34Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. .. Δὲν μᾶς ἐδίδαξεν ἀρκετὰ ὥστε νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἴδια σφάλματα τὰ ὁποῖα τόσον ἐκόστισαν καὶ βαθύτατα ἔβλαψαν τὴν Ἑλλάδα. Ἐνθυμηθῆτε πῶς ἐπανῆλθεν ὁ Κωνσταντῖνος: Ἐξώσθη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διὰ τὴν ἀντεθνικήν του στάσιν, ἐξώσθη διότι ἔπρεπε νὰ ἐξωσθῇ· ἀλλὰ ἦλθεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος δὲν ἠρωτήθη διὰ τὴν ἔξωσιν ἐκείνην, ἐθεώρησε τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα προσωπικῆς φιλοτιμίας καὶ τὸν ἐπανέφερεν. Καὶ ναὶ μὲν τὸ ἐξεμεταλλεύθη τότε ἡ ἀντίδρασις καὶ συνετέλεσαν βεβαίως εἰς τὸ νὰ ἔλθῃ ἡ πρώτη Νοεμβρίου καὶ τὰ διάφορα ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιθέτων τὰ ὁποῖα παρεπλάνησαν τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐχειρίσθησαν καὶ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐξώσεως τοῦ Κωνσταντίνου παρὰ τὴν θέλησίν του ἵνα ἑδραιώσωσι παρὰ τῷ Λαῷ τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ ἀντίπαλοί μας, οἱ ὁποῖοι ἐλθόντες ἔφεραν τὰς καταστροφὰς τῶν ὁποίων ὑφιστάμεθα ἤδη τὰς συνεπείας τόσον τραγικῶς.
§35ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἠμπορεῖ καὶ τώρα νὰ ἐξαπατηθῇ.
§36Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ ἐργασθῶμεν νὰ τὸν πείσωμεν ποῖον τὸ συμφέρον του. Λοιπὸν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι διὰ νὰ ἑδραιώσωμεν σταθερὸν πολίτευμα πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τοιαύτας βιαίας λύσεις, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὰ αὐτὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα οἷα τὰ τοῦ παρελθόντος. Ἄλλως τε ἐὰν φρονῆτε, ὅπως πιστεύω ὅτι εἰλικρινῶς πιστεύετε καὶ φρονεῖτε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας καὶ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ὡς πιστεύω καὶ ἐγὼ ἀκραδάντως μεθ’ ὑμῶν, διατὶ φοβεῖσθε νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν Λαόν; Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐρωτηθῇ ὁ Λαὸς καὶ μὲ τὴν μέθοδον τὴν ὁποίαν ἐννοεῖτε νὰ μᾶς ἐπιβάλητε; Διότι καὶ ὑμεῖς δέχεσθε ἵνα τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν, τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας ἢ τῆς κηρύξεως τῆς Δημοκρατίας, θέσωμεν κατόπιν ὑπὸ τὴν λαϊκὴν ἔγκρισιν. Τούτου δεδομένου, κύριοι, διατί νὰ μὴ σπεύσωμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην του; Ἡ ἰδική μας ἄποψις ἔχει τόσας ὠφελείας, μέγα δὲ κέρδος διὰ τὸ μέλλον τοῦ πολιτεύματος τὸ ὅτι θὰ φέρωμεν καὶ τὸν ἀντίθετον πολιτικὸν κόσμον νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸ δημοψήφισμα. Δὲν θὰ τὸ ἐγκρίνῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὁ Λαός; Ἐὰν δὲν θελήσῃ νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ φθάσωμεν ἐὰν καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐντολὴν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, προβῶμεν εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις; Ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὴν μάχην διὰ τοῦ Λαοῦ, πείθοντες αὐτὸν ποῖον τὸ ἀληθὲς συμφέρον του.
§37Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τὸ δικαίωμα μὴ τὸ ἀμφισβητεῖτε, διότι τὸ ἔχομεν.
§38Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπιμένω ὅτι δὲν τὸ ἔχομεν ἐφόσον καὶ σεῖς, ἀκολουθήσαντες γνώμας τοῦ κ. Βενιζέλου διὰ μετεκλογικὸν λαοψήφισμα, ἐξελέγητε ὡς τοιοῦτος.
§39Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τότε φαντάζεσθε ὅτι δὲν ἀποτελεῖτε μέλος Συντακτικῆς Συνελεύσεως;
§40Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀναμφισβητήτως εἴμεθα μέλη Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν δὲν εἴπομεν, δὲν ἐθέσαμεν τὰ ζητήματα καθαρὰ καὶ ἀνόθευτα, ἀλλὰ περιωρίσαμεν τὰ συντακτικὰ δικαιώματά μας. Εἴπομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν: Λαέ, βεβαίως εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ὅ,τι συμφέρει, ἀλλὰ περιορίζομεν τὰ δικαιώματά μας προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Δυναστείας καὶ τοῦ πολιτεύματος διὰ νὰ σὲ ἐρωτήσωμεν.
§41Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δυναστικὸν δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ζήτημα ἐκλογικόν.
§42Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐλάχισται εἶναι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐξέλεξαν ἀντιπροσώπους μὲ καθαρὰν δημοκρατικὴν σημαίαν. Ἡ παμψηφία σχεδὸν τῶν Φιλελευθέρων ἐξελέγη μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἀρχηγοῦ μας ὡς διετυπώθη.
§43Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ περισσότεραι.
§44Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δύναμαι νὰ τὰς ἀναφέρω· εἶναι γνωσταί. Τὰ ⅘ τῆς Ἑλλάδος ἐξέλεξαν πληρεξουσίους μὲ τὴν ἐντολὴν ὅτι εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις μέν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν θεμελιωδῶν αὐτῶν ζητημάτων δὲν θὰ ἀφήσωμεν παράμερα τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσωμεν τὴν γνώμην του καὶ περὶ τῶν δύο ζητημάτων. Πᾶν ὅ,τι ὑποστηρίζετε εἶναι ἀντιλαϊκὸν καὶ μετέχει ἀπολυταρχικῆς ἰδεολογίας. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι ἡ γνώμη του.
§46Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἔχομεν τὴν μαρτυρίαν τοῦ τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλου ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος. Λέγει εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συνεννοήσεων μετὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων τῶν ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως. (Ἀναγινώσκει:) «Εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιμείνω ὅπως καὶ τὸ ζήτημα τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ νῦν βασιλεύοντος Οἴκου ὑποβληθῇ εἰς τὸ λαϊκὸν δημοψήφισμα καὶ μὴ λυθῇ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως». Ἄρα ἡ δήλωσις αὐτὴ σημαίνει ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ μόνον διὰ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Βενιζέλου δύναται νὰ τηρηθῇ ἡ διαδικασία τοῦ λαϊκοῦ δημοψηφίσματος (Χειροκροτήματα).
§47Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. τέως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθώρισε πρόγραμμα ἐξελίξεως τῆς ὑποθέσεως. Ἐκλήθη δὲ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐκλήθη καὶ παρὰ 280 πληρεξουσίων,—δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν καὶ παρὰ ἑτέρων ἐκλήθη— ἵνα ἐρχόμενος ἐνταῦθα τὸ ταχύτερον θέσῃ τέρμα καὶ ῥυθμίσῃ κατὰ τὰς ἰδέας του κατάστασιν χαώδη, ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν συντηρητικὴν ὁδόν των καὶ δώσῃ μίαν λύσιν ὁμαλὴν ἡ ὁποία νὰ ἐξασφαλίζῃ πολίτευμα μόνιμον καὶ σταθερὸν καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ Τόπου, τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς παρ’ ὑμῶν νὰ τοῦ τὴν ἐξασφαλίσωμεν πλέον ὁριστικῶς.
§48Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκλήθη ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας. Πῶς μετεβλήθη ἡ κατάστασις μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βενιζέλου δὲν ἠξεύρω. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§49Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ζήτημα δυναστικὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν δὲν ἐτέθη, οὐδὲ ὑπῆρχε τότε. Ἐγεννήθη τοιοῦτον μετὰ τὴν καταστολὴν τοῦ στασιαστικοῦ κινήματος, ὅτε ὁ Στρατὸς ἀπεπειράθη νὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστὼς ἀλλὰ ἠμποδίσθη σθεναρῶς παρὰ τῆς ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας τοῦ πραξικοπήματος. Ὅταν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ ὁ βασιλεὺς Γεώργιος εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ Θρόνου. Λοιπὸν τοιοῦτον ζήτημα δὲν εἶχε τεθῆ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἐφόσον εἴχομεν τὸν βασιλέα ἐπὶ τοῦ Θρόνου. Εἰς τὴν ἰδεολογίαν μας ὑπῆρχεν ὁ πόθος νὰ πέσῃ ἡ Δυναστεία αὐτὴ ἡ ὁποία ὁμολογουμένως κατέστρεψε τὸν Τόπον καὶ εἰργάσθημεν παρὰ τῷ Λαῷ καὶ ἐψηφίσθημεν ὡς ἀντιπρόσωποί του μὲ τὴν ὑπόσχεσιν πρὸς αὐτὸν ὅτι ὅ,τι γίνῃ θὰ γίνῃ τῇ ἐγκρίσει του. Βεβαίως ἡ Δυναστεία δὲν εἶναι συμφέρον νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τοῦ Θρόνου, διότι θὰ ἔχωμεν νέας ἀνωμαλίας καὶ ἐσωτερικὰς διενέξεις. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην θὰ φθάσωμεν διὰ τοῦ κυριάρχου Λαοῦ. (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἂν νομίζητε ὅτι διακόπτοντες καὶ προκαλοῦντες φέρετε τὴν ποθουμένην λύσιν τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπιδιώκομεν, τοῦ νὰ πέσῃ ἡ Δυναστεία καὶ νὰ δοθῇ ἓν πολίτευμα σταθερὸν δημοκρατικόν, φρονῶ ὅτι δὲν πολιτεύεσθε ὀρθῶς. Χειριζόμενοι τὸ θέμα σας καὶ τὰς ἀπόψεις σας μετὰ τόσης σφοδρότητος καὶ ὀξύτητος κερδίζετε ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἔδαφος; Ἀπατᾶσθε. Ὅπως παρουσιάζεσθε συζητοῦντες ἐπιζητεῖτε νὰ ὑποτάξητε τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν μειονοψηφίαν καὶ τοῦτο ἐμποιεῖ δυσάρεστον ἐντύπωσιν εἰς τὸν Λαὸν ὅστις σᾶς παρακολουθεῖ. Τοῦτο εἶναι ἥκιστα δημοκρατικὸν καὶ δὲν ὠφελεῖ εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ αἰσίαν ἔκβασιν τοῦ ἀγῶνος· διότι παρίσταται ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὅτι δὲν εἶναι ὁμόφωνος καὶ σύμφωνος ὅτι Δυναστεία ἐγκληματήσασα εἰς τὸν Τόπον αὐτὸν πρέπει νὰ πέσῃ διὰ νὰ ἔλθῃ φιλελεύθερον πολίτευμα. Ἀπ’ ἐναντίας διὰ τῆς στάσεώς σας φέρετε ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Καὶ προσέξατε καλῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐτόνισα, διότι εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων τῶν πολιτευομένων ὁ ὁποῖος ὑπὲρ πάντα ἄλλον γνωρίζω πολὺ καλύτερον τὴν ψυχοσύνθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διότι ἀπὸ 25ετίας, κύριοι, συνάδελφοι, ἀπολαύω τῆς ἐμπιστοσύνης του παρακαθήμενος σχεδὸν ἀνελλιπῶς ἐνταῦθα. Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν τὸ ταχύτερον νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ δημοψηφίσματος ἐν ὁμονοίᾳ, συμφωνίᾳ καὶ ἑνότητι προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας ἑνιαῖον μέτωπον, διότι διατρέχομεν πολλοὺς κινδύνους. Ἐκ τῆς παρουσιαζομένης τυπικῆς ἄλλως τε διαστάσεως ἡ ἀντίπαλος μερὶς ἡ ἀποσχοῦσα τῶν ἐκλογῶν τελευταίως ἐλλοχεύει ἵνα πλήξῃ τὰ λαϊκὰ συμφέροντα μὲ τὴν στάσιν της. Ὁ Λαὸς παρακολουθεῖ ἡμᾶς μετὰ προσοχῆς καὶ στηρίζει, σᾶς βεβαιῶ, τὰς καλυτέρας ἐλπίδας ἐπὶ τοῦ Σώματος τούτου. Ἐψήφισε δὲ παρὰ τὴν ἀποχὴν τῶν ἀντιπάλων καὶ ἐψήφισεν ἐν πεποιθήσει ὅτι ἐξασφαλίζει τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Τόπου. Ἐψήφισεν οὐ μόνον Λαὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ μεγάλη μερὶς τοῦ κόσμου τοῦ μὴ Φιλελευθέρου. Ἐφόσον ὅμως παρατείνομεν μίαν κατάστασιν διὰ συζητήσεως ἀκάρπου καὶ ἀπεραντολόγου, ἡ ὁποία παρουσιάζει ἡμᾶς ἐν διαστάσει, ἐνῷ οὐσιαστικῶς οὐδεμία διάστασις ὑπάρχει...
§50ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὑπάρχει.
§51Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει μία· ὅτι θέλετε ὁ σεβαστὸς καὶ φίλος κ. Παπαναστασίου νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ κ. Καφαντάρη, ἀφοῦ εἶναι ἐν μειονοψηφίᾳ ἡ ὁμὰς ἥν διευθύνει, καὶ οὐδὲν ἄλλο.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι.
§53Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ ἡ ἐργασία ἡ ἰδική σας, ἡ ὁποία εἶναι ὁμολογουμένως ἁγνὴ καὶ πατριωτική, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ἐκτιμηθῇ. Ἤδη εἶσθε ἐν μειοψηφίᾳ καὶ ὀφείλετε νὰ μείνητε ἐν τῇ θέσει σας καὶ νὰ ἐργασθῆτε μεθ’ ἡμῶν ἵνα φέρωμεν εἰς πέρας μίαν ἰδέαν κοινήν, ἡ ὁποία συμφέρει καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, διότι, κύριοι, ἂς μὴ πλανώμεθα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς λείπει εἶναι τὸ ὅτι δὲν ἔχομεν Κράτος. Δὲν ἔχομεν Κράτος, καὶ ὁμοῦ μὲ τὸ πολίτευμα πρέπει νὰ ἀναδημιουργήσωμεν Κράτος, παρ’ οὗ ὁ πολίτης νὰ ἀπολαμβάνῃ εὐνομίαν.
§54Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θάρρος καὶ χαρακτῆρα, αὐτὰ δὲν ἔχομεν.
§55Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κράτος! Ἐνῷ δὲ ἡ πρώτη μας μέριμνα ἔπρεπε νὰ στραφῇ εἰς τὴν ἀναδημιουργίαν Κράτους, ἀνυπάρκτου ἤδη λόγῳ τῶν συμφορῶν τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν ἐρειπίων τὰ ὁποῖα συνεσώρευσε μία πολιτικὴ ἐγκληματικὴ τῶν ἀντιπάλων μας, ἀρχίζομεν μίαν ἀπεραντολογίαν, ἡ ὁποία δὲν φέρει κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἐμπρὸς εἰς ἐργασίαν δημιουργικήν! Πρὸ παντὸς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀνασυγκροτήσωμεν τὰς κρατικάς μας δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς παράλυσιν. Ἠκούσατε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τί εἶπε περὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας: Εἶναι εἰς ἐπισφαλὲς σημεῖον. Ἠκούσατε τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἵσταται εἰς τὴν θέσιν της καὶ ὅτι ὁ Λαὸς ἀρχίζει νὰ κλονίζηται ἐπὶ τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν δικαιοσύνης. Ἡ πεποίθησίς του ἤρχισε νὰ κλονίζηται ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἠκούσατε ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος στερεῖται δημοτικῶν σχολείων, ὅτι ἡ συγκοινωνία εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν πρωτόγονον, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ὑπόστασις τοῦ Κράτους διεσαλεύθη καὶ ἐν γένει μεγάλα ὡς ἐκ τούτου κοινωνικὰ ζητήματα μένουν ἄλυτα. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συστήσωμεν ἰσχυρὸν Κράτος, διότι μόνον διὰ καλῆς διοικήσεως καὶ χρηστῆς θὰ πείσωμεν καὶ τὸν ἀντιφιλελεύθερον λαὸν νὰ ταχθῇ μὲ τὸ μέρος τὸ ἰδικόν μας. Μὴ δίδετε προσοχὴν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, διότι ἐγώ, κύριοι, δὲν προσέχω εἰς αὐτήν. Ἐκπροσωπεῖ καὶ ἐπιδιώκει ἴδια συμφέροντα προσωπικά, δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ Λαὸς ὅταν τοῦ δώσωμεν ἓν Κράτος ἰσχυρὸν καὶ χρηστὴν καὶ ἀμερόληπτον διοίκησιν θὰ ταχθῇ μὲ τὸ μέρος μας καὶ τότε θὰ πεισθῇ ὅτι τὸ νέον πολίτευμα ἐξασφαλίζει τὴν εὐημερίαν του τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικήν. Μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως τῆς περιόδου ταύτης θὰ λήξωσι τάχιστα θὰ συστήσω εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ συνεργασθῶμεν ἐν τῷ ἐπιπέδῳ τῷ πολιτικῷ καὶ δυναστικῷ, τὸ ὁποῖον καθωρίσθη διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ κατέλθωμεν τάχιστα εἰς τὸ δημοψήφισμα, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς ὅλης ὑποθέσεως καὶ ὄχι αἱ μεταξύ μας ἔριδες διότι βεβαιωθῆτε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς μᾶς θεωρεῖ ὅλου, ἐκ τοῦ αὐτοῦ πίθου προελθόντας, καὶ δὲν χωρίζει δημοκρατικοὺς καὶ μὴ δημοκρατικούς, διότι ἐξήλθομεν ὅλοι ἐκ τῆς αὐτῆς ἰδεολογίας, τῆς βενιζελικῆς.
§56ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι.
§57Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπατᾶσθε. Καὶ θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ σᾶς εἴπω τι τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς πειράξῃ.... Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ διατυπώσω εἰς τὰς παρατηρήσεις μου, διότι νομίζω ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν χάριν τοῦ λαοῦ ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλεν ἐνταῦθα νὰ τὰ γνωρίσω εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ ἥτις χαρακτηρίζει τὴν πολιτικήν μου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοχάρης.
§59ΛΕΩΝ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγεννήθη καὶ εἰς ἐμὲ ἡ ἀμφιβολία, κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν μετὰ τόσους ρήτορας οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν καὶ μετὰ τόσους ἄλλους οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀγορεύσωσι παρέμεινεν ἀκόμη σημεῖον τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐξετασθῆ ἐν ὅλῃ του τῇ ἐκτάσει εἴτε ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἀπὸ τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως, κυρίως δι’ ἡμᾶς τοὺς νεοφωτίστους καὶ ἀπείρους τοῦ βήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν διέλυσεν ἡ ἀντίληψις, ὅτι κυρίως ἡμεῖς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ δημοκρατικὸν κόμμα, οἱ ἀγωνισθέντες ὑπὲρ τῆς νίκης αὐτῆς, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς βλέπομεν φθάσασαν εἰς τὸ τέρμα της, ἔχομεν καθῆκον, προτοῦ ἡ Συνέλευσις ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν της, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ ἢ ὁ θάνατος τοῦ Τόπου αὐτοῦ, ἔχομεν καθῆκον ἀνερχόμενοι εἰς τὸ βῆμα νὰ εἴπωμεν τὴν ἐνσυνείδητον γνώμην μας, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐκφωνηθῇ αὕτη ἀτέχνως καὶ ἀδεξίως. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, κύριοι, διὰ πολλοὺς λόγους, τῶν ὁποίων ὁ κυριώτερος εἶναι ἡ φυσικὴ ἀδυναμία. Ὅλοι γνωρίζομεν πῶς προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις αὐτή. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τριῶν ἀξιοτίμων συνεργατῶν του τὸ ὑπολειφθὲν μέρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς συνετάχθη εἰς νέαν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ συμπαθεστάτου ἐξ Εὐρυτανίας πληρεξουσίου, ὡρκίσθη ἐνώπιον τοῦ Ἀντιβασιλέως τῇ συστάσει τοῦ κ. Βενιζέλου ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Βʹ διὰ νὰ ἔλθῃ μετὰ ὀκταήμερον σκέψιν νὰ ἐκφράσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν δημοκρατικὴν καὶ ἀντιδυναστικὴν πίστιν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἀσπάζεται καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τῆς προηγουμένης, ἡ ὁποία πᾶν ἄλλο ἔλεγε παρὰ ὅτι θὰ ἀγωνισθῇ ὑπὲρ τῆς δημοκρατικῆς ἰδέας. Θὰ ἀφήσω, κύριοι, τελευταῖον τὸ σημεῖον τοῦτο τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων καὶ θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι αἱ δηλώσεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἶναι δηλώσεις τὰς ὁποίας ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἔθεσεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐπεξηγημένας μετὰ τὰς συμπληρωματικὰς δηλώσεις τοῦ σημερινοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἐπὶ τοῦ πρώτου σημείου τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ δημοκρατικὸν κόμμα νὰ ἔχωμεν ἄλλην γνώμην παρὰ τὸ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας εἰς τὸν κ. Βενιζέλον καὶ τὸν διάδοχον αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι τόσον ἀσμένως ἠσπάσθησαν μέρος τοῦ προγράμματός μας καὶ νὰ τοὺς εὐχαριστήσωμεν ἀκόμη περισσότερον διότι, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐκφράσῃ νομίμως τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τὴν μερίδα ἐκείνην καὶ τῆς ἀναθέσῃ τὴν ἐξουσίαν, θὰ μᾶς ἔχουν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν μέρους τοῦ προγράμματός μας. Αἱ οἰκονομικαὶ δηλώσεις τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ὑπέστησαν ἀληθῶς σημαντικὴν μεταβολὴν διὰ τῶν συμπληρωματικῶν δηλώσεων τοῦ νῦν Προέδρου τῆ Κυβερνήσεως. Αἱ προηγούμεναι δηλώσεις μᾶς ἔλεγον ὅτι θὰ ἀποβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ἰσοζυγίου διὰ τῆς ἀμειλίκτου περικοπῆς τῶν δαπανῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν καλυτέραν ἀπόδοσιν τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἀνεκοίνωσεν ὅτι θὰ προβῇ καὶ εἰς οἰκονομικὰς μεταρρυθμίσεις. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον διάστημα τῆς Ἐπαναστάσεως, ἴσως καὶ ὀλίγον πρὸ αὐτοῦ, ἐπεβλήθησαν πολλοὶ φόροι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἀπέβλεπον εἰς πολιτικὴν οἰκονομικὴν μέλλοντος ἀλλὰ μᾶλλον εἰς ταμειακὴν ἐπάρκειαν ἐπιβαλλομένην λόγῳ τῶν περιστάσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως παρὰ νὰ ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρηθοῦν καὶ εἶναι ἐξαιρετικῶς εὐχάριστον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε διὰ τῶν δηλώσεών του νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὴν εὐρυτέραν μελέτην τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Αἱ δηλώσεις καὶ ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως οὐδόλως διαφέρουν ἀπὸ τὰς δηλώσεις τῆς σημερινῆς. Περιορίζεται καὶ αὐτὴ εἰς τὸ νὰ μᾶς δηλώσῃ τὴν σημασίαν τὴν σπουδαιοτάτην τὴν ὁποίαν ἀποδίδει, τὴν εἰλικρίνειαν τῶν διαθέσεών της περὶ τῆς ὁποίας οὐδέποτε πραγματικῶς ἀμφέβαλλεν ὁ προσφυγικὸς κόσμος. Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι θὰ ὑπάρχῃ διαφορετικὴ διάθεσις δι’ αὐτὸν ἀπὸ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν ἐμφανιζομένην ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως τὸ παρελθὸν καὶ ἡ ἐπὶ ἕνα μῆνα παραμονὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν πᾶν ἄλλο ἢ τοιαύτας ἐνθαρρύνσεις μᾶς δίδει. Θὰ παραξενευθῆτε, κύριοι, ὅταν μάθητε ὅτι παρ’ ὅλην τὴν στοργὴν τὴν ὁποίαν ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ ἁγνὸς ἐκεῖνος Στρατιώτης, παρ’ ὅλην τὴν εἰλικρινῆ διάθεσιν τῶν ὑπευθύνων συμβούλων αὐτοῦ, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Κυβέρνησις τῆς Ἐπαναστάσεως κατώρθωσε νὰ διαθέσῃ ποσὸν ἑνὸς δισεκατομμυρίου περίπου δραχμῶν,— ὅπερ μὲ τιμὴν λίρας 240 δραχμῶν σημαίνει 4,000,000 λίρας περίπου, — ποσὸν ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰ ⅔ τοῦ ζητουμένου προσφυγικοῦ δανείου διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ ἐφετεινὸς χειμὼν καὶ νὰ ἴδωμεν τοὺς πρόσφυγας πεινῶντας, γυμνοὺς καὶ ἀποθνήσκοντας ἐκ τοῦ ψύχους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς παρὰ μόνον ὅταν θὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν τηλεγραφημάτων τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐκεῖθεν ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν προσφυγικῶν ὀργανώσεων ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ θεωρήσωμεν ἱκανοποιητικὰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Εἴμεθα, κύριοι, ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν ἀπ’ αὐτὴν θέλησιν σιδηρᾶν, ἀποφάσεις ταχυτάτας, διότι ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ διεξαγάγωμεν ἀμείλικτον ἀγῶνα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι θεωροῦμεν ὄχι μόνον ὡς ἱερώτατον καθῆκον τὸ ζήτημα τὸ προσφυγικὸν ἀλλὰ καὶ ὡς ὑπέρτατον τῆς Χώρας συμφέρον. Νομίζομεν, κύριοι, ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν μέχρι τοῦδε διὰ τοὺς πρόσφυγας πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ μᾶς πείσουν ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος. Μετὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς δηλώσεις της δηλοῖ ὅτι δὲν θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὄγκον νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλ’ ὅτι θὰ προσπαθήσῃ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἔκλυσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων. Δηλοῖ ὅτι θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐξυψώσῃ τὴν Δικαιοσύνην, θὰ ἐντείνῃ τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ θὰ ἐμπεδώσῃ τὴν Δημοσίαν Ἀσφάλειαν. Ἂν ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ γίνουν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων, τοῦτο ἡ Συνέλευσις εἶναι ἁρμοδία νὰ κρίνῃ, ἐγὼ ὅμως τουλάχιστον πᾶν ἄλλο ἢ αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἐπιμελὴς ἀποφυγὴ τοῦ ν’ ἀναφέρῃ ποίαν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην ἔχει ὁ Τόπος καὶ ποίαν προσοχὴν πρέπει νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Θὰ μοῦ εἰπῆτε ὅτι ἐκ λόγων προνοίας ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ ταῦτα εἰς τὰς δηλώσεις της διὰ νὰ μὴ φαντασθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἴτε οἱ γείτονές μας ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ πολιτικὴν ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ὠθήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς νέας πολεμικὰς περιπετείας. Δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν τοιαῦταί τινες ἀντιλήψεις νὰ γεννηθοῦν. Ἀπεναντίας ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἰδίᾳ ὁ λαὸς τῶν παραμεθορίων νομῶν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρώτιστον καὶ κυριώτερον αὐτῆς καθῆκον θέλει εἶσθαι ἡ ταχεῖα ἐνίσχυσις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων οὐχὶ διὰ νὰ προέλθῃ εἰς νέας περιπετείας ἀλλὰ διὰ νὰ αἰσθανθῇ τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, ὅτι δύναται ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρηνικῆς ἀναπτύξεως καὶ προόδου. Καὶ νομίζω ὅτι παρ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν ἣν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι ἀσφαλὴς ἂν ἐρωτήσῃ αὐτόν, ἰδίως τὸν τῶν παραμεθορίων Νομῶν θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ἀσφαλῶς ὄχι. Τὸ θέμα λοιπὸν τοῦτο ὤφειλε ν’ ἀποτελέσῃ τὸ κυριώτερον μέρος τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ὡραῖαι λέξεις αἱ παρατιθέμεναι ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης περὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν γειτόνων, περὶ τῶν σχέσεών μας μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅλα αὐτὰ εἶναι καλά, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι αἱ καλαὶ σχέσεις μὲ τοὺς γείτονας βασίζονται εἰς ἓν καὶ μόνον σημεῖον, εἰς τὰς δυνάμεις τὰς ὁποίας δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν ἐπιβουλὴν τῆς καταπατήσεως τῶν συνόρων αὐτοῦ παρὰ τοῦ γείτονος. Αἱ συμμαχίαι καὶ αἱ φιλίαι στηρίζονται εἰς τὴν ὑλικὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν συμμάχων δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς δεδομένην στιγμήν. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι χίμαιραι βεβαίως, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὅπως εἶπον δὲν θὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος, διότι κατ’ ἀρχὴν ἀπεχθάνομαι καὶ τὰς βαρείας φράσεις διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὴν διαγωγὴν τῆς Δυναστείας, ὅπως ἀπεχθάνομαι καὶ νὰ καίω λιβανωτὸν εἰς ἐκείνους οἵτινες πράττουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἑκάστην ψυχὴν Ἕλληνος. Ὀφείλω ὅμως νὰ τονίσω ὅτι ἡ διάστασις, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὀνομάσῃ ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος κ. Πατρίδης οἰκογενειακήν, ἡ διάστασις αὐτὴ ἔχει πολὺ μεγάλην σημασίαν διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἡ Κυβέρνησις ἐλθοῦσα ἐνταῦθα ὑπὸ τὸν κ. Βενιζέλον ἐθεώρησεν ὡς πρῶτον αὐτῆς σκοπὸν τὴν συμφιλίωσιν. Τίς ἐξ ἡμῶν, κύριοι, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι δὲν ἐπέτυχε πλήρως τὴν συμφιλίωσιν; Μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς ἀφίξεώς του ἐνταῦθα ὁ κ. Βενιζέλος ἐπέτυχε νὰ συντάξῃ εἰς μίαν μόνον ὁμάδα τὴν εἰς τεμάχια κατατετμημένην μερίδα τοῦ ἀντιβενιζελικοῦ κόσμου! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν προσπαθειῶν τῆς συμφιλιώσεως. Θὰ ἦτο πολὺ εὔκολον νὰ ἀναφέρῃ κανεὶς ὅλα τὰ διατρέξαντα μὲ τὰς συζητήσεις τὰς συμφιλιωτικὰς τοῦ τέως κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν διαφόρων ὁμάδων. Ἐγὼ ὅμως ἀντὶ ὅλων αὐτῶν θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ διάστασις ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ κόμματος ἐκείνου καὶ ἡμῶν εἶναι ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅλοι τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διατρέχομεν κατερχόμενοι καὶ πάλιν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ θέτοντες τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐναντίον τῆς Δυναστείας. Τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον ἔγινε τὴν 1ην Νοεμβρίου, τὸ ὁποῖον ἐτάραξε τόσον πολὺ τὸν κ. τέως Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὥστε εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἀποτέλεσμα εἶχεν ἤδη καταδηλωθῆ πολὺ πρὶν τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, ἠναγκάσθη οὗτος νὰ τηλεγραφήσῃ ὅτι θὰ εἶναι θανάσιμον σφάλμα, ἐὰν τεθῇ ἡ δημοκρατικὴ σημαία πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ, ἐὰν εἶχε τεθῆ, θὰ εἶχε λυθῆ τὸ ζήτημα καὶ σήμερον θὰ ἀπησχολούμεθα εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας ἔχομεν τόσον ἀνάγκην. Ἐάν, λοιπὸν δὲν ἐγίνετο τὸ σφάλμα ἐκεῖνο, δὲν θὰ ἐφθάναμεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν. (Θ κ. Πρόεδρος τῆς τέως Κυβερνήσεως, ἐφόσον εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1920 ἀνεγνώρισεν ὅτι ἦτο σφάλμα ἡ λύσις κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη τὸ δυναστικὸν ζήτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ καὶ σήμερον ὅτι ἡ ἐκ νέου προσφυγὴ εἰς τὰς κάλπας καὶ ἡ ἐκ νέου ἀντίθεσις μεταξὺ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἄλλων βενιζελικῶν ἀφ’ ἑτέρου, ἀντὶ νὰ ἀμβλύνῃ τὸ ὑφιστάμενον χάσμα θὰ τὸ ὀξύνῃ; Πῶς θὰ κατέλθωμεν εἰς ἐκλογὰς, οἱ μὲν μὲ βενιζελικὴν σημαίαν καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὴν σημαίαν τῆς Δυναστείας; Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος τῆς συμφιλιώσεως καὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χάσματος τοῦ ὑφισταμένου; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω κανὲν παράδειγμα εἰς τὴν Ἱστορίαν διὰ τοῦ ὁποίου τὸ πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας, ὡς λέγει ὁ κ. Πρόεδρος, «νὰ εἶναι ἀπαύγασμα τῆς ἐλευθέρας καὶ ἀνοθεύτου θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ». Τοιοῦτόν τι δὲν γνωρίζω· ἐὰν δὲ γνωρίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἂς τὸ εἴπῃ. Ἐὰν εἰς ἄλλο Κράτος, εἰς ἄλλην ἐποχὴν διὰ νὰ γίνῃ μεταβολὴ πολιτεύματος ἠρωτήθη ὁ χωριάτης, ὁ γεωργὸς ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀβασιλεύτου Δημοκρατίας καὶ ποῖα τῆς βασιλευομένης, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω.
§60Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Εἶσθε κατὰ τοῦ δημοψηφίσματος;
§61Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ θεωρῶ ὡς τὸ ἠλιθιώτερον τῶν μέτρων. Φρονῶ ὅτι ἐὰν ἤμην Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἤρχεσθε σεῖς ὡς πληρεξούσιος καὶ μοὶ ἐλέγατε ὅτι «ἀπεφασίσαμεν νὰ σὲ ἐρωτήσωμεν ἂν σοῦ ἀρέσει ἡ Δυναστεία, διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι ἡ Δυναστεία ἐγκλημάτησε, καὶ ὅτι ἐὰν παραμείνῃ εἰς τὸν Τόπον, θὰ καταστρέψῃ τὴν Ἑλλάδα» θὰ ἔστρεφα ἀνοικτὰς τὰς δύο παλάμας πρὸς ἐμαυτὸν διὰ τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον ἔκαμα καὶ σᾶς ἔστειλα εἰς τὴν Συνέλευσιν. (Χειροκροτήματα). Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἀγωνιζόμεθα, δὲν ἀντιπολιτευόμεθα δι’ ἄλλο τι παρὰ διὰ τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον αἰσθανόμεθα.
§62Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ. Καὶ κατὰ τῶν δύο μερίδων στρέφεσθε;
§63Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχει μεγάλην διαφορὰν τοῦ νὰ εἴπητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὅτι ἡ Δυναστεία ἐγκλημάτησε καὶ δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ καὶ ὕστερον νὰ τὸν ἐρωτήσητε: «Θέλεις νὰ παραμείνῃ ἡ Δυναστεία ἢ ὄχι;» (Χειροκροτήματα). Πρέπει, κύριοι, νὰ γνωρίσητε εἰς τὸν λαὸν τὸν μὴ καταγινόμενον εἰς συνταγματολογίαν οὔτε εἰς τὸ νὰ συγκρίνῃ τὰ πολιτεύματα, ἀλλ’ εἰς τὸ νὰ σκάπτῃ τὴν γῆν νὰ τοῦ εἴπητε: «Αὐτὸ εἶναι τὸ πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας, σοῦ ἀρέσει; Ψήφισέ το». Καὶ ὄχι νὰ τὸν θέτετε εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς αἰσχροτέρας προπαγάνδας, διότι ἔχω ἀκούσει ὅτι λέγουν εἰς χωρικούς: «Ἠξεύρετε τί εἶναι Δημοκρατία; Δημοκρατία εἶναι ὅταν γυρίσῃς μὲ τὸ σκεπάρνι ἀπὸ τὸν ἀγρὸν σπίτι σου νὰ σοῦ ἔχουν πάρει τὴν ἀδελφὴν καὶ τὴν μάνναν σου!» Ἐνῷ ἐγὼ θὰ τοῦ παρουσιάσω τί εἶναι ἡ Δημοκρατία καὶ θὰ τοῦ εἴπω: «Νάτην, αὐτὴ εἶναι ἡ Δημοκρατία καὶ ψήφισέ την».
§64Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ποῖοι κάμουν τὴν προπαγάνδαν κατὰ τῆς Δημοκρατίας;
§65Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω· ὑποθέτω οἱ βασιλικοί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, καὶ πάλιν ὅτι ὁ ἀγὼν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει μεταξὺ τῶν δύο ὁμάδων γίνεται μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ μεταχειρισθῇ ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι· εἶσθε ὅλοι δημοκράται, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀσφαλῶς ναί. Ἔχετε ὅλοι τὴν πεποίθησιν ὅτι διὰ τῆς Δημοκρατίας θὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς; Οὐδεμία ἀμφιβολία. Σᾶς ἐρωτῶ· ἐὰν ἡ μερὶς ἡ ἰδική μας δὲν ἠγωνίζετο ὅπως ἠγωνίσθη καὶ ἠκολούθει τὰς συντηρητικὰς ἀρχάς, θὰ συνεζητοῦμεν σήμερον περὶ Δημοκρατίας; Ὄχι. (Χειροκροτήματα).
§66Γ. ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ. Ἡ Ἀγγλία ἔχει Δημοκρατίαν;
§67Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι ὁ σεβαστὸς ναύαρχος καὶ συνάδελφος μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ σᾶς εἴπω μίαν συνομιλίαν τὴν ὁποίαν ἔσχον μετὰ διπλωματικοῦ ἀντιπροσώπου φίλου καὶ γείτονος Κράτους πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Τὸν ἠρώτησα ἂν εἶναι καὶ αὐτὸς ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἠξεύρετε τί μοῦ ἀπήντησεν: «Ἀπορῶ πῶς γίνεται λόγος περὶ Δημοκρατίας, ἂν εἶναι ὥριμος ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἐγὼ γνωρίζω ὅτι διὰ τὸ μόνον πολίτευμα διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ὥριμοι ὅλοι οἱ λαοὶ τοῦ κόσμου εἶναι ἡ Δημοκρατία καὶ μόνον διὰ τὴν βασιλείαν πρέπει νὰ εἶναι εἷς λαὸς πάρα πολὺ ὥριμος. Δι’ αὐτὸ ἡ Ἀγγλία προώδευσεν ὑπὸ βασιλείαν».
§68Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ τὸ εἶπε καὶ ὁ Βενιζέλος.
§69Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἤκουσα.
§70Π. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ. Πρῶτον ὡμιλήσατε περὶ τῆς ἀμαθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τώρα τὸν παρουσιάζετε τελείως ὥριμον.
§71Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ ἀντίθετον δὲν ἀντελήφθητε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν δύο ὁμάδων δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ εἰς τὰ μέσα. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἡ πορεία τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις εἶναι πορεία ἡ ὁποία φέρει εἰς κινδύνους.
§72Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τίνας κινδύνους;
§73Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θέλετε νὰ τοὺς ἐκθέσω; Θὰ εἶναι χειρότερον, κ. Ὑπουργέ.
§74Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι χειρότερον νὰ ὁμιλῆτε περὶ κινδύνων καὶ νὰ μὴ τοὺς ἐκθέτητε.
§75Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι μαζεύονται καὶ ἔρχονται χρήματα ἀπὸ ξένα Κράτη ἐπιθυμοῦντα τὴν κατάπτωσιν καὶ τὸν θάνατον τῆς Ἑλλάδος, ἵνα χρησιμοποιηθοῦν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα... Ἐὰν θέλητε νὰ προχωρήσω, θὰ σᾶς ἐκθέσω πολλά.
§76Π. ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Ἐὰν ἡμεῖς λύσωμεν τὸ ζήτημα ἐδῶ, θὰ παύσῃ ἡ προπαγάνδα;
§77Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὄχι· ἀλλὰ ἐὰν μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ὕπαρξις τῆς Ἑλλάδας ὑφισταμένης τῆς Δυναστείας αὐτῆς καὶ ἐρωτηθῇ κατόπιν τί θέλει βασιλείαν ἢ Δημοκρατίαν, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι τότε ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας κατὰ 90%. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§78Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Οἱ Ὀθωμανοὶ τῆς Μακεδονίας τρομοκρατοῦσι τὸ χριστιανικὸν στοιχεῖον καὶ μάλιστα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐψήφισε κατὰ τὰς ἐκλογάς, ὅτι δὲν θὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν οἱ Τοῦρκοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ Μαρτίου πρόκειται νὰ εἰσβάλουν οἱ κομιτατζῆδες, ὅτι θὰ φέρουν τὴν ἀναρχίαν εἰς τὴν Μακεδονίαν κλπ. οὕτως ὥστε οὔτε δημοψήφισμα θὰ γίνῃ οὔτε τίποτε.
§79Λ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἂν ἡ συζήτησις ἐπεκτείνηται ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἐπιμένομεν νὰ ἐκθέσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ζωηρότερον τὰς γνώμας μας πράττομεν τοῦτο διότι ἐλπίζομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ συνείδησις τῶν πληρεξουσίων νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν πίεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ κρίνῃ ἐλευθέρως περὶ τῶν μέσων μὲ τὰ ὁποῖα θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα. Μὴ φαντάζεσθε ὅτι ὁ ἀγὼν γίνεται διὰ νὰ καταλάβωμεν τὴν ἀρχήν. Ἡμεῖς θὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι καὶ ἱκανοποιημένοι ὅταν θὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν τῆς νίκης τοῦ ἀγῶνος μας καὶ χαρίζομεν πολὺ εὐχαρίστως καὶ τὰ ἀξιώματα καὶ τὰς ἀπολαυὰς τῆς νίκης εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§81Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκαλεῖ κατ’ ἐξοχὴν τὴν διχογνωμίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παραμένει πάντοτε, καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τῆς νέας Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν, ὑπὸ τὴν διπλῆν αὑτοῦ μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται ἐνώπιον ἡμῶν· Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν δύναμαι οὔτε τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τὰς προτάσεις της περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἀποδεχθῶ. Διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δὲν παρουσιάζει ἕνα νέον κρατικὸν ὀργανισμόν, ἄρτι τὸ πρῶτον δημιουργούμενον καὶ εὑρισκόμενον εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς πολιτειακῆς του ὀργανώσεως, εἰς τρόπον ὥστε τὸ Συντακτικὸν Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος τῆς Χώρας, νὰ πρέπῃ νὰ ἀφεθῇ εἰς μακρὰς συζητήσεις περὶ τῶν πολιτικῶν πλεονεκτημάτων τῶν διαφόρων πολιτειακῶν συστημάτων καὶ νὰ παραπλακῇ εἰς ἀτέρμονας συζητήσεις περὶ ἀλληλομαχομένων πολιτειακῶν δογμάτων. Ἡ Ἑλλὰς, ἔχουσα ἤδη διανύσει ἐλεύθερον πολιτικὸν βίον μιᾶς ὁλοκλήρου ἑκατονταετηρίδος, ἐδοκίμασε διάφορα πολιτειακὰ συστήματα. Ἤρχισε τὸν πολιτικὸν βίον της ὡς Δημοκρατία, περιέπεσεν εἰς Μοναρχίαν καὶ ἐδοκίμασε τέλος ἐπὶ μακρὰν σειρὰν δεκαετηρίδων τὴν Συνταγματικὴν βασιλείαν. Ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀποκτήσει ἰδίαν πλέον πολιτειακὴν πεῖραν καὶ ἔχει ἀποταμιεύσει πλούσια διδάγματα ἐκ τῆς παρ’ ἡμῖν ἐφαρμογῆς διαφόρων πολιτειακῶν συστημάτων, εἰς τρόπον ὥστε ἡ μορφὴ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ πολιτειακὸν ζήτημα σήμερον νὰ εἶναι μορφὴ καθαρῶς ἑλληνική. Διότι ὑπάρχει ἀξίωμα τῆς ἐπιστήμης τοῦ πολιτειακοῦ δικαίου, ὅτι τὸ διὰ τινα Χώραν ἐνδεικνυόμενον πολίτευμα εἶναι τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσαρμόζεται καλύτερον εἰς τὰς γενικὰς συνθήκας τῆς δεδομένης Χώρας. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ πολιτειακὴ κρίσις ἐγεννήθη καὶ ἐξειλίχθη εἰς τὴν κρίσιμον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, συνεπείᾳ τῶν μεγάλων ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διέπραξε κατὰ τοῦ Ἔθνους ἡ βασιλικὴ Δυναστεία καὶ συνεπείᾳ τῶν ἀφαντάστων ἐθνικῶν συμφορῶν, τὰς ὁποίας ἐπροξένησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα ὁ βασιλικὸς θεσμός. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὴν ἀναπόλησιν εἰς τὴν μνήμην τῶν κυρίων πληρεξουσίων τῶν δεινῶν τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν εἰς τὴν Πατρίδα ἡ βασιλεία τοῦ Ὄθωνος καὶ ἡ βασιλεία τοῦ Γεωργίου, διότι ταῦτα ἐξεθήκαν πολλοὶ προλαλήσαντες συνάδελφοι καὶ πρὸ παντὸς ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Παξῶν κ. Θεόδωρος Βελλιανίτης, μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν πολυμάθειαν καὶ βαθυκρισίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐν πάσῃ σαφηνείᾳ τὰ κακὰ τῶν δύο ἐκείνων βασιλέων. Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὑπέμεινε τότε τὰ κακὰ τῶν δύο ἐκείνων βασιλέων, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ βασιλεῖς τῆς Ἑλλάδος, ξένοι ὄντες, δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποδώσουν περισσότερα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα, καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὰ τέκνα τοῦ βασιλέως Γεωργίου θὰ ἐδεικνύοντο διὰ τὴν Ἑλλάδα καλύτερα τοῦ πατρός των, διὰ τὸν λόγον ὅτι θὰ ἐγεννῶντο ὑπὸ τὸν Ἑλληνικὸν ἥλιον καὶ θὰ ἀνετρέφοντο εἰς Ἑλληνικὴν γῆν. Αἱ ἐλπίδες ὅμως ἐκεῖναι διεψεύσθησαν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα ἀνέμενεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ τὸν βασιλικὸν θεσμὸν δύνανται νὰ συνοψισθῶσιν εἰς τρεῖς γενικὰς κατηγορίας. Ἀνεμένετο ἐν πρώτοις ὅτι ἡ Δυναστεία καὶ ὁ Βασιλεὺς θὰ ἀπέβαινον ὁ ἀνώτερος ἐκπροσωπητὴς τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν καὶ ὁ δραστικὸς προασπιστὴς τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἠλπίζετο κατὰ δεύτερον λόγον ὅτι ἡ Δυναστεία καὶ ὁ Βασιλεὺς θὰ ἀπέβαινον τὸ σύμβολον τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Ἑλλήνων καὶ ὁ συνδετικὸς κρῖκος ὅλων τῶν πολιτῶν. Καὶ ἠλπίζετο τέλος ὅτι ἡ Δυναστεία καὶ ὁ Βασιλεὺς ὡς πολιτειακὸν ὄργανον, εὑρισκόμενον ὑπεράνω τῶν κομματικῶν ἀντιθέσεων καὶ τῶν προσωπικῶν διαμαχῶν, θὰ ἀπετέλουν ἓν στοιχεῖον τάξεως καὶ ἓν στοιχεῖον προασπίσεως τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Αἱ ἐλπίδες ὅμως αὗται διεψεύσθησαν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἡ Ἑλληνικὴ Δυναστεία καὶ ὁ Βασιλεύς, ὄχι μόνον δὲν ἀπέβησαν ὁ ἀνώτερος ἐκπροσωπητὴς τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν καὶ προασπιστὴς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ τοὐναντίον τὰ κατεπρόδωσαν. Πρῶτον μέλος τῆς Δυναστείας τοῦ Γεωργίου τοῦ Αʹ, τὸ ὁποῖον πλὴν τοῦ βασιλέως ἐκείνου ἀνελάμβανε πρὸ ἐτῶν ἀτομικῶς διαχείρισιν τῶν Ἑλληνικῶν ζητημάτων, ἦτο ὁ πρίγκιψ Γεώργιος. Μετὰ μακροὺς καὶ σκληροὺς ἀγῶνας τοῦ γενναίου καὶ φιλοπάτριδος Κρητικοῦ λαοῦ, ἀγῶνας εἰς τοὺς ὁποίους καὶ τὸ ἐλεύθερον βασίλειον συνέβαλε μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις του, ἀποδυθὲν εἰς ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον, ἀπεστέλλετο ὁ πρίγκιψ ἐκεῖνος εἰς τὴν ἡρωϊκὴν μεγαλόνησον ὡς Ὕπατος Ἁρμοστής. Πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία ἠγαλλίασε τότε ἐπὶ τῷ ἀκούσματι αὐτῷ, διότι ἀνέμενεν ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἑνὸς γόνου τῆς βασιλευούσης εἰς τὴν Ἑλλάδα Δυναστείας θὰ ἀπετέλει ἀσφαλῶς τὸν ἀρραβῶνα τῆς ἑνώσεως τῆς ἡρωϊκῆς θυγατρὸς μετὰ τῆς στοργικῆς μητρός της. Καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτήν; Δὲν ἠγωνίσθη διὰ νὰ προαγάγῃ τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως. Γνωρίζετε ὅλοι ἐκ τῆς προσφάτου ἱστορίας ὅτι πᾶσα ἡ μέριμνα αὐτοῦ ἐστρέφετο πῶς νὰ καταστῇ ἡ Κρητικὴ Πολιτεία μία αὐθύπαρκτος ἡγεμονία κληρονομική, τῆς ὁποίας αὐτὸς νὰ εἶναι ὁ πρῶτος ἡγεμὼν καὶ διάδοχοι αὐτοῦ οἱ ἀπόγονοί του. Ἐχρειάσθη νὰ ἐξεγερθῇ μία μερὶς τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Βενιζέλου καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ τὸ Θέρισον διὰ νὰ ἀποδοθῇ καὶ πάλιν ἡ Κρήτη εἰς τὴν ἐθνικήν της σταδιοδρομίαν. Δεύτερον μέλος τῆς βασιλικῆς Δυναστείας, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἐν εὐρυτάτῃ πλέον κλίμακι τὴν διεύθυνσιν τῶν Ἑλληνικῶν ζητημάτων, ἦτο ὁ Κωνσταντῖνος. Κωνσταντῖνος ΙΒʹ!.... Ὄνομα τὸ ὁποῖον ἐπὶ ὁλόκληρον γεννεὰν ἐγαλβάνισε πᾶσαν ἑλληνικὴν ψυχὴν καὶ συνεκέντρωσε τοὺς παλμοὺς πάσης ἑλληνικῆς καρδίας. Ὅταν ἐγεννήθη, σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἑώρταζε τὴν γέννησίν του, τὴν γέννησιν τοῦ πρώτου πρίγκιπος, τὸν ὁποῖον πᾶσα ἑλληνικὴ ψυχὴ ἐθεώρησεν Ἕλληνα καὶ ἔβλεπεν ἐν τῷ προσώπῳ του τὸν συνεχιστὴν τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων. Καὶ διὰ τοῦτο ὅταν ἐβαπτίσθη τοῦ ἔδωκαν τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ φέρῃ τὴν συνέχειαν τῶν Παλαιολόγων. Καὶ ὅταν οἱ νικηφόροι πόλεμοι τοῦ 1912– 1913, εἰς τοὺς ὁποίους ἔτυχε νὰ εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ, ἀπέδησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, τότε πλέον κατέστη πίστις διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ἦτο ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ γένους καὶ τὸν περιέβαλεν μὲ ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν, ἡ ὁποία ἀπέβη δυστυχῶς μοιραία διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀπέβη μοιραία, διότι ὅταν ὁ κακὸς ἐκεῖνος βασιλεὺς ἀπέκτησε συνείδησιν τῆς δυνάμεώς του, ἀφῆκε νὰ ἐξελιχθῇ ὅλη ἡ ψυχική του σύνθεσις καὶ νὰ ἐκδηλωθοῦν οἱ ἐνδιάθετοι λογισμοί του. Ὡς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅταν ἐξερράγη ὁ μέγας Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ αἱ φλόγες τοῦ πολέμου περιέζωσαν τὴν Ἑλλάδα, ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ἐλησμόνησε τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ ἐτάχθη ἐξυπηρετητὴς ξένων συμφερόντων, δὲν ἐδίστασε δὲ νὰ παραδώσῃ καὶ ἑλληνικὰς ἀκόμη ἐπαρχίας καὶ ἑλληνικὰ στρατεύματα καὶ ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς εἰς ξένην δουλείαν. Ἔτυχε τότε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς Ἀν. Μακεδονίαν ὡς νομάρχης Δράμας καὶ ἐπέζησα ὅλην τὴν σκληρὰν καὶ μαρτυρικὴν ἐκείνην περίδον. Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ τὰ μαρτύρια εἰς τὰ ὁποῖα ἀφέθη ὁ ἑλληνικὸς ἐκεῖνος πληθυσμὸς καὶ δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ τὸν ψυχικὸν κλονισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέστην ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶδον καὶ ἤκουσα. Ὅταν ἀπεμακρύνθησαν ἀπ’ ἐδῶ οἱ πρέσβεις τοῦ κεντρικοῦ συνασπισμοῦ καὶ ἦλθον εἰς Δράμαν, συνηντήθην μετά τινων ἐξ αὐτῶν καὶ μοὶ ἐξεδήλωσαν τὸν θαυμασμόν των πρὸς τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον καὶ τὴν πεποίθησίν των ὅτι, ἐφόσον ἐκεῖνος ἦτο βασιλεύς, μολονότι ἡ Ρουμανία εἶχεν ἐξέλθει τῆς οὐδετερότητος, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ τὴν ἠκολούθει. Ὁ Πασσάρωφ, ὁ πρέσβυς τῆς Βουλγαρίας, ἐρωτηθεὶς ἀπὸ τὸν βούλγαρον διοικητὴν τῶν βουλγαρικῶν στρατευμάτων ἐν Δράμᾳ, ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἀπήντησεν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως ἥσυχος, ἐφόσον παραμένει βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ὁ Κωνσταντῖνος, διότι κατὰ τὴν ἀναχώρησίν των ἐξ Ἀθηνῶν τοὺς ἐβεβαίωσεν ὅτι ἡ ψυχή του εἶναι γερμανικὴ καὶ θὰ μείνῃ μέχρι τέλους πιστὸς Γερμανὸς στρατιώτης. Ἦτο τότε ὁ μεγαλύτερος κλονισμὸς τὸν ὁποῖον ἐδοκίμασα εἰς τὴν ψυχήν μου. Πῶς λοιπὸν ὁ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἐτάσσετο στρατιώτης ξένης Δυνάμεως οἱασδήποτε; Ἐπὶ δέκα ὁλοκλήρους μῆνας ἐξηκολούθει τὸ μαρτύριον τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1917, οἱ Βούλγαροι ἀπεμάκρυναν ἀπὸ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ὅλον τὸν ἄρρενα ἑλληνικὸν πληθυσμὸν ἀπὸ τοῦ 17–60 ἔτους. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Ἕλληνες ὡδηγήθησαν εἰς καταναγκαστικὰ ἔργα, ἀδιακρίτως τάξεως καὶ ἡλικίας. Ἀπεμακρύνθη ὁ Κωνσταντῖνος τῆς Ἑλλάδος τότε καὶ μετέβη εἰς Εὐρώπην. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλπὶς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος, ἀφοῦ εὑρέθη εἰς τὴν Εὐρώπην, θὰ ἐμεσολάβει τοὐλάχιστον πλησίον τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης των, δὲν ὑπῆρξε βάσιμος. Οἱ μῆνες παρήρχοντο καὶ οὐδεμία ἐλπὶς σωτηρίας διεφαίνετο. Ἀντ’ αὐτοῦ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1918 ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν γερμανικὸν καὶ βουλγαρικὸν Τύπον ἀνακοίνωσις τοῦ ἑλληνικοῦ πρακτορείου τῆς Ζυρίχης, τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργήσει ὁ Κωνσταντῖνος διὰ τὴν προπαγάνδαν τῶν ἀντεθνικῶν του ἰδεῶν, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι ἡ φήμη ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν καὶ ἀμερικανικὸν Τύπον ὅτι τάχα οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἀπήχθησαν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Βουλγαρίας, ὅπου καὶ ἐργάζονται εἰς καταναγκαστικὰ ἔργα, εἶναι ψευδῆ κατασκευάσματα τοῦ Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος τὰ ἐπινοεῖ διὰ νὰ δημιουργήσῃ δυσμενῆ κοινὴν γνώμην ἐν Ἑλλάδι κατὰ τῶν Βουλγάρων, τῶν ὁποίων εἶναι γενικῶς γνωστὴ ἡ ἀνεξικακία!!! Ἦτο πλέον ὀφθαλμοφανὴς ἡ προδοσία τοῦ βασιλέως ἐκείνου. Καὶ ἐχρειάσθη νὰ γίνῃ τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης διὰ νὰ ἀπομακρυνθῇ ὁ βασιλεὺς αὐτός, νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐθνικὴ ἑνότης καὶ νὰ δημιουργηθῇ ἡ Ἑλλὰς τῶν 5 θαλασσῶν καὶ τῶν 2 Ἠπείρων. Πάλιν ὅμως, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐφάνη ἡ ἀντίθεσις τῆς Μοίρας. Εἶχε πραγματοποιηθῆ ἡ ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων ἑνότης ἀπὸ τὸν πολιτικὸν ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον οἱ ἐχθροί του εἶχον χαρακτηρίσει ὡς τὸ σύμβολον τῆς ἐθνικῆς διαιρέσεως, καὶ ἐζητήθη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ βασιλεύς, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήριζον ὡς τὸ σύμβολον τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης. Καὶ ἐπανῆλθε διὰ νὰ καταστραφῇ τὸ μέγα ἐθνικὸν ἔργον καὶ νὰ διαιρεθῇ καὶ πάλιν ἡ Ἑλλάς. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐπανῆλθεν ὁ Κωνσταντῖνος. Ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀποδυθῆ εἰς ἕνα πόλεμον, εἰς τὸν ὁποῖον τὰς μεγαλυτέρας ἐλπίδας της ἔτρεφεν εἰς τὰς συμμαχικὰς σχέσεις, μετὰ τῶν ὁποίων εἶχε συνδεθῆ τότε, καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας εἶχε στρατιωτικὴν ἐνίσχυσιν καὶ ἐθνικὴν βοήθειαν καὶ οἰκονομικὴν ἀρωγήν. Αἱ Δυνάμεις, αἱ σύμμαχοι τότε τῆς Ἑλλάδος, διὰ δύο διακοινώσεων, τὰς ὁποίας ἔδωσαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἔθηκαν καθαρὰ τὰ ζητήματα, ὅτι ἡ ἐπάνοδός του εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Θρόνον θὰ ἐσήμαινε διάλυσιν τῶν συμμαχιῶν. Δὲν ἐτίθετο δὲ τότε ζήτημα δυναστικόν, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀπομακρύνσεως τῆς Δυναστείας· ἐπρόκειτο μόνον περὶ θυσίας προσωπικῆς τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ Κωνσταντίνου. Καὶ ὅμως καὶ ὁ Κωνσταντῖνος καὶ σύσσωμος ἡ Δυναστεία δὲν ἐδίστασαν νὰ θυσιάσουν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον εἰς τὸν προσωπικὸν ἐγωϊσμὸν τοῦ Κωνσταντίνου. Καὶ ἔσπευσε νὰ παλινορθωθῇ ὁ Κωνσταντῖνος, διότι ξένος αὐτὸς πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ μὴ ἔχων οὐδὲ ῥανίδα ἑλληνικοῦ αἵματος εἰς τὰς φλέβας του δὲν ἐνδιεφέρετο διὰ τὰ ἐθνικὰ δίκαια, καὶ ἕνα μόνον σκοπὸν εἶχε, τὴν ἀπόκτησιν τοῦ Θρόνου του, δηλαδὴ ἑνὸς πλουτοφόρου ἐπαγγέλματος, διότι ἡ παλινόρθωσις τοῦ Κωνσταντίνου κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη ἐστοίχισεν εἰς τὸ Ἔθνος 29 ἑκατομ. χρυσῶν δρχ. δηλ. 290.000.000 σημερινῶν δραχ. τὰς ὁποίας εἰς διάστημα δύο μόνον ἐτῶν ἀπεμύζησεν ἀπὸ τὸ πτωχὸν δημόσιον ταμεῖον ἡ ἀντεθνικὴ αὐτὴ Δυναστεία. Καὶ ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος ἐπανῆλθεν εἰς τὸν Θρόνον μίαν εἶχε μέριμναν: Πῶς νὰ ἐξουδετερώσῃ πᾶσαν ἔνοπλον ἐξέγερσιν κατὰ τῶν προδοσιῶν αὐτοῦ. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὸν μαχόμενον ἀκόμη στρατὸν τοὺς ἡγέτας οἱ ὁποῖοι εἶχον ζυμωθῆ εἰς ὅλας τὰς μάχας μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι δὲν τοῦ ἐνέπνεον ἐμπιστοσύνην καὶ διότι βασιλεὺς αὐτὸς τοὺς ἐχαρακτήριζεν ὡς ἐχθρούς του. Μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν ταύτην ἡ προσοχή του ἐστράφη εἰς τὴν δηλητηρίασιν τοῦ ἠθικοῦ τοῦ στρατεύματος, εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ ἐγὼ τοῦ στρατιώτου διὰ τῶν μακρῶν καὶ ἀσκόπων ἐκστρατειῶν καὶ διὰ τῶν στερήσεων καὶ τῆς πείνης. Καὶ ὅταν ἔκρινε πρόσφορον πλέον τὴν στιγμήν, μία ἦτο ἡ τελευταία του μέριμνα: Νὰ εὕρῃ τὸν στρατιωτικὸν ἐκεῖνον Ἀρχηγόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην τῆς φυγῆς. Τὸν εὗρε καὶ ἐξετέλεσε τὴν ἐπονείδιστον ἐκείνην φυγὴν καὶ ἐπεστέγασε τὸ ὅλον του ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀτιμώσεως καὶ τῆς καταισχύνης καὶ τῆς συντριβῆς. Εἰς ὅλα δὲ τὰ ἐγκλήματα τὰ ἐθνικὰ συνένοχος καὶ συνεργὸς ἦτο ὁλόκληρος ἡ Δυναστεία. Κατὰ τὴν περίοδον τοῦ 1915 σύσσωμος ἡ Δυναστεία ἐβοήθει τὴν πολιτικὴν τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ πρίγκιψ Γεώργιος ἐν Παρισίοις ἦτο ὁ συνεκτικὸς δεσμός του. Ὁ πρίγκιψ Νικόλαος εἶχε κάμει εἰδικὰ ταξείδια εἰς τὴν Εὐρώπην. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ παλινόρθωσις, σύσσωμος ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια ἐβράβευσε τὴν παλινόρθωσιν καὶ ἐπανῆλθε θριαμβευτικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὅλοι οἱ πρίγκιπες εἶχον μεταβῆ καὶ ἀνέλαβον μάλιστα καὶ ὑπευθύνους διοικήσεις, καταστάσας ὀλεθρίας εἰς τὴν Πατρίδα μας. Καθ’ ὅλην τὴν ἐποχὴν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τοῦ 1453, ὅτε ἡλώθη ἡ Κωνσταντινούπολις, μέχρι σήμερον, ἐγαλουχήθημεν μὲ τὴν μεγάλην ἰδέαν, μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως. Καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν περίοδον ἅπαξ μόνον ὑπῆρξεν ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν ὁ βασιλικὸς ἐγωϊσμός, καὶ σύσσωμος ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια ἐπροτίμησε νὰ θυσιάσῃ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν κοῦφον ἐγωϊσμὸν τοῦ Κωνσταντίνου. Μετὰ τὰ τόσα ἐθνικὰ ἐγκλήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ κανεὶς ὅτι ἡ βασιλικὴ Δυναστεία εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐκπροσωποῦσα τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, ἰδεώδη μὲ τὰ ὁποῖα ἐγαλουχήθη πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία καὶ τὰ ὁποῖα μόνον αὐτὴ ἡ ξένη Δυναστεία τὰ περιεφρόνησε, τὰ ἐποδοπάτησε καὶ τὰ κατεπρόδωσεν. Ἀλλ’ ἡ Δυναστεία αὐτὴ ἔπαυσε νὰ ἀποτελῇ καὶ τὸν συνδετικὸν κρίκον μεταξὺ ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ὁ χωρισμὸς χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1915, ὁπότε ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς διῃρέθη εἰς δύο πολιτικοὺς κόσμους. Εἰς ἕνα κόσμον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν συναίσθησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ ἐζήτει ἀπὸ τὸν Λαὸν τὰς θυσίας αἱ ὁποῖαι ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων ἐκείνων, καὶ εἰς τὸν κόσμον τὸν ὁποῖον ἐξεπροσώπει ἡ ἰδεολογία τοῦ Κωνσταντίνου, εἰς ἕνα κόσμον, ὁ ὁποῖος ἐξεμεταλλεύετο τὰ ταπεινὰ ἔνστικτα τοῦ ἀτόμου καὶ πρὸ παντὸς τὸ τῆς φιλοζωΐας, καὶ ἐδίδασκεν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ παραμεληθοῦν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ νὰ παραμείνῃ βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος καὶ κάθε στρατιώτης νὰ βασιλεύσῃ ἥσυχος εἰς τὸ σπίτι του. Ἐνθυμεῖσθε τότε ὅτι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν σχεδίων του, ὁ βασιλεὺς ἀπεμάκρυνε τῆς ἐξουσίας τὸν ἐκλεκτὸν τοῦ Λαοῦ, δικαιολογῶν τὴν τοιαύτην ἀπομάκρυνσιν μὲ τὸ ὅτι δὲν εἶχε νὰ δώσῃ λόγον παρὰ μόνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐξεδήλου κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν μοναρχικήν του θέλησιν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω μὲ ἀνάπτυξιν θεωριῶν περὶ μοναρχισμοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι μόνον νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅ,τι λέγει ὁ καθηγητὴς Τζέλλινεκ, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους πολιτικολόγους τῆς συγχρόνου ἐποχῆς, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι, κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς σημερινῆς ἐπιστήμης, χαρακτηριστικώτερον γνώρισμα τῆς μοναρχίας εἶναι ὅτι ὁ μονάρχης ἀσκεῖ ἴδιον δίκαιον, ἀπορρέον ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην ὁ μονάρχης θεωρεῖται νομικῶς ὅτι δὲν ἀποτελεῖ μέλος τοῦ Κράτους, ὅτι ἵσταται ἐκτὸς τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος ἀπέναντί του δὲν ἔχει τὰ ἴδια δίκαια. Μὲ τὴν θεωρίαν αὐτὴν ὁ Κωνσταντῖνος ἐνήργησε τὸ πᾶν δικαιολογούμενος ὅτι ἔχει νὰ δώσῃ λόγον μόνον ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἐπροτίμα μόνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ νὰ δώσῃ λόγον, ἀπέναντι ἑνὸς Θεοῦ εἰς τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἐπίστευεν. Ἐπηκολούθησαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1915, μὲ πρόγραμμα ἀπὸ τὴν μίαν μερίδα ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην μερίδα ἡ Πατρὶς καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Μὲ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ ἐγένοντο καὶ αἱ ἐκλογαὶ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1920, ἐπραγματοποιήθη δὲ ἡ παλινόρθωσις τοῦ Κωνσταντίνου. Εἶνε δυνατὸν λοιπὸν ποτέ, εἶναι δυνατὸν νὰ βασιλεύσῃ ἐπὶ ἑνὸς Κράτους Δυναστεία ἑνὸς μόνον κόμματος; Μία τοιαύτη Δυναστεία δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ εἶναι στοιχεῖον τάξεως· καὶ κατέστη στοιχεῖον ἀταξίας καὶ κινδύνου. Εἶναι πρόσφατοι αἱ δολοφονίαι τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ἐν μέσαις Ἀθήναις κατὰ παντὸς ἀντιφρονοῦντος, κατὰ παντὸς τολμῶντος νὰ ὑψώσῃ φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῶν προδοτικῶν αὐτῆς σχεδίων. Εἰς τὴν Γʹ Συντακτικὴν Συνέλευσιν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευε μίαν μεγάλην μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ διαμαρτυρίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τότε πᾶσα φωνή, πᾶσα ἀπόπειρα διαμαρτυρίας κατεπνίγετο ὑπὸ τὰς φωνὰς καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου. Ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἀπόπειρα διαμαρτυρίας διὰ τοῦ ἑτέρου βήματος, τοῦ Τύπου, κατεπνίγετο διὰ μιᾶς δολοφονίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ διότι αἱ Δυναστεῖαι ὀφείλουσι νὰ ἐκπροσωποῦν τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα καὶ ν’ ἀποτελοῦν στοιχεῖον τάξεως διὰ τὴν Χώραν καὶ διότι ἡ Δυναστεία τῶν Γλύξμπουργ ἐτάχθη ἀντιμέτωπος τῶν ἀρχῶν αὐτῶν, δι’ αὐτὸ κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἐπιστροφῆς τῆς Δυναστείας καὶ ἐπειδὴ πιστεύω ὅτι καὶ πᾶσα ἄλλη βασιλεία δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀποδώσῃ ἀγλαοὺς διὰ τὴν Πατρίδα μας καρπούς, κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς πολιτειακῆς μεταβολῆς. Καὶ προβάλλει τὸ ἐρώτημα: Εἶναι συμφέρουσα ἡ πολιτειακὴ αὐτὴ μεταβολή; Καὶ ἡ Δημοκρατία θὰ εἶναι τάχα πολίτευμα τὸ ὁποῖον θὰ δύναται νὰ ζήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δίδονται διάφοροι ἀπαντήσεις. Ὄχι, σᾶς ἀπαντοῦν οἱ βασιλόφρονες. Δημοκρατικὸν πολίτευμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μὴ θίγετε, φωνάζουν, τὸ ὑπάρχον πολιτειακὸν σύστημα. Μὴ κάμετε Δημοκρατίαν, διότι ἡ κατάργησις τῆς βασιλείας θὰ γεννήσῃ πολιτειακοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξελιχθοῦν εἰς φανατικὰς διαφορὰς καὶ ἐκ τῶν διαφορῶν τούτων θὰ προκύψῃ κακόν. Καὶ ἀπαντῶμεν ὅτι πολιτειακαὶ διαφοραὶ δὲν θὰ γεννηθοῦν ἐκ τῆς καθιερώσεως τῆς Δημοκρατίας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἔχουν γεννηθῆ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐσημειώθησαν αἱ βασιλικαὶ κακουργίαι κατὰ τοῦ Ἔθνους. Ἐτέθη τὸ πολιτειακὸν ζήτημα διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀφ’ ἧς στιγμῆς οἱ δημοκρατικοὶ ἄνδρες ἔθεσαν αὐτὸ καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ «Δημοκρατικὴ Ἕνωσις» ἔθεσε σαφῶς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ, διότι πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι εἶναι ὥριμος διὰ τὴν πολιτειακὴν μεταβολὴν καὶ ὅτι ἡ Δημοκρατία δύναται νὰ ζήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ εἶναι, ἐρωτοῦν, ὥριμος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς διὰ τὴν Δημοκρατίαν; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὡριμότητα τοῦ Λαοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω κατ’ ἀρχὴν ἀντίρρησιν εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς θέσεως ἐρωτήματος ἂν εἷς λαὸς εἶναι ποτὲ ὥριμος διὰ μίαν πολιτειακὴν πρόοδον. Ἐνθυμοῦμαι πάντοτε τὸν λόγον τοῦ Σμόρλερ, τοῦ διασήμου τούτου κοινωνιολόγου, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι τὸ λεγόμενον ὅτι εἷς λαὸς ὑπῆρξεν ἢ ὄχι ὥριμος διὰ τὰ βήματα τῆς πολιτειακῆς προόδου, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν, εἶναι ζήτημα ἄνευ οὐδεμιᾶς σημασίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς πραγματικῆς σπουδαιότητος καὶ ὅτι τοὺς λαοὺς ὁδηγοῦν εἰς βήματα τῆς πολιτειακῆς προόδου οἱ ἡγέται των καὶ ὅταν οἱ λαοὶ ἴδωσι τὴν πολιτειακή, των πρόοδον, τότε ἐξυπνοῦν καὶ ἀγαποῦν τὰς πολιτειακὰς προόδους τὰς ὁποίας ἀπέκτησαν καὶ τὰς ὁποίας θεωροῦν πλέον ὡς κτῆμά των καὶ τὰς προασπίζουν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς θεωρητικῆς αὐτῆς διαφορᾶς, πιστεύω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἶναι ὥριμος διὰ τὴν Δημοκρατίαν καὶ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὑπῆρξε δημοκρατικὸς ἀνέκαθεν. Δημοκρατικὸν ὑπῆρξε τὸ πρῶτόν του πολίτευμα μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πρώτης Μοναρχίας καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Συνταγματικῆς βασιλείας ὑπῆρξε πάντοτε δημοκρατικόν. Καὶ ὁσάκις πολιτευόμενοι ὕψωναν φωνὴν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ βασιλέως, οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι ἐτύγχανον τῆς ἀμέσου ἐπιδοκιμασίας τοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τὰς ἐπακολουθούσας ἐκλογὰς ἐλάμβανον τὴν λαϊκὴν πλειονοψηφίαν. Ὁ σύγχρονος Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔσχεν ἐπανειλημμένως ἀφορμὰς νὰ ἐκδηλώσῃ τὰ δημοκρατικά του φρονήματα. Τὰ ἐξεδήλωσεν εἰς ἀλλεπάλληλα συλλαλητήρια εἰς ὅλας τὰς κυριωτέρας πόλεις τῆς Ἑλλάδος. Τὰ ἐξεδήλωσε καὶ διὰ τῆς ψήφου του τὴν 16ην Δεκεμβρίου. Εἰδικώτερον δὲ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ἡ ἀκρόπολις τοῦ Κωνσταντινισμοῦ, διεξηγάγομεν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καθαρῶς δημοκρατικόν. Δὲν ἐστεγάσθημεν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πετρίδης, ὑπὸ τὴν «ἄγκυραν, οὐδὲ ἐπεκαλέσθημεν τὴν προσωπικότητα τοῦ κ. Βενιζέλου διὰ νὰ κερδίσωμεν τὰς ἐκλογάς. Σύμβολόν μας ἐκεῖ δὲν ἦτο ἡ ἄγκυρα. Σύμβολόν μας ἐκεῖ ἦτο τὸ ἔλατον. Πανταχοῦ δὲ εἰς τὰς ἐκλογικάς μας περιοδείας δὲν ἠκούοντο κραυγαὶ ἐπευφημοῦσαι τοὺς ὑποψηφίους, ἀλλὰ οἱ φίλοι μᾶς ὑπεδέχοντο μὲ τὴν κραυγὴν «Ζήτω ἡ Δημοκρατία». Οἱ ἀντίπαλοί μας μᾶς ἀπεδοκίμαζον μὲ τὴν κραυγὴν «Κάτω ἡ Δημοκρατία». Πανταχοῦ ἠκούετο τὸ ἐκλογικὸν ᾆσμα «τὸ ἐλάτι τὸ ἐλάτι ξεριζώνει τὸ παλάτι». «Δύο κ’ ἕνα κάμνουν τρία, θέλομεν Δημοκρατία». «Δύο κ’ ἕνα κάνουν τρία», δηλαδὴ δύο φορὰς ἔφυγεν ὁ βασιλεὺς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Δημοκρατία δὲν ἔγινε. Τώρα τὴν τρίτην φορὰν θὰ γίνῃ Δημοκρατία, διότι τὸ θέλει ὁ Λαός. (Χειροκροτήματα). Εἰς τὸν ἀγῶνά μας αὐτὸν τὸν δημοκρατικὸν ἀντεμετωπίσαμεν σύσσωμον σχεδὸν τὸν ἀντιδημοκρατικὸν κόσμον κατελθόντα εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ τὸν κ. Τριανφυλλάκον ἐπὶ κεφαλῆς. Εἴχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅλας τὰς ἀναξίας σοβαρῶν ἀνθρώπων συκοφαντίας κατὰ τῆς Δημοκρατίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου μόλις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Θεοχάρης. Διότι εἰς τὸν ἀγῶνά μας αὐτὸν τὸν τίμιον καὶ εἰλικρινῆ ἀντέτασσεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος καὶ οἱ ἄλλοι συνυποψήφιοί του ὅτι, ἂν γίνῃ ἡ Δημοκρατία, θὰ καταστραφῇ τὸ Ἔθνος, θὰ καταστραφῇ καὶ ὁ Λαός. Διατί; Διότι, ἂν γίνῃ Δημοκρατία, ἔλεγον, δὲν θὰ ὁρίζητε τὴν γυναῖκά σας, δὲν θὰ ὁρίζητε τὸ κορίτσι σας. Θὰ τὸ παίρνῃ ὅποιος θέλει, δὲν θὰ ὁρίζητε τὸ ζῴόν σας. Ἐὰν σᾶς κάμνῃ κανεὶς ζημίαν, δὲν θὰ τιμωρῆται· καὶ εἰς τὸ τέλος θὰ σᾶς χαλάσουν τὴν θρησκεία, διότι ποῖον θὰ μνημονεύῃ ὁ παππᾶς εἰς τὰ Ἅγια; Αὐτὰ εἶναι τὰ ὅπλα τὰ ὁποῖα μᾶς ἀντέτασσον κατὰ τῆς Δημοκρατίας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ὅταν γίνῃ ἡ Δημοκρατία καὶ ἴδῃ ὁ Λαὸς ὅτι καὶ τὴν γυναῖκά του ὁρίζει καὶ τὸ κορίτσι του δὲν τὸ πειράζει κανεὶς καὶ δικαιοσύνην ἔχει καὶ ἡ θρησκεία του εἶναι ἠσφαλισμένη, θὰ τὴν ἀγαπήσῃ τὴν Δημοκρατίαν, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἔρχεται ἡ τρίτη κατάστασις, ἡ μέση κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν μᾶς λέγουν: Δὲν εἶναι τάχα φρόνιμον, δὲν εἶναι τάχα συνετὸν πρᾶγμα, δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς ἕνα σεβασμὸν τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δείξωμεν πρὸς τὴν λαϊκὴν εὐθιξίαν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν διὰ δημοψηφίσματος καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν ἂν θέλει ἢ ὄχι τὴν Δυναστείαν, ἂν θέλει ἢ ὄχι τὸ νέον πολίτευμα; Καὶ ἀπαντῶμεν: Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ νέον πολίτευμα δὲν δυσκολευόμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ δημοψήφισμα. Δὲν δυσκολευόμεθα νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν διὰ δύο λόγους: Πρῶτον διότι ἔχομεν ἀπόλυτον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Λαοῦ θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ διὰ τὸν λόγον ἀκόμη ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ὁ Λαός, παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς Βασιλείας, δὲν μὲ πτοοῦν τόσον οἱ κίνδυνοι ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου, ὅσον μὲ πτοοῦν οἱ κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπορρεύσουν ἐκ τῆς διατηρήσεως ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου τῆς παρούσης Δυναστείας. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ τὸ ζήτημα τῆς Δυναστείας νὰ λυθῇ διὰ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως. Οἱ δὲ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ἀναλογίζομαι ἐκ τῆς διατηρήσεως τῆς παρούσης Δυναστείας εἶναι διττῶς μεγάλοι. Ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ τελευταίου γόνου τῆς Δυναστείας ἐξ Ἑλλάδος προῆλθεν ἐκ τῆς συσσώμου ἀποφάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, οἱ ὁποῖοι διὰ πρωτοκόλλου ἀπεφάνθησαν ὅτι ἡ Δυναστεία αὐτὴ εἶναι ἀναξία τῆς Ἑλλάδος, εἶναι προδοτική, ὅτι ἠτίμασε τὴν Χώραν καὶ θεωροῦν καθῆκον τιμῆς δι’ ἑαυτοὺς νὰ ἀπομακρύνουν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν τελευταῖον γόνον αὐτῆς. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν δι’ ἕνα οἱονδήποτε λόγον καὶ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον ἤθελεν ἐπανέλθει ἡ Δυναστεία τῶν Γλύξμπουργ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων; Καὶ θὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις ἡ ὁποία νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ν’ ἀντιμετωπίσῃ μίαν τοιαύτην κατάστασιν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι οἱ τίμιοι ἐκεῖνοι ἀξιωματικοί, ὑπείκοντες εἰς ἀνωτέρους πατριωτικοὺς λόγους, ἐθυσίαζον τὴν ἀτομικότητά των, ἀπεμακρύνοντο τοῦ Στρατοῦ καὶ ἄφινον τὸ πεδίον ἐλεύθερον εἰς τὴν Δυναστείαν, ἐρωτῶ: Ἀναλογίζεσθε, κύριοι πληρεξούσιοι, ποία θὰ εἶναι ἡ διανοητικότης τῆς Δυναστείας τῶν Γλύξμπουργ, ἐπανερχομένης εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅταν θὰ σκέπτηται τί ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ἡ Δυναστεία αὐτή, ἡ ὁποία καὶ τὸ Ἔθνος ἠτίμασε καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐπρόδωσε καὶ τὸν Λαὸν ἐχώρισεν εἰς δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα καὶ πολίτας ἐδολοφόνησε καὶ τοὺς στρατιώτας ἐθυσίασε χάριν τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἐν τούτοις ἐπανέρχεται καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, λέγω, νὰ ἀναλογισθῇ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ προῆλθον διότι εἰς κακὸς Βασιλεὺς εὑρῆκε πολιτευομένους, εὑρῆκε πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς καὶ πολιτικοὺς ὀπαδοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσουν μίαν βασιλικὴν αἴγλην καὶ τῷ ἔδωσαν τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαπράξῃ τόσα δεινὰ κατὰ τῆς Πατρίδος, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ ὁ βασιλεὺς Γεώργιος ὁ Βʹ νὰ σκεφθῇ ὅτι καὶ αὐτὸς εὑρῆκε πολιτικοὺς ὀπαδοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὔτε αὐτοὶ τὸ σθένος νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ἐπεσώρευσεν ἐπὶ τῆς Πατρίδος ἡ Δυναστεία καὶ ἀφῆκε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὸν Λαόν; Νὰ λύσῃ, λέγουν, τὸ ζήτημα ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἀλλά, δι’ ὄνομα Θεοῦ, ποῖος θὰ καθοδηγήσῃ αὐτὸν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; Καὶ πάλιν οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ ἀρχηγοί, καὶ πάλιν σεῖς. Ἀλλὰ ὅταν θὰ ὑπάγητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ τοῦ εἴπητε ὅτι σοῦ συνιστῶμεν τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς Δυναστείας διὰ τὰ δεινὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα διέπραξε κατὰ τοῦ Ἔθνους, καὶ σᾶς ἐρωτήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τότε «μὰ σεῖς τί ἐκάμετε; διατί δὲν εἴχετε τὸ θάρρος τῆς γνώμης σας;», τί θὰ τοῦ ἀπαντήσητε; Ὅταν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ παλινόρθωσις τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου, μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1920, ἐπεσώρευσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐθνικὴν καταστροφὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀτίμωσιν, ὅλοι ἡμεῖς καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἐθλιβόμεθα βεβαίως ὡς Ἕλληνες διὰ τὴν ἐθνικὴν συντριβήν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄτομα εἴχομεν ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν ὅτι δὲν εἴχομεν συνεργήσει εἰς τὰ κακουργήματα ἐκεῖνα καὶ δὲν ἤμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἐθνικὴν συμφοράν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Ἐὰν ἐξ ἐλλείψεως συναισθήσεως ἐκ μέρους σας τοῦ θάρρους ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην τῆς λύσεως τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος καὶ δι’ οἱονδήποτε λόγον ἐπέλθωσι νέα δεινὰ εἰς τὴν Πατρίδα, θὰ ἔχητε βεβαίως καὶ τότε θλίψιν διὰ τὰ δεινὰ, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχητε ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν ὅτι εἶσθε καὶ πάλιν ἀμέτοχοι τῆς εὐθύνης. Ὅλοι ἡμεῖς, ὅταν ἐβλέπομεν ἐπερχόμενα τὰ δεινὰ μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου, ὅλοι μιᾷ φωνῇ, ὅλος ὁ φιλελεύθερος κόσμος ἔλεγεν ὅτι ἦτο σφάλμα τοῦ κ. Βενιζέλου νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου, ἀφιέμενος εἰς ἔνστικτον τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔπαιζε κορόννα ἢ γράμματα τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Θὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν συνείδησίν σας νὰ παίξητε καὶ σεῖς ἄλλην μίαν φορὰν κορόννα ἢ γράμματα την τύχην τῆς Ἑλλάδος, ἀφίνοντες εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὴν λύσιν τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αὔγ. Θεολογίτης.
§83ΑΥΓ. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Δύο μόνον λέξεις, κ. πληρεξούσιοι, θὰ προσθέσω ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀντιγνωμία μου ἡ βασικὴ δὲν περιορίζεται παρὰ εἰς τὰ δύο μόνον ἐπίμαχα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν ὁλόκληρον τὸ ἀκρωτηριασθὲν Ἔθνος. Διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις μετεβλήθη εἰς θεραπαινίδα κομματικῶν ἀντιπαθειῶν, διὰ τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ στρατεύματος, τὸ ὁποῖον μετεβλήθη εἰς πολιτικολογούσας ὁμάδας, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς φυγαδευθείσης ἀσφαλείας, διὰ τὴν προσπάθειαν πρὸς μίαν δικαιοτέραν κατανομὴν τῶν φορολογικῶν βαρῶν καὶ διὰ πᾶσαν προσπάθειαν τείνουσαν νὰ ἐξασφαλίσῃ ἀνετωτέραν ζωὴν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς πρόσφυγας, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Ἔρχομαι νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὰ δύο ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων διαφωνῶ. Καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ ὁ μόνος λόγος ὁ ὁποῖος θὰ μὲ ἐξαναγκάσῃ νὰ καταψηφίσω Κυβέρνησιν οἵα ἡ παροῦσα εἶναι διότι δὲν ἐκφράζει τὴν γνώμην της καὶ τὴν πίστιν της ἐπὶ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐγκαθιδρύουσα δι’ ἑνὸς ψηφίσματος τὴν Δημοκρατίαν μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν βεβαίως πάντοτε ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς βασιλευομένης Δημοκρατίας ἢ ὑπὲρ τῆς ἀμιγοῦς τοιαύτης. Ἡ παραπομπὴ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος εἰς τὸν Λαὸν εἶναι καθῆκον τιμῆς βεβαίως διὰ μίαν Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν βασιλευομένης Δημοκρατίας. Θὰ κατέλθωμεν σύσσωμοι εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ θὰ παλαίσωμεν ἡνωμένοι κατὰ τῆς ἀπολυταρχίας μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως ὅτι, ἐὰν τὸ κόμμα ἡμῶν, καθαρῶς ῥιζοσπαστικόν, τὸ δημοκρατικὸ κόμμα ἐπλειοψήφει κατὰ τὰς ἐκλογάς, δὲν θὰ ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ παρέπεμπεν ἄλλην μίαν φορὰν τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Λαοῦ. Δι’ ἡμᾶς τὰ πολιτεύματα δὲν ἐξέρχονται ἐκ τῆς κάλπης. Εἶναι δόγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον καθιέρωσαν αἱ παγκόσμιοι ἐξελίξεις καὶ οἱ ἀγῶνες τῶν Λαῶν ἐν τῇ μακρᾷ καὶ ἀτελευτήτῳ προσπαθείᾳ των, ὅπως διαρρυθμίσωσι καὶ δημιουργήσωσι μίαν ζωὴν δικαιοτέραν. Ἡ Ἱστορία τοῦ κόσμου ἑνιαία καὶ ἀδιάσπαστος δὲν ἀναφέρει προηγούμενον παρόμοιον. Γέννημα πάλης ἀνωτέρας, οἰκονομικῶν καὶ ἠθικῶν αἰτίων συγκρούεται πρὸς τὰς ἀντιξόους κατευθύνσεις καὶ ἐπιβάλλεται ἀργὰ ἢ γρήγορα ἡ Δημοκρατία, καρπὸς ὥριμος διὰ πολίτας ἰσαξίους καὶ ἰσοτίμους ἐν τῇ διεκδικήσει τῶν ἀγαθῶν τῆς ζωῆς. Θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν, κύριοι, διότι ἐννοεῖ νὰ παραπέμψῃ καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ. Ἕν κόμμα ἡττήθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ὁ ἀρχηγός του ἑπομένως ἡττήθη, καὶ ἐρωτᾶτε τὴν πλειοψηφίαν ἂν θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἡττηθέντος κόμματος, ἐκεῖνον ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Φιλελευθέρων πολεμᾷ καὶ ἀγωνίζεται ἐπὶ δεκαετίαν; Διὰ τὴν ἀντίληψίν μου τουλάχιστον ὁ βασιλεὺς τῆς σήμερον δὲν εἶναι παρὰ ἀρχηγὸς τοῦ ἀντιφρονοῦντος πρὸς ἡμᾶς πολιτικοῦ κόσμου καὶ θὰ ἀποτελέσῃ στίγμα διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ διὰ τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς κατισχύσεως τῆς ἐλευθερίας ἡ παραπομπὴ ἐκ νέου τοῦ δυναστικοῦ ζητήματος εἰς τὸν Λαόν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, κύριοι, ὁ ὁποῖος θ’ ἀρνηθῶ πίστιν δημοκρατικὴν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Τόσον ὁ ἀπελθὼν τέως Πρωθυπουργὸς ὅσον καὶ ὁ νῦν ἔχουσι τίτλους μακροὺς καὶ μεγάλους εἰς τοὺς ἀγῶνας κατὰ τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ. Μὴ δυνάμενος ὅμως νὰ ἐξηγήσω τὸ μυστήριον τῆς παραπομπῆς ἐκ νέου τοῦ δυναστικοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ διὰ τὸν βασιλέα Γεώργιον δὲν δύναμαι παρὰ νὰ καταψηφίσω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλανδρος.
§85Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Διὰ πρώτην φοράν, κύριοι, πληρεξούσιοι, μετὰ τὴν μακαρία τῇ λήξει Γʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσιν ἀνέρχομαι τὸ ἐπίσημον τοῦτο βῆμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μετὰ τῶν τότε Θρακῶν συναδέλφων μου κατ’ ἐπανάληψιν ἐκρούσαμεν τὸν κώδωνα τοῦ Θρακο–μικρασιατικοῦ κινδύνου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι, ὅπως ἀντὶ πάσης ἄλλης ὁμιλίας καὶ ἄλλης περιγραφῆς προσαγάγω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ αὐτὰ τὰ συντετριμμένα θύματα τῆς Θρακομικρασιατικῆς τραγῳδίας ἢ τουλάχιστον νὰ προσκομίσω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ παρουσιάσω τὰ ἐντάφια τῆς Μικρασίας καὶ Θράκης, τὰ σάβανα τοῦ Πόντου, τὰ σουδάρια τῆς Βορείου Ἠπείρου, καθημαγμένα ἐκ προσφάτων πληγῶν καὶ νωπῶν μωλώπων. Σεβόμενος ὅμως τὴν εὐαισθησίαν τοῦ σεβαστοῦ μου ἀκροατηρίου δὲν φέρω ταῦτα ἐνώπιον ὑμῶν, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὴν διὰ λιτῶν φράσεων καὶ λέξεων περιγραφὴν τῆς συμφορᾶς αὐτῆς τῆς τεραστίας, ὁποίαν οὐδέποτε ἀνέγραψεν ἡ μακραίων ἡμῶν ἐθνικὴ Ἱστορία. Γνωρίζω ἄλλωστε ὅτι αἱ λέξεις εἶναι μορμολύκια καὶ δὲν ἀποδίδουσι πιστῶς καὶ ἐπακριβῶς τὰ γεγονότα. Ἔπειτα καὶ ἂν τὴν Μοῦσαν τοῦ Πινδάρου κατεῖχον ἢ τὴν λύραν τοῦ Ὀρφέως ἐχειριζόμην, προσέτι δὲ καὶ ἐὰν—ἵνα κατὰ τὸν ἀείμνηστον Βασιλειάδην εἴπω—«ἐὰν ἠνοῦντο χειμῶνος νύκτες ἑκατὸν καὶ σιδήρεα μὲν ἐγὼ εἶχον τὰ στήθη, Ἰώβειον δὲ σεῖς τὴν ὑπομονὴν» καὶ πάλιν δὲν θὰ ἐτερμάτιζον εὐκόλως τὸ ἀτέρμον μαρτυρολόγιον τῶν σκλάβων καὶ προσφύγων τὸ ὁποῖον πᾶς ὁ φυλλομετρῶν τὴν ἱστορίαν ἐξάγει μετὰ φρίκης αἱμοσταγεῖς τοὺς δακτύλους. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, περιορίζομαι εἰς τὴν δι’ ὀλίγων λέξεων περιγραφὴν τῶν γεγονότων, παρακαλῶν ὅπως ἡ εὐφάνταστος ὑμῶν φαντασία εὐαρεστῆται νὰ συμπληροῖ ἑκάστοτε τὰ τυχὸν παρουσιαζόμενα κενά. Ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων, κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τῶν τριῶν μόνον, τῶν κατ’ ἐμὲ θεμελιωδῶν σημείων, τ. ἔ. ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ, τοῦ πολιτειακοῦ καὶ τοῦ δυναστικοῦ. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ ἐγὼ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου, κατέχομαι ὑπὸ βαθυτάτης συγκινήσεως διὰ τοὺς ὁμολογουμένως τιμητικοὺς περὶ προσφύγων χαρακτηρισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὡς καὶ διὰ τὸ θερμὸν προγραμματικὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδόλως ἀμφέβαλλον ἄλλως τε περὶ τούτου. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς δευτέρας ἡμῶν προσφυγῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπῆρξε στοργικώτατον πρὸς ἡμᾶς. Ἐντεῦθεν καὶ ὁλόκληρον νομοθεσίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἐθέσπισε καὶ Ὑπουργεῖον ἰδιαίτερον πρὸς τοῦτο ἵδρυσεν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς θριαμβευτικῆς ἐπανόδου τῶν προσφύγων εἰς τὰς προγονικὰς ἑστίας των εἰργάσθη, ἐμόχθησε καὶ ἐπέτυχεν. Ἐὰν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἐλευθερίαν ἐπὶ πολὺ νὰ χαρῶμεν δὲν ἠξιώθημεν, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπαίτιοι ὡς πολὺ εὐστόχως ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Διότι διερωτώμεθα εἰς τί ἡμεῖς ἡμάρτομεν: ἢ ποίας ἠθικὰς ἀρχὰς παρέβημεν; ἢ ποίας ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Πατρίδα δὲν ἐπετελέσαμεν, ὥστε νὰ τιμωρούμεθα διὰ δευτέραν φορὰν δι’ ἐκριζώσεως ἀπὸ τὰς πατρῴας ἡμῶν ἑστίας; Μὴ τὴν πίστιν ἡμῶν ἀλώβητον δὲν ἐτηρήσαμεν; Μὴ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν ὁλοψύχως δὲν ἀφιερώθημεν, ἢ μὴ ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τότε σκλάβοι ὄντες καὶ ἐλεύθεροι ἐπί τι διάστημα δὲν ἐξεπληρώσαμεν; Ἀλλὰ περὶ τούτων ἄλλοι γενέσθωσαν κριταὶ καὶ τιμηταί. Ἡμεῖς ἤδη πενθοῦμεν καὶ θρηνοῦμεν! Καὶ εἶναι τὸ πένθος ἡμῶν τὸ βαρὺ ἔντονος διαμαρτυρία κατὰ τῆς προσγενομένης εἰς ἡμᾶς ἀδικίας. Καὶ εἶναι ὁ θρῆνος ἡμῶν διάτορος κραυγὴ πόνου κατὰ τῶν ὑπαιτίων τῆς συμφορᾶς ἡμῶν. Μέσα ὅμως εἰς τὸ βαρὺ πένθος καὶ εἰς τὴν συμφορὰν ἡμῶν, εἰς ἣν κιλινδούμεθα, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκρύψωμεν ὅτι τόσον κατὰ τὴν πρώτην ὅσον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἡμῶν προσφυγὴν ἀντικρύσαμεν εἰς τὴν Ἐλευθέραν Ἑλλάδα τὰς ἀγαθωτέρας καὶ ἀδελφικωτέρας τῶν διαθέσεων ἐκ μέρους τοῦ ἀδελφοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅπως καὶ τὰς εὐμενεστέρας τῶν προθέσεων ἐκ μέρους τῶν Φιλελευθέρων Κυβερνήσεων. Ὁ ἐλεύθερος Ἑλληνικὸς Λαὸς ὑπῆρξε καὶ διατελεῖ ἀκόμη στοργικὸς ἀπέναντι ἡμῶν. Ἤνοιξε καὶ τότε ὅπως καὶ σήμερον τὰς ἀγκάλας αὑτοῦ καὶ μᾶς περιεπτύχθη, μᾶς ἠσπάσθη εἰς τὸ μέτωπον, τὴ μπουκιὰ του ἀπὸ τὸ στόμα του ἔβγαλε καὶ μᾶς τὴν προσέφερε. Διότι αἱ συχναὶ αὐταὶ καὶ ἀλλεπάλληλοι φορολογίαι, αἱ ἐπιτάξεις οἰκημάτων, αἱ ἀπαλλοτριώσεις γαιῶν τί ἄλλο σημαίνουσι παρὰ τοῦτο: Καὶ δὲν ἠρκέσθη ἕως ἐδῶ, παρὰ ἁρμάτωσε τὰ παλληκάρια του, τὰ λεβεντόπουλά του καὶ τὰ ἔστειλε ν’ ἀγωνισθοῦν δι’ ἡμᾶς, νὰ πολεμήσουν, νὰ χύσουν τὸ αἷμά των δι’ ἡμᾶς, νὰ ἀποθάνουν δι’ ἡμᾶς, νὰ ἐλευθερώσουν ἡμᾶς! Τὸν εὐγνωμονοῦμεν. Μὴ δυνάμενοι, μὴ ἔχοντες ἐπὶ τοῦ παρόντος τίποτε ἄλλο νὰ προσφέρωμεν πρὸς τὸν ἀδελφὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν τὴν ἀτέρμονα προσφέρομεν. Διότι, ἂν τὰ πάντα ἀπωλέσαμεν ὡς ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐθνικῶν συμφορῶν καὶ καταστροφῶν, δὲν ἀπωλέσαμεν, κύριοι, τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μαζὶ μὲ τὴν ἐθνικὴν καὶ τὴν θρησκευτικὴν ἰδέαν. (Χειροκροτήματα). Ἤδη διανύοντες τὸ στάδιον τῆς ἀποκαταστάσεως ἡμῶν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ὡς εἰλικρινεῖς καὶ τίμιοι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι καὶ ὀχληροὶ καὶ φορτικοὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὑπήρξαμεν, διότι ἡ συμφορὰ καὶ ἡ δυστυχία, κύριοι συνάδελφοι, πάντοτε εἶναι ὀχληρὰ καὶ φορτική. Ἀλλὰ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ ἐρωτῶ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν: Τί ἔπρεπε νὰ πράξωμεν καὶ ποῦ νὰ καταφύγωμεν; Κατὰ τὴν πρώτην ἡμῶν προσφυγὴν εἰς Ἑλλάδα ἴσως νὰ ὑπῆρξαν Κράτη τὰ ὁποῖα δι’ ἰδικιτέρους αὐτῶν σκοποὺς θὰ μᾶς ἐδέχοντο εἰς τὰ μέρη των. Ἀλλὰ μία τοιαύτη βέβηλος σκέψις καὶ ἰδέα οὐδέποτε διῆλθεν ἐκ τοῦ νοῦ ἡμῶν. Προετιμήσαμεν καὶ τότε καὶ νῦν νὰ παραμείνωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔστω καὶ ἐνοχλητικοὶ καὶ φορτικοὶ γενόμενοι πλησίον τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, δύο δέ τινα ζητοῦντες: ἓν τεμάχιον ξηροῦ ἄρτου καὶ μίαν πενιχρὰν καλύβην!...
§86Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ποσῶς ὁ προσφυγικὸς κόσμος δὲν εἶναι φορτικός· ὄχι μόνον δὲν ἐνοχλεῖ τι, ἀλλ’ ἱκανοποίησιν θὰ αἰσθανθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἐφόσον δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας αἰσθάνεται ὅτι ἔχει πρὸς ὑμᾶς. (Χειροκροτήματα).
§87Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ ὑμᾶς, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ὅπως εὐχαριστῶ καὶ τοὺς ἐπικροτοῦντας τοὺς λόγους ὑμῶν τοὺς καλούς. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι τὸ φιλάδελφον τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τὸ γνωρίζομεν ἡμεῖς, ἐντεῦθεν καὶ αἰσθανόμεθα ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ καθ’ ἡμᾶς εὐγενὴς καὶ ἀγαθός, ζωτικὸς καὶ φιλόπατρις Ἑλληνικὸς Λαός, δὲν πταίει καὶ δὲν ἔπταισεν ἂν παρεστράτησε, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, εἴς τινα σημεῖα τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Σεβόμενοι τοὺς νεκροὺς ἀντιπαρερχόμεθα πρὸ αὐτῶν καὶ εὐλαβούμενοι τὸν πολύτιμον χρόνον τῆς Συνελεύσεως δὲν θέλομεν νὰ ἀναμοχλεύσωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην γεγονότα, τὰ ὁποῖα σπαράσσουσι τὰς καρδίας ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ εἶναι πεπεισμένος ὅτι εὑρισκόμενοι εἰς τὸ στάδιον ἀκόμη τῆς ἐγκαταστάσεως ἡμῶν θὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν καὶ θὰ ἀναπτύξωμεν ὅλας ἡμῶν τὰς δυνάμεις ὅπως καὶ αὐτὸν ἀπαλλάξωμεν τῆς ἐνοχλήσεως καὶ πᾶν ὅ,τι δι’ ἡμᾶς ἐδαπάνησε τὸ Κράτος νὰ ἐπαναδώσωμεν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὑπολογίσιμοι συντελεσταὶ τοῦ δημοσίου πλούτου ἐν τῇ Χώρᾳ νὰ καταστῶμεν. (Χειροκροτήματα). Ἤδη μέσα εἰς τὸν πόνον καὶ τὴν συμφορὰν ἡμῶν μᾶς ἀνακουφίζει τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συνελεύσεως, καὶ δι’ αὐτῶν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Οἱ δὲ λόγοι οἱ προγραμματικοὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σταλάζουσι σταγόνας εὐεργετικῆς δρόσου ἐπὶ τῆς φλεγομένης ἡμῶν ψυχῆς. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὴν Κυβέρνησιν ὡς καὶ τὴν Συνέλευσιν, ὅπως οἱ ὡραῖοι οὗτοι λόγοι ὡς τάχιστα μεταβληθῶσιν εἰς ἔργα καὶ εἰς πράγματα, διότι ἐν μέσῳ μάλιστα χειμῶνι καὶ μιᾷ στιγμῇ παρερχομένῃ ἄνευ ἀποτελέσματος ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων εἶναι ἐπιζήμιος καὶ ἐπισωρεύει συμφορὰς ἐπὶ συμφορῶν καὶ θύματα ἐπὶ θυμάτων. Μὲ τὴν ἀγαθὴν αὐτὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα τερματίζω τὸν λόγον μου ἐπὶ τοῦ προσφυγικοῦ ζητήματος καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ δυναστικόν. Ἐὰν τὸ σεβαστὸν ἀκροατήριόν μου ἔχῃ καταπονηθῆ ἐκ τῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μέχρι τοῦδε ἐκφωνηθέντων λόγων, δύναμαι νὰ ἀναβάλω δι’ αὔριον. Ἐὰν ὅμως μοὶ κάμνῃ τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ περαιτέρω, συνεχίζω.
§88ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ἐξακολουθήσατε.
§89Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πολιτειακοῦ λοιπὸν τότε πρῶτον καὶ ἔπειτα ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ. Καὶ ἀναφορικῶς μὲν πρὸς τὸ πολιτειακὸν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις νὰ φρονῶ ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνὰ τὸν κόσμον ὅλον πνέει ὁρμητικὸν καὶ ἀκράτητον πνεῦμα δημοκρατισμοῦ ἀποτελεῖ —ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις—αἶσχος διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἔχῃ ἀκόμη μεσαιωνικὸν μοναρχισμόν. Διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσπάρη καὶ ἐβλάστησεν, ἐκαλλιεργήθη καὶ ἀνεπτύχθη καὶ ἐπωφελῶς ἐκαρποφόρησε καὶ εὐεργετικώτατα ἔσχεν ἀποτελέσματα τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μήτηρ καὶ ἡ τροφὸς τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συζητῇ καὶ νὰ διστάζῃ ἀκόμη ἂν πρέπει νὰ ἁπλώσῃ τὰς χεῖράς της καὶ νὰ ἀγκαλιάσῃ τὴν ὡραίαν κόρην της καὶ νὰ προσπαθῇ δι’ ἑλιγμῶν νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὴν ἀλλὰ νὰ τὴν περιπτυχθῇ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ σεμνὴ ἑστιὰς ἀκτινοβολεῖ ἐπὶ τῆς Ἀκροπόλεως. Τὸ νὰ ἐπιζητοῦν, κύριοι, νὰ ἀντικρούσῃ καὶ ἀσπασθῇ τὴν δημοκρατικὴν ἰδέαν ἡ Ἑλλὰς διὰ λαοψηφίσματος τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡμεῖς οἱ γεννήτορες τῆς θεᾶς ταύτης δὲν τολμῶμεν ἀπ’ εὐθείας νὰ βαδίσωμεν πρὸς αὐτήν καὶ τὴν ἀφίνομεν ἔκθετον καὶ ἐγκαταλελειμμένην εἰς τοὺς δρόμους διὰ νὰ τὴν περισυλλέγουν καὶ τὴν περιφρουροῦν ξένοι οἱ ὁποῖοι ἐναβρύνονται διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ τέκνου ἡμῶν. Τὸ λαοψήφισμα! Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, οὐδέποτε ἐκφράζει ἀπολύτως τὸ ἐθνικὸν φρόνημα καὶ οὐδέποτε ἑρμηνεύει καὶ ἐκμαιεύει ἀπολύτως τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Ὀρθῶς λοιπὸν καὶ οἱ κοινωνιολόγοι συγγραφεῖς χωρίζουν τὰ ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ διεξαχθῇ λαοψήφισμα. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὸ πρότυπον τοῦτο εὐνομουμένου κράτους, δημοψήφισμα, κύριοι, διεξάγεται ἐπὶ συγκεκριμένων διατάξεων, π. χ. ἐπὶ φορολογίας τοῦ κεφαλαίου, ἐπὶ ἐνοικιοστασίου καὶ ἐπὶ ἄλλων παρεμφερῶν ζητημάτων. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐννοιῶν γενικῶν καὶ ἀφῃρημένων, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν, τοῦ πολιτεύματος αὐτῶν καὶ τῶν τοιούτων, ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν ἐνδιατρίβει, ἀποφασίζει καὶ ρυθμίζει ταῦτα ἡ διανοουμένη τάξις τοῦ Ἔθνους ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι, προσπαθοῦμεν διὰ λαοψηφίσματος νὰ λύσωμεν ζήτημα τόσον σοβαρόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ θέσωμεν ἐπὶ τάπητος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νὰ λύσωμεν αὐτὸ ἅπαξ διὰ παντὸς ἐνταῦθα. Ἐφόσον ὅμως κωλύονταί τινες ἐξ ἡμῶν εἰς τοῦτο, διότι ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ ὑπεσχέθησαν ὅπως τὸ ζήτημα λυθῇ διὰ λαοψηφίσματος, ὑποχωροῦμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τοῦτο, μολονότι φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ προηγουμένως ἡ λύσις αὐτοῦ ἐν τῇ Συνελεύσει. Ἀναφορικῶς ὅμως πρὸς τὸ δυναστικὸν θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν γνώμην ταύτην. Κύριοι, μὴ παραξενευθῆτε ἂν ὁ προσφυγικὸς κόσμος ὁλόκληρος, μετὰ τοῦ ὁποίου στροβιλίζομαι ἀπὸ τοῦ 1914 καὶ ἐντεῦθεν, δὲν διάκειται συμπαθῶς πρὸς τὴν Δυναστείαν τῶν Γλύξμπουργ, ἐφόσον ἐλεύθεροι ἀδελφοὶ ἡμῶν, ὀλιγώτερα ἡμῶν παθόντες, δὲν διάκεινται εὐμενῶς πρὸς αὐτήν. Τὸ Παλάτι, κύριοι, πληρεξούσιοι, τὸ Παλάτι οὐδέποτε μᾶς συνεπάθησεν, οὐδέποτε μᾶς ἐπόνεσεν, οὐδέποτε ἐνδιεφέρθη περὶ ἡμῶν. Καὶ ὅμως ἡμεῖς πόσα δὲν ὑπέστημεν ἐκεῖ ἐπάνω σκλάβοι ὄντες διὰ τὸν Κωνσταντῖνον!... Ἐὰν ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς τὸν ἤθελε βασιλέα της, ἡμεῖς τὸν ὠνειρεύθημεν αὐτοκράτορα εἰς τὸ Βυζάντιον!... Ὁποία πλάνη! Καὶ πόσους διωγμοὺς καὶ πιέσεις καὶ φυλακίσεις δὲν ὑπέστημεν δι’ αὐτόν!... Καὶ ὅμως ἐκεῖνος δὲν μᾶς συνεπάθησε, δὲν μᾶς ἐπόνεσε, δὲν ἐνδιεφέρθη δι’ ἡμᾶς. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις ὅπως ἐκ τῶν πολλῶν παραδειγμάτων τῆς πρὸς ἡμᾶς ἀδιαφορίας του ὀλίγα τινὰ παρουσιάσω ἐνώπιον αὐτῆς. Ὅταν ἐξῆλθεν ἡ Τουρκία παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Μεσευρωπαϊκῶν Δυνάμεων, μετὰ ἕνα μῆνα ἀντιπροσωπεία τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου ἐνεφανίζετο ἐνώπιον τοῦ Κωνσταντίνου, ἀφοῦ προηγουμένως τῷ διεμήνυσε διὰ τοῦ αὐλαρχείου ὅτι οὔτε πολεμικὰς παρασκευὰς ἐζητοῦμεν, οὔτε ἐκστρατείας ἐπεδιώκομεν, οὔτε διακοπὰς διπλωματικῶν μετὰ τῆς Τουρκίας σχέσεων ἠννοοῦμεν. Μόνον πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Ἑλλήνων ἠθέλομεν τὴν συμφορὰν τῶν ἀλυτρώτων ἀδελφῶν ἡμῶν καὶ τὰς καταδυναστεύσεις αὐτῶν νὰ ἀναπτύξωμεν. Ἐδέχθη τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὅταν αὕτη δι’ ὀλίγων λέξεων ἐξετραγώδησε τὴν συμφορὰν καὶ τὰ δεινοπαθήματα τῶν δυστυχῶν ἀδελφῶν μας, ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος στραφεὶς ἀποτόμως εἶπε: «Καταλαβαίνω πὼς ἕνας πόλεμος μὲ τὴν Τουρκιὰ θὰ τελείωνε ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα». Φαντάζεσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὁποία χαρὰ καὶ ὁποία ἀγαλλίασις ἀνεπτύχθη ἐν τῇ καρδίᾳ καὶ ἐν τῇ ψυχῇ τῶν δυστυχῶν προσφύγων. Καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἐκεῖνος προσέθεσεν: «Ἀλλὰ μᾶς ἐπρόλαβεν ἡ Εὐρώπη». Καὶ ὅταν ἐτόλμησεν εἷς ἐκ τῶν προσφύγων νὰ τῷ εἴπῃ: «ὁ προσφυγικὸς κόσμος, Μεγαλειότατε, φρονεῖ ὅτι τὸ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Τουρκία παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Μεσευρωπαϊκῶν Δυνάμεων —ἀπεφύγομεν νὰ εἴπωμεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Γερμανίας, διὰ τὸ εὔθικτον τοῦ πράγματος—ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα», τότε ἐστράφη ἀποτόμως καὶ εἶπε: «Μὰ φαίνεται πὼς οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶναι καὶ τόσον κακοί, ἀλλὰ σεῖς τοὺς παρατσοὔξατε!...»
§90Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου συνήντησα καθ’ ὁδὸν τὸν ἔντιμον καὶ σεβαστὸν στρατηγὸν Δαγκλῆν. Ἦτο πελιδνὸς καὶ ὠχρός. Τὸν ἐρωτῶ: «Στρατηγέ, τί ἔχετε;» Καὶ μοὶ ἀπαντᾷ: «Κατέρχομαι, ἀγαπητὲ Καραπάνε, ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα· ἐπῆγα νὰ συστήσω εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ νὰ βαδίσῃ παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν μεγάλων ἡμῶν Συμμάχων. Ὁ Βασιλεὺς ὄχι μόνον ἀντέστη εἰς τοῦτο, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι σύμμαχοί μας· σύμμαχός μας εἶναι ὁ Βούλγαρος καὶ ὁ Τοῦρκος».
§91Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Καὶ ὅταν ἡ σκληρὰ ἐκείνη ἀπάντησις ἐδόθη ἀπὸ τὸν τότε βασιλέα, κατάπληκτος ἡ ἐπιτροπὴ τῶν προσφύγων τῷ ἀπήντησε: «Πιθανόν, Μεγαλειότατε, νὰ παρατσούξαμεν ἡμεῖς τοὺς Τούρκους, διότι ὑπηκούομεν τυφλῶς εἰς τὰς ἐμπνεύσεις τῶν προξενικῶν καὶ πρεσβευτικῶν ἀντιπροσώπων σας». Ἕτερον παράδειγμα: Διὰ μυρίων κινδύνων καὶ διαφόρων μέσων κατῆλθεν ἐκ Φαναρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως κλεινὸς καὶ σεβαστὸς ἱεράρχης, ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς τότε Μεγαλειότητος· καὶ ὅταν ἐξετραγώδησε τὰ δεινοπαθήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ Μεγαλειοτάτη τῇ προσέφερε τὴν ἑξῆς ρετσέταν: «Νὰ φροντίζετε νὰ τὰ περνᾶτε καλὰ μὲ τοὺς Τούρκους». — «Ἀλλὰ μᾶς σκοτώνουν, μᾶς σφάζουν». — «Τίποτε· νὰ τὰ περνᾶτε καλὰ». Δὲν ἠξεύρω σὲ ποῖον φαρμακεῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὴν τὴν ρετσέταν, ἡ ὁποία ἔγραφε «νὰ τὰ περνᾶτε καλὰ μὲ τοὺς Τούρκους», ἐφόσον ἐκεῖνοι μᾶς ἔσφαζον! Τρίτον: Ὅταν κατ’ ἐπανάληψιν ἐζητήσαμεν νὰ ἐπιτελέσωμεν μνημόσυνον ἐν Ἀθήναις ὑπὲρ τῶν ἐν Τουρκίᾳ ὑπὲρ πίστεως καὶ Πατρίδος πεσόντων καὶ διαφοροτρόπως ἐξαφανισθέντων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, δὲν μᾶς ἐδίδετο ἡ ἄδεια νὰ γίνῃ τὸ μνημόσυνον ἐκεῖνο· καὶ διατί νομίζετε; Διὰ νὰ μὴ θιγῇ ἡ εὐαισθησία τῶν Τούρκων! Καὶ ὅταν τὸ μνημόσυνον ἐπὶ τέλους ἐπετελέσθη, εἰσώρμησαν εἰς τὸν ναὸν τὰ ὄργανα τῆς τάξεως καὶ ἀφοῦ ἀνέτρεψαν τὸν δίσκον τῶν κολλύβων καὶ ἔσχισαν τὴν βυζαντινὴν σημαίαν καὶ κατεπάτησαν τὸν στέφανον τῶν προσφύγων καὶ ἀλυτρώτων, μᾶς ὡδήγησαν μὲ τὰς ξιφολόγχας εἰς τὴν εἱρκτήν, διότι πολιτικοὶ δῆθεν λόγοι δὲν ἐπετρέποντο· καὶ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἐπιμνημόσυνος ἐκεῖνος λόγος δὲν ἦτο πολιτικός· διότι πῶς θὰ ἐτολμῶμεν νὰ θίξωμεν τόσον πολὺ ἐπικίνδυνα πράγματα;...
§92Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποία ἐποχὴ ἦτο;
§93Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Μάϊος τοῦ 1916. Καὶ ὁμιλοῦντες διεκόπημεν κατ’ ἐπανάληψιν· καὶ εἰς ποῖον σημεῖον; Ἀκούσατε τὸ τραγικὸν αὐτὸ σημεῖον· ἐλέγομεν: «Ἄς σχίσῃ εἰς τεμάχια τὸ Ἔθνος τὰ ἐθνικά του σύμβολα· ἂς τεμαχίσῃ εἰς λωρίδας ἡ Ἐκκλησία τὰ ἱερά της ἄμφια, ἵνα ἐπιδέσῃ τὰς πληγὰς τῶν σκλάβων, ἐάν, ἐννοεῖται, ἀπέμειναν τοιοῦτοι». Αὐτὸ ἦτο τὸ ἐπίμαχον σημεῖον τοῦ λόγου, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἐπικίνδυνον καὶ πολιτικῶς ἐπισφαλές. Καὶ ἕτερον: Ὅταν ἐξερράγη ἡ πυρκαϊὰ τοῦ Τατοΐου ἡ εὐφάνταστος φαντασία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ὁπόσα καθ’ ἡμῶν δὲν εἶχεν ἐκμαιεύσει! Διέδωσαν ὅτι εἶχον δῆθεν συλλάβει ἐπ’ αὐτοφώρῳ πρόσφυγας νὰ ρίπτουν μὲ ψεκαστῆρας πετρέλαιον εἰς τὸ Παλάτι διὰ νὰ τὸ καύσουν! Φαντάζεσθε λοιπὸν τὴν μῆνιν καὶ τὴν καταφορὰν κατὰ τῶν δυστυχῶν προσφύγων. Δὲν θέλω, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ κουράσω περισσότερον τὴν Συνέλευσιν. Οἱ πενθοῦντες καὶ θρηνοῦντες δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ συνεχίσουν τὸ μαρτυρολόγιόν των. Σεβόμεθα ἐν τούτοις τοὺς νεκροὺς, καὶ ἀντιπαρερχόμεθα σιωπηλῶς πρὸ αὐτῶν ἀναφωνοῦντες: Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν θανόντων καὶ ὥρα καλὴ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπῆλθον ἐντεῦθεν. Ἡμεῖς μόνον τοῦτο τονίζομεν: ὅτι κατόπιν τῆς τεραστίας ἐθνικῆς καταστροφῆς, διὰ τὴν ὁποίαν κυρίως καὶ πρωτίστως θεωροῦμεν ὑπαίτιον τὸ Παλάτι καὶ συγκεκριμένως τὴν Δυναστείαν τῶν Γλύξμπουργ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν Δυναστείαν ταύτην. Φρονοῦμεν μάλιστα ὅτι ἐὰν καὶ μετὰ τὴν καταστροφὴν δὲν ὑπῆρχε δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ Θρόνου ἀπόγονος τῆς Δυναστείας ἐκείνης μέχρις ἐσχάτων, ἴσως τὸ Ἔθνος θὰ ἐπένθει περισσότερον τὴν κολοσσιαίαν ἐθνικὴν συμφοράν. Διότι ὁμολογουμένως τὸ Κράτος—δὲν λέγω ἡ Πατρὶς καὶ ὁ Λαὸς—δὲν ἐπένθησαν ὡς ἔδει τὴν συμφορὰν καὶ τὴν καταστροφὴν ἐκείνην. Καὶ ὅμως τῷ 495 π. Χ., ὅταν κατεστράφη ἡ Μίλητος καὶ ἐτόλμησεν ὁ Φρύνιχος νὰ ἐμφανίσῃ ἐπὶ τῆς σκηνῆς καὶ ἐκτραγῳδήσῃ διὰ δράματος τὴν ἅλωσιν τῆς Μιλήτου, ὁλόκληρον τὸ θέατρον ἀνελύθη εἰς δάκρυα, ἀπηγορεύθη ἡ περαιτέρω παράστασις τοῦ ἔργου καὶ ἐπεβλήθη ποινὴ χιλίων δραχμῶν εἰς τὸν συγγραφέα «ὡς ἀναμνήσαντα οἰκήϊα κακά». Καὶ ὅμως ὄχι μία Μίλητος, ὄχι μόνον μία Ἰωνία, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Μ. Ἀσία, ὁλόκληρος ὁ Πόντος καὶ ἡ Ἀν. Θράκη καὶ ἡ Β. Ἤπειρος ἔχουν καταστραφῆ καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ἐκριζωθῇ ἐκ θεμελίων — ἐνῷ κατὰ μυριάδας στίφη λαῶν βαρβάρων διελθόντα ἄλλοτε τὰς ὡραίας ἐκείνας χώρας δὲν τὸ ἐπέτυχον—καὶ τὸ ἐθνικὸν πένθος δὲν ὑπῆρξεν οἷον ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ πένθος τῆς Ἑλλάδος· καὶ τοῦτο ὄχι τόσον δι’ ἡμᾶς, ὅσον πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ φρονηματισμὸν τῶν νέων γενεῶν... Ἐν πάσῃ περιστάσει τὰ γεγονότα εἶναι πλέον γεγονότα καὶ ἄλλως πως δὲν δύνανται νὰ γίνωσι παρὰ ὅπως ἔγιναν. Ἐν τούτοις καὶ ἡ ἀνάμνησις εὐκλεῶν ἡμερῶν ἐν ὥρᾳ δυστυχίας ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θλίβει, συγχρόνως ἀνακουφίζει. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως ἥπλωσε τὸν χάρτην τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ συνεκίνει καὶ θὰ ἐμάλασσε καρδίας ἀπὸ πέτραν. Ἀπὸ τῆς ἰδίας ταύτης θέσεως ἐγὼ ὁ ταπεινὸς καὶ ἐλάχιστος ἀντιπρόσωπος τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου ἁπλώνω τὸν χάρτην τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς. (Συγχρόνως ἐπιδεικνύει μέλανα καὶ ἐρυθρὸν χάρτην). Τὰ μὲ ἐρυθρὸν καὶ αἱματῶδες χρῆμα σημειούμενα εἶναι τὰ μέρη τὰ ὁποῖα κατείχομεν ἀνεξιτήλοις τίτλοις μετὰ τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν καὶ τοῦ Νεϊγύ, τὰ ἐλαφρῶς ἐρυθρὸν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατελάβομεν διὰ προελάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἐν Μικρασίᾳ, τὰ δὲ μέλαν καὶ πένθιμον εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατέλαβον αἱ μετανοεμβριαναὶ Κυβερνήσεις καὶ τὰ ὁποῖα αἰφνιδίως ἐγκατελείψαμεν, ὅπως ἐγκατελείψαμεν καὶ τόσα ἄλλα πολύτιμα, τιμαλφῆ καὶ ἰδεώδη. Καὶ ὅμως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Θρακικοῦ λαοῦ, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατ’ ἐπανάληψιν ἄλλοτε ἔκρουσαν τὸν κώδωνα τοῦ θρακομικρασιατικοῦ κινδύνου. Ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθησαν!...
§94Ι. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς Θρᾷξ πληρεξούσιος εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Συνέλευσιν ἐχειροκρότησε τὴν δήλωσιν τῆς μεταβάσεως τοῦ Κωνσταντίνου εἰς Σμύρνην.
§95Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς ὁ ὁποῖος ἀπεδοκιμάσθη ἀμέσως ὑπὸ τῆς θρακικῆς ὁμάδος καὶ ἐξελέγη διὰ τουρκικῶν ψήφων.
§96Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Πιθανόν, κύριοι, νὰ συνέβη τὸ τοιοῦτον. Ναί, δὲν ἀποκλείεται τοῦτο νὰ ἔγινεν. Ἴσως διότι ἡμεῖς παρ’ ὅλην τὴν θύελλαν τῆς καταστροφῆς τὴν ὁποίαν ἐβλέπομεν ἐνσκήπτουσαν, διετηροῦμεν ἀκόμη μέσα εἰς τὴν ψυχὴν ἡμῶν πίστιν περὶ σωτηρίας τῶν κινδυνευόντων μερῶν μας. Διότι ἀλλοίμονον ἂν ἀπὸ τὰ ἄτομα καὶ ἀπὸ τὰ ἔθνη εὐκόλως ἐκλείπῃ ἡ πίστις. Ναί, εἴχομεν ἀκόμη πίστιν καὶ ἐλπίδα, ὅπως πίστιν πρέπει νὰ ἔχουν καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν ν’ ἀγωνισθοῦν ὑπὲρ τῆς δημοκρατικῆς ἰδεολογίας, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ Ναζωραῖος τὴν πίστιν ὑπεράνω πάντων ἔθεσεν, εἰπὼν τὸ περιλάλητον «ὁ ἔχων πίστιν...» Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο πρακτικώτερον εἶπε κατωτέρω: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε... ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου...» Ἑπομένως δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγῃ κανεὶς ὅτι εἶναι δημοκρατικὸς καὶ ὅτι ἔχει δημοκρατικὴν ἰδεολογίαν, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἐργάζηται, νὰ ἀγωνίζηται πρὸς ἐπικράτησιν αὐτῆς. Ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ θέματος δηλῶ ὅτι ἦλθε πρὸ διετίας στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Θρακῶν ἐν τῇ Γʹ τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσει ἐμβρόντητοι ἐπληροφορήθησαν ἀπὸ πρέσβυν Μ. Δυνάμεως ὅτι πρὸς τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἐκινδύνευε καὶ ἡ Θράκη. Συντετριμμένοι τότε συνήλθομεν κατ’ ἰδίαν καὶ συνετάξαμεν σχετικὸν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον παρεδώσαμεν ἐμπιστευτικῶς εἰς Ὑπουργόν, ἀντικαθιστῶντα τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀπουσιάζοντα εἰς Εὐρώπην, καὶ παρεκκαλέσαμεν αὐτὸν ὅπως τὸ εἰσαγάγῃ τάχιστα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Μετὰ μίαν ἑβδομάδα εἰς ἐναγώνιον ἐρώτησίν μας ἀπαθῶς καὶ ἀταράχως μᾶς ἀπήντησεν: «Ἆ! τὸ ξέχασα στὴν τσέπη μου!» Ναί, κύριοι πληρεξούσιοι, ὑπόμνημα μὲ ντοκουμέντα τοσαύτης σοβαρότητος, ὑπόμνημα τὸ ὁποῖον διελάμβανεν ὅτι κοντὰ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ἐκινδύνευε καὶ ἡ Θράκη, ἐκρατήθη ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα εἰς τὰ θυλάκια τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου καὶ δὲν ἐξήχθη εἰμή...
§97ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ποῖος ἦτο ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος;
§98Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης, ὁ Γεν. Διοικητὴς τῆς ἀπολεσθείσης μετέπειτα Θράκης μας, ὁ ὁποῖος ἀντικαθίστα τὸν ἀπουσιάζοντα τότε ἐν Εὐρώπῃ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῇ διευθύνσει τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου. Οὗτος καθ’ ἡμᾶς ἐκρίθη ὡς ἁρμοδιώτερος· εἰς ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ ἀποταθῶμεν; «Ὅποιος πέσῃ στὴ θάλασσα, τὸ φείδι ἀγκαλιάζει» λέγει μιὰ παροιμία. Καὶ ἠρωτώμεθα: «Ποῦ ἐμάθετε σεῖς ὅτι κινδυνεύει ἡ Θράκη;»: «Μᾶς τὸ εἶπεν ὁ δεῖνα πρεσβευτής», ἀπηντήσαμεν. Τότε ἔμεινεν ἐμβρόντητος. «Ἀλλὰ σᾶς ἱκετεύομεν, κ. Ὑπουργέ, σώσατε τὴν δυστυχῆ Θράκην, σώσατε τὴν Μ. Ἀσίαν.» «Δὲν διατρέχομεν κανένα κίνδυνον», μᾶς ἀπήντησε στερεοτύπως. Διὰ ταῦτα καὶ ἄλλα παραπλήσια, κύριοι, παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι διὰ τὸν προσφυγικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος οὔτε καταρᾶται οὔτε βλασφημεῖ ἐν τῇ δυστυχίᾳ του, διὰ τὸν προσφυγικὸν κόσμον ἡ Δυναστεία τῶν Γλύξμπουργ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πλέον εὐμενὴς καὶ ἀνεκτή. Ὡς ἀντιπρόσωπος δὲ καὶ ἐγὼ τοῦ προσφυγικοῦ κόσμου προσωπικῶς καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου προσφύγων μὲ τοὺς ὁποίους ἦλθον εἰς ἐπαφὴν καὶ ἐσφυγομέτρησα καὶ ἐστηθοσκόπησα τὰς διαθέσεις αὐτῶν, ἐπισήμως καὶ κατηγορηματικῶς δηλῶ ὅτι καὶ συζήτησις κἂν περὶ ἐπανόδου τῆς Δυναστείας αὐτῆς ἀποτελεῖ δι’ ἡμᾶς χλευασμὸν καὶ προσβολὴν καὶ πλῆγμα καίριον πρὸς τὸν πόνον καὶ τὴν συμφορὰν ἡμῶν, τῶν θυμάτων μιᾶς οἰκτρᾶς πολιτικῆς καὶ μιᾶς ἁμαρτωλῆς Δυναστείας!... (Χειροκροτήματα).
§99ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§100ΕΤΕΡΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ.μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 8.45′ μ. μ.)