1922.04.21
1,834 rows · 14,518 words · 136 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82α
Πέμπτη 21 Ἀπριλίου 1922
Προεδρία κ. Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ἐπιτροπὴ Ἑλλήνων ἀλυτρώτων Αἰγύπτου καὶ Σουδὰν διαμαρτύρεται ἐντόνως κατὰ τῶν περὶ εἰρήνης προτάσεων τῶν Συμμάχων Δυνάμεων καὶ παρακαλεῖ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅπως ἀψηφίσῃ οἱανδήποτε θυσίαν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν δικαίων. Τὸ ψήφισμα τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς. (ἀναγινώσκει). «Α. Ε. Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως Ἀθήνας. Χιλιάδες Ἑλλήνων ἀλυτρώτων Αἰγύπτου καὶ Σουδὰν μετ’ ἄλγους συναισθάνονται τὰς φοβερὰς δι’ αὐτούς, δι’ Ἑλληνισμὸν σύμπαν καὶ διὰ τὸν πολιτισμὸν συνεπείας, ἐκ τῆς τελευταίας σκληρᾶς ἀποφάσεως τῶν συμμάχων δυνάμεων περὶ ἐξώσεως ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἐντόνως διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἄδικον ἀθέτησιν καὶ παραβίασιν ὑπογεγραμμένων συνθηκῶν κατόπιν ἀνυπολογίστων προαιωνίων μαρτυρίων καὶ θυσιῶν συγχρόνου, ἀπελευθερωτικοῦ πολέμου, ἐξορκίζουσι συγχρόνως εἰς τὸν πατριωτισμόν των ἅπαντας τοὺς πληρεξουσίους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὅπως, πρὸ τῆς καταφώρου ἀδικίας καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ κινδύνου ἡνωμένοι ὅλοι καὶ ἀντάξιοι τῶν προγόνων ὑπὸ κοινῶν συναισθημάτων μιᾶς Μεγάλης Πατρίδος ἐμφορούμενοι, ἀψηφίσωσιν οἱανδήποτε θυσίαν ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἀπορρίψωσιν Ἑλληνοπρεπῶς τὰς προτάσεις τῶν ἰσχυρῶν». Ἐπιτροπὴ Ἀμύνης ἀλυτρώτων Ἑλλήνων Αἰγύπτου Ἡ «Πανελλήνιος Ἕνωσις τραυματιῶν πολέμου» ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικὸν πρὸς τὸ ἔργον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις ὡρίσθη διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ ἀφορῶντος αὐτοὺς νομοσχεδίου. Ἡ Βασιλικὴ χήρα Νικολάου Τσαλάκου δι’ αἰτήσεώς της ζητεῖ ὅπως τύχῃ συντάξεως, τοῦ συζύγου αὐτῆς ἰλάρχου, δολοφονηθέντος ἐν ταῖς φυλακαῖς Λαμίας ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς τότε τυραννίας. Τὸ προσωπικὸν τῆς Ἑταιρείας ἀεριόφωτος ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ αὐξήσεως ἐλαχίστου συντηρήσεως καὶ ἐλαττώσεως τοῦ ποσοστοῦ τῆς συνθετικῆς φορολογίας. Ὁ σύνδεσμος Βιομηχάνων Μακεδονίας ζητεῖ ὅπως διαταχθῶσιν αἱ Τράπεζαι νὰ παραδώσωσιν εἰς τοὺς βιομηχάνους τὰς ὑπαρχούσας φορτωτικὰς τῶν ὁποίων αἱ συμβάσεις ἐγένοντο πρὸ τῆς 25 Μαρτίου. Ὁ Νικόλαος Δημόπουλος, ἀπόστρατος ἀντισυνταγματάρχης δι’ αἰτήσεώς του ζητεῖ τὴν ἐπαναφορὰν αὐτοῦ ἐν τῷ στρατεύματι συμφώνως τῷ Νόμῳ 2644. Οἱ πληρεξούσιοι Λέσβου κ.κ. Γ. Κάλδης, Α. Παπαγεωργίου, Ν. Παρίτσης, Δ. Σάββας κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 2566 περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἀδειῶν ἐξαγωγῆς ἐλαίου». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Ι. Λυγινός, Α. Μάτεσις, Θ. Ζαΐμης, Μ. Γερουλᾶνος, Ε. Κώνστας κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν εἰς τὸν νόμον 2024. Ὁ πληρεξούσιος κ. Χ. Μητσόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν περὶ μετατροπῆς τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ν. Θεοτόκης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως προστίμων ἐπιβληθέντων κατὰ τὰς ἐπιτάξεις κτηνῶν καὶ ὀχημάτων κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστράτευσιν». Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Σπ. Κουμουνδοῦρος, Π. Ρεδιάδης καὶ Ε. Ἐμπειρῖκος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2740 νόμου τῆς 16 Αὐγούστου 1921 «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν κειμένων διατάξεων περὶ ταμείου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν αὐτοῦ».
§3Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§5Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου περὶ δανείου, ἐθέσαμεν μίαν προθεσμίαν τριῶν μηνῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ συναλλαγαὶ δύνανται νὰ γίνωνται κατὰ ἥμισυ εἰς Γεωργίους Σταύρους καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς στέμματα διὰ τὰ προηγούμενα χρέη. Αὐτὸ τὸ ἐκάμαμεν ἀκριβῶς διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὰς συναλλαγὰς καὶ νὰ μὴ ἐπιφέρωμεν στενοχωρίαν κυρίως εἰς τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς τάξεις. Ἀλλ’ ἔχομεν πολλὰς πιέσεις ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνους χάριν τῶν ὁποίων ἐθέσαμεν τὸ ὅριον αὐτό, ὅτι καλὸν θὰ εἶναι νὰ συντομευθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἡ περίοδος αὕτη, διότι δυστυχῶς ὑπάρχουσιν καὶ οἱ ζητοῦντες νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τοῦ τοιούτου. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως νομοσχέδιον, δι’ οὗ συντομεύεται ἡ περίοδος αὕτη μέχρι τῆς 10 Μαΐου.
§6ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἐπέλθῃ πανικός.
§7Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν θὰ ἐπέλθῃ κανεὶς πανικός, διότι ὅλοι οἱ βιομήχανοι, ὅλαι αἱ Τράπεζαι αἱ ἐνταῦθα τοὐλάχιστον, καὶ τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια κλπ. μοῦ ἐζήτησαν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§8Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ διάταξις ἐτέθη ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων.
§9Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἴδιον εἶναι.
§10Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον. Βεβαίως ὀφειλέται εἶναι καὶ αὐτοί. Ἀλλὰ κυρίως ἀφορᾷ τοὺς ἰδιώτας ὀφειλέτας, πρὸς τοὺς ὁποίους παρέχεται τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ νὰ ἐξοφλῶσι διὰ τοῦ παλαιοῦ νομίσματος ἐντὸς τῆς τριμήνου προθεσμίας τὰς ὀφειλάς των.
§11Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ναί, ἀλλὰ διὰ τούτου ἐδημιουργήσαμεν πρατήρια εἰς ὅλας τὰς γωνίας τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῶν ὁποίων πωλοῦνται στέμματα εἰς τοὺς ὀφειλέτας διὰ νὰ μεταβοῦν αὐτοὶ νὰ πληρώσουν τὰ χρέη των. Τοῦτο θέλομεν νὰ σταματήσωμεν.
§12Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει ἄλλη μέθοδος διὰ νὰ σταματήσωμεν.
§13Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτό.
§14Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μᾶς ὑποχρεώσητε ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ μᾶς ἀνακοινώσητε τὰς δικαιολογίας καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν εἰς ὑμᾶς καὶ ἐφ’ ὧν στηρίζονται καὶ ζητοῦσι τοῦτο.
§15Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ζητοῦν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ μόνον καὶ ὅτι κατήντησεν νὰ εἶναι εἶδος ἐμπορίας τὰ στέμματα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄχι συμφέρον καὶ διὰ τὸ δάνειον, καὶ ἡ ἐμπορία αὐτὴ τῶν στεμμάτων πρέπει ἀπολύτως νὰ σταματήσῃ.
§16Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλω μίαν σκέψιν. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ νόμος περὶ δανείου ἐψηφίσθη, τὰ στέμματα ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς τοκοφόροι ὁμολογίαι τοῦ Κράτους καὶ δὲν γνωρίζω, τότε, κατά τὶ τὰ στέμματα διαφέρουσι τῶν λοιπῶν ὁμολογιῶν τῶν ἄλλων δανείων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν.
§17Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει διαφορά, ἡ ὁποία ἄν δὲν εἶναι οὐσιώδης εἶναι ὅμως ψυχολογική, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὰς ὁμολογίας εἰς τὰς χεῖράς μας, ἵνα δώσωμεν ταύτας ἀντὶ τῶν στεμμάτων.
§18Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ στέμματα ὁμολογίαι εἶναι.
§19Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, ἀφοῦ ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ ἤδη ψηφισθέντος νόμου, ἄν εἶναι δυνατὸν ὡς ἄρθρον 2ον νὰ μελετήσητε καὶ τὸ ἑξῆς ζήτημα, καὶ ἄν εἶναι δυνατόν, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὡς γνωρίζετε, ἐντὸς τοῦ μηνὸς τούτου οἱ ἰδιοκτῆται οἰκοδομῶν πρόκειται νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον, τὸν καλούμενον συνθετικόν.
§20Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὅλοι οἱ φορολογούμενοι θὰ καταβάλουν τὸν συνθετικὸν φόρον;
§21Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ κυρίως διαβιβάζω παράπονον ἐκ πολλῶν συμπολιτῶν μου ἰδιοκτητῶν οἰκοδομῶν, ὧν τινὲς εἶναι πτωχοί. Τὶ συμβαίνει λοιπόν; Κατὰ τὸν νόμον, ὅν ἐψηφίσαμεν, ὁ συνθετικὸς φόρος πρέπει νὰ καταβληθῇ εἰς Γεωργίους Σταύρους· ἐνῷ λοιπὸν ὁ νομοθέτης ἀναγκάζει τὸν ἰδιοκτήτην νὰ καταβάλῃ ὁλόκληρον τὸν συνθετικὸν φόρον εἰς Γεωργίους Σταύρους, αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἰδιοκτήτης τὰ ἐνοίκια λαμβάνει κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς Σταύρους καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς στέμματα. Ἑπομένως, ἵνα πληρώσῃ τὸν φόρον, πρέπει νὰ εὕρῃ ἄλλο τόσον ποσόν, ἵνα γένηται ἐνήμερος. Αὐτὸ εἶναι ἄδικον. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ αὐτὸ Κράτος, ὅπου ζητεῖ ἀπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον ὁλόκληρον εἰς Γεωργίους Σταύρους, τὸ αὐτὸ Κράτος νὰ λέγῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ ὑμῶν πρέπει νὰ καταβάλωσι τὸ μίσθωμα εἰς Γεωργίους Σταύρους καὶ εἰς στέμματα; Ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἐπιείκειαν ὑμῶν καὶ τὴν νομιμοφροσύνην, καὶ παρακαλῶ, ἄν εἶναι δυνατόν, νὰ προστεθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Διότι ἰδοὺ τὶ θέλει συμβῆ. Μὴ ἔχοντες οἱ ἰδιοκτῆται τοσαῦτα ποσὰ ἕτοιμα νὰ καταβάλωσι δι’ ὁλόκληρον τὸν φόρον, ὅστις, σημειώσατε καλῶς, δὲν εἶνε δυνατὸν εἰ μὴ νὰ καταβληθῇ ὁλόκληρος, θέλουσιν ἀναβάλει τὴν πληρωμήν.
§22Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς ἔχω νομοσχέδιον ἕτοιμον τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ αὔριον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ συνθετικὸς φόρος κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θὰ πληρωθῇ εἰς τρεῖς δόσεις καὶ οὐχὶ ἅπαξ.
§23Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλητε παρακαλῶ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν περίπτωσιν ὅτι οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀπαιτητοὶ μετὰ τὴν πρώτην Ἀπριλίου θὰ πληρώνωνται μὲ τὸ νέον νόμισμα. Θὰ εἶναι δίκαιον λοιπὸν ἐπειδὴ ἐπῆλθον δυσχέρειαι ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δανείου εἰς τὰς συναλλαγὰς νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς καταβολῆς τῶν φόρων τούτων κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα εἰς τρόπον ὥστε νὰ διευκολυνθῶσιν αἱ συναλλαγαί.
§24Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει. Προχωρῶ διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω μερικὰς ἐπεξηγήσεις. Παρουσιάζεται ἐδῶ μία περίπτωσις, ἡ περίπτωσις τῶν δοσοληψιῶν τῶν Τραπεζῶν. Ἡ Τράπεζα λέγει, ὅτι ἄν εἰς τὰς 10 Μαΐου, ὁπότε θὰ λήξῃ ἡ περίοδος κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ὀφειλαὶ δύνανται νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς Γεωργίους Σταύρους καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς στέμματα, ἐὰν κατὰ τὰς 10 Μαΐου παρουσιασθῶσιν εἰς μίαν Τράπεζαν ἑκατὸν ἑκατομμύρια πρὸς πληρωμὴν ἐκ τῶν ὁποίων τὰ πεντήκοντα ἑκατομμύρια εἰς Γεωργίους Σταύρους, καὶ τὰ ἕτερα ἑκατομμύρια εἰς στέμματα, ἐγὼ θὰ εὑρεθῶ, λέγει ἡ Τράπεζα τὴν ἐπαύριον μὲ πενήντα ἑκατομμύρια στέμματα καὶ τοῦτο θὰ κλονίσῃ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι. Λέγουσιν λοιπὸν αἱ Τράπεζαι: ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην ἡ ἀποδοχὴ τῶν ὀφειλομένων εἰς ἡμᾶς νὰ σταματήσῃ εἰς τὰς 10 Μαΐου, ἡμεῖς ὅμως νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ἐπί τινας ἡμέρας ἐπὶ πλέον νὰ πληρώνωμεν μὲ Σταύρους καὶ μὲ στέμματα. Τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὸ σκεφθῇ καὶ ἀπήντησα ὅτι τοῦτο ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὑπὸ τὸν ἑξῆς ὅρον. Δέχομαι τοῦτο νὰ σᾶς παρατείνω ἐπὶ 10 ἡμέρας τὸ δικαίωμα νὰ πληρώνετε σεῖς εἰς Γεωργίους Σταύρους τὸ ἥμισυ καὶ εἰς στέμματα τὸ ἕτερον ἥμισυ, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς λήξεως δηλ. τὴν 20ὴν Μαΐου ἔχητε εἰς τὰ Ταμεῖα σας στέμματα τόσου ποσοῦ ὅσον θὰ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ἀρχικοῦ καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου σας.
§25ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν τὸ ἐννοοῦμεν.
§26Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τὸ ἐξηγήσω σαφέστερον. Ἐγὼ ὀφείλω εἰς τὴν Τράπεζαν 1.000.000, μέχρι τῆς 10 Μαΐου δύναμαι νὰ προσκομίσω 500 χιλιάδας Γεωργίους Σταύρους καὶ 500 χιλιάδας εἰς στέμματα, εἰς τὰς 11 Μαΐου θὰ πληρώσω τὴν ὀφειλήν μου εἰς μόνον Σταύρους. Ἡ Τράπεζα θὰ ζητεῖ νὰ διαφυλάξῃ τὸ δικαίωμα μέχρι τῆς 20 Μαΐου νὰ πληρώνῃ εἰς Σταύρους τὸ ἥμισυ, καὶ εἰς στέμματα τὸ ἕτερον ἥμισυ. Σκοπὸς της εἶναι τῆς Τραπέζης ἐὰν ἔχῃ φορτωθῇ τὴν 10ην Μαΐου μὲ στέμματα πολλά......
§27ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νὰ τὰ ξεφορτωθῇ.
§28Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀφήσατε νὰ τελειώσω τὴν φρᾶσιν, δὲν θὰ τὰ ξεφορτωθῇ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν ὑποχρεώνω εἰς τὰς 20 Μαΐου νὰ ἔχῃ τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου της καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ της εἰς στέμματα, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τῶν κεφαλαίων της νὰ τὸ ἔχῃ ἐνδύσῃ εἰς ὁμολογίας τοῦ δανείου. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει 150.000.000 εἰς ἀποθεματικὸν κεφάλαιον, ὅταν τὴν ὑποχρεώσω τὰ 75.000.000 νὰ τὰ ἔχῃ εἰς ὁμολογίας, δὲν εἶναι ἀρκετόν;
§29ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἰσότης, ἡ Τράπεζα δὲν θ’ ἀποδώσῃ τὰς καταθέσεις εἰς ὡρισμένους.
§30Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναται αὐτὰς τὰς καταθέσεις νὰ τὰς δώσῃ πρὸ τῆς 10ης Μαΐου.
§31Ο ΑΥΤΟΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Διατὶ τὰς διευκολύνετε;
§32Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς διευκολύνω διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ἀναλάβωσιν αἱ Τράπεζαι 250.000.000 ὁμολογίας τοῦ δανείου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι πολὺ συμφέρον διὰ τὸ δάνειον. Ἡ Συνέλευσις ἂς ἀποφασίσῃ. Προχωρῶ περαιτέρω. Εἰς τὸν νόμον ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον 7 κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ὅτι ὅταν ἡ πληρωμὴ θὰ γίνεται δι’ ὁμολογιῶν θὰ ἐκπίπτωνται οἱ δεδουλευμένοι τόκοι. Τούτου ἐγένετο μεγάλη παρερμηνεία ἰδίως διὰ τὰς καταθέσεις τῶν Τραπεζῶν, ἡ ὁποία πρέπει ν’ ἀρθῇ. Ἡ παρερμηνεία εἶναι ἡ ἑξῆς. Παρουσιάζεσθε νὰ λάβητε μίαν κατάθεσιν, ἡ Τράπεζα σᾶς παρουσιάζει τὸ ἥμισυ εἰς Γεωργίους Σταύρους, καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς στέμματα, σᾶς λέγει ὅμως περαιτέρω, ὅτι σᾶς κρατεῖ αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ τὸν δεδουλευμένον τόκον. Τοῦτο δὲν εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια· ἡ ἀληθὴς ἔννοια εἶναι ὅτι τὴν 31ην Μαρτίου ἡ κατάθεσίς μου ἐχωρίσθη εἰς δύο εἰς ὁμολογίας καὶ εἰς κεφάλαια. Αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ μοὶ ἀνήκουσιν, ὥστε δὲν δικαιοῦται ἡ Τράπεζα νὰ μοῦ κρατήσῃ τὸν τόκον· τὰ στέμματα θὰ θεωρῶνται ὡς ἰδιοκτησία τοῦ καταθέτου ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 31 Μαΐου.
§33Ε. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Τὰ εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν ὡς δεδουλευμένοι τόκοι τὶ θὰ γίνωσι;
§34Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θ’ ἀποδοθῶσι. Τώρα παρακαλῶ ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐγκρίνῃ νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον;
§36ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§37Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὄχι μόνον νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§38Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω. Νομοσχέδιον τοιοῦτο δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχομεν καὶ ἄλλο καθῆκον, νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τοὺς δημοσίους Ταμίας νὰ παύσουν νὰ κρατοῦν τοὺς τόκους κατὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν καταθέσεων.
§39Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ διέταξα ἤδη.
§40Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον κηρύσσεται κατεπεῖγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος «περὶ Θρησκείας». Ὁ κ. Α. Μάτεσις ἔχει τὸν λόγον.
§42Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τὸ ἄρθρον περὶ οὗ πρόκειται, τὸ πρῶτον ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ὁμιλοῦν περὶ τῆς θρησκείας νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ σαφὲς λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπὶ πλέον τῶν 100 ἐτῶν, (καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως διατὶ λέγω πλέον τῶν ἑκατὸν ἐτῶν), περὶ τὰ 120 ἔτη, ἰσχύος, καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, οὕτως ὥστε ἡ ἔννοια του νὰ εἶναι ἀνεπίδεκτος πάσης ἀντιθέτου ἑρμηνείας καὶ νὰ ἔχῃ ἀποκτήσει τὴν σαφήνειαν τὴν ὁποίαν τινὲς ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων παρελθόντες τὸ βῆμα τοῦτο ἀπῄτησαν. Οὕτως ὡς πρὸς τὴν φράσιν «ἐπικρατοῦσα θρησκεία», ποίαν ἀσάφειαν δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ; Ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει ὡς θρησκείαν κρατικήν. Ἡ φράσις «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» τοῦτο ἠθέλησε νὰ σημάνῃ, ὅτι εἶναι ἡ θρησκεία, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος θεωρεῖ ὡς οἱονεὶ συμβαδίζουσαν καὶ συνυπάρχουσαν μετ’ αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο ἐκ λόγων ἱστορικῶν. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ θρησκεία ἡμῶν, ἡ ἐκκλησία ἡμῶν ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας ἀπετέλει μίαν καὶ συναφῆ ἔννοιαν πρὸς τὸν δημόσιον βίον τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ ἐκκλησία ἡμῶν εἶχε πολιτικὴν ἀποστολὴν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς κατακτήσεως. Ἡ ἐκκλησία ἡμῶν συνδέεται πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τοῦ γένους, διότι ὁ παρὰ τὸν Βόσπορον Πατριάρχης ἦτο ὁ ἀνεγνωρισμένος προστάτης καὶ πράγματι πολιτικὸς ἀρχηγὸς ὁλοκλήρου τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, ὁλοκλήρου τοῦ Γένους τῶν ὀρθοδόξων, Ἑλλήνων τε καὶ μὴ. Καὶ δι’ αὐτὸ, οἱ συντάσσοντες τὸ Σύνταγμα κατ’ ἀνάγκην ἐθεώρησαν τὴν θρησκείαν ὡς συμβαδίζουσαν καὶ μέλλουσαν νὰ συμβαδίζῃ πάντοτε μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἄλλα Συντάγματα θέλοντα νὰ ἐκφράσωσι τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, μεταχειρίζονται διαφόρους διατυπώσεις. Ἄλλα λέγουσι «Θρησκεία τοῦ Κράτους». Τὸ Σύνταγμα τὸ Ἰταλικὸν λέγει ὅτι «ἡ Ρωμαϊκὴ καθολικὴ ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐθνικὴ θρησκεία τοῦ Κράτους». Τὸ Ἰσπανικὸν Σύνταγμα λέγει. «ἡ καθολικὴ ἐκκλησία εἶναι θρησκεία τοῦ Κράτους» καὶ τὸ Σερβικὸν Σύνταγμα λέγει «ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ ἐκκλησία εἶναι ἡ θρησκεία τοῦ Κράτους». Ἡ Δανία ὀνομάζει τὴν Ἐκκλησίαν αὐτῆς «Ἐθνικὴν Ἐκκλησίαν». Εἰς τὴν Νορβηγίαν ἔχουσι τὴν φρᾶσιν «ἐπίσημος θρησκεία». Εἰς τὴν Ρουμανίαν τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν ὀνομάζουσιν «ἐπικρατοῦσαν» ὡς καὶ ἡμεῖς, καὶ ἴσως μετέφρασαν κατὰ τοῦτο τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα. Ἑπομένως νομίζω ὅτι οὐδεμία ἀσάφεια ὑπάρχει εἰς τὴν διατύπωσιν «ἐπικρατοῦσα θρησκεία». Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν δευτέραν ἔννοιαν «γνωστὴ θρησκεία». Ἐνταῦθα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ διακεκριμμένος καὶ φίλτατος ἐκ Κυκλάδων πληρεξούσιος κ. Μαρκεζίνης νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν. Εἶπεν ὅτι διὰ τῆς φράσεως «γνωστὴ θρησκεία» ἐννοεῖται πᾶσα θρησκεία, ἡ ὁποία ἔπαυσε νὰ εὑρίσκηται εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀποκρύφου, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐξέλθει εἰς τὴν δημοσιότητα, λαμβάνει τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς γνωστῆς καὶ ἑπομένως δικαιοῦται νὰ τυγχάνῃ τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ἄρθρου πρώτου ὥρισε τὸ Σύνταγμα ἡμῶν. Νομίζω τοῦτο εἴπατε.
§43Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ναί, ἀλλὰ νὰ στηρίζεται ἐπὶ βάσεων ἠθικῶν διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ νὰ μή ἔχῃ ἀποκρύφους σκοποὺς ἀνατρεπτικούς.
§44Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Σεῖς προσθέσατε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει τὸ πολίτευμα ἡμῶν, διότι τὸ πολίτευμα ἡμῶν λέγει κατόπιν ὅτι «τὰ τῆς λατρείας αὐτῶν τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων». Διὰ τῆς φράσεως «ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων» λέγεται μὲν μετὰ ἁβρότητος, ἀλλ’ ὑποδεικνύεται σαφῶς ὅτι διὰ νὰ εἶναι μία θρησκεία ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, βεβαίως θέλει συμμορφροῦσθαι πρὸς τοὺς νόμους τούτους. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν νόμους διὰ τῶν ὁποίων καθορίζονται αἱ κοινωνικαὶ σχέσεις, μία θρησκεία, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀντίθετος πρὸς τοὺς νόμους τούτους δὲν θὰ ἐτύγχανε τῆς προστασίας των. Πάντοτε ὅμως ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὴν λέξιν «γνωστὴ» εἶναι ὅτι ἐξῆλθεν ἀπὸ τοῦ σταδίου τῆς ἀποκρύφου καὶ κατέστη γνωστὴ εἰς τὸ κοινόν. Δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην. Ἡ φράσις «γνωστὴ θρησκεία» σημαίνει θρησκείαν, τῆς ὁποίας ἡ ὕπαρξις ὡς θρησκείας ὑφισταμένης καὶ ἀσκουμένης ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῆς ἀνθρωπότητος.
§45Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ κοινὴ συνείδησις ἀναγνωρίζει βεβαίως τὰ ἐθνικὰ ἐρείσματα τῆς θρησκείας.
§46Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Δὲν λέγω τὸ ἀντίθετον. Ἀλλ’ εἴμεθα ἐπὶ ὅλως διαφόρου ἐδάφους. Δύναται μία θρησκεία νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ ἠθικὰ στοιχεῖα, δύναται μάλιστα νὰ ὑπερθεματίζῃ εἰς ἠθικότητα ἀπὸ ἄλλας θρησκείας, ἤδη ὑφισταμένας, δύναται νὰ γεννηθῇ μία θρησκεία ἡ ὁποία τὴν θυσίαν ἀκόμη νὰ τὴν ἀνυψώσῃ περισσότερον παρ’ ὅ,τι τὴν ἀνύψωσε τὸ Εὐαγγέλιον, ἐὰν ἦτο τοῦτο δυνατόν. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι καθίσταται γνωστὴ ἡ θρησκεία. Γνωστὴ εἶναι ἡ θρησκεία, ὅταν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐν τῇ παρόδῳ τῆς ἱστορίας ἡ κοινὴ συνείδησις τῆς ἀνθρωπότητος ἀπεδέχθη ὡς θρησκείας ὑφισταμένας καὶ ἀσκουμένας ὑπὸ ὁμάδων τοιούτων ὥστε ἡ κοινὴ συνείδησις τῆς ἀνθρωπότητος ἀναγκάζει αὐτάς. Θρησκεία γνωστὴ εἶναι λ.χ. ὁ Μωαμεθανισμός, καὶ οἱαδήποτε ἄλλη ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ κοινὴ συνείδησις τῆς ἀνθρωπότητος ἀναγνωρίζει ὡς ἱστορικῶς ὑφισταμένας. Ἀλλὰ δὲν δύναται ἄρα γε ἐν τῷ παρόντι νὰ δημιουργηθῇ μία νέα θρησκεία νὰ περιέχῃ βάσεις ἀξίας σεβασμοῦ, ὡς αἱ βάσεις τῶν ὑπαρχόντων θρησκευμάτων; Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν τοιαύτην θρησκείαν δὲν δύναται νὰ θέσῃ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὰς γενικὰς θρησκείας καὶ πολὺ ὀρθῶς. Δὲν ὑπάρχει λόγος ὅπως ἀναλάβῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύῃ πᾶσαν δοξασίαν, καὶ πᾶσαν λατρείαν, ἡ ὁποία ἤθελε παρουσιασθῇ μὲ ἀξιώσεις θρησκείας, ὅσον καὶ ἄν αὕτη εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην ἠθικότητα. Ἀφίνει ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως, ἐλευθερίαν συνειδήσεως. Δύναται πᾶς τις νὰ σκέπτεται καὶ νὰ πρεσβεύῃ ὅ,τι φρονεῖ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Αον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ δικαιοῦται ἐκ τοῦ Συντάγματος, πρὶν ἤ φθάσῃ εἰς σημεῖον ἐκεῖνον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῆς κοινωνίας καὶ δὴ ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῆς ἀνθρωπότητος ὡς θρησκεία ὑφισταμένη καὶ ἀσκουμένη.
§47Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ κριτήριον καὶ ἡ ἀπόδειξις ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό;
§48Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Εἶναι ἡ κοινὴ συνείδησις τῆς ἀνθρωπότητος. Τοῦτο εἶναι πραγματικὸν γεγονὸς καὶ ὡς γνωρίζετε, τὰ πραγματικὰ γεγονότα δὲν δύνανται νὰ λυθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων. Ἀρκεῖ νὰ τεθῇ τὸ γνώρισμα.
§49Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὅπως τὸ θέτετε εἶναι πολὺ ρευστόν.
§50Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Εἶναι ζήτημα πραγματικόν. Ἀρκεῖ νὰ τεθῇ ὁ γενικὸς χαρακτηρισμός.
§51ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐφ’ ὅσον μία θρησκεία δὲν ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους εἶναι ἀνεκτὴ ἀπὸ ὅλους.
§52Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἤδη ὁμιλοῦμεν περὶ προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Κράτος εἰς πᾶσαν θρησκείαν γνωστήν. Καὶ δὲν εἶναι τὸ Κράτος ὑπόχρεον νὰ δώσῃ τὴν προστασίαν ταύτην εἰς πᾶν δόγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε προέλθῃ ἐξ οἱασδήποτε ἀνθρωπίνης διανοίας ἐντὸς τοῦ κράτους, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ὁ δημιουργὸς τῆς νέας θρησκείας νὰ παρουσιάσῃ ἀπέναντι τῆς Πολιτείας ὡς γνωστὸν, διότι τὸ ἀνεκάλυψεν αὐτός. Καὶ εἶπον ὅτι εἶναι σοφὸν κατὰ τοῦτο τὸ Πολίτευμα ἡμῶν. Διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσωμεν πᾶσαν οἱανδήποτε δοξασίαν, ἡ ὁποία ἤθελε γεννηθῇ εἰς τὴν διάνοιαν θρησκολήπτων τινῶν, ἠθέλομεν καταστήσῃ τὸ ἔδαφος τὸ ἑλληνικόν, ἔδαφος θρησκευτικῶς ἄγονον. Καὶ οὐδὲν χεῖρον τοῦ νὰ εἰσέλθῃ εἰς μίαν κοινωνίαν ἡ ἀσθένεια τῆς θρησκοληψίας. Ἔγινε μεγάλη συζήτησις καὶ ὡς πρὸς τὴν λέξιν «ἀνεκτή». Καὶ ἐθεωρήθη ὑπό τινων ὅτι, τοῦτο εἶναι οἱονεὶ προσβλητικὸν καὶ μειωτικόν, διὰ τὰς ἄλλας θρησκείας ἀπέναντι τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ἡ ἀντίληψις αὕτη δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος. Ὅταν οἱ συντάξαντες τὸ Πολίτευμα τοῦ 1884 μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν εἰς τὰ ἄλλα θρησκεύματα τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ εἶχον ὑπ’ ὄψιν των, δηλαδὴ νὰ δημιουργήσωσι νομικὴν κατάστασιν καθ’ ἣν νὰ ἀπαγορεύηται εἰς τὴν νομοθεσίαν, ὅπως ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῶν ἄλλων γνωστῶν θρησκειῶν καὶ ἐπιφέρῃ τὸ ἐλάχιστον κώλυμα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν αὐτῶν, ἐσκέφθησαν νὰ εὕρωσι τὴν λέξιν διὰ τῆς ὁποίας θὰ διετυποῦτο ἡ ἀντίληψις αὕτη. Ἠθέλησαν νὰ δημιουργήσωσι τοιαύτην κατάστασιν ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ τὴν ὁποίαν ν’ ἀπαγορεύηται εἰς τὴν νομοθεσίαν ὅπως παρακωλύῃ τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν πάσης θρησκείας γνωστῆς. Πρὸς τοῦτο προσέτρεξαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Ἑλληνικῶν Πολιτευμάτων. Ὁ ἔντιμος καὶ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συνάδελφος καὶ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κ. Λεβίδης ὑπέμνησεν ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰ Ἑλληνικὰ Πολιτεύματα, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς ἐπαναστάσεως διὰ τῆς Νομικῆς Διατάξεως τῆς Ἀνατολικῆς Χέρσου Ἑλλάδος καὶ τῆς Αʹ Συνελεύσεως τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ ἀνεκήρυσσον τὸ δόγμα τῆς ἀνεξηθρησκείας. Εἶναι ὅμως πολὺ ἀρχαιότερον διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ διὰ τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν τὸ δόγμα τοῦτο. Ἀνάγεται συνταγματικῶς εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 18ου αἰῶνος. Κατὰ τὸ ἔτος 1803 ἐψηφίσθη ἐν Κερκύρᾳ τὸ Ἰόνιον Σύνταγμα. Ἴδετε πόσον ἡ ἑλληνικὴ συνείδησις ἐν τῇ ἱστορίᾳ εἶναι ἀμετάβλητος εἰς τὰς ἐρριζωμένας αὐτῆς πεποιθήσεις ἐπὶ τῶν μεγάλων πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν ἀντιλήψεων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Ἰόνιον Σύνταγμα τοῦ 1803. «Ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξος ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία τοῦ Κράτους. Ἡ Καθολικὴ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία εἶναι εὐνοουμένη καὶ προστατευομένη, Πᾶσα ἄλλη λατρεία εἶναι ἀνεκτή». Ἔρχεται κατόπιν τὸ Ἰόνιον Σύνταγμα τοῦ 1806 ἐν τίτλῳ 1 καὶ λέγει. «Ἡ Ἑλληνικὴ ὀρθόδοξος θρησκεία εἶναι ἐπικρατοῦσα. Ἡ καθολικὴ Ρωμαϊκὴ εἶναι εὐνοουμένη καὶ προστατευομένη. Πᾶσαι αἱ θρησκεῖαι εἰσὶν ἀνεκταί». Μετὰ θαυμασίας λακωνικότητος. Διὰ τοῦ Κεφαλαίου 1ου, ἄρθρου 3 τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817 πάλιν ἐπαναλαμβάνει» «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία τῶν κρατῶν τούτων—διότι ἦσαν τὰ ἡνωμένα κράτη τῶν Ἰονίων νήσων—εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία». Ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ Αʹ τμήματος τοῦ 5ου Κεφαλαίου τοῦ αὐτοῦ Συντάγματος καθορίζεται. «Ἡ Καθολικὴ Ρωμαϊκὴ ἐκλησία εἰδικῶς προστατεύεται. Πᾶσα ἄλλη μορφὴ θρησκείας ἔσται ἀνεκτή».
§53Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Παραλείπουσιν τὴν λέξιν «γνωστή».
§54Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Βεβαίως διότι ὅταν λέγωσι «θρησκεία» ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἦτο θρησκεία ἡ ὁποία ν’ ἀσκῆται ὡς τοιαύτη. Αὐτὴ ὑποθέτω ἦτο ἡ ἀντίληψίς των. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἐπαναστατικὰς διατάξεις. Ἡ νομικὴ διάταξις, ὡς καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐπιδαύρου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι, καθ’ ἥν στιγμὴν συνετάσοντο, εἶχον ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν καὶ τὰ Ἰόνια Πολιτεύματα. Ἡ Νομικὴ διάταξις λέγει «Ἄν καὶ ὅλας τὰς θρησκείας καὶ γλώσσας δέχεται ἡ Ἑλλὰς καὶ τὰς τελετὰς καὶ κάμνει χρῆσιν αὐτῶν, κατ’ οὐδένα τρόπον δὲν ἐμποδίζει τὴν Ἀνατολικὴν ὅμως τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καὶ τὴν σημερινὴν γλῶσσαν, ἃς μόνας ἀναγνωρίζει ὡς ἐπικρατούσας, θρησκείαν καὶ γλῶσσαν τῆς Ἑλλάδος». Βλέπετε ὅτι δὲν ἔχει τὴν λέξιν «ἀνεκτὴ». Ἔχει ὅμως τὴν λέξιν «δέχεται». Εἶναι ἡ αὐτὴ ἔννοια. Κατὰ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐπιδαύρου τοῦ 1822. «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν καὶ αἱ τελεταὶ καὶ οἱ ἱεροπραξίαι ἑκάστης τελοῦνται ἀκωλύτως». Τὰ αὐτὰ λέγει τὸ τῆς ἐν Ἄστρει Συνελεύσεως προσωρινὸν πολίτευμα τὸ ὁποῖον καθὼς γνωρίζετε ἦτο τὸ ἴδιον πολίτευμα· τὸ ὁποῖον ὠνομάσθη «Νόμος τῆς Ἐπιδαύρου». Διαφέρει μόνον τὸ Πολίτευμα τῆς ἐν Τροιζῆνι Συνελεύσεως, ὅπερ ὅμως οὐδέποτε ἐφηρμόσθη καὶ ὅπερ λέγει. «Καθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπαγγέλλεται τὴν θρησκείαν του ἐλευθέρως καὶ διὰ τὴν λατρείαν αὐτῆς ἔχει ἴσην ὑπεράσπισιν. Ἡ δὲ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι Θρησκεία τῆς Ἐπικρατείας»
§55Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἶναι σαφεστάτη ἡ διατύπωσις.
§56Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὅταν λοιπὸν οἱ ἡμέτεροι πρόγονοι τοῦ 1844 ἠθέλησαν νὰ διατυπώσουν τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ Συντάγματος, εὑρέθησαν πρὸ μιᾶς ἱστορίας. Δὲν ἠθέλησαν νὰ θίξουν τὴν ἱστορίαν. Καὶ εἶχον βαθυτάτην καὶ τὴν ἀντίληψιν, διότι εἶχον ἤδη πρὸ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1800 μίαν συνέχειαν μέχρι τοῦ 1844, ἡμίσεος περίπου αἰῶνος, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον σχηματίσει τὴν πεποίθησιν αὐτῶν ὅτι διὰ τῶν φράσεων τούτων ἐξυπηρετεῖτο ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον εἶχον ἐν τῇ ψυχῇ των, ἐξυπηρετεῖτο δηλαδὴ ἡ πλήρης ἀνεξιθρησκεία, ἐξυπηρετεῖτο τὸ τελείως ἀκώλυτον πάσης ἄλλης θρησκείας εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς λατρείας αὐτῆς. Ἑπομένως ὑποκύπτοντες εἰς τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν οὐδόλως ἔθιγον τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, οὐδόλως ἔθιγον τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀσκήσεως τῆς λατρείας ἑκάστης τῶν θρησκειῶν.
§57Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Εἶναι jacro ganli αὐταὶ αἱ λέξεις.
§58Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Αἱ λέξεις αὐταί, αἱ ἤδη ὑφιστάμεναι, πραγματικῶς ἀποδίδουσι τὴν ἱστορικὴν ἀλληλουχίαν μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἔδωσε νύξιν ἀντιθέτου ἑρμηνείας. Δὲν βλέπω τίς θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ζητήσωμεν ὅπως καινοτομήσωμεν διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν λέξεων. Ἐν τούτοις θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἐπανέλθω εἰς τοῦτο εἰς τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας μου. Ἄς ἴδωμεν ἤδη τὶ λέγουσιν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τὰ Συντάγματα τῶν διαφόρων πολιτειῶν. Ποῖον Σύνταγμα λέγει ὅτι «πᾶσα θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα»; Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς εἰς οὐδὲν Σύνταγμα οὐδενὸς κράτους εἶδον τὴν διατύπωσιν ταύτην.
§59ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὸ Κρητικὸν Σύνταγμα.
§60Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Λέγει «ἀσκοῦσιν ἐλευθέρως» δὲν λέγει «αἱ θρησκεῖαι εἶναι ἐλεύθεραι». Καὶ θὰ ἔλθω εἰς αὐτό. Οὐδὲν λοιπὸν Σύνταγμα, οὐδενὸς κράτους λέγει ὅτι «πᾶσα θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα». Ὅλα τὰ Συντάγματα ἔχουσι διάφορον διατύπωσιν διὰ νὰ ἐκφράσωσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως, διὰ νὰ διατυπώσουν τὴν ἐλευθερίαν τῆς λατρείας. Ἀλλ’ οὐδὲν Σύνταγμα ἔθεσεν τὴν ἰδέαν ὅτι «πᾶσα θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα».
§61Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζετε ὅτι δὲν εἰμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα;
§62Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὄχι. Σᾶς τὸ λέγω διότι ἐγένετο μεγάλη ἐπίκλησις τῶν ἔξω κρατούντων. Οὐδὲ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει εἰς ἄλλα Συντάγματα δὲν εἰμπορεῖ νὰ τεθῇ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλέχθη τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πρέπει νὰ τὸ καταπολεμήσω. Τὰ Συντάγματα ταῦτα ὁμιλοῦσι περὶ ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, ὁμιλοῦσι καὶ περὶ ἐλευθερίας τῆς λατρείας. Πολλοὶ ἴσως παρερμήνευσαν τὴν φρᾶσιν αὐτὴν «ἐλευθερία τῆς λατρείας» καὶ ἐξέλαβον ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα. Ἄλλο εἶναι Culte καὶ ἄλλο τὸ reliqion Culte ὅπερ εἶναι ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει τις εἰς τὸ θεῖον διὰ πράξεων θρησκείας. Εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς λατρείας. Εἶναι ὁ τύπος τῆς λατρείας. Ἡ θρησκεία εἶναι τὶ διάφορον. Εἶναι τὸ σύνολον τῶν σχέσεων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ θεῖον. Λατρεία εἶναι τὸ σύνολον τῶν τρόπων, καθ’ οὕς ἐκδηλοῦται ἡ πρὸς τὴν θεότητα τιμή. Λοιπὸν ὁμιλοῦντες ὅλοι οἱ θεσμοθέται περὶ ἐλευθερίας, ὁμιλοῦσι περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας. Καὶ τοῦτο ἔχει καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα καθαρώτατα, σαφέστατα καὶ τὸ ἐξαγγέλει διαπρυσίως. Διότι τὶ λέγει; «τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως». Ὁ ἀγαπητὸς καὶ ἔγκριτος συνάδελφος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας κ. Μητσόπουλος χθὲς ἔκαμεν μίαν διάκρισιν· ἄς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ὀλίγον μεταφυσική. Εἶπεν ὅτι ἄλλο σημαίνει τὸ «ἀπολύτως» ἐκτελεῖν, καὶ ἄλλο τὸ «ἐλευθέρως». Ὑπάρχει ἀπόστασις; Ἐγὼ δὲν τὴν βλέπω. Τὸ νὰ πράττῃ τις χωρὶς νὰ δύναται ἄλλος νὰ τὸν ἐμποδίσῃ, σημαίνει ὅτι ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ πράττῃ. Ἄλλως ἠθέλομεν καταγίνει εἰς ἀγῶνας περὶ λέξεων, οἱ ὁποῖοι νομίζω ὅτι οὐδὲν ἤθελον προσθέσει εἰς προκειμένας συζητήσεις. Ἀλλὰ προέτεινεν καὶ διπλωματικὸν ἐπιχείρημα ὁ διακεκριμμένος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας πληρεξούσιος. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀνωτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἑκουσίως ἀνέλαβε. Νομίζω τοὐναντίον ὅτι ἡ ἔκτασις, ἡ ἐλευθερόφρων ἔκτασις τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς διατυπώσεως τὴν ὁποίαν ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν ἐπιβάλλει. Καὶ θὰ τὸ ἴδητε εὐθὺς ὡς σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον 8. Ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συνάδελφος κ. Λεβίδης τὸ ἀνέγνωσε χθές. «Οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες οἵτινες ἀνήκοντες εἰς ἐθνικὰς θρησκευτικὰς ἢ γλωσσικὰς μειονότητας θὰ ἀπολαύωσι νομικῶς καὶ πραγματικῶς τῆς αὐτῆς προστασίας κλπ. Θὰ ἔχωσιν ἰδίως ἴσον δικαίωμα νὰ συνιστῶσι, διευθύνωσιν καὶ ἐλέγχωσιν ἰδίαις δαπάναις φιλανθρωπικὰ θρησκευτικὰ ἢ κοινωφελῆ ἱδρύματα, σχολεῖα καὶ ἄλλα ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα μετὰ τοῦ δικαιώματος νὰ ποιῶνται ἐλευθέρως χρῆσιν τῆς ἰδίας αὐτῶν γλώσσης καὶ νὰ τελῶσιν ἐλευθέρως τὰ τῆς θρησκείας των ἐν αὐτοῖς». Δὲν μᾶς ὑποχρεώνει νὰ προστατεύωμεν τὴν ἀπόλυτον τέλεσιν τῆς λατρείας τῶν ἄλλων Θρησκειῶν, εἰμὴ μόνον, ἐφόσον ἡ λατρεία αὐτῆς γίνεται ἐντὸς τῶν ἱδρυμάτων. Ἑπομένως εἰς τὶ μᾶς ὑποχρεώνει ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν; Μᾶς ἐπιβάλλει πράγματα πολὺ ὀλιγώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἤδη ἔχομεν ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς αὐτούς, διότι ἡμεῖς διά τοῦ Συντάγματος ἡμῶν εἴπομεν γενικῶς, ὅτι τὰ τῆς λατρείας τελοῦνται ἀκωλύτως. Ἡμεῖς ἔχομεν ὑπερθεματίσει ἀπὸ τοῦ 1844 ἀπὸ πλεῖστα ἄλλα Συντάγματα καὶ μάλιστα ἐκ τῶν μᾶλλον μορφωτικῶς προηγμένων ἐθνῶν λ. χ. τῆς Ὀλλανδίας καὶ Πρωσσίας, τὰ ὁποῖα τὴν ἀκώλυτον τέλεσιν τῆς λατρείας ἐπιτρέπουσι Συνταγματικῶς μόνον ἐκτὸς τῶν Ἱδρυμάτων τῶν Θρησκευτικῶν.
§63Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὄπως καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν.
§64Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. συνάδελφε, μικρὰν διακοπήν, ἵνα φέρω συμπλήρωσιν τινὰ τῆς ἰδέας μου καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπομνήσεως τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηυθύνατε. Ἐν ταῖς δηλώσεσιν ὑμῶν εὐηρεστήθητε νὰ ἀναμνησθῆτε τοῦ ἄρθρου 8 τῆς Συνθήκης, τὴν ἀνάγκην τῆς μελέτης τῆς ὁποίας, ὑπέδειξα ἀπὸ πολλοῦ πρῶτος, καθὼς καὶ πάλιν σήμερον, παρατηρῶ καὶ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει, ὁπόσον κατηγορηματικῶς λέγει ὅπερ ἄλλως τε καὶ ἀνεγνώσατε, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι πλήρης διά τε τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἱδρύματα καὶ τὰ σχολιακὰ ἤ οἱαδήποτε ἄλλα τοσαύτης φύσεως ἐν τῇ χώρᾳ Κέντρα τῶν ἀλλοθρήσκων καὶ ἀλλογενῶν ὑπηκόων τῆς Ἑλλάδος μειονοτήτων. Εἶπον ἐν τούτοις ἐπιπροσθέτως πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον κ. Λεβίδην ὅτι δὲν εἶναι τὸ 8ον ἄρθρον μόνον τὸ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τοῦ κανόνος τούτου. Εἶπον ὅτι, περὶ τὸ ἄρθρον 8ον ἔρχονται καὶ περιπλέκονται πολλαὶ ἄλλαι διατάξεις, ἐπίσης ἀκριβῶς καὶ σαφῶς ὡς αὐτὸ καθορίζουσαι τὸ πρᾶγμα καὶ ἐξαντλητικώτατα. Κηρύττουσιν ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἐλευθερίας Θρησκευμάτων, ἀλλά, περὶ πλέον τούτου, περὶ ἰσοτιμίας μεταξὺ αὐτῶν ἀπολύτου. Ἐξ οὗ καὶ εἶπον: ἀφ’ ἧς ὑπογραφὴ ἑλληνικὴ ἀνεγνώρισε τὸ πρᾶγμα, εἶναι, μοὶ ἐφαίνετο, οὐχὶ ἄξιον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ παίξῃ μὲ τὴν ὑπογραφὴν αὐτὴν. Ἀλλά, καλύτερον, οἱ κύριοι συνάδελφοι ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσιν νὰ τοῖς ἀναγνώσω φράσεις τινὰς κυριωτέρας. Τὸ ἄρθρον 1ον λέγει. «Ἡ Ἑλλὰς ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως αἱ ἐν ἄρθροις 2–8 τοῦ παρόντος κεφαλαίου, περιεχόμεναι διατάξεις ἀναγνωρισθῶσιν ὡς θεμελειώδεις νόμοι» (δηλαδὴ αὐτὸ τοῦτο, ὡς ἰσχυρίζομαι, Συνταγματικαὶ) «καὶ ὅπως οὐδεὶς νόμος, οὐδεὶς κανονισμός, οὐδεμία ἐπίσημος πρᾶξις (ὡς ἡ σημερινὴ συνταγματικὴ) ἔλθωσιν εἰς ἀντίφασιν ἢ ἀντίθεσιν (πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προσπαθοῦμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ πράξωμεν) πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας....... καὶ ἐπικρατήσωσιν αὐτῶν». Πῶς ὁμιλεῖτε λοιπόν, κύριοι, περὶ ἐπικρατούσης θρησκείας ὑπὲρ τὰς ἄλλας; Καὶ πῶς θέλετε νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα» τὴν ὁποίαν ὑπεγράψατε νὰ διαγράψητε; Καὶ πῶς παραχωρεῖτε ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι τὰ θρησκεύματα εἶναι ἀνεκτά, ὁπόταν ἐν ἄρθρῳ 2 τῆς συνθήκης ὑπεγράψατε «πλήρη καὶ ὁλοσχερῆ προστασίαν ἐλευθερίας ἀδιακρίτως εἰς ὅλα τὰ θρησκεύματα» προσεπιλέγοντες ἄλλην μίαν φορὰν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ ὅτι οἱ ἀλλόθρησκοι «δικαιοῦνται νὰ ἐκπληρῶσιν ἐλευθέρως τὰ ὑπὸ πάσης πίστεως, θρησκείας ἢ δοξασίας, ἐπιβαλλόμενα καθήκοντα;». Τὰ θρησκεύματα τὰ ἐκηρύξατε ἴσα καὶ οὐχὶ ἐπικρατοῦντα καὶ μὴ ἐπικρατοῦντα, ὅταν ὑπεγράψατε ἐν ἄρθρῳ 7 τῆς συνθήκης ὅτι «πάντες εἰσὶν ἴσοι καὶ ἀπολαύουσι τῶν ἰδίων (καὶ οὐχὶ ἐπικρατεστέρων) δικαιωμάτων ἀδιακρίτως θρησκείας». Οὕτω καὶ τὸ ἄρθρον 8 ὁμιλεῖ περὶ «ἴσων, οὐ μόνον ὁμοθρήσκων ἀλλὰ καὶ τῶν αὐτῶν πραγματικῶν δικαιωμάτων μεταξὺ πιστῶν, καὶ περὶ ἴσης ἐλευθερίας (καὶ οὐχὶ ἀνοχῆς) θρησκευμάτων». Μετὰ τοῦτο μετρήσατε καὶ τοὺς θεσμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπεγράψατε ἐν ἄρθροις 16 καὶ ἐν τῷ προοιμίῳ τῆς Συνθήκης καθ’ ὑμῶν αὐτῶν, ὅπως μὴ ἀποτολμήσητε ἀπιστίαν ἐναντίον τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, καὶ ἐννοήσατε μόνοι ἄν, ὅ,τι ἀποπειρᾶσθε σήμερον, ἀποτελῇ ναὶ ἢ οὔ, ἀντίφασιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐναρκτηρίου ἄρθρου τοῦ νεοσυντάκτου καταστατικοῦ σας χάρτου, εἰς τὰς συμβατικάς σας ὁμολογίας. Τοῦτο δὲν εἶναι ὡραῖον. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ προσέξατε καὶ εἰς ἄλλην ρήτραν εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ. «Ἡ Ἑλλὰς ὑποχρεοῦται».
§65ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὅλα τὰ Κράτη ὑποχρεοῦνται.
§66Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ Ἑλλὰς συμπίπτει νὰ ἀναλαμβάνῃ ὑποχρέωσιν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ὑπερέβητε τὰ ὅρια τῆς διακοπῆς.
§68Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον νὰ ὑπομνήσω μερικά τινα χάριν τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως καὶ χάριν τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρεπλανήθησαν ἐκ σκέψεων, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Προκειμένου περὶ ἀναμίξεως τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, δύο παρατηρήσεις ὑπάρχουσι θεμελιώδεις, ἡ πρώτη παρατήρησις εἶνε ὅτι ἀκριβῶς δὲν κατωρθώσαμεν νὰ τὴν ψηφίσωμεν. Ἂς εὐχηθῶμεν καὶ ἄς ἐλπίσωμεν ὅτι τάχιστα θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν χαρμόσυνον ταύτην πρᾶξιν, ἡ ὁποία θὰ εἶνε χαρμόσυνος εἴδησις δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Ἀλλὰ συγχρόνως δὲν εἶνε ἀκριβὲς ὅτι ἡ Ἑλλὰς νικήτρια κατὰ τὸν ἀγῶνα μετὰ τῶν Συμμάχων ὑπεβλήθη αὕτη καὶ μόνη εἰς περιοριστικοὺς δεσμοὺς τοιαύτης φύσεως, ὥστε ὁλόκληρος ἡ ἱστορία αὐτῆς, ἡ ἐγκειμένη εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐμφανίσεώς της ὡς Κράτος πεπολιτισμένου νὰ εὑρίσκεται εἰς κατωτέραν μοῖραν ἐνώπιον τῶν λαῶν καὶ τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης. Αἱ διατάξεις αὗται αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν εἶναι γενικαὶ διατάξεις περὶ προστασίας τῶν μειονοτήτων. Ἐὰν δὲ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ, ὡς γνωρίζει, πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ 4ον μέρος τῆς 1ης συνθήκης ἐκ τῶν συνθηκῶν τῶν Σεβρῶν, τῆς ἀναγομένης εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν Συμμάχων, μεταξὺ τῶν ὁποίων τότε καὶ ἡ Ἑλλὰς ἦτο, θὰ ἀνεύρισκεν ὅτι ὑπάρχουσι διατάξεις τοιαῦται βαρύταται δὲ διὰ τὴν Τουρκίαν. Αἱ διατάξεις αἱ ἀναφερόμεναι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶνε ὅμοιαι ἐπὶ λέξει μὲ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν διὰ τὴν προστασίαν τῶν μειονοτήτων καὶ εἰς τὴν Ρουμανίαν, καὶ εἰς τὴν Σερβίαν, ἵνα μὴ ἀναφέρω καὶ ἄλλα Κράτη ἐκ τῶν νικητῶν, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἔχουσιν ὑπηκόους. Τοῦτο δὲ ἐγένετο ἀκριβῶς ἵνα κατὰ τὸ μέλλον παύσῃ πᾶσα προστριβὴ καὶ διάκρισις, καὶ συγχρόνως δὲ ὑπεδείχθη πρὸς τὴν Τουρκίαν ὅτι, ἐφόσον ἡμεῖς οἱ νικηταὶ ἀναλαμβάνομεν ὑποχρεώσεις τοιαύτας, τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνεις σύ, εἰς τὴν ὁποίαν καταλογίζονται αἱ σφαγαὶ καὶ αἱ διώξεις, δέον νὰ τὰς τηρήσῃς ἀπαρεγκλίτως, ἄλλως θὰ συντριβῇς, καὶ περιλαμβάνει τὸν γνωστὸν ὅρον τῆς ἀπειλῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐν περιπτώσει μὴ ἐφαρμογῆς. Αὐτὸ εἶνε ἄλλο ζήτημα. Ἂς προσέξωμεν λοιπόν, νὰ μὴ θέλωμεν νὰ συντρίψωμεν καὶ τὸ Σύνταγμα παραβάλλοντες αὐτὸ πρὸς τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν, καὶ μακρυγοροῦντες περὶ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ὅπως ἀτυχῶς ἀνεβάλλομεν καὶ τὴν ψήφισιν τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν.
§69Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Πρὶν ὅμως ἔλθωμεν εἰς τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν, ἡ ὁποία, ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη, οὐδὲ κἄν ἐπεκυρώθη, ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξωμεν ἱκανὰ ἔτη ἢ μᾶλλον εἰπεῖν πολλὰς δεκαετηρίδας, αἰῶνα σχεδόν, πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ θὰ ἀνεύρωμεν διεθνῆ πρᾶξιν, ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, καὶ ἡ ὁποία ἀνέρχεται ἀπὸ τοῦ 1830,—ἀπορῶ δὲ πῶς διέφυγεν τῆς μνήμης τῶν προλαλησάντων. Ἔχομεν, κύριοι, τὸ πρωτόκολλον τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1830 μεταξὺ τῶν τριῶν Δυνάμεων, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε παράρτημα τοῦ πρωτοκόλλου τῆς αὐτῆς χρονολογίας, τὸ ὁποῖον ἀνεκήρυξε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ ὁποῖον ἑπομένως συνυπάρχει μετ’ αὐτῆς ταύτης τῆς διεθνοῦς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Λέγω δὲ τοῦτο καὶ πρὸς ὅσους ἴσως θὰ ἐνόμισαν, ὅτι δύναται νὰ θιχθῇ εἴτε ἡ Καθολικὴ Θρησκεία εἴτε ἄλλη τις ἐκ τῶν χριστιανικῶν θρησκειῶν, τῶν ἐν τῷ Συντάγματι προνοουμένων. Τὶ λέγει τὸ πρωτόκολλον αὐτό; (Ἀναγινώσκει). «Ἡ Γαλλία ὑπέμνησε, ὅτι ἀπό τινων αἰώνων ἐνήργει ὑπὲρ τῶν Δυτικῶν Χριστιανῶν τῶν εἰς τὸν Σουλτᾶνον ὑποκειμένων προστασίαν τινὰ εἰδικὴν τὴν ὁποίαν ἡ Χριστιανικωτάτη Α.Μ. κρίνει νὰ παρακαταθέσῃ σήμερον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ μέλλοντος Ἡγεμόνος τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας ἐξ ὧν θέλει σύγκεισθαι ἡ νέα Πολιτεία κλπ. Οἱ τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας πληρεξούσιοι ἀνεγνώρισαν τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεως ταύτης. Καὶ ἀπεφασίσθη ὅτι, ἡ Καθολικὴ Θρησκεία θὰ ἀπολαμβάνῃ ἐν τῷ νέῳ Κράτει τῆς ἐλευθέρας καὶ δημοσίας ἐξασκήσεως τῆς λατρείας αὐτῆς· αἱ ἰδιοκτησίαι αὐτῆς θὰ ὦσιν ἠγγυημέναι, οἱ ἐπίσκοποι θὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ἀκεραιότητι τῶν λειτουργιῶν, δικαιωμάτων καὶ προνομίων, ὧν ἀπελάμβανον ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Βασιλέων τῆς Γαλλίας καὶ ὅτι τέλος συμφώνως πρὸς τὴν αὐτὴν ἀρχήν, αἱ ἰδιοκτησίαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὰς ἀρχαίας Γαλλικὰς ἀποστολὰς καὶ Γαλλικὰ ἱδρύματα θὰ ὦσιν ἀνεγνωρισμέναι καὶ σεβασταί». Καὶ δὲν σταματᾷ μόνον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ πρωτόκολλον, ἀλλὰ προβαίνει καὶ ἔτι περαιτέρω. Ὁμιλεῖ κατόπιν περὶ ὅλων τῶν ἄλλων θρησκευμάτων. (Ἀναγινώσκει). «Ὄλοι οἱ ὑπήκοοι τοῦ νέου Κράτους οἱαδήποτε καὶ ἄν εἶναι ἡ λατρεία αὐτῶν, δέον νὰ ὦσι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας θέσεις, ὑπουργήματα καὶ τιμὰς καὶ νὰ θεωρῶνται ἐν πλήρει ἰσότητι, ἀνεξαρτήτως διαφορᾶς θρησκεύματος, κατὰ πάσας αὐτῶν τὰς θρησκευτικάς, ἀστικὰς ἢ πολιτικὰς σχέσεις.» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν ἡμῶν νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὴν ἰσότητα τῶν ὀπαδῶν ὅλων τῶν θρησκειῶν ὄχι μόνον εἰς τὰς πολιτικὰς σχέσεις καὶ εἰς τὴν ἀποδοχὴν αὐτῶν εἰς τὰ δημόσια ἀξιώματα καὶ λειτουργήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς θρησκευτικὰς αὐτῶν σχέσεις, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν τὴν ἔχομεν ἀναλάβει, δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ πρωτοκόλλου, δι’ οὗ συνεστήθη τὸ ἡμέτερον Κράτος διεθνῶς, διότι εἶχεν ἤδη συστηθῇ οὐσιαστικῶς ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἥν ἡ Ἑλληνικὴ ἀνεξαρτησία ἀνεκηρύχθη ἐν τῇ μονῇ τῆς Ἁγίας Λαύρας. Καὶ λέγω τοῦτο διὰ νὰ τονίσω ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830 ἦτο ἐν ἰσχύϊ καὶ δὲν ἐθεωρήθη ἀπὸ τὰς Δυνάμεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑπογράψει αὐτὸ καὶ ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ ρητὴ ὑποχρέωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δὲν ἐθεωρήθη τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὡς παραβαῖνον τὰς ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου ὑποχρεώσεις. Ἑπομένως ἔχομεν ἤδη βεβαιωμένον καὶ διαπιστευμένον, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ συντάγματος ἀπὸ τοῦ 1844 ψηφισθέν, οὐδαμῶς προσκρούει εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830 ἑπομένως οὔτε καὶ εἰς τὰς πολὺ μετριωτέρας διατάξεις τοῦ νέου συμβολαίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀπὸ τὰς Δυνάμεις ἴσως διότι παρέβλεψαν ἤ διότι δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσωσι τὰς διπλωματικὰς πράξεις ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἔβλεπον ὅτι οὐδὲν ἠδύνατο νὰ προστεθῇ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶχε ἀναλάβει καὶ εἶχεν ἐκτελέσει ἀπὸ τοῦ 1821.
§70Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ πιστεύω ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον διατείνεσθε δὲν εἶναι ἀκριβές.
§71Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Φθάνω ἤδη εἰς τὸ τέρμα. Εἶναι βεβαίως ἡ συζήτησις καθαρῶς ἀκαδημαϊκή. Οὐδὲν θὰ ἐκώλυεν οὐδὲ θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ γίνῃ τόση συζήτησις διὰ τὴν μεταβολὴν μιᾶς λέξεως, ἀφοῦ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς φράσεως τοῦ Συντάγματος εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία ἀπὸ 120 ἐτῶν, ἔχει ἐφαρμοσθῇ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀλλαγῆς λέξεως, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ φανῶμεν ὅτι παρακολουθῶμεν μίαν πρόοδον, τῆς ὁποίας ἐν τούτοις ἡμεῖς εἴμεθα ἐκ τῶν εἰσηγητῶν, ἀφοῦ ἔχομεν καὶ αὐτὸ τὸ Ὀλλανδικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι μόνον ἐντὸς τῶν ἱδρυμάτων τῶν θρησκευτικῶν ἐπιτρέπεται ἡ ἀκώλυτος ἐκτέλεσις τῆς λατρείας. Δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ γίνῃ τόση συζήτησις περὶ μεταβολῆς μιᾶς λέξεως, δι’ ἥν ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ φανῶμεν εὐχάριστοι πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν μερικῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἐξετάσεις ἤδη τὸ πρῶτον πολιτισμοῦ καὶ ἐλευθεροφροσύνης, ἐνῷ ταῦτα ἐπεδείξαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν προτείνετε, ὅτι «πᾶσα θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα» δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι ὅλοι ἀκωλύτως δύνανται νὰ ἀσκῶσι τὰ τῆς λατρείας αὐτῶν, ὅτι ὅλοι ἐλευθέρως δύνανται νὰ πρεσβεύωσι μίαν θρησκείαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος;
§72ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε διατὶ ἐπιμένετε;
§73Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Διότι πολλάκις αἱ λέξεις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πρόθεσις οὐσιαστική, παρεξηγοῦνται καὶ δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς πολιτικὰς ἤ θρησκευτικὰς παρεξηγήσεις. Ἐὰν ὑπάρχῃ τὶ τὸ ὁποῖον περισσότερον ἔχει διαταράξει τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν εἰρήνην τῆς ἀνθρωπότητος τοῦτο εἶναι ὁ ἀγὼν περὶ τὰς λέξεις.
§74Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις διὰ τῆς ὁποίας συμβιβάζονται αἱ διεστῶσαι γνῶμαι, δηλαδὴ νὰ λείψῃ ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» ἀλλὰ νὰ μὴ προστεθῇ ἡ λέξις «ἐλευθέρα».
§75Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι θὰ ἤξιζε πολὺ σοβαρωτέρου ἀντικειμένου ὁ πόθος καὶ ὁ ζῆλος τῶν κ.κ. συναδέλφων ἤ περὶ τοῦ ἐξοβελισμοῦ μιᾶς λέξεως. Ἀλλ’ οὐδὲν ὑπάρχει περισσότερον κινδυνῶδες καὶ δὴ εἰς τὰ θρησκευτικὰ καὶ ἐκτελεστικὰ ζητήματα ὅσον ἡ μεταβολὴ τῶν λέξεων. Περὶ τὰς λέξεις ἐχύθησαν ποταμοὶ ὄχι μόνον μελάνης ἀλλὰ καὶ ποταμοὶ αἱμάτων. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ποῦ δύνασθε νὰ εὕρετε τὸν κίνδυνον; Δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ τὸν ἴδω. Δύνανται ὅμως νὰ εὑρεθῶσιν οἱ μέλλοντες νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι ὁ ἐξοβελισμὸς τῆς λέξεως μετέβαλε τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων. Καὶ θὰ ζητηθῇ τότε νὰ εὑρεθῇ ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔννοιαν τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος ἥτις ἐπῆλθε διὰ τοῦ ἐξοβελισμοῦ τῆς λέξεως. Θὰ ζητηθῇ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὰς καὶ ἱστορικοὺς καὶ τοὺς ἔχοντας οἱονδήποτε φανατισμὸν ἤ συμφέρον νὰ ὁρισθῇ ποῖον εἶναι τὸ νέον καθεστώς, τὸ ὁποῖον ὑποκαθίσταται εἰς τὸ καθεστὼς τὸ πραγματικὸν καὶ ἱστορικόν, ὅπερ ἀντιπροσώπευεν ἡ μεταβληθεῖσα διατύπωσις. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν σας. Μὴ ἐπιμένετε νὰ θίγωμεν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα καλῶς ἔχουσι καὶ νὰ γεννῶμεν κινδύνους, τόσον μᾶλλον ἐπιφόβους, ὅσον δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ τοὺς γνωρίζωμεν.
§76Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὑμᾶς τὰ πράγματα ἔχουσι καλῶς· καθ’ ἡμᾶς ἔχουσι κακῶς. Κάθε τὶ τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμᾶς ἔχει κακῶς ἐρχόμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν κάμετέ τα καλῶς.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Παρίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§78Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι σχεδὸν ἐξηντλημένον. Ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ παραταχθῶσιν τόσον ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὅσον καὶ ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν πλεῖστοι ὅσοι συνάδελφοι, ἀνεπτύχθησαν. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶναι μᾶλλον εὐπρόσδεκτος εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πλείστων συναδέλφων ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν οἱ ὑπὸ μᾶλλον φιλελεύθερον πνεῦμα ζητοῦντες νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ὁμοίαν ἐπίδρασιν ἐξήσκησαν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα παρέταξον οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ζητοῦντες τὸν ἐξοβελισμὸν τῆς λέξεως «ἀνεκτῆς» καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς φράσεως «περὶ ἐλευθέρας ἀσκήσεως τῆς λειτουργίας ἁπασῶν τῶν γνωστῶν θρησκειῶν». Θὰ ἐπιστήσω ὅμως τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ ἑνὸς μόνον σημείου, τοῦ σημείου ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἔγκριτος συνάδελφος ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τοῦ βήματος, τοῦ τελευταίου σημείου, τοῦ σημείου τῆς παρεξηγήσεως, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθῇ ὄχι πλέον παρὰ τοῖς ἑρμηνευτικοῖς τοῖς θεωρητικοῖς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ μέλλον θὰ μελετῶσι τὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματός μας καὶ θὰ ζητῶσιν νὰ ἀνεύρωσι τὰ αἴτια τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλὰ παρὰ πληθυσμοῖς ἡμετέροις, παρὰ πληθυσμοῖς οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται σήμερον εἰς θέσιν νὰ ἀντιληφθῶσι σαφῶς τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ ἐγίνετο. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐφ’ ὅσον, κύριοι συνάδελφοι, θρησκεία τοῦ Κράτους τούτου εἶναι καὶ δέον νὰ εἶναι, ἡ θρησκεία τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη διὰ νὰ σχηματίσῃ αὐτὸ τὸ Κράτος, τοῦ λαοῦ ὁ ὁποῖος ἔχυσε τὸ αἷμά του διὰ νὰ τὸ συστήσῃ· ἐφ’ ὅσον ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι καὶ δέον νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ θρησκεία, ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον θὰ ζητήσωμεν τώρα νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν κ.κ. συναδέλφων. Διατί; Τὸ Κράτος αὐτό, τὸ Ἔθνος αὐτὸ δὲν συνεπλήρωσε τὴν Ἐθνικήν του ἑνότητα, κ. συνάδελφοι. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ὁ μέγιστος, ὁ σπουδαιότερος τῶν κρίκων, τῶν δεσμῶν, οἱ ὁποῖοι συνδέουσιν ἡμᾶς μὲ ἄλλους ἀδελφούς, μὴ ἔχοντας τὸ εὐτύχημα νὰ εἶναι μεθ’ ἡμῶν ἡνωμένοι, ὁ σπουδαιότερος τῶν κρίκων εἶναι αὐτὸς περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐφ’ ὅσον καὶ σήμερον ἀκόμη ἔχετε θύματα καὶ ἑκατόμβας διὰ τὰς ἰδέας ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος ἠγωνίσθη καὶ ἀγωνίζεται καὶ σήμερον, ἐφ’ ὅσον ἔχετε ὁμογενεῖς, ἴσως ξενογλώσσους, ὁμογενεῖς ὅμως θυσιαζομένους καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς τὸν Πόντον καὶ εἰς τὴν κεντρικὴν Μικρὰν Ἀσίαν διὰ τὴν ἰδέαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικοί, ὑπερβολικὰ προσεκτικοί, ὅπως μὴ μεταρρυθμίζοντες τὸ ἄρθρον τοῦτο καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον προκαλέσωμεν παρεξηγήσεις παρ’ αὐτοῖς τοῖς ἀγωνιζομένοις, τοῖς ὑφισταμένοις τοιαῦτα δεινά. Ἑπομένως δὲν θὰ εἶχον καμμίαν δυσκολίαν, κύριοι συνάδελφοι, εἰλικρινῶς σᾶς τὸ λέγω, νὰ ἀποδεχθῶ καὶ νὰ ἐπικροτήσω τὸν ἐξοβελισμὸν τῆς λέξεως ἐκείνης καὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν κ.κ. συναδέλφων τῶν ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλὰ αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ κάμνει ἐπιφυλακτικόν, λόγος σοβαρώτατος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὁ ἀρτιλύτρωτος, ὁ μόλις χθὲς ἀποκτήσας τὴν πολιτικήν μου ἐλευθερίαν, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὑπολογίσω σοβαρώτατα καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου διὰ τὴν προταθεῖσαν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου τούτου. (Ἐπιδοκιμασίαι). Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὀλίγα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον, διότι νομίζω τὸ θέμα ἐξηντλημένον, νὰ τὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὡς προερχόμενα παρ’ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον δι’ ὅλας τὰς ἄλλας μεταρρυθμίσεις τὰς φιλελευθέρας, τὰς ὁποίας θὰ θελήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Συνέλευσις θὰ εὕρῃ πρόθυμον νὰ τὰς ἐπικροτήσῃ. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἔχει ὑπ’ ὄψιν της Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει 100 καὶ πλέον ἄρθρα· μεταρρυθμίζονται πλεῖστα, σχεδὸν ὅλα. Φρονῶ ὅτι δυνάμεθα ὅλον τὸ φιλελεύθερον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς διαπνέει ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως......
§79Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλευθερόφιλον πνεῦμα, ὄχι φιλελεύθερον. (Γέλωτες).
§80Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Ἐλευθερόφιλον. Ὅπως θέλετε. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὅλον αὐτὸ τὸ ἐλευθερόφιλον πνεῦμα δυνάμεθα νὰ τὸ ἐξαντλήσωμεν εἰς τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ μεταρρυθμισθησόμενα. Αὐτὸ ὅμως τὸ ἄρθρον, τὸ 1ον, κάμνω ἔκκλησιν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν παρακαλῶ νὰ τὸ ἀφήσῃ ἐντελῶς ἀμετάβλητον, διότι ἱστορικοὶ λόγοι, ἐθνικοὶ λόγοι, λόγοι παραδόσεων, ἐπιβάλλουσι καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀφήσῃ ἀμετάβλητον τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῆς θρησκείας καὶ περὶ τῶν σχέσεων τῆς ἐπισήμου θρησκείας πρὸς τὰς λοιπάς.
§81Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὥστε, κ. Παρίτση, ἀποδίδετε σημασίαν εἰς τὴν λέξιν «ἀνεκτὴ» ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν λέξιν «ἐλευθέρα».
§82Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Μεγίστην.
§83Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ἄρα ὑπάρχει κἄποια ὀπισθοβουλία ἐκ μέρους μας.
§84Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Ἐκ μέρους τίνος;
§85Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Λέγετε ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν κάποιαν ὀπισθοβουλίαν ἀπέναντι τῶν ἄλλων θρησκειῶν.
§86Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§87Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ σημαίνει.
§88Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Εἶπον ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς λέξεως δύναται νὰ παρεξηγηθῇ παρὰ πληθυσμῶν ὁμοεθνῶν, ὑποδούλων ἔτι.
§89ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶνε ζήτημα Ἐθνικῆς ἀνάγκης, διότι πρόκειται νὰ προασπίσωμεν τὸ Γένος.
§90Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐλευθερίαν δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ὅταν ἀπελευθερωθῶσι καὶ οἱ Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, κάμετε τότε οἱανδήποτε μεταβολὴν θέλετε. Θὰ μὲ εὕρητε τότε σύμφωνον. Θὰ μὲ εὕρητε τότε πρόθυμον νὰ ἐπικροτήσω ὄχι μόνον τὴν τροποποίησίν της ἀλλὰ ἴσως καὶ αὐτὴν τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου τούτου.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μομφερᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§92Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἶνε τὸ σπουδαιότερον ἄρθρον, ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ ἡμετέρου Πολιτεύματος, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἐγένετο κυρίως ἐπίθεσις κατὰ τῶν λέξεων χωρὶς νὰ γένηται ἀναδρομὴ εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἑκάστη λέξις ἐζυμώθη καὶ ἐτέθη εἰς τὸ ἄρθρον. Ἀκούω νὰ φωνάζουν, τὸ «ἀνεκτὴ» νὰ φύγῃ, διότι εἶνε ἀνελεύθερον καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν διεμαρτυρήθησαν, διότι συνάδελφος ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἐγώ, κύριοι, καὶ ὡς μέλος τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου, ἐφόσον ἠδυνήθην, ἐνδιέτριψα εἰς τὴν μελέτην τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ὁποία δύναμαι νὰ εἴπω, ἀποτελεῖ τὴν ἱστορίαν τῆς ἡμετέρας ὀρθοδόξου ἐκκλησίας καὶ ἡ ἱστορία τῆς ἐκκλησίας μας εἶνε ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, διότι πόθεν προῆλθον αἱ φράσεις αὐταί; Ἐγεννήθησαν αἰφνηδίως ὡς ἡ Ἀθηνᾶ ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός; Ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον, εὐτυχῶς, κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ἡμετέρας παλιγγενεσίας, ἦσαν τόσον μωροί, ὥστε νὰ διατυπώσωσιν ἄρθρα περὶ ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα νὰ ἀποτελέσωσι μίαν Βυζαντινὴν συζήτησιν ἐνταῦθα, ἡ ὁποία θὰ μείνῃ ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φρᾶσιν, ἕν στίγμα τῆς Συνελεύσεως; Ὁ Τρικούπης, ὁ Μαυροκορδᾶτος, ὁ Σχοινᾶς, ὁ Θεόκλητος Φαρμακίδης, ὁ Ἀποστολίδης καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν καὶ διετύπωσαν τὴν διάταξιν ταύτην ἦσαν ἄραγε μωροί; Οὐχί, κύριοι, διότι ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἐκκλησίας καὶ τοιουτοτρόπως διετύπωσαν τὸ ἄρθρον ἄριστα. Εἶνε ἡ μόνη θεμελιώδης διάταξις, ἡ ὁποία δύναται καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ἀσάλευτος. Αἱ Συνταγματικαὶ θεωρίαι στηρίζονται ἐπὶ ἐδάφους σαθροῦ, διότι εἶνε ἀνθρώπινοι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιδέχονται μεταβολὰς, ἀλλὰ τὸ καθεστὼς τὸ ἐκκλησιαστικὸν δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μεταβάληται. Εἰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν, ἐγένετο ἄνευ μελέτης ἐπίθεσις κατὰ τῶν λέξεων, ἑκάστη ὅμως λέξις ἔχει τὴν ἱστορίαν αὐτῆς. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, πᾶσα ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶνε ἀνεκτὴ καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ἕνεκα τῆς ἀνεξαρτησίας, ἡ ὁποία ἐμπνέει τὴν πεποίθησιν, τὴν ψυχὴν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἥτις δέχεται εἰς τὸ πλευρὸν αὐτῆς ἐλευθέρως νὰ τελῆται λατρεία τῶν γνωστῶν θρησκειῶν. Ἐτέθη δὲ εἰς τὸ ἄρθρον ἀπαγόρευσις κατὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ ἤκουσα καὶ ἐπὶ ταύτης παρατηρήσεις—«τὶ θέλετε τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ προσηλυτισμοῦ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Δὲν ἀφίνετε τὸν ποινικὸν νόμον νὰ ὁμιλήσῃ»; Οὐχί, κύριοι. Λοιπὸν ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» ἔχει τὴν ἱστορίαν της, πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς παρελθόντα χρόνον καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν λέξιν ἱστορικῶς καὶ οὐχὶ ὡς εὐφυέστατα ἠθέλησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς διὰ νὰ παρακάμψῃ τὴν ἔννοιαν «ἀνεκτὴ» καὶ νὰ φανῇ ὅτι ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν Συνθήκην τῶν Σεβρῶν. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι τὰ ζητήματα ταῦτα πρὸς τὴν ἱστορίαν τῆς ἡμετέρας διατάξεως. Ἡ ἱστορία ταύτης εἶναι παλαιά, ἀνάγεται εἰς τὴν θρησκείαν ἡμῶν καὶ ἐκείνην, ἡ ὁποία κυρίως προστατεύεται ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης. Ὑμεῖς θέλετε «ἀνεκτὴ», τὶ σημαίνει ἀνεκτή; Ἐγὼ δὲν μεταβάλλω τὴν γραμματικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως· «ἀνεκτὸς» σημαίνει ὅν δύναταί τις νὰ ὑποφέρῃ, εἶμαι δυσηρεστημένος ἐναντίον σου, ἀλλὰ σὲ ἀνέχομαι ἐλευθέρως ἕνεκα τοῦ φρονήματος τῆς ἐλευθερίας νὰ συζῇς μετ’ ἐμοῦ, σὲ ἀνέχομαι, ποίαν ἔννοιαν ἔχει; Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἀναγνωρισθῇ ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τοῦ 3ου αἰῶνος, ἤρχισε μία πάλη ἀμείλικτος μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων τῆς Ρώμης καὶ τῆς Κωνσταντινοπόλεως. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ προσβληθῇ ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα ἄρχεται μία σφοδρὰ συζήτησις καὶ μέχρι τοῦ Φωτίου, τὸν ὁποῖον ὑπέμνησεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ διακεκριμένος νομομαθής, μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Φωτίου ἔχομεν τὰ ζητήματα τὰ γνωστὰ τῶν πρωτείων τοῦ ἑνὸς ἐπισκόπου ἐπὶ τοῦ ἄλλου καὶ ἀρχίζουν οἱ τίτλοι, μέγιστος Ποντίφηξ ὁ εἷς, Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ἕτερος καὶ εἰς ἑκάστην πρᾶξιν τῆς Ἀνατολιτῆς ἐκκλησίας ἐγένετο μία λυσσώδης ἐναντίον αὐτῆς ἐπίθεσις Καὶ βλέπομεν μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Φωτίου τὸ σχῖσμα. Δὲν προέρχεται τὸ σχῖσμα ἐκ τῆς φράσεως filiogue. Εἶναι καὶ αὕτη μία τῶν αἰτιῶν. Ἡ μεγάλη Οἰκουμενικὴ σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκήρυξε τὸ σχῖσμα διὰ νὰ σωθῇ πολιτικῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεωρίας τῶν πρωτείων. Ὅταν οἱ Βούλγαροι, διότι ἐκεῖθεν ὑπέστη τὰ μεγαλείτερα δεινὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, εἰσῆλθον εἰς τὸν χριστιανισμὸν, ἐγένετο σφοδρὰ πάλη ποῖος θὰ διορίσῃ τοὺς ἐπισκόπους. Διωρίσθησαν ἐπίσκοποι παρὰ τῶν Πατριαρχείων τῆς Κωνσταντινουπόλεως· διεμαρτυρήθη τότε ὁ Πάπας καὶ ἐπηκολούθησεν ἀνυπόφορος πλέον ἔρις καὶ ἐπῆλθον τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα τῆς πάλης μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιῶν. Οἱ ἐν Κωνσταντινούπολει διὰ νὰ περιποιηθῶσι τὸν Πάπαν τὸν ὠνόμασαν Ποντίφηκα, ἐδέχθησαν δι’ αὐτὸν τὸν τίτλον ὃν ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον νὰ φέρῃ. Μόλις ἐτελείωσε τὸ σχῖσμα, κύριοι, ἐδημιουργήθη νέον σύστημα ἐπιβολῆς τῆς μιᾶς ἐκκλησίας πρὸς τὴν ἄλλην, τὸ σύστημα τῆς ἑνώσεως δι’ ὑποταγῆς τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην, καὶ ἐπηκολούθησε νέος ἀγών, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἐπιτρέπονται θεωρίαι ἀλλὰ πραγματικὰ ζητήματα. Βλέπομεν τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον Αὐτοκράτορα νὰ πίπτῃ εἰς τοὺς πόδας τοῦ μεγάλου Ποντίφηκος, διότι πανταχόθεν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος προσεβάλετο καὶ ἐξ Ἀνατολῶν καὶ ἀπὸ Βορρᾶ ἀπὸ τοὺς Σκύθας, ἀπὸ τοὺς Ταρταρίνους τοῦ Βόλγα καὶ ἀριστερόθεν δυστυχῶς ἀπὸ τοὺς Φράγκους.
§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λόγῳ τοῦ ἐπιθέτου του βεβαίως ἀντιπροσωπεύει τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τόσον σοβαρὸν ζήτημα νὰ μὴ ἀπουσιάζῃ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀπουσιάζουσιν ὅλοι σχεδὸν οἱ Ὑπουργοί.
§94Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Νὰ διακόψω θέλετε; Καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς λοιπὸν τῆς τελευταίας ἀναλαμπῆς τοῦ Βυζαντιακοῦ πολιτισμοῦ προσεφέρετο εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ρώμης ἡ Ἕνωσις, ἡ ὁποία δὲν κατωρθοῦτο, ἕνεκα τῆς ἀντιδράσεως τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ. Ὅταν κατωρθώθη διὰ τῶν σταυροφοριῶν νὰ πέσῃ ἡ Κωνσταντινούπολις ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν Φράγκων καὶ Καρδινάλιοι διεδέχθησαν τοὺς ἡμετέρους Πατριάρχας καὶ ἐπισκόπους εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς μετέβη εἰς Νίκαιαν, τότε πλέον ἡ ἐπιβολὴ ὑπῆρξε τελεία. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρξε τελεία δὲν ἠδυνήθησαν οἱ ἐπίσκοποι οἱ καθολικοὶ νὰ ὑποτάξουν τὸν κατώτερον κλῆρον, ὁ παπᾶς τοῦ χωρίου καὶ οἱ δημογέροντες διέσωσαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Εἰς τὴν ἐκκλησίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγίνετο λειτουργία τῶν καθολικῶν μετέβαινον καὶ οἱ ὀρθόδοξοι πτωχοὶ ἱερεῖς καὶ ἐπέπλιναν τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν καὶ ἐξωμοιοῦντο οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη καὶ ἦλθεν ἡ δυναστεία τῶν Παλαιολόγων, καὶ ὁ πρῶτος Παλαιολόγος ἐζήτησε τὴν ἕνωσιν. Καὶ κατόπιν ἕτερος Παλαιολόγος μετέβη εἰς τὴν Ἁγίαν ἕδραν κομίζων τὰ ἔγγραφα τῆς ἑνώσεως καὶ ἐγένετο κατόπιν ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ σύνοδος, ἀλλ’ εἰς μάτην. Διότι, ὡς εἶπον, οὔτε ὁ λαὸς οὔτε ὁ κλῆρος ἐδέχοντο τοιαύτην λύσιν. Τώρα ἔρχεται ἡ ἐποχὴ μετὰ τὴν ἅλωσιν, ποία ὑπῆρξεν αὕτη; Θέλω, κύριοι, νὰ δικαιολογήσω καὶ νομικῶς τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων προτείνω νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ διατύπωσις τῆς ἀπαγορεύσεως προσηλυτισμοῦ. Ἡ Τουρκία δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναμιχθῇ, οὔτε ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐνδιαφέρεται οὔτε διὰ τὴν ἕνωσιν, οὔτε διὰ τίποτε. Τότε ἤρχισε μία ἐργασία ἡ ὁποία καὶ μέχρι σήμερον δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐξακολουθῇ. Ἀναφέρω δὲ τὸν 16ον αἰῶνα, ὅτε ἐγένετο τὸ σχῖσμα τοῦ Λουθήρου, τοῦ Καντίου καὶ ἄλλα. Τότε ἐγένετο μία ἀπόπειρα διασώσεως τοὐλάχιστον τῶν ἠπειρωτικῶν ἐλευθεριῶν ἀπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Πάπα διότι κοσμικὴ ἦτο ἡ ἐξουσία τοῦ Πάπα, διὰ τῶν διαφόρων συνθηκῶν, τῶν κογκορδάτων, τὰ ὁποῖα καὶ ἤδη θέλει νὰ δημιουργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, πρὸς τοὺς ἀπολύτους μονάρχας Αὐστρίας καὶ Γερμανίας. Διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Εἶναι τὰ σχολεῖα. Τὰ τάγματα τῶν διαφόρων μοναχῶν διατηροῦσιν μίαν θέσιν τοιαύτην ὥστε νὰ μὴ ἀπαλλάξουν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἔδαφος τὸ θρησκευτικὸν ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Ἰρλανδίᾳ, τοιαῦτα γεγονότα ἔχυσαν τόσον αἷμα ὑπὲρ τῆς θρησκείας. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναμαι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν δι’ ἱστορικῶν γεγονότων γνωστῶν. Ἔρχεται ὁ 18ος αἰών. Ἀφίνω ὅτι διὰ νὰ γίνῃ τὸ σύστημα τῆς προπαγάνδας τέλειον ἱδρύθη σχολὴ ἔξοχος ἐν Ρώμῃ, ἡ ὁποία λειτουργεῖ εἰσέτι. Ἐλάμβανον Ἑλληνόπαιδας ἐσπούδαζον οὗτοι τελείως καὶ εἰς τὰ γράμματα καὶ εἰς τὰ φρονήματα καὶ ἐξεπέμποντο ὑπὸ τῆς Ἁγίας Ἕδρας πρὸς κατάληψιν τῆς Ἀνατολῆς. Ἐκεῖθεν εἰς ὅλας τὰς ἀνατολικὰς χώρας ἐξεπέμποντο ἀπόστολοι τέλειοι καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὸν Γαλάτην. Ἤρχοντο, ἀλλ’ ἀπεδιώκοντο μὴ δυνάμενοι νὰ κατορθώσουν νὰ ῥιζοβολήσῃ ἡ ἰδέα τοῦ Παπισμοῦ. Καὶ τί ἐγένετο ἐπὶ ἑνὸς δυστυχοῦς Πατριάρχου καταγομένου ἐκ Κρήτης ὁ ὁποῖος ἔπεσε θῦμα, διότι δὲν εἶναι μόνον ὁ Γρηγόριος καὶ ἄλλοι ἐφονεύθησαν καὶ ἐρρίφθησαν εἰς τὴν θάλασσαν. Εἶχε ἱδρύσῃ τυπογραψεῖον καὶ μόλις φυλλάδιά τινα ἤρχισαν νὰ ἐκδίδωνται ἐν αὐτῷ κατὰ τῆς εἰσβολῆς ταγμάτων Ἰησουϊτῶν. Τόσον ἐσυκοφαντήθη ὥστε οἱ Γεννίτσαροι εἰσῆλθον εἰς τὸ τυπογραψεῖον καὶ τὸ κατέστρεψαν. Πεντάκις ἀνῆλθε καὶ κατῆλθε τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἔπεσε. Ἀλλὰ τὶ συνέβαινε; Ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχον σχηματισθῆ δύο ῥεύματα. Τὸ πρῶτον ῥεῦμα πρὸς τὴν Ἁγίαν ἕδραν τῆς Ρώμης, διότι ὑπῆρχον οἱ κληρικοὶ οἱ ὁποῖοι χάριν φιλοδοξίας ἐξελιπάρουν τὴν προστασίαν τῆς ἁγίας ἕδρας, καὶ τὸ δεύτερον ῥεῦμα, πρὸς τὴν Ἀγγλικανικὴν ἐκκλησίαν εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγεν κατ’ ἀνάγκην ὁ Κύριλλος, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὴν θρησκείαν τὴν Ἀγγλικανικὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Κανταβριγίας ἔστειλεν ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι καὶ ἐσπούδασαν ἐν τῇ Ἀγγλικῇ πρωτευούσῃ· ἀκριβῶς ὡς βλέπομεν καὶ σήμερον τὰ δύο ῥεύμματα. Τὸ ἕν ῥαῦμμα διὰ τοῦ Ἁγίου Μελετίου πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον τῆς Κανταβριγίας, τὸ ἄλλο διὰ τοῦ πρέσβεως κ. Σκάση πρὸς τὴν Ἁγίαν Ἕδραν. Ἐγὼ ἔψεξα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν διὰ τὰς ἐνεργείας ταύτας καὶ θὰ φέρω καὶ ἐπερώτησιν διὰ νὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνθηκολογήσῃ καὶ νὰ ἀπωλέσῃ μίαν πνευματικὴν δύναμιν ἡ ὁποῖα διετήρησε τὴν θρησκείαν τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τόσους αἰῶνας. Σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ μάχεται ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Ἡ πίστις καὶ ἡ πατρὶς δὲν διαφέρουν. Ἐμελετήθη, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο. Σὲ ἀνέχομαι ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ ἐλευθερία ἐν Ἑλλάδι εἶναι πλήρης, τελεία. Δύνασαι ἀκωλύτως νὰ τελῇς τὰ τῆς λατρείας σου, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία. Ἐσκανδάλισεν «ἡ ἐπικρατοῦσα» διότι ἡ συνθήκη τῶν Σεβρῶν ἀπαιτεῖ ἰσοτιμίαν. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος ἀνατολικὴ ἐκκλησία καὶ οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ σαλεύσῃ οὔτε κατὰ μίαν κεραίαν τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Συντάγματος. Καὶ διατί; Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς φράσεως; Σᾶς τὴν δίδουν τὰ ἔγγραφα τῶν ὁποίων ἔδωσε σημείωσιν ὁ κ. Μάτεσις. Οὐ μόνον ἐπὶ τῆς ἱστορίας ἐστηρίχθησαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἰδεωδῶν τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζονται ὑπ’ αὐτῶν τῶν μεγάλων δυνάμεων. Ἦλθον οἱ Γάλλοι ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῶν Πρεσβευτῶν καὶ εἶπον, ὅτι ἀπὸ αἰώνων προστατεύομεν τὴν καθολικὴν θρησκείαν. Νομίζετε ὅτι πρέπει ἡ προστασία αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπὸ τὴν ἑλληνικὴν κυριαρχίαν ὅταν οὐδέποτε ἐκινδύνευσαν οἱ ἐν Εὐρώπῃ ἵνα δώσουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐλευθερίαν; Ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ἡ Στερεὰ Ἑλλὰς καὶ ἡ Πελοπόννησος εἰς ἐρείπια καπνίζοντα, ἔπρεπε νὰ εἰσβάλλουν τὰ Τουρκικὰ στρατεύματα καὶ ὁ Αἰγυπτιακὸς στόλος, νὰ πολεμήσουν τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ὑποκύψουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔμενον ὀρθοὶ εἰς τὴν θέσιν των, οἱ ἥρωες τοῦ 1821. Διὰ νὰ ὑποκύψουν εἰς ποίας ἀξιώσεις τῆς Εὐρώπης; Νὰ δεχθῶσι ἀντὶ Ἐλευθερίας τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, πλὴν τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν νήσων τῶν παρακειμένων τοῦ Αἰγαίου Πελάγους. Ἔπρεπε νὰ ταχθῇ ὡς φόρος ὑποτελείας τὸ ποσὸν τῶν 1.500.000 γροσίων, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ περισσότερα ἡ Ἑλλὰς καὶ ταῦτα μάλιστα εἰς δόσεις, διότι ἀντετάχθη ἡ ἀδυναμία τῆς πληρωμῆς. Ὅλα αὐτά, κύριοι, συνέβησαν ἐκ θείας προνοίας, διότι ἐγὼ πιστεύω εἰς τὴν θείαν πρόνοιαν καὶ ἐπὶ τῶν προκειμένων περιστάσεων πιστεύω ὅτι τοῦ Θεοῦ ἡ βουλὴ συντελεῖ, εἰς τὸ νὰ ἀναπτυχθῇ ὁ Ἑλληνισμός, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὸν πολιτισμὸν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ὑπεβλήθησαν τότε οἱ ὅροι αὐτοί, ἵνα γίνῃ ἡ ἀνακωχή, τὴν ὁποίαν ἐδέχθησαν οἱ Ἕλληνες, διότι ἐξελιπάρησαν τὴν ἐπέμβασιν τῶν Μ. Δυνάμεων, καὶ ἐδέχθη ἡ Ἀγγλία, ἡ εὐγενὴς Ἀλβιών, νὰ συννενοηθῇ μετὰ τῶν ἄλλων καὶ ἤρξατο ἡ ἐνέργεια, ἡ ὁποία εὗρε κλειστὰς τὰς θύρας τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ὁ Ρωσσοτουρκικὸς πόλεμος ἵνα εἰς τὴν συνθήκην τῆς Ἀδριανουπόλεως τεθῇ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Σουλτάνου Μαχμούτ, ὅτι δέχεται τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸ τῆς ἐπιμονῆς, τὴν ὁποίαν ἀντέτασσεν ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐδέχθη νὰ γίνῃ ἐλευθέρα ἡ Ἑλλὰς μέχρι τοῦ Κραβασαρᾶ, ἀφίνουσα ἔξω τὴν Κρήτην καὶ τὴν Σάμον. Τέλος λοιπὸν χάριν φιλανθρωπίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς πειρατείας, ἡ ὁποία παρέβλαπτε τὰ συμφέροντα τῆς Εὐρώπης, ἀπηλευθερώθη τὸ τμῆμα αὐτό. Λοιπὸν εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος. Κατὰ τὸ πρωτόκολλον τὸ ὁποῖον ἐδέχθημεν καὶ ἡμεῖς, ἡ Γαλλία θέλει ἐξακολουθήσει τὴν προστασίαν τοῦ Καθολικισμοῦ. Ποίαν προστασίαν; Νὰ ὑπάρχουσι πανταχοῦ ἐπίσκοποι, Καρδινάλιοι καὶ καταστήματα ἐκκλησιαστικά, νὰ προστατεύωνται ὅλα τὰ τάγματα τὰ ὁποῖα εἰσήλασαν μέχρι τῆς Συρίας. Καὶ διεμαρτυρήθησαν τότε οἱ ἰδικοί μας, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἐξήγησις. Μετὰ δυσφορίας ἡ Γερουσία τοῦ Ναυπλίου ἤκουσε τὰς ἀξιώσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ρυθμισθῆ τῇ ἐπεμβάσει τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἡ Γαλλία, ἡ ὑπερήφανος καὶ ἰσχυρὰ τότε, δὲν κατεδέχετο νὰ ἐπέμβῃ πλέον εἰς τὴν Καθολικὴν Θρησκείαν, νὰ προστατεύσῃ τὴν θέσιν τῶν ἐπισκόπων καὶ τότε ἐδέησε νὰ μετριάσωσι τὴν προστασίαν. Εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ εἶχον πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν τότε ἐκλεγέντα Λεοπόλδον Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἀπέκρουσε τὸ Στέμμα, ἀφίνων εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς ἀνεξιθρησκείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἀνεχθῇ, νὰ προστατεύσῃ, νὰ συζητήσῃ μετὰ τοῦ Καθολικισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ὑπῆρχον κάτοικοι τοῦ Θρησκεύματος αὐτοῦ. Πρέπει νὰ συγκινῆται κανεὶς ὅταν ἀναγιγνώσκει τὸ ἔγγραφον τῆς γερουσίας τοῦ Ναυπλίου, τὸ ἀποσταλὲν εἰς τοὺς Πρέσβεις τῶν Μ. Δυνάμεων. Φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Σισίνη καὶ τοῦ γραμματέως Ρίζου, πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐγνώριζον βεβαίως τὶ ἔπραττον ἔχοντας συμβούλους τοὺς μεγαλειτέρους ἄνδρας τῆς χώρας. Τοὺς εἶπον λοιπόν. Εὐχαριστοῦμεν πολύ. Μετὰ συγκινήσεως εἴδομεν ἐπὶ τέλους ὅτι ἀναγνωρίζετε τὴν ἀνεξιθρησκείαν ἡμῶν, ὅτι ἀφίνετε εἰς ἡμᾶς τὴν προστασίαν τοῦ Καθολικισμοῦ. Ἀλλὰ μετὰ συγκινήσεως ἠθέλομεν δύο πράγματα παραδεχθῇ. Πρῶτον νομίζομεν ὅτι ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς ἡμᾶς ἀφίνετε τὴν προστασίαν τοῦ Καθολικισμοῦ σημαίνει ὅτι θεωρεῖτε τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν, τὴν Ἀνατολικήν, ἐπικρατοῦσαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ φρᾶσις τοῦ προέδρου τῆς Γερουσίας. Καὶ ἠθέλομεν μετὰ δακρύων χαρᾶς καὶ συγκινήσεως ἴδῃ εἰς τοὺς ναοὺς τοῦ Ἐπουρανίου Κυρίου, καὶ τὸν Ἐπίγειον Κύριον, τὸν Βασιλέα, νὰ λατρεύσῃ μεθ’ ἡμῶν τὸ δόγμα τὸ Ἀνατολικόν. Αὐταὶ εἶναι αἱ βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν νὰ σφυρηλατηθῇ ἡ διάταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ποία ἦτο ἡ ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων. Αὕτη εἶναι εἰς τὰ πρωτόκολλα καὶ θὰ ἔχῃ γνῶσιν ὁ κ. πληρεξούσιος. Λοιπὸν ὅταν λέγωμεν ὅτι ἀναθέτομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν ἁρμοδίαν, τὴν προστασίαν τῶν καθολικῶν, ἢ τὴν προστασίαν τῶν θρησκευμάτων ἐν γένει, δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀντίρρησιν εἰς τὴν θεσμοθεσίαν. Ἀφίνεται ἐλευθέρα ἡ Ἑλλὰς νὰ συντάξῃ τὸ πολίτευμα αὑτῆς καὶ ἐννοοῦμεν τοῦτο. Δὲν ἐννοοῦμεν οἱανδήποτε θρησκείαν εἴτε τοῦ Κουμφουκίου, εἴτε τοῦ Ἀφγανιστάν, εἴτε ἄλλας τὰς ὁποίας ἄλλοι συνάδελφοι ἀνέφερον, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν τὴν προστασίαν τῶν γνωστῶν θρησκειῶν, τῶν Χριστιανικῶν θρησκευμάτων, διότι θὰ ἦτο μωρία ἐὰν εἰς τὴν φράσιν «ἀνεκτὴ» πρέπει νὰ περιλαμβάνεται πᾶσα θρησκεία οἱαδήποτε καὶ ἄν εἶναι, ἀρκεῖ νὰ εἶνε ἐμφανὴς καὶ νὰ μὴ ἀντιβαίνῃ εἰς τὴν ἠθικήν. Καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσοτιμία πρὸς τοῦτο καὶ ἐπικαλεῖσθε τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν; Συνθήκη ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει, καὶ κατὰ τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἐγὼ γνωρίζω καὶ διδάσκω, ὅταν ἕν ἔγγραφον εἶναι ἀνύπαρκτον δὲν δύναται νὰ διεξάγεται συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Λοιπόν, διὰ νὰ τερματίσω τὴν συζήτησιν, οἱ ἄνδρες τοῦ 1843 εἶχον ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ κείμενα, καθ’ ἅ ἡ φράσις «ἀνεκτὴ» ὡς εἶναι διατετυπωμένη ἤδη, ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς προστασίας τῶν Χριστιανῶν, ἀλλά, προσέθετον αἱ δυνάμεις, «δὲν ἐννοοῦμεν διὰ τῆς προστασίας αὐτῆς οὐδαμῶς νὰ ἀναιρέσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑλλὰς νὰ διατυπώσῃ τὸ πολίτευμα αὑτῆς ὅπως βούλεται, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ γένηται οὐδεμία ἐπέμβασις—εἶναι ἡ φράσις τοῦ πρωτοκόλλου—ἡ ὁποία δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν ἐπικρατοῦσαν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν». Θέλετε καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι τέλειον καὶ ὅτι γίνεται ἄδικος ἐπίθεσις, ἵνα ἐλαττώσωμεν τὸ γόητρον καὶ τῆς ἱστορίας καὶ τῶν ἰδεῶν αἱ ὁποῖαι ἐνέπνευσαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν τοιουτοτρόπως αὐτό; Σᾶς ἀναφέρω τὰ Συντάγματα τῆς Ἑπταννήσου, ἐκεῖ εἶναι καθαρὰ τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν, ἀλλ’ εἶναι οἱ Ἄγγλοι οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑποχείριον τὴν Ἑπτάννησον. Κατὰ τὸ 1816 ἐγένετο τὸ τελευταῖον Πολίτευμα «contetutrone» εἰς τὸ ἄρθρον δὲ τρίτον ἀναφέρεται religione dominante, ἐπικρατοῦσα θρησκεία, εἶναι ἡ τῆς ὀρθοδόξου ἑλληνικῆς ἐκκλησίας. Διότι καὶ αὐτὴν τὴν φράσιν τὴν Ἑλληνικὴν ἄλλοτε τὴν ἐπολέμησαν. Ἐκεῖ οἱ ἑπτανήσιοι μετὰ τοῦ Ἄγγλου Ἁρμοστοῦ ἀναφέρουν ρητῶς ὅτι ἐπικρατοῦσα (dommante) ἐκκλησία εἶναι ἡ ὀρθόδοξος. Ἀλλ’ οἱ ἄλλοι καθολικοὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐγκατασταθῆ εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὶ θὰ ἐγίνωντο; Περὶ αὐτοῦ ἐλαμβάνετο πρόνοια. Πᾶσα θρησκεία καὶ ἰδίως τῶν καθολικῶν sera prot sta ἤτοι προστατεύεται καὶ κατόπιν, καὶ πᾶσα ἄλλη θρησκεία, διότι ἔδωκε περισσοτέραν προστασίαν εἰς τοὺς καθολικοὺς διότι ἦσαν περισσότεροι τότε, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἄλλη θρησκεία sera tollerata ἤτοι ἀνεκτὴ λέγουσιν οἱ Ἄγγλοι. Καὶ ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἐδῶ διὰ νὰ μεταβάλωμεν ἕν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἱστορίαν τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς καὶ δὴ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, νὰ τὸ διαστρεβλώσωμεν. Καὶ λέγετε διατὶ εἶναι ἐπικρατοῦσα; Εἶναι ἐπικρατοῦσα οὐ μόνον διότι ἐπικρατεῖ ἵνα ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα Ἑλληνικὴ ἐκκλησία ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς Πολιτείας ἡμῶν, εἶναι ἐξουσία, εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸν κλῆρον τὸν Ἑλληνικόν. Αὐτὸ εἶναι ἐπικρατοῦσα. Δὲν ἐπικαλούμεθα τοὺς ἀρχιεπισκόπους τῶν ἄλλων θρησκειῶν ἵνα καθορίσωμεν καὶ καθοδηγήσωμεν μᾶς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἱστορικῶς διότι δὲν εἶναι ἁρμόδιον τὸ βῆμα τοῦτο, ἀλλ’ εἶπον ὑμῖν τ’ ἀνωτέρω ἵνα ὑπεραμυνθῶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἵνα σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ τὶ σημαίνει ἀνεκτή. Ἀνεξίθρησκοι ἦσαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι. Δύνασαι, ἔλεγον, νὰ λατρεύῃς καὶ τὸν γάτον σου. Διὰ τῆς λέξεως ἀνεκτὴ οἱονεὶ σώζεται ἡ φιλοτιμία τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας. «Ἐπικρατοῦσα» εἶναι ἡ λέξις ἥν ἀναγνωρίζει τὸ πρωτόκολλον τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα, τὴν Ἑπτάνησον. Δὲν ἔχω ἐγὼ τοὐλάχιστον ἴδη ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου νὰ παρεπονέθησαν οἱ ἀγαπητοὶ ἡμῶν ἀδελφοί, οἱ καθολικοί, ὅτι ἐπιέσθησαν. Οὐ μόνον δὲν ἐπιέσθησαν, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ ἡ προστασία τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία τυπικῶς μόνον ἀπεσύρθη. Ὑπάγετε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, διότι καὶ ἐγὼ ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ χειρότερον τοῦτο Ὑπουργεῖον, κατὰ τὸν ἀοίδιμον Θεοτόκην, ὁ ὁποῖος καὶ μὲ συνελυπήθη ὅταν ἔγινα Ὑπουργός, ὑπάγετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ ζητήσητε τὸ πρόγραμμα τῶν σχολείων εἰς τὰς Πάτρας εἰς τὰς Νήσους εἰς τὴν πατρίδα τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Προσπαθήσατε νὰ συνάψητε μικτὸν γάμον, ἄν δὲν δώσητε τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι τὰ γεννησόμενα τέκνα θὰ ἀκολουθήσουν τὸ Δυτικὸν δόγμα διὰ νὰ ἴδητε ἄν δυνηθῆτε. Εἶναι Κράτος ἐν Κράτει. Καὶ ἡμεῖς ἐδέχθημεν αὐτό. Κατώρθωσεν ὁ εὐφυέστατος κ. Μπαλτατζῆς νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἱδρύσωμεν ἐπισκοπὴν εἰς τὴν Ἰταλίαν ὅπως ἔχουν οἱ Καθολικοὶ ἐδῶ; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Λοιπὸν λέγω ὅτι τὸ ἄρθρον ἔχει διατυπωθῆ τοιουτοτρόπως ὥστε οὐδόλως πρέπει νὰ μεταβληθῇ. Ἔχετε ποινικὸν νόμον κατὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ἀλλὰ πόθεν φοβεῖσθε τὸν προσηλυτισμόν; Ἀπὸ Τούρκους ἤ ἀπὸ Ἑβραίους; Ὄχι. Ἀπὸ τοῦ Καθολισμοῦ, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος κ. Λεβίδης. Σήμερον ἀσκεῖται προσηλυτισμός. Τώρα θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ ποινικοῦ νόμου νὰ ἀναχαιτισθῇ ἡ τάσις αὐτὴ τοῦ προσηλυτισμοῦ; Βεβαίως. Ἀλλ’ ὁ ποινικὸς νόμος δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις. Δέον λοιπὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ μὴ δυνηθῇ εἰς τὸ μέλλον κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι μετριάζει, καταργεῖ, τροποποιεῖ τὸ ἔγκλημα τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ὑπάρχει. Ἐφαρμόζεται; Οὐχί. Ἄς ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον. Ἐγὼ κύριοι, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν αἰσθάνονται ἐν τῇ ψυχῇ των τὰ αἰσθήματα τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἀνεξιθρησκεία εἶναι στοιχεῖον τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐπικαλούμεθα πότε τὸ Σύνταγμα τῆς Ὁλλανδίας, πότε δὲν εἰξεύρω ποίας ἄλλης χώρας διὰ νὰ ἀποδεικνύωμεν ὅτι, καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπιδείξωμεν τὰς ἰδίας ἀρχάς. Οὐχί. Πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἡ διάταξις ἡ πρώτη εἶναι ἀκλόνητος συνταγματικὴ διάταξις. Οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ τροποποιήσῃ αὐτήν, διότι θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας τῶν πραγμάτων, ἀπέναντι τῆς θρησκείας ἡμῶν, ἡ ὁποία ὅπως εἶπον, εἶναι ἡ πατρίς. Διότι καὶ εἰς τὸ πρωτόκολλον τὸ ὁποῖον ὑπέμνησα τοῦ 1830 ἡ Γερουσία λέγει ὅτι ἡ θρησκεία, ἡ ὁποία ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν, τὴν γλῶσσαν, ἔδωκε τὰ φῶτα εἰς ἡμᾶς, πρέπει νὰ τύχῃ τῆς μεγαλυτέρας προστασίας. Προστασία εἶναι ὅτι θεωρεῖται «ἐπικρατοῦσα». Ἀνεκτὴ εἶναι μία φρᾶσις ἡ ὁποία δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀσκήσεως οἱουδήποτε ἄλλου θρησκεύματος. Τώρα ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ μίαν γνώμην. Ὅτε ἐγὼ ἤμην μέλος τῆς δωδεκαμελοῦς ἐπιτροπῆς ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, διότι ἠγωνίσθην ἐφόσον μοὶ ἐπέτρεπον αἱ δυνάμεις, καὶ δύναμαι νὰ ἐξάρω αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ τὰς ἐργασίας τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Λεβίδου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ὑπομονῆς, ἐπιμονῆς του καὶ τῆς παιδείας του τῆς μεγάλης καὶ τῆς πολιτικῆς του πείρας ἔφερε τὸ ἔργον ἡμῶν ὥστε νὰ πλησιάζῃ εἰς τὸ πέρας του. Ἐσχημάτισα λέγω, τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ἀφορμὴν ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, λόγου, ὅτι αἱ νέαι ἀντιλήψεις ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταβάλωμεν τὸ πολίτευμα καὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ τροποποιήσωμεν ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ λόγου ἐκείνου ἦτο ὅτι τὸ πολίτευμα ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ μερικὰ σημεῖα, ἕνεκα τῶν νέων ἀρχῶν, ὀλίγων ἄρθρων ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῶσι ὡς προέβαινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀρχίσωμεν ἐξ ἀρχῆς μεταβάλλοντες τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ ἐκ τῶν προτέρων ποῖα ἄρθρα εἶναι τὰ μεταρρυθμιστέα, ἵνα μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀμυνώμεθα κατὰ τῆς ἀνατροπῆς τῶν καλῶς κειμένων, τῆς ἀνατροπῆς διατάξεως θεμελιώδους, θεμελιωδεστέρας ἐξ ὅλων τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων. Αἱ Συνταγματικαὶ διατάξεις δύνανται νὰ μεταβάλλωνται, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ παραμένωσιν ἀμετάβλητοι. Πολλαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἔχουσι τοιαύτην σαθρότητα, ὥστε νὰ δύνανται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀναλόγως τῶν ἀντιλήψεων τῆς κοινωνίας νὰ μεταβληθῶσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ θίγωνται. Τοιαύτη τις εἶνε ἡ διάταξις τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως προστίμων ἐπιβληθέντων κατὰ τὰς ἐπιτάξεις κτηνῶν. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§96Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἔγιναν, κύριοι συνάδελφοι, τόσον πολλαὶ καὶ μακραὶ ἀγορεύσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ὥστε αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπανειλημμένως ὑπεστηρίχθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν παρὰ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς πραγματικὰς καταστάσεις τὰς ἐνυπαρχούσας ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ταύτας νὰ διαλάβωμεν ἐν τῷ Συνταγματικῷ χάρτῃ καταλλήλως διατυποῦντες αὐτάς. Εἶναι τοῦτο μία ἀρχὴ ὀρθοτάτη, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς εὑρέθη ὁ διαφωνῶν. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἀνεύρωμεν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἀνεύρωμεν, ποῖα εἶνε τὰ φρονήματα, ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι, ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῶν ἐν τῷ Κράτει θρησκειῶν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλων νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι τὸ περὶ θρησκείας πρῶτον ἄρθρον, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει καλῶς καὶ ὅτι αἱ ἐν αὐτῷ διαληφθεῖσαι ἔννοιαι περὶ ἐπικρατούσης θρησκείας καὶ περὶ ἀνεκτῶν θρησκειῶν καὶ αἱ περὶ προσηλυτισμοῦ διατάξεις προσαρμόζονται καὶ ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ φρονήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θέλων νὰ μᾶς πείσῃ λέγω περὶ τούτων, προέβη εἰς μίαν ἐπιτυχεστάτην καὶ εὐφυεστάτην ὄντως ἀνάλυσιν, ὑποστηρίξας ὅτι εἰς ὅσα κάθε πιστὸς θεωρεῖ τὴν ἑαυτοῦ θρησκείαν ὡς τὴν τελειωτέραν πασῶν, ἐφ’ ὅσον θεωρεῖ τὴν ἑαυτοῦ θρησκείαν ὡς τὴν μόνην ἀληθῆ, δὲν δύναται ἤ νὰ ἀνέχεται τὰς ἄλλας θρησκείας καὶ ὅτι ἡ θέσις καὶ ἡ σχέσις μιᾶς θρησκείας πρὸς τὴν ἄλλην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ τῆς ἀνοχῆς. Καὶ ὄντως, ἐὰν ἐπρόκειτο θεολογικῶς νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν πάρωμεν τὴν ἄποψιν ἑκάστης θρησκείας πρὸς τὰς ἄλλας θρησκείας, ὁμολογουμένως οὐδεμίαν θὰ εἴχομεν ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ θεολογικῆς συζητήσεως. Ἐδῶ πρόκειται διὰ τῆς καταλλήλου Συνταγματικῆς διατάξεως νὰ ἀπεικονίσωμεν τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέναντι τῶν ἀσκουμένων ἐν τῷ Κράτει θρησκειῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὶ φρονεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχων, οἷαν ἔχει γνώμην περὶ τῆς ἑαυτοῦ θρησκείας, σέβεται ἀπολύτως πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν καὶ ἀναγνωρίζει καὶ εἰς τοὺς πιστοὺς τῶν ἄλλων θρησκειῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσι καὶ αὐτοὶ οἵαν ἔχει καὶ αὐτὸς γνώμην περὶ τῆς ἰδίας του θρησκείας, ἢ ἀνέχεται ἁπλῶς τὰς ἄλλας θρησκείας, ἀποδίδων εἰς αὐτὰς μετά τινος περιφρονήσεως μικροτέραν σημασίαν καὶ κατωτέραν ἠθικὴν ἀξίαν, Διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναγνωρίζει εἰς πάντα ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῇ τὴν θρησκείαν του ὡς τελείαν ὡς τὴν μόνην ἀληθῆ, νὰ φρονῇ δηλαδὴ καὶ ἐκεῖνος ὅ,τι φρονεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὀρθόδοξος Ἑλληνικὸς λαὸς, διὰ τὴν ἑαυτοῦ θρησκείαν, τότε καταλήγομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐμπνέεται ἀπὸ πνεῦμα πλήρους θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, ὅτι σέβεται ἀπολύτως τὰς θρησκευτικὰς ἀντιλήψεις καὶ πεποιθήσεις τῶν ἄλλων. Μουσουλμᾶνος πληρεξούσιος, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ διερμηνεύων τὴν γνώμην τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Μουσουλμανικῆς ὁμάδος ὡμολόγησεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ κοιτὶς τῆς ἐλευθερίας καὶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διεκρίθη καὶ διακρίνεται πάντοτε διὰ τὰ φιλελεύθερα αἰσθήματα αὑτοῦ καὶ διὰ τὸν σεβασμόν του πρὸς τὰς ἀτομικὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι καὶ ἡ θρησκεία εἶναι ζήτημα ἀτομικῆς συνειδήσεως. Καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν μίαν μεγάλην ἀλήθειαν. Διότι εἶναι ἱστορικὴ ἀλήθεια ὅτι ὄντως, οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα. Ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διεκρίθη πάντοτε διὰ τὰ φιλελεύθερά του αἰσθήματα, διὰ τὰς ὑψηλάς του ἀρχάς, διὰ τὸν ἀπόλυτον σεβασμόν του, πρὸς τὰς ἀτομικὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων. Τούτου τεθέντος, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἀδικοῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐὰν θελήσωμεν διὰ τῆς χρήσεως φράσεων καὶ λέξεων, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια ἀμφισβητεῖται, νὰ τοῦ ἀποδώσωμεν φρονήματα καὶ ἰδέας τὰς ὁποίας δὲν ἔχει, νὰ τὸν παραστήσωμεν ὡς ὀλιγώτερον φιλελεύθερον ἀφ’ ὅ,τι πράγματι εἶναι, ὡς ἀνεχόμενον ἁπλῶς τὰς ἄλλας θρησκείας. Διότι ἂς μὴ αὐταπατώμεθα. Αὐτὴν τὴν σημασίαν ἔχουσι αἱ ἔννοιαι περὶ ἐπικρατούσης θρησκείας, περὶ ἀνεκτῶν θρησκειῶν καὶ αἱ περὶ προσηλυτισμοῦ ἀπαγορευτικαὶ διατάξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλων νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως «ἀνεκτή», ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ, εἰς τὸ ἄρθρον δηλ. πρῶτον τοῦ Συντάγματος περὶ θρησκείας, ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» εἶναι ἰσότιμος καὶ ἰσοδύναμος μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως «ἐλευθέρα». Ἀλλὰ δὲν μᾶς ἔπεισεν, τοὐλάχιστον ἐμέ. Διότι ἡ ἔννοια τῶν λέξεων δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν αὐθαιρέτως νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰς, ἀλλ’ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κατόπιν μακροτάτης χρήσεως ἀποδίδει εἰς αὐτὰς τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε εἰς τὴν λέξιν «ἀνεκτὴ» ἔδωκε τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως «ἐλευθέρα». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὑπάρχουσι δεσμοὶ ἱστορικοί, δεσμοὶ ἠθικοί. Καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν ἐν τῷ συζητουμένῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν, ὅτι ἐπίσημος θρησκεία τοῦ Κράτους εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Ἂς ἀποφύγωμεν λοιπὸν ὅλας τὰς λέξεις καὶ φράσεις ἐκείνας, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια ἀμφισβητεῖται, διότι δὲν ἤμεθα πλέον ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1 καὶ ½ ἑκατομμυρίου, δὲν εἴμεθα πλέον τὸ Κράτος ἐκεῖνο τὸ μικρόν, τὸ ὁποῖον περιελάμβανε λαὸν ἀπολύτως σχεδὸν ὁμόθρησκον, ὥστε νὰ μὴ γεννῶνται ζητήματα καὶ παρεξηγήσεις. Σήμερον ἀποτελοῦμεν Κράτος, περιλαμβάνον ἐν τοῖς κόλποις του μέγαν ἀριθμὸν ἀλλοθρήσκων πληθυσμῶν, καὶ τῶν συμπολιτῶν μας τούτων τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματα καὶ τὰς πεποιθήσεις ὀφείλομεν ἀπολύτως νὰ σεβασθῶμεν. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ὅπως ἡ Ἑλλὰς δεσπόζῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀπὸ ἀπόψεως προόδου καὶ πολιτισμοῦ. Ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἀδικήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐὰν ὄντως πιστεύωμεν, ὅπως εἶνε καὶ ἀληθές, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐμφορῆται ὑπὸ τῶν φιλελευθέρων ἐκείνων ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὅλοι οἱ ρήτορες διεκήρυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂς μὴ θέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει, λέξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρεξηγηθῶσιν.
§97Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Δὲν παρεξηγήθησαν ποτέ.
§98Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὅτι παρεξηγήθησαν ἀπόδειξις εἶναι αἱ ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι ἀκούονται ἀπὸ ἡμερῶν ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων πληθυσμῶν. Ὅτι παρεξηγήθησαν ἀπόδειξις εἶναι ἡ συζήτησις, ἡ ἀτέρμων ἡ ὁποία διεξάγεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ τὰς παρεξηγήσεις αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς ἄρωμεν. Τίποτε δὲν ἔχομεν νὰ πάθωμεν ἄν μεταχειρισθῶμεν λέξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια εἶναι ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως, λέξεις ἐμφαινούσας πλήρη ἐλευθερίαν καὶ ἀπόλυτον σεβασμὸν εἰς τὰς θρησκευτικὰς καὶ ἀτομικὰς πεποιθήσεις ὅλων. (ἐπιδοκιμασίαι).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σιακῆς ἔχει τὸν λόγον.
§100ΑΒΡΑΑΜ ΙΣΑΑΚ ΣΙΑΚΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων δὲν θὰ εἰσέλθω ἐγὼ εἰς τὴν οὐσίαν ἢ τὴν τεχνολογίαν τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» ἤ «ἐλευθέρα». Θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ πρακτικὸν μέρος. Θὰ διακηρύξω μεγαλοφώνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μίαν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι πραγματικῶς ὑπάρχει ἀνεξιθρησκεία τελεία. Καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δὲν βλέπω διατὶ ἐν ὅσῳ εἰς τὴν πραγματικότητα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι οἷος εἶναι, ἀνεξίθρησκος, διατὶ νὰ πολεμῶμεν μὲ μίαν λέξιν καὶ νὰ μὴ τὴν θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἴμεθα ἀνεξίθρησκοι, εἴμεθα φιλελεύθεροι· ἄς τὸ συμπεριλάβωμεν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμά μας. Διατὶ νὰ ἀφίνωμεν νὰ ὑπονοηθῇ ἄλλο τι μὲ τὴν λέξιν αὐτὴν «ἀνεκτή», ἡ ὁποία δὲν κτυπᾷ καὶ πολὺ καλὰ εἰς τὸ αὐτὶ τοῦ καθενὸς καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ πραγματικῶς ὀρθή, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀνοχῆς. Ἀνεκτοὶ δὲν εἶναι οἱ ἀλλόθρησκοι ἐν Ἑλλάδι. Εἴμεθα ἴσοι πολῖται Ἕλληνες καὶ χαίρομεν ὅλων τῶν ἐλευθεριῶν καὶ ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα χαίρουσι καὶ οἱ Χριστιανοί.
§101Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ εἴς τινα μάλιστα περισσότερα.
§102Ι. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ. Μολονότι ὑπάρχει ἡ λέξις «ἀνεκτή», ἔχετε μεγαλειτέραν προστασίαν.
§103Α. ΣΙΑΚΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Ἰσχυρίσθησαν μερικοὶ ὅτι ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» εὑρέθη ἀπὸ τοῦ 1816 καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ἐφ’ ὅσον ἡ πραγματικότης δὲν ἀλλάσσει τὴν ἔννοιαν. Ἀλλά, λέγω ἐγώ, εὑρισκόμεθα ἕνα αἰῶνα ἐμπρός. Εὑρισκόμεθα εἰς τὰ 1922. Τότε βεβαίως ἔπρεπε νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς λέξεως «ἀνεκτή», σήμερον ὅμως δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, διότι ἡ πραγματικότης θὰ διαψεύσῃ καὶ διαψεύδει ἤδη ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φοβούμεθα ὅτι εἰμποροῦν νὰ συμβοῦν. Κατόπιν κἄτι τι ἄλλο ἤθελον νὰ ἐρωτήσω. Πρόκειται περὶ τοῦ τέλους τοῦ 1ου ἄρθρου, ἐκεῖ ποῦ λέγει «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας». Καὶ ἐκεῖ νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὸν προσηλυτισμὸν ἐν γένει δι’ ὅλας τὰς θρησκείας, διότι μὲ τὸ νὰ θέσωμεν μόνον ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμὸς καὶ πᾶσα ἄλλη ἐπέμβασις κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, κάμνωμεν μίαν μικρὰν εἰς βάρος τῶν ἄλλων θρησκειῶν ὑπεροχὴν τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Λοιπὸν θὰ ἤμην τῆς γνώμης ὅτι δυνάμεθα κάλλιστα νὰ εἴπωμεν ἐν γένει ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμὸς δι’ ὅλας τὰς θρησκείας, διότι δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ παραδεχθῶ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀρχὴ ἡ ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος νουνεχὴς ζῶν εἰς αὐτὸν τὸν αἰῶνα, νὰ θελήσῃ νὰ προσηλυτίσῃ ἕνα ἄνθρωπον εἰς ἄλλην θρησκείαν. Εἶναι ἀδύνατον.
§104Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ. Εἶσθε δυστυχῶς μέχρι τῆς χθὲς ὑπόδουλος εἰς τὴν Τουρκίαν;
§105Α. Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ δὲν ἤμην ποτὲ ὑπόδουλος, διότι ἔζησα εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§106Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν μοὶ λέγητε σχετικῶς πρὸς τὸν προσηλυτισμὸν τὶ συμβαίνει ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ δὴ ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκ Σμύρνης, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι πόσα χρήματα δαπανῶνται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§107Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπου εἶναι ἐλεύθερον κράτος, ὑπάρχουν χιλιάδες προσηλυτισμῶν.
§108Α. Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ ἐπιτραπῇ ὁ προσηλυτισμός. Ἐγὼ λέγω νὰ ἀπαγορευθῇ τελείως ἐν γένει δι’ ὅλας τὰς Θρησκείας· ἀλλὰ νὰ μὴ γίνεται ἡ διάκρισις αὕτη, διότι εἶναι πραγματικῶς μία διάκρισις, ἡ ὁποία γίνεται. Λοιπὸν λέγω ὅτι πρέπει νὰ παραλειφθῇ αὐτὸ τὸ διακριτικὸν καὶ νὰ τεθῇ ἐκεῖ ἀντὶ «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης Θρησκείας», «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ ἐν γένει δι’ ὅλας τὰς Θρησκείας». Οὕτω πῶς προλαμβάνομεν μίαν διάκρισιν εἰς βάρος τῶν ἄλλων Θρησκειῶν, ἡ ὁποία φυσικὰ καὶ αὐτὴ δὲν κτυπᾷ καλὰ εἰς τὸ αὐτί μας, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς ἕν ἄλλο ἄρθρον παρακάτω, τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Ὅταν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος γίνεται μία διάκρισις, δὲν δικαιολογεῖται τὸ παρακάτω. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκριβῶς θὰ παρακαλέσω νὰ διατυπωθῇ τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος οὕτως. (Ἀναγινώσκει) «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας πᾶσα δὲ ἄλλη ἀνεγνωρισμένη θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα, ἐφ’ ὅσον δὲν προσκρούει εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ τὰ τῆς λειτουργίας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου, ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ δι’ ὅλας τὰς θρησκείας ἐν γένει καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως».
§109Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ποίαν διαφορὰν ἐννοίας βλέπετε, εἰς τὰς λέξεις «γνωστὴ» καὶ «ἀνεγνωρισμένη;» Ἀπαιτεῖται μία ἐργασία διὰ νὰ εὕρωμεν πλέον τὴν διαφοράν, ἐργασία διπλωματικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ καὶ ἱστορική. Διατὶ νὰ μεταβάλωμεν τὴν λέξιν, ἐὰν δὲν ἔχετε τὴν διαφορὰν τῆς ἐννοίας;
§110Α. Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Ὅταν λέγωμεν ἀνεγνωρισμένην θρησκείαν, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὰς θρησκείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὡς βάσιν τὸν μονοθεϊσμόν.
§111Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὅλαι σχεδὸν τὸν ἔχουσιν.
§112Α. Ι. ΣΙΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶναι ὅλαι. Ὁ Βουδισμὸς δὲν ἔχει βάσιν τὸν μονοθεϊσμόν.
§113Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ἀνὰ χεῖρας τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1862. Εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην ὑπῆρχον ἄνδρες μεγίστης ἀξίας καὶ ὑπεροχῆς, τολμῶ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται κατ’ ἐλάχιστον νὰ τοὺς πλησιάσῃ.
§114ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔχετε λάθος.
§115Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ πλησιάσῃ τὸν Λομβάρδον, τὸν Δηλιγιάννην, τὸν Σαρίπολον, τὸν Κόκκινον, τὸν Καλλιγᾶν, τὸν Ἰακωβᾶτον καὶ τόσους ἄλλους. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι οἱ πραγματικῶς ἱδρύσαντες τὰς Ἑλληνικὰς ἐλευθερίας ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1862 δὲν ἐτόλμησαν νὰ θίξωσι τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὑπῆρξαν μεγίστης σημασίας λόγοι. Ἀπορῶ, κ. Πρόεδρε, πῶς σήμερον συζητοῦμεν καὶ ἀπορῶ πῶς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔθιξαν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς χθὲς γνωρίζουσι πολὺ καλὰ τὶ ὑφίσταται ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὰς διαφόρους προπαγάνδας. Ἤθελον παρακαλέσῃ τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ σκέπτωνται πολιτικῶς.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπούσδρας ἔχει τὸν λόγον.
§117Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἀντὶ τοῦ 1ου ἄρθρου ὅπερ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία...κλπ.», εἶχον προτείνῃ καὶ προτείνω τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ διὰ τῶν ἑξῆς προτάσεων. «Ἡ θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐλευθέρα καὶ ἀσκεῖται ἀπολύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων τῆς Πολιτείας». Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην προέβην διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Τὸ πρῶτον τοῦτο ἄρθρον περιέχει πρῶτον μὲν ἑνότητα πρὸς τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δεύτερον δὲ περιέχει αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἐσωτερικὴν ἀντίφασιν καὶ ἔπειτα γεννᾷ ἀσαφείας πρὸς βλάβην παντὸς ἐν γένει. Καὶ ἡ μὲν ἑνότης τοῦ πρώτου τούτου ἄρθρου εἶναι καταφανής, διότι τὸ μὲν 3ον ἄρθρον καθιεροῖ τὴν ἀνισότητα πάντων τῶν Ἑλλήνων ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἐνῷ τὸ ἄρθρον τοῦτο καθιεροῖ τὴν ἀνισότητα πάντων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ νόμου. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν ἀνισότητα δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ. Ἀνισότης εἶναι διότι πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι κατὰ τὸ ἕν ἄρθρον ἴσοι, τινὲς δὲ Ἕλληνες κατ’ ἄλλο ἄρθρον δὲν εἶναι ἴσοι. Ἐπειδὴ εἶναι ἄτοπον καὶ Πολιτεία καλῶς διοικουμένη θεωρεῖται «τὸ δουλεύειν τῇ ἑνότητι τοῦ νόμου...» διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀντικατασταθῇ. Ἡ ἀνισότης, ἡ ὁποία εἰσάγεται διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν λέξεων καὶ διατάξεων τοῦ 1ου ἄρθρου. Ὅταν τὸ ἄρθρον λέγῃ «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» καὶ ὅταν καθιεροῖ μίαν θρησκείαν ὡς ἐπικρατοῦσαν πάσας δὲ τὰς ἄλλας θρησκείας θεωρεῖ ἀνεκτὰς τὶ πράττει μὲ τοῦτο; Θεωρεῖ μίαν θρησκείαν προνομιακὴν ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς κατωτέρας.
§118Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι εἶναι λίαν εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§119Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὅταν ἡ μία θρησκεία εἶναι προνομιακὴ ὅλαι αἱ κατώτεραι εἶναι ἀνεκταί. Εἶναι ἀνισότης ἢ δὲν εἶναι;
§120Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἰσότης τῶν ἐκκλησιῶν ὅλων μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι τοῦ κράτους.
§121Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα εἶναι ἀτομικὴ ἐλευθερία, εἶναι ἕν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζει τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Ὅταν λέγητε, ὅτι πάντες οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι, ἀλλὰ τινὲς πολῖται δὲν εἶναι ἴσοι...
§122ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§123Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ πρεσβεύῃ ὅ,τι θέλει.
§124Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἡ ἀνισότης καταδηλοῦται ἐκ τούτου, ὅτι εἰσάγεται μία προνομιακὴ θρησκεία ἀπέναντι τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Ἐὰν ἡ ἀνισότης ἡ ὁποία καταδηλοῦται ἐκ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμὸς κατὰ μιᾶς θρησκείας, κατ’ ἀντιδιαστολὴν ἑπομένως δὲν ἀπαγορεύεται κατὰ πάσης ἄλλης θρησκείας. Τοῦτο εἶναι ἄμεσον ἤ ὄχι; Ἐλέχθη ὅτι ὅπως συμβιβασθῇ τὸ πρᾶγμα νὰ μετατεθῇ ἢ μᾶλλον νὰ προβιβασθῇ ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» εἰς ἔννοιαν καὶ θέσιν τῆς ἐννοίας τῆς ἐλευθερίας. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε λέξις ἱκανὴ νὰ καλύψῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας βεβαίως θὰ ἠδύνατό τις νὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην προαγωγὴν τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» πρὸς κάλυψιν τῆς ἐννοίας τῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν κοινοτάτην χρῆσιν πρὸς ἔκφρασιν τῆς ἐννοίας τῆς ἐλευθερίας αὐτὴν ταύτην τὴν λέξιν ἐλευθερίαν εἶναι ἐντελῶς περιττὸν καὶ μάταιον ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ προβιβασμοῦ, ἄς εἴπω, οὕτω, τῆς λέξεως «ἀνεκτῆς» πρὸς κάλυψιν τῆς ἐννοίας τῆς ἐλευθερίας. Τὸ θέμα τοῦτο τῆς ἀνοχῆς τῆς θρησκευτικῆς ἀπησχόλησε κατὰ τὸ παρελθὸν σχεδὸν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην. Διήνυσε τρεῖς σταθμοὺς μεγάλους. Πρῶτον ὑπὸ τὴν μορφὴν «θρησκευτικὴ ἀπαγόρευσις» ὅταν μία καὶ μόνη ἐν τῷ κράτει ὑπῆρχε θρησκεία, ἡ ἀποκλειστικὴ θρησκεία. Μετὰ τὰς διαμαρτυρίας καὶ μετὰ τὰς ἐξεγέρσεις, τὰς ὁποίας ἐπηκολούθησαν θρησκευτικοὶ μακροὶ ἀγῶνες, ἀνεγνωρίσθη ἐπὶ τέλους τὸ δικαίωμα τῆς ἀνοχῆς καὶ εἰς πάσας τὰς ἄλλας θρησκείας, ἐκτὸς τῆς θρησκείας τῆς ἐπικρατείας. Καὶ διὰ τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἐν Παταβίῳ περὶ τὰ 1552 καὶ ἐν Αὐγουστίνῃ ἀνεγνωρίσθη τὸ πρῶτον, ὁ ὅρος αὐτός, ὅστις λέγεται «ἀνεκτή». Ἔκτοτε διὰ τῶν συνθηκῶν αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν εἰς τὰ Συντάγματα καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ προηγουμένως καὶ βραδύτερον ἐν Γαλλίᾳ ἀνεγνωρίσθη καὶ υἱοθετήθη ὁ ὅρος τῆς θρησκευτικῆς ἀνοχῆς. Τὸ τρίτον στάδιον, ὁ τρίτος σταθμὸς εἶναι τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, μετὰ τὴν θρησκευτικὴν ἀπαγόρευσιν ἐπεκράτησε θρησκευτικὴ ἀνοχή. Καὶ ἀπὸ μακροῦ δύναταί τις νὰ εἴπῃ χρόνου καθ’ ὃν ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ ἐπεκράτει ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία αὐτὸς ἑπομένως ὁ ὅρος, αὐτὸς ὁ τεχνικὸς ὅρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ συνώνυμος καὶ ἰσοδύναμος πρὸς τὸν ὅρον τὸν ἕτερον τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας. Ἄλλο εἶναι θρησκευτικὴ ἀνοχὴ, ἄλλο θρησκευτικὴ ἐλευθερία. Ἡ ἀνοχὴ εἶναι ἔννοια σχετική. Προϋποθέτει μακροθυμίαν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρᾶξιν ἐπίμεμπτον καὶ ἐπίψογον. Ἑπομένως προσβάλλει τὸ αἴσθημα τῆς ἰσότητος τὸ ὁποῖον κάθε πολίτης ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ δικαιοῦται ν’ ἀξιοῖ παρὰ τῶν λοιπῶν. Ἄν θίγεται ἢ δὲν θίγεται τὸ συναίσθημα τῆς φιλοτιμίας καὶ τῆς ἰσότητος δὲν εἶναι δύσκολον νὰ τὸ ἐννοήσῃ τις ἀρκεῖ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ψήφους ἐμπιστοσύνης καὶ τὰς ψήφους τῆς ἀνοχῆς τὰς ὁποίας πλειστάκις ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δίδομεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Θίγεται ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ψήφου ἀνοχῆς ἢ δὲν θίγεται; Ἄν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς διατὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῇ κανεὶς ὅτι τὸ αὐτὸ αἴσθημα προκαλεῖται καὶ εἰς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον αἱ θρησκευτικαὶ δοξασίαι εἶναι ἀνεκταί; Ὡς πολῖται ἔχομεν καθῆκον νὰ φερώμεθα ἴσοι πρὸς πάντας. Νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δίκαια πάντων τῶν πολιτῶν ἐν ἰσοτιμίᾳ. Ἄς ἐξετάσωμεν ὑπὸ ἑτέραν διάταξιν τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ὁ προσηλυτισμὸς σημαίνει τὴν προσπάθειαν τὴν ὁποίαν καταβάλλει τις ὅπως ἑλκύσῃ τινὰ ἐκ μιᾶς θρησκείας εἰς τὴν ἄλλην. Τοῦτο εἶναι φανερόν. Τὰ εἴδη τοῦ προσηλυτισμοῦ διακρίνονται ἐκ τῶν διαφόρων μέσων τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεταί τις πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ του καὶ ἐνεργεῖται αὕτη εἴτε δι’ ἀπειλῶν, εἴτε διὰ βίας εἴτε διὰ διδασκαλίας. Τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος περιλαμβάνει πάντα, διὰ τοῦτο καὶ ὁ ποινικὸς νόμος προνοεῖ περὶ τῆς τιμωρίας ἐνίων τινῶν εἰδῶν τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ ποινικὸς νόμος φέρεται ἴσος καὶ ἀπαγορεύει ἐξ ἴσου τὸν προσηλυτισμὸν σχετικῶς πρὸς ὅλας τὰς θρησκείας, δὲν τιμωρεῖ τὴν διδασκαλίαν ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους μιᾶς θρησκείας ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Τοῦτο προσβάλλει τὴν ἰσότητα ἀλλὰ συγχρόνως προσβάλλει καὶ τὴν λογικὴν ἅμα ἀντίληψιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν τὸ ἄρθρον τοῦτο. Διότι ἂν ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι θρησκεία ἀληθὴς, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀμφιβάλλω, δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε ἂν ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα ἐπίθεσις ἐξ ἄλλων ἀντιγνωμουσῶν θρησκειῶν. Ἄν δὲ δὲν εἶναι ἀληθὴς τότε εἶναι παράλογον νὰ ἐμμένῃ τις εἰς μίαν τοιαύτην γνώμην καὶ νὰ μὴ δώσῃ τὴν θέσιν του ὁ Χριστιανισμὸς εἰς τὸν ἀληθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἀντιφατικὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις αὑτή, ἄν ὅπως πιστεύωμεν ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἀληθὴς, δὲν ἔχει νὰ διατρέξῃ οὐδένα κίνδυνον οὐδαμόθεν ὅταν δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς οὐδεμία ἀνάγκη προστασίας ὑφίσταται. Προστατεύει τις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσθενές, ὅ,τι εἶναι ἰσχυρὸν δὲν ἔχει ἀνάγκην προστασίας. Προστατεύων τὶς τὸ ἰσχυρὸν προφανῶς εὑρίσκεται ἐν ἀντιφάσει. Προστατεύων τὶς τὶ σημαίνει ὅτι τοῦτο τὸ προστατεύει, διότι εἶναι ἀσθενές. Προστατεύω τὶ ἀληθὲς σημαίνει ὅτι συνάπτω τὰς δύο ἐννοίας ἐν τῷ αὐτῷ. Ἀσθενὲς καὶ ἰσχυρὸν ἐν ταὐτῷ. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀντίφασιν. Ἐκτὸς τούτου καὶ ἡ ἄλλη ἀκόμη ἄποψις ἡ «γνωστή». Ὁ ὅρος αὐτὸς ἐν τῷ παρελθόντι εἶναι γνωστὸν ὅτι προεκάλεσε διαφόρους ἀμφισβητήσεις ἂν γνωστὸν σημαίνῃ φανερὸν ἢ ἔχει τὴν σημασίαν τοῦ μέχρι τοῦδε γνωστή. Ἡ γνώμη ἐκείνη ἡ ὁποία δέχεται ὅτι γνωστὴ σημαίνει πᾶσαν θρησκείαν ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε εἶναι γνωστή, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἑρμηνευτικῶς περισσότερον διότι ὑπάρχει κανὼν ἑρμηνευτικὸς ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι ἄν συγχωρῇ τὶ δὲν τὸ συγχωρῇ εἰς τὸν ἐπιόντα χρόνον Ἑπομένως κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρέπει νὰ εἴπῃ τις ὅτι πᾶσα ἄλλη θρησκεία ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ προκύψῃ μετὰ τὴν ἡμέραν ταύτην δὲν θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένη. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν μνήμην τοὺς χρόνους τῶν διωγμῶν, τοὺς χρόνους τῶν ἀρχαίων πολιτειῶν, καὶ ἑπομένως μᾶς ἐμφανίζει ὡς οὐχὶ συγχρονισμένους πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς ἀλλὰ καθυστερουμένους.
§125Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τὸ Σύνταγμα δὲν λέγει ὅτι τὰς ἄλλας θρησκείας θὰ τὰς καταδιώξῃ, ἀλλὰ λέγει ὅτι τὰς γνωστὰς θὰ προστατεύσῃ. Διὰ τὰς ἄλλας θὰ φροντίσῃ ὁ νομοθέτης. Τὸ Σύνταγμα τὰς ἀφίνει ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ. Ἁπλῶς καὶ μόνον ἀναλαμβάνει τὴν προστασίαν τῆς λατρείας τῶν γνωστῶν θρησκειῶν.
§126Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Αἱ ἄλλαι αἱ μὴ γνωσταὶ δὲν εἶναι ἀνεκταί.
§127Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Καὶ κατ’ ἀντιδιαστολήν.
§128Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὄχι κατ’ ἀντιδιαστολήν. Ὑπάρχει διαφορά. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀνεχώμεθα οἱονδήποτε ψευδοπροφήτην. Μὴ θέλετε ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος νὰ εἰσαγάγωμεν διατάξεις προστατευούσας οἱανδήποτε νέαν θρησκείαν. Μὴ θέλετε νὰ καταστήσωμεν τὸ Ἔθνος ἔδαφος θρησκευτικῶν ἀγώνων. Εἴχομεν ἕνα Μεσσίαν πολιτικὸν μὴ θέλετε νὰ δημιουργήσωμεν ἑκατὸν τοιούτους.
§129Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος ἕκαστος θὰ εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράζῃ τοὺς στοχασμούς του. Πῶς κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος θὰ τὸν ἐμποδίσετε;
§130Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἄλλος στοχασμὸς καὶ ἄλλο θρησκεία.
§131Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Στοχασμὸς εἶναι θρησκεία, στοχασμὸς εἶναι συνείδησις. Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία στοχασμὸς ἦτο προτοῦ νὰ γίνῃ θρησκεία. Καὶ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ψευδομεσίαν τὸν εἶπον καὶ κατόπιν τὸν προσεκύνησαν.
§132Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὑπάρχει κολοσσιαία διαφορά.
§133Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφίσητε χωρὶς διακοπάς. Ἔλεγον ἀκριβῶς ὅτι διὰ τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» εἰσάγεται καὶ παρέχεται ἕν στάδιον, ἵνα πᾶσα νέα θρησκεία ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐμφανισθῇ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ εἶναι ἀνεκτή. Τώρα ἐὰν ἔχετε σεῖς τὴν γνώμην, ὅτι ἀποκλείεται νὰ ἐμφανισθῇ ἕτερος ψευδοπροφήτης, εἶναι γνώμη σας ἀτομική, ἀλλὰ ἀντικειμένη προφανῶς εἰς ὅλον τὸ ἱστορικὸν παρελθὸν τῆς ἀνθρωπότητος.
§134Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα τὶ θεωρῶ γνωστὴν καὶ ποίαν ἔννοιαν δίδω εἰς τὴν φράσιν.
§135Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Εἴπατε καὶ ἐξεδηλώσατε ὅλον τὸν φανατισμὸν καὶ ὅλον τὸν ἐγωϊσμὸν τὸν ὁποῖον αἰσθάνεσθε εἰς τὰς πεποιθήσεις τὰς ὁποίας ἔχετε. Ἐν τούτοις ἐδώσατε μίαν ὑπόσχεσιν, ὅτι δὲν θὰ μὲ διακόψητε. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία, διατὶ εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα; Δὲν ἤκουσα νὰ δοθῇ ἀπάντησις. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ἢ λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ ἤ διὰ τὴν ὀρθότητα τοῦ δόγματος. Ἐνῷ ἡ γνώμη ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἐπικρατοῦσα θρησκεία διὰ τὴν ὀρθότητα τοῦ δόγματος, δὲν δύναται νὰ εἶναι ὀρθή, διότι τοῦτο θὰ ἔπρεπε, ἐὰν ἦτο ἀληθὲς τοῦτο, εἰς πάσας τὰς ἄλλας ἐπικρατείας, νὰ ὑπάρχῃ τὸ αὐτὸ δόγμα, ὀρθόν. Ἐφόσον δὲ αὐτὸ δὲν συμβαίνει, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὸ ἕτερον μέρος ὡς ὀρθόν, ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀληθὴς διότι ἐπικρατεῖ ὁ ἀριθμός. Οἱ ἀριθμοὶ καὶ ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὸ νὰ μεταρρυθμίζῃ καὶ νὰ ἐκφράζῃ οὕτως πῶς ταύτην ἤ ἐκείνην τὴν σκέψιν, ἡ πλειονότης τῶν πολιτῶν, δύναται νὰ ἔχῃ ὡς αἴτιον εἴτε τὸν ἐγωϊσμόν, εἴτε τὸν φανατισμόν. Ἀλλ’ οἱονδήποτε αἴτιον καὶ ἄν προτιμηθῇ φαίνεται ὅτι ἀντίκειται πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ πνεῦμα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὸν Χριστόν. Τὸ πνεῦμα τῆς θρησκείας δὲν εἶναι τοιοῦτον οἷον ζητοῦν οἱ περισσότεροι ἐκ φανατισμοῦ καὶ ἐξ ἐγωϊσμοῦ νὰ ἐμφανίσουν. Πίστιν, ὅπως καυχᾶσθε, κ. πληρεξούσιε ἐξ Ἀττικοβοιωτίας, δύνασθε νὰ ἔχετε, ἀλλὰ Χριστιανὸς δὲν θὰ εἶσθε ποτέ. Διατί; Διότι αὐτὸς οὗτος ὁ υἱὸς ὁ ἐκ Ναζαρὲτ εἶπεν «καὶ πίστιν ἐὰν ἔχητε ὥστε καὶ ὅλα νὰ τὰ θυσιάσητε ἀγάπην δὲ δὲν ἔχητε, οὐδὲν ἔχετε». Ἑπομένως τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπευθύνεται πρὸς πάσας τὰς κατευθύνσεις, ἄνευ διακρίσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσβολῆς τοῦ αἰσθήματος τῆς ἰσότητος. Ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀποριῶν καὶ τῶν ἀσαφειῶν τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἡ πρότασις ἡ ὁποία προεβλήθη καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα ἐξαρχῆς, ἦτο πολὺ προτιμητέα, διότι ἀνταποκρίνεται πλήρως πρὸς τὰ πράγματα, καλύπτει τὰς ἐννοίας τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ. Ἡ θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐλευθέρα. Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς ὅτι τὰ αἰσθήματα τὰ θρησκευτικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἐλεύθερα. Ἀλλὰ ἐνῷ τοῦτο ἀναγνωρίζει διὰ τῆς ἐπιμονῆς, ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῇ ἕν ψεῦδος. Ποῖον εἶναι τὸ ψεῦδος; Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν τῆς ἐλευθερίας νὰ τὴν καλύψωμεν μὲ ἄλλον κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς ταύτην τὴν ἔννοιαν ἀλλὰ προσήκει εἰς ἄλλην ἔννοιαν. Ἡ διατύπωσις λοιπὸν τῆς προτάσεως ἡ πρώτη ἐκπληροῖ πλήρως τὰ πράγματα, εἶναι καθαρὰ εὐκρινὴς καὶ ἀπέριττος. Ἀσκεῖ δὲ ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων τῆς πολιτείας. Τοῦτο τί εἶναι; Εἶναι τὸ δεύτερον στοιχεῖον τῆς ἐλευθερίας. Ποία δὲ εἶναι αὕτη; Εἶναι ἡ λατρεία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ ἡ ἐξωτερίκευσις τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τοῦ ἀτόμου. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν καὶ τὰ δύο στοιχεῖα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ἀνταποκρινόμεθα πλήρως εἰς τὰ πράγματα, σαφῶς, καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς διατυπωμένα. Φαίνεται ὅτι κανεὶς ἐρωτῶν ἄνευ προκαταλήψεως ἑαυτόν, ἄνευ οὐδεμιᾶς προλήψεως, εἴτε θρησκευτικῆς, εἴτε ἐθνικῆς, ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν πραγμάτων ὁρμώμενος ὀφείλει νὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς προτάσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως. (Χειροκροτήματα).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρα 9.15′ μ.μ.).