1920.05.19
4.143 στίχοι · 31.355 λέξεις · 361 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65η
τῆς 19ης Μαΐου 1920
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις, Ν’ ἀνοιχθῶσιν τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Πειραιῶς παρακαλοῦσιν ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ δημοδιδασκάλων. Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἑλληνίδων ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς γυναικὸς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς προτάσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαζυγίου. Ὁ ἐν Ἑλλάδι ἀλύτρωτος προσφυγικὸς κόσμος ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν Κυβέρνησιν, τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν καὶ Στρατόν (Αἰτήσει πολλῶν βουλευτῶν ἀναγινώσκεται εἰς ἐπήκοον τὸν ἔγγραφον καὶ χειροκροτεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς). Ὁ Σύλλογος τῶν Δημοδιδασκάλων Ἰωαννίνων ὑποβάλλει ὑπόμνημα σχετικὸν μὲ τὸν νόμον περὶ διαβαθμίσεως καὶ ἀποδοχῶν τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ κ. Ἀλ. Γρίβας (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια. 1) «Περὶ Διασυμμαχικοῦ ἀναμνηστικοῦ μεταλλίου μεγάλου πολέμου». 2) «Περὶ προσόντων προβιβασμοῦ ὑπαξιωματικῶν τοῦ τε ἐνεργοῦ καὶ ἐφέδρου στρατοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ μονίμου ἐφέδρου ἀνθυπασπιστοῦ». 3) «Περὶ κανονισμοῦ ἀρχαιότητος τῶν ἐπὶ διακεκριμένῃ πράξει προαχθέντων ἀξιωματικῶν». 4) «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 921 νόμου». (Ἅπαντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα κηρύσσονται κατεπείγοντα, καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχήν). Ὁ κ. Δ. Δίγκας (Ὑπουργὸς Παιδείας) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συνάψεως συμβάσεως πρὸς ἀγορὰν καλλιτεχνικῶν ἔργων τοῦ ἀποθανόντος Ἕλληνος ζωγράφου Ν. Γύζη ὡς καὶ ξένων ἐπιφανῶν τοιούτων. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.) Ὁ κ. Ν. Πολίτης (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ προσθέτων διατάξεων εἰς τὸν ὑπ’ ἀριθ. 2019 νόμον»: (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Ὁ κ. Ἀ. Μιαούλης (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως διοικητικοῦ κλάδου κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Ι. Τσιριμῶκος, ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ δικαστηρίων καὶ δικαστικῶν λειτουργῶν ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις». Οἱ κ. κ. Κ. Ρακτιβὰν (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καὶ Μ. Νεγροπόντης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) ὑποβάλλουσιν νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως διὰ δαπάνας τῶν στρατιωτικῶς καταλαμβανομένων χωρῶν». Ὁ κ. Ἀλ. Παπαναστασίου (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας), ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ ἀνοικοδομήσεως τῆς πόλεως Σερρῶν ἐπὶ νέου σχεδίου». 2) «Περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως πηγαίων ὑδάτων, λόγῳ δημοσίας ὠφελείας». 3) «Περὶ παρατάσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν καὶ ἄλλων πόλεων, διὰ τὴν παραγωγὴν καὶ χορήγησιν φωταερίου ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν». 4) «Περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Γεωλογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας». 5) «Περὶ ἀναλήψεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους Ἑταιριῶν Τροχιοδρομικῶν ἢ Σιδηροδρομικῶν». 6) «Περὶ ἀπαγορεύσεως κατεδαφίσεως οἰκοδομῶν, ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου». (Ἅπαντα τὰ νομοσχέδια κηρύσσονται κατεπείγοντα γεινόμενα δεκτὰ κατ’ ἀρχήν. Οἱ κ.κ. Ἀ. Μιαούλης (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν) καὶ Μ. Νεγροπόντης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλουσιν σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ Εἰδ. Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1920–21 δι’ ἀμοιβὴν προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τοὺς ἐφευρέτας βομβῶν βυθοῦ». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Οἱ κ. κ. Κ. Ρακτιβὰν (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν), Ἀλ. Παπαναστασίου (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας), Γ. Καφαντάρης (Ὑπουργὸς Γεωργίας), ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐκχωρήσεως πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἐν Πεντέλῃ Ἀνακτόρου τῆς Δουκίσης Πλακεντίας». Οἱ κ.κ. Ἀλ. Παπαναστασίου (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας), Γ. Καφαντάρης (Ὑπουργὸς Γεωργίας), ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ συνοικισμοῦ Βαρδάρ, Θεσσαλονίκης καὶ διαχειρίσεως τῶν ἐξ ἐνοικιάσεως αὐτοῦ προσόδων». (Ἀμφότερα κηρύσσονται κατεπείγοντα καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν). Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου, Βιομηχανίας καὶ Ἐργασίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ χορηγήσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων 50.000 δραχμῶν, δι’ ἠλεκτροφωτισμὸν Ζαππείου, καὶ 2) «Περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ λευκοῦ (κιτρίνου), φωσφόρου εἰς τὰ πυρεῖα». Οἱ κ. κ. Κ. Ρακτιβὰν (Ὑπουργὸς Ἐσωτρικῶν) καὶ Μ. Νεγροπόντης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καλυδῶνος». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Δημοκωστούλας καὶ Π. Ἀγγελίδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαλλήλων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀξίωσιν σήμερον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, διότι ἔχομεν μεγάλην νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§4Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Τὴν Πέμπτην θὰ ἔχωμεν;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, θὰ ἔχωμεν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν:
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ἀναγινώσκω τὴν ἀκόλουθον αἴτησιν, ἀναγεγραμμένην πρώτην ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ διατάξει, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει). Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. «Παρακαλῶ ὅπως ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἄδεια τῆς διὰ Β. Δ. ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ΔΞΘʹ «περὶ καταστάσεως πολιορκίας» ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει καὶ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἢ μέρος αὐτοῦ». Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Ἐλευθέριος Κ. Βενιζέλος. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Παρέχει τὴν αἰτουμένην ἄδειαν;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνοι. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς πωλήσεως ἐφημερίδων.»
§8Γ. ΠΩΠ. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀπαληφθῇ ἡ διάταξις, ἡ κανονίζουσα τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως μετὰ χαρᾶς ἤκουσα ὅτι ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ χρόνος καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ ἀνασταλῶσιν.
§9Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι θὰ συνεννοηθῇ.
§10Γ. ΠΩΠ. Γνωρίζετε ὡς ἀρχαῖος δημοσιογράφος ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἐφόσον οἱ πωληταὶ λαμβάνουσι τὰς ἐφημερίδας ἀπ’ εὐθείας τότε νὰ λαμβάνωσιν καὶ ὁλόκληρον τὸ πεντάλεπτον, αἱ ἐφημερίδες δύνανται νὰ κανονίζωσι τὸν τρόπον τῆς πωλήσεως ἀνεξαρτήτως πρὸς τὰ πρακτορεῖα. Χίλιοι πωληταὶ ἐφημερίδων εἶναι καὶ ὑποπρακτορεῖα 500.
§11Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὰ πρὸς πώλησιν φύλλα;
§12Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα. Οἱ ἐφημεριδοπῶλαι θὰ εἶναι δυνατὸν συγκεντρούμενοι καὶ ἔχοντες ἕν εἶδος ἑνώσεως καὶ τὸ Σωματεῖον τῶν τυπογράφων, μὲ τὰ ποσοστὰ ἐκ τοῦ κέρδους θὰ τὰ συμπτύξωσιν εἰς τρία μέρη. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποδουλώσητε τὰς ἐφημερίδας εἰς τὰ πρακτορεῖα. Ἡ μετατροπὴ εἶνε ἡ ἑξῆς. Ἐφόσον οἱ πωληταὶ τῶν ἐφημερίδων λαμβάνουσιν ἀπ’ εὐθείας ἐκ τῶν γραφείων τῶν ἐφημερίδων τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων νὰ λαμβάνωσιν εἰς ὁλόκληρον τὰ πεντάλεπτα, ἄλλως καλεῖτε τὴν Βουλὴν νὰ ἐνισχύσῃ τὸ τρὰστ τῶν πρακτορείων.
§13Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διὰ Β. Διατάγματος δύναται νὰ κανονισθῇ.
§14Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα καὶ ὁ καταμερισμὸς τοῦ ποσοστοῦ διὰ τὰ ταμεῖα τῶν συντακτῶν, τῶν τυπογράφων καὶ ἐφημεριδοπωλῶν.
§15Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ περιορισθῇ εἰς τὸ πρῶτον μέρος.
§16Γ. ΠΩΠ. Ἄς γίνῃ διὰ Β. Διατάγματος.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον ὡς ἐτροπολογήθη.
§18Γ. ΠΩΠ. Τὸ ἐδάφιον 3 παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἐτροπολογήθη.
§20Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ ἔχω διατυπώσει.
§21Γ. ΠΩΠ. Ἡ συνδρομὴ διαγράφεται.
§22Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Μάλιστα.
§23Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Δὲν ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ τοῦ ταμείου τῶν συντακτῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπεν ὅτι θὰ κανονισθῶσιν διὰ Β. Διατάγματος.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτὸν, δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, τοῦ συνόλου ἀναβαλλομένου).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων καλλιεργείας.» Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§27Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βάσις τῆς συζητήσεως τοῦ ἐμφυτευτικοῦ νομοσχεδίου εἶνε τὸ τελευταῖον ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς ἐτροποποιήθη χθές. Δὲν ἔχω, τὴν τιμὴν κύριοι βουλευταί, νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου διότι ἔτυχε νὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος μιᾶς ἄλλης ἐπιτροπῆς, καταρτισθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸ ἡμερῶν καὶ ἤθελα νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου, μήπως ἡ διατύπωσις ἐν ὡρισμένοις τοὐλάχιστον ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου θεωρηθῇ καὶ ὡς γνώμη ἰδική μου. Ὅπως ἐμφανίζεται σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ἐμφανίζεται ὑπὸ μορφὴν χειροτέραν τοῦ ὑποβληθέντος πρὸ ἡμερῶν τροπολογημένου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὑπεστηρίξαμεν ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἐὰν κατὰ τὰ ἄλλα δὲν ἦτο καιρὸς κατὰ τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ ἀντιφρονοῦντες, νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἐμφυτευτικοῦ λεγομένου ζητήματος, πάντως εἶνε ἀδύνατον νὰ παρέλθῃ ἀπὸ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ἡ ἀνάγκη, ἡ ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦνται οἱ ἐμφυτευταὶ νὰ καταβάλλωσι εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Εἶνε γνωστὸν ὅτι ὁ κανὼν οὗτος καταβάλλεται, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ἀπὸ 33% μέχρι 5%. Ἐν Ἀττικῇ πληρώνεται κανὼν 33% ἐν Κορινθίᾳ 25 καὶ ἄνω, ἐν Αἰγιαλείᾳ 10–25 καὶ ἀλλοῦ φθάνει μέχρι 5%. Αἱ συνθῆκαι αἱ κοινωνικαὶ, ἡ ἀκρίβεια τῆς ζωῆς, αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας, ἡ ἀκρίβεια τῶν προϊόντων, ἐπιβάλλει ὥστε νὰ ρυθμισθῇ πλέον ὁ κανὼν αὐτὸς κατὰ ποσοστόν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐλλαττωθῇ ὁ κανὼν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ λαμβάνῃ ὁ ψιλὸς κύριος τὴν ἐργασίαν εἴτε τὴν δαπάνην τῆς καλλιεργείας, τὴν ὁποίαν καταβάλλει ὁ ἐμφυτευτής. Ἐφέραμεν διάφορα παραδείγματα τῶν τιμῶν, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ διάφοροι καρποὶ τῆς γῆς κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐὰν εἴχομεν 20% ἐπὶ οἱουδήποτε εἶδος γεωργικοῦ, εἴτε σίτου εἴτε σταφίδος, εἴτε οἱουδήποτε ἄλλου προϊόντος, ἡ τιμὴ εἶνε τότε μικρά. Σήμερον ἐὰν ληφθῇ ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ σίτου τὸ 30% ἔχομεν, ἐπὶ 1 δρ. καὶ 1.20 ποῦ τιμᾶται ὁ σῖτος, ἔχομεν ὄχι 500 ἀλλὰ 1000%. Ἡ κοινὴ συνείδησις δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τοιοῦτόν τι. Ὅπως κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ὑπὸ ὁμαλωτέρας ἀκόμη περιστάσεις ἡ κοινὴ συνείδησις ἐπέβαλε καὶ ἡ Βουλὴ ἐκύρωσε νομοθετικῶς τὸν περιορισμὸν τοῦ τόκου, χαρακτηρίσασα τὸ περιπλέον ὡς τοκογλυφικὸν καὶ ἀνήθικον, οὕτω ἐπιτακτικὴ ἐπιβάλλεται ἀνάγκη σήμερον ὅπως καθορισθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ κανόνος. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ὅτι τὸ πολὺ ὁ κανὼν πρέπει νὰ φθάνῃ μέχρι 15% εἰς εἶδος, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ χρηματικῶς εἰς πολλὰ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν. Τοῦτο εἶνε ὑπερβολικὸν ἐγὼ δὲ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην ὅτι καὶ 10% εἶνε πολύ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν δαπανῶν τῆς καλλιεργείας, τῶν κόπων καὶ τῶν κινδύνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπόκειται ὁ ἐμφυτευτής. Καὶ πρόχειρον παράδειγμα εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις μερικῶν ἐμφυτευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν ἡμερομίσθια ἀντιστοιχοῦντα σήμερον μὲ 25 καὶ 30 δραχ. καὶ ἔκαμαν τόσα ἔξοδα καλλιεργείας, καὶ ἔρχεται σήμερον τυχαῖον γεγονὸς βροχῆς ἢ χαλάζης καὶ καταστρέφει ἐντελῶς τὴν καλλιέργειαν. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀντιστάθμισμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ ὁ ψιλὸς κύριος εἰς τὸν οὑτωσεὶ καταστραφέντα ἐμφυτευτήν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ ἄρθρον, τὸ προνοοῦν περὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ κανόνος, ὑποστηρίζω ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ ρυθμισθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ ὁ ἐμφυτευτὴς εἰς τὸν ψιλὸν κύριον, μεταξὺ τοῦ 10–15% καὶ εἰς μὲν τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, παραδόξως ὅμως βλέπω τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον τροπολογημένον.
§28Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἦτο δήμευσις τὸ ἄλλο.
§29Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἦτο δήμευσις, λέγετε σεῖς, ἡμεῖς λέγομεν ὅτι ἡ δήμευσις ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπὲρ ἡμῶν. Παραδόξως λέγω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦ κανόνος εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὁρίζεται εἰς 15%, ἀλλὰ καὶ τὴν περίεργον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, διατύπωσιν ὅτι ἐνῷ διὰ τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργηθοῦν κατόπιν προσπαθοῦμεν, ἀδιάφορον ἄν θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, νὰ καταλύσωμεν τὴν σχέσιν τῆς ἐμφυτεύσεως δικαιώματος ἐξαγορᾶς τοῦ κανόνος, τοῦ ὑφισταμένου τοῦ ἀναγνωριζομένου. Καὶ ἐρωτῶ ἐὰν τὸ πρᾶγμα τοῦτο εἶνε ἀνήθικον, ἐὰν θεωρεῖται ὑπερβολικόν, ἐὰν θεωρεῖται τοκογλυφικὸν καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ρυθμίζεται εἰς τὸ μέλλον πρὸς τόσα τοῖς ἑκατὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τοκογλυφία αὐτή, ἡ ἀνηθικότης αὐτὴ τοῦ ὑπερβολικοῦ αὐτοῦ κέρδους νὰ λαμβάνηται ἀκόμη;
§30Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τόσον μᾶλλον, καθόσον αὐτὸ πρόκειται, νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐξαγοράσουν τὸν κανόνα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι αὐτοὶ εἶνε οἱ ἀπένταροι.
§31Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ νόμος ὁ ρυθμίσας τὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου, ὁ ἰσχύων σήμερον, δὲν ἐρρύθμισε τὸν τόκον διὰ τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συνάπτωνται μετὰ τὸν νόμον, ἀλλὰ ὑποχρεωτικῶς ὑπήγαγε καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπαγάγῃ, καὶ ὅλας τὰς ἐνεστώσας σχέσεις καὶ ὑπεχρέωσεν ὅλους τοὺς δικαιουμένους τόκων οὕτως ὥστε ἄνω τοῦ 9 καὶ 12% νὰ καθορίσουν τὸν τόκον σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνήθικον διὰ τὸ μέλλον εἶναι ἀνήθικον καὶ διὰ τὸ παρελθόν, εἶναι ἀνήθικον καὶ διὰ τὸ παρόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἀνήθικον εἶναι μόνον διὰ τὸ μέλλον. Εἶναι μέτρον ἀνήθικον ἡ τοκογλυφία ἐὰν εἶναι πράγματι τοκογλυφικὸν καὶ δι’ αὐτὸ τὴν καταργοῦμεν τελείως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμήν, οὔτε ἐπὶ δύο λεπτά, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τοκογλυφία ἀδιάφορος διὰ τὸ παρὸν, τὸ παρελθὸν ἢ τὸ μέλλον, ἄν πράγματι εἶναι τοκογλυφία.
§32Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς ὑπὸ τῶν ἐμφυτευτῶν, διότι ἄλλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταργηθῇ ποτέ.
§33Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τόσον τὸ καλύτερον διὰ σᾶς. Ἐν πάσει περιπτώσει φρονῶ ὅτι πρέπει τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ διατυπωθῇ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ καθορίζεται σαφῶς καὶ καθαρῶς τὸ ἐμφυτευτικὸν ποσοστὸν τοῦ τόκου, τὸ ὁποῖον δύνανται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ εἰσπράττουν καὶ εἶναι τοσοῦτον, μᾶλλον ἀναγκαῖον καθ’ ὅσον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει διατυπωθῆ δυστυχῶς, ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι ἀμφοτεροβαρές, δὲν εἶναι ἐφαρμόσιμον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν πραγματικότητι καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε ὅπως ἔχει διατυπωθῇ τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἀπαιτηθῇ μακρὸς δικαστικὸς ἀγών, πρὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἀποτραπῶσιν οἱ ἐμφυτευταὶ διὰ ν’ ἀναλάβουν τὸν ἀγῶνα καὶ νὰ κανονίσουν τὰς λεπτομερείας, ποία ἦτο ἡ ἀξία ἡ ἀρχικὴ τῆς γῆς, ποῖαι αἱ δαπάναι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθη τὸ κτῆμα εἰς ἐμφύτευσιν, ποία εἶναι ἡ ὁλικὴ ἀξία καὶ νὰ ἀρχίσουν οἱ ἀγῶνες διὰ νὰ κανονίσουν, τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβουν. Δι’ αὐτό, ἕνεκα τῶν διατυπώσεων θὰ μακρύνωνται πολὺ καὶ θὰ ληφθῇ ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ καὶ ἀπόλυτος ὥστε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξακολουθῇ ἀσχολουμένη περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς λύσεως τῶν σχέσεων τῆς ἐμφυτεύσεως, θὰ ἐξακολουθῇ καταβαλλόμενος ὁ κανὼν πρὸς 33%. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο ἀνάγκη, ὥστε καὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ ἐψηφίζετο τοὐλάχιστον νὰ ἐκανονίζετο ὁ κανὼν εἰς ἕνα ποσὸν καὶ ἄν ἔστω ὁ κ. Ὑπουργὸς εἴτε ἡ Βουλὴ δὲν ἔχουν ἀκόμη τελείως ἀποκρυσταλλώσῃ ἐν ἑαυτῇ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λυθῇ τὸ ἐμφυτευτικὸν ζήτημα, δύνανται—ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἔστεργον καὶ εἰς ἀναβολήν, πάντως ὅμως οὐδέποτε πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ποσὸν τοῦ κανόνος ὅπως ἔχει. Διεφώνησα ρητῶς καὶ ἐξακολουθῶ διαφωνῶν εἰς τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ λεγόμενοι ψηλοὶ κύριοι. Ὑποστηρίζω τὴν γνώμην, τοὐλάχιστον εἶναι φυσικόν, ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι δὲν δικαιοῦνται οὔτε νομικῶς οὔτε ἠθικῶς νὰ ζητήσωσιν πλὴν τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ γῆ τὴν ὁποίαν παρέδωκαν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον. Ἀληθῶς μίαν τοιαύτην λύσιν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν διὰ τὴν λύσιν τῆς ἐμφυτευτικῆς σχέσεως καὶ αὐτὴ ἐντελῶς θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην λίαν προσεχῶς ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ. Διότι κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ λύσις τῆς ἐμφυτευτικῆς σχέσεως εἶναι ἀδύνατος. Ἀληθῶς πλανᾶταί τις ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἐκ μέρους ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐνδιαφερομένου μὲν ἀλλ’ ἀποβλέποντος εἰς ὡρισμένας καὶ στενὰς περιφερείας κατὰ τὰς ὁποίας τὸ κτῆμα προσδιορίζεται ἔχον τὴν α ἢ β ἀξίαν καὶ ἀκούονται γνῶμαι ὅτι ὑπάρχουν κτήματα ἐν Μακεδονίᾳ ἔχοντα ἀξίαν 3–4 χιλ. δραχμῶν. Αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συναντᾶται ἕνεκα τοπικῶν συνθηκῶν καὶ ἰδιαιτέρων γεγονότων καὶ εἶναι τὸ τοιοῦτον προκειμένου περὶ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἄν λάβῃ ἕνα κτῆμα τὴν ἀξίαν δὲν ἕπεται ὅτι γενικὴ εἶναι καὶ ἡ τοιαύτη ἀξία. Διὰ τοῦτο ἡ μόνη ἀρχὴ ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀκολουθηθῇ καὶ νὰ λυθῇ ἡ λεγομένη ἐμφυτευτικὴ σχέσις δὲν ἦτο ἄλλη παρὰ ἡ διάλυσις τῆς ἑταιρείας μὲ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Ἄν ὁ ψιλὸς κύριος παρέδωσεν πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἄγονον, ἀκαλλιέργητον, θαμνώδη, δασώδη καὶ τὰ λοιπά, ἡ γῆ αὕτη προϊόντος τοῦ χρόνου, μαζὺ μὲ τὰ ποσοστὰ τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε τόσα πολλὰ ὁ ψιλὸς κύριος, μετέβαλλεν μορφὴν, μετέβαλλεν ὄψιν τὸ κτῆμα καὶ ἀπὸ ἄγονον, ἀπὸ δασώδη, ἀπὸ πετρώδους γῆς ἔγινε σήμερον γῆ καλλιεργήσιμος, γῆ κατάλληλος πρὸς οἱανδήποτε καλλιέργειαν, ἔγιναν χωράφια χωρὶς διαφορὰν τιμῆς καὶ πολὺ μεγαλυτέραν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν παρεδόθη εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν καὶ ὁ ὁποῖος ὑπέστη ὅλα τὰ βάρη τῆς μέχρι τοῦδε καλλιεργείας καὶ ἐμφυτεύσεως, διότι δὲν θέλω νὰ κατατρίψω εἰς ἀριθμούς, ἀλλὰ τὰ βάρη τῆς σημερινῆς καλλιεργείας τῆς τρεχούσης, τῆς καλλιεργείας τοῦ ἔτους κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ παραγωγὴ τῶν καπνῶν καὶ ἡ ἀξία αὐτῶν δὲν ὑπερέβαινε τὴν ἀξίαν τῶν ἐξόδων καὶ εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν δὲν ἔμεινε παρὰ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατέβαλλε εἰς τὴν ἐμφύτευσιν, οἱ ἰδιοκτῆται οἱ ὁποῖοι παρέδωκαν τὰς ἀγόνους γαίας των καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν παρὰ κτηματοδόται, ἔχουν τὴν γῆν αὐτῶν βελτιωμένην εἰς τὴν τιμὴν τῶν πολέμων, εἰς τὴν τιμὴν τὴν σημερινὴν, εἰς τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ γίνῃ ἐξαγορὰ τοῦ κτήματος. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο κεφαλαιώδη ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχω ἀντιρρήσεις καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος.....
§34Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἰδιοκτησία ἡ ψιλὴ εἶναι βάρος νομίζετε;
§35Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κάθε ἄλλο, ἀλλ’ ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ λάβουν εἶναι ἡ ἀξία τῆς γῆς ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὴν παρέδωσαν. Ἄν ὑποστηρίζω τοῦτο τὸ πράττω διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶ ἀπέναντι πολλῶν διαφωνιῶν, ἀπέναντι πολλῶν διαμαρτυριῶν καὶ ἀπέναντι τῶν διαφορετικῶν ἀντιλήψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τοῦτο προσχωρῶ εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν ὅτι ἡ ἀξία τῆς γῆς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ μόνον ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς γῆς ἣν παρεδόθη. Ἄν ταῦτα δὲν ληφθῶσι ὑπ’ ὄψει, αἱ ἄλλαι διαφωνίαι τὰς ὁποίας ἔχω ἐπὶ τῶν ἄρθρων, εἶναι λεπτομέρειαι ἐπὶ τῆς διατυπώσεως καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι περιττὸν νὰ τὰς ἀναπτύξω. Διότι ἐφ’ ὅσον δὲν γίνουν αἱ οὐσιώδεις αὗται τροποποιήσεις, ἡ πρώτη τροποποίησις, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν γίνῃ ἡ δευτέρα τοὐλάχιστον εἶναι περιτὸν ν’ ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὸ ἄν διετυπώθησαν καλῶς τὰ ἄλλα ἄρθρα, ἢ πρέπει νὰ διατυπωθῶσιν κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀνεφάρμοστον καὶ ἐπιβλαβὲς καὶ ἡ σχέσις αὐτὴ θὰ ὑφίσταται καὶ εἰς τὸ μέλλον καὶ θὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἀνηθικότης κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδωμεν εἰς τὰ τσιφλίκια ἄν ἐξακολουθήσουν διατηρούμενα ὡς διατηροῦνται. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἄν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ἔχει τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 8ον ὡς πρὸς τὸν κανόνα συμφώνως εἴτε μὲ τὰς ὑποδείξεις, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, θὰ τὸν παρακαλέσω, λέγω, νὰ δηλώσῃ τὴν ἀποδοχὴν ἢ μὴ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, ὄχι τώρα ἀμέσως, ἀλλὰ κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ἵνα ἐκεῖθεν κανονίσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἄν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ὁμιλίαν μας καὶ ἄν πρέπει νὰ ἀσχολούμεθα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Δαζέας ἔχει τὸν λόγον.
§37Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Διὰ νὰ ἔχῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ γνωρίζω εἰς αὐτὴν μία προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 1ον, § 3. Ἡ προσθήκη εἶναι ἡ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Τὴν προσθήκην ταύτην ἀναγινώσκω ἵνα ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν ρητόρων καὶ προληφθῶσιν μακραὶ συζητήσεις.
§38Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Θὰ ἤθελον, κύριοι βουλευταί, ριζικωτέραν καὶ γενναιοτέραν τὴν νομοθετικὴν λεπίδα κατὰ τοῦ σεσηπότος θεσμοῦ τῆς ἐμφυτεύσεως. Διότι ὁ νόμος αὐτὸς τῆς ἐμφυτεύσεως, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς κατεστοιχήθη εἰς τοὺς κώδικας τοῦ Ρωμαϊκοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν λαομίσητον αὐτοκράτορα Ζήνωνα, τὸν αὐτοκράτωρα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐτάφη ζῶν ἐν καταστάσει μέθης διατελῶν προδοθεὶς ὑπὸ τῆς συζύγου του, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀφ’ ἧς τοῦ ἀπέδωσαν νομικὴν ἔννοιαν καὶ νομικὴν δύναμιν εἰς τὴν προϋπάρξασαν καὶ ἀμφισβητουμένην τότε σχέσιν μεταξὺ καλλιεργητῶν τῆς γῆς καὶ ἰδιοκτητῶν, μέχρι τῆς σήμερον εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐχρησίμευσεν ὁ θεσμὸς οὗτος παρὰ εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς ἀριθμοῦ χωροδεσποτῶν καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν μερίδων δουλοπαροίκων. Διότι ὁ θεσμὸς αὐτὸς τί εἶναι παρὰ ἕν παράδοξον, ἕν ἀλλόκοτον συνάλλαγμα κατὰ τὸ ὁποῖον παρίσταται ὡς κύριος τῆς γῆς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οὔτε θέλει οὔτε δύναται νὰ καλλιεργήσῃ τὴν γῆν συμβαλλόμενος μὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θέλει καὶ δύναται νὰ καλλιεργήσῃ ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ἐὰν δὲν συνομολογήσῃ ὄχι μόνον αὐτὸς ἀλλὰ καὶ τὰ τέκνα του καὶ ὅλαι αἱ παρεπόμεναι γενεαί του. Δὲν δύναται λοιπὸν κανεὶς νὰ φαντασθῇ δουλείαν χειροτέρου εἴδους, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὁποίαν καθώρισεν εἰς τὸν κόσμον ὁ νόμος τῆς ἐμφυτεύσεως, δουλεία τοῦ χειροτέρου εἴδους διότι ἐὰν εἷς λαὸς ὑποδουλοῦται εἰς τὸν δεσπότην, εἰς τὸν κατακτητήν, διαφυλάττει τὴν ἐλπίδα νὰ ἴδῃ μίαν ἡμέραν ἑαυτὸν ἐλευθερούμενον ἀπὸ τῆς δουλείας. Ἀλλὰ ὁ ὑποδουλούμενος ὑπὸ τῶν θεσμῶν τῆς ἐμφυτεύσεως παραδίδει αὐτὸν εἰς ὅλους τοὺς ἀπογόνους του.
§39Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν εἶναι συγκυριότης πλήρης τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφυτεύσεως κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἰδικούς μας;
§40Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας νὰ ὁμιλήσητε. Διὰ τοῦτο λέγω ὅλαι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι κατὰ τοὺς δύο τελευταίους αἰῶνας ἢ τὸν κατήργησαν τὸν θεσμὸν αὐτὸν ἢ τὸν διερρύθμισαν ριζικῶς. Ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὸ ἡμέτερον κράτος εὐθὺς ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα ὑπὸ τοῦ 1835 ἐξεδήλωσεν τὴν ἀποστροφὴν αὐτοῦ πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦτον διὰ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν κατὰ τὸ 1835 καὶ κατὰ τὸ 1836 διὰ τῶν ὁποίων ρητὴν ἀνέγραψαν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπηγόρευον τὰ κτήματα ταῦτα νὰ τίθενται ὑπὸ ἐμφύτευσιν. Ἀλλὰ τὸ κορύφωμα τοῦ νομοθετικοῦ πνεύματος τῆς ἀναγεννηθείσης Ἑλλάδος ἀπεκρυσταλλώθη εἰς τὸν ἀστικὸν κώδικα, τὸν ὁποῖον διεμόρφωσαν οἱ λαμπρότεροι ἀστέρες οἵτινες ἐφώτισαν εἰς τὸ νομικὸν στερέωμα τῆς Ἑλλάδος. Οἱ συντάκται τοῦ κώδικος εἰς τὸ ἄρθρον 851 οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ κατήργησαν τὸν θεσμὸν τῆς ἐμφυτεύσεως. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἤθελον ριζικωτέρα τὴν μάχαιραν τὴν νομοθετικὴν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἠναγκάσθην, κύριοι βουλευταί, νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ λόγια διὰ νὰ ἐκδηλώσω τὴν ἀποστροφήν μου κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου διότι ἐτονίσθησαν ὕμνοι εἰς τὸν θεσμὸν αὐτὸν ἀπὸ μέρους τῶν ἀντιτασσομένων κατὰ τοῦ νομοθετήματος καὶ ἠκούσθησαν ὀλοφυρμοὶ ὅτι πρόκειται διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ ἀνακοπῇ ἡ γεωργικὴ ἀνάπτυξις τῆς χώρας. Ἀλλὰ ὄπισθεν τῶν λόγων τούτων τῶν ἀντιτιθεμένων κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐμφυτεύσεως κρύπτεται τὸ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον τοὺς ὁδηγεῖ καὶ τὸ ὁποῖον τοὺς ὠθεῖ νὰ παραστήσωσι τὸν κανόνα τὸν ὁποῖον ἀπολαμβάνουσι ὡς ὠφέλειαν ἐπὶ τοῦ κτήματος, νὰ θέλωσι νὰ παραστήσωσι ὡς τὸ ἁγνότερον τὸ ἀδολώτερον ὄφελος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἷς κεφαλαιοκράτης. Ἠμφισβήτησαν δὲ ὅτι ὁ κανὼν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ τόκος τὸν ὁποῖον ἀποδίδει τὸ κεφάλαιον. Ὄχι, λέγουσιν, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ὁ κανὼν μὲ τὸν τόκον...........
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ δὲν ἔχει.
§42Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὸς τοῦτος ὁ τόκος τοῦ κεφαλαίου. Γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται διὰ τῶν ἀριθμῶν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται μαθηματικῶς. Ὅταν, κύριοι, λέγωμεν ὅτι ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν 100 ὀκάδων σταφίδος ἢ τῶν 100 ὀκάδων σίτου δὲν δίδεται ὡς κανὼν 15, 25, 30% δὲν λέγετε τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον σᾶς παραδίδω, θὰ μοῦ δώσητε τόκον 15, 25, 30%.
§43Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἐνῷ ὁ τόκος ὀφείλεται ἀσχέτως.
§44Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Εἶναι κἄτι τὶ περισσότερον, δὲν εἶναι μόνον ὁ τόκος ὁ ὑπέρμετρος, τόκος αἰσχροκερδὴς καὶ τοκογλυφικός. Εἶναι κἄτι τὶ πλέον, διότι τὸ ποσοστὸν τῶν 15, ἢ τῶν 30% τὸ λαμβάνει ὄχι ἀπὸ τὸ κεφάλαιον μόνον τὸ ὁποῖον δίδει ὁ κύριος εἰς τὸν καλλιεργητήν, ἀλλὰ τὸ λαμβάνει καὶ ἀπὸ τὰς δαπάνας τὰς πολὺ μεγαλειτέρας ἀξίας τὰς ὁποίας ἔχει καταθέσει καὶ αὐτὸς καὶ αἱ ὁποῖαι συνιστῶσιν παραγωγὴν 100 ὀκάδων. Αὐτὰς δὲν τὰς ἀπέδωσε μόνον τὸ κτῆμα, ἡ γῆ τοῦ ἑνὸς στρέμματος, ἀλλὰ τὰς ἀποδίδουσι καὶ τὰ κεφάλαια καὶ οἱ ἱδρῶτες, τοὺς ὁποίους καταβάλλει ἡ οἰκογένεια ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Δὲν εἶναι τόκος τοῦ κεφαλαίου σας, ἀλλὰ καὶ τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον διέθετεν αὐτός. Εἶναι ἀληθὲς σοβαρόν, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Τὸ σχέδιον τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, συνετάχθη ἀπὸ τοὺς μεγαλειτέρους νομομαθεῖς τῆς κλασσικωτέρας νομικῆς ἐποχῆς, θέτει ὡς βάσιν ἀποζημιώσεως τὴν κεφαλαιοποίησιν τοῦ κανόνος. Μὴ νομίσετε ὅτι ὑπῆρξε τοσοῦτον ἐλαφρὰ καὶ ἐπιπολαία ἡ γνώμη, εἰς ἣν κατέληξαν οἱ συντάκται τοῦ σχεδίου τοῦ κώδικος, ἀλλ’ ἐμόρφωσαν τὴν γνώμην ταύτην σύμφωνα μὲ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς συνθήκας τὰς τότε κρατούσας, διότι, ὡς εἶπον, κύριοι, ὁ κανὼν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ τόκος δι’ ὄφελος, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ κεφάλαιον τὸ παραδιδόμενον εἰς τὸν καλλιεργητήν. Ὁ τόκος αὐτὸς καὶ εἰς ἐποχὰς προγενεστέρας τῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου τοῦ Κώδικος δὲν ἀνήρχετο εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ τότε ἐν χρήσει τόκου καὶ τότε ὁ τόκος συνειθίζετο, διότι καὶ ὁ Ρωμαϊκὸς νόμος πρὸ τῆς παλιγγενεσίας δὲν ἐπετρέπετο ἀνώτερος 12%, ὁ κανών, λοιπὸν ἐκυμαίνετο περὶ αὐτοῦ τοῦ ὅρου. Αἱ παλαιαὶ ἐμφυτεύσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάζωσιν ὡς ἀπόδοσιν κανόνος τὸ τρομακτικὸν αὐτὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνοίχθησαν σήμερον οἱ κανόνες οἱ ἐμφυτευτικοὶ εἰς τὰ 30 καὶ 35%, ὅλοι οἱ πρὸ πεντηκονταετίας κανόνες ἦσαν ἐλάσσονες τῶν 12%, ἔχοντες δὲ τοῦτο ὑπ’ ὄψει οἱ συντάκται τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ἐλάμβανον ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ κεφαλαιοποίησις θὰ γίνῃ ὡς ῥητῶς ἀναφέρεται εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Κώδικος, διὰ τὸν ἐν χρήσει τόκον ὅστις ἦτο 12%. Ἄν λοιπὸν θελήσωμεν τὴν βάσιν αὐτὴν νὰ προσαρμόσωμεν μὲ τὰς σημερινὰς περιστάσεις τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ὀρθὸν καὶ δίκαιον ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἅπαξ ἐτέθη ὡς ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ τρόπος τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ τὸ τελευταῖον μάλιστα προσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον ἐγώ, φλεγόμενος ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἴδω ἐπιψηφιζόμενον τὸ σχέδιον τοῦτο καὶ λαμβάνων ἰσχὺν νόμου δὲν θὰ θελήσω ἐπὶ πλέον νὰ συζητήσω ἐπὶ ἄλλης ἐκδοχῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ ἀποζημιώσεως, συντασσόμενος πληρέστατα μὲ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ ἐλπίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ προλαμβάνονται καὶ διαφυλάσσονται καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ κύριοι τῶν ἐμφυτευτικῶν κτημάτων, σωζόμενοι ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κατὰ χειμάρρους φοβεροὺς καὶ κινδυνεύσεις ἐξώρμησεν ἀπὸ τὰς Ρωσσικὰς στέππας καὶ ἀπειλεῖ νὰ παρασύρῃ καὶ τοὺς αὐθέντας καὶ τὰ τσιφλίκια των. Μίαν θὰ εἶχον παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἡ ὁποία θὰ διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἐδ. γʹ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸ ὁποῖον «εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ τῆς ἀποζημιώσεως δηλονότι «προστίθενται καὶ αἱ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τυχὸν καταβληθεῖσαι δαπάναι ἐκ τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ στοιχεῖον β». Κύριοι, παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αἱ παρουσιαζόμενοι ἐμφυτεύσεις εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα δὲν ἔχουσι πολὺ παλαιὰν καταγωγήν. Εἶναι ὅλαι δημιουργήματα μιᾶς ἀπαισίας ἐποχῆς ἀπὸ μιᾶς πεντηκονταετίας καὶ ἐντεῦθεν. Μὴ σᾶς φανῇ παράδοξον τὸ πρᾶγμα. Ὁ ἀείμνηστος νομομαθὴς ὁ Οἰκονομίδης εἰς τὸ σύγγραμμά του λέγει: ἐν Ἑλλάδι σήμερον δὲν ὑπάρχουσιν ἐμφυτεύσεις ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου· εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο βεβαιοῖ ὁ σοφὸς καὶ πολύπειρος καὶ πολυγνώστης ἐκεῖνος νομοδιδάσκαλος. Τὰ ἐμφυτευτικὰ δικαιώματα τῶν κυρίων ἐδημιουργήθησαν διὰ τῶν μέσων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησαν οἱ κύριοι ἵνα ἐπιτύχωσι νὰ ὑποτάξωσι τοὺς καλλιεργητὰς τῶν κτημάτων εἰς τὰς διαθέσεις των καὶ τὰς ὀρέξεις των καὶ συνεπείᾳ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Σήμερον λοιπὸν θὰ εἶναι δύσκολον ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τοὐλάχιστον σαφεῖς ἀποδείξεις καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν συνέστη μία ὡρισμένη ἐμφύτευσις εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν ποίας δαπάνας κατέβαλεν ὁ παραδοὺς τὸ κτῆμα τυχὸν πρὸς καλλιεργητήν. Ἂν εἶναι δύσκολον τοῦτο διὰ τὸν δυστυχῆ καὶ τὸν ἁπλοῦν ἀγρότην εἶναι εὔκολον ὅμως νὰ ἀποδειχθῇ, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσι νὰ διαθέτωσιν, ὑπὸ τῶν κυρίων. Εἶναι δυνατὸν δηλονότι κατὰ τὴν παρεχομένην εἰς αὐτοὺς εὐκαιρίαν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τὴν ὁποίαν ὑπέμνησα, νὰ παρουσιάζωσιν ἕνα ἀριθμόν ψευδομαρτύρων διὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι ὁ πάππος των εἰς μίαν ὡρισμένην ἐποχὴν μετέφερε διὰ τοῦ κάρρου του τὴν κόπρον διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος ἢ διὰ τῶν ἀρότρων του συνετέλεσεν εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ κατασταθῶσιν αὐτοὶ οἱ κύριοι τῶν κτημάτων ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποδείξωσιν οἱ ἀγρόται πράγματα τὰ ὁποῖα, ὡς αὐτά, δὲν ἔχουσιν ἀληθῆ τὴν καταγωγήν, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀποδείξωσιν ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς σχέσεώς των μετὰ τοῦ κυρίου, θὰ παρεῖχε λοιπὸν εἰς τοὺς κυρίους τῶν κτημάτων ἡ διάταξις αὐτὴ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι ἐδαπάνησαν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς διάφορα ποσά. Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ ἔκφρασις αὐτὴ καὶ ἡ λέξις «τυχὸν» νὰ γίνῃ «ἀποδεδειγμένως». Πρὸς καθοδήγησιν τῶν δικαστηρίων δηλονότι πρέπει νὰ ἐπιστήσωσι σοβαρῶς τὴν προσοχὴν αὐτῶν, ἵνα προκύπτῃ ἀδιάσειστος ἡ ἀπόδειξις.
§45Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀποδεικνύεται διὰ δημοσίου ἐγγράφου.
§46Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Θὰ ἔλεγον ὅτι οὕτω θὰ ἔπρεπεν οἱ κύριοι νὰ ἀποδεικνύωσιν ἐγγράφως, διότι κατὰ τεκμήριον βεβαίως ὑποτίθεται ὅτι τὰς δαπάνας κατέβαλον οἱ καλλιεργηταὶ τῶν κτημάτων. Πρέπει ἡ ἔκφρασις τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ νὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ ἀποδεικνύωνται αἱ τυχὸν δαπάναι, τὰς ὁποίας κατέβαλον οἱ κύριοι τῶν κτημάτων.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§48Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐσκόπουν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ περαιτέρω συζητήσεις, διότι νομίζω ὅτι τόσα ἐλέχθησαν καὶ ἐγγράφησαν ἐπὶ τοῦ θέματος, ὥστε παρέλκει πᾶσα συζήτησις. Ἀλλ’ αἱ ἀγορεύσεις τῶν δύο προλαλησάντων συναδέλφων μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ δύο σημείων, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν. Καὶ πρῶτον ὁ κ. Γόντικας ὡμίλησε περὶ ὑπερβολικῆς καὶ σταθερᾶς αὐξήσεως, ἡ ὁποία προκύπτει μόνον διὰ τὸν ψιλὸν κύριον καὶ ὄχι διὰ τὸν ἐμφυτευτήν. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας ηὐξήθησαν, ἀλλ’ εἶναι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα καλύπτονται ἀπολύτως ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παραμένει κατὰ τὰ ⅘ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Εἶναι λοιπὸν ὅλως ἄδικον τὸ λεχθέν, διότι ἡ αὔξησις εἶναι ἀναλογικὴ τόσον διὰ τὸν ψηλὸν κύριον τῆς γῆς, ὅσον καὶ διὰ τὸν ἐμφυτευτήν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου λέγει ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀχαϊοήλιδος κατηγορεῖ τὴν σχέσιν ταύτην ὅτι αὕτη εἶναι ἀνήθικος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐγὼ διατείνομαι ἀπολύτως τὸ ἐναντίον.
§49Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ πέραν ὡρισμένου ποσοῦ ποσοστὸν εἶναι ἀνήθικον.
§50Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ καὶ τοῦτο ἐὰν δεχθῶ θὰ ἐρωτήσω τί ἔγινεν εἰς ἄλλας χώρας, ὅταν κατήργησαν ἄλλας σχέσεις πολὺ πλέον ἀρκετὰ ἀνηθίκους, πρὸς τοῦτο δὲ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ παράδειγμα μιᾶς μεγάλης χώρας καὶ συμμάχου ἡμῶν τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατήργησεν εἰς τὰς Ἰνδίας τὸ ἐμπόριον τῶν δούλων. Τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν δούλων, τοὺς κυρίους αὐτῶν, τοὺς ἔχοντας τὴν σχέσιν ταύτην τοῦ νὰ ἐμπορεύωνται τὸ ἀνθρώπινον σῶμα, ἡ Ἀγγλία δὲν τοὺς ἐστέρησε τῆς ἰδιοκτησίας των ταύτης τῆς βεβαιώσεως ἀνηθίκου χώρας νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ, παρ’ ὅλην τὴν ἀνήθικον σχέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, τοῦ νὰ μετέρχωνται τοιαύτην ἐμπορίαν. Συνεπῶς καὶ ἀνήθικος ἂν κριθῇ ἡ σχέσις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τύχῃ τῆς ἀποζημιώσεως δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος διατείνεται καὶ κἄτι τι ἄλλο, ὅτι νομίζει ὅτι ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τούτου τῆς ἐμφυτεύσεως ἔπρεπε κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ αἱ διατάξεις περὶ τόκου. Ἐγράψαμεν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν ἔκθεσίν μας ὅτι νομίζω ὅτι γίνεται σύγχισις δύο ἀνομοίων πραγμάτων, δύο ἐντελῶς διαφόρων πραγμάτων. Εἶναι ἐντελῶς διάφορος ὁ τόκος τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος, διότι ὁ μὲν τόκος ὀφείλεται ν’ ἀποδίδεται ἀσχέτως πάσης παραγωγικότητος τοῦ κεφαλαίου τοῦ χορηγουμένου ὑπὸ τοῦ κεφαλαιούχου, ἐνῷ ὁ ἐμφυτευτικὸς κανὼν ἀποδίδεται ἐφόσον καὶ καθόσον ἤθελεν ὑπάρξῃ παραγωγὴ τῆς γῆς, δηλαδὴ μετὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἐν τῇ ἐμφυτεύσει διατρέχει καὶ συνκινδυνεύει τοὺς αὐτοὺς κινδύνους καὶ ὁ ψηλὸς κύριος γῆς, τοὺς ὁποίους δὲν τρέχει εἰς τὸν τόκον ὁ ἰδιοκτήτης τῶν κεφαλαίων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ σύγκρισις αὕτη εἶναι λίαν ἄστοχος καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Δαζέα ὅτι ἡ σχέσις αὕτη ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ παρ’ ἡμῖν ὡς ἀπότοκος ἄλλης ἐποχῆς καὶ ἄλλων χρόνων, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ βάσιν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπομεν χώρας πολὺ μᾶλλον προηγμένας ἡμῶν ὡς ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ τὸ Βέλγιον, αἱ ὁποῖαι διατηροῦσι τὴν σχέσιν τῆς ἐμφυτεύσεως.
§51Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ Γαλλία ὄχι.
§52Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, διατηρεῖται ἡ ἐμφύτευσις ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ διαρκοῦς· εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἑκατονταετίας συνεπῶς ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῆς ἐμφυτεύσεως. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας εἰς τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ τρίτον νομοσχέδιον περὶ ἐξαγορᾶς τῶν ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων. Τὸ πρῶτον βασίζεται ἐπὶ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος, τὸ δεύτερον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἀποδόσεως τῆς γῆς, καὶ τὸ τρίτον ἐπὶ τῆς ὁλικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, δηλαδὴ στηρίζεται ἐπὶ νέας ὅλης βάσεως καὶ ἐμφανίζεται οὕτω εἰς τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν κινδυνεῦον νὰ γίνῃ νόμος χωρὶς νὰ ἀκουσθῶσιν αἱ τροπολογίαι, καὶ πολὺ περισσότερον νὰ μελετηθῶσιν, καὶ πρόκειται ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἑσπέρᾳ νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Ἡ ρύθμισις τῆς σχέσεως ταύτης ἀπεδείχθη πόσον δυσχερὴς εἶναι μόνον καὶ μόνον ἐκ τοῦ λόγου ὅτι κατὰ τὰς τρεῖς διαφόρους συζητήσεις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τρεῖς διαφόρους ὅλως ὄψεις. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος τούτου θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐξάρω, διότι πάντες κάλλιον ἐμοῦ τὴν γνωρίζετε. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοῦ τελευταίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας εἶναι ἡ ὁλικὴ ἀξία τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κτήματος. Ἡ βάσις αὕτη ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην ὅτι ἐλήφθη ἐκ τῆς ριφθείσης ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ Ἐπιτροπῇ γνώμης, τῇ συνεδριασάσῃ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαϊοήλιδος κ. Ἀργυροπούλου, ἀλλ’ ἡ διατύπωσις τοῦ κ. συναδέλφου νομίζω ὅτι ἦτο ἡ ἑξῆς: Ἔλεγεν: ἡ ἐμφύτευσις εἶναι κύριοι, μία συνεταιρικὴ ἀντιρητικὴ σχέσις προκύπτουσα ἀρχικῶς ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς καταβολῆς ἐκ μέρους τοῦ ὑψηλοῦ κυρίου τῆς γῆς, ἐκ μέρους δὲ τοῦ ἐμφυτευτοῦ τῆς ἐργασίας. Συνεπῶς οὕτω παρήχθη ἕν Α κεφάλαιον. Σήμερον ὅμως ἔχει μίαν ἄλλην ἀξίαν, ἀξίαν βεβαίως ὅλως διάφορον, πολὺ ὑπερτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε τὸ κτῆμα. Καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ διαλύσωμεν τὴν σχέσιν ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ὅ,τι θὰ ἐγίνετο ἐν περιπτώσει διαλύσεως πάσης σχέσεως, δηλ. νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἀκίνητα εἰς ἑκάτερον, δηλ. τὸν ὑψηλὸν κύριον καὶ τὸν ἐμφυτευτήν, καὶ εἶτα νὰ διανεμηθῇ τὸ ὑπόλοιπον. Δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ἄλλο τι ὑπ’ ὄψιν εἰμὴ ἡ συμμετοχὴ ἑκάστου κατὰ τὴν ἀπόδοσιν δηλ. διὰ μὲν τὸν ψιλὸν κύριον πρέπει ἡ καθαρὰ πρόσοδος ν’ ἀποτελέσῃ τὸ κριτήριον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ βασισθῇ, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὸν ἐμφυτευτὴν ἡ εἰς εἶδος ἀπόδοσις. Ὁμολογεῖ δηλ. ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁ ἐμφυτευτικὸς κανὼν ὁ ἀποδιδόμενος εἰς τὸν ψιλὸν κύριον εἶναι ἐπὶ τῆς ἀκαθρίστου προσόδου, ἑπομένως τὸ 20% δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς καθαρὰ πρόσοδος διότι ὑπάρχουν ἐν τούτῳ καὶ τὰ ἔξοδα καλλιεργείας, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἀναβιβάζῃ εἰς 22%, ἀλλὰ τὰ δέχεται εἰς 20%. Οὕτω δὲ προστιθέμενα τὰ 20% ταῦτα εἰς τὸν ἐμφυτευτικὸν κανόνα ἔστω 20%, θὰ ἀποτελέσωσι τὰ 4)10 ἤτοι τὴν ἀξίαν, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς τὸν ψιλὸν κύριον ἵνα τὰ 6)10 μείνωσιν εἰς τὸν ἐμφυτευτήν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ θεωρῶ, ὅτι ἡ ἄποψις αὕτη δὲν ὑπῆρξεν ἡ μόνη ἀφορμὴ ἐξ ἧς συνεφώνησε μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἄλλη ἐπιστημονικὴ ἀφετηρία. Εἶνε δ’ αὕτη ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν αὐτὸς οὗτος προχθὲς ἔθεσεν ἰσχυριζόμενος πρὸς τοῦτο, ὅτι ἡ ἀξία τῆς ἐγγείου κτήσεως δὲν παρακολουθεῖ τὴν ἀξίαν τῶν προϊόντων τῆς παραγωγῆς. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀποκρούει τὴν ἀρχικὴν βάσιν τῶν διατυπωθεισῶν κατὰ τὴν ὑποβολὴν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν βάσιν δηλαδὴ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος καὶ τὴν παροχὴν πρὸς τὸν ψιλὸν κύριον ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας καθυστερουμένου ἀντικειμένου προσφεύγει εἰς τὴν λύσιν ταύτην τοῦ κ. Ἀργυροπούλου, διὰ τῆς ὁποίας ἀσφαλῶς ἐπιτυγχάνεται εἷς ἐκ τῶν ἐπιδιωκομένων σκοπῶν, δηλαδὴ νὰ μειωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἡ εἰς τὸν ψιλὸν κύριον ἀποδιδομένη ἀξία τῆς γῆς, ἀφοῦ λαμβάνεται ὡς κριτήριον ἡ ἀξία τῆς ἐγγείου κτήσεως, ἡ ὁποία ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶνε πολὺ μικροτέρα τῆς ἀξίας τοῦ στερουμένου προϊόντος, τῆς ἀξίας τῆς παραγωγῆς. Ἀπομακρυνόμενοι ὅμως τῆς μόνης ἀληθοῦς βάσεως, δηλαδὴ τῆς καθοριζομένης διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς ταύτης ὅτι ἡ ὀφειλομένη ἀποζημίωσις δέον νὰ ρυθμίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ στερουμένου πράγματος, νομίζω ὅτι καταλήγομεν εἰς αὐθαιρεσίαν, ἡ ὁποία ἀποβαίνει τόσον μᾶλλον ἄδικος, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ προσδιορισμοῦ κατὰ βούλησιν τοῦ ποσοστοῦ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Δὲν εἶνε δὲ μόνον ἡ ζημία αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας θέλων νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν ψιλὸν κύριον, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζημία, διότι ἀφ’ οὗ λάβῃ τὴν βάσιν ταύτην θὰ ἠδύνατο ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ παρακολουθήσῃ τὰ εἴτε ἐκ συμβάσεων εἴτε ἐκ συμφώνων εἴτε ἐξ ἐθίμων κρατοῦντα εἰς τοιαύτας σχέσεις καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐλάμβανε τὴν ἀπόκτησιν ὅτι εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς σχέσεις ὁ ψιλὸς κύριος τῆς γῆς λαμβάνει ἀκριβῶς τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ὁ δὲ ἐμφυτευτὴς τὸ ἕτερον ἥμισυ, ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς ἐμφυτεύσεως τῇ συμφωνίᾳ ἀμφοτέρων, τοῦ ψιλοῦ κυρίου καὶ τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Πρὸς ἐνίσχυσιν, κύριοι, τούτου ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ ἕν παράδειγμα, χαρακτηριστικώτατον, τὸ παράδειγμα τῆς προνομιούχου ἑταιρείας, ἥτις προκειμένου περὶ τῆς ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων τὴν ἀξίαν τῶν ἀποδιδομένων διὰ τὴν ἐκρίζωσιν δὲν δίδει εἰς τὸν ἐμφυτευτήν, ὅπως εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξ ὁλοκλήρου, οὔτε κατὰ τὰ 7)10 ὡς ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον ἀλλ’ ἀποδίδει τὰ 50 ἑκατοστὰ εἰς τὸν ψιλὸν κύριον καὶ τὰ ἕτερα 50 ἑκατοστὰ εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν, συνεπῶς αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ βάσις, τὸ ἔθιμον, τὸ σύμφωνον τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε κρατεῖ. Ὥστε εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτὴν ζημίαν ἥτις προσγίνεται ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀπόψεως τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἄς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ ὅτι ἀπέδειξα ὅτι καὶ ἄλλη ζημία προσγίνεται, ἡ ζημία ἕνεκα τοῦ αὐθαιρέτου προσδιορισμοῦ εἰς τὸ ¼ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Κατὰ πόσον δ’ ἡ ζημία αὕτη προστιθεμένη εἰς τὴν πρώτην καθιστᾷ ταύτην δυσβάστακτον δύναται νὰ κρίνῃ καθόσον διατέλεσε καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶνε λίαν ἔμπειρος περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν βαρῶν. Ἀλλ’ ἄν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τοσαῦται ὑπάρχουσι ζημίαι ἀφ’ ἑνὸς διὰ τὸν ψιλὸν κύριον, ἄς ἐξετασθῶσιν ἀφ’ ἑτέρου τίνες ἐξ ἀντιστοίχου ὠφέλειαι προκύπτουσι διὰ τὸν ἐμφυτευτήν. Κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἐμφυτευτὴς ἐκ τῆς ὁλικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος ἀπολαμβάνει ὅλων τῶν δαπανῶν τῆς φυτεύσεως καὶ τὰ ¾ τῆς ἀπολύτου ἀξίας τοῦ κτήματος τῆς σήμερον ἐν ᾧ ὁ ψιλὸς κύριος δὲν ἀπολαμβάνει οὔτε τὸ ¼. Ἀλλὰ μήπως νομίζετε κύριοι, ὅτι εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιορίζεται ἡ ὠφέλεια αὕτη τοῦ ἐμφυτευτοῦ; Βεβαίως ὄχι. Εἶνε γνωστὸν καὶ οὐδένα διαφεύγει ὅτι πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς σχέσεως τῆς ἐμφυτεύσεως ὁ ἐμφυτευτὴς ἀπέκτησε καὶ κάτι ἄλλο, θὰ ἀποκτήσῃ καὶ ὁλόκληρον τὸν ἐμφυτευτικὸν κανόνα καὶ ἑπομένως θὰ ὠφεληθῇ ἐφεξῆς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως, τῆς αὐξήσεως τῆς προσόδου. Ἀκεραίαν τὴν προσαύξησιν ταύτην θὰ ἔχῃ ὁ ἐμφυτευτὴς ὁ ὁποῖος καταλήγει νὰ λάβῃ ἀκεραίαν τὴν προσαύξησιν ταύτην. Ὑποθέτω ὅτι διὰ τούτων ἀποδεικνύεται τρανότατα ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅν τρόπον ἐγένετο ὄχι μόνον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ ἀλλὰ μοί φαίνεται ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἐξαγορᾶς ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων ἀλλὰ περὶ πραγματικῆς ἀπεμπολήσεως τούτων. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι βουλευταί, ὅτι κατὰ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου μία καὶ μόνη ἀπομένει ὁδός, ἡ ὁδὸς ἡ δικονομική, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος οὗτος ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄκυρος καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἱκανοποίησις τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ ἀξία ἡ ὁλικὴ τοῦ κτήματος ἡ ψηφισθεῖσα εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον ὀρθῶς βεβαίως ἔχει διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐξευρέσεως τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ὅλου κτήματος, ἐνῶ ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐντελῶς ἄλλου πράγματος. Συνεπῶς ἡ βάσις αὕτη εἶνε ὅλως διάφορος τῆς βάσεως, ἡ ὁποία ὑπηγόρευεν εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ ἀξία τοῦ κτήματος καὶ ὄχι ἡ κεφαλαιοποίησις τῆς προσόδου. Διότι ἐδῶ ἡ ἀξία τοῦ κτήματος ὡς καὶ ἡ αὔξησις ταύτης ἀνήκει εἰς τὸν ἐμφυτευτήν, ὁ δὲ ψιλὸς κύριος ἀπολαύει μόνον τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐλαχίστου ποσοστοῦ τῶν καρπῶν ὅπερ ἀπολαμβάνει διὰ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος. — Ἐν ᾧ εἰς τὸν ἀγροτικὸν νόμον ὅλως τοὐναντίον ἡ αὔξησις τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς χωρὶς νὰ μετέχῃ ποσῶς ταύτης καὶ ὁ καλλιεργητὴς ταύτης — μόνον ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ εἰς τοῦτον περιερχομένου ποσοστοῦ ἐκ τῶν καρπῶν ἐπωφελούμενος ἀκριβῶς ὅπως ἐν τῇ ἐμφυτεύσει συμβαίνει εἰς τὸν ψιλὸν κύριον.
§53Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τόσα τοῖς ἑκατὸν δὲν παίρνουν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν τσιφλικίων;
§54Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἀποζημιοῦνται τὴν ὁλικὴν ἰδιοκτησίαν, ἐδῶ μόνον τὴν ψιλὴν κυριότητα. Σᾶς τὸ ἐξήγησα. Θὰ ἐνόμιζον δὲ ὅτι τὸ σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον τοῦ νομοθετήματος τούτου τὸ ἀποδεικνυόμενον ἐκ τῆς δυσχερείας πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς λύσεως ταύτης ἐπαρκῶς καὶ ἱκανοποιητικῶς δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη καὶ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον....
§55Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἱκανοποιητικὴ δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη.
§56Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν μᾶς χωρίζει ἢ ἕν τρίμηνον πρὸ τῆς νέας ἐσοδείας, ἐπιβάλλει ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν προχθὲς γενομένην δεκτὴν βάσιν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας τὴν παραληφθεῖσαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑποθέτω, ἐκ παραδρομῆς, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ τῶν ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1920, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς λήξῃ ἡ ἠρτημένη ἤδη ἐσοδεία, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δίκαιον νὰ ἀφεθῇ ἡ ὑπάρχουσα σχέσις ὁπότε μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τούτου ἤτοι τῆς 1ης Ὀκτωβρίου θὰ ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς χρόνος ὅπως, ἀφ’ οὗ ἀκουσθῶσι καὶ πᾶσαι αἱ ἀναπτυσσόμεναι τροπολογίαι καὶ ἀντιρρήσεις τῶν τε ἰδιοκτητῶν καὶ ἐμφυτευτῶν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου τοῦ νόμου ἐσπευσμένως ὑποβληθέντος εἰς βʹ ἀνάγνωσιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, καὶ συζητηθῶσι παρὰ κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς ἣν νὰ παραπεμφθῇ ἀπαρτισθησομένης ἐκ συναδέλφων νομομαθῶν μὴ καταγομένων ὅμως ἐκ τῶν νομῶν τῶν ἐνδιαφερομένων.
§57Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ μὴ ἰδιοκτητῶν πρὸ παντός.
§58Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Καὶ μὴ ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος ὑποστηρικτῶν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐμφυτευτῶν ἀφ’ ἑτέρου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποκλείω καὶ τοὺς δύο. Ἐκ νομομαθῶν, λέγω, ὅλως ξένων, π. χ. οἷοι εἶναι ὁ κ. Μαρῆς, ὁ κ. Καραπᾶνος, ὁ κ. Λιδωρίκης ὁ κ. Πετρίτσης καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀπειροπληθεῖς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἵτινες νὰ ὑποχρεωθῶσι μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ καταρτίσωσι νομοσχέδιον μελετημένον ἐλέγχοντες καὶ τὰ τρία ὑποβληθέντα ἐν σπουδῇ νομοσχέδια, διὰ τῶν ἐπιστημονικῶν δεδομένων, διότι βεβαίως ἡ σπουδή, ἡ ὁποία παριστᾷ τὸ κύριον γνώρισμα τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος σύμβουλος διὰ τὴν διευθέτησιν ἑνὸς τόσον σπουδαίου ζητήματος. Διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ ὑποβάλω τὴν λύσιν ταύτην, ἀναγνωρίζων κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀπαραίτητος, θεωρῶ δὲ ἔτι πλέον ἀπαραίτητον τὴν ἀνάγκην ἰδίως διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν κτημάτων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπισπεύσωσι ταχύτερον τὴν διάλυσιν τῆς σχέσεως ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ φωνὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ εὕρῃ σύμφωνον τὴν γνώμην καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἀνταποκρινομένων τελείως πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, τὸ ὁποῖον ἐπί τινας συνεδριάσεις ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, κ. Ὑπουργέ, παρὰ μόνον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, θὰ παρεκάλουν κ. Ὑπουργέ, ὅπως, εἰ δυνατόν, καὶ πάλιν τὸν ὑποχρεωτικὸν συνεταιρισμόν, τὸν συνεταιρισμὸν τὸν τόσον, δίκαιον ἐν Πελοποννήσῳ, μὴ θελήσητε νὰ τὸν ἀφαιρέσητε τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰς σταφιδοφόρους περιφερείας. Ἀφ’ οὗ τόσον ἐπιτακτικῶς καὶ ἀναγκαστικῶς ἱδρύσατε συνεταιρισμοὺς διὰ τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει συνεταιριστικὸν πνεῦμα, ἐδῶ, εἰς τὴν Πελοπόννησον ὅπου ὑπάρχει τόσον ἀνεπτυγμένον δὲν θέλετε νὰ ἐπιτρέψητε τὴν διὰ τοιούτων λύσεων ὄχι μόνον δὲν θέλετε, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὅπου εἶσθε ὑποχρεωμένος, δι’ ἰδίας διατάξεως, προκειμένου περὶ τῶν ἐμφυτευτῶν, ἐξαιρεῖτε ταύτας τῆς ὑποχρεώσεως.
§59Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν ὑπῆρχε ποτέ.
§60Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον. Θὰ ἠρχόμην ὕστερον εἰς τὸ ἄρθρον 6. Ὡμίλησα καὶ προχθὲς καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Κηρύσσεται ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριωτέον τὸ ψιλὸν δικαίωμα τοῦ κυρίου τῆς γῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. Ὑπουργέ, καλεῖτε πάντας τοὺς ἐνυποθήκους δανειστάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον ἐπωφεληθῆ τῆς παρὰ τῆς πολιτείας ἀναγκαστικῆς ταύτης διαλύσεως τῆς σχέσεως ταύτης, ὅπως ἱκανοποιηθῶσι ἐκ τοῦ ρευστοποιουμένου τούτου κεφαλαίου τοῦ ψιλοῦ κυρίου τῆς γῆς. Καλεῖτε δέ, κ. Ὑπουργέ, ὄχι μόνον τοὺς ἐνυποθήκους δανειστάς, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον καὶ προχθὲς τὴν γνώμην ὅτι ἠδύνασθε νὰ τοὺς περιορίσητε μέχρι τῆς ἐγγραφῆς τῆς 31 Δεκεμβρίου 1919, ὅτε ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ μέτρου τούτου, ἀλλὰ καλεῖτε καὶ πάντα ἐνεχυρόγραφον δανειστήν, ὡσανεὶ ὁ ψιλὸς αὐτὸς κύριος τῆς γῆς ἐπὶ τέλους εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως καὶ ἑπομένως καλοῦνται πάντες οἱ δανεισταὶ ὅπως καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐκβιάσουν τοῦτον νὰ μὴ πάρῃ κανὲν ποσοστὸν ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ οὑτωσεὶ ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριωμένου κτήματός των.
§61Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Διὰ νὰ μὴ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐὰν ἠθέλομεν ἀπαλείψῃ τὴν παράγραφον βʹ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν περιορίσῃ τὴν παράγραφον ταύτην μόνον ἐπὶ τῶν χρεῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα βαρύνουν τὸν ἰδιοκτήτην, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ αʹ παράγραφος εἶναι ἀπολύτως διατηρητέα, διότι δὲν διατυποῦται καμμίαν ἀντίρρησιν.
§62Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τὸν ψιλὸν κύριον ἐννοεῖτε ἢ τὸν ἀπομένοντα ἰδιοκτήτην;
§63Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὸν ψιλὸν κύριον, θέλετε νὰ μεταβιβάσῃ τὰ χρέη ὁ ψιλὸς κύριος εἰς τὸν ἐμφυτευτήν;
§64Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς, νὰ κηρυχθῶσιν ὡς μὴ ἔγκυροι αἱ ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1920 ἤτοι μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀνακινήσεως τοῦ ζητήματος ἐγγραφεῖσαι ὑποθῆκαι.
§65Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε βουλευτά, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῶ. Ἡ παράγραφος 2 ἀπαλείφεται.
§66Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
§67Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ παράγραφος αʹ περιορίζει τὰ δικαιώματα τῶν ἐνυποθήκων δανειστῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰ χρέη μόνον τοῦ ψιλοῦ κυρίου τῆς γῆς.
§68Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον ἐγγραφῆ αἱ ὑποθῆκαι μέχρι τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1920, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤρχισε νὰ ἀνακινῆται τὸ ἐμφυτευτικὸν ζήτημα, πάντες οἱ δανεισταὶ οἱ ἐξ οἱουδήποτε λόγου δυνάμενοι διὰ μιᾶς ἀγωγῆς νὰ ἐγγράφωσι ὑποθήκην δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἐκ τῆς τιμῆς τῆς ἀναγκαστικῆς ταύτης ἐκποιήσεως τῆς ψιλῆς κυριότητος τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς.
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Μπορεῖτε νὰ μοὶ δώσητε μίαν λύσιν.
§70Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Νὰ κηρυχθοῦν ἄκυροι.
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Σεισάχθεια;
§72Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Νὰ κηρυχθῶσι ἄκυροι, βεβαίως δὲν σημαίνει σεισάχθειαν—ἀφοῦ μὴ ἔχοντες ἐγγράψει μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὑποθήκας ἐπὶ τῆς ψιλῆς κυριότητος τῶν ὑπὸ ἐμφύτευσιν κτημάτων τῶν ἰδιοκτητῶν, ἔπραττον τοῦτο διότι ἠσθάνοντο ὅτι ἦσαν ἄλλοθεν ἐξησφαλισμένοι, ἂν δὲ θὰ σπεύσωσιν ἤδη νὰ ἐγγράψωσι θὰ τὸ πράξωσι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ρευστοποιήσεως τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἧς θὰ σπεύσωσιν νὰ ἐπωφεληθῶσιν σήμερον πάντες οἱ τυχὸν δανεισταὶ τοῦ ἰδιοκτήτου ὡς εὐκαιρίας διὰ νὰ ὑποχρεώσωσι τὸν ψιλὸν κύριον νὰ πληρώσῃ τούτους ἐκ τῆς ἀποζημιώσεως ἣν θὰ λάβῃ— ἐκβιάζοντες οὕτω τοῦτον εἰς πληρεστέραν καὶ ἄμεσον καταβολὴν πάσης ὀφειλῆς του. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 9 θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξαιρέσῃ τὴν ἠρτημένην ἐσοδείαν τουλάχιστον καὶ ἀφήσῃ ὅπως ὀρθῶς διετυποῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἡ 1η Ὀκτωβρίου 1920 τουλάχιστον πρὸς διάλυσιν τῆς σχέσεως ταύτης. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐθίγετε σχέσιν, τῆς ὁποίας ἔχουν παρέλθῃ τὰ τρία τέταρτα τοῦ χρονικοῦ διαστήματος. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ παράκλησις ὅπως ὄχι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἑρμηνείαν, διὰ ποῖον λόγον κτήματα τοῦ δημοσίου ἐξαιροῦνται τῶν διατυπώσεων τοῦ παρόντος νόμου; Δηλαδὴ τὸ δημόσιον πρόκειται νὰ κρίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ μὲ ἄλλο μέτρον;
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὸ δημόσιον ἂν πρόκειται νὰ κρίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν τρόπον αὐτὸν πρὸς ὄφελος τῶν ἐμφυτευτῶν. Οὔτε διενοήθην οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ τοιαύτη ὑπόνοια ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζῃ εἰς βάρος τῶν ψιλῶν κυρίων καὶ πρὸς ὄφελος αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξα, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἀπήλλαξα τοὺς ἐμφυτευτὰς τοῦ δημοσίου ἀπὸ ὅλας τὰς μακρὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς ἄλλους, διετήρησαν δὲ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅπως καθορίζῃ ὅρους ἐλευθεριωτέρους ὑπὲρ τῶν ἐμφυτευτῶν τοῦ δημοσίου. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις καὶ αὐτὴν τὴν ἐπίσημον δήλωσιν κάμνω.
§74Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀρκεῖ ἡ δήλωσις αὐτή. Διὰ τὸ ποσοστόν, ἤδη κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ δεχθῆτε τουλάχιστον, ὅπως διετύπωσεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀχαϊοήλιδος, νὰ ὁρισθῇ ποσοστὸν διπλάσιον τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος, λόγῳ τῆς συσχετίσεως τοῦ κανόνος ὡς ἀκαθαρίστου προσόδου πρὸς τὴν καθαρὰν ἀπόληψιν τοῦ ἰδιοκτήτου μὴ ἀνεχομένου ἄνω τῶν 4)10 τῆς ὁλικῆς ἀξίας, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ δεχθῆτε λύσιν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βάρος πάλιν τῶν ψιλῶν κυρίων, οὓς ἀναγκαστικῶς στερεῖτε τῆς ἰδιοκτησίας των. Καταλήγων, κύριοι, ἐκφράζω τὴν πεποίθησιν ὅτι τόσον ἡ Κυβέρνησις ὅσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας δὲν θὰ παρίδωσι τὸ δίκαιον καὶ θὰ θελήσωσι νὰ δώσωσι τὴν πρέπουσαν κατεύθυνσιν πρὸς ἱκανοποίησιν καὶ τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων ἀμφοτέρων. Διότι ἂν πρέπῃ νὰ προστατευθῶσιν οἱ ἐμφυτευταί, εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ οἱ ψιλοὶ κύριοι δὲν διέπραξαν σήμερον οὐδὲν ἔγκλημα, ὡς ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Τὸ μόνον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξαν εἶναι τοῦτο, ὅτι κάτοχοι καὶ κύριοι τῆς γῆς, ἔσπευσαν νὰ τὴν παραχωρήσουν κατ’ ἀπόλυτον σχεδὸν κυριότητα διὰ τῆς ἐμφυτεύσεως πρὸς καλλιέργειαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λίαν ἀδίκως σήμερον ὑφίστανται τὰ βέλη ταῦτα διὰ τὴν σπουδὴν μεθ’ ἧς ἔσπευσαν ἐκ τῶν πρώτων νὰ παράσχωσιν τὴν γῆν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς μὲ μόνον τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος—καὶ λίαν ἄδικος ἤθελεν εἶναι τοιαύτη ἀδιάλλακτος στάσις ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Κυρέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§76Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου πρότασις, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐνεφάνισε τοὺς πραγματικοὺς σκοπούς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεψαν καὶ ἀποβλέπουν πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς ἀπόψεις τῶν λεγομένων ψιλῶν κυρίων. Διότι ὁ σκοπὸς αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἥν ἐνεκάλουν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργόν, ἐπὶ μπολσεβικισμῷ, καίτοι τότε ἔδιδε πρὸς αὐτοὺς ὡς βάσιν ἀποζημιώσεως, τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἤδη ζητοῦν, ὁ σκοπός των ἦτο εἷς καὶ μόνος νὰ ματαιώσουν παντὶ σθένει τὴν κατάργησιν τῆς δουλείας τῆς ἐμφυτεύσεως, δουλείας, τὴν ὁποίαν ἐκμεταλλεύονται ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ὁ σκοπὸς των ἦτο νὰ ματαιώσουν τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος τούτου, ὁ σκοπὸς ἦτο καὶ εἶναι νὰ ἐπιτύχουν τὴν διατήρησιν τῆς σχέσεως αὐτῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ὠφελοῦνται ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὸν ἱδρῶτα τῶν δούλων, τοὺς ὁποίους κατώρθωσαν νὰ ὑποδουλώσουν διὰ τοῦ ζυγοῦ τῆς ἐμφυτεύσεως, εὑρόντες αὐτούς, ὅταν συνωμολόγουν τὸ ζυγὸν τοῦτον, εἰς κατάστασιν ἐσχάτης ἀνάγκης, καὶ εἰς θέσιν ἐκτάκτως μειονεκτικήν. Ἀλλ’ ἐν ᾧ εἰς τοιούτους ἀπέβλεπον σκοπούς, ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω μὲ ὅλην τὴν εἰλικρινῆ ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, τοὺς ὑποστηρίξαντας τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὅτι ἦλθον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προσάγοντες καὶ μὴ ἀκριβεῖς ἀριθμούς, καὶ ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπετρέπετο, σεβόμενοι τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνοντο, νὰ προσαγάγουν. Διότι, ἂν θελήσῃ τις νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τοὺς ὑπολογισμούς, οὕς ἔφεραν, θὰ ἴδῃ, ὅτι εἶνε οὗτοι μία ἄρνησις τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ μία χειροπιαστὴ παραχάραξις τοῦ περιεχομένου τῆς συμβάσεως τῆς ἐμφυτεύσεως. Εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις τῆς ἐμφυτεύσεως δὲν εἶναι σύμβασις ἀθέμιτος. Ἀλλὰ πρέπει κανεὶς ν’ ἀγνοῇ τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως ταύτης πρέπει κανεὶς ν’ ἀγνοῇ τὰ βάρη καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ρίπτει εἰς τὴν ράχιν τοῦ ἐμφυτευτοῦ, πρέπει νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα εἰς ὄφελος τοῦ ψιλοῦ κυρίου ἐπιφυλάσσει, πρέπει νὰ λησμονῇ τὴν εἰσφορὰν ἑκάστου τῶν συμβαλλομένων καὶ τὴν δυσανάλογον πρὸς τὴν εἰσφορὰν μερίδα ἑκατέρου ἐξ αὐτῶν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ σύμβασις τῆς ἐμφυτεύσεως εἶνε σύμβασις θεμιτή. Εἶνε, ὡς παρ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον ἐμφανίζεται, σύμβασις, γνωστοῦ καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὰς νεωτέρας νομοθεσίας εἴδους, εἶνε σύμβασις, ἡ ὁποία βάσιν ἔχει τὴν αἰχροκέρδειαν ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν, τὴν καταπλεονέκτησιν, εἶνε σύμβασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἷς τῶν συμβαλλομένων, ἐπωφελούμενος τῆς ἀνάγκης καὶ μειονεκτικῆς θέσεως τοῦ ἑτέρου, ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν βάρη ἐπαχθῆ καὶ δυσανάλογα πρὸς τὴν πρὸς αὐτὸν παροχήν του, βάρη, συνεπάγοντα τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον τοῦ δεχομένου ταῦτα. Εἶνε ἀκόμη σύμβασις ἄκυρος, καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, διότι, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑταιρείας, ἀποκλείει τὸν ἕνα τῶν ἑταίρων, τὸν ἐμφυτευτὴν παντὸς κέρδους, καὶ ἐπιφυλάσσει τὰ κέρδη μόνον εἰς τὸν γαιοδότην, κατὰ τὸ σύστημα τῆς λεοντείου ἑταιρείας τοῦ Αἰσωπείου μύθου. Καὶ φρονῶ, ὅτι, ὅπως ἐπλήξαμεν διὰ νόμου τὴν τοκογλυφίαν, ὅπως πλήττομεν τὴν αἰχροκέρδειαν, οὕτω ἔχομεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ πλήξωμεν ἀμειλίκτως καὶ τὴν παρεμφερῆ πρὸς αὐτὰς ἐμφύτευσιν. Τὸ ἀθέμιτον τῆς ἐμφυτεύσεως κατανοεῖτε ζωηρότερον, ὅταν λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἰδίως τὴν σύμβασιν τὴν ἐμφυτευτικήν, ἡ ὁποία λυμαίνεται τοὺς συμπολίτας μου τῆς Ἀττικῆς, διὰ τὴν ἄποψιν τῶν ὁποίων κυρίως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὸν λόγον. Ἡ σύμβασις ἡ ἐμφυτευτικὴ ἐν τῇ Ἀττικῇ ἐπιβάλλει ζυγόν, βαρύτερος καὶ αἰχρότερος τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως εἰς κανὲν ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος. Εἶνε δὲ τοσοῦτον περισσότερον ἀπεχθὴς καὶ ἐπαχθὴς ὅσον ἐνέχει ὄχι μόνον βαρύτατον παντὸς ἄλλου κανόνα, ἀλλὰ καὶ ἄλλας παροχάς, ἐντελῶς ἀγνώστου εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐμφύτευσιν. Εἰς τὴν Ἀττικήν, κύριοι, ὁ κανών, ὅπως ἐλέχθη ἤδη ἀποτελεῖ τὸ τρίτον τῆς ἀκαθαρίστου τῆς ἀμπέλου προσόδου. Ἀπέναντι ποίας εἰσφορᾶς; Ἀπέναντι εἰσφορᾶς ἑνὸς στρέμματος γῆς, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχικὴ ἀξία δὲν ἦτο ὑπερτέρα τῶν δραχμῶν τεσσαράκοντα. Σημειώσατε δέ, ὅτι οἱ γαιοκτῆται καὶ γαιοδόται εἰς τὴν Ἀττικὴν δὲν εἶναι κἄν ἰδιῶται, ἀλλὰ μοναστήρια, καὶ μοναστήρια ἐκ τῶν πλουσιωτέρων. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς Μονὰς Πεντέλης καὶ Πετράκη. Ὅπου δὲ ὑπάρχουσιν ἰδιῶται, οἱ ἰδιῶται αὐτοὶ εἶναι ἐλάχιστοι, πολυτάλαντοι καὶ τσιφλικοῦχοι. Ἔδωσαν λοιπὸν αἱ μοναὶ ἰδίως εἰς τὸν πτωχὸν ἐμφυτευτὴν τῆς Ἀττικῆς ἕνα στρέμμα γῆς ἀξίας 40 δραχ. ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἢ δὲν εἶχον πρὶν κανὲν εἰσόδημα, διότι θαμνῶδες καὶ ἄγονον ὡς ἦτο οὐδέποτε ἐκαλλιεργεῖτο, ἤ, ὁσάκις ἐνοικιάζετο, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, λόγῳ τῆς ἀνάγκης ἀγραναπαύσεως, ἐλάμβανον ἐνοίκιον δύο μόνον κατ’ ἔτος δραχμῶν. Ἀπέναντι δὲ τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς ὑπεχρέωσαν τὸν ἐμφυτευτὴν νὰ ἐνεργῇ ἰδίαις δαπάναις τὴν ἐμφύτευσιν τῆς γῆς, τὴν καλλιέργειαν αὐτῆς κατὰ τὰ τέσσαρα πρῶτα ἄκαρπα τῆς ἀνηλικότητος, τῆς ἀμπέλου ἔτη, αἵτινες δαπάναι ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 60 κατ’ ἔτος, τὸ ὅλον εἰς δραχ. 240, ὑπεχρέωσαν ἀκόμη τὸν αὐτὸν ἐμφυτευτὴν νὰ καταβάλλῃ καὶ τὸ λεγόμενον ἐμφυτευτικόν, κατὰ τὸ καλογηρικὸν σύστημα δικαίωμα, ληστρικώτερον, τοῦ ὁποίου, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἄλλο δὲν ἐγνώρισα, δικαίωμα ὅλως ἄγνωστον εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐν Ἑλλάδι ἐμφύτευσιν, ἤτοι 40 δραχμὰς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἀφ’ ἧς θὰ παραλάβῃ τὸ εἰς ἐμφύτευσιν παραχωρούμενον αὐτῷ χωράφι, 40 δραχ. τμηματικῶς καταβλητέας ἀνὰ δέκα δραχμὰς κατ’ ἔτος, τοὐτέστι τὸν ὑπεχρέωσαν νὰ καταβάλῃ εἰς τὸν ψιλὸν κύριον καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀξίαν τῆς γῆς του εἰς τέσσαρας δόσεις! Κατὰ ταῦτα ὁ ἐμφυτευτὴς Ἀττικῆς, ἐὰν ἔλαβε παρὰ τοῦ γαιοδότου εἰσφορὰν ἑνὸς στρέμματος γῆς, ὑπεχρεώθη ἐντὸς τῆς πρώτης ἀκάρπου τετραετίας νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν αὐτῆς, ἀφοῦ συγχρόνως ὑπεχρεώθη νὰ φυτεύσῃ καὶ καλλιεργῇ αὐτήν, ἐπ’ ἄπειρον, δι’ ἰδίων πάντοτε κόπων καὶ ἐξόδων. Ἐντεῦθεν αἱ Μοναὶ καὶ οἱ διάφοροι γαιοδόται τῆς Ἀττικῆς δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀνέλαβον τὴν εἰσφοράν των ἐντὸς τετραετίας ἀπὸ τῆς καταβολῆς της καί, χωρὶς νὰ διατρέχῃ κανεὶς τὸν κίνδυνον νὰ καταγορηθῇ ἐπὶ ὑπερβολῇ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ σπουδαίως ὅτι, προκειμένου περὶ λύσεως τῆς ἐμφυτεύσεως ἐν τῇ Ἀττικῇ, δὲν ὑπάρχει κεφάλαιον ὑπὸ τοῦ γαιοδότου ἀναληπτέον, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἀνέλαβεν αὐτὸ οὗτος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς παρὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Ἐν ᾧ δὲ ἀνέλαβε ὁ ψιλὸς κύριος τὸ κεφάλαιόν του ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ λαμβάνῃ παρὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ τὴν μερίδα τοῦ λέοντος ἐκ τῆς ἀποδόσεως τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἀναληφθέντος καὶ συνεπῶς ἀνυπάρκτου κεφαλαίου!
§77Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἴπατε μίαν φράσιν βαρεῖαν. Εἴπατε ὅτι προσεκόμισα μὴ ἀκριβεῖς ἀριθμούς. Παρακαλῶ, ὅπως λάβητε ὑπ’ ὄψει, ἐὰν οἱ προσκομισθέντες ἀριθμοὶ ἀναφέρονται εἰς ἀμπέλους, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ὁμιλεῖτε διὰ τὴν Ἀττικήν.
§78Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ὁμιλῶ εἰδικῶς διὰ τὴν Ἀττικήν.
§79Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὴν ἀπάντησιν τὴν ἔδωκεν προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργός.
§80Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ὁμιλῶ εἰδικῶς διὰ τὴν Ἀττικήν, δὲν παρέλειψα ὅμως νὰ ζητήσω καὶ πληροφορίας, σχετιζομένας μὲ τὴν σταφιδάμπελον τῆς Πελοποννήσου. Αἱ πληροφορίαι δὲ τὰς ὁποίας συνέλεξα, δίδουσι δυστυχῶς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθητε δὲν εἶνε ἀκριβεῖς δὲν ἀρνοῦμαι τὴν καλήν σας πίστιν, λέγω τὸ πρᾶγμα ὅπως ἔχει.
§81Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Νὰ εἶνε, κ. Πρόεδρε, ἠπιώτερος εἰς τὴν φράσιν.
§82Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν, ἄν θέλετε, καὶ ν’ ἀποδείξω τὴν ἀνακρίβειαν αὐτῶν. Ὁ ἐμφυτευτὴς λοιπὸν τῆς Ἀττικῆς, κύριοι, δαπανῶν εἰς φύτευσιν καὶ καλλιέργειαν ἀνὰ 60 δραχμὰς κατ’ ἔτος, κατὰ τὴν ἄκαρπον τετρατίαν, ἤτοι 240 δραχμάς, καταβάλλων δι’ ἐμφυτευτικὸν δικαίωμα ἄλλας δραχμὰς 40, καταβάλλει ἐν ὅλῳ εἰσφορὰν 280 δραχμῶν, ἤτοι εἰσφορὰν ἑπταπλασίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἰσφέρει, ἀλλὰ καὶ ἀναλαμβάνει ἐν Ἀττικῇ ὁ γαιοδότης. Ἐνῷ δὲ εἰσφέρει ὁ ἐμφυτευτὴς ἑπταπλάσιον κεφάλαιον ἀπὸ τὸ τοῦ γαιοδότου, ὑποχρεοῦται ἐν τούτοις νὰ δώσῃ εἰς τὸν γαιοδότην ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου τῆς ἀμπέλου προσόδου τὸ ⅓, ὅσα δίδει καὶ ὁ ἐπίμορτος καλλιεργητὴς τῆς Θεσσαλίας, ὅστις ὅμως οὐδὲν ἀπολύτως εἰσφέρει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς κεφάλαιον. Ποία ἦτο ἡ ἀκαθάριστος τῆς ἀμπέλου πρόσοδος τῆς προπολεμικῆς ἐποχῆς; Ἦτο δραχμαὶ 60, ἤτοι ἴση πρὸς τὰ ἡμερομίσθια, τὰ ὁποῖα κατέβαλλεν ὁ ἐμφυτευτής, ἴση πρὸς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον τὸν ἐμφυτευτήν. Ἐκ τῶν ἡμερομισθίων συνεπῶς τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἐλάμβανεν ἡ Μονὴ ἢ ὁ γαιοδότης τὸ ⅓, ἤτοι δραχμὰς 20, τουτέστιν ἐπὶ κεφαλαίου δραχ. 40 τόκον 50% ἐνῷ ὁ ἐμφυτευτὴς ἐλάμβανε δραχμὰς 40, ἤτοι τὰ ἡμερομίσθια του ἠλαττωμένα κατὰ δρ. 20, ἀφ’ οὗ κατὰ τὰ ἀνωτέρω εἰς δραχ. 60 ἀνήρχοντο ταῦτα, καὶ τόκον ἔναντι τῶν κεφαλαίων του ἐκ δραχ. 280 μηδέν. Καὶ τὶ ἡμερομίσθια! Ὄχι βεβαίως ὀκτάωρα ἀλλὰ δεκαεξάωρα, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ ἀμπελουργὸς σηκώνεται εὐθὺς μετὰ τὰ μεσάνυκτα καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἄμπελόν του καὶ ἐργάζεται ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης ἢ τῆς λυχνίας του εἰς αὐτὴν μέχρι τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου μέχρι τῆς δύσεως, ἵνα τὴν ἐπαύριον ἐπαναλάβῃ τὸ αὐτὸ μαρτυρικόν του ἔργον. Καὶ ἰσχυρίσθησαν κατόπιν τούτου, ὅτι ἡ ἐμφύτευσις ὡς ἐμφανίζεται παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι ἀθέμιτος, καὶ ἐτόνισαν ὅτι, ἐὰν θέλετε νὰ δώσετε δικαίαν, εἰς τὸν ψιλὸν κύριον ἀποζημίωσιν, πρέπει νὰ βασισθῆτε εἰς τὸν κανόνα, νὰ εἰκοσιπενταπλασιάσετε αὐτόν, ἐνῷ γνωρίζουν, ὅτι ὁ κανὼν αὐτὸς δὲν ἀποτελεῖ, εἰμὴ ἀθέμιτον καὶ τοκογλυφικὸν τόκον, ἀντλούμενον ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸ αἷμα τοῦ νυχθημερὸν ἐργαζομένου ἐμφυτευτοῦ, τόκον, οὗτινος ἡ κεφαλαιοποίησις ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν ἐμφυτευτὴν νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν γαιοδότην τὴν ἀξίαν τῆς ὅλης ἀμπέλου, καὶ πλέον ταύτης, ἐνῷ ἡ ὅλη ἄμπελος δὲν ἀνήκει εἰς τὸν γαιοδότην, ἀνήκουσα κατὰ τὰ κλήματα αὐτῆς εἰς τὸν ἐμφυτευτήν, μόνον δὲ κατὰ τὴν γῆν εἰς τὸν ψιλὸν κύριον, καὶ εἰς Ἀττικὴν οὔτε κατὰ τὴν γῆν ἀφ’ οὗ τὴν ἀξίαν τῆς ἀναλαμβάνει ὁ ψιλὸς κύριος παρὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἐντὸς τῆς πρώτης ἀκάρπου τῆς ἀμπέλου τετραετίας. Ποία δὲ εἶναι ἡ μεταπολεμικὴ τῆς ἀμπέλου πρόσοδος ἐν Ἀττικῇ; Ἡ πρόσοδος αὕτη κατ’ ἔτος ὑπολογίζεται κατὰ μέσον ὅρον εἰς 150 δραχμάς, τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας ἑνὸς ἔτους ὑπολογίζονται εἰς 120 δραχμάς, ἐπὶ τῶν 150, λαμβάνει ὁ ψιλὸς κύριος, τὸ ⅓ δραχμὰς 50, μένουσιν εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν 100, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς νὰ καλύψουν οὔτε τὰ ἔξοδα εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλεται οὗτος διὰ τὴν καλλιέργειαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς δραχ. 120. Ἑπομένως προκύπτει καὶ μεταπολεμικῶς εἰς βάρος τοῦ ἐμφυτευτοῦ, ὡς καὶ προπολεμικῶς ζημία ἐκ δραχ. 20. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ γλίσχρον κεφάλαιον τοῦ ἐμφυτευτοῦ, τὸ ἐκ δραχμῶν 280, ὑπῆρξε κεφάλαιον δάνειον, ὡς συνήθως, καὶ ἑπομένως, ὅτι ὀφείλει οὗτος καὶ τόκον, τότε εἰς τὴν ζημίαν τῶν 20 δραχμῶν κατ’ ἔτος πρέπει νὰ προσθέσετε καὶ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁ ἐμφυτευτὴς εἰς τὸν δανειστήν του, ἵνα ἐξηγήσετε τὸ φαινόμενον τῆς πενίας τοῦ ἐμφυτευτοῦ, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, νυχθημερὸν ἐργαζομένου. Θὰ ἐξηγήσετε δὲ καὶ τὸν πλουτισμόν, τὸν ἄκοπον καὶ ἀδάπανον, τοῦ γαιοδότου, ἐὰν λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι οὗτος λαμβάνει, λόγῳ κανόνος ἐφησυχάζων εἰς τὸν οἶκον του καὶ οὐδόλως δαπανῶν προπολεμικῶς μὲν δραχμὰς 20 ἐπὶ κεφαλαίου δραχ. 40, ἤτοι 50%, μεταπολεμικῶς δὲ δραχ. 50 ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου δραχ. 40, ἤτοι τόκον 125%. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐν Ἀττικῇ τοὐλάχιστον, εὑρίσκω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην τῶν ἐμφυτευτῶν Ἀττικῆς πρὸς τὸν σεβαστὸν ἀρχηγόν μου κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἁρμόδιον κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, διότι ἔρχονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ τερματίσουν μίαν τόσον ἀφόρητον καὶ τόσον ἄδικον κατάστασιν. Διότι κατέληξαν εἰς τὴν λύσιν, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο νὰ δοθῇ, εἰς τὸ ἐπίμαχον καὶ κατ’ ἐξοχὴν στασιαζόμενον ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ψιλοῦ κυρίου. Θέτει ὄντως τὸ νομοσχέδιον βάσιν ἀποζημιώσεως σταθερὰν καὶ ἀκλόνητον ἡ ὁποία, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εὐνοεῖ κἄποιον, βεβαίως εὐνοεῖ τὸν ἰδιοκτήτην, θέτει βάσιν τὴν τρέχουσαν τιμὴν τῆς ὁλικῆς ἀξίας τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κτήματος, ἐξ αὐτῆς δὲ δίδει ἑκάστῳ τὸ προσῆκον. Εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν δίδει τὰ ἔξοδά του, τὴν ἀρχικὴν εἰσφοράν του, εἰς τὸν γαιοδότην τὴν ἀξίαν τῆς γῆς καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς μεταξὺ τῆς ἀρχικῆς τιμῆς τῆς γῆς καὶ τῆς σημερινῆς ἀξίας τῆς ἀμπέλου, ἀφαιρουμένης τῆς εἰσφορᾶς τοῦ ἐμφυτευτοῦ δίδει εἰς τὸν γαιοδότην τὸ ¼, ἐν ᾧ ὤφειλε νὰ δώσῃ ὀλιγώτερον, τὸ ⅕, διότι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν γεωπόνων, τοὺς ἀναφερομένους εἰς ἐπισήμους ἐκθέσεις αὐτῶν, κατατεθειμένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἡ ἀναλογία ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον καταθέτει ὁ γαιοδότης, πρὸς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἰσφέρει ὁ ἐμφυτευτής, κατὰ μέσον ὅρον, εἶνε 4 πρὸς 1, δηλαδὴ ἡ ἀξία τῶν κλημάτων, τῆς ἀμπέλου ἅτινα ἀνήκουν εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν εἶνε τετραπλασία τῆς γῆς, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν ψιλὸν κύριον. Ἐὰν συνεπῶς ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ εἰς τὸν γαιοδότην ἕν ποσοστὸν ἐκ τῆς τιμῆς τῆς ἀμπέλου, αὐτὸ ἐπακριβῶς ἔπρεπε νὰ εἶνε τὸ ⅕, ὁριζομένου συνεπῶς τοῦ ¼, ὡς ποσοστοῦ καταβλητέου εἰς τοὺς ψιλοὺς κυρίους δὲν δύνανται νὰ στηρίξωσιν οὗτοι οὐδὲν βάσιμον παράπονον, διότι λαμβάνουν κἄτι περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι πράγματι δικαιοῦνται νὰ λάβουν. Ἀλλά, ἄν ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ψιλοῦ κυρίου λύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸν δικαιότερον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ λυθῇ, δὲν συμμερίζομαι τοὺς φόβους τοῦ πρώτου ὁμιλήσαντος ἐξ Ἀχαϊοήλιδος ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ὅτι θ’ ἀποβῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο, ἀνεφάρμοστον. Διότι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι δὲν εἶναι μὲν εὐχερές, ἀλλὰ δὲν εἶνε καὶ ἀδύνατον νὰ ἐκτιμήσῃ ἕνας Πρόεδρος, ἕνας Δικαστής, τὴν ἀξίαν ἑνὸς κτήματος, δεδομένου, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ πρὸς τοῦτο ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δύναται καὶ ὀφείλει νὰ λάβῃ, ἵνα εὕρῃ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Βεβαίως χωρεῖ στρεψοδικία, χωρεῖ παρέλκυσις καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξευρέσεως τῆς ἀρχικῆς εἰσφορᾶς τοῦ ἐμφυτευτοῦ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀρχικῆς ἀξίας τῆς γῆς καὶ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν ἐν γένει τῆς σημερινῆς ὁλικῆς τιμῆς τοῦ κτήματος, ἀλλὰ ἐναπόκειται εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος, εἰς τὴν ὁποίαν παραδίδομεν τὴν εὐσυνείδητον ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, τὰς στρεψοδικίας νὰ πλήξῃ, τὰς δυσχερείας νὰ ὑπερπηδήσῃ, ἵνα συντελέσῃ οὕτω εἰς τὴν ταχυτέραν ἀπολύτρωσιν τῶν πτωχῶν ἐμφυτευτῶν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν ἐκμεταλλευτῶν των, ὁμοίους τῶν ὁποίων σπανίως ἐσημείωσεν ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου ἱστορία. Ἔχω πρὸς τούτοις τὴν γνώμην, ὅτι, προκειμένου νὰ ἀναβαπτίσωμεν τὴν ἐμφύτευσιν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν μορφήν, σύμφωνον πρὸς τὰς συγχρόνους περὶ κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ οἰκονομικῆς ἐλευθερίας κρατούσας ἰδέας, οὐδὲ πρέπει νὰ θέσωμεν τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους θέτει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰ περαιτέρω ἄρθρα του. Δὲν εὑρίσκω ποῖοι εἶνε οἱ λόγοι, οἱ πείσαντες τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ θέσῃ χρονικὸν ὅριον ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τὴν δεκαετίαν. Δύο τινὰ πρέπει νὰ συμβαίνουν: ἢ ἡ σύμβασις τῆς ἐμφυτεύσεως εἶνε ἑτεροβαρὴς καὶ πρέπει νὰ πίπτῃ κατὰ πᾶσαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φέρων τὰ βάρη αὐτῆς ἐμφυτευτὴς θὰ θελήσῃ ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτῶν ἐξαγοράζων τὰ δικαιώματα τοῦ ψιλοῦ κυρίου, ἢ εἶνε σύμβασις καλῶς ἔχουσα καὶ πρέπει νὰ τὴν διατηρήσωμεν ὅπως ἔχει. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καθιστῶμεν ἀγοράσιμα τὰ δικαιώματα τοῦ ψιλοῦ κυρίου, ἵνα οὕτω παράσχωμεν εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν τὴν εὐχέρειαν τῆς ἄρσεως τοῦ βάρους αὐτῶν, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ θέσωμεν χρονικὸν ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου νὰ καθίστανται ταῦτα πάλιν μὴ ἀγοράσιμα. Ὑποθέσατε ἐμφυτευτήν, ὁ ὁποῖος ἐκ πενίας ἢ καὶ ἐξ ἀμελείας ἔστω δὲν ἠδυνήθη εἰς τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας νὰ ἄρῃ τὰ βάρη τοῦ ψιλοῦ κυρίου, διατὶ εἰς αὐτὸν νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅταν θὰ δυνηθῇ ἢ θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ βάρη αὐτά; Διατὶ ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς των;
§83Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἀορίστως τίθεται.
§84Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ὄχι. Ἡ ἰσχὺς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παρατείνεται μόνον μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1930. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἂν μέσα εἰς αὐτὴν τὴν δεκαετίαν δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν ἠμπορέσῃ τις νὰ ἀγοράσῃ τὰ δίκαια τοῦ ψιλοῦ κυρίου, διατὶ νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος τούτου παρερχομένης τῆς δεκαετίας;
§85Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Θὰ ψηφισθῇ νέος νόμος.
§86Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ἀρνηθῶμεν διὰ τοῦ παρόντος νόμου εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ νὰ τὸν παραπέμπωμεν εἰς ψήφισιν νέου νόμου;
§87Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Φαντάζεσθε, ὅτι ὅταν περάσῃ μία δεκαετία θὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις νὰ μὴ δώσῃ παράτασιν;
§88Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Δὲν τὸ φαντάζομαι, ἀλλ’ ὅταν νομοθετοῦμεν, πρέπει, νομίζω, νὰ νομοθετοῦμεν πλήρως καὶ νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὶ εἶνε ἑπόμενον νὰ κάμῃ μία ἄλλη κυβέρνησις καὶ μία ἄλλη Βουλή, ἀλλὰ τὶ ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ πράξωμεν. Ἑτέρα δεκαετία, αὐτοκαλλιεργείας τῆς ἀμπέλου ἀπὸ μέρους τοῦ ἐμφυτευτοῦ, ἣν θέτει τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν, ὅπως ἀποκτήσῃ ὁ ἐμφυτευτὴς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ψιλοῦ κυρίου, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι εἶναι χρονικὴ περίοδος ὑπερβολική. Μία πενταετία αὐτοκαλλιεργείας θὰ ἦτο μᾶλλον ἐνδεδειγμένη, ἵνα ὁ ἐμφυτευτὴς δικαιοῦται νὰ ἄρῃ τὰ βάρη τοῦ ψιλοῦ κυρίου, δεδομένου μάλιστα, ὅτι ἡ τελευταία δεκαετία διέρρευσεν εἰς ἀγῶνας ἐθνικούς, εἰς τοὺς ὁποίους συμμετέσχον εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν οἱ γεωργοί, καὶ οἵτινες δὲν ἐπέτρεψαν εἰς αὑτοὺς τὴν συνεχῆ αὐτοκαλλιέργειαν τῶν κτημάτων των. Πάντως δέον εἰς τὴν ὁρισθησομένην χρονικὴν περίοδον τῆς αὐτοκαλλιεργείας νὰ ὑπολογισθῇ καὶ ἡ αὐτοκαλλιέργεια τῶν δικαιοπαρόχων τῶν ἐμφυτευτῶν, εἴτε οὗτοι εἶναι γονεῖς ἢ μέλη τῆς οἰκογενείας των, εἴτε καὶ τρίτοι. Ἐπίσης θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐμφύτευσις πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ τοῦ στοιχείου τοῦ διηνεκοῦς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξάρῃ κανεὶς τὴν καταθλιπτικότητα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀδικαιολόγητον ὅρον ἐκεῖνον τοῦ «διηνεκοῦς», ὁ ὁποῖος πιέζει ὄχι μόνον τοὺς συνομολογήσαντας τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς υἱοὺς καὶ τοὺς ἀπογόνους αὐτῶν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καὶ γενεὰς γενεῶν, ἐν ᾧ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ εἶνε φυσικὸν αἱ περιστάσεις καὶ αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς συνωμολογήθησαν αἱ ἐμφυτευτικαὶ συμβάσεις, νὰ μεταβληθοῦν ῥιζικῶς. Ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὃν διεδέχθην εἰς τὸ βῆμα, παρετήρησεν, ὅτι εἰς τὰ ἄλλα κράτη, τὰ πεπολιτισμένα, ἡ ἐμφύτευσις ὑφίσταται. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, κ. συνάδελφε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι εἰς τὰ πεπολιτισμένα κράτη, ἂν ὑφίσταται ἐμφύτευσις, δὲν ὑφίσταται ὑπὸ τὴν αὐτὴν βαρυτάτην μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐπειδὴ ἐμνήσθητε τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ Βελγίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι ἐκεῖ ἡ ἐμφύτευσις στερεῖται τοῦ στοιχείου τοῦ διηνεκοῦς, μὴ δυναμένη νὰ παραταθῇ πέραν τῶν 99 ἐτῶν, τὰ ὁποῖα, καίτοι πολλά, διαφέρουν ὅμως πολὺ ἀπὸ τὸ ἄπειρον καὶ τὸ διηνεκές. Θὰ σᾶς δώσω ἀκόμη, καὶ μίαν οὐχὶ ἐπικοδομητικὴν τῆς θέσεως, ἣν ὑποστηρίζετε, πληροφορίαν. Εἰς τὴν Πρωσσίαν, εἰς τὸ αἷμα τῆς ὁποίας ζοῦν ἀκόμη κύτταρα φεουδαρχισμοῦ καὶ ἐκ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἀνεμένομεν βέβαια διδάγματα δικαιοσύνης καὶ ἐλευθερίας, ἡ ἐμφύτευσις ἐν τούτοις ἔχει ἕνα ἀπαραίτητον ὅρον διὰ νὰ ὑπάρξῃ, τὸν ὅρον τοῦ νὰ δικαιοῦται ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ ἐξαγοράζῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὰ δικαιώματα τοῦ ψιλοῦ κυρίου, καὶ πᾶσα σύμβασις ἐκεῖ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶνε ἀξαγοράσιμα τὰ δικαιώματα τοῦ γαιοδότου ὑπὸ τοῦ ἐμφυτευτοῦ, κηρύσσεται διὰ νόμου τοῦ Μαρτίου τοῦ 1850 ἀπολύτως ἄκυρος.
§89Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Διατηρεῖται ἐν Γαλλίᾳ. Προσεθέσατε μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσέθηκα ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν μετεβλήθη ἀπὸ τοῦ διηνεκοῦς εἰς διαρκείας ἑνὸς αἰῶνος, ἤτοι εἰς διάρκειαν 99 ἐτῶν. Ὥστε δὲν φέρετε γλαῦκα εἰς Ἀθήνας.
§90Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ἐγνωρίζατε, οὐδὲν ἄλλο δ’ ἔπραξα, εἰμὴ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω. Προσθέτω, ὅτι καὶ ὁ κανὼν ἐκεῖ δὲν εἶναι δυσανάλογος, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἀνάλογος πρὸς τὴν εἰσφορὰν τοῦ ψιλοῦ κυρίου. Καὶ παρατηρῶ, ὅτι σιωπᾶτε ἐπὶ τοῦ παραδείγματος τῆς Πρωσσίας, διότι βέβαια τοῦτο δὲν σᾶς συμφέρει. Τελευταῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, κύριοι, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ ἐμφυτευτικὸς κανὼν κηρύσσεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀθέμιτος καὶ αἰσχροκερδής, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὰ 15% ἐπὶ τῶν νέων ἐμφυτεύσεων, πρέπει νὰ περιορισθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων ἐμφυτεύσεων εἰς 15%.
§91Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὅλοι θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν; Ὅλα τὰ ζητήματα αὐτὰ ἔγιναν ἀντιληπτὰ ἂν τὰ ἀποδεχθῶ, τὰ ἀπεδέχθην, ἄν τὰ ἀρνηθῶ, τὰ ἠρνήθην. Ἀλλὰ νὰ ἀπασχολεῖσθε καὶ μὲ ὅ,τι οἱ συνάδελφοί σας ἀπησχολήθησαν δὲν τὸ βλέπω καθόλου ὀρθόν.
§92Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Οὔτε εἶνε ὀρθὸν νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ τις τὰς γνώμας του ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὰς ἀπεδέχθη, οὔτε ἀπέκρουσεν, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶνε πιθανὸν νὰ τὰς ἀποδεχθῇ, ὅταν ὑπὸ περισσοτέρων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑποστηρίζωνται. Εὑρίσκω, λέγω, πολὺ δεδικαιολογημένην τὴν γνώμην, ὅτι, περιορίζοντες τὸν κανόνα εἰς 15% ἐπὶ τῶν νέων ἐμφυτεύσεων, ὀφείλομεν νὰ περιορίσωμεν αὐτὸν ὁμοίως καὶ εἰς τὰς ὑφισταμένας ἐμφυτεύσεις, ἵνα μὴ ἄλλως δημιουργήσωμεν μίαν ἀνισότητα εἰς βάρος τῶν παλαιῶν ἐμφυτευτῶν, δικαιουμένων νὰ παραπονεθοῦν, ὅτι τίθενται εἰς μειονεκτικὴν θέσιν ἀπέναντι τῶν νέων τοιούτων, καὶ ὅτι ἀφήνομεν αὐτοὺς ὑπὸ ἕν βάρος τοῦ ὁποίου ἀνομολογοῦμεν ἐπισήμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἀθέμιτον καὶ τὸ ἐγκληματικόν. Ἄν ὑπάρχῃ δὲ κάτι τὸ ὁποῖον πρέπει νομίζω, νὰ προσέχωμεν, ὅταν νομοθετοῦμεν, εἶνε ἀκριβῶς ἡ ἰσότης, εἶνε ἡ ἀποφυγὴ λήψεως δύο μέτρων καὶ δύο σταθμῶν ἐπὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ταῦτα, κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχεδίου. Ὅ,τι ἤδη θέλω καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω εἶνε τοῦτο καὶ μόνον: ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, λύουσα διὰ τῆς σημειώδους ταύτης χειρονομίας της καὶ τῶν ἐμφυτευτῶν τὰ δεσμά, ὡς ἔλυσε τόσα καὶ τόσα ἄλλα, δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι συνεχίζει σταθερῶς τὴν ἀγροτικήν της πολιτικήν, συμπληροῖ ἐπαξίως τὴν πολιτικὴν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἀπελευθερώνει καὶ τοὺς μόνους ἐναπομείναντας οἰκονομικῶς ὑποδούλους γεωργοὺς καὶ παρέχει εἰς αὐτοὺς τὴν βάσιν ὅπως κύριοι πλέον καὶ ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐμφυτευτικὸν κτῆμα, τὸ ὁποῖον ποτίζουν ἐσαεὶ μὲ τὸν ἱδρῶτά των καὶ τὸν ἱδρῶτα τῶν γονέων καὶ τῶν τέκνων των, δυνηθοῦν νὰ ἐργασθοῦν παραγωγικώτερα, δυνηθοῦν νὰ παράσχουν εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν ὑπηρεσίας ἀκόμη πολυτιμωτέρας, ἐκείνων τὰς ὁποίας πάντοτε τόσον προθύμως καὶ φιλοπόνως παρέσχον (Ραγδαῖα χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§94Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δύο λέξεις μόνον, ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφοῦν αἱ λέξεις «αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια» διότι αὔριον θὰ γεννηθῇ τὸ ἑξῆς ζήτημα. Θὰ ἔλθῃ ὁ ψηλὸς κύριος καὶ θὰ εἰπῇ ὅτι ἔλαβα ἐργάτας καὶ μάλιστα διὰ τὸν σταφιδόκαρπον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξηγηθῇ τί ἐννοεῖται «αὐτοπρόσωπο». Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ὡς βάσις ἀποζημιώσεως ἡ ἀρχικὴ ἀξία τῆς γῆς νὰ παραχωρηθῇ δὲ ὁλόκληρος ἡ ἐσοδεία ἐφέτος εἰς τοὺς ἐμφυτευτάς, ἐλαττουμένου τοῦ κανόνος εἰς 5% διὰ τοὺς μὴ δυναμένους νὰ ἐξαγοράσωσι τὸ κτῆμα.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). «Αὐτοπρόσωπος» εἶνε ἡ καλλιέργεια ἡ ὁποία γίνεται διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του. Πέραν τούτου οὐδέν.
§96Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§97Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§98Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον κανονίζεται ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὸ ¼ τῆς ὁλικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Τοῦτο προσεγγίζει πρὸς τὸ δίκαιον, ἀλλὰ δὲν εἶνε ἐντελῶς δικαία καὶ ἐνέχει ἀνισότητα ἐν σχέσει πρὸς τοὺς διαφόρους κολλήγους, τοὺς καταβάλοντας διάφορον κανόνα. Ἄλλοι πληρώνουν ἐμφυτευτικὸν κανόνα 33% καὶ ἄλλοι, ὡς ἐν Αἰγιαλείᾳ, 8 καὶ 10%.
§99Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἔχω τοῦτο ὑπ’ ὄψει μου καὶ θὰ ἐξηγήσω, διατὶ κατέληξα εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα. Ἡ ζημία εἶνε μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πληρώνουν κανόνα 5% Πέραν τοῦ ὁρίου αὐτοῦ δὲν εἶνε.
§100Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σπουδαῖον ὅριον αὐτό, διότι εἰς τὴν Ἀχαϊοήλιδα ἄλλοι πληρώνουν 10% καὶ πολλοὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον καὶ εἶναι ἄδικον νὰ πληρώνωσι καὶ αὐτοὶ τὸ ¼ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ὅπως οἱ τῆς Ἀττικῆς οἵτινες πληρώνουσι 33%.
§101Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐὰν πληρώωσιν 10%, δὲν ἔχουν νὰ ἐπωφεληθῶσι τίποτε, διότι κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν σεῖς ὑποβάλλετε, θὰ διπλασιάσωμεν τὸ ποσοστόν.
§102Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεγίστη διαφορὰ διότι ὁ πληρώνων κανόνα 5% καταβάλλει τὸ 10ον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος καὶ οὐχὶ 25% ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Κατόπιν εἰς τὸ τέταρτον ἄρθρον ἐδάφιον 3, προκειμένου νὰ κανονίσητε τὴν ὁλικὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, ἀναφέρετε ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστίθεται ἡ βελτίωσις τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐμφυτευτὴς ἔχει ἀνεγείρει οἰκίαν καὶ διάφορα κτίρια, δὲν πρέπει νὰ προστεθῇ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὸν ἐμφυτευτήν;
§103Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἰδοὺ τὶ λέγει, εἶναι τυπογραφικὸν λάθος προφανὲς (ἀναγινώσκει) «ἐμφυτεύσεων καὶ μονίμων βελτιώσεων».
§104Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ δεχθῆτε ὡς ὅριον ἀποζημιώσεως τὸ διπλάσιον τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν καθαρὰν πρόσοδον καὶ αὕτη ἀποτελεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ψηλοῦ κυρίου καὶ ὅλον τὸ ἄλλο ἀνήκει εἰς τὸν ἐμφυτευτήν. Τοῦτο ἐφηρμόσθη ἐπανειλημμένως. Πολλὰ κτήματα κατελήφθησαν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης εἴτε δι’ ὁδούς, εἴτε ὑπὸ σιδηροδρόμων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠγέρθη τὸ ζήτημα ποίαν ἀξίαν ἐκπροσωπεῖ τὸ ἐμφυτευτικὸν δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ποῖον δικαίωμα μένει εἰς τὸν ψηλὸν κύριον. Καὶ ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ψηλοῦ κυρίου ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος εἶναι αὐτὸς ὁ κανὼν ὁ καθαρός, ἤτοι τὸ διπλάσιον τοῦ ἀκαθαρίστου καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπὶ κανόνος 10% ἀπομένουν 20% εἰς τὸν ψηλὸν κύριον 80% εἰς τὸν ἐμφυτευτήν. Αὕτη ἡ βάσις εἶναι δικαιοτάτη ἀφοῦ νομοθετικῶς ὁρισθῇ ὡς στενωτάτου ὁρίου τοῦ κανόνος 10% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ἀκυρουμένων τῶν βαρυτέρων συμφωνιῶν ὡς ὑπερβαινουσῶν τὸ θεμιτὸν ὅριον τοῦ νόμου. Ἐκτὸς τούτου λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ τρέχουσα ἀξία τοῦ κτήματος. Δὲν εἶναι δίκαιον ὅταν καθορίζεται μία ὁριστικὴ ἀποτίμησις ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον ἐπ’ ἀόριστον καὶ εἰς τὸ διηνεκὲς νὰ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν μίαν παροδικὴν ἐποχήν, ἡ ὁποία λόγῳ ἰδιαιτέρων συνθηκῶν ἀποδίδει μίαν τεχνικὴν ὕψωσιν; Διατὶ νὰ μὴ ὁρίσωμεν τὴν μέσην ἀξίαν τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν; Ταῦτα διατυποῦμεν καὶ ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ τροπολογίᾳ συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ἣν διετυπώσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἰς ἣν παρίστατο καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἣν γνώμην ἐδέχθητε, κ. Ὑπουργέ, καὶ διετυπώσατε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀλλ’ οὐχὶ πλήρη. Τὸ ζήτημα τῆς αὐτοπροσώπου καλλιεργείας μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπετε, ὑποθέτω ὅτι θὰ καταστήσῃ ἄχρηστον ὁλόκληρον τὸ νόμον καὶ ἀνεφάρμοστον, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐμφυτευτῶν αὐτοπροσώπως καλλιεργεῖ τὰ κτήματα. Ὑπάρχουν τεχνικαὶ ἐργασίαι πλεῖσται, τὸ κλάδευμα, τὸ καπάρισμα καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα δὲν δύναται οὐδὲ νὰ γνωρίζει νὰ κάμῃ μόνος του ὁ ἐμφυτευτής, θὰ προσλάβῃ εἰδικούς. Ἔπειτα εἶναι ἐργασία τὴν ὁποίαν δὲν μπορεῖ νὰ κάμῃ ὁπότε θέλει ὁ ἐμφυτευτής, π. χ. ὁ ψεκασμὸς πρέπει νὰ γίνῃ ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας διὰ τὸν φόβον τοῦ περονοσπόρου, ὡς καὶ τὸ χαράκιον δὲν γίνεται βραδέως καὶ συνεπῶς θὰ πάρῃ ἐργάτας. Ἐπίσης καὶ ἄλλαι ἐργασίαι. Ἐὰν θέσητε ὡς βάσιν αὐτό, κανεὶς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξαγοράσῃ διότι θὰ ἐγερθῶσιν ἐνστάσεις ὑπὸ τῶν ψηλῶν κυρίων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ματαιωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§105Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ δήλωσίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἐμφυτευτὴς ἐξαντλεῖ τὴν ἐργασίαν του καὶ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του εἰς τὸ κτῆμα. Ἐὰν ὑπάρχουν ἐργασίαι αἱ ὁποῖαι ἀπαραιτήτως, ἐκ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἀναφέρατε π. χ. διὰ τὸ ψέκασμα, τὸ κλάδευμα, γίνονται διὰ εἰδικῶν τεχνητῶν, ἀναντιρρήτως θὰ λάβωμεν αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, πρέπει ὅμως ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ εἶναι ἀκτήμων κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γκέκας ἔχει τὸν λόγον.
§107Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ παρὸν νομοσχέδιον τώρα τὴν τελευταίαν στιγμὴν περιέλαβε μερικὰς διατάξεις, ἀφορώσας τὴν ἐπαρχίαν, ἐκ τῆς ὁποίας κατάγομαι. Κατὰ τὴν βάσιν του δὲν ἀφορᾶ βεβαίως τὴν ἐπαρχίαν μου καθ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἐμφύτευσις, ὡς βουλευτὴς ὅμως παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν, ὁμολογῶ ὅτι μοῦ ἤγειρε τὴν περιέργειαν ἕνας ἀγὼν προσωπικὸς δύναμαι νὰ εἴπω διεξαγόμενος μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ὑποστηριζόντων τὰ δικαιώματα τῶν ἐμφυτευτῶν. Εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν παρεσιωπήθησαν νομίζω αἱ σπουδαιότεραι αἰτιολογικαὶ βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαγορεύσουν τὴν λῆψιν τοιαύτης νομοθετικῆς προνοίας. Παραδόξως, κύριοι, παρὰ τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἤκουσα, ὅτι ἀπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Ζήνωνος μέχρι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἐθεσπίσθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφυτεύσεως ηὐξήθη ἡ τυραννία αὐτή, τὸ ἀπαίσιον αὐτό, τὸ βδελυρόν, τὸ δουλικόν, τὸ καταστρεπτικὸν τῆς γεωργίας, τὸ ὁποῖον κινεῖ τὴν ἀγανάκτησιν πολλῶν. Δυστυχῶς, κύριοι, ἔχω τὴν ἀντίθετον ἀκριβῶς ἀντίληψιν καὶ ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐξαιρούμενος τοῦ κύκλου τῶν ἀνταγωνιζομένων συμφερόντων ἰδιοκτητῶν καὶ ἐμφυτευτῶν. Εὑρίσκω, κύριοι, ὅτι εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας, εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἥλιος βλέπει, τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφυτεύσεως ἐθεωρήθη ἀπαραιτήτως προστατευτικὸν τῆς γεωργίας. Τώρα θὰ εἴπητε: Πῶς ἡ ἀντίληψις ἑνὸς ἀνθρώπου, μὴ ἔχοντος ἐμφύτευσιν εἰς τὸν τόπον του βλέπει, τόσον ἀντιθέτως μίαν τυραννικὴν δουλείαν, τὴν ὁποίαν δὲν βλέπομεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι; Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφυτεύσεως δὲν ἐγεννήθη ποτὲ οὔτε ἐκ κατακτήσεως οὔτε ἐξ ἐπιβολῆς κεφαλαίων. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς ὅλους τοὺς ἀγορεύσαντας διὰ νὰ ἴδω ποῦ, εἰς ποίαν ἱστορικὴν ἐποχήν, εἰς ποῖον τόπον εὑρέθη ἄνθρωπος κατακτητής, κεφάλαιον ἢ ὅτι δήποτε, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλῃ ὑποχρεωτικῶς τὴν ἐργασίαν τῆς ἐμφυτεύσεως εἰς ἄλλον. Τοιοῦτον, κύριοι, ἱστορικὸν δὲν θὰ ἀπαντήσητε οὐδαμοῦ. Ἕνα εἶναι κύριοι, τὸ μειονέκτημα, ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἰδιοκτησίας παρ’ ἀγρόταις, ἡ πλησμονὴ ἢ ἡ περίσσεια ἐργασίας εἶναι ἐκείνη ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφυτεύσεως. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐργασίας, διότι ὡς ἐρούμενος ἐργασίας, ὁ πεινῶν δύναται νὰ μετακινηθῇ ἀλλαχοῦ, ἵνα ζητήσῃ ἐργασίαν, ὅπως καὶ γίνεται, ἀλλὰ τὸ κτῆμα τὸ ἀδρανοῦν, τὸ ὁποῖον ὁ κύριός του δὲν δύναται νὰ καλλιεργήσῃ αὐτὸ κατέχει τὴν μειονεκτικὴν θέσιν, αὐτὸ προσφέρεται εἰς τοὺς προσφορωτέρους καὶ συμφερωτέρους ὅρους εἰς τὴν ἐργασίαν, ἵνα συνεταιριζομένη ἡ ἐργασία μετὰ τοῦ κτήματος, μετὰ τοῦ κεφαλαίου καταστήσῃ αὐτὸ γόνιμον. Ἡ ἐλαττωματικότης λοιπὸν ὑφίσταται ἐν τῷ κτήματι. Ὁ φόβος λοιπὸν μήπως εἰς τὸ μέλλον, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἐμὲ τοὐλάχιστον ἀτομικῶς καὶ προσωπικῶς περὶ τοῦ πῶς θὰ κανονισθῶσιν αἱ ἀποζημιώσεις ἢ αἱ λεπτομέρειαι τῶν σημερινῶν ἐμφυτευτῶν καὶ ἂν θὰ πληρωθῶσιν ἢ θὰ ἐκδιωχθῶσιν ἢ θὰ ζητήσωσι νὰ ἐπαιτήσωσιν, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ ἰδιοκτῆται ἐν προκειμένῳ, ἐμὲ ἐνδιαφέρει ἄν, ἐκλείποντος διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τοῦ ἀπὸ αἰώνων ἰσχύοντος τῆς ἐμφυτεύσεως, προστατεύηται ἡ γεωργία ἢ ὁδηγεῖται πρὸς καταστροφήν. Ἔχω, κύριοι, τὴν γνώμην ὅτι εἶναι αὐταπόδεικτον ὅτι εἰς τὸ μέλλον, ἐκλείποντος τοῦ δικαιώματος τῆς ἐμφυτεύσεως, αἱ ἄγονοι γαῖαι τῶν νήσων, ὁλοκλήρου τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος δὲν θὰ εὕρωσι τὸ μέσον διὰ νὰ καλλιεργηθοῦν. Ἴσως εἴπουν ὅτι τὰς ἐπιτάσσωμεν, διότι ὑπάρχουν οἱ πρόχειροι, οἱ ὁποῖοι λύουν ἀμέσως τὰ ζητήματα αὐτά, καὶ τὰς δίδομεν ἡμεῖς εἰς καλλιέργειαν. Ἀλλ’ ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλὴ τὰ πρὸς ἐμφύτευσιν διδόμενα καὶ τὰ ὑπὸ ἐμφύτευσιν διατελοῦντα κτήματα δὲν εἶναι αἱ γόνιμοι γαῖαι, ἀλλ’ εἶναι αἱ ἔχουσαι ἀνάγκην καλλιεργείας διὰ τῶν χειρῶν καὶ μόνον ἀσκουμένης καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργηθῶσιν ὑπὸ τοῦ τυχόντος. Ἔχω λοιπὸν τὸν φόβον ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως γεωργικῆς ὁ περιορισμὸς καὶ ἡ βλάβη τῆς γεωργίας εἶναι προφανής. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ζήτημα ἀφ’ οὗ ἅπαξ εὑρεθέντες ἐν στενοχωρίᾳ καλλιεργηταὶ ἠναγκάσθησαν νὰ συνάψωσι σύμβασιν ἐμφυτεύσεως καὶ τελοῦσιν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν ἵνα κατατυραννῶνται ὑπὸ ἀπλήστων γαιοδοτῶν; Ὄχι, ἐδῶ δύναται νὰ ἐπέμβῃ ἡ πολιτεία.
§108Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Νὰ μειωθῇ ἡ κανών.
§109Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐδῶ ἡ ἐπέμβασις τῆς πολιτείας εἶναι λογικὴ καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐνέχει καὶ προστασίαν τινα τῆς γεωργίας, ἡ προστασία τῶν ἐργαζομένων ἐμφυτευτῶν. Καὶ ἤκουσα μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως, κύριοι, προηγουμένως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας δηλοῦντος καὶ ἐξηγοῦντος σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου ὅτι ἐννοεῖ μόνον τοὺς καλλιεργοῦντας ἐμφυτευτάς, διότι ἀλλοίμονον ἂν ἐπρόκειτο νὰ προστατευθῶσιν ὅσοι ἠγόρασαν ἐπὶ δημοπρασίας ἐμπορικῶς, ὅσοι ἐκληρονόμησαν παρ’ ἄλλων γαίας ἐμφυτευθείσας ἀπέναντι ἰδιοκτητῶν οἱ ὁποῖοι ἴσως εἶναι πενέστεροι, διότι τῆς ἐμφυτεύσεως τὸ δικαίωμα δὲν ὑφίσταται εἰς μεγάλα καὶ μόνον κτήματα, ἴσως εἶναι ἐξαίρεσις τὰ μεγάλα κτήματα, ἰδίως ὑφίσταται εἰς μικρὰ κτήματα. Ὑποθέσατε, κύριοι, καὶ ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ διανεμηθὲν κτῆμα τῆς Ἀττικῆς τὸ Χαρβάτι, ὅτι κληροῦχοι τοῦ κτήματος αὐτοῦ μετὰ παρέλευσιν 15 ἐτῶν καθίστανται ἀνίκανοι νὰ καλλιεργήσουν εἴτε διότι ἀπέθανεν ὁ κληροῦχος καὶ περιέρχεται εἰς χήραν τὸ κτῆμα. Ἡ χήρα τὰ στρέμματα αὐτὰ δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς ἐμφύτευσιν καὶ οὕτω οὔτε αὐτὴ δύναται νὰ ζήσῃ καὶ τὸ κτῆμα θὰ μείνῃ ἀκαλλιέργητον. Καὶ κατὰ τί παραβλάπτεται ἡ κυριαρχία τοῦ ἀτόμου ἢ τοῦ Κράτους ἢ τίνος ἄλλου ἔχοντος λεπτεπίλεπτα περὶ ἐλευθερίας αἰσθήματα ἂν ἐγὼ μεταβὰς εἰς τὸ Χαρβάτι ἀποφασίσω νὰ ἐμφυτεύσω τὸ κτῆμα καὶ ἐνεργήσω μίαν ἐπιχείρησιν ἐκ τῆς ὁποίας καὶ τὸ Κράτος θὰ ὠφεληθῇ καὶ ἡ ἀτυχὴς ἐκείνη χήρα καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ἀπολαύσω τοὺς καρποὺς τῶν κόπων καὶ τῶν θυσιῶν; Κυρίως ἡ ἐμφύτευσις ἀφορᾷ τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ δὲν εἶναι βεβαίως ζήτημα τῆς στιγμῆς ἂν δὲν μᾶς ἀρέσει ἡ μορφὴ τοῦ κ. Νοταρᾶ ἢ ὁ μύσταξ τοῦ κ. Πολυχρονιάδου νὰ ὁρμώμεθα εἰς τὴν ψήφισιν νόμων. Τὴν βάσιν τῶν τοιούτων νόμων πρέπει ἑδραίαν καὶ ἀκράδαντον νὰ στηρίζῃ ἠθικὴ ἀρχὴ ἀπροσωπόληπτος, μὴ βλέπουσα εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ ἀποβλέπουσα κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖον ἐν προκειμένῳ εἶναι τὸ συμφέρον τῆς γεωργίας. Δὲν ἔχω, κύριοι, καμμίαν ἀμφιβολίαν—μολονότι δὲν ὑπάρχει αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, διότι γνωρίζετε ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τινῶν καὶ διετυπώθη εἰς ἓν ἄρθρον κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, ἤδη δὲ ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως ἐκείνης ἑκάστη ἡμέρα καὶ ἑκάστη συζήτησις παρουσιάζει, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ διάφορον μορφὴν ἢ διάφορον τύπον τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος—δὲν ἔχω λέγω ἀμφιβολίαν ὅτι τοῦ Ὑπουργείου ἡ ἀντίληψις θὰ ἔχῃ τὴν βάσιν τῆς ὀρθότητος τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς καὶ ὄχι τὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι κανονίζονται ἀναλόγως τῶν εἰδικῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἔτυχε νὰ γνωρίζῃ καὶ αἱ ὁποῖαι ἔτυχε νὰ εἶναι κατὰ τὸν δεῖνα ἢ τάδε τρόπον ρυθμισμέναι, εἴτε ἐκ λόγων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, αὐτὴ ἡ ἐπανειλημμένη μεταβολὴ αὐτοῦ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ὥριμον. Καὶ ὅταν λέγω ὅτι δὲν εἶναι ὥριμον δὲν ἐννοῶ ὅτι οἱ ἀκτήμονες ἐμφυτευταὶ δὲν πρέπει νὰ λάβουν τὸ κτῆμα καὶ νὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν γῆν καὶ νὰ γίνουν κύριοι. Κάθε ἄλλο ἀλλὰ δὲν εἶνε μελετημένον εἰς τὰς λεπτομερείας, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ καμμία ἀδικία, καὶ πρὸ παντὸς νὰ μὴ ἐπέλθῃ καμμία βλάβη τῆς γεωργίας. Ἐγώ, κύριοι, ἤκουσα περὶ πολλῶν, ἀλλὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου μίαν περίπτωσιν. Εἰς τὴν Κρήτην τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφυτεύσεως ἐνασκεῖται κατὰ μεγάλην ἔκτασιν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχουν τώρα ἐδῶ παρόντες βουλευταὶ ἐκ Κρήτης, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ δύνανται νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Ἐκεῖ ἰσχύει ἕν σύστημα ἁπλούστατον. Χωρὶς νὰ γεννηθῇ εἰς τὸν νοῦν οὐδενὸς νὰ μεταβάλῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφυτεύσεως, τὸ ὁποῖον ἤθελε περιορίσῃ σπουδαιότατα τὴν παραγωγὴν τῆς νήσου, διότι ἡ ἐμφύτευσις ἐκεῖ δὲν ἐνεργεῖται μόνον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων ἢ ἄλλων φυτειῶν, ἀλλὰ κυρίως ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καθίστατο προβληματικὴ ἡ θέσις τῆς ἐμφυτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ αὔξησις τῆς πλουτοπαραγωγῆς τῆς χώρας, ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο κατελύετο, τί ἰσχύει ἐκεῖ; Ἔρχονται εἰς μίαν συμφωνίαν εἷς γαιοδότης μετὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ. «Θὰ φυτεύσῃς τὸ κτῆμα, καὶ εὐθὺς ὡς καρποφορήσῃ ἐγὼ θὰ λάβω τὸ ἥμισυ, καὶ σὺ τὸ ἕτερον ἥμισυ».
§110Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει καὶ εἰς ἡμᾶς, καὶ δὲν θίγεται. Αὐτὸ δὲν εἶνε ἐμφύτευσις, αὐτὸ εἶνε συμφωνία.
§111Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Μήπως καὶ ἡ ἐμφύτευσις δὲν εἶνε συμφωνία;
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι εἶναι συμφωνία.
§113Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἡ συμφωνία εἶναι νόμος· ὁ νόμος εἶναι πάντοτε ἐπίκουρος τῆς συμφωνίας καὶ προστατεύει τὰς συμφωνίας, δὲν τὰς ἀφαιρεῖ προκειμένου περὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Θὰ εἶχον τὴν γνώμην, κύριοι, ἀντὶ νὰ ἀσχολῆται ἡ Κυβέρνησις ὅπως διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ρυθμίσῃ διὰ γενικῶν ὑπολογισμῶν καὶ νομοθεσίας καὶ παραπέμψῃ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ δικαστήρια — καὶ δὲν ὑπάρχει κύριοι βουλευταί, ἄνθρωπος μὴ ἐξαρτώμενος πλέον ἐκ τῶν δικαστηρίων, δὲν θὰ μείνῃ χρόνος εἰς κανένα Ἕλληνα καὶ εἰς ἐργατικὸν διὰ νὰ ζῇ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τῶν δικαστηρίων— ἀντὶ νὰ παραπέμπῃ ἐκεῖ θὰ ἐθεώρουν — κατὰ τὴν γνώμην μου ἴσως εἶνε πλέον ἐσφαλμένη τῶν ἄλλων τῶν ἀσχοληθέντων— ἀλλὰ θεωρῶ ἁπλούστερον ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ εἷς τρόπος καὶ δὲν θὰ ἦτο δύσκολον, τὸ ἥμισυ, ὅπως λέγει ὁ κ. συνάδελφος.
§114Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ἥμισυ εἶνε μετὰ τριετίαν ἢ τετραετίαν καὶ ὄχι μετὰ 30 χρόνια.
§115Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὁ θερμότερος τῶν ὑποστηρικτῶν τὸ ἀναφέρει. Ἤκουσα τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ὅτι ἰσχύει ἐν Πελοποννήσῳ τὸ ἥμισυ.
§116Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὸ ἕνα πρὸς πέντε δὲν τὸ ἠκούσατε φαίνεται.
§117Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ρυθμίσητε τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου, θὰ ρυθμίσητε, τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὴν ἐμφύτευσιν.
§118Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης, τὸ προέτεινε διὰ νὰ παραπεμφθῇ ἄλλην μίαν φορὰν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§119Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐὰν δὲν εἶνε ὥριμος ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν πατρίδα σας νὰ παραπεμφθῇ καὶ πάλιν.
§120Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα ὥριμοι, δὲν γνωρίζω σεῖς.
§121Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐγὼ θὰ εἶχον τὴν γνώμην νὰ καθορίσητε ἄλλο τι, ἐφόσον ὑπάρχει διάθεσις ὅπως ἐκλείψῃ ἡ σχέσις αὕτη, θὰ ἔκαμνον τὴν διανομήν, καὶ εἰς αὐτὸ εὑρίσκω τὸ λογικὸν καὶ τὸ ὀρθόν, ἐὰν δὲ δὲν τὸ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸ δικαστήριον νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀναλογίαν τοῦ κτήματος, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μετάσχῃ ὁ ἰδιοκτήτης. Διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅλοι ὅτι ἡ ἐμφύτευσις εἶνε δικαίωμα ἀπολύτως κυριότητος τοῦ ἐμφυτευτοῦ, εἶνε βάρος ἐμπράγματον ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ διηνεκὲς καὶ τὸ κληρονομικὸν καὶ τὸ διοχετευτόν, συνεπῶς εἶνε δικαίωμα πλήρους κυριότητος. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, ἐπεμβαῖνον τὸ Κράτος εἰς τὴν σχέσιν ταύτην θέλει νὰ ρυθμίσῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ νὰ τὴν ρυθμίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, νὰ μετάσχουν αὐτοὶ καὶ μόνον οἱ ἀκτήμονες ἐμφυτευταί, τότε θὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι οἱ ἀκτήμονες ἀποκαθίστανται ἀποκτῶντες τὴν περιουσίαν ἀκόπως αὐτοί. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι, καθιστᾷ ὑποχρεωτικῶς τὸν ἰδιοκτήτην ἀτομικὸν καλλιεργητήν, διότι, ἐὰν ὑποχρεωτικῶς λάβῃ τὸ κτῆμά του, εἶνε ὑποχρεωμένος νὰ τὸ καλλιεργήσῃ, γνωρίζητε δὲ ὅτι προκειμένου περὶ φυτειῶν καὶ ἀμπέλων δὲν εἶνε δυνατὸν ἡ ἀναβολὴ τῆς καλλιεργείας. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἐγκατέλειψε, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐγκαταλείψῃ καὶ δι’ ἕν ἔτος, τὸ ἀπώλεσεν, θὰ ὑποχρεώσῃ καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ γίνουν ἐπιμελέστεροι καλλιεργηταί. Ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο ἀποτέλεσμα; Πιθανὸν νὰ εὑρεθοῦν ἰδιοκτῆται οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκτελῶσιν αὐτοπροσώπως καλλιέργειαν καὶ χειρωνακτικὴν ἐργασίαν Τότε ποῖον θὰ εἶνε τὸ ἀποτέλεσμα; Οἱ αὐτοὶ ἐμφυτευταί οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ πέριξ τοῦ κτήματος θὰ ἐξαγοράσωσι τὸ κτῆμα εἰς εὐτελεστάτας τιμάς, καὶ εἰδικῶς θὰ ὑποστῇ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς, καὶ θὰ τοῦ κανονίσῃ πλέον ὁ ἐμφυτευτὴς παρὰ τὸ δίκαιον τὰ δικαιώματά του. Ἀλλά, κύριοι, ἐκτὸς τῆς βλάβης εἶχον σκοπὸν νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ἀτόπου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἤκουσα εὐχαρίστως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβάλλοντος σχετικὴν τροπολογίαν καὶ εἰπόντος, ὅτι ὅπου ἔχει ἀναπτυχθῇ βιομηχανία μεγάλη, δὲν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστρέψῃ τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν τὴν μεγάλην. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐπιχείρησις ἐν τῷ τόπῳ, τὴν ὁποίαν γνωρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ πληθυσμὸς τοῦ τόπου ἐκείνου ὀφείλει αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν του.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν καταστροφήν του ὀφείλει.
§123Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τότε τὸν καταστρέψατε σεῖς. Ὅταν μία βιομηχανία μεταβαίνει εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ συνιστᾶται εἰς τοὺς ἀγρότας καὶ οἱ ἀγροὶ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἐξυπηρετήσωσι, νὰ τῇ παράσχωσι τὰ προϊόντα των, ἐννοεῖτε κατὰ πόσον προάγεται ἡ ἐργασία τοῦ τόπου ἐκείνου, ἀλλ’ ὅταν θέλομεν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα νὰ ἄρωμεν ὅλους τοὺς ἐμπορικοὺς κανόνας, τότε εἶναι εὔκολον νὰ λέγωμεν αὐτά. Φαντασθῆτε ἔχομεν καταστατικὸν ὑποβεβλημένον, Συμβούλιον ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἂν εὑρίσκομεν πρὸ τριετίας, ὅτι ἡ βιομηχανία αὐτὴ στηρίζεται ἐπὶ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ παραδίδωνται εἰς αὐτὴν τὰ προϊόντα καὶ τώρα νὰ μὴ προβλέψωμεν; Δύνανται τοιαῦται ἑταιρίαι νὰ ὑφίστανται καὶ ἀλλοῦ.
§124Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὴν τὴν διατύπωσιν (ἀναγινώσκει). «Δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδομένης μετὰ.......... κλπ.».
§125Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι πολλὰ τὰ κτήματα ταῦτα.
§126Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πολλά.
§127Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἤθελον εἰς τὸ ἄρθρον 11 νὰ φέρω μίαν παρατήρησιν. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ζήτημα αὐτὸ διευθετεῖται διὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου παραχωρεῖται μέρος, τὸ ὁποῖον προέβλεψαν πάντες οἱ νόμοι, διὰ τὴν βοσκήν, ἐκτὸς δὲ τοῦ μέρους τούτου συνήθως γίνεται χρῆσις καὶ τῶν γαιῶν ἐν ἀγραναπαύσει. Γνωρίζω, ὅτι ἀνάγκη ἄλλη τῆς κτηνοτροφίας ὑπηγόρευσε τὴν σκέψιν διὰ νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὐτή, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι δι’ αὐτῆς δὲν θεραπεύηται ἡ ἀνάγκη αὐτή, διότι αἱ γαῖαι αὗται δὲν εἶναι κατάλληλοι. Ὑποθέσατε, ὅτι τοῦ κτήματος αὐτοῦ τὸ ἥμισυ εἶναι γῆ καλλιεργουμένη. Ἡ γῆ αὐτὴ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου, προκειμένου περὶ γαιῶν σπειρομένων μόνον διὰ σίτου, διότι ὡς εἶναι γνωστὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης ἄλλα προϊόντα ἐκτὸς τοῦ σίτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσωσιν, ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου λοιπὸν μέχρι 1ης Ἰανουαρίου εἶναι τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον μένουν ἐν ἀγραναπαύσει αἱ γαῖαι.
§128Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν σπείρονται κατ’ ἔτος;
§129Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὄχι, εἰς ὀλίγα μόνον κτήματα.
§130Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τότε προνοοῦμεν δι’ ἐκεῖνα μόνον.
§131Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Αὐτὴ ἡ γῆ δὲν σπείρεται τὸν ἄλλον χρόνον. Τὸ μόνον διάστημα τὸ ὁποῖον εἶναι δεκτικὸν χορτονομῆς εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου. Συνέβαινε δὲ καὶ τὸ ἑξῆς, ὅσοι εἶχον γόνιμα λιβάδια, ἐνῷ οἱ χωρικοὶ δὲν εἶχον ζῷα ἵνα νέμωνται τὴν χορτονομὴν αὐτῶν τῶν λειβαδιῶν, οἱ ἰδιοκτῆται δυνάμενοι νὰ μεταβαίνουν καὶ ἐκεῖ ηὔξαναν καὶ τούτων τὸ μίσθωμα. Ἀλλ’ ἐδῶ κ. Ὑπουργέ, ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν φέρει καμμίαν βελτίωσιν, τοὐναντίον μάλιστα ἔχω τὴν ἑξῆς ἰδέαν καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ σημειώσητε, τιθεμένη ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ τῶν συνεταιρισμῶν ἐκεῖ θὰ ἔχῃ ἴσως κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ προβλέπω καὶ πιστεύω ἀσφαλῶς ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς δὲν εἶνε οἱ πραγματικοὶ κολλῆγοι οἱ προεδρεύοντες καὶ οἱ συμβουλεύοντες. Εἶνε οἱ μὴ ἔχοντες. Ἔχοντες τὴν διάταξιν αὐτὴν θὰ εἴπουν, σὺ ἔχεις εἴκοσι πρόβατα, ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε, ἄρα θὰ πληρώσῃς ἢ δὲν σοῦ ἐνοικιάζω. Καὶ θὰ δώσωμεν ἔναυσμα νὰ πλεονεκτήσωσι τὰ συμβούλια ἐπὶ τῶν γεωργῶν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ βελτίωσις τῆς κτηνοτροφίας τῆς Ἑλληνικῆς, διότι οὐδεὶς κτηνοτρόφος εἶνε δυνατὸν νὰ μισθώσῃ καὶ μεταβῇ εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 4 μηνῶν αὐτῶν, ὅπου δὲν ὑπάρχουν πάγια λειβάδια, δὲν δύναται νὰ ἐγκατασταθῶσι πρόβατα ἐντὸς καλαμιῶν.
§132Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι δύο λέξεις. Σήμερον γίνεται ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ διανομὴ τῶν κλήρων ἀπὸ τὰ λειβάδια διὰ τὴν μικρὰν κτηνοτροφίαν. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κληρούχους δὲν θὰ ἔχουν ζῷα μέσα εἰς τὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγκαθίστανται. Ὑπάρχουν καὶ λειβάδια, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε τὰ ἐνοικίαζεν ὁ ἰδιοκτήτης, τὰς δὲ εἰς ἀγρανάπαυσιν γαίας τὰς ἔβοσκεν ὁ ἐνοικιαστής.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχει ἀγρανάπαυσις εἰς τὸν νομὸν Λαρίσσης;
§134Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει;
§135Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐρωτήσατε τὴν γεωργικήν σας ὑπηρεσίαν. Ἐκτὸς ἑνὸς ἢ δύο ἀγόνων κτημάτων δὲν μένουν ἀκαλλιέργητα κτήματα. Σᾶς εἶπον τὴν συνέχειαν τῆς καλλιεργείας, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἐσφαλμένως ὅτι εἶναι ἀγρανάπαυσις διότι ἐθεωρήθη τὸν Αὔγουστον. Θὰ μεσολαβήσῃ ἕν διάστημα 4 μηνῶν.
§136Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Σπείρετε κάθε χρόνον σιτάρι εἰς τὸν αὐτὸν ἀγρόν;
§137Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τὸ μισὸ ἕν εἶδος καὶ τὸ ἄλλο ἄλλο εἶδος. 19 μῆνας ἔχει ἡ καλλιέργεια τοῦ σιταριοῦ. Σᾶς τὸ ἀνέπτυξα κ. Ὑπουργέ, Νὰ τηλεγραφήσετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ πληροφορηθῆτε ἂν ὑπάρχῃ ἀγρανάπαυσις.
§138Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἰδοὺ τὶ ἀγρανάπαυσις ὑπάρχει εἰς τὸ χωρίον σου. Π.χ. σπείρει τὸ ⅓ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ οἱ κολλῆγοί του, ἀφήνουν δὲ αὐτὸ ἐπὶ τρία ἔτη εἰς ἀγρανάπαυσιν Καὶ ἂν εἶνε ἀσθενικὰ τὰ χωράφια πολλάκις θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ τ’ ἀφήνῃ καὶ ὁ γεωργὸς διὰ νὰ τονώσουν.
§139Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Αὐτὸ ἠμπορεῖ ὁ κ. συνάδελφος νὰ τὸ γνωρίζῃ διὰ τὰς γαίας τοῦ Τυρνάβου, διότι αἱ γαῖαι τοῦ Τυρνάβου εἶνε τόσον ἄγονοι, ὥστε ἐὰν ἐπὶ ἑνὸς στρέμματος γαιῶν τῆς Λαρίσσης βάλετε 10 ὀκάδας σιτάρι ἐπὶ ἑνὸς στρέμματος γαιῶν τοῦ Τυρνάβου θὰ σπείρετε 20 ὀκάδας.
§140Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. 14–18. Τὶ σχέσιν ἔχει αὐτό;
§141Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὅπου εἶνε ἄγονοι αἱ ἐκτάσεις γίνεται αὐτό. Δὲν γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, διότι δὲν ἔμαθε καὶ αὐτὸς γεωργικὴν ἀσφαλῶς. Ἐγὼ ἔχω κτήματα, τὰ ὁποῖα καλλιεργῶ πρὸ ἐτῶν. Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι μένει εἰς ἀγρανάπαυσιν ἕν στρέμμα, δέχομαι νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλή.
§142Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὸ συμπέρασμά σας εἰπέτε.
§143Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. Ὑπουργέ, ὅπως ἐβάλατε τὴν διάταξιν πρὸς προστασίαν τῆς πασχούσης κτηνοτροφίας ὅτι εἰς ὅλους τοὺς συνεταιρισμοὺς δύναται κατὰ τὸν νόμον τὸν ἀγροτικὸν περὶ γῆς πρὸς βοσκήν, νὰ βάλετε μίαν διάταξιν ὡς ἔχετε τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν νὰ ἐξαρτήσετε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐκ τῆς ἀποφάσεώς σας, ὡς ἑξῆς: Ὅτι αἱ γαῖαι αἱ ἀνέκαθεν προωρισμέναι ὡς λειβάδια καὶ μὴ δυνάμεναι νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς καλλιέργειαν ἐξαιροῦνται τῆς ἀπαλλοτριώσεως δυνάμεναι νὰ ἀπαλλοτριωθῶσι μόνον τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Σημειώσατε ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ὑπάρχει καμμία αἴτησις—Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐρωτήσετε κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ὑπηρεσίαν ἂν ὑπάρχῃ καμμία αἴτησις—Ἴσως ὑπάρχει μία ἐκ Τρικκάλων —δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ὄνομα—δὲν ὑπάρχει καμμία αἴτησις, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη αὐτῶν τῶν λειβαδίων. Λοιπὸν νὰ τὰ ἀφήσετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§144Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὴν ἔχομεν αὐτὴν τὴν διάταξιν.
§145Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τὴν ἔχετε κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἤτοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, νὰ ὑπάρξῃ μία βεβαίωσις, ἐν ᾧ τώρα ἔρχεται ὁ Ὀκτώβριος, κ. Ὑπουργέ, πρόκειται νὰ κατεβοῦν 800 κτηνοτρόφοι ἀντιπρόσωποι πληθυσμοῦ 400,000 ἀνθρώπων. Ποῦ θέλετε νὰ ὑπάγουν;
§146Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε συνάδελφε, πολὺ καλὰ γνωρίζετε ὅτι ἡ διάταξις συνεζητήθη ἐνώπιον Ἐπιτροπῆς ἐκ κτηνοτρόφων, παρισταμένων καὶ ὑμῶν, καὶ ἀπεδέχθησαν νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§147Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὄχι κ. Ὑπουργέ, δὲν ἐγένετο τὸ πρᾶγμα ἀντιληπτόν.
§148Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐγένετο ἀντιληπτὸν κατὰ τὸν σαφέστερον τρόπον, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ τροποποιήσωμεν ῥιζικῶς τὸν ἀγροτικὸν νόμον καθιστῶντες ἐξαιρετέας τῆς ἀπαλλοτριώσεως ὅλας τὰς βοσκησίμους ἐκτάσεις.
§149Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἀφορᾷ τὸν κόσμον αὐτόν. Μᾶλλον ἐπιβλαβὴς εἶνε διὰ τοὺς κολλήγους.
§150Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἔχει καλῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τέλους ἐκάμαμε μίαν ἀποκατάστασιν. Δὲν εἶνε δυνατὸν τὴν ἄποψιν τῆς ἀποκαταστάσεως νὰ τὴν θυσιάσωμεν εἰς ἄλλας ἀπόψεις.
§151Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ. Ρητὴν διάταξιν νὰ βάλετε χωρὶς νὰ θίγεται παντάπασιν ἡ ἀποκατάστασις.
§152Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν ἠμπορῶ, κ. συνάδελφε νὰ τὸ δεχθῶ.
§153Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δικαίωμά σας εἶνε.
§154Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ τὸ φέρω εἰς τὴν Βουλή.
§155Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν ἔχετε καιρόν.
§156Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἰς τὸ βʹ τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§157Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις χωρὶς νὰ παραβλεφθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων. Τότε μόνον ἠμποροῦν νὰ διανεμηθοῦν τὰ λειβάδια.
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι ἡ διάταξίς σας εἶνε ὀρθή. Ὑπόσχομαι ἐν ᾗ περιπτώσει προκύψῃ ἐκ τῶν πραγμάτων τοιαύτη ἀνάγκη, νὰ φέρω πρότασιν εἰς τὸ βʹ στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§159Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Πολὺ καλά.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§161Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὀλιγίστας λέξεις θὰ εἴπω, διότι τὰς σκέψεις μου καὶ περὶ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων θεωρῶ ὅτι θὰ τελεσφορήσῃ καλλίτερον ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, αὐτὰς τὰς ἔχω ἐκθέσῃ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ τὰς γνώμας μου τὰς εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἶνε καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς κατακεχωρισμέναι. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, προσδιοριζομένης τῆς ἀποζημιώσεως καθ’ ὃν τρόπον προτείνει, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θὰ ἀπολήξῃ πραγματικῶς εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἐμφυτευτῶν ἀπὸ τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον πληρώνουν, ἰδίως δὲ ἐφόσον τὸ μὲν ἄρθρον 4 παρουσιάζει μίαν βάσιν πρὸς ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπιτυγχάνει τὸ ὀρθὸν καὶ δίκαιον γενικῶς, ἐξ ἄλλου δὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς ἀνήκει εἰς τὸν αὐτοπροσώπως καλλιεργοῦντα τὸ κτῆμα. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν λοιπὸν ὅτι θὰ ἀπολήξῃ πραγματικῶς εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν κτημάτων ἀπὸ τοῦ κανόνος. Καὶ διὰ τοῦτο μὲν διαφέρει πολὺ τοῦ νὰ ἀποκτήσωμεν τὸ οὐσιαστικὸν ἐκεῖνο ἀπόκτημα τὸ ὁποῖον ἔδιδε τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν πρώτην αὐτοῦ μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη, διότι θὰ ὑπάρξουν ἐμφυτευταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐξαγοράσουν διὰ λόγους οἰκονομικῆς ἀνεχείας, ὥστε ἡ ἐμφύτευσις θὰ ὑπάρχῃ. Ἑπομένως ἐφόσον ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφεύγῃ ἕνα ἄνδρα τῆς εὐφυΐας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, λέγω ὅτι τὸ δῶρον τὸ ὁποῖον παρέχεται διὰ τοῦ ἄρθρου 8 εἶναι δῶρον ἄδωρον. Ὅταν λέγετε ὅτι περιορίζετε τὸν κανόνα διὰ τὰς ἐμφυτεύσεις αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν εἰς τὸ μέλλον, λέγετε ὅτι δὲν περιορίζετε τὸν κανόνα παντάπασιν καὶ ἐμφανίζετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας ὅτι ἔχετε μίαν ἄποψιν διὰ μίαν σχέσιν ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸ μέλλον καὶ κανονίζετε εἰδικὰ μέτρα προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος, περὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ αὐτοῦ κανόνος ἐφόσον ἔχει συνομολογηθῇ εἰς τὸ παρελθόν. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀπαντήσετε εἰς τὸ δίλημμα τὸ ὁποῖον σᾶς θέτω. Εἶνε ἡ ἀπόληψις κανόνος ὑπερβαίνοντος τὰ 45% πρᾶξις ἀδικίας ναὶ ἢ ὄχι; Εἶνε ἄδικος μόνον διὰ τὸ μέλλον; Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν δύο μέτρα δικαιοσύνης εἰς ἕνα τόπον.
§162Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε τὴν ἐξαγορὰν τῶν κτημάτων; Ἐὰν θέλετε ἐξαγορὰν δὲν εἶνε δικαιολογημένη ἡ μείωσις τοῦ κανόνος. Εἴπατέ το καθαρὰ ὅτι θέλετε μείωσιν τοῦ κανόνος καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθοῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐὰν θέλετε τὴν μείωσιν τοῦ κανόνος νὰ συζητήσωμεν τὴν μείωσιν.
§163Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἀνεχώρησα ἀπὸ τῆς βάσεως ὅτι ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου πρῶτον μὲν δὲν θὰ ἐξαγορασθοῦν δικαιώματα ψιλῆς κυριότητος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τὰς τεχνικὰς δυσχερείας, λόγῳ τῶν προϋποθέσεων τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ λόγους οἰκονομικῆς δυσχερείας. Λέγω λοιπὸν ὅτι οὐσιαστικὴ δι’ ἐμὲ διάταξις παραμένει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8, ἡ ὁποία διὰ νὰ εἶναι πραγματικὴ διὰ νὰ μὴ εἶναι λέξις κενή, πρέπει νὰ προσλάβῃ μίαν ἀναδρομικὴν δύναμιν, ὄχι νὰ μεταβάλωμεν τὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος ἔγινε ληξιπρόθεσμος μέχρι σήμερον, ἀλλὰ ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἐμπρὸς πρέπει ὁ κανὼν νὰ τεθῇ ὑπὸ ἕνα περιορισμόν, ὥστε εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει παλαιᾶς ἐμφυτεύσεως εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει συναφθησομένης, τὸ μέτρον νὰ εἶνε ἓν καὶ τὸ αὐτό. Λέγω δὲ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι οὐσιαστικὴ καὶ ὅτι τιθεμένης εἰς τὸ νομοσχέδιον εἶνε δῶρον ἄδωρον. Καὶ μὴ πιστεύσητε ὅτι θὰ εὑρεθῇ κἂν εἷς ἰδιοκτήτης μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Νόμου αὐτοῦ νὰ παραδώσῃ τὰς γαίας του εἰς ἐμφύτευσιν. Αὐτό εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Λοιπὸν ἀφοῦ καταργοῦμεν τὴν ἐμφύτευσιν καὶ θὰ διατηρηθοῦν αἱ παλαιαί δι’ αὐτὸ ἔχει ἀξίαν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀναδρομικῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα ὅριον κανόνος ἀνώτερον τοῦ 15% ἀλλὰ κατώτερον τοῦ ὑπερβολικοῦ ὁρίου τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον. Νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε οὔτε λογικῶς οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως δικαίου νὰ ἀποκρούσετε τὴν ἄποψιν ταύτην.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μετζελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§165Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσω τὸ νομοσχέδιον διότι βλέπω ὅτι ματαίως ἀπασχολεῖται ἡ Βουλή. Ἔχει λυθῆ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως καθ’ ἣν ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀπεφασίσθη ἡ ἐξαγορὰ τῶν κτημάτων. Ἔκτοτε συνεστήθη Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία εἰργάσθη καὶ τῆς ὁποίας ἡ πλειοψηφία εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, οἱ δὲ ἄλλοι ἐδέχθησαν τέλος πάντων ἕνα δικαιότερον κανονισμὸν ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἔσφαλον κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπερτίμησιν τῶν προϊόντων ἡ ὁποία εἶνε δυσανάλογος πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τῆς ἰδιοκτησίας ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἀπαλλοτριωθῇ. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ συζητήσωμεν. Προέχει ἐξ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγορᾶς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀπεφασίσθη νὰ θεωρηθῇ ἀπαλλοτριωτέον κτῆμά τι ἐμφυτευτικόν; Ἀπαραίτητον εἶναι, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ φέρῃ ζημίαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι θὰ παύσουν νὰ εἶνε ἰδιοκτῆται πλέον. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον οὗτοι ζημιοῦνται, διότι τὴν ζημίαν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποφύγωμεν. Ἡ ἀπόδοσις τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐκ τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ προϊόντος ἀποδίδει τόσα πολλά, ὥστε εἶναι ἀδύνατον, οἱαδήποτε ἀποζημίωσις καὶ ἂν ληφθῇ ἐκ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσουν νὰ ἔχουν ἐκ τοῦ τόπου τὸν ὁποῖον θὰ ἔχουν καὶ ἐκ τῆς κεφαλοποιήσεως τὴν ὁποίαν θὰ κάμετε, τὸ εἰσόδημα τὸ ὁποῖον ἔχουν. Συνεπῶς τὴν ζημίαν αὐτὴν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποφύγωμεν. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ μετριάσωμεν τὴν ζημίαν. Προέχει λοιπὸν νὰ ἴδωμεν κατὰ τὶ μετέχει ὁ ἰδιοκτήτης ἐκ τοῦ ἀπαλλοτριωτέου αὐτοῦ ἐμφυτευτικοῦ κτήματος μὲ τὴν ἐμφυτευτικήν. Συνωμολογήθη ἡ σύμβασις δύο εἶναι παράγοντες, ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος κατέβαλε τὸν ἀγρὸν καὶ ἐστερήθη τῶν ὠφελημάτων αὐτοῦ ἐπὶ πενταετίαν ἕως ὅτου καρποφορήσῃ καὶ ὁ ἐμφυτευτής, ὁ ὁποῖος κατέβαλλε τὰς προσωπικὰς ἐργασίας μέχρι τῆς καρποφορίας, καὶ οὗτος εἰργάσθη διότι τὰ ἡμερομίσθια εἶναι ὀλιγώτερα ἐν τῇ ἐμφυτεύσει παρὰ ἐὰν ἐγένετο παράγων. Ἀλλὰ ἐγένοντο αὐτὰ τὰ δύο κεφάλαια καὶ ἦλθεν τὸ κτῆμα εἰς καρποφορίαν. Διὰ τῆς συμβάσεως τῆς ἐμφυτεύσεως λαμβάνει τὰς δαπάνας, συμπληροῦται ἡ πενταετία καὶ γίνεται καὶ διανομή. Ὁ ἰδιοκτήτης λαμβάνει τὸ ἥμισυ τοῦ κτήματος ὁ δὲ ἐμφυτευτὴς τὸ ἕτερον ἥμισυ κατὰ πλήρη ἰδιοκτησίας δικαίωμα λαμβάνει τὸ ἥμισυ τῆς καλλιεργείας καὶ οὕτω πως ἐπέρχεται ὁ χωρισμός. Εἶνε καὶ ἄλλο εἶδος τῆς ἐμφυτεύσεως κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης πωλεῖ τὸν ἀγρόν, φυτεύει ὁ ἐμφυτευτὴς προχωρεῖ τὸ κτῆμα καὶ τότε γίνεται ἡ σκέψις ἐὰν τὸ κτῆμα αὐτὸ θὰ τὸ καλλιεργήσῃ καὶ κανονίζεται 25% ἢ 10% ἀναλόγως τῆς παραγωγικότητος καὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τὶ συμμετέχει ὁ ἰδιοκτήτης μὲ τὸν ἐμφυτευτήν. Ὑποθέσατε ὅτι μοὶ ἐδώσατε ἕνα ἀγρὸν καὶ ἀνέλαβον ἐγὼ νὰ τὸν ἐμφυτεύσω μὲ 25%, ἤρχισεν ἡ καρποφορία, ἀλλὰ ἀντιδρῶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς καρποφορίας νὰ ἐξακολουθήσω τὴν περαιτέρω καλλιέργειαν τοῦ ἀγροῦ. Ἀπευθύνομαι εἰς ἄλλον γεωργὸν καὶ τοῦ λέγω λάβε τὸ κτῆμα καὶ καλλιέργησέ το. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐξετάσητε θὰ μάθητε ὅτι τὰ ἐμφυτευόμενα κτήματα ἀποδίδουσι τὸ ἥμισυ εἰς τὸν χορηγητὴν τοῦ κτήματος καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὸν καλλιεργητήν. Ἅμα τὸ κτῆμα ἔλθῃ εἰς καρποφορίαν ἔχομεν καὶ ἕνα ἄλλον παράγοντα, τὸν καλλιεργητήν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ καλλιεργῇ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ καλλιεργητοῦ εἶνε καὶ ὁ ἐμφυτευτής. Ἔχομεν τὸν καλλιεργητὴν, ἔρχεται ἡ ἐποχὴ τῆς συγκομιδῆς, διενεμήθη τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξαν τί θὰ λάβῃ ὁ καλλιεργητής; Θὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἔκαμε χιλίας λίτρας, αὐτὸς θὰ λάβῃ τὰς 500 τὰς ἄλλας δὲ 500 ἐγώ, θὰ ἔλθετε καὶ θὰ μοὶ εἴπητε ἔκανε μετὰ σοῦ σύμβασιν ἐμφυτεύσεως, ἀνέλαβες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ 30%, δὲν θὰ ἀρνηθῶ, θὰ βγάλω ἀπὸ τὰς 500 λίτρας νὰ δώσω τὰς 150. Κατὰ τὶ συμμετέχει λοιπὸν μὲ τὰς 25% διότι τὰς ἄλλας λίτρας τὰς ἐπῆρεν ὁ γεωργός, σεῖς ἐπήρατε εἰσόδημα 250 λίτρας ὅσας καὶ ἐγώ, ἑπομένως ὁ ἰδιοκτήτης συμμετέχει ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ ἥμισυ. Ὑποθέσατε ὅτι πωλοῦμεν τὸν καρπὸν τί θὰ πάρωμεν; 500 λίτρας θὰ πάρῃ ὁ καλλιεργητής, 250 σεῖς καὶ 250 ἐγὼ ἐξ ἴσου. Καὶ ἂν ὁ ἐμφυτευτὴς κάμῃ τὴν πρότασιν τῆς πωλήσεως εἰς τὸν καλλιεργητὴν, ὁ καλλιεργητὴς ὁ ὁποῖος ἠγόρασε ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ πωλήσωμε; ποῦ θὰ στηριχθῇ; Εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον ὄχι εἰς ἐκείνην ποῦ ἀπεκόμισεν ὁ γεωργός, ἀλλ’ ἐγὼ ὁ ἐμφυτευτής, καὶ σεῖς 250 λίτρας ἐπήρατε καὶ ἐγὼ 250. Συναινέσαμεν καὶ ἐπωλήσαμεν καὶ ἐπήραμεν 1000 δραχμὰς τὶ θὰ περιέλθῃ εἰς σᾶς, τὸ ἥμισυ θὰ περιέλθῃ εἰς ἐμὲ καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς ἐσᾶς. Λάβετε ὅλας τὰς ἀγοραπωλησίας τὰς σχετικὰς καὶ θὰ ἴδητε πωλήσεις ἐμφυτευτικῶν κτημάτων, ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ὁ ἐμφυτευτὴς συμμετέχουν κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ οἱ δύο. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Ἤδη ὅμως ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, ἔχοντες δὲ ὡς βάσιν ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκκλινθῶμεν πολὺ ἀπὸ τὴν βάσιν αὐτήν, ἀρκεῖ ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ὁ ἰδιοκτήτης εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ὑπερτιμᾶται ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ στερηθῇ τῶν εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπερτιμήθησαν πολὺ καὶ θὰ ὑπερτιμηθῶσιν εἰς τὸ μέλλον. Τὶ θέλετε ὅμως νὰ καταβάσητε καὶ κάτω τῆς ἀξίας. Ἐδῶ ἀπεδέχθητε προθύμως τὴν ἐξαγοράν. Πρέπει νὰ λυθῶσι τὸ ταχύτερον αἱ σχέσεις αὐταί. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι δὲν ἔχουσιν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ὑποστῶσιν οὐδεμίαν ζημίαν, δὲν ὑπῆρχε στάδιον συζητήσεως. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ συζητῶμεν ὅτι ὁ ἐμφυτευτὴς ζημιοῦται. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ ἐμφυτευτοῦ θὰ ἴδωμεν ὅτι δὲν ζημιοῦται, πιθανὸν εἰς τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν ὅτε ὑπῆρχεν ἡ κρίσις τῆς σταφίδος νὰ ἐπήρχετο ζημία εἰς τὸν ἐμφυτευτήν, εἰς τὴν παροῦσαν ὅμως ἐποχὴν ἐὰν ἐξετάσητε θὰ ἴδητε ὅτι ὄχι μόνον ζημίαν δὲν ἔχει ὁ ἐμφυτευτής, ἀλλὰ θὰ σχηματίσητε καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀποκομίζει καὶ περισσότερα κέρδη ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην. Ἐὰν λοιπὸν θελήσητε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετάσητε ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος, δὲν ἔχετε τίποτε νὰ κάμετε διὰ νὰ κανονίσητε τὸ ζήτημα αὐτὸ παρὰ νὰ ἐξετάσητε ποία εἶνε ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἰδιοκτήτου ὅπως θὰ ἐξετάσητε διὰ νὰ εὕρητε τὴν ἀξίαν τοῦ ἀπαλλοτριωτέου κτήματος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εὕρητε ποία εἶναι ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἐμφυτευτοῦ καὶ ἀναλόγως τῆς συμμετοχῆς θὰ δώσητε ἀνάλογον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς γενομένης διανομῆς. Ἐὰν δὲ ἠδύνασθε νὰ ἀναθέσητε τὴν ἔρευναν αὐτὴν εἰς τὸ δικαστήριον θὰ ἦτο ἐγγύησις, ὅτι θὰ εὑρίσκετο, ὅπως θὰ εὑρίσκετο ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀξίας τῆς ἀμπέλου τοιουτοτρόπως θὰ εὑρίσκετο καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἰδιοκτήτου θὰ κανονίσῃ τὸ δικαστήριον καὶ τὴν ἀποζημίωσιν. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι ἂν διορθώσετε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ τοῦ κανονισμοῦ ἢ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως, θ’ ἀποφύγωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς διαφωνίας αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν καὶ νὰ μὴ λέγουν ὅτι διαρπάζομεν τὰς περιουσίας τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ὅτι ἐμιλῶ περὶ τῶν μικροαστικῶν κτημάτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι εἶναι πάρα πολλοὶ μικροϊδιοκτῆται ἔχοντες 30 ἕως 40 στρεμμάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δώσει ταῦτα εἰς ἐμφυτευτὴν διότι δὲν ἠδύναντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ καλλιεργήσωσιν μόνοι των ἢ διότι ἐμιμήθησαν τὸ παράδειγμα τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν αὐτοὶ ὅλοι μένουσι εἰς τοὺς δρόμους στερούμενοι πάσης περιουσίας. Λοιπὸν φρονῶ κύριε Ὑπουργὲ ὅτι πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀναθέτωμεν εἰς τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ κατ’ ἔφεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον τὴν ἀναίρεσιν καὶ τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τότε λύεται τὸ ζήτημα χωρὶς νὰ χάσωμεν καιρόν. Ἄν ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἰδίως θελήσετε νὰ συζητήσωμεν γίνεται καὶ μία δυσαναλογία, δίδεται τὸ αὐτὸ ποσοστὸν τοῦ 3]10 ὡς ποσοστὸν ἀποζημιώσεως καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν 10% καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν 3%. Φρονῶ ὅτι ἠμπορούσατε νὰ τὸ διαβαθμίσητε οὕτως ὥστε τὸ ποσοστὸν νὰ εἶναι ἀνάλογον μὲ βάσιν τὸ ποσοστὸν τοῦ κανόνος. Λοιπὸν φρονῶ κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως θέτοντες ὡς βάσιν τὸ ποσοστὸν τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος δεκαπλάσιον ἀπὸ τὸ ὅριον νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ ⅘ εἶναι ἡ δικαιοτέρα ἀποζημίωσις. Ἄν θέσωμεν οὕτω πῶς περιορίζωμεν ὁπωσδήποτε τὰς μεγάλας ἐμφυτευτικὰς συμβάσεις, διότι καὶ εἰς τὰς μεγαλειτέρας ἐμφυτευτικὰς συμβάσεις δίδωμεν μόνον τὰ 4]10 εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ ἀφίνωμεν τὰ 6]10 εἰς τὸν ἐμφυτευτήν. Εἶναι πολλὰ κτήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγαλειτέρους ἐμφυτευτικοὺς κανόνας καὶ ἄλλα ὀλιγοτέρους. Νὰ θέσωμεν αὐτὸ τὸ τριπλάσιον τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος μὴ δυνάμενον τοῦτο νὰ ὑπερβῇ τὰ ⅘ καὶ οὕτω πῶς εἰς τὰς μεγαλυτέρας ἐμφυτεύσεις καὶ εἰς τοὺς μεγαλειτέρους ἐμφυτευτικοὺς κανόνας δίδομεν 4% νὰ πάρουν καὶ ἀποζημίωσιν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ 60]oo οἱ ἐμφυτευταὶ ὡς τόκον.
§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν τὸ διετύπωσα ἔτσι, 3]10;
§167Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δίδετε οὔτε τὸ ⅓ Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἰδῆτε πῶς θὰ τὸ διατυπώσω.
§168Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐνόμισα ὅτι δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς συμφωνίαν μὲ τὰ 3]10 διὰ νὰ λήξουν αἱ συζητήσεις.
§169Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν δίδετε οὔτε τὸ ⅓.
§170Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἔχει καλῶς. Τότε ἐξακολουθήσετε τὴν συζήτησιν καὶ θὰ ἐπιμένω εἰς τὴν διάταξιν.
§171Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄδικον καὶ ὅταν μελετήσετε τὸ πρᾶγμα θὰ τὸ ἴδετε. Εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ ἥμισυ ἀνήκει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τοῦ δίδετε τὸ ⅓ τὸν ἐξαναγκάζετε νὰ πωλήσῃ τὴν περιουσίαν του καὶ δὲν δέχεσθε οὔτε τὸ ⅓. Ἐφθάσατε 3]10 καὶ εἶνε ὀλιγώτερον τὸ ⅓.
§172Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶπον 3]10 διὰ νὰ λήψουν αἱ συζητήσεις.
§173Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν θέλετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ τὸ διατυπώσετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ σημειώσατε ὅτι τὰ πλεῖστα ἐμφυτευτικὰ κτήματα εἶναι μὲ 15. Θέλετε νὰ μὲ ἀκούσετε ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἄν νομίζετε ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν, πάλιν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ προσέξετε διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχομαι. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Ἐγὼ ζητῶ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν γαιοκτήμονα καὶ νὰ ἐξαιρεθοῦν τὰ 300 στρέμματα ἑνὸς κτήματος.
§174Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα συνεζητήθη καὶ ἐκανονίσθη, ἐξ ὅλης τῆς μακρᾶς διαδικασίας ἡ ὁποία προηγήθη αὐτῆς τῆς συζητήσεως καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς ὅτι ἐγὼ προσωπικῶς δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ κάμω οὐδεμίαν ἄλλην προσχώρησιν. Ἄν θέλετε συνεχίσατε.
§175Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς εἰπῶ τὸ ἄδικον τὸ ὁποῖον γίνεται. Ἐγὼ φρονῶ κ. Ὑπουργέ, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσετε τὰ 300 στρέμματα μὲ τὸ ἐμφυτευτικὸν δικαίωμα καὶ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ σχέσις τοῦ ἐμφυτευτοῦ πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ μάλιστα τὸ δικαίωμα ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ ζητῇ τὴν διανομὴν τῶν στρεμμάτων αὐτῶν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀπολύτως καὶ νὰ συμμετέχῃ ὁ ἰδιοκτήτης ἀναλόγως τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσετε δι’ αὐτὸν εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ φύγῃ διότι εἶναι χωρικοί, διότι εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν 50 στρέμματα, διατὶ νὰ τοὺς ἀφήσετε αὐτοὺς ἀκτήμονας, διατὶ νὰ μὴ τοὺς δώσετε τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν τὴν ἀναλογοῦσαν μερίδα ἐκτάσεως; Τώρα ἐρχόμεθα εἰς ἄλλην ἐξαίρεσιν, μὴ νομίζετε ὅτι ζητῶ ἄδικον ἢ ἐπιβλαβὲς διὰ τοὺς ἐμφυτευτὰς διατὶ τόσας ἐξαιρέσεις; Ἐπίσης φρονῶ ὅτι εἶναι ἄδικον καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οὔτε κτῆμα ἔχω οὔτε ἄλλος τις λόγος περιουσιακός μὲ κάνει, ἀλλὰ τὸ εὑρίσκω ἐντελῶς ἄδικον. Διότι ἕνας κτηματίας διὰ νὰ καλλιεργηθοῦν καλλίτερα τὰ κτήματά του τὰ ἔδωσε εἰς ἕνα ἄλλον καὶ τὰ ἔδωσε «μισιακὰ» εἶναι ἄδικον σήμερον αὐτὰ τὰ κτήματα νὰ μὴ τὰ ἐξαιρέσητε τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Καλλίτερον νὰ τὰ θεωρήσετε καὶ αὐτὰ ὑπὸ ἐμφύτευσιν διατελοῦντα.
§176Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὸ ἄρθρον 4 ἀναφέρει ὅτι λαμβάνει τὰ ἔξοδα του.
§177Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀποζημίωσις τὰ ἔξοδά του. Ἐπίσης, κύριε Ὑπουργέ, ἐξαιρετικὴ περίπτωσις συντρέχει διὰ τὰς σταφιδαμπέλους αἱ ὁποῖαι παράγουν τὴν Σουλτανίναν. Αὐτὰ εἶναι κτήματα μόνον εἰς Κορινθίαν, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἐδόθησαν. Εἶναι ἐκτάσεις μικραὶ 30, 50 στρεμμάτων. Εἶναι ἐξαιρετικὴ περίπτωσις καὶ ὀρθὸν εἶναι λόγῳ τῆς ἀξίας καὶ τῆς παραγωγικότητος νὰ μὴ ὑποστῶσι τὴν πανωλεθρίαν αὐτήν.
§178Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶναι ἐπὶ τῆς τρεχούσης ἀξίας.
§179Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ ἀλλὰ θὰ δώσητε τὰ 3|12. Τώρα τὸ ζήτημα τῆς προθεσμίας φρονῶ ὅτι ἡ προθεσμία τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου εἶναι μικρά, ἀφοῦ ἡ ἐσοδεία ἤδη ἐτελείωσεν. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος δὲν γίνεται συζήτησις διότι ἄρδην ἀνατρέπεται ὁ νόμος.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10 μ. μ.
(Ὥρᾳ 9 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 10.10′ μ. μ.)
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας εἰμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν ἄλλων νομοσχεδίων. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν συντελεστῶν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, δωρεῶν καὶ προικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΒΙΞΘʹ περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ Μονοπωλίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς ἀχθέντων εἰς Γερμανίαν ὡς αἰχμαλώτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου ἐπὶ εἰδῶν προερχομένων ἐκ Κρατῶν μὴ συμβατικῶς συνδεομένων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπογραφῆς διαφόρων ἐγγράφων τῆς Διευθύνσεως τοῦ Δικαστικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐκ γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς χορηγήσεως δικαιώματος ἀκτοπλοΐας εἰς πλοῖα στεροῦντα Ρωσσικὴν σημαίαν καὶ ἀνήκοντα εἰς ὁμογενεῖς πρόσφυγας ἐκ Ρωσσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 1830 περὶ ὀργανώσεως τοῦ κλάδου τῶν τηλεγραφητῶν τοῦ Π. Ν. καὶ 1881». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς Ναυτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς εἰς δραχμὰς 9 ἑκατομμύρια». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 519 περὶ τοῦ ἐν Τήνῳ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1687 περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς τοπικῆς δασικῆς ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Συμβουλίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν τιμῶν μονάδος ἢ διαλύσεως τῶν ἐργολαβιῶν τῶν πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1918 συναφθεισῶν πρὸς ἀνέγερσιν ἢ κατασκευὴν διδακτηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν κλπ. τῶν μαθητῶν τῶν σχολείων τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 521 περὶ ὀργανώσεως τοῦ Σχολείου τῶν καλῶν τεχνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ νόμου 1242 (240,567) 1069) περὶ ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας σχολείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ἀφορώσης τὰς μισθώσεις ἰδιωτικῶν οἰκημάτων καὶ διδακτηρίων τοῦ Κράτους Νομοθεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως δημοσίας Βιβλιοθήκης ἐν Θεσσαλονίκῃ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27ης Ἰουνίου 1919 Ν.Δ. «περὶ προσλήψεως ἀλλοδαπῶν ὡς ὁδηγῶν ἀεροπόρων καὶ μηχανικῶν ἀεροπλάνων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον 392 τοῦ ἔτους 1914 «περὶ πληρωμῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἀνακτορικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἐξαγορὰν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑνωτικοῦ Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης–Κωνσταντινουπόλεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς πιστώσεως, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐνεργουμένων μεταρρυθμίσεων τῶν τελωνειακῶν καταστημάτων Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης καὶ πρὸς ἀνέγερσιν ἢ ἐπισκευὴν ἑτέρων τελωνειακῶν καταστημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκποιήσεως ἀκινήτων τῆς ἐν Ἀθήναις Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8ης Φεβρουαρίου 1919 Ν.Δ. «περὶ ἀξιωματικῶν παρανόμως ἀπουσιαζόντων εἰς τὸ ἐξωτερικόν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μονιμοποιήσεως καὶ ὀνομασίας τῶν Κρητῶν ἐργοδηγῶν εἰς ὑπομηχανικοὺς κλπ.» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ἀνωτάτης Σχολῆς Ἐμπορικῶν σπουδῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ὀργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διαφόρων διατάξεων εἰς διέποντας τὸ Π. Ναυτικὸν νόμους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἀποδόσεως λογαριασμοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν ἐφεδρικῶν ἐπιδομάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου 2051 κυρωθέντος Ν.Δ. τῆς 1ης Αὐγούστου 1919 περὶ ἱδρύσεως ὀρφανοτροφείου καὶ οἰκοτροφείου ὑπὲρ ὀρφανῶν καὶ ἀπόρων μαθητῶν ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου 702 καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1318 περὶ ἐμπορικῶν Χρηματιστηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΒΡΝΣʹ περὶ προστασίας τῶν βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν σημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδοχῶν ἀρχιτεχνιτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ λιμένων, λιμενικῶν ταμείων κλπ».
§182Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ, ὅτι εἰς τὰ λιμενικὰ ἔργα δύνανται νὰ περιληφθῶσι καὶ ἐξυγιαντικὰ ἔργα ἐντὸς τῶν πόλεων.
§183Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μάλιστα, νὰ προστεθῇ. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον)
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 24 καὶ 280, 41, 353, 425, 565, 568 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Ὁ κ. Μ. Δαζέας ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§185Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλει μερικὰς τροπολογίας. Ἐν πρώτοις τὸ ἄρθρον 41 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ὅτι τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραττόμενα ὑπὸ ἀπολαυόντων ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας προσώπων δικάζονται ἀνεκκλήτως τροποποιεῖται διὰ τῆς προσθήκης τὴν ὁποίαν κάμνομεν, καθ’ ἣν τὰ ἐκδικαζόμενα ταῦτα ἀδικήματα ὑποβάλλονται εἰς τὸν δεύτερον βαθμὸν δικαιοδοσίας ἑπομένως πρέπει ἀπὸ τὸ ἄρθρον 42 νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἀνέκκλητος.»
§186Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§187Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τὸ ἕτερον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς. Ἀσπάζομαι τὴν τεθεῖσαν βάσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως πρὸς περιστολὴν τῶν γενομένων ἐνίοτε αὐθαιρέτως ἀναβολῶν συμμετέχῃ εἰς τὴν περὶ ἀναβολῆς ἀπόφασιν καὶ τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον ἀλλ’ ὑπάρχει φόβος, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην πιθανότης, ὅτι θὰ φθάσωμεν καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἀντίθετον τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ τῆς ἀναβολῆς τῶν ποινικῶν δικῶν. Διότι πολλοὶ δίκαι παρουσιάζουσι ἀπουσίαν μαρτύρων τριῶν ἢ δύο, ἔστω καὶ τῶν οὐσιωδεστέρων, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δικαστήρια συνηθίζουσι νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν παρόντων ἵνα ἴδωσιν κατὰ πόσον τὰ κενά, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς τὰς ἀπουσίας τῶν ἄλλων δύνανται νὰ συμπληρωθῶσι. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τίθεται ὁ περιορισμὸς θὰ ἀναγκάζωνται τὰ δικαστήρια νὰ ἀναβάλωσι κατὰ κανόνα πᾶσαν δίκην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παρουσιάζεται ἀπουσία μαρτύρων, διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἀναβάλωσι μετὰ τὴν ἔναρξιν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μὴ στερηθῇ αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων διότι ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἐγωϊσμὸν δικαστικὸν δὲν θὰ θέλουν οἱ σύνεδροι νὰ ἐξαρτήσωσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἀπὸ τὴν γνώμην τῶν ἐνόρκων καὶ θὰ συμβαίνῃ πολλάκις νὰ πίπτωσιν εἰς τὴν παγίδα τὰ δικαστήρια διότι δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι οἱ κ. ἔνορκοι ὅσον καὶ ἂν παρουσιάζωσιν ἀντίστασιν εἰς τὰς παρακλήσεις σχετικῶς πρὸς τὴν ἐνοχήν, δὲν θὰ δύνανται ἀσφαλῶς μετὰ τῆς αὐτῆς ἀντιστάσεως νὰ ἀντεπεξέρχωνται εἰς τὰς ἰδιαιτέρας παρακλήσεις αἱ ὁποῖαι ἀναλόγως τῶν περιστάσεων θὰ γίνωνται πάντοτε περὶ ἀναβολῆς εἴτε περὶ μὴ ἀναβολῆς τῆς δίκης. Τὰ δικαστήρια καταφεύγουν διὰ τὸν φόβον τοῦτον εἰς ὅλα τὰ τεχνάσματα τῆς ὑπερασπίσεως. Διὰ τοῦτο ἔχω τὴν γνώμην ν’ ἀφεθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων ὅπως μετὰ ἐξέτασιν 2 ἢ 3 ὡς συνιθίζεται μαρτύρων νὰ γίνεται καὶ ἤδη μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας καὶ τὴν ἐξέτασιν 2 ἢ 3 μαρτύρων ἵνα μὴ ἔχῃ ἡ διάταξις αὕτη τὴν ὡς ἄφευκτον συνέπειαν ἐν τῇ ρηθείσῃ περιστάσει τὴν ἐξ ἀρχῆς ἀναβολὴν τῆς δίκης.
§188Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς δόσω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν.
§189Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Θὰ ἤθελον νὰ καταδείξω καὶ ἄλλα ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα προσκρούει ἡ διάταξις. Οἱ ἔνορκοι δὲν δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν καταθέσεων τῶν ἀνωμότων, διότι ὑπάρχει ρητὴ διάταξις τῆς Ποιν. Δικονομίας, ἡ ὁποία τὸ ἀπαγορεύει, διὰ νὰ ἔχουν πεφωτισμένην γνώμην. Οἱ ἔνορκοι λοιπὸν θὰ εἶνε ἔρμαια τῶν ἰδιαιτέρων ὑποδείξεων. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν τὸ εὑρίσκετε ὀρθόν, ὅτι πρέπει δηλαδὴ τὰ δικαστήρια νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς καὶ κατὰ τὴν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν μέχρις ἑνὸς ὁρίου, ἐὰν τοῦτο δὲν τὸ εὑρίσκετε ὀρθόν, πάντως, κ. Ὑπουργέ, φρονῶ ὅτι πρέπει πολὺ νὰ προσέξητε εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα, περὶ τῆς γνώμης τῶν ἐνόρκων, ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ γνώμη αὐτῶν εἶνε ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Τοῦτο φρονῶ ὅτι εὑρίσκεται εἰς καθαρὰν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἄλλην γενικὴν ἀρχὴν τοῦ Ποιν. Δικαίου, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιεικείας, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα ἀπόφασις εἰς τὰς ποινικὰς δίκας ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας εἶνε ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, τὸ δὲ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς δὲν εἶνε πάντοτε ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσετε πολύ, θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολήν.
§191Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ ἐξηγηθῶ.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηγήθητε πολὺ καλά.
§193Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὄχι ἀκόμη, διότι δὲν συνεπλήρωσα ἀκόμη τὴν ἰδέαν μου. Εἶνε γνωστόν, ὅτι πολλαὶ τῶν δικῶν κρίνονται συνήθως δι’ ἰσοψηφίας τῶν ἐνόρκων. Εἶνε δυνατὸν λοιπὸν εἰς τίνα δίκην, ἐν ᾧ ἕξ τῶν ἐνόρκων εἶναι κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τῆς ἀθωότητος καὶ κατὰ τὸν νόμον καὶ τὴν κρατοῦσαν ἀρχὴν τοῦ δικαίου τῆς ἐπιεικείας πρέπει ὁ κατηγορούμενος νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος, διότι ἕξ ἔνορκοι ἔχουν σταθερὰν τὴν γνώμην τῆς ἀθωότητος αὐτοῦ, τὶ θὰ συμβῇ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, κ. Ὑπουργέ; Οἱ ἄλλοι ἕξ θὰ ζητήσουν τὴν ἀναβολὴν ἡ γνώμη λοιπὸν τῶν ἕξ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς μετὰ τῆς γνώμης τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς θὰ ἔχουν ὁμόφωνον, θὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης, ἐνῷ ὁ κατηγορούμενος ἐκεῖνος ἔπρεπε νὰ ἀπολυθῇ, διότι ἕξ ἔνορκοι ἔχουν κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς ἀθωότητος αὐτοῦ. Δὲν περιστέλλει λοιπόν, ὅπως ἐτέθη καὶ ἡ διάταξις αὐτή, δὲν περιστέλλει τὰς ἀναβολάς, ἀλλὰ τοὐναντίον τὰς πολλαπλασιάζει, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπαναλαμβάνω ἔχει καὶ τὸ ἀτύχημα ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ κανονίζουσα ὅτι ἡ ἰσοψηφία τῆς γνώμης τῶν ἐνόρκων εἶνε ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἔχει τὸ ἀτύχημα νὰ προσκρούῃ εἰς τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γνώμη τῶν ἕξ ἡ ἀθωωτικὴ πρέπει νὰ ὑπερισχύῃ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι αἱ τροπολογίαι αὐταὶ πρέπει νὰ γίνουν δεκταί, ἔστω καὶ ἀναβαλλομένης τῆς συζητήσεως.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ποῦ κατηναλώσαμεν τόσην ὥραν νὰ τὸ ἀναβάλωμεν;
§195Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς διατάξεως τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐσκέφθην νὰ ἀποτρέψω τοὺς κινδύνους τῶν ἀναβολῶν κατὰ τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων. Ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος κρίνει οὐσιαστικῶς, εἶνε ὁ ἔνορκος δικαστής. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην ὁ ἔνορκος δικαστὴς ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς διὰ κρείσσονας ἀποδείξεις.
§196Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὄχι, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς διαδικασίας.
§197Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ ἀναβολὴ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς διαδικασίας εἶνε κυρίαρχον δικαίωμα τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, τὸ ὁποῖον ἐν γνώσει τῆς δικογραφίας δύναται νὰ κρίνῃ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μαρτύρων τῶν κληθέντων δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ δίκη ἀλλ’ ἀρξαμένης τῆς διαδικασίας, τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων καταχρόμενον πολλάκις τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ, ὅταν τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἐμόρφωσε τὴν Α ἢ Β γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων, προβαίνει εἰς ἀναβολὴν τῆς δίκης καὶ ματαιώνει τὴν κρίσιν τὴν οὐσιαστικὴν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀπαιτῆται ἡ διπλῆ γνώμη τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων καὶ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων καὶ τοιουτοτρόπως σώζονται αἱ δίκαι ἐκ τῆς αὐθαιρέτου κρίσεως τοῦ ἑτέρου τμήματος τοῦ δικαστηρίου. Τοῦτο εἶνε, τὸ ὅπλον θέλομεν νὰ ἀποτρέψωμεν συμφώνως πρὸς πάσας τὰς φιλελευθέρας ἀρχὰς καὶ συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον τῶν δικαζομένων, ἵνα μὴ ὑφίστανται ἀδίκους ἀναβολάς, διότι πολλάκις ἀνεβλήθησαν δίκαι κατ’ ἐπανάληψιν τρὶς ἢ τετράκις καὶ κατέληξαν εἰς τὴν ἀθώωσιν τοῦ κατηγορουμένου. Ὁ κ. συνάδελφος θὰ τὸ γνωρίζῃ ἐξ ἰδίας πείρας κάλλιστα. Ἐὰν τὸ δικαστήριον τὸ οὐσιαστικὸν νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ δίκη, σημαίνει ὅτι δὲν δύναται νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ ἀθωότητος τοῦ κατηγορουμένου ἐκ τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων καὶ τότε πραγματικῶς δικαίως ἀναβάλλεται ἡ δίκη. Ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει ἡ ἰσοψηφία τῶν ἐνόρκων νὰ μὴ εἶνε ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ νὰ εἶνε ὑπὲρ τῆς προόδου τῆς δίκης, ἀντιτίθεται.
§198Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§199Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ τεκμήριον εἶνε ὅτι ἐὰν ἡ γνώμη τῶν ἐνόρκων εἶνε ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀφ’ οὗ εἰς τὸ δικαστήριον τῶν συνέδρων εἶνε ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, τὸ τεκμήριον εἶνε ὅτι ὀρθοτέρα εἶνε ἡ γνώμη νὰ ἀναβληθῇ, διότι συμπίπτει ἡ γνώμη τοῦ ἡμίσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων μὲ τὴν γνώμην τοῦ δικαστηρίου τῶν συνέδρων.
§200Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Νομίζω ὅτι παρεξηγήθην. Ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ μὴ μετέχῃ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ ἀναβολῆς. Ἐγὼ ἐπεκρότησα εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ μετέχῃ τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας καὶ μέχρις ἑνὸς σημείου διὰ νὰ μὴ παρακωλύεται ἐπὶ βλάβῃ τῆς δικαιοσύνης ἡ ἐλευθερία τοῦ δικαστηρίου νὰ ἀναβάλῃ τὴν δίκην.
§201Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀφήσατε νὰ τεθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἡ φιλελευθέρα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2.)
§202Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μίαν ἐρώτησιν μόνον, κ. πρόεδρε. Τὸ γʹ ἐδάφιον δὲν φρονεῖτε ὅτι δύναται νὰ λείψῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος;
§203Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι, διότι ἀσφαλίζονται περισσότερον τὰ δικαιώματα.
§204Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πρώτη τροποποίησις ἔγινεν ἀποδεκτή.
§205Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρ. 3).
§206Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰξεύρετε κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἰς τὰ μικρὰ δικαστήρια δὲ ὑπάρχουν συμβούλια καὶ θὰ εἰσάγωνται ἀπὸ τὸ πρωῒ ἕως τὸ βράδυ νὰ δικάζωνται βουλεύματα εἰς τὸ δικαστήριον;
§207Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐφόσον εἶναι δικαίωμα τῶν συμβουλίων νὰ ἀποφαίνωνται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέξωμεν τοιοῦτον κίνδυνον, διότι τὸ Συμβούλιον θὰ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ καλέσῃ ἐνώπιον του τὸν κατηγορούμενον καὶ τὸν παθόντα πρὸς διασάφησιν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχει τοῦτο τὸ δικαίωμα, ποῖον κίνδυνον θὰ διατρέξωμεν; Ἐκ τοῦ λόγου τῆς ἀνεπαρκείας τῆς σημερινῆς δὲν πρέπει νὰ τεθῇ μία διάταξις, ἡ ὁποία ν’ ἀσφαλίζει τὰ δικαιώματα τοῦ κατηγορουμένου;
§208Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἰδιωτικὴ κατηγορία εἶναι μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἰς τὰς ἐπαρχίας εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος.
§209Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐὰν θὰ προστεθῇ ἡ διάταξις, θὰ προστεθῇ ὡς ἑξῆς: «αἱ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ὑφιστάμεναι ἐκκρεμεῖς ἰδιωτικαὶ κατηγορίαι συζητοῦνται, ἀναλαμβάνοντος τὴν περαιτέρω ἐνάσκησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως».
§210Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Διατηρουμένων ἐν ἰσχύϊ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων πράξεων.
§211Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον.)
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων» Ὁ κ. Μπρισιμιτζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§215Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ σχετικὴ τροπολογία καὶ παραιτοῦμαι.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Κουτσοπέταλος ἔχει τὸν λόγον.
§217Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς τὴν ἐξέτασιν κατ’ ἄρθρον. Ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον προσετέθη ἀπόψε εἰς τὸ 1ον ἄρθρον, τὸ ἀφορὸν τὴν μὴ ἀπαλλοτρίωσιν, θὰ δεχθῆτε τοῦτο μόνον διὰ τὰς βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦν ἤδη;
§218Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατὶ θέλετε νὰ ἐμποδίσετε νὰ ἱδρυθοῦν νέαι βιομηχανίαι εἰς τὸ μέλλον; Διὰ νὰ ἱδρυθοῦν καὶ τώρα μόνον ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου χρειάζεται.
§219Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἔπειτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ 2ου ἄρθρου, ἡ ἔφεσις κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἐπιτρέπεται συμφώνως πρὸ τὰς σχετικὰς διατάξεις τῆς Πολ. Δικονομίας, δεδομένου ὄντος ὅτι αἱ προσπάθειαι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅπως αὐτοὶ οἱ καλλιεργηταὶ μὴ ὑποστῶσι τοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι παρομαρτοῦν τῆς ἐφέσεως. Θὰ παρακαλέσω πάλιν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ ὅπως ἡ ἔφεσις αὕτη μὴ ἔχῃ ἀνασταλτικὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ νὰ ἐκτελεῖται ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου.
§220Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀντίκειται εἰς τὴν βάσιν τῆς Πολ. Δικονομίας.
§221Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ἀντίκειται, διότι εἰς πλεῖστα σημεῖα δὲν ἔχει ἀνασταλτικὴν δύναμιν.
§222Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐὰν γίνῃ εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ τρύγου ἡ ἀπόφασις καὶ γίνῃ ἡ ἔφεσις χωρὶς ἀνασταλτικὰ ἀποτελέσματα;
§223Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θὰ τρυγήσῃ τὸ ἀμπέλι του ὁ χωρικὸς καὶ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐν τῷ κτήματι παρουσιάζεται μὲ μείζονα μοῖραν ὁ ἐμφυτευτὴς παρὰ ὁ ἰδιοκτήτης, ἑπομένως καὶ ἡ ἐγγύησις ἡ παρεχομένη ὑπὸ τοῦ ἐμφυτευτοῦ εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα τῆς τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἀλλ’ ἔχετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὸ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ταλαιπωρῶμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἀπεφασίσαμεν σήμερον, μετὰ μακροτάτην συζήτησιν νὰ ἀπελευθερώσωμεν καὶ διὰ τοῦτο θέλετε νὰ τοὺς ὑποβάλετε εἰς τὴν μακροτάτην ἐκτενῆ καὶ στρεψόδικον διαδικασίαν. Τρίτη παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ 2ου ἄρθρου περὶ τῆς αὐτοπροσώπου καλλιεργείας δὲν γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν ἡμεῖς νὰ ἐξασφαλισθῇ, διότι τὸ «ἐν μέρει» εἶναι πολὺ γενικόν, ἑπομένως θὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς, ἐνῷ ἡμεῖς ἐπροτείναμεν νὰ τροποποιηθῇ οὕτω: «αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια νοεῖται ἡ ἐνεργουμένη διὰ συμβολῆς αὐτοπροσώπου ἐνεργείας τοῦ ἐμφυτευτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ».
§224Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μέχρι ποίου βαθμοῦ συγγενείας θὰ εἶναι ἡ οἰκογένεια;
§225Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐκανόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ νομίζω ὅτι θὰ τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει. Ἐπίσης δὲν νομίζω ὅτι τὸ τρίτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον προσέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιβάλλει τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως ἡμῶν, δηλαδὴ τῆς μειώσεως τοῦ κανόνος εἰς 15%. Μὴ λησμονεῖτε κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἰς τοῦ Καμπᾶ ὑπάρχουσιν 100 ἐνοικιασταί, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Καμπᾶ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι 33%. Δι’ αὐτὸ δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία μέριμνα εἰς τρόπον, ὥστε διατηρουμένης τῆς βιομηχανίας νὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐμφυτευτῶν καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθῶσι νὰ εἶναι δοῦλοι εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην; Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ προσθήκη αὐτὴ τοῦ ἐδαφίου σᾶς ἐπιβάλλει νὰ λάβητε μέριμναν δι’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀφίνετε ἀκόμη δούλους εἰς ὡρισμένους ἰδιοκτήτας τῶν ἐμφυτευτικῶν κτημάτων; Εἰς τὴν Ἀττικὴν θὰ ἀφίσετε 300. Συνηγορεῖ πολὺ σπουδαίως ἡ διάταξις αὐτὴ δεδομένου ὅμως ὅτι ἄλλον νομικὸν κώλυμα δὲν ὑπάρχει, οὐσιαστικῶς κατ’ ἐξοχὴν δὲν δύναται ἐπὶ μίαν δεκαετίαν νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν ψιλὴν κυριότητα. Δυνάμει τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν εἶναι ὑποχρεωμένοι ὡρισμένοι ἄνθρωποι νὰ μένωσι πάντοτε δοῦλοι ὡρισμένων βιομηχανιῶν καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§227Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅπως εἶχον εἰπῇ πρόκειται περὶ ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἐν Φθιώτιδι ἐπὶ τοῦ φυομένου χόρτου ἐπὶ τῶν γαιῶν.
§228ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βοσκαί.
§229Ν. ΞΗΡΟΣ. Μάλιστα, βοσκαί. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἀνήκει εἰς ἄλλους, δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ σχηματισθῇ κοινοτικὴ περιφέρεια, νὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις ὡς θὰ γίνῃ καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τοῦ ἐμφυτευτικοῦ δικαιώματος.
§230Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἰπέτε κατὰ ποῖον τρόπον.
§231Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ καθορίσετε τιμάς;
§232Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὄχι. Ἐδῶ καθορίζεται πῶς ἐπεμβαίνει ὁ ἐμφυτευτής.
§233Ν. ΞΗΡΟΣ. Καθ’ ὅμοιον τρόπον. Ἐὰν εἶναι ἀνεφάρμοστος νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§234Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ;
§235Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὶ σᾶς πειράζει; Θέλετε νὰ τὴν πάρετε δυνητικὴν τὴν διάταξιν;
§236Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις αὐτή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις ὅλης τῆς Βουλῆς.
§237Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δυσκολία.
§238Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς πείσω.
§239Ν. ΞΗΡΟΣ. Τόσον δύσκολον εἶναι;
§240Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τὶ νὰ εἴπω;
§241Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀπορῶ.
§242Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν ἠμπορῶ. Εἰς ἄλλο νομοσχέδιον.
§243Ν. ΞΗΡΟΣ. Μοῦ εἴπατε τὴν ἄλλην φορὰν ὅτι εἰς τὸ ἀγροτικὸν δὲν ἐφαρμόζεται, μοῦ λέγετε τὰ ἴδια τώρα εἰς τὸ ἐμφυτευτικόν, καὶ μάλιστα μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε· δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ τοῦτο, εἶναι ἄδικος ἄρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὐδεμίαν δικαιολογίαν.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§245Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀκολουθήσω καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν καὶ οἱ ὁμιλήσαντες ἢ μᾶλλον ἀκριβέστερον τὴν αὐτὴν ἀταξίαν, διότι ἀτάκτως διεξήχθη, ἐνῷ διεξάγεται ἡ βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησις ἐγένετο συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων ἀθρόως καὶ συλλήβδην ὥστε τρόπον τινα ἐγκαινιάσθη μία ἀταξία κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν σημερινήν. Θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω δὲ διεξοδικῶς περὶ τῶν ἄρθρων περὶ ὧν ἔχω νὰ ἀνακοινώσω παρατηρήσεις ἐν τῇ Βουλῇ θὰ περιορίσω τὰ ὅσα εἶχον νὰ εἴπω μόνον ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος. Καὶ τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ὁποῖον φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι λύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ θέμα τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ἄρθρον 8, διότι πέραν τούτου ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει νομίζω ὅτι θὰ εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία, δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ἐμφυτευτῶν ἀπὸ τῆς δουλείας, εἰς ἣν διατελοῦσι σήμερον καὶ ἀπὸ δεκαετηρίδας καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον, ἐπειδὴ δὲ ἡ διάταξις δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 εἶναι αὐτοτελὴς διάταξις καὶ δύναται νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν μόνη. Καίτοι μὴ οὔσης δυνατῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπομείνῃ ὡς τὸ μόνον κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχον νὰ ἐλπίζωσιν ἐνταῦθα οἱ ἐμφυτευταί. Ἡ διάταξις, πλὴν τῆς τοῦ 1ου ἐδαφίου ρητῶς ὁρίζουσα τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἡ διάταξις λέγει διὰ μίαν δεκαετίαν τοῦ ἄρθρου 8 εἶναι ὅτι περιορίζει διὰ τὰς μελλούσας νὰ συνομολογηθῶσι ἐμφυτεύσεις εἰς 15% τὸν θεωρῶ δὲ τὸν ὅρον τοῦτον ὡς συνομολογούμενον κανόνα καὶ τὸν θεωρῶ ὡς ἀνήθικον καὶ δυναστικὸν καὶ μὴ παράγοντα ἔννομα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ οὕτω διατυπωθέντος τοῦ ἄρθρου δύναμαι νὰ ἐρωτήσω καὶ ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν διατί ἄραγε τὸν κανόνα τοῦτον τῶν 15% τὸν ἐφαρμόζετε μόνον περὶ ὅσων μέλλουν νὰ συνομολογηθῶσιν ἐμφυτεύσεων καὶ οὐχὶ καὶ δι’ ἐκείνας αἵτινες ὑπάρχουν καὶ θέλουν ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχουν καὶ εἰς τὸ μέλλον; Διότι καὶ θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον ποῖαι αἱ ἐμφυτεύσεις ἢ σχεδὸν πᾶσαι αἱ ὑφιστάμεναι ἀπὸ ἐτῶν, ἀπὸ δεκαετηρίδων ὁλοκλήρων θέλουσι ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον, μόλον ὅτι τὸ νομοσχέδιον δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξαγοράσωσι τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν ἂν δὲ ἡ ἀφετηρία ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁρμᾶται ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἵνα ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξαγορὰν τῶν δικαιωμάτων τῶν κυρίων, ἂν ἡ ἀφετηρία εἶναι θεσπεσία θέτουσα ἀνώτερον ὅριον κανόνος ὅ πέραν τοῦ ὁποίου θεωρεῖται ἀνήθικος, ἂν ἡ ἀφετηρία αὕτη εἶναι ὅτι ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν δουλευόντων εἰς κυρίους σκληροὺς καὶ τυραννικούς, εἰς τοὺς κυρίους τῆς γῆς, ἂν αὕτη ὑπάρχῃ ἡ ἀφετηρία, ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον οὐδόλως πραγματοποιεῖται. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐρωτήσω, διατὶ ἄραγε τὸν ὅρον τοῦτον τοῦ κανόνος τὸ 15% νὰ ἐφαρμόζετε εἰς τὸ μέλλον μόνον καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόζεται καὶ δι’ ἐκείνας τὰς ἐμφυτεύσεις αἱ ὁποῖαι θὰ παραμείνουσιν ὑφιστάμεναι καὶ εἰς τὸ μέλλον;
§246Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν θὰ σταθῇ καμμία.
§247Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς δεχθῶμεν ὅτι διαρκοῦν αἱ ἐμφυτεύσεις. Ἐφ’ ὅσον ὁ κανὼν ὁ ἄνω τῶν 15% εἶναι εἰς ὅλους τὸν δεχόμεθα ἂν καὶ εἶναι ἀθέμιτος καὶ ἀνήθικος διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ αὐτὸ μέτρον εἰς ὅλας τὰς ὁμοίας περιστάσεις. Θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ἀνώτατον τοῦτο ὅριον εἶναι ἐφαρμόσιμον καὶ εἰς τὰς μελλούσας ἐμφυτεύσεις καὶ εἰς τὰς προϋπαρχούσας διότι θέλουσι διατηρηθῇ πᾶσαι ἢ σχεδὸν πᾶσαι καὶ ἐξάγω τὴν σκέψιν μου πληρέστερον. Πολλοὶ ἐμφυτευταὶ μὴ δυνάμενοι νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχει ὁ νόμος τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ δικαιώματος παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβάλλωσι κανόνας συνομολογημένους πέραν τοῦ 15%. Λοιπὸν λέγω ὅτι ἂν παρέχεται εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν ἡ εὐκαιρία τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ δικαιώματος τοῦ γαιοδότου δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀντιτάξῃ ἄλλον τι ἐπιχείρημα ἀλλ’ οὐδὲ τοιαύτη εὐκαιρία παρέχεται καὶ ἰδοὺ πῶς τὰ κτήματα τὰ ὑπὸ ἐμφύτευσιν διατελοῦντα— καὶ ὁμιλῶν περὶ κτημάτων ἐννοῶ πάντα τὰ κτήματα ὅσα ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ τελοῦν ὑπὸ ἐμφύτευσιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγορασθῶσιν κατὰ τὸν νόμον— τὰ κτήματα ταῦτα κατὰ τὰ 90% ἴσως ἂν ὄχι καὶ κατὰ τὸ ὅλον, διότι εἶναι κτήματα ἀποτελούμενα ἀπὸ ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους, εἶναι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται σήμερον ὡς ἀγοραῖα καὶ ὡς κτήματα ἄλλης γεωργικῆς ἀποδόσεως. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὅταν τοιαῦτα εἶναι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ἐμφύτευσιν διατελοῦντα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς ἐκ μέρους τῶν ἐμφυτευτῶν ἐπὶ τοιούτων κτημάτων; Ἀναντιρρήτως ὄχι. Καὶ ἰδοὺ τοῦτο αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἀποκλείει τοὺς ἐμφυτευτὰς ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς, αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ἀφαιρεῖ ὅτι φαίνεται δίδον διὰ τῆς ἄλλης. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἄρθρον πρῶτον ἀναγνωρίζει εἰς πάντα ἐμφυτευτὴν, οἱουδήποτε κτήματος καὶ ἐκτάσεως, νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ γαιοδότου, ἐπέρχεται τὸ ἄρθρον 2ον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι τὸ δικαίωμα ἐξαγορᾶς ἀσκεῖ ὁ ἀντιπρόσωπος ἐπὶ μίαν δεκαετίαν καλλιεργῶν τὸ κτῆμα ἐμφυτευτὴς καὶ ὅταν τὰ κτήματα τὰ ἐμφυτευτικὰ κατὰ 90% ὡς εἶπον εἶναι ἄμπελοι καὶ σταφιδάμπελοι δὲν εἶναι πρόδηλον ὅτι αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργῆται παρ’ οὐδενὸς ἐμφυτευτοῦ, παρ’ οὐδενὸς, εἶναι ἡ κυριολεξία. Διότι οὐδεὶς ἐμφυτευτής, ὄχι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι μικροαστὸς ἢ μικρέμπορος ἢ μικροβιομήχανος ἢ γραμματοδιδάσκαλος ἢ ἄλλος τις ἀνωτέρας κοινωνικῆς κλίμακος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἐργάτης καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ κατ’ ἐπάγγελμα γεωργός, ὁ διεξάγων τὴν καλλιέργειαν τοιούτων κτημάτων αὐτοπροσώπως, ὡς θέλει τὸ νομοσχέδιον ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς, δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἀμπέλου εἶναι τοιαύτη ὥστε ὅταν ὁ καιρὸς ἀνοίγῃ, πρέπει νὰ γίνῃ ἡ καλλιέργεια ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου καὶ ἔπειτα ἀπαιτῆται νὰ γίνῃ ταχέως μία ἐργασία ὅπως τὸ «κλάδευμα» καὶ τὸ «ράντισμα» διὰ θειϊκοῦ χαλκοῦ εἴτε διότι ἀπαιτοῦνται εἰδικαὶ γνώσεις, πάντως καὶ αὐτὸς ὁ γεωργὸς θὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἐπικουρίαν ἄλλων προσώπων,— μικροαστῶν—οἱ ὁποῖοι διεξάγουν ἐπὶ πληρωμῇ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος. Καὶ ἰδοὺ ὅτι αὐτοπρόσωπον καλλιέργειαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τῶν 90% τῶν κτημάτων τῶν ὁποίων ἐπιτρέπει τὸ νομοσχέδιον τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ὄχι λοιπὸν διότι ἔχουν χρήματα οἱ γεωργοὶ δὲν καλλιεργοῦν μόνον, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργήσουν οὔτε μέρος τῆς καλλιεργείας τῆς ἐτησίας τῆς σταφιδαμπέλου ἡ ὁποία εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐντὸς 5 ἡμερῶν καὶ ἡ καλλιέργεια αὕτη νὰ γίνῃ εἰς ἔκτασιν 20 ἢ 30 ὁλοκλήρων στρεμμάτων.
§248Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἔχω κάμει διευκρινίσεις σαφεῖς. Νὰ μοῦ ἀντιτάξετε τὰ ἐπιχειρήματά σας, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἐπαναλαμβάνετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον εἴπῃ οἱ ἄλλοι κ. βουλευταί. Διότι εἶπον ἤδη ὅτι ἡ ἔννοια «αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια» εἶναι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς ἐργασίας τῆς ἰδικῆς του καὶ τῆς ἐργασίας τῆς οἰκογενείας τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Παρετήρησα δὲ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχει ἐπάρκειαν ὄχι λόγῳ τῶν χειρῶν, ἀλλὰ τῶν ἀναγκῶν τῆς καλλιεργείας, ἵνα διεξαγάγῃ τὴν ἐργασίαν μόνος του δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἐργάτας μισθωτούς. Δὲν ἀποκλείεται ἑπομένως ἡ πρόσληψις τεχνητῶν ἐργατῶν ἐκεῖ, ὅπου ἐπιβάλλονται. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ γεωργὸς πρέπει νὰ εἶναι ἀκτήμων. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ μοῦ δώσητε ἀπάντησιν.
§249Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον στρέφεται ὁ λόγος μου, ἵνα καταλήξω ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει μελετηθῇ ἐπαρκῶς. Ἠκούσατε λοιπὸν τὰ ἐπιχειρήματά μου. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ.
§250Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ.
§251Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δέχομαι. Ἀλλὰ προχωρεῖτε περαιτέρω καὶ λέγετε: «ὅτι αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια θεωρεῖται ἐκείνη ἥτις παρέχεται ὑφ’ ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του». Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχει διαθέσιμον χρόνον καὶ χεῖρας διαθεσίμους νὰ ἐργασθῇ μία οἰκογένεια, ὁ καλλιεργῶν τὸ κτῆμα ὀφείλει ν’ ἀφιερώσῃ τὴν ἐργασίαν καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του εἰς τὸ κτῆμα. Πέραν δὲ τῆς ἐπαρκείας δύναται νὰ προσλάβῃ καὶ μισθωτοὺς ἐργάτας. Ὑπάρχει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια; Ὁρίζεται δέ, ὅτι αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἡ διεξαγομένη ἐκ μέρους τοῦ ἐμφυτευτοῦ κατὰ τῆς κυρίας ἐργασίας.
§252Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Καὶ διευκρίνισα τὸν ὅρον «κυρίας ἐργασίας» τὶ ἐννοῶ. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη πρὸς πρόσληψιν ἐργατῶν, ὅπου ὑπάρχουσι λόγοι τεχνικοί, ἐκεῖ ἐξαιρῶ διὰ σαφοῦς δηλώσεως, ὅτι αὐτοὶ περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοπροσώπου καλλιεργείας.
§253Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν κατ’ ἐμέ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λέγεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§254Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶναι ζήτημα διατυπώσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ λέγετε μετὰ τὰς διευκρινίσεις τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωσα, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀνεφάρμοστος.
§255Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς διατυπώσεως ἐξαρτᾶται τὸ νόημα τοῦ νόμου. Καὶ προχωρῶ περαιτέρω. Ὑπάρχει καὶ τέταρτον κῶλον τὸ ὁποῖον λέγει .........
§256Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐν μέρει ἐννοῶ, ὅταν γίνεται καὶ πρόσληψις ἐργατῶν.
§257Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δύο περιπτώσεις, τὰς ὁποίας σεῖς διχάζετε ἄνευ λόγου τινός. Εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἐπιτρέπεται ἐξαγορά, ὅταν γίνεται αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια. Εἰς δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ὅτι πρέπει ὁ καλλιεργητὴς νὰ εἶναι ἀκτήμων. Διότι εἴτε κυρίας ἐργασίας εἴπετε, εἴτε καλλιέργειαν αὐτοπρόσωπον ἐν μέρει, ἔχετε δύο ὅμοια πράγματα.
§258Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Θέλετε τὸ «ἐν μέρει» καὶ εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν; Τὸ δέχομαι.
§259Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὸ «ἐν μέρει» ἂν τεθῇ εἰς τὴν πρώτην παράγραφον εἶναι ἀρκετόν.
§260Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ πατέρας μου εἶχε ἕνα κτῆμα ἐμφυτευτικόν. Ἀπέθανε πρὸ δύο ἐτῶν. Ἐγὼ τὸ παιδί του ἀρχίζω νὰ καλλιεργῶ αὐτοπροσώπως ὄχι πρὸ δεκαετίας, ἀλλὰ πρὸ διετίας..........
§261Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν ἀνέμενον παρ’ ὑμῶν τὴν ἐρώτησιν αὐτήν, διότι τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας περιλαμβάνονται εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς.
§262Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπερίμενα τὴν ἐξήγησιν αὐτήν.
§263Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅστις παραδίδεται μετὰ τὴν ψήφισιν εἰς χεῖρας τῆς διοικήσεως, ἵνα τύχῃ ἐφαρμογῆς. Πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης. Γνωρίζομεν δὲ μετὰ πόσης ἀκριβολογίας ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐξετάζει ἢ τοὐλάχιστον ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις.
§264Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ μετὰ τὰς σαφεστάτας δηλώσεις δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑπακούσῃ θὰ κάμωμεν νόμον ἑρμηνευτικόν, ἀλλὰ τοιοῦτος φόβος δὲν ὑπάρχει.
§265Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως ταύτης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ ἄλλοι λόγοι μὲ πείθουσιν, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου, ὥστε νὰ ἀναγνωρισθῇ πραγματικὸν καὶ πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς εἰς ἐμφυτευτὰς ἐνόσῳ ζητοῦμεν αὐτοπρόσωπον καλλιέργειαν.
§266Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὑποθέτω ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι νὰ τεθῇ οὕτω: «αὐτοπρόσωπος καλλιέργεια ἐννοεῖται ἡ ἐνεργουμένη κατὰ τὸ δυνατὸν μέτρον παρὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ καὶ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας οὐχ’ ἧττον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ καλλιέργεια ἐνεργεῖται ἐν μέρει κ.τ.λ.». Νὰ μεταχειρίζωνται ἐργάτας τεχνικούς.
§267Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ προέτεινα, καὶ θέτω τὸ πρᾶγμα ὑπὸ τὴν σκέψιν σας, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτὴ ἀντὶ τῆς ἀκτημοσύνης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖτε ὡς προσόν, νοουμένης τῆς ἀκτημοσύνης κατὰ τὸν ἀγροτικὸν νόμον, νὰ θέσητε ἕν ὅριον γαιοκτησίας τοῦ ἐμφυτευτοῦ 50, 40, 30, 20 στρεμμάτων, ὅσον θὰ ἐνομίζετε εὔλογον ὥστε ὁ ἔχων πέραν αὐτοῦ τοῦ ὁρίου νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς. Ὅταν ὅμως λέγωμεν ἀκτημοσύνην κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ εἴπω ὅτι ἀναθέτοντες εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ ἐκτιμήσῃ τοῦτο κάμνετε ὥστε νὰ ναυαγήσῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνετε.
§268Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Μετ’ ἀδιασείστου πεποιθήσεως ὑποστηρίζω ὅτι δὲν κινδυνεύει τὸ μέτρον διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ ὅτι οἱ Ἕλληνες δικασταὶ δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποδώσωσι τὴν προσήκουσαν ἔννοιαν εἰς τὸν ὅρον τοῦ ἀκτήμονος καὶ τοῦ μὴ ἀκτήμονος. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐπαρκῆ ἔκτασιν γῆς ὥστε ἐκ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν καταβάλλει, νὰ συντηρῇ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του αὐτὸς εἶναι ἀκτήμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω αὐτὴν τὴν ἀνικανότητα εἰς τὸν Ἕλληνα δικαστὴν ὥστε νὰ μὴ δύναται κατὰ πόσον νὰ κρίνῃ ποῖος εἶναι ἀκτήμων καὶ ποῖος δὲν εἶναι.
§269Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀνικανότητος τῶν δικαστῶν· ὁμιλῶ περὶ διαφόρου ἀντιλήψεως τῶν δικαστῶν. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ εὑρίσκομεν δικαστὰς ἔχοντας ὅλως διάφορον ἀντίληψιν τῶν διατάξεων τῶν νόμων. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν διάταξιν τόσον ἀσαφῆ καὶ ἀπροσδιόριστον, οἵα τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ εὑρεθῶσι δικασταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἑρμηνεύσωσι κατὰ διάφορον τρόπον. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς δίδει μίαν ἀποσάφησιν τῆς διατάξεως τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου καὶ λέγει ὅτι ἀκτήμων εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαθρέψῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν λέγεται ἐν τῷ ἀγροτικῷ νόμῳ, ἐν αὐτῷ λέγεται «ἐκεῖνος ὅστις ἔχει μικρὰν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν».
§270Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Πῶς ὁρίζεται ὁ γεωργικὸς κλῆρος, κύριε βουλευτά; Ὁ γεωργικὸς κλῆρος ὁρίζεται εἰς τόσην ἔκτασιν ὅση ἐπαρκεῖ διὰ τῆς καλλιεργείας νὰ συντηρήσῃ τίς τὴν γεωργικὴν οἰκογένειαν. Ἀνεπαρκὴς εἶναι ὅταν δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς γεωργικῆς οἰκογενείας. Ἑπομένως ποῖος εἶναι ἀκτήμων, εἶναι σαφές.
§271Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δήλωσις αὐτὴ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, διότι ἐγὼ τουλάχιστον τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον.
§272Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν κατόπιν τῶν λεχθέντων νὰ ἐπιμένετε εἰς τὴν διαβεβαίωσίν σας, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀνεφάρμοστος καὶ δὲν πρόκειται διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἐμφυτευτὰς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ἐν τῇ φιλαληθείᾳ σας καὶ τῇ εἰλικρινείᾳ σας νὰ τὸ ἀναγνωρίσητε καὶ σεῖς.
§273Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἐπῆλθε βελτίωσις διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγετε εἰς τὸ ἄρθρον καὶ ἑτέρα βελτίωσις διότι δίδετε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ θὰ ἐμμείνω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ λέγων τοῦτο ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος οὗτος νὰ τύχῃ γενικῆς ἐφαρμογῆς διὰ πάντας τοὺς ἐμφυτευτὰς ἐκτὸς ἄν θέλετε χαρακτηρίσει ὡς ἀκτήμονας ἔχοντας αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον γαιοκτησίαν κάτω μιᾶς ὡρισμένης ἐκτάσεως.
§274Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν, διότι ἄν ὁρισθῇ ὡρισμένον ποσὸν στρεμμάτων τοῦτο εἰμπορεῖ νὰ εἶναι ἀνεπαρκὲς δι’ ἕνα ὁ ὁποῖος ἔχει πολυπληθῆ οἰκογένειαν ἐνῷ εἰς ἄλλον νὰ εἶναι ἐπαρκές.
§275Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ φύσις τοῦ ἐδάφους.
§276Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ὑποβάλω καί τινας ἄλλας παρατηρήσεις διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ βῆμα. Μία παρατήρησις εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε πρὸ ὀλίγου ὁ συνάδελφος κ. Ἀραβαντινὸς ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἔχοντα τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς. Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ τῶν αὐτοπροσώπως καλλιεργούντων ἐπὶ μίαν δεκαετίαν. Ἐννοεῖται ἄρα γε διὰ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ ἀσκῶν τὴν καλλιέργειαν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς ἢ καὶ οἱ γενικοὶ δικαιοδόχοι αὐτοῦ, διότι ἄν συμβῇ, ὅπως πολὺ προσφυῶς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ἀραβαντινὸς, νὰ ἐκλείψῃ ὁ ἐμφυτευτὴς ὁ ἀσκήσας τὸ δικαίωμα τῆς καλλιεργείας πρὸ τῆς δεκαετίας κατ’ ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ γίνῃ διαδοχὴ εἰς τὴν περιουσίαν αὐτοῦ ὑπ’ ἄλλου, ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸς νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς;
§277Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἄν εἶνε μέλος τῆς οἰκογενείας ναί.
§278Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑτέραν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον 2. Δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ αἴτησις περὶ ἐξαγορᾶς ἀναγκαῖον θὰ εἶναι νὰ συνεπάγηται, ἅμα κινουμένη, ἀποτελέσματα; Ἀφ’ ἧς στιγμῆς θὰ κινηθῇ μέχρις ὅτου ἐπέλθῃ ἡ τελεσίδικος ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου θὰ μεσολαβήσῃ διάστημα χρονικὸν μέγα, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθουν μεταβολαὶ εἰς τὸ κτῆμα. Διὰ τοῦτο θὰ ἔκρινον σκόπιμον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἅμα τῇ κοινοποιήσει τῆς αἰτήσεως περὶ ἐξαγορᾶς ἐπέρχονται οἷα ἀποτελέσματα ἐπιφέρει καὶ ἡ αἴτησις περὶ ἐξαγορᾶς. Περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον καθορίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀποζημίωσις, οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω. Ἀναγνωρίζω ὅτι οὐ μόνον ἡ ἀξία τῆς παραχωρηθείσης ἀνήκει εἰς τὸν κύριον, ἀλλὰ καὶ μέρος ἀκόμη τοῦ ὑπερτιμήματος διὰ τὴν βελτίωσιν αὐτῆς ἀνήκει εἰς αὐτόν. Τώρα τινές, τὸν ὅρον τῶν 3)12 τὸν εὑρίσκουν ὑπερβολικόν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ προσκύρωσις τοῦ ¼ δὲν εἶναι ὑπερβολική, διότι δὲν παύω νὰ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ ἄλλοτε ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχουν οἱ δικασταί, ἐὰν δὲ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν πείθωνται ὅτι μὲ τὸ Αʹ ποσὸν ἐνδέχεται νὰ ζημιωθῇ ὁ γαιοδότης, θὰ αὐξηθῇ μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησίς των τοῖς ἐπιβάλλει, ἵνα ἀποτελέσῃ τὴν δικαίαν ἀποζημίωσιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου εἶχον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ προσθήκη εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο «τῶν τυχὸν καταβληθεισῶν δαπανῶν ἐκ μέρους τοῦ γαιοδότου οἱ ἰδιοκτῆται δι’ ἐκχερσώσεις ἢ καλλιεργείας τοῦ κτήματος» εἶνε μέτρον ὅλως ἐπικίνδυνον, διότι, ὡς εἶνε γνωστόν, αἱ πλεῖσται τῶν ἐμφυτευτικῶν σχέσεων ἀνάγονται εἰς χρόνον συστάσεως πολὺ παλαιόν, ἐὰν δὲ ὁ γαιοδότης ἰσχυρισθῇ ὅτι πρὸ πεντηκονταετίας παρέσχεν ἐργασίαν τινὰ καὶ κατέβαλε μέρος τῶν δαπανῶν διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ κτήματος, τοῦτο εἶνε τόσον ἀνεξιχνίαστον, ὥστε νὰ μὴ εἶνε δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κατὰ δίκαιον τρόπον, θὰ ἐπρότεινα ὥστε εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμμένει εἰς τὴν γνώμην ὅπως μέρος τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτόν, νὰ προστεθῇ ὅτι αἱ δαπάναι αὗται αἱ καταβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ πιστοποιῶνται καὶ νὰ ἀποδεικνύωνται ὑπὸ δημοσίων ἐγγράφων. Ἔχω ἤδη συμβόλαια εἰς χεῖρας μου, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἰδιοκτήτης ὑπεχρεώθη νὰ συνεισφέρῃ 30% εἰς τὰς δαπάνας τῆς δημιουργίας τοῦ κτήματος. Ἐφόσον λοιπὸν τοῦτο ἐκ συμβολαίων προκύπτει τὶ καλλίτερον ἔχομεν; Ἀντὶ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ ἀκροσφαλὲς μέσον τῆς ἐξευρέσεως τῶν δαπανῶν τοῦ κυρίου διὰ τῆς ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων, θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ θέσωμεν ἕν μέσον ἀσφαλέστερον. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 θὰ ἐθεώρουν σκόπιμον τὴν προσθήκην ἰδιαιτέρου ἐδαφίου, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἐμφυτευτήν, καίτοι ἐγείροντα τὴν αἴτησιν περὶ ἐξαγορᾶς, νὰ δύναται ν’ ἀποσυρθῇ καὶ παραιτηθῇ τῆς αἰτήσεως ταύτης ὅταν δι’ ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου ἤθελε προσκυρωθῇ, εἰς τὸν κύριον τοῦ κτήματος τόσον βαρεῖα διὰ τὸν ἐμφυτευτὴν ἀποζημίωσις, ὥστε ν’ ἀποβαίνῃ δυσβάστακτος ἡ καταβολὴ αὐτῆς διὰ τοῦτον. Θὰ ἦτο ἀδικώτερον πρᾶγμα, ἐνῷ τείνομεν πρὸς ἐλευθέρωσιν τοῦ δούλου ἐμφυτευτοῦ, νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὸν καὶ ἄκοντα καὶ παρὰ τὴν θέλησίν του, παρὰ τὰς προσδοκίας, τὰς ὁποίας εἶχεν, ὅταν ἀρχικῶς ὑπέβαλλε τὴν αἴτησιν, νὰ ὑποχρεώσωμεν, λέγω, αὐτὸν νὰ καταβάλῃ τὴν ἐπιδικασθεῖσαν ἀποζημίωσιν, ἔστω καὶ ὑπέρογκον! Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον 4 εἶνε ἀναγκαία καὶ ἑτέρα προσθήκη, ἡ ὁποία παρελείφθη κατὰ παραδρομήν. Εἰς τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον ὑπῆρχε διάταξις, ἡ ὁποία περιέχετο, καὶ εἰς τὸ εἰσαχθὲν πρὸ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν, εἶνε τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ προγενεστέρου νομοσχεδίου. Πρόκειται περὶ τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγνώσκει). «ἡ ἐπιδικασθεῖσα τῷ κυρίῳ ἀποζημίωσις.....................». Ἡ διάταξις αὕτη ἐπιβάλλεται εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον.
§279Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἀναντιρρήτως αὐτὸ εἶνε κατὰ παραδρομήν. Ἔχετε δίκαιον.
§280Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ παρεμβληθῇ μεταξὺ τοῦ αʹ καὶ βʹ ἐδαφίου.
§281Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Μάλιστα.
§282Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 5, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἐθεώρουν σκόπιμον τὴν προσθήκην ἑτέρας διατάξεως. Ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ λέγετε (ἀναγινώσκει): «μέχρις ὁλοσχεροῦς ἐξοφλήσεως τῆς ἀποζημιώσεως............κλπ.). Ἀλλὰ διαρκούσης τῆς νομικῆς σχέσεως τῆς ἐμφυτεύσεως καὶ τοῦ δεσμοῦ, ὅστις ἐντεῦθεν προκύπτει μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ ἐμφυτευτοῦ, κατ’ ἀνάγκην θέλουσι χαλαρωθῆ ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου αἱ διέπουσαι τὰ τῆς ἐμφυτεύσεως. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἀναγκαῖον, ἐφόσον τὸ κτῆμα διατελεῖ ὑπὸ ἐξαγοράν, νὰ νομοθετηθῇ ὅτι αἱ διατάξεις αὗται τοῦ ἀστικοῦ δικαίου δὲν δύνανται νὰ τύχωσι ἐφαρμογῆς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως περὶ ἐξαγορᾶς μέχρι τῆς τελεσιδικίας τῆς ἀποφάσεως τῆς διατασσούσης τὴν ἐξαγοράν καὶ προσδιοριζούσης τὴν ἀποζημίωσιν. Διότι εἶνε ἐνδεχόμενον κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα, εἴτε μακρόν, εἴτε βραχύ, νὰ ἐπιδιώξῃ ὁ ἰδιοκτήτης —καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἐπιδιώξῃ —τὴν ἀποβολὴν τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἀπὸ τὸ κτῆμα, ἀποβάλλοντος καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέβαλλεν.
§283Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχει δικαίωμα;
§284Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει. Μάλιστα ὑμεῖς νομικὸς ἄνθρωπος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λέγητε τοῦτο, διότι εἶνε διάφοροι αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποβολήν.
§285Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει γίνῃ καμμία ἀποβολὴ μέχρι τοῦδε, κύριε Μερλόπουλε;
§286Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶνε περιπτώσεις, τὰς ὁποίας προσδιορίζει τὸ δίκαιον. Μία τῶν περιπτώσεων εἶναι ἡ μὴ καταβολὴ τῶν φόρων, ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν φέρει ἐκ τοῦ νόμου ὁ ἐμφυτευτής. Εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται καὶ θέλει ἐφαρμόζεσθαι εἰς τὰς ἐμφυτεύσεις ἡ διάταξις τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Δυνατὸν εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἕνεκα ἀτελειῶν τῆς καλιεργείας, ἕνεκα ἀμελείας τοῦ ἐμφυτευτοῦ περὶ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος νὰ ζητῇ τὴν ἔξωσιν τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ ἐθεώρουν σκόπιμον ἵνα ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ περιληφθῇ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν δι’ οὐδεμίαν αἰτίαν ἐκ τῶν νομοθετημένων ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ ἐπιτρέπεται νὰ ζητηθῇ ἡ ἀποβολὴ τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Αὗται εἶναι αἱ κυριώτεραι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς μελετήσῃ ταύτας, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἶναι προϊὸν τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς ὁ ὑπὸ μελέτην νόμος. Ἄλλαι παρατηρήσεις ἀνάγονται εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων λ.χ. ἐν ἄρθρῳ 1 καὶ 2 ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον περὶ ψηλῆς κυριότητος, ἅς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κυριότης αὕτη δὲν εἶναι ψηλὴ κυριότης, εἶναι κυριότης ἠλαττωμένη, περιωρισμένη, ἀλλ’ εἶναι πάντοτε κυριότης. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι παρατηρήσεις δευτερευούσης σημασίας, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρίου ἔχει τὸν λόγον.
§288Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν διότι ὅλα τὰ ζητήματα σχεδὸν ἐθίγησαν καὶ ἐξηντλήθησαν ἀπὸ τοὺς κ. συναδέλφους. Δυστυχῶς τὸ ἐμφυτευτικὸν ὅπως προέκυψε καὶ ἀπόψε εἰς τὴν Βουλὴν ἔχασε τὴν πρώτην ὄψιν καὶ τὴν πρώτην ἀφορμήν, διὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθη. Μὲ τὸ ἀγροτικὸν δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν, μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν καλλιεργητῶν δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν. Ὁπωσδήποτε καὶ ἄν θεωρηθῇ ἡ σχέσις εἴτε ὡς δικαιοπραξία, εἴτε σύμβασις, εἴτε εὐεργέτημα ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, πάντως εἶναι σύμβασις, καταρτισθεῖσα ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι προϋποθέσεις λόγῳ τοῦ πολέμου μετεβλήθησαν, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὸ ζήτημα τὸ ἐμφυτευτικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπησχόλησεν οὔτε τὴν Βουλήν, οὔτε τὴν κοινὴν γνώμην ποτὲ προπολεμικῶς. Διότι ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Μεντζελόπουλος ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐμφύτευσιν ὁ ἰδιοκτήτης ἔδωσε τὴν γῆν, ὁ ἐμφυτευτὴς ἐκαλλιέργει, αὐτὸ εἶναι τοὐλάχιστον παντοῦ ἡ πρώτη βάσις τῆς σχέσεως αὐτῆς καὶ ἀλλοῦ γίνεται διανομὴ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τριετίαν, ἀλλοῦ ἐξακολουθεῖ ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ καλλιεργῇ ἀποδίδων εἰς τὸν ἰδιοκτήτην εἴτε τὰ 5)10 εἴτε ὅπως ἐδῶ εἰς τὴν Ἀττικὴν τὰ 34%. Αὐτὴ ἡ βάσις δὲν εἶναι βάσις δικαία καὶ ἠθική, ἀλλ’ ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις τὴν ἐδημιούργησε, τὴν εὗρεν ὁ κόσμος καὶ τὴν ἠνέχθη. Ἐὰν ἀπὸ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὰ ἡμήσῃ ὁ καλλιεργητὴς τὸ τέταρτον ὁ ἰδιοκτήτης καὶ τὸ ἕτερον τέταρτον ὁ ἐμφυτευτής, προπολεμικῶς εἶχον 50 οἱ καλλιεργηταί, 25 ὁ ἐμφυτευτὴς καὶ 25 ὁ ἰδιοκτήτης.
§289Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰς ἀμπέλους δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἔχουν τὰς αὐτὰς δαπάνας καλλιεργείας. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εἴχομεν 100 πρόσοδον προπολεμικήν, μεταπολεμικὴν ἔχομεν 300, ἀπὸ αὐτὰς τὰς τριακοσίας δραχμὰς αἱ διακόσιαι εἶναι ἔξοδα καλλιεργείας, διότι τὰ ἔξοδα ἐκ 50 δραχμῶν ἤδη ἐτετραπλασιάσθησαν. Τί ἀπομένει διὰ νὰ μοιράσουν ὁ ἰδιοκτήτης μὲ τὸν ἐμφυτευτήν, ἀπὸ τὰς 100 λαμβάνει ὁ ἐμφυτευτὴς τὰς 17.
§290Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὄχι.
§291Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως.
§292Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ἔχω ἔκθεσιν τοῦ κ. Ρέπουλη, ὡς εἰσηγητοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τῆς κρίσεως τῶν οἴνων καὶ κατὰ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἔχει τὰ ἔξοδα καλλιεργείας ἐν τῇ Ἀττικῇ τῷ 1908 ἦσαν 40 δραχμαὶ κατὰ στρέμμα καὶ ἡ ἀπόδοσις 300 ὀκάδων γλεύκους. Τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας διὰ τὸ ἀμπέλι ἐν Ἀττικῇ εἶνε 40 δραχμαί. Ἡ ἀπόδοσις ἦτο 300 ὀκάδες γλεύκους ὡς ἐξακολουθεῖ νὰ εἶνε ἡ μέση παραγωγή. 300 ὀκάδες. Προπολεμικῶς εἴχομεν μέσην τιμὴν πρὸς 20 λεπτὰ 60 δραχμάς, μεταπολεμικῶς ἔχομεν 50 λεπτὰ ἔχωμεν δηλ.: ἀπὸ τὰς 300 ὀκάδας γλεύκους 150 δραχ. προπολεμικῶς ἐλαμβάνομεν 60 δραχμάς, 40 δραχ. διὰ τὴν καλλιέργειαν. Μένουν 20 δραχμαί. Ἔπερνε 15 δραχ. ὁ ἰδιοκτήτης καὶ 5 ἔμενον εἰς τὸν καλλιεργητήν.
§293Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§294Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου.
§295Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Πῶς;
§296Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ἔκαμνε 300 ὀκάδες γλεύκους, τὸ ἐπώλει πρὸς 20 λεπτά, 60 δραχμάς. Θὰ πάρῃ τὸ τρίτον ὁ ἰδιοκτήτης 20 δραχμάς, ἀπομένουν 40 δραχ. τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας ἦσαν 40 δραχμαί.
§297Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δηλαδὴ μηδὲν ὁ καλλιεργητής.
§298Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Αὐτὸ εἶνε τὸ προπολεμικόν. Μεταπολεμικῶς τώρα. Ἔξοδα καλλιεργείας εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπολογίσετε ὀλιγώτερα ἀπὸ τετραπλάσια; 40Χ4=160. Θὰ πάρῃ ἐκ 300 ὀκάδων γλεύκους 150. δραχμάς. Παίρνει τὸ τρίτον σήμερον ὁ ἰδιοκτήτης 50 δραχμάς. Τί ἀπομένει σήμερον διὰ τὸν ἐμφυτευτήν;
§299Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τίποτε.
§300Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Λείπουν καὶ 60 δραχμαί. Συμπέρασμα εἶνε ὅτι τὸ ἐμφυτευτικὸν ἐμφανίζεται ὅπως ἐνεφανίσθησαν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς τάξεως. Μετεβλήθη ὁ συντελεστὴς τῆς ἐργασίας καὶ ὀφείλετε νὰ τριπλασιάσετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ πάρῃ ὁ ἐμφυτευτής. Φθάνω δηλαδὴ καὶ ἐγὼ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς ἐμφυτευτὰς τὶ θὰ κάμετε καθ’ ὅλην τὴν ἄλλην κατεύθυνσιν τοῦ νομοσχεδίου, δώσατέ τους ὅμως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύουν, διότι ἄλλως ἔχουν καὶ δίκαιον οἱ ἄνθρωποι νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν σύμβασιν αὐτήν. Σήμερον ἔχετε ἕν ὑπόμνημα ὅπερ ἀναφέρει ὅτι «Κτήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποδόσουν 400 ὀκάδας κατὰ στρέμμα, δὲν ἀποδίδουν οὐδὲ 100, διότι ὁ ἐμφυτευτὴς ἐν ὅσῳ διατηρεῖ ἀμπέλι δὲν καλλιεργεῖ».
§301Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἦτο πολὺ κουτὸς νὰ πλουτίζῃ ἕνα τεμπέλην μὲ ἔξοδα ἰδικά του.
§302Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Εἶναι ζήτημα δηλαδὴ οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς τάξεως ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ κανόνος, Πῶς ἐπράξατε ἤδη διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους; Σύμβασιν εἴχατε μετ’ αὐτῶν πρὸς 200 δραχμὰς τὸν μῆνα, τῶς εἴπατε σᾶς τὸ κάμνω 600 δραχμάς. Διατὶ ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ δουλεύῃ μὲ τὴν πρώτην σύμβασιν;
§303Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ μόνη διαφορὰ ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους εἶναι ὅτι συμφωνεῖ καὶ ὁ ὑπάλληλος νὰ παίρνῃ περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι τοῦ ἀφήνει τὸ δημόσιον. Δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία.
§304Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, σήμερον ὑπάρχουν καὶ δίκαι ἀναχωροῦσαι ἀπὸ τὴν σύμβασιν ἐκείνην.
§305Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι ὑπάρχουν δίκαι εἶναι βέβαιον. Δι’ αὐτὸ ἐφέραμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον.
§306Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Τὸ δίκαιον εἶναι ὅσον ἀφορᾶ τὸν κανόνα. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ ἄλλη σχέσις· τὸν κανόνα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποβιβάσητε τοὐλάχιστον εἰς τὸ τρίτον.
§307Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Διὰ τὸ μέλλον.
§308Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ κατάστασις αὐτή. Αὐτὸ ζητοῦμεν νὰ διορθωθῇ.
§309Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Θὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§310Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ἐπιμένομεν εἰς αὐτό. Διότι εἴδομεν τροποποιούμενον τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ διότι ὅλον τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, δὲν ἔχει σημασίαν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οἱ ἐμφυτευταὶ θὰ ἀναμείνουν καὶ αὐτοὶ τὸν καιρόν, ποῦ θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ γῆ εἰς τὴν φυσιολογικήν της κατάστασιν. Διότι ὡς ἄλλοτε ἐτονίσθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἡ γῆ δὲν ἔχει ὑποστῆ ὑπερτίμησιν. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν ἡμερομισθίων καὶ συνεπῶς τῶν ὅρων τῆς ζωῆς καὶ συνεπῶς τῶν προϊόντων. Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν ὅσον ἀφορᾷ τὸν κανόνα. Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν ὑποτίμησιν ὡς εἶπον καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, τὸ ¼, τὸ ὁποῖον κανονίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως δὲν ἔχει τὴν σημασίαν τὶ θὰ τοῖς δοθῇ, ὁ ὄγκος. Ὅταν θὰ ἰσοροπήσουν αἱ τιμαί, εἰς τὸ τέταρτον αὐτὸ δὲν θὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει σήμερον. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι. Ἀλλ’ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω καὶ ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὴν προστασίαν τῆς βιομηχανίας. Ὅπως ἐδηλώθη καὶ ἐντεῦθεν, πρόκειται περὶ τῆς βιομηχανίας τοῦ Καμπᾶ τῆς ἤδη ἀνωνύμου. Καὶ προστασία μὲν βιομηχανίας δύναται νὰ νομοθετηθῇ καὶ ὅπως διετυπώθη μάλιστα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπόψε, μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ γίνῃ ἔρευνα ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐπισιτισμοῦ καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἀπόφασις τοῦ ὑπαλληλικοῦ συμβουλίου, τὸ ζήτημα ὁμολογῶ δὲν μὲ ἀνησυχεῖ, διότι τὰ πράγματα βεβαιοῦν καὶ οἱ ἀριθμοὶ τοῦ Καμπᾶ, ὅτι ἡ βιομηχανία αὐτοῦ δὲν καταναλίσκει ποσὸν τοιοῦτο σταφυλῶν, ὥστε νὰ τύχῃ εἰδικῆς προστασίας, τὸ κτῆμα τοῦ Καμπᾶ αὐτοκαλλιεργούμενον ἀποδίδει ὑπὲρ τὰ 2.000.000 ὀκάδας σταφυλῶν. Κατ’ ἀριθμοὺς ἐπισήμους, τοὺς ὁποίους εἶδον ἀπόψε, κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1919 παρέλαβε ποσὸν σταφυλῶν 980.000 ὀκάδας, κατὰ δὲ τὸ 1918 ποσὸν σταφυλῶν 1.400.000. Εἶναι γνωστὸν δὲ καὶ πασίδηλον ἐν τῇ Ἀττικῇ ὅτι καὶ ἐκ τοῦ κτήματος τοῦ ἀτομικοῦ ὁ κ. Καμπᾶς πάντοτε ἐπώλει γλεῦκος εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, δηλαδὴ δὲν ἐκονιακοποίει ὁλόκληρον τὴν παραγωγὴν τοῦ κτήματός του. Δι’ αὐτὸ δὲν μὲ ἀνησυχεῖ τὸ πρᾶγμα. Διότι ὅταν οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ μάλιστα ἔλθωσιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποφασίσῃ νὰ κηρύξῃ ἀναπαλλοτρίωτον κτῆμα, προστατεῦον μίαν βιομηχανίαν, ἡ ὁποία βεβαίως διὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος εἶναι καλή, ἀλλὰ διαμαρτύρομαι ὅτι δὲν ὠφέλησε τόσον, ὅσον ἐτονίσθη ἐντεῦθεν, τὴν οἰνοπαραγωγὴν Ἀττικῆς, διότι ἡ βιομηχανία αὐτὴ κατεργαζομένη σταφίδα καὶ οὐσίας ἄλλας κυριολεκτικῶς ὑπάρχει οἰνοπνευματοποιΐα, κονιακοποιΐα δὲν ὑπάρχει, ὡς ὀρθῶς γράφει ὁ κ. Ρέπουλης εἰς τὴν ἔκθεσίν του (ἀναγινώσκει) Δὲν ἀφορᾷ λοιπὸν βιομηχανίαν, ἡ ὁποία εἶναι σωτηρία διὰ τὴν οἰνοπαραγωγὴν τῆς Ἀττικῆς διότι ἡ παραγωγὴ τῶν ἀμπέλων τῆς Ἀττικῆς ἀνέρχεται εἰς 40.000.000 ὀκάδας, ἡ δὲ βιομηχανία Καμπᾶ ὡς εἶπον ἀπορροφᾷ 1.200.000. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο ὅτι τὸ κτῆμα τοῦ κ. Καμπᾶ πρέπει νὰ ἀπαλλοτριωθῇ, διότι ὄντως ἀποτελεῖ πρότυπον καλλιεργείας. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐμφυτευτικά, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ἰδιόκτητόν του κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπὸ τοῦ 1884, ἀλλ’ εἰς τὸ μερίδιον τοῦ ἀδελφοῦ του καθ’ ὃν χρόνον εἰσάγομεν νομοσχέδιον καὶ ἀπαλλοτριοῦμεν τὰ ἐμφυτευτικὰ κτήματα ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν 5 καὶ 10 στρέμματα καὶ τὰ ἔδωκαν εἰς ἄλλους πρὸς ἐμφύτευσιν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐξαιρέσωμεν ἐμφυτευτικὰ κτήματα τοιαῦτα πρὸς προστασίαν βιομηχανίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐμφυτευτικὰ κτήματα νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις. Δὲν ἐξεύρω ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§311ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν εἴχετε ὑπ’ ὄψει σας ἕνα φάκελλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἐβλέπατε ποίας ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὸ δημόσιον ὁ κ. Καμπᾶς.
§312Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Θὰ ἀνατρέξω καὶ εἰς ἄλλους φακέλλους. Ἐγὼ ζητήματα προσωπικὰ δὲν θέλω νὰ ἀναμίξω. Αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὸ δημόσιον, νὰ τὰς ἀφήσετε κατὰ μέρος. Δὲν εἶνε οὐδὲ ἡ θέσις, οὐδὲ ἡ ὥρα κατάλληλος διὰ τοιαῦτα ζητήματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἔκαμνον τὴν παράκλησιν, ὅπως ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, μὴ ἀφορᾷ προστασίαν κτημάτων, ἀλλὰ νὰ ἀφορᾷ προστασίαν βιομηχανίας διότι ἡ βιομηχανία αὐτή, ὅπως σήμερον τοὐλάχιστον εὑρίσκεται, εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρεία. Δὲν ἐξεύρω ποία θὰ εἶνε ἡ ἐξέλιξίς της. Ὅταν δημιουργήσωμεν προνόμιον ἀναπαλλοτριώτου διὰ κτήματα τόσης περιοχῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκλείψει ἡ βιομηχανία αὐτή, θὰ ἀπομείνῃ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον ὑπὲρ τοῦ κτήματος εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β.
§313Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶνε ἐφ’ ὡρισμένου χρόνου.
§314Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Ἄν εἶνε ἐφ’ ὡρισμένου χρόνου, δὲν ὑπάρχει ζήτημα, διότι ὅπως εἶνε τὰ πράγματα σήμερον εἰς τὸ κτῆμα τοῦ Καμπᾶ δὲν γεννᾶται ζήτημα. Οὐδὲ οἱ ἐμφυτευταὶ Ἀττικῆς, οὐδὲ οἱ κάτοικοι Μεσογείων ἠξίωσαν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ κτήματος τοῦ Καμπᾶ, διότι ἀσχέτως τοῦ βιομηχανικοῦ του μέρους ὁ κ. Καμπᾶς ὑπῆρξε πρότυπον καλλιεργητοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κτῆμά του. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω καὶ νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Νοταρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§316Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι βουλευταί, εἶνε νὰ ἀπαλοτριωθοῦν τὰ κτήματά μας καθ’ ὅν τρόπον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μὲ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἐδέχθη. Ἐγὼ ἔχω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσουν τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν, διότι ἐτελείωσεν ὁ καιρὸς τῆς καλλιεργείας καὶ ἑπομένως εἶνε ἄδικον ἡμεῖς νὰ ἀποστερηθῶμεν ἀπὸ ἕν εἰσόδημα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μᾶς δώσουν τὴν ἐφετεινὴν ἐσωδείαν καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§317Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ προφθάσῃ νὰ γίνῃ;
§318Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Εἶνε δυνατὸν νὰ γίνῃ μετὰ ἕνα μῆνα.
§319Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἰσόδημα θὰ ἐξαγοράσουν.
§320Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἄς ἀρχίσῃ ὁ νόμος ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον, καταστρεφόμεθα τελείως.
§321Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προφθάνει.
§322Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Τόσα ἔγιναν ὑπὲρ τῶν κολλήγων, ἄς γίνῃ ἕνα καὶ δι’ ἡμᾶς. Χαρίσατέ μας καὶ ἡμᾶς ἕνα πρᾶγμα.
§323Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Οὔτε σᾶς χαρίζομεν οὔτε μᾶς χαρίζετε.
§324Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προφθάνει.
§325Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἄν προφθάσῃ, καὶ θὰ προφθάσῃ ἀσφαλῶς.
§326Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἑταιρείας. Ὅπως παρεστάθη τὸ πρᾶγμα, ἐνομίσθη ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ Καμπᾶ, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Καμπᾶ, ἀλλὰ περὶ ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη πρὸ δύο ἐτῶν. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ παραγωγῆς οἰνοπνεύματος ὡς παρέστησεν ὁ κ. συνάδελφος. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅτι οὔτε μίαν ὀκᾶν οἰνοπνεύματος δὲν παράγει ἡ ἑταιρεία αὐτή.
§327Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Θὰ ἀναπτυχθοῦν αὐτὰ εἰς τὸ συμβούλιον.
§328Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ αὐτῶν.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§330Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, κατηρτίσθη μία πολυμελὴς Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπεφορτίσθη μὲ τὴν ἐντολήν, συνεδριάζουσα παρουσίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξεύρῃ ἕνα μέσον συμβιβασμὸν μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ἐμφυτευτῶν, ὅσον ἀφορᾷ κυρίως τὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ δικαιώματος τῆς ψηλῆς κυριότητος τῆς γῆς. Αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀπέβησαν ἄκαρποι, ἀλλ’ ὁ μέσος αὐτὸς ὅρος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀπόψεις ἀμφοτέρων τῶν ἀντιθέτων μερῶν, ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν κατωρθώθη νὰ ἐξευρεθῇ. Τὸ σφάλμα κύριοι δὲν εἶνε τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν μίαν ἁπλῆν ἀντίθεσιν γνωμῶν, ἀλλ’ ἔχομεν ἀντίθεσιν συμφερόντων, συμφερόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι θίγονται καὶ θίγονται οὐσιωδῶς. Καὶ τὰ συμφέροντα τὰ θιγόμενα δὲν ὑπακούουν εἰς τὴν λογικήν, ἀλλὰ ζητοῦν νὰ ἐπιβληθοῦν εἰς τὴν λογικήν. Αὐτὴ ἡ δικαία λύσις, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναζητοῦμεν, δὲν γνωρίζω ἄν ὑπάρχει κατὰ θεωρίαν. Ἀλλὰ καὶ ἄν ὑπάρχει μόλις θελήσωμεν νὰ τῆς δώσωμεν σάρκα καὶ ὀστᾶ, μόλις θελήσωμεν νὰ τῆς δώσωμεν μίαν συγκεκριμένην δύναμιν, ἡ δικαία αὐτὴ λύσις καταντᾷ μία ἀδικία, ἡ ὁποία ἐπισείρῃ τὰς διαμαρτυρίας ἢ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἢ ὅπερ καὶ συνηθέστερον, ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν. Ποία εἶνε λ.χ. ἡ δικαία λύσις κατὰ τοὺς ἰδιοκτήτας; Εἶνε ἡ διατήρησις τοῦ ἐμφυτευτικοῦ καθεστῶτος, ἢ τὸ πολὺ μία κεφαλαιοποίησις τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος. Διατί, λέγουν, θίγετε τὸ ἐμφυτευτικὸν καθεστὼς τὸ ὁποῖον προσέφερεν ὑπηρεσίας μεγάλας εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν φυτειῶν; Δὲν θέλω κατ’ οὐδένα λόγον ἐγὼ νὰ ἀρνηθῶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν ἡ ἐμφύτευσις εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν φυτειῶν εἰς τὴν χώραν μας, ἀλλὰ δὲν εἶνε ἡ βάσις αὐτὴ ἐπὶ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ κριθῇ τὸ νομοσχέδιον. Κάθε θεσμός, κύριοι, κάθε σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν μακρὰν διάρκειαν ὁπωσδήποτε, προσέφερε πάντοτε ὑπηρεσίας, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν προσέφερεν ὑπηρεσίας, ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο τελείως ἄχρηστος, πολὺ περισσότερον ἄν ἀπέβαινεν ἐπιβλαβής, ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ, θὰ ἐξέλειπεν αὐτοδικαίως. Καὶ ἡ δουλεία προσέφερεν ὑπηρεσίας, καὶ ἡ δουλοπαροικία προσέφερεν ὑπηρεσίας, ἄν δὲν ἀπατῶμαι μάλιστα ἡ δουλία ὑπῆρξεν ἡ βάσις ἡ οἰκονομική, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ ἀνάπτυξις πολιτισμῶν παρελθόντων, ἀπὸ τοὺς λαμπροτέρους. Ἀλλ’ ὅταν εἰς τὸν κόσμον μετεβλήθη ἡ περὶ δικαίου ἀντίληψις, ὁ θεσμὸς αὐτὸς κατεδικάσθη ἀμειλίκτως, διότι οἱ θεσμοί, οἱ ὁποῖοι δὲν στηρίζονται εἰς τὸ σύγχρονον τῆς κοινωνίας αἴσθημα ἢ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, προϊόντος τοῦ χρόνου, καθίστανται δεσμοὶ ἀντικοινωνικοί, καθίστανται ἐπιζήμιοι εἰς αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, διότι χαλαρώνουν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς κοινωνίας. Καὶ δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, καταργηθείσης τῆς δουλείας, δὲν ἀνεκόπη ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔλαβε νέαν ἐπίτασιν. Δὲν θέλω νὰ παραλληλήσω τὸν θεσμόν, δὲν θέλω δηλαδὴ νὰ συνταυτίσω τὸν θεσμὸν πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς δουλείας, πρὸς ἕνα συνάλλαγμα ὅπως εἶναι τὸ ἐμφυτευτικὸν συνάλλαγμα. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἡ ἐμφυτευτικὴ σύμβασις εἶναι σύμβασις ἀντιβαίνουσα ἐντελῶς πρὸς τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τῆς κοινωνίας ἡμῶν. Εἶνε μία σύμβασις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κανὼν ὁ ἐμφυτευτικὸς ὁρίζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον μεταβλητός, ὁρίζεται δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς παραβολῆς, ὥστε εἰς μὲν τὰς περιόδους τῆς κρίσεως, ὅλα τὰ βάρη τῆς κρίσεως ταύτης νὰ ἐπιπίπτουσιν εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ἐμφυτευτοῦ εἰς δὲ τὰ ἔτη τῆς ἐφορίας καὶ ἀνατιμήσεως τῶν προϊόντων νὰ μὴ παρέχουν στάδιον εἰς τὸν καλλιεργητήν, ἀλλὰ καὶ πάλιν νὰ εἶναι εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος καρποῦται ὅλα τὰ κέρδη ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν προϊόντων. Διετρέξαμεν μίαν σταφιδικὴν κρίσιν.
§331ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἰνολογικήν.
§332Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Καὶ οἰνολογικήν. Καθ’ ὅλην τὴν περίοδον ταύτην πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ εἰλικρινῶς ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἐμφυτευτὴς στενάζει ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἐργασίας καὶ τῶν δαπανῶν δὲν ἠδύνατο οὔτε κἄν τὸ ἡμερομίσθιον αὐτοῦ νὰ ἀπολαύσῃ ἀκέραιον, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς ἀπελάμβανε ἐκ τῆς κατ’ ὄνομα ὑφισταμένης ἰδιοκτησίας του, ἀπελάμβανε καθαρὰν πρόσοδον ἠλαττωμένην ἀναντιρρήτως, ἀλλ’ ἀπελάμβανε καθαρὰν πρόσοδον ἀπηλλαγμένην παντὸς βάρους. Καὶ ὅταν ἦλθον τὰ ἔτη τῆς ἀνατιμήσεως, τῆς ἐφορίας, τὰ προσοδοφόρα αὐτὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα διατρέχομεν σήμερον, πάλιν πρέπει εἰλικρινῶς νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὁ ἐμφυτευτὴς καὶ σήμερον δὲν ἔχει οὐδεμίαν καθαρὰν πρόσοδον ἀπολύτως καὶ τοῦτο τὸ ἀποδεικνύω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν αὐτῶν τῶν ἰδιοκτητῶν, δὲν ἀπολαμβάνει καὶ σήμερον οὐδεμίαν καθαρὰν πρόσοδον ἀπὸ τὸ κτῆμά του καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἰδιοκτήτης καρποῦται ἀπὸ τὰ κέρδη τῆς ἀνατιμήσεως ὀφειλόμενα εἰς τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις. Πῶς εἶναι δυνατὸν μία τοιαύτη σύμβασις, νὰ μὴ παρουσιάσῃ μίαν ἐποχὴν πολιτισμοῦ ὁμοίαν ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον, νὰ μὴ ἐπισύρῃ τὴν πρόνοιαν τῆς Πολιτείας; Καὶ αὐτὸ πρόκειται. Ἀλλὰ λέγουσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἐὰν καταδικάζεται τὸ ἐμφυτευτικὸν καθεστὼς διατὶ τότε δὲν προσφεύγετε εἰς τὴν κεφαλαιοποίησιν τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος; Ἀλλὰ κύριοι, ὁ ἐμφυτευτικὸς κανὼν εἶναι ἡ πηγὴ ὅλης αὐτῆς τῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν σύμβασιν τῆς ἐμφυτεύσεως, αὐτὸς εἶναι τὸ βάρος ὑπὸ τὸ ὁποῖον κάμπτηται ὁ ἐμφυτευτὴς καὶ τὸ βάρος αὐτὸ τὸ θεωρεῖτε ἀπολύτως δυσβάστακτον διὰ τὸν ἐμφυτευτήν· ἐζητήθη νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν κῦψε τοὺς ὤμους σου διὰ νὰ τὸ κάμωμεν κεφάλαιον καὶ νὰ τὸ ρήξωμεν διὰ μιᾶς ἐπὶ σοῦ. Καὶ δὲν φαντάζεσθε ὅτι ἦτο καθαρὰ ματαιοπονία νὰ κεφαλαιοποιήσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ψηλῆς κυριότητος καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν ἐμφυτευτὴν νὰ τὰ ἐξαγοράσῃ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῆς ἀγοραίας ἀξίας, ὁλοκλήρου τοῦ κτήματος περιλαμβανομένου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ψηλῆς κυριότητος; Ποῖος θὰ ἦτο ὁ ἀφελὴς ἐμφυτευτὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς κυριότητος εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο ἀνώτερος τοῦ κτήματος ὁλοκλήρου; Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, θέλω νὰ διευκρινίσωμεν τὰ πράγματα, εἴτε λέγομεν ὅτι πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν τὸ ἐμφυτευτικὸν καθεστώς, εἴτε λέγομεν ὅτι πρόκειται νὰ κεφαλαιοποιήσωμεν τὸν κανόνα τὸν ἐμφυτευτικόν, λέγομεν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, οὐδεμία διαφορὰ ὑφίσταται μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο προτάσεων. Ἀλλὰ κύριοι βουλευταί, δὲν ἐσταμάτησεν ἡ προσπάθεια ἡμῶν ὅπως εὕρωμεν αὐτὴν τὴν περιπόθητον λύσιν, δὲν ἐσταμάτησεν εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἀπόψεις, ὅπως ἦτο φυσικὸν καὶ συνεστήθη ἐπιτροπὴ καὶ ὑπεβλήθησαν διάφοραι προτάσεις συζητηθεῖσαι ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἤθελον ἐκθέσῃ δύο ἢ τρεῖς τῶν προτάσεων αὐτῶν θὰ ἀπήντων εἰς μίαν αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶνε ἀποριπτέον καὶ ὅτι ἄλλο ἦτο κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ ἄλλο προτείνεται σήμερον. Ἡ διαφορὰ τῶν ἀντιλήψεων ὀφείλεται ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ἀμέσως καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλει ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ προσεγγίσῃ αὐτὰς τὰς ἀντιθέσεις εἰς τρόπον ὥστε νὰ φαίνεται ὀλιγώτερον ἐπιζήμιος πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Καὶ μόλις εὑρέθη ἡ λύσις αὐτή, δὲν ἐδίστασεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ἀποδεχθῇ καὶ νὰ τὴν διατυπώσῃ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν ὑπεβλήθη κύριοι παρ’ ἐμοῦ ἡ πρότασις περὶ κεφαλαιοποιήσεως τῆς καθαρᾶς προσόδου, εἶχον ὑπ’ ὄψει ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῆς προπολεμικῆς ἐποχῆς ἦτο 120 καὶ τῆς μεταπολεμικῆς 200 δραχμάς, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἠκολούθησα μίαν ἀρχὴν θεωρητικὴν, δογματικὴν καὶ εἶπον ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀναντιρρήτως ὑπάρχει μία καθαρὰ πρόσοδος. Ἀλλ’ ὅταν ἔθεσα τὸν κανόνα αὐτὸν τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῆς καθαρᾶς προσόδου τότε ἡ μερὶς αὐτὴ ἡ ὁποία ἀνεβίβασε τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς ἐμφυτευτικὸν κανόνα ἡ μερὶς αὐτὴ εἶπεν ὅτι καθαρὰ πρόσοδος δὲν ὑπάρχει καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ εἶναι ἀδύνατον νὰ στηριχθῇ ἡ ἐκτίμησις τῶν κτημάτων, διότι θὰ κατέληγεν εἰς ἀποτελέσματα μηδαμινά. Ἔχομεν καὶ τὴν ἀντίρρησιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι πολύπλοκος καὶ ὅτι ἡ ἐξακρίβωσις τῶν μέσων τιμῶν τῆς σταφίδος κατὰ τὰ τελευταῖα πέντε ἔτη εἶναι ἔργον δυσχερὲς καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσχωρήσωμεν εἰς ἄλλην λύσιν, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος καὶ νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔξοδα διὰ τὴν φυτείαν. Ἡ ἄποψις αὐτὴ δὲν ἦτο δυνατὴ ἐφόσον ἐγένετο δεκτὴ ἐκ μέρους τῶν ἐμφυτευτῶν, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἐκ μέρους τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς τροποποιήσεως του, διότι εἶπεν ὅτι αἱ σημεριναὶ τιμαὶ εἶναι πολὺ ὑψηλαὶ καὶ αἱ προπολεμικαὶ χαμηλαί, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προϋπολογισθῶσι τὰ ἔξοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν χαμηλῶν τιμῶν, διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἐζημιοῦτο κατὰ πολὺ ὁ ἐμφυτευτὴς καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ παραβάλωμεν τὰς προγενεστέρας τιμὰς εἰς τὰς σημερινάς. Καὶ τότε ὅμως ὑπεβλήθη ἡ ἀντίρρησις καὶ ἐν μέρει ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἀξία τῆς γῆς δὲν παρακολουθεῖ καθολοκληρίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὕψος τῶν τιμῶν, δὲν παρακολουθεῖ ἀπολύτως καὶ ἐκ παραλλήλου τὸ ὕψος τῆς τιμῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ταύτην τὴν στιγμὴν εἰσηγοῦμαι ὅσον ἀφορᾷ τὰ μεγάλα κτήματα, διότι δὲν δύναται πραγματικῶς εἷς ἐμφυτευτὴς καὶ καλλιεργητὴς καὶ ὑφ’ ὁμαλὰς ἀκόμη περιστάσεις, ἔχων ἀνάγκην γῆς καὶ ἔχων διαθέσιμα χρήματα, νὰ φθάσῃ τὴν τιμὴν τοῦ κτήματος εἰς ὕψος ἔξω παντὸς ὑπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐν πάσει περιπτώσει κατὰ κανόνα ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι ἡ ἀντίρρησις ἡ ὑποβληθεῖσα ἦτο ἐν μέρει δικαία καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογίσωμεν μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον τὴν ἀξίαν τῆς τιμῆς τῶν δαπανῶν καὶ μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον τὴν αὔξησιν τῆς γῆς. Ἠρώτησα, ποία ὑπολογίζετε ὅτι εἶναι ἡ αὔξησις τῆς γῆς, καὶ μοῦ ἀπήντησαν ὅτι εἶναι 50%. Ἔκαμα μίαν ἄλλην πρότασιν καὶ εἶπον. 50% εἶναι ἡ αὔξησις τῶν κτημάτων, δέχεσθε τὴν προπολεμικὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων μὲ αὔξησιν 50%, εἰς τρόπον ὥστε νὰ λάβετε ὁλόκληρον τὴν συμβολήν σας εἰς τὴν ἐμφυτευτικὴν ἐπιχείρησιν, καὶ νὰ τὴν λάβετε μὲ τὸ maximum; καὶ ἀφ’ ἑτέρου προσέθεσα, ὅτι εἶμαι διατεθειμένος ὄχι μόνον αὐτὴν τὴν τιμὴν νὰ προτείνω ἀλλὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἕνα περιθώριον, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἀπολύτως, καθὼς λέγεται ἐμπορικῶς, ἀέρας, νὰ προτείνω ἕνα 40% ἐπὶ πλέον, δέχεσθε; αὐταὶ εἶναι ἀπόψεις μου.
§333Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ὑπεβλήθησαν;
§334Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δέχεσθε τὸ ποσὸν τῆς προπολεμικῆς ἀξίας τῆς γῆς;
§335Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε τῆς γῆς. Ἡ γῆ ἔχει καὶ τὰς διαφορὰς τῆς βελτιώσεως αἱ ὁποῖαι εἶναι μεγαλείτεραι.
§336Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ πρότασίς μου εἶναι αὐτὴ ἀνεξαρτήτως ἄν εἶναι δικαία ἢ ἄδικος. Καὶ εἶπον τὸ ἑξῆς: εἶπον, ὅτι ἡ ἀξία τῆς εἰσφορᾶς εἰς τὴν συνεταιρικὴν ἐπιχείρησιν, ἡ συμμετοχή σας εἰς τὴν ἐμφύτευσιν εἶναι ἀνεξάρτητος, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι κακόν εἶναι ἡ ἐμφυτευτικὴ σύμβασις. Δὲν δύνασθε νὰ στηριχθῆτε ἐπ’ αὐτῆς διότι ἀκριβῶς ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν ἐμφυτευτικὴν ἐπιχείρησιν, ὁ ἐμφυτευτικὸς κανών, στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς καταστάσεως ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ ἐμφυτευτὴς εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῇ ὅλους τοὺς βαρεῖς ὅρους οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτόν. Ἔχομεν λοιπὸν τοῦτο· ποία ὑπῆρξε ἡ συμβολὴ σας εἰς τὴν ἐμφυτευτικὴν ἐπιχείρησιν; ἡ γῆ; ἡ ἀξία τῆς γῆς; Σᾶς δίδομεν ὅλην τὴν ἀξίαν τῆς γῆς μὲ τιμὰς σημερινάς, μὲ τὸ μάξιμουμ τῶν τιμῶν τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσησε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Καὶ ἀκόμη περισσότερον. Ἐπειδὴ ἔχετε συμμετοχὴν εἰς τὰ κέρδη, σᾶς δίδομεν ἕνα 40% διὰ τὴν ἀποχώρησίν σας ἀπὸ τὴν ἐμφυτευτικὴν ἐπιχείρησιν «ὡς ἀέρα» διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ διπλάσιον τῆς ἀσκεποῦς γῆς ἐν σχέσει μὲ τὴν προπολεμικὴν τιμήν. Πρὶν ἔλθω εἰς τὴν πρότασιν τὴν διατυπωθεῖσαν ἔχω καθῆκον νὰ παράσχω μίαν ἐξήγησιν ὅσον ἀφορᾷ ἑτέραν πρότασιν, νὰ ἀφίσωμεν ἐλεύθερον τὸν δικαστὴν νὰ ὁρίσῃ αὐτὸς τὴν σχέσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ κυρίου πρὸς τὴν ὅλην ἐμφυτευτικὴν ἐπιχείρησιν. Αὐτὸς νὰ ἐκτιμήσῃ, ἁπλῶς νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ κρίσιν ἐλευθέραν, ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ δικαιώματος τῆς ψηλῆς κυριότητος. Οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ὅταν καὶ τότε ἀντέκρουσα τὴν ἐλευθερίαν ταύτην, ἰσχύουν καὶ σήμερον ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν τῆς ἐμφυτευτικῆς συμβάσεως. Διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν ἀφίσῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν τὴν ἐλευθερίαν ταύτην, ἠθέλομεν ἀφίσει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἄνευ τινὸς κανόνος εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν κτημάτων, ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἐνώπιον τόσων ἀντιφατικῶν ἀποφάσεων ἐκ τῆς ποικίλης ἐκτιμήσεως ἡ ὁποία ἤθελεν γίνῃ κατὰ διαφόρους πόλεις καὶ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν δικαιωμάτων λόγῳ τῆς ἀντιθέσεως τῶν κανόνων οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐφαρμοσθῆ ὑπὸ τῶν διαφόρων δικαστικῶν ἀρχῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ δικαιώματος τῆς ψηλῆς κυριότητος, ἠθέλομεν εὑρεθῆ ἐνώπιον τοιούτων ἀντιφάσεων ὥστε εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκ τῶν ἀντιφάσεων τούτων κυρίως ἤθελε τρωθῆ τὸ Δημόσιον αἴσθημα. Ἐπίσης ἐκ τῶν ἀντιφάσεων τούτων δημοσίως ἤθελεν κλονισθῆ ἡ πίστις τῆς κοινωνίας πρὸς τὰ μέτρα τὰ λαμβανόμενα ὑπὸ τοῦ κράτους, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀντιφάσεως ταύτης δύναμαι νὰ παρατηρήσω ὅτι ἤθελεν κλονισθῆ τελείως καὶ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἀκέραιον. Καὶ πῶς ἤθελεν δεχθῆ ἡ κοινωνία νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τῆς κεφαλαιοποιήσεως τοῦ κανόνος εἰς ὕψη δυσθεώρητα, χάσμα τὸ ὁποῖον ἤθελε θάψει τὰ μεγάλα ζητήματα τῆς χώρας. Ἐφθάσαμεν ὅθεν ἕνεκα τῶν λόγων τούτων κυρίως εἰς μίαν πρότασιν διατυπωθεῖσαν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀπορρέει ἐκ τῆς ἰδικῆς μου πρωτοβουλίας. Ἡ βάσις αὐτὴ διετυπώθη παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαιοήλιδος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δὲν διετυπώθη ἁπλῶς παρ’ ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν εἰς τὴν ὑποεπιτροπὴν, κατετέθη ἐκ τεσσάρων συναδέλφων καὶ ἐμοῦ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν κύριοι, τὴν συσταθεῖσαν, τὴν πρότασιν ταύτην τὴν ἐστερνίσθησαν καὶ υἱοθέτησαν καὶ τὴν ὑπεστήριξαν δύναμαι νὰ εἴπω, μετὰ ζέσεως οἱ βουλευταὶ οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἰδιοκτητῶν, προῆλθον δὲ εἰς ἐπιφυλάξεις οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν ἀντίθετον μερίδα τῶν ἐμφυτευτῶν. Καὶ προῆλθον μὲν εἰς ἐπιφυλάξεις ἀλλ’ ὅλοι τὴν ἀπεδέχθησαν κατὰ βάσιν καὶ αὐτὸ κυρίως θέλω νὰ ἐξάρω. Τὴν πρότασιν ταύτην τὴν διετύπωσα κατὰ τρόπον διαφέροντα οὐσιωδῶς, κατὰ τὶ δηλαδή; ὡς πρὸς τὰ δύο ζητήματα, πρῶτον, τουτέστιν νὰ λάβῃ τὴν ἀρχικὴν ἀξίαν ὁ ἰδιοκτήτης νὰ λάβῃ ἔξοδα τῆς ἐμφυτεύσεως καὶ τὴν γενομένην βελτίωσιν, αὐτὰ ἦσαν μέτρα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐκτὸς συζητήσεως ἑκατέρωθεν. Λαμβάνομεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν διαφορὰν τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ τῆς ἀρχικῆς ἀξίας καὶ προτείνομεν ἵνα 40% λαμβάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ τὸ ὑπόλοιπον τὰ 60% νὰ λαμβάνῃ ὁ ἐμφυτευτής. Τὰ 40% νὰ εἶναι τὸ ἀνώτατον ὅριον τὸ ὁποῖον νὰ λαμβάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ τὸ ὁποῖον νὰ μειοῦται εἰς τὰς συγκεκριμένας περιστάσεις ἀναλόγως τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος διπλασιαζόμενος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου καὶ διὰ τὰς ἀπόψεις μου ταύτας κ. βουλευταί, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω ἐξηγήσεις εὐθὺς ὡς ἐγερθοῦν ἀντιρρήσεις. Ἔχω ὅμως τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἡ συμβολὴ τῶν ἰδιοκτητῶν θὰ εἶναι ἀδύνατος ἄν δὲν φθάσωμεν μέχρι τοῦ ὁρίου τὸ ὁποῖον καθιέρωσα ἐγὼ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Πρέπει νὰ παραβληθῇ ἡ ἐμφυτευτικὴ ἐπιχείρησις ἐν σχέσει πρὸς τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ ἐμφυτευτὴς εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς γῆς, δηλαδὴ θυσίας δαπανῶν πολὺ ὑπερτέρων τῆς ἀρχικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, δηλαδὴ θυσίας κόπων καὶ μόχθων, θυσίας ζημιῶν τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὁ ψιλὸς κύριος διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί,—καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ διετύπωσα τὸ ὅριον τοῦ ¼,—ἀλλ’ εἶμαι διατεθειμένος νὰ προσχωρήσω ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἰδιοκτητῶν, δηλαδὴ νὰ ὁρίσω καὶ ἐγὼ τὸ ἀνώτατον ὅριον ἀλλ’ ὄχι εἰς τὰ 4)10, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο προφανὴς ὑπερβολὴ εἰς βάρος τοῦ ἐμφυτευτοῦ, νὰ ὁρίσω τὰ 3)10 τῶν ἐμφυτεύσεων, τὸ ἀνώτατον ὅριον, μειούμενον ἀναλόγως τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ δικαιώματος καὶ ὑποθέτω ὅταν ἡ διαφορά μας εἶναι ⅒ θὰ φθάσωμεν εἰς ἕν συμπέρασμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν εἰς ἀμφοτέρας τὰς μερίδας.
§337Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Στέργετε τὰ 3)10;
§338Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ναὶ ὡς ἀνώτατα ὅρια καὶ κατόπιν τὸ ποσοστὸν τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος διπλασιαζόμενον. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθοριστέαν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ δικαιώματος τῆς κυριότητος. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἠκούσθησαν παρατηρήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξάληψιν μιᾶς διατάξεως περιληφθείσης εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ διατυπωθὲν κατὰ τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν, δηλαδὴ ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἑτέραν βάσιν τῆς λύσεως τῶν ἐμφυτευτικῶν σχέσεων, τῆς διευθετήσεως τῶν ἐμφυτευτικῶν σχέσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημερινῆς περὶ δικαίου ἀντιλήψεως, ὅτι ἡ ἀπάλειψις αὐτὴ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑφισταμένας σχέσεις καὶ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνομολογηθησομένας ἐμφυτεύσεις, ὅτι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς δὲν στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς ἰσότητος ἡ ὁποία ὑφίσταται ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ἠθικῆς ἀντιλήψεως ἡ ὁποία κρατεῖ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον τοῦ κανόνος. Ἡ παρατήρησις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ θεωρηθῇ ἔν τινι μέτρῳ ὀρθή. Θὰ ἦτο ἀδύνατον ἀληθῶς νὰ ἐξέλθωμεν, ὡς εἶπεν καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Κορινθίας ἀπὸ ἓν δίλημμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐτίθετο ἐνώπιον ἡμῶν σκληρῶς ἢ ὁ κανὼν εἶναι θεμιτὸς καὶ διατὶ τὰ θίγομεν ἢ εἶναι ἀθέμιτος καὶ τότε διατὶ τὰ διατηροῦμεν. Ἀναντιρρήτως ὅμως δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ προσχωρήσω καὶ εἰς τὴν ριζοσπαστικωτέραν ἀντίληψιν τῶν ἐκπροσωπούντων ἐνταῦθα τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἐμφυτευτῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰμὴ νὰ ἀναγνωρίσω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἐὰν δυνάμεθα νὰ δειχθῶμεν ἀπείρως εὐνοϊκώτεροι ὅσον ἀφορᾷ τὸν διακανονισμὸν τῶν ἐμφυτευτικῶν σχέσεων διὰ τὸ μέλλον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ συνομολογηθῶσιν διὰ τὸ μέλλον, ὅτι δεσμευόμεθα ἔν τινι μέτρῳ ἐκ τῶν ὅρων τῶν ὑφισταμένων διὰ τὰς λειτουργούσας ἤδη ἐμφυτευτικὰς συμβάσεις, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ λησμονήσωμεν ὅτι ἐκ τῶν συνθηκῶν αὐτῶν αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται σήμερον αἱ ὁποῖαι συνωμολογήθησαν ἐκ τῆς σχέσεως αὐτῆς ὅπως σήμερον ὑπάρχῃ καὶ ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἄν ὄχι ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἀνεπτύχθη τουλάχιστον ὑπὸ τὴν ἀνοχὴν τῆς πολιτείας, ὅτι ἐκ τῶν ὑφισταμένων σήμερον ὅρων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν μία ὁλόκληρος τάξις συμπολιτῶν καὶ πολιτῶν ἐρρύθμισε τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα κατὰ τρόπον ὅστις θὰ ἔθιγε αὐτὰ κυρίως ἐκ μιᾶς ἀποτόμου καὶ ριζικῆς ἀνατροπῆς. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι βουλευταί, θέλω προτείνει πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ περιορίσωμεν τὸ ὅριον τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον εἰς 15%, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς ὑφισταμένας συμβάσεις εἰς 20%. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὸ λογικὸν ὅριον. Αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων τουλάχιστον ἐγὼ ἤκουσα διατυπουμένας οὐσιώδεις ἀντιρρήσεις. Ὑπάρχει καὶ τρίτον σημεῖον τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἐκ τῆς προσθήκης τὴν ὁποίαν ὑπέβαλλον τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξαιρῇ τῆς ἐξαγορᾶς ὡρισμένα κτήματα ἐντὸς τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι μεγάλαι βιομηχανικαὶ ἐγκαταστάσεις. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μου εἰλικρινῶς νὰ ἐξομολογηθῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ προεκλήθη ἐξ ἑνὸς λόγου. Διετυπώθη πρὸς ἐμὲ ἐπανειλημμένως ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ ἐξαγορὰ τῶν ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων μία ὡρισμένη βιομηχανία καὶ δὴ ἡ βιομηχανία τοῦ Καμπᾶ, ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ ἕν καύχημα τῆς χώρας, ὅτι ἡ βιομηχανία αὐτὴ ἤθελεν κυρίως τρωθῇ ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων. Προσωπικῶς ἐγὼ δὲν ἐμόρφωσα πλήρη πεποίθησιν ὅτι πράγματι ἦτο δυνατὸν ἡ βιομηχανία νὰ θιχθῇ ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς τῆς κυριότητος, ἀλλὰ δὲν εἶχον καὶ τὴν ἀντίθετον ἀντίληψιν ὅτι ἠδυνάμην νὰ φανῶ ἀμείλικτος, ὥστε νὰ μὴ περιλάβωμεν ὁπωσδήποτε διάταξιν προνοοῦσαν, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον μιᾶς κρίσεως ἀπροόπτου τῆς βιομηχανίας, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἦτο ὥριμον καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προλάβω τὸν κίνδυνον τῆς καταστροφῆς μιᾶς βιομηχανίας ἡ ὁποία θάλλει καὶ ἀκμάζει καὶ προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τὴν χώραν. Τὶ ὑπελείπετο νὰ πράξω; Ὑπελείπετο νὰ πράξω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξα, νὰ διατυπώσω μίαν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀφοῦ μελετήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ στοιχεῖα καὶ ἴδῃ κατὰ πόσον συντρέχει λόγος περὶ ἐξαιρέσεως κτημάτων, ἐὰν ὑπάρχουν ἐμφυτευτικαὶ ἐκτάσεις εἰς τὸ κτῆμα ἐντὸς τοῦ ὁποίου λειτουργεῖ ἡ βιομηχανία καὶ ἐὰν ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἐμφυτευτικῶν κτημάτων πρόκειται πράγματι ἡ βιομηχανία νὰ χαλαρωθῇ ἢ καταστραφῇ τελείως, νὰ ἐξαιρῇ ταῦτα τῆς ἐξαγορᾶς. Καὶ αὐτὸ ἔπραξα. Ἡ διάταξις εἶναι ἀπολύτως δυνητική. Ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ στοιχεῖα εἴτε διὰ τὴν παροχὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς εἴτε οὔ. Αὐτὰ εἶναι τὰ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων προεκλήθη σπουδαιοτέρα συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐθεώρησα πρέπον νὰ παράσχω ἐξηγήσεις. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι ἔργον ἀπολύτως τέλειον. Κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια νὰ γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πλῆρες. Εἶμαι βέβαιος ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τὸ ὁποῖον συμπληροῖ τὴν ἀγροτικὴν τῆς Κυβερνήσεως νομοθεσίαν, διὰ τοῦ ὁποίου συμπληροῦται ἡ πρόνοια τοῦ Κράτους ἡ ἀφορῶσα τὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν μεταρρύθμισιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν συμβάλλομεν μόνον εἰς τὴν ἀπονομὴν δικαιοσύνης εἰς μίαν πραγματικῶς ταλαιπωρουμένην τάξιν καλλιεργητῶν τῆς γῆς, ἀλλ’ ὅτι ἐνισχύομεν πραγματικῶς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, καθ’ ὅτι συντελοῦντες εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ εἰς τὸ Κράτος τοῦτο μία ἰσχυρὰ ἀγροτικὴ τάξις πεποιθότως φρονῶ ὅτι θέτομεν τὸ ἔρεισμα κατὰ πάσης ἀνησυχίας ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείεται εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἀλλὰ θέτομεν καὶ τὸ ἔρεισμα τοῦ ἐθνικοῦ μας μεγαλείου τὸ ὁποῖον κυρίως ἐπὶ ἰσχυρῶν ἀγροτικῶν τάξεων εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ.
§339Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἤθελον νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας σχετικῶς μὲ τὴν ἑξῆς περίπτωσιν δὲν θὰ ἔκαμον δὲ τὸ ἐρώτημα ἐὰν δὲν ἔβλεπον τὴν τελευταίαν στιγμὴν μείωσιν τοῦ κανόνος τοῦ ἐμφυτευτικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν περιελαμβάνετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὑπάρχει κατηγορία κτημάτων, καὶ ἔχω ἐντολὴν παρὰ συμπολιτῶν μου νὰ ὑποβάλω τὸ ἐρώτημα τοῦτο, κτημάτων δοθέντων ὑπὸ τύπον ἐμφυτεύσεως πεφυτευμένων παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου. Νομίζω ὅτι ἡ περίπτωσις αὐτὴ πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ, διότι δὲν πρόκειται περὶ πραγματικῆς ἐμφυτεύσεως, διότι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ κτήματα δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς κανένα κόπον, κανὲν ἔξοδον καλλιεργείας.
§340Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Διϊσχυρίζομαι ὅτι 20% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἀνταποκρίνεται πρὸς πᾶσαν λογικὴν ἀξίωσιν παντὸς ἰδιοκτήτου.
§341Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτοὶ ὥρισαν μόνοι των ὅ,τι ἤθελον. Αὐτὸ εἶναι μία δήμευσις, αἱ ἄλλαι διατάξεις εἰμπορεῖ νὰ εἶναι ὀρθαί, ἀλλ’ ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς δημευτικὴ καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§342Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁρπάζετε τὴν περιουσίαν καὶ τὴν δίδετε ὅπου θέλετε. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω μίαν ἄλλην παρατήρησιν, δὲν θὰ δεχθῆτε νὰ ἀφαιρέσητε μίαν ἔκτασιν διὰ τοὺς μικροκτηματίας ὥστε νὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ μίαν ἔκτασιν;
§343Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὄχι.
§344ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη Ἄρθρον 1ον. (ἀναγινώσκει).
§345ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ὡς ἐτροπολογήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ)
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (ἀναγινώσκεται).
§347Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροποποίησιν ἐν ἐδαφίῳ γʹ. «Ἡ καταβλητέα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἀποζημίωσις ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ ἀθροίσματος κλπ. καὶ τῶν 3|1 0 κατ’ ἀνώτατον ὅριον τῆς ὑπὸ στοιχεῖον γʹ ἀναφερομένης διαφορᾶς πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὁλικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ὅριον μειούμενον ἑκάστοτε μέχρι τοῦ διπλασίου τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον. (ἀναγινώσκει).
§349Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοῦ δίδετε μίαν ἐξήγησιν ἐκεῖ ὅπου λέγετε ἐν ἄρθρῳ 4 ἐδ. βʹ «τὰς καταβληθείσας ὑπὸ τοῦ ἐμφυτευτοῦ δαπάνας ἐκχερσώσεως, φυτεύσεως καὶ μονίμων βελτιώσεων» μὲ τὸ μονίμων βελτιώσεων τί ἐννοεῖτε;
§350Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἁπλούστατα ἐκείνας τὰς βελτιώσεις αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κτήματος θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ὁλικῆς ἀξίας· ἄν λ.χ. κατεσκευάσθη φρέαρ, μία οἰκία, κάτι τι ἀπολύτως σταθερόν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 5).
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6ον. (ἀναγινώσκεται).
§352Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἀπαλείφεται ἡ βʹ παράγραφος περὶ κατασχέσεως τῶν ἐνεχειρογράφων δανειστῶν ἡ αʹ § τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει «Ἄν τὸ ἐξαγοραζόμενον .......... κλπ». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7).
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8ον. (ἀναγινώσκεται).
§354Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐπίσης τροποποιεῖται διὰ μὲν τὰς ὡρισμένας ἐμφυτεύσεις εἰς 20%, διὰ τὰς συνομολογηθησομένας εἰς 15%.
§355Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε διὰ νὰ εἰμπορέσουν νὰ ἐξαγορασθοῦν τὰ κτήματα. Εἶνε ἄδικον, ἀδικώτατον, εἶναι κτήματα μὲ σουλτανίνες. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§356Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τὸ ἔναυσμα τοῦ μπολσεβικισμοῦ.
§357Π. ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν φέρετε καὶ ἕνα νομοσχέδιον ὥστε οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ ἐξαγοράσουν τὰ σπήτια τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἔτσι νὰ μὴ ἔχετε ἀνάγκην καὶ ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον;
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς διαρκείας ἐργολαβιῶν καὶ αὐξήσεως ἀμοιβῶν ἐργολάβων ἁλυκῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ νομιμοποιήσεως τῶν ὑλοτομηθεισῶν ἐπὶ Ἰταλικῆς κατοχῆς 1916–1917 ξυλειῶν ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ καὶ καθορισμοῦ τοῦ καταβλητέου διὰ ταύτης δικαιώματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου διακανονισμοῦ ἀπαιτήσεων τρίτων ἀμφισβητουμένων παρὰ τῶν Στρατιωτικῶν ἀρχῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ 728 Διατάγματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ ἐπιτάξεως οἰκιῶν καὶ καταλυμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τηλεφωνικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ἀνταποκρίσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φωτισμοῦ τῶν πόλεων δι’ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μελέτης ὑδραυλικῶν δυνάμεων Μακεδονίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 8 ἐδαφ. 2 τοῦ νόμου 1971 περὶ πλεονεξίας αἰσχροκερδείας καὶ ἐνοικιοστασίου τῆς μισθώσεως βοσκῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀναλογουσῶν τῇ Ἑλλάδι δαπανῶν τῆς Γραμματείας τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἄρθρων 5, 6 καὶ 27 ἐδ. βʹ τοῦ νόμου 2109 περὶ ἐλέγχου καὶ βεβαιώσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ζημιῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τῆς διαθέσεως τῶν Ταγαρελαίων Πλωμαρίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνισχύσεως τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητος Θεσσαλονίκης πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἐκ πυρκαϊᾶς παθόντων Ἰσραηλιτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεων καὶ χρηματικῶν ἐπιδομάτων τοῦ προσωπικοῦ τῶν Μακεδονικῶν Σιδηροδρόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 1710 περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου σχεδίου πόλεως Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ταχυδρομικῶν συνοδῶν ὁδηγῶν ταχυδρομικῶν αὐτοκινήτων καὶ ποδηλατῶν καὶ φορτωτῶν ταχυδρομικῶν ἀποστολῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ νομιμοποιήσεως τῶν γενομένων εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ἱεραπέτρας μέχρι ρυθμίσεως τῆς λειτουργίας αὐτοῦ συμφώνως τοῖς νόμοις ΡΚΘʹ τοῦ 1865 καὶ ͵ΒΡΚΓʹ τοῦ 1893 περὶ λιμένων κ.λ.π.» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΧΝΣΤʹ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ νεωτέρων Νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς μαρμαρίνου ἀντιγράφου τοῦ ἀγάλματος τῆς Ραμνουσίας Θέμιδος καὶ ἀποστολῆς τούτου ὡς δώρου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Louvain». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῆς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ ἀπονομῆς βαθμοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς ἀνωτέρας θέσεις τῆς Α. Δ. τῶν Μεταφορῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως διὰ τὸν καθορισμὸν καὶ ἐπισκευὴν τῶν ἐν τῇ μεγάλη αἰθούσῃ τῆς Σιναίας ἀκαδημίας δύο εἰκόνων πρὸς διατήρησιν αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1023 περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρίσεως ἀσφαλίσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως μηχανικῶν μέσων μεταφορᾶς σμύριδος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν ἐκπαιδευτικῶν νόμων 1381, 1422, 997, 1405, 995 καὶ 1242». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνταλλαγῆς ἐφέδρων καὶ στρατευσίμων τῆς διανύσεως 30 ἡμερῶν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν μὴ προσμετρουμένων ὡς χρόνου πραγματικῆς ὑπηρεσίας ἡμερῶν ἅς μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ὑπηρέτησαν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνανεώσεως τῶν βιβλίων ὑποθηκῶν καὶ ἄλλων τινῶν συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας διὰ τὴν κατοχὴν σιγαροχάρτου τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2031 περὶ Πολυτεχνείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1443 περὶ λογιστικῶν γραφέων παρὰ τῷ τμήματι τῶν ἐπιταγῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως δραχ. 75,000 δι’ ἀνέγερσιν ὀρόφου ἐπὶ τοῦ δώματος τοῦ Κεντρικοῦ Μεγάρου Τ.Τ.Τ. διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τηλεγραφητῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας πυρηνελαίου πρὸς κατασκευὴν σάπωνος καὶ ἐξαγωγὴν ἢ ἀποταμίευσιν αὐτοῦ ὑπὸ διαμετακόμισιν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τῶν νόμων ʹΓΧΗʹ περὶ ἰατροδικαστικῆς ὑπηρεσίας κλπ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν τινῶν τοῦ φαρμακευτικοῦ κλάδου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ʹΓΩΛΣΤʹ τῆς 23 Ἰουνίου 1919 περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς τῆς Διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 1184 καὶ 1694 «περὶ ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁριστικῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ἐκ τῶν πολέμων παθόντος πληθυσμοῦ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Μουσουλμανικῆς Σχολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως προσθηκῶν εἰς τὸν νόμον 2018 τῆς 28 Ἰανουαρίου 1920 «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ προσθηκῶν εἰς τοὺς νόμους 1681 καὶ 1682 «περὶ προστασίας τῶν εἰς ἐπαιτείαν καὶ ἀλητείαν κλπ. ἐκδότων ἀνηλίκων καὶ περὶ ἀλητείας καὶ ἐπαιτείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ εἰσαγωγῆς χάρτου ἄνευ ὑδατίνων σημείων πρὸς τύπωσιν ἐφημερίδων καὶ ἐπιστημονικῶν περιοδικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δεκαπενταετοῦς ἀπαλλαγῆς ἐκ φόρου Αʹ κατηγορίας (οἰκοδομῶν) τοῦ νόμου 1640 ὡς καὶ ἐκ τοῦ φόρου ὑπερτιμήματος καὶ ὑπερεισοδήματος τοῦ νόμου 1642 τῶν ἐντὸς τῆς ἐκτάσεως τῆς κτηματικῆς ὁμάδος τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης ἀνεγερθησομένων οἰκοδομῶν κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινοῦ Ἀρχιμουφτῆ καὶ μουφτήδων τῶν ἐν τῷ Κράτει Μουσουλμάνων καὶ περὶ διαχειρίσεως τῶν περιουσιῶν τῶν Μουσουλμανικῶν Κοινοτήτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς διὰ τοῦ τελωνείου Θεσσαλονίκης παντὸς εἴδους οἰκοδομησίμου ὑλικοῦ χρησιμοποιηθησομένου διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῆς Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως κατασκευῆς καὶ ἐμπορίας τεχνικοῦ ὄξους» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων δραχ. μέχρι 50,000 πρὸς προμήθειαν ὑλικοῦ καὶ ἐγκατάστασιν ἠλεκτροφωτισμοῦ ἐν τῷ Ζαππείῳ Μεγάρῳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἀφορώντων τὸν Πορθμὸν Εὐρίπου νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνεισφορᾶς τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἐκ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν ὠφελουμένων κτημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως γραφείου πληροφοριῶν ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1960 περὶ περιθάλψεως θυμάτων πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 928 τῆς 2 Σεπτεμβρίου 1917 περὶ ὀργανισμοῦ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας πιστώσεων εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1919–1920». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς § γʹ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ΔΞΓʹ (ὑπ’ ἀριθ. 4063) τοῦ ἔτους 1912 περὶ ἐξασκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἐν Ἑλλάδι». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδικάσεως τῶν μεταξὺ ἰατρῶν καὶ ἰδιωτικῶν διαφορῶν, περὶ πληρωμῆς τῆς ἰατρικῆς ἀμοιβῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φυλακῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως μέχρι πέντε πταισματοδικείων καὶ μέχρι πέντε εἰρηνοδικείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δικαστηρίων καὶ δικαστικῶν λειτουργῶν ἐν ταῖς προσηρτημέναις Χώραις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον)
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ρακτιβὰν (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν), ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς νήσου Κυθήρων». Οἱ κ. Μ. Νεγροπόντης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν, Ι. Τσιριμῶκος (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καὶ Κ. Ρακτιβὰν (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων κατοίκων τῶν περιφερειῶν Χαλκιδικῆς καὶ Ἀπειράνθου (Νάξου). Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια κηρύσσονται κατεπείγοντα καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχήν. Ὁ κ. Σ. Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον.
§360Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Εὐχαριστῶ θερμῶς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μέριμναν τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθησαν νὰ λάβωσι διὰ τοῦ ἀνωτέρω νομοσχεδίου ὑπὲρ τῶν παθόντων Ἀπειρανθίων κατὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Ἐθνικοῦ Κινήματος εἰς τὰς Κυκλάδας. Οἱ Ἀπειράνθιοι, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἐξ ὅλης τῆς Ἑλλάδος ἔσχον τὸ ρεκὸρ τοῦ φόρου τοῦ αἵματος κατὰ τοὺς ἐνδόξους πολέμους τοῦ 1912 καὶ 1913, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦσαν ἐχθροὶ τοῦ κινήματος ἐκείνου, τοῦ ὄντως ἐθνικοῦ. Ἀλλὰ μακρὰ ἀντεθνικὴ διδασκαλία εἶχε παραπλανήσει τὸ φρόνημα αὐτῶν καὶ εἶχεν ἀμβλύνει τὸν ἐθνικὸν αὐτῶν ἐνθουσιασμόν. Ἀποτέλεσμα ὑπῆρξαν τὰ λυπηρὰ ἐκεῖνα γεγονότα τὰ ὁποῖα μοιραίως καὶ ἀναποφεύκτως κατέληξαν εἰς ἀθῷα θύματα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἔρχεται σήμερον μετ’ ἀληθοῦς στοργῆς νὰ λάβῃ μέριμναν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εἰσηγουμένου τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δι’ ὃ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῇ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην τῶν παθόντων καὶ τὴν ἀφοσίωσιν αὐτῶν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν.
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 1 π. μ.).