1920.08.26
780 στίχοι · 6.137 λέξεις · 18 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72η
τῆς 26ης Αὐγούστου 1920
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.15′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ συγκινήσεως ἀναγγέλω τὸν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἐπισυμβάντα θάνατον ἐπιλέκτων συναδέλφων ἡμῶν, τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Χρίστου Μεϊντάνη, τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας Ἀνδρέου Βαλσαμάκη καὶ τοῦ βουλευτοῦ Λέσβου Ἰωάννου Καραμήτσα τῶν ὁποίων συμπαθεστάτην μνήμην θὰ διατηρήσῃ ἡ Βουλή. Ὡς πρὸς τὸν θάνατον τοῦ βουλευτοῦ Φλωρίνης Ἰωάννου Δραγούμη, νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὸ αἴσθημα τῆς Βουλῆς διερμηνεύων ἰδιαιτέρως τὴν λύπην αὐτῆς διὰ τὸν θάνατόν του. Ὁ Ἰωάννης Δραγούμης εἰς ἐποχὴν ἐθνικοῦ μαρασμοῦ ὅτε πᾶσα ἐθνικὴ ἐλπὶς καὶ ἐθνικὴ σκέψις ἐθεωρεῖτο μόνον ὡς ἀναγνώρισις πνευματικῆς ἀδυναμίας, ἦτο ἐκ τῶν ὀλίγων ἐκείνων ὅσοι διέσωζον ἄσβεστον τὴν φλόγα τῆς πίστεως εἰς τὸ μέλλον αὐτῆς, εἶχε ἀφιερώσει ὅλας του τὰς δυνάμεις τὰς πνευματικὰς καὶ ψυχικὰς καὶ ὡς διανοούμενος μὲ τὸ λεπτόν του καὶ πολιτικόν του αἴσθημα καὶ ὡς στρατιώτης μὲ τὴν ἄφοβον ψυχήν του εἰς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν. Δυστυχῶς ὅμως ὅπως ὑπῆρξε τραγικὸς ὁ θάνατός του ὑπῆρξε τραγικὴ ἐν μέρει καὶ ἡ ζωή του ἥτις δὲν ἠδυνήθη νὰ περιφρουρήσῃ καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν ψυχήν του ἀπρόσιτον εἰς τὰ στιγμιαῖα πάθη τῶν κομματικῶν ἀγώνων καὶ ὅταν εἶδε τὸ ὄνειρον τῆς ζωῆς του πραγματοποιηθὲν, ὅταν εἶδε τὸ ἰδανικὸν τῆς ψυχῆς του ὁλοζώντανον καὶ ὁλόφωτον ἐνώπιόν του δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ χαρῇ δι’ αὐτό. Καὶ ὅμως οὐδέποτε ἐκλονίσθη ἡ προσδοκία καὶ ἡ πεποίθησις ἡμῶν ὅτι ὅπως εἰς τὸ παρελθὸν ὁ Ἰωάννης Δραγούμης οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλλον ὅταν θὰ διελύετο ἡ ἀχλὺς τῶν παθῶν θ’ ἀπέβαινε καὶ πάλιν μέγας συντελεστὴς ἐθνικῆς ἐργασίας καὶ προόδου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ζαβιτζιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§4Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι διερμηνεύω πιστῶς τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ αἰσθάνεται ὀδύνην, καὶ ὀδύνην βαθυτάτην, διὰ τὴν ἀπώλειαν συναδέλφου πολυτίμου, πολλὰ προσενεγκόντος, καθὼς ἐτονίσατε κύριε Πρόεδρε, καὶ πολλὰ ὑποσχομένου. Καὶ ἡ λύπη ἡμῶν νομίζω ὅτι ἐπιτείνεται ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἀπωλείας τοῦ συναδέλφου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Εἶναι, δυστυχῶς, ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ Ἰωάννης Δραγούμης ἐφονεύθη παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, παρ’ ἐκείνων δηλαδή, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ φρούρησις ἡμῶν καὶ ἐδολοφονήθη διὰ τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ φρονήματα. Τοῦτο εἶναι λυπηρὸν καὶ προκαλεῖ τὴν συγκίνησιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων τούτων κατεχόμενος καὶ ἐγὼ, ἤθελον προτείνει ὅπως, συνταχθῇ ψήφισμα καὶ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος καὶ διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐκφράζωμεν τὴν λύπην ἡμῶν τὴν βαθυτάτην διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐφονεύθη, καὶ συγχρόνως ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ γνωρίσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου καὶ τῆς κοινῆς γνώμης.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ λύπη τῆς Βουλῆς ἐξεφράσθη ἤδη κύριε βουλευτά.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος ἐπὶ τῶν γεγονότων αὐτῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἕνωσις τῆς Τροχαίας κινήσεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῶσι μέτρα πρὸς προστασίαν τοῦ ἐπαγγέλματός των ἀπὸ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν αὐτοκινήτων. —Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις τῶν ἀναπήρων πολέμου παρακαλεῖ, ὅπως αὐξηθῇ ἡ εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας αὐτῶν χορηγουμένη σύνταξις. —Ἡ Διδασκαλικὴ Ἕνωσις Σάμου παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ οἰκονομικῆς αὐτῶν βελτιώσεως. —Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Λοκρίδος παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα «περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των». —Οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Θεσσαλίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἰτήματά τινα αὐτῶν. —Ὁ ἐν Κισσῷ Πολιτικὸς Σύλλογος «Ἐθνικὴ Ἄμυνα» παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ συγκοινωνίας τοῦ Κισσοῦ μετὰ τοῦ Ἀνατολικοῦ Πηλίου. —Ἡ θυγάτηρ τοῦ ἀγωνιστοῦ τοῦ 1821 Ἀναστασίου Μαυροκεφάλου, παρακαλεῖ ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. —Ἡ ἐξ Ἰκαρίας Μαρία χήρα Γεωργ. Σπανοῦ, φονευθέντος τοῦ συζύγου της ἐν τῷ πολέμῳ τοῦ 1912, παρακαλῶ ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. —Ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπὴ τοῦ Συνδέσμου οἰκοδομῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος ΓϠΟΔʹ πρὸς προστασίαν τῶν ἐργατικῶν τάξεων. —Ὁ Β. Δημητρακόπουλος τραυματίας τοῦ πολέμου παρακαλεῖ ὅπως αὐξηθῇ ἡ τριακοντάδραχμος σύνταξίς του. —Οἱ ὑποδικοκατάδικοι ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης παρακαλοῦσιν ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰ ἐπὶ τῇ ἐθνικῇ χαρᾷ μέτρα ἐπιεικείας καὶ συγγνώμης. —Οἱ τραυματίαι ἀνάπηροι ὑπαξιωματικοὶ παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς ἀπονεμηθῇ ὁ βαθμὸς καὶ αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Ὁ κ. Δ. Δίγκας (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ διοικήσεως σχολείων ξενοφώνων συνοικισμῶν». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Ἡ Εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Πολιτικῶν Ὑπουργείων», ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ κ. Ι. Τσιριμῶκος (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΒΚΗʹ περὶ Δικαστηρίων Κακουργιοδικῶν κλπ.». 2) «Περὶ δικαστικῆς ὀργανώσεως ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». 3) «Περὶ τῆς καταδιώξεως τῶν εἰς τὴν Μικρασιατικὴν Ἑλλάδα ἢ εἰς Θράκην καταφυγόντων πρὸ τῆς καταλήψεως αὐτῶν φυγοδίκων ἢ φυγοποίνων.» (Ἅπαντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα κηρύσσονται κατεπείγοντα καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν). Ὁ κ. Ν. Πολίτης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μ. Βρεττανίας περὶ καταργήσεως τῶν διομολογήσεων ἐν Αἰγύπτῳ.» (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Ὁ κ. Μ. Νεγροπόντης (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ μεταλλικῶν κερμάτων λεπτῶν 50, 20, 10 καὶ 5». 2) «Περὶ ἐκδόσεως Ὀθωμανικῶν κωδίκων». 3) «Περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ἐν Κερκύρᾳ κτιρίου τοῦ Δημοσίου, ἔνθα τὸ ἐργοστάσιον κατασκευῆς παιγνιοχάρτων καὶ διασκευῆς τοῦ σιγαροχάρτου κλπ.». 4) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 12)25 Μαρτίου 1920 προσθέτου νομισματικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος, Βελγίου, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἑλβετίας». 5) «Περὶ ἐπικυρώσεως τῆς ἀπὸ 8 Αὐγούστου 1920 συμβάσεως μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Προνομιούχου Ἑαιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, περὶ καθορισμοῦ καὶ ἀνωτάτου ὁρίου τῆς διὰ δελτίου παρακρατήσεως κατὰ τὸ σταφιδικὸν ἔτος 1920–1921 κλπ.», καὶ 6) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 1240 καὶ 1920 περὶ ἐκδόσεως γραμματίων Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ἅπαντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα κηρύσσονται κατεπείγοντα καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν.) Κηρύσσονται ἐπίσης κατεπείγοντα τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως προσθήκης εἰς τὸν νόμον 2018 τῆς 28 Ἰανουαρίου 1920 «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ προσθήκης εἰς τοὺς νόμους 1681 καὶ 1682 «περὶ προστασίας τῶν εἰς ἐπαιτείαν 2) «Περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου 752 τῆς 30 Αὐγούστου 1917 «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 8 Ἰουλίου 1917 περὶ περιθάλψεως προσφύγων». Ὁ κ. Μ. Νεγροπόντης (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1919–1920». Ὁ κ. Ι. Τσιριμῶκος (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Π. Βουρλούμης (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐκδικάσεως ἐκκρεμῶν ἀπαιτήσεων κατὰ τοῦ Δημοσίου διὰ μεταφορὰς ἐνεργηθείσας ὑπὸ τῆς Α. Δ. Μεταφορῶν». Ὁ κ. Δ. Δίγκας (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ διαλύσεως μισθώσεων μοναστηριακῶν κτημάτων Σάμου». (Ἅπαντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν κηρυσσόμενα κατεπείγοντα). Ὁ κ. Κ. Ρακτιβὰν (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Ὀθωμανικῶν Κοινοτήτων Χανίων καὶ Ἡρακλείου διὰ τὰ καταληφθέντα Τεμένη κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1915». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν). Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπολογισμοῦ κλπ. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τῶν Ὑπουργείων καὶ Εἰδικῶν Ταμείων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1920–1921.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§9Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Αἰσθάνομαι, κύριοι βουλευταί, τὴν ὑποχρέωσιν ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάγκην ὅπως ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ τελευταῖα θλιβερὰ γεγονότα, διότι ἡ κακουργία τῶν ἀντιδραστικῶν ἠθέλησε νὰ συμπέσουν καὶ γεγονότα θλιβερὰ εἰς ἡμέρας Πανελληνίου ἑορτασμοῦ, ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς εἶχε νὰ χαιρετήσῃ τὴν λαμπροτέραν καὶ θριαμβευτικωτέραν ἐθνικήν της ἀποκατάστασιν. Κανεὶς βέβαια δὲν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ τόσην ἀποξήρανσιν ἐθνικῆς αἰσθήσεως, καὶ τόσην στρέβλωσιν συνειδήσεως, ὥστε ἐνῷ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπανηγύριζε τὴν ἀνάστασίν του, νὰ ὑπάρξουν ἕλληνες ἱκανοὶ νὰ ἐπιχειρήσουν τὸ ἐν Παρισίοις ἀνοσιούργημα, μελετῶντες τοῦ ὅλου ἐθνικοῦ καθεστῶτος τὴν ἀνατροπήν. Διότι τοῦ ὅλου ἐθνικοῦ καθεστῶτος τὴν ἀνατροπὴν θὰ ἐσήμαινεν ἡ ἀνατροπὴ τοῦ πολιτικοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπεζήτουν οἱ δολοφόνοι καὶ οἱ συνεργάται αὐτῶν, οἱ ὁπουδήποτε εὑρισκόμενοι. Πράγματι ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία δὲν ἀναφέρει παρόμοιον φαινόμενον. Γεννᾷ καὶ προδότας πᾶσα φυλή, δὲν ἐξεύρω ὅμως ἂν ὑπῆρχον ἄλλοτε ποτὲ παρόμοιοι μητραλοῖαι, ἱκανοὶ νὰ ἐπιχειρήσουν τὴν δολοφονίαν τῆς πατρίδος των διὰ νὰ τὴν συντρίψουν καὶ τὴν καταβαραθρώσουν ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ λαμπροτέρου μεγαλείου της. Καὶ τὸ φαινόμενον εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀποτρόπαιον, καθόσον δὲν ἐμφανίζεται ὡς ἔκρηξις ψυχικῆς παραφροσύνης μεμονωμένων τινῶν ἀτόμων, ἀλλ’ ὡς σκοπός, συνεχοῦς καὶ ἐπιμόνου καὶ συντηρητικῆς ἐργασίας ὁμάδων, ἵνα μὴ εἴπω συμμοριῶν τὸ κέντρον τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἐν Ἑλβετίᾳ. Πῶς δὲ ἦτο φυσικῶς δυνατὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ μὴ προκαλέσῃ θύελλαν λαϊκῆς ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως ἡ εἴδησις περὶ ἀποπείρας ἐναντίον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ εἴδησις, ὅτι ὁ ἀναδημιουργὸς τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκης ἐδέχετο ὡς πρῶτον χαιρετισμὸν δύο βολὰς δολοφονίας ἀπὸ Ἕλληνας ἀντιδραστικούς; Ἐτραυματίζετο τὸ αἴσθημα τῆς πατρίδος εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς Ἕλληνος ἀπὸ τὰς σφαίρας ἐκείνας. Ἐπλήττετο κατάστηθα ἡ Ἑλλάς, ἐπλήττετο ἄρα κατάστηθα πᾶς Ἕλλην αἰσθανόμενος παλμὸν φιλοπατρίας καὶ δὲν θὰ ἐπήρχετο ἡ τρικυμία, τὴν ὁποίαν εἴδομεν; Ἀλλ’ ὅσον ἂν ἦτο ἀναπότρεπτος ἡ λαϊκὴ ἐξέγερσις καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ φροντίσῃ πάσῃ δυνάμει ὅπως προλάβῃ αὐτήν, μὴ προληφθεῖσαν δὲ νὰ φροντίσῃ πάσῃ δυνάμει καὶ πάσῃ θυσίᾳ νὰ καταστείλῃ αὐτήν. Αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἔχουν δικαίωμα μήτε νὰ ὀργίζωνται, μήτε ν’ ἀγανακτοῦν. Δὲν κινοῦνται κατὰ ὁρμὰς παραφορᾶς καὶ νόμους ψυχολογικούς, κινοῦνται κατὰ τὸν θετικὸν νόμον τὸν ὁποῖον ὀφείλουν πάντοτε νὰ περιφρονοῦν τηροῦσαι τὸ Κράτος αὐτοῦ ἀπαρασάλευτον. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὰς ἀρχὰς περὶ ἀπαρασαλεύτου τηρήσεως τοῦ νόμου, περὶ ἀπαραμειώτου τηρήσεως τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Κράτους, ἔχω ἀνέκαθεν ὄχι μόνον ὡς πολιτευόμενος ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀκόμη εἰσέλθω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἁπλοῦς δημοσιογράφος. Οὕτω δὲ καὶ ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Ἀλλὰ πῶς λοιπὸν δὲν προέλαβε τὰ γενόμενα; Ἡ κοινωνία ἀντελήφθη μόνον τὰ γενόμενα δὲν ἀντελήφθη ὅμως καὶ ὅσα ἐμελετῶντο μέν, δὲν ἐπραγματοποιήθησαν δὲ προληφθέντα δεινότερα τῶν γενομένων. Ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνητε ὀρθῶς καὶ δικαίως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς τὴν ὅλην σειρὰν τῶν γεγονότων. Εὑρισκόμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, συνενοούμενος μετὰ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ μέτρων καὶ ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἐνεδείκνυε συνωμοσία ἀποκαλυφθεῖσα ἐνταῦθα πρὶν ἀναγγελθῇ ἡ ἐν Παρισίοις γενομένη ἀπόπειρα. Ἐκεῖ μὲ ζητεῖ ἐπειγόντως διὰ τοῦ τηλεφώνου νὰ μὲ ἴδῃ ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὴν ἰδίαν ἐκείνην στιγμὴν εἰσέρχεται ὁ συνάδελφος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, μὲ εὑρίσκει ἕτοιμον διότι ὁ κ. Πολίτης μοὶ εἶχε τηλεφωνήσει εἰ δυνατὸν νὰ μὴ βραδύνω μήτε στιγμήν, μὲ εὑρίσκει ἕτοιμον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε μοὶ ἀναγγέλει τὴν εἴδησιν τῆς ἀποπείρας.
§10Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Τίνα ὥραν;
§11Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Μετὰ τὴν 11ην. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς. Ὁμολογῶ ὅτι ἔπαθον καὶ ἐγώ, ὅ,τι πᾶς Ἕλλην, ἔμεινα κατάπληκτος. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασα νὰ μείνω κατάπληκτος διότι μὲ ἐκίνησε αὐτοστιγμεὶ ἡ συνείδησις τῆς ὑποχρεώσεως τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ μάλιστα ὡς Προεδρεύων αὐτοῦ. Παρεκάλεσα τὸν συνάδελφόν μου ὅπως ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον τὴν μετάδοσιν οἱασδήποτε τοιαύτης εἰδήσεως ἐκ Παρισίων ὁπουδήποτε ἀπευθυνομένης, μετέβην δὲ αὐτοστιγμεὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπου ἔλαβον γνῶσιν τοῦ μόνου μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης φθάσαντος τηλεγραφήματος ἐκ Παρισίων ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Μιχαλακοπούλου καὶ τῶν Πρεσβευτῶν κυρίων Ρωμάνου καὶ Κορομουλᾶ. Ἔδωκα ἀμέσως ἐντολὴν καίτοι κατόπιν τῆς ἐντολῆς ἥτις εἶχε δοθῇ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Τηλεγραφείου, ὅπως μὴ ἐπιδοθῇ εἰς κανένα τοιοῦτον τηλεγράφημα ἦτο περιττή, οὕτω ἔδωκα ἀμέσως καίτοι περιττὴν ἐντολὴν εἰς τὴν λογοκρισίαν ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀναγραφὴ οἱασδήποτε εἰδήσεως σχετικῆς μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔδωκα δὲ ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπως ἡ εἴδησις ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, διότι μὲ εἶχε φοβίσει ἡ ἀνακοίνωσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὅτι τὸ τηλεγράφημα τὸ πρῶτον ἀφιχθὲν ἦτο ἀνοικτόν, ἔδωκα ἐντολὴν ὅπως ἡ εἴδησις τηρηθῇ μυστική, ἐδήλωσα δὲ ὅτι θὰ δημοσιευθῇ ἐπίσημον ἀνακοινωθὲν ἀλλὰ μόνον ἀφ’ οὗ ληφθῶσι ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς πρόληψιν οἱασδήποτε ταραχῆς. Μετέβην ἐκεῖθεν αὐτοστιγμεὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπου μὲ ἀνέμενε ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας προσκεκλημένος ἀπὸ τῆς πρωΐας διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς συνωμοσίας διότι εἶχον νὰ δώσω ὁδηγίας τινὰς πρὸς ἐνέργειαν μερικῶν συλλήψεων. Ἐκλήθη δὲ ἐκεῖ αὐτοστιγμεὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἠρκέσθην δὲ εἰς τὴν συνεννόησιν τὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπου ἀμέσως προσῆλθεν ὁ κ. Γρίβας, ἀλλὰ μετέβην καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπου ἔδωκα ὁ ἴδιος αὐτοπροσώπως τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς πρὸς τὰς Στρατιωτικὰς καὶ τὰς ἀστυνομικὰς ἀρχάς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ ἔδιδον διαταγὰς ὁ δὲ στρατιωτικὸς διοικητὴς μὲ ἐβεβαίου ὅτι ἐντὸς ὀλίγης ὥρας θὰ ἦσαν ἕτοιμοι αἱ ἀναγκαῖαι περιπολίαι ἔξωθεν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἤρχετο ἡ βοὴ πλέον τοῦ πλήθους εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν μεταδοθῆ ἡ εἴδησις τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐθεώρουν ὅτι οὐδεὶς ἐγνώριζεν πλὴν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τούτων οὐχὶ πάντων. Τὰ μέτρα λοιπὸν τὰ προληπτικά, ὅπως μὴ γνωσθῇ ἡ εἴδησις πρὶν ἢ ἀσφαλισθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἡ τήρησις τῆς τάξεως, ἦσαν μάταια. Ἡ εἴδησις εἶχε μεταδοθῆ ὑπὸ τῆς ταχυπτέρου φήμης, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸν Ἑλληνικὸν οὐρανὸν φαίνεται ὅτι εἶναι μᾶλλον ταχύπτερος, τόσον ταχέως ὥστε ἴσως ἴσως ἕως οὗ φθάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἐμὲ ἀπὸ τῶν χειλέων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, θὰ εἶχε διατρέξει στάδια πολλὰ κατὰ πᾶσαν διεύθυνσιν ἐκ τοῦ τηλεγραφείου ἀφ’ οὗ τὸ τηλεγράφημα εἶχε ἔλθει ἀνοικτόν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην μοὶ ἀνεκοινώθησαν καὶ γενόμεναι τινες συλλήψεις, μεταξὺ μάλιστα τῶν προσώπων τῶν συλληφθέντων ὑπῆρξαν καὶ τὰ πρόσωπα, περὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν εἶχον δώσει ἐντολήν. Ἀλλ’ ὅτε ἤκουσα ὅτι οἱ συλληφθέντες εἶχον διευθυνθῆ εἰς τὸ κατάστημα τῆς διευθύνσεως τῆς ἀστυνομίας, ἔσπευσα νὰ καλέσω ἀμέσως εὑρισκόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸν Διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας καὶ νὰ παραγγείλω νὰ μεταφέρῃ ἀμέσως τοὺς συλληφθέντας εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, διότι ἐφοβήθην ὅτι δὲν ἦσαν ἀσφαλεῖς εἰς τὸ κατάστημα τῆς Διευθύνσεως. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἶχον ἐνώπιόν μου ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν τὸν ὑποστράτηγον κ. Πραντούναν διοικητὴν τῆς Κρητικῆς Μεραρχίας, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον ὅτι ἐνοῶ νὰ τεθῶσι γύρω τῶν φυλακῶν πρὸς προστασίαν τῶν συλληφθέντων διπλαῖ καὶ τριπλαῖ φρουραί, ὅτι πολὺ πρὶν τῶν φρουρῶν εἰς ἀπόστασιν ἐκ τῶν φυλακῶν πρὸς τὴν πόλιν θὰ ἐτάσσετο ἄλλη περιπολία καὶ αὐτὴ ἰσχυρὰ τὸν ἀριθμὸν ἡ ὁποία θὰ διέτασσε πᾶσαν ὁμάδα βαίνουσα πρὸς τὰς φυλακὰς νὰ σταματήσῃ καὶ ἐὰν δὲν σταματήσῃ νὰ κτυπήσῃ. Προσέθηκα μάλιστα εἰς τὸν ὑποστράτηγον κ. Πραντούναν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, καὶ νὰ τὸ δηλώσητε εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι ἐὰν δὲν ἐκτελεσθῇ ἡ διαταγὴ αὐτή, ἐὰν οἱαδήποτε περιπολία ὑποχωρήσῃ πρὸ οἱασδήποτε ὁμάδος, αὐτοὶ οἵτινες δὲν θὰ ἐκτελέσουν τὴν διαταγὴν τὴν ὁποίαν δίδω, δὲν θὰ σώσουν τὰ γαλόνια των θὰ εἶναι δὲ αὔριον καὶ ὑπόδικοι, ἐκτὸς ἐὰν δὲν θὰ ὑπάρχω ἐγὼ ὡς Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχουν νὰ κάμουν κατόπιν μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος βέβαια θὰ εἶναι καὶ αὐστηρότερος ἐμοῦ. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀπολύτως τίποτε περισσότερον τῶν γενομένων δυνατὸν νὰ γίνῃ μήτε ὅπως προληφθῶσι μήτε ὅπως κατασταλῶσιν αἱ ταραχαὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ἐὰν δὲ τυχὸν ὑπῆρξαν πού, καὶ λέγω τυχὸν διότι περὶ οὐδενὸς εἶμαι βέβαιος, ἐὰν ὑπῆρξαν καὶ κατώτερα ὄργανα οἱασδήποτε ἀρχῆς, εἴτε ἀστυνομικῆς εἴτε στρατιωτικῆς, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν μέθην τῆς ἀγανακτήσεως, πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἀστυνομικὴ καὶ στρατιωτικὴ δύναμις καὶ ἐταλαιπωρήθη καὶ ὑπέφερεν ἀνθισταμένη κατὰ τῶν ἀπειλούντων τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως. Τὸν φόνον τοῦ Ι. Δραγούμη ἔμαθον καθ’ ἣν στιγμὴν περὶ τὴν ἑσπέραν εἶχε συγκεντρωθῆ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον, ἕτοιμον νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν Ναὸν διὰ τὴν δέησιν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἐκδηλώσω καὶ ἐγὼ ποία ἦτο ἡ ὀδυνηρὰ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε καὶ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς, μάλιστα ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν. Καὶ ἔδωκα ἀμέσως ἐντολήν, ἢ μᾶλλον διότι πρόκειται περὶ συναδέλφου μου, παρεκάλεσα τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως διατάξῃ ἀμέσως αὐστηρὰν ἀνάκρισιν ἥτις καὶ διετάχθη. Δὲν γνωρίζω τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως, οὔτε καὶ ἂν ἐπερατώθη αὕτη διὰ νὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἀλλὰ βέβαια θὰ προσαχθῇ τὸ πόρισμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἱκανοποίησιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἀξίωσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅπως ἐξακριβωθοῦν αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένετο ὁ φόνος τοῦ Ι. Δραγούμη. Δὲν ἀπέφυγον δὲ καὶ νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸν λαὸν ἀπὸ τὸν Ναὸν τῆς Μητροπόλεως μετὰ τὸ τέλος τῆς δεήσεως. Καὶ ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἔδυσε μὲ πλήρη ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως. Ἐπίστευον κύριοι βουλευταὶ ὅτι πολλῷ μᾶλλον ἡ ἀναβολὴ τῆς ἑπομένης ἡμέρας θ’ ἀποκαθίστα πλήρη γαλήνην εἰς τὰ πνεύματα τῆς κοινωνίας, ἐπίστευον τοῦτο μέχρι τῆς νυκτὸς τοῦ Σαββάτου πρὸς τὴν Κυριακήν, διότι ἐκεῖ ἐπτερύγιζον πανταχοῦ τῆς πόλεως μύριαι διαδόσεις περὶ ποικίλων συνεννοήσεων καὶ συστάσεων καὶ μυρίων σχεδίων. Εἰς τὴν ἀκοήν μου οὐδὲν εἶχε φθάσει. Ἴσως διότι καὶ δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ τῆς ἑσπέρας ἤμην ἀπησχολημένος εἰς συνεννοήσεις μὲ τὰς ἀρχάς. Τὴν νύκτα τοῦ Σαββάτου πληροφοροῦμαι αἴφνης ὅτι ἴσως ἡ πρωΐα τῆς Κυριακῆς δὲν μᾶς εὕρισκε τοὐλάχιστον δὲν εὕρισκε ἐμὲ εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπῆρχον οἱ παράφοροι τὴν μέθην τῶν ὁποίων δὲν κατέστειλε ἡ νὺξ τοῦ Σαββάτου, ὑπῆρχον οἱ μὴ δυνάμενοι ν’ ἀντιληφθοῦν ὅτι ἂν ὁ Θεὸς ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα εἰς τοὺς Παρισίους, ἀλλοίμονον ἂν ἦτο πεπρωμένον νὰ χαθῇ ἐν Ἀθήναις ὑπὸ ἀναρχίας! Ὑπῆρχον οἱ θέλοντες μίαν ταχεῖαν καὶ σύντομον ἐκκαθάρισιν. Τὸ δὲ σχέδιόν των καθὼς ἐπληροφορήθην ἦτο τριπλοῦν. Τῶν μὴ θαρραλεωτέρων, φιλελευθέρων πάντοτε ἦτο νὰ καταλύσωσιν ἐν τῷ συνόλῳ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβουν δὲ ἴσως καὶ μέτρα ἀσφαλείας τοὐλάχιστον κατὰ τῶν Ὑπουργῶν τοὺς ὁποίους ἐθεώρουν ὡς ἀντιδρῶντας εἰς τὰς παραφοράς των, κυρίως δὲ κατ’ ἐμοῦ. Ἡ δευτέρα τάξις ἦτο ὀλίγον ἐπιεικεστέρα! Ἔστεργε νὰ μὴ καταλυθῇ μὲν ἡ Κυβέρνησις ἐξ ὁλοκλήρου νὰ γίνῃ δὲ μία παρακυβέρνησις, καὶ οἱ μὲν Ὑπουργοὶ οἱ ἐγκαθιστάμενοι διὰ Βασ. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῇ ἐνδείξει τῆς Βουλῆς, νὰ ἐκτελοῦν τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν. Ἡ δὲ παρακυβέρνησις αὐτὴ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς τηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως τὴν ὁποίαν θὰ ἐξησφάλιζε διὰ μιᾶς ἐκκαθαρίσεως. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ οἱ ἀκόμη ἐπιεικέστεροι τούτων. Ὑπῆρχον οἱ φρονοῦντες ὅτι δὲν ἦτο συμφέρον κὰν νὰ κλονισθῇ τὸ ὑφιστάμενον κυβερνητικὸν καθεστὼς ὅτι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀρκεσθοῦν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς παλλαϊκοῦ ψηφίσματος, ψηφίσματος τελεσιγραφικοῦ διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίσουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ τὴν ἀνεγνώριζον, καὶ προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ τὴν ἐκάλουν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἐντολὰς τοῦ ψηφίσματος. Ἄ! μὰ τὴν ἀλήθειαν ποτὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι ὑπῆρχον φιλελεύθεροι ἱκανοὶ νὰ ἐλπίζουν ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξουν. Ὑπουργοὶ εὐτελεῖς καὶ ταπεινοί, ἕτοιμοι νὰ κύψουν ὑπὸ οἱαδήποτε ψηφίσματα ὁποθενδήποτε προερχόμενα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν κύριοι βουλευταὶ οὔτε ὑπὸ ποίας ἐν γένει συνθήκας εὑρέθην τὰς ὥρας ἐκείνας οὔτε πῶς παρὰ πάσας τὰς ἀντιξόους τοιαύτας συνθήκας ἠδυνήθην νὰ ἐπιτύχω τὴν ματαίωσιν τοῦ συλλαλητηρίου. Μοῦ ἔτυχε πολλάκις νὰ εἴπω εἰς φίλους μου καὶ πρὸς συναδέλφους μου ὅτι ἐθεώρουν μέγιστον μειονέκτημα μου εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο, ὅτι ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἐξουσιοδότησις δι’ ἧς μὲ ἐτίμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι ὤφειλον νὰ πράξω κατὰ τὰς σκέψεις μου τὰς ὁποίας θὰ ἐμόρφωνα ἐδῶ ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε γενομένων ζητημάτων εἶπον πολλάκις ὅτι πρὸς τοιαύτην διαχείρισιν Κυβερνήσεως ἦτο μέγιστον κώλυμα, τὸ ὅτι ἕν τινι μέτρῳ ὁ Ἀντιπρόεδρος ἦτο διαχειριστὴς ἀλλοτρίας εὐθύνης. Ὄσον δὲ ἂν ἤθελον νὰ εἶμαι ἀποφασιστικὸς εἰς τὸ νὰ πράττω ἐπ’ ἰδίᾳ εὐθύνῃ πάντοτε αἰσθάνομαι, εἰς ἐξαιρετικὰς τοὐλάχιστον περιστάσεις δυσταγμούς τινας ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν ὡρισμένων μέτρων, ἡ συνέπεια τῶν ὁποίων θὰ ἐβάρυνε τὸν ἀπόντα Ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἀντελήφθην, ὅτι ἄλλο ἦτο τὸ μεγαλείτερον μειονέκτημα τῆς θέσεώς μου. Ἡ δύναμις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ. Τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας εἶναι ἁπλᾶ ὄργανα ἐκτελέσεως ἀποφάσεων, ἀλλὰ ἡ δύναμις τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων ἀντλεῖται ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο ἂν συμβῇ εἰς Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν νὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι ἐξεγέρσεως ἐναντίον αὐτῆς, ἐξεγέρσεως ἥτις ἐνδεικνύει ὅτι ἑρμηνεύει τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἀντὶ νὰ λάβῃ μέτρα βιαίας καταστολῆς τῆς ἐξεγέρσεως καθῆκον ἔχει νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς τοὺς ἐνδεικνυομένους ὑπὸ τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Καὶ τὸ ἐναντίον, ἐὰν Κυβέρνησίς τις εὑρίσκεται ἀπέναντι ἐξεγέρσεως ὁμάδος ἢ ὁμάδων οὐχὶ ἐκδηλωτικῆς δυσπιστίας πρὸς αὐτὴν καὶ ἑρμηνευτικῆς παρομοίας γνώμης τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐξεγέρσεως μεμονωμένης ἀπειλούσης τὴν δημοσίαν τάξιν, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ στοιχειῶδες καθῆκον ἔχει νὰ μεταχειρισθῇ πᾶσαν βίαν καὶ νὰ μὴ φεισθῇ οὐδεμιᾶς θυσίας, ὅπως ἐπιβάλῃ τὸν νόμον. Τὸ δὲ μειονέκτημα τῆς θέσεώς μου ἦτο τοιοῦτο ἀκριβῶς, ὅτι προεδρεύων τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤμην καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἐξ οὗ προέρχεται ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ δύναμαι μὲ τοιοῦτον κῦρος καὶ τοιαύτην ἐπιβολὴν νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν Λαόν. Μοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἄλλοτε νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶμαι φίλος τοῦ αἵματος. Κάθε ἄλλο. Ὄχι μόνον ἄνθρωπον, οὔτε ζῶον κἂν δύναμαι νὰ ἴδω τραυματισμένον, ἐγὼ ὁ αἱμοδιψής. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα εἶναι τὰ αἰσθήματά μου τὰ ἀνθρώπινα, ὡς Ὑπουργὸς ὀφείλω νὰ πράττω κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ πρὸς τὸν νόμον καὶ τῆς Πατρίδος καθήκοντος. Εἶπον δὲ τότε, εἰς ἓν κυρίως πρέπει νὰ προσέχουν αἱ κυβερνήσεις πῶς νὰ μὴ πέσῃ εἰς τοιαύτην περίστασιν θῦμα ὁ νόμος! (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ὁ πολιτικὸς νοῦς, εἶναι τι τὸ ὁποῖον ἀντιποιοῦνται, ὅτι ἔχουν ὅλοι, ἐνῷ ἀτυχῶς εἶναι τι τὸ ὁποῖον κατέχουν πολὺ ὀλιγώτεροι τῶν ὅλων! Διέτρεχον δὲ εἰς τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν μὲ ἀξίωσιν πολιτικῆς ἀντιλήψεως τὰς ἡμέρας ἐκείνας, φῆμαι σχεδίων καὶ ἀποφάσεων τοιούτων, ὥστε ἂν ἔφθανον τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ τὰ ἐξώθουν οἱ παράφοροι, δὲν ἀδικῶ τὸ αἴσθημά των, ἀποτέλεσμα θὰ εἴχομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτυχον οἱ Κωνσταντινικοί. Ἔλεγα δὲ πρὸς ὅσους ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν ἐπέτυχον νὰ μᾶς δολοφονήσουν οἱ Κωνσταντινικοί, πρέπει ν’ αὐτοκτονήσωμεν; Δὲν ἔχω ἀνάγκην κύριοι βουλευταί, νὰ τονίσω πρὸς ὑμᾶς, ποίαν εἶχον ἀποδώσει σημασίαν εἰς τὴν ταχύτητα τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως τῶν συλληφθέντων συνωμοτῶν. Ἐγνώριζον ἤδη πρὸ δύο καὶ ἡμίσεως μηνῶν περίπου, ἂν μὴ πρὸ τριῶν μηνῶν, πρὸ τῆς 31 Ἰουλίου ἐγνώριζον, ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν τὴν τεκταινομένην συνωμοσίαν, δὲν εἶχον δὲ καταστήσει οὔτε τοὺς συναδέλφους μου ἐνημέρους, οὔτε κἂν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι στοιχειῶδες καθῆκον ἐθεώρησα πάντοτε κατὰ τὸ τριετὲς τοῦτο διάστημα νὰ μὴ ἀναφέρω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τίποτε, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο, ἀπαραίτητος ἡ γνώμη του. Νὰ μὴν τὸν ἀπασχολῶ καὶ τὸν ἀνησυχῶ διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡμᾶς μόνον ἐδῶ ἔπρεπε ν’ ἀπασχολοῦν καὶ ἀνησυχοῦν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐθεώρουν παράφρονα τὴν ἀπόφασιν ἐκρήξεως κινήματος, ὑφ’ ἃς συνθήκας εὑρίσκοντο οἱ συνωμῶται, διότι τὶ τάχα εἶχον νὰ ἐπιτύχουν; Καὶ δι’ αὐτὸ, ὅταν τὴν ἑσπέραν τῆς Πέμπτης ματαιωθέντος τοῦ κινήματος καὶ ἐν ᾧ ὀλίγοι τινές, εἶχον συλληφθῆ, διότι τὴν ἑσπέραν τῆς Πέμπτης ἔδωκα ἐντολὴν καὶ πρὸς ἄλλας συλλήψεις, καὶ ὡς σᾶς εἶπον τὴν πρωΐαν τῆς Παρασκευῆς πρὸ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκ Παρισίων ἔδωκα ἐντολὴν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἄλλων συλλήψεων, ὅταν τὴν ἑσπέραν τῆς Πέμπτης ἔλεγον εἰς τινα ἐκ τῶν γνωριζόντων τὰ τῆς συνωμοσίας: καλὰ λοιπὸν δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖ πέντε ἄνθρωποι μυαλωμένοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν τὸν κοινὸν νοῦν, διὰ νὰ ἐρωτήσουν; καὶ τὶ θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ ἂν καταλάβωμεν τοὺς στρατῶνας, τὴν Ἀστυνομίαν, ἄλλα δημόσια καταστήματα, ὁπλίζοντες πέντε ἕξ χιλιάδες ἀνθρώπων διὰ μίαν νύκτα, τὶ θὰ κάμωμεν ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης στρατιωτικῆς καὶ λαϊκῆς δυνάμεως τὴν ποίαν διαθέτει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ὁποία θὰ μᾶς σαρώσῃ τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἡ ὁποία δὲν θὰ μετεχειρίζετο κἂν ὅπλα, ἀλλὰ θὰ τοὺς ἐφόνευε μὲ τὰ ρόπαλα, διότι καὶ ἀγχόνης δὲν ἦσαν ἄξιοι, ὅταν ταῦτα ἔλεγα, ἤκουσα ἀπὸ τὸν γνωρίζοντα τὰ σχέδια ὅτι ἔγιναν τοιαῦται ἐρωτήσεις ἀπὸ συνωμότας, ἀλλ’ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ὅτι ὅταν οἱ ἐδῶ θὰ ἦσαν κάτοχοι τῶν δημοσίων καταστημάτων θ’ ἀναγγελθῇ ἐκ Παρισίων ἡ δολοφονία τοῦ Βενιζέλου. Εἶχον λοιπὸν πάντα λόγον ὅπως ἐπιδιώξω τὴν ταχίστην ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον μόνον τῆς συγκεντρώσεως ὅλων τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ πεισθῇ ὄχι μόνον ἡ ἐνταῦθα κοινὴ γνώμη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῆς ἐνοχῆς τῶν μελλόντων νὰ δικασθῶσιν. Ἔφθασα δὲ καὶ εἰς στιγμὴν νὰ διανοηθῶ καὶ νὰ εἴπω, μάλιστα καὶ πρὸ συναδέλφων μου, ὅτι ἂν εὑρεθῶ πρὸ τοιούτου ἀποδεδειγμένου ἐγκλήματος θὰ ἀπετόλμων καὶ μίαν ἀνευλάβειαν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀνευλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἐγνώριζον, ὅτι δὲν θὰ ἐσυγχώρει, καὶ δικαίως, ἀνευλάβειαν, ἥτις θὰ ἐπέφερε τὴν καταδίκην μου ὡς μὴ πιστοῦ διαχειριστοῦ τῆς ἐξουσίας, δι’ ἧς μὲ περιέβαλλε, ἀλλ’ ἤμην ἀποφασισμένος νὰ φθάσω καὶ εἰς τοιαύτην ἀνευλάβειαν, νὰ μὴ τὸν ἐρωτήσω κἂν περὶ τῆς δίκης. Ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἂν ὅλα τὰ στοιχεῖα εἶχον συγκεντρωθῆ, καὶ ἂν ὑπῆρχε σωρεία ἀποδείξεων περὶ ὅλων τῶν συλληφθέντων, ὄχι μόνον περὶ τῶν συνωμοτῶν τῶν ἀναλαβόντων τὴν στρατιωτικὴν, ἂς εἴπω, ἐκτέλεσιν ἀλλὰ καὶ περὶ οἱωνδήποτε ἄλλων πολιτικῶν προσώπων, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἦσαν πλήρη τὰ στοιχεῖα δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμέ, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν σεβομένην ἑαυτήν, σεβομένην τὴν δικαιοσύνην τῆς Ἑλλάδος, ν’ ἀφήσω καὶ νὰ γίνῃ ἡ δίκη ὑπὸ βοὴν, ἀπειλῶν καὶ προσταγῶν καὶ ἀξιώσεων καταδίκης καὶ ἐκτελέσεων ἀποφάσεων. Διότι ὅσον καὶ ἂν ἦτο δικαία ἡ ἀπόφασις, ὅσον καὶ ἂν ἠδύναντο νὰ πεισθοῦν ὄχι ἐντὸς ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος περὶ τοῦ δικαίου αὐτῆς, οὐδένα θὰ ἀπέλιπεν ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς δικαιοσύνης ἐλήφθη ὑπὸ ἐκβιασμὸν καὶ θὰ ἀπέμενεν ὡς στίγμα τῆς ἐποχῆς ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν στίγμα τοῦ φιλελευθέρου κόμματος καὶ τῆς ὅλης Ἑλλάδος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ἔλεγον δὲ ὅτι ἐὰν ἤμην ἀνίκανος ὡς Ὑπουργὸς νὰ ἀνεχθῶ καννιβαλισμούς, εἶμαι πολὺ μᾶλλον ἀνίκανος νὰ διαπράξω καννιβαλισμούς. Ἐὰν ὁ Ροβεσπιερισμὸς ἀφῆκε βαρείαν σκιὰν διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρύτερον χαρακτηρισμὸν, εἰς τοὺς λαμπροὺς πολίτας τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις τόσον ἐπέχυσε φῶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀνθρωπότητος, ἐὰν ἀφῆκε σκιάν, μολονότι τὰ γενόμενα ἐγένοντο πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως αἰῶνος, ποίαν ἠθέλατε ἐντύπωσιν σήμερον νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἐποχὴν παγκοσμίου καθολικοῦ φιλελευθέρου πνεύματος ἀπὸ παρομοίαν πολιτικὴν ἢ παρομοίας πράξεις; Καὶ συνέβη τότε εἰς ἐμὲ νὰ εὑρεθῶ καὶ πάλιν πρὸ ἑνὸς φαινομένου ἀφορῶντος ἐμὲ προσωπικῶς ἀνεξηγήτου. Ἐκραύγαζον ἀφ’ ἑνὸς οἱ ἀντιδραστικοί, ὅτι ὁ ἀδιάλακτος εἶναι Ἀντιπρόεδρος. Ἐκραύγαζον ἐξ ἄλλου οἱ ἐκ τῶν φιλελευθέρων παράφοροι, ὅτι ὁ ἐπιεικὴς ὁ μὴ θέλων νὰ γίνῃ οὐδεμία καταδίωξις· εἶνε ὁ Ἀντιπρόεδρος! Δὲν εἰξεύρω, κύριοι, πῶς συμπίπτουσιν ἐπάνω μου αἱ εὐθῦναι ἐκπορευόμεναι ἔνθεν κἀκεῖθεν ἀπὸ ἀντιθέτους ἀφετηρίας. Δὲν εἰξεύρω κατὰ τίνα μυστηριώδη τρόπον ἀπολήγουν τὰ πράγματα εἰς τὸ νὰ μορφωθῇ μία δυσιπόστατος διὰ τὰς πολιτικάς μου ἀντιλήψεις καὶ τὴν Πολιτείαν μου ἰδέα, τῆς ὁποίας ἡ μία ἐκδοχὴ ἀναιρεῖ τὴν ἄλλην, ὥστε οἱ μὲν νὰ μὲ παριστάνουν ὡς ἀδιάλακτον, ὡς αἱμοδιψῆ, οἱ δὲ ὡς διαλλακτικόν, ὡς ἐπιεικῆ, ὡς χαριστικόν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν μὲ ἀκούσατε ποτὲ νὰ περιαυτολογήσω, ποτὲ δὲν θεωρῶ ὅτι εἶνε ἐπιτετραμμένη οὔτε καὶ σκόπιμος ἄλλως ἡ περιαυτολογία εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, καὶ μάλιστα τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια πράγματα. Ἡ κοινὴ γνώμη μορφώνει τὰς πεποιθήσεις της περὶ τῶν ἰδεῶν καὶ ἀντιλήψεων ἑνὸς ἑκάστου, ἐκ τῆς πολιτείας αὐτοῦ συμβαίνει μάλιστα νὰ μορφώνῃ γνώμην ὄχι μόνον ἐξ ὅσων βλέπει καὶ ἀντιλαμβάνεται ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων ἁπλῶς διαισθάνεται. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν δὲν δύναμαι νὰ ἀποφύγω τὴν περιαυτολογίαν καὶ αὕτη περιορίζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Θέλω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι συνήθισα πάντοτε νὰ ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου καὶ νὰ ἀναλαμβάνω δημοσίᾳ τὴν εὐθύνην τῶν σκέψεών μου, τῶν πράξεών μου, τῶν ἰδεῶν μου, τῆς πολιτείας μου. Οὔτε θεωρῶ ἄξιον πρὸς κυβερνητικὴν δρᾶσιν τὸν μὴ ἔχοντα τοιοῦτον θάρρος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ἴσως δὲ ἡ τακτική μου αὐτὴ λύει καὶ τὸ μυστήριον τοῦ συνδυασμοῦ καὶ συμβιβασμοῦ τῶν δύο ἀντιθέτων ἰδιοτήτων, αἵτινες μοὶ ἀποδίδονται τοῦ ἐπιεικοῦς καὶ ἀδιαλλάκτου, τοῦ ἀμειλίκτου καὶ χαριστικοῦ. Διότι, βέβαια ἂν ἐπρόκειτο νὰ μοὶ ὁμιλήσουν περὶ διαλλακτικότητος πρὸς τὸν Κωνσταντινισμόν, θὰ ἦτο ἀστεῖον, θὰ ἦτο ἐμπαιγμὸς νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι διαλλακτικός! Καὶ ἐρωτῶ τοὺς ἀντιδραστικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ὁμιλοῦν περὶ διαλλακτικῶν καὶ ἀδιαλλάκτων φιλελευθέρων: τὶ σημαίνει διαλλαγή; Τὶ ἄλλο παρὰ τὴν συνάντησιν δύο ἀντιδιαφερομένων μερῶν εἰς ἓν κοινὸν σημεῖον; Ἀλλ’ ὑπάρχει ἆρά γε σημεῖον συναντήσεως μεταξὺ Βενιζελισμοῦ, μεταξὺ καθεστῶτος καὶ Κωνσταντινισμοῦ;
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποτέ. Ποτέ. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§13Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Καὶ παρακαλῶ πάντα φιλελεύθερον νὰ εἴπῃ, ποῖος θὰ ἐτόλμα νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι εἰλικρινῶς φιλελεύθερος, μετὰ πίστεως φιλελεύθερος, ἂν ἔλεγεν ὅτι εἶναι διαλλακτικὸς πρὸς τὸν Κωνσταντινισμόν;
§14ΟΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κανείς, κανείς! (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§15Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐὰν ὑπάρχουν τυχὸν οἱ τοιαῦται λέγοντες πρὸς τοὺς ἀντιδραστικοὺς ὅτι αὐτοὶ τάχα ἐμπνέονται ὑπὸ αἰσθημάτων διαλλαγῆς, δὲν λέγουν εἰλικρινῆ, λέγουν ἀνειλικρινῆ, λέγουν ψευδῆ, ἢ ἂν τυχὸν λέγουν εἰλικρινῆ πρὸς αὐτούς, καταπροδίδουν τὸ φιλελεύθερον καθεστώς! (Εὖγε, εὖγε χειροκροτήματα). Δύναται νὰ ὑπάρξῃ συμβιβασμὸς μεταξὺ Κωνσταντινικῶν καὶ φιλελευθέρων; Ποῖος; Τὸ καθεστὼς τοῦτο εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου. Οἱ κύκλοι ἐκεῖνοι ἐπιζητοῦν ὄχι μόνον διὰ συνωμοσιῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ δολοφονιῶν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος τούτου. Ποία συνδιαλλαγὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ; Πῶς δύναταί τις φιλελεύθερος νὰ εἴπῃ: Ναί, ἐγὼ εἶμαι διαλλακτικὸς πρὸς τοὺς Κωνσταντινικούς, ἐφ’ ὅσον ἴνδαλμα αὐτῶν εἶναι ὁ ἔκπτωτος Βασιλεύς, τὸν ὁποῖον καὶ πάλιν ἐπιζητοῦν ἀντὶ πάσης βίας καὶ ἀντὶ πάσης ἀτιμίας νὰ θέσουν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου; (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ ἐπευφημίαι ζωηρόταται ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀπέναντι λοιπὸν Κωνσταντινικῶν δὲν ὑπάρχουν διαλλακτικοὶ καὶ ἀδιάλλακτοι· ὑπάρχουν φιλελεύθεροι καὶ μὴ φιλελεύθεροι!
§16Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἕλληνες καὶ μὴ Ἕλληνες.
§17Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἀλλ’ ἂν τοιουτοτρόπως ὁμιλῶ διὰ τοὺς ἐμφανίζοντας αἰσθήματα διαλλαγῆς πρὸς Κωνσταντινικούς, τηροῦντας τὴν λατρείαν των, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ εἶμαι περισσότερον ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς φανταζομένους ὅτι εἶναι ποτὲ ἐπιτετραμμένη εἰς τὸ καθεστὼς τοῦτο οἱαδήποτε αὐθαίρετος, οἱαδήποτε βιαία, οἱαδήποτε βάρβαρος πρᾶξις ἐναντίον ἀντιφρονούντων. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα). Καὶ ἂν ἠγανάκτησα ὅταν εὑρέθην ἀπέναντι ἐξεγέρσεως πλήθους ἠρεθισμένου ἀπὸ εὔλογον συγκίνησιν, ἂν ἠγανάκτησα, ὤ βέβαια δὲν προῆλθε τοῦτο ἀπὸ φόβον φυλαρχίας—μὰ τὴν ἀλήθειαν, τὴν εὐχαρίστησιν τοῦ κυβερνητικοῦ βίου, καὶ μάλιστα τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ χαρίσω εἰς κανένα φίλον μου, καὶ ἐπειδὴ εἶμαι φύσει ἐπιεικὴς εἶναι ζήτημα ἂν θὰ ἀπεφάσιζα νὰ χαρίσω καὶ εἰς ἐχθρόν μου!—ἀλλ’ ἂν ἠγανάκτησα, τοῦτο κυρίως ἐπροκάλεσε τὴν ἀγανάκτησίν μου· ὁ φόβος μήπως ἐμφανισθῇ ὁ κόσμος τῶν φιλελευθέρων ἱκανὸς νὰ διαπράξῃ ὅσα μόνον οἱ Κωνσταντινικοὶ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ διαπράξουν! (Χειροκροτήματα). Καὶ ἂν διῆλθον ἐν τρόμῳ ἡμέρας καὶ νύκτας ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς ἐκείνης, ὁ τρόμος προήρχετο ἐξ αὐτοῦ τοῦ φόβου ὄχι, εἶπον, τοῦ προσωπικοῦ δι’ ἐμὲ ὡς ἐκπροσωποῦντος τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τὴν ὥραν ἐκείνην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦ φιλελευθέρου Ἕλληνος, τρομάζοντος μήπως ἴδω στιγματισμένην τὴν μεγάλην, τὴν περίλαμπρον ἱστορίαν τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, ἀπὸ τοιαύτας ἀσχημίας ἀπὸ τοιαῦτα ἔκτροπα. (Νέα ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Διὰ τοὺς ὀνομάζοντας ἐμὲ ἀδιάλλακτον πρὸς τοὺς ἀντιδραστικοὺς δὲν ἔχω νὰ προσθέσω παρὰ τοῦτο μόνον. Θέλουν τὴν διαλλαγήν; Δὲν μένει παρὰ ἓν καὶ μόνον βῆμα νὰ κάμουν. Νὰ ἀποκυρήξουν τὸν ἔκπτωτον, τίποτε ἄλλο δὲν ἀξιοῦμεν ἀπὸ αὐτούς. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα). Ποία δὲ τάχα ὑπῆρξεν ἡ πολιτική μας ἀφ’ ἧς ἐπανήλθομεν ἐκ Θεσσαλονίκης; Ἤλθομεν ἐδῶ εὑρόντες πλήρως δεδικαιολογημένην ἐξέγερσιν καὶ ἀγανάκτησιν ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ φιλελευθέρου κόσμου τοῦ τόσα παθόντος καὶ ἐξήλθομεν ἐμφανίσαντες κλάδον ἐλαίας. Καὶ κατορθώσαμεν νὰ τηρήσωμεν τὴν τάξιν χωρὶς νὰ χυθῇ μήτε σταγὼν αἵματος. Χωρὶς μήτε εἷς νὰ ἐμφανισθῇ μήτε κἂν ἐκ τῶν προέδρων ἐπιστράτων ἢ τῶν ἄλλων ὀργάνων τῶν συλλόγων ἐκείνων, ὅστις νὰ καταγγείλῃ αὐθαιρεσίαν διαπραχθεῖσαν ὑπὸ βενιζελικοῦ εἰς βάρος του. Θέλετε μείζονα ταύτης ἐπιείκειαν; Θέλετε μείζονα πολιτικότητα; Θέλετε μείζονα διαλακτηκότητα; Ποία δὲ τάχα ὑπῆρξεν ἡ ὅλη πολιτεία ἡμῶν; Οὔτε ἀποδίδω ταύτην εἰς αἰσθηματικὴν ἐπιείκειαν. Διότι, κύριοι, ὁ Κυβερνῶν δὲν πράττει, διότι δὲν δύναται νὰ πράττῃ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πράττῃ, καθ’ ὑπαγόρευσιν προσωπικῶν αἰσθημάτων. Δύναται ἕκαστος νὰ διαθέτῃ τὰ τῆς περιουσίας του, ὅπως αὐτὸς θέλει, δύναται νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς προσωπικῆς του ἀμύνης ὅπως αὐτὸς θέλει, δύναται νὰ κανονίζῃ τοὺς λογαριασμούς του μὲ τοὺς ἐχθρούς του ὅπως αὐτὸς θέλει, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ κανονίζῃ τοὺς λογαριασμούς του τοὺς Κυβερνητικούς, τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς Ἐθνικοὺς ὅπως αὐτὸς θέλει, ἀλλ’ ὅπως ἐπιτάσσει ὁ νόμος, ὅπως ἐπιτάσσει τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος. (Ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα). Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἅμα τῇ ἐπανόδῳ ἐκ Θεσσαλονίκης ἐπολιτεύθη κατὰ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπροκάλεσε τὰς δρυμείας κατηγορίας τῶν φίλων της ὡς τρόπος ὑπεράγαν ἐπιεικής, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἔπραξε τοῦτο ἐξ αἰσθήματος ἐπιεικείας, ἔπραξε τοῦτο ὡς ὑπαγορευόμενον ὑπὸ τῆς πολιτικῆς συνέσεως, ἀλλ’ ὁ κόσμος τῶν φιλελευθέρων ἀπέδειξε ποίαν εἶχε ψυχικὴν εὐγένειαν αὐτὸς καὶ ἂν δὲν εἶχε τὴν εὐγένειαν ταύτην, οὔτε θὰ ἐπετυγχάνοντο οἷα θριαμβευτικὰ ἀποτελέσματα ἐπέτυχεν ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ὄχι λοιπὸν ἐπιεικὴς ἢ ἀνεπιεικής, ὄχι διαλλακτικὸς ἢ ἀδιάλλακτος. Ἁπλῶς καὶ μόνον φιλελεύθερος κατὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ δικαίου. Κύριοι, θέλω τὸν νόμον, ἐν παντὶ τὸν νόμον, πάντοτε τὸν νόμον, καὶ μόνον τὸν νόμον. Θέλω τὸν νόμον ἐφ’ ὅσον αὐτὸς ρυθμίζει τὰς ἀποφάσεις τῶν Κυβερνήσεων. Θέλω τὸ δίκαιον, τὸ ἐν τῇ Ἐθνικῇ συνειδήσει, ἐν τῇ φιλελευθέρᾳ συνειδήσει, ἐν τῇ συνταγματικῇ συνειδήσει δίκαιον, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἐλευθερίαν ἀποφάσεων καὶ δὲν δεσμεύεται ὑπὸ προσταγῆς τοῦ νόμου εἰς τὸ νὰ ἐκδόσῃ ταύτην, ἢ ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν. Θέλω τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον ἀπὸ χαρακτῆρος. Ἀλλ’ ὤφειλα νὰ θέλω αὐτὸν καὶ ὡς εἰλικρινὴς καὶ εὐσυνείδητος διαχειριστὴς τῆς ἐξουσίας, μὲ τὴν ὁποίαν μὲ εἶχε περιβάλει ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον καὶ εὐγνωμονῶ διὰ τὴν εὐρύτητα τῆς ἐμπιστοσύνης του. Ἀλλ’ ὤφειλα νὰ θέλω τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον ὄχι μόνον ὡς Ὑπουργός, ὄχι μόνον ὡς βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὡς ἁπλοῦς Ἕλλην πολίτης, ὀπαδὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔμβλημα τοῦ ὁποίου ἔχει τάξει ὁ ἀρχηγὸς αὐτοῦ οὐχὶ τὰς ὀφιοπλοκάμους ἐρινῦς, ἀλλὰ τὴν Νέμεσιν, τὴν Θεὰν Νέμεσιν, τὴν ἐπενεγκοῦσαν ἐπὶ πάντας τὸ ἴσον καὶ τὸ δίκαιον! (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἀλλ’ ἡ περίστασις αὐτὴ μὲ τὰ πορίσματα καὶ τῶν προηγουμένων μαθημάτων μᾶς φωτίζουν καὶ περὶ ὅσων ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν εἰς ἄμυναν τοῦ καθεστῶτος. Δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμέ νὰ ὁμιλήσω περὶ μέτρων κυβερνητικῶν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε θεωρήσει ὅτι ἐνδείκνυται ἡ ἀνάγκη καὶ τοιούτων μέτρων. Ἀλλ’ ἀποθέτων πρὸς στιγμὴν τὴν ἐπίσημον ἰδιότητά μου διὰ νὰ εἶμαι μᾶλλον ἐλεύθερος εἰς τὴν γλώσσαν μου, λέγω πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων ἰδίως, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον πρὸς τὴν Βουλήν: Κύριοι, τὸ καθεστὼς τοῦτο οὐδὲ προῆλθεν, οὐδὲ στηρίζεται ἐπὶ τῆς βίας. Τὸ καθεστὼς τοῦτο, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῆς σχεδὸν παμψηφίας τῶν Νέων Χωρῶν, ἐπὶ ὁλοκλήρου τῆς παμψηφίας τοῦ λαοῦ τῶν Νέων Χωρῶν (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων), στηρίζεται ἐπὶ πλέον ἐπὶ κύκλου πολὺ εὐρυτέρας Ἐθνικῆς θελήσεως, ἔχει δ’ ἐπὶ πλέον ἀκλόνητα στηρίγματα τοὺς μεγάλους θριάμβους οἵτινες ἐστεφάνωσαν τοὺς ἀγῶνας του. (Ἐνθουσιώδεις ἐξ ὅλων τῶν σημείων ἀνευφημίαι). Μωροὶ καὶ τυφλοὶ οἱ φανταζόμενοι ὅτι δύναται ποτὲ τὸ καθεστὼς τοῦτο νὰ κλονισθῇ. Ἀλλ’ ἂν δὲν πρέπῃ νὰ φαντάζωνται αὐτὸ οἱ ἀντιδραστικοί, ὀφείλομεν πρὸ παντὸς ἡμεῖς οἱ φιλελεύθεροι νὰ καταρριζώσωμεν εἰς τὴν πίστιν μας, εἰς τὴν πίστιν τοῦ ὅλου ἔθνους τὴν ἀντίληψιν αὐτήν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ ποῖος εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ καθεστῶτος τούτου καὶ τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἀπορρεύσαντος Ἐθνικοῦ μεγαλείου. (Ἐνθουσιώδεις ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τοῦ κ. Βενιζέλου). Ἀλλ’ ἡ περαιτέρω φρούρησις τοῦ καθεστῶτος τούτου δὲν πρέπει νὰ συνδυασθῇ πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πεισθῶσιν οἱ φιλελεύθεροι πρὸ παντός, ὅτι οὐδεμία περιπέτεια θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ κλονίσῃ αὐτὸ διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς βλέψεις καὶ τὰ σχέδια τοῦ ἐκπτώτου. Ἡ πίστις αὕτη, πίστις τὴν ὁποίαν ἐμπνέουσι τὰ πράγματα, ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀσφαλεστάτην τῶν ἐγγυήσεων. (Νέαι ζωηρόταται ἀνευφημίαι). Ὅταν τὴν πίστιν ταύτην καταρριζώσωμεν, θὰ ἀφοπλίσωμεν καὶ τοὺς ἐπιβούλους ἐχθροὺς τοῦ καθεστῶτος. Θὰ ἀφοπλίσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ περαιτέρω σχέδια, τόσον κακούργως ἄτιμα καὶ τόσον ἀτίμως κακοῦργα, ὡς τὸ ἐν Παρισσίοις. Διότι, ὅταν ἴδουν ὅτι οὐδὲν ἔχουν νὰ ἐπιτύχουν εἰς μεταβολὴν καθεστῶτος, αἴ, τότε τοὐλάχιστον θὰ παύσουν νὰ φιλοδοξοῦν νὰ προσθέσουν καὶ τὸ στῖγμα τῶν δολοφόνων εἰς τὸ μέτωπον αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν ἔχουν νὰ προσδοκοῦν τίποτε. Ἀλλά, ὁμιλῶν ἐκτὸς τῆς ἐπισήμου ἰδιότητός μου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθυνθῶ καὶ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀντιπολίτευσιν τὴν ὁποίαν διακρίνω ἀπὸ τῆς ἀντιδράσεως, ἀντιπολίτευσιν ἥτις ἀφίσταται, δὲν γνωρίζω πόσον ἀπὸ τὰς κυβερνητικὰς ἀντιλήψεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εὑρίσκεται ἐν κύκλῳ ἰδίων πολιτικῶν κυβερνητικῶν, πεποιθήσεων, ἐν κύκλῳ ἀντιλήψεων πατριωτικῶν, διότι βέβαια δὲν ἀπευθύνομαι ὡς πρὸς ἀντιπολίτευσιν εἰς ἐκείνους τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας τῶν ὁποίων διαγράφει ἡ προσταγὴ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῶν περὶ αὐτόν. Ἔχει καθῆκον καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις αὐτὴ νὰ εἶνε σύμμαχος ἡμῶν, οὐχὶ ὡς κόμματος φιλελευθέρων, ἀλλὰ σύμμαχος εἰς διατήρησιν τοῦ ἐθνικοῦ καθεστῶτος, τοῦ καθεστῶτος τῆς μεγάλης Ἑλλάδος. Διότι, βεβαίως, θὰ ἐσήμαινε τελείαν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος τούτου, ἡ πολιτειακή του ἀνατροπὴ καὶ ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἐκπτώτου. Ἐὰν διϊστάμεθα πρὸς τὴν τοιαύτην ἀντιπολίτευσιν ὁσονδήποτε εἰς ἰδέας Κυβερνητικάς, περὶ τούτων ἀπόκειται εἰς τὸν Λαὸν νὰ κρίνῃ, ἀλλὰ βεβαίως συμπίπτομεν εἰς ἕνα παλμόν, τὸν παλμὸν τοῦ ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, τὸν παλμὸν τοῦ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. (Θυελλώδη χειροκροτήματα). Καὶ βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀμφιβάλωμεν ὅτι καὶ οὗτοι οὕτω σκεπτόμενοι ποθοῦν ἐπίσης μὲ ἡμᾶς τὴν διατήρησιν τοῦ καθεστῶτος καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν δύναται νὰ εἶνε προδοτικὴ τοῦ Ἐθνικοῦ καθεστῶτος, καθὼς εἶνε ἡ πολιτικὴ τῶν ἀντιδραστικῶν. Αὗται εἶναι, κύριοι, αἱ γενικώτεραι σκέψεις μου. Ἴσως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκρύψω ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ τριετὴς μαρτυρικὸς κυβερνητικὸς βίος, τὸν ὁποῖον συνεπλήρωσαν αἱ τελευταῖαι περιπέτειαι, κατέστησαν εἰς ἐμὲ ἔμμονον τὴν συνείδησιν, σφαλερὰν ἢ μὴ δὲν γνωρίζω, ἔμμονον συνείδησίν τινα ἀδυναμίας ἢ τοὐλάχιστον δισταγμοῦ, περὶ τοῦ ἂν δύναμαι νὰ συνεχίσω περαιτέρω καὶ ἁπλῶς τὸν πολιτικόν μου βίον, ἔστω καὶ ἀπηλλαγμένον κυβερνητικῶν εὐθυνῶν καὶ φροντίδων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἐδῶ. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς οἱανδήποτε τοιαύτην σκέψιν, εἶχον τὸ καθῆκον ὡς φιλελεύθερος Ἕλλην, καὶ τὸ δικαίωμα ὡς βουλευτής, πλὴν τῶν ὅσων εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ὡς Ὑπουργὸς νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, ἐθεώρησα ὅτι εἶχον τὸ καθῆκον, εἶχα καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκθέσω καὶ γενικώτερον τὰς περὶ τῆς ὅλης καταστάσεως σκέψεις μου. Τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰδικώτερον ἐμοῦ ὡς προεδρεύοντος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὴν ἀναγομένην εἰς τὰ γνωστὰ γεγονότα καὶ ὑπαγομένην εἰς τὴν ἐξ αὐτῶν πηγάζουσαν εὐθύνην, παραδίδω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν. (Παρατεταμένα ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων καὶ τῆς αἰθούσης).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5 μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 6.30′ μ. μ.).