1924.01.26
1.534 στίχοι · 11.771 λέξεις · 45 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8Η
Σάββατον 26 Ἰανουαρίου 1924
Προεδρία κ. Κ. Ρακτιβάν
(Ὥρᾳ 5.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης.
§4Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ὅπως ὑποβοηθήσῃ τὸ ὄντως γιγάντιον ἔργον τῶν δημοσιογράφων. Παρὰ τὰς μεγίστας προσπαθείας τὰς ὁποίας καταβάλλουσιν οὗτοι ὅπως διερμηνεύσωσι πιστῶς τὰς γνώμας αἱ ὁποῖαι ἐκφέρονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, παρὰ τὰς προσπαθείας, λέγω, αὐτὸς διὰ τὰς ὁποίας τοὺς ἀνήκει τίτλος τιμῆς, εἴς τινα τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων διετυπώθησαν πράγματα ἐντελῶς ἀντίθετα πρὸς ὅσα ἐξέθηκα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας. Χθὲς τὴν ἑσπέραν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπονομῆς χάριτος εἰς τοὺς πολιτικοὺς καταδίκους. Κηρυχθεὶς ὑπὲρ τῆς παροχῆς εὐρείας ἀμνηστείας ἐτάχθην παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως συστήσας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως εὐρύτατα κρίνῃ τὰ τῆς ἀμνηστείας. Δυστυχῶς παρατηρῶ εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα»— καὶ τοῦτο μετὰ μεγάλης μου λύπης—ὅτι, παρὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην, διετυπώθη ὅτι ἐγὼ ἐτάχθην ἐναντίον τῆς παροχῆς χάριτος. Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, νὰ διευκολύνητε τοὺς δημοσιογράφους εἰς τὴν πιστὴν ἀπεικόνισιν τῶν διατυπουμένων γνωμῶν οὐχὶ τόσον δι’ ἡμᾶς, διότι δὲν ἀποβλέπομεν εἰς λαϊκὰς ἐκδηλώσεις, ἀλλὰ διὰ τὸν Λαὸν εἰς τὸν ὁποῖον ὀρθὸν εἶναι νὰ καθίστανται γνωσταὶ αἱ ἀληθεῖς γνῶμαι ἑνὸς ἑκάστου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρέχεται πᾶσα δυνατὴ εὐκολία καὶ φροντίζομεν ὅπως τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων εἶναι ἀπηλλαγμένον ξένων προσώπων. Ἐπίσης καταρτίζεται καὶ τὸ δελτίον τοῦ Τύπου τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὰς ἐφημερίδας ὡς μία περιληπτικὴ ἀφήγησις τῶν γινομένων ἐνταῦθα. Ἀλλὰ πέρα τούτων δὲν δύναμαι νὰ συστήσω τίποτε εἰς τὰς ἐφημερίδας οὔτε νὰ ἀσκήσω οἱονδήποτε ἐπ’ αὐτὴν ἔλεγχον. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἰδικόν σας ἀσφαλῶς πρόκειται περὶ παραδρομῆς.
§6Κ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁπωσδήποτε κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ διὰ τὸ μέλλον πρόνοιά της.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅτι: — Ὁ λαὸς Μακρυκώμης τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος αἰτεῖται τὴν κατάργησιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων καπνῶν. — Ὁ καπνεμπορικὸς κόσμος Θεσσαλίας αἰτεῖται ὅπως ἡ ἐπιβληθησομένη φορολογία ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων καπνῶν διακανονισθῇ συμφώνως πρὸς τὰ ἀναλυτικῶς ἐκτεθέντα ὑπομνήματα τοῦ Συνδέσμου. — Οἱ μικροϊδιοκτῆται Βόλου ζητοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν διατάξεων τοῦ ἐνοικιοστασίου. — Ὁ πληρεξούσιος Ζακύνθου κ. Α. Ταβουλάρης ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν διὰ τὸ ἐξωτερικόν. (Ἐγκρίσει τῆς Συνελεύσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). — Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Γ. Κουτρουμπάκης καὶ Ἰωσ. Κούνδουρος ὑποβάλλουσι πρότασιν ψηφίσματος «περὶ παροχῆς ἀμνηστείας εἰς τοὺς λιποτάκτους καὶ ἀνυποτάκτους ἐφέδρους τῶν ἐν Κρήτῃ στρατευθεισῶν κλάσεων 1914–1922». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Κ. Ἀλαβάνος καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ τοῦ ἐν Τήνῳ Ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας». — Ὁ πληρεξούσιος κ. Α. Θεολογίτης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καὶ ἐν τῇ νήσῳ Θάσῳ τῆς ἐπὶ τοῦ ἐλαίου φορολογίας δεκάτης τῆς νήσου Μυτιλήνης». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας κ. Ἐμμ. Τσουδερὸς ὑποβάλλει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τοῦ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων καὶ Ἠλεκτροφωτισμοῦ ὑπογραφέντος πρωτοκόλλου περὶ ἄρσεως τῆς ἐπιτάξεως τῆς ἐν λόγῳ Ἑταιρείας». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§8ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Νὰ ἀναβληθοῦν, κ. Πρόεδρε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχονται οἱ ἐγγεγραμμένοι;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§12Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐξετάσαμεν εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, κύριοι πληρεξούσιοι, τὴν συμπεριφορὰν τῆς Δυναστείας τῶν Γλύξμπουργ, ὡς ὀργάνου Γερμανικοῦ εἰς τοὺς πολέμους τοῦ 1897, τοῦ 1912 καὶ τοῦ 1913. Εἴπομεν τότε ὅτι ἡ Δυναστεία ἐκείνη ἀπεδέχθη τὸν πόλεμον τοῦ 1897 παρασυρθεῖσα ὑπὸ τῆς Γερμανίας, ὡς ἡ ἰδία τότε ὡμολόγει, ὅπως παρεσύρθη καὶ ἡ Τουρκία, ὡς ἐλέγετο τότε. Εἴπομεν ἀκόμη ὅτι ἡ Γερμανία ἐνισχύσασα τὴν Τουρκίαν ἔκαμε νὰ νικηθῶμεν—ἄλλως τε αὐτὸ ἦτο καὶ ἄνευ τούτου ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον—ἔκαμε νὰ νικήσῃ ἡ Τουρκία καὶ ἐξασφαλίσῃ οὕτω ἡ Γερμανία αὐτὴ διὰ τῆς φίλης της Τουρκίας, ἰσχυρᾶς πλέον καταστάσης, τὴν μελλοντικὴν πορείαν τῆς πρὸς Βαγδάτην. Θὰ προσέθετον μάλιστα ὅτι ἡ Γερμανία προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου ἐκείνου ὅταν ἀπέτυχεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἑτέρου σχεδίου παρομοίου, εἰς ἄλλην διεύθυνσιν, ἐν τῇ θαλάσσῃ, ὅταν δηλαδὴ ἀπέτυχεν εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῆς Κρήτης, τῆς μεγαλομάρτυρος νήσου, ἡ ὁποία ἐξαγορὰ ἦτο ἐξησφαλισμένη καθόσον ἐξηρτᾶτο ἀπ’ τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Τουρκίαν καὶ ἡ ὁποία ὅμως ἐματαιώθη διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης κινηθείσης τότε ἀδιάφορον ἀπὸ ποῖον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν. Μὲ ἄλλους λόγους ἡ Γερμανία ἔπαιξεν ἓν διπλοῦν παιγνίδιον· τὸ στεριανὸν τὸ ὁποῖον ἐκέρδισεν ἡ Γερμανία ὡς στρατοκράτειρα καὶ τὸ θαλασσινὸν τὸ ὁποῖον ἐκέρδισαν ἄλλοι παπάδες μὲ γένεια, ἤγουν ἡ θαλασσοκράτειρα Ἀγγλία καὶ αἱ λοιπαὶ Δυνάμεις. Εἴπομεν ἀκόμη ὅτι εἰς τὸ 1912 ἡ Δυναστεία ἡ ἰδία δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον, διότι ὁ πόλεμος αὐτός, ὡς γνωστὸν, ἐγένετο μὲ τὴν Βαλκανικήν μας συμμαχίαν, ἡ ὁποία διετήρη τὴν Βαλκανικὴν ἰσορροπίαν εἰς βάρος τῆς Γερμανίας καὶ ἐν γένει τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸν πόλεμον τοῦ 1913 τὸν ἤθελεν ἡ Δυναστεία διότι ὁ πόλεμος αὐτὸς ἀπετέλει διάλυσιν τῆς Βαλκανικῆς συμμαχίας, ἡ ὁποία ἦτο ὠφέλιμος εἰς τὴν Γερμανίαν. Σήμερον θὰ ἐξετάσωμεν τὴν συμπεριφορὰν τῆς ἰδίας Δυναστείας ὡς τοιούτου ὀργάνου εἰς τὸν μεγάλον πόλεμον τοῦ 1915 καὶ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ Σαγγαρίου. Κατὰ τὸν πόλεμον λοιπὸν τοῦ 1915 ἡ Δυναστεία αὐτὴ ἀντετίθετο ἀπολύτως, ὡς εἶναι πασίγνωστον, εἰς τὴν συμμετοχὴν εἰς τὸν πόλεμον παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντάντ. Ἠγωνίσθη δὲ μὲ κάθε τρόπον καὶ μὲ κάθε μέσον θεμιτὸν καὶ ἀθέμιτον, συνταγματικὸν καὶ μὴ καὶ ἔφθασε μέχρι διαλύσεως τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὸν πόλεμον ἐκεῖνον παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντὰντ καὶ τοῦτο διότι ἡ συμμετοχή μας ἦτο ἐξαιρετικῶς ὀλεθρία εἰς τὴν Γερμανίαν, παρὰ τὴν μικρὰν ἰδέαν τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ βασιλικοὶ ἐδῶ καί τινες ξένοι, ὄχι βέβαια οἱ Γερμανοί. Ἀπόδειξις δὲ ὅτι ἡ συμμετοχή μας αὕτη εἰς τὸν πόλεμον ἐκεῖνον ἦτο ὀλεθρία εἰς τὴν Γερμανίαν εἶναι ὅτι ὅταν ἐγένετο αὕτη, ἔστω καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, μὲ ἠλαττωμένας δὲ δυνάμεις καὶ μὲ ἕνα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἀντιδρῶν, ἐπέφερε κρίσιμα ἀποτελέσματα, διότι ὁ πόλεμος ἐκεῖνος, ὅστις προεμαντεύετο ὑπὸ τῶν Ἄγγλων καὶ Γάλλων στρατηγῶν τοῦ Βαλκανικοῦ Μετώπου, ἀποδιδόντων τὴν γνώμην τῶν Κεντρικῶν τοιούτων, ὅτι θὰ ἔληγεν αἰσίως ἀλλὰ μετὰ ἓν ἔτος περίπου, ὅταν συμμετέσχεν ἡ Ἑλλὰς ἔληξεν μετὰ ἕνα μῆνα ὁ πόλεμος αὐτὸς, ὄχι βέβαια ἕνεκα τῆς στρατιωτικῆς ἀξίας τῆς Ἑλλάδος ἀλλ’ ἀσφαλῶς ἕνεκα τῆς θέσεως τῆς γεωγραφικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν γένει τῆς θέσεως τῶν πραγμάτων. Ὅταν δηλαδὴ ἡ Ἑλλὰς συμμετέσχε ἔκαμε νὰ κλίνῃ ἡ πλάστιγξ πρὸς τὸ μέρος τὸ Ἀνταντικὸν εἰς τὰ Βαλκάνια. Οὕτω ἔπεσεν ἡ Βουλγαρία, ταύτης δὲ πεσούσης ἡ Τουρκία ἀπομονωθεῖσα ἔπεσε καὶ αὕτη. Ὅταν δὲ οὕτω ἀμφότεραι αὗται ἐτέθησαν ἐκτὸς μάχης, αἱ δυνάμεις τῆς Ἀντὰν ἐν Τουρκίᾳ ὡς καὶ τὴν Βαλκανικὴν μετὰ τῶν Ἑλληνικῶν ἐλευθερωθεῖσαι οὕτως, ἐστράφησαν κατὰ τῆς ἀκαλύπτου πλευρᾶς τῆς Αὐστρίας, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ χρησιμοποιήσεως τῶν δυνάμεων τῆς ἀνακτηθείσης Σερβίας, Ρουμανίας κλπ. Οὕτω δὲ ἀποτόμως αἰφνιδιασθεῖσα ἡ Αὐστρία ἔπεσε καὶ αὕτη καὶ τότε πλέον ἡ Γερμανία ἀπομονωθεῖσα ἠναγκάσθη νὰ συνθηκολογήσῃ, ἀδιαφόρως ἂν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντὰντ δὲν ἐξεμεταλλεύθησαν πλήρως τὴν νίκην. Ἀντιθέτως ὅμως, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐνῷ ἀντετάχθησαν μὲ κάθε τρόπον εἰς τὸν πόλεμον ἐκεῖνον τὸν Εὐρωπαϊκόν, εἰς τὴν ἐκστρατείαν τοῦ Σαγγαρίου εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἧττα ἦτο ἐκ τῶν προτέρων βεβαία, διότι καὶ οἱ σύμμαχοι μᾶς εἶχον ἐγκατελείψει, διότι ἡ διοίκησις τοῦ Στρατεύματος ἦτο ἐλεεινοτάτη καὶ ἡ κατάστασις τῆς μετόπισθεν ζώνης, ὡς καὶ τῆς ζώνης τοῦ ἐσωτερικοῦ ἦτο αἰσχροτάτη, εἰς τὴν ἐκστρατείαν αὐτὴν, λέγω, δὲν ἔβλεπε τὴν ὥραν ἡ Δυναστεία πότε νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς. Τοῦτο δὲ διότι ἡ ἐκστρατεία αὕτη ἦτο βέβαιον ὅτι θὰ συντρίψῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ συντριβὴ τῆς Ἑλλάδος ὠφέλει τὴν Γερμανίαν, διότι οὕτω κατερρίπτετο τὸ κυριώτερον ἐν Ἀνατολῇ προπύργιον κατὰ τοῦ Βουλγαροτουρκισμοῦ, ἤγουν τοῦ Γερμανισμοῦ. Ὠφέλει δὲ, ὡς κακῶς ἐπιστεύετο ὑπό τινων κύκλων ἐν Γαλλίᾳ μὴ Γαλλικῶν, ἐν Ἀγγλίᾳ Ἰνδο–Ἀγγλικῶν καὶ ἄλλων, ἐν Ἰταλίᾳ ζώντων μὲ τὰς ἀναμνήσεις τῆς ἀρχαίας Ρώμης, ὠφέλει, λέγω, ὡς κακῶς ἐπιστεύετο ὑπὸ τούτων καὶ Κράτη πρώην σύμμαχα, ἅτινα ὅταν εἶδον ὅτι μία ὁλόκληρος Δυναστεία ἀνεβαίνει εἰς τὴν σκηνὴν καὶ τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ παντὸς εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, ἀρκεῖ νὰ ἀνεγνωρίζετο ὁ Κωνσταντῖνος, ἔσπευδον καὶ αὐτὰ τὰ Κράτη νὰ ξυλευθῶσι ἐπὶ τῆς πιπτούσης Ἑλλάδος, λησμονοῦντα τὰς νωπὰς ὑπηρεσίας της, λησμονοῦντα τὸ καθῆκον των πρὸς τὸν ὑπόδουλον Ἑλληνισμὸν, ὅστις ἀπέναντι αὐτῶν μόνον θυσίας καὶ ὑπηρεσίας ἐγνώρισε, λησμονοῦντα τέλος τὸ καθῆκον των πρὸς τὸν Χριστιανισμὸν καὶ Ἑλληνισμὸν καὶ τὸν πολιτισμὸν ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι τῶν Ἰνδιῶν δὲν ἐλησμόνησαν τὸ καθῆκον αὐτῶν πρὸς τοὺς ὁμοθρήσκους των Τούρκους τῆς Τουρκίας. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ συμπεριφορὰ τῆς Δυναστείας τῶν Γλύξμπουργ εἰς τοὺς πολέμους ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ ἐντεῦθεν. Ὅταν οἱ πόλεμοι οἱ Ἑλληνικοὶ ἦσαν ὠφέλιμοι εἰς τὴν Γερμανίαν, τοὺς ἤθελεν ἡ Δυναστεία αὐτὴ καὶ ἄν ἐπρόκειτο νὰ καταστραφῇ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ὅταν ὅμως οἱ πόλεμοι οἱ Ἑλληνικοὶ ἦσαν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν Γερμανίαν, τότε δὲν τοὺς ἤθελεν καὶ ἄν ἐπρόκειτο νὰ ἀποκατασταθῇ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Τοιαύτη δὲ ἐν γένει ἦτο ἡ Δυναστεία καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ κατορθώματά της, τὰ τερατουργήματά της, ἤθελα νὰ εἴπω. Ἰδοὺ διατὶ ἔπεσε. Τὰ τερατουργήματα αὐτὰ ὑπῆρξαν τὰ αἴτια τῆς πτώσεως της. Καὶ ἤδη θὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, δι’ ὀλίγων πότε ἔπεσεν ἡ Δυναστεία αὐτή. Ἔπεσε λοιπὸν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ Δυναστεία αὐτή ὅταν ἐξ αἰτίας της ἡ Θράκη καὶ ἡ Μ. Ἀσία, αἱ ὡραιότεραι χῶραι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔπεσαν καὶ ἐπανέπεσαν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κυριαρχίαν. Ἔπεσεν, ἔπεσεν ὅταν ἐξ αἰτίας της ἀκόμη ὁ Ἑλληνισμὸς ὁ Μικρασιατικὸς, ὁ ἐκλεκτότερος δηλαδὴ καὶ γνησιώτερος αὐτὸς Ἑλληνισμός, τὸ ἄνθος καὶ τὸ χάρμα τῆς Πατρίδος, ἡ καλοκάγαθη αὐτὴ ράτσα, ἡ πλήρης ἀρετῶν ἔπεσεν ὑπὸ τὸ φάσγανον τῶν Τούρκων. Ἔπεσεν, ἔπεσεν ἡ Δυναστεία αὐτή, ὅταν ἐξ αἰτίας της πᾶν ὅ,τι ἡ ὑπόλοιπος Ἑλλὰς περιέκλειεν εἰς τοὺς κόλπους της καὶ τὸ εἶχε συγκεντρώσει εἰς τὰς ὡραίας χώρας τῆς Ἰωνίας ἔπεσε καὶ περιέπεσεν εἰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ καὶ κατεληστεύθη καὶ κατητιμάσθη καὶ κατεκρεουργήθη. Ἔπεσεν, ἔπεσεν ἡ Δυναστεία αὐτή, ὅταν ἀκόμη ἄλλην μίαν φορὰν ἔκαμε νὰ πέσῃ ἡ πόλις μας, ἡ ἱερά, ἡ πόλις τῶν ὀνείρων τοῦ Γένους εἰς τὰ χέρια τῶν ἀπίστων. Καὶ ὑπῆρξεν ὑπέρ ποτε τρομερὰ καὶ θλιβερὰ ἡ πτῶσις ἐκείνη καὶ ἠτίμασεν τοσοῦτον ἄτιμα γιὰ πάντα, δυστυχῶς, τὸ ἄτυχον Γένος μας. Ἔπεσε δηλαδὴ ἡ Δυναστεία αὐτὴ ἀφοῦ τὰ πάντα κατέρριψε, τὰ πάντα ἐσκυβάλισε καὶ ἐξηυτέλισε καὶ ἐπροπηλάκησε, ἔπεσεν ἀφοῦ τὰ πάντα παρέδωκεν εἰς τὸν ἐχθρὸν, εἰς τὸν διάβολον καὶ εἰς τὴν κόλασιν, Ἔπεσεν δὲ τότε ἀκόμη μαζὺ καὶ ἐκεῖνος, ὅταν ἔκαμε θρύψαλλα μίαν ὁλόκληρη Ἑλλάδα, ὅπως εἶχε κάμει τῷ 1915 στὴν ἀρχὴ τοῦ Μεγάλου πολέμου θρύψαλλα ἕνα πιάτο, διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ἔτσι θὰ ἔσπαζε καὶ τὴν Ἑλλάδα πρὶν πέσῃ, πρὶν φύγῃ, πρὶν παραιτηθῇ ἐκεῖνος, ἐκεῖνος ὁ τρισκατάρατος, ἐκεῖνος ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Σοφίος!!! (Χειροκροτήματα). Ἔπεσε δὲ ὑπὸ τὰς ἀρὰς τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοὺς ὁποίους κατεπρόδωκε καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς συναινέσεως οὐδενὸς τρίτου, οὔτε τοῦ ἐκ Παρισίων ἐπανακάμψαντος κ. Βενιζέλου, διὰ νὰ πέσῃ ἡ κατηραμένη καὶ προδοτικὴ αὐτὴ Δυναστεία. Ἔπεσεν ὅμως ὁριστικῶς, ἔπεσε τελειωτικῶς, ἔπεσεν ἀμετακλήτως, ἀνεπανορθώτως. Θὰ ἴδωμεν τώρα πῶς ἔπεσε, καὶ ὑπὸ ποῖα περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐπεσφράγισαν,.....ἀλλὰ τὶ λέγω, ἀναθεμάτισαν, τὴν πτῶσιν τὴν αἰσχρὰν αὐτῆς. Εἶχε λοιπόν, κύριοι πληρεξούσιοι, συγκεντρωθῆ εἰς Χίον ὁ Στρατὸς ὁ Ἑλληνικός, ἀλλὰ τὶ λέγω; ποῖος Στρατὸς Ἑλληνικός; Εἶχον φθάσει ἐκεῖ τὰ λείψανα τὰ συντετριμμένα, τὰ ἀπομεινάρια τὰ ξεχαρβαλωμένα ἑνὸς Στρατοῦ καὶ γενναίου καὶ μεγάλου καὶ ἐνδόξου, τοῦ Στρατοῦ μας, εἶχον φθάσει ἐκεῖ τὰ λείψανα αὐτὰ καὶ ἅμα ὡς ἀνέπνευσαν τὴν πρώτην πνοήν τῆς ἡσυχίας, ἅμα ὡς ἠσθάνθησαν τὸ πρῶτον αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, σύσσωμα, μιᾷ ψυχῇ, μιᾷ θελήσει ἠγέρθησαν πάντα ταῦτα εἰς ἐπανάστασιν κατὰ τῆς κατηραμένης Δυναστείας. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁ λαὸς τῆς ὑπολοίπου Ἑλλάδος εἶχεν ἐξεγερθῆ καὶ αὐτὸς ἔτι φοβερώτερος καὶ ἦτο ἕτοιμος εἰς ἐπανάστασιν ἀπείρως ἀγριωτέραν. Ἀλλ’ ἄς παραλείψωμεν τὴν κίνησιν ἐκείνην τοῦ Λαοῦ. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, οὐδὲ νὰ ἐκθέσω λεπτομερείας τῆς δράσεώς μου ὡς ἡγηθέντος τῆς κινήσεως αὐτῆς τοῦ Λαοῦ, ἣν ἐσταμάτησα προλαβούσης τῆς στρατιωτικῆς ἐπαναστάσεως. Ὁπωσδήποτε, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπικρατησάσης τῆς Ἐπαναστάσεως εἶχε φθάσει ἐδῶ ὁ Στρατός, τὰ λείψανα δηλ. ἐκεῖνα τοῦ Στρατοῦ, ἐκ τοῦ λαοῦ δὲ τῶν ἐπαρχιῶν εἶχον ἔλθει ἀπεσταλμένοι ἢ καὶ αὐτόκλητοι καὶ πάντες οὗτοι καὶ ὁ Λαὸς καὶ ὁ Στρατὸς — καὶ ἐννοῶ Λαὸν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἀναστρέφεται μὲ τὰ ἀξιώματα καὶ Στρατὸν ἐκεῖνον εἰς τὰ πνεύματα τοῦ ὁποίου δὲν εἰσέρχονται αἱ μεγάλαι δῆθεν βλέψεις καὶ τὰ ἐλατήρια — ὁ Λαὸς λοιπὸν αὐτὸς καὶ ὁ Στρατὸς αὐτὸς ἅμα ἔφθασεν ἐδῶ ἀνέμενεν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ἴδῃ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκδιώκοντας τὰ μέλη τῆς κατηραμένης αὐτῆς Δυναστείας, τοὐλάχιστον πὺξ καὶ λάξ. Ἤργει ὅμως νὰ γείνῃ ἡ ἐκδίωξις αὕτη καὶ ὁ Λαὸς καὶ ὁ Στρατὸς ὑπερερεθισθεὶς — ἦτο ἄλλως τε ὑπερερεθισμένος καὶ ἄνευ τούτου — μίαν ἑσπέραν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην ἑσπέραν τῆς ἀφίξεως τῶν ἐπαναστατῶν, ἀπεφάσισεν ὄχι μόνον νὰ ἐκδιώξῃ πλέον τὴν Δυναστείαν ἀλλὰ νὰ ἐξοντώσῃ, νὰ ἐξολοθρεύσῃ τὰ μέλη τῆς Δυναστείας αὐτῆς, ἀπεφάσισεν, ὡς θὰ ἔλεγεν ὁ ἐκ Πόντου φίλος μου πληρεξούσιος, νὰ ἀναβιβάσῃ αὐτὰ ὅλα μαζὶ ἢ καὶ καθένα χωριστὰ ἐπάνω–ἐπάνω εἰς τὴν ἀγχόνην. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐκείνην τὴν στιγμὴν παρενέβησαν ἀντιπρόσωποι ξένων Δυνάμεων, οἱ δὲ ἀρχηγοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως, οἱ πλήρεις ἀρετῶν κατὰ τὰ ἄλλα, στερούμενοι ὅμως πολιτικῆς πείρας, ἰδίως δὲ ἐπαναστατικότητος, ἡρμήνευσαν ἢ παρηρμήνευσαν, δὲν ἐξεύρω, τὴν παρέμβασιν αὐτὴν καὶ ἐνόμισαν ὅτι ἐνέκλειεν ἀπειλὰς νέων καταστροφῶν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐφαντάσθησαν δηλ. ὅτι αἱ Δυνάμεις αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐγκαταλείψει τὴν Ἑλλάδα καὶ κατέστρεψαν αὐτὴν ἐκ πνεύματος δυσμενείας πρὸς μίαν Δυναστείαν, ὅτι, λέγω, αἱ Δυνάμεις αὗται ἦτο δυνατὸν ἀμέσως παλινωδοῦσαι νὰ ἐγκαταλείψωσι ἢ καταστρέψωσιν τὴν Ἑλλάδα ἄλλην μίαν φορὰν ἐκ πνεύματος προστασίας τῆς Δυναστείας αὐτῆς. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἡρμήνευσαν ἢ παρηρμήνευσαν τὴν ἐπέμβασιν ταύτην, βέβαιον εἶναι ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως ἐπηρεασθέντες ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως κατῆλθον παρὰ τῷ Λαῷ καὶ ἔπεισαν καὶ παρέπεισαν καὶ μετέπεισαν αὐτὸν καὶ παρητήθη τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐξοντώσεως τῆς Δυναστείας αὐτῆς. Ἐξεδιώχθησαν ὅμως ἀπὸ τότε τὰ μέλη τῆς Δυναστείας αὐτῆς ὥστε ἔκτοτε δὲν ὑφίσταται αὕτη καὶ δὲν διετηρήθη παρὰ μόνον ὁ Γεώργιος, μέχρι οὗ ἡ Συνέλευσις περὶ αὐτοῦ ἀποφασίσῃ, ὡς ἡ Ἐπανάστασις τότε πολλάκις ἐδήλωσε. Ἂς ἴδωμεν τώρα πῶς ὁ Γεώργιος οὗτος ἀνταπέδωκε τὴν εὐεργεσίαν αὐτὴν τῆς Ἐπαναστάσεως, ὅτι δηλαδὴ δὲν κατεσφάγη καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του ἀλλὰ διετηρήθη ἐπὶ τοῦ Θρόνου ἵνα ἴδῃ σῳζόμενα τὰ λείψανα τῆς Ἑλλάδος τὴν ὁποίαν αὐτὸς καὶ ἐκείνη ἠθέλησαν νὰ καταστρέψωσι. Ὁ Γεώργιος λοιπὸν αὐτὸς ὁ σμικρότατος, ἤρξατο ἀμέσως ν’ ἀντιδρᾷ κατὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, κατ’ ἀρχὰς μὲν ὑποκώφως, ἀργότερον δὲ πλέον θορυβωδῶς, πλέον ἐμφανῶς. Κατ’ ἀρχὰς διὰ τῶν φίλων του, διὰ τῶν οἰκείων του, διὰ τῶν ὀπαδῶν του διέδιδεν εἰς ὅλας τὰς Αὐλὰς καὶ τὰ Ἀνακτοβούλια, ὅτι δῆθεν ἦτο ἐδῶ δέσμιος καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο ἐπάθαινε, τὸ ὁποῖον ἔθιγε τὴν βασιλικὴν ἰδέαν. Θὰ ἐνθυμεῖται ὁ πληρεξούσιος κ. Καραπαναγιώτης, τότε γραμματεὺς τῆς Ἐπαναστάσεως, πόσας φορὰς μᾶς ἦλθον Ἄγγλοι καὶ δὲν εἰξεύρω ποῖοι ἄλλοι δημοσιογράφοι διὰ νὰ μάθουν ποῦ ἦτο δεμένος ὁ βασιλεὺς αὐτός. Ἐὰν αὐτὸς ἦτο εὐχαριστημένος ἐκ τῆς καταστάσεως, δὲν θὰ ἔπιαναν τόπον τοιαῦται σπερμολογίαι. Δὲν πιστεύω νὰ λέγω ψέμματα.
§13Β. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὀρθότατα.
§14Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Βραδύτερον ἤρχισεν ἀντίδρασις πλέον ἐμφανής. Δὲν θὰ ὑπαινιχθῶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰξεύρει ὁ κ. Πάγκαλος ἢ ἡ Ἐπανάστασις ἀλλὰ θὰ ἐκθέσω ὅσα εἰξεύρει ὅλος ὁ κόσμος. Πρῶτα–πρῶτα λοιπὸν κατῆλθεν εἰς Πάτρας, ἐπωφεληθεὶς τῆς ἐκεῖ καθόδου τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ποῖος τὸ πρωτοζήτησεν, ὁ Βασιλεὺς ἢ ἡ Ἐπανάστασις, δὲν εἰξεύρω· ἡ Ἐπανάστασις βεβαίως θὰ τὸ εἰξεύρῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι παράξενον, ἐπειδὴ ἔλεγον ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐκράτει δέσμιον τὸν Βασιλέα, αὕτη νὰ ἤθελε νὰ τοῦ κάμῃ ταξεῖδι καὶ πάρῃ οὗτος τὸν ἀέρα του καὶ φανῇ ὅτι δὲν εἶναι δέσμιος. Ἀλλ’ ἅμα ἔφθασαν ἐκεῖ ἀπεσπάσθη τῶν ἄνω ἀρχηγῶν δῆθεν διὰ νὰ μεταβῇ καὶ ἴδῃ τὰς ἀρχαιότητας τῆς Ὀλυμπίας, ἤτοι λείψανα τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος— λείψανα τῆς Ἑλλάδος φαίνεται ἤθελε νὰ βλέπῃ ὅπως καὶ νὰ μετατρέπῃ αὐτὴν εἰς τοιαῦτα,—πράγματι ὅμως διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ κατόπιν εἰς Πάτρας μόνος καὶ τοῦ γίνῃ ἡ βακχική, ἡ κομματαρχικὴ ἐκείνη ὑποδοχή, τὴν ὁποίαν πάντες ἐνθυμούμεθα. Ἔναυλοι εἶναι ἀκόμη εἰς τὰ ὦτα μας αἱ βακχικαὶ ἐκεῖναι κραυγαί, «ζήτω ὁ γυιὸς τοῦ Κώτσου, ζήτω ὁ γυιὸς τῆς χήρας» καὶ τὰ παρόμοια. Ὅταν ἐτελείωσεν ἡ ὑποδοχή, ἐπέστρεψεν ἐδῶ ὁ σμικρότατος θριαμβευτής. Ἐὰν βεβαίως εἰς τοὺς σκοπούς του δὲν ἦτο ἡ ὑποδοχὴ αὐτή καὶ ἡ ἀντίδρασις, θὰ ἐφησύχαζεν ἐδῶ εἴτε ἱκανοποιηθεὶς ἐπὶ τέλους, εἴτε λαβὼν ἓν μάθημα διδακτικόν. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐφησυχάζῃ ἐδῶ ἐπιστρέψας, καθόσον διαρκούσης μιᾶς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐπικειμένων ἐκλογῶν—ἔκτοτε δὲ ἐπέκειντο—δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα βασιλέα νὰ περιοδεύῃ, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ὄργανον ἀντιδράσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Ἦτο ὅμως εἷς τῶν σκοπῶν του ἡ ἀντίδρασις καὶ δι’ αὐτὸ μετά τινα χρόνον, ἐπιχειρεῖ νέαν περιοδείαν, πάντοτε εἰς τὴν Πελοπόννησον, τὴν ὁποίαν ἐφαντάζετο ἀκόμη μοναρχικὸν κέντρον καὶ τὴν μέλλουσαν βάσιν τῆς ἀντεπαναστάσεως, ἐπιχειρεῖ, λέγω, νέαν περιοδείαν δῆθεν διὰ νὰ ἴδῃ τὰς ἀρχαιότητας τοῦ Μιστρᾶ. Πάλιν λείψανα ἐκυνήγα. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, τότε ὅτι ὁ κ. Φλωριᾶς, ὁ μεταξὺ ἡμῶν πληρεξούσιος, τότε δὲ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε κάνει καὶ αὐτὸς ἀντικομιτατζῆς σὰν ἐμένα καὶ ἦτο καχύποπτος, ἐπῆρε ἀπὸ κοντὰ τὸν Μεγαλειότατον διότι ὑπώπτευε τὰ σχέδιά του· ὅταν δὲ ἔφθασαν εἰς Τριπολιτσᾶν—ὁ ἴδιος κ. Φλωριᾶς μοῦ τὰ ἔλεγεν αὐτὰ—καὶ εἶδεν ὅτι ἡ ὑποδοχὴ ἐκεῖ ἦτο αἰσχροτέρα τῆς Πατραϊκῆς, ἐτηλεγράφησεν ἀμέσως εἰς τὴν Ἐπανάστασιν ἢ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἰξεύρω, ὅτι πρέπει νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐπιστρέψῃ ἀμέσως. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Μεγαλειότατος αὐτὸς παρεσκεύαζε τὴν ἀντίδρασιν, αὐτὸς ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντεπαναστάσεως. Ἄλλως τε καὶ οἱ φαινομενικοὶ ἀρχηγοὶ αὐτῆς τὶ ἔλεγον εἰς προκηρύξεις των; ὅτι σκοπός των ἦτο ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἐλευθερίας τοῦ Βασιλέως. Αὐτὸς ἄρα ἦτο ὁ ἀρχηγὸς, πραγματικὸς ἢ ἐπίδοξος, ἀδιάφορον, τῆς ἀντεπαναστάσεως, ἡ δὲ ἀντεπανάστασις δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ ἀντιπολιτευθῇ τὸν κ. Πάγκαλον, ἀπομακρυνθέντα ἄλλως τε τῆς ἀρχιστρατηγίας, ἢ ἄλλον τινα ἢ νὰ καταργήσῃ τὸ ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπιζήμιον εἰς ἡμᾶς μόνον, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα διῃρημένοι τότε καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διπλοψηφίσωμεν ἕνεκεν αὐτοῦ ἀμφοτέρους τοὺς συνδυασμοὺς ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν διὰ νὰ βάλῃ εἰς φροντίδας συνδυασμῶν τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Φιλελευθέρων ἢ νὰ ψηφίσουν οἱ Παλαιοέλληνες καὶ ὄχι οἱ Νεοέλληνες. Δὲν εἶχε λοιπὸν αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἡ ἀντεπανάστασις. Ἀλλ’ εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ κατισχύσῃ καὶ νὰ κάμῃ νὰ σφαγοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔσωσαν τὰ τελευταῖα λείψανα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ κυρίως εἶχε σκοπὸν νὰ καταεξαντλήσῃ καὶ νὰ πτωματοποιήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ ὁ Σαγγάριος δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο καὶ ἀφοῦ τὸ ἐπεισόδιον τῆς Ἠπείρου δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ συμπληρώσῃ. Φαίνεται δὲ ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἀρεστὴ εἰς κύκλον τινα, πέρα τῆς Ἀδριατικῆς θαλάσσης καὶ δὲν εἰξεύρω εἰς ποίους ἄλλους κύκλους πολὺ μεμακρυσμένους οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν νὰ καταστῇ ἀπολύτως ἀνίσχυρος ἡ Ἑλλὰς, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ πουθενά, εἰς οὐδεμίαν συμμαχίαν, νὰ ἠμπορεῖ δὲ οὕτω νὰ διαμελισθῇ, νὰ εἶναι δηλ. ὄργανον συμβιβασμοῦ μὲ τὸν τάδε καὶ τάδε, εἰς βάρος της πάντοτε. Ὁπωσδήποτε, κ. πληρεξούσιοι, οὕτω παρασκευασθεῖσα ἡ ἀντεπανάστασις, ἐξερράγη. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐπατάχθη καὶ ἀμέσως καὶ ἀριστοτεχνικῶς ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πάντοτε οἱ φρουροὶ καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ, οἱ φρουροὶ καὶ οἱ πρόδρομοι τῆς Δημοκρατίας, δηλ. τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας. Ἐπατάχθη, λέγω, ἡ ἀντεπανάστασις καὶ δὲν ἀπέμεινε τίποτε ἄλλο παρὰ μία τυπικὴ πρᾶξις, ἡ τελευταία πρᾶξις τῆς κατανικήσεως τῆς ἀντεπαναστάσεως καὶ ἦτο αὕτη ἡ ἐκδίωξις τοῦ σμικροτάτου Γεωργίου τοῦ Βʹ, ἥτις προφανῶς δὲν ἀπετέλει πραξικόπημα, ἀλλ’ ἦτο ἁπλῆ πρᾶξις ἀμύνης. Ἦτο δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη ἐπιβεβλημένη, πλέον ἢ ἐπιτακτική, καὶ ἦτο ἀποφασισμένη, ἑτοίμη, ἐπέκειτο. Ἀλλ’ ὅπως οἱ ξένοι ἀντιπρόσωποι εἶχον ἐπέμβει τὴν προηγουμένην φορὰν διὰ νὰ μὴ κατασφαγῇ ἡ Δυναστεία αὐτή, οὕτω παρενέβη αὐτὴν τὴν φορὰν ὁ μπάρμπα–Βενιζέλος ἀπὸ τὸ Παρίσι, ὅπως ματαιώσῃ τὴν ἐκδίωξιν αὐτὴν ἐκ λόγων συνέσεως, ὡς ἰσχυρίζετο. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν, λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπενέβη ὁ ἀρχηγός μας ὅπως ματαιώσῃ τὴν ἐκδίωξιν ταύτην, ἡ ὁποία ἦτο, ὡς εἶπον, πλέον, ἢ ἐπιβεβλημμένη, ἀποτελοῦσα στοιχειώδη πρᾶξιν ἀμύνης τοῦ Ἔθνους καὶ ἡμῶν αὐτῶν, ἐπεκαλέσθη δὲ πρὸς τοῦτο κινδύνους ἐξωτερικοὺς, ἐνῷ οἱ κίνδυνοι οἱ ἐσωτερικοὶ ἐκ τῆς διατηρήσεως τῆς Δυναστείας αὐτῆς ἦτο ἀπείρως μεγαλύτεροι. Ἐπεκαλέσθη κινδύνους ἐξωτερικοὺς, ἐνῷ, ἴσα–ἴσα, οἱ ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι ἐκ τῆς διατηρήσεως τῆς Δυναστείας ἦσαν ἀπείρως μεγαλύτεροι τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ὑπολογίσιμοι, διότι ἂν μετὰ τόσας καταστροφὰς καὶ συμφορὰς καὶ μετὰ τὴν ἀντεπανάστασιν ἡ Δυναστεία αὕτη ἤθελε παραμείνει ἐν Ἑλλάδι παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ, μόνον δὲ καὶ μόνον διότι θὰ τὸ ἤθελον ξένοι γείτονες ἢ ἀπομεμακρυσμένοι ξένοι, τότε ἡ Δυναστεία αὐτὴ, ἡ ὁποία εἶχε μάθει τὴν τέχνην τῆς προδοσίας, ἀσφαλῶς καὶ τάχιστα θὰ ἐχρησίμευε δὲν ἐξεύρω εἰς ποῖον γείτονα ἢ μεμακρυσμένον ξένον, εἰς ὃν θὰ ὤφειλε τὴν ἐδῶ διατήρησίν της, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ φθάσῃ καὶ πέρα τοῦ Ταινάρου. Ἐπεκαλέσθη ἀκόμη ὁ κ. Βενιζέλος ὅπως ματαιώσῃ τὴν ἐκδίωξιν τοῦ Γεωργίου καὶ ἐδίδαξε θεωρίας ὅλως καινοφανεῖς, θεωρίας ἀντιϊστορικάς, ἐκ συνέσεως πάντοτε, ἐδίδαξε δηλαδὴ ὅτι αἱ ἐκπτώσεις τῶν δυναστειῶν καὶ αἱ ἐγκαθιδρύσεις τῶν Δημοκρατιῶν καὶ ἐν γένει αἱ θεμελιώδεις μεταβολαὶ τῶν πολιτευμάτων δὲν γίνονται δι’ ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ εἰρηνικῶς. Ἀλλά, κύριοι πληρεξούσιοι, παρακαλῶ ὑμᾶς ἢ τὸν κ. Βενιζέλον, ἐὰν γνωρίζῃ καμμίαν τοιαύτην θεμελιώδη μεταβολὴν γενομένην εἰρηνικῶς καὶ ὄχι δι’ ἐπαναστάσεως, ἂς μοῦ τὴν ὑποδείξῃ. (Χειροκροτήματα). Ποτὲ λοιπὸν δὲν ἔγειναν θεμελιώδεις μεταβολαὶ βασιλικῶν καθεστώτων ἄνευ ἐπαναστάσεως, διότι τὰ καθεστῶτα, τὰ βασιλικὰ στηρίζονται ἐπὶ τῆς βίας ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων, εἰς ἡμᾶς δὲ, εἰς τὰ Βαλκάνια, ἐπὶ βίας ψυχολογικῆς, ὅπως εἶπον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν. Ὅταν λοιπὸν στηρίζονται ἐπὶ τῆς βίας, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνατραπῶσι παρὰ μόνον διὰ τῆς βίας, ἤτοι δι’ ἐπαναστάσεως καὶ τότε δύνανται οἱ λαοὶ ἐλευθέρως νὰ ἐκλέξουν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἐξ ἄλλου οἱ ὀπαδοὶ ἑνὸς καθεστῶτος καὶ μάλιστα βασιλικοῦ, κατὰ τὸ περισσότερον μέρος αὐτῶν ἢ καὶ τὸ ὀλιγώτερον ἀλλ’ ὅπερ μεταφερόμενον ἐδῶ ἢ ἐκεῖ κάμνει τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν ἀκολουθοῦν κατ’ ἐκτίμησιν τὸ καθεστὼς ἀλλὰ κατ’ ἀνοχήν, κατὰ παράδοσιν, κατὰ συνήθειαν, κατὰ ὑλικὴν ἢ ἠθικὴν πίεσιν κ.λ.π. καὶ πρέπει νὰ καταρρίψῃ κανεὶς τὸ καθεστὼς αὐτὸ, ἵνα δυνηθοῦν ἐλευθέρως νὰ ἐκλέξουν ἄλλο. Ἐν γένει οἱ λαοὶ ὅπως καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι πλήρως αὐτεξούσιοι. Εἶναι παλικαὶ αἱ θεωρίαι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι παραδέχονται τὸ αὐτεξούσιον. Ἡ σημερινὴ ἐπιστήμη κατέρριψε τὰς θεωρίας ταύτας καὶ παραδέχεται τὸν ντετερμινισμόν. Ὁπωσδήποτε τὴν τύχην τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν λαῶν δὲν τὴν κανονίζει κυρίως ἡ θέλησις τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν λαῶν· τὴν κανονίζει βέβαια ἡ ἐξέλιξις ἀλλὰ τὴν κανονίζουν καὶ γεγονότα πολλάκις τυχαῖα, ἄλλοτε δὲ μεγάλα, ἄλλοτε μικρὰ, καὶ ἰδίως τὴν τύχην τῶν λαῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων τὴν κανονίζουν αἱ στιγμαὶ, εὐτυχῆ δὲ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ἔθνη τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύονται τὰς ἐξαιρετικὰς στιγμάς των καὶ δυστυχῆ τὰ μὴ ἐκμεταλευόμενα ταύτας. Δύο στιγμὰς τοιαύτας δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκμεταλευθῇ δυστυχῶς ἡ Ἑλλάς· τὴν μίαν ὅταν, ὡς εἶπον, δὲν κατεσφάγη ἡ Δυναστεία, διότι παρενέβησαν οἱ προστάται τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὴν ἄλλην ὅταν δὲν ἐξεδιώχθη ὁ Γεώργιος ὁ Βʹ ἀμέσως μετὰ τὴν ἀντεπανάστασιν, διότι παρενέβη ὁ πατὴρ τῆς Ἑλλάδος, ἐκ λόγων πάντοτε συνέσεως. Καὶ τὰ λέγω αὐτὰ ὄχι πρὸς κατηγορίαν καὶ ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταγνώσω, μετὰ τὰ σφάλματα ταῦτα, ὑποχρεώσεις εἰς ἀμφοτέρους ὅπως τὰ ἐπανορθώσωσι, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Αὐτὰς, κύριοι, τὰς θεωρίας ἐδίδαξεν ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν καὶ ὁ πατὴρ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἀκόμη ἐδίδαξε καὶ ἐζήτησε νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ δημοψήφισμα, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ δημοψήφισμα εἶναι μέσον συντηρητικὸν καὶ ἀνασταλτικὸν κατὰ τῆς θελήσεως τῶν λαῶν. Καὶ οἱ πλέον θερμότεροι ὀπαδοὶ τοῦ δημοψηφίσματος λέγουσιν ὅτι ἂν τὸ δημοψήφισμα δὲν ἔκανε μεγάλον κακόν, τὰς περισσοτέρας φορὰς παρημπόδισε μεγάλον καλόν, διότι οἱ λαοὶ ἀπ’ εὐθείας δὲν ψηφίζουν νεωτερισμούς. Ὁπωσδήποτε τὰ δημοψηφίσματα εἰσήχθησαν εἰς ὀλίγιστα τῶν πλέον πολιτισμένων Κρατῶν καὶ διὰ ἥσυχα μόνον ζητήματα καὶ ὄχι διὰ ζητήματα ἀκανθώδη, μορφῆς πολιτευμάτων. Ἐπίσης τὰ δημοψηφίσματα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ντισκρεντιτάρουν, ἀφαιροῦν πλήρως τὸ κῦρος τῶν πολιτικῶν Σωμάτων τὰ ὁποῖα τὰ προκηρύσσουν. Καὶ θὰ εἶναι θαῦμα μεταξὺ τῶν 7 θαυμάτων, θὰ εἶναι τὸ 8ον θαῦμα, ἂν παρ’ ἡμῖν ἐγκαθιδρυθῇ ἡ Δημοκρατία διὰ δημοψηφίσματος. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι τὸ 8ον αὐτὸ θαῦμα θὰ πληρωθῇ, διότι εὐτυχῶς ἡ Δημοκρατία ἡ Ἑλληνικὴ ἔχει ἀπέναντί της ὡς ἀντίπαλον τὸν Ἑλληνικὸν βασιλικὸν θεσμὸν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν 7 ἢ 8, εἶναι τὸ μοναδικὸν αἶσχος τοῦ κόσμου.!!! Ὁπωσδήποτε, κ. πληρεξούσιοι, ἐγένοντο ἐκλογαὶ παραφορτωμέναι μὲ διαφόρους ἐπιφυλάξεις καὶ τῶν ρητόρων τῆς Δημοκρατίας τῶν κατακαϋμένων στρατηγῶν καὶ τῶν στολάρχων καὶ τῶν παιδιῶν ἐδῶ τῆς Ἐπαναστάσεως δεχομένων τοὺς τηλεγραφικοὺς μύδρους, τοὺς ἐκπεμπομένους ἐκ Παρισίων, ἄν καὶ ἐγὼ εἶχον εἴπει κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ σᾶς τηλεγραφοῦν, διότι αἱ ἀπαντήσεις σας θὰ ἦσαν ὁλονὲν χειρότεραι. Ὁπωσδήποτε ἐγένοντο ἐκλογαὶ καὶ ἐκ τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν δύο πράγματα ἐπεκράτησαν. Πρῶτον ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα δὲν ἐπεκράτησεν ἕνα κόμμα — δὲν ξέρω ποῖον — ἀλλ’ ἐπεκράτησαν τὰ πρόσωπα τὰ μὴ Κωνσταντινικὰ, κατ’ ἀρχικὴν προέλευσιν ἢ συγχρόνους ἰδέας, ὡς πρὸς τὰς ἰδέας δὲ δύο ἰδέαι ἐπεκράτησαν καὶ δὲν γνωρίζω καμμίαν ἄλλην νὰ ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ. Ἐπεκράτησε λοιπὸν ἡ ἰδέα ἡ ἀντιδυναστικὴ ὡς καὶ ἡ ἰδέα ἡ δημοκρατική. Καὶ ἐπεκράτησαν αὐταὶ αἱ ἰδέαι καὶ ἐξεφράσθησαν ὄχι μόνον διὰ τῆς ἐκλογικῆς πλειοψηφίας πληρεξουσίων δημοκρατικῶν τῆς Ἑνώσεως, δημοκρατικῶν–φιλελευθέρων καὶ φιλελευθέρων συντηρητικῶν. Κατὰ τὴν ἰδέαν μου μάλιστα ὅλοι οἱ ἐκλεχθέντες ἦσαν δημοκρατικοὶ, διότι ἅπαξ προσεβάλλετο ὁ θεσμὸς ὁ βασιλικὸς καὶ δὲν τὸν ὑπερήσπιζον, οὗτοι δὲν ἦσαν βασιλικοί. Λοιπὸν αἱ ἰδέαι αὐταὶ ἐξεφράσθησαν ὄχι μόνον διὰ τῆς ἐκλογῆς πληρεξουσίων δημοκρατικῶν ἀλλ’ ἐξεφράσθησαν ἰδίως καὶ διὰ πάσης ἄλλης ἐκδηλώσεως ἀπορρεούσης ἀμεσώτερον ἐκ τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, ἤτοι διὰ τῶν γνωστῶν διαδηλώσεων πρὸ καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐνῷ τῶν ἀντιθέτων οὐδεμία ἐκδήλωσις ἐγένετο. Μία μόνον ἐγένετο ἐν Ἀθήναις διαδήλωσις βασιλικὴ καὶ ὅπως πυκνωθῶσιν αἱ τάξεις αὐτῆς αἱ ἰσχναὶ ἐπεστρατεύθησαν ὅλα τὰ τραῖνα τὰ σιδηροδρομικὰ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, παρενεβλήθησαν δὲ καὶ μερικοὶ τουφεκισμοὶ καὶ αἱματοχυσίαι κατὰ τὸ σύστημα τὸ Γερμανικὸν διὰ τὴν ἐντύπωσιν!!! Ἔτσι λοιπὸν ἐπεκράτησαν αἱ δύο αὐταὶ ἰδέαι. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν δημοκρατικὴν ἦλθόν τινες ἐδῶ μέ τινας ἐπιφυλάξεις, ὡς πρὸς τὴν ἀντιδυναστικὴν ὅμως ἐνθυμοῦμαι ὅλους, κύριοι πληρεξούσιοι, — μάλιστα ἠρχόμην εἰς ὅλων τὰς τάξεις διὰ νὰ ἴδω ἄν εἶσθε δημοκρατικοί — νὰ μοι λέγητε ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν ἐπιφύλαξιν διὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Δυναστείας, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ, ὅτι εἶναι ὁριστικὴ καὶ ὅτι χρειάζεται μία ἔγκρισις ἐδῶ ἀπὸ ἡμᾶς, ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Καὶ τὰ ἐλέγετε αὐτά, διότι, ὡς προσεθέτατε, εἴχετε ἔλθει εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Λαοῦ καὶ εἴχετε ἴδει ὅτι οὗτος κατὰ πλειοψηφίαν ἦτο σύμφωνος. Τὰ ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα καὶ μὴ τὸ ἀρνηθῆτε, διότι θὰ σᾶς διαψεύσω. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἄν θέλετε νὰ μεταβάλητε γνώμας ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὰς τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπόν, κύριοι, ἤλθομεν ἐδῶ πάντες ἐπιφορτισμένοι μὲ τὴν εἰδικὴν λεγομένην ἐντολὴν τῆς ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας, ἂν καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἐντολὴν, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὔτε ἐπιτρέπεται εἰδικὴ ἐντολὴ εἰς τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα. Παλαιότερον εἰς τὴν Ἀγγλίαν, μητέρα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρὶν ἀναπτυχθῇ τοῦτο πλήρως ἐκεῖ, οἱ βουλευταὶ ἦσαν ἀντιπρόσωποι μόνον χωρίων καὶ πόλεων καὶ τότε ἐλάμβανον ἀπὸ τοὺς κατοίκους εἰδικὰς ἐντολάς. Σήμερον ὅμως ἐπεκράτησε παντοῦ οἱ πληρεξούσιοι νὰ εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους καὶ οὐχὶ ὡρισμένης περιφερείας. Δὲν δύναται ὅθεν νὰ περιορισθῶσι ὑπὸ τῶν ἐκλογέων των εἰς εἰδικὰς ἐντολὰς ἀλλὰ θεωροῦνται ἔχοντες γενικὰς τοιαύτας. Ἔχομεν λοιπὸν γενικὴν ἐντολὴν καὶ ἀπεριόριστον ἡμεῖς ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ δυνάμεθα, ἄν θέλωμεν, νὰ καταργήσωμεν τὴν Δυναστείαν αὐτήν. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀναβάλωμεν, δὲν χρειάζονται μακραὶ διαδικασίαι, ἵνα ἀποπλύνῃ κανεὶς τὸ αἶσχος τὸ βασιλικόν. Ὁπωσδήποτε ἤλθομεν καὶ μὲ εἰδικὴν καὶ μὲ γενικὴν ἐντολὴν ἐπιφορτισμένοι νὰ καταργήσωμεν τὴν Δυναστείαν ἢ μᾶλλον νὰ ἐπιβεβαιώσωμεν τὴν ἔκπτωσίν της. Τώρα τί νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν; Πρέπει νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὸν κύριον ἀρχηγὸν ἡμῶν ἔχοντα ἀντιθέτους γνώμας; Ἄν τὸν θεωρῆτε ὅτι εἶναι ἐντολοδόχος μας, ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὸς δέον νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν γνώμην μας. Ἄν τὸν θεωρῆτε ὅτι εἶναι κυρίαρχος, τότε βέβαια ἡμεῖς θὰ ὑποταχθῶμεν αὐτῷ. Ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κυρίαρχος· μόνον τὸ Ἔθνος εἶναι κυρίαρχον καὶ συνεπῶς ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑποταχθῶ εἰς αὐτόν. Νομίζω ἐπὶ πλέον ὅτι πρέπει νὰ τοῦ συστήσω ὀλίγα τινὰ ἀκόμη πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, διότι ἦτο μακρὰν καὶ δὲν ἐγνώριζε τὰ γενόμενα. Καὶ πρέπει κάθε ὀπαδὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τῶν Φιλελευθέρων–Δημοκρατικῶν νὰ λέγῃ ἐδῶ τὴν ἀλήθειαν, διότι οὕτω μόνον νομίζω ὅτι θὰ ἐναρμονισθῇ ὁ ἀρχηγὸς μὲ τὴν πλειοψηφίαν. Λοιπόν, ἐν πρώτοις ἦλθεν ἐδῶ καὶ τὸ πρῶτον ἀποτέλεσμα ποῦ ἔφερε, μὴ γνωρίζων τὰ πράγματα, εἶναι ὅτι ὑπέσκαψε τὴν πλειοψηφίαν εἰς ὄφελος τῆς μειοψηφίας, διότι εἶδεν τοὺς πολιτευομένους ὅλων τῶν ἀντιπάλων κομμάτων καὶ ἐκανόνισε τὴν στάσιν του χωρὶς πρὶν νὰ ἴδῃ τοὺς πληρεξουσίους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ Φιλελευθέρων–Δημοκρατικῶν. Διότι καὶ χωρὶς νὰ μάθῃ ἀπὸ πρὶν ποῖαι εἶναι αἱ ἐντολαὶ τοῦ Λαοῦ αἱ δοθεῖσαι εἰς ἡμᾶς καὶ ποῖαι αἱ διαθέσεις καὶ αἱ προαποφάσεις μας. Καὶ ἀκόμη περισσότερον εἴς τινας ἐξ αὐτῶν παρεδέχθη σιωπηρῶς ὅτι δὲν ἐγένοντο ἐλεύθεραι ἐκλογαί, ἐνῷ οὐδέποτε ἐγένοντο ἐλευθερώτεραι—ὁ Μερκούρης τὸ ἰσχυρίσθη αὐτὸ—καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φύγῃ ὁ Βασιλεύς, καὶ ὅτι δέον νὰ ἀποκατασταθῇ ἀμέσως. Καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν ἀπήντησεν ὄχι ἀρνούμενος ἢ διαψεύδων ἀλλὰ λέγων ὅτι δὲν εἶναι πλέον νέος, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰ πράγματα!!! Ὕστερα πάλιν, εἰς τὴν γενικὴν συνέλευσιν ποῦ ἔκαμε μὲ τοὺς παλαιοκομματικοὺς εἶπεν ὅτι αὐτά, ἤτοι διάλυσις Συνελεύσεως, ἄμεσος ἀποκατάστασις Βασιλέως μόνον δι’ ἐπαναστάσεως γίνονται. Ἀλλ’ αὐτὰ ὅμως ποῦ ἐλέχθησαν εἶναι ὡς νὰ ἐλέχθησαν ἄνευ ἔστω προθέσεως, διὰ νὰ παρακινηθῇ ὁ Λαὸς καὶ νὰ κάμῃ ἀντεπανάστασιν. Καὶ τόσῳ μᾶλλον, ὅσον ὁ κ. Καφαντάρης, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρόκειται ἀθρόας χάριτας νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἀντεπαναστάτας, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ ἐνθάρρυνσιν διὰ νέαν ἀντεπανάστασιν. Παρόμοιον δὲ ἄνευ ἔστω προθέσεως ἔκαμε οὗτος καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀντεπανάστασιν, ὅτε εἰς τὰς παραμονάς της ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε νὰ ὑβρίζηται ἡ Ἐπανάστασις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων της νὰ ἐπικρίνωνται ἐλευθέρως ἤτοι χωρὶς ἄμεσον καταστολήν, τοῦθ’ ὅπερ ὄχι ὀλίγον ἐξῆψεν εἰς ἀντεπανάστασιν καὶ ἄλλως πως παρασκευασθεῖσαν ἄλλως τε. Ὕστερα ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ προεξοφλῇ ἐκ τῶν προτέρων τὸν βίον τῆς Συνελεύσεως, διότι αὐτὸ ἀντίκειται καὶ εἰς τοὺς νόμους τοὺς ἀνθρωπίνους. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ προεξοφλήσῃ τὸ μέλλον, οὔτε κατὰ διάθεσιν οὔτε κατ’ ἀντικειμενικότητα. Κατὰ διάθεσιν μὲν οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ καὶ προεξοφλήσῃ τὰς μελλούσας αὐτοῦ διαθέσεις· καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ἄλλως τε κἄποτε προεξώφλησε τὰς μελλούσας διαθέσεις του τὰς πολιτικὰς καὶ εἰς τοῦτο εὑρέθη ἀσυνεπής, εὐτυχῶς. Οὐδεὶς πάλιν δύναται νὰ προσδιορίζῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀντικειμενικότητα, διότι τὰ μέλλοντα γεγονότα δὲν κεῖνται δυστυχῶς εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀνθρώπων. Εἶμαι καὶ ἐγὼ βέβαια τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ εἶναι σύντομος ὁ βίος τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ σύντομος ἀφοῦ αὕτη ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον της, ἐγκαθιδρύσῃ δηλ. τὸ Πολίτευμα καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ καὶ ἀναπτύξῃ τὸ ἀνάλογον πρὸς τοῦτο πνεῦμα. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι, μετὰ τὰς συμφορὰς καὶ τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας ἕν προδοτικὸν καθεστὼς ἐπροξένησεν εἰς τὸ Ἔθνος μας, μετὰ τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας ἐπάθαμεν ὅλοι ἡμεῖς, ὅλοι οἱ Ἕλληνες, μετὰ τοὺς κλονισμοὺς τοὺς ἠθικοὺς τοὺς ὁποίους ἐπάθαμεν ὅλοι οἱ γνήσιοι Ἕλληνες, ἕν πρᾶγμα εὐχάριστον μόνον προέκυψεν ἐξαγορασθὲν τόσον ἀκριβὰ· καὶ αὐτὸ ἦτο μία σανὶς σωτηρίας ἐπιπλεύσασα εἰς τὸν ἀφρὸν μετὰ τὴν τρικυμίαν καὶ τὰς καταστροφάς, ἦτο μία ἀκτὶς ἡλίου ἡ ὁποία ἐπεφάνη ἄνωθεν ἡμῶν μετὰ τὴν ἐξολοθρευτικὴν βροχοθύελλαν. Καὶ ἡ σανὶς αὐτὴ καὶ ἡ ἀκτὶς τοῦ ἡλίου αὐτὴ εἶναι ἡ παροῦσα Συνέλευσις. Καὶ τὸν βίον αὐτῆς δὲν δύναται κανεὶς νὰ τὸν τερματίσῃ γλήγωρα οὔτε νὰ προεξοφλήσῃ τὸ τέλος του, διότι τότε, οὕτω ἐπισπεύδων, θὰ ἐκινδύνευε νὰ ὀνομασθῇ φωτοσβέστης καὶ καταποντιστής. Ἀκόμη θὰ συνίστων, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιτίθεται δριμέως καὶ κατὰ τοῦ Στρατεύματος, διότι τὸ Στράτευμα δὲν ἐνήργησεν αὐθαιρέτως ἐκδιῶξαν τὸν Γεώργιον. Ἐξεπλήρωσε μίαν ἐντολήν, ἐντολὴν τοῦ Λαοῦ καὶ τῶν πληρεξουσίων, ῥητὴν ἢ καὶ σιωπηράν. Ὅταν ἐξεδιώχθη ἡ Δυναστεία αὐτή, πάντες εἴμεθα ἐδῶ, οὐδεὶς διεμαρτυρήθη, πάντες ἤθελον τὴν ἐκδίωξιν τῆς Δυναστείας αὐτῆς καὶ τοῦ Βασιλέως; Καὶ ὁ ἐδῶ λαὸς καὶ ὁ Στρατὸς ἐξεπλήρωσαν τὴν ἐντολὴν αὐτήν— δύναμαι νὰ εἴπω μάλιστα— ἔπραξε τοῦτο ἐνστίκτως καὶ ὁ Λαὸς καὶ ὁ Στρατός. Ἐγὼ δὲν τὸ ἔπραξα ἐνστίκτως, τὸ ἔπραξα ἐνσυνειδήτως καὶ δύναμαι νὰ παράσχω περὶ αὐτοῦ καὶ ἀποδείξεις. Διότι ἐφοβούμην, ἐφοβεῖτο ὁ Λαὸς καὶ ὁ Στρατὸς ἐνστίκτως, ὅτι αἱ ἐντολαὶ τοῦ Λαοῦ, αἱ διαθέσεις μας, αἱ ἀποφάσεις μας, ὅταν θὰ ἤρχετο ὁ ἀρχηγὸς θὰ ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι καὶ ἐκρίθη καλύτερον ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀσφαλισθῶσιν. Ὁπωσδήποτε ἐπιτιθέμενος ὁ κ. ἀρχηγὸς δριμέως κατὰ τοῦ Στρατεύματος λησμονεῖ τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, τὴν ἱστορίαν τὴν Ἑλληνικὴν καὶ μελετᾷ τὰς ξένας. Λησμονεῖ ὅτι ὁ Στρατὸς ὄχι μόνον διὰ τῆς ψήφου μιᾶς στιγμῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς παγίας γνώμης τοῦ Ἔθνους μας εἰς τρεῖς καὶ τέσσαρας γενεάς, θεωρεῖται πάντοτε στοιχεῖον τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ μάλιστα ἡγούμενον πάντοτε. Λησμονεῖ ὅτι ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Λαὸς κατέλυσε καὶ τὴν Δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος καὶ ἔκαμε τόσας ἐπαναστάσεις, ἤτοι τῷ 48, τῷ 62, τῷ 909, τῷ 922 καὶ 923 ἁπάσας ἐγκριθείσας ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Θὰ ὑπέμνησκον ἀκόμη εἰς τὸν κ. ἀρχηγόν μας ὅτι ἡ Δυναστεία αὐτὴ καὶ ὁ Βασιλεὺς δὲν ὑπάρχει, ὄχι μόνον διότι καθῃρέθη ἀφ’ ἑαυτῆς, ἤτοι διὰ τῶν ἐγκλημάτων της, ὄχι μόνον διότι καθῃρέθη καὶ τότε ὑπὸ τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι πάντες ἡμεῖς οἱ πληρεξούσιοι τὴν ἐθεωρήσαμεν ἐδῶ μὴ ὑπάρχουσαν, ἀφοῦ ἀπὸ τὸν ὅρκον, ὁ ὁποῖος ἦτο καθιερωμένος καὶ περιῆχε καὶ τὴν ῥήτραν «ὁρκίζομαι.......πρὸς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα», ἡμεῖς λέγω, ἐδῶ οἱ πληρεξούσιοι πάντες σκοπίμως τὴν παρελείψαμεν καὶ ὡρκίσθημεν μόνον εἰς τὴν Πατρίδα· ἄρα δὲν ἐθεωρήσαμεν ὑπάρχουσαν οὐδεμίαν βασιλείαν ἢ δυναστείαν. Αὐτὰ θὰ συνίστων εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶμαι ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ κανένα εἰλικρινὴς καὶ ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ κανένα πιστὸς εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὅπερ εἶναι πλέον κόμμα δημοκρατικόν. Ἄλλως τε νομίζω ὅτι ὑπῆρξα καὶ ὁ πρῶτος Φιλελεύθερος καὶ ὁ πρῶτος Δημοκρατικὸς καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀρχηγὸν ὅλα τὰ ἀνωτέρω. Εἶπον λοιπὸν τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξέπεσεν ἡ Δυναστεία καὶ ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἐκηρύχθη ἔκπτωτος ὑπὸ τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Στρατοῦ, ὡς καὶ ἡμῶν τῶν πληρεξουσίων. Τώρα θὰ ὁμιλήσω πῶς ἡ Δυναστεία δὲν ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς λόγῳ τῆς συγκροτήσεως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Θὰ ἀναγνώσω ὅμως πρὶν ἓν ψήφισμα ὑπ’ ἐμοῦ προτεινόμενον καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναπτύξω αὐτό. (Ἀναγινώσκει). Ψήφισμα «Ἡ Δʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις κληθεῖσα ὅπως καθορίσῃ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος καὶ θεωροῦσα ἕνεκα τούτου ἄλλως τε καὶ ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ της ὅτι δὲν προϋφίστανται ταύτης ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοιούτου προσωρινοῦ, τοῦ ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτου». Καὶ τώρα, ὡς εἶπον, ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ ἀναπτύξω τὸ ψήφισμα. Παραδέχομαι, κύριοι, ὅτι ὑπαρχούσης Συντακτικῆς Συνελεύσεως δὲν ὑπάρχει Δυναστεία, δὲν ὑπάρχει ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Διότι κατὰ τὰ γενικῶς ἐπικρατήσαντα εἰς ὅλας τὰς ἐπαναστάσεις καὶ τὰς Συντακτικὰς Συνελεύσεις τοῦ κόσμου, ὅταν προηγῆται μία ἐπανάστασις ἔστω καὶ περιωρισμένη καὶ καταλήγει εἰς μίαν Συνέλευσιν Συντακτικήν, ἡ ὁποία πάντοτε εἶναι ἀπεριορίστου ἐξουσίας, τὸ σύνταγμα τὸ προηγούμενον δὲν ὑπάρχει ὡς προϊὸν προηγουμένης Συνελεύσεως· καταπίπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ. Ὑπαρχούσης λοιπὸν καὶ τῆς Συνελεύσεως τῆς ἰδικῆς μας, μετὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1922, δὲν ὑπάρχει τὸ σύνταγμα τὸ προηγούμενον καὶ ἑπομένως οὔτε ἡ ἐξ αὐτοῦ ἀπορρέουσα Δυναστεία. Ἡ Συνέλευσίς μας—διὰ νὰ ἐκταθῶ περισσότερον—εἶναι Σῶμα κυρίαρχον, Σῶμα τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ τὴν ἐθνικὴν λεγομένην κυριαρχίαν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπεριόριστον κυριαρχίαν. Ἐνασκεῖ, λέγω, τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, κύριοι, ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν, ἀνήκει εἰς τὸ σύνολον τοῦ Λαοῦ ἢ τὴν πλειοψηφίαν αὐτοῦ ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ Κράτη σήμερον εἶναι ἐκτεταμένα καὶ οἱ πολῖται κατ’ ἀριθμὸν παρὰ πολλοὶ καὶ δὲν ἠμποροῦν κἄπου νὰ συνέρχωνται διὰ νὰ ἐνασκοῦν τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου ἐφευρέθη τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, ἤτοι ἐφευρέθη νὰ μετατίθηται ἡ λειτουργία αὐτὴ, ἡ θέλησις αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ, εἰς Σώματα ἀντιπροσωπευτικὰ ἢ περιωρισμένης ἐξουσίας ὅπως εἶναι ἡ Βουλὴ ἢ ἀπεριορίστου ὅπως εἶναι ἡ Συνέλευσίς μας. Αὕτη λοιπὸν ἤδη ἐνασκεῖ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἐξ ἄλλου ἡ ἐξουσία αὐτῆς εἶναι ἀπεριόριστος. Ἀπεριόριστον δὲ ἐννοῶ τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι αὐθαιρεσιῶν καὶ διαταράξεως τῆς τάξεως, διότι τότε θὰ ἦτο ὄχι ἐξουσία κοινωνικὴ ἀλλὰ διαλυτικὴ τῶν κοινωνιῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι οὐδεμία ἐξουσία οὐδαμόθεν οὐδὲ ἄνωθεν οὔτε παραπλεύρως ὑπάρχει ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀπορρέῃ ἐκ τῆς ἐξουσίας ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Συνελεύσεώς μας. Μία λοιπὸν εἶναι ἡ ἐθνικὴ θέλησις καὶ ἀπεριόριστος ἡ ἐκ ταύτης ἐξουσία τὴν ὁποίαν ἐνασκοῦμεν ἡμεῖς, ἡ Συνέλευσις, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἐκπηγάζουν ἅπασαι αἱ μερικαὶ ἐξουσίαι. Ὅπως ἐνασκηθῇ δηλαδὴ ἡ θέλησις αὐτὴ μεθοδικώτερον, ὅπως προληφθῇ ὁ δεσποτισμὸς ἔστω ὁ ὁμαδικὸς τῆς Συνελεύσεως ἢ προσώπων τινων ἐν αὐτῇ, ἡ θέλησις αὐτὴ, ὡς ἐπεκράτησε παντοῦ ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, κατατέμνεται εἰς τρεῖς ὑποθελήσεις, εἰς τρεῖς ἐξουσίας: εἰς τὴν συντακτικὴν καὶ νομοθετικὴν, τῶν ὁποίων ἡ μὲν θέττει τοὺς θεμελειώδεις νόμους, ἡ δὲ τοὺς μὴ τοιούτους, εἰς τὴν δικαστικήν, ἡ ὁποία κρίνει ἐπὶ τῶν νόμων καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἡ ὁποία ἐκτελεῖ αὐτούς. Πᾶσαι λοιπὸν αὐταὶ αἱ ἐξουσίαι ἐκπορεύονται ἐκ τῆς ἰδικῆς μας, ἐκ τῆς ἐξουσίας καὶ θελήσεως τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ὅπως αἱ ἐξουσίαι αὐταὶ εὐπορεύονται ἐκ τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν οὕτω καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι ἐνασκοῦν αὐτὰς δὲν δύνανται νὰ προέρχωνται παρὰ ἐκ τῆς Συνελεύσεως ταύτης, δὲν δύνανται παρὰ ἐξ αὐτῆς νὰ λάβουν τὴν ἐντολὴν τῆς ἐνασκήσεως. Οὕτω, ὅπως ἡ δικαστικὴ π. χ. ἐξουσία προέρχεται ἀπὸ ἡμᾶς, οὕτω καὶ τὰ δικαστήρια τὰ προϋπάρχοντα μόνον παρ’ ἡμῶν δύνανται νὰ διορισθῶσι. Δύνανται δὲ ταῦτα νὰ διορισθῶσι παρ’ ἡμῶν ῥητῶς ἀλλὰ δύνανται καὶ νὰ θεωρηθῶσι σιωπηρῶς διωρισμένα διότι περὶ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπῆρχεν οὐδεμία ἀμφισβήτησις, Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ αὐτὴ βέβαια προέρχεται ἐξ ἡμῶν καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ὁ βασιλεὺς, ὁ ὁποῖος ἐνασκεῖ πρίν αὐτὴν, τὴν ἐξουσίαν τὴν προερχομένην ἐξ ἄλλης Συνελεύσεως δύναται νὰ διορισθῇ παρὰ τῆς ἡμετέρας πάλιν τοιοῦτος ῥητῶς ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σιωπηρῶς παρ’ ἡμῖν διωρισμένος. Πρέπει ῥητῶς νὰ διορισθῇ καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν ῥητὴν τὴν ἐντολήν, διότι αὐτὸ τὸ πρόσωπόν του εἶναι τὸ ἐπίμαχον ζήτημα ὡς καὶ τὸ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος τὸ ὁποῖον συνεκλήθημεν νὰ κανονίσωμεν ἐδῶ. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ὑπαρχούσης ἀμφισβητήσεως νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν τὸ πρόσωπον αὐτό, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν παρ’ ἡμῶν σιωπηρῶς νὰ ἐνασκῇ τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Πρέπει λοιπὸν κατὰ τὰς ἀρχὰς τὰς συντακτικάς, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν εἰς ὅλας τὰς Συνελεύσεις καὶ τὰς ἐπαναστάσεις τοῦ κόσμου, πρέπει ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπαρχούσης τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεώς μας νὰ διορισθῇ παρ’ αὐτῆς ῥητῶς. Μὴ διορισθεὶς δὲ οὕτω δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρῆται δι’ αὐτὴν ὑφιστάμενος ἡ δὲ θέσις δέον ἐπίσης νὰ θεωρηθῇ κενὴ καὶ νὰ πληρωθῇ. Ἅμα δὲ πληρωθῇ καὶ διορισθῇ ἀρχηγὸς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τότε ὑπ’ αὐτοῦ δέον νὰ ὁρισθῇ καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ ὀφείλει νὰ ὁρκισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἵνα καταστῇ συντακτική. Ἕως τότε θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρχουσα ἤ, τὸ πολύ, ὡς Κυβέρνησις μέσης καταστάσεως ἢ καὶ ἁπλῶς ἀνεκτὴ μέχρις ὅτου συντακτοποιηθῇ. Πρέπει λοιπὸν νὰ διορίσωμεν ἀρχηγὸν ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἔστω προσωρινόν, μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ, μὴ ὑπάρχοντος ἤδη οὐδενὸς τοιούτου. Αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν διὰ τὸν ἄνω λόγον ἀλλὰ καὶ διὰ δύο ἄλλους λόγους. Ἐκλήθημεν, κύριοι, νὰ ὁρίσωμεν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ δύο μορφῶν, τῆς Βασιλικῆς καὶ τῆς Δημοκρατικῆς. Ἐάν, ἐνῷ εἶναι εἰς χεῖρας μας νὰ μὴ διατηρήσωμεν τὸν προϋπάρχοντα ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μὲ τὴν προϋπάρχουσαν βασιλικὴν αὐτοῦ μορφήν, ἐὰν, λέγω, διατηρήσωμεν αὐτὸν, οὕτω τότε, ὅταν θὰ πρόκειται ἡμεῖς ἢ ὁ Λαὸς διὰ δημοψηφίσματος προκηρυσσομένου ὑφ’ ἡμῶν νὰ ἐκλέξωμεν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντά του, οἱ ἐξ ἡμῶν ἢ τοῦ Λαοῦ συντηρητικοὶ θὰ προτιμήσουν τοὺς προϋπάρχοντας, διότι κατ’ ἀρχὴν ἐγκειμένην εἰς τὴν φύσιν τῶν συντηρητικῶν δὲν καταργοῦν οὗτοι εὔκολα τὰ προϋπάρχοντα διὰ νὰ ἐκλέξουν τὰ νέα. Πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεμία ὡρισμένη μορφὴ πολιτεύματος ἐκ τῶν προτέρων ἢ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστοι καὶ ἐλεύθεροι πάντες οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐκλέξουν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὸν ἄρχοντα τὸν κατάλληλον αὐτοῖς. Ὀφείλομεν ἀκόμη, κύριοι, νὰ πράξωμεν ὡς ἐξεθέσαμεν καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἤτοι λόγῳ τοῦ προγράμματος ἡμῶν. Διότι ἡ Συνέλευσις κατὰ πλειοψηφίαν ὡς καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσι πρόγραμμα δημοκρατικόν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀνακολουθία πρὸς αὐτό, ἀφοῦ εἴμεθα δημοκρατικοί καὶ ἀφοῦ ἀπόκειται εἰς χεῖράς μας νὰ μὴ ἔχωμεν βασιλέα, νὰ ἐγκαθιστῶμεν βασιλέα καὶ βασιλικὴν μορφὴν πολιτεύματος, νὰ ὁρκιζώμεθα εἰς τὸν βασιλέα καὶ ὕστερον νὰ καλοῦμεν τὸν Λαὸν καὶ νὰ λέγωμεν αὐτῷ: κατάργησον σὺ τὸν βασιλέα καὶ τὴν βασιλικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν τὸν καταργοῦμεν, ἂν καὶ εἶναι εἰς χεῖρας μας νὰ τὸ πράξωμεν. Εἶπον ὅτι ἄν προεγκαθιδρύσωμεν μίαν μορφὴν Πολιτεύματος ἤ ἀνώτατον ἄρχοντα, δὲν θὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν δύο. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ προτιμήσωμεν ἐκ τῶν προτέρων προσωρινῶς μίαν μορφήν, ἕνα ἀρχηγὸν, πρέπει—διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι— νὰ προτιμήσωμεν ὄχι τοὺς προϋπάρχοντας, διότι ὁ βασιλικὸς θεσμὸς καὶ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος μᾶς εἶναι γνωστοί, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς εἶναι ἄγνωστον—ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του ἐννοῶ, διότι ὡς ἰδέα εἶναι γνωστὴ—τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς. Καὶ πρέπει νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν αὐτὰ πρῶτον, διὰ νὰ ἴδῃ ὁ Λαὸς τὴν ἐφαρμογὴν τούτων καὶ τὴν προκοπὴν, ὅπως ἔχει ἴδει αὐτὰ διὰ τὸν βασιλικὸν θεσμὸν καὶ τοὺς βασιλεῖς, καὶ τότε θὰ εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἐξ ἴσου φωτισμένος διὰ νὰ κρίνῃ. Ἐτελείωσα διὰ τὸ δυναστικὸν ζήτημα· ἐπιθυμεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ εἴπω τίποτε διὰ τὴν συμφιλίωσιν;
§15ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι. (Γέλωτες).
§16Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τότε ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Δημοκρατίας δὲν ὡμίλησε κανείς, θὰ ἐξακολουθήσω, ἐκτὸς ἐὰν τοῦτο χωρισθῇ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν χωριστήν του συζήτησιν. Ὁπωσδήποτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω.
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις κύριοι δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν, ἂν εἰς τοῦτο εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅπως ἡ συζήτησις γίνῃ κοινή. Ἀλλ’ εἶναι δύο τὰ ζητήματα καὶ ἡ Συνέλευσις θὰ ἀποφανθῇ κεχωρισμένως. Τὸ πρῶτον εἶναι αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ παρασχεθῇ ψῆφος ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας. Ἀκολούθως θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ θὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὰς προτάσεις τοῦ κ. Παπαναστασίου, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσι συζητηθῇ ἀφοῦ θὰ γίνῃ κοινὴ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψηφοφορία μόνον θὰ εἶναι διακεκριμμένη.
§18Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν ὅπως χωρισθῇ ἡ συζήτησις τῶν δηλώσεων ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν ψηφισμάτων διότι, ὡς ἐδηλώσαμεν, ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν, ἐκτὸς τῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα. Ἐφόσον αἱ ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα θὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ψηφισμάτων, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ ἀμέσως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ψηφισμάτων. Διότι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἐπὶ τῶν ἄλλων δηλώσεων δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις καὶ ἑπομένως δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τῶν δύο συγχρόνως ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ὅμως νὰ ψηφισθοῦν κεχωρισμένως.
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Προτείνετε δηλαδὴ νὰ θεωρηθῇ τερματισθεῖσα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἰδικῶν σας ψηφισμάτων, ἐπειδὴ αὐτὰ περιέχουσι τὰ ἐπίμαχα ζητήματα. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, κύριοι, πρώτην φορὰν ἐμφανιζομένη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξακριβώσῃ, τυπικῶς τοὐλάχιστον, ὅτι ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Διὰ τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ὅπως ἐγκρίνῃ τὰς δηλώσεις της πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων τοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δηλώσεων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι καὶ ἡμεῖς θὰ ἀπαντήσωμεν καταφατικῶς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅμως ὅτι ἡ ψῆφος μας θὰ εἶναι ψῆφος ἀνοχῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἐφόσον στηρίζεται, ὡς ἐλπίζει, εἰς μίαν πλειονοψηφίαν καὶ μάλιστα σημαντικὴν δὲν ἔχει λόγον ν’ ἀποκρούσῃ ψήφους ἀνοχῆς. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠρνεῖτο ψήφους ἀνοχῆς ἂν ἐξηρτᾶτο ἐξ αὐτῶν ἡ παραμονή της εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ πῶς, ἀφοῦ ἔχομεν τόσην διαφορὰν γνωμῶν εἰς τὰ δύο θεμελιωδέστερα ζητήματα τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δώσητε καὶ ψῆφον ἀνοχῆς.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων εἰς τὰ ὁποῖα διαφωνοῦμεν ἡ συζήτησις θὰ διεξαχθῇ κεχωρισμένως.
§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δέχομαι τοῦτο διὰ τὸ τυπικὸν μέρος.
§24Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νομίζω ὅτι ἂν ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης εἶναι καταφατική, θὰ ἐδεσμεύετο κατόπιν ἡ Συνέλευσις νὰ συζητήσῃ τὰ δύο ψηφίσματα.
§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἐδεσμεύετο καθόλου. Μόνον ἄν, ὡς ἐλπίζω, ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἐπιδοκιμαστικὴ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὸν αὐτὸν βαθμὸν θὰ εἶναι ἀποκρουστικὴ τῶν προτάσεών σας.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον πρόκειται διὰ τῆς ψήφου τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐγκριθοῦν ὁλοκληρωτικῶς αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς ὁποίας περιέχεται σαφὴς ἡ ἔννοια καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης ματαιώνει κάθε συζήτησιν καὶ κάθε ἀπόφασιν μεταγενεστέραν.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συζήτησις ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.
§28Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐφόσον προκαταδολικῶς θὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ποῖον σκοπὸν θὰ εἶχεν ἡ συζήτησις; Θὰ ἦτο ματαία. Δι’ αὐτό, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, προτείνομεν τὸν χωρισμὸν τοῦ ζητήματος. Θὰ ἐπεθύμουν δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ θεωρήσῃ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὡς δεσμεύουσαν τὴν Συνέλευσιν εἰς τὰ ἐπίμαχα ζητήματα, δηλαδὴ νὰ μὴ θεωρηθῇ γενικὴ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ δεσμεύηται ἡ ἐλευθερία τῆς Συνελεύσεως ὡς πρὸς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν. Διότι ἂν δὲν γίνῃ οὕτω, θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προτείνωμεν τὸν χωρισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ θὰ ἐζητοῦμεν τὸ ἐρώτημα νὰ εἶναι διττόν, ἂν δηλ. ἐγκρίνωνται πᾶσαι αἱ δηλώσεις ἐξαιρέσει ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα καὶ κατόπιν ἂν ἐγκρίνωνται αἱ δηλώσεις διὰ τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐτερματίζετο μὲν τώρα ἀμέσως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λοιπῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤρχιζε δὲ ἀμέσως ἡ συζήτησις ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων ὅσον ἀφορᾷ τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακὸν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ τῶν ψηφισμάτων μας.
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ χωρίσῃ δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὸ πολιτειακόν;
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δικαιούμεθα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ τὸ ζητήσωμεν. Εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διαίρεσις.
§31Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δύνασθε κατὰ τὴν ψηφοφορίαν νὰ ζητήσητε ὅπως ψηφισθῇ κεχωρισμένως τὸ μέρος τῶν δηλώσεών μας διὰ τὰς ὁποίας εἶσθε διατεθειμένοι νὰ δώσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ χωρισθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῶν δηλώσεων διὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ δώσητε ψῆφον.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀσχοληθῶμεν πλέον μὲ τὰς ἄλλας δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ θεωρηθῇ τερματισθεῖσα ἡ συζήτησις καὶ νὰ συζητήσαμεν τὰς δηλώσεις τὰς ἀφορώσας τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ δυναστικὸν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰς προτάσεις μας.
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτῆς ἐπὶ μακρότερον χρόνον, ἐφόσον ἀμφισβητεῖται πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνη ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, ἐφόσον δὲν τύχῃ μιᾶς καθαρᾶς, σαφοῦς, ἄνευ ἐνδοιασμῶν ἐκδηλώσεως τοῦ Σώματος. Τοῦτον τὸν σκοπὸν ἔχουν αἱ κυβερνητικαὶ δηλώσεις, νὰ παράσχουν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸ Σῶμα ἵνα τοῦτο κρίνῃ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Ἐφόσον θὰ ἐθεωροῦμεν τερματισθεῖσαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δηλώσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῶν δηλώσεων αὐτῶν. Ὅ,τι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν εἶναι, ὡς γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπως ψηφισθοῦν ἰδιαιτέρως αἱ λοιπαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, κεχωρισμένως δὲ αἱ ἀφορῶσαι τὸ πολιτειακὸν ζήτημα. Βεβαίως ἡ ψήφισις αὐτῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, δὲν παρακωλύει τὴν ὑστέραν συζήτησιν τῶν προτάσεων τοῦ κ. Παπαναστασίου· προϋποσημαίνει μόνον ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὅταν θὰ κληθῇ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ. Δὲν ζητοῦμεν νὰ παρασύρωμεν τὴν πτέρυγα ταύτην τῆς Συνελεύσεως, ὅπως μᾶς δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὡς πρὸς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, ἐφόσον δὲν τὰς ἀσπάζεται ἐντελῶς.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τότε ἂς προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§35Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐθίξατε τὸ ζήτημα, ἤθελα νὰ γνωρίζω ἂν, χωριζομένης τῆς συζητήσεως ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λοιπῶν δηλώσεων καὶ ἐπὶ τῶν δύο ψηφισμάτων θὰ γίνῃ ἑνιαίως.
§36Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως, εἶναι ἑνιαῖον τὸ ἀντικείμενον καὶ ἑνιαίως γίνεται ἡ συζήτησις.
§37Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν καὶ διὰ τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ γνωστὸν εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι καλύτερον θὰ ἦτο νὰ γίνῃ χωριστὰ ἡ συζήτησις καὶ χωριστὰ ἡ ψηφοφορία.
§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δέχεται τὴν γνώμην σας ἀλλ’ ἡ ἀποδοχὴ αὐτῆς ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂς ἐξακολουθήσῃ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κονδύλης ἔχει τὸν λόγον.
§42Γ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ. Αἰσθάνομαι εἰλικρινῆ λύπην, κύριοι πληρεξούσιοι, διότι οὔτε αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἡ δήλωσίς του ὅτι θὰ ψηφίσῃ προσωπικῶς ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας κατώρθωσαν νὰ διαλύσουν τὰς μεγάλας ἀνησυχίας μου διὰ τὴν ἐξέλιξιν ἣν λαμβάνει ὁ πολιτειακὸς ἀγὼν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ διὰ τὴν τύχην ἥτις ἀναμένει τὸ Ἔθνος, τὸ ἔχον τὴν στιγμὴν ταύτην ἄμεσον ἀνάγκην ἐπουλώσεως τῶν πληγῶν του. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ μέρους τῶν δηλώσεων, τοῦ πραγματευομένου τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὴν γνώμην ἡμῶν διηρμήνευσε κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἀρχηγός μας κ. Παπαναστασίου. Ἐπίσης δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ τὴν ἵδρυσιν δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, διότι ἀμφότερα τὰ μέτρα ταῦτα περιέχονται εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος εἰς ὃ ἀνήκω. Δὲν θὰ ὁμιλήσω διὰ τὸ προσφυγικὸν ζήτημα, μολονότι φρονῶ ὅτι ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως συντονωτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα πρέπει νὰ στραφῇ εἰς τὴν ταχυτέραν ἀποκατάστασιν τῶν ἀτυχῶν τέκνων τῆς Ἑλλάδος. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, κύριοι, ὅτι οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, οὔτε ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἐπέδειξαν μέχρι σήμερον τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ὠφείλετο πρὸς καταστραφέντας ἀδελφούς, ἔχοντας δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἑνιαίας καὶ κοινῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος, χάριν τῆς ὁποίας ὑπέστησαν τὴν πρωτάκουστον καταστροφήν. Τὰ αἴτια, ἄλλως τε, ἐξ ὧν ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῶν ἀδελφῶν μας τούτων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ὑπερτάτην ἀτυχίαν νὰ ἴδουν ὡς φευγαλέον ὅραμα τὴν ἐλευθερίαν διὰ νὰ αἰσθανθοῦν κατόπιν ὀδυνηρότερον τὸν ἐκ τῆς συμφορᾶς των πόνον ἐπέβαλον εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ ἀπαιτήσῃ εἰδικῶς διὰ τοὺς πρόσφυγας περισσοτέρας θυσίας ἀπὸ τὸ Πανελλήνιον, ὅπως σωθῶσι τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ θανάτου, μέχρις οὗ ἐπιτευχθῇ ὁριστικὴ αὐτῶν ἀποκατάστασις. Ἐπεβάλλοντο δὲ αἱ θυσίαι αὗται καὶ ἐκ τῆς μερίμνης ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τῆς Φυλῆς, ἡ ὁποία, ὡς εἶναι γνωστόν, δὲν εἶναι τόσον πολυάνθρωπος ὥστε ν’ ἀδιαφορῇ τις καὶ ἂν ἀποθάνουν δεκάδες τινες χιλιάδων. Δὲν θὰ ὁμιλήσω διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν ἐκλελυμένων κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ τὴν ἀνύψωσιν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν μέσων συγκοινωνίας, διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων τῆς Χώρας. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων θὰ ὁμιλήσω ὅταν ἀχθῶσι πρὸς συζήτησιν πρὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Φρονῶ ἄλλως τε ὅτι ἡ ὅλη ἀναδημιουργικὴ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως, ἡ τόσον ἐπειγόντως ἐπιβαλλομένη μετὰ τὴν Κωνσταντινικὴν θεομηνίαν καὶ αὐτὴ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεών μας ἐξαρτηθήσεται ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος. Σήμερον, συνεπῶς, θὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τοῦ δυναστικοῦ καὶ πολιτειακοῦ ζητήματος, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν δύο ψηφίσματα. Δὲν θέλω, κύριοι, ν’ ἀμφισβητήσω τὰς προθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἡ μεγαλοφυΐα καὶ ὁ πατριωτισμὸς ἔχουν ἀναγνωρισθῆ παγκοσμίως. Παραδέχομαι, ἂν θέλετε, ὅτι σκοπὸς τῆς ἐσπευσμένης ἐκ Παρισίων ἀφίξεώς του εἶναι νὰ κάμῃ τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ μάλιστα θέλει νὰ τὴν κάμῃ, ὡς ἰσχυρίζεται, ὅσον οἷόν τε στερεωτέραν. Μὴ νομίσητε, ἐπειδὴ ἐχαρακτήρισα ἐσπευσμένην τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν ταύτην. Τουναντίον τὴν ἐπεθύμουν περισσότερον ἴσως πάντων τῶν Ἑλλήνων. Τὴν ἐπεθύμουν κυρίως οὐχὶ διὰ τὸν ἴδιον, ἀλλὰ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Διὰ νὰ μὴ παρίσταται ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀνιάτως ἀχάριστος καὶ ἀμετανόητος. Ὅταν ὁ πατριωτικώτατος Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως ἔσχε τὴν ἀφέλειαν ἐπὶ μακροὺς μῆνας ν’ ἀσχολῆται μὲ τὴν χίμαιραν τῆς συμφιλιώσεως διὰ τοῦ μέσου τῆς τρίτης καταστάσεως καὶ πολλαχόθεν κατεβάλλοντο προσπάθειαι πρὸς διάλυσιν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐπανειλημμένως καὶ μετὰ μανίας ὑπεστήριξα ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων πρέπει νὰ μείνῃ καὶ ν’ ἀγωνισθῇ μὲ τὴν σημαίαν τοῦ μεγάλου ἀρχηγοῦ του. Καὶ πλειστάκις ἐξεδήλωσα τότε τὸν πόνον μου, διότι ἡ Ἐπανάστασις ἐκείνη σώσασα ἄλλως τε τὴν ὑπολειφθεῖσαν ἐκ τῆς συμφορᾶς Ἑλλάδα, ἔλαβεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἐσωτερικῶς τοὐλάχιστον μίαν κατεύθυνσιν ὑπὲρ δημιουργίας τρίτης καταστάσεως, κατεύθυνσιν θέτουσαν καὶ τὴν βενιζελικὴν μερίδα εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀδιαλλάκτων, τῶν ὑποκινητῶν τοῦ μίσους καὶ συνεπῶς ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν ἀνεκτὴν ὑπὸ τοῦ Λαοῦ. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτας εἶχον γνώμας καὶ ἂν ἐπόθουν ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος δημιουργίας παρὰ τῷ Λαῷ ψυχολογίας ἐπιτρεπούσης τὴν μετάκλησιν τοῦ ἀδικηθέντος πολιτικοῦ ἀνδρός, κατόπιν, μετὰ τὴν καταστολὴν τοῦ Μεταξικοῦ κινήματος ἤλλαξα γνώμην καὶ ἐθεώρουν ἐπιβλαβῆ τὴν ὄχι μόνον πρόωρον ἐπάνοδον τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν εἰς Παρισίους ἀνάμιξιν εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνά μας. Ἐξ αἰτίας ἑνὸς σφάλματος τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 22 κεφαλαιώδους, τοῦ σφάλματος νὰ μὴ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς Δυναστείας καὶ τῶν συνεργατῶν της ὅταν διὰ μίαν στιγμὴν αἱ φλόγες τῆς ἀλησμονήτου Σμύρνης μας εἶχον φωτίσει τὴν σκοτεινὴν προδοσίαν καὶ καταδείξει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν τὸ βάραθρον εἰς ὃ ἐσύρθη, ὅταν διὰ μίαν στιγμὴν ὁ πόνος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τοῦ ὁποίου τὰ τέκνα ἐσύροντο μὲ ἀνεκδιήγητα βασανιστήρια αἰχμάλωτα εἰς τὰ βάθη τῆς Ἀσίας εἶχεν ὀγκωθῆ, ὅταν ὁ φόβος προελάσεως τοῦ Μουσταφᾶ Κεμὰλ μέχρι τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἄφηνε καιρὸν εἰς τὸν πατριδοκαπηλισμὸν τῆς ἐνδόξου ἀλλὰ καὶ ἁμαρτωλῆς ταύτης πόλεως νὰ ψάλλῃ τοῦ «ἀητοῦ τὸν γυιὸ», ἐξ αἰτίας, λέγω, τοῦ κεφαλαιώδους αὐτοῦ σφάλματος καὶ τοῦ λάθους νὰ δημιουργηθῇ ἡ πολιτικὴ ὑπόστασις τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ διὰ τῆς προσκλήσεώς του καὶ τῆς λήψεως γνωμῶν παρ’ αὐτοῦ ἐγεννήθη ὁ Μεταξικὸς κίνδυνος. Ὁ ἔκφυλος καὶ ἐγκληματικὸς αὐτὸς τύπος εἰς ὃν ἡ Κωνσταντινικὴ προδοσία ὤφειλε τὸ κυριώτερον ὅπλον της, τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἐπιστρατικῶν συνδέσμων, ἦτο ἀπείρως ἐπικινδυνωδέστερος τοῦ Γούναρη καὶ τῶν ἄλλων Κωνσταντινικῶν πολιτικῶν. Διότι θαυμαστὴς τῶν μεθόδων τοῦ Σύλλα, τοῦ ὁποίου εἶχε, φαίνεται, τὴν σκληρότητα χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ τὰς πολεμικὰς ἀρετὰς, ἐστήριζε τὴν πολιτικὴν ὀντότητά του εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ μίσους μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ εἰς τὴν ἀνηθικότητα τῶν μεθόδων τοῦ πολιτεύεσθαι. Ὑπελόγιζε νὰ ἐπιβληθῇ ὁπωσδήποτε ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ δυσμοίρου Ἔθνους καὶ διὰ προγραφῶν καὶ δολοφονιῶν τρομοκρατῶν τοὺς Ἕλληνας πατριώτας νὰ στερεωθῇ ἐκεῖ δι’ ὅλης του τῆς ζωῆς. Ἡ Δυναστεία προφανῶς ἦτο μὲ τὸ μέρος του. Πᾶς καλῆς πίστεως συζητητὴς δὲν δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τούτου. Μία ἐγκληματικὴ ἀλληλεγγύη ἰσχυρὰ καὶ ἀδιάσπαστος συνδέει τὴν Δυναστείαν μὲ ὅλους τοὺς προδόσαντας τὴν Ἑλλάδα χάριν αὐτῆς. Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο πρὸ τοῦ ἀπαισίου κινήματος Λεοναρδοπούλου–Μεταξᾶ–Γαργαλίδου, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ μεγίστου τῶν κινδύνων, τοῦ κινδύνου ἐπιβολῆς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀτιμωτέρας τυραννίας ἐξ ὅσων ποτὲ εἶδεν ὁ κόσμος, τῆς τυραννίας τῶν προδοτῶν της. Ναὶ, τῆς τυραννίας τῶν προδοτῶν της. Ἀφοῦ τὴν ἐπρόδωσαν, ἀφοῦ τὴν συνέτριψαν, ἀφοῦ τὴν ἠκρωτηρίασαν οἰκτρῶς, ἡτοιμάζοντο νὰ τὴν κατατυραννήσωσι. Ἵστατο βεβαίως ἀντιμέτωπος τοῦ κινδύνου, ἀποφασιστικὸς καὶ ἀκατάβλητος, ὁ ἡρωϊκὸς Ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ εἶχε δύο μεγάλα ἐλαττώματα: εὐγένειαν ψυχῆς ἐκδηλουμένην μέχρι βαθμοῦ ἐπιβλαβοῦς διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Ἔθνους καὶ αὐταπάρνησιν ἐπεκτεινομένην μέχρι σημείου λίαν ἐπικινδύνου. Ἐβλέπομεν τότε καθαρὰ ὅτι ταχύτατα θὰ εὑρεθῶμεν ὑποχρεωμένοι ἢ νὰ κύψωμεν τὸν αὐχένα ὑπὸ τὸ ξίφος τοῦ Μεταξᾶ ἢ νὰ ἀναλάβωμεν τὸν ἀγῶνα πρὸς σωτηρίαν τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν κεφαλῶν μας. Ἐκ τῆς πεποιθήσεώς μας ταύτης, κύριοι, ἐγεννήθησαν ὅλαι αἱ ἐνέργειαι τοῦ πληρεξουσίου Θεσσαλονίκης στρατηγοῦ Παγκάλου, αἱ ἀποτελέσασαι τὴν ἀφορμὴν τῆς κατ’ αὐτοῦ καταφορᾶς καί τινων ἐξ ἐκείνων διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ὁποίων ἠγωνίζετο. Δὲν ἐσκέφθη νὰ δικτατορήσῃ. Ἀλλ’ ἦτο ὑποχρεωμένος, ὡς ἀρχιστράτηγος καὶ ἐπιφανὴς ἐργάτης τοῦ ἑλληνικοῦ πατριωτισμοῦ, νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν μέτρων δι’ ὧν θ’ ἀπετρέπετο ἡ κατατυράννησις τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ. Ὀφείλει δὲ κάποτε ὁ καλὸς στρατηγὸς ὅταν προβλέπῃ ἐχθρικὴν ἐπίθεσιν νὰ τὴν προλαμβάνῃ δι’ ἰδικῆς του ἐπιθέσεως. Αὐτή, κύριοι, ἦτο ἡ κατάστασις πρὸ τοῦ κινήματος. Ἡ Ἑλλὰς ἦτο διῃρημένη εἰς δύο στρατόπεδα ἕτοιμα ν’ ἀλληλοσπαραχθοῦν. Μετὰ ὅμως τὸ κίνημα, ἡ κατάστασις ἤλλαξε. Ἡ ἐν τῷ Στρατῷ μοναρχικὴ μερὶς ὑπούλως καὶ προδοτικῶς ἐπιτεθεῖσα ἡττήθη εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὑπέστη τὰς συνεπείας τῆς ἥττης της. Ἡ ἐν τῷ Λαῷ Κωνσταντινικὴ μερὶς ἐπαισθητῶς ἐλαττωθεῖσα καὶ χάσασα πᾶσαν ἐλπίδα ἐπικρατήσεως μετὰ τὴν κατάπνιξιν τοῦ κινήματος ἀπέκλινε πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἀντελαμβάνετο ὡς εὐεργετικόν, ἐξασφαλίζον τὰς ἐλευθερίας τοῦ Λαοῦ καὶ τερματίζον τὴν ἐσωτερικὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν οἱ φίλοι τῆς Δυναστείας διετήρουν ὡς κομματικὸν κεφάλαιον. Τὰ ⅘ τοῦ Λαοῦ ἦσαν κεκηρυγμένα τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ζήσουν ὑπὸ Δυναστείαν ἐχθρευομένην αὐτὰ ἀδιαλλάκτως. Ἐνστίκτως αἱ λαϊκαὶ ὀργανώσεις ἐτράπησαν πρὸς τὸ πενιχρὸν οἴκημα τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἀτρόμητοι πατριῶται καὶ πρωτεργάται τῆς Δημοκρατικῆς ἰδεολογίας, τῆς ὁποίας τὴν σημαίαν ὕψωσαν ὅταν καὶ ἀναφέρων τις τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ἐκινδύνευε τὴν κεφαλήν του, εἰς τὸ πενιχρὸν οἴκημα, λέγω, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστέγασαν τὴν εὐγενῆ ἰδέαν. Ἐντὸς δύο–τριῶν ἡμερῶν ὁ δημοκρατικὸς ἀγὼν ἐγενικεύθη καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα. Αἱ λαϊκαὶ ὀργανώσεις Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἀπεδοκίμασαν τοὺς ἐναντιοφρονοῦντας Φιλελευθέρους. Τὰ λαϊκὰ συλλαλητήρια τῶν ἐπαρχιῶν ὀγκώθη καὶ ἐπιβλητικὰ ἐζήτησαν τὴν κατάργησιν τῆς Δυναστείας καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος διὰ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος. Τότε, κύριοι, ἐτάχθημεν ὑπὲρ τοῦ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος διότι δὲν ἠθέλομεν ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ μέλλοντος πολιτεύματος τῆς Χώρας νὰ ἀποβῇ ὑπόθεσις κομματικῆς προσπαθείας τοῦ Βενιζελικοῦ κόμματος. Ἐτάχθημεν ὑπὲρ τοῦ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος καὶ τῆς καθιερώσεως κατόπιν διὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι ἐφρονοῦμεν ὅτι οὕτω θὰ προὐλαμβάνοντο ὅλαι αἱ ἀντιδράσεις τῶν ἐχόντων συμφέρον ἐπὶ τὴν διαιώνισιν τοῦ μίσους καὶ τῆς ἀνωμαλίας ἀντιπολιτευομένων καὶ δὲν θὰ εἶχον θέσιν αἱ αἰτιάσεις των περὶ νοθείας τῶν ἐκλογῶν. Ἐτάχθημεν ὑπὲρ τοῦ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος, διότι ἐφρονοῦμεν ὅτι καὶ ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐπέβαλλον τὴν ταχίστην ἀποκατάστασιν μιᾶς ὁμαλότητος καὶ τὴν ἄνευ ἀναβολῆς συγκρότησιν μιᾶς Κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς καὶ δυναμένης νὰ ἀπασχοληθῇ συντόμως εἰς τὴν περισυλλογὴν καὶ ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς τὴν προκήρυξιν τοῦ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος ἐματαίωσεν ἡ ἐκ Παρισίων ἐπέμβασις τοῦ κ. Προέδρου. Εἴχομεν, κύριοι, ἀκριβῆ συνείδησιν ὅτι οἱ μεγάλοι λαοὶ τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖνοι ἀκριβῶς οἵτινες κυριαρχοῦσι σήμερον ἐν τῇ διεθνεῖ πολιτικῇ καὶ θὰ κυριαρχοῦν ἐπὶ μακρὰς ἀκόμη δεκαετηρίδας τοὐλάχιστον, ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀποβλέψωσιν εὐμενῶς πρὸς ἡμᾶς ἐφόσον διετηροῦμεν Δυναστείαν τοσαῦτα δεινὰ εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους κατειργασμένην. Δὲν ἐσκέφθημεν ποτὲ, κύριοι, νὰ μετέλθωμεν βίαν. Καὶ ἐχρειάζετο πολλὴ κακὴ θέλησις διὰ νὰ μᾶς ἀποδοθῇ τοιαύτη πρόθεσις. Κατεβάλαμεν προσπαθείας ὑπερανθρώπους διὰ νὰ συγκρατήσωμεν τὸν εὐλόγως ἀγανακτήσαντα Στρατόν. Ἐγκατελείψαμεν βαθμοὺς καὶ ξῖφος καὶ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἠγαπήσαμεν εἰς τὸν κόσμον τοῦτον καὶ ἐνεγράφημεν ἁπλοῖ, ἔσχατοι στρατιῶται τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως διὰ νὰ προσφέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ὑπηρεσίας μας εἰς τὸν ἐθνικὸν τοῦτον ἀγῶνα. (Χειροκροτήματα) Πῶς κατόπιν ὅλων τούτων, καλῆς πίστεως συζητηταὶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦν περὶ στρατιωτικῆς βίας; Δὲν ἐπεθυμήσαμεν ποτέ, κύριοι, νὰ ὑποκλέψωμεν διὰ νοθειῶν τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Εἶναι γνωστὸν πόσον ὁ ἀρχηγός μας καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἠγωνίσθημεν μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν καθιέρωσιν διὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Δεκεμβρίου τοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπεύσεως. Δὲν ἀποτελεῖ ἡ προσπάθειά μας αὕτη ἀπόδειξιν τῆς ἐπιμόνου ἐπιθυμίας μας ὅπως ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐκδηλωθῇ κατὰ τὸν γνησιώτερον καὶ πληρέστερον τρόπον; Ἐὰν ἐπεθυμήσαμεν κἄτι, τοῦτο εἶναι νὰ ἐγκαθιδρυθῇ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα κατὰ τὸν λαϊκώτερον ἀλλὰ καὶ ταχύτερον τρόπον εἰς τὴν Χώραν ταύτην καὶ τοῦτο ὄχι κυρίως διὰ τὸ ἐγκληματικὸν παρελθὸν τῆς ξένης Δυναστείας ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκ τῆς διατηρήσεως αὐτῆς κινδύνους τοῦ μέλλοντος. Εἴχομεν, τὴν ὑγιᾶ ἀντίληψιν, ὅτι αἱ ἐσωτερικαὶ ἀνωμαλίαι ἦτο ἀδύνανον νὰ τερματισθῶσιν, ἐφόσον ἐπὶ τοῦ Θρόνου ἐκάθητο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐξερχόμενος εἰς περιοδείαν ἐχαιρετᾶτο ἀπὸ ἀμετανοήτους Ἕλληνας μὲ τὰς κραυγὰς: «Ζήτω ὁ γυιὸς τῆς χήρας, ζήτω τὸ παιδὶ τοῦ Κώτσου!» Εἴχομεν, κύριοι, τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐὰν κρατήσῃ τὴν Δυναστείαν, ἐὰν δὲν ἀποκτήσῃ τὸ ταχύτερον τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, εἶναι καταδεδικασμένη, μένουσα ἐξωτερικῶς ἄνευ συμπαθειῶν καὶ περιφρονημένη, ἐσωτερικῶς ἕρμαιον ἀνωμαλιῶν καὶ σπαραγμῶν, νὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλας συμφοράς. Καὶ εἴχομεν τὴν διαίσθησιν ὅτι ἡ μεγίστη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν. Τότε, κύριοι, δὲν ἠθέλομεν τὴν ἐπάνοδον τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ νέου πολιτεύματος, δὲν ἠθέλομεν οὔτε τὴν τόσον ἐπιβλαβῆ ἀποβᾶσαν ἐπέμβασιν του ἐκ Παρισίων, ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν παρασχεθεισῶν αὐτῷ ἐκ μέρους πολιτικῶν κεκλεισμένων ἐντὸς τῶν τεσσάρων τοίχων ἑνὸς δημοσιογραφικοῦ γραφείου, οὐδέποτε ἐλθόντων εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν λαϊκὴν ψυχολογίαν καὶ συστάσει ἴσως μελλόντων νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπαφὴν μὲ αὐτὴν. Καὶ δὲν τὴν ἠθέλομεν διότι ἐγνωρίζομεν τὴν σφαλερὰν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε πάντοτε ἐν τῇ ἐσωτερικῇ πολιτικῇ ὁ κ. Πρόεδρος. Διότι ἐγνωρίζομεν ὅτι ἐν τῇ ἐσωτερικῇ πολιτικῇ του διέπραξε σφάλματα βασικά. Καὶ ὅτι τὰ σφάλματα ταῦτα δὲν ἠθέλησε μέχρι σήμερον ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὥστε νὰ ἔχωμεν πεισθῇ περὶ τῆς μὴ ἐπαναλήψεως τούτων. Εἶναι φαίνεται καὶ τοῦτο ἐλάττωμα τῶν μεγαλοφυϊῶν. Ὁ Μέγας Ναπολέων καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἁγίαν Ἑλένην ὑπερησπίζετο ἐπιμόνως τὸ λάθος του εἰς τὸν ἑλιγμὸν τοῦ Μαρέγκου, τὸν τόσον κατακριθέντα ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του στρατιωτικούς. Δὲν ἀμφισβητοῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὰς προθέσεις τοῦ κ. Βενιζέλου αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν πάντοτε πατριωτικαί. Ἀμφισβητοῦμεν μόνον τὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν μεθόδων τὰς ὁποίας ἑκάστοτε μετεχειρίσθη διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν μεγαλοφυῶν πατριωτικῶν σχεδίων του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσχεν εἰς τὸ παρελθὸν τὴν πρόθεσιν νὰ κάμῃ Μεγάλην Ἑλλάδα καὶ διὰ σειρᾶς ἡρωϊκῶν πράξεων του, εἰς τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζει τις τὶ νὰ πρωτοθαυμάσῃ, τὴν μεγαλοφυΐαν ἐν τῇ συλλήψει τῶν σχεδίων ἤ τὴν αὐταπάρνησιν ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῶν, τὸ ἐπέτυχε. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῶν μεγάλων λαθῶν ἐν τῇ ἐσωτερικῇ πολιτικῇ του, ἡ Μεγάλη Ἑλλὰς κατέπεσε καὶ ἐνῷ πρὸ διετίας ἡτοιμάζετο νὰ εἰσέλθῃ θριαμβευτὴς εἰς Κωνσταντινούπολιν παρεκάθησε μετὰ διετίαν ἡττημένος εἰς τὴν Λωζάννην, διὰ νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸν Ἰσμὲτ πασσᾶν καὶ τὸ Καραγὰτς πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, αἱ εὐθῦναι νὰ ριφθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν. Οἱ λαοὶ δὲν φέρουσιν εὐθύνας, οὔτε δύνανται νὰ φέρωσι τοιαύτας. Τοῦτο μᾶς διδάσκουν τὰ ἱστορικὰ διδάγματα. Οἱ λαοὶ εἶναι καλοὶ ὅταν κυβερνῶνται καλῶς, κακοὶ ὅταν κυβερνῶνται κακῶς. Ὅλοι οἱ λαοὶ ἔχουν περιόδους ἐξάρσεως καὶ περιόδους καταπτώσεως. Ἀλλὰ καὶ τὰς ἐξάρσεις των οἱ ἱκανοὶ κυβερνῆται δημιουργοῦν, καὶ τὰς καταπτώσεις των οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται προκαλοῦν. Διότι οἱ κυβερνῆται διὰ τῶν πράξεών των, διὰ τῶν μεθόδων διοικήσεως, διὰ τῶν ἑκάστοτε λαμβανομένων μέτρων μορφώνουν τὴν διανοητικότητα τοῦ λαοῦ καὶ διαπλάσσουν τὴν ψυχολογίαν του. Πολλάκις, δικαιότατα, ἐλέχθη καὶ ἐγράφη ὅτι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλο; ἐμφανισθεὶς μὲ τὴν ἀσκίαστον αἴγλην τοῦ Θερίσσου κατὰ τὸ 1910 ἐνεφύσησε μὲ τὴν μεγάλην πνοήν του ζωὴν καὶ ὁρμὴν καὶ ζωτικότητα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἔθνους. Διατὶ νὰ μὴ ὁμολογηθῇ ὅτι διὰ τὴν ἐκλογικὴν ἥτταν τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920 ὑπέχει καὶ αὐτὸς μεγάλην εὐθύνην; Μήπως δὲν ἦτο Κυβερνήτης ἀπὸ τριετίας μὲ δικτατορικὴν ἐξουσίαν; Καὶ μήπως δὲν ἠδύνατο νὰ προφυλάξῃ τὸν Λαὸν ἀπὸ τὴν ἀντεθνικὴν προπαγάνδαν τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων; Καὶ μήπως εἶχε δικαίωμα νὰ φαίνεται μεγαλόψυχος πρὸς τοὺς ἐπιβουλευομένους τὴν Πατρίδα, διότι συνέπεσε νὰ εἶναι πολιτικοὶ ἀντίπαλοί του; Δὲν φοβούμεθα συνεπῶς τὰς προθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως αἵτινες, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἁγναὶ καὶ πατριωτικαὶ πάντοτε, ἀλλὰ τὰ μέσα δι’ ὧν ἐπιδιώκει τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν. Θὰ εἶχεν ἤδη ἄνευ τῆς ἐκ Παρισίων ἐπεμβάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐγκαθιδρυθῇ ἡ Δημοκρατία κατὰ τὸν ἐλευθερώτερον τρόπον καὶ θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀπασχοληθῇ εἰς περισυλλογὴν τῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ Κωνσταντινικὴ θεομηνία. Σήμερον ὅμως, κύριοι, δὲν γνωρίζομεν τί θὰ γίνῃ. Διὰ τῆς ἐκ Παρισίων παρεμποδίσεως τοῦ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος προεκλήθη τὸ πραξικόπημα τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1923. Τὸ πραξικόπημα τοῦτο, κύριοι, ἐστηρίχθη εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, τὴν ἐκδηλωθεῖσαν διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 16ης Δεκεμβρίου καὶ ἀναδείξασαν πλειοψηφοῦσαν τὴν δημοκρατικὴν παράταξιν. Ὑπηγορεύθη δ’ ἐκ τῆς ζωτικῆς ἀνάγκης ὅπως τερματισθῇ ἡ ἐσωτερικὴ ἀνωμαλία τὸ ταχύτερον καὶ ὅπως δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀνασυγκροτηθῇ καὶ προλάβῃ νέας ἐθνικὰς καταστροφάς. Οὐδεὶς, κύριοι, δύναται νὰ μεμφθῇ τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης διὰ τὴν ἀνάμιξίν των ταύτην, οὐδὲ ἐπιτρέπεται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ράπισμα κατὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀφοῦ ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, τουλάχιστον μέχρι τῆς ἐμφανίσεως ἐν μέσῳ ἡμῶν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἦτο συμφωνοτάτη πρὸς τὴν πρᾶξιν ταύτην. Τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον ἔθεσε τὴν τιμίαν ὑπογραφήν του κάτωθι τοῦ ἐγγράφου καταργήσεως τῆς Δυναστείας, ἔχει προσφέρει πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἶχε καθῆκον νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὸν ταχύτερον τερματισμὸν καταστάσεως τόσον ἀνωμάλου καὶ τῆς ὁποίας τὰς συνεπείας ὑφίστανται περισσότερον ὅλων αὐτοί. Τὸ σημερινὸν Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν καὶ ἐκέρδισαν ὅλας τὰς μάχας δι’ ὧν ἐδημιουργήθη ἡ Μεγάλη Ἑλλὰς, ἡ ὁποία ἀτυχῶς ἐχάθη διότι οἱ πολιτικοὶ δὲν ἐστάθησαν ἱκανοὶ νὰ κερδίσωσι τὴν ἐκλογικὴν μάχην κατὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1920. Ἐξέθεσα ἐπαρκῶς, κύριοι, πῶς ἡ ἐκ Παρισίων ἐπέμβασις τοῦ κ. Προέδρου, διὰ τῆς ματαιώσεως τοῦ προεκλογικοῦ δημοψηφίσματος, μᾶς ἔφερε πρὸ τοῦ στρατιωτικοῦ πραξικοπήματος τοῦ στηριχθέντος εὐτυχῶς εἰς τὴν ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἐκδηλωθεῖσαν λαϊκὴν θέλησιν. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ταὐτοχρόνως ὠπισθοδρόμησε τὸν πολιτειακὸν ἀγῶνα μας καὶ ἐνῷ σήμερον θὰ εἴχομεν σταθεροποιήσει τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ἀπασχοληθῆ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀναδημιουργίαν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, εὑρισκόμεθα ὑπὸ μίαν ἐκκρεμότητα κυοφοροῦσαν μεγάλους ἐθνικοὺς κινδύνους. Δι’ ὅλα αὐτὰ, κύριοι καὶ δι’ ὅσα θὰ ἐκθέσω ἀκόμη, εὑρισκόμεθα εἰς ῥιζικὴν διαφωνίαν μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ σημεῖα τῶν προγραμματικῶν δηλώσεών του, τὰ ἀφορῶντα τὸ δυναστικὸν καὶ τὸ πολιτειακόν. Ἡ δήλωσίς του ὅτι καὶ τὸ δυναστικὸν ζήτημα θὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ καὶ ἡ ἐπιμονή του ὅπως τὸ θεωρήσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀναιρεῖ καὶ αὐτὴν τὴν οὐδετερότητα τὴν ὁποίαν διὰ τῶν δηλώσεών του καὶ διὰ τῆς ἐν γένει στάσεώς του φαίνεται θέλων νὰ τηρήσῃ ἐν τῷ πολιτειακῷ ἀγῶνι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Διότι ἡ οὐδετερότης, κύριοι, ἐπιβάλλει καὶ τὴν μὴ χρησιμοποίησιν τοῦ κύρους του ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ Λαοῦ, τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου περὶ καταργήσεως τῆς Δυναστείας. Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι ἄνευ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ ἐπεκυροῦτο ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἡ πρᾶξις περὶ καταργήσεως τῆς Δυναστείας διὰ μεγίστης πλειοψηφίας, διότι τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα σήμερον εἶναι ἰσχυρότατον παρὰ τῷ Λαῷ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ καταψήφισις τοῦ περὶ καταργήσεως τῆς Δυναστείας ψηφίσματος, ἐνῷ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σκοπιμότητα, ἐγκλείει τοὺς μεγίστους τῶν κινδύνων. Τῇ ἀληθείᾳ τίνα σκοπιμότητα θὰ εἶχεν, ἐφόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι μὲ ὅλον τὸ ἄνοιγμα τῶν φυλακῶν καὶ μὲ ὅλην τὴν πύκνωσιν τῶν ἀποτάκτων, ἡ παλινόρθωσις τοῦ Γεωργίου σήμερον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ οὔτε διὰ 500 χιλιάδων στρατοῦ; Καὶ διατὶ ν’ ἀφήνωνται διὰ τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ζητήματος οἱ ἀντιπολιτευόμενοι Συνταγματικοὶ εἰς τὴν πλάνην ὅτι εἶναι δυνατὴ μία τοιαύτη παλινόρθωσις; Διατὶ ν’ ἀφήνωνται νὰ πιστεύουν τινὲς ὅτι πολιτειακὸν ζήτημα δὲν ὑφίσταται; Ὑπάρχει, κύριοι, ἕνα προηγούμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι πιθανὸν νὰ στηριχθῶσι φροῦδαι ἐλπίδες. Τὸ προηγούμενον τῆς ἐκ Λουκέρνης παλινορθώσεως τοῦ Κωνσταντίνου. Ἀλλὰ παραγνωρίζονται, κύριοι, αἱ συνθῆκαι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τότε ὑπῆρχεν ἕνας ἐξωτερικὸς ἀγών, ὁ ὁποῖος ἀπησχόλει τὸν Ἑλληνικὸν πατριωτισμόν. Ἄνευ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀγῶνος οὔτε 5 ἔτη ἐμφυλίου πολέμου δὲν θὰ ἤρκουν νὰ ἐπαναθέσωσι τὸν Κωνσταντῖνον ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Σήμερον ἐξωτερικὸς ἀγὼν δὲν ὑπάρχει καὶ συνεπῶς καὶ εὐθῦναι ἐξ αὐτοῦ ἀπορρέουσαι. Ἐκεῖνοι δὲ οἵτινες κατήργησαν τὴν Δυναστείαν τοῦ Κωνσταντίνου δὲν εἶναι ἀπησχολημένοι μὲ κανένα ἐξωτερικὸν πόλεμον. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν ἐπιβάλλεται ὁ ταχύτερος πρὸς τὴν πραγματικότητα προσανατολισμὸς τοῦ Λαοῦ καὶ πρὸ παντὸς τῆς τυχὸν ἀκόμη πεπλανημένης μερίδος αὐτοῦ; Καὶ δὲν ἐνέχει τοὺς μεγίστους κινδύνους ἡ ἐκκρεμότης ζητήματος τοῦ ὁποίου οὐδεμία λύσις ἄλλη εἶναι δυνατή; Καὶ ἄν, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς, ὁ ἀγρίως προπαγανδιζόμενος τὰς ἡμέρας ταύτας, παρεπλανᾶτο διὰ μίαν φορὰν ἀκόμη, τὶς θὰ ἔφερε τὴν εὐθύνην τῶν τρομερῶν συνεπειῶν, ὁ Λαὸς οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὴν ἐκκρεμότητα καὶ τὰς εὐνοϊκὰς πρὸς προπαγάνδισιν συνθήκας; Νομίζω, κύριοι, ὅτι κατανοοῦνται οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ἐνέχει μία καταψήφισις τοῦ περὶ ἐκπτώσεως τῆς Δυναστείας ψηφίσματος καὶ ὅτι θὰ ληφθῶσιν οὗτοι ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ταύτης ἡ ὁποία ἐξελέγη ἀπὸ τὸν Λαὸν διὰ τὸν σκοπὸν τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Πολιτεύματος. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ πολιτειακόν. Διὰ τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, κύριοι, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ κ. ἀρχηγὸς ἡμῶν εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς ὑποχρεώσεως ἣν ἔχει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸν Λαὸν τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν νομίζει ὑπαγορευμένην ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ Ἔθνους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ τονίσω εἶναι ὅτι τὸ λαοψήφισμα πρέπει νὰ προκηρυχθῇ τὸ ταχύτερον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τερματισθῶσι, κύριοι, αἱ συμφιλιωτικαὶ προσπάθειαι ἄνευ βραδύτητος. Εἴτε θέλουσιν οἱ κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι νὰ μετάσχωσι τοῦ δημοψηφίσματος εἴτε ὄχι, τοῦτο ὀφείλει νὰ διενεργηθῇ ἐντὸς μηνός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅλα τὰ μέσα νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν διενέργειαν αὐτοῦ κατὰ τὸν ἐλευθερώτερον καὶ γνησιώτερον τρόπον. Πέραν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστου διενεργείας τοῦ λαοψηφίσματος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ παραχωρήσεις. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἐπίστευσα ποτὲ εἰς τὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν συμφιλιωτικῶν προσπαθειῶν. Ἡ συμφιλίωσις δὲν εἶναι νέος ὅρος ἐφευρεθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον· τουναντίον εἶναι τόσον παλαιὸς ὅσον καὶ ἡ τρίτη κατάστασις καὶ ἡ Ζαϊμικὴ πανάκεια καὶ ὁ ἐθνικὸς συνασπισμὸς καὶ ὅλαι αἱ μάταιαι προσπάθειαι, διὰ τῶν ὁποίων ἡ γενναιοψυχία τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως, προσεπάθησε νὰ ἐξευμενίσῃ τὴν λυσσῶσαν ἀντίδρασιν διὰ νὰ ἴδῃ τέλος τὴν συμφιλίωσιν εἰς τὰ πεδία τοῦ Νάρρες καὶ τοῦ Κιθαιρῶνος ἐπιτελουμένην μὲ τὰς ὀβίδας τῶν πυροβόλων. Ἐὰν δὲ τότε ἀπέτυχεν ἡ συμφιλιωτικὴ προσπάθεια ἐπιδιωκομένη ὑπὸ ἀνδρὸς ἀνεκτοῦ ἀπὸ ἀμφοτέρας τὰς μερίδας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ σήμερον, ὁπότε ἐπιδιώκεται ἀπὸ τὸν πολιτικὸν τὸν ὁποῖον τόσον ἀδίκως ὅσον καὶ ἀδιαλλάκτως μισεῖ μία μερὶς τοῦ Λαοῦ; Ἐπιτρέπονται ἐλπίδες συνεννοήσεως μεταξὺ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῶν ὁποίων μοναδικὰ κομματικὰ κεφάλαια εἶναι ὁ ἀντιβενιζελισμός των; Εἶναι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον καὶ δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος διὰ νὰ ἐννοήσητε ὅτι ἡ ἐπέμβασις τοῦ κ. Προέδρου εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος ἔβλαψε. Φοβοῦμαι μὴ ἀποβῇ ὀλεθρία. Φοβοῦμαι μήπως ζητῶν νὰ κάμῃ Δημοκρατίαν στερεὰν κάμῃ Δημοκρατίαν ἑνὸς κόμματος, Δημοκρατίαν προωρισμένην νὰ ζήσῃ τόσον, ὅσον θὰ εὑρίσκεται καὶ τὸ κόμμα τοῦτο εἰς τὴν Ἀρχήν. Φοβοῦμαι ἀκόμη μήπως δὲν προλάβῃ νὰ κάμῃ Δημοκρατίαν, μήπως ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς ἐκραγῇ πρὶν ἀκόμη φθάσωμεν εἰς τὸ δημοψήφισμα. Δὲν εἶναι μυστήριον, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐπανόδου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἤρξατο πυρετώδης ὀργάνωσις ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Δυναστείας ἔχουν ὡς βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα; Ἡ σατανικὴ ἱκανότης των εἰς τὸ προπαγανδίζειν εἶναι γνωστή, μέσα ἔχουσιν ἄφθονα, ὑλικὸν ἐπίσης· πληροφορίαι ὑπάρχουν ὅτι ἡ προπαγάνδα των ἐστράφη πρὸς τὸν Στρατὸν, ὅτι ὑπόσχονται εἰς τοὺς στρατιώτας ἀπόλυσιν, ἐὰν ἀνατρέψουν τὸ καθεστὼς κ.λ.π. Δὲν θέλω νὰ εἶμαι ὑπερβολικὸς ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι οὐδεμία ἀνησυχία ὑπάρχει διὰ τὸ μέλλον. Ἔχομεν, κύριοι, ἀνησυχίας καὶ μάλιστα ἀνησυχίας δεινὰς ὅταν διαισθανώμεθα ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνησυχίαν. Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ ἀντιλαμβανώμεθα καὶ τὶ δύναται νὰ πράξῃ ἡ ἀπελπισία τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπέχει ἐκ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ὑπὲρ τῆς Δυναστείας εἰς μίαν ἐποχὴν μάλιστα καθ’ ἣν αἱ δυσχέρειαι τοῦ βίου καθιστοῦν τόσον δύσκολον τὴν ζωὴν καὶ διὰ τίνων μέσων ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ προλάβῃ νέους ἐμφυλίους σπαραγμούς· Εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀντιλαμβανώμεθα, λέγω, καὶ φοβοῦμαι μὴ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἐσωτερικὴ διαμάχη λάβῃ κατεύθυνσιν ὀλεθριωτέραν. Ἡ προπαγάνδισις εἰς τοὺς στρατιώτας καὶ ἡ ἀναβίωσις τῶν ἐπιστρατικῶν συνδέσμων ὑπὸ τὰς συνταγματικὰς νεολαίας δὲν ἀποτελοῦν οἰωνοὺς καθησυχαστικούς. Εἴθε οἱ φόβοι ν’ ἀποδειχθοῦν ἀβάσιμοι καὶ ἡ τάξις νὰ περιφρουρηθῇ. Δυστυχῶς ὅμως ποτὲ μέχρι σήμερον οἱ φόβοι μου δὲν ἀπεδείχθησαν ἀβάσιμοι· τοὐναντίον ἑκάστοτε αἱ καταστροφαὶ ὑπερέβησαν τὰς προβλέψεις μου. Πλὴν ὅμως τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης καὶ ἀσφαλείας ἡ ὁποία ἐξασφαλίζεται μόνον διὰ σταθερᾶς καὶ ἀταλαντεύτου διοικήσεως τοῦ Κράτους καὶ ἄλλη ἀνάγκη ἐπείγουσα καὶ ἐπιτακτικὴ ἐπιβάλλει τὸν ταχύτερον τερματισμὸν τοῦ πολιτειακοῦ ἀγῶνος καὶ τὴν στερεὰν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος· ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξωτερικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Διατρέχομεν περίοδον πολιτικῶν ζυμώσεων καὶ προσπαθειῶν πρὸς συγκρότησιν διεθνῶν συνδυασμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογισθῶμεν ἐφόσον πολίτευμα δὲν ἐγκαθίσταται ἀποφασιστικῶς καὶ τελικῶς. Σὺν τοῖς ἄλλοις μειονεκτήμασιν οἱ συμφιλιωτικοὶ ἑλιγμοὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχουσι καὶ τοῦτο· παρέχουσι τὴν ἐντύπωσιν ὑπάρξεως ἐν Ἑλλάδι σήμερον ἰσχυρᾶς μερίδος προσκειμένης εἰς τὴν Δυναστείαν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν τῶν συνόρων μας ὅπως ἐγκαθιδρυθῇ τὸ νέον Πολίτευμα τὸ ταχύτερον, ὅπως ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀποκατάστασίς μας ἐξωτερικῶς, ὅπως ἀνασυγκροτηθῇ ὁ Στρατὸς καὶ ὁ Στόλος, ὅπως, τέλος, ἡ Ἑλλὰς ἀποκτήσῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. Καὶ διὰ τὴν ὑψίστην ταύτην ἀνάγκην, κύριοι πληρεξούσιοι, ποιοῦμαι εὐλαβῶς ἐπίκλησιν πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὅπως μὴ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὸ μέγα ἀληθῶς κῦρος τοῦ κ. Προέδρου ἀλλὰ νὰ ὑπερψηφίσῃ τῶν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν κατατεθέντων ψηφισμάτων μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτω πράττουσα περιφρουρεῖ τὴν Πατρίδα ἀπὸ μεγίστους κινδύνους. Ἐπίσης πειοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως μὴ θελήσῃ νὰ θεωρήσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν ψήφισιν τῶν δύο ψηφισμάτων τῶν σκοπούντων τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῆς ἐκκρεμότητος ὅπως δυνηθῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ν’ ἀπασχοληθῇ εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος μέτρων. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνω τὴν παραμονήν μου εἰς τὴν αἴθουσαν πέραν τῆς 8 παρὰ τέταρτον, θὰ ἐπρότεινα νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις τὴν Δευτέραν. Ἀλλ’ ἂν θέλετε νὰ συνεχισθῇ καὶ σήμερον, ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ὑπόσχομαι δὲ νὰ ἀναγνώσω εἰς τὰ πρακτικὰ ὅ,τι θὰ λεχθῇ.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν καὶ ὥραν 5 μ. μ. (Ὥρα 7.45′ μ.μ.)