1922.04.22
2.365 στίχοι · 18.540 λέξεις · 184 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 83η
Παρασκευή. 22 Ἀπριλίου 1922
Προεδρία κ. Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
(Ὥρα 6. 30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις, ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. πληρεξουσίους νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὥρα ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ὡρίσθη ἡ 5 μ.μ. Ἤδη εἶνε 6.30′ καὶ μόλις κατωρθώθη νὰ γίνῃ ἀπαρτία. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προσέρχεσθε ἐγκαίρως.
§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρερχομένης τῆς 5ης μ.μ. ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία νὰ λύετε τὴν συνεδρίασιν καθ’ ὅ ἔχετε δικαίωμα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ἅπαντες οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παραπηγμάτων κρατούμενοι στρατιωτικοὶ ὑποδικοκατάδικοι διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ἐπιδοθείσης διακοινώσεως τῶν Συμμάχων Δυνάμεων διὰ τοὺς προτεινομένους ἀτιμωτικοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης. 400 κατάδικοι στρατιωτικῶν φυλακῶν πλήρεις ἀγανακτήσεως διὰ τὰς ὑπὸ τῶν Συμμάχων προτεινομένας προτάσεις εἰρήνης διαμαρτυρόμενοι ζητοῦσιν ὅπως ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ Μετώπῳ καὶ ἐπανέλθωσι κατόπιν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς των. Ὁ πληρεξούσιος κ. Ν. Λεβίδης ὑποβάλλει αἴτησιν 400 στρατιωτῶν καταδίκων Ἀκροναυπλίας αἰτούντων ὅπως ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Μέτωπον. Πρόσφυγες συνοικισμοῦ Γοργιανῆς Ἐπαρχίας Πραβίου πληροφορηθέντες τὴν μελετωμένην μετάθεσιν τοῦ Νομάρχου Δράμας παρακαλοῦσιν ὅπως αὕτη ἀνασταλῇ. Ἡ Ἑλένη χήρα Μιχαὴλ Ἐξαρχοπούλου ζητεῖ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ νόμου 2748 «περὶ μεταφορᾶς εἰς τὴν βʹ σειρὰν ἐφεδρείας τῶν ἐχόντων πατέρα ἤ ἀδελφὸν θανόντα ἐν πολέμῳ» καὶ εἰς τοὺς πρεσβυτέρους υἱοὺς τῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως θανόντων πατέρων. Τὰ ἐν Ἀθήναις Φιλανθρωπικὰ Ἱδρύματα ποιοῦνται ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐξαιρεθοῦν τῆς πληρωμῆς τοῦ συνθετικοῦ φόρου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Συναιτερισμοῦ Πραβίου κατόπιν πληροφοριῶν περὶ ἐπικειμένης μεταθέσεως τοῦ Νομάρχου Δράμας, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ τυχὸν μετάθεσις αὐτοῦ καὶ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσίν του, τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ ὄντος λίαν ἱκανοποιημένου ἐκ τῶν ἀνεκτιμήτων αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν. Σιδηρέμποροι Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραχωρήσῃ συνάλλαγμα 1.000.000 μηνιαίως διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῆς πόλεως προκειμένου ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ν’ ἀνακοποῦν αἱ ἐργασίαι. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ε. Λαδόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 2749 «περὶ ἀναγκαστικοῦ δανείου». Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Σπυλιόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἕνεκα στρατιωτικῆς ἤ ναυτικῆς ὑπηρεσίας». Οἱ πληρεξούσιοι κ.κ. Ν. Λεβίδης καὶ Α. Παπαθανασίου ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἑρμηνείας καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου 1640 «περὶ φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου». Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Δ. Γούναρης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν τῶν διοριζομένων Ὑπουργῶν». Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Κ. Πολυγένης ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ προσόντων, διαβαθμίσεως καὶ ἀποδοχῶν τῶν Ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1381 «περὶ διαβαθμίσεως, ἀποδοχῶν κλπ. τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως» ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 2384 «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν ἐκπαιδευτικῶν νόμων 1381, 1422, 997, 1405, 995, 2171, καὶ 1242 τοῦ ἔτους 1920». 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 2145 «περὶ ἀποδοχῶν, ἀδειῶν καὶ συντάξεων τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» καὶ 2249 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν Νόμων 2145 καὶ 1242 «περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». καὶ 4) «Περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν τακτικῶν καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§5Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, κ. συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὑμῖν ὅτι κηρύσσομαι κατὰ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς συνταγματικῶν θεμάτων εἰς τὰς Βουλὰς τοῦ μέλλοντος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξέλεξεν ἡμᾶς, ὅπως ἀναπλάσσωμεν τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον κέκτηται πρὸς τοῖς ἄλλοις νὰ δημιουργήσῃ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας. Ὀφείλομεν νὰ ἐπεξεργασθῶμεν ἐν πάσει λεπτομερείᾳ τοὺς Συνταγματικοὺς θεσμούς, τὰ δυσχερέστερα τῶν ἐπιστημονικῶν προβλημάτων τῆς σήμερον, διότι ἡ παραπομπὴ αὐτῶν εἰς τοὺς μεθ’ ἡμᾶς θὰ ἐσήμαινε παραβίασιν τῆς Λαϊκῆς ἐντολῆς τῆς 1ης Νοεμβρίου, ἀλλὰ καὶ παραγνώρισιν αὐτῆς ταύτης τῆς ἐννοίας τοῦ πολιτεύματος. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γενόμεναι παρατηρήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ 1ου ἄρθρου καὶ ἰδίᾳ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται ἦσαν Ἑλληνοπρεπεῖς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησεν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην πλειότερον ὡς νομοφιλόσοφος καὶ ὀλιγώτερον ὡς νομοδιδάσκαλος. Καὶ εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν προσκείμενος νομίζω, ὅτι θὰ πείσω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκόμη ἀντιγνωμοῦντες ἐὰν σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐρευνήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ τὴν θέσιν μιᾶς ἀπὸ τὰς ξένας ἐκκλησίας παρ’ ἡμῖν, λ.χ. νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν θέσιν τῆς Καθολικῆς ἐκκλησίας διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ἡ ἀνοχὴ πρὸς τὴν λατινικὴν ἐκκλησίαν. Ἡ θέσις τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐν Ἑλλάδι καθωρίσθη διὰ διεθνοῦς πράξεως. Ἡ πρώτη διεθνὴς πρᾶξις εἶναι τὸ πρωτόκολλον τῆς 2 Φεβρουαρίου 1830 διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Γαλλία παρεχώρησεν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα προστασίας ἐπὶ τῶν Καθολικῶν. Τὸ δικαίωμα προστασίας ἐπὶ τῶν Καθολικῶν τῆς Γαλλίας ἀπορρέει ἀπὸ τὴν πρώτην προσομολόγησιν τὴν ὁποίαν ὁ Φραγκῖσκος ὁ Αʹ τῆς Γαλλίας συνῆψε μετὰ τοῦ Σουλτάνου Σουλεϊμὰν τὸ 1535. Εἰς τὴν προσομολόγησιν ἐκείνην ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 8 τὸ τελευταῖον τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὴν ἀκόλουθον ρήτραν. (Ἀναγινώσκει). «Ἐὰν τὸ Βατικανὸν ἐντὸς ὀκτὼ μηνῶν ἀπὸ τῆς προσομολογήσεως προσχωρήσῃ εἰς τὴν προσομολόγησιν, θὰ ἀπολαμβάνῃ τῶν εὐεργετημάτων τῆς συνθήκης μεταξὺ Γαλλίας καὶ Τουρκίας». Τὸ Βατικανὸν οὐδέποτε προσεχώρησεν εἰς τὴν προσομολόγησιν· ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ρήτραν ἐκείνην ἀπέρρευσαν τὰ δικαιώματα προστασίας τῆς Γαλλίας ἐπὶ τῶν Καθολικῶν τῆς Ἀνατολῆς. Καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα ὡς εἶπον μετεβίβασεν ἡ Γαλλία εἰς ἡμᾶς διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 2 Φεβρουαρίου 1830. Ὅτε μετεβιβάσθησαν εἰς ἡμᾶς τὰ δικαιώματα προστασίας τῆς Γαλλίας, οἱ Καθολικοὶ ἐν Ἑλλάδι εἶχον μίαν Ἀρχιεπισκοπὴν ἐν Νάξῳ καὶ τρεῖς ἐπισκοπὰς ἐν Σύρῳ, ἐν Τήνῳ καὶ ἐν Θήρᾳ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ὑπὸ τοιαύτην ἀνεξίθρησκον ἀντίληψιν ἐφήρμοσε τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνοχῆς ὥστε ἱδρύθη ἐν μέσαις Ἀθήναις Ἀρχιεπισκοπὴ Καθολική, ἱδρύθησαν σχολαί, μοναστήρια, ἐπεξετάθη προπαγάνδα κατὰ τρόπον φρικιαστικὸν ὅπως ἐντονώτατα καὶ πατριωτικώτατα ἀνέπτυξεν πρὸς ἡμᾶς ὁ ἐντιμότατος Πρόεδρος τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἐσκέφθη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τοὐλάχιστον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ἡ Πύλη, δηλαδὴ νὰ ἀξιώσῃ ὅπως πρὸ οἱασδήποτε ἐγκαταστάσεως λατινικῆς ἐπισκοπῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχῃ ἡ ἔγκρισις τῆς Πολιτείας. Ἡ ἀνεξιθρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι, ὅπως ὁ Χαρίλαος Τρικούπης εἶχεν εἰπεῖ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 «ἐρριζωμένη εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ τόπος μας ἰδίως θεωρεῖται ὡς πρωτεύων ἐν τῇ ἀνεξιθρησκείᾳ». Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε· ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐφήρμοσεν τὴν ἀνοχὴν κατὰ τρόπον τόσον ἐλεύθερον, τὶ ἐνδιαφέρεσθε ἐὰν ἀντὶ τῆς «ἀνεκτῆς» τεθῇ ἡ λέξις ἐλευθέρα; Αὐτὸ θὰ ἦτο ἰσοπέδωσις τῆς πίστεως ἡμῶν πρὸς τὴν θρησκείαν τῶν ἀλλοθρήσκων. Αὐτὸ θὰ ἦτο νὰ ἀνοίξωμεν τὰς πύλας ἡμῶν διάπλατα εἰς ὅλας τὰς προπαγάνδας. Αὐτὸ θὰ ἦτο ἀπάρνησις ὅλων τῶν παραδόσεων ἡμῶν. Καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐπεζήτησαν τὴν μεταβολὴν τῆς λέξεως δὲν μᾶς ἔφερον ἐπιχειρήματα πλὴν τοῦ περιφήμου ἐπιχειρήματος τοῦ Μιραμπώ. Ὁ Μιραμπὼ ἐξήγησε τὸ 1789 πρὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὡς τυραννικὴν τὴν λέξιν tollerence, προκειμένου περὶ τῆς Καθολικῆς ἐκκλησίας ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἄλλας ἐκκλησίας. Καὶ ἠπόρησα ὅταν ἤκουσα ἐπικαλούμενον ἐδῶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, ὅτι δηλαδή, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, ἐτολμήθη νὰ παραβληθῇ ἐμμέσως ἡ ἐκκλησία τοῦ σκότους, ἡ ἐκκλησία τῆς Θεοστυγοῦς ἱερᾶς ἐξετάσεως πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἡμερώσεως καὶ τῆς ἀγάπης, πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν. Ὁ Μιραμπὼ ᾐσθάνετο εἰς τὴν ψυχήν του τὴν πτέρναν τοῦ Βατικανοῦ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ὁλοκλήρους αἰῶνας ἐσφάδαζεν ἡ Εὐρώπη. Ὁ Μιραμπὼ λοιπὸν βεβαίως ἐθεώρει τυραννικὴν τὴν λέξιν «ἀνοχὴν,» προκειμένου περὶ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Βατικανοῦ, καὶ ἀκριβῶς ὁ Μιραμπὼ ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ἐδημεύθησαν 4 ἑκατομμύρια ἐκκλησιαστικὰ κτήματα ὑπὲρ τῆς Πολιτείας.
§6Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐγὼ ἔφερον αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν; Ὁ Μιραμπὼ δὲν ὡμίλει ἐξ ὀνόματος τῆς Λατινικῆς ἐκκλησίας· ὡμίλει ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως· δὲν ἔγραφε κανονικὸν δίκαιον, ἀλλ’ ἔγραφε Συνταγματικὸν δίκαιον. Ἀκριβῶς ὁ Μιραμπὼ δὲν ἤθελεν ἡ Γαλλικὴ πολιτεία νὰ μεταχειρισθῇ τὴν λέξιν tollerence διὰ τὰς ἄλλας θρησκείας.
§7Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Διότι ὁ Μιραμπὼ ἐξηγέρθη κατὰ τῆς Λατινικῆς ἐκκλησίας.
§8Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Σεῖς ὁμιλεῖτε ὡς διδάσκαλος τοῦ κανονικοῦ δικαίου;
§9Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὄχι. Πρόκειται περὶ δημοσίου δικαίου. Τὸ κανονικὸν δίκαιον εἶναι εἰς τὸ βʹ ἄρθρον.
§10Γ. ΠΩΠ. Ἀφοῦ ἐπικαλεῖσθε τὰ παραδείγματα τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, διατὶ λησμονεῖτε ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις καθιέρωσε τὴν θρησκείαν τοῦ ὑπερτάτου ὄντος; Ὅπως τότε ἡ Γαλλικὴ Ἐθνοσυνέλευσις μετεῖχεν εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ ὑπερτάτου ὄντος, θὰ μετέχῃ καὶ ἐδῶ τὸ Ἑλληνικὸν μελόδραμα ἤ ἡ ὀπερέττα εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Κάμετε προοδευτικὴν κλίμακα.
§11Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν εἶναι ζητήματα τῆς Πολιτείας. Ἑκάστη Ἱερὰ Σύνοδος θὰ σκεφθῇ πῶς θὰ σώζῃ τὴν ἀξιοπρέπειάν της.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά.
§13Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιχείρημα δυνάμενον νὰ μᾶς πείσῃ. Αἱ θεωρίαι τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀληθῶς φωτεινότατα ἀνέπτυξεν, εἶναι θεωρίαι αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἀποδεκταὶ παρ’ ἡμῖν. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ἀττικοβοιωτίας κ. Μητσόπουλος ὁ ὁποῖος συμπαθέστατα ἀκούεται, διότι πάντοτε ἔχει νέον τι νὰ προσθέσῃ εἰς τοὺς λόγους, προσέθηκεν ἕν νέον ἐπιχείρημα χθές, τὸ ἐπιχείρημα ἐκ τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο βεβαίως ἐφ’ ὅσον ἐπετέλει διεθνῆ ὑποχρέωσιν ἡμῶν θὰ ἦτο ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ὅτι καταλληλότερος καὶ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν ἵνα ἑρμηνεύσῃ τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν δὲν εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος συνέγραψε καὶ ὑπέγραψεν αὐτήν. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἶναι ἐκ τῶν δριμύτερον καυτηριασάντων τὴν ἐκπεσοῦσαν ὀλιγαρχίαν καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων κατηγοριῶν, τῶν δικαιολογημένων, εἶναι ἡ κατηγορία κυρίως ὅτι ὑπῆρξεν ὄργανον τῶν ξένων, ἀντιπρόσωπος ξένων συμφερόντων ἐν Ἑλλάδι. Ἐκείνη λοιπὸν ἡ ἐκπεσοῦσα ὀλιγαρχία, κ. συνάδελφε, προτείνουσα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς 31 Μαΐου τὴν πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος δὲν ἐσκέφθη κἄν ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη ἀπὸ τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα τῆς λέξεως «ἐλευθέρα» ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀνεκτή». Ἔχω πρὸ ἐμοῦ μετὰ μακρὰν ἀναζήτησιν τὴν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας (ἀναγινώσκει) «ἡ Βουλὴ ἀποδεχομένη τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀπὸ 25 Αὐγούστου πρότασιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἐλευθερίου Βενιζέλου κ.λ.π. ψηφίζει ὅπως προκληθῇ ἡ ἀναθεώρησις τῶν κάτωθι διατάξεων τοῦ Συντάγματος .................. κλπ.». Ὡς βλέπετε δὲν περιλαμβάνεται ἡ διάταξις τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος μεταξὺ τῶν ἀναθεωρητέων.
§14Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§15Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Παρακαλῶ.
§16Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις θὰ μὲ ἀπαλλάξετε τῆς ὀδύνης τοῦ ὅτι ἠθέλησά ποτε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε.
§17Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Θὰ ἦτο μία ἀντικειμενικὴ ἑρμηνεία.
§18Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ δὲν ἀποτελεῖ κείμενον οὐδὲ ἐν τῷ παρόντι, οὐδὲ ἐν τῷ μέλλοντι, οὐδὲ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα.
§19Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Θὰ ἦτο ἑρμηνεία.
§20Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον μοὶ προσάγητε εἰς ἐπικουρίαν τῆς γνώμης σας, τὴν ὁποίαν ἀκούω διψαλέως, γνωμάτευσιν τὴν ὁποίαν ὁ ἐν λόγῳ κύριος ἔκαμε εἰς τὰ 1911· ἀλλ’ ἡ συνθήκη τῶν Σεβρῶν ἔγεινε εἰς τὰ 1920.
§21Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὄχι εἰς τὰ 1911. Εἰς τὰ 1910. Ὁ ὑπογράψας τὴν Συνθήκην τῶν Σεβρῶν, αὐτός, ὁ ὁποῖος κατηγορήθη δικαιολογημένως ἀπὸ σᾶς ὅτι ὑπῆρξεν ὄργανον τῶν ξένων, αὐτὸς δὲν ἐσκέφθη νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Συντάγματος.
§22Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑλλὰς δυστυχῶς εἶναι ἡ συνυπογράψασα μετ’ αὐτοῦ τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν. Μόνον δὲ κατὰ τὸν ὀρθὸν αὐτὸν λόγον δυνάμεθα νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰ τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν. Τὰ τῆς συνθήκης δὲ τῶν Σεβρῶν, ἀφ’ ἧς σταθεῖτε πρὸ αὐτῶν, οὕτω πῶς ὀφείλετε νὰ ἀντιληφθῆτε, διότι εἶναι σαφέστερα τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν τυχὸν δίδει ὁ τὰ πάντα παρερμηνεύσας. Σᾶς ἀνέγνωσα προχθὲς τὸ ἄρθρον 1, καὶ τὸ ἄρθρον 7 τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν. Εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀκόμη 10 ἄρθρα ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀντιληφθῆτε περισσότερον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπέγραψεν ὁ ἐν λόγῳ κύριος. Καὶ εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν φέρετε ἐδῶ, τὴν φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐν λόγῳ ἀτόμου, βλέπω τὴν τάσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν· ἄλλα μὲν νὰ πράττῃ ἄλλα δὲ νὰ λέγῃ, ἄλλα νὰ διαπράττῃ καὶ ἄλλα νὰ ἐκτελῇ, ἄλλα νὰ νομίζῃ καὶ ἄλλα νὰ ἑρμηνεύῃ καὶ τοιουτοτρόπως νὰ παρουσιάζεται ὁ τραγέλαφος αὐτὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ηὐχόμην νὰ σωθῆτε καὶ σεῖς, ὡς ἐγὼ ἐσώθην.
§23Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, προσέξατε. Μὴ παρουσιάζεσθε ὡς συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν ξένων συμφερόντων περισσότερον ἐκείνου τοῦ ὁποίου ἐμνήσθητε. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κ. συνάδελφοι, εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις νὰ θελήσῃ νὰ θυσιάσῃ λέξιν ἥτις εἶναι μία ἀπὸ τὰς ζωτικωτέρας λέξεις τὰς ἐννοούσας τὸν ἀδιαίρετον κρίκον μεταξὺ πίστεως καὶ πατρίδος. Καὶ νομίζω ὅτι θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς συγχρόνου ἔφερεν πρὸ ἡμῶν εἶναι ἀρκετὰ πειστικά, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι τὸ 1ον ἄρθρον ἔχει ἄριστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαυΐδ Ἀλχανάτης ἔχει τὸν λόγον.
§25ΔΑΥΪΔ ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ὑπῆρχε καθόλου ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα περὶ θρησκείας, διότι τοῦτο κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ εἰς μίαν ἄλλην Συνέλευσιν ἤ Σύνοδον, εἰς ἐποχὴν μάλιστα ἐλευθέρας σκέψεως καὶ συνειδήσεως νὰ γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἐπικρατούσης θρησκείας καὶ ἄλλων θρησκειῶν. Λέξις «ἀνεκτὴ» νομίζω ὅτι εἶναι ἀναχρονισμός. Ἡ ἀντίληψις τῶν λαῶν περὶ θρησκείας ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πνευματικῆς ἡλικίας καὶ συνεπῶς νομίζω ὅτι εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀνδρωθῇ ἀρκούντως σήμερον, ὥστε νὰ ἐξετάσῃ μετὰ ψυχραιμίας τὸ ζήτημα τοῦτο χωρὶς νὰ θίγεται εἰς τὰ καίρια ὅπως πολλοὶ ἐφοβήθησαν. Ἀναμφιβόλως ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν ἔννοιαν τῆς μειώσεως.
§26Γ. ΠΩΠ. Ὄχι.
§27ΔΑΥΪΔ ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ. Ἀσφαλῶς ἐνέχει τὴν ἔννοιαν τῆς μειώσεως καὶ περιφρονήσεως.
§28Γ. ΠΩΠ. Ὄχι δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
§29ΔΑΥΪΔ ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ. Ἐὰν ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία ἄλλως, ἡ ἔννοια εἶναι ἡ αὐτή.
§30Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἔννοια «ἀνεκτὴ» φρονῶ ὅτι εἶναι εὐρυτέρα, διότι δὲν εἶναι δυνατόν τι νὰ εἶναι ἀνεκτὸν νὰ καὶ μὴ εἶναι ἐλεύθερον. Εἶναι δυνατόν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλεύθερον νὰ μὴ εἶναι ἀνεκτὸν π. χ. ἡ συζήτησις εἶναι ἐλευθέρα καὶ κινδυνεύει νὰ μὴ εἶναι ἀνεκτὴ ὅταν παρατείνεται ἐπὶ τόσας ἡμέρας. (χειροκροτήματα).
§31ΔΑΥΪΔ ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ. Δι’ ὃ προτείνω ὅπως ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἐλευθέρα». Ἐπίσης ἐκεῖ ποῦ λέγει «ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας» ἐφόσον θεωρεῖται ὁ προσηλυτισμὸς σήμερον κἄτι τι, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποφύγῃ ἡ ἐπίσημος θρησκεία, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ ἐμποδίζηται καὶ δι’ ἄλλας θρησκείας.
§32Γ. ΠΩΠ. Ἐμποδίζεται καὶ διὰ τὰς θρησκείας τὰς ξένας δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§33ΔΑΥΪΔ ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ. Ἐδῶ ἐμποδίζεται δυνάμει διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§34Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θέλετε νὰ ὑποδείξητε τοῦτο ὅτι ὄντως προστατεύεται πᾶσα θρησκεία ἀπὸ τὸν προσηλυτισμόν, ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς προστασίας πρὸς τὴν κρατοῦσαν ἄποψιν....
§35ΔΑΥΪΔ ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη προστασίας τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας νὰ θεσπισθῇ αὕτη διὰ συνταγματικῆς διατάξεως.
§36Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴδατε ὅτι εἶμαι ἐλεύθερος μέχρι τινος βαθμοῦ εἰσαγαγὼν τὴν ἰδέαν νὰ γραφῇ ἐλευθέρα ἡ φρᾶσις. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ λησμονήσουν καὶ οἱ ἄλλοι ὁμόδοξοι διὰ νὰ μὴ συμβῇ παρεξήγησίς τις εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ὡς πρὸς τὸν προσηλυτισμόν, ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἰδιαιτέρως ἐμερίμνησεν ὡς φρονεῖτε, ὥστε τὰ ξένα θρησκεύματα νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐνεργήσωσι προσηλυτιστικῶς εἰς βάρος τοῦ ὀρθοδόξου θρησκεύματος, ὁ λόγος εἶναι ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τὸ Σύνταγμα νὰ περιφρουρήσῃ τὰ ἄλλα θρησκεύματα ἀπέναντι τῆς ὀρθοδοξίας, διότι ἡ ὀρθοδοξία ἐν γένει οὐδένα ἐνήργησε προσηλυτισμὸν πρός τινα. Ἐὰν ἡ ὀρθοδοξία, τὴν ὁποίαν προστατεύει κυριώτατα ἡ Ἑλλὰς εἶχε παρουσιασθῇ ὡς δύναμις, ἡ ὁποία ἐζήτει προσηλυτισμὸν, βεβαίως ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν θὰ περιωρίζετο εἰς τὸν ἀριθμὸν ἀπ’ αἰώνων καὶ αἰώνων ὡς ἔχει, ἀλλὰ θὰ εἶχεν αὐξηθῆ. Ἡ λέξις «προσηλυτισμὸς» ἐνταῦθα ἐτέθη κυρίως ἐκ μεταφράσεως, τὸ γεγονὸς ἀφορᾷ τὰ ἐν τῇ Δύσει φαινόμενα, ἐκεῖ εἶναι ἡ μισαλλοδοξία, ἡ Ἑλληνικὴ ἐκκλησία οὔτε εἶχεν, οὔτε ἔχει αὐτὴν τὴν τάσιν νὰ ἀσκήσῃ προσηλυτισμὸν εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Σημειώσατε τὶ ἔγινεν κατὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ ὀψέποτε παρουσιάζετο τοιοῦτον δόγμα εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, ἐὰν προσηλυτισμὸς ἀπεπειρᾶτο νὰ ἐνεργηθῇ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν, τὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖον ἐκήρυξεν ὅτι ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐκκλησία τῆς Πολιτείας ἔχει αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν ὅτι εἶναι δυνατὸν πᾶς τις νὰ ἐλέγξῃ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πανταχοῦ. Δὲν εἶναι εὔκολος ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ ἐπὶ ξένων θρησκευμάτων. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐκκλησία δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀνάγκην νὰ ἀσκήσῃ κανένα προσηλυτισμόν.
§37ΔΑΥΪΔ ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ. Ἀλλὰ κύριοι, ἡ ἐπίσημος τοῦ Κράτους θρησκεία, ἔχει ἀφ’ ἑαυτῆς προστασίαν καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη διατάξεως Συνταγματικῆς. Ἐπὶ τέλους κάθε θρησκεία ἐὰν ἔχῃ ἐν ἑαυτῇ ἀληθείας προστατεύεται μόνη της. Ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία δὲν ἔχει ἀνάγκην. Ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην τινὰ ἀπὸ περιφρούρησιν, νὰ ἀπαγορευθῇ ὁ προσηλυτισμὸς ἐναντίον τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Τοιοῦτον μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ ἐναντίον ἄλλων θρησκευμάτων. Ἐγὼ προτείνω νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ 1ον ἄρθρον ὡς ἑξῆς. (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἐπίσημος θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, πᾶσα δὲ ἄλλη γνωστὴ θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα καὶ τὰ τῆς λατρείας της τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀπαγορευομένου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ πάσης ἄλλης ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς θρησκείας». Καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦ προσηλυτισμοῦ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ «κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας».
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἰωαννίδης ἔχει τὸν λόγον.
§39Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Θρησκεία εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦ φόβου πρὸς τὸ ἄγνωστον, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ μεγαλεῖον τῆς φύσεως, ὁ θαυμασμὸς πρὸς τὴν ὑπέροχον δύναμιν τοῦ παγκοσμίου, τὸ αἴσθημα τέλος τῆς σμικρότητος τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως πρὸς τὸ περιβάλλον αὐτὴν θέαμα τοῦ ἀπείρου, τὸ ὁποῖον ὠθεῖ, ἐξαναγκάζει, ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν ἰδέαν τῆς ἐξαρτήσεως ἐκ μιᾶς ὑπερτέρας ἀγνώστου καὶ παμμεγίστης δυνάμεως, τῆς τοῦ Θεοῦ. Ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον καὶ μορφὴν καὶ ἄν ἐκφρασθῇ τὸ αἴσθημα καταλήγει πάντοτε, εἰς τὴν ὑπακοὴν καὶ ὑποταγὴν τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἰς τὰ δόγματα καὶ τοὺς κανόνας, τοὺς περιβάλλοντας τὴν κοσμικὴν διαμόρφωσιν τῆς θρησκευτικῆς ἰδέας. Εἰς τὴν ἀφελῆ πρωτόγονον ἀνθρωπίνην κοινωνίαν, ἥτις βαθμιαίως ἐξελίσσεται, κατόπιν σκληρῶν καὶ τραχέων ἀγώνων περὶ ἐπικρατήσεως, εἰς ἀνωτέρας βαθμίδας κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ πολιτισμοῦ, ἡ θρησκευτικὴ ἰδέα, εἶναι ἡ κυριαρχοῦσα καὶ ποδηγετοῦσα τὴν κοινωνίαν, οἱ δὲ φορεῖς αὐτῆς εἶναι οἱ δημιουργοὶ τῆς πρώτης συμπαγοῦς καὶ ἐν ἐπιγνώσει κυριάρχου τάξεως, ἥτις ἀναλαμβάνει τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Ἡ μεγάλη λαϊκὴ μᾶζα, εἰς τὰς ἐποχὰς ἐκείνας τῆς πρωτογενοῦς ἀνθρωπίνης κοινωνίας, ἀκολουθεῖ, ὁδηγεῖται, χρησιμοποιεῖται, ὑπὸ τῆς ἱεραρχίας, ἥτις κεχωρισμένη πλέον ἐκ τῶν ἄλλων τάξεων, λόγῳ μορφώσεως καὶ διακατοχῆς τῶν στοιχείων τοῦ πολιτισμοῦ, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν πολεμιστῶν, οἵτινες εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἱδρυταὶ καὶ στυλοβάται τῆς κοινωνίας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ, νὰ ὑπάρξῃ ἀνθρωπίνη κοινωνία ἐλευθέρως δρῶσα καὶ προαγομένη ἄνευ τῆς ἰσχύος. Οὕτω διαμορφοῦνται αἱ πρῶται κρατικαὶ ὀργανώσεις, κυρίως ὑπὸ τὴν ἱεραρχίαν, ἥτις ἔχει ὡς σύντροφον ἀλλ’ ὑποτεταγμένον εἰς τὴν ἰσχύν της, τὸν ἀρχηγὸν τῆς πολεμικῆς τάξεως, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπει νὰ ἐμφανίζεται ἐν ὅλῃ τῇ λαμπρότητι καὶ χλιδῇ τῆς κρατικῆς δυνάμεως, πράγματι ὅμως ὑποχείριόν της. Τῷ ὄντι, ἡ Ἱστορία μας ἀποδεικνύει ἀναμφισβητήτως, ὅτι αἱ πρῶται ἰσχυραὶ ὀργανώσεις τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν, εἶναι Θεοκρατικαί. Δύναταί τις ἴσως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἄνευ τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων, δὲν θὰ ἦτο εὐχερὴς οὐδὲ ἡ δημιουργία μεγάλων κοινωνικῶν ὁμάδων διαβιουσῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ προαγομένων εἰς ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν εὐμάρειαν. Θεοκρατικοὶ ὀργανισμοὶ ὑπερόχου μορφῆς καὶ τελειότητος ἦσαν τὰ κράτη τῶν Φαραώνων τῆς Αἰγύπτου, τῶν Βραχμάνων τῶν Ἰνδιῶν, τῶν Μήδων καὶ Περσῶν, τῶν Ἰουδαίων ἐν Παλαιστίνῃ, ἐν γένει τῶν Ἀσιατικῶν λαῶν. Ἡ δὲ μελέτη τῆς ἱστορίας τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν, μᾶς παρέχει τὴν ἀπόδειξιν ὅτι Θρησκεία καὶ Κράτος εἶναι συνηνωμένα ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἐξασκοῦνται ὑπὸ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς τάξεως, ἥτις διευθύνει τὰ πάντα, εἰς τὰς διαταγὰς τῆς ὁποίας ὑπόκεινται ὅλαι αἱ ἄλλαι, μηδ’ αὐτῆς τῶν Βασιλέων ἐξαιρουμένων. Εἰς τὴν Αἴγυπτον ὁ Φαραὼ ὁδηγεῖ τὸν στρατόν, ἔχει εἰς χεῖρας του τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, κατὰ τὸ φαινόμενον, πράγματι ὅμως ὁ Μέγας ἀρχιερεὺς τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἴσιδος καὶ τοῦ Ἄμμωνος ἐξασκεῖ τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν. Διότι παρ’ αὐτοῦ καὶ μόνον λαμβάνουσι διαταγάς, οἱ τὰ πάντα ἰθύνοντες, οἱ τὴν μόρφωσιν καὶ τὸν πολιτισμὸν εἰς χεῖρας ἔχοντες ἱερεῖς. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ἄλλη τις τάξις, οὐδὲ ἡ λαϊκὴ μᾶζα νὰ ἐξεγερθῇ εὐκόλως, ἐναντίον ἑνὸς παρομοίου ὀργανισμοῦ, διότι εἷς καὶ μόνος εἶναι ὁ νόμος καὶ εἶναι ὑπερφυσικῆς ἐμπνεύσεως, εἰς τὸν ὁποῖον ὅλοι ὑποτάσσονται, μηδὲ τῆς ἱερατικῆς τάξεως ἐξαιρουμένης, ἥτις ὅμως τὸν διαχειρίζεται τὸν διαμορφώνει, τὸν ἀπεικονίζει, συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον της, δηλ. τὴν διατήρησιν τῆς κρατικῆς ἰσχύος. Ἐπίσης εἰς τὰς Ἰνδίας, οἱ Βραχμᾶνοι ἐξασκοῦν παρομοίαν ἐξουσίαν καίτοι ἀναγνωρίζουσιν ὡς ἀρχηγὸν τὸν βασιλέα, ἕνα ἐκ τῆς τάξεως τῶν πολεμιστῶν, ἀλλ’ ὅστις εἶναι κατ’ οὐσίαν ὑποχρεωμένος νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὸν νόμον, νὰ συμβουλεύεται πρὸς ἐξήγησίν του τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, ὅπερ ἀπαρτίζεται μόνον ἐκ Βραχμάνων καὶ τὸ ὁποῖον ἀναπτύσσει καὶ διαμορφώνει τὸν θεῖον Νόμον. Ἤτοι, ἡ ἱεραρχία ἔχει εἰς τὴν ἀπόλυτον αὐτῆς κυριότητα τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν ἐξασκοῦσα αὐτὴν διὰ τοῦ βασιλέως. Αἱ διοικητικαὶ ἀντιλήψεις εἶναι στενότατα συνδεδεμέναι ἢ μᾶλλον συνυφασμέναι πρὸς τὰς ἱερατικὰς τοιαύτας. Ἡ κοινωνία εἶνε διῃρημένη εἰς «Κάστες» αὐστηρὰ δὲ καὶ ἄτεγκτος εἶνε ἡ τιμωρία τοῦ παραβαίνοντος τοὺς νόμους, οἵτινες διέπουσιν τὰς «Κάστες», φθάνουσα μέχρι καταδιώξεως τῶν ἐνόχων καὶ πέραν τοῦ Τάφου, διὰ τῆς ἰδέας τῆς μετεμψυχώσεως. Τρομερὸν ἀληθῶς ὅπλον, πρὸς διατήρησιν καὶ ἐξασφάλισιν τῆς κυριαρχίας των, εἶχον σφυρηλατήσει οἱ τὴν θεοκρατικὴν δύναμιν ἐξασκοῦντες Βραχμᾶνοι, διὰ τῆς ἰδέας τῆς μετεμψυχώσεως, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ καὶ μόνοι ἐχειρίζοντο. Ἐναντίον τῆς θεοκρατικῆς αὐτῶν δυνάμεως, ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατος λαϊκή τις ἐξέγερσις πρὸς ἀνατροπὴν τῆς τάξεώς των, μόνον ἀντίθετος ἰδέα, ἐπίσης ἰσχυρά, ἐπίσης Θεόθεν ἐμπνευσμένη, νέαν μορφὴν θεοκρατίας ἱδρύουσα, ἐπέτυχε τὴν βιαίαν αὐτῶν ἀνατροπήν, ἀλλὰ πάλιν πρὸς ὄφελος τῆς ἱερατικῆς τάξεως, ἡ ἰδέα τοῦ «Νιρβανᾶ», ἀντιπροσωπευομένη ὑπὸ τοῦ Βούδδα καὶ καταλήξασα, οὐχὶ μόνον εἰς τὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τῶν Ἰνδιῶν, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ μεγίστου μέρους τῆς Ἀσίας, καὶ δημιουργήσασα τὸ κατ’ ἐξοχὴν θεοκρατικὸν σύστημα, τὸ Κράτος τοῦ Δαλαϊλάμα, εἰς τὸ Θιβέτ. Κοινὸν γνώρισμα ὅλων τῶν θεοκρατικῶν ὀργανισμῶν, εἶναι, ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἰδέας εἰς μίαν μορφήν, εἰς ἕνα νόμον, θείας ἐμπνεύσεως καὶ ἐπιβολῆς, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἀνεχθῇ παρ’ αὐτῇ, οὐδεμίαν ἄλλην ἠθικὴν δύναμιν. Εἶνε ὁ νόμος αὐτός, ἡ ἀναμφισβήτητος ἀλήθεια, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται καὶ διὰ τῆς ὁποίας διοικεῖται, διέπεται, ὁλόκληρος ἡ κοινωνία. Οὐδεμία ἀμφιβολία, οὐδὲ συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ παραδεκτή, τόσον ἐπὶ τῆς ἠθικῆς του ἀπόψεως, ὅσον καὶ τῆς πολιτικῆς. Ὁ θεοκρατικὸς ὀργανισμός, πιστεύει εἰς τὴν θείαν ἔμπνευσιν τοῦ μόνου νόμου καὶ τὴν ἀποδέχεται ἀσυζητητεί, ἤτοι γνωρίζει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύει κατ’ ἀντίθεσιν ἀπόλυτον πρὸς τὸν κρατικὸν ὀργανισμόν, τὸν στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ τραχέως καὶ σκληροῦ ἀγῶνος τῆς ἐπικρατήσεως, ὁ ὁποῖος πιστεύει μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζει... Ὁ θεοκρατικὸς ὀργανισμὸς ἀπαιτεῖ ἀπόλυτον ὑπακοὴν καὶ παθητικὴν ἐνέργειαν, ὁ κρατικὸς ὀργανισμὸς τοὐναντίον ἐλευθέραν συζήτησιν καὶ ἀποδοχὴν τοῦ ὀρθοῦ. Προεξαρχούσης τῆς Αἰγύπτου, ὁλόκληρος ὁ ἀρχαῖος Ἀσιατικὸς πολιτισμός, μηδ’ αὐτῶν τῶν Περσῶν ἐξαιρουμένων, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς θεοκρατίας, δὲν ἠδυνήθη μόνος του νὰ προαχθῇ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὅθεν ἤρχισεν ἡ ὑπερτέρα κατεύθυνσις, ἡ διαχωρίζουσα τὴν πολιτικὴν ἀρχὴν τῆς Θρησκευτικῆς ἰδέας. Εἶναι ἴδιον γνώρισμα μία τῶν μεγαλυτέρων ἐνδείξεων τῆς λεπτότητος καὶ ὑπεροχῆς τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅτι εὑρισκόμενος ἐν τῷ μέσῳ τόσῳ ἰσχυρῶν θεοκρατικῶν ὀργανισμῶν, πολὺ ἐνωρὶς διέγνωσε καὶ ἐφήρμοσε, τὴν διαφορὰν τοῦ κρατικοῦ, ἀπὸ τοῦ Θεοκρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἤδη, ἡ σύγκρουσις τοῦ Κάλχα καὶ Ἀγαμέμνονος εἶναι ἡ πρώτη ἱστορικὴ ὑπόμνησις ὅτι ἡ κρατικὴ ἐξουσία, μετὰ δυσφορίας ὑπέκυπτεν εἰς τὴν ἱερατικήν, καὶ μόνον λόγῳ ὑπερτάτης ἀνάγκης. Πολὺ δὲ καθαρώτερον, ἐμφανίζεται ἡ ὀρθὴ κρατικὴ ἀντίληψις, μὲ ὅλην τὴν τραγικότητα της, εἰς τὸν «Προμηθέα Δεσμώτην» τοῦ Αἰσχύλου. Ἔχει προχωρήσῃ ἤδη ἀρκετὰ ὁ πολιτισμός, ὥστε νὰ δύναται εἰς τὸν Προμηθέα ὁ ἄνθρωπος, νὰ ἀτενίζῃ ἀφόβως, τὸν θέλοντα νὰ διευθύνῃ τὰ πάντα Δία, ὑποχωρῶν μόνον ἐνώπιον τῆς θείας Ἁρμονίας, ἀναγνωρίζων τοὺς τραχεῖς ἀγῶνας τοὺς ὁποίους θὰ ὑποστῇ ἕως ὅτου ἐκπληρωθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ ἡ τοῦ Διὸς ἁρμονία, ἤτοι ἡ ὁμαλὴ καὶ φυσιολογικὴ ἐξέλιξις τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ, μὲ πλησίον αὐτοῦ ὑπέρτατον ῥυθμιστὴν τῆς ἠθικῆς, τὴν θρησκευτικὴν ἰδέαν. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀριστοτέλους ἡ πρόοδος εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ὑφίσταται πλέον ζήτημα συγκρούσεως τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ πρὸς τὴν θρησκευτικὴν ἰδέαν. Ὁ Ἀριστοτέλης εἰς τὰς πολιτικάς του δοξασίας καὶ θεωρίας δὲν ἀναφέρει καὶ τὴν θεοκρατίαν, περιοριζόμενος μόνον νὰ διαγράψῃ τὴν Ἱερατείαν, ὡς ἰδιαίτερόν τι διαφέρον τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν. Δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ ἀγών, ὁ αἰῶνας διαρκέσας, μεταξὺ τοῦ Ἀσιατικοῦ καὶ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι ἡ σύγκρουσις τῆς θεοκρατικῆς ἰδέας, ἥτις εἶναι ἡ πρώτη βαθμὶς τοῦ πολιτισμοῦ καὶ διαμένει στάσιμος πλέον, πρὸς τὴν εὐρεῖαν καὶ προοδευτικὴν κρατικὴν ἰδέαν, ἥτις ἐπιτρέπει εἰς τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα, τὴν πλήρη αὐτοῦ ἐξέλιξιν, πρὸς τοὺς ἀπεράντους ὁρίζοντας, τῆς Ἠθικῆς καὶ τοῦ Πολιτισμοῦ. Καὶ ὁ ἀγὼν τερματίζεται ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, διὰ τῆς πλήρους ἐπικρατήσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας, ἥτις ἀνατρέπουσα ὁριστικῶς τὴν Θεοκρατικὴν πολιτικὴν ἰσχύν, ἐν Ἀσίᾳ καὶ Αἰγύπτῳ, ἐπέτρεψε κατὰ τὰ ἑκατὸν πεντήκοτα χρόνια τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας καὶ μετέπειτα τῆς Ρωμαϊκῆς τοιαύτης, τῆς Pax Romana, ἐπέτρεψε λέγω, τὴν δημιουργίαν κοινῆς ἀνθρωπίνης συνειδήσεως, ἥτις καταρίπτουσα τὰς ἐθνικιστικὰς θρησκείας, προετοίμασε τὸ ἔδαφος διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τοῦ Χριστιανισμοῦ τῆς νέας παγκοσμίου θρησκείας, ἥτις διδάσκουσα τὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», καταργεῖ τὸν ἀμείλικτον πόλεμον ἐξοντώσεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα, φορεὺς τῆς ἐλευθερίας καὶ προόδου, ἐθριάμβευσε, καθοδηγῆσαν τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς νέους ὁρίζοντας κρατικῆς καὶ πολιτικῆς ἀντιλήψεως. Ἡ ἐξάπλωσις καὶ διάδοσις τοῦ χριστιανισμοῦ, ἡ κάθοδος καὶ μετανάστευσις τῶν λαῶν, ἡ δημιουργήσασα τὸ χάος τῆς δευτέρας μετὰ Χριστὸν ἑκατονταετηρίδος καὶ τὴν ἀνατροπὴν τῆς Ρωμαϊκῆς κυριαρχίας, κατέστησαν τὸν Ἑλληνισμὸν κυρίαρχον τῆς Ἀνατολῆς, καὶ οὕτω ἐπὶ χίλια περίπου ἔτη, ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, διατηρεῖ ἀμείωτον τὴν φλόγα τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας, μέσῳ τῆς τρικυμίας τῶν νέων δημιουργιῶν, αἵτινες διαδέχονται ἀλλήλας ἀπὸ τῆς πτώσεως τοῦ Ρωμαϊσμοῦ. Οὕτω, εἰς τὴν Δύσιν δημιουργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ χριστιανισμοῦ ὑπέροχος θεοκρατία, ἡ τῶν Παππῶν, εἰς ἀδιάλειπτον εὑρισκομένη σύγκρουσιν πρὸς τοὺς ζωηροὺς κρατικοὺς ὀργανισμούς, οἵτινες βαθμηδὸν δημιουργοῦνται ὑπὸ τῶν νέων Ἐθνοτήτων ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς Ρώμης. Εἰς τὴν Ἀραβίαν, ἐμφανίζεται ἡ Μωαμεθανικὴ Θεοκρατία, ἐξαπλουμένη εἰς τὴν Ἀφρικὴν ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰσδύουσα ἀδιακόπως εἰς τὴν Ἀσίαν, διὰ δὲ τῆς Τουρκικῆς ἐθνότητος, ἥτις γίνεται ὁ κύριος αὐτῆς φορεύς, συγκλονίζουσα τὴν Εὐρώπην. Ἐπίσης τὸ νέον κράτος τῶν Περσῶν, ὑπὸ δυναστείαν θεωρουμένην κληρονόμον τῶν Ἀχαιμενιδῶν, εἶναι θεοκρατικόν. Ἐν μέσῳ ὅλων αὐτῶν τῶν ὀπισθοδρομικῶν δημιουργιῶν, ἀγωνίζεται τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα, ὅπως συγκρατήσῃ τὴν ἐπιτευχθεῖσαν πρόοδον τῆς ἀνθρωπότητος, διὰ τῆς δημιουργίας Κρατικῶν ὀργανισμῶν, μὲ παράλληλον ἠθικὴν ἐπενέργειαν τῆς θρησκευτικῆς ἰδέας, διατηρεῖ δὲ ἀμείωτον αὐτὴν εἰς τὸ Βυζάντιον καὶ τόσον ἰσχυράν, ὥστε πίπτων ὁ τελευταῖος Αὐτοκράτωρ Παλαιολόγος, παραδίδει εἰς χεῖρας τοῦ Πατριάρχου, ὡς πολύτιμον παρακαταθήκην τοῦ πολιτισμοῦ, τὴν διαφύλαξιν καὶ διατήρησιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας. Ἡ ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς, ἔχει τόσον καλὰ ἀντιληφθῇ καὶ συνυφανθῇ μὲ τὴν Ἑλληνικὴν ἀντίληψιν, τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ, ὥστε κατὰ τὴν μακραίωνα δουλείαν, ὅπου εἰς αὐτὴν ἦτο ἐμπιστευμένη ἡ διαχείρησις τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος, οὐδέποτε ἐσκέφθη, οὐδ’ ἀπεπειράθη, ἐπωφελουμένη τῆς κρατικῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ δημιουργήσῃ θεοκρατικὴν δύναμιν, τοὐναντίον, ἅμα ἐξερράγη ἡ ἐπανάστασις πίπτων, ὡς ἄριστον καὶ ὑψηλότατον ὁλοκαύτωμα τοῦ ἀναγεννωμένου Ἑλληνισμοῦ, ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Εʹ παρέδωκε, εἰς αὐτὴν τὴν πολύτιμον παρακαταθήκην, συνδέων οὕτω ἀρρήκτως διὰ τοῦ αἵματός του, τὴν δι’ αἰώνων σφυρηλατηθεῖσαν ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος μετὰ τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἱδρύουσα τὸ Ἑλληνικὸν κράτος καὶ διαμορφώνουσα τὸν κρατικὸν αὐτοῦ ὀργανισμὸν ἡ ἐν Ἐπιδαύρῳ Αʹ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, διεκήρυξε προνομιοῦχον ἣν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, ἐλάχιστον τεκμήριον τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρὸς τὴν χειμάσασαν τὸ Ἔθνος κατὰ τοὺς χαλεποὺς τῆς δουλείας καιροὺς Ἐκκλησίαν, πιστὴ δὲ διάδοχος τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πνεύματος, ἐκήρυξε πάσας τὰς ἄλλας ἐκκλησίας καὶ θρησκεύματα «ἀνεκτά». Ναί, εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι προνομιοῦχος ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι ἱστορικοὶ δεσμοὶ ἀναμφισβητήτου σπουδαιότητος, συνέδεσαν αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν· ἀνεκτὰ δὲ τὰ ἄλλα θρησκεύματα τῆς Ἐκκλησίας ἤτοι: Ἐλεύθερα πρὸς διεξαγωγὴν καὶ διαχείρισιν τῶν θρησκευτικῶν των ἀντιλήψεων, ἀλλὰ πλήρη καὶ αὐστηρὰν ἀπαγόρευσιν προσηλυτιστικῶν ἐνεργειῶν. Σήμερον, μετὰ ἑκατὸν ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Ἰδεῶδες, ἀνδρωθέν, ἐπεξέτεινε τὰς πτέρυγάς του ἀπὸ τῶν βουνῶν τῆς Φθιώτιδος εἰς τὸν Εὔξεινον Πόντον, εἶναι ἀδύνατον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ λησμονήσῃ τοὺς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν δεσμούς του καὶ νὰ διακηρύξῃ πᾶν θρήσκευμα καὶ ἐκκλησίαν ἐλευθέραν, ὅπως διεξαγάγῃ προσηλυτιστικὰς ἐνεργείας, οὐδ’ ἐπιτρέπεται παρομοία ἐνέργεια, ἥτις βαθμηδὸν θὰ ὁδηγήσῃ πρὸς τὸν χωρισμὸν Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, σαθρὸν κατασκεύασμα τοῦ Δυτικοῦ πολιτισμοῦ, προελθὸν ἐκ τῆς ἀδιαλήπτου συγκρούσεως τῶν Κρατικῶν ὀργανισμῶν πρὸς τὴν Παππικὴν Θεοκρατίαν. Τοὐναντίον, ἡ παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κρατικῆς δυνάμεως ἐξέλιξις καὶ πρόοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας θὰ δημιουργήσῃ τὴν ἁρμονίαν ἐκείνην καὶ τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἰδιάζον στόλισμα τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Κύριοι πληρεξούσιοι· μὴ θίγετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δημιουργηθέντα ἐν μέσῳ τῆς κλαγγῆς τῶν ὅπλων καὶ τῶν καπνῶν τῶν ἀγώνων τῆς ἀναγεννωμένης ἐλευθερίας, ἀπέδειξαν ἐπὶ μίαν ἑκατονταετηρίδα τὴν ἀνεξιθρησκείαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Σεβασθεῖτε τοὺς δεσμοὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸς τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν σήμερον, ὁπότε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐν πλήρῃ τῇ ἰσχύϊ του, βαίνει πρὸς τὴν πλήρη πραγμάτωσιν τῶν Ἰδανικῶν του, ἅτινα δὲν εἶναι ἄλλα παρὰ ἡ Ἐλευθερία, ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἡ Πρόοδος τοῦ Πολιτισμοῦ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαζαχαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§41Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι· ἡ εὐρεῖα ἀνάπτυξις ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ θρησκείας, νομίζω ὅτι ἐξήντλησεν ἀρκούντως τὸ θέμα. Ὡς ἀντιλαμβάνομαι, ἐκ τῆς συζητήσεως ὅλης, οἱ ἀγορεύσαντες διεμοιράσθησαν εἰς δύο ὁμάδας. Ἡ πρώτη ὁμὰς ὑπεστήριξε τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπάρχοντος τύπου τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἱστορικῶς προσαγαγοῦσα ὅλα τὰ Συντάγματα, ὄχι μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀφ’ ὅτου ἱδρύθη ἀλλὰ καὶ τῆς Ἰονικῆς πολιτείας καὶ τοιουτοτρόπως οὕτως εἰπεῖν ἠθέλησε νὰ προσδώσῃ εἰς τὸν τύπον τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ πρῶτον ἄρθρον, τύπον ἱστορικὸν καὶ ἑπομένως διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ. Ἡ ἄλλη ὁμὰς ἡ ἀντίθετος ὑποστηρίζει τὰ δικαιώματα τοῦ προϊόντος χρόνου. Δηλονότι, ὅπως ὅλα τὰ πράγματα ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ δὲν μένουν σταθερῶς ἀμετάβλητα, τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ χρόνου προϊόντος, πρέπει καὶ τὸ Σύνταγμα νὰ λάβῃ μεταβολήν. Ἡ ἔκφρασις, ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐκφράζεται διατυπουμένου τοῦ πρώτου ἄρθρου πρέπει νὰ συγχρονισθῇ. Ἑπομένως ὁ ἀγὼν κυρίως τῆς συζητήσεως ἀποβλέπει εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων τῆς παραδόσεως τοῦ τύπου τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ προϊόντος χρόνου.
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ὀρθόν.
§43Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἡ πρώτη ὁμὰς ἐπιμένει ὅτι ὀρθῶς ἔχει καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ἀμετάβλητον.
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι λέγει ἡ ὁμὰς αὐτὴ ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον ὅπως ἔχει ἀνταποκρίνεται εἰς ὅλας τὰς πράξεις καὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Ὄχι διότι λέγει ἡ πρώτη ὁμὰς ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ σταματήσωμεν καὶ σεῖς θέλετε νὰ προοδεύσητε.
§45Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ παρόντος χρόνου κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου.
§46Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σᾶς εἴπωμεν τὶ ἐννοοῦμεν, διότι καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἀμετάβλητον. Λέγομεν, δὲν ἀρνούμεθα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι καθιερωμένον, ἡ πλήρης, ἡ ἐλευθέρα ὕπαρξις πάσης ἀρεσκείας ἐν Ἑλλάδι. Λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα γίνεται καλλίτερον ὅπως εἶναι τὸ ἄρθρον διατετυπωμένον. Δὲν δεχόμεθα ὅτι διὰ τῆς ἄλλης διατυπώσεως παρέχεταί τι εἰς τὰς θρησκείας περισσότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρέχεται διὰ τῆς διατυπώσεως αὐτῆς. Νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι. Μὴ νομίζετε, ὅτι δίδετε σεῖς τίποτε περισσότερον εἰς τὰς ἄλλας θρησκείας ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδομεν ἡμεῖς. Ἡμεῖς δίδομεν τὸ ὅλον ἀπὸ ἀπόψεως πραγμάτων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα. Δὲν δεχόμεθα νὰ εἴπῃ οἱοσδήποτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἐννοεῖ νὰ δώσῃ τι περισσότερον εἰς τὰς ἄλλας θρησκείας ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδομεν ἡμεῖς.
§47Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Μὲ διεκόψατε πρὶν ἐκφράσω τελείως τὰ νοήματά μου. Ἐστηρίχθην ὀρθῶς καὶ εἰς τὰς ὑμετέρας δηλώσεις τὰς ὁποίας ἐκάματε. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» μὲ τὴν ἔννοιαν τὴν ἱστορικὴν τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν ἄλλοτε, ὅτι δηλονότι δὲν ἔχει τὴν πρώτην σημασίαν ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς εἶχε παραγομένη ἀπὸ τὸ ἀνέχομαι, ἀλλ’ ὅτι ἔλαβεν ἱστορικὴν σημασίαν πλέον καὶ ἑπομένως ὡς τοιαύτη σημαίνει σχεδὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν ὅλοι νὰ ἐκφράζῃ σήμερον, νὰ ἐκφράζῃ δηλαδὴ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως τόσον νὰ μετεβλήθη ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ ἤδη τὴν σημασίαν ἐκείνην ὥστε νὰ καλύπτῃ τὴν σημερινὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Εἰς τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§48Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὄταν ἔχει ἑκατονταετῆ ἐφαρμογήν, ἡ λέξις εἶναι μηδέν, ἀπέναντι τῆς παραγραφῆς τοῦ χρόνου ἐπὶ 100 ἔτη οὐδεμία διαμαρτυρία ἐγένετο.
§49Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἐγὼ συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου θέλω τὴν σαφήνειαν εἰς τὰ διάφορα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, διότι αὐτὰ εἶναι ὁρισμοὶ καὶ οἱ ὁρισμοὶ πρέπει νὰ εἶναι σαφέστατοι, διὰ νὰ μὴ γίνεται παρερμηνεία ὑπὸ τῶν διαφόρων χρωμένων τοῦ Συντάγματος ὥστε, νὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε πρὸ δυσχερειῶν. Ἀκριβῶς λοιπὸν δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ ὅτι ἡ σημασία τῆς λέξεως ἐκφράζει τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τὴν σημερινήν. Ὄταν λόγου χάριν ἔγινε τὸ Σύνταγμα καὶ ἐγράφη ἡ λέξις αὐτὴ ἄλλη κατάστασις, ἄλλο πνεῦμα ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει.
§50Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὂχι.
§51Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἀντιθέτως δύνασθε νὰ βλάψητε.
§52Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἐπιτρέψατέ μοι κ. συνάδελφε, νὰ ἔχω μίαν ἀντίληψιν. Μὴ μὲ διακόπτετε. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἐπιβάλητε βεβαίως τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν. Καὶ λέγω ὅτι ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ὑπῆρχε τότε, ὄντως ἐκφράζεται διὰ τῆς λέξεως αὐτῆς ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Ἀλλὰ σήμερον τὰ πράγματα μετεβλήθησαν διὰ τοῦ χρόνου. Σήμερον ἡ Ἑλλάς, ἡ σημερινὴ Ἑλλάς, δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἐκείνη ἡ ὁποία ἦτο ὅταν ἐγένετο τὸ Σύνταγμα καὶ ἐγράφησαν αἱ λέξεις αὐταί. Ἑπομένως ἐὰν θέλωμεν νὰ συγχρονισθῶμεν, νὰ μὴ θέλωμεν δι’ ἱστορικῆς ἑρμηνείας νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν λέξιν σημασίαν τοιαύτην τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δὲν ἔχει. Τότε βεβαίως οὐδεὶς ἐθίγετο ἐκ τῆς λέξεως, ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τῆς λέξεως ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Σήμερον ὅμως βλέπομεν ἀλλοθρήσκους συναδέλφους ἐνταῦθα οἱ ὁποῖοι θίγονται. Ἑπομένως δὲν βλέπω ὅτι πράγματι εἶναι ἡ ἰδία κατάστασις ἡ ὁποία ἦτο τότε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Ἡ ἑτέρα ὁμὰς φέρει καὶ ἄλλους λόγους, οὐ μόνον ὅτι ἡ λέξις δὲν συγχρονίζεται καὶ καλύπτει τὴν σημερινὴν κατάστασι πραγματικῶς, ἀλλ’ ἀνέδραμε καὶ εἰς συνθήκας καὶ συμβάσεις διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι πρέπει ἡ λέξις νὰ ἀρθῇ, νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ μιᾶς ἄλλης λέξεως, ἡ ὁποία καὶ τὴν σημερινὴν κατάστασιν θὰ ἐκφράζῃ καὶ δὲν θὰ θίγῃ ἀλλοθρήσκους ὑπηκόους Ἕλληνας ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει. Ἐγὼ τὴν δευτέραν ταύτην ἐκδοχὴν τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουν οἱ κ.κ. συνάδελφοι δὲν δέχομαι. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν λέξιν αὐτὴν καὶ νὰ θέσωμεν τὴν λέξιν ἐλευθέρα διότι τοῦτο μᾶς ἐπιβάλλει ἡ συνθήκη. Δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ἡ λέξις. Ἀλλὰ προχωρῶ βαθύτερον ἀκόμη. Εἶναι γνωστόν, ὅτι πηγὴ τῆς Ἑλληνικῆς θρησκείας εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι, ὅ,τι ἔλεγε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐὰν σὲ ραπίσῃ εἰς τὴν δεξιὰν παρειὰν στρέψε καὶ τὴν ἀριστεράν, συμπίπτει ἀκριβῶς μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Πλάτωνος ἐν τῷ βίῳ τοῦ Σωκράτους ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι «ἀδικούμενον οὐ δεῖ ἀνταδικεῖν.» Εἶναι ἡ αὐτὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Πλάτωνος.
§53Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§54Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. συνάδελφε, διότι ὁ μεγαλύτερος παιδαγωγὸς σήμερον ὁ Ράϊν λέγει τὰ ἑξῆς περὶ τῆς ἠθικῆς. Ἡ ἠθικὴ τοῦ Ἔβαν ἵσταται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς Χριστιανικῆς ἠθικῆς. Εἶναι δὲ ἡ φιλοσοφικὴ ἠθικὴ τοῦ Ἔβαν αὐτὴ ἐδῶ ἀκριβῶς ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τοὺς ὤμους τοῦ Κάντ. Αὐτὰ ἔγραφε ὁ μεγαλύτερος παιδαγωγὸς ὁ ὁποῖος καὶ παιδαγωγικὴν ἔγραψε καὶ ἠθικὴν ἔγραψε. Ἑπομένως δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. συνάδελφε, λέγοντες ὅτι ἡ φιλοσοφία ἡ σημερινὴ δὲν ἐρείδεται, δὲν στηρίζεται κατὰ τὸ περιεχόμενον εἰς τὴν φιλοσοφίαν, τὴν ἠθικήν, τὴν Χριστιανικήν. Καὶ ἀκριβῶς, κύριοι, τὴν παιδαγωγικὴν ἡ ὁποία εἶχε δύο βάθρα διὰ τὴν μόρφωσιν τῶν παίδων, τὴν ψυχολογίαν καὶ τὴν ἠθικὴν αὐτῶν, αὐτὴν τὴν Χριστιανικὴν ἠθικήν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ ἠθικὴ τοῦ Χριστοῦ ἡ ὁποία ὑπ’ αὐτοῦ ἐδημιουργήθη καὶ αὐτὴν ἀκριβῶς διδάσκονται καὶ εἰς τὰ Πανεπιστήμια, καὶ αὐτὴ ὑπάρχει ὡς βάσις διὰ τὸν ἠθικὸν χαρακτῆρα διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ νέου καὶ διὰ τὸν θρησκευτικὸν χαρακτῆρα, δι’ αὐτὸ δὲν λέγομεν ὅτι πρέπει νὰ μορφώσωμεν τὸν ἠθικὸν χαρακτῆρα ἀλλὰ τὸν ἠθικοθρησκευτικὸν χαρακτῆρα τῶν παίδων. Λοιπὸν εἶπον ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ἠθικῆς τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ διότι ἐκεῖθεν ἤντλησε, εἶχε πηγὰς ἀκριβῶς τὴν ἀρχαίαν φιλοσοφίαν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξωμεν ἱστορικῶς πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Διότι ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος διέδωκε τὴν ἑλληνικὴν παιδείαν ὡς πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ καὶ παρεσκεύασε τὸ ἔδαφος διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ ὁ Χριστιανισμὸς καὶ νὰ μεταδοθῇ τόσον εὐκόλως εἰς τὰς Ἀνατολικὰς Χώρας. Τὸ ἴδιον λέγει ἀλλαχοῦ ὁ ἴδιος ὁ Ράϊν. «Βάσις τοῦ Γερμανικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμός». Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία ἔχει τὰς πηγάς της ἐξ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Χώρας, ἐφ’ ὅσον ἐστηρίχθη εἰς αὐτὴν τὴν ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν χώραν ἐγεννήθη εἰς τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς καὶ ἀνεφύη καὶ ἐμεγάλωσε καὶ τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας, φυσικώτατον ἦτο ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία νὰ μὴ θελήσῃ νὰ διαδοθῇ διὰ πιέσεων καὶ δι’ ἄλλων μέσων ὅπως ἄλλαι θρησκεῖαι. Εἶναι πασίγνωστον ὅτι ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία εἶναι θεία θρησκεία ὅπως ὀνομάζεται, εἶναι θρησκεία ὑπερκόσμιος καὶ πνευματικὴ καὶ ὄχι ὑλιστικὴ καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν ἠθέλησεν ὁ Χριστὸς νὰ διαδόσῃ τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ δι’ ἄλλων μέσων, ἀλλὰ μόνον διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς πειθοῦς, μόνον διὰ τῆς ἀξίας της καὶ τῆς ἱκανότητός της. Κάποιος ἄλλος παιδαγωγὸς, κάποιος ἄλλος φιλόλογος ὁ Φρόμπελ, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ φιλόσοφος καὶ νομικὸς λέγει τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς λέγει ὅτι δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ διδασκαλία ἄνευ θρησκείας. Λέγει λοιπὸν «ὁ Θεὸς ἐν τῇ φύσει εἶναι ὡς ζωή, ἐν τῇ ἀνθρωπότητι ὡς ἀγάπη, ἐν τῇ σοφίᾳ ὡς φῶς». Ὥστε ὁ Θεὸς τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας εἶναι ζωή, ἀγάπη, φῶς, ἑπομένως ὡς τοιαύτη ἡ θρησκεία τοῦ Θεοῦ τούτου τοῦ ἡμετέρου ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἑλκύσῃ τοὺς ὀπαδούς της ἄνευ πιέσεων. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἀφοῦ ἡ ἰδική μας θρησκεία ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Χριστιανικὴ θρησκεία τόσην ἰσχὺν εἶχεν, σημαίνει ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῇ μέσα, ἵνα προσηλυτίσῃ δι’ ἄλλων μέσων τοὺς μὴ ἀνήκοντας εἰς αὐτήν, καὶ ἀφῆκε εἰς τοὺς ἀνθρώπους πλήρη ἐλευθερίαν ἵνα μόνοι των, ὅταν πεισθῶσιν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς θρησκεία, ὅπως καὶ εἶναι, νὰ προσέλθωσιν εἰς αὐτήν. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι τοιαύτη ἡ θρησκεία, ὅσον ἀνεξίθρησκος τόσον ὑπερκόσμιος, δὲν βλέπω διατὶ ἡμεῖς τώρα νὰ θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν διὰ λέξεων δι’ ὧν δὲν ἐκφράζομεν τὴν κατάστασιν, ὅπως πολὺ ὀρθῶς χθὲς ἐλέχθη, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ οἱ ἀλλόθρησκοι ἔχομεν περισσοτέραν τοῦ δέοντος ἐλευθερίαν νὰ ἐκτελῶμεν τὰ θρησκευτικά μας καθήκοντα ὅπως καὶ ἄλλος συνάδελφος εἶπεν, τόσα καὶ τόσα κάμνει ἡ Δυτικὴ προπαγάνδα, καὶ ὅμως οὐδέποτε τὸ κράτος ἔπραξέ τι ἐναντίον αὐτῶν καὶ σήμερον γνωρίζομεν πῶς ἐνεργεῖται ἡ τοιαύτη προπαγάνδα. Διατὶ λοιπὸν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς θρησκείας, ὥστε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ γράψωμεν ὅτι πᾶσα θρησκεία ἐξασκεῖται ἐλευθέρως; Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς λέγω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ πραγματικότης ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι ἡ λέξις ἔχει ἱστορικὴν σημασίαν, ὡς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβέρνησις ἀνέπτυξε πρὸ ἡμερῶν, παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Συνέλευσις νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» διὰ μιᾶς ἄλλης λέξεως ἡ ὁποία νὰ ἐκφράζῃ αὐτὴν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ κράτει. Τότε ὄντως θὰ δείξωμεν ἡμεῖς ὅτι πράγματι ἀκολουθοῦμεν τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς φιλελεύθεροι ὅπως εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία. Μίαν παρατήρησιν ἀκόμη ἤθελον νὰ φέρω διὰ τὴν λέξιν «ἐπέμβασιν». Ἡ λέξις αὕτη μοὶ εἶναι ἀκατάληπτος. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐνεργείας, πρόκειται περὶ πράξεως, ἡ λέξις δὲ «ἐπέμβασις» ἔχει ἄλλην σημασίαν.
§55Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι φανερὸν τὸ πρᾶγμα, ἡ λέξις «ἐπέμβασις» ἐννοεῖ ἐνέργειαν σχετικὴν πρὸς τὴν ἄλλην.
§56Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Δὲν μὲ πείθει πολὺ ἡ λέξις, ἐν τούτοις δὲν ἐπιμένω, ἐπιμένω ὅμως ὅπως ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» δι’ ἄλλης λέξεως, διὰ τῆς λέξεως «ἐλευθέρα».
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§58Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ ἀνεχθῇ βλέπουσά με ἀνερχόμενον ἐπὶ τὸ βῆμα μετὰ τὰ ὀλίγα λόγια τοῦ κ. Ράλλη τὰ ὁποῖα εἶπε πρὸ μικροῦ καὶ νὰ μὲ ἀνεχθῇ τόσον μᾶλλον καθόσον εἶμαι ἀκούσιος ἀγορητὴς προκληθεὶς ἀπὸ τὸν τόσον εὐγλώττως προκαλέσαντα τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Μητσόπουλον. Καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω. Ἡ συζήτησις, κύριοι πληρεξούσιοι, ἐστράφη εἰς τὰ ἑξῆς κυρίως σημεῖα περὶ τὸ ἄρθρον 1, εἰς τὸν ὅρον «ἐπικρατοῦσα θρησκεία», καὶ εἰς τὸν ὅρον «ἀνεκτή». Πρὸ ἡμερῶν ἀγορεύων ἔθιξα ἰδία τὸν ὅρον «ἀνεκτή», ὁ κ. Μητσόπουλος, νομίζω πρῶτος ἔθιξε καὶ τὸν ὅρον τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας καὶ ἐκ τούτου ἡ διακοπή, καὶ ἐκ τούτου ἡ πρόκλησις καὶ ἡ ἀγόρευσις. Νομίζω, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὸν νοῦν οὐδενὸς, ὅτι τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ ὅπως διετυπώθη δὲν εἶναι διατύπωσις τυχαῖα οὔτε νομομαθῶν ἀνδρῶν, οὔτε πολιτικῶν ἐξοχοτήτων. Ἡ διατύπωσις τοῦ 1ου ἄρθρου εἶναι ἡ ἀποκρυστάλλωσις τῆς Ἐθνικῆς συνειδήσεως περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους, ἡ Ἐθνικὴ συνείδησις ἀπὸ τὸν μεσαίωνα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ Αὐτοκρατορία ἡ Ρωμαϊκὴ ἐγένετο Αὐτοκρατορία Ἑλληνική. Ἀπὸ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς συγχρόνου ἐπικρατήσεως τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας, ἡ Ἑλληνικὴ Αὐτοκρατορία ἦτο διμερὴς ἢ ἄν θέλετε διφυής. Ἐκυβέρνα ὁ Αὐτοκράτωρ μοναρχικῶς, συνεκυβέρνα ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, καὶ ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐνομοθέτει, ἐνομοθέτει δικαστικῶς, ἐνομοθέτει διοικητικῶς, ἐνομοθέτει οἰκονομικῶς, καὶ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ νομοθεσία ἐκυροῦτο ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα, καὶ εἶναι οἱ νόμοι οἱ Ἐκκλησιαστικοὶ, νόμοι τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὁ Ἑλληνισμός, ἡ συνείδησις ἡ Ἑλληνικὴ ἐστρέφετο καὶ ἐνεσαρκοῦτο εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς παράγοντας εἰς τὴν πολιτείαν τὴν Αὐτοκρατορικήν, καὶ τὴν πολιτείαν τὴν Ἐκκλησιαστικήν. Μετὰ τὴν ἅλωσιν ὁ εἷς τῶν δύο παραγόντων ἐξηλείφθη ἔμεινεν ὁ ἕτερος, ἔμεινεν ὁ παράγων ὁ θρησκευτικὸς καὶ ὅλο τὸ Ἔθνος ἐστράφη πρὸς τὸν Πατριάρχην τὸν ὁποῖον ὁ κατακτητὴς συνετῶς μετὰ τὴν κατάκτησιν πολιτευόμενος κατέστησεν Ἐθνάρχην. Ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἡ Ἐθνικὴ Ἑλληνικὴ ἰδέα δὲν εἶχεν παρὰ μόνην ἐκπροσώπησιν τὴν θρησκείαν καὶ ὅλοι οἱ ἀγῶνες, ὅλαι αἱ ἐπαναστάσεις αἱ ὁποῖαι ἐξερρηγνύοντο κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, ἐπαναστάσεις ἀνοργάνωτοι, ἐπαναστάσεις τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ παρομοιάσῃ μὲ μικρὰ ἡφαίστεια αἰφνιδίως ἐκρηγνυόμενα ὅλαι αἱ ἑκατόμβαι τῶν θυμάτων, ὅλαι αἱ χιλιάδες τῶν ἡρώων, ὅλοι ἔπεσαν ὑπὲρ πίστεως καὶ Πατρίδος. Δὲν ἦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν συνείδησιν χωριστὴ ἡ Ἐθνότης ἡ Ἑλληνική. Ἦσαν μαζὶ ἡ Πίστις καὶ ἡ Πατρὶς συνδεδεμέναι ἀχώριστοι ἰδέαι. Αὐτῶν τῶν ἰδεῶν, αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς συνειδήσεως τὴν ἀποτύπωσιν ἔδωκεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ ἀναστᾶσα Ἑλλάς. Ἠκούσατε ἀπὸ προηγουμένους ἀγορεύσαντας ὅτι ἀπὸ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐπαναστάσεως, ἀπὸ τὰ Σάλωνα ἠκούσθη τὸ πρῶτον ἡ φωνὴ τῆς Ἐλευθερίας καὶ ἠκούσθη διὰ μέσου τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἐμπνέει ὅλας τὰς διακηρύξεις περὶ Πολιτείας. Καὶ θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ ἀναφέρω τινα τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δὲν ἀνεφέρθησαν ἐνώπιόν σας. Ἡ ὀργάνωσις τῆς Γερουσίας τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος γίνεται ἐν ὀνόματι τῆς Παναγίας καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος. Τὸ πολίτευμα τῆς Ἐπιδαύρου τοῦ 1822 ἀνακηρύττει. «Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος κηρύττει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν». Ὁ ὅρκος τῶν Ἀρεοπαγιτῶν τοῦ πρώτου δημοσίου δικαστικοῦ καὶ ἐκτελεστικοῦ σώματος τῆς Ἐπαναστάσεως λέγει. «Ὁρκίζομαι ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς φιλτάτης Πατρίδος καὶ ἀναδέχομαι ὡς χρέος ἀπαραίτητον τὸ ἀδιάλλακτον μῖσος κατὰ τοῦ τυράννου· δεύτερον τὴν πίστιν πρὸς τὴν Πατρίδα». Ἔχει δὲ ἀκόμη τὸ χαρακτηριστικὸν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ὅλαι αἱ Συνελεύσεις δέχονται τοὺς Ἕλληνας τοὺς εἰς Χριστὸν πιστεύοντας, οὐδένα ἄλλον. Ἔχει δὲ μετὰ τὰ Συντάγματα αὐτὰ καὶ τὰς ἐπισήμους πράξεις τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἱεροῦ ἀγῶνος τὸ Σύνταγμα τοῦ 1833 τὸ ὁποῖον ἄνευ συζητήσεως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιλογίας ἀναγράφει τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, ἀρχόμενον καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ μὲ τὸν τίτλον τὸν ἀναλλοίωτον ὅλων τῶν Συνταγμάτων. «Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου καὶ ὁμοουσίου Τριάδος». Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑποβάλλω εἰς ὑμᾶς, κ. πληρεξούσιοι.
§59Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀντίκρουσιν ἐμοῦ.
§60Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Σεῖς δὲν ἐθίξατε τοιαῦτα πράγματα. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα σας τώρα.
§61Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς εἶπον ὅτι θὰ ζήσω ἀρκετὰ διὰ νὰ σᾶς ἀκούσω.
§62Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω διὰ τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως νὰ μὴ ἐπιληφθῶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν τώρα ὑπεβάλετε σεῖς, θὰ σᾶς τὰ εἴπω ἀργότερον. Λοιπὸν τὰ Συντάγματα ὅλα σχεδὸν εἶναι ἡ ἐπανάληψις τῆς ἀποτυπώσεως τῆς αὐτῆς ἰδέας. Δηλαδὴ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἡ Ἑλλὰς ἀναστᾶσα εἶναι καὶ θέλει νὰ εἶναι κράτος τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
§63ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§64Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ὅποιος τὸ ἀμφισβητεῖ ἀρνεῖται τὴν ἱστορίαν. Ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα», ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» εἶναι ἀρχῆθεν τεθειμέναι. Μάλιστα, ὅπως ἀνέπτυξε χθὲς ὁ ἀξιότιμος κύριος Μάτεσις εἶναι καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τῶν Ἰονίων νήσων τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Εἶναι δηλαδὴ ἀναμφισβήτητον τοῦτο, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ συνείδησις ἐννοεῖ αὐτὰ τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει τὸ 1ον ἄρθρον καὶ τὰ θέλει αὐτὰ ἀναλλοίωτα. Καὶ ὅταν ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ μεταβάλωμεν μίαν ἑνιαίαν διάταξιν, μίαν ἑνιαίαν ἐπίσημον ἐκδήλωσιν τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας πρέπει νὰ τὸ σκεφθῶμεν ἐὰν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ τὸ κάμωμεν.
§65Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε;
§66Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίστε.
§67Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον ἔχει ἀλλοθρήσκους. Τὸ τρίτον τῶν κατοίκων της εἶναι ἀλλόθρησκοι.
§68Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Ἔχει religion predominente
§69Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Μομφερᾶτος χθὲς ὑπὲρ τοῦ κειμένου. Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, τὸ κείμενον εἶναι αὐτό. Εἶναι ἡ ἀποκρυστάλλωσις τῆς Ἐθνικῆς συνειδήσεως. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους ὁλοκλήρου τοῦ Πανελληνίου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Συνέλευσις ἡ ὁποία νὰ τολμήσῃ νὰ ἀνατρέψῃ ὅλον αὐτὸ τὸ ἀληθῶς ἱερὸν παρελθόν, ὅλην αὐτὴν τὴν ἱερὰν ἀληθῶς πολιτικὴν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπὸ τοὺς πατέρας μας. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν κατὰ μέρος τῶν ὅρων τῶν συζητουμένων συζήτησιν καὶ πρῶτον περὶ τῆς ἐπικρατούσης περὶ τῆς ὁποίας θέλει νὰ μάθῃ τὴν γνώμην μου ὁ κ. Μητσόπουλος. Ὁ κ. Μητσόπουλος εὑρίσκει τὸν ὅρον «ἐπικρατοῦσα» ὡς κακῶς ἔχοντα καὶ παραληπτέον, διότι φοβεῖται μήπως εἰς τὸ μέλλον κυρουμένης τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν ἔλθωσι καὶ μᾶς ἐπιβάλλουσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζει ὁ κ. Μητσόπουλος, ὅτι περιέχει τὸ ἄρθρον 8ον ἐνῷ δὲν τὸ περιέχει.
§70Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον μόνον τὸ ἄρθρον 8ον, εἶπον πολλὰ ἄρθρα.
§71Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδιάφορον σᾶς χαρίζω ὅλην τὴν Συνθήκην.
§72Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν κατέχετε διὰ νὰ μοῦ τὴν χαρίσητε.
§73Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐρωτῶ· πῶς νομίζετε ὅτι πρέπει θεμελιουμένου ἤδη τοῦ Συντάγματος νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μίαν μέλλουσαν διεθνῆ ἐνέργειαν, μίαν μέλλουσαν πολιτικὴν ἐπιβολήν, μίαν μέλλουσαν πολιτικὴν τῶν Δυνάμεων θρησκευτικοπολιτικὴν ἐναντίον ἡμῶν, χωρὶς νὰ μᾶς ἐνοχλήσῃ τις πῶς νομίζετε ὅτι δύναται νὰ κυρωθῇ ἡ Συνθήκη, ἡ ὁποία ὡς ἔχει σήμερον εἶνε ἐναντίον τοῦ Συντάγματος; Ἐὰν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν λέγετε σεῖς, ἐγὼ δὲν δέχομαι, ἐὰν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν πῶς νομίζετε ὅτι δύναται νὰ κυρωθῇ ἡ Συνθήκη καὶ πῶς φέρετε σήμερον ἐπιχειρήματα μεταβολῆς αὐτοῦ τοῦ θεμελιωδεστάτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος; Ἐπικαλούμεθα ὡς ἐπιχείρημα μίαν Συνθήκην ἡ ὁποία ἀπὸ μὲν τὰς ὑπογραψάσας Δυνάμεις ἐσχίσθη, ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν δὲ ἀπεκηρύχθη. Φοβεῖσθε ἕνα σκιάκτρον καὶ τίποτε ἄλλο, διότι οὔτε σκιάκτρον δὲν εἶνε ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν σήμερον εἰς τὸ ζήτημα τὸ θρησκευτικὸν ἐπὶ τῆς ὁποίας θέλετε ὑμεῖς σήμερον νὰ ρυθμίζετε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς Συνθήκης, ὄχι μόνον δὲν εἶνε βάσιμος ἡ ἀντίληψις ὑμῶν περὶ τῶν τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν ἐνδεχομένων κινδύνων, ἀλλὰ καὶ ἡ βελτίωσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ κάμετε, μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν λέξιν εἶνε ἀστοχεστάτη.
§74Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε, λέγετε...
§75Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐμποδίζομαι. Περιττὴ ἦτο ἡ σύστασις αὐτή. Λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ κ. Μητσοπούλου λέγει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ θρησκεία τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἶνε ὀρθόδοξος χριστιανική.
§76Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν λέγει εἶνε ὀρθόδοξον Ἑλληνικόν.
§77Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§78Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἰς τὴν τροποποίησιν λέγει ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἶνε ὀρθόδοξον χριστιανικόν.
§79Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία.
§80Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, κ. Καμπάνη. Ὁ κ. Μητσόπουλος λέγει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἶνε ὀρθόδοξος χριστιανική· ποῖος ἠμφισβήτησε τοῦτο παρακαλῶ; Ἀγνοεῖτε λοιπὸν ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶνε νόμιμοι, ὅτι ἔχουσιν ἔννοιαν νομικὴν καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἠρώτησα περὶ τῆς ἐπικρατούσης προχθές. Ἔχουσιν ἔννοιαν νομικὴν; Τὶ ἔννοιαν ἔχει ἡ νομική, ἔχει καμμίαν; Τὴν ὀρθόδοξον χριστιανικὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν τὴν κανονίζει αὐτὸς ὁ ὁρισμὸς ποῦ ἐβάλατε διεθνῶς Συνταγματικῶς, πολιτικῶς καὶ κοινωνικῶς; Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἶνε πασίγνωστον ὅτι εἶναι ὀρθόδοξος χριστιανική, εἴμεθα χριστιανοὶ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἀπὸ τοῦ 1821.
§81Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾶτε περὶ πολλῶν πραγμάτων καὶ ἄλλων τοσούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω συλλήβδην καὶ θὰ τὰ δεχθῶ ὅλα μαζί.
§82Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ὡς ὅρος πρέπει νὰ μείνῃ ἡ «ἐπικρατοῦσα» δι’ ὅσους λόγους πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων εἶπον καὶ τοὺς ὁποίους κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω τοῦτο μόνον ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα ἔχει πάντοτε τὴν ἔννοιαν ὅτι τὸ Κράτος αὐτὴν πρέπει νὰ προστατεύῃ, τὸν κλῆρον αὐτῆς πρέπει νὰ μισθοδοτῇ καὶ τὴν διοίκησιν τὴν ἐκκλησιαστικὴν νὰ προστατεύῃ, τοὺς ναοὺς αὐτῆς νὰ προστατεύῃ. Δὲν εἶνε κενὴ ἔννοια ὅπως νομίζῃ ὁ κ. πληρεξούσιος, ἔχει σημαντικωτάτην ἔννοιαν τὸ πρᾶγμα. Ποία εἶνε ἡ ἐπικράτησις μιᾶς θρησκείας καὶ τὶ ὑποχρέωσιν ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν;
§83Α. ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Καὶ τὸ πρωτόκολλον τῶν τριῶν Μ. Δυνάμεων ἀναγνωρίζει αὐτὴν τὴν φρᾶσιν.
§84Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διατηρήσεως τοῦ ὅρου «ἐπικρατοῦσα». Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸν ὅρον γνωστὴ θρησκεία. Τὸ πρᾶγμα ἐξεταζόμενον ἱστορικῶς, οὕτως εἰπεῖν, καὶ θεωρητικῶς, δὲν ἀφίνει οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν καὶ οὐδένα δισταγμὸν ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ὅταν ἔγινε τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ λέξις γνωστὴ ἐτέθη ἀπὸ αἰῶνος περίπου, αὐτὰ ἦσαν γνωστὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ Σύνταγμα. Ἐπρόκειτο δὲ περὶ θρησκείας ἐκτὸς τῆς Δυτικῆς ἐκκλησίας, ἥτις εἶχε κανονίσει τὴν σχέσιν της μὲ τὴν Ἀγγλικὴν πολιτικὴν μὲ τό Πρωτόκολλον τοῦ 1830, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπήχησις ἄλλων Συνθηκῶν καὶ γνωστῶν εἰς τὰς Κυκλάδας ἰδίως ὑπὸ τὸν ὅρον capitala. Ἡ Δυτικὴ λοιπὸν ἐκκλησία εἶχεν ἤδη κανονίσει τὴν θέσιν της ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1830. Ἀλλ’ αἱ ἄλλαι ἐκκλησίαι δὲν εἶχον κανονίσει οὐδεμίαν σχέσιν, διότι ἡ Γαλλία ἐπροστάτευε τὴν Δυτικὴν ἐκκλησίαν καὶ ἡ συνέχεια τῆς προστασίας ἦτο τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830 καὶ κατόπιν ἡ ὅλη πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι σήμερον. Ἡ ἀναλλοίωτος αὐτὴ καὶ ἀδιάκοπος, οὕτως εἰπεῖν, ἁρμονικὴ λειτουργία τοῦ ὅρου αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1843 διὰ τὰς ἄλλας θρησκείας καὶ διὰ τὴν Δυτικὴν ἐκκλησίαν ἀπὸ τοῦ 1830 δὲν ἐθεσπίσθη ὅτι ἦτο τι τὸ ἀσυγχώρητον καὶ ὅτι πρέπει ἡ λέξις νὰ βγῇ· διατί;
§85Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπον· θέλετε νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀγόρευσίν μου;
§86Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὸν Μιραμπὼ νὰ μὴ ἐπαναλάβετε. Δὲν ὑπάρχει λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ πείθῃ τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἡ λέξις «γνωστὴ» πρέπει νὰ μπῇ ἤ νὰ ἀντικατασταθῇ, δὲν ὑπάρχει δὲ καὶ καμμία ἀνάγκη εἴτε πολιτική, εἴτε ἐθνική, εἴτε θρησκευτικὴ διὰ νὰ ἀντικατασταθῇ. Δὲν ἦλθεν κανεὶς λαός, μετὰ τόσα ἔτη, καμμία ἐκ τῶν ξένων θρησκειῶν μετὰ τοσαῦτα ἔτη πολιτείας νὰ εἴπῃ ὅτι ἐνοχλούμεθα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ὅρον καὶ κάμετέ μας τὴν χάριν, ἐπειδὴ τὰ τῆς λατρείας ἐνεργοῦνται ἐλευθέρως, νὰ τὸν ἐξαλείψετε.
§87Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὄχι μόνον δὲν εὑρέθησαν τινές, καὶ ἐννοοῦμεν ἐκ τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἠμφισβήτησαν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀπέδωκε κατὰ γράμμα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτουν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3ης Φεβρουαρίου τοῦ 1830, ἀλλὰ τὸ αὐτό, ὅπως ἀναγράφεται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τοῦ 1830, ἀνέγραψαν αὐταὶ αἱ Δυνάμεις μετὰ τὴν συνθήκην τῆς παραχωρήσεως τῶν Ἰονίων νήσων. Τὸ ἐπανέλαβον αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὸ 1830 μέχρι τοῦ 1864. Ἐπὶ 35 ὁλόκληρα ἔτη ἔβλεπον πῶς ἐπολιτεύθη ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία καὶ δὲν εὗρον κανὲν πρόσκομμα ὥστε νὰ εἴπουν νὰ μεταβάλωμεν τὰ κείμενα τῆς συνθήκης, ἀλλὰ τοὐναντίον διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1864 ἐπεκύρωσαν τὴν πρᾶξιν.
§88Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι στάδιον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιδειχθοῦν καὶ νὰ πραγματευθοῦν νεωτερισμοὶ οὔτε πολιτικοὶ οὔτε θρησκευτικοί. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μένει μέχρι τοῦδε, καλῶς ἔχει, καὶ ἔμενε σημειώσατε μέχρι πρὸ ὀλίγου, μέχρι τοῦ 1911. Διότι, ἐὰν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἐγένετο παλαιοτέρα, ἂν ἐμέναμεν μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἴσως θὰ ἔλεγέ τις ἐπάλιωσε τὸ ἄρθρον ἄς τὸ ἀλλάξωμεν. Ἔχομεν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911 καὶ ἡ ἀναθεώρησις ἐκείνη.....
§89Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀνεθεωρήθη αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§90Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδῶ ἀναθεώρησιν ἔχομεν. Μὴ πλανᾶσθε.
§91Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ τὸ 2ον ἄρθρον εἶναι θεμελιῶδες, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἔθιξαν.
§92Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὄχι διότι εἶναι θεμελιῶδες, ἀλλὰ διότι δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον.
§93Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, κ. πληρεξούσιοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος, δὲν ἀνεφανίσθη οὐδεμία ἀνάγκη, οὔτε ἐγέννησεν καμμίαν ἀμφιβολίαν, ἤ κανένα ἐνδοιασμὸν περὶ τῆς τυχὸν μεταβολῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ξένων θρησκειῶν. Νὰ ἀφίσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι. Μετὰ τὸν ὅρον αὐτὸν τὸν γνωστὸν ἔρχεται ἡ λέξις «ἀνεκτή», διὰ τὴν ὁποίαν ἀληθῶς ἐγένετο ὑπερμέγιστος λόγος. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἄλλως, ὅταν ὑπάρχουσιν πληρεξούσιοι οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐκφέρωσιν τὴν γνώμην των. Ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» ἡ ὁποία ἔχει ὑπὲρ αὐτῆς ὅτι εἶπον ὅτι ἔχει περὶ αὐτοῦ ὁ ὅρος γνωστῆς θρησκείας, τὰ αὐτὰ ἔχει καὶ ὁ ὅρος τῆς ἀνεκτῆς θρησκείας. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ, κ. πληρεξούσιοι, σύγκρισις μεταξὺ τῶν ὅρων «ἀνεκτὴ» καὶ «ἐλευθέρα». Δὲν δύναται δὲ κανεὶς λόγος νὰ γίνῃ περὶ μεταβολῆς οὐδὲ σκέψις, διότι θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας ἡ τοιαύτη μεταβολή. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐρωτήσῃ τινὰς τῶν κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἐλευθέρα», νὰ μοῦ εἴπουν, ἐὰν ἐκτὸς τῆς ἰδέας τῆς φιλελευθερίας ἤ τῆς ἐλευθεροφιλίας, ὡς εὐφυέστατα ὁ κ. Μητσόπουλος ἐδιώρθωσεν τὸ πρᾶγμα, διατὶ νὰ εἶναι ἐλευθέρα; Ἄς ἀφίσωμεν ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ὀλίγον ἀερολογίαν. Νὰ μοῦ εἴπουν πρακτικῶς, νομικῶς, ποίαν δύναμιν ἐννοοῦσιν νὰ δώσωσι εἰς τὴν λέξιν «ἐλευθέρα» τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει ἡ λέξις «ἀνεκτή»; Δὲν δύναται κανεὶς ἐκ τῶν ἀγορευόντων παρὰ νὰ ἐμμείνῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ὀρθόν. Ἡ «ἐλευθέρα» εἶναι ἄλλη ἔννοια παρὰ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν «ἀνεκτή». Δύναμαι νὰ σὲ ἀνέχωμαι, διότι ὅταν σὲ ἀνέχωμαι, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι παύει ἡ ἀνοχή, ἀλλὰ ὅταν σοῦ εἴπω ὅτι εἶσαι ἐλεύθερος δὲν μπορῶ νὰ εἰπῶ ὅτι δὲν εἶσαι ἐλεύθερος. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν μεταβολὴν τοῦ ὅρου λησμονοῦν τοῦτο, ὅτι ἐὰν τεθῇ ἡ λέξις ἐλευθέρα.....
§94Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι παύει ἡ ἀνοχή, πρέπει νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ψηφίζωμεν.
§95Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἑρμηνεία.
§96Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβαίνῃ, ἐὰν ἔχωμεν «ἐλευθέρα».
§97Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία θὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς τὸ εἴπατε. Λέγει ὁ ὅρος «ἀνέχομαι» δὲν λέγει «σὲ ἀφίνω ἐλεύθερον» διότι ὅταν ἐν τῷ Συντάγματι τεθῇ ὁ ὅρος «ἐλευθέρα ἡ θρησκεία» θὰ ἔλθῃ μία θρησκεία, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους κ. συναδέλφους, εἰς ὅ,τι θὰ εἴπω τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ μὴ νομίσουν ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ κατὰ φαντασίαν νὰ μοῦ διέλθῃ καμμιὰ ἰδέα, ἔστω καὶ κατὰ σκιὰν θίγουσα τὰ ὑμέτερα θρησκεύματα. Ἔχομεν δύο θρησκείας ἀρνουμένας τὴν ὕπαρξιν τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ καὶ ἐκτὸς αὐτῶν, ὑποθέσατε ὅτι ἔχομεν τὴν θρησκείαν τὴν Ρωσσικήν, ἡ ὁποία χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίθεσιν τῶν ἄλλων θρησκειῶν δυνατὸν νὰ ἐμπνέηται ἀπὸ ἰδέας ἐντελῶς ἀντικειμένας εἰς τὴν Ἀνατολικὴν ἐκκλησίαν. Ὑποθέσατε ὅτι ὅταν αὔριον ἔχωμεν εἴπει «ἐλευθέρας θρησκείας», θὰ ἔλθῃ ἡ Ρωσσικὴ ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἄν εἶναι ἡ Μπολσεβικική, θὰ σᾶς στείλῃ ἐδῶ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς εἴπουν, θὰ κάνωμεν ναὸν Ρωσσικόν, ἀλλὰ μὲ τὸν κλῆρον τὸν ἰδικόν μας. Θὰ κάμωμεν σχολεῖα θρησκευτικὰ διδάσκοντα ὄχι ὅπως ἐδιδάσκετο ἡ θεότης περὶ χριστοῦ ἐν Ρωσσίᾳ, ἀλλὰ κατ’ ἴδιον τρόπον καὶ ἀκόμη νὰ προβῶσιν νὰ κάμωσιν σχολεῖα Μπολσεβικικὰ ἤ Κομμουνιστικά. Ὅταν λέγετε «ἐλευθέρα», ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἐμποδίσῃ; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφίνετε ἐλευθέραν καὶ ἀπροστάτευτον τὴν Ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ νὰ ἀξιώσῃ μεθαύριον μία ξένη θρησκεία καὶ νὰ εἴπῃ· τὸ Σύνταγμά σας μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ ἱδρύσω σχολεῖα, θὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ νὰ μοῦ πληρώσετε διδασκάλους, θὰ ἔλθῃ νὰ μοῦ ζητήσῃ νὰ μοῦ πληρώσετε κληρικοὺς κλπ. Ἡ λέξις «ἐλευθέρα» καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ κανείς, ἴσως θὰ ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. Μητσόπουλος μόνον, ὅτι γεννᾷ κινδύνους μεγάλους, κινδύνους ὄχι μόνον διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ νομίζετε ὅτι θὰ ἔχετε κοινωνικὴν ἡσυχίαν, θὰ ἔχετε τὴν ἁρμονίαν τὴν ὁποίαν ἔχετε σήμερον εἰς ὅλον τὸ Κράτος καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἄρτι, τὰς ὑπὸ τὴν εὐχὴν κατακτηθείσας χώρας; Νομίζετε ὅτι αὕτη ἡ γαλήνη, ἡ θαυμασία, ἀπόδειξις καὶ κατάδειξις τῆς ἀνεξιθρησκείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αὐτὴ ἡ θαυμασία ψυχολογικὴ κατάστασις ἐπὶ ἕνα ἤδη αἰῶνα νὰ μὴ ἴδετε τίποτε οὔτε κατὰ τῶν Τούρκων οὔτε κατὰ τῶν Ἰουδαίων, οὔτε καθ’ οἱουδήποτε, οὔτε ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅπου ὑπάρχουν Ἰουδαϊκοὶ πληθυσμοί, οὔτε ἀλλαχοῦ ὅπου ὑπάρχουν τοιοῦτοι, νομίζετε ὅτι αὐτὴ ἡ γαλήνη θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον; Ἐλᾶτε εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως αὐτῆς, ἐλᾶτε ἀπὸ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, ἐλᾶτε ἀπὸ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν· πότε εἴδατε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετεχειρίσθη κακῶς τὴν ἐξουσίαν τῆς ἀνοχῆς, διὰ νὰ εἴπητε ὅτι ὄχι δὲν πρέπει νὰ ἀνέχεται τὸ Κράτος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφίνῃ ἐλεύθερα; Καὶ πῶς νομίζετε ὅτι ἄν ἀφίσετε ἐλεύθερα καὶ δώσετε τὰς συνεπείας τῆς Συνταγματικῆς αὐτῆς ἐλευθερίας εἰς τὰς θρησκείας, τὸ Κράτος τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας νομίζετε ὅτι θὰ ἔχῃ ἡσυχίαν, ἀφοῦ θὰ ἔχετε δώσῃ τὴν φλόγα τῆς μισαλλοδοξίας; Καὶ νομίζετε ὅτι καὶ μία πόλις, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἔστω καὶ εἷς ἑτερόδοξος θὰ μείνῃ ἥσυχος; Αὐτὰ πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τόσον εὐχερῶς ὑποστηρίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» διὰ τῆς λέξεως «ἐλευθέρα». Μὲ τὸν Μπολσεβικισμὸν ὀλίγον ἐπολεμήθη ἡ φρᾶσις. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ. Ἡ ἀντίδρασις, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, κατὰ τῆς φράσεως πρέπει πρῶτον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναγκάσῃ, νὰ προσέξωμεν περισσότερον εἰς τὸν πόλεμον κατὰ τοῦ ὅρου τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ κατὰ τῆς ἀπαγορεύσεως, διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐὰν ὁ Μπολσεβικισμὸς δὲν ἔφερεν κανὲν ἀποτέλεσμα καὶ ἐὰν ὁ προσηλυτισμὸς δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διὰ καμμίαν θρησκείαν οὔτε διὰ τὴν ἰδικήν μας, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε ὅτι εἰς τοῦτο συνετέλεσεν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι ἐὰν τὸ Σύνταγμα δὲν ὑπηγόρευε τὸν προσηλυτισμὸν δὲν θὰ εἴχομεν σκάνδαλα πολὺ σοβαρὰ δυνάμενα νὰ διαταράσσουν ἑκάστοτε τὴν ψυχολογικὴν γαλήνην καὶ τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτά, κ. πληρεξούσιοι, εἶχον νὰ εἴπω καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω μίαν λέξιν τελευταίαν. Εἰς τὰς προτάσεις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας εἴχομεν τὴν τιμὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐβοίας ἡγέτης καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως ἀναφέρομεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζομεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τοὺς λόγους ἐκθέτομεν ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν. Ὑπενθυμίζω τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογήσω διατὶ ἔλαβον τὴν τόλμην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Μητσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§99Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὤ, τῆς ἀγχιστρόφου τῶν ἀνθρώπων παλιμβουλίας. Ὅτι ὁ σεβαστὸς συνάδελφος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν ἀνερχόμενος τὸ βῆμα νὰ εἰπῇ, ὅτι τοῦ περιπάτου αὐτοῦ ἐγὼ ὑπῆρξα ἀφορμή· ἤμην πεπεισμένος ὅτι θὰ εἶχε λάβῃ τὴν ἀπόφασιν χωρὶς ἄλλο νὰ μοὶ ὑπομνήσῃ, ἵνα εἶναι πιστευτός, εἰς τὶ εἴχομεν ἀπομείνει διαφωνοῦντες κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἥ εἰς τίνα αἰφνιδιώτατον ἀλλὰ σπουδαῖον λόγον ὀφείλει τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης του. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων ὁ κ. συνάδελφος, ὅλως διόλου παρὰ τὴν ἕξιν, τὴν ὁποίαν τοὐλάχιστον ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ ἔχει νὰ εἶναι γλυκύς, ἐπετέθη τώρα λαύρως κατ’ ἐμοῦ, ἀκλονήτου ὄντος εἰς ὅσα χθὲς ἀπὸ κοινοῦ ἐφρονοῦμεν. Τὶς εἶδεν ἂν καὶ πάλιν ἕως τέλους θὰ διαστῇ. Διότι ἰδοὺ ἀμέσως μὲ καθησύχασε λέγων ὅτι μὲ παρεξήγησε καὶ ὅτι, ὅσα εἶπον ἐγώ, εἶναι ἀκριβέστατα.
§100Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δικαιολογίαν.
§101Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ παρακαθήμενοι ἔχουσι εὐελπιστῶ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγον χθές, εἶναι ἐκεῖνο ὅπερ καὶ σήμερον διισχυρίζομαι. Μετέβαλε ἰδέας ὁ κ. συνάδελφος. Ἀπὸ πολλοῦ δὲν ἐκπλήττομαι πλέον ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, κύριοι, ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον μοὶ ἀπευθύνει ἔχει τι τὸ ἐμπερίστατον, καὶ κατὰ τούτου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τῷ ἀποκριθῶ, ἐὰν βέβαια θελήσῃ νὰ μὲ ἀκροασθῇ τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν φοράν. Κύριοι, ἐπετέθη κατὰ τῆς ἀντιλήψεως ἥν σχηματίζω τῶν πραγμάτων. Τῷ ἐφάνη παράδοξον τὸ πῶς ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα» εἶναι κακόζηλος καὶ δὲν σημαίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φαντάζεται ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ὤφειλε νὰ σημαίνῃ σώνει καὶ καλά. Ὁμολογῶ ὅτι τὰ ὀλίγα γράμματα πρὸς τὰ ὁποῖα προσετρίβην ἐν τῷ βίῳ, μὲ συνήθισαν νὰ ἀκούω ὅτι ἐπικρατοῦσιν ἐν τόπῳ τινι πυρετοί, τὸ εἶπον ἤδη, ἤ ἔστω καὶ βίαιοι ἄνεμοι, ἀλλ’ ὅτι ἐπικρατοῦσι καὶ θρησκεῖαι, τοιοῦτο πρᾶγμα, σᾶς τὸ ὁρκίζομαι, ὑπεράνω τῶν Συνταγμάτων καὶ τῆς ψυχολογίας, δὲν τὸ εἶχον ἀκούσει. Θὰ τὸ εἶχεν ἐννοήσῃ καλλίτερον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὰ ὀλίγον κατεγείναντα εἰς τὴν φιλοσοφίαν, ἐάν, ἀντὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας εἶχον θέσει τὴν λέξιν «κρατοῦσα». Ἡ ἔννοια τῆς κρατούσης θὰ ἀνταπεκρίνετο περισσότερον εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς ὀρθοδόξου, καὶ ὡς ἐπιπροσθέτως τὴν θέλει ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἀνατολικῆς ἐκκλησίας. Ἐπικρατοῦσα, κύριοι, εἶναι ἄλλο καὶ ὅπερ ἐζήτησα εἶναι ἄλλο. Ἔψεξα τὴν λέξιν «ἐπικρατοῦσα» ἐπειδὴ δὲν ὑποσημαίνει ὡς ἐγὼ θέλω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει ὡς Κράτος καὶ αὐτὸ θρησκείαν. Ἠρώτησα καὶ λέγουσι. Διατὶ δὲν βλέπεις ὅτι κατὰ τοῦτο εἶναι ἐπικρατοῦσα, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔχει τὸ λαϊκὸν θρήσκευμα τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου; Οὐχί, κύριοι, δὲν τὸ ἔχει ποσῶς, διίσταμαι πλήρως πρὸς τοὺς τοιοῦτό τι παριστῶντας μετὰ τοῦ κ. συναδέλφου. Νομίζω ὅτι ἔχω σύμφωνον πρὸς τὴν ἐμὴν τὴν ἀντίληψιν ὅλων τῶν ἐπιστημόνων καὶ ὅλων τῶν συνταγματολόγων. Ἔχω σύμφωνον τὴν λογικήν. Διότι, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον, ἐφ’ ὅσον θέλει τις νὰ ὀρθοφρονήσῃ καὶ ὀρθολεκτήσῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐπικρατοῦσα θρησκεία σημαίνει θρησκείαν τοῦ Κράτους. Ἕτερον ἑκάτερον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐζήτησα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φαντάζεσθε ὑμεῖς ὅτι δίδεται διὰ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὅμως οὐδαμῶς δίδεται καὶ θέλω νὰ δοθῇ.
§102Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. «Prepoderant».
§103Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι «prepoderant» εἰς τὰ Συντάγματα φέρεται ἡ λέξις «dominant». Ἀλλὰ «dominant» δὲν θὰ εἰπῇ ἐπικρατοῦσα κατὰ κυριολεξίαν πλήρη. Δυστυχῶς ἡ περὶ τὰς ξένας γλώσσας ἑλληνικὴ ἀκριβολογία δὲν ἔχει ἐξιχθῇ εἰς τοιοῦτο σημεῖον ὥστε νὰ λεπτολογῇ μετ’ αὐστηρότητος ἐπὶ τῆς σημασίας τῶν λέξεων ὅσας δανείζεται καὶ μεταφράζει. Καὶ διὰ τοῦτο τοσαῦται παρεξηγήσεις καὶ ἀκατανοησίαι γεννῶνται ἐκ τοῦ ἀσταθμίστου αὐτοῦ δανεισμοῦ. «Dominant» σημαίνει περίπου κυριαρχοῦσα. Ἐπικρατοῦσα σχεδὸν θὰ εἴπῃ συχνότατα ἀπαντῶσα. Λοιπὸν ἐζήτησα, κύριοι, τὴν «religion d’ état» δηλαδὴ τὴν θρησκείαν τοῦ Κράτους. Διατὶ ἐζήτησα ταύτην, κύριοι συνάδελφοι; Τὴν ἐζήτησα διὰ τοὺς ἑξῆς δύο λόγους. Πρῶτον, διότι ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος, μετ’ ἄλλων πολλῶν προσκεκολλημένων ὀστρακοειδῶς εἰς τὸ παρελθόν, εἶναι ὑπὲρ τῆς φιλολογίας τῶν ἀπολιθωμάτων, καὶ σέβεται τὰς λέξεις μόνον διότι τὰς εἶπον οἱ πατέρες, ἐγὼ φαντάζομαι ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν οἱ συντάξαντες τὰ Συντάγματα τοῦ 43 καὶ 62, ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρακάθηντο μεθ’ ἡμῶν καὶ εὑρίσκοντο ὑπὸ τὰς αὐτὰς καὶ ἡμεῖς τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἐξελίξεως συνθήκας, ἤθελον ἀλλάξει καὶ στάσιν καὶ λεκτικὸν καὶ ἤθελον ἀποφασίσει ὅσα θέλει ἡ ἰδική μας σήμερον, καὶ ὄχι ἡ ἰδική των χθές. Τότε, παραδέχομαι ἐν ἀνάγκῃ, κύριοι, δὲν ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ λεχθῇ ὅτι ὑπάρχει θρησκεία τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐπάναγκες νὰ λεχθῇ ἀπὸ σήμερον. Τότε, ἡ ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας σωθεῖσα καὶ μόλις ἐλευθέρα γενομένη πολιτεία, δὲν ἐφαντάσθη ὅτι θὰ ἤρχετο ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἦλθε, καιρός, καθ’ ὅν ἡ Πολιτεία θὰ ἔπαυε μεριμνῶσα περὶ τῆς θρησκείας, διότι δὲν ὑπεχρεώθη νὰ ἔχῃ μίαν. Μόλις ἐξήρχοντο οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τῆς δουλείας καὶ ἐζήτουν νὰ ἐκφράσωσι δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῶν πνευμόνων των τὸ πλῆρες αἴσθημα αὐτῶν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἀπολυτρούμενοι τῶν μακρῶν ἀναμνήσεων, σκληροῦ παρελθόντος, δὲν ἐστοχάσθησαν νὰ σφυρηλατήσωσι δεσμούς, οὐδὲ τοὺς ἀΰλους ἔτι ὅσοι, καὶ μύριοι ὑπάρχοντες διὰ τὴν πολιτείαν ἔναντι τῆς ἐκκλησίας, δὲν θὰ τὴν ἐπίεζον. Ἤρκει δι’ αὐτοὺς ὅτι ἔλεγον ὅτι τὰ ἄλλα θρησκεύματα ἐν Ἑλλάδι εἶναι μόνον ἀνεκτά, διὰ τῆς ἀνεκτικότητος πρὸς τὰ ἄλλα ἥν ἐθέσπιζον, τὸ αἴσθημα τῆς ἰδίας των ἐλευθερίας περιέποντες. Οὐδὲ τὸ δεύτερον τοῦτο θὰ ἦτο σήμερον ἡ ἰδέα αὐτῶν, εἰ μεθ’ ἡμῶν ἐθέσπιζον. Διατί; Ἀκόμη καὶ διὰ τοῦτο. Σήμερον ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἡ τῶν Ἑλλήνων μόνον τοῦ 1827, τοῦ 1830. Εἶναι ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1922, ἡ ἀριθμοῦσα σήμερον περὶ τὰ δύο ἑκατομμύρια Μωαμεθανῶν καὶ αὔριον, ὡς δικαίως ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ἀριθμοῦσα πέντε ἑκατομμύρια τοιούτων, ἵνα πάντες οὗτοι καὶ ἄλλοι παντοδαποὶ στεγάζωνται ὑπὸ τὸ ἑλληνικὸν ἀλεξιβρόχιον, τὸ εὐρὺ καὶ ἀσφαλές. Καὶ ὅταν ἐν ἀδελφοσύνῃ καλοῦμεν τοὺς ἀδελφούς μας εἰς τὴν ἰσοτιμίαν, δὲν βλέπω διατὶ τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὸ μόνον νὰ τοὺς ἀνέχηται, δὲν βλέπω κατὰ τὶ ἐλαττοῦμεν ἡμᾶς συνελευθέρους τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν κηρύττοντες τοὺς ἀλλοδόξους συμπολίτας ἡμῶν, κατὰ τὶ ἡ Ἑλλάς, τοῦτο πράττουσα, ὑστερεῖ ὡς πρὸς τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸς τὰ ἴδια αὐτῆς ἰδανικά, καὶ διατὶ δὲν ἤθελε καὶ ἐγγράφως διατρανώσει πρὸς τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματα τῶν ἑτεροδόξων ἀδελφῶν ἡμῶν τὴν στοργὴν ἄλλως τε τὴν ὁποίαν τὸ αἷμα ἡμῶν τρέφει ἀπὸ παναρχαίων χρόνων πρὸς ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος τὰ δόγματα; Ἂς δώσωμεν λοιπὸν ἄλλην διατύπωσιν εἰς τὴν διάταξιν πρώτην τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, γενναῖοι φερόμενοι εἰς τὰ θρησκεύματα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τὸ ἡμέτερον ὀρθόδοξον περιέχοντες ἄνευ βλάβης ἐκείνων. Δι’ ἡμᾶς ἡ ἀνάγκη γίνεται ἐπιτακτική. Ἀφ’ ἧς ζητῶ τὴν ἐλευθερίαν καὶ οὐχὶ τὴν ἀνοχὴν τῶν ἄλλων δογμάτων, ἀφ’ ἧς ζητῶ τὴν ἰσοτιμίαν, αὐτῶν πρὸς τὸ ἡμέτερον, ζητῶ ἐν ταὐτῷ νὰ τῷ προσαγάγω ἕνα νέον καὶ ἰσχυρὸν πιστόν, τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ὡς πολιτείαν ἥτις θέλει καὶ αὐτὴ νὰ ἔχῃ θρησκείαν, τὴν ὑπέροχον θρησκείαν τῆς ὀρθοδοξίας, τὴν ὁποίαν νὰ ὁμολογῇ καὶ νὰ ἀναγνωρίζῃ. Διότι ἄλλο εἶναι ὅταν αὐτὸ τὸ Κράτος ἔχει ἀνεγνωρισμένην καὶ δι’ ἑαυτὸ θρησκείαν καὶ ἄλλο ὅταν αὐτὸ τὸ Κράτος, οὐδεμίαν λατρείαν δι’ ἑαυτὸ ἐγκολπούμενον, προσδέχεται μόνον ἀντανάκλασίν τινα χριστιανικότητος ἀμυδρὰν καὶ ψυχρὰν ἐκ τῆς πίστεως τῶν ὑπηκόων του, λεγόμενον χριστιανικὸν ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶναι τοιοῦτοι. Διατὶ θέλω τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ἔχῃ θρησκείαν; Διότι τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον ἔχει θρήσκευμα δὲν ἐγείρεται πλέον, ἀπέναντι τῆς ἐκκλησίας, ἥτις εἶναι δύναμις, ὡς ἀρχὴ δαμάζουσα ἄλλην ἀρχήν, καὶ ἀφοῦ ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι οὐδαμῶς ἐξουσία, πολιτικόν τι ὄφελος ἐπιζητοῦσα ἐν τῷ πολιτικῷ Κράτει, ἀλλὰ τῆς ψυχῆς ὑπηρεσία ἐλευθέρα καὶ ἄκακος, τῶν πολιτῶν τὴν ποιότητα ὑψοῦσα ὑπὲρ τοῦ κράτους τούτου, δύναται νὰ ἔχει αὐτὸ πιστόν, ὡς ἕνα ὀπαδὸν ἰδιώτην. Καὶ τὶ τάχα βλάπτεται ἐὰν δὲν τὸ ἔχει; Ὅταν τὸ Κράτος ἔχῃ πίστιν, ὅταν τὸ κράτος εἶναι πιστὸς τότε κατανοεῖ καλλίτερον ὁπόσα καθήκοντα ἔχει ἀπέναντι τῆς μητρός του ἐκκλησίας. Διότι εἶναι ὄντως ἡ μήτηρ τοῦ παντός, λοιπὸν καὶ τοῦ κράτους, αὐτοῦ πρὸ πάντων, ἀφοῦ εἶναι Ἑλληνικόν, καὶ ἐκ τῆς ἐκκλησίας προῆλθε. Ὅταν τὸ κράτος ἔχει θρησκείαν, φέρεται πρὸς αὐτὴν ὡς θρῆσκος. Μεριμνᾷ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας, παύει νὰ τὴν θεωρῇ πενθερὰν καὶ τὴν βλέπῃ ὡς μητέρα, δὲν τῆς τρώγει τὰ κτήματα, δὲν ἀσκεῖ τὴν κατὰ τῶν μοναστηρίων γνωστὴν λύσσαν, δὲν ἀφήνει τὸν κλῆρον νὰ καταρρεύσῃ καὶ ἐξονειδισθῇ, οὐδ’ ἀποδιώκει ἐκ τῶν σχολείων τῶν Ἑλληνοπαίδων τὴν θρησκευτικὴν διδασκαλίαν, ἵνα, ὡς ἡμεῖς τὸ πράττομεν, στερήσῃ τὴν νεότητα τῆς κατ’ ἐξοχὴν διαπλαστικῆς δυνάμεως τῶν χαρακτήρων. Ἰδοὺ διατί, πρὸς ἄλλους ἀναλόγους λόγους, θέλω τὸ κράτος εἰς τὸν τόπον αὐτὸν νὰ ἔχῃ θρησκείαν. Καὶ ἰδοὺ πῶς, κύριοι, ζητήσας ὅπως πᾶσα ἐν τῷ τόπῳ θρησκεία ᾖ ἐξ ἴσου πρὸς τὴν ὀρθόδοξον ἐλευθέρα καὶ οὐχὶ ἀνεκτή, ἐζήτησα συγχρόνως καὶ τὸ ἄλλο τοῦτο, νὰ εἶναι ἡ ὀρθόδοξος «ἐπικρατειακή». Ἄνευ τοῦ ὅρου τούτου δὲν θὰ προέβαλον τὴν θρησκευτικὴν ἰσοδυναμίαν, ἀλλὰ θὰ ἐδεχόμην τὴν ἰδέαν τῆς πρὸς τὰ ἄλλα δόγματα ἀνεκτικότητος μόνης. Τὸ ἐξήγησα καὶ ἄλλοτε, κύριοι. Χωρὶς τὴν «religion d’ état» καὶ ἐὰν οὐχὶ τὴν ἰσοτιμίαν καὶ ἐλευθερίαν ἐξεχωροῦμεν, ἀλλὰ ἡ ὑπὸ τὸ σημερινὸν καθεστὼς τῆς ἀνοχῆς ἐξηκολουθοῦμεν παραμένοντες, ἰδοὺ ποία μείωσις καταστάσεως, κατ’ οὐσίαν θὰ ἐξηκολούθει ὡσαύτως συνεχιζομένη διὰ τὴν ἡμετέραν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν ἀπέναντι καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἐν μέσῳ ἡμῶν ἑτεροδόξους. Σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία εἶναι ἐν ταῖς σχέσεσι καὶ τοῖς δικαιώμασιν αὐτῆς πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν παρακάθεδρος, πρὸς τὴν πολιτικὴν παρακάθεδρος καὶ συγκάθεδρος. Διότι παρακολουθεῖ ὡς ἐξουσία μείζων τὰς πράξεις αὐτῆς. Δὲν τὴν ἀφήνει νὰ προβαίνῃ εἰς πράξεις ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως ἐχούσας ἰσχύν, ἐὰν δὲν παρηκολούθησε τὴν προετοιμασίαν αὐτῶν καὶ ἐνέκρινεν αὐτὰς ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος, ὁ ἀντιπροσωπεύων ἐγκάθετος τοῦ Κράτους ἐν τῇ ὑπακουούσῃ Ἐκκλησίᾳ. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποτολμᾶται ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις, τοῖς Τζαμίοις καὶ ταῖς Χάβραις τῶν ἄλλων θρησκευμάτων. Ἄς ἀφήσωμεν τὸ καθολικὸν τὸ ὁποῖον διέπει ἔξωθεν ὑπερτάτη ἀρχὴ μὴ ἀνεχομένη ἐξ ἡμῶν βλέμμα ἐπὶ τῶν τοῦ κλήρου αὐτῆς ἐν τῷ ἡμετέρῳ τόπῳ. Ἀλλὰ τὸ Ἰουδαϊκόν, οὐδ’ αὐτὸ προῆλθεν εἰς περισσότερον τινὰ πρὸς ἡμᾶς συγκαταβατικότητα. Ἀντιπρόσωπον τῆς Πολιτείας, δὲν ἐγνώρισαν παρ’ αὐτοῖς οὐδ’ οἱ Ραββῖνοι, οὐδ’ οἱ Ἰμάμηδες, τοὺς ὁποίους διέπει ἔξωθεν ὁ Σεϊχουλισλάμης ἀδιατάρακτος. Βασιλικὸς ἐπίτροπος δὲν παρεκάθησεν παρ’ αὐτοῖς καὶ δὲν περιώρισε τὰς ἀποφάσεις των. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι καὶ ἐν τῇ ἰσοτιμίᾳ καὶ ἐν τῇ ἰσοπολιτείᾳ, ἐφ’ ὅσον τὸ κράτος δὲν ἀναγορεύει δι’ ἑαυτὸ τὴν ὀρθόδοξον θρησκείαν ὡς θρησκείαν του, τὸ θῦμα τῆς ἰσοτιμίας καὶ ἰσοπολιτείας, καὶ ἐὰν αὕτη ἐδίδετο ταῖς ἀλλοδόξοις ἐκκλησίαις τοῦ τόπου, θὰ ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν καὶ πάλιν ὀρθόδοξον θρήσκευμα.
§104Γ. ΠΩΠ. Κατὰ τοῦτο θὰ ἦτο δυνατόν, κύριε συνάδελφε, ὥστε νὰ καθιερώσωμεν ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους. Θέλετε νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἐκκλησίαν; Βεβαίως σεῖς δὲν ἐνέχεσθε εἰς τὴν θεωρίαν ἐκείνην, ὅτι ὑπάρχει ἐκκλησία τῆς ἐπικρατείας κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, λέγετε ὅμως τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἶναι κράτος ὀρθόδοξον, χριστιανικόν, καὶ σᾶς ἐρωτῶ· αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι αἱ στεγαζόμεναι ὑπὸ τὸ ἑλληνικὸν ἀλεξιβρόχιον ποῖον κράτος θὰ ἔχωσιν, ἵνα ἀναπαύωνται καὶ αὐταί, ἵνα προστατεύονται καὶ αὐταί;
§105Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι σᾶς εἶπον ὅτι αὐταὶ καὶ ὄχι ἡ ἡμετέρα ἔχουσι τὸ ἀλεξιβρόχιον ἀνεωγμένον, αὐταὶ εἰσὶν αἱ προστατευόμεναι, ὄχι ἡ ἡμετέρα. Ἐξασφαλίσατε λοιπὸν καὶ αὐτήν, προστατεύσατε καὶ αὐτῆς τὸν προορισμόν, πράξατε ὅ,τι εἶναι δυνατόν, διότι τὸ ἔργον αὐτῆς θὰ συντριβῇ παρ’ ἡμῖν. Δὲν ὁμιλῶ ἐξ ὀπισθοδρομικῶν ἰδεῶν περὶ θρησκείας τοῦ Κράτους. Δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς θεοκρατίας, τῆς ἄλλων αἰώνων. Θέλω τὴν θρησκείαν τοῦ Κράτους πρὸ παντὸς ὑπὲρ τῆς πολιτείας καὶ τοῦ λαοῦ, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς θρησκείας δι’ ἑαυτήν, αὐτὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς οὐδενός. Τῇ ἀρκεῖ ὁ ἐξ οὗ ἐκπορεύεται. Καὶ ἄλλα κράτη ἀναγορεύσαντα τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων θρησκευμάτων, συναπεκήρυξαν καὶ δι’ ἑαυτὰ τὴν θρησκείαν τοῦ Κράτους χωρὶς τὰ ἄλλα ἐκ τούτου νὰ ἐθεώρησαν ὅτι εὗρον τὸ ἀλεξιβρόχιον κλειστόν. Παραπέμπω ὑμᾶς εἰς τὴν ἱστορικὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον ἐνταῦθα τὴν ἄλλην ἡμέραν, τὴν ὁποίαν δὲ ποιεῖται ὁ Μπλακὰς δ’ Ὤλ ἐν ὀνόματι τοῦ Λουδοβίκου 18ου τῆς Γαλλίας διὰ διακοινώσεως τῆς 15ης Ἰουλίου 1817 πρὸς τὸν Πάππαν λέγων ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας ὡς «υἱὸς πρωτογενὴς τῆς Ἐκκλησίας» ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι ἀνηγορευμένον τὸν καθολικισμὸν ὡς θρησκείαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Πολιτείας, καὶ μὴ πρὸς τοῦτο σκανδαλίζεσθε, εἶμαι ὑπόχρεως ἔναντι τῶν ἐν τῷ Κράτει μου ἑτεροδόξων ὑπηκόων μου, διὰ λόγους δημοσίας τάξεως, νὰ ἀναγνωρίσω διὰ ρήτρας τοῦ αὐτοῦ Συντάγματός μου πλήρη ἰσότητα καὶ ἐλευθερία τῶν ξένων θρησκευμάτων. Ὥστε βλέπετε ὅτι ὑπῆρξαν κράτη τὰ ὁποῖα παρεδέχθησαν τὴν «religion d’ état» καὶ ὅταν τῆς «religion» αὐτῆς τὸν ὑπέρτατον καὶ ἀπόλυτον πνευματικὸν ἄρχοντα, ὡς ἡ Γαλλία τὸν Πάππα, καὶ τοιοῦτον ἐπικίνδυνον πολλάκις ἐπιδειχθέντα ἀρχηγόν, τὸν εἶχον ἐκτὸς κείμενον τῶν ὁρίων τῆς χώρας, ἀποτελοῦντα τῇ ἀληθείᾳ ἐξουσίαν ἀσύλληπτον. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἥτις δὲν συνήντησε ποτὲ Πατριάρχην ἐπίφοβον καταστάντα ἐν τῇ ἑλληνικῇ ἱστορίᾳ ἐξ ἐπιδιώξεων κοσμικῆς ἐξουσίας, δύναται ἀδιστάκτως νὰ ἀσπασθῇ δι’ ἑαυτὴν τὸ θρήσκευμά του. Θὰ εὕρητε τὴν ἣν ὑπέμνησα δήλωσιν τοῦ Λουδοβίκου 18ου ἐν τῇ συλλογῇ τοῦ Δεκλέρκ ἥν κατέχει ἡ βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς· οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ λόγος ἐπανέρχεται περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρου «γνωσταὶ θρησκεῖαι». Τῇ ἀληθείᾳ ἀρκετὰ ἐσκανδάλισαν ἡμᾶς ἀπὸ ἡμερῶν. Εἶπον ὅμως ἤδη ὅτι τὸ πρόβλημα τοῦ τίνες ἐννοοῦνται γνωσταὶ τὸ λύει καὶ πάλιν ἡ ἐν λόγῳ ἱστορικὴ ἐγκύκλιος. «Γνωσταί» εἰσὶν διὰ χώραν τινὰ αἱ ἐν τῷ τόπῳ ὑπάρχουσαι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπόφασίς τις περὶ αὐτῶν λαμβάνεται. Ὁ κύριος ἐξ Ἑπτανήσου πληρεξούσιος ἐθεώρησεν ὅτι κινδυνεύομεν αὔριον νὰ ἴδωμεν τοὺς Μπολσεβίκους εἰσάγοντας τὴν θρησκείαν τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελον νὰ πρεσβεύεται ἐν ὀνόματι αὐτῶν. Ὅταν θὰ ἔλθωσιν, ἄς πρεσβεύσωσι ἥν θὰ θελήσωσι. Τό γέ νυν θρησκείαν δὲν ἔχουσι. Καὶ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἐφεύρωσι καμμίαν ἵνα μᾶς τὴν φιλοδωρήσωσι, ἡμεῖς θέλομεν τὴν ἀποκλείσει, κ. συνάδελφε, ἐπειδὴ τὸ θρήσκευμα αὐτὸ δὲν εἶναι γνωστόν, ἐκτὸς ἐὰν ὑμεῖς, εὐτυχέστερος, τὸ γνωρίζετε. Καὶ ἔρχομαι εἰς τι τελευταῖον. Μοὶ ἀποδίδει ὁ κ. συνάδελφος παρανόησιν τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἐν τούτοις ἐξακολουθῶ διαβλέπων, ἐκ τοῦ ὅτι, τοῦ Συντάγματος ἀρνουμένου νὰ ἀναγορεύσῃ τὴν ἴσην ἐλευθερίαν τῶν θρησκευμάτων, ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν ἔχει καθιερωμένην τὴν ὑποχρέωσιν ἡμῶν ταύτην. Ὁ σοφὸς συνάδελφος ἐχειρίσθη τὸ πρόβλημα λύων τὸ κείμενον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μὲ ἔπεισε, ὅτι ὅταν μοὶ ἔλεγεν ὅτι μοὶ δωρεῖ τὸ κείμενον αὐτὸ δὲν ἦτο ποσῶς κάτοχος αὐτοῦ, ὥστε νὰ ποιήσηται ἕν τοσοῦτο ἀκριβὸν δῶρον πρὸς ἐμέ, ὅστις ἄλλως τε, ἤμην προμηθευμένος. Ἀλλὰ θὰ ἴδῃ αὐτὸς οὗτος καὶ θὰ ἀλλάξῃ γνώμην, ὅταν μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν συντροφεύσω εἰς ἀνάγνωσιν, τῷ ὑπόσχομαι ἐπιμεμελημένην τοῦ κειμένου, θὰ ἀντιληφθῇ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ 8ου ἄρθρου εἰς τὸ ὁποῖον ἐστερεώθη, ἀλλὰ περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ τῆς μακρᾶς συνεχείας αὐτοῦ ἕως τοῦ 8ου καὶ περὶ τοῦ προοιμίου τῆς Συνθήκης καὶ περὶ τοῦ 16 ἄρθρου, τοῦ τελευταίου, τοῦ καθιεροῦντος τὴν ἰσότητα τῶν θρησκευμάτων ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐλέγχου ἥν ὡς πρὸς αὐτὴν δίδει εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐθνῶν ἐπὶ μειώσει τῆς ἑλληνικῆς αὐτοτελείας. Τότε ὁ κ. συνάδελφος θὰ ἴδῃ ὅτι ἔχει ὑπογράψει ἡ Ἑλλὰς αὐτὰς τὰς πολλὰς καὶ δυσαρέστους ὑποχρεώσεις καὶ ὅτι δὲν τὴν συμφέρει σήμερον, ἐφ’ ὅσον θέλει νὰ εἶναι καλῆς πίστεως συμφωνητής, δὲν τὴν συμφέρει νὰ προσποιεῖται ὅτι τὰς ἀγνοεῖ. Διότι, ἐὰν ἀρχίσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ ἀνακινῇ σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἰσχύος τῆς σειρᾶς τῶν συνθηκῶν, ὅσαι φέρουσι τὴν ὀνομασίαν τῶν Σεβρῶν δὲν θὰ πράξῃ ἄλλο τι ἤ νὰ εὐκολύνῃ τὴν θέσιν τῶν δολίων ἐκείνων συμμάχων καὶ ἐχθρῶν, οἱ ὁποῖοι διακηρύττουσιν ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν διάθεσιν νὰ τὰς θεωρήσωμεν ὡς κουρελόχαρτα καὶ ὅτι τοὺς δίδομεν ἡμεῖς τὸ παράδειγμα νὰ κηρύξωσι τὰς συνθήκας τῶν Σεβρῶν μὴ ὑπαρχούσας καὶ δι’ αὐτοὺς, καὶ ἑπομένως τοῖς ἐπιτρέπομεν νὰ μᾶς εἴπουν: φύγετε ἀπὸ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, δὲν ἀναγνωρίζομεν ἀπέναντι ὑμῶν τίποτε. Αὐτοὶ εἶνε οἱ λόγοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔφερον εἰς τὴν ἀνάγκην ἄκοντα νὰ εἴπω ὅσα τελειώσας εἶπον. Οὕτω δὲ καὶ ἀπήντησα εἰς τὴν βομβοῦσαν γνώμην καὶ ἐπίθεσιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἄλλως τε φίλου ἀγαπητοῦ.
§106Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τοῦτο μόνον θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ βόμβοι εἶνε εἰς τὴν φαντασίαν τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου, διότι ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε.
§107Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνησιῶτα τοῦ κ. συναδέλφου, εἰπέτε παρακαλῶ, ποίαν ἀντίληψιν ἀπεκομίσατε ἀπὸ τῆς διακοπῆς του;
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Χατζηδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§109Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀνεχθῆτε καὶ ἐμὲ νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα περὶ τοῦ ἀνεκτοῦ ἤ μὴ ἀνεκτοῦ τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος. Ὅπως ἐννόησαν ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες εἶναι σύμφωνοι ὅτι ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος καθιεροῖ πλήρη καὶ τελείαν ἀνεξιθρησκείαν. Μερικοὶ ὅμως νομίζουν ὅτι πρὸς σαφηνισμὸν δέον νὰ μεταβληθῶσιν μερικαὶ λέξεις. Ὁ ἐκ Κυκλάδων πληρεξούσιος κ. Βοκοτόπουλος μοῦ φαίνεται, ἐὰν ἐννόησα καλῶς ὅτι εἶπεν ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα οὐδὲ νὰ μεταβάλωμεν τὰς λέξεις αὐτάς.
§110Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Δικαίωμα ἔχομεν. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα; Τὶ εἶναι αὐτά;
§111Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Τὸ εἴπατε. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην τῶν κυρίων συναδέλφων ὅτι τὸ εἴπατε. Ὅταν λέγετε περὶ ἑνὸς πράγματος ὅτι εἶναι ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον, ποία εἶναι ἡ ἔννοια αὐτῶν τῶν λέξεων; Ἱερὸς καὶ ἀπαραβίαστος κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι μόνον ὁ Βασιλεύς. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ διότι εἶναι συντακτική, ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, πολὺ δὲ περισσότερον ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ δύο–τρεῖς λέξεις ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§112Γ. ΠΩΠ. Εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει.
§113Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Εἶπε, κ. συνάδελφε, περὶ τῶν λέξεων αὐτῶν ὅτι εἶναι ἱεραὶ καὶ ἀπαραβίαστοι.
§114Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸς εἶναι τρόπος ἐκφράσεως.
§115Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Λεκτικῶς ἑρμηνευόμεναι αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχουν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Τρεῖς κυρίως εἶναι αἱ λέξεις αἱ περιμάχητοι εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα», ἡ λέξις «γνωστή» καὶ ἡ λέξις «ἀνεκτή». Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα περὶ μιᾶς ἑκάστης. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν λέξιν «ἐπικρατοῦσα», ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Μητσόπουλος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ δι’ ἄλλης λέξεως τὴν ὁποίαν ἔχει διατυπωμένην εἰς τὴν τροπολογίαν του. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ λέξις πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ ἀντ’ αὐτῆς νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἐπίσημος». Δὲν πρέπει δὲ νὰ ξενίσῃ ὑμᾶς ἡ λέξις αὐτή. Ὅπως γνωρίζετε καὶ ὅπως ἀνέφερον πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι, καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη αὐτὴ ἡ λέξις. Ἔχομεν δὲ τὴν λέξιν αὐτὴν καὶ δι’ ἕν ἄλλο πρᾶγμα εἰς τὸ Σύνταγμα· ἔχομεν τὴν λέξιν «ἐπίσημον» ὅσον ἀφορᾷ τὴν γλῶσσαν. Ὅπως τὸ κράτος ἔχει γλῶσσαν ἐπίσημον μοῦ φαίνεται ὅτι δικαιοῦται νὰ ἔχῃ καὶ ἐπίσημον θρησκείαν καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἐπικρατοῦσα» ἡ ὁποία δίδει λαβὴν εἰς παρερμηνείας διὰ τῆς λέξεως «ἐπισήμου». Ὅτι δὲ εἶναι ἐπίσημος ἡ θρησκεία καὶ ὅτι αὐτὴ κυρίως εἶναι ἡ ἔννοια καὶ οὐχὶ ἡ τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς, νομίζω, ὅτι ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ δύο ἄλλα ἄρθρα, τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 47 ἐπιβάλλει εἰς τὸν διάδοχον πάντοτε νὰ πρεσβεύῃ τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον θρησκείαν, βαῖνον δὲ περαιτέρω τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει διὰ τοῦ ἄρθρου 51 καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ἐπίτροπον τοῦ ἀνηλίκου Βασιλέως νὰ πρεσβεύῃ τὴν ἰδίαν θρησκείαν. Τὶ ἄλλο ἀποδεικνύουν αὐτά, παρὰ ὅτι τὸ Κράτος θέλει νὰ ἔχῃ ἐπίσημον θρησκείαν τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον. Διότι τὸ Κράτος τὸ ἡμέτερον ὅπως προϊὸν τῆς γνωστῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι κράτος Χριστιανικὸν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ προμετωπὶς ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα, ὅπως καὶ εἰς ὅλα τὰ προγενέστερα Συντάγματα, ὅτι ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα ἐν Ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος, τὶ ἄλλο ἀποδεικνύει; Διότι ὅπως γνωρίζετε, ὑπάρχουν καὶ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ καμμίαν θρησκείαν, ὅπως εἶναι τὸ Κράτος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Βορείου Ἀμερικῆς καὶ ὅπως ἔγινεν ἐσχάτως διὰ τοῦ νόμου περὶ χωρισμοῦ Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μάλιστα θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναφέρω κἄτι τι τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἐν Γαλλίᾳ ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, διὰ νὰ δειχθῇ ὅτι τὸ Γαλλικὸν κράτος δὲν θέλει νὰ γνωρίζῃ τίποτε οὐδὲ περὶ Θεοῦ, οὐδὲ περὶ Θρησκείας. Ὅπως θὰ ἔχετε παρατηρήσει τὰ Γαλλικὰ εἰκοσάφραγκα τὰ χρυσᾶ ἔφερον ὁλόγυρα τὴν φρᾶσιν Die protège la France. Εὑρέθη λοιπὸν εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος δι’ ἁπλῆς διαταγῆς πρὸς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γαλλικοῦ Νομισματοκοπείου ὥρισεν ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ τίθενται αὗται αἱ λέξεις. Μερικοὶ κληρικόφρονες Βουλευταὶ ἔφεραν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα καὶ ἐκάκισαν τὸν Ὑπουργὸν ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ καὶ μάλιστα δι’ ἁπλῆς Ὑπουργικῆς διαταγῆς. Ὁ Ὑπουργὸς εἰς ἀπάντησιν ἐπεκαλέσθη πρῶτον μὲν τὸν νόμον περὶ χωρισμοῦ τῆς θρησκείας καὶ τοῦ Κράτους καὶ δεύτερον τυπικῶς ὅτι ἠρώτησε νομομαθεῖς καὶ ἐπείσθη ὅτι αὐτὸ τὸ Die protège la France δὲν ἐτέθη διὰ νόμου ἤ Διατάγματος ἀλλ’ ἐπεκράτησε νὰ τίθεται ἄγνωστον πῶς καὶ ὅτι ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε διὰ νόμου ἤ Διατάγματος καθιερωμένον ἠδύνατο νὰ τὸ καταργήσῃ δι’ ἁπλῆς Ὑπουργικῆς διαταγῆς. Ὅτι τὸ Σύνταγμα καθιεροῖ, ὡς ἐπίσημον θρησκείαν τοῦ κράτους τὴν Ἀνατολικὴν Ὀρθόδοξον ἀποδεικνύεται εὐχερῶς ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος ἐπρέσβευεν ἄλλην θρησκείαν ὄχι τὴν ἐπικρατοῦσαν, τὸ Σύνταγμα ὅμως τοῦ 1864 τὸν ὑποχρέωσε νὰ ἀναθρέψῃ τὸν Διάδοχον εἰς τὴν ἐπίσημον Θρησκείαν τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ θρησκεία ἐπίσημος δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν λέξιν «γνωστή». Ὁ κ. Μητσόπουλος ἐξετάσας ἱστορικῶς τὴν λέξιν ταύτην ἀπέδωκεν ἀλλοίαν τῆς συνήθους ἔννοιαν. Ὁ ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συνάδελφος κ. Α. Μάτεσις εἶπεν, ὅτι, ἐὰν εἶναι γνωστὴ μία θρησκεία ἢ δὲν εἶναι γνωστὴ αὐτὸ εἶναι ζήτημα πραγματικόν. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ λέξις «γνωστή», ὡς καὶ ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» δύνανται νὰ παραληφθῶσι χωρὶς νὰ πάθῃ τι οὔτε ἡ ἀνεξιθρησκεία οὔτε τίποτε ἄλλο. Δέον νὰ παραληφθῶσι καὶ αἱ δύο αὐταὶ λέξεις καὶ νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον οὕτως ὥστε νὰ μὴν ἐπέρχεται παρεξήγησις. Πρέπει νὰ σαφηνίσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτό εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ γεννηθῇ οὐδεμία ἀμφιβολία, διὰ νὰ εἶναι ἀδύνατος καὶ ἡ παρεξήγησις.
§116Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Βεβαίως οὔτε οἱ κ. κ. συνάδελφοι Μουσουλμᾶνοι οὔτε οἱ Ἰσραηλῖται δύνανται νὰ ἔχωσι ἀμφιβολίαν.
§117Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Διατὶ τότε ζητοῦν τὴν μεταβολήν; Δὲν εἶναι καλλίτερον, ἀφοῦ τὸ Κράτος εἶναι ἐντελῶς ἀνεξίθρησκον νὰ λείψῃ ἡ παρεξήγησις; Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὁμιλῶν, ὅτι ἀνεξιθρησκεία ἐνομοθετήθη εἰς τὴν Ἰόνιον πολιτείαν ἀπὸ τοῦ 1803, πρὸς ἐπίρρωσιν δὲ ἐγὼ λέγω, ὅτι οἱ Ἰσραηλῖται ἔγιναν δεκτοὶ ἔκτοτε καὶ εἰς τὰ ἀξιώματα τῆς Ἰονίου πολιτείας. Πρώτη ἡ Ἰόνιος πολιτεία ἐδέχθη νὰ δικηγορῶσιν οἱ Ἰσραηλῖται εἰς τὰ δικαστήρια. Ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Ἰόνιος Πολιτεία ἔδωκε μάθημα φιλελευθερίας εἰς τὴν κυρίαρχον αὐτῆς Ἀγγλίαν. Ἐὰν παραμείνῃ ἡ λέξις «γνωστή» δύναται νὰ γεννήσῃ ζητήματα. Γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, πόσαι εἶναι αἱ γνωσταὶ θρησκεῖαι; Παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ εἴπητε.
§118Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Σᾶς τὸ εἶπον χθές.
§119Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω ἕν παράδειγμα. Ὅταν ἦλθεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δὲν ἦτο γνωστή. Αὐτὸς πρῶτος τὴν ἐκήρυξεν. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἀκώλυτον τέλεσιν λατρείας μόνον εἰς τὰς γνωστὰς θρησκείας ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θὰ κατεδιώκετο.
§120Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία· ἄς πᾶνε αἱ νέαι θρησκεῖαι νὰ ἀναπτυχθῶσιν, ἀλλ’ ὄχι ὅμως νὰ καταστήσωσι τὴν Ἑλλάδα φυτώριον ἄλλων θρησκειῶν.
§121Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐμποδίζει.
§122Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἐμποδίζει, διότι ὁρίζει ὅτι τὰ τῆς λατρείας ἐπιτρέπονται εἰς τὰς γνωστὰς θρησκείας.
§123ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὰς ἐν Ἑλλάδι γνωστάς.
§124Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἀλλαχοῦ πολλαὶ ἄγνωστοι ἐν Ἑλλάδι. Διατὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς πιστοὺς αὐτῶν νὰ τελῶσιν ἀκωλύτως τὴν λατρείαν των, ἐφ’ ὅσον δὲν παραβιάζουσι τὴν δημοσίαν τάξιν;
§125Γ. ΠΩΠ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ γνωστὸν τῆς θρησκείας αὐτὸ ἔχει ἑρμηνευθῇ καὶ ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ καθώρησαν κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1869 διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωσιν εἰς μακρὰς συζητήσεις περὶ τῶν λέξεων, ἐπειδὴ εἶχον ἀνάγκην νὰ καταλύσωσι μίαν διάταξιν ὀπισθοδρομικήν, παλαιοντολογικήν, εἶπον ὅτι γνωστὴ θρησκεία ἐννοεῖται εἰς ἀνάθεσιν τοῦ ποινικοῦ νόμου τοῦ λέγοντος, ὅτι ὑπάρχει ἀνεγνωρισμένη θρησκεία. Ἑπομένως γνωστὴ θρησκεία σημαίνει μία θρησκεία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τοῦ κράτους. Καὶ ἐρωτᾶται πῶς θὰ συμβῇ, ἐὰν ἔλθῃ τῶν Μορμόνων τὸ δόγμα ἐξ Ἀμερικῆς νὰ παραμείνῃ ἐν Ἑλλάδι; Θὰ παραμείνῃ καὶ θὰ εἶναι ἀνεκτὸν ἀρκεῖ τὰ τῆς λατρείας νὰ ἀσκῶσι φανερά; Αὐτὴ εἶναι ἡ νομικὴ ἔννοια καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἀποστολή της, ἑπομένως ὅλοι αὐτοὶ οἱ κόποι εἶναι περιττοί, διότι δὲν ὑφίστανται νομικῶς, οὔτε ἐκκλησιαστικῶς, οὔτε διεθνῶς οὔτε εἰς μείωσιν οὐδεμιᾶς ἐλευθέρας συνειδήσεως.
§126Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐὰν εὑρεθῇ δικαστὴς καὶ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μάτεσις......
§127Γ. ΠΩΠ. Ἡ ἔννοια τοῦ γνωστοῦ ἐτέθη εἰς ἀναίρεσιν τοῦ ἀνεγνωρισμένου. Ὑπῆρξε πρὸ τοῦ 1844 διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ὅτι αἱ θρησκεῖαι εἶναι ἀνεκταὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφόσον εἶναι ἀνεγνωρισμέναι, δηλαδὴ ὀφείλει μία θρησκεία νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τοῦ κράτους διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἐμφάνισίν της· αὐτὸ κατελύθη δυνάμει τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι αἱ θρησκεῖαι ἀρκεῖ νὰ εἶναι γνωσταί, ἑπομένως ἀρκεῖ ἡ λατρεία ἡ ἐξωτερικὴ τῶν θρησκειῶν αὐτῶν νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦ φανεροῦ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς παύει νὰ εἶναι μυστήριον, ἄγνωστον, καὶ νὰ εἶναι γνωστὴ αὐτομάτως. Καὶ ἀνέφερον τὸ παράδειγμα καθ’ ὃ οἱ Μορμόνοι ἐὰν ἔλθωσιν ἐνταῦθα, ἀπὸ τῆς ἀφίξεώς των, ἀφ’ ἧς παρουσιασθῶσι θὰ ἔχωσι γνωστὴν θρησκείαν, θὰ ἐνασκήσωσι τὰ τῆς λατρείας ἀπὸ τοῦ φανεροῦ. Τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο καὶ ἀπὸ ἀμύνης, ἡ ὁποία ὑφίσταται διὰ πᾶν κράτος, διότι δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τὸ ἄγνωστον καὶ νὰ δημιουργῆτε θρησκείαν.
§128Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαληφθῇ, διότι θὰ δώσῃ καὶ ἔδωκεν ἤδη ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις καὶ ὑπονοίας.
§129Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς παρεξήγησε τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα. Μὴ ἀνακατεύηται τὸ Σύνταγμα Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι γλωσσολογικὸν θέμα. Ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας σᾶς εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ πράγματος καὶ δὲν πρόκειται περὶ λέξεων. Ἐδῶ πρόκειται περὶ πραγμάτων καὶ ὄχι περὶ λέξεων καὶ οὕτω ἡ λέξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ ἑκατὸν χρόνια ἐφαρμόζεται, περιέχει ἀναμφισβητήτους ἐννοίας καὶ ὄχι τὰς ἐννοίας τὰς ὁποίας δίδομεν. Ἔχουν ἐννοίας σαφεῖς κατηγορηματικάς. Πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν τοῦτο, διότι ἂν δὲν τὸ ἐννοήσωμεν οὐχὶ περὶ Συντάγματος ἀλλὰ περὶ γλώσσης τοῦ Συντάγματος ἢ μᾶλλον περὶ......
§130Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Αἱ λέξεις ἔχουν ὡρισμένην σημασίαν ἀλλὰ μία συντακτικὴ Συνέλευσις δύναται νὰ σαφηνίσῃ.
§131Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Δὲν ἔχει ἀνάγκην σαφηνείας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἑκατὸν ἔτη ἐφαρμόζεται. Δὲν ἔχει καμμίαν ἀνάγκην σαφηνείας καὶ δὲν πρέπει νὰ γεννηθῇ κἄν συζήτησις. Τὶ θέλετε; Θέλετε ν’ ἀλλάξετε τὴν λέξιν; Θέλετε νὰ ἀλλάξετε τὰ πράγματα; Περὶ λέξεων ὅμως μὴ συζητῆτε διότι αἱ λέξεις ἔχουν ἐννοίας ἐκείνας τὰς ὁποίας τοὺς δίδουν τὰ πράγματα. Καὶ σεῖς δημιουργῆτε μίαν κατάστασιν μὲ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐννοίας δύο λέξεων, ὡσὰν νὰ εἴμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συνήρχοντο σύλλογοι ἐκκλησιαστικοὶ συζητῶντες περὶ τοῦ ὁμοουσίου ἢ ὁμοιουσίου.
§132Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις δὲν ἀφορᾷ τὰς λέξεις τὰς ὁποίας μετεχειρίσθη τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, δηλαδὴ τὰ πράγματα. Σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1864 ἤ τοῦ 1911, ὅτε δὲν παρεκάθηντο εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἀλλόθρησκοι πληρεξούσιοι.
§133Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Βυζαντίου σᾶς λέγω.
§134Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Πλεῖστοι ὅσοι συνάδελφοι Μουσουλμᾶνοι καὶ Ἰσραηλῖται ἔφεραν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Δὲν πρόκειται ν’ ἀλλάξωμεν τίποτε. Τοὐναντίον πρόκειται νὰ σαφηνίσωμεν τὸ πρᾶγμα εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ παρεξήγησις. Περὶ τούτου πρόκειται. Ἐφ’ ὅσον ἐγεννήθη ζήτημα, διατὶ νὰ μὴ σαφηνισθῇ. Ἄλλωστε δὲν πρόκειται ν’ ἀλλάξῃ ἡ διάταξις.
§135Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε διατὶ νὰ τὸ ἀλλάξωμεν;
§136Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Διὰ νὰ λείψῃ καὶ ἡ ὑπόνοια περὶ ἀνελευθερίας. Διὰ τὴν γυναῖκα τοῦ Καίσαρος ἐλέχθη ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ εἶναι τιμία ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται, νὰ εἶναι δηλαδὴ ἀνωτέρα καὶ ὑπονοίας. Περὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ Ἑλληνικοῦ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὔτε ὑπόνοια ὅτι εἶναι ἀνελεύθερον.
§137Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει κανεὶς φόβος· τὸν φόβον αὐτὸν τὸν ἐδημιουργήσατε μόνοι σας διὰ νὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ λέγωνται λόγοι. Οὔτε ποτὲ ἐδημιουργήθη ζήτημα ἀνεξιθρησκείας καὶ ἐγεννήθη ζήτημα διὰ νὰ βγάζωμεν λόγους.
§138Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Μουσουλμᾶνοι καὶ Ἰσραηλῖται πληρεξούσιοι ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ἐγέννησαν τὸ ζήτημα. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ σκιὰ ἀμφιβολίας, διὰ νὰ λείψῃ κάθε φόβος νομίζω ὅτι ἡ λέξις αὐτὴ πρέπει νὰ λείψῃ, ὅπως δύναται νὰ λείψῃ καὶ ἡ ἑτέρα λέξις γνωστή, δι’ ἀλλοίας διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου. Θὰ σᾶς εἴπω τὴν τροποποίησιν διὰ νὰ λείψῃ κάθε ἀμφιβολία. Τὸ ἄν εἶναι ἀνεκτὴ ἢ ἐλευθέρα μία θρησκεία ἢ ὄχι, νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ, διότι δὲν εἶναι παραδοξολογία ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ Ἰωσὴφ Ντεμαίστρ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα ἀνεξιθρησκείας, ἀφοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ καταναγκάσῃ τὸν ἄλλον νὰ φρονῇ περὶ τοῦ θείου τοιοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Περὶ τούτου μόνον πρόκειται, κύριοι, περὶ τοῦ ἄν εἶναι ἀνεκτὴ καὶ ἐλευθέρα ἡ ἐξωτερίκευσις τῆς θρησκείας, δηλαδὴ ἡ λατρεία, Δι’ αὐτὸ καλόν θὰ εἶναι νὰ λήψουν αἱ δύο λέξεις γνωστὴ καὶ ἀνεκτὴ νὰ διατυπωθῇ δὲ τὸ ἄρθρον ἄλλως, δηλαδὴ ὡς ἑξῆς. «Τὰ τῆς λατρείας δὲ πάσης ἄλλης θρησκείας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, τελοῦνται ἀκωλύτως». Νομίζω ὅτι ἄν τὸ ἄρθρον διατυπωθῇ οὕτω, δὲν ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε τὸ Σύνταγμα. Εἰς κάποιο ἐγχειρίδιον ἱστορίας θρησκειῶν ἀναφέρεται ὅτι ὑπάρχουν 150 θρησκεῖαι, κατ’ ἄλλους δὲ 700. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλαι αὐταὶ νὰ εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπολύτως ἡ ἀκώλυτος ἐκτέλεσις τῶν τῆς λαρτείας πάσης θρησκείας. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι νὰ θέλουν μίαν ἄλλην θρησκείαν ἐκλιποῦσαν. Δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον δὲν προσβάλλουν τὰ ἤθη ἢ τὴν δημοσίαν τάξιν νὰ τοὺς παρακωλύσῃ εἰς τὴν τέλεσιν τῆς λατρείας των.
§139Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν παραδέχομαι αὐτὰ ποῦ ζητεῖτε διότι ἄν ὑποθέσωμεν ὅτι αὔριον γίνεται ἕνας νόμος καὶ λέγει ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ τάδε θρησκεύματα δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάνωμεν αὐτό, τὰς δὲ θρησκείας νὰ ἀφήσωμεν ἀκωλύτως νὰ τελοῦν τὰ τῆς λατρείας αὐτῶν μὲ τὴν λέξιν ἐλευθέραν. Διότι, τὸ ἀνεκτὴ δὲν σημαίνει σὲ ἀνέχομαι. Σημαίνει ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ λάβω οὐδὲν μέτρον τὸ ὁποῖον συνεπείᾳ τῆς θρησκείας τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ἕνεκεν τῆς θρησκείας τὴν ὁποίαν ἔχουν νὰ μὴ ἀπολαύωσιν ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου ἰσότητα δικαιωμάτων πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἄλλους. Τοῦτο σημαίνει τὸ ἀνεκτή. Τοῦτο δὲν τὸ δίδει τὸ ἐλευθέρα. Διότι ἄν εἴπητε, κύριοι, ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγὼ μάλιστα, κύριοι Μουσουλσουλμᾶνοι καὶ Ἰσραηλῖται καὶ Καθολικοί, κύριοι Διαμαρτυρόμενοι, εἶσθε ἐλεύθεροι δὲν σᾶς ἐνοχλεῖ κανείς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ κάνω καὶ ἕνα νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ δύνασθε νὰ ἔχετε δημοσίαν θέσιν ἤ ν’ ἀπολαύητε πλεονεκτημάτων ὡρισμένων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ἀπολαύομεν. Τὸ ἐλεύθερον δὲν λέγει τοῦτο, διότι δὲν θίγεται ἡ ἐλευθερία ἡ θρησκευτικὴ ἐκ τοῦ ὅτι συνεπείᾳ τῆς κατατάξεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς ὡρισμένα θρησκεύματα συνάγονται ἀποτελέσματα μὴ θρησκευτικά. Δὲν θίγομεν τὴν θρησκευτικὴν ἐλευθερίαν. Δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἐλευθέρα μία χώρα θρησκευτικῶς, διότι κάνωμεν ἕνα νόμον καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ διορισθῇ δημόσιος ὑπάλληλος. Ἐνῶ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» περιέχει κάτι τι περισσότερον τούτου, διότι σημαίνει ἀφίνω τὴν θρησκείαν αὐτὴν ἐλευθέραν ἄνευ ἐνοχλήσεως, δηλαδὴ νὰ μὴ συνάγεται οὐδὲν ἐπιζήμιον ἀποτέλεσμα οὔτε διὰ νομοθετικῆς πράξεως οὔτε διὰ κυβερνητικῆς πράξεως οὔτε δι’ ἄλλης τινὸς κρατικῆς πράξεως εἰς βάρος ἐκείνων οἵτινες ἔχουν τὴν θρησκείαν αὐτὴν ἔστω καὶ ἄν ταῦτα δὲν θίγουν τὴν θρησκευτικὴν αὐτῶν ἐλευθερίαν. Διότι δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἀνέχεσθε τὴν θρησκείαν αὐτὴν ἐν συνδυασμῷ ὡρισμένων μειονεκτημάτων οὔτε διὰ νομοθετικῶν πράξεων οὔτε διὰ κυβερνητικῶν πράξεων καὶ τὰ μειονεκτήματα ταῦτα κατ’ οὐδὲν θίγουσιν τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκείας αὐτῆς τὴν θρησκευτικὴν αὐτῆς ἐλευθερίαν. Ἐννοήσατε λοιπόν, κύριοι, διατὶ τὸ «ἀνεκτὴ» δίδει κἄτι τὶ περισσότερον ἀπὸ τὸ ἐλευθέρα. Ἐκ τούτων τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ μοῦ εἴπητε τίποτε ἄν θελήσετε νὰ ἀρνηθῆτε ἕν πρᾶγμα ἀναμφισβήτητον. Διότι τὸ «ἐλευθέρα» σημαίνει αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον. Τὸ «ἀνεκτὴ» σημαίνει αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω καὶ δὲν σημαίνει ἄλλο καὶ ἐφαρμόζεται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἐνῷ τὸ «ἐλευθέρα» θὰ ἐφαρμόζεται μὲ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν λέγω ἐγώ, καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐξηγήσετε διατὶ θέλετε νὰ ἀλλάξετε τὴν λέξιν.
§140Γ. ΠΩΠ. Ὑποθέσατε ὅτι λέγετε. Θέλετε νὰ σᾶς κάμω μίαν συνταγματικὴν διάταξιν, ἵνα εἶναι καὶ ἡ θρησκεία ἐλευθέρα ὅπως καὶ ὁ τύπος ἐλεύθερος. Λέγομεν ὅτι ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος. Ποῖος ἐξ ὑμῶν δίδει τὴν ἰδίαν ἐλευθερίαν πρὸς τὴν ἀνοχὴν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ τύπος; Εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος, ἀλλ’ ὑπὸ περιορισμούς.
§141Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ λέξις ἐλεύθερος λέγει τὶ ἀρνητικόν, διότι ἐλεύθερος θὰ εἰπῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν διατελεῖ ὑπὸ περιορισμόν. Εἶναι ἀρνητικὴ λέξις, ὅταν δὲ ὁμιλεῖτε περὶ ἐλευθερίας θρησκευτικῆς ἐννοεῖτε νὰ μὴ εἶναι κανεὶς περιορισμὸς εἰς τὴν θρησκευτικὴν ἔννοιαν.
§142Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ ἐνεργῶ κατὰ βούλησιν τὰ θρησκευτικὰ καθήκοντα;
§143Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, εἶσθε ἐλεύθερος. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς θέσω περιορισμοὺς εἰς τὰς θρησκευτικὰς ἐνεργείας, ἀλλὰ δὲν σημαίνει αὐτὸ ὅτι ἐγὼ τὸ Κράτος δὲν δύναμαι νὰ συνδέσω εἰς τὰ τῆς θρησκευτικῆς ἰδιότητος ὡρισμένα μειονεκτήματα. Μὴ σᾶς κάνει ἐντύπωσιν. Ὑπάρχουσιν Κράτη ἐν Εὐρώπῃ μεγάλα καὶ ἰσχυρά, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν ὡρισμένα δημόσια λειτουργήματα εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ὡρισμένας θρησκείας.
§144Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Οἱ Ἕλληνες πολῖται δὲν εἶναι ἴσοι;
§145Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἕπεται ὅτι δὲν δημιουργοῦνται νόμοι δίδοντες προσόντα ἤ δημιουργοῦντες ἕνεκα ὡρισμένων μειονοτήτων ἀνικανότητας. Μὴ τοῦ ἀναμιγνύετε ἄλλα ζητήματα, διότι δὲν λέγεται συζήτησις, λέγεται κουβεντολογία. Ὁμιλοῦμεν περὶ θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καὶ σᾶς λέγω καθαρῶς καὶ παρακαλῶ ὅσους δὲν τὸ ἠννόησαν νὰ τὸ ἐννοήσωσιν διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές, ἡ «ἐλευθέρα» εἶναι ἔννοια διπλῆ. Ὅταν λέγετε, ἔχετε «ἐλευθέραν» θρησκείαν λέγομεν ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ μὲ ἐμποδίσητε εἰς τὸ νὰ κάμω ὅ,τι νομίζω ὅτι κατὰ τὴν θρησκείαν μου πρέπει νὰ κάνω. Δὲν λέγετε ὅτι δὲν δύναται τὸ κράτος νὰ συνδέσῃ ὡρισμένας ἀνικανότητας ἔστω, μετὰ τῆς τοιαύτης θρησκευτικῆς ἰδιότητος. Τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπητε, καὶ τοῦτο εἶναι κυρίως ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπητε, διότι οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα λέγουν δύο πράγματα. Λέγουν τὸ «ἀνεκτὴ» καὶ τὸ ἀκώλυτον τῆς λατρείας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπητε καὶ τὸ πρῶτον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάνετε νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ συνδέσετε οἱονδήποτε μειονέκτημα μετὰ τῆς θρησκευτικῆς ἰδιότητος τοῦ ἀνθρώπου. Πρέπει νὰ τὸ εἴπητε. Διότι διὰ τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» ὄχι γλωσσικῶς ἑρμηνευομένης ἀλλὰ καὶ πραγματικῶς λέγεται αὐτὴ ἡ ἔννοια. Σκοπεῖται νὰ λεχθῇ καὶ λέγεται, διότι δὲν εἶναι ἀνεκτὴ ἡ θρησκεία ἐκείνη μετὰ τῆς ὁποίας συνδέονται ὡρισμέναι μειονότητες· δύναται νὰ εἶναι ἐλευθέρα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνεκτή.
§146Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὄπως τὰ λέγετε θέτομεν περιορισμούς.
§147Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄταν γίνωνται συνταγματικαὶ διατάξεις θέτομεν περιορισμοὺς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§148Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶναι ὀρθόν;
§149Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀρθότατον. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν καὶ τὸ πιστεύομεν μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐχὶ τοῦ σημερινοῦ, ἀλλὰ τοῦ ἀπ’ αἰώνων, ὅτι τὸ θρήσκευμα εἶναι τὶ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ προσώπου νὰ τὸ ἐκτελῇ καὶ ὅτι ἡ πολιτεία ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ταύτης τῆς συνειδήσεως τοῦ προσηλωμένου εἰς τὸ αʹ ἤ βʹ θρήσκευμα δὲν ἔχει νὰ ἐπέμβῃ. Καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ποσῶς ἐπεμβαίνουσα νὰ δημιουργήσῃ περιορισμοὺς διὰ νόμου. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι αὐτὴν τὴν συνείδησιν ἔχομεν καὶ τὴν ἔχομεν σύμφωνοι μὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι θέλομεν κηρύξει ἀρχὰς περιοριζούσας τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὄχι διότι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ περιορίσῃ, διότι ποτὲ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν θὰ τὸ κάνει αὐτό, ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν τὸν περιορισμόν, ὥστε νὰ καταδείξωμεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον.
§150Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μετέβαλε μορφὴν τὸ πρᾶγμα τώρα. Διότι τὸ «ἀνεκτὴ» μὲ τὸ «ἐλευθέρα» εἶναι ἴσαι. Σήμερον ὅμως καθορίζεται ὅτι ἡ «ἀνεκτὴ» σημαίνει περιορισμόν.
§151Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς τὸ εἶπον ἀπὸ τὴν πρώτην ἑσπέραν ποῦ σᾶς ὡμίλησα καὶ ἔχω τὸ παράδειγμα τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, σᾶς εἶπον διατί τὸ «ἀνεκτὴ» πρέπει νὰ μείνῃ ἀνεκτὴ πρῶτον ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως, διότι προκειμένου περὶ θρησκείας, ὅταν μία θρησκεία ὁμιλῇ περὶ ἄλλης θρησκείας, δὲν δύναται νὰ τῆς κάμῃ τίποτε ἄλλο. Ἐννοῶ θρησκείαν παγκόσμιον καὶ ὄχι τοπικήν. Λοιπὸν παγκόσμιος θρησκεία ἀξιοῦσα, ὅτι ὁ Θεός της εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ σύμπαντος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην ἀπὸ ἄλλην θρησκείαν, διότι δὲν εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅ,τι πιστεύεις σύ, εἶναι ἐν πλάνῃ. Ἔτσι λέγει ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην· οἱ Ἰσραηλῖται λέγουσιν πρὸς ἡμᾶς εἶσθε ἐν πλάνῃ καὶ δὲν θὰ ἦσαν Ἰσραηλῖται ἐὰν δὲν ἔλεγαν τὸ τοιοῦτον. Ἐπίσης οἱ Μουσουλμᾶνοι, ὅπως καὶ ἡμεῖς λέγομεν εἶναι ἐν πλάνῃ. Ὄλαι αἱ θρησκεῖαι ἐν τῇ φύσει των ἔχουσιν τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι θρησκεία ἐὰν δὲν πιστεύῃ ὅτι εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὄταν ὅμως πιστεύῃ ὅτι εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια συμβαίνει νὰ εἶναι μία, ἕπεται ὅτι ἡ ἄλλη θρησκεία εἶναι ἐν πλάνῃ. Δὲν εἶναι δὲ παράλογον τοῦτο ὅτι ὁ Μουσουλμᾶνος ἤ ὁ Ἰσραηλίτης ἤ ὁ Ἰνδὸς νομίζουσιν ὅτι ἡ θρησκεία των δὲν εἶναι ἐν πλάνῃ, διότι ἐὰν δὲν ἐνόμιζον τὸ τοιοῦτον θὰ ἦσαν χριστιανοί. Δὲν εἶναι ὅπως εἰς τὰς φιλοσοφικὰς δοξασίας ἤ τὰς νομικὰς ἤ τὰς πολιτικάς. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ δεῖνα πολιτικὴ ἀρχὴ εἶναι ὀρθὴ ἤ ἡ δεῖνα φιλοσοφία, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ ἄλλη. Ἄνθρωπος εἶμαι καὶ μπορεῖ νὰ πλανῶμαι. Ἐγὼ ἔχω μίαν γνώμην σεῖς ἔχετε ἐναντίαν, μποροῦμε νὰ τὴν συζητήσουμε καὶ ἐὰν ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι ὀρθοτέρα. Τοῦτο δὲν ἀποκλείει νὰ κάμω λάθος, ἀλλὰ προκειμένου περὶ θρησκείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τοῦτο, διότι οἱ ἔχοντες τὴν θρησκείαν αὐτὴν τὴν ἔχουν, διότι πιστεύουν ὅτι εἶναι ἀληθὴς καὶ ἀληθὴς ἐξ ἀποκαλύψεως. Ὁ Θεὸς τὸ εἶπεν αὐτό, καὶ ἑπομένως εἶναι θεία ὁμιλία, θεία ἀνακοίνωσις, ἄρα κατ’ ἐξοχὴν ἀληθής. Δὲν εἶναι πλέον γνώμη μου ἡ θρησκεία, εἶναι ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν μοῦ τὴν ἔδωκε ὁ θεός. Λοιπὸν συνερχόμεθα τρεῖς, τέσσαρας, πέντε θρησκεῖαι καὶ λέγομεν τὶ νὰ κάμωμεν. Τὶ λέγει ἡ ἱστορία. Κατεδίωξεν ἡ μία τὴν ἄλλην καὶ ἐθεωρεῖτο ἔγκλημα τιμωρούμενον, καὶ φρικωδῶς τιμωρούμενος διὰ ποινῶν ποικίλων ὁ ἔχων ἄλλην θρησκείαν. Καὶ τοιαῦται ἦσαν αἱ διαμάχαι ὥστε οὐχὶ σπανίως κατεστρέφοντο ὁλοκληρωτικῶς οἱ ὀπαδοὶ θρησκεύματός τινος ὡς νὰ εἶχον νόσημα ἐπικίνδυνον ἐπάνω των. Αὐτὰ ὅλα κατέπεσαν. Καὶ τί θέλομεν νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὸ Σύνταγμα; Ὅτι τοιαῦτα πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν καὶ ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ πιστεύῃ ὅ,τι θέλει, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι δὲν θὰ ληφθῇ κανὲν μέτρον τὸ ὁποῖον νὰ θέτῃ τὸν ἑτερόθρησκον εἰς θέσιν μειονεκτικήν, οὐ μόνον νὰ μὴ τὸν καταδιώξητε ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερος, οὐ μόνον νὰ μὴ τὸν περιορίσητε ἀλλὰ νὰ τὸν ἀνεχθῆτε ἐντελῶς. Τὶ θὰ εἰπῇ νὰ τὸν ἀνεχθῆτε; Θὰ εἰπῇ ὅτι ἡ ἰδιότης του ὡς ἑτεροθρήσκου δὲν θὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν οὐδεμιᾶς δυσμενοῦς ἐνεργείας. Εἶναι πλήρης καὶ τελεία ἡ προστασία δι’ αὐτόν. Οὐδεὶς περιορισμός. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω δὲν εἶναι μόνον ἐκ τῆς λέξεως ἀνέχομαι, ἡ ὁποία λέξις ἔχει τόσον ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν ὥστε τὴν βλέπετε παντοῦ ἀνεξίθρησκος, ἀνεξίκακος κλπ. Ὅλος ὁ ἀγὼν πρὸς περιορισμὸν αὐτῶν τῶν καταδιώξεων φέρει τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνοχῆς. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ λέξις ἔχει ἱστορίαν, ἔχει σημασίαν, ἔχει ἐννοίας. Ἀπὸ τὴν πρώτην δὲ ἑσπέραν σᾶς εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται περὶ λέξεων. Τὸ ἐλευθέρα δὲν ἀρκεῖ. Χρειάζεται ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀκώλυτος ἐνάσκησις τῆς λατρείας. Εἶπον ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς δύναται νὰ τεθῇ. Καὶ τὸ «ἀνέχεσθαι» αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει. Λοιπὸν μὴ τὴν θίγετε. Ὑποθέσατε ὅτι ἀπόψε ἀλλάζομεν τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀνεκτὴ» θέτομεν τὴν λέξιν «ἐλευθέρα». Καὶ μετὰ ἕξ μῆνας ἤ ἕν ἔτος εἷς ἑρμηνευτὴς τοῦ Συντάγματος λέγει· βεβαίως κάτι ἠνόουν οἱ ἀλλάξαντες τὴν λέξιν αὐτήν, καὶ κάμνει ἑρμηνείαν ὅτι ἐλευθέρα σημαίνει τοῦτο. Ἑπομένως δὲν ἀποκλείεται νὰ γίνῃ νόμος διὰ νὰ ὑποβληθοῦν εἰς ὡρισμένα πλεονεκτήματα καὶ ἐκεῖνοι. Ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ ἀλλάξῃ τὴν λέξιν, τοῦτο ἐσήμαινε. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἄν ἤμην ὁ ἀναγιγνώσκων τὰ ἐπιχειρήματα τῶν τοιούτων συνταγματολόγων θὰ τὰ ἐδεχόμην. Ἄν ἤθελον νὰ τὰ ἀποκρούσω θὰ ἔλεγον ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν ἀλλαξάντων τὴν λέξιν δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη ἔννοια, ἀλλ’ ἁπλῶς ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα νὰ ἀλλάξῃ μία λέξις διότι δὲν τὴν εὕρισκον καλήν. Διότι εἰς τὴν Συνέλευσιν ἡ συζήτησις δὲν περιεστράφη περὶ τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς λέξεως ἀλλὰ περὶ τὸ γλωσσικόν. Καὶ αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ αὐτὸς θὰ μοὶ ἔλεγε. Δὲν μοῦ λέγετε τὸ τεκμήριον τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ πιστεύω καὶ νὰ παραδεχθῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε. Καὶ θὰ εἶχε δίκαιον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφίσητε νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ὅπως ἔχει.
§152Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀνοχῆς εἶμαι συμφωνότατος ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγόρευσα. Καὶ συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυκλάδων πληρεξούσιον κ. Μαρκεζίνην. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Ἐκεῖνος πράγματι, ὁ ὁποῖος πιστεύει ἀληθῶς εἰς μίαν θρησκείαν ἀνέχεται ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα. Εἴπετε ὅτι ἄν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν προέτεινα ἐγὼ χωρὶς νὰ ἔχω ἀξίωσιν ἐπὶ τοῦ ἀλαθήτου, διότι νομίζω, ἤ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ὁ Πάπας δὲν εἶναι ἀλάθητος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ μερικὰ μειονεκτήματα καὶ νὰ γίνῃ καὶ κάποια diminutio. Νομίζω ὅτι αὐτὸς ὁ φόβος δὲν ὑπάρχει, διότι θὰ ἀντέκειτο πρὸς τὸ ὅλον Σύνταγμα. Διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι καὶ δεκτοὶ εἰς ὅλα τὰ ἀξιώματα. Γνωρίζετε πολὺ καλύτερον ἐμοῦ ὅτι σήμερον τὴν ἐλευθερίαν τὴν ἐφαρμόζουν οἱ λαοὶ διαφόρως. Γνωρίζετε δὲ τί εἶπεν εἷς Ἄγγλος πολιτικός, ὅταν ἦτο εἰς τὸ τέλος τοῦ πολιτικοῦ του σταδίου. Πρέπει λοιπὸν καὶ ἡμεῖς νομοθετοῦντες τὸ Σύνταγμα νὰ μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, ὅτι θέλωμεν νὰ ἔχωσι πλεονεκτήματα μόνον οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ χριστιανοὶ τὸ θρήσκευμα, ἀλλ’ ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολῖται ἀδιαφόρως φύλου καὶ θρησκεύματος. Αὐτὰ καὶ μόνον ἤθελον νὰ εἴπω διὰ νὰ λείψῃ κάθε παρεξήγησις.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου. 1) «Περὶ ἐγκρίσεως αὐξήσεως δαπάνης διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀπαραιτήτων ἐργασιῶν πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος Πατρῶν». 2) «Περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τῆς ἐπιδόσεως τῶν δηλώσεων καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀναλυτικοῦ καὶ συνθετικοῦ φόρου τῶν καθαρῶν προσόδων».
§154Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§155Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα καὶ νὰ ψηφισθῶσιν κατ’ ἀρχήν.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα κηρυχθῶσι κατεπείγοντα καὶ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις. Ὁ κ. Ἀμπᾶς Σέϊτ ἔχει τὸν λόγον.
§158ΑΜΠΑΣ ΣΕΪΤ. Εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθην νὰ κάμω μίαν διακοπήν, ἵνα φωτισθῶ περὶ μιᾶς λέξεως. Ὁ κ. Πὼπ εὐτυχῶς εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ δεχθῇ τὴν διακοπήν μου εὐμενῶς μὲ ἔθεσε μὲ μεγάλην ψυχρότητα εἰς τὴν θέσιν μου. Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν πρὸς ἐμὲ στάσιν του. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω, τοὺς ὑποστηρίξαντας τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ἀνεκτή», ἀναφερόμενος δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, παρατηρῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ συμφωνήσωμεν πρὸς αὐτούς, διότι τὰ ἐπιχειρήματά των δὲν μᾶς ἔπεισαν. Ἄλλως τε καὶ οὗτοι ἐξηγοῦντες τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐνέχει ἡ λέξις «ἀνεκτή», δὲν ἀντιτίθενται κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων θρησκειῶν, καὶ συνεπῶς ἀπορῶ διατὶ ὑποστηρίζουν τὴν διατήρησιν λέξεως ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν οὐσίαν τῶν ἐπιχειρημάτων των. Ἐλέχθη ὅτι ἡ λέξις, τεχνικῶς ἐκφράζει μίαν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ ὅτι γλωσσικῶς αἱ λέξεις δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἔννοιαν συνδεόμεναι ὅμως μετὰ τῶν πραγμάτων λαμβάνουσιν ὡρισμένην ἔννοιαν. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθὸν προτοῦ συνταχθῶσι τὰ λεξικά, ἀφ’ ὅτου ὅμως ἔχομεν τὰ λεξικά, εἶναι καθιερωμένη, ἡ ἔννοια ἑκάστης λέξεως, οὐδεὶς δὲ θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως ἀνεκτή, εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ἐλευθέρα. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ἡ ἀποκρυστάλλωσις νέου πολιτισμοῦ, διὰ τὴν καλὴν δὲ ἐσωτερικὴν συγκρότησίν μας ἐπιβάλλεται νὰ καθιερωθῇ ἡ ἰσότης ὅλων τῶν ἠθικῶν δυνάμεων. Εἰς θέμα σοβαρὸν ὡς τὸ τῆς θρησκείας ἡ δημιουργία ἐξαιρέσεων καὶ προτιμήσεων θέλει ἐπιφέρει πολλὰ τὰ δυσάρεστα εἰς τὸ μέλλον. Ὅτι δήποτε καὶ ἂν εἴπῃ τις ἡ λέξις «ἀνεκτή», δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένη κάποιας περιφρονήσεως πρὸς τὰς ἄλλας θρησκείας, καὶ ἀποτελεῖ ἠθικὴν πίστιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δὲν ὑφίσταται εἰς τὴν πραγματικότητα. Ζῶμεν εἰς τὸν 20ὸν αἰῶνα, αἱ νέαι μεταβολαὶ δημιουργοῦσι νέας ἰδέας, δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ ἀσχολώμεθα μὲ λέξεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἰδεῶν. Αὐτὰ ἔχουσι νὰ εἴπωσιν οἱ Μουσουλμᾶνοι, καὶ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουσι καλῶς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἀνῆλθον ἐγὼ τὸ βῆμα διὰ νὰ τὰ ἐκθέσω.
§159ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Καλὰ τὰ εἴπατε, καλὰ τὰ εἴπατε.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§161Δ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς εὐρύτητος τῆς ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος γενομένης συζητήσεως κατάδηλον γίνεται ὁπόσην ἐνέχει τοῦτο σημασίαν. Εἶναι ἡ προμετωπὶς τοῦ Συντάγματος καὶ ἐνδιαφέρει ζωηρῶς ἡ ἐξ αὐτοῦ γεννηθησομένη, πρώτη ἐντύπωσις. Ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ Σύνταγμα εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ ἠθέλησεν ἀπὸ πνεύματος συντηρητικοῦ νὰ διατηρήσῃ τὴν ὁποίαν εἶχε τοῦτο διατύπωσιν εἰς τὰ προηγούμενα Συντάγματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Καὶ ἐν τῇ συζητήσει ἀνεφέρθη καὶ ἡ εἰς τὰ Συντάγματα τῆς Ἰονίου Πολιτείας διατύπωσις, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ διάκρισις μεταξὺ θρησκευμάτων ἐπεξετείνετο εἰς τρεῖς διαβαθμίσεις. Ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ ἀναφερθῶμεν κατὰ προτίμησιν εἰς τὸ ἐν Ἐπιδαύρῳ καὶ Τροιζῆνι ψηφισθὲν Πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος τὸ μὴ ποιούμενον καμμίαν μεταξὺ τῶν θρησκευμάτων διάκρισιν; Ἰδοὺ πῶς εἶναι ἐκεῖ διατυπωμένον τὸ 1ον ἄρθρον «Καθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπαγγέλλεται τὴν θρησκείαν του «ἐλευθέρως» καὶ διὰ τὴν λατρείαν αὐτῆς ἔχει ἴσην ὑπεράσπισιν. Ἡ δὲ τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι θρησκεία τῆς Ἐπικρατείας». Ἐλευθερία λοιπὸν καὶ ἰσότης πλήρης καὶ ὄχι ἀνοχή. Ὄχι περιφράσεις καὶ ἑρμηνεῖαι καὶ ἐξεζητημέναι συνωνυμίαι καὶ ἐπιφυλάξεις, ἀλλὰ καθαρὰ κυριολεξία καὶ εἰλικρινὴς διαβεβαίωσις τῶν ἀρχῶν τῆς πλήρους θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καὶ ἰσότητος. Καὶ ἐὰν τοιαῦται ἦσαν τότε αἱ ἀντιλήψεις, προσήκει ἆραγε μετὰ ἑκατὸν ὁλόκληρα ἔτη, νὰ ἐμφανίσωμεν ἡμεῖς στενωτέρας τοιαύτας σήμερον, ὁπότε καὶ γενικῶς εὐρύνθησαν αἱ ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμάτων ἀντιλήψεις, καὶ ὁπότε αὐτὰ τὰ εὐρυνθέντα ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλουν ἰδιαιτέρως ἡμῖν ἀντιλήψεις εὐρυτέρας; Καὶ τότε μὲν δὲν περιελάμβανεν σχεδὸν ἀλλοθρήσκους εἰς τὰ στενώτατα σύνορά της ἡ Ἑλλάς, ἐνῷ σήμερον ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατέστη σημαντικὸς καὶ ἐπιβάλλεται ἡ πρὸς τοὺς νέους τούτους πληθυσμοὺς τελείως ἀδελφικὴ περιποίησις καὶ συμπεριφορά, διότι εἶναι ἀδελφοὶ καὶ ὄχι νέοι ὑπήκοοι. Διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν κατέκτησε ξένας χώρας ἀλλὰ ἀπηλευθέρωσε ἀπὸ ξένου ζυγοῦ χώρας Ἑλληνικάς. Καὶ οἱ εἰς τὰς χώρας αὐτὰς πληθυσμοί, ὅσοι τυγχάνουσι ἀλλόθρησκοι, εἶναι καὶ αὐτοὶ Ἕλληνες, ἄλλοι μὲν διότι ἔχουν Ἑλληνικὴν τὴν καταγωγὴν ἀπὸ τῶν εἰς μεμακρυσμένην ἐποχὴν βιαίων ἐξισλαμισμῶν, ἄλλοι δὲ διότι, καίτοι ἐπήλυδες, ἔχουν ζήσει τόσων αἰώνων κοινὴν ζωὴν μετὰ τῶν ἰδικῶν μας, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, ὥστε αὐτοδικαίως νὰ θεωροῦνται Ἕλληνες τὴν πατρίδα. Μήπως μέγα μέρος τούτων δὲν εἶναι καὶ Ἑλληνόγλωσσοι ἀκόμη; Καὶ ὁμολογουμένως ἐφέρθησαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὡς ἀδελφοὶ ἀφ’ ἧς ἀπὸ τῆς δεσποτικῆς Τουρκικῆς διοικήσεως περιῆλθον εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας. Καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος χάρις εἰς τὴν παρεχομένην ἀπόλυτον ἰσότητα καὶ ἐλευθερίαν οὐδέποτε ἔτυχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ οὔτε ἀντίδρασιν οὔτε ἐξέγερσιν οὔτε ἁπλῆν δυσφορίαν τῶν ἄλλων ἐν αὐτῇ φυλῶν εἴτε ἐν Κρήτῃ ἢ Μακεδονίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ ὁπουδήποτε. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐλευθερία αὐτὴ καὶ ἡ ἰσότης πάντων ἑτεροδόξων ἢ ἀλλοφύλων, ὑπῆρξε πάντοτε πραγματική. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατὶ τὴν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐμπραγμάτου ἐλευθερίας ἐντύπωσιν νὰ θελήσωμεν νὰ τὴν μειώσωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τῆς παραθέσεως ἐν τῷ Συντάγματι ὅρου περιοριστικοῦ, ὑποδηλοῦντος πρόθεσιν τὴν ὁποίαν οὐδόλως ἔχομεν. Τοὐναντίον ἔχομεν συμφέρον νὰ διακηρύξωμεν καθαρώτατα τὰς ἀρχὰς ἡμῶν περὶ ἰσότητος καὶ ἐλευθερίας καὶ νὰ τὰς διατυπώσωμεν πρωτίστως εἰς τὴν ἐπικεφαλίδα τοῦ Συντάγματός μας, εἰς αὐτὸ τὸ πρῶτον ἄρθρον περὶ θρησκείας, διότι οὕτως ὄχι μόνον θὰ ἑλκύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἀλλοθρήσκων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀδελφικήν των ἀγάπην.
§162Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω μίαν στιγμήν; Διότι θέλω νὰ τὸ ἀκούσῃ καὶ ὁ κ. συνάδελφος ὁ ὁποῖος ὡμίλησε πρὸ ὑμῶν. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε μία παρεξήγησις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία τῶν ἀλλοθρήσκων ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι τὸ ὁμολογοῦν. Μόνον ἐπειδὴ ἐκ τῆς ὅλης ἱστορικῆς ἐξελίξεως τῶν ἠθῶν καὶ τῆς θρησκείας τοῦ Ἔθνους ὑπῆρχεν ἀνησυχία ἑκάστοτε περὶ τούτου, διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία τοῦ Κράτους εἶναι ἡ «Ἀνατολική». Μὴ φαντασθῇ κανεὶς ὅμως ἐκ τούτου ὅτι ὁπωσδήποτε εἶναι εἰς βάρος τῶν ἀλλοθρήσκων τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος διότι εἴτε ἐλευθέρα εἴπωμεν, εἴτε ἀνεκτή, τὸ ἄρθρον ἔχει αὐτὴν τὴν σημασίαν, τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχῃ. Ἄς μὴ ὑπάρχῃ κανεὶς φόβος.
§163Δ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἰδοὺ ὅμως οἱ ἀδελφοὶ αὐτοὶ ἐθορυβήθησαν. Διατὶ νὰ τοὺς προξενήσωμεν αὐτὸν τὸν φόβον; Διατὶ νὰ θέλωμεν διὰ μιᾶς λέξεως νὰ φυγαδεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν; Τοὐναντίον ἡμεῖς θέλομεν νὰ καταρρίψωμεν κάθε φραγμὸν ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἐν τῷ παρελθόντι. Θέλομεν σὺν τῷ χρόνῳ νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς στενωτέραν ἐπιμιξίαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε δὲ νὰ εἴπω κἄτι τὶ παρεμπιπτόντως, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει σχέσιν μὲ τὸ θέμα, ὅτι θὰ ἔπρεπε διὰ καταλλήλου νομοθεσίας νὰ διευκολυνθῶσι ἐν τῷ μέλλοντι καὶ οἱ μικτοὶ γάμοι.
§164Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Βεβαίως.
§165Δ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὅπως ἔχει σήμερον ἡ νομοθεσία ἡμῶν, δὲν ἐπιτρέπονται γάμοι ὀρθοδόξων πρὸς ἀλλοδόξους Μουσουλμάνους ἤ Ἰσραηλίτας· ἐκτὸς δι’ ἀλλαξοπιστίας, ἀλλ’ ἡ ἀλλαξοπιστία εἶναι πρᾶξις ἀπεχθὴς σήμερον. Λοιπὸν ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ κανονισθῇ νομιμοποίησις τοιούτων γάμων μεταξὺ ἑτεροδόξων ἔστω καὶ ἁπλῶς πολιτικοί, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τὰ τέκνα τῶν τοιούτων μικτῶν οἰκογενειῶν ἀσφαλῶς θὰ ἠσπάζοντο οἰκείᾳ βουλήσει τὸ ὀρθόδοξον θρήσκευμα ἄνευ οὐδεμιᾶς περὶ τοῦ θρησκεύματος αὐτῶν προσυμφωνίας τῶν γονέων κατὰ φυσικὴν ἐξέλιξιν, διότι φυσικὸν εἶναι νὰ ἀσπασθῶσι τὴν θρησκείαν τοῦ ἐπικρατοῦντος περιβάλλοντος.
§166Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Οἱονδήποτε θρήσκευμα πρόκειται νὰ πρεσβεύωσι τὰ τέκνα εἶναι ἀδιάφορον, οὐδὲ θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ νομιμότης τῶν γάμων ἀπὸ τῆς ἀπόψεως θρησκεύματος τὸ ὁποῖον θὰ πρεσβεύωσι τὰ ἐκ τούτων τέκνα. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐλευθέραν συνείδησιν τῶν τέκνων καὶ τῶν γονέων αὐτῶν.
§167Δ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶπον ὅτι θὰ ἐδίδετο ἡ ἄδεια τοιούτων γάμων ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, ἀλλὰ λέγω ὅτι δυνάμεθα νὰ προβλέψωμεν ὅτι ἀσφαλῶς τὰ τέκνα θὰ ὑφίστανται τὴν ἕλξιν τοῦ περιβάλλοντος.
§168Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἠννόησα τὸ πνεῦμά σας.
§169Α. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ νυμφεύωνται Χριστιανοὶ Ὀθωμανίδας; Ὅπως ἔχει τὸ Σύνταγμα, ἔχει καλῶς.
§170Δ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αὐτὰ παρεπιπτόντως. Εἰς τὰς τοιαύτας εὐρείας ἀντιλήψεις, κ. συνάδελφε, τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν Διαδόχων περὶ θρησκειῶν καὶ μικτῶν γάμων ὀφείλεται οὐκ ὀλίγον ἡ ἐν τῇ Ἀσίᾳ ἐπέκτασις καὶ στερέωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τοιαύτας εὐρείας ἀντιλήψεις δὲν συνάδει ἡ χρῆσις τῆς ἐκφράσεως τῆς ἀνοχῆς ἀντὶ τῆς ἐκφράσεως τῆς ἐλευθερίας. Ἄλλως πρέπει ἡ λέξις «ἀνεκτὴ» νὰ στολισθῇ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος μὲ ἕνα ἀστερίσκον παραπέμποντα εἰς τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ἀντὶ ἀνεκτὴ ἀνάγνωθι ἐλευθέρα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προβληθὲν ἐπιχείρημα ὅτι μὲ τὴν λέξιν «ἐλευθέρα» θὰ δύναται μία Κυβέρνησις νὰ ψηφίζῃ ἐν τῷ μέλλοντι νόμον περιοριστικὸν διὰ τοὺς ἀλλοθρήσκους ἀποκλείοντα ἐπὶ παραδείγματι αὐτοὺς ἀπὸ δημοσίων ὑπουργημάτων, ἐνῷ δὲν θὰ ἐπιτρέπεται τοῦτο ἐὰν τὸ ἄρθρον περὶ θρησκείας συνταχθῇ μὲ τὴν λέξιν «ἀνεκτὴ» ὁμολογῶ ὅτι ἀδυνατῶ νὰ ἐννοήσω τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο περὶ τοιαύτης διαφορᾶς, πάντως εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεμία Βουλὴ θὰ δυνηθῇ νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον νόμον καταφόρως προσκρούοντα εἰς τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Συνεπῶς οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ θέσῃ οἱουσδήποτε Ἕλληνας πολίτας ἐν ἀνισότητι πρὸς ἄλλους. Αὐτὴ εἶναι θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν «ἀνεκτή». Πρέπει λοιπὸν νὰ καθιερώσωμεν τελείαν ἐλευθερίαν καὶ ἰσότητα μεταξὺ τῶν θρησκευμάτων. Ὅταν δὲ καθιερωθῇ τοιαύτη πλήρης ἐλευθερία καὶ ἰσότης μεταξὺ τῶν θρησκευμάτων τότε δυνάμεθα ἐκ τῶν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ θρησκειῶν νὰ ὁρίσωμεν τὴν θρησκείαν τοῦ κράτους οὐχὶ ὅμως διὰ τῆς ἐκφράσεως ἐπικρατοῦσα θρησκεία. Ἡ ἔκφρασις αὕτη ἐπίσης δὲν εἶναι ἡ ἁρμόζουσα διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ μία θρησκεία ἐπὶ τῶν ἄλλων, πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν ἐν τούτῳ τὸ πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου. Ἐκεῖ ὁρίζεται ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος ἐκκλησία ὡς ἡ θρησκεία τῆς ἐπικρατείας, δηλαδὴ ὡς ἡ ἐπίσημος θρησκεία. Ἡ ἔκφρασις αὕτη εἶναι πολὺ ὀρθοτέρα τῆς ἐκφράσεως «ἐπικρατοῦσα» τὴν ὁποίαν διαφόρως ἕκαστος ἐξηγεῖ, διότι εἶναι ἐπιδεκτικὴ διαφόρων ἐξηγήσεων. Ἐν πρώτοις ἡ μετοχικὴ ἔκφρασις εἶναι ἀκατάλληλος διότι ὡς ρῆμα ἐκφράζει ἐνέργειαν καὶ τάσιν ἐπικρατήσεως τῆς ὁποίας εἶναι ὅλως ἀπηλλαγμένη ἡ θρησκεία ἡμῶν. Πολὺ πλέον κατάλληλον εἶναι τὸ ἐπίθετον ἐπίσημος. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὸ κατωτέρω 3ον ἄρθρον προκειμένου περὶ γλώσσης τὸ σχέδιον Συντάγματος λέγει. «Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους κτλ.». Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ὀρθὴ ἔκφρασις. Τὸ κράτος δύναται νὰ ἔχῃ ἐπίσημον θρησκείαν, ὅπως καὶ ἐπίσημον γλῶσσαν. Ἐξαίρεσιν κάμνουν τὰ κράτη ὅσα παρεδέχθησαν τὴν ἰδέαν τοῦ χωρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων. Ἡμεῖς θεωροῦμεν τὴν θρησκείαν ὡς μέσον συντελεστικὸν τῆς ἠθικῆς διαπλάσεως τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τοῦτο καθιεροῦμεν τὴν θρησκευτικὴν διδασκαλίαν ἐν τοῖς σχολείοις καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς θρησκευτικῆς ἰδέας διὰ τῆς συμμετοχῆς τῆς Πολιτείας εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς τελετάς. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἐπιβάλλεται ἡ καθιέρωσις ἐπισήμου θρησκείας τοῦ Κράτους, τοιαύτη δὲ εἶναι αὐτοδικαίως «ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος ἐκκλησία». Καὶ παρὰ τοῖς Φράγκοις δὲ ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία λέγεται Ἑλληνικὴ θρησκεία, Religion Grece culte Grece. Ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὴν Ἱστορίαν καὶ τὰς τύχας τοῦ Γένους. Ἔρχομαι εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἀναγνωρίσεων μόνον τῶν γνωστῶν θρησκειῶν. Καὶ αὐτὸς ὁ περιορισμὸς δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ νομίζω ὅτι ἦτο πολὺ ἐπίκαιρος ἡ παρατήρησις τοῦ ἐκ Λέσβου ἀξιοτίμου πληρεξουσίου εἰς τὴν χθεσινήν του ἀγόρευσιν, ὅτι ἐὰν αὔριον παρουσιασθῇ μία νέα θρησκεία ἀκίνδυνος καὶ μὴ ἀντικειμένη εἰς τὰς ἠθικὰς ἀρχὰς τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ μὴ γνωστὴ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἡ Πολιτεία ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ δύναται νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς. Ἀλλὰ τότε θὰ ἐδεικνύομεν ἀντιλήψεις ἀναλόγους πρὸς τὰς ἐπὶ Διοκλητιανοῦ καὶ Νέρωνος ἀπέναντι τῶν Χριστιανῶν ἐπιδειχθείσας. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀπάλειψιν. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν γίνῃ ἀλλὰ θὰ ἀναγνωρισθῇ αὐτὴ ἡ θρησκεία θὰ γίνῃ μία διατύπωσις ἀναγνωρίσεως, θὰ ὑποβληθῇ μία αἴτησις ἀναγνωρίσεως; Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα διὰ τοῦ νόμου τῆς χειραφετήσεως κατήργησε μίαν ὑποχρέωσιν τῆς αἰτήσεως ἀδείας διὰ τὴν ἀναγνώρισιν καὶ πᾶσα θρησκεία ἀναγνωρίζεται χωρὶς νὰ προϋπάρχῃ προϋπόθεσις τῆς αἰτήσεως ἀδείας ἀναγνωρίσεως. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸν προσηλυτισμόν. Ἐπίσης δὲν ὑπῆρχεν ἀπαγόρευσις εἰς τὸ Πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ τὸ Πολιτικὸν Σύνταγμα ἦτο καθαρώτατον· ἐὰν θέλωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν πρέπει νὰ εἶναι γενικὴ καὶ ὄχι μεροληπτικὴ ὑπὲρ μιᾶς θρησκείας. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀπαλειφθῇ, Ἐπικίνδυνος προσηλυτισμὸς δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ὁ βίαιος, καὶ αὐτὸν τὸ κράτος δύναται νὰ τὸν ἐνασκήσῃ καθ’ ὃν τρόπον τὸν ἤσκησε τὸ Ὀθωμανικὸν κράτος. Ὑπάρχει βεβαίως ὁ θεμιτὸς προσηλυτισμὸς διὰ τῆς πειθοῦς. Δὲν πιστεύω νὰ διανοῆται τις νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ κήρυγμα ἐντὸς ναῶν ἀλλοθρήσκων ἤ τὴν διδασκαλίαν ἐντὸς σχολείων ἀλλοθρήσκων. Ἔπειτα νομίζω, ὅτι αὐτὸς ὁ κίνδυνος τοῦ προσηλυτισμοῦ εἰς τὰ σχολεῖα τῶν ἀλλοθρήσκων εἶναι ὑπερβολικός· δὲν τὸν βλέπω. Αὐτὰ τὰ σχολεῖα εἶναι γνωστὰ καὶ ἐλειτούργησαν εἰς τὴν Ἀνατολὴν μὲ τὸν κυριώτατον σκοπὸν τῆς διαδόσεως τῆς Γαλλικῆς γλώσσης. Ἐφόσον ἀνεπτύσσοντο κρατικὰ σχολεῖα ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων, ἐφόσον ἐπληθύνοντο τὰ σχολεῖα αὐτά, τὰ φραγκικὰ ὑπεχώρουν, παρέσχον ὑπηρεσίας, ἀνεπτύχθησαν, προώδευσαν χάρις εἰς τὴν διδασκαλίαν των, ἀλλ’ ὑπεχώρησαν σήμερον ἀπέναντι τῶν ἰδικῶν μας. Σᾶς φέρω παράδειγμα. Εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ὅπου ὑπῆρχον τὰ σχολεῖα τῶν Ἰησουϊτῶν, ἀπὸ ἐτῶν ἔπαυσαν οἱ Ἑλληνόπαιδες νὰ φοιτῶσι, διότι ἀνεπτύχθησαν ἰδικά μας σχολεῖα ἀνώτερα, αὐτὰ τὰ σχολεῖα πρὸ τριετίας ἔκλεισαν, διότι ἱδρύθησαν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Γαλλικὰ κρατικὰ σχολεῖα καὶ ὁ κόσμος ἀδιαφορεῖ νὰ πηγαίνῃ ἐκεῖ. Ἄλλωστε τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν κινδυνεύει εἶναι ἡ ὀρθοδοξία ἐν Ἑλλάδι. Ἔχομεν τὴν ἱστορίαν· ἐφραγκοκρατήθη ἡ Ἑλλάς, δὲν ἐγένετο καθολική, ἐτουρκοκρατήθη, δὲν ἐγένετο Τουρκική.
§171ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ἐπὶ Ρωμαίων ἀκόμη.
§172Δ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶχον τὴν ἰδίαν θρησκείαν. Λοιπὸν διὰ μέσου αὐτῶν τῶν ὅλων Μεσαιωνικῶν μεταθέσεων ὁ Ἑλληνισμὸς διετήρησε καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν του καὶ προσεταιρίσθη καὶ ἀφομοίωσε καὶ ἄλλους λαοὺς Σλαύους, Ρωμαίους, καὶ Ἄραβας ἀκόμη. Εἰς τὴν Συρίαν ἔχουσιν ἀφομοιώσῃ πολλοὺς πληθυσμούς. Λοιπὸν ὄχι μόνον εἶναι ἀναχρονιστικὴ αὐτὴ ἡ διάταξις τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ προσηλυτισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄκαιρος. Σήμερον εἰς τὸν αἰῶνα ποῦ ζῶμεν δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἀλλαξοπιστοῦν οἱ ἄνθρωποι, τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἔχει τόσην ψυχρότητα, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ εὕρῃ ποία θρησκεία εἶναι καλλιτέρα τῆς ἰδικῆς του διὰ νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ. Καὶ ἐὰν πεισθῇ περὶ τούτου νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι δὲν τὸ κάμνει, διότι τοῦ φαίνεται γελοῖον. Φόβος δὲν ὑπάρχει.
§173Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ ἐφράγκευσαν εἰς Ἀθήνας τόσα παιδιά;
§174Δ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω αὐτό, εἶναι ἀνάξιον λόγου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ τοῦτο ποσοστὸν καὶ ἄξιον προσοχῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ θεμιτὸς προσηλυτισμός. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀθέμιτον εἰς τὰς δημοσίας ὁδούς, ὅπου ἐπέρχεται διατάραξις τῆς τάξεως, αὐτὸ τὸ ἀπαγορεύει ὁ νόμος, δὲν χρειάζεται εἰδικὴ μέριμνα. Λοιπὸν μὲ αὐτὰς τὰς ἰδέας ἐγὼ προτείνω νὰ διατυπωθῇ, ὡς ἑξῆς τὸ ἄρθρον ἐν ἁπλουστάτῃ μορφῇ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπίσημος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θρησκεία εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι εἶναι ἐλεύθεραι καὶ τὰ τῆς λατρείας αὐτῶν τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων».
§175ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ διακόψωμεν. Νὰ διακόψωμεν.
§176Δ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν παρίσταται, κ. Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν.
§177Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν παρίσταται ἡ Κυβέρνησις.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι οἱ δύο Ὑπουργοί.
§179ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ εἶσθε πέντε κατὰ τὸν Κανονισμὸν οἱ ζητοῦντες τὴν ἀπαρτίαν.
§181ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν διὰ νὰ τελειώσωμεν. (Θόρυβος).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς μίαν ὥραν θὰ τελειώσωμεν.
§183Ε. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λύω τὴν συνεδρίασιν ἵνα ἐπαναλειφθῇ αὕτη τὴν προσεχῆ Δευτέραν εἰς τὰς 5 μ. μ. ἀπεκδυόμενος τῆς εὐθύνης διὰ τὴν μὴ συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρᾳ 9.25′ μ. μ.).