1921.02.04
2.217 στίχοι · 17.823 λέξεις · 220 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15η
Πέμπτη 4ης Φεβρουαρίου 1921
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ
(Ὥρᾳ 5.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ Θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§2Ο. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ. Νὰ διορθωθῇ τὸ ὄνομά μου, κύριε Πρόεδρε, ὀνομάζομαι Ὀρέστης καὶ οὐχὶ Θρασύβουλος.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§4Ξ. ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ. Παρατηρῶ κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἀπέδωκαν ἐντελῶς ἐσφαλμένως ὅσα ἀνεκοίνωσα χθὲς εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, παρακαλῶ δὲ νὰ διορθωθῶσι ταῦτα ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Ὁ κ. Ξ. Στρατηγὸς παρακαλεῖ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ Συντάγματος ὡς ἀναπληρωματικὸν αὐτῆς μέλος, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ δέχηται τίτλους μὴ καλύπτοντας πραγματικὴν ἐργασίαν, φρονεῖ δ’ ὅτι τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη τόσον μεγάλης ἐπιτροπῆς ἐκ 48 μελῶν οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐργασίαν, ὡς προοριζόμενα νὰ καλῶνται μόνον ὅταν ἀπουσιάζῃ τις ἐκ τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς σχηματισμὸν ἀπαρτίας καὶ ν’ ἀπέρχωνται πάλιν εὐθὺς ὡς ἡ ἀπαρτία συμπληροῦται ὑπὸ τῶν τακτικῶν μελῶν. Ἐκθέτει εἶτα ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ συνεργασία του εἰς τόσας ἐπιτροπάς, ἃς κατήρτισεν ἡ Συνέλευσις, οὐδ’ εἰς αὐτὴν μάλιστα τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, ἦτο περιττὸν νὰ ἐκλεγῇ ἀναπληρωματικὸν μέλος τῆς ἐκ 48 μελῶν ἐπιτροπῆς».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται ὡς ἐδιορθώθησαν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἑξῆς: Κατάδικοι διὰ κοινὰ ἀδικήματα ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπονεμηθῇ αὐτοῖς βασιλικὴ χάρις. —Ἐπιτροπὴ ἐξορίστων Ἑλλήνων Αἰγύπτου εἰς Ἱσπανίαν παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκρίνῃ, ὅπως ἀποζημιωθῶσι καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα των. —Μουσουλμάνοι πόλεως Γρεβενῶν διαμαρτύρονται διὰ τὴν σύλληψιν καὶ φυλάκισιν Μουφτῆ καὶ ἄλλων προυχόντων Μουσουλμάνων διαμαρτυρηθέντων διὰ βάπτισιν ἀνηλίκου Μουσουλμάνου παρὰ τῶν ἀρχῶν καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐχριστιανίσεως, παρακαλοῦσι δὲ ὅπως ἀπολυθῶσιν οἱ ὡς ἄνω ἐκ τῶν φυλακῶν καὶ ληφθῇ ἡ προσήκουσα μέριμνα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. —Ὁ Βασίλειος Ζαδές, τελωνειακὸς ὑπάλληλος ἐξορισθεὶς καὶ φυλακισθεὶς διὰ τὰ πολιτικά του φρονήματα, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τοὺς μέλλοντας διὰ νόμου ν’ ἀποζημιωθῶσιν ὡς πολιτικῶς παθόντες. —Ἐπιτροπὴ ἀγροτικῆς συνελεύσεως Λαρίσης, Τυρνάβου, Ἐλασσόνος καὶ Ἁγυιᾶς ζητεῖ 1) τὴν διὰ Διατάγματος ἄμεσον παραχώρησιν τῶν τσιφλικίων τῶν ἐπιδικασθέντων καὶ μὴ ἐπιδικασθέντων, 2) ἀποστολὴν συνεργείων πρὸς διανομὴν αὐτῶν καὶ 3) σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης πρὸς χορήγησιν δανείων. —Ἐπιτροπὴ ἀκτημόνων ἀγροτῶν δήμου Φερῶν διαμαρτύρεται 1) διὰ τὴν μὴ παράτασιν τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν δηλώσεων ὑπὸ τῶν συνεταιρισμῶν πρὸς ἀπόληψιν τῆς κολληγικῆς ἐσοδείας, 2) διὰ τὴν διὰ προγενεστέρων Διαταγμάτων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας ἀκύρωσιν ἀπαλλοτριώσεως τσιφλικίων τινῶν, 3) διὰ τὴν καταπάτησιν δικαιωμάτων τινῶν τῶν συνεταιρισμῶν καὶ παρακαλεῖ ὅπως αἱ τιμαὶ τῶν ἀπαλλοτριουμένων γαιῶν ὦσι προπολεμικαὶ καὶ γίνῃ ἡ διαδικασία ἐκτιμήσεως μετὰ τὴν παραχώρησιν εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς τῶν τσιφλικίων καὶ τέλος ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης τῶν καπνῶν καὶ συγχώνευσιν ταύτης εἰς τὸν φόρον καθαρᾶς προσόδου. —Ὁ πρόσφυξ ἱερεὺς Βασίλειος Μικέλης παρακαλεῖ ὅπως συστηθῇ ἁρμοδίως καὶ τοποθετηθῇ εἰς ἐνορίαν τινά. —Οἱ ἐν Ἀθήναις ἀνταποκριταὶ ἐπαρχιακῶν ἐφημερίδων παρακαλοῦσιν ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀσκουμένη λογοκρισία ἐπὶ τῶν ἐντεῦθεν εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς ἐφημερίδας ἀποστελλομένων τηλ)των. —Ὁ μουφτῆς Καβάλλας Ἀμπουλὰχ Χιλμῆ παραπονεῖται διὰ τὴν παράνομον παῦσίν του. —Δικηγόροι Ρεθύμνης ζητοῦσιν ὅπως ἱκανοποιηθῶσι διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν παυθέντες ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. —Ὁ Γεώργιος Νικολακάκος ἀναφέρει εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι ὁ Δημήτριος Σταμ. Μασκαλέρης ἐξ Ἀχουρίου τῆς Τεγέας λαβὼν ἀναβολὴν κατατάξεως ὄχι μόνον μέχρι σήμερον δὲν προσῆλθε νὰ ὑπηρετήσῃ, ἀλλὰ καὶ ἤδη ἑτοιμάζεται διὰ Νίκαιαν. —Ἡ Χαρίκλεια Δ. Χοϊδᾶ, θυγάτηρ τοῦ ἀποθανόντος Ἱερολοχίτου Δημ. Χοϊδᾶ καὶ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθανόντος βουλευτοῦ Ἀττικῆς Ρόκου Δ. Χοϊδᾶ, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεώς της. —Ὁ Πληρεξούσιος κ. Στ. Ν. Σακελλαριάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΑΥϞΙʹ τῆς 27ης Μαΐου 1887». Ὁ πληρεξούσιος κ. Ε. Κώνστας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ τοὺς καταλόγους βιβλιαρίων κατὰ τὸ ἔτος 1921», Οἱ Πληρεξούσιοι Λ. Παπαζαχαρίου, Ι. Χρηστάκης, Ν. Κουλάνδρος, Ζ. Σαββαρίκας, Φ. Δραγούμης, Δ. Ζαφειρόπουλος, Α. Σουλιώτης Νικολαΐδης καὶ Γ. Σαραφιανὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ τοὺς καταλόγους βιβλιαρίων κατὰ τὸ ἔτος 1921».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κ. Δροσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Κ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρώτησίς μου, ἥτις εἶχε προχθὲς αὔξοντα ἀριθ. 12 καὶ χθὲς 15 σήμερον ἔχει ἀριθ. 26 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ καταστῇ ποτὲ δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ μία σειρὰ προτεραιότητος τῆς ὑποβολῆς ἑκάστου ἐρωτήματος.
§7Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιον παράπονον ἤθελον νὰ ἐκφράσω.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι εἶνε ἀκόμη κάποια ἀταξία.
§9Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσῃ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ὅπως καὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, εἰσέλθωμεν δὲ ἀπόψε ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§10Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν κλπ.). Ἐὰν ἡ Συνέλευσις δέχεται τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν κλπ.). Μὲ τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι παραιτοῦνται πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι, ὅπως ὁμιλήσωσιν δι’ αὔριον, ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶνε ἀναφαίρετον.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§15ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις καὶ εἰσερχόμεθα
εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ τοὺς καταλόγους βιβλιαρίων κατὰ τὸ ἔτος 1921». Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Α. Παπαζαχαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§17Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ ὑποβολὴ σχεδίου νόμου, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς παράτασιν τῶν προθεσμιῶν, διὰ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τῶν ἐκλογέων καὶ εἰς τοὺς καταλόγους τῶν βιβλιαρίων, ἦτο ἀναγκαιοτάτη. Τὸ πρώην κυβερνητικὸν καθεστὼς μετεχειρίσθη πλείστας ὅσας μεθόδους πρὸς νοθείαν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Πρῶτον διέγραψε τοὺς ἐπιστράτους ἐκείνους τῶν Νέων Χωρῶν, οἵτινες κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐπαναστάσεως δὲν προσῆλθον διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν δ’ ὅμως βραδύτερον, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Κράτους, ἐκλήθησαν πάντες ἔσπευσαν προθύμως καὶ ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα των, ὅπως ὑπηρέτησαν καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ ἔτη συνεχῶς. Ἐνῷ λοιπὸν οὗτοι ἐδικαιοῦντο νὰ διατηρήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου, διεγράφησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τοιουτοτρόπως ἐστερήθησαν τοῦ πολυτιμοτέρου ἀγαθοῦ τῆς ἐλευθερίας. Δεύτερον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις σκοπίμως διὰ τῶν ὑπαλλήλων διέστρεψε τὰ ὀνόματα πάντων σχεδὸν τῶν ἐκλογέων ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις, μὲ σκοπὸν κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ν’ ἀποκλεισθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἐπιτροπῶν οἱ ψηφοφόροι ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν. Καὶ ὄντως τὸ σατανικὸν αὐτὸ ἐπινόημα ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, διότι οὕτω μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὑπὲρ τοὺς ὀκτακοσίους ψηφοφόρους ἀπεκλείσθησαν· ἐγράφοντο λ.χ. Γεώργιος Ἰωάννου Δημητριάδης· εἰς τὸ Ἰωάννου εἶχον ἀντὶ Ι., Α. καὶ τὸ ὄνομα ἦτο Γ. Α. Δημητριάδης. Ἐνῷ δὲ οἱ διάφοροι ψηφοφόροι παρουσίαζον τοὺς Προέδρους τῶν διαφόρων Κοινοτήτων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν Βενιζελικοί, καὶ αὐτὰ τὰ κοινοτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἐβεβαίουν τὴν ταυτότητα τῶν προσώπων, ἐν τούτοις οἱ Βενιζελικοὶ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι, ἀπέκλειον τοὺς ψηφοφόρους ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν. Τοιουτοτρόπως μόνον εἰς τὸ Ζαγκλιβέριον 100 τοιοῦτοι ψηφοφόροι ἀπεκλείσθησαν.
§18Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Οἱ περισσότεροι δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι ἦσαν ἀντιβενιζελικοί.
§19Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Δὲν συνέβαινεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου αὐτό, δυστυχῶς. Τρίτον διέγραψαν τοὺς πλείστους Ὀθωμανοὺς ἐκ τῶν καταλόγων, ὡς ἐπιλεξαμένους δῆθεν τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα χωρὶς νὰ συμβαίνῃ τοῦτο πραγματικῶς. Μάλιστα τινὲς ἀρχαὶ εἶχον τὴν θρασύτητα νὰ γράψωσι καὶ αἰτήσεις διαφόρων ἐπισήμων Ὀθωμανῶν, τὰς ὁποίας αὐταὶ πάλιν ἐνήργουν διὰ τῶν ὁποίων αἰτήσεων δῆθεν ἐδήλουν οἱ αἰτοῦντες ὅτι ἐκλέγουν τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα. Φέρω ἓν παράδειγμα τοιοῦτον διὰ τὸν συνάδελφον πληρεξούσιον Ἐδέσσης Χασὰν Βέην, ὁ ὁποῖος ἐνῷ εὑρίσκετο εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἀνῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς 31ης Μαΐου, ἐνῷ εἰργάζετο εἰς Ἀθήνας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἔδεσσαν αἴτησιν ἰδικήν του πλαστήν, ὅτι δῆθεν ἐπιθυμεῖ τὴν Ὀθωμανικὴν ὑπηκοότητα, διὰ νὰ τὸν ἀποκλείσουν καὶ ἄλλων πολλῶν τοιούτων ὑπέβαλλον αἰτήσεις πλείστας. Ἔπειτα διέγραψαν πολλοὺς ὡς δῆθεν μὴ ὑπάρχοντας, ἐνῷ οὗτοι εἶχον ἀλλάξει κατοικίαν. Ἐν Θεσσαλονίκῃ δὲν ἔδιδον βιβλιάρια οὔτε εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς τοὺς ἀντιφρονοῦντας οὔτε εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας. Φαντασθῆτε ὅτι μόνον 500 βιβλιάρια ἔδωκαν εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ μόνον 5.500 εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας, ἐνῷ εἶναι πολλοὶ περισσότεροι, τοὺς δ’ ἄλλους τοὺς περισσοτέρους διέγραψαν. Πασῶν αὐτῶν τῶν πράξεων σκοπὸς ἦτο ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτεροι ψηφίσωσι κατὰ τὰς ἐκλογάς. Φυσικώτατα λοιπὸν δὲν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος ὁ νόμιμος διὰ νὰ διορθωθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, κύριοι, ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ ἄλλοι λόγοι συντρέχουσι διὰ τὴν παράτασιν τῶν προθεσμιῶν τούτων. Ἀτυχῶς ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεώς των οἱ κάτοικοι τῶν Νέων Χωρῶν ἐστέναζον μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου ὑπὸ τυραννίαν πολὺ δυσμενεστέραν τῆς τουρκικῆς τοιαύτης. Ἕνεκα τούτου δὲν ἔτυχον πολιτικῆς διαπαιδαγωγήσεως οἱ κάτοικοι. Τί συνέβη λοιπὸν ἕνεκα τούτου; Δὲν ἔχουν γνῶσιν τῆς σπουδαιότητος τῆς ψήφου· ἀγνοοῦν ὅτι ἡ ψῆφος εἶναι τὸ πολυτιμώτατον ἀγαθὸν παντὸς ἐλευθέρου πολίτου· ἀγνοοῦν ὅτι ἡ ψῆφος ὄχι μόνον δικαίωμα εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἱερὰ ὑποχρέωσις πρὸς εὔκοσμον καὶ καλὴν διοίκησιν τῆς πολιτείας. Ἕνεκα λοιπὸν τῆς ἀγνοίας αὐτῆς ἐλάχιστοι καὶ μετὰ δυσχερείας μεταβαίνουσι τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰς κάλπας διὰ νὰ ψηφίσουν. Ἔτι δὲ καὶ εἰς τὸ ν’ ἀποκτήσωσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου μετὰ μεγάλης ἀδιαφορίας διάκεινται. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ὠθοῦνται ὑπὸ ἄλλων διὰ νὰ πηγαίνουν νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἀγνοίας τῆς σπουδαιότητος τῆς ψήφου ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ὑποβάλλω τροπολογίαν εἰς τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ αὐτήν.
§20Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Παπαζαχαρίου, νὰ μοὶ τὴν δώσητε διὰ νὰ τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου.
§21Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Λέγω, εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης περιόδου νὰ προστεθοῦν τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «ἐνστάσεις περὶ ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ἐκλογέων ἐχόντων τὰ νόμιμα προσόντα καὶ περὶ διαγραφῆς τῶν μὴ νομίμως ἐγγραφέντων ἢ ἀποβαλλόντων τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογέως, δύναται νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν ὡς ἄνω προθεσμίαν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ ἡ κατὰ τόπους διοικητικὴ ἀρχή».
§22Ι. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ τις εἰς τὰς Νέας Χώρας. Παντοῦ, διότι καὶ ἐδῶ συμβαίνει τὸ αὐτό.
§23Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς τὰς Νέας Χώρας εἶναι πολὺ ἀδιάφοροι εἰς τὸ νὰ ὑπάγουν νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Πρὸ παντὸς τοῦτο, κ. Ὑπουργέ, θέλω νὰ προσέξητε (ἀναγινώσκει) «αἱ ἐνστάσεις αὗται, δυνάμεναι νὰ περιλαμβάνωσι καὶ πλείονας ὁμοῦ ἐκλογεῖς»—θὰ ἐξηγήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διατὶ θέλω τοῦτο—«ἐπιδίδονται δι’ ἐγγράφου πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰρηνοδίκην, διὰ τοῦ ὁποίου ...κτλ.», διότι συμβαίνει τὸ ἑξῆς παρ’ ἡμῖν. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἀπέχει ἀπὸ τὰ διάφορα χωρία 8 καὶ 10 ὥρας. Ἄν κατὰ τὴν ἐκλογὴν ὁπότε γίνεται μέγας θόρυβος καὶ ὅλοι λαμβάνουν γνῶσιν ὅτι θὰ γίνουν ἐκλογαὶ δὲν μεταβαίνουν ὅλοι διὰ νὰ ψηφίσουν πολὺ ὀλιγώτερον ὅταν πρόκειται διὰ τοὺς καταλόγους πηγαίνουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον διὰ νὰ ὑποβάλουν τὰς ἐνστάσεις προσωπικῶς. Ἕνεκα τούτου ματαιοῦται ὁ σκοπός, δι’ οὗ γίνεται ἡ ἀναθεώρρησις τῶν καταλόγων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις τοὐλάχιστον. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κώνστας ἔχει τὸν λόγον.
§25Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Φρονῶ, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως καὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων» δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς δημιουργηθείσας λόγῳ τῶν διαφόρων περιστάσεων. Εἰς τὰς Νέας Χώρας συνέβη νὰ γίνῃ σύνταξις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μητρώου. Τὰ μητρῷα ἀτυχῶς συνετάχθησαν ἀτελέστατα, εἰς τὰ μητρῷα ἀρρένων ἐνεγράφησαν μόνον οἱ ἄγοντες ἡλικίαν στρατεύσιμον πάντες δὲ οἱ ἔχοντες ἡλικίαν ἄνω τῶν 50 ἐτῶν δὲν ἐνεγράφησαν. Συνέβη δὲ καὶ κάτι ἄλλο. Ἡ ἐκπεσοῦσα Κυβέρνησις χάριν στρατολογικοῦ σκοποῦ ἐξαπέστειλεν εἰς τὰς νέας Χώρας τοὺς λεγομένους στρατολόγους, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὴν διαγραφὴν ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ὅλων ἐκείνων, οἵτινες εἶχον ἡλικίαν ἄνω τῶν 50 ἐτῶν καὶ δὲν εἶχον ἐκπληρώσει τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν θητείαν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πλεῖστοι ἔμειναν ἐστερημένοι τῆς ψήφου. Καὶ ἄλλοι λόγοι κομματικῆς φύσεως συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ μὴ συνταχθοῦν καλῶς οἱ κατάλογοι. Ὡς γνωρίζετε χιλιάδες ὁλόκληροι ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους χωρὶς νὰ ἔχωσι τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα. Φρονῶ, ὅτι πρωτίστως ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ἐπιβάλλεται.
§26Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καταλόγων διὰ τὰς τελευταίας γενομένας ἀνωμαλίας, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ ἠπίαν ἔκφρασιν, σᾶς εἶπον καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι ἑτοιμάζω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λίαν προσεχῶς θὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως.
§27Ε. ΚΩΝΣΤΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἔχω νὰ προσθέσω τὴν ἑξῆς τροποποίησιν εἰς τὸ μόνον ἄρθρον, ὅτι ἐντὸς τῆς ὡς ἄνω παρατεινομένης προθεσμίας ὑποχρεοῦνται οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων νὰ αἰτήσωσι τὴν ἐγγραφὴν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους παντὸς παραλειφθέντος ἀπὸ τῆς πρώτης συντάξεως αὐτῶν μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου. Οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ πρόεδροι ἀμελοῦντες τὴν ἔγκαιρον ἐκπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλομένων καθηκόντων τιμωροῦνται διὰ προστίμου, καθορίζω δὲ τοῦτο ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χριστοδουλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§29Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρατείνεται ἡ προθεσμία μέχρι τέλους Μαρτίου, διὰ Β. Δ. εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ μέχρι τέλους Ἀπριλίου. Ἐπειδὴ ὅλα τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἶναι κλειστά, ἰδιαιτέρως δὲ τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας εἶναι κλειστόν, θὰ παρεκάλουν νὰ παρατείνητε τὴν προθεσμίαν μέχρι τέλους Μαΐου, ὥστε νὰ δυνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὰ Εἰρηνοδικεῖα, διότι ἀπὸ τετραετίας δὲν ἔχει ἐγγραφῆ κανεὶς εἰς τὴν Εὐρυτανίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήσαμεν κατὰ τὰς προηγουμένας ἐκλογὰς ἦτο σωρεία παραρτημάτων ἀπὸ τοῦ 1915 ἕως τὸ 1921, δηλαδὴ εἷς κυκεών. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν ἐκ νέου καταρτισμὸν ἐκλογικῶν καταλόγων, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ συμπεριληφθῶσιν ὅλα τὰ παραρτήματα, ἵνα ἀποφύγωμεν αὐτὸν τὸν τραγέλαφον καὶ τὸν κυκεῶνα. Νομίζω, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου εἶναι εὔλογοι καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γκοτζαμάνης ἔχει τὸν λόγον.
§31Σ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν φαίνεται ὅτι, ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι διὰ τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας δὲν ἀποσκοπεῖ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἀλλὰ ἁπλῶς διευκολύνει τὴν ἐγγραφὴν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων. Ἂν ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεσκόπει τὴν τακτοποίησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, τότε βεβαίως θὰ ἦτο ἀνεπαρκεστάτη. Παρακαλῶ λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ νομοσχέδιον, προκειμένου νὰ γίνωσιν καὶ δημοτικαὶ ἐκλογαί, καὶ ἐκεῖ θὰ φέρωμεν ὅλας τὰς ἀναγκαίας παρατηρήσεις.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§33Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι· μετὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶς Ἐσωτερικῶν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νομοσχέδιον, ὡς πρὸς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καταλόγων, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σήμερον ψηφιζομένου. Θὰ παρακαλέσω, ὅμως τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου νὰ διατυπώσῃ καὶ ἴδιον τρόπον ἐρεύνης πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων τῆς πρωτοφανοῦς καὶ ἀτίμου ἐκλογικῆς νοθείας τῆς ἐνεργηθείσης ἐν εὐρυτάτῃ κλίμακι, ἰδίᾳ ἐν Ἀττικοβοιωτίᾳ. Διότι δὲν πρέπει νὰ μείνουν ἀτιμώρητοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετόλμησαν ἓν ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἀνοσιουργημάτων κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι δὲ λυπηρὸν νὰ βλέπῃ τίς τοὺς τοιούτους πρωτοφανεῖς ἐγκληματίας περιφερομένους ἐλευθέρους τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης· εἶναι δὲ οἱ μεγολόσχημοι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον ἀνωτάτας θέσεις. Πρέπει αὐτοὺς ὡς τάχιστα νὰ καθίσουν εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦ κατηγορουμένου καὶ πρέπει βαρὺς κατ’ αὐτῶν νὰ ἐπιπέσῃ ὁ πέλεκυς τῆς δικαιοσύνης.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§35Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Συμπληρῶν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων, νὰ καταρτίσῃ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐκτενεστέραν, λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην. Νὰ μὴ εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἐκθέσεων, αἵτινες διὰ δύο λέξεων ἐπαναλαμβάνουσιν, ὅ,τι λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει δύνασθε νὰ ἀφηγηθῆτε ὅλα τὰ γενόμενα ἔκτροπα, ἅτινα δίδωσιν ὑμῖν ἀφορμήν, ἵνα ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεσχέθητε. Τοιουτοτρόπως θέλομεν φωτισθῆ πάντες ἡμεῖς τίνι τρόπῳ δέον νὰ ρυθμισθῇ ὁ νόμος οὗτος, ὅπως εἰ δυνατόν, ἐν τῷ μέλλοντι ἀποφύγωμεν τοιαῦτα ὄργια! Ὑποθέτω δὲ ὅτι οὐδεὶς ποτὲ θέλει κατορθώσῃ ἵνα διαπράξῃ ὅσα διεπράχθησαν κατὰ τὰς προσφάτους ἐκλογὰς ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ καὶ ἐν ἄλλοις μεγάλοις κέντροις.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Βλιᾶμος ἔχει τὸν λόγον.
§37Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Θὰ προσέθετον τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὸ σύστημα τὸ τόσον πολύπλοκον τῆς ἐγγραφῆς ἐκλογέων εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, διότι ἡ διαδικασία αὐτὴ καταντᾷ τόσον πολύπλοκος, ὥστε εἶναι σχεδὸν ἀνθρωπίνως ἀδύνατον νὰ ἐγγραφῇ κανεὶς ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν π. χ. δὲν χρειάζεται νὰ ὁρκίζηται κανείς. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐμφανίσῃ σύστημα πολὺ ἁπλούστερον καὶ εὐκολώτερον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν εὐκόλως καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος νὰ δύναταί τις νὰ ἐγγράφηται εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
§39Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ διδομένη παράτασις, κύριε Πρόεδρε, εἶναι λίαν δικαιολογημένη καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἡ Συνέλευσις νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ αὐτῆς. Ἔχω μάλιστα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε καὶ πρὸ ἀκόμη τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποδεδειγμένως ἐγκλημάτησαν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, καὶ τὰ ὁποῖα διατηροῦνται ἀκόμη εἰς δημοσίας καὶ δημοτικὰς ὑπηρεσίας. Εἶναι δὲ σχῆμα ὀξύμωρον νὰ μένουν ἄνθρωποι τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐγκλημάτησαν ἐναντίον τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος εἰς δημοσίας θέσεις, ἐνῷ ἀντιθέτως παραμένουσιν ἐκτὸς ὑπηρεσίας τόσοι δεινοπαθήσαντες. Ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ἐνῷ κατὰ τὰ τρία προηγούμενα ἔτη ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους 2 ἕως 2500 ἐκλογεῖς, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐνεγράφησαν 32.000 τοιοῦτοι, ἐξ ὧν 12.500 ἦσαν ἀνύπαρκτοι. Ἔχομεν ὅλας τὰ περὶ τούτου ἀποδείξεις εἰς τὰς χεῖρας μας ἐν καιρῷ δὲ θέλομεν ἐκτενῶς ἐκθέσει ταῦτα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὶν ἀκόμη ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων κατὰ τῶν τοιούτων προσώπων.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ἀλχανάτης ἔχει τὸν λόγον.
§41Δ. ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ. Δὲν θεωρῶ ἐπαρκῆ τὴν χορηγουμένην προθεσμίαν, καθόσον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἔχομεν ἀκόμη χιλιάδας πολιτῶν νὰ ἐγγραφῶσιν. Εἴχομεν ἐκεῖ μάλιστα κἄποιον Νικολάου πρωτοδίκην, ὁ ὁποῖος μετρῶν τὴν φιλοπατρίαν τῶν πολιτῶν ἐκείνων μὲ τὸ μέτρον τῆς Βενιζελικότητος, ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ἐθνικὴ ἀπώλεια ἐὰν καὶ οἱ Ἑβραῖοι ἔπερναν βιβλιάρια. Αὐτὸς ὁ κύριος ἐστάλη μὲ ἀποστολὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἶναι παράξενον πῶς δὲν ἐπαρασημοφορήθη ἀκόμη. Θεωρῶ λοιπὸν ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ παρακαλῶ νὰ παραταθῇ δι’ ἓξ μῆνας καὶ νὰ δοθοῦν καὶ εὐκολίαι, ὥστε ὅσοι ἔχουν ἀπολυτήρια στρατοῦ νὰ ἔχουν τὴν ψῆφον των.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§43Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθην ὅτι θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν, θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς συστάσεις τῶν κ. κ. πληρεξουσίων, ἐπὶ πλέον δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο βεβαίως θὰ σταλῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ παράσχῃ τὰ φῶτά της εἰς συμπλήρωσίν του. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης ἐφ’ ὅσον πληρεξούσιοί τινες γνωρίζουσι παραβάσεις γινομένας κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, νὰ βοηθήσωσι τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐνόχων καὶ νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι θὰ μὲ εὕρουν προθυμότατον. Σχετικῶς πρὸς τὴν ταχθεῖσαν προθεσμίαν, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἀπὸ καιροῦ ἔχει παρέλθει ἡ προθεσμία τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ ἴσως θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ προκηρυχθῶσι καὶ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρατείνω πάρα πολὺ τὴν προθεσμίαν, ὥστε νὰ παρασκευασθοῦν καὶ οἱ κατάλογοι. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει θὰ κάμω μίαν τροποποίησιν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παράτασις τῆς προθεσμίας ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§45Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πλὴν τῶν ὅσων κατήγγειλαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, κατηγγέλθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν συνελέγησαν ὅλα τὰ βιβλιάρια τῶν ὑπηρετούντων ὁπλιτῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Τὰ βιβλιάρια αὐτὰ ἐπεστράφησαν εἰς τοὺς κυρίους καὶ κατόχους μὲ τὴν βεβαίωσιν ὅτι ἐψήφισαν καὶ ἐξέλεξαν τοὺς ἀντιπροσώπους των. Πλὴν τούτων εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ἐκ τῆς Λέσχης τῶν Φιλελευθέρων διενέμοντο βιβλιάρια. Ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσελκύσωσιν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ διατάξῃ μίαν ἀνάκρισιν, ὅπως, ὅταν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐν γνώσει μὲ τὴν δικαστικὴν κύρωσιν ὅλων αὐτῶν τῶν παρανομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς νόθευσιν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος.
§46Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ τὸν κ. πληρεξούσιον διὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ὑπόσχομαι δὲ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι θὰ διατάξω ὅπως προσκομισθῶσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σπηλιοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§48Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπιστήσωσιν τὴν προσοχήν των ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Ὁ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἐγγράφου ἀπέστειλεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν Πειραιῶς, χίλια καὶ πλέον βιβλιάρια διὰ νὰ διανεμηθῶσι, διότι οἱ ἐκλογεῖς αὐτῶν ἦσαν ἀνύπαρκτοι. Ὁ πρώην Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἔντιμος ἀληθῶς δικαστὴς καὶ εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του ἱστάμενος, ἐδήλωσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὅτι εἶναι ἀναρμόδιος αὐτὸς νὰ διανείμῃ ἐκλογικὰ βιβλιάρια, ἀφοῦ εἶχε λήξει τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ Μαΐου 1920. Τὰ βιβλιάρια αὐτὰ μένουσι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πειραιῶς καὶ ἀποτελοῦσι τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος. Φρονῶ, ὅτι δύνανται νὰ κατασχεθῶσι καὶ νὰ ἐξετασθῇ πῶς τὸ Δημαρχεῖον Πειραιῶς κατώρθωσε νὰ ἐκδώσῃ τὰ χίλια αὐτὰ βιβλιάρια, διότι ἐκεῖ ἐγένοντο τὰ μεγαλείτερα αἴσχη.
§49Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§50Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ συντομευθῇ τὸ ζήτημα, διότι ὑπάρχουσι καὶ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ ἤθελον παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβληθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ νομοσχέδιον.
§51Σ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἀνάγκη νὰ διαταχθῶσιν ὅλοι οἱ Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους διὰ νὰ διαπιστωθῇ ἐὰν διετηρήθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται νὰ διαγράφεται εἷς πολίτης ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, διότι ἐγὼ πρῶτος διαγράφομαι ἀπὸ τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τῆς πατρίδος μου, ὡς ἀνύπαρκτος. Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἤμην ἐξόριστος εἰς τὴν Μυτιλήνην κατὰ διαταγὴν τῆς ἀστυνομίας, εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δὲ ἔχουσι διαγραφῆ 3.000 ψηφοφόροι. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς διαταγῆς πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους νὰ προσκομισθῶσιν ὅλα τὰ σχετικά;
§52Ν. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§53Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη ὅτι θὰ προσκομίσῃ τὸ ταχύτερον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνακαθάρσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἔχω μίαν σύστασιν νὰ κάμω, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀνακάθαρσις αὐτὴ πρέπει νὰ γίνῃ τὸ ταχύτερον καὶ πρὶν γίνῃ ἡ ἀνακάθαρσις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων 1920 κατ’ οὐδένα λόγον καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι δημοτικαὶ ἐκλογαί, διότι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐὰν γίνωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων ἐκείνων, ἤθελεν εἶσθαι μία καθαρὰ κωμῳδία. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι λίαν ἐπεῖγον καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνακάθαρσις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων δύναται νὰ γίνῃ εὐχερῶς καὶ χωρὶς πολλὰς διατυπώσεις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἤδη συζητουμένου, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ μοῦ τὴν στείλετε.
§55Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Μητσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§57Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ θέμα τοῦτο συνεζητήθη. Καὶ ὅμως δὲν ἐξηντλήθη εἰσέτι. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀκόμη τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς θέματα εἶχον θιχθῆ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πολλοὶ συνάδελφοι εἶχον μακρηγορήσει. Τότε ἐρρέθη μετὰ κατηγορηματικότητος, ἐγὼ δὲ ὁ ἴδιος ἐφώνησα τὴν περὶ τούτου ἰδέαν μου, ὅτι εἶναι ἀδύνατον τῶν ἀδυνάτων νὰ διενεργηθῶσιν ἐκλογαὶ δημοτικαὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὴ ἐν τοῖς μεγάλοις κέντροις, ἐν ταῖς κατακλυσθείσαις Ἀθήναις καὶ ἐν τῷ τμήματι Πειραιῶς, ἐὰν δὲν ἐκκαθαρισθῇ κυριολεκτικῶς ὅλος ὁ σωρὸς τῶν ἀθρόως παρεισαχθέντων καὶ ἀναγραφέντων ἐξωδημοτῶν καὶ ἐποίκων διὰ τῶν ὁποίων ἠλλοιώθη αὐτόχρημα ἡ φυσιογνωμία ἡ ἐκλογικὴ τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἡ ὅλη αὐτῶν ἐκλογικὴ οἰκονομία καὶ σύνθεσις. Τότε σᾶς προσήγαγον μερικοὺς ἀριθμοὺς ἐπαρκῶς πειστικούς, ἐφρόνουν, διότι σᾶς εἶπον ὅτι ἐνῶ τὸ 1914 ἦσαν 24.000 περίπου ἐκλογεῖς ἐν Ἀθήναις, τὸ 1920 εὑρέθησαν περὶ τὰς 75.000, τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὸ λέγειν ὅτι αἱ Ἀθῆναι ἔπαυσαν νὰ ἔχωσιν Ἀθηναίους ὑπὸ τὸν κατακλυσμὸν τῶν ξένων τῶν φιλοξενηθέντων ἐν τῷ Ἄστει. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ὑποθέτω ὅτι κύριον μέλημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προσκομίσαντος τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπεσχημένον, θὰ εἶναι νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸν τρόπον, τὸν νομικὸν τρόπον, ἐὰν προτιμᾷ, τὸ ψήφισμα ἢ τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκκαθαρισθῇ κυριολεκτικῶς καὶ συλλήβδην καὶ ἀθρόως ὅλος αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐποίκων ὁ μέγας. Ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι καὶ ἐπισπευδόντως θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ ἀνακάθαρσις. Ἂς ἐπισπευσθῇ λοιπὸν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν νὰ ἀποκόψῃ κατὰ τὸν κατάλληλον τρόπον τὸν ἀθρόον τοῦτον ἀριθμὸν τῶν ἐπιπροσθέτων. Ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου τούτου, καὶ περὶ τῶν καλλιτέρων μέτρων καὶ περὶ τῆς καταδείξεως τῶν ἐκλογικῶν νοθειῶν, γεννήσεται λόγος τὴν προσεχῆ ἡμέραν ἐκείνην. Θὰ προετίμων ὅμως νὰ μὴ ἐπετρέπετο ἡ ἐλπίς, ὅτι καὶ ἀπὸ τοῦδε ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσῃ ὥστε αἱ καταδιώξεις τοὐλάχιστον νὰ ἔχωσι συντελεσθῆ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Σήμερον πάντως πρόκειται περὶ πράγματος εἰδικωτέρου. Ζητεῖται ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας τῶν ἐγγραφῶν καὶ μεταγραφῶν ἀπὸ Δήμου εἰς Δῆμον καὶ ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἔλειγε παρατείνεται σήμερον κατὰ τρεῖς καὶ πλέον μῆνας. Ἐξετάσωμεν καλῶς: Ποία εἶναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῆς πρὸς τὸ ἐγγράφεσθαι παρατάσεως; Εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τυχὸν δικαίωμα πραγματικῶς νὰ ἐγγράφωνται ἐν τόπῳ τινὶ δὲν εἶναι νοητὸν νὰ περιορίζωνται νὰ ἀσκήσωσι τὸ τοιοῦτον δικαίωμα ἐντὸς χρόνου ἀποδειχθέντος ἀνεπαρκοῦς πρὸς τοῦτο. Καὶ πραγματικῶς εἶναι χρόνος ἐλάχιστος ἡ διορία τοῦ Ἰανουαρίου καὶ τοῦ Φεβρουαρίου ἡ σήμερον διδομένη. Πρέπει νὰ παραταθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐγγράφεσθαι εἰς πολὺ μακροτέραν προθεσμίαν. Διότι, ἐρωτῶ, ἐὰν περὶ δικαιώματος κύριε Ὑπουργέ, πρόκειται, νὰ ἐγγράφηταί τις εἰς τὸν Δῆμον ὅπου νομίζει ὅτι πραγματικῶς τὰ συμφέροντά του τὸν καλοῦσιν, διὰ ποῖον λόγον τὸ δικαίωμα εἰς μῆνας τρεῖς, διατὶ δὲν τὸ ἐπεκτείνετε πέραν καὶ πέραν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς λογικῆς, ὥστε τὸ ἐγγράφεσθαι νὰ εἶναι ἐλεύθερον δι’ ὅλου τοῦ ἔτους; Διατὶ εἶναι πεπρωμένον νὰ ἐγγράφεταί τις κατὰ μῆνα Ἰανουάριον καὶ ὄχι κατὰ μῆνα Ἰούλιον, ὅπου πιθανῶς θὰ τυγχάνῃ νὰ εὑρίσκεται τις εἰς τὸν τόπον, ὃν προτιμᾷ;
§58ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οἱ κατάλογοι πότε θὰ γίνουν;
§59Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κατάλογοι τοῦ περασμένου ἔτους εἶναι ἡ βάσις, κλείονται δὲ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχον ἀκέραιον καὶ ἀνεμπόδιστον αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοὐλάχιστον μέχρι Νοεμβρίου, ἵνα μετ’ αὐτὸν προφθάσῃ ἡ ἐκτύπωσις μέχρις Ἰανουαρίου. Πρῶτος κύριος τρόπος ἀποφυγῆς ἐκλογικῶν νοθειῶν δι’ ἐγγραφῆς ἐν καταλόγοις θὰ ἦτο νὰ ἐμποδισθῇ, νὰ μὴ εἶναι εὔκολος ἡ ἀθρόα ἐγγραφὴ εἰς Δῆμόν τινα. Ἡ ἀληθὴς ὅμως ἐξασφάλισις θὰ ἦτο νὰ ἀπαιτηθῇ πενταετὴς, ἢ ἔστω τριετὴς πραγματικὴ ἐγκατάστασις ἐν τῷ τόπῳ πρὸς ἀπόκτησιν δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν, καὶ πρὸς ἀπόκτησιν ἐκλογικοῦ βιβλιαρίου. Ἡ πολυετὴς ἐγκατάστασις εἶναι ἤδη καθιερωμένον ἀξίωμα, τὸ εὑρίσκομεν ἐν Ἑλβετίᾳ, ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ νομίζω καὶ πανταχοῦ. Χρειάζεται γνῶσις προσώπων καὶ πραγμάτων ἐν τόπῳ τινι ὅπως μετάσχῃ τις τῶν ἐκλογῶν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἀκόμη, δύνασθε νὰ εἴπητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι τόσους μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐγγραφὴ εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, ἢ καὶ ἂν ἐπιτρέπηται, οἱ ἐγγραφέντες δὲν δύνανται νὰ μετάσχωσι τῆς προσεχοῦς ψηφοφορίας. Ἐπαναλέγω λοιπὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει ἁγνὸν τὸν σκοπόν, εἶναι ἀνεπαρκὲς ὡς πρὸς τοῦτο καὶ θὰ ἦτο πολὺ τελειότερον ἐὰν ἐπέτρεπε τὴν ἐγγραφὴν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους. Τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἐγγράφωνται τοὺς 9 μῆνας, καὶ νὰ σταματῶσιν τοὺς 3.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§61Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου προεκάλεσεν ὡς εἰκὸς ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ τῆς πλαστοπροσωπείας, καὶ πλαστογραφίας λαβούσης χώραν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ἐὰν ὀλίγας λέξεις ἀνέφερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐβλέπατε κατὰ ποῖον τρόπον συνετελέσθη ἡ νοθεία εἰς ταῦτα τὰ μέρη κατὰ μείζονα ὅμως λόγον ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ὅπου καὶ ἐδόθη ἡ μεγαλειτέρα προσοχή. Εἶναι ἀδύνατον κύριοι νὰ ἐννοήσητε μέχρι τίνος σημείου ἔφθασεν ἡ πλαστοπροσωπεία, ἡ πλαστογραφία, ἡ νοθεία. Ἐδίδοντο εἰς τὰ αὐτὰ πρόσωπα 40, 50, 60 φυλλάδια, ἰδίως εἰς τὸ περίφημο σῶμα τῆς ἀσφαλείας οἱ ἄνδρες τοῦ ὁποίου ἀφοῦ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰσήρχοντο εἰς τὰ ἐκλογικὰ τμήματα τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐψήφιζον ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου μετὰ μεσημβρίαν κατήρχοντο εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐψήφιζον καὶ ἐκεῖ. Εἴς τινα μάλιστα τμήματα τῶν Ἀθηνῶν παρουσιάσθησαν δύο καὶ ἐψήφισαν δὶς καὶ συνελήφθησαν, ἀλλὰ τὰ δικαστικὰ ὄργανα τοὺς ἀπέλυσαν. Ὁ ἔλεγχος ὁ ἐπιβληθησόμενος μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου θὰ παρουσιάσῃ καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πληρεξούσιος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Ἀρχηγὸς τοῦ Προοδευτικοῦ κόμματος μοὶ ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι 3.000 πλαστὰ βιβλιάρια ὑπῆρχον εἰς τὸ δημαρχεῖον, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν εἰς τὴν Λέσχην τῶν Φιλελευθέρων καὶ διενεμήθησαν εἰς τοὺς Φιλελευθέρους διὰ νὰ μεταβῶσι καὶ ψηφίσωσιν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχωσι θ’ ἀποδειχθῶσι δι’ ἐγγράφων. Θὰ ἀναμείνωμεν βεβαίως τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθησόμενον νομοσχέδιον, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν πάντων ὑμῶν καὶ ὄχι μόνον τῶν πληρεξουσίων, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν πολιτῶν, διότι τὸ ἔγκλημα τῆς ἐκλογικῆς νοθείας εἶναι ἐκ τῶν μεγίστων ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπονομεύωσιν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ κράτους· φύλακες δὲ τοῦ κράτους καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν εἶναι πάντες οἱ πολῖται. Λέγω ταῦτα, διότι καὶ πρὶν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε πρὸ ὀλίγων λεπτῶν εἴχομεν τὸ μέσον νὰ διώξωμεν ποινικῶς καὶ δι’ αὐστηροτάτων ποινῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὁ ἐφαρμοζόμενος κατὰ τῶν τοιούτων ἀδικημάτων εἶναι αὐστηρότατος, μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἐξικνεῖται ἡ αὐστηρότης τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὥστε ἀδικήματα τοιαῦτα διαπραττόμενα ὑπὸ στρατιωτικῶν, ἐξαιρετικῶς ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων (ἀναγιγνώσκει). Ὥστε τὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα ὑπὸ στρατιωτικῶν, ἐξαιρετικῶς ὅλως ὑπήχθησαν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κοινῶν δικαστηρίων, ἐδέχθη δὲ τὴν τοιαύτην δοσιδικίαν ὁ νομοθέτης ἵνα μὴ ἀφήσῃ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια ἐλεύθερα νὰ δικάζωσιν τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα τὰ ὑπονομεύοντα αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους. Ἐπέρχεται καὶ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ὅπερ ἐπάγεται ἀποτέλεσμα τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ καὶ τὴν ἔλλειψιν ἱκανότητος περὶ τοῦ διαχειρίζεσθαι δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Τούτου τεθέντος ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ πάντες ἐν συνόλῳ οἱ πολῖται, οἵτινες κατέχουν καὶ ἐλάχιστα στοιχεῖα κατηγορίας δύνανται νὰ προσφύγωσι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ μηνύσεως καὶ κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐναγάγωσι τηροῦντες καὶ τὴν ἰδιωτικὴν κατηγορίαν. Ὅταν ὁ ἐκλογικὸς νόμος παρέχῃ τοιαῦτα δικαιώματα εἰς πάντα πολίτην δὲν πρέπει νὰ ἀναμένωμεν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς δίωξιν τῶν ἀδικημάτων τούτων. Ἔχομεν τοιαῦτα μέσα, ἵνα καταδιώξωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδίκησαν κατὰ τοῦ Κράτους, ὥστε ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ θεωρῶ μεγάλην τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ εἴπωμεν, ὅτι προκειμένου περὶ ἀδικημάτων στρεφομένων κατὰ τῶν γενικῶν συμφερόντων, κατὰ τῶν δημοσίων πραγμάτων, εὑρισκόμεθα ἀδιάφοροι καὶ κανεὶς κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον δὲν θέλει νὰ βγάλῃ τὰ κάστανα ἀπὸ τὴ φωτιά, ἕκαστος δὲ ἀναμένει ἀπὸ τὸν ἄλλον νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του. Ἔχομεν πάντα τὰ μέσα καὶ πᾶς πολίτης ἔχων συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων του καὶ τῶν καθηκόντων του πρὸς τὸ κράτος καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ἔχει στοιχειῶδες καθῆκον νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ζητῇ τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν ταύτην ἀποβλέπων εἰς μίαν γενικὴν ἀρχὴν ὅτι, ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ Κράτη οἱ πολῖται φροντίζουν νὰ καταγγέλλουν τὰ ἀδικήματα, διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ περισώσωσιν τὰς ἐλευθερίας των, μόνον καὶ ἐξαιρετικῶς ἐν Ἑλλάδι ἕκαστος τραβᾷ τὴν οὐράν του κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον. Ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐκτεθῆ εἰς τὸ νὰ ἐπιδώσῃ 2–3 μηνύσεις χαρακτηρίζεται, ὅτι ἔχει ψύχωσιν, ὡς ὅταν ἐγὼ κατήγγειλα ὡρισμένας καταχρήσεις ἑκατομμυρίων ὡς ἀξιωματικός, ἀνεκλήθη ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς φυλῆς, ὅτι εἶχον ψύχωσιν νὰ καταγγέλλω. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι καθῆκον ἀπορρέον ἐκ τῶν ὑψίστων πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸ κράτος ὑποχρεώσεων καὶ πᾶς πολίτης τίμιος ἔχει καθῆκον νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας καταγγελίας.
§62Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ ἐκλογικὸν διάστημα πολλάκις συνεσκέφθημεν, ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, θὰ σᾶς ἐρωτήσω διατί δὲν ὑπεβάλλετε ὑμεῖς τοιαύτην μήνυσιν καὶ διατί δὲν ὑπέβαλα ἐγὼ τοιαύτην μήνυσιν. Διότι θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ, ὅτι οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ἐγὼ ἐφοβήθημεν νὰ πράξωμεν τοῦτο ἐκ φόβου μήπως ὁ ἀρχηγὸς τῆς φυλῆς μᾶς καταδιώξῃ, ὑποθέτω, ὅτι ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ ὅτι τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὰ πάντα διέπραξεν ὅπως καταρρακώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἔλαβε τὰ μέτρα του, ἵνα σωρείαν ὅλων ἀνθρώπων νοθευτῶν, ἐργασθῶσιν εἰς τὴν νοθείαν τῶν ἐκλογῶν καὶ συνεπῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζωμεν, οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ἐγώ, οὔτε καὶ κανεὶς ἄλλος ὡρισμένως τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο παρεκλήθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν, νὰ προΐδῃ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐρεύνης πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐγκληματιῶν, διότι εἶναι τόσοι οἱ ἐγκληματίαι, καὶ τοιαύτη σωρεία ἐγκληματιῶν ἐστρατολογήθη διὰ τὴν νοθείαν τῶν ἐκλογῶν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ γίνῃ εἰδικὴ ἐργασία καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸν δικαστήριον διὰ τὴν ἀνακάλυψιν ὅλων τῶν ἐνόχων. Ἡ ἰδέα αὕτη μὲ ὤθησε εἰς τὸ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν αἱ διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου πρὸς ἀνακάληψιν καὶ τιμώρησιν τῶν ἐγκληματησάντων κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξακολουθῶ νὰ διαφωνῶ πρὸς ὑμᾶς.
§63Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικοβοιωτίας πληρεξουσίου. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι διεπράχθησαν τόσα ἐγκλήματα, ὥστε διὰ τῶν μηνύσεων τῶν πολιτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακαλυφθῶσι. Βεβαίως εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέβαινεν εἰς ἐνέργειάν τινα, ἀλλὰ τόσον ὁ παρὰ πρωτοδίκαις, ὅσον καὶ ὁ παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελεύς, λαμβάνοντες ἀφορμὴν ἐκ τῶν παραπόνων, δύνανται καὶ αὐτεπαγγέλτως, διότι πρόκειται περὶ ἀδικημάτων τιμωρουμένων καὶ αὐτεπαγγέλτως, τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀνακαλύψωσι ὅλα τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα συνετελέσθησαν. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, οὔτε βεβαίως εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ ἄλλο ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι πᾶς πολίτης, καὶ εἷς ἐξ ὑμῶν τῶν πληρεξουσίων ὅστις ἔλαβε γνῶσιν περιπτώσεως ἀδικήματος νοθείας, ἔχει στοιχειωδέστατον καθῆκον καὶ πρὶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑποβάλῃ μηνύσεις, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος κατὰ τῶν ἐγκληματησάντων ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν· οἱαδήποτε ἐπὶ πλέον ἐνέργεια θὰ εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ δὲν πρέπει τὰ πάντα νὰ περιμένωμεν παρ’ αὐτοῦ. Ἔχομεν καθῆκον οἱανδήποτε πληροφορίαν, οἱανδήποτε ὑπόνοιαν ἔχομεν περὶ διαπραχθέντος ἀδικήματος, νὰ τὴν καταγγέλωμεν καὶ τότε αἱ ἀρχαὶ θὰ συλλέξωσιν πάντα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν, ἀλλ’ ἂς βοηθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἔργον τοῦ Κράτους καὶ ὄχι πάντοτε οἱ πολῖται νὰ τραβῶσι τὴν οὐράν των κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, διότι ἐνταῦθα συμβαίνει αὐτὸ τὸ τοιοῦτον. Εἰς τὴν Εὐρώπην ἠλεκτρίζεται ὁ λαὸς καὶ οἱ πολῖται ἔχουσι τὸ συναίσθημα τοῦ καθήκοντος καὶ καταγγέλουν εἰς τὰς ἁρμοδίας δικαστικὰς ἀρχάς, οὕτω δὲ ἀνακαλύπτοντα: τὰ ἐγκλήματα. Μόνον ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα καὶ ὑποθέτω, ὅτι πᾶς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος θὰ τὸ ὁμολογήσῃ. Καὶ ἐπὶ τούτου ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ ὑμῶν καὶ πάντων τῶν πολιτῶν, ὅτι φύλακες τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν νόμων εἶναι αὐτοὶ οἱ πολῖται. Πρέπει νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ἂν θέλουν νὰ διατηρήσουν τὴν ἐλευθερίαν των, πρέπει αὐτοὶ μόνοι των νὰ φυλάττωσι ταύτην.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεργιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§65Κ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, τὴν καταδίωξιν καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόθευσαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ἐμμέσως. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταδιωχθοῦν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐν γνώσει τῆς πλαστότητος τῶν βιβλιαρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι δημόσια ἔγγραφα, ἐποιήσαντο χρῆσιν αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὰ Τρίκκαλα τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, ἐξεστράτευσαν πάντες οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ νομαρχιακοὶ καὶ οἱ χωροφύλακες ἐπὶ κεφαλῆς τῶν μπράβων καὶ συνέλεγον ἀνθρώπους ξένους, παρεπιδημοῦντας εἰς Τρίκκαλα καὶ τοὺς συνεκέντρωναν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Τσακάκη. Ἐκεῖ δὲ ἐξεδίδοντο φωτογραφίαι κατὰ δεκάδας ὑπὸ φωτογράφου στιγμιαίως καὶ ἐπικολοῦντο εἰς τὰ βιβλιάρια καὶ ἐψήφιζαν μὲ πραγματικὴν μὲν τὴν φωτογραφίαν των, ἀλλὰ διάφορα ὀνόματα. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι πρέπει νὰ ἀνακαληφθῶσιν ὅσοι ὑφίστανται—διότι οἱ περισσότεροι δὲν ὑφίστανται—νὰ καταδιωχθῶσιν ποινικῶς καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται καὶ οἱ ἄλλοι, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ συζήτησις, ἥτις λαμβάνει χώραν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, θέλει ἔχει τὸ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι θέλει διαφωτίσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, ὅπως καταρτισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τελειώτερον τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θέλει ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Πρέπει δι’ ὀλίγων νὰ ἐκθέσω τὴν γένεσιν τοῦ νόμου, περὶ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων. Κατὰ τὸ παρελθόν, κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, συνέβαινον ἄτοπά τινα, ἀλλὰ τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα, παραβαλλόμενα πρὸς τὰ γενόμενα κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1920 ἔτους τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ τῶν καταλόγων βιβλιαρίων, εἶναι τοσαῦται ἀρεταί, ὅσα τὰ τελεσθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν ἀληθῶς ἐγκλήματα.
§68Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ἀνεγράφησαν ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας μόνον.
§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1907 καὶ 1908, ἐπιθυμῶν νὰ συντελέσω εἰς τὴν θεραπείαν τῶν τότε λαμβανόντων χώραν ἀτοπημάτων περὶ τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, συνέλαβον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ θεραπεία ἤθελε κατορθωθῆ, ἐὰν τὴν ἰδέαν, ἥτις μοὶ εἶχεν ἔλθει εἰς τὸν νοῦν ὑπέβαλον εἰς τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Συνεκρότησα ἄρα ἐπιτροπείαν, ἧς μέλη ἀπετέλουν ἐπιφανέστατοι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἷοι ὁ ἐξ Ἀττικῆς Ἡγέτης κ. Δ. Ράλλης, ὁ τότε βουλευτής, ἐμπειρότατος περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα κ. Φωκίων Νέγρης καὶ ἄλλοι πολλοί. Ὑπέβαλον εἰς αὐτοὺς τὴν ἰδέαν μου, ἥτις καὶ ἐγένετο ἀσπαστή. Δηλαδὴ τὸ σύστημα τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων. Συνεκροτήθη εἶτα πολυμελὴς ἐπιτροπὴ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου. Δηλαδὴ ἡ ἀνωτέρω ἐπιτροπεία ἐγένετο πολυμελεστέρα. Ἔλαβεν μέρος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν πλανῶμαι καὶ ὁ κ. Βοκοτόπουλος, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπιφανεῖς ἄνδρες καὶ οὕτω κατηρτίσαμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ μετὰ ταῦτα ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ἰσχύων περὶ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων. Ὅλοι τότε ἐπιστεύομεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι δυσχερέστατον ἔργον νὰ ἐπαναληφθῶσιν ὅσα ἄλλοτε ἐγένοντο ἄτοπα, ἅτινα ἐπαναλέγω, ὅτι ἦσαν τόσαι ἀρεταὶ περὶ τὴν νόθευσιν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, ὅσα ἐγκλήματα τὰ ἐσχάτως τελεσθέντα. Ποῦ νὰ φαντασθῶμεν ἡμεῖς οἱ ταλαίπωροι τότε, ὅτι διὰ μιᾶς ἤθελε καταπέσει αὐτὸς ὁ ὡραῖος θεσμὸς τῶν βιβλιαρίων, καὶ ἤθελε νοθευθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρωτοφανῆ, οἷος ἐν οὐδεμιᾷ ἐποχῇ οὐδενὸς Κράτους ἀναφέρεται. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἐξεγειρόμεθα, διότι οἱ γαλακτοπῶλαι νοθεύουσι τὸ γάλα δι’ ὀλίγων δραμίων ὕδατος. Ἐξεγειρόμεθα, διότι οἱ ποικιλομεταπρᾶται νοθεύουσι τὰ ὤνια καὶ δίδουσιν ἡμῖν καὶ τοῖς τέκνοις ἡμῶν κακὴν τροφήν, καὶ δὲν θέλει ἐξεγερθῆ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις κατ’ ἐκείνων, οἵτινες, ἀχρεῖοι νοθευταὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλογικοῦ τῶν πολιτῶν, ἦλθον εἰς τὸ πεφωτισμένον αὐτὸ ἄστυ καὶ εἰς τὴν ἐγγὺς πόλιν, τὴν ἐπίσης πεφωτισμένην, τοῦ Πειραιῶς καὶ κτηνωδῶς ἠσέβησαν πρὸς τὸ δικαίωμα τῶν ἐκλογέων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Εἶναι ἆραγε τιμιωτέρα ἡ τροφὴ ἡ ὑλικὴ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ τιμὴ τῶν πολιτῶν, ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν, ἡ ἐλευθερία τῶν πολιτῶν, ἡ τιμὴ παντὸς ἔθνους; Ἐκπλήττομαι, κύριοι, πῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐνηργήθη, ὅπως ἔχωμεν τὰ θετικώτατα στοιχεῖα, ἐκεῖνα, δι’ ὧν ἠθέλομεν συλλάβει ἐκ τῶν ὤτων καὶ τοῦ τραχήλου τοὺς βαναύσους αὐτοὺς διαφθορεῖς τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἂν ἐνηργήθησαν παρόμοιαι πράξεις, καὶ ἀκούω, ὅτι ἐνηργήθησαν πολλαχοῦ. Εἶναι ἀνάγκη κύριοι, νὰ ἀναφέρω προχείρως ἀριθμούς τινας, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς πρὸς βελτιωτέραν διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ φιλοτίμως ὑπεσχέθησαν, ὅτι θέλουσιν εἰσαγάγει ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Μέχρι τοῦ 1915 ἔτους, ὁμιλῶ περὶ του Δήμου Ἀθηναίων, διότι ἐκ τούτου θέλετε ἐννοήσει καὶ περὶ τῶν ἄλλων, ὑπῆρχον ἐκλογεῖς κατ’ ἀκριβῆ ἀριθμὸν 28.757. Κατὰ τὸ 1915 ἐνεγράφησαν 2.648, κατὰ τὸ 1916 2.110, κατὰ τὸ 1917 3.825, κατὰ τὸ 1918 1.453, κατὰ τὸ 1919 1.668, μέσος ὅρος (κατ’ ἔτος) 2.340. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀριθμός, ὁ κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ὁ μέσος ὅρος τῆς κατ’ ἔτος ἐγγραφῆς ἐκλογέων ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐκλογῶν, προσῆλθον ἐγγραπτέοι πλείονες τοῦ συνήθους ἀριθμοῦ. Ἂς προσήρχοντο 3.000, 5.000, 10.000. Κατ’ ἀκριβῆ ἀριθμὸν πόσοι ὅμως νομίζετε, ὅτι ἐνεγράφησαν κατὰ τὸ 1920; 29.105!! Καὶ ἐπειδὴ μέχρι τοῦ 1919, συμπεριλαμβανομένου, ὑπῆρχον 38.815, ἐντὸς ἔτους ἐκινδυνεύσαμεν νὰ φθάσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν διὰ τῶν ἐκλογέων, οἵτινες ἐνεγράφησαν ἐν διαστήματι ἔτους κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1920 ἔτους. Εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ ὅλοι νὰ ἦσαν πραγματικὰ πρόσωπα; Ἕν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἐλάμβανε πλείονα τοῦ ἑνὸς βιβλιάρια! Ἀλλά, κύριοι, ἵνα ἀποδείξω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἵνα πείσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ κτηνώδους παραβιάσεως τῶν πολιτικῶν φρονημάτων τῶν ἐκλογέων τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἄλλων πόλεων, ἐν αἷς τὰ αὐτὰ συνέβησαν, πρέπει νὰ ἀναλύσω κατὰ τίνα τρόπον συνέβησαν, πρέπει νὰ ἀναλύσω κατὰ τίνα τρόπον διενεμήθησαν ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις οἱ λαμβάνοντες βιβλιάρια, αὐτοὶ οἱ 29.105 ἐκλογεῖς. Θέλετε παρατηρήσει ἀμέσως τότε, ὅτι ὅπου ἐνεγράφησαν πρόσφυγες καὶ ξένοι, ὡρίσθησαν δὲ τμήματα ἐπιτηδείως ἐν οἷς ἐνεγράφοντο πρόσφυγες καὶ ξένοι, ἐκεῖ ὑπερίσχυεν ὁ Βενιζελικὸς συνδυασμός, ὅπου δὲ δὲν ἐνεγράφοντο πρόσφυγες καὶ ξένοι, ὑπερισχύομεν ἡμεῖς. Καὶ ἀμέσως ἀποδεικνύω τοὺς ἰσχυρισμούς μου. Ἐν τοῖς τμήμασι τῶν πραγματικῶν ἐκλογέων, τῶν ἐγγεγραμμένων μέχρι καὶ τοῦ 1919 ἔτους, δηλαδὴ 1, 2, 3, 5, 7, 11, 12, 13, 17, 19, 20, 21, 26, 27, 31, 32, 37, ὁ Συνδυασμὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνεκέντρωσε τὰ 65% καὶ ἄνευ ἐκλογέων, ὁ δὲ τῆς τότε Συμπολιτεύσεως τὸ ὑπόλοιπον 35%. Ἆρα ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐνεγράφησαν οἱ ἐπήλυδες, ἂς εἴπωμεν αὐτοὺς οὕτω, ἡ ἀντιπολίτευσις εἶχε 65%. Ἐν τοῖς τμήμασι δὲ 16, 22, 23, 29, 33, 15, 44, 45, 46, 47, ἐν οἷς ἐψήφιζον οἱ ἔχοντες πλαστὰ βιβλιάρια καὶ οἱ τοῦ 1920 ἔτους, πόσους νομίζετε ὅτι εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις, δηλαδὴ ἡμεῖς; 25%, ἢ 30%. Ἐρωτῶ, κύριοι, ὅλους τοὺς πεπειραμένους ὑμᾶς ἄνδρας, εἶναι δυνατὸν ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ πόλει νὰ ὑπάρχουν δύο ρεύματα;
§70Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Φυσικώτατα.
§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι δυνατὸν ἐν τοῖς τμήμασι...
§72Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ὅλα εἶναι δυνατά.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§74Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ πρέπει νὰ ἀπαντήσωμεν.
§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἐρωτῶ εἶναι σχῆμα λόγου. Τί συνέβη λοιπόν; Ἐξέλεξαν τμήματά τινα προσφυγικά, ἐν οἷς ὡρισμένως ἐνέγραψαν ἐπήλυδας καὶ πρόσφυγας. Ἐν τοῖς τμήμασι δ’ αὐτοῖς, ἅτινα ἐκλήθησαν παρὰ τῶν εὐφυῶν ἐκλογέων τῶν Ἀθηνῶν τμήματα προσφυγικά, ἐλάμβανον 65% αὐτοί, καὶ 35% ἡμεῖς. Ἐν τοῖς ἄλλοις τμήμασι, τοῖς μὴ προσφυγικοῖς, ἐλαμβάνομεν ἡμεῖς 65% καὶ αὐτοὶ 35%. Ἀλλά, κύριοι, φέρω καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα, καίτοι δὲν ἔχω ἀνάγκην ἐπιχειρημάτων περὶ τῶν πασιδήλων. Ὅταν σχηματίζηται τὸ ῥεῦμα, τὸ ῥεῦμα τοῦτο δὲν περιορίζεται ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν μόνον, ἀλλὰ διαχέεται εἰς ἅπασαν τὴν Ἐπαρχίαν. Ἐν τοῖς χωρικοῖς Δήμοις, πλὴν τῆς Λαυρεωτικῆς καὶ Κρωπίας, δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ βιβλιαρίων, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλω προσκομίσει εἰς τὴν Συνέλευσιν πίνακας τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν χωρικῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς, ἐκεῖ δὲ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι π. χ. ὁ κ. Δημήτριος Ράλλης, ἐγὼ, ἄλλοι τινὲς τῶν ὑποψηφίων ἐπὶ 800 ψήφων ἐλαμβάνομεν 750, οἱ κύριοι ἐλάμβανον 30, 40. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ τότε, ἐν πολλοῖς χωρικοῖς τμήμασιν ἔλαβεν πόσας νομίζετε; Μηδέν! Μηδὲν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν!
§76Ν. ΚΑΛΕΛΛΗΣ. Εἶχον ὀργανώσει καλὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν διηύθυναν.
§77Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Τολμῶσι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλῶσιν ἀκόμη οἱ νοθευταί, ἀλλ’ εἶναι ἀπορίας ἄξιον, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν δὲν ἥρπασεν ἀπὸ τοῦ ὠτίου τὸν πρώην κ. δημαρχεύοντα, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐγκαταστήσει τὸ Στρατηγεῖον τῆς νοθείας εἰς τὸ Δημαρχεῖον, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τοῦ ἁρπάσαντος τὴν ἐξουσίαν. Ὁμιλοῦσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τὰ πάντα διέπραξαν, φόνους καὶ νοθείας, κατὰ τὸν ἀπαισιώτερον τρόπον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὀφείλεται παρὰ εἰς τὴν ἀτιμωρησίαν καὶ τὴν ἐπιείκειαν ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§78Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ ἀποκαλύψω εἰς τὴν Συνέλευσιν τίτλον τινα, ὃν ἀπένειμεν εἰς ἐμὲ ὁ ἀείμνηστος τότε ἡγέτης Γεώργιος Θεοτόκης. Ἔλεγεν, ἢ μᾶλλον εὐηρεστεῖτο νὰ λέγῃ περὶ ἐμοῦ, ὅτι εἶμαι πάντοτε—καὶ ἔλεγε τοῦτο γαλλιστὶ — documenté δηλαδὴ ἔχω πάντοτε τὰ ντοκουμέντα μου. Ἐγώ, κύριοι, ὁσάκις τολμῶ νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ἀπασχολήσω τοσούτῳ σεβαστὸν Συνέδριον, δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων. Θέλω φέρει εἰς τὴν Συνέλευσιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργός, τοὺς πίνακας ὅλων τῶν τμημάτων τῶν χωρικῶν δήμων τῆς Ἀττικῆς, ἵνα ἀποδείξω ὑμῖν, ὅτι ὁ πολὺς ἄλλοτε Δήμαρχος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ κ. Μπενάκης, ὃν (δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον) κατὰ λάθος ὠνόμασεν ἐνταῦθα λευκὸν γέροντα, ὁ μαῦρος αὐτὸς γέρων, μαῦρος λέγω τῶν ψήφων, ἃς ἔλαβεν, ἔλαβεν ἐν τοῖς δήμοις τῆς Ἀττικῆς τοὺς χωρικούς, ἐν οἷς ἡμεῖς ἐλαμβάνομεν 700, 800, 900 ψήφους, ἔλαβε 3, 5, 10. Θέλω ἀποδείξει ὑμῖν, ὅτι ἄλλοι νέοι ἄνδρες, οἵτινες τότε εἶχον ἀναφανῆ εἰς τὸν ὁρίζοντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀττικῆς, δὲν εὕρισκον, τί νομίζετε; Ἀντιπροσώπους ἐν τοῖς χωρικοῖς δήμοις τῆς Ἀττικῆς, διότι δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως πῶς δὲν ἐλάμβανον οὐδὲ μίαν ψῆφον. Ἄν δέ, κύριοι, προκειμένου περὶ Ἀττικῆς, δὲν ὑπῆρχον οἱ χωρικοὶ δῆμοι, καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν τοῦτο, ἴσως ἠθέλομεν ἔχει συμπάρεδρον ἡμῶν τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἦλθον αὐτοὶ οἱ γίγαντες τῶν χωρίων, ἦλθον αὐτοὶ οἱ ἀριστοκρατικοὶ ἀληθῶς κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς Ἀττικῆς, οἱ φρουροὶ αὐτοί, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν τὰ μανδρόσκυλα αὐτὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, ἅτινα μανδρόσκυλα ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ ὀνείδους τούτου, νὰ ἴδῃ ἐνταῦθα ἐκεῖνον, ὅστις ἔχυσε τὸ αἷμα ἀθώων ἀξιωματικῶν, ἀθώων ὑπαξιωματικῶν, ἀθώων στρατιωτῶν, ἀθώων πολιτῶν, ἵνα ἐπικαθίσῃ εἰς τὸν τράχηλον τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§79Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ ὁποῖος τὸ βῆμα αὐτό, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα ταύτην τὴν στιγμήν, τὸ μετέβαλεν εἰς ἰκρίωμα. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ θόρυβος).
§80Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὅταν εἶσθε ἐδῶ πρέπει νὰ αἰσχύνησθε καὶ νὰ σιωπᾶτε. (Θόρυβος).
§81Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Διατὶ νὰ αἰσχυνώμεθα;
§82Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἂν ἔγιναν παρανομίαι νὰ πᾶνε οἱ ἔνοχοι εἰς τὰ δικαστήρια.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε· νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§84Ν. ΣΕΡΓΕΝΤΑΝΗΣ. Μὰ γιατὶ νὰ αἰσχυνώμεθα;
§85Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ νὰ αἰσχύνησθε, διότι εἶσθε ὑπεύθυνοι διὰ τὰ λαβόντα χώραν κακουργήματα.
§86Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἀνεχώμεθα ὅταν ἔχετε τὸ θράσος νὰ διαμαρτύρησθε διὰ πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε μόνον νὰ αἰσχύνησθε.
§87ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Δικαίωμά μας νὰ διαμαρτυρώμεθα.
§88Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμά σας διότι εἶσθε κατηγορούμενοι.
§89Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Νὰ καταδιώξητε τοὺς ὑπαιτίους.
§90Α. ΖΟΥΡΜΠΑΣ. Ἐδῶ δὲν ἤλθομεν νὰ ἀκούωμεν ὕβρεις. (Θόρυβος).
§91Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, ἀγορεύων χθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐν τῷ ἐπιλόγῳ τῆς μικρᾶς ἀγορεύσεώς μου ἐκείνης, ἔλεγον, ὅτι, προκειμένου περὶ Συνταγματικῶν ἐργασιῶν, ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχουσι κόμματα, δὲν ὑπάρχουσι φατρίαι, δὲν ὑπάρχουσι Χριστιανοὶ καὶ Ἰσραηλῖται ἢ Ὀθωμανοί, ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχουσι Γουναρικοὶ ἢ Βενιζελικοί. Καθῆκον ἔχομεν νὰ τείνωμεν πρὸς ἀλλήλους τὴν χεῖρα, καὶ ἐγὼ προσωπικῶς εἶπον, ὅτι πρῶτος τείνω πρὸς αὐτοὺς τὴν χεῖρα, ἵνα ἀδελφικῶς ἔλθωμεν καὶ θέσωμεν τὰ θεμέλια τοῦ νέου ἡμῶν Πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἤθελον εἶσθαι ἀνάξιος τῆς τιμῆς, δι’ ἧς ἐπὶ τεσσαράκοντα σχεδὸν συναπτὰ ἔτη, ἐκτὸς μικρῶν, ἐλαχίστων διακοπῶν, ἀντεπροσώπευσα ὁτὲ μὲν τὸν λαὸν τῆς Ἀττικῆς, ὁτὲ δὲ τὸν λαὸν τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἤθελον εἶσθαι ἀνάξιος τῆς τιμῆς, δι’ ἧς οἱ λαοὶ αὐτοὶ μὲ περιέβαλλον πάτοτε, ἄν, διδομένης ἀφορμῆς, ἵνα ἀνορθώσω τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐξαγάγω ἐκ τοῦ ψεύδους τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὰς ἐνταῦθα καὶ τῆς ἔξω Ἑλλάδος καὶ τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου, ἤθελον, λέγω, εἶσθαι ἀνάξιος τῆς τιμῆς αὐτῆς, ἂν κατὰ τὴν πρόσφορον ταύτην στιγμὴν δὲν ἀπεκαθίστων τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ δὲν ἔλεγον, ὅτι, ἂν δὲν ἐνῃσκεῖτο αὕτη ἡ βάρβαρος, ἵνα μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, νοθεία τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἡ διαφορὰ τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος ἡμῶν πρὸς τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα ἐξ ἐκείνων, ὅστις ἦτο ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως Βενιζέλος, δὲν ἤθελεν εἶσθαι 5.452 ψῆφοι, ἀλλ’ ἤθελον εἶσθαι 15 ἢ 18 χιλιάδες. Καὶ τότε ἤθελε ἀκόμη περισσότερον ὁ κόσμος ἐκπλαγῆ καὶ ἐρωτήσει: Πῶς τέλος πάντων αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐτόλμα νὰ διαβουκολῇ καὶ νὰ ἀπατᾷ τήν τε Ἑλλάδα καὶ τὸν κόσμον ὅλον, ὅτι αὐτὸς εἶχε δῆθεν τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους, οἵτινες κάθονται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἀντιπροσωπεύοντες τὰ φρονήματα τοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβοντος ἡγέτου αὐτῶν, ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους τούτους νὰ μὴ θορυβῶνται, ὅταν ἀκούωσι τὰς ἀληθείας ταύτας ἐξαγγελλομένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐξαγγέλλωμεν αὐτάς. Ἐγώ, κύριοι, ἂν οὐχὶ ἄλλο, τέλος πάντων κατώρθωσα νὰ μάθω τὴν τέχνην τοῦ χειρίζεσθαι τὸν λόγον καὶ δύναμαι νὰ συγκρατῶ ἐμὲ αὐτὸν καὶ τὴν γλῶσσαν τὴν ἐμήν, νὰ μὴ ἐκφέρω λέξιν, ἥτις δυνατὸν νὰ παράσχῃ ἀφορμὴν εἰς διαμαρτυρίας. Οὐδεμίαν λοιπὸν τοιαύτην λέξιν ἐξήνεγκον. Ὡμίλησα περὶ αἵματος χυθέντος. Εἶναι, ἢ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἐχύνετο τὸ αἷμα ἀθώου νέου εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου, δι’ ὃν νέον ἐπιστοποίουν οἱ Βενιζελικοί, ὅτι ἀπέθανεν ἐξ ἀσφυξίας; Ἐτάφη ὁ νέος αὐτὸς καὶ μετὰ τὴν περιφανῆ νίκην ἡμῶν, μετὰ πέντε ἡμέρας, οἱ γονεῖς αὐτοῦ ἐξέθαψαν τὸ πτῶμα ἐκ τοῦ πρώτου Νεκροταφείου, καὶ γενομένης ἰατροδικαστικῆς ἐξετάσεως, εὑρέθη ὅτι εἶχε σφαίρας περί τε τὸ στῆθος καὶ τὸν τράχηλον. Ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος ἦτο δεκαπενταετὴς νέος. Εἶναι, ἢ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν νύκτα τῆς 1ης Νοεμβρίου ὁμὰς μπράβων Κρητῶν καὶ ἁλιευθέντες Σμυρναῖοι, Κωνσταντινοπολῖται καὶ Μικρασιάται ἦλθον ἔνοπλοι ἐνώπιον τῆς οἰκίας μου περὶ ὥραν 8½, ὅτε πλέον ἦτο βέβαιον ὅτι ἐκοιμώμην καὶ ἐπυροβόλησαν κατὰ τῆς οἰκίας μου καὶ ἔθραυσαν τοὺς ὑελοπίνακας τῶν παραθύρων μου καὶ ἀπεπειράθησαν νὰ εἰσέλθωσι ἐντὸς τοῦ ἀσύλου τῆς οἰκίας μου, πυροβολοῦντες ἔξωθεν τῆς θύρας τῆς οἰκίας μου; Καὶ ἂν δὲν εὑρίσκοντο ἐκεῖ τινὲς θαρραλέοι φίλοι μου, ἴσως καὶ ἐγὼ ὁ ἀτυχὴς ἤθελον σήμερον συνεδριάζει μετὰ τοῦ ἀειμνήστου Ἴωνος Δραγούμη ἐν τῷ ἄλλῳ κόσμῳ, ἀντὶ νὰ ἀπασχολῶ ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὰ ἐγκλήματα αὐτά, κύριοι, εἶναι πρωτοφανῆ ἐν τῇ Ἱστορίᾳ ὅλου τοῦ κόσμου καὶ τῆς χώρας ταύτης, ἐγκλήματα γενικά, ἐγκλήματα ἐκλογικὰ ἐπισύροντα τὴν αὐστηροτάτην ἐφαρμογὴν τοῦ ποινικοῦ νόμου, οὗτινος εἶναι παραβάται οἱ κύριοι αὐτοί. Εἴτε πρόκειται περὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ νόμου, εἴτε περὶ τῶν ἄρθρων οἱουδήποτε νόμου τοῦ Κράτους, θέλετε ἔχει αὐτοὺς παραβάτας τῶν ἄρθρων αὐτῶν. Καὶ τολμῶσι νὰ κραυγάζωσι καὶ νὰ ἀτακτῶσιν—ἐπιτρέψατέ μου τὴν λέξιν—ὅταν ἀκούωσιν ἡμᾶς διαμαρτυρομένους διὰ τὰ τότε γενόμενα καὶ προσπαθοῦντας νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἵνα μάθῃ καὶ ὁ ἔσω καὶ ἔξω κόσμος, καὶ οὐχὶ μόνον ὁ κόσμος ὁ ἑλληνικός, κατὰ τίνα τρόπον ἐκυβέρνησαν καὶ διώκησαν τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τρία, ἢ τέσσαρα ἔτη οἱ κύριοι αὐτοί. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας παρὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἐλέγχου μιᾶς ἑκάστης τῶν πράξεων αὐτῶν, καὶ κορύφωμα τοῦ ἐλέγχου πρέπει νὰ εἶναι τὰ τελεσθέντα ὄργια κατὰ τὰς ἐκλογάς. Διότι ἀλλοίμονον, κύριοι, καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὰ τέκνα ἡμῶν καὶ εἰς τοὺς ἐγγόνους ἡμῶν καὶ τοὺς ἐπιγόνους, ἀλλοίμονον ἐὰν καθιερωθῇ, ὅτι ἀρκεῖ τις νὰ φέρῃ πεντακοσίους μπράβους ἐκ Κρήτης ἵνα στασιάζῃ, ἵνα ἐξώνῃ Βασιλεῖς, ἵνα φονεύῃ τοὺς πολίτας, ἵνα ἀφαιρῇ τὰ ὅπλα ἑκάστου πολίτου, καὶ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς καλύβης αὐτοῦ. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι αὐτοὶ οἱ κύριοι ἀφῄρεσαν τὰ ὅπλα ὅλων τῶν ἀντιπολιτευομένων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δηλαδὴ τῶν ἐννέα δεκάτων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ οὕτω τὰ ἐννέα δέκατα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἄοπλα καὶ μόνον οἱ φίλοι αὐτῶν ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχωσι ὅπλα. Ἐὰν ἦτο πλούσιον τὸ Κράτος, θὰ ἔλεγον: «ἀγοράσατε ὅπλα, καὶ δώσατε εἰς ἐκείνους τῶν πολιτῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὅπλα ἀφῃρέθησαν», διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαός, ἐκτὸς τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν, διατελεῖ εἰσέτι ἄοπλος. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον ὑμᾶς, ἀναφέρων ἱστορικὰ παραδείγματα, ὅτι ὅλοι οἱ τύραννοι τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας ἱστορίας ἤρξαντο τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀπαισίων βουλευμάτων αὐτῶν, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ὅπλων. Δημοσιογραφῶν ἐπὶ Βενιζελικοκρατίας, εἶχον δημοσιεύσει ἄρθρον περί τινος Ἀριστοδήμου τυράννου τῆς ἐν Ἰταλίᾳ ἀποικίας τῶν Κυμαίων. Καὶ ἔλεγον ἐκεῖ, ὅτι αὐτὸς ὁ τύραννος ἤρχισε κατὰ πρῶτον νὰ προσμειδιᾷ καὶ νὰ ἀσπάζηται πάντας. (Ἱλαρότης). Κατόπιν εἶπε πρὸς τοὺς πολίτας: «φέρετέ μοι τὰ ὅπλα, διότι πιθανὸν νὰ εἰσβάλῃ ὁ ἐχθρός, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμε τὰ ὅπλα συγκεντρωμένα εἰς τὰς ἀποθήκας ἡμῶν». Ἀφήρεσε τὰ ὅπλα ἀπὸ τὸν λαὸν τῶν Κυμαίων. Κατόπιν εἶπεν: «ὑπάρχουσί τινες γηραλέοι λύκοι, οἵτινες φυλάττουσι τὰς ἐλευθερίας τῶν Κυμαίων. Αὐτοὺς τοὺς γηραλέους λύκους πρέπει νὰ ἐξοντώσωμεν καὶ ἵδρυσεν ὁ Ἀριστόδημος τί νομίζετε; συρματοπλέγματα, ἐν οἷς πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐνεκλείσθησαν καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Καὶ κατόπιν ἐτυράννησε τοὺς Κυμαίους. Τότε γράφων τὴν μελέτην ταύτην ἐπὶ τῆς τυραννίας, ἠρωτήθην, διατὶ δὲν ἔθηκα καὶ τὸ συμπέρασμα Διονυσίου τοῦ Ἁλικαρνασσέως, τοῦ Ἕλληνος ἱστορικοῦ, καὶ ἀπήντησα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν ἤθελε μοὶ εἶσθαι εὐχάριστον νὰ κοιμῶμαι εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ἀβέρωφ, ἐν αἷς καὶ ἐγὼ ἐφυλακίσθην μετὰ ταῦτα, μετὰ τοῦ κ. Μπαλτατζῆ καὶ τῶν ἄλλων ἡγετῶν τῆς συνεργαζομένης Ἀντιπολιτεύσεως.
§92Σ. ΣΤΑΗΣ. Πόσας ἡμέρας ἐμείνατε ἀποκεκλεισμένος;
§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴκοσι πέντε, καὶ ἔκτοτε δὲν ἀνέκτησα τὴν ὑγείαν μου. Τὸ συμπέρασμα τοῦ Ἁλικαρνασσέως εἶναι, ὅτι ὁ Ἀριστόδημος ὁ Μοναχὸς σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, ξύλοις καὶ ροπάλοις κατελύθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῶν Κυμαίων καὶ ὡδηγήθη εἰς τοὺς τάφους. Ἐνταῦθα εὑρίσκετε τὴν διαφορὰν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὀρθοφρονοῦντος, ὅτι οὐδέποτε ἀπεδέχθη τὴν γνώμην, ἢ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ βιαίων μέσων νὰ φέρῃ τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων· καὶ ἡ ἱστορία εἶμαι βέβαιος, ὅτι μετ’ ἐπαίνων θέλει γράψῃ περὶ τῆς ὀρθῆς κρίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι βεβαίως δὲν ἤθελον εἶσθαι τοσοῦτον μεγάλα καὶ τοσοῦτον διδακτικὰ τὰ πράγματα, ἐὰν ὁ Βενιζέλος ἐδολοφονεῖτο. Καὶ τὰ πράγματα, ὅπως ἐγένοντο, θὰ ἀπεδείκνυον ὅτι ἡ νομιμότης καὶ ἡ τάξις εἶναι τὸ ἄριστον τῶν ὅπλων πρὸς ἀνάκτησιν τῶν δικαίων τῶν ἀδικουμένων λαῶν. Εἶναι πράγματι διδακτικωτάτη ἡ ἱστορία τῆς τελευταίας ταύτης ἱστορικῆς Ἑλληνικῆς περιόδου. Δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξῃ συγγραφεὺς ἱστορικός, ἢ πολιτικὸς φιλόσοφος, ὅστις δὲν θέλει ἐξάρει εἰς ὕψος μέγα τὴν ὀρθοφρονεστάτην ἀπόφασιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, θελήσαντος νομοταγῶς διὰ τῶν νομίμων μέσων, δι’ αὐτῶν τῶν μικροτάτων ἐκλογικῶν σφαιριδίων, (εἶναι ἡ μόνη οἰκονομία τῶν προκατόχων, καταστησάντων αὐτὰ μικρότερα ἢ πρότερον), θελήσαντος λέγω διὰ τῶν σφαιριδίων, τῶν εἰρηνικῶν αὐτῶν σφαιριδίων νὰ διδάξῃ πάντας, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος καὶ οὐδέποτε θέλει ἀνεχθῆ νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει τυραννίαν καὶ μάλιστα τοιαύτην τυραννίαν. Ἀλλ’ ἵνα συμπεράνω, παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὴ δειλιάσητε ἐν τῷ μέτρῳ, ὅπερ θέλετε λάβει κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἄρθρου νὰ ἀκυρώσητε ὅλα τὰ ἐκλογικὰ βιβλιάρια τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ τοῦ δήμου Πειραιῶς καὶ ὅλων τῶν ἄλλων δήμων, ἐν οἷς ἐξεδόθησαν βιβλιάρια κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἔτους 1920. Μάλιστα ἤθελον προτείνει πρὸς ὑμᾶς τὰ βιβλιάρια αὐτὰ νὰ καταστραφῶσι, καὶ νὰ παραγγελθῶσιν οἱ βουλόμενοι νὰ ἐγγραφῶσιν ἐκ νέου νομίμως. Θέλετε παράσχει βεβαίως προθεσμίαν τινά, πρέπει δὲ ἕκαστος, ζητῶν νὰ ἐγγραφῇ, νὰ ἐμφανίζῃ τὸ βιβλιάριον τοῦ 1920 ἔτους, ὥστε νὰ ρίπτηται εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον. Ἐκεῖνοι δὲ οἵτινες θέλουν λάβει βιβλιάρια διὰ τὸ ἔτος 1921, οἱ προσκομίζοντες βιβλιάρια τοῦ 1920 ἔτους λαμβάνωσι τοιαῦτα ἄλλου μεγέθους καὶ ἄλλου σχήματος, οὐχὶ τοῦ ἰδίου σχήματος πρὸς τὰ παλαιά, ἵνα ὑπάρχῃ εὔκολος ὁ ἔλεγχος, μήπως ἐν τῇ παραζάλῃ τῶν ἐκλογῶν παρεισφρήσωσι ἐκλογεῖς βιβλιαρίων τοῦ ἔτους 1920, διότι καὶ τοῦτο ἔσεται δυνατόν. Ὅταν, κύριοι, τοιουτοτρόπως ἐργασθῆτε, μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι θέλετε ἐπαναφέρει τὴν τάξιν ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις, ἐν τοῖς καταλόγοις τουτέστιν τῶν βιβλιαρίων, καὶ μόνον τότε ἐν τῷ μέλλοντι θέλετε ἔχει ἀνοθεύτους ἐκλογάς. Αὐτὴν, κύριοι, τὴν γνώμην ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἐὰν ὑποβάλων τὴν γνώμην μου αὐτὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐξετράπην εἰς θέματα, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ξένα, ἀλλ’ οὐχὶ τοσοῦτον στενῶς πρὸς τὴν γνώμην μου αὐτὴν συνδεόμενα αἰτοῦμαι, κύριοι, τὴν ὑμετέραν ἐπιείκειαν καὶ τὴν ὑμετέραν συγγνώμην. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαποστόλου ἔχει τὸν λόγον.
§95Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι πληρεξούσιοι, τὸ νομοσχέδιον βεβαίως ἔχει σκοπὸν, τὴν διαγραφὴν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι πάντως πρόκειται ν’ ἀσκήσωσιν ἐκλογικὸν δικαίωμα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Νομίζω, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐγγὺς, ὅτι ἀπέχομεν πολὺ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ τοῦτο διότι πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ ἡ Συνέλευσις, θ’ ἀσχοληθῇ μὲ ὅλην τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως καὶ μὲ τὴν διοικητικὴν ὀργάνωσιν, ἐὰν πρόκειται νὰ μείνῃ ὡς ἔχει ὁ νόμος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου πρόκειται νὰ ἐγγραφῶσιν ἐκλογεῖς καὶ νὰ διαγραφῶσιν ἄλλοι, δὲν ἀρκεῖ τὸ ἄρθρον περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται συζήτησις, καθ’ ὅσον κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον τροποποιεῖ, ἄρθρον 13, ἕκαστον Πρωτοδικεῖον εἶνε ὑποχρεωμένον ἐντὸς τοῦ Μαρτίου νὰ ἐκδώσῃ τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις περὶ τῆς διαγραφῆς καὶ περὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἐκλογέων. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ δεύτερον ἐδάφιον, νὰ τροποποιηθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§96Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. πληρεξούσιε;
§97Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μάλιστα.
§98Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἰξεύρω ἂν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰ ἑξῆς: ὅτι μετὰ τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας θὰ ἀρχίσωσιν αἱ ἑπόμεναι προθεσμίαι τῶν ἄλλων ἄρθρων· δὲν θ’ ἀρχίσωσι τὸν Μάρτιον.
§99Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι δὲν τὸ ἀντελήφθην.
§100Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἴσως δὲν τὸ ἐπροσέξατε.
§101Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ προθεσμίαι αἱ ἑπόμεναι νὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ; Ἐπειδὴ εἴπατε ὅτι ταχέως θὰ ἔχωμεν δημοτικὰς ἐκλογάς.
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε πληρεξούσιε, πρέπει νὰ ἠξεύρητε ὅτι αὐτὸ τὸ ἐμελέτησα· ἤθελον νὰ τὰς συντομεύσω εἰς τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ εἶδον ὅτι εἶναι πολὺ βραχεῖαι καὶ ἴσως δὲν ἐπαρκοῦν, διότι εἶναι ὀκταήμεροι αἱ προθεσμίαι.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καλαντζᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§104Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ὅπως τίθεται παρ’ ἡμῶν εἶναι ἐλαττωματικόν. Τώρα δέον ν’ ἀναζητήσωμεν ποῦ ἔγκειται ἡ ἐλαττωματικότης αὐτή. Ἔγκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὰ πράγματα ἢ ἔγκειται ἀλλοῦ;
§105ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε.
§106Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.
§107ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε θὰ συζητήσωμεν.
§108Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Μόνον τοῦτο θέλω νὰ τονίσω. Κατηγγέλθησαν αἱ ἐκλογικαὶ παραβάσεις, κ. Πρόεδρε, καὶ ὁ κ. Τσουκαλᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει οἱ πολῖται νὰ ἔχωσι τὸ σθένος νὰ καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τοὺς παραβάτας. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω, διότι ἔχω μακρὰν πεῖραν ἐπὶ τοῦ ἐπαγγέλματός μου, ὅτι Δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑφίσταται, διότι ἡ πεποίθησις τῶν πολιτῶν ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην, ὡς ἔχει σήμερον, δὲν ὑπάρχει.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ θέματος.
§110Ν. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι σκιαμαχοῦμεν ἐπὶ δύο μῆνας εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δὲν θὰ πράξωμεν τίποτε, ἄν δὲν ἀποφασίσωμεν διὰ ψηφίσματος τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ὁ πληρεξούσιος Ζακύνθου κ. Μουζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§112Ν. ΜΟΥΖΑΚΗΣ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε. Ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν κατόπιν τῶν καταγγελθέντων ἐνταῦθα ὀργίων, τῶν διαπραχθέντων κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, τίνα ἰδέαν ἔχει περὶ τοῦ περιφήμου ἐκείνου λόγου τῆς τιμῆς; Ἢ μήπως φρονεῖ ὅτι συντρέχει ἐν προκειμένῳ ἡ περίπτωσις νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Ἰταλικὸν λόγιον guarda e passa; Αὐτὴν τὴν ἀπορίαν εἶχον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κούσουλας ἔχει τὸν λόγον.
§114Ι. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας ὡς καὶ τοὺς ἀκούσαντας τὰ λεχθέντα καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν πάντων ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος σπουδαιοτάτου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Συνελεύσεως. Ἀναγινώσκω τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ δύο ὥρας. Τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, κ. Πρόεδρε, τὸ εἴχομεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀναγράφεται συζήτησις ἐπὶ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ τοὺς καταλόγους τῶν βιβλιαρίων κατὰ τὸ ἔτος 1921». Καὶ ἐρωτῶ: πόσοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων περιορίσθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Δύο μόνον ἴσως. Καὶ ὁ ἐκτροχιασμὸς, κ. Πρόεδρε, ἐκ τοῦ θέματος τῆς συζητήσεως ἔφερε τὰς σκηνὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ ἠκούσαμεν καὶ εἴδομεν. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς κ. Πρόεδρε, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐκφράσω καμμίαν μομφὴν, οὐδὲ κατὰ τῶν ἀγορευσάντων, οὐδὲ καθ’ ὑμῶν, νὰ περιορίζητε τοὺς ἀγορεύοντας ἐπὶ τοῦ θέματος διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν τέλος πάντων. Ἐπὶ δύο ὥρας συζητοῦμεν καὶ ἡ συζήτησις ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον. Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον τότε θὰ συζητήσωμεν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος τῶν κ. κ. πληρεξουσίων τὸν λόγον;
§116ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§118Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ψηφίζεται ὡς ἔχει καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δεκτόν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΑΥΛΓʹ τῆς 7ης Μαΐου 1887».
§121Α. ΜΑΤΕΣΙΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ νὰ καλύψῃ πραγματικῶς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ καλύψῃ, πρέπει νὰ διπλασιάσῃ τὰ ποσά, διότι κύριοι πληρεξούσιοι, 40 δραχ. τὴν ἡμέραν εἰς ἄνθρωπον ταξειδεύοντα ἐκτὸς τοῦ τόπου του καὶ δὴ εἰς μακρυνὰ μέρη, εἶναι πάρα πολὺ γλίσχραι.
§122Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. Μάτεση, ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις αὗται εἶναι πενιχρόταται καὶ πρέπει νὰ αὐξηθῶσι, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι αὐτοὶ ὑπέστησαν σωρείαν κακουχιῶν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§123Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλοὶ πληρεξούσιοι ζητοῦν νὰ προταθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12 ψήφισμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ καθορισμοῦ τῆς πληρωτέας εἰς τοὺς κ. κ. πληρεξουσίους τῆς παρούσης Συνελεύσεως ἀποζημιώσεως».
§125Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κλπ.). Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας οἱ κ. κ. πληρεξούσιοι καλοῦνται νὰ ἐπιτελέσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Εἶναι περιττὸν νὰ προβῶ εἰς οἱανδήποτε ἀνάπτυξιν τῶν περιστάσεων τούτων, τὰς ὁποίας πάντες οἱ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ οἱ ἐκτὸς ἀναγνωρίζουν. Νομίζει ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὅτι, καίτοι αἱ περιστάσεις ἐνδεικνύουν νὰ ψηφισθῇ ἀποζημίωσις μείζων ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ ψήφισμα, ἐν τούτοις δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Ἐπιτροπή. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ ἀποδεχθῇ, θέλει εἶναι αἱ 3.000 δραχμαὶ καθ’ ἑκάστην τριμηνίαν. Πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδεχθῇ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κούσουλας ἔχει τὸν λόγον.
§127Ι. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ. Ἀναγνωρίζω τὰς οἰκονομικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ τὸ Κράτος, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον οἱ πληρεξούσιοι μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν 3.000 δραχ. κατὰ τριμηνίαν, ὡς προτείνει ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ πολιτεύωνται, κύπτοντες ὑπὸ τὸ βάρος τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀφόρητοι. Ἐὰν θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ μείνωσι ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ τῇ πολιτικῇ καὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἰδίας περιουσίας, τότε ὀφείλει νὰ αὐξήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀντιπροσώπων, ἂν μὴ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 5.000 δραχ. κατὰ τριμηνίαν, ὡς προτείνῃ ἡ Ἐπιτροπή, τοὐλάχιστον εἰς 1.500 δρχ. κατὰ μῆνα. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα ἀντίθετον τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, τότε τὸ πολιτεύεσθαι θὰ ἀνήκει μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιουσίαν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἄλλην σκέψιν, παρὰ νὰ πολιτεύωνται καταφεύγοντες εἰς διαφόρους συνδυασμοὺς ἥκιστα εὐπρεπεῖς καὶ ἐξυπηρετικοὺς τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων τῶν διαφόρων πολιτῶν. Συμφέρον καὶ τῆς πολιτείας καὶ τῶν ἰδιωτῶν εἶναι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ εἶναι ἀνεξάρτητοι οἰκονομικῶς καὶ ἑπομένως ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὰ ποικίλα δελεάσματα τὰ προσφερόμενα αὐτοῖς καὶ εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγκάζωνται νὰ κύπτωσι, ὅταν εὑρίσκωνται πρὸ ἀνυπερβλήτων οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας παρέχει αὐτοῖς αὐτὸ τὸ πολιτεύεσθαι. Ὁ λαὸς, εἶμαι βέβαιος ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀπόφασιν νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς ἀποφασίζοντας νὰ ἀσκῶσι τὸ πολιτικὸν ἔργον χάριν τῶν ὑψηλοτέρων συμφερόντων αὐτοῦ ὡς ἀποζημίωσιν ἐπαρκές τι ποσὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν θὰ εἶναι τὸ πολιτικὸν στάδιον ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς τάξεως τῶν πλουσίων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἐπαγγελματικῶν στοιχείων, ἅτινα πολλὰ ἔχουσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὴν πατρίδα διά τε τῶν γνώσεων αὐτῶν καὶ διὰ τῆς ψυχικῆς δυνάμεως καὶ εὐρωστίας, ὑφ’ ὧν εἶναι πεπροικισμένοι. Προτείνω λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν 1500 δραχμῶν κατὰ μῆνα καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ πρώτη τὴν πρότασιν μου ταύτην, ἔπειτα δὲ καὶ πάντας τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ ἀποδεχθῶσιν αὐτὴν, βέβαιοι ὄντες ὅτι ὁ λαὸς θὰ ἐκτιμήσῃ πρεπόντως τὴν εἰλικρινῆ ταύτην στάσιν τῶν ἀντιπροσώπων του. Ἀναλογισθεῖτε τὰς βαρυτάτας συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν ὅσοι δὲν ἔχομεν ἰδίας περιουσίας διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ πολιτευώμεθα καὶ τὰς συνθήκας ταύτας δὲν ἀγνοεῖ ὁ λαός. Ὅθεν παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἄνευ ἀντιρρήσεώς τινος ἀσπαστὴ ἡ πρότασίς μου, διὰ τὰς 1500 δραχμάς· ὅταν δὲ ἔχωμεν διαφόρους ὑπαλλήλους ἀνωτέρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πλέον τῶν 2.000 δραχμῶν κατὰ μῆνα, πόσον πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὰς δαπάνας τὰς ἐκλογικὰς καὶ τὰς καθημερινάς, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβαλλόμεθα ἀναγκαζόμενοι νὰ ἔχωμεν καὶ δαπάνην ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν καὶ ἁμαξαγωγίων πλέον τῶν 10 δραχμῶν τὴν ἡμέραν; Ἑπομένως εἶναι καθῆκον καὶ τῆς Συνελεύσεως, συμφέρον δὲ καὶ τοῦ λαοῦ ἀκόμη νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, διὰ νὰ καταλέγωνται εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται διὰ τῶν φώτων των νὰ συνεισφέρωσιν ἐκτὸς τῆς τάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία δύναται νὰ πολιτεύηται. Τοῦτο προτείνων ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι αἱ 1500 δραχμαὶ τῆς σήμερον δὲν εἶναι ὑπέρτεραι τῆς ἀποζημιώσεως τῆς προπολεμικῆς τῶν βουλευτῶν, διότι ἤδη ἡ δραχμὴ εὑρίσκεται εἰς τὸ ⅕ τῆς ἀξίας τῆς τότε, διότι ἡ πραγματικὴ ἀξία τῆς δραχμῆς σήμερον κυμαίνεται μεταξὺ τῶν 20 καὶ 25 λεπτῶν. Ὅθεν εὐελπιστῶ ὅτι ἡ πρότασίς μου θέλει γίνῃ ἀποδεκτή.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παναγιώτου ἔχει τὸν λόγον.
§129Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Κύριε πρόεδρε, κύριοι πληρεξούσιοι. Δὲν διαφεύγει οὐδενὸς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ σημερινὴ ζωὴ εἶναι ἀφόρητος. Ἐὰν θέλωμεν λοιπόν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν μας καὶ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπέστειλαν ἐδῶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, δηλαδὴ νὰ εἴπωμεν: κύριοι ἐὰν θέλητε νὰ ἱστάμεθα εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀντιπροσώπων σας, ὀφείλει ἡ πολιτεία νὰ μᾶς ἀμείβῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν καὶ δὲν ἐπαρκεῖ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 5.000 δραχμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι εἶναι πολύ, ἂς λάβει τὸ κονδύλιον καὶ ἂς λογαριάσῃ τί θέλει ἕνας πληρεξούσιος δι’ ἔξοδα ἀντιπροσωπείας. Μόνον διὰ γραφικὴν ὕλην, διὰ ταχυδρομικὰ καὶ ἁμάξια δὲν φθάνουν 2.500 δραχμαί. Ἐὰν θέλωμεν, ὡς πληρεξούσιοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ μὴ καταφεύγωμεν εἰς ἄλλα μέσα διὰ νὰ ζῶμεν, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τζώνης ἔχει τὸν λόγον.
§131Α. ΤΖΩΝΗΣ. Ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι λίαν σεβαστή. Οὐδεὶς δύναται νὰ εὕρῃ ἐπιχειρήματα ἀντίθετα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπω, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εὑρίσκομαι ἐν πλήρη διαφωνίᾳ. (Χειροκροτήματα). Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς πρότασιν ὅπως πᾶσαι αἱ περιουσίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπεκτήθησαν διὰ βιαίων μέσων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου νὰ δημευθῶσιν. Παρουσιάζεται δὲ τὸ φαινόμενον ὅτι διάφοροι Ἕλληνες πολιτικοὶ ἀπέθανον εἰς τὴν ψάθαν. Ὁ κ. Γούναρης τὶ θὰ πράξῃ; Σήμερον, κύριοι, ἕνεκεν τῶν περιστάσεων, εἷς πληρεξούσιος εἰς τὰς Ἀθήνας θέλει 50 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἁρπάσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ κ. Καραπάνου διὰ νὰ τὰ πληρώσῃ ὅλα. (Χειροκροτήματα).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§133Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἀκόμη, τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐψηφίσαμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδομεν εἰς τοὺς μετατεθέντας ἐφέτας 30 δραχμὰς ὡς ἐπιμίσθιον ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν, εἰς τοὺς μετατεθέντας δὲ ἐν Θράκῃ δίδομεν 70–80 δραχμάς. Δὲν νομίζετε δὲ ὅτι, εἶναι ἀπάνθρωπον διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ στερῆται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ κρέας ἔχει 17 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν; Ἡ Πολιτεία ἐνδιαφέρεται ὡρισμένως καὶ βεβαίως διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πρέπει οἱ πληρεξούσιοι νὰ λαμβάνωσιν 50 δραχμὰς τὴν ἡμέραν ποσὸν γλίσχρον καὶ ὄχι ἀρκετὸν ἀπέναντι τῶν περιστάσεων.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σωτηριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§135Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι ὁ πενέστερος ὅλων, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν μας παρ’ ὅλον ὅτι αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι εἶναι ἄγριαι, διότι τὸ Κράτος ἔχει μίαν ἱερὰν πράγματι ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν παθόντων κατὰ τὸ τριετὲς διάστημα, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄπειροι. (Θόρυβος).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγορεύητε ἐκ τῆς θέσεώς σας. Μὴ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν.
§137ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εἶπε ὅτι θὰ παραιτηθῇ τῆς ἀποζημιώσεώς του. (Θόρυβος).
§138Σ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω τὸ παράδειγμα αὐτοθυσίας παραιτούμενος τῆς ἀποζημιώσεως. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§139Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ ὁμόφωνος ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ προσαχθῇ ἡ πρότασις νόμου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὴ νὰ παύσῃ πᾶσα ἄλλη συζήτησις, προκειμένου νὰ γίνῃ γνωστὸν τὸ φρόνημα τῶν κ. κ. πληρεξουσίων. Ἀλλ’ εἰς τὴν ὁμόφωνον ταύτην πρότασιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχει ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει νομίζω ὅτι περιττεύει πᾶσα συζήτησις.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§141Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω ὅτι περιττεύει πᾶσα συζήτησις, διότι ὅταν ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ἀπέναντι τῆς ὁμοθύμου ἀξιώσεως τῆς Συνελεύσεως, ν’ αὐξήσῃ τὴν τρίμηνον ἀποζημίωσιν, προβαίνει εἰς τοιαύτην κατηγορηματικὴν δήλωσιν μᾶς ἀφίνει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν τοιαύτην αὔξησιν. (Θόρυβος).
§142Ν. ΑΠΕΡΓΗΣ. Ἄς αὐξηθῇ καὶ ἂς μὴ τὴν πάρωμεν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Κρούων τὸν κώδωνα). Ὁμιλεῖ ἄλλος.
§144Ν. ΑΠΕΡΓΗΣ. Προτείνω ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ κώδων ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, διότι δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπομονήν, διότι θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Λ. Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§146Λ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν καὶ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1910 νὰ ὑπάρξω ὁ εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως, ὅπως αὐξηθῇ ἡ ἐπιχορήγησις ἡ βουλευτική. Ὡς εἶπον δὲ καὶ τότε ὁμολογῶ ὅτι εἶναι λίαν δυσάρεστον, ὅτι τὰ νομοθετικὰ σώματα εἶναι ὑποχρεωμένα αὐτὰ ταῦτα νὰ λαμβάνουν μέριμναν περὶ τοιούτου λεπτοῦ ζητήματος, δυσχεραινομένου ἔτι μᾶλλον ὅταν προβάλωνται ἀντιρρήσεις προκαλοῦσαι συζητήσεις. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ἵνα διεξαχθῇ μέχρι τέλους μετὰ πάσης ἀξιοπρεπείας ἡ συζήτησις καὶ καταλήξωμεν ἠρέμως εἰς ταχὺ ἀποτέλεσμα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι ἔτι μᾶλλον ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας, διότι προέχει προπαντὸς εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα πάντοτε ἡ πρακτικὴ ἀντίληψις καὶ ἡ λογική. Οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ κράτους, δὲν νομίζω ὅτι ἕνα ἢ δύο ἑκατομμύρια ἄνω ἢ κάτω πρόκειται νὰ λύσουν τὸ ζήτημα τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Πολὺ ὀλιγώτερον εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι μία τοιαύτη μικρὰ διαφορὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε σχέσιν μὲ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ πρὸς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος τὰ γνωρίζει. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος εἰς Ἀθήνας νὰ διαβιώσῃ κἄπως ἀξιοπρεπῶς μὲ ὀλιγώτερον τῶν 50 δραχ. τὴν ἡμέραν. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουν τὰς ἐργασίας των καὶ οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐνταῦθα διὰ νὰ ἐργασθοῦν, διὰ νὰ προαγάγουν τὰ πράγματα τοῦ Ἔθνους. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπερίσπαστοι ἀπὸ ἄλλην ἰδιωτικὴν ἐργασίαν, καὶ διὰ νὰ συμβῇ τοῦτο, πρέπει ἡ ἀποζημίωσις νὰ εἶναι τόση, ὅση τοὐλάχιστον ἀπαραιτήτως χρειάζεται διὰ τὰς στοιχειώδης ἀνάγκας τοῦ βίου. Πρὸ τῆς ἐπιτακτικῆς αὐτῆς ἀνάγκης οἱαδήποτε ἄλλη συσχέτισις τοῦ ζητήματος μὲ οἰκονομίας τοῦ κράτους ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι εἶναι ἀνάγκη ἀνυπέρβλητος. Ἡ ἐπίκλησις πρὸς θυσίας τοιαύτης φύσεως γινομένη πρὸς φιλοτίμους πατριώτας, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς ζητεῖ νὰ ἐργασθοῦν ἐντόνως διὰ νὰ λύσουν ὅλα τὰ ζητήματα, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως, εἶναι ἄτοπος, εἶναι ἄδικος. Παρακαλῶ πρὸς τοῦτο τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμένῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν τόσο δυσβάστακτον θυσίαν εἰς ἐκείνους, ἀπὸ τὴν ἐντατικὴν ἐργασίαν τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ καλὴ ἔκβασις τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμένῃ, διότι πρόκειται περὶ ἐκδεδηλωμένης γνώμης τῶν κ. κ. πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι καὶ συνεζήτησαν καὶ ἔπεισαν πάντας περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐκφέρω καὶ τὴν γνώμην, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιμείνω ἀνενδότως, διότι ἐπέμεινα καὶ τὴν ἄλλην φορὰν χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτύχω, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως μὴ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι.
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως ὄχι.
§148Λ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ ΡΟΥΦΟΣ. Διότι καὶ ἐὰν δὲν ἐγεννᾶτο οἱοσδήποτε ἄλλος λόγος, μεταξὺ τῶν τόσων ποῦ ἐγεννήθησαν καὶ εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, διὰ τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος καὶ μόνον ὁ περιορισμὸς τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως θὰ ἦτο ἱκανὸς νὰ δικαιολογήσῃ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Φλῶρος ἔχει τὸν λόγον.
§150Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ἐάν, κύριοι πληρεξούσιοι, ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πολιτεύεται ὡρισμένη τάξις ἀνθρώπων, ἡ τάξις ἡ ἀριστοκρατικὴ, τοῦ χρήματος πρωτίστως, ἥτις ἐξαπέλυσε τοὺς πλοκάμους της εἰς ὅλους τοὺς Νομοὺς καὶ παρεμποδίζει πάντα ἄλλον δυνάμενον νὰ ἐργασθῇ. Ἐὰν δὲ ἠδυνήθησαν νὰ πολιτευθῶσιν καὶ ἄλλοι, πάντες οὗτοι ἠγωνίσθησαν πολὺ, ἵνα δυνηθῶσι καὶ πολιτευθῶσιν, διότι τὸ χρῆμα εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν πάντων. Κατόπιν τῆς χύσεως τοσούτου αἵματος κατὰ τὸν ὀκταετῆ τοῦτον ἀγῶνα, προέκυψαν νέαι συνθῆκαι, ὄχι μόνον βιωτικαὶ, ἀλλὰ καὶ πολιτικαί. Βλέπομεν τὸν ἐργάτην ὑψωθέντα εἰς τὸ ὕψός του ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ ἡ Χώρα μας νὰ διακυβερνᾶται κατὰ τὸ σύστημα τοῦ 1821. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνοίξωμεν νέαν πηγὴν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας, εἶναι ἀνάγκη τὴν θέσιν τοῦ πολιτικοῦ νὰ τὴν καταστήσωμεν ζηλευτὴν καὶ ποθητὴν εἰς πάντα νέον διαφλεγόμενον ὑπὸ τοῦ ζήλου νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Πατρίδα. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Πληρεξούσιοι, εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ θελήσῃ νέος τις, φλεγόμενος ἀπὸ τὸν ζῆλον, νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Πατρίδα, ὅταν γνωρίζῃ τὶ τὸν ἀναμένει; Ὅταν γνωρίζῃ ὅτι τὸν ἀναμένει ἀπάρνησις τοῦ ἐπαγγέλματός του; Ὅταν γνωρίζῃ ὅτι τὸν ἀναμένει ἡ ψάθα; Δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξωτερικὴ παράστασις· γνωρίζετε οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν, ὅτι τὰ σπίτια τῶν Πληρεξουσίων εἶναι μοναστήρια, εἶναι τεκέδες τῶν καραβοτσακισμένων συμπολιτῶν. Εἰς τὰ σπίτια τῶν Πληρεξουσίων θὰ μεταβῇ τὸ σύντριμμα τὸ κοινωνικὸν καὶ θὰ ζητήσῃ πέντε–δέκα δραχμάς. Πῶς θὰ ἀνταποκριθῶμεν; Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ περισώσωμεν τὰ ναυάγια αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ἀποτρέψωμεν καὶ ἀπὸ ἐγκλήματος ἀκόμη. Ὅταν τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ μὲ 20 ἢ καὶ 50 δραχμὰς, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ σώσωμεν τὰς ἀνθρωπίνας αὐτὰς ὑπάρξεις. Διατί, κύριοι, ὡρισμένη τάξις ἀνθρώπων νὰ ἔχῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ διακυβερνᾶν τὴν Χώραν; Διατί, κύριοι, νὰ μὴν ἀνοίξωμεν τὴν θύραν νὰ εἰσέλθῃ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικὸς Λαός; Νὰ ἔλθῃ τὸ τσαρούχι, νὰ ἔλθῃ ὁ χωριάτης, νὰ ἔλθῃ ὁ Λαὸς ὁ δημιουργὸς τῆς μεγάλης Ἑλλάδος, ὁ κατακτητὴς τῆς Κωνσταντινουπόλεως; Διότι κατ’ ἐξοχὴν, κύριοι, τὸ τσαρούχι μάχεται, καὶ διὰ νὰ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν εἰς τὸ τσαρούχι, εἰς τὸν λαὸν, πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ζῆν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ζῆν θὰ τοῦ δοθῇ μόνον ὅταν δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας του. Δι’ αὐτὸ προτείνω νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, διότι ταύτης ψηφιζομένης, θέλουσι πάντες οἱ ἔχοντες τὴν φλόγα νὰ ἐργασθῶσι διὰ τὴν Πατρίδα, νὰ ἀτενίζωσι μετὰ στοργῆς. — τότε ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἔχῃ 10.000 ἢ 20.000 δραχμάς, τὰς ὁποίας βάζει τώρα διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσῃ. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι Πληρεξούσιοι, ὑμᾶς· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει φουσκωμένον τὸ βαλάντιον ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ δύναται διὰ τοῦ χρήματός του νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς ἕνα συνδυασμὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπηρεσίας πρὸς τὸν Λαόν; Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ καὶ ἐξορκίζω τοὺς κυρίους Συναδέλφους νὰ μὴ ζητήσωσιν αὐτὴν τὴν ὥραν δίπλωμα ἐπιεικείας, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν, πρόκειται περὶ τῶν μελλόντων συναδέλφων. Μὴ φαντάζεσθε ποτὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσιν αἱ βιωτικαὶ συνθῆκαι, μᾶλλον θὰ ἐπαυξηθῶσι καὶ θὰ πολλαπλασιασθῶσιν καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφησιν τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κρεμέζης ἔχει τὸν λόγον.
§152Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, μὲ ἐξέπληξεν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ἦλθεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεφώνησε κατὰ τὸ πρῶτον ἐν Πάτραις καὶ δεύτερον πρὸς τὴν ὀνομασίαν τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον λέγεται Λαϊκόν. Διότι ἐὰν πράγματι εἶχε τὴν γνώμην στερεὰν περὶ τῶν δύο αὐτῶν δηλώσεών του, ἔπρεπε νὰ βοηθήσῃ ἵνα πράγματι ἔλθωσιν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἄνδρες προερχόμενοι ἐκ τοῦ λαοῦ, πτωχοί, ἀλλ’ ἔχοντες τὸ πῦρ καὶ τὴν φλόγα, ἵνα ἐξυπηρετήσωσι τὰ ἰδεώδη τῆς πολιτείας συμφέροντα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ, ποῖον πνεῦμα ἐπικρατεῖ σήμερον ἐν Εὐρώπῃ. Ἐὰν λοιπὸν ἔχει ἐργατικὴν πολιτικὴν πράγματι, τότε δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, ὅτι θὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὰς 3.000 δραχμάς.
§153ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι. Ὄχι. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§154Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ζητῶ συγγνώμην ἐὰν παρήκουσα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασταθῶσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἄνθρωποι προερχόμενοι ἐκ τοῦ λαοῦ. Ὅταν ἡ ἀποζημίωσις εἶναι τόσον γλίσχρος ὅση ἡ προτεινομένη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μείνωσι πλουτοκράται καὶ μόνον πλουτοκράται ἐν τῇ Βουλῇ.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
§156Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκω ἀνεξήγητον τὴν ἐπίμονον δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διότι τὸ ὅτι ἀντίκειται ἡ ἄρνησις αὐτοῦ εἰς τὸν ὡραιότατον βίον καὶ τὴν πρακτικὴν ζωὴν εἶναι προφανῶς εὐνόητον. Ἀλλ’ ὅτι θ’ ἀντίκειται καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην δὲν τὸ ἐπερίμενα ἀπὸ ἄνδρα τῆς νομικῆς περιωπῆς τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις εἶναι δημοκρατικὸς θεσμός, εἶναι θεσμός, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη ἵνα εἰς μίαν πολιτείαν κακῶς πολιτευομένην ἐπιτρέπεται παντὶ καὶ τῷ πλουσίῳ καὶ τῷ πένητι, τὸ πολιτεύεσθαι. Ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις κατέστη ἀνάλογος πρὸς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἀνάλογος πρὸς τὸ βάρος τῆς ζωῆς. Ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι δημοκρατικός, ὅτι εἶναι τόσον συνυφασμένος μὲ τὴν νομικὴν ὑπόστασιν τοῦ πολιτειακοῦ ὀργανισμοῦ, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἀνεγνωρίσθη ὡς δικαίωμα δημοσίου καὶ ἀπέβη ἀκατάσχετος, ἀπὸ ταύτην δὲ δὲν ἐπιτρέπεται παραίτησις. Τὸ Πρωσσικὸν καὶ τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα ἀναγράφουν ὅτι παραίτησις ἀπὸ τῆς ἀποζημιώσεως δὲν ἐπιτρέπεται. Εἶναι τοῦτο ζήτημα τιμῆς, ἵνα μὴ ὁ πληρεξούσιος παραιτούμενος ἐπιρρίπτει μομφὴν πρὸς τὸν πένητα καὶ ἀναγκάζει καὶ τοῦτον νὰ παραιτῆται, οὕτως ὥστε νὰ δημιουργῆται κατάστασις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πένητες νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν νὰ πολιτεύωνται. Ἐὰν ἀποβλέψητε εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα, θέλετε ἴδῃ ὅτι εἶναι τόσον βαθὺ τὸ πνεῦμα αὐτῶν ὥστε ὅσον δημοκρατικώτερον εἶναι τὸ πολίτευμα, τόσον μεγαλείτεραι εἶναι αἱ ἀποζημιώσεις. Εἰς τὴν Αὐτοκρατορουμένην Γερμανίαν ἡ ἀποζημίωσις ἦτο 3.000 μάρκα προπολεμικά, εἰς τὴν Γαλλικὴν δημοκρατίαν 15.000 φράγκα προπολεμικά, ἤδη 27.000. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας 8.500 δολλάρια προπολεμικά. Τί νὰ εἴπω δὲ περὶ τῆς σημερινῆς ζωῆς; Ἀλλ’ αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀντίθετοι καὶ πρὸς τὴν σημερινὴν νομοθεσίαν. Διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν ὥστε νὰ λαμβάνωσιν ὅλοι οἱ ἡμιάεργοι τοῦ κράτους, οἱ ἐκπαιδευτικοὶ λ. χ. σύμβουλοι, καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἄλλον προορισμόν, παρὰ νὰ διασπείρουν τὸν μαλλιαρισμὸν καὶ τὴν ἀθεΐαν 1.200 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἄλλα δὲ τόσα ἀπὸ βιβλία, καθὼς δύνανται περὶ τούτου νὰ σᾶς πληροφορήσουν ἄλλοι εἰδικώτεροι ἐμοῦ συνάδελφοι, νὰ λαμβάνουν τόσα, αὐτοὶ οἱ παρέχοντες τοιαύτην φθοροποιὸν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν δήλωσίν της, προκειμένου περὶ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον νὰ ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασις τῶν συναδέλφων, ἵνα ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ὁρισθῇ συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἠρώτων τὴν Κυβέρνησιν: Πόσας ἑκατοντάδας ὑπαλλήλων θὰ ἐχρειάζετο ἡ χώρα νὰ ἐμισθοδότῃ, ἵνα αἱ ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν ἐπιταχύνωνται, καὶ εὐοδοῦνται, ὡς συμβαίνει τοῦτο διὰ τῆς ἀεννάου ἐργασίας τῶν βουλευτῶν, διαρκῶς μοχθούντων κατὰ τῶν πεπαλαιωμένων τῆς γραφειοκρατείας μεθόδων, ἄν ἔλλειπεν ἡ βουλευτικὴ ὤθησις; Βεβαίως θὰ ἀπῃτοῦντο μυριάκις πλειότερα τοῦ ὅλου ποσοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Γνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐφαρμόσιμος ἡ σκέψις μιᾶς καὶ ἐν τούτῳ κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογῆς τῆς περὶ καθαρᾶς προσόδου νομοθεσίας, ἀλλὰ θὰ ἦτο τοῦτο μυριάκις προτιμότερον ἀπὸ τὴν Κυβερνητικὴν πρότασιν. Διότι ἐπὶ τέλους ὁριζομένης τῆς ἀποζημιώσεως ἀναλόγως τῆς περιουσιακῆς ἱκανότητος ἑκάστου δὲν θὰ ἀπεκλείετο ὁ λαὸς τοῦ πολιτεύεσθαι....
§157ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό;
§158Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὅπως θέλετε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αἴφνης δὲν θὰ ἐλάμβανεν ἀποζημίωσιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως ἀποσκοπεῖ λεληθότως τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ ὅλων τῶν νεοπλούτων. Ἐὰν τοῦτο ποτὲ συμβῇ ἀλλοίμονον καὶ τρὶς ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαποστόλου ἔχει τὸν λόγον.
§160Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, δὲν νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ διὰ νὰ κριθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως οὕτως ἢ ἄλλως, διότι συμφέρον τοῦ Λαοῦ καὶ συμφέρον Κράτους ἀκόμη εἶναι, ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποί του ἔχουσι ὅλα τὰ μέσα νὰ ἵστανται εἰς τὴν θέσιν των, νὰ ἐργάζωνται διὰ τὸν Λαὸν καὶ διὰ τὸ Κράτος, νὰ ἐλέγχουν τὰ πάντα, καὶ δὲν πρέπει ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους νὰ φανῇ φειδωλὸς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὥστε νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς νῦν πολιτευτὰς καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ μεταβάλλωνται εἰς πωλητὰς ἅλατος πρὸς τὸν Λαὸν, νὰ κλέπτωσι τὸν Λαὸν κατὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους. Διότι, κύριοι, ἐὰν ἡ ἀρετὴ εἶναι μέγα πρᾶγμα εἰς ἕνα ἄνδρα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως εἶναι μέγιστον καὶ πολλάκις τὰ δύο ταῦτα ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν, διατρέχομεν δὲ τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἕνα πολιτευτὴν, λόγῳ τῆς στερήσεως αὐτοῦ, νὰ παρακολουθήσῃ ἄλλον, ὁ ὁποῖος κακῶς ποιῶν ἐκμεταλλεύεται τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Λαοῦ. Ἀναφέρω, διὰ νὰ ἴδητε ποία ἀντίληψις ἐπικρατεῖ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, μετὰ τὴν μεγάλην καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἐκ τοῦ παγκοσμίου πολέμου, ἐνῷ εἶχε νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας ἑνὸς ἑκατομμυρίου Λαοῦ παθόντος κατὰ τὸν πόλεμον καὶ νὰ ἀνορθώσῃ ἑκατοντάδας χιλιάδων οἰκιῶν, αἱ ὁποῖαι κατεστράφησαν εἰς τὴν Βόρειον Γαλλίαν, δὲν ἐδίστασε νὰ διπλασιάσῃ ἀκριβῶς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ τὴν κάμῃ 30.000 φράγκων. Ὁ βίος δέ, κύριοι πληρεξούσιοι, εἰς τὴν Γαλλίαν μὲ 30.000 φράγκα εἶναι πολὺ καλύτερος, παρὰ εἰς τὰς Ἀθήνας μὲ 30.000 δραχμῶν ἐτησίως. Κακὴν δὲ, φρονῶ, προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὸν Λαὸν, οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διάφορον ἰδέαν. Ἴσως θὰ ἠδύνατό τις νὰ θέσῃ ἄλλην βάσιν, τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἔθηκε τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μονίμως ἐγκατεστημένοι ἐνταῦθα καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐξασκῶσι τὸ ἰδιωτικὸν αὐτῶν ἐπάγγελμα καὶ νὰ προσπορίζωνται κέρδη ἐξ αὐτοῦ μὴ ἐγκαταλείποντες τὸ ἐπάγγελμά των. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Πληρεξούσιος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας καὶ ὁ ἀξιότιμος Πληρεξούσιος ἐξ Ἀττικῆς, πιθανὸν, τοῦτο νὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει των ὅταν ὡμίλουν, καὶ τότε βεβαίως ἐδικαιολογοῦντο νὰ ζητήσουν τὸ μικρὸν αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουν τὰ ἐπαγγέλματά των, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ ἔρχονται ἐδῶ καὶ ἐγκαθίστανται εἰς οἰκίας καὶ δωμάτια ξενοδοχείων καὶ ζοῦν τὸν βίον τῶν Ἀθηνῶν, νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 1.500 δραχμῶν μηνιαίως, εἶναι ἐλάχιστον, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ ἀποκτήσωμεν προσωρινὴν δημοτικότητα· δὲν ἀρκεῖ νὰ μᾶς θαυμάσῃ σήμερον ὁ Λαὸς καὶ νὰ εἴπῃ: «οἱ καϋμένοι οἱ Πληρεξούσιοι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐφάνη φειδωλὴ καὶ ἔβαλεν ἕνα ποσὸν ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον μόλις ἐξαρκεῖ διὰ νὰ μὴ ἀποθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα οἱ Πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς πονοῦν». Ἀρκεῖ νὰ ἐργασθῶμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀρκεῖ νὰ ὀργανώσωμεν τὴν Ἑλλάδα καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα αὐτῆς, ἀρκεῖ νὰ φέρωμεν Νόμους, μὲ τοὺς ὁποίους νὰ ἄρωμεν, ἐφόσον εἶναι δυνατόν, ὅλα τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῶν 4 ἐτῶν, ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸ κόμμα τὸ Βενιζελικὸν, ἀρκεῖ νὰ ἐργασθῶμεν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀρκεῖ νὰ φέρωμεν σύστημα οἰκονομικὸν, διοικητικὸν, δικαστικὸν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κατορθώσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τὴν λελογισμένην ὡς Κράτος εὐνομούμενον.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Δὲν ὑποτιμῶ τὸ παράπαν τὴν σημασίαν αὐτῶν. Ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν καὶ τὴν ἐξήγησιν ταύτην παρέχω. Φαίνεται ὅτι δὲν κατενοήθην ἐπαρκῶς, ὅταν πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Εἶπον ὅτι προδήλως τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον τὴν ἑσπέραν ταύτην πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κ. κ. πληρεξουσίων κατὰ τὸ συντακτικὸν τῆς Συνελεύσεως στάδιον, διότι κατόπιν περὶ τῆς ἀποζημιώσεως, ἡ ὁποία θὰ δίδεται εἰς τοὺς βουλευτάς, θὰ μεριμνήσῃ τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν τοῦτο κατενοήτο, βεβαίως δὲν θὰ ἐλέγοντο ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν. Περὶ δημοκρατικότητος τῆς ἀποζημιώσεως, περὶ ἐπιλογῆς βουλευτῶν οὐκ οἶδα ἐκ ποίων τάξεων κοινωνικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων σήμερον δὲν ἐπιλέγονται, διότι δὲν δίδεται εἰς αὐτοὺς ἀρκετὴ ἀποζημίωσις, ὡς καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τοιαύτης φύσεως ἐπιχειρήματα. Πρόκειται περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν πληρεξουσίων τῶν ἐκλελεγμένων ἤδη. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τῶν τοιούτων πληρεξουσίων, ἤθελον παρακαλέσῃ τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. πληρεξουσίους νὰ μοὶ εἴπωσι κατὰ ποῖον τρόπον θέλουσι γίνῃ οὗτοι κρείττονες ἢ ἀλλοῖοι ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις αὐτῶν ἤθελεν ὁρισθῆ μεγαλειτέρα; Τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου, τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ τεθῇ παρὰ μόνον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔθεσαν αὐτὸ ἄλλοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν ἀναγκῶν τῆς ζωῆς. Πρόκειται περὶ ἀναγκῶν βαρυτάτων. Πρόκειται περὶ ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλομεν μετὰ συντριβῆς ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ μᾶς δώσῃ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ὑπεβλήθημεν πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτοῦ, οὐ μόνον εἰς τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου ἡμῶν, οὐ μόνον εἰς τὴν ἀφιέρωσιν τῶν δυνάμεων μας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ εἰς τὰς στερήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι. Καὶ περιπλέον δέον νὰ μὴ γεννήσωμεν εἰς οὐδένα τὴν ἰδέαν ὅτι ἔχοντες τὴν εὐχέρειαν νὰ διαθέσωμεν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν, δὲν διεθέσαμεν αὐτὸ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ στερήσωμεν καὶ εἰς οὐδένα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι πέραν τοῦ μέτρου τοῦ ἀναποφεύκτου διὰ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν ἐμειωνήσαμεν. Κύριοι συνάδελφοι, ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς, οὐ μόνον ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως. Ἄς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον! Πιστεύσατέ με ὅτι ἡ ἔκκλησίς μου αὕτη δὲν παραβλέπει τὰς στερήσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθεῖτε, ἐλπίζω ὅμως ὅτι θὰ ἀκούσητε τὴν παράκλησίν μου, ἵνα καὶ τὴν στέρησιν ταύτην πρόσθετον θυσίαν εἰς τὸν τόπον παράσχητε.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§164Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀντιλαμβάνομαι, κ. συνάδελφοι, τὴν δυσχέρειαν τοιαύτης συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἥτις εἶναι τεταγμένη νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν πληρεξουσίων καὶ νὰ κρίνῃ συγχρόνως καὶ περὶ τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ περὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Διὰ τοῦτο θέλει μοὶ ἐπιτραπεῖ νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην ὅτι ἡ διαδικασία, ἥτις ἐτηρήθη περὶ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ δὲν ἦτο τελείως ἐπιτυχής. Ζητήματα ἐπιχορηγήσεων ὑπεβλήθησαν καὶ ἀπησχόλησαν πάντοτε τὰς Βουλὰς τοῦ παρελθόντος, διότι ἡ πενιχροτάτη ἐκείνη ἀντίληψις περὶ τῆς παραστάσεως τοῦ λαϊκοῦ ἀντιπροσώπου ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς συντάξαντας τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 νὰ ὁρίσωσι τὴν ἀποζημίωσιν τῶν δισχιλίων παλαιῶν δραχμῶν μεταβληθεῖσαν εἰς ἀποζημίωσιν 1.800 νέων δραχμῶν κατὰ Σύνοδον κατόπιν τῆς ἀναγωγῆς τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς, ἡ πενιχροτάτη ἐκείνη ἀντίληψις, λέγω, ἐχρεωκόπησεν ἀμέσως ἐνώπιον τῆς πραγματικότητος μετὰ πάροδον ἐτῶν τινων καὶ ἐπὶ πολλὰς περιόδους συνεχῶς ἀπησχολοῦντο αἱ κυβερνήσεις, ἵνα παρέχωσιν εἰς τοὺς βουλευτὰς τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα διὰ τὴν ζωὴν αὐτῶν καὶ τὴν παραμονὴν αὐτῶν ἐν Ἀθήναις, καταφεύγουσαι εἰς συγκλήσεις ἐκτάκτων συνόδων καὶ περιέγραφον οὕτω τὸ πολίτευμα διὰ νὰ δυνηθῶσι διὰ τῆς τοιαύτης περιγραφῆς αὐτοῦ καὶ παραποιήσεως τοῦ τρόπου τῆς συγκλήσεως τῶν Βουλῶν νὰ ἀποδώσωσι τὸ δίκαιον χρῆμα. Καθ’ ὅλας ὅμως τὰς περιστάσεις ταύτας ἐτηρήθη μία τακτικὴ διάφορος τῆς σήμερον τηρηθείσης. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἡ τακτικὴ ἐκείνη ἦτο ἐπιτυχεστέρα. Δηλονότι ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπή, ὁσάκις ἐκαλοῦντο ἔκτακτοι Σύνοδοι, ἤρχετο πάντοτε εἰς ἰδιαιτέραν σύσκεψιν καὶ συνεννόησιν μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκανόνιζον ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτοῦ τὰ πράγματα καὶ ὑπέβαλλον τοιουτοτρόπως ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἶχον κανονισθῆ ἐν ἰδιαιτέρᾳ συνεννοήσει. Καὶ οὕτως ἀπεφεύγετο τὸ θέαμα τὸ ὁποῖον, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι δίκαιον διὰ τοὺς θέλοντας νὰ κρίνωσιν αὐτὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας, γεννᾷ ὅμως πάντοτε τὸν κίνδυνον τῆς παρεξηγήσεως καὶ τῆς καταδημαγωγήσεως τοῦ Σώματος ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης. Διότι συζητήσεις περὶ χρημάτων, ὅσον δήποτε καὶ ἂν στηρίζωνται ἐπὶ δικαίου, εἶναι πάντοτε προωρισμέναι νὰ φθείρωσι τὸ κῦρος τῶν Σωμάτων αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ Λαοῦ, καθόσον γεννῶσι τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο περὶ τῶν ἰδίων σκέπτεται ἀδιαφοροῦν περὶ τῶν Κοινῶν καὶ φυσικὰ περὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Διὰ τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι θὰ ἐπροτίμων ἐπιτυχεστέραν τὴν εἰσήγησιν τοῦ ζητήματος. Ἴσως δὲ ἂν ἡ παλαιὰ μέθοδος ἐτηρῆτο θὰ ἐξευρίσκετο ἡ πραγματικὴ ἐκτίμησις τῶν ἀναγκῶν ἐν τῷ δωματίῳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ μὴ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ θεάματος ἡ Συνέλευσις νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην τοῦ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Συνελεύσεως Ἐπιτροπῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ ἐντείνῃ τὰς προσπαθείας της καὶ νὰ ὑψώνῃ τὸν τόνον τῆς φωνῆς της τηροῦσα στάσιν διάφορον τῆς Συνελεύσεως, οἱονεὶ θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιοῦται νὰ θέσῃ προκειμένου περὶ Συνελεύσεως. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος γινώσκει ὅτι τὸν τιμῶ καὶ τὸν σέβομαι καὶ τὸν ἀγαπῶ, διότι εἴμεθα παλαιοὶ συναγωνισταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην. Δικαιολογῶ αὐτὸν βεβαίως ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς τῆς Συνελεύσεως ἠναγκάσθη καὶ αὐτὸς νὰ τηρήσῃ στάσιν τοιαύτη, ὥστε νὰ ρίψῃ εἰς τὴν πλάστιγγα τὸ κυβερνητικὸν κῦρος αὐτοῦ. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν εἰσήγησιν τοῦ ζητήματος Προκειμένου δὲ περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔθηκε τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ. Ἡ θεωρία περὶ τῆς δημοκρατικότητος τοῦ Πολιτεύματος, ἡ θεωρία περὶ τῆς λαϊκότητος τοῦ ἀντιπροσώπου, ἡ θεωρία περὶ τῆς ἀνάγκης, ἵνα μὴ ἐπιλέγωνται οἱ πλούσιοι πληρεξούσιοι καὶ ἀποστέλλωνται οἱ ὡς ἐξ ἐπαγγέλματος ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ δυνάμενοι νὰ βαστάζωσι τὰ βάρη τοῦ ἀντιπροσώπου, ἀλλὰ πᾶν τάλαντον λαϊκὸν καὶ δημοκρατικὸν δύναται νὰ εἰσέρχηται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἔχον ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἔχει βάσιν οἰκονομικὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηριχθοῦν αἱ ἰδέαι αὐταί, λέγω, εἶναι ἰδέαι ὀρθαὶ καὶ τὰς ἀποδέχομαι πλήρως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αὗται δὲν ἔχουν τὸν τόπον των ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει. Τὸν τόπον των θὰ εἶχον ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ Σύνταγμα, ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπανάληψις τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ἐν τῷ παρελθόντι. Τότε ἔχουν τὸν τόπον των καὶ τότε θὰ ἔχωμεν ταῦτα ὑπ’ ὄψει, ἵνα κανονίσωμεν τὴν λαϊκότητα τῆς ἀντιπροσωπείας παρέχοντες καὶ τὸ εὔλογον ἀντισήκωμα. Ἐὰν διαγραφῇ, ὡς ἐλπίζω καὶ ὡς θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω, ἡ τοιαύτη διάταξις τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ νόμου ἡ Συνέλευσις ὁρίσῃ τὴν ἐπιχορήγησιν διὰ τὸ μέλλον, θὰ ἐξετασθῶσιν αἱ ἰδέαι αὗται κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, εἶναι δ’ ἀναγκαία ἡ διὰ νόμου ρύθμισις τοῦ ζητήματος, ἵνα ἡ καθορισθησομένη δικαία ἀποζημίωσις δύναται νὰ μεταβάλληται ἑκάστοτε κατὰ τὰς περιστάσεις, ἐφ’ ὅσον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ κρίνῃ ἐκ τῶν περιστάσεων ἐνδεδειγμένην τὴν καταβολήν. Θεωρῶ ἤδη καθῆκόν μου, ἀφοῦ ἦλθε τοιοῦτο ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἀπεριφράστως ἀσχέτως ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῶ ἔξω τῶν ὁρίων τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἔσχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀνάγκην τῆς παροχῆς ἐπιχορηγήσεως 250 δραχμῶν κατὰ μῆνα εἰς τὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπειδὴ ἠσθανόμην τὴν ἀνάγκην ἐπιτακτικὴν διὰ τὸ ἀξίωμα ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπον, ὅτι δι’ ἐμαυτὸν δὲν θέλω τὴν ἐπιχορήγησιν καὶ ψηφισθεῖσαν ἐδώρησα αὐτὴν εἰς τὸν Ἐθνικὸν Στόλον. Οὕτω εἶχον ἐλευθέραν τὴν γλῶσσαν. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν διὰ τῆς πράξεως ἡμῶν εἰς τὸν λαὸν τὸ προσῆκον μάθημα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ καὶ καθ’ ὃν θὰ δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν Λαϊκοὶ ἀντιπρόσωποι ἐνταῦθα. Σήμερον ἔχομεν ἀντιπροσώπους ἐκλεγέντας καὶ ἐρωτᾶται· οἱ ἀντιπρόσωποι οὗτοι κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν οἰκονομικῶς ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐντολήν, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτούς; Ἤκουσα συναδέλφους ἀξιοτίμους, οἱ ὁποῖοι εἶπον πρὸς τὴν Συνέλευσιν: Ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλων δαπανῶν τῆς ζωῆς. Ἀναμφισβήτητον. Ἔχομεν ἀνάγκην δαπάνης ταχυδρομικῶν, τηλεγραφικῶν, ἁμαξαγωγίων. Ἀναμφισβήτητα ὅλα αὐτά. Δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς ἀμφοτέρας τὰς κατηγορίας τῶν συναδέλφων τούτων: Κύριοι, εἴχατε ὑπ’ ὄψει σας τὴν ἀκρίβειαν τοῦ βίου. Δέν εἶναι ἡ ἀκρίβεια τοῦ βίου σημερινὴ καὶ πρὸ τριῶν μηνῶν ὑφίστατο ἡ ἀκρίβεια αὐτή. Ἂς μὴν ἐζητῆτε τὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἠδυνάμην νὰ εἴπω εἰς τοὺς προβάλλοντας τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ ἔξοδα, κύριοι, παύσατε ἀσχολούμενοι καὶ μεριμνῶντες περὶ τῶν ἀτομικῶν ὑποθέσεων τῶν συμπολιτῶν σας. Ἀλλ’ ὑπὲρ τὰ ζητήματα ταῦτα ὑπάρχει ἓν ἕτερον ζήτημα, πολὺ σπουδαιότερον ὅλων αὐτῶν. Ὅσοι παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔλαβον ἐντολὴν καὶ ἀπεδέχθησαν ταύτην νὰ προσέλθωσιν ἐνταῦθα, νὰ συντάξωσι τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν τῆς Πολιτείας. Ἦλθον ἐνταῦθα λοιπὸν οἱ πληρεξούσιοι, ἔχοντες ἐντολὴν νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα διανοήσεως, τὰ ἔργα δὲ τῆς διανοήσεως ἀπαιτοῦσιν ἄνεσιν ψυχικὴν καὶ μελέτην. Καὶ ἡ μελέτη ἀπαιτεῖ βιβλιοθήκην καὶ παρακολούθησιν τῶν προόδων τῆς ἐπιστήμης. Θὰ εἶναι δὲ ἀστεῖον, ἐάν τις ἰσχυρισθῇ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου, ὅτι ὑπάρχει ἐπάρκεια παρὰ τοῖς πληρεξουσίοις ὅπως παρακολουθήσωσι τὸ ἔργον τὸ Συντακτικὸν τῆς Συνελεύσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν παρακολουθοῦσι τὸ ἔργον τοῦτο διὰ συνδρομῆς τῆς βιβλιοθήκης των. Καὶ ἡ διαννόησις, ἡ ὀρθή, ἀπαιτεῖ ἄνεσιν, καὶ ἤθελον ἐρωτήσει: Τίς ἐκ τῶν κυρίων πληρεξουσίων ἢ τίς ἐκ τῶν ἔξω τῆς Συνελεύσεως ἱσταμένων δύναται ἠρέμως καὶ ψυχραίμως νὰ διανοηθῇ, ἐὰν τὸ ἠθικόν του εἶναι κακόν, ἐὰν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου; Καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐπαγγέλματα, θὰ εἴπω: μάλιστα, ἀσχολεῖσθε εἰς τὸ ἰδιωτικόν σας ἐπάγγελμα, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἔστειλεν ἡ ψῆφος τῶν ἐκλογέων σας, ἵνα ἀσχοληθῆτε εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον ὡς ἐρασιτέχναι ἀντιπρόσωποι, ἀλλὰ σᾶς ἀπέστειλεν ἵνα ἀσχοληθῆτε εἰς τοῦτο, ὡς κύριον ἔργον, καὶ πρέπει νὰ λείψῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ῥαθύμως ἀποβλέπετε εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς σας. Βλέπομεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Λαοῦ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκτελοῦντας ὡς πάρεργον τὸ ἔργον, δι’ ὃ ἔλαβον τὴν ἐντολήν, ἐκτελοῦντας αὐτὸ ἀμελετήτως, οὕτω δὲ συντρίβοντας τὴν πολιτείαν διὰ τῶν σφαλμάτων αὐτῶν. Εἶναι τὸ ἔργον ἡμῶν τὸ ὕπατον, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους οἱ ἐντεταλμένοι νὰ παρακολουθῶσι τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ὀφείλουσι νὰ εἶναι ἐπαρκῶς κατηρτισμένοι. Ἐὰν εἶναι οὗτοι ἀμελῶς κατηρτισμένοι, εἶναι ἱκανοὶ νὰ διαπράξωσι ζημίας μεγίστας εἰς τὸ Ἔθνος, εἷς δὲ νόμος ἀμελῶς κατηρτισμένος δύναται νὰ γίνῃ πρόξενος ζημιῶν πολὺ μεγαλειτέρων ἐκείνων, αἵτινες θὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς μεγάλης ἢ μικρᾶς βουλευτικῆς ἐπιχορηγήσεως. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐπιχορηγήσεως τῶν βουλευτῶν καὶ πληρεξουσίων πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα σχετιζόμενον ἀποκλειστικῶς πρὸς τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς αὐτῶν ἀπὸ ἀπόψεως μελέτης καὶ οὐχὶ ἐξ ἀπόψεως μόνον εὐζωΐας ἐπαγγελματικῆς, σχετιζομένης πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔξω τῆς συνταγματικῆς ἐντολῆς κειμένων. Ἡ δὲ συγκρότησις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, τοῦ ὑπάτου Σώματος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, πρέπει νὰ τίθεται ἔξω πάσης βάσεως σχετιζομένης ἁπλῶς καὶ μόνον μὲ τὴν ἐξασφάλισιν αὐτονομιῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἄλλοτε ἐν ταῖς Βουλαῖς ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας καὶ παρουσιάσθησαν νομοσχέδια περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἵνα ἐπέλθῃ οἰκονομία 200.000 ἢ 300.000 δραχμῶν. Ἐπεθύμουν νὰ εἴμεθα γενναιότεροι εἰς τὰς ἀπαιτήσεις ἡμῶν καὶ νὰ μὴ φεισθῶμεν οὐδενὸς μέσου, ἵνα καταρτήσωμεν τὸ Σῶμα τῆς Συνελεύσεως σήμερον, τῆς Βουλῆς αὔριον, ἄξιον νὰ νομοθετῇ μετὰ παρασκευῆς καὶ μελέτης, οὐχὶ δὲ ἱκανὸν μόνον νὰ προσέρχηται ἀμελέτητον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου πρόθυμον διὰ νὰ παρέχῃ συγχωροχάρτια εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐπιχορηγήσεως, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, νὰ ὑποβάλω πρότασιν τέμνουσαν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν διαφωνίαν μεταξὺ τῆς εἰσηγήσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λογιστικοῦ καὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπέβαλεν. Εἰ δυνατὸν, κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ, νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις αὕτη καὶ τὸ ποσὸν τῶν 5.000, τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς δυσβάστακτον ποσὸν, νὰ ἐλαττωθῇ, τὸ δὲ ποσὸν τῶν 3.000, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ ὁποῖον κρίνει ἡ συνείδησις τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως ὡς ἀνεπαρκὲς, νὰ αὐξηθῇ. Ἂς φθάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4.000. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ὑποβάλω τὴν συμβιβαστικὴν αὐτὴν λύσιν. Ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὸ βάρος καὶ τῆς δυσαρεσκείας τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, διότι ἔκαμα πρότασιν κρινομένην ὑπ’ αὐτῶν ἄδικον, ἀλλ’ ἴσως καὶ τῆς κατακρίσεως αὔριον ἔξω τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπῆρξα σπαταλότερος τῆς Κυβερνήσεως.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις;
§166ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Παραιτούμεθα, παραιτούμεθα.
§167Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην. Δὲν δέχεται ἡ Συνέλευσις; Ὁ κ. Γαρουφαλιᾶς.
§169Ξ. ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν πρόκηται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε, κ. Στράτε, τὴν πρότασίν σας.
§171Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ 5.000, νὰ γίνουν 4.000. Τὶ ἄλλην διατύπωσιν νὰ κάμω;
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις;
§173Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὡς πρὸς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ, παρακαλῶ, νὰ πιστεύσῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἔχω πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν συνείδησιν τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ποσοῦ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν, ἀλλὰ θεωρῶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν παράκλησιν νὰ ὑποστῇ τὴν στέρησιν, τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν. Πρόκειται περὶ βραχυτάτης περιόδου, καθ’ ἣν ἡ Συνέλευσις θὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Στράτου, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις ὡρίσθη εἰς τέσσαρας χιλιάδας;
§175Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κλπ.). Κύριε Πρόεδρε, προηγοῦνται αἱ 3.000. Ὅταν ἀπορριφθῶσιν αἱ 3.000, τότε θὰ ἐρωτήσητε διὰ τὰς 4.000.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§177ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§178Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, δὲν ἔληξεν ἡ συζήτησις. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. Ἡ Συνέλευσις δὲν παραιτεῖται τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσετε τὴν Συνέλευσιν.
§179ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§180Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καθόλου. Δύο λέξεις κ. Πρόεδρε.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Προηγοῦνται ἄλλοι. Ὁ κ. Χριστάκης, πληρεξούσιος Φλωρίνης.
§182Ι. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ. Θέλω νὰ προσθέσω κἄτι τι, κ. Πρόεδρε. Ὅτι, μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ποσὸν περιορισθῇ μόνον εἰς 3.000 δραχμὰς, οἱ πλεῖστοι τῶν Πληρεξουσίων θὰ ἀναγκασθοῦν νὰ φύγουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι καὶ τὴν σήμερον, ἐὰν ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τῶν Πληρεξουσίων πολλοὶ θὰ εὑρεθοῦν ἀπόντες εἰς τὰς ἐπαρχίας των, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτείνει.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παναγιώτου ἔχει τὸν λόγον.
§184Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρὸ ὑμῶν ἄλλοι.
§186Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑποβάλλω αὐτὴν τὴν πρότασιν. 4.000 διὰ τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μένοντας, καὶ 3.000 διὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις.
§187ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§188Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Τὸ ἀληθὲς θὰ τὸ εἴπω ἐγώ. Δὲν εἰμπορῶ ἐγὼ νὰ κλέβω διὰ νὰ ζήσω, κύριοι Πληρεξούσιοι. Πραγματικῶς οἱ λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλήσαντος περὶ ἀνεπαρκείας τοῦ Δημοσίου Ταμείου, μὲ συνεκίνησαν. Ἔχω δὲ ὅμως καὶ μίαν ὑποχρέωσιν, ἀπὸ τὴν μεγάλην συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθην ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως καὶ ἀπὸ τὰς παρακλήσεις τοῦ κ. Προέδρου, ἔχω ὑποχρέωσιν, λέγω, νὰ ἐρωτήσω καὶ τὴν κοιλίαν μου, καὶ ὄχι μόνον τὴν κοιλίαν μου, ἀλλὰ καὶ τὴν κοιλίαν ἑπτὰ ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἔχω νὰ θρέψω. Ἐὰν θέλω νὰ ἐκτελέσω τὴν ἐντολὴν μὲ τὴν ὁποίαν μὲ ἔστειλεν ὁ λαὸς ἐδῶ, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον Πληρεξούσιος ἱστάμενος εἰς τὸ ὕψος του καὶ μὴ καταχρώμενος τὸ ἀξίωμά του διὰ νὰ πορίζηται, δὲν ξεύρω ἀπὸ ποῦ, τὰ πρὸς τὸ ζῆν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ οὐδὲ μὲ τὰς 1500 τὸν μῆνα οὐδὲ μὲ τὰς 5000. Ἀλλ’ ἀναλογιζόμενος πραγματικῶς τὰς δυσκόλους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται τὸ Ἔθνος μας, θὰ ἤμην διατεθειμένος ἐγώ, ὁ πτωχότερος ὅλων, μὴ ἔχων κανὲν ἄλλο βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα, παρὰ μόνον τὰ χέρια μου, νὰ δεχθῇ ἡ Συνέλευσις τὸν μισθὸν τῶν 1.500 κατὰ μῆνα, καὶ αὐτόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, τελείως ἀνεπαρκῆ. Ἀλλὰ κατόπιν τῶν προτροπῶν τοῦ κ. Προέδρου καὶ κατόπιν τῶν παρακλήσεών του, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποχωρήσωμεν.
§189ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἰωαννίδης ἔχει τὸν λόγον.
§191Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Μεγαλειώδεις αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· συγκινητικωτάτη ἡ ἐπίκλισις εἰς τὰ καθήκοντα τῶν πληρεξουσίων, ὄχι μόνον τὴν παραίτησιν ἐκ τῶν ἐργασιῶν σας, ἀλλὰ καὶ τὴν πεῖναν νὰ ὑποφέρητε ἀκόμη. Εὐαρέστως θ’ ἀνελάμβανε τὰ τοιαῦτα καθήκοντα ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εὐαρέστως οἱ πληρεξούσιοι θὰ προσεπάθουν νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Προέδρου, ἐὰν τοῦτο εἶναι δυνατόν. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς διηγηθῶ ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τυραννίδος ἐν Ἑλβετίᾳ. Ἠθέλησεν ἡ Βενιζελικὴ τυραννὶς.....
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τοῦ θέματος κ. πληρεξούσιε.
§193Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος. Ἡ Βενιζελικὴ τυραννὶς ἠθέλησε νὰ πιέσῃ τὸ φρόνημα τῶν Ἑλλήνων φοιτητῶν ἐν Ἑλβετίᾳ, τὸ φρόνημα ἀσθενούντων Ἑλλήνων, εὑρισκομένων ἐν Νταβός, ἐν γένει ὅλων ὅσοι εὑρίσκοντο ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτοὺς νὰ λαμβάνωσι τὰ χρήματά των ἐκ τῆς Ἑλλάδος καὶ κατακρατοῦσα τὰς ἐπιταγὰς καὶ καταδικάζουσα αὐτοὺς εἰς πενίαν δι’ ἐράνων προσεπάθουν οἱ φοιτηταὶ νὰ ζήσουν, νὰ σπουδάσουν, καὶ νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον των, διὰ τὸ ὁποῖον αἱ οἰκογένειαί των τοὺς εἶχον ἀποστείλῃ εἰς Ἑλβετίαν. Δὲν ὑπέκυψαν εἰς τὸ φάσμα τῆς πείνης, διετήρησαν ὑψηλὰ τὸ φρόνημά των, ἀλλὰ δὲν ἠργάζοντο πλέον. Ἔκαμεν ἐπίκλησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐνδελεχῆ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπῄτησεν παρὰ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ τὰ δύο ταῦτα συγκρούονται. Μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν παρακολουθήσουν. Ἐγὼ ἴσως ὡς ἀνεξάρτητος οἰκονομικῶς δὲν αἰσθάνομαι τόσον τὴν πίεσιν, καὶ εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην αὐτήν, ἀλλὰ ἀναλογίζομαι τὴν θέσιν ἄλλων πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὰς ἐργασίας των καὶ τὰς οἰκογενείας των νὰ ἔλθουν ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσωσιν τὰ παρ’ αὐτῶν ἀπαιτούμενα καθήκοντα, ἐὰν δὲν ἀποζημιωθῶσιν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἠμπορέσουν νὰ διατηρηθοῦν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ὅπως ἡ Συνέλευσις ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν ἐργατικῶν τάξεων κ. Παναγιώτου. Ἐργάται εἴμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ἴσως ἔχομεν τὸ δυσχερέστερον ἔργον. Πρόκειται νὰ ἀνιδρύσωμεν κράτος. Δὲν θὰ τὸ ἀνιδρύσωμεν, ἐὰν δὲν ἐργασθῶμεν πραγματικῶς καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν θὰ τὴν ἐκτελέσωμεν τότε μόνον ἐὰν εἴμεθα ἀνεξάρτητοι τοὐλάχιστον οἰκονομικῶς.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Δ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§195Ι. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι νομίζω ὅτι πᾶσαι αἱ ἀπόψεις, αἱ ἐκτεθεῖσαι ἐνταῦθα, εἶναι ὀρθαί, καὶ ἡ ἄποψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἄποψις τῶν ἀντιλεξάντων. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε διὰ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ εἰς τὸν λαόν, μία πρᾶξις, ἡ ὁποία δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐνέχουσα, ποιάν τινα τάσιν ἐγωϊσμοῦ. Καὶ εἶναι πρέπον παρ’ ὅλην τὴν στενοχωρίαν τὴν ὁποίαν πᾶς τις ἔχει, εἶναι πρέπον νὰ ὑποστῶσι τὴν στενοχωρίαν αὐτὴν οἱ κ. κ. πληρεξούσιοι, ἵνα ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν των μὴ δύνανται νὰ ἐκτεθῶσιν ἔστω καὶ ἀδίκως. Ἀλλὰ εἶναι ἀναμφισβητήτως ὀρθαὶ καὶ ἄλλαι ἀπόψεις, διότι δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι οἱ ὅροι τοῦ σημερινοῦ βίου εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε δὲν δύναται ὁ πληρεξούσιος νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δαπάνας διὰ τῶν γλίσχρων μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Παναγιώτου νὰ εἴπω εἰς αὐτόν, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον προβάλλει εἶναι ἐναντίον τῶν ἰδεῶν του. Διότι ὀρθῶς προβάλλει τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀκαταμάχητον, ὅτι οὔτε 5000 δρ. δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ ὅτι βεβαίως διὰ τῶν 5000 δραχμῶν δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα τοῦ βίου τῶν πληρεξουσίων. Ἀφοῦ ὅμως οὕτω τίθεται ὑπ’ αὐτοῦ τὸ ζήτημα, δὲν βλέπω διατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει τὸ ποσὸν νὰ αὐξηθῇ μέν, νὰ περιορισθῇ ὅμως κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύνανται ν’ ἀδικηθῶσιν ἐν τῇ ἀξιοπρεπείᾳ αὑτῶν οἱ κύριοι πληρεξούσιοι. Οὐχ’ ἧττον θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐδέχετο μέσην τινὰ γνώμην, δηλαδὴ τὴν προταθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Πληρεξουσίου μετά τινος τροποποιήσεως, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ἐκ λόγων δικαιοσύνης ἐπιβάλλεται δηλαδὴ νὰ δεχθῇ τὰς 4.000 δραχμάς, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ταύτας δὲν θέλουσι λάβει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μόνιμον ἐγκατάστασιν ἐν Ἀθήναις. Διότι θὰ ἦτο ἄδικον προσγινόμενον εἰς τοὺς κυρίους Πληρεξουσίους τοὺς μὴ μονίμως διαμένοντας ἐν Ἀθήναις, ἐὰν ἤθελον λάβει τὸ αὐτὸ ποσὸν μὲ ἡμᾶς τοὺς διαμένοντας ἐνταῦθα. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐκτίθενται ἐκεῖνοι εἰς δαπάνας εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐκτιθέμεθα ἡμεῖς καὶ δὲν εἶναι δίκαιον ἡμεῖς νὰ τεθῶμεν εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς αὐτούς. Δι’ αὐτό, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, ἐὰν ἐγκρίνῃ, δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην.
§196Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Διὰ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ὅλαι αἱ ἀξιώσεις τῆς Συνελεύσεως, δέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Πληρεξουσίου.
§197Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι παροῦσα καὶ μετέχει τῆς Συνεδριάσεως;
§198Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα.
§199Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. πληρεξουσίους νὰ καθίσωσι διὰ νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις καὶ ληφθῇ ἀπόφασις. Ὑπάρχουσι τρεῖς προτάσεις.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρες.
§201Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ θέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, τὴν μίαν μετὰ τὴν ἄλλην εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως, διότι νομίζω, ὅτι ἐφωτίσθημεν ὅλοι, ὥστε νὰ ληφθῇ ἀπόφασις. Ὑπάρχει ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπάρχει ἡ τοῦ κ. Παναγιώτου, ὑπάρχει ἡ ἰδική μου καὶ ἡ τοῦ κ. Ι. Ράλλη.
§202Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Τὴν τοῦ κ. Ράλλη ἀπεδέχθημεν.
§203Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ συνέπειαν ἔφυγεν ἡ πρώτη πρότασις τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ψηφισθῇ ἡ τοῦ κ. Ράλλη, ἐὰν δὲ δὲν γίνῃ δεκτή, θὰ ψηφισθῇ ἡ ἰδική μου, κατόπιν ἔρχεται ἡ τοῦ κ. Παναγιώτου καὶ τελευταία ἡ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀπόψε, διότι θὰ εἶναι αἶσχος νὰ φύγωμεν ἐντεῦθεν ἄνευ ἀποφάσεως.
§204Ι. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι· καὶ ἐμὲ συνεκίνησαν οἱ λόγοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις πάντων τῶν πληρεξουσίων εἶναι 1500 δραχμαί, οὐδεμίαν πραγματικῶς αὔξησιν ἐζήτησα ἀπὸ τὴν προπολεμικὴν ἀποζημίωσιν. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἄλλοτε ἡ δραχμὴ εἶχεν ἓν φράγκον χρυσόν.....
§205ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Τὸ γνωρίζομεν.
§206Ι. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προβάλλει ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Πληρεξούσιος θελήσας νὰ χωρίσῃ τοὺς Πληρεξουσίους τοὺς παραμένοντας ἐν Ἀθήναις. Πόσαι χιλιάδες εἶναι αὐταὶ τὰς ὁποίας θὰ δώσωμεν;
§207Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Διότι κύριε πληρεξούσιε, οἱ παραμένοντες ἐν Ἀθήναις κατοικοῦσιν ἐν τῇ οἰκίᾳ των, οἱ παραμένοντες δὲ ἐν ἐπαρχίαις ἐρχόμενοι εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των διατηροῦσι τὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ κατοικίαν των, ὅπου κατοικοῦσιν αἱ οἰκογένειαί των, καὶ ἂν δὲν κατοικῶσι διατηροῦσι τὴν κατοικίαν των δαπανῶντες ἐνταῦθα διὰ τὴν κατοικίαν των χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐδαπάνων μὴ παραμένοντες ἐν Ἀθήναις. Ἡ διάκρισις δὲ αὕτη περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ εἶναι καθιερωμένη καὶ ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι· ἑπομένως, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν αὐτὴν διάκρισιν καὶ διὰ τὴν βραχυτάτην περίοδον διὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ (χειροκροτήματα).
§208Ι. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ. Θὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§209Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Νὰ τερματισθῇ παρακαλῶ ἡ συζήτησις.
§210Ι. ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§211Π. ΙΑΚΩΒΟΥ. Ἐπιμένω νὰ λάβω τὸν λόγον, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ μοῦ τὸν ἀφαιρέσῃ. Ἔχομεν πάντες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαδηλώσωμεν τὴν γνώμην μας ἀδιστάκτως καὶ νὰ λέγωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει ν’ ἀποκρύπτωμεν. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ παρακολουθήσῃ εἴς τινας σκέψεις τὰς ὁποίας θὰ ἐκθέσω. Ἄν κύριοι, μέχρι τοῦδε ἐδίστασα νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος — σήμερον δὲ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα – ἐδίστασα, διότι ἔχω πλήρη συναίσθησιν τῆς φειδοῦς τοῦ λόγου: Ἡ χρηστότης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ χρηστότης καὶ ἡ λιτότης ἡ χαρακτηριστικὴ ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ἀναμφισβητήτως εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν. Δὲν πρόκειται, λέγω, ν’ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγούμενος τοιαύτην πρότασιν δὲν συναισθάνεται βαθύτατα τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν διὰ νὰ σεβόμεθα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἀλλὰ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀφιστάμεθα τῆς ἀντιλήψεως ταύτης καὶ ἐφ’ ὅσον ἀφιστάμεθα ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαδηλώσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν. Καὶ ἀφιστάμεθα τῆς ἀντιλήψεως δι’ ἕνα καὶ κύριον λόγον ὅτι τὸ κοινοβούλιον καθίσταται προνόμιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν τύχην νὰ σύρωσιν ὄπισθέν των σεβαστὰ κεφάλαια. Δὲν εἶναι αὐτοὶ ἱκανοὶ διὰ νὰ κάμωσι τὰς ἐπικρίσεις. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, νὰ μὴ ἀπουσιάζωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης. Βεβαίως ὑπάρχουσιν οἱ ἀπασχολούμενοι εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις των καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπασχολοῦνται δὲν ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῶσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκφέρῃ τις τὴν γνώμην του. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις τῶν 5.000 δραχμῶν εἶναι ἡ μόνη ἐπαρκής, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὡς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα μέχρι τοῦδε εἴθισται νὰ τηρῶνται εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπὸ τοῦ 1915 ἀνετράπησαν οἱ ὅροι, ἀπὸ τῆς περιόδου δὲ, ἀφ’ ἧς αἱ συνειδήσεις ὑπέστησαν ἀνατροπὴν ἄρδην δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον εἴχομεν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι μέχρι τοῦδε παρίσταντο εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τριετίαν ὁλόκληρον εἶχον ἀνοικτὰ τὰ δημόσια ταμεῖα εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς. Βεβαίως ἄρα δὲν θὰ ἐνδιαφέρωνται οὗτοι, ἀλλὰ πάντως ἐνταῦθα σήμερον φαντάζομαι ὅτι ὅλοι προερχόμεθα ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ λαοῦ. Οἱ εἰσελθόντες ἐνταῦθα πρέπει νὰ μὴ κρύπτωνται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου των. Καὶ νομίζω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εὑρίσκεται ἐν δυσαρμονίᾳ πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς Συνελεύσεως· τοὐναντίον εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ. Ὁ λαὸς ἔχει ἓν ἀναφαίρετον δικαίωμα, νὰ ἐλέγχῃ τοὺς Πληρεξουσίους καὶ ν’ ἀφαιρῇ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρέσχε πρὸς τὸν πληρεξούσιον ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην του. Ὁ λαὸς μᾶς παρέχει ἐλευθερίαν γνώμης, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ αὐτοῦ. Τελευτῶν συμπεραίνω ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνοίξωμεν τὰς πύλας πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ πνεύματος καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῶν 5.000 δραχμῶν. (Χειροκροτήματα).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις.
§213ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§214Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ θέμα κατὰ τὴν γνώμην μου ἔχει ἐξαντληθῆ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς κρισιμωτάτας περιστάσεις τὰς ὁποίας διατρέχομεν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι ὕψιστα οἰκονομικὰ συμφέροντα ἐπιβάλλουσι νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασίν του. Δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐγὼ ὁ πενέστερος ὅλων, διότι δὲν ἔχω ἄλλο ἐπάγγελμα, πενέστερος διότι κατεδιώχθην περισσότερον ὅλων τῶν πολιτευομένων ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριετίαν....
§215ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§216Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δέχομαι τὴν γνώμην σας. Πενέστερος διότι μοῦ κατέστρεψαν καὶ αὐτὰ τὰ καθίσματα καὶ δὲν ἔχω ποῦ νὰ καθίσω, ὅστις δὲ ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἦλθεν εἰς τὸν οἶκόν μου θὰ ἐπείσθη περὶ τούτου, ὀφείλω, λέγω, νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα διακυβεύονται ἐν Παρισσίοις δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργήσωμεν ζήτημα κυβερνητικὸν διὰ 1.000 δραχμάς.
§217ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Προκειμένου νὰ γεννηθῇ κυβερνητικὸν ζήτημα, δὲν ὑφίσταται καθόλου.
§218Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθυμῶ μίαν νομικὴν διασάφησιν διὰ τὴν φράσιν τῶν «κατοικούντων ἐν Ἀθήναις», διότι ἑρμηνεύεται ποικιλοτρόπως. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον ἐπαρχιακὴν ἀποζημίωσιν.
§219Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργὸς κλπ.). Οἱ ἔχοντες μόνιμον ἐγκατάστασιν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ι. Ράλλη, ὅπως ὅλοι οἱ Πληρεξούσιοι λαμβάνωσι 4.000 δραχμὰς πλὴν τῶν μονίμως ἐγκατεστημένων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, οἵτινες θὰ λαμβάνωσι 3.000 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Συνέλευσις ἀποδέχεται τὴν πρότασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 9.20 μ. μ.).