1922.03.11
1,407 rows · 10,802 words · 110 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67η
Παρασκευή, 11ης Μαρτίου 1922
Προεδρία κ. Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
(Ὥρα 5.55′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§2Ο. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ τὸ ὄνομά μου διότι ἀπὸ Ὀρέστης φέρομαι Θεόδωρος.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Ὁ Σύνδεσμος Τραυματιῶν Θεσσαλονίκης μετ’ ἀγαλλιάσεως παρακολουθεῖ τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν δεινοπαθούντων τραυματιῶν καὶ παρακαλεῖ νὰ ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τοὺς τραυματίας ἀναλόγως τῶν βιωτικῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Οἱ διατελέσαντες διδάσκαλοι κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα πρὸ τοῦ 1912 καὶ τραπέντες εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας ζητοῦσιν ὅπως λογισθῇ ὡς χρόνος συντάξιμος ὁ χρόνος ὅν ὑπηρέτησαν. Οἱ διδασκαλικοὶ Σύλλογοι Γαργαλιάνων, Καρπενησίου, Ἐδέσσης παρακαλοῦσι τὴν ταχεῖαν ὑποβολὴν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου βελτιοῦντος τὴν θέσιν των. (Ἀποφασίζεται ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ). Οἱ ἀπελαθέντες καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι Κορυτσᾶς παραπονοῦνται ὡς μὴ τυχόντες προστασίας. Ὁ Πολιτικὸς Σύλλογος «Νέα Πολιτεία» ὑποβάλλει γνώμας περὶ τῶν μεταρρυθμιστέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἅπαντες οἱ κολλῆγοι Τρικκάλων συνιστῶσιν ἐπίσπευσιν λύσεως ἀγροτικοῦ ζητήματος. Οἱ ἐν Πάτραις ἐργοστασιάρχαι ξυλείας ὑποβάλλουσι ὑπόμνημα ζητοῦντες τὴν αὔξησιν μεγαλυτέρου τέλους τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων δοχείων διὰ τὴν μεταφορὰν σταφίδος, προκειμένου τὰ ἐργοστάσιά των νὰ παύσωσι τὰς ἐργασίας των καθὼς καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς ἐργάται νὰ μείνωσιν ἄνευ ἐργασίας. Οἱ ἀναδιορισθέντες μόνιμοι ὑπάλληλοι ζητοῦν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς των καταστάσεως. Οἱ κατώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι Γυθείου, Μεσολογγίου, Ζακύνθου, Κυπαρισσίας, Ἄρτης, Πατρῶν, καὶ Ἀργοστολίου, ζητοῦσι βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον Βιοτεχνικοῦ Συλλόγου Βόλου συνιστᾶ, ὅπως μὴ φορολογηθῇ διὰ νέων φόρων ὁ λαὸς λόγῳ τῶν κρισίμων δι’ αὐτὸν περιστάσεων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει πρὸς ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν: αʹ) Αἴτησιν Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀδριανουπόλεως ζητοῦντος τὴν ἄδειαν τῆς Συνελεύσεως πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Ροδόπης κ. Γ. Ματσοπούλου. βʹ) Αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κρήτης πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Χανίων κ. Γ. Μυλωνογιάννη. γʹ) Αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀνδριανουπόλεως πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Ἀνδριανουπόλεως Ὀμὲρ Ὀγλοῦ Ρεφὴτ Μπέη. δʹ) Αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρίσσης πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Κοζάνης κ. Γ. Βαρβούτη. εʹ) Αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ι. Παπαλουκᾶ. Ἅπασαι αἱ ὡς ἄνω αἰτήσεις παραπέμπονται πρὸς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν, ἵνα ὑποβάλῃ αὕτη ἐφ’ ἑκάστης τούτων τὰς ἑαυτῆς ἐκθέσεις. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς Στρατιᾶς Θράκης πρὸς ποινικὴν δίωξιν τῶν πληρεξουσίων Θράκης Φερήτ Μπεκήρ Ζαδὲ καὶ Ναζμῆ–Ἐτέμ–Ὀγλοῦ–Βέη, ἀποφαινομένη ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως ἀδείας ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Κρεστενίτης, ὑποβάλλει τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 10 ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως». Ὁ πληρεξούσιος κ. Γ. Χλωρὸς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ προσθήκης ἄρθρων 5 καὶ 6 ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ πληρεξούσιος κ. Δ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἄνευ ἀδείας τῶν κανονικῶν καὶ νομίμων Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων τοῦ Βασιλείου τελεσθέντων γάμων ἀπὸ τῆς 15 Σεπτεμβρίου 1916 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1920». Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ξ. Στρατηγὸς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2371 περὶ τροποποιήσεως τοῦ 50 ἄρθρου τοῦ νόμου ΓΥΚΖʹ «περὶ ὁδοποιίας». «Περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 467, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΓΥΚΖʹ (3427) νόμου «περὶ ὁδοποιίας». «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2716 νόμου «περὶ διαλύσεως ἐργολαβιῶν ἐκτελέσεως Δημοσίων καὶ λοιπῶν ἔργων, συνομολογηθεισῶν μέχρι τέλους Μαρτίου 1921, καὶ ἀναθεωρήσεως τῶν τιμῶν τῶν ὑφισταμένων ἐργολαβιῶν τῶν ἀναληφθησομένων ἐφεξῆς τοιούτων».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συζήτησις ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸν λόγον.
§4Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν πρότασιν ὅπως ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος ἀναβληθῇ. Τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα διαδραματίζονται περὶ τὴν χώραν τὰς ἡμέρας ταύτας, νομίζω ὅτι ἀφαιροῦσιν τὴν ἠρεμίαν πνεύματος ὅπως ἀσχοληθῶσιν οἱ πληρεξούσιοι, ὁμολογῶ δὲ καὶ ἡ ἰδική μου ἠρεμία ἠλαττώθη ὅπως καὶ ἅπαντες οἱ πληρεξούσιοι δὲν δύνανται νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς ἔργα συντάξεως τῆς πολιτείας. Τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔργον κατ’ ἐξοχὴν ἐπιστημονικὸν δεῖται πλήρους ἠρεμίας, καὶ διὰ τὴν προπαρασκευὴν ἑκάστου πληρεξουσίου καὶ διὰ τὰς συζητήσεις τοῦ θέματος ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὡς κατὰ Μάϊον μῆνα ἐπελήφθη ἡ Συνέλευσις τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος καὶ διέκοψε τὰς συζητήσεις ἅμα τῇ προαναγγελίᾳ τῆς μελλούσης ἐνάρξεως τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, νομίζω ὅτι καὶ σήμερον ὅτε ἤρχισε πεζόμενον τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ δράμματος εἶναι ὀρθὸν νὰ περισυλλεγῶμεν πάντες ἐν συνειδήσει καρδίας καὶ νοῦ καὶ ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ κινδυνεύοντα τμήματα τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ μείνῃ καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνεπηρέαστος διὰ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰ μεγάλα ζητήματα καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ μετὰ τὸ Πάσχα. Λοιπὸν προτείνω ἀναβολὴν τῆς Συνταγματικῆς συζητήσεως. Ἄν ἡ πρότασίς μου αὐτὴ δὲν γίνῃ δεκτὴ ἔχω νὰ ὑποβάλλω καὶ ἄλλην πρότασιν.
§5Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κύριον ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἶναι ἡ ἐπεξεργασία τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων. Ἡ ἐπεξεργασία αὕτη ἀναμφισβητήτως ἐπείγει. Ἡ ἐργασία ἡ ἀφορῶσα τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς ἠρεμίας τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως τῶν ἐπιχειρούντων αὐτήν. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Συνταγματικῶν Διατάξεων δὲν εἶναι συζήτησις πολιτικῆς φύσεως.
§6Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶπον ὅτι αἱ πολιτικαὶ σκέψεις θέλουν διαταραχθῇ ἐκ τῶν Συνταγματικῶν Διατάξεων, ἀλλ’ ὅτι τὰ πολιτικὰ γεγονότα θὰ διετάρασον τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν. Εἶπον δηλαδὴ τὸ ἀντίθετον.
§7Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν αἱ ἀντιθέσεις ἐκεῖναι τῶν ἰδεῶν αἱ ἀφορῶσαι τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Πολιτείας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ. Προκειμένου περὶ τῶν Συνταγματικῶν Διατάξεων δὲν ἐμπνεόμεθα παρὰ ἀπὸ τὸν κοινὸν πόθον, νὰ καταστήσωμεν αὐτὰς ὅσον ἔνεστι περισσότερον πληρούσας τὸν σκοπὸν τῆς εὐρρύθμου λειτουργίας τῆς πολιτείας, χωρὶς ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ σκοποῦ τούτου νὰ κινούμεθα ἀπὸ ἀντιμαχομένας πρὸς ἀλλήλας τάσεις. Δὲν βλέπω κατὰ τὶ ἡ ἐργασία αὕτη θέλει δυσκολευθῇ ἐκ τῆς ὄντως λίαν σοβαρᾶς στιγμῆς εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Εἴτε ἡ Συνέλευσις ἀπασχοληθῇ εἰς ἄλλα θέματα, εἴτε ἀπασχοληθῇ εἰς αὐτὰ ἡ αὐτὴ ἀπασχόλησις εἶναι. Ἄν αὐτὴ ἡ ἀπασχόλησις, ἁπλῶς ἀπασχόλησις, ἀποτελεῖ διατάραξιν τῆς ἠρεμίας τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὰς ἄλλας ὑποθέσεις καὶ ἡ ἀπασχόλησις θὰ ὑπάρξῃ. Δὲν βλέπω δὲ διατὶ συζήτησις στρεφομένη εἴτε εἰς νομοθετήματα εἴτε εἰς ἄλλας ἐργασίας θὰ εἶναι ὀλιγώτερον διαταρακτικὴ ἀφ’ ὅ,τι θὰ εἶναι ἡ συζήτησις Συνταγματικῶν Διατάξεων, ἡ ὁποία γινομένη ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαταράξῃ ποσῶς τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ πρόσκομμα εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν ἄλλην. Ἐὰν ἀπὸ ἀπόψεως χρόνου φέρει πρόσκομμα τι, θὰ φέρῃ μόνον εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ ὄχι εἰς τὸ ὅτι καταναλίσκονται αὗται. Ἐννοεῖται ὅτι ἄν ὑπάρχει ἀνάγκη εἰς ὡρισμένην ἡμέραν νὰ βραχυνθῇ ἡ διάρκεια τῆς συνεδριάσεως τοῦτο θὰ γίνῃ εἴτε εἰς Σύνταγμα ἀσχολεῖται ἡ Συνέλευσις εἴτε εἰς ἕτερόν τι. Θὰ ζητήσωμεν νὰ διακοπῇ ἡ Συνεδρίασις διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰ ἄλλα θέματα. Νομίζω λοιπὸν καλὸν νὰ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως, διότι τοῦτο εἶναι τὸ κύριον ἡμῖν ἔργον καὶ πρέπει νὰ ἀπασχολώμεθα καὶ περὶ αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ γεννῶμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι παρεγνωρίσαμεν τὴν σημασίαν του.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§9Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διετύπωσεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἴσως μὲ ὀλιγώτερον ἀναμφισβητήτως κῦρος ἴσως καὶ μὲ ὀλιγωτέραν ἐπιχειρηματολογίαν θὰ ἀνέπτυσσον καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὰ διατυπωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ταύτην δὲ τὴν παρατήρησιν προκειμένου περὶ τῆς σχετικῆς ἠρεμίας θὰ εἶχον νὰ κάμω ὅτι ἐκ τῆς ἱστορίας εἶναι γνωστὸν ὅτι κυριώτατα τὰ ἄριστα τῶν Συνταγμάτων, τὰ ἄριστα τῶν Πολιτευμάτων διετυπώθησαν καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ χῶραι ἐτέλουν ὑπὸ τὰς δεινοτέρας ἐμπολέμους ἐξωτερικὰς καταστάσεις, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἐσωτερικὰς καταστάσεις ἄντικρυς ἀντιθέτους πρὸς τὰς διαθέσεις τῆς δημοσίας συνειδήσεως. Ὀφείλομεν τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ τὸ περατώσωμεν διὰ πολλοὺς λόγους ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους κοινοβουλευτικῆς ἐπὶ τέλους τάξεως καὶ κοινοβουλευτικῆς μορφῆς τῆς χώρας τῆς ὁποίας τοσαύτην ἀνάγκην ἔχει ἡ ἤρεμος διεξαγωγὴ τῶν πάντων. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ Σῶμα ἡμῶν ὑπὸ μορφὴν συντακτικὸν δὲν εἶναι σῶμα κοινοβουλευτικόν. Εὐτύχημα βεβαίως εἶναι ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐπικρατοῦσιν ἰδέαι καὶ θεωρίαι ἄλλαι ὡς ὀρθώτατα παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ συνεχίσωμεν ἢ μᾶλλον νὰ ἀρξώμεθα τοῦ ἔργου τοῦ Συντακτικοῦ καθόσον πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι καὶ ἡ μέχρι τοῦδε ἐργασία ἡμῶν καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν δι’ ὅν ἠθελήσατε νὰ ὀνομασθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις τὸ σῶμα ὑπὸ κοινοβουλευτικὴν μορφὴν δὲν δύναται νὰ ἐπικοινωνήσῃ ἀμέσως πρὸς τὴν δημοσίαν συνείδησιν. Ὁσάκις αὕτη εὑρεθῇ εἰς ἀντίθεσιν εἰς τὰς πράξεις καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἐπείγουσα ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη μᾶλλον ἐκ τῶν πολεμικῶν γεγονότων, ἵνα σπεύσωμεν καὶ περατώσωμεν τὸ Συντακτικὸν ἡμῶν ἔργον. Ἐγὼ δὲ συμφωνῶν ἀπολύτως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους ἄν τοῦτο εἶναι ἐπιτετραμένον, ἵνα παράσχω μικράν τινα συμβουλήν, ἵνα πάντες μετὰ σπουδῆς σπεύσωμεν εἰς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἐντατικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, ἵνα μεταβαλλόμενοι εἰς Βουλήν, ἀποδώσωμεν εἰς τὴν χώραν τὴν ἠρεμίαν, τὴν μὴ ἐπαναστατικὴν αὐτῆς μορφήν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§11Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἀρξώμεθα τοῦ Συντακτικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως. Βεβαίως ἡ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος, εἶναι προθεσμίας μακρᾶς καὶ δὲν θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ γίνῃ τόσον μεγάλη ἀναβολή τοῦ ἔργου αὐτῆς. Δεδομένου ὅμως ὅτι ἀκριβῶς σήμερον, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἡ Συνέλευσις ψυχικῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις πολιτικῶς ἀπασχολοῦνται μὲ ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἀνεπηρεάστους καὶ ψυχικῶς ἠρέμους, νομίζω ὅτι πᾶσα ἀπασχόλησις σήμερον καὶ αὔριον τὸ πολὺ πολὺ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος θὰ εἶναι ἀψυχολόγητος, θὰ εἶναι ἄκαιρος. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ μᾶς δώσῃ διασαφήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἅς μᾶς εἴπῃ ὅ,τι νομίζει ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ἵνα διὰ τοῦ στόματος τῆς Κυβερνήσεως μάθῃ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποῦ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι σήμερον ἢ αὔριον τὸ πολὺ δὲν εἶναι ἀκόμη ὥριμος ἡ ἀνακοίνωσις τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, ἂς ἀφήσῃ ἡ Συνέλευσις τὴν Κυβέρνησιν ἥσυχον μὴ περισπωμένην ἐν τῇ Συνελεύσει μὲ σωματικὸν καὶ ἐλεγκτικὸν καὶ νομοθετικὸν ἔργον, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερείας τοῦ ζητήματος, νὰ παρουσιασθῇ δὲ τὴν Δευτέραν τοὐλάχιστον εἰς ἡμᾶς μὲ ἀπόψεις τοῦ ζητήματος ὁριστικάς, σταθεράς, αἱ ὁποῖαι νὰ μᾶς ἀποδώσουν τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν, ἵνα συζητήσωμεν τὸ συντακτικὸν καὶ τὸ καθ’ ἡμέραν νομοθετικὸν καὶ ἐλεγκτικὸν ἔργον τῆς Συνελεύσεως. Νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ κάμωμεν κακίστην ἐντύπωσιν ἐὰν συζητήσωμεν περὶ θρησκείας, περὶ γλώσσης ἢ περὶ ἄλλου τινὸς θέματος, ὅλως ἀκατάλληλα διὰ τὴν σημερινὴν κρίσιμον περίστασιν.
§12Γ. ΠΩΠ. Θὰ εἶναι ἐποικοδομητικώτερον νὰ συζητήσωμεν περὶ ταμβάκου;
§13Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἂν ἠμπορεῖ καὶ τώρα ἂς καθησυχάσῃ τὴν Συνέλευσιν.
§14Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς πρὸς τί;
§15Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὡς πρὸς τὰ χθὲς λεχθέντα ὅτι ἐγένετο μία πρότασις καὶ ὅτι μελετᾷ τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἄν ἡ πρότασις εἶναι ἀξία μελέτης πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ Κυβέρνησις ἵνα τὴν μελετήσῃ.
§16Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην, νὰ διακοπῇ ἡ Συνεδρίασις ἐνωρίτερον τοῦ συνήθους θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ διακόψητε εἰς τὰς 7 ἤ εἰς τὰς 8.
§17Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Σᾶς θαυμάζω, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν ἠρεμίαν σας. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω τόσην. Ἴσως σεῖς λόγῳ περισσοτέρου σταδίου πολιτικοῦ, λόγῳ ἡλικίας ὀλίγον τι μεγαλυτέρας, ἔχετε τόσην ψυχικὴν ἠρεμίαν οἵαν ἐγὼ δὲν ἔχω.
§18Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Κοζάνης ἐγεννήθη ζήτημα σχετικὸν μὲ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διανύει σήμερον ἡ χώρα, πρὶν προχωρήσω εἰς τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικῆς ἐργασίας ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἄν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον ἵνα ἀνακοινώσῃ τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§19Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνεκοινώθη χθές.
§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Χθὲς ἐβεβαιώσατε ὅτι ἐγένετο διάβημα περὶ ἀνακωχῆς. Σήμερον ἦτο δημοσιευμένον εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ κείμενον τῆς ἀνακωχῆς, εἰς τὰς ἀπογευματινὰς δὲ ἐφημερίδας καὶ προοίμιον τῆς διακοινώσεως. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νομίζω, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔκρινε ὅτι ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν δημοσιότητα νὰ ἔλθῃ τὸ κείμενον, νὰ ἀνακοινωθῇ, εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸ ἐπίσημον κείμενον τοῦ γενομένου διαβήματος, ἐκτὸς ἂν τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ πράξῃ, ὅτε τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ἀκρίβεια ὅλων τῶν δημοσιευομένων.
§21Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται δὲν τὰ ἔδωκε ἡ Κυβέρνησις.
§22Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πῶς;
§23Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐτηλεγραφήθησαν ἀπ’ ἔξω.
§24Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐδόθησαν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ.
§25Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Συνέλευσιν ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἐντολὴν ἔδωσα εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπως δώσῃ τὸ κείμενον τοῦ ἐπιδοθέντος μοι τηλεγραφήματος χθὲς ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Τριῶν Μεγάλων Συμμάχων Δυνάμεων εἰς τὴν δημοσιότητα. Πόθεν δὲ αἱ ἐφημερίδες ἔχουν τὸ κείμενον ἀγνοῶ.
§26ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἶναι ἀκριβές, εἶναι ἀκριβές;
§27Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔσχον τὸν καιρὸν νὰ τὸ παραβάλω. Ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ περὶ τῆς δοτέας ἐπισήμου ἀπαντήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ πρὸς τὴν γενομένην πρότασιν ἀντίπαλος συμφωνήσωμεν θὰ συνομολογηθῇ σύμβασις περὶ ἀνακωχῆς. Καὶ τὸ σύνολον τῶν σχετικῶν ἐγγράφων θὰ ἀνακοινώσωμεν καθ’ ἣν ἔχομεν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἥτις οὕτω θὰ κρίνῃ ἐπὶ συντετελεσμένου ἔργου.
§28Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν, ἄν συμφωνήσῃ καὶ ὁ ἀντίπαλος θὰ προβῶμεν εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ἀνακωχῆς καὶ θὰ ἴδωμεν τότε...
§29Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῶμεν. Ἡ πρότασις ἐγένετο πρὸς ἀμφοτέρους τοὺς ἀντιπάλους. Ἡμεῖς μελετῶμεν καὶ σκεπτόμεθα περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς. Ὡς εἶπον δὲ ἀγνοοῦμεν τὰ τοῦ ἀντιπάλου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι μελετῶμεν τὴν δοτέαν ἐπίσημον ἀπάντησιν πρὸς τοὺς ἐν Παρισίοις Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὸ ζήτημα τῆς εἰρηνεύσεως τῆς ἐγγὺς Ἀνατολῆς. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ἡμῶν καὶ ἐκ τῆς τοῦ ἀντιπάλου, οἱαιδήποτε καὶ ἄν ὦσιν αἱ ἀπαντήσεις αὗται, θὰ προκύψωσι νέα γεγονότα καὶ ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων δύναται νὰ συζητήσῃ ἡ Συνέλευσις. Ἀλλ’ ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἀνακοίνωσις ἐγγράφων ἐφ’ ὧν οὐδὲ ἐνέργειά τις ἐπίσημος ἔλαβε χώραν, εἶναι τι ἀσύνηθες κατὰ τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα.
§30Γ. ΠΩΠ. Ὁ τρόπος τῆς διατυπώσεώς σας ἀφίνει εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑμεῖς κατ’ ἀρχὴν ἐδέχθητε.
§31ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§32Γ. ΠΩΠ. Ἡ ἀντίληψις τοὐλάχιστον τινῶν ἐξ ἡμῶν τῶν ἐχόντων ἀσθενεστέραν τὴν ἀντίληψιν εἶναι αὐτὴ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἐπεθύμουν σαφεστέραν ἀπάντησιν.
§33Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐπίσημος ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδόθη. Θὰ δοθῇ ἀφοῦ μελετηθεῖ τὸ ζήτημα μεθ’ ὅλων τῶν ἁρμοδίων παραγόντων.
§34Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλώνετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἔχετε τὶ τὸ ἀνακοινωτέον σήμερον;
§35Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὐδὲν ἕτερον ἔχω ἀπολύτως τὸ ἀνακοινωτέον πέραν τῆς ἀνακοινώσεως, ἥν ἐποιήσατο χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§36Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀπὸ τὰς πληροφορίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν τὸ πόρισμα ὅτι, ἡ Κυβέρνησις τὴν πρότασιν αὐτὴν θὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς ἀντικείμενον κυβερνητικῆς σκέψεως, κυβερνητικῆς διαχειρίσεως. Καὶ θὰ ἦτο πολὺ ὀρθὴ αὐτὴ ἡ σκέψις ἐὰν τὸ γεγονὸς αὐτό, δηλαδὴ ἡ πρότασις περὶ μιᾶς καθαρῶς στρατιωτικῆς ἀνακωχῆς, δὲν εἶχεν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὅλην ἄποψιν καὶ μὲ τὴν ὅλην θέσιν τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν ἀγῶνος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ ἀνακωχὴ αὐτὴ καὶ κατὰ τὰς ἀνακοινώσεις τῶν ἐφημερίδων καὶ κατὰ τὴν σκληρὰν λογικὴν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν μελέτην τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ κατέχωμεν μέχρι τοῦδε, συνδέεται μὲ τὴν ὁριστικὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, μὲ τὴν ὁριστικὴν διακανόνησιν τῆς θέσεως ἡμῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος τῆς ἀνακωχῆς, ἀσύνδετος πρὸς τὸ ὅλον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ λάβῃ τῆς Συνελεύσεως τὴν ἀπόφασιν, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξέλθῃ τῆς γραμμῆς τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις μαζὺ μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἔταξεν ὡς ἀκολουθητέαν. Ἄν ἐντὸς αὐτῆς τῆς γενικῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἐτάξαμεν διὰ προηγουμένων ἀποφάσεων πέρυσι κατὰ Φεβρουάριον, κατὰ Μάϊον καὶ πολὺ βραδύτερον κατὰ Ὀκτώβριον ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποδυθῶμεν εἰς τὸν πολεμικὸν καὶ διπλωματικὸν ἀγῶνα πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, ἄν πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχει ἀνάγκην πλειοτέρας πληρεξουσιοδοτήσεως ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἄν ὅμως πρόκειται νὰ ἐξέλθῃ τῶν γενικῶν αὐτῶν γραμμῶν τότε δὲν ἀναγνωρίζω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῆς ἀνακωχῆς, διότι δύναται ἡ σύμβασις τῆς ἀνακωχῆς νὰ ἔχῃ ὀλεθριωτάτας συνεπείας ὡς πρὸς τὴν περαιτέρω διεξαγωγὴν τοῦ ἀγῶνος.
§37Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Συνέλευσιν περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν κειμένων τῶν δημοσιευθέντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ παραβάλλῃ τὰ δημοσιευθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας κείμενα πρὸς τὸ ἐν χερσὶ ἐκδοθὲν αὐτῷ ἐπίσημον κείμενον. Ἐπίσης δὲν καθώρισεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ὅτι τὰ δημοσιευθέντα κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐνεφανίσθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας δὲν προέρχονται ἐκ τοῦ ἐπισήμου γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν Ἀσυρμάτων τῶν ξένων χωρῶν διεβίβασε κείμενον προτάσεων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διεβίβασε δὲ χθὲς τὴν νύκτα καὶ κείμενον προοιμίου τῆς προτάσεως ταύτης. Ἔχομεν δύο δημοσιεύσεις, μίαν χθεσινήν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει μόνον τοὺς στρατιωτικοὺς ὅρους τῆς ἀνακωχῆς καὶ ἕν πρόσθετον δημοσιευθὲν σήμερον κείμενον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ὡς προοίμιον τῆς διακοινώσεως, ὡς προειδοποίησιν ὅρων πολιτικῶν, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὅρων ἀλλὰ περὶ προειδοποιήσεως τῶν ὅρων. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦ ζητήματος τούτου ἀρξαμένου καὶ ἡ δημοσία γνώμη εὑρίσκεται ἐν συγκινήσει, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἔχει ἡ Συνέλευσις τὸ δικαίωμα νὰ μάθῃ. Ὑπενθυμίζω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπέστρεφεν ἐκ Λονδίνου κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον κομιστὴς τῆς προτάσεως τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς Συνθήκης Σεβρῶν καὶ συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἀνεκοίνωσεν ὀρθῶς πράττων πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὅλο τὸ κείμενον τῶν προτάσεων καίτοι ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀποφανθῇ ὁ ἀντίπαλος. Νομίζω, ὅτι τὸ προηγούμενον τοῦτο πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν τῆς μὴ εἰσέτι ἀπαντήσεως τοῦ ἀντιπάλου, ἵνα μάθῃ τὸ ἐπίσημον κυρίαρχον Σῶμα, τὸ ἐπίσημον κείμενον τῶν προτάσεων τῶν ἐπιδοθεισῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον γνωρίζουσιν ἐν Ἑλλάδι πάντες ἐκτὸς μόνον τῆς Συνελεύσεως. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον, ὁπότε δὲν ἐπρόκειτο κἄν περὶ ὅρων ἀνακωχῆς, ἀλλὰ περὶ συμβιβασμοῦ τοῦ ζητήματος. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν εἰς τὴν Συνέλευσιν: Σᾶς ἀνακοινῶ τὰς προτάσεις, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτοῦ ἀλλὰ νὰ περιμένωμεν τὰ γεγονότα. Δὲν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφέρῃ οἵαν γνώμην ἔχει, διότι τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν. Ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ ἀνακοινώσῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸ ἐπίσημον κείμενον τῶν ἐπιδοθεισῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτάσεων, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν ἀντίπαλον, γνωστὸν εἰς πάντα ἄνθρωπον ἐν Ἑλλάδι, ὡς δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὡς μεταδοθὲν εἰς αὐτὰς διὰ τοῦ ἀσυρμάτου, τὸ ὁποῖον ὅμως κείμενον ἔχει τὸ μειονέκτημα ὅτι δὲν εἶναι περιβεβλημένον μὲ τὸ ἐπίσημον κῦρος, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν γνωρίζομεν ἄν ὑπάρχῃ ὁλόκληρον τὸ κείμενον ἐν τῷ δημοσιευθέντι κειμένῳ, ἤ ἀνεκοινώθη μόνον μέρος αὐτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον κείμενον ἐπέφερεν τὴν δυσφορίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ καθῆκον τοῦτο. Προκειμένου τώρα περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀνακοινώσεως ἀκριβῶς ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ποιήσωμαι τὴν αὐτὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κοζάνης πληρεξούσιος. Ὡς διετυπώθησαν χθὲς τὰ τοῦ κειμένου, ἦτο καταφανὲς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὅρων στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀνακωχῆς. Προκειμένου περὶ ὅρων στρατιωτικοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀνακωχῆς νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπέμβῃ εἰς τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ τὴν γνωστοποίησιν τῶν πραγμάτων. Διότι τὰ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, ἤτοι τὰ τῆς ἐνάρξεως ἢ τῆς ἐξακολουθήσεως ἢ τῆς ἀναστολῆς αὐτῶν ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μόνον διότι εἶναι ζητήματα τῆς Κυβερνητικῆς μερίμνης δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν εὐθύνην καὶ εἰς τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἡ Συνέλευσις, ζητοῦσα νὰ κανονίσῃ αὐτὴ ὅρους ἀνακωχῆς, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις μόνη δύναται νὰ κανονίσῃ τῇ συνεργασίᾳ τῶν στρατιωτικῶν ἐμπειρογνωμόνων. Ἀλλὰ τὸ σήμερον γνωσθὲν κείμενον, ὡς προοίμιον, ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς τοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐγγράφου, περιλαμβάνει καὶ διατύπωσιν, ἥτις καθιστᾷ καταφανές, ὅτι ἔχουσι ληφθῇ ἤδη ἢ μᾶλλον ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις ὡρισμένων πολιτικῶν ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι συνδυάζονται πρὸς τὴν ἀνακωχήν. Ἐὰν διετυποῦτο ἀπόφασις τῆς Διασκέψεως, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ εἰς ἀποδοχὴν ἀποφάσεων πολιτικῶν ζητημάτων ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει συνδυάζεται πρὸς τὸ ἔγγραφον τῶν στρατιωτικῶν ὅρων μία προειδοποίησις ἐπὶ πολιτικῆς φύσεως ζητημάτων καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Κυβέρνησιν χωρὶς νὰ προχωρήσω πέραν τούτου: Ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μὴ προχωρήσῃ εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἐπὶ ζητημάτων πολιτικῆς φύσεως ἄνευ τῆς αἰτήσεως τῆς γνώμης τῆς Συνελεύσεως; Ἔχει ὑπ’ ὄψει της ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ὅρους ἐπιφυλασσομένη ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν πιστοποιηθεισῶν προδιαθέσεων εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνωστοποιήθησαν αἱ ἀποφάσεις;
§38Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω.
§39Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ μόνον ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὅρων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπαναλάβω καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τύπου εὐγενοῦς ἀξιώσεως, ὅπως γνωρίσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ καταστήσῃ γνωστὰ τὰ κείμενα. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν γίνει τοῦτο τὸ ὁποῖον ἀπέκρουσε ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δηλαδὴ ἐπὶ τῶν ζητημάτων πολιτικῆς φύσεως νὰ γίνῃ πλήρης ἐπιφύλαξις τῆς Κυβερνήσεως, φυσικὰ τότε ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἵνα τῇ συνυπευθύνῳ γνώμῃ καὶ ἀποφάσει τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία καὶ μόνη δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν, δοθῇ ἡ δέουσα ἀπάντησις.
§40Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἡ γενομένη πρότασις ἀφορᾷ μόνον τὴν ἀνακωχήν, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ ὅταν θ’ ἀπαντήσῃ ἐπισήμως πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐπὶ τῆς ἀνακωχῆς, ἐπὶ ζητημάτων καθαρῶς στρατιωτικῆς φύσεως. Ὅταν δὲ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, καὶ νομίσῃ, ὅτι ἐπέστη ὁ χρόνος, θ’ ἀνακοινώσῃ καὶ τὴν πρότασιν καὶ τὴν ἀπάντησίν της πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν.
§41Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ κείμενον τῆς προτάσεως τῶν Δυνάμεων θὰ τὸ ἀνακοινώσητε ὅταν θ’ ἀπαντήσητε;
§42Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ ἐπιμείνω καὶ πάλιν εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις προβαίνουσα ὡς Κυβέρνησις εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ὅρων αὐτῶν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς ἀνακωχῆς ὑπερβαίνει τὴν δικαιοδοσίαν της. Ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ ἀκουστὴ ἡ προσωπική μου γνώμη.
§43Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς θέλετε νὰ γίνῃ; Ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Συνέλευσις;
§44Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ζητῶ ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ καθιστῶ γνωστὴν τὴν ἀντίληψίν μου.
§45Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Εἴπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπερβαίνει τὴν δικαιοδοσίαν της. Ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ μοὶ εἴπητε. Τὶ σημαίνει τοῦτο; Ἐννοεῖτε ὅτι ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἄλλου τινός; Ἢ ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς ἀπαντήσεως τὴν ὁποίαν θέλει δώσῃ ἡ Κυβέρνησις κατ’ οὐσίαν θέλει εἶναι ἀντίθετος πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν σεῖς νομίζετε. Ἐὰν ἐννοεῖτε τὸ πρῶτον ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπομνήσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι σᾶς εἶναι ἤδη γνωστόν, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν δύναται νὰ γίνῃ εἰς οἱανδήποτε χώραν παρὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἐννοεῖτε τὸ δεύτερον, δὲν δύνασθε νὰ ἐπικρίνητε τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία σᾶς δηλοῦμεν ὅτι δὲν κατηρτίσθη ἀκόμη. Πῶς θέλετε, νὰ σᾶς εἴπωμεν τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν, ἵνα ἴδητε ἐὰν σᾶς ἀρέσῃ ἤ ὄχι, ἀφ’ οὗ δὲν τὴν κατηρτίσαμεν ἀκόμη; Τὶ θέλετε λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν τώρα; Θέλετε νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἀκόμη δὲν καθωρίσαμεν ἔχει τοῦτο ἤ ἐκεῖνο τὸ ἐλάττωμα; Εἶναι τοῦτο μία λογικὴ ἀδυναμία.
§46Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς δηλώσεις περὶ τῆς ἀνακωχῆς......
§47Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγετε «ἐὰν». Τὸ «ἐὰν» αὐτὸ καθιστᾷ κατασκεύασμα ἰδικόν σας τὴν ὑποτιθεμένην ὑφ’ ὑμῶν ἀπάντησιν καὶ οὕτω κρίνετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σεῖς κατασκευάζετε.
§48Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ὁμιλῶ ὡς καὶ πᾶς ἄλλος συνάδελφος ἐν τῇ Συνελεύσει, καὶ νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ ζητήματος τόσον ζωτικοῦ, ἀφορῶντος τὸ ἐθνικόν μας ζήτημα. Ἐπιμένω εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως πέρυσιν, ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἐθνολογικῆς ἐρεύνης, δὲν ἀπήντησε ἀπ’ εὐθείας, ὡς Κυβέρνησις, εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως, ἵνα ἀπαντήσῃ ἐγκύρως, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὀφείλει καὶ σήμερον νὰ ἑτοιμάσῃ τὴν ἀπάντησιν καὶ νὰ προσκομίσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα ἀπαντήσῃ μὲ τὸ κῦρος τῆς Συνελεύσεως, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀνακωχῆς, δὲν εἶναι ζήτημα στρατιωτικὸν μόνον, εἶναι ἀναπόσπαστον τὸ ζήτημα τῆς ἀνακωχῆς μὲ τὸ ζήτημα τῆς πιθανῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ ἀγῶνος. Ἔχω αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ γνωσθῇ ὅτι ἐγὼ διαμαρτύρομαι διὰ τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπαντήσῃ χωρὶς νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως.
§49Ι. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα ὅπως ἔθεσεν αὐτό, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καθαρόν. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν, καὶ συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν νὰ συντάξῃ μίαν ἀπάντησιν καὶ ἀνακοινώσῃ ταύτην εἰς τὰς Δυνάμεις, ἀναλαμβάνουσα αὕτη τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Συνελεύσεως.
§50Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε, μία πρότασις ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ διήμερον. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις ἐὰν δέχεται τὴν πρότασιν ταύτην.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§52Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπανελθούσης τῆς συζητήσεως εἰς τὸ θέμα τὸ Συνταγματικὸν ἀναλαμβάνω τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεώς μου. Ὁμολογῶ ὅτι, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν μὲ ἔπεισεν. Δὲν μὲ ἔπεισε δὲ οὐχὶ διότι ἔχω καθῆκον νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν ἰδικήν του, οὔτε διότι αὐτὸς εὑρίσκεται μὲ ὅμοιον καθῆκον ἀπέναντί μου, ἀλλὰ διότι συνέβη νὰ μὴ πεισθῇ ὑπὸ τῆς γνώμης του. Προέτεινα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς συνταγματικῆς, τὴν ἀναβολήν, τὴν ὁποίαν, ὁ κ. Πληρεξούσιος ἐκ Κοζάνης, περιώρισε εἰς διήμερον. Ὑπεστήριξα, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς τῆς συνταγματικῆς συζητήσεως ἔφερα ἐξ’ αὐτοῦ κυρίως τοῦ λόγου, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἀπαιτεῖ μίαν ψύχραιμον ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων· εἶναι συζήτησις ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ἀχρωμάτιστος, ἐστερημένη κομματικοῦ χρωματισμοῦ, ἐστερημένη νεύρων, διότι πρόκειται οὐχὶ περὶ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, οὐχὶ περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα αὔριον δύνανται νὰ εἶναι μεταβλητά, ἀλλὰ περὶ ψηφίσεως τοῦ πολιτεύματος τῆς χώρας τὸ ὁποῖον δὲν δύναται καθ’ ἡμέραν νὰ μεταβάλητε. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὅτι ἡ συζήτησις ἡ Συνταγματικὴ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔρχηται εἰς χρονικὴν σειράν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἀπηλλαγμένη τοῦ ὄγκου καὶ τῶν φροντίδων, τὰς ὁποίας ἡ κατάστασις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐπάγεται σήμερον, θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ προβῇ μετὰ ψυχραιμίας εἰς τὸ Συνταγματικὸν αὐτῆς ἔργον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντετάχθη εἰς τοῦτο, καὶ ὑπηνήχθη τὴν ἀνάγκην τῆς ταχυτέρας περαιώσεως τοῦ Συνταγματικοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, ἵνα αὕτη ἀναλάβῃ τὴν κανονικὴν αὐτῆς ἐργασίαν. Εἰς τοῦτο θὰ μ’ εὕρῃ πολὺ σύμφωνον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἐφ’ ὅσον παρατείνεται ἡ Συντακτικὴ ἰδιότης τῆς Συνελεύσεως βεβαίως οὐδὲν τὸ ἐπαναστατικὸν ἐμφανίζεται ἐν τῇ χώρᾳ, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦλθε κατὰ πρωτοφανῆ περίπτωσιν οὐχὶ διὰ νὰ ἐμφανίσῃ ἐπανάστασιν, ἀλλ’ ἵνα τερματίσῃ μίαν ἐπανάστασιν ἡ ὁποία ἐν τῇ χώρᾳ ἐπῆλθε. Ἀλλὰ γίνεται μία διακοπὴ τῶν ἔργων τοῦ ἀνωτάτου ρυθμιστοῦ τοῦ Πολιτεύματος ἕνεκα τοῦ ὁποίου τὸ σῶμα παραμένον ἀδιάλυτον δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς. Εἰς τοῦτο μὲ εὑρίσκει σύμφωνον καὶ ἵνα συντελέσω καὶ ἐγὼ θὰ μὲ εὕρῃ πρόθυμον. Ἀκριβῶς δὲ ἠπηνήχθην πρὶν ὑποβάλλω τὴν πρότασιν ἀναβολῆς, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει, ἤθελεν ἀποριφθῇ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς θὰ ὑπέβαλλον ἄλλην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐπεφυλασσόμην νὰ ὑποβάλλω δευτέραν, καὶ προβαίνω εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ταύτης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις μίαν μικρὰν αἰτιολογίαν, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομωτέραν, διὰ νὰ εἶναι νοητὰ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μὲ ἄγουσι εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Τὰ ἐπιχειρήματα ἀνεπτύχθησαν πολλάκις, νομίζω δὲ ὅτι ταῦτα εἶναι ἔναυλα ἐκεῖ εἰς τὰς ἐντυπώσεις ὅλων. Ἡ Συνέλευσις, κύριοι, ἡ Ἐθνικὴ δὲν προῆλθεν εἰς τὸ μέσον ἐκ τῆς δημιουργίας παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ πεποιθήσεως ἀπολύτου ἀλλὰ καὶ πεποιθήσεως σαφοῦς ὅτι τὸ πολίτευμα ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ δὲν ἔσχεν ὀρθῶς καὶ ὅτι ἦτο ἀνάγκη εἴτε μεταρρυθμίσεως διατάξεων ὡρισμένων τοῦ πολιτεύματος εἴτε καθωρισμοῦ διὰ νέων διατάξεων κρίσεως προγραμματικῆς ἡ ὁποία εἶχεν ἐμφανισθῇ ἐν τῇ χώρᾳ. Λέγω δὲ τοῦτο τὸ δεύτερον διὰ νὰ μὴ προσκρούσω εἰς τὴν θεωρίαν τὴν ὀρθὴν τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσῃ ἑκάστοτε ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι τὰ Συντάγματα δὲν ἀποτελοῦνται ἀπὸ γράμματα κενὰ οὐδὲ ἀπὸ φιλοσοφικὰς διδαχάς, ἀλλ’ εἶναι πιστοποίησις μιᾶς ἐξελίξεως πραγματικῆς ἡ ὁποία τὴν ἐμφάνισιν αὐτῆς ποιεῖται διὰ νέων συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλιξις αὕτη τῶν πραγμάτων κατὰ δύο τρόπους ἐμφανίζεται· εἴτε δι’ ἐμφανίσεως τῆς ἀξιώσεως ὡρισμένων θεσμῶν οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι εἰς τὸ σύνταγμα, εἴτε διὰ τῆς ἐμφανίσεως ὡρισμένων ἀτελειῶν κειμένων συνταγματικῶν θεσμῶν, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ τροποποίησις, ἡ ρύθμισις διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τούτων. Ἀκριβῶς οὐδὲ ἡ ἐμφάνισις τῆς ἀνάγκης νέων θεσμῶν κατεδηλώθη εἰς τὸ δημόσιον φρόνημα οὐδὲ καὶ ὅλων τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν ἡ ἐξέτασις κατέστη ἀπαραιτήτως ἀναγκαία ἐκ τοιούτων ἐκδηλώσεων εἰς τὸ δημόσιον φρόνημα. Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐκδήλωσις τοῦ δημοσίου φρονήματος; Ὑπῆρξεν ἐκδήλωσις ἐπιτακτικὴ σχετιζομένη μὲ ἐκεῖνα τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἐπὶ τριετίαν. Ὅτι δηλαδὴ ὁ κλονισμὸς ὁ δυναστικός, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθεν εἰς τὴν χώραν ἐκ τῶν συμβάντων τοῦ 1917 καὶ ὁ κλονισμὸς ὁ κοινοβουλευτικός, ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθη εἰς τὴν χώραν διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς εἰς ἐνέργειαν τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου καὶ δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐνεργειῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Κοινωνίᾳ ταῦτα πάντα ἔθεσαν ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπεριόριστον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ταῦτα εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν κατ’ ἐξοχὴν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τῶν ὁποίων τὴν διόρθωσιν ἐπηγγέλθημεν ἡμεῖς ἐν τῷ συνόλῳ οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθημεν ὑπὸ κοινὴν σημαίαν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων κατ’ ἐξοχὴν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ὑπῆρξε παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ ἔκδηλος πεποίθησις περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων δι’ εἰσαγωγῆς θεσμῶν οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν παρεμπόδισιν τῆς ἐπαναλήψεως τοιούτων πραγμάτων. Τὸ ζήτημα τὸ δυναστικὸν ἐλύθη διὰ δημοψηφίσματος. Τὰ λοιπὰ ζητήματα ὅλα συνοψίσθησαν ἐν τῷ προγράμματι τῆς Ἡνωμένης ἀντιπολιτεύσεως διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον περιελάμβανε τὴν ἀποκατάστασιν καθόλου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν κατοχύρωσιν αὐτοῦ κατὰ πάσης νεωτέρας παραβιάσεως. Εἶπον τὰ ἱστορικὰ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἀκριβῶς ἡ Συνέλευσις εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὀνομασθεῖσα Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἀναλαβοῦσα ἔργα συντακτικά, προσδώσασα εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν, κατόπιν τοῦ ἐκτεθέντος προγράμματος τῆς Ἡνωμένης ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς λαϊκῆς κυρώσεως αὐτοῦ, ἔχει κύριον ἔργον νὰ ἀσχοληθῇ ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων. Ταῦτα δὲ τά θέματα εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Πέραν τῶν θεμάτων τούτων ἅτινα ἀποτελοῦσι θεμελειώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα θέματα, πλεῖστα, ἀναγόμενα εἰς ὅλην τὴν σύνθεσιν τοῦ Ὑφισταμένου Συντάγματος ἅτινα ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δύναμαι, κύριοι, νὰ ἰσχυρισθῶ καὶ διατείνομαι ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος δὲν ἀνεπτύχθησαν ἐν καιρῷ πολιτικοὶ θεσμοὶ νέοι οὐδὲ ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν παρ’ ἡμῖν, οὐδὲ ἀνεπτύχθησαν τὰ τρωτὰ τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ. Καὶ λέγω ὅτι δὲν ἀνεπτύχθησαν ἐν καιρῷ, διότι ἀνεπτύχθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὡρισμένον πρόγραμμα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἕτερον ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλά, κύριοι, ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι ὅτι ἐν τῷ κύματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅστις ἀπέβλεπεν εἰς δύο καὶ μόνον, «Ἐλευθερία» καὶ «Βασιλεὺς» ἐν τῷ κύματι τοῦτο τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅλαι αἱ ἐντυπώσεις περὶ τῶν λεπτομεριακῶν θεσμῶν εἶχον ἐντελῶς ἐξαλειφθῇ· διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ψηφίζων τὴν 1ην Νοεμβρίου ἐψήφιζε κατ’ ἐξοχὴν ἐπὶ τῶν δύο τούτων ζητημάτων τῆς κυριαρχικῆς ἐν τῇ ἐντυπώσει αὐτοῦ ἐμφανιζομένων. Ὄλα δὲ τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς μὴ θεμελειώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶχον ἐντελῶς ἐξαφανισθῆ ἀπὸ τῆς ἐντυπώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§53Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον.
§54Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀρκεταὶ ἐντυπώσεις ἐν τῇ χώρᾳ ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης παρήχθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι πρόνοιαν συνταγματικήν, ἀλλὰ ὅτι καὶ ἀτέλειαι τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων ἐνεφανίσθησαν πλεῖσται ὅσαι, αἱ ὁποῖαι δέονται ἐπίσης θεραπείας· ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν καταστάσεων τούτων καὶ τὸ ἔργον τῆς πληρώσεως τῶν ἀτελειῶν τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ χωρὶς ἡ χώρα νὰ λάβῃ τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα, χωρὶς οἱ ἐπιστημονικοὶ κύκλοι τῆς χώρας νὰ τεθῶσι εἰς ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων τούτων, χωρὶς ἡ κυριαρχία τῆς χώρας νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Ὡς ἔχει δὲ σήμερον ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐντελῶς ἀμέτοχος στενωτέρων πολιτικῶν σχέσεων παρ’ ὅλην τὴν καλὴν πρόθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παρ’ ὅλην τὴν καλὴν πρόθεσιν ὅλων τῶν ἄλλων ἡμῶν, διότι καίτοι ἐδηλώθη ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα ἐμπιστοσύνης, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐπιδοθεῖσα κυρίως ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς εἰς ἐνεργείας πολιτικὰς καὶ ἐνεργείας νομοθετικάς, ἀφήσασα τὸ συνταγματικὸν ἔργον τελευταῖον ἕνεκα τῆς φορᾶς τῶν περιστάσεων, μοιραίως συνεπτύχθη εἰς πολιτικὰς μερίδας, καὶ ἀπέκτησε πολιτικὰς διαιρέσεις στενωτέρας. Τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄνευ κυριαρχίας τῆς ἐσωτερικῆς κομματικῆς ἰδέας, ἐὰν διεπράττετο κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Συνέλευσις διήνυσε βίον ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους καὶ ἐχωρίσθη κατὰ κοινοβουλευτικὰς μερίδας εἶναι δύσκολον νὰ συμβῇ τοῦτο. Σήμερον εἴτε τεθῶσι ζητήματα ἐμπιστοσύνης, εἴτε δὲν τεθῶσι ζητήματα ἐμπιστοσύνης δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὰ κόμματα τὰ πολιτικὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις εἶναι ὑποδιῃρημένη, θὰ ψηφίσωσι τὰς προτεινομένας μεταρρυθμίσεις ὑπὸ τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν ἡ ὁποία διέπει τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας. Ὡς ἔχουσι λοιπὸν τὰ πράγματα θὰ ἦτο ὀρθότερον ἵνα τὰς διατάξεις αὐτὰς τὰς μὴ θεμελιώδεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ περισσότεραι καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἡ χώρα δὲν ἀπεφάνθη, ἀναβάλλομεν εἴτε ἐφαρμόζοντες ἐπὶ τούτων τὴν εἰδικὴν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος διάταξιν τοῦ κειμένου Συντάγματος, εἴτε δι’ εἰδικοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως παραπέμποντες ταύτας εἰς τὴν πρώτην συνεχῆ Βουλήν. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἡ Συνέλευσις θὰ ἀπαλλαγῇ ταύτην τὴν στιγμὴν ἔργου σπουδαιοτάτου, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ καταναλωθῇ πολὺς χρόνος πρὸς διεξαγωγήν του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρασκευασμένη ἡ δημοσία συνείδησις. Θὰ εἶναι δὲ τελείως παρεσκευασμένη ἡ δημοσία συνείδησις ὅταν κατὰ τὰς νέας ἐκλογὰς αἵτινες θὰ ἐπακολουθήσωσι τὴν διάλυσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος, ἕκαστον τι τῶν πολιτικῶν κομμάτων θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ ἴδιον αὑτοῦ πρόγραμμα ἐπὶ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ σῶμα δὲ τὸ κοινοβουλευτικὸν τὸ ὁποῖον θὰ συνέλθῃ κατόπιν, θὰ εὑρεθῇ πλέον μὲ πλήρη διάγνωσιν τῶν πραγματικῶν ἐξελίξεων ἐκ μέρους τῆς δημοσίας γνώμης καὶ πλήρη διάγνωσιν τῶν μεθόδων αἱ ὁποῖαι προβάλλονται πρὸς διόρθωσιν τῶν ἀτελειῶν ὑπὸ τῆς δημοσίας γνώμης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων θὰ μείνωσιν ἐντὸς τῆς πραγματικῆς βάσεως ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὰ τῆς συντάξεως ἑνὸς πολιτεύματος, ἵνα κατορθωθῇ τὸ πολίτευμα τοῦτο νὰ εἶναι πραγματικὸς θεσμὸς στηριζόμενος ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἀληθείας τὴν ὁποίαν ἀποδέχονται, οὐχὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ κόμματα, ἀλλὰ ἀποδέχεται καθολικῶς ἡ δημοσία γνώμη. Ἐὰν ταύτην τὴν διάκρισιν ποιησώμεθα καὶ περιορίσωμεν τὴν ἐξέτασιν τῆς Συνελεύσεως εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, διακρίνοντες τὰς δύο ταύτας μεγάλας κατηγορίας διατάξεων, ὡς ἄλλως τε τὸ Σύνταγμα διακρίνει ταύτας, τότε θὰ συντομευθῇ ὁ χρόνος τοῦ συντακτικοῦ ἔργου καὶ θὰ περιορισθῇ αὕτη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων περὶ τῶν ὁποίων ἔχει οὐχὶ βεβαίως ἐπιτακτικὴν ἀλλὰ σαφῆ ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ θὰ κατορθώσῃ ὥστε ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον τὸ κύριον διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν παραπέμποντες δὲ τὸ ἄλλο εἰς τὴν Βουλήν, νὰ τερματίσωμεν συγχρόνως καὶ τὴν ἀνώμαλον περίοδον τῆς Συνελεύσεως, ἀποδίδοντες εἰς αὐτὴν ὁλόκληρον τὴν δύναμιν καὶ τὴν δυνατότητα ὅπως ἀποδώσῃ τὸ πολιτικὸν ἔργον τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρώτιστον ἔργον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Σώματος. Ταύτην τὴν πρότασιν ὑποβάλλω ἀκριβῶς πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου ἡμῶν.
§55Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα πάντες σύμφωνοι ὅτι τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν πρέπει νὰ περατωθῇ ὡς τάχιστα. Εἴμεθα πάντες σύμφωνοι ὅτι ἔργον συντακτικὸν δὲν εἶναι ἡ διόρθωσις φράσεων καὶ λέξεων τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ ἐν τῷ Συντάγματι οἱασδήποτε ἐπινοήσεως ἔστω καὶ ἂν φαίνεται αὕτη εὐφυὴς καὶ ὀρθή, ἀλλ’ ὅτι ἔργον συντακτικὸν εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τῆς πραγματικῆς καταστάσεως ὡς ἐχούσης δίκαιον νὰ κρατήσῃ, νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν θέσιν ἐν τῷ ὀργανισμῷ τούτῳ. Τὰς ἰδέας ταύτας καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καὶ ἐγὼ πολλάκις ἀνεπτύξαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐκ τῶν ἰδεῶν δὲ τούτων κινούμενος καὶ ἄλλοτε, προσῆλθον εἰς συστάσεις πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ περιωρίσωμεν εἰς τὸ ἐλάχιστον δυνατὸν ὅριον τὰς προτάσεις ἡμῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ προέτεινον πέντε μόνον μεταβολὰς ἐν τῷ Συντάγματι. Οὐδεμία ἐξ αὐτῶν εἶναι διόρθωσις ἄρθρου τινὸς καὶ αἱ πέντε ἀφορῶσι τὴν εἰσαγωγὴν θεσμῶν τινων. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐν τῇ πραγματικῇ καταστάσει εὕρηται πλήρης ἐκδήλωσις τῆς ἀνάγκης τῶν θεσμῶν τούτων. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὡς ἐμφανίζεται ἡ πραγματικὴ κατάστασις τὴν στιγμὴν ταύτην, προϊούσης τῆς μέχρι τοῦδε ἐξελίξεως καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν εἰσαγωγὴν θεσμῶν ἢ ἐκείνων τοὺς ὁποίους προέτεινον ἢ ἀναλόγων, διότι ἐμφανίζονται ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῇ κινουμένῃ πρὸς πολιτικὸν σκοπόν, τείνουσαι πρὸς ἀνάμιξιν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἀσύντακτοι καὶ μὴ περιλαμβανόμεναι ἐν τῷ πολιτικῷ μηχανισμῷ. Τούτων δὲ τὴν σύνταξιν ἵνα ἐναρμονισθῶσιν ἐπὶ τὸ πολιτικὸν ἔργον νομίζω ὅτι προτείνω διὰ τῶν θεσμῶν περὶ ὧν πρόκειται. Ἐν καιρῷ θὰ προσπαθήσω νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἀντίληψιν ταύτην τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἂν ἤθελον πείσῃ τὴν Συνέλευσιν ὅτι δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ κινοῦνται αἱ δυνάμεις περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ πρὸς ἔργα πολιτικὰ καὶ ἑπομένως ὅτι ἀνάγκη μεγάλη καὶ ἀναπόφευκτος εἶναι νὰ συντάξωμεν ὀργανισμὸν καὶ ἐναρμονίσωμεν αὐτὰς πρὸς τὸν μηχανισμὸν τῆς πολιτείας, κατορθώσω λέγω νὰ πείσω ὅτι ἡ ἀντίληψίς μου αὕτη εἶναι ὀρθή, τότε θὰ γίνουν δεκτοὶ οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ ἢ ἄλλοι τινὲς τὸν αὐτὸν ἐπιδιώκοντες σκοπόν. Ἄν ταῦτα δὲν σᾶς πείσουν δὲν θὰ γίνουν δεκτοί. Ἐνδέχεται καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων νὰ πεισθῶ ὅτι καὶ ἐγὼ πλανῶμαι. Λέγω ταῦτα ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντα. Ἐκ τῶν προτάσεων τρεῖς, διότι πέντε εἶναι αἱ προτάσεις, ἡ μία ἀφορᾷ τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, ἡ ἄλλη ἀφορᾷ τὴν διάλυσιν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ συζητήσεως αὐτῶν. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ παρακαλέσω ὅλους τοὺς κ.κ. συναδέλφους ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως νὰ θεωρήσουν τὰς μεταρρυθμίσεις τὰς ὁποίας προτείνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα. Σύνταγμα, κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο τι, παρὰ ἡ ἐν τῇ πολιτειακῇ μηχανῇ προσήκουσα καὶ ἁρμονικὴ τοποθέτησις τῶν διαφόρων ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπαρχουσῶν δυνάμεων τῶν ἐπὶ πολιτικῷ σκοπῷ κινουμένων. Τοῦτο, διότι Σύνταγμα κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ τὸ ἔργον μηχανικῆς ἐναρμονίσεως τῶν Δυνάμεων αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ αἱ ὁποῖαι κινοῦνται, θέλουν νὰ ἐργασθοῦν, κινοῦνται πρὸς πολιτικὸν σκοπόν. Δὲν εἶναι ἔργον σπουδαστηρίου, εἶναι ἔργον ἐργαστηρίου, εἶναι ἔργον ἐργαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐργαστήριον ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς μελέτης, τῆς ἐρεύνης; Ἡ κοινωνία, ἡ πραγματικότης. Δὲν συντάσει οἱοσδήποτε Σύνταγμα· καὶ ἄν εἷς ὁ μέγιστος νοῦς ὁ Πλάτων, συνέταξε Σύνταγμα θαυμάσιον, τὴν «Πολιτείαν τοῦ Πλάτωνος» κανεὶς νοῦς δὲν θὰ φθάσῃ εἰς τὸ νὰ κατασκευάσῃ τελειότερον Σύνταγμα μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι εἶναι ἡ θαυμασιωτέρα ἐπινόησις τῆς ὑψιπετεστέρας διανοίας, ἀλλὰ δὲν στηρίζεται ἐπὶ παρατηρήσεων τῆς πραγματικότητος. Λοιπὸν θὰ παρεκάλουν τοὺς κ. κ. συναδέλφους κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν ἀντιλαμβανόμενοι τὸ Σύνταγμα ἂν εὑρίσκουν ὅτι πρέπει ν’ ἀλλάξῃ ἠμποροῦν νὰ τὸ προτείνουν κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὄχι κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνῃ μεταβολή, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς ἐν τοῖς πράγμασι, ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἄν οὕτως ἀντιληφθῶμεν τὸ ἔργον τὸ συντακτικὸν θὰ περιορισθῇ εἰς ἐλάχιστον. Πρέπει δὲ νὰ προσφύγωμεν μετὰ γενναιότητος εἰς τὸ μέσον τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, δηλαδὴ εἰς τὸ μέσον τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν Βουλήν, ὄχι μόνον τὴν προσεχῆ, ἀλλ’ εἰς οἱανδήποτε Βουλὴν τὴν ἐξουσίαν τοῦ νὰ ἐνεργήσῃ μεταρρυθμίσεις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Διότι, κύριοι, εἶναι οὐχὶ πλημμελές, ν’ ἀνοιχθῇ ὀλίγον ἡ ὁδός, πρὸς τὴν εὔρυνσιν, πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τῶν δικαιωμάτων τῶν συνήθων Βουλῶν καὶ ἐπί τινων ἔργων σχετιζομένων μὲ τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶναι ὀρθὸν σύστημα, ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα κλείει ἐντελῶς ὑπὸ ὡρισμένην μορφὴν καὶ ὑπὸ ὡρισμένην ἐποχὴν καὶ δὲν ἀνοίγει παρὰ ὑπὸ ὅρους οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν ἀδύνατον τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ πρὸς ἄλλην ἐξέτασιν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ τὸ σύστημα. Δὲν εἶναι ὀρθὸν διότι ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον: ὑφίσταται διηνεκῆ ἐξέλιξιν, διότι ὅπως τὰ πράγματα ὑφίστανται διηνεκῆ ἐξέλιξιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοιουτοτρόπως καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλο τὶ διὰ νὰ εἶναι ὀρθὸν παρὰ ἀνατύπωσις αὐτοῦ, ἀναγκαίως καὶ τοῦτο ὑφίσταται διηνεκῆ ἐξέλιξιν. Αἱ χῶραι δὲ εἰς τὰς ὁποίας κατ’ ἐξοχὴν ἀνεπτύχθη τὸ Σύνταγμα εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν καμμίαν διάκρισιν νομοθετικῆς καὶ συντακτικῆς ἐξουσίας, εἶναι διαρκῶς ἐν ἱκανότητι συντακτικῇ εἰς μεταβολὴν ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης, ἐκτὸς τῆς διευκολύνσεως ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ πολὺ μεγαλυτέρα εἰς τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικὸν, πολὺ μεγαλυτέρα, διότι διὰ τῶν μέχρι τοῦδε Συνταγμάτων—καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ὑποδείξεών μου ἐπιχειρήματα οὔτε τοῦ πρώτου οὔτε τοῦ δευτέρου προλαλήσαντος—δὲν ἐφηρμόσθησαν οἱ περιορισμοί. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις περὶ ἀναθεωρήσεως εἶναι ἀνάγκη νὰ παροραθοῦν αἱ διατάξεις αὐταί. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου λέγω ὅτι θὰ εἶναι ὀρθόν, μέρος τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν νὰ ἐκτελέσωμεν νὰ τὸ μεταβιβάσωμεν εἰς τὰς ἑπομένας Βουλὰς δίδοντες τὴν ἐξουσίαν ἵνα αὐταὶ κανονίζουν περὶ τοῦ τὶ δέον γενέσθαι.
§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων. Ὑμεῖς λέγετε· ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ν’ ἀναθέσῃ τοῦτο εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν.
§57Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρέπει νομίζω, ν’ ἀποφύγωμεν νὰ παραπέμψωμεν διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Ἔχω ἤδη ἐφαρμόσει τὸ σύστημα τοῦτο ὡς πρὸς μίαν τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας ἔχω ὑποβάλλῃ. Δὲν λέγω διὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ δοθῇ δικαίωμα ψήφου καὶ συμμετοχῆς εἰς πᾶσαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ λειτούργημα ὡς καὶ εἰς τὸ ἕτερον φύλλον· λέγω νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ Συντάγματος ἵνα ἔχῃ οἱαδήποτε Βουλὴ τὰ τοιαῦτα δικαιώματα ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει, διότι ὡς πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ παραπεμφθῶσιν—ἵνα ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλὴν—εἰς μίαν οἱανδήποτε Βουλὴν χωρὶς νὰ περιορίσωμεν—εἰς οἱανδήποτε Βουλήν, ὅπως εἶχε τὸ πρῶτον Σύνταγμα, εἰς τὴν πρώτην Βουλὴν—νὰ παραπεμφθῶσι καὶ αἱ δύο ἄλλαι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ ἑξῆς, ἡ πρότασις τοῦ δημοψηφίσματος, τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ δημοψηφίσματος καὶ ἡ πρότασις τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Συμβουλευτικοῦ Σώματος τοῦ ἀποτελουμένου ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω διὰ τὴν ψῆφον τῶν γυναικῶν ὅτι ἐπιτρέπεται ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τοῦτο, νὰ λέγωμεν καὶ δι’ αὐτά τὰ δύο, ἐπιτρέπεται ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ διὰ τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, καὶ διὰ τὰ τρία. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ καθίσταται διάταξις Συνταγματικὴ νὰ μὴ μεταβάλλεται παρὰ κατὰ τοὺς ὅρους καθ’ οὕς μεταβάλλονται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§58Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς ἔχετε τὴν ἀντίρρησιν ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῶσι παρὰ τῆς Συνελεύσεως, διότι βλέπετε τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος προσεγγίζουσαν πρὸς ἄμεσον Δημοκρατίαν καὶ τοῦτο εἶναι θεμελιῶδες.
§59Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὴν διάταξιν αὐτὴν τόσον θεμελιώδη. Ἐγὼ γενικῶς ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ δεχθῶσι πρῶτον νὰ περιορίσωσι τὰς προτάσεις των εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι συντακτικοὶ θεσμοί, ὄχι εἰς τροποποιήσεις ἐπουσιώδεις. Δεύτερον νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει των ὅτι δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ νὰ παραπέμψωμεν τὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας προέτεινεν μίαν διάκρισιν, εἶπεν ὅτι τὰς θεμελιώδεις διατάξεις θὰ τὰς ἐπεξεργασθῶμεν, τὰς ἄλλας συλλήβδην θὰ τὰς παραπέμψωμεν. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλυθῇ εἰς συγκεκριμένην πρότασιν. Τὶ ἐστὶ θεμελιῶδες καὶ τὶ δὲν εἶναι θεμελιῶδες εἶναι ζήτημα συζητήσεως εἰς τὸ ὁποῖον ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν νὰ ὑπάρξωσι πολλαὶ συζητήσεις ἄσκοποι διατί, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας αὐτὸ ἐκεῖνο θὰ δυνάμεθα νὰ τὸ παραπέμψωμεν ἀνεξαρτήτως τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς θεμελιώδους ἢ μὴ θεμελιώδους. Τὴν αʹ πρότασιν τὴν ἐνομίσαμεν παραπεμπτέαν εἰς τὴν Βουλήν, εἰς οἱανδήποτε Βουλήν, καὶ ἄς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ἀδιαφοροῦντες ἐὰν εἶναι θεμελιώδης ἤ μὴ θεμελιώδης.
§60Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν γίνῃ ἡ πρότασις δεκτὴ τοῦ κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πληρεξουσίου ἡ Βουλή, ἡ ὁποία μέλλει νὰ διαδεχθῇ τὴν Συνέλευσιν θὰ γίνῃ ἀναθεωρητική;
§61Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Εἰς πᾶσαν Βουλήν.
§62Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ ὑφιστάμενον Πολίτευμα δὲν ὑπάρχει ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ὑπάρχουσι πολλαὶ δυνάμεναι νὰ ἀσκήσωσι τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρητικῆς.
§63Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Κάθε Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ καὶ μετὰ δέκα ἔτη, νὰ εἴπῃ εἰσάγω τὴν ψῆφον τῶν γυναικῶν, πᾶσα Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐντολὴν ἀπ’ ἐδῶ.
§64Γ. ΠΩΠ. Ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ παραμείνουν αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις;
§65Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§66Γ. ΠΩΠ. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς οἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος θὰ εἶναι ὅμοιος πρὸς τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων.
§67Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν θὰ παραπέμψωμεν, τὸ περὶ δημοψηφίσματος θὰ εἴπωμεν ὡς ἑξῆς: Ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο διὰ πλειονοψηφίας τῶν ¾ ἤ ὡς νομίσωμεν, διότι ἑκάστη παραπομπὴ θὰ εἶναι εἰδική· δι’ ἑκάστην παραπομπὴν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν καὶ ποίους ὅρους θέλομεν, διὰ πλειονοψηφίας ἤ ὅ,τι θελήσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς θεμελιώδεις θὰ ἐπρότεινον νὰ μὴ κάμωμεν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ὅρου, διότι εἶναι δυσχερέστατον νὰ καθορισθῇ τὶ εἶναι θεμελιῶδες ἐνῷ εὐχερέστατον εἶναι νὰ εἴπωμεν ἡ Α πρότασις εἶναι θεμελιώδης ἤ μὴ νὰ παραπεμφθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θεμελιῶδες, θὰ κάμω μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Αἱ θεμελιώδεις δὲν πρόκεινται οὔτε κἄν νὰ συζητηθῶσιν. Διατί; Διότι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ ἀλλάξωσι καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξωσι ποτέ. Μπορεῖ νὰ συζητηθῶσι λεπτομερειακαὶ τινὲς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀναγόμεναι, σχετιζόμεναι μὲ τὰς θεμελιώδεις ἐξουσίας. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ λεπτομερειακαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος αἱ σχετιζόμεναι μὲ τὰς θεμελιώδεις ἐξουσίας δὲν εἶναι θεμελιώδεις διατάξεις, διότι τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ἀναφερομένας δηλαδὴ εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν θεμελειωδῶν ἐξουσιῶν, αὐτὰς δὲν θὰ τὰς συζητήσωμεν, διότι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι αὗται θὰ μένωσιν. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐὰν θὰ ἔχωμεν Σύνταγμα Μοναρχικόν. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν θὰ ἔχωμεν Κοινοβούλιον, ἐὰν θὰ δώσωμεν δικαίωμα ψήφου εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐὰν θὰ ἔχωμεν τὰς προσωπικὰς ἐλευθερίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας τὰ Συντάγματα ἀναγνωρίζουσιν. Περὶ αὐτὰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν θὰ στραφῇ οὐδεμία συζήτησις. Εἰς δικονομίας τινὰς δευτερευούσης σπουδαιότητος, σχετιζομένας μὲ διατάξεις θεμελιωδῶν θεσμῶν, δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Αἱ θεμελιώδεις διατάξεις δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσιν.
§68Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἀρχαῖαι.
§69Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι εὐτυχῶς εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὡς πρὸς αὐτό. Λοιπὸν θὰ συνίστων εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς συναδέλφους τοῦτο· νὰ ἀποφύγωσιν γενικὸν ψήφισμα περὶ θεμελιώδους καὶ μὴ διατάξεων, καὶ νὰ περιορίσωσι τὰς προτάσεις των εἰς ἐκείνας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας νομίζουσιν ἀπορρεούσας ἐκ πραγματικῆς ἐξελίξεως δηλαδὴ ἐξ ἀλλοιώσεως ἐπελθούσης ἐν τοῖς πράγμασι, καὶ ὡς πρὸς ἐκείνας τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας θὰ κρίνωμεν ἐπουσιώδεις νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν δηλαδὴ νὰ τεθῇ διάταξις ἐπιτρέπουσα ὅπως ἡ Βουλὴ εἴτε δι’ ἁπλῆς πλειονοψηφίας, εἴτε ὁπωσδήποτε ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν. Νὰ δεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο, διότι εἶναι πρακτικότατον. Τοιουτοτρόπως, ἐὰν τοῦτο ἤθελεν γίνει δεκτὸν ἡ ἐργασία ἡμῶν ἤθελεν περιορισθῆ τὰ μέγιστα. Ἠθέλομεν δὲ διαπράξει ἔργον ἐπωφελέστατον, διότι ὅ,τι δὲν θὰ γίνῃ δυνατὸν νὰ ἀποφασισθῇ σήμερον θὰ γίνῃ δυνατὸν νὰ ἀποφασισθῇ προσεχῶς, ὡριμοτέρου καθισταμένου καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς δημοσίας γνώμης προσηκόντως ἐρευνωμένου. Διότι δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπορριφθοῦν σήμερον, ὅτε φανταζόμεθα ὅτι, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μίαν ἡμέραν δεκτόν, νὰ μὴ τὸ ἀπορρίψωμεν ἀλλὰ νὰ τὸ παραπέμψωμεν. Εἶναι μία διευκόλυνσις καὶ τῶν συζητήσεων καὶ τῶν πραγμάτων. Θὰ παρακαλέσω δὲ ὅλους τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρέπει ἡ ἐργασία αὕτη νὰ περατωθῇ. Πρέπει νὰ περατωθῇ διὰ λόγους ἀφορῶντας πάντας ἡμᾶς. Πρέπει νὰ καταδειχθῶμεν ἐπαρκεῖς διὰ τὸ ἔργον αὐτό, ἡ δὲ ἐπάρκεια θὰ καταδειχθῇ, διὰ σοβαρᾶς μέν, ἀλλὰ καὶ ταχείας ἐπιτελέσεως τοῦ ἔργου τοῦ Συντακτικοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεώς του.
§70Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ποία εἶναι ἡ συζητουμένη πρότασις. Εὑρισκόμεθα πρὸ δύο προτάσεων.
§71Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔληξεν.
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τὴν ἀπέσυρα.
§73Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον εἰς μίαν ἑκάστην συζήτησιν—προκειμένου περὶ ἑνὸς ὡρισμένου θεσμοῦ—πείθεται ἡ Συνέλευσις ὅτι ἀντὶ νὰ ἀποφασίσῃ σήμερον, τὸ παραπέμπει εἰς μέλλουσαν Βουλήν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἔργον Συνταγματικῆς διατάξεως ἡ ὁποία τίθεται ἀπὸ τὴν παροῦσαν Συνέλευσιν σήμερον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς ἔχει ἀντίρρησιν, διότι ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου θέματος θὰ γίνωσι συζητήσεις.
§74Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἰδική μου πρότασις εἶναι ριζικωτέρα. Ὑπέβαλον πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος μετὰ τὸ Πάσχα καὶ τὴν ἀπέσυρον καὶ ὑπέβαλον πρότασιν κατόπιν καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τῶν συζητήσεων ὥστε τὸ τέρμα τῶν συζητήσεων τῶν συνταγματικῶν νὰ ἐπέλθῃ ταχύτερον. Τώρα μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορὰ λεπτομερειακῶν ἀντιλήψεων. Ἐγὼ συνέστησα νὰ καθορίσῃ διὰ πράξεώς της ἡ Συνέλευσις ποίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος θέλει νὰ συζητήσῃ καὶ ποίας νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λέγει ὅτι ὀρθότερον εἶναι καθ’ ἑκάστην συζήτησιν νὰ λαμβάνῃ ἡ Συνέλευσις ἀπόφασιν καὶ κατέληξεν εἰς τὸ νὰ γίνεται ἡ συζήτησις ἀκεραία. Διὰ τοῦτο ἐγὼ λέγω νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἀλλὰ νὰ καθορισθῇ μία ὀλιγομελὴς ἐπιτροπὴ τῶν μερίδων ἡ ὁποία νὰ ὁρίσῃ τὶ κατὰ τὴν κρίσιν της δύναται νὰ προταθῇ ὅτι πρέπει νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐλαφρώσωμεν, διὰ τοῦτο θὰ προτείνω τὴν παραπομπὴν ὅλων τῶν ζητημάτων αὐτῶν εἰς συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν διότι ἑκάστη μερὶς ἔχει προτείνει τὴν γνώμην της, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ ἰδία μερὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι παραιτοῦμαι ὅπως σεῖς ὁ ἴδιος, κύριε πρόεδρε, εἴπατε ὅτι ἐκ τῶν 5 προτάσεων δέχομαι ἵνα αἱ τρεῖς............
§75Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Εἶναι προσωπικὴ πρότασις.
§76Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι ὡς Κυβέρνησις, κύριε Μάτεσι. Ἀλλὰ εἶναι ἀρχηγὸς κόμματος καὶ εἶναι πρόγραμμα τοῦ κόμματος.
§77Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τὰ συνταγματικὰ δὲν ὑπάρχει καμμία δέσμευσις καὶ ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ.
§78Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κάμνετε μίαν παρεξήγησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔπραξε, δηλῶν ὅτι δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν Κυβέρνησιν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἔχει πρόγραμμα ὡρισμένον, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ εἴπῃ ὅσα πιστεύει διὰ τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ.
§79Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Τὰ κόμματα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῇ χώρᾳ εἶναι κόμματα Κοινοβουλευτικά, δηλαδὴ στρεφόμενα περὶ τὰς ἀντιθέσεις, περὶ τὰς διακρίσεις τῶν γνωμῶν αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν σχέσει μὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν ζωήν· δὲν εἶναι κόμματα σχετιζόμενα μὲ τοὺς θεσμοὺς τοὺς ἐξεταστέους ἐν τῇ Συνελεύσει.
§80Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι μὲ τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ στρέφεσθε περὶ τῶν δευτερευόντων θεσμῶν.
§81Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἑπομένως ἐγὼ ἐξέφρασα τὰς ἰδέας μου. Δὲν ἀποκλείεται οἱοσδήποτε ἐκ τῶν φίλων μου νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε γνώμην χωρὶς τοῦτο νὰ ἀποτελῇ ἔλλειψιν συνδέσμου κόμματος ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ὕπαρξιν τοῦ κόμματος.
§82Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δίδει εὐρυτέραν ἔννοιαν εἰς τὸν δεσμὸν μεταξὺ τῶν μελῶν ἑνὸς κόμματος καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος. Ἐγὼ δίδω στενωτέραν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ἄλλο εἶναι παράστασις πολιτικοῦ κόμματος ἔχοντος εἴτε κοινοβουλευτικάς, εἴτε συνταγματικὰς ἀρχὰς καὶ ἄλλο Κυβέρνησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὲ τὴν ἰδιότητα ὑφ’ ἥν παρίσταται, τοῦ ἀρχηγοῦ ἑνὸς μεγάλου κόμματος πλειοψηφοῦντος ἐν τῇ Συνελεύσει, ἐξέθηκεν ὡρισμένας γνώμας περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ πολιτεύματος. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔχει ὑποβάλλει προτάσεις, ἡμεῖς ἔχομεν ὑποβάλλει προτάσεις, διάφοροι πληρεξούσιοι ἔχουσιν ὑποβάλλει προτάσεις, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αἱ προτάσεις εἶναι, τοὐλάχιστον, ὑποβεβλημέναι παρὰ ὀργανωμένων ὁμάδων, εἶναι ὀρθὸν νὰ καθορίσουν αὗται ποῖαι ἐκ τῶν προτάσεων τῶν ὑποβεβλημένων νομίζουσιν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ προταθῶσι, κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον τῆς Συνελεύσεως, ὁριστικῶς καὶ ποῖαι εἶναι ἐπιτετραμένον νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἄλλην Βουλήν. Τοῦτο τὸ παράδειγμα ἔδωσεν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νομίζω ὅτι ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἀφετηρία ὅπως ἡ Συνέλευσις, εἰ δυνατόν, καταλήξῃ εἰς κατάρτισιν μιᾶς ἐπιτροπῆς ὀλιγομελοῦς εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀντιπροσωπευθοῦν ὅλαι αἱ μερίδες καὶ ἐνώπιον τῶν ὁποίων νὰ δηλώσωσιν οἱ ὑπεύθυνοι τῶν μερίδων τὸν χωρισμὸν τῶν προτάσεων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως θὰ διηυκολύνετο, διότι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ προτάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ παρεπέμποντο εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν θὰ ἀπησχόλουν τὴν Συνέλευσιν ἐλάχιστον, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι προτάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἤθελον αἱ διάφοροι μερίδες νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις εἴτε ναὶ εἴτε ὄχι θὰ ἀπησχόλουν τὴν Συνέλευσιν καὶ οὕτω κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ τερματισθῇ ταχύτερον τὸ ἔργον συμφώνως μὲ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὅλοι οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει.
§83Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα σύμφωνοι ἐν τῇ συστάσει πρὸς τοὺς γενήτορας τῶν διαφόρων προτάσεων περὶ μεταβολῆς τοῦ Συντάγματος νὰ περιορίσουν ἑαυτοὺς εἰς τὰς οὐσιώδεις καὶ νὰ ἐρευνήσουν ποίας ἐξ αὐτῶν δύνανται νὰ δεχθοῦν νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Ὅτι τοῦτο δὲ διευκολύνει τὸ ἔργον ἡμῶν ἐπίσης εἴμεθα σύμφωνοι. Πῶς θὰ γίνῃ ἡ πραγματοποίησις αὐτῆς τῆς συστάσεως εὐχερεστέρα, τοῦτο εἶναι τὸ θέμα. Ὁ κ. πληρεξούσιος λέγει νὰ καταρτίσωμεν μίαν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μεταβοῦν οἱ διάφοροι προτείναντες καὶ νὰ συζητήσουν ἐκεῖ περὶ τοῦ πράγματος. Ἄν οἱ προτείναντες παραιτοῦνται ἠμποροῦν κάλλιστα νὰ τὸ εἴπουν καὶ ἐδῶ, ἄν ἐπίσης οἱ προτείναντες δέχονται τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν Βουλὴν πάλιν δὲν θὰ κερδίσωμεν τίποτε, ἄν μεταβοῦν καὶ τὸ εἰποῦν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐνῷ ἔχοντες αὐτὴν τὴν διάθεσιν θὰ δύνανται νὰ τὸ εἰποῦν καὶ ἐδῶ, διότι καὶ ἄν τὸ εἰποῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν θὰ λείψῃ νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐδῶ, ὅπου θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἀπόφασις παραπομπῆς, ἑπομένως θὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἡ προηγουμένη δήλωσις ἐνώπιον ἐπιτροπῆς δὲν θὰ ἐλαφρύνῃ τὸ ἔργον μας. Ἀλλὰ θὰ συμβῇ καὶ κἄτι ἄλλο. Θὰ μεταβοῦν ὅλοι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ κάμουν τὰς τοιαύτας δηλώσεις; Τότε ἄς τὰς κάμουν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἄς ὑποβάλουν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἕν σημείωμα ὅτι τὴν τάδε πρότασίν των τὴν ἀποσύρουν ἤ ὅτι τὴν διατυποῦν ὡς πρότασιν περὶ θέσεως διατάξεως παραπεμπούσης τὸ θέμα τοῦτο εἰς μίαν Βουλήν. Τὸ Προεδρεῖον ὅλας αὐτὰς τὰς δηλώσεις τὰς τυπώνει καὶ τὰς ἀνακοινώνει καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ χάσωμεν χρόνον διὰ συστάσεως ἄλλης ἐπιτροπῆς.
§84Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τοῦτο ἤθελον νὰ καθορίσω. Τουλάχιστον διὰ τὴν ἐμὴν συνείδησιν αἰσθάνομαι τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα ὅτι ὑφίσταται, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ πολίτευμα τὸ ἐφαρμοζόμενον. Ἑπομένως τὰ πολιτικὰ κόμματα εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος καὶ ὄχι ὑπὲρ τὸ πολίτευμα, καθ’ ἥν δὲ στιγμὴν συζητεῖται πολίτευμα, συζητοῦνται διατάξεις συνταγματικαί· δὲν ὑπάρχουν πλέον κομματικαὶ ἀντιλήψεις, ὑπάρχουν ἀντιλήψεις συνταγματικαί, ὑπάρχουν ἀντιλήψεις προσωπικαί, διότι ἡ Συνέλευσις εἶναι ὑπὲρ τὰ κόμματα καὶ τὰ κόμματα εἶναι ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἡ Συνέλευσις θὰ κανονίσῃ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§86Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ γενομένη εἶναι ἐντελῶς ματαία. Ἄν ρίψετε ἕν βλέμμα εἰς τὸ κείμενον τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, θὰ ἴδητε ὅτι τὰ πλεῖστα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος παραμένουν τὰ αὐτά, ἐλάχιστα δὲ εἶναι αἱ γενόμεναι τροποποιήσεις. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι μὲ ὀλίγην ἀγαθὴν διάθεσιν ἡ Συνέλευσις θὰ ἠδύνατο τάχιστα νὰ τερματίσῃ τὸ Συντακτικὸν της ἔργον. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦτο θέλω νὰ τονίσω, διότι δὲν ἐλέχθη, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀλιγώτερον πταίει εἰς ὅλην τὴν ἀνώμαλον περίστασιν εἶναι τὸ δυστυχισμένον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε πράγματι ἐντελῶς ἀθῶον. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν διαρρεύσασαν τριετίαν πλεῖστα ὅσα ἀδικοπραγήματα ἔλαβον χώραν, ἐδυναστεύθη ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, ἔλαβον χώραν γεγονότα, τὰ ὁποῖα καιρίως ἔθιξαν τὰ πολύτιμα δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν ἀσφαλῶς δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα, ὅταν ἐφηρμόσθη εἰλικρινῶς ὑπῆρχε τάξις καὶ εὐνομία ἐν τῇ πολιτείᾳ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πταίει, κύριε Πρόεδρε, ὑπῆρξεν ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Λέγω δὲ τοῦτο διότι ἦλθε καὶ ἐγκατέστη ἐνταῦθα ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου διὰ νὰ ἐπιτελέσῃ ὅσα ἐπετέλεσεν, ἔκαμεν ὥστε νὰ ἀναβιώσῃ ἡ Βουλὴ τῆς 31 Μαΐου καὶ ἐρωτῶ: αὐτὸ εἶναι ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος ἤ παραβίασις τοῦ Συντάγματος; Καὶ ὅταν ἐχρειάσθη διὰ νὰ καταδυναστεύσουν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου νὰ καταργήσουν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν τὴν ἐσάρωσαν δι’ ἑνὸς καὶ μόνου Διατάγματος. Καὶ ἐρωτῶ διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος καὶ δι’ ὅσα κακὰ ἐπῆλθον ἐκ τῆς ἀναστολῆς ταύτης: πταίει τὸ Σύνταγμα; Ἀσφαλῶς δὲν πταίει τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Δοθέντος λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πταίει τὸ Σύνταγμα καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς λείπει δὲν εἶναι ὁ θεσμὸς διότι τοὺς θεσμοὺς τοὺς ἔχομεν, φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα ἄριστα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ συντακτικὸν ἔργον μετὰ ταχύτητος περαίνοντες τὴν ἀνώμαλον αὐτὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν διανύομεν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§88Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς Συνελεύσεως ἄν πρόκειται νὰ γίνῃ συντακτικὴ ἢ ἀναθεωρητικὴ μόνος ἐγὼ διαφωνῶν τότε εἶπον ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπὸ φύσεως εἶναι συντακτικὴ ἀλλ’ ἐν τῷ συντακτικῷ αὐτῆς δικαιώματι ἔδει νὰ καθορισθῇ ἀναθεωρητικὴ καὶ ἀνεκοίνωσα τότε καὶ τοὺς λόγους καὶ τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους εἶχον εἰς πολλὰ ζητήματα ἰδίᾳ δὲ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, προσέθεσα δὲ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη μου ἔπρεπεν ἡ Συνέλευσις νὰ σπεύσῃ νὰ περατώσῃ τὸ συντακτικὸν αὐτῆς ἔργον ἵνα τὸ Κράτος ἐπανέλθῃ εἰς τὴν νόμιμον καὶ κανονικὴν αὐτοῦ τροχιάν. Ὑπέδειξα καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς κινδύνους καὶ τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους εἶχον. Τὰ πράγματα ἐδικαίωσαν τοὺς φόβους μου. Καὶ ἤδη ἀναγνωρίζεται ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη ὅπως περατωθῇ τὸ Συντακτικὸν ἔργον καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν νόμιμον καὶ κανονικὴν πορείαν. Προφανῶς πρέπει νὰ ληφθῇ κἄποιον μέτρον, ὅπως ἐπισπευθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς ὅσα ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνέπτυξε, νὰ διακριθῶσιν αἱ θεμελιώδεις καὶ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ποῖος θὰ καθορίσῃ τοῦτο; Ἐκτὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας, αἱ διατάξεις τῶν ὁποίων θεωροῦνται παρά τινων συγγραφέων ὡς θεμελιώδεις, ἄν καὶ ἀπόφασις τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως ἐθεώρησε καὶ ταύτας ὡς ἀναθεωρητέας καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ προνόμια τοῦ Σώματος διὰ πράξεως τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς νὰ περιορισθῶσιν ἤ νὰ αὐξηθῶσι, παρὰ λέγω, τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως, ἐν τούτοις παρὰ πάντων τῶν συγγραφέων εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη, μόνον αἱ περὶ θρόνου καὶ Βασιλέως διατάξεις ἐθεωρήθησαν ὡς θεμελιώδεις, πᾶσαι δὲ αἱ ἄλλαι ἀμφισβητοῦνται καὶ ὑπὸ τῶν συγγραφέων. Τινὲς μὲν θεωροῦσι ταύτας ὡς θεμελιώδεις τινὲς δὲ ὡς μὴ θεμελιώδεις. Ἄλλοι πάλιν διχογνωμοῦντες ὑποστηρίζουσι τὸ ἀντίθετον. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ πρᾶγμα ἀκριβῶς θὰ ὁμιλήσω περὶ δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Συζητουμένης τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος ἐν τῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ 1911, ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος, καθόσον ἡ δικαστικὴ ἰσοβιότης εἶναι διάταξις μὴ θεμελιώδης καὶ ἑπομένως ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δύναται νὰ μεταβάλῃ ταύτην. Ὁ ἀρχηγὸς τότε τοῦ Βενιζελικοῦ κόμματος ἠρνήθη εἰπὼν ὅτι δικαστικὴ ἰσοβιότης εἶναι διάταξις θεμελιώδης καὶ προεκλήθη συζήτησις ἐν τῇ Συνελεύσει. Καὶ ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι θεμελιώδης.
§89Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἐξεδόθη τοιαύτη ἀπόφασις.
§90Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι· ἐξεδόθη ἀπόφασις. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1911, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι θεμελιώδης κωλύει τὴν σημερινὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ νὰ ἀποφασίσῃ ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδης; Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1911 νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει ὅτι, ἄν ὑπὸ Βουλευτοῦ προτείνηται μία διάταξις ὡς θεμελιώδης ἢ μὴ τοῦ Συντάγματος, ἀποφαίνεται ἡ Συνέλευσις. Ἑπομένως ἔργον τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ ἀποφανθῇ ἄν μία διάταξις εἶναι θεμελιώδης ἢ οὔ. Ἑπομένως ἀκριβῶς ἐπανερχόμεθα εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐπὶ πάσης διατάξεως θὰ ἀποφαίνηται ἡ Συνέλευσις ἄν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ταύτης ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θὰ γίνῃ τὸ ἴδιον; Διότι θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν μία διάταξις ἢ οὔ. Ἄν δηλαδὴ ἡ διάταξις αὕτη θεωρεῖται θεμελιώδης ἢ μή. Καὶ οὕτω πῶς ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἑκάστης Συνταγματικῆς διατάξεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Μεταρρυθμιστικοῦ κόμματος προτείνει τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς ὀλιγομελοῦς, ἡ ὁποία νὰ ἀποφασίσῃ. Προφανῶς τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι δυνατὸν ἐν μέρει νὰ περιορίσῃ τὴν πολυλογίαν τοὐλάχιστον. Διότι ἐφ’ ὅσον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων μείνουν σύμφωνοι ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις θὰ ἐπιμείνουν ν’ ἀναβληθοῦν ἢ ἀντιθέτως νὰ συζητηθοῦν ἐν τῇ Συνελεύσει τῇ παρούσῃ, παρακληθῶσι δὲ πολλοὶ τῶν κ.κ. πληρεξουσίων νὰ μὴ θελήσωσι νὰ ἐπεκτείνωσι τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσουν διὰ μακρῶν, τότε ὁπωσδήποτε θὰ κερδίσωμεν χρόνον τινά. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο εὐχερέστερον πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ πρὸς ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ἐφ’ ὅσον θὰ γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ ἄν μία διάταξις πρέπει νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς παρούσης Συνελεύσεως ἤ ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Βουλήν, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεων τῶν πληρεξουσίων, διότι ὁ χρόνος τὸν ὁποῖον παρεδέχθημεν τῶν 45 λεπτῶν εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἠμπορεῖ νὰ ἐγείρῃ τόσον μεγάλας συζητήσεις ὥστε θὰ παραταθῇ τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ μακρόν. Ἤμην καὶ ἐγὼ τότε τῆς γνώμης ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς ἀγορεύσεως ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ οὔ Συνταγματικῶν διατάξεων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ ἀποφάσεως ἄν ἡ τάδε Συνταγματικὴ διάταξις πρέπει νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς παρούσης Συνελεύσεως ἤ ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν μέλλουσαν Βουλήν, νομίζω ὅτι ὁ χρόνος τῶν 45 λεπτῶν εἶναι πολὺς καὶ πρέπει νὰ περιορισθῇ. Διότι ἄν ἔχωμεν 45 λεπτά, κατ’ ἀνάγκην ἕκαστος τῶν πληρεξουσίων θὰ ὑπεισέρχεται ἐν τῇ συζητήσει καὶ εἰς τὸ κατ’ οὐσίαν θέμα διατάξεως.
§91Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ ὑποτίθεται ὅτι θὰ προσπαθήσωμεν νὰ εὕρωμεν τρόπον νὰ βραχύνωμεν τὴν συζήτησιν. Ἄν ὑπάρξουν πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸ ἐννοοῦν θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τοὺς κάμωμεν νὰ τὸ ἐννοήσουν, ὅτι κάμνομεν ἔργον καταστροφῆς μακρυγοροῦντες. Δὲν πρόκειται νὰ εὑρεθῇ μία μέθοδος διὰ νὰ κάμωμεν νὰ ἐννοήσουν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν. Ἑπομένως μοιραίως εἰς τὴν περίστασιν ταύτην θὰ ὑποστῶμεν αὐτὸ τὸ φρικτὸν δεινόν. Τὸ ζήτημα εἶναι πῶς θὰ κάμωμεν γρήγορα νὰ προχωρήσωμεν καὶ ἡ πρώτη βάσις εἶναι νὰ ἐπιτρέψωμεν οὕτως ὥστε ἡ συζήτησις νὰ προχωρήσῃ.
§92Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν μὲ ἀντελήφθητε. Ἐγὼ εἶπον ἀκριβῶς προκειμένου περὶ ζητήματος συζητήσεως ἄν μία πρότασις θὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς παρούσης Συνελεύσεως ἤ θὰ παραπεμφῇ εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν, ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῶν 45 λεπτῶν νὰ μὴ ἰσχύῃ ἀλλὰ τὸ ὅριον τὸ χρονικὸν νὰ ἐλαττωθῇ.
§93Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι συμφωνότατος νὰ γίνῃ 20 λεπτά.
§94Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. 15 λεπτά.
§95Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Σύμφωνος.
§96Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ἐργασίας. Εἶναι ἕνας τρόπος νὰ ἐννοήσουν οἱ κ. πληρεξούσιοι ὅτι πρέπει νὰ συντομεύσωμεν τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως, διότι ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα τὸ ἐπιβάλλουν.
§97Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς δὲν ὑπάρχει πλέον. Λοιπὸν νὰ προχωρήσωμεν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων.
§98Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ νὰ διακόψωμεν αὔριον.
§99Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ὄχι διὰ νὰ μὴ κάνω τὴν συζήτησιν ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν τερματίσω ταχύτερον.
§100Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως, δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀναβολῆς, νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου.
§101Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Αἱ δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὰς προτάσεις αὐτοῦ εἶναι κατὰ τοῦτο διευκρινιστικαὶ τοῦ πράγματος, ὅτι δὲν γεννᾶται ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Αἱ προτάσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιαῦται, ὥστε ὄχι μόνον μεταβάλλουν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τὸ Πολιτικόν.
§102Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν συζητεῖται αὐτὸ τώρα. Ὅταν συζητηθῶσιν θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τὶ εἶναι αἱ προτάσεις. Εἶπον ὅτι ἀντὶ νὰ γίνῃ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν ἐν τῇ ἐνεστώσῃ Συνελεύσει, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἰσαχθῶσι ἐκεῖ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ αὕτη.
§103Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, ν’ ἀποφασίσῃ κατ’ ἀρχὴν ἡ Συνέλευσις, ἐὰν θὰ δεχθῇ τὴν βάσιν αὐτὴν ἤ ὄχι, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τῶν ἑπομένων ἄρθρων.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§105Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πληρεξούσιον ὅτι δὲν πταίει τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πταίει ἡ μὴ ἐφαρμογή του ἤ μᾶλλον ἡ ἀθέτησίς του. Ἔργον τῆς παρούσης Συνελεύσεως εἶναι νὰ ἐξεύρῃ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ προλαμβάνῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰς τοιαύτας ἀθετήσεις, ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπετύχωμεν διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς μεταρρυθμιστέας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐπεξειργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἔχω ὑποβάλλει ἤδη εἰς τὴν ψῆφον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλας τὰς διατάξεις αὐτάς, ἐπ’ οὐδενὶ δὲ λόγῳ νὰ παραπεμφθῇ μέρος αὐτῶν εἰς μέλλουσαν Βουλήν. Τοῦτο θὰ μετέβαλλε τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν εἰς ἀγγλικὸν κοινοβούλιον, διότι τὸ Ἀγγλικὸν κοινοβούλιον εἶναι τὸ μόνον κοινοβούλιον ἐν τῇ Εὐρώπῃ, τὸ ὁποῖον δύναται ἑκάστοτε νὰ ἀναθεωρῇ συνταγματικὰς διατάξεις καὶ νὰ μεταβάλλῃ τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ καὶ αὐτό, κύριοι, δὲν γίνεται εὐκόλως ἐκεῖ, ἀλλ’ ὁσάκις πρόκειται νὰ ἀναθεωρηθῇ μία διάταξις διαλύεται ἡ κάτω βουλὴ καὶ καλεῖται ὁ λαὸς νὰ ἀποφανθῇ διὰ νέων ἐκλογῶν, ἄν ἀποδέχεται τὴν διάταξιν αὐτὴν ἤ ὄχι. Ὑπάρχουν δὲ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπουν εὐκόλως τὰς τοιαύτας μεταβολάς· ὥστε δὲν εἶναι εὔκολον ἑκάστοτε νὰ μεταβάλληται μία τοιαύτη διάταξις. Τοιαύτη διάταξις ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τοιαύτας ἔχει καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1912. Ἀλλοίμονον, κύριοι, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν εἰς Βουλὴν Ἑλληνικὴν νὰ προβαίνῃ εἰς ἀναθεώρησιν συνταγματικῶν διατάξεων. Ἔχομεν ἤδη νομοθετικὸν δίκαιον, καθορίζον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ψηφίζονται οἱ νόμοι. Διὰ τοῦτο, κύριοι, προτείνω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα. Νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ ἀναβολή, ἡ ὁποία πάντοτε ὑφίσταται. Ἂς προτιμηθῶσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι πράγματι ἐπείγουσαι καὶ πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν, αὐταὶ δὲ ἄς συζητηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν συντόμως. Ἀλλὰ δι’ ὄνομα Θεοῦ, νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἀναθεωρήτους οἱασδήποτε συνταγματικὰς διατάξεις ὅπως ἀναθεωρηθῶσιν εἰς μέλλουσαν Βουλήν, ὅταν εἰξεύρωμεν πῶς ἐργάζονται αἱ Βουλαὶ αὐταί, ὅταν μάλιστα ἔχουν μεγάλας πλειοψηφίας καὶ πρωθυπουργοὺς ἐπιβάλλοντας τὴν θέλησιν αὐτῶν.
§106Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπρότεινα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Πρέπει νὰ διασαφηνίσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον. Εἶπον τὸ ἑξῆς: Ἐγὼ προτείνω διὰ τῆς πρώτης μου προτάσεως, ἵνα διὰ νόμου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένου δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ μετέχειν πασῶν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν εἰς τὰς γυναῖκας. Τοῦτο προέτεινα. Εἶναι τοῦτο ἀνάξιον ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως; Ὄχι. Εὐρύνων τὰ ὅρια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, λέγω ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ λύσῃ καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Συνέλευσις αὐτὴ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρῇ καὶ τὸ Σύνταγμα. Ἡ Συνέλευσις λαμβάνει εὐρυτέραν τινὰ δικαιοδοσίαν, ἀφορῶσαν ὡρισμένον τὶ θέμα. Λέγω νὰ τεθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος διὰ νόμου, ἐὰν δὲν εἴπωμεν τίποτε ἄλλο δύναται διὰ νόμου νὰ τεθῇ καὶ νὰ ἀναιρεθῇ. Ἐὰν εἴπω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἡ κατάργησις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, τότε εἶναι νομοθετικὴ διάταξις.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος...
§108ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὔριον, αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§109Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Λεβίδης.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 8. 25′ μ.μ.).