| 1987 | Ἕλληνες | 196.308 | |
| 1988 | Τοῦρκοι | 158.218 | |
| 1989 | Ἀρμένιοι | 14.908 | |
| 1990 | Ἰσραηλῖται | 9.928 | |
| 1991 | Βούλγαροι | 33.071 | |
| 1992 | Ἐν ὅλῳ | 412.433 |
1921.04.05
2,711 rows · 19,384 words · 1 table · 131 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31η
Δευτέρα 5ης Ἀπριλίου 1921
Προεδρία κ. Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
(Ὥρᾳ 5. 50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δώσω διὰ τὰ πρακτικὰ μίαν σημείωσιν, διότι εἶναι ἐσφαλμένα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Κεντρικὴ τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, δι’ ἐγγράφου αὐτῆς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, παρακαλεῖ αὐτόν, ὅπως εὐαρεστούμενος παρευρεθῇ μετὰ τοῦ Προεδρείου εἰς τελεσθησομένην ἑορτήν, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν τὴν 7ην Ἀπριλίου ἐ. ἔ. καὶ ὥραν 4 μ.μ. εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ὑπὲρ τῶν Φιλελλήνων. Τὸν πανηγυρικὸν θέλει ἐκφωνήσει ὁ κ. Ν. Στράτος. Ἐπίσης τὴν 8ην Ἀπριλίου θὰ τελεσθῇ λειτουργία, καθ’ ἥν θέλει ἀνακηρυχθῇ εἰς Ἅγιον ὁ Ἐθνομάρτυς Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Εʹ. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀνδροῦτσος. Παρακαλῶ νὰ παραστῆτε.
§5Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπετε δύο λέξεις νὰ εἴπω πρὸς τὴν Συνέλευσιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§7Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισεν, ὅπως ἑορτασθῇ ἡ ἐπέτειος τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος. Πραγματικῶς ἔλαβε χώραν ἑορτὴ εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεος σεμνοτάτη καὶ σοβαρωτάτη. Ἤκουσα πανηγυρικόν, ἐκφωνηθέντα ἀπὸ μέλους τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὅστις ἀληθῶς ἦτο ἐμπνευσμένος. Καὶ πράγματι ὁ λόγος τοῦ κ. πληρεξουσίου ἦτο ἀληθῶς καλλιτέχνημα. Νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχομεν τὸν λόγον ἐκεῖνον, ἕνεκα τῆς ἱστορικῆς αἰτίας, καὶ διότι ἐγένετο τῇ ἐντολῇ τῆς Συνελεύσεως, καθῆκον ἔχομεν νὰ τυπώσωμεν δημοσίᾳ δαπάνῃ, νὰ διανεμηθῇ δὲ καὶ νὰ λάβῃ κυκλοφορίαν ὅσῳ τὸ δυνατὸν μεγαλειτέραν, ὅπως ἀφίσῃ πραγματικῶς ἀποτέλεσμα σπουδαῖον εἰς τὰς ψυχὰς τῶν συγχρόνων καὶ τῶν μεταγενεστέρων. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις δὲν θέλει ἀρνηθῆ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ λόγου, ἀφοῦ πραγματικῶς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Συνελεύσεως τοσοῦτον λαμπρῶς ἐπέτυχεν εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ εἰς αὐτὸν ἀνετέθη.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ ἐκτιμῶ, ὅπως καὶ ὑμεῖς, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἐφρόντισα δὲ νὰ δημοσιευθῇ αὕτη εἰς καθημερινὴν ἐφημερίδα. Ἐὰν νομίζητε τώρα ὅτι καὶ ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ τυπωθῇ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§9Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιευθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Νὰ τυπωθῇ καὶ ἰδιαιτέρως.
§11Κ. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ. Ἤθελον παρατηρήσει, ἐὰν ἦτο δυνατόν, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἑκατονταετηρίδος νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ὅλαι αἱ χῶραι.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος περὶ αὐτοῦ, ὡμίλησε περὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὠργάνωσε τὴν τελετὴν τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως εἰς τὴν μνήμην τῶν ἱερολοχιτῶν. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον, ἀνήκει εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ἁγιωργιτίκων τοῦ τέως δήμου Κορθίου ζητοῦσιν ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ σχετικὸς περὶ κοινοτήτων νόμος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ 9ον καὶ 10ον ἄρθρον αὐτοῦ. Ὁ Ὑποστράτηγος Ἰωάννης Γιαννακίτσας ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐκ 32 σελίδων διαφωτιστικὸν τῶν ἐνεργειῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως Σκουλούδη, ἧς μέλος ἦτο καὶ αὐτός, σχετικὸν πρὸς τὴν κατὰ τὸ ἔτος 1916 παράδοσιν τοῦ ὀχυροῦ Ροῦπελ καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Ἡ Ἠπειρωτικὴ Ἕνωσις Ἀμερικῆς ἐκ Βοστώνης χαιρετίζει τοὺς ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ἀντιπροσώπους, ἐλπίζει δὲ εἰς τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ ζητήματος. Ὁ Λυκειάρχης Θεμ. Ταβουλάρης ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ὑποδεικνύει τὸν τρόπον τῆς ἐξευρέσεως τῶν πόρων δι’ οὗ θ’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ παθόντες κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετοῦς τυρραννίας. Ἡ Ἑλένη χήρα Δ. Βασιλειάδου, καθηγητοῦ, ζητεῖ ὅπως τῇ δοθῇ μηνιαία σύνταξις, καθόσον ὁ σύζυγός της ἐχρημάτισε καθηγητὴς ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη εἰς Θράκην. Ἡ Γεωργικὴ Ἕνωσις Βαθέος τῆς Σάμου ζητεῖ μεταρρύθμισιν τοῦ ὑφισταμένου περὶ δασῶν νόμου. Ἐπιτροπὴ τοῦ Σώματος τῆς Τελωνοφυλακῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα τοῦ Σώματος, δι’ οὗ παρακαλεῖται ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων τῶν βαθμοφόρων τοῦ Σώματος καθὼς καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν. Κηδεμόνες μαθητῶν Βαρυμπόπης αἰτοῦνται, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου. Ὁ Ρεμζῆ Μουσταφᾶ πασᾶς, κάτοικος Ἰωαννίνων, παρακαλεῖ ὅπως διὰ νομοθετικοῦ μέτρου ἐξαιρεθῇ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τὸ τσιφλίκιον Μέγα Μπιζδούνιον ἔξωθι τῆς πόλεως Ἰωαννίνων, ἐπειδὴ μετεβλήθη εἰς καλλιεργήσιμον ἀπὸ βαλτώδους, δαπάναις τῆς οἰκογενείας του. Ὁ ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων Ἀκροπόλεως καὶ Ἀττικῆς ὑποβάλλει ἔκκλησιν αἰτούμενος τὴν ἀνασκαφὴν τῆς ἀρχαίας πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ Διδασκαλικὴ Ἕνωσις τῆς Σάμου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ διαβαθμίσεως τῶν σχολείων καὶ διδασκάλων. Ἔφεδροι Χωροφύλακες τοῦ νομοῦ Ἡρακλείου ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς χορηγηθῇ ἐπίδομα 16 μηνῶν, καθ’ ὅ ὑπηρέτησαν ἐν ἐφεδρείᾳ. Ὁ Ἠλίας Χονδρόπουλος, κάτοικος Μεγαλοπόλεως, παντοειδῶς ταλαιπωρηθεὶς κατὰ τὸ πρώην καθεστὼς καὶ τέλος ἀπολυθεὶς ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ δοκίμου οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου, αἰτεῖται τὸν ἐπαναδιορισμόν του. Ἀπότακτοι Κερκυραῖοι χωροφύλακες παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ἱκανοποιήσεώς των. Οἱ Ἀναστάσιος Γερντᾶς καὶ Εὐάγγελος Χατζῆς, κάτοικοι Φλωρίνης, ὑποβάλλουσιν αἰτήσεις ἀκυρώσεως ἐνοικιάσεως λιμνῶν πρὸς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου. Ὁ λαὸς τῆς Κοζάνης, εὑρισκόμενος ἐν ἀγωνίᾳ, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀκυρωθῇ ὁ νόμος 1640 διὰ τὰς ὑπὸ ἐκδίκασιν ὑποθέσεις τοῦ φορολογικοῦ ἔτους 1919. Γεωργοὶ τῆς Κοινότητος Κλεισούρας τοῦ νομοῦ Φλωρίνης ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου δεκάτης καὶ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ συστήματος τῶν καζανίων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Δρανίτσας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, ἐκφράζοντος τὴν εὐχὴν ὅπως τὰ δάση τῶν Ἀγράφων παραμείνωσι κοινοτικὰ ἢ ἰδιόκτητα, παραιτουμένου τοῦ Κράτους τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἀξιώσεών του. Ἀνάπηροι πολέμου ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ αἰτοῦνται μονιμοποίησιν καὶ ὑπαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸν νόμον 680 τροποποιηθέντα διὰ τοῦ νόμου 911 περὶ διαθεσιμότητος. Ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος ἔχει ἐπ’ αὐτῆς τὸν λόγον.
§13Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὴν ἀναφορὰν τῶν τραυματισθέντων καὶ ἀναπήρων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ τελευταίου πολέμου καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναμείνῃ ἡ Συνέλευσις τὴν ἐγγραφὴν καὶ τὴν συζήτησιν ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Θὰ εἶναι ἀργά. Εἶναι ἀναφορὰ ἀξιωματικῶν ἐφέδρων, ἐκ τῶν ὁποίων εἶδον τινὰς ἔξω τοῦ βουλευτηρίου, μὲ μίαν χεῖρα ἤ ἕνα πόδα. Αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον περὶ διαθεσιμότητος καὶ οὕτως ἀπέρχονται τοῦ στρατοῦ φέροντες ὡς ἐφόδιον τὴν ἀχρηστίαν. Ἤδη ζητοῦν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον 680, ὁ ὁποῖος ἔχει λάβει πρόνοιαν, ἵνα τίθενται οἱ ἀνάπηροι εἰς τὴν τιμητικὴν θέσιν τῆς διαθεσιμότητος προαγόμενοι. Φρονῶ ὅτι ἐκπροσωπῶ πᾶσαν τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐν τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ.....
§14ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§15Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα τῇ συναινέσει τοῦ Σώματος ἡ ἀναφορὰ διαβιβασθῇ ἀμέσως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ὑποβάλῃ ὡς τάχιον νομοσχέδιον προνοοῦν περὶ τῆς τύχης αὐτῶν, ἤτοι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον 680, «περὶ μονίμου διαθεσιμότητος». Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον μέτρον, δέον νὰ ἐπεκταθῇ διὰ τοῦ νέου νόμου, εἰς πάντας τοὺς νέους προασπιστὰς τῆς πατρίδος ἐφέδρους ἀξιωματικούς, οἵτινες ἤθελον περιέλθῃ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἀναπήρων καὶ ταχθῶσι, μονιμοποιούμενοι εἰς τὴν τιμητικὴν τάξιν τῆς διαθεσιμότητος. Εἶναι στοιχειῶδες καθῆκον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τῆς πατρίδος πρὸς αὐτοὺς τοὺς συντελεστὰς τῆς νίκης, τῆς ἱστορίας, τῆς δόξης. (Χειροκροτήματα).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ ἰδιαιτέρας συστάσεως. Ἡ Γεωργικὴ Ἕνωσις Νενέδων τῆς Σάμου, ζητεῖ ὅπως αἱ ἄδειαι αἱ χορηγούμεναι διὰ τὴν ἀπόσταξιν στεμφύλων χορηγῶνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου Κοινότητος καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς πρωτευούσης, καθὼς καὶ ἡ διάρκεια αὐτῶν ν’ αὐξηθῇ κατὰ μίαν ἡμέραν. Γεωργοὶ καὶ κτηνοτρόφοι Λιτοχωρίου τῆς ἐπαρχίας Αἰκατερίνης παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν, ὅπως καταργήσῃ τὸν φόρον τῆς δεκάτης. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Τρικκάλων ζητεῖ τὴν ἀποδοχὴν πάντων τῶν αἰτημάτων τῆς ἐργατικῆς τάξεως τῶν ὑποβληθέντων δι’ ὑπομνήματος παρὰ τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας τῶν ἐργατῶν. Ὁ Πρόεδρος τῶν Σωματείων σιγαροποιῶν Σάμου παρακαλεῖ, ὅπως ὑποστηριχθῇ τὸ ὑπόμνημα τῆς ἐργατικῆς ὁμοσπονδίας διὰ τὸ σιγαροποιητικὸν ζήτημα. Συνέδριον σιγαροποιῶν Κερκύρας παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Συνέλευσις ἀποδεχθῇ τὰ αἰτήματα τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἐργατῶν. Ἐπιτροπὴ ὑποδιδασκάλων Καρδίτσης ζητεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπόμνημα τῶν ὑποδιδασκάλων Πατρῶν περὶ προαγωγῆς καὶ συντάξεως. Οἱ ἀλευροβιομήχανοι Κοζάνης διαμαρτύρονται διὰ τὴν στάσιν τοῦ νομάρχου των, ἐφαρμόζοντος παραλόγους διατιμήσεις τῶν ἀλεύρων καὶ ζητοῦσι τὴν ἀποστολὴν ὑπαλλήλου ἀνωτέρου πρὸς ἔλεγχον καὶ διευθέτησιν τοῦ ζητήματος. Μικροβιομήχανοι Τρικάλων ζητοῦσι τὴν ματαίωσιν πάσης προσπαθείας τῶν μεγάλων κτηνοτρόφων περὶ παραβάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου τῶν βοσκῶν. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς Κοινότητος Σαρατζῆ, Οὐσλάρ, Μουσαφακλῆ, Ἀρτσάχ, τοῦ τέως δήμου Φερρῶν, παρακαλοῦσιν, ὅπως παραχωρηθῶσι τὰ τσιφλίκια καλλιεργείας μὲ τιμὰς προπολεμικάς, ἱδρυθῇ ἀγροτικὴ Τράπεζα καὶ καταργηθῇ ὁ φόρος τῆς δεκάτης τοῦ καπνοῦ. Κολλῆγοι Κλεισούρας παρακαλοῦσι τὴν Συνέλευσιν, ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἄμεσον ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ χωρίου των, ὅπερ εἶναι τσιφλίκιον ἀνῆκον εἰς τὸν Ἀναστάσιον Χατζιγονίδην. Τὸ Σωματεῖον κτηνοτρόφων Βερροίας ζητεῖ τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς περὶ τὴν πόλιν ταύτην ἐγκαταστάσεως διαφόρων προσφύγων Καυκασίων παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐποικισμοῦ, γεγονότος παρακωλύοντος τὰ μέγιστα τὴν κτηνοτροφίαν τῆς περιφερείας. Κολλῆγοι Γιαννωτᾶς ζητοῦσι τὴν ἄμεσον ἀπαλλοτρίωσιν καὶ διανομὴν τοῦ κτήματος Γιαννωτᾶς εἰς τοὺς καλλιεργητὰς αὐτοῦ. Ὁ πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης Ἀλῆ Ριζᾶ Χαμὴτ βέης αἰτεῖται τριακονθήμερον ἄδειαν ἀπουσίας διὰ Κωνσταντινούπολιν. Ὡσαύτως ὁ πληρεξούσιος Καλλιπόλεως κ. Γ. Ἐξηντάρης, αἰτεῖται, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μηνιαία ἄδεια ἀπουσίας διὰ τὸ ἐξωτερικόν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως αἱ ἄδειαι χορηγοῦνται.) Ὁ κ. Λ. Καρτάλης (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Περιθάλψεως) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἐπαναφορᾶς παρανόμως ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ διεξαγωγῆς τῶν ἐξετάσεων ἐν τῷ Ἐθνικῷ Μετσοβίῳ Πολυτεχνείῳ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως». Ὁ πληρεξούσιος Κεφαλληνίας κ. Μιλτ. Καβαλλιερᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπολυθέντων μονίμων ὑπαλλήλων Νομοθετικοῦ Διατάγματος.» Ὁμοίως ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλουσι χωριστὴν ἑκάτερος τροπολογίαν οἱ πληρεξούσιοι Ζακύνθου κ. Ν. Μουζάκης καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ι. Κούσουλας. Ὁ πληρεξούσιος Λαρίσης κ. Μ. Σιάπκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Δημάρχων καὶ Προέδρων Κοινοτικῶν Συμβουλίων». Οἱ πληρεξούσιοι κ. κ. Π. Σπυράκης, Γ. Κρεστενίτης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων». Ὁ ἐκ Σαράντα Ἐκκλησιῶν πληρεξούσιος Ἰχσὰν Βέης Φεζὴλ Ζαδὲ ἔχει τὸν λόγον.
§17ΙΧΣΑΝ ΒΕΗΣ ΦΕΖΗΛ ΖΑΔΕ. Κατὰ τὸ ταξείδιόν μας κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς Συνελεύσεως, συνελήφθην ἐγὼ μετὰ τριῶν συναδέλφων μου τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαταγῆς. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν παραβίασιν αὐτὴν τῆς ἀσυλίας τῶν πληρεξουσίων. Διαμαρτύρομαι, διότι ἐφυλακίσθησαν οἱ τρεῖς συνάδελφοί μου ἐπὶ 12 ἡμέρας, χωρὶς καμμίαν ἀπόφασιν καὶ τοὺς ἄφησαν κατόπιν λέγοντες: «κατὰ λάθος ἐφυλακίσθητε».
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρὰ τίνος ἐφυλακίσθησαν;
§19ΙΧΣΑΝ ΒΕΗΣ ΦΕΖΗΛ ΖΑΔΕ. Εἰς τὰς 40 Ἐκκλησίας καὶ τὴν Ἀδριανούπολιν. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἔδωσε τὴν διαταγήν.
§20Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ καταγγελλόμενον γεγονὸς εἶναι σοβαρώτατον καὶ οἱ ἔνοχοι θὰ τιμωρηθοῦν παραδειγματικῶς. Νὰ δώσητε σημείωμα καὶ θὰ τιμωρηθοῦν οἱ ὑπαίτιοι τοῦ τόσον σοβαροῦ παραπτώματος.
§21Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Ροῦφος, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀποζημιώσεων τῶν παθόντων, ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσει τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§23Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐκλεγεῖσα ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων ἐκ τῆς τυραννίας, ἡ ὁποία μοὶ ἔκαμε τὴν ἀληθινὰ μεγάλην τιμὴν νὰ μὲ ἐκλέξῃ πρόεδρόν της, περατώσασα τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ ἔργου, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν κ.κ. πληρεξουσίων. Οὐδενὸς διαφεύγει ἡ μεγίστη σπουδαιότης τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη τῆς λύσεως τοῦ ὁποίου ὑπερβαίνει, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν τῆς μερίμνης διὰ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν διατύπωσιν τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν χάρτου. Διότι παρῆλθον ἀνεπιστρεπτεὶ οἱ μακάριοι τῆς ἀνθρωπότητος χρόνοι κατὰ τοὺς ὁποίους κανόνες καὶ ἰδέαι ἐπὶ χάρτου διατυπούμεναι εἶχον τὴν ἀξίωσιν τόσον ἀπταίστου προβλέψεως μελλόντων πραγμάτων, ὥστε νὰ δεσμεύωσιν ἀμειλίκτως διὰ διάστημα πολλῶν δεκαετηρίδων ἐντὸς ὀλίγων σελίδων χάρτου τὴν φυσικὴν ἐξέλιξιν βίου λαῶν. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως κίνδυνος νὰ παρεμποδισθῇ προοδευτικὴ ἐξέλιξις οἱαδήποτε ἀπὸ τυχὸν ἀτυχῆ διατύπωσιν ἄρθρου τινὸς τοῦ Συντάγματος, διότι θὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἀποσοβηθῇ τὸ κακόν. Ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ μὴ διευθέτησις τοῦ ζωτικωτάτου ζητήματος τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἱκανοποιήσεως τῶν παθόντων, ὄχι μόνον ἐμποδίζει τὴν ὁριστικὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην καὶ πραγματικὴν συμφιλίωσιν, ἀλλὰ καὶ κινδύνους μεγάλους ἐγκυμονεῖ διὰ τὸ προσεχέστατον μέλλον. Ἡ Μεγάλη Ἑλλὰς φθάνουσα τώρα εἰς ἄφθαστον μέχρι τοῦδε εἰς τὴν διαδρομὴν τῶν αἰώνων ἐθνικὸν μεγαλεῖον, γινομένη χάρις εἰς τὰ λεοντόψυχα τέκνα τοῦ ἀθανάτου λαοῦ της ἡ σημαντικωτέρα τῆς Ἀνατολῆς δύναμις, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἀπερίσπαστος ἀπὸ ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας, νὰ χωρήσῃ ὁρμητικὴ πρὸς πᾶσαν ἐργώδη πρόοδον καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις. Οἱ τωρινοὶ καιροὶ δὲν εἶναι ὅπως ἦσαν ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους εἴχομεν γνωρίσει, ὅπου κάποια χασομέρια εἰς ἀκάρπους λογοκοπίας ἢ ὀλιγωτέρα ὁρμητικότης πρὸς πρόοδον συνεπήγετο μόνον ἀνάλογον ὀπισθοδρόμησιν. Τώρα, ὅποιος παύσῃ διαρκῶς καὶ ἀενάως προχωρῶν τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ταφῇ διὰ παντός. Διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ τοιαύτη ἀπερίσπαστος ἐπίδοσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς ἔργα προόδου μόλις θὰ ἀρκέσωσιν συντονιζόμεναι εἰς εἰλικρινῆ παντοειδῆ ἐργασίαν ὅλαι αἱ ζωτικαὶ τοῦ Ἔθνους δυνάμεις, ἀδιάφορον εἰς ποίαν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν ἀνήκουσαι. Διὰ νὰ συντελεσθῇ δὲ ἡ εἰλικρινὴς συνεργασία ὅλων τῶν καλῶν τοῦ τόπου στοιχείων πρέπει νὰ ριφθῇ νερὸ ἄφθονον εἰς τὴν ἀναφθεῖσαν, παρ’ ὀλίγον ἐθνοκτόνον, πυρὰν ἐσωτερικῆς διαιρέσεως, νὰ πέσῃ πραγματικῶς ἡ αὐλαία τερματίζουσα ὁριστικῶς τὸ παρελθὸν καὶ ἀνοίγουσα διάπλατα τὰς θύρας τοῦ μέλλοντος. Ὅλα ὅμως αὐτὰ τὰ ὡραῖα ὅσον καὶ ἀπαραίτητα θὰ μένωσι «λόγια στὸν ἄνεμο» καὶ εὐσεβὴς πόθος ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν περιορισθῆ εἰς ἀναμάσησιν ὡρισμένων λέξεων κενῶν πάσης ζωντανῆς ἐννοίας χωρὶς νὰ συλλαμβάνωμεν «τὸν ταῦρον ἐκ τῶν κεράτων», κατὰ τὴν ζωηρὰν ἔκφρασιν τὴν ὁποίαν συνηθίζει ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Εὐταξίας. Τὸ καταλυθὲν καθεστὼς εἶχεν ἐφεύρει πολλὰς φράσεις καὶ λέξεις, μεταξὺ δὲ ἄλλων τὴν περίφημον ἐκείνην «Ἕνωσιν τοῦ Κράτους», ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἐπηκολούθησε τὴν βιαίαν ἐδῶ ἐγκατάστασίν του. Κατὰ πόσον τὰ ἄγνωστα ἀκόμη ἐν ὅλῃ των τῇ ἐκτάσει λαβόντα χώραν φρικιαστικὰ γεγονότα ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ τοιούτου χάριν τῆς «Ἑνώσεως» Φιλελευθέρου ὑπερτριετοῦς σφικταγκαλιασμοῦ ἀνταποκρινομένου πρὸς τὴν εὔηχον φράσιν, κρίνω περιττὸν νὰ ἐπιμείνω. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς 1ης Νοεμβρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν, παρὰ τὴν ἀσκηθεῖσαν παντοειδῆ βίαν ἐπεκράτησεν ἡ πλειονοψηφία καὶ ἐπανέφερε τὰ πράγματα τοῦ Κράτους εἰς τὴν θέσιν ἀπὸ τῆς ὁποίας, ὡς μὴ ὤφειλε, εἶχον σαλευθῆ ἀκούονται διάφοροι βαρύηχοι φράσεις καὶ λέξεις «λήθη, συμφιλίωσις, γεφύρωσις χάσματος κλπ.». Οἱ εἰλικρινεῖς καὶ σοβαροὶ Ἕλληνες ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς κρατήσασα τάξις καὶ ἡσυχία μετὰ τὴν παλινόρθωσιν εἶναι ἐντελῶς προσωρινὴ καὶ φαινομενική. Γνῶσται τῶν πραγμάτων εἴτε καθὸ ζήσαντες ἐν μέσῳ καὶ πλησίον ὅλων αὐτῶν τῶν ἀτομικῶν συμφορῶν, εἴτε διότι ἠθέλησαν νὰ ἐγκύψωσι καὶ μάθωσιν, ἔχουσιν, ἀποκομίσει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι σοβεῖ πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ἀνάγκη θεραπείας, τῆς ὁποίας εἶναι ἐπικρατεστέρα πάσης ἀφηρημένης θεωρίας περὶ ἀνεπαρκείας τοῦ δημοσίου Ταμείου. Εὐτυχῶς ἡ καταρτισθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως Ἐπιτροπὴ ἀπέδειξεν ὅτι ἀπετελέσθη ἀνεξαιρέτως ἀπὸ γνώστας βαθεῖς τῆς πραγματικῆς αὐτῆς καταστάσεως. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχασε καιρὸν εἰς θεωρητικὰς συζητήσεις. Ὁρμωμένη ἐκ τῆς βαθείας συναισθήσεως ὅτι ἐπιτακτικὴ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις ἡ πηγάζουσα ἐκ τῆς ἐθνικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης ἀπέναντι τῶν θυμάτων τῆς τυραννίας καὶ ὅτι τοιαῦται ἐσωτερικαὶ λαῶν περιπέτειαι ἀπαιτοῦσιν ἐκκαθάρισιν καὶ τακτοποίησιν γενναίαν καὶ ριζικήν, χάριν τῆς ὁποίας θυσίαι χρηματικαὶ εἶνε ἐλάχιστόν τι, κρίνει ὅτι θὰ εἶνε εὐτυχὴς ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν κατορθώσῃ οὕτω νὰ ἐπουλώσῃ τόσας πληγὰς ἀναξιοπαθησάντων καὶ ἱκανοποιήσῃ ἠθικῶς τὰ μεγαλόψυχα τέκνα της, εὐγενῆ καὶ τετιμημένα ἐρείπια ἐθνικοῦ ἀγῶνος, τοῦ ὁποίου ὁδηγὸς ἦτο ὁ θερμὸς πατριωτισμός των. Ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ ἀνοίξῃ ἡ δικλεὶς τῆς ἀσφαλείας διὰ νὰ ἐκσπάσῃ διασκορπιζόμενος ὁ κοχλάζων ἀτμός. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ δὲ τοῦτο πρέπει νὰ λεχθῶσιν ὅλα στρογγυλὰ καὶ καθαρὰ καὶ νὰ κάμωσιν ὑπομονὴν ἀκούοντες αὐτὰ ἀδιαμαρτυρήτως οἱ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης. Πρόκειται περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα πρέπει νὰ θεραπευθῶσι πρὸς τὸ κοινὸν πάντων συμφέρον. Ἄλλως τε οἱ πλεῖστοι τῶν τῆς πλευρᾶς αὐτῆς καὶ ἰδίᾳ οἱ τῶν νέων μερῶν ἐκ γενικῆς ἰδεολογίας ὀνομαζόμενοι ὀπαδοὶ ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος ὄχι μόνον δὲν φέρουσιν εὐθύνην διὰ τὰ διαπραχθέντα τυραννικὰ ὄργια, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν τὰ γνωρίζουσι τοὐλάχιστον ἐν ὅλῃ των τῇ ἐκτάσει. Ἅμα ἔλυσεν ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ζήτημα ὅτι ἡ ἀνάγκη νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ παθόντες εἶναι ἀναπότρεπτος καὶ ἐπικρατεστέρα παντὸς φόβου οἰκονομικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, συνέστησεν ὑποεπιτροπὴν διὰ τὴν ταχυτέραν κατάρτισιν τοῦ τύπου τῆς ἀπαιτουμένης διαδικασίας. Ἡ ὑποεπιτροπὴ ὁμοφώνως ἐδέχθη ὅτι ἡ ὅλως διόλου μοναδικὴ εἰς τὸν κόσμον περίπτωσις (λόγῳ ἰδίᾳ τοῦ ἀγνώστου καὶ κατὰ προσέγγισιν ἀκόμη δεκάδων χιλιάδων ἀριθμοῦ θυμάτων) ἀπήτει πλήρη ἀπομάκρυσιν ἀπὸ πᾶσαν συνήθη τακτικὴν διαδικασίαν καὶ κατάρτισιν ὅλως ἰδιορρύθμου πρωτοτύπου τοιαύτης. Διηρωτήθημεν ἐὰν θὰ ἐδιστάζομεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὅτι προθυμοποιούμεθα νὰ ἀναλάβωμεν οἱ ἴδιοι τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου διὰ τὸν λυσιτελέστερον καὶ ταχύτερον καθορισμὸν τῆς ἐθνικῆς ταύτης ὑποθέσεως ἢ ἄν θὰ περιορισθῶμεν εἰς ὑποβολὴν ἁπλοῦ εὐχολογίου θεωροῦντες οὕτω τὸ ἀνατεθὲν εἰς ἡμᾶς ἔργον ὁριστικῶς περατωθέν. Ἀδιστάκτως πάντες, πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βαλαωρίτου, ἀπεδέχθησαν καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ ἐπιτροπῇ τὸ μέγιστον βάρος, ἀποβλέποντες ὅτι ὑπὲρ πάντα ἄλλον πολιτικοὶ ἄνδρες ἐντεταλμένοι ἀπὸ πανίσχυρον Ἐθνικὴν Συνέλευσιν εἶνε δυνατὸν νὰ σταθῶσιν εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ὅπως τοιαύτης ἐξαιρετικῆς σημασίας ἐθνικὴ ὑπόθεσις μὴ περιπέσῃ, εἴτε εἰς τελματώδη διαιώνισιν δι’ ἀναθέσεως εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην, εἴτε νὰ κατρακυλήσῃ, ὡς συνέβη, εἰς ἄλλας τοιαύτης φύσεως, εἰς βόρβορον σκανδάλων. Διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἄσπιλος ὡς παρθένος, πρέπει ν’ ἀγωνισθῶσι μετὰ φανατισμοῦ πολιτικοὶ ἄνδρες ῥίπτοντες εἰς τὴν πλάστιγγα ὅλον τὸ βάρος ἀπέναντι τῆς κοινῆς εὐθύνης των. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ τακτικὴ ἢ οἱαδήποτε παρεμφερὴς πρὸς αὐτὴν δικαιοσύνη μὴ δυναμένη καὶ μὴ οὖσα ὑποχρεωμένη νὰ ἀναλαμβάνῃ εὐθύνας οὐσιαστικὰς ὀφείλει νὰ προσηλοῦται εἰς τύπους, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ ἀπομακρύνωσι πολὺ τὸν τερματισμὸν καὶ τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις, μέγιστον κίνδυνον διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ καταστήσωσι. Συναφῶς πρὸς τὰς ἄνω ἀποφάσεις κατέληξεν ἡ ὑποεπιτροπὴ εἰς τὴν σκέψιν νὰ προτείνῃ τὴν ἵδρυσιν εἰδικοῦ προσωρινοῦ ταμείου, τὴν εὐθύνην τῆς πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν προτάσεως τῶν εἰδικῶν πόρων τοῦ ὁποίου ζητεῖ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ ἡ ἰδία. Διότι ἔκρινεν ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ζητήσῃ ν’ ἀναλάβῃ τὸν τίτλον τοῦ γενναιοδώρου χωρὶς νὰ συνεπιφέρῃ καὶ τὴν δυσφορίαν ἐκ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐπεβάλλετο νὰ ἀπαλλαγῇ ἐξ ὁλοκλήρου πάσης ἀναμίξεως καὶ μερίμνης διὰ τὸ ἐσωτερικὸν τοῦτο ζήτημα ἡ Ἐθνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προΐσταται τοῦ μεγίστου τῶν ἐξωτερικῶν ἀγώνων, ἐξ ὅσων διεξήγαγε ποτὲ τὸ Ἔθνος. Μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀνωτέρω βάσεως σκέψεων, παρεκάλεσεν ἡ ὑποεπιτροπὴ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Μπούσιον νὰ συντάξῃ τὸ ψήφισμα μετὰ τῆς σχετικῆς πράξεως. Ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὴν ἐπιμελῆ, ταχύτητα μὲ τὴν ὁποίαν τόσον ἐπιτυχῶς προέβη ὁ κ. Μπούσιος εἰς διατύπωσιν πρωτοτύπων κανόνων δικαίου ἀνταποκρινομένων πρὸς τοιαύτης ῥιζοσπαστικῆς φύσεως γενικὰς ἀρχάς. Ἐξαίρω ἰδιαιτέρως τοῦτο, διότι μεταβολαὶ καὶ βελτιώσεις ἐπὶ ὑπάρχοντος εἶναι εὐχερέστεραι τοῦ ἔργου τῆς πρώτης δημιουργίας. Ἡ ἐν τῇ μεγάλῃ ἐπιτροπῇ, ἐπακολουθήσασα συζήτησις, ἀληθὲς δι’ ἐμὲ θαῦμα διὰ τὰ πολιτικὰ χρονικὰ ὀλιγολογίας καὶ ἀποφυγῆς πάσης χρονοτριβικῆς συζητήσεως ἕνεκα τῆς ἐντεταλμένης θελήσεως νὰ καταλήξωμεν ταχέως εἰς θετικὰ συμπεράσματα, ἐπέφερε τὴν τελειωτικὴν διαμόρφωσιν τοῦ ὅλου ἔργου. Λίαν φιλοτίμως προσφερθεὶς ἐβοήθησε τὸ ἔργον ἡμῶν ὁ ἀξιόλογος πρωτοδίκης κ. Λαναρᾶς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω κατηρτίσαμεν ψήφισμα μετὰ σχετικῆς συνημμένης πράξεως. Κρίνων περιττὸν νὰ σᾶς κουράσω μὲ λεπτομερείας, τὰς ὁποίας θὰ ἴδητε εἰς τὸ διανεμηθησόμενον τεῦχος, περιορίζομαι εἰς γενικὰ μόνον. Ὁρίζονται λοιπόν: 1) Σύστασις ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοπικῶν ἐπιτροπῶν νομαρχιακῶν καὶ ἄλλων, ὅπου ἤθελε κριθῇ τοῦτο ἀναγκαῖον. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται θὰ δεχθῶσι τὰς ὑποβληθησομένας αἰτήσεις τῆς περιφερείας, θὰ γίνῃ ἡ πρώτη ἔρευνα, ἐκκαθάρισις καὶ παραπομπὴ εἰς τὴν Κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν μετὰ σχετικῶν παρατηρήσεων. 2) Διαίρεσις τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τμήματα, ἕκαστον τῶν ὁποίων θ’ ἀναλάβῃ, τὴν ὁριστικὴν ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων ἀποζημιώσεως. Ἰδιαιτέραν ἔδωκε προσοχὴν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἠθικῶν ἀμοιβῶν καὶ ἀποκαταστάσεων, αἱ ὁποῖαι εἰς τοιούτους πατριωτικοὺς ἀγῶνας δέον νὰ προέχωσι πάντοτε πάσης ὑλικῆς ἀποζημιώσεως. Ὑπάρχουσι πολλοὶ πάμπολλα παθόντες, ἀλλὰ καὶ μὴ ἔχοντες εὐτυχῶς ἀνάγκην νὰ βαρύνωσιν ὑλικῶς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τῶν ἀποζημιώσεων. Ἔχουσιν ὅμως οὗτοι ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι τὴν ἀξίωσιν ἠθικῆς ἀναγνωρίσεως καὶ δικαστικῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως. Καὶ διὰ μὲν τὸ πρῶτον προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ παροχὴν διπλωμάτων, ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου, ἀναγνωρίσεως προσόντων κλπ., διὰ δὲ τὸ δεύτερον κατέληξεν εἰς ἀποδοχὴν καταρτίσεως ὅλως προτοτύπου κανόνος δικαίου, μόνου δυναμένου ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς πλήρη ἀποκατάστασιν δικαστικήν. Ὡς γνωστόν, ἡ τυραννία, πλὴν τῶν ἄλλων μέσων καταβασανίσεως καὶ καταστροφῆς ἀτόμων καὶ περιουσιῶν, μετεχειρίσθη ὡς τυφλὸν αὐτῆς ὄργανον τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην καὶ ἐν πολλοῖς τὴν πολιτικὴν τοιαύτην, διὰ νὰ καταδιώξῃ μὲ τὸν αὐθαιρετώτερον τρόπον καὶ ἐγκλείσῃ εἰς τὰς φυλακὰς ὅσους ἔκρινεν ἐπικινδύνους διὰ τὴν κομματικήν της ἐπικράτησιν ἢ ὅσους ἔρριπτεν εἰς τὴν βορὰν τῶν Φατσέηδων καὶ Κουνδούρων ἡ ἐμπάθεια τῶν φιλελευθέρων τῶν διαφόρων γειτονιῶν καὶ μαχαλάδων ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ δὲν τῇ ἤρκει πρὸς τοῦτο κατηγορία διὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Ἤθελε νὰ ἔχῃ ἀνοικτὰς καὶ τὰς θύρας τῶν κοινῶν ἀδικημάτων. Ἔχουσιν ἐκδοθῆ κατὰ δεκάδας χιλιάδων τοιαῦται ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν τούτοις βέβαιον ὅτι μόνην βάσιν εἶχον τὴν πολιτικὴν δίωξιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τὰς πρώτας μόνον, δὲν θὰ ὑπερήσπιζον τὴν ἀνάγκην καταρτίσεως ἰδίου κανόνος δικαίου. Φέρω ἐπὶ τῆς ράχεώς μου καταδίκην ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ κατὰ τοῦ Βενιζελικοῦ καθεστῶτος. Τὸ τοιοῦτον εὖ κείμενον κακὸν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ θιχθῇ, διότι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, εἶναι ἀπὸ τὰ τιμαλφέστερα κειμήλια, τὰ ὁποῖα ἔχω ν’ ἀφήσω εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ ὀνόματός μου. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ἡ Τυραννία, μοὶ ἐκόλλησε συγχρόνως καταδικαστικὴν ἀπόφασιν διὰ συκοφαντίαν καὶ ἐξύβρισιν κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ καθαρὰν κατ’ ἐμοῦ ἐμπάθειαν, διότι ὁλόκληρον τὸ δημοσίευμά μου εἰς κακοήθη σκοπὸν τοῦ Βενιζελικοῦ κόμματος ἀπέδιδε τὴν διασπορὰν τῶν διαδόσεων ἐκείνων, εἰς ἃς ἐκάλει τὸν λαὸν νὰ μὴ πιστεύῃ. Ὅταν τὸ σύνολον σχεδὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀνατρέψαν καθεστώς, τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἀνεγνώρισε τὴν νόμιμον ὕπαρξιν, ἐξέλεξεν Ἐθνοσυνέλευσιν μὲ ἀπεριόριστον ἐντολὴν ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι τοιοῦτο παντοδύναμον Σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκχωρήσῃ ὅπου καὶ ὅπως θέλει ἐξουσίαν ἀπόλυτον πρὸς ἀνατροπὴν ἀπὸ ρίζης καὶ ἐξαφάνισιν τοιούτων ἀνηκούστου αὐθαιρεσίας πράξεων, ὅπου καὶ ἂν συναντήσῃ τοιαύτας; Ἐκ τοιούτων ὁρμηθεῖσα σκέψεων ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει ὅπως δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὰς ἐκδοθησομένας ἀποφάσεις νὰ περιλαμβάνωσιν εἰδικὴν διάταξιν ἀνατροπῆς καὶ ἐξαφανίσεως πάσης κατὰ τοῦ ἀναγνωρισθέντος ὡς παθόντος καταδικαστικῆς ἀποφάσεως μετὰ τῶν συνεπειῶν της. Ἐπίσης προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ ὅπως ὑπάρξῃ πρόνοια ὅπως ἡ ἐξακρίβωσις τῶν γενομένων ἀποτελέσῃ τὴν ἱστορικὴν τοῦ κατὰ τῆς τυραννίας ἀγῶνος βίβλον, ἡ ὁποία καὶ εἰς ξένας νὰ μεταφρασθῇ γλώσσας. Ἡ Ἐπιτροπὴ παραδίδουσα τὸ ἔργον της εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν πόρρω ἀπέχει τοῦ νὰ φρονῇ ὅτι τοῦτο εἶναι τέλειον. Λαβοῦσα ὅμως ὑπὸ ἐξαιρετικῶς σπουδαίαν σημασίαν τὴν ἐντολὴν νὰ μελετήσῃ καὶ προτείνῃ λύσιν διὰ ζήτημα θεωρηθὲν ἀπὸ πλείστους καὶ σοβαροὺς ὡς ἄλυτον, ἔχει τὴν συνείδησιν ἥσυχον ὅτι κατέβαλε πᾶσαν εἰλικρινῆ προσπάθειαν, ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τοῦ θέματος, ὄχι τυπικῶς νὰ φανῇ ἐπιτελέσασα ὅ,τι τῇ ἀνετέθη, ἀλλὰ νὰ ὑπερπηδήσῃ πᾶν ἐμπόδιον διὰ νὰ εὕρῃ λύσιν πρακτικῶς καὶ ταχέως ἐφαρμόσιμον. Φρονεῖ δὲ ὅτι ἡ προτεινομένη εἶναι ἡ μόνη δυνατὴ λύσις, πάσης ἄλλης μελλούσης νὰ διαιωνίσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ὀφείλω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἀξιέπαινος καὶ αὐστηρὰ εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς δρᾶσις τοῦ ἐνταῦθα Συλλόγου τῶν παρόντων, τὸ ἀκοίμητον ἐνδιαφέρον μὲ τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖ τὸ ζήτημα καὶ ὁ ἀκάματος ζῆλος μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεδόθη ν’ ἀποκλείσῃ τοὺς κατεργαρέους μεγάλως ἐνεθάρρυναν τὴν πεποίθησίν μου ὅτι δὲν εἶναι τόσον δύσκολον, ὅσον φαίνεται, τὸ νὰ κρατηθῇ εἰς ἠθικὸν ὕψος ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Ἀποδεικνύει δὲ ἐπὶ πλέον ὅτι ὅσον περισσότερον ἀφεθῇ ἡ ἐκκαθάρισις εἰς τοὺς εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν ἀνήκοντας καὶ δὴ πολιτικοὺς ἄνδρας τόσον μεγαλυτέρα ἐγγύησις δικαιοσύνης καὶ φειδοῦς παρέχεται. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συστήσω θερμῶς εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ προσέξῃ πολὺ μήπως ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις διαρκοῦς ἐπὶ τὰ βελτίω διαμορφώσεως τῆς λύσεως ἤθελε τυχὸν παρατείνει πολὺ τὰς ἐπὶ τοιούτου πολυπλόκου θέματος συζητήσεις. Τοιαύτης ἐξαιρετικῆς φύσεως ὑποθέσεις χρειάζονται λύσεις ταχείας καὶ ριζικάς. Παρατάσεις τῆς συζητήσεως τὰς πλήττουσι θανασίμως. Ματαία ἄλλως τε θὰ εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ περιφρουρήσητε διὰ νεκρῶν γραμμάτων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐντὸς τῶν ἐπιβεβλημένων συνετῶν καὶ πρὸ πάντων ἠθικῶν ὁρίων. Ἐμπιστευθῆτε, ὡς ἡμεῖς, εἰς τὴν ἀειθαλῆ ἠθικὴν ρώμην τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία τώρα εἴπερ ποτὲ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἐν γένει ἀντιδράσεως κατὰ τῆς ἐκλύσεως τῶν ἠθῶν καὶ τῆς διαφθορᾶς. Θὰ ἔχῃ δὲ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἐν τούτῳ ὡς πρωτοπορείαν αὐτὴν ταύτην τὴν τάξιν τῶν ἀτυχῶν καὶ ὑπερηφάνων τῆς τυραννίας θυμάτων. Αἰσθανόμενοι οὗτοι τὴν ψυχικὴν ἀνάγκην ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον νὰ κρατηθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὸ ἠθικὸν ὕψος τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821 θὰ ἀποτελῶσιν ἀδιάσπαστον ἅλυσιν πρὸς παρεμπόδισιν εἰσόδου παντὸς βεβήλου ἐκμεταλλευτοῦ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πρυτανεῖον. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὸ σχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τυπούμενον, θὰ διανεμηθῇ ἵνα μελετήσουν αὐτὸ οἱ κ.κ. πληρεξούσιοι καὶ τὸ ταχύτερον προβῶμεν εἰς συζήτησιν.
§24Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διανεμηθῇ ταχέως εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους, ὥστε νὰ ἐπιληφθῶμεν τὸ ταχύτερον τῆς συζητήσεως.
§25Π. Ι. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§26Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομήν, ἡ Συνέλευσις συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, δέον νὰ κηρύξῃ τὸ ζήτημα κατεπεῖγον.
§27Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, διὰ λόγους ὑγείας δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, τῆς ὁποίας τυγχάνω μέλος, οὔτε θὰ καταστῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον δυνατὸν τοῦτο, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσητε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον ὅπως ὑποβάλῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν πρὸ τοῦ 1912 ἀποστρατευθέντων στρατηγῶν κ.κ. Θ. Μάνου, Τιμ. Βάσσου, Ι. Κοκκίδου, Ι. Δημοπούλου κλπ.
§29Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. πληρεξουσίους νὰ μοὶ ἐπιτρέψουν νὰ τοὺς ἀπασχολήσω ἐπὶ ὀλίγας στιγμάς. Ἔχω ἀναφοράς τινας, τὰς ὁποίας ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται προέρχονται ἐξ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα βεβαίως δικαιοῦνται νὰ τύχωσιν τῆς ἡμετέρας προσοχῆς. Εἶναι μία ἀναφορὰ ἀξιωματικῶν τινων καὶ σᾶς ὀνομάζω τινάς, ὡς ὁ στρατηγὸς Θρ. Μᾶνος, ὁ στρατηγὸς Τιμ. Βάσσος, ὁ στρατηγὸς Κοκκίδης, ὁ στρατηγὸς Ἰω. Δημόπουλος καὶ ἄλλοι τινές. Ὅλοι αὐτοὶ ἀπεστρατεύθησαν πρὸ τοῦ 1912 καὶ λαμβάνουσιν μίαν σύνταξιν τόσον εὐτελῆ, ὥστε βεβαίως εἶναι ἀνίκανος ἡ ποσότης αὐτὴ νὰ συντηρήσῃ, οὐ μόνον τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ τὰς οἰκογενείας των. Παρὰ τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀναφορά, τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, τῶν ὁποίων ὡς γνωρίζετε ἡ σύνταξις εἶναι τόσον μηδαμινή, ὥστε τῆς χήρας τοῦ ἀντιστρατήγου εἶναι μόνον 120 δραχ., καὶ τῆς τοῦ συνταγματάρχου 90. Τοιαῦται συντάξεις διδόμεναι σήμερον, ὡς εἶναι καὶ ἑνὸς στρατιώτου ἁπλοῦ, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς, οὔτε ἀντιπροσωπεύουσιν τὰς ἀνάγκας τῶν οἰκογενειῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ λοιπὸν ἡ Συνέλευσις, νὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰς αἰτήσεις τῶν ἀτόμων αὐτῶν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφομοιωθῶσιν αἱ συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, ὡς καὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, πρὸς ἐκείνας τὰς ὁποίας δίδει ὁ νόμος τοῦ 1916. Ἐὰν τοῦτο ἤθελε γίνει καὶ τὰ πρόσωπα ταῦτα θὰ ἦσαν ἱκανοποιημένα καὶ ἡ κοινωνία ἤθελεν ἀνακουφισθῆ ἐκ τῆς τοιαύτης Κυβερνητικῆς ἀποφάσεως. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον ὅπως τὰς ἀναφορὰς ταύτας, ὡς καὶ ὅλας τὰς πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθείσας, ὁμοίας φύσεως, νὰ τὰς ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα τοῦτο, συνεννοούμενον καὶ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξεύρῃ λύσιν τινά.
§30Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχει καταρτισθῆ ἐπιτροπὴ καὶ μελετᾷ τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων. Ἐκεῖ θὰ παραπέμψωμεν καὶ αὐτό.
§31Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ παραπέμψῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία σύγκειται ἀπὸ τὸν κ. Σπαρτίδην, τὸν κ. Ψυχαλινόν, καὶ ἄλλους. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τεθειμένα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶνε διάφορα. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ τοῦ νόμου ἐν γένει περὶ συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν, ἐνῷ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῶν συντάξεων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεστρατεύθησαν πρὸ τοῦ 1912.
§32Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ τεθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§33Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει σας τὰς ἀναφορὰς ταύτας καὶ τὰς μελετήσητε, θὰ βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχωνευθοῦν πρὸς τὰς ἄλλας.
§34Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πολὺ καλά.
§35Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἀφορᾷ τοὺς πρὸ τοῦ 1912 συνταξιούχους.
§36Π. Ι. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς στρατιωτικοὺς ἀλλ’ ὅλους τοὺς συνταξιούχους.
§37Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Ὅταν ἡ ὑπόθεσις αὕτη τεθῇ ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως παρ’ αὐτοῦ ἐξετασθῇ, ἐκεῖνος θὰ εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος πάντων, διότι τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν δύναται νὰ εἶναι ἔλαττον οὐδενὸς ἄλλου, ἐνῷ συγχρόνως θὰ ἔχῃ νὰ ἀκούσῃ καὶ ἄλλας γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου δέον νὰ συνεννοηθῇ· τότε δὲ θὰ εὑρεθῇ, εἶμαι βέβαιος, λύσις τις δικαία. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ μία προμελέτη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ μὴ ἐκταθῇ δὲ πλέον ἡ συζήτησις αὕτη ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§39Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Προκειμένου νὰ εἰσέλθωμεν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἤθελον νὰ προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἑξῆς. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων ἀναγράφεται ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἡ παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μάτεσι ἐπερώτησις, περὶ τῶν διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη προφανῶς θὰ προκαλέσῃ γενίκευσιν τῆς συζητήσεως καὶ θ’ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ μακρὸν τὴν Συνέλευσιν. Θὰ παρακαλέσω, ἐὰν τυχὸν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, νὰ εἰσέλθωμεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἀναβάλλοντες τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις ὅπως, ἀναβάλλοντες τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§43Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Σωρεία ἀναφορῶν καὶ ὑπομνημάτων ὑποβάλλονται καθ’ ἑκάστην, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε ὑπὸ τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ ἀναπτύσσονται ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ζητοῦσι τὸν λόγον διάφοροι συνάδελφοι καὶ ὑποστηρίζουσι ταύτας. Βεβαίως τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσιν αἱ ἀναφοραὶ καὶ τὰ ὑπομνήματα, δὲν εἶναι ἐπουσιώδη, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ εἶναι ἀρκετὰ σημαντικὰ καί οὐσιώδη.
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἐνεργῶμεν κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ὑπέβαλε μίαν πρότασιν καὶ παρεκάλεσεν ἐκείνους τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, νὰ ἐπιτρέψουν, ἵνα ἀντ’ αὐτῶν λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Τσουκαλᾶς καὶ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη τοῦτο. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν εἰς τοῦτο ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταναλώσωμεν μίαν ὥραν διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἐάν τις τῶν κ.κ. συναδέλφων, ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων, ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἄς ὁμιλήσῃ.
§45Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ συζητηθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις. Ἄλλωστε, κύριε συνάδελφε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε εἶναι τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Ε. Κώνστας ἔχει τὸν λόγον.
§47Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Μετὰ λύπης μου, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνῆλθον τὸ βῆμα διότι μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, αἰσθάνομαι ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντονώτατα καὶ νὰ ἐκφράσω ὅλην τὴν ἀγανάκτησίν μου, διὰ σπουδαιοτάτην παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Σ. Μπαλᾶνος παρακαλεῖται νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν. (Ὁ αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Σ. Μπαλᾶνος καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου).
§49Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ παραβίασιν ἀφορῶσαν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ ὑπομιμνήσκουσαν θλιβερωτάτην περίοδον τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Χώρας ἡμῶν, δηλαδὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβαινον εἰς πρόσφατον παρελθόν, μετὰ λύπης μου παρατηρῶ ὅτι καὶ σήμερον συμβαίνουσιν. (Διαμαρτυρίαι). Ἔχων τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὑπέβαλον εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν 30ὴν Μαρτίου ἐπερώτησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν. Παραδόξως ὅμως ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀνεγράφη διατυπουμένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀλλοιοῦται καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ἔννοια αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, οὔτε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε ἐκ τῆς μακρᾶς κοινοβουλευτικῆς πείρας τοῦ κ. Προέδρου, ἡ τοιαύτη ἀναγραφή. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῆς τῆς παραλείψεως, ὑπῆρχεν καὶ ἑτέρα, ὅτι, ἐνῷ αἱ κατατιθέμεναι προτάσεις νόμων ἤ ἀναφοραί, ἰδίως αἱ προτάσεις νόμων, προτάσσονται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς καταθέσεώς των, ἡ ἰδική μου πρότασις νόμου, ἡ ὁποία εἶχεν κατατεθῆ πρὸ δύο μηνῶν, ἀνεγράφη τελευταία. Παρουσιάσθην λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ διατυπωθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου, ὅπως εἶχε διατυπωθῆ καὶ κατατεθῆ ὑπ’ ἐμοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι δικαίωμά του ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅ,τι ἐγένετο. Τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ῥητῶς λέγει: (ἀναγινώσκει) «πᾶσα ἐπερώτησις σκοποῦσα τὸν ἔλεγχον τῆς κυβερνήσεως......................κλπ.». Ἐγὼ ὡρισμένως διετύπωσα τὴν ἐπερώτησίν μου συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ κατέθηκα αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὡς ὅμως ἀνεγράφη, ὑπεβλήθη, οὕτως εἰπεῖν, εἰς λογοκρισίαν.
§50Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπερώτησις δὲν διατυποῦται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§51Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Ἐάν, κύριοι πληρεξούσιοι, παρατηρήσητε εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πῶς ἀναγράφονται αἱ ἐπερωτήσεις ἄλλων, θὰ ἴδητε ὅτι εὑρίσκεται ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας πληρεξουσίου κ. Πετρακάκου, εἰς τὴν ὁποίαν διατυποῦνται ὁλόκληρα πρακτικὰ προηγουμένης Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ ἡ ὁποία καταλαμβάνει ὁλόκληρον σελίδα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ δηλώσω, ὅτι διὰ τῆς κολοβώσεως τῆς ἐπερωτήσεώς μου οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖται, ἢ ἡ μείωσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. (Διαμαρτυρίαι). Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον, οὔτε ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε ὑπὸ τῆς μακρᾶς του κοινοβουλευτικῆς πείρας νὰ ἐνεργήσῃ οὕτως. Ἔπρεπε τουλάχιστον πρὸ πάσης καταχωρήσεως, τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀφοῦ οὕτως ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος, νὰ εἰδοποιηθῶ. Ὡσαύτως ἔχω καὶ δι’ ἑτέραν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ νὰ διαμαρτυρηθῶ, ὅτι ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει πρὸ πολλοῦ, κατέχει ἤδη τὴν τελευταίαν θέσιν. Καὶ ὅταν μία πρότασις νόμου ἄλλου συναδέλφου, ἥτις ὑπεβλήθη χθὲς, καταχωρίζηται, οὐχὶ εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν, νομίζω ὅτι εἶναι καὶ τοῦτο παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι, χωρὶς, ἐννοεῖτε νὰ θέλω νὰ ἐπιρρίψω μομφὴν κατὰ τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ ἄτοπον τοῦτο εἰς τὸ μέλλον.
§52Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Πρόεδρος). Ἐὰν ἐγνώριζον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐπαναφορὰ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ ὡρισμένης ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. πληρεξούσιος, ἤθελε προκαλέσει τοιαύτην εἰς αὐτὸν ταραχήν, ὁμολογῶ, ὅτι ἤθελον παραβιάσει τὸν Κανονισμὸν διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. πληρεξούσιον. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς μένει ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ κ. πληρεξούσιος ἴσως ἐκ κοινοβουλευτικῆς ἀπειρίας, παρερμηνεύων τελείως διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς δὲ νὰ θελήσῃ νὰ μὲ μεμφθῇ, μοὶ ἀποδίδει ἁπλῶς ἀνικανότητα, αὐθαιρεσίαν καὶ παράβασιν τῶν καθηκόντων μου. Ὁ κ. συνάδελφος, τὸν ὁποῖον τιμῶ καὶ σέβομαι, κατέθηκε διὰ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, μίαν ἐπερώτησιν ἢ ἐρώτησιν, δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς τὴν ἐχαρακτήρισεν. Ἐνόμισεν ὅμως ὅτι ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν μετὰ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως καὶ ἀναπτύξεως ὅλων τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπεισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, εἶχε δὲ καὶ πίνακας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριζε τὰ ἐρωτήματά του. Ἡ ὑπηρεσία μὲ ἠρώτησεν, ἂν ἔπρεπε νὰ καταχωρισθῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὅλαι αὐταὶ αἱ δικαιολογίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπισυνάψει εἰς τὴν ἐπερώτησίν του ὁ κ. πληρεξούσιος καὶ ἀπήντησα, βεβαίως, ὄχι, ἀλλὰ μόνον νὰ διατυπωθῶσι τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀπευθύνει, τὰ δὲ ἄλλα δύναται ν’ ἀναπτύξῃ ὁ κ. πληρεξούσιος, ὅταν τὸ ἐρώτημά του ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἐὰν ἔκαμνα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ὁ κ. πληρεξούσιος, θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡσανεί, προκειμένου περὶ τῆς ἀναγραφῆς ἑνὸς νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀνεγράφετο καὶ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου ὁλόκληρον εἰς αὐτήν. Κατηγόρησε καὶ ἄλλο τι ἐναντίον μου ὁ κ. πληρεξούσιος, ὅτι αὐθαιρέτως πλέον ἐγὼ καὶ δεσποτικῶς ἐνεργῶν – καὶ μὲ παρέβαλε καὶ μὲ παρελθόν, μὲ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω καμμίαν σχέσιν καὶ συνάφειαν καὶ οὐδ’ ἐπιθυμῶ νὰ παραβάλλωμαι. Ἐπιθυμῶ νὰ κρίνωμαι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων μου ἐνεργειῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων μου πράξεων, χωρὶς νὰ γίνεται παραβολὴ μὲ τὸ παρελθόν, καλὸν ἢ κακόν, ἀδιάφορον — λοιπόν, μὲ κατηγόρησεν ἐπὶ αὐθαιρεσίᾳ, διότι μία πρότασις ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἤλλαξε θέσιν ἐν αὐτῇ. Νομίζω ὅτι οὐδ’ αὐτὸ δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἄλλο τι, παρὰ εἰς εὔλογον ἀπειρίαν κοινοβουλευτικὴν τοῦ κ. πληρεξουσίου, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι ἡ Ἡμερησία Διάταξις καταρτίζεται παρὰ τῆς Βουλῆς καθ’ ἑκάστην, ἐθεωρήθη δέ, κατὰ τεκμήριον πάντοτε, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐκπροσωπεῖται παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν συνεννοήσει μετ’ αὐτοῦ, καταρτίζεται μετὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς ἑπομένης. Ἑπομένως δὲν ἔχει τι τὸ ἐπιλήψιμον ἡ μεταβολὴ τῆς θέσεως ἑνὸς νομοσχεδίου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§53Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Εἶνε πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγώ.
§54Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Πρόεδρος). Εἶναι πολὺ σεβαστὴ ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλατε, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προηγηθῇ ὅλων τῶν ἄλλων. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἀντελήφθη περὶ τίνος πρόκειται· αὐτὰ δὲ ἐτόνισα καὶ εἰς τὸν κ. πληρεξούσιον, ὅταν μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ παραπονούμενος ἐν τῷ γραφείῳ μου. Ἐὰν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις φρονῇ ὅτι παρέβην τὸ καθῆκόν μου, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποστῶ τὴν ἀπόφασίν της. (Χειροκροτήματα).
§55Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος βεβαίως δὲν ἠθέλησε νὰ μεμφθῇ τὸ Προεδρεῖον, εἰπὼν ὅτι ἐκ τῆς δηλώσεως τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, θίγεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἡ συντομία πάντως ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους, ἵνα μὴ καταναλίσκεται χρόνος πολύτιμος· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, νομίζω, ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος συντελεῖ, ὥστε αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως νὰ διεξάγωνται κατὰ τὸν μᾶλλον προσήκοντα τρόπον.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§57Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠκούσθη ἐπισήμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, ἠκούσθη ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δέον νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ φωνὴ τῶν μονάδων. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἐὰν συνέβαινέ τι θίγον ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, δὲν θὰ ἔμενεν ἄφωνος κανείς.
§58Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Αὐτὸ ἤθελον ν’ ἀνακοινώσω, κ. συνάδελφε.
§59Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἀναγραφὴ τῆς προτάσεώς σας ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐγένετο συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, διότι δὲν ἀναγράφεται ὁλόκληρος ἡ πρότασις, παρὰ μόνον ὁ τίτλος αὐτῆς, διὰ δὲ τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ῥητῶς τὸ ἄρθρον 20 λέγει, ὅτι εἰς τὸ τέλος ἑκάστης συνεδριάσεως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς, κανονίζει τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης. Ἑπομένως τὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἐτηρήθησαν τελείως καὶ θὰ τηροῦνται πάντοτε. Ἂς εἶναι δὲ βέβαιος ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ κανείς, ὅστις νὰ θίξῃ εἴτε τὰ γενικά, εἴτε τὰ προσωπικά δικαιώματα πληρεξουσίου, καὶ ὀφείλετε μετὰ τὰς τοιαύτας ἀνακοινώσεις καὶ μετὰ τὴν γενικὴν ἐντύπωσιν τῆς Συνελεύσεως, ὑμεῖς πρῶτος νὰ ἐγερθῆτε καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ γενόμενον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θίξῃ ὑμᾶς, οὐδὲ ὡς ἄτομον, οὐδὲ ὡς πληρεξούσιον καὶ ὅτι ἐκ πλάνης εὑρέθητε εἰς τὴν ψυχικὴν ταραχήν, ἵνα προβῆτε εἰς τοιαύτην καταγγελίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον ὑμῶν.
§60Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὸν κ. Πρόεδρον, δὲν ἠθέλησα νὰ ἐκφράσω μομφὴν κατὰ τοῦ κ. Προέδρου διὰ τὴν παρατυπίαν, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον σοβαρόν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνηται τοῦτο εἰς τὸ ἑξῆς: Ἐξέφρασα μόνον τὸ παράπονον ὡς συνεργάτης καὶ ὡς ὁμόφρων τέλος πάντων τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἔπρεπε ἐξ ἁβροφροσύνης νὰ κληθῶ καὶ εἰδοποιηθῶ πρὸ παντὸς περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς προτάσεώς μου. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Παρετήρησα δὲ ἀκόμη, ὅτι καὶ ἄλλαι ἐπερωτήσεις, καὶ ἀνέφερον τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου κ. Πετρακάκου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τσουκαλᾶ, ὑπῆρχον μακροσκελέσταται, τὸ αὐτὸ δὲ ἔπρεπε νὰ συμβῇ καὶ διὰ τὴν ἰδικήν μου ἐπερώτησιν. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἐκφράσω μομφὴν καὶ νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Συνέλευσις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ νὰ ἐκφράσω τὸ παράπονόν μου, ἵνα μὴ εἰς τὸ μέλλον ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον, διότι πρό πάσης τροποποιήσεως τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἔπρεπε νὰ κληθῶ εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου καὶ νὰ μὴ γίνωσιν αἱ συστάσεις αὐταί.
§61ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε πληρεξούσιε, ἐπιμένετε εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης;
§62Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Ὄχι, δὲν ἐπιμένω. Δίδω ἐξηγήσεις, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μομφῆς. (Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει καὶ πάλιν ὁ Πρόεδρος κ. Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1225, περὶ προσωρινοῦ διακανονισμοῦ τῆς ὑδρονομῆς τῶν ἀρδευτικῶν ὑδάτων τοῦ χειμάρρου Γλαύκου».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Οἱ κ. κ. Λ. Τσουκαλᾶς καὶ Α. Μάτεσις παρακαλοῦσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς πληροφορίας ἃς ἔχει ἐπὶ τῶν γενομένων ἐν Τουρκίᾳ διωγμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου ἀπὸ τοῦ 1914 ἔτους καὶ ἐντεῦθεν. Ἐπ’ αὐτῆς ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§65Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἐπειδὴ πρόκειται νὰ διεκτραγῳδήσωμεν τοὺς διωγμούς, οἵτινες ἔλαβον χώραν ὑπὸ τῶν Τούρκων κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, τὸ δὲ θέμα εἶναι σπουδαιότατον καὶ δὴ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, θὰ ἐπεθύμουν ὅπως ἡ Συνέλευσις γενικεύσῃ τὴν συζήτησιν τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἴσως καί τινες τῶν κυρίων πληρεξουσίων νὰ θελήσωσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσίν σας θὰ γενικευθῇ.
§67Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εὔθετος εἶναι ἡ στιγμὴ ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐνθικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐξιστορηθῶσι τὰ βάσανα καὶ τὰ μαρτύρια, ἅτινα ὑπέστησαν οἱ μέχρι τῆς χθὲς ἀνθοῦντες Ἑλληνικοὶ πληθυσμοί, οἱ ὑπὸ τὴν κυριότητα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας οἰκοῦντες. Οὐδεμία ἐπὶ γῆς φυλή, κ. συνάδελφοι, ὑπέστη καὶ ἐδοκίμασε τὰς καταστροφὰς καὶ τὰ μαρτύρια, ἅ ἡ Ἑλληνική. Αἱ οἰμωγαὶ αἱ μᾶλλον συγκινητικαὶ τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας κατὰ ἐπιφανῆ ἱεράρχην, τοῦ προφήτου Ἱερεμίου, εἰσὶν ἐλάχισται ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὀλολυγμοὺς καὶ τὰ δάκρυα ἅτινα ἔχυσεν ὁ λαὸς οὗτος. Οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Θράκης καὶ τοῦ Βοσπόρου, τῆς Προποντίδος καὶ τοῦ Ἑλλησπόντου, τοῦ Εὐξείνου Πόντου καὶ τῆς Μ. Ἀσίας, οἱ μέχρι τῆς χθὲς ἀνθοῦντες, ἐν τῇ ἐμπορίᾳ καὶ τῷ πλούτῳ, τῷ πολιτισμῷ καὶ τοῖς γράμμασι, ταῖς τέχναις καὶ ταῖς ἐπιστήμαις, κατεστράφησαν καὶ μετεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς θηριωδίας εἰς ἀχνίζοντα ἐρείπια καὶ ἀπέραντα νεκροταφεῖα. Οὐδόλως προτίθεμαι νὰ κομίσω καινὰ δαιμόνια, ἀλλὰ σκοπὸν ἔχω ἵνα ἐξιστορήσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ὅσα συνέλεξα στοιχεῖα, ἐλάχιστα προφανῶς ἔναντι τῶν τελεσθέντων κακουργημάτων, κατὰ τῶν ἀτυχῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, πρὸ τῶν ὁποίων ὠχριῶσιν αἱ τῆς παγκοσμίου κατάρας σφαγαὶ τοῦ Σύλλα καὶ τοῦ Ἀλαρίχου τοῦ Μοροζίνη καὶ τοῦ Ἐλγίνου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει, λόγῳ τῆς μεγίστης διαφορᾶς τῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων, τῆς θρησκείας καὶ τῆς γλώσσης, οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ἀρμένιοι ὑφίσταντο διώξεις, οὐχὶ ἅπαξ ἤ δὶς ἔλαβον χώραν σφαγαὶ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν. Ἀπὸ τῆς παλινορθώσεως ὅμως ἐν Τουρκίᾳ τοῦ Συντάγματος, ἤτοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1908, ἄρχεται ἡ συστηματικὴ καὶ ἐντεταμένη δίωξις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἀπετέλει κράτος Ἐθνοτήτων, ἀνεχόμενον τὰς λοιπὰς Ἐθνότητας ὑπὸ τὴν ἀπολυταρχικὴν κυριαρχίαν τῆς Ἡμισελήνου, ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως ὅμως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ κομιτάτου, Ἕνωσις–Πρόοδος, ἄρχεται ἡ ἔντονος καὶ συνεχὴς ἐργασία ἐπὶ τῷ τέλει τῆς συστάσεως Ὀθωμανικοῦ κράτους Ἐθνικοῦ, ἑνιαίου καὶ συμπαγοῦς, πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἀνεξαρτήτου καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ τελεῖται συστηματικὸς διωγμὸς πρὸς πλήρη καὶ ὁλοκληρωτικὴν ἐξόντωσιν τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν καὶ ἰδίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ, τοῦ μᾶλλον ἀκμάζοντος καὶ προηγμένου καὶ ἀριθμητικῶς κατὰ ποσὸν ὑπερτεροῦντος τῶν ἄλλων ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Τούτου ἕνεκα καὶ ἵνα ἀκολουθήσωμεν τὴν μέθοδον, ἥν οἱ περιγράψαντες τοὺς διωγμοὺς ἱστορικοὶ δέχονται, ἀνάγκη νὰ διαιρέσωμεν τοὺς διωγμοὺς εἰς τέσσαρας περιόδους. Αην περίοδον, ἀπὸ τῆς παλινορθώσεως ἐν Τουρκίᾳ τοῦ Συντάγματος (1908) μέχρι τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου, καθ’ ἥν οἱ διωγμοὶ ἐτελοῦντο μεμονωμένως, πέντε σήμερον, δέκα αὔριον καὶ οὕτω καθεξῆς διὰ δολοφονιῶν, δημεύσεων περιουσιῶν κλπ. Βαν περίοδον, ἀπὸ τῆς ἀνακαταλήψεως τῆς Ἀδριανουπόλεως ὑπὸ τῶν Τούρκων, καθ’ ἥν ηὐξήθησαν αἱ δολοφονίαι καὶ λοιπαὶ καταστροφαὶ τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, ἐπὶ τῷ προσχήματι ὅτι κατὰ τὴν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων κατάληψιν τῆς Θράκης, οἱ Ἕλληνες συνέπραξαν μετὰ τῶν Βουλγάρων. Οἱ διωγμοὶ οὗτοι ἐπετάθησαν κατὰ Μάρτιον καὶ ἰδίᾳ κατὰ Μάϊον τοῦ 1914, ὅτε ἔλαβον χώραν οἱ ἀθρόοι διωγμοὶ καὶ αἱ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπελάσεις ὁλοκλήρων τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν παραλίων τῆς Θράκης καὶ Μ. Ἀσίας ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος κατελήφθησαν αἱ νῆσοι Λέσβος καὶ Χίος. Κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων ἀνερχόμενοι ὁμογενεῖς, στερηθέντες τῆς περιουσίας αὐτῶν ἀπήχθησαν βίᾳ, γυμνοὶ δὲ καὶ ἀνυπόδητοι ἀπηλάθησαν ἐν οἰκτροτάτῃ καταστάσει πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς νήσους καὶ παράλια. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἄρχεται σαφῶς καὶ πασιδήλως ἀναφαινόμενον τὸ πρόγραμμα τοῦ Νεοτουρκικοῦ κομιτάτου, τῆς οἰκονομικῆς δηλονότι ἀφ’ ἑνὸς ἐξαντλήσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀποπομπῆς ἀφ’ ἑτέρου τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν ἐκ τῶν Τουρκικῶν κτήσεων καὶ τέλος τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῶν ὑπὸ ἐποίκων Ὀθωμανῶν μετακαλουμένων ἐκ Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης καὶ τῆς Σερβικῆς καὶ Βουλγαρικῆς Μακεδονίας. Γην περίοδον, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς συμμετοχῆς τῆς Τουρκίας εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον κατὰ Νοέμβριον 1914, ὅτε ἀναφαίνεται ἡ ἀνοικτίρμων καὶ θηριώδης καταστροφὴ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, δι’ ἀθρόων σφαγῶν, δῃώσεων καὶ πυρπολήσεων ὁλοκλήρων πόλεων καὶ χωρίων καὶ ἐξοντώσεως, διὰ τῆς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἀνατολῆς ἀποστολῆς πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων ὁμογενῶν, οὕτω δὲ ἡ τρίτη περίοδος ἐξικνεῖται μέχρι τῆς ἀνακωχῆς. Ἀπὸ τῆς ἀνακωχῆς (11 Νοεμβρίου 1918 ν. ἡμ.) μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1919 ὑπάρχει ἀνάπαυλα, ἀπὸ δὲ τῆς ἐποχῆς ταύτης ἄρχεται ἡ τετάρτη περίοδος. Δην περίοδον, ἀπὸ τοῦ κινήματος τοῦ Κεμὰλ (κατὰ Ἰανουάριον 1919) ὁ διωγμὸς καθίσταται μᾶλλον θηριώδης καὶ μᾶλλον ἐξοντωτικός. Οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ καὶ οἱ Ἀρμενικοὶ τοιοῦτοι δὲν φονεύονται πλέον διὰ μαχαιρῶν καὶ ὅπλων, ἀλλὰ θνήσκουσι κατόπιν φρικωδῶν μαρτυρίων καὶ βασάνων πρωτοφανῶν ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ ἱστορίᾳ. Καρδίαι τίγρεων ἤθελον συγκινηθῆ πρὸ τῶν φρικωδῶν καὶ ἀκατονομάστων μαρτυρίων εἰς ἅ ὑπεβάλλοντο οὐ μόνον ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες καὶ παιδία ἄνευ διακρίσεως φύλλου καὶ ἡλικίας. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς δημιουργίας κράτους Ἐθνικοῦ καὶ Θράκης καὶ Μ. Ἀσίας καθαρῶς Μουσουλμανικῆς, οἱ Ὀθωμανοὶ ἐλεηλάτησαν, ἐδῄωσαν, ἐπυρπόλησαν ὁλοκλήρους χώρας, πόλεις καὶ χωρία, ἐβασάνισαν, ἠκρωτηρίασαν, ἔσφαξαν, ἐφόνευσαν, ἔκαυσαν καὶ ἔθαψαν ζῶντας, ἄνδρας, γυναῖκας, παιδία καὶ γέροντας καὶ μετέβαλλον εἰς παμμέγιστα νεκροταφεῖα τὰς μέχρι χθὲς ἀνθούσας καὶ ἐκπολιτιζούσας τὴν Ἀνατολὴν Ἑλληνικὰς Χριστιανικὰς κοινότητας. Πρὸς ἐξόντωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου, αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ ἐποιήσαντο χρῆσιν τῶν φοβερωτέρων καὶ σατανικωτέρων σχεδίων. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προνομιακοῦ καθεστῶτος, ὡς ἐκυρώθη διὰ τῆς ἀπὸ 22 Ἰανουαρίου 1891 Βεζυρικῆς ἐγκυκλίου, ἡ ἐκπαίδευσις τῶν Ἑλλήνων ἐκανονίζετο ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν Μητροπόλεων, μόνων ἁρμοδίων νὰ ρυθμίζωσι τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ τῶν διπλωμάτων τῶν διδασκάλων καὶ διδασκαλισσῶν. Διὰ Νόμου ἐφαρμοσθέντος τὸν Ἰούλιον τοῦ 1915 κατηργήθησαν ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως τὰ προνόμια ταῦτα καὶ πάντα τὰ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν Μητροπόλεων καὶ ὑπήχθησαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐξομοιωθέντα πρὸς τὰ Ὀθωμανικά, ἐπιβληθείσης τῆς Τουρκικῆς γλώσσης ὡς κυρίας γλώσσης πρὸς διδασκαλίαν τῶν μαθημάτων. Αἱ διαθῆκαι, οἱ γάμοι, τὰ συμβόλαια κλπ., ἅτινα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προνομιακοῦ καθεστῶτος, ἐδικάζοντο ὑπὸ Συμβουλίων τοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν Μητροπόλεων ὑπήχθησαν εἰς τὸν Σεϊχουλισλάμην. Τὸ προνόμιον τῶν ἱερέων καὶ ἐπισκόπων, διὰ τὴν φυλάκισιν κλπ. κατηργήθη, πλείστων ἐπισκόπων καὶ ἱερέων καὶ ἡγουμένων μονῶν φυλακισθέντων εἰς κοινὰς φυλακὰς καὶ ἄνευ τῆς ἀναμίξεως τοῦ Πατριαρχείου, ἢ τῶν Μητροπόλεων. Ἀπηγορεύθη ἡ ἐπέμβασις τοῦ Πατριαρχείου ὑπὲρ τῶν βίᾳ ἐξισλαμιζομένων χριστιανῶν διὰ τοῦ ἀπὸ 28 Ἰουλίου 1915 ἐγγράφου τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ὑπουργείου, οὕτω δὲ ὁ βίᾳ ἐξισλαμισμὸς τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν ἤρχισε ἀκωλύτως τελούμενος. Κατηργήθησαν αἱ κοινότητες, τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως προβαινούσης εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δημογερόντων, καὶ ἐδημεύθησαν αἱ περιουσίαι τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων, μονῶν καὶ ἐθνικῶν ἱδρυμάτων διὰ τοῦ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1916 ἐγγράφου τοῦ Ὀθωμανικοῦ Ὑπουργείου (Ἔκθεσις ἐν Κωνσταντινουπόλει Β. Πρεσβείας, ἀριθ. 1188), οὕτω δὲ ἐστερήθησαν τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν Μοναί, Πατριαρχεῖα, Μητροπόλεις, κοινότητες, ἐκκλησίαι, σχολεῖα καὶ λοιπὰ ἐθνικὰ ἱδρύματα. Ἀλλὰ τὸ φρικωδέστερον καὶ μᾶλλον δολοφόνον ὅπλον, οὗτινος ἐποιήσαντο χρῆσιν πρὸς ἐξόντωσιν τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ἦτο τὸ τῆς στρατολογίας τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων. Ἐπὶ τοῦ Χαμητικοῦ καθεστῶτος οἱ χριστιανοὶ ἐξηροῦντο τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως ἀντὶ ἀντισηκώματος· ἅμα ὅμως τῇ ἐγκαταστάσει τοῦ Συντάγματος ὑπεχρεώθησαν εἰς στράτευσιν πάντες οἱ Ἕλληνες μέχρι τοῦ 31 ἔτους τῆς ἡλικίας ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου δὲ τοῦ 1914, ἐθεωρήθησαν στρατεύσιμοι μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν 48 ἐτῶν, ἐξαιρουμένων τῶν καταβαλλόντων 45 λίρας Ὀθωμανικὰς–καὶ μετά τινα χρόνον κατηργήθη καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐπὶ ἀντισηκώματι ἀπαλλαγῆς, οὕτω δὲ πάντες ἐστρατεύοντο, τῶν μὴ προσερχομένων οὐ μόνον ὑπομενόντων βαρυτάτας ποινὰς καὶ δημεύσεις τῶν περιουσιῶν, ἀλλὰ καὶ θεωμένων τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ἐκτοπιζομένας καὶ πασχούσας τὰ πάνδεινα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἀνατολῆς. Ἐπιπροσθέτως καὶ πρὸς πλήρη ἐξόντωσιν τῶν στρατευομένων ἱδρύθησαν τὰ καλούμενα ἐργατικὰ τάγματα, ἀληθῆ βασανιστήρια καὶ τάφοι ἑκατοντάδων χιλιάδων Ἑλλήνων χριστιανῶν. Τρανὸν μαρτύριον τούτων παρέχουσιν αἱ ἑξῆς ἐπίσημοι ἐκθέσεις. Ἔκθεσις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἀπὸ 13 Ἰουλίου 1915 ὑπ’ ἀριθ. 4099(Ἀριθ. Ἀρχ. Ὑπουργ. Ἐξωτ. 7981) (ἀναγινώσκει): «Φρικώδης ἡ κατάστασις τῶν χριστιανῶν στρατιωτῶν· κινδυνεύουσι νὰ ἀποθάνωσι ἐκ πείνης, καθ’ ὅσον τοῖς δίδεται ἐλαχίστη τροφή. Δι’ ἔλλειψιν δῆθεν ἐμπιστοσύνης πρὸς τοὺς χριστιανοὺς διετάχθη ὁ σχηματισμὸς τῶν ἐργατικῶν ταγμάτων πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν κλπ.— Εἰς τοὺς ἐν Τυρολόῃ 3000 χριστιανοὺς στρατιώτας δίδεται ἡμισεία γαλέτα ἡμερησίως. Οἱ ἐκ Μαλγάρων ὁμογενεῖς στρατιῶται, ἐργαζόμενοι εἴς τι λατομεῖον, διετηρήθησαν ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας μόνον μὲ χόρτα. – Πολλάκις χρησιμοποιοῦνται δι’ ἰδιωτικὰς ἐργασίας ὑπὸ τῶν Τούρκων». Ἔκθεσις τοῦ ἐν Ἰκονίῳ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ 7 Μαρτίου 1917 (Ἀρ. Ἀρχ. Ὑπ. Ἐξωτ. 7027) (Ἀναγινώσκει): «Ὁ Νόμος περὶ ἱδρύσεως ἐργατικῶν ταγμάτων, ἀποκλειστικῶς ἐκ χριστιανῶν, καταστρέφει καὶ ἐξοντώνει βαθμιαίως μέν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, τοὺς ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνας· Οἱ δυστυχεῖς οὗτοι, στρατολογούμενοι καὶ κατατασσόμενοι εἰς τὰ ἐν λόγῳ ἐργατικὰ τάγματα, στέλλονται εἰς διαφόρους διευθύνσεις τοῦ Ἐσωτερικοῦ τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀπὸ τῶν παραλίων τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τοῦ Εὐξείνου εἰς τὰ πέρατα τῆς Βαγδάτης, τοῦ Καυκάσου, τῆς Μεσοποταμίας καὶ τῆς Αἰγύπτου, ἄλλοι μὲν πρὸς κατασκευὴν στρατιωτικῶν ὁδῶν, ἄλλοι πρὸς διάτρησιν σηράγγων διὰ τὸν σιδηρόδρομον Βαγδάτης, ἄλλοι πρὸς καλλιέργειαν ἀγρῶν κλπ. Οὐδόλως μισθοδοτούμενοι, κακῶς τρεφόμενοι καὶ ἐνδυόμενοι, ἐκτιθέμενοι εἰς τὰς καιρικὰς μεταβολάς, εἰς τὸν φλογερὸν ἥλιον τῆς Βαγδάτης καὶ τὸ ἀφόρητον ψῦχος τοῦ Καυκάσου, προσβαλλόμενοι ὑπὸ ἀσθενειῶν, πυρετῶν, ἐξανθηματικοῦ τύφου, χολέρας, ἀποθνήσκουσι κατὰ χιλιάδας. Καὶ μέχρι μέν τινος ἀπηλλάσσοντο τῆς στρατολογίας οἱ δυνάμενοι νὰ πληρώνωσι τὸ ἀντισήκωμα καὶ οὕτως ἐσώθησαν ἐκ τῆς καστροφῆς καὶ τοῦ βεβαίου θανάτου οἱ σχετικῶς εὔποροι, ἀλλ’ ἀπὸ πέντε μηνῶν ὑπεχρεώθησαν καὶ οὗτοι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰ ἐργατικὰ ταῦτα τάγματα. Ἐπισκεπτόμενος τὰ Νοσοκομεῖα τῆς πόλεως Ἰκονίου ἔβλεπον τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἐξηπλωμένους εἰς τὰς κλίνας των ἤ εἰς τὸ δάπεδον, ζῶντας σκελετούς, ἀναμένοντας μετ’ ἀγωνίας τὸν θάνατον ὡς σωτῆρα, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῶν δεινῶν.—Οἱ δυνάμενοι ἐξ αὐτῶν νὰ σταθῶσιν εἰς τοὺς πόδας των περιέρχονται τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως, ἐπαιτοῦντες τεμάχιον ἄρτου.— Διὰ νὰ δώσω δὲ πιστὴν εἰκόνα τῆς οἰκτρᾶς ταύτης καταστάσεως ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νεκροταφεῖον τῆς πόλεως Ἰκονίου, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης θνησιμότητος τῶν εἰς τὰ ἐργατικὰ τάγματα ἐργαζομένων ὁμογενῶν, ὑπερεπληρώθη τάφων, εἰς ἕκαστον τῶν ὁποίων θάπτεται οὐχὶ εἷς ὡς συνήθως, ἀλλὰ πλείονες, οἵτινες ρίπτονται ὡς κύνες». Κατὰ τὴν 21 Ὀκτωβρίου τοῦ 1915 ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Κωνσταντινουπόλεως ἐξεδόθη ἀπόφασις, δι’ ἧς οὐ μόνον βαρύταται ἐπιβάλλονται ποιναὶ κατὰ τῶν φυγοστράτων καὶ τῶν ἀνυποτάκτων, ἀλλὰ καὶ ἀποστέλλονται πρὸς ἐξόντωσιν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἀνατολῆς αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν, μὴ ἐξαιρουμένων οὐδὲ τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἀπελαθέντων, ἢ ἀπουσιαζόντων, οὕτω δὲ ἐνῷ ἀπηλαύνοντο οἱ χριστιανοὶ Ἕλληνες, εἶτα κατεστρέφοντο καὶ αἱ οἰκογένειαί των, χαρακτηριζομένων τῶν βίᾳ ἀπελαθέντων ὡς ἀνυποτάκτων. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα δὲ ἐρεύνης πρὸς ἀνεύρεσιν δῆθεν ἀνυποτάκτων, αἱ τουρκικαὶ ἀρχαὶ προέβαινον εἰς φρικώδεις βιαιοπραγίας. Οὕτω κατὰ ἔκθεσιν τοῦ ἐν Κυδωνίαις ὑποπροξένου τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ 12 Δεκεμβρίου 1914, ἀριθ. 672 (Ἀριθ. Ἀρχ. Ὑπουργ. Ἐξωτ. 47298) (ἀναγινώσκει) «Περὶ τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, στρατιωτικὰ σώματα, περιέζωσαν στενῶς τὰς Κυδωνίας καὶ φρουροὶ φέροντες ἐφ’ ὅπλου λόγχην ἐπολιόρκησαν τὰς Ἑλληνικὰς οἰκίας καὶ τὸ Προξενεῖον ἐμποδίζοντες τὴν κυκλοφορίαν. Ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς ἐκάλει διὰ προκηρύξεως τοὺς φυγοστράτους νὰ παρουσιασθῶσιν. Περὶ τὴν μεσημβρίαν ἤρξατο ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ὑπὸ ἀξιωματικῶν, οἵτινες οὐδ’ αὐτῶν τῶν ἐκκλησιῶν ἐφείσθησαν. Συνέλαβον περὶ τοὺς 200 ὁμογενεῖς, χωροφύλακες δὲ ἐπειράθησαν νὰ βιάσωσι γυναῖκας. Ἐν Μοσχονησίοις ἐκκλησίαι ἐσυλήθησαν, ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἐδάρησαν καὶ ἐβασανίσθησαν, Κόπανός τις ὀνόματι, ἐρρίφθη ἐντὸς λάκκου καὶ ἐτρυπᾶτο διὰ βελόνης. Ὁ Ἐπίσκοπος Φώτιος, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ πρόκριτοι συνελήφθησαν, ἐδάρησαν καὶ ἐφυλακίσθησαν ἐντὸς μύλου». Κατὰ ἔκθεσιν ἐξ Ἀμισσοῦ ἀπὸ 19 Μαΐου 1916 (Ἀναγινώσκει): «Οἱ παραδιδόμενοι ἐκ τῶν φυγοστράτων κατὰ ἑκατοντάδας ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἀφέθησαν ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα ἄνευ ἄρτου». Κατ’ ἔκθεσιν ἐπίσημον ἐκ Κερασοῦντος ἀπὸ 21 Ἀπριλίου 1917. (ἀναγινώσκει): «Ἐξ ἀφορμῆς 300 φυγοστράτων ἐξεκενώθησαν καὶ ἐπυρπολήθησαν 88 Ἑλληνικὰ χωρία ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1916, μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1917, οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων, ἀνερχόμενοι εἰς 30.000 περίπου, κατὰ τὸ πλεῖστον γυναῖκες, παιδία καὶ γέροντες, μετεφέρθησαν βίᾳ εἰς τὸν νομὸν Ἀγκύρας, ἐν μέσῳ δριμυτάτου χειμῶνος, ἐν ἐποχῇ ἐπιδημιῶν, καὶ χωρὶς νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ παραλάβωσιν οὐδὲ τὰ ἐνδύματά των. Ἐκ τούτων τὸ ἕν τέταρτον ἀπέθανε καθ’ ὁδὸν ἕνεκα τῶν κακουχιῶν, τῆς πείνης καὶ τοῦ ψύχους». Ἐπὶ τῷ τέλει τῆς πλήρους ἐξοντώσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ ἐνήργουν ἐμπορικὸν ἀποκλεισμὸν καὶ ἐπιτάξεις, καὶ δημεύσεις κινητῶν καὶ ἀκινήτων πραγμάτων, οἷον ἐπίπλων, ζώων κλπ., καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου ἔσυρον εἰς τὴν ἔνδειαν καὶ τὴν πενίαν εὐπορωτάτους Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. Ἐπίσημος Ἔκθεσις ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1915 (ἀριθ. Ἀρχ. Ὑπουργ. Ἐξωτ. 39904) λέγει (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐπιτάξεις ἐλάμβανον χώραν ὑπὸ τύπον δημεύσεως τῶν Ἑλληνικῶν περιουσιῶν καὶ διαρπαγῆς αὐτῶν, τὸ δὲ μέτρον τῶν ἐπιτάξεων βαθμηδὸν ἐγενικεύθη οὕτως ὥστε καὶ ἁπλοῖ στρατιῶται, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀδείας, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς οἰκίας καὶ δι’ ἀπειλῶν νὰ παραλαμβάνωσι τὰ ἐναποθηκευθέντα ἐν αὐταῖς χόρτα, ὄσπρια κλπ. καὶ νὰ κλέπτωσι πᾶν ὅ,τι εὕρισκον πρὸ αὐτῶν». Τὰς ἐπιτάξεις συνεπλήρουν αἱ διαρκεῖς βαρεῖαι φορολογίαι ὑπὸ τὸ πρόσχημα βοηθείας ὁτέ μὲν τοῦ Κομιτάτου, ὁτὲ τῶν προσφύγων, ὁτέ τοῦ Τουρκικοῦ στόλου, καὶ ἄλλοτε ἕνεκα ἀνάγκης ἐνδυμάτων τῶν στρατιωτῶν κλπ., διενήργουν δὲ ταύτας διὰ τῆς βίας καὶ τῶν ἀπειλῶν καὶ ἐπέβαλλον αὐτὰς εἴς τε τὰ ἄτομα καὶ τὰς οἰκογενείας καὶ τὰς πόλεις. Ἔκθεσις ὑποπροξενείου Προύσσης ἀπὸ 10 Ἰανουαρίου 1915 ὑπ’ ἀριθ. 84, ἀρχ. Ὑπουργ. Ἐξωτ. ἀρ. 33961 λέγει. «Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Κυδωνιῶν καὶ Μοσχονησίων, οἵτινες διὰ δαρμῶν καὶ φυλακίσεων ἐξηναγκάσθησαν νὰ καταβάλωσι 2500 λίρας ὑπὲρ τῶν ἐνδυμάτων τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ 20000 λίρας ὑπὲρ ἀνοικοδομήσεως στρατώνων, νὰ πληρώσωσι φόρον κλπ». Τέλος παρημπόδιζον τοὺς Ἕλληνας κατὰ τὴν συγκομιδὴν νὰ ἐξέρχωνται τῶν πόλεων, εἰς τρόπον ὥστε οὗτοι ἠδυνάτουν νὰ συλλέξωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν, πάντα δὲ ἀποπειρώμενον νὰ ἐξέλθῃ ἔδερον, ἐλήστευον, ἐπλήγωνον ἤ ἐφόνευον, τέλος δὲ ἐπέβαλον καὶ τὴν σεισάχθειαν. Ἐπίσημος ἔκθεσις ἐκ Κερασοῦντος τοῦ 1917, διαβιβασθεῖσα διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείας, ἀρ. 4901, λέγει. (ἀναγινώσκει): «Τὸ κομιτᾶτον διέταξεν, ἐπὶ ποινῇ ἀγχόνης, τοὺς Τούρκους, οὐ μόνον νὰ μὴ πληρώσωσί τι πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς δανειστάς των, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ δώσωσι τὴν νενομισμένην μορτὴν εἰς τοὺς Χριστιανοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀγροτικῶν ἰδιοκτησιῶν». Διὰ τῶν μεθόδων τούτων ἐξώντωσαν οἰκονομικῶς τοὺς ἐναπολειφθέντας ἐκ τῆς μαχαίρας Ἕλληνας χριστιανούς. Ὁ ἐξισλαμισμὸς τῶν Χριστιανῶν ἐτέθη ἐν πλήρει ἐφαρμογῇ διὰ τῆς ἱδρύσεως ὀρφανοτροφείων, ὡς λ. χ. τοῦ Πανόρμου κλπ., εἰς ἅ παρεδίδοντο Ἑλληνόπαιδες, ἀπορφανισθέντα τέκνα διὰ τῆς σφαγῆς τῶν γονέων των καὶ ἄλλα ἀποσπασθέντα βίᾳ τῶν ἀγκαλῶν τῆς μητρός των, καὶ διὰ τῆς ἀπειλῆς καὶ τῆς πείνης ἐξηναγκάζοντο εἰς ἐξισλάμισιν. Ἐπίσημος ἔκθεσις τῆς πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ 16 Ἀπριλίου 1915, ὑπ’ ἀριθ. 8760, λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐντολῇ τῶν Κυβερνητικῶν ἀρχῶν ἀνὰ 5 καὶ 10 οἰκογένειαι ἀποστέλλονται εἰς τὰ Τουρκικὰ Χωρία, μετ’ αὐστηρᾶς διαταγῆς πρὸς τοὺς κατὰ τόπους Μουχτάρηδες, ὅπως ἐπ’ οὐδενὶ ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς πρόσφυγας ἵνα ἐξέλθωσι τῶν χωρίων, εἰς ἅ ἀποστέλλονται. Τὸ δὲ ἀποτέλεσμα; Ἢ θὰ ἀποθάνωσι τῆς πείνης, ἤ θὰ ἐξισλαμισθῶσιν». Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὴν ἑτέραν ὄψιν, τὴν εἰδεχθεστέραν τῶν κακουργημάτων καὶ δολοφονιῶν, αἵτινες διεπράττοντο, εἴτε μονομερῶς, εἴτε καθ’ ὁμάδας κατὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐπὶ τούτου, ἐὰν ἤθελον ἀναγνώσῃ τὰς δημοσιευθείσας ἐπισήμους ἐκθέσεις ἀναφερούσας ὀνομαστὶ τοὺς δολοφονηθέντας, εἴτε κατ’ ἄτομα, εἴτε καθ’ ὁμάδας, 5, 10, 20, καὶ 100 καὶ 200, ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς τοὐλάχιστον ἐπὶ μῆνα. Ὁμοίως, ἐὰν ἤθελον ἀναφέρει, τοὺς δαρμοὺς καὶ τὰς μέχρις ἐξοντώσεως φυλακίσεις τῶν Ἑλλήνων, αἵτινες κατὰ μυριάδας ἐτελοῦντο καθ’ ἑκάστην, ἐπίσης δὲ καὶ τὰς ἀτιμώσεις τῶν γυναικῶν καὶ νεανίδων, ἠδυνάμην νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Ἐπίσημος ἔκθεσις τοῦ ἐν Κυδωνίαις ὑποπροξένου ἀπὸ 16 Σεπτεμβρίου 1915 (Ἀρχ. Ὑπουργ. ἀρ. 10831) λέγει (ἀναγινώσκει): «Χωροφύλαξ τις ἀπήγαγε τὴν κόρην Δέσποιναν Στεφανῆ ἐκ τοῦ Χωρίου Γκιουμέτσι καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἠσέλγησε πρῶτον ὁ ἐκεῖ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς Νουράν–βέης καὶ εἶτα διαδοχικῶς οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ὑπάλληλοι. Στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι ἐγκαθιδρυόμενοι εἰς τὰς διαρπαγείσας Ἑλληνικὰς οἰκίας μετατρέπουσιν αὐτὰς εἰς κέντρα ἀκολασίας καὶ βδελυρότητος, εἰς τὰ καταφύγια ταῦτα ὁδηγούμεναι βίᾳ Ἑλληνίδες παρθένοι, διακορεύονται καὶ περὶ τὰς 200 εἶναι ἤδη ἔγκυοι». Ἐν ἑτέρᾳ ἐκθέσει, ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1915, ἐξιστορουμένης τῆς συλλήψεως τῶν συζύγων τῶν φυγοστράτων καὶ τῶν δαρμῶν οὓς ὑπέστησαν αὗται προστίθεται: «Πᾶσαι αἱ φυλακισθεῖσαι νύκτωρ ἠτιμάσθησαν, ἐπὶ πλέον δὲ οἱ χωροφύλακες ἠσέλγησαν ἐπὶ συλληφθέντος φυγοστράτου». Ἐν ἑτέρᾳ ἐκθέσει τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1915, ἀρχ. ὑπ. ἀριθ. 8670, ἀναφέρεται. «Γυναῖκες καὶ κοράσια ἐκτοπισθέντων Ἑλλήνων περιφέρονται ἐν τοῖς καφενείοις ἐξαναγκαζόμεναι βίᾳ ὑπὸ τῶν Τούρκων εἰς χοροὺς ἀσέμνους, μέχρι βαθμοῦ ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ τοὺς περιγράψω». Τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐξοντωτικὸν ἔργον τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν κατὰ τῶν χριστιανῶν Ἑλλήνων ἐξετελεῖτο διὰ τῶν ἀθρόων ἀπελάσεων· οὕτως ἐπίσημος ἔκθεσις ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ 15 Ἰουλίου 1915 (ἀριθ. ἀρχ. Ὑπουργείου Ἐξωτ. 7744) ἀναφέρει (ἀναγινώσκει) «Ἐκ τῶν ἐκ Μαδύτου προσφύγων ἀνερχομένων περίπου εἰς 1730, ἀποθνήσκουσι καθ’ ἡμέραν 2–3 ἐκ πείνης. Εἰς τὸν πρῶτον σιδηροδρομικὸν σταθμὸν μετὰ τὴν Πάνορμον εὑρίσκονται ἀπὸ τῆς 23 Ἰουνίου, 7 χιλιάδες πρόσφυγες στερούμενοι τῶν πάντων, 30 δὲ ἕως 40 ἐξ αὐτῶν ἀποθνήσκουσι καθ’ ἑκάστην ἐκ πείνης καὶ δίψης, διότι οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτοῖς νὰ προμηθεύωνται ἄρτον καὶ ὕδωρ». Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου τῆς ἐξοντώσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ διὰ τῶν ἀθρόων ἐκτοπίσεων ἐγένετο δι’ ἀποφάσεως τοῦ Κομιτάτου καὶ ἔλαβε χώραν ἀπὸ τοῦ 1915, ἤρξατο δὲ ἀπὸ τῆς χερσονήσου τῆς Καλλιπόλεως καὶ τοῦ Ἑλλησπόντου, καὶ ἐπεξετάθη καθ’ ὅλα τὰ παράλια καὶ τὰς νήσους τῆς Προποντίδος καὶ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Κατὰ ἐπίσημον ἔκθεσιν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ Ἰουνίου 1915 (ἀναγινώσκει): «Σπαράσσεται ἡ ἀνθρωπίνη καρδία, ἀπέναντι τῶν ἐκτιλυχθεισῶν τραγωδιῶν κατὰ τὰς γενομένας μετατοπίσεις. Οἱ μετατοπιζόμενοι, ἐκδιωκόμενοι ἐκ τῶν χωρίων των δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραλάβωσι μεθ’ ἑαυτῶν τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδυτοι, ἄνευ τροφῆς καὶ ὕδατος, δερόμενοι καὶ ὑβριζόμενοι ὑπὸ τῶν ὁδηγούντων αὐτούς, ὡδηγοῦντο ὅσοι δὲν ἐφονεύοντο εἰς τὰ ὄρη ὑπὸ τῶν δημίων των. Οἱ πλεῖστοι ὅμως τούτων ἀπέθνησκον κατὰ τὴν πορείαν ἐκ τῶν βασάνων, ἡμιθανεῖς ἐγκατελείποντο ἐν τῇ ὁδῷ, γυναῖκες ἐπίτοκοι ἐγκατέλειπον τὰ νεογνά των καὶ ἠκολούθουν ὅπως ἠδύναντο, διότι οἱ βραδύνοντες κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν ἐδέροντο ὑπὸ τῶν συνοδευόντων αὐτοὺς χωροφυλάκων. Τὸ τέρμα τοῦ ταξειδίου τῶν δυστυχῶν τούτων δὲν ἐπέφερε καὶ τὴν λῆξιν τῶν δεινῶν των, διότι βάρβαροι κάτοικοι τῶν τουρκικῶν χωρίων παρελάμβανον αὐτοὺς ὅπως καταφέρωσι τὸ τελικὸν πλῆγμα. Αἱ μετατοπίσεις τῆς περιφερείας τοῦ Εὐξείνου καὶ τῆς πόλεως τῶν Κυδωνιῶν ἐκτελεσθεῖσαι περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1916 καὶ κατὰ τὸ 1917, ἔλαβον τὴν σκληροτέραν καὶ ἀπανθρωποτέραν μορφήν. Πλὴν ἄλλων ἐτέθησαν εἰς χρῆσιν καὶ αὐταὶ αἱ πυρπολήσεις τῶν ἐκκενουμένων χωρίων, ἵνα μὴ ὑπολειφθῇ οὐδὲν ἴχνος τῆς ὑπάρξεώς των, ἀλλοιωθῇ δὲ ὁ Ἑλληνικὸς χαρακτὴρ τῶν Ἑλληνικωτάτων τούτων χωρῶν». Αἱ κατὰ περιφερείας λαβοῦσαι χώραν ἐκτοπίσεις κατ’ ἐπισήμους ἐκθέσεις εἰσὶν αἱ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἐξ Ἐκθέσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἀπὸ 26 Ἰουνίου 1915 (ἀριθ. ἀρχ. Ὑπουρ. Ἐξωτ. 7981), βλέπομεν ὅτι: «Πρῶται ἐκκενώσεις εἰσὶν αἱ τῶν Δαρδανελλίων καὶ τῆς Καλλιπόλεως (κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τοῦ 1915), μόνον ἐκ τῶν Δαρδανελλίων ἐξετοπίσθησαν 3,300 ἄτομα. Τὴν ἐκκένωσιν τῶν Δαρδανελλίων ἐπηκολούθησεν ἡ τῆς Καλλιπόλεως, Μαδύτου, Κριθιᾶς καὶ τῶν λοιπῶν χωρίων τῆς Καλλιπόλεως, ὧν ὁ χριστιανικὸς πληθυσμὸς ἐξηναγκάσθη νὰ ἐπιβῇ ἀτμοπλοίων μὴ ἐπιτραπέντος νὰ παραλάβῃ τι μεθ’ ἑαυτοῦ. Τὰ ἐν τοῖς καταστήμασι τῶν χριστιανῶν ἐμπορεύματα διηρπάγησαν καὶ ἐπωλήθησαν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν. Ὁ ἐκτοπισθεὶς πληθυσμὸς διασπαρεὶς εἰς διάφορα χωρία τῆς ἐπαρχίας Βαλούκεσερ διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἀποθάνῃ ἐκ τῆς πείνης, πλὴν τοῦ ὅτι ὁ συνοικισμὸς τῶν γυναικῶν ἐν μέσῳ τῶν Τούρκων συνεπάγεται βιασμούς, ἐξισλαμίσεις κλπ. Τὴν 15 Ἀπριλίου ἅπας ὁ πληθυσμὸς τῶν χωρίων Ἀμυγδαλιὰ καὶ Μάιστρος, τῆς ἐπαρχίας Αἴνου, ἐξετοπίσθη, ἐνῷ οἱ Ὀθωμανοὶ τῶν πέριξ χωρίων ἐλεηλάτησαν τὰς περιουσίας των, τὰς ἐκκλησίας καὶ τὰς μονάς. Τὴν 1–5 Μαρτίου ἐξετοπίσθησαν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Βαθυρρύακος (Βουγιούκ–Δερε) Κεφαλίκιοϊ, Κυρτσόϊ καὶ Γενῆ Μαχαλᾶ καὶ πρὸ τούτων οἱ τοῦ Φαναρακίου, τῶν Καβακίων, τοῦ Δομούσδερε, Μπαζέκιοϊ καὶ Ἀβάσκιοϊ, χωρίων τῆς ἐπαρχίας Δέρκων (ἔξωθι τῆς Κωνσταντινουπόλεως). Τὴν 1ην Ἰουνίου οἱ κάτοικοι τοῦ Πύργου ἐκ 3000, καὶ τὴν 4 Ἰουνίου τῆς Κουτάλης, νήσου τῆς Προποντίδος ἐκ 1800 κατοίκων, μετετοπίσθησαν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἀνατολῆς. Ὁμοίως οἱ κάτοικοι τῆς Καλολίμνου (νήσου τῆς Προποντίδος) εἰς 1440 ἀνερχόμενοι, τὴν 15 Ἰουνίου οἱ κάτοικοι τῆς Προκονήσου (Μαρμαρᾶ) καὶ τοῦ Οὐκτσοῦ-Κιόλ καὶ τὴν 25 τῶν χωρίων Πέραμος, Σιγή, Τρίγλια, Ἐλιγμοὶ καὶ Περίστασις». Ἐξ Ἐκθέσεως τῆς ἐν Κωνστατινουπόλει Πρεσβείας, ὑπ’ ἀριθ. 5171, ἀπὸ 8 Σεπτεμβρίου 1915 (ἀριθ. Ἀρχ. Ὑπουρ. Ἐξωτ. 10938). «Ἐξεκενώθησαν ἅπασαι αἱ κωμοπόλεις τῶν Σαράντα Ἐκκλησιῶν, ἤτοι: Σκεπαστός, ἐκ 3.000 κατοίκων. Σοφίδες, 4.000 κατοίκων. Σαμάκοβον, ἐκ 5.000 κατοίκων. Τουρλιὰ καὶ Ἅγιος Στέφανος, ἐκ 3.150 κατοίκων. Σκοπός, ἐξ 6.800 ψυχῶν. Ἐν συνόλῳ κατεστράφησαν ἕνδεκα πόλεις καὶ κωμοπόλεις τῆς περιφερείας Καλλιπόλεως, φέρουσαι Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν 24.636 κατοίκων. Ἑπτὰ κωμοπόλεις τῆς ἐπαρχίας Προύσσης, ἔχουσαι πληθυσμὸν 14,632 κατοίκων. Ὀκτὼ κωμοπόλεις τοῦ Βοσπόρου ἐκ 5,500 Ἑλλήνων Τρεῖς κωμοπόλεις Μυριοφύτου ἐκ 2,210 κατοίκων. Ἡ πόλις τῶν Δαρδανελλίων ἐκ 3,300, ἡ πόλις Κεμελὶκ καὶ 13 πόλεις καὶ κωμοπόλεις τῆς Προποντίδος, ἔχουσαι πληθυσμὸν 23,400 Ἑλλήνων. Ἐν ὅλῳ 73,679 κάτοικοι τῆς περιφερείας ταύτης».
§68Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν 6.800 κατοίκων τῆς κωμοπόλεως «Σκοπός» ἐπέστρεψαν μετὰ τὴν ἀνακωχὴν μόνον 2.800. Δὲν ἐπετράπη νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μετετοπίσθησαν εἰς τὴν παραλίαν τῆς Προποντίδος καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ μετεφέρθη εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν καὶ τὸ Ἰκόνιον. Φαντασθῆτε ὕστερα ἀπ’ αὐτὰς τὰς κακουχίας ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιστρέψωσι περισσότεροι.
§69Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξηφανίσθησαν. Ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας οἰκογένειαν πόσοι ἐπέστρεψαν;
§70Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δύο ἀδελφοί μου ἐσφάγησαν τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο ὁ διωγμὸς καὶ τοὺς ἔθαψαν εἰς ἕνα λάκκον, τὸν ὁποῖον οἱ ἴδιοι ἔσκαψαν. Ἰδιαιτέρως τὸν ἱερέα ἀδελφόν μου τὸν ἐλόγχησαν καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ὅταν οἱ συμπατριῶται ἡμῶν, οἱ ἀγκαρευθέντες νὰ μεταφέρωσι πολεμικὰ εἴδη, διήρχοντο ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου, εἶδον ἕναν ὄγκον μαῦρον νὰ σπαρταρᾷ, ἐπλησίασαν καὶ ἀνεγνώρισαν τὸ πτῶμα, ἔσκαψαν ἐκεῖ πλησίον καὶ τὸν ἀπέθεσαν. Ὥστε ἐκ τῶν 5 μελῶν ἐσφάγησαν τὴν ἰδίαν ἡμέραν τὰ 2, τὰ δὲ ἄλλα 3 μέλη ἀπέθανον εἰς τὴν ἐξορίαν. Λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος, οὐ μόνον δὲν εἶναι ὑπερβολικός, ἀλλὰ καὶ πολλάκις λέγει ὀλιγώτερα τῶν ὅσων ἐγένοντο.
§71Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ παράδειγμα τὸ ἰδικόν σας εἶναι ἀρκετὰ χαρακτηριστικόν.
§72Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μετ’ ὀλίγον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον στατιστικὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος ἔχει καταρτισθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Περιθάλψεως, καὶ ὁ ὁποῖος περιέχει ἀρίθμησιν τῶν συμβάντων εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Θράκην.
§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι σπουδαιότατα. Μεραρχίας καὶ τουφέκια ἔχετε;
§74Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχουσι καὶ μεραρχίαι καὶ τουφέκια.
§75Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν διακόψαντά με κ. συνάδελφον ὅτι ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμισεν, ἐγὼ δὲν τὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου. Πέντε–δέκα φόνους μονομερεῖς δὲν τοὺς ἀναφέρω. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι μόνον νὰ ἀναφέρω τὰς ὁμαδικὰς καταστροφὰς κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων, διότι ἐὰν ἤθελον νὰ ἀναφέρω λεπτομερῶς φόνους ἰδιαιτέρους ἑνὸς ἢ δύο προσώπων καὶ ὄχι ὁμαδικὰς σφαγάς, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ κρατήσω τὴν Συνέλευσιν ἐδῶ ἐπὶ δεκαήμερον.
§76Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Ναί, ἀλλὰ καθεὶς ἐπιζήσας ἔχει καὶ τὸ μαρτυρολόγιόν του τὸ οἰκογενειακόν.
§77Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπίσημος ἔκθεσις διαβιβασθεῖσα διὰ τῆς ἐν Πετρουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ἀπὸ 30 Αὐγούστου 1916 (ἀριθ. ἀρχ. Ὑπουργ. Ἐξωτερ. 9067) λέγει: «Τὴν 15 Ἀπριλίου, οἱ κάτοικοι Ἕλληνες τῶν 16 χωρίων τῆς περιφερείας Βαξελῶνος καὶ Τραπεζοῦντος, ἀνερχόμενοι εἰς 6,000, διαταχθέντες ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, ἵνα ἐκτοπισθῶσιν εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ὅπως μὴ σφαγῶσι καθ’ ὁδὸν ὡς οἱ Ἀρμένιοι, ἐγκατέλιπον τὰς οἰκίας των καὶ κατέφυγον εἰς τὰ δάση κλπ. Οἱ πλεῖστοι εὗρον τὸν θάνατον, αἱ δὲ γυναῖκες καὶ νεάνιδες πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀτιμώσεως ἐρρίφθησαν εἰς τὸν ποταμὸν καὶ ἐπνίγησαν. Ἀπὸ τῆς 5 ὅμως Ἀπριλίου μέχρι τῆς 15 Ἰουλίου ἡ Τουρκικὴ θηριωδία ἐξέσπασεν ἐν ὅλῃ τῇ ἀγριότητι αὐτῆς. Κατὰ ἑκατοντάδας ἀριθμοῦνται οἱ θανατωθέντες καὶ βασανισθέντες ὑπὸ τῶν Τούρκων. Τὸ θέαμα εἰς Ἀργυρούπολιν ἦτο φρικτόν. Τὸ πᾶν ἦτο κατεστραμμένον τόσον ἐν τῇ Μονῇ ὅσον καὶ ἐν τοῖς χωρίοις καὶ μόνον ἡ πυρπόλησις ἐλησμονήθη. Πέντε πτώματα Ἑλλήνων ἐν ἀποσυνθέσει ἔκειντο ἄταφα ἐν τῷ προαυλίῳ τῆς Μονῆς, πέντε δὲ ἕτερα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Μονῆς, ἐντὸς δὲ δωματίου ἔκειτο γυμνὸν καὶ ἀποκεφαλισμένον μὲ πληγὴν ἐπὶ τοῦ στήθους διὰ ξιφολόγχης τὸ πτῶμα τῆς εἰκοσαέτιδος νεάνιδος Κυριακῆς εἰς στάσιν μαρτυροῦσαν τὴν ἐπ’ αὐτῆς διαπραχθεῖσαν ἀτίμωσιν. Κερασοῦς. Ἐπίσημος Ἔκθεσις τῆς ἐν Κων)πόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας ὑπὸ ἡμερομηνίαν 7 Φεβρουαρίου 1917, ὑπ’ ἀριθ. 119 (ἀρχ. Ὑπουρ. ἀρ. 4901) λέγει. «Ἡ κατάστασις τῶν ὁμογενῶν τῆς περιφερείας Κερασοῦντος εἶναι θλιβερωτάτη. Οἱ Τοῦρκοι ἐλεηλάτησαν τὰ Ἑλληνικὰ χωρία καταλιπόντες χολέραν καὶ τύφον. Ἡ ἐκκένωσις τῶν χωρίων ἐξετελέσθη ἐντὸς 24 ὡρῶν, μὴ ἐπιτραπέντος εἰς τοὺς ἐκτοπιζομένους νὰ παραλάβωσιν μεθ’ ἑαυτῶν οὔτε τροφάς, οὔτε ἐνδύματα, οὔτε ἀποσκευάς. Διενυκτέρευσαν ἐν ὑπαίθρῳ καὶ δὲν ἐπετράπη νὰ ἐπικοινωνήσωσι μετὰ τῆς Μητροπόλεως». Ἀμισός. (Σαμψούς). Ἐπίσημοι Ἐκθέσεις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλλ. Πρεσβείας ἀπὸ 14 καὶ 29 Ἰανουαρίου, 7 καὶ 29 Φεβρουαρίου 1917. (ἀρ. ἀρχ. Ὑπ’ Ἐξωτ. 5079). Μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρουσιν. «Ὀγδοήκοντα Ἕλληνες ἐκ τῶν πλουσιωτέρων τῆς Ἀμισοῦ συλληφθέντες ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς, ἐφυλακίσθησαν ἀπομονωθέντες πλήρως, τὴν δὲ ἑπομένην μετεφέρθησαν εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Οἱ ἐγκριτώτεροι τῶν ὁμογενῶν ἔσχον τὴν αὐτὴν τύχην. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν (27 Δεκεμβρίου 1916) ἡ πόλις ἐπολιορκήθη ὑπὸ Τουρκικοῦ στρατοῦ, σύμπας δὲ ὁ πληθυσμὸς ἐκλήθη εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς ἄνω Ἀμισοῦ (Καδίκϊοι) διὰ νὰ ἀκούσῃ δῆθεν τὸν Πασᾶ ὅστις θὰ ὡμίλει εἰς τὸ πλῆθος. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου συνελήφθησαν ἅπαντες καὶ ἐνεκλείσθησαν εἰς τοὺς στρατῶνας, τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὸ χωρίον Ἐλιαζίκιοϊ. Πάντες οἱ συλληφθέντες ἄνδρες, γυναῖκες ἄνευ ἄλλων ἐνδυμάτων, γέροντες καὶ ἀσθενεῖς ὑποβασταζόμενοι ὑπὸ τῶν συγγενῶν των, λεχὼ καὶ νήπια ὡδηγοῦντο ὑπὸ τῶν δημίων καὶ ὅλην τὴν νύκτα πεζοὶ διὰ μέσου χιονοσκεπῶν ὀρέων. Ἡ τραγικὴ αὕτη σκηνὴ εἶχε τὴν ὄψιν ἀγέλης κτηνῶν φερομένων εἰς τὸ σφαγεῖον, τῶν παιδίων θρηνούντων καὶ ζητούντων εἰς μάτην ἄρτον καὶ ὕδωρ. Ὅσοι ἀσθενεῖς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταφερθῶσιν ἀπέθανον ἐξ ἀσιτίας. Τὴν 1 Ἰανουαρίου ἐπανελήφθη ὁ διωγμὸς ὑποστάντων καὶ τῶν ὑπολοίπων τὴν αὐτὴν τύχην καὶ ἤδη ἡ πόλις παρουσιάζει τὴν ὄψιν νεκροταφείου. Οἱ ἀπελαθέντες ἔφθασαν εἰς Καβὰκ ἐν κακῇ καταστάσει, ὅπου ἔθαψαν τοὺς νεκρούς των, ἐκεῖθεν δὲ ἐξαπεστάλησαν εἰς Κάζαν (βιλαέτιον Σεβαστείας) ἀπέχουσα ὑπὲρ τὰ 80 χιλιόμετρα τῆς Ἀμισσοῦ, τὰ ὁποῖα διήνυσαν εἰς τέσσαρας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἔμειναν νήστεις. Κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν ταύτην πολλοὶ ἀπέθανον ἐκ τῆς πείνης, τοῦ ψύχους καὶ τῶν κακουχιῶν. Ἐκ Κάζας ἀπεστάλησαν εἰς Τσοροὺμ Βιλαέτιον τῆς Ἀγκύρας. Καθ’ ὁδὸν τὰ κοράσια πεπεισμένα περὶ τῆς τύχης, ἥτις ἀνέμενεν αὐτά, ἔψαλλον: «ἔχε γειὰ καϋμένε κόσμε, ἔχε γειὰ γλυκειὰ ζωή». Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ὁ Ρεφὴτ Πασᾶς ἦλθεν εἰς Ἀμισὸν ὁ τόπος μετεβλήθη εἰς Ἅδην. Τὴν 17 καὶ 18 Ἰανουαρίου ἐπανελήφθησαν αἱ συλλήψεις καὶ αἱ ἀπελάσεις. Ἐν τῷ μεταξὺ τὰ καταστήματα ἐλεηλατήθησαν τῇ διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως καὶ Τοῦρκοι χωρικοὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὰ χωρία ἁρπάζουσι τὰ κτήνη, ὑποζύγια, ἐνδύματα καὶ ἅπασαν τὴν κινητὴν τῶν Χριστιανῶν περιουσίαν καὶ εἶτα παραδίδουσι τὰς οἰκίας των εἰς τὸ πῦρ. Εἴκοσι ὀκτὼ ἕτερα χωρία ἐπυρπολήθησαν ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος ἀπὸ τῆς 15 Ἰανουαρίου, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν πυρποληθέντων κατὰ Δεκέμβριον. Τὰ γυναικόπαιδα ἀπεστάλησαν πεζῇ ἐν μέσῳ βροχῆς καὶ χιόνων εἰς τὰ βιλαέτια Σεβαστείας καὶ Ἀγκύρας. Νήπια, κοράσια, λεχώ, ἔγκυοι, ἀσθενεῖς καὶ γέροντες ὠθοῦνται ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, διανυκτερεύουσι κατὰ χιλιάδας εἰς χάνια, ὅπου διαμένουσιν ἄνευ ἄρτου, ἢ ἄλλης τροφῆς. Κοιμῶνται ἐπὶ τῆς κόπρου ἢ ἐπὶ σανίδων γυμνοί, ἀφοῦ δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν πάθωσιν ἐκ πνευμονίας καὶ ἄλλων ἀσθενειῶν τὴν ἐπαύριον κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ὠθοῦνται πρὸς τὰ ἐμπρὸς μαστιγούμενοι. Πολλὰ παιδία ἀπολέσαντα τοὺς γονεῖς των διασκορπίζονται εἰς τὰ ὄρη, ἢ τὰ Τουρκικὰ χωρία. Οἱ μετατοπιζόμενοι ἀποθνήσκουσι καθ’ ὁδὸν ἐκ τῆς πείνης, τοῦ ψύχους καὶ τῶν ταλαιπωριῶν καὶ θάπτονται εἰς τὰ ὄρη, ἢ ἀφίνονται βορὰ τῶν ἀγρίων θηρίων. Ἤδη φθάνουσιν ἀπαίσιαι εἰδήσεις περὶ τῆς τύχης τῶν ἐξορισθέντων. Οἱ πλούσιοι τῆς Πάφρας ἐστάλησαν εἰς τὸ βιλαέτιον τῆς Κασταμονῆς, οἱ ἔμποροι Ἀμισοῦ καὶ Τσαρσαμπᾶ διενεμήθησαν εἰς Τσοροὺμ κλπ. Οἱ τῆς πρώτης ἀποστολῆς Καδίκϊοι καὶ Ἐλιὰζκιοϊ τὴν πρώτην νύκτα ἔφθασαν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους Τζουμποζὺ, ἄσιτοι, τὴν ἑπομένην εἰς Καβάκ, τὴν τρίτην ἡμέραν εἰς Καρὰ–Δὰγ καὶ τὴν τετάρτην εἰς Κάφζαν, καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ἡμερῶν ἔμειναν ἄνευ ἄρτου. Φθάσαντες δὲ ἀκολούθως εἰς Τσοροὺμ διεσκορπίσθησαν εἰς διάφορα Τουρκικὰ χωρία, ὅπου ἀποθνήσκουσιν ἐκ τῆς πείνης καὶ τοῦ ψύχους κατὰ ἑκατοντάδας. Κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμὸν ὁ ἀριθμὸς τούτων ὑπερέβη ἤδη τὰς 20.000, καθ’ ἑκάστην δὲ αὐξάνεται. Οἱ ἐμπρησμοὶ αἱ λεηλασίαι καὶ τὰ κακουργήματα ἐξακολουθοῦσιν μετ’ ἀγριότητος. Ἐκ Πάφρας ἀπεστάλη εἰς Βοϊβὰτ ὁλόκληρος ὁ ἄρρην πληθυσμός, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ὁ Ραφὲτ–Πασᾶς ἐξακολουθεῖ τὸ ἐξοντωτικὸν ἔργον του—ὅσα χωρία ὑπελείφθησαν ἐκ τῶν προηγουμένων καταστροφῶν πυρπολοῦνται καὶ οἱ κάτοικοι των ἀπελαύνονται εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ὀκτὼ χωρία τῆς Πάφρας, παράγοντα τὸν ἐκλεκτότερον καπνὸν τῆς Τουρκίας, ἐπυρπολήθησαν καὶ οἱ κάτοικοι μετεφέρθησαν εἰς τὸ βιλαέτιον τῆς Ἀγκύρας ἑτέρων δὲ ὀκτὼ χωρίων τῆς Ἀμισσοῦ οἱ κάτοικοι ἀπεστάλησαν εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ταύτην τὴν στιγμὴν φαίνονται εἰς τὰ ὄρη καπνοὶ καὶ φλόγες, ἀναμφιβόλως νέα χωρία παρεδόθησαν εἰς τὸ πῦρ. Καὶ ὁ ὑπαίθριος πληθυσμὸς τῆς Κερασοῦντος μετεφέρθη ὁλόκληρος ἤδη εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἄν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑψηλὰ καὶ ἀπόκρημνα ὄρη, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι καταδικασμένα τὰ γυναικόπαιδα τῶν ἄνω χωρίων νὰ διέλθωσιν ἐν μέσῳ βαρυτάτου χειμῶνος, ἰλλιγγιᾷ τὸν νοῦν καὶ σπαράσσεται τὴν καρδίαν. Τὰ αὐτὰ συνέβησαν καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας Νεοκαισαρείας, Φάτζας καὶ Τσαρσαμπᾶ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ καταστροφὴ ἐξοκολουθεῖ. Τὰ παρὰ τὴν Ἀμισσὸν ἐκκενωθέντα χωρία Ἀδᾶ–Τεπέ, Γιελιτζέ, Καραγκιόλ, ἐπυρπολήθησαν. Πλησίον τοῦ Κουρουκκοκτζὲ πολλὰ γυναικόπαιδα ἐφονεύθησαν, ὁ πληθυσμὸς ἐστάλη ἐν κακῇ καταστάσει εἰς τὸ ἐσωτερικόν, τὸ Ἐρικλὶ καὶ ἄλλα χωρία ἐκάησαν. Χείρονα τούτων συνέβησαν ἐν Πάφρᾳ, ὅπου κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας παρεδόθησαν εἰς τὸ πῦρ ἕτερα εἴκοσι χωρία μετὰ τῶν ἐκκλησιῶν των καὶ σχολείων, ἀφοῦ δὲ ἐλεηλατήθη ἡ κινητὴ αὐτῶν περιουσία, καὶ ἡ ἀκίνητος ἐγένετο παρανάλωμα τοῦ πυρός, ὁ πληθυσμὸς ὁλόκληρος ἀπεστάλη εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἤδη οἱ μετατοπισθέντες εἰς τὰ διάφορα χωρία, ἀποθνήσκουσιν ἐκ τῶν ἀσθενειῶν, διαιτῶνται εἰς τοὺς σταύλους καὶ ἀχυρῶνας τῶν Τούρκων, ὅπου στερούμενοι ἄρτου, ἐνδυμάτων καὶ σκεπασμάτων, ἐν ἐποχῇ δριμυτάτου χειμῶνος, ὑπερτιμήσεως τῶν πάντων καὶ ἐλλείψεως φαρμάκων κατὰ τῶν ἐπιδημιῶν, ἀποθνήσκουσιν ὁμαδόν. Σκοπὸς ὅλων τῶν φρικωδῶν τούτων γεγονότων εἶναι ἡ ἐξόντωσις τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ ἐκλείψωσι ὡς οἱ Ἀρμένιοι. Ἤδη τὸ ἓν τέταρτον τοῦ μεταποπισθέντος πληθυσμοῦ ὑπέκυψεν εἰς τὸν θάνατον, ἡ αὐτὴ δὲ τύχη ἐπιφυλλάσσεται εἰς τοὺς 30,000 ἐκποτισθέντας ἐκ τοῦ Σαντζακίου μας». Ἡ ὡραιοτάτη καὶ πεφημισμένη πόλις τῶν Κυδωνιῶν ἔχουσα κατοίκους 30,000, ἁπάντων Ἑλλήνων πλὴν ἑκατοντάδος Ὀθωμανῶν, γυμνάσιον, ἕξ δημοτικὰς σχολὰς ἀρρένων καὶ θηλέων, ἀνώτερον παρθεναγωγεῖον, 11 ἐκκλησίας, 77 ἐξωκλήσια, 4 νεκροταφεῖα καὶ δύο μοναστήρια, κατεστράφη ἐξ ὁλοκλήρου. Κατὰ ἐκθέσεις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἀπὸ 24 Ἀπριλίου καὶ 1 Μαΐου 1917 (ἀρ. ἀρχ. Ὑπ. Ἐξωτ. 5219). «Ὅλη ἡ σκηνογραφία παριστᾷ σύμφυρμα σκελετῶν μεγάλων καὶ μικρῶν ζητούντων ἔλεος. Ἐπὶ 45 ἤδη ἡμέρας ὡδοιπόρει ἡ ὁμὰς αὕτη καὶ κατεδικάσθη νὰ ὁδοιπορήσῃ ἱκανὰς ἔτι ἡμέρας, καθ’ ὅσον εἶναι προωρισμένη νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς Γενὴ–Σεχὶρ καὶ Μπελετζίκ. Τὰ καθ’ ὁδὸν δεινοπαθήματά των εἶναι ἀληθῶς ἀπίστευτα καὶ ἄνω τῶν 180 ἀπέθανον καθ’ ὁδὸν ριφθέντες ἐντὸς χανδάκων, ἄλλοι ἡμιθανεῖς ἐγκατελείποντο ἐν μέσῃ ἐρήμῳ, γυναῖκες δὲ ἐπίτοκοι ἄφιναν τὰ νεογνά των καὶ ἠκολούθουν. Ὁ διωγμὸς ἤρχισε τὴν ἑβδομάδα τῶν Βαΐων, ἐξηκολούθησε δὲ καθ’ ὅλην τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα καὶ ἐπεξετάθη τελειωτικῶς τὴν Μ. Παρασκευήν. Οἱ μετατοπισθέντες ἀνέρχονται εἰς 35 ἕως 40 χιλιάδας». Αἱ καταστροφαί, τὰ βάσανα καὶ τὰ μαρτύρια, ἅτινα ὑφίσταντο οἱ ἐκτοπιζόμενοι εἶναι ἀνώτερα πάσης περιγραφῆς. Οἱ Ἑλληνικοὶ χριστιανικοὶ πληθυσμοὶ ἀνερχόμενοι εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων, ἐδολοφονοῦντο κατὰ τὸν μᾶλλον μαρτυρικὸν τρόπον. Ἡ σκληρότης, ἡ ἀπανθρωπία καὶ ἡ ὠμότης, μεθ’ ἧς συμπεριεφέροντο εἰς τοὺς μελλοθανάτους οἱ Τοῦρκοι, δὲν ἀναγράφεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, οὐδὲ κατὰ τοὺς ζοφερωτέρους χρόνους. Τὴν φρικώδη καὶ καταισχύνουσαν τὸ ἀνθρώπινον γένος κατάστασιν ἀπεικονίζει ἐπίσημος ἔκθεσις περιγράφουσα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν οἱ ἐκτοπιζόμενοι, ὑβριζόμενοι, κακοποιούμενοι, δερόμενοι, παρέμενον θεαταὶ ὁ εἷς τῆς καταστροφῆς τοῦ ἄλλου καὶ πάντες ὁμοῦ ἐθεῶντο τὰς γυναῖκας καὶ θυγατέρας αὐτῶν ἀτιμαζομένας καὶ φονευομένας, τὰ τέκνα των θνήσκοντα τῆς πείνης καὶ τῶν στερήσεων. Ἐπίσημος ἔκθεσις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἀπὸ 28 Ἰουλίου 1916 (ἀρ. ἀρχ. Ὑπουργ. 12092) περιγράφει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ 50 ἡμέρας διαμένουσιν ὑπὸ τὸν φοβερὸν καύσωνα τοῦ ἡλίου καὶ τὴν ὑγρασίαν τῆς νυκτὸς ἐν ἀπελπιστικῇ καταστάσει. Πλεῖσται γυναῖκες πειναλέαι καὶ ἡμίγυμνοι ζητοῦσιν ἄρτον καὶ χρήματα, τὰ ἐφθαρμένα ἐνδύματά των δὲν δύνανται νὰ περισφίξωσι τὸν σκελετόν των, δι’ ὅ καὶ βαστάζουσιν αὐτὰ διολισθαίνοντα διὰ τῶν χειρῶν των. Νομίζει τις ὅτι βλέπει τὴν εἰκόνα, τῆς κολάσεως τοῦ Δάντη, ὅστις περιοδεύων εἶδε φάσματα μετ’ ὀστέων καὶ μόνης τῆς ἐπιδερμίδος. Ἐκδιωκόμενοι ἐκ τῶν ἀχυρώνων τῶν Τούρκων, διαμένουσιν ἐν ὑπαίθρῳ, ζητοῦσι κλαίοντες στέγην καὶ ἄρτον καὶ προβάλλεται εἰς αὐτούς, ἀντὶ τούτων ἡ ἐξισλάμισις καὶ ἡ ἀτίμωσις. Ἡ πεῖνα, ὁ καύσων τοῦ ἡλίου καὶ ἡ ὑγρασία τῆς νυκτὸς, φονεύουσι καθημερινῶς τοὺς δυστυχεῖς, καθ’ ἑκάστην δὲ ἀποθνήσκουσι θαπτόμενοι ἄνευ ἱερέως». Ἑτέρα ἔκθεσις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἀπὸ 4 Μαρτίου 1916 (ἀρ. ἀρ. Ὑπ. Ἐξωτ. 14205) ὡς ἑξῆς ἀπεικονίζει (ἀναγινώσκει:) «Ἡ κατάστασις τῶν δυστυχῶν προσφύγων εἶναι ἀπεριγράπτως ἀπελπιστική. Μὴ ἔχοντες τί νὰ πωλήσωσι πρὸς ἀγορὰν ἄρτου, γυναῖκες, γέροντες καὶ παιδιὰ γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι περιφέρονται εἰς τοὺς ἀγροὺς διὰ νὰ συλλέξωσι χόρτα πρὸς τροφήν. Ἕτεροι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, περιφρονοῦντες τὸ ψῦχος καὶ τὴν ὑγρασίαν, ἐξερευνῶσιν ὅλην τὴν παραλίαν, μηδ’ αὐτῶν τῶν στομίων τῶν ὑπονόμων ἐξαιρουμένων, ἵνα ἀνεύρωσι διάφορα ὄστρακα, μύδια, ἀχιβάδες, πεταλίδες καὶ δι’ αὐτῶν καταστείλωσι τὴν πεῖναν των. Ὁ περιφερόμενος δὲ μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἀκούει τὴν παραπονετικὴν καὶ κλαυθμηρὰν φωνὴν ὀρφανῶν καὶ λοιπῶν, ζητούντων ἐλεημοσύνην». Ἑτέρα ἔκθεσις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας (ἀρ. ἀρ. 14205) ὡς ἑξῆς περιγράφει (ἀναγινώσκει): «Οἱ πρόσφυγες Ἕλληνες δὲν εἶναι ἢ σκιαὶ ἀνθρώπων. Ἡ κατέχουσα αὐτοὺς ζωηρὰ νοσταλγία, αἱ κατὰ τὰς μετατοπίσεις κακουχίαι, οἱ ἐκ τῶν πεζοποριῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ἄρτου κάματοι καὶ ἐν γένει αἱ παντοειδεῖς στερήσεις, ἀπεμάραναν ἐντελῶς αὐτούς. Αἱ συνέπειαι τοῦ χειμῶνος καὶ τῶν βροχῶν ἡ μετὰ τὴν πώλησιν καὶ τῶν ἀναγκαιοτάτων ἐνδυμάτων χρησιμοποίησις τοῦ παγωμένου ἐδάφους ὡς στρωμνῆς, ἡ ὑπερτίμησις καὶ ἡ σπάνις τοῦ ἄρτου συνετέλεσαν εἰς τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τῆς θνησιμότητος, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπληρώθησαν τὰ νεκροταφεῖα». Ἐκτὸς τῶν ὡς ἀνωτέρω εἴρηται ἐγγράφων καὶ ἐπισήμων ἐκθέσεων τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς πρεσβείας, καὶ τῶν προξενείων, τριάκοντα τρεῖς ἐκθέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως περιλαμβανόμεναι ἐν τῷ ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Σμύρνης Σεβασ. Χρυσοστόμου ἐκδοθέντι γαλλιστὶ κατὰ τὸ ἔτος 1919 συγράμματι, ὑπὸ τὸν τίτλον «οἱ διωγμοὶ τῶν Χριστιανῶν», δίδουσιν ἀμυδρὰν ἰδέαν τῆς σκληρότητος καὶ κακουργίας, ἣν ἐπεδείξαντο αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ Θράκης καὶ Μικρᾶς Ἀσίας, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν γενομένων καταστροφῶν. Οὕτως ἐν σελίδι 31 τοῦ βιβλίου τούτου ἀναγιγνώσκομεν. «Ἐκ τῶν 33 τούτων ἐκθέσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀναφαίνονται τὰ λαβόντα χώραν ἐν Μ. Ἀσίᾳ ἐν πλήρει εἰρήνῃ ἐπὶ πάσης τῆς ζώνης τοῦ Μαρμαρᾶ, ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἐδάφους τῆς Θράκης, ἐφ’ ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων τῶν περιχώρων τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ κατὰ τὸ μῆκος τῶν ἀκτῶν τῆς Μαύρης Θαλάσσης. Μετὰ τὴν καταστροφὴν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς Μ. Ἀσίας τὸ ὀρθόδοξον χριστιανικὸν στοιχεῖον τῶν βιλαετίων τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Προύσης ἀποτελεῖ δένδρον, οὗτινος αἱ ῥίζαι ἀπεσπάσθησαν διὰ τῆς βίας ἐκ τοῦ ἐδάφους καὶ ἡ αὐτὴ θλιβερὰ πρόγνωσις δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ πάντα τὰ Ἑλληνικὰ μέρη τῆς Τουρκίας. Ἡ καταστροφὴ ἐκτείνεται πλήρης καὶ φανερὰ ὅπου ὑπερίσχυον οἱ Ἕλληνες καὶ ἵνα φανῇ ἡ σκληρότης τῆς καταστροφῆς ἀναφέρομεν, ὅτι καθ’ ἃ ὁ κ. Ἀρζόγλου, Βουλευτὴς Σαμψοῦντος, ἐβεβαίωσεν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, ἐκ τῶν ὀκτακοσίων προσώπων, ἅτινα κατὰ Φεβρουάριον διηυθύνοντο ἐκπατρισθέντα εἰς τὸ Ἰσχόρον, δέκα ἑπτὰ μόνον ἐπέζησαν ἐκ τῶν περιπετειῶν ὀκταμήνου πορείας ἐν μέσῳ τῶν ὀρέων τῆς Μ. Ἀσίας (σελ. 32). Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι πᾶσαι αἱ ἀπελάσεις τοῦ Χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ, ἃς ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις παρουσιάζει ὡς ἐπιβληθείσας ὑπὸ λόγων καθαρῶς στρατιωτικῶν, ἀπέβλεπον εἰς τὴν ῥιζικὴν καταστροφὴν τοῦ Χριστιανικοῦ στοιχείου. Καὶ οἱ τυφλοὶ ἐνόησαν ὅτι οἱ διωγμοὶ οὗτοι ἐξετελέσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου, ἀπὸ τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν, πρὸς ἐξόντωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου». Ἔκθεσις ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1915 τοῦ Μητροπολίτου Σμύρνης Σεβασμιωτάτου Χρυσοστόμου πρὸς τὸν Βασιλέα λέγει: «Πάντες ἐξωρίσθημεν ἐκ τῶν ἑστιῶν ἡμῶν, ἀπωλέσαμεν τὰς οἰκίας καὶ τὰ πλούτη, ἅτινα ἐπὶ μακρὸν συνελέξαμεν. Τὰ τέκνα ἡμῶν ἀπωρφανίσθησαν, αἱ μητέρες ἐχήρευσαν, αἱ παρθένοι ἡμῶν ἠτιμάσθησαν ἐντὸς μάλιστα τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπου κατέφυγον, ἵνα ἐπιζητήσωσιν ἄσυλον. Τὰ τέκνα μας ὑπέστησαν τὰς συνεπείας τοῦ Τουρκικοῦ νόμου καὶ ἡμεῖς οἱ ἐπιζήσαντες ἐκ τῆς καταστροφῆς διάγομεν βίον ἀθλιότητος καὶ στερήσεων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ βάθει τῆς Ἀσίας, βαίνοντες εἰς τὸ ἄγνωστον. Τείνομεν χεῖρα καὶ γονυκλινεῖς ἐκλιπαροῦμεν τεμάχιον ἄρτου, ἵνα μὴ ἀποθάνωμεν τῆς πείνης. Ὡς ἀγέλαι ζώων ῥιπτόμεθα εἰς τὰς λέμβους καὶ μεταφερόμεθα ἀπὸ τῆς Θράκης εἰς τὴν Ἀσίαν καὶ ἑκατοντάδες θνησκόντων ῥίπτονται εἰς τὴν θάλασσαν κατὰ τὴν θαλασσοπλοΐαν (σελ. 36). Ἡ Σκουπιὰ εἶχε κατὰ Μάϊον τοῦ 1914 ψυχὰς 1700, ἤδη μετὰ τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰ μαρτύρια τὸ τρίτον μόνον ἐπέζησεν. Ἐδόθη ἡμῖν ἡ διαταγὴ νὰ παρασκευασθῶμεν πρὸς ἀναχώρησιν ἐντὸς δύο ἤ τριῶν ὡρῶν καὶ ἡ ἀμείλικτος διαταγὴ κατέλαβεν ἡμᾶς περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου. Ἅπαντες νέοι, γέροντες, γυναῖκες, νεάνιδες, παιδία ἢ βρέφη, λεχὼ ἢ ἀσθενεῖς, ἐπεβιβάσθημεν ἐπὶ καϊκίων καὶ συνηντήσαμεν εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος τὸ τουρκικὸν πλοῖον, ὅπερ θὰ παρελάμβανεν ἡμᾶς. Ποῦ μεταβαίνομεν; Εἰς τὸ ἄγνωστον. Καὶ ὡς συμπλήρωμα τῆς δυστυχίας δὲν ἐπετράπη ἡμῖν νὰ λάβωμέν τι», καὶ ἕπεται ἡ περιγραφὴ τῶν ἀνηκούστων μαρτυρίων καὶ τῆς καταστροφῆς, ἀποτελοῦσα ἀποτροπιασμὸν καὶ φρίκην. Καὶ ἤδη ἐρευνήσωμεν τὸν κατὰ προσέγγισιν ἀριθμὸν τῶν διὰ τοιούτων ἀνηκούστων καὶ πρωτοφανῶν ἐν τῇ ἱστορίᾳ μαρτυρίων, καταστραφέντων Ἑλληνικῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν. Κατὰ τὴν πρώτην ἀθρόαν ἐκτόπισιν, ἀπὸ τῆς 30 Μαΐου δηλαδή, μέχρι 8 Ἰουνίου 1914, ἤτοι ἐν διαστήματι 9 ἡμερῶν, συμφώνως τοῖς πίναξι τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στηριζομένοις ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων τῶν Μητροπολιτῶν, ἔχομεν ἐκτοπισθέντας (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῆς περιφερείας Ἐφέσου 50.059, ἔπειτα δὲ 8.076 ἐν ὅλῳ 58.135. Μοσχονησίων 6.000, Ἀϊβαλῆ 28.657, Σοκίων 15.283, Φιλαδελφείας 1964, Σμύρνης 9250, Τσεσμὲ 6.055, Ἡλιουπόλεως 10.000, Δαρδανελλίων 18.930, καὶ 6.500 κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915. Καλλιπόλεως 35.525, Προπονήσου 29.600, Ἡρακλείας 29.200, εἶτα δὲ 18.423 ἑτέρων· Ἀδριανουπόλεως 17.334, Βιζᾶ 28.777, Τσχορλοῦ 13.715, Αἴνου 3.067, Σωζουπόλεως 11.650, Διδυμοτείχου 13.097 καὶ 5.360 μετέπειτα. Σαράντα Ἐκκλησιῶν 11.000, Μυριοφύτου 4.102, Δέρκων 10.472, Χαλκηδόνος 8.104, κλπ. Νικομηδείας 8.336, Προύσης 12.076, Πάφρας 57.403, Χαλδαίας καὶ Κερασοῦντος 60.020, Νεοκαισαρείας 20.308, Καραϊσὰρ 20.000, Ροδουπόλεως 18.000, Ἀδάνων 10.000 κλπ. Ἐν συνόλῳ 727.286». Ἑπτακόσιαι εἴκοσι ἑπτὰ χιλιάδες ψυχῶν Ἑλληνικῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, παρεδόθησαν εἰς τὸ πῦρ, τὸν σίδηρον καὶ τὴν καταστροφήν, ἄνευ οὐδεμιᾶς προφάσεως καὶ κατὰ τὸν μᾶλλον μαρτυρικὸν τρόπον ἐσφαγιάσθησαν, ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ τῆς ἐκριζώσεως τοῦ Σταυροῦ ὑπὸ τῆς Ἡμισελήνου. Ἀριθ. 727.286 ἐν διαστήματι 9 ἡμερῶν! Κατὰ δὲ τοὺς μετέπειτα διωγμοὺς τῶν ἐτῶν 1915 καὶ 1916 240.000 κατεστράφησαν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἀσίας κατὰ τὸ φρικωδέστερον καὶ μᾶλλον μαρτυρικὸν θάνατον. Τὰ ἐκ τῶν ἐπισήμων τούτων ἐκθέσεων τῆς ἐν Κωνστανντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ τῶν προξενείων καὶ τοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν Μητροπόλεων βεβαιούμενα φρικώδη ἐγκλήματα ἀνομολογοῦνται καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν Ὀθωμανῶν. Οὕτως ὁ Γερουσιαστὴς Δαμὰρ–Φερὴτ Πασᾶς (πρώην μέγας Βεζύρης) κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ὀθωμανικῆς Γερουσίας τῆς 9)22 Ὀκτωβρίου τοῦ 1918 λέγει: «Ἡ ἐκμηδένισις τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν ἦτο ἀσύγνωστον ἔγκλημα, ἀποδοτέον εἰς τὸ κομιτάτον Ἕνωσις–Πρόοδος καὶ ἦτο ἔγκλημα διαπραχθὲν ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι δὲν μετηνάστευσαν ἰδίᾳ βουλήσει, ἀλλ’ ἐξηναγκάσθησαν νὰ ἀπέλθωσιν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν καὶ τὴν βίαν καὶ ἀνοικτιρμόνως ἐξωλοθρεύθησαν». Προσθέτει δὲ: «ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν Ὀθωμανῶν ὑπηκόων τῶν ἀπελαθέντων κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀνέρχεται εἰς 550.000 ψυχάς, φοβοῦμαι δὲ ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι κατώτερος τοῦ πραγματικοῦ». Ἡ Τουρκικὴ ἐφημερὶς «Ἀκσὰμ» (ὁμοίως καὶ ἄλλαι τουρκικαὶ ἐφημερίδες) γράφει (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις καὶ οὐχὶ ὁ Τουρκικὸς λαός, διέπραξε τὰ ἀκατανόμαστα ταῦτα ἐγκλήματα καὶ τούτου ἕνεκα ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει ἅπασαν τὴν εὐθύνην καὶ οὐχὶ τὸ Ἔθνος καὶ ὀφείλει νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὰς ὠμότητας ταύτας ἐνώπιον τοῦ μεγάλου δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνεγερθῇ ὅσον οὔπω ὑπὸ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ὅπου ὁ τουρκικὸς λαὸς θὰ διακηρύξῃ τὴν ἀλήθειαν ταύτην». Ἡ Χαλιδὲ–Ἐδὶπ–Χανούμ, ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων λογογράφων γυναικῶν ἐν Τουρκίᾳ, γράφει ἐν τῇ ἐφημερίδι «Βακὶτ» τῆς 9)22 Ὀκτωβρίου: «ἀπεδιώξαμεν τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους μας καὶ πᾶν ἐπράξαμεν διὰ νὰ τοὺς ἐκριζώσωμεν, καθὼς καὶ τοὺς Ἀρμενίους καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ μετεχειρίσθημεν μεθόδους παρομοιαζούσας πρὸς τὰς τοῦ Μεσαίωνος. Νῦν παρουσιαζόμεθα πρὸ τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς, ὅτι ἐβασανίσαμεν τοὺς ὑπηκόους μας καὶ ἐφονεύσαμεν ἀθώους χριστιανοὺς μετὰ τῶν τέκνων των. Ἡ θεωρία τοῦ ἐξαναγκαστικοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἐγένετο παραιτία εἰς χεῖρας λῃστῶν καὶ δολοφόνων ἐγκληματικῆς τραγῳδίας. Διοικηταί, νομάρχαι, ὑπάλληλοι, ἐξουσιοδοτηθέντες δι’ ἀπολύτου ἐξουσίας τοῦ Κομιτάτου, ἐπέρριψαν ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ ἀθώου τουρκικοῦ στοιχείου, ὁλόκληρον τὸ βάρος τῶν ἀκατονομάστων κακουργημάτων». Καὶ ὅταν οὕτω χρωματίζωσι τὰ κακουργήματα ταῦτα αὐτοὶ οἱ Ὀθωμανοὶ κατὰ ποῖον δυνάμεθα τρόπον νὰ χαρακτηρίσωμεν ἡμεῖς αὐτά; Ἀφ’ ἑτέρου ἔκθεσις ἐξ Ἰκονίου ἀπὸ 6)19 Ὀκτωβρίου 1919 ἀναφέρει, ὅτι ὁ ἐν Μίγδῃ τοῦ Ἰκονίου ἀνώτερος διοικητικὸς ὑπάλληλος Ὀθωμανὸς ἐδήλωσεν, ὅτι, «πᾶν κίνημα τῆς Εὐρώπης κατὰ τῆς Τουρκίας θὰ ἐξωθήσῃ τοὺς Τούρκους κατὰ τῶν συνοίκων χριστιανῶν καὶ θὰ εὕρῃ μεμελετημένην ἀντίστασιν ἀπὸ μέρους τῶν Τούρκων, ἐν ᾗ πρῶτον ἔργον αὐτῶν θὰ εἶναι ἡ γενικὴ καὶ ἀδυσώπητος σφαγὴ τῶν χριστιανῶν». Προκήρυξις δὲ τῆς ἐν Σεβαστείᾳ Κεμαλικῆς Συνελεύσεως συνιστᾷ τὴν «τελείαν τῶν χριστιανῶν ἐξόντωσιν, ἵνα μὴ ἔχωσι διεκδικήσεις ἐπὶ τῶν ἐδαφῶν τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους». (Ἔκθεσις πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον 2)15 Ὀκτωβρίου 1919). Σᾶς ἀναγινώσκω ἤδη τὰς δηλώσεις τοῦ Ἄγγλου πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τοῦ Βρεττανικοῦ Θησαυροφυλακίου κ. Λόϋδ–Τζὼρτζ, γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 8)21 Ἰουλίου 1920(Ἀναγινώσκει). «Δυστυχῶς αἱ Τουρκικαὶ χῶραι διετέλεσαν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν κράτους, ὅπερ καὶ ἐν τῇ ἀκμῇ του ὑπῆρξε τελείως ἀνίκανον διοικητικῶς καὶ στρατιωτικῶς. Ὁ Τοῦρκος ἀπὸ πολλοῦ ἀποζῇ ἐκ τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ ἀπέκτησεν ἐκ μακραίωνος θηριώδους βίας. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διεσπάθισε καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐξ ὁλοκλήρου», καὶ προσθέτει «ὁ Τοῦρκος ἤσκει εἶδός τι ἀξέστου καὶ ἐνίοτε βαρβάρου κυριαρχίας». Οἱ «Τάιμς» δὲ τοῦ Λονδίνου, φύλλον 25 Φεβρουαρίου, γράφουν (ἀναγινώσκει). «Οἱ Σύμμαχοι κατέλαβον στρατιωτικῶς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐφρόντισαν ὅπως διὰ τῶν Ὑπάτων Ἁρμοστῶν των εἰδοποιήσωσι τὸν Μέγαν Βεζύρην καὶ τὸν τουρκικὸν Τύπον, ὅτι ἡ κατοχὴ εἶναι προσωρινή. Ἐβεβαίωσαν τοὺς Τούρκους ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολις θὰ παραμείνῃ ὑπὸ τὸν ζυγόν των, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀπόσχωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ σφάζωσι τοὺς χριστιανοὺς καὶ νὰ ἐπιτίθενται κατὰ τῶν Συμμαχικῶν στρατευμάτων. Παρατηρητέον ὅμως ὅτι τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην οἱ Σύμμαχοι συνώδευσαν καὶ μὲ μίαν ἀπειλήν. Ἐὰν ἤθελον λάβει χώραν «νέαι γενικαὶ σφαγαὶ καὶ ἀναστατώσεις» πιθανῶς νὰ ἐτροποποιεῖτο ἡ περὶ Κωνσταντινουπόλεως ἀπόφασίς της». Ἀλλὰ πάντα ταῦτα τὰ εἰδεχθῆ καὶ ἀπαίσια καὶ ἀκατονόμαστα καὶ πρωτοφανῆ ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἐγκλήματα, ἅτινα ἀνεφέραμεν ἀνωτέρω, εἰσὶν ἐλάχιστα ἀπέναντι τῶν μετέπειτα ὑπὸ τοῦ Κεμὰλ τελεσθέντων, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κεμαλικοῦ κινήματος (6 Ἰανουαρίου τοῦ 1919). Ἔκθεσις πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Προύσῃ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 4 Σεπτεμβρίου 1920, λέγει: «Ἐνδοξότατε στρατηγέ, καὶ τὰ πρὸ τούτων γνωσθέντα ὑμῖν ἀπερίγραπτα ὄργια τῶν ἀγρίων στιφῶν τοῦ Κεμάλ, ἐναργέστατα μαρτυροῦσιν, ὅτι οἱ ἄγριοι Κεμαλικοί, πάσῃ δυνάμει ἐπείγονται, ὅπως συμπληρώσωσι τὸ βδελυρὸν ἔργον τῆς πλήρους καὶ τελειωτικῆς ἐξοντώσεως τῆς εἰς τὴν ζώνην αὐτῶν χριστιανικῆς ζωῆς. Οἱ ἐναπολειφθέντες ἐκεῖ ὀλίγοι Χριστιανοὶ ζῶσιν εἰς τὰ δάση καὶ τὰ βουνὰ φεύγοντες τὸν ἄγριον διώκτην». Ἀλλὰ περὶ τῶν Κεμαλικῶν κακουργημάτων κατὰ πολὺ εἰδεχθεστέρων καὶ σκληροτέρων τὶ πρῶτον τὶ δ’ ὕστατον; Ἐὰν ἤθελε τις ἐπιχειρήσῃ νὰ ἀναφέρῃ ἔστω καὶ ἐπιτροχάδην ταῦτα, ἔδει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ μῆνας. Ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἐξεδόθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1920 βιβλίον (ὅπερ ἐπιδεικνύει) ἐκ 200 σελίδων, ὑπὸ τὸν τίτλον «Μαύρη Βίβλος τῶν Μαρτυρίων τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ, ἀπὸ τῆς Ἀνακωχῆς μέχρι τέλους 1920», ἥτις κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν περιέχει πάντα τὰ κακουργήματα, δι’ ἅ σπαράσσεται πᾶσα καρδία ἔστω καὶ τίγρεως τοιαύτη. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις τοιαύτην ὠμότητα, τοιαύτην σκληρότητα, τοιαύτην ἀπανθρωπίαν. Αἱ ἑκατοντάδες χιλιάδων θυμάτων αἱ δολοφονηθεῖσαι ὑπέστησαν τὰ φρικωδέστερα τῶν μαρτυρίων. Τούτων ἐλάχιστα ἀναφέρω. Ἐν σελίδι 11 ἀναγιγνώσκομεν: «Μόνον ἐν τῇ πόλει Ἀμισῷ ἀπηγχονίσθησαν 178 νέοι ὁμογενεῖς ἐν μέσῃ ἀγορᾷ. Διακόσια δέκα χωρία ἐγένοντο παρανάλωμα τοῦ πυρός, 70.000 δὲ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς Ἀμισοῦ ἐπηλάθησαν καὶ διασκορπισθέντες εἰς τὰ τουρκικὰ χωρία νήστεις καὶ γυμνητεύοντες ἀπέθανον κατὰ 90% οἰκτρὸν θάνατον. Αἱ σχολαί μας, περὶ τὰς 200, ἐκάησαν, ἐσυλήθησαν καὶ ἐπυρπολήθησαν, οἱ βωμοὶ καὶ αἱ ἑστίαι μας, τὰ ὅσια καὶ ἱερὰ μας ἐβεβηλώθησαν». Ἐν σελίδι 68 (ἐπαρχίαν Καισαρείας): (ἀναγινώσκει). «Περὶ τοὺς χιλίους Κιρκάσιοι προέβησαν εἰς σφαγὰς καὶ λεηλασίας Ἑλλήνων καὶ Ἀρμενίων. Ἡ σφαγὴ ἐγένετο κυρίως ἐν τῇ ἀγορᾷ, διὰ τοῦτο καὶ οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἠδυνήθη νὰ σωθῇ. Ἐβιάσθησαν πολλαὶ νεάνιδες, ἐπυρπολήθησαν πολλαὶ οἰκίαι καὶ ἐπληγώθησαν πολλοί. Οἱ νεκροὶ μετὰ τέσσαρας ἡμέρας περισυνελέγησαν καὶ δι’ ἁμαξῶν τοῦ καθαρισμοῦ τῶν δρόμων, ἄνευ νεκρωσίμου ἀκολουθίας, ἤχθησαν ἔξω τῆς πόλεως καὶ ἐρρίφθησαν εἰς λάκκον». Τῇ 8 Σεπτεμβρίου Κεμαλικὸς στρατὸς εἰσελθὼν εἰς τὸ χωρίον Κότζογλου (ἀπέχον δίωρον τῆς Ὑοσγάτης), συνέλεξεν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ὅπου, ἀφοῦ ἠσέλγησαν κτηνωδῶς ἐπὶ τῶν γυναικῶν καὶ παρθένων, κατέσφαξαν ἀγρίως ταύτας ὡς καὶ σύμπαντα τὸν ἄρρενα πληθυσμόν, μὴ φεισθεὶς μηδὲ τῶν μικρῶν παιδίων, ἐξ ὧν ἕν εὑρέθη ἐσφαγμένον ἐπὶ τῶν μαστῶν τῆς προσφαγιασθείσης μητρός του». Ἐν σελίδι 84 (ἀναγινώσκει): «Τῇ 4 Ἰανουαρίου 1919 καὶ περὶ ὥραν 8 τῆς ἑσπέρας, ἤρξατο ὁ βομβαρδισμὸς τῆς πόλεως Βρυούλων ἐκ πάντων τῶν σημείων διὰ μυδραλλιοβόλων καὶ χειροβομβίδων, διαρκέσας ἐπὶ 24ωρον, καθ’ ὅν ἐφονεύθησαν πλεῖστοι, κατέπαυσε δὲ ὁ βομβαρδισμὸς ἅμα τῷ εἰς τὸν λιμένα τῶν Βρυούλων κατάπλῳ δύο ἀγγλικῶν τορπιλλοσυλλεκτίδων». Ἐν σελίδι 85 (ἀναγινώσκει): «Κατὰ Ἰούνιον 1920 ἀπέθανε μαρτυρικώτατον θάνατον ὁ ἀρχιδιάκονος τῆς Μητροπόλεως Ἐφέσου Ἰωακεὶμ Γούναρης καὶ κατὰ τὴν ἐκεῖθεν ἀναχώρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατοχῆς ἔλαβον χώραν ὠμότητες καὶ βαρβαρότητες, καθ’ ἃς τρισχίλιοι καὶ πλέον ὁμογενεῖς ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ ὑπέστησαν μαρτυρικὸν θάνατον. Ἐμπρησμός, σφαγή, ἀτίμωσις καὶ ἀπαγωγὴ ἦσαν τὰ μέσα, δι’ ὧν τὰ ἄγρια στίφη κατέστρεψαν τὸ Ἀϊδίνιον. Τὸ ὡραῖον Ἀϊδίνιον κατεστράφη σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου ὑπὸ πυρκαϊᾶς, ἐκ τῶν κατοίκων αὐτοῦ οἱ περισσότεροι σχεδὸν ἐφονεύθησαν, ἄλλοι ἐτυφεκίσθησαν, ἄλλοι ἐσουβλίσθησαν διὰ πεπυρακτωμένων σιδήρων, ἄλλων ἐπριονίσθη τὸ σῶμα καὶ ἄλλοι ἄλλα βασανιστήρια ὑπέστησαν. Μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ Ἀϊδινίου εἶχον συγκεντρωθῆ ἐν Ναζλῆ πληθυσμοὶ ἑπτὰ χιλιάδων Ἑλλήνων προερχομένων ἐξ Ἀϊδινίου, ὅπου ἔλαβον χώραν φοβεραὶ σκηναί. Οἱ Τοῦρκοι ἐλήστευον, ἐφόνευον, ἔσφαζον, ἀδιακρίτως φύλου καὶ ἡλικίας, ἄνω τῶν 120 ἐκάησαν ζῶντες καὶ πλεῖστοι ἐρρίφθησαν εἰς τὸν ποταμὸν, ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ πληθυσμὸς οὗτος κατεστράφη». Ἀδιήγητα, ἀλλὰ καὶ φρικωδέστερα πάντων εἶναι τὰ μαρτύρια καὶ αἱ καταστροφαί, ἅς ὑπέστη ἡ ἐπαρχία τῆς Νικαίας, μεταβληθεῖσα εἰς ἐρείπια. Ἐν συνεχείᾳ διωγμῶν, ἰδίᾳ δὲ κατὰ Μάρτιον καὶ Ἰούνιον τοῦ 1920 οἱ Κεμαλικοὶ οὐδενὸς φεισθέντες, ἔσφαξαν ἐβασάνισαν ἔκαυσαν ζῶντας, ἔθαψαν ἡμινέκρους μετὰ νεκρῶν ἐντὸς φρεάτων, ἄνδρας, γυναῖκας, παιδία, ἀσθενεῖς, γέροντας κλπ., ἐπυρπόλησαν ὁλοκλήρους πόλεις καὶ χωρία καὶ τὸ πᾶν κατέστρεψαν. Τοῦτ’ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Νικομηδείας ἔνθα πάντας τοὺς συλλαμβανομένους ἐνέκλειον εἰς τοὺς ναούς, οὕς διὰ βομβῶν καὶ τηλεβόλων κατέκαιον καὶ μετ’ αὐτῶν πάντας τοὺς ἐντὸς εὑρισκομένους, ἐνῷ τοὺς ἀποπειρωμένους νὰ ἐξέλθωσι ἐλόγχιζον καὶ διὰ σφαιρῶν ἐφόνευον ἀφοῦ ὑπέβαλλον εἰς φρικώδη μαρτύρια. Ὁμοίως εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Χαλκηδῶνος, ἣν ἐκ θεμελίων κατέστρεψαν, ἰδίᾳ δὲ τὸ ἕξ ὥρας ἀπὸ τῆς Ποντοηρακλείας ἀπέχον Ἑλληνικὸν χωρίον Καρακαβᾶς, ὅπερ πολιορκήσαντες ἐλεηλάτησαν, ἀφοῦ ἐκρεούργησαν τοὺς κατοίκους. Τοῦτ’ αὐτὸ καὶ διὰ τὰ τέσσαρα χωρία Φουντουκλιά, ἅτινα ἐλεηλάτησαν καὶ ἀπεγύμνωσαν ἐξ ὁλοκλήρου, ἀφοῦ ἐφόνευσαν περὶ τοὺς 400 ἄνδρας καὶ 30 γυναῖκας, ἅς προηγουμένως ἠτίμασαν καὶ ἐβασάνισαν, δι’ ἐξορύξεως ὀφθαλμῶν, ἀποκόψεως ὤτων κλπ. Αἱ ἐπαρχίαι Δέρκων, Μετρῶν, Σηλυβρίας, Ἡρακλείας, Γανοῦ–Χώρας, Μυριοφύτου, Καλλιπόλεως, Αἴνου, Διδυμοτείχου, Τυρολόης, Σαράντα Ἐκκλησιῶν καὶ Ἀδριανουπόλεως ὑπέστησαν τὴν αὐτὴν, οἷαν καὶ αἱ ἀνωτέρω, καταστροφήν, οἱ δὲ κάτοικοι αὐτῶν τὰ αὐτὰ μαρτύρια. Οὕτω δὲ διὰ τῶν ἀθρόων ἀπελάσεων, διωγμῶν, φόνων καὶ καταστροφῶν ἠρήμωσαν καὶ κατέστρεψαν ἐκ θεμελίων τὴν Θράκην, τὴν Προποντίδα τὰ παράλια τοῦ Εὐξείνου καὶ τὴν Μ. Ἀσίαν καὶ παρέδωσαν εἰς τὸ πῦρ καὶ τὸν σίδηρον τοὺς ἑλληνικωτάτους τούτους πληθυσμούς, ἀφοῦ προηγουμένως ἐβασάνισαν αὐτοὺς κατὰ τὸν μαρτυρικώτερον καὶ τραγικώτερον τρόπον. Ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀναφέρει σφαγὰς καὶ δῃώσεις καὶ καταστροφὰς προξενηθείσας ὑπὸ βαρβάρων κατακτητῶν, οἵας τὰς παγκοσμίου κατάρας τοῦ Σύλλα καὶ τοῦ Ἀλαρίχου, τοῦ Μοροζίνη καὶ τοῦ Ἐλγίνου, ἀλλ’ ὁμοίας πρὸς τὰς ἐπελθούσας εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ εἰς τὸν Σταυρὸν ὑπὸ τῆς βαρβάρου Ἡμισελήνου, οὐδεμία σελὶς τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους περιέχει. Καὶ ἤδη ἐξετάσωμεν τὰς αὐξομειώσεις, ἅς ὑπέστησαν οἱ πληθυσμοὶ κατόπιν τῶν διωγμῶν, εἰς οὕς προέβησαν αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ ἐπὶ τῷ τέλει τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν Ὀθωμανῶν, καὶ τῆς τοιούτῳ τρόπῳ μεταβολῆς τῆς ἐθνολογικῆς καταστάσεως. Εὐθὺς ὡς ἤρχισαν οἱ διωγμοὶ καὶ αἱ ἀθρόαι ἀπελάσεις τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν, αἱ Ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ μετεκάλουν Μουσουλμάνους ἐκ τῆς Σερβικῆς Μακεδονίας (βιλαετίων Μοναστηρίου καὶ Κοσσυφοπεδίου) καὶ τῆς Βουλγαρικῆς Μακεδονίας (Καζάδων, Στρωμνίτσης, Ραζλὸγ καὶ Νευροκοπίου) καὶ τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης, καὶ ἐγκαθίστων αὐτοὺς εἰς τὰ κτήματα καὶ τὰς οἰκίας τῶν ἀπελαυνομένων καὶ δολοφονουμένων Ἑλλήνων Χριστιανῶν καὶ τοιούτῳ τρόπῳ οὐ μόνον ἐμείουν τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς, ἀλλὰ καὶ ηὔξανον ἐπαισθητῶς τοὺς Ὀθωμανικοὺς τοιούτους. Συμφώνως ἐκθέσει πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Α. Πάλλη, τέως Γενικοῦ Γραμματέως τῆς ἐπὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων Μακεδονίας Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ 15 Φεβρουαρίου 1919, ἐρειδωμένῃ, ἐπὶ στατιστικῶν τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, εὑρεθεισῶν εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Ἀδριανουπόλεως ὑπὸ τοῦ ταγματάρχου κ. Βλαχοπούλου, διοικητοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Τάγματος κατοχῆς τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, κατὰ τὸ ἔτος 1893 ὑπῆρχον ἐν τῷ Νομῷ Ἀδριανουπόλεως:
| Ἕλληνες | 196.308 |
| Τοῦρκοι | 158.218 |
| Ἀρμένιοι | 14.908 |
| Ἰσραηλῖται | 9.928 |
| Βούλγαροι | 33.071 |
| Ἐν ὅλῳ | 412.433 |
Κατὰ στατιστικὴν τοῦ Τουρκικῆς Διευθύνσεως προσφύγων, ἀνευρεθεῖσαν ὁμοίως ἐν τοῖς ἀρχείοις Ἀδριανουπόλεως, ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ἐν Τουρκίᾳ ἐγκατασταθέντων μετὰ τὸν Βαλκανικὸν πόλεμον Μουσουλμάνων μεταναστῶν (μουχατζίδων) ἀνῆλθεν εἰς 413,912, ὧν 132,500 ἐγκατεστάθησαν ἐν Ἀν. Θράκῃ Βιλαέτιον Ἀδριανουπόλεως. Οἱ ἔποικοι οὗτοι Μουσουλμάνοι τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης καὶ τῆς Σερβικῆς καὶ Βουλγαρικῆς Μακεδονίας κατέλαβον τὰς θέσεις τῶν ἐκδιωκομένων καὶ δολοφονουμένων Ἑλλήνων χριστιανῶν, οἵτινες ὑπολογίζονται εἰς 100 χιλιάδας μόνον κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ὀργανωθέντα ἀνθελληνικὸν διωγμὸν τοῦ 1914 ἐν Ἀν. Θράκῃ (βιλαετίου Ἀδριανουπόλεως), ἐνῷ κατὰ τὰς στατιστικὰς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὁ ἀριθμὸς τῶν οὕτω διωχθέντων Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ἔφθασε τοὺς 103,592. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἔλαβε χώραν ὁ ἐκτοπισμὸς τοῦ ὑπολείμματος τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἀ. Θράκης πρὸς τὴν Μ. Ἀσίαν, οὗτινος ὁ ἀριθμὸς ἀνῆλθεν εἰς 82.797, συμφώνως τῇ στατιστικῇ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἑπομένως ἔχομεν ὅτι ὁ μὲν Τουρκικὸς πληθυσμὸς τῶν 158.218 ἀνῆλθεν εἰς 290,718, διὰ τῶν ἐποίκων Μουσουλμάνων τῶν ἐκ Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης καὶ Σερβικῆς καὶ Βουλγαρικῆς Μακεδονίας μετακληθέντων, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων ἐκ τῶν 196.308 κατῆλθεν εἰς 13.511, διὰ τῶν ἐκτοπίσεων τῶν λαβουσῶν χώραν κατὰ τὸ ἔτος 1914 καὶ κατὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον. Μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Ἀ. Θράκης ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1919, ἤρχισεν ἡ παλιννόστησις εἰς τὴν Ἀν. Θράκην τῶν ἐν Ἑλλάδι εὑρισκομένων προσφύγων, οἵτινες κατὰ τοὺς τελεσθέντας ἐκτοπισμοὺς τοῦ 1914 εἶχον κατὰ τὸ πλεῖστον προσφύγει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἀνελθόντες εἰς 62.080, συμφώνως τῇ στατιστικῇ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως, προστιθεμένων δὲ καὶ ἑτέρων 45,790, ὧν ἐπετράπη ἡ παλιννόστησις μετὰ τὴν ἀνακωχήν, ἔχομεν ὅτι ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν παλιννοστησάντων ἔφθασε τὰς 107,877 καὶ ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν τῆς Θράκης ἀνῆλθεν εἰς 121.388. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι, προερχόμενοι ἐκ τῶν ἀρχείων τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν Ἀδριανουπόλεως, οὐδόλως εἰσὶν ἀκριβεῖς, διότι οἱ Τοῦρκοι πᾶν συμφέρον ἐπιδεικνύουσιν, ὅπως αὐξάνωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν Ὀθωμανῶν, μειοῦντες τὸν τῶν ἄλλων ἐθνοτήτων, ἐν τούτοις παριστῶσι σαφῶς τὰς κολοσσιαίας αὐξομειώσεις, εἰς ἃς προέβησαν διὰ τῆς ἀθρόας ἐξοντώσεως τῶν Ἑλληνικῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν καὶ διὰ τῆς εἰς τὰς οἰκίας καὶ κτήματα αὐτῶν ἐγκαταστάσεως ἐποίκων Μουσουλμάνων μετακληθέντων ἐκ Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης καὶ Σερβικῆς καὶ Βουλγαρικῆς Μακεδονίας. Παρ’ ὅλους ὅμως τοὺς ἀθρόους διωγμοὺς καὶ τὰς καταστροφὰς τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν καὶ τὰς ὁμαδικὰς ἐποικίσεις Μουσουλμάνων, ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν τῆς Ἀ. Θρᾴκης, συμφώνως τῇ στατιστικῇ τῇ διενεργηθείσῃ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1920 ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν κατὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θρᾴκης, ὑπελογίσθη εἰς 306.547, ἔναντι Τούρκων 231.519 καὶ ἑπομένως παρέμεινεν ἡ ἐθνολογικὴ κατάστασις τῆς Ἀν. Θρᾴκης ἐντελῶς Ἑλληνική, μειωθείσης μόνον τῆς μεγίστης διαφορᾶς, ἥτις προϋπῆρχε μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῶν Τουρκικῶν πληθυσμῶν. Τὰς αὐτὰς καὶ μείζονας αὐξομειώσεις ὑπέστη ὁ πληθυσμὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, λέγω δὲ μείζονας, διότι αἱ δολοφονίαι καὶ αἱ ἀθρόαι ἀπελάσεις καὶ καταστροφαὶ ἐφηρμόσθησαν ἐν πολὺ μεγαλυτέρᾳ κλίμακι. Ἀλλὰ καὶ οἱ μετακληθέντες ἐκ Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης, καὶ Σερβικῆς καὶ Βουλγαρικῆς Μακεδονίας ἔποικοι Μουσουλμάνοι ἦσαν πολὺ περισσότεροι, καὶ εἰς ἐπίμετρον προσετέθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδων Ὀθωμανῶν, φεύγοντες τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν βίαν τῶν ὀρδῶν τοῦ Κεμὰλ καὶ ἀνευρίσκοντες ἄσυλον εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατεχόμενον τμῆμα τῆς Μ. Ἀσίας, ἔνθα καὶ παραμένουσιν μέχρι τοῦ νῦν, ἀπολαύοντες πλήρους ἀσφαλείας ζωῆς καὶ περιουσίας ὑπὸ τὴν φιλελευθέραν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν. Ἕνεκα τοῦ τελευταίου τούτου αἰτίου καὶ λόγῳ τοῦ καθορισμοῦ τῶν γεωγραφικῶν ὁρίων διὰ τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ, αἱ αὐξομειώσεις τῶν πληθυσμῶν δύνανται διὰ μικροτέρας ἀκριβείας νὰ καθορισθῶσιν, οὐχ’ ἧττον κατὰ προσέγγισιν δύναταί τις ὡς ἑξῆς νὰ ὑπολογίσῃ αὐτάς. Συνῳδὰ τῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβληθείσῃ εἰς τὴν Διάσκεψιν τῶν Σεβρῶν καὶ ἀναγνωρισθείσῃ ὑπ’ αὐτῆς στατιστικῇ κατὰ τὸ ἔτος 1912, ὑπῆρχον Ἕλληνες χριστιανοὶ 473.043, προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν 46.130 τοῦ Καζᾶ Ἀϊβαλῆ (Κυδωνιῶν), ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ διαμέρισμα τὸ κατακυρωθὲν διὰ τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν ἀνήρχετο εἰς 519.173. Κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τῶν διωγμῶν καὶ κατὰ τοὺς ἀθρόους τοιούτους τοῦ 1914 ἐξεδιώχθησαν 182.000, κατὰ δὲ τὴν τρίτην περίοδον ὁλόκληρος ὁ Καζᾶς τῶν Κυδωνιῶν ἐκ 46.130· ἐν ὅλῳ κατεστράφησαν 228.130 ἑλληνικαὶ ψυχαὶ καὶ ἑπομένως ἔμειναν 519.173–228.130 ἤτοι 281.013. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐπαλιννόστησάν τινες, ἐκ τῶν φυγόντων τὴν Τουρκικὴν Θηριωδίαν καὶ εὑρόντες ἄσυλον εἰς τὰς ἀντίπεραν νήσους, τὴν Χίον, τὴν Μυτιλήνην κλπ., ἀλλ’ οἱ παλιννοστήσαντες εἰσὶ κατὰ πολὺ ὀλιγώτεροι τῶν δολοφονηθέντων, σφαγέντων καὶ ἐκτοπισθέντων εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ὧν οὐδὲ τὸ δέκατον ἐσώθη. Τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀπολύτως βεβαίας καὶ ἐπισήμως ἐξηκριβωμένας, ἐθεώρησα καλὸν νὰ προσκομίσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα ἴδωσι πάντες κατὰ ποῖον πρωτοφανῆ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τρόπον, οἱ Ὀθωμανοὶ κατέστρεψαν καὶ ἐβασάνισαν ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον Ἑλληνικῶν χριστιανικῶν ψυχῶν, ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν Εὐρωπαίων καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ἐγκατέστησαν ἐποίκους Μουσουλμάνους μετακληθέντας ἀλλαχόθεν εἰς τὰ κτήματα καὶ τὰς οἰκίας τῶν δολοφονηθέντων χριστιανῶν Ἑλλήνων, μεταβαλόντες τὸν καταστατικὸν τῶν ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ χάρτην τῶν ἐθνοτήτων καὶ ταῦτα πάντα εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 12 Φεβρουαρίου τ. ἔ. ἀποφάσεως τῆς Διασκέψεως τοῦ Λονδίνου, εὐτυχῶς ἐγκαταλειφθείσης περὶ στατιστικῆς καὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν ἐθνοτήτων ἐπιτροπῆς. (Χειροκροτήματα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μάτεσις ἔχει τὸν λόγον.
§79Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν τραγικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα μετὰ τόσης εὐγλωττίας ἐξέθηκεν ὁ ἔγκριτος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος. Ἤθελον νὰ φέρω μόνον μίαν κρίσιν. Νὰ ζητήσω ν’ ἀνεύρω, τὸν χαρακτῆρα τῶν γεγονότων τούτων καὶ νὰ καταλήξω κατόπιν εἰς ἕν συμπέρασμα. Ἡ ἱστορία διδάσκει, ὅτι, ὅπου ὁ Μουσουλμανικὸς πληθυσμὸς ἀφέθη ἐλεύθερος καὶ ἥσυχος ἵνα συζῇ μετὰ τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ, χωρὶς νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῆς ἐκ τοῦ κέντρου ὑποβαλλομένης μισαλλοθρησκείας, ἐκεῖ ὑπῆρξε συνήθως ἀγαθὸς καὶ ἀπόδειξις τὰ πρόσφατα γεγονότα. Ἡ ὑπὸ Ἑλληνικὴν διοίκησιν ὑπαγωγὴ τῶν Μουσουλμάνων ἀπέδειξεν ὅτι οὗτοι, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκονται ὑπὸ διοίκησιν Ἑλληνικήν, διοίκησιν, ἡ ὁποία καὶ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα αὐτῶν σέβεται καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν προστατεύει καὶ τὴν Μουσουλμανικὴν ψυχὴν γνωρίζει, ἐκεῖ γίνονται καλλίτεροι καὶ νομοταγέστεροι πολῖται. Πῶς λοιπὸν ἐξηγεῖται τὸ ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον διάστημα χρόνου, ἑκάστοτε ἀναφαίνονται τὰ τοιαῦτα φρικώδη ἀνοσιουργήματα; Ἦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν εἶχεν ἡ τυραννία, ἡ ἐγκαθιδρυμένη παρὰ τὸν Βόσπορον. Τὴν τυραννίαν ἐκείνην ἀντικατέστησε κατόπιν ἔτι τυραννικωτέρα, ἡ ὀλιγαρχία τοῦ Νεοτουρκικοῦ κομιτάτου. Καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Νεοτουρκικοῦ κομιτάτου, τὸ σύστημα ἐμφανίζεται οὐχὶ πλέον ὡς ἑκάστοτε καταδίωξις τῶν χριστιανῶν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ λάβωσι τὴν ὑπεροχὴν ἐν τῇ Αὐτοκρατορίᾳ, ἀλλ’ ὡς διαγεγραμμένον σχέδιον ἐξοντώσεως τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἐξόντωσις αὕτη ἀνεκηρύχθη καὶ δημοσίᾳ ὡς πρόγραμμα τοῦ Νεοτουρκικοῦ κομιτάτου. Ὑπάρχει μία ἀγόρευσις, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ φυλλάδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν προσφύγων τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1915, καὶ ἡ ὁποία ἀνεγράφη τότε καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς πλείστας Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας. Ἐν τῇ ἀγορεύσει ἐκείνῃ, ὁ Πρόεδρος τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Νεοτουρκικοῦ κομιτάτου κατὰ τὸ 1908, ἔλεγεν ὅτι ἡ μόνη σωτηρία τῆς Αὐτοκρατορίας θὰ εἶναι ἡ κατασύντριψις τῶν διαφόρων ἐθνοτήτων, ὁ διὰ τῆς ἀόπλου βίας ἐξοθωμανισμὸς αὐτῶν, καὶ προσθέτει: «ἔχομεν ἤδη ἀρχίσει νὰ ἐγκαθιστῶμεν Βοσνίους εἰς τὴν Μακεδονίαν. Τὸ σύστημα τοῦτο θέλει ἐξακολουθήσει, ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ μόνον ἀνεβλήθη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ σχεδίου». Ἀλλὰ κατόπιν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ σχεδίου ἤρχισε καὶ εἴδομεν τὴν ἐφαρμογήν του, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐξιστορήθη. Οἱ Ὀθωμανοὶ διπλωμάται ἐπεκαλέσθησαν καὶ ἕνα τίτλον, τίτλον, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς σήμερον κατάκειται νεκρός. Ὁ τίτλος οὗτος ἦτο ἕν τῶν μεγίστων σφαλμάτων τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας. Ἦτο ἡ γενομένη συμφωνία κατὰ τὸ 1914, διὰ τῆς ὁποίας, εἰς πρότασιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε δεχθῇ, ὅπως γίνῃ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν. Ἐδέχθημεν τοῦτο ὑπὸ ὅρους, δηλαδή, ὅτι, τότε μόνον θὰ φύγουν οἱ Ἕλληνες, ὅταν οἰκειοθελῶς ζητήσωσι τοῦτο, καὶ τότε μόνον θὰ καταλαμβάνωσι τὰ κτήματα καὶ τὰς περιουσίας των οἱ ἐξ Ἑλλάδος μεταναστεύοντες Ὀθωμανοί, ὅταν ὁ ἐκπατρισμὸς τῶν Ἑλλήνων γίνηται οἰκειοθελῶς. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑπῆρξε λίαν ἀφελὴς καὶ διότι ἦτο σαφὲς καὶ πρόδηλον, ὅτι εὐθὺς ὡς ἡ Ἑλλὰς ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τουρκικὴν Διοίκησιν νὰ κρίνῃ, ποῖοι οἰκειοθελῶς ἀπομακρύνονται, ἡ Τουρκικὴ Διοίκησις θὰ μετεχειρίζετο ὅλα τὰ μέσα, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς Ἕλληνας, ὅπως δῆθεν οἰκειοθελῶς ἀναχωρήσωσιν. Ἡ βούλησις ἐξηναγκάζετο νὰ φαίνεται οἰκειοθελής, καὶ ἦτο βούλησις διὰ τοῦ τρόμου ἐπιβεβλημένη. Καὶ τοῦτο ἰσχυρίσθη — ἔχω ἐνταῦθα σχετικὸν σημείωμα,—τοῦτο ἰσχυρίσθη ὁ Γκαλὴπ εἰς ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὴν 11ην Φεβρουαρίου 1920 πρὸς τὸ ἐν Παρισίοις Συνέδριον. Ἐπεκαλέσθη τὰς συμφωνίας, μετὰ τοῦ Βενιζέλου τὰς γενομένας ἐν ἔτει 1914 περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν τῶν Μουσουλμανικῶν τῆς Μακεδονίας πρὸς τοὺς Ἕλληνας τῆς Θράκης καὶ Μικρᾶς Ἀσίας.
§80Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει μία διαταγὴ Νεοτουρκικῆς κυβερνήσεως πρὸς τὸν Ραχμῆ Βέην, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐμπιστευτικῶς ἔδιδεν ὁδηγίας νὰ ἐξαναγκάζωσι τοὺς Ἕλληνας νὰ ὑπογράψουν σχετικὸν χαρτὶ ὅταν ἐκτοπίζωνται ὄχι πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Μ. Ἀσίας.
§81Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τοῦτο μανθάνω ἀπὸ ὑμᾶς. Γνωρίζω ὅμως ὅτι καὶ οἱ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἐκτοπιζόμενοι ἐλάμβανον τὸν τίτλον τοῦ μετανάστου, δυστυχῶς δὲ κατὰ σφάλμα ἐπίσης τῆς τότε Κυβερνήσεως.
§82ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τὶ σχέσιν ἔχουσιν αὐτά;
§83Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἱστορίαν μελετῶμεν. Ὁ τίτλος τοῦ μετανάστου ἀπεδίδετο εἰς τοὺς ἐρχομένους πρόσφυγας. Τόσον δὲ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε ἔχω ἐκ τῶν δελτίων, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο τότε πρὸς τοὺς ἐν Λέσβῳ πρόσφυγας, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτο ἡ ἀπογραφὴ τῆς περιουσίας των. Τὸ δελτίον τοῦτο, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοὺς ὠνόμαζε μετανάστας. (Ἀναγινώσκει) «Οἱ μεταναστεύοντες μόνοι τῶν ἄνευ οἰκογενείας θὰ συμπληρώσωσι τὸ δελτίον. Ἐπίσης εἰς ἕκαστον δελτίον θὰ γράψωσι τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας, τὰ ὁποῖα μεταναστεύουσιν» Οἱ πρόσφυγες ἠρνήθησαν νὰ ὑπογράψωσι τὰ δελτία ἐκεῖνα. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀντικρουσθῇ παρ’ ἡμῶν καὶ τοῦτο τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ τυραννία, ἡ ἐγκαθιδρυμένη παρὰ τὸν Βόσπορον, μεταχειρίζεται ἀπέναντι τῶν Ξένων Δυνάμεων διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ὅτι ὅλα ἐκεῖνα, ὅσα ἐγένοντο, δὲν ἐγένοντο αὐθαιρέτως, ἀλλ’ ὡς συνέπεια μιᾶς συμφωνίας διπλωματικῆς. Πρέπει καὶ τὸ ψεῦδος τοῦτο νὰ ἀρθῇ, καὶ νὰ ἀρθῇ διὰ τῶν ἐκθέσεων ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν Ἑλλήνων προσφύγων καὶ τῆς Θράκης καὶ τῆς Μ. Ἀσίας, οὐδεὶς οἰκειοθελῶς ἠθέλησε νὰ μεταναστεύσῃ.
§84Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Εἰς ἐξήγησιν τῶν λεγομένων σας ἔφερα τὸ παράδειγμα, ὅτι ὁ Ραχμὴτ Βέης τῆς Σμύρνης, ἔχων ὡς βάσιν ὄχι τὴν διπλωματικὴν συμφωνίαν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Βενιζέλος, ἀλλὰ τὰς διαταγὰς τῆς Κεντρικῆς κυβερνήσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοῦτο ἔκαμεν τὸν ἐκτοπισμὸν καὶ ἠνάγκασε τοὺς Ἕλληνας νὰ ὑπογράφωσι ὅτι ἐδέχοντο.
§85Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Εἶναι λοιπὸν βεβαιωμένον ὅτι μεταξὺ τῶν ἀναριθμήτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ αἰτιώμεθα τὴν κυβέρνησιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι καὶ τοῦτο: Ὅτι μίαν τοιαύτην συμβιβαστικὴν συναίνεσιν τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἄγνωστον πῶς καὶ διατί ἀποκτηθεῖσαν, ἠθέλησεν ἡ Τουρκία νὰ τὴν καταστρατηγήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ὁλόκληρος αὐτὸς ὁ κόσμος τῶν θυμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη θρηνεῖ. Καὶ φθάνω ἤδη εἰς τὸ τέρμα τοῦ λόγου. Ἀπευθύνομαι καὶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ὁποίου εἴδομεν τὸν πόθον καὶ τὴν θέλησιν, ὅπως ἀντιμετωπίζῃ ἑκάστοτε ἐρρωμένως τὰ ζητήματα. Δὲν ἀρκοῦσι μόνον αἱ ἐκθέσεις αἱ ἐπίσημοι καὶ αἱ μεταφράσεις αὐτῶν. Αἱ ἐπίσημοι ἐκθέσεις ἀναγινώσκονται ἴσως ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἀλλὰ συνήθως δὲν προκαλοῦσι τὴν προσοχὴν τῶν λαϊκῶν ὁμάδων, τόσον τῶν διανοουμένων ὅσον καὶ τῶν λοιπῶν κοινωνικῶν τάξεων. Εἶναι ἀνάγκη πάντα ταῦτα νὰ ἐκτεθῶσι διὰ τρόπου ὅστις νὰ τὰ καθιστᾷ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀφομιώσιμα, τουτέστι διὰ συγγραμμάτων εἰδικῶν, διὰ βιβλίων, γραφομένων ἀπὸ καλάμους ἁρμοδίους δυναμένους νὰ προκαλῶσι τὴν προσοχὴν τοῦ ἀναγνώστου καὶ διαδιδομένων εἰς τὴν Ἀγγλικὴν καὶ Γαλλικὴν γλῶσσαν.
§86Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ Τύπου πρέπει.
§87Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ὁ Τύπος δέον νὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτὸν, διότι προυνόησεν ἤδη ὡς μᾶς ἀνεκοινώθη, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐκτὸς τοῦ ἡμερησίου καὶ περιοδικοῦ Τύπου εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ καὶ τὸ βιβλίον. Τὸ πολιτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκαλύφθη, εἶχε δημιουργήσῃ χάριν τοῦ γνωστοῦ ἐκείνου προγράμματός του ὁλόκληρον βιβλιοθήκην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀκόμη διὰ νὰ τὴν παρακολουθῶ ἠναγκαζόμην νὰ τὴν ἀγοράζω. Τὰ βιβλία ἐκεῖνα μὴ νομίσητε ὅτι δὲν ἐπέδρασαν ἐπὶ τῆς ξένης κοινῆς γνώμης, ὁ τίτλος καὶ ὁ καλὸς κάλαμος προκαλοῦσι τὴν ἀνάγκην. Καὶ δύναταί τις γενικώτερον ἀκόμη νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα. Ἀπαιτεῖται νὰ δημιουργηθῇ μία εἰδικὴ ὀργάνωσις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Νὰ ἱδρυθῇ τουτέστι γραφεῖον διαφωτισμοῦ καὶ εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦτο νὰ συνεργάζωνται οὐχὶ μόνον εἰδικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ ἕτερα πρόσωπα ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, δυνάμενα νὰ συνεισφέρωσι. Τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν ὀργανωτικὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἓν τοιοῦτον γραφεῖον διαφωτισμοῦ διηνεκῶς ἐργαζόμενον, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λίαν συντελεστικὸν εἰς τὴν ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ κόσμου διάδοσιν τῆς ἀληθείας ἐπὶ τῶν τραγικῶν τούτων γεγονότων.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§89Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ συμπληρώσω ἢ νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας ἐξετέθησαν περὶ τοῦ μαρτυρίου, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ κατὰ τοὺς τελευταίους αὐτοὺς χρόνους. Ἁπλῶς ἔρχομαι ἵνα προσεπιβεβαιώσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς Ἁλώσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὰς ἀθρόας σφαγὰς, αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ὅτε ἐξερράγη ἡ Ἐπανάστασις, οὐδεὶς διωγμὸς ἀπηνέστερος καὶ συστηματικώτερος ἐγένετο κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτείνει καὶ ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας ἔδρασεν ἀπὸ τριῶν χιλιετηρίδων, αἱ ὁποῖαι τῷ ὀφείλουσι τὴν ἱστορικήν των ἀκμὴν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀκόμη, ἄν ἔχωσι μίαν παράστασιν, παράστασιν εὐπρόσωπον ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἐν ταῖς τέχναις, ἐν τῷ ἐμπορίῳ, τὴν ὀφείλουσιν εἰς αὐτὸν καὶ μόνον. Δὲν νομίζω ὅτι προσήκει οὔτε τῆς στιγμῆς τῆς σήμερον εἶναι νὰ καταγίνωμαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ στατιστικόν, διότι δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ζήτημα στατιστικὸν οὔτε συζητεῖται σήμερον παρ’ οὐδενὸς τὸ ζήτημα τῆς στατιστικῆς καὶ τῶν πληθυσμῶν εἴτε τῆς Μ. Ἀσίας, εἴτε τῆς Θράκης. Νομίζω δ’ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο διεπραγματεύθη μετὰ τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ τοσοῦτον ὑπερόχως ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ καταδειχθῇ ὅτι αὐτὴν ἀκόμη τὴν στιγμὴν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διεκδικεῖ τὴν Μ. Ἀσίαν, τὴν διαφύλαξιν οὕτως εἰπεῖν τῶν χωρῶν αὐτῶν εἰς τὴν Τουρκίαν, τί ἔκαμε κατὰ τῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παραμείνωσι ὑπὸ τὴν διοίκησίν του, καὶ ὁμιλῶ περὶ τοῦ Κεμάλ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ τοῦτο πρέπει νὰ καταδειχθῇ καὶ νὰ τονισθῇ καὶ νὰ γνωρίσωσιν οἱ πεπολιτισμένοι λαοὶ εἰς ποῖον καὶ εἰς ποίους πρόκειται νὰ ἐμπιστευθῶσι χριστιανικοὺς πληθυσμούς.
§90Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀγνοοῦσι, κ. Ὑπουργέ,
§91Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω ἂν τὰ ἀγνοῶσιν, ἀλλ’ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τοῖς τὰ εἴπωμεν.
§92Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ καταστήσωμεν τὸ πρᾶγμα παγκοίνως γνωστόν.
§93Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐντολοδόχος σας θὰ εἶμαι εἰς τοῦτο καὶ θὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου. Διὰ τοῦτο δ’ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ καταθέσω μερικοὺς πίνακας. Ἐδῶ εἶναι οἱ στατιστικοὶ πίνακες, περὶ ὧν ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, οἱ ὁποῖοι κατηρτίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως καὶ φαίνεται ἐκεῖ ἡ φοβερὰ αὐτὴ κίνησις τοῦ πληθυσμοῦ, ἄς τὴν ὀνομάσω κίνησιν πληθυσμοῦ, ὡς ἐπίσης καὶ αἱ δηώσεις, λεηλασίαι καὶ καταστροφαὶ εἰς τὰς οἰκίας, καὶ ὅπου βλέπετε εἰς μίαν κωμόπολιν νὰ εἶναι 1600 Ἕλληνες καὶ νὰ καταστρέφωνται καὶ νὰ μὴ ἐπανέρχωνται, ὥστε νὰ εἶναι ἄγνωστον τὶ ἔγιναν. Ἐκ τριακοσίων οἰκιῶν νὰ ἀπομένωσι 20, 30 ἢ 40 ἡμικατεστραμμέναι, αἱ δὲ λοιπαὶ τελείως κατεστραμμέναι.
§94Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐταὶ αἱ ἐκθέσεις πρέπει νὰ τυπωθῶσι.
§95Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἶπον ὅτι κυρίως πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ γενόμενα καὶ τελούμενα ὑπὸ τοῦ Κεμὰλ καὶ τῶν ὀρδῶν του. Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ὑπομνήσω πλήρεις στατιστικάς, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἐξακολουθοῦσι ταῦτα συμβαίνοντα καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατανοεῖτε πόσον δυσκόλως εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὰς λεπτομερείας τῶν ὑπ’ αὐτῶν τελουμένων ἐν Μ. Ἀσίᾳ. Ἔχομεν ὅμως μερικὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἐπίσης θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐάν, κύριοι, θὰ εἶσθε ἱκανοὶ νὰ συγκρατήσητε τὴν ἀγανάκτησίν σας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς τινὰς ἐξ αὐτῶν. Εἶναι φρικιαστικαί, σᾶς ὁμολογῶ δ’ ὅτι καταλαμβάνομαι ὑπὸ φρίκης προκειμένου νὰ σᾶς τὰς ἀναγνώσω. Ἐπιτρέψατε νῦν, κύριοι, ἀντὶ ἄλλης εἰκόνος τῆς τραγῳδίας νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ ἀριθμοί. Τοὺς ἀριθμοὺς δὲ προκειμένου περὶ Θράκης θὰ παραλάβω ἐξ αὐτῆς τῆς τουρκικῆς στατιστικῆς, τῆς εὑρεθείσης ἐν τῷ Διοικητηρίῳ Ἀδριανουπόλεως κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1920. Κατὰ ταύτην ἐξεδιώχθησαν ἐκ τοῦ Νομοῦ Ἀδριανουπόλεως Ἕλληνες 138,373 καὶ ἐγκατεστάθησαν ἀντὶ αὐτῶν 97780 Τοῦρκοι. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ὑπολείπονται κατὰ πολὺ τοῦ πραγματικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκτοπισθέντων ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν στατιστικῶν τοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως. Ἐννοεῖται οἴκοθεν ὅτι περιορίζομαι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῆς τουρκικῆς στατιστικῆς, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὴν στατιστικὴν τοῦ Ταγιρά, τὴν δημοσιευθεῖσαν κατὰ τὸ 1920. Ἀλλ’ ὁ ἐκτοπισμὸς οὗτος συνεπάγεται καὶ ἄλλας καταστροφάς· τὰς καταστροφὰς ταύτας θέλουσιν ἴδει οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἐν τῷ στατιστικῷ πίνακι, ὅν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω. Ὁ στατιστικὸς οὗτος πίναξ κατηρτίσθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως καὶ ἐμφανίζει τὴν κατάστασιν τῶν χωρίων τῆς Δ. Θράκης, ἧς οἱ κάτοικοι ἐξετοπίσθησαν κατὰ τῷ 1914. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ πίνακος τούτου, ὅν πᾶς τις ἐκ τῶν ἡμετέρων συναδέλφων δύναται νὰ μελετήσῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ. Εἰς τὸ χωρίον Ἡράκλεια, τῆς ἐπαρχίας Ἡρακλείας, τοῦ νομοῦ Ἀδριανουπόλεως, πρὸ τοῦ 1914 ὑπῆρχε Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐκ 1600 ἀτόμων, ἐξετοπίσθησαν πρὸ τοῦ παγκοσμίου πολέμου 1250· ἑλληνικαὶ οἰκίαι πρὸ τοῦ 1914 ὑπῆρχον 300, σώζονται νῦν οἰκίαι 50 καὶ ἡμικατεστραμμέναι 80, αἱ δὲ ἐντελῶς καταστραφεῖσαι 150 ἐπὶ τῶν 300. Ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ βιλαετίῳ, εἰς τὸ χωρίον Ἀλμαλῆ, ἐξετοπίσθησαν ἐπὶ 1200 Ἑλλήνων οἱ 550 καὶ ἐκ τῶν 230 ἑλληνικῶν οἰκιῶν κατεστράφησαν αἱ 210. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀδριανουπόλεως, ἐκ τοῦ χωρίου Μουσούλ– Μπεϊλῆ, ἐξετοπίσθησαν πάντες οἱ Ἕλληνες καὶ κατεστράφησαν πᾶσαι αἱ 142 οἰκίαι τοῦ χωρίου. Εἰς ἐπαρχίαν Γάνου καὶ Χώρας ἐξετοπίσθησαν ἐν Κασταμπόλει οἱ 2,000 Ἕλληνες καὶ ἐκ τῶν 250 οἰκιῶν οὐδεμία μένει ἀνέπαφος, 150 εἶναι ἡμικατεστραμμέναι καὶ 200 τελείως κατεστραμμέναι. Εἰς τὸ χωρίον Νεοχώρι ἐξετοπίσθησαν καὶ αἱ 2,000 κάτοικοι Ἕλληνες, ἐκ τῶν 350 οἰκιῶν 100 μὲν εἶναι ἡμικατεστραμμέναι καὶ αἱ 250 ἐντελῶς κατεστραμμέναι. Ἐκ τῶν ἐλαχίστων τούτων εὐκόλως δύνασθε νὰ συναγάγητε τὰ λοιπά, ἐκ δὲ τοῦ κατατιθεμένου πίνακος νὰ φωτισθῆτε περὶ τῶν ὅλων. Πρὸς τοὺς διωγμοὺς τῆς Θράκης συνεχρονίσθησαν οἱ διωγμοὶ τῆς Μ. Ἀσίας, οἱ Ἕλληνες κατεδιώχθησαν καὶ ἐξετοπίσθησαν κατὰ χιλιάδας, ἐλεηλατήθησαν δὲ αἱ περιουσίαι των καὶ κατεστράφησαν αἱ οἰκίαι των. Ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀϊδινίου μόνον, καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ ζώνης τῆς ἀρχομένης ἀπὸ τῶν Σωκίων καὶ ἐξικνουμένης μέχρι τοῦ Ἀδραμμυτίου, ἐξεδιώχθησαν 188593 Ἕλληνες, κατεστράφησαν 20,254 οἰκίαι καὶ ἔμειναν ἡμικατεστραμμέναι 11,685. Πρὸς πίστωσιν τούτου καταθέτω μακροτάτην ἔκθεσιν τῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ διωγμῶν. Τὰ τῶν λοιπῶν νομῶν Μ. Ἀσίας δὲν γνωρίζομεν ἐν λεπτομερείᾳ καὶ μὴ ἔχων εἰσέτι ἀκριβεῖς ἀριθμοὺς τῶν καταστροφῶν καὶ δηώσεων, τῶν φόνων καὶ τῶν λεηλασιῶν καὶ δύναμαι νὰ καταθέσω πίνακας περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ οἱ ὑπὸ τοῦ Κεμὰλ καὶ τῶν ὀρδῶν του ἐνεργούμενοι διωγμοὶ παρουσιάζουσιν ἀναμφιβόλως τὴν ἀγριωτέραν ὄψιν. Ἐπὶ τούτου δὲ ἄρχεται ἡ τετάρτη περίοδος τῶν διωγμῶν, περίοδος καθολικῆς καταστροφῆς, καθ’ ἣν ἓν καὶ μόνον εἶναι τὸ σκοπούμενον, ἡ τελεία ἐξαφάνισις καὶ ἐκρίζωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ συνόλῳ του ἐκ τῶν χωρῶν τῶν διατελουσῶν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψίν του. Εἶναι ἀγὼν ἐξοντώσεως ἄνευ δισταγμοῦ, ἄνευ τοῦ στοιχειωδεστέρου ἀνθρωπισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντα τὰ μέσα τοῦ ὀλέθρου τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἐναντίον τῶν ἀόπλων καὶ ἀτυχῶν πληθυσμῶν, οὕς ἡ μοῖρα ἔρριψεν ἀπροστατεύτους ὑπὸ τὴν μάχαιραν τῶν αἱμοχαρῶν ὀπαδῶν τοῦ Κεμάλ. Καὶ ἵνα ἔχητε εἰκόνα ἀτελῆ, ἐν ᾗ σκιαγραφοῦνται μόνον τὰ ἐν μεγάλῃ κλίμακι τελούμενα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω ἀποσπάσματα ἐξ ἐπισήμων ἐκθέσεων, αἵτινες ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν. Ἄρχομαι ἀπὸ τῶν διωγμῶν τῆς Νικαίας: Ἡ ἔκθεσις αὕτη μετὰ τὴν περιγραφὴν τῆς καταστροφῆς τοῦ περικαλλοῦς Ναοῦ, τοῦ ἐξόχως ἰδίᾳ τιμηθέντος ἐπὶ τῆς ἐν Νικαίᾳ Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, διαρκούσης τῆς Φραγκικῆς κατὰ τὴν τετάρτην Σταυροφορίαν κατοχῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῷ ἐτάφησαν ὁ Αὐτοκράτωρ Θεόδωρος ὁ Λάσκαρης καὶ ἡ σύζυγός του Ἄννα, ὁ πενθερός του Ἀλέξιος ὁ τέταρτος καὶ ἀνεψιός τοῦ Ἐμμανουήλ, ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος καὶ ἄλλοι ἐπίσημοι τῆς ἐν Νικαίᾳ Αὐτοκρατορίας ἄνδρες, ἐξιστορεῖ ὡς ἑξῆς τὰ τῶν σφαγῶν καὶ διωγμῶν: «Τὰ τέρατα ταῦτα περιφρονήσαντα τὴν κοινὴν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου κρίσιν δὲν ἐδίστασαν μετὰ παντοίας βασάνους νὰ κατασφάξωσι ἅπαντας τοὺς ὑπερπεντακοσίους Ἕλληνας τῆς Νικαίας ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν. Περὶ τὸ μεσονύκτιον τῆς 14ης πρὸς τὴν 15ην Αὐγούστου ἀπέσπων βίᾳ τῶν οἰκιῶν αὐτῶν τοὺς Ἕλληνας τούτους, ἄνδρας καὶ γυναῖκας καὶ παιδία, καὶ ὡδήγουν διὰ τῆς πείνης ἐκ Λεύκης εἰς τὸν τόπον τοῦ μαρτυρίου καὶ τῶν βασάνων. Καθ’ ὁδὸν τινὲς ἠδυνάτουν νὰ προχωρήσωσι καὶ μάλιστα τὰ παιδία κλαίοντα καὶ ὀδυρώμενα. Τὰ δὲ τέρατα ἀπαλλασσόμενα τῆς τοιαύτης ἐνοχλήσεως ἀμέσως ὡς ἀρνία καὶ πρόβατα κατέσφαζον αὐτούς, καὶ ἄλλους μὲν ἔρριπτον εἰς τὰ παρὰ τὴν ὁδὸν φρέατα, ἄλλους δὲ βραδύτερον ἐκάλυπτον δι’ ὀλίγης γῆς, ὡς καὶ ἤδη φαίνεται. Τρία φρέατα παρὰ τὴν ὁδὸν ἐπληρώθησαν ἡμινέκρων ἀνθρωπίνων σωμάτων, διότι ἡ πρόχειρος σφαγὴ συνεκράτει ἐπὶ ἱκανὸν τοὺς δυστυχεῖς ἐν τῇ ζωῇ. Τὰ φρέατα ταῦτα φρικαλέα καὶ ὅτε ἡμεῖς ἐπεσκέφθημεν αὐτά, εἶχον καλύψει διὰ πετρῶν καὶ χώματος, πρὸς μετριασμὸν τῆς κακοσμίας. Τοὺς δὲ πολλοὺς ἀπῆγον εἰς τὸν τόπον τοῦ μαρτυρίου, εἰς λόφον τινα ὅπου ἔχῃ εὐρὺ ἄντρον καὶ βαθύ, καὶ ὀλίγον ἀπωτέρω ἕτερον μικρότερον. Ἔξωθεν τῶν ἄντρων καὶ ἐντὸς αὐτῶν σφαζόμενοι προχείρως ἐρρίπτοντο ὁ εἷς ἐπὶ τοῦ ἄλλου σφαδάζοντες καὶ φρικτῶς βασανιζόμενοι. Τινὲς δὲ εὑρέθησαν φρικαλέως ἠκρωτηριασμένοι, μάλιστα δὲ γυναῖκες, ὧν ἀπεκόπησαν οἱ μαστοὶ καὶ ἐσχίσθη ἡ κοιλία. Παρομοίας δὲ βασάνους ὑπέστησαν καὶ ἄνδρες ἑνὸς δὲ τὸ σῶμα ἔφερε μέχρι τῆς μεταβάσεως ἡμῶν εἰς τὴν Νίκαιαν καταφανὲς τῆς κοιλίας τραῦμα. Κόρη τις εὑρέθη εἰς δένδρον ἐσταυρωμένη καὶ βορὰ γενομένη ἁρπακτικῶν ὀρνέων. Ταύτην φιλάδελφοι Ἕλληνες ἐκ τῶν πέριξ ἀποσκελετωθεῖσαν ἔθαψαν παρὰ τὸν τόπον τῶν φρικαλέων αὐτῆς βασάνων καὶ ἀπέκρυψαν οὕτω κακουργίαν βδελυροτάτην. Ἔξωθεν δὲ τοῦ μεγάλου ἄντρου εὑρίσκεται κατακείμενος νεκρὸς φρικαλέος τὴν θέαν. Πλησίον δὲ κεῖται κόμη γυναικός, καὶ ἀλλαχοῦ ἄλλα ἴχνη ἐκλιπούσης ζωῆς καὶ ἀκρωτηριασμῶν ἀπεχθεστάτων. Κύνες δὲ καὶ ἁρπακτικὰ ὄρνεα, φιλοστοργότερα ἐδείχθησαν πρὸς τὰ ἀτυχῆ πλάσματα. Πολλὰ δὲ τραγικώτατα συνέβαινον κατὰ τὴν ἀπαγωγὴν τῶν θυμάτων. Ἐκτὸς τῆς οἰκίας τοῦ μακαρίτου Σωφρονίου, Ἐξάρχου ἐν Νικαίᾳ, ἀπήγοντο ὁ υἱὸς αὐτοῦ Σωτήριος μετὰ τῆς μνηστῆς αὐτοῦ Βιλελμίνης, θυγατρὸς τοῦ ἐκ Λεύκης ἀπὸ ἐτῶν ἐγκατεστημένου ἐν Νικαίᾳ Σεβαστοῦ καὶ τῆς μητρὸς αὐτῆς. Μετ’ αὐτῶν δὲ ἀπήγετο καὶ ἡ μήτηρ καὶ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Σωτηρίου Σαπφώ. Τὰ τέρατα ἰδόντα τὴν ἀνθηρὰν νεότητα τῆς Βιλελμίνης καὶ τῆς Σαπφοῦς ἐπέβαλον χεῖρα εἰς αὐτάς. Καὶ ἐπειδὴ εἰς τοῦτο ἐφάνη ὁ Σωτήριος ἀνθιστάμενος πάραυτα ἐφόνευσαν αὐτόν, ἀπήγαγον δὲ τὴν Βιλελμίνην μετὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ τῆς Σαπφοῦς. Ἡ πρώτη προωρίσθη διὰ τὰς ἀκολασίας τοῦ Τζεμὰλ καὶ ἡ δευτέρα διὰ τὰ ἀκολασίας τοῦ Ὑπαρχηγοῦ Ἀννῆ Χαλὴλ Ἰσμαήλ. Ἡ Βιλελμίνη βραδύτερον ἀπεσφάγη μετὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς ἐν Λεύκῃ, τοιαύτη δὲ θὰ εἶναι καὶ ἡ τύχη τῆς Σαπφοῦς. Τοιαῦτα δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ διεπράχθησαν κακουργήματα καὶ πρὸ τῆς τελείας τῆς Νικαίας καταστροφῆς καὶ βραδύτερον ἐν Λεύκῃ. Ἐν Νικαίᾳ δὲ πρὸ τοῦ μεγάλου κακουργήματος καὶ γυναῖκες καὶ κόραι παντοίους ὑφίσταντο κινδύνους, οἱ δὲ ἄνδρες συνεχῶς ἀναγκαστικοὺς καὶ χρηματικοὺς ὑφίσταντο ἐράνους». Καὶ ταῦτα μὲν περὶ Νικαίας. Εὐαρεστηθῆτε, κύριοι, νὰ ἀκούσητε τώρα, συγκρατοῦντες τὰ πλημμυροῦντα τὴν ψυχήν σας συναισθήματα, ἀπόσπασμα ἐξ ἐκθέσεως περὶ τῶν σφαγῶν τῶν περιφερειῶν τοῦ Ἀδᾶ–Παζάρ, καὶ Γκέϊβις ἀρξαμένων ἀπὸ τῆς νυκτὸς τῆς Κυριακῆς πρὸς τὴν Δευτέραν, 8 καὶ 9 Μαΐου τοῦ 1920 καὶ συνεχισθεισῶν ἐπὶ ἱκανὰς ἡμέρας. «Μετά τινας ἡμέρας μέρος τῶν αἱμοχαρῶν ὀρδῶν μετέβη εἰς Ὀρτάκιοϊ τῆς Βηθυνίας, κωμόπολιν μεγάλην καὶ ἀκμάζουσαν, περιλαμβάνουσαν περὶ τὰς 8.000 κατοίκους, πάντας Ἕλληνας. Ἡμέρας δὲ τινας πρὸ τῆς εἰσβολῆς των ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς Γκέϊβε, μετεκάλει πάντας τοὺς ἐξέχοντας καὶ πλουσίους καὶ ἐφορολόγει αὐτοὺς ἀμειλίκτως καὶ ὑπὲρ τὰς δυνάμεις καὶ μετὰ τὴν λῄστευσιν ταύτην τοὺς ἀπέστειλεν ἀνυπόπτους εἰς τὸ χωρίον των, εἰς τὸ ὁποῖον μετὰ πέντε ἡμέρας εἰσώρμησαν τὰ Κεμαλικὰ τέρατα καὶ ἤρχισαν νὰ σφάζουν πάντας γενικῶς· ἀφοῦ δὲ ἐκορέσθησαν τῆς ἀγρίας ταύτης σφαγῆς, κατέκαυσαν καὶ τὸ χωρίον αὐτῶν. Τὰς νέας γυναῖκας καὶ τὰ κοράσια μέχρι 10 ἐτῶν ἔσφαξαν, ἀφοῦ προηγουμένως ἠσέλγησαν ἐπ’ αὐτῶν. Ἐκ τῶν 8,000 καὶ ἐπέκεινα κατοίκων μόλις 300 ἐσώθησαν προλαβόντες νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ ὄρη, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἂν ἐπιζῶσιν ἀπειλοῦνται ἀπὸ τὸν οἰκτρότερον διὰ τῆς πείνης θάνατον». Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀναφέρει σειρὰν ὀνομάτων Ἑλληνικῶν χωρίων, ὧν οἱ κάτοικοι ἐσφάγησαν καὶ αὐτὰ κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν Κεμαλικῶν. Ἴδωμεν τί λέγει περὶ τῆς σφαγῆς τοῦ Χωρίου Γκέϊβες: «Τὴν ἀγριότητα τῆς σφαγῆς Γκέιβες εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ περιγράψω. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἐντόπιοι Τοῦρκοι, φανατικώτατοι Κεμαλικοί, κατέσφαξαν τοὺς φίλους καὶ γνωστούς των ἁμιλλώμενοι μὲ τὰς ἀγρίας ὀρδὰς ὡς πρὸς ἀγριότητα. Οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ περισωθῇ καὶ αὐτοὶ οἱ Ἀρμένιοι πάντες κατεσφάγησαν. Δὲν ἐφείσθησαν μηδὲ αὐτῶν τῶν Κυβερνητικῶν Ὑπαλλήλων. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς κακούργου ταύτης συμμορίας Γκαοὺρ– Ἀλῆς, ἐνετρύφα νὰ κατασφάξῃ μονοπωλιακῶς τὰ μικρὰ παιδία καὶ αὐτὰ τὰ βρέφη ἐπὶ τῶν γονάτων του καὶ κατόπιν νὰ ρίπτῃ τὰ ἀκέφαλα πτώματά των ἐπὶ τῶν λογχῶν τῶν ὀπαδῶν του. Τὰς σφαγὰς ταύτας ἠκολούθησαν σφαγαὶ ἄλλων Χριστιανῶν εὑρισκομένων ἀραιῶς εἰς τουρκικὰ χωρία». Ἀλλὰ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι ἀποτροπιαστικώτερον ἀκόμη, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τι ἀποτροπιαστικώτερον τῶν ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου, εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Φαίνεται ὅτι, ὡς συνάγεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς 26ης Ἰουλίου 1920 τοῦ στρατηγοῦ κ. Κατεχάκη, δὲν ἠρκέσθησαν μόνον εἰς τὰς σφαγὰς καὶ δηώσεις, ἀλλ’ ἔθεσαν εἰς ἐνέργειαν καὶ μέθοδον (ἀφαντάστου ἐγκληματικότητος) ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις, προσεπάθησαν δηλονότι νὰ μεταδώσωσι νόσους μεταδοτικὰς εἰς γυναῖκας καὶ κόρας σκοπίμως, ἵνα οὕτως ἐπέλθῃ βαθμηδὸν ὁ ἐκφυλισμὸς τῆς φυλῆς. Ἔκρινα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ κομίσω πρὸς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τὰ μεμαρτηρημένα ταῦτα καὶ ἀδιαφιλονίκητα στοιχεῖα τῶν τελεσθέντων καὶ τελουμένων, συμπληρῶ δὲ τὰ στοιχεῖα ταῦτα διὰ τῶν χαρτῶν, τοὺς ὁποίους λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω, ἐξ ὧν καταδηλοῦται ἡ κατάστασις τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, πρὸ τῶν διωγμῶν καὶ μετὰ αὐτούς. Τὰ χωρία, ἅτινα ὑπέστησαν τοὺς διωγμούς, σημειοῦνται διὰ μελανοῦ χρώματος εἰς τὸν χάρτην τῆς Μ. Ἀσίας, εὐχερέστερον δὲ οὕτω θὰ κρίνῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις περὶ τῶν διαπραχθέντων ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ ἐχθροῦ, πρὸς ὃν ἀγωνίζεται ἡ ἄλκιμος Ἑλληνικὴ νεότης. (Χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκτυπωθοῦν;
§97ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Καὶ Γαλλιστί.
§98Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Καὶ Ἰταλιστί.
§99Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀκριβῶς διότι πρόκειται περὶ τῶν Κεμαλικῶν κακουργιῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεταφρασθῶσι καὶ νὰ σταλῶσιν ἐκεῖ ὅπου πρέπει. Τελευταῖον ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ὁμιλῶν περὶ αὐτῶν, ὡρισμένως θεωρῶ ὑπευθύνους αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους διευθύνοντας, οἱ ὁποῖοι καὶ ἤγαγον εἰς ὄλεθρον τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν δι’ αὐτῶν τῶν μέσων πάντοτε πολιτευθέντες, ἐξαιρῶ δὲ τὸν Τουρκικὸν λαόν, τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν, διότι συζῶμεν μετ’ αὐτοῦ καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀθῷος τούτων.
§100ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§101Π. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ. Εἷς ἐκ τῶν ὑπευθύνων τῶν σφαγῶν εὑρίσκεται ἐν μέσαις Ἀθήναις, εἶναι δὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Τζαφὲρ Ταγιάρ.
§102Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸς δὲν εἶναι Τουρκικὸς λαός, αὐτὸς εἶναι ἐκ τῶν φίλων τοῦ Ἐμβὲρ καὶ τοῦ Ταλαάτ.
§103Π. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ. Εἶναι ὅμως εἰς χεῖρας τῆς Ἑλληνικῆς Ἀρχῆς. Πρὶν ἢ καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἡ Θράκη, ἕνδεκα Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὸ Μακεδονικὸν Μέτωπον εἰς τὸν διασυμμαχικὸν στρατὸν, ἐπανῆλθον διαρκούσης τῆς ἀνακωχῆς εἰς τὴν Θράκην, καίτοι εὑρίσκετο ἡ Ἀνατολικὴ Θράκη ὑπὸ τὸν Ταγιάρ, φανταζόμενοι ὅτι δὲν θὰ κατεδιώκοντο, διότι ὑπηρέτησαν εἰς τὸν διασυμμαχικὸν στρατόν. Ἐπανῆλθον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἀδριανούπολιν σκοπίμως μὴ ἐκφοβηθέντες μηδὲ καταδιωχθέντες. Ὅτε μετά τινα καιρὸν ἤρχισε νὰ τονοῦται ἡ δρᾶσις τοῦ Ταγιάρ, διετάχθησαν οἱ χωροφύλακες νὰ τοὺς ἀπελάσωσι. Τοὺς ὡδήγησαν ἔξω τῆς Ἀδριανουπόλεως καὶ τοὺς ἐφόνευσαν.
§104Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀναμφισβητήτως διὰ τὸν συστηματικὸν διωγμὸν τὸν ὀργανωθέντα ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ εὐθύνηται ὁ Τουρκικὸς πληθυσμός. Ὁ διωγμὸς οὗτος ἐγένετο γνωστὸς διὰ διαφόρων δημοσιευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν Γαλλιστὶ κατὰ τὸ Συνέδριον τῶν Παρισίων, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶχον τοῦτο τὸ μειονέκτημα, ὅτι ἦσαν δημοσιεύματα μορφῆς προπαγανδικῆς, δὲν ἦσαν δημοσιεύματα τοῦ ἐπισήμου Κράτους. Τὸ Γραφεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν Παρισίοις κατὰ τὸ διάστημα τῆς Διασκέψεως, ἐξέδωκε σωρείαν τοιούτων φυλλαδίων καὶ ἡ ἐργασία, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἦτο ἐπιμελὴς εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ φυλλάδια δὲν εἶχον τύπον τῆς ἐπισήμου καταγγελίας. Οἱ Εὐρωπαῖοι ἀγνοοῦσι τὰ γεγονότα; Βεβαίως, ὄχι. Οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν τοῦτο. Τὶ θέλομεν ἤδη νὰ ἀποδείξωμεν διὰ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία γίνεται τὴν ἑσπέραν ταύτην; Θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι οἱ διωγμοὶ συνετέλεσαν εἰς μείωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ; Βεβαίως, ὄχι. Σήμερον ἡ Εὐρώπη κατόπιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος τῆς συζητήσεως τῶν στατιστικῶν, ἐπελήφθη ἄλλας συζητήσεις συμβιβαστικάς, μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Λοιπὸν σήμερον οἱ θέλοντες νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα τῶν διωγμῶν θέλουσι προφανῶς δύο πράγματα ἀποδείξῃ· πρῶτον μὲν τὰς μεγάλας θυσίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ Ἑλληνισμὸς χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ, θυσίας ἐπιβληθείσας ἐκ τῆς συνολικῆς δράσεως τῶν κατακτητῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θέλουσι νὰ ἀποδείξωσι, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος Κράτους πεπολιτισμένου καὶ ἔχοντος συναίσθησιν δικαίου, κατὰ συνέπειαν δέ, δὲν δύναται νὰ γίνεται περὶ τοῦ Κράτους αὐτοῦ συζήτησις ὡς πρὸς τὸ Ἐθνολογικὸν δίκαιον, συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται διὰ πάντα ἄλλον λαόν, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται νὰ ζητῇ τὴν αὐθυπαρξίαν αὐτοῦ. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ δικαιώματος αὐθυπαρξίας τῶν Οὔγγρων, τῶν Τσεχοσλοβάκων, τῶν Ἑλλήνων, ὁμιλοῦμεν περὶ λαῶν, οἵτινες ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον πολιτισμοῦ, ὥστε νὰ τίθενται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Ἐθνοτήτων, τῶν δυναμένων νὰ αὐτοκυβερνηθῶσιν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις νὰ κατατάξῃ τοῦτο εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν, καθόσον ἡ ἐπικρατήσασα ἐν αὐτῷ ὀλιγαρχικὴ τάξις πραγμάτων, παρεμποδίζει πᾶσαν ἱκανότητα τοῦ Τουρκικοῦ λαοῦ πρὸς αὐτοκυβέρνησιν. Ὁ Τουρκικὸς λαὸς ἐφ’ ὅσον κυβερνᾶται ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, ὑφίσταται καὶ αὐτὸς τὴν καταπίεσιν καὶ γίνεται ὄργανον τῆς καταπιέσεως τῶν ἄλλων, ἐφ’ ὅσον δὲ κυβερνᾶται ὑπὸ ἄλλων λαῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι λαὸς νομοταγὴς καὶ δύναται νὰ εὑρίσκηται εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τοὺς ἄλλους πεπολιτισμένους λαούς. Ἡ Εὐρώπη, προκειμένου περὶ τοιούτων ἀγριοτήτων τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, δὲν πρόκειται νὰ διαφωτισθῇ σήμερον, διεφωτίσθη ὑπὸ τῶν Ἀγγλικῶν ἀρχῶν δι’ ἐπισήμων αὐτῶν ἐκθέσεων, αἵτινες ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ Ἀρμενικὸς λαός, ἀριθμῶν ἄλλοτε 1.800.000 ψυχῶν, εὑρίσκεται σήμερον μὲ μόνον 600.000. Ἡ ἐπίσημος Εὐρώπη εἶναι πεφωτισμένη περὶ τῶν προθέσεων καὶ τῶν τάσεων τοῦ Τουρκικοῦ ἐπισήμου Κράτους καὶ ἡ Εὐρώπη, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠθέλησε νὰ κρίνῃ δικαίως καὶ ἀνεπηρεάστως ἀπὸ ἄλλων αἰσθημάτων, ἐπέδειξε διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτῆς πρὸς τὴν Τουρκικὴν ἀντιπροσωπείαν τὰς γνώμας της, καὶ ἐχαρακτήρισεν ὅπως ἐχαρακτηρίσαμεν καὶ ἡμεῖς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Εὐρώπη εἶναι πεφωτισμένη τελείως.
§105ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Νὰ φωτισθῇ καὶ ὁ λαός.
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ὁ λαὸς βεβαίως εἶναι φωτισμένος, διότι ὅλα αὐτὰ ἔχουσι δημοσιευθῆ. Ἤθελον ζητήσει ἡ ἔκθεσις ἡ Ἑλληνικὴ νὰ λάβῃ χαρακτῆρα ὄχι πλέον διαφωτισμοῦ, ἀλλὰ καταγγελίας, καὶ νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν γενομένην ἁπλῶς διὰ τοῦ Τύπου, ἀλλ’ ὁ μὲν δημοσιογραφικὸς ἀγὼν νὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲ νὰ ἐκδώσῃ εἰδικὴν Βίβλον, Βίβλον Ἐρυθρᾶν, ἡ ὁποία νὰ ἀποτελέσῃ ἐπίσημον καταγγελίαν.
§107Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς προέτεινε νὰ δημοσιευθῶσιν αὐτὰ ὡς ἐπίσημος ἔκθεσις ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ δημοσιευθῇ βιβλίον τοῦ διωγμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς.
§109Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§110Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀλλὰ συγχρόνως παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ἴδωσι τὸν πίνακα αὐτὸν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου σημειοῦνται δι’ ἐρυθροῦ καὶ μέλανος χρώματος ποῖα κατεστράφησαν καὶ ποῖα ἀπέμειναν ἀκόμη χωρία Ἑλληνικά.
§111Ν. Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅλα αὐτὰ νὰ τυπωθῶσι.
§112Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅλα αὐτὰ θὰ τυπωθῶσι. Πάντως ὅμως ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ σὺν τοῖς ἄλλοις νὰ ἔχω καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι ταύτην τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διεκτραγωδοῦμεν τὰ δεινοπαθήματα τῆς Φυλῆς ἡμῶν, ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς θὰ εἶναι τιμωρὸς καὶ ἐλευθερωτὴς καὶ θὰ ἐκπροσωπήσῃ ἐπαξίως καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐλευθερίαν. (Χειροκροτήματα).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§114Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι; Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως θέλετε.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§117Κ. ΦΙΛΑΝΔΡΟΣ. Εἶναι ἕν ἐθνικὸν μνημόσυνον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ, ὥστε νὰ ἐκδοθῇ καὶ ψήφισμα καταγγελίας παρὰ τῆς Συνελεύσεως.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφισθῇ ἕν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπεῖγον. Τὸ νομοσχέδιον τῶν δωδεκατημορίων.
§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ τὸ περὶ Γενικῶν Διοικητῶν, κ. Πρόεδρε.
§120Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα ἡ τοιαύτη ψήφισις τῶν νομοσχεδίων.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τὰ δωδεκατημόρια.
§122Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὰ δωδεκατημόρια ἂς περάσουν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ
ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου, «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Ὑπηρεσιῶν τῆς χρήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1921–1922». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§124Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰ ἄλλα νομοσχέδια νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἀπόψε. Σήμερον εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων, τὴν τελευταίαν στιγμὴν παρουσιάζονται νομοσχέδια; Αὔριον νὰ τὰ ψηφίσωμεν μὲ τὴν ἡσυχίαν μας. Νὰ τὰ ἀναγνώσωμεν ἐπὶ τέλους.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον, «περὶ ἀνυποτάκτων».
§126Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσωμεν τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ὑποβάλωσιν ἐγγράφως κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν ὅλας τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν, ὥστε ὁ Ὑπουργός, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει αὐτάς, νὰ τὰς μελετήσῃ καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ ποίας δέχεται.
§127Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι σωστόν.
§128Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν αὔριον νὰ εἶναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεν. Διοικητῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνυποτάκτων. Νὰ παρακληθῶσι δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ νὰ μὴ χάσωμεν καιρόν, νὰ τὰς ὑποβάλωμεν αὔριον ἐγγράφως, διὰ νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ δηλώσῃ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, ποίας δέχεται.
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως, διότι τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀνυποτάκτων» δύναται νὰ γίνῃ ἀνάγνωσμα.
§130Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὑποβεβλημέναι ἀρκεταὶ τροπολογίαι, ἀλλ’ ἐὰν ἔχωσι καὶ ἄλλας τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων, ἂς παρακληθῶσιν νὰ τὰς ὑποβάλωσιν αὔριον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ εἰς τὴν βʹ συζήτησιν νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δηλώσῃ ποίας δέχεται.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὐτὴ τὴν 5ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 9.15 μ.μ.)